text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
Αριθμός 1760/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1967/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουνίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 940/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Κανελλόπουλου με αριθμό 301/27-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγοντες, κατά τις διατάξεις των άρθρων 476§1 και 485 Κ.Π.Δ., την από 10-6-2010 ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου Αθηνών, κατά του υπ' αριθμ. 1967/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, δια του οποίου απερρίφθη ως απαράδεκτος έφεση αυτού κατά του υπ' αριθμ. 3219/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, εκθέτομεν τα εξής: Κατά το άρθρο 482 Κ.Π.Δ., ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος, όταν α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα και β) παύει οριστικώς την ποινική δίωξη εναντίον του. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δια του προσβαλλόμενου βουλεύματος απέρριψε, όπως αναφέρθηκε, έφεση του αναρεσείοντος κατά του μνημονευθέντος πρωτοδίκου βουλεύματος, ως απαράδεκτη και, συγκεκριμένα, διότι το βούλευμα αυτό έχοντας παραπέμψει αυτόν στο ακροατήριο του τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για πλημμελήματα, δεν υπέκειτο κατά το άρθρο 478 εδ. α' ΚΠΔ σε έφεση. Επομένως και η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Οι περιορισμοί δε που θέτει ο νομοθέτης για την άσκηση ενδίκων μέσων, ιδία κατά βουλευμάτων, δεν αντίκειται σε καμμία διάταξη του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω Προτείνομεν α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτος η υπ' αριθμ. 69/10-6-2010 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 1967/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Και β) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 476 ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Περαιτέρω, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άνω άρθρου ΚΠοινΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 38 του ν.3160/2003, κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Το ανωτέρω άρθρο 38 του ν. 3160/2003 που αντικατέστησε την παρ.2 του άρθρου 476 ΚΠοινΔ ισχύει, κατά το άρθρο 61 του ίδιου νόμου 3160 από 30-6-2003, οπότε δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το εν λόγω νομοθέτημα (ΦΕΚ Τ.Α1 165). Επομένως από 30-6-2003 και εφεξής ο κατηγορούμενος δεν έχει πλέον δικαίωμα να ασκήσει αίτηση αναιρέσεως εναντίον του βουλεύματος, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του κατά του πρωτόδικου βουλεύματος που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του αρμοδίου ποινικού δικαστηρίου για αξιόποινη πλημμεληματική πράξη, που, κατά το άρθρο 478 ΚΠοινΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 παρ.1 ν. 3346/2005, για να υπόκειται σε έφεση , πρέπει να γίνεται παραπομπή για πράξη που έχει κακουργηματικό χαρακτήρα. Κατά συνέπεια αίτηση αναιρέσεως ασκηθείσα από τον κατηγορούμενο κατά βουλεύματος που απέρριψε την έφεση του ως απαράδεκτη κατά πρωτόδικου σε βάρος του βουλεύματος παραπεμπτικού για πράξεις που έχουν πλημμεληματικό χαρακτήρα, τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον η αίτηση αυτή στρέφεται εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται αναίρεση από το νόμο. Ο περιορισμός αυτός από το άρθρο 476 παρ.2 ΚΠοινΔ, όπως ισχύει, δεν αντίκειται ούτε στα άρθρα 4 παρ.1, 20 παρ.1 και 25 παρ.1 εδάφ. τελευταίο του Συντάγματος, από τα οποία καθιερώνονται αντιστοίχως η αρχή της ισότητας, το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και η αρχή της αναλογικότητας, ούτε προσκρούει στο άρθρο 6 παρ.1 α' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) της 4-11-1950, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, που θεσπίζει το δικαίωμα κάθε ανθρώπου σε δίκαιη δίκη. Ο Εισαγγελέας που είναι δικαστικός λειτουργός διαφοροποιείται από τον κατηγορούμενο που είναι διάδικος και επιβάλλεται η διαφορετική δικονομική μεταχείριση μεταξύ τους με την χορήγηση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 483 παρ.3 ΚΠοινΔ, του δικαιώματος να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, ακόμη και εκείνου που δεν μπορεί να προσβληθεί από τον κατηγορούμενο, ακόμη και προς το συμφέρον του τελευταίου, που δύναται με αίτηση του να ζητήσει από τον άνω Εισαγγελέα να ασκήσει το μη επιτρεπόμενο στον ίδιο τον κατηγορούμενο ένδικο μέσο της αναιρέσεως εναντίον βουλεύματος και επιπλέον έχει το δικαίωμα ο κατηγορούμενος να προβάλει τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του στα πλαίσια της κυρίας διαδικασίας στο δικαστήριο ή κατά την άσκηση ενδίκων μέσων κατά της αποφάσεως που θα εκδοθεί. Δεν αντιβαίνει προς την αρχή της αναλογικότητας η θέσπιση περιορισμών στο δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων διότι αυτά πρέπει να χορηγούνται κατόπιν σταθμίσεως του συμφέροντος της πολιτείας που αποσκοπεί στην ταχεία περάτωση της όλης ποινικής διαδικασίας και την εντεύθεν εμπέδωση της ασφαλείας των πολιτών και της δημόσιας τάξεως καθώς και του ατόμου που κατηγορείται και επιδιώκει την μη παραπομπή του για την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται και υπερισχύει το συμφέρον της πολιτείας χωρίς υπέρμετρη μείωση των δικονομικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου ατόμου. Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά του 1967/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 74/2009 έφεση που είχε ασκήσει ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος κατά του επιδοθέντος σ'αυτόν υπ' αριθμ. 3219/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παραπεμπτικού αυτού στο ακροατήριο για τις πλημμεληματικές πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Έχει δε ειδοποιηθεί ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του εντός της οριζόμενης από το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠοινΔ εικοσιτετραώρου προθεσμίας από τον Εισαγγελέα μέσω του γραμματέα της Εισαγγελίας, όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση του Γραμματέα στο φάκελο της δικογραφίας, γιαυτό και το υποβαλλόμενο με την αίτηση αναιρέσεως, αλλά και με το υποβληθέν από 11-1-2010 υπόμνημα του αναιρεσείοντος, αίτημα αυτού για αυτοπρόσωπη εμφάνιση, κατ'άρθρο 485 παρ.3 του ΚΠοιν Δ, μετά από την από 12-10-2010 σχετική απορριπτική πρόταση του Εισαγγελέα, σημειούμενη εγγράφως επί του υπομνήματος, επί του εν λόγω αιτήματος αυτοπρόσωπης εμφάνισης του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, αφού ο αναιρεσείων ενημερώθηκε για το απαράδεκτο και την άνω δικάσιμο, εξέθεσε τις απόψεις του με το υποβληθέν από 11-10-2010 υπόμνημα του και μπορούσε να παρασταθεί και να εκθέσει και προφορικά τις απόψεις του και στο Συμβούλιο τούτο στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας της 3-10-2010,οπότε εκδικάστηκε η υπόθεση του, αλλά αυτός ουδόλως εμφανίστηκε. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ως στρεφόμενη κατά βουλεύματος που δεν προβλέπεται από το νόμο ότι μπορεί να προσβληθεί με τέτοιο ένδικο μέσο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ.1, 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης του αναιρεσείοντος Χ.
Απορρίπτει την από 10-6-2010 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως του 1967/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος που απέρριψε ως απαράδεκτη έφεση κατά βουλεύματος Συμβουλίου Πλημμελειοδικών παραπεμπτικού για πλημμέλημα. Απορριπτέο και το αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης.
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 1759/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 27/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιανουαρίου 2010 αίτηση αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 381/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης, με αριθμό 191/19.5.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την με αριθμ. 33/19-1-2010 αίτηση αναίρεσης του Χ1, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο κατάστημα κράτησης ... κατά της με αριθμ. 27/15-1-2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε, κατά πλειοψηφία, σε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ για αγορά - κατοχή ναρκωτικών ουσιών και ηθική αυτουργία σε εισαγωγή ναρκωτικών ουσιών και εκθέτω τα παρακάτω :Από τις διατάξεις των άρθρων 474§2 και 476§1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη "Στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο" κατά δε την δεύτερη "Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο και σε άλλη περίπτωση που ο νόμος προβλέπει ρητά ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο....." προκύπτει ότι στην έκθεση αναίρεσης στην οποία περιέχεται η δήλωση του αναιρεσείοντα περί του ότι ασκεί αναίρεση κατά συγκεκριμένου βουλεύματος ή απόφασης, πρέπει να περιλαμβάνεται κατά ρητή διάταξη του ΚΠΔ τουλάχιστον ένας βάσιμος και παραδεκτός λόγος άσκησης αναίρεσης άλλως η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη. Η έλλειψη δε αυτή δεν συμπληρώνεται από άλλα εκτός της έκθεσης έγγραφα (ΑΠ 728/2004 ΠΧ ΝΕ 256 ΑΠ 775/2004 ΠΧ ΝΕ 260). Για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης πρέπει στην έκθεση να περιλαμβάνονται λόγοι που να είναι σαφείς. Και σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναίρεσης κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχουν όταν στην έκθεση εκτίθενται περιστατικά από τα οποία προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο πλημμέλειες στις οποίες κατά τον αναιρεσείοντα υπέπεσε η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω ανύπαρκτοι, ασαφείς, αόριστοι λόγοι και μη δεκτικοί δικαστικής εκτίμησης δεν είναι δυνατό ν' αποτελέσουν λόγους άσκησης ενδίκου μέσου (ΑΠ 295/2001 Π.Χ ΝΑ 975, ΑΠ 2397/2004 ΠΧ ΝΕ 822). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του περιεχομένου της έκθεσης αναίρεσης δεν προκύπτει έκθεση συγκεκριμένου λόγου τον οποίο να εκθέτει και να επικαλείται ο κατηγορούμενος, ο οποίος πλέον της αναφοράς του ότι ζητά την αναίρεση της με αριθμ. 27/15-1-2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει: (βλ. την υπ' αρ. 33/10 έκθεση αναίρεσης), δεν εκθέτει συγκεκριμένα περιστατικά τα οποία να συνιστούν ελλείψεις ή πλημμέλειες περί την αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης βάσει των οποίων να είναι δυνατό να συναχθεί συγκεκριμένη έλλειψη ή πλημμέλεια της προσβαλλομένης απόφασης και για τον λόγο αυτό η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (αρ.476§1-583§1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π Ρ Ο Τ Ε Ι Ν Ω
(Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η με αριθμ. 33/19-1-2010 αίτηση αναίρεσης του Χ1, κατοίκου ..., κατά της με αριθμ. 27/15-1-2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης (10) ετών και χρηματική ποινή 10.000 Ευρώ για αγορά, κατοχή ναρκωτικών ουσιών και ηθική αυτουργία σε εισαγωγή ναρκωτικών και
(Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα την 30/5/10
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Π. Ανδρειωτέλλης".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473§2, 476§1, 509§1 και 510ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεως πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚποινΔ, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚποινΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθ. 33/19.01.2010 αίτηση του αναιρεσείοντος, που ασκήθηκε ενώπιον του Διευθυντού του καταστήματος κράτησης ..., πλήττεται η υπ' αριθ. 27/15.01.2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως δέκα ( 10 ) ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ για αγορά, κατοχή και ηθική αυτουργία σε εισαγωγή ναρκωτικών ουσιών στην Ελληνική Επικράτεια, χωρίς όμως να αναφέρεται κανένας από τους, στο άρθρο 510 ΚποινΔ λόγους αναιρέσεως.
Επομένως η αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με τα προεκτειθέντα είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. ( άρθρα 476§1 και 583§1 ΚποινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ'αριθ. 33/19.01.2010 αίτηση του Χ1 περί αναιρέσεως της υπ'αριθ. 27/15.01.2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως. Δεν περιέχει κάποιο λόγο αναιρέσεως.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1757/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της με αριθμό 49,49α,56,71,72/2008, 12, 16, 17, 18, 26, 27,28,31-41/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Σπάρτης.
Με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Θεόδωρο Ζευκιλή και Αθανάσιο Κανελλόπουλο.
Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1) Ψ1 χήρα Ζ, 2) Ψ2, αμφότερες κατοίκους ..., 3) Ψ3, κάτοικο ...και 4) Ψ4, κάτοικο ...., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ηρειώτη.
Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Σπάρτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στη με αριθμό "29" και ημερομηνία "29.7.2010" έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1155/2010.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και για υπέρβαση εξουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητείται η αναίρεση της υπ` αριθ. 49, 49α, 56, 71, 72/2008, 12, 16, 17, 18, 26, 27, 28, 31 - 41/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Σπάρτης, κατά τη διάταξη αυτού περί αναστολής εκτελέσεως της ποινής καθείρξεως 20 ετών, που επιβλήθηκε στον καταδικασθέντα για ανθρωποκτονία από πρόθεση Χ.
Από τη διάταξη του άρθρου 369§1 ΚΠοινΔ, κατά την οποία "όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα ή στους εισαγγελείς (άρθ. 32 παρ. 2), έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο", σαφώς συνάγεται ότι η υπεράσπιση της πολιτικής αγωγής αγορεύει επί της ενοχής μόνο του κατηγορουμένου και δεν δικαιούται να αγορεύσει και επί της ποινής ούτε, βεβαίως, επί ζητημάτων που σχετίζονται με την ποινή, όπως για το αν η έφεση, που θα ασκήσει αυτός που καταδικάσθηκε, θα έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα και για την αρμοδιότητα του δικαστηρίου να χορηγήσει την αναστολή. Στην προκειμένη περίπτωση, παρέστησαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, ως πολιτικώς ενάγουσες, οι Ψ3, Ψ4, Ψ1 και Ψ2, οι οποίες είχαν παραστεί και στη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και ζήτησαν την παραδοχή της αναιρέσεως και την απάλειψη από το διατακτικό της προαναφερόμενης αποφάσεως του ΜΟΔ Σπάρτης της διατάξεως που αφορά στην αναστολή εκτελέσεως αυτής. Όμως, η δήλωση των ανωτέρω περί παραστάσεως πολιτικής αγωγής είναι, στην παρούσα φάση της διαδικασίας, απαράδεκτη, γιατί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αυτές δεν έχουν λόγο επί της αναστολής εκτελέσεως της ποινής που επιβλήθηκε στον καταδικασθέντα Χ, ούτε επί του κρινόμενου ζητήματος της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου που προσέδωσε στην έφεση του τελευταίου ανασταλτικό αποτέλεσμα. Πρέπει, επομένως, οι ως άνω πολιτικώς ενάγουσες να αποβληθούν από τη διαδικασία, κατά παραδοχήν και του από 13.10.2010 αιτήματος του κατηγορουμένου Χ. Σύμφωνα με το άρθρο 404 παρ. 1 ΚΠοινΔ, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο αποφασίζει για την κατηγορία. Επίσης αποφαίνεται α) για τις περιστάσεις από τις οποίες εξαρτάται το είδος και το μέτρο της ποινής, καθώς και για τους λόγους αύξησης ή μείωσής της, β) για την κύρια ποινή, την παρεπόμενη και τα μέτρα ασφαλείας που πρέπει να επιβληθούν, γ) για τη συνολική ποινή που πρέπει να επιβληθεί, δ) για την μετατροπή (άρθρο 82 του ΠΚ) ή την αναστολή (άρθρο 99 του ΠΚ) της ποινής και ε) για κάθε θέμα που δεν έχει υπαχθεί ειδικά στην αρμοδιότητα των τακτικών δικαστών. Εξάλλου, κατά το άρθρο 497 παρ. 6 του ΚΠοινΔ, όπως το τελευταίο εδάφιο αυτής, το οποίο είχε προστεθεί με το άρθρο 3 παρ. 11 του Ν 2145/1993, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 20 εδάφιο α του Ν.2408/1996, "Η έφεση που ασκήθηκε από τον εισαγγελέα ή τον κατηγορούμενο, κατά των αποφάσεων του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου και του Τριμελούς Εφετείου (για τα κακουργήματα), δεν αναστέλλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, είτε αυτή είναι αθωωτική είτε καταδικαστική, εκτός αν έχει επιβάλλει την ποινή του θανάτου. Μπορεί όμως το δικαστήριο να χορηγήσει ανασταλτικό αποτέλεσμα στην έφεση που θα ασκηθεί από τον κατηγορούμενο. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται η παράγραφος 2 του παρόντος". Το άρθρο 2 παρ. 20 εδάφιο α του Ν 2408/1996, που αντικατέστησε, κατά τα ανωτέρω, το άρθρο 496§6 του ΚΠοινΔ, ορίζει ότι για το ανασταλτικό αποτέλεσμα της έφεσης, μπορεί να αποφασίσει "το δικαστήριο", χωρίς κανένα άλλο ειδικότερο προσδιορισμό. Επειδή, όμως, η σχετική διάταξη είναι ενταγμένη συστηματικά στην παράγραφο 6 του άρθρου 497 του ΚΠοινΔ, η οποία αναφέρεται σε αποφάσεις του Μ.Ο.Δ. και του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων), είναι αυτονόητο ότι ως "δικαστήριο" εννοεί το δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και επέβαλε την ποινή, δηλαδή το Μ.Ο.Δ. ή το Τριμελές Εφετείο. Εξάλλου, το Μ.Ο.Δ. αποφασίζει, μεταξύ των άλλων, για την κύρια και παρεπόμενη ποινή (άρθρο 404§1β ΚΠοινΔ), έχει δε το τεκμήριο της αρμοδιότητας να αποφαίνεται για κάθε θέμα που δεν έχει υπαχθεί ειδικά στην αρμοδιότητα των τακτικών δικαστών (άρθρο 404§1 εδάφιο ε' ΚΠοινΔ). Κατά συνέπειαν, αρμόδιο να αποφασίσει για το ανασταλτικό αποτέλεσμα της ασκούμενης κατά αποφάσεως του δικαστηρίου τούτου εφέσεως είναι το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, δηλαδή το Μ.Ο.Δ. και όχι οι τακτικοί δικαστές του. Επιχείρημα υπέρ της απόψεως αυτής συνάγεται και από την εισηγητική έκθεση του Ν 2408/1996, στην οποία αναφέρονται μεταξύ των άλλων, και τα εξής: "Με την αντικατάσταση του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 6 του άρθρου 497 ΚΠΔ, που είχε προστεθεί με την παρ. 11 του άρθρου 3 του Ν. 2145/1993, το Μ.Ο.Δ. και το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων θα έχουν πλέον τη δυνατότητα να χορηγούν ανασταλτικό αποτέλεσμα στην έφεση που θα ασκηθεί από τον κατηγορούμενο και όταν επιβληθεί ποινή καθείρξεως. Κατ' αυτόν τον τρόπο, θα περιορισθούν σε σημαντικό βαθμό οι αιτήσεις αναστολής εκτελέσεως της πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως, αφού για αυτές θα αποφαίνεται αμέσως το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκδικάστηκε η υπόθεση και το οποίο γνωρίζει καλύτερα τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, που θα αποτελέσει ένα από τα κριτήρια προκειμένου να αποδεχθεί ή όχι το σχετικό αίτημα...". Το αντίθετο, ότι, δηλαδή, αρμόδιο να αποφασίσει στην εξεταζόμενη περίπτωση είναι το εκ τακτικών δικαστών τμήμα του δικαστηρίου τούτου, δεν συνάγεται από την διάταξη του άρθρου 405§1 εδάφιο στ του ΚΠοινΔ, με την οποία ορίζεται ότι οι τακτικοί δικαστές του Μ.Ο.Δ. είναι αρμόδιοι να αποφασίζουν για την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως σύμφωνα με το άρθρο 471 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ούτε εξ αντιδιαστολής προκύπτει κάτι τέτοιο από την διάταξη του άρθρου 404§1 εδάφιο δ' του ιδίου Κώδικα. Τούτο δε διότι: α) Το θέμα που ρυθμίζεται με την διάταξη του άρθρου 405§1 στ ΚΠοινΔ, το ποιό, δηλαδή, δικαστήριο είναι αρμόδιο για τη χορήγηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως, κατά της οποίας ασκήθηκε αναίρεση, είναι εντελώς διαφορετικό από το ποιό είναι αρμόδιο για την χορήγηση ή μη ανασταλτικού αποτελέσματος στην έφεση κατά καταδικαστικής για κακούργημα αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, β) ελλείψει σχετικών κριτηρίων στη διάταξη τον άρθρου 471§2 τον ΚΠοινΔ, όπως αυτή ίσχυε πριν από τη συμπλήρωσή της με το άρθρο 37 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, τα κριτήρια που είχαν καθιερωθεί από την νομολογία για τη χορήγηση της προβλεπόμενης από αυτήν αναστολής ήταν νομικά, δηλαδή η πιθανολόγηση της ευδοκιμήσεως της αναιρέσεως που είχε ασκηθεί, ενώ κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει με την αναστολή του άρθρου 497 παρ. 6 εδ. τελευταίο του ΚΠοινΔ, αφού τα κριτήρια που περιγράφονται στην επόμενη παράγραφο του ίδιου άρθρου είναι ευδιάκριτα και η συνδρομή τους ή μη σε κάθε περίπτωση μπορεί να διαγνωσθεί ακόμη και από μη νομικούς, γ) η περίπτωση αναστολής εκτελέσεως κατά το άρθρο 471§2 του ΚΠοινΔ αναφύεται πάντοτε σε χρόνο μεταγενέστερο της εκδόσεως της αποφάσεως, με συνέπεια να είναι ιδιαίτερα δυσχερής η συγκρότηση του ίδιου Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου ή Μικτού Ορκωτού Εφετείου, δυσχέρεια η οποία επιτείνεται από το ότι τις περισσότερες φορές είναι αδύνατη η συγκρότηση του ίδιου δικαστηρίου, λόγω λήξεως της συνόδου, οπότε είναι εύλογο να καθιδρύεται (από το άρθρο 405§1 στ ΚΠοινΔ) αρμοδιότητα των τακτικών δικαστών να αποφαίνονται για την αναστολή για την οποία γίνεται λόγος, δ) δεν υφίσταται, στην προκειμένη περίπτωση, αληθές κενό του νόμου, ώστε να παρίσταται ανάγκη καλύψεώς του με αναλογική εφαρμογή του άρθρου 405§1 στ ΚΠοινΔ ή με προσφυγή σε εξ αντιδιαστολής επιχειρήματα από την διάταξη του άρθρου 404§1 του ιδίου Κώδικα, αφού το ζήτημα περί του ποιο δικαστικό όργανο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται για το ανασταλτικό ή μη αποτέλεσμα της εφέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως του Μ.Ο.Δ. καλύπτεται από τη διάταξη τον άρθρου 404§1 εδάφιο ε τον πιο πάνω Κώδικα, εκτίμηση, άλλωστε, η οποία είναι σύμφωνη και με τη λογική τον πράγματος. Γιατί δεν είναι νοητό ο νομοθέτης να χορηγεί εξουσία στους ενόρκους να σνναποφασίζονν με τους τακτικούς δικαστές για την ενοχή και την επιβλητέα ποινή, ταυτόχρονα δε και χωρίς αποχρώντα λόγο να τους αποκλείει από το να έχουν λόγο στο ζήτημα της χορηγήσεως ή μη ανασταλτικού αποτελέσματος στην έφεση που τυχόν θα ασκήσει ο καταδικασθείς (και με την ψήφο τους) κατηγορούμενος. Κατά συνέπειαν, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Σπάρτης είχε την προς τούτο δικαιοδοσία και ορθά αποφάσισε με πλήρη από τακτικούς δικαστές και ενόρκους σύνθεση για το ανασταλτικό αποτέλεσμα της εφέσεως που θα ασκούσε ο κατηγορούμενος Χ κατά της υπ` αριθ. 49, 49α, 56, 71, 72/2008, 12, 16, 17, 18, 26, 27, 28, 31 - 41/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Σπάρτης καταδικαστικής αποφάσεως και ο μοναδικός, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένη στο ότι το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο αποφάσισε για το ανασταλτικό αποτέλεσμα της εφέσεως του καταδικασθέντος χωρίς να έχει την προς τούτο αρμοδιότητα, την οποία είχαν μόνο οι τακτικοί δικαστές αυτού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΒΑΛΛΕΙ, από την παρούσα διαδικασία, την πολιτική αγωγή που ασκήθηκε από τις Ψ3, Ψ4, Ψ1 και Ψ2.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 29/29.7.2010) αίτηση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ` αριθ. 49, 49α, 56, 71, 72/2008, 12, 16, 17, 18, 26, 27, 28, 31 - 41/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Σπάρτης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αρμόδιο να αποφασίσει για το ανασταλτικό αποτέλεσμα εφέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως μικτού ορκωτού δικαστηρίου είναι το ίδιο το μικτό ορκωτό και όχι μόνο οι τακτικοί δικαστές αυτού. Ορθή χορήγηση της αναστολής από το μικτό ορκωτό και απόρριψη της αιτήσεως του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση, κατά το σημείο αυτό, της αποφάσεως του ΜΟΔ για υπέρβαση εξουσίας. Η πολιτική αγωγή δεν αγορεύει επί της ποινής και επί των ζητημάτων που συνδέονται με την ποινή (ανασταλτικό εφέσεως κ.λπ.). Αποβολή πολιτικής αγωγής.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Πολιτική αγωγή, Εφέσεως ανασταλτικό αποτέλεσμα.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1758/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ κατοίκου ... και ήδη κρατούμενος στις Φυλακές Δομοκού που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 693,694,695,696/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ....
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος Χ, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 275/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου με αριθμό 245/ 14.07.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντας την από 21-12-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κρατουμένου στις Φυλακές ..., κατά της υπ' αριθμ. 693, 694, 695 και 696/2009 αποφάσεως του Μεικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία κατεδικάσθη για βιασμό και του επεβλήθη ποινή καθείρξεως δεκατεσσάρων (14) ετών, εκθέτομε τα εξής:Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1, 510 και 511 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι για να είναι παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, πρέπει, στην έκθεση με την οποία ασκείται το ένδικο αυτό μέσο, να διατυπώνεται απαραιτήτως, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως, από τους περιοριστικός αναφερομένους στο άρθρο 510, διαφορετικά απορρίπτεται χωρίς άλλη έρευνα ως απαράδεκτη, αφού δεν υπάρχει δυνατότητα να γίνει ούτε αυτεπάγγελτη, κατ'άρθρο 511 Κ.Π.Δ., έρευνα λόγων αναιρέσεως. Στην προκειμένη υπόθεση, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 21-12-2009 με δήλωση του αναιρεσείοντος στον Διευθυντή Φυλακών ..., στις οποίες εκρατείτο, συνταχθείσης της υπ' αριθμ. 105/2009 σχετικής εκθέσεως. Όπως προκύπτει από την έκθεση αυτή, ο αναιρεσείων δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως "για εσφαλμένη και αντιφατική απολογία και εσφαλμένη εφαρμογή κανόνα δικαίου (ποινικής διατάξεως)".Ούτως έχουσα η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι είναι πρόδηλον, ότι στη σχετική έκθεση δεν περιέχεται κανείς εκ των αναφερόμενων στο άρθρο 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ., σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως. Κατόπιν αυτού,
Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν
α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτος η από 21-12-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ του Δημητρίου, κρατουμένου στις Φυλακές ..., κατά της υπ' αριθμ. 693, 694, 695 και 696/2009 αποφάσεως του Μεικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, Και
β) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 29 Μαρτίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 §. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 § 2, 474 §2, 476 § 1, 509 § 1 και 510 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι για το κύρος και κατ'ακολουθίαν, το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο. Αν δεν περιέχεται στη δήλωση ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 Κ.Ποιν.Δ. λόγους αναιρέσεως η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη ( άρθρ. 513 Κ.Ποιν.Δ.). απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων αναιρέσεως οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 § 2 Κ.Ποιν.Δ., την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως. Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγου αναιρέσεως, για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι δεν διαφοροποιείται ο λόγος αυτός από τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται η ανυπαρξία αιτιολογίας σε σχέση με συγκεκριμένα κεφαλαία της αποφάσεως στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση ενώ αν υπάρχει αιτιολογία αλλά προσβάλλεται ότι αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη πρέπει να προσδιορίζεται στην αναίρεση ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής σχετικές με τις παραδοχές της η ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 19/2001, ΟλΑΠ 2/2002). Εξ άλλου για να είναι σαφής και ορισμένος ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που παραβιάσθηκε καθώς και σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της εφαρμοσθείσης διατάξεως σε σχέση με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμούς 693, 694, 695 και 696/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάσθηκε για βιασμό ο αναιρεσείων σε κάθειρξη δεκατεσσάρων ( 14 ) ετών ασκήθηκε, με δήλωση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ενώπιον του Διευθυντού του Καταστήματος Κρατήσεων ..., περιεχόμενη στην υπ' αριθμό ... έκθεση αναιρέσεως. Με αυτήν ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει ήτοι "για εσφαλμένη και αντιφατική αιτιολογία και εσφαλμένη εφαρμογή κανόνα δικαίου (ποινικής διατάξεως)". Με το περιεχόμενο αυτό οι λόγοι αναιρέσεως της ενδίκου αιτήσεως είναι εντελώς αόριστοι και δεν αναφέρονται ούτε οι αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης σε σχέση με τις παραδοχές της ούτε τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο ούτε άλλες τυχόν ελλείψεις που υπάρχουν στην αιτιολογία της αποφάσεώς του. Περαιτέρω ως προς το λόγο της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου δεν προσδιορίζεται στην ένδικη αίτηση σε τι συνίσταται η παραβίαση συγκεκριμένης ποινικής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως σε σχέση με την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά στην διάταξη αυτή που εφαρμόστηκε. Με αυτή τη διατύπωση οι λόγοι αναιρέσεως της υπό κρίση αιτήσεως με παράθεση μόνο του κειμένου της διατάξεως του άρθρου 510 § 1 στοιχ., Ε' Κ.Ποιν.Δ. είναι αόριστοι. Δεν δύναται να ληφθούν υπόψη όσα αναφέρονται σε υπάρχοντα στη δικογραφία μεταγενέστερα έγγραφα του αναιρεσείοντος ήτοι στη διαβιβασθείσα προς τον Άρειο Πάγο από το Κατάστημα Κράτησης ... αναφορά του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου καθώς και στη διαβιβασθείσα προς τον Άρειο Πάγο από το ίδιο ω άνω Κατάστημα Κράτησης υπ' αριθμ. πρωτ. ... αναφορά του αυτού αναιρεσείοντος, αφού δεν είχαν ενσωματωθεί στην έκθεση αναιρέσεως κατά την άσκηση της και δεν αποτελούν περιεχόμενο της αναιρέσεως. Επομένως σύμφωνα με τα προεκτιθέντα, η εν λόγω αίτηση είναι απαρράδεκτη και εφόσον προκύπτει από επί σημείωση στο φάκελο της δικογραφίας ότι ειδοποιήθηκε μέσω της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος να προσέλθει στο παρόν δικαστήριο σε συμβούλιο να εκθέσει τις απόψεις του, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 § 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.12.2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 693, 694, 695, 696/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι ( 220 ) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βιασμός. Καταδικαστική απόφαση Μικτού Ορκωτού Εφετείου. Αίτηση αναιρέσεως για εσφαλμένη και αντιφατική αιτιολογία και εσφαλμένη εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας των λόγων αναιρέσεως που δεν καλύπτεται από όσα αναφέρονται σε μεταγενέστερα έγγραφα (αναφορές) του αναιρεσείοντος που διαβιβάσθηκαν στον Άρειο Πάγο, και δεν είχαν ενσωματωθεί στην έκθεση αναιρέσεως κατά την άσκησή της για να αποτελούν περιεχόμενο αυτής.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Βιασμός.
| 0
|
Αριθμός 1756/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Σπανάκη, για αναίρεση της υπ'αριθμ.54/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 23 Σεπτεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 877/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το αρθρ. 229 παρ. 1 ΠΚ "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι1 αυτόν ενώπιον αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίκη του γι1 αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικά κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε απ' αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Έτσι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση πως η καταμήνυση είναι ψευδής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 § 2 του ΠΚ "με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέταση του, β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή, και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει, ενώ ψευδορκία τελεί και ο ψευδομηνυτής, έστω και αν δηλώνει παράσταση πολιτικής αγωγής, όταν βεβαιώνει ενόρκως το ψευδές περιεχόμενο της έγκλησης του ενώπιον του αρμοδίου οργάνου, στο οποίο την υποβάλλει, ως αληθινό, παρότι γνωρίζει, ότι είναι ψευδές. Και ναι μεν δεν προβλέπεται από το νόμο η κατά την υποβολή της μήνυσης ή της έγκλησης ένορκη βεβαίωση του μηνυτή για το αληθές του περιεχομένου της έγκλησης του, πλην, όμως, γενομένη, θεμελιώνει, εφόσον συντρέχουν και τα λοιπά παραπάνω στοιχεία, το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, αφού τούτο καθόλου δεν διαφέρει από την περίπτωση της ψευδούς ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος, ο οποίος, κατά το άρθρο 218 παρ. 1 ΚΠΔ, βεβαιώνει, ότι θα πει όλη την αλήθεια, ενόψει και του ότι η κατά το άρθρο 221 στοιχ. δ του ΚΠΔ απαγόρευση της όρκισης του πολιτικώς ενάγοντος, είτε στην προδικασία, είτε και στην κύρια διαδικασία, δεν είναι ταγμένη με ποινή ακυρότητας και η ένορκη κατάθεση του λαμβάνεται υπόψη προς σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, οπότε, με τον τρόπο αυτό, δυσχεραίνεται ή εμποδίζεται η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Επίσης, από τη παραπάνω διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της ψευδορκίας το οποίο είναι διαζευκτικώς (ή υπαλλακτικώς) μικτό πραγματώνεται με πλείονες τρόπους στην ίδια κατάθεση (θετική ψευδής κατάθεση, απόκρυψη, άρνηση), μπορεί δηλαδή να συντελεσθεί είτε με καθένα ξεχωριστά από τους στην άνω διάταξη οριζόμενους τρόπους, είτε και με όλους μαζί οι οποίοι μπορεί να συντρέχουν, γιατί αποτελούν εκφάνσεις της ίδιας εγκληματικής δράσεως, ήτοι ενός μόνον εγκλήματος και κανένας από τους τρόπους αυτούς δεν αποκλείει τον άλλον.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για κάποιον άλλον ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν, τη γνώση του δράστη, με την έννοια της πλήρους βεβαιότητος, ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεις της, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών Ι στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτόν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής, για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα, και συκοφαντική δυσφήμηση, αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, "εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική της υπόσταση και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού, πράγμα που συμβαίνει και στα εγκλήματα της ψευδούς καταμηνύσεως, συκοφαντικής δυσφημίσεως, και της ψευδορκίας μάρτυρος ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, όπως στην περίπτωση της ψευδούς καταμηνύσεως, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο την γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετικής γνώση του χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με την γνώση, περιστατικών. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.54/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος για ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδορκία μάρτυρα σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, αναταλείσα. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, εκτίθεται ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημ/κων Αγρινίου την από 14-7-2003 μηνυτήρια αναφορά, στην οποία ανέφερε ότι ενώ ήταν Δήμαρχος ... ο Δ, με πλαστές αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου είχε αναθέσει σε διάφορους εργολάβους, μεταξύ των οποίων και ο πολιτικώς ενάγων, την εκτέλεση έργων και προμηθειών για λογαριασμό του άνω δήμου, συνολικού ύψους 9.204.000 δρχ., τα οποία όμως (έργα και προμήθειες) ουδέποτε εκτελέστηκαν. Ειδικότερα για τον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος είχε αναλάβει την εκτέλεση χωματουργικών εργασιών, ανέφερε ότι στις 15-9-1998 πληρώθηκαν τρία χρεωστικά εντάλματα πληρωμής, 354.000 δρχ. το καθένα και αφορούσαν δήθεν οφειλές του δήμου προς την επιχείρηση Ψ και ότι το ποσό αυτό πληρώθηκε παράνομα, καθόσον η απόφαση του δημοτικού συμβουλίου περί εκτέλεσης έργων με αυτεπιστασία, που επισυνάπτεται σε ένα από αυτά τα εντάλματα, είναι πλαστή και ανύπαρκτη και επίσης η ανάθεση και η παραλαβή του έργου έγινε δήθεν την ιδία ημέρα χωρίς να πρωτοκολληθούν οι συμβάσεις ανάθεσης, οι βεβαιώσεις καλής εκτέλεσης και τα πρωτόκολλα παραλαβής. Μετά από αυτό ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των ..., ..., ... (για τους οποίους επίσης γινόταν λόγος στην άνω αναφορά),Δ και πολιτικώς ενάγοντος, για απιστία σχετικά με την υπηρεσία κατ'εξακολούθηση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας σε βάρος του Δ και για ηθική αυτουργία στην άνω πράξη σε βάρος των λοιπών. Πλην όμως τ'αναφερόμενα στη μηνυτήρια αναφορά του κατηγορουμένου ήταν ψευδή, καθόσον πράγματι είχαν ανατεθεί από το Δήμο ... στον πολιτικώς ενάγοντα διάφορες εργασίες και είχαν εκτελεστεί απ'αυτόν, όπως προέκυψε και από την κατάθεση του μάρτυρα Δ. Μάλιστα ο πολιτικώς ενάγων κηρύχθηκε αθώος της άνω πράξης με την υπ'αριθμ. 1785/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αγρινίου, που προσκομίσθηκε και αναγνώσθηκε. Έτσι η άνω μηνυτήρια αναφορά του κατηγορουμένου, το περιεχόμενο της οποίας βεβαίωσε ενόρκως ενώπιον του άνω Εισαγγελέα, ήταν ψευδής, προέβη δε αυτός στην υποβολή της με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του πολιτικώς ενάγοντος. Όλη την αλήθεια γνώριζε ο κατηγορούμενος και εν επιγνώσει αυτής ανέφερε τα πιο πάνω αναληθή γεγονότα, αποκρύβοντας σκοπίμως την αλήθεια. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε και διέδωσε τα παραπάνω γεγονότα για τον πολιτικώς ενάγοντα ενώπιον του άνω Εισαγγελέα και Γραμματέα που ήταν αρμόδιος για την παραλαβή της μηνυτήριας αναφοράς. Τα παραπάνω γεγονότα που διέδωσε ο κατηγορούμενος ενώπιον τρίτων σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθεια των περιστατικών αυτών και ότι μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντος, αφού η αλήθεια ήταν, όπως προαναφέρθηκε, ότι αυτός είχε εκτελέσει τις εργασίες που του είχε αναθέσει ο Δήμος ....." Με αυτά, που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά εν σχέσει με την γνώση από την αναιρεσείοντα της αναλήθειας των καταμηνυθέντων, των ενόρκως βεβαιωθέντων και των συκοφαντικών ισχυρισμών, ούτε από τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η γνώση ήταν αυτονόητη.
Ειδικότερα το δικάσαν Εφετείο περιορίζεται να παραθέσει στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι "Έτσι η άνω μηνυτήρια αναφορά του κατηγορουμένου, το περιεχόμενο της οποίας βεβαίωσε ενόρκως.....ήταν ψευδής....όλη την αλήθεια γνώριζε ο κατηγορούμενος και εν επιγνώσει ανέφερε..."....."τα παραπάνω γεγονότα που διέδωσε...ήταν ψευδή....και ο κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθεια των περιστατικών". Χωρίς όμως να αιτιολογεί από ποια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά συνάγεται η γνώση αυτή εν σχέσει με την αναλήθεια των περιστατικών, τα οποία ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος περιέλαβε στην κατά του εγκαλούντος μηνυτήρια αναφορά του και τα οποία βεβαίωσε ενόρκως, εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αγρινίου, που συνάμα ήταν και συκοφαντικά. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' λόγοι αναιρέσεως, δεύτερος του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως και δεύτερος του δικογράφου των προσθέτων λόγων που κατατέθηκε εμπροθέσμως (στις 24 Σεπτεμβρίου 2010) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ.2 ΚΠοινΔ) με τους οποίους προβάλλει ο αναιρεσείων έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου και αυτού των προσθέτων λόγων. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ.54/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα, συκοφαντική δυσφήμηση. Παραδοχή λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας εν σχέσει με το δόλο (γνώση). Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα, Δόλος.
| 0
|
Αριθμός 1752/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο της Κυριακή Ιωαννίδου, περί αναιρέσεως της 5327/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 407/2010.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 1 του Ν. 3037/2002 ορίζεται ότι: "Κατά την έννοια των διατάξεων του παρόντος νόμου: α. Μηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου είναι αναγκαία και η συμβολή της μυϊκής δύναμης του παίκτη. β. Ηλεκτρικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου απαιτείται η παρουσία ηλεκτρικών υποστηρικτικών μηχανισμών. γ. Ηλεκτρομηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου απαιτείται τόσο η παρουσία ηλεκτρικών υποστηρικτικών μηχανισμών όσο και η συμβολή της μυϊκής δύναμης του παίκτη. δ. Ηλεκτρονικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου, εκτός των υποστηρικτικών ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών και άλλων μηχανισμών, απαιτείται η ύπαρξη και εκτέλεση λογισμικού (προγράμματος). ε. Ψυχαγωγικό τεχνικό παίγνιο είναι εκείνο του οποίου το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνική ή πνευματική ικανότητα του παίκτη και η διενέργειά του έχει αποκλειστικά ψυχαγωγικό σκοπό. Στην κατηγορία των ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων εντάσσονται και όσα παίγνια με παιγνιόχαρτα χαρακτηρίστηκαν ως "τεχνικά παίγνια" με βάση τις διατάξεις του β.δ. 29/1971 (ΦΕΚ 21 Α`)". Στο δε άρθρο 2 ορίζεται ότι: "1. Απαγορεύεται η διεξαγωγή των υπό στοιχεία β, γ και δ του άρθρου 1 παιγνίων περιλαμβανομένων και των υπολογιστών σε δημόσια γενικά κέντρα, όπως ξενοδοχεία, καφενεία, αίθουσες αναγνωρισμένων σωματείων κάθε φύσης, και σε κάθε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο. Επίσης απαγορεύεται η εγκατάσταση των παιγνίων αυτών. 2. Στα μηχανικά διεξαγόμενα παίγνια επιτρέπεται μόνο η διενέργεια ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων όπως ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο. Στα παίγνια αυτά δεν επιτρέπεται να συνομολογηθεί στοίχημα μεταξύ οποιωνδήποτε προσώπων ή να αποδοθεί οποιασδήποτε μορφής οικονομικό όφελος στον παίκτη. Η συνομολόγηση στοιχήματος ή η απόδοση οικονομικού οφέλους στον παίκτη επιφέρει τις συνέπειες των άρθρων 4 και 5". Επίσης, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ιδίου νόμου, "τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 5.000 ευρώ όσοι εκμεταλλεύονται ή διευθύνουν κέντρα ή άλλους χώρους της παρ. 1 του άρθρου 2 του νόμου αυτού, στα οποία διενεργούνται ή εγκαθίστανται παίγνια απαγορευμένα κατά τις διατάξεις των προηγουμένων άρθρων. Σε περίπτωση υποτροπής τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και με χρηματική ποινή από είκοσι πέντε έως εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ. Το δικαστήριο διατάσσει και τη δήμευση των μηχανημάτων παιγνίων". Κατά δε την παρ. 2 του αυτού άρθρου 4, "οι διατάξεις της περίπτωσης γ' της παραγράφου 1, η παράγραφος 3 και η παράγραφος 4 του άρθρου 7 του κωδικοποιημένου β.δ. 29/1971 εφαρμόζονται αναλόγως". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι αυτές αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων που δημιουργεί ο εθισμός στα παίγνια και των φαινομένων παρανόμου πλουτισμού. Έτσι, η διενέργεια ψυχαγωγικών παιγνίων δεν απαγορεύεται και αν ακόμη διεξάγονται σε καταστήματα διαδικτύου, μέσω του διαδικτύου, εφόσον δεν προκύπτει οικονομικό όφελος οποιασδήποτε μορφής υπέρ των παικτών, οιουδήποτε τρίτου, ή της επιχειρήσεως προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου, εκ της διενεργείας και μόνο των παιγνίων αυτών. Αντιθέτως, απαγορεύεται και τιμωρείται η διενέργεια τυχερών παιγνίων, και τέτοια θεωρούνται τα παίγνια των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την τύχη, όπως και τα ψυχαγωγικά τεχνικά που παραλλάσσονται σε τυχερά ή για το αποτέλεσμά τους συνομολογείται στοίχημα μεταξύ οποιωνδήποτε προσώπων ή το αποτέλεσμά τους μπορεί να αποδώσει οποιασδήποτε μορφής οικονομικό όφελος στον παίκτη ή στον εκμεταλλευόμενο την επιχείρηση στην οποία διενεργούνται τέτοια παίγνια. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του νόμου, σκοπός του είναι ο αποτελεσματικός αποκλεισμός της παράνομης διενέργειας τυχερών παιγνιδιών, του κοινώς λεγόμενου ''τζόγου'', και των παράνομων εσόδων που αυτή αποφέρει και, συνακόλουθα, η επίλυση των μεγάλων κοινωνικών προβλημάτων που δημιουργεί. Εκείνο που κολάζει ο νόμος, απειλώντας, ποινικές (άρθρο 4) και διοικητικές (άρθρο 5) κυρώσεις, είναι η διενέργεια, μέσω των ανωτέρω μηχανημάτων ή μηχανισμών ή Η/Υ, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, παιγνίων τυχερών, κατά την ανωτέρω έννοια, στα οποία παίζονται χρηματικά ποσά και από τα οποία αποκομίζουν μεγάλα κέρδη οι επιτρέποντες στις οικείες επιχειρήσεις τους, όπως η της αναιρεσείουσας, τη διενέργεια τέτοιων παιγνίων. Οι ποινικές κυρώσεις που απειλούνται στρέφονται μόνον εναντίον όσων επιτρέπουν στα ως άνω μηχανήματα, μηχανισμούς και Η/Υ τη διενέργεια τυχερών παιγνίων, στα οποία διακυβεύονται χρηματικά ποσά και όχι τη διενέργεια των ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων, εκείνων δηλ. των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνική και πνευματική ικανότητα του παίκτη και η διενέργειά τους έχει αποκλειστικό και μόνον ψυχαγωγικό σκοπό και δεν απαγορεύεται και στα δημόσια κέντρα (καφενεία κ.λπ.) και όταν ακόμη διεξάγονται με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τους οποίους μπορούν να εγκαταστήσουν οι ιδιοκτήτες τους, με την προϋπόθεση βέβαια ότι δεν συνομολογούνται στοιχήματα μεταξύ των οποιωνδήποτε προσώπων και δεν γίνονται τα παίγνια αυτά με τέτοιο τρόπο και με σκοπό αποδόσεως οποιουδήποτε οικονομικού οφέλους του καταστηματάρχη ή του παίκτη. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή είναι σύμφωνη και με τον ανωτέρω σκοπό του Νομοθέτη που, όπως λέχθηκε, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ήθελε και επιδίωξε να πατάξει τις μορφές εκείνες των παιγνίων, οι οποίες συνδέονται με την επίτευξη οικονομικών αποτελεσμάτων που οδηγούν στην ψυχική υποδούλωση και την οικονομική καταστροφή των παικτών, πράγμα που προκύπτει και από τη σχετική αιτιολογική έκθεση του νόμου. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 δ, 2 και 4 του Ν. 3037/2002, κατά το σκέλος που προβλέπουν και τιμωρούν την εγκατάσταση και διεξαγωγή ηλεκτρονικά διεξαγόμενων τυχερών παιγνίων με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, δεν αντιβαίνουν στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε και στη θεσπισθείσα με το άρθρο 25 παρ. 1 του ιδίου αρχή της αναλογικότητας. Τούτο δε διότι, στο απολύτως αναγκαίο μέτρο, πατάσσουν την με οποιοδήποτε και ηλεκτρονικά διεξαγόμενο τρόπο (με τη βοήθεια ειδικού λογισμικού προγράμματος που εισάγεται και ασύρματα στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές) εγκατάσταση και διεξαγωγή τυχερών παιγνίων, πράξη η οποία πλήττει την οικογενειακή, επαγγελματική και προσωπική οικονομική και όχι μόνο ζωή των παικτών, την οποία προστατεύει το Σύνταγμα, αποφέροντας εκ παραλλήλου σοβαρά οικονομικά οφέλη στους εκμεταλλευόμενους και διευθύνοντες τις αντίστοιχες επιχειρήσεις. Ακόμη, οι ως άνω διατάξεις, κατά το αυτό σκέλος, δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση περί της οποίας έκρινε, κατά τα κατωτέρω, το ΔΕΚ, αφού με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι παραβιάσθηκαν από την Ελληνική Δημοκρατία οι κατωτέρω διατάξεις του Κοινοτικού Δικαίου, με την θεσπισθείσα από τον Ν. 3037/2002 απαγόρευση εγκαταστάσεως και λειτουργίας όλων των ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών, ηλεκτρονικών παιγνίων, συμπεριλαμβανομένων όλων των παιγνίων για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σε κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, εκτός των καζίνων και όχι ότι δεν μπορούν να κηρυχθούν ένοχοι και να τους επιβληθούν οι ανωτέρω ποινές σε περίπτωση που επέτρεψαν στα μηχανήματα αυτά την διενέργεια τυχερών παιγνίων. Υπέρ τούτου συνηγορεί το ότι, προκειμένου περί των τυχερών παιγνίων, με την άσκηση των οποίων επιδιώκεται, αμέσως ή εμμέσως, ο προσπορισμός χρηματικού κέρδους, έχει κριθεί από το ΔΕΚ (αποφάσεις της 24.3.1994, C-275/92, Schindler, Συλλογή 1994, σ. I-1039, σκέψεις 58 επόμ., της 21.9.1999, C-124/97, Lαuder κ.λπ., Συλλογή 1999, σ. I-6067, σκέψεις 13 και 33, καθώς και της 11.9.2003, C-6/01, Association Nacional de Operadores de ... κ.λπ., Συλλογή 2003, σ. I-8621, σκέψεις 73 επόμ.) ότι υφίστανται επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος, συνδεόμενοι με την προστασία των καταναλωτών και της κοινωνικής τάξεως, που μπορούν, επιτρεπτώς, να καταστήσουν δυνατό τον εκ μέρους των εθνικών νομοθεσιών περιορισμό, ή ακόμη και την απαγόρευση, της ασκήσεώς τους και την αποφυγή, με αυτόν τον τρόπο, του ενδεχομένου να αποτελέσουν πηγή ατομικού οφέλους. Και τούτο διότι τα εν λόγω παίγνια ενέχουν υψηλό κίνδυνο διαπράξεως εγκλημάτων και απάτης, αλλά και συνιστούν ενθάρρυνση της σπατάλης, η οποία μπορεί να έχει επιβλαβείς συνέπειες επί ατομικού και κοινωνικού επιπέδου (ΣτΕ 2144/2009, όπου και οι ανωτέρω παραπομπές). Όλες τις ανωτέρω άκρως επιζήμιες για το κοινωνικό σύνολο συνέπειες επιχειρεί να αποτρέψει ο νομοθέτης με τη θέσπιση της απαγορεύσεως διενέργειας τυχερών παιγνίων και με την ποινικοποίηση της συμπεριφοράς εκείνου, ο οποίος επιτρέπει, με σκοπό το ατομικό του οικονομικό όφελος, τη διενέργεια αυτών. Πάντως η διενέργεια τέτοιων παιγνίων είναι αξιόποινη, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 ΒΔ 29/71, που δεν καταργήθηκε από το άρθρο 10 του Ν. 3037/2002. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε, κατά πλειοψηφίαν, ένοχη την αναιρεσείουσα παραβάσεως των άρθρων 1 δ, 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 ν. 3037/2002, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς της, και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 2 μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως, τα εξής: "...αποδείχτηκε ότι η κατηγορουμένη Χ, στη ..., στις 29-1-2003, σε νόμιμο αστυνομικό έλεγχο που διενεργήθηκε στο κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος - καφετερίας, με την επωνυμία "...", που βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών ..., ιδιοκτησίας της, όπου είχε εγκαταστήσει ηλεκτρονικούς υπολογιστές, στον οποίο έλεγχο συμμετείχε και ο μάρτυρας κατηγορίας, αστυνομικός ..., κατελήφθη να λειτουργεί στο κατάστημα αυτό δεκαπέντε (15) ηλεκτρονικούς υπολογιστές που ελέγχονταν από κεντρική μονάδα (Η/Υ), και πληκτρολόγιο που χειριζόταν κατ' εντολή της ο υπάλληλος της .... και σε έξι (6) από τους υπολογιστές αυτούς έπαιζαν ισάριθμοι παίκτες απαγορευμένα παίγνια, αφού στις οθόνες τους εμφανίζονταν φρουτάκια και ζωάκια σχηματίζοντας τρίλιζα και επί πλέον εμφανίζονταν μονάδες στοιχήματος, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, ο ως άνω υπάλληλός της χειριζόταν κατ' εντολή της το τηλεχειριστήριο των Η/Υ, με το οποίο άλλαζαν οι ενδείξεις επί της οθόνης αυτών, ώστε να εξαφανίζονται τα ανωτέρω και εισέπραττε για λογαριασμό της τα χρήματα από την συμμετοχή των παικτών σ` αυτά τα παίγνια. Ειδικότερα, ο ως άνω υπάλληλος της κατηγορουμένης κατελήφθη να χειρίζεται κατ' εντολή της την ενεργοποίηση και ακινητοποίηση του όλου συστήματος και να εισπράττει από τους έξι (6) παίκτες που χειρίζονταν τη στιγμή του αστυνομικού ελέγχου τους ισάριθμους ηλεκτρονικούς υπολογιστές με τα τυχερά παίγνια παίζοντας σ' αυτά, την οικονομική συμμετοχή τους στα παιγνίδια, είχε δε επάνω του τα έσοδα εκείνης της ημέρας από αυτή τη δραστηριότητα, που αναγράφονταν σε δύο φύλλα χαρτιού, ανερχόμενα σε 265,00 ευρώ (βλ. την από 29-1-2003 έκθεση κατάσχεσης), τα οποία θα τις απέδιδε. Σημειωτέον ότι τα παίγνια αυτά ήταν τυχερά, γιατί οι παίκτες επεδίωκαν με το χειρισμό του ηλεκτρονικού υπολογιστή να επιτύχουν συγκεκριμένη γεωμετρική διάταξη των φρούτων ή ζώων (πλήρη στοίχιση) ώστε να κερδίσουν, χάνοντας σε κάθε άλλη περίπτωση, ενώ δεν υπήρχε σύνδεση με λογισμικό (INTERNET), καθώς η διακοπή της λειτουργίας όλων των υπολογιστών με τα τυχερά παίγνια έγινε αυτόματα με τηλεχειρισμό του ως άνω υπαλλήλου της κατηγορουμένης, που αιφνιδίασε τους παίκτες (βλ. ένορκη κατάθεση του ως άνω μάρτυρα - αστυνομικού). Ο αυτοτελής ισχυρισμός της τελευταίας, με τον οποίο υποστηρίζει ότι οι διατάξεις του Ν. 3037/2002 που εφαρμόζονται έρχονται σε αντίθεση προς τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, η οποία υπερισχύει του εσωτερικού δικαίου κατά το άρθρο 28§1 του Συντάγματος, όπως άλλωστε κρίθηκε με την C-65/05απόφαση του ΔΕΚ από 26.10.2006, κατά την οποία, εκδοθείσα επί προσφυγής της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ελλάδος, "η Ελληνική Δημοκρατία, εισάγοντας με το άρθρο 2§1 του Ν. 3037/2002 την απαγόρευση εγκαταστάσεως και λειτουργίας όλων των ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών και ηλεκτρονικών παιγνίων, συμπεριλαμβανομένων όλων των παιγνίων για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σε κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, εκτός των καζίνων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 28 ΕΚ, 43 ΕΚ και 49 ΕΚ, καθώς και από το άρθρο 8 της Οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22 Ιουνίου 1998, όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 98/48/ΕΚ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20 Ιουλίου 1998", πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Και τούτο διότι η κατηγορούμενη καταδικάζεται ως αυτουργός, όχι στην εγκατάσταση προγράμματος ηλεκτρονικών παιγνίων στους ως άνω Η/Υ, καθεαυτήν, αλλά στη διεξαγωγή τυχερών παιγνίων δια των προγραμμάτων αυτών και μάλιστα τέτοιων προγραμμάτων τα οποία ηλέγχοντο απ` τον ως άνω υπάλληλό της με τηλεχειρισμό, παραλλήλως προς τον έλεγχο των παικτών επί των έξι (6) ως άνω Η/Υ, περίπτωση η οποία δεν εμπίπτει στην απαγόρευση περί της οποίας έκρινε, ως άνω, το ΔΕΚ (...). Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη της ως άνω πράξης που κατηγορείται".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 δ, 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 ν. 3037/2002, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση ότι η αναιρεσείουσα ήταν ιδιοκτήτρια του ως άνω καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, το οποίο και εκμεταλλευόταν, και ότι όχι μόνο εγκατέστησε πρόγραμμα ηλεκτρονικών παιγνίων στους 15 Η/Υ, αλλά και διεξήγαγε τυχερά παίγνια δια των προγραμμάτων αυτών, τα οποία, μάλιστα, ηλέγχοντο με τηλεχειρισμό, παραλλήλως δε ήλεγχε, δια του υπαλλήλου της ..., ο οποίος ενεργούσε κατ` εντολή της, τους παίκτες επί των Η/Υ, περίπτωση, η οποία, κατά τα ανωτέρω, δεν εμπίπτει στην απαγόρευση περί της οποίας έκρινε το ΔΕΚ. Ακόμη, ορθά απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ότι κρίθηκε από το ΔΕΚ ότι οι ανωτέρω διατάξεις αντιβαίνουν στο κοινοτικό δίκαιο. Ορθά, επίσης, έκρινε, σιωπηρώς, ότι οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 1, 5 παρ.1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Ειδικότερα, αντίθεση στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος και όχι και στις άλλες δύο ως άνω διατάξεις αυτού, θα μπορούσε να υπάρξει από την οριζόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις απαγόρευση, όταν τα ηλεκτρονικά παίγνια διεξάγονται μέσω Η/Υ που δεν διαθέτουν σύστημα απόδοσης οικονομικού οφέλους και χωρίς να συνομολογηθεί στοίχημα ή να προκύψει οικονομικό όφελος για τον παίκτη ή τον ιδιοκτήτη ή το διευθυντή του κέντρου, πράγμα, όμως, το οποίο δεν συντρέχει στην κρινόμενη περίπτωση. Η υποστηριζόμενη από την αναιρεσείουσα αντίθετη άποψη περί αντιθέσεως των διατάξεων, που κατά τα άνω εφάρμοσε το Δικαστήριο, στις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, θέτει ως βάση της την εσφαλμένη αντίληψη ότι ο νομοθέτης του Ν. 3037/2002 τιμωρεί ποινικά και διοικητικά τη διενέργεια οποιωνδήποτε παιγνίων, μεταξύ άλλων, και με τους Η/Υ, ενώ, όπως λέχθηκε, με τις διατάξεις αυτές τιμωρείται η διενέργεια, στις κατά τα άνω επιχειρήσεις και καταστήματα αυτών, τυχερών παιγνίων, κατά την ανωτέρω έννοια, την διενέργεια των οποίων, αποδοκιμάζει και το Κοινοτικό Δίκαιο. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 1, 5 παρ.1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και στο Κοινοτικό Δίκαιο, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο τρίτος, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ, λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 7 του β. δ. 29/1971, όπως έχει τροποποιηθεί, πέραν της αβασιμότητάς του, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού η αναιρεσείουσα δεν καταδικάσθηκε για παράβαση του β. δ. 29/1971. Τέλος, ο τέταρτος, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης αιτιολογίας, γιατί δεν διαλαμβάνονται σ` αυτήν περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε τη διενέργεια απαγορευμένων παιγνίων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί το Δικαστήριο της ουσίας αιτιολογεί πλήρως τη γνώση αυτής με την παραδοχή ότι ο υπάλληλός της, που προαναφέρθηκε, χειριζόταν, κατ` εντολήν της, το τηλεχειριστήριο των Η/Υ και θα της απέδιδε τα έσοδα της ημέρας. Ο αυτός λόγος, κατά το σημείο με το οποίο πλήττει την απόφαση με την επίκληση της απόψεως της μειοψηφίας, χωρίς, όμως, να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη της αιτιολογίας που αποδίδεται σ` αυτήν, είναι απαράδεκτος, γιατί την απόφαση αποτελεί η άποψη της πλειοψηφίας, η οποία και πρέπει να προσβάλλεται, και όχι αυτή της μειοψηφίας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18 Φεβρουαρίου 2010 (με αριθ. πρωτ. 1354/2010) αίτηση της Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 5327/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση των άρθρων 1 περ. δ, 2 παρ. 1 και 4 του Ν. 3037/ 2002. Απαγορεύεται το ηλεκτρονικά διεξαγόμενο παίγνιο, περιλαμβανομένων και των υπολογιστών. Οι ανωτέρω διατάξεις του Ν. 3037/2002, που εφαρμόσθηκαν, δεν έρχονται σε αντίθεση με το Σύνταγμα ή με τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Απόρριψη λόγων για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και για έλλειψη νόμιμης αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ε.Σ.Δ.Α., Παίγνια τυχερά.
| 0
|
Αριθμός 1751/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις δύο αιτήσεις αναιρέσεως
των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Παπαγερμανό, περί αναιρέσεως της 5412/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 15 Μαρτίου 2009 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 401/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι, 1) η υπ` αριθ. ... του Χ1 και 2) η υπ` αριθ. ... της Χ2, για αναίρεση της υπ` αριθ. 5412/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Στο άρθρο 1 του Ν. 3037/2002 ορίζεται ότι: "Κατά την έννοια των διατάξεων του παρόντος νόμου: α. Μηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου είναι αναγκαία και η συμβολή της μυϊκής δύναμης του παίκτη. β. Ηλεκτρικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου απαιτείται η παρουσία ηλεκτρικών υποστηρικτικών μηχανισμών. γ. Ηλεκτρομηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου απαιτείται τόσο η παρουσία ηλεκτρικών υποστηρικτικών μηχανισμών όσο και η συμβολή της μυϊκής δύναμης του παίκτη. δ. Ηλεκτρονικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου, εκτός των υποστηρικτικών ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών και άλλων μηχανισμών, απαιτείται η ύπαρξη και εκτέλεση λογισμικού (προγράμματος). ε. Ψυχαγωγικό τεχνικό παίγνιο είναι εκείνο του οποίου το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνική ή πνευματική ικανότητα του παίκτη και η διενέργειά του έχει αποκλειστικά ψυχαγωγικό σκοπό. Στην κατηγορία των ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων εντάσσονται και όσα παίγνια με παιγνιόχαρτα χαρακτηρίστηκαν ως "τεχνικά παίγνια" με βάση τις διατάξεις του β.δ. 29/1971 (ΦΕΚ 21 Α`)". Στο δε άρθρο 2 ορίζεται ότι: "1. Απαγορεύεται η διεξαγωγή των υπό στοιχεία β, γ και δ του άρθρου 1 παιγνίων περιλαμβανομένων και των υπολογιστών σε δημόσια γενικά κέντρα, όπως ξενοδοχεία, καφενεία, αίθουσες αναγνωρισμένων σωματείων κάθε φύσης, και σε κάθε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο. Επίσης απαγορεύεται η εγκατάσταση των παιγνίων αυτών. 2. Στα μηχανικά διεξαγόμενα παίγνια επιτρέπεται μόνο η διενέργεια ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων όπως ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο. Στα παίγνια αυτά δεν επιτρέπεται να συνομολογηθεί στοίχημα μεταξύ οποιωνδήποτε προσώπων ή να αποδοθεί οποιασδήποτε μορφής οικονομικό όφελος στον παίκτη. Η συνομολόγηση στοιχήματος ή η απόδοση οικονομικού οφέλους στον παίκτη επιφέρει τις συνέπειες των άρθρων 4 και 5". Επίσης, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ιδίου νόμου, "τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 5.000 ευρώ όσοι εκμεταλλεύονται ή διευθύνουν κέντρα ή άλλους χώρους της παρ. 1 του άρθρου 2 του νόμου αυτού, στα οποία διενεργούνται ή εγκαθίστανται παίγνια απαγορευμένα κατά τις διατάξεις των προηγουμένων άρθρων. Σε περίπτωση υποτροπής τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και με χρηματική ποινή από είκοσι πέντε έως εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ. Το δικαστήριο διατάσσει και τη δήμευση των μηχανημάτων παιγνίων". Κατά δε την παρ. 2 του αυτού άρθρου 4, "οι διατάξεις της περίπτωσης γ' της παραγράφου 1, η παράγραφος 3 και η παράγραφος 4 του άρθρου 7 του κωδικοποιημένου β.δ. 29/1971 εφαρμόζονται αναλόγως". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι αυτές αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων που δημιουργεί ο εθισμός στα παίγνια και των φαινομένων παρανόμου πλουτισμού. Έτσι, η διενέργεια ψυχαγωγικών παιγνίων δεν απαγορεύεται και αν ακόμη διεξάγονται σε καταστήματα διαδικτύου, μέσω του διαδικτύου, εφόσον δεν προκύπτει οικονομικό όφελος οποιασδήποτε μορφής υπέρ των παικτών, οιουδήποτε τρίτου, ή της επιχειρήσεως προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου, εκ της διενεργείας και μόνο των παιγνίων αυτών. Αντιθέτως, απαγορεύεται και τιμωρείται η διενέργεια τυχερών παιγνίων, και τέτοια θεωρούνται τα παίγνια των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την τύχη, όπως και τα ψυχαγωγικά τεχνικά που παραλλάσσονται σε τυχερά ή για το αποτέλεσμά τους συνομολογείται στοίχημα μεταξύ οποιωνδήποτε προσώπων ή το αποτέλεσμά τους μπορεί να αποδώσει οποιασδήποτε μορφής οικονομικό όφελος στον παίκτη ή στον εκμεταλλευόμενο την επιχείρηση στην οποία διενεργούνται τέτοια παίγνια. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του νόμου, σκοπός του είναι ο αποτελεσματικός αποκλεισμός της παράνομης διενέργειας τυχερών παιγνιδιών, του κοινώς λεγόμενου ''τζόγου'', και των παράνομων εσόδων που αυτή αποφέρει και, συνακόλουθα, η επίλυση των μεγάλων κοινωνικών προβλημάτων που δημιουργεί. Εκείνο που κολάζει ο νόμος, απειλώντας ποινικές (άρθρο 4) και διοικητικές (άρθρο 5) κυρώσεις, είναι η διενέργεια, μέσω των ανωτέρω μηχανημάτων ή μηχανισμών ή Η/Υ, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, παιγνίων τυχερών, κατά την ανωτέρω έννοια, στα οποία παίζονται χρηματικά ποσά και από τα οποία αποκομίζουν μεγάλα κέρδη οι επιτρέποντες στις οικείες επιχειρήσεις τους τη διενέργεια τέτοιων παιγνίων. Οι ποινικές κυρώσεις που απειλούνται στρέφονται μόνον εναντίον όσων επιτρέπουν στα ως άνω μηχανήματα, μηχανισμούς και Η/Υ τη διενέργεια τυχερών παιγνίων, στα οποία διακυβεύονται χρηματικά ποσά και όχι τη διενέργεια των ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων, εκείνων δηλ. των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνική και πνευματική ικανότητα του παίκτη και η διενέργειά τους έχει αποκλειστικό και μόνον ψυχαγωγικό σκοπό και δεν απαγορεύεται και στα δημόσια κέντρα (καφενεία κ.λπ.) και όταν ακόμη διεξάγονται με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τους οποίους μπορούν να εγκαταστήσουν οι ιδιοκτήτες τους, με την προϋπόθεση βέβαια ότι δεν συνομολογούνται στοιχήματα μεταξύ των οποιωνδήποτε προσώπων και δεν γίνονται τα παίγνια αυτά με τέτοιο τρόπο και με σκοπό αποδόσεως οποιουδήποτε οικονομικού οφέλους του καταστηματάρχη ή του παίκτη. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή είναι σύμφωνη και με τον ανωτέρω σκοπό του Νομοθέτη που, όπως λέχθηκε, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ήθελε και επιδίωξε να πατάξει τις μορφές εκείνες των παιγνίων, οι οποίες συνδέονται με την επίτευξη οικονομικών αποτελεσμάτων που οδηγούν στην ψυχική υποδούλωση και την οικονομική καταστροφή των παικτών, πράγμα που προκύπτει και από τη σχετική αιτιολογική έκθεση του νόμου. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 δ, 2 και 4 του Ν. 3037/2002, κατά το σκέλος που προβλέπουν και τιμωρούν την εγκατάσταση και διεξαγωγή ηλεκτρονικά διεξαγόμενων τυχερών παιγνίων με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση περί της οποίας έκρινε, κατά τα κατωτέρω, το ΔΕΚ, αφού με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι παραβιάσθηκαν από την Ελληνική Δημοκρατία οι κατωτέρω διατάξεις του Κοινοτικού Δικαίου, με την θεσπισθείσα από τον Ν. 3037/2002 απαγόρευση εγκαταστάσεως και λειτουργίας όλων των ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών, ηλεκτρονικών παιγνίων, συμπεριλαμβανομένων όλων των παιγνίων για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σε κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, εκτός των καζίνων και όχι ότι δεν μπορούν να κηρυχθούν ένοχοι και να τους επιβληθούν οι ανωτέρω ποινές σε περίπτωση που επέτρεψαν στα μηχανήματα αυτά την διενέργεια τυχερών παιγνίων. Υπέρ τούτου συνηγορεί το ότι, προκειμένου περί των τυχερών παιγνίων, με την άσκηση των οποίων επιδιώκεται, αμέσως ή εμμέσως, ο προσπορισμός χρηματικού κέρδους, έχει κριθεί από το ΔΕΚ (αποφάσεις της 24.3.1994, C-275/92, Schindler, Συλλογή 1994, σ. I-1039, σκέψεις 58 επόμ., της 21.9.1999, C-124/97, Lαuder κ.λπ., Συλλογή 1999, σ. I-6067, σκέψεις 13 και 33, καθώς και της 11.9.2003, C-6/01, Association Nacional de Operadores de ... κ.λπ., Συλλογή 2003, σ. I-8621, σκέψεις 73 επόμ.) ότι υφίστανται επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος, συνδεόμενοι με την προστασία των καταναλωτών και της κοινωνικής τάξεως, που μπορούν, επιτρεπτώς, να καταστήσουν δυνατό τον εκ μέρους των εθνικών νομοθεσιών περιορισμό, ή ακόμη και την απαγόρευση, της ασκήσεώς τους και την αποφυγή, με αυτόν τον τρόπο, του ενδεχομένου να αποτελέσουν πηγή ατομικού οφέλους. Και τούτο διότι τα εν λόγω παίγνια ενέχουν υψηλό κίνδυνο διαπράξεως εγκλημάτων και απάτης, αλλά και συνιστούν ενθάρρυνση της σπατάλης, η οποία μπορεί να έχει επιβλαβείς συνέπειες επί ατομικού και κοινωνικού επιπέδου (ΣτΕ 2144/2009, όπου και οι ανωτέρω παραπομπές). Όλες τις ανωτέρω άκρως επιζήμιες για το κοινωνικό σύνολο συνέπειες επιχειρεί να αποτρέψει ο νομοθέτης με τη θέσπιση της απαγορεύσεως διενέργειας τυχερών παιγνίων και με την ποινικοποίηση της συμπεριφοράς εκείνου, ο οποίος επιτρέπει, με σκοπό το ατομικό του οικονομικό όφελος, τη διενέργεια αυτών. Πάντως, η διενέργεια τέτοιων παιγνίων είναι αξιόποινη, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 ΒΔ 29/71, που δεν καταργήθηκε από το άρθρο 10 του Ν. 3037/2002. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 46 §1 εδ. β' ΠΚ, προκύπτει ότι, για την ύπαρξη άμεσης συνέργειας στην τελούμενη από άλλον αξιόποινη πράξη, απαιτείται παροχή άμεσης συνδρομής από το συνεργό κατά τη διάρκεια της κύριας πράξεως και κατά την εκτέλεση αυτής από τον αυτουργό, έτσι ώστε, χωρίς τη συνδρομή εκείνου, να μην ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέσθηκε.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες την από αυτούς Χ2 παραβάσεως των άρθρων 1 δ, 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 ν. 3037/2002, τον δε Χ1 άμεσης συνέργειας στην πράξη αυτή, και τους καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 3 μηνών, ανασταλείσα, και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ τον καθένα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως, τα εξής: "...αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η δεύτερη κατηγορουμένη Χ2 είχε στην ιδιοκτησία της και εκμεταλλευόταν εμπορικά η ίδια κατά το έτος 2004 το επί της οδού ... κατάστημα (INTERNET CAFE), με το διακριτικό τίτλο "...". Την 8.10.2003 αστυνομικοί επισκέφθηκαν το κατάστημα για να διενεργήσουν σχετικό έλεγχο. Από τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος διηύθυνε την ημέρα εκείνη το κατάστημα, εργαζόμενος με σχέση εξαρτημένης εργασίας ως υπάλληλος. Υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, είχε μεταξύ άλλων θέσει σε λειτουργία εντός του ως άνω καταστήματος που διηύθυνε έναν (1) ηλεκτρονικό υπολογιστή, τον οποίο είχε εγκαταστήσει η δεύτερη κατηγορουμένη στον οποίο παιζόταν από έναν θαμώνα το τυχηρό παίγνιο "φρουτάκια". Ειδικότερα ο παίκτης κατέβαλε στον πρώτο κατηγορούμενο, που ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό της δεύτερης κατηγορουμένης, ένα χρηματικό ποσό και αυτός του διέθετε αντίστοιχες με τα καταβληθέντα χρήματα μονάδες καταχωρημένες στον υπολογιστή, για να παίξει το παιχνίδι. Ο παίκτης έπαιζε το παιχνίδι πατώντας ένα κουμπί του υπολογιστή και με κάθε πάτημα εμφανίζονταν στην οθόνη φρουτάκια-ζωάκια ανά τρία στη σειρά. Στόχος του παίκτη ήταν να επιτευχθεί τρίλιζα, δηλαδή να εμφανιστούν στην οθόνη του υπολογιστή τρία όμοια ζωάκια ή φρουτάκια στην ίδια σειρά κάθετα, οριζόντια ή διαγώνια. Τότε ο παίκτης κέρδιζε τα συμφωνημένα χρήματα. Αν μετά από κάθε κτύπημα δεν εμφανιζόταν τρίλιζα μειωνόταν ο αριθμός των μονάδων με τις οποίες είχε πιστωθεί ο παίκτης καταβάλλοντας τα χρήματα και όταν οι μονάδες μηδενίζονταν ο παίκτης είχε χάσει τα χρήματα που διέθεσε. Το αποτέλεσμα του παιγνίου, το οποίο διεξάγεται στους υπολογιστές που διαθέτουν ανάλογο λογισμικό, όπως οι ως άνω που είχε εγκαταστήσει ο κατηγορούμενος στο κατάστημα του, εξαρτάται αποκλειστικά από την τύχη, χωρίς ο παίκτης να μπορεί να επιτύχει με τη δική του ικανότητα το αποτέλεσμα που θα ήθελε. Μόλις έγινε αντιληπτή από τον πρώτο κατηγορούμενο η παρουσία των αστυνομικών με τον κεντρικό υπολογιστή, που ήταν συνδεδεμένοι όλοι οι υπολογιστές, έκλεισε την οθόνη του υπολογιστή στον οποίο διεξαγόταν από τον θαμώνα το ως άνω τυχηρό παίγνιο, πιστεύοντας ότι δεν θα μπορέσουν οι αστυνομικοί να διαπιστώσουν τη διεξαγωγή του απαγορευμένου αυτού παιγνίου, ενώ ο θαμώνας - παίκτης αποχώρησε από το κατάστημα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι η δεύτερη ως αυτουργός και ο πρώτος ως άμεσος συνεργός της διεξαγωγής τυχηρών παιγνίων. Οι κατηγορούμενοι προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι οι ως άνω διατάξεις του Ν. 3037/2002 έρχονται σε αντίθεση προς τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, "όπως κρίθηκε με την Ο-65/05 απόφαση του ΔΕΚ από 26.10.2006, κατά την οποία, εκδοθείσα επί προσφυγής της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ελλάδος,... ". Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι η πιο πάνω Ο-65/05 απόφαση του ΔΕΚ, δεν έρχεται σε αντίθεση με τις συγκεκριμένες ποινικές διατάξεις για τις οποίες κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, και οι οποίες αφορούν τη διενέργεια, δια μέσου ηλεκτρονικών υπολογιστών, τυχηρών παιγνίων, δεδομένου ότι η διενέργεια τέτοιων παιγνίων είναι αξιόποινη σε κάθε περίπτωση και όχι μόνο όταν αυτή τελείται μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 ΒΔ 19/1971 (ΑΠ 1547/2009). Άλλωστε κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εθνική ρύθμιση που περιορίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων δεν είναι απαραιτήτως αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο, εάν μπορεί να δικαιολογηθεί από κάποιον από τους λόγους γενικού συμφέροντος που απαριθμούνται στο άρθρο 30 της Συνθήκης ή από άλλη επιτακτική ανάγκη, εφ` όσον πάντως η εθνική ρύθμιση εφαρμόζεται αδιακρίτως και είναι αφενός κατάλληλη για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και αφετέρου ανάλογη, δηλαδή δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου βαθμού για την επίτευξη του σκοπού τούτου (βλ....). Ειδικώς προκειμένου περί των τυχερών παιγνίων, με την άσκηση των οποίων επιδιώκεται, αμέσως ή εμμέσως, ο προσπορισμός χρηματικού κέρδους, έχει κριθεί από το Δ.Ε.Κ. (...) ότι λογίζονται ως επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος, οι συνδεόμενοι με την προστασία των καταναλωτών και με την προστασία της κοινωνικής τάξεως, που μπορούν επιτρεπτώς να καταστήσουν δυνατό τον εκ μέρους των εθνικών νομοθεσιών περιορισμό, ή ακόμη και την απαγόρευση, της ασκήσεως τους και την αποφυγή, με αυτόν τον τρόπο, του ενδεχομένου να αποτελέσουν πηγή ατομικού οφέλους. Και τούτο διότι τα εν λόγω παίγνια ενέχουν υψηλό κίνδυνο διαπράξεως εγκλημάτων και απάτης, αλλά και συνιστούν ενθάρρυνση της σπατάλης, η οποία μπορεί να έχει επιβλαβείς συνέπειες επί ατομικού και κοινωνικού επιπέδου...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, η Χ2 ως αυτουργός και ο Χ1 ως άμεσος συνεργός, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 δ, 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 ν. 3037/2002 σε συνδυασμό με τα άρθρα 1 εδ. α και 7§1 εδ. α β.δ. 29/1971 και 46§1 β ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση ότι η αναιρεσείουσα Χ2 ήταν ιδιοκτήτρια του ως άνω καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, το οποίο και εκμεταλλευόταν, και ότι όχι μόνο εγκατέστησε πρόγραμμα ηλεκτρονικών παιγνίων στον αναφερόμενο Η/Υ, ο οποίος ήταν συνδεδεμένος με κεντρικό υπολογιστή ελεγχόμενο, αλλά και διεξήγαγε τυχερά παίγνια δια του προγράμματος αυτού, ενώ ο αναιρεσείων Χ1, διευθυντής του αυτού καταστήματος, παρέσχε σ` αυτήν άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της εν λόγω αξιόποινης πράξεως, συνισταμένη στο ότι, ενεργώντας κατ` εντολή και για λογαριασμό της πρώτης, λάμβανε από τους παίκτες (και μάλιστα από το θαμώνα που βρέθηκε να παίζει κατά την ώρα του ελέγχου) ένα χρηματικό ποσό και τους διέθετε αντίστοιχες μονάδες καταχωρημένες στον Η/Υ, για να παίξουν, περίπτωση, η οποία, κατά τα ανωτέρω, δεν εμπίπτει στην απαγόρευση περί της οποίας έκρινε το ΔΕΚ. Ακόμη, ορθά απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων ότι κρίθηκε από το ΔΕΚ ότι οι ανωτέρω διατάξεις αντιβαίνουν στο κοινοτικό δίκαιο. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ, πέμπτος λόγος των αιτήσεων, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες αντίκεινται στο Κοινοτικό Δίκαιο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο δεύτερος, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, λόγος της αιτήσεως της αναιρεσείουσας Χ2, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, συνισταμένη στο ότι α. η έννοια της εκμεταλλεύσεως του καταστήματος από αυτήν είναι αναιτιολόγητη, ενώ η αναφορά της αποφάσεως σε "ιδιοκτήτρια" είναι αδιάφορη και β. υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού, στο οποίο αναφέρεται ότι είχε αυτή απλώς εγκαταστήσει τον Η/Υ στο κατάστημά της και τον είχε θέσει σε λειτουργία ο συγκατηγορούμενός της, και διατακτικού, στο οποίο αναφέρεται ότι η ίδια είχε εγκαταστήσει και θέσει σε λειτουργία των Η/Υ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί α. από το ότι η αναιρεσείουσα αναφέρεται ως ιδιοκτήτρια - εκμεταλλεύτρια του καταστήματος δεν γεννάται καμιά αντίφαση, εφόσον το γεγονός ότι αυτή ήταν ιδιοκτήτρια δεν αποκλείει το ότι είχε και την εκμετάλλευση του κέντρου, αυτή δε καταδικάσθηκε με την ιδιότητα της εκμεταλλευόμενης το κέντρο, η ιδιότητα δε της ιδιοκτήτριας προστίθεται για να τονίσει τον άμεσο σύνδεσμο και το ενδιαφέρον της για τη λειτουργία και την εκμετάλλευση αυτού, ενώ το γεγονός ότι αυτή το εκμεταλλευόταν προκύπτει από την παραδοχή ότι ο συγκατηγορούμενός της ενεργούσε κατ` εντολήν και για λογαριασμό της και β. δεν υπάρχει καμιά αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, εφόσον, ο συγκατηγορούμενος της αναιρεσείουσας είχε θέσει σε λειτουργία τον Η/Υ, κατ` εντολήν, όμως, και για λογαριασμό της ιδίας.
Ο τρίτος, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, λόγος της αιτήσεως της αυτής αναιρεσείουσας, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, συνισταμένη στο ότι α. δεν προσδιορίζεται 1. αν αυτή είχε εγκαταστήσει στους Η/Υ και το λογισμικό για τη διενέργεια των παιγνίων, ή η διενέργεια γινόταν μέσω διαδικτύου, με την κατά οποιονδήποτε τρόπο συμμετοχή και γνώση της και 2. το ύψος του οικονομικού ανταλλάγματος που υπήρχε ούτε αιτιολογείται ο δόλος, η γνώση και η συμμετοχή της και β. υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού, στο οποίο αναφέρεται ότι ο αστυνομικός έλεγχος διενεργήθηκε στις 8.10.2003, και διατακτικού, στο οποίο αναφέρεται ως χρόνος τελέσεως της πράξεως η 22.4.2004, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Διότι τα υπό στοιχ. α στοιχεία δεν απαιτούνται για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεδομένου και του ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, εφόσον, στην προκειμένη περίπτωση, ο νόμος δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο (γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπό επελεύσεως ορισμένου αποτελέσματος). Η δε διαφορά της ημερομηνίας μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, οφειλομένη σε φανερή παραδρομή, δεν ασκεί επιρροή, αφού δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής της πράξεως. Πάντως, από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως συνάγεται ότι το Τριμελές Εφετείο δέχθηκε ότι ο αστυνομικός έλεγχος έγινε στις 22.4.2004, πράγμα που δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της υπ` αριθ. 4115/2006 αποφάσεώς του.
Ο δεύτερος, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, λόγος της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Χ1, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, συνισταμένη στο ότι α. δεν αιτιολογούνται οι έννοιες της διευθύνσεως και εκμεταλλεύσεως του καταστήματος από αυτόν, οι οποίες αρμόζουν στον αυτουργό της πράξεως και β. υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού, όπου γίνεται δεκτό ότι αυτός διηύθυνε το κατάστημα, και διατακτικού, όπου κηρύχθηκε αυτός ένοχος ως άμεσος συνεργός, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν εκμεταλλευόταν ο ίδιος το κατάστημα, αλλά εργαζόταν σ` αυτό, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, και το διηύθυνε, κατά την ημέρα του ελέγχου, η δε άμεση συνδρομή που παρέσχε στη συγκατηγορουμένη του (και εκμεταλλεύτρια του καταστήματος) συνίστατο στο ότι αυτός, ενεργώντας κατ` εντολή και για λογαριασμό της, είχε θέσει σε λειτουργία τον Η/Υ, έλαβε τα χρήματα από τον παίκτη και του διέθετε αντίστοιχες μονάδες.
Ο τρίτος, από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, λόγος της αιτήσεως του αυτού αναιρεσείοντος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, συνισταμένη στο ότι α. δεν προσδιορίζεται αν αυτός, που, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, εργαζόταν με σχέση εξαρτημένης εργασίας ως υπάλληλος, ήταν εκμεταλλευτής του καταστήματος, δηλ. το πρόσωπο που αποκόμιζε για ίδιο όφελος τα οικονομικά ανταλλάγματα από τα παίγνια, ή ήταν η συγκατηγορουμένη του ή αμφότεροι και β. υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού, στο οποίο αναφέρεται ότι ο αστυνομικός έλεγχος διενεργήθηκε στις 8.10.2003, και διατακτικού, στο οποίο αναφέρεται ως χρόνος τελέσεως της πράξεως η 22.4.2004, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Διότι, ως προς το υπό στοιχ. α σκέλος, το Δικαστήριο της ουσίας δέχεται σαφώς, όπως ήδη έχει εκτεθεί, ότι η αναιρεσείουσα Χ2 εκμεταλλευόταν το κατάστημα, ενώ ο αναιρεσείων Χ1 ενεργούσε κατ` εντολήν και για λογαριασμό αυτής. Όσον αφορά το υπό στοιχ. β σκέλος, ισχύουν τα αναφερόμενα στη σκέψη, με την οποία απορρίφθηκε ο όμοιος λόγος της ομοδίκου του.
Με τον τέταρτο, από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε και Η ΚΠοινΔ, λόγο των αιτήσεων, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, άλλως για υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένη στο ότι, ενώ ασκήθηκε κατ` αυτών ποινική δίωξη μόνο για παράβαση των διατάξεων του ν. 3037/2002, για την οποία καταδικάσθηκαν πρωτοδίκως, εν τούτοις το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εφάρμοσε και τις διατάξεις των άρθρων 1 και 7 του β.δ. 29/1971. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, γιατί οι αναιρεσείοντες δεν καταδικάσθηκαν για παράβαση του β. δ. 29/1971, αλλά οι διατάξεις των άρθρων 1 εδ. α και 7 §1 εδ. α αυτού αναφέρονται σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 1 δ, 2 §1 και 4 §1 α του ν. 3037/2002, αφού σ' αυτές, εφαρμοζόμενες αναλόγως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, παραπέμπουν οι διατάξεις του τελευταίου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής των αναιρεσειόντων, περιλαμβάνονται και μια έκθεση σύλληψης, μια έκθεση κατάσχεσης και μια έκθεση κατάσχεσης και απόδοσης υπό μεσεγγύηση. Με την εν λόγω αναφορά των εγγράφων αυτών επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, ούτε αναφορά του περιεχομένου τους, αφού με την ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στους αναιρεσείοντες, οπότε αυτοί είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο προσδιορισμού του εγγράφου στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη, ενώ τα ως άνω έγγραφα ήταν τα μοναδικά και καμιά αμφιβολία δεν γεννάται ότι αφορούν τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους και ότι κατασχέθηκε οι υπολογιστής που είναι αντικείμενο του εγκλήματος (του οποίου, άλλωστε, διατάχθηκε η δήμευση). Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α και Δ ΚΠοινΔ, λόγος των αιτήσεων, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στην παραβίαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων των κατηγορουμένων από την ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, των οποίων δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα, άλλως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις υπ' αριθ. 9/15.3.2009 και 10/15.3.2009 αιτήσεις του Χ1 και της Χ2, αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ' αριθ. 5412/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις αιτήσεις. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση των άρθρων 1 περ. δ, 2 παρ. 1 και 4 ν. 3037/ 2002 και για άμεση συνεργεία σ' αυτήν. Απαγορεύεται το ηλεκτρονικά διεξαγόμενο παίγνιο, περιλαμβανομένων και των υπολογιστών. Οι ανωτέρω διατάξεις του ν. 3037/2002, που εφαρμόσθηκαν, δεν έρχονται σε αντίθεση προς τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Ορθή εφαρμογή και των διατάξεων 1 εδ. α και 7 § 1 εδ. α΄ ΒΔ 29/1971, σε συνδυασμό με αυτές του ν. 3037/2002. Αιτιολογημένη καταδίκη της ιδιοκτήτριας - εκμεταλλεύτριας Internet cafe ως αυτουργού και του διευθυντή, που ενεργούσε κατ' εντολή της και για λογαριασμό της ως αμέσου συνεργού. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, εφόσον δεν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας εγγράφων που αναγνώσθηκαν. Απόρριψη αιτήσεων.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παίγνια τυχερά.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1749/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 38417/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος Χ ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 507/10.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία τη με αριθμό 172/11.05.2010πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
? (Εισαγγελική πρόταση)
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 489 παρ.1 περίπτ. γ' ΚποινΔ, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά της αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου αν με αυτή καταδικάσθηκε σε φυλάκιση πάνω από τέσσερις μήνες ή σε χρηματική ποινή πάνω από χίλια πεντακόσια ευρώ. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 504 παρ.1 ΚποινΔ, δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως ή απόφαση, η οποία κατά το χρόνο απαγγελίας της μπορούσε να προσβληθεί με έφεση, έστω και αν, επιγενομένως, έγινε τελεσίδικη είτε γιατί παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της εφέσεως, είτε γιατί απορρίφθηκε η ασκηθείσα έφεση ως ανυποστήρικτη. Στην τελευταία περίπτωση, με αναίρεση προσβάλλεται παραδεκτώς μόνον η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και μόνον για το ότι όχι ορθώς απορρίφθηκε η έφεση ως ανυποστήρικτη, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δίκασε την ουσία της υποθέσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε κατ' αποφάσεως, κατά της οποίας δεν προβλέπεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθ. 38417/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων σε φυλάκιση έξι ( 6 ) μηνών για πλαστογραφία μετά χρήσεως. Η αίτηση αναιρέσεως αυτή είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με τις πρωπαρατεθείσες διατάξεις, καθόσον, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει, κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία υπέκειτο σε έφεση από τον καταδικασθέντα κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, ασκήθηκε από τον τελευταίο τέτοια έφεση, απορριφθείσα ως ανυποστήρικτη με την υπ' αριθ. 8988/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά της οποίας και μόνον θα ήταν παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί, για τον ανωτέρω λόγο, η αίτηση και να καταδικασθεί αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476.....ΚποινΔ). μετά και την κατ'άρθρο 476 παρ.1εδ.β'ΚΠΔ ειδοποίηση τούτου για να προσέλθει και εκθέσει τις απόψεις του κατά τη δικάσιμο της 22.09.2010, οπότε αναβλήθηκε, κατόπιν αιτήσεώς του, η συζήτηση της υποθέσεως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, όπως προκύπτει από την υπ'αριθ. 1540/2010 απόφαση του Δικαστηρίου
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 25 Φεβρουαρίου 2010 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της υπ'αριθ. 38417/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι ( 220 ) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2010.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως που στρέφεται κατ' αποφάσεως που δεν χωρεί αναίρεση.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1748/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Π.Φ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Χούρσογλου, περί αναιρέσεως της με αριθμό 18763/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουνίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 876/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 τταρ.1 ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημέρες, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ.2 και 156 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του. Στην περίπτωση αυτή η επίδοση γίνεται, ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ.1 εδ α' προσώπων, προς το δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η ως άνω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση. Στην περίπτωση αυτή ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο.
Τέλος η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, που επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93§3) και του ΚΠοινΔ (άρθρο 139), απαιτείται και για την απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτη. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως ως εκπρόθεσμο, για να έχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο της επιδόσεως της προσβαλλομένης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, της αποφάσεως στον εκκαλούντα χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση συγκεκριμένος λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ.1 του ΚΠοινΔ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 6/1994, 7/1994 και 4/1995), άλλως ιδρύεται ο από το άρθρο 510§1 στοιχ.Δ' του ΚποινΔ λόγος αναιρέσεως. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 474. παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο της εφέσεως οφείλει να διαλάβει υποχρεωτικά στη σχετική έκθεση και να προβάλει με την έφεση το λόγο ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, ως εκ του οποίου παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, και ακόμη, να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προκύπτουν. Στην έννοια όμως της ανωτέρας βίας δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός μη γνώσεως από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης ερήμην του εκδοθείσας αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη ενάρξεως καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεως του. Αν δεν διαλαμβάνονται τα ανωτέρω, και δη κατά τρόπο ορισμένο, στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο. Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται μεταγενέστερα και ειδικότερα, επί εφέσεως, κατά τη συζήτηση της στο ακροατήριο, είναι απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 18763/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως απ' αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, η με αριθμό εκθέσεως 204/19-1-2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, κατά της 65883/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε καταδικασθεί αυτός, ερήμην, σε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών, για υπεξαίρεση. Από τη σχετική 204/19-1-2009 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος, φερόμενος στην έφεση, ως κάτοικος ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως του, προέβαλε με αυτή κατά λέξη ότι " είναι αναπληρωτής καθηγητής και λόγω μεταθέσεώς του κάθε χρόνο αλλάζει τόπο μόνιμης κατοικίας και δεν έλαβε γνώση εγκαίρως της εκκαλουμένης αποφάσεως", ήτοι επικαλέστηκε απλώς ότι δεν έλαβε γνώση της αποφάσεως και δεν επικαλέστηκε ακυρότητα της επιδόσεως, γιατί δε διέμενε στη διεύθυνση που αναζητήθηκε στη ... κατά το χρόνο επιδόσεως και ενώ ήταν γνωστής διαμονής και ποίας, ούτε επικαλέστηκε κάποιο άλλο λόγο ανωτέρας βίας, ενώ δε συνιστά κατά νόμο λόγο ανωτέρας βίας η λόγω επαγγέλματος του ως αναπληρωτή καθηγητή μετάθεση του κατ' έτος.
Περαιτέρω, ως αιτιολογία για την απόρριψη της εφέσεως αυτής, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του κατά το ουσιαστικό μέρος τα ακόλουθα: (Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 Κ.Π.Δ η άσκηση των ενδίκων μέσων, συνεπώς και της εφέσεως, είναι δέκα ημερών από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, εάν ο κατηγορούμενος ήταν παρών κατά την απαγγελία της, ενώ, αν ήταν απών, η προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, αρχομένη από της προς αυτόν επιδόσεως της αποφάσεως, εκτός αν διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι αγνώστου διαμονής, οπότε η προθεσμία αυτή είναι τριάντα ημερών. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. το ένδικο μέσον απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Εξ άλλου, κατά γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα, επιτρέπεται η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, όταν ο δικαιούμενος από λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος δεν μπόρεσε ν' ασκήσει αυτό εμπρόθεσμα. Με την έφεση, επίσης, μπορεί να προβάλλονται λόγοι ακυρότητος της επιδόσεως, μεταξύ των οποίων και το ότι η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή", σε συγκεκριμένο τόπο και διεύθυνση. Ως αγνώστου διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 156 του Κ.Π.Δ., εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή και την Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας νοείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση (Α.Π. 607/2005 ΝΟΜΟΣ). Είναι προφανές όμως ότι, για να θεωρείται νόμιμη η επίδοση στην αναφερομένη στη μήνυση ή έγκληση διεύθυνση, απαιτείται αυτή ν' ανταποκρίνεται στα πράγματα, δηλονότι στην πραγματική, κατά το χρόνο υποβολής της μηνύσεως ή εγκλήσεως, διεύθυνση κατοικίας του μηνυομένου ή εγκαλουμένου). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα που δημοσία στο ακροατήριο αναγνώσθηκαν, όσα, για λογαριασμό του εκκαλούντος, εξέθεσε ο συνήγορός του και την όλη συζήτηση της υποθέσεως προέκυψαν τα ακόλουθα: Κατά του εκκαλούντος - κατηγορουμένου ασκήθηκε, από τον ενταύθα Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και κατόπιν της από 7-2-2002 εγκλήσεως του Α.Τ. του Ν. ποινική δίωξη για το αδίκημα της υπεξαίρεσης και παραπέμφθηκε να δικαστεί ενώπιον του ενταύθα Μονομελούς Πλημμελειοδικείου στη συνεδρίαση της 13-10-2005. Η μόνη γνωστή διεύθυνση κατοικίας του εκκαλούντος - κατηγορουμένου για τον εγκαλούντα, ο οποίος και περιέλαβε αυτήν στην έγκλησή του και συνακολούθως, και για την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, προς την οποία η έγκληση αυτή υπεβλήθη και επελήφθη της ασκήσεως της ποινικής κατ' αυτού διώξεως και παρήγγειλε και επεμελήθη κάθε συναφούς με την ποινική διαδικασία επιδόσεως, ήταν αυτή στη ... και στην οδό ..., όπου και η κατοικία που διέμενε ο εκκαλών - κατηγορούμενος, διεύθυνση η οποία προέκυπτε και από την από 24-8-2001 υπεύθυνη δήλωση. (Αρθρ.8 Ν. 1599/1986) του κατηγορουμένου προς τον Κ.Ν., συνεργάτη του εγκαλούντα. Τελικά, ο εκκαλών - κατηγορούμενος δικάστηκε και καταδικάστηκε ερήμην, στην ως άνω δικάσιμο, με την (ήδη εκκαλούμενη) υπ' αριθμ. 65883/13.10.2005 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου (Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης), κυρωμένο αντίγραφο της οποίας επιχειρήθηκε να επιδοθείτε αυτόν στην μόνη, κατά τα άνω, γνωστή διεύθυνση του, δηλονότι στην επί της οδού ..., στη ...οικία του, πλην όμως τα επιφορτισμένα με την επίδοση όργανα διαπίστωσαν ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος απουσίαζε από την τελευταία αυτή γνωστή κατοικία του και η διαμονή του ήταν πλέον άγνωστη, ενώ εκεί δεν ανευρέθη άλλο πρόσωπο εκ των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 του ΚΠΔ, οπότε η προς αυτόν επίδοση της άνω αποφάσεως έγινε κατά τους όρους της παρ. 2 του ίδου άρθρου, ήτοι ως αγνώστου διαμονής, όπως προκύπτει από το από 30-3-2007 αποδεικτικό επίδοσης της υπ' αριθμ. 65883/2005 απόφασης σε κατηγορούμενο αγνώστου διαμονής της Δικαστικής Επιμελήτριας Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, .... Ο εκκαλών όμως άσκησε την ένδικη έφεση του εκπροθέσμως, πολύ πέραν της εν αρχή αναφερομένης προθεσμίας των τριάντα ημερών και δη, ως προκύπτει εκ του εφετηρίου, μετά ένα και πλέον έτος και, ειδικότερα, την 19η Ιανουαρίου 2009, επικαλούμενος ότι λόγω της ιδιότητος του ως εκπαιδευτικού και συνεχών μεταθέσεων δεν είχε σταθερή μόνιμη κατοικία. Παρατηρείται όμως ότι ο εκκαλών-κατηγορούμενος δεν αμφισβητεί ότι η κατοικία του ήταν, κατά χρόνο τελέσεως της αξιοποίνου πράξεως της υπεξαίρεσης, η προαναφερθείσα στη ... και επί της οδού ..., η οποία ήταν και η μόνη γνωστή στον δανειστή του - εγκαλούντα και, συνακολούθως, στην ασκήσασα την κατά τα άνω κατ' αυτού ποινική δίωξη Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, δεν επικαλείται δε ότι η διαμονή του στις περιοχές όπου υπηρετούσε κατ' έτος περιήλθε καθ' οιονδήποτε τρόπο σε γνώση της δικαστικής Αρχής και εν προκειμένω της ενταύθα Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών, που εξέδωσε τα ανωτέρω, προοριζόμενα για επίδοση σε αυτόν έγγραφα. Εν όψει τούτων και όσων εκτενώς στη νομική σκέψη που προηγήθηκε εκτέθηκαν, νομίμως επιδόθηκε σε αυτόν ως αγνώστου διαμονής το κυρωμένο αντίγραφο της σε βάρος του εκδοθείσης - εκκαλουμένης καταδικαστικής αποφάσεως, αφ ενός γιατί, ειδικότερα, δεν ήταν γνωστή στην παραγγείλασα την επίδοση Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης άλλη διεύθυνση κατοικίας του, πλην αυτής που προέκυπτε από την ένδικη έγκληση και αφ ετέρου γιατί τα αρμόδια όργανα της επιδόσεως δεν μπορούσαν να τον ανεύρουν στη διεύθυνση αυτή, ούτε υπήρχε εκεί πρόσωπο εκ των αναφερομένων στην παρ. 1 του άρθρου 156 ΚΠΔ. Υπό τις παραδοχές αυτές πρέπει, μετά ταύτα, ν'απορριφθεί, σύμφωνα με την προμνησθείσα διάταξη του άρθρου 476 § 1 του ΚΠΔ, ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, η ένδικη έφεση του εκκαλούντος, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, να διαταχθεί η εκτέλεση της εκκαλουμένης (άρ. 476§1 και 3 ΚΠοινΔ) και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα έξοδα, κατ'άρθρο 476 §1 Κ.Ποιν.Δ.".
Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, απορριπτικής της εφέσεως κατά της ως άνω εκκαλουμένης 65883/2005 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού σε αυτήν εκτίθενται όλα τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητα της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως στον κατηγορούμενο, ως άγνωστης διαμονής, αφού προηγουμένως αναζητήθηκε και δε βρέθηκε αυτός ή άλλο πρόσωπο από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 156 παρ.1 ΚΠοινΔ, στη διεύθυνση που αναφερόταν στην έγκληση και σε υπεύθυνη δήλωση του ιδίου ή αλλού και διαλαμβάνει σαφώς και το χρόνο της επιδόσεως, (30-3-2007) αναφέροντας ότι η επίδοση έγινε με' το από 30-3-2007 αποδεικτικό, που σημαίνει ότι επιδόθηκε και η απόφαση στις 30-3-2007, αναφέρεται το όργανα, που ενήργησε την επίδοση και η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως, (19-1-2009) δηλαδή πολύ μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεώς της. Το Δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να διαλάβει αιτιολογία για τον επικαλούμενο λόγο της μη γνώσεως της αποφάσεως, που εμπόδισε την εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, αφού ο εκκαλών δεν είχε προβάλει με την ανωτέρω έφεση του ακυρότητα της επιδόσεως ή ότι κατά το χρόνο της επιδόσεως ήταν γνωστής διαμονής σε κάποια συγκεκριμένη διεύθυνση, γνωστή μάλιστα στην αρμόδια για την επίδοση Εισαγγελική Αρχή της Θεσσαλονίκης, ούτε και λόγους ανωτέρας βίας για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους λόγους ανωτέρας βίας, δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο μόνος προβληθείς ισχυρισμός μη γνώσεως από αυτόν της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι ήταν αναπληρωτής καθηγητής και λόγω μετάθεσεώς του κατ' έτος άλλαζε τόπο μόνιμης κατοικίας. Η επίκληση δε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως μόνο των εγγράφων της δικογραφίας, για να καταλήξει το Δικαστήριο στο προαναφερθέν συμπέρασμα του ότι εγκύρως επιδόθηκε η ερήμην απόφαση στον κατηγορούμενο - εκκαλούντα, ως άγνωστης διαμονής και η μη αναφορά του Δικαστηρίου και στον εξετασθέντα στο ακροατήριο του μάρτυρα, ουδεμία πλημμέλεια στην αιτιολογία επάγεται, ούτε ακυρότητα της διαδικασίας επιφέρει, ούτε παραβιάσθηκε το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, για δίκαιη δίκη, καθόσον εκ περισσού εξετάσθηκε μάρτυρας, αφού δεν υποβλήθηκε με την έκθεση εφέσεως, κατά τα προαναφερθέντα, ορισμένος νόμιμος λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανωτέρας βίας.
Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ σχετικός και μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα, ήτοι η ελλιπής και μη εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απορριπτικής της εφέσεως ως εκπρόθεσμης, προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά από αυτά, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 17/17-6-2010 αίτηση του Π.Φ. του Κ., περί αναιρέσεως της 18763/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και .
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορριπτική απόφαση εφέσεως ως εκπρόθεσμης, κληθέντος του κατ/νου εγκύρως ως άγνωστης διαμονής. Στην Έκθεση Εφέσεως επικαλείται ο αναιρεσείων ως ανωτέρα βία τη μη γνώση της κλήσεως και της ερήμην αποφάσεως και όχι ακυρότητα επιδόσεως της ερήμην του πρωτόδικης αποφάσεως. Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, για έλλειψη ακροάσεως, για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και για υπέρβαση εξουσίας, διότι ο προβληθείς με την έκθεση εφέσεως λόγος ανωτέρας βίας, ότι δεν έλαβε γνώση της αποφάσεως, δε συνιστά ανωτέρα βία, άλλωστε ερευνήθηκε και αιτιολογημένα απορρίφθηκε από το Εφετείο, τα δε έγγραφα που συνεκτιμήθηκαν ρητά σημειώνεται στο αιτιολογικό ότι αναγνώσθηκαν, ο δε μάρτυρας που δε μνημονεύεται στα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη, δε δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, διότι εκ περισσού εξετάστηκε, αφού δεν είχε προβληθεί με την έφεση κάποιος νόμιμος λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανωτέρα βία. Ερευνώνται μόνο οι λόγοι ακυρότητας της επιδόσεως που προβλήθηκαν με την έκθεση εφέσεως, όχι και εκείνοι που προβάλλονται το πρώτον στο ακροατήριο του εφετείου (ΑΠ 787/2007) -.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 1747/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Συμπεθέρου, περί αναιρέσεως της 1172/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αγρινίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, μετά των από 14 Απριλίου 2010 προσθέτων λόγων, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 383/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 358 ΠΚ, "όποιος κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής, που του την έχει επιβάλει ο νόμος και έχει αναγνωρίσει, έστω και προσωρινά, το δικαστήριο, με τρόπο τέτοιο, ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκαστεί να δεχθεί βοήθεια άλλων, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος απαιτείται: α) υποχρέωση διατροφής από τον νόμο, που ιδρύεται με βάση τον δεσμό του γάμου μεταξύ των συζύγων, διαζευγμένων συζύγων, συγγενών εξ αίματος κατ' ευθείαν γραμμή ή αδελφών και θετών τέκνων, β) η υποχρέωση να έχει αναγνωρισθεί με δικαστική απόφαση, έστω και προσωρινώς, που διατηρεί την ισχύ της μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση διατροφής, έστω και αν μεταβληθούν οι όροι διατροφής, γ) δόλος, ήτοι δεδηλωμένη παράλειψη του φερόμενου ως υπόχρεου προς διατροφή από κακοβουλία, δηλαδή ενδιάθετη βούληση μη συμμορφώσεως του δράστη προς την υποχρέωση, οφειλόμενη σε κακεντρέχεια και κακή θέληση να στερηθεί ο δικαιούχος τα αναγκαία προς το ζην, παρότι είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει το χρηματικό ποσό που επιδικάσθηκε για την κάλυψη των αναγκών επιβιώσεως του δικαιουμένου προσώπου για το προσδιορισμένο χρονικό διάστημα και δεν αρκεί λησμοσύνη ή οικονομική αδυναμία, η δε οικονομική δυνατότητα του υπόχρεου κρίνεται σε σχέση με την οικονομική του κατάσταση και την επαγγελματική του δραστηριότητα. Αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Στο δόλο του δράστη περιλαμβάνεται και η γνώση της περί διατροφής υποχρεώσεως, βάσει όμως ήδη εκδοθείσας σε βάρος του δικαστικής αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και τυπική επίδοση σε αυτόν της αποφάσεως με δικαστικό επιμελητή και γνώση ότι ο δικαιούχος θα περιέλθει σε στερήσεις ή θα αναγκασθεί να δεχθεί τη βοήθεια άλλων για τη διατροφή του και δ) ο δικαιούχος να υποστεί πράγματι στερήσεις ή να αναγκασθεί να ζητήσει ή να δεχθεί βοήθεια άλλων. Περαιτέρω η παραβίαση της υποχρεώσεως προς διατροφή τελείται κατ' εξακολούθηση για απέχοντα χρονικώς διαστήματα (μηνών), αν δε η στέρηση αφορά περισσότερα από ένα πρόσωπα, όπως δύο ανήλικα τέκνα, πρόκειται για ισάριθμα εγκλήματα σε αληθινή συρροή, δηλαδή για αυτοτελή εγκλήματα, (όσα και τα δικαιούχα πρόσωπα) που τελέσθηκε το καθένα κατ' εξακολούθηση. Η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου δεσμεύει το ποινικό δικαστήριο περί της υπάρξεως υποχρεώσεως διατροφής , πλην όμως τούτο ερευνά το κύρος και την ισχύ της αποφάσεως κατά το άρθρο 60 παρ.1 του ΚΠοινΔ, σε συνάρτηση με το χρόνο της παραβιάσεως της υποχρεώσεως διατροφής, όχι όμως και την ορθότητα της.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1172/2009 απόφασή του, το κατ' έφεση δίκασαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αγρινίου, (μετ' αναίρεση προηγούμενης καταδικαστικής αποφάσεώς του,) κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για παραβίαση της υποχρεώσεώς του προς διατροφή των δύο ανηλίκων τέκνων του, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, για το χρονικό διάστημα από 1-3-2003 έως 1-6-2004 και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Δέχθηκε, ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει κατά το είδος τους, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Στο ... ο κατηγορούμενος κατά το παρακάτω αναφερόμενο χρονικό διάστημα με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα που τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές. Συγκεκριμένα με την υπ' αρ. 9/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου (Ειδική Διαδικασία) που εκδόθηκε επί της από 25-2-2003 (αρ. εκ. καταθ. 115/2003) αγωγής, υποχρεώθηκε να καταβάλει στην τότε ενάγουσα και νυν εγκαλούσα Ψ για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων τους, ... και ..., το συνολικό ποσό των επτακοσίων είκοσι (720) ευρώ μηνιαίως, εκτός άλλου και για το επίδικο χρονικό διάστημα, προκαταβαλλόμενο εντός των πρώτων πέντε ημερών κάθε μήνα. με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση της κάθε παροχής. Το ως άνω δε δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου) κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή. Το παρόν δικαστήριο δεσμεύεται από την ως άνω απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου ως προς την ύπαρξη υποχρέωσης της διατροφής, πλην όμως ερευνά, κατ' άρθρο 60 ΚΠΔ, το κύρος αυτής, αφού αυτή αποτελεί στοιχείο των αποδιδόμενων στον κατηγορούμενο πράξεων, όχι όμως και την ορθότητα της τελευταίας. Περαιτέρω ακριβές αντιπεφωνημένο αντίγραφο του πρώτου απογράφου εκτελεστού της ως άνω απόφασης με την κάτωθι αυτού επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε στον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος όμως δεν κατέβαλε την οφειλόμενη κατά τα ως άνω, όπως ίσχυε η προαναφερόμενη απόφαση, διατροφή για το χρονικό διάστημα από Μάρτιο 2003 έως Ιούνιο 2004. ήτοι το συνολικό ποσό των 11.520 ευρώ (16 μήνες Χ 720 ευρώ) υποχρεώνοντας τα τέκνα του να υποστούν στερήσεις σε σχέση με τις συνθήκες της καθημερινής τους ζωής, αφού μετακόμισαν σε μικρότερη οικία, και να αναγκασθούν να ζητήσουν δια της νομίμου εκπροσώπου τους-μητέρα τους και να δεχθούν την οικονομική βοήθεια του πάππου τους από τη μητρική γραμμή και φίλων της οικογένειας. Ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε την πιο πάνω διατροφή, καθ' οιονδήποτε νόμιμο τρόπο, παρότι είχε. κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα, την οικονομική δυνατότητα προς τούτο, αφού είναι πολιτικός μηχανικός και αναλάμβανε τεχνικά έργα στο ..., στο ... και στη ..., είχε δική του επιχείρηση (κουφώματα-μονωτικά υλικά) στην οποία απασχολούσε προσωπικό, και δεν αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, ώστε δεν μπορεί να αποδοθεί η μη καταβολή σε οικονομική του αδυναμία. Συγκεκριμένα είχε 4 φορτηγά αυτοκίνητα, ένα ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο, ένα ελαιοστάσιο και το ετήσιο εισόδημά του ανερχόταν σε ποσό ανώτερο των 27.000 ευρώ. Το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για την υπό κρίση υπόθεση από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και συνεπώς δεν συντρέχει λόγος αναβολής της υπόθεσης για κρείσσονες αποδείξεις. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, απορριπτόμενων των ισχυρισμών του κατηγορουμένου, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος (ο κατηγορούμενος) των αποδιδόμενων σ' αυτόν με το κλητήριο θέσπισμα πράξεων, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας".
Όμως, από τις παραπάνω παραδοχές, συνάγεται ότι η 9/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή και υποχρέωσε τον κατηγορούμενο σε διατροφή των δύο ανηλίκων τέκνων του, εκδόθηκε επί της από 25-2-2003 αγωγής και δημοσιεύτηκε το 2004, ενώ επιδίκασε διατροφή για το χρονικό διάστημα από 1-3-2003 έως 1-6-2004, ήτοι και για χρονικό διάστημα προ της δημοσιεύσεως της, για το οποίο δεν είχε γνώση ο κατηγορούμενος της υποχρεώσεώς του προς διατροφή των δύο ανηλίκων τέκνων του και του ποσού της διατροφής, ενώ δεν διευκρινίζεται πότε επιδόθηκε στον κατηγορούμενο η εν λόγω απόφαση ή τουλάχιστον πότε έλαβε πραγματικά γνώση της αποφάσεως αυτής, ώστε να θεμελιωθεί, μετά το χρόνο αυτό και μόνον, το εν λόγω αδίκημα, αφού προϋπόθεση πραγματώσεως του αδικήματος του άρθρου 358 ΠΚ, αποτελεί, πλην άλλων, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, και να έχει ήδη αναγνωρισθεί δικαστικά η υποχρέωση διατροφής. Επομένως, συντρέχει περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της παραπάνω ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 358 ΠΚ και ελλιπής αιτιολογία, ως προς το χρόνο γνώσεως εκ μέρους του καταδικασθέντος κατηγορουμένου της εκδόσεως της εν λόγω δικαστικής αποφάσεως που τον υποχρέωσε σε διατροφή, ώστε να διακριβωθεί από πότε ακριβώς το 2004 έλαβε γνώση της αποφάσεως αυτής και για ποίο μεταγενέστερο χρονικό διάστημα καθυστέρησε την καταβολή της διατροφής ότε και πραγματούται (έκτοτε,) η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού. Σημειώνεται ότι η αναγνώριση της υποχρεώσεως και η καταδίκη του κατηγορουμένου να καταβάλλει ως διατροφή τα αναφερόμενα στην απόφαση κατά μήνα χρηματικά ποσά, για το παραπάνω χρονικό διάστημα, με βάση την 9/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, που είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, υπάρχει και ήταν ενεργή αστικά το 2004, καίτοι με βάση την μεταγενέστερη 296/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών, μετά εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, υποχρεώθηκε ο εναγόμενος-κατηγορούμενος να καταβάλλει για το άνω (αγωγικό) διάστημα μικρότερα κατά μήνα ποσά, από 720 ευρώ σε 680 ευρώ (350+330 αντίστοιχα για κάθε τέκνο), χωρίς να συνάγεται ότι, λόγω δημοσιεύσεως της άνω αποφάσεως του Εφετείου Πατρών στις 31-3-2005, δε θεμελιώνεται το ανωτέρω αδίκημα για τον άνω προγενέστερο χρόνο, αφού η παραπάνω πρωτόδικη απόφαση, πριν εξαφανισθεί, παρήγαγε ενέργεια και υποχρέωση του κατηγορουμένου σε καταβολή, ως κηρυχθείσα προσωρινά εκτελεστή και μη ανασταλείσα και θεμελιώνεται το εν λόγω ποινικό αδίκημα, για το μετά τη γνώση εκδόσεως της 9/2004 αποφάσεως ακολουθούν χρονικό διάστημα.
Επομένως είναι βάσιμος κατ' ουσίαν, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, συναφής λόγος του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και ο όμοιος, πρώτος, του δικογράφου των παραδεκτούς ασκηθέντων από 14-4-2010 προσθέτων λόγων, που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για τις ως άνω πλημμέλειες. Πρέπει, κατόπιν αυτού, να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί για τους ανωτέρω λόγους η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, δεδομένου ότι είναι δυνατή η συγκρότηση του από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1172/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραβίαση υποχρέωσης διατροφής ανηλίκων τέκνων. Κατά την έννοια του άρθρου 358 ΠΚ, στο δόλο του δράστη περιλαμβάνεται και η γνώση της περί διατροφής υποχρεώσεως βάσει προεκδοθείσας δικαστικής αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και τυπική επίδοση στον κατηγορούμενο της αποφάσεως με δικαστικό. Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή και υποχρέωσε τον κατηγορούμενο σε διατροφή των δύο ανηλίκων τέκνων του και για χρονικό διάστημα προ της δημοσιεύσεως της, για το οποίο σίγουρα δεν είχε γνώση ο κατηγορούμενος της υποχρεώσεως του προς διατροφή των δύο ανηλίκων τέκνων του και του ποσού της διατροφής, ενώ στο αιτιολογικό δεν διευκρινίζεται πότε επιδόθηκε στον κατηγορούμενο η εν λόγω απόφαση ή τουλάχιστον πότε έλαβε πραγματικά γνώση της αποφάσεως αυτής, ώστε να θεμελιωθεί μετά το χρόνο αυτό και μόνον το εν λόγω αδίκημα, αφού προϋπόθεση πραγματώσεως του αδικήματος του άρθρου 358 ΠΚ, αποτελεί, πλην άλλων, και να έχει ήδη αναγνωρισθεί δικαστικά η υποχρέωση διατροφής. Επομένως, συντρέχει περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της παραπάνω ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 358 ΠΚ και ελλιπής αιτιολογία, ως προς το χρόνο γνώσεως εκ μέρους του καταδικασθέντος κατηγορουμένου της εκδόσεως της εν λόγω δικαστικής αποφάσεως που τον υποχρέωσε σε διατροφή, ώστε να διακριβωθεί από πότε ακριβώς το 2004 έλαβε γνώση της αποφάσεως αυτής και για ποίο μεταγενέστερο χρονικό διάστημα καθυστέρησε την καταβολή της διατροφής ότε και μόνον πραγματούται, έκτοτε, η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Δόλος, Διατροφής υποχρέωση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1746/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων, 1.Μ. Σ. του Κ., και 2.Χ. Σ. του Κ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Δημακόπουλο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 70545/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 12 Μαρτίου 2010 δυο αιτήσεις τους περί αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 422/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειουσών, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 12- 3- 2010 δύο αιτήσεις αναιρέσεως και οι από 7-9-2010 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως των δύο καταδικασθεισών κατηγορουμένων κατά της ιδίας 70545/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι τυπικά δεκτές και πρέπει να συνεκδικασθούν και να εξετασθούν περαιτέρω.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσεως του για την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε, επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας διότι έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την κατά το άρθρο 171 εδ. δ' του ΚΠοινΔ απόλυτη ακυρότητα που καθιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, επικαλούμενες ότι το δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, έλαβε υπόψη του και στήριξε την περί της ενοχής κρίση του και σε έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και συγκεκριμένα "στην έκθεση των ισχυρισμών των κατηγορουμένων από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ", έγγραφο όμως που ουδόλως αναγνώσθηκε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά ήτοι σε ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο. Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, παραδεκτά επισκοπούμενα για τον έλεγχο της βασιμότητας του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στην ενοχή των κατηγορουμένων συνεκτίμησε και έλαβε υπόψη του, εκτός από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και "την έκθεση των ισχυρισμών των κατηγορουμένων από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους". Από τα ίδια πρακτικά συνεδριάσεως, προκύπτει ότι ο συνήγορος των δύο απολιπόμενων κατηγορουμένων, που τις εκπροσώπησε νομίμως στο Δικαστήριο, δεν κατέθεσε έγγραφο σημείωμα με ισχυρισμούς, αυτοτελείς ή μη, ούτε και απολογήθηκε, αφού δεν νοείται απολογία δια συνηγόρου-αντιπροσώπου, αλλ' απλώς αγόρευσε και ζήτησε την αθώωση των κατηγορουμένων, αναπτύξας την υπεράσπιση αυτών. Άρα, από αυτά προκύπτει ότι δεν υπήρξε έγγραφο, με τίτλο έκθεση ισχυρισμών των κατηγορουμένων, που λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο, χωρίς μάλιστα να αναγνωσθεί, αλλά προφανές καθίσταται ότι το Δικαστήριο, με την ανωτέρω αναφορά στο αιτιολογικό του, δεν αναφέρεται σε κάποιο έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, αλλά απλώς σημειώνει ότι έλαβε υπόψη του και αυτά που εξέθεσεν προφορικά κατά την αγόρευση του ο συνήγορος υπερασπίσεως των απολιπομένων κατηγορουμένων ελλείψει απολογίας αυτών. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του Κ ΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, ταυτόσημος και των δύο κρινόμενων αιτήσεων, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 71 παρ. 3 του Ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", όπως (η παρ. 3) αντικαταστάθηκε με το άρθρο 46 παρ. 2 Ν. 2145/1993, "όποιος εκχερσώνει παράνομα δάσος ή δασική έκταση, όποιος καλλιεργεί έκταση που έχει εκχερσωθεί παράνομα ή παραβλάπτει καθ' οιονδήποτε τρόπο την κατά προορισμό χρήση του δάσους ή δασικής εκτάσεως, καθώς και όποιος ενεργεί επί εκχερσωθείσης παράνομα εκτάσεως πράξεις διακατοχής, τιμωρείται με τις ποινές της παρ. 1 του παρόντος άρθρου (φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000 δραχμές). Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ιδίου ν. 998/1979, "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας αποτελούντων, ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεων, οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλλει εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" και κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "ως δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχρός υψηλής ή θαμνώδους, ξυλώδους βλαστήσεως και δυναμένη να εξυπηρετήσει μίαν ή περισσότερος των εν προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών". Οι παρ. 1,2,3,4,5 του ν. 998/1979 αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3208/2003/ΦΕΚ Α 303/24.12.2003, όπως παρακάτω: "1. Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασης τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). 2. Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. 3. Παραλείπεται ως μη ισχύουσα. 4.Ως δασικές εκτάσεις νοούνται και οι οποιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις, (φρυγανώδεις ή χορτολιβαδικές εκτάσεις, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι) που περικλείονται από δάση ή δασικές εκτάσεις, καθώς και οι υπεράνω των δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των ορέων. Στις εν λόγω εκτάσεις, πέραν επιτρεπτών επεμβάσεων που προβλέπονται από την παράγραφο 2 του άρθρου 13 του Ν. 1734/1987 και τα άρθρα 45 έως 61 του παρόντος νόμου, ουδεμία άλλη επέμβαση επιτρέπεται. Οι εκτάσεις των περιπτώσεων α', δ' και ε' της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου δεν υπάγονται στις διατάξεις αυτής της παραγράφου, έστω και αν περικλείονται από δάση ή δασικές εκτάσεις.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, που προβλέπεται και τιμωρείται από την πρώτη από αυτές και που είναι υπαλλακτικώς μικτό, αφού προσδιορίζονται περισσότεροι τρόποι πραγματοποιήσεως του, απαιτείται η ύπαρξη δάσους ή δασικής εκτάσεως, όπως οι έννοιες τους προσδιορίζονται στις παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 3 του ως άνω Ν. 998/1979,όπως τροποποιήθηκε, και ενέργεια του υπαιτίου επί της εκτάσεως από τις ως άνω αναφερόμενες. Προκύπτει, επίσης, ότι ο νόμος διαχωρίζει εννοιολογικούς το δάσος από τη δασική έκταση και προϋποθέτει για την ύπαρξη κάθε μορφής τη βεβαίωση ορισμένου είδους φυτών επί της επιφανείας του εδάφους. Το δικαστήριο, συνεπώς, που επιλαμβάνεται της κατηγορίας για παράνομη εκχέρσωση δάσους ή δασικής εκτάσεως ή της πρόκλησης βλάβης καθ' οιονδήποτε τρόπο της κατά προορισμό χρήσης του δάσους ή της δασικής έκτασης, οφείλει να ερευνήσει τη συνδρομή των ως άνω όρων, αφού, εάν ελλείπει έστω και ένας, αποκλείεται η στοιχειοθέτηση του πιο πάνω εγκλήματος, γιατί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του είναι η παράνομη εκχέρσωση δάσους ή δασικής εκτάσεως, όπως οι έννοιες τους προσδιορίζονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου, η καλλιέργεια της εκτάσεως που εκχερσώθηκε παράνομα, η πρόκληση βλάβης καθ' οιονδήποτε τρόπο της κατά προορισμό χρήσης του δάσους ή της δασικής εκτάσεως και η ενέργεια σε εκχερσωθείσα έκταση πράξεων διακατοχής. Στοιχείο της έννοιας του δάσους και της δασικής εκτάσεως δεν αποτελεί το ότι μπορεί, να προσφέρει προϊόντα εξαγόμενα από τα αναφερόμενα ανωτέρω φυτά ή ότι αποτελεί ιδιαίτερη δασοβιοκοινότητα και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον ή ότι μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει τη διαβίωση του ανθρώπου μέσα στο φυσικό περιβάλλον. Οι ανάγκες αυτές, που είναι αυτονόητες υπό τις σημερινές συνθήκες διαβιώσεως του ανθρώπου, αποτέλεσαν το νομοθετικό λόγο προστασίας του δάσους και της δασικής εκτάσεως και είναι, ακριβώς, το αποτέλεσμα της προστασίας αυτής, μιας ισορροπίας που εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια διατηρήσεως του φυσικού περιβάλλοντος, όπως είναι οι λίμνες και τα ποτάμια, οι παράκτιες περιοχές και η θάλασσα γενικότερα και η αποφυγή της ρυπάνσεως του ατμοσφαιρικού αέρα. Κατ' ακολουθίαν, τα στοιχεία αυτά δεν είναι από εκείνα που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Περαιτέρω κατά την παρ. 8α του άρθρου 17 του ν. 1337/1983, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 2242/1994, οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων, οι μηχανικοί που συντάσσουν τη μελέτη ή έχουν την επίβλεψη του έργου και οι εργολάβοι κατασκευής του τιμωρούνται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον 6 μηνών ή με χρηματική ποινή από 500.000 μέχρι 5.000.000 δρχ. ανάλογα με την αξία του αυθαίρετου έργου και το βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος. Αν η πιο πάνω πράξη έχει γίνει από αμέλεια, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα χρόνο ή με χρηματική ποινή από 200.000 μέχρι 2.000.000 δρχ. Ως αυθαίρετο έργο, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 18 του ν. 1337/1983 νοείται εκείνο που εμπίπτει στην παρ. 2 του άρθρου 118 του ν.δ. 8/1973 "περί ΓΟΚ", όπως ισχύει, και τέτοιο είναι κάθε εργασία δομήσεως που εκτελείται χωρίς άδεια ή καθ' υπέρβαση της αδείας.
Συνεπώς για τη στοιχειοθέτηση του από το άρθρο 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983 προβλεπόμενου πλημμελήματος της ανεγέρσεως από πρόθεση αυθαιρέτου κτίσματος απαιτούνται, εκτός των άλλων α) ιδιότητα του δράστη ως ιδιοκτήτη και ανέγερση απ' αυτόν εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως κτίσματος χωρίς προηγούμενη άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.
Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την • ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ" αριθ. 70545/2009 απόφαση του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχες τις δύο αναιρεσείουσες παράνομης εκχέρσωσης δασικής έκτασης και κατασκευής αυθαιρέτου κτίσματος, πράξεις που τέλεσαν με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 δ ΠΚ και τις καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 5 μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά λέξη, τα εξής:
"Από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο, συγκεκριμένα δε από την ένορκη κατάθεση των μαρτύρων (κατηγορίας και υπεράσπισης), τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, και την έκθεση των ισχυρισμών των κατηγορουμένων από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε οι κατηγορούμενες τέλεσαν πράγματι την πράξη που τους αποδίδεται με το κατηγορητήριο. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι στη δασική θέση "..." της περιφέρειας του Δήμου Βάρης, από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2003 μέχρι και την υποβολή της σε βάρος τους έγκλησης, στις 10-3-2005, προέβησαν παράνομα στην εκχέρσωση δασικής έκτασης και παρέβλαψαν την κατά προορισμό χρήση αυτής, καθώς εντός δασικής έκτασης εμβαδού 379 τ.μ. προέβησαν στην εκχέρσωση της καταστρέφοντας τη δασική βλάστηση που αποτελείτο από κέδρα, σχίνα, μεμονωμένα πεύκα και φρύγανα, ενώ διαμόρφωσαν την ίδια εν λόγω έκταση, με ρίψη χωμάτων σε έκταση 870 τ.μ., με την κατασκευή τοίχους μήκους 45 μ., πλάτους 0,20 μ., ύψους 3 μ., με την κατασκευή πόρτας πλάτους 5 μ., με την κατασκευή φρεατίου από οπλισμένο σκυρόδεμα, διαστάσεων 2 μ. Χ 2,50 μ. Χ 2 μ., με συνέπεια να υποστεί βλάβη η δασική έκταση και με σκοπό να μετατρέψουν αυτή σε οικοπεδική έκταση. Παραλλήλως, για τις ανωτέρω επεμβάσεις και εργασίες τους, οι οποίες συνίσταντο σε κατασκευή τοίχου από οπλισμένο σκυρόδεμα, άνοιγμα για είσοδο, κατασκευή πόρτας, κατασκευή φρεατίου από οπλισμένο σκυρόδεμα και ρίψη χωμάτων, ο κατηγορούμενες, ενεργώντας ως ιδιοκτήτριες, δεν είχαν εφοδιασθεί με άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, με αποτέλεσμα αυτές να είναι αυθαίρετες. Περί των ανωτέρω, πρέπει να σημειωθεί, σαφή και πειστικά κρίνονται όσα κατέθεσε, εξεταζόμενος στο ακροατήριο ως μάρτυρας κατηγορίας η δασοπόνος Α. Γ., η οποία επιβεβαίωσε όλες τις ανωτέρω περιστάσεις, ενώ στο ίδιο συμπέρασμα οδηγούν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Και ναι μεν οι κατηγορούμενες αρνήθηκαν ότι γνώριζαν το χαρακτήρα της καταληφθείσας έκτασης ως δασικής, όμως ο ισχυρισμός τους αυτός δεν οδηγεί σε διαφορετική από την ανωτέρω κρίση, διότι ο εν λόγω χαρακτήρας της επίμαχης έκτασης ήταν εμφανής και από τη βλάστηση που εντός αυτής υφίστατο, οι δε ίδιες, για την πραγματοποίηση των ανωτέρω εργασιών, προέβησαν σε κοπή πεύκων και εν γένει ψηλών δένδρων. Επομένως, πρέπει οι κατηγορούμενες να κηρυχθούν ένοχες, όμως, όπως είχε γίνει δεκτό και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (και συνεπώς σε κάθε περίπτωση δεν θα μπορούσε να καταστεί δυσχερέστερη η θέση των κατηγορουμένων), να αναγνωριστεί ότι συντρέχουν στο πρόσωπο τους οι ελαφρυντικές περιστάσεις της περ. δ' της παρ. 2 του αρθρ. 84 ΠΚ. Και τούτο οι ίδιες στη συνέχεια προσπάθησαν να μειώσουν τις συνέπειες των πράξεων τους, οριοθετώντας την όμορη με την επίμαχη έκταση ιδιοκτησία τους (κληροτεμάχιο), την οποία είχαν κατά τα ανωτέρω επεκτείνει, στα πραγματικά της όρια και αίροντας τις κατασκευές που υπήρχαν εντός της ιδιοκτησίας τους αυτής. Επιπλέον, απέδωσαν την καταληφθείσα έκταση στο Δημόσιο και προς κατεδάφιση τις εντός αυτής κατασκευές (βλ. σχετ. και μεταξύ των άλλων την κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας Α. Γ., αλλά και εκείνη του μάρτυρος υπερασπίσεως, Α. Κ., πολιτικού μηχανικού)".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την από τις διατάξεις των αρθ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχθηκαν ένοχες οι κατηγορούμενες κατά συρροή, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ 1β, 27 παρ.1, 94 παρ. 1 ΠΚ, 71 παρ. 1,3 του ν. 998/1979, όπως αντικ. και άρθρο 17 παρ.8 ν. 1337/1983, όπως αντικ., που εφάρμοσε, τις οποίες διατάξεις, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Διαλαμβάνει επίσης και• τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία δικαστήριο έλαβε υπόψη του και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τ' αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, μη απαιτουμένης, όπως προαναφέρθηκε, της στάθμισης της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων και ληφθέντων υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων χωριστά, ούτε της αναφοράς των συγκεκριμένων καταθέσεων μαρτύρων και του περιεχομένου τους, που άσκησαν επιρροή στον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειουσών: α) όπως συνάγεται από το σύνολο των παραπάνω παραδοχών, το δικαστήριο σαφώς δέχθηκε στο αιτιολογικό του ότι οι κατηγορούμενες, από το μήνα Σεπτέμβριο του 2003 μέχρι 10-3-2005, σε δασική θέση προέβησαν σε εκχέρσωση δασικής έκτασης , εμβαδού 379 τ.μ. και παρέβλαψαν την κατά προορισμό χρήση αυτής, καταστρέψασες τη δασική βλάστηση που αποτελείτο από κέδρα, σχίνα, πεύκα και όχι μόνο από φρύγανα, ενώ διαμόρφωσαν την ίδια έκταση με ρίψη χωμάτων σε έκταση 870 τ.μ., με την κατασκευή τοίχου μήκους 45 μ. και φρεατίου από οπλισμένο σκυρόδεμα και πόρτας, με σκοπό να μετατρέψουν αυτή σε οικοπεδική έκταση, ήτοι αναφέρει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά (είδος δένδρων, βλάστησης, ποσοστό κάλυψης του εδάφους από αυτά κλπ), αιτιολογώντας δε επαρκώς και την κρίση του αυτή, σαφώς δέχθηκε ότι η επίδικη έκταση αποτελεί δασική έκταση και ότι αυτή μπορούσε να συμβάλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, β) δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται και να αιτιολογείται, ειδικότερα, το ότι η δασική έκταση, που προαναφέρθηκε, μπορεί να προσφέρει προϊόντα εξαγόμενα από τα αναφερόμενα ανωτέρω φυτά ή ότι αποτελεί ιδιαίτερη δασοβιοκοινότητα και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον ή ότι μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει τη διαβίωση του ανθρώπου μέσα στο φυσικό περιβάλλον, Άλλωστε, κατά την παρ.2,3 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, όπως τροπ. με τον ν. 3208/2003, δασική έκταση υπάρχει και όταν η καταστραφείσα άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά και ως δασικές εκτάσεις νοούνται και οι οποιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις, (φρυγανώδεις ή χορτολιβαδικές εκτάσεις, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι) που περικλείονται από δάση ή δασικές εκτάσεις, καθώς και οι υπεράνω των δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των ορέων, δ) υπό τα παραπάνω δεκτά γενόμενα, με τις προεκτεθείσες τροποποιήσεις του άρθρου 3 του ν. 998/1979, από το ν. 3208/2003, που άρχισε να ισχύει από 23-12-2003 ως προς έννοια της δασικής εκτάσεως, πληρούται το πραγματικό της ανωτέρω διάταξης και στοιχειοθετείται αντικειμενικά η εν λόγω παράβαση της δασικής νομοθεσίας και για το μετά την 23-12-2003 χρονικό διάστημα που κατηγορούνται και, καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείουσες και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από αυτές είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, ε) δεν υπάρχει αντίφαση ως προς την έκταση της εκχερσωθείσας δασικής εκτάσεως, από την παραδοχή ότι εκχερσώθηκε έκταση 379 τ.μ. και διαμορφώθηκε με ρίψη χωμάτων μεγαλύτερη έκταση 870 τ.μ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι των κρινόμενων αιτήσεων, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμοι.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλων λόγων αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 12 Μαρτίου 2010 δυο αιτήσεις-δηλώσεις των Μ. Σ. του Κ. και Χ. Σ. του Κ., όπως διαμορφώθηκαν με τους στο σκεπτικό από 7 Σεπτεμβρίου 2010 πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της 70545/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ την καθεμία.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση άρθρ. 1 παρ. 71 ν. 998/1979 και 2 παρ. 17 ν. 1337/1983. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων με εκ πλαγίου παράβαση. Ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και στήριξε την περί της ενοχής κρίση του και σε έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και συγκεκριμένα "στην έκθεση των ισχυρισμών των κατηγορουμένων από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ", έγγραφο όμως που ουδόλως αναγνώσθηκε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά ήτοι σε ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι προφανές καθίσταται ότι το Δικαστήριο με την ανωτέρω αναφορά στο αιτιολογικό του, δεν αναφέρεται σε κάποιο έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, αλλά απλώς σημειώνει ότι έλαβε υπόψη του και αυτά που εξέθεσεν προφορικά κατά την αγόρευση του ο συνήγορος των απουσών κατηγορουμένων, ελλείψει απολογίας αυτών.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δασικά αδικήματα, Κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος.
| 0
|
Αριθμός 1745/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Παπαγερμανό, περί αναιρέσεως της 4281/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1749/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 1 του Ν. 3037/2002 ορίζεται ότι: "Κατά την έννοια των διατάξεων του παρόντος νόμου: α. Μηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου είναι αναγκαία και η συμβολή της μυϊκής δύναμης του παίκτη. β. Ηλεκτρικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου απαιτείται η παρουσία ηλεκτρικών υποστηρικτικών μηχανισμών. γ. Ηλεκτρομηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου απαιτείται τόσο η παρουσία ηλεκτρικών υποστηρικτικών μηχανισμών όσο και η συμβολή της μυϊκής δύναμης του παίκτη. δ. Ηλεκτρονικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου, εκτός των υποστηρικτικών ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών και άλλων μηχανισμών, απαιτείται η ύπαρξη και εκτέλεση λογισμικού (προγράμματος). ε. Ψυχαγωγικό τεχνικό παίγνιο είναι εκείνο του οποίου το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνική ή πνευματική ικανότητα του παίκτη και η διενέργειά του έχει αποκλειστικά ψυχαγωγικό σκοπό. Στην κατηγορία των ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων εντάσσονται και όσα παίγνια με παιγνιόχαρτα χαρακτηρίστηκαν ως "τεχνικά παίγνια" με βάση τις διατάξεις του β.δ. 29/1971 (ΦΕΚ 21 Α`)". Στο δε άρθρο 2 ορίζεται ότι: "1. Απαγορεύεται η διεξαγωγή των υπό στοιχεία β, γ και δ του άρθρου 1 παιγνίων περιλαμβανομένων και των υπολογιστών σε δημόσια γενικά κέντρα, όπως ξενοδοχεία, καφενεία, αίθουσες αναγνωρισμένων σωματείων κάθε φύσης, και σε κάθε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο. Επίσης απαγορεύεται η εγκατάσταση των παιγνίων αυτών. 2. Στα μηχανικά διεξαγόμενα παίγνια επιτρέπεται μόνο η διενέργεια ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων όπως ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο. Στα παίγνια αυτά δεν επιτρέπεται να συνομολογηθεί στοίχημα μεταξύ οποιωνδήποτε προσώπων ή να αποδοθεί οποιασδήποτε μορφής οικονομικό όφελος στον παίκτη. Η συνομολόγηση στοιχήματος ή η απόδοση οικονομικού οφέλους στον παίκτη επιφέρει τις συνέπειες των άρθρων 4 και 5". Επίσης, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ιδίου νόμου, "τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 5.000 ευρώ όσοι εκμεταλλεύονται ή διευθύνουν κέντρα ή άλλους χώρους της παρ. 1 του άρθρου 2 του νόμου αυτού, στα οποία διενεργούνται ή εγκαθίστανται παίγνια απαγορευμένα κατά τις διατάξεις των προηγουμένων άρθρων. Σε περίπτωση υποτροπής τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και με χρηματική ποινή από είκοσι πέντε έως εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ. Το δικαστήριο διατάσσει και τη δήμευση των μηχανημάτων παιγνίων". Κατά δε την παρ. 2 του αυτού άρθρου 4, "οι διατάξεις της περίπτωσης γ` της παραγράφου 1, η παράγραφος 3 και η παράγραφος 4 του άρθρου 7 του κωδικοποιημένου β.δ. 29/1971 εφαρμόζονται αναλόγως". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι αυτές αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων που δημιουργεί ο εθισμός στα παίγνια και των φαινομένων παρανόμου πλουτισμού. Έτσι, η διενέργεια ψυχαγωγικών παιγνίων δεν απαγορεύεται και αν ακόμη διεξάγονται σε καταστήματα διαδικτύου, μέσω του διαδικτύου, εφόσον δεν προκύπτει οικονομικό όφελος οποιασδήποτε μορφής υπέρ των παικτών, οιουδήποτε τρίτου, ή της επιχειρήσεως προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου, εκ της διενεργείας και μόνο των παιγνίων αυτών. Αντιθέτως, απαγορεύεται και τιμωρείται η διενέργεια τυχερών παιγνίων, και τέτοια θεωρούνται τα παίγνια των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την τύχη, όπως και τα ψυχαγωγικά τεχνικά που παραλλάσσονται σε τυχερά ή για το αποτέλεσμά τους συνομολογείται στοίχημα μεταξύ οποιωνδήποτε προσώπων ή το αποτέλεσμά τους μπορεί να αποδώσει οποιασδήποτε μορφής οικονομικό όφελος στον παίκτη ή στον εκμεταλλευόμενο την επιχείρηση στην οποία διενεργούνται τέτοια παίγνια. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του νόμου, σκοπός του είναι ο αποτελεσματικός αποκλεισμός της παράνομης διενέργειας τυχερών παιγνιδιών, του κοινώς λεγόμενου ''τζόγου'', και των παράνομων εσόδων που αυτή αποφέρει και, συνακόλουθα, η επίλυση των μεγάλων κοινωνικών προβλημάτων που δημιουργεί. Εκείνο που κολάζει ο νόμος, απειλώντας ποινικές (άρθρο 4) και διοικητικές (άρθρο 5) κυρώσεις, είναι η διενέργεια, μέσω των ανωτέρω μηχανημάτων ή μηχανισμών ή Η/Υ, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, παιγνίων τυχερών, κατά την ανωτέρω έννοια, στα οποία παίζονται χρηματικά ποσά και από τα οποία αποκομίζουν μεγάλα κέρδη οι επιτρέποντες στις οικείες επιχειρήσεις τους, όπως η της αναιρεσείουσας, τη διενέργεια τέτοιων παιγνίων. Οι ποινικές κυρώσεις που απειλούνται στρέφονται μόνον εναντίον όσων επιτρέπουν στα ως άνω μηχανήματα, μηχανισμούς και Η/Υ τη διενέργεια τυχερών παιγνίων, στα οποία διακυβεύονται χρηματικά ποσά και όχι τη διενέργεια των ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων, εκείνων δηλ. των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνική και πνευματική ικανότητα του παίκτη και η διενέργειά τους έχει αποκλειστικό και μόνον ψυχαγωγικό σκοπό και δεν απαγορεύεται και στα δημόσια κέντρα (καφενεία κ.λπ.) και όταν ακόμη διεξάγονται με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τους οποίους μπορούν να εγκαταστήσουν οι ιδιοκτήτες τους, με την προϋπόθεση βέβαια ότι δεν συνομολογούνται στοιχήματα μεταξύ των οποιωνδήποτε προσώπων και δεν γίνονται τα παίγνια αυτά με τέτοιο τρόπο και με σκοπό αποδόσεως οποιουδήποτε οικονομικού οφέλους του καταστηματάρχη ή του παίκτη. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή είναι σύμφωνη και με τον ανωτέρω σκοπό του Νομοθέτη που, όπως λέχθηκε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήθελε και επιδίωξε να πατάξει τις μορφές εκείνες των παιγνίων, οι οποίες συνδέονται με την επίτευξη οικονομικών αποτελεσμάτων που οδηγούν στην ψυχική υποδούλωση και την οικονομική καταστροφή των παικτών, πράγμα που προκύπτει και από τη σχετική αιτιολογική έκθεση του νόμου. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 δ, 2 και 4 του Ν. 3037/2002, κατά το σκέλος που προβλέπουν και τιμωρούν την εγκατάσταση και διεξαγωγή ηλεκτρονικά διεξαγόμενων τυχερών παιγνίων με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση περί της οποίας έκρινε, κατά τα κατωτέρω, το ΔΕΚ, αφού με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι παραβιάσθηκαν από την Ελληνική Δημοκρατία οι κατωτέρω διατάξεις του Κοινοτικού Δικαίου, με την θεσπισθείσα από τον Ν. 3037/2002 απαγόρευση εγκαταστάσεως και λειτουργίας όλων των ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών, ηλεκτρονικών παιγνίων, συμπεριλαμβανομένων όλων των παιγνίων για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σε κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, εκτός των καζίνων και όχι ότι δεν μπορούν να κηρυχθούν ένοχοι και να τους επιβληθούν οι ανωτέρω ποινές σε περίπτωση που επέτρεψαν στα μηχανήματα αυτά την διενέργεια τυχερών παιγνίων. Υπέρ τούτου συνηγορεί το ότι, προκειμένου περί των τυχερών παιγνίων, με την άσκηση των οποίων επιδιώκεται, αμέσως ή εμμέσως, ο προσπορισμός χρηματικού κέρδους, έχει κριθεί από το ΔΕΚ (αποφάσεις της 24.3.1994, C-275/92, Schindler, Συλλογή 1994, σ. I-1039, σκέψεις 58 επόμ., της 21.9.1999, C-124/97, Lαuder κ.λπ., Συλλογή 1999, σ. I-6067, σκέψεις 13 και 33, καθώς και της 11.9.2003, C-6/01, Association Nacional de Operadores de ... κ.λπ., Συλλογή 2003, σ. I-8621, σκέψεις 73 επόμ.) ότι υφίστανται επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος, συνδεόμενοι με την προστασία των καταναλωτών και της κοινωνικής τάξεως, που μπορούν, επιτρεπτώς, να καταστήσουν δυνατό τον εκ μέρους των εθνικών νομοθεσιών περιορισμό, ή ακόμη και την απαγόρευση, της ασκήσεώς τους και την αποφυγή, με αυτόν τον τρόπο, του ενδεχομένου να αποτελέσουν πηγή ατομικού οφέλους. Και τούτο διότι τα εν λόγω παίγνια ενέχουν υψηλό κίνδυνο διαπράξεως εγκλημάτων και απάτης, αλλά και συνιστούν ενθάρρυνση της σπατάλης, η οποία μπορεί να έχει επιβλαβείς συνέπειες επί ατομικού και κοινωνικού επιπέδου (ΣτΕ 2144/2009, όπου και οι ανωτέρω παραπομπές). Όλες τις ανωτέρω άκρως επιζήμιες για το κοινωνικό σύνολο συνέπειες επιχειρεί να αποτρέψει ο νομοθέτης με τη θέσπιση της απαγορεύσεως διενέργειας τυχερών παιγνίων και με την ποινικοποίηση της συμπεριφοράς εκείνου, ο οποίος επιτρέπει, με σκοπό το ατομικό του οικονομικό όφελος, τη διενέργεια αυτών. Πάντως η διενέργεια τέτοιων παιγνίων είναι αξιόποινη, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 ΒΔ 29/71, που δεν καταργήθηκε από το άρθρο 10 του Ν. 3037/2002. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα παραβάσεως των άρθρων 1 δ, 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 ν. 3037/2002, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 3 μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκαν τα εξής: Η κατηγορούμενη στη Θεσσαλονίκη στις 29-11-03, ως ιδιοκτήτρια-εκμεταλλεύτρια καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος καφετερία, με την επωνυμία "ΟΧ", που βρίσκεται στην οδό ..., έθεσε σε λειτουργία -16- ηλεκτρονικούς υπολογιστές αποτελούμενους από οθόνη, κεντρική μονάδα, πληκτρολόγιο και ποντίκι, οι οποίοι ελέγχονταν από έτερο κεντρικό ηλεκτρονικό υπολογιστή στις οθόνες των οποίων εμφανιζόταν φρουτάκια σε τρίλιζες και μονάδες πονταρίσματος και ισάριθμοι θαμώνες διενεργούσαν απαγορευμένα παίγνια. Ειδικότερα κατά την λειτουργία των απαγορευμένων τυχερών παιχνιδιών, χειριζόταν την ενεργοποίηση και ακινητοποίηση του όλου συστήματος και εισέπραττε από τους παίκτες που βρισκόταν έμπροσθεν των προαναφερομένων ηλεκτρονικών υπολογιστών με τα τυχερά παίγνια την οικονομική συμμετοχή τους στα παιγνίδια. Σημειωτέον ότι τα παίγνια αυτά ήταν τυχερά, γιατί οι παίκτες επεδίωκαν με το χειρισμό του ηλεκτρονικού υπολογιστή να επιτύχουν συγκεκριμένη γεωμετρική διάταξη των πεταλούδων (πλήρη στοίχιση) ώστε να κερδίσουν, χάνοντας σε κάθε άλλη περίπτωση, ενώ δεν υπήρχε σύνδεση με λογισμικό (INTERNET), καθώς η διακοπή της λειτουργίας όλων των υπολογιστών με τα τυχερά παίγνια έγινε αυτόματα με τηλεχειρισμό. Επομένως πρέπει η κατηγορούμενη να κηρυχθεί ένοχη για το αποδιδόμενο σ' αυτήν αδίκημα σύμφωνα με το κατηγορητήριο και το διατακτικό της παρούσας. Όσον αφορά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του πληρεξουσίου δικηγόρου της κατηγορουμένης ότι οι εφαρμοσθείσες διατάξεις του Ν. 3037/2002 έρχονται σε αντίθεση προς τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, που υπερισχύει του εσωτερικού δικαίου κατά το άρθρο 28 §1 του Συντάγματος, όπως άλλωστε κρίθηκε με την Ο-65/05 απόφαση του ΔΕΚ από 26.10.2006, κατά την οποία, εκδοθείσα επί προσφυγής της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων\ κατά της Ελλάδος, "η Ελληνική Δημοκρατία, εισάγοντας με το άρθρο 2§1 του Ν. 3037/2002 την απαγόρευση εγκαταστάσεως και λειτουργίας όλων των ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών και ηλεκτρονικών παιγνίων, συμπεριλαμβανομένων όλων των παιγνίων για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σε κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, εκτός των καζίνων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 28 ΕΚ, 43 ΕΚ και 49 ΕΚ, καθώς και από το άρθρο 8 της Οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22 Ιουνίου 1998, όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 98/48/ΕΚ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20 Ιουλίου 1998", πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος γιατί η κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη και καταδικάσθηκε όχι για την εγκατάσταση προγράμματος ηλεκτρονικών παιγνίων στους δέκα έξη Η/Υ, καθεαυτήν, αλλά στη διεξαγωγή τυχερών παιγνίων δια των προγραμμάτων αυτών και μάλιστα τέτοιων προγραμμάτων τα οποία ηλέγχοντο με τηλεχειρισμό, παραλλήλως προς τον έλεγχο των παικτών επί των ως άνω Η/Υ, περίπτωση η οποία δεν εμπίπτει στην απαγόρευση περί της οποίας έκρινε, ως άνω, το ΔΕΚ. (...)".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 δ, 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 ν. 3037/2002, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ακόμη, ορθά απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ότι κρίθηκε από το ΔΕΚ ότι οι ανωτέρω διατάξεις αντιβαίνουν στο κοινοτικό δίκαιο. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση ότι η αναιρεσείουσα ήταν ιδιοκτήτρια του ως άνω καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, το οποίο και εκμεταλλευόταν, και ότι όχι μόνο εγκατέστησε πρόγραμμα ηλεκτρονικών παιγνίων στους 16 Η/Υ, αλλά και διεξήγαγε τυχερά παίγνια δια των προγραμμάτων αυτών, τα οποία, μάλιστα, ηλέγχοντο με τηλεχειρισμό, παραλλήλως δε ήλεγχε τους παίκτες επί των Η/Υ, περίπτωση, η οποία, κατά τα ανωτέρω, δεν εμπίπτει στην απαγόρευση περί της οποίας έκρινε το ΔΕΚ. Ακόμη, από το ότι η αναιρεσείουσα αναφέρεται ως ιδιοκτήτρια - εκμεταλλεύτρια της καφετέριας δεν γεννάται καμιά αντίφαση, εφόσον το γεγονός ότι αυτή ήταν ιδιοκτήτρια δεν αποκλείει το ότι είχε και την εκμετάλλευση του κέντρου, αυτή δε καταδικάσθηκε με την ιδιότητα της εκμεταλλευόμενης το κέντρο, η ιδιότητα δε της ιδιοκτήτριας προστίθεται για να τονίσει τον άμεσο σύνδεσμο και το ενδιαφέρον της για τη λειτουργία και την εκμετάλλευση αυτού. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, άλλως για έλλειψη νόμιμης βάσης, η οποία συνίσταται στο ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα, ως ιδιοκτήτρια, είχε de facto και την ιδιότητα της εκμεταλλεύτριας της καφετέριας και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες αντίκεινται στο Κοινοτικό Δίκαιο, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η αιτίαση, που προβάλλεται με το δεύτερο λόγο, για εσφαλμένη εκτίμηση της καταθέσεως του μάρτυρα κατηγορίας είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας (ως προς το ζήτημα αν η αναιρεσείουσα ήταν και εκμεταλλεύτρια του κέντρου), πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής της αναιρεσείουσας, περιλαμβάνονται και μια έκθεση συλλήψεως και μια έκθεση κατάσχεσης και απόδοσης υπό μεσεγγύηση. Με την εν λόγω αναφορά των εγγράφων αυτών επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, ούτε αναφορά του περιεχομένου τους, αφού, ειδικότερα, με την ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στην αναιρεσείουσα, οπότε αυτή είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο προσδιορισμού του εγγράφου στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη, ενώ τα ως άνω έγγραφα ήταν τα μοναδικά και καμιά αμφιβολία δεν γεννάται ότι αφορούν την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη και ότι κατασχέθηκαν οι υπολογιστές που είναι αντικείμενο του εγκλήματος (των οποίων, άλλωστε, διατάχθηκε η δήμευση). Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α και Δ ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στην παραβίαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων της κατηγορουμένης από την ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, των οποίων δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα, ώστε να μπορεί να συναχθεί πότε έλαβε χώρα η σύλληψη και ποιον αφορούσε, καθώς πότε έλαβε χώρα και τι αφορούσε η έκθεση κατασχέσεως, άλλως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 77/11 Δεκεμβρίου 2009 αίτηση της Χ, για αναίρεση της υπ` αριθ. 4281/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαγόρευση διεξαγωγής ηλεκτρονικά διεξαγόμενων παιγνίων, περιλαμβανομένων και των υπολογιστών. Παράβαση άρθρων 1 περ. δ, 2 § 1 και 4 Ν. 3037/ 2002, σε συνδ. με αρθρ. 4 και 7 ΒΔ 29/1971. Οι διατάξεις του Ν. 3037/2002, που εφαρμόσθηκαν, δεν έρχονται σε αντίθεση με τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Δεν υπάρχει αντίφαση από το ότι η αναιρεσείουσα αναφέρεται ως ιδιοκτήτριαεκμεταλλεύτρια του κέντρου. Απόρριψη λόγων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναιρέσεως. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας εγγράφων που αναγνώσθηκαν. Απόρριψη αιτήσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παίγνια τυχερά.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1744/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δημητρούλα Υφαντή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δημήτριο Κράνη - Εισηγητή και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Πέτρου, περί αναιρέσεως της με αριθμό 9918/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Κοσκινά. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουνίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, καθώς και στο από 17 Αυγούστου 2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 860/2010.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η κρινόμενη από 2.6.2010 αίτηση αναίρεσης του Χ με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καθώς και οι από 17.8.2010 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης του ίδιου κατά της καταδικαστικής γι' αυτόν υπ' αριθ. 9918/2009 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς (για πλημμελήματα) Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα(άρθρ. 473§§ 1 και 2, 474, 504 §§1 και 4, 505, 507 §1, 509 ΚΠΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω.
2. Από τις διατάξεις των άρθρ. 329,331,333§2,358,364 και 369 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρ. 171 §1 περ.δ ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν και φωτογραφίες ή σχεδιαγράμματα που δεν επισκοπήθηκαν στο ακροατήριο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρ. 510§1 στοιχ.Α' ΚΠΔ, αφού με την παράλειψή του αυτή το δικαστήριο της ουσίας στέρησε τον κατηγορούμενο από τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά μέσα. Όμως αυτό δεν συμβαίνει προκειμένου για έγγραφα που αποτελούν τη βάση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, διότι στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος γνωρίζει τη κατηγορία και μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του ανεξάρτητα από την ανάγνωση στο ακροατήριο του δικαστηρίου των ήδη γνωστών σ' αυτόν εγγράφων της κατηγορίας (ΑΠ 38/2009).Εξ άλλου στα πρακτικά που συντάσσονται για τη συζήτηση στο ακροατήριο (άρθρ. 140-142 ΚΠΔ) δεν είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται το ειδικότερο θέμα απόδειξης που αφορά το έγγραφο που αναγνώσθηκε, ούτε επιβάλλεται να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου ή το πρόσωπο που το προσκόμισε, αλλά αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν με επάρκεια την ταυτότητα του εγγράφου με τρόπο που να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο ακριβώς έγγραφο αναγνώσθηκε (ΑΠ 1715/2009). Τα στοιχεία αυτά δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου, αφού ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο μέχρι του σημείου που δημιουργείται βεβαιότητα ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και ότι έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του, διαφορετικά δημιουργείται από τον ανεπαρκή προσδιορισμό του εγγράφου απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (ΑΠ 1620/2009). Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 9918/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε μ' αυτή σε ποινή φυλάκισης 20 μηνών, επειδή κηρύχθηκε ένοχος πλαστογραφίας με χρήση και συγκεκριμένα κηρύχθηκε ένοχος, κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της απόφασης, του ότι "στην Αθήνα, στις 17.12.2002, κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε έκανε χρήση του εγγράφου αυτού. Ειδικότερα στον πιο πάνω τόπο και χρόνο κατάρτισε μια επιταγή θέτοντας ως ποσό ΕΥΡΩ 110,00, ως εκδότη την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ και αριθμό .... Στη συνέχεια δε έκανε χρήση της υπό του ιδίου πλαστογραφημένης ως άνω επιταγής με το να την παραδώσει ως εγγύηση- και τήρηση των όρων της πώλησης σε περίπτωση πλειοδοσίας- για τη συμμετοχή του στο δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό για την πώληση ακινήτου που πραγματοποιήθηκε από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. και η επιταγή επεστράφη από το γραφείο συμψηφισμού της Εμπορικής Τράπεζας, καθώς ουδέποτε εκδόθηκε επιταγή με τα στοιχεία αυτά". Στα πρακτικά της απόφασης, που παραδεκτά επίσης επισκοπούνται, αναφέρονται ως αναγνωσθέντα, μεταξύ άλλων: "1) Φωτοαντίγραφο της με αριθμό ... επιταγής της Εμπορικής Τράπεζας, 2) Η από 7.2.2003 βεβαίωση της Εθνικής Τράπεζας, ... 4) Έκθεση έγκρισης εγγραφής μήνυσης και βεβαίωσης αυτής από 12.2.2003". Ο αναιρεσείων αποδίδει με τα Α1 και Α2 σκέλη του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης την πλημμέλεια από το άρθρ. 510§1στοιχ.Α'ΚΠΔ στην προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, αν και έλαβε υπόψη του φωτοαντίγραφο της ως άνω τραπεζικής επιταγής και τον κήρυξε ένοχο πλαστογραφίας αυτής με χρήση της ακολούθως από τον ίδιο, παρέλειψε να του επιδείξει το φωτοαντίγραφο της επιταγής, ώστε να έχει τη δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του για το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενώ εξ άλλου από τον ατελή στα πρακτικά προσδιορισμό των ως άνω λοιπών δυο εγγράφων καταλείπεται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα των εγγράφων αυτών που έλαβε υπόψη του το Εφετείο και θα έπρεπε να αναφερόταν ο τόπος της έκδοσής τους και επιγραμματική περίληψη του περιεχομένου τους. Αντίθετα όμως με όσα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, η ανάγνωση στο ακροατήριο του Εφετείου φωτοαντιγράφου της παραπάνω επιταγής ήταν αρκετή για να μπορεί αυτός να διατυπώσει τις όποιες παρατηρήσεις του για την επιταγή, πολύ περισσότερο που πρόκειται για το αντικείμενο του εγκλήματος και συνεπώς ως στοιχείο της κατηγορίας δεν ήταν καν αναγκαία κατά τα προεκτεθέντα η ανάγνωση της επιταγής στο ακροατήριο, αφού το περιεχόμενό της ήταν ήδη γνωστό στον αναιρεσείοντα. Σε κάθε περίπτωση είχε αυτός τη δυνατότητα να ζητήσει στο ακροατήριο και την επίδειξη της επιταγής, εφόσον το επιθυμούσε, την οποία όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν έκρινε σκόπιμο να ζητήσει, ούτε βέβαια υπήρχε χωρίς σχετικό αίτημά του υποχρέωση του δικαστηρίου να προβεί αυτεπαγγέλτως στην επίδειξη αυτή. Αντίθετα επίσης με όσα ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ο τόπος έκδοσης και η επιγραμματική περίληψη του περιεχομένου της από 7.2.2003 βεβαίωσης της Εθνικής Τράπεζας και της από 12.2.2003 έκθεσης έγκρισης εγγραφής μήνυσης και βεβαίωσης αυτής δεν ήταν στοιχεία αναγκαία για τον προσδιορισμό της ταυτότητας των εγγράφων αυτών που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του Εφετείου, αφού ο προσδιορισμός τους με τα λοιπά ως άνω στοιχεία τους δεν καταλείπει αμφιβολία ότι πράγματι τα έγγραφα αυτά αναγνώσθηκαν και όχι κάποια άλλα, εφόσον μάλιστα δεν υπάρχουν άλλα έγγραφα μεταξύ των αναγνωσθέντων με παρόμοια στοιχεία, ώστε να μπορεί ενδεχομένως να δημιουργηθεί αμφισβήτηση και σύγχυση.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά τα Α1 και Α2 σκέλη του, με τα οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 3. Κατά τις διατάξεις του άρθρ. 369 §§1 και 3 ΚΠΔ, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα ή στους περισσότερους κατά το άρθρ. 32§2 ίδιου Κώδικα εισαγγελείς, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα... ,ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο, ο οποίος ή ο συνήγορός του έχουν πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσουν τελευταίοι. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες έχουν γενική εφαρμογή σε όλα τα ποινικά δικαστήρια, συνάγεται ότι η παραχώρηση του λόγου από τον διευθύνοντα τη συζήτηση με την προβλεπόμενη στο νόμο σειρά είναι υποχρεωτική και δεν προϋποθέτει προηγούμενη αίτηση των διαδίκων. Αν παραβιασθούν οι διατάξεις αυτές και ειδικότερα δεν δοθεί ο λόγος στον κατηγορούμενο ή στο συνήγορό του για να μιλήσουν τελευταίοι, επέρχεται κατά το άρθρ. 171§1περ.δ ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρ. 510§1στοιχ.Α ΚΠΔ, διότι πρόκειται για παραβίαση διατάξεων που αφορούν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται (ΑΠ 343/1990). Με το Α3 σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει και πάλι στην προσβαλλόμενη απόφαση την ως άνω πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, ισχυριζόμενος ότι μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και την αγόρευση της Εισαγγελέως που πρότεινε την ενοχή του, δεν δόθηκε σ' αυτόν (αναιρεσείοντα) ή στον συνήγορό του ο λόγος για να αναπτύξουν τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς τους. Όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, η διευθύνουσα τη συζήτηση, αφού κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, έδωσε το λόγο στην Εισαγγελέα που ανέπτυξε την κατηγορία, προτείνοντας την ενοχή του αναιρεσείοντος, και ακολούθως δόθηκε ο λόγος πρώτα στον πληρεξούσιο της πολιτικής αγωγής και έπειτα στον συνήγορο του αναιρεσείοντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικώς τους έγγραφους αυτοτελείς ισχυρισμούς που στο σημείο αυτό κατέθεσε, ζητώντας την απαλλαγή του αναιρεσείοντος. Στη συνέχεια το λόγο έλαβε η Εισαγγελέας που πρότεινε την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, ενώ ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, που έλαβε και πάλι στο σημείο αυτό το λόγο, ζήτησε να γίνουν δεκτοί οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του.
Συνεπώς στον συνήγορο του αναιρεσείοντος δόθηκε πάντοτε ο λόγος για να μιλήσει τελευταίος και να αναπτύξει την υπεράσπιση του αναιρεσείοντος και είναι έτσι αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το Α3 σκέλος του, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρ. 510§1στοιχ.Α ΚΠΔ.
4. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 171 §2 ΚΠΔ, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου επέρχεται ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη. Η ακυρότητα όμως αυτή, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρ. 510§1στοιχ.Α ΚΠΔ, επέρχεται μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρ. 68 ίδιου Κώδικα ως προς τον τρόπο και χρόνο άσκησης και υποβολής της πολιτικής αγωγής και όχι όταν υπάρχουν άλλες πλημμέλειες ή ελλείψεις ως προς την παράσταση ή την εκπροσώπηση αυτού που παρέστη ως πολιτικώς ενάγων. Κατά το άρθρ. 63 ΚΠΔ νομιμοποιείται ενεργητικά ως πολιτικώς ενάγων στο ποινικό δικαστήριο αυτός που δικαιούται κατά τον αστικό κώδικα να ζητήσει από τον κατηγορούμενο ή τον αστικώς υπεύθυνο, δηλαδή από τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται παθητικά κατά το άρθρ. 64§1 ΚΠΔ, αποζημίωση για το έγκλημα ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης και μάλιστα στην περίπτωση της χρηματικής ικανοποίησης η απαίτηση μπορεί να υποβληθεί στο ποινικό δικαστήριο ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία χωρίς έγγραφη προδικασία (άρθρ.68§2 ΚΠΔ). Δικαιούχος αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης κατά τις διατάξεις των άρθρ. 297-298,914,928,929,932 ΑΚ και συνεπώς ενεργητικά νομιμοποιούμενος ως πολιτικώς ενάγων είναι όμως μόνον όποιος έχει ζημιωθεί άμεσα από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του δράστη (ΑΠ 1/2ΟΟΟ? ΑΠ 667/2000? ΑΠ92/2002), δηλαδή ο φορέας του δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος που προσβλήθηκε από το έγκλημα, ανεξάρτητα από τη φύση αυτής καθ' εαυτής της ζημιάς ως άμεσης ή έμμεσης, δηλαδή ζημιάς που δεν προκλήθηκε απευθείας από το ζημιογόνο γεγονός, αλλά από άλλη, συναφή, πάντως, αιτία. Αντίθετα ο έμμεσα ζημιούμενος, δηλαδή αυτός που ζημιώθηκε από την προσβολή έννομου αγαθού άλλου προσώπου, δικαιούται αποζημίωσης ή ανάλογα χρηματικής ικανοποίησης μόνον κατ' εξαίρεση στις περιπτώσεις των άρθρ. 928εδ.β και 929εδ.β ΑΚ (ΑΠ 900/1991). Έτσι σε περίπτωση εγκλήματος πλαστογραφίας, που στην πλημμεληματική του μορφή προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις του άρθρ. 216§§1και2 ΠΚ, άμεσα ζημιούμενος δεν είναι μόνον εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε έγγραφο που αυτός εξέδωσε, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του (ΑΠ 963/2008? ΑΠ 1217/2008? ΑΠ 2324/2008). Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι στη δίκη στο Εφετείο δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ, ζητώντας να της επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη από το αποδιδόμενο στον αναιρεσείοντα έγκλημα, το ποσό των 44 ευρώ, που είχε ζητήσει και πρωτοδίκως, επιφυλασσόμενη να διεκδικήσει επιπλέον ποσό στα πολιτικά δικαστήρια. Κατά της παράστασης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ ως πολιτικώς ενάγουσας ο αναιρεσείων υπέβαλε εγγράφως και στη συνέχεια ανέπτυξε και προφορικά αντιρρήσεις και ζήτησε την αποβολή της, ισχυριζόμενος ότι από την αποδιδόμενη σ' αυτόν πλαστογραφία με χρήση ακολούθως από τον ίδιο της υπ' αριθ. ... επιταγής της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ μόνον η Τράπεζα αυτή, ως εκδότρια δήθεν της επιταγής, θα μπορούσε να ζημιωθεί άμεσα και όχι η πολιτικώς ενάγουσα. Το Εφετείο με παρεμπίπτουσα απόφασή του, ταυτάριθμη και συμπροσβαλλόμενη (άρθρ. 506§4 ΚΠΔ) με την αναιρεσιβαλλόμενη οριστική απόφασή του, απέρριψε την ένσταση αποβολής της πολιτική αγωγής με την ακόλουθη αιτιολογία: " Σύμφωνα με το κατηγορητήριο η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ είναι αμέσως ζημιωθείσα από τη σε βάρος της χρήση του κατά το κατηγορητήριο πλαστού εγγράφου (επιταγής της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ), εφόσον αυτό χρησιμοποιήθηκε ως εγγύηση- και τήρηση των όρων πώλησης σε περίπτωση πλειοδοσίας-για τη συμμετοχή του κατηγορουμένου στο δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό για την πώληση ακινήτου της, με συνέπεια να κλονίζεται η εμπιστοσύνη του κοινού στη διαδικασία της πολιτικώς ενάγουσας Τράπεζας. Επομένως η ένσταση του κατηγορουμένου περί αποβολής της πολιτικής αγωγής είναι απορριπτέα ως κατ' ουσία αβάσιμη (άρθρ. 63,64,82-84 και 87 ΚΠΔ)". Η αιτιολογία αυτή είναι ορθή, αφού η πλαστογραφία της ως άνω επιταγής και η χρήση της ακολούθως από τον αναιρεσείοντα ως εγγύηση για τη συμμετοχή του σε διενεργούμενο από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό ακινήτου της την καθιστά, σύμφωνα ήδη με τα στοιχεία της κατηγορίας, αμέσως ζημιούμενη από την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη, εφόσον η επιταγή αυτή, ως πλαστή, δεν ήταν δυνατόν να εκπληρώσει τον εγγυητικό της ρόλο ούτε βέβαια να καλύψει αντίστοιχο μέρος του πλειστηριάσματος σε περίπτωση κατακύρωσης του διαγωνισμού στον αναιρεσείοντα.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το Α4 σκέλος του, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην συμπροσβαλλόμενη ως άνω παρεμπίπτουσα απόφαση η αυτή πλημμέλεια από το άρθρ. 510§1στοιχ.Α ΚΠΔ, είναι και πάλι αβάσιμος και απορριπτέος.
5. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρ. 93§3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρ. 510§1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τόσο τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, όσο και οι αποδείξεις από τις οποίες προκύπτουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη (ΑΠ 126/2009). Μάλιστα για την επάρκεια της αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, αφού αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση ειδικότερα με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση ότι έχουν ληφθεί όλα υπόψη και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Η βεβαιότητα αυτή υπάρχει και όταν τα αποδεικτικά μέσα αναφέρονται στην απόφαση μόνον γενικώς κατά την κατηγορία και το είδος τους (λ.χ. μάρτυρες, έγγραφα κλπ...), αρκεί έτσι να καλύπτεται το σύνολο των αποδεικτικών μέσων. Αντίθετα δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά σε κάθε αποδεικτικό μέσο και ανάλυση του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται με την απόφαση ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα (ΑΠ 356/2009), ως προς τα οποία η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολογική συσχέτιση αφορά την ουσία της υπόθεσης και είναι ανέλεγκτη αναιρετικά. Η ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται κατά το τελευταίο εδάφιο του άρθρ. 139 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 2§5 ν. 2408/1996, για όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε (ΑΠ 105/1999? ΑΠ 731/2001). Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο αναιρεσείων υπέβαλε στο Εφετείο αίτημα αναβολής της δίκης κατά το άρθρ. 352§3 ΚΠΔ προκειμένου να προσκομισθεί από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ το πρωτότυπο σώμα της υπ' αριθ. ... επιταγής της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ για να διενεργηθεί επ' αυτού γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, που θα έπρεπε να διαταχθεί από το δικαστήριο κατά το άρθρ. 183 ΚΠΔ, ώστε να διακριβωθεί ότι δεν τέθηκαν απ' αυτόν οι πλαστές υπογραφές στο σώμα της επιταγής αυτής. Το Εφετείο με παρεμπίπτουσα απόφασή του, ταυτάριθμη και συμπροσβαλλόμενη (άρθρ. 506§4 ΚΠΔ) με την αναιρεσιβαλλόμενη οριστική απόφασή του, απέρριψε το αίτημα αυτό με την ακόλουθη αιτιολογία: " Επειδή από το σύνολο της αποδεικτικής διαδικασίας και ειδικότερα από τα έγγραφα της δικογραφίας, το αίτημα του κατηγορουμένου περί προσκόμισης του πρωτοτύπου της επίδικης επιταγής και διεξαγωγής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης είναι απορριπτέο κατ' ουσία, διότι το δικαστήριο μπορεί να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τα σχετιζόμενα με το αίτημα αυτό θέματα και ειδικότερα την πλαστογράφηση της επιταγής από τον κατηγορούμενο από τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία". Η αιτιολογία αυτή είναι επαρκής, αφού το δικαστήριο απέρριψε το ως άνω διπλό αίτημα, θεωρώντας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη στο σημείο αυτό κρίση του, ότι μπορεί να σχηματίσει ασφαλή δικανική πεποίθηση από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δηλαδή αυτά που αναφέρονται παρακάτω στο αιτιολογικό της οριστικής επί της ενοχής απόφασής του.
Συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην συμπροσβαλλόμενη ως άνω παρεμπίπτουσα απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρ. 510§1στοιχ.Δ ΚΠΔ, δηλαδή της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
6. Οι διατάξεις του άρθρ. 216§§1 και 2 ΚΠΔ ορίζουν ότι "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο". Από τις διατάξεις αυτές, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των έγγραφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν κατάρτιση από την αρχή (κατασκευή) εγγράφου από τον αυτουργό που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, που μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή(και) εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση ή αποδοχή πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση της πλαστογραφίας και επιπλέον σκοπός του δράστη (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, άσχετα αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση (ΑΠ 2324/2008? ΑΠ 38/2009). Με το δεύτερο και τρίτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την κρίση της για την ενοχή του και συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι δεν περιέχει περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι είχε πλήρη γνώση της πλαστότητας της τραπεζικής επιταγής που παρέδωσε ως εγγύηση για τη συμμετοχή του στον δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό που διενήργησε η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ, ενώ με ελλιπή αιτιολογία απέρριψε και τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί πραγματικής πλάνης του ως προς την πλαστότητα της επιταγής. Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατέθεσε εγγράφως με το συνήγορό του και ανέπτυξε και προφορικώς στο ακροατήριο του Εφετείου αυτοτελή ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης του κατά το άρθρ. 30 ΠΚ, ισχυριζόμενος ότι αγνοούσε την πλαστότητα της ως άνω επιταγής, την οποία αντίθετα θεωρούσε καθ' όλα νόμιμη και ισχυρή. Τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό απέρριψε ως αβάσιμο το Εφετείο και με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που παραδεκτά επισκοπείται, κήρυξε τελικώς ένοχο των αναιρεσείοντα με τις ακόλουθες αιτιολογίες: " Από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, την χωρίς όρκο εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και από την όλη διαδικασία αποδείχθηκε ότι στις 17.12.2002 η πολιτικώς ενάγουσα Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος διενεργούσε στα γραφεία της πλειοδοτικό διαγωνισμό για την πώληση ακινήτου της στην Κρήτη, αξίας 840.000 ευρώ. Όρος συμμετοχής στο διαγωνισμό ήταν η καταβολή ποσού ίσου προς το 10% της αγοράς του ακινήτου, δηλαδή 84.000 ευρώ από όσους επιθυμούσαν να συμμετάσχουν στη διαδικασία, ως εγγύηση για την τήρηση των όρων της πώλησης. Ο κατηγορούμενος υπέβαλε έγγραφη προσφορά για ποσό 840.000 ευρώ, δηλώνοντας ότι σε περίπτωση πώλησης σ' αυτόν τα συμβόλαια θα γίνουν στο όνομά του ή στο όνομα εταιρείας συμφερόντων του ...ή στο όνομα της εταιρείας VICARAGE GATE, κατέθεσε ως εγγύηση συμμετοχής την ... επιταγή με εκδότρια την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ, σε διαταγή της εταιρείας COMEX INVESTMENTS S.A., ποσού 110.000 ευρώ, η οποία είχε παραδοθεί με οπισθογράφηση από την εις διαταγή δικαιούχο αυτής στην πολιτικώς ενάγουσα. Ο κατηγορούμενος αναδείχθηκε πλειοδότης έναντι άλλου συμμετασχόντος, ενώ δε γινόταν περαιτέρω συζήτηση με τους υπαλλήλους της πολιτικώς ενάγουσας για τον τρόπο καταβολής του τιμήματος, αυτός πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία έφυγε από το γραφείο, εγκαταλείποντας και την αστυνομική του ταυτότητα και δεν επέστρεψε ποτέ. Η επιταγή εμφανίσθηκε προς πληρωμή στο γραφείο συμψηφισμού και δεν πληρώθηκε, διότι ουδέποτε είχε εκδοθεί από την Εμπορική Τράπεζα και ήταν πλαστή. Την επιταγή αυτή κατάρτισε με πρόθεση ο κατηγορούμενος, συμπληρώνοντας όλα τα στοιχεία αυτής και θέτοντας στη θέση του εκδότη τις δυο υπογραφές των υπαλλήλων της Εμπορικής Τράπεζας, κατ' απομίμηση των γνήσιων υπογραφών τους, καθώς και στη θέση του πρώτου οπισθογράφου, κατ' απομίμηση της υπογραφής του εκπροσώπου της εταιρείας αυτής, με σκοπό να παραπλανήσει τα μέλη της επιτροπής της πολιτικώς ενάγουσας ότι δικαιούται να συμμετάσχει στο διαγωνισμό και ακολούθως έκανε χρήση της επιταγής παραδίδοντας αυτή στην επιτροπή ως εγγύηση συμμετοχής του και τήρησης των όρων πώλησης σε περίπτωση πλειοδοσίας. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ενεργούσε κατόπιν προφορικής εντολής για λογαριασμό κάποιου Ρώσου, με το όνομα Λ, με τη συμφωνία ο ίδιος (κατηγορούμενος) να λάβει προμήθεια 5%-10% επί του τιμήματος και ότι την επιταγή την παρέδωσε η γραμματέας του Ρώσου Κ λίγο πριν από τον πλειοδοτικό διαγωνισμό μαζί με μια εξουσιοδότηση να συμμετάσχει στο διαγωνισμό για να γίνει η πώληση στην εταιρεία VICARAGE GATE ESTATES LTD, η οποία σημειωτέον είναι πλαστογραφημένη ως προς τη βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής. Ο πιο πάνω ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως κατ' ουσία αβάσιμος, δεδομένου ότι ουδόλως πιστευτός είναι, λαμβάνοντας υπόψη ότι στην προανακριτική του απολογία ο κατηγορούμενος δεν ανέφερε τον Λ, αλλά μόνο την Κ, η οποία μετά από μήνυσή του έχει παραπεμφθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για να δικαστεί για την πράξη της πλαστογραφίας και της απάτης με το ήδη αμετάκλητο 4340/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, σημειώνοντας ότι η Κ ουδέποτε ανευρέθη για να εκθέσει τις απόψεις της. Εξ άλλου η παράδοση της επίδικης επιταγής από τρίτα πρόσωπα, των οποίων η ύπαρξη δεν επιβεβαιώνεται από τα στοιχεία της δικογραφίας, καταρρίπτεται και από το ότι στην έγγραφη προσφορά που κατέθεσε ο κατηγορούμενος ζητεί τη μεταβίβαση του ακινήτου, εκτός από την εταιρεία VICARAGE στον εαυτό του ή σε εταιρεία συμφερόντων του, πράγμα που δεν θα συνέβαινε αν ενεργούσε ως απλός εντολοδόχος, ενώ έρχεται και σε αντίφαση με τον ισχυρισμό του ότι από την εν λόγω πώληση θα λάμβανε προμήθεια 5%-10%. Η κρίση του δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε τη διαδικασία πριν από την ολοκλήρωσή της και δεν επέστρεψε αμέσως για την παραλαβή της αστυνομικής του ταυτότητας, παρά την ειδοποίηση από τους υπαλλήλους της Τράπεζας. Σημειώνεται ότι την αστυνομική του ταυτότητα παρέλαβε ένα μήνα αργότερα. Με βάση τα παραπάνω είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός του περί πραγματικής πλάνης (άρθρ. 30 ΠΚ), εφόσον δεν αποδείχθηκε άγνοια αυτού περί της πλαστότητας της επιταγής". Mε αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν κατά την αντικειμενική και υποκειμενική του υπόσταση το έγκλημα της πλαστογραφίας με χρήση του πλαστού εγγράφου, για το οποίο κηρύχθηκε κατά τα ανωτέρω ένοχος και καταδικάσθηκε. Εκτίθενται επίσης στην απόφαση τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα κρίσιμα περιστατικά και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρ. 26§1α,27§1,13περ.γ,216§1 ΠΚ, τις οποίες ορθά το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα, εφόσον το Εφετείο σαφώς και με πληρότητα αιτιολογίας δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη στο σημείο αυτό κρίση του, ότι την πλαστή ως άνω επιταγή την κατάρτισε ο ίδιος ο αναιρεσείων, είναι αυτονόητο πλέον ότι είχε πλήρη γνώση της πλαστότητάς της και δεν απαιτείται πρόσθετη αιτιολόγηση της γνώσης του, η οποία κατά λογική συνεκδοχή αποκλείει την ύπαρξη άγνοιάς του, με συνέπεια να είναι χωρίς άλλο ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος και ο αντίστοιχος ισχυρισμός του περί πραγματικής πλάνης του ως προς την πλαστότητα της επιταγής.
Συνεπώς ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρ. 510§1στοιχ.Δ ΚΠΔ, είναι ουσιαστικά αβάσιμοι και απορριπτέοι.
7. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρ. 93 §3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ.333§2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης, στην άρση ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Με την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται παραδεκτά και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δημιουργείται υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί γι' αυτούς, αλλιώς επέρχεται κατά το άρθρ. 170 §2 ΚΠΔ ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρ.510§1στοιχ.Β ΚΠΔ (ΑΠ 105/1999), ενώ η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης για τους ισχυρισμούς αυτούς αιτιολογίας θεμελιώνει το λόγο αναίρεσης από το στοιχείο Δ του άρθρ. 510 §1 ΚΠΔ. Όταν όμως οι αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι αόριστοι και γενικώς δεν προβάλλονται παραδεκτά ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής κατά την παραπάνω έννοια, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να απαντήσει στους ισχυρισμούς και μάλιστα να διαλάβει στην απόφασή του ειδική γι' αυτούς και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (ΑΠ 2324/2008? ΑΠ 797/2009? ΑΠ 1715/2009). Στην επιβολή μειωμένης ποινής οδηγεί και η συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρ. 84§2 ΠΚ και συνεπώς η επίκληση απ' αυτόν τέτοιας ελαφρυντικής περίστασης συνιστά κατά τα παραπάνω προβολή αυτοτελούς ισχυρισμού, ο οποίος για να είναι ορισμένος και να χρήζει έτσι απάντησης από το δικαστήριο με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία θα πρέπει να περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την επικαλούμενη ελαφρυντική περίσταση. Μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρ. 84§2 ΠΚ είναι κατά μεν την περίπτωση (α) το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, κατά δε την περίπτωση (ε) το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Για τη στοιχειοθέτηση της πρώτης από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, δηλαδή του πρότερου έντιμου βίου του κατηγορουμένου, πρέπει να εκτίθενται με θετική διατύπωση συγκεκριμένα περιστατικά έντιμης ζωής του και μάλιστα σε όλους τους παραπάνω τομείς συμπεριφοράς του. Έτσι η έντιμη ζωή δεν έχει μόνο αρνητικό περιεχόμενο με την έννοια της έλλειψης προηγούμενης καταδίκης του κατηγορουμένου, αλλά πρέπει να έχει αυτοτελή θετική υπόσταση σε όλους τους τομείς της κοινωνικής του δραστηριότητας πριν από την αξιόποινη πράξη του (ΑΠ 984/2006), ενώ για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου μετά την αξιόποινη πράξη του πρέπει να αναφέρονται συγκεκριμένα επίσης περιστατικά καλής συμπεριφοράς του για μεγάλο σχετικά διάστημα μετά την πράξη του (ΑΠ 286/2009? ΑΠ 797/2009) και μάλιστα υπό καθεστώς ελευθερίας του, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά σε γνήσια ψυχική στάση του και μαρτυρεί για την ποιότητα του ήθους του. Αντίθετα ο ευρισκόμενος στη φυλακή κατηγορούμενος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς, τους οποίους αν παραβεί θα υποστεί πειθαρχικές ποινές, γι' αυτό και η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία συμπεριφορά, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης, αλλά πρόκειται για συμπεριφορά επιβαλλόμενη και σε μεγάλο βαθμό προκαθορισμένη (ΑΠ 13/2009). Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου με γραπτό αίτημα που υπέβαλε στο Εφετείο και ανέπτυξε και προφορικά, ζήτησε να αναγνωρισθεί στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η συνδρομή των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, διότι ναι μεν έχει προηγούμενες καταδίκες, οι οποίες δεν υπερβαίνουν συνολικά τους 6 μήνες, αφορούν όμως όλες παραβάσεις του νόμου περί επιταγών, δηλαδή έγκλημα σχετιζόμενο με ατυχίες στην εμπορική του δραστηριότητα και συνεπώς μικρής ποινικής απαξίας, ενώ εξ άλλου από το έτος 2002 και μετέπειτα, δηλαδή αφότου χρησιμοποίησε την πλαστή ως άνω επιταγή, δεν υπάρχει άλλη εμπλοκή του σε αξιόποινη πράξη. Ουσιαστικά δηλαδή ο κατηγορούμενος επικαλέσθηκε για να θεμελιώσει τη συνδρομή στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου μόνον την ανυπαρξία προηγούμενων καταδικών του ανώτερων συνολικά των 6 μηνών, που όμως δεν αρκεί και θα έπρεπε κατά τα προεκτεθέντα να γίνεται επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών έντιμης ζωής του και θετικής δράσης του σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς του, ενώ και για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης της καλής μετά την πράξη του συμπεριφοράς του δεν επικαλέσθηκε συγκεκριμένα περιστατικά θετικής συμπεριφοράς του, αλλά το αρνητικό και μόνον γεγονός της μη περαιτέρω εμπλοκής του σε αξιόποινες πράξεις, που επίσης δεν είναι αρκετό για να είναι ορισμένος ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός του.
Συνεπώς το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στους αόριστους αυτούς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου που απέβλεπαν στην αναγνώριση στο πρόσωπό του των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, ωστόσο ως εκ περισσού απάντησε και μάλιστα με αιτιολογία ορθή και πλήρη ως ακολούθως: "Τέλος παρά την ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου (του κατηγορουμένου) είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός του περί χορήγησης ελαφρυντικού εκ του άρθρ. 84§2α ΠΚ, εφόσον δεν αποδείχθηκε και θετική συμπεριφορά του δράστη (έντιμη οικογενειακή και επαγγελματική ζωή), καθώς και ελαφρυντικού εκ του άρθρ. 84§2ε ΠΚ, εφόσον δεν αρκεί γι' αυτό παθητική μόνο συμπεριφορά". Έτσι είναι αβάσιμος και απορριπτέος και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αυτή πλημμέλεια από το άρθρ. 510§1 στοιχ.Δ ΚΠΔ. Συνακόλουθα πρέπει η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583§1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρ. 176,189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.6.2010 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 9918/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς και τους από 17.8.2010 πρόσθετους λόγους αναίρεσης κατά της αυτής απόφασης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2010, όπου και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία τραπεζικής επιταγή με χρήση από τον υπαίτιο. Αίτηση αναίρεσης κατά της καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα απόφασης με λόγους (κύριους και πρόσθετους) από το αρθρ. 510 § 1 στοιχ. Α΄ και Δ΄ ΚΠΔ ως ακολούθως: 1) επίκληση απόλυτης ακυρότητας (άρθρ. 171 § 1δ ΚΠΔ) α) για λήψη υπόψη εγγράφου που αναγνώσθηκε, αλλά δεν επιδείχθηκε, καθώς και εγγράφων που αναφέρονται ατελώς στα πρακτικά (τρόπος καταχώρησης των εγγράφων στα πρακτικά), β) για παράλειψη του δικαστηρίου να δοθεί ο λόγος στον κατηγορούμενο ή στον συνήγορο του (αρθρ. 369 ΚΠΔ), γ) για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της πολιτικώς ενάγουσας, 2) Έλλειψη αιτιολογίας ως προς το δόλο του κατηγορουμένου, ως προς την απόρριψη αιτήματος διενέργειας πραγματογνωμοσύνης και ως προς την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών περί πραγματικής πλάνης του κατηγορουμένου και περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικών περιστάσεων απόρριψη όλων των λόγων ως αβάσιμων.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ισχυρισμός αυτοτελής, Πλαστογραφία, Πολιτική αγωγή, Πλάνη.
| 0
|
Αριθμός 1742/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου.
Με εγκαλούμενους τους: 1. Χ1, Πρωτοδίκη Αθηνών, 2. Χ2, Δικηγόρο Αθηνών, 3. Χ3, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, 4. Χ4, Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και 5. Χ5, Πρόεδρο Πρωτοδικών Αθηνών.
Με εγκαλούντα τον Ψ, κάτοικο ....
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 211/2-6-2010, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 785/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου, με αριθμό 292/23-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγοντες, μετά της συνημμένης δικογραφίας, την υπ' αριθμ. πρωτ. 211/2010 αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, για τον κανονισμό αρμοδιότητος, κατά παραπομπή της κατωτέρω ποινικής υποθέσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 περιπτ. ε' και 137 παρ. 1γ' του Κ.Π.Δ., εκθέτομεν τα εξής:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περίπτωση ε' του Κ.Π.Δ., όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τ'άρθρα 122 - 125 του Κ.Π.Δ., Δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το αρμόδιο Δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Περίπτωση τέτοιας παραπομπής συντρέχει, όχι μόνο στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και της προδικασίας, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εισαγγελεύς Πρωτοδικών Χαλκίδος, με την υπ'αριθμ. 2/2010 διάταξή του, απέρριψε ως αβάσιμη, κατά το άρθρο 47 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. ... έγκληση του Ψ, κατά των 1) Χ4, Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, 2) Χ5, Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, 3) Χ1, Πρωτοδίκη Αθηνών, 4) Χ3. Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και 5) Χ2, Δικηγόρου Αθηνών για εξύβριση, συκοφαντική δυσφήμηση, παράβαση καθήκοντος κ.λ.π.
Κατά της διατάξεως αυτής ο εγκαλών άσκησε κατά το άρθρο 48 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 3/12-2-2010 προσφυγή ενώπιον του Γραμματέως του Πταισματοδικείου Καλλιθέας, για την εξέταση της οποίας αρμόδιος είναι ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών. Στην Εισαγγελία αυτή υπηρετεί ο πρώτος των μηνυομένων Χ4. Επομένως, νόμιμο κατά τις διατάξεις των άρθρων 132, 134, 135, 136 περιπτ. ε' Κ.Π.Δ. είναι, να υπάρξει κανονισμός αρμοδιότητος για όλους τους άνω εγκαλουμένους λόγω συναφείας και να οριστεί ως αρμόδιος να αποφανθεί επί της προμνησθείσης προσφυγής, ο Εισαγγελεύς Εφετών Πειραιώς, καθώς και οι Δικαστικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Πειραιώς και των αντίστοιχων Εισαγγελιών, αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν Να οριστούν ως κατά παραπομπή αρμόδιοι α) ο Εισαγγελεύς Εφετών Πειραιώς, δια να αποφανθεί επί της υπ'αριθμ. 3/2010 προσφυγής του Ψ, κατοίκου ..., κατά της υπ'αριθμ. 2/2010 διατάξεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Χαλκίδος, και β) οι Δικαστικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Πειραιώς και των αντίστοιχων Εισαγγελιών, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση.
Αθήνα Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστ. Κανελλόπουλος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από τον δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής διώξεως, οπότε η παραπομπή νοείται ως παραπομπή όχι σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο, στην κυριολεξία, αλλά στον Εισαγγελέα και τις λοιπές ανακριτικές αρχές που διατελούν σε τέτοιο, δηλαδή ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από το δικαστήριο της περιφέρειας ενός εφετείου σε δικαστήριο της περιφέρειας άλλου εφετείου, ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 ΚΠΔ.
Εν προκειμένω, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο Ψ κατεμήνυσε με τη με αριθμό ... από 2.12.2008 μηνυτήρια αναφορά του για διάφορες αξιόποινες πράξεις τους 1) Χ4, Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 2) Χ5, Πρόεδρο Πρωτοδικών Αθηνών, 3) Χ1, Πρωτοδίκη Αθηνών, 4) Χ3 και 5) Χ2, Δικηγόρο Αθηνών. Επί της υποθέσεως διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση, μετά το πέρας της οποίας, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών Χαλκίδας, με την Ζ 09/427/2/2010 διάταξη, απέρριψε, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 47 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, την έγκληση (βλ. διάταξη). Κατά της απορριπτικής αυτής διατάξεως ασκήθηκε από τον εγκαλούντα η με αριθμό 3/12.2.2010 προσφυγή ενώπιον του Γραμματέως του Πταισματοδικείου Καλλιθέας και η σχετική δικογραφία υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, για να κρίνει επ' αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 48 Κ.Π.Δ. Δεδομένου όμως ότι ο παραπάνω πρώτος εγκαλούμενος είναι εισαγγελικός λειτουργός, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, οι τρίτος και τέταρτη είναι δικαστικοί λειτουργοί, που υπηρετούν στο Πρωτοδικείο Αθηνών και ο τέταρτος εισαγγελικός λειτουργός που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, ανακύπτει ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 εδ. ε' και 137 Κ.Π.Δ. Για τον λόγο αυτό ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, με τη με αριθμό πρωτοκόλλου 211/2010 αίτησή του, διαβίβασε την υπόθεση στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και ζήτησε να γίνει ο κανονισμός αυτός (βλ. αίτηση). Η αίτηση είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, και κατ' ουσίαν βάσιμη, ενόψει των προεκτεθέντων. Πρέπει, επομένως να γίνει δεκτή και να χωρήσει κανονισμός αρμοδιότητας, προκειμένου να αποκλεισθεί κάθε υπόνοια μεροληψίας. Προς τούτο, πρέπει να ορισθούν ως αρμόδιες οι δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς, καθώς και οι αντίστοιχες Εισαγγελίες για το χειρισμό των προαναφερομένων μηνύσεων, ως προς τους παραπάνω μηνυομένους και ως προς τον πέμπτο, λόγω συναφείας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ, κατά παραπομπή ως αρμόδιες τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Εφετείου και του Πρωτοδικείου Πειραιώς για τον χειρισμό της υποθέσεως που αφορά την από ... μήνυση του Ψ κατά των 1) Χ4, Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, 2) Χ5, Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, 3) Χ1, Πρωτοδίκη Αθηνών, 4) Χ3, Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών και 5) Χ2, δικηγόρου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα. Κανονισμός αρμοδιότητας. Αιτών ο Εισαγγελέας Εφετών Α0ηνών. Παραπέμπεται η υπό0εση από τις δικαστικές και εισαγγελικές Αρχές Α0ηνών σε εκείνες του Πρωτοδικείου Πειραιώς.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 1743/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Καυκόπουλο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 184-185/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενους τους 1) Ζ1 και 2) Ζ2 Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 893/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την με αριθμό 363/26.10.2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων ενώπιον του Δικαστηρίου Σας (σε συμβούλιο), σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδαφ. α Κ.Π.Δ, την υπ' αριθμ.24/16-6-2010 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθ. 184-185/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία ασκήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Καυκόπουλο, συνήγορο υπεράσπισης του αναιρεσείοντα στην δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εκθέτω τα κάτωθι: Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ , όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων (περί των οποίων δεν πρόκειται), εκπρόθεσμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου ορίζεται με την διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ ότι "όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από την δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημερών, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης......". Περαιτέρω ορίζεται με την διάταξη της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου ότι "η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης, αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου....." Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει σαφώς ότι η προθεσμία άσκησης αναίρεσης από τον κατηγορούμενο κατά αποφάσεως, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία αυτή ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σύμφωνα με την δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου (περί της οποίας δεν πρόκειται εν προκειμένω), είναι δεκαήμερη, αρχίζει δε από την έκδοση της αποφάσεως παρόντος του διαδίκου, άλλως από την νόμιμη επίδοσή της στον δικαιούμενο σε αναίρεση, σε κάθε όμως περίπτωση η προθεσμία αυτή δεν αρχίζει, πριν την καταχώρηση της απόφασης στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων τελεσίδικων αποφάσεων της παραγράφου 3, ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή της, τότε μόνο συγχωρείται, όταν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που εμποδίζουν τον δικαιούμενο στην εμπρόθεσμη άσκησή της. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να εκτίθενται στην συντασσόμενη κατά το άρθρο 474 σχετική έκθεση, με ταυτόχρονη επίκληση των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τους λόγους αυτούς (ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων άσκησε στις 16-6-2010 την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης (δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευθυμίου Καυκόπουλου) ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά της υπ' αριθμ. 184-185/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης 9 ετών για παράνομη κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε παρόντος του κατηγορουμένου και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο την 14-5-2010. Εξάλλου με την από 26-5-2010 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Φ.Ε.Κ Α αριθμός φύλλου 81), κατά το από 14-5-2010 μέχρι 4-6-2010 χρονικό διάστημα, ανεστάλησαν οι εργασίες όλων των δικαστικών υπηρεσιών της ..., καθώς επίσης και οι νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για την διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών, ενώπιον των υπηρεσιών του Εφετείου, της Εισαγγελίας Εφετών, του Πρωτοδικείου, της Εισαγγελίας Πρωτοδικών, του Ειρηνοδικείου και του Πταισματοδικείου Θεσσαλονίκης, προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι συνέπειες από την ενεργοποίηση εκρηκτικού μηχανισμού και την συνεπεία της έκρηξης πρόκληση ζημιών στο Δικαστικό Μέγαρο Θεσσαλονίκης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η έναρξη της δεκαήμερης προθεσμίας για την άσκηση αναιρέσεως κατά το άρθρο 473 παρ. 1 και 3 Κ.Π.Δ. άρχιζε στην προκειμένη περίπτωση την 5-6-2010 και έληγε την 14-6-2010 ημέρα Δευτέρα. Ασκηθείσα συνεπώς η προκειμένη αναίρεση την 16-6-2010, ημέρα Τετάρτη, είναι εκπρόθεσμη. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα ότι η αναίρεση ασκείται εμπροθέσμως γιατί σύμφωνα με την από 26-5-2010 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, ανεστάλησαν οι προθεσμίες από 14-5-2010 μέχρι 7-6-2010 είναι αβάσιμος, γιατί όπως ήδη αναφέρθηκε, με την περί ης ο λόγος Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, οι προθεσμίες για την άσκηση διαδικαστικών πράξεων στο Δικαστικό Μέγαρο Θεσσαλονίκης, ανεστάλησαν από 14-5-2010 μέχρι 4-6-2010 και όχι μέχρι 7-6-2010, όπως αβασίμως αυτός ισχυρίζεται. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, ως ασκηθείσα εκπροθέσμως και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 24/16-6-2010 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθ. 184-185/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και
β) Να καταδικασθεί ο ανωτέρω αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 25 Οκτωβρίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1α, 473 παρ. 1 και 476 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας συνάγεται ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις και όταν ασκηθεί μετά την πάροδο της προθεσμίας που ορίζεται για την άσκησή του. Η προθεσμία γενικώς για την άσκηση των ένδικων μέσων, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από διάταξη νόμου είναι δεκαήμερη, όταν ο δικαιούμενος διαμένει στην ημεδαπή και ήταν παρών όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση, ενώ, εάν δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η ως άνω προθεσμία είναι και πάλι δεκαήμερη και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, στην περίπτωση, όμως που ο κατηγορούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η δεκαήμερη προθεσμία αρχίζει από τότε που επιδόθηκε η απόφαση στον κατηγορούμενο, εφόσον η επίδοση αυτής είναι μεταγενέστερη από την καταχώρισή της στο ως άνω βιβλίο. Συγχωρείται εκπρόθεσμη άσκηση κατά του ως άνω ένδικου μέσου, όταν ο αναιρεσείων επικαλείται στη σχετική έκθεση περιστατικά, τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν τα ως άνω περιστατικά. Αν δεν το πράξει, το ένδικο μέσο είναι απορριπτέο, ως εκπρόθεσμο και απορριπτέο.
Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη 184-185/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων σε κάθειρξη εννέα (9) ετών για κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών, δημοσιεύτηκε με παρόντα τον κατηγορούμενο στις 26 Ιανουαρίου 2010 και καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ως άνω ειδικό βιβλίο στις 14 Μαΐου 2010 (βλ. απόφαση και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση). Εξάλλου, με την από 26 Μαΐου 2010 πράξη νομοθετικού περιεχομένου (ΦΕΚ Α'81), κατά το από 14 Μαΐου 2010 μέχρι 4 Ιουνίου 2010 χρονικό διάστημα, ανεστάλησαν οι εργασίες όλων των δικαστικών υπηρεσιών της Θεσσαλονίκης, καθώς επίσης και οι νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των υπηρεσιών του Εφετείου, της Εισαγγελίας Εφετών, του Πρωτοδικείου, της Εισαγγελίας Πρωτοδικών, του Ειρηνοδικείου και του Πταισματοδικείου Θεσσαλονίκης, προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι συνέπειες από την ενεργοποίηση εκρηκτικού μηχανισμού και τη συνεπεία της εκρήξεως πρόκληση ζημιών στο Δικαστικό Μέγαρο Θεσσαλονίκης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η έναρξη της δεκαήμερης προθεσμίας για την άσκηση αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 1 και 3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας άρχισε στην προκειμένη περίπτωση την 5η Ιουνίου 2010 και έληξε στις 14 Ιουνίου 2010, ημέρα Δευτέρα. Ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στις 16 Ιουνίου 2010, ημέρα Τετάρτη. Επομένως η αίτηση είναι εκπρόθεσμη, ο ισχυρισμός δε του αναιρεσείοντος ότι η αναίρεση ασκήθηκε εμπροθέσμως, διότι σύμφωνα με την από 26 Μαΐου 2010 πράξη νομοθετικού περιεχομένου, ανεστάλησαν οι προθεσμίες από 14 Μαΐου 2010 μέχρι τις 7 Ιουνίου 2010 είναι αβάσιμος, αφού, όπως αναφέρθηκε με την ως άνω πράξη νομοθετικού περιεχομένου, οι προθεσμίες για την άσκηση διαδικαστικών πράξεων στο Δικαστικό Μέγαρο Θεσσαλονίκης ανεστάλησαν από 14 Μαΐου 2010 μέχρι 4 Ιουνίου 2010 και όχι μέχρι τις 7 Ιουνίου 2010. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η αίτηση να κηρυχθεί απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη την 24/16.6.2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά της 184-185/26.1.2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα. Εκπρόθεσμη άσκηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε μετά την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας. Απορρίπτει ως απαράδεκτη.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1739/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 1293/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 510/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 195/18.5.2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, την 12/17.2.2010 αίτηση (δήλωση) του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 1293/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Από το συνδυασμό των άρθρων 462, 465 παρ. 1, 473 παρ. 1 και 3, 474 παρ. 1 και 2 και 507 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, προκύπτει, ότι η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως με δήλωση ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα, από τον κατηγορούμενο, που δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της τελεσίδικης αποφάσεως και διαμένει στην ημεδαπή, ή από τον ειδικά εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του, γίνεται μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών, η οποία αρχίζει από τότε που η απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, αν αυτή είναι μεταγενέστερη από την επίδοση προς εκείνον της αποφάσεως, αλλιώς από την εν λόγω επίδοση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που θα εμφανισθούν, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου, που πηγάζει από το άρθρο 255 του ΑΚ, κατά την οποία ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, συνεπώς και της αναιρέσεως, όταν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, μέσα όμως στη νόμιμη προθεσμία, που αρχίζει για την περίπτωση αυτή από τότε που θα παύσει ο λόγος της ανωτέρας βίας ή θα εξαλειφθεί το ανυπέρβλητο κώλυμα. Στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από τα άρθρα 474 παρ. 2 και 509 του ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεώς του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση αυτού, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά τους, γιατί διαφορετικά, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 476 του ΚΠΔ (ΑΠ 113/2010, ΑΠ 77/2010). Ως ανωτέρα βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως. Ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο (Ολ. ΑΠ 4/1995, ΑΠ 2099/2009, ΑΠ 1833/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε με την 42,67/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για τα κακουργήματα) σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών για ηθική αυτουργία σε απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατ' εξακολούθηση. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε την 26/13.1.2003 έφεσή του, η εκδίκαση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 10.11.2004 στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπου ο άνω εκκαλών ήταν απών, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά. Στο δικαστήριο αυτό εμφανίστηκε ως άγγελος ο φίλος του Φ, ο οποίος ζήτησε την αναβολή της δίκης δηλώνοντας ότι "ο κατηγορούμενος είναι ασθενής και δε μπορεί να εμφανισθεί στο δικαστήριο", γεγονός που επιβεβαίωσε και ενόρκως εξετασθείς προς τούτο ως μάρτυς στο ακροατήριο. Το δικαστήριο έκανε δεκτό το αίτημα αυτό, και όρισε ρητή δικάσιμο την 29.6.2005, "χωρίς άλλη κλήτευση του κατηγορουμένου", όπως προκύπτει από την 1895/2004 απόφασή του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 29.6.2005 του αυτού δικαστηρίου ο παραπάνω εκκαλών δεν εμφανίστηκε και αφού απορρίφθηκε το αίτημα αναβολής, που υποβλήθηκε από τον εμφανισθέντα ως άγγελο αυτού Ζ (αδελφό του), η έφεσή του απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την 1293/2005 απόφαση του άνω δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά το δικαστήριο πριν εκδώσει την απορριπτική της εφέσεως απόφασή του ανέγνωσε τη παραπάνω αναβλητική απόφασή του (1895/2004) αναφέροντας χαρακτηριστικά στην προσβαλλόμενη απόφαση (1293/2005) "Επειδή, όπως προκύπτει από την 1895/2004 αναβλητική απόφαση του δικαστηρίου αυτού, για τη σημερινή δικάσιμο (29.6.2005), η οποία βρίσκεται στη δικογραφία, ο κατηγορούμενος έχει νόμιμα κλητευθεί για να εμφανισθεί σήμερα στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου και να υποστηρίξει την έφεσή του κατά της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών με αριθμό 42,67/2003. Επομένως, αφού δεν εμφανίστηκε, πρέπει να απορριφθεί η έφεσή του ως ανυποστήρικτη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 326, 340 και 501 του ΚΠΔ". Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 27.7.2005, με αριθμό καταχωρήσεως 722, όπως προκύπτει από τη συνημμένη από 18.2.2010 υπηρεσιακή βεβαίωση της γραμματέως του οικείου τμήματος του Εφετείου Αθηνών. Επιδόθηκε δε νομίμως δια θυροκολλήσεως, στις 21.9.2005, στην διεύθυνση κατοικίας που είχε δηλώσει ο αναιρεσείων με την ... έκθεση εφέσεως (βλ. το από 21.9.2005 αποδεικτικό επιδόσεως του ..., αρχ/κα του Α.Τ. ...), την αυτή δε ημερομηνία επιδόθηκε αντίγραφο της αποφάσεως, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρο 155 παρ. 2 του ΚΠΔ, και στον αντίκλητο, που διόρισε ο αναιρεσείων με την έκθεση εφέσεως, ..., δικηγόρο Αθηνών (βλ. το από 21.9.2005 αποδεικτικό επιδόσεως του ..., αστυφύλακα του Α.Τ. ...). Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 17.2.2010, δηλαδή μετά την πάροδο της κατά νόμο 10ημερης προθεσμίας από την νόμιμη κατά τα άνω, μεταγενέστερη της καταχωρήσεως στο ειδικό βιβλίο, επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με δήλωση του ειδικά εξουσιοδοτημένου κατά το άρθρο 96 του ΚΠΔ αντιπροσώπου του αναιρεσείοντος ..., δικηγόρου Αθηνών, ενώπιον της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, συνταχθείσας προς τούτο νομοτύπως της ... αιτήσεως (δηλώσεως) αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων δεν προβάλλει με την έκθεση αναιρέσεως κάποιο λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της (που έγινε μετά 4 έτη και 5 μήνες περίπου από τη νόμιμη επίδοση της αποφάσεως), αλλά απλώς ισχυρίζεται ότι δεν του επιδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και ότι έλαβε γνώση αυτής στα τέλη Ιανουαρίου 2010, όταν συνελήφθη σε εκτέλεση αυτής και άλλων καταδικαστικών ποινικών αποφάσεων. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός είναι εντελώς αβάσιμος, δεδομένου ότι η ως άνω απόφαση, όπως προαναφέρθηκε, νομίμως επιδόθηκε δια θυροκολλήσεως στην ανωτέρω διεύθυνση, που ο ίδιος είχε δηλώσει με την έκθεση εφέσεως (άρθρο 155 παρ. 2 του ΚΠΔ). Οι λοιποί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε γνώση της ρητής δικασίμου της 29.6.2005, διότι ο Φ που εμφανίστηκε στο δικαστήριο την 10.11.2004 και ζήτησε κατ' εντολή του την αναβολή της δίκης δεν τον ενημέρωσε σχετικά και ότι κατά την ορισθείσα ρητή δικάσιμο (29.6.2005) αυτοβούλως και χωρίς την εντολή του ο Ζ (αδελφός του) ζήτησε και πάλι την αναβολή της δίκης, εκτός του ότι είναι αβάσιμοι, δεν έχουν σχέση με την εκπρόθεσμη άσκηση της αναιρέσεως και δεν εμπίπτουν στην έννοια της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, όπως αυτή εκτέθηκε παραπάνω. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 513 παρ. 1 εδ. α' και 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η 12/17.2.2010 αίτηση (δήλωση) του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 1293/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.Αθήνα, 18 Μαΐου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυσμό του άρθρου 462, 473 παρ. 1, 3 και 507 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ προκύπτει, ότι όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης αρχίζει από τότε που η απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ίδιου Κώδικα και είναι δέκα ημέρες από την επίδοσή της, εφόσον ο δικαιούμενος ήταν απών κατά τη δημοσίευσή της, αλλά γνωστής στην ημεδαπή διαμονής. Εξάλλου, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου, που απορρέει από το άρθρο 255 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου, συνεπώς και της αναίρεσης, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, μέσα όμως στη νόμιμη προθεσμία, που αρχίζει για την περίπτωση αυτή από τότε που θα παύσει ο λόγος της ανώτερης βίας ή θα παραλειφθεί το ανυπέρβλητο κώλυμα. Στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως, από το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠΔ, συνάγεται εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση άσκησής του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία δε μπόρεσε ν' ασκήσει εμπρόθεσμα αυτό, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, που αποδεικνύουν τη βασιμότητά τους, αλλοιώς, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στο άρθρο 476 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δε μπορεί ν' αποτραπεί και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης. Ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διάδικου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερκινηθεί απ' αυτόν με κανένα τρόπο (Ολ.ΑΠ 4/1995). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η προσβαλλόμενη 1293/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε έφεση του αναιρεσείντος, ως ανυποστήρικτη, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 27.7.2005, με αριθμό καταχώρησης 722, όπως προκύπτει από τη συνημμένη από 18.2.2010 υπηρεσιακή βεβαίωση της γραμματέως του οικείου τμήματος του Εφετείου Αθηνών. Επιδόθηκε δε νομίμως με. θυροκόλληση στις 21.9.2005 στη διεύθυνση κατοικίας που είχε δηλώσει ο αναιρεσείων με την 26/13.1.2003 έκθεση έφεσης (βλ. το από 21.9.2005 αποδεικτικό επίδοσης του ..., αρχ/κα του Α.Τ. ...), την αυτή δε ημερομηνία επιδόθηκε αντίγραφο της απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 2 του ΚΠΔ, και στον αντίκλητο, που διόρισε ο αναιρεσείων με την έκθεση έφεσης ..., δικηγόρο Αθηνών (βλ. το από 21.9.2005 αποδεικτικό επίδοσης του ..., αστυφύλακα του Α.Τ. ...). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 17.2.2010, δηλαδή μετά την πάροδο της κατά νόμο 10ήμερης προθεσμίας από τη νόμιμη, κατά τα παραπάνω, μεταγενέστερη της καταχώρησης στο ειδικό βιβλίο, επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο αναιρεσείων δεν προβάλλει με την έκθεση αναίρεσης κάποιο λόγο ανώτερες βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της (που έγινε μετά 4 έτη και 5 μήνες περίπου από τη νόμιμη επίδοση της απόφασης), αλλά απλώς ισχυρίζεται ότι δεν του επιδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και ότι έλαβε γνώση αυτής στα τέλη Ιανουαρίου 2010, όταν συνελήφθη σε εκτέλεση αυτής και άλλων καταδικαστικών ποινικών αποφάσεων. Οι λοιποί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε γνώση της ρητής δικασίμου της 29.6.2005, διότι ο Φ που εμφανίστηκε στο δικαστήριο την 10.11.2004 και ζήτησε κατ' εντολή του την αναβολή της δίκης δεν τον ενημέρωσε σχετικά και ότι κατά την ορισθείσα ρητή δικάσιμο (29.6.2005) αυτοβούλως και χωρίς την εντολή του ο Ζ (αδελφός του) ζήτησε και πάλι την αναβολή της δίκης, δεν εμπίπτουν στην έννοια της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, όπως αυτή εκτέθηκε παραπάνω. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 513 παρ. 1 εδ. α' και 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 17.2.2010, αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 1293/2005 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη της αίτησης λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, δίχως επίκληση κάποιου λόγου ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογείται το εκπρόθεσμο.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1738/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντό-πουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Οκτω-βρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 799/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών.
Το Τριμελές Εφετείο κακουργημάτων Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναί-ρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαρτίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 424/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος- Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 173/12-5-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι. Εισάγω στο Δικαστήριο Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 α' ΚΠΔ, την 10/11-3-2010 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατοίκου ... κατά της 799/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών, και εκθέτω τα ακόλουθα: II. Σύμφωνα με το α. 504 παρ. 1 του ΚΠΔ όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως, που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστη-ρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάσισε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Οι αποφάσεις των δικαστηρίων με τις οποίες απορρίφθηκε, είτε ως απαράδεκτη είτε ως αβάσιμη εν όλω ή εν μέρει, αίτηση αποζημιώσεως από το Δημόσιο εκείνου που κρατήθηκε προσωρινά με διάταξη του ανακριτή ή με βούλευμα ή και με καταδικαστική απόφαση και μετέπειτα αθωώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή καταδικάσθηκε σε ποινή κατώτερη εκείνης, την οποία είχε εκτίσει προσωρινά δεν υπόκεινται αυτοτελώς σε αναίρεση επειδή αυτό δεν προβλέ-πεται ρητά είτε από τις σχετικές διατάξεις των α. 533-545 του ΚΠΔ όπως αντ. από το α. 26 του Ν. 2915/2001 ( αποζημίωση εκείνων που καταδικάστηκαν άδικα ή κρατήθηκαν προσωρινά ) είτε από άλλες διατάξεις του ίδιου ΚΠΔ ή άλλου νόμου (ΑΠ 393/2009, ΑΠ 2456/2005, ΑΠ 1961/2005). Κατά συνέπεια αυτοτελής αναίρεση κατά τέτοιας αποφάσεως πρέπει να κηρύσσεται απαράδεκτη σύμφωνα με τα α. 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ. Τέλος η μη πρόβλεψη ασκήσεως ενδίκου μέσου κατά αποφάσεως δεν είναι αντίθετη στο α. 20 του Συντάγματος και το α. 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που εξασφαλίζουν το δικαίωμα δικαστικής προστασίας (Ολ. ΑΠ 28/2002, ΑΕΔ 48/1982). III. Ο αναιρεσείων με την 295/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών αθωώθηκε της κατηγορίας για εξακολουθητική πλαστογραφία και εξακολου-θητική απάτη σε βάρος του Δημοσίου και ΝΠΔΔ με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του Ν. 1608/1950 καθώς και υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως. Επειδή αυτός για τις πράξεις του αυτές κρατήθηκε προσωρινά από 25-6-2004 μέχρι 12-10-2004 με το 18/2004 ένταλμα προσωρινής κρατήσεως του Β! Ανακριτή Πατρών ζήτησε αποζημίωση 1.000 ευρώ για κάθε ημέρα κρατήσεώς του. Το αίτημά του αυτό έγινε εν μέρει δεκτό με την προσβαλλόμενη 799/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών που καθόρισε αποζημίωση για κάθε ημέρα κράτησης το ποσό των 29 ευρώ. Ήδη αυτός ζητά να εξαφανισθεί η απόφαση αυτή επειδή αναιτιολόγητα απέρριψε το αίτημά του για ημερήσια αποζημίωση 1.000 ευρώ.
Με βάση τα δεδομένα αυτά και όσα παραπάνω (II) εκτέθηκαν επειδή η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προσβάλ-λεται με αναίρεση πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντα τα σχετικά δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η 10/11-3-2010 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατοίκου ... κατά της 799/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών, και
Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθαν. Κατσιρώδη"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 504 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατή της αποφάσεως, η οποία, όπως απαγγέλθηκε δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές, το Δικαστήριο αποφάσισε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Οι αποφάσεις των δικαστηρίων, με τις οποίες απορρίφθηκε, είτε ως απαράδεκτη, εν όλω ή εν μέρει, αίτηση αποζημιώσεως από το Δημόσιο, εκείνου που κρατήθηκε προσωρινά με διάταξη του ανακριτή ή με βούλευμα ή και με καταδικαστική απόφαση και ύστερα αθωώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή καταδικάσθηκε σε ποινή κατώτερη εκείνης, την οποία είχε εκτίσει προσωρινά, δεν υπόκειται αυτοτελώς σε αναίρεση, επειδή αυτό δεν προβλέπεται ρητά, είτε από τις σχετικές διατάξεις των άρθρων 533 - 545 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 26 του Νόμου 2915/2001 είτε από άλλες διατάξεις του ίδιου κώδικα ή άλλου νόμου. Επομένως, αυτοτελής αίτηση αναιρέσεως κατά τέτοιας αποφάσεως, πρέπει να κηρύσσεται απαράδεκτη, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Η μη πρόβλεψη ασκήσεως ένδικου μέσου κατ' αποφάσεως δεν αντίκειται στο άρθρο 20 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, τα οποία εξασφαλίζουν το δικαίωμα δικαστικής προστασίας.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, με την 295/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών (κακουρ-γημάτων), αθωώθηκε από την κατηγορία για εξακολουθητική πλαστογραφία και εξακολουθητική απάτη εις βάρος του Δημοσίου και Νομικού Προσώπου δημοσίου Δικαίου, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του Νόμου 1608/1950, καθώς και υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως. Επειδή για τις παραπάνω πράξεις ο αναιρεσείων είχε κρατηθεί προσωρινώς από 25 Ιουνίου 2004 μέχρι 12 Οκτωβρίου 2004 με το 18/2004 ένταλμα προσωρινής κρατήσεως του Β' Ανακριτή Πατρών, ζήτησε αποζημίωση 1000 ευρώ για κάθε ημέρα προσωρινής του κρατήσεως. Το αίτημά του αυτό έγινε δεκτό εν μέρει με την προσβαλλόμενη 799/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών (κακουργημάτων), με την οποία καθορίσθηκε αποζημίωσε για κάθε ημέρα κρατήσεως το ποσό των 29 ευρώ. Με την κρινόμενη αίτηση, ζητεί ο αναιρεσείων την αναίρεση της αποφάσεως αυτής, διότι αυτή χωρίς αιτιολογία απέρριψε το αίτημά του για ημερήσια αποζημίωση 1000 ευρώ. Όμως, ενόψει των όσων έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη, η απόφαση αυτή δεν είναι δεκτική προσβολής με το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως και επομένως η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρα 476 § 1 και 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 10/11.3.2010 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ... κατά της 799/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών (κακουργημάτων).
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείουσα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2010.
Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως, διότι στρέφεται κατ' αποφάσεως, η οποία δεν προσβάλλεται με το ένδικο αυτό μέσο.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 1737/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, σύμφωνα με την 104/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαφαζάνο, για αναίρεση της υπ'αριθ.71/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτ. Μακεδονίας. Το Πενταμελές Εφετείο Δυτ. Μακεδονίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 23 Σεπτεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 554/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 περ. στ' του κωδικοπ. νόμου περί ναρκωτικών 3459/2006, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2900) μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ όποιος καλλιεργεί ή συγκομίζει, μεταξύ άλλων, και οποιοδήποτε φυτό του γένους της κάνναβης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η καλλιέργεια φυτών ινδικής κάνναβης τελείται με την επιχείρηση από το δράστη πράξεων που ανάγονται στη γεωργική παραγωγή της ναρκωτικής αυτής ουσίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η τοποθέτηση σπόρων στο έδαφος, το οποίο έχει προς τούτο κατάλληλα προπαρασκευαστεί, και η περιποίηση γενικώς των δενδρυλλίων που έχουν βλαστήσει για την ταχύτερη και καλύτερη ανάπτυξη τους, όπως επίσης, εκτός από τις καθαρώς υλικές πράξεις, και η συστηματική παρακολούθηση της αναπτύξεως των φυτών, η επίβλεψη και ο έλεγχος της καλλιέργειας αυτών, η παροχή οδηγιών για την καλύτερη ανάπτυξη και περιποίηση τους. Κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 περ. ζ του ιδίου νόμου, τιμωρείται ομοίως και όποιος κατέχει ναρκωτικά. Ως κατοχή ναρκωτικών, στα οποία περιλαμβάνεται και η ινδική κάνναβη (αρθρ. 1 Πιν. Α περ. 6 του ν.3459/2006), νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από το δράστη κατά τρόπο, που να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξη τους και να τα διαθέσει κατά βούληση. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτει ότι η κατοχή της ινδικής κάνναβης προϋποθέτει την προηγούμενη συγκομιδή αυτής και δεν είναι δυνατή η συρροή καλλιέργειας δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης με κατοχή των αυτών δενδρυλλίων, αφού ενδέχεται το φυτό που καλλιεργείται να μη ευρίσκεται σε κατάσταση αξιοποιήσεως για χρήση, η δε διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 περ. στ' του άνω νόμου τιμωρεί την καλλιέργεια γενικά, ανεξαρτήτως σταδίου αναπτύξεως των φυτών. Ο δράστης, δηλαδή, της καλλιέργειας των δενδρυλλίων θα τιμωρηθεί μόνο για την καλλιέργεια αυτών και όχι και για κατοχή των αυτών δενδρυλλίων.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Πενταμελές Εφετείο Δυτ. Μακεδονίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα καλλιέργειας φυτών του γένους ινδικής κάνναβης, κατοχής και χρήσεως ναρκωτικών ουσιών χωρίς να είναι τοξικομανής καθώς και παράνομης κατοχής όπλων και πυρομαχικών και παράνομης κατοχής συσκευής εκτόξευσης φωτοβολίδων και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και τεσσάρων (4) μηνών και συνολική χρηματική δέκα χιλιάδων πεντακοσίων (10.500) ευρώ. Κατά το διατακτικό της αποφάσεως, η καλλιέργεια συνίστατο στο ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος "σε εγκαταλελειμμένη περιοχή του οικισμού Παρόχθιου του Δ.Δ. ... του Νομού ..., στις 24-6-2008, καλλιεργούσε με πρόθεση, χωρίς να είναι τοξικομανής, δέκα (10) δενδρύλλια κάνναβης, ύψους από εξήντα δύο (62) έως εκατόν σαράντα πέντε (145) εκατοστά, επίσης καλλιεργούσε στον ίδιο χώρο άλλα δεκαεπτά (17) δενδρύλλια κάνναβης, ύψους περίπου πενήντα (50) εκατοστών και σε απόσταση περίπου είκοσι (20) μέτρων από την οικία του καλλιεργούσε με πρόθεση ένα άλλο δενδρύλλιο κάνναβης ύψους δύο μέτρων και δώδεκα εκατοστών (2,12) περίπου". Η δε κατοχή συνίστατο, μεταξύ άλλων, στο ότι αυτός στον αυτό ως άνω τόπο και χρόνο κατείχε με πρόθεση, χωρίς να είναι τοξικομανής, και τα ως άνω δενδρύλλια (τα οποία καλλιεργούσε). Με τις παραδοχές αυτές, το Πενταμελές Εφετείο δεν ερμήνευσε ορθά τις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 20§ 1 περ. στ και ζ του ν. 3459/2006, που εφάρμοσε, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν είναι δυνατή η συρροή καλλιέργειας και κατοχής δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης, δεδομένου ότι η κατοχή της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας προϋποθέτει συγκομιδή αυτής, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί αθώος για την κατοχή των δενδρυλλίων. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμος, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανέλεγκτος, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Την 14-6-2008, αστυνομικοί του Τ.Α. ..., μετέβησαν, μετά από πληροφορία για φυτεία δενδρυλλίων κάνναβης, στην περιοχή ... και συγκεκριμένα στον οικισμό Παρόχθιου του Δημοτικού Διαμερίσματος ... -... και ανεύρον μετά από έρευνα δέκα διάσπαρτα δενδρύλλια ινδικής κάνναβης. Μετά από συνεχή καθημερινή παρακολούθηση διαπίστωσαν ότι ο κατηγορούμενος, Χ, οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... αγροτικό αυτοκίνητο και συνοδευόμενος από ένα σκύλο, ράτσας "σέρβικο τσοπανόσκυλο", μετέβαινε καθημερινά στην εν λόγω περιοχή μεταξύ των ωρών 18.00 και 21.00. Ακολούθως, αφού άφηνε πρώτα το τσοπανόσκυλο να μυρίσει το χώρο, στη συνέχεια, ο ίδιος πλησίαζε τα δενδρύλλια, πάντοτε με τη συνοδεία του σκύλου, και αφού τα παρατηρούσε πήγαινε σε παρακείμενη εγκαταλελειμμένη οικία, ιδιοκτησίας του πατέρα του, από την οποία είχε τη δυνατότητα να επιβλέπει όλους τους γύρω δρόμους καθώς και όλη την περιοχή της φυτείας, όπου παρέμενε για αρκετή ώρα. Την 24-6-2008 και περί ώραν 18:00 μετέβη στην περιοχή της φυτείας ο Φ με το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο και στη συνέχεια ήλθε και ο κατηγορούμενος με το προαναφερόμενο αυτοκίνητο, έχοντας μαζί του και τον σκύλο. Αφού εισήλθαν στην εγκαταλελειμμένη οικία παρέμειναν σ' αυτήν μέχρι τις 19:30, ενώ ενδιάμεσα ο κατηγορούμενος πήγε μαζί με το σκύλο και πότισε τα δενδρύλλια κάνναβης. Περί ώρα 20:30 συνελήφθη από τους αστυνομικούς ο κατηγορούμενος και μετά από λίγο και ο Φ... Μετά τη σύλληψη τους, οι αστυνομικοί προχώρησαν στην εκρίζωση των δέκα (10) δενδρυλλίων κάνναβης ύψους από 62 έως 145 εκατοστών. Κατά το χρόνο εκείνο, λόγω του σκότους και της πυκνής βλάστησης, δεν εντοπίστηκαν από τους αστυνομικούς άλλα δενδρύλλια. Μέσα στην ως άνω οικία βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, ένα πλαστικό πλαίσιο με είκοσι τέσσερις (24) θήκες για φύτεμα, δύο (2) φτυάρια, μία (1) τσάπα, ένα (1) κλαδευτήρι, ένα (1) δρεπάνι, ένα (1) gel ποτίσματος, το οποίο χρησίμευε για τη διατήρηση της υγρασίας από το πότισμα για είκοσι πέντε (25) ημέρες, ώστε να μην χρειάζονται τακτικό πότισμα και ένα (1) μπουκάλι, με το οποίο ποτίζονταν τα δενδρύλλια. Μετά από έρευνα που διενήργησαν οι αστυνομικοί του ΑΤ ... την επόμενη, στις 25-6-2008, με το φως της ημέρας, βρέθηκαν στον ίδιο χώρο φυτεμένα άλλα δεκαεπτά (17) δενδρύλλια ινδικής κάνναβης, ύψους 50 εκατοστών το καθένα. Τα φυτά αυτά, τα οποία, λόγω της πυκνής βλάστησης, δεν εντοπίστηκαν από τους αστυνομικούς την προηγούμενη ημέρα, ανήκαν και αυτά στον κατηγορούμενο, και αποτελούσαν μέρος της φυτείας την οποία αυτός φύτεψε και καλλιεργούσε, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου στηρίζεται στο γεγονός ότι, ενώ η περιοχή βρισκόταν υπό τη συνεχή παρακολούθηση των αστυνομικών, για χρονικό διάστημα 12 ημερών, ουδείς άλλος πλησίασε σε αυτήν, πλην του κατηγορουμένου και του φίλου του, Φ. Εκτός τούτου, ο κατηγορούμενος δεν έδωσε απάντηση για ποιο λόγο εντός της εγκαταλελειμμένης οικίας βρέθηκε πλαστικό πλαίσιο με είκοσι τέσσερις (24) θήκες για φύτεμα, γεγονός το οποίο υποδηλώνει ότι μεταφέρθηκαν εκεί και φυτεύθηκαν πολύ περισσότερα δενδρύλλια από τα δέκα (10) που ο ίδιος ομολογεί ότι κατείχε και καλλιεργούσε. Σημειώνεται τέλος, ότι τα εν λόγω 17 δενδρύλλια, όπως και τα υπόλοιπα ήταν στον ίδιο χώρο, ο οποίος βρισκόταν υπό τη συνεχή επίβλεψη του πρώτου κατηγορουμένου (εννοεί τον αναιρεσείοντα). Μετά τη σύλληψη των κατηγορουμένων, διενεργήθηκε έρευνα στην οικία του πρώτου και ανευρέθησαν τα ακόλουθα:...και σε χώρο του λεβητοστασίου, το χρηματικό ποσό των 8.000 ευρώ, σε οκτώ (8) χαρτονομίσματα των πεντακοσίων (500) και σε σαράντα (40) χαρτονομίσματα των εκατό (100) ευρώ, ως και μία νάιλον συσκευασία η οποία περιείχε κάνναβη, βάρους 14 γραμμαρίων με το περιτύλιγμα... Επίσης, σε απόσταση περίπου 20 μέτρων από την ως άνω οικία, πίσω από μία αποθήκη βρέθηκε ένα δενδρύλλιο κάνναβης ύψους 212 εκατοστών, και ένα ποτιστήρι. Περαιτέρω, σε έρευνα που διενεργήθηκε σε ανοικτή αποθήκη, η οποία βρισκόταν σε απόσταση περίπου 30 μέτρων από την ως άνω οικία του κατηγορούμενος ανευρέθησαν: 1) Μεταλλική κατσαρόλα με υπολείμματα κάνναβης, 2) μία νάιλον συσκευασία περιέχουσα κάνναβη βάρους 72 γραμμαρίων με το περιτύλιγμα, 3) μια νάιλον συσκευασία περιέχουσα ποσότητα κοκαΐνης βάρους 57 γραμμαρίων με το περιτύλιγμα, 4) μία νάιλον συσκευασία περιέχουσα κάνναβη βάρους 57,6 γραμμαρίων με το περιτύλιγμα, 5) άλλη νάιλον συσκευασία περιέχουσα ποσότητα κάνναβης βάρους 11 γραμμαρίων με το περιτύλιγμα, 6) μία χάρτινη συσκευασία περιέχουσα κάνναβη βάρους 5,8 γραμμαρίων με το περιτύλιγμα, 7) τρεις (3) ζυγαριές ακριβείας, εκ των οποίων οι δύο (2) ηλεκτρονικές, με ανώτατο όριο ζύγισης δύο (2) κιλών και μία αναλογική, με ανώτατο όριο ζύγισης ενός (1) κιλού. Όπως αποδείχθηκε, τόσο τα ναρκωτικά όσο και τα λοιπά αντικείμενα που βρέθηκαν στην τελευταία αποθήκη, ανήκουν στον κατηγορούμενο. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου στηρίζεται στο γεγονός ότι οι αστυνομικοί που τον παρακολουθούσαν επί 12 συνεχείς ημέρες τον έβλεπαν να μπαινοβγαίνει στην αποθήκη αυτή πολύ συχνά, ενώ είχε πάντοτε το σκύλο του δεμένο έξω από αυτήν, για να μην πλησιάζουν τρίτοι. Τα ανωτέρω περιστατικά προκύπτουν αβίαστα από τις πειστικές καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας -αστυνομικών, Α1 και Α2, ενώ δεν αναιρούνται από τις αόριστες και υπεκφεύγουσες καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά τα εγκλήματα της καλλιέργειας δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών (πλην των δενδρυλλίων), το οποία και μόνο αφορά η κρινόμενη αίτηση, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθενται στην απόφαση περιστατικά, από τα οποία προκύπτει τόσο η καλλιέργεια των δενδρυλλίων από τον αναιρεσείοντα (εύρεση στην εγκαταλελειμμένη οικία γεωργικών εργαλείων, πλαίσιο με 24 θήκες για φύτεμα, ο χώρος, όπου βρέθηκαν τα δενδρύλλια, ήταν υπό τη συνεχή επίβλεψη του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου, ο οποίος και μόνο - μαζί με το φίλο του Φ, που αθωώθηκε πρωτοδίκως - πλησίαζε σ'αυτήν, ο αναιρεσείων πότιζε τα δενδρύλλια), όσο και η κατοχή των λοιπών ναρκωτικών ουσιών, η οποία προκύπτει από την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων μπαινόβγαινε πολύ συχνά στην αποθήκη, όπου βρέθηκαν οι ναρκωτικές ουσίες (πλην μιας νάιλον σακούλας που περιείχε κάνναβη βάρους 14 γραμ., που βρέθηκε μέσα στην οικία του), ενώ είχε πάντοτε το σκύλο του δεμένο έξω από αυτήν για να μη πλησιάζουν τρίτοι. Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η αιτίαση ότι με την παραδοχή ότι το ως άνω ποσό των 8.000 ευρώ, που βρέθηκε στην οικία του αναιρεσείοντος, ανήκε στον ίδιο, ενώ σε άλλο σημείο έγινε δεκτό ότι το ποσό αυτό ανήκε στον πατέρα του Δ, δημιουργείται αντίφαση, είναι αβάσιμη, γιατί το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι το εν λόγω χρηματικό ποσό ανήκε στον πατέρα του αναιρεσείοντος, στον οποίο και διέταξε την απόδοση, σε κανένα δε σημείο της αποφάσεως δεν δέχεται ότι ανήκε στον ίδιο, ανεξαρτήτως του ότι είναι και απαράδεκτη, αφού το ποσό αυτό δεν αφορά τον αναιρεσείοντα και δεν σχετίζεται με καμιά πράξη από εκείνες, για τις οποίες καταδικάσθηκε. Οι αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα των καταθέσεων των μαρτύρων αστυνομικών (ως προς το ότι έδενε ο αναιρεσείων το σκύλο έξω από την αποθήκη και ως προς την καλλιέργεια των 17 δενδρυλλίων) είναι απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, η αιτίαση ότι δεν μνημονεύεται στην απόφαση ότι προέβη ο αναιρεσείων στην καλλιέργεια των δενδρυλλίων "χωρίς άδεια της Αρχής" είναι αβάσιμη, γιατί η έλλειψη αδείας της Αρχής δεν είναι στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος και, επομένως, για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων είχε προβεί στην καλλιέργεια των δενδρυλλίων χωρίς άδεια της Αρχής.
Η κατά τα προαναφερθέντα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84§2 ΠΚ αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ιδίου Κώδικα, υπό την προϋπόθεση της προβολής του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Όταν συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά μόνο, το δικαστήριο, όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α' και δ', ήτοι το ότι ο υπαίτιος α) έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, και δ) έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεις του. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο ούτε η εκ μέρους του υπαιτίου μέχρι τότε που τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε, συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά της εργασίας του προς εξασφάλιση των μέσων διαβιώσεως του ιδίου και των μελών της οικογενείας του, δοθέντος ότι για τη στοιχειοθέτηση του ελαφρυντικού αυτού απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση του εδ. α' της §2 του άρθρου 84 ΠΚ. Για να στοιχειοθετηθεί δε η ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μετανοίας, πρέπει η μετάνοια, την οποία επέδειξε ο κατηγορούμενος, να είναι έμπρακτη, να συνδυάζεται, δηλαδή, με περιστατικά που δείχνουν ότι αυτός επεδίωξε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, και δεν αρκεί μόνη η ενώπιον του ακροατηρίου ρηματική μετάνοια του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων, με αυτοτελή ισχυρισμό που κατέθεσαν οι συνήγοροι του εγγράφως και ανέπτυξαν και προφορικώς στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπο του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84§2 περ. α' και δ' ΠΚ. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι εργάζεται ως αγρότης, ότι, πλην μιας συλλήψεως του για κατοχή μικροποσότητας χασίς, την οποία είχε προμηθευτεί για δική του χρήση, δεν απασχόλησε τις δικαστικές ή διωκτικές Αρχές, ότι έκανε προσπάθειες απεμπλοκής από τα ναρκωτικά, παρακολούθησε το πρόγραμμα ΚΕ.Θ.Ε.Α. και επέδειξε πλήρη συμμόρφωση στους κανονισμούς του καταστήματος κράτησης, ότι βοηθούσε εμπράκτως τους συγγενείς του και τους συγχωριανούς του που είχαν ανάγκη είτε οικονομικά είτε παρέχοντας, χωρίς αντάλλαγμα, την εργασία τους σ' αυτούς, ότι έχει λευκό ποινικό μητρώο και ότι εκφράζει την ειλικρινή του μεταμέλεια και τη βαθιά συντριβή του, αναλογιζόμενος την καταστροφή που έχει προκαλέσει στον εαυτό του και τη θλίψη που έδωσε στους γονείς του. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός ήταν αόριστος, αφού ο αναιρεσείων δεν εξέθεσε περιστατικά, τα οποία να μαρτυρούν ότι αυτός, μέχρι τότε που τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, για την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο ούτε η εκ μέρους του υπαιτίου συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά της εργασίας του προς εξασφάλιση των μέσων διαβιώσεως του ιδίου και των μελών της οικογενείας του, αλλά απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση του εδ. α1 της §2 του άρθρου 84 ΠΚ. Ακόμη, δεν επικαλείται περιστατικά που να αποδεικνύουν ότι αυτός μετανόησε ειλικρινά και επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του, χωρίς να αρκεί η ρηματική μόνο μεταμέλεια αυτού και η βαθιά συντριβή του, την οποία εξέφρασε ενώπιον του ακροατηρίου. Επομένως, το Πενταμελές Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, την απορριπτική επ' αυτού κρίση του. Παρά ταύτα, απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία, κατά λέξη, έχει ως εξής: "...απορριπτόμενων των αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ.2α και δ Π.Κ, ήτοι του προτέρου εντίμου βίου και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς. Και τούτο διότι, αφ' ενός ο κατηγορούμενος είναι χρόνιος χρήστης ναρκωτικών ουσιών (ινδικής κάνναβης), γεγονός που συνεπικουρεί στην κρίση ότι ο βίος του δεν ήταν έντιμος εφ' όσον εξακολουθητικά προέβαινε στην αξιόποινη πράξη της χρήσεως αυτών των ουσιών, αφ' ετέρου δε δεν εκτέθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η έμπρακτη μεταμέλεια του ούτε ότι αυτός επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του". Επομένως, ο, από το άρθρο 510§ 1 περ. Δ' ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 23.9.2010) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ), είναι δε παραδεκτός ενόψει του ότι το κυρίως δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως περιέχει ορισμένους λόγους αναιρέσεως (της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και της ελλείψεως αιτιολογίας), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 1 εδ. α ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 Ν. 3160/2003, "αν ασκηθεί αναίρεση επειδή έχει γίνει εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ο Άρειος Πάγος δεν παραπέμπει την υπόθεση αλλά εφαρμόζει τη σωστή ποινική διάταξη και, αν δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη, κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε, το Πενταμελές Εφετείο, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις διατάξεις του άρθρου 20§1 περ. στ και ζ του ν. 3459/2006, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο και για κατοχή των (28 συνολικά) δενδρυλλίων κάνναβης, τα οποία καλλιεργούσε. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη και όσα προαναφέρθηκαν, ο αναιρεσείων να κηρυχθεί αθώος για την εν λόγω πράξη.
Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς την καταδικαστική της διάταξη για την πράξη της κατοχής των ως άνω δενδρυλλίων κάνναβης, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξη της για την επιβολή χρηματικής ποινής δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ για τις κακουργηματικές πράξεις της καλλιέργειας φυτών του γένους ινδικής κάνναβης και κατοχής ναρκωτικών ουσιών και για τον καθορισμό συνολικής χρηματικής ποινής, να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από Δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, ως προς ζήτημα αυτό, να κηρυχθεί ο αναιρεσείων αθώος για την κατοχή των δενδρυλλίων, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, και να απορριφθεί η αίτηση, κατά τα λοιπά. Η απόφαση δεν αναιρείται και ως προς την ποινή καθείρξεως των δέκα (10) ετών, που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα για την καλλιέργεια και κατοχή ναρκωτικών ουσιών, γιατί το Πενταμελές Εφετείο του επέβαλε, για τις πράξεις αυτές, το ελάχιστο όριο της προβλεπόμενης ποινής καθείρξεως και δεν είναι δυνατή περαιτέρω μείωση της, παρά την αθώωση του για την κατοχή των δενδρυλλίων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 71/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτ. Μακεδονίας, και δη αναφορικά με α. την καταδίκη του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ για την πράξη της κατοχής δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης, β. την επιβολή χρηματικής ποινής για την καλλιέργεια φυτών του γένους ινδικής κάνναβης και την κατοχή ναρκωτικών ουσιών παρά μη τοξικομανούς και γ. τον καθορισμό συνολικής χρηματικής ποινής.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο Χ αθώο του ότι: Σε εγκαταλελειμμένη περιοχή του οικισμού Παρόχθιου του Δ.Δ. ... του Νομού ..., στις 24-6-2008, κατείχε με πρόθεση, χωρίς να είναι τοξικομανής, δέκα (10) δενδρύλλια κάνναβης ύψους από εξήντα δύο (62) έως εκατόν σαράντα πέντε (145) εκατοστά, επίσης κατείχε στον ίδιο χώρο άλλα δεκαεπτά (17) δενδρύλλια κάνναβης, ύψους περίπου πενήντα (50) εκατοστών και σε απόσταση περίπου είκοσι (20) μέτρων από την οικία του κατείχε με πρόθεση ένα άλλο δενδρύλλιο κάνναβης ύψους δύο μέτρων και δώδεκα εκατοστών (2,12) περίπου.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, όσον αφορά α. την επιβολή χρηματικής ποινής για την καλλιέργεια φυτών του γένους ινδικής κάνναβης και την κατοχή ναρκωτικών ουσιών παρά μη τοξικομανούς και β. τον καθορισμό συνολικής χρηματικής ποινής, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από Δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, την από 26 Μαρτίου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 2447/2010) αίτηση του Χ μετά των από 23.9.2010 προσθέτων αυτής λόγων, για αναίρεση της υπ' αριθ. 71/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτ. Μακεδονίας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 10 Νοεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για καλλιέργεια δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης και κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Έννοια των σχετικών διατάξεων του ν. 3459/2006. Δεν είναι δυνατή η συρροή καλλιέργειας και κατοχής δενδρυλλίων, αφού η κατοχή προϋποθέτει τη συγκομιδή. Δεκτή εν μέρει η αίτηση και αθώωση αναιρεσείοντος για κατοχή δενδρυλλίων (518§1 εδ. α ΚΠΔ). Παραπομπή μόνο για νέο καθορισμό χρηματικής ποινής και συνολικής και όχι και για τη στερητική της ελευθερίας ποινή, γιατί είχε επιβληθεί, για την καλλιέργεια και την κατοχή, το ελάχιστο της προβλεπόμενης. Απόρριψη λόγων για έλλειψη αιτιολογίας. Αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτες. Η έλλειψη αδείας της Αρχής δεν είναι στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της καλλιέργειας. Η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εφόσον αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Πώς στοιχειοθετούνται οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 § 2 περ. α και δ ΠΚ. Ορθή και αιτιολογημένη απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού για την αναγνώριση των ελαφρυντικών αυτών, ο οποίος, πάντως ήταν αόριστος.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική.
| 0
|
Αριθμός 1736/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Ιωάννη Γιαννακόπουλο, σύμφωνα με τη με αριθμό 104/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου,Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ψ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Παπαστεριόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 6314/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Φ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 8 Σεπτεμβρίου 2009 και 9 Οκτωβρίου 2009 αιτήσεις του περί αναιρέσεως, καθώς και στο από 26 Μαρτίου 2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1689/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε ν' απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι επ'αυτών λόγοι αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες υπ` αριθ. 299/8.9.2009 και 375/9.10.2009 αιτήσεις μετά των από 26.3.2010 προσθέτων αυτών λόγων, που κατατέθηκαν εμπρόθεσμα (την 26.3.2010) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509§2 του ΚΠοινΔ), του αναιρεσείοντος Ψ, για αναίρεση της υπ` αριθ. 6314/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να ερευνηθούν κατ` ουσίαν. Η δεύτερη αίτηση, ενόψει του ότι δεν έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης αιτήσεως, είναι παραδεκτή (άρθρο 514 εδ. γ ΚΠοινΔ) ως συμπληρωματική της πρώτης, με την οποία συνεξετάζεται.
Από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216. Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το άρθρ. 13 εδ. γ ΠΚ, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα πλαστογραφίας με χρήση κατά συναυτουργία (από υπαίτιο που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του και σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, το συνολικό δε όφελος και η αντίστοιχη ζημία ανερχόταν στο ποσό των 29.347,02 ευρώ) και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών, μετατραπείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδεικνύονται...τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος διατηρούσε επιχείρηση κατασκευής και εμπορίας ενδυμάτων με έδρα την πόλη των Αθηνών. Γνωρίσθηκε το έτος 1973 με το μηνυτή και πολιτικώς ενάγοντα, υπάλληλο του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος, και έκτοτε συνδέθηκαν με φιλική σχέση. Με βάση δε τη μακροχρόνια αυτή φιλική σχέση και τη μεγάλη εμπιστοσύνη, που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους, ο κατηγορούμενος ζήτησε από αυτόν να εγγυηθεί σε σύμβαση δανείου, την οποία προτίθετο να συνάψει με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα E. F. G. Eurobank Ergasias Α.Ε. ", που έχει την έδρα της στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, προκειμένου... Ο μηνυτής δέχθηκε και, έτσι, επακολούθησε η σύναψη της υπ' αριθ. ... σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, στην οποία αυτός (μηνυτής) εγγυήθηκε υπέρ της πιστούχου ανώνυμης εταιρείας, συμφερόντων του κατηγορουμένου, με την επωνυμία "Εταιρεία Εμπορίας Κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων - ενδυμάτων τουριστικών ειδών Ιολκός ανώνυμη εταιρεία" και με το διακριτικό τίτλο "Ιολκός Α.Ε.", που είχε την έδρα της στην ... και εκπροσωπούνταν νόμιμα και μάλιστα μέχρι του ποσού των 15.000.000 δρχ. ή του ισόποσου των 44.020,54 ευρώ. Μετά δε τη σύναψη της εν λόγω συμβάσεως, ο κατηγορούμενος εξήγησε στο μηνυτή φίλο του, ότι μετά παρέλευση έξι μηνών θα τον αντικαθιστούσε από εγγυητή. Πράγματι, μετά την παρέλευση αρκετού χρόνου και συγκεκριμένα κατά μήνα Απρίλιο 2002 ο μηνυτής συζήτησε και πάλι την υπόθεση με τον κατηγορούμενο, ο οποίος τον διαβεβαίωσε, ότι είχε λήξει πλέον γι' αυτόν το ζήτημα, δηλαδή, ότι είχε εκπέσει πλέον από τη θέση του εγγυητή. Ενόψει δε τούτου, μετέβησαν από κοινού στην ανωτέρω Τράπεζα, όπου ο μηνυτής διαπίστωσε, ότι είχε σταλεί επιστολή, με την οποία είχε ζητηθεί η αντικατάστασή του από τη θέση του εγγυητή και, έτσι, εφησύχασε. Όμως, στις 20.4.2005 κοινοποιήθηκε σ' αυτόν από την προαναφερόμενη Τράπεζα καταγγελία της υπ' αριθ. 32014394/19.2.2001 συμβάσεως πιστώσεως, η οποία παρουσίαζε κατάλοιπο και οφειλόμενο χρηματικό ποσό αυτό των 29.347,02 ευρώ. Αμέσως ο μηνυτής αναστατώθηκε και ενεργοποιήθηκε και από την έρευνα, την οποία έκανε, διαπίστωσε, ότι η υπογραφή, η οποία είχε τεθεί και υπήρχε στη γενομένη μεταγενέστερη αυξητική σύμβαση, δεν ήταν δική του, αλλά κακή απομίμησή της. Επιπλέον, διαπίστωσε ότι στην εν λόγω αυξητική σύμβαση αναγραφόταν ως στοιχείο του ο παλαιός αριθμός του δελτίου τής αστυνομικής του ταυτότητας ..., που είχε εκδοθεί από το Α.Τ. ...), ενώ την ταυτότητά του αυτή την είχε απωλέσει, γεγονός, που είχε δηλώσει στην Αστυνομία, και ήδη κατείχε το υπ' αριθ. ... δελτίο, το οποίο είχε εκδοθεί νομίμως από το Α.Τ. .... Ανέθεσε μάλιστα τον ειδικό δικαστικό γραφολόγο Γ να ερευνήσει την υπόθεση γραφολογικώς και ο οποίος στην από 11.7.2005 συνταχθείσα έκθεσή του, αφού προβαίνει σε μία τεκμηριωμένη επιστημονική ανάλυση με την παράθεση όλων εκείνων των αναγκαίων στοιχείων, που προέρχονταν και από υπηρεσιακά έγγραφα του Ο.Τ.Ε., καταλήγει, ότι μεταξύ των δύο υπογραφών, δηλαδή, αυτής, που είχε τεθεί στην αρχική σύμβαση και τής δεύτερης, που είχε τεθεί στην αυξητική σύμβαση, υπάρχει μεγάλη διαφορά και καμία ομοιότητα. Οι αιτιολογίες δε της εκθέσεως αυτής, σαφείς, λεπτομερείς και τεκμηριωμένες, πείθουν το Δικαστήριο για τη βασιμότητά τους και πρέπει να επισημανθεί, ότι από την αντιπαραβολή τους προκύπτει πράγματι μεγάλη διαφορά, η οποία δεν δικαιολογείται, εφόσον θα έπρεπε να προέρχεται από το ίδιο πρόσωπο· και είναι αξιοσημείωτο το γεγονός, ότι ο μηνυτής αναγνωρίζει και αποδέχεται πλήρως την πρώτη με όλες τις συνέπειες, που έχει ως εγγυητής, αρνείται, όμως, κατηγορηματικά τη δεύτερη. Διαπίστωσε, επίσης, ότι από το έτος 2000 έως 2002 φερόταν και ως μέτοχος της προαναφερόμενης εταιρείας "Ιολκός Α.Ε." με 2.000 μετοχές στο ενεργητικό του. Το γεγονός δε αυτό χρησιμοποιήθηκε σε βάρος του ως αποδεικτικό στοιχείο από την παραπάνω Τράπεζα, προκειμένου να εδραιωθεί η πεποίθηση της γνησιότητας της υπογραφής του αφού, όπως κατατίθεται από τη μάρτυρα κατηγορίας Μ, στα χαρτιά ο μηνυτής φερόταν ως μέτοχος της εταιρείας... Με τα δεδομένα, λοιπόν, αυτά καθίσταται σαφές, ότι η υπογραφή του μηνυτή έχει πλαστογραφηθεί και έχει τεθεί κατά κακή απομίμηση της υπογραφής του μηνυτή. Άμεσα δε ενδιαφερόμενος για την πράξη αυτή καθίσταται σαφές, ότι είναι ο κατηγορούμενος, ο οποίος με την πλαστογράφηση της πρόσθετης αυτής συμβάσεως και με τη χρήση του εγγράφου αυτού αποσκοπούσε στο να παραπλανηθεί επισήμως η δανείστρια Τράπεζα, ότι, δηλαδή, πρόκειται για γνήσιο έγγραφο και συγκεκριμένα για γεγονός, το οποίο μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, με απώτερο στόχο την επιδίωξη να περιποιήσει στον εαυτό του και στην ως άνω πιστούχο εταιρεία, της οποίας ήταν μέτοχος και οικονομικός σύμβουλος, αθέμιτο όφελος, με αντίστοιχη βλάβη του φερόμενου ως εγγυητή μηνυτή. Η πλαστογράφηση δε αυτή έγινε από κοινού με άλλο πρόσωπο, το οποίο παραμένει άγνωστο...Τέλος, πρέπει να σημειωθεί, ότι σε βάρος του μηνυτή εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως της παραπάνω Τράπεζας η υπ' αριθ. 4907/2005 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία τον είχε υποχρεώσει στην καταβολή ολόκληρου του προαναφερόμενου χρηματικού ποσού με την ιδιότητα του εγγυητή στις δύο συμβάσεις (αρχικής και αυξητικής). Κατ' αυτής ασκήθηκε από αυτόν η από 31-5-2005 ανακοπή, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 1999/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία...τη δέχθηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη και ακύρωσε την ως άνω διαταγή πληρωμής...". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση κατά συναυτουργία, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, εκτίθεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, από κοινού με άλλο, άγνωστο, πρόσωπο, κατάρτισε πλαστό έγγραφο (έθεσε, κατ` απομίμηση, την υπογραφή του μηνυτή Φ στη θέση του εγγυητή στην ως άνω αυξητική σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό) με σκοπό, με τη χρήση της συμβάσεως, να παραπλανήσει άλλους (τους αρμοδίους υπαλλήλους της Τράπεζας E.F.G.Eurobank Ergasias Α.Ε.) για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομη συνέπεια (ότι, δηλαδή, την ως άνω σύμβαση υπέγραφε ως εγγυητής υπέρ της πιστούχου εταιρίας "ΙΟΛΚΟΣ ΑΕ" ο Φ, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση για την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου της πιστώσεως που είχε συνομολογηθεί μεταξύ της τράπεζας και της πιστούχου τόσο με την αρχική, όσο και με την αυξητική σύμβαση) και ότι στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του, αλλά και στην πιστούχο εταιρία, παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 29.347,02 ευρώ, όση, δηλαδή, η διαφορά μεταξύ του χρεωστικού υπολοίπου των 73.367,50 ευρώ και του ποσού για το οποίο πράγματι είχε εγγυηθεί ο μηνυτής, με αντίστοιχη βλάβη του τελευταίου, στη συνέχεια δε έκανε χρήση της πλαστής συμβάσεως, καταθέτοντάς την στους αρμοδίους υπαλλήλους της δανείστριας Τράπεζας. Επομένως, ο μοναδικός, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, λόγος των αιτήσεων και ο μοναδικός πρόσθετος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τον σκοπό του αναιρεσείοντος να προσπορίσει περιουσιακό όφελος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων (δηλώσεως μηνυτή ότι είχε απωλέσει την αστυνομική του ταυτότητα, μαρτυρικών καταθέσεων της υπαλλήλου και της διευθύντριας της Τράπεζας, πορίσματος της από 11.7.2005 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του γραφολόγου Γ) είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η αιτίαση ότι από το αναγραφόμενο στην τελευταία παράγραφο του σκεπτικού, στη σελ. 21 των πρακτικών, ότι "επίσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατήρτισε την πλαστή σύμβαση θέτοντας την υπογραφή του μηνυτή κατ` απομίμηση της γνήσιας, αφού αυτός συναλλασσόταν με την δανείστρια τράπεζα για λογαριασμό της πιστούχου εταιρείας και τον γνώριζαν όλοι οι υπάλληλοι της τραπέζης Eurobank στο υποκατάστημα ......" δεν συνάγεται νόημα είναι απαράδεκτη, γιατί η φράση αυτή, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των πρακτικών, περιλαμβάνεται στα πρακτικά της πρωτόδικης υπ` αριθ. 64858/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και όχι της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι δε λόγοι αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται σε πλημμέλειες της εφετειακής αποφάσεως, που προσβάλλεται με την αίτηση, και όχι της πρωτόδικης. Τέλος, η αιτίαση ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένως αναφέρεται ότι ο Εισαγγελέας πρότεινε την ενοχή του κατηγορουμένου και ότι με την πρόταση αυτή συντάχθηκε η πολιτική αγωγή, ενώ από τα χειρόγραφα πρακτικά, που τηρήθηκαν κατά τη διαδικασία, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας πρότεινε την απαλλαγή του κατηγορουμένου και η πολιτική αγωγή υποστήριξε ότι η πλαστογραφία δεν έγινε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, αλλά από τρίτο πρόσωπο γνωστό σε αυτόν, είναι απαράδεκτη γιατί, ανεξαρτήτως του ότι τα σφάλματα αυτά οφείλονται σε φανερή παραδρομή του συντάξαντος τα επίσημα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν συνδέεται με κανένα λόγο αναιρέσεως και μάλιστα με αυτόν της ελλείψεως αιτιολογίας, η οποία, βεβαίως, δεν ενέχει καμιά αντίφαση αν το Δικαστήριο της ουσίας, με τις παραδοχές του, δεν συμφωνεί με την εισαγγελική πρόταση ή με τις αγορεύσεις των συνηγόρων υπερασπίσεως και πολιτικής αγωγής.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις μετά των προσθέτων αυτών λόγων και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις υπ` αριθ. 299/8.9.2009 και 375/9.10.2009 αιτήσεις μετά των από 26.3.2010 προσθέτων αυτών λόγων του Ψ, για αναίρεση της υπ` αριθ. 6314/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Νοεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία με χρήστη κατά συναυτουργία και απόρριψη του μοναδικού λόγου των αιτήσεων και του προσθέτου για έλλειψη αιτιολογίας. Η δεύτερη αίτηση του ιδίου είναι παραδεκτή ως συμπληρωματική της πρώτης. Οι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται σε πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως και όχι της πρωτόδικης. Αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία, Συναυτουργία.
| 0
|
Αριθμός 1735/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 405/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 374/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 217/7.6.2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι) Το Τριμελές Εφετείο Κερκύρας με την υπ'αριθμ. 405/2.11.2009 απόφασή του διέταξε την ανάκληση της αναστολής της ποινής φυλάκισης των 21 μηνών που είχε χορηγηθεί στον Χ με την υπ'αριθμ. 259/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας, και μετέτρεψε στη συνέχεια την άνω ποινή προς 5 ευρώ για κάθε μέρα φυλάκισης, διότι προ της χορηγηθείσης αναστολής ο ανωτέρω είχε ήδη καταδικαστεί με [αμετάκλητες] αποφάσεις σε ποινή φυλάκισης άνω των 6 μηνών. Η άνω [ 405/2009 ] απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας εκδόθηκε " ωσεί παρόντος " του κατηγορουμένου, καταχωρήθηκε δε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 Κ.Π.Δ. στις 11.12.2009 και κατ'αυτής ο ανωτέρω και δη ο ίδιος άσκησε στις 18.2.2010 ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Κερκύρας την υπ'αριθμ. 1/2010 αίτηση αναίρεσης προβάλλων τους εκεί αναφερόμενους λόγους αναίρεσης.
ΙΙ) Επειδή προ πάσης έρευνας περί της βασιμότητας ή μη των λόγων αναίρεσης πρέπει να έχει κριθεί προηγουμένως ότι η υπό κρίση αναίρεση έχει ασκηθεί νομότυπα και δη κατά αποφάσεως κατά της οποίας επιτρέπεται αναίρεση, διότι άλλως και χωρίς άλλη έρευνα η αναίρεση είναι απαράδεκτη - άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 Κ.Π.Δ. " όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη". Από τη διάταξη αυτή, που περιοριστικά ορίζει τις αποφάσεις που υπόκεινται σε αναίρεση σαφώς προκύπτει ότι δεν υπόκειται σε αναίρεση η απόφαση που ανακαλεί τη χορηγηθείσα αναστολή και συγχρόνως αποφαίνεται για τη μετατροπή της ποινής - βλ. ΑΠ 1352/2006 ΠΧρ 2007 σελ. 134, ΑΠ 1861/2005 ΠΧρ ΝΣΤ σελ. 515, ΑΠ 186/2005 πρβλ. ΑΠ 466/79 - Ολομέλειας, ΑΠ 1578/2004 κ.α., αφού δεν υπάγεται σε καμία από τις περιπτώσεις του άρθρου 504 παρ. 1 ΚΠΔ, ούτε υπάρχει διάταξη που να ορίζει ειδικά άλλως.Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση αναίρεση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω όπως κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 1/2010 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά της υπ'αριθμ. 405/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας, και να καταδικαστεί ο ανωτέρω στα δικαστικά έξοδα Αθήνα 10-5-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση .έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μεταξύ των σ' αυτή αναφερομένων αποφάσεων δε διαλαμβάνεται και η απόφαση του δικαστηρίου με την οποία ανακαλείται η χορηγηθείσα στον κατηγορούμενο αναστολή εκτέλεσης της ποινής που του επιβλήθηκε και στη συνέχεια γίνεται, κατά το άρθρο 82 του Π.Κ., μετατροπή της ποινής αυτής (Ολ. ΑΠ 466/1979). Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 405/2.11.2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, με την οποία ανακλήθηκε η χορηγηθείσα, με τη 259/4.6.2008 καταδικαστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, αναστολή εκτέλεσης επί τριετία της επιβληθείσας με αυτή ποινή φυλάκισης των είκοσι ένα (21) μηνών, εξαιτίας προηγούμενης του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος καταδίκης, και η ποινή αυτή μετατράπηκε σε χρηματική. Εφόσον, όμως, η εν λόγω απόφαση, δε συμπεριλαμβάνεται, όπως αναφέρθηκε, μεταξύ των αποφάσεως που αναφέρονται στο άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν υπόκειται σε αναίρεση και, συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη και απορριπτέα (ΚΠΔ 476 παρ. 1), ο δε αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 18.2.2010, αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 405/2.11.2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης (ως απαράδεκτη) που στρέφεται κατά απόφασης που ανακαλεί τη χορηγηθείσα αναστολή και συγχρόνως αποφαίνεται για τη μετατροπή της ποινής.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 1734/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ανδρέα Τσόλια και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1 συζύγου Κ, το γένος Ρ, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., που δεν παρέστησαν στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του με αριθμό 2259/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 7 Δεκεμβρίου 2009, δύο (2) τον αριθμό, αιτήσεις τους περί αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1686/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 59/5.2.2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ. α' του Κ.Π.Δ. τις υπ' αριθ. 213 και 214/7-12-2009 αντίστοιχες αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Χ2 και Χ1 συζ. Κ, το γένος Ρ, κατοίκων ..., αντίστοιχα, κατά του υπ' αριθ. 2259/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:Από τη διάταξη του άρθρου 308 § 1 εδ. β' του Κ.Π.Δ., όπως προστέθηκε με το άρθρο 5 § 7 του Ν.1738/1987, στην οποία ορίζεται ότι "στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του Ν.1608/50 η περάτωση της κυρίας ανάκρισης κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών που αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα", σαφώς προκύπτει ότι κατά των παραπεμπτικών βουλευμάτων για εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του Ν.1608/50 και εκδόθηκαν κατά την οριζόμενη στη διάταξη αυτή διαδικασία δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο το ένδικο μέσο της αναίρεσης και ότι ο περιορισμός αυτός καταλαμβάνει όχι μόνο τα αμιγώς παραπεμπτικά βουλεύματα αλλά και εκείνα τα οποία μαζί με την παραπεμπτική διάταξη περιέχουν και απαλλακτικές υπέρ του κατηγορουμένου διατάξεις και αυτό λόγω του σκοπού του νόμου, ο οποίος είναι η ταχεία περαίωση των υποθέσεων αυτών που αφορούν κατάχρηση του δημοσίου χρήματος, εκτείνεται δε και στα συναφή εγκλήματα ανεξάρτητα από το χαρακτήρα τους, ως κακούργηματα ή πλημμελήματα (ΑΠ 309/2004 Π.Χρ. ΝΕ/121, ΑΠ 1186/07 Π.Χρ. ΝΗ/410). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες παραπέμφθηκαν με το προσβαλλόμενο βούλευμα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών να δικασθούν για τις αξιόποινες πράξεις, α) της απάτης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, από την οποία το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο δράστης και η ζημία που προκλήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη και υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 146.735,14€ (άρθρο 5 του ν. 2943/2001), κατά συναυτουργία και β) της επιχείρησης καταπάτησης δημόσιας δασικής έκτασης με δημιουργία εικονικής δίκης (άρθρα 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 386 παρ.1,3β', όπως η παρ.3 αντικ. με άρθρο 14 παρ.4 ν. 2721/1999, ΠΚ και άρθρο 1 παρ.1 Ν. 1608/50, όπως η παράγραφος 1 που είχε αντικατασταθεί με άρθρο 4 παρ.5 ν. 1738/1987 και τροποποιηθεί από το άρθρο 2 Ν. 1877/1990, αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 36 παρ.1 ν. 2170/1993 και 280 παρ.1 ν. δ. 86/69, σε συνδ. και με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.3 Ν. 1608/50, όπως η παρ.3 αντικ. με άρθρο 4 παρ. 3γ Ν. 2408/96.
Συνεπώς, εφόσον εν προκειμένω οι αναιρεσείοντες παραπέμφθηκαν κατά την προαναφερόμενη διαδικασία για έγκλημα που προβλέπεται από το άρθρο 1 του Ν. 1608/50, όπως ισχύει σήμερα, οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση και για το οποίο γενικά δεν προβλέπεται η άσκηση ενδίκου μέσου από τους κατηγορουμένους και πρέπει κατόπιν τούτου να απορριφθούν ως απαράδεκτες κατ' άρθρο 476 παρ.1 του Κ.Π.Δ. και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες, σύμφωνα με τα άρθρα 583 παρ. 1 και 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. Να απορριφθεί το αίτημα των αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου σας, καθόσον με το περιεχόμενο της αναιρέσεώς τους πλήρως εξέθεσαν τις απόψεις τους και ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι υπ' αριθ. 213 και 214/7-12-2009 αντίστοιχες αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Χ2 και Χ1 συζ. Κ, το γένος Ρ, κατά του υπ' αριθ. 2259/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να επιβληθούν σ' αυτούς τα δικαστικά έξοδα. Να απορριφθεί το αίτημά τους για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου σας. Αθήνα 22-1-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, η αντίκλητος των αναιρεσειόντων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 308 παρ.1 εδάφ. β' του ΚΠΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 5 παρ.7 του ν. 1738/1987, στην οποία ορίζεται ότι "στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του νόμου 1608/1950 η περάτωση της κυρίας ανάκρισης κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δε χρειάζεται συμπλήρωση την εισάγει με πρόταση του στο Συμβούλιο Εφετών που αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα" σαφώς προκύπτει ότι κατά των παραπεμπτικών βουλευμάτων για εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του νόμου 1608/1950 και εκδόθηκαν κατά την οριζόμενη στη διάταξη αυτή διαδικασία δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο το ένδικο μέσο της αναίρεσης και ότι ο περιορισμός αυτός καταλαμβάνει όχι μόνο τα αμιγώς παραπεμπτικά βουλεύματα αλλά και εκείνα τα οποία μαζί με την παραπεμπτική διάταξη περιέχουν και απαλλακτικές υπέρ του κατηγορουμένου διατάξεις και αυτό λόγω του σκοπού του νόμου, ο οποίος είναι η ταχεία περαίωση των υποθέσεων αυτών που αφορούν κατάχρηση του δημόσιου χρήματος, εκτείνεται δε και στα συναφή εγκλήματα ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα τους, ως κακουργήματα ή πλημμελήματα.
Συνεπώς, εφόσον εν προκειμένω οι αναιρεσείοντες παραπέμφθηκαν κατά την προαναφερόμενη διαδικασία για έγκλημα που προβλέπεται από το άρθρο 1 του νόμου 1608/1950, όπως ισχύει σήμερα, η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση και για το οποίο γενικά δεν προβλέπεται η άσκηση ενδίκου μέσου από τον κατηγορούμενο και πρέπει κατόπιν τούτου να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ' άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠΔ, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ.
Εξάλλου, το, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1, 3 ΚΠΔ, προβαλλόμενο αίτημα των αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμο, αφού με το περιεχόμενο της αναίρεσής του, ο καθένας, έχουν εκθέσει πλήρως τις απόψεις και αναπτύξει τους ισχυρισμούς τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης των αναιρεσειόντων ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου.
Απορρίπτει τις, από 7 Δεκεμβρίου 2009, αιτήσεις των Χ2, κατοίκου ... και της Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση του 2259/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, χωριστά για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης, εφόσον το προσβαλλόμενο βούλευμα αποφάνθηκε για πράξη που εμπίπτει στο άρθρο 1 Ν. 1608/1950. Απόρριψη αιτήματος αυτοπρόσωπης εμφάνισης.
|
Καταχραστές Δημοσίου
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Καταχραστές Δημοσίου.
| 2
|
Αριθμός 1732/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 6283/2003 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Με συγκατηγορούμενο τον Δ.
Το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 175/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 165/05.5.2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, την από 18.1.2010 αίτηση (δήλωση) του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 6283/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα ακόλουθα:Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462, 465 παρ. 1, 473 παρ. 1 και 3, 474 παρ. 1 και 2 και 507 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, προκύπτει, ότι η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως με δήλωση ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα, από τον κατηγορούμενο ή από τον ειδικά εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του γίνεται μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών, η οποία αρχίζει από τότε που η απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, αν ο δικαιούμενος ήταν παρών κατά την απαγγελία της ή από την επίδοσή της αν αυτός ήταν απών ή μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, η οποία επίσης αρχίζει από την επίδοσή της (ΑΠ 1999/2009, ΑΠ 1010/2009, ΑΠ 1554/2005). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου, που πηγάζει από το άρθρο 255 ΑΚ, κατά την οποία ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, συνεπώς και της αναιρέσεως, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, μέσα όμως στη νόμιμη προθεσμία, που αρχίζει για την περίπτωση αυτή από τότε που θα παύσει ο λόγος της ανώτερης βίας ή θα εξαλειφθεί το ανυπέρβλητο κώλυμα. Στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από το άρθρο 474 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεώς του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση αυτού, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά τους, γιατί διαφορετικά, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 476 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως. Ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο (Ολ. ΑΠ 4/1995, ΑΠ 2099/2009, ΑΠ 2648/2008). Στην έννοια όμως της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, όπως αυτή εκτέθηκε παραπάνω, δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του αναιρεσείοντος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγο, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της αναιρέσεώς του (ΑΠ 80/2010, ΑΠ 2190/2009). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς εκείνον γίνεται ως άγνωστης διαμονής μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. α' προσώπων, προς τον δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, γνωστή στο πλαίσιο του δικαιϊκού συστήματος των επιδόσεων είναι η κατοικία ή διαμονή η οποία είναι γνωστή στην αρχή η οποία εξέδωσε το επιδοτέο έγγραφο ή στην αρχή που παρήγγειλε την επίδοσή του. Έτσι η τελευταία γνωστή στην Εισαγγελία που παραγγέλλει την επίδοση της καταδικαστικής αποφάσεως κατοικία ή διαμονή του αποδέκτη της επιδόσεως είναι εκείνη η οποία έχει γνωστοποιηθεί με οποιοδήποτε τρόπο στην Εισαγγελία. Εάν ο αποδέκτης της επιδόσεως απουσιάζει από την τελευταία αυτή κατοικία του, χωρίς να προκύπτει άλλη διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του νεότερη αλλά άγνωστη διαμονή στην αρχή, η οποία παραγγέλλει την επίδοση, αυτή γίνεται προς τα αναφερόμενα πρόσωπα και εάν δεν βρεθεί κανένα απ' αυτά, στον δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας ή τον ιερέα της ενορίας της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του. Ειδικότερα εάν πρόκειται για επίδοση ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως προς κατηγορούμενο, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 273 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ. 4 του Ν. 2172/1993 και ίσχυσε από 16 Δεκεμβρίου 1993 [αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 14 του Ν. 3160/2003], δήλωσε ενώπιον του ανακριτή ή εισαγγελέα, ή του πταισματοδίκη ή ειρηνοδίκη κατά την προανάκριση την διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής του, η επίδοση ωσότου η απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεσθεί γίνεται σύμφωνα με το εδάφιο γ' της ίδιας παραγράφου, στη δηλωθείσα αυτή διεύθυνση, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν δήλωσε εγγράφως στον Εισαγγελέα, που άσκησε την ποινική δίωξη μεταβολή της κατοικίας ή διαμονής του. Στην περίπτωση αυτή εάν ο κατηγορούμενος απουσιάζει από την δηλωθείσα με τον τρόπο αυτό κατοικία και είναι πλέον άγνωστη η διαμονή του, διότι μετέβαλε κατοικία ή διαμονή, χωρίς να δηλώσει αρμοδίως την μεταβολή αυτή, η επίδοση της αποφάσεως γίνεται προς αυτόν ως γνωστής διαμονής στην αρχικώς δηλωθείσα διεύθυνση της κατοικίας του, όπου κατά νόμο θεωρείται ότι διαμένει, ακόμη και εάν έχει αλλάξει τόπο κατοικίας ή διαμονής. Αντίθετα, όμως, αν η ως άνω δήλωση από τον κατηγορούμενο, κατά τη προανάκριση, της διεύθυνσης της κατοικίας ή διαμονής του δεν γίνει ενώπιον του πταισματοδίκη ή ειρηνοδίκη αλλά ενώπιον του ανακριτικού υπαλλήλου της αστυνομίας δεν ισχύει και δεν εφαρμόζεται η, μετά την κατά τα ανωτέρω αντικατάσταση από 16.12.1993 του άρθρου 273 παρ. 1 ΚΠΔ, προβλεπόμενη ρύθμιση. Έτσι στην τελευταία αυτή περίπτωση, κατά την οποία η δήλωση από τον κατηγορούμενο της διεύθυνσης της κατοικίας ή διαμονής του γίνεται ενώπιον αστυνομικού υπαλλήλου, που ενεργεί προανάκριση, ο κατηγορούμενος πρέπει να αναζητηθεί στην διεύθυνση αυτή και εάν απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του αυτής και η διαμονή του είναι άγνωστη η επίδοση θα γίνει προς αυτόν όχι ως γνωστής διαμονής αλλά ως άγνωστης διαμονής κατά το άρθρο 156 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 6 του Ν. 1683/1986, κατά το οποίο αν το πρόσωπο στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, η επίδοση γίνεται στο σύζυγό του ή, αν δεν υπάρχει σύζυγος σε έναν από τους γονείς ή τους αδελφούς ή σε άλλους συγγενείς του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό. Αν δεν βρεθεί κανείς από τους παραπάνω στον τόπο κατοικίας του αποδέκτη της επιδόσεως, αυτή γίνεται στον δήμαρχο ή τον δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του αποδέκτη της επιδόσεως, ο οποίος φροντίζει για την τοιχοκόλληση του εγγράφου που του επιδόθηκε σε ένα από τα δημόσια σημεία και για την αποστολή σχετικής βεβαιώσεως στην αρχή που παρήγγειλε την επίδοση. Κατά δε το άρθρο 154 παρ. 2 ιδίου Κώδικα, αν δεν τηρηθούν οι παραπάνω διατάξεις του άρθρου 156 η επίδοση είναι άκυρη (ΑΠ 341/2007).Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτά επισκοπούνται, κατά την έρευνα του παραδεκτού της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την προσβαλλόμενη 6283/2003 ανέκκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε φυλάκιση δυο (2) μηνών που μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως, για προμήθεια και κατοχή ναρκωτικών ουσιών από κοινού για δική του αποκλειστικά χρήση (άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 1729/1987, όπως αντικ. με άρθρο 14 του Ν. 2161/1993). Η απόφαση αυτή, η οποία εκδόθηκε ερήμην του κατηγορουμένου, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ την 19.6.2003, όπως προκύπτει από τη συνημμένη από 20.1.2010 υπηρεσιακή βεβαίωση της Προϊσταμένης του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Επιδόθηκε δε αυτή νομίμως ως αγνώστου διαμονής την 9.7.2004, στον αρμόδιο υπάλληλο του Δήμου ..., αφού στη διεύθυνση κατοικίας του στην οδό ... την οποία είχε δηλώσει στην Αστυνομία την 25.1.2002 - δηλαδή πριν την αντικατάσταση του άρθρου 273 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ με το άρθρο 14 του Ν. 3160/2003, που δημιούργησε το πλάσμα δικαίου και για τη δήλωση της διεύθυνσης κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων των άρθρων 33 στοιχ. β' και γ' και 34 του ΚΠΔ - ήταν άγνωστος, όπως προκύπτει από τη συνημμένη στη δικογραφία από 28.6.2004 βεβαίωση της επιμελήτριας δικαστηρίων .... Στο αποδεικτικό επιδόσεως από 9 Ιουλίου 2004 της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος δεν βρέθηκε στην τελευταία γνωστή κατοικία του επί της οδού ... και ήταν άγνωστης διαμονής και ότι ύστερα από έρευνα διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει στη παραπάνω κατοικία ή άλλού συγγενής του κατηγορουμένου από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 156 παρ. 1 του ΚΠΔ. Ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως την 18.1.2010, δηλαδή πολύ μετά την παρέλευση της τριακονθήμερης προθεσμίας ασκήσεώς της από την επίδοση της αποφάσεως (9.7.2004), μέσω του έχοντος ειδική προς τούτο εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1 του ΚΠΔ αντιπροσώπου του ..., δικηγόρου Θεσσαλονίκης, με δήλωση ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και συντάχθηκε η σχετική με αριθμό ... έκθεση αναιρέσεως. Όμως, στην έκθεση αναιρέσεως, όπως αυτό προκύπτει από το περιεχόμενό της, δεν επικαλείται κάποιο λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, ο δε ισχυρισμός του για ακυρότητα της επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του της προσβαλλόμενης αποφάσεως μέχρι την 8.1.2010 που συνελήφθη σε εκτέλεσή της, δεν εμπίπτει στην έννοια της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, και σε κάθε περίπτωση, εν όψει των προεκτεθέντων, είναι αβάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 513 παρ. 1 εδ. α' και 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η από 18.1.2010 αίτηση (δήλωση) του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 6283/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.Αθήνα, 30 Απριλίου 2010. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων 465 παρ.1, 473 παρ. 1, 3, 474 και 476 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει, ότι για να είναι παραδεκτή η με δήλωση ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα από τον κατηγορούμενο ή από τον ειδικά εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του ασκούμενη αναίρεση, πρέπει αυτή ν' ασκηθεί μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών, η οποία αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης αν ο κατηγορούμενος ήταν παρών ή από την επίδοσή της αν αυτός ήταν απών κατά την απαγγελία της ή μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, η οποία επίσης αρχίζει από την επίδοσή της. Σε κάθε δε περίπτωση η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη ή η ανέκκλητη απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εξάλλου, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου, που απορρέει από το άρθρο 255 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου, συνεπώς και της αναίρεσης, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, μέσα όμως στη νόμιμη προθεσμία, που αρχίζει για την περίπτωση αυτή από τότε που θα παύσει ο λόγος της ανώτερης βίας ή θα εξαλειφθεί το ανυπέρβλητο κώλυμα. Στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως από το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠΔ, συνάγεται εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση άσκησής του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία δε μπόρεσε ν' ασκήσει εμπρόθεσμα αυτό, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, που αποδεικνύουν τη βασιμότητά τους, αλλιώς, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στο άρθρο 476 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δε μπορεί ν' αποτραπεί και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης. Ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διάδικου που ασκεί το ένδικο μέσο και δε μπορούσε να υπερνικηθεί απ' αυτόν με κανένα τρόπο (Ολομ.ΑΠ 4.1995). Στην έννοια, όμως, της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, όπως αυτή αναλύθηκε παραπάνω, δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του αναιρεσείοντος της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της αναίρεσης. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς εκείνον γίνεται ως άγνωστης διαμονής μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. α' προσώπων, προς τον δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, γνωστή στο πλαίσιο του δικαιϊκού συστήματος των επιδόσεων είναι η κατοικία ή διαμονή η οποία είναι γνωστή στην αρχή η οποία εξέδωσε το επιδοτέο έγγραφο ή στην αρχή που παρήγγειλε την επίδοση του. Έτσι η τελευταία γνωστή στην Εισαγγελία που παραγγέλλει την επίδοση της καταδικαστικής απόφασης κατοικία ή διαμονή του αποδέκτη της επίδοσης είναι εκείνη η οποία έχει γνωστοποιηθεί με οποιοδήποτε τρόπο στην Εισαγγελία. Εάν ο αποδέκτης της επίδοσης απουσιάζει από την τελευταία αυτή κατοικία του, χωρίς να προκύπτει άλλη διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του νεότερη αλλά άγνωστη διαμονή στην αρχή, η οποία παραγγέλλει την επίδοση, αυτή γίνεται προς τα αναφερόμενα πρόσωπα και εάν δεν βρεθεί κανένα απ' αυτά, στον δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας ή τον ιερέα της ενορίας της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του. Ειδικότερα εάν πρόκειται για επίδοση ερήμην καταδικαστικής απόφασης προς κατηγορούμενο, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 273 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ. 4 του Ν. 2172/1993 και ίσχυσε από 16 Δεκεμβρίου 1993 (αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 14 του Ν. 3160/2003) δήλωσε ενώπιον του ανακριτή ή εισαγγελέα, ή του πταισματοδίκη ή ειρηνοδίκη κατά την προανάκριση τη διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής του, η επίδοση ωσότου η απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεσθεί γίνεται σύμφωνα με το εδάφιο γ' της ίδιας παραγράφου, στη δηλωθείσα αυτή διεύθυνση, εφόσον ο κατηγορούμενος δε δήλωσε εγγράφως στον Εισαγγελέα, που άσκησε την ποινική δίωξη μεταβολή της κατοικίας ή διαμονής του. Στην περίπτωση αυτή εάν ο κατηγορούμενος απουσιάζει από τη δηλωθείσα με τον τρόπο αυτό κατοικία και είναι πλέον άγνωστη η διαμονή του, διότι μετέβαλε κατοικία ή διαμονή, χωρίς να δηλώσει αρμοδίως την μεταβολή αυτή, η επίδοση της απόφασης γίνεται προς αυτόν ως γνωστής διαμονής στην αρχικώς δηλωθείσα διεύθυνση της κατοικίας του, όπου κατά νόμο θεωρείται ότι διαμένει, ακόμη και εάν έχει αλλάξει τόπο κατοικίας ή διαμονής. Αντίθετα, όμως, αν η πιο πάνω δήλωση από τον κατηγορούμενο, κατά τη προανάκριση, της διεύθυνσης της κατοικίας ή διαμονής του δεν γίνει ενώπιον του πταισματοδίκη ή ειρηνοδίκη αλλά ενώπιον του ανακριτικού υπαλλήλου της αστυνομίας δεν ισχύει και δεν εφαρμόζεται η, μετά την κατά τα παραπάνω αντικατάσταση από 16.12.1993 του άρθρου 273 παρ. 1 ΚΠΔ, προβλεπόμενη ρύθμιση. Έτσι στην τελευταία αυτή περίπτωση, κατά την οποία η δήλωση από τον κατηγορούμενο της διεύθυνσης της κατοικίας ή διαμονής του γίνεται ενώπιον αστυνομικού υπαλλήλου, που ενεργεί προανάκριση, ο κατηγορούμενος πρέπει να αναζητηθεί στη διεύθυνση αυτή και εάν απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του αυτής και η διαμονή του είναι άγνωστη η επίδοση θα γίνει προς αυτόν όχι ως γνωστής διαμονής, αλλά ως άγνωστης διαμονής κατά το άρθρο 156 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 6 του Ν. 1683/1986, κατά το οποίο αν το πρόσωπο στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, η επίδοση γίνεται στο σύζυγο του ή, αν δεν υπάρχει σύζυγος σε έναν από τους γονείς ή τους αδελφούς ή σε άλλους συγγενείς του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό. Αν δε βρεθεί κανείς από τους παραπάνω στον τόπο κατοικίας του αποδεκτή της επίδοσης, αυτή γίνεται στο δήμαρχο ή το δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του αποδέκτη της επίδοσης, ο οποίος φροντίζει για την τοιχοκόλληση του εγγράφου που του επιδόθηκε σε ένα από τα δημόσια σημεία και για την αποστολή σχετικής βεβαίωσης στην αρχή που παρήγγειλε την επίδοση. Κατά δε το άρθρο 154 παρ. 2 ιδίου Κώδικα, αν δεν τηρηθούν οι παραπάνω διατάξεις του άρθρου 156 η επίδοση είναι άκυρη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτά επισκοπούνται, κατά την έρευνα του παραδεκτού της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την προσβαλλόμενη 6283/2003 ανέκκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε φυλάκιση δυο (2) μηνών που μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως, για προμήθεια και κατοχή ναρκωτικών ουσιών από κοινού για δική του αποκλειστικά χρήση (άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 1729/1987, όπως αντικ. με άρθρο 14 του Ν. 2161/1993). Η απόφαση αυτή, η οποία εκδόθηκε ερήμην του κατηγορουμένου, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ την 19.6.2003, όπως προκύπτει από τη συνημμένη από 20.1.2010 υπηρεσιακή βεβαίωση της Προϊσταμένης του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Επιδόθηκε δε αυτή νομίμως ως άγνωστης διαμονής την 9.7.2004, στον αρμόδιο υπάλληλο του Δήμου ..., αφού στη διεύθυνση κατοικίας του στην οδό ..., που είχε δηλώσει στην Αστυνομία την 25.1.2002 - δηλαδή πριν την αντικατάσταση του άρθρου 273 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ με το άρθρο 14 του Ν. 3160/2003, που δημιούργησε το πλάσμα δικαίου και για τη δήλωση της διεύθυνσης κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων των άρθρων 33 στοιχ. β' και γ' και 34 του ΚΠΔ - ήταν άγνωστος (ίδ. την από 28.6.2004 βεβαίωση της Επιμελήτριας Δικαστηρίων ...). Στο αποδεικτικό επίδοσης από 9 Ιουλίου 2004 της παραπάνω δικαστικής επιμελήτριας βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος δε βρέθηκε στην τελευταία γνωστή κατοικία του επί της οδού ... και ήταν άγνωστης διαμονής και ότι ύστερα από έρευνα διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει στην παραπάνω κατοικία ή αλλού συγγενής του κατηγορουμένου από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 156 παρ. 1 του ΚΠΔ. Ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στις 18.1.2010, δηλαδή πολύ μετά την παρέλευση της τριακονθήμερης προθεσμίας άσκησής της από την επίδοση της απόφασης (9.7.2004) και στην έκθεση αναίρεσης όπως αυτό προκύπτει από το περιεχόμενό της, δεν επικαλείται κάποιο λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της, ο δε ισχυρισμός του για ακυρότητα της επίδοσης, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του της προσβαλλόμενης απόφασης μέχρι τις 8.1.2010 που συνελήφθη σε εκτέλεσή της, δεν εμπίπτει στην έννοια της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος και σε κάθε περίπτωση, ενόψει των προαναφερθέντων, είναι αβάσιμος. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 513 παρ. 1 εδ. α' και 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 18.1.2010, αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 6283/2003 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη της αίτησης αναίρεσης λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, χωρίς επίκληση κάποιου λόγου ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογείται το εκπρόθεσμο.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 0
|
Αριθμός 1731/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα (σε συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 και 9 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση
του εκκαλούντος - εκζητουμένου Χ, ... υπηκόου, ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Γκότση, κατά της με αριθμό 78/2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με τη με αριθμό 78/2010 απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του με αριθμό IV KOP3/07/13.03.2007 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο LODZI της Πολωνίας σε βάρος του ανωτέρω προκειμένου αυτός να προσαχθεί στην αρμόδια Πολωνική Δικαστική Αρχή.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε τη με αριθμό 103/03.09.2010 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Κωστούλας Θεοδωροπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1189/2010.
Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του εκκαλούντος -εκζητουμένου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή του και να μην εκδοθεί και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος ζήτησε να απορριφθεί η έφεση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης κλπ" "σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται αυτή". Επομένως η υπό κρίση 103/3.9.2010 έφεση νομίμως και εμπροθέσμως ενώπιον της αρμόδιας γραμματέως του Εφετείου Αθηνών ασκηθείσα έφεση κατά της 78/2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία τούτο αποφάσισε την εκτέλεση του IV KOP 3/2007 από 13.3.2007 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως, που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο του Lodzi Πολωνίας δυνάμει της IVK 210/97 από 17.4.1998 αποφάσεως του Επαρχιακού Δικαστηρίου τού Lodzi Πολωνίας σε βάρος του εκκαλούντος ... υπηκόου Χ, που γεννήθηκε στο ..., πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Επειδή, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του πιο πάνω Ν. 3251/2004 "το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία". Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, που περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: "α) την υπηκοότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιπτώσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της". Επίσης, στο άρθρο 9 παρ. 32 ορίζεται ότι όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος εκδόσεως του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της αποφάσεως που διατάσσει την εκτέλεση του εντάλματος είναι το συμβούλιο εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος, ενώ, κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του εν λόγω νόμου, κατά της πιο πάνω οριστικής αποφάσεως επιτρέπεται η άσκηση εφέσεως στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον Εισαγγελέα, μέσα στην προθεσμία που προαναφέρθηκε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου "το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή, σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία, για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών", κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α' του νόμου τούτου, "υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του παρόντος, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών, όπως επίσης εκτελείται, κατά το στοιχ. β` της άνω παρ. 1 του άρθρου 10, εφόσον τα δικαστήρια του τόπου έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή κακούργημα". Εξ άλλου, κατά το άρθρο 11 περ. δ' του Ν.3251/2004, "η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: ... δ) αν έχει επέλθει παραγραφή του εγκλήματος ή της ποινής σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 43 του ν. 3251/2004, η ισχύς τού νόμου αυτού αρχίζει από της δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (9 Ιουλίου 2004), ενώ στις μεταβατικές του διατάξεις (άρθρα 37 και 39) δεν υπάρχει διάταξη, η οποία να ορίζει διαφορετικό χρόνο ισχύος για κάποιες από τις διατάξεις αυτού. Από τη μεταβατική δε διάταξη του άρθρου 39 παρ. 1 του ίδιου νόμου, στο οποίο ορίζεται ότι "οι αιτήσεις έκδοσης που παραλήφθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου εξακολουθούν να διέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις για την έκδοση", συνάγεται, κατ' αντιδιαστολή, ότι για τις αιτήσεις εκδόσεως που παραλήφθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του νόμου, δηλαδή για τις εκδόσεις με βάση το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου αυτού. Από το περιεχόμενο δε και τις ρυθμίσεις του εν λόγω νόμου, σχετικά με το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, γίνεται φανερό ότι ο νόμος αυτός, ως προς τις ανωτέρω διατάξεις του, είναι νόμος ποινικός δικονομικός καί όχι ουσιαστικός ποινικός, αφού δεν περιέχει διατάξεις ουσιαστικού ποινικού δικαίου, αλλά ρυθμίζει απλώς τις διαδικασίες συλλήψεως και τής, μετά από δικαστική κρίση, παραδόσεως του εκζητούμενου προσώπου μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, στα πλαίσια της μεταξύ τους δικαστικής συνεργασίας, Επομένως, ως δικονομικός νόμος, κατά τη γενική αρχή του διαχρονικού δικονομικού ποινικού δικαίου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς δίκες, κατά το ανεκτέλεστο μέρος τους, δηλαδή και για τις αξιόποινες πράξεις, που έχουν τελεσθεί πριν από τη δημοσίευση του νόμου αυτού.
Εν προκειμένω, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε ο εκζητούμενος προφορικώς στο ακροατήριο και στο υπόμνημα που υπέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (σε Συμβούλιο), προέκυψαν τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του αναφερόμενου παραπάνω Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως σε βάρος του εκκαλούντος ... υπηκόου, προκειμένου να προσαχθεί ο εκζητούμενος ενώπιον της δικαστικής αρχής που εξέδωσε το ένταλμα για να εκτίσει το υπόλοιπο της στερητικής της ελευθερίας ποινής των δύο (2) ετών, οκτώ (8) μηνών και επτά (7) ημερών από ένα (1) έτος, έξι (6) μήνες και επτά (7) ημέρες, που επιβλήθηκε σ' αυτόν με την IVK 210/97 από 17 Απριλίου 1998 αποφάσεως του Επαρχιακού Δικαστηρίου Lodzi για τις αξιόποινες πράξεις : α) της απόπειρας εκβιασμού με ληστεία και β) της σωματικής βλάβης που προκαλεί αναταραχή της υγείας για λιγότερο από επτά (7) ημέρες, που προβλέπονται και τιμωρούνται με το άρθρο 13 παρ. 1 Π.Κ. σε συνδυασμό με τα άρθρα 282 και 64 παρ. 1. 156 παρ. 2 Π.Κ. του έτους 1969 της .... Μετά τη λήψη από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών του με αριθμό πρωτοκόλλου 5291/20/ΔΥ από 15.8.2010 τηλεομοιοτυπικού σήματος του 3ου τμήματος - γραφείο ... της Διευθύνσεως Διεθνούς Αστυνομικής Συνεργασίας, με το συνημμένο σ' αυτό απόσπασμα ... με αριθμό ... και ημερομηνία 7 Νοεμβρίου 2008, σε μετάφραση, που επέχει θέση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, εκδόθηκε με βάση αυτό η 46/2010 εισαγγελική εντολή προσωρινής συλλήψεως του εκζητουμένου, ο οποίος συνελήφθη στις 15 Αυγούστου 2010 (βλ. την από 15.8.2010 έκθεση συλλήψεως) και οδηγήθηκε ακολούθως, την επομένη ημέρα ενώπιον του ως άνω Εισαγγελέως. Ο τελευταίος βεβαίωσε την ταυτότητα του εκζητουμένου, ο οποίος δήλωσε ότι ονομάζεται Χ, γεννήθηκε στο ... στις 3 Ιουνίου 1969 και είναι υπήκοος ... και τον ενημέρωσε για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του εντάλματος, καθώς και για τα λοιπά ζητήματα που αναφέρονται στα άρθρα15 παρ. 1 και 178 παρ. 1 του ν. 3251/2004. Αφού συντάχθηκε νομοτύπως η προβλεπόμενη από 16.8.2010 έκθεση για την προσαγωγή, ενημέρωση και τις δηλώσεις του εκζητουμένου, μεταξύ των οποίων και η δήλωση ότι αυτός δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος εκδόσεως του εντάλματος και συγκεκριμένα στην ..., διαβιβάστηκε από τον Εισαγγελέα Εφετών το ένδικο ένταλμα με όλα τα σχετικά έγγραφα με το ΕΚΔ 3211/ΦΕ 6442/24.8.2010 έγγραφο, στην αρμόδια δικαστική αρχή να αποφασίσει για την εκτέλεση του εντάλματος η οποία ήταν, κατ' άρθρο 9 παρ. 3 του Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, τροποποίηση του Ν. 2928/2001 για τις εγκληματικές οργανώσεις και άλλες διατάξεις", το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει και συνελήφθη ο εκζητούμενος, και συγκεκριμένα το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών. Το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως περιέχει όλα τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του ν. 3251/2004 στοιχεία (ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, όνομα, διεύθυνση και λοιπά στοιχεία της δικαστικής αρχής που το εξέδωσε, μνεία του εντάλματος συλλήψεως, φύση και νομικό χαρακτηρισμό των εγκλημάτων για τη τέλεση των οποίων ζητείται η έκδοση, περιγραφή περιστάσεων τελέσεως των εγκλημάτων, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τελέσεως, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, ποινή που απειλείται, νομικές διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν τις πράξεις) και συνεπώς πληροί τους όρους τυπικής νομιμότητας αυτού κατά το Ν. 3251/2004. Οι πράξεις για τις οποίες διώκεται ο εκζητούμενος συνίστανται, σύμφωνα με την περιεχόμενη στο ένταλμα περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως αυτών, στο ότι "ο εκζητούμενος στις 15 Μαΐου 1997 μαζί με δύο άνδρες πήγε στο μπαρ ... στο ... το οποίο διεξάγει (διοικεί) ο Ζ και αυτός και οι σύντροφοί του, κατά το διάστημα κατανάλωσης αλκοόλ συμπεριφέρονταν χυδαία και δυνατά και όταν ο Ζ τους ξανάκανε παρατήρηση, ένας από τους άνδρες προσπάθησε να τον χτυπήσει με χρυσή αλυσίδα την οποία έβγαλε από το λαιμό του, προσβεβλημένος παρακάλεσε να πληρώσουν τον λογαριασμό και να βγούνε από το μπαρ, τότε ο Χ έριξε στο τραπέζι είκοσι (20) ζλότι, έκανε γύρω τον μπουφέ και χτύπησε τον προσβεβλημένο με γροθιά στο πρόσωπο και τον έσπρωξε στην καρέκλα, μετά ο Χ πήρε ένα άδειο μπουκάλι, το έσπασε από τη γωνία του τραπεζιού και το έβαλε στο λαιμό του προσβεβλημένου, υποχρέωσε τον προσβεβλημένο να ζητήσει συγγνώμη από τους φίλους του και από τον εαυτό του, απειλώντας τον ότι θα τον "κανονίσει" ο Ζ πολλές φορές ζητούσε συγγνώμη από τους άνδρες και ένας από αυτούς είπε στον προσβεβλημένο ή θα του δώσει αυτή τη στιγμή τριακόσια (300) ζλότι ή θα πληρώνει το ποσό αυτό κάθε μήνα και αν αρνηθεί, ο φίλος του θα τον κανονίσει. Ένας από τους άνδρες παρενέβη δοκιμάζοντας να αποτραβήξει τον Χ από τον Ζ, o Χ χτύπησε το φίλο του στο πρόσωπο, κατά τη διάρκεια αυτή ο προσβεβλημένος πάτησε το κουμπί του συναγερμού της ληστείας, φωνάζοντας το πρακτορείο φρουράς, μετά οι τρεις άνδρες εκ νέου ζήτησαν από τον προσβεβλημένο αμέσως να πληρώσει το ποσό των 300 ζλότι και τέτοιο ποσό θα πληρώνει κάθε μήνα και ο προσβεβλημένος παρατήρησε ότι στο μπαρ έρχεται το αυτοκίνητο της φρουράς υπό το πρόσχημα δανεισμού χρημάτων από το κοντινό μαγαζί με αλκοόλ και βγήκε από το μπαρ. Οι ανωτέρω πράξεις προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 13 παρ. 1, 282, 64 παρ. 1, 156 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα της ..., με ποινές στερήσεως της ελευθερίας από 1 έτος έως 10 έτη και με ποινή στερήσεως της ελευθερίας μέχρι 3 έτη. Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι, κατά τις ισχύουσες διατάξεις του κράτους του οποίου οι δικαστικές αρχές εξέδωσαν το παραπάνω ένταλμα ..., υφίστανται οι προϋποθέσεις για τη φυλάκιση του εκζητουμένου. Ειδικότερα, στο πιο πάνω ένταλμα περιλαμβάνεται, κατά τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 3251/2004, η φύση και ο νομικός χαρακτηρισμός των αποδιδόμενων στον εκζητούμενο εγκλημάτων, καθώς και η συνοπτική μεν, αλλά σαφής περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως αυτών, στις οποίες περιλαμβάνεται ο χρόνος και ο τόπος τελέσεως, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, χωρίς να είναι αναγκαία και η αναλυτική και λεπτομερειακή εξειδίκευση αυτών, η οποία μπορεί να γίνει από την αιτούσα αρχή κατά την περαιτέρω έρευνα της υποθέσεως. Επομένως, με τα παραπάνω δεδομένα, συντρέχουν αφενός μεν οι προβλεπόμενες από τις παραπάνω διατάξεις προϋποθέσεις του επιτρεπτού της εκδόσεως του εντάλματος (επιβληθείσα ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών - άρθρο 5 του ίδιου νόμου), αφ' ετέρου δε οι προβλεπόμενες στο άρθρο 10 του ίδιου νόμου προϋποθέσεις για να επιτραπεί η εκτέλεσή του (καταδίκη του εκζητουμένου σε ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινες πράξεις κατά το πολωνικό δίκαιο με απειλούμενη γι' αυτές στερητικές της ελευθερίας ποινές, το ανώτατο όριο των οποίων είναι 10 και 3 έτη), τα αντίθετα δε που υποστηρίζει ο εκζητούμενος και επαναλαμβάνει με τον πρώτο λόγο της εφέσεως, ως προς τη μη εφαρμογή εν προκειμένω του Νόμου 3251/2004, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του "το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως αποτελεί ποινική διαδικασία που δεν ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης, της οποίας ζητείται η εκτέλεση, πολύ δε περισσότερο κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης", είναι απορριπτέα, διότι, όπως στην παραπάνω νομική σκέψη αναλυτικά εκτίθεται και αναπτύσσεται, οι διατάξεις του Νόμου 3251/2004 έχουν δικονομικό χαρακτήρα και κατά συνέπεια δεν τίθεται θέμα μη αναδρομικότητάς τους. Ως αβάσιμος δε, είναι απορριπτέος και ο δεύτερος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο παραπονείται ο εκκαλών για μη εφαρμογή του άρθρου 438 περ. δ' του ΚΠΔ, αφού, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου που ισχύει στο Κράτος εκδόσεως του εντάλματος ..., οι οποίες εφαρμόζονται εν προκειμένω, η παραγραφή της ποινής είναι δεκαπενταετής, δεδομένου ότι κατά τα προαναφερθέντα η πράξη της ληστρικής εκβιάσεως δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα των Ελληνικών δικαστικών Αρχών και παραγράφεται στις 3 Σεπτεμβρίου 2013. Επειδή με το άρθρο 12 του ίδιου πιο πάνω νόμου, καθορίζονται οι περιπτώσεις, στις οποίες η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος.
Εν προκειμένω από τα έγγραφα της δικογραφίας που αναφέρονται ως αναγνωσθέντα στα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης, της ένορκης καταθέσεως στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 19ης Οκτωβρίου 2010 του μάρτυρος ... και από τις διευκρινίσεις που έδωσε ο εκζητούμενος, προκύπτει ότι η εκτέλεση του παραπάνω εντάλματος θα επιφέρει ενδεχομένως δυσμενείς επιπτώσεις στην οικογένεια του εκζητουμένου, τόσο κατά την ως άνω δικάσιμο, όσο και κατά τη σημερινή, όμως, δεδομένης της βαρύτητας της πράξεως την οποία τέλεσε (ληστρική εκβίαση), αλλά και του γεγονότος ότι, όπως ο ίδιος εξέθεσε, κατά την πρώτη συνεδρίαση του δικαστηρίου (σε Συμβούλιο), έχει αποδράσει από τις ... Φυλακές στις οποίες εξέτιε τις ως άνω καταγνωσθείσες ποινές, ορθά δεν έγινε δεκτό από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το αίτημά του να εκτίσει στην Ελλάδα το υπόλοιπο της ποινής του, άποψη την οποία φέρεται να ενστερνίζεται και ο Προϊστάμενος του Τμήματος Εκτελέσεως Ποινών Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών με το με αριθμό πρωτοκόλλου 58904 ΕΚΤ/27.10.2010 έγγραφο, με το οποίο δηλώνει ότι δεν αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει σύμφωνα με τους ποινικούς νόμους της χώρας το υπόλοιπο της ποινής.
Επειδή, κατά συνέπεια, συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ανωτέρω ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και γι` αυτό το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε όλες τις προπαρατεθείσες διατάξεις και γι` αυτό εν όψει των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η έφεση και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ` ουσίαν την 103/3.9.2010 έφεση του Χ, ... υπηκόου, κατά της 78/201008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αυτό αποφάσισε την εκτέλεση του IV KOP 3/2007 από 13.3.2007 ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως του Επαρχιακού Δικαστηρίου Lodzi Πολωνίας, το οποίο εκδόθηκε δυνάμει της IVK 210/1997 από 17.4.98 αποφάσεως του ως άνω Δικαστηρίου. Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως Λόγοι εφέσεως: 1) Το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως αποτελεί ποινική διαδικασία που δεν ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης, της οποίας ζητείται η εκτέλεση, πολύ δε περισσότερο κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, διότι οι διατάξεις του Νόμου 3251/2004 έχουν δικονομικό χαρακτήρα και κατά συνέπεια δεν τίθεται 0έμα μη αναδρομικότητας τους. Περαιτέρω απορριπτέος είναι και ο δεύτερος λόγος της εφέσεως, που αναφέρεται στο 0έμα της παραγραφής της ποινής, αφού οι ποινή σύμφωνα με το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως του εκζητουμένου, αυτή παραγράφεται στις 3 Σεπτεμβρίου 2013, το 0έμα δε αυτό ρυ0μίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν στο κράτος εκδόσεως του εντάλματος, εφόσον η πράξη δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών. 3) Το Συμβούλιο Εφετών δεν απάντησε στο εγγράφως διατυπω0έν και προφορικώς αναπτυχ0έν αίτημα για εφαρμογή της διατάξεως της παραγράφου ε΄ του άρ0ρου 12 του Νόμου 3251/2004, μολονότι συντρέχουν όλες οι προϋπο0έσεις και κατατέ0ηκαν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
Αριθμός 1731/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, τέως συζ. Ψ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πέππα.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Λαμπίρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4896/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4544/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 30-11-2007 αίτησή της και τους από 1-9-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 30-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως παρέχεται και αν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών γεγονότων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ( στο διατακτικό της απόφασης), δηλαδή παραδεκτών και νομίμων. Ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Ειδικότερα, προκειμένου για ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ.2 εδ. γ' ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του ν.2915/2001, αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και λαμβάνονται υπόψη αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση, είναι σαφής και ορισμένη η επίκλησή τους, όταν στις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκομίζει γίνεται για καθεμιά σαφής προσδιορισμός των στοιχείων της, ήτοι του αριθμού αυτής, του οργάνου ενώπιον του οποίου έγινε και της κλητεύσεως του αντιδίκου., ενώ δεν αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για τον προσδιορισμό της ταυτότητάς της η αναφορά και του αριθμού εκθέσεως επιδόσεως, από την οποία προκύπτει η κλήτευση του αντιδίκου. ( Α.Π. 970/2010, Α.Π. 205/2008, Α.Π. 851/2007 ). Η νόμιμη κλήτευση του διαδίκου να μετάσχει σε κάποια διαδικαστική πράξη, κατά το άρθρο 139 ΚΠολΔ, αποδεικνύεται μόνο με την έκθεση επιδόσεως και ελέγχεται από το δικαστήριο, το οποίο δεν αρκείται στη βεβαίωση περί τούτου του συμβολαιογράφου, ενώπιον του οποίου έγινε η εξέταση του μάρτυρα, αφού ο τελευταίος δεν είναι αρμόδιος να ελέγξει τούτο ( Α.Π. 853/2006, Α.Π. 1316/2005 ). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε νόμιμα και προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου η αναιρεσείουσα και ειδικότερα : α ) την από 1-10-1996 εξώδικη πρόσκλησή της αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο με την οποία τον καλούσε να παραλάβει τα ανήκοντα σ' αυτόν κινητά πράγματα, β ) την "εξώδικη πρόσκληση του αναιρεσιβλήτου σε απάντηση της ως άνω δικής της", γ ) "το έγγραφο της αναιρεσείουσας προς την ΕΥΔΑΠ", όπου εξιστορεί τα της καταστροφής, λόγω πλημμύρας, αντικειμένων που είχε τοποθετήσει σε ημιυπόγεια αποθήκη, μεταξύ των οποίων και αντικειμένων του αναιρεσιβλήτου και δ ) την ένορκη ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών βεβαίωση της μάρτυρα της αναιρεσείουσας .... Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ως τέτοιος απαράδεκτος όσον αφορά τα υπό στοιχ. β' και γ' έγγραφα, διότι ούτε στο αναιρετήριο ούτε στην έφεση και τις από 31-1-2007 έγγραφες προτάσεις που υπέβαλε η αναιρεσείουσα, ως εκκαλούσα και εφεσίβλητη, ενώπιον του Εφετείου προσδιορίζεται η ταυτότητά τους (χρονολογία εγγράφων κ.λ.π.), αβάσιμος δε όσον αφορά τα υπό στοιχ. α' και δ' έγγραφα, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το υπό στοιχ. α' έγγραφο ελήφθη υπόψη από το Εφετείο, το οποίο κάνει ρητή περί αυτού μνεία, όσον αφορά δε την ένορκη βεβαίωση, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω έγγραφες προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, αυτή δεν επικαλέστηκε σαφώς και ορισμένως το ανωτέρω αποδεικτικό μέσο, αφού δεν επικαλέσθηκε ότι η εν λόγω ένορκη βεβαίωση είχε ληφθεί μετά από νόμιμη κλήτευση του μη παραστάντος κατά την εξέταση της μάρτυρος αντιδίκου της, η οποία αποδεικνύεται μόνο με έκθεση επιδόσεως και δεν εξακριβώνεται από το δικαστικό όργανο ενώπιον του οποίου δόθηκε, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Επομένως, ορθά το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων ( Α.Π. 1208/08, 920/98 ). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγο του κύριου αναιρετηρίου και τον μοναδικό πρόσθετο λόγο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας, άλλως ότι διαλαμβάνει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με την κυριότητα και την κατοχή των αντικειμένων που επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο, εις τρόπον ώστε να καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1094 του Α.Κ. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε, τα εξής : " Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στις 14-11-1982, από τον οποίον απέκτησαν τρία παιδιά, τη Α1, την Α2 και την Α3. Η έγγαμη συμβίωση τους διασπάστηκε το Σεπτέμβριο του έτους 1996 και με την υπ' αριθμ. 24015/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διατάχθηκε η μετοίκηση του ενάγοντος από τη συζυγική οικία, ήτοι από διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου οικοδομής που βρίσκεται στο ..., επί της οδού ..., το οποίο ανήκε στην κυριότητα της εναγομένης. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 27-9-1996, ο οποίος έκτοτε αποχώρησε από τη συζυγική οικία. Από τα τέκνα τους η Α3 έμεινε με τη μητέρα της και η Α2 και η Α1 ακολούθησαν τον πατέρα τους. Ο ενάγων, κατά την αποχώρηση του από τη συζυγική οικία δεν παρέλαβε τα εξής κινητά πράγματα, τα οποία του ανήκουν κατά κυριότητα: 1) α)δύο παιδικά κρεβάτια, β) δύο παιδικά κομοδίνα, γ) δύο παιδικές συρταριέρες, δ)δύο παιδικά γραφεία, ε) δύο καρέκλες γραφείου SΑΤΟ, στ) δύο κρεμαστοί καθρέπτες τοίχου οβάλ, όλα λευκού χρώματος, τα οποία αγόρασε το έτος 1986 από το κατάστημα επίπλων "...", που βρίσκεται στο ... (υπό στοιχ. 1 αγωγής), 2) α)δύο παιδικά φωτιστικά οροφής και β) δύο φωτιστικά κομοδίνων, τα οποία αγόρασε το έτος 1986, επίσης από το ίδιο κατάστημα (υπό στοιχ. 2 αγωγής), 3) ένα νideo game (play station), με δύο κασέτες με παιχνίδια, το οποίο είχε αγοράσει από το κατάστημα "ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗ", που βρίσκεται στο ... (υπό στοιχ. 3 αγωγής), 4) ένα σύστημα (φίλτρου καθαρισμού νερού), το οποίο είχε αγοράσει από την ίδια εταιρεία (υπό στοιχ. 4 αγωγής), 5) μία ηλεκτρική ξυριστική μηχανή μάρκας ΡHILIPS, μαύρη, την οποία αγόρασε από το κατάστημα "..." (υπό στοιχ. 6β αγωγής), 6)μία φωτογραφική μηχανή μάρκας ΚΟDΑΚ (Α 100, μοντέλο έτους 1977), με φλας αυτόματη, (υπό στοιχ. 8α αγωγής), 7)ένα βίντεο ΑΚΑΙ, με σύστημα VΗS, Ιαπωνίας, μοντέλο έτους 1978, το οποίο του δώρισε πριν από το γάμο του ο θείος του ... από τον ... (υπό στοιχ. 9α αγωγής), 8)μία χρυσή καδένα 21 καρατίων, βάρους 65 γραμμαρίων, με κρίκους μασίφ, ελλειψοειδούς σχήματος και χρυσό κούμπωμα, την οποία του δώρισε ο πατέρας του πριν από το γάμο του (υπό στοιχ. 15 αγωγής), 9) δύο ταυτότητες χειρός, 24 καρατίων, παραλληλόγραμμου πομπέ σχήματος, με στρογγυλή μασίφ χοντρή αλυσίδα η μία και πλακέ η άλλη, η οποία έχει χαραγμένο το μικρό του όνομα, τις οποίες του δώρισαν η μητέρα του ... για την ονομαστική του εορτή και η θεία του ... για τα γενέθλια του αντίστοιχα (υπό στοιχ. 16 αγωγής), 10)ένα ρολόι VENUS ελβετικό επίχρυσο, 21 ρουμπινιών, έτους κατασκευής 1951, πλακέ παραλληλόγραμμο με κρύσταλλο χαλαζία, μαύρης πλάκας, με επικολλημένες με λατινικά στοιχεία τις ώρες, με μαύρο δερμάτινο λουράκι, το οποίο του δώρισε ο πατέρας του πριν από το γάμο του (υπό στοιχ. 17 αγωγής), 11)ένα ρολόι LONGHINES με στρογγυλό ατσάλινο σκελετό, με μπρασελέ ατσάλινο, με ενδείξεις ώρας, ημερομηνίας, υψομέτρου, βυθομέτρου και χρονομέτρου, αδιάβροχο, έτους κατασκευής 1993, το οποίο αγόρασε από το κατάστημα "24 ΚΑΡΑΤΙΑ" του ..., που βρίσκεται στο ..., (υπό στοιχ. 18 αγωγής), 12) ένα έπιπλο βιτρίνα από καρυδιά, διαστάσεων 1,80 χ 1,20, που αποτελείται από δύο τεμάχια το ένα από τα οποία βάθους 55 εκατοστών, με καφέ μάρμαρο στην οροφή του, καθρέπτη στην πλάτη εσωτερικά, με δύο πόρτες από ξύλο τριανταφυλλιάς σκαλιστές χειροποίητες και τζάμια μπιζουτέ και το δεύτερο, επικαθήμενο του πρώτου, βάθους 35 εκατοστών, από ξύλο τριανταφυλλιάς, με δύο πόρτες σκαλιστές χειροποίητες, εσωτερικούς καθρέπτες και τζάμια μπιζουτέ, το οποίο του δώρισε η μητέρα του πριν από το γάμο του, (υπό στοιχ. 19 αγωγής), 13) ένα στερεοφωνικό συγκρότημα SΟΝΥ (ραδιόφωνο, ενισχυτής, κασετόφωνο, δισκόφωνο με δύο ηχεία, το οποίο αγόρασε από το κατάστημα της SΟΝΥ, που βρίσκεται στο .... (υπό στοιχ. 20 αγωγής), 14) ένα σετ επίπλων σαλονιού μπαμπού αποτελούμενο από τέσσερις καρέκλες, δύο πολυθρόνες και ένα τραπέζι, το οποίο αγόρασε από το ίδιο ως άνω κατάστημα (υπό στοιχ. 25 αγωγής), 15) δύο συσκευές τηλεφώνου, μία από όνυχα και μία Ρanasonic με τηλεφωνητή, τις οποίες αγόρασε από το κατάστημα του ... (υπό στοιχ. 27 αγωγής), 16) ένα μενταγιόν χρυσό με χρυσή αλυσίδα, βάρους περίπου 60 γραμ., στολισμένο με πολύτιμους λίθους, σχήματος οβάλ, με χρυσό κούμπωμα επιπρόσθετο κομμάτι στο ένα άκρο διακοσμημένο με ζαφείρια και μπριλάντια ερυθρού χρώματος, χειροποίητο, προέλευσης ..., το οποίο του δώρισε η μητέρα του (υπό στοιχ. 28 αγωγής), 17) πενήντα χρυσές λίρες ...τ, παλαιάς κοπής(έτους 1919), τις οποίες του δώρισαν οι γονείς του (υπό στοιχ. 29 αγωγής), 18) δύο παλαιά εμπροσθογεμή τουφέκια αντίκες (σισανέδες), η άκρη της κάννης των οποίων σχημάτιζε χοάνη, απ' όπου γέμιζαν με μπαρούτι και βόλια, τα οποία του δώρισε ο πατέρας του (υπό στοιχ. 30 αγωγής), 19) ένα χάλκινο μετάλλιο των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων του έτους 1896, το οποίο του δώρισε ο πατέρας του (υπό στοιχ. 31 β αγωγής), 20) ένα πλήρες σετ φαγητού, τσαγιού και καφέ από πορσελάνη με επίχρυση μπορντούρα, 124 τεμαχίων, μάρκας SCHUΜΑΝΝ ΑΡΖΒΕRG ΒΑVΑΡΙΑ, γερμανικής προέλευσης, το οποίο του δώρισε ο πατέρας του (υπό στοιχ. 32 αγωγής) και 21) ένα πλήρες σετ επίχρυσο μαχαιροπίρουνων 75 τεμαχίων, το οποίο αποτελείται από δώδεκα τεμάχια πιρούνια - μαχαίρια, κουτάλια μεγάλα, 12 τεμάχια πιρούνια, μαχαίρια, κουτάλια μικρά, μία σπάτουλα γλυκού, μία κουτάλα φαγητού, και μία πιρούνα, εργοστασίου κατασκευής ΟΝΕΙDΑ Αμερικής, το οποίο του δώρισε ο πατέρας του (υπό στοιχ. 33 αγωγής). Τα παραπάνω κινητά πράγματα βρίσκονται στην κατοχή της εναγομένης, η οποία αρνείται να τα παραδώσει στον ενάγοντα, παρά το γεγονός ότι ζήτησε την απόδοσή τους με την από 7.4.1998 εξώδικη πρόσκληση, που επιδόθηκε σ' αυτή στις 8-5-1998, ισχυριζόμενη ότι κάποια από αυτά της ανήκουν κατά κυριότητα και άλλα ότι δεν υπάρχουν, αμφισβητώντας, με τον τρόπο αυτό την κυριότητα του ενάγοντος επ' αυτών. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είναι κύριος των εξής επιδίκων κινητών πραγμάτων: 1)ενός ραδιοκασετόφωνου GRUNDING, μοντέλο 1979, τύπου G30- DΥΝΑΜΙC, με δυναμικό μικρόφωνο (υπό στοιχ. 7 αγωγής), 2) μιας φωτογραφικής μηχανής CΑΝΟΝ Ε 500 S, με δύο ρυθμιζόμενους φακούς 35 mm και 38 mm, φλας, αυτόματη, ταχύτητας 30 λήψεων ανά λεπτό (υπό στοιχ. 8β αγωγής), 3) ενός βίντεο ΡHILIPS 2000, ολλανδικού, έτους κατασκευής 1981 (υπό στοιχ. 9β αγωγής), 4) ενός πλυντηρίου πιάτων ΒRAND μεγάλου μεγέθους και β)ενός μικρού πλυντηρίου πιάτων (υπό στοιχ. 10 αγωγής), 5) ενός πλυντηρίου - στεγνωτηρίου ρούχων ΒRAND (υπό στοιχ. 11 αγωγής), 5) α)μίας έγχρωμης τηλεόρασης ΡHILIPS, 26 ιντσών ΜΑCΗ - LΙΝΕ, με τηλεκοντρόλ και β) μίας έγχρωμης τηλεόρασης ΡHILIPS 22 ιντσών, ΒLΑCΚ - LΙΝΕ (υπό στοιχ. 12 αγωγής), 6) α) μίας ηλεκτρικής σκούπας Ηοονer 1200 W και β) μίας ηλεκτρικής σκούπας BOSS 1500 W (υπό στοιχ. 22 αγωγής), 7) ενός air condition Panasonic inverter των 20.000 ΒΤU (υπό στοιχ. 23 αγωγής), 8) μίας κουνιστής πολυθρόνας από μπαμπού (υπό στοιχ. 24 αγωγής), 9) δύο περσικών χειροποίητων χαλιών, το ένα χρώματος μπορντό, διαστάσεων 4 χ 3, με τέσσερις ελλειψοειδείς παραστάσεις στις τέσσερις γωνίες του, που απεικονίζουν θεότητες και μία ελλειψοειδή παράσταση στο κέντρο του, διαστάσεων 60 χ 40 εκατοστών, ο οποία απεικονίζει θεότητα και το άλλο διαστάσεων 5 χ 4, χρώματος μπεζ, με καφέ μπορντούρα περιμετρικά σε σχήμα μαιάνδρου(υπό στοιχ. 34 αγωγής), 8) ενός σετ τσαγιού 12 τεμαχίων, από ασήμι μασίφ, το οποίο αποτελείται από έξι κούπες τσαγιού, κωνικού σχήματος με σκαλιστά χερούλια, έξι πιατάκια με σκαλιστή μπορντούρα περιμετρικά, μία τσαγέρα με σκαλιστό χερούλι -καπάκι- βάση με πόδια ομοίου σχήματος με τις κούπες - πιατάκια, και ένα δίσκο σερβιρίσματος με δύο σκαλιστά χερούλια και σκάλισμα περιμετρικά ιδίου σχήματος με τα άλλα (υπό στοιχ. 35 αγωγής), 9) τριών κασετών από βιντεοσκόπηση βαπτίσεων (υπό στοιχ. 36β αγωγής). Αντίθετα αποδείχθηκε ότι τα υπό στοιχ. 7, 8β, 9β, 10, 11, 12α και 34 πράγματα αγοράστηκαν από τον πατέρα της εναγομένης και της τα δώρισε, το υπό στοιχ. 12(3 ανήκει στον πατέρα της εναγομένης και βρίσκεται στην κατοχή του, ενώ για τα υπό στοιχ. 23, 24 και 35 πράγματα δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη τους και για το στοιχείο 36β ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας του.
Συνεπώς ως προς τα ως άνω κινητά πράγματα η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τέλος, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και ως προς τα επίδικα αντικείμενα υπό στοιχ. 5, (ένα σύστημα ασύρματης τηλεειδοποίησης συναγερμού μάρκας ΕL -ΜΟ, αποτελούμενο από μία ειδική κεραία τηλεειδοποίησης, εγκέφαλο τηλεειδοποίησης σε ειδικό κουτί και σειρήνα ήχου για άμεση ειδοποίηση του συναγερμού του καταστήματος του ενάγοντος) και υπό στοιχ. 21 (δύο ζευγάρια γυαλιά, με φακούς μυωπικού αστιγματισμού, το ένα χρυσό και το άλλο επίχρυσο), τα οποία από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων τα παρέλαβε, μετά την αποχώρηση του από τη συζυγική οικία και δεν βρίσκονται στην κατοχή της εναγομένης, ως προς το υπό στοιχ.6α (μία ηλεκτρική ξυριστική μηχανή μάρκας ΡHILIPS, άσπρη, τριών κεφαλών), υπό στοιχ. 13 (μία κρεβατοκάμαρα κομπλέ με δύο κομοδίνα, μία τουαλέτα και ένα σκαμπό, από ξύλο καρυδιάς), και υπό στοιχ. 26 (ένα φωτεινό ηλεκτρονικό αστέρι (ηλεκτρονική πινακίδα -τρεχαντήρι) 15 μέτρων, με ειδικό φωτισμό και δύο μετασχηματιστές ταχύτητας φωτεινότητας και ήχου), καθώς και ως προς τα στρατιωτικά έγγραφα του ενάγοντος (υπό στοιχ. 36α της αγωγής), ως προς τα οποία από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν αμφισβητεί την κυριότητα του ενάγοντος επί των εν λόγω πραγμάτων. Ειδικώς δε, όσον αφορά τα υπό στοιχ. 6α, 13 και 26, η εναγομένη, με την από 1-10-1996 εξώδικη πρόσκλησή της προς τον ενάγοντα, τον κάλεσε να παραλάβει τα ως άνω αντικείμενα, καθώς και άλλα προσωπικά του είδη, μάλιστα του τα απέστειλε με φορτηγό αυτοκίνητο και δικαστικό επιμελητή, ο τελευταίος όμως αρνήθηκε να τα παραλάβει, διότι απαιτούσε και τα υπόλοιπα επίδικα με την υπό κρίση αγωγή αντικείμενα, κατόπιν δε αγωγής της ήδη εναγομένης εναντίον του, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5219/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ο ήδη ενάγων υποχρεώθηκε να της καταβάλει το ποσό των 572,27 ευρώ για εξοικονομηθείσα δαπάνη για τη φύλαξη των πραγμάτων που τον κάλεσε να παραλάβει με την από 1-10-1996 πρόσκληση της, σε χώρο ιδιοκτησίας της.
Συνεπώς η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, για τα κινητά πράγματα που κατά τ' ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είναι κύριος αυτών και η εναγομένη αμφισβητεί την κυριότητα του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ίδια και αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο των υπό στοιχ. 1, 2, 3, 4, 8α, 9α, 15, 16, 17, 18, 28, 29, 30 και 31 επιδίκων κινητών πραγμάτων ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους δεύτερο (δεύτερο σκέλος αυτού) και τέταρτο λόγους της έφεσης της εναγομένης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η έφεση της εναγομένης στο σύνολο της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επίσης το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή ως προς τα υπό στοιχ. 5, 6α, 7, 8β, 9β, 10, 11, 12, 13, 22, 23, 24, 26, 34, 35 και 36 επίδικα κινητά πράγματα, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους λόγους της έφεσης του ενάγοντος, τους σχετικούς με την κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τα ως άνω επίδικα αντικείμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Όσον αφορά όμως τα υπό στοιχ. 6β, 19, 20, 25, 27, 32 και 33 κινητά πράγματα, ως προς τα οποία η εκκαλουμένη απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις......
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο περί τούτου σχετικός λόγος της έφεσης του ενάγοντος, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη μόνο ως προς την απορριπτική ως προς τα παραπάνω επίδικα κινητά πράγματα διάταξη της, καθόσον πρόκειται για αναγνωριστική κυριότητας αγωγή και δεν τίθεται θέμα εκτέλεσης, ώστε να εξαφανιστεί για την ενότητα της στο σύνολο της....". Έτσι που έκρινε, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων εφαρμογής της διάταξης ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1094 του Α.Κ. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχεται σαφώς, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει στην προσβαλλόμενη απόφαση, αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής ο αναιρεσίβλητος ήταν κύριος των περιγραφομένων στο σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης κινητών πραγμάτων, τα οποία είχε αποκτήσει άλλα εξ αγοράς και άλλα από δωρεές ( των γονέων του και άλλων προσώπων), κατά τις εκεί διακρίσεις και τα οποία κατά την αποχώρησή του από τη συζυγική οικία το έτος 1996 παρέμειναν σ'αυτήν και τα κατείχε έκτοτε και κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής η αναιρεσείουσα, η οποία αμφισβητεί την επ' αυτών κυριότητά του και αρνείται να του τα αποδώσει. Η συνοπτική, αλλά σαφής αυτή αιτιολογία ως προς τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας των πραγμάτων από τον αναιρεσίβλητο και της κατοχής αυτών από την αναιρεσείουσα είναι επαρκής και στηρίζεται στα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται κατ' είδος στην προσβαλλόμενη απόφαση ( μάρτυρες, έγγραφα, ένορκη βεβαίωση ) χωρίς να είναι αναγκαία η ειδικότερη παράθεση των αποδεικτικών στοιχείων που στηρίζουν κάθε επί μέρους παραδοχή. Περαιτέρω, από την αιτιολογία του Εφετείου, ότι η εναγόμενη δεν αμφισβητεί την κυριότητα των υπό στοιχ. 6α, 13 και 26 κινητών πραγμάτων, ως προς τα οποία απέρριψε την αγωγή, " διότι με την από 1-10-1996 εξώδικη δήλωσή της προς τον ενάγοντα τον κάλεσε να παραλάβει τα ως άνω αντικείμενα, καθώς και άλλα προσωπικά του είδη, μάλιστα του τα απέστειλε με φορτηγό αυτοκίνητο και δικαστικό επιμελητή, ο τελευταίος, όμως, αρνήθηκε να τα παραλάβει, διότι απαιτούσε και τα υπόλοιπα επίδικα με την υπό κρίση αγωγή αντικείμενα" και τον μη προσδιορισμό των "άλλων προσωπικών ειδών του ενάγοντος" που του προσφέρθηκαν από την εναγόμενη, δεν δημιουργείται κάποια ασάφεια ή αντίφαση, διότι είναι σαφές ότι το Εφετείο δέχεται ότι στα "άλλα αυτά προσωπικά είδη" που προσφέρθηκαν από την εναγόμενη στον ενάγοντα δεν περιλαμβάνονται και τα επίδικα αντικείμενα. Επομένως, οι περί του αντιθέτου δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του κύριου αναιρετηρίου και ο μοναδικός από το ίδιο άρθρο και αριθμό πρόσθετος λόγος, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που αυτοί πλήττουν την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι ( άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ). O λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ο ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που .αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι δεν κατείχε τα διεκδικούμενα από τον ενάγοντα προσωπικά του αντικείμενα, καθόσον το μεγαλύτερο μέρος αυτών είχαν καταστραφεί από πλημμύρα. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι ο εν λόγω ισχυρισμός είναι αρνητικός της ένδικης διεκδικητικής αγωγής ( άρθρο 1094 του Α.Κ. ) και ειδικότερα του αναγκαίου για το ορισμένο αυτής στοιχείου της κατοχής των διεκδικουμένων κινητών πραγμάτων από την εναγόμενη-αναιρεσείουσα κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ( Α.Π. 812/2010, 1634/2009 ) και επομένως επουσιώδης και η μη λήψη υπόψη του από το Εφετείο δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει τις έγγραφες πρωτόδικες προτάσεις της, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν προέβαλε τον ανωτέρω ισχυρισμό, τον οποίο δεν προέβαλε ενώπιον του Εφετείου, ως εφεσίβλητη ( άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠολΔ ), όπως προκύπτει από τις έγγραφες προτάσεις που υπέβαλε προς αντίκρουση της κατ' αυτής εφέσεως. Μόνο στην αντίθετη έφεσή της και στις επ' αυτής προτάσεις της αναφέρει, χωρίς την επίκληση της συνδρομής των περιπτώσεων του άρθρο 527 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, που δικαιολογούν τη βραδεία προβολή ισχυρισμών, τα περί καταστροφής από πλημμύρα προσωπικών πραγμάτων του αναιρεσιβλήτου, χωρίς μάλιστα να τα προσδιορίζει, απαραδέκτως κατ' άρθρο 527 εδ. α' ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-11-2007 αίτηση και τους από 1-9-2010 πρόσθετους λόγους της Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 4544/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700 ) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Δεκεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πολιτική Δικονομία. Λόγος αναίρεσης από το άρρθο 11 γ' Κ.ΠολΔ. Ένορκη βεβαίωση. Πότε είναι νόμιμη η επίκλησή της. Έλλειψη νόμιμης βάσης. Πότε ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. Λόγος αναίρεσης για παρά τον νόμο μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ( άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ). Έννοια "πράγματος". Αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί. δεν αποτελούν πράγμα. Απορρίπτει αναίρεση κατά της υπ' αριθ. 4544/07 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1730/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου.
Με εγκαλών τον Ζ, κάτοικο ... και με εγκαλούμενους τους: Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3 και 4. Χ4.
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 398/10/25-5-2010, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 705/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη, με αριθμό 266/17-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγοντας, ενώπιον Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. γ του Κ.Π.Δ., την υπ'αριθ.398/25-5-2010 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή εκθέτουμε, τα' ακόλουθα:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδ. ε' Κ.Π.Δ., στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από του βαθμού του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, κατά τα άρθρα 122-125 του Κ.Π.Δ., δικαστήριο. Στη έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ασκηθεί ακόμη ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσεως και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας, λόγω της συνυπηρετήσεως στο ίδιο δικαστήριο.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1 εδ. γ' του ίδιου ΚΠΔ αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο, είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, όπως επί παραπομπής από ένα Εφετείο σε άλλο.
Στην κρινόμενη υπόθεση ο Ζ κάτοικος ... υπέβαλε την από 12-3-2008 (με ημερομηνία κατάθεσης 2-4-2008) έγκλησή του κατά των: α) Χ1 β) Χ2 γ) Χ3, απάντων Αντεισαγγελέων Εφετών Αθηνών, και δ) Χ4 Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών,.Τις προαναφερθείσες εγκλήσεις απέρριψε με την με αριθ 97/2010 Διάταξή του ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Χαλκίδας.
Κατά της ανωτέρω Διάταξης ο εγκαλών άσκησε την με αριθμ.33/12-4-2010 Προσφυγή του ενώπιον του Εισαγγελέα Αθηνών. Επειδή δε οι τρεις πρώτοι υπηρετούν στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών [βλ την από υπηρεσιακή βεβαίωση ],δηλαδή στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπής της υποθέσεως, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, στον πλησιέστερον Εισαγγελέα Εφετών Λαμίας, για να επιληφθεί αυτός της προκείμενης υποθέσεως ,τόσο για τους ανωτέρω Αντεισαγγελείς όσο και για τον τέταρτο λόγω συνάφειας.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνουμε:
Να διατάξει το δικαστήριό σας, την παραπομπή της υποθέσεως, επί της οποίας ασκήθηκε η υπ' αριθ. 33/2010 προσφυγή του Ζ κατά της υπ'αριθ 97/2010 Διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, με την οποία απορρίφθηκε η έγκλήσή του κατά των των : α) Χ1 β) Χ2 γ) Χ3 απάντων Αντεισαγγελέων Εφετών Αθηνών, και δ) Χ4 Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον πλησιέστερο Εισαγγελέα Εφετών Λαμίας, για να αποφανθεί αυτός επί της εν λόγω προσφυγής .
Αθήνα 17-9- 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κ. Μπόμπολης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος (στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει, ακόμη, ασκηθεί ποινική δίωξη) είναι δικαστικός λειτουργός που έχει το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και ανώτερο και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122 -125 ΚΠοινΔ, δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το αρμόδιο αυτό δικαστήριο σε άλλο του υιού και ίσου βαθμού δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο, σε κάθε άλλη περίπτωση. Από τον δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο με τον εγκαλούντα, εγκαλούμενο κ.λπ., προκύπτει ότι η παραπομπή της υποθέσεως πρέπει να γίνεται όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατά το στάδιο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής διώξεως, αφού και γι' αυτό συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο Ζ υπέβαλε την από 12.3.2008 έγκληση κατά των Χ1, Χ2, Χ3, Αντεισαγγελέων Εφετών Αθηνών, και Χ4, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, για συκοφαντική δυσφήμησή του. Η έγκληση αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 97/2010 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας. Κατά της απορριπτικής αυτής διατάξεως, ο εγκαλών άσκησε την υπ" αριθ. 3/12.4.2010 προσφυγή του, ζητώντας να ασκηθεί σε βάρος των εγκαλουμένων η δέουσα ποινική δίωξη. Ανακύπτει, συνεπώς, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας, λόγω του ότι οι τρεις πρώτοι από τους εγκαλούμενους εισαγγελικούς λειτουργούς υπηρετούν στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, δηλαδή στο αρμόδιο, κατά τα άρθρα 122 - 125 ΚΠοινΔ, δικαστήριο, και μάλιστα από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη (περ. γ).
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η με αριθμ. 398/10/25.5.2010 αίτηση του Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και να παραπεμφθεί η ως άνω έγκληση για τους τρεις πρώτους εγκαλούμενους και, λόγω συνάφειας, και για τον τέταρτο, από τις αρμόδιες Δικαστικές, Ανακριτικές και Εισαγγελικές Αρχές του Εφετείου Αθηνών στις αντίστοιχες του Εφετείου Λαμίας για τη δικαστική της διερεύνηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την υπ' αριθ. 398/10/25.5.2010 αίτηση του Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών.
Ορίζει κατά παραπομπή αρμόδιες να αποφανθούν επί της υπ' αριθ. 3/12.4.2010 προσφυγής του Ζ κατά της υπ' αριθ. 97/2010 διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας αντί των αρμοδίων Δικαστικών, Ανακριτικών και Εισαγγελικών Αρχών του Εφετείου Αθηνών τις αντίστοιχες του Εφετείου Λαμίας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Προσφυγή κατά εισαγγελικής διατάξεως, με την οποία απορρίφθηκε έγκληση κατά τεσσάρων εισαγγελικών λειτουργών, από τους οποίους οι τρεις είναι Αντεισαγγελείς Εφετών Αθηνών, για συκοφαντική δυσφήμηση. Παραπέμπει την προσφυγή ως προς τους ανωτέρω και, λόγω συνάφειας, και ως προς τον τέταρτο στις Δικαστικές, Ανακριτικές και Εισαγγελικές Αρχές του Εφετείου Λαμίας.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1727/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 182/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αιτών ζητεί τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαρτίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 370/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία και την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη, με αριθμό 184/13-5-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγοντας, ενώπιον Σας, κατ' άρθρα 485 παρ. 1 και 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., μαζί με τη σχετική δικογραφία την από 5-3-2010 αίτηση αναίρεσης του κατηγορούμενου Χ, δια της ειδικού πληρεξουσίου του Αναστασίας Στρατοπούλου δικηγόρου Θεσσαλονίκης κατά του υπ αριθμ. 182/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης εκθέτουμε τα ακόλουθα:
Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε στην ουσία της η υπ αριθμ. 100/30-10-2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθμ. 1026/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου [κακουργημάτων] Θεσσαλονίκης για να δικασθεί για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα με συνολικό όφελος και ζημιά, που υπερβαίνει το ποσό των 15000 Ευρώ [άρθ 13γ στ,98,216 παρ 1,3β ΠΚ]. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά του ανωτέρω βουλεύματος το οποίο επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 24.2.2010, ασκήθηκε εμπροθέσμως κατ' άρθρο 473 παρ. 1 του ΚΠΔ όπως ισχύει σήμερα με δήλωση της πληρεξουσίου δικηγόρου του στις 5-3-2010 ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 6/2010 έκθεση αυτής. Είναι όμως απαράδεκτη γιατί ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις και σε κάθε περίπτωση ασκήθηκε από το πρόσωπο που δεν εδικαιούτο σε άσκηση αυτής. Ειδικότερα, στο άρθρο 465 παρ. 1 του ΚΠΔ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 5 του νόμου 1652/1986 ορίζεται ότι ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγράφο του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Στις περιπτώσεις άσκησης ένδικου μέσου κατά βουλεύματος καθώς και κατά αποφάσεως όταν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία τους, το πληρεξούσιοι μπορεί να προσκομισθεί στο γραμματέα ενώπιον του οποίου το ένδικο μέσο μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκηση του. Εξ' άλλου στο άρθρο 96 παρ. 2 του ΠΚ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 6 του νόμου 1653/1986 ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο διορισμός συνηγόρου παρέχει σ' αυτόν την εξουσία να εκπροσωπεί το διάδικο σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση εκτός αν η πληρεξουσιότητα παρέχεται για ορισμένες μόνο πράξεις. Η γενική πληρεξουσιότητα περιλαμβάνει την άσκηση ενδίκων μέσων εφ' όσον αυτό μνημονεύεται ρητά.
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι η άσκηση αναίρεσης κατά βουλεύματος δι' αντιπροσώπου μπορεί να γίνει και με γενικό πληρεξούσιο ή με απλή έστω έγγραφη δήλωση του εντολέα υπό την προϋπόθεση όμως ότι σ' αυτήν εξειδικεύεται η ποινική υπόθεση για την οποία παρέχεται η εντολή και προσδιορίζεται η αξιόποινη πράξη έστω και με τη γενική κατά τον ποινικό κώδικα νομική ορολογία της χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρεται και ο αριθμός του βουλεύματος κατά του οποίου ασκείται η αναίρεση (ΑΠ 635/1993 (Συμβ.) Ποιν. Χρον.- ΜΓ/412-ΑΠ.183/1988 (Συμβ.) - Ποιν. Χρον. ΛΗ/489.
Στην προκείμενη περίπτωση η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από τον προαναφερόμενο δικηγόρο ως ειδικό πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος με την από 5-3-2010 εξουσιοδότηση στην οποία αναφέρονται τα εξής: ''εξουσιοδοτώ την Αναστασία Στρατοπούλου δικηγόρο Θεσσαλονίκης όπως αντ' εμού καταθέσει Αναίρεση κατά του υπ' αριθμ. ...... Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης''. Όπως όμως έχει διατυπωθεί η ανωτέρω εξουσιοδότηση, δεν προκύπτει, ούτε συνάγεται απ' αυτήν η ποινική υπόθεση, για την οποία παρέχεται η εντολή, αφού ούτε ο αριθμός του προσβαλλόμενου βουλεύματος αναγράφεται ούτε και προσδιορίζεται με γενική έστω νομική ορολογία η αξιόποινη πράξη την οποία αφορά, ενώ δεν αναφέρεται και κάποιο άλλο στοιχείο το οποίο θα μπορούσε έστω και εμμέσως να οδηγήσει στον προσδιορισμό της κι επομένως ενέχει ακυρότητα. Με τα δεδομένα αυτά η αίτηση ως προς τον αναιρεσείοντα ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις και οπωσδήποτε ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν εδικαιούτο σε άσκησή της και πρέπει συνεπώς ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 2 του ΚΠΔ και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα κατ' άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν σήμερα
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε:
1) Ν' απορριφθεί η από 5-3-2010 αίτηση αναίρεσης του Χ κατοίκου ... κατά του υπ αριθμ. 182/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης που ασκήθηκε δια πληρεξουσίου με την υπ' αριθμ. 109/2001 έκθεση του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων των Εφετείου Αθηνών.
2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 12-5-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κ. Μπόμπολης Κατά το άρθρο 96 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 6 ν. 1653/1986, ο διορισμός συνηγόρου του κατηγορουμένου ή άλλου διαδίκου γίνεται α) με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση κατά την απολογία του κατηγορουμένου...ή β) με έγγραφη δήλωση κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ. 2 εδαφ. β και γ. Ο διορισμός παρέχει στο συνήγορο την εξουσία να εκπροσωπεί το διάδικο σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση εκτός αν η πληρεξουσιότητα παρέχεται για ορισμένες μόνο από τις πράξεις αυτές. Η γενική πληρεξουσιότητα περιλαμβάνει την άσκηση ενδίκων μέσων εφόσον αυτό μνημονεύεται ρητά κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 42 παρ. 2 εδάφ. Και γ Κ.Πολ.Δ., όπως έχουν αντικατασταθεί με το άρθρο 4 παρ. 1 ν. 1653/1986, το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Εξ άλλου κατά το άρθρο 465 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 5 του ανωτέρω ν. 1653/1986, ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 2. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Στις περιπτώσεις άσκησης ενδίκου μέσου, κατά βουλεύματος, καθώς και κατά αποφάσεων όταν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία τους το πληρεξούσιο μπορεί να προσκομισθεί στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκησή του...".
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι ναι μεν αρκεί η γενική πληρεξουσιότητα προς άσκηση ενδίκου μέσου κατά βουλεύματος ή αποφάσεως μέσω αντιπροσώπου, πρέπει όμως για να έχει κύρος η πληρεξουσιότητα να εξειδικεύεται η ποινική υπόθεση για την οποία παρέχεται η πληρεξουσιότητα και να προσδιορίζεται στο πληρεξούσιο ή στην απλή έγγραφη δήλωση του εντολέα η αξιόποινη πράξη έστω και με τη γενική κατά τον ποινικό κώδικα νομική ορολογία της.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο 182/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του οριστικού βουλεύματος 1026/2009 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Στην αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε με δήλωση της υπογραφούσης ως πληρεξουσίας του ήτοι της δικηγόρου Αναστασίας Στρατοπούλου στις 5 Μαρτίου 2010ενώπιον της Γραμματέα του Συμβουλίου Εφετών Θεσ-σαλονίκης, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμό 6/2010 έκθεση αυτής, επισυνάπτεται η από 5-3-2010 έγγραφη εντολή εξουσιοδοτήσεως που υπογράφεται από τον ήδη αναιρεσείοντα με βεβαίωση υπό την αυτή ημεροχρονολογία του γνησίου της υπογραφής του από υπάλληλο του ΚΕΠ - Παράρτημα Νομαρ-χιακής Αυτοδιοικήσεως Θεσσαλονίκης. Στην εν λόγω εξουσιο-δότηση αναγράφεται από τον αναιρεσείοντα, μετά την παρά-θεση του ονοματεπωνύμου, του πατρωνύμου του, της διευθύν-σεως κατοικίας του, του αριθμού του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας και του αριθμού φορολογικού του μητρώου, ότι "εξουσιοδοτώ την δικηγόρο Αναστασία Στρατοπούλου 1470 να ασκήσει αναίρεση κατά του υπ' αριθμ. βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών και να υπογράψει κάθε σχετικό έγγραφο". Στην εξουσιοδότηση αυτήν δεν αναφέρονται ειδικώς και δεν προσδιορίζονται ούτε με γενική νομική ορολογία οι διωκόμενες αξιόποινες πράξεις στις οποίες αφορά η ποινική υπόθεση για την οποία δόθηκε η εντολή να ασκηθεί αναίρεση. Δεν αναφέρονται άλλα στοιχεία από τα οποία να προσδιορίζεται έστω και εμμέσως η ποινική υπόθεση στην οποία αφορούσε το βούλευμα, για το οποίο δινόταν με αυτήν την εξουσιοδότηση εντολή να προσβληθεί από την εντολοδόχο δικηγόρο με αίτηση αναιρέσεως. Δεν γίνεται στο κείμενο της εξουσιοδοτήσεως αυτής μνεία ούτε του αριθμού του υπό προσβολή με το άνω ένδικο μέσο βουλεύματος του Συμβουλίου εφετών (που δεν απαιτείται να αναφέρεται όταν προσδιορίζονται ειδικά οι αξιόποινες πράξεις της ποινικής υποθέσεως για την οποία χορηγήθηκε η πληρεξουσιότητα) ούτε ποιου Εφετείου ήταν το δικαστικό συμβούλιο που είχε εκδώσει το βούλευμα στο οποίο αφορούσε η έγγραφη αυτή εντολή να προσβληθεί με αίτηση αναιρέσεως. Επομένως ήταν άκυρη η εντολή που δόθηκε με την άνω έγγραφη δήλωση από τον ήδη αναιρεσείοντα να ασκηθεί από την κατονομαζόμενη δικηγόρο ως πληρεξουσία του το αναφερόμενο ένδικο μέσο κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, στο οποίο δεν προσδιορίζονται οι αξιόποινες πράξεις στις οποίες αφορούσε. Έτσι η ένδικη αίτηση αναιρέσεως που δεν ασκήθηκε σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις για τον αναιρεσείοντα μέσω αντιπροσώπου του είναι ένδικο μέσο που ασκήθηκε χωρίς έγκυρη εντολή από μη δικαιούμενο πρόσωπο κατά το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή ... ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του ... τότε το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 465 παρ. 1, 96 παρ. 2 και 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. και αφού διαπιστώνεται ότι ειδοποιήθηκε εμπροθέσμως από τον Εισαγγελέα μέσω του γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου η αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος για να προσέλθει στο συμβούλιο να εκθέσει τις απόψεις του, να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Μαρτίου 2010 αίτηση του Χ για αναίρεση του 182/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2010
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών που απέρριψε έφεση του αναιρεσείοντος κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη διότι ασκήθηκε μέσω αντιπροσώπου, η προς τον οποίο εντολή για την άσκηση του εν λόγω ενδίκου μέσου ήταν άκυρη καθόσον δεν προσδιορίζονται οι αξιόποινες πράξεις στις οποίες αφορούσε η ποινική υπόθεση για την οποία χορηγήθηκε η πληρεξουσιότητα ούτε ποιού Εφετείου ήταν το Δικαστικό Συμβούλιο που είχε εκδώσει το βούλευμα στο οποίο αφορούσε η εντολή να προσβληθεί με αίτηση αναιρέσεως.
|
Πληρεξουσιότητα
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πληρεξουσιότητα.
| 0
|
Αριθμός 1726/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρίου, για αναίρεση της υπ'αριθ.58256/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 629/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν.1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αναλόγως του εάν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται αναφορικά με το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, του οποίου η εξόφληση έχει ρυθμιστεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άνω άρθρου 25 του ν.1882/1990 από το άρθρο 23 του ν.2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή αφ'ενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλήν ιδιωτών) που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλομένου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής.
Τέλος με το άρθρο 34 παρ.1 του ν.3220/2004 αντικαταστάθηκε εκ νέου το ίδιο άρθρο του ν.1882/1990. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση 1)το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι χρόνος συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ , 2)στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό της οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη υπολογίζονται μαζί με την βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπροθέσμου καταβολής, 3)οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατωτέρου ποσού συνολικής ληξιπροθέσμου οφειλής (ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού δημοσίου λοιποί φόροι) και 4)αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη.
Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη ως όριο για την θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επί μέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους, εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελεσεώς τους.
Όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ.1 ν.3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν.1887/1990, όπως αυτή αντικατεστάθη με το άρθρο 23 παρ.1 του ν.2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και 2.000.000 δρχ. προκειμένου για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά) ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ.1 του ν.3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 του Π.Κ. καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη.
Σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 25 του ν.1882/1998 οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αυτού του άρθρου όπως τροποποιήθηκε κατά τα προαναφερθέντα, επιβάλλονται μεταξύ άλλων περιπτώσεων οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλήν ιδιωτών και προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών σωρευτικά ή μη. Αν ελλείπουν δε όλα τα άνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωπικώς ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω. Oρίζεται περαιτέρω στην παράγραφο 3 του άρθρου 25 του άνω νόμου ότι για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλον την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στον χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή.
Κρίσιμα στοιχεία για την συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστερήσεως καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση είναι: 1)η αρχή που προέβη στην βεβαίωση του χρέους, 2)το ύψος τούτου, 3)ο τρόπος πληρωμής του, εφάπαξ ή σε δόσεις, 4)ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ'ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υποχρέου προσώπου καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση οπότε και το χρέος αυτό μπορεί να εισπραχθεί, 5)η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ πέραν του τιθεμένου από το νόμο ορίου από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επίσης, όταν το χρέος αφορά σε ανώνυμη εταιρεία πρέπει στην καταδικαστική απόφαση να αναφέρεται ότι το ποινικώς υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο απέκτησε όταν ήταν ήδη βεβαιωμένο το χρέος την ιδιότητα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου ή του διευθύνοντος συμβούλου ή εντεταλμένου ή συμπράττοντος συμβούλου ή του μέλους του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας που ασκεί πράγματι προσωρινά ή διαρκώς καθήκοντα διοικήσεως ή διαχειρίσεως του εν λόγω νομικού προσώπου ή ότι κατά τον χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος είχε μια από τις άνω ιδιότητες.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά.
Λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 περ.ε'Κ.Ποιν.Δ. συνιστά επίσης και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνων που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του 58256/2009, ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε τα εξής: "Κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990, ως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 23 του Ν 2523/1997 και άρθρο 34 παρ. 1 γ' ν. 3220|2004, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α\ υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, ο κατηγορούμενος Χ είχε την ιδιότητα του μέλους του ΔΣ της εταιρίας "ΓΕΩΧΗΜ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΩΡΓΟΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" και διακριτικό τίτλο "ΓΕΩΧΗΜ ΑΕΒΕ" με έδρα το Δήμο ... και σύμφωνα με τα από 13/2/1998 και 2/7/2001 πρακτικά του ΔΣ της παραπάνω εταιρίας, είχε την εξουσία εκπροσώπησης της εταιρίας και τη δέσμευε με την υπογραφή του είτε ξεχωριστά είτε μαζί με με τα άλλα μέλη του ΔΣ (υπ'αριθμ. 6723/21.8.1998 και 6673/31.7.2001 ΦΕΚ τ. ΑΕ & ΕΠΕ). Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι δεν είχε την εξουσία εκπροσώπησης της εταιρίας από 31/7/2002 και εντεύθεν, διότι με το με ίδια ημερομηνία πρακτικό του ΔΣ εκλέχθηκε νέο ΔΣ με εξαετή θητεία και ανατέθηκε η εκπροσώπηση της εταιρίας στο νέο Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο Ρ, ενώ ο κατηγορούμενος είχε μόνο εξουσία να προβαίνει σε τραπεζικές συναλλαγές, πλην όμως αποδείχθηκε από το προσκομιζόμενο υπ'αριθμ. πρωτ. ...18.11.2002 έγγραφο της Νομαρχιακής Αυτ/σης Δυτ. Αττικής ότι το παραπάνω πρακτικό δεν καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανυνύμων Εταιριών και δεν στάλθηκε για δημοσίευση στο ΦΕΚ λόγω εκκρεμοτήτων στο φάκελο της εταιρίας, ώστε αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος εξακολούθησε να εκπροσωπεί την εταιρία στις σχέσεις της με τους τρίτους και το Δημόσιο. Με την παραπάνω ιδιότητα του, που είχε τόσο κατά το χρόνο ταμειακής βεβαίωσης των χρεών, όσο και κατά το χρόνο που αυτά κατέστησαν απαιτητά, από πρόθεση δεν κατέβαλε για χρονικό διάστημα πέραν των τεσσάρων μηνών από τότε που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, διάφορα χρέη, που είχαν βεβαιωθεί από τη ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών σε βάρος της εταιρίας που εκπροσωπούσε κατά το χρονικό διάστημα από 28/2/2002 μέχρι 28/3/2003, ήτοι δεν κατέβαλε α) ποσό 220.000 ευρώ, που ήταν καταβλητέο σε δώδεκα δόσεις, μέχρι 28/2/2002, β) ποσό 64.076,21 ευρώ, που ήταν καταβλητέο σε δώδεκα δόσεις, μέχρι 28/2/2002, γ) ποσό 1.818,86 ευρώ, που ήταν καταβλητέο σε δώδεκα δόσεις, μέχρι 28/2/2002, δ) ποσό 1.183,14 ευρώ, που ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 28/2/2002, ε) ποσό 9.947,01 ευρώ, που ήταν καταβλητέο σε τρεις δόσεις, μέχρι 28/9/2001, στ) ποσό 29.814,70 ευρώ, που ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 31/5/2002, ζ) ποσό 3.057,88 ευρώ, που ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 28/6/2002, η) ποσό 534,77 ευρώ, που ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 28/2/2003, θ) ποσό 445,50 ευρώ, που ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 31/3/2003, ι) ποσό 445,50 ευρώ, που ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 31/3/2003, ια) ποσό 5.460 ευρώ, που ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 28/11/2003, ιβ) ποσό 1.365 ευρώ, που ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 28/11/2003, ήτοι συνολικό ποσό 338.451,87 ευρώ, το οποίο από πρόθεση δεν κατέβαλε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, από τότε που έγινε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό κάθε ποσό από τα παραπάνω. Επίσης αποδείχθηκε από την κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας, υπαλλήλου της ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών, ότι για τις μερικότερες πράξεις της μη καταβολής του ποσού 4.383,29 ευρώ, που αναφέρεται στον πίνακα χρεών με το νούμερο 1, ποσού 126.402,42 ευρώ, που αναφέρεται στον πίνακα χρεών με το νούμερο 2, καθώς και ποσού 22.078,01 ευρώ, που αποτελεί μέρος του ποσού που αναφέρεται στον πίνακα χρεών με το νούμερο 3, τα ποσά αυτά καταβλήθηκαν μετά την άσκηση ποινικής δίωξης, ώστε πρέπει να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος αθώος για τα παραπάνω ποσά και να κηρυχθεί ένοχος της πράξης που του αποδίδεται, της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ'εξακολούθηση, για τις λοιπές μερικότερες πράξεις, συνολικού ποσού 338.451,87 ευρώ.".
Στη συνέχεια των παραδοχών αυτών το άνω δικαστήριο αφού αθώωσε τον κατηγορούμενο για τις α' και β' μερικότερες πράξεις του πίνακα χρεών κήρυξε αυτόν κατά τα λοιπά ένοχο κατ'εξακολούθηση της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και επέβαλε σ'αυτόν για την άνω πράξη ως προβλεπόμενη και τιμωρούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98 παρ.2 Π.Κ. και του άρθρου 25 παρ.1,2,3 του ν.1882/1990 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 ν.2523/1997, 19 παρ.2 ν.2948/2001 και το άρθρ.34 παρ.1γ ν.3220/2004 ποινή φυλακίσεως δύο ετών, την οποία ανέστειλε για τρία έτη.
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως οι παραδοχές του σκεπτικού συμπληρώνονται από αυτές του διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ'αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω αδικήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα κρίσιμα στοιχεία του εγκλήματος και συγκεκριμένα η αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών, η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους αναλυτικά ως προς τα ποσά που ήταν πληρωτέα σε δόσεις και εφάπαξ και το ληξιπρόθεσμο των επί μέρους οφειλομένων ποσών δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής τους, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος καθώς και η πάροδος τετραμήνου από τότε που ήταν πληρωτέα τα επί μέρους ποσά χρεών μέχρι τότε που υποβλήθηκε η μηνυτήρια αναφορά από τον προϊστάμενο της ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών.
Γίνεται ακόμη λόγος στην προσβαλλόμενη απόφαση για την ιδιότητα υπο την οποία ο ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε δηλαδή αυτή του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΓΕΩΧΗΜ ΕΜΠΟΡ.ΒΙΟΜ.ΑΝ.ΕΤ. με διακριτικό τίτλο ΓΕΩΡΓΟΧ με έδρα τη ..., σε βάρος της οποίας είχαν βεβαιωθεί τα αναφερόμενα ως οφειλόμενα στο Δημόσιο χρέη και την οποία εταιρεία κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως εκπροσωπούσε ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο ταμειακής βεβαιώσεως των και όταν έγιναν ληξιπρόθεσμα αυτά τα χρέη. Αιτιολογείται περαιτέρω στην απόφαση για ποίο λόγο έγινε δεκτό ότι ο ήδη αναιρεσείων είχε κατά το άνω κρίσιμο χρόνο την ιδιότητα του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας που ασκούσε καθήκοντα διοίκησής της ως εκπροσώπων την οφειλέτιδα ανώνυμη εταιρεία, σε βάρος της οποίας βεβαιωθεί τα οφειλόμενα προς το δημόσιο χρέη, στις σχέσεις της με τους τρίτους και το δημόσιο.
Από τα ενσωματωμένη στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως και όσα αναφέρονται στο σκεπτικό της προκύπτει ότι την εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου αυτής της ανώνυμης εταιρείας από την έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της στις 31-7-2002 και η συγκρότηση αυτού αυθημερόν σε σώμα με καθορισμό των αρμοδιοτήτων των μελών του, στο οποίο ο αναιρεσείων συμμετείχε με εξουσία εκπροσωπήσεως της εταιρείας σε συναλλαγές με τραπεζικά ιδρύματα και με εκπροσώπηση πλέον της εταιρείας από τον ορισθέντα ως Πρόεδρο του Δ.Σ. και διευθύνοντα σύμβουλο Ρ και την μη καταχώρηση του σχετικού πρακτικού για το νέο διοικητικό συμβούλιο αυτής της εταιρείας στο μητρώο ανωνύμων εταιρειών καθώς και την μη αποστολή προς δημοσίευση σχετικής ανακοινώσεως στο τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 7α περ.γ', 7β παρ.15 και 7ε του ν.2190/1920, όπως ίσχυε κατά το χρόνο της άνω μεταβολής, επικαλέσθηκε ο ήδη αναιρεσείων στην κατ'έφεση δίκη προς απόδειξη αναφερομένου ως προβληθέντος ισχυρισμού του ότι δεν είχε εξουσία εκπροσωπήσεως της άνω ανωνύμου εταιρείας από 31-7-2002 και έπειτα, ότι προέκυπταν από το αναφερόμενο ως περιλαμβανόμενο στα αναγνωσθέντα κατά τη δίκη κατά την οποία εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση έγγραφα υπ'αριθμ.πρωτ..../18-12-2002 έγγραφο της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Δυτ.Αττικής.
Ο άνω ισχυρισμός του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου υπό την ιδιότητά του ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου αυτής που ασκούσε καθήκοντα διοικήσεως της οφειλέτριας χρεών προς το δημόσιο ανώνυμης εταιρείας δεν ασκούσε έννομη επιρροή ως προς την ποινική ευθύνη του υπό την άνω ιδιότητα του για τα αμέσως παρακάτω από αυτά καθόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως είχαν ήδη βεβαιωθεί και καταστεί ληξιπρόθεσμα και απαιτητά από 28/2/2002 μέχρι 28/6/2002 επι μέρους τέτοια χρέη προς το δημόσιο, όσο ήταν ο κατηγορούμενος μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εν λόγω εταιρείας και είχε την εξουσία να την εκπροσωπεί και να την δεσμεύει δια της υπογραφής του δυνάμει προγενεστέρων από 13/2/1998 και από 2/7/2001 πρακτικών του Διοικητικού Συμβουλίου της παραπάνω εταιρείας για τα οποία είχαν δημοσιευθεί σχετικές ανακοινώσεις στα υπ'αριθμ.... φύλλα του τεύχους Α.Ε. και Ε.Π.Ε. της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και δεν εμποδιζόταν η ποινική δίωξή του και η καταδίκη του για βεβαιωμένα χρέη της ανώνυμης εταιρείας προς το Δημόσιο όπως προσδιορίζονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως από το εάν στις 31-7-2002 εχώρησε εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου και ανάληψη από τα μέλη του υπό τη νέα έκθεση των καθηκόντων τους. Όσον αφορά δε τα λοιπά χρέη της ανώνυμης εταιρείας που βεβαιώθηκαν και κατέστησαν απαιτητά, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, στη συνέχεια ο ήδη αναιρεσείων ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας αυτής εξακολουθούσε και μετά την 31-7-2002 να εκπροσωπεί το νομικό πρόσωπο της εταιρείας στις σχέσεις του έναντι τρίτων και προς το δημόσιο χωρίς να είναι απέναντι στην εταιρεία πρόσωπο διαφορετικό από αυτή αλλά ενεργώντας πράξεις διοικήσεως αυτής ως όργανο εκπροσώπησης της.
Εξ άλλου την μη αποτελούσα συστατικό τύπο αλλά έχουσα βεβαιωτικό χαρακτήρα "μη δημοσίευση", στην οποία υποβάλλονται οι αποφάσεις της διοικήσεως για το διορισμό των προσώπων που έχουν την εξουσία να εκπροσωπούν την ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7α περ.γ', 7β παρ.15 και 7ε του ν.2190/1920 όπως προστέθηκαν με το άρθρο 409/1986 και ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, σε περίπτωση που δεν υποβληθεί η απόφαση στην προβλεπόμενη δημοσιότητα, δεν μπορεί να επικαλεσθεί η εταιρεία ούτε τα μέλη του συμβουλίου στα οποία μεταβιβάσθηκαν εξουσίες της διοικητικού συμβουλίου και, ως υποκατάστατα αυτού, ενεργούν ως όργανα εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της εταιρείας εκτός αν αποδείξει ότι οι τρίτοι εγνώριζαν τις πράξεις και τα στοιχεία που δεν δημοσιεύθηκαν. Δεν περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχή ότι η ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών ως αρχή που προέβη στη βεβαίωση των επι μέρους χρεών εγνώριζε ότι, πριν γίνει η βεβαίωση των λοιπών χρεών, που όφειλε η ανώνυμη αυτή εταιρεία στο δημόσιο, είχε γίνει, μη υποβληθείσα στις διατυπώσεις δημοσιότητας, μεταβολή στο διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας που να είχε ως συνέπεια να μην ασκεί ο αναιρεσείων καθήκοντα διοίκησης της εταιρείας ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της.
Ορθώς κρίθηκε η ποινική ευθύνη του ήδη αναιρεσείοντος υπό την ιδιότητα του ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με έδρα τη ... για χρέη αυτής προς το δημόσιο με βάση τα οριζόμενα στο άρθρο 25 του ν.1882/1990 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ.1 ν.2523/1997 και την παρ.1 του άρθρου 34 ν.3220/2004 και δεν εφαρμόστηκαν διατάξεις του άρθρου 20 του ν.2523/1997 που αφορούν στα άτομα που ευθύνονται ως αυτουργοί του αδικήματος φοροδιαφυγής των άρθρων 17, 18, 19 του ν.22523/1997, που επικαλείται ο αναιρεσείων ως παραβιασθείσες σε συνδυασμό με διατάξεις των άρθρων 7α, 7β, 7ε του ν.2190/1920 και είναι απορριπτέες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του. Είναι απαράδεκτοι οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ότι εξοφλήθηκαν τα από φόρους χρέη της ανώνυμης εταιρείας για το μέχρι 31-7-2002 διάστημα και ότι μετά την ημερομηνία αυτή δημιουργήθηκαν τα λοιπά χρέη διότι υπό την επίκληση εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου και ελλιπούς αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή των συμπερασμάτων ως προς τα πραγματικά περιστατικά που έγινε δεκτό ότι προέκυψαν.
Κατόπιν αυτών είναι αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε'και Δ' Κ.Ποιν.Δ. για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και για έλλειψη της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ.583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-4-2010 αίτηση του Χ για αναίρεση της 58256/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Καταδικαστική απόφαση του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Πλημμελειοδικείου κατά του ήδη αναιρεσείοντος που είχε την ιδιότητα του μέλους διοικητικού συμβουλίου ανωνύμου εταιρίας σε βάρος της οποίας βεβαιώθηκαν τα οφειλόμενα προς το Δημόσιο χρέη και την οποία εκπροσωπεί. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως. Δεν ήταν εφαρμοστέες οι διατάξεις των άρθρων 17, 18, 19 Ν. 2523/1997 που επικαλείται ο αναιρεσείων ότι παραβιάστηκαν και ήταν άνευ εννόμου επιρροής ως προς την ποινική ευθύνη του ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος.
|
Φοροδιαφυγή
|
Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 1724/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις
των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Χ1, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Κουλάκο και 2)Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, για αναίρεση της υπ'αριθ.162/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 27 Απριλίου 2010 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 636/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι από 27 Απριλίου 2010 δύο αιτήσεις αναιρέσεως του Χ1 και Χ2, οι οποίες στρέφονται κατά της υπ'αριθμ.162/13-4-2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας και οι οποίες, ως συναφείς, πρέπει να συνεκδικασθούν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ.1, 349 και 139 του ΚΠΔ, ως και του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο εκκαλών-κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, οφείλει να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και, σε περίπτωση απόρριψής του, να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως την απόφασή του. Διαφορετικά, αν απορρίψει το αίτημα χωρίς την επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω αιτιολογία, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΟΛ.ΑΠ.7/2005). Η δε εν συνεχεία απόρριψη της εφέσεως, ως ανυποστήρικτης, του νομίμως και εμπροθέσμως κληθέντα εκκαλούντος-κατηγορουμένου, ή η κατ'ουσία έρευνα της υποθέσεως με ωσεί παρόντα τον τελευταίο, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η'ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, με την μορφή της υπερβάσεως εξουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ'αριθ.162/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, που δίκασε σε δεύτεροβαθμό και απέρριψε τις υπ'αριθ.49/19-12-2008 και 52/23-12-2008 εφέσεις των κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων ως ανυποστήρικτες, εμφανίσθηκε στο ακροατήριο ο δικηγόρος Καλαμάτας Παναγιώτης Μουργής, ο οποίος δήλωσε ότι οι κατηγορούμενοι έχουν παρουσιάσει πρόβλημα υγείας και ζητούν αναβολή της υποθέσεως, προσκόμισε δε τις από 12-4-2010 ιατρικές γνωματεύσεις του ιατρού, της Παθολογικής Κλινικής ..., τις οποίες η Πρόεδρος του δικαστηρίου ανέγνωσε δημόσια στο ακροατήριο. Περαιτέρω, εξεταζόμενος ενόρκως κατέθεσε ότι "οι κατηγορούμενοι δεν είναι πελάτες μου αλλά πελάτες του δικηγόρου κ.Κουλάκου που συνεργάζομαι και όπως με ενημέρωσαν παρουσίασαν πρόβλημα υγείας και για το λόγο αυτό ζητούν την αναβολή της δίκης". Μετά την υποβολή του άνω αιτήματος το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό με την εξής αιτιολογία: "Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ο δικηγόρος Παναγιώτης Μουργής υπέβαλε αίτηση για αναβολή της υπόθεσης, επικαλούμενος ασθένεια των κατηγορουμένων, χωρίς όμως να προσκομιστεί κάποιο ιατρικό πιστοποιητικό ή να βεβαιωθεί με οποιονδήποτε επίσημο τρόπο η ασθένεια των κατηγορουμένων την οποία ούτε ο ίδιος προσδιόρισε. Οι δύο προσκομισθείσες ιατρικές γνωματεύσεις κρίνονται ότι δεν παρέχουν επαρκείς πληροφορίες για την κατάσταση της υγείας των κατηγορουμένων, οπότε το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί". Η αιτιολογία αυτή που διέλαβε το δικαστήριο, στην απορριπτική του αιτήματος των κατηγορουμένων για αναβολή της δίκης, απόφασή του, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ'αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, αλλά και χωρίς αντιφάσεις, οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο οδηγήθηκε στην απορριπτική του παραπάνω αιτήματος των κατηγορουμένων κρίση του, με την συνδρομή των οποίων (λόγων) το φερόμενο ως σημαντικό αίτιο που είχαν επικαλεσθεί για τη στήριξη του αιτήματος τους δεν ήταν πράγματι ικανό να οδηγήσει στην παραδοχή του αιτήματος και την αναβολή της δίκης. Ειδικότερα αιτιολογείται πλήρως ο λόγος για τον οποίο απορρίφθηκε το αίτημα της αναβολής με την παραδοχή ότι ο υποβάλων το αίτημα δικηγόρος δεν γνώριζε την ασθένεια των κατηγορουμένων και ότι οι στις ιατρικές γνωματεύσεις πληροφορίες ήταν ανεπαρκείς σχετικά με την κατάσταση της υγείας των κατηγορουμένων.
Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του ΚΠοινΔ, ταυτόσημοι, μοναδικοί λόγοι των αιτήσεων αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, και να καταδικασθεί έκαστος των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει τις από 27 Απριλίου 2010 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, περί αναιρέσεως της υπ'αριθ.162/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει έκαστο αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συνεκδίκαση δύο αιτήσεων. Απόρριψη των εφέσεων των κατηγορουμένων ως ανυποστήρικτες μετ' απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης. Απόρριψη λόγων αναιρέσεων για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναβολής αίτημα, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
| 0
|
Αριθμός 1725/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωσήφ Γιετκίλ, περί αναιρέσεως της 572/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1102/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ. 1, 349 και 139 του ΚΠΔ, ως και του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο εκκαλών-κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, οφείλει να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απόρριψής του να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως την απόφασή του. Διαφορετικά, αν απορρίψει το αίτημα χωρίς την επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω αιτιολογία ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 7/2005). Η δε εν συνεχεία απόρριψη της εφέσεως, ως ανυποστήρικτης, του νομίμως και εμπροθέσμως κληθέντα εκκαλούντος-κατηγορουμένου, ή η κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως με ωσεί παρόντα τον τελευταίο, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, με την μορφή της υπερβάσεως εξουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 572/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η υπ' αριθ. 122/24-4-2007 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 1795/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε για συκοφαντική δυσφήμιση σε φυλάκιση οκτώ (8) μηνών ανασταλείσα, μετά την απόρριψη αιτήματός του για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων και δη της λόγω ασθενείας του αδυναμίας εμφανίσεώς του στο ακροατήριο του δικαστηρίου. Από την πληττόμενη απόφαση και τα πρακτικά της αποδεικνύεται ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο δεν εμφανίσθηκε ο εκκαλών-κατηγορούμενος αλλά ο μάρτυρας ..., ο οποίος ανήγγειλε ότι ο κατηγορούμενος είναι ασθενής και ζητεί την αναβολή της δίκης. Προς τούτο προσκόμισε την από 8-4-2008 ιατρική βεβαίωση του ιατρού Λάρισας ..., την οποία η Πρόεδρος του Δικαστηρίου ανέγνωσε δημόσια στο ακροατήριο. Περαιτέρω εξεταζόμενος ενόρκως ο ως άνω μάρτυρας κατέθεσε: Ο κατηγορούμενος δεν αισθάνεται καλά και δεν μπορεί να έρθει σήμερα στο Δικαστήριο και ζητεί αναβολή. Το Δικαστήριο, ακολούθως, απέρριψε το αίτημα αναβολής ως ουσιαστικά αβάσιμο και την έφεση ως ανυποστήρικτη με την εξής αιτιολογία όσον αφορά την παρεμπίπτουσα απόφαση: "Το Δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν δύναται να προσέλθει στο Δικαστήριο από ανυπέρβλητα αίτια, γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα αναβολής της υποθέσεως".
Η αιτιολογία, όμως, αυτή της παρεμπίπτουσας αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ., διότι δεν μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το δικαστήριο για να καταλήξει στη σχετική απορριπτική κρίση του, ούτε αναφέρονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το δικαστήριο θεμελίωσε την ουσιαστική αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής, οι συλλογισμοί με τους οποίους κατέληξε στην κρίση του αυτή, καθώς και οι αποδείξεις που τα στηρίζουν. Δεν εξηγεί, επίσης η απόφαση τι κατέθεσε ο άνω μάρτυρας του κατηγορουμένου ή τι περιλαμβάνει η ανωτέρω ιατρική βεβαίωση και πώς, παρά ταύτα, αιτιολογείται η κρίση του Δικαστηρίου ότι ο λόγος αναβολής δεν συνιστά σημαντικό αίτιο ("ανυπέρβλητο αίτιο"), αδυναμίας εμφανίσεως του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του δικαστηρίου. Εφόσον μετά ταύτα το παραπάνω δικαστήριο, χωρίς προηγουμένως να απορρίψει αιτιολογημένα το πιο πάνω αίτημα του αναιρεσείοντος για αναβολή της δίκης, προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως και απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη, υπερέβη, αρνητικώς την εξουσία του.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' και Η' του Κ.Ποιν.Δ. λόγοι της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμοι.
Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 572/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αιτήματος αναβολής και συνακόλουθα εφέσεως ως ανυποστήρικτης. Παραδοχή λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναβολής αίτημα, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
| 1
|
Αριθμός 1723/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Τζανόγλου, περί αναιρέσεως της 170/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Μαρτίου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 395/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 362 εδάφ. α' του ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτούνται, αντικειμενικώς, ισχυρισμός ενώπιον τρίτου ή διάδοση για κάποιον άλλον γεγονότος, το οποίο είναι πρόσφορο (κατάλληλο) κατ' αντικειμενική κρίση (την κοινή αντίληψη) να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφ' ενός μεν τη γνώση, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, αφετέρου δε τη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να προβεί σε αυτόν το βλαπτικό της τιμής ή της υπολήψεως ισχυρισμό ή διάδοση. Η διαφορά δε μεταξύ ισχυρισμού και διαδόσεως του δυσφημιστικού γεγονότος, συνίσταται στο ότι, στην μεν πρώτη περίπτωση, ο δράστης ανακοινώνει το γεγονός αυτό ως δική του πεποίθηση, ανεξαρτήτως του τρόπου που δημιουργήθηκε αυτή, στη δε δεύτερη περίπτωση, ο δράστης μεταδίδει περαιτέρω ισχυρισμό άλλου περί γεγονότος, χωρίς να υιοθετεί τον εν λόγω ισχυρισμό. Γεγονός πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου, είναι υπό την έννοια του άρθρου 362 ΠΚ, κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, αλλά και κάθε συγκεκριμένη κατάσταση ή συμπεριφορά αναγόμενη στο παρελθόν ή το παρόν η οποία υποπίπτει στις αισθήσεις και μπορεί να αποδειχθεί, αντίκειται δε στο νόμο, την ηθική και την ευπρέπεια, ακόμη δε στο νόμο, την ηθική και την ευπρέπεια, ακόμη δε και κάθε συγκεκριμένη συμπεριφορά ή σχέση προσώπου, εφόσον συνάπτεται άμεσα με κάτι που έχει συμβεί. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης, αξιολογικής κρίσεως και χαρακτηρισμοί, όταν συνδέονται και σχετίζονται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία συνιστούν γεγονός, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα και στη συγκεκριμένη περίπτωση να συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας του θιγομένου. Απλές όμως κρίσεις, γνώμες και χαρακτηρισμοί που ενέχουν αμφισβήτηση, κατά την κοινή αντίληψη της κοινωνικής ή ηθικής αξίας του παθόντος ή εκδήλωση καταφρόνησης ή ονειδισμού αυτού (χωρίς να συνδέονται με συγκεκριμένο γεγονός) είναι δυνατό να θεμελιώσουν το έγκλημα της εξυβρίσεως. Περαιτέρω από το άρθρο 366 §1 εδ. α' ΠΚ, προκύπτει ότι αν αποδεικνύεται ότι το γεγονός που διέδωσε ή ισχυρίσθηκε ο δράστης και που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη κάποιου άλλου είναι αληθές, δεν στοιχειοθετεί το έγκλημα της δυσφημήσεως, ενώ εάν υπάρχουν αμφιβολίες περί της αλήθειας, συντρεχόντων και των λοιπών όρων, στοιχειοθετείται το έγκλημα αυτό, εκτός αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 367 §1 ΠΚ. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα, από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις και νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους τα περιστατικά αυτά υπήχθησαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, ενώ έλλειψη της αιτιολογίας αυτής υπάρχει όταν η έκθεση των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο ως αποδειχθέντα έρχεται σε αντίφαση με εκείνα τα οποία αναφέρονται στο διατακτικό και για τα οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος.
Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 §1 ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται κατά το άρθρο 27 §1 του ιδίου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιοποίνου πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, παραθέσεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, όταν ο νόμος δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου όπως επί αμέσου ή και όταν πρόκειται για ενδεχόμενο οπότε η αιτιολογία πρέπει να είναι ειδική τόσο ως προς την ύπαρξή του και κατά το στοιχείο προβλέψεως του εγκληματικού αποτελέσματος όσο και κατά το στοιχείο αποδοχής του. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους και όχι ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως, αρκεί δε να μνημονεύονται όλα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά ή να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους ή να συγκρίνονται το ένα με το άλλο ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως, αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφαρμόσθηκε όπως και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη 170/2010 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει (ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα που αναγνώσθηκαν και απολογίες των κατηγορουμένων), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με την αποδιδόμενη στους αναιρεσείοντες πράξη της απλής δυσφημήσεως, μετά την παράθεση νομικών σκέψεων παρομοίων με τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσης.
"Ο πολιτικώς ενάγων (Ψ) τον Νοέμβριο του 2003 ήταν μόνιμος υπάλληλος του Δασαρχείου ... με την ιδιότητα του δασολόγου - προϊσταμένου του τμήματος δασοτεχνικών έργων, σήμερα δε είναι δασάρχης του παραπάνω δασαρχείου. Στα πλαίσια των καθηκόντων του και κατόπιν σχετικής παραγγελίας του τότε δασάρχη Κασσάνδρας ..., που δόθηκε σε εκτέλεση παραγγελίας του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Χαλκιδικής, μετέβη στις 23-11-2001 μαζί με το δασοφύλακα του δασαρχείου ... Λ, στο ακίνητο συνιδιοκτησίας κατά 50% εξ αδιαιρέτου του Χ1(πρώτου κατηγορουμένου) και της συζύγου του Χ2 (δεύτερης κατηγορουμένης), το οποίο συνορεύει με δημόσιο δάσος, προκειμένου να διενεργήσουν αυτοψία για τη διαπίστωση καταγγελθεισών παραβάσεων. Κατά τη διενέργεια της ανωτέρω αυτοψίας, ο πολιτικώς ενάγων διαπίστωσε ότι οι κατηγορούμενοι είχαν φυτέψει σε δημόσια εποικιστική έκταση καλλωπιστικούς θάμνους. Μετά από αυτή τη διαπίστωση ο πολιτικώς ενάγων (Ψ) έκανε συστάσεις στον πρώτο κατηγορούμενο να απομακρυνθούν τα φυτά αυτά από τον παραπάνω χώρο (της δημόσιας εποικιστικής δασικής έκτασης) διότι σε διαφορετική περίπτωση θα υφίσταντο (οι κατηγορούμενοι) τις συνέπειες του νόμου και ειδικότερα ότι θα ακολουθούταν η προβλεπόμενη από το νόμο διοικητική διαδικασία με την έκδοση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής καθώς και η υποβολή σχετικής μηνύσεως. Ο πρώτος κατηγορούμενος όμως, παρά την υπόσχεσή του, να μεταφέρει τα φυτά του στην υποδειχθείσα από τον πολιτικώς ενάγοντα (και τότε δασολόγο) περιοχή μέσα σε δέκα (10) ημέρες, αθέτησε την υπόσχεσή του και δεν απομάκρυνε τα φυτά από την εν λόγω δασική έκταση όπως αυτό διαπιστώθηκε κατά την επιτόπια μετάβαση στο χώρο αυτό από τον μάρτυρα κατηγορίας-δασοφύλακα Λ. Για το λόγο αυτό εκδόθηκε το προβλεπόμενο από το νόμο πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής και υποβλήθηκε μήνυση σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου. Ο πρώτος κατηγορούμενος (Χ1) υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Χαλκιδικής έγκληση κατά του πολιτικώς ενάγοντος (Ψ) με την οποία τον κατεμήνυσε για απειλή. Στη μήνυσή του αυτή ο πρώτος κατηγορούμενος απέδιδε στον τώρα εγκαλούντα ότι στις 23-11-2001 απηύθυνε σ' αυτόν (πρώτο κατηγορούμενο) τις φράσεις: "άκου να σου πω, όταν θα πάμε στα δικαστήρια, εκεί θα σε κάψω, θα σε τσακίσω, θα σε στίψω, θα σε αναγκάσω να πουλήσεις ότι έχεις και δεν έχεις, για να πληρώσεις τα πρόστιμα στην Πολεοδομία". Μετά την ανωτέρω μήνυση, ασκήθηκε σε βάρος του εγκαλούντος, ποινική δίωξη για την πράξη της απειλής. Κατά τη συνεδρίαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κασσάνδρας, στις 3-2-2003, ο πρώτος κατηγορούμενος (Χ1) καταθέτοντας ως πολιτικώς ενάγων ισχυρίστηκε για τον τώρα εγκαλούντα και τότε κατηγορούμενο (Ψ) τα εξής: "Εγώ πιστεύω ότι ο κατηγορούμενος, φέρεται έτσι σε μένα γιατί τους έχει δωροδοκήσει ο γείτονάς μου ο κ. Φ, ο οποίος κόβει δέντρα του παρακείμενου σ' αυτόν δάσους ... το πιστεύω μου αυτό για το γεγονός δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος δωροδόθηκε, το ενισχύει και ο ίδιος ο κ. Φ με τα λεγόμενά του. Συγκεκριμένα ο ίδιος ο κ. Φ ενώπιον και 2 αστυνομικών δήλωσε ότι δωροδόκησε τους υπαλλήλους του Δασαρχείου και έτσι δεν μπορούν να του κάνουν τίποτα...". Η δεύτερη κατηγορουμένη (Χ2) καταθέτοντας ως μάρτυρας ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου (Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κασσάνδρας) στην προαναφερθείσα συνεδρίαση (3-2-2003) ανέφερε για τον εγκαλούντα Ψ μεταξύ των άλλων και τα εξής: "Παρουσία αστυνομικών ο κ. Φ είπε ότι έδωσε 10.000.000 δρχ. στο δασαρχείο για να γίνει η διάνοιξη. Αυτό και μόνο το γεγονός ότι ακούγονται τόσες φήμες σχετικά με τον κατηγορούμενο, ότι χρηματίζεται, μας κάνει να καταλάβουμε το λόγο που γίνονται όλα αυτά...". Τελικά ο τότε κατηγορούμενος για την πράξη της απειλής και τώρα εγκαλών Ψ αθωώθηκε για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη (απειλής). Όπως αποδείχθηκε από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, όλα τα παραπάνω γεγονότα που ισχυρίστηκαν και διάδωσαν οι κατηγορούμενοι στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κασσάνδρας, στις 3-2-2003, με κατηγορούμενο τον Ψ (για την πράξη της απειλής) ήταν παντελώς ψευδή, αφού ο εν λόγω υπάλληλος του δασαρχείου ... (Ψ) ήταν σε όλη τη σταδιοδρομία του τίμιος και ευσυνείδητος με αυστηρή προσήλωση στα υπηρεσιακά του καθήκοντα, χωρίς να δώσει οιαδήποτε αφορμή σε τρίτους για οιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά, ουδέποτε δε κατηγορήθηκε για το σοβαρό αδίκημα της δωροδοκίας, ή οποιασδήποτε άλλης αξιόποινης πράξεως. Οι κατηγορούμενοι όμως όπως αποδείχθηκε, δεν γνώριζαν ότι όλα τα παραπάνω από αυτούς κατατεθέντα γεγονότα είναι ψευδή, γιατί τα γεγονότα αυτά τα είχαν πληροφορηθεί από τρίτο πρόσωπο και συγκεκριμένα από κάποιον ονόματι Φ, ο οποίος ήταν κύριος όμορου με τους κατηγορουμένους ακινήτου στην περιοχή της .... Όμως οι κατηγορούμενοι γνώριζαν πολύ καλά ότι τα όσα γεγονότα ισχυρίστηκαν και διέδωσαν ενώπιον του ως άνω Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κασσάνδρας ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή, την υπόληψη καθώς και την επαγγελματική υπόσταση του εγκαλούντος ως δασοφύλακα. Εξάλλου οι κατηγορούμενοι ήθελαν να ισχυριστούν και να διαδώσουν και διέδωσαν πράγματι ενώπιον τρίτων όπως είναι ο δικαστής, ο εισαγγελέας, ο γραμματέας καθώς και οι παρευρισκόμενοι στην αίθουσα του ακροατηρίου όλα τα προαναφερόμενα βλαπτικά για την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος γεγονότα. Πρέπει να επισημανθεί πως ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι ισχυρίστηκαν τα εν λόγω γεγονότα στηριζόμενοι σε πληροφορίες τρίτου, όπως είναι στην προκειμένη περίπτωση ο Φ, ούτε ακόμη και αν οι κατηγορούμενοι δεν υποστηρίζουν πως η πληροφορία που διέδωσαν ότι είναι αληθινή. Σημασία έχει εν προκειμένω ότι ενώ δέχθηκαν την πληροφορία του τρίτου (Φ) και ενώ γνώριζαν ότι τα γεγονότα που τους μετέφερε αυτός, σχετικά με τον εγκαλούντα (Ψ) ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του τελευταίου παρά ταύτα αποδέχθηκαν να ισχυριστούν αυτά τα γεγονότα στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κασσάνδρας (στη συνεδρίαση της 3-2-2003). Άλλωστε οι κατηγορούμενοι είχαν κάθε δυνατότητα να προβούν σε περαιτέρω έρευνα και να ζητήσουν να γίνει διασταύρωση των πληροφοριών που τους μετέδωσε ο γείτονάς τους (Φ σχετικά με το ηθικό ποιόν αλλά και την άμεπτη ή μη υπηρεσιακή συμπεριφορά του εγκαλούντος και όχι αβασάνιστα να ισχυριστούν και διαδώσουν τα προαναφερόμενα γεγονότα ενώπιον τρίτων τα οποία ήταν οπωσδήποτε ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος. Για όλους τους παραπάνω λόγους το δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι στοιχειοθετείται τόσο αντικειμενικά, όσο και υποκειμενικά η αποδιδόμενη στους κατηγορουμένους πράξη της (απλής) δυσφήμησης (άρθρο 262 ΠΚ) και συνεπώς και οι δύο κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι όπως και πρωτοδίκως".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ενόχους του ήδη αναιρεσείοντες κατηγορουμένους της πράξεως της απλής δυσφημήσεως και ειδικότερα του ότι στην ...στις 3-2-2003 και στην αίθουσα συνεδριάσεων του Ειρηνοδικείου Κασσάνδρας, κατά τη συνεδρίαση του Μεταβατικού Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κασσάνδρας, με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτων, ισχυρίσθηκαν για κάποιον άλλον και συγκεκριμένα για τον εγκαλούντα Ψ, Δασολόγο-Προϊστάμενο του Τμήματος Δασοτεχνικών Έργων του Δασαρχείου ..., ψευδές γεγονός, που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του. Συγκεκριμένα, ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου και των παρευρισκομένων στο ακροατήριο διαδίκων άλλων υποθέσεων κατά την επιδίκαση της ποινικής υποθέσεως για απειλή με κατηγορούμενο τον ανωτέρω εγκαλούντα, ισχυρίστηκαν για τον εγκαλούντα ο μεν πρώτος κατηγορούμενος Χ1 ότι "... Εγώ πιστεύω ότι ο κατηγορούμενος φέρεται έτσι σε μένα γιατί τους έχει δωροδοκήσει ο γείτονάς μου, ο κ. Φ, ο οποίος κόβει δένδρα του παρακειμένου σ' αυτόν δάσους ... Το πιστεύω μου αυτό, για το γεγονός δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος δωροδοκήθηκε, το ενισχύει και ο ίδιος ο κ. Φ, ενώπιον και 2 αστυνομικών, δήλωσε ότι δωροδόκησε τους υπαλλήλους του Δασαρχείου και έτσι δεν μπορούν να του κάνουν τίποτε...", η δε δεύτερη κατηγορουμένη Χ2 ότι "... Παρουσία αστυνομικών ο κ. Φ είπε ότι έδωσε 10.000.000 στο Δασαρχείο για να γίνει η διάνοιξη. Αυτό και μόνο το γεγονός, ότι ακούγονται πολλές φήμες σχετικά με τον κατηγορούμενο ότι χρηματίζεται, μας κάνει να καταλάβουμε το λόγο που γίνονται όλα αυτά ...". Τα ως άνω γεγονότα που ήταν ψευδή, και μπορούσαν να μειώσουν την τιμή, την υπόληψη και την επαγγελματική υπόσταση του ανωτέρω εγκαλούντος, και τους επέβαλε για την πράξη αυτή ως προβλεπόμενη και τιμωρούμενη από τα άρθρα 1, 14, 18, 26 §1α, 27 §1, 51, 53, 57, 61, 64, 362 και 369 §1 ΠΚ ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών στον καθένα, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 5 ευρώ ημερησίως ως προς τον πρώτο κατηγορούμενο και ανέστειλε επί τριετία ως προς την δεύτερη.
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή του στις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα εκτίθενται στην αιτιολογία της αποφάσεως κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και από τα οποία οδηγήθηκε στην καταδικαστική κρίση του και δεν ήταν ανάγκη να παρατεθούν αναλυτικά αυτά τα αποδεικτικά μέσα και να αναφέρεται τι προέκυψε ειδικότερα από καθένα από αυτά. Ακόμη, προκύπτει, από όσα εκτίθενται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε αυτά που κατέθεσε ο πολιτικώς ενάγων και οι μάρτυρες, σε συνδυασμό με αυτά που είχαν καταθέσει οι ήδη αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, εξεταζόμενοι ο πρώτος ως εγκαλών και η δεύτερη ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κασσάνδρας κατά τη συνεδρίασή του στις 3-2-2003, όπως περιέχονται στα αναγνωσθέντα πρακτικά συνεδριάσεώς του κατά τη δίκη κατά την οποία εξεδόθη η 140/3-2-2003 απόφαση του άνω Μεταβατικού Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, ενώ έλαβε υπόψη του, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις, και τις ενώπιόν του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης απολογίες των ιδίων των ήδη αναιρεσειόντων, για να καταλήξει στην κρίση του αυτήν. Έτσι είναι απορριπτέες οι αντίθετες αιτιάσεις των ήδη αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, ότι δεν προέβη το Δικαστήριο της ουσίας σε συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, αλλά ότι επιλεκτικώς στηρίχθηκε σε ορισμένα. Επιπλέον, διέλαβε το Εφετείο στην άνω απόφασή του, τα απαιτούμενα στοιχεία για την πληρότητα της υποκειμενικής υποστάσεως της αξιοποίνου πράξεως, που δέχθηκε ότι τέλεσαν οι αναιρεσείοντες με τη διάδοση κατά την προεκτεθείσα έννοια του αναφερόμενου στο σκεπτικό και το διατακτικό ισχυρισμού τους για το ότι χρηματιζόταν ο ήδη εγκαλών ως δασικός υπάλληλος που υπηρετούσε στο Δασαρχείο ... και τα οποία κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα πληροφορήθηκαν από τον κατονομαζόμενο ιδιοκτήτη ακινήτου ομόρου με αυτό των ιδίων των κατηγορουμένων στην περιοχή της .... Οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της, αρκούσαν για τη στοιχειοθέτηση του δόλου των ήδη αναιρεσειόντων και για το ότι, ανεξάρτητα από το ότι δεν γνώριζαν ότι ήταν ψευδή τα όσα κατέθεσαν στις 3-2-2003 εξεταζόμενοι στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κασσάνδρας, σχετικά με τον ήδη εγκαλούντα, απεδέχθησαν να προέλθουν στη διάδοση βλαπτικών για την τιμή και υπόληψη του θιγόμενου δασικού υπαλλήλου γεγονότων ότι εδωροδοκείτο, τα οποία γνώριζαν ότι ήταν πρόσφορα, ως αφορώντα σε περιστατικά αναγόμενα σε συμπεριφορά του εγκαλούντος στο παρελθόν και αντικείμενα στην ηθική και τους ισχύοντες νομικούς κανόνες κατά την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων, να θίξουν την εκτίμηση των τρίτων προς το άτομό του με βάση την ηθική και κοινωνική του αξία. Κατά τις περαιτέρω παραδοχές της άνω αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, δεν αναιρούσε τον δόλο των ήδη αναιρεσειόντων για την πράξη την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι η εκ μέρους των άγνοια του ψευδούς των όσων κατέθεσαν στις 3-2-2003 στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κασσάνδρας και ότι από τον κατονομαζόμενο τρίτο είχαν πληροφορηθεί αυτά που κατέθεσαν στο άνω ποινικό δικαστήριο για τον ήδη εγκαλούντα, διότι δεν εδικαιολογείτο, όπως επισημαίνεται στην απόφαση του Εφετείου, η αβασάνιστη περαιτέρω διάδοση έναντι τρίτων των όσων είχαν πληροφορηθεί από το άνω άτομο οι αναιρεσείοντες για τον θιγόμενο δασικό υπάλληλο, χωρίς προηγούμενη έρευνα προς διασταύρωση της ακρίβειας ή όχι των πληροφοριών που είχαν, όπως ανέφεραν, λάβει από τον ιδιοκτήτη του όμορου ακινήτου για τον ήδη εγκαλούντα δασικό υπάλληλο. Κατ' ακολουθίαν αυτών, δεν απαιτείτο η επανάληψη στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αλληλοσυμπληρώνεται με το αιτιολογικό αυτής, του στοιχείου της γνώσεως από τους αναιρεσείοντες ότι αυτά που διέδωσαν όσον αφορά τον εγκαλούντα δασικό υπάλληλο, στον κρίσιμο χρόνο ενώπιον τρίτων, ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του.
Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ότι δεν εκτίθεται στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως η παραδοχή ότι εγνώριζαν αυτοί ότι τα γεγονότα που ανέφεραν κατά την εξέτασή των στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κασσάνδρας για τον τότε κατηγορούμενο και μετέπειτα εγκαλούντα, ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του και ότι με ελλιπή και γενικόλογη αιτιολογία στο σκεπτικό θεωρείται ως δεδομένη η γνώση των αυτή, χωρίς αναφορά από ποια συγκεκριμένα περιστατικά συναγόταν η γνώση των περί του άνω στοιχείου, είναι απορριπτέες. Επίσης, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και των ενσωματωμένων σ' αυτήν πρακτικών της κατ' έφεση δίκης, διαπιστώνεται ότι δεν προεβλήθη από την πλευρά των ήδη αναιρεσειόντων στην κατ' έφεση δίκη αυτοτελής ισχυρισμός που να άγει, σε περίπτωση αποδοχής του, στην άρση του αδίκου της πράξεως ή την άρση ή τη μείωση του καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Οι κατηγορούμενοι, κατά την απολογία των, στη δίκη στο Εφετείο, αρνήθηκαν ότι είπαν κατά την εξέτασή των στο ποινικό δικαστήριο, στο οποίο δικαζόταν ως κατηγορούμενος ο Ψ για απειλή, τις αποδιδόμενες φράσεις με περιεχόμενο την δωροδοκία του άνω δασικού υπαλλήλου. Δεν ήταν υποχρεωμένο το Εφετείο να απαντήσει ιδιαίτερα και αιτιολογημένα σε τέτοιον ισχυρισμό που δεν ήταν αυτοτελής υπό την προαναφερθείσα έννοια, αλλά ισχυρισμός αρνητικός της αποδιδόμενης σε καθένα των ήδη αναιρεσειόντων κατηγορίας.
Όσον αφορά τον έτερο ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι δεν αναφέρεται σωστά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το άρθρο 362 του ΠΚ που προβλέπει και τιμωρεί την απλή δυσφήμηση ως αξιόποινη πράξη αλλά το άρθρο 262 ΠΚ, καθώς και ότι ούτε στο διατακτικό αυτής της αποφάσεως αναφέρεται ορθά το εφαρμοστέο άρθρο του ποινικού νόμου με συνέπεια να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, παρατηρούνται τα εξής: Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 514 Κ.Ποιν.Δ. όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 50 §7 του ν.3160/2003 ο Άρειος Πάγος, ακόμη και αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, α) παραθέτει το σχετικό άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόστηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση αν αυτό δεν έχει παρατεθεί σε αυτή ή έχει παρατεθεί εσφαλμένα και .... Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι στη σελίδα 14 αυτής και στο περί ποινής κεφάλαιο, κατά την παράθεση των άρθρων από τα οποία προβλέπεται και τιμωρείται η πράξη για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, διέλαβε το Εφετείο και το άρθρο 362 ΠΚ από το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται η εν λόγω αξιόποινη πράξη. Από παραδρομή προφανώς αναγράφεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης, στη σελίδα 8 κατά την παράθεση του κειμένου του άρθρου 362 ΠΚ και στη σελίδα 13 κατά την παράθεση του συμπεράσματος στο οποίο κατέληξε για την στοιχειοθέτηση της απλής δυσφημήσεως, εσφαλμένα ο αριθμός 262 αντί του ορθού αριθμού του άνω άρθρου στον Ποινικό Κώδικα. Εν όψει αυτών δεν διαπιστώνεται εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, αφού αυτή που έπρεπε να εφαρμοσθεί παρατίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 518 §1 Κ.Ποιν.Δ., όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 50 §9 ν.3160/2003 κατά την οποία αν ασκηθεί αναίρεση επειδή έχει γίνει εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ο Άρειος Πάγος δεν παραπέμπει την υπόθεση αλλά εφαρμόζει την σωστή διάταξη και είναι απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για έλλειψη της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ., ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του ΠΚ που εφαρμόσθηκε από ασάφειες και λογικά κενά που να εμφιλοχωρήσουν και να καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 §1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-3-2010 αίτηση (δήλωση) των α) Χ1 και β) Χ2, κατοίκων ..., για αναίρεση της 170/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δυσφήμηση απλή. Καταδικαστική απόφαση Τριμελούς Εφετείου. Αίτηση αναιρέσεως αμφοτέρων των καταδικασθέντων κατηγορουμένων. Απόρριψη λόγων αναιρέσεων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για να στηρίξει την κρίση του για τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και ως προς τη συνδρομή του στοιχείου του δόλου των ότι τα γεγονότα που διέδωσαν ότι δωροδοκείτο ανεξάρτητα από την άγνοια των ότι αυτά που ισχυρίσθηκαν κατά τη διάρκεια της εξετάσεώς των σε άλλη ποινική δίκη με κατηγορούμενο εκείνο τον υπάλληλο είχα πληροφορηθεί από τρίτον ότι ήταν ψευδή. Από παραδρομή παρετέθη εσφαλμένως το εφαρμοστέο άρθρο 362 ΠΚ σε ορισμένα σημεία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ενώ παρατίθεται σωστά στο περί ποινής κεφάλαιο αυτής και δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠΔ. Απορρίπτεται δε ως αβάσιμος ο λόγος για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου από την εσφαλμένη αυτή παράθεση του σχετικού άρθρου της εφαρμοσθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δυσφήμηση απλη.
| 2
|
Αριθμός 1725/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Τερέζα Βασιλείου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κλεισιούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 260/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3120/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-11-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 21-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 335, 338 έως 341 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων, στις υποθέσεις που δικάζονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 664 επ. του ΚΠολΔ, περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, που έγιναν νομοτύπως, κατά το άρθρο 671 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. Οι βεβαιώσεις αυτές αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα. Επομένως μόνη η μνεία στην απόφαση του ουσιαστικού δικαστηρίου, ότι ελήφθησαν υπόψη τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν αποδεικνύει και ότι ελήφθησαν υπόψη και οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες οι ίδιοι είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει. Θεωρείται δε ότι το αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση, έχει και προσκομιστεί, εφόσον η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο. Εάν το Δικαστήριο δεν συνεκτιμήσει όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε την αγωγή, που ο αναιρεσείων είχε ασκήσει εναντίον της αναιρεσίβλητης. Ο αναιρεσείων, προς απόδειξη των θεμελιωτικών ισχυρισμών της αγωγής, ότι υπερείχε καταφανώς των παραπάνω συναδέλφων του και ότι η αναιρεσίβλητη, κατά κατάχρηση του δικαιώματος της, δεν τον τοποθέτησε στις θέσεις που προαναφέρθηκαν, που είναι ουσιώδεις, προσκόμισε και επικαλέστηκε, εκτός άλλων, και τη με αριθ. 352/2007 ένορκη βεβαίωση, που δόθηκε, νομότυπα, στον Ειρηνοδίκη Αθηνών από τον Ιωάννη Μπαμπαδήμα, ύστερα από νόμιμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης. Από τις προτάσεις του αναιρεσείοντος στο Εφετείο, προκύπτει ότι γίνεται ρητή και σαφής επίκληση, καθώς και συνοπτική μνεία του περιεχομένου της. Ούτε όμως από τη γενική διαβεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Εφετείο συνεκτίμησε "τη με αριθ. 15140/25-9-2007 ένορκη βεβαίωση του Ειρηνοδίκη Αθηνών", και "τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", ούτε από το υπόλοιπο σκεπτικό της απόφασης αυτής προκύπτει, ενόψει και της προαναφερόμενης δικονομικής φύσης των ενόρκων βεβαιώσεων, ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την παραπάνω ένορκη βεβαίωση, αφού η τελευταία, σε αντίθεση με την πρώτη (15140/2007), δεν μνημονεύεται, ειδικώς, στην απόφαση, ούτε και γίνεται άλλη άμεση ή έμμεση αναφορά στο περιεχόμενο της. Επομένως, το Εφετείο, εφόσον δεν προκύπτει ότι, για τον σχηματισμό της κρίσης του επί της ουσίας της υπόθεσης, έλαβε υπόψη την παραπάνω ένορκη βεβαίωση, που θεωρείται ότι προσκομίστηκε, αφού η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο, υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, το οποίο ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε και ο, από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, πρώτος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι βάσιμος.
Συνεπώς, πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, η προσβαλλομένη απόφαση ν' αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές, να καταδικαστεί δε η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3120/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω έρευνα, ενώπιον του αυτού Εφετείου, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μόνη η μνεία στην απόφαση του ουσιαστικού δικαστηρίου, ότι ελήφθησαν υπόψη τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν αποδεικνύει και ότι ελήφθησαν υπόψη και οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες οι ίδιοι είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1727/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ" (ΟΑΕΕ), καθολικού διαδόχου του ΤΑΜΕΙΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΜΠΟΡΩΝ (αρχικού διαδίκου), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Πάνου - Κοκιασμένου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5, 6) Ψ6, 7)Ψ7, 8) Ψ8, συζ. Κ, 9) Ψ9 και 10) Ψ10, όλων κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Σκορδάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 868/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3763/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-9-2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 19-4-2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρου Νικάκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 42 παρ.3 του με το ΠΔ 668/1986 κυρωθέντος καταστατικού του Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων, που αποτελεί Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου και εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 10 του Ν. 403/1 976, "ο νόµιµος και ο εξ υπερημερίας τόκος πάσης οφειλής του Ταµείου ορίζεται σε 6% ετησίως και άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής, εκτός αν ορίζεται άλλως εις τας διατάξεις του παρόντος καταστατικού ή εις ειδική µετά του ταµείου σύµβασιν". Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόµου, προκύπτει ότι το Σύνταγµα θεσπίζει και την ισότητα του νόµου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όµοια πράγµατα σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να µην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια. Εξάλλου, τα άρθρα 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Διεθνούς συµβάσεως της Ρώµης της 4.11.1950, που κυρώθηκε µε το ν. δ. 53/1974 και έχει υπερνοµοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωµα της παροχής έννοµης προστασίας µε το συνακόλουθο δικαίωµα διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη δίκη, δεν στερούν τον κοινό νοµοθέτη από την εξουσία να θεσμοθετεί ειδικές ρυθµίσεις για ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση των Νοµικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, όπως είναι και το Ταµείο Ασφαλίσεως Εµπόρων, η προστασία της περιουσίας του οποίου είναι αναγκαία για την εκπλήρωση των σκοπών του (παροχή ασφάλισης σε περίπτωση ασθένειας, μητρότητας, γήρατος, αναπηρίας, θανάτου των ασφαλισμένων). Το συμφέρον αυτό εξυπηρετεί η διάταξη του άρθρου 42 παρ.3 του ΠΔ 681/1981, η οποία είναι ανάλογη µε το άρθρο 7 παρ.2 του ν.δ. 496/1974. Η ρύθµιση αυτή µε την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωµα στο ως άνω ΝΠΔΔ να καταβάλει µε την ιδιότητα του οφειλέτη, ποσοστό τόκου 6% μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή, υπέρ του νοµικού αυτού προσώπου εξαίρεση, η οποία υπαγορεύεται από το σκοπό που προαναφέρθηκε και δεν βρίσκεται σε αντίθεση προς τις διατάξεις των άρθρων 4, 20, 25 του Συντάγματος του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και του πρώτου προσθέτου Πρωτοκόλλου της ίδιας σύµβασης, που προστατεύει την περιουσία του δανειστή (πρβλ Ολ. ΑΠ 3/2006). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο έκρινε µε την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 42 παρ. 3 του Καταστατικού του αναιρεσείοντος Ταµείου Ασφαλίσεως Εµπόρων αντιβαίνει στα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ.1, 25 παρ.1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της ίδιας σύµβασης, λόγω της άνισης προνομιακής μεταχείρισης την οποία θεσπίζει, σε σχέση µε τους ιδιώτες αντιδίκους του χωρίς τούτο να δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος και για το λόγο αυτό δεν την εφάρµοσε. Έτσι υποχρέωσε το αναιρεσείον που είναι ΝΠΔΔ, να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους υπαλλήλους του με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας (εισπράκτορες ασφαλιστικών εισφορών), για τις επιδικασθείσες με προγενέστερες αποφάσεις και καταβληθείσες αμοιβές τους, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας που προβλέπονταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα για τους ιδιώτες. Με την κρίση του αυτή παραβίασε με ψευδή ερμηνεία την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 42 παρ.3 του ΠΔ 668/1981, την οποία δεν εφάρμοσε ως αντισυνταγματική και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως. Μετά από αυτά, η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστές άλλους, πλην εκείνων που δίκασαν και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 106, 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3763/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η ρύθμιση με την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα στο ΝΠΔΔ να καταβάλει με την ιδιότητα του οφειλέτη, ποσοστό τόκου 6% μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή, υπέρ του νομικού αυτού προσώπου εξαίρεση και δεν βρίσκεται σε αντίθεση προς τις διατάξεις των άρθρων 4, 20, 25 του Συντάγματος του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και του πρώτου προσθέτου Πρωτοκόλλου της ίδιας σύμβασης, που προστατεύει την περιουσία του δανειστή (πρβλ Ολ. ΑΠ 3/2006).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1721/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δημητρούλα Υφαντή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου- Κατσαβριά- Εισηγήτρια, Δημήτριο Κράνη και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που παρέστη με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Φραγκίσκο Ραγκούση και Κρυστέλλα Σπανάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ.11158/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Δ. Γ. του Α. και πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Γ. Μ. του Β. και 2)Ά. Γ. Μ., κάτοικων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κυπριώτη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, το οποίο καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1084/2010.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 463 του ΚΠΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Σε κάθε όμως περίπτωση είναι απαραίτητο ο δικαιούμενος να έχει συμφέρον για την άσκηση του ενδίκου μέσου. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έννομο συμφέρον πρέπει να υπάρχει όχι μόνον για την άσκηση του ενδίκου μέσου, αλλά και για την προβολή καθενός λόγου του ενδίκου μέσου και μάλιστα να προσδιορίζεται στην έκθεση του ενδίκου μέσου. Ειδικά για το συμφέρον αυτό απαιτούνται τα εξής: 1) ο δικαιούμενος να ασκήσει το ένδικο μέσο να υφίσταται βλάβη από την προσβαλλόμενη, 2) ο ίδιος να επιδιώκει ορισμένο όφελος από το ένδικο μέσο, και 3) το συμφέρον πρέπει να είναι ατομικό, να αναφέρεται δηλαδή στο δικαίωμα και όχι σε άλλο διάδικο. Η ανυπαρξία εννόμου συμφέροντος για το ένδικο μέσο καθιστά αυτό απαράδεκτο κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 του ΚΠΔ, κατά την οποία "ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ή ο Εισαγγελέα ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση", σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ του ΚΠΔ που ορίζει ότι " ακυρότητα λαμβανομένη υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Αρειο Πάγο προκαλείται, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος", συνάγεται ότι την έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα, ως λόγου απολύτου ακυρότητας, δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος ως λόγο αναιρέσεως. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δυνάμει της οποίας καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα τεσσάρων (14) μηνών για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο- έλλειψης ακροάσεως εκ του ότι το δικαστήριο απέρριψε την ένσταση συγκατηγορουμένου του περί ακυρότητας του υπ' αριθμ. 94304/2006 κλητηρίου θεσπίσματος, χωρίς προηγουμένως να δοθεί ο λόγος και να προτείνει επ' αυτού ο Εισαγγελέας της έδρας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων δεν υπέβαλε στο δικαστήριο την σχετική ένσταση περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος (την υπέβαλε ο συγκατηγορούμενός του), ώστε να νομιμοποιείται, σύμφωνα με το άρθρο 463 του ΚΠΔ, να ζητήσει με λόγο αναιρέσεως την ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από την παράβαση αυτή. Σε κάθε περίπτωση δε ο λόγος αυτός και αυτεπαγγέλτως ερευνώμενος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος ως λόγο απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο την έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα. Από το συνδυασμό των άρθρων 329, 331,333 παρ. 1,358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικώς με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενο του, ώστε ο κατηγορούμενος, γνωρίζων πλήρως την ταυτότητα του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 του ΚΠΔ ως άνω δικαιώματα του, δεδομένου μάλιστα ότι , εφόσον πραγματοποιήθηκε όντως η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενο τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνον από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο εκ του ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε εκτός από άλλα αποδεικτικά μέσα και τα καταχωρημένα στα πρακτικά έγγραφα με αύξοντες αριθμούς 18) "έγγραφο που εμφανίζει ενεργές δόσεις και ισοδυνάμους περιόδους εκθέσεως ακτινογραφιών και αξονικών" και 24) "ιατρικά πιστοποιητικά που δόθηκαν στο δικαστήριο και ομιλούν για πόνο κοιλίας", χωρίς να προσδιορίζεται σαφώς η ταυτότητα τους, αφού δεν αναφέρεται κάποιο προσδιοριστικό στοιχείο του νοσοκομείου από το οποίο εκδόθηκαν, με συνέπεια να μη μπορεί να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα αν σ' αυτά συμπεριλαμβάνονται τα έγγραφα του Γενικού Νοσοκομείου Ασκληπιείου Βούλας, που αναφέρουν πόνο στην κοιλία, τα οποία πράγματι δόθηκαν στο δικαστήριο προς ανάγνωση από την υπεράσπιση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου (και συγκεκριμένα τα με αύξοντα αριθμό 91837 και 90299 έγγραφα της Χειρουργικής και Καρδιολογικής κλινικής του ως άνω Νοσοκομείου). Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των πρακτικών της, τα οποία κατά το άρθρο 141 παρ. 3 του ΚΠΔ " ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 140 και με αυτό το άρθρο" (μη επιτρεπομένης ανταποδείξεως παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών), σαφώς προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αναγνώσθηκαν μεταξύ άλλων, και τα έγγραφα που αναφέρονται στην αίτηση αναιρέσεως και φέρουν αύξοντα αριθμό καταχώρησης στα πρακτικά: 18) "έγγραφο που εμφανίζει ενεργές δόσεις και ισοδυνάμους περιόδους εκθέσεως ακτινογραφικών και αξονικών", και 24) " ιατρικά πιστοποιητικά που δόθηκαν στο δικαστήριο και ομιλούν για πόνο κοιλίας". Με την αναφορά αυτή των εν λόγω εγγράφων προσδιορίζεται κατά τρόπο που δεν δημιουργείται αμφιβολία η ταυτότητα τους, εν όψει του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη μνεία πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, όπως το περιεχόμενο, ο συντάκτης, τα πρόσωπα στα οποία αφορούν κτλ, αφού με την ανάγνωση του κειμένου τους στην επ' ακροατηρίου διαδικασία, κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενο τους στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, ο οποίος συνομολογεί ότι τα ιατρικά πιστοποιητικά που αναφέρουν πόνο στην κοιλία και έχουν καταχωρηθεί στα πρακτικά με αύξοντα αριθμό 24 προσκομίστηκαν στο δικαστήριο από τον ίδιο (δια του συνηγόρου του), τα οποία επομένως με βεβαιότητα αναγνώσθηκαν, και είχε ως εκ τούτου την δυνατότητα να υποβάλλει τις παρατηρήσεις του επ' αυτών, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε πάντως από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης, και ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν προέβαλε καμία αντίρρηση. Εξ άλλου από τα ίδια πρακτικά σαφώς προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο άλλα έγγραφα πλην εκείνων που έχουν καταχωρηθεί σ' αυτά, καθώς και εκείνων που μνημονεύονται ρητά στην αιτιολογία της αποφάσεως, μεταξύ των οποίων δεν διαλαμβάνονται έγγραφα με προσδιορισμό : 1) αποτελέσματα αιματολογικού εργαστηρίου Νοσοκομείου Ασκληπιείο Βούλας, 2) Ακτινογραφία θώρακος από 26/12/2002, 3) το διοιδοφάγειο υπερηχογράφημα Γ.Ν. Ασκληπιείου Βούλας, αναφέρεται στην αιτιολογία, 4) το από 26/12/2002 έντυπο χειρουργείου (αναφέρεται το από 26/12/2002 πρακτικό του χειρουργείου), 5) αντίγραφο από την εφημερίδα "Ελευθεροτυπία" της 8/2/85, 6) αντίγραφο από την εφημερίδα "η Πατρίς" της 24/5/78, και 7) αντίγραφο από την εφημερίδα " Σημιακό Βήμα" της 10/12/90.
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Ειδικά δε επί εγκλήματος εξ αμελείας που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της απόφασης και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια( αποτρεπτική του αποτελέσματος). Η αιτιολογία της απόφασης παραδεκτά συμπληρώνεται με το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 177παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα, κτλ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία από ποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, ούτε να αιτιολογείται ειδικά ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου και για ποιο λόγο έγινε πιστευτό ή περισσότερο πιστευτό ένα συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και γιατί δεν έγινε περισσότερο το ένα άλλο, αφού αυτά ανάγονται σε εκτίμηση πραγμάτων. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών εκείνος που από αμέλεια επιφέρει τον θάνατο άλλου. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ , κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφ' ενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφ' ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται απλώς σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της διατάξεως αυτής είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής (και όχι ηθικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), η οποία δημιουργείται μόνο για τον εμφανιζόμενο ενώπιον της έννομης τάξης ως έχοντα θέση εγγυητή της ασφάλειας του έννομου αγαθού το οποίο προσβάλλεται με την επέλευση του αποτελέσματος που πρέπει να αποτραπεί, συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, πηγάζει δε είτε από ρητή διάταξη του νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, είτε άλλως από προηγούμενη ενέργεια από την οποία ο υπαίτιος της παράλειψης αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνου στο μέλλον, πρέπει δε να αναφέρεται και να αιτιολογείται στην απόφαση, επιπροσθέτως δε και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Περαιτέρω, εν όψει της διάκρισης του άρθρου 28 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας όταν απαγγέλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφαση με σαφήνεια ποιο από τα δύο είδη της αμέλειας αυτής συνέτρεξε στην συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκτίθεται αυτό με σαφήνεια ή δέχεται και τα δύο, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ. Όταν δε το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων κατά το λόγο της αμέλειας που επιδείχθηκε από αυτό και εφόσον πάντως το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 11158/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος αναφέρονται, ο αναιρεσείων Ι. Κ. κηρύχθηκε ένοχος για ανθρωποκτονία από αμέλεια (όπως και ο μη ασκήσας αναίρεση συγκατηγορούμενός του Δ. Γ., ενώ οι λοιποί δύο συγκατηγορούμενοί τους Π. Σ. και Π. Τ. κηρύχθηκαν αθώοι) και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης 14 μηνών, που ανεστάλη επί τριετία. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Στις 26-12-2002 και περί ώρα 08.00 πμ ο Β. Μ., ηλικίας 30 ετών, αστυνομικός, διακομίσθηκε από τους γονείς του με έντονους πόνους στο στήθος στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του νοσοκομείου "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ", το οποίο εφημέρευε. Τον εξέτασε αρχικά ο πρώτος κατηγορούμενος Π. Σ., εφημερεύων ειδικευόμενος παθολόγος στη Β' Παθολογική Κλινική του εν λόγω νοσοκομείου, ο οποίος μετά τη λήψη του ιστορικού και την κλινική εξέταση του ασθενούς παρέπεμψε τον ασθενή για αιματολογικές-βιοχημικές εξετάσεις και ακτινογραφία θώρακα με διάγνωση την ύπαρξη οξείας κοιλίας και περαιτέρω έδωσε εντολή για μεταφορά του στο χειρουργικό τμήμα, προκειμένου να εξετασθεί από χειρούργο. Πριν μεταφερθεί στο χειρουργικό τμήμα ο ασθενής υποβλήθηκε σε καρδιολογική εξέταση από το δεύτερο κατηγορούμενο Ι. Κ., εφημερεύοντα ιατρό Καρδιολόγο του καρδιολογικού τμήματος του ανωτέρω νοσοκομείου, ο οποίος υπέβαλε τον ασθενή και σε ηλεκτροκαρδιογράφημα χωρίς να διαγνώσει προβλήματα από το καρδιαγγειακό σύστημα. Κατόπιν περί ώρα 10.00 πμ ο ασθενής μεταφέρθηκε στο χειρουργικό ιατρείο όπου παρελήφθη από τον τρίτο κατηγορούμενο Δ. Γ., εφημερεύοντα Επιμελητή του Β' Χειρουργικού Τμήματος, ο οποίος μετά από κλινική εξέταση επιβεβαίωσε την ύπαρξη οξείας χειρουργικής κοιλιάς και ενημέρωσε για το περιστατικό τον τέταρτο κατηγορούμενο, διευθυντή του χειρουργικού τμήματος, Π. Τ.. Ο τρίτος κατηγορούμενος Δ. Γ. στη συνέχεια έκανε εισαγωγή του ασθενούς στο Β' Χειρουργικό Τμήμα του νοσοκομείου για παρακολούθηση ενώ συμπλήρωσε τον έλεγχο αυτού με τη διενέργεια υπερηχογραφήματος και αξονικής τομογραφίας κοιλίας, χωρίς όμως να διαπιστωθεί κάτι το συγκεκριμένο. Μέχρι τις 12.00 το μεσημέρι δεν είχε γίνει διάγνωση για την ασθένεια του Β. Μ., ενώ περί ώρα 12.30 με 13.00 μμ τον μετέφεραν σε θάλαμο, όπου του χορηγούσαν κατ' εντολή του τρίτου κατηγορούμενου Δ. Γ. ισχυρά παυσίπονα (μέχρι και μορφίνη), για την αντιμετώπιση του οξύτατου πόνου στο στήθος, ο οποίος αντί να βελτιώνεται επιδεινωνόταν σε σημείο τέτοιο ώστε ο ασθενής καθόταν διπλωμένος σε καρέκλα, επειδή δεν μπορούσε να ξαπλώσει από τον οξύτατο πόνο στο στήθος. Ισχυρίζονταν οι κατηγορούμενοι οτι ο ασθενής προσήλθε στο νοσοκομείο με έντονο κοιλιακό άλγος και όχι με έντονους πόνους στο στήθος. Ο ισχυρισμός τους αυτός δεν κρίνεται βάσιμος, εφόσον δεν προσεπιβεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Δεν αναιρούνται δε τη παραπάνω από το ότι όπως ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι αν υπήρχε οξύτατος πόνος στο στήθος, γεγονός ενδεικτικό για καρδιολογικό πρόβλημα, θα παρέπεμπαν τον ασθενή σε άλλο εφημερεύον νοσοκομείο, επειδή στο νοσοκομείο "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ" δεν αντιμετωπίζονται επείγοντα καρδιολογικά προβλήματα, και έτσι θα απεκδύονταν κάθε ευθύνης. Μέχρι την 17.00 ώρα ο πατέρας του ασθενούς Γ. Μ., διαμαρτυρόταν στον τρίτο κατηγορούμενο Δ. Γ. ότι η υγεία του υιού του επιδεινώνεται αντί να βελτιώνεται με τη χορήγηση των ισχυρών παυσίπονων, γεγονός που έπρεπε να τον προβληματίσει και να τον οδηγήσει σε αναζήτηση άλλων πιθανών αιτίων της επιδείνωσης του πόνου στο θώρακα του ασθενούς. Ο τρίτος κατηγορούμενος ενημέρωσε περί ώρα 17.30 μμ τον πατέρα του ασθενούς ότι κατά τη γνώμη του είχε διάτρηση στομάχου και έπρεπε αμέσως να χειρουργηθεί, ενώ περί ώρα 19.00 μμ ο ασθενής οδηγήθηκε στο χειρουργείο για διερεύνηση κοιλίας (ερευνητική λαπαροτομία). Πρέπει να σημειωθεί ότι από τις καταθέσεις των γονέων και του θείου του ασθενούς Γ., Ά. και Κ. Μ., οι οποίοι συνόδευαν τον ασθενή στο νοσοκομείο, σαφώς προκύπτει ότι το μοναδικό σύμπτωμα που παρουσίαζε ο ασθενής από τις πρωϊνές ώρες της 26-12-2002 και κατά την παραμονή του στο νοσοκομείο ήταν οι οξύτατοι πόνοι στο στήθος. Η χειρουργική επέμβαση έγινε από τον τρίτο κατηγορούμενο Δ. Γ., ο οποίος είχε αναλάβει τον ασθενή, τον είχε εξετάσει κλινικά και εργαστηριακά από τις 10.00 το πρωϊ μέχρι 19.00 το απόγευμα και αποφάσισε τη χειρουργική επέμβαση στην περιοχή της κοιλιάς, όπου είχε ειδικευθεί, χωρίς στη λήψη της εν λόγω απόφασης να έχει στην πραγματικότητα οποιαδήποτε συμμετοχή ο τέταρτος κατηγορούμενος Π. Τ.. Κατά τη διάρκεια της εγχείρησης και από τον έλεγχο των ενδοκοιλιακών οργάνων ο ανωτέρω τρίτος κατηγορούμενος Δ. Γ., διέγνωσε διάταση στομάχου, λεπτού εντέρου και συμφυόμενη σκωληκοειδή απόφυση και υπέβαλε τον ασθενή σε σκωληκοειδεκτομή, δηλαδή σε άλλου είδους επέμβαση από αυτή για την οποία είχε ενημερώσει αρχικά τους συγγενείς του ασθενούς. Μετά την επέμβαση ο ασθενής μεταφέρθηκε στο θάλαμό του, όπου παρέμεινε σταθερός μέχρι 21.30 μ.μ., ενώ με νοήματα όταν συνήλθε εξακολουθούσε να δείχνει στους συγγενείς του ότι πονούσε στο στήθος. Περί ώρα 22.00 μμ ο ασθενής παρουσίασε προβλήματα και συγκεκριμένα πτώση αρτηριακής πίεσης και αναπνευστική δυσχέρεια, όπως δε χαρακτηριστικά κατέθεσαν οι γονείς του "γύρισαν τα μάτια του". Αμέσως κλήθηκαν στο θάλαμο οι εφημερεύοντες ιατροί του Β' Χειρουργικού Τμήματος και ο ασθενής υποβλήθηκε σε ακτινογραφία θώρακος επί κλίνης που έδειξε πύκνωση αριστερού ημιθωρακίου. Ακολούθησε διαγνωστική παρακέντηση του θώρακα, η οποία δεν απέδωσε. Έγιναν αμέσως προσπάθειες ανάνηψης και ο ασθενής μεταφέρθηκε στη Χειρουργική Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) του νοσοκομείου, όπου διασωληνώθηκε υποστηριζόμενος με μηχανική αναπνοή. Συγχρόνως ειδοποιήθηκε ο τέταρτος κατηγορούμενος Π. Τ., ο οποίος προσήλθε στη ΜΕΘ και παρουσία του τοποθετήθηκε καθετήρας κλειστής θωρακοστομιάς που απέδωσε ικανή ποσότητα αίματος (1600 ml). Επίσης ειδοποιήθηκε και προσήλθε ο δεύτερος κατηγορούμενος Ι. Κ., ο οποίος διενήργησε διοισοφάγειο υπερηχογράφημα. Από την τελευταία αυτή εξέταση προέκυψε ότι ο ασθενής είχε υποστεί διαχωρισμό-ρήξη θωρακικής αορτής. Αμέσως κρίθηκε απαραίτητη η μεταφορά του ασθενούς σε εφημερεύον νοσοκομείο, το οποίο διαθέτει θωρακουργική-καρδιοχειρουργική κλινική. Γι'αυτό ο ασθενής διασωληνομένος με ειδικά εξοπλισμένη μονάδα του ΕΚΑΒ διακομίσθηκε στο νοσοκομείο "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ". Εκεί τον παρέλαβε σε κωματώδη κατάσταση ο μάρτυρας κατηγορίας-ιατρός καρδιοχειρουργικής κλινικής ΓΠΝ "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" Μ. Α.. Ο ασθενής υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία θώρακος-τραχήλου, όπου διαπιστώθηκε διαχωρισμός της θωρακικής αορτής και του αορτικού τόξου και μεγάλη ποσότητα αίματος στο αριστερό ημιθωράκιο και στον τράχηλο, ενώ κατά τη διάρκεια της εξέτασης υπέστη καρδιακή ανακοπή και παρά τις προσπάθειες ανάταξης των ιατρών, ο ασθενής κατέληγε περί ώρα 6.30 πμ της 27-11-2002. Από τη διενεργηθείσα νεκροψία-νεκροτομή διαπιστώθηκε ότι ο θάνατος του ανωτέρω οφείλεται αποκλειστικά σε ρήξη διαχωριστικού ανευρύσματος ανιούσας αορτής (συνεπεία ιδιοπαθούς νέκρωσης του τοιχώματός της. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκαν τ'ακόλουθα: α)ο θάνατος του ασθενούς Β. Μ. οφείλεται σε διαχωρισμό-ρήξη ανευρύσματος θωρακικής αορτής, ασθένεια η οποία εκδηλώνεται με οξύτατους πόνους στο στήθος. Ο ασθενής διακομίσθηκε στο νοσοκομείο τις πρωϊνές ώρες της 26-12-2002 με οξύτατους πόνους στο στήθος γεγονός που αποδεικνύει σύμφωνα με την ιατρική επιστήμη και τα στοιχεία της δικογραφίας ότι κατά την έλευσή του στο νοσοκομείο είχε υποστεί διαχωρισμό του θωρακικού αορτικού τοιχώματος δηλαδή είχε λάβει χώρα αιφνίδια είσοδος αίματος από τον αυλό της αορτής στο μέσο χιτώνα της διαμέσου μιας ή περισσοτέρων ρήξεων του έσω χιτώνα, με αποτέλεσμα να διαχωρίζεται ο μέσος χιτώνας και να δημιουργείται ο ψευδής αυλός, ενώ σημαντικότεροι παράγοντες του αορτικού διαχωρισμού είναι η υπέρταση και η εκφύλιση του μέσου χιτώνα. Για τη διάγνωση του διαχωρισμού της αορτής δεν είναι αρκετή η ακτινογραφία θώρακος, ενώ το κλασσικό υπερηχοκαρδιογράφημα μπορεί να δείξει περικαρδιακή συλλογή, ανεπάρκεια της αορτικής βαλβίδας ή το διαχωρισμό στην ανιούσα αορτή. Τον ασφαλέστερο όμως διαγνωστικό κανόνα για τη διάγνωση του διαχωρισμού στην ανιούσα και κατιούσα θωρακική αορτή αποτελούν το διοισοφάγενο υπερηχογράφημα, η αξονική τομογραφία με τη χορήγηση σκιαστικού, η μαγνητική τομογραφία και η αορτογραφία. Επίσης οι ασθενείς με διαχωρισμό αορτής υποβάλλονται άμεσα από καρδιολόγο σε φαρμακευτική αγωγή με σκοπό την ύφεση του πόνου και την πρόληψη της ρήξης (σχισίματος) αορτής ή της επέκτασης του διαχωρισμού, κάθε ώρα καθυστέρησης της αγωγής δημιουργεί επιβάρυνση κατά 2%, ενώ περαιτέρω δεν αποκλείεται και χειρουργική αντιμετώπιση από καρδιοχειρούργο με αντικατάσταση της αορτής με μόσχευμα από συνθετικό υλικό. β)Ο διαχωρισμός της ανιούσης αορτής δεν αντιμετωπίσθηκε έγκαιρα λόγω καθυστερημένης διάγνωσής της με αποτέλεσμα να επέλθει στις 23.00 μμ της 26-12-2002 ρήξη της ανιούσης αορτής δηλαδή σχίσθηκε η ανιούσα αορτή και προκλήθηκε εσωτερική αιμορραγία από την οποία επήλθε ο θάνατος του ασθενούς. γ)το καθυστερημένο της διάγνωσης οφείλεται σε αμέλεια (μη συνειδητή) του δεύτερου κατηγορουμένου-καρδιολόγου Ι. Κ. και του τρίτου κατηγορουμένου-χειρούργου, οι οποίοι αν και ήταν υπόχρεοι συνεπεία του επαγγέλματός τους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή έχοντας τόσο από τις κείμενες διατάξεις περί ιατρικής δεοντολογίας όσο και από την έννομη θέση τους ως νοσοκομειακών ιατρών σε κρατικό νοσοκομείο που εφημέρευε, ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος της ανθρωποκτονίας των ασθενών του νοσοκομείου από αμέλειά τους, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν ως μέσοι συνετοί ιατροί με τις προαναφερόμενες ειδικότητες, αν και ο θανών εισήχθη στο νοσοκομείο με έντονους πόνους στο στήθος, συνεχώς επιδεινούμενους παρά τη χορήγηση ισχυρών παυσίπονων, περιορίσθηκαν στο να υποβάλουν αυτόν μόνο σε αιματολογικές-βιοχημικές εξετάσεις, ακτινογραφία θώρακος και καρδιογράφημα και δεν εξάντλησαν την έρευνά τους στην περιοχή του θώρακος, υποβάλλοντας αυτόν και σε άλλες ιατρικές εξετάσεις και ειδικότερα σε υπέρηχο καρδιάς, αξονική τομογραφία θώρακα και αν οι εξετάσεις αυτές ήταν αρνητικές δηλαδή δεν παρουσίαζαν παθολογικά ευρήματα να προχωρήσουν σε μαγνητική τομογραφία θώρακος και διοισοφάγενο υπερηχογράφημα, που έπρεπε να κάνουν για την ασφαλέστερη διάγνωση της ασθένειας του παραπάνω σε σχέση με τα κλινικά συμπτώματα αυτού (οξύτατος πόνος στο στήθος). Αντίθετα αυτοί περιορίσθηκαν σε έλεγχο εργαστηριακό μόνο της περιοχής της κοιλιάς και παρά το γεγονός ότι στο σημείο αυτό δεν υπήρξαν παθολογικά ευρήματα, ενώ ο ασθενής παραπονιόταν για οξείς πόνους στο στήθος που συνεχώς επιδεινώνονταν τον οδήγησαν στο χειρουργείο, όπου τον υπέβαλαν σε ερευνητική λαπαροτομία και ακολούθως σε σκωληκοειδεκτομή, επιβαρύνοντας έτσι την ήδη σοβαρή κατάσταση της υγείας του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το επελθόν αποτέλεσμα (θάνατος του ασθενούς) το οποίο δεν προέβλεψαν ως δυνατό οι κατηγορούμενοι αυτοί, ενώ είχαν τη δυνατότητα να το προβλέψουν και να το αποφύγουν, συνδέεται αιτιωδώς με την προαναφερόμενη πλημμελή εξέταση του ασθενούς από τους δεύτερο και τρίτο των κατηγορουμένων, και τη μη τήρηση από αυτούς των ορισμών και κανόνων που διέπουν το ιατρικό επάγγελμα αφού η οφειλόμενη στην πλημμελή τους εξέταση μη έγκαιρη διάγνωση της ασθένειας του (διαχωρισμός ανιούσας αορτής) είχε ως αποτέλεσμα να μην υποβληθεί ο ασθενής στην ενδεδειγμένη θεραπεία, δηλαδή φαρμακευτική αγωγή και άμεση χειρουργική αντιμετώπιση του διαχωρισμού της αορτής, με σκοπό την πρόληψη της ρήξης ή της επέκτασης του διαχωρισμού, η οποία ήταν ικανή να τον θεραπεύσει. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων αυτών ότι ο διαχωρισμός και η ρήξη της ανιούσας θωρακικής αορτής του ασθενούς που αποτελούν και αιτία του θανάτου επήλθαν ταυτόχρονα περί ώρα 23.00 μετά τη χειρουργική επέμβαση αυτού στην περιοχή της κοιλίας και δεν συνδέεται (διαχωρισμός ρήξη) με την αιτία εισαγωγής του στο ως άνω νοσοκομείο "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ" είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ'ουσία διότι δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τα πορίσματα των ιατρικών πραγματογνωμοσυνών που διενεργήθηκαν με τις 70468/2007 και 2220/2008 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών και στα οποία οι πραγματογνώμονες Γ. Σ. και Γ. Κ. αντίστοιχα καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο θάνατος του ανωτέρω ασθενούς οφείλεται σε διαχωρισμό και ρήξη της ανιούσας αορτής, που επήλθαν ταυτοχρόνως περί ώρα 23.00 της 26-12-2002 και δεν συνδέονται αιτιακά με οποιαδήποτε ενέργεια ή παράλειψη των κατηγορουμένων ιατρών. Τούτο γιατί στο συμπέρασμα αυτό κατέληγαν αφού έλαβαν ως δεδομένο, εσφαλμένα όμως, ότι τα συμπτώματα της ασθένειας αυτής, που είναι σύμφωνα με όσα εκθέτουν ο αφόρητος πόνος στην περιοχή του πρόσθιου ή οπίσθιου θωρακικού τοιχώματος ή στη μεσοπλάτια χώρα, εκδηλώθηκαν στο συγκεκριμένο ασθενή την ανωτέρω χρονική στιγμή δηλαδή περί ώρα 23.00 της 26-12-2002, με αποτέλεσμα για το λόγο αυτό να αποκλείσουν το ενδεχόμενο ο εν λόγω ασθενής να είχε υποστεί διαχωρισμό τις πρωϊνές ώρες της 26-12-2002 κατά την προσέλευσή του στο νοσοκομείο είτε αργότερα κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του. Όπως όμως αποδείχθηκε ο άτυχος ασθενής ήδη από τις πρωϊνές ώρες της 26-12-2002 αντιμετώπιζε αφόρητους πόνους στην περιοχή του θώρακα και αυτός άλλωστε ήταν ο λόγος που διακομίσθηκε στο νοσοκομείο, γεγονός το οποίο οι πραγματογνώμονες ιατροί δεν έλαβαν υπόψη τους και δεν αξιολόγησαν αντικειμενικά. Επίσης ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι ο διαχωρισμός δεν θα μπορούσε να συμβεί το πρωϊ γιατί σ'αυτή την περίπτωση θα είχε ο ασθενής υποστεί εγκεφαλικό, με αποτέλεσμα να ταυτίζονται χρονικά περί ώρα 23.00 διαχωρισμός και ρήξη ανιούσας αορτής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο διαχωρισμός της ανιούσης αορτής δεν προκαλεί αναγκαίως και εγκεφαλικό επεισόδιο στο ασθενή, εφόσον κρίσιμο γι'αυτό στοιχείο είναι το σημείο του αρχικού διαχωρισμού. Με βάση τα παραπάνω αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία τα πραγματικά περιστατικά σε βάρος του δευτέρου και τρίτου των κατηγορουμένων που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (μη συνειδητής) και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι. Περαιτέρω πρέπει να λεχθεί ότι το κλητήριο θέσπισμα περιέχει όλα τα κατ'άρθρο 321 ΚΠΔ και 6 παρ.3 εδαφ.α'της ΕΣΔΑ στοιχεία για το αποδιδόμενο στους κατηγορουμένους έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέσθηκε με παράλειψη (άρθρα 28, 15 302 παρ.1 ΠΚ), εφόσον σ'αυτό αναφέρονται περιστατικά που συγκροτούν την έννοια της μη συνειδητής αμέλειας, τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση των υπαιτίων να ενεργήσουν ως ιατροί κρατικού νοσοκομείου με βάση τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, ενώ η μη αναγραφή του άρθρου 15 ΠΚ δεν αποτελεί λόγο ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος (ΑΠ 830/2009, ΑΠ 1220/2008, ΑΠ 58/2007 ΤΝΠ "ΝΟΜΟΣ" Ευγενίου Γιαρένη "Η μη αναγραφή του άρθρου 15 ΠΚ επί του κλητηρίου θεσπίσματος σε περίπτωση ανθρωποκτονίας από αμέλεια με παράλειψη από έχοντα ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος δράστη, ως λόγος ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος" με τις εκεί παραπομπές στη νομολογία, Ποιν.Χρον.2009, 189 Επομένως ο λόγος ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, που απορρίφθηκε πρωτόδικα και επαναφέρουν οι κατηγορούμενοι παραδεκτά με την έφεσή τους είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο για ανθρωποκτονία από αμέλεια (μη συνειδητή) και ειδικότερα του ότι "στην Αθήνα στις 27/12/2002 επέφερε από αμέλεια το θάνατο άλλου, και ειδικότερα κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο υπό την ιδιότητα του ως ιατρός καρδιολόγος (και ο συγκατηγορούμενός του Δ. Γ., ως ιατρός χειρούργος) στο Νοσοκομείο " Ασκληπιείο Βούλας", το οποίο εφημέρευε την 26/12/2002, κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και με τις ενέργειες του που δεν ήταν σύμφωνες με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, διέγνωσε ότι ο Β. Μ., ετών 30. ο οποίος εισήχθη στο ανωτέρω Νοσοκομείο στις 07.00 π.μ. με έντονο πόνο στο στήθος και με την περίπτωση του οποίου ασχολήθηκε, είχε υποστεί διάτρηση στομάχου και χωρίς να τον υποβάλει προηγουμένως σε αξονική τομογραφία στο στήθος, η οποία θα έδειχνε το πρόβλημα του ανευρίσματος της αορτής που είχε, οπότε θα ήταν δυνατή και η άμεση χειρουργική επέμβαση αυτού, τον οδήγησε στο χειρουργείο, όπου ο ιατρός-χειρούργος Δ. Γ. του έκανε ερευνητική λαπαροτομία για διάτρηση στομάχου, όταν δε διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε διάτρηση, τον υπέβαλε σε σκωληκοειδεκτομή, ενήργησε δε με τον τρόπο αυτό παρά το γεγονός ότι το υπερηχογράφημα, ο ακτινολογικός έλεγχος και η αξονική τομογραφία της κοιλίας του ασθενούς δεν έδειξαν ευρήματα και χωρίς, όπως προεκτέθηκε, να εξαντλήσει την ερευνά του στην περιοχή του στήθους αυτού, όπου υπήρχε και έντονος πόνος, με αποτέλεσμα, ο ανωτέρω ασθενής, του οποίου η κατάσταση επιβαρύνθηκε και από τη χωρίς λόγο επέμβαση, να υποστεί μετεγχειρητικά shock (σοκ) και να μεταφερθεί στη μονάδα εντατικής θεραπείας του ανωτέρω Νοσοκομείου, όπου διαπιστώθηκε με διοισοφάγειο υπερηχογράφημα διαχωρισμός τύπου III και ρήξη θωρακικής αορτής, οπότε διακομίστηκε στο θωρακοχειρουργικό τμήμα του Νοσοκομείου " Ευαγγελισμός" σε κωματώδη κατάσταση τις πρωινές ώρες της 27/12/2002, όταν πια ήταν πολύ αργά για να αντιμετωπισθεί χειρουργικά το ανεύρυσμα του, εκεί δε, ενώ υποβαλλόταν σε αξονική τομογραφία στο στήθος, υπέστη καρδιακή ανακοπή, και παρά τις προσπάθειες ανάταξης, κατέληξε στις 06.30 π.μ". Για την πράξη του δε αυτή η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 28, 15, και 302 παρ. 1 του ΠΚ καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα τεσσάρων(14) μηνών. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν αξιολόγησε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, αλλά δέχθηκε επιλεκτικά ως αληθείς τις καταθέσεις μερικών μαρτύρων, και συγκεκριμένα των συγγενών του θανόντος, που είναι αντίθετες με τα στοιχεία δημοσίων εγγράφων του Νοσοκομείου Ασκληπιείο Βούλας, και όχι τις καταθέσεις των ιατρών Ε. Α. (αναισθησιολόγου), Ε. Π. (παθολόγου), Μ. Α. (καρδιολόγου), ούτε προέβη σε εκτίμηση και αξιολογική συσχέτιση των καταθέσεων και των λοιπών μέσων, ενώ διέλαβε στην αιτιολογία της και λογική αντίφαση σε σχέση με το διαχωρισμό της " ανιούσης αορτής και τα συμπτώματα που προκαλεί", δεχόμενη στο αιτιολογικό της ότι η ρήξη της αορτής " δεν προκαλεί αναγκαίως εγκεφαλικό επεισόδιο στον ασθενή", και σε άλλο σημείο ότι "ο διαχωρισμός- ρήξη εκδηλώνεται με οξύτατους πόνους στο στήθος", χωρίς να προσδιορίζει το αρχικό σημείο του διαχωρισμού, που ήταν οι καρωτίδες, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα Α. αλλά και την αξονική τομογραφία του Νοσοκομείου "Ευαγγελισμός", και ότι οι παραδοχές της είναι αντίθετες με τις καταθέσεις των εχόντων ειδικές γνώσεις μαρτύρων και με το περιεχόμενο των πραγματογνωμοσυνών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η πληττόμενη απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της, το οποίο επιτρεπτώς συμπληρώνεται από το διατακτικό και αποτελούν ενιαίο σύνολο, εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια( μη συνειδητή), με πλήρη έκθεση των πραγματικών περιστατικών των θεμελιωτικών της υποστάσεως (αντικειμενικής και υποκειμενικής) του εγκλήματος αυτού, που προβλέπεται κα τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1β, 15,28, 302 παρ. 1 του ΠΚ., τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα, ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: 1) προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο για την περί της ενοχής κρίση του έλαβε υπόψη και αξιολόγησε όλα στο σύνολο τους τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, και δεν ήταν απαραίτητη ειδικότερη αναφορά τους και μνεία του τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτίαση δε του αναιρεσείοντος για παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων είναι απαράδεκτη, διότι δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως, όπως δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, καθώς και η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικός ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και 2) δεν δημιουργείται καμία αντίφαση στην αιτιολογία της απόφασης σε σχέση με το διαχωρισμό της ανιούσας αορτής και τα συμπτώματα που προκαλεί, από την αναφορά ότι η ρήξη της αορτής " δεν προκαλεί αναγκαίως εγκεφαλικό επεισόδιο στον ασθενή", και σε άλλο σημείο ότι " ο διαχωρισμός- ρήξη εκδηλώνεται με οξύτατους πόνους στο στήθος", ενώ ο μη ακριβής προσδιορισμός του αρχικού σημείου του διαχωρισμού της αορτής, που κατά τον αναιρεσείοντα, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα Α. και την αξονική τομογραφία του Νοσοκομείου Ευαγγελισμό, ήταν οι καρωτίδες, δεν συνιστά αντίφαση ούτε έλλειψη αιτιολογίας.
Από το άρθρο 178 του ΚΠΔ το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ΠΚ με την συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων από ανακριτικό υπάλληλο, από το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, ως ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο διακρινόμενο των εγγράφων, πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης ότι λήφθηκε υπόψη, όπως αυτό συμβαίνει, όχι μόνο όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της απόφασης ότι τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και σε κάθε περίπτωση δεν είναι αντίθετα με αυτά. Η πραγματογνωμοσύνη αυτή, που αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσης του δικαστή όταν ανακύπτει ζήτημα το οποίο απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις, κατά την αρχή της ηθικής αποδείξεως που καθιερώνει το άρθρο 177 του ΚΠΔ, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστή, με την έννοια ότι δεν δεσμεύεται από αυτή, οφείλει όμως όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτή συμπεράσματα να αιτιολογεί ειδικώς την αντίθετη δικαστική πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα προκύπτοντα περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Ειδικά αν υπάρχουν δύο ή περισσότερες πραγματογνωμοσύνες αντίθετες κατά περιεχόμενο, το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να αιτιολογήσει την κρίση του αναφορικά με την αποδοχή της μιας εκ των δύο ή εκ των πολλών εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να ελεγχθεί το συμπέρασμα του. Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν έλαβε υπόψη τις δικαστικές πραγματογνωμοσύνες των πραγματογνωμόνων Γ. Κ. και Γ. Σ., οι οποίες, ως ειδικά αποδεικτικά μέσα, δεν διαλαμβάνονται, όπως θα έπρεπε, στα αποδεικτικά μέσα και δεν αιτιολόγησε την απόρριψη των συμπερασμάτων τους, ενώ δεν έλαβε επίσης υπόψη και την από 13/1/2007 ιατροδικαστική γνωμοδότηση του ειδικού ιατροδικαστή Κ. Β.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στην προκειμένη περίπτωση, σαφώς προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις δικαστικές πραγματογνωμοσύνες των Γ. Κ. και Γ. Σ. (σελίδα 49 η του σκεπτικού), που αναγνώσθηκαν και είναι καταχωρημένες στα πρακτικά με αύξοντες αριθμούς 21 και 22. Οι πραγματογνωμοσύνες αυτές, ως ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου, δεν αναφέρονται μεν στο προοίμιο του σκεπτικού μεταξύ των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, γίνεται όμως ρητή μνεία αυτών στο αιτιολογικό της απόφασης (σελίδα 49η) και τα πορίσματα τους γίνονται δεκτά εν μέρει (σχετικά με τα αίτια του θανάτου του ασθενή), τα αποτελέσματα των εξετάσεων που διενεργήθηκαν, τα ιατρικά δεδομένα που παρατίθενται σ' αυτές κτλ). Κατά το μέρος όμως που οι παραδοχές της απόφασης είναι διαφορετικές- αντίθετες, ιδιαίτερα ως προς την αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ αυτής και του επελθόντος θανάτου του ασθενή, παρατίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που τις στηρίζουν, όπως αυτά προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο από το σύνολο των λοιπών αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων) και αιτιολογούνται ειδικά και εμπεριστατωμένα. Επίσης, σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του (ως έγγραφο) και την από 13/1/2007 ιατροδικαστική γνωμοδότηση του ειδικού ιατροδικαστή Κ. Β., η οποία στα πρακτικά στη θέση αναγνωστέα έγγραφα φέρεται με αύξοντα αριθμό 17.
Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν η απόφαση δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε δεν έχει η απόφαση νόμιμη βάση.
Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 του ΠΚ που εφάρμοσε, με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές και αιτιολογίες, και επομένως είναι αναιρετέα κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, και συγκεκριμένα: "ενώ στο αιτιολογικό και στη σελίδα 49 δέχεται ότι ο διαχωρισμός της ανιούσας αορτής δεν αντιμετωπίσθηκε εγκαίρως, λόγω καθυστερημένης διάγνωσης , με αποτέλεσμα να επέλθει στις 23.00 μμ της 26/12/2002 ρήξη της ανιούσας αορτής, δηλαδή σχίστηκε η ανιούσα αορτή και προκλήθηκε εσωτερική αιμορραγία από την οποία επήλθε ο θάνατος του ασθενούς, στο διατακτικό και στις σελίδες 50,51 δέχεται ότι όλοι οι κατηγορούμενοι δεν εξάντλησαν την ερευνά τους στην περιοχή του στήθους, όπου ο έντονος πόνος, με αποτέλεσμα, ο ανωτέρω ασθενής, του οποίου η κατάσταση επιβαρύνθηκε και από τη χωρίς σοβαρό λόγο επέμβαση, να υποστεί μετεγχειρητικά shock (σοκ) και να μεταφερθεί σε μονάδα εντατικής θεραπείας του νοσοκομείου, όπου διαπιστώθηκε διαχωρισμός τύπου III και ρήξη θωρακικής αορτής, οπότε διακομίστηκε στο θωρακοχειρουργικό τμήμα του Νοσοκομείου Ευαγγελισμός και ενώ υποβαλλόταν σε αξονική τομογραφία στο στήθος, υπέστη καρδιακή ανακοπή και παρά τις προσπάθειες ανάταξης του, εξέπνευσε στις 6.30 πμ". Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι με τις παραπάνω παραδοχές, δεν δημιουργείται καμία ασάφεια ως προς τα αίτια του θανάτου του ασθενούς που ήταν η ρήξη της ανιούσας αορτής και η πρόκληση εσωτερικής αιμορραγίας, οφειλόμενη στην καθυστέρηση διάγνωσης και αντιμετώπισης του διαχωρισμού αυτής, που είχε ως αποτέλεσμα ο ασθενής, του οποίου η κατάσταση είχε επιβαρυνθεί και από την προηγηθείσα, χωρίς σοβαρό λόγο, χειρουργική επέμβαση, να υποστεί μετεγχειρητικά shock (σοκ) και να μεταφερθεί σε μονάδα εντατικής θεραπείας του νοσοκομείου, όπου διαπιστώθηκαν τα προαναφερόμενα, δηλαδή ο διαχωρισμός τύπου III και ρήξη της θωρακικής αορτής και η εσωτερική αιμορραγία, οπότε διακομίστηκε στο θωρακοχειρουργικό τμήμα του Νοσοκομείου Ευαγγελισμός και ενώ υποβαλλόταν σε αξονική τομογραφία στο στήθος, υπέστη καρδιακή ανακοπή και παρά τις προσπάθειες των γιατρών κατέληξε. Με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας και επομένως είναι αναιρετέα, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Η του ΚΠΔ, επειδή απέρριψε ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος που υπέβαλε συγκατηγορούμενός του, επειδή δεν περιείχε τα στοιχεία του άρθρου 28 του ΠΚ " περί αμέλειας" που είναι αναγκαία για την συγκρότηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και δεν κάνει μνεία του άρθρου 15 του ΠΚ που στοιχειοθετεί την κατά νόμο αναγκαία στην προκειμένη περίπτωση ιδιαίτερη νομική του υποχρέωση. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης που αποτελούν πλήρη απόδειξη (άρθρο 141 παρ. 3 του ΚΠΔ), σαφώς προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε στο δικαστήριο ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, ώστε να νομιμοποιείται στην επίκληση του ως άνω λόγου.
Με τον έβδομο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, εκ του ότι παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 15 του ΠΚ, και επομένως είναι αναιρετέα, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, διότι δεν αναφέρεται ο συγκεκριμένος επιτακτικός κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε από αμέλεια του. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως το σκεπτικό και το διατακτικό της αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, σαφώς προκύπτει ότι εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται και αναφέρεται ρητώς το είδος της αμέλειας( μη συνειδητής), παρατίθενται αναλυτικώς τα συνιστώντα την παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης και τέχνης περιστατικά, ενώ ορθώς εφαρμόστηκε η ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 15 του ΠΚ, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική μνεία της διατάξεως αυτής, αφού συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, ως εκ του ότι η αμέλεια του αναιρεσείοντος αποτέλεσε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε της ανθρωποκτονίας που προξένησε, δεδομένου ότι η αμέλεια του, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, συνίσταται στο ότι αυτός έχοντας την ιδιότητα του καρδιολόγου γιατρού, υπόχρεου λόγω του επαγγέλματος του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, έχοντας τόσο από τις κείμενες διατάξεις περί ιατρικής δεοντολογίας, όσο και από την έννομη θέση του ως νοσοκομειακού γιατρού σε εφημερεύον Κρατικό Νοσοκομείο, ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση του θανάτου του ασθενούς από αμέλεια του μη συνειδητή, αν και ο θανών εισήχθη στο νοσοκομείο με έντονους πόνους στο στήθος, συνεχώς επιδεινούμενους παρά την χορήγηση ισχυρών παυσίπονων, υπέβαλε αυτόν μόνο σε ακτινογραφία θώρακος και καρδιογράφημα και παρέλειψε να υποβάλλει τον ασθενή σε υπέρηχο καρδιάς, και αξονική τομογραφία θώρακος, και (αν οι εξετάσεις αυτές ήταν αρνητικές, δηλαδή δεν παρουσίαζαν παθολογικά ευρήματα), να τον υποβάλλει περαιτέρω σε μαγνητική τομογραφία θώρακος και διοισοφάγειο υπερηχογράφημα, για την ασφαλέστερη διάγνωση της ασθένειας αυτού σε σχέση με τα κλινικά συμπτώματα που εμφάνιζε (οξύτατος πόνος στο στήθος που συνεχώς επιδεινωνόταν), ούτε διέγνωσε το νόσημα (διαχωρισμός τύπου III και ρήξη ανευρίσματος θωρακικής αορτής) κατά παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης και δεοντολογίας, συνεπεία δε των παραλείψεων αυτών δημιούργησε την αιτιατή συνθήκη για την παραγωγή του αποτελέσματος, δηλαδή το θάνατο, λόγω της ρήξεως της ανιούσας αορτής και πρόκλησης εσωτερικής αιμορραγίας. Η ιδιαίτερη δε νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος προς παρεμπόδιση της επελεύσεως του θανάτου του παθόντος θεμελιώνεται στο γεγονός ότι αυτός, έχοντας το επάγγελμα του γιατρού και την πιο πάνω ειδικότητα, ανέλαβε την ιατρική αντιμετώπιση του εν λόγω επείγοντος περιστατικού, κατά τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και εντεύθεν, όπως είναι αυτονόητο, την αποτροπή του θανάτου του παθόντος από ιατρικό σφάλμα, ο οποίος (θάνατος) τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις ως άνω παραλείψεις του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος. Επομένως, είναι αβάσιμες οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκτίθενται περιστατικά που να θεμελιώνουν την ιδιαίτερη αυτού νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του συγκεκριμένου αποτελέσματος και ότι η αιτιολογία της απόφασης είναι ελλιπής, αναφορικά με την αντικειμενική συνδρομή της παραβάσεως "ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης", κατά τους όρους του άρθρου 15 του ΠΚ, καθόσον, όπως υποστηρίζει , ουδόλως διαλαμβάνει περί του άρθρου 15 του ΠΚ και δεν αιτιολογεί την συνδρομή των προϋποθέσεων που η διάταξη αυτή θέτει.
Με τον όγδοο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο( άρθρα 171 παρ. 1 περ. β του ΚΠΔ και 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου κώδικα), εκ του ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την ποινική δίωξη από τον Εισαγγελέα, γιατί στην ασκηθείσα εναντίον του ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία από αμέλεια, δεν διέλαβε τη διάταξη του άρθρου 15 του ΠΚ, που καθιερώνει την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του (δια παραλείψεως), ούτε διαλαμβάνεται στην πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση, ενώ με την προσβαλλόμενη κηρύχθηκε ένοχος και για την ως άνω διάταξη (άρθρο 15 του ΠΚ), θεμελιωτική της υποκειμενικής υπόστασης του άρθρου 302 του ΠΚ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η ποινική δίωξη ασκήθηκε κανονικά από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών για ανθρωποκτονία από αμέλεια και στο κλητήριο θέσπισμα που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αμέλεια του και την ιδιαίτερη νομική του υποχρέωση ως καρδιολόγου γιατρού Κρατικού Νοσοκομείου που επελήφθη του συμβάντος. Η κατ' αυτό δε τον τρόπο άσκηση της ποινικής διώξεως, χωρίς την αναγραφή του άρθρου 15 του ΠΚ, δεν συνιστά παραβίαση του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε των προστατευομένων από την ΕΣΔΑ δικαιωμάτων του ως κατηγορουμένου. Ούτε επέρχεται μεταβολή της κατηγορίας με την υπαγωγή από το δικαστήριο των πραγματικών περιστατικών στον ορθό κανόνα δικαίου και την προσθήκη της σχετικής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ούτε με την προσθήκη της διάταξης αυτής του άρθρου 15 του ΠΚ στην προσβαλλόμενη απόφαση μεταβάλλεται ο ποινικός χαρακτήρας του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, αλλά ούτε και το προβλεπόμενο πλαίσιο της ποινής του.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων ( άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30/7/2010 αίτηση του Ι. Κ. του Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 11158/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι(220)ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από αμέλεια (γιατρού καρδιολόγου). Είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι οι λόγοι αναιρέσεως της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο - έλλειψη ακροάσεως εκ του ότι το δικαστήριο απέρριψε την ένσταση του συγκατηγορουμένου του περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, χωρίς να δοθεί ο λόγος στον Εισαγγελέα, και εκ του ότι απέρριψε ένσταση ακυρότητας του κλητήριου θεσπίσματος υποβληθείσα από τον συγκατηγορούμενό του, επειδή δεν περιείχε τα στοιχεία του άρθρου 28 ΠΚ και δεν κάνει μνεία του άρθρου 15 ΠΚ. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθόσον με την αναφορά των εγγράφων με αύξοντα αριθμό και στοιχεία... προσδιορίζεται η ταυτότητα τους. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, παραβίαση εκ πλαγίου των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 15, 28 και 302 ΠΚ, καθόσον εκτίθενται με σαφήνεια τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά, το είδος της αμέλειας, τα περιστατικά τα συνιστώντα την παραβίαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης, ενώ ορθώς εφαρμόσθηκε η διάταξη του άρθρου 15 ΠΚ, - ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος προς παρεμπόδιση της επελεύσεως του θανάτου του παθόντος - ούτε δημιουργείται ασάφεια ως προς τα αίτια του θανάτου του ασθενούς. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως, καθόσον το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις πραγματογνωμοσύνες, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο. Απορριπτέος ως απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα εκ του ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την ποινική δίωξη από τον Εισαγγελέα, γιατί στην ασκηθείσα εναντίον του ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία από αμέλεια δεν διέλαβε τη διάταξη του άρθρου 15 ΠΚ.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Κατηγορούμενος.
| 1
|
Αριθμός 1721/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αριστείδη Λαμπρόπουλο και Πέτρο Μαρκέτο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΣΠΗΝΤΕΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΩΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Αλεξανδρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1830/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6678/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-12-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 4-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.11 εδαφ. β ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το Δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, σύμφωνα με την εκτεθείσα διατύπωση της άνω διατάξεως, ιδρύεται αν η προσβαλλομένη απόφαση στηρίχθηκε σε κάποιο αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε μόνο επίκληση όχι και προσκομιδή. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που προσκομίστηκαν νοούνται εκείνες των οποίων έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ. Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολ. ΑΠ 9/2000). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τις από 14-4-2008 προτάσεις, τις οποίες υπέβαλεν η ήδη αναιρεσίβλητη ενώπιον του Εφετείου, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο των οποίων παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν έγινε επίκληση εκ μέρους της ήδη αναιρεσίβλητης α) της υπ'αριθμ. 20438/2006 ένορκης βεβαίωσης του Ειρηνοδίκη Αθηνών, β) του από 23-6-2005 εγγράφου αναγγελίας στον Ο.Α.Ε.Δ. οικειοθελούς αποχώρησης του αναιρεσείοντος, εφόσον στις ενώπιον αυτού προτάσεις του, διαλαμβάνεται μόνη η, μη συνιστώσα, κατά τα προεκτεθέντα, νόμιμη επίκληση τούτων, φράση " προσάγουμε και επικαλούμαστε τα σχετικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΣΧ. ΣΤ.)" χωρίς να εξειδικεύονται αυτά και χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των προτάσεων της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στα οποία να περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εν λόγω εγγράφων. Παρά τη μη γενομένη από την αναιρεσίβλητη επίκληση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων με τις έγγραφες προτάσεις της, το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση ως προς το χρόνο παροχής της εργασίας του αναιρεσείοντος (ενάγοντος) και το ύψος της δικαιουμένης αμοιβής του, για ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωριακη απασχόληση, υπερεργασία, αποδοχές αδείας,επιδομάτων αδείας και εορτών, ρητώς μνημονεύει και τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία. Με το να λάβει υπόψη όμως το Εφετείο τα (προσκομισθέντα) αποδεικτικά μέσα των οποίων δεν έγινε επίκληση από την αναιρεσίβλητη (αλλά ούτε και τον αναιρεσείοντα ώστε να καταστούν κοινό αποδεικτικό μέσο) υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το αρθρ. 559 παρ. 11 β ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Συνεπώς πρέπει, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, η προσβαλλομένη απόφαση ν' αναιρεθεί, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 6678/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα ενώπιον του αυτού Εφετείου, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δεν είναι νόμιμη η κατ΄ έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1720/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δημητρούλα Υφαντή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δημήτριο Κράνη-Εισηγητή και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γκότση, περί αναιρέσεως της 663/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου,
με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ σύζ. Φ, κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 976/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 513 §1εδ.γ ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρ. 155-161 μέσα στην προθεσμία του άρθρ. 166 ίδιου Κώδικα. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρ. 515§2εδ.α ΚΠΔ, αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμη και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπάρχον στη δικογραφία από 23.7.2010 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα ..., η πολιτικώς ενάγουσα Ψσυζ. Φ κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστή στη συζήτηση της από 24.6.2010 αίτησης αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου κατά τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, όμως δεν εμφανίστηκε κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο του Δικαστηρίου και συνεπώς πρέπει, κατά τα προεκτεθέντα, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 314§1εδ.α ΠΚ τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι τριών ετών εκείνος που από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρ. 28 ΠΚ, κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του πλημμελήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή , την οποία κάθε μέτρια συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλει υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξ αιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσας προσοχής είτε δεν πρόβλεψε είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται ειδικότερα ποινική ευθύνη του ιατρού για σωματική βλάβη από αμέλεια όταν το ζημιογόνο αυτό αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση από μέρους του των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση, εφόσον η αντίστοιχη ενέργεια ή παράλειψή του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας που απορρέει από την άσκηση του επαγγέλματός του και ανάγεται σε νομική υποχρέωσή του με επιτακτικούς κανόνες. Συγκεκριμένα με το άρθρ. 24 του α.ν. 1565/1939 "περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρ. 47 ΕισΝΑΚ, ορίζεται ότι ο ιατρός οφείλει να παρέχει με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση την ιατρική συνδρομή του, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της πείρας που έχει αποκτήσει, τηρώντας τις ισχύουσες διατάξεις για τη διαφύλαξη των ασθενών και την προστασία των υγιών, ενώ με το άρθρ. 8εδ.α του β.δ. 156/6.7.1955 "περί κανονισμού ιατρικής δεοντολογίας" ορίζεται ότι ο ιατρός δεν επιτρέπεται να προβαίνει σε οποιαδήποτε μη ενδεδειγμένη θεραπευτική η χειρουργική επέμβαση ή πειραματισμό που μπορεί να θίξει το αίσθημα της προσωπικής ελευθερίας του ασθενούς.
Συνεπώς ο ιατρός ευθύνεται αν από επιπολαιότητα ή άγνοια των πραγμάτων, τα οποία έπρεπε να γνωρίζει, δεν ακολούθησε γενικά παραδεκτές αρχές της ιατρικής επιστήμης ή αναγνωρισμένες σύγχρονες μεθόδους και η άγνοια, η επιπολαιότητα ή απρονοησία του τον οδήγησαν σε εσφαλμένη διάγνωση ή θεραπευτική αγωγή ή επέμβαση για να αποτραπούν προσβολές ή κίνδυνοι κατά της σωματικής ακεραιότητας, της υγείας ή της ζωής (ΑΠ 2323/2009). Εξ άλλου η έλλειψη από την απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που απαιτείται κατά τα άρθρ. 93§3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρ. 510§1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, έχει δε η καταδικαστική απόφαση την αναγκαία αυτή ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τόσο τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, όσο και οι αποδείξεις από τις οποίες προκύπτουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη (ΑΠ 126/2009). Μάλιστα για την επάρκεια της αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, αφού αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση ειδικότερα με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους υπόψη και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Η βεβαιότητα αυτή υπάρχει και όταν τα αποδεικτικά μέσα αναφέρονται στην απόφαση μόνον γενικώς κατά την κατηγορία και το είδος τους (λ.χ. μάρτυρες, έγγραφα κλπ...), αρκεί έτσι να καλύπτεται το σύνολο των αποδεικτικών μέσων. Αντίθετα δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά σε κάθε αποδεικτικό μέσο και ανάλυση του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται με την απόφαση ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα (ΑΠ 356/2009), ως προς τα οποία η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολογική συσχέτιση αφορά την ουσία της υπόθεσης και είναι ανέλεγκτη αναιρετικά. Σύμφωνα με τα παραπάνω η απόφαση, με την οποία καταδικάσθηκε ιατρός για πρόκληση από αμέλειά του σωματικής βλάβης σε ασθενή κατά την παροχή σ' αυτόν της ιατρικής συνδρομής του, έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν σ' αυτή περιγράφεται ως αμελής συμπεριφορά του ιατρού η παράβαση του γενικού καθήκοντός του επιμέλειας κατά την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματός του, όπως αυτό κατά τα ανωτέρω οριοθετήθηκε, το οποίο δεν επιτρέπει ενέργειες ή παραλείψεις αντίθετες προς τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης ή τις σύγχρονες μεθόδους θεραπείας, που είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση αιτιωδώς σε ασθενή σωματικής βλάβης, που διαφορετικά θα είχε αποφευχθεί. Μάλιστα αν η αμέλεια του ιατρού συνίσταται σε εσφαλμένους ιατρικούς χειρισμούς από τους οποίους προκλήθηκε η σωματική βλάβη, δηλαδή σε θετικές ενέργειές του και όχι σε αντίστοιχες παραλείψεις του, αρκεί να προσδιορίζονται στην απόφαση οι εσφαλμένοι ιατρικοί χειρισμοί του και δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται οι ενδεδειγμένες επιστημονικά ενέργειες, στις οποίες έπρεπε να προβή (πρβλ. ΑΠ 1532/2009), αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για έγκλημα τελούμενο κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 15 ΠΚ με παράλειψη. Περαιτέρω λόγο αναίρεσης κατά το άρθρ. 510§1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπάρχει δε εσφαλ-μένη ερμηνεία όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορε-τική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παράβαση της διάταξης, που υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της και αφορά τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, μ' αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 663/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου προκύπτει ότι μ' αυτή ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) ετών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία χρόνια, επειδή κρίθηκε ένοχος σωματικής βλάβης από αμέλεια και ειδικότερα αυτός κρίθηκε ένοχος, κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της ως άνω απόφασης, του ότι " στο Νομαρχιακό Γενικό Νοσοκομείο ...., την 10.10.2002, τέλεσε το ακόλουθο έγκλημα, αποτέλεσμα αλληλουχίας των ακόλουθων πράξεων και παραλείψεών του, όντας υπόχρεος από το επάγγελμά του ως αναπληρωτής διευθυντής της χειρουργικής κλινικής του ως άνω νοσοκομείου σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή κατά την άσκηση των ιατρικών καθηκόντων του, από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε τον τραυματισμό άλλου χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από τις παρακάτω πράξεις και παραλείψεις του και συγκεκριμένα κατά τη διενέργεια επέμβασης λαπαροσκοπικής χολοκυστεκτομής προς αφαίρεση λίθων που υπήρχαν στον οργανισμό της παθούσας Ψ συζύγου Φ, το γένος ..., ως διενεργών την επέμβαση και επικεφαλής της ιατρονοσηλευτικής ομάδας, δεν ενήργησε αυτήν (επέμβαση) σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης (άρθρ. 24 α.ν. 1565/1939) και δεν επέδειξε την επιμέλεια του μέσου συνετού επικεφαλή χειρουργικής κλινικής, ώστε να μην τρώσει άλλα αγγεία του οργανισμού της ως άνω παθούσας και από λανθασμένου χειρουργικού εργαλείου 1) έτρωσε τη συμβολή των κάτω λαγονίων φλεβών προς την κάτω κοίλη φλέβα και τη δεξιά λαγόνιο αρτηρία της, προκαλώντας κακώσεις και βλάβες στην αορτή και ακατάσχετη αιμορραγία, οφειλόμενη στις επιγενόμενες τρώσεις. Συνέπεια δε της αιμορραγίας ήταν επιβεβλημένη και διενεργήθηκε την ίδια ημέρα δεύτερη χειρουργική επέμβαση προς συρραφή των βλαβέντων αγγείων, τελούσα (η δεύτερη χειρουργική επέμβαση) σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με τα ως άνω αποτελέσματα της πρώτης χειρουργικής επέμβασης. Αναγκαία δε παρέστη η συνολική λήψη από την ασθενή 17 συνολικά μονάδων αίματος σε μια (1) ημέρα. 2) Ακολούθως δε, μη διακοπτόμενης της αιτιώδους συνάφειας, από τις ως άνω τρώσεις των αγγείων διαπιστώθηκε, την 31. 10. 2002, στην παθούσα εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση αριστερού σκέλους και αναγκάστηκε να νοσηλευτεί επί 6 ημέρες στο νοσοκομείο, απ' όπου εξήλθε με ιατρική οδηγία αντιπηκτικής θεραπευτικής αγωγής αναγκαία α) για την αναστολή επέκτασης της θρομβωτικής επεξεργασίας εντός του φλεβικού δικτύου και την πρόληψη εμφάνισης του συνδρόμου της χρόνιας φλεβικής ανεπάρκειας, β) για την πρόληψη της πνευμονικής εμβολής. 3) Επί πλέον, μη διακοπτόμενης της αιτιώδους συνάφειας, λόγω της προαναφερόμενης επιβάρυνσης της υγείας της η παθούσα δεν δύναται για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα να υποβληθεί στην απαιτούμενη επέμβαση της λαπαροσκοπικής χολοκυ-στεκτομής. 4) Τέλος, μη διακοπτόμενης της αιτιώδους συνά-φειας, θα αντιμετωπίζει εφ' όρου ζωής το ενδεχόμενο επανεμ-φάνισης της θρόμβωσης, αφού η θρόμβωση που παρουσίασε είναι τραυματικής αιτιολογίας, τα δε βλαβέντα και συρραφέντα αγγεία της θα προδιαθέτουν πάντα σε σχηματισμό του θρόμβου". Σύμφωνα με τα παραπάνω εκτιθέμενα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η τρώση των λαγονίων φλεβών της παθούσας Ψ συζ. Φ στη συμβολή τους προς την κάτω κοίλη φλέβα της και τη δεξιά λαγόνιο αρτηρία της προκλήθηκε από " λανθασμένο χειρουργικού εργαλείου" του αναιρεσείοντος. Είναι προφανές ότι πρόκειται για ατελή έκφραση ως προς την αιτία της τρώσης των λαγονίων φλεβών της παθούσας και πρέπει να νοηθεί ότι η τρώση αυτή προκλήθηκε από λανθασμένο χειρισμό χειρουργικού εργαλείου, όπως δέχεται και ο αναιρεσείων, δηλαδή στην όλη έκφραση δεν συμπεριλήφθηκε από παραδρομή η λέξη "χειρισμός", που όμως είναι αυτονόητο ότι συμπληρώνει το επίθετο "λανθασμένος" και προσδιορίζεται απ' αυτό. Ωστόσο στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης η τρώση των λαγονίων φλεβών της παθούσας εμφανίζεται να προκλήθηκε από "λανθασμένο χειρουργικό εργαλείο" και η διαφορά αυτή στην αιτία της τρώσης καθιστά, κατά τον αναιρεσείοντα, αντιφατική τη κρίση της απόφασης ως προς την εξειδίκευση της αποδιδόμενης σ' αυτόν αμελούς συμπεριφοράς, μ' αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς το κρίσιμο αυτό στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Όμως από το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, είναι και πάλι προφανές ότι πρόκειται για ατελή απλώς διατύπωση στο αιτιολογικό της απόφασης, οφειλόμενη σε παραδρομή και ως νόημα της απόφασης σε σχέση με την αιτία της τρώσης των λαγονίων φλεβών της παθούσας ισχύει ότι η τρώση οφείλεται σε λανθασμένο χειρισμό χειρουργικού εργαλείου, του οποίου ο ακριβής προσδιορισμός δεν ήταν απαραίτητος για τη θεμελίωση με πληρότητα της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος σε σχέση με τη σωματική βλάβη που προκάλεσε στην παθούσα. Επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρ. 510§1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, δηλαδή της έλλειψης νόμιμης βάσης της απόφασης με την παράβαση εκ πλαγίου των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρ. 28 και 314§1εδ.α ΠΚ. Συνακόλουθα στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της αναγκαίας ειδικής αιτιολογίας, εφόσον δεν προσδιορίζει το λανθασμένο χειρουργικό εργαλείο που φέρεται ότι χρησιμοποίησε ο αναιρεσείων κατά την επέμβαση λαπαρο-σκοπικής χολοκυστεκτομής στην παθούσα, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η απόφαση δεν δέχεται στην πραγματικότητα χρήση από τον αναιρεσείοντα λανθασμένου χειρουργικού εργαλείου, αλλά εσφαλμένο χειρισμό χειρουργικού εργαλείου που δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται ειδικότερα σ' αυτή. Συνολικά οι παραδοχές που περιέχονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης και προέκυψαν από την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση και αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας όλων των αναφερόμενων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων είναι οι ακόλουθες: "Στις 10.10.2002 ο κατηγορούμενος, όντας αναπληρωτής διευθυντής της χειρουργικής κλινικής του Νοσοκομείου Ναυπλίου, από αμέλειά του προξένησε τον τραυματισμό της Ψ. Συγκεκριμένα κατά τη διενέργεια επέμβασης λαπαροσκοπικής χολοκυστεκτομής προς αφαίρεση λίθων που υπήρχαν στον οργανισμό της, ως διενεργών την επέμβαση και επικεφαλής της ιατρονοσηλευτικής ομάδας, δεν ενήργησε την επέμβαση σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και δεν επέδειξε την επιμέλεια του μέσου συνετού επικεφαλή χειρουργικής κλινικής, με αποτέλεσμα να τρώσει από λανθασμένο χειρουργικό εργαλείο τη συμβολή των κάτω λαγονίων φλεβών προς την κάτω κοίλη φλέβα και τη δεξιά λαγόνια αρτηρία της, προκαλώντας κακώσεις και βλάβες στην αορτή και ακατάσχετη αιμορραγία, οφειλόμενη σε επιγενόμενες τρώσεις. Συνέπεια της αιμορραγίας ήταν να διενεργηθεί την ίδια ημέρα δεύτερη χειρουργική επέμβαση προς συρραφή των βλαβέντων αγγείων, τελούσα σε άμεση συνάφεια με την πρώτη επέμβαση. Ας σημειωθεί ότι έλαβε η ασθενής 17 μονάδες αίματος σε μια ημέρα. Ακολούθως, επειδή δεν διακόπηκε η κακή πορεία της επέμβασης, νοσηλεύθηκε η παθούσα 6 ημέρες στο Νοσοκομείο, όπου έλαβε συγκεκριμένη αντιπηκτική θεραπευτική αγωγή προκειμένου να προληφθεί περίπτωση χρόνιας φλεβικής ανεπάρκειας και πνευμονική εμβολή. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι η παθούσα συνεπεία της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου αντιμετωπίζει το ενδεχό-μενο επανεμφάνισης της θρόμβωσης, αφού η θρόμβωση είναι τραυματικής αιτιολογίας, ενώ τα συρραφέντα αγγεία της θα προδιαθέτουν πάντα σε σχηματισμό θρόμβου. Τα ανωτέρω προκύπτουν κυρίως από την κατάθεση του μάρτυρα Γ (αγγειοχειρουργού στο Νοσοκομείο ...) και δεν αναιρούνται από άλλα στοιχεία ούτε και από την απολογία του κατηγορουμένου, αφού, όπως αναφέρει ο μάρτυρας, υπήρξε τρώση αγγείων, πιθανότατα από τη βελόνα και ότι η λήψη αντιπηκτικών θεωρήθηκε αναγκαία και διακόπηκε όταν έπρεπε.
Συνεπώς ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος όπως στο διατακτικό". Με τις παραπάνω παραδοχές, που παραδεκτά συμπληρώνονται από τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, έχει αυτή την απαιτούμενη από το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και επίσης οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ο αναιρεσείων αποδίδει με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης την πλημμέλεια από το άρθρ. 510§1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ στην προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυριζόμενος ότι δεν προσδιορίζει ποιους αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης παραβίασε κατά τη χειρουργική επέμβαση που διενήργησε στην παθούσα, ούτε διευκρινίζεται στην απόφαση αν μπορούσε προεγχειρητικά να διαγνωσθεί με την υπάρχουσα ιατρική τεχνολογία (ακτινοδιαγνωστική, υπέρηχοι) η ύπαρξη συμφήσεων στην κοιλιακή χώρα της παθούσας που διαφοροποιούν την απόσταση των αγγείων της και οδηγούν σε μη προβλέψιμα περιστατικά, όπως αυτό για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος, ως προς το οποίο η απόφαση επίσης δεν διευκρινίζει αν μπορούσε τελικά να προβλεφθεί και από παράλειψή του δεν προβλέφθηκε. Όμως η σύνδεση από τον αναιρεσείοντα της σωματικής βλάβης της παθούσας με την ύπαρξη ενδεχομένως συμφήσεων στην κοιλιακή της χώρα είναι αυθαίρετη και βασίζεται σε ανύπαρκτη προϋπόθεση, εφόσον η απόφαση δεν δέχθηκε την ύπαρξη τέτοιων συμφήσεων, οπότε ανεπίτρεπτα επιχειρείται να αμφισβητηθεί έμμεσα ως προς το ζήτημα αυτό η ουσιαστική κρίση της. Κατά τα λοιπά η προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζει και συνδέει αιτιωδώς την αμέλεια του αναιρεσείοντος σε σχέση με την προκληθείσα στην παθούσα σωματική βλάβη, στην παράβαση απ' αυτόν του γενικού καθήκοντός του επιμέλειας κατά την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματός του, όπως αυτό κατά τα ανωτέρω οριοθετήθηκε, το οποίο δεν επιτρέπει ενέργειες ή παραλείψεις αντίθετες προς τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης ή τις σύγχρονες μεθόδους θεραπείας, που έχουν ως αποτέλεσμα την πρόκληση αιτιωδώς σε ασθενή σωματικής βλάβης, που διαφορετικά θα είχε αποφευχθεί. Κατά την έννοια αυτή αντίθετη προς τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και τις σύγχρονες μεθόδους θεραπείας είναι κάθε λανθασμένη ενέργεια ή παράλειψη του ιατρού που οδηγεί σε σωματική βλάβη τρίτου και ως τέτοια σαφώς η προσβαλλόμενη απόφαση περιγράφει το λανθασμένο χειρισμό χειρουργικού εργαλείου από τον αναιρεσείοντα κατά τη λαπαροσκοπική χολοκυστε-κτομή που διενήργησε στην παθούσα. Ο λανθασμένος δηλαδή χειρισμός χειρουργικού εργαλείου συνιστά παράβαση αντίστοι-χης ιατρικής αρχής που απαγορεύει γενικώς τους λανθασμέ-νους ιατρικούς χειρισμούς.
Συνεπώς ως προς το ζήτημα αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, αντίθετα με όσα ο αναιρεσείων υποστηρίζει, έχει την αναγκαία ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που αξιώνει ο νόμος, ενώ προσδιορίζει και το είδος της αμέλειας του αναιρεσείοντος ως μη συνειδητής, με έμμεση αλλά σαφή αποδοχή και της δυνατότητας πρόβλεψης απ' αυτόν, λόγω της πείρας του, του οφειλόμενου στην συμπε-ριφορά του αξιόποινου αποτελέσματος. Πρέπει έτσι η αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε παραδεκτά (άρθρ. 504§§1 και 4, 505,507§1, 509§1 ΚΠΔ), να απορριφθεί ως αβάσιμη και κατά τον πρώτο λόγο της, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ.583§1 ΚΠΔ), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.6.2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 663/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2010, όπου και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη κατά τη διενέργεια λαπαροσκόπησης από ιατρό, που ενήργησε αμελώς κατά παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης και δεοντολογίας? αίτηση αναίρεσης κατά της καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα απόφασης με λόγους από το άρθρ. 510 § 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ. Απόρριψη των λόγων αναίρεσης ως αβάσιμων.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 1719/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσείοντων-κατηγορουμένων: 1)Α. Μ. του Β. και 2)Β. Μ. του Δ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Ξενίδη, για αναίρεση της υπ'αριθ.1312-1313/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) "Χ. Π. Α.Ε." και με τον διακριτικό τίτλο "ΓΕΩΡΓΙΚΗ", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, ατομικά και για την εταιρεία και 2)Χ. Π. του Σ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σπυριδάκη.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσ/νίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Μαρτίου 2009 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως και στους από 12 Νοεμβρίου 2009 (δύο) προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 445/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες υπ'αριθμ. 5 και 6/9-3-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των Β. Μ. του Δ. και Α. Μ. του Β. αντίστοιχως, κατοίκων ..., κατά της υπ' αριθμ. 1312-1313/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτές και πρέπει να συνεκδικαζόμενες να εξετασθούν περαιτέρω. Μαζί τους θα συνεξετασθούν και οι από 12-11-2009 με ιδιαίτερα δικόγραφα ασκηθέντες πρόσθετοι επ'αυτών λόγο αναιρέσεως (άρθρο 509 παρ.2 ΚΠοινΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του από αυτήν προβλεπομένου εγκλήματος της απάτης απαιτείται: 1)σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίησή του, 2)εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε ο απατώμενος να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, που ενέχει περιουσιακή διάθεση και συνεπάγεται περιουσιακή βλάβη και 3)βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά (πράξη, παράλειψη ή ανοχή), στην οποία παραπείστηκε ο παθών. Κατά την παρ.3 εδ.α'του ίδιου άρθρου η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια (βλ.άρθρο 13 περ.στ'του ΠΚ) και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000 ευρώ). Κατά το άρθρο 45 ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της πληρότητας της αιτιολογίας κατά την εφαρμογή του άρθρου 45 του ΠΚ πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Δεν απαιτείται όμως η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη. Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 98 ΠΚ για τη θεμελίωση της κατ'εξακολούθηση τέλεσης ενός εγκλήματος, απαιτείται τέλεση περισσοτέρων της μιας επί μέρους πράξεων που περιέχουν τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, που απέχουν χρονικώς μεταξύ τους, συνδέονται όμως με ταυτότητα της προς εκτέλεση αυτών αποφάσεως (ενότητα δόλου).
Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ,Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ.1312-1313/2008 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο ... δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "....οι ως άνω κατηγορούμενοι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αποβλέποντας όμως στο συνολικό περιουσιακό τους όφελος, που προέκυπτε απ'αυτές ως αποτέλεσμα, ενεργώντας από κοινού παρέστησαν στον μηνυτή, που ήταν Προέδρος του Δ.Σ. Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της 2ης μηνύτριας εταιρείας με το διακριτικό τίτλο "ΓΕΩΡΓΙΚΗ" και που ήταν φερέγγυος και πετυχημένος επιχειρηματίας με σκοπό δε ν' αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, ότι οι δύο εταιρίες με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΙΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΠΕ" και "ΣΙΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΛΑΓΚΑΔΙΚΙΩΝ ΕΠΕ", τις οποίες εκπροσωπούσε ο 1ος κατηγορούμενος και των οποίων εταίρος ήταν ο 2ος, με ουσιαστική όμως συμμετοχή του σ' αυτές, ήταν ιδιαίτερα ανθηρές, με μεγάλη αξιοπιστία στις Τράπεζες και χρηματοοικονομική ικανότητα χωρίς χρέη και οικονομικές υποχρεώσεις, και ότι αμφότεροι σαν επιτυχημένοι επιχειρηματίες, με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και άριστη φήμη στην αγορά και με υψηλή αξιοπιστία και φερεγγυότητα συναλλαγές τους, έχουν πρόθεση έντιμης και σοβαρής συνεργασίας με τρίτα πρόσωπα και είναι συνεπείς στις επαγγελματικές υποχρεώσεις τους. Επίσης παρέστησαν στον παραπάνω ότι οι προαναφερόμενες δυο ΕΠΕ επρόκειτο να χρηματοδοτηθούν από Τράπεζες, για να κατασκευαστεί σε ακίνητο ιδιοκτησίας τους, (των εταιριών), που βρίσκεται στην περιοχή ..., σύγχρονη μονάδα σιλό και αποθηκών και μονάδα ξηραντηρίων αραβοσίτου και ρυζιού, και με δεδομένο ότι μετά την ολοκλήρωση του παραπάνω έργου, οι δυο πιο πάνω ΕΠΕ, θα είχαν σε μεγαλύτερο βαθμό ανάπτυξης από ότι στο παρελθόν, και άριστες προοπτικές και εξέλιξη, με ολοένα αυξανόμενο κύκλο εργασιών και πωλήσεις, ζήτησαν από τον μηνυτή την οικονομική στήριξη του με την έκδοση από μέρους του επιταγών, συνολικού ύψους 232.000.000 δραχμών, προς διευκόλυνση τους, τις οποίες θα χρησιμοποιούσαν για να αυξήσουν το πλαφόν τους στις Τράπεζες, με άμεσο αποτέλεσμα την χρηματοδότηση τους από αυτές, ώστε να διευρυνθεί ακόμα περισσότερο το φάσμα των δραστηριοτήτων των εταιρειών αυτών. Μάλιστα προς επίρρωση αυτών των ισχυρισμών τους, α) έδειξαν στον παραπάνω και τον σχετικό φάκελο, που περιείχε την οικοδομική άδεια, που είχε εκδοθεί στο όνομα της "ΣΙΤΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΛΑΓΚΑΔΙΚΙΩΝ ΕΠΕ", αλλά και επί πλέον, β) ο 1ος κατηγορούμενος με την προαναφερόμενη ιδιότητα του, του είπε ότι εξέδωσε ο ίδιος και του παρέδωσε επιταγές, αντίστοιχου ύψους και των δυο ΕΠΕ, σε διαταγή των μηνυτών και προς εξασφάλιση των τελευταίων, δηλώνοντας και πάλι παράλληλα, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι στο μηνυτή, ότι έχουν ικανά περιουσιακά στοιχεία, και ότι με δεδομένο ότι θα πληρωθούν έγκαιρα όλες οι ως άνω επιταγές, ότι ήταν διασφαλισμένη η συνολική προαναφερθείσα απαίτηση των μηνυτών. Οι πιο πάνω παραστάσεις τους όμως ήταν ψευδείς, καθόσον αυτοί δεν είχαν αξιοπιστία στην αγορά, η φερεγγυότητα τους ήταν ανύπαρκτη, και οι παραπάνω εκπροσωπούμενες από τον πιο πάνω, ΕΠΕ δεν είχαν οιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία, αφού το όλο ακίνητο, (στο οποίο εν τω μεταξύ αναγέρθηκε το προαναφερόμενο κτιριακό συγκρότημα και του οποίου η αξία υπερβαίνει το 1 δισεκατομμύριο δραχμές), αλλά και άλλα ακίνητα ιδιοκτησίας των εταιριών, είχαν ήδη φροντίσει από τα έτη 1995 και 1996, με οριστικά συμβόλαια στον 2° κατηγορούμενο, καθώς και στον Δ. Μ. που κατά το επίδικο χρονικό διάστημα απουσίαζε για σπουδές στην Αμερική. Επιπλέον, πέραν του ότι δεν πληρώθηκαν οι επιταγές, που παρέδωσαν στο μηνυτή, ενώ ο τελευταίος πλήρωσε όλες τις επιταγές, που εκδόθηκαν από τους μηνυτές, οι ΕΠΕ δεν είχαν καμία οικονομική επιφάνεια, αλλά αντίθετα ήδη είχαν δημιουργήσει χρέη, με αποτέλεσμα η "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΙΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΠΕ" να κηρυχθεί τελικά σε κατάσταση πτώχευσης με την με αριθμό 3517/99 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης , οι ίδιοι δε από την αρχή δεν είχαν πρόθεση έντιμης και σοβαρής συναλλαγής, αλλά απέβλεπαν, στο να παραπλανήσουν το μηνυτή και να αποσπάσουν από αυτόν τις παρακάτω επιταγές, να χρησιμοποιήσουν αυτές προς παράνομο όφελος των εταιριών τους, αλλά κατ' επέκταση και δικό τους, και να μην πληρώσουν τις αντίστοιχες επιταγές έκδοσης των παραπάνω εταιριών τους, με αποτέλεσμα οι Τράπεζες να κινηθούν δικαστικά, να εκδοθούν διαταγές πληρωμής και με βάση αυτές, οι τελευταίες να προβούν σε πλειστηριασμούς σε βάρος της περιουσίας των μηνυτών. Μάλιστα μετά από σχετικές και διάφορες τροποποιήσεις και εκχωρήσεις μεριδίων, ήδη κατά το έτος 1996, είχαν εκχωρήσει συμβολαιογραφικά, τα μερίδια της "ΣΙΤΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΛΑΓΚΑΔΙΚΩΝ ΕΠΕ", που ήδη είχε γίνει μονοπρόσωπη, σε τρίτο πρόσωπο, (που χρησιμοποίησαν σαν αχυράνθρωπο), τον Α. Ζ., που ήταν και ο νόμιμος εκπρόσωπος της τελευταίας, ενώ το Νοέμβριο του 1997, όρισαν και πάλι σαν διαχειριστή και νόμιμο εκπρόσωπο της "ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΣΙΤΕΜΠΟΡΙΚΗΣ", άλλο πρόσωπο, που το χρησιμοποίησαν για τον παραπάνω σκοπό τους, και συγκεκριμένα τον Ιωάννη Χριστοδούλου, και έτσι, οι τελευταίοι, με την ιδιότητα τους αυτή, και ως τα μόνα πρόσωπα που δέσμευαν με την υπογραφή τους τις ως άνω εταιρίες, έναντι των, από τρίτους, απαιτήσεων, υπέγραψαν τις εκδοθείσες, από τις εταιρίες αυτές, παρακάτω επιταγές, γεγονός που αποσιώπησαν από το μηνυτή, ο οποίος είχε την πεποίθηση ότι ο 10ς κατηγορούμενος εξακολουθούσε να εκπροσωπεί τις παραπάνω εταιρίες, και στηριζόμενος σε αυτήν, στο όνομα του και στα περιουσιακά του στοιχεία, δέχθηκε την εν λόγω συναλλαγή. Πιο συγκεκριμένα, με την απατηλή αυτή εκ μέρους των συμπεριφορά έπεισαν το μηνυτή να εκδώσει προς διευκόλυνση τους και σαν εκπρόσωπος της μηνύτριας εταιρίας, δύο επιταγές, ποσού 16.000.000. δρχ. η κάθε μία, σε διαταγή της πιο κάτω εταιρίας, που δεν πληρώθηκαν και περαιτέρω να εκδώσει ο ίδιος, ατομικά, επιταγές, σε διαταγή της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΣΙΤΕΜΠΟΡΙΚΗΣ' συνολικού ύψους 200.000.000 δρχ., από τις οποίες οι αναφερόμενες στο διατακτικό επιταγές, συνολικού ποσού 180.000.000 δρχ., δεν πληρώθηκαν, ενώ οι ίδιοι, προς υποτιθέμενη διασφάλιση της συνολικής απαίτησης των μηνυτών εμφάνισαν ότι εκδόθηκαν από τον 1° σαν νόμιμο εκπρόσωπο, οι αναφερόμενες στο διατακτικό 5 επιταγές ποσού 90.000.000 δρχ. που δεν πληρώθηκαν και οι αναφερόμενες επίσης εκδοθείσες από την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΙΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΠΕ, 5 επιταγές, που δε πληρώθηκαν και αυτές, ποσού 100.000.000 δραχμών, ενώ επίσης η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΙΤΕΜΠΟΡΙΚΗ εξέδωσε και τις με αριθμό ... και ... επιταγές της Τράπεζας Πίστεως, ποσού 16.000.000 δραχμών η καθεμία σε διαταγή της μηνύτριας εταιρίας, που δεν πληρώθηκαν. Πλην όμως, αν ο μηνυτής γνώριζε την πραγματικότητα, καθώς και όσα γεγονότα του απέκρυψαν αθέμιτα, με βεβαιότητα δεν θα είχε οιαδήποτε συναλλαγή μαζί τους, ούτε και θα εξέδιδε και θα τους παρέδιδε τις επίδικες επιταγές προς διευκόλυνση δική τους και των ως άνω εταιριών τους. Έτσι, με την, κατά τα προαναφερθέντα, απατηλή συμπεριφορά τους έβλαψαν την περιουσία των προδιαλαμβανομένων μηνυτή αφού ζημίωσαν το μηνυτή κατά το συνολικό ποσό των 180.000.000 δραχμών και τη μηνύτρια εταιρία, κατά το συνολικό ποσό των 32.000.000 δραχμών. Τέλος, όπως συνάγεται από τα πραγματικά περιστατικά που προεκτίθενται, και συγκεκριμένα από τον ακριβή σχεδιασμό όλων των παραπάνω ενεργειών τους, τον τρόπο, τα μέσα και τα τεχνάσματα, που χρησιμοποίησαν, δημιουργώντας και το πιο πάνω ιδιοκτησιακό καθεστώς, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να καθίσταται αδύνατη η ικανοποίηση των απαιτήσεων των εξαπατηθέντων - θυμάτων τους, καθώς και από την επανειλημμένη τέλεση της εν λόγω πράξης και την όλη υποδομή που διαμόρφωσαν, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της, δεδομένου ότι την αυτή αξιόποινη συμπεριφορά επιδείξαν, για τον ίδιο λόγο, και σε άλλα πρόσωπα, ζημιώνοντας αυτά με ποσά μεγάλης αξίας, - μεταξύ των οποίων δε και στον Κ. Π., κάτοικο ..., που τον ζημίωσαν κατά το ποσό των 160.000.000 δραχμών -, ενώ παράλληλα η οικογένεια τους απέκτησε παράνομα περιουσιακά στοιχεία μεγάλης αξίας, και αυτοί συνεχίζουν την παράνομη δραστηριότητα τους, ιδρύοντας νέες εταιρίες, διαπράττουν το εν λόγω κακούργημα, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον προκύπτει τόσο σκοπός πορισμού εισοδήματος από αυτό, όσο και σταθερή ροπή τους για την τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Η συνολική δε παραπάνω περιουσιακή ζημία, που προκάλεσαν στους μηνυτές, η οποία ανέρχεται, όπως προαναφέρθηκε, για το μηνυτή στο ποσό των 180.000.000 δραχμών και για τη μηνύτρια εταιρία στο ποσό των 32.000.000 δραχμών, υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών, με αντίστοιχο ισόποσο παράνομο όφελος δικό τους. Με τα δεδομένα αυτά το Δικαστήριο πείθεται ότι οι κατηγορούμενοι διέπραξαν την αξιόποινη πράξη για την οποία αυτοί κατηγορούνται και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό." Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ενόχους αμφοτέρους τους ενόχους για το έγκλημα της κακουργηματικής απάτης κατ'εξακολούθηση από κοινού και επέβαλε στον καθένα αυτών κάθειρξη επτά (7) ετών.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.α' 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 98 και 386 παρ.1 και 3α Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες και έγγραφα) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντος, των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης.
Ειδικότερα παρατίθενται στην απόφαση: α)οι ψευδείς παραστάσεις των αναιρεσειόντων προς τον πολιτικώς ενάγοντα Χ. Π., β)τα αληθή γεγονότα που αυτοί γνώριζαν ως προς την έλλειψη περιουσίας των εταιριών με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΙΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΠΕ-Εισαγωγές-Εξαγωγές" και "ΣΙΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΛΑΓΚΑΔΙΚΙΩΝ ΕΠΕ", των οποίων ο Βασίλειος Μαρκόπουλος ήταν διαχειριστής και ο Άγγελος Μαρκόπουλος εταίρος με ουσιαστική όμως ανάμειξη σ'αυτές, γ)τον άμεσο κοινό δόλο τους, δ)τη ζημία που προκάλεσαν στον Χ. Π. και στην απ'αυτόν εκπροσωπούμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Χ. Π. ΑΕ" και με διακριτικό τίτλο "ΓΕΩΡΓΙΚΗ", η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις ψευδείς παραστάσεις καθώς και το αντίστοιχο δικό τους παράνομο όφελος και ε)τη συνδρομή στο πρόσωπό τους των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης του εγκλήματος της απάτης. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, που περιέχονται στα δικόγραφα των αιτήσεων αναιρέσεως και επαναλαμβάνονται στα δικόγραφα των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτουμένης από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά το μέρος δε που με τον πρώτο των ως άνω λόγων, με την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, είναι απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ.1 του ΚΠοινΔ "όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα ή τους εισαγγελείς (άρθρο 32 παρ.2), έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά της απαιτήσεις του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο", ενώ κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου "ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι είναι υποχρεωτικό να δοθεί ο λόγος από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση στον Εισαγγελέα και στους διαδίκους, σύμφωνα με την παραπάνω κανονισμένη σειρά, στο δε κατηγορούμενο στο τέλος, και αν τούτο δεν ζητηθεί. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, ειδικά όταν πρόκειται για τον για τον κατηγορούμενο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ' του ΚΠοινΔ, γιατί αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται σε αυτόν και ρητά θεσπίζονται από το νόμο, για την οποία (παράβαση) ιδρύεται λόγος αναίρεσης της αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠοινΔ, ο οποίος κατά το άρθρο 511 του ιδίου Κώδικα εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η διευθύνουσα τη συζήτηση Πρόεδρος Εφετών, μετά την κήρυξη από την ίδια της λήξεως της αποδεικτικής διαδικασίας και τη.....συνέχεια, αγόρευση της Εισαγγελέα επί της ενοχής των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, που εκπροσωπήθηκαν στη δίκη αυτή από τους συνηγόρους υπερασπίσεως Μιχάλη Γιανναρέλη και Λάζαρο Ξενίδη, δικηγόρους του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, έδωσε τελευταία το λόγο σ'αυτούς και ανέπτυξαν την υπεράσπιση, ζήτησαν δε "να αθωωθούν οι πελάτες τους, άλλως να κριθούν αυτοί με επιείκεια και να αναγνωρισθεί στο 2ο κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (βλ.11η σελίδα των ως άνω πρακτικών). Επομένως ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αμφοτέρων των κρινομένων αιτήσεων αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο είναι απορριπτέος ως κατ'ουσίαν αβάσιμος.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για να εξετασθεί, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και οι επ'αυτών πρόσθετοι λόγοι στο σύνολό τους, να καταδικασθεί καθένας των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Συνεκδικάζει της από 9-3-2009 δύο αιτήσεις και τους επ'αυτών από 12-11-2009 πρόσθετους λόγους του Β. Μ. του Δ. και του Α. Μ. του Β., κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ.1312-1313/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει αυτές. Και
Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων που ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική απάτη (κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια) κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση. Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού. Αναίρεση καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο λόγω του ότι δεν δόθηκε ο λόγος τελευταία στους συνηγόρους των κατηγορουμένων που τους εκπροσώπησαν (άρθρ. 369 ΚΠΔ). Απόρριψη όλων των λόγων των αιτήσεων αναίρεσης και των σχετικών πρόσθετων λόγων αυτών ως αβασίμων και απόρριψη των αιτήσεων αναίρεσης στο σύνολό τους.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία, Εξακολουθούν έγκλημα.
| 0
|
Αριθμός 1718/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Λαγουδάκη, περί αναιρέσεως της 739/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Δ., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 408/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 173 §1, 174 §2 και 321 §1 στοιχ. δ' και 4 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ως άρθρο δε του Ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή. Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί, τότε η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο με λόγο έφεσης κατά της εκκλητής απόφασης. Εφόσον η εν λόγω ακυρότητα δεν προταθεί ως λόγος έφεσης καλύπτεται. Αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 §1 στοιχ. Β' Κ.Ποιν.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης και εκείνα της πρωτοβάθμιας υπ' αριθμ. 83645/2009 απόφασης (Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών) και τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το υπ' αρ. 91097/30-3-2006 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι: "Στην ... στις 4-3-2002 όντας υπόχρεος από το επάγγελμά του ως μηχανικός κατασκευής σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την πράξη του αυτή. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ως μηχανικός κατασκευής και επιβλέπων του έργου "Σταθμός Μοναστηράκι", της ΜΕΤΡΟ Αθηνών, δεν μερίμνησε ώστε το δάπεδο εργασίας να έχει το κατάλληλο πλάτος (δηλαδή τουλάχιστον 60 εκατ.), να στηρίζεται σωστά, να τοποθετηθεί κουπαστή ώστε να προστατεύονται οι εργάτες από τυχόν πτώση και να καλυφθούν και να αναδιπλωθούν οι αναμονές οπλισμού που βρίσκονταν στην πλάκα, με αποτέλεσμα ο Δ. Δ., σιδεράς-τεχνίτης οικοδομών και εργαζόμενος στο εργοτάξιο, ο οποίος τοποθετούσε οπλισμό σε ξυλότυπο κολώνες, χρησιμοποιώντας ως δάπεδο ξύλινο λατάκι, το οποίο απλά ακουμπούσε σε μεταλλικό πλαίσιο και βρισκόταν σε ύψος 1,5 μ. από την σκυροδετημένη πλάκα, να πέσει στην πλάκα, να καρφωθεί σε υπάρχουσες αναμονές οπλισμού και να τραυματιστεί στο περίνεο". Ήτοι για παράβαση των άρθρων 26, 28, 314 §1α και 315 §1β του ΠΚ. Ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό στις 8-12-2009 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, πρότεινε την ένσταση ακυρότητας του ως άνω κλητηρίου θεσπίσματος κυρίως γιατί δεν αναφέρονται τα άρθρα με βάση τα οποία είχε υποχρέωση ως πολιτικός μηχανικός να λάβει τα μέτρα ασφαλείας για την αποφυγή ατυχημάτων στους εργαζομένους και εκτελούνταις οικοδομικές-εργοταξικές εργασίες. Το προαναφερόμενο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την παρεμπίπτουσα σχετική απόφασή του που περιέχεται στην υπ' αριθμ. 83645/2009 οριστική απόφασή του (βλ. 7η σελίδα αυτής) απέρριψε, σύμφωνα με το άρθρο 174 §2 ΚΠΔ, την ανωτέρω ένσταση του κατηγορουμένου ως καλυφθείσα από την εμφάνισή του και τη μη υποβολή αντιρρήσεών του για την πρόοδο της δίκης κατά τη δικάσιμο της 23-10-2008, όταν είχε αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία και αναβλήθηκε η περαιτέρω συζήτηση της υποθέσεως, κατ' άρθρο 352 §2 Κ.Ποιν.Δ., προκειμένου να προσέλθει ο απολειπόμενος μοναδικός μάρτυρας-παθών Δ. Δ., όπως τούτο προέκυψε από το απόσπασμα της υπ' αριθμ. 67487/23-10-2008 αποφάσεως του ως άνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Την ίδια ως άνω ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος υπέβαλε ο κατηγορούμενος ως εκκαλών με λόγο εφέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου [Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών], το οποίο με παρεμπίπτουσα απόφασή του που περιέχεται στην προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 739/2010 απόφασή του (βλ. 13η σελίδα αυτής) την απέρριψε με την αυτήν αιτιολογία ως απαράδεκτη. Έτσι, όπως αποφάνθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση για την προμνημονευόμενη ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος δεν έσφαλε, δεδομένου ότι η εμφιλοχωρήσασα σχετική ακυρότητα αυτού, καλύφθηκε κατά τα ανωτέρω. Εντεύθεν πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Β' του Κ.Ποιν.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 314 §1 εδ. α' του ΠΚ "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικά αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή, σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια, δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια αν ο υπαίτιος της παράλειψης να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στη δικαστική απόφαση, η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει.
Ακόμη από το συνδυασμό των άρθρων 1 και 34 του Π.Δ/τος 1073/1981 "Εργασίες αρμοδιότητας Πολιτικού Μηχανικού-Μέτρα Ασφαλείας" με το άρθρο 9 του Π. Δ/τος 778/1980 "Μέτρα Ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών", προκύπτει ότι επί πάσης φύσεως εργοταξιακών εργασιών αρμοδιότητας πολιτικού μηχανικού, συμπεριλαμβανομένων και των οικοδομικών τοιούτων, ο επιβλέπων πολιτικός μηχανικός είναι υπεύθυνος για το πλάτος του δαπέδου εργασίας του ικριώματος που πρέπει να είναι εξήκοντα εκατοστά (0,60) του μέτρου, εάν υποβαστάζει αποκλειστικώς εργαζομένους (χωρίς απόθεση υλικών πλην των αμέσων χρησιμοποιουμένων), να στηρίζεται σωστά (άρθρα 34 §1 περ. α' και 2 του Π.Δ/τος 1073/1981), όταν δε ευρίσκονται σε ύψος μεγαλύτερο των εβδομήκοντα πέντε εκατοστών (0,75) του μέτρου από το δάπεδο (σκυροδετημένη πλάκα) πρέπει να έχει χάριν προστασίας κατά της πτώσεως ανθρώπων ασφαλές στηθαίον, ύψους τουλάχιστον ενός (1,00) μέτρου μετά χειρολισθήρος (κουπαστής) σανίδος μεσοδιαστήματος και θωρακίου (σοβατεπί), ενώ όσο αφορά δε τα κοπτερά ή αιχμηρά αντικείμενα, όπως είναι και οι αναμονές οπλισμού κ.λ.π. που βρίσκονται στο δάπεδο κάτω κατά τη διάρκεια εργασιών, εκτελουμένων άνωθεν αυτού, πρέπει (με την επίβλεψη και ευθύνη του επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού) να μην εγκαταλείπονται επί του εδάφους ή του δαπέδου εργασίας, αλλά να αναδιπλώνονται ή να καλύπτονται (άρθρο 98 §1 του Π.Δ/τος 1073/1981).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ακόμη κατά το άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 739/2010 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 4-3-2002 ο κατ/νος ήταν μηχανικός κατασκευής και επιβλέπων του έργου "ΣΤΑΘΜΟΣ ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙΟΥ" του ΜETRO Αθηνών. Συγκεκριμένα τα καθήκοντα αυτά τα είχε αναλάβει δυνάμει σύμβασης που είχε συνάψει με την εταιρεία "ΑΛΦΑ ΜΠΕΤΟΝ ΑΒΕΤΕ", η οποία είχε αναλάβει υπεργολαβικά από την ανάδοχο κοινοπραξία την κατασκευή από οπλισμένο σκυρόδεμα του έργου. Στην εν λόγω εταιρεία εργαζόταν ως τεχνίτης σιδεράς και ο μηνυτής Δ. Δ.. Κατά την ως άνω ημερομηνία ο τελευταίος έλαβε εντολή από τον εργοδηγό να "σιδερώσει" μία κολώνα. Ο εργοδηγός είχε πάρει τις σχετικές εντολές από τον κατ/νο. Ο τελευταίος όμως δεν μερίμνησε για τη λήψη των απαιτούμενων μέτρων, ώστε ο μηνυτής να εκτελέσει με ασφάλεια την ανατεθείσα σε αυτόν εργασία. Ειδικότερα δεν μερίμνησε ώστε το δάπεδο εργασίας να έχει κατάλληλο πλάτος (δηλ. τουλάχιστον 60 εκ.), να στηρίζεται σωστά, να τοποθετηθεί προστατευτική κουπαστή, και να αναδιπλωθούν και καλυφθούν οι αναμονές στην πλάκα, που υπήρχαν περίπου μία εβδομάδα. Εάν κατέβαλε την απαιτούμενη επιμέλεια, θα διαπίστωνε ότι η υπάρχουσα σε κοντινό σημείο κατασκευή δεν αρκούσε για να μπορέσει ο μηνυτής να εκτελέσει με ασφάλεια την εργασία του. Ο μηνυτής, επειδή δεν υπήρχε η κατάλληλη σκαλωσιά, η οποία έπρεπε να είχε κατασκευασθεί από καλουπατζήδες, κατ' εντολή του κατ/νου, αναγκάσθηκε να χρησιμοποιήσει ως δάπεδο εργασίας ξύλινο λατάκι, το οποίο στήριξε σε μεταλλικό πλαίσιο και σε αντιστήριγμα. Έτσι, κάποια στιγμή, εργαζόμενος σε ύψος 1,5 μέτρο από τη σκυροδετημένη πλάκα, έπεσε από την πρόχειρη κατασκευή στην πλάκα και καρφώθηκε στις υπάρχουσες αναμονές οπλισμού, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί στο περίνεο, και να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση και συγκεκριμένα σε προστατευτική εγκαρσιοστομία. Ο τραυματισμός του μηνυτή οφείλεται στην αμελή συμπεριφορά του κατ/νου, ο οποίος όφειλε και μπορούσε να προβλέψει ότι η υπάρχουσα κατασκευή δεν αρκούσε και έπρεπε να κατασκευασθεί ασφαλής σκαλωσιά και να αναδιπλωθούν και καλυφθούν οι αναμονές. Ο κατ/νος ως επιβλέπων μηχανικός όφειλε να μεριμνήσει για τα παραπάνω, ώστε να εκτελέσει με ασφάλεια την εργασία του ο μηνυτής, ο οποίος, όπως και οι λοιποί εργαζόμενοι, δεχόταν όλες τις εντολές από το φόβο της απόλυσης.
Η ύπαρξη μηχανικού ασφαλείας της ΑΛΦΑ ΜΠΕΤΟΝ, με βάση συμφωνίες της με την ανάδοχο, δεν αναιρούν τα παραπάνω, αφού πέραν του ότι δεν εξειδικεύονται τα καθήκοντα του μηχανικού ασφαλείας, σε κάθε περίπτωση ο κατ/νος ήταν ο επιβλέπων μηχανικός του συγκεκριμένου έργου και επομένως υπεύθυνος για τη λήψη μέτρων ασφαλείας. Σύμφωνα με τα παραπάνω ο κατ/νος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 §1α, 28, 314 §1α και 315 §1β του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης Σ. Κ.. Επιπλέον αναφέρονται στο αιτιολογικό, με σαφήνεια και πληρότητα, ποία ήταν τα αναγκαία μέτρα που έπρεπε να λάβει ο αναιρεσείων ως επιβλέπων μηχανικός σε οικοδομικές-εργοταξιακές εργασίες για την ασφαλή και χωρίς τον κίνδυνο πρόκλησης ατυχήματος στους εργαζομένους στο έργο "ΜΕΤΡΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙΟΥ", μεταξύ των οποίων ήταν και ο πολιτικώς ενάγων Δ. Δ., δεν ιδρύει δε λόγο αναιρέσεως η μη παράθεση του άρθρου του ποινικού νόμου ή των ειδικών ποινικών διατάξεων (βλ. άρθρο 50 §4 του ν.3160/2003), ως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.
Επομένως, οι από τα άρθρα 510 §1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά με τον πρώτο λόγο των ως άνω δύο λόγων αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως παραδεκτός για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Φεβρουαρίου 2010 αίτηση του Γ. Μ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 739/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια παρ' υποχρέου. Κλητήριο θέσπισμα. Σχετική ακυρότητα. Πότε και πώς καλύπτεται με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και την πρόοδο της δίκης χωρίς αντιρρήσεις του. Αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης και εφαρμογή του νόμου για το ως άνω έγκλημα. Δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η μη παράθεση του εφαρμοζόμενου άρθρου του ποινικού νόμου. Πότε απαιτείται η αναφορά του άρθρου 15 ΠΚ στο ανωτέρω έγκλημα. Απόρριψη ως αβασίμων των λόγων αναίρεσης για σχετική ακυρότητα, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Κλητήριο θέσπισμα, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Ακυρότητα σχετική.
| 2
|
Αριθμός 1718/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, την 5η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Μακρυγιάννη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην ... και εν προκειμένω ειδικότερα, από τον Υπουργό Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, που κατοικοεδρεύει στην ..., 3) Ψ3, κατοίκου ..., 4) Τριτοβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΓΣΕΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΡΑΠΕΖΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΟΤΟΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) Σωματείου με την επωνυμία "ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΘΗΝΩΝ" (ΕΚΑ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 7) Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΣΕΑΤΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Η 1η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ξανάλατο. Οι 5η και 7η αναιρεσίβλητες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Φιλιππόπουλο με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Τα 2°, 6° και οι 3ος, 4η των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-10-2005 και 15-12-2005 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με τις υπέρ αυτού προφορικώς ασκηθείσες ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετες παρεμβάσεις των ήδη 4ης, 5ης, 6ου και 7ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1806/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 635/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-6-2009 αίτηση του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 17-11-2009 έκθεση της κωλυόμενης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ,αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως, υπ' αριθμ. ... του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ...προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 1-12-2009, κατά την οποία αναβλήθηκε η εκδίκαση της για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (5-10-2010), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, 1) στους αναιρεσείβλητους Ελληνικό Δημόσιο και Ψ3 και 2) στους προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος παρεμβάντες,στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δίκη, Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (ΓΣΣΕ), και Εργατικό Κέντρο Αθηνών (ΕΚΑ). Επομένως, εφόσον, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, κατά την παραπάνω, νόμιμη μετά από αναβολή δικάσιμο, για την οποία δεν ήταν αναγκαία η εκ νέου κλήτευση των, αυτοί δεν εμφανίσθηκαν ούτε υπέβαλαν την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ.68, 74 και 558 εδ. α' ΚΠολΔ. συνάγεται ότι η αναίρεση δεν μπορεί να απευθυνθεί και κατά εκείνου ο οποίος, στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ήταν απλός ομόδικος του αναιρεσείοντος, από δε το αρθρ. 80 το ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι εξομοιώνεται προς τέτοιον ο προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος παρεμβάς σ' εκείνη τη δίκη και τούτο για προφανή έλλειψη οικείου έννομου συμφέροντος του αναιρεσείοντος. Κατ' ακολουθίαν η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των τέταρτης, πέμπτης, έκτου και εβδόμης αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στην ενώπιον του Εφετείου δίκη, στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως ασκήσαντες πρόσθετη παρέμβαση ήδη από την πρωτοβάθμια δίκη υπέρ του ήδη αναιρεσείοντος, τότε εφεσίβλητου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Από τις διατάξεις των άρθρων 72 παρ. 4 και 73 παρ. 1 και 2 του Οργανισμού της πρώτης αναιρεσίβλητης Αγροτικής Τράπεζας, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος Β 389/2-4-1973) και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, προκύπτει ότι ως Υπηρεσιακό και Πειθαρχικό Συμβούλιο σε πρώτο και τελευταίο βαθμό για τους ανώτατους υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας με βαθμό Υποδιευθυντή και Διευθυντή, λειτουργεί το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας που συντίθεται και λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Καταστατικού του Οργανισμού της, ενώ για το υπόλοιπο προσωπικό αυτής μέχρι και το βαθμό του Υποδιευθυντή λειτουργεί Πρωτοβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο καθώς και Δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο το οποίο μάλιστα σύμφωνα με το άρθρο 73 παρ. 1 του ως άνω Κανονισμού, προεδρεύεται "εξ ενός Αρεοπαγίτου ως Προέδρου, οριζομένου μετά του αναπληρωτού του υπό της Ολομελείας του Αρείου Πάγου ... ". Εξάλλου, την 4.8.1982 υπεγράφη ενώπιον του Υπουργού Εργασίας ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας, μεταξύ της Ομοσπονδίας Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδος (Ο.Τ.Ο.Ε.) και σειράς τραπεζικών εταιρειών στην οποία περιλαμβανόταν και η αιτούσα. Με το άρθρο 21 της συμβάσεως αυτής ορίσθηκαν τα εξής: "Για όσες Τράπεζες δεν έχουν Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, προεδρευόμενο από Δικαστή, θεσπίζεται Τριτοβάθμιο Διατραπεζικό Πειθαρχικό Συμβούλιο, από έναν εκπρόσωπο του Υπουργού Εργασίας, έναν εκπρόσωπο της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών και έναν εκπρόσωπο της Ο.Τ.Ο.Ε., στο οποίο θα προσφεύγουν μέσα σ' ένα μήνα οι τιμωρούμενοι με πειθαρχική ποινή πάνω από 10 ημέρες, προσωρινή παύση ή απόλυση. Το ίδιο όργανο θα αποφαίνεται και σε περιπτώσεις ανάλογων πειθαρχικών ποινών που επιβάλλονται από Τράπεζες που δεν έχουν πειθαρχικά όργανα". Ακολούθησε ο Ν. 1346/1983 "Τροποποίηση και συμπλήρωση διατάξεων της Εργατικής Νομοθεσίας κ.λπ." (Α' 46), στο άρθρο 29 παράγραφος 2 του οποίου προβλέπονται τα εξής: "Κυρώνεται από τότε που ίσχυσε και εφαρμόζεται για όλες τις Τράπεζες που αναφέρονται σε αυτή, η από 4.8.82 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των Τραπεζών", που υπογράφηκε παρουσία του Υπουργού Εργασίας και η οποία με την υπ' αριθ. 18617/1982 απόφαση του ίδιου Υπουργού δημοσιεύθηκε στο Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως αριθ. 601 τεύχος Β' της 19.8.82. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η αρμοδιότητα του συσταθέντος με τον όρο 21 της από 4-8-1982 ειδικής ΣΣΕ Τριτοβαθμίου Διατραπεζικού Συμβουλίου προϋποθέτει ότι στη συγκεκριμένη τράπεζα λειτουργεί δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο το οποίο επιλαμβάνεται σε δεύτερο βαθμό και δεν προεδρεύει σ' αυτό δικαστικός λειτουργός, αλλά άλλο πρόσωπο. Στην περίπτωση όμως, που από τον Οργανισμό κάποιας Τράπεζας, όπως της αναιρεσίβλητης, προβλέπεται ότι για ορισμένη κατηγορία υπαλλήλων και συγκεκριμένα για τους ανώτατους (υπαλλήλους) δεν προβλέπεται αρμοδιότητα δευτεροβαθμίου πειθαρχικού Συμβουλίου, γεγονός που υπαγορεύεται από το υψηλό επίπεδο ευθύνης και εμπιστοσύνης που απαιτεί η άσκηση καθηκόντων από τους υπαλλήλους αυτούς και η ταχεία εκκαθάριση των πειθαρχικών διαδικασιών, αλλά ορίζεται ότι για τους υπαλλήλους αυτούς ως πειθαρχικό Συμβούλιο λειτουργεί το Διοικητικό της Συμβούλιο, το οποίο αποφαίνεται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, δεν έχει αρμοδιότητα το Τριτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο. Περαιτέρω, η απόφαση των αρμοδίων πειθαρχικών συμβουλίων, τα οποία ενεργούν ως εργοδοτικά όργανα και αποφασίζουν σε εκπλήρωση υποχρέωσης του εργοδότη απέναντι στους εργαζόμενους, που πηγάζει από την ιδιωτικού δικαίου σύμβαση και τον κανονισμό που τη συμπληρώνει, υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων αναφορικά με τη νομιμότητα της, αν εκδόθηκε από αρμόδιο όργανο με νόμιμη σύνθεση, αν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία, αν η πράξη ή η παράλειψη συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα σύμφωνα με το νόμο, αν είναι δικαιολογημένη, αν η ποινή που επιβλήθηκε είναι ανάλογη με τη βαρύτητα του παραπτώματος, ή αν η άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας έγινε καθ1 υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών ή και του σκοπού στον οποίο αποβλέπει η πειθαρχική εξουσία, στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, όπως η αγωγή, κύρια και παρεμπίπτουσα καθώς και κάθε βάση της αγωγής. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα ο αναιρεσείων με την από 25-10-2005 αγωγή του ισχυρίστηκε ότι είναι ανώτερος υπάλληλος, συγκεκριμένα Διευθυντής, του κλάδου Οικονομολόγων από 30-11-1992 της πρώτης αναιρεσίβλητης Αγροτικής Τράπεζας. Ότι με την από 19/23-11-2004 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω Τράπεζας, λειτουργούντος ως πειθαρχικού συμβουλίου, τιμωρήθηκε με την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσεως των έξι (6) μηνών για τις αναφερόμενες πειθαρχικές παραβάσεις. Ότι κατά της ως άνω αποφάσεως άσκησε ενώπιον του Τριτοβαθμίου Διατραπεζικού Πειθαρχικού Συμβουλίου την από 3-12-2004 έφεση μετά των από 29-9-2005 προσθέτων λόγων, ζητώντας την ακύρωση της απόφασης. Ότι επειδή η πρώτη αναιρεσίβλητη αμφισβήτησε την αρμοδιότητα του Τριτοβαθμίου Διατραπεζικού Συμβουλίου ο αναιρεσείων με αίτηση του ζήτησε την αναστολή της παραπάνω απόφασης, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 3026/14-4-2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και διατάχθηκε η αναστολή της εξάμηνης παύσης που του είχε επιβληθεί επί εξάμηνο, υπό τον όρο συζητήσεως της εφέσεως και των προσθέτων λόγων εντός εξαμήνου από της εκδόσεως της αποφάσεως αυτής. Ότι παρά την κοινοποίηση της ως άνω απόφασης στον τρίτο αναιρεσίβλητο Πρόεδρο του Τριτοβαθμίου Διατραπεζικού Συμβουλίου εκείνος αρνήθηκε να εισάγει προς συζήτηση την υπόθεση του ενώπιον του εν λόγω Συμβουλίου ισχυριζόμενος ότι δεν έχει αρμοδιότητα το Συμβούλιο αυτό. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσε να αναγνωριστεί ότι το Τριτοβάθμιο Διατραπεζικό Συμβούλιο που προβλέπεται από τον όρο 21 της από 4-8-1982 Ειδικής ΣΣΕ μεταξύ ΟΤΟΕ και Τραπεζών έχει αρμοδιότητα να δικάσει την από 3-12-2004 έφεση και τους από 29-9- 2005 πρόσθετους λόγους, κατά της υπ' αριθ. 10/23-11-2004 αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης αναιρεσίβλητης καθώς και να υποχρεωθεί ο τρίτος αναιρεσίβλητος με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής του κρατήσεως να συγκαλέσει το Τριτοβάθμιο Διατραπεζικό Συμβούλιο και να εισαγάγει ενώπιον του την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, άλλως επικουρικώς να ακυρωθεί η πειθαρχική απόφαση αυτή ως εκδοθείσα καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 του ΑΚ, γιατί το διοικητικό Συμβούλιο δεν είχε νόμιμη σύνθεση, διότι μετείχε σ' αυτό ο Διοικητής της ..., ο οποίος ήταν εξαιρετέος ως διακείμενος εχθρικώς απέναντι του, για τους λόγους που αναφέρει, ότι η απόφαση ήταν αναιτιολόγητη και ότι σε κάθε περίπτωση η επιβληθείσα πειθαρχική ποινή τελούσε σε πλήρη δυσαναλογία προς την αποδοθείσα πειθαρχική παράβαση. Περαιτέρω με την από 15-12-2004 αγωγή του ο αναιρεσείων, αφού αναφέρει όσα στην προηγούμενη αγωγή, εκθέτει στη συνέχεια ότι με την υπ1 αριθ. 26/22-11-2005 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης αναιρεσίβλητης το οποίο συνεδρίασε ως πειθαρχικό συμβούλιο του επιβλήθηκε νέα πειθαρχική ποινή, και δη αυτή της οριστικής απολύσεως για αδικήματα που φέρεται ότι τέλεσε όταν ήταν προϊστάμενος της Διεύθυνσης Τραπεζικών εργασιών. Ότι και κατά της απόφασης αυτής άσκησε την από 12-12-2005 έφεση του ενώπιον του Υπηρεσιακού Διατραπεζικού Συμβουλίου στο οποίο όμως ουδέποτε εισήχθη αυτή προς συζήτηση από τον τρίτο αναιρεσίβλητο. Ζητούσε δε να αναγνωριστεί ότι το Τριτοβάθμιο Διατραπεζικό Συμβούλιο έχει αρμοδιότητα να δικάσει την, πιο πάνω έφεση του καθώς και να υποχρεωθεί ο τρίτος αναιρεσίβλητος, με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής του κράτησης, να συγκαλέσει το εν λόγω Συμβούλιο και να εισαγάγει την έφεση του αυτή προς συζήτηση, άλλως επικουρικά να ακυρωθεί η δεύτερη αυτή πειθαρχική απόφαση, για τους ίδιους λόγους, όπως παραπάνω στην πρώτη αγωγή. Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η με αριθμό 1806/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγιναν δεκτές αυτές κατά την κύρια βάση τους και αναγνωρίστηκε ότι το Τριτοβάθμιο Διατραπεζικό Συμβούλιο, που προβλέπεται από τον όρο 21 της από 4-8-1982 ειδικής ΣΣΕ μεταξύ ΟΤΟΕ και Τραπεζών, έχει αρμοδιότητα να δικάσει τις εφέσεις και τους πρόσθετους λόγους κατά των προαναφερομένων πειθαρχικών αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης αναιρεσίβλητης, υποχρέωσε δε τον τρίτο αναιρεσίβλητο να συγκαλέσει το παραπάνω Συμβούλιο και να εισαγάγει σ' αυτό τις εφέσεις και τους πρόσθετους λόγους του αναιρεσείοντος, απειλώντας κατ' αυτού χρηματική ποινή 1000 ευρώ και προσωπική κράτηση ενός μηνός. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν: α) η από 1- 10-2007 έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης και β) η από 6-10-2007 έφεση των δευτέρου και τρίτου εκ των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε δε, επ αυτών η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία κρίθηκε ότι οι αγωγές κατά την κύρια βάση τους δεν είναι νόμιμες, με την αιτιολογία ότι, εφόσον υπάρχει και λειτουργεί, σύμφωνα με τον Κανονισμό της πρώτης αναιρεσίβλητης, δευτεροβάθμιο πειθαρχικό Συμβούλιο προεδρευόμενο από δικαστή, αρμόδιο για την εκδίκαση των εφέσεων και των προσθέτων λόγων κατά των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής που επιβάλει ποινή παύσεως άνω των δέκα ημερών ή οριστική απόλυση, είναι το ως άνω δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο και όχι το Τριτοβάθμιο Διατραπεζικό Συμβούλιο. Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο στη συνέχεια εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε τις αγωγές, κατά την κύρια βάση τους, ως μη νόμιμες, χωρίς όμως να ερευνήσει τις επικουρικές βάσεις αυτών, από το άρθρο 281 ΑΚ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο : Α) Κατά το μέρος, που απέρριψε τις κύριες βάσεις των ενδίκων αγωγών, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, ορθώς έκρινε, αφού, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη κατά των πειθαρχικών αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης αναιρεσίβλητης Τράπεζας, που αφορούν ανώτερους υπαλλήλους της από το βαθμό του Υποδιευθυντή και άνω (όπως ο αναιρεσείων) το οποίο αποφαίνεται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό δεν χωρεί έφεση, ούτε ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου το οποίο προεδρεύεται από δικαστή, ούτε ενώπιον του Τριτοβαθμίου Διατραπεζικού Συμβουλίου. Ελέγχεται μόνο η νομιμότητα αυτών από τα πολιτικά δικαστήρια, καθώς και αν η άσκηση του πειθαρχικού ελέγχου από το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο έγινε μέσα στα όρια των αρχών της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Β)Υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ., αφού, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την απόρριψη της κύριας βάσης των αγωγών, παρέλειψε, ως ώφειλε, να ερευνήσει την επικουρική βάση αυτών, η οποία ήταν νόμιμη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η απόφαση των αρμοδίων πειθαρχικών συμβουλίων, τα οποία ενεργούν ως εργοδοτικά όργανα και αποφασίζουν σε εκπλήρωση υποχρέωσης του εργοδότη απέναντι στους εργαζόμενους, που πηγάζει από την ιδιωτικού δικαίου σύμβαση και τον κανονισμό που τη συμπληρώνει, υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων αναφορικά με τη νομιμότητα της,αν εκδόθηκε από αρμόδιο όργανο με νόμιμη σύνθεση, αν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία, αν η πράξη, ή η παράλειψη συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα σύμφωνα με το νόμο, αν είναι δικαιολογημένη, αν η ποινή που επιβλήθηκε είναι ανάλογη με τη βαρύτητα του παραπτώματος, ή αν η άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών ή και του σκοπού στον οποίο αποβλέπει η πειθαρχική εξουσία, στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ. αφήνοντας αυτές αδίκαστες, αν και οι αγωγές περιείχαν τα αναγκαία στοιχεία για τη νομική θεμελίωση τους. Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολο, ως προς τους απολιπομένους αναιρεσίβλητους, δεύτερο και τρίτο (Ελληνικό Δημόσιο και Ψ3) και να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή, ως προς την πρώτη (Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος), να αναιρεθεί ως προς αυτήν η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά την επικουρική βάση των αγωγών που προαναφέρθηκαν, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, προκειμένου να ερευνηθεί από αυτό, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές και να καταδικαστεί η πρώτη αναιρεσίβλητη σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος,(178,183 ΚΠολΔ). Τέλος, δικαστικά έξοδα υπέρ των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, πέμπτης και εβδόμου, δεν επιβάλλονται λόγω μη υποβολής αιτήματος για την καταβολή των από τον ηττηθέντα αναιρεσείοντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-6-2009 αίτηση του αναιρεσείοντος Χ, για αναίρεση της 635/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους αναιρεσίβλητους, δεύτερο ,τρίτο, τέταρτη, πέμπτη, έκτο και έβδομη.
Αναιρεί την παραπάνω απόφαση, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. και κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσίβλητη σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 22 Δεκεμβρίου 2010
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η αρμοδιότητα του συσταθέντος με τον όρο 21 της από 4-8-1982 ειδικής ΣΣΕ Τριτοβαθμίου Διατραπεζικού Συμβουλίου προϋποθέτει ότι στη συγκεκριμένη τράπεζα λειτουργεί δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο το οποίο επιλαμβάνεται σε δεύτερο βαθμό και δεν προεδρεύει σ΄ αυτό δικαστικός λειτουργός. Στην περίπτωση που από τον Οργανισμό κάποιας Τράπεζας, για τους ανώτατους (υπαλλήλους) δεν προβλέπεται αρμοδιότητα δευτεροβαθμίου πειθαρχικού Συμβουλίου, αλλά ορίζεται ότι για τους υπαλλήλους αυτούς ως πειθαρχικό Συμβούλιο λειτουργεί το Διοικητικό της Συμβούλιο, το οποίο αποφαίνεται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, δεν έχει αρμοδιότητα το Τριτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο. Η απόφαση των αρμοδίων πειθαρχικών συμβουλίων, υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων αναφορικά με τη νομιμότητά της.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1716/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητής, σύμφωνα με την 104/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και την Γραμματέα Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καλαϊτζίδη, περί αναιρέσεως της 251 και 404/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενους τους 1. Ψ1, και 2. Ψ2. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 525/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για την κατ' άρθρο 224 § 2 ΠΚ στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενώπιον αρμόδιας αρχής για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή, γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά τα οποία κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη του εγκλήματος αυτού πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός εάν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε. Θεωρείται δε αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό που κατατίθεται όταν αυτό είναι αντίθετο όχι μόνο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή από διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και, ως εκ τούτου, γνώριζε.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέ-κυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παρα-γωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 404/2010 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο (μεταξύ άλλων και) τον αναιρεσείοντα ψευδορκίας μάρτυρα και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 9 μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκε ότι: Ο τρίτος κατηγορούμενος (Ψ2) με την υπ' αρ. 295, 296/2004 απόφαση του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθήνας, η οποία κατέστη αμετά-κλητη ως τούτο προκύπτει από το με αριθ. πρωτ. ... πιστοποιητικό του Γραμματέα του Αρείου Πάγου, καταδικάστηκε για τις πράξεις του βιασμού, της κλοπής και της απλής σωματικής βλάβης, που τέλεσε σε βάρος της εγκαλούσας, Ζ στη ..., στις 30 Απριλίου 2000 κατά τις πρώτες πρωινές ώρες. Κατά την εκδίκαση της ως άνω υπόθεσης και συγκεκριμένα στις 26.4.2002 ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίων Θηβών, όπου εκδικαζόταν στον πρώτο βαθμό, οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων, Χ (αναιρεσείων) και Ψ1, αντίστοιχα και στις 2.6.2004 ενώπιον του Β' Μικτού Εφετείου Αθηνών, όπου δικαζόταν κατ' έφεση, οι ίδιοι ως άνω κατηγορούμενοι και ο τέταρτος από αυτούς (Δ), εξεταζόμενοι ενόρκως, κατέθεσαν ότι το βράδυ της ..., ήτοι στις 30.4.2000 που φέρονται ότι έλαβαν χώρα οι άνω αξιόποινες πράξεις, ο τρίτος κατηγορούμενος (Ψ2), βρισκόταν μαζί τους στον ... σε κλαμπ με το όνομα "..." και επομένως δεν θα μπορούσε ο ίδιος μέσα στο ως άνω χρονικό διάστημα να βρίσκεται στην ... μαζί με την εγκαλούσα και να τελέσει τις ανωτέρω πράξεις, τις οποίες η ίδια κατήγγειλε σε βάρος του. Οι άνω κατηγορούμενοι εκ των οποίων οι πρώτος και ο τέταρτος από αυτούς είναι φίλοι εξεταζόμενοι κατά τις παραπάνω ημεροχρονολογίες, ως μάρτυρες υπεράσπισης του τρίτου κατηγορούμενου, κατέθεσαν ότι κατά τον επίμαχο χρόνο της τέλεσης των παραπάνω αξιόποινων πράξεων σε βάρος της εγκαλούσας ο τρίτος κατηγορούμενος βρισκόταν στον ... σε κλαμπ μαζί τους. Και ίσως οι τέσσερις κατηγο-ρούμενοι το συγκεκριμένο βράδυ να συναντήθηκαν, γεγονός που δεν επιβεβαιώθηκε όμως από μαρτυρία τρίτου προσώπου πέραν των ιδίων, καίτοι όπως ισχυρίζονται οι ίδιοι το βράδυ εκείνο δεν ήσαν μόνοι τους στο προαναφερόμενο κλαμπ, πλην όμως αποδείχθηκε ότι η συνεύρεσή τους δεν διήρκεσε προφανώς καθόλη τη διάρκεια της νύχτας μέχρι της 7.00' πρωινή της επόμενης μέρας. Στην προσπάθειά τους όμως να ενισχύσουν το επικαλούμενο από τον τρίτο κατηγορούμενο άλλοθι, κατέθεσαν τόσον ο πρώτος κατηγορούμενος (Χ - αναιρεσείων) όσο και ο δεύτερος κατηγορούμενος (Ψ1), στον πρώτο βαθμό ότι "...φτάσαμε στον ... στις 02.15' με 02.20' ... Από τον ... φύγαμε στις 07.00 η ώρα...", ενώπιον του Β' Μικτού Εφετείου Αθηνών, κατέθεσαν ότι "... Γύρω στις 01.30' η ώρα πήγαμε στον ..... Γυρίσαμε στην ... στις 6.30'...", μεγεθύνοντας έτσι το χρόνο συνύπαρξης με τον τρίτο κατηγορούμενο σε τόπο μάλιστα αρκετά απομεμακρυσμένο από τον τόπο τελέσεως των πράξεων του βιασμού, της κλοπής και της απλής σωματικής βλάβης, για τις οποίες καταδικάστηκε ότι τέλεσε σε βάρος της εγκαλούσας, Ζ, έτσι ώστε λαμβανομένων υπόψη της μεταξύ των δύο περιοχών απόστασης και του αναγκαίου χρόνου μετακινήσεων να αποκλειστεί το ενδεχόμενο της τελέσεως των ως άνω πράξεων από τον τρίτο κατηγορούμενο. Τα ανωτέρω κατατεθέντα ενόρκως κατ' επανάληψη από τον πρώτο και δεύτερο των κατηγορουμένων απεδείχθησαν ψευδή, πέραν του ότι έχει κριθεί αμετάκλητα ότι ο τρίτος κατηγορούμενος τις πρώτες πρωινές ώρες στις 30.4.2000 πράγματι συναντήθηκε με την εγκαλούσα στην ... και αφού την οδήγησε στη ... διέπραξε τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις σε βάρος της, για τις οποίες και καταδικά-στηκε. Εξάλλου, η εγκαλούσα με σαφήνεια και πειστικότητα καταθέτει και στο παρόν Δικαστήριο ότι οι ως άνω αξιόποινες πράξεις έλαβαν χώρα σε βάρος της κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 30.4.2000, γεγονός το οποίο έχει κριθεί αμετάκλητα και με την ως άνω καταδικαστική απόφαση.
Συνεπώς, είναι αναληθές ότι κατά τις ίδιες ώρες της 30.4.2000, ήτοι καθόλο το χρονικό διάστημα από τις 1.30' η ώρα της 30.4.2000 έως τις 7.00 π.μ., ο τρίτος κατηγορούμενος βρισκόταν στο κλαμπ "..." στο ... και διασκέδαζε με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του, την αναλήθεια δε αυτή σαφώς και γνώριζαν οι τελευταίοι κατά την ένορκη κατάθεσή τους, αφού είναι ένα γεγονός η συνεύρεσή τους ή όχι, καθώς και η διάρκεια της συνευρέσεως που το βίωσαν ή όχι οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι και δεν το πληροφορήθηκαν από τρίτο. Εξάλλου,....
Συνεπώς, οι πρώτος (αναιρεσείων) και δεύτερος κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι...". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα κατ` εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 § 1α, 27§1, 98, 224 §§ 2-1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, προσδιορίζονται τα ψευδή γεγονότα που ο αναιρεσείων κατέθεσε κατά την ένορκη εξέτασή του ενώπιον του ΜΟΔ Θηβών στις 26.4.2002 και του ΜΟΕ Αθηνών στις 2.6.2004, αιτιολογείται δε και ότι αυτός γνώριζε την αναλήθεια αυτών που κατέθεσε, αφού η συνεύρεσή του με τον καταδικασθέντα με τις άνω αποφάσεις Ψ2 και η διάρκεια της συνευρέσεώς τους κατά τον κρίσιμο χρόνο της τελέσεως από τον τελευταίο των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε είναι γεγονός που το βίωσε ο ίδιος και δεν το πληροφορήθηκε από τρίτον. Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, η οποία συνίσταται στο ότι στο πόρισμα αυτής έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες και αντιφάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ειδικότερα: Η αιτίαση ότι δεν εξειδικεύεται ο ακριβής χρόνος, κατά τον οποίο ο Ψ2 (που καταδικάσθηκε ως ηθικός αυτουργός των ψευδορκιών) τέλεσε τις πράξεις του βιασμού, της κλοπής και της απλής σωματικής βλάβης σε βάρος της Ζ δεν ευσταθεί, γιατί η απόφαση δέχεται ως χρόνο τελέσεως των πράξεων αυτών "τις πρώτες πρωινές ώρες της 30 Απριλίου 2000", όπως κρίθηκε αμετακλήτως με την υπ` αριθ. 295, 296 απόφαση του ΜΟΕ Αθηνών, και δεν ήταν αναγκαία περαιτέρω εξειδίκευση, δεδομένου ότι ως "πρώτες πρωινές ώρες" νοούνται οι πρώτες μεταμεσονύχτιες ώρες, δηλαδή το χρονικό διάστημα από 01.00 π.μ. μέχρι 07.00 π.μ. Ακόμη, η παραδοχή ότι "και ίσως οι τέσσερις κατηγορούμενοι το συγκεκριμένο βράδυ να συναντήθηκαν...στο προαναφερόμενο κλαμπ, πλην όμως αποδείχθηκε ότι η συνεύρεσή τους δεν διήρκεσε προφανώς καθόλη τη διάρκεια της νύχτας μέχρι της 7.00' πρωινή της επόμενης μέρας" δεν είναι ενδοιαστική και η αιτίαση για το αντίθετο είναι αβάσιμη. Αντιθέτως, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι συναντήθηκαν στο κλαμπ δεν επιβεβαιώθηκε από μαρτυρία άλλου προσώπου, καίτοι ισχυρίστηκαν ότι δεν ήταν μόνοι τους στο κλαμπ το βράδυ εκείνο, αλλά αυτοί προσπάθησαν να ενισχύσουν το άλλοθι του συγκατηγορουμένου τους Ψ2 (το οποίο δεν δέχθηκε το ΜΟΕ), μεγεθύνοντας το χρόνο κατά τον οποίο, όπως ισχυρίζονταν, είχαν συνυπάρξει με τον τελευταίο σε τόπο αρκετά απομακρυσμένο από αυτόν της τελέσεως των εγκλημάτων του βιασμού κ.λπ. Τέλος, ως τόπος τελέσεως των ως άνω εγκλημάτων κρίθηκε ότι ήταν το ... και όχι η ..., όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, όπου, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, που στηρίζονται και στην αμετάκλητη επ` αυτού κρίση με την υπ` αριθ. 295, 296/2004 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, συναντήθηκε ο Ψ2 με την παθούσα και την οδήγησε στο .... Η δε αιτίαση ότι δεν καθίσταται σαφές πότε ακριβώς συναντήθηκε ο αναιρεσείων (και οι συγκατη-γορούμενοί του για ψευδορκία) με τον καταδικασθέντα, πόσο διήρκεσε η συνάντησή τους, πότε συναντήθηκε ο καταδικασθείς με την εγκαλούσα και πού και πότε τελέσθηκαν οι πράξεις του βιασμού κ.λπ. σε βάρος της στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε εν τέλει ότι το αληθές είναι ότι ο αναιρεσείων και οι συγκατη-γορούμενοί του Ψ1 και Δ κατά την κρίσιμη νύχτα δεν είχαν συναντηθεί με τον καταδικασθέντα για τις ως άνω πράξεις Ψ2.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορη-τηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχω-ρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς: 2. Τα πρακτικά του ΜΟΔ Θηβών της 26.4.2002, 3. τα πρακτικά του Β' ΜΟΕ Αθηνών της 2.6.2004. Ακόμη, λήφθηκε υπόψη, χωρίς να αναφέρεται στα αναγνωσθέντα έγγραφα, το με αριθ. πρωτ. ... πιστοποιητικό του Γραμματέα του Αρείου Πάγου περί αμετακλήτου της υπ` αριθ. 295, 296/2004 αποφάσεως του ΜΟΕ Αθηνών. Και το μεν τελευταίο έγγραφο δεν ήταν αναγκαίο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να αναγνωσθεί, γιατί αυτό είναι διαδικαστικό, αφού δεν είναι έγγραφο της αποδεικτικής διαδικασίας, αλλά αφορά το διαδικαστικό ζήτημα του αμετακλήτου της ανωτέρω αποφάσεως του ΜΟΕ Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε ο Ψ2 για τις πράξεις του βιασμού κ.λπ., και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως. Όσον αφορά τα ανωτέρω πρακτικά που αναγνώσθηκαν, η ταυτότητά τους προσδιορίζεται επαρκώς, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ότι πρόκειται για τα πρακτικά των αποφάσεων (του ΜΟΔ Θηβών και του ΜΟΕ Αθηνών με αριθμό 295, 296/2004), με τις οποίες ο ειρημένος Ψ2 καταδικάσθηκε για βιασμό κ.λπ., ανεξαρτήτως του ότι αυτά αποτελούν το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος της ψευδορκίας κατ` εξακολούθηση, για την οποία καταδικάσθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων, ο οποίος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν προέβαλε καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση των εγγράφων που αναγνώσθηκαν. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, που συνίσταται στο ότι τα οριζόμενα ως πρακτικά του ΜΟΔ Θηβών της 26.4.2002 και πρακτικά του Β' ΜΟΕ Αθηνών της 2.6.2004 δεν προσδιορίζονται επαρκώς (δεν αναφέρουν τι αφορούν και δεν περιέχουν την απόφαση του δικαστηρίου), ενώ λήφθηκαν υπόψη χωρίς να αναγνωσθούν η υπ` αριθ. 295, 296/2004 απόφαση του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών και το υπ` αριθ. ... πιστοποιητικό του Γραμματέα του Αρείου Πάγου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Η κατά τα άρθρα 93§ 2 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 ΚΠοινΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, κατά την αρχή που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 463 ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο, άρα και αυτό της αναιρέσεως (άρθρο 462 ΚΠοινΔ), μπορεί να το ασκήσει μόνον εκείνος, στον οποίο ρητώς ο νόμος παρέχει αυτό το δικαίωμα και έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ίδια αρχή ισχύει και για την προβολή κάθε λόγου του ενδίκου μέσου (Ολ. ΑΠ 1244/1986). Αν το έννομο συμφέρον ελλείπει, το ένδικο μέσο ή ο λόγος του, κατά περίπτωση, απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι κατά τη δικάσιμο της 13.1.2010, εμφανίσθηκε, ως άγγελος, ο ..., πατέρας του, τότε απόντος, κατηγορουμένου Ψ2 και ζήτησε την αναβολή της δίκης, λόγω ασθενείας του τελευταίου. Το Τριμελές Εφετείο, με την παρεμπίπτουσα υπ` αριθ. 251/2010 απόφασή του, η οποία προηγήθηκε της προσβαλλομένης κυρίας αποφάσεώς του υπ' αριθ. 404/2010 και συμπροσβάλ-λεται με την τελευταία, απέρριψε το αίτημα για αναβολή της δίκης και, ακολούθως, διέκοψε την εκδίκαση της υποθέσεως για 18.1.2010, οπότε προσήλθε και ο απών κατηγορούμενος, ο οποίος και απολογήθηκε. Την παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση πλήττει ο αναιρεσείων, με τον τρίτο (τελευταίο), από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α και Δ ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι επί του αιτήματος για την αναβολή δεν δόθηκε ο λόγος στους άλλους κατηγορουμένους ή στους συνηγόρους τους, και για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, για έλλειψη εννόμου συμφέ-ροντος του αναιρεσείοντος προς προβολήν του, αφού το αίτημα υποβλήθηκε όχι από αυτόν, αλλά από συγκατηγορούμενό του, ο οποίος, πάντως, κατά την μετά τη διακοπή δικάσιμο, όπως αναφέρθηκε, προσήλθε στο ακροατήριο και απολογήθηκε, ενώ ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι είχε αυτός κάποια έννομη επιβλαβή συνέπεια από την απόρριψη του αιτήματος αναβολής και τη διακοπή της δίκης, εφόσον και ο ίδιος παρέστη κανονικά στη συνεδρίαση της 18.1.2010.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6 Απριλίου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ.2607/2010) αίτηση του Χ, για αναίρεση των υπ` αριθ. 251/13.1.2010 και 404/ 18.1.2010 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελη-μάτων) Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ψευδορκία μάρτυρα. Στοιχεία του ε/κλήματος. Απόρριψη λόγου για εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενο τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Πιστοποιητικό για το αμετάκλητο αποφάσεως αποτελεί διαδικαστικό έγγραφο. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας πρακτικών δικών, τα οποία, πάντως αποτελούν το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος της ψευδορκίας. Λόγος που βάλλει κατά παρεμπίπτουσας αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε αίτημα αναβολής, που είχε υποβληθεί από συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος, απορρίπτεται ως απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Κατηγορούμενος, Αναβολής αίτημα, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 1711/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Ιωάννη Γιαννακόπουλο (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 104/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Παγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του με αριθμό 561/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Απριλίου 2010 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 526/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 236/22.6.2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντας, κατ' άρθ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την από 16-4-2010 αίτηση αναίρεσης της κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ'αρ. 561/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών εκθέτουμε τ' ακόλουθα :Ι. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα έγινε τυπικά δεκτή, αλλά απερρίφθη κατ' ουσία η υπ' αριθμ. 575/2009 έφεση της τώρα αναιρεσείουσας κατά του υπ'αρ. 2909/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτή στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις: α] της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, επί σκοπώ πορισμού περιουσιακού οφέλους δια βλάβης τρίτου, τελεσθείσα από δράστη που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία το επιδιωχθέν συνολικό όφελος και η προκληθείσα συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15000 ευρώ και β] της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που ήταν εμπιστευμένο στο δράστη λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου [ άρθρ. 1,13 περ γ' και στ',14 ,26 παρ 1α 27 παρ 1 98 216 παρ 1 και 3 εδ β-α, 375παρ 2α-1 παρ.1α-περ β' του ΠΚ ( όπως το άρθρο 216 παρ 3 τροπ. με άρθρ 14 εδ α' και β του νόμου 2721/1999 και το άρθρ 375 παρ 2 ΠΚ με το άρθρ 1 παρ 9 Ν 2408/1996 και συμπλ με άρθρ 14 παρ3 β του Ν 2721/1999 ) ]. Κατά του εφετειακού αυτού Βουλεύματος στρέφεται τώρα η κατηγορούμενη με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης η οποία ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 8-4-2010 η δε αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 14-4-2010 ήτοι εμπροθέσμως (άρθρο 473§1 Κ.Π.Δ). Η εν λόγω αναίρεση ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Χαρίτο, συντάχθηκε δε γι' αυτήν η με αριθ. ... έκθεση στην οποίαν διατυπώνονται οι λόγοι άσκησής της και ειδικότερα: α) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας β) εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Εξάλλου το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει αυτή για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρων η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθούν περαιτέρω οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. 'Ελλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1δ του Κ.Π.Δ. (μετά την εκ νέου αρίθμηση με το άρθρο 42 του Ν. 3160/2003) υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στα οποία το Συμβούλιο στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων για τα οποία διώχθηκε και παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις στις οποίες θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά, τα οποία έγιναν δεκτά, προκύπτουν σοβαρές (αποχρώσες) ενδείξεις, (ήτοι ενδείξεις δυνάμενες να στηρίξουν δημοσία επ' ακροατηρίω κατηγορία), δια την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δια την κατά τα ως άνω πληρότητα της αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος: α) Αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατ 'είδος τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστικό Συμβούλιο προκειμένου να καταλήξει στην παραπεμπτική κρίση του, χωρίς να απαιτείται ειδική αναφορά εκάστου αποδεικτικού μέσου και τί προκύπτει εξ αυτού (ΑΠ 201/2002 Ποιν.Χρ. ΝΒ 902, 2269/2002 Ποιν.Χρ. ΝΓ 803). Περαιτέρω δεν απαιτείται ειδική αξιολόγηση εκάστου αποδεικτικού μέσου ή αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και στοιχείων μεταξύ τους και εν τέλει προσδιορισμός του ποίο εξ αυτών βάρυνε περισσότερο στην παραπεμπτική κρίση (1640/2000 Ποιν.Χρ. ΝΑ 802, 1/2002 Ποιν.Χρ. ΝΒ 813). Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της παραπεμπτικής του κρίσεως όλα ανεξαιρέτως τα κατ' άρθρο 178 του Κ.Π.Δ. αποδεικτικά μέσα και στοιχεία και όχι μόνον κάποια από αυτά ( ΑΠ 1050/2001 Ποιν.Χρ. ΝΒ 351, 108/2000 Ποιν.Χρ. Ν. 313, 1588/2002 Ποιν.Χρ. ΝΓ 91, 2338/2002 Ποιν.Χρ. ΝΓ 821 ). β) Είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου αναφορά του Συμβουλίου Εφετών στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, και δι' αυτής στην πρόταση του Εισαγγελέα Πλημ/κών, η οποία έχει ενσωματωθεί στο πρωτόδικο βούλευμα. Αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα στα οποία θεμελιώνονται και οι σκέψεις στις οποίες στηρίζεται η παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσονται οι κρίσεις των Συμβουλίων (ΑΠ 107/1998 Ποιν. Χρ. ΜΗ 757, 348/1994 Ποιν. Χρ. ΜΖ 33, 222/1996, Ποιν. Χρ. ΜΣΤ 1624, 911/1995 Ποιν. Χρ. ΜΕ 1440, 1568/1994 Ποιν.Χρ. ΜΔ 1357 Contra ΑΠ 711/2000 Ποιν. Χρ. ΝΑ 54). Εξ άλλου όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. Β' Κ.Π.Δ., η οποία προβλέπει τον σε αυτή λόγο αναιρέσεως, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά ενώ περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συντρέχει όχι μόνον όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, επειδή στο πόρισμα του βουλεύματος, το οποίο περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (ΑΠ 829/2001 Ποιν. Χρ. ΝΒ 314, 1907/2001 Ποιν. Χρ. ΝΒ 652, 336/2002 Ποιν. Χρ. ΝΒ 978). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 § 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η χρήση δε του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η εξαρχής κατάρτιση από το δράστη εγγράφου, που να εμφανίζεται ότι καταρτίστηκε δήθεν από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας και επιπροσθέτως σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή που είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης (βλ. ΑΠ 217/2003 ΠΧρ. ΝΓ' σελ. 929, ΑΠ 1224/2001 ΠΧρ. ΝΒ' σελ. 426). Επίσης, κατά τις διατάξεις των εδαφίων α' και β' της παρ.3 του ιδίου ως άνω άρθρου 216 του ΠΚ, όπως το μεν εδάφιο α' προστέθηκε στην παρ.3 με το άρθρο 1 § 7α του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 2α του Ν. 2721/1999 και όπως το εδάφιο β' της ιδίας παραγράφου προστέθηκε σ'αυτήν με το άρθρο 14 § 2β του Ν. 2721/1999, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) ο υπαίτιος της πράξεως της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου, αν σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον και συγχρόνως υπερβαίνει το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ, και β) ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της βαρύτερης μορφής της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, που προβλέπεται από τη διάταξη του εδαφίου α' της παρ.3 του άρθρου 216 ΠΚ, απαιτείται πρόσθετος σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη τρίτου, ενώ συγχρόνως είναι απαραίτητο να υπερβαίνει το επιδιωκόμενο από αυτόν συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία που προξενήθηκε στην ξένη περιουσία το χρηματικό ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ ( ΑΠ 2172/2003 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΔ' σελ. 790, ΑΠ 184/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΒ' σελ. 898 ), ενώ για τη στοιχειοθέτηση της βαρύτερης μορφής της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, που προβλέπεται από τη διάταξη του εδαφίου β' της παρ.3 του άρθρου 216 ΠΚ, απαιτείται να διαπράττει ο υπαίτιος πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ ( ΑΠ 2.172/2003 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΔ' σελ. 790 ).Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, όπως το εδάφιο στ' προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του ( βλ. ΑΠ 573/2003 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΔ' σελ. 123, ΑΠ 692/2000 σε Συμβούλιο, ΠΧρ. ΝΑ' σελ. 47 κ.λπ.). Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Κατά την έννοια δε της άνω διάταξης, επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής, δεν απαιτούνται προηγούμενες καταδίκες ( ΑΠ 299/1998 Ποιν. Χρ. ΜΗ' 907). Ακόμη, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 § 1 του Ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3-6-1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε (ΑΠ 17/2004 ΠΧρ. ΝΔ' σελ. 594). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1α του ΠΚ ορίζεται : "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει, ότι, για την ύπαρξη της υπεξαίρεσης, απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, και ε) προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 719 του Α.Κ. προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται σε μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές, είτε με κατάθεση σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό. Έτσι, σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, υπαίτιος υπεξαίρεσης καθίσταται και ο εντολοδόχος, όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα και ιδιοποιείται παράνομα το κινητό πράγμα, που απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής [ΑΠ 964/2007, ΑΠ 481/2000]. Εξ άλλου κατά το άρθρο 2§1 του Ν. 1969/1985 (όπως αυτό αντικ. με άρθρο 11§2 του Ν. 2170/1993), ο ασφαλιστικός πράκτορας, που έχει, ως αποκλειστικό έργο, την ανάληψη, με σύμβαση, έναντι προμήθειας, ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό μιας ή περισσοτέρων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, παρουσιάζει, προτείνει, προπαρασκευάζει ή συνάπτει ο ίδιος ή μέσω διαμεσολαβητών, για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης, ασφαλιστικές συμβάσεις. Κατά δε το άρθρο 4§1 εδ. α' του ίδιου νόμου, όπου η ασφαλιστική επιχείρηση χαρακτηρίζεται, στην πρακτορική σύμβαση, ως εντολέας, τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και αρμοδιότητες των ασφαλιστικών πρακτόρων καθορίζονται, με έγγραφη σύμβαση, ανάμεσα στον ασφαλιστικό πράκτορα και την ασφαλιστική επιχείρηση, που προτίθεται να πρακτορεύει. Μεταξύ των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που ρυθμίζονται, με τη σύμβαση αυτή, μπορεί να είναι και η είσπραξη ή μη, από τον ασφαλιστικό πράκτορα, των ασφαλίστρων, για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης, καθώς και ο καθορισμός του τρόπου και του χρόνου απόδοσης των ασφαλίστρων στην ασφαλιστική επιχείρηση, οπότε ο ασφαλιστικός πράκτορας, ως προς την είσπραξη των ασφαλίστρων, για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης και την απόδοση αυτών, σ' αυτή, επέχει, έναντι της εντολίδας του επιχείρησης, θέση εντολοδόχου. Και ναι μεν, κατά το άρθρο 3§1 του ΠΔ 298/1986, ορίζεται, ότι τα ασφάλιστρα, που εισπράττει ο ασφαλιστικός πράκτορας, θεωρούνται παρακαταθήκη και ευθύνεται αυτός, ως θεματοφύλακας, πλην όμως, η πρόσθετη αυτή ευθύνη του ασφαλιστικού πράκτορα, κατά τον χρόνο που έχει στην κατοχή του τα ασφάλιστρα, που εισέπραξε, για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης, δεν αναιρεί την ιδιότητα αυτού, ως εντολοδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας, ως προς την είσπραξη για λογαριασμό αυτής και την απόδοση, από αυτόν, των ασφαλίστρων, αφού τέτοια υποχρέωση, ως θεματοφύλακα, μπορεί να συμφωνηθεί, επιπρόσθετα και επί κοινής εντολής, εκ μέρους της κυρίας υποχρέωσης του εντολοδόχου (βλ. ΑΠ 493/2007, ΑΠ 964/2007 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 492/2003 σε Συμβούλιο ΠΧρ ΝΔ'-40). Τέλος, χρόνος τέλεσης του στιγμιαίου και ουσιαστικού εγκλήματος της υπεξαίρεσης, το οποίο στρέφεται, κατά της ιδιοκτησίας, είναι ο χρόνος της εξωτερίκευσης της ενδιάθετης βούλησης του δράστη, να κατακρατήσει ή απαλλοτριώσει το αντικείμενο της υπεξαίρεσης, χωρίς την συναίνεση του κυρίου αυτού και χωρίς δικαίωμα, παρεχόμενο από τον νόμο (βλ. ΑΠ 979/98 σε Συμβούλιο ΠΧρ ΜΘ'-554, ΑΠ 279/1993 ΠΧρ ΜΓ'-174, ΑΠ 1698/90 ΠΧρ ΜΑ'-717, ΑΠ 524/1984 ΠΧρ ΛΔ'-944, ΑΠ 1127/1977 ΠΧρ ΚΗ'-245, Εφ. Ναυπλίου 4/1995 ΠΧρ ΜΣΤ'-680). Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, δέχθηκε, - με επιτρεπτή εξ' ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση-, αλλά και με δικές του σκέψεις, ότι από αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος, και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα της δικογραφίας, και την απολογία της κατηγορουμένης, προέκυψαν τα εξής: Α] με βάση την πρόταση του Εισαγγελέα: <<...Η κατηγορουμένη και ήδη εκκαλούσα Χ ήταν εταίρος {με ογδόντα εταιρικά μερίδια επί συνόλου οκτακοσίων) και εργαζόμενη στην εδρεύουσα στη ...) εταιρία με την επωνυμία "Σ1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Π.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ E.M.S.", της οποίας διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος ήταν αρχικά και δη από τις 28-6-2001 ( οπότε συστήθηκε η εταιρία με το ... συμβολαιογραφικό έγγραφο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Ασημάκη ΓΚΙΟΥΣΑ ) μόνον ο Σ1 και στη συνέχεια από 5-3-2003 (οπότε τροποποιήθηκε το καταστατικό της εταιρίας με το ... συμβολαιογραφικό έγγραφο του ίδιου Συμβολαιογράφου) και η μη εταίρος Σ2. Αντικείμενο των εργασιών της εταιρίας ήταν, μεταξύ άλλων, οι πρακτορεύσεις ασφαλιστικών εταιριών και πάσης φύσεως ασφαλιστικών εργασιών και οι αντιπροσωπεύσεις ασφαλιστικών νοσοκομειακών προγραμμάτων ελληνικών και διεθνών οργανισμών υγείας. Στα πλαίσια δε του σκοπού της αυτού είχε αναλάβει την αντιπροσώπευση στην Ελλάδα του Βρετανικού Οργανισμού Υγείας με τον τίτλο " ΒUΡΑ International ", ο οποίος προσέφερε διεθνή κάλυψη νοσοκομειακής περίθαλψης σε φυσικά και νομικά πρόσωπα. Υπάλληλος της εταιρίας από τις 4/2/2002 μέχρι τις 15/9/2003, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ήταν και η εγκαλούσα Δ, που προηγουμένως εργαζόταν σε άλλη εκπροσωπούμενη από την Σ2 εταιρεία με παρεμφερές αντικείμενο. Η κατηγορουμένη στη ... στις 12/12/2002, 4/2/2003, 27/2/2003, 11/3/2003, 20/5/2003, 29/5/2003, 6/6/2003, 21/7/2003, 23/7/2003, 12/8/2003, 29/9/2003, 27/10/2003 και 4/11/2003. αφού υπό την ιδιότητα της εξουσιοδοτημένης προς τούτο υπαλλήλου της ανωτέρω εταιρίας, παρέλαβε από πελάτες της εταιρίας, έναντι εξοφλήσεως των ασφαλίστρων, που αυτοί όφειλαν, με βάση τις αντίστοιχες συμβάσεις ασφάλισης τους προς τον Βρετανικό Οργανισμό Υγείας με τον τίτλο "BUPA International", τις παρακάτω τραπεζικές επιταγές, συνολικού ποσού 41.327,22 € και συγκεκριμένα 1) την υπ' αριθμ. ... επιταγή, εκδόσεως της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ", σε διαταγή του Βρετανικού Οργανισμού Υγείας με τον τίτλο "BUPA International", ποσού 2.187,87 €, 2) την υπ' αριθμ. .. επιταγή, εκδόσεως της Τράπεζας "HSBC" (Κατάστημα Πειραιώς), σε διαταγή του Βρετανικού Οργανισμού Υγείας με τον τίτλο "BUPA International", ποσού 1.020,60 €, 3) την υπ' αριθμ. ... επιταγή, εκδόσεως της Τράπεζας "CITIBANK" (Κατάστημα ...), σε διαταγή του Βρετανικού Οργανισμού Υγείας με τον τίτλο "BUPA International", ποσού 3.674,99 €, 4) την υπ' αριθμ. ... επιταγή, εκδόσεως της Τράπεζας "CITIBANK" (Κατάστημα...), σε διαταγή του Βρετανικού Οργανισμού Υγείας με τον τίτλο "BUPA International", ποσού 72,89 €, 5) την υπ" αριθμ. ... επιταγή, εκδόσεως της Τράπεζας "CITIBANK" (Κατάστημα ...), σε διαταγή του Βρετανικού Οργανισμού Υγείας με τον τίτλο "BUPA International", ποσού 250,00 €, 6) την υπ' αριθμ. ... επιταγή, εκδόσεως της Τράπεζας "CITIBANK" (Κατάστημα ...), σε διαταγή του Βρετανικού Οργανισμού Υγείας με τον τίτλο "BUPA International", ποσού 70,00 €, 7) την υπ' αριθμ. ... επιταγή, εκδόσεως της Τράπεζας "HSBC" (Κατάστημα ...), σε διαταγή του Βρετανικού Οργανισμού Υγείας με τον τίτλο "BUPA International", ποσού 1.020,60 €, 8) την υπ' αριθμ. ... επιταγή, εκδόσεως της Τράπεζας "ALPHA BANK" (Κατάστημα ...), σε διαταγή του Βρετανικού Οργανισμού Υγείας με τον τίτλο "BUPA International", ποσού 3.299,35 €, 9) την υπ' αριθμ. ... επιταγή, εκδόσεως της Τράπεζας "ALPHA BANK" (Κατάστημα ...), σε διαταγή του Βρετανικού Οργανισμού Υγείας με τον τίτλο "BUPA International", ποσού 1.199,00 €, 10) την υπ' αριθμ. ... επιταγή, εκδόσεως της Τράπεζας "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ" (Κατάστημα ...), σε διαταγή του Βρετανικού Οργανισμού Υγείας με τον τίτλο "BUPA International", ποσού 3.778,00 €,11) την υπ' αριθμ.... επιταγή, εκδόσεως της Τράπεζας "CITIBANK" (Κατάστημα ...), σε διαταγή του Βρετανικού Οργανισμού Υγείας με τον τίτλο "BUPA International", ποσού 1.500,00 €, 12) την υπ' αριθμ.... επιταγή, εκδόσεως της Τράπεζας "ALPHA BANK" (Κατάστημα ...), σε διαταγή του Βρετανικού Οργανισμού Υγείας με τον τίτλο "BUPA International", ποσού 294,27 €, 13) την υπ' αριθμ. ... επιταγή, εκδόσεως της Τράπεζας "ALPHA BANK" (Κατάστημα ...), σε διαταγή του Βρετανικού Οργανισμού Υγείας με τον τίτλο "BUPA International", ποσού 2.128,87 €, 14) την υπ' αριθμ. ...ης Τράπεζας "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ" (Κατάστημα ...), σε διαταγή του Βρετανικού Οργανισμού Υγείας με τον τίτλο "BUPA International", ποσού 8.181,00 €, 15) την υπ' αριθμ. ... επιταγή, εκδόσεως της Τράπεζας "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ" (Κατάστημα ...), σε διαταγή του Βρετανικού Οργανισμού Υγείας με τον τίτλο "BUPA International", ποσού 744,00 €, 16) την υπ' αριθμ. ... επιταγή, εκδόσεως της Τράπεζας "ALPHA BANK" (Κατάστημα ...), σε διαταγή του Βρετανικού Οργανισμού Υγείας με τον τίτλο "BUPA International", ποσού 3.548,00 €, 17) την υπ' αριθμ.... επιταγή, εκδόσεως της Τράπεζας "ALPHA BANK" (Κατάστημα ...}, σε διαταγή του Βρετανικού Οργανισμού Υγείας με τον τίτλο "BUPA International", ποσού 744,00 €, 16) την υπ' αριθμ. ... επιταγή, εκδόσεως της Τράπεζας "ALPHA BANK" (Κατάστημα ...), σε διαταγή του Βρετανικού Οργανισμού Υγείας με τον τίτλο "BUPA International", ποσού 3.548,00 €, 17) την υπ' αριθμ. ... επιταγή, εκδόσεως της Τράπεζας "ALPHA BANK" (Κατάστημα ...), σε διαταγή Βρετανικού Οργανισμού Υγείας με τον τίτλο "BUPA International", ποσού 2.423,14 €, 18) την υπ' αριθμ. ... επιταγή, εκδόσεως της Τράπεζας "HSBC" (Κατάστημα ...), σε διαταγή του Βρετανικού Οργανισμού Υγείας με τον τίτλο "BUPA International", ποσού 1.096,20 €, 19) την υπ' αριθμ. ... επιταγή, εκδόσεως της Τράπεζας "ALPHA BANK" (Κατάστημα, ...), σε διαταγή του Βρετανικού Οργανισμού Υγείας με τον τίτλο "BUPA International", ποσού 4.897,44 €, προκειμένου να τις αποστείλει, για λογαριασμό της εταιρίας "Σ1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Π.Ε." προς τον δικαιούχο αυτών Βρετανικό Οργανισμό Υγείας με τον τίτλο "BUPA International", δεν τις απέστειλε σ' αυτόν, αλλά, αφού προηγουμένως νόθευσε το περιεχόμενο τους ως εγγράφων θέτοντας επί της θέσεως της υπογραφής του α' οπισθογράφου, αφενός μεν σφραγίδα, που η ίδια είχε κατασκευάσει και περιείχε το εντύπωμα με τα στοιχεία "BUPA International" και αφετέρου δυσανάγνωστη υπογραφή ως προερχόμενη δήθεν από τον νόμιμο εκπρόσωπο του ανωτέρω Βρεττανικού Οργανισμού Υγείας, επί της θέσεως της υπογραφής του β' οπισθογράφου, κατ' απομίμηση, υπογραφή της συνδιαχειρίστριας της εργοδότριας της ανωτέρω εταιρίας Σ2 και επί της θέσεως της υπογραφής του γ' οπισθογράφου, κατ' απομίμηση, υπογραφή της ανωτέρω εγκαλούσας Δ, εν αγνοία και άνευ της συναινέσεως αυτής, έτσι ώστε να φαίνεται ότι αυτές (οι επιταγές) είχαν δήθεν περιέλθει νομίμως στην κατοχή της ως δήθεν τελευταίας νόμιμης κομίστριας αυτών, ακολούθως, κατέθεσε όλες τις ανωτέρω αναφερόμενες επιταγές, στον υπ'αριθμ. ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό, που η ίδια - εν αγνοία της ανωτέρω εγκαλούσας - είχε ανοίξει, στην Τράπεζα "ALPHA BANK" Κατάστημα ...), επ' ονόματι, τόσο της ίδιας (της κατηγορουμένης), όσο και της ανωτέρω εγκαλούσας ιδιοποιούμενη, με τον τρόπο αυτό, παράνομα, το συνολικό και ιδιαίτερα υψηλό ποσό της αξίας των ανωτέρω επιταγών, που ανερχόταν σε 41.327 22 €, το οποίο στη συνέχεια και ανέλαβε τμηματικά, με αλλεπάλληλες αναλήψεις που πραγματοποίησε η ίδια, από τον προαναφερόμενο κοινό τραπεζικό λογαριασμό, στην ..., αλλά και στο ... που ήταν ο τόπος καταγωγής της, στις 12/12/2002, 4/2/2003, 27/2/2003, 11/3/2003, 20/5/2003, 29/5/2003, 6/6/2003, 21/7/2003, 23/7/2003, 12/8/2003, 29/9/2003, 27/10/2003 και 4/11/2003 (βλ. την έγκληση και τις καταθέσεις της εγκαλούσας, Δ, τις καταθέσεις των ..., Σ1 και Σ2, την από 5/2/2009 έκθεση κατ' αντιπαράσταση εξέτασης της εγκαλούσας, με τη μάρτυρα ..., τα αντίγραφα των ανωτέρω δέκα εννέα (19) επιταγών, τα αντίγραφα των δέκα εννέα (19) αποδεικτικών κατάθεσης των ανωτέρω επιταγών στον υπ' αριθμ. ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό της Τράπεζας "ALPHA BANK" (Κατάστημα ...), τα αντίγραφα των είκοσι δύο (22) αποδεικτικών αναλήψεων χρηματικών ποσών, από τον ίδιο λογαριασμό, που πραγματοποιήθηκαν από την κατηγορουμένη σε διάφορα καταστήματα της ανωτέρω Τράπεζας και την κατάσταση κίνησης του λογαριασμού αυτού κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 7/1/2003 και 4/2/2004).Η κατηγορουμένη αρνείται την κατηγορία και επικαλείται την ... δήλωση της εγκαλούσας ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιώς, Μαρίας Νάκου, με την οποία αυτή φέρεται να δηλώνει κατά λέξη ότι " Εγώ η Δ έδωσα εντολή στη Χ να ανοίξει αντ' εμού τραπεζικό λογαριασμό στην ALPHA BANK (υποκ/μα ...), προσθέτοντας και το όνομά της και για το λόγο αυτό της έδωσα αντίγραφο της ταυτότητας μου και της υπογραφής μου, προς διακίνηση επιταγών εις διαταγή BUPA INTERNATIONAL, των πελατών, προς είσπραξη για λογαριασμό μου, τα οποία γνώριζε και η Σ2, η οποία ενεργούσε ως διαχειρίστρια και πληρεξούσια της εταιρίας με την επωνυμία ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ. Επίσης η κ. Σ2 γνώριζε ότι εισέπραττα και διαχειριζόμουν τα χρήματα για λογαριασμό μου, για διάφορους λόγους. Δηλώνω επίσης βάσει των συνεπειών του νόμου ότι η κ. Χ δε φέρει καμία ευθύνη, ουδέποτε χρησιμοποίησε χρήματα για λογαριασμό της και μου έχει απαιτήσει ως μέτοχος της άνω εταιρίας να επιστρέψω τις οφειλές μου " (βλ. το προσκομιζόμενο ακριβές αντίγραφο αυτής, που φέρει τη σχετική βεβαίωση της ανωτέρω Συμβολαιογράφου). Η δήλωση όμως αυτή, όπως προκύπτει από την κατάθεση της Συμβολαιογράφου Μαρίας Νάκου, την από 21/11/2007 με ABM ... έγκλησή της κατά Ρ και Χ, τις καταθέσεις των Σ1 και της Σ2, καθώς και την κατάθεση της Ρ) κατασκευάσθηκε από την τότε υπάλληλο της Συμβολαιογράφου Ρ, που διατηρούσε φιλικές σχέσεις με την κατηγορουμένη, μετά από προτροπή της τελευταίας, στη συνέχεια δε η Ρεκμεταλλευόμενη την εμπιστοσύνη της ανωτέρω Συμβολαιογράφου, κατάφερε να υποκλέψει την υπογραφή της στο πρωτότυπο συμβολαιογραφικό έγγραφο της ανωτέρω δήλωσης. Το γεγονός δε ότι αφενός μεν με την 6784/2009 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, απόσπασμα της οποίας προσκομίζει και επικαλείται η εκκαλούσα, έχει αυτή απαλλαγεί για ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία μετά χρήσεως κλπ αξιόποινες πράξεις, που της αποδόθηκαν βάσει της ανωτέρω από 21/11/2007 με ... εγκλήσεως της ... κατ' αυτής, αφετέρου δε οι δικαστικοί γραφολόγοι ..., των οποίων επίσης εκθέσεις προσκομίζει και επικαλείται η εκκαλούσα, αποφαίνονται ότι οι υπογραφές της Συμβολαιογράφου στην ανωτέρω δήλωση είναι γνήσιες, δεν διαφοροποιεί την ανωτέρω εκτίμηση μας, ενόψει του ότι ευθύς εξαρχής η Συμβολαιογράφος θετικά και κατηγορηματικά αρνείται ότι συνέταξε την δήλωση αυτή και αναφέρει ότι η υπογραφή της επ'αυτής είτε πλαστογραφήθηκε (θέμα αποκλειστικά και μόνον που κρίθηκε με την ανωτέρω 6784/2009 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά) είτε αποσπάστηκε από αυτήν λαθραία και εν αγνοία της από την υπάλληλο της Ρ, όταν της πήγαινε να υπογράψει διάφορα αντίγραφα συμβολαιογραφικών πράξεων, όπου σκοπίμως παρενέβαλε και το κείμενο της κατασκευασμένης δήλωσης, εκδοχή που κατά την κρίση μας είναι η πιθανότερη.Περαιτέρω η κατηγορουμένη και ήδη εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι στόχος της εγκαλούσας είναι η αντεκδίκηση και ο προσωπικός και κοινωνικός της διασυρμός, εξαιτίας μηνύσεως που έχει καταθέσει σε βάρος της για πλαστογραφία και υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και βάσει της οποίας αυτή (η εγκαλούσα} παραπέμφθηκε με το 2715/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων προκειμένου να δικαστεί για τις ανωτέρω πράξεις. Πλην όμως ο ισχυρισμός της αυτός δεν αρκεί από μόνος του για να αποδυναμώσει την κατηγορία σε βάρος της, η οποία στηρίζεται στα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, ενώ εξάλλου και ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης και ήδη εκκαλούσας ότι εξόφλησε τις επίδικες επιταγές παραμένει αναπόδεικτος.Επομένως προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής της εκκαλούσας κατηγορουμένης για: α) πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, επί σκοπώ πορισμού περιουσιακού οφέλους δια βλάβης τρίτων, τελεσθείσα από δράστη που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το επιδιωχθέν συνολικό όφελος και η προκληθείσα συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και β) υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που ήταν εμπιστευμένο στο δράστη λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου ( άρθρα 1,13 περ. γ και στ, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98, 216 παρ.1 και 3 εδ. β'-α', 375 παρ.2 εδ. α'-1 παρ.1 εδ. α'-περ. β' του ΠΚ -όπως το άρθρο 216 παρ.3 τροπ. με το άρθρο 14 παρ.2 εδ. α' και β' του Ν. 2721/1999 και το άρθρο 375 παρ.2 ΠΚ αντικ. με το άρθρο 1 παρ.9 Ν. 2408/1996 και συμπλ. με το άρθρο 14 παρ.3β του Ν. 2721/1999), ορθώς δε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα του παρέπεμψε αυτήν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών προκειμένου να δικαστεί για τις προαναφερθείσες πράξεις και γι' αυτό πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί στην ουσία της ".Β] με βάση τις δικές του συμπληρωματικές σκέψεις ".....για τους λόγους που εκτίθενται στην Εισαγγελική πρόταση, στους οποίους ως ορθούς και νομίμους και προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων αναφέρεται και το Συμβούλιο τούτο και προς επίρρωση των οποίων επιβάλλονται να προστεθούν και τα ακόλουθα: 1) Ότι ο προς απόκρουση της αποδιδομένης σ'αυτή κατηγορίας της υπεξαιρέσεως ισχυρισμός της εκκαλούσης-κατηγορουμένης, σύμφωνα με τον οποίο, προέβη αυτή στην κατάθεση της χρηματικής αξίας των τραπεζικών επιταγών, που αναφέρονται στην Εισαγγελική πρόταση εις κοινό τραπεζικό λογαριασμό, τον οποίο άνοιξε στο υποκατάστημα ... της τραπέζης ALPHA BANK επ' ονόματι αυτής και της εγκαλούσης και δη κατόπιν σχετικής εγγράφου εντολής της τελευταίας και ότι ως εκ τούτου, ως συνδικαιούχος του άνω κοινού λογαριασμού ενομιμοποιείτο αυτή στην ανάληψη του ποσού τούτου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της και απέδωσε στη συνέχεια στην εγκαλούσα, με συνέπεια, εκ της αιτίας αυτής, να μη στοιχειοθετείται κατά νόμο η αποδιδομένη σ'αυτή ως άνω αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως ελέγχεται απορριπτέος προεχόντως ως μη νόμιμος, κατά πάσα δε περίπτωση και ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Και τούτο διότι από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι η κατηγορουμένη επέτυχε την είσπραξη του προϊόντος των άνω επιταγών, το οποίο ανήκε στην δικαιούχο εταιρεία BUPA International, εις διαταγή της οποίας είχαν εκδοθεί οι επιταγές αυτές, αφού προηγουμένως επλαστογράφησε στις θέσεις των α' β' και γ' οπισθογράφων των επιταγών αυτών αφ' ενός την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της δικαιούχου αλλοδαπής εταιρείας, εις διαταγή της οποίας είχαν εκδοθεί αυτές και αφ' ετέρου την υπογραφή της Σ2, που ήταν συνδιαχειρίστρια της ΕΠΕ με την επωνυμία "Σ1 και Σία" (η οποία είχε αναλάβει την διαχείριση στην Ελλάδα των δικαιωμάτων της άνω αλλοδαπής εταιρείας) και τέλος την υπογραφή της εγκαλούσης, που ήταν υπάλληλος της τελευταίας, και μάλιστα κατ' απομίμηση των γνησίων υπογραφών των, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται αυτή ως γενομένη νόμιμη κομίστρια των επιταγών αυτών δια λευκής οπισθογραφήσεως και εντεύθεν δικαιούχος της αξίας των, ενώ, όπως προεξετέθη, δικαιούχος του προϊόντος των επιταγών αυτών ήτο αποκλειστικά και μόνο η ως άνω αλλοδαπή εταιρεία, με συνέπεια η κατηγορουμένη να μη καταστεί εντεύθεν δικαιούχος του προϊόντος των επιταγών αυτών με μόνη την κατάθεσή των εις κοινό λογαριασμό, αφού, όπως προεξετέθη ουδέν δικαίωμα είχε αυτή επί του προϊόντος των άνω επιταγών. Επομένως η εις κοινό λογαριασμό κατάθεση του προϊόντος των επιταγών αυτών δεν κατέστησε την κατηγορουμένη δικαιούχο τούτου, ώστε να αποκλείεται η συνδρομή στο πρόσωπό της περιπτώσεως παρανόμου ιδιοποιήσεως τούτου και συνακόλουθα να αποκλείεται η δι' αυτήν ποινική της ευθύνη. Ανεξαρτήτως όμως τούτου από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι η επικαλούμενη από την κατηγορουμένη δήθεν έγγραφη εντολή της εγκαλούσης για το άνοιγμα του ανωτέρω κοινού λογαριασμού τυγχάνει πλαστή για τους λόγους που εν εκτάσει αναφέρονται στην Εισαγγελική πρόταση, ώστε και για τον λόγο αυτό ο προς άρνηση της κατηγορίας προβαλλόμενος συναφής ισχυρισμός της να παρίσταται αβάσιμος στην ουσία του και απορριπτέος. 2) Αλλά και ο έτερος ισχυρισμός της κατηγορουμένης σύμφωνα με τον οποίο προέβη αυτή στην εξόφληση των άνω επιταγών και έτσι ικανοποίησε πλήρως την δικαιούχο αλλοδαπή εταιρεία και ότι ως εκ τούτου εξαλείφτηκε το αξιόποινο της αποδιδομένης εις αυτήν πράξεως της υπεξαιρέσεως κατά το άρθρο 379 του Π.Κ. τυγχάνει επίσης απορριπτέος αφ' ενός μεν ως μη νόμιμος, εφόσον η πράξη που της αποδίδεται φέρει χαρακτήρα κακουργήματος, επί της οποίας δεν έχει εφαρμογή η ανωτέρω διάταξη, αφ' ετέρου δε και ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, δεδομένου ότι εξ ουδενός στοιχείου προέκυψε ότι προέβη αυτή στην εξόφληση των άνω επιταγών. Τέλος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ελέγχεται και ο έτερος υπερασπιστικός της εκκαλούσης ισχυρισμός, σύμφωνα με τον οποίο η εγκαλούσα κατεμήνυσε αυτή και επεδίωξε την ποινική της δίωξη εκ λόγων αντεκδικήσεως, ήτοι λόγω της μηνύσεως που υπέβαλε αυτή εις βάρος της για πλαστογραφία και υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος, πράξεις για τις οποίες έχει παραπεμφθεί να δικαστεί αυτή με το υπ' αριθμ. 2715/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο δεν προέκυψε από το σύνολο των υπαρχόντων στην δικογραφία αποδεικτικών στοιχείων. Εν όψει αυτών και εφόσον υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής εις βάρος της κατηγορουμένης, παρέπεται ότι ορθώς το Πρωτοβάθμιο δικαστικό συμβούλιο με το προσβαλλόμενο βούλευμα του παρέπεμψε αυτή ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για να δικαστεί για τις πράξεις αυτές και πρέπει μετά ταύτα, να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος η τα αντίθετα υποστηρίζουσα έφεση της, και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των αρθρ. 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τις σκέψεις με τις οποίες έκρινε, ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο του δικαστηρίου για να δικαστεί για τις αξιόποινες πράξεις : α] της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση ,επί σκοπώ πορισμού περιουσιακού οφέλους δια βλάβης τρίτου, τελεσθείσα από δράστη που διαπράτει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία το επιδιωχθέν συνολικό όφελος και η προκληθείσα συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15000 ευρώ και β] της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που ήταν εμπιστευμένο στο δράστη λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου [ άρθρ. 1,13 περ. γ' και στ',14 ,26 παρ 1α 27 παρ 1 98 216 παρ 1 και 3 εδ β-α, 375 παρ 2α-1 παρ. 1α-περ β' του ΠΚ (όπως το άρθρο 216 παρ 3 τροπ. με άρθρ 14 εδ α'και β' του νόμου 2721/1999 και το άρθρ. 375 παρ 2 ΠΚ με το άρθρ. 1 παρ 9 Ν. 2408/1996 και συμπλ. με άρθρ. 14 παρ.3β του Ν. 2721/1999) ], τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια, και πληρότητα εκθέτει, ότι η αναιρεσείουσα με την ιδιότητα της εξουσιοδοτημένης υπαλλήλου της εργοδότριας εταιρείας <<Σ1 και ΣΙΑ>>, παραλαβούσα τις - στο σκεπτικό του παρόντος - αναγραφόμενες [19] επιταγές με την εντολή να τις αποστείλει στον δικαιούχο Βρετανικό Οργανισμό Υγείας, δεν έπραξε τούτο αλλά αντίθετα τις νόθευσε, με τον περιγραφόμενο σ' αυτό τρόπο -έτσι ώστε να εμφανίζεται αυτή ,ως γενόμενη κομίστρια των επιταγών αυτών δια λευκής οπισθογραφήσεως και εντεύθεν ως δικαιούχος της αξίας αυτών, ότι στη συνέχεια προσκόμισε αυτές στην τράπεζα <<ΑLΡΗA BANK>> και με παραπλάνηση των υπαλλήλων αυτής-, τις εισέπραξε για λογαριασμό της - χωρίς κανένα δικαίωμα, και ότι με τον τρόπο αυτόν, ιδιοποιήθηκε το ιδιαίτερα μεγάλο ποσό των 41.327,22 ευρώ, που αντιστοιχούσε στη συνολική ονομαστική αξία των ανωτέρω επιταγών, ενσωματώνοντας το στην περιουσία της και βλάπτοντας έτσι αντίστοιχα κατά το ποσό αυτό, τον παραπάνω Οργανισμό, καθόσον μετά την είσπραξη αυτών κατέθεσε το ποσό της αξίας τους, σε κοινό λογαριασμό που είχε ανοίξει στο όνομά της και στο όνομα της Δ, εν αγνοία αυτής, από τον οποίο λογαριασμό το απέσυρε στη συνέχεια και, το ιδιοποιήθηκε. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και δεν αξιολογήθηκαν με ρητή αναφορά τους, όλα τα αποδεικτικά μεταξύ των οποίων και: α] η 6784/2009 αθωωτική απόφαση του τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, β] το ... συμβολαιογραφικό έγγραφο-δήλωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά Μαρίας Νάκου, γ] η από 23-10-2007 ένορκη κατάθεση της μάρτυρα Σ2 ενώπιον του 20ου Ανακριτή Αθηνών και δ] το γεγονός ότι έχει παραπεμφθεί η Δ ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών μετά από μήνυσή της, και για το λόγο αυτό οι παραδοχές του αναιρεσιβαλλόμενου βουλεύματος είναι οπωσδήποτε ασαφείς και ελλιπείς, είναι αβάσιμες, καθόσον το Συμβούλιο, με επιτρεπτή αναφορά στην πρόταση της εισαγγελέα, αναφέρει, ότι εκτίμησε όλα αυτά, αλλά και προκύπτει τούτο από το σκεπτικό του βουλεύματος. Οι αιτιάσεις δε της αναιρεσείουσας, καθ'ό μέρος αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, -έστω και αν αυτή είναι εσφαλμένη - δεν συνιστούν λόγο αναιρέσεως, και είναι απαράδεκτες ,διότι, στην περίπτωση αυτή, με την επίκληση της ελλείψεως της αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας [ ΑΠ 544/2005, ΑΠ 114/2004 ΑΠ 537/2003 ΑΠ 1287/2002 ΑΠ 2203/2006 ΑΠ 459/2009]. Η αιτίαση τέλος της αναιρεσείουσας ότι η παραδοχή του Συμβουλίου Εφετών ότι το έγκλημα της πλαστογραφίας τελέστηκε απ' αυτήν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια είναι εσφαλμένη, γιατί στερείται νομίμου αιτιολογίας , αφού δεν διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά, που αξιώνει ο νόμος για την στοιχειοθέτηση των επιβαρυντικών αυτών περιστάσεων, οι οποίες δεν μπορούν να αιτιολογηθούν με την μνεία μόνο της νομικής ορολογίας και με την επανάληψη της διατυπώσεως του νόμου, είναι αβάσιμη, καθόσον, στο προσβαλλόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή αναφορά στην εισαγγελική πρόταση -αναφέρονται λεπτομερώς τα πραγματικά περιστατικά- τα οποία δέχθηκε το Συμβούλιο ως αποδειχθέντα, από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται και προσδιορίζει κατ' είδος, της επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων της πλαστογραφίας [νόθευσης] εκ μέρους της προαναφερθείσας των ανωτέρω δέκα εννέα [19] επιταγών, η αξιολόγηση των οποίων, συνέτεινε στην παραδοχή του ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την στοιχειοθέτηση σε βάρος της και των επιβαρυντικών περιστάσεων της πλαστογραφίας, που της αποδίδεται. [Αναφέρονται, η κατασκευή σφραγίδας που περιείχε το εντύπωμα, με στοιχεία του δικαιούχου των επιταγών, Βρετανικού Οργανισμού Υγείας και η θέση αυτής, επί της θέσεως της υπογραφής του α' οπισθογράφου των δέκα εννέα [19] επιταγών, μαζί με δυσανάγνωστη υπογραφή, ως προερχόμενη, δήθεν, από τον νόμιμο εκπρόσωπο του ως άνω Οργανισμού, η θέση επί των επιταγών αυτών και δη στα σημεία που υπογράφουν οι β 'και γ' οπισθογράφοι, των υπογραφών -κατ' απομίμηση- τις υπογραφές των Σ2 και Δ, αντίστοιχα, η χρήση των νοθευμένων ως άνω επιταγών, η παραπλάνηση των τραπεζικών υπαλλήλων, η είσπραξη αυτών και η κατάθεση του ποσού της αξίας τους, σε κοινό λογαριασμό που είχε ανοίξει στο όνομά της και στο όνομα της Δ, εν αγνοία αυτής, από τον οποίο λογαριασμό το απέσυρε στη συνέχεια και το ιδιοποιήθηκε]. Επομένως ενόψει των προεκτεθέντων, είναι αβάσιμες οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για: α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεώς της, να επιβληθούν δε σε βάρος της τα δικαστικά έξοδα (αρθ. 583 §1 Κ.Π.Δ, όπως αντικ. με αρθρ. 55 §1 του Ν. 3160/2003, σε συνδ. με το αρθρ. 3 §3 του Ν. 773/1977 και την 58553/28-6-2006 Απόφ. Υπουργ. Οικονομικών & Δικαιοσύνης).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνουμε: Α) Να απορριφθεί η με αριθ. 48/2010 αίτηση αναιρέσεως της Χ, κατοίκου ... κατά του με αριθ. 561/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Β) Να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των 220 €. Αθήνα 18 Ιουνίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης".
Αφού άκουσε τον ως άνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 216§1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση εγγράφου από το δράστη, που να το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, ήτοι η αλλοίωση της έννοιας του, με μεταβολή του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και, επιπλέον, το σκοπό του δράστη (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει, με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, άλλον για γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες, που μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, χωρίς να ασκεί επιρροή αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου στοιχειοθετείται αντικειμενικά όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο του τρίτον και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ο τρίτος ή να παραπλανηθεί από αυτό. Η χρήση του εγγράφου από τον πλαστογράφο δεν αποτελεί στοιχείο της πλαστογραφίας, αλλά επιβαρυντική περίσταση, που λαμβάνεται υπόψη για την επιμέτρηση της ποινής. Το έγγραφο στη διάταξη αυτή αναφέρεται με την έννοια που προσδιορίζει το άρθρο 13 περ. γ1 ΠΚ, κατά το οποίο έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, ως τέτοιο δε γεγονός νοείται εκείνο, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, κατάρτιση πλαστού εγγράφου συνιστά και η συμπλήρωση από τον υπαίτιο των στοιχείων του άρθρου 1 του Ν. 5960/1933 ελλιπούς ως προς τα στοιχεία αυτά επιταγής, εν αγνοία και παρά τη θέληση του δικαιούχου της, χρήση δε αποτελεί η κατά οποιονδήποτε τρόπο χρησιμοποίηση του πλαστού εγγράφου, αμέσως ή εμμέσως, δι' άλλου προσώπου τελούντος σε καλή πίστη, και ιδίως, αν πρόκειται για πλαστή επιταγή, η οπισθογράφησή της και η εμφάνιση προς πληρωμή της στην πληρώτρια Τράπεζα. Η πιο πάνω δε πράξη της πλαστογραφίας προσλαμβάνει τη μορφή κακουργήματος κατ" άρθρο 216§3 α και β ΠΚ, όπως τα εδάφια αυτά αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 14 παρ. 2α και 2β του ν. 2721/1999, εφόσον 1. ο υπαίτιος της πράξεως σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι και 2. αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ. Ως περιουσιακό όφελος νοείται η βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελούμενου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία από μόνη της αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 73.000 ευρώ. Ζημιούμενος αμέσως από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, όπως το εδάφιο στ' προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επανειλημμένη δε τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Για τη συνδρομή, όμως, της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του εγκλήματος κατά συνήθεια, απαιτείται οπωσδήποτε επανειλημμένη τέλεση αυτού, από την οποία να προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Δεν συντρέχει, λοιπόν, κατά συνήθεια τέλεση όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά. Ακόμη, κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14§1 του ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. Ια του ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους", προκύπτει ότι για την ύπαρξη της υπεξαιρέσεως απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, και ε) προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Κατά δε το εδ. α της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως αντικ. από το άρθρο 1§9 του ν. 2408/1996, η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το πράγμα που υπεξαιρέθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, μεταξύ άλλων, και λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 719 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα ο,τιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται σε μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές, είτε με κατάθεση σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό. Έτσι, σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, υπαίτιος υπεξαιρέσεως καθίσταται και ο εντολοδόχος, όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα και ιδιοποιείται παράνομα το κινητό πράγμα, που απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής.
Τέλος, κατά το άρθρο 2§1 του ν. 1969/1985 (όπως αυτό αντικ. με άρθρο 11 §2 του ν. 2170/1993), ο ασφαλιστικός πράκτορας, που έχει, ως αποκλειστικό έργο, την ανάληψη, με σύμβαση, έναντι προμήθειας, ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό μιας ή περισσοτέρων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, παρουσιάζει, προτείνει, προπαρασκευάζει ή συνάπτει ο ίδιος ή μέσω διαμεσολαβητών, για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχειρήσεως, ασφαλιστικές συμβάσεις. Κατά δε το άρθρο 4§1 εδ. α' του ίδιου νόμου, όπου η ασφαλιστική επιχείρηση χαρακτηρίζεται, στην πρακτορική σύμβαση, ως εντολέας, τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και αρμοδιότητες των ασφαλιστικών πρακτόρων καθορίζονται, με έγγραφη σύμβαση, ανάμεσα στον ασφαλιστικό πράκτορα και την ασφαλιστική επιχείρηση, που προτίθεται να πρακτορεύει. Μεταξύ των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που ρυθμίζονται, με τη σύμβαση αυτή, μπορεί να είναι και η είσπραξη ή μη, από τον ασφαλιστικό πράκτορα, των ασφαλίστρων, για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχειρήσεως, καθώς και ο καθορισμός του τρόπου και του χρόνου αποδόσεως των ασφαλίστρων στην ασφαλιστική επιχείρηση, οπότε ο ασφαλιστικός πράκτορας, ως προς την είσπραξη των ασφαλίστρων, για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχειρήσεως, και την απόδοση αυτών, σ' αυτή, επέχει, έναντι της εντολίδας του επιχειρήσεως, θέση εντολοδόχου. Και ναι μεν, στο άρθρο 3§1 του ΠΔ 298/1986 ορίζεται, ότι τα ασφάλιστρα, που εισπράττει ο ασφαλιστικός πράκτορας, θεωρούνται παρακαταθήκη και ευθύνεται αυτός, ως θεματοφύλακας, πλην, η πρόσθετη αυτή ευθύνη του ασφαλιστικού πράκτορα, κατά τον χρόνο που έχει στην κατοχή του τα ασφάλιστρα, που εισέπραξε, για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχειρήσεως, δεν αναιρεί την ιδιότητα αυτού, ως εντολοδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας, ως προς την είσπραξη για λογαριασμό αυτής και την απόδοση, από αυτόν, των ασφαλίστρων,
αφού τέτοια υποχρέωση, ως θεματοφύλακα, μπορεί να συμφωνηθεί, επιπρόσθετα και επί κοινής εντολής, εκ μέρους της κυρίας υποχρεώσεως του εντολοδόχου.
Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484§1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες το συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται πιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται μερικώς ή εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτή, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια της τα προκύψαντα από την ανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά, αλλά τα υπάγει σε άλλη διάταξη νόμου, που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο βούλευμα εμφιλοχώρησαν, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, δέχθηκε, τόσο με δικές του σκέψεις όσο και με συμπληρωματική επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα ειδικώς μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα περιστατικά που αναφέρονται στην πρόταση αυτή, στην οποία εκτίθενται, επί λέξει, τα εξής: ".. προέκυψαν τα εξής: Η κατηγορουμένη και ήδη εκκαλούσα Χ ήταν εταίρος (με ογδόντα εταιρικά μερίδια επί συνόλου οκτακοσίων) και εργαζόμενη στην εδρεύουσα στη ... (οδός ...) εταιρία με την επωνυμία "Σ1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Π.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Ε.Μ.S.", της οποίας διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος ήταν αρχικά και δη από τις 28-6-2001 (...) μόνον ο Σ1 και στη συνέχεια από 5-3-2003 (...) και η μη εταίρος Σ2. Αντικείμενο των εργασιών της εταιρίας ήταν, μεταξύ άλλων, οι πρακτορεύσεις ασφαλιστικών εταιριών και πάσης φύσεως ασφαλιστικών εργασιών και οι αντιπροσωπεύσεις ασφαλιστικών νοσοκομειακών προγραμμάτων ελληνικών και διεθνών οργανισμών υγείας. Στα πλαίσια δε του σκοπού της αυτού είχε αναλάβει την αντιπροσώπευση στην Ελλάδα του Βρετανικού Οργανισμού Υγείας με τον τίτλο "ΒUΡΑ Ιηternational", ο οποίος προσέφερε διεθνή κάλυψη νοσοκομειακής περίθαλψης σε φυσικά και νομικά πρόσωπα. Υπάλληλος της εταιρίας από τις 4/2/2002 μέχρι τις 15/9/2003, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ήταν και η εγκαλούσα Δ, που προηγουμένως εργαζόταν σε άλλη εκπροσωπούμενη από την Σ2 εταιρεία με παρεμφερές αντικείμενο. Η κατηγορουμένη στη ... στις 12/12/2002, 4/2/2003, 27/2/2003, 11/3/2003, 20/5/2003, 29/5/2003, 6/6/2003, 21/7/2003, 23/7/2003, 12/8/2003, 29/9/2003, 27/10/2003 και 4/11/2003, αφού υπό την ιδιότητα της εξουσιοδοτημένης προς τούτο υπαλλήλου της ανωτέρω εταιρίας παρέλαβε από πελάτες της εταιρίας, έναντι εξοφλήσεως των ασφαλίστρων, που αυτοί όφειλαν, με βάση τις αντίστοιχες συμβάσεις ασφάλισης τους προς τον Βρετανικό Οργανισμό Υγείας με τον τίτλο ""ΒUΡΑ Ιηternational", τις παρακάτω τραπεζικές επιταγές, συνολικού ποσού 41.327,22 € και συγκεκριμένα 1) ..., 19)..., προκειμένου να τις αποστείλει, για λογαριασμό της εταιρίας "Σ1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Π.Ε." προς τον δικαιούχο αυτών Βρετανικό Οργανισμό Υγείας με τον τίτλο ""ΒUΡΑ Ιηternational", δεν τις απέστειλε σ' αυτόν, αλλά, αφού προηγουμένως νόθευσε το περιεχόμενο τους ως εγγράφων θέτοντας επί της θέσεως της υπογραφής του α' οπισθογράφου, αφενός μεν σφραγίδα, που η ίδια είχε κατασκευάσει και περιείχε το εντύπωμα με τα στοιχεία ""ΒUΡΑ Ιηternational", και αφετέρου δυσανάγνωστη υπογραφή ως προερχόμενη δήθεν από τον νόμιμο εκπρόσωπο του ανωτέρω Βρετανικού Οργανισμού Υγείας, επί της θέσεως της υπογραφής του β' οπισθογράφου, κατ" απομίμηση, υπογραφή της συνδιαχειρίστριας της εργοδότριας της ανωτέρω εταιρίας Σ2 και επί της θέσεως της υπογραφής του γ' οπισθογράφου, κατ' απομίμηση, υπογραφή της ανωτέρω εγκαλούσας Δ, εν αγνοία και άνευ της συναινέσεως αυτής, έτσι ώστε να φαίνεται ότι αυτές (οι επιταγές) είχαν δήθεν περιέλθει νομίμως στην κατοχή της ως δήθεν τελευταίας νόμιμης κομίστριας αυτών, ακολούθως, κατέθεσε όλες τις ανωτέρω αναφερόμενες επιταγές, στον υπ' αριθμ. ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό, που η ίδια - εν αγνοία της ανωτέρω εγκαλούσας - είχε ανοίξει, στην Τράπεζα "ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ" (Κατάστημα ...), επ' ονόματι τόσο της ίδιας (της κατηγορουμένης), όσο και της ανωτέρω εγκαλούσας, ιδιοποιούμενη, με τον τρόπο αυτό, παράνομα, το συνολικό και ιδιαίτερα υψηλό ποσό της αξίας των ανωτέρω επιταγών, που ανερχόταν σε 41.327 22 €, το οποίο στη συνέχεια και ανέλαβε τμηματικά, με αλλεπάλληλες αναλήψεις που πραγματοποίησε η ίδια, από τον προαναφερόμενο κοινό τραπεζικό λογαριασμό, στην ..., αλλά και στο ..., που ήταν ο τόπος καταγωγής της, στις ... Η κατηγορουμένη αρνείται την κατηγορία και επικαλείται την ... δήλωση της εγκαλούσας ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιώς, Μαρίας Νάκου, με την οποία αυτή φέρεται να δηλώνει κατά λέξη ότι "Εγώ η Δ έδωσα εντολή στη Χ να ανοίξει αντ' εμού τραπεζικό λογαριασμό στην ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ (υποκ/μα ...), προσθέτοντας και το όνομα της και για το λόγο αυτό της έδωσα αντίγραφο της ταυτότητας μου και της υπογραφής μου, προς διακίνηση επιταγών εις διαταγή "ΒUΡΑ Ιηternational" των πελατών, προς είσπραξη για λογαριασμό μου, τα οποία γνώριζε και η Σ2, η οποία ενεργούσε ως διαχειρίστρια και πληρεξούσια της εταιρίας με την επωνυμία ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ. Επίσης η κ. Σ2 γνώριζε ότι εισέπραττα και διαχειριζόμουν τα χρήματα για λογαριασμό μου, για διάφορους λόγους. Δηλώνω επίσης βάσει των συνεπειών του νόμου ότι η κ. Χ δε φέρει καμία ευθύνη, ουδέποτε χρησιμοποίησε χρήματα για λογαριασμό της και μου έχει απαιτήσει ως μέτοχος της άνω εταιρίας να επιστρέψω τις οφειλές μου" (βλ....). Η δήλωση όμως αυτή, όπως προκύπτει από ... κατασκευάσθηκε από την τότε υπάλληλο της Συμβολαιογράφου Ρ, που διατηρούσε φιλικές σχέσεις με την κατηγορουμένη, μετά από προτροπή της τελευταίας, στη συνέχεια δε η Ρεκμεταλλευόμενη την εμπιστοσύνη της ανωτέρω Συμβολαιογράφου, κατάφερε να υποκλέψει την υπογραφή της στο πρωτότυπο συμβολαιογραφικό έγγραφο της ανωτέρω δήλωσης. Το γεγονός δε ότι αφενός μεν με την 6784/2009 απόφαση του Α1 Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, απόσπασμα της οποίας προσκομίζει και επικαλείται η εκκαλούσα, έχει αυτή απαλλαγεί για ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία μετά χρήσεως κ.λ.π. αξιόποινες πράξεις, που της αποδόθηκαν βάσει της ανωτέρω από 21/11/2007 με ... εγκλήσεως της ... κατ' αυτής, αφετέρου δε οι δικαστικοί γραφολόγοι ..., των οποίων επίσης εκθέσεις προσκομίζει και επικαλείται η εκκαλούσα, αποφαίνονται ότι οι υπογραφές της Συμβολαιογράφου στην ανωτέρω δήλωση είναι γνήσιες, δεν διαφοροποιεί την ανωτέρω εκτίμηση μας, ενόψει του ότι ευθύς εξαρχής η Συμβολαιoγράφος θετικά και κατηγορηματικά αρνείται ότι συνέταξε την δήλωση αυτή και αναφέρει ότι η υπογραφή της επ' αυτής είτε πλαστογραφήθηκε (θέμα αποκλειστικά και μόνον που κρίθηκε με την ανωτέρω 6784/2009 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά) είτε αποσπάστηκε από αυτήν λαθραία και εν αγνοία της από την υπάλληλο της Ρ, όταν της πήγαινε να υπογράψει διάφορα αντίγραφα συμβολαιογραφικών πράξεων, όπου σκοπίμως παρενέβαλε και το κείμενο της κατασκευασμένης δήλωσης, εκδοχή που κατά την κρίση μας είναι η πιθανότερη...Επομένως προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής της εκκαλούσας κατηγορουμένης για: α) πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, επί σκοπώ πορισμού περιουσιακού οφέλους δια βλάβης τρίτων, τελεσθείσα από δράστη που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το επιδιωχθέν συνολικό όφελος και η προκληθείσα συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και β) υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που ήταν εμπιστευμένο στο δράστη λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου...". Στο δε διατακτικό του παραπεμπτικού βουλεύματος, το οποίο, όπως αναφέρθηκε, αποτελεί ενιαίο σύνολο με το σκεπτικό, εκτίθεται και ότι: "Η κατηγορουμένη διαπράττει πλαστογραφίες κατ" επάγγελμα, αφού προκύπτει σκοπός της για πορισμό εισοδήματος από την προπεριγραφείσα εκ μέρους αυτής επανειλημμένη τέλεση των πράξεων πλαστογραφίας (νόθευσης) των ανωτέρω δεκαεννέα (19) επιταγών και από την υποδομή που αυτή είχε διαμορφώσει, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των ανωτέρω πράξεων [κατασκευή σφραγίδας, που περιείχε το εντύπωμα με τα στοιχεία του δικαιούχου των επιταγών Βρετανικού Οργανισμού Υγείας ""ΒUΡΑ Ιηternational" και θέση αυτής επί της θέσεως της υπογραφής του α' οπισθογράφου των ανωτέρω δεκαεννέα (19) επιταγών, μαζί με δυσανάγνωστη υπογραφή, ως προερχόμενη δήθεν από τον νόμιμο εκπρόσωπο του ανωτέρω Βρετανικού Οργανισμού Υγείας, κατ' απομίμηση της υπογραφής, αφενός μεν της Σ2, που κατά τα προαναφερόμενα ήταν συνδιαχειρίστρια της εταιρείας, με την επωνυμία "Σ1 ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Ε.Μ.S.", στο σημείο της υπογραφής του β' οπισθογράφου και αφετέρου της υπογραφής της εγκαλούσας Δ, στο σημείο της υπογραφής του γ' οπισθογράφου των ανωτέρω δεκαεννέα (19) επιταγών, κατ' απομίμηση,...], αλλά και κατά συνήθεια, αφού από την προπεριγραφείσα εκ μέρους αυτής επανειλημμένη τέλεση πράξεων πλαστογραφίας προκύπτει σταθερή ροπή αυτής προς τη διάπραξη εγκλημάτων πλαστογραφίας ως στοιχείο της προσωπικότητας της". Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος της εκκαλούσας-κατηγορουμένης για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ" εξακολούθηση, με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους δια βλάβης τρίτου, που τελέσθηκε από δράστη που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το συνολικό όφελος που επιδιώχθηκε από την οποία και η συνολική ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που ήταν εμπιστευμένο σ' αυτήν λόγω της ιδιότητας της ως εντολοδόχου και, για το λόγο αυτό, απέρριψε την από αυτήν ασκηθείσα, κατά του υπ' αριθμ. 2909/2009 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα.
Με αυτά που δέχθηκε, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ" αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 περ. γ και στ; 14, 26§1, 27§1, 98, 216§§1 και 3 εδ. β και α, 375§§1 και 2 περ. α του Π.Κ., όπως ισχύουν, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται: Α) Ως προς την κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση, ότι η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη είχε εξουσιοδοτηθεί από την εταιρία "Σ1 ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ" να παραλαμβάνει επιταγές πελατών της εταιρίας, οι οποίες εκδίδονταν από Τράπεζες, κατόπιν εντολών των πελατών, προς εξόφληση ασφαλίστρων, και, στη συνέχεια, να τις αποστέλλει, για λογαριασμό της εταιρίας, στο Βρετανικό Οργανισμό Υγείας ""ΒUΡΑ Ιηternational", ότι παρέλαβε τις αναφερόμενες 19 επιταγές, πλην δεν τις απέστειλε στον Οργανισμό, αλλά νόθευσε, με τον ως άνω τρόπο, το περιεχόμενο τους, με σκοπό την παραπλάνηση άλλων (των αρμοδίων υπαλλήλων της κατωτέρω Τράπεζας), με τη χρήση τους, για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομη συνέπεια (ότι, δηλαδή, επρόκειτο για γνήσιες επιταγές, των οποίων οι οπισθογράφοι είχαν αναλάβει εγκύρως υποχρέωση προς πληρωμή τους), ότι, στη συνέχεια, έκανε χρήση των πλαστών επιταγών, καταθέτοντας αυτές στον ως άνω κοινό λογαριασμό που η ίδια είχε ανοίξει στην ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ στο όνομα αυτής και της Δ, εν αγνοία της τελευταίας, και ότι στην πράξη της αυτή προέβη με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 41.327,22 ευρώ (ήτοι άνω των 15.000 ευρώ), όσο και το συνολικό ποσό των επιταγών, βλάπτοντας αντίστοιχα τον ανωτέρω Οργανισμό. Αιτιολογείται, ακόμη, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού του προσβαλλόμενου και του διατακτικού του παραπεμπτικού βουλεύματος και η συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της τελέσεως της πράξεως της πλαστογραφίας α) "κατ' επάγγελμα" με την παραδοχή ότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της νοθεύσεως επιταγών και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει η κατηγορουμένη (κατασκευή σφραγίδας με το εντύπωμα του δικαιούχου των επιταγών Βρετανικού Οργανισμού Υγείας "ΒUΡΑ Ιηternational", θέση υπογραφών, κατά τα προεκτεθέντα), προκύπτει σκοπός της για πορισμό εισοδήματος και β) "κατά συνήθεια" με την παραδοχή ότι από την επανειλημμένη τέλεση πράξεων πλαστογραφίας προκύπτει σταθερή ροπή της προς τη διάπραξη εγκλημάτων πλαστογραφίας ως στοιχείο της προσωπικότητας της. Και Β) ως προς την κακουργηματική υπεξαίρεση ότι οι ως άνω επιταγές περιήλθαν στην κατοχή της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης και ήταν εμπιστευμένες σ' αυτήν λόγω της ιδιότητας της ως εντολοδόχου της εταιρίας "Σ1 ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ", ότι το αντικείμενο αυτών ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (συνολικού ύψους 41.327,22 ευρώ) και ότι, με αλλεπάλληλες αναλήψεις από τον ως άνω λογαριασμό, ανέλαβε το ποσό των (νοθευμένων, κατά τα ανωτέρω) επιταγών και το ενσωμάτωσε στην ατομική της περιουσία. Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 484§1 στοιχ. δ και β ΚΠοινΔ, λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης και συγκεκριμένα γιατί μόνη αιτιολογία αυτού αποτελεί το περιεχόμενο της ενσωματωμένης σ" αυτό εισαγγελικής προτάσεως, ενώ δεν διαλαμβάνει τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση των επιβαρυντικών περιστάσεων του "κατ" επάγγελμα" και "κατά συνήθεια", είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η αιτίαση ότι εκτιμήθηκαν εσφαλμένα τα αποδεικτικά μέσα και δη η από 23.10.2007 ένορκη εξέταση της μάρτυρος Σ2 ενώπιον του 20ου Τακτικού Ανακριτή, η επιστολή παραιτήσεως της εγκαλούσας Δ, το υπ' αριθ. ... συμβολαιογραφικό έγγραφο, η υπ' αριθ. 6784/2009 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, η από 5.2.2009 κατ" αντιπαράσταση εξέταση της μάρτυρος ..., το απολογητικό υπόμνημα της αναιρεσείουσας ενώπιον το 20ου Τακτικού Ανακριτή και το από 24.11.2009 υπόμνημα της ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, καθώς και η μήνυση της εγκαλούσας, είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 48/16 Απριλίου 2010 αίτηση της Χ, για αναίρεση του υπ' αριθ. 561/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Οκτωβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη εφέσεως κατηγορουμένης κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για πλαστογραφία (νόθευση επιταγών) με χρήση, κατ' εξακολούθηση, με σκοπό πορισμού περιουσιακού οφέλους δια βλάβης τρίτων, με την επιβαρυντική περίσταση της τέλεσης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 €, και για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που ήταν εμπιστευμένο στην κατηγορουμένη λόγω της ιδιότητας της ως εντολοδόχου (ασφαλιστικής πράκτορος). Στοιχεία εγκλημάτων. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης. Ορθή και αιτιολογημένη η κρίση για τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων. Επιτρεπτή η αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, καθώς και η αλληλοσυμπλήρωση διατακτικού και σκεπτικού. Απαράδεκτη η αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου της ουσίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία, Υπεξαίρεση, Εξακολουθούν έγκλημα.
| 0
|
Αριθμός 1710/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 827/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Άμφισσας. Με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη και πολιτικώς ενάγουσα την "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." με το διακριτικό τίτλο "ΑΤΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Θεόδωρο Πανταλάκη, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ανδριόπουλο.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Άμφισσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 15/14-4-2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 514/2010.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης αποφάσεως καθαρογραφημένης στο προβλεπόμενο από το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε Ποινικού Δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ίδιου Κώδικα απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά δε, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα εκείνου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε απαλλακτική κρίση για τον κατηγορούμενο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 375 παρ.1 ΠΚ όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (εν όλω ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιείται αυτό παράνομα κατά το χρόνο που βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άμφισσας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την 827/2009 απόφαση του, κήρυξε αθώο, κατά πλειοψηφία, τον κατηγορούμενο Χ, κάτοικο ..., της αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως. Η κατηγορία που είχε αποδοθεί στον ως άνω κατηγορούμενο ήταν η εξής: "Στο Δ.Δ. ... του Δήμου ..., κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.2003 έως 27.6.2003, σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία, ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα εν όλω κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο και, συγκεκριμένα, ενώ με σύμβαση χρησιδανείου που υπογράφηκε μεταξύ της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον Διευθυντή του Καταστήματος ... Λ και της συζύγου του Κ συζ. Χ παραχωρήθηκε κατά χρήση σε αυτήν ακίνητο ευρισκόμενο στη θέση ... του Δ.Δ. ... του Δήμου ..., μετά των εργαλείων, συστατικών, παραρτημάτων και εν γένει εγκαταστάσεων, όπως αυτά περιγράφονται στην υπ' αριθμ. ... περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου, ιδιοκτησίας της άνω Τράπεζας, με την υποχρέωση να επιστρέψει αυτά κατά τη λήξη του χρησιδανείου, στις 15.11.2002 και κατόπιν του 1/30.4.2003 πρακτικού συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου Άμφισσας στις 31.5.2003, αυτός (κατηγορούμενος), αν και στα πλαίσια της ως άνω σύμβασης χρησιδανείου παρέλαβε η σύζυγος του Κ σύζ. Χ τα κατωτέρω αναφερόμενα κινητά πράγματα, τα οποία περιήλθαν στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, αφού ασκεί αυτός την ίδια μορφή εμπορίας με την σύζυγο του, εμφανίζεται σε όλα τα Δικαστήρια, στο κατάστημα ΑΤΕ ..., στις κεντρικές υπηρεσίες, στο χρησιδανεισθέν ακίνητο της, να συνδιαλέγεται με την ΑΤΕ -Κατάστημα ... και να ασκεί πράξεις εμπορίας για λογαριασμό της συζύγου του, ιδιοκτησίας της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. και συγκεκριμένα: 1) εβδομήντα έναν (71) πλαστικούς κάδους αποθήκευσης ελαίων αξίας 4970 (71 Χ 70) ευρώ, 2) δύο (2) περονοφόρα ανυψωτικά μηχανήματα μάρκας ΤΟΥΤΑ, συνολικής αξίας 1500 (2X750) ευρώ, 3) ενενήντα (90) πλαστικά τελάρα, μεταφοράς ελαιών, συνολικής αξίας 90 (9)Χ1) ευρώ, 4) μία κινητή επαγγελματική πλάστιγγα αξίας 50 ευρώ, 5) τέσσερα (4) γραφεία από μεταλλικό σκελετό και φορμάικα, συνολικής αξίας 100 (4X25) ευρώ, 6) τέσσερις πολυθρόνες δερμάτινες, συνολικής αξίας 280 (4X70) ευρώ, 7) έξι (6) καρέκλες, συνολικής αξίας 3 (6X0,50) ευρώ, 8) έναν (1) τριθέσιο καναπέ, δερμάτινο, αξίας 150 ευρώ, 9) ένα ντουλάπι από φορμάικα, διαστάσεων 2μ. Χ 1,20 μ Χ 0,30μ αξίας 35 ευρώ, 10) ένα ντουλάπι Νοβοπάν διαστάσεων 3,20μ. Χ 2 μ. Χ 0,50μ. αξίας 20 ευρώ, 11) ένα πλήρες σύστημα διανομής νερού αξίας 1.320 ευρώ, 12) ένα σύστημα άλμης με μοτέρ, αξίας 1.500 ευρώ και 13) έναν διαλογέα ανοξείδωτο, μήκους 9 μέτρων περίπου, αξίας 1000 ευρώ, δεν τα επέστρεψε, όπως όφειλε, στις 31.5.2003, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.2003 έως 27.62003, σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία, ενσωματώνοντας τα ως άνω κινητά πράγματα, συνολικής αξίας 11.000 ευρώ, ιδιοκτησίας της εγκαλούσας εταιρείας, στην περιουσία του". Προκειμένου το Δικαστήριο να κηρύξει, κατά πλειοψηφία, αθώο τον ως άνω κατηγορούμενο, δέχθηκε, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της παραπάνω αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι "από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και τη μαρτυρία του μάρτυρα κατηγορίας που εξετάσθηκε ένορκα στο ακροατήριο δεν αποδείχθηκε (κατά πλειοψηφία) η ενοχή του κατηγορουμένου για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη (υπεξαίρεση), που περιγράφεται στο διατακτικό της παρούσης, και τούτο, διότι ναι μεν η έννοια της κατοχής εν προκειμένω (άρθρο 375 παρ. 1 Π.Κ.) διαφέρει της αντίστοιχης έννοιας του αστικού δικαίου και συνίσταται στην πραγματική σχέση, που καθιστά δυνατή, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών, την εξουσίαση του πράγματος από το δράστη, κατά τη βούληση του, ωστόσο ουδόλως προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που στην πραγματικότητα εξουσίαζε τα εις το διατακτικό (κατωτέρω) αναφερόμενα κινητά αντικείμενα, ιδιοκτησίας της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, καθώς αυτά, σύμφωνα εξάλλου και με την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγων ("...Η Α.Τ.Ε. παρέδωσε την κατοχή στην κ. Χ"), τα παρέλαβε και τα κατείχε η σύζυγος του Κ σύζ. ΧστοΟ πλαίσιο της σύμβασης χρησιδανείου, που υπογράφηκε μεταξύ της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., νομίμως εκπροσωπούμενης από τον Διευθυντή του Καταστήματος ... Λ και της ίδιας (Κ συζ. Χ), ... του Δήμου ..., μετά των εργαλείων, συστατικών, παραρτημάτων και εν γένει εγκαταστάσεων, ιδιοκτησίας της άνω Τράπεζας, όπως αυτά περιγράφονται στην υπ' αριθμ. 7073/1999 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου, με την υποχρέωση να τα επιστρέψει αυτή, κατά τη λήξη του χρησιδανείου, στις 15.11.2002 και κατόπιν του 1/30.4.2003 πρακτικού συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου Άμφισσας, στις 31.5.2003. Επομένως, θα πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος της άνω πράξης". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άμφισσας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού η απόφαση δεν διαλαμβάνει τα πραγματικά εκείνα περιστατικά με τα οποία να αιτιολογείται γιατί το δικαστήριο της ουσίας δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου και δη για την ανυπαρξία των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της υπεξαιρέσεως, για την οποία κατηγορούνταν ο κατηγορούμενος, αφού η αναφορά των περιστατικών αυτών ήταν απαραίτητη, αφού γίνεται μόνο δεκτό ότι τα αντικείμενα της υπεξαιρέσεως τα κατείχε η σύζυγος του κατηγορουμένου με σύμβαση χρησιδανείου που συνήψε με την ιδιοκτήτρια - εγκαλούσα εταιρεία, χωρίς να ερευνηθεί, ενόψει της φύσεως των αντικειμένων εάν η σύζυγος του κατηγορουμένου παρέδωσε τα αντικείμενα αυτά προς χρήση στον κατηγορούμενο, έτσι ώστε να αποκτήσει αυτός την κατοχή, δεδομένου ότι η κατοχή δεν απαιτείται να αποκτάται μόνο και μάλιστα απ' ευθείας από τον ιδιοκτήτη και με τη θέληση του, αλλά αρκεί "καθ' οιονδήποτε τρόπο".
ΕΠΕΙΔΗ, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κώδικα Ποινικής Δικονομίας σχετικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 827/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Οκτωβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης από τον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου κατά απαλλακτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας, που κήρυξε κατά πλειοψηφία αθώο τον κατηγορούμενο της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξεως της υπεξαιρέσεως. Αναιρείται η απόφαση.
|
Υπεξαίρεση
|
Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Υπεξαίρεση, Απόφαση αθωωτική.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1709/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Αθανάσιος Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Τ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Σκριβάνο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 21-22/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Πατρών. Με πολιτικώς ενάγουσα τη Χ. Π. του Κ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Στελιάκη,
Το Τριμελές Εφετείο Ανηλίκων Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 98/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρον 302 παρ. 1 ΠΚ "όποιος επιφέρει από αμέλεια τον θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και 28 ΠΚ "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποίαν όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Εκ του συνδυασμού των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει ότι για την θεμελίωση της αξιοποίνου πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτουμένη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποίαν οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος η άνθρωπος υπό τις αυτές πραγματικές καταστάσεις με βάση τους κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, την λογική και την συνήθη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι είχε την δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Περαιτέρω, τα αυτά ως άνω στοιχεία απαιτούνται και για την θεμελίωση της κατ' άρθρον 314 παρ. Ια ΠΚ σωματικής βλάβης από αμέλεια, κατά την οποίαν "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών μηνών".
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν, από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεως μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται πόσο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών, κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠοινΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Εξάλλου η από τα ως άνω άρθρα του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανεξέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 ΚΠοινΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανεξέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 21-22/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Ανηλίκων Πατρών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 1η Αυγούστου 2004, ημέρα Κυριακή και περί ώρα 9.45'πρωϊνή ο Π. Ρ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του, με συνεπιβαίνοντες, στην θέση του συνοδηγού, την σύζυγο του Χ. Κ.Π. και στο πίσω κάθισμα τα δύο ανήλικα τέκνα του Μ. και Δ., τα οποία ήταν σταθερά δεμένα με ζώνες ασφαλείας σε ειδικά παιδικά καθίσματα, εκινείτο κανονικά επί της διπλής κατευθύνσεως Ν.Ε.Ο. Αθηνών - Πατρών στο ρεύμα πορείας αυτής από Αθήνα προς Πάτρα και στην άκρα δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας αυτού. Πίσω από το όχημα αυτό, στην ίδια ακριβώς λωρίδα κυκλοφορίας και προς την αυτήν κατεύθυνση, αλλά και σε ικανή απόσταση ασφαλείας από το ως άνω προπορευόμενο όχημα, εκινείτο ο Αλβανός υπήκοος Ρ. I. (Π. Ο.), οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του. Κατά την ίδια χρονική στιγμή (ημερομηνία και ώρα), επί της αυτής οδού και στο αντίθετο ρεύμα πορείας αυτής, ήτοι από Πάτρα προς Αθήνα εκινείτο ο κατηγορούμενος Τ. Κ., ο οποίος ήταν ανήλικος, ηλικίας τότε 17 ετών και εστερείτο άδειας ικανότητας οδήγησης, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ ιδιοκτησίας του πατέρα του Γ. Κ., ο οποίος ήταν συνεπιβάτης καθήμενος στην θέση του συνοδηγού. Όταν τα παραπάνω οχήματα έφθασαν στην χιλιομετρική θέση του 168ου χ/τρου, όπου η οδός είναι ευθεία και οριζόντια, ο οδηγός του εκ των ανωτέρω οχημάτων ..., Τ. Κ., από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ούτε ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος του λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες κυκλοφορίας κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του σε περίπτωση που οι περιστάσεις το επιβάλλουν, με αποτέλεσμα, συνεπικουρούμενης της παραπάνω αμελούς συμπεριφοράς του και από την ανεπιτηδειότητά του περί την οδήγηση καθώς και από την υπερβολική ταχύτητα που είχε αναπτύξει (ο ίδιος απολογούμενος, αρνούμενος ότι οδηγούσε ο ίδιος, προσδιόρισε την ταχύτητα του εν λόγω οχήματος από 80 έως 120 χ/τρα ανά ώρα), να εκτραπεί της αρχικής του πορείας προς τα αριστερά, να εισέλθει, με κινήσεις "ζικ-ζακ" κάτι σαν "σλάλομ" τις χαρακτήρισε ο αυτόπτης μάρτυρας Κ.Π., στην λωρίδα κυκλοφορίας που προοριζόταν για την κίνηση προς την αντίθετη κατεύθυνση, και να συγκρουστεί αρχικά με σφοδρότητα πλαγιομετωπικά με το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Π. Ρ., το οποίο εξ αιτίας της σφοδρότητας της σύγκρουσης εξετράπη της πορείας του προς τα δεξιά και περνώντας πάνω από τα κιγκλιδώματα της οδού επέπεσε σε παρακείμενα δένδρα. Στη συνέχεια και αφού συγκρούστηκε επάνω στο άκρο δεξιό κιγκλίδωμα της οδού, κάνοντας ανεξέλεγκτες περιστροφικές κινήσεις (σβούρες τις χαρακτήρισε ο Ρ.I.) επέπεσε με το πλάγιο αριστερό τμήμα του στο επόμενο υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ σχεδόν ακινητοποιημένο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Αλβανός υπήκοος Ρ. I., ο οποίος έχοντας παρακολουθήσει την προηγηθείσα σύγκρουση με το προπορευόμενο αυτού όχημα και αντιλαμβανόμενος ότι πρόκειται να υποστεί και το δικό του όχημα σύγκρουση και μη έχοντας περιθώρια άλλων ελιγμών ενόψει του ότι οδηγούσε στο άκρο δεξιό της οδού και το επερχόμενο όχημα εκινείτο ανεξέλεγκτα έμπροσθεν του, πέδησε και ακινητοποίησε σχεδόν το όχημα του. Αποτέλεσμα των συγκρούσεων αυτών ήταν Α) να προκληθεί ο θάνατος τριών ανθρώπων και συγκεκριμένα α) του Π. Ρ., ηλικίας 32 ετών, οδηγού του προαναφερθέντος οχήματος ... ΙΧΕ, ο οποίος έπαθε βαριά τραυματική κάκωση θώρακος μετά ρήξεως των μεγάλων αγγείων της καρδιάς, καθώς και ρήξη του ήπατος και εσωτερική αιμορραγία, από τις οποίες βλάβες ως μόνες ενεργές αιτίες επήλθε ο θάνατος αυτού την 1-8-2004, β) της θυγατέρας του προαναφερθέντος (Π.Ρ.), Μ. Ρ., ηλικίας μόλις 1 έτους, η οποία έπαθε βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, βλάβη από την οποία ως μόνη ενεργή αιτία επήλθε ο θάνατος της την 1-8-2004 και γ) του Γ. Κ., ηλικίας 55 ετών, πατέρα του κατηγορουμένου, ο οποίος ήταν συνεπιβάτης στο ζημιογόνο όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, ο οποίος έπαθε βαριά θλαστική κάκωση θώρακος μετά ρήξεως αριστερού πνεύμονα και μεγάλων αγγείων, από την οποία βλάβη ως μόνη ενεργή αιτία επήλθε ο θάνατος του την 1-8-2004 και Β) να προκληθούν σοβαρές σωματικές βλάβες στην υγεία δύο άλλων ανθρώπων και συγκεκριμένα α) της Χ. Π., συνεπιβαίνουσας του υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, η οποία ήταν σύζυγος του αποβιώσαντος ανωτέρω Π.Ρ. και μητέρα της επίσης αποβιώσασας Μ.Ρ., και η οποία έπαθε κάταγμα αριστερού βραχιονίου, δεξιάς κερκίδας και ωλένης, θλαστικό τραύμα αριστερού κάτω άκρου (κνημιαίας επιφάνειας) και κάκωση αριστερού οφθαλμού, από τον οποίο σημειωτέον έχει πλέον απωλέσει την όραση της, και β) του συνεπιβαίνοντος στο υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, Δ. Ρ. ηλικίας τότε 2,5 ετών γιού του αποβιώσαντος Π.Ρ. και της ανωτέρω Χ.Π., ο οποίος έπαθε κάταγμα αριστερού μηριαίου καθώς και θλαστικό αριστερής παρειάς. Αποκλειστικά υπαίτιος για τους παραπάνω θανάτους και τραυματισμούς είναι ο κατηγορούμενος. Ο τελευταίος προκειμένου να αποσείσει τις ευθύνες του ισχυρίζεται ότι οδηγός του ζημιογόνου οχήματος ήταν ο θανών πατέρας του Γ. Κ., ενώ ο ίδιος καθόταν στην θέση του συνοδηγού και προς ενίσχυση του ισχυρισμού του αυτού επικαλείται α) την από 1-8-2004 έκθεση αυτοψίας που συνέταξε ο ανθυπαστυνόμος Μ. Π., στην οποία πράγματι ως οδηγός του ζημιογόνου οχήματος αναγράφεται ο Γ. Κ., το βιβλίο αδικημάτων της 3ης Αυγούστου 2004 της Τροχαίας Αιγίου, όπου και πάλι ως οδηγός αναγράφεται ο Γ. Κ., την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντα από τις αρμόδιες αρχές πραγματογνώμονα Α. Π., όπου και πάλι αναγράφεται ως οδηγός ο Γ. Κ. και β) τα σημεία πρόσκρουσης του ζημιογόνου αυτοκινήτου με το ... ΙΧΕ που οδηγούσε ο Π.Ρ. και τον τρόπο θανατώσεως και τραυματισμού των επιβαινόντων σ' αυτά. Όσον αφορά την από 1-8-2004 έκθεση αυτοψίας, σημειώνονται τα ακόλουθα: Πράγματι σ' αυτήν αναγράφεται ως οδηγός του ζημιογόνου οχήματος ο Γ. Κ. και όχι ο κατηγορούμενος. Η έκθεση αυτή συντάχθηκε από τον ανθυπ/μο Π. Μ. και συνυπογράφεται από τον ανθυπ/νο Σ. Μ., όταν αυτοί μετέβησαν στον τόπο του ατυχήματος περί ώρα 10.00' ως αναφέρεται σ' αυτήν, προηγουμένως όμως, άλλοι διερχόμενοι οδηγοί αλλά και ο εμπλακείς στο ατύχημα Ρ.I., είχαν προστρέξει για να βοηθήσουν τους παθόντες και τους είχαν ήδη βγάλει από τα καταστραφέντα οχήματα και έτσι όταν οι ανωτέρω αστυνομικοί έφθασαν στον τόπο του ατυχήματος δεν είχαν αντίληψη ιδίοις όμμασι περί του ποιός ήταν οδηγός, αλλά συνήγαγαν τούτο προφανώς από την άδεια οδηγήσεως του θανόντος Γ. Κ. και την άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου του. Αντιθέτως, οι δύο αυτόπτες μάρτυρες, ήτοι ο Ρ. I. ο οποίος ήταν ο οδηγός του τρίτου συγκρουσθέντος οχήματος και ο αδελφός του Α. I., ο οποίος ακολουθούσε με έτερο όχημα το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο αδελφός του, οι οποίοι ακινητοποίησαν τα οχήματα τους και έτρεξαν για να δώσουν βοήθεια στους παθόντες, εξεταζόμενοι ενόρκως λίγη ώρα μετά το ατύχημα, στις 12.00' ο πρώτος και στις 11.20' ο δεύτερος, ρητά και κατηγορηματικά αναφέρουν, καταθέτοντας σχεδόν πανομοιότυπα, ότι στη θέση του οδηγού βρισκόταν ένα νεαρό άτομο (αγόρι) τραυματισμένο και δίπλα του στη θέση του συνοδηγού καθόταν ο πατέρας του. Αλλά και ενώπιον τόσο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου όσο και του Δικαστηρίου τούτου, εξεταζόμενοι ως μάρτυρες εντελώς σίγουροι και μετά πλήρους βεβαιότητας καταθέτουν ότι στην θέση του οδηγού καθόταν ο νεαρός (κατηγορούμενος) και στην θέση του συνοδηγού ο πατέρας του και ότι ο εξ αυτών Α. I. και συνεπιβαίνοντες φίλοι τους έβγαλαν πρώτα τον πατέρα του και τον ακούμπησαν στην άσφαλτο, ενώ ο κατηγορούμενος που καθόταν στην θέση του οδηγού προσπάθησε να βγεί έξω αλλά επειδή η πόρτα του ήταν μπλοκαρισμένη (είναι εμφανές στην φωτ. 1 της πραγματογνωμοσύνης ότι το καπώ του αυτοκινήτου είχε σφηνώσει επάνω της) σύρθηκε στην θέση του συνοδηγού και βγήκε από εκεί έξω, μάλιστα ο τελευταίος (Α. I.) του έδεσε το πόδι με μια μπλούζα για να σταματήσει την αιμορραγία που είχε. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι καθόταν αυτός στην θέση του συνοδηγού και αφού βγήκε, προσπάθησε να βγάλει τον πατέρα του από την θέση του οδηγού όπου βρισκόταν και επειδή δεν μπορούσε για το λόγο ότι η πόρτα ήταν σφηνωμένη, τον έσυρε στην θέση του συνοδηγού και τον έβγαλε από εκείνη την πόρτα, ουδόλως κρίνεται πειστικός, αφού κανένας από τους αυτόπτες μάρτυρες αντιλήφθηκε κάτι τέτοιο, αλλά και απορίας άξιο τυγχάνει πώς θα μπορούσε να προβεί σε όλες τις ενέργειες που αναφέρει, όντας και ο ίδιος σοβαρά τραυματισμένος στο αριστερό του πόδι, έχοντας υποστεί συντριπτικό και επιπλεγμένο κάταγμα κάτω τριτημορίου αριστεράς κνήμης και περόνης χειρουργηθέν. Οι καταθέσεις των παραπάνω αυτόπτων μαρτύρων, οι οποίοι σημειωτέον ουδένα λόγο είχαν να καταθέτουν ψευδή γεγονότα ως προς το πρόσωπο που οδηγούσε το ζημιογόνο όχημα, κρίνονται απολύτως πειστικές και δεν αναιρούνται από την παραπάνω έκθεση αυτοψίας, καθόσον ο συντάξας αυτήν Π.Μ., ουδόλως είχε ιδίαν αντίληψη, τουλάχιστον ως προς το θέμα περί του ποιος οδηγούσε το ζημιογόνο όχημα, διότι έφθασε στον τόπο του ατυχήματος μετά την απομάκρυνση των παθόντων ανθρώπων (τραυματισθέντων και θανατωθέντων) από τα συγκρουσθέντα αυτοκίνητα. Και ναι μεν η έκθεση αυτή φέρεται ολοκληρωθείσα στο γραφείο την 12' της ιδίας ημέρας, ενώ δηλ. είχε προηγηθεί η κατάθεση του ενός τουλάχιστον εκ των δύο αυτόπτων μαρτύρων, ήτοι του Α.I. η οποία άρχισε να συντάσσεται την 11.20' και περατώθηκε την 11.55' της ίδιας ημέρας, ενώπιον του ιδίου προανακριτικού υπαλλήλου Π.Μ., δηλαδή ολοκληρώθηκε πριν την υπογραφή της έκθεσης αυτοψίας που έλαβε χώρα την 12π,ενώ η κατάθεση του έτερου αυτόπτη μάρτυρα Ρ. I. συντάχθηκε μετά την υπογραφή της έκθεσης αυτοψίας, από την 12.00' έως την 12.30', όμως ο ως άνω προανακριτικός υπάλληλος λανθασμένα υπέλαβε και ανέγραψε ως οδηγό τον θανόντα Γ. Κ. και όχι τον κατηγορούμενο Τ. Κ.. Γι' αυτό αντιληφθείς εκ των υστέρων την προφανή διάσταση μεταξύ των αναγραφομένων στην έκθεση αυτοψίας που συνέταξε και των καταθέσεων των ως άνω δύο αυτόπτων μαρτύρων, σχετικά με το ζήτημα περί του ποίος οδηγούσε το ζημιογόνο ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ρώτησε επανειλημμένως τον μάρτυρα Κ.Π. αν έμαθε τελικά ποιός οδηγούσε το ζημιογόνο όχημα, ενώ όταν επισκέφθηκε την παθούσα Χ.Π. για να της πάρει κατάθεση στο νοσοκομείου, σε σχετική ερώτηση της, απάντησε ότι απ' ότι φάνηκε από τις καταθέσεις οδηγούσε ένα παιδί (εννοεί ο κατηγορούμενος). Εξάλλου και το Τμήμα Τροχαίας Αιγίου (Γραφείο Οδικών Τροχ. Ατυχημάτων), στο οποίο αρμόδιος είναι ο ανθ/μος Π. Μ.ς, στο 2514/9/53-ιδ/22-2-2005 διαβιβαστικό έγγραφο της με το οποίο υπέβαλε την σχηματισθείσα δικογραφία στον Εισαγγελέα Αιγίου που υπογράφεται από τον Διοικητή του Τμήματος Σ. Χ., αστυνόμο Α', διαφοροποιείται από την έκθεση αυτοψίας ως προς το εν λόγω ζήτημα και αναφέρει ότι ο τραυματισμένος θανάσιμα Κ. Γ. του Τ., ετών 55, αρχικά είχε αναφερθεί ως οδηγός του Α' οχήματος και ότι ο τραυματισμένος ελαφρά Κ. Τ. του Γ., ετών 17, αρχικά είχε αναφερθεί ως συνεπιβάτης του Α' οχήματος. Εξάλλου πρέπει να σημειωθεί ότι τα έτερα δύο έγγραφα που επικαλείται ο κατηγορούμενος, ήτοι το βιβλίο αδικημάτων της 3ης Αυγούστου 2004 της Τροχαίας Αιγίου και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντα από τις αρμόδιες αρχές πραγματογνώμονα Α. Π., όπου και πάλι αναγράφεται ως οδηγός του ζημιογόνου οχήματος ο Γ. Κ., έχουν λάβει την πληροφορία αυτή και την αναπαράγουν στο περιεχόμενο τους από το κείμενο της προηγηθείσης, χρονικά, έκθεσης αυτοψίας. Όσον αφορά τα σημεία πρόσκρουσης του ζημιογόνου οχήματος, από την φωτογραφία 5 που συνοδεύει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, είναι εμφανής η σχεδόν πλήρης καταστροφή της δεξιάς πλευράς του αυτοκινήτου που σημαίνει ότι εκεί δέχθηκε την σφοδρότερη σύγκρουση γι' αυτό και σκοτώθηκε ο συνεπιβάτης Γ. Κ., ο οποίος σημειωτέον από κανένα στοιχείο της δικογραφίας προκύπτει ότι φορούσε ζώνη ασφαλείας προσέτι δε το ζημιογόνο όχημα παλαιάς τεχνολογίας δεν διέθετε αερόσακους, ενώ η αριστερή πλευρά όπου καθόταν ο οδηγός (κατηγορούμενος) είναι προφανές ότι δεν έχει συντριβεί στον ίδιο βαθμό με την δεξιά πλευρά γι' αυτό και ο οδηγός υπέστη τραυματισμό μόνο στο πόδι του. Αλλά και ο έτερος ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι δηλ. το επίδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα τρίτου εξαφανισθέντος αυτοκινήτου, το οποίο, επιχειρώντας προσπέραση από δεξιά επέπεσε στο πίσω δεξιό μέρος του αυτοκινήτου του πατέρα του, και το ώθησε βίαια, εκτρέποντας το προς τα αριστερά με αποτέλεσμα να συμβούν όλα τα παραπάνω, από ουδέν στοιχείο συνεπικουρείται και απορρίπτεται, αφού ουδείς καταθέτει κάτι τέτοιο πλην του κατηγορουμένου, η δε έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρει σχετικά με το θέμα αυτό ότι δεν διαπιστώθηκε προηγούμενη επαφή του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου με άλλο όχημα. Ενόψει όλων των παραπάνω που αποδείχθηκαν από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας και τις καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων, τα οποία είναι αρκούντως επαρκή για να σχηματίσει το Δικαστήριο πλήρη δικανική πεποίθηση, δεν κρίνεται αναγκαία η κλήτευση του συντάξαντος την έκθεση αυτοψίας ανθυπαστυνόμου Π. Μ. και γι' αυτό το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου πρέπει ν' απορριφθεί. Επομένως ο κατηγορούμενος με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά είναι αποκλειστικά υπαίτιος για τις πράξεις που τέλεσε κατά το κατηγορητήριο, δηλαδή α) για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή και β) σωματική βλάβη από αμέλεια κατά συρροή". Με βάση τις παρακάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια,πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1Β, 28, 94, 130, 302 παρ. 1, 314 παρ. 1α και 315 παρ. 1Β του ΠΚ, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας και όλες τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας για να καταλήξει ότι υπαίτιος του τροχαίου ατυχήματος την 1.8.2004 στη ΝΕΟ Αθηνών - Πατρών ήταν ο αναιρεσείων και όχι ο θανών πατέρας του Γ. Κ., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Επίσης με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το σχετικό αίτημα αναβολής για να κλητευθεί ο συντάξας την έκθεση αυτοψίας ανθυπαστυνόμος Π. Μ., αναφέροντας κατά λέξη "Ενόψει όλων των παραπάνω που αποδείχθηκαν από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας και τις καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων, τα οποία είναι αρκούντως επαρκή για να σχηματίσει το Δικαστήριο πλήρη δικανική πεποίθηση, δεν κρίνεται αναγκαία η κλήτευση του συντάξαντος την έκθεση αυτοψίας ανθυπαστυνόμου Π. Μ. και γι' αυτό το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου πρέπει ν'απορριφθεί". Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος στο σύνολό του (τόσο ως προς την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση όσο και ως προς το αίτημα της αναβολής της δίκης), και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως πλήττεται η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών και γι' αυτό οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά το άρθρο 211 εδ. α' ΚΠοινΔ με ποινή ακυρότητας της επ' ακροατηρίου διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες κατά την αποδεικτική διαδικασία όσοι άσκησαν και ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση. Η ακυρότητα που επέρχεται από την παράβαση αυτή είναι σχετική (άρθρα 170 παρ. 2 και 171 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καλυπτομένη, επομένως, αν δεν προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ΚΠοινΔ, διαφορετικά, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Λόγω της γενικότητας της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 211, αυτή συμπεριλαμβάνει όλους όσους άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα προανακριτικά, ο λόγος δε της εξαιρέσεως των προσώπων αυτών στηρίζεται στην προκατάληψη την οποία θεωρεί ο νομοθέτης ότι μπορεί να έχουν υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, ως εκ της ασκήσεως των καθηκόντων τους (Ολ.ΑΠ 4/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας που παραδεκτά εξετάζει ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα των λόγων αναιρέσεως, ο αναιρεσείων με τις από 21.10.2008 και 12.3.2009 αιτήσεις του προς τον Εισαγγελέα Εφετών ζήτησε όπως κλητευθεί και προσέλθει να εξετασθεί ως μάρτυρας κατά τη δευτεροβάθμια δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Πατρών με κατηγορούμενο τον ίδιο, ο αστυνομικός Π. Μ., ο οποίος όμως στην κρινόμενη υπόθεση ενήργησε ως προανακριτικός υπάλληλος (συνέταξε την έκθεση αυτοψίας, το πρόχειρο σχεδιάγραμμα τροχαίου ατυχήματος και εξέδωσε ακριβές αντίγραφο από τα Βιβλία Αδικημάτων και Συμβάντων του Τμήματος Τροχαίας Αιγίου, όπως ανέφερε ειδικότερα στη δεύτερη των ως άνω αιτήσεών του). Η πρώτη των ως άνω αιτήσεων, στην οποία δεν αναφερόταν για ποία θέματα θα εξεταζόταν ο προαναφερόμενος μάρτυρας απορρίφθηκε κατ' άρθρο 327 ΚΠΔ με την από 26.11.2008 Πράξη του αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, η δεύτερη δε, η οποία υποβλήθηκε λόγω αναβολής της συζητήσεως της έφεσης του κατηγορουμένου κατά την αρχικά ορισμένη δικάσιμο, απορρίφθηκε ομοίως με την από 19.3.2009 Πράξη του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών. Η πρώτη των ως άνω αιτήσεων ορθά απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 327 παρ. 2 εδ. β' του ΚΠΔ και επομένως ο κατηγορούμενος από δικό του σφάλμα στερήθηκε του υπερασπιστικού δικαιώματος και εντεύθεν δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητας της διαδικασίας σε βάρος του και δεν ιδρύθηκε ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Αλλά και από την απόρριψη της δεύτερης των άνω αιτήσεων δεν δημιουργήθηκε ακυρότητα υπέρ του κατηγορουμένου, καθόσον, όπως προκύπτει από τα ως άνω έγγραφα που επικαλέσθηκε ο ίδιος ο ανωτέρω μάρτυρας άσκησε προανακριτικά καθήκοντα και δεν μπορούσε να εξετασθεί ως μάρτυρας στο ακροατήριο (άρθρο 211 περ. α' ΚΠΔ), η τοιαύτη δε απαγόρευση τίθεται γενικά και ανεξάρτητα αν από τις προανακριτικές ενέργειες του οφελείται ο κατηγορούμενος, ο οποίος ασκώντας τα υπερασπιστικά του δικαιώματα (άρθρο 327 παρ. 2 ΚΠοινΔ) μπορούσε να ζητήσει την κλήτευση άλλου μάρτυρα και όχι του αστυνομικού Π. Μ., που είχε εκτελέσει προανακριτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση. Συνακόλουθα ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την απόρριψη των δύο αιτήσεων του κατηγορουμένου κλήτευσης από τον Εισαγγελέα Εφετών Πατρών του μάρτυρα Π. Μ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω ο από το άρθρο 500 παρ. 1 στοιχ. Γ' ΚΠοινΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, δηλαδή για παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από την από πρόδηλη παραδρομή αναγραφή στην αρχή εκάστου των επομένων του πρώτου φύλλων της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως αριθμού αυτής εσφαλμένα το 19-20/2009 αντί του ορθού 21-22/2009 (Βλ. σχετικά υπ'αριθ. πρωτ. 1007/31.3.2010 βεβαίωση της Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Πατρών) ουδεμία παράβαση της δημοσιότητας της διαδικασίας επήλθε, εξάλλου στο ακροατήριο όσα αναφέρονται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση αποτελούν πλήρη απόδειξη, εφόσον αυτά δεν προσβλήθησαν από τον κατηγορούμενο ως πλαστά (άρθρο 141 παρ. 3 ΚΠΔ).
Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 183 ΚΠοινΔ) ως και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας για τον εαυτόν της και για τον ανήλικο γιό της Δ. Ρ. πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Δεκεμβρίου 2009 αίτηση του Τ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 21-22/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, που ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Οκτωβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συρροή ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών από αμέλεια. Θεμελίωση των εγκλημάτων αυτών. Αιτιολογία απόφασης για την ενοχή του κατηγορουμένου και για το αίτημα αναβολής δίκης για κλήτευση μάρτυρα. Απόρριψη λόγου αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην καταδικαστική απόφαση ως αβάσιμου. Δεν συνεπάγεται ακυρότητα από τη μη κλήτευση μάρτυρα από τον Εισαγγελέα με αίτημα του κατηγορουμένου λόγω της ιδιότητας του μάρτυρα αυτού ως προανακριτικού υπαλλήλου. Απόρριψη του λόγου αυτού της αίτησης αναίρεσης. Δεν παραβιάζονται οι διατάξεις για τη δημοσιότητα της συνεδρίασης στο ακροατήριο από την εκ παραδρομής διαφορετική αρίθμηση πρακτικών και απόφασης μεταξύ πρώτου και λοιπών φύλλων αυτών. Απόρριψη σχετικού λόγου ως αβασίμου. Απόρριψη της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Συρροή εγκλημάτων.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1707/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και την Γραμματέα Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Νάκο, περί αναιρέσεως της 2711/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Β. Κ. του Κ. και 2) Δ. Χ., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Βόλου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 95/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου μόνον του Α.Ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 2336/1995, επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις κατά των εργοδοτών, διευθυντών, εκπροσώπων επιχειρήσεων κ.λ.π., οι οποίοι δεν καταβάλλουν εμπρόθεσμα τις οφειλόμενες στους εργαζομένους, συνεπεία της συμβάσεως ή της σχέσεως εργασίας, πάσης φύσεως αποδοχές. Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται ποινικό αδίκημα μόνο για την καθυστέρηση καταβολής των οφειλομένων από τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας αποδοχών, προκειμένου να διασφαλισθεί η έγκαιρη καταβολή αυτών στους δικαιούχους και δεν δημιουργείται πρωτογενής αξίωση των εργαζομένων για πληρωμή των αποδοχών τους.
Συνεπώς η παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων μπορεί να θεμελιώσει αξίωση του εργαζομένου προς αποζημίωση, κατά τα άρθρα 914, 927 και 298 ΑΚ, μόνο για τη ζημία που υπέστη από το άνω αδίκημα, δηλαδή από την υπαίτια καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών του και όχι για την πληρωμή των ίδιων των αποδοχών, έστω και αν ζητούνται ως αποζημίωση, αφού μόνη η παράλειψη του εργοδότη να καταβάλει εμπρόθεσμα τις αποδοχές δεν συνεπάγεται την απώλεια αυτών, ώστε να προκαλείται στον εργαζόμενο ισόποση με τις αποδοχές του ζημία, που να έχει ως αιτία το θεσπιζόμενο με τις διατάξεις του ΑΝ 690/1945 αδίκημα και, συνεπώς, ο εργαζόμενος δεν δύναται να διεκδικήσει από την καθυστέρηση αυτή χρηματική ικανοποίηση για προκληθείσα εξ αυτής ηθική βλάβη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 αρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ.
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά των δικών επί των οποίων εκδόθηκαν οι πρωτόδικες υπ' αριθμ. 4307/2007 και 4309/2007 αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, με τις οποίες ο κατηγορούμενος αναιρεσείων Π. Μ. του Γ. καταδικάσθηκε για παράβαση του άρθρου μόνον του ΑΝ 690/1945, η Β. Κ. και ο Δ. Χ. αντίστοιχα, που ήταν εργαζόμενοι στην επιχείρηση "ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΕΠΕ" της οποίας ο κατηγορούμενος ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, δήλωσαν ότι παρίστανται, ως πολιτικώς ενάγοντες και ζήτησαν να υποχρεωθεί ο κατηγορούμενος να καταβάλει στον καθένα αυτών το ποσό των 22 ευρώ ως χρηματική ικανοποίησή τους, για την ηθική βλάβη που τους προκάλεσε το αδίκημα (η μη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών), δήλωση που έγινε δεκτή εν μέρει και επιδικάσθηκε σε καθένα των πολιτικώς εναγόντων το ποσό των 20 ευρώ. Κατά τη συνεκδίκαση των υποθέσεων αυτών (και άλλων δύο συναφών) ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, παραστάθηκαν ενώπιον αυτού και οι δύο ως άνω πολιτικώς ενάγοντες και δήλωσαν την ίδια παράσταση πολιτικής αγωγής, η οποία έγινε και πάλι δεκτή και το δικαστήριο εκείνο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2711/2009 καταδικαστική και πάλι για τον κατηγορούμενο απόφασή του επιδίκασε σε καθένα πολιτικώς ενάγοντα το ίδιο χρηματικό ποσό (20 ευρώ), ως χρηματική ικανοποίησή του για ηθική βλάβη που προκλήθηκε σ' αυτούς από την τέλεση του εγκλήματος του άρθρου μόνον του ΑΝ 690/1945 από τον κατηγορούμενο.
Σύμφωνα όμως με όσα αναπτύχθηκαν πιο πάνω, η παράσταση των δύο πολιτικώς εναγόντων ενώπιον αμφοτέρων των ποινικών δικαστηρίων της ουσίας (πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου) δεν ήταν νόμιμη, αφού δεν συνέτρεχαν στα πρόσωπα αυτών οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησής τους για την άσκηση της πολιτικής αγωγής και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά την εκδίκαση του προσβαλλομένου κεφαλαίου της αποφάσεως που αφορούσε τις απαιτήσεις των δύο πολιτικώς εναγόντων, εργαζομένων στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος, έπρεπε να αποφανθεί σχετικώς κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, ως προς την έλλειψη στην κρινόμενη υπόθεση της νομιμοποίησής τους, και να μην επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση υπέρ αυτών λόγω ηθικής βλάβης τους. Επομένως, από την παράνομη παράσταση των Β. Κ. και Δ. Χ. ως πολιτικώς εναγόντων (και) ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ.) και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως. Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο λόγω της παράνομης παράστασης των δύο πολιτικώς εναγόντων και, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο περί απολύτου ακυρότητος της διαδικασίας λόγω του ότι λήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο έγγραφα που φέρεται ότι δεν αναγνώσθηκαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2711/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικών Βόλου. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Οκτωβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση άρθρου μόνον ΑΝ 690/1945. Ο εργαζόμενος δεν μπορεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά του εργοδότου - κατηγορουμένου για τη μη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών του. Απόλυτη ακυρότητα από την παράνομη παράσταση. Παραδοχή του σχετικού λόγου αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Πολιτική αγωγή, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1705/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιό-τητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον ... και εγκαλουμένους τους 1) Χ1, Εφέτη Αθηνών, 2) Χ2, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 3) Χ3, Αρεοπαγίτη, 4) Χ4, Αρεοπαγίτη, 5) Χ5, Πρόεδρο Εφετών Αθηνών, 6) Χ6, Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, 7) Χ7, Πρόεδρο Εφετών Αθηνών, 8) Χ8, Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, 9) Χ9, Αντεισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, 10) Χ10, Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, 11) Χ11, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών, 12) Χ12, Εφέτη Αθηνών, 13) Χ13, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 14) Χ14, Πρόεδρο Πρωτοδικών Αθηνών, 15) Χ15, Εφέτη Αθηνών. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 46861/30 Ιουλίου 2010, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1145/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Ιωάννης Τζαγκουρνής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα, με αριθμό 343/12-10-10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Κατόπιν της από 22-9-2008 αιτήσεως - καταγγελίας και του από 22-9-2008 υπομνήματος του Ζ1, κατοίκου ..., προς τον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, διετάχθη από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών η διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως περί του εάν έχουν διαπραχθεί οι αξιόποινες πράξεις της παραβάσεως καθήκοντος και της καταχρήσεως εξουσίας (άρθρα 13α, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 259 και 239 του Π.Κ.) από τους κατωτέρω καταγγελόμενους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς : 1) Χ4, Αρεοπαγίτη, 2) Χ12, Εφέτη Αθηνών, 3) Χ1, Εφέτη Αθηνών, 4) Χ3, Αρεοπαγίτη, 5) ... τέως Εφέτη Αθηνών, ο οποίος έχει ήδη εξέλθει από την υπηρεσία συνεπεία παραιτήσεως, 6) Χ15, Εφέτη Αθηνών, 7) Χ2, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 8) Χ6, Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, 9) Χ11, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών, 10) Χ13, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 11) Χ14, Πρόεδρο Πρωτοδικών Αθηνών, 12) ..., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 13) Χ7, Πρόεδρο Εφετών Αθηνών, 14) Χ5, Πρόεδρο Εφετών Αθηνών, 15) Χ9, Αντεισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, 16) ..., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών και ήδη συνταξιοδοτηθέντα λόγω ορίου ηλικίας από 1-7-2009, 17) ..., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών και ήδη εξελθούσα από την υπηρεσία κατόπιν του από 12-10-2007 Προεδρικού Διατάγματος (ΦΕΚ 838/23-10-2007), 18) ..., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών και ήδη τελούσα εκτός υπηρεσίας κατόπιν του από 9-2-2009 Προεδρικού Διατάγματος (ΦΕΚ 117/18-2-2009), 19) ... τέως Προέδρου Εφετών Αθηνών, ο οποίος αποχώρησε από την υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας την 1-7-2006, 20) ... τέως Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ο οποίος αποχώρησε από την υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας την 1-7-2007, 21) Χ10, Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, 22) ..., Επίτιμου Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος αποχώρησε από την υπηρεσία λόγο ορίου ηλικίας την 1-7-2006, 23) Χ8, Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών 24) ... τέως Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ο οποίος απεβίωσε την 23-11-2007, μετά το πέρας της οποίας η Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών ... απέρριψε την προαναφερομένη έγκληση ως μη δυναμένη να εκτιμηθεί δικαστικά σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 47 Κ.Π.Δ. με την υπ' αριθμ. : ΕΓ 135 - 09/168/24Δ/09 ΔΙΑΤΑΞΗ.
Κατά της ως άνω ΔΙΑΤΑΞΕΩΣ ο εν λόγω εγκαλών άσκησε κατ' εφαρμογή του άρθρου 48 Κ.Π.Δ. την υπ' αριθμ. 192/29-3-2010 προσφυγή που απευθύνεται στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Ο εν λόγω Εισαγγελέας και συγκεκριμένα η Αντεισαγγελέας Εφετών ... με την υπ' αριθμ. πρωτ. 318/26-4-2010 ΔΙΑΤΑΞΗ παράγγειλε την συνέχιση της προκαταρκτικής εξετάσεως προκειμένου να επισυναφθεί στη δικογραφία υπηρεσιακή βεβαίωση σχετικά με την ιδιότητα ενός εκάστου εκ των καταγελλομένων δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών.
Μετά την επισύναψη της ανωτέρω υπηρεσιακής βεβαιώσεως η αυτή ως άνω Αντεισαγγελέας Εφετών Αθηνών ... με το υπ' αριθμ. πρωτ. 46861/30-7-2010 έγγραφό της που απευθύνεται προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αιτείται όπως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 περίπτωση (ε) και 137 παρ. 1(γ) Κ.Π.Δ. το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου που συνέρχεται εν προκειμένω σε Συμβούλιο διατάξει την παραπομπή της προκειμένης υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο, ώστε να κριθεί η βασιμότητα ή μη της υπ' αριθμ. 192/29-3-2010 προσφυγής που άσκησε ο εν λόγω εγκαλών ... κατά της υπ' αριθμ. πρωτ. ΕΓ 135-09/168/24Δ/09 ΔΙΑΤΑΞΕΩΣ της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών ....
Επειδή η εν λόγω αναφορά υπ' αριθμ. πρωτ. 46861/30-7-2010 είναι νόμω βάσιμη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 περίπτωση (ε) και 137 παρ. 1 περίπτωση (γ) του Κ.Π.Δ. και υφίσταται αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Σας σε Συμβούλιο όπως προβλέπεται από τις δικονομικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν, πρέπει η προκειμένη υπόθεση να παραπεμφθεί στο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο του Εφετείου Πειραιώς και στις εκεί ανακριτικές αρχές δοθέντος ότι οι περισσότεροι από τους καταγγελλόμενους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς υπηρετούν στο Εφετείο και στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών.
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω :
Να παραπεμφθεί λόγω κανονισμού αρμοδιότητος η προκειμένη υπόθεση που αφορά την υπ' αριθμ. πρωτ. 192/29-3-2010 προσφυγή του εγκαλούντος ... η οποία στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. πρωτ. ΕΓ 135-09/168/24Δ/09 ΔΙΑΤΑΞΕΩΣ της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών ..., με την οποία απορρίφθηκε σχετική έγκλησή του κατά δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών οι περισσότεροι των οποίων υπηρετούν στο Εφετείο και στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, από το Εφετείο και την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών όπου εκκρεμεί προς εκδίκαση στο Εφετείο και την Εισαγγελία Εφετών Πειραιώς καθώς και στις εκεί ανακριτικές αρχές.
Αθήνα 11/10/2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε πρωτοδικείο ή Εισαγγελέα και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τόπο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία της οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής, όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί δίωξη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 του ΚΠΔ, την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών που απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47 ΚΠΔ) εξετάζει και κρίνει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλο ισόβαθμο Εισαγγελέα ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 22-9-2008 αίτηση-καταγγελία, σε συνδυασμό με το από 29-9-2008 υπόμνημα του Ζ1, κατοίκου Αθηνών προς τον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, κατά Χ4, Αρεοπαγίτη, και λοιπών είκοσι τριών (23) δικαστικών ή Εισαγγελικών λειτουργών [εν ενεργεία ή αποχωρησάντων από την υπηρεσία και ενός αποβιώσαντος (του αντεισαγγελέα Εφετών ...)] ζητήθηκε η ποινική δίωξή τους για τις αξιόποινες πράξεις της παράβασης καθήκοντος και της κατάχρησης εξουσίας (άρθρα 13α, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 259 και 239 ΠΚ). Την ως άνω αίτηση, μετά τη διενέργεια της σχετικής προκαταρκτικής εξέτασης από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, απέρριψε η αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών ..., ως μη δυνάμενη να εκτιμηθεί δικαστικά σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 47 του ΚΠΔ, με την υπ' αριθμ. ΕΓ 135-09/168/24Δ/09 διάταξή της. Κατά της ως άνω Εισαγγελικής διάταξης ο αιτών-εγκαλών άσκησε κατ' άρθρο 48 του ΚΠΔ, ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών την υπ' αριθμ. 192/2010 προσφυγή του, για την οποία αρμόδιος να αποφανθεί είναι ο προαναφερόμενος Εισαγγελέας Εφετών. Ο τελευταίος, μετά τη διενέργεια όσων διέταξε με την υπ' αριθμ. 318/2010 διάταξή του (επισύναψη στη δικογραφία υπηρεσιακής βεβαίωσης σχετικά με την ιδιότητα ενός εκάστου εκ των καταγγελομένων δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών), με το υπ' αριθμ. 46861/30-7-2010 έγγραφό του αιτείται τον κανονισμό αρμοδιότητας, προκειμένου αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών να κρίνει την προμνημονευόμενη προσφυγή του εγκαλούντος, λόγω του ότι οι περισσότεροι των εγκαλουμένων είναι εν ενεργεία δικαστικοί λειτουργοί που υπηρετούν στο Εφετείο Αθηνών ή στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών αντίστοιχα. Επομένως συντρέχει περίπτωση κανο-νισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 του ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ανωτέρω υπόθεσης από τον κατά τόπον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της προαναφερόμενης προσφυγής και αν συντρέξει περίπτωση στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Πειραιώς, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για τον περαιτέρω χειρισμό αυτής, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την παραπομπή της υπόθεσης που αναφέρεται στο υπ' αριθμ. 46861/30-7-2010 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών που αφορά την υπ' αριθμ. 192/29-3-2010 προσφυγή του εγκαλούντος ..., κατοίκου Αθηνών, κατά της υπ' αριθμ. πρωτ. 135-09/168/24Δ/09 διάταξης της Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών ..., με την οποία απορρίφθηκε η από 22-9-2008 αίτηση-καταγγελία του κατά των αναφερομένων σ' αυτήν είκοσι τεσσάρων (24) δικαστικών ή εισαγγελικών λειτουργών, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Πειραιώς, αν συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Αρμόδια Εισαγγελία Εφετών Πειραιά και Δικαστικές αρχές Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 1715/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Ιωάννη Παπαδόπουλο (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 104/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως του με αριθμό 21/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αλεξανδρούπολης.Με συγκατηγορούμενο τον Σ, κάτοικο ....
Το Συμβούλιο Εφετών Αλεξανδρούπολης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Απριλίου 2010 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 718/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 294/23.9.2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Η Χ - μαζί με άλλους κατηγορουμένους- παραπέμφθηκε με απ'ευθείας κλήση [συμφωνία, Εισαγγελέα - Προέδρου Εφετών] κατ'εφαρμογή του άρθρου 6 παρ. 2γΙ και
ΙΙ του ν. 3074/2002 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης για να δικαστεί για τις αναφερόμενες στο κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Εφετών Θράκης αξιόποινες πράξεις. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης - στη δικάσιμο της 17-18/12-2007 - με αποδοχή σχετικής ενστάσεως [όπως αναφέρει] των κατηγορουμένων - έκρινε με την 522/2007 απόφασή του ότι απαραδέκτως εισήχθη η υπόθεση σ'αυτό διότι "εσφαλμένως εφαρμόστηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 6 παρ. 2 γ Ι και
ΙΙ του ν. 3074/2002 με προανάκριση που διενεργήθηκε από Επιθεωρητές του Σώματος Επιθεωρητών Ελεγκτών της Δημόσιας Διοικήσεως αντί των κατά την Ποινική Δικονομία ασκούντων την προανάκριση Αρχών". Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής επελήφθη το συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αλεξανδρούπολης - κατ'εφαρμογή του άρθρου 308 παρ. 1 εδ. α, β ΚΠοινΔ - για τη νόμιμη ουσιαστική περάτωση της κυρίας ανάκρισης [που είχε διενεργηθεί] και, μετά από έλεγχο της ουσίας της υποθέσεως έκρινε με το υπ'αριθμ. 21/2010 βούλευμά του ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις παραπομπής των κατηγορουμένων Σ και Χ στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θράκης για να δικαστούν για την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση από δράστη που ενεργεί κατ' επάγγελμα με συνολικό επιδιωκόμενο όφελος άνω των 73.000 ευρώ [κατά του α] και άμεση συνέργεια κατ' εξακολούθηση στην πράξη αυτή με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό της και σε τρίτο παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ [ κατά της β ]. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στην ανωτέρω κατηγορουμένη Χ στις 14-4-2010 και κατ'αυτού άσκησε δια του πληρεξουσίου της - με βάση την από 30-4-2010 εξουσιοδότησή της, όπου βεβαιούται αρμοδίως η γνησιότητα της υπογραφής της - ... την από 27-4-2010 αναίρεση προβάλλουσα ότι η υπόθεση κρίθηκε και δη αμετακλήτως με την υπ'αριθμ. 522/2007 ανωτέρω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και δημιουργήθηκε έτσι δεδικασμένο, - το οποίο εμποδίζει να επαναφερθεί εκ νέου η υπόθεση. Να σημειωθεί ότι η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι η ανωτέρω απόφαση είναι και ορθή. Η άνω αναίρεση, η οποία, όπως ελέχθη, φέρει ημερομηνία 27-4-2010 και την οποία είχε ήδη συντάξει ο αυτός άνω πληρεξούσιος, ασκήθηκε με κατάθεση του εγγράφου της και δη "προσεκόμισε τη συνημμένη αίτηση αναίρεσης κατά του υπ'αριθμ. 21/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αλεξανδρούπολης" στον γραμματέα του Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης στις 30-4-2010 [ βλ. την οικεία βεβαίωση του γραμματέα].
Από τα παραπάνω καταφαίνεται ότι ναι μεν εμπρόθεσμα και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση ασκήθηκε η υπό κρίση αναίρεση - βλ. άρθρα 473 παρ. 1 εδ γ, τελ. 478 ΚΠοινΔ - πλην όμως είναι απαράδεκτη διότι δεν ασκήθηκε με τις διατυπώσεις που ορίζει ο νόμος - άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ - ήτοι με δήλωση στον οικείο γραμματέα [βλ. ΑΠ 2/2008 Ολ. ΠΧρ 2008 σελ. 216, ΑΠ 2287/2007, ΑΠ 1806/2008 κ.α.], αφετέρου ο φερόμενος ως λόγος αναίρεσης στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι η αναφερόμενη 522/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης δεν αποφάσισε για το ζήτημα της ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και παραγραφής αλλά έκρινε μόνο το ζήτημα της ενώπιον του παραπομπής, όπως τούτο σαφέστατα προκύπτει από το σκεπτικό και διατακτικό της. 'Αλλωστε - ενόψει του κριθέντος ζητήματος - δεν μπορούσε να επιληφθεί και αποφασίσει και για τα ζητήματα αυτά αφού αυτά προϋποθέτουν αρμοδιότητα [ πρβλ. Μπουρόπουλο Ερμ. ΠΚ τομ α σελ. 292 σημ. 4, Ζησιάδη Ποινικό Δίκαιο ΓενΜ β 454, ΑΠ 48/52 ΠΧρ Β/31 ]. Επομένως κανένα "δεδικασμένο δεν έχει δημιουργηθεί από την άνω απόφαση".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω όπως κηρυχθεί απαράδεκτη η από 27-4-2010 αίτηση αναίρεσης της Χ κατά του υπ'αριθμ. 21/2010 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αλεξανδρούπολης, να επιβληθούν δε τα έξοδα σε βάρος αυτής. Αθήνα 16-9-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 του ΚΠΔ, με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνον που τη διευθύνει. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του και από εκείνον που τη δέχεται. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκηση του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση, την 30.4.2010 εμφανίσθηκε ενώπιον του Γραμματέα Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης ο δικηγόρος Ευάγγελος Λαμπάκης και κατέθεσε την από 27.4.2010 αίτηση αναιρέσεως της Χ, στρεφόμενη κατά του υπ' αριθ. 21/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αλεξανδρούπολης. Η ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως δεν ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του ως άνω Γραμματέα ούτε συντάχθηκε για την άσκησή της η σχετική έκθεση, όπως απαιτείται από το άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠΔ. Επομένως για την άσκηση του ανωτέρω ένδικου μέσου δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκησή του και έτσι αυτό είναι απαράδεκτο. Γιαυτό πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 476 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.4.2010 αίτηση της Χ, για αναίρεση του υπ'αριθ. 21/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αλεξανδρούπολης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος επειδή δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις του νόμου για την άσκησή της.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1717/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητής, σύμφωνα με την 104/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και την Γραμματέα Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Λ. Ή Λ. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Βασιλειάδου, περί αναιρέσεως της ΓΤ 1067/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 462/2010.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 25 παρ. l του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου χρέους και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης από τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ήτοι αυτή της μη καταβολής του χρέους που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως, και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Έτσι, για την καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές απαιτούνται διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξεως. Κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 εδ. β του ίδιου άρθρου, "στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται, προκειμένου για περιορισμένης ευθύνης εταιρίες, στους διαχειριστές αυτών και όταν ελλείπουν, αδιάφορα από το λόγο ελλείψεώς τους ή όταν απουσιάζουν αυτοί από την έδρα της εταιρίας χωρίς να είναι γνωστό στη δημόσια οικονομική υπηρεσία ή στο τελωνείο όπου είναι βεβαιωμένα το χρέη πού ευρίσκονται, σε κάθε εταίρο, σωρευτικά ή μη". Κατά της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, "για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου (ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, κ.λπ.), η ποινική δίωξη ασκείται για χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για χρέη που βεβαιώθηκαν, ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή ...". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2523/1997, "στα νομικά πρόσωπα ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται: β)... στις περιορισμένης ευθύνης εταιρίες, οι διαχειριστές αυτών και όταν ελλείπουν ή απουσιάζουν αυτοί, ο κάθε εταίρος". Περαιτέρω, με το άρθρο 23 παρ. 1 του αυτού N. 2523/1997 αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 και αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του ποσού, το οποίο, όταν οφείλεται, καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του και, έτσι, οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέγκλητες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το όριο του 1.000.000 δρχ. προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμία από τις ως άνω δύο κατηγορίες αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Όταν δε πρόκειται για εταιρία περιορισμένης ευθύνης, πρέπει να αναφέρεται ότι το ποινικώς υπεύθυνο πρόσωπο, κατά το χρόνο κατά τον οποίο βεβαιώθηκε το χρέος, είχε την ιδιότητα του διαχειριστή ή, τουλάχιστον, του εταίρου αυτής. Τέλος, με το άρθρο 34 παρ.1 του N. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του N. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι: "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με το ανωτέρω άρθρο 34 του N. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του τελευταίου, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους του χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση εξοφλήσεως ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και, συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, πρέπει να εφαρμοσθούν, ως ευμενέστερες γι` αυτούς, οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2.523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 ευμενέ-στερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. ΓΤ-1067/2009 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 4 ετών. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι: Ο κατηγορούμενος στον Πειραιά, κατά το χρονικό διάστημα από 31.12.2002 έως 30.4.2004, καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών. Συγκεκριμένα, σε βάρος του ως άνω κατηγορουμένου, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της εταιρίας με την επωνυμία "Λ. Α.-Δ. ΕΠΕ" βεβαιώθηκαν αναλυτικά τα ακόλουθα χρέη, ως αυτά αναφέρονται στον με Α/Α 26/2005 πίνακα χρεών που συνόδευε την υπ' αρ. πρωτ. 20469/15.9.2005 και με αρ. ειδ. Βιβλίου 26/2005 μήνυση του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Ε' Πειραιά: 1) Με την υπ` αριθ. 2847/26.4.2004 βεβαίωση της ΔΟΥ Ε' Πειραιά βεβαιώθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου...συνολικά ποσό 352,10 ευρώ, ήταν καταβλητέο εφάπαξ στο σύνολό του στις 28.5.2004, 2) με την υπ` αριθ. 10441/27.11.2002 βεβαίωση της ως άνω ΔΟΥ βεβαιώθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου και με την ως άνω ιδιότητά του ως διαχειριστή της προαναφερόμενης εταιρίας ποσό 32.494,82 ευρώ, ως Πρόστιμο Κ.Β.Σ. που αφορούσε στο οικονομικό έτος 2002 από το οποίο εισπράχθηκε ποσό 7.613,27 ευρώ και στη συνέχεια το εναπομείναν υπόλοιπο ποσού 24.881,55 ευρώ, με συνυπολογισμό συνεισπραττομένου ποσού 11.798,96 ευρώ, δηλαδή συνολικά ποσό 36.680,51 ευρώ ήταν καταβλητέο σε δύο μηνιαίες δόσεις από τις οποίες η πρώτη την 31.12.2002 και η δεύτερη την 31.1.2003, 5)... 44)... Κατά τα λοιπά αποδείχθηκε ότι αν και είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του κατηγορουμένου και με την ιδιότητά του ως διαχειριστή της ως άνω εταιρίας τα προαναφερόμενα χρέη, τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ποσό του 1.018.832,90 ευρώ, ο κατηγορούμενος ουδέν ποσό κατέβαλε έναντι των ως άνω χρεών του και έτσι καθυστέρησε να καταβάλει πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους τα ως άνω χρέη".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών (Δ.Ο.Υ. Ε' Πειραιά), ο χρόνος κατά τον οποίο βεβαιώθηκαν τα χρέη (αναγραφόμενος στην πρώτη στήλη του πίνακα χρεών - 26.4.2004 για το υπ` αριθ. 1, 27.11.2002 για το υπ` αριθ. 2, 4.3.2004 για τα υπ` αριθ. 5 μέχρι 19 και 11.3.2004 για τα υπ` αριθ. 20 μέχρι 44), ότι τα υπ` αριθ. 1 και 5 μέχρι 44 ήταν καταβλητέα εφάπαξ στο τέλος του επομένου μήνα από εκείνον που βεβαιώθηκαν (28.5.2004 το πρώτο και 30.4.2004 τα λοιπά), ενώ το υπ` αριθ. 2 (με το προηγούμενο νομικό καθεστώς), το οποίο προερχόταν από πρόστιμο Κ.Β.Σ. που υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ, ήταν καταβλητέο σε δύο μηνιαίες δόσεις (31.12.2002 και 31.1.2003), ότι η καταβολή των χρεών καθυστέρησε για χρονικό διάστημα πέραν των τεσσάρων μηνών, ότι το σύνολο των χρεών υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και ότι ο αναιρεσείων ενέχεται ως διαχειριστής της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Λ. Α.-Δ. ΕΠΕ". Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείτο να αναφέρονται, ως προς τα υπ` αριθ. 1 και 5 μέχρι 44 χρέη, άλλα στοιχεία και δη το είδος των χρεών, αν δηλ. αυτά αφορούσαν παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή λοιπούς χρόνους και χρέη γενικά, εφόσον αυτά καταλαμβάνονται από τον Ν. 3220/2004, με τον οποίο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, καταργήθηκε η διάκριση αυτή και η ποινική μεταχείριση του δράστη ρυθμίζεται πλέον ανάλογα με το συνολικό ύψος των χρεών "από οποιαδήποτε αιτία". Παρά ταύτα, και το είδος των χρεών αναφέρεται. Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δη γιατί δεν αναφέρονται οι αποδείξεις από τις οποίες προκύπτει ότι η Αρχή που βεβαίωσε τα χρέη του πίνακα είναι η Δ.Ο.Υ. Ε, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, δεδομένου ότι, όπως αναφέρθηκε, δεν απαιτείτο αναλυτική παράθεση των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία προέκυπταν τα περιστατικά που έγιναν δεκτά. Ο αυτός λόγος, κατά το σημείο με το οποίο πλήττεται η απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση της καταθέσεως της μάρτυρος κατηγορίας, είναι απαράδεκτος, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και αυτός περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, επειδή αυτό δεν περιέχει τα αναγκαία για το κύρος του στοιχεία (άρθρα 173 παρ.1, 174 παρ.2, και 321 παρ.1 και 4 ΚΠοινΔ), καθώς και αυτός για μη νόμιμη άσκηση της ποινικής διώξεως, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην απαλλαγή του κατηγορουμένου ή, ενδεχομένως, στην οριστική παύση της ποινικής διώξεως λόγω παραγραφής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος προέβαλε εγγράφως, ανέπτυξε δε και προφορικώς, τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους είχε προβάλει και πρωτοδίκως, ότι α) το κλητήριο θέσπισμα είναι άκυρο, γιατί δεν προσδιορίζεται σ` αυτό ο ακριβής χρόνος καταβολής των χρεών, που δεν συμπίπτει με το χρόνο που βεβαιώθηκαν, και η μη πληρωμή τους, ενώ δεν εξειδικεύεται εάν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά και β) η άσκηση της ποινικής διώξεως για μη καταβολή επί μέρους χρεών που ανήκουν στην κατηγορία παρακρατουμένων ή επιρριπτομένων φόρων και υπελείποντο των 10.000 ευρώ είναι μη νόμιμη. Οι ισχυρισμοί αυτοί, ως προς τη διάκριση των χρεών, δεν ήταν νόμιμοι για το λόγο που αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη (για τα υπ` αριθ. 1 και 5 μέχρι 44 χρέη, που βεβαιώθηκαν υπό το κράτος του Ν. 3220/2004, δεν γίνεται διάκριση και λαμβάνεται υπόψη το σύνολο αυτών, ενώ το υπ` αριθ. 2 υπερέβαινε από μόνο του το, τότε ισχύον, όριο του ανεγκλήτου των παρακρατουμένων ή επιρριπτομένων φόρων, αλλά και των λοιπών φόρων και χρεών γενικά, καθώς και το ποσό των 10.000 ευρώ), και το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει. Παρά ταύτα, απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς με την αιτιολογία ότι: "Ο 1ος ισχυρισμός του κατ/νου περί ακυρότητας κλητηρίου θεσπίσματος είναι απορριπτέος, διότι στον πίνακα χρεών που έχει επισυναφθεί στο κατηγορητήριο, το οποίο και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος την από 15-9-2005 μήνυση του Προϊσταμένου της Ε' ΔΟΥ Πειραιά, ενώ άλλωστε αποτελεί και αναπόσπαστο μέρος του κατηγορητηρίου είναι εγγεγραμμένες όλες οι καταχωρήσεις και τα απαιτούμενα εκ του νόμου στοιχεία. Επιπλέον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 όπως ισχύει σήμερα μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, η διάκριση των φόρων σε παρακρατούμενους ή σε επιρριπτόμενους ουδεμία επιρροή ασκεί. Επίσης πρέπει να απορριφθεί και ο 2ος ισχυρισμός του κατ/νου, διότι με τη νέα μορφή του ως άνω άρθρου το εν λόγω όριο ποινικής ευθύνης θεσπίζεται επί συνολικής - αθροιστικής μη καταβολής ποσών και με τον ισχυρισμό αυτό προτείνεται στο Δικαστήριο να διαπλάσει το πρώτον μία αντικειμενική υπόσταση εγκλήματος μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο συνδυάζοντας στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης (θεμελίωση ποινικής ευθύνης εφόσον το κάθε επιμέρους χρέος είναι αξιόποινο) με στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης όπως ισχύει στο χρόνο εκδίκασης (συνολικό όριο ποινικής ευθύνης επί μη καταβολής περισσοτέρων χρεών), κάτι που είναι ανεπίτρεπτο, αφού δεν επιτρέπεται ένας συνδυασμός στοιχείων αντικειμενικών υποστάσεων εγκλημάτων που προβλέπονται από διαφορετικούς νόμους, που θα έχει ως συνέπεια τη διάπλαση από το Δικαστή μιας εντελώς νέας αντικειμενικής υπόστασης που ουδέποτε καταγράφηκε νομοθετικά ως στοιχειοθετούσα έγκλημα". Η αιτιολογία αυτή είναι η απαιτούμενη και ως προς το πρώτο σκέλος του πρώτου ισχυρισμού, αφού, όπως ήδη έχει εκτεθεί, προσδιορίζεται στον πίνακα χρεών, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του κλητηρίου θεσπίσματος, τόσο ο ακριβής χρόνος βεβαιώσεως των χρεών, όσο και ο χρόνος κατά τον οποίο έπρεπε αυτά να καταβληθούν, καθώς και ότι δεν πληρώθηκαν. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ως άνω ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, 19 και 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής που προβλέπονται από αυτές τις διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για την νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο διατάξεων προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσης φορολογικής του παράβασης η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης. Η έλλειψη δε της προϋποθέσεως αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής διώξεως και καθιστά αυτή σε περίπτωση ασκήσεώς της απαράδεκτη. Η προϋπόθεση, όμως, αυτή δεν απαιτείται προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και, συνεπώς, για την δίωξη αυτών δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, αλλά ούτε, σε περιπτώσεις ασκήσεως προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου απόφαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος προέβαλε τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου της εναντίον του τελευταίου εγερθείσας ποινικής διώξεως για μη έγκαιρη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο εκ του λόγου ότι για όλα τα επίδικα χρέη έχουν ασκηθεί προσφυγές, η εκδίκαση των οποίων εκκρεμεί στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά και, επομένως, δεν μπορούσε να ασκηθεί η ποινική δίωξη. Ο ισχυρισμός αυτός ορθά, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απορρίφθηκε, σιωπηρά, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού για την άσκηση της ποινικής διώξεως για το έγκλημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο δεν απαιτείται προηγούμενη τελεσίδικη κρίση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου επί των προσφυγών που έχουν ασκηθεί, και ο τρίτος, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 ΚΠοινΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος υπέβαλε, δια του συνηγόρου του, στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, για να προσκομιστεί από τη Δ.Ο.Υ. έγγραφο που να αναφέρει για ποια ακριβώς πράξη έχει βεβαιωθεί το υπ` αριθ. 2 χρέος του πίνακα χρεών ή αν αυτό το χρέος έχει προέλθει από εξωλογιστικό προσδιορισμό. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε το αίτημα αυτό με την αιτιολογία ότι: "Το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα αναβολής περί κρείσσονες αποδείξεις, διότι από το έτος 2005 μέχρι σήμερα, δηλαδή από τότε που συντάχθηκε ο συνημμένος στο κατηγορητήριο πίνακας χρεών μέχρι σήμερα θα έπρεπε ο κατηγορούμενος να έχει ο ίδιος φροντίσει να υποβάλει το αίτημα στην Ε' ΔΟΥ Πειραιά για την έκδοση εγγράφου που να αναφέρει για ποια ακριβώς πράξη έχει βεβαιωθεί η υπό στοιχείο (2) του πίνακα χρεών οφειλή ή αν αυτή η οφειλή έχει προέλθει από εξωλογιστικό προσδιορισμό, ώστε να το προσκομίσει στο παρόν Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που δικάζει μετά από ήδη δύο αναβολές (η μία λόγω ασθένειας εκκαλούντος και η άλλη στο πρόσωπο του συνηγόρου του) και όχι να ζητεί το έγγραφο αυτό για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου". Η αιτιολογία αυτή είναι επαρκής, αφού, όπως και ανωτέρω έχει εκτεθεί, οι πράξεις που έχουν βεβαιωθεί (και η υπ` αριθ. 2) και η αιτία των χρεών αναφέρονται στον πίνακα χρεών, οπότε δεν απαιτείτο να προσκομισθεί κάποιο περαιτέρω έγγραφο. Επομένως, ο τέταρτος, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του παραπάνω αιτήματος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 86 παρ. 1 του Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους κ.λπ." (που ισχύει από 1-1-1996), "καμία χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμοδία Δ.Ο.Υ. ή το αρμόδιο τελωνείο (βεβαίωση εν στενή εννοία). Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία τοιαύτη βεβαίωση. Κατά δε την παρ. 2 του αυτού άρθρου, "η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από την λήξη του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη". Επί πλέον, κατά το άρθρο 23 παρ. 7 Ν. 2523/1997, "ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος (του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 Ν. 2523/1997) συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής. Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση". Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι οι πράξεις της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο υπέκυψαν σε παραγραφή, γιατί από το χρόνο που τελέσθηκαν (οικονομικά έτη 1993 - 2000) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας. Ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν νόμιμος, αφού κρίσιμος χρόνος για την έναρξη της παραγραφής είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αυτός, κατά τον οποίο βεβαιώθηκαν τα χρέη και όχι εκείνος κατά τον οποίο φέρονται ότι γεννήθηκαν. Ορθά, λοιπόν, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς απέρριψε, σιωπηρά, τον ισχυρισμό αυτόν, αφού τα εν λόγω χρέη του αναιρεσείοντος αναφέρονταν μεν στα οικονομικά έτη 1993 μέχρι 2001 (πλην των υπ` αριθ. 1 και 2 που αναφέρονταν στα οικονομικά έτη 2004 και 2002 αντιστοίχως), πλην, όπως αναφέρθηκε, βεβαιώθηκαν στην ανωτέρω Δ.Ο.Υ. το υπ` αριθ. 2 στις 27.11.2002, το υπ` αριθ. 1 στις 26.4.2004, τα υπ` αριθ. 3 μέχρι 19 στις 4.3.2004 και τα υπ` αριθ. 20 μέχρι 44 στις11.3.2004, ενώ η αίτηση του προϊσταμένου της ως άνω Δ.Ο.Υ. για την ποινική δίωξη του αναιρεσείοντος έγινε την 15.9.2005, η δε ποινική δίωξη ασκήθηκε από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών την 24.10.2005, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας.
Συνεπώς, ενόψει των προεκτεθεισών διατάξεων, η παραγραφή των πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, δεν έχει συμπληρωθεί, γιατί αυτή έχει ανασταλεί από την υποβολή αιτήσεως για την άσκηση ποινικής διώξεως και από το χρόνο της βεβαιώσεώς τους δεν έχει παρέλθει ακόμη οκταετία (άρθρο 113 ΠΚ). Επομένως, ο πέμπτος (τελευταίος), από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για (αρνητική) υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένη στο ότι προέβη στην εκδίκαση της υποθέσεως και την έκδοση καταδικαστικής σε βάρος του αναιρεσείοντος αποφάσεως για πράξεις μη καταβολής χρεών που φέρονται ότι τελέσθηκαν κατά τα οικονομικά έτη 1993 - 2000 (πριν από την ισχύ του Ν. 3220/2004) αντί να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 4/26.3.2010 αίτηση του Α. Λ. του Θ., για αναίρεση της υπ` αριθ. ΓΤ1 067/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση κατά διαχειριστή εταιρίας περιορισμένης ευθύνης για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο που βεβαιώθηκαν πριν και μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3220/2004. Ορθή εφαρμογή και ερμηνεία άρθρου 25 ν. 1882/1990, όπως αντικ. με άρθρο 23 § 1 ν. 2523/1997 και 34 §§ 1, 2, 3 ν. 3220/2004. Υπό το κράτος του ν. 3220/2004 δεν απαιτείται να αναφέρεται το είδος των χρεών, ενώ λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ύψος αυτών από οποιαδήποτε αιτία. Ορθή απόρριψη ισχυρισμών περί ακυρότητας κλητηρίου θεσπίσματος και μη νόμιμης ασκήσεως της ποινικής διώξεως. Επί μη καταβολής χρεών δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, αλλά ούτε και τελεσίδικη επί της προσφυγής του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου απόφαση. Η παραγραφή του εγκλήματος αρχίζει από τότε που βεβαιώθηκε το χρέος η δε υποβολή αιτήσεως να ασκηθεί ποινική δίωξη αναστέλλει την παραγραφή. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις. Απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολό της.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παραγραφή, Αναβολής αίτημα, Κλητήριο θέσπισμα.
| 1
|
Αριθμός 1719/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 5η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μπιτσάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Μ.Α.Λ. ΤΣΑΚΙΡΗ ΟΕ" και με το διακριτικό τίτλο "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΑΛΜΑ", που εδρεύει στο 17ο χλμ. της οδού ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ψ2, κατοίκου 17ου χλμ. οδού ..., για την ίδια ατομικά και σαν ομόρρυθμο μέλος της παραπάνω εταιρίας, 3) Ψ3, κατοίκου 17ου χλμ. οδού ..., για την ίδια ατομικά και σαν ομόρρυθμο μέλος της παραπάνω εταιρίας, 4) Ψ4, κατοίκου 17ου χλμ. οδού ..., για την ίδια ατομικά και σαν ομόρρυθμο μέλος της παραπάνω εταιρίας και 5) Ψ5, κατοίκου .... Οι 1η, 3η, 4η και 5ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστράτιο Δοξάκη. Η 2η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3909/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1151/2008 του Εφετείου Θεσ/νίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-2-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 11-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη έκθεση επιδόσεως, υπ' αριθμ. ..., του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 2-3-2010, κατά την οποία αναβλήθηκε η εκδίκαση της για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (5-10-2010), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στη δεύτερη αναιρεσίβλητη Ψ2. Επομένως, εφόσον, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, κατά την παραπάνω, νόμιμη μετά από αναβολή δικάσιμο, για την οποία δεν ήταν αναγκαία η εκ νέου κλήτευση της, αυτή δεν εμφανίσθηκε ούτε υπέβαλε την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1 του ν.2112/1920 και 3 παρ.2 του Π.Δ. 572/1988 (με το οποίο η ελληνική νομοθεσία εναρμονίστηκε προς την οδηγία του Συμβουλίου της ΕΟΚ 77/187/14.2.1977) προκύπτει, ότι η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχείρησης και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, ο αναιρεσείων εκθέτει ότι είναι αλλοδαπός υπήκοος και ότι στις 12-6-1992 προσλήφθηκε από τον πέμπτο από τους αναιρεσίβλητους, που τότε ασκούσε ατομική ξενοδοχειακή επιχείρηση στο 17° χιλιόμετρο της οδού ... με τον τίτλο "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ...", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί στην επιχείρηση του ως εργάτης γενικών καθηκόντων-κηπουρός-σερβιτόρος-βοηθός μάγειρα, έναντι των εκάστοτε νομίμων αποδοχών του. Ότι σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής απασχολήθηκε στην επιχείρηση του πέμπτου αναιρεσίβλητου με τους παραπάνω όρους και συνθήκες μέχρι τις 15-10-1993, οπότε προήχθη και εργάστηκε ως ξενοδοχοϋπάλληλος - ρεσεψιονίστ, έναντι των εκάστοτε νομίμων αποδοχών του, μέχρι τις 10 Οκτωβρίου 1997, που οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη από τους αναιρεσίβλητους, θυγατέρες του πέμπτου, συνέστησαν μεταξύ τους την πρώτη αναιρεσίβλητη, ομόρρυθμη εταιρία, η οποία διαδέχθηκε τον πέμπτο στην άσκηση της παραπάνω επιχείρησης του και έτσι η τελευταία περιήλθε σ' αυτήν. Ότι συνέχισε να απασχολείται στην ως άνω ξενοδοχειακή μονάδα και μετά τη διαδοχή του εργοδότη του, με τους ίδιους όρους και συνθήκες μέχρι τις 6-8-2002, οπότε η εργοδότιδα του εταιρία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του και τον απέλυσε χωρίς να του καταβάλλει τη νόμιμη αποζημίωση. Ότι, κατά το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε στην επιχείρηση των αναιρεσιβλήτων, εργάστηκε αντί του νομίμου πενθημέρου επί 7 ημέρες την εβδομάδα, κατά τις ώρες που ειδικότερα προσδιορίζει, χωρίς να του χορηγείται ημέρα ανάπαυσης, πραγματοποιώντας υπερεργασία, παράνομη υπερωριακή εργασία, νυκτερινή εργασία, εργασία έκτης ημέρας και εργασία Κυριακών και αργιών, την αμοιβή των οποίων δεν του κατέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι. Ότι οι τελευταίοι του .κατέβαλαν μειωμένες αποδοχές, ενώ δεν του κατέβαλαν τις αποδοχές και το επίδομα άδειας, καθώς και τα δώρα εορτών. Ότι, ενώ είχε εφοδιαστεί με νόμιμη άδεια εργασίας η σύμβαση εργασίας του ήταν άκυρη, γιατί απασχολήθηκε σε επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος χωρίς να είναι κάτοχος βιβλιαρίου υγείας νόμιμα θεωρημένου, με αποτέλεσμα να συνδέεται με τον εκάστοτε εργοδότη του με απλή σχέση εργασίας. Με βάση τα παραπάνω ζήτησε, επικαλούμενος τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, καθένας εις ολόκληρο, να του καταβάλουν το ποσό των 62.900 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 3909/2007 απόφαση του, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν έφεση, παραπονούμενοι μεταξύ των άλλων και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Όπως προκύπτει από αυτήν το Εφετείο δέχθηκε ότι με το περιεχόμενο και το αίτημα που προαναφέρθηκε η αγωγή είναι μη νόμιμη, ως προς τον πέμπτο αναιρεσίβλητο, για τις αξιώσεις του αναιρεσείοντος που γεννήθηκαν μετά τη διαδοχή του ως εργοδότη από την παραπάνω ομόρρυθμη εταιρία, δηλαδή μετά τις 10-10-1997, γιατί αυτός παρέμεινε και μετά τη μεταβίβαση της επιχείρησης του υπεύθυνος εις ολόκληρο με τη διάδοχο του, μόνον για τις αξιώσεις που γεννήθηκαν από τη σύμβαση εργασίας μέχρι το χρόνο της διαδοχής, ενόψει δε του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε νόμιμη την αγωγή και κατά το ανωτέρω αίτημα της και οι εναγόμενοι είχαν προβάλλει και τον παραπάνω λόγο εφέσεως, ενεργώντας αυτεπαγγέλτως, εξαφάνισε την απόφαση εκείνη κατά την αντίστοιχη διάταξη της και απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη κατά το μέρος αυτό, ως προς τον πέμπτο εναγόμενο. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με τα άρθρα 3, 174 και 180 Α.Κ. είναι άκυρη και ως τέτοια θεωρείται σαν να μη έγινε κάθε δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του ν.δ. 1828/1942 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της ισχυούσης περί προσωπικού ξενοδοχείων ύπνου νομοθεσίας", ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Το άρθρο 1 του υπ' αριθ. 1180/1942 ν.δ. αντικαθίσταται δια των εξής: 1.Στα ξενοδοχεία ύπνου το εργαζόμενο προσωπικό διακρίνεται: α) σε προσωπικό διευθύνσεως γραφείων και διαχειρίσεως, β) σε κυρίως ξενοδοχειακό προσωπικό και γ) σε τεχνικό και βοηθητικό τοιούτον. Το προσωπικό της διευθύνσεως γραφείων και διαχειρίσεως περιλαμβάνει τους διευθυντές υποδιευθυντές, γραμματείς, λογιστές, αλληλογράφους ταμίες, διερμηνείς, τηλεφωνητές, οικονόμους και διαχειριστές. Στο κυρίως ξενοδοχειακό προσωπικό υπάγονται, οι αρχιθυρωροί, αρχιθαλαμηπόλοι, θυρωροί, νυχτοθυρωροί, επόπτριες θαλαμηπόλοι και βοηθοί αύρων, σαλογιέριδες, ιματιοφύλακες, γκρουμ, εξωτερικοί υπάλληλοι, επόπτες ταχυδρομείου, φροντιστές αποθηκάριοι, αρχιτραπεζιέρηδες, τραπεζιέρηδες, μπάρμαν, μπουφετζήδες, μάγειροι και ζαχαροπλάστες. Στο τεχνικό προσωπικό υπάγονται άπαντες οι εργαζόμενοι σε καθαρώς τεχνικές εργασίες (ταπετσιέρηδες, θερμαστές, ηλεκτρολόγοι, υδραυλικοί, ξυλουργοί, χρωματιστές κλπ.), εις δε το βοηθητικό οι εργάτες αποσκευών, φύλακες, πλύντριες, σιδερώτριες και το βοηθητικό προσωπικό των διαμερισμάτων και των μαγειρείων και ζαχαροπλαστείων. Περαιτέρω το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1077/1980 "περί απασχολήσεως και μετεκπαιδεύσεως μισθωτών τουριστικών επιχειρήσεων" ορίζει ότι "η πρόσληψις ή η απασχόλησις μισθωτού εις ξενοδοχειακός επιχειρήσεις, εις θέσιν του κυρίως ξενοδοχειακού προσωπικού, κατά την έννοια του όρθρου 1 α.ν. 394/1936 "περί χαρακτηρισμού και όρων εργασίας προσωπικού ξενοδοχείων" ή ως βοηθού ή κυρίως ξενοδοχειακού προσωπικού ή βοηθού μαγείρων και ζαχαροπλαστών ή ως εργάτου αποσκευών ή πλύντου ή σιδερωτού ή εις θέσιν του επικουρικού προσωπικού του μαγειρείου ή ζαχαροπλαστείου του ξενοδοχείου, επιτρέπεται εφ' όσον: α) δεν πάσχει εκ μεταδοτικής ή μολυσματικής νόσου και β) δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως επί απάτη...". Ακολούθως τα μεν άρθρα 2 παρ.1 και 5 παρ. 1 του ίδιου νόμου προβλέπουν τον εφοδιασμό, πριν από την πρόσληψη του εργαζόμενου σε μια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 1 θέσεις με βιβλιάριο εργασίας που εκδίδει η οικεία τοπική υπηρεσία Ο.Α.Ε.Δ. μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου, η οποία συνοδεύεται από το βιβλιάριο υγείας του και απόσπασμα του ποινικού μητρώου, το δε άρθρο 2 παρ. 3 του αυτού νόμου προσδιορίζει τη δυνατότητα του καθορισμού με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Υπηρεσιών ενιαίου βιβλιαρίου, το οποίο περιλαμβάνει το κατ1 άρθρο 5 του προαναφερομένου νόμου βιβλιάριο εργασίας και το βιβλιάριο υγείας από τις εκάστοτε εκδιδόμενες υγειονομικές διατάξεις με βάση εκείνες του α. ν. 2520/1940. Η 40073/1981 απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Υπηρεσιών που εκδόθηκε βάσει των διατάξεων του ν. 1077/1980 ορίζει ότι "1.Καθιερώνουμε ενιαίο βιβλιάριο εργασίας και υγείας μισθωτών ξενοδοχείων, στο οποίο περιλαμβάνονται το βιβλιάριο εργασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του ν. 1077/1980 και το βιβλιάριο υγείας που προβλέπεται από τις εκάστοτε υγειονομικές διατάξεις, οι οποίες εκδίδονται βάσει των διατάξεων του α. ν. 2520/1940. 2.Στο ενιαίο αυτό βιβλιάριο οι ιατρικές πιστοποιήσεις είναι εκείνες που προβλέπονται από τις εκάστοτε υγειονομικές διατάξεις για το βιβλιάριο υγείας και πρέπει να διασφαλίζουν ότι ο κάτοχος του δεν πάσχει από μεταδοτική ή μολυσματική νόσο. 3.Με το ενιαίο αυτό βιβλιάριο θα πρέπει να είναι εφοδιασμένοι μετά την 2 Ιουνίου 1981 όλοι οι μισθωτοί ξενοδοχείων ολόκληρης της χώρας, οι οποίοι απασχολούνται σε θέσεις του κυρίως ξενοδοχειακού προσωπικού, κατά την έννοια του άρθρου 1 του α.ν. 394/1936, ή ως βοηθοί ή μαθητευόμενοι του κυρίως ξενοδοχειακού προσωπικού ή βοηθοί μαγείρων ή ζαχαροπλαστών ή ως εργάτες αποσκευών ή πλύντες ή σιδερωτές ή σε θέσεις του επικουρικού προσωπικού του μαγειρείου ή ζαχαροπλαστείου του ξενοδοχείου. 4.Από την υποχρέωση εφοδιασμού με το ενιαίο αυτό βιβλιάριο, εξαιρούνται: α) Οι επιχειρηματίες ξενοδοχειακών επιχειρήσεων και τα μέλη της οικογενείας τους που απασχολούνται στην ξενοδοχειακή τους επιχείρηση αλλά όχι σαν μισθωτοί β) οι μισθωτοί ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, οι οποίοι απασχολούνται σε θέσεις του ξενοδοχείου άλλες από τις αναφερόμενες στην προηγούμενη παράγραφο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 της ΑΙΒ/11261 της 14.12.1981/8.2.1982 αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του α. ν. 2520/1940 και Π.Δ 544/1977 και ίσχυε μέχρι τις 23.9.1983, αλλά και κατά το άρθρο 14 της ΑΙΒ/8577/1983 αποφάσεως του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, η οποία αντικατέστησε την πρώτη απόφαση και ισχύει έκτοτε, όσοι ασκούν ή επιθυμούν να ασκήσουν το επάγγελμα του χειριστή τροφίμων-ποτών είτε ως ειδικοί επαγγελματίες είτε ως υπάλληλοι ή εργάτες ή βοηθοί αυτών ή απασχολούνται με οποιαδήποτε σχέση σε ξενοδοχεία, δημόσια λουτρά, καθαριστήρια, κομμωτήρια, ζαχαροπλαστεία εστιατόρια, καφενεία και άλλες επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος, παρέχοντες τις υπηρεσίας τους στο κοινό, πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με βιβλιάριο υγείας, στο οποίο να βεβαιώνεται ότι ο κάτοχος του δεν πάσχει από μεταδοτικό νόσημα (φυματίωση, τραχώματα σύφιλη κλπ) και να υποβάλλονται σε επανεξέταση και θεωρούν το εν λόγω βιβλιάριο μετά πάροδο έτους από την ημερομηνία εκδόσεως του ή την τελευταία θεώρηση του νωρίτερα αν αυτό κριθεί από την αρμόδια Υγειονομική Υπηρεσία απαραίτητο. Από τις διατάξεις αυτές όμως σαφώς προκύπτει ότι με βιβλιάρια υγείας πρέπει να εφοδιάζονται όχι όλοι όσοι ασκούν εργασία χειριστή τροφίμων ή ποτών ή απασχολούνται σε επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος, αλλά εκείνοι από αυτούς που ασχολούνται με την παρασκευή, συσκευασία και προετοιμασία των τροφίμων ή ποτών για τη διάθεση τους στην κατανάλωση ή παρέχουν υπηρεσίες προς το κοινό, οι οποίες προϋποθέτουν ή συνεπάγονται άμεση επαφή με τον καταναλωτή των τροφίμων ή των ποτών ή με το χρήστη των υπηρεσιών, αφού τότε μόνο υπάρχει κίνδυνος να μεταδοθούν στον τελευταίο τα νοσήματα από τα οποία πάσχουν ή τα μικρόβια, οι ιοί και τα παράσιτα των οποίων είναι φορείς. Η γενόμενη σύμβαση εργασίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου που δεν είναι εφοδιασμένος με βιβλιάριο υγείας ή που είναι εφοδιασμένος αλλά παρέλειψε να το θεωρήσει είναι άκυρη σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις. Εξάλλου, από το άρθρο 23 § 1 του ν. 1975/1991, που αναφέρεται στους αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο (άρθρο 2 του ίδιου νόμου), και ορίζει ότι η άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος ή η ανάληψη οποιασδήποτε εργασίας από αλλοδαπό σε ελληνικό έδαφος απαγορεύεται ρητώς, εκτός αν ο ενδιαφερόμενος έχει εφοδιαστεί με σχετική άδεια από τον Υπουργό Εργασίας ή άλλη εξουσιοδοτημένη από αυτόν Αρχή, προκύπτει ότι η σύμβαση εργασίας στην Ελλάδα του αλλοδαπού που δεν είναι υπήκοος κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν είναι εφοδιασμένος με την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια εργασίας, είναι απολύτως άκυρη, γιατί αντιβαίνει στην ως άνω απαγορευτική διάταξη, που είναι δημόσιας τάξης, σύμφωνα με τα άρθρα 3, 174 και 180 ΑΚ. Εάν ο αλλοδαπός σε εκτέλεση της άκυρης αυτής σύμβασης παρέχει την εργασία στον εργοδότη δεν δικαιούται να λάβει τις συμφωνηθείσες ή νόμιμες αποδοχές αλλά έχει αξίωση από τις διατάξεις των άρθρων 904 και επ. ΑΚ για απόδοση της ωφελείας που αποκόμισε ο εργοδότης από την παροχή της εργασίας του σε εκτέλεση της άκυρης εργασιακής σύμβασης. Τέλος, κατά το άρθρο 183 § 1 του ΑΚ, επικύρωση άκυρης δικαιοπραξίας ισχύει σαν νέα κατάρτιση της, δηλ. αποτελεί νέα δικαιοπραξία, για την οποία απαιτείται η συνδρομή όλων τω όρων της εξ υπαρχής καταρτίσεως της, ενώ κατά τον ερμηνευτικό κανόνα της § 2 του ίδιου άρθρου, αν οι συμβαλλόμενοι επικύρωσαν άκυρη σύμβαση, σε περίπτωση αμφιβολίας, δημιουργείται αμοιβαία μεταξύ τους υποχρέωση για κάθε παροχή που θα όφειλαν, αν η σύμβαση ήταν έγκυρη από την αρχή, δηλ. η επικύρωση άκυρης ενοχικής συμβάσεως έχει σε περίπτωση αμφιβολίας αναδρομικά αποτελέσματα. Κατά της διατάξεις αυτές απαιτείται, συνεπώς, για την επικύρωση άκυρης συμβάσεως νέα σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεως των μερών, τα οποία, όπως είναι αυτονόητο εκ της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι ελεύθερα να στέρξουν στην επικύρωση ή να την αποκρούσουν. Η για την επικύρωση δήλωση βουλήσεως των μερών μπορεί να είναι είτε ρητή είτε σιωπηρή, στηριζόμενη σε συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα που εμφαίνουν αντίστοιχη βούληση. Τέτοια σιωπηρή επικύρωση της άκυρης, λόγω ελλείψεως αρχικά της ως άνω άδειας εργασίας ή του ως άνω πιστοποιητικού υγείας, συμβάσεως εργασίας των ως άνω μισθωτών εμφαίνει η συνέχιση της αποδοχής, όπως και προηγουμένως, των υπηρεσιών αυτών από τον εργοδότη τελούντα εν γνώσει της αποκτήσεως μεταγενεστέρως του πιστοποιητικού. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε ότι ο πέμπτος εναγόμενος διατηρούσε και εκμεταλλευόταν ατομική ξενοδοχειακή επιχείρηση στο 17ο χιλιόμετρο της οδού ..., με τον τίτλο "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ...". Για τις ανάγκες της επιχείρηση του αυτής προσέλαβε τον ενάγοντα, Αλβανό υπήκοο, ηλικίας τότε δεκαπέντε (15) ετών, στις 27-8-1992, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να τον απασχολήσει στο ξενοδοχείο του ως εργάτη γενικών καθηκόντων-κηπουρό, έναντι των εκάστοτε συμφωνημένων ημερησίων αποδοχών του. Σε εκτέλεση της σύβασης αυτής ο ενάγων, που μόλις είχε έλθει στην Ελλάδα από την Αλβανία και δεν γνώριζε την ελληνική γλώσσα, από την πρόσληψη του μέχρι 9-10-1997, απασχολήθηκε στην επιχείρηση του πέμπτου εναγομένου, ως εργάτης γενικών καθηκόντων-κηπουρός, απασχολούμενος με τη γενική καθαριότητα του περιβάλλοντος χώρου του ξενοδοχείου και την περιποίηση των φυτών του, διαμένοντας σε δωμάτιο του ξενοδοχείου που του παραχώρησε ο εργοδότης του. Από τις 10-10-1997 που η επιχείρηση του πέμπτου εναγομένου μεταβιβάστηκε ως σύνολο στην πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία, μέλη της οποίας είναι η δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εναγομένων, θυγατέρες του πέμπτου εναγομένου, η οποία υπεισήλθε στη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος και έκτοτε κατέστη εργοδότρια του, ο ενάγων τοποθετήθηκε από αυτήν και προσέφερε τις υπηρεσίες του στο ξενοδοχείο της κυρίως ως ρεσεψιονίστ αλλά και όποτε αυτό ήταν αναγκαίο ως σερβιτόρος. Μετά την απασχόληση του επί πέντε έτη στην επιχείρηση των εναγομένων, αφού συμπλήρωσε το εικοστό έτος της ηλικίας του και έμαθε να ομιλεί την ελληνική γλώσσα, οι εναγόμενοι μετά την διαδοχή του εργοδότη του, ανέθεσαν σ' αυτόν καθήκοντα νυχτερινού ρεσεψιονίστ. Από την έναρξη της εργασιακής του σχέσης ο ενάγων εργάστηκε όλες τις ημέρες της εβδομάδας, χωρίς να του χορηγείται ανάπαυση, απασχολούμενος με τις εργασίες του περιβάλλοντος χώρου του ξενοδοχείου που προαναφέρθηκαν, ως εργάτης γενικών καθηκόντων-κηπουρός, σύμφωνα με τις οδηγίες του εργοδότη του. Συγκεκριμένα εργάστηκε από τις 08.00 έως τις 14.00 και στη συνέχεια, μετά από μεσημβρινή ανάπαυση, από τις 18.00 έως τις 22.00, δηλαδή επί 10 ώρες ημερησίως. Στη συνέχεια, με τη διαδοχή του εργοδότη του από 11-10-1997 και μέχρι την 30η Απριλίου 2001 απασχολήθηκε στο ξενοδοχείο ως ρεσεψιονίστ, εργαζόμενος από 02.00 έως 12.00, ήτοι επί δέκα ώρες ημερησίως, επίσης όλες τις ημέρες της εβδομάδος χωρίς να του χορηγείται ανάπαυση. Ακολούθως άλλαξε το ωράριο εργασίας του και από 1-5-2001 μέχρι 30-9-2001 εργάστηκε ως νυχτερινός ρεσεψιονίστ από 00.00 έως 08.00, απασχολούμενος επί 8 ώρες την ημέρα, όλες τις ημέρες της εβδομάδος χωρίς να του χορηγείται ανάπαυση. Στη συνέχεια, από 1-10-2001 εργάστηκε ως ημερήσιος ρεσεψιονίστ και σερβιτόρος από τις 08.00 έως τις 16.00 απασχολούμενος επί 8 ώρες την ημέρα, επίσης όλες τις ημέρες της εβδομάδος χωρίς να του χορηγείται ανάπαυση. Με τον τρόπο αυτό ο ενάγων απασχολήθηκε στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης μέχρι τις 6 Αυγούστου 2002, οπότε η εργοδότιδά του κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του και τον απέλυσε, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση του. Επίσης δεν του κατέβαλε την αμοιβή και προσαύξηση της υπερεργασίας και της παράνομης χωρίς την άδεια της αρμόδιας αρχής υπερωριακής εργασίας που πραγματοποίησε, την αποζημίωση του για την εργασία της έκτης και της έβδομης ημέρας της εβδομάδας, τις αποδοχές και το επίδομα αδείας καθώς και τα επιδόματα δώρων εορτών, ενώ του κατέβαλε μειωμένες τις νόμιμες αποδοχές του. Μέχρι το Νοέμβριο του έτους 2.000 ο ενάγων ως αλλοδαπός, απασχολήθηκε στην επιχείρηση των εναγομένων στερούμενος αδείας εργασίας, την οποία προμηθεύτηκε, με τη συνδρομή της εργοδότιδάς του, στις 21-11-2000. Μετά δε την έκδοση της εξακολούθησε να εργάζεται στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης χωρίς εναντίωση της τελευταίας, ώστε καθόσον αφορά την έως τότε άκυρη σύμβαση εργασίας του λόγω ελλείψεως άδειας εργασίας, αυτή θεωρείται ότι επικυρώθηκε εξ υπαρχής, κατ' άρθρο 183 ΑΚ. Καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα που ο ενάγων απασχολήθηκε στο ξενοδοχείο των εναγομένων, δεν εφοδιάστηκε με βιβλιάριο υγείας. Με δεδομένο δε ότι για την απασχόληση του στο ξενοδοχείο των εναγομένων ως εργάτη γενικών καθηκόντων-κηπουρού, όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε υποχρέωση να εφοδιασθεί με βιβλιάριο υγείας, η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος από την πρόσληψη του(12-7-1992) μέχρι την 10-10-1997, ήταν έγκυρη. Από 11-10-1997 όμως μέχρι την απόλυση του στις 6-8-2002, που προσέφερε τις υπηρεσίες του στο ξενοδοχείο των εναγομένων με την ειδικότητα του ρεσεψιονίστ, οπότε είχε υποχρέωση να εφοδιασθεί με βιβλιάριο υγείας, η έλλειψη του κατέστησε τη σύμβαση εργασίας του άκυρη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, που προαναφέρθηκαν, διέλαβε δε στην απόφαση του πλήρεις σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες και είναι αβάσιμοι οι, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, τέταρτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία συγχωρείται αναίρεση και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, θεωρούνται "πράγματα" οι ουσιώδεις και αυτοτελείς ισχυρισμοί που αποτελούν αναγκαίο και υποχρεωτικό στοιχείο για τη θεμελίωση, κατάλυση και παρακώλυση του δικαιώματος που προβάλλει ο διάδικος εγείροντας μια αγωγή ή ασκώντας μια ένσταση ή μια αντένσταση, περίπτωση που δεν συντρέχει όταν οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν άρνηση, που μπορεί να είναι γενική ή ειδική, των παραπάνω ενδίκων ενεργειών ή επιχειρήματα για την αντίκρουση της νομιμότητας τους ή ακόμη συμπεράσματα που αντλεί το δικαστήριο από την εκτίμηση των αποδείξεων ή όταν προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο έλαβε αυτούς υπόψη. Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο 1) δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του ότι η επίδικη σύμβαση ήταν άκυρη εξ αρχής, λόγω των ελλείψεων που προαναφέρθηκαν, συνέχισε δε να είναι άκυρη διότι, έστω και αν εφοδιάστηκε κατά το έτος 2000 με άδεια εργασίας, όμως συνέχισε να στερείται βιβλιαρίου υγείας και 2) έλαβε υπόψη, δίχως να έχει προβληθεί νομίμως, τον ισχυρισμό ότι με την απόκτηση της άδεια εργασίας εγκυροποιήθηκε, εξ υπαρχής, η σύμβαση εργασίας. Ο λόγος αυτός, κατά το αντίστοιχα μέρη του, είναι αβάσιμος διότι 1) από την προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς προκύπτει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον παραπάνω ισχυρισμό του, τον οποίο κατά ένα μέρος δέχθηκε και κατά τα λοιπά απέρριψε με την αιτιολογία που προαναφέρθηκε και 2) όπως προκύπτει από την αγωγή, στην οποία διαλαμβάνεται ότι "Κατά τη διάρκεια της μεταξύ μας σύμβασης εργασίας απέκτησα την κατά νόμο άδεια παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα, η οποία και σήμερα είναι σε ισχύ. Όμως, κατά την πρόσληψη μου, αλλά και καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας μου, στερούμουν του απαιτουμένου από το νόμο βιβλιαρίου υγείας, ως και του ειδικού βιβλιαρίου ξενοδοχοϋπαλλήλου",ο αναιρεσείων, συνομολογώντας την εκ των υστέρων απόκτηση της άδεια εργασίας, θεμελίωσε την ακυρότητα της σύμβασης στην έλλειψη "του απαιτουμένου από το νόμο βιβλιαρίου υγείας, ως και του ειδικού βιβλιαρίου ξενοδοχοϋπαλλήλου", και συνεπώς η παραδοχή της απόφασης η οποία αναφέρεται στην εξ αρχής εγκυροποίηση της σύμβασης εργασίας, από την απόκτηση της παραπάνω άδειας, δεν ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης, αφού ο σχετικός ισχυρισμός δεν ήταν ουσιώδης. Περαιτέρω και ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται πλημμέλεια της απόφασης, από το άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο. Τέλος απαράδεκτος είναι και ο, από το άρθρο 559 αρ. 8 του ίδιου κώδικα, τρίτος λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό των εναγομένων, που για πρώτη φορά προβλήθηκε ενώπιον του, ότι ο ενάγων παρείχε την εργασία του ως εργάτης και όχι ως ρεσεψιονίστ, διότι ο ισχυρισμός αυτός συνιστά άρνηση της αγωγής και δεν είναι αυτοτελής.
Επί παροχής εργασίας υπό άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται κατά τα άρθρα 904 και 908 ΑΚ, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε, ανεξαρτήτως της ζημίας του εργαζομένου και η οποία ωφέλεια συνίσταται σε ό,τι αυτός θα κατέβαλε αν ήταν έγκυρη η σύμβαση, για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του ακύρως απασχοληθέντος, εκτός των παροχών που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του τελευταίου (επιδόματα γάμου, τέκνων, προϋπηρεσίας κλπ.), εφόσον αυτά δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυναμένου να απασχοληθεί εγκύρως. Η ως άνω απαίτηση του ακύρως απασχοληθέντος μισθωτού υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ. Εξάλλου από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 2 της 19040/1981 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του Α.Ν. 539/1945, του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ, του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 435/1976, συνάγεται ότι τα επιδόματα εορτών, οι αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας και η πρόσθετη αποζημίωση εξ 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου επί μη νόμιμης υπερωριακής απασχολήσεως, δικαιούνται όχι μόνον οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι με έγκυρη σύμβαση εργασίας αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση εργασίας, των σχετικών αξιώσεων τους θεμελιουμένων ευθέως στις παραπάνω διατάξεις και όχι στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επομένως οι εν λόγω αξιώσεις υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 6 και 17 ΑΚ. Τέλος κατά τις διατάξεις της Υ.Α. 1831011946, της Υ.Α. 890011946 και της ΕΓΣΣΕ από 26.6.1975, η αμοιβή που οφείλεται για παροχή νυχτερινής εργασίας, η βασική αμοιβή για απασχόληση κατά Κυριακή ή σε αργία και η αμοιβή για υπερεργασία, έχουν μισθολογικό χαρακτήρα και συνεπώς επί άκυρης σύμβασης εργασίας, αναζητούνται με τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η δε παραγραφή τους είναι εικοσαετής. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε ότι, από την έναρξη της εργασιακής του σχέσης ο ενάγων εργάστηκε όλες τις ημέρες της εβδομάδας, χωρίς να του χορηγείται ανάπαυση, απασχολούμενος με τις εργασίες του περιβάλλοντος χώρου του ξενοδοχείου, ως εργάτης γενικών καθηκόντων-κηπουρός, σύμφωνα με τις οδηγίες του εργοδότη του. Συγκεκριμένα εργάστηκε από τις 08.00 έως τις 14.00 και στη συνέχεια, μετά από μεσημβρινή ανάπαυση, από τις 18.00 έως τις 22.00, δηλαδή επί 10 ώρες ημερησίως. Στη συνέχεια, με τη διαδοχή του εργοδότη του από 11-10-1997 και μέχρι την 30η Απριλίου 2001 απασχολήθηκε στο ξενοδοχείο ως ρεσεψιονίστ, εργαζόμενος από 02.00 έως 12.00, ήτοι επί δέκα ώρες ημερησίως, επίσης όλες τις ημέρες της εβδομάδος χωρίς να του χορηγείται ανάπαυση. Ακολούθως άλλαξε το ωράριο εργασίας του και από 1-5-2001 μέχρι 30-9-2001 εργάστηκε ως νυχτερινός ρεσεψιονίστ από 00.00 έως 08.00, απασχολούμενος επί 8 ώρες την ημέρα, όλες τις ημέρες της εβδομάδος χωρίς να του χορηγείται ανάπαυση. Στη συνέχεια, από 1-10-2001 εργάστηκε ως ημερήσιος ρεσεψιονίστ και σερβιτόρος από τις 08.00 έως τις 16.00 απασχολούμενος επί 8 ώρες την ημέρα, επίσης όλες τις ημέρες της εβδομάδος χωρίς να του χορηγείται ανάπαυση. Με τον τρόπο αυτό ο ενάγων απασχολήθηκε στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης μέχρι τις 6 Αυγούστου 2002, οπότε η εργοδότιδα του κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του και τον απέλυσε, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωσή του. Επίσης δεν του κατέβαλε την αμοιβή και προσαύξηση της υπερεργασίας και της παράνομης χωρίς την άδεια της αρμόδιας αρχής υπερωριακής εργασίας που πραγματοποίησε, την αποζημίωση του για την εργασία της έκτης και της έβδομης ημέρας της εβδομάδας, τις αποδοχές και το επίδομα αδείας καθώς και τα επιδόματα δώρων εορτών, ενώ του κατέβαλε μειωμένες τις νόμιμες αποδοχές του. Μέχρι το Νοέμβριο του έτους 2.000 ο ενάγων ως αλλοδαπός, απασχολήθηκε στην επιχείρηση των εναγομένων στερούμενος αδείας εργασίας, την οποία προμηθεύτηκε με τη συνδρομή της εργοδότιδας του στις 21-11-2000. Μετά δε την έκδοση της εξακολούθησε να εργάζεται στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης χωρίς εναντίωση της τελευταίας, ώστε καθόσον αφορά την έως τότε άκυρη σύμβαση εργασίας του λόγω ελλείψεως άδειας εργασίας, αυτή θεωρείται ότι επικυρώθηκε εξ υπαρχής, κατ' άρθρο 183 ΑΚ. Καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα που ο ενάγων απασχολήθηκε στο ξενοδοχείο των εναγομένων, δεν εφοδιάστηκε με βιβλιάριο υγείας. Με δεδομένο δε ότι για την απασχόληση του στο ξενοδοχείο των εναγομένων ως εργάτη γενικών καθηκόντων-κηπουρού, όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε υποχρέωση να εφοδιασθεί με βιβλιάριο υγείας, η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος από την πρόσληψη του (12-7-1992) μέχρι την 10-10-1997, ήταν έγκυρη. Από 11-10-1997 όμως μέχρι την απόλυση του στις 6-8-2002, που προσέφερε τις υπηρεσίες του στο ξενοδοχείο των εναγομένων με την ειδικότητα του ρεσεψιονίστ, οπότε είχε υποχρέωση να εφοδιασθεί με βιβλιάριο υγείας, η έλλειψη του κατέστησε τη σύμβαση εργασίας του άκυρη. Επομένως η εργοδότιδά του με την οποία τον συνέδεε πλέον απλή σχέση εργασίας, ήταν υποχρεωμένη κατά τα άρθρα 904 και 908 ΑΚ, ως καθιστάμενη αδικαιολογήτως πλουσιότερη από την εργασία του στην απόδοση της ωφέλειας που απεκόμισε. Οι επίδικες όμως αξιώσεις του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από την πρόσληψη του μέχρι την 9-10-1997 που απασχολήθηκε στην επιχείρηση των εναγομένων με έγκυρη σύμβαση εργασίας, καθώς και εκείνες από τις αξιώσεις του για το χρονικό διάστημα από 10-10-1997 μέχρι 31-12-1997, που, όπως προαναφέρθηκε, πηγάζουν απ' ευθείας από το νόμο, έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθ. 6 και 17 Α.Κ., γιατί από τη λήξη του έτους 1997 μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, που επιδόθηκε στους εναγομένους στις 29-1-2003, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε, ως κατ' ουσία βάσιμη τη νόμιμη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ένσταση παραγραφής των αξιώσεων του αναιρεσείοντος, που προέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι και απέρριψε την αγωγή κατά τα αντίστοιχα αιτήματα της. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο και είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο από, το άρθρο 559 αρ. 1 και 19, περί του αντιθέτου, πέμπτος λόγος της αναιρέσεως. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 17 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση αναιρέσεως της με αριθμό 1151/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχείρησης και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων. Η σύμβαση εργασίας στην Ελλάδα του αλλοδαπού που δεν είναι υπήκοοος κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν είναι εφοδιασμένος με την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια εργασίας, είναι απολύτως άκυρη. Αν οι συμβαλλόμενοι επικύρωσαν άκυρη σύμβαση, σε περίπτωση αμφιβολίας, δημιουργείται αμοιβαία μεταξύ τους υποχρέωση για κάθε παροχή που θα όφειλαν, αν η σύμβαση ήταν έγκυρη από την αρχή. Από την απόφαση σαφώς προκύπτει, 1) ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και 2) η παραδοχή της απόφασης η οποία αναφέρεται στην εξ αρχής εγκυροποίηση της σύμβασης εργασίας, από την απόκτηση της παραπάνω άδειας, δεν ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης. Η απαίτηση του ακύρως απασχοληθέντος μισθωτού υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, όμως τα επιδόματα εορτών, οι αποδοχές άδειας, το επίδομα άδειας και η πρόσθετη αποζημίωση εξ 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου επί μη νόμιμης υπερωριακής απασχολήσεως, υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1720/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των καλούντων - αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΦΟΙ Χ ΑΕ", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΞΩΡΥΚΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ...", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) Χ3, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Πελέκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των καθ' ων η κλήση - αναιρεσιβλήτων: 1) Χ1 χας Ζ, κατοίκου ..., 2) Χ2 θυγ. Ζ, συζ. Κ, κατοίκου ..., 3) Χ3, κατοίκου ..., 4) Χ4, κατοίκου ..., 5) Ε θυγ. Σ, συζ. Χ12, κατοίκου ..., 6) Χ6, το ..., κατοίκου ..., 7) Ψ7, κατοίκου ..., 8) Χ8, κατοίκου ..., 9) Ψ9, κατοίκου ..., 10) Ψ10, κατοίκου ..., 11) Ψ11, κατοίκου ..., 12)Χ12 και Ε, ως ασκούντων τη γονική μέριμνα και επιμέλεια της ανήλικης θυγατρός τους ..., όλων κατοίκων ..., 13) ... και Ε, ως ασκούντων τη γονική μέριμνα και επιμέλεια του ανήλικου γιου τους Ζ, όλων κατοίκων ... και 14) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 2η, 6η, 8ος και 9ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Γκούμα. Η 14η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Δροσόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Οι 1η, 3ος, 4ος, 5η, 7ος, 10η, 11ος, 12ος και 13ος των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-2003 αγωγή των ήδη δεκατριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 129/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 8-6-2007 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 83/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 16-9-2009 κλήση των καλούντων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 5-3-2008 έκθεση της Αρεοπαγίτου Ειρήνης Αθανασίου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε τη μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του αυτεπαγγέλτως με την παρούσα εισήγηση προτεινόμενου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως, υπ' αριθμ., ...του δικαστικού επιμελητή Ιωαννίνων ...,... της δικαστικής επιμελήτριας Ιωαννίνων ... και ... του δικαστικού επιμελητή Ναυπλίου ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (2-11-2010), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, στους αναιρεσίβλητους Ψ1, Ψ4, Κ, Ε θυγ. Σ, Ψ7, Ψ10, Ψ11, ... και Ζ. Επομένως, εφόσον, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, κατά την παραπάνω δικάσιμο, αυτοί δεν εμφανίσθηκαν, ούτε υπέβαλαν την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της ως άνω διατάξεως προϋποθέτει: 1) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 932 του ΑΚ και 1,16 του Ν.551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1915 κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα, δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική ζημία για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις. Επομένως, για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ' αυτούς (άρθρο 922 ΑΚ), με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας ζημιογόνου, πράξεως ή παραλείψεως. Τέτοιο πταίσμα, προκειμένου περί οικοδομικών εν γένει εργασιών, θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του Π.Δ. 778/1980 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών" από τους κατά νόμο υπεύθυνους του έργου. Τέλος, κανόνας δικαίου παραβιάζεται, κατ' άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον αναιρετικό δε λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που το δικαστήριο εφάρμοσε. Η κατά την έννοια του αριθμού αυτού (19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει και όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία στηρίζουν την διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα. Ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκή ή ασαφή αιτιολογία. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής κρίσιμα περιστατικά : Στα ... του Δήμου ... στις 19/ 7/ 2002 και περί ώρα 17.30, περίπου, ο Ζ εργαζόταν ως οικοδόμος - εργάτης, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας που είχε συναφθεί την 1/8/2001 μεταξύ αυτού και της πρώτης αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, της οποίας ο τρίτος αναιρεσείων είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος, στην κατασκευή βιομηχανικής μονάδας, ιδιοκτησίας της δεύτερης αναιρεσείουσας εταιρείας, παραγωγής ασφαλτομείγματος, έργο που είχε αναλάβει η πρώτη αναιρεσείουσα εργοδότιδα εταιρεία. Ανέβηκε σε πλάκα πλάτους 1,75 μέτρων για να βοηθήσει στη σκυροδέτηση του στηθαίου της μήκους 18 μέτρων περίπου και ύψους 1,05 μέτρων, το οποίο θα κατασκευαζόταν κατά μήκος της μιας πλευράς της πλάκας, η οποία είχε υψομετρική διαφορά από το έδαφος από τη μία πλευρά - εξωτερική - περίπου 5 μέτρα, ενώ από την παράλληλη - πίσω - πλευρά, λόγω συγκέντρωσης χωμάτινων όγκων η διαφορά ήταν μικρότερη στα 2 μέτρα. Στο ξύλινο καλούπι του στηθαίου επρόκειτο να ριφθούν 3,5 κυβικά μέτρα έτοιμου σκυροδέματος με τη βοήθεια αντλίας, την οποία χειριζόταν ο ..., που είχε προστηθεί από τη δεύτερη αναιρεσείουσα εταιρεία. Η έγχυση του σκυροδέματος στο καλούπι θα γινόταν από το βραχίονα της αντλίας, ο οποίος κατέληγε σε λαστιχένιο ρύγχος. Το ρύγχος αυτό έπρεπε να κρατά ο ως άνω Ζ και να το κατευθύνει στο διάκενο του καλουπιού, ώστε να επιτευχθεί η ρίψη του ρευστού σκυροδέματος μέσα στο καλούπι και όχι έξω από αυτό. Πριν από την έγχυση του σκυροδέματος, ο χειριστής της αντλίας όφειλε με δοκιμή, που δεν έγινε, να βεβαιωθεί ότι αυτό έχει την κατάλληλη ρευστότητα και ότι η πίεση που θα ασκηθεί στο λάστιχο κατά τη ροή του υλικού θα είναι τέτοια, που να επιτρέπει τη συγκράτηση του λάστιχου από τον εργάτη που το κρατά, χωρίς να κινδυνεύει να κτυπηθεί στην περίπτωση που έχει μπουκώσει, λόγω συγκέντρωσης υλικού από προηγούμενη χρήση. Ο χειριστής τοποθέτησε την αντλία σκυροδέματος - πρέσσα, που είναι εξάρτημα του υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, στον ελεύθερο χώρο της οικοδομής στην πίσω πλευρά της πλάκας και ανέπτυξε τους βραχίονες της έτσι ώστε το λάστιχο της εκτόξευσης να έρθει σε κατακόρυφη θέση πάνω στο καλούπι. Ο ως άνω Ζ, αντί να παραμείνει στο δάπεδο εργασίας, όπου δεν υπήρχε κίνδυνος πτώσεως, προτίμησε να ανέλθει πάνω στο καλούπι του στηθαίου και να ισορροπήσει, πατώντας στο ελάχιστο πλάτος της κόψης των οριζόντιων μαδεριών, περνώντας το ένα του χέρι γύρω από ένα κάθετο μαδέρι, για να προστατευθεί από το ενδεχόμενο απώλειας της ισορροπίας του και κρατώντας με το άλλο το λάστιχο, γιατί προφανώς θεώρησε ότι τα κάθετα δοκάρια του καλουπιού θα τον εμπόδιζαν να κατευθύνει το λάστιχο με το σκυρόδεμα - μπετόν μέσα στο καλούπι. Την ώρα εκείνη στο εργοτάξιο δεν υπήρχε επιβλέπων του έργου με τις κατάλληλες τεχνικές γνώσεις, ώστε να εμποδίσει τον ανωτέρω Ζ να σταθεί στο σημείο εκείνο, από το οποίο δεν ήταν προστατευμένος σε περίπτωση που έχανε την ισορροπία του. Επιπλέον δεν ήταν δεμένος με ζώνη από κάποιο σταθερό σημείο, ούτε είχε ληφθεί οποιοδήποτε ασφαλιστικό μέτρο(π.χ. κατασκευή κουπαστής) που θα μπορούσε να αποτρέψει την πτώση του από την εξωτερική πλευρά του στηθαίου, όπου ήταν ανεβασμένος. Ο χειριστής της αντλίας, αν και όφειλε να δοκιμάσει την πυκνότητα του σκυροδέματος πριν τη ρίψη δεν το έπραξε, με αποτέλεσμα το προϊόν να βγει με πίεση, η οποία μεταφέρθηκε στο σημείο όπου ο πιο πάνω εργαζόμενος (Ζ) κρατούσε την άκρη του λάστιχου, που μετέφερε το υλικό (σκυρόδεμα) και τον κτύπησε με δύναμη. Αυτό είχε ως συνέπεια να χάσει την ισορροπία του, να πέσει στο έδαφος από ύψος 5 περίπου μέτρων και να τραυματιστεί και από τον τραυματισμό του αυτόν να επέλθει ο θάνατος του. Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι ο προαναφερόμενος θανάσιμος τραυματισμός του εργαζομένου - παθόντος οφειλόταν τόσο σε συντρέχον δικό του πταίσμα, ενόψει της ανωτέρω αμελούς συμπεριφοράς του, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως των εναγομένων από το άρθρο 300 ΑΚ, όσο και στη μη τήρηση των όρων ασφαλείας από την πρώτη αναιρεσείουσα εργοδότιδα εταιρεία, που επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, έστω και αν δεν προβλέπονται από ειδική διάταξη, αλλά σε κάθε περίπτωση από τη γενική ρήτρα του άρθρου 662 του ΑΚ, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 32 άρθρου Ν. 1568/1985 που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την 89/391/1989 οδηγία της ΕΟΚ, σύμφωνα με την οποία ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζεται ο εργαζόμενος από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική του ακεραιότητα, η υπαιτιότητα δε για τον καθένα τους, λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω πράξεων και παραλείψεων τους, ανέρχεται στο ίδιο ποσοστό. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχθηκε ότι ο θανών ήταν νέος ακόμη (53 ετών) και δραστήριος, μέλος μιας αγαπημένης οικογένειας, η οποία αποτελείται από τη σύζυγο του, τα τέκνα του και εγγόνια του, τη μητέρα του και τα αδέλφια του, οι οποίοι δοκίμασαν πόνο από τον αιφνίδιο θάνατο του, έκρινε δε ότι, ενόψει των συνθηκών του ατυχήματος, του βαθμού του πταίσματος των εμπλεκόμενων στο ατύχημα μερών, του εργαζομένου και εργοδότιδας εταιρείας, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, με βάση τους κανόνες της λογικής και της κοινής πείρας, πρέπει να επιδικαστεί ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, σε καθέναν από τους ήδη 13 πρώτους αναιρεσίβλητους - ενάγοντες τα ακόλουθα ποσά: Στην πρώτη σύζυγο του το ποσό των 60.000€, στη δεύτερη θυγατέρα του το ποσό των 25.0ΌΟ€, στον τρίτο γιο του επίσης το ποσό των 25.000€, σε καθέναν από τους τέταρτο και πέμπτη, γαμπρό και νύφη, το ποσό των 5.000€, στην έκτη μητέρα του το ποσό των 40.000€, σε καθέναν από τους ήδη αναιρεσίβλητους -ενάγοντες αδελφούς του το ποσό των 12.000€ και σε καθένα από τα ήδη αναιρεσίβλητα - ενάγοντα εγγόνια του το ποσό των 3.500€. Δέχτηκε ακόμη ότι πρέπει να απαγγελθεί προσωπική κράτηση σε βάρος του τρίτου αναιρεσείοντος, νόμιμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας, λόγω της αδικοπραξίας, ως μέσο εκτελέσεως της αποφάσεως, γιατί δεν αποδείχθηκε φερεγγυότητα της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρείας. Με βάση τις παραδοχές αυτές καθώς και άλλες, οι οποίες δεν ενδιαφέρουν στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού απέρριψε την έφεση της πρώτης και τρίτου των αναιρεσειόντων κατά της με αριθμό 57/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση των δεκατριών πρώτων από τους αναιρεσίβλητους, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και στη συνέχεια δέχθηκε και ως κατ' ουσία βάσιμη, κατά ένα μέρος, την από 8-1-2003 αγωγή, καθόσον αυτή απευθυνόταν κατά της πρώτης αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούνταν η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης σε καθένα από τους αναιρεσίβλητους αυτούς, πλέον δε τούτου δέχθηκε επίσης και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος την ίδια αγωγή, καθόσον αυτή απευθυνόταν κατά του τρίτου αναιρεσείοντος, διατάσσοντας την προσωπική κράτηση του, διάρκειας μέχρι έξι (6) μήνες, ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ, και 1 και 16 του κωδικοποιημένου κ.ν. 551/1915, καθώς και εκείνες των άρθρων 297 και 298 του ΑΚ, αφού με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, πράγματι η θανάτωση του Ζ, που αποτελεί "εργατικό ατύχημα" οφειλόταν σε αμέλεια και των προστηθέντων οργάνων που αντιπροσώπευαν τότε την πρώτη αναιρεσείουσα, της αμέλειας αυτής συνισταμένης, κατά τις παραδοχές της απόφασης στο ότι αυτά δεν είχαν φροντίσει να λάβουν τα μέτρα ασφαλείας που απαιτούνται για την ασφαλή διεξαγωγή της προαναφερόμενης εργασίας σκυροδετήσεως του στηθαίου της παραπάνω οικοδομής, κατά τα ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικώς αναφερόμενα, με αποτέλεσμα να προκληθεί το εργατικό ατύχημα, κατά το οποίο ο εν λόγω εργάτης θανατώθηκε. Ακριβώς δε στη συγκεκριμένη περίπτωση η παράλειψη αυτή είναι εκείνη που προκάλεσε το θάνατο του εργαζομένου και συνεπώς ύπαρχε, αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτών, αφού η παράλειψη ήταν ικανή κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να επιφέρει και πράγματι επέφερε το θάνατο. Για την ύπαρξη δε της αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, εξ αιτίας του παραπάνω εργατικού ατυχήματος, αρκεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συντέλεσε στην επέλευση του πταίσμα των προστηθέντων οργάνων της εργοδότιδάς του, με τη έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί η συνδρομή οποιασδήποτε αμέλειας και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν.551/1915. Ακόμη, δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αναφορικά με το αμέσως πιο πάνω ζήτημα, καθώς και με το γενικότερο ζήτημα που αναφέρεται στην αμέλεια των οργάνων που αντιπροσώπευαν, κατά τον κρίσιμο χρόνο του εργατικού ατυχήματος, την πρώτη αναιρεσείουσα από την οποία αμέλεια προκλήθηκε ο θάνατος, αφού οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει επί των ζητημάτων αυτών είναι σαφείς και επαρκείς καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Ειδικότερα, με πλήρη επάρκεια αναφέρονται και εξειδικεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι παραλείψεις των οργάνων που αντιπροσώπευαν τότε την πρώτη αναιρεσείουσα, οι οποίες συνιστούν την αμέλεια τους, για τις οποίες ευθύνεται η πρώτη αναιρεσείουσα και που προκάλεσαν τη θανάτωση του ως άνω εργαζομένου σ' αυτή, καθώς και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς αυτής συμπεριφοράς και του θανάτου του εργαζομένου, της συμπεριφοράς αυτής συνισταμένης, ειδικότερα, σύμφωνα με όσα δέχθηκε το Εφετείο, στο ότι δεν είχε ληφθεί οποιαδήποτε μέριμνα ώστε να υπάρχει στο εργοτάξιο, κατά τον κρίσιμο χρόνο της κατασκευής του ένδικου έργου, επιβλέπων το έργο αυτό, με τις κατάλληλες τεχνικές γνώσεις, ώστε να εμποδίσει το θανατωθέντα να σταθεί στο ως άνω σημείο, στο οποίο δεν ήταν προστατευμένος, σε περίπτωση κατά την οποία θα έχανε την ισορροπία του ή να φροντίσει για την πρόσδεση του τελευταίου με ζώνη, από κάποιο σταθερό σημείο για κατασκευή κουπαστής, μέτρα που θα μπορούσαν να αποτρέψουν την πτώση του από την εξωτερική πλευρά του στηθαίου στο οποίο ήταν ανεβασμένος, με αποτέλεσμα το σκυρόδεμα, που δεν είχε την κατάλληλη πυκνότητα και βγήκε με πίεση από το λάστιχο της εκτοξεύσεως, η οποία πίεση μεταφέρθηκε στο σημείο όπου ο θανατωθείς κρατούσε την άκρη του λάστιχου αυτού, με το οποίο μεταφερόταν το υλικό, να τον κτυπήσει με δύναμη και εξ αιτίας τούτου αυτός να πέσει στο έδαφος από ύψος πέντε περίπου μέτρων και να τραυματιστεί θανάσιμα. Επομένως : 1) οι ενιαίως κρινόμενοι, πρώτος, κατά το ένα από τα μέρη του, και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις της παραβιάσεως, αντίστοιχα, αφενός των άρθρων 914, 297 και 298 του ΑΚ και αφετέρου του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915 και 2) οι, επίσης, ενιαίως κρινόμενοι, πρώτος, κατά το υπόλοιπο μέρος του και δεύτερος, ως άνω λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών, επί των ζητημάτων που αφορούν, αφενός την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ας άνω αμελούς συμπεριφοράς των προστηθέντων οργάνων της πρώτης αναιρεσείουσας και αφετέρου την εξειδίκευση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την εν λόγω αμελή συμπεριφορά, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανάτου προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο χρηματικό ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών) με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής. Έτσι, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης κατά τα ανωτέρω χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η δε περί τούτου κρίση του δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να δύναται να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου ή παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Επομένως, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Και τούτο διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευόμενου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας. Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ αφενός μεν της συνταγματικής διατάξεως, που προστατεύει κάποιο δικαίωμα, αφετέρου δε της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει. Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σ' αυτά να αποφασίζουν. Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προέβη σε συγκεκριμένη περίπτωση στον προσδιορισμό εύλογης χρηματικής αποζημίωσης του άρθρου 932 ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, με βάση τους κανόνες που το ίδιο άρθρο, θέτει και στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο (ΟλΑΠ 6/2009).Ενόψει τούτων: α) ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να επιδικάσει με την προσβαλλόμενη απόφαση του, τα παραπάνω χρηματικά ποσά, λόγω ψυχικής οδύνης, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, και β) ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, επειδή διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, επί του ζητήματος που αναφέρεται στην κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, καθώς και στην ηλικία καθενός από τους πρώτους πιο πάνω αναιρεσίβλητους, στο επάγγελμά του, στην οικογενειακή του κατάσταση, στη συμβίωση του ή μη με το θύμα στη συχνότητα των επαφών τους και στο μεταξύ τους ψυχικό δεσμό, ως στοιχείων προσδιοριστικών του ύψους της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως, είναι απαράδεκτοι, διότι η παραπάνω κρίση του δικαστηρίου δεν υπόκειται απευθείας σε έλεγχο μέσω της αρχής της αναλογικότητας και διότι δεν πρόκειται για ανεπάρκεια της αιτιολογίας, αλλά, ειδικά, με το δεύτερο πλήττεται η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων, το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτήν η αγωγή, καθόσον απευθυνόταν κατά της δεύτερης αναιρεσείουσας απορρίφθηκε ως αόριστη. Ακολούθως απορρίφθηκε και η από την ίδια αναιρεσείουσα ασκηθείσα προσεπίκληση της 14ης αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α.", υπό την ιδιότητά της ως δικονομικής εγγυήτριας, καθώς και η ενωθείσα στο ίδιο δικόγραφο παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως κατά της τελευταίας, "λόγω του επικουρικού της χαρακτήρα". Με τον έκτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται από τη δεύτερη αναιρεσείουσα, ότι το Εφετείο με το να απορρίψει ως αόριστη την ένδικη αγωγή, καθόσον αυτή απευθυνόταν εναντίον της, παρά το ότι αυτή, κατά το λόγο αναιρέσεως, ήταν ορισμένη και ακολούθως με το να απορρίψει για την παραπάνω αιτία την προσεπίκληση και την ενωμένη αγωγή αποζημιώσεως, υπέπεσε στις από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβλεπόμενες πλημμέλειες. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι η δεύτερη αναιρεσείουσα, η οποία νίκησε στην ενώπιον του Εφετείου κύρια δίκη, αφού η ένδικη αγωγή καθόσον απευθυνόταν κατ' αυτής απορρίφθηκε, δεν έχει έννομο συμφέρον, ως νικήσας διάδικος, να ασκήσει αναίρεση, κατά το άρθρο 556 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Κατά μεν την παρ.1 εδ. α' του άρθρου 1047 του ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση διατάσσεται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητώς ο νόμος και κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις, μπορεί δε να διαταχθεί και για απαιτήσεις από αδικοπραξία, κατά δε την παρ.3 του ίδιου άρθρου "αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, εκτός από τις ανώνυμες εταιρείες και τις εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, ως προς τα χρέη της παρ.1 εδ. πρώτο του άρθρου αυτού, η προσωπική κράτηση διατάσσεται κατά των εκπροσώπων τους,...". Από την τελευταία σαφή κατά τη διατύπωση διάταξη προκύπτει ότι δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση κατά των εκπροσώπων των Ανωνύμων Εταιρειών και των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης ως προς τα παραπάνω και στην παρ. 1εδ. α' του άρθρου 1047 ΚΠολΔ αναφερόμενα χρέη. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, διέταξε, όπως προαναφέρθηκε, προσωπική κράτηση κατά του τρίτου αναιρεσείοντος, αποκλειστικά και μόνο υπό την ιδιότητα αυτού ως εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας, ανώνυμης εταιρείας, ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως της αποφάσεως, χωρίς να δέχεται και ότι ο αναιρεσείων αυτός ήταν υπόχρεος ατομικώς, λόγω συγκεκριμένης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του, για την καταβολή των επιδικασθεισών χρηματικών ικανοποιήσεων. Κρίνοντας έτσι, παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και υπέπεσε στην, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως επιτρεπτώς προβάλλεται αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, από την Εισηγήτρια, εφόσον πρόκειται για λόγο αναιρέσεως που αναφέρεται στον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς ερμηνεία και εφαρμογή των αμέσως πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, ενόψει του ότι πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση και συνεπώς η τελευταία πρέπει να αναιρεθεί κατά ένα μέρος και ειδικότερα κατά το μέρος της με το οποίο διατάσσεται προσωπική κράτηση σε βάρος του τρίτου αναιρεσίβλητου, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά τούτο, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που δίκασε, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (αρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Αντίθετα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση ως προς τις δύο πρώτες αναιρεσείουσες και τέλος, να καταδικασθούν: 1) η πρώτη και δεύτερη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και οι αναιρεσίβλητοι, πλην της τελευταίας, ως προς την οποία, (ως προσεπικληθείσα στην κύρια δίκη, από τη δεύτερη αναιρεσείουσα-δεύτερη εναγομένη και παρεμπιπτόντως εναγομένη, μη ασκήσασα παρέμβαση) η αναίρεση στρέφεται εναντίον της, ως προς το αντίστοιχο μέρος της απόφασης, κατά το οποίο και απορρίπτεται, όχι όμως και κατά το παραπάνω αναιρούμενο μέρος της, που αναφέρεται αποκλειστικά στην προσωπική κράτηση του τρίτου αναιρεσείοντος (γι' αυτό δεν είναι ηττηθείσα), στα δικαστικά έξοδα του τρίτου αναιρεσείοντος (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, ως προς τις αναιρεσείουσες πρώτη και δεύτερη, την από 8-6-2007 αίτηση, για αναίρεση της 129/2007 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες αυτές, στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Αναιρεί την παραπάνω απόφαση, ως προς τον τρίτο αναιρεσείοντα Χ3, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους (εκτός της τελευταίας "Συνεταιριστικής ΑΕΓΑ"), στα δικαστικά έξοδα του παραπάνω αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποιήσεως, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εγοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ΄ αυτούς (άρθρο 922 ΑΚ), με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού, ούτε και από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντ. Ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα, η οποία νίκησε στην ενώπιον του Εφετείου κύρια δίκη, δεν προβάλλει ειδικώς με το λόγο αναιρέσεως, ότι είχε προτείνει κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση, ότι η αγωγή κατ΄ αυτής έπρεπε να απορριφθεί όχι ως αόριστη, αλλά κατ΄ ουσία. Δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση κατά των εκπροσώπων των Ανωνύμων Εταιρειών και των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης ως προς στην παρ. 1 εδ. α΄ του άρθρου 1047 ΚΠολΔ αναφερόμενα χρέη. Ο σχετικός λόγος επιτρεπτώς προβάλλεται αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, από την Εισηγήτρια.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1703/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Αναιρεσείοντος-Κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 323/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 453/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 240/25-6-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω την υπ' αριθμ. πρωτ. 1/9-3-2010 αίτηση αναιρέσεως του Χ, ... ετών, κατοίκου ...και ήδη κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή ..., όπου άσκησε την κρινομένη αίτηση ενώπιον του Διευθυντή της εν λόγω φυλακής ..., η οποία στρέφεται κατά της υπ'αριθμ. 323/29.10.2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, με την οποία έχει καταδικαστεί σε ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών για κατοχή ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα για κατοχή 481,80 γραμμαρίων ινδικής καννάβεως (μικτού βάρους) από πρόσωπο υπότροπο προς τούτο (άρθρα 12, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 59, 60, 63, 74, 79, 80 Π.Κ. και άρθρα 20 παρ. 1ζ, 23, 30 παρ. παρ. 4γ και 1, 37, 38 του Νόμου 3459/2006).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 1 και 3 και 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση τακτικού ενδίκου μέσου (εφέσεως-αναιρέσεως) κατά αποφάσεως είναι δέκα (10) ημερών από την δημοσίευση της αποφάσεως όταν ο δικαιούμενος είναι παρών, εάν δε δεν είναι παρών η ως άνω προθεσμία είναι επίσης δέκα (10) ημερών, εκτός αν διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα (30) ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Σχετικά δε με την προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τον γραμματέα του Ποινικού δικαστηρίου.
Εν προκειμένω ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στις 9 Μαρτίου του τρέχοντος έτους 2010, ενώ η προσβαλλομένη υπ'αριθμ.323/29 Οκτωβρίου 2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, στην οποία ήταν παρών, δημοσιεύτηκε στις 29 Οκτωβρίου 2009 και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό προς τούτο τηρούμενο βιβλίο στις 10 Δεκεμβρίου 2009, δηλαδή ασκήθηκε εκπρόθεσμα και ως προς τον χρόνο δημοσιεύσεως της εν λόγω προσβαλλομένης αποφάσεως και ως προς τον χρόνο καθαρογραφής και καταχωρήσεως στο ειδικό βιβλίο, και ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ
1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 1/9.3.2010 αίτηση αναιρέσεως του Χ,... ετών, κατοίκου Ηρακλείου Κρήτης και ήδη κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή Αλικαρνασσού, κατά της υπ'αριθμ. 323/29-10-2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης διότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα.
2) Να καταδικα-στεί στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 7/6/2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1α, 473 παρ. 1 και 476 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας συνάγεται ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις και όταν ασκηθεί μετά την πάροδο της προθεσμίας που ορίζεται για την άσκησή του. Η προθεσμία γενικώς για την άσκηση των ένδικων μέσων, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από διάταξη νόμου είναι δεκαήμερη, όταν ο δικαιούμενος διαμένει στην ημεδαπή και ήταν παρών όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση, ενώ, εάν δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η ως άνω προθεσμία είναι και πάλι δεκαήμερη και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, στην περίπτωση, όμως που ο κατηγορούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η δεκαήμερη προθεσμία αρχίζει από τότε που επιδόθηκε η απόφαση στον κατηγορούμενο, εφόσον η επίδοση αυτής είναι μεταγενέστερη από την καταχώρισή της στο ως άνω βιβλίο. Συγχωρείται εκπρόθεσμη άσκηση κατά του ως άνω ένδικου μέσου, όταν ο αναιρεσείων επικαλείται στη σχετική έκθεση περιστατικά, τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν τα ως άνω περιστατικά. Αν δεν το πράξει, το ένδικο μέσο είναι απορριπτέο, ως εκπρόθεσμο και απορριπτέο.
Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη 323/29.10.2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, με την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων σε κάθειρξη πέντε (5) ετών για κατοχή ναρκωτικών ουσιών από υπότροπο, δημοσιεύτηκε με παρόντα τον κατηγορούμενο στις 29 Οκτωβρίου 2009 και καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ως άνω ειδικό βιβλίο στις 10 Δεκεμβρίου 2009 (βλ. απόφαση και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση), ο δε αναιρεσείων άσκησε την αίτηση αναιρέσεως στις 9 Μαρτίου 2010, δηλαδή εκπρόθεσμα και ως προς τον χρόνο δημοσιεύσεως της εν λόγω προσβαλλόμενης αποφάσεως και ως προς τον χρόνο καθαρογραφήσεως και καταχωρίσεως στο ειδικό βιβλίο. Στην έκθεση αναιρέσεως, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κανένα λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η αίτηση να κηρυχθεί απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη την 1/9.3.2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή ..., κατά της 323/29.10.2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Οκτωβρίου 2010.
Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα. Εκπρόθεσμη άσκηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε μετά την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1702/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Αναιρεσείοντος-Κατηγορουμένου Χ, κατοίκου Καρδίτσας, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της με αριθμ. 149-154/2009 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας.
Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 2 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 398/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη με αριθμό 241/25-6-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο) μετά της σχετικής δικογραφίας την υπ' αριθμ. ... έκθεση αναίρεσης του Χ που ασκήθηκε δια δηλώσεώς του ενώπιον του Διευθυντή της Φυλακής ..., κατά της υπ' αριθμ. 149-154/18-11-2009 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας και εκθέτω τα ακόλουθα:
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148, 153, 474 παρ.1, 2, 476 παρ.1, 509 παρ.1 και 510 παρ.1 ΚΠΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατ' απόφασης πρέπει στην αίτηση άσκησής της να περιέχονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτή ένας τουλάχιστον ορισμένος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορ-ρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ).
Στην κρινόμενη υπόθεση, με την ανωτέρω με αριθμό 99/2-12-2009 αίτησή του ζητάει ο αναιρεσείων την αναίρεση της υπ' αριθμ. 149-154/18-11-2009 απόφασης του ΜΟΕ Λάρισας, εκθέτοντας κατά λέξη "ότι κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της αριθ. 149-154/18-11-2009 απόφασης του ΜΟΕ Λάρισας που καταδικάστηκε για Μαστροπεία από κοινού σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών και χρ. Ποινή 30.000 Ευρώ για τους παρακάτω λόγους που ανάφερε".
Έτσι όμως εφόσον δεν περιέχεται στην οικεία έκθεση ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη. Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 99/2-12-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατά της υπ' αριθμ. 149-154/18-11-2009 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας και
2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 7/6/2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για την πληρότητα των από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγων αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, αντιστοίχως, πρέπει: 1) στην πρώτη περίπτωση, αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, ενώ αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά προβάλλεται ότι αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται με την αναίρεση, επί πλέον, σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες της σε σχέση με τις παραδοχές της ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2002, ΟλΑΠ 19/2001) και 2) στη δεύτερη περίπτωση, να αναφέρεται η διάταξη που παραβιάστηκε και να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση της, σε σχέση με τις παραδοχές της αποφάσεως.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων άσκησε την 99/2.12.2009 αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης ..., κατά της 149-154/18.11.2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, για μαστροπεία από κοινού. Στην παραπάνω έκθεση αναιρέσεως αναφέρει ο αναιρεσείων επί λέξει ότι "κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της αριθ. 149-154/18.11.2009 απόφασης του ΜΟΕ Λάρισας που καταδικάστηκε για μαστροπεία από κοινού σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών και χρ. ποινή 30.000 ευρώ για τους παρακάτω λόγους που ανάφερε". Με το περιεχόμενο αυτό, η ως άνω αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι δεν περιέχει κανένα λόγο σαφή και ορισμένο, αφού δεν αναφέρει τις παραδοχές της πληττόμενης αποφάσεως, τις οποίες ο αναιρεσείων θεωρεί ως αναιτιο-λόγητες.
ΕΠΕΙΔΗ, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τη με αριθμό 99/2.12.2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου του Καταστήματος Κράτησης ... κατά της 149-154/ 18.11.2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Οκτωβρίου 2010.
Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αόριστοι λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτεται η αίτηση ως απαράδεκτη.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 2
|
Αριθμός 1700/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ- (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, που ορίσθηκε με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Ανδρέα Ξένο, που ορίσθηκε με τη με αριθμό 104/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 και 26 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση
του εκκαλούντος-εκζητουμένου X, Ισραηλινού υπηκόου, κατοίκου ... και προσωρινά κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Κουτσούκο, κατά της με αριθμό 98/2010 απόφασης του Β' Τμήματος Διακοπών του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του από 9 Ιουλίου 2008 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που εκδόθηκε από την Εισαγγελία της Βόννης, σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε τη με αριθμό "69/01.9.2010" έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Δωδεκανήσου Σταματίας Ζανετούλη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1166/2010. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκκαλούντος-εκζητουμένου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή του και να μην εκδοθεί και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε απορριφθεί η προκειμένη έφεση και να εκτελεστεί το προαναφερόμενο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 22 §1 ν.3251/2004 "Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης κλπ" σε περίπτωση μη συγκαταθέσεως του εκζητουμένου επιτρέπεται η άσκηση εφέσεως στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον Εισαγγελέα κατά της οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της αποφάσεως, σύμφωνα με τα οριζόμενα του άρθρου 451 Κ.Ποιν.Δ. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα Εφετών στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους πρέπει να διατυπώνονται ότι ασκείται. Επομένως, η υπό κρίση υπ' αριθμό 69/1-9-2010, νομίμως και εμπροθέσμως ενώπιον της αρμοδίας γραμματέως του Εφετείου Δωδεκανήσου ασκηθείσα από τον εκζητούμενο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του έφεση κατά της υπ' αριθμό 98/31-8-2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, με την οποία τούτο αποφάσισε την εκτέλεση του από 9-7-2008 Ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως της Εισαγγελίας της Βόννης κατά του ήδη εκκαλούντος εκζητουμένου X, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Ι. Κατά το άρθρο 1 §1 του άνω ν.3251/2004, το Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους εκδόσεως του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. Στο άρθρο 2 του ιδίου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως, που περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: α) την υπηκοότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής συνδέσεως και ηλεκτρονικής διευθύνσεως της δικαστικής αρχής εκδόσεως του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής αποφάσεως, του εντάλματος συλλήψεως ή της συναφούς διατάξεως δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως του εγκλήματος στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τελέσεως καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο της ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ιδίου νόμου, το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, εκδίδεται για πράξεις οι οποίες τιμωρούνται κατά τους Ελληνικού ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διαρκείας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών. Κατά το άρθρο 10 §1 στοιχ. α' του ιδίου νόμου, υπό την επιφύλαξη των όσων ορίζονται στα άρθρα 11 έως 13 αυτού, το Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εκτελείται εφόσον η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα σύμφωνα και με τους Ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού του χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκδόσεως του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών. Κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 10 του άνω νόμου, η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως επιτρέπεται χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτήν αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του Κράτους εκδόσεως του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό, με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών, ειδικότερα δε, μεταξύ των άλλων, και για τις αναφερόμενες στην εν λόγω διάταξη υπό στοιχεία α' εγκληματική οργάνωση, β' εγκλήματα σχετικά με ηλεκτρονικούς υπολογιστές και απάτη. Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης στα οποία περιέχονται και οι καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε και στο ακροατήριο του Συμβουλίου Εφετών και το παρόν Δικαστήριο ο εκζητούμενος και από όσα ανέφερε ο παραστάς συνήγορός του προφορικώς στο ακροατήριο και με το υποβληθέν από 19-10-2010 υπόμνημά του, προέκυψαν τα ακόλουθα: Το από 9-7-2008 Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, που υπογράφεται από τον αναφερόμενο εκπρόσωπο της ανωτέρω Εισαγγελικής Αρχής, εκδόθηκε με βάση το μνημονευόμενο σ' αυτό από 8-7-2008 υπ' αριθμό φακέλου υποθέσεως 20G5 928/08 ένταλμα συλλήψεως που εκδόθηκε από το Ειρηνοδικείο της Βόννης σε βάρος του ήδη εκκαλούντος. Με αυτό, ο εκζητούμενος διώκεται για δημιουργία και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση για κατ' επάγγελμα και για κερδοσκοπικούς σκοπούς συμμετοχή σε ηλεκτρονική απάτη, καθώς και για συμμετοχή σε τροποποίηση δεδομένων/στοιχείων, με αναφερόμενη μορφή συμμετοχής αυτή του συνεργού. Οι ως άνω πράξεις είναι αξιόποινες κατά το Γερμανικό Ποινικό Νόμο ως προβλεπόμενες και τιμωρούμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 129 εδάφιο 1, 263α εδάφιο 1 και εδάφιο 2, 263 εδάφιο 2 και εδάφια 3 αρ. 1 και 5, 303α εδάφιο 1, 22, 23, 25 εδάφιο 2, 52 53 Γερμανικού Ποινικού Κώδικα. Οι πράξεις αυτές είναι αξιόποινες και προβλέπονται και τιμωρούνται από τους Ελληνικού ποινικούς νόμους και ειδικότερα ως κακούργημα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων α) 187 §1 ΠΚ (όπως τροποποιήθηκε με το νόμο 2928/2001, στην συνέχεια με το νόμο 3064/2002 και τελικά με το άρθρο 11 του ν.3658/2008 με κάθειρξη μέχρι 10 ετών η πράξη της συγκρότησης και συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, με κάθειρξη έως 10 ετών σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 13 εδάφ. στ', 386 §§ 1, 3, 386 Α του ΠΚ, η πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα και με σκοπό πορισμού περιουσιακού οφέλους άνω των 73.000 ευρώ με επηρεασμό στοιχείων υπολογιστή. Επίσης, ως πλημμέλημα σύμφωνα με το άρθρο 370 Β του ΠΚ, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 3 μηνών η παραβίαση στοιχείων ή προγραμμάτων υπολογιστών, ενώ σύμφωνα με τα άρθρα 1, 2, 3, 8, 10, 22 §§ 1, 3, 5, 6 ν.2472/1997 η επεξεργασία, η παραβίαση αυτοματοποιημένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τιμωρούνται και πλημμέλημα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους αλλά και ως κακούργημα με κάθειρξη στην περίπτωση που ο υπαίτιος είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή να βλάψει τρίτον.
Από το ένδικο Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως το οποίο προσκομίζεται σε πρωτότυπο και σε μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα, επικυρωμένη για την ακρίβειά της από ορκωτή μεταφράστρια, προκύπτει ότι οι πράξεις για τις οποίες διώκεται ο εκζητούμενος προς άσκηση κατ' αυτού ποινικής διώξεως, φέρονται τελεσθείσες κατά το χρονικό διάστημα από 20-9-2006 μέχρι την ημερομηνία εκδόσεως του εντάλματος και συνίστανται, σύμφωνα με όσα αναφέρονται σ' αυτό στο ότι ο εκζητούμενος και οι συγκατηγορούμενοί του Φ με το ψευδώνυμο ΤΝΤJ, ... με το ψευδώνυμο ... μαζί με τα παρακάτω άτομα, εμφανιζόμενα με τα ψευδώνυμα ..., δημιούργησαν μαζί μια εγκληματική οργάνωση έχοντας σαν σκοπό τους να νοικιάζουν παγκοσμίως SERVER, να συντάσσουν σελίδες PHISING σε SERVER PHISING, να λειτουργούν BOTNETS για τις παράνομες δραστηριότητές τους, να ιδρύουν εταιρείες με σκοπό την απόκρυψη της χρηματοδοτικής ροής, να έχουν δικούς τους υπαλλήλους για χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες εικονικού χρήματος, να διακινούν παγκοσμίως έσοδα μέσω εικονικών τραπεζικών λογαριασμών. Μεταξύ των κατηγορουμένων και των συνεργών τους διαμορφώθηκαν με τον καιρό σταθερές δημιουργημένες δομές στις οποίες ο Φ και ο ήδη εκκαλών εκζητούμενος, θεωρούνται ως ηγετικές μορφές της συμμορίας αυτής. Αυτοί καταλαμβάνουν τη θέση του συντονισμού στα πλαίσια των πράξεών τους. Οι άλλοι κατηγορούμενοι τους υποστηρίζουν εδώ σε σημαντικό βαθμό. Οι κατηγορούμενοι και οι συνεργοί τους ενεργούσαν με βάση ένα κοινό σχέδιο δράσεως. Οι "κεφαλές" της εγκληματικής οργανώσεως είναι σύμφωνα με τα αποτελέσματα των διεξαχθεισών ερευνών οι κατηγορούμενοι Φ και X (εκζητούμενος) ενώ οι υπόλοιποι είχαν αναλάβει κατά τη διανομή των καθηκόντων διαφόρους τομείς μεταξύ των οποίων τη διαχείριση και φροντίδα των ιστοσελίδων και των SERVER, τον προγραμματισμό των Τραπεζικών δεδομένων και τη διακίνηση του χρήματος. Οι κατηγορούμενοι ίδρυσαν από κοινού με περαιτέρω συνεργούς των, τα στοιχεία των οποίων δεν έχουν ακόμη εξακριβωθεί, με βάση ένα κοινό σχέδιο δράσεως, μία οργάνωση της οποίας ο σκοπός απέβλεπε στο να εξακριβώσει τους Τραπεζικούς λογαριασμούς και τα στοιχεία προσβάσεως σε τραπεζικούς λογαριασμούς για το ON LINE BANKING πελατών τραπεζών και μάλιστα τον αριθμό λογαριασμού τους, τον κωδικό PIN καθώς και τον αριθμό ΤΑΝ, έτσι ώστε να μπορούν να χρησιμοποιούν αυτά τα στοιχεία προς όφελός τους για διακινήσεις χρήματος από τους λογαριασμούς των πελατών των τραπεζών. Οι τραπεζικοί λογαριασμοί των πελατών της τράπεζας, ανακαλύπτονταν από τους κατηγορουμένους με την βοήθεια ενός επιβλαβούς για τον υπολογιστή προγράμματος, κατά το οποίο χρησιμοποιούσαν ένα λεγόμενο "BACKDOOR TROJANER". Αυτό το πρόγραμμα απενεργοποιεί τα προγράμματα προστασίας από ιούς στο κομπιούτερ, αλλάζει στοιχεία και δεδομένα στον υπολογιστή, συλλέγει δεδομένα και στοιχεία και εγκαθίσταται στην εγγραφή. Αυτός ο ιός που λέγεται τρογιάνερ, επεκτείνεται αυτόνομα και "κρυφακούει" στο παρασκήνιο κατά την τυπική διαδικασία μεταφοράς χρήματος/τραπεζικού εμβάσματος ON LINE, όπου "ψαρεύει" αμέσως πριν τη μεταβίβαση των στοιχείων στον υπολογιστή της τράπεζας τον αριθμό του λογαριασμού όπως και τους αριθμούς PIN και TAN του πελάτη, χωρίς ο τελευταίος να παρατηρεί τίποτα από την όλη διαδικασία. Τα στοιχεία που διαπιστώνονταν με τον τρόπο αυτό, χρησιμοποιούνταν αργότερα για τραπεζικά εμβάσματα, τα προγράμματα δε αυτά επεκτείνονταν σε συνημμένο αρχείο που στέλνονταν μέσω e-mail, στα πλαίσια των SPAM - e-mails, όπου αντίστοιχα e-mails στέλνονταν σε έναν αόριστο αριθμό παραληπτών. Οι παραλήπτες παρακινούνταν σε αυτά τα e-mails να ανοίξουν το συνημμένο αρχείο με απατηλές οδηγίες. Με το άνοιγμα του συνημμένου αρχείου από τον παραλήπτη κολλούσε το σύστημά του με τον ιό του προγράμματος αυτού χωρίς να το καταλάβει ο παραλήπτης και τα στοιχεία τραπεζικής πρόσβασης και συνδιαλλαγής κατά το ON LINE BANKING γινόταν γνωστά μέσω του προγράμματος, καταγράφονταν και στη συνέχεια χρησιμοποιούνταν στα συστήματα υπολογιστών και στις τράπεζες δεδομένων των κατηγορουμένων και των συνεργών τους, με σκοπό τη διεξαγωγή αδικαιολογήτων εμβασμάτων τραπέζης από τους λογαριασμούς των θυμάτων. Οι κατηγορούμενοι και οι συνεργοί τους, χρησιμοποιούσαν τα στοιχεία αυτά και διενεργούσαν εμβάσματα στα πλαίσια του ON LINE BANKING, χρησιμοποιώντας τον αριθμό τραπεζικού λογαριασμού καθώς και τους αριθμούς προσβάσεως PIN και ΤΑΝ από τους λογαριασμούς των θυμάτων, μεταφέροντας τα χρήματα σε λογαριασμούς κάποιων "χρηματοδοτικών πρακτόρων", τους οποίους είχαν πριν προσλάβει και στρατολογούσαν οι κατηγορούμενοι σε τακτά χρονικά διαστήματα. Οι κατηγορούμενοι εμφανίζονταν στο διαδίκτυο ως επιχείρηση με παγκόσμιες δραστηριότητες, ισχυριζόμενοι ότι ζητούν συνεργάτες για υπηρεσίες εμβασμάτων παγκοσμίως. Οι χρηματοδοτικοί πράκτορες είχαν ως καθήκον να μεταβιβάζουν χρήματα που παρελάμβαναν, από τα οποία έπαιρναν κάποια προμήθεια και το μόνο που έπρεπε να κάνουν ήταν να θέτουν τον αριθμό του τραπεζικού τους λογαριασμού στη διάθεση των εργοδοτών τους. Για την πρόσληψη των πρακτόρων αυτών γινόταν χρήση των σελιδων SCHNELL-POST, COM, SCHWEITZER - GELDTANSFER-DIENST.COM, FAST-CASH-UNION.COM και INTERNETDOLLAR.NET με τις διευθύνσεις e-mail: domains@modestus.org ή TDZ@ modestus.org, οι οποίες είχαν συσταθεί και χρησιμοποιούνταν από τους ίδιους. Οι κατηγορούμενοι μεταβίβαζαν στους χρηματοδοτικούς πράκτορες χρηματικά ποσά, τα οποία έπαιρναν από τους τραπεζικούς λογαριασμούς των θυμάτων και τους έδιναν την εντολή, να κάνουν έμβασμα των χρημάτων που πήγαιναν στον λογαριασμό τους, μετά την αφαίρεση της προμήθειάς τους, μέσω της χρηματοδοτικής υπηρεσίας "WESTERN UNION" σε συγκεκριμένα άτομα στη ... ή στην .... Ένα μεγάλο μέρος των χρημάτων αυτών μεταφερόταν στη συνέχεια μέσω εμβάσματος σε λογαριασμούς στο εξωτερικό ή σε εικονικούς λογαριασμούς τρίτων ατόμων. Από εκεί ακολουθούσαν πληρωμές στους λογαριασμούς των κατηγορουμένων οι οποίοι είχαν πλέον τα χρήματα στη διάθεσή τους. Στα πλαίσια των διεξαχθεισών ερευνών προέκυψε ότι λόγω των ιστοσελίδων ζήτησης πρακτόρων προσλήφθηκαν άτομα, τα οποία δραστηριοποιήθηκαν στον τομέα αυτόν από τις 20.9.2006 (INTERNETDOLLAR.NET) έως τις 10.11.2007 (SCHEWEITZER-GELDTRANFER-DEINST.DE) και σε 21 περιπτώσεις μετέφεραν επιτυχώς τα χρήματα, τα οποία είχαν "ψαρέψει" στο εξωτερικό. Σε 26 περιπτώσεις κατέστη δυνατό τα χρήματα αυτά να επιστραφούν από τον τραπεζικό λογαριασμό του πράκτορα στους ιδιοκτήτες τους. Συνολικά "ψαρεύτηκε" το ποσό των 287.783 ευρώ. Το συνολικό ύψος των χρηματικών ποσών τα οποία μεταφέρθηκαν στο εξωτερικό μέσω της "WESTERN UNION" και δεν είναι δυνατόν να επιστραφούν ανέρχεται σε 110.182 ευρώ. Ο εκζητούμενος, συνεπώς, σύμφωνα με όσα πραγματικά περιστατικά αναφέρονται στο άνω ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως είχε συμμετοχή στις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις, οι οποίες φέρονται ότι τελέσθηκαν στην ... και σε άλλα μέρη, ως συναυτουργός. Για αυτές τις πράξεις (όπως χαρακτηρίζονται από το Γερμανικό Ποινικό Νόμο) δηλαδή της δημιουργίας εγκληματικής και συμμετοχής σε αυτήν, της κατ' επάγγελμα και για κερδοσκοπικούς σκοπούς ηλεκτρονικής απάτης και της τροποποιήσεως δεδομένων/στοιχείων η μέγιστη διάρκεια της στερητικής της ελευθερίας ποινή που μπορεί να επιβληθεί κατά του υπαιτίου σύμφωνα με τον Γερμανικό Ποινικό Κώδικα, είναι δεκαπέντε ετών. Κατά τους Ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως νομικού χαρακτηρισμού τους αυτές οι αξιόποινες πράξεις τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές το ανώτατο όριο των οποίων υπερβαίνει για όλες τους δώδεκα μήνες. Το άνω Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως φέρει στο πρωτότυπό του ημεροχρονολογία εκδόσεως, όνομα και υπογραφή του Εισαγγελέα που το υπέγραψε ως εκπρόσωπος της Εισαγγελικής Αρχής και περιέχει (στο πρωτότυπο και τη μετάφρασή του) όλα τα στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 2 ν.3251/2004 (ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, όνομα και διεύθυνση και λοιπά στοιχεία της δικαστικής αρχής του Κράτους εκδόσεως του εντάλματος, μνεία του από 8.7.2008 με αριθμό φακέλου 50 Gs 928/08 εντάλματος του Ειρηνοδικείου Βόννης, στο οποίο βασίσθηκε η έκδοση του ελεγχόμενου εντάλματος, φύση και νομικό χαρακτηρισμό των αξιοποίνων πράξεων που αποδίδονται στον εκζητούμενο, περιγραφή των περιστάσεων τελέσεων των εγκλημάτων στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τελέσεως, το πλαίσιο της ποινής που προβλέπεται για τις πράξεις αυτές από το Κράτος εκδόσεως του εντάλματος και άλλες σχετικές πληροφορίες σχετικά με τη φύση και τις συνέπειές τους και συνεπώς πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 6 παρ. 1 του Συντάγματος και της τυπικής νομιμότητάς του κατά το ν.3251/2004. Οι πράξεις για τις οποίες ζητείται η παράδοση του ήδη εκκαλούντος - εκζητουμένου στις αρμόδιες δικαστικές αρχές της Γερμανίας στη Βόννη προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του ανήκουν σε εκείνες τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κατά το άρθρο 10 παρ. 2 περ. α', ια', κ' του ν.3251/2004 επιτρέπεται η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου αφού συντρέχει εν προκειμένω η προϋπόθεση να τιμωρούνται στο κράτος εκδόσεως του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή αντίστοιχο μέτρο ασφαλείας τουλάχιστον τριών ετών. Επί πλέον οι εν λόγω πράξεις περιλαμβάνονται και σε εκείνες για τις οποίες κατά το άρθρο 10 παρ. 1α σε συνδυασμό με το άρθρο 5 του ίδιου άνω ν.3251/2004 επιτρέπεται η έκδοση και η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως για τη σύλληψη και παράδοση ενός προσώπου από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως σε άλλο κράτος μέλος αυτής προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη για την πράξη που του έχει αποδοθεί εφόσον τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους αλλά και σύμφωνα με το δίκαιο του Κράτους εκδόσεως του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών, δεν συντρέχει δε στην κρινόμενη υπόθεση ουδεμία των περιπτώσεων υποχρεωτικής ή δυνητικής μη εκτελέσεως του Ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως που προβλέπονται στα άρθρα 11 και 12 του ν.3251/2004. Κατά συνέπεια συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ανωτέρω Ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως όπως και το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου ορθώς κρίνοντας δέχθηκε. Δεν επηρεάζεται η πληρότητα και η εγκυρότητα του ενδίκου Ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, το οποίο περιέχει όλα τα από το άρθρο 2 του ν.3251/2004 απαιτούμενα στοιχεία από το ότι δεν είναι ενάριθμο, αλλά προσδιορίζεται με βάση την ημερομηνία εκδόσεώς του (9.8.2008). Για την εκτέλεση του ως άνω Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως ελήφθη υπόψη από το Συμβούλιο Εφετών το ευρισκόμενο στη δικογραφία πρωτότυπο του εντάλματος αυτούς και η νόμιμη μετάφρασή του στην Ελληνική που περιλαμβάνεται στα αναγνωσθέντα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο έγγραφα και είναι απορριπτέα ως αβάσιμα όσα αντίθετα υποστηρίζονται από τον ήδη εκκαλούντα με το σχετικό λόγο εφέσεως.
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 32 της πιο πάνω συμβάσεως-πλαίσιο, η οποία είναι διάταξη μεταβατικού χαρακτήρα "οι αιτήσεις εκδόσεως που θα παραληφθούν μετά την 1.1.2004 θα διέπονται από τους κανόνες που θα θεσπίσουν τα κράτη μέλη για την εκτέλεση της προκειμένης αποφάσεως-πλαίσιο με δυνατότητα κάθε Κράτους μέλους κατά τη στιγμή υιοθετήσεως της άνω αποφάσεως - πλαίσιο να δηλώσει ότι ως κράτος - μέλος εκτελέσεως θα εξακολουθήσει να διεκπεραιώνει σύμφωνα με το περί εκδόσεως σύστημα που ίσχυε πριν από την 1.1.2004 τις αιτήσεις που αφορούν πράξεις που έχουν διαπραχθεί πριν από την ημερομηνία που θα καθορίσει και η οποία δεν μπορεί να είναι μεταγενέστερη της 7 Αυγούστου 2002".
Συνεπώς είναι απορριπτέος ο σχετικός λόγος εφέσεως με τον οποίον παραπονείται ο εκκαλών ότι εσφαλμένα το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι δύναται να εκτελεστεί το ως άνω ένταλμα παρά το ότι δεν είχαν γίνει οι δηλώσεις σύμφωνα με το άρθρο 32 της ως άνω Ευρωπαϊκής συμβάσεως πλαισίου, ως άνευ εννόμου συμφέροντος δεδομένου ότι οι πράξεις για τις οποίες ζητείται η παράδοσή του με βάση τα περιεχόμενα στο ένταλμα σύλληψης, έχουν τελεσθεί από 20.9.2006 και μετά. Το ότι τόσο στο πρωτότυπο του κειμένου αυτού του Ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως στη γερμανική γλώσσα όσο και στην μετάφραση του εντάλματος αυτού στην ελληνική γλώσσα υπάρχει και δίπλα από την πράξη του εμπρησμού από πρόθεση σε τετραγωνίδιο σημείωση με Χ οφείλεται προφανώς σε παραδρομή, διότι η πράξη του εμπρησμού από πρόθεση δεν είναι από αυτές που αποδίδονται στον εκζητούμενο με το άνω Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως και για τις οποίες να ζητήθηκε η σύλληψη και παράδοσή του στις Αρχές του εκζητούντος Κράτους για να ασκηθεί εναντίον του εκζητούμενου ποινική δίωξη.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρα 15 και 16 του ν.3251/2004 ο εκζητούμενος έχει δικαίωμα εάν αμφισβητεί την ταυτότητά του, μετά τη σύλληψή του με εντολή του Εισαγγελέα Εφετών ύστερα από καταχώρηση της αναζητήσεως του εκζητουμένου στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν (S.I.S.) και έως ότου παραληφθεί από τον άνω αρμόδιο Εισαγγελέα το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Συλλήψεως να προσφύγει κατά της συλλήψεώς του και στην περίπτωση που μετά τη σύλληψη και τη βεβαίωση της ταυτότητάς του διαταχθεί με Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών η κράτησή του δύναται να ασκήσει προσφυγή στο Συμβούλιο Εφετών, το οποίο αποφασίζει αμετάκλητα για την κράτησή του ή για την επιβολή περιοριστικών όρων μετά την ακρόαση του εκζητουμένου.
Συνεπώς είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος ότι λόγω αποστολής του Ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως από τις Γερμανικές Αρχές στις 12.8.2010 και της παραλαβής του από την Εισαγγελία Εφετών Δωδεκανήσου στις 16.8.2010, δεν εχώρησε συννόμως η κράτησή του από 7.8.2010 έως 16.8.2010 μετά από Διάταξη του άνω Εισαγγελέα Εφετών.
IV. Μετά την κήρυξε αντισυνταγματικού και συνακόλουθα ανίσχυρου με την 2Bvr2236/2004 από 18.7.2005 απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας του νόμου EuHBg της 21.7.2004 με τον οποίο είχε ενσωματωθεί στη γερμανική έννομη τάξη η από 13.6.2002 απόφαση - πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, η Ομοσπονδιακή Βουλή της Γερμανίας ψήφισε νέο εκτελεστικό νόμο του άρθρου 16 παρ.2 εδαφ. 2 του Συντάγματος, του 092.22/3762/25.6.2006 περί εφαρμογής της άνω αποφάσεως πλαίσιο για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Συλλήψεως και τις διαδικασίες παραδόσεως μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Ο νέος αυτός νόμος τέθηκε σε ισχύ στις 2.8.2006 και επομένως κατά το χρόνο εκδόσεως του ενδίκου Ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως για τον ήδη εκκαλούντα - εκζητούμενο ίσχυε ο νέος αυτός νόμος και δεν ετίθετο πλέον ζήτημα ελλείψεως "εγκύρου νόμου" στον οποίο να βασίζεται η έκδοση τέτοιου εντάλματος συλλήψεως από τις Γερμανικές Αρχές, αφού με βάση αυτόν τον νέο νόμο εκδόθηκε το ένδικο Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως για τον εκζητούμενο από την Εισαγγελία της Βόννης.
Συνεπώς οι αντίθετοι ισχυρισμοί του εκκαλούντος που περιέχονται στο σχετικό λόγο εφέσεως για μη νομιμότητα του επίμαχου Ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Τέλος δεδομένου ότι κατά τ' ανωτέρω εκτιθέμενα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο στο υπό εκτέλεση Ευρωπαϊκό Ένταλμα Συλλήψεως περιλαμβάνονταν σ' αυτό με πληρότητα, ορθά το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε το αίτημα αναβολής που υποβλήθηκε από τον εκζητούμενο για να ζητηθούν από το Κράτος εκδόσεως του άνω εντάλματος, άλλα έγγραφα και στοιχεία και επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος εφέσεως. Επομένως πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν η κρινόμενη έφεση και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και Απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 1.9.2010 έφεση του X, που γεννήθηκε στις 11.6.1973 στο DONEC Ουκρανίας, κατά της 98/2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου με την οποία αποφασίστηκε η εκτέλεση κατ'αυτού του από 9.7.2008 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως που εκδόθηκε από την Εισαγγελία της Βόννης Γερμανίας.
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 26 Οκτωβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έφεση κατ' αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών που διέταξε εκτέλεση Ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως της Εισαγγελίας της Βόννης του εκζητουμένου Ουκρανού υπηκόου. Απορρίπτει έφεση.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1697/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2074/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 721/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 330/6-10-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγουμε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 5.5.2010 αίτηση (δήλωση) του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 2074/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και εκθέτουμε τα ακόλουθα: Από τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ, όπως η παρ. 1 του τελευταίου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 6 του Ν. 1653/1986 και η παρ. 3 αυτού προστέθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 968/1979, προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως είναι δέκα (10) ημέρες και αν η δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως έγινε με παρόντα τον κατηγορούμενο, αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται για το σκοπό αυτό από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Αν δε η δημοσίευση αυτής έγινε με απόντα τον κατηγορούμενο (αρχίζει) από τότε που θα του επιδοθεί η καταχωρισμένη στο ειδικό βιβλίο τελεσίδικη απόφαση. Αν η αναίρεση ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ) η προθεσμία είναι είκοσι (20) ημέρες. Έτσι, για να τρέξουν οι παραπάνω προθεσμίες απαιτείται επίδοση της αποφάσεως μόνον όταν ο κατηγορούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως και ούτε εκπροσωπήθηκε στη δίκη από πληρεξούσιο δικηγόρο σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ. 1 του ΚΠΔ. Προκειμένου όμως για εγκλήματα που τελούνται δια του τύπου, οι παραπάνω προθεσμίες, σύμφωνα με τα εδ. α' και β' της παρ. 3 του άρθρου μόνου του Ν. 2243/1994, με ποινή ακυρότητας ή απαραδέκτου, συντέμνονται στο ήμισυ. Η διάταξη αυτή που επιδιώκει την λόγω της ιδιομορφίας και της ιδιαιτερότητας των αδικημάτων του τύπου ταχεία περαίωση των εκκρεμών δικών, συντέμνει στο ήμισυ γενικώς τις θεσπιζόμενες από τον ΚΠΔ προθεσμίες επομένως και την εικοσαήμερη προθεσμία του άρθρου 473 παρ. 2, για την άσκηση αναιρέσεως με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία περιορίζεται σε δέκα (10) ημέρες (ΑΠ 123/2008, ΑΠ 1260/2007). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου, που πηγάζει από το άρθρο 255 του ΑΚ, κατά την οποία ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, συνεπώς και της αναιρέσεως, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, μέσα όμως στη νόμιμη προθεσμία, που αρχίζει για την περίπτωση αυτή από τότε που θα παύσει ο λόγος της ανώτερης βίας ή θα εξαλειφθεί το ανυπέρβλητο κώλυμα. Στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από το άρθρο 474 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεώς του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση αυτού, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά τους, γιατί διαφορετικά, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 476 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως. Ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο (Ολ. ΑΠ 4/1995, ΑΠ 2099/2009, ΑΠ 2648/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα του παραδεκτού της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την προσβαλλόμενη 2074/2010 ανέκκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, για συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου (άρθρ. 1, 14, 18β. 26 παρ. 1α, 27 και 363-362 του ΠΚ, σε συνδ. με άρθρ. 47 του ΑΝ 1092/1938, όπως αντικ. με άρθρ. 4 παρ. 2 Ν. 1738/1987). Η απόφαση αυτή, η οποία εκδόθηκε παρόντος του κατηγορουμένου, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ την 16.4.2010, όπως προκύπτει από τη συνημμένη από 12.5.2010 υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμόδιας Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών. Ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, μέσω του έχοντος ειδική προς τούτο εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 του ΚΠΔ αντιπροσώπου του ..., δικηγόρου Αθηνών, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 6.5.2010, δηλαδή μετά την παρέλευση της κατά τα ανωτέρω δεκαήμερης προθεσμίας από την καταχώρηση της αποφάσεως. Όμως, στη δήλωση αναιρέσεως, όπως αυτό προκύπτει από το περιεχόμενό της, δεν επικαλείται κάποιο λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Κατά συνέπεια, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 513 παρ. 1 εδ. α' και 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Να απορριφθεί η από 5.5.2010 αίτηση (δήλωση) του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 2074/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.- Αθήνα, 4 Οκτωβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου μόνον Ν.2243/1994 καταργήθηκαν οι ουσιαστικές και δικονομικές ποινικές διατάξεις του Ν.5060/1931 "περί τύπου, προσβολών της τιμής εν γένει και άλλων σχετικών αδικημάτων", μεταξύ των οποίων και αυτές του άρθρου 65 παρ. 1, 2 του τελευταίου αυτού νόμου, οι οποίες όριζαν ειδική βραχεία προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον καταδικασμένο. Ενώ, σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου του Ν.2243/1994, στα εγκλήματα που διαπράττονται δια του τύπου, οι προβλεπόμενες στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με ποινή ακυρότητας ή απαραδέκτου, προθεσμίες που υπερβαίνουν τις πέντε ημέρες συντέμνονται στο ήμισυ και το κλάσμα που τυχόν προκύπτει συμπληρώνεται ως την επόμενη ακέραιη μονάδα. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι και σε αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης, για εγκλήματα τελούμενα δια του τύπου, η οποία ασκείται με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η χορηγούμενη προς τούτο, κατά το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ, προθεσμία των είκοσι ημερών συντέμνεται στο ήμισυ. Είναι δηλαδή δέκα ημέρες και αρχίζει, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση απαγγέλθηκε παρόντος του καταδικασθέντος κατηγορουμένου, από την καταχώριση της απόφασης, καθαρογραμμένης, στο τηρούμενο από τη γραμματέα του ποινικού δικαστηρίου ειδικό βιβλίο, σύμφωνα με την παρ. 3 του αυτού άρθρου 473 ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 6-5-2010 και πλήττει την 2074/2010 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, η οποία, όπως απ' αυτή προκύπτει, απαγγέλθηκε με παρόντα τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, τον οποίο καταδίκασε, σε δεύτερο βαθμό, για συκοφαντική δυσφήμιση δια του τύπου, και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 16-4-2010, σύμφωνα με την επ' αυτής βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα. Επομένως, η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την παρέλευση της, κατά τα παραπάνω, νόμιμης δεκαήμερης προθεσμίας, ενώ δεν διαλαμβάνονται σ' αυτή λόγοι ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της. Μετά ταύτα, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση, ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠΔ, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 6 Μαΐου 2010, αίτηση-δήλωση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 2074/2010 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη της αναίρεσης, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της, δίχως επίκληση κάποιου λόγου ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογείται το εκπρόθεσμο. Απορρίπτει αίτηση.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1696/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κατσιμίχα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 314-315/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ.
Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 410/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή με αριθμό 179/13-5-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 476 και513 παρ.1 εδ.α' ΚΠΔ, την 42/19-11-09 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ...,κατά της 314-315/09 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία καταδικάσθηκε για πώληση ναρκωτικών κατ' εξακολούθηση, υπό την ιδιότητα του υποτρόπου, σε ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης έξι ετών και σε χρηματική ποινή 4.000 Ε [άρθρα 94 παρ.1, 98 ΠΚ και 4 παρ.1, 3, πίν.Α5, 5 παρ.1β, 8 Ν.1729/87],και εκθέτω τα ακόλουθα:
2.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά βουλευμάτων και αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί βουλευμάτων, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π.Ολ. 19/2001, ΠΟΙΝ.ΛΟ.01/1693, ΑΠ.ΟΛΟΜ.2/2002 ΠΟΙΝ.ΔΙΚ.02/128, ΑΡΜ 02/439, ΠΟΙΝ. ΛΟΓ 02/26). Ούτε αρκεί για το ορισμένο του λόγου να γίνεται επίκληση έννοιας της αναιρετικής πλημμέλειας που δίνεται σ' αυτήν από την πάγια νομολογία και θεωρία της κρατούσας νομολογίας και θεωρίας
3-Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττει την 314-315/5-11-09 Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία καταδικάσθηκε για πώληση ναρκωτικών κατ' εξακολούθηση, υπό την ιδιότητα του υποτρόπου, σε ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης έξι ετών και σε χρηματική ποινή 4.000 Ε [άρθρα 94 παρ.1,98 ΠΚ και 4 παρ.1,3,πίν.Α5,5 παρ.1β,8 Ν.1729/87],για έλλειψη αιτιολογίας, και δη κατά λέξη "για έλλειψη της ειδικής αιτιολόγησης, η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και το Νόμο, καθώς και για όσους άλλους λόγους έχει να προσθέσει, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του", χωρίς να εξειδικεύει ποια πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονται με πληρότητα και σαφήνεια ή περιέχονται με αντιφατικότητα στην προσβαλλόμενη απόφαση, [ΑΠ.755/03 ΠΟΙΝ.ΛΟ.03/756]. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος.
4-Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σε συμβούλιο, επιβάλλεται να απορρίψει ως απαράδεκτη την ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου, και να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των 220 Ε.
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α-Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η 42/19-11-09 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά της 314-315/09 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, και
Β-Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των 220 Ε.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 του ΚΠΔ στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου πρέπει, να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται, το ένδικο μέσο. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 462 ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως είναι να περιέχεται νόμιμος λόγος αναιρέσεως εκ των περιοριστικώς διαλαμβανομένων στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα και σε κάθε περίπτωση ο προβαλλόμενος λόγος πρέπει να διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, άλλως η αίτηση κατά το άρθρο 476 παρ.1 είναι απαράδεκτη. Εξάλλου, από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 474 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 509 προκύπτει ότι η έκθεση που δεν περιέχει συγκεκριμένο και σαφή λόγο αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με αναιρετικούς λόγους που περιέχονται σε άλλο, πλην της εκθέσεως, έγγραφο, δήλωση ή υπόμνημα. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ 1 Κ.Π.Δ. λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια, χωρίς άλλη έρευνα απορρίπτεται (αρθρ. 513 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναιρέσεως είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμηση και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με στοιχεία που βρίσκονται έξω από την δήλωση για αναίρεση. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη υπ' αριθ. 42/2009 αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η υπ' αριθ. 314-315/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, δια της οποίας ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών και χρηματική ποινή 4.000 Ευρώ. Η αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης ..., όπου κρατείται, αναφέρονται δε σ' αυτή, σε σχέση με τους λόγους αναιρέσεως επακριβώς, τα εξής: ".... κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αριθ. 314-315/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών και χρηματική ποινή 4.000 Ευρώ, για πώληση ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα ως τοξικομανή και υπότροπο.
Αιτεί την αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και τον νόμο, καθώς και για όσους άλλους έχει να προσθέσει δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του....". Με αυτό όμως το περιεχόμενο η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω, απαράδεκτη, αφού δεν αναφέρεται κανένας από τους διαλαμβανόμενους περιοριστικός στο άρθρο 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ. λόγους αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής ως απαράδεκτης κλήθηκε να προβάλλει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από τη σχετική στη σημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας (ΚΠΔ 476 §1 εδ. τελ.). Είναι δε απορριπτέα όσα αντίθετα των ανωτέρω ισχυρίζεται με το από 14-10-2010 υπόμνημά του ο διορισθείς με την υπ' αριθμό 118/2010 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου δικηγόρος του αναιρεσείοντος ..., που τον εκπροσώπησε κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 42/2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 314-315/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη της αίτησης αναιρέσεως ως απαράδεκτη, γιατί δεν περιέχει ένα τουλάχιστον ορισμένο λόγο αναιρέσεως.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1693/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, σύμφωνα με την 104/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 16/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ναυπλίου, με συγκατηγορούμενο τον Ψ.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και τους από 9 Ιουνίου 2010 πρόσθετους λόγους, οι οποίοι καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 605/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 120 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ "το δικαστήριο οφείλει και αυτεπαγγέλτως να εξετάσει την καθ' ύλη αρμοδιότητά του σε κάθε στάδιο της δίκης. Το δικαστήριο, όταν κρίνει ότι είναι αναρμόδιο, παραπέμπει με απόφασή του την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτή ενεργεί ό,τι και το συμβούλιο των πλημμελειοδικών όταν παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 313, 315, 320 παρ. 2, 484 παρ. 1 και 504 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι όταν οποιοδήποτε πολυμελές ποινικό δικαστήριο κρίνει ότι είναι αναρμόδιο να δικάσει την υπόθεση που έχει παραπεμφθεί ενώπιόν του, γιατί προέκυψε ότι το έγκλημα υπάγεται στην καθύλην αρμοδιότητα άλλου δικαστηρίου, οφείλει να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο και να παραπέμπει την υπόθεση στο κρινόμενο απ' αυτό ως αρμόδιο δικαστήριο, η δε σχετική απόφασή του επέχει στην περίπτωση αυτή θέση παραπεμπτικού βουλεύματος και υπόκειται στα κατά των παραπεμπτικών βουλευμάτων προβλεπόμενα ένδικα μέσα και επομένως και σε έφεση και αναίρεση. Σε περίπτωση δε ασκήσεως εφέσεως κατά της αποφάσεώς του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εάν δεν συντρέχει η προβλεπομένη από την παράγραφο 1 του άρθρου 121 ΚΠοινΔ εξαιρετική περίπτωση, κατά την οποίαν δικάζει τούτο την υπόθεση κατ' ουσίαν ανεκκλήτως επειδή το έγκλημα υπαγόταν σ' αυτό ή σε κατώτερο από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, (σε κάθε άλλη περίπτωση) εάν κρίνει ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο, απορρίπτει την έφεση και επικυρώνει την εκκαλουμένη απόφαση. Η απόφασή του αυτή, υπόκειται σε αναίρεση για τους αναφερομένους στο άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠοινΔ λόγους.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 7 του ν. 3727/18-2-2008, που αντικατέστησε το άρθρο 5 του ν. 3625/2007 και ισχύει από της δημοσιεύσεώς του στο ΦΕΚ στις 18-2-2000, ορίζεται ότι "στις περιπτώσεις ανηλίκων θυμάτων των πράξεων που αναφέρονται στα άρθρα 323 Α, 324, 336, 337 παρ.3,4, 338, 339, 342, 343, 345, 346, 347, 348, 348Α, 348Β, 349, 351, 351Α και 353 του ΠΚ, η ανάκριση διεξάγεται κατ' απόλυτη προτεραιότητα και περατώνεται για τα κακουργήματα και τα συναφή πλημμελήματα σύμφωνα με τα άρθρα 20 και 21 του ν. 663/1977". Κατά το άνω άρθρο 20 του ν. 663/1977, όπως ισχύει, ορίζεται ο τρόπος περατώσεως της ανακρίσεως για τα σε αυτό κακουργήματα και τα συναφή με αυτά πλημμελήματα και κατ' άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 1649/1986, καθιδρύεται η καθύλην αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων προς εκδίκαση αυτών. Δια του πρώτου ως άνω δικονομικού νόμου, μη περιέχοντος ειδική μεταβατική διάταξη, για τις ήδη εκκρεμείς υποθέσεις, δεν ορίζεται αν οι νέα καθιερούμενη υλική αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, καταλαμβάνει και τις μη εκδικασθείσες μέχρι της δημοσιεύσεώς του ποινικές υποθέσεις, για τις οποίες έχουν εκδοθεί παραπεμπτικά βουλεύματα και δη αμετάκλητα για να εκδικασθούν από τα κατά τόπους ΜΟΔ, σύμφωνα με τις προϊσχύουσες δικονομικές διατάξεις. Όμως, με βάση γενική αρχή του ποινικού δικονομικού δικαίου, συναγόμενη από τα άρθρα 2 του ΠΚ και 596 παρ.1 του ΚΠοινΔ, οι δικονομικοί νόμοι, αν δεν ορίζουν με μεταβατική διάταξη το αντίθετο, έχουν άμεση εφαρμογή από της ισχύος τους και στις εκκρεμείς και μη εκδικασθείσες ακόμη ποινικές υποθέσεις, από το χρονικό σημείο που καταλαμβάνουν αυτές. Δηλαδή η διαδικασία χωρεί κατά το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που επιχειρείται η κάθε διαδικαστική πράξη και συνεπώς συνάγεται ότι οι μεν πράξεις οι οποίες έγιναν υπό το κράτος του παλαιού νόμου είναι ισχυρές, "το δε ατέλεστο μέρος της διαδικασίας", κατά την εισηγητική έκθεση του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, επομένως και η μη διεξαχθείσα ακόμη δίκη, θα γίνει σύμφωνα με το νέο νόμο, από το καθοριζόμενο με το νεότερο νόμο ως παραπάνω αρμόδιο καθύλην Δικαστήριο.
Από τα επισκοπούμενα για διερεύνηση του βάσιμου ή μη των λόγων αναιρέσεως έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Δυνάμει του με αριθ. 75/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Τριπόλεως, ο αναιρεσείων, και συγκατηγορούμενός του, παραπέμφθηκαν, μετά κυρία ανάκριση, στο ακροατήριο του ΜΟΔ Ναυπλίου, για να δικασθούν ως υπαίτιοι των παρακάτω κακουργηματικών πράξεων: α) αποπλανήσεως ανηλίκου κατ' εξακολούθηση, β) ασέλγειας με ανήλικο έναντι αμοιβής, κατ' εξακολούθηση, για παράβαση των άρθρων 339 παρ. 1 α και 351 Α 'περ. β, 2 του ΠΚ αντίστοιχα. Την 11-11-2009, μετά τρίτη αναβολή και με την παρουσία του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και του συγκατηγορουμένου του, το εκ Τακτικών Δικαστών Δικαστήριο του ΜΟΔ Τριπόλεως, με την 78/2009 απόφασή του, έκρινε το ΜΟΔ Τριπόλεως αναρμόδιο καθύλην για εκδίκαση της υποθέσεως και παρέπεμψε τους δύο κατηγορούμενους για να δικασθούν για τις δύο αυτές κακουργηματικές πράξεις στο αρμόδιο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ναυπλίου. Ο αναιρεσείων άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής, επέχουσας πλέον κατά τα προαναφερθέντα, θέση παραπεμπτικού βουλεύματος, την με αριθ. εκθ. 5/2009 έφεσή του, αιτούμενος, κατά τα σε αυτή διαλαμβανόμενα κατά λέξη "να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη 78/2009 απόφαση, επί τω τέλει όπως απορριφθούν όλες οι εναντίον του κατηγορίες και να μην παραπεμφθεί να δικαστεί για τα αποδιδόμενα σ' αυτόν αδικήματα, άλλως να διαταχθούν τα αιτούμενα με το από 23-11-2009 συνημμένο υπόμνημα συνοδευτικό της παρούσας εφέσεως". Από την προσβαλλόμενη 16/2010 απόφαση των Τακτικών Δικαστών του ΜΟΕ Ναυπλίου, προκύπτει ότι η εν λόγω έφεση του αναιρεσείοντος, με την παρουσία του συνηγόρου του εκκαλούντος κατηγορουμένου αυτού, που δήλωσεν, "καλώς παραπέμπεται η υπόθεση να δικασθεί στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, δεν έχουμε κάνει έφεση κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος, η έφεση προσβάλλει την απόφαση του ΜΟΔ Ναυπλίου επί της ουσίας", μετά πρόταση του Εισαγγελέα "να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί κατ' ουσίαν, ως προς το θέμα της καθύλην αρμοδιότητας, κατά τα λοιπά δε ως απαράδεκτη", απορρίφθηκε με την ίδια ως άνω αιτιολογία, αναφερθέντων των Δικαστών παραδεκτά καθολοκληρίαν στην Εισαγγελική πρόταση, που έχει όπως παρακάτω: "Εισάγω την υπ' αριθ. 5/2009 έφεση του Χ, κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 78/11.11.2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Ναυπλίου και εκθέτω τα ακόλουθα:
Επειδή η υπό κρίση έφεση ασκείται νομότυπα και εμπρόθεσμα σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 474 παρ. 1, 2, 487 ΚΠΔ, πρέπει να γίνει τοπικά δεκτή και να εξετασθεί στην ουσία της.
Με το υπ' αριθ. 75/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Τρίπολης παραπέμφθηκαν στο Μ.Ο.Δ. της περιφέ-ρειας του Εφετείου Ναυπλίου οι Χ και Ψ, κατηγορού-μενοι για α) αποπλάνηση ανηλίκου κατ' εξακολούθηση, β) ασέλγεια με ανήλικο έναντι αμοιβής κατ' εξακολούθηση (αρθρ. 98, 399 παρ. 1α, 351 Α' περ. β', 2 Π.Κ.) και προσδιορίσθηκε δικάσιμος την 14/1/09 ενώπιον του Μ.Ο.Δ. Ναυπλίου. Την 11-11-09 το Μ.Ο.Δ. Ναυπλίου μετά τρίτη αναβολή και ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλη και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο, δηλαδή στο Τριμελές Εφετείο Κακ/των Ναυπλίου. Από τη διάταξη του άρθρου 487 ΚΠΔ σαφώς συνάγεται ότι στον κατηγορούμενο και στον Εισαγγελέα επιτρέπεται έφεση κατά της απόφασης με την οποία το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι είναι καθ' ύλη αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο. Επειδή από την διάταξη του άρθρου 5 Ν. 3626/2007 όπως αντικ. με αρθρ. 7 Ν. 3727/2008 και αρθρ. 29 παρ. 2 Ν. 3772/2009, στις υποθέσεις ανηλίκων θυμάτων των πράξεων που αναφέρονται στα άρθρα 323 Α παρ. 4, 324, 336, 337 παρ. 3, 4, 338, 339, 342, 343, 345, 347, 348, 348 Α', 348 Β', 349, 351, 351 Α', και 353 του Ποινικού Κώδικα, η ανάκριση διεξάγεται κατ' απόλυτη προτεραιότητα και περαιώνεται για τα κακουργήματα και συναφή πλημμελήματα σύμφωνα με τα άρθρα 20 και 21 Ν. 663/1977. Ο προσδιορισμός δικασίμου ορίζεται σε πρώτο βαθμό το βραδύτερο εντός έξι μηνών από την παραπομπή της υπόθεσης στο ακροατήριο και σε δεύτερο βαθμό εντός τεσσάρων μηνών από την άσκηση της έφεσης. Η αβεβαιότητα ως προς την πραγματική ηλικία του θύματος δεν εμποδίζει την έναρξη της ποινικής διαδικασίας.
Τα κακουργήματα του προηγουμένου εδαφίου εκδικά-ζονται από το Τριμελές Εφετείο (το τελευταίο εδάφιο προστέθηκε με άρθρο 29 Ν. 3772/2009).
Επομένως το Μ.Ο.Δ. Ναυπλίου με την υπ' αριθ. 78/11-11-2009 απόφαση των Τακτικών Δικαστών, εξετάζοντας αυτεπαγ-γέλτως την καθύλην αρμοδιότητα αυτού, ορθώς έκρινεν ότι είναι αναρμόδιο καθ' ύλη, ύστερα από την έναρξη ισχύος του Νόμου 3772/2009 και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο Δικαστήριο, που είναι το Τριμελές Εφετείο Κακ/των Ναυπλίου. Άρα η από 23-11-2009 έφεση του Χ, όσον αφορά την καθύλην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη και αβάσιμη στην ουσία της, ενώ κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη". Από τα προεκτεθέντα και από τις άνω παραδοχές, έπεται, ότι οι κατηγορούμενοι παραπέμπονται να δικασθούν, για τα εγκλήματα της αποπλανήσεως ανηλίκου και ασέλγειας με ανήλικο έναντι αμοιβής, κατ' εξακολούθηση, κατά ανηλίκων που δε συμπλήρωσαν το 13ο έτος ή το 15ο έτος της ηλικίας τους κατά το χρόνο τελέσεως, σε βαθμό κακουργήματος και ότι, σύμφωνα με το προπαρατεθέν άρθρο 7 του ν. 3728/2008, αρμόδιο για εκδίκαση των άνω εγκλημάτων διωκομένων σε βαθμό κακουργήματος, για τα οποία παραπέμπονται αμετα-κλήτως, ως μη ασκήσαντες έφεση, οι κατηγορούμενοι και δη ο εκκαλών αναιρεσείων κατηγορούμενος, είναι πλέον το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ναυπλίου.
Το εκ Τακτικών Δικαστών ΜΟΕ Ναυπλίου, που έκρινε ομοίως και απέρριψε κατ' ουσίαν την ασκηθείσα 5/2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και επικύρωσε την πρωτόδικη με αριθ. 78/2009 απόφαση του εκ Τακτικών Δικαστών ΜΟΔ Τριπόλεως, που έκρινε εαυτό αναρμόδιο καθύλην και παρέπεμψε τους κατηγορουμένους να δικασθούν στο αρμόδιο καθύλην Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ναυπλίου, με λόγο εφέσεως την υλική αναρμοδιότητα, ορθά τις προπαρατεθείσες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε, με ειδική, σαφή, μη αντιφατική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία έκρινε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και χωρίς να υπερβεί την εξουσία του, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, πρέπει να απορριφθεί.
Όσον αφορά τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως, για αρνητική υπέρβαση εξουσίας, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από έλλειψη ακροάσεως του συνηγόρου και για αναιτιολόγητη και αντιφατική απόρριψη της εφέσεως και των αντιρρήσεων του εκκαλούντος ως προς την κρίση του ΜΟΔ επί της ουσίας της κατηγορίας και των επί των κατηγοριών υποβληθεισών ενστάσεων και αιτημάτων του, που υποβλήθηκαν και αναλύθηκαν στο συνημμένο, με υπογραφή και του γραμματέως, στην έκθεση εφέσεως υπόμνημά του, στο ΜΟΕ Ναυπλίου, και δη για μη αναφορά των διατάξεων του ποινικού νόμου που παραπέμπεται, για απαράδεκτο της δίωξης ελλείψει εμπρόθεσμης εγκλήσεως, για μη διάταξη περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως και για μη διενέργεια αιτηθείσας και από τον Ανακριτή ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι, μετά το αμετάκλητο του αρχικού 75/2008 παραπεμπτικού επί των κατηγοριών βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Τριπόλεως και την έκδοση της 78/2009 προσβληθείσας με έφεση αποφάσεως του εκ Τακτικών Δικαστών Δικαστηρίου του ΜΟΔ Τριπόλεως, το εκ Τακτικών Δικαστών ΜΟΕ Ναυπλίου, επιληφθέν της με αριθ. 5/2009 εφέσεως του κατηγορουμένου, αρμοδιότητα είχε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, να ασχοληθεί μόνον με το ζήτημα αν ορθά το εκ Τακτικών Δικαστών Δικαστήριο του ΜΟΔ Τριπόλεως, με την 78/2009 απόφασή του, έκρινε το ΜΟΔ Τριπόλεως αναρμόδιο καθύλην για εκδίκαση των κατηγοριών της υποθέσεως, όπως εισαγόταν με το μη προσβαλλόμενο ως προς την παραπομπή αρχικό βούλευμα και αν ορθά παρέπεμψε τους δύο κατηγορούμενους για να δικασθούν για τις δύο αυτές κακουργηματικές πράξεις, στο αρμόδιο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ναυπλίου, ήτοι αποκλειστικά κρινόταν η ορθή ή μη παραπομπή του εκκαλούντος στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ναυπλίου και συνεπώς τα παραπάνω τεθέντα στους τακτικούς δικαστές του ΜΟΕ Ναυπλίου λοιπά, πλην της καθύλην αρμοδιότητας, ζητήματα της ουσίας της κατηγορίας, απαραδέκτως τέθηκαν σε αυτούς από τον εκκαλούντα στο στάδιο εκείνο της διαδικασίας και σαν απαράδεκτα, ορθά, μετά από παρουσία και ακρόαση του συνηγόρου του εκκαλούντος κατηγορουμένου, απορ-ρίφθηκαν ως απαράδεκτα και δεν είχαν ανάγκη ιδιαίτερης και ειδικής αιτιολογίας, αφού σε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση, κατά το άρθρο 139 του ΚΠοινΔ και 93 παρ. 3 του Συντάγματος, υπόκεινται μόνο οι παραδεκτοί και νόμιμοι ισχυρισμοί των διαδίκων και όλοι οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β, Δ, Ε και Η του ΚΠοινΔ, λόγοι, κύριοι και πρόσθετοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθμ. εκθ. 2/9-4-2009 αίτηση του Χ, όπως διαμορφώθηκε με τους από 9 Ιουνίου 2010 πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της 16/2010 αποφάσεως των Τακτικών Δικαστών ΜΟΕ Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Οκτωβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Τα τεθέντα με έφεση, στους τακτικούς δικαστές του ΜΟΕ λοιπά, πλην της καθ' ύλη αρμοδιότητας, ζητήματα της ουσίας της κατηγορίας, απαραδέκτως τέθηκαν σε αυτούς από τον εκκαλούντα στο στάδιο εκείνο της διαδικασίας και σαν απαράδεκτα, ορθά, μετά από παρουσία και ακρόαση του συνηγόρου του εκκαλούντος κατηγορουμένου, απορρίφθηκαν ως απαράδεκτα και δεν είχαν ανάγκη ιδιαίτερης και ειδικής αιτιολογίας, αφού σε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση, κατά το άρθρο 139 ΚΠΔ και 93 παρ. 3 του Συντάγματος, υπόκεινται μόνο οι παραδεκτοί και νόμιμοι ισχυρισμοί των διαδίκων και όλοι οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β, Δ, Ε και Η ΚΠ, λόγοι, κύριοι και πρόσθετοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας.
| 2
|
Αριθμός 1692/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Θράκης, περί αναιρέσεως της 114/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Εφετών Θράκης Αθανάσιος Ακριτίδης ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 14/10-6-2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Θράκης Ευάγγελου Ζελεσκίδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 819/2010.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, υπό 10 Ιουνίου 2010, αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα Εφετών Θράκης κατά της 114/27-28/5/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, που καθόρισε συνολική εκτιτέα ποινή, για τον κατάδικο Χ, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (ΚΠΔ 974 παρ.1, 551 παρ.3 εδ.τελευταίο). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ερήμην του κατάδικου, ο οποίος νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητεύθηκε να παραστεί ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση και έγινε η συζήτηση αυτής (ιδ.σχετικά το, από 30-6-2010, αποδεικτικό επίδοσης της Δ/Υ του Γεν.Καταστήματος Κράτησης ...).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 14 παρ.1 ΠΚ, 505 παρ.1 και 551 παρ.1,2,3 ΚΠΔ προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι αν πρόκειται να εκτελεστούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του Ποινικού Κώδικα για τη συρροή, δηλαδή τα άρθρα 94 επ. αυτού, αν δεν μεταξύ των προς εκτέλεση αποφάσεων υπάρχει και απόφαση που αμετάκλητα έχει καθορίσει συνολική ποινή, για τον καθορισμό της νέας συνολικής ποινής λαμβάνεται ως βάση η καθορισθείσα συνολική ποινή, αν αυτή είναι βαρύτερη από τις ποινές που επιβλήθηκαν με τις άλλες αποφάσεις. Αν όμως η καθορισθείσα συνολική ποινή δεν είναι η βαρύτερη και δεν πρόκειται ν'αποτελέσει τη βάση της νέας επιμέτρησης, αλλά πρόκειται να συγχωνευθεί με άλλη βαρύτερη, τότε διασπάται και συγχωνεύονται οι επί μέρους ποινές, με τον περιορισμό ότι δεν μπορεί να ληφθεί απ'αυτές μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για το σχηματισμό νέας συνολικής ποινής απ'αυτό που είχε ληφθεί προηγουμένως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 82 παρ.6 εδ.β'και γ'ΠΚ "Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα τρία μπορεί να μετατρέπεται σε ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας, αν το ζητεί ή το αποδέχεται εκείνος που καταδικάσθηκε και εφόσον η παροχή τέτοιας εργασία από το συγκεκριμένο καταδικασμένο είναι εφικτή. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, στην περίπτωση καθορισμού συνολικής ποινής, αρκεί η βαρύτερη ποινή φυλάκισης να μην υπερβαίνει τα τρία έτη". Αν παραβιασθούν οι πιο πάνω διατάξεις για τον καθορισμό της συνολικής ποινής επιτρέπεται αναίρεση στον καταδικασθέντα και του Εισαγγελέα για τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε'ΚΠΔ λόγο, καθόσον οι διατάξεις αυτές είναι ουσιαστικές. Στην προκείμενη περίπτωση, από τις δικαστικές αποφάσεις και τα λοιπά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, προκειμένου να κρίνει περί της βασιμότητας του λόγου αναίρεσης, προκύπτουν τ'ακόλουθα: Με την 79/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, όπως αυτή διορθώθηκε με τις αποφάσεις 234/2007 και 17/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, καθορίστηκε, για τον κατάδικο Χ, που φυλακίστηκε στις 24-11-2004 και κρατείται έκτοτε, ήδη στο Κατάστημα Κράτησης ..., συνολική εκτιτέα ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών και εφτά (7) μηνών, με προσμέτρηση και των επιβληθεισών σ'αυτόν ποινών κάθειρξης πέντε (5) ετών, με τη 227/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, και πέντε (5) ετών, με την 84/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου- η τελευταία εκδόθηκε κατ'έφεση της 50/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θράκης και επέβαλε την αυτή ποινή-καθώς και ποινών επί πλέον έντεκα (11) καταδικαστικών αποφάσεων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση 114/2010 του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης καθορίστηκε συνολική εκτιτέα ποινή κάθειρξης οκτώ (8)ετών, η οποία μετατράπηκε περαιτέρω σε κοινωφελή εργασία, με προσμέτρηση των παραπάνω ποινών κάθειρξης πέντε (5) ετών και πέντε (5) ετών, καθώς και της ποινής φυλάκισης των δύο (2) ετών, που επιβλήθηκε με την 161/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Για τον καθορισμό, όμως, της νέας συνολικής ποινής έπρεπε, κατ'ορθή εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, να γίνει προσμέτρηση της πιο πάνω συνολικής εκτιτέας ποινής κάθειρξης των δώδεκα (12) ετών και εφτά (7) μηνών, λαμβανόμενης, ως βάση, για τον καθορισμό της συνολικής ποινής, αφού είναι βαρύτερη από της προς συγχώνευση με αυτή προδιαληφθείσα ποινή φυλάκισης των δύο (2) ετών, και όχι και με προσμέτρηση και των προαναφερθεισών ποινών κάθειρξης των πέντε (5) ετών, αφού αυτός είχαν προσμετρηθεί, όπως παραπάνω διαλαμβάνεται, και, συνεπώς, είχαν χάσει την αυτοτέλειά τους και δεν μπορούσαν να γίνουν αντικείμενο ....μεμονωμένης προσμέτρησης, προς καθορισμό νέας συνολικής ποινής, η οποία βεβαίως και δε θα μπορούσε να μετατραπεί περαιτέρω σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, αφού, όπως ειπώθηκε, οι εν λόγω ποινές που συγχωνεύθηκαν, δεν μπορούσαν να καταστούν αντικείμενο μεμονωμένης εκτέλεσης. Κρίνοντας, όμως, αντιθέτως το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 82 παρ.6 εδ.β'και γ', 94 παρ.1 και 97 ΠΚ και 551 παρ.1,2,3 ΚΠΔ. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της 114/2010 συγχωνευτικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το βάσιμο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε'ΚΠΔ σχετικό λόγο της αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα Εφετών και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από δικαστές άλλους εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως είναι εφικτή (ΚΠΔ 519).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 114/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Οκτωβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόφαση καθορισμού συνολικής ποινής. Λόγος αναίρεσης εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Ουσία βάσιμος ο λόγος. Δέχεται αίτηση αναίρεσης.
|
Ποινή συνολική
|
Ποινή συνολική, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1691/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και την Γραμματέα Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Φίλια, περί αναιρέσεως της 809/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 824/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 105, 108 και 109 του ΠΚ, αν από την απόλυση, υπό τον όρο της ανακλήσεως, του καταδικασθέντος σε στερητική της ελευθερίας ποινή περάσει το χρονικό διάστημα της ποινής το οποίο υπολείπετο για έκτιση, σε όσες περιπτώσεις αυτό είναι ανώτερο από τρία έτη, ή αν περάσουν τρία έτη, όταν αυτό είναι μικρότερο των τριών ετών, χωρίς να γίνει ανάκληση, η ποινή, (αν πρόκειται για ισόβια κάθειρξη, οπότε απαιτείται να περάσουν δέκα έτη), θεωρείται ότι έχει εκτιθεί. Αν, όμως, μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, εκείνος που απολύθηκε διαπράξει έγκλημα από δόλο, για το οποίο του επιβλήθηκε αμετακλήτως οποτεδήποτε ποινή φυλακίσεως ανώτερη από έξι μήνες, τότε εκτίει αθροιστικά και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει κατά το χρόνο της προσωρινής απολύσεως. Η απόλυση, δηλαδή, υπό τον όρο της ανακλήσεως, δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή, αλλά στάδιο εκτελέσεώς της, που επιδιώκει την αποτροπή της υποτροπής με τη βελτίωση του καταδίκου και την κοινωνική του αποκατάσταση (Ολ. ΑΠ 106/1991). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 97 ΠΚ, οι διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 του ίδιου κώδικα για τον καθορισμό συνολικής εκτιτέας ποινής, εφαρμόζονται και όταν κάποιος, προτού εκτιθεί ολοκληρωτικά ή παραγραφεί η χαριστεί η ποινή που του επιβλήθηκε για κάποια αξιόποινη πράξη, καταδικασθεί για άλλη αξιόποινη πράξη, οποτεδήποτε και αν τελέσθηκε αυτή. Από τις εν λόγω διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 551 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., η οποία ορίζει ότι "αν πρόκειται να εκτελεσθούν κατά ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφά-σεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του Ποινικού Κώδικα για τη συρροή, συνάγεται ότι αν κατά το στάδιο της δοκιμασίας εκείνου που απολύθηκε υφ' όρων συμπέσει ποινή ανώτερη των έξι μηνών για άλλη (ή και περισσότερες) από δόλο πράξη, παρόλον ότι η ποινή που έχει ανασταλεί και η νέα συναντώνται κατά την εκτέλεση, δεν επιτρέπεται να καταγνωσθεί μία συνολική ποινή με συνυπολογισμό της ποινής που έχει ανασταλεί υπό τον όρον της ανακλήσεως, καθόσον ολόκληρο το υπόλοιπο της τελευταίας εκτίεται αθροιστικά, αφότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση που επέβαλε στον υφ' όρον απολυθέντα ποινή φυλακίσεως ανώτερη των έξι μηνών για έγκλημα που διέπραξε από δόλο εντός του χρόνου της δοκιμασίας και επομένως δεν χωρεί (στην περίπτωση αυτή) εφαρμογή των διατάξεων για τη συγχώνευση.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επισκοπούνται παραδεκτώς για την έρευνα της βασιμότητας του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ. προβαλλομένου λόγου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων Χ καταδικάσθηκε με την υπ' αριθμ. 717-718/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης σε κάθειρξη είκοσι (20) ετών για παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών. Με το υπ' αριθμ. 36/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Άμφισσας ο αναιρεσείων έτυχε της υφ' όρον απολύσεως και απολύθηκε από τις φυλακές στις 21-2-2007, με περιοριστικούς όρους μέχρι το πέρας της ανωτέρω ποινής του, το οποίο (βούλευμα) καθόρισε υπόλοιπο ποινής ανερχόμενο σε 7 έτη, 11 μήνες και 12 ημέρες. Ο ανωτέρω όμως εντός του χρόνου της προαναφερόμενης δοκιμασίας του διέπραξε και νέα από δόλο εγκλήματα και συγκεκριμένα: α) της αγοράς, κατοχής και κατ' εξακολούθηση πώλησης ναρκωτικών ουσιών (με χρόνους τέλεσης στις 20-2-2008 και στις 20-2-2009) και β) της χρήσης κατ' εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών (με χρόνο τέλεσης από 20-1-2009 έως 20-2-2009), για τα οποία καταδικάστηκε, σε πρώτο βαθμό, με την υπ' αριθμ. 120/20-1-2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης σε συνολική ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών και δύο (2) μηνών, για τις πράξεις του δε αυτές ήταν προσωρινά κρατούμενος για έντεκα (11) μήνες (από 20-2-2009 έως 20-1-2010). Κατά της δευτέρας των προμνημονευόμενων αποφάσεων ο ήδη αναιρεσείων έχει ασκήσει έφεση, της οποίας η εκδίκαση εκκρεμεί. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με την από 18-3-2010 αίτησή του που υπέβαλε ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης για συγχώνευση των ποινών που του επιβλήθηκαν με τις ως άνω δύο αποφάσεις. Το ανωτέρω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αίτηση αυτήν ως μη νόμιμη, καθόσον το υπόλοιπο της πρώτης ποινής μετά την αμετάκλητη καταδίκη του αναιρεσείοντος για πράξεις που τέλεσε με δόλο κατά το στάδιο της δοκιμασίας του πρέπει να εκτιθεί αθροιστικά μετά την ολοκληρωτική έκτιση της ποινής μεγαλύτερης των έξι (6) μηνών, που του έχει επιβληθεί σε πρώτο βαθμό με την υπ' αριθμ. 120/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης. Έτσι, όπως έκρινε το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης ορθά το νόμο εφήρμοσε και συνακόλουθα ο σχετικός και μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του Κ.Ποιν.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως παραδεκτός για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Ιουνίου 2010 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 809/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση συγχώνευσης ποινών. Είναι μη νόμιμη όταν, κατά το διάστημα της υφ' όρον απόλυσης δοκιμασίας για την πρώτη ποινή, τελέσει ο αιτών νέο έγκλημα από δόλο και του επιβληθεί ποινή ανώτερη από έξι (6) μήνες, έστω και αν η δεύτερη απόφαση δεν είναι αμετάκλητη ακόμη (κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης συγχώνευσης) καθόσον το υπόλοιπο της πρώτης ποινής εκτίεται αθροιστικά και δεν συγχωνεύεται με την ποινή της δεύτερης απόφασης. Απόρριψη αίτησης αναιρέσεως κατά αποφάσεως που απέρριψε την αίτηση συγχώνευσης ποινών που επιβλήθηκαν με τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις.
|
Ποινή συνολική
|
Ποινή συνολική, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 1690/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα -----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πίκουλα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία "ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", η οποία εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. 2) Του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑΤΙΚΟΣ ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ", Καμινίων, το οποίο εδρεύει στα Καμίνια Πειραιώς και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.
Εκδόθηκε η 1288/2005 και 677/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 195/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από16-6-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 29-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρ. 226 §4 εδ. 3 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρ. 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση κατά τη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευσή τους. Εξάλλου, κατά το άρθρ. 568 §4 του Κ.Πολ.Δ., αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και εκδίδεται με επιμέλειά του στους διαδίκους εντός της οριζόμενης από την ίδια διάταξη προθεσμίας. Κατά το άρθρ. 576 §2 του ίδιου Κώδικα, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, ενώ κατά την παρ. 3, αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλητεύσεως συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής της στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση είτε είχε παραστεί νομίμως κατ' αυτή και επομένως, με την παράστασή του αυτή και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλητεύσεώς του για την αρχική δικάσιμο. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η ένδικη από 16-6-2009 αίτηση αναιρέσεως κατά της 195/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς ορίσθηκε αρχικά να συζητηθεί την 11-5-2010, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν ούτε υπέβαλαν την από το άρθρ. 242 §2 του Κ.Πολ.Δ. δήλωση μη παραστάσεώς τους στο ακροατήριο. Εφόσον όμως η αναβολή εκ του πινακίου επέχει θέση κλητεύσεως και όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες 7226Γ/13-10-2009 και 7225Γ/13-10-2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., οι αναιρεσίβλητοι είχαν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως με επίδοση αντιγράφου της ασκήσεως αναιρέσεως να παραστούν κατά τη δικάσιμο κατά την οποία ανεβλήθη η συζήτηση, δεν απαιτείται νέα κλήτευση για την προκείμενη μετ' αναβολή δικάσιμο. Επομένως, πρέπει το Δικαστήριο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, να συζητήσει την υπόθεση παρά την απουσία της.
Επειδή ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίση του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 ΚΠολΔ, αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, γι' αυτό και πρέπει να γίνεται ρητή μνεία αυτών στην απόφαση, η δε αναφορά σε αυτή ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, δεν αποδεικνύει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και αυτές. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ένορκη βεβαίωση που ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέσθηκε, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του και η νόμιμη λήψη αυτού (αριθμός, όνομα εξετασθέντος μάρτυρα, νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή παράσταση αυτού κατά την εξέταση του μάρτυρα), να προσδιορίζεται το περιεχόμενό της και το παραδεκτό της προσκόμισής της στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό αυτό μέσο προσκομίσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς ληφθείσες (μετά από νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων σύμφωνα με τις 5297γ και 5298γ/17-10-2005 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...) 4276 και 4280/31-10-2005 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ... και ..., τις οποίες ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιον του Εφετείου, παραθέτοντας ολόκληρο το περιεχόμενο αυτών στις προτάσεις του, προς απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ισχυρισμών και αξιώσεών του ότι είχε συνάψει με τους αναιρεσιβλήτους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της αβασιμότητας των ένδικων αξιώσεων του αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, όπως βεβαιώνει, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν με τις προτάσεις των, ουδεμία δε μνεία γίνεται των ως άνω ένορκων βεβαιώσεων, που είχε επικαλεσθεί όπως προκύπτει από τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου και προσκομίσει ο αναιρεσείων προς απόδειξή των ισχυρισμών του. Επομένως, ο κρινόμενος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 §3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατ' άρθρ. 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 195/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συζήτηση αναιρέσεως ερήμην αναιρεσιβλήτων. Αναβολή εκ του πινακίου, επέχει θέση κλητεύσεως. Λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 άρ 11 παρ γ΄του ΚΠολΔ (ε υπόψη ένορκης βεβαιώσεως).Στοιχεία για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1687/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα -----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΛΜΥΡΟΥ", ο οποίος εδρεύει στον Αλμυρό Μαγνησίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Κοσμά. Του αναιρεσίβλητου: Γ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Παπαγιαννίτση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου.
Εκδόθηκε η 120/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 41/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-7-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 28-9-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας ή με έφεση. Εξάλλου, αν ασκηθεί έφεση και απορριφθεί ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη), σε αναίρεση υπόκειται τόσο η πρωτόδικη , όσο και η εφετειακή απόφαση, η τελευταία όμως μόνον ως προς το σχετικό με την απόρριψη της εφέσεως κεφάλαιο. Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη από 17-7- 2009 αίτηση αναιρέσεως, η οποία στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 41/17-7-2009 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα κατά της πρωτόδικης αποφάσεως έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι απαράδεκτη, διότι σ' αυτή δεν περιλαμβάνεται λόγος αναιρέσεως αναφορικά με την κρίση του Εφετείου για την απόρριψη της εφέσεως ως εκπρόθεσμης και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Ιουλίου 2009 αίτηση του Δήμου Αλμυρού για αναίρεση της υπ' αριθμ. 41/2009 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Γ. Μ., τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Για το διάδικο του οποίου η έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως αρχίζει όχι από την επίδοση της απορριπτικής αποφάσεως του Εφετείου,αλλά από την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως,αφότου έγινε τελεσίδικη. Απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Εφετείου που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη), ο οποίος δεν αφορά την απορριπτική διάταξη.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1688/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα -----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την Αικατερίνη Γαλάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Φ. του Β., 2) Π. Δ. του Α., 3) Α. Π. του Π., 4) Ε. Κ. του Μ., 5) Μ. Τ. του Ε., 6) Α. Δ. του Θ., 7) Α. Λ. του Α. και 8) Ω. Γ. του Γ.. Οι 1η, 2η, 3η, 4η και 5η αναιρεσείουσες εκπροσωπήθηκαν από την δικηγόρο τους Μαρίνα Φιλιππίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Οι 6η, 7η και 8η δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών καθώς και άλλων διαδίκων οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στη παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καβάλας.
Εκδόθηκε η 189/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 162/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-5-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 30-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ . 1 Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβαση της. Περαιτέρω, στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου κώδικα ορίζεται ότι, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δηλαδή με πληρεξούσιο δικηγόρο που να αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής, κατά ένα από τους προαναφερόμενους τρόπους, πληρεξουσιότητα, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ενώ στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι, αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία από αυτές αρχή, ότι για τη συζήτηση στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι: α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίστηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο) εάν κατά την γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο που για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση και β) εφόσον οι αναιρεσίβλητοι είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι' αυτούς, δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός έστω από αυτούς που επέσπευσαν τη συζήτηση, είτε αυτοί παρίστανται είτε δεν παρίστανται κατ' αυτή (συζήτηση), κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους, αν οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν έχουν κλητευθεί από τους αντιδίκους τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση τυχόν έστω και απλούς ομοδίκους τους (Ολ. Α.Π. 8 / 2009, Ολ. Α.Π. 13 72008, Ολ. Α.Π. 1X39 /2005). Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 4-5-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 162/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με επίσπευση των αναιρεσιβλήτων, ακριβές δε αντίγραφο της ως άνω αιτήσεως με κλήση προς συζήτηση της υποθέσεως κατά την ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (12-10-2010), επιδόθηκε στον Υπουργό Οικονομικών ως εκπρόσωπο του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατόπιν παραγγελίας της φερομένης ως πληρεξούσιας δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων Μαρίνας Φιλιππίδου, δικηγόρου Καβάλας, όπως προκύπτει από την 8893 Β/9-4-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Β. Κ.. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο εκ των αναιρεσιβλήτων που επισπεύδουν τη συζήτηση παρέστησαν, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, μόνο οι πέντε πρώτες, ήτοι οι Α. Φ., Π. Δ., Α. Π., Ε. Κ. και Μ. Τ., δια της πληρεξούσιας τους δικηγόρου Μαρίνας Φιλιππίδου, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα υπ' αριθμ. .../8-10-2010 και .../6-10-2010 συμβολαιογραφικά πληρεξούσια που συντάχθηκαν από τις συμβολαιογράφους Καβάλας Αικατερίνη Πανταζή το πρώτο και Κοζάνης Άννα Νανοπούλου Τζίτζικα το δεύτερο. Όπως όμως προκύπτει από τη δήλωση της ανωτέρω πληρεξούσιας δικηγόρου, αυτή δεν εκπροσωπεί τις τρεις τελευταίες αναιρεσίβλητες Α. Δ., Α. Λ. και Ω. Γ., ούτε προκύπτει από τα προσκομιζόμενα ως άνω πληρεξούσια των ως άνω συμβολαιογράφων ότι, οι μη εμφανισθείσες ως άνω αναιρεσίβλητοι και μη εκπροσωπηθείσες από την ανωτέρω πληρεξούσια δικηγόρο, χορήγησαν σ' αυτήν πληρεξούσιο για την εκπροσώπηση τους αυτή, ή ότι οι ανωτέρω τρεις (3) αναιρεσίβλητες έχουν διορίσει νομίμως κατ' άρθρο 96 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. την ως άνω δικηγόρο για να τις εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη. Τέλος, από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι οι ως άνω τρεις αναιρεσίβλητες, ως προς τις οποίες δεν αποδεικνύεται νόμιμη εκπροσώπηση, ούτε χορήγηση πληρεξουσιότητας προς την υπογράφουσα την παραγγελία προς επίδοση της κλήσεως για συζήτηση της υποθέσεως δικηγόρο, έχουν κλητευθεί με επιμέλεια των λοιπών αναιρεσιβλήτων ομοδίκων τους ή του αναιρεσείοντος. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 4-5-2009 αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 162/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αν δεν προκύπτει α) ότι οι μη εμφανισθέντες αναιρεσίβλητοι , που επισπεύδουν τη συζήτηση, είχαν χορηγηγήσει σε δικηγόρο πληρεξουσιότητα για την επίσπευση της συζήτησης και για την εκπροσώπηση τους και β) ότι κλητεύθηκαν με επιμέλεια των λοιπων αναιρεσίβλητων ομοδίκων τους ή του αναιρεσείοντος.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1691/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα -----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) .. 12)... Οι 1ος και 8ος αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Περράκη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτρη Φίλη, με δήλωση του άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου.
Εκδόθηκε η 782/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 6082/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-10-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας, ανέγνωσε την από 12-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή αμφοτέρων των λόγων αναιρέσεως κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος και την απόρριψή τους κατά τα λοιπά. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 94 §1, 96 §1, 104 και 576 §§ 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο φερόμενος έως τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου ως πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου που φέρεται ότι επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί στο ακροατήριο για τη συζήτηση της υποθέσεως και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, η οποία απαιτείται κατά τη συζήτηση και την ύπαρξη της οποίας αυτεπαγγέλτως πλέον κατά τη συζήτηση αυτή, οφείλει να εξετάσει το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσονται άκυρες οι προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις, με βάση τις οποίες φέρεται ότι αυτός επισπεύδει τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρ. 576 §1 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Και αυτό, διότι άλλως θα καταστρατηγείτο η διάταξη του άρθρ. 104 του ίδιου κώδικα, κατά την οποία μόνο για τις προπαρασκευαστικές πράξεις θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, υπό την αίρεση όμως ότι θα αποδειχθεί η ρητή πληρεξουσιότητα στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ (Ολ.) 2/2003, 4/1994). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίσθηκαν οι εκ των αναιρεσειόντων ... και ... Από την προσκομιζόμενη από τους λοιπούς αναιρεσείοντες 2573ε/25-5-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει ότι τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες. Όμως δεν αποδεικνύεται ότι οι απολειπόμενοι ως άνω αναιρεσείοντες είχαν χορηγήσει στον δικηγόρο Αθηνών Ανδρέα Περράκη, που υπογράφει την παραγγελία προς τον δικαστικό επιμελητή να επιδώσει ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση του αναιρεσιβλήτου να παραστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, πληρεξουσιότητα για να επισπεύσει τη συζήτηση της υποθέσεως. Κατόπιν αυτού και ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι απολειπόμενοι αναιρεσείοντες έχουν κληθεί από τους παριστάμενους διαδίκους να παραστούν κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει η συζήτηση αυτή να κηρυχθεί απαράδεκτη για όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 27-10-2009 αιτήσεως των ... κ.λ.π., για αναίρεση της 6082/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη η συζήτηση υποθέσεως στον Άρειο Πάγο, διότι δεν αποδεικνύεται ότι οι επισπεύδοντες- απολειπόμενοι αναιρεσείοντες είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα στον δικηγόρο που υπογράφει την κλήση ( άρθρ 94 παρ 1, 96 παρ 1,104 και 576 παρ 1και 3 του ΚΠολ Δ)
| null | null | 0
|
Αριθμός 1692/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα -----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ... και 23).... Οι 2ος, 3ος, 6η, 15ος, 16ος, 17ος και 19η δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Οι 1ος, 4η, 5η, 7ος, 8ος, 9ος, 10ος, 11η, 12ος, 13ος, 14ος, 18η, 20ος, 21η, 22ος και 23ος, εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βαϊα Λάμπρου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Ιατρού - Νικητιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 56/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 6092/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-10-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας, ανέγνωσε την από 26-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ. εάν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του υπολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση, αν δε στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β' ιδίου Κώδικα(αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως η αναβολή της υποθέσεως και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεως του κατά την αρχική δικάσιμο. Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί ή δεν παραστάθηκε νομίμως κατά την αρχική δικάσιμο δεν καλύπτεται η έλλειψη ή ακυρότητα της επισπεύσεως της συζητήσεως ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλητεύσεώς του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή δε της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του για τη νέα δικάσιμο, αφού η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της επισπεύσεως ή της κλητεύσεως του για την αρχική δικάσιμο δεν καλύφθηκε λόγω της μη νόμιμης παραστάσεώς του σε αυτή. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την κάτω από την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως από 14-4-2009 πράξη του Προέδρου του Τμήματος αυτού, ορίσθηκε αρχική δικάσιμος για συζήτηση της υποθέσεως η 9-3-2010, κατά την οποία η συζήτηση ανεβλήθη εκ του πινακίου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού, προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο δεν εμφανίσθηκαν οι υπό στοιχ. 2, 3, 6, 15, 16, 17 και 19 εκ των αναιρεσειόντων ούτε υπέβαλαν την από το άρθρ. 242 §2 του Κ.Πολ.Δ. δήλωση μη παραστάσεώς τους στο ακροατήριο. Δεν αποδεικνύεται όμως η επίδοση αντιγράφου της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως στους απολιπόμενους αναιρεσείοντες τόσο κατά την αρχική δικάσιμο της υποθέσεως που ανεβλήθη όσο και κατά τη μετ' αναβολή στην αρχή της παρούσα αναφερόμενη δικάσιμο, αφού (παρά το αναγραφόμενο στις προτάσεις των παρισταμένων αναιρεσειόντων ότι η αίτηση αναιρέσεως "συζητήθηκε την 23-11-2010 με επίσπευση της αναιρεσίβλητης") ούτε γίνεται επίκληση ούτε προσκομίζονται σχετικές εκθέσεις επιδόσεως δικαστικών επιμελητών. Ούτε βέβαια προκύπτει ότι η επίσπευση της συζήτησης της υποθέσεως κατά την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία ανεβλήθη για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, έγινε με επιμέλεια των απολιπόμενων αναιρεσειόντων. Επομένως, η αναβολή της υποθέσεως και η αναγραφή της στο πινάκιο για νέα δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση των απολιπόμενων αναιρεσειόντων. Κατόπιν αυτών, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 6-10-2008 αιτήσεως των ... κ.λ.π. για αναίρεση της 6092/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συζήτηση υποθέσεως στον Άρειο Πάγο ( άρθρ 576 του Κπολ Δ)Αναβολή εκ του πινακίου.Πότε ισχύει ως κλήτευση.Ερημοδικία ορισμένων εκ των αναιρεσειόντων. Απαράδεκτη η συζήτηση ως προς όλους.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1693/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα -----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, προκειμένου να αποφανθεί για την αυτεπάγγελτη διόρθωση της 647/2010 αποφάσεως του Αρείου Πάγου (Β2 τμήματος), μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας "VIVARTIA ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΕΣΤΙΑΣΗΣ", και το διακριτικό τίτλο "VIVARTIA A.B.E.E.", ως καθολικής διαδόχου της "ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΕΝΩΝ ΤΡΟΦΩΝ" με διακριτικό τίτλο "CHIPITA INTERNATIONAL S.A.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από το στον φάκελο της δικογραφίας αποδεικτικό επιδόσεως της 2-11-2010 του επιμελητή των δικαστηρίων στον Άρειο Πάγο ... προκύπτει ότι με επιμέλεια της Γραμματείας του Δικαστηρίου αυτού ακριβές αντίγραφο της 143/2010 πράξεως του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, δυνάμει της οποίας ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος, περί διορθώσεως της 647/2010 αποφάσεως του πιο πάνω Πολιτικού Τμήματος, καθώς και η από 29-9-2010 κλήση προς συζήτηση της άνω πράξεως, που υπογράφεται από τη Γραμματέα του Τμήματος αυτού, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στη μη εμφανισθείσα κατά την εκφώνηση της υποθέσεως αναιρεσίβλητη. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να είναι παρούσα (άρθρ. 318 και 573 του Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρ. 315 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στη διαδικασία ης δίκης για την αναίρεση, κατ' άρθρ. 573 §1 του ίδιου Κώδικα, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της αποφάσεως περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως να τη διορθώσει με νέα απόφαση. Για να γίνει διόρθωση του αιτιολογικού της απόφασης θα πρέπει τα σφάλματα να οφείλονται σε ασυμφωνία αυτών που ήθελε το δικαστήριο και αυτών που έχουν διατυπωθεί στην απόφαση ή σε εσφαλμένο μαθηματικό υπολογισμό (ΑΠ (Ολ) 22/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 647/2010 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, έγινε δεκτή αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος ... κατά της 18/2007 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας, με την οποία έχει κριθεί εσφαλμένα ότι αυτός κατείχε θέση διευθύνοντος υπαλλήλου στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Κατά τη σύνταξη όμως της παραπάνω απόφασης, εμφιλοχώρησαν λάθη. Συγκεκριμένα, στη σελίδα 9 αυτής αναφέρεται ότι "το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο αναιρεσείων κατείχε θέση διευθύνοντος υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης και συγκεκριμένα θέση εποπτείας, διευθύνσεως και εμπιστοσύνης, παρόλο ότι σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του, α) επηρέαζε αποφασιστικά με την ανάπτυξη προσωπικής πρωτοβουλίας την κατεύθυνση και την εξέλιξη της επιχειρήσεως της αναιρεσίβλητης, β) ελάμβανε σημαντικές αποφάσεις για την επίτευξη των σκοπών της επιχειρήσεως, γ) ασκούσε τα δικαιώματα του εργοδότη έναντι του όλου ή σημαντικού μέρους του προσωπικού της αναιρεσίβλητης με αρμοδιότητα προσλήψεως και απολύσεως αυτού και ενεργούσε έναντι των μισθωτών αντί του εργοδότη και δ) επωμιζόταν ποινικές ευθύνες για την τήρηση των διατάξεων που έχουν θεσπισθεί προς το συμφέρον των εργαζομένων", αν και με την προδιαληφθείσα παραδοχή της ότι "με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσιγκτον, τις οποίες εφάρμοσε ενώ, σύμφωνα με τις παραδοχές του, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της", αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Λαμίας. Η εκδηλωθείσα ως άνω ασυμφωνία, που έρχεται σε αντίθεση με το διατακτικό της αποφάσεως, οφείλεται στο ότι μετά τη φράση "παρόλο ότι σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του", παραλείφθηκε η φράση "δεν γίνεται δεκτό ότι αυτός", με την προσθήκη της οποίας εναρμονίζεται το αιτιολογικό με το διατακτικό της αποφάσεως. Επομένως, πρέπει να διορθωθεί, σύμφωνα με τα ανωτέρω, η εν λόγω απόφαση του Αρείου Πάγου και επί πλέον να σημειωθεί, κατ' άρθρ. 320 του Κ.Πολ.Δ., η παρούσα απόφαση στο περιθώριο της διορθούμενης απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διορθώνει την 647/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου στο ορθό, κατά τρόπο ώστε στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτήγς και δη στη σελίδα 9 και στη σειρά 16, μετά τη φράση "παρόλο ότι σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του", να προστεθούν οι λέξεις "δεν γίνεται δεκτό ότι αυτός".
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διόρθωση αποφάσεως Αρείου Πάγου αυτεπαγγέλτως.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1694/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου ... και προσωρινά ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 57/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Καλαμάτας.
Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Σ1, 2. Σ2 και 3. Σ3.
Το Συμβούλιο Εφετών Καλαμάτας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιανουαρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 196/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 216/7-6-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω την υπ' αριθμ. 1/22-1-2010 αίτηση αναιρέσεως της Χ1, 24 ετών, υπηκοότητος ..., κατοίκου ..., η οποία διαμένει προσωρινά στη ... και στην οδό ..., και η οποία ασκήθηκε μέσω του πληρεξουσίου της Δικηγόρου Ευσταθίου Σταματόπουλου του Μιχαήλ, κατοίκου ..., οδός ..., με Α.Μ. του Δ.Σ. Καλαμάτας 452, δυνάμει της από 10-1-2010 εξουσιοδοτήσεως, κατά του υπ' αριθμ. 57/27-10-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Καλαμάτας, με το οποίο παραπέμπονται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Καλαμάτας οι εξής κατηγορούμενοι: 1) Σ1, κάτοικος ..., οδός ..., 2) Σ2, κάτοικος ..., 3) Σ3, κάτοικο ..., οδός ..., και, 4) Χ1 (αναιρεσείουσα), κάτοικος ., οδός ..., προκειμένου να δικασθούν για τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις: α) σωματεμπορία κατά συναυτουργία, κατά συρροή και κατ' επάγγελμα, β) εγκληματική οργάνωση που επεδίωκε την διάπραξη περισσότερων κακουργηματικών πράξεων σωματεμπορίας, άπαντες οι ανωτέρω, και επί πλέον γ) παράνομη παρακράτηση διαβατηρίων και δελτίων αστυνομικής ταυτότητας αλλοδαπών προσώπων κατά του πρώτου και δεύτερου τούτων (άρθρα 1,8,12,13 περ. στ',14,16,17,18,26παρ.1α,27 παρ.1,45,51,52,57,60,79,94 παρ.1,187 παρ.1,222,351 παρ.1,2,4 περ.δ', 6 του Π.Κ. και άρθρα 87 παρ.7 του Ν. 3586/2005).
Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε με βάση τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ.1, 474, 482, 484 παρ.1 περ.δ (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σύμφωνα με το άρθρο 139 Κ.Π.Δ.), και, 485 παρ.1 Κ.Π.Δ., πλην όμως ασκήθηκε απαραδέκτως σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 στο οποίο ορίζεται ότι " Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται.......".
Καθόσο σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. 2928/25/27-6-2001 "Περί Εγκληματικών Οργανώσεων" "η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως για τα κακουργήματα του άρθρου 187 του Π.Κ. κηρύσσεται από το συμβούλιο εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από την βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περατώσεως της ανακρίσεως".
Εν όψει συνεπώς των ανωτέρω εκτεθέντων των η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ως μη προβλεπόμενη από το νόμο και η αναιρεσείουσα να καταδικαστεί σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 476 ΚΠΔ στα δικαστικά έξοδα.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 1/22-1-2010 αίτηση αναιρέσεως της Χ1, 24 ετών, υπηκοότητος ..., κατοίκου ..., η οποία διαμένει προσωρινά στην ... και στην οδό ..., κατά του υπ' αριθμ. 57/27-10-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Καλαμάτας
Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας.
Αθήνα 18-5-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται προς συζήτηση στο Συμβούλιο αυτό η με αριθμό 1/22-1-2010 αίτηση αναιρέσεως της Χ1, κατά του με αριθμό 57/27-10-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Καλαμάτα, με το οποίο, αυτή (αναιρεσείουσα) και οι συγκατηγορούμενοί της, 1) Σ1, 2) Σ2 και 3) Σ3, παραπέμπονται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακ/των) Καλαμάτας, προκειμένου να δικασθούν για τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις: α) σωματεμπορία κατά συναυτουργία, κατά συρροή και κατ' επάγγελμα, β) εγκληματική οργάνωση που επεδίωκε την διάπραξη περισσότερων κακουργηματικών πράξεων σωματεμπορίας, άπαντες οι ανωτέρω, και επί πλέον γ) παράνομη παρακράτηση διαβατηρίων και δελτίων αστυνομικής ταυτότητας αλλοδαπών προσώπων κατά του πρώτου και δεύτερου τούτων (άρθρα 1, 8, 12, 13 περ. στ, 14, 16, 17, 18, 26παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 51, 52, 57, 60, 79, 94 παρ, 1, 187 παρ, 1, 222, 351 παρ. 1, 2, 4 περ. δ', 6 του Π.Κ. και άρθρα 87 παρ. 7 του Ν.3586/2005).
Σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν.2928/2001, ο οποίος άρχισε να ισχύει από τις 27-6-2001 που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α' 141), όπως ορίζει το άρθρο 14 του νόμου αυτού, "η περάτωση της κύριας ανάκρισης για τα κακουργήματα του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα κηρύσσεται από το συμβούλιο εφετών. Πα το σκοπό αυτόν η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρόταση του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από τη βαρύτητα τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανάκρισης". Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο, Στην προκείμενη περίπτωση, με το 57/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Καλαμάτας, η αναιρεσείουσα και οι παραπάνω άλλοι τρεις (3) συγκατηγορούμενοί της, για τα εγκλήματα της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης (άρθρο 187 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.2928/2001) και άλλα συναφή προς την αξιόποινη αυτήν πράξη έγκλημα και συγκεκριμένα, για σωματεμπορία κατά συναυτουργία κατά συρροή και κατ' επάγγελμα (ΠΚ 13 περ. στ', 26 §1α, 27 §1, 45, 94 §1, 351 §§ 1, 2, 4 περ. δ', 6), όλοι και επιπλέον για παράβαση του άρθρ. 87 §7 Ν.3586/2005, οι πρώτος και δεύτερος, έχουν παραπεμφθεί όλοι μαζί στο Τριμελές για κακουργήματα Εφετείο Καλαμάτας σύμφωνα με το άρθρο 111 §5 του ΚΠΔ, όπως τελικώς αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του ν.2928/2001, προκειμένου να δικαστούν για τις πράξεις αυτές.
Κατά του εν λόγω βουλεύματος, η προμνημονευόμενη κατηγορουμένη, έχει ασκήσει την πιο πάνω αίτηση αναιρέσεως, επικαλούμενη τον αναφερόμενο σ' αυτή λόγο αναιρέσεως (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας). Όμως, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 7 του ν.2928/2001, το Συμβούλιο των Εφετών, στην προκείμενη περίπτωση, αποφάνθηκε αμετάκλητη.
Συνεπώς, δεν χωρεί κατά του εν λόγω βουλεύματος το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο αποκλεισμός του δικαιώματος της άσκησης από την κατηγορούμενη του ένδικου αυτού μέσου της αναιρέσεως, στο πρόωρο αυτό στάδιο της προδικασίας, κατά βουλεύματος, που αποφαίνεται μόνο για την παραπομπή της σε δίκη, δεν αντίκειται στο άρθρο 6 παρ, 1 της "Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του ανθρώπου ΕΣΔΑ", που κυρώθηκε με το ν.δ. 52/1974 και έχει κατ' άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος υπερνομοθετική ισχύ/ διότι το δικαίωμα πρόσβασης της κατηγορουμένης ενώπιον του δικαστηρίου έχει πλήρως εξασφαλισθεί ακόμη και στο στάδιο της προδικασίας, αφού, παρέχεται σ' αυτήν ανεμπόδιστα η δυνατότητα να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο και να υποβάλει τις αντιρρήσεις της ή τα αιτήματά της σε θέματα που ανακύπτουν στη διάρκεια της ανάκρισης ή να ζητήσει την κήρυξη ακυρότητας πράξεων της προδικασίας (άρθρα 176 παρ. 1, 285 ΚΠΔ). Έτσι με την θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων έχει εξασφαλιστεί στο στάδιο αυτό το δικαίωμα της πρόσβασης στη δικαιοσύνη που καθιερώνεται στο πιο πάνω άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, το οποίο όμως δεν καθιερώνει παραλληλίας υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη για τη θέσπιση και ενδίκων μέσων υπέρ του κατηγορουμένου. Πολύ περισσότερο ο αποκλεισμός της κατηγορουμένης από το δικαίωμα άσκησης αναίρεσης κατά του εν λόγω βουλεύματος δεν αντίκειται στο άρθρο 2 του Εβδόμου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ν.1705/1987), ούτε στο άρθρο 14 παρ. 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ν.2462/1997), δεδομένου ότι οι ως άνω διατάξεις αναφέρονται στο δικαίωμα επανεξέτασης από ανώτερο δικαστήριο της καταδικαστικής απόφασης ή της απόφασης με την οποία επιβλήθηκε στην κατηγορούμενη ποινή. Κατόπιν αυτών, μετά την ειδοποίηση του αντικλήτου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση στο φάκελο της υποθέσεως από τον αρμόδιο γραμματέα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΚΠΔ 476 §1) η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 §4 του ν.2943/2001).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό 1-22-1-2010 αίτηση της Χ1, για αναίρεση του 57/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2010 . Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου για να δικαστεί, μαζί με άλλους συγκατηγορουμένους, και για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης με σκοπό τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργηματικών πράξεων. Δεν υπόκειται το βούλευμα στο ένδικο αυτό μέσο. Απαράδεκτη η αίτηση. Ειδοποιήθηκε προς τούτο ο αντίκλητος δικηγόρος της αναιρεσείουσας. Απορρίπτει αίτηση.
|
Οργάνωση εγκληματική
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Οργάνωση εγκληματική.
| 0
|
Αριθμός 1694/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα -----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, προκειμένου να αποφανθεί για την αυτεπάγγελτη διόρθωση της 1135/2010 αποφάσεως του Αρείου Πάγου (Β2 τμήματος), μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)... και 5) .... Δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τα ευρισκόμενα στον φάκελο της δικογραφίας αποδεικτικά επιδόσεως της 25-10-2010 και της 1-11-2010 των επιμελητών δικαστηρίων στον Άρειο Πάγο ... και ... αντιστοίχως προκύπτει ότι με επιμέλεια της Γραμματείας του Δικαστηρίου αυτού αντίγραφο της 142/2010 πράξεως του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, δυνάμει της οποίας ορίσθηκε η αναφερόμενη στη αρχή της παρούσας δικάσιμος, περί διορθώσεως της 1135/2010 αποφάσεως του πιο πάνω Πολιτικού Τμήματος, καθώς και η από 24-9-2010 κλήση προς συζήτηση της άνω πράξεως, που υπογράφεται από τη Γραμματεία του Τμήματος αυτού, εκδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στους διαδίκους (αναιρεσείοντες και αναιρεσίβλητο). Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την άνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση του άρθρ. 242 §2 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να δικασθούν σαν να είναι παρόντες (άρθρ. 318 και 573 του Κ.Πολ.Δ.). Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρ. 315 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρ. 573 §1 του ίδιου Κώδικα, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφαση. Για να γίνει διόρθωση στο αιτιολογικό της αποφάσεως θα πρέπει τα σφάλματα να οφείλονται σε ασυμφωνία αυτών που ήθελε το δικαστήριο και αυτών που είχαν διατυπωθεί στην απόφαση ή σε εσφαλμένο μαθηματικό υπολογισμό (ΑΠ (Ολ.) 22/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 1135/2010 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, από παραδρομή παρεισέφρυσε λάθος στο σκεπτικό της αποφάσεως και συγκεκριμένα η σελίδα 6 κατά την εκτύπωσή της μετά την καθαρογραφή εκτυπώθηκε δύο φορές. Επομένως, πρέπει να διορθωθεί σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και επί πλέον να σημειωθεί, κατ' άρθρ. 320 του Κ.Πολ.Δ., η παρούσα απόφαση στο περιθώριο της διορθούμενης απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διορθώνει την 1135/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου στο ορθό κατά τρόπον ώστε στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής να απαλειφθεί η δεύτερη εκτύπωση της σελίδας 6.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διόρθωση αποφάσεως Αρείου Πάγου αυτεπαγγέλτως. Ερήμην των διαδίκων.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1686/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Τζανετάκη, περί αναιρέσεως της 487/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Τρικάλων.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Γιαννικόπουλο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 97/2010.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 59 του ΚΠοινΔ., όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του Ν. 3346/2005 (ΦΕΚ Α 140/17-6-2005), όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση, για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη. Από τη διάταξη αυτή, με την οποία επιχειρήθηκε να εξαλειφθεί το φαινόμενο του ανοίγματος σειρά δικών με αφορμή την αρχική δίκη και των αλλεπάλληλων αναβολών μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της κύριας δίκης με την εντεύθεν ταλαιπωρία των διαδίκων αλλά και την επιβάρυνση των Ποινικών Δικαστηρίων (βλ. Αιτιολογική έκθεση, άρθρο 6 του ως άνω νόμου), προκύπτει, ότι, για να αναβληθεί η ποινική δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 59 ΚΠΔ, λόγω ύπαρξης προδικαστικού ζητήματος, και ως τέτοιο νοείται εκείνο, από το οποίο εξαρτάται η κρίση και απόφαση του ποινικού δικαστή, εκείνο δηλαδή, χωρίς την προηγούμενη λύση του οποίου, δεν είναι δυνατό να προχωρήσει ο δικαστής στην επί της κατηγορίας απόφασή του (ΑΠ 2187/2003, ΑΠ 468/2004), πρέπει να έχει ασκηθεί ποινική δίωξη στην άλλη υπόθεση, η οποία μπορεί να εκκρεμεί και στην προδικασία και να υποβάλλει σχετικό αίτημα ο κατηγορούμενος. Χωρίς την υποβολή αιτήματος για αναβολή (αναστολή) της δίκης το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να προβεί, αυτεπαγγέλτως, στην αναβολή (αναστολή) και αν δεν το κάνει δεν παραβιάζεται το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και δεν ιδρύεται ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 Α σε συνδυασμό με 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 251/2010), ούτε βέβαια, ελλείψει αιτήματος, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Β, λόγος, για έλλειψη ακροάσεως (ΑΠ 1825/2003), ούτε τέλος ιδρύεται ο κατ άρθρο 510 παρ. 1 Α σε συνδυασμό με 171 παρ. 1 γ ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 201/2010, ΑΠ2187/2003), αφού, χωρίς την έρευνα και την κατάφαση της εξαρτήσεως, κατά την ανωτέρω έννοια, των δύο δικών, δεν γεννάται υποχρέωση αναβολής (αναστολής) της δίκης μέχρι περατώσεως αμετακλήτως της ετέρας ποινικής δίκης. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών, ο αναιρεσείων κατά την συζήτηση ισχυρίσθηκε μεν ότι ο πολιτικώς ενάγων είχε πλαστογραφήσει τις επιταγές του κατηγορητηρίου και την από 3-5-2003 υπεύθυνη δήλωση την οποία φέρεται ότι την έγραψε και υπέγραψε (αυτός) και δεχόταν ότι νομίμως εκδόθηκε η επιταγή των 144.000,20 €, σε αντικατάσταση άλλων που του είχαν επιστραφεί την οποία και όφειλε να πληρώσει, ισχυρισμό επί του οποίου εκδόθηκε η απόφαση για την οποία θα γίνει λόγος αμέσως κατωτέρω, ουδόλως όμως ισχυρίσθηκε ότι είχε υποβάλλει κατά του πολιτικώς ενάγοντος την από 15-2-2007 έγκληση για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως της υπεύθυνης δήλωσης, (αντίγραφο της εγκλήσεως αυτής αναγνώσθηκε, ως αναγνωστέο με αριθμό 4), κατόπιν της οποίας είχε ασκηθεί σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος ποινική δίωξη, ούτε περαιτέρω επικαλέσθηκε για ποιο λόγο υφίσταται εξάρτηση, κατά την ανωτέρω έννοια, μεταξύ των δύο δικών που επιβάλλει την αναβολή της δίκης μέχρι περατώσεως αμετακλήτως της δίκης εκείνης με κατηγορούμενο τον πολιτικώς ενάγοντα, ούτε υπέβαλε σχετικό προς τούτο αίτημα.
Συνεπώς, κατά τα ανωτέρω, δεν ιδρύθηκε ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 Α', ούτε εκείνος του εδαφ. Β' της ίδιας διατάξεως, ο δε δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και ειδικότερα ότι όφειλε το δικαστήριο και χωρίς την υποβολή αιτήματος να προβεί σε αναβολή (αναστολή) της δίκης και εφόσον δεν το έπραξε παραβιάσθηκε το δικαίωμα υπεράσπισής του, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί απόλυτη ακυρότητα, κατ άρθρο 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 79 παράγραφοι 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ` αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αφενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής, ήτοι συμπλήρωση των κατά νόμο στοιχείων επί του εντύπου και υπογραφή του εκδότη, αφετέρου δε έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή. Για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων. Όταν, συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως (εκ δόλου), σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 79 παράγραφος 1 του Ν. 5960/1933, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα.
Συνεπώς, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για το παραπάνω έγκλημα δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ` αυτή και ειδική αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη πριν από την τροποποίησή της από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, αλλ αρκεί η αναφορά ''εκ προθέσεως''. Ο Ν. 5960/1933 δεν αναγνωρίζει ρητώς την λευκή επιταγή, πλην όμως, από το άρθρο 13 αυτού, συνάγεται, ότι είναι δυνατόν να υπάρξει ηθελημένη έλλειψη ενός ή περισσοτέρων τυπικών στοιχείων της επιταγής, όπως συνήθως το ποσό αυτής ή η χρονολογία έκδοσής της, προκειμένου αυτά να συμπληρωθούν μεταγενεστέρως από τον λήπτη, δυνάμει συμφωνίας μεταξύ αυτού και του εκδότη, με την οποία παρέχεται εξουσιοδότηση στον πρώτο να συμπληρωθούν τα εν λόγω στοιχεία, κατά τα συμφωνημένα. Η μη τήρηση της συμφωνίας, που μπορεί να είναι και σιωπηρή, τεκμαιρόμενη μάλιστα, σε περίπτωση, που αφέθηκε σε αυτήν συγκεκριμένο κενό για να συμπληρωθεί αργότερα, και η, αντίθετα με το περιεχόμενό της, συμπλήρωση της ατελούς κατά την έκδοση ως προς κάποιο τυπικό στοιχείο της επιταγής (άρθρο 13 ν. 5960/1933) συνιστά πλαστογραφία με τη μορφή της νόθευσης εγγράφου.
ΙΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή περιλαμβάνουν τα στοιχεία που κατά την οικεία διάταξη νόμου τους απαρτίζουν. Αυτοτελής ισχυρισμός κατά την ανωτέρω έννοια τυγχάνει και ο προβαλλόμενος από τον κατηγορούμενο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής ότι αυτή έχει πλαστογραφεί από τον λήπτη της και πολιτικώς ενάγοντα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Πλημ/κείο Τρικάλων, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της έκδοσης ακαλύπτων επιταγών, κατ' εξακολούθηση: "Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στα ... την 30-10-03, 5-11-03, 10-11-03, 20-11-03 και την 30-12-03, δια πλειόνων πράξεων που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, με πρόθεση του εξέδωσε έγκυρες επιταγές που δεν πληρώθηκαν γιατί στον πληρωτή στον οποίο τις εξέδωσε δεν είχε κατατεθειμένα αντίστοιχα κεφάλαια κατά το χρόνο της πληρωμής των. Συγκεκριμένα εξέδωσε τις υπ' αριθ. ... και ... επιταγές ποσού 1.300, 4.400, 5282, 1.000 και 144.000,20 ευρώ αντίστοιχα, με πληρώτρια Τράπεζα το κατάστημα στα ... της Εθνικής Τράπεζας και σε διαταγή του Ψ οι τέσσερις πρώτες και η πέμπτη σε διαταγή του ιδίου, που εμφανίστηκαν εμπρόθεσμα στις 6-11-03, 12-11-03, 17-11-03, 20-11-03 και την 5-1-04 αντίστοιχα και δεν πληρώθηκαν γιατί δεν υπήρχε διαθέσιμο αντίκρισμα στην Τράπεζα αυτή, γεγονός που το γνώριζε ο κατηγορούμενος.
Περαιτέρω ο ισχυρισμός περί πλαστότητας των υπ' αριθμ.... επιταγών και της από 30-5-2003 υπεύθυνης δήλωσης δεν αποδεικνύεται από κανένα στοιχείο. Όπως προκύπτει από την από 18-12-2007 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Γ, ειδικής δικαστικής γραφολόγου, η οποία (πραγματογνωμοσύνη) διατάχθηκε με την υπ' αριθμ. 992/2007 παραγγελία του Αντεισαγγελέα Πλημμελειοδικών Τρικάλων στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης (βλ. από 15-2-2007 μήνυση του εδώ κατηγορουμένου κατά του εδώ πολιτικώς ενάγοντος για πλαστογραφία μετά χρήσεως της από 30-5-2003 υπεύθυνης δήλωσης του Χ) η υπογραφή, που βρίσκεται στην από 30-5-2003 υπεύθυνη δήλωση κάτω από την ένδειξη ο δηλών και αποδίδεται στον Χ (κατηγορούμενο) πιθανολογείται ότι είναι γνήσια. Όπως δε αναφέρεται στην πραγματογνωμοσύνη η πιθανολόγηση οφείλεται αποκλειστικά σε λόγους επιστημονικής δεοντολογίας διότι η γραφολογική εξέταση της επίμαχης επιγραφής έγινε από φωτοτυπία και όχι από το πρωτότυπο. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από τα όσα καταθέτει χωρίς όρκο ο πολιτικώς ενάγων. Στην ως άνω δήλωση αναγράφεται "πήρα από τον Ψ τις επιταγές που έχει στα χέρια του και έκανα μία καινούργια επιταγή 144.000,20 ευρώ που θα πληρώσω στις 30.12.2003". Περαιτέρω δεν αποδεικνύεται η πλαστογράφηση των δύο ως άνω αναφερομένων επιταγών. Ο πολιτικώς ενάγων και ο μάρτυρας κατηγορίας ..., σαφώς καταθέτουν ότι το ποσό των 144.000,20 ευρώ στην υπ' αριθμ. ... επιταγή συμπληρώθηκε από τον Χ. Η κατάθεση αυτή ενισχύεται και από το περιεχόμενο της προαναφερθείσας υπεύθυνης δήλωσης. Ως προς τη δεύτερη υπ' αριθμ. ... επιταγή ποσού 5.282 ευρώ ούτε και η μάρτυρας υπεράσπισης δεν καταθέτει σχετικά με την πλαστότητά της. Να σημειωθεί δε ότι α) στην πρωτοβάθμια δίκη είχε προσβληθεί ως πλαστή μόνο η ως άνω υπεύθυνη δήλωση, όχι όμως οι ως άνω επιταγές, β) όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 212/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Τρικάλων στην από 11.11.2003 έγκληση που υπέβαλε ο εδώ κατηγορούμενος κατά του εδώ πολιτικώς ενάγοντος ισχυριζόταν ότι οι ως άνω επιταγές (μεταξύ άλλων επιταγών) ενσωμάτωναν τοκογλυφικά ωφελήματα χωρίς να προσβάλλει αυτές ως πλαστές. Τον ισχυρισμό περί πλαστότητας μόνο της υπ' αριθμ. ... επιταγής συνιστάμενο στην παρά την έλλειψη οποιασδήποτε σχετικής συμφωνίας μεταξύ αυτού και του πολιτικώς ενάγοντος συμπλήρωση του ποσού προέβαλε για πρώτη φορά με την υπ' αριθμ. 148/2004 ανακοπή που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Με βάση τα παραπάνω δεν αποδεικνύεται ο προταθείς ισχυρισμός περί πλαστότητας, οπότε πρέπει να απορριφθεί".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο της πράξεως της κατ εξακολούθηση έκδοσης ακάλυπτων επιταγών, που αναφέρονται στο σκεπτικό και το διατακτικό και αφού του αναγνώρισε τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 β ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημ/κείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ 1, 98 ΠΚ και 79 παρ. 1, Ν. 5960/1933 τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Περαιτέρω το Δικαστήριο, με την ανωτέρω πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί πλαστογραφήσεως από τον πολιτικώς ενάγοντα, δύο επιταγών από τις τέσσαρες (4) του κατηγορητηρίου και δη των με αριθμούς ... και ποσά 144.000,20 € και 5.282 €, αντίστοιχα, ως και τον ισχυρισμό περί πλαστογραφήσεως (κατάρτιση εξυπαρχής) από τον πολιτικώς ενάγοντα και της από 30-5-2003 υπεύθυνης δήλωσής του, στην οποία δηλώνει ότι εξέδωσε σε διαταγή του πολιτικώς ενάγοντος, σε αντικατάσταση άλλων επιταγών, την ανωτέρω επιταγή των 144.000,20 €, την οποία οφείλει να πληρώσει στις 3-12-2003 την οποία και επικαλέσθηκε ο πολιτικώς ενάγων προς αντίκρουση του ισχυρισμού περί πλαστότητας της επιταγής που αναφέρεται σ αυτήν. Ειδικότερα δέχθηκε ότι, την μεν πρώτη επιταγή την είχε συμπληρώσει ως προς όλα τα στοιχεία της ο αναιρεσείων, κατά την έκδοσή της και συνεπώς δεν συμπληρώθηκε κατά το ποσό της εκ των υστέρων από τον πολιτικώς ενάγοντα, χωρίς σχετική συμφωνία μεταξύ τους, ή κατά παράβαση αυτής, για δε τη δεύτερη επιταγή, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε η πλαστογράφηση της, με την μορφή, είτε της εξυπαρχής καταρτίσεως της, είτε της νοθεύσεως του περιεχομένου της. Περαιτέρω το δικαστήριο επισημαίνει και την αντιφατική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, κατά τα διαδικαστικά στάδια της υποθέσεως και τις διάφορες δικαστικές ενέργειες του ιδίου σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος, σε σχέση με την προβολή του ισχυρισμού περί πλαστότητας, από την οποία, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, καταλήγει στην κρίση ότι οι επιταγές είναι γνήσιες. Όσον αφορά την υπεύθυνη δήλωση το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ήταν γνήσια, προβαίνοντας μάλιστα σε σχολιασμό και του πορίσματος της εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε από την γραφολόγο Γ, στο πλαίσιο άλλης ποινικής δίκης, που άνοιξε μετά την υποβολή σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος της από 15-2-2007 εγκλήσεως του για πλαστογράφηση και χρήση της ανωτέρω υπεύθυνης δήλωσης, και έτσι την εκτίμησε, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, για να καταλήξει στην κρίση περί γνησιότητας της επιταγής των 144.000,20 €.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για την, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί πλαστογραφήσεως των δύο ανωτέρω ακάλυπτων επιταγών, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του λόγου αυτού, υπό την επίφαση της ελλείψεως πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και τυγχάνουν απαράδεκτες.
IV. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 18-11-2009 Αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του Χ, για αναίρεση της 487/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) € και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, από πεντακόσια (500) €.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση. Έννοια. Στοιχεία υποκειμενικής και αντικειμενικής υποστάσεως. Ισχυρισμός για πλαστογραφία της επιταγής από τον κομιστή πολιτικώς ενάγοντα, συνιστάμενος σε συμπλήρωση των ελλειπόντων στοιχείων, κατά την έκδοση, κατά παράβαση της συμφωνίας τους. Απόρριψη αβάσιμου. Πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αναβολή κατ' άρθρο 59 ΚΠΔ. Πρέπει να υποβληθεί αίτημα, άνευ του οποίου το δικαστήριο δεν οφείλει αυτεπαγγέλτως να διατάξει την αναβολή (αναστολή) και αν δεν το πράξει, δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 Α σε συνδυασμό με 171 παρ. 1 γ και δ, ούτε από το άρθρο 510 παρ. 1 Β για έλλειψη ακροάσεως. Μη υποβολή αιτήματος. Αβάσιμος ο λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 Α σε συνδυασμό με 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Αναβολής αίτημα, Ακροάσεως έλλειψη, Τραπεζική επιταγή.
| 0
|
Αριθμός 1685/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Παυλόπουλο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 37/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαΐου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1733/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 96/8-3-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525, 527 παρ. 1 και 3 και 528 του Κ.Π.Δ. την από 11-5-2009 αίτηση του Χ, κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., με την οποία ζητά την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθμ. 37/4-11-2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική κάθειρξη 25 ετών για τις αξιόποινες πράξεις α) του βιασμού και β) της καταχρήσεως σε ασέλγεια (άρθρα 94 παρ. 1, 336 παρ. 1 και 338 παρ. 1 Π.Κ.) και εκθέτω τα ακόλουθα:
Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της κρινόμενης αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας του αιτούντος, παραπονείται αυτός για την καταδίκη του με την προσβαλλόμενη απόφαση και ιδία για τις παραδοχές της που οδήγησαν στην καταδίκη του, χωρίς να αναφέρεται σε κανέναν από τους περιοριστικά μνημονευόμενους στο άρθρο 525 του Κ.Π.Δ. λόγους επανάληψης διαδικασίας ή να επικαλείται κάποιο γεγονός που θα μπορούσε να υπαχθεί σε κάποιο από τους προβλεπόμενους από τη διάταξη αυτή λόγους. Πλέον δε τούτων οι στην κρινόμενη αίτησή του αναφορές, αιτιάσεις, αν ήθελαν θεωρηθεί ως προβαλλόμενα νέα γεγονότα (άρθρο 525 παρ. 2 Κ.Π.Δ.), προεβλήθησαν αυτά υπ' αυτού κατά την απολογία του και δεν αποτελούν νέα άγνωστα στους δικάσαντες αυτόν δικαστές γεγονότα.
Συνεπώς η αίτησή του αυτή είναι αόριστη και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 4-5-2009 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας του Χ, κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ... και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 23 Ιανουαρίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 περ. 2 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την αμετάκλητη καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, ως και τυχόν παραλείψεις ή πλημμέλειες του δικαστηρίου, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, μεταξύ των οποίων και η καταδίκη από το Μ.Ο.Ε., ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο που υπηρετεί. Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Στην προκείμενη περίπτωση ο αιτών, επικαλούμενος, εμμέσως πλην σαφώς, με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία αρχικά υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Δράμας και από εκείνον υποβλήθηκε παραδεκτά στον αρμόδιο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αμετάκλητη καταδίκη του με την υπ' αριθμό 37/2008 απόφαση του Μ.Ο.Ε. Θράκης, για τις πράξεις του βιασμού κατ εξακολούθηση και της κατάχρησης σε ασέλγεια σε συνολική ποινή κάθειρξης είκοσι πέντε ετών, ζητάει την επανάληψη, προς το συμφέρον του, της σε βάρος του ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε αμετάκλητα, αφού η, κατά της ανωτέρω αποφάσεως, ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την 2154/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Από το όλο περιεχόμενο της αιτήσεως του, χωρίς να γίνεται ρητή επίκληση της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 του Κ.Π.Δ., συνάγεται ότι ζητάει την επανάληψη της διαδικασίας κατ εφαρμογή αυτής για απoκάλυψη νέων άγνωστων στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότων ή αποδείξεων. Στην χειρόγραφη αίτηση, η οποία μάλιστα είναι πολυσέλιδη, δεν γίνεται αναφορά νέων γεγονότων ή αποδείξεων, αλλά αναπτύσσεται μόνον η ουσία της υπόθεσης και διατυπώνονται παράπονα και αιτιάσεις κατά της καταδικαστικής αποφάσεως και κατ επανάληψη γίνεται επίκληση της αθωότητάς του και της άδικης καταδίκης του με παράθεση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, τα οποία τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου που εξέδωσε την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση και εκτιμήθηκαν από αυτό, διαφοροποιημένα όμως, κατά την ερμηνεία που τους δίνει ο αιτών και εξυπηρετεί την περί αθωότητάς του άποψη που υποστηρίζει και προσαρμοσμένα στην θεωρία του περί εξυφάνσεως συνομωσίας σε βάρος του από την σύζυγό του το θύμα - κόρη του και τον ένα γιό του, προκειμένου, όπως επικαλείται, να επιτύχουν τον πολυετή εγκλεισμό του στη φυλακή και να νοσφισθούν την ακίνητη περιουσία του, που περιγράφει. Δεν επικαλείται όμως ο αιτών κάποιον από τους περιοριστικά παρατιθέμενους στη διάταξη του άρθρου 525 ΚΠΔ λόγους, για τον οποίο και ζητά την επανάληψη της διαδικασίας, ούτε επικαλείται γεγονότα που θα μπορούσαν να υπαχθούν σε κάποιο από τους λόγους αυτούς και να τον επιστηρίζουν, εκτός από τα προαναφερθέντα, τα οποία όμως δεν μπορούν να θεμελιώσουν την υποβολή της αιτήσεως. Συγκεκριμένα, κατ αρχή δεν επικαλείται τον λόγο για τον οποίο ζητάει την επανάληψη, ούτε τα στοιχεία που τον επιβεβαιώνουν, αλλά και περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, τα γεγονότα τα οποία επικαλείται δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς και έτσι δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας, επιπροσθέτως δε με την αίτηση, ανεπιτρέπτως, κατά τα ανωτέρω, επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, επί τη βάσει του αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση, είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αιτών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11 Μαΐου 2009 αίτηση του Χ, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την 37/2008 απόφαση του Μ.Ο.Ε. Θράκης. Και.
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Άσκηση για νέα στοιχεία άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την αμετάκλητη απόφαση. Ποια θεωρούνται νέα στοιχεία. Πότε δεν συντρέχει το στοιχείο αυτό. Δεν αποτελεί λόγο η κακή εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Αν η αίτηση δεν περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη καθώς και τα στοιχεία που την επιβεβαιώνουν είναι απαράδεκτη (ΑΠ 866/2003). Αίτηση χειρόγραφη του καταδικασθέντος αμετακλήτως για βιασμό κατ' εξακολούθηση και κατάχρηση σε ασέλγεια σε βάρος της κόρης του, χωρίς να περιέχει συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους ζητείται επανάληψη ούτε στοιχεία που την επιστηρίζουν. Απαράδεκτη. Απορρίπτεται η αίτηση.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 1684/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κούτση, περί αναιρέσεως της ΑΤ7447/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 347/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως (ΑΠΟλ 6/94 και 4/95). Σε περίπτωση δε, που, με το ένδικο μέσο, αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, καθώς και η, από την αιτία αυτή, αδυναμία γνώσης της επίδοσης, και προβάλλεται ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης, αυτός διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση, που ήταν γνωστή στην εισαγγελική αρχή, που παρήγγειλε την επίδοση, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, αλλιώς ιδρύεται ο κατ' άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση και επί των οποίων, εφόσον προβάλλονται, πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να διαλάβει στην απορριπτική της εφέσεως απόφαση πλήρη αιτιολογία, είναι και η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.. κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 7747/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η υπ' αριθμ. 794/6-4-2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 203/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, με την οποία καταδικάστηκε ερήμην σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 € ημερησίως, για παράβαση του άρθρου 17 παρ. 1, 8 Ν 1337/1983. Από την σχετική υπ' αριθμ. 794/6-4-2009 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση, ως κάτοικος Αθηνών, οδός ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, πρόβαλε με αυτήν τα εξής κατά πιστή μεταφορά: "Ουδέποτε έλαβε γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως. Έλαβε δε γνώση μόλις στις 4-4-2009 με τη σύλληψή του, διότι αυτή επιδόθηκε κακώς σαν αγνώστου διαμονής με διεύθυνση ..., στην οποία ουδέποτε διέμενε, ενώ ήταν γνωστής και συγκεκριμένα στην παραπάνω (στην έκθεση εφέσεως) δηλωθείσα από το έτος 2002 και συνεχώς μέχρι σήμερα". Είχε δηλαδή προβάλλει με την έφεσή του ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και όχι λόγους ανωτέρας βίας, εξ αιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και ως εκ τούτου η μη γνώση απ' αυτόν της εκκαλουμένης αποφάσεως. Δεν αναφέρει, όμως, στην έφεσή του, αν την φερόμενη, ως τελευταία γνωστή κατοικία του, είχε δηλώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ή είχε περιέλθει σε γνώση της τελευταίας κατά κάποιο άλλο τρόπο, πράγμα που δεν αναφέρει ούτε και στην έκθεση αναιρέσεως, στην οποία επαναλαμβάνει τα ίδια και αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απορριπτικής της εφέσεως ως απαράδεκτης, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της, κρίσεως. Εξ άλλου, στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται, μεταξύ των άλλων, τόσο η χρονολογία επιδόσεως στις 31-3-2006 της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 203/2006 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής, το όργανο που ενήργησε την επίδοση (αστυφύλακας ... του Α. Τ. ...) και η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως την 6-4-2009, δηλαδή μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για άσκησή της. Η αιτιολογία της αποφάσεως του δικαστηρίου, που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως, είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθεται εις αυτήν όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν, ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως και διαλαμβάνει την ημερομηνία εκδόσεως της εκκαλουμένης, το χρόνο της επιδόσεως της, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν πρόβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως την κατά τα άνω διεύθυνση της κατοικίας του (...), που επικαλέσθηκε με αυτήν, καθώς και τον τρόπο, με τον οποίο την κατέστησε γνωστή, ούτε ότι η διεύθυνση αυτή είχε περιέλθει, κατά κάποιο άλλο τρόπο σε γνώση της εισαγγελικής αρχής, που παράγγειλε την επίδοση, νομίμως αυτός αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη γνωστή στην Εισαγγελία διεύθυνση, ως τελευταία γνωστή κατοικία της, δηλαδή την οδό .... Η διεύθυνση αυτή, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο προέκυπτε από το πληροφοριακό δελτίο στοιχείων ταυτότητας του κατηγορουμένου που συνόδευε την υποβληθείσα στο Εισαγγελέα Πλημ/κών Πειραιά μήνυση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Πειραιά, κατόπιν της οποίας και ασκήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 17 παρ. 1, 8 Ν. 1337/1983 (αυθαίρετη εκτέλεση οικοδομικών εργασιών) και χωρίς να διενεργηθεί προανάκριση παραπέμφθηκε με κλητήριο θέσπισμα απ ευθείας στο Μονομελές Πλημ/κείο Πειραιά. Το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και τα πρακτικά της, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται, διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε σχέση με το ζήτημα ότι νομίμως αναζητήθηκε ο αναιρεσείων στην ανωτέρω διεύθυνση (...), η οποία και ήταν η τελευταία γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή που παράγγειλε την επίδοση και λόγω μη ανευρέσεως του, επακολούθησε νομίμως η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής και δεν τύγχανε άκυρη, με αποτέλεσμα να αρχίσει έκτοτε η προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, η οποία και παρήλθε όταν μετά τρία (3) και πλέον έτη ασκήθηκε αυτή, με αποτέλεσμα να έχει ασκηθεί εκπροθέσμως και να τυγχάνει απαράδεκτη. Εφόσον δε, ούτε με την έφεση, ούτε κατά την συζήτηση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτά επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλομένης, προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, ότι την διεύθυνση στην οποία, όπως ισχυρίσθηκε, κατοικούσε την κατέστησε και με ποιο τρόπο γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης, ούτε ότι αυτή την γνώριζε κατά άλλο τρόπο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούταν να ερευνήσει την βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού, και αν αυτός διέμενε ή όχι στην παραπάνω διεύθυνση, ως εκ περισσού δε τον ερεύνησε και εξετάστηκε σχετικά με το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο, ούτε να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επ' αυτού, παρόλα ταύτα όμως διέλαβε και ειδικότερα δέχθηκε ότι μόνη γνωστή κατοικία του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, κατά τον άνω χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, ήταν η οδός ..., το δε ενεργήσαν την επίδοση ως άνω όργανο δεν είχε την δυνατότητα να πληροφορηθεί κατά τον άνω χρόνο της επίδοσης ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος κατοικούσε στην επικαλούμενη διεύθυνση (...). Ουδόλως δε αποδείχθηκε ότι αυτή τη διεύθυνση κατοικίας του γνώριζε η Εισαγγελία που παρήγγειλε την επίδοση της αποφάσεως, πράγμα το οποίο ούτε ο κατηγορούμενος ανέφερε στην έκθεση εφέσεως. Τέλος δε ως εκ περισσού διέλαβε αιτιολογία και επί ισχυρισμού περί ανωτέρας βίας, αφού τέτοιον ισχυρισμό, όπως λέχθηκε, ουδόλως πρόβαλε ο αναιρεσείων, αλλά προσέβαλε το κύρος της επιδόσεως της εκκαλουμένης κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1Δ μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο, ελλιπής δηλαδή αιτιολογία της αποφάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τον λόγο αυτό, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό εκθέσεως 1/15-1-2010 αίτηση αναιρέσεως του Χ για αναίρεση της 7447/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη έφεσης ως εκπρόθεσμης. Η απόφαση πρέπει να περιέχει τον χρόνο έκδοσης της απόφασης, το χρόνο άσκησης του ένδικου μέσου και το αποδεικτικό επιδόσεως. Επίδοση ως αγνώστου διαμονής σε κατηγορούμενο γνωστής διαμονής. Λόγοι αναίρεσης. Αιτιολογία. Σε περίπτωση που με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκκαλούντος και το άγνωστο της διαμονής του και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επίδοσης, απαιτείται ειδική αιτιολογία (ΑΠ Ολ 6/1994, ΑΠ 787/2007, ΑΠ 722/2007, ΑΠ 89, 90, 91, 94/2008, ΑΠ 999/2006). Πρέπει όμως ο εκκαλών να επικαλείται ότι την διαμονή του είχε γνωστοποιήσει στην εισαγγελική αρχή που παράγγειλε την επίδοση ή ότι είχε περιέλθει σε γνώση της κατά κάποιο άλλο τρόπο (18/2010 ΑΠ89/2008, ΑΠ 787/2007, ΑΠ 745/2006). Μη επίκληση του στοιχείου αυτού. Πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 1683/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Σταυριανάκη, περί αναιρέσεως της 72040/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 319/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 4 του Ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η εν προκειμένω πράξη φοροδιαφυγής, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή του φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 10 του ίδιου ως άνω Ν. 2523/1997 "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. γ του ίδιου νόμου, όπως το τρίτο εδάφιο αντικαταστάθηκε με την παρ.3 άρθρ.12 Ν.2753/1999 "...Κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/1995. Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα (1) μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου (Α.Ε.Π.) του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ.), ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου". Η τελευταία αυτή διάταξη, για το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής, εφόσον δεν κάνει διάκριση, κατελάμβανε και τα εγκλήματα του ως άνω άρθρου 19, μολονότι η ποινική δίωξη γι' αυτά ασκούταν άμεσα, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά, όπως λέχθηκε ανωτέρω και δεν είχε ως προϋπόθεση την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και επί μη ασκήσεως προσφυγής την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της προς τούτο νόμιμης προθεσμίας, όπως επί των εγκλημάτων των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου. Από το γεγονός ότι, στην περί παραγραφής ως άνω διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10, τίθεται ως αφετηρία της παραγραφής η τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λ.π., δεν προκύπτει ότι, για το έγκλημα του άρθρου 19, για το οποίο τίθεται διαφορετική προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής διώξεως, ο νόμος άφησε ηθελημένα αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του εγκλήματος αυτού, ώστε να ισχύσουν επ' αυτού οι διατάξεις του γενικού μέρους του ποινικού κώδικα των άρθρων 17, 111 και 112 κατά τις οποίες η παραγραφή επί πλημμελημάτων είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα τελέσεώς τους, δηλαδή από την ημέρα που ο δράστης ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Εξάλλου με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 2954/2001 προστέθηκε στην ως άνω παραγ. 10 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπιστώσεως του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 19 από εκείνη που, κατά τα ανωτέρω, ίσχυε προηγουμένως, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε και επί μη ασκήσεως προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο ενάρξεως αυτής και επομένως εφαρμόζεται κατά το άρθρο 2 παρ. 1 Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του, την 2.11.2001. Περαιτέρω η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι, όπως αναφέρθηκε, θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του Π.Κ., πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, όχι όμως περισσότερο από τρία έτη προκειμένου για πλημμελήματα, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή θεώρηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, η συνήγορος του αναιρεσείοντος πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι από τον μήνα Απρίλιο του έτους 1998, κατά τον οποίο φέρονταν τελεσθείσες οι αποδιδόμενες σ αυτόν πράξεις της κατ εξακολούθηση εκδόσεως των εικονικών και πλαστών Τ.Π.Υ., για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος πρωτόδικα, μέχρι την επίδοση στις 21-1-2006 του κλητηρίου θεσπίσματος είχε παρέλθει 5ετία και το αξιόποινο είχε εξαλειφθεί με παραγραφή. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε από το Δικαστήριο ως αβάσιμος με την αιτιολογία ότι αφετηρία της πενταετούς παραγραφής των αξιόποινων πράξεων της κατ εξακολούθηση εκδόσεως εικονικών και πλαστών Τ.Π.Υ αποτελεί η ημερομηνία θεώρησης του πορίσματος φορολογικού ελέγχου, η οποία στην κρινόμενη περίπτωση είναι η 23-4-2003, όταν και θεωρήθηκε από τον προϊστάμενο του ΣΔΟΕ Αθηνών η από 4/3/2003 έκθεση του πορίσματος φορολογικού ελέγχου και όχι ο χρόνος εκδόσεως των πλαστών και εικονικών Τ.Π.Υ. όπως υποστήριζε ο αναιρεσείων. Με αφετηρία δε την ημερομηνία αυτή και μέχρι την συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτόδικο δικαστήριο 14-5-2008 δεν είχε παρέλθει πενταετία για την κατά το άρθρο 111 ΠΚ παραγραφή των ανωτέρω πράξεων.
Συνεπώς, κατ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι αφετηρία του χρόνου της πενταετούς παραγραφής των σε βαθμό πλημμελήματος διωκομένων πράξεων που αποδόθηκαν στον αναιρεσείοντα αποτελούσε, όχι ο χρόνος τελέσεως των πράξεων, όπως υποστήριξε αυτός, αλλά εκείνος της θεωρήσεως του από 4/3/2003 πορίσματος του φορολογικού ελέγχου που είναι η 23/4/2003. Έκτοτε δε και μέχρι την επικληθείσα από τον αναιρεσείοντα επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στις 21/1/2006 και όχι, όπως, από προφανή παραδρομή, αναφέρεται στην απόφαση, στις 14/5/2008 (ημερομηνία εκδικάσεως της υποθέσεως στο πρωτόδικο Δικαστήριο), δεν είχε παρέλθει 5ετία και το αξιόποινο δεν εξαλείφθηκε δια παραγραφής, όπως αβάσιμα υποστήριξε αυτός. Η προφανής παραδρομή στην αναφορά της ημερομηνίας της 14/5/2008 (εκδίκαση στο πρωτόδικο Δικαστήριο), αντί της 21/1/2006 (επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος), προκύπτει εκ του ότι, από 23/4/2003 μέχρι 14/5/2003, είναι καταφανής η πάροδος της 5ετίας, γεγονός το οποίο όμως δεν ασκούσε έννομη επιρροή, ενόψει του ότι, κρίσιμη ημερομηνία, για συμπλήρωση ή όχι της 5ετίας, είναι η της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, μετά την οποία και εφόσον διενεργήθηκε, όπως εν προκειμένω, πριν την πάροδο 5ετίας από την κατά τα άνω αφετηρία αυτής, επέρχεται, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, η τριετής εν προκειμένω αναστολή της παραγραφής και ο χρόνος αυτής πλέον είναι 8ετής. Κατ ακολουθία τούτων οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ'και Ε' υπό στοιχεία Α β και Β', αντιστοίχως, λόγοι της αιτήσεως (δηλώσεως) αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι.
ΙΙ. 1. Ο Ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) τη μη υποβολή ή τη υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18), και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19). Ειδικότερα το άρθρο 19 παρ.1 του πιο πάνω νόμου (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή τoυ με το άρθρο 40 παρ.1 του ν.3220/2004), ορίζει ότι. "1. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. ...2. Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου. 3 Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώρηση τελεί σε γνώση του υποχρέου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου ... 4. Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία....".. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών, κατά την ανωτέρω έννοια, φορολογικών στοιχείων ή νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί νοθεύσεως της γνησιότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση η αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων στοιχείων. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ.1 περ. η' του Ν.1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Από τις αυτές διατάξεις προκύπτει περαιτέρω ότι, στις περιπτώσεις που το αδίκημα της φοροδιαφυγής τελείται με τους ανωτέρω τρόπους (έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, αποδοχή εικονικών ή νόθευση), όπως ήδη λέχθηκε στην προηγούμενη σκέψη, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν έχει ως προϋπόθεση την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής, όπως ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο της αυτής διατάξεως, για τις λοιπές περιπτώσεις φοροδιαφυγής. 2. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή περιλαμβάνουν τα στοιχεία που κατά την οικεία διάταξη νόμου τους απαρτίζουν. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. 3. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της έκδοσης πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ εξακολούθηση και για το χρονικό διάστημα από 6-13/4/1998: "Ειδικότερα, προέκυψε ότι ο εκκαλών-κατηγορούμενος ως έμμισθος λογιστής της εταιρείας με την επωνυμία "ΣΥΡΟΣ Α.Ε." τέλεσε κατά τη χρήση του έτους 1998 κατ' εξακολούθηση τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις, ήτοι εξέδωσε δηλ. κατασκεύασε και διακίνησε τα ακόλουθα πέντε (5) πλαστά και εικονικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών της εταιρείας "ΣΥΡΟΣ Α.Ε.", και δη τα υπ. αρ. ... ΤΠΥ, αξίας 8.000.000δρχ, πλέον Φ.Π.Α. 1.440.000δρχ., 8.000.000δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 1,440.000δρχ., 8.000.000δρχ, πλέον Φ.Π.Α. 1.440.000 δρχ., 8.000.000δρχ, πλέον Φ.Π.Α. 1.440.000δρχ., και 6.000.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.080.000δρχ. αντίστοιχα. Τα ανωτέρω τιμολόγια παροχής υπηρεσιών είναι πλαστά, καθόσον αυτά έχουν διατρηθεί με αιχμηρό αντικείμενο και όχι με διατρητικό μηχάνημα της αρμόδιας Δ,Ο.Υ., και εικονικά ενόψει ότι αυτά αφορούν σε μη πραγματοποιηθείσες αναφερόμενες σ' αυτά εργασίες, δοθέντος ότι από τον διενεργηθέντα φορολογικό έλεγχο προέκυψε ότι η ως άνω εμπορική εισαγωγική και τεχνική εταιρεία "ΣΥΡΟΣ Α.Ε.", με έδρα επί της οδού ...., βρισκόταν σε αδράνεια από της ενάρξεως της μέχρι και την ημερομηνία (4/3/2003) ελέγχου της από το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος Αθηνών, ουδέποτε αυτή θεώρησε στοιχεία στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ΦΑΕΕ Αθηνών και δεν είχε συναλλαγές με κανέναν τρίτο, ούτε και προφανώς με την δημοτική επιχείρηση του Δήμου Ερέτριας "Νησί των Ονείρων", εκτός μίας συναλλαγής, που αυτή πραγματοποίησε και αφορούσε σε αγορά ενός οικοπέδου. Ο εκκαλών-κατηγορούμενος προέβη στην έκδοση και διακίνηση των ανωτέρω πλαστών και εικονικών Τ.Π.Υ., που αφορούν στο σύνολο τους σε ανύπαρκτες συναλλαγές, με τελικό σκοπό να παρουσιάσει νομιμοφάνεια στις αναφερόμενες σ' αυτά συναλλαγές προς παράνομη είσπραξη μεγάλων ποσών ΦΠΑ σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο της πράξεως της κατ εξακολούθηση έκδοσης πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, όπως αυτά εξειδικεύονται στο αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως και, αφού του αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς πέντε (5) Ευρώ την ημέρα. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι: "Στην Αθήνα την 23-4-2003 χρόνο κατά τον οποίο θεωρήθηκε η συνημμένη από 4-3-2003 έκθεση ελέγχου της διενεργήσασας τον έλεγχο ΣΔΟΕ Αττικής και που αποτελεί την έναρξη της παραγραφής του διωκόμενου εγκλήματος κατ' άρθρο 2 §§ 8, 9 Ν.2954/2001, διαπιστώθηκε ότι διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής εκδίδοντας και διακινώντας εικονικά φορολογικά στοιχεία, δηλαδή φορολογικά στοιχεία που εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Συγκεκριμένα, τυγχάνοντας λογιστής για την χρήση 1998 εξέδωσε και διακίνησε τα υπ' αριθμ. ... ΤΟΥ φερόμενα και εκδοθέντα από την επιχείρηση "ΣΥΡΟΣ ΑΕ" αξίας 8.000.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.440.000 δρχ., 5.000.000 πλέον ΦΠΑ 1.440.000 δρχ., 8.000.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.440.000 δρχ, 8.000.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.440.000 δρχ και 6.000.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.080.000 δρχ. τα οποία ήσαν εικονικά και πλαστά". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημ/κείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ 1, 98 ΠΚ και 19 παρ. 1, 4 και 21 Ν.2523/1997, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Δεν χρειαζόταν δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρει το Δικαστήριο ότι με την πράξη αυτή ο δράστης κατηγορούμενος σκόπευε να αποκρύψει φορολογητέα ύλη ή είχε ως σκοπό να εμφανίσει ως νομιμοφανείς τις συναλλαγές που εμφανίζονταν να διενεργούνται με τα ανωτέρω Τ.Π.Υ. και να εισπράξει παρανόμως μεγάλα ποσά ΦΠΑ σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, αφού, κατά τα ανωτέρω, δεν απαιτείται πλέον, όπως προηγουμένως, για την στοιχειοθέτηση των πράξεων του άρθρου 19 Ν. 2523/1997 σκοπός του δράστη για απόκρυψη φορολογητέας ύλης η επίτευξη οποιουδήποτε φορολογικού οφέλους. Συνακόλουθα, εκ περισσού περιέλαβε το Δικαστήριο στο σκεπτικό και το διατακτικό τους ανωτέρω σκοπούς του αναιρεσείοντος προς έκδοση των πλαστών και εικονικών Τ.Π.Υ που λεπτομερώς αναφέρονται εκεί. Η επισημαινόμενη δε από τον αναιρεσείοντα αντίφαση, επί της οποίας στηρίζεται ο ερευνώμενος εδώ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του, μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού ως προς την παραδοχή αυτή, η οποία ως εκ περισσού περιλήφθηκε στο σκεπτικό και διατακτικό, δεν έχει οποιαδήποτε έννομη συνέπεια.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' υπό στοιχείο Α α λόγος της αιτήσεως (δηλώσεως) αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς τον σκοπό που επιδίωκε ο αναιρεσείων με την έκδοση των παρατιθέμενων πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων (Τ.Π.Υ.), τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα (ΑΠ 1235/2010). Αν δεν αναφέρεται το συγκεκριμένο έγγραφο στο οικείο σημείο των πρακτικών, όπου γίνεται μνεία των αναγνωσθέντων εγγράφων, προκύπτει όμως από το σκεπτικό της αποφάσεως και από το όλο περιεχόμενό της, ότι το έγγραφο αναγνώσθηκε και έτσι ο κατηγορούμενος είχε την δυνατότητα να ασκήσει τα κατά τα άνω δικαιώματά του, πληρούται ο σκοπός των ανωτέρω διατάξεων και δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως. Τα ανωτέρω, όμως, δεν ισχύουν για τα έγγραφα που αποτελούν στοιχείο του σε βάρος του κατηγορουμένου κατηγορητηρίου και μάλιστα επισυνάπτονται σ αυτό, ή τα επικαλείται ο κατηγορούμενος, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο τελευταίος το περιεχόμενό τους και μπορούσε, αν το ήθελε, να ασκήσει τα κατ άρθρο 358 δικαιώματά του (ΑΠ 490/2010, ΑΠ 38/2009). Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, στο οικείο τμήμα αυτών, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα (σελ. 10), δεν αναφέρεται μεταξύ των αναγνωσθέντων η από 4-3-2003 έκθεση ελέγχου του ΣΔΟΕ Αττικής. Στο σκεπτικό και το διατακτικό όμως της αποφάσεως, γίνεται αναφορά στοιχείων καθοριστικών της εκθέσεως αυτής (Αρχή που την κατάρτισε, ημερομηνία συντάξεως, ημερομηνία θεωρήσεως), γεγονός από το οποίο καθίσταται βέβαιο ότι αναγνώσθηκε, χωρίς να αναφερθεί στο οικείο σημείο της αποφάσεως, επιπροσθέτως όμως, στο διατακτικό αναφέρεται ότι η έκθεση αυτή είναι συνημμένη στο κατηγορητήριο, οπότε το περιεχόμενό της κατέστη γνωστό στον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, ο οποίος και μπορούσε να ασκήσει τα, κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ, δικαιώματά του, τα οποία και άσκησε υπερασπιζόμενος εαυτόν, με την προβολή του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού, στον οποίο γίνεται επίκληση του πορίσματος της εκθέσεως ελέγχου του ΣΔΟΕ, με μνεία της ημερομηνίας καταρτίσεως και θεωρήσεως αυτής (4/3-23/4/2003), γεγονός από το οποίο συνάγεται αναμφισβήτητα, ότι γνώριζε το περιεχόμενό του.
Συνεπώς, σύμφωνα με αυτά που αναφέρονται ανωτέρω, δεν παραβιάσθηκε το δικαίωμα υπεράσπισής του (171 παρ. 1 δ'), ούτε δημιουργήθηκε ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Κατ ακολουθία τούτων ο, από τις αυτές ως άνω διατάξεις, υπό στοιχείο Γ' λόγος της αιτήσεως (δηλώσεως) αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι λήφθηκε υπόψη και εκτιμήθηκε η ανωτέρω έκθεση ελέγχου, χωρίς να αναγνωσθεί κατά την αποδεικτική διαδικασία, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. IV. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση (δήλωση) πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 10-2-2010 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του Χ για αναίρεση της 72040/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων. Στοιχεία κατ' άρθρο 19 Ν. 2523/1997. Για την άσκηση ποινικής διώξεως αρκεί το πόρισμα του ελέγχου της φορολογικής αρχής (ΑΠ 752/2010, ΑΠ 763/2009, ΑΠ 2515/2008). Παραγραφή επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 Ν. 2523/1997, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με Ν. 2954/2001. Αρχίζει από την θεώρηση του πορίσματος της έκθεσης ελέγχου της φορολογικής αρχής. Εφαρμόζεται και στα αδικήματα του άρθρου 19 που τελέσθηκαν πριν την ισχύ του Ν. 2954/2001 (ΑΠ 841/2010, ΑΠ 1223/2010, ΑΠ 271/2009, ΑΠ 1427/2009, ΑΠ 993/2009). Υπό την ισχύ του ανωτέρω νόμου δεν απαιτείται πλέον, όπως προηγουμένως, για την στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών η απόκρυψη φορολογητέας ύλης ή η επίτευξη φορολογικού ή άλλου οφέλους. Απόλυτη ακυρότητα από λήψη υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν. Πότε συντρέχει. Όχι όταν προκύπτει από το σύνολο της αποφάσεως ότι αναγνώσθηκαν ή αποτελούν στοιχείο το κατηγορητηρίου.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1682/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, σύμφωνα με την 104/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του βουλεύματος 33/2010 του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου.
Με συγκατηγορούμενη την Ψ.
Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 486/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή με αριθμό 199/20-5-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
1-Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την 39/22-3-10 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά του 33/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, το οποίο, αφού απέρριψε την έφεσή του κατά του πρωτόδικου 67/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Κορίνθου και επικύρωσε το εκκαλούμενο τούτο βούλευμα, τον παρέπεμψε, μαζί με τη συγκατηγορούμενη του Ψ, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για πλαστογραφία με χρήση του πλαστού και απάτη κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, που τελέσθηκε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.00 Ε [άρθρα 60-63,94 παρ.1,98,216 παρ.1,386 παρ.1,3 εδ. α ΠΚ], και εκθέτω τα ακόλουθα.
2-Εξέταση λόγου αναίρεσης α-Η νομική βάση Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά βουλευμάτων ή αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτή ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 484 και 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, (Α.Π. Ολ. 19/2001, ΠΟΙΝ.ΛΟ. 01/1693, ΑΠ. ΟΛΟΜ. 2/2002 ΠΟΙΝ. ΔΙΚ. 02/128, ΑΡΜ 02/439, ΠΟΙΝ. ΛΟΓ 02/26). Ούτε αρκεί για το ορισμένο του λόγου να γίνεται επίκληση έννοιας της αναιρετικής πλημμέλειας που δίνεται σ' αυτήν από την πάγια νομολογία και θεωρία της κρατούσας νομολογίας και θεωρίας. Από την παραπάνω απαίτηση του νόμου δεν εξαιρούνται ούτε ο προβλεπόμενος στο άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. ε Κ.Π.Δ. λόγος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικότερα για το ορισμένο του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται, ως προς το παραδεκτό του, από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί των αποφάσεων, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση; α) αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτή σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα σημεία (κεφάλαια) του βουλεύματος ή της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η αιτίαση αυτή και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επί πλέον, σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως (Ολομ. ΑΠ 2/2002 και 19/2001). Δεν αποτελούν όμως παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ Β-Περιεχόμενο της αίτησης αναίρεσης.
Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία [άρθρο 139 ΚΠΔ], γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ` αυτή με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών [ΑΠ.146/09]. β-Η προκείμενη αίτηση
Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου, την οποία άσκησε τούτος δια του εξουσιοδοτημένου συνηγόρου του Φωτίου Μήτση, επί λέξει τα εξής: "Το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού ουδόλως στοιχειοθετείται η διάπραξη του αδικήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως για το οποίο κατηγορείται. Ειδικότερα δέχεται κατά πλήρη αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, ότι ο αναιρεσείων τέλεσε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται, δεχόμενο όλες τις αναφορές της εγκαλούσας εταιρίας για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του αδικήματος της απάτης, απορριπτομένων των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος με την αιτιολογία ότι οι αιτιάσεις του εκκαλούντος για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων είναι αβάσιμες", χωρίς όμως να υφίσταται ουδεμία αναφορά περί συγκροτήσεως ή μη του αδικήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως πλαστού, ελλειπούσης παντάπασιν σχετικής αιτιολογίας για το εν λόγω αδίκημα, για το οποίο αυτός, ωσαύτως παραπέμπεται και το οποίο αδίκημα (και η μη συγκρότησή του) προσβλήθηκε ως λόγος εφέσεως. Επομένως με όσα δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα παραβίασε το άρθρο 484 παρ.1 περ. δ του ΚΠΔ περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και κατέστη αναιρετέο".
γ-Αξιολόγηση του λόγου Από το περιεχόμενο της αίτησης αναιρέσεως προκύπτει ότι ο προβαλλόμενος απ' αυτόν λόγος της έλλειψης της ειδικής αιτιολογίας του προσβαλλόμενου παραπεμπτικού 33/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου είναι αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται σ' αυτή εάν ελλείπει παντελώς αιτιολογία ή αν υπάρχει έλλειψη σε συγκεκριμένα κεφάλαια ή σημεία της κατηγορίας, ούτε εάν εμφιλοχωρεί σ' αυτή κάποια ασάφεια, αντίφαση ή λογικό κενό.
3-Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο Άρειος Πάγος, σε συμβούλιο, πρέπει το μεν να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας του επικαλούμενου λόγου, το δε να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των 220 Ε. Για τούτο προτείνω Α-
Να απορριφθεί η 32/22-3-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά του 33/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, Και Β-
Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των 220 Ε.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ.2, 484 και 485 παρ.1 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναίρεσης κατά βουλευμάτων είναι οι περιεχόμενοι σε αυτή λόγοι αναίρεσης, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484 ΚΠοινΔ, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Απλή επανάληψη των διατάξεων του άρθρου 484 ΚΠοινΔ, που προβλέπει τους λόγους αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας, δεν αρκεί, πολύ περισσότερο που το βούλευμα έχει κατά κανόνα πολλά κεφάλαια, για ορισμένα από τα οποία είναι ενδεχόμενο ο αναιρεσείων να μην έχει παράπονο, ώστε να ασχοληθεί και με αυτά το Ακυρωτικό Δικαστήριο. Από την ως άνω αξίωση του νόμου, να είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι λόγοι αναίρεσης, δεν εξαιρείται ο προβλεπόμενος στο άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. ε' στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγος της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλεται από το άρθρο 139 του ίδιου Κώδικα και το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος. Ο ως άνω αναιρετικός λόγος ιδρύεται τόσο όταν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, όσο και όταν υπάρχει αλλά αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όταν δηλαδή δεν περιέχονται στο βούλευμα και μάλιστα σε σχέση με κάθε κεφάλαιο αυτού, με σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν στον κανόνα ουσιαστικού ποινικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Ενόψει τούτων για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει (α) αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτή σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα σημεία (κεφάλαια) του βουλεύματος, στα οποία αναφέρεται η αιτίαση αυτή και (β), αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επιπλέον, σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος.
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται το ανωτέρω με αριθμ. 33/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η 137/2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορου-μένου κατά του 67/2009 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου. Στην αίτηση αναιρέ-σεως, που ασκήθηκε παραδεκτά και εμπρόθεσμα, με δήλωση του εξουσιοδοτούμενου συνηγόρου του αναιρεσείοντος, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμ. 39/22-3-2010 σχετική έκθεση του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, διαλαμβάνονται κατά λέξη τα εξής: "το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που προβλέπει το άρθρο 139 ΚΠΔ και το άρθρο 93 του Συντάγματος, αφού ουδόλως στοιχειοθετείται η διάπραξη του αδικήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως για το οποίο κατηγορείται. Ειδικότερα δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα κατά πλήρη αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, ότι ο αναιρεσείων τέλεσε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται, δεχόμενο όλες τις αναφορές της εγκαλούσας εταιρείας για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του αδικήματος της απάτης, απορριπτόμενων των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος με την αιτιολογία ότι οι αιτιάσεις του "εκκαλούντος για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων είναι αβάσιμες", χωρίς όμως να υφίσταται ουδεμία αναφορά περί της συγκροτήσεως ή μη του αδικήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως πλαστού, ελλειπούσης παντάπασιν σχετικής αιτιολογίας για το εν λόγω αδίκημα, για το οποίο αυτός, ωσαύτως παραπέμπεται και το οποίο αδίκημα (και η μη συγκρότησή του) προσβλήθηκε ως λόγος εφέσεως. Επομένως με όσα δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα παραβίασε το άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠΔ περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και κατέστη προς τούτο αναιρετέο". Έτσι όμως διατυπούμενος ο προαναφερόμενος μοναδικός αναιρετικός λόγος είναι, κατά τα προεκτεθέντα, εντελώς αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζονται οι πλημμέλειες της αιτιολογίας σε σχέση με συγκεκριμένα κεφάλαια ή σημεία του βουλεύματος, ούτε αν εμφιλοχωρεί στην αιτιολογία κάποια ασάφεια, αντίφαση ή λογικό κενό, που να καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Μόνη η αναφορά της έννοιας που αποδίδει η νομολογία στον πιο πάνω αναιρετικό λόγο της έλλειψης αιτιολογίας και ότι το Συμβούλιο Εφετών δέχεται κατά πλήρη αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση όλες τις αναφορές της εγκαλούσας εταιρείας ότι τελέστηκαν τα αδικήματα για τα οποία παραπέμπεται, ελλείπουσας παντάπασι αιτιολογίας, δεν αρκεί.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν παραστάθηκε, καίτοι ειδοποιήθηκε ο διορισθείς αντίκλητος δικηγόρος του, δια του γραμματέως, να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο, (άρθρο 476 παρ.1 εδ. τελ. του ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 39/22-3-2010 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως του 33/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ .
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2010.
Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται αίτηση αναίρεσης παραπεμπτικού βουλεύματος, λόγω αοριστίας λόγου ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 2
|
Αριθμός 1681/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Πέτρου, περί αναιρέσεως της 715/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Τσάρα. Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 987/2010.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, όχι και εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, βλάβη της περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας την οποία είχε προ της διαθέσεως που προκλήθηκε με την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτήν. Βλάβη της περιουσίας υπάρχει έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 715/2010 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΤΕΨΥΓΜΕΝΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΕΠΕ", η οποία έδρευε στα .... Με την ιδιότητα αυτή εμφανίστηκε στη ... την 18-12-2002, μεταξύ άλλων πτηνοτρόφων εκτροφής και παραγωγής γαλόπουλων, και στον πολιτικώς ενάγοντα, Ψ, προτιθέμενος να αγοράσει για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρίας το σύνολο των γαλόπουλων που εξέτρεψε ο ανωτέρω παραγωγός-πτηνοτρόφος. Ωστόσο, για να πείσει τόσο αυτόν, όσο και τους λοιπούς παραγωγούς της περιοχής να προτιμήσουν και να πωλήσουν στην εταιρία του την παραγωγή τους, αναφέρθηκε στην οικονομική επιφάνεια της εταιρίας που εκπροσωπούσε, στην οποία μέλη ήταν η σύζυγος και η κόρη του. Έτσι παρέστησε στον πολιτικώς ενάγοντα ψευδώς ότι η επιχείρηση του είναι φερέγγυα με μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία άνω των ενός δισεκατομμυρίου δραχμών. Ο πολιτικώς ενάγων πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις αυτές συμφώνησε να πωλήσει στην εταιρία αυτή την παραγωγή του. Έτσι η ανωτέρω εταιρία αγόρασε, με το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο αγοράς, συνολικά 1.300 γαλοπούλα, βάρους 6510 κιλών, αντί τιμήματος 3 ευρώ το κιλό, δηλαδή αντί συνολικού τιμήματος 19. 432,35 ευρώ. Έναντι του τιμήματος αυτού, ο κατηγορούμενος παρέδωσε προς τον πολιτικώς ενάγοντα, Ψ, τις υπ' αριθμ. ... και ... μεταχρονολογημένες επιταγές της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, ποσού 10.000 και 8.500 ευρώ αντίστοιχα, εκδόσεως τρίτου και συγκεκριμένα ..., οι οποίες δεν πληρώθηκαν γιατί βρέθηκαν ακάλυπτες. Έτσι ο πολιτικώς ενάγων δεν μπόρεσε να εισπράξει το τίμημα που απέμεινε, ζημιωθείς κατά το ποσό των 18.500 ευρώ. Ωστόσο, δεν κατέστη δυνατόν μέχρι σήμερα να εισπράξει την απαίτησή του από την οφειλέτιδα εταιρία, διότι αυτή, παρά τις ανωτέρω (ψευδείς, όπως αποδείχθηκε) διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου δεν διαθέτει κανένα αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο. Αν είχε έστω και ένα, ο πολιτικώς ενάγων θα μπορούσε να εκτελέσει αναγκαστικά την διαταγή πληρωμής που εξέδωσε σε βάρος της εταιρίας αυτής. Άλλωστε, ούτε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να υποδείξει με πειστικό τρόπο, ποία ήταν τα εμφανή (και άρα διαθέσιμα στους τρίτους για αναγκαστική εκτέλεση) περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας του. Ακίνητα είναι βέβαιο ότι δεν είχε. Ο κατηγορούμενος, απολογούμενος είπε ότι η εταιρεία διέθετε "μία νταλίκα και δύο φορτηγά ψυγεία", πλην όμως σύμφωνα με τη μάρτυρα υπερασπίσεως ... (λογίστρια της εταιρίας) δεν υπάρχουν επ' ονόματι της εταιρίας περιουσιακά στοιχεία. Αυτό σημαίνει ή ότι ουδέποτε ήταν στο όνομα της εταιρίας ή ότι υπήρχαν αλλά εκποιήθηκαν καταδολιευτικά παρά τα προς τους παραγωγούς χρέη της εταιρίας. Η αληθινή εκδοχή είναι ότι τα κινητά αυτά ουδέποτε ήταν στο όνομα της εταιρίας και επομένως ο κατηγορούμενος έδωσε εν γνώσει του ψευδείς διαβεβαιώσεις κατά τα ανωτέρω, ο δε παθών παραγωγός αν γνώριζε την αλήθεια, δεν θα προέβαινε στην κατάρτιση της προαναφερόμενης συμβάσεως. Πρέπει επομένως ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος, όπως στο διατακτικό". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της αξιόποινης πράξης της απάτης, σε βαθμό πλημμελήματος, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική, προσδιορίζοντας το ποσό για κάθε ημέρα φυλάκισης σε πέντε (5) ευρώ και επιπλέον τον υποχρέωσε να καταβάλει στον πολιτικώς ενάγοντα Ψ το ποσό των 500 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη του.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1 και 386 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και όλες τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης.
Ειδικότερα αναφέρονται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης: α) οι ψευδείς παραστάσεις του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου προς τον παθόντα-πολιτικώς ενάγοντα για τη φερεγγυότητα της απ' αυτόν (κατηγορούμενο) εκπροσωπουμένης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΤΕΨΥΓΜΕΝΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΕΠΕ", κατά το χρόνο πώλησης των 1.300 γαλόπουλων από τον πολιτικώς ενάγοντα προς την ως άνω ΕΠΕ (18-12-2002), β) η αλήθεια που αυτός γνώριζε, δηλαδή την έλλειψη ακίνητης και κινητής περιουσίας της ίδιας εταιρίας, από την οποία θα μπορούσε να καλυφθεί το τίμημα των προαναφερομένων εμπορευμάτων (19.432,35 ευρώ) και πλέον συγκεκριμένα ότι έχουν αντίκρυσμα οι μεταβιβασθείσες στον πολιτικώς ενάγοντα για την αιτία αυτού δύο τραπεζικές επιταγές της ALPHA BANK, ποσού 10.000 και 8.000 ευρώ αυτού και γ) η παραπλάνηση από τις περιστάσεις αυτές του παθόντος, με συνέπεια αυτός να υποστεί παράνομα περιουσιακή βλάβη και να έχει παράνομη ωφέλεια η αγοράστρια εταιρία αντίστοιχα, συνολικού ποσού 18.500 ευρώ.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά με τον πρώτο των ως άνω λόγων αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Περαιτέρω η αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την έλλειψη περιουσιακών στοιχείων στο όνομα της αγοράστριας εταιρίας, ότι αυτή ουδέποτε είχε περιουσιακά στοιχεία με την εκδοχή "ή ότι ουδέποτε ήταν στο όνομα της εταιρίας ή ότι υπήρχαν αλλά εκποιήθηκαν καταδολιευτικά παρά τα προς τους παραγωγούς χρέη της εταιρίας", δεν αποτελεί αντίφαση της πλήρους, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που έχει ως προς τη μη φερεγγυότητα της εταιρίας κατά την αγορά των προϊόντων από τον πολιτικώς ενάγοντα, αλλά απλό επιχείρημα, εξαγόμενο από την κατάθεση της μάρτυρα υπεράσπισης ..., για απόκρουση του απολογητικού ισχυρισμού του κατηγορουμένου ότι είχε περιουσιακά στοιχεία η αγοράστρια εταιρία κατά το χρόνο κατάρτισης της πώλησης των 1.300 γαλοπούλων από τον πολιτικώς ενάγοντα προς αυτήν που κάλυπταν όλο το τίμημά τους (19.432,35 ευρώ).
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως παραδεκτός για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.) ως και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Ιουνίου 2010 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 715/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, ως και στην εκ πεντακοσίων (500) ευρώ δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη σε βαθμό πλημμελήματος. Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού. Τέλεση του από το νόμιμο εκπρόσωπο ΕΠΕ σε βάρος του πωλητή εμπορευμάτων στην ΕΠΕ. Έλλειψη αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως λόγοι αναίρεσης της απόφασης αυτής. Απόρριψη αμφοτέρων των λόγων αυτών αναίρεσης ως αβασίμων και συνακόλουθα της αίτησης αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1680/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την 104/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και την Γραμματέα Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Φωτάκη, περί αναιρέσεως της 520/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών,
με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Ψ1, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μικρό, και 2. Ψ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μικρό. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 12 και 13 Μαρτίου 2010 αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 493/2010.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά της αυτής 520/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετών Αθηνών, οι κρινόμενες δύο από 12-3-2010 και από 13-3-2010 αιτήσεις αναιρέσεως του ιδίου κατηγορουμένου Χ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. 'Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στη δικαστική απόφαση η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πηγάζει. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 9 του ν. 2094/1992 "κύρωση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας" όταν εκτελούνται στις οδούς εργασίες, τοποθετούνται σε κατάλληλες θέσεις όλες οι πινακίδες σήμανσης που απαιτούνται κατά περίπτωση δηλαδή κινδύνου, ρυθμιστικές, πληροφοριακές (παρ. 1) και επί πλέον πρέπει να επισημαίνονται τα όρια των επί του οδοστρώματος εκτελούμενων εργασιών ή οι χώροι εναπόθεσης υλικών με την τοποθέτηση συνεχών ή διακεκομμένων εμποδίων, τα οποία να έχουν εναλλασσόμενες λωρίδες ερυθρού και λευκού χρώματος, ενώ κατά τη νύχτα, αν τα εμπόδια δεν είναι αντανακλαστικά, με φώτα και αντανακλαστικά στοιχεία χρώματος ερυθρού, αν δε χρησιμοποιηθούν φώτα τα οποία αναβοσβήνουν, πρέπει να έχουν χρώμα βαθύ κίτρινο (παρ. 2). Τα μέσα αυτά σήμανσης τοποθετούνται με μέριμνα και ευθύνη των εργοληπτών ή των εκτελούντων τις εργασίες και σε περίπτωση που εκτελούνται αυτές απολογιστικά από τον επιβλέπονται το έργο, ενώ οι φορείς που κατασκευάζουν τα διάφορα έργα στις οδούς ή αναθέτουν την κατασκευή τους σε τρίτους υποχρεούνται να ελέγχουν την τοποθέτηση των μέσων σήμανσης (παρ. 3). Κατά το άρθρο 47 παρ. 1 περ. β' του ίδιου νόμου αυτοί που εκτελούν έργα και εναποθέτουν υλικά και εργαλεία στις οδούς υποχρεούνται να περιφράσσουν τα ορύγματα ή άλλους επικίνδυνους για την κυκλοφορία χώρους των έργων και επισημαίνουν αυτούς κατά τις διατάξεις του πιο πάνω άρθρου 9.
Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Ειδικά δε, επί εγκλήματος εξ αμελείας, που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της αποφάσεως και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας(Ολ ΑΠ 1/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 520/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της ανθρωποκτονίας οδηγού μοτοποδηλάτου από αμέλεια, σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε μηνών. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι στο αιτιολογικό της, διαλαμβάνονται τα εξής: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τις ανώμοτες καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, την πραγ/νη που αναγνώσθηκε, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι: Η εταιρία με επωνυμία "ΜΗΧΑΝΟΔΟΜΙΚΗ ΑΕ" είχε αναλάβει την εκτέλεση έργου διάνοιξης τομής στο έρεισμα της οδού ...σε μήκος 4.000 μ., πλάτους 0,50 μ. και βάθους 1,00 μ. και τοποθέτησης μικροσωλήνων του ΟΤΕ. Η πιο πάνω οδός έχει πλάτος 7,20 μ. και είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση Ο κατηγορούμενος εργαζόταν με την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού στην πιο πάνω εταιρία και είχε οριστεί υπεύθυνος για την εκτέλεση του πιο πάνω έργου. Στις 14/15-3-2003 το εν λόγω έργο βρισκόταν σε εξέλιξη στο ύψος 28,9ου (χιλιομέτρου) σε μήκος 100 περίπου μέτρων και τα προϊόντα εκσκαφής τοποθετούνταν από τους εργαζόμενους στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος της οδού καταλαμβάνοντας τμήμα του σε σχέση με την πορεία των κινούμενων οχημάτων προς .... Για την επισήμανσή τους τοποθετούνταν κατά τη διάρκεια της ημέρας στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος της οδού ειδική σήμανση με εναλλασσόμενες λωρίδες ερυθρού και λευκού χρώματος την οποία αφαιρούσαν κατά την διάρκεια της νύκτας και παρέμεινε στο σημείο εκείνο τσιμεντένια βάση με μεταλλικό σωλήνα στήριξης πινακίδας χωρίς σταθερά φώτα και αντανακλαστικά στοιχεία, παρά την επιβαλλόμενη νόμιμη υποχρέωσή του. Εξάλλου, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι στο πιο πάνω σημείο βρίσκονταν σε εξέλιξη άλλα τεχνικά έργα, των καταθέσεων των μαρτύρων υπεράσπισης ... και... μη κρινόμενων από το δικαστήριο αξιόπιστων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι περί ώρα 2.50 της ημέρας εκείνης ο Ζ οδηγώντας το χωρίς αριθμό κυκλοφορίας δίκυκλο μοτοποδήλατο κινούνταν στην οδό ... με κατεύθυνση προ το .... Κατά την προσέγγισή του στο πιο πάνω σημείο, κινούμενος στο δεξιό άκρο της πιο πάνω οδού, δεν αντιλήφθηκε την πιο πάνω βάση πινακίδας στο ύψος του 28,9ου χιλιομέτρου της πιο πάνω οδού, λόγω έλλειψης ορατότητας (σκότος, έλλειψη φανού και αντανακλαστικών στοιχείων), με αποτέλεσμα να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα του μοτοποδηλάτου στη πιο πάνω βάση και μετά από πρόσκρουση της κεφαλής του στο μεταλλικό σωλήνα να εκτραπεί της πορεία του προς τα δεξιά εκτός οδοστρώματος και να τραυματιστεί σοβαρά. Μετά το ατύχημα ο Θ, οδηγός υπηρεσιακού λεωφορείου ιδιοκτησίας ΟΑΣΑ, που κινούνταν στην πιο πάνω οδό με την ίδια κατεύθυνση αντιλήφθηκε τον πεσμένο μοτοποδηλάτη, κάλεσε τις πρώτες βοήθειες και κατά το χρόνο αναμονής του σταμάτησε ο οδηγός επιβατικού οχήματος Π. Στη συνέχεια ο παθών μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο όπου διαπιστώθηκε ότι έχει υποστεί βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, συνεπεία της οποίας επήλθε ο θάνατος του στις 23-3-2003 κατά το χρόνο της νοσηλείας του στο νοσοκομείο .... Τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται ιδίως από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Θ ενώπιον του δικαστηρίου τούτου και την ανάγνωση της προανακριτικής κατάθεσης του μάρτυρα Π, οι οποίοι έφθασαν πρώτοι στον τόπο του ατυχήματος, σε συνδυασμό με την από 8-4-03 έκθεση πραγμ/νης και δεν αναιρούνται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Ενόψει αυτών πρέπει να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα προκύψαντα από τη διαδικασία πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα πραγματικά αυτά περιστατικά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 26 παρ.1 β, 28, 302 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, αναφέρεται αναλυτικά και συγκεκριμένα σε τι συνίσταται η δια παραλείψεως αμέλεια του αναιρεσείοντος αυτού, ως πολιτικού μηχανικού, υπεύθυνου επιβλέποντος μηχανικού εκτελούμενου εργολαβικά έργου τοποθέτησης υπόγειων καλωδίων ΟΤΕ επί οδοστρώματος οδού, ήτοι ποία συγκεκριμένα προστατευτικά μέτρα ασφαλείας είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση και όφειλε να πάρει, ως εκ των καθηκόντων του εκ της παραπάνω ιδιότητάς του, αλλά και της προηγούμενης συμπεριφοράς του, της τοποθετήσεως την ημέρα βάσεως από τσιμεντόλιθο, επί του οποίου υπήρχε σωλήνας στήριξης πινακίδας σήμανσης προειδοποιητικής στους διερχόμενους οδηγούς οχημάτων εκτελούμενων έργων επί της Λεωφόρου ... (28,9 χιλιόμ.), ήτοι ευθυνόμενου ως επιβλέποντος και υπεύθυνου εκτελέσεως του έργου τοποθετήσεως μικροκαλωδίων του ΟΤΕ, για την μη απομάκρυνση, κατά τη διάρκεια της νύχτας, ομού μετά της αφαιρεθείσας και απομακρυνθείσας την 15-3-2003 ως άνω πινακίδας και της εν λόγω τσιμέντινης βάσης αυτής, μη ορατής κατά τη διάρκεια της νύχτας και μη σημανθείσας τουλάχιστον με φανό ή αντανακλαστικά στοιχεία, με αποτέλεσμα, ελλείψει φωτισμού στην περιοχή και σημάνσεως, να μην την αντιληφθεί και να προσκρούσει επ' αυτής της βάσης, ο μοτοποδηλάτης Ζ, να ανατραπεί το μοτοποδήλατό του δεξιά και να τραυματιστεί θανάσιμα ο ανωτέρω οδηγός. Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, α) προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες παραλείψεις του κατηγορουμένου αυτού ως μηχανικού κατά την εκτέλεση, κατ' ανάθεση της εταιρείας που εργαζόταν, από αυτόν του ως άνω έργου επί της ανωτέρω οδού, β) αναφέρεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αυτού, λόγω της παραπάνω ιδιότητάς του ως υπεύθυνου εκτέλεσης του έργου επί του οδοστρώματος, αλλά και λόγω της προηγούμενης συμπεριφοράς του, της τοποθέτησης της εν λόγω βάσης την ημέρα επί του οδοστρώματος της οδού που βρισκόταν σε λειτουργία κυκλοφορίας και της μη απομάκρυνσης κατά τη νύχτα, ομού μετά της απομακρυνθείσας πινακίδας και της τσιμέντινης βάσης αυτής, και δεν ήταν αναγκαία η αναφορά των προαναφερθέντων επιτακτικών κανόνων των άρθρων 9 και 47 του Ν. 2094/1992 περί ΚΟΚ, γ) αναφέρεται στο αιτιολογικό από το σύνολο των παραδοχών το είδος της αμέλειας, στο δε διατακτικό αναφέρεται ρητά, συμπληρούμενου παραδεκτά του αιτιολογικού, και δη η από τις περιστάσεις δυνατότητα πρόβλεψης και η μη πρόβλεψη (μη συνειδητή αμέλεια) του κατηγορουμένου ως μηχανικού - υπεύθυνου του έργου του επελθόντος αξιόποινου θανατηφόρου αποτελέσματος, δ) αναφέρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος των άνω παραλείψεών του και του επελθόντος θανατηφόρου αποτε-λέσματος, γεγονός που θα αποφευγόταν, αν ο κατηγορούμενος είχε λάβει, όπως όφειλε εκ των άνω ιδιοτήτων του, τα παραπάνω επιβαλλόμενα από τις περιστάσεις και προσήκοντα μέτρα ασφαλείας με απομάκρυνση τη νύχτα από το οδόστρωμα και της μη σημαινόμενης τσιμέντινης βάσης, την οποία όφειλε να είχε απομακρύνει, και, αν είχε απομακρύνει, ασφαλώς θα απεφεύγετο το εν λόγω ατύχημα και ο θάνατος του παθόντος οδηγού μοτοποδηλάτου, ο οποίος και προσέκρουσε στην ανωτέρω μη ορατή κατά τη νύχτα βάση και τραυματίστηκε θανάσιμα, ε) Η έκθεση αυτοψίας, η οποία συντάσσεται από ανακριτικό υπάλληλο κατά τη διάρκεια της προδικασίας, δεν αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου, αλλά απλό έγγραφο, που αναγιγνώσκεται στο ακροατήριο, όπως επιτάσσει το άρθρο 364 ΚΠοινΔ για τις εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων που βεβαιώνουν ενεργηθείσες από αυτούς κατά την προδικασία ανακριτικές πράξεις (ΑΠ 969/2009). Έτσι, δεν είναι αναγκαίο, για να υπάρχει η βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο η έκθεση αυτοψίας και εντεύθεν να υπάρχει η απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, να μνημονεύεται ειδικώς στο προοίμιο ή στο περιεχόμενο του σκεπτικού της αποφάσεως, αρκούσης της αναφοράς σ' αυτό, ως αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, και των εγγράφων που αναγνώσθηκαν. Από το προπαρατεθέν αιτιολογικό, που αναφέρει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, προκύπτει σαφώς ότι συνεκτιμήθηκε και η αναγνωσθείσα από 15-3-2003 έκθεση αυτοψίας που συντάχθηκε στο πλαίσιο της αστυνομικής προανάκρισης, ρητά δε γίνεται αναφορά ότι συνεκτιμήθηκε και η από 8-4-2003 έκθεση πραγματογνω-μοσύνης, από δε τη μη απόκρουση των αναφορών στην έκθεση αυτοψίας, ότι ο θανών οδηγός εστερείτο αδείας ικανότητας οδηγού, ότι το μοτοποδήλατο εστερείτο κρατικών πινακίδων και έφερε αριθμό πλαισίου αντιστοιχούντα στην με αρ. ... πινακίδα δικύκλου και ότι δεν περιγράφει με λεπτομέρειες την ανευρεθείσα στον τόπο του ατυχήματος βάση, δε σημαίνει μη συνεκτίμηση της εκθέσεως αυτής, αφού τα στοιχεία αυτά δεν είναι ουσιώδη για την περί της ενοχής κρίση του Δικαστηρίου ως προς τον ανωτέρω κατηγορούμενο και δεν αναιρούν την υπαιτιότητα αυτού, στ) το παράπονο του αναιρεσείοντος για μη αποδοχή εκ μέρους του Δικαστηρίου των κατατεθέντων στο ακροατήριο από τους μάρτυρες υπερασπίσεως, πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, που παραδεκτά στηρίχθηκε στα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.
Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως των κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι απορριπτέοι. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αφορούν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου επί της ουσίας και είναι επομένως απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364, 365 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1Α του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να κάμει παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της απόφασης, όμως είναι αναγκαίο να εκτίθενται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου που φέρεται ότι αναγνώσθηκε. Διαφορετικά, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Εξάλλου, η ανάγνωση προανακριτικών ή ανακριτικών καταθέσεων μαρτύρων που απολείπονται, χωρίς να βεβαιώνεται η αδυναμία εμφάνισης στο ακροατήριο των μαρτύρων αυτών, δεν επιφέρει ακυρότητα, αν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του δεν είχαν αντιλέξει στην ανάγνωση των καταθέσεων αυτών, δεδομένου ότι έτσι δεν παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. δ' της "ΕΣΔΑ" να θέτει ερωτήματα στους μάρτυρες, αφού διατηρείται πάντως το από το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ δικαίωμα του κατηγορουμένου να κάνει παρατηρήσεις επί των εν λόγω καταθέσεων που αναγνώσθηκαν. Αντίθετα, η διάταξη αυτή του άρθρου 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ παραβιάζεται, επερχόμενης εντεύθεν απόλυτης ακυρότητας κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ' του ΚΠοινΔ, αν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του είχαν αντιλέξει στην ανάγνωση των κατά την προδικασία ληφθεισών καταθέσεων των απολειπομένων μαρτύρων και το δικαστήριο, παρά ταύτα, απορρίπτοντας το, για τη μη ανάγνωση των εν λόγω καταθέσεων, αίτημα, προέβη στην ανάγνωση αυτών, οπότε ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 520/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, το δικαστήριο ανέγνωσε στο ακροατήριό του, πλην άλλων και την από 13-5-2004 ένορκη εξέταση του μάρτυρα Π, την από 7-6-2004 ένορκη κατάθεση του αστυνομικού ... και την από 1-3-2005 ένορκη εξέταση του ..., για την ανάγνωση των οποίων καταθέσεων όμως, όπως ρητά σημειώ-νεται στα πρακτικά (σελ. 6), δεν προβλήθηκε καμία αντίρρηση από τους συνηγόρους του κατηγορουμένου. Επομένως, το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει για την ανάγνωση των καταθέσεων αυτών ειδική αιτιολογία για το ανέφικτο της εμφανίσεως των μαρτύρων αυτών στο ακροατή-ριο, αφού δεν εναντιώθηκαν στην ανάγνωση οι συνήγοροι του κατηγορουμένου, σύννομα αναγνώσθηκαν και ο τελευταίος δε στερήθηκε των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων. Επομένως και από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα σχετικός λόγος αναιρέσεως για ακυρότητα της διαδικασίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, πρέπει να απορ-ριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη των δια κοινού πληρεξουσίου δικηγόρου παραστάντων πολιτι-κώς εναγόντων (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 12-3-2010 και την από 13-3-2010 αιτήσεις αναιρέσεως του Χ, περί αναιρέσεως της αυτής με αριθμό 520/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων, εκ ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια, δια παραλείψεως ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως εργολάβου οδού. Ατύχημα μοτοποδηλάτη. Έννοια άρθρων 15 και 302 ΠΚ. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα λόγος αναιρέσεως για ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει για την ανάγνωση των καταθέσεων απολειπομένων μαρτύρων ειδική αιτιολογία για το ανέφικτο της εμφανίσεως των μαρτύρων αυτών στο ακροατήριο, αφού δεν εναντιώθηκαν στην ανάγνωση οι συνήγοροι του κατηγορουμένου, έτσι ο τελευταίος δε στερήθηκε των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων και δεν παραβιάστηκε ούτε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 1680/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα -----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε", η οποία εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Δαρά.
Της αναιρεσίβλητης: Β.Ν., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Κλείτσικα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η 27874/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 975/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-6-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 17-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρ. 281 του ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των θεσπιζόμενων με αυτή αντικειμενικών κριτηρίων να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ (Ολ) 19/1998). Εξάλλου, όταν η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνολικώς εκτιμώμενα προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα", που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά της υποθέσεως έγγραφα, η αναιρεσείουσα πρότεινε παραδεκτώς ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επανέφερε με λόγο έφεσης, ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δια της αγωγής προβαλλόμενου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης. Συγκεκριμένα, ισχυρίσθηκε ότι η συμπεριφορά της τελευταίας επί 13 έτη και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα αυτό δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκηση των αγωγικών της αξιώσεων, αφού ουδέποτε διεκδίκησε την καταβολή πρόσθετης αμοιβής κατά τις Κυριακές και αργίες και κατά τη νύκτα, δεν διεκδίκησε ποτέ διαφορές νόμιμων αποδοχών ούτε επίδομα μουσικών οργάνων και δεν διαμαρτυρήθηκε για τη μη καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών αδείας, έτσι δε με την επί μακρό χρόνο συμπεριφορά της δημιούργησε ευλόγως την πεποίθηση στην αναιρεσείουσα ότι δεν πρόκειται ποτέ να διεκδικήσει κάποια από τις επίδικες αξιώσεις, για τις οποίες δεν είχε ποτέ κάμει λόγο και των οποίων τυχόν ευδοκίμηση θα αποτελέσει απρόβλεπτη δαπάνη, την οποία ουδέποτε ανέλαβε, αντιθέτως δε εάν την εγνώριζε αποκλείεται να την αναλάμβανε και θα έπαυε να παρέχει ζωντανή μουσική, διότι το εστιατόριο όπου απασχολείτο η αναιρεσίβλητη υπολειτουργεί και παρουσιάζει ασήμαντα κέρδη, ιδιαίτερα κατά τους χειμερινούς μήνες, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα λογιστικά στοιχεία, ενώ με την επιδεικνυόμενη συμπεριφορά της "ανοίγει το δρόμο και την όρεξη" σε όλο το προσωπικό της αναιρεσείουσας να αναζητήσει παρόμοιες αξιώσεις. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε σχετικά με την πιο πάνω ένσταση τα ακόλουθα: "(Η αναιρεσείουσα) προέβαλε όλως επικουρικά την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, ισχυριζόμενη ότι η συμπεριφορά της τελευταίας επί 13 και πλέον έτη και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα αυτό δεν δικαιολογεί τη μεταγενέστερη άσκηση των αξιώσεως της ενάγουσας, καθόσον ειδικότερα η ενάγουσα δεν διεκδίκησε ποτέ την καταβολή πρόσθετης αμοιβής για την εργασία της κατά τις Κυριακές και αργίες και κατά τη νύχτα, δεν διεκδίκησε ποτέ τη διαφορά των νομίμων αποδοχών της ούτε διαμαρτυρήθηκε ποτέ για τη μη καταβολή δώρων εορτών και επιδόματος αδείας, δημιουργώντας έτσι σε αυτήν την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα διεκδικήσει ποτέ κάτι από τα παραπάνω, η τυχόν ευδοκίμηση της αγωγής θα αποτελέσει απρόβλεπτη δαπάνη, την οποία δεν ανέλαβε ποτέ, αντίθετα μάλιστα αν την γνώριζε δεν θα την αναλάμβανε, ενόψει του ότι το εστιατόριο όπου απασχολείτο η ενάγουσα υπολειτουργεί και παρουσιάζει ασήμαντη κερδοφόρα πορεία, και θα "ανοίξει τον δρόμο και την όρεξη" σε όλο το προσωπικό της. Με το περιεχόμενο αυτό η ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής που πρόβαλε η εναγομένη ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη, αφού αυτή δεν επικαλέσθηκε πρόσθετα περιστατικά, αναγόμενα στον ως άνω κρίσιμο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά της ενάγουσας, από τα οποία να μπορούσε να γεννηθεί σε αυτήν ευλόγως η πεποίθηση ότι η τελευταία δεν πρόκειται να ασκήσει τα δικαιώματά της". Ακολούθως δε το Εφετείο απέρριψε τον οικείο Β1 λόγο εφέσεως με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείτο κατά της αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που είχε αποφανθεί ομοίως. Με αυτά που είπε το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί της νομικής βασιμότητας της ενστάσεως καταχρήσεως, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου θεμελιωτικά της ενστάσεώς της περιστατικά και ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη όλα τα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά που επικαλείτο, είναι αβάσιμος.
Επειδή, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση από το άρθρ. 559 αρ. 11 γ του Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το 198/30-5-2005 δελτίο εργατικής διαφοράς, που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει νόμιμα και το οποίο ήταν κρίσιμο προς απόδειξη της βασιμότητας της ενστάσεώς της περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, καθόσον από αυτό προκύπτει ότι τρεις μόλις μήνες μετά τη λύση της εργασιακής σχέσεως η αναιρεσίβλητη προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας και διαμαρτυρήθηκε μόνο για τη μη καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών αδείας και ουδεμία αναφορά έκαμε για άλλες αξιώσεις, όπως αποζημίωση για εργασία της Κυριακές και αργίες και τη νύκτα, αποδοχές υπερημερίας λόγω άκυρης μετατροπής της συμβάσεώς της από πλήρους σε μερικής απασχόλησης και αποζημίωση απολύσεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού το Εφετείο, όπως έχει ήδη προεκτεθεί, απέρριψε τη σχετική ένσταση ως μη νόμιμη και δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσιαστικής της βασιμότητας.
Επειδή από τη διάταξη του άρθρ. 8 § 2 του Ν. 1876/1990, που ορίζει ότι οι υπόλοιπες (πλην των εθνικών γενικών) συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεσμεύουν τους εργαζομένους και τους εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει τη συλλογική σύμβαση εργασίας ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύμβαση εργασίας με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, σε συνδυασμό και προς το άρθρ. 11 §2 του ίδιου νόμου, που ορίζει ότι με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύμβαση εργασίας, προκύπτει ότι η Σ.Σ.Ε. ισχύει μόνο έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την είχαν συνάψει. Αν η Σ.Σ.Ε. επεκτάθηκε με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η ισχύς της εκτείνεται και πέρα από τα πρόσωπα αυτά, πάντως όμως μέσα στα όρια της τοπικής της ισχύος, στους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που η σύμβαση αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της (ΑΠ (Ολ) 2/2002). Εξάλλου, με το άρθρ. 1 της από 12-6-1998 Σ.Σ.Ε. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των τραγουδιστών κέντρων διασκεδάσεως" και της οποίας η ισχύς αρχίζει από 1-1-1998, ορίζεται ότι στις διατάξεις αυτής υπάγονται οι τραγουδιστές όλης της χώρας, ανεξαρτήτως από φύλο, που απασχολούνται στα κέντρα διασκεδάσεως και ψυχαγωγίας με ζωντανή μουσική που λειτουργούν σε όλη της χώρα. Σύμφωνα με το άρθρ. 1 του ΝΔ 254/1973 "περί αναμορφώσεως της φορολογίας κέντρων διασκεδάσεως και κέντρων πολυτελείας", χαρακτηρίζονται ως κέντρα διασκεδάσεως, χώροι ή καταστήματα τα οποία λειτουργούν "ως α) ... ε) κοσμικαί ταβέρναι ... ζ) κέντρα ή καταστήματα ένθα παρέχεται ψυχαγωγία δια μουσικής μετά ή άνευ καλλιτεχνών...". Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι για τον χαρακτηρισμό καταστήματος ως κέντρου διασκεδάσεως (του οποίου οι τραγουδιστές υπάγονται στις διατάξεις της ανωτέρω Σ.Σ.Ε.) απαιτείται να παρέχει το κατάστημα αυτό στους πελάτες του κατά σύστημα και προεχόντως ψυχαγωγία με μουσική, με ή χωρίς καλλιτέχνες, και όχι όταν επιβοηθητικώς, προς δημιουργία απλώς ευχάριστης ατμόσφαιρας, κάνει χρήση μουσικής, ενώ κατά κύριο λόγο παρέχει σε αυτούς άλλες υπηρεσίες, όπως π.χ. υπηρεσίες εστιατορίου. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, και τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: Η αναιρεσείουσα εταιρεία εκμεταλλεύεται το ξενοδοχείο "...", που βρίσκεται .... Εντός των εγκαταστάσεων του ξενοδοχείου η αναιρεσείουσα λειτουργεί PIANO BAR-RESTAURANT, όπου προσφέρεται φαγητό ή ποτό, ενώ διοργανώνονται και δεξιώσεις γάμων, βαπτίσεων κ.λ.π. με συνοδεία μουσικής και συγκεκριμένα πιάνου, ενίοτε σαξόφωνου, καθώς και τραγουδιού. Η αναιρεσίβλητη απασχολείτο ως τραγουδίστρια στο προαναφερόμενο κατάστημα της αναιρεσείουσας από τις 26-10-1992 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Ειδικότερα, εργαζόταν επί έξι ημέρες την εβδομάδα, συμπεριλαμβανομένων των Κυριακών (πλην του διαστήματος από 1-1-2003 έως 30-4-2004, που η αναιρεσείουσα επέβαλε μονομερώς τη μερική απασχόλησή της επί 4 ημέρες την εβδομάδα). Η αναιρεσίβλητη παρείχε την εργασία της από ώρα 21:00 έως 01:30 με δύο διαλείμματα διαρκείας 15 λεπτών το καθένα. Οι όροι αμοιβής και εργασίας της αναιρεσίβλητης ρυθμίζονταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από την από 12-6-1998 Σ.Σ.Ε. για τους όρους αμοιβής και εργασίας των τραγουδιστών σε κέντρα διασκεδάσεως, που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 26-6-1998 με την 11891/1998 απόφαση του Υπουργού Εργασίας. Κατά το άρθρ. 1 της άνω Σ.Σ.Ε., στις διατάξεις της υπάγονται οι τραγουδιστές όλης της χώρας που απασχολούνται στα κέντρα διασκέδασης και ψυχαγωγίας με ζωντανή μουσική που λειτουργούν σε όλη την Ελλάδα. Η εν λόγω Σ.Σ.Ε. δεσμεύει την αναιρεσείουσα, εφόσον διατηρεί όμοια επιχείρηση που παρέχει στο κοινό ζωντανή μουσική με φαγητό. Έτσι, το παραπάνω κατάστημά της εμπίπτει στην έννοια των κέντρων αυτών, δεδομένου ότι από ώρα 21:00 και μέχρι ώρα 01:30 παρείχε στους πελάτες του κατά σύστημα και προεχόντως ψυχαγωγία με μουσική με καλλιτέχνες και όχι κατά κύριο λόγο υπηρεσίες εστιατορίου, όπως έκαμε τις υπόλοιπες ώρες. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 11 §2 του Ν. 1876/1990 και 1 του ΝΔ 254/1973 κατά τις διατάξεις της από 12-6-1998 Σ.Σ.Ε. και όσα αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο του μέρος από το άρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα. Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα και συγκεκριμένα α) εκτύπωση της ιστοσελίδας της, καθώς και βεβαίωση της Ένωσης Ξενοδόχων Θεσσαλονίκης, β) την 14/76/12-2-2008 βεβαίωση του Πανελλήνιου Σωματείου Ιδιοκτητών Κέντρων Διασκέδασης και γ) την εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης, που περιέχεται στην ένορκη κατάθεσή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά τη συζήτηση αγωγής του συναδέλφου της Σ.X. κατά της αναιρεσείουσας και από τα οποία (αποδεικτικά στοιχεία) αποδεικνύεται η αβασιμότητα των αγωγικών αξιώσεων της αναιρεσίβλητης λόγω μη υπαγωγής της στις διατάξεις της Κλαδικής Σ.Σ.Ε. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των τραγουδιστών Κέντρων Διασκεδάσεως". Από τη ρητή διαβεβαίωση που εμπεριέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "ελήφθησαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αποδεικτικά στοιχεία για τα οποία η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα. Επομένως και ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 11 γ του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Επειδή από το άρθρ. 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο (ΑΠ (Ολ.) 3/1997). Δεν αποτελούν "πράγματα" αρνητικοί ισχυρισμοί ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ (Ολ.) 25/2003). Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος όταν λείπει το έννομο συμφέρον, ιδίως όταν είναι αλυσιτελής, διότι η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτήν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να απορριφθεί ως αόριστη η ένστασή της περί καταλογισμού στις υπέρτερες από τις νόμιμες, συμβατικές αποδοχές που ελάμβανε η αναιρεσίβλητη, των αγωγικών της κονδυλίων που αφορούσαν την αποζημίωση για την εργασία της τις Κυριακές και αργίες και τη νύκτα, καθώς και το επίδομα γάμου. Ειδικότερα, προβάλλει η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο απέρριψε ως αόριστη την ένστασή της περί καταλογισμού κατά τα άνω με την αιτιολογία ότι η αναιρεσείουσα, εκτός του ότι δεν ανέφερε ποιες ήταν και πώς υπολογίζονταν οι νόμιμες αποδοχές της αναιρεσίβλητης, δεν επικαλέσθηκε ότι μεταξύ τους είχε συμφωνηθεί ότι στις καταβαλλόμενες επί πλέον των νομίμων αποδοχές θα υπολογίζονταν και οι οφειλόμενες στην εργαζομένη αμοιβές για την απασχόλησή της τη νύκτα, τις Κυριακές και αργίες κ.λ.π., έτσι δε αγνόησε και δεν εξέτασε καθόλου τους νομίμως προβληθέντες ισχυρισμούς της, α) ότι όλες οι αξιώσεις της αναιρεσίβλητης είχαν ενσωματωθεί από της προσλήψεώς της στα καταβαλλόμενα ημερομίσθια και γι' αυτό η τακτική αυτή συνεχίσθηκε απαράλλαχτα επί 13 ολόκληρα έτη, β) ότι από το σύνολο του περιεχομένου των προτάσεών της προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, η οποία συνομολογεί τις καταβολές που η αναιρεσίβλητη ιστορούσε στην αγωγή της, επικαλείτο σχετική συμφωνία περί καταλογισμού στις υπέρτερες καταβαλλόμενες αποδοχές όλων των αγωγικών αξιώσεων, η οποία (συμφωνία) δεν είχε μεν πανηγυρική διατύπωση αλλά είχε καταρτισθεί σιωπηρά με την από μακρό χρόνο υφιστάμενη πρακτική και γ) ότι ως βάση υπολογισμού των νόμιμων αποδοχών της αναιρεσίβλητης θα έπρεπε ορθά να τεθεί το οριζόμενο από την ισχύουσα κατά τον κρίσιμο χρόνο ΕΓΣΣΕ ημερομίσθιο, αφού η σύμβαση εργασίας της δεν εμπίπτει στη ΣΣΕ τραγουδιστών κέντρων διασκεδάσεως του έτους 1998 και δεν καλύπτεται από κάποια άλλη ΣΣΕ και το οποίο ημερομίσθιο είναι κατά πολύ μικρότερο από το οριζόμενο στη ΣΣΕ των τραγουδιστών του έτους 1998. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως (ανεξαρτήτως του ότι ο υπό στοιχ. γ' ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρ. 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ.) αλυσιτελώς προτείνεται, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη υπαγόταν στη ΣΣΕ των τραγουδιστών του έτους 1998 και ότι οι αποδοχές που της κατέβαλε η αναιρεσείουσα (και οι οποίες συνομολογούνται από τα διάδικα μέρη) υπολείπονταν των κατά τα άνω νομίμων, όπως αναλυτικά εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, η αποδιδόμενη με τον λόγο αυτό αναιρέσεως πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αρ. 8 α του Κ.Πολ.Δ. ουδεμία ουσιώδη επίδραση ασκεί στο ζήτημα των αγωγικών αξιώσεων που επιδικάσθηκαν, αφού η ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης καταλογισμού προϋποθέτει τη μη εφαρμογή της ΣΣΕ των τραγουδιστών του έτους 1998. Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση από το άρθρ. 559 αρ. 11 γ του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε νομίμως προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της ενστάσεώς της περί συμφωνίας καταλογισμού στις υπέρτερες καταβαλλόμενες αποδοχές των αγωγικών αξιώσεων και ειδικότερα ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε υπόψη, και πάντως δεν προκύπτει με βεβαιότητα, εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης που περιέχεται σε ένορκη κατάθεσή της ενώπιον Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση εργατικής αγωγής του Σ.Χ. κατά της αναιρεσείουσας. Και ο λόγος αυτός αναιρέσεως αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού το Εφετείο, όπως έχει ήδη προαναφερθεί, απέρριψε τη σχετική ένσταση ως αόριστη και δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσιαστικής της βασιμότητας.
Επειδή, κατά το άρθρ. 38 §1 του Ν. 1892/90, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 2 του Ν. 2639/98, κατά τη σύσταση της συμβάσεως εργασίας ή κατά τη διάρκειά της, ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση) και ότι η συμφωνία αυτή, εφόσον μέσα σε 15 ημέρες από την κατάρτισή της δεν γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την κατάρτιση της συμβάσεως μερικής απασχόλησης απαιτείται κατά νόμο έγγραφος τύπος, ο οποίος είναι συστατικός και η μη τήρησή του συνεπάγεται την ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της συμβάσεως που αφορά τη μερική απασχόληση, η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη, κατ' άρθρ. 159 του ΑΚ και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, δεν θεραπεύεται δε και αν ακόμη εκπληρωθεί η σύμβαση με επίγνωση της ελλείψεως του απαιτούμενου τύπου.
Συνεπώς, και η αρχική σύμβαση πλήρους απασχόλησης μετατρέπεται εγκύρως, με τροποποιητική συμφωνία, σε μερικής απασχόλησης, μόνο εφόσον τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος. Το τεκμήριο περί του οποίου γίνεται λόγος στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρ. 38 του Ν. 1892/1990 προϋποθέτει έγκυρη συμφωνία περί μερικής απασχόλησης, δηλαδή εγγράφως καταρτισθείσα και αφορά μόνο την περίπτωση μη έγκαιρης γνωστοποίησης της συμφωνίας αυτής στην Επιθεώρηση Εργασίας.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 30-4-2004 η αναιρεσείουσα επέβαλε μονομερώς στην αναιρεσίβλητη τη μερική απασχόλησή της και συγκεκριμένα επί 4 ημέρες την εβδομάδα αντί των 6 ημερών την εβδομάδα που είχε συμφωνηθεί, τροποποιώντας έτσι την αρχική πλήρη απασχόλησή της σε μερική απασχόληση. Για την τροποποίηση αυτή όμως, είπε το Εφετείο, δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος, ο οποίος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 38 §1 του Ν. 1892/1990, είναι συστατικός, η μη τήρησή του δε συνεπάγεται ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της συμβάσεως που αφορά τη μερική απασχόληση και συνεπώς δεν επέρχονται τα αποτελέσματα που επιδιώκονται, δηλαδή η σχέση πλήρους απασχόλησης δεν μετατρέπεται σε μερική και η αναιρεσείουσα περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης με καθεστώς πλήρους απασχόλησης και οφείλει στην τελευταία τον αντίστοιχο για την πλήρη απασχόληση μισθό. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρ. 38 §1 του Ν. 1892/1990 και 159 του ΑΚ και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με το οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Δικαστήριο της ουσίας, με το να δεχθεί απόλυτη ακυρότητα της μετατροπής της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης σε μερικής απασχόλησης λόγω μη τήρησης τύπου, χωρίς να δεχθεί την ύπαρξη του τεκμηρίου του εδ. β' της παρ. 1 του άρθρ. 38 του Ν. 1892/1990 και ακολούθως να ερευνήσει το ενδεχόμενο ανατροπής του, παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι αβάσιμος.
Επειδή, με τον τελευταίο λόγο της αναιρέσεως, πρώτο μέρος, εκτιμώμενο από το άρθρ. 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας της αναιρεσίβλητης με καθεστώς πλήρους απασχόλησης κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 30-4-2004, που η πρώτη προέβη ακύρως σε τροποποίηση της συμβάσεως εργασίας της δεύτερης από πλήρους σε μερικής απασχόλησης, αν και η τελευταία ουδαμού στην αγωγή της εκθέτει ότι προσφέρθηκε πραγματικά και προσηκόντως να εργασθεί υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης και ότι η αναιρεσείουσα αρνήθηκε να δεχθεί την εργασία της, περιελθούσα έτσι σε υπερημερία. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν είναι βάσιμος, διότι η εργοδότρια εταιρεία με τη μετατροπή της συμβάσεως εργασίας σε μερικής απασχόλησης εκδήλωσε ήδη την απόφασή της να μην αποδέχεται τις υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης κατά πλήρες ωράριο και δεν ήταν αναγκαίο αυτή να προβεί σε τέτοια δήλωση για να την καταστήσει υπερήμερη. Πάντως, όπως από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει, η αναιρεσίβλητη εμμέσως πλην σαφώς αναφέρει και το περιστατικό αυτό, αφού εκθέτει ότι κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα εργάσθηκε, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα, λιγότερες ημέρες, "ως προς τις οποίες η εναγομένη δεν αποδέχεται την εργασία μου, αν και ήμουν σε ετοιμότητα προσφοράς της, αφού ούτε άλλη εργασία είχα ούτε επιθυμούσα τη μερική απασχόλησή μου". Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος από το άρθρο 559 αριθ. 8β Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί μη πραγματικής και προσήκουσας προσφοράς των υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία κατά τα προεκτεθέντα δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της εργαζομένης, τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε εκ του πράγματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-6-2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", για αναίρεση της 975/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος .Αν στηρίζεταισε πλείστα περιστατικά , καθένα από αυτά αποτελεί "πράγμα".Λόγοι αναίρεσης από τον αρ 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Λόγος αναίρεσης από τον αρ 11γ του ιδίου άρθρου. Έκταση ισχύος ΣΣΕ. Η ΣΕΕ των τραγουδιστών κέντρων διασκεδάσεως του έτους 1998. Σύμβαση μερικής απασχόλησης.Προυποθέσεις για να είναι έγκυρη.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1679/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την 104/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και την Γραμματέα Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κλειδαρά, περί αναιρέσεως της ΒΤ7567/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά,
με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αριστέα Γάρδα. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 292/2010.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" (κατά την αρχική του διατύπωση και προ της αντικαταστάσεώς του με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972), ορίζετο, "εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα, επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών". Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 και ορίσθηκε ότι, "εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Κατά το ίδιο άρθρο 79 παρ. 1 του άνω ν. 5960/1933, περί επιταγής, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/72, μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ.1 περ. α του Ν.2408/1996, ορίζεται πλέον ότι "εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από πληρωτή γιατί δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από τη διάταξη αυτή, από την οποία απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγούμενης ρυθμίσεως, προκύπτει ότι, το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν, α) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, β) υπογραφή του εκδότη, στη θέση υπογραφής του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου και εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, γ) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και δ) έλλειψη αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, τόσο κατά το χρόνο έκδοσης, όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, δόλος, η ύπαρξη του οποίου δεν απαιτείται να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, για δε την ύπαρξή του αρκεί η γνώση του εκδότη για την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων. Με την νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) δόλος και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως. Άρα, για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων. Όταν, συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως (εκ δόλου), σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα. Ήτοι, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για το παραπάνω έγκλημα δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ' αυτή και ειδική αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη πριν από την τροποποίησή της από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή την επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέτοια πρόσθετα στοιχεία, δεν αξιώνονται πλέον από το νόμο, στην περίπτωση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία τέλος της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 7567/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, σε δεύτερο βαθμό, για τη πράξη της εκδόσεως μίας ακάλυπτης επιταγής ποσού 180.000 ευρώ (παράβαση του άρθρου 79 του ν. 5960/1933), με την αναγνώριση του ελαφρυντικού ότι έζησε έως το χρόνο που έγινε η πράξη έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, σε ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία και σε χρηματική ποινή 10.000 ευρώ. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, αναφέρονται τα εξής: "Από την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκαν στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, τα όσα ανέφερε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος-κατηγορουμένου και από όλη την αποδεικτική διαδικασία γενικά, το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο εκκαλών-κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της παράβασης άρθρ. 79 Ν. 5960/33 για την οποία κατηγορείται και συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι στον ... την 30-1-2004, ο εκκαλών-κατηγορούμενος εξέδωσε με πρόθεση την υπ' αρ. ... επιταγή, για να πληρωθεί από τη Citibank για "180.000" ευρώ σε διαταγή PHAEDRA MARITIME S.A. και αφού παρουσιάστηκε η ως άνω επιταγή την 2-2-2004 στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκε, γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: "Στον ... την 30-1-2004 εξέδωσε με πρόθεση επιταγή, που δεν πληρώθηκε στον πληρωτή, γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και πιο συγκεκριμένα την επιταγή με αριθμό ..., για να πληρωθεί από τη Citibank για το χρηματικό ποσό των (180.000) ευρώ, σε διαταγή "PHAEDRA MARITIME S.A." και αφού παρουσιάστηκε την 2-2-2004 στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκε γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα". Με βάση τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην αναφερόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933, όπως τροποποιήθηκε. Δεν ήταν δε αναγκαία και ιδιαίτερη αναφορά στην αιτιολογία, της από μέρους του κατηγορουμένου γνώσεως του ακαλύπτου της αναφερόμενης επιταγής, την οποία αυτός εξέδωσε, ήτοι της ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα κατά τον χρόνο εκδόσεως ή πληρωμής της εν λόγω επιταγής, αφού όπως αναφέρθηκε για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί πλέον (μετά δηλαδή την ισχύ από το έτος 1972 του ν.δ. 1325/1972) ο απλός δόλος και δεν είναι αναγκαίος ο άμεσος δόλος, η εν γνώσει δηλαδή ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, πλέον του ότι αιτιολογείται αυτή με την ανωτέρω παραδοχή στο αιτιολογικό ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή με πρόθεση. Επομένως τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, με τον εκ του άρθρου 510 παρ 1 περ. Δ' του ΚΠοινΔ, πρώτο και μοναδικό λόγο αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία της αποφά-σεως, εκ της μη ειδικής αναφοράς του στοιχείου της γνώσεως, από μέρους του κατηγορουμένου, του ακαλύπτου της επιταγής, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος ( άρθρα 176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Ιανουαρίου 2010 αίτηση - δήλωση του Χ για αναίρεση της 7567/ 2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος, εκ ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 § 1Δ΄ ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Δεν είναι αναγκαία ιδιαίτερη αναφορά στην αιτιολογία, της από μέρους του κατηγορουμένου γνώσεως του ακαλύπτου της αναφερόμενης επιταγής, την οποία αυτός εξέδωσε, αφού για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί πλέον, μετά δηλαδή την ισχύ το έτος 1972 του ΝΔ 1325/1972, ο απλός δόλος και δεν είναι αναγκαίος ο άμεσος δόλος, η εν γνώσει δηλαδή ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, πλέον του ότι αιτιολογείται αυτή με την παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή με πρόθεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Τραπεζική επιταγή, Δόλος.
| 0
|
Αριθμός 1678/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κώτσο, για αναίρεση της 895/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Σύρου. Το Τριμελές Πλημ/κείο Σύρου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1655/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 17 παρ.8 του ν.1337/1983, οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων, οι μηχανικοί που συντάσσουν την μελέτη ή έχουν την επίβλεψη του έργου και οι εργολάβοι κατασκευής του, τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών ή με χρηματική ποινή από 100.000 δρχ. μέχρι 2.000.000 δρχ., ανάλογα με την αξία του αυθαιρέτου έργου και τον βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος. Αν η πιο πάνω παράβαση γίνει από αμέλεια, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα χρόνο ή με χρηματική ποινή από 50.000 δρχ. μέχρι 1.000.000 δρχ. Σε περίπτωση απλών υπερβάσεων της άδειας κατασκευής μπορεί να επιβληθεί μειωμένη ποινή.
Εξάλλου, η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚποινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, περιλαμβάνει και τη μνεία των αποδεικτικών μέσων κατά το είδος τους, το οποίο έλαβε υπόψη το Δικαστήριο για το σχηματισμό της καταδικαστικής ή αθωωτικής ή όποιας άλλης κρίσεώς του. Ειδικότερη αναφορά των αποδεικτικών μέσων (όπως τα ονόματα μαρτύρων κ.λπ.) δεν είναι αναγκαία, όπως δεν είναι αναγκαία και παράθεση του τι προέκυψε από καθένα εξ αυτών. Πρέπει, όμως, να συνάγεται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα απ'αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.895/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος της παραβάσεως του άρθρου 17 παρ.8 του ν.1337/1983 και του επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) έτη. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναφέρει στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά πιστή αναφορά τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη υπόθεση από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και απ'ολη τη συζήτηση της υπόθεσης, αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ'αυτόν με το κατηγορητήριο αξιόποινη πράξη, καθώς όπως προκύπτει από την από 11-9-2003 έκθεση αυτοψίας του διενεργήσαντος υπαλλήλου του Πολεοδομικού Γραφείου Νάξου ..., ο εκκαλών-κατηγορούμενος ήταν εκείνος που τοποθέτησε κοντέϊνερ σε ακάλυπτο χώρο της ιδιοκτησίας του, που βρίσκεται στο περιφερειακό δρόμο προς περιοχή ..., χωρίς την απαιτούμενη οικοδομική άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής, δεν αποδείχθηκε ότι δεν έχει σταθερή βάση και θεμέλια ούτε ότι έχει απομακρυνθεί", ενώ στο διατακτικό της ίδιας απόφασης αναφέρεται μόνο ότι ο κατηγορούμενος "ηθελημένα προέβη στην ανέγερση αυθαιρέτου κτίσματος...." Από τα παραπάνω εκτιθέμενα προκύπτει ότι στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αναφέρεται ότι το Δικαστήριο για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσης του έλαβε υπόψη ως ξεχωριστό αποδεικτικό μέσο (άρθρο 178 περ.ε'ΚΠοινΔ) την ένορκη κατάθεση του μοναδικού μάρτυρα (κατηγορίας) ..., ούτε από άλλη αναφορά του όλου περιεχομένου της αποφάσεως προκύπτει, είτε ευθέως, είτε διηγηματικώς ότι λήφθηκε πράγματι υπόψη και συνεκτιμήθηκε καθ'οιονδήποτε τρόπο η ως άνω μαρτυρική κατάθεση. Έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, την απαιτούμενη κατά τα ανωτέρω απ'το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Η πλημμέλεια αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης προβάλλεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης της ένδικης αιτήσεως, ο οποίος προβλέπεται από το άρθρο 500 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ και πρέπει, κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, να γίνει δεκτός ως κατ'ουσίαν βάσιμος, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Στη συνέχεια πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ.895/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Οκτωβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αυθαίρετο κτίσμα (παράβαση άρθρ. 17 παρ.8 του Ν. 1337/1983). Καταδικαστική απόφαση για τοποθέτηση κοντέινερ σε οικόπεδο του κατηγορουμένου. Μη αναφορά στην αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης του αποδεικτικού μέσου του μάρτυρα (μοναδικός μάρτυρας κατάθεσης). Αίτηση αναίρεσης με ιδιαίτερο λόγο την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού δεν προέκυπτε από το όλο περιεχόμενο του αιτιολογικού της καταδικαστικής απόφασης ότι λήφθηκε υπόψη το ως άνω αποδεικτικό μέσο. Παραδοχή του λόγου αυτού αναίρεσης (άρθρο 510 παρ.1 περ.Δ ΚΠΔ) και παρελκούσης της εξέτασης των λοιπών λόγων αναίρεσης, αναίρεση της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1676/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6, 13 και 20 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση
της εκκαλούσας-εκζητουμένης X, ... υπηκόου, κατοίκου ... και προσωρινά κρατούμενη στις δικαστικές φυλακές ..., που παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Νάκο, κατά της υπ' αριθμ. 209/2010 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας.
Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του από 8 Ιανουαρίου 2010 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που εκδόθηκε από το Περιφερειακό Δικαστήριο Μπιέλσκο-Μπιάλα Πολωνίας, σε βάρος της ανωτέρω εκζητουμένης.
Κατά της αποφάσεως αυτής η εκκαλούσα-εκζητουμένη άσκησε την από 28 Ιουλίου 2010 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Λάρισας Μαγδαληνή Γκιτέρσου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1058/2010. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εκζητου-μένης καθώς και την ίδια την εκζητούμενη, που ζήτησαν να γίνει δεκτή η έφεση, και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότει-νε να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση και να εκτίσει την ποινή η εκζητουμένη στην Ελλάδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης....", κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, που διέταξε την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, δικαιούται να ασκήσει έφεση, στον Άρειο Πάγο, ο καθού το ένταλμα και ο Εισαγγελέας, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της αποφάσεως, συντασσόμενης εκθέσεως από το γραμματέα εφετών. Επομένως η από 28.7.2010 υπό κρίση έφεση, με αριθμό εκθέσεως 5/2010, της X, κατά της υπ' αριθ. 209/27.10.2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, με την οποία αποφασίσθηκε η εκτέλεση του κατ' αυτής εκδοθέντος από 8-1-2010 ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως του Περιφερειακού Δικαστηρίου Μπιέλσκο - Μπιάλα Πολωνίας, ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως, ενώπιον της Γραμματέως του ανωτέρω Εφετείου, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ως άνω Ν.3251/2004, το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους εκδόσεως του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας προκειμένου α) να ασκηθεί ποινική δίωξη για αξιόποινη πράξη που έχει ήδη αποδοθεί σ' αυτό ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, που περιέχει, ειδικότερα, α) ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής κ.λπ. σύνδεσης της δικαστικής αρχής εκδόσεως του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής αποφάσεως, του εντάλματος συλλήψεως ή της συναφούς διατάξεως δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τελέσεως, καθώς και τη μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειες της και, περαιτέρω, ορίζεται ότι το ένταλμα μεταφράζεται στην επίσημη γλώσσα του κράτους εκτελέσεως του. Στο άρθρο 9 παρ. 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της αποφάσεως εκτέλεσης του εντάλματος είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή, σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών, κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 του νόμου αυτού, το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εκτελείται εφόσον α) η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί, συνιστά έγκλημα σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκδόσεως του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών και β) τα δικαστήρια του τόπου έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή κακούργημα. Περαιτέρω, στο άρθρο 11 του ίδιου νόμου ορίζονται οι περιπτώσεις που απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και στο άρθρο 12 οι περιπτώσεις που η δικαστική αρχή, η οποία αποφασίζει για την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος, μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του. Ο Έλληνας δικαστής, λοιπόν, ως δικαστική αρχή εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, αφού αρχικά ελέγξει τη νομιμότητα του εντάλματος, δηλαδή την εξωτερική (νομότυπη έκδοση) (π.χ. έκδοση του εντάλματος από δικαστική αρχή) και την εσωτερική νομιμότητα αυτού (π.χ. έκδοση για αξιόποινες πράξεις και ποινές που επιτρέπουν την παράδοση του εκζητουμένου), οφείλει, στη συνέχεια, να ερευνήσει, αν συντρέχει κάποιος από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 11 του ν. 3251/2004 λόγους υποχρεωτικής αρνήσεως εκτελέσεως του εντάλματος και, σε καταφατική περίπτωση, να εκδώσει απορριπτική απόφαση και να αρνηθεί την παράδοση του εκζητουμένου ή αν συντρέχει κάποιος από τους λόγους δυνητικής αρνήσεως εκτελέσεως του εντάλματος του άρθρου 12 του ίδιου νόμου, η συνδρομή του οποίου παρέχει στο δικαστή τη διακριτική εξουσία, ασκούμενη σύμφωνα με τις ισχύουσες στο ελληνικό ποινικό σύστημα αρχές, να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος. Μεταξύ των λόγων δυνητικής αρνήσεως εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως περιλαμβάνεται και εκείνος της περ. ε του ως άνω άρθρου 12 του ν. 3251/2004, σύμφωνα με την οποία η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση αυτού "αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, εφόσον ο εκζητούμενος κατοικεί ή διαμένει στην Ελλάδα, και η Ελλάδα αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η ελληνική δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος (στην παρούσα περίπτωση ο Άρειος Πάγος), προκειμένου να αποφασίσει αν θα κάνει χρήση του ως άνω δυνητικού λόγου αρνήσεως εκτελέσεως, οφείλει αρχικώς να προσδιορίσει αν ο εκζητούμενος "κατοικεί" ή "διαμένει" στην Ελλάδα και, επομένως, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως, και, στη συνέχεια, και μόνον εφόσον διαπιστώσει ότι το πρόσωπο αυτό ικανοποιεί ένα από τα κριτήρια αυτά, να εκτιμήσει αν υπάρχει εύλογο συμφέρον που να δικαιολογεί την εκτέλεση της ποινής, που επιβλήθηκε από το Κράτος που εξέδωσε το ένταλμα, στην Ελλάδα. Στην εισηγητική έκθεση του ν. 3251/2004, αναφορικά με την παρόμοια διάταξη του άρθρου 13 §3 (που αφορά ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως προς το σκοπό της διώξεως σε βάρος εκζητουμένου που κατοικεί στην Ελλάδα), διευκρινίζεται ότι πρόσωπα που κατοικούν στην Ελλάδα νοούνται εκείνα που η διαμονή τους έχει το στοιχείο της μονιμότητας. Ένας εκζητούμενος, λοιπόν, "κατοικεί" στην Ελλάδα εφόσον έχει εδώ την πραγματική κατοικία του και "διαμένει" σ' αυτήν εφόσον, μετά από σταθερή παραμονή ορισμένης διαρκείας, δημιούργησε δεσμούς παρομοίους προς εκείνους που δημιουργεί ένας κάτοικος. Για να διαπιστωθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, υφίστανται μεταξύ του εκζητουμένου και της Ελλάδας δεσμοί που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το πρόσωπο αυτό "διαμένει" στο Κράτος, η δικαστική αρχή εκτελέσεως απαιτείται να προβεί σε συνολική εκτίμηση διαφόρων αντικειμενικών στοιχείων που χαρακτηρίζουν την περίπτωση του προσώπου αυτού, στα οποία καταλέγονται, μεταξύ άλλων, η διάρκεια, η φύση και οι συνθήκες παραμονής του εκζητουμένου, καθώς και οι οικογενειακοί και οικονομικοί δεσμοί του με το κράτος - μέλος εκτελέσεως (Ελλάδα). Εφόσον δε κριθεί ότι συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις και ο εκζητούμενος έχει εύλογο συμφέρον να ζητήσει να εκτελεστεί η ποινή, που του έχει επιβληθεί και για την έκτιση της οποίας εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα, στην Ελλάδα, οι ελληνικές δικαστικές αρχές έχουν την ευχέρεια να μη τον παραδώσουν στο Κράτος, οι δικαστικές αρχές του οποίου εξέδωσαν το ένταλμα, αλλά να διατάξουν την εκτέλεση της ποινής που του έχει επιβληθεί, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους. Υποχρέωση εκτελέσεως του εντάλματος και παραδόσεως του εκζητουμένου στις Αρχές του Κράτους που το εξέδωσε υπάρχει, συνήθως, στην περίπτωση που στη Χώρα μας δεν προβλέπεται το είδος της ποινή ή του μέτρου ασφαλείας που επιβλήθηκε και, επομένως, δεν μπορεί αυτή να εκτιθεί, κάτι που ασφαλώς πρέπει να ελέγχεται από τη δικαστική αρχή εκτελέσεως του εντάλματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό με την ένορκη ενώπιον του ακροατηρίου κατάθεση του μάρτυρα και όσα εξέθεσε προφορικά στο ακροατήριο ο παραστάς συνήγορος της εκκαλούσας και η ίδια η εκκαλούσα, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Με την εκκαλούμενη απόφαση του, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας αποφάσισε την εκτέλεση του από 8.1.2010 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως του Περιφερειακού Δικαστηρίου Μπιέλσκο -Μπιάλα Πολωνίας, το οποίο βασίζεται στην από 22.11.2002 απόφαση του Πρωτοδικείου του Τσιέσιν με αρ. δικογραφίας ΠΚ 861/2002, η οποία έγινε τελεσίδικη με την από 23.8.2005 απόφαση του Πρωτοδικείου της Μπιέλσκο - Μπιάλα με αριθ. δικογραφίας
ΙΙΚΟ 509/2004, κατά της εκκαλούσας X. Το ένταλμα αυτό περιέχει όλα τα αναφερόμενα στο άρθρο 2 του Ν.3251/2004, που προαναφέρθηκε, στοιχεία, εκδόθηκε δε προκειμένου να εκτελεστεί κατά της ανωτέρω εκκαλούσας ποινή φυλακίσεως ενός έτους, που επιβλήθηκε σ' αυτήν με τις ως άνω αποφάσεις για τα εγκλήματα της απάτης και πλαστογραφίας εγγράφων, τα οποία τέλεσε στο Τ... στις 16.3.2002, ενεργώντας από κοινού με τον ... Τα εν λόγω εγκλήματα προβλέπονται η μεν απάτη από τα άρθρα 286§1, η δε πλαστογραφία από το άρθρο 270 § 1 του Πολωνικού Ποινικού Κώδικα, τιμωρούμενα με στερητική της ελευθερίας ποινή από 6 μήνες έως 8 έτη το πρώτο και από 3 μήνες έως 5 έτη το δεύτερο, κατά δε το άρθρο 11.1 του ίδιου Κώδικα, αν η πράξη περιγράφεται δε δύο ή περισσότερες διατάξεις του ποινικού νόμου, το δικαστήριο καταδικάζει για ένα αδίκημα βάσει όλων των συνδυασμένων διατάξεων. Οι ίδιες αξιόποινες αυτές πράξεις προβλέπονται και τιμωρούνται ως πλημμελήματα και κατά τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα (άρθρα 386, 216 ΠΚ). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εκζητουμένη είναι μόνιμη κάτοικος Ελλάδας από έξι τουλάχιστον ετών, διαμένει σήμερα σε μισθωμένο διαμέρισμα, που βρίσκεται στο ... και επί της οδού ..., εργάζεται μόνιμα στην επιχείρηση (εργαστήριο ειδών διατροφής) του ..., έχει δε ένα, εκτός γάμου, ανήλικο τέκνο, τη Ζ... (ο οποίος εξετάστηκε ως μάρτυρας στο ακροατήριο), που έχει γεννηθεί στις 20.11.2005, το οποίο πάσχει από συγγενή υδροκεφαλία και έχει ήδη υποβληθεί σε τέσσερις χειρουργικές επεμβάσεις στο κεφάλι (βλ. προσκομιζόμενα έγγραφα και ιδίως από 30.3.2009 μισθωτήριο συμφωνητικό κατοικίας, θεωρημένο από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., υπ' αριθ. 3901/17.4.2007 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης γέννησης και βάπτισης της ληξιάρχου Δήμου ..., υπ' αριθ. 10/26.8.2007 δήλωση βαπτίσεως του τελέσαντος αυτήν ιερέα ..., ιατρικό πιστοποιητικό του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου ..., βεβαίωση απόδοσης Α.Φ.Μ. για την εκκαλούσα, βεβαίωση απογραφής της ίδιας στο 1ΚΑ, βεβαίωση Α.Μ.Κ.Α. για την ανήλικη, κλπ.). Επομένως, η εκζητουμένη έχει, προδήλως, εύλογο συμφέρον να ζητεί να εκτελεστεί η ποινή της στην Ελλάδα, δεδομένου ότι το ανήλικο τέκνο της, το οποίο διαμένει μαζί της, έχει ανάγκη από την παρουσία της και τις συνεχείς μητρικές φροντίδες της.
Ενόψει όλων των ανωτέρω, παρά τη διαπιστωθείσα νομιμότητα του επίμαχου ευρωπαϊκού εντάλματος, το Συμβούλιο κρίνει, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της περ. ε του άρθρου 12 του ν. 3251/2004 και πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, να αποφανθεί αυτό υπέρ της μη παραδόσεως της εκζητουμένης στις πολωνικές αρχές και, ταυτόχρονα, να διατάξει την εκτέλεση, με την επιμέλεια του αρμοδίου Εισαγγελέα, της ποινής της στην Ελλάδα, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενόψει και της από 15-10-2010 υπηρεσιακής βεβαιώσεως του Αντεισαγγελέα Εφετών Λάρισας Κωνσταντίνου Γκόγκου, ότι η ποινή, που έχει επιβληθεί στην εκζητουμένη δύναται να εκτιθεί στην Ελλάδα σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΕΤΑΙ την υπ αριθ. 5/ 28 Ιουλίου 2010 έφεση της X, κατά της υπ' αριθ. 209/27.7.2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας.
ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ότι δεν συντρέχει περίπτωση να παραδοθεί η εκζητουμένη X, ... υπήκοος, στις Δικαστικές Αρχές της Πολωνίας, προς εκτέλεση του από 8-1-2010 ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως του Περιφερειακού Δικαστηρίου Μπιέλσκο - Μπιάλα Πολωνίας, που εκδόθηκε σε βάρος της με βάση την από 22.11.2002 απόφαση του Πρωτοδικείου του Τσιέσιν με αρ. δικογραφίας
ΙΙΚ 861/2002, η οποία έγινε τελεσίδικη με την από 23.8.2005 απόφαση του Πρωτοδικείου της Μπιέλσκο - Μπιάλα με αριθ. δικογραφίας
ΙΙΚΟ 509/2004, με την οποία αυτή καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους για πλαστογραφία και απάτη. Και
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εκτέλεση, με την επιμέλεια του αρμοδίου Εισαγγελέα, της πιο πάνω ποινής φυλακίσεως ενός (1) έτους, που επιβλήθηκε στην X, στην Ελλάδα, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 20 Οκτωβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έφεση κατά αποφάσεως Συμβουλίου Εφετών περί εκτελέσεως Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως που εκδόθηκε σε βάρος Πολωνής υπηκόου μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης δικαστηρίου της Πολωνίας, με την οποία αυτή καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 1 έτους. Εφαρμογή περ. 12 άρθρου 12 ν. 3251/2004. Πότε ο εκζητούμενος θεωρείται ότι κατοικεί ή διαμένει στην Ελλάδα. Κρίση ότι η εκζητουμένη είναι μόνιμη κάτοικος Ελλάδας και ότι δικαιολογεί συμφέρον για εκτέλεση της ποινής της εδώ. Το Συμβούλιο, κατά παραδοχήν της εφέσεως, αποφαίνεται υπέρ της μη παραδόσεως της και διατάσσει την εκτέλεση της ποινής στην Ελλάδα, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, με την επιμέλεια του αρμόδιου Εισαγγελέα.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
Αριθμός 1674/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Τσιράκη, περί αναιρέσεως της 1417/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1 και 2. Ψ2 σύζ. Φ, κάτοικοι ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Λαμπράκη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 14 Σεπτεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1153/2010.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216. Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το άρθρ. 13 εδ. γ ΠΚ, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Περαιτέρω, από το άρθρο 178 του ΚΠοινΔ, το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη ως αποδεικτικό μέσο αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Η πραγματογνωμοσύνη αυτή εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο ή δικαστικό συμβούλιο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Οφείλει, όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Σε κάθε άλλη περίπτωση και ειδικότερα επί ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης (απλής γνωματεύσεως ή γνωμοδοτήσεως) ή πραγματογνωμοσύνης που ενεργήθηκε δυνάμει αποφάσεως πολιτικού δικαστηρίου, το πόρισμά της εκτιμάται ελευθέρως μαζί με τις άλλες αποδείξεις. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα πλαστογραφίας με χρήση κατ` εξακολούθηση σε βάρος των Ψ2 και Ψ1 και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκε ότι: Με σύμβαση που καταρτίστηκε εγγράφως μεταξύ των διαδίκων, με το από 15-11-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό, στα ..., ο πολιτικώς ενάγων Ψ1 κατέβαλε στον κατηγορούμενο (λόγω δανείου) το χρηματικό ποσό των 18.000.000 δρχ., το οποίο συμφωνήθηκε να αποδοθεί εντόκως - με τους νόμιμους τόκους τράπεζας - στις 15-11-1999. Ειδικότερα συμφωνήθηκε ότι κατά την άνω ημεροχρονολογία (15-11-1999), ο κατηγορούμενος είχε υποχρέωση να επιστρέψει στον Ψ1 το συνολικό ποσό των 20.200.000 δρχ. για το κεφάλαιο και τους τόκους. Για την εξασφάλιση της πληρωμής της απαίτησής του αυτής ο πολιτικώς ενάγων ζήτησε και πέτυχε να εκδοθεί η 15587/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία διατάχθηκε η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, μέχρι του ποσού των 20.200.000 δρχ., στο περιγραφόμενο σ` αυτή (απόφαση) ακίνητο του κατηγορουμένου. Ο τελευταίος είχε παραστεί αυτοπροσώπως, κατά τη συζήτηση της αίτησης στις 19-5-1999, και είχε συνομολογήσει τα πραγματικά περιστατικά της αίτησης, δηλαδή και την ύπαρξη της απαίτησης του πολιτικώς ενάγοντος από τη σύμβαση του δανείου, συναινώντας για τη λήψη του ως άνω ασφαλιστικού μέτρου (ΚΠολΔ 706). Ο κατηγορούμενος όμως μέχρι τις 30-9-2000 δεν είχε αποδώσει στον πολιτικώς ενάγοντα το ποσό που δανείστηκε με τους συμφωνημένους τόκους. Ισχυρίστηκε ότι το παραπάνω από 15-11-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό καταρτίστηκε με σκοπό να εξασφαλιστεί ο πολιτικώς ενάγων για άλλα χρηματικά ποσά που του δάνεισε στο παρελθόν και ότι, σε κάθε περίπτωση, έχει ήδη εξοφλήσει το μεγαλύτερο μέρος από την οφειλή του αυτή, επικαλούμενος και προσκομίζοντας και τις σχετικές από 29-4-2001 και 26-9-2001 αποδείξεις είσπραξης που φέρουν την υπογραφή της μητέρας του πολιτικώς ενάγοντος Ψ2 - πολιτικώς ενάγουσας κι` αυτής, η οποία λόγω της απουσίας του ενεργούσε για λογαριασμό του ως εξουσιοδοτημένη από αυτόν και του ιδίου. Ο Ψ1 αμφισβήτησε τη γνησιότητα των υπογραφών της μητέρας του στις ως άνω αποδείξεις κατά την εκδίκαση της από 2-12-2002 ανακοπής του κατηγορουμένου με αντικείμενο την ακύρωση της σε βάρος του επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτελέσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την 25-11-2003 και το δικαστήριο αυτό με την υπ` αριθ. 1642/2004 απόφασή του διέταξε τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και διόρισε πραγματογνώμονα τη Γ, προκειμένου αυτή να γνωμοδοτήσει για τη γνησιότητα των υπογραφών στις από 29-4-2001 και 26-9-2001 αποδείξεις στις οποίες φέρεται να έχει υπογράψει η Ψ2. Η πραγματογνώμονας με την υπ` αριθ. καταθ. ... γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι υπογραφές που εμφαίνονται στις από 29-4-2001 και 26-9-2001 αποδείξεις έχουν τεθεί από τη μητέρα του Ψ1. Γραφολογική εξέταση, κατ` εντολή του ίδιου του κατηγορουμένου, διενήργησε και ο ..., ο οποίος, εξετάσας τις υπογραφές στα κρίσιμα ως άνω έγγραφα με τις δειγματικές υπογραφές της Ψ2, γνωμοδοτεί με την από 28-2-2009 έκθεσή του ότι οι υπογραφές σ` αυτά είναι γνήσιες υπογραφές της τελευταίας (Ψ2). Αντίθετα, ο γραφολόγος Γ2 που διενήργησε γραφολογική κατ` εντολή του Ψ1, με το σκεπτικό ότι και οι δύο ελεγχόμενες υπογραφές επί των αντιστοίχων αποδείξεων που αποδίδονται στην Ψ2 αποτελούν μεν ταχείας χάραξης υπογραφικό τύπο, ο οποίος όμως στη δομή των επιμέρους γραμμάτων και σχηματισμών εμφανίζει σοβαρές αποκλίσεις από το γνήσιο υπογραφικό τύπο της Ψ2, ο οποίος χαρακτηρίζεται από τη στενότητα των περιθωρίων παραλλαγής του. Ότι αυτή ακριβώς η σύμπτωση, δηλαδή η χάραξη χωρίς αντικειμενικά ευρήματα, αλλά σε σοβαρή απόκλιση από τις ειθισμένες γραφικές συνήθειες του προσώπου που φέρεται ότι υπέγραψε, αποτελεί την τυπική περίπτωση της αποτυχημένης ελεύθερης απομίμησης, ότι και οι δύο (2) ελεγχόμενες υπογραφές εμφανίζουν μια σοβαρή παράλειψη στην οποία ουδέποτε θα υπέπιπτε η Ψ2, αν πράγματι είχε υπογράψει τις αποδείξεις αυτές, ότι πρόκειται για τον ευκρινή σχηματισμό του μικρού "σ", το οποίο απαντάται σε όλες τις γνήσιες υπογραφές που εξετάστηκαν (πάνω από 200 γνήσιες υπογραφές). Και οι δύο (2) ελεγχόμενες υπογραφές στις παραπάνω αποδείξεις (και που αφορούν εν προκειμένω αφού μόνο γι` αυτές έχει κηρυχθεί ένοχος με την εκκαλουμένη απόφαση ο κατηγορούμενος) αποτελούν μία "νεκρή" σχηματική υπογραφική παράσταση η οποία μπορεί να έχει χαραχθεί με ταχύτητα, πλην όμως στερείται αυθεντικότητας και των ιδιαιτέρων γραφολογικών γνωρισμάτων των γνησίων υπογραφών της Ψ2, όπως αυτά απομονώθηκαν στους συγκριτικούς πίνακες. Καταλήγει δε στο συμπέρασμα ότι οι φερόμενες υπογραφές της Ψ2 στις από 29-4-2001 και 26-9-2001 αποδείξεις δεν έχουν χαραχθεί από το χέρι της, αλλά πλαστογραφήθηκαν από άλλο άγνωστο πρόσωπο με αποτυχημένη ελεύθερη απομίμηση του γνήσιου υπογραφικού της τύπου. Η τελευταία αυτή γραφολογική γνωμοδότηση με ημερομηνία 23-10-2007 κρίνεται πιο πειστική σε σχέση με τις προηγούμενες (έκθεση πραγματογνωμοσύνης και γνωμοδότηση) και σε συνδυασμό με τα ως άνω αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου και εν γένει αποδεικτική διαδικασία) αποδεικνύεται κατά τρόπο απόλυτο, με το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης, ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που πλαστογράφησε τις υπογραφές της Ψ2, με σκοπό, έχοντας προς τούτο έννομο συμφέρον, να παραπλανήσει το δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώπιον του οποίου συνεζητείτο στις 5-12-2002 η από 2-12-2000 αίτησή του περί αναστολής εκτελέσεως της σε βάρος του επισπευδόμενης αναγκαστικής κατασχέσεως. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι, ενώ το λογικό και εύλογο και το συνήθως συμβαίνον στις συναλλαγές είναι ότι με την εξόφληση γραμματίου να ζητείται από τον οφειλέτη η παράδοσή του ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι δεν του αποδόθηκαν τα αντίστοιχα γραμμάτια, χωρίς να επικαλείται οποιαδήποτε εξήγηση...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση κατ` εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που αναφέρθηκε παραπάνω, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος κατάρτισε πλαστά έγγραφα (δύο αποδείξεις και ένα χειρόγραφο σημείωμα) με σκοπό την παραπλάνηση άλλου (του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) με τη χρήση τους, για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομη συνέπεια (ότι, δηλαδή, είχε εξοφλήσει το δανειστή του Ψ1 και, επομένως, η από 2.12.2000 αίτησή του περί αναστολής της αναγκαστικής εκτελέσεως που επισπευδόταν σε βάρος του ήταν βάσιμη) και ότι, στη συνέχεια, έκανε χρήση των πλαστών εγγράφων. Εκτίθεται δε, με εκτενή σκέψη, γιατί κρίθηκε πιο πειστική η γραφολογική γνωμοδότηση του Γ2 έναντι της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Γ και της γνωμοδοτήσεως του .... Επομένως, ο μοναδικός, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και συγκεκριμένα γιατί δεν λήφθηκε υπόψη η έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Γ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η αιτίαση ότι δεν αξιολογήθηκε η από 29 Νοεμβρίου 2009 "εξώδικη εντονότατη διαμαρτυρία, κατεπείγουσα πρόσκληση άμεσης παράδοσης τραπεζικών αποδείξεων και προσκόμισή τους στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο της 9ης Δεκεμβρίου 2009 - μηνυτήρια αναφορά - του αναιρεσείοντος και του επίσης κατηγορουμένου αδελφού του Ζ, που απευθύνεται προς το δευτεροβάθμιο Δ` Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθήνας δια του Εισαγγελέα Εφετών Αθήνας" είναι απαράδεκτη, γιατί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, δεν προσκόμισε ο αναιρεσείων (και μοναδικός κατηγορούμενος) τέτοιο έγγραφο, ώστε να αναγνωσθεί αυτό και να συνεκτιμηθεί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Ο αυτός λόγος, κατά τα λοιπά, συνοψιζόμενες, όπως εκτιμάται από το παρόν Δικαστήριο, στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος, γιατί βάλλει κατά της αναιρετικά ανέλεγκτης κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 349§1 εδ. α, β, γ, δ, ε, στ και ζ ΚΠοινΔ, όπως ισχύει, "το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Μπορεί επίσης να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για το λόγο αυτόν έως δεκαπέντε το πολύ ημέρες και μέχρι δύο φορές. Δεύτερη αναβολή μπορεί να διαταχθεί μόνον εφόσον βεβαιώνεται αιτιολογημένα στην απόφαση ότι δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί το σημαντικό αίτιο με τη διακοπή. Κάθε άλλη αναβολή απαγορεύεται. Επιτρέπεται σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις, μόνον αν το δικαστήριο κρίνει με ειδική αιτιολογία ότι είναι αδύνατη η διεξαγωγή της δίκης. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να εκτίθενται αναλυτικά και αιτιολογημένα στην απόφαση της αναβολής. Η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, την οποία ανακοινώνει το δικαστήριο στους παρόντες διαδίκους, μάρτυρες και πραγματογνώμονες και σε αυτή κλητεύονται μόνον οι απόντες". Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής ή διακοπής της δίκης για σημαντικά αίτια πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ρ υπέβαλε αίτημα διακοπής της δίκης για μια εβδομάδα λόγω ασθενείας του δευτέρου συνηγόρου υπερασπίσεως Τ, άλλως αναβολής για τη συντομότερη δυνατή δικάσιμο, ενώ ο ίδιος είχε διορισθεί πρόσφατα και δεν είχε προλάβει να ενημερωθεί πλήρως για την υπόθεση. Το Τριμελές Εφετείο απέρριψε το αίτημα αυτό με την αιτιολογία, κατά λέξη, ότι: "Κατά τη δικάσιμο της 1-2-2000 που είχε προσδιοριστεί να δικαστεί η υπόθεση ο κατηγορούμενος ζήτησε τη διακοπή της συζήτησης (άρθρ. 375 ΚΠΔ), άλλως την αναβολή της δίκης σε άλλη δικάσιμο, λόγω ασθενείας του ετέρου (δευτέρου) συνηγόρου του Τ. Πράγματι από τα σχετικά έγγραφα που προσκομίστηκαν και αναγνώστηκαν στο Δικαστήριο προέκυπτε η ασθένεια του δικηγόρου αυτού και το Δικαστήριο, λόγω κινδύνου παραγραφής του αποδιδόμενου στον κατηγορούμενο εγκλήματος με χρόνο τέλεσης 5-12-2002, έκρινε επιβεβλημένη τη διακοπή της συνεδρίασης για την 8-2-2010 οπότε και είχε αρθεί το κώλυμα στο πρόσωπο του συνηγόρου. Κατά τη συνεδρίαση της 8.2.2010 και παρόντος του κατηγορουμένου και του εκ των συνηγόρων του Ρ ζητήθηκε νέα διακοπή της συνεδρίασης ή αναβολή της δίκης, λόγω νέου (διαφορετικού του πρώτου) προβλήματος υγείας του δικηγόρου Τ (οξεία εμπύρετη λοίμωξη). Λόγω όμως του χρόνου τέλεσης του αποδιδόμενου εγκλήματος και του κινδύνου παραγραφής του και λαμβανομένου υπόψη ότι ο κατηγορούμενος έχει ήδη διορίσει και τον υπερασπίζεται ο επιλογής του δικηγόρος Ρ, το δικαίωμα για διακοπή ή αναβολή της δίκης υποχωρεί και το υποβληθέν σχετικό αίτημα να καθίσταται αβάσιμο και απορριπτέο". Η αιτιολογία αυτή, με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα (νέας) διακοπής, άλλως αναβολής της δίκης ως αβάσιμο και στην οποία, πάντως, εκ περισσού αναφέρεται η επικείμενη παραγραφή της πράξεως που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους δεν μπορούσε να διακοπεί και πάλι ή να αναβληθεί η δίκη και δη ότι η επικαλουμένη ασθένεια του συνηγόρου του κατηγορουμένου Τ ήταν διαφορετική από εκείνη για την οποία είχε διακοπεί η δίκη την πρώτη φορά (κατά τη συνεδρίαση της 1.2.2010), ενώ ο κατηγορούμενος δεν θα στερείτο, από την απουσία του ως άνω συνηγόρου του, τα δικαιώματά του, εφόσον είχε διορίσει και δεύτερο δικηγόρο, τον Ρ, ο οποίος και τον εκπροσωπούσε. Ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι διορίστηκε πρόσφατα και δεν είχε πλήρη γνώση της υποθέσεως προβλήθηκε εντελώς αορίστως και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επ` αυτού. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Α ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 15.9.2010) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509§2 του ΚΠοινΔ), είναι δε παραδεκτοί ενόψει του ότι το κυρίως δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως περιέχει ορισμένο λόγο αναιρέσεως (της ελλείψεως αιτιολογίας), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος και για απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβιάσεως των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, αφού στερήθηκε αυτός του δικαιώματος να εκπροσωπηθεί και από δεύτερο δικηγόρο της επιλογής του (το Τ), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι για το κύρος και, κατ' ακολουθίαν, το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει, στη δήλωση ασκήσεώς της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει στην έκθεση να διαλαμβάνονται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που (φέρεται ότι) παραβιάσθηκε, η μορφή της παραβιάσεώς της, εάν, δηλαδή, έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής, η έννοια που δόθηκε σ' αυτήν από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν κατά την γενομένη υπαγωγή τους σ' αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το κυρίως δικόγραφο της αιτήσεώς του, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση και για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 510§1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ), χωρίς, όμως, να αναφέρει ποια διάταξη παραβιάσθηκε και τη μορφή της παραβιάσεώς της. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι, κατά τα ανωτέρω, απαράδεκτος και απορριπτέος.
Τέλος, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, στα πλαίσια του ιστορικού της ουσίας της υποθέσεως (που, όπως αναφέρθηκε, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο), υποβάλλει, με τα δικόγραφα της κυρίας αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, αίτημα να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 38 ΚΠοινΔ, ώστε να σχηματισθεί έκθεση με τα αδικήματα που διαπράχθηκαν από τους Ψ1 και Ψ2. Το αίτημα αυτό είναι αβάσιμο, εφόσον κανένα απολύτως γεγονός, το οποίο να μπορεί να χαρακτηρισθεί ως έγκλημα διωκόμενο αυτεπαγγέλτως, δεν ανέκυψε κατά τη διάρκεια της παρούσας δίκης, όσα δε υποστηρίζει ο αναιρεσείων, όπως και παραπάνω έχει εκτεθεί, άπτονται της ουσίας της υποθέσεως και απαραδέκτως προβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. πρωτ. 122/8 Απριλίου 2010) αίτηση του Χ μετά των από 14/15 Σεπτεμβρίου 2010 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της υπ` αριθ. 1417/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση. Η γραφολογική πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο, το οποίο, όμως, οφείλει, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Σε κάθε άλλη περίπτωση και ειδικότερα επί ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης ή πραγματογνωμοσύνης που ενεργήθηκε δυνάμει αποφάσεως πολιτικού δικαστηρίου, το πόρισμα της εκτιμάται ελευθέρως μαζί με τις άλλες αποδείξεις. Αιτιολογημένη παραδοχή πορισμάτων ιδιωτικής γνωμοδοτήσεως, αντιθέτων προς τα πορίσματα δικαστικής πραγματογνωμοσύνης. Απόρριψη λόγου για έλλειψη αιτιολογίας γιατί δεν λήφθηκε η τελευταία υπόψη. Ορθή και αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος για διακοπή, άλλως αναβολή, της δίκης λόγω κωλύματος του ενός από τους δύο συνηγόρους υπερασπίσεως του κατηγορουμένου. Αοριστία λόγου από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ. Απαράδεκτο λόγων που πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία, Πραγματογνωμοσύνη, Αναβολής αίτημα.
| 0
|
Αριθμός 1673/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Παπαστεριόπουλο, περί αναιρέσεως της 655/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Με συγκατηγορούμενο τον Ψ Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Οκτωβρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1520/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 88 παρ.1 εδάφ. α' του ν.3386/2005 "είσοδος, διαμονή και κοινωνική ένταξη υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια" πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντιστρόφως προς το έδαφος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε άλλους κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή 5.000 έως 20.000 ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει α) ότι θεσμοθετείται ποινικό αδίκημα, υπαλλακτικώς μικτό, που πραγματοποιείται με καθένα από τους ανωτέρω τρόπους από τα πρόσωπα, τα οποία αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, που δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα στην Ελληνική Επικράτεια ή από αυτά προς το έδαφος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή την προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλύμα για απόκρυψη ή γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδό τους ως λαθρομεταναστών και β) ότι για την τέλεση του αδικήματος της μεταφοράς από το εξωτερικό στην Ελλάδα και αντιστρόφως από την Ελληνική Επικράτεια προς το έδαφος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τρίτης χώρας, αλλοδαπών που δεν έχουν το δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος ή διευκολύνουν τέτοια μεταφορά ή προώθησή τους απαιτείται υποκειμενικά δόλος, είτε άμεσος είτε ενδεχόμενος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ.1 ΠΚ, όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ.1 στοιχ. β' του προηγουμένου άρθρου παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της αδίκου πράξεως που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττώμενη (άρθρ. 83). Από το συνδυασμό της τελευταίας αυτής διατάξεως και εκείνης του παραπάνω άρθρου 88 παρ.1 του ν.3386/2005, προκύπτει ότι απλός συνεργός της πράξεως της μεταφοράς από το εξωτερικό στην Ελλάδα, καθώς και της προωθήσεως από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα προς την Ελληνική Επικράτεια και αντιστρόφως προς το έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή της διευκολύνσεως ή προωθήσεως αλλοδαπών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, είναι όποιος με θετική ή αποθετική του ενέργεια, με πρόθεση παρέχει στον αυτουργό πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της αδίκου πράξεως, την οποία ο τελευταίος τελεί, οποιαδήποτε υλική ή ψυχική συνδρομή, η οποία, χωρίς να είναι άμεση, συντελεί στην τέλεση της πράξεως από τον αυτουργό. Ο δόλος του απλού συνεργού συνίσταται στην γνώση του για την τέλεση από τον αυτουργό της πιο πάνω αδίκου πράξεως, που αντικειμενικά συνιστά έγκλημα με τη βούληση να συμβάλει στην τέλεση αυτής από τον αυτουργό με συνδρομή που είναι είτε υλική είτε ψυχική.
Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ.2 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί με βάση τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται, ιδιαιτέρως, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία και στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σε αυτή. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ) χωρίς να είναι ανάγκη, να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά ή να αξιολογούνται καθ' έκαστον ή να συσχετίζονται ειδικώς ή να συγκρίνονται μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα καθενός. Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό αυτής μαζί με το οποίο αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, στην άρση ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού όπως είναι και οι σχετικοί για αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτώς και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας.
Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ. η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που υπάρχουν η μεν πρώτη, όταν αποδίδεται στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, η δε δεύτερη, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε ή όταν αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι δεν εκτίθενται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο τα πραγματικά περιστατικά, είτε κατά την έκθεσή τους, υπάρχει αντίφαση, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πατρών, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Περί ώρα 01.00 της 23ης Δεκεμβρίου 2007, σε έλεγχο που διενήργησε επί του καταπέλτη του Ε/Γ-Ο/Γ πλοίου "Λ...", το οποίο φόρτωνε και θα απέπλεε μετά από είκοσι λεπτά της ώρας από το λιμάνι των ... με προορισμό την ..., ο εξετασθείς στο ακροατήριο μάρτυρας λιμενικός Λ, στο ...αυτοκινούμενο τροχόσπιτο, ιδιοκτησίας του πρώτου κατηγορουμένου Ψ (που δεν έχει ασκήσει αναίρεση), με οδηγό τον ίδιο και συνεπιβάτη στη θέση του συνοδηγού την δεύτερη κατηγορουμένη, (ήδη αναιρεσείουσα), ... υπήκοο και μητέρα ενός ανηλίκου τέκνου, το οποίο έφερε μαζί της και το οποίο (αυτοκινούμενο τροχόσπιτο) θα επιβιβαζόταν στο ως άνω πλοίο με τελικό προορισμό την ... μέσω του λιμένος ..., διαπιστώθηκε ότι ο ως άνω πρώτος κατηγορούμενος είχε επιβιβάσει για να τους προωθήσει στη ...μέσω της ... επτά (7) Ιρακινούς λαθρομετανάστες, οι οποίοι στερούνταν ταξιδιωτικών εγγράφων και δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος. Στο κατασχεθέν τροχόσπιτο, ο πρώτος κατηγορούμενος είχε διαμορφώσει ειδικούς χώρους για την επιμελή απόκρυψη των ως άνω λαθρομεταναστών, η δε επιβίβαση των τελευταίων σ' αυτό έγινε εγγύς της πόλεως των ... και περί ώρα δέκα (10) τη νύχτα της 22ας Δεκεμβρίου 2007. Για τον τρόπο και της εν γένει συνθήκες επιβίβασης είναι σαφείς οι απολογίες των συλληφθέντων επτά (7) λαθρομεταναστών, οι οποίες περιέχονται στα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο πρακτικά της εκκαλουμένης αποφάσεως. Η γνώση του πρώτου κατηγορουμένου αυτουργού αλλά και η βούλησή του να πραγματώσει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κατηγορείται, προκύπτει 1) από το γεγονός ότι στο τροχόσπιτο, που αποτελεί μεταφορικό μέσο, είχε διαμορφώσει ειδικούς χώρους για την επιμελή απόκρυψη των λαθρομεταναστών. Αυτό προέκυψε σαφώς από την κατάθεση λιμενικού, ο οποίος απέκλεισε το ενδεχόμενο να ήταν ευθύς εξ αρχής κατασκευασμένοι κατ' αυτόν τον τρόπο οι εσωτερικοί χώροι του αυτοκινήτου, δοθέντος ότι για τον εντοπισμό των τριών (3) λαθρομεταναστών χρειάστηκε να καθαιρεθούν ορισμένοι χώροι του εσωτερικού του τροχόσπιτου. 2) Από το γεγονός ότι ο 1ος κατηγορούμενος ευθύς εξ αρχής ήταν αρνητικός στην έρευνα των εσωτερικών χώρων του αυτοκινήτου παρεμβάλλοντας εμπόδια στην έρευνα των λιμενικών και 3) Από το γεγονός ότι αν το τροχόσπιτο ήταν ασφαλισμένο (κλειδωμένο) δεν υπήρχε δυνατότητα εισόδου των λαθρομεταναστών στους εσωτερικούς του χώρους. Στοιχεία που συγκροτούν την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης δεν προέκυψαν, κατά την πλειοψηφίσασα γνώμη του Δικαστηρίου από το εν γένει αποδεικτικό υλικό, δοθέντος ότι για πρώτη φορά οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι συμβιώνουν ως ανδρόγυνο χωρίς να έχουν τελέσει γάμο, επισκέπτονταν την Ελλάδα για δεκαήμερες διακοπές, χωρίς να αποκλείεται ο πρώτος εξ αυτών Ιρακινής κατά τα άνω καταγωγής, να ωθήθηκε στην πράξη του εκ του γεγονότος ότι οι μεταφερόμενοι είναι της ιδίας με αυτόν εθνικότητας. Επομένως, ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την αξιόποινη πράξη του άρθρου 88 παρ.1α του ν.3386/2005 με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α του Ποινικού Κώδικα, δοθέντος ότι έχει λευκό ποινικό μητρώο, ενώ από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι μέχρι το χρόνο τελέσεως της πράξεως διήγε βίο ανέντιμο κλπ. Ένοχος απλής συνεργίας με τη μορφή της ψυχικής εν γένει ενθάρρυνσης του αυτουργού του πρώτου κατηγορουμένου κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας, πρέπει να κηρυχθεί η δεύτερη κατηγορουμένη (άρθρ. 47 παρ.1α ΠΚ και 88 παρ.1α του ν.3386/2005) αναγνωριζομένου και σ' αυτήν του ελαφρυντικού του προτέρου έντιμου βίου για τους ίδιους, όπως και για τον πρώτο κατηγορούμενο, λόγους ...". Κατ' ακολουθίαν του αιτιολογικού αυτού το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, κήρυξε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ένοχο τον πρώτο κατηγορούμενο κατά πλειοψηφία του ότι στην ..., στις 23-12-2007, με πρόθεσή του ως οδηγός μεταφορικού μέσου, προώθησε υπηκόους τρίτης χώρας που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, προς το έδαφος κράτους μέλους της ΕΕ και συγκεκριμένως ως οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκινούμενου τροχόσπιτου, με το οποίο θα ταξίδευε μέσω του λιμένος των ... με το Ε/Γ-ΟΓ πλοίο "Λ...", που θα απέπλεε την 01.20 ώρα, επιβίβασε στον εν λόγω όχημά του τους παρακάτω αναφερόμενους αλλοδαπούς (αναφέρονται τα ονοματεπώνυμα επτά λαθρομεταναστών), υπηκόους τρίτης χώρας, που είχαν εισέλθει παράνομα στο Ελληνικό έδαφος και τους απέκρυψε εντός αυτού, σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους με σκοπό να τους μεταφέρει - προωθήσει προς ..., πλην όμως οι τελευταίοι έγιναν αντιληπτοί από τον διενεργούντα έλεγχο υπάλληλο του ..., κατά την φόρτωση του ανωτέρω οχήματος στο παραπάνω πλοίο, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου. Επίσης, κήρυξε την δεύτερη κατηγορουμένη (ήδη αναιρεσείουσα) ένοχη για απλή συνέργεια στο πιο πάνω αδίκημα που διέπραξε ο συγκατηγορούμενός της και ειδικότερα του ότι στην Πάτρα στις 23-12-2007, με πρόθεση παρέσχε απλή συνδρομή στον 1ο κατηγορούμενο αυτουργό κατά την τέλεση της άδικης πράξης του άρθρου 88 παρ. 1α του ν.3386/2005 που αυτός διέπραξε ενθαρρύνοντας και μη αποτρέποντας ψυχικώς αυτόν στην τέλεση της πράξεως με την αδιαμαρτύρητη παρουσία της στο αυτοκινούμενο τροχόσπιτο και συγκεκριμένα, ενώ αυτή εγνώριζε ότι ο 1ος κατηγορούμενος αυτουργός είχε επιβιβάσει για να μεταφέρει (προωθήσει) στο εξωτερικό τους ως άνω επτά Ιρακινούς λαθρομετανάστες, παρά ταύτα δέχθηκε να παράσχει σ' αυτόν συνδρομή στην τέλεση της ως άνω άδικης πράξης, την οποία αυτός διέπραξε, ενθαρρύνοντάς τον ψυχικώς στην τέλεση αυτής με την αδιαμαρτύρητη παρουσία της στο αυτοκινούμενο τροχόσπιτο, καθόν χρόνο τούτο επιβιβάζονταν στο πλοίο με το ελαφρυντικό του ότι πριν τον χρόνο που τελέστηκε η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχη, διήγε η κατηγορουμένη έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Για την πράξη δε αυτή που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 1, 12, 14, 26 παρ.1α, 27, 47 παρ.1, 51, 53, 79, 83, 94 παρ.1 ΠΚ και 88 παρ. 1α ν.3386/2005, επέβαλε στην ήδη αναιρεσείουσα από τους κατηγορουμένους ποινή φυλάκισης τριών μηνών για κάθε ένα από τα επτά μεταφερόμενα άτομα (λαθρομετανάστες) και συνολική ποινή φυλάκισης εννέα (9) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 88 §1α του ν.3386/2006 για την οποία καταδικάστηκε ο πρώτος κατηγορούμενος, απλός συνεργός του οποίου στην τέλεση της πράξεως αυτής υπήρξε η ήδη αναιρεσείουσα δεύτερη κατηγορουμένη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.
Περαιτέρω, με τις διαλαμβανόμενες στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως παραδοχές, όπως αυτές συμπληρώνονται με εκείνες του διατακτικού, με πληρότητα αιτιολόγησε το Τριμελές Εφετείο την καταδικαστική κρίση του για την ήδη αναιρεσείουσα, δεύτερη των κατηγορουμένων, ως απλή συνεργό στην πράξη του συγκατηγορουμένου τους με την ψυχική ενθάρρυνση που παρείχε σε εκείνον για να τον διευκολύνει να τελέσει την άνω άδικη πράξη, ενώ εγνώριζε αυτή ότι ο εν λόγω συγκατηγορούμενός της είχε επιβιβάσει και αποκρύψει επιμελώς τους άνω επτά, στερούμενους ταξιδιωτικών εγγράφων, Ιρακινούς λαθρομετανάστες σε ειδικά διαμορφωμένους προς τούτο χώρους του αυτοκινούμενου τροχόσπιτου, που οδηγούσε ο συγκατηγορούμενός της, για να τους προωθήσει με την επιβίβαση του οχήματος που τους μετέφερε στον άνω πλοίο από τον λιμένα των ... και μετά την άφιξη του πλοίου αυτού στον λιμένα προορισμού του στην ..., θα τους μετέφερε περαιτέρω στο έδαφος Κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με το να δεχθεί αυτή (αναιρεσείουσα) να παρίσταται αδιαμαρτύρητα ως συνεπιβαίνουσα στο άνω αυτοκίνητο τροχόσπιτο στη θέση του συνοδηγού, στο οποίο έφερε μαζί της και το ανήλικο τέκνο της. Η γνώση της ήδη αναιρεσείουσας κατηγορουμένης για την πράξη που τελούσε ο συγκατηγορούμενός της, στην οποία αυτή από πρόθεση συνέδραμε κατά τον αναφερόμενο στην απόφαση τρόπο, αιτιολογείται επαρκώς με τις άνω αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές στο σκεπτικό και διατακτικό ότι συμβιούσε αυτή με τον πρώτο κατηγορούμενο χωρίς να έχουν τελέσει γάμο και είχαν έλθει στην Ελλάδα για δέκα ημέρες, και στο εσωτερικό του αυτοκινούμενου τροχόσπιτου, με το οποίο είχαν έλθει στην Ελλάδα, επέβαινε το ανήλικο τέκνο της όταν έγινε έρευνα στο όχημα από τους λιμενικούς προς του καταπέλτη του πλοίου που θα τους μετέφερε στην ..., και διαπιστώθηκε ότι είχε επιβιβάσει και αποκρύψει στο εσωτερικό του ίδιου μεταφορικού μέσου ο συγκατηγορούμενός της τους επτά λαθρομετανάστες. Όσον αφορά τις αιτιάσεις της ήδη αναιρεσείουσας ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν απήντησε στους προβληθέντες από τον συνήγορο υπεράσπισής της ισχυρισμούς, παρατηρούνται τα ακόλουθα: Δεν ασκούσε επιρροή στην τέλεση από τον πρώτο κατηγορούμενο, όπως έγινε δεκτό από το Εφετείο, της αξιοποίνου πράξεως της προωθήσεως λαθρομεταναστών υπηκόων τρίτων χωρών από σημείο εξόδου από το έδαφος της Ελληνικής επικράτειας προς το έδαφος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη συμμετοχή της ήδη αναιρεσείουσας ως απλής συνεργού, η προηγηθείσα κατόπιν αποφάσεων των διοικητικών πρωτοδικείων άρση της κρατήσεως τριών από τους λαθρομετανάστες Ιρακινούς που είχαν αποκρυφθεί εντός του εσωτερικού του τροχόσπιτου για να προωθηθούν μετά την επιβίβαση του οχήματος στο πλοίο Λ... στην ..., μετά την άφιξή του στον λιμένα της ... και ο ορισμός με τις αναφερόμενες αποφάσεις των διοικητικών πρωτοδικείων Αλεξανδρουπόλεως και Πειραιώς προθεσμίας στους τρεις αυτούς αλλοδαπούς για να αναχωρήσουν από την Ελλάδα 30 ημερών. Αυτά που η ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι συνέβησαν σε σχέση με την άρση της κράτησης από τις αστυνομικές αρχές και τον ορισμό προθεσμίας αναχώρησής των από την ημεδαπή όσον αφορά τους τρεις από τους Ιρακινού που βρέθηκαν από τους λιμενικούς κατά τον έλεγχο που έκαναν κρυμμένοι σε εσωτερικούς χώρους του τροχόσπιτου, στο οποίο συνεπέβαινε η αναιρεσείουσα με το ανήλικο τέκνο της, ανάγονται στη διαδικασία διοικητικής απελάσεως των παραπάνω αλλοδαπών, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 76 του ν.3386/2005. Κατ' ακολουθίαν δεν έπαυσαν οι ανωτέρω υπήκοοι τρίτου κράτους να είναι λαθρομετανάστες που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, τότε που τους επιβίβασε και απέκρυψε ο πρώτος κατηγορούμενος στο εσωτερικό του τροχόσπιτου, ανεξάρτητα από την διακοπή (άρση) της κράτησής των και τον ορισμό από τους δικαστές των διοικητικών πρωτοδικείων προθεσμίας να εγκαταλείψουν την Ελλάδα. Έτσι δεν επηρεαζόταν η τέλεση του εγκλήματος του άρθρου 88 §1α ν.3386/2005, όπως δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του από τον πρώτο κατηγορούμενο με έναν από τους προβλεπόμενους στη διάταξη αυτήν περισσότερους τρόπους στην διάπραξη του οποίου από πρόθεση τον συνέδραμε η ήδη αναιρεσείουσα κατηγορουμένη κατά τα περαιτέρω γενόμενα δεκτά στην απόφαση αυτή. Έτσι, δεν ήταν υποχρεωμένο το Δικαστήριο να απαντήσει και να απορρίψει περαιτέρω αιτιολογημένα τον άνω ισχυρισμό της ήδη αναιρεσείουσας σε σχέση με τους τρεις από τους άνω ..., ... και ... που δεν ήταν αυτοτελής υπό την προαναφερθείσα έννοια και είναι απορριπτέα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα. Απορριπτέοι είναι περαιτέρω και οι ισχυρισμοί της ότι, με βάση τις αναφερόμενες αποφάσεις των Διοικητικών Πρωτοδικείων για τους τρεις από τους επτά Ιρακινούς, έπρεπε να γίνει δεκτό ότι ευρίσκονταν νόμιμα στην Ελλάδα στο διάστημα της προθεσμίας που της είχε ταχθεί για να αναχωρήσουν από την χώρα και δεν συνέτρεχε παράνομη μεταφορά λαθρομεταναστών παρά τα όσα δέχθηκε το δικάσαν Εφετείο, εσφαλμένα κατά της απόψεις της, εφαρμόζοντας το άρθρο 88 §1 του ν.3386/2005. Όσον αφορά τον έτερο ισχυρισμό που προέβαλε ο συνήγορος της ήδη αναιρεσείουσας για αναγνώριση υπέρ αυτής εκτός από το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου που έγινε δεκτό και της από το άρθρο 84 §2 περ. ε' ΠΚ ελαφρυντικής περιστάσεως, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και των ενσωματωμένων σ' αυτή πρακτικών, προκύπτει ότι αυτός αφορούσε σε άλλα ζητήματα άρνησης της κατηγορίας, μη γνώσεως εκ μέρους της, της υπάρξεως των λαθρομεταναστών στο τροχόσπιτο, μη συνδρομής της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξεως και περιστατικών για την ζωή της πριν από την τέλεση άνω πράξεως που σχετίζονταν με το έτερο αίτημα που υπεβλήθη να αναγνωρισθεί υπέρ της αναιρεσείουσας η ελαφρυντική περίσταση από το άρθρο 84 §2 εδάφιο α' ΠΚ. Δεν έγινε όμως μνεία συγκεκριμένων περιστατικών επί των οποίων να δύναται να θεμελιωθεί ισχυρισμός αυτοτελής ότι συμπεριφέρθηκε αυτή καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την τέλεση της πράξεως διαβιούσα όχι υπό κράτηση αλλά ελεύθερη ώστε από τέτοια συμπεριφορά της να προκύπτει η γνήσια ψυχική στάση της, και δεν επαρκούσε η αόριστη διατύπωση κατά την υποβολή του να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση από το άρθρο 84 §2 εδάφ. ε'. Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και να παραθέσει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία κατά τα προαναφερθέντα προς απόκρουση του άνω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας να αναγνωρισθεί υπέρ αυτής ελαφρυντική περίσταση από το άρθρο 84 §2 εδάφ. ε' ΠΚ, που δεν ήταν σαφής και δεν προβλήθηκε ορισμένως και απερρίφθη σιωπηρώς. Κατ' ακολουθίαν, είναι αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το νόμο αιτιολογίας όσον αφορά την απόρριψη προβληθέντων από την αναιρεσείουσα κατά τη δίκη στο Εφετείο, ισχυρισμών και για την κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καταδίκη της για την πράξη που της αποδίδεται.
Κατά το άρθρο 233 §§ 1 και 2 του Κ.Ποιν.Δ., όπως η δεύτερη παράγραφος προστέθηκε με το άρθρο 2 §10 του ν.2408/1996, όταν πρόκειται να εξετασθεί κατηγορούμενος, αστικώς υπεύθυνος ή μάρτυρας που δεν γνωρίζει επαρκώς την Ελληνική γλώσσα, εκείνος που διενεργεί την ανάκριση ή εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση διορίζει διερμηνέα. Ο διορισμός του διερμηνέα γίνεται από πίνακα που καταρτίζεται κάθε χρόνο, όπως αναλυτικά προβλέπει η προαναφερόμενη διάταξη. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, και εφόσον δεν είναι δυνατό να διοριστεί διερμηνέας από εκείνους που είναι εγγεγραμμένοι στον σχετικό πίνακα, μπορεί να διοριστεί διερμηνέας και πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται σ' αυτόν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 139 εδάφ. τελευταίο Κ.Ποιν.Δ., που ορίζει ότι αιτιολογία απαιτείται σε όλες τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα από τον εάν αυτό απαιτείται από τον νόμο ή εάν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στην διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε, προκύπτει ότι η διάταξη του διευθύνοντος τη συζήτηση που αφορά το διορισμό διερμηνέα από πρόσωπα μη περιλαμβανόμενα στον οικείο πίνακα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου να περιέχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Εξ άλλου από τις διατάξεις του άρθρου 138 §§ 2,3 και αυτές του άρθρου 171 §1 εδ. β' και δ' Κ.Ποιν.Δ., συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται να εκδίδεται απόφαση ή οποιαδήποτε διάταξη του δικαστή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αν προηγουμένως δεν προτείνει ο Εισαγγελέας, ακουσθούν δε και οι παρόντες διάδικοι. Η παράλειψη της προηγούμενης ακροάσεως είτε του Εισαγγελέα είτε ειδικά του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το ανωτέρω άρθρο 171 §1 εδ. β', δ', η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη υπόθεση, από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι κατά την έναρξη της συζητήσεως μετά την εμφάνιση των κατηγορουμένων, ο διευθύνων τη συζήτηση, αφού διαπίστωσε ότι αυτοί αγνοούσαν την Ελληνική γλώσσα αλλά εγνώριζαν την γερμανική, διόρισε σύμφωνα με το άρθρο 233 Κ.Ποιν.Δ. ως διερμηνέα τη δικηγόρο Χριστίνα Αουφ Ντεμ Γκράμπεν, η οποία αφού ορκίσθηκε, κατά το άρθρο 236 Κ.Ποιν.Δ., ότι θα ερμηνεύσει ακριβώς και πιστά όλα όσα ειπωθούν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως καθώς και όλα τα αναγνωστέα έγγραφα, ανέλαβε τα καθήκοντά της ως ερμηνέας της γερμανικής γλώσσας προς την Ελληνική και αντίστροφα. Από τα πρακτικά αυτά της κατ' έφεση δίκης προκύπτει ότι ο διορισμός της ανωτέρω αναφερόμενης ως διερμηνέα δεν έγινε από παρευρισκόμενα στο ακροατήριο άτομα λόγω διαπιστώσεως συνδρομής εξαιρετικής περιπτώσεως και αδυναμίας διορισμού κατά την ημέρα της δικασίμου ως διερμηνέα άλλου προσώπου από τους εγγεγραμμένους στον οικείοι εγκεκριμένο πίνακα διερμηνέων που ίσχυε κατά το χρόνο συνεδριάσεως του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση αλλά ότι διορίσθηκε αυτή νομίμως κατ' άρθρο 233 Κ.Ποιν.Δ. Επομένως, δεν συνέτρεχε περίπτωση να αιτιολογηθεί ειδικώς η διάταξη του διευθύνοντος με την οποία διορίσθηκε ως διερμηνέας στην δίκη κατά την οποία εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση η άνω αναφερόμενη ούτε επιβαλλόταν πριν από τον διορισμό της να προτείνει ο Εισαγγελέας και να ακουσθεί η ήδη αναιρεσείουσα κατηγορουμένη για να μην επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά τα ανωτέρω. Είναι απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ότι η διορισθείσα ως διερμηνέας δεν ήταν στο σχετικό ισχύοντα κατάλογο του Δικαστηρίου που προβλέπεται από το άρθρο 233 Κ.Ποιν.Δ. και ότι αναζητήθηκε και διορίσθηκε κατ' εξαίρεση παρεμπιπτόντως ως δικηγόρος αναμένουσα την εκδίκαση υποθέσεώς της χωρίς να συντρέχει επείγουσα περίπτωση για την οποία να έγινε λόγος στην προσβαλλόμενη απόφαση και ότι για το διορισμό του διερμηνέα δεν δόθηκε προηγουμένως ο λόγος στον Εισαγγελέα και στην αναιρεσείουσα και ότι η παράλειψη αυτή επέφερε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο σχετικός από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 §1 εδάφ. δ' Κ.Ποιν.Δ., λόγος αναιρέσεως.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-10-2009 αίτηση της Χγια αναίρεση της 655/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απλή συνέργεια στην παρ' άλλου προώθηση με μεταφορικό μέσο υπηκόων τρίτης χώρας που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος προς το έδαφος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω πλοίου στο οποίο επιβιβαζόταν το όχημα με το οποίο μεταφέρονταν και στο οποίο συνεπέβαινε η ως άνω άλλη συνεργός μαζί με το ανήλικο τέκνο της. Καταδικαστική απόφαση Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων). Αίτηση αναιρέσεως της απλής συνεργού. Απορρίπτονται οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, που ήταν η επιβαλλόμενη και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου όπως και ο λόγος για απόλυτη ακυρότητα διαδικασίας στο ακροατήριο για μη σύννομο διορισμό διερμηνέα χωρίς προηγούμενη ακρόαση του εισαγγελέα και της κατηγορουμένης καθόσον διορίσθηκε νομίμως κατ' άρθρο 233 ΚΠΔ η διερμηνέας και δεν συνέτρεχε εξαιρετική περίπτωση διορισμού της εκτός ισχύοντος εγκεκριμένου πίνακα διερμηνέων.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συνέργεια, Λαθρομεταναστών μεταφορά.
| 2
|
Αριθμός 1672/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδου, περί αναιρέσεως της 4781/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 51/2010.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος του εκκαλούντος, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία των κατά τα άρθρα 154 παρ. 1, 156 και 161 παρ. 1 ΚΠοινΔ στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση με θυροκόλληση σε τόπο, όπου ο εκκαλών - κατηγορούμενος δεν είχε την κατοικία του κατά το χρόνο της επιδόσεως, αλλά είχε αλλού γνωστή διαμονή. Στην περίπτωση δε, που με το ένδικο μέσο αμφισβητείται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο, ως και η εντεύθεν αδυναμία γνώσεως της επιδόσεως, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, άλλως ιδρύεται ο κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.1 του ΚΠοινΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 14 §§2, 3 και 4 του ν. 3160/2003, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που ο κατηγορούμενος έχει καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Η διάταξη αυτή, ως δικονομική, εφαρμόζεται, όπως ισχύει, εφόσον η εκδίκαση της πράξεως λαμβάνει χώραν μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3160/2003, έστω και αν ο κατηγορούμενος έδωσε προανακριτική κατάθεση προηγουμένως. Επομένως, πρέπει αυτός, στην περίπτωση αυτή, μετά την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού νόμου, να δηλώσει ενδεχόμενη μεταβολή της κατοικίας του που είχε δηλώσει ενώπιον ανακριτικού υπαλλήλου υπό το κράτος της παλαιάς διατάξεως του άρθρου 273 §1 ΚΠοινΔ, που επέβαλε τέτοια υποχρέωση μόνο αν ο κατηγορούμενος είχε εμφανισθεί ενώπιον του ανακριτή ή του εισαγγελέα, καθώς και του πταισματοδίκη ή του ειρηνοδίκη που ενήργησε την προανάκριση. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, από την οποία ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια, όμως, της οποίας δεν εμπίπτει ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως και εντεύθεν μη γνώσεως από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 161 §1 ΚΠοινΔ, στο αποδεικτικό επιδόσεως πρέπει, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται, με ποινή ακυρότητας, το έτος, ο μήνας και η ημέρα της επιδόσεως, να υπογράφεται δε αυτό από εκείνον που παρέλαβε το επιδιδόμενο έγγραφο και από εκείνον που ενεργεί την επίδοση, σε περίπτωση δε θυροκολλήσεως, και από τον μάρτυρα που προσλαμβάνεται. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι δεν υπάρχει ακυρότητα αν έχει αναγραφεί στο αποδεικτικό ημερομηνία επιδόσεως, έστω και εσφαλμένη, καθώς και αν οι υπογραφές του επιδόντος και του μάρτυρα (σε περίπτωση θυροκολλήσεως) δεν μεταπίπτουν σε απλές "μονογραφές" και δεν αποκλείουν τη διακρίβωση της ταυτότητας αυτών που υπέγραψαν, ενώ δεν απαιτείται κάτω από τις υπογραφές να αναγράφονται και τα ονοματεπώνυμα των υπογραψάντων, αν αυτά έχουν αναγραφεί σε άλλο σημείο του αποδεικτικού. Η αναγραφή λανθασμένης ημερομηνίας μπορεί να προβληθεί μόνο ως λόγος ανώτερης βίας για το εμπρόθεσμο του ενδίκου μέσου. Τέλος, από τις διατάξεις των εδαφίων α' και β' της παρ. 1 του άρθρου 473 ΚΠοινΔ, οι οποίες δεν ορίζουν αν η απαγγελία της αποφάσεως και η επίδοσή της πρέπει να αφορούν το πλήρες περιεχόμενό της, δεν προκύπτει ότι για την κίνηση της προθεσμίας της εφέσεως απαιτείται αναγκαίως να επιδοθεί στον απόντα κατά την απαγγελία της αποφάσεως κατηγορούμενο πλήρες αντίγραφό της, αλλά αρκεί να επιδοθεί απόσπασμά της. Διότι πρόδηλος σκοπός της επιδόσεως είναι να γνωστοποιηθεί σ' αυτόν το αποτέλεσμα της δίκης, ώστε να μπορέσει να ασκήσει τα δικαιώματά του, επομένως η επίδοση αναπληρώνει την κατά την απαγγελία της αποφάσεως ελλείπουσα παρουσία του, η δε απαγγελία της αποφάσεως στο ακροατήριο περιορίζεται στο διατακτικό και στον διάδικο απόκειται, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, να λάβει ακολούθως γνώση ή και αντίγραφο του σκεπτικού και της όλης αποφάσεως (ΟλΑΠ 3/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 4781/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως από αυτή προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση με αριθμό εκθέσεως 1210/2008 του ήδη αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, εκπροσωπηθέντος στη δίκη από το συνήγορό του, κατά της υπ` αριθ. 7697/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε καταδικασθεί ο κατηγορούμενος, ερήμην, για αντίσταση, παράνομη κατακράτηση κατά συρροή και εξύβριση, σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι πέντε (25) μηνών, μετατραπείσα. Από την ανωτέρω έφεση, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεώς της, είχε προβάλει, επί λέξει, ότι: "Ο λόγος για τον οποίο ασκείται τύποις εκπροθέσμως η παρούσα Έφεση είναι ότι έλαβα γνώση της εκκαλουμένης τη Δευτέρα 7η Ιουλίου 2008, όταν οχλήθηκα από αστυνομικούς για εκτέλεσή της, αφού αυτή μου κοινοποιήθηκε την Τετάρτη 15η Ιανουαρίου 2002 εσφαλμένως δια θυροκολλήσεως ως γνωστής διαμονής στην οδό ..., στην οποία βρισκόμουν μέχρι τις αρχές του 1998, ενώ εγώ έκτοτε είχα γνωστή διαμονή στην Εισαγγελία και στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης [... (εργασία)] και αφετέρου μου επεδόθη απλό απόσπασμα και όχι πλήρες αντίγραφο της εκκαλουμένης. Επίσης το από 15.1.2002 αποδεικτικό επιδόσεως είναι προδήλως άκυρο, αφού δεν έχουν διαγραφεί οι υποπεριπτώσεις επιδόσεως [σ` εμένα τον ίδιο προσωπικώς ή σε σύνοικο ή δια θυροκολλήσεως] και έτσι δημιουργείται ασάφεια ως προς τον ακριβή τρόπο επιδόσεως της εκκαλουμένης. Τέλος, μεγίστη ασάφεια προκύπτει από το εν λόγω αποδεικτικό, αναφορικώς και με τον ακριβή χρόνο επιδόσεως, αφού η 15η Ιανουαρίου 2002 ήταν ημέρα Τρίτη και όχι Τετάρτη, όπως εσφαλμένως αναφέρεται. Τέλος, το ως άνω αποδεικτικό είναι άκυρο, διότι κάτω από την υπογραφή του θυροκολλήσαντος και του μάρτυρος δεν αναφέρονται τα στοιχεία τους (ονοματεπώνυμο κ.λπ.)". Δηλαδή, είχε προβάλει, με την έφεσή του, ακυρότητα της δια θυροκολλήσεως επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως "γνωστής διαμονής" και όχι λόγο ανώτερης βίας, από την οποία παρακωλύθηκε αυτός στην εμπρόθεσμη άσκησή της. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός ήταν μη νόμιμος. Ειδικότερα: α) Όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, ο αναιρεσείων - εκκαλών - κατηγορούμενος είχε δώσει την από 22.1.1998 προανακριτική απολογία ενώπιον του Ανθυπαστυνόμου ..., στην οποία δήλωσε ως κατοικία του την οδό ...), όπου του επιδόθηκε, με θυροκόλληση, η εκκαλουμένη απόφαση. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως τη (μεταγενέστερη) διεύθυνση της ισχυριζόμενης κατοικίας του (... - εργασία - ...) και περιορίστηκε στην αναφορά ότι αυτός ήταν γνωστής διαμονής και ότι διέμενε στην οδό ... μέχρι τις αρχές του 1998, νομίμως έγινε η επίδοση, με θυροκόλληση, στη τελευταία αυτή διεύθυνση που είχε δηλώσει προανακριτικά. β) Το ανωτέρω αποδεικτικό φέρει ημερομηνία (15.1.2002) έστω και εσφαλμένη (από παραδρομή στο έτος), αφού η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 4.4.2002, η παραγγελία προς επίδοση δόθηκε τον Οκτώβριο του 2002, ενώ το επόμενο έτος (2003) συμπίπτει η 15η Ιανουαρίου με ημέρα Τετάρτη (που φέρεται ότι έγινε η επίδοση). Το σφάλμα, όμως, αυτό, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν αποτελεί λόγο ακυρότητας της επιδόσεως, τοσούτω μάλλον, καθόσον αυτό δεν συνδέεται με καμιά έννομη συνέπεια σε βάρος του αναιρεσείοντος, αφού, όπως αναφέρθηκε, η επίδοση έγινε νομότυπα στη διεύθυνση κατοικίας του που είχε δηλώσει αυτός κατά την προανάκριση. γ) Στο αποδεικτικό επιδόσεως από φανερή παραδρομή δεν έχουν διαγραφεί οι φράσεις "και αφού βρήκα τον ίδιο προσωπικά παρέδωσα την απόφαση αυτή στα χέρια του..." και "και αφού δεν βρήκα τον ίδιο προσωπικά αλλά τον σύνοικο... παρέδωσα την απόφαση στα χέρια του..." και δεν γεννάται καμιά αμφιβολία ότι η επίδοση έγινε με θυροκόλληση, εφόσον έχουν διαγραφεί οι λέξεις "ο παραλαβών" και υπογράφουν "ο θυροκολλήσας" και "ο μάρτυρας". δ) Στο τέλος του αποδεικτικού έχουν υπογράψει εκείνος που ενήργησε τη θυροκόλληση και ο μάρτυρας. Τα ονόματά τους (... αντιστοίχως) έχουν αναγραφεί στο κύριο σώμα του αποδεικτικού και δεν ήταν αναγκαίο, κατά τα προεκτεθέντα, να επαναληφθεί η αναγραφή τους και κάτω από τις υπογραφές τους. Και ε) δεν απαιτείτο να επιδοθεί πλήρες αντίγραφο της αποφάσεως, αλλά αρκούσε η επίδοση αποσπάσματος αυτής. Εφόσον, λοιπόν, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος περί ακυρότητας της επιδόσεως δεν ήταν νόμιμος, το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπεχρεούτο να απαντήσει σ' αυτόν και, πολύ περισσότερο, να τον απορρίψει με ειδική αιτιολογία. Παρά ταύτα, απέρριψε, σιωπηρά, τον ισχυρισμό αυτό και, στη συνέχεια, την έφεση ως εκπρόθεσμη, παραθέτοντας, ως προς το εκπρόθεσμο, την αιτιολογία ότι: "...Στην κρινόμενη περίπτωση ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε ερήμην με την υπ` αριθ. απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης...η οποία κοινοποιήθηκε στις 15-1-2002, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επίδοσης του αρχ/κα ......Ο κατηγορούμενος άσκησε την κρινόμενη έφεσή του στις 17-7-2008 δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας και χωρίς να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση αυτής. Επειδή από την όλη αποδεικτική διαδικασία δεν αποδείχθηκε κάποιο στοιχείο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης και το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος από ανώτερη βία άσκησε την έφεση μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας, πρέπει η έφεση αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη". Επομένως, οι από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ και Η ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως και για υπέρβαση εξουσίας, που συνίστατο στο ότι, παρά το γεγονός ότι η επίδοση ήταν άκυρη, το Δικαστήριο προχώρησε στην απόρριψη της εφέσεώς του ως εκπρόθεσμης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 81/21.12.2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ` αριθ. 4781/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόφαση που απορρίπτει έφεση ως εκπρόθεσμη. Τι πρέπει να διαλαμβάνει για να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Επίδοση εκκαλουμένης αποφάσεως, με θυροκόλληση, στην κατοικία που ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει κατά την κατάθεση του ενώπιον ανακριτικού υπαλλήλου πριν από την τροποποίηση του άρθρου 273 § 1 ΚΠΔ με το άρθρο 14 του Ν. 3160/2003. Η διάταξη, όπως τροποποιήθηκε, ως δικονομική, εφαρμόζεται και ο κατηγορούμενος υποχρεούται να δηλώσει ενδεχόμενη μεταβολή της κατοικίας του εφόσον η εκδίκαση της πράξεως έλαβε χωράν μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3160/2003, έστω και αν η προανακριτική κατάθεση δόθηκε πριν από αυτή. Λόγος εφέσεως περί ακυρότητας επιδόσεως (γιατί η αναγραφόμενη χρονολογία επιδόσεως ήταν εσφαλμένη, κάτω από τις υπογραφές δεν αναγράφονταν τα στοιχεία του θυροκολλήσαντος και του μάρτυρα, δεν διαγράφηκαν οι φράσεις "αφού βρήκα τον ίδιο ..." και επιδόθηκε απόσπασμα και όχι αντίγραφο της αποφάσεως) ήταν μη νόμιμος και το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να τον απορρίψει αιτιολογημένα. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και για υπέρβαση εξουσίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 1674/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΑΕ" (Ε.Ε.Τ.Α.Α. ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ευάγγελο Μπαρμπούρη και Κωνσταντίνο Παναγόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αντωνίου. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 883/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1437/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-3-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 17-12-2009 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεώς του προς αυτές. Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας), κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης. Ο χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσης γίνεται από το δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, για να κριθεί -ανεξάρτητα από τον νομικό χαρακτήρα που έδωσαν- με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέονται τα συμβαλλόμενα μέρη .Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ανέλεγκτα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: Η εναγομένη είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 1518/1985 και έχει ως σκοπό την τεχνική υποστήριξη των ΟΤΑ, των συνδέσμων Δήμων και Κοινοτήτων, των δημοτικών και κοινοτικών νομικών προσώπων και ιδρυμάτων της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος (Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.) και των τοπικών ενώσεων Δήμων και Κοινοτήτων των ΟΤΑ και των άλλων νομικών προσώπων που συνιστούν ή στα οποία συμμετέχουν οι παραπάνω φορείς. Μετά την ισχύ του ν. 2910/2001 " για την είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Ελληνική Επικράτεια και την κτήση της Ελληνικής ιθαγένειας με πολιτογράφηση και άλλες διατάξεις" καταρτίστηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης πρόγραμμα με τον τίτλο " Πληροφοριακό Σύστημα Καταγραφής και Διαχείρισης Μεταναστών" με σκοπό την άμεση και αποτελεσματική διαχείριση των πληροφοριών που αφορούν τις διοικητικές διαδικασίες (εκδόσεις εγκρίσεων, έλεγχος δικαιολογητικών κλπ) νομιμοποίησης των μεταναστών, ώστε με την ταχύτερη ενημέρωση των συναρμόδιων υπηρεσιών να επιτυγχάνεται η ασφαλής τακτοποίηση των σχετικών ζητημάτων. Στα πλαίσια του προγράμματος αυτού καταρτίστηκε την 1-11-2002 μεταξύ του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε. και της αναιρεσείουσας προγραμματική σύμβαση με αντικείμενο την εισαγωγή και τον έλεγχο των στοιχείων των φακέλων των μεταναστών στο σχετικό πληροφοριακό σύστημα, τη μεταφορά δεδομένων από ενδεχόμενες προγενέστερες σε άλλα προγράμματα- βάσεις δεδομένων και την πρόσληψη, εκπαίδευση και παρακολούθηση συνεργατών που θα συμμετέχουν στο έργο των υπηρεσιών αυτού. Η εναγομένη με τη σύμβαση αυτή ανέλαβε, στα πλαίσια της τεχνικής υποστήριξης του προγράμματος, την οικονομική διαχείριση αυτού, την υλοποίηση των προαναφερόμενων ενεργειών και την υποχρέωση να συμμετέχει στην επιτροπή παρακολούθησης του προγράμματος. Η ισχύς της συμβάσεως συμφωνήθηκε μέχρι 31-12-2003. επειδή όμως ο σκοπός για τον οποίο καταρτίστηκε η σύμβαση, λόγω του μεγάλου όγκου μεταναστών που υπήρχαν στη χώρα δεν κατέστη δυνατόν να εκπληρωθεί μέσα στην άνω προθεσμία υπογράφηκε νέα συμφωνία στις 6-2-2004 με το ίδιο αντικείμενο και με ισχύ μέχρι 31-7-2004. Προς εκπλήρωση της υποχρεώσεώς της εκ των άνω συμβάσεων η εναγομένη προσέλαβε στις 3-2-2003 τον ενάγοντα για να παρέχει την εργασία του μέχρι τις 3-8-2003, απασχολούμενος με την εισαγωγή στοιχείων στο πληροφοριακό σύστημα τήρησης δεδομένων των μεταναστών που διαβιούν στην Ελλάδα, τα οποία τηρούνταν στις υπηρεσίες αλλοδαπών για την έκδοση αδειών των μεταναστών. Για την εκπλήρωση ων υποχρεώσεών του έναντι της εναγομένης ο ενάγων εγκαταστάθηκε στα γραφεία της Γενικής Περιφέρειας Αττικής από 3-2-2003 μέχρι 3-8-2003 εργαζόμενος με σταθερό ωράριο εργασίας και υπό τις εντολές και την εποπτεία των προϊσταμένων του προέβαινε στην παραλαβή, πρωτοκόλληση, ταξινόμηση και αρχειοθέτηση των σχετικών με την έκδοση παραμονής των μεταναστών εγγράφων και στην εισαγωγή των σχετικών στοιχείων στο πληροφοριακό σύστημα τήρησης δεδομένων. Ο ενδιαφερόμενοι για τη νομιμοποίησή τους αλλοδαποί ήταν πολλοί και δεν κατέστη δυνατόν να ολοκληρωθεί η καταγραφή τους με σκοπό την έκδοση αδειών παραμονής τους στο ως άνω συμβατικό χρονικό διάστημα, γι' αυτό και η ανωτέρω σύμβαση ανανεώθηκε με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις για τα χρονικά διαστήματα από 6-8-2003 μέχρι 31-12-2003, από 12-1-2004 μέχρι 30-6-2004 και από 1-7-2004 μέχρι 31-7-2004. Με βάση τα παραπάνω, δέχθηκε στη συνέχεια το Πολυμελές Πρωτοδικείο ότι η εργασία την οποία παρείχε ο αναιρεσίβλητος στην αναιρεσείουσα είχε όλα τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα απέβλεψε στην υπό του αναιρεσιβλήτου παρεχόμενη εργασία καθαυτή και όχι σε συγκεκριμένο έργο, ο δε αναιρεσίβλητος τελούσε υπό τον πειθαρχικό έλεγχο και εποπτεία των προϊσταμένων του λαμβάνοντας εντολές και οδηγίες δεσμευτικές για την εκτέλεση της εργασίας που του είχε ανατεθεί, τηρούσε καθημερινά σταθερό ωράριο εργασίας και παρείχε την εργασία του στον ορισθέντα από την αναιρεσείουσα τόπο που ήταν τα ως άνω γραφεία της Περιφέρειας. Επομένως, κατέληξε, οι ως άνω συμβάσεις κατ' επίφαση χαρακτηρίστηκαν κατά τη σύναψή τους ως συμβάσεις έργου, ενώ επρόκειτο για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας επί των οποίων ισχύουν οι διατάξεις του εργατικού δικαίου και ειδικότερα οι διατάξεις των ν. 1082/1982 και 539/1945, σύμφωνα με τις οποίες ο αναιρεσίβλητος δικαιούται τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα 2003 και 2004, καθώς και αδειών και επιδόματος αδείας για τα ίδια έτη. Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κρίνει ομοίως. Με την κρίση του αυτή το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-3-2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1437/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών . Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του προς αυτές. Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας), κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης. Ο χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσης γίνεται από το δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, για να κριθεί -ανεξάρτητα από τον νομικό χαρακτήρα που έδωσαν- με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέονται τα συμβαλλόμενα μέρη. Στην κατ' επίφαση χαρακτηρισθείσα κατά τη σύναψη της σύμβαση έργου, ενώ πρόκειται για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ισχύουν οι διατάξεις του εργατικού δικαίου.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1675/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βασιλάτο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την από 15 Νοεμβρίου 1922, απόφαση του Έκτακτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών και συμπλήρωση της υπ'αριθ.1533/2009 αποφάσεως του Ζ'Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (Σε Συμβούλιο).
Το Έκτακτο Επαναστατικό Στρατοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας (και συμπλήρωση της υπ'αριθ.1533/2009 αποφάσεως του Ζ'Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου), για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 263/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του με αριθμό 156/22-4-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Κατόπιν της από 20 Ιανουαρίου 2008 και με ημερομηνία καταθέσεως 12 Φεβρουαρίου 2008 αιτήσεως του ..., συνταξιούχου ..., κατοίκου ..., με Αριθμό Δελτίου Ταυτότητος ... του Αστυνομικού Τμήματος Ασφαλείας ..., Δ.Ο.Υ. ... και Α.Φ.Μ. ..., που κατατέθηκε από τον Δικηγόρο Αθηνών Νικόλαο Γερ. Βασιλάτο, Α.Μ. του Δ.Σ.Α. 5623, κάτοικο Αθηνών, οδός Σόλωνος αριθμ. 34, δυνάμει της από 12-2-2008 εξουσιοδοτήσεως που έχει επικυρωθεί από το Αστυνομικό Τμήμα Νέας Ερυθραίας, με την οποία αιτείται με την ιδιότητα του εγγονού του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, ενός από τους έξι που εκτελέστηκαν για εσχάτη προδοσία σε σύνολο οκτώ καταδικασθέντων, και συγκεκριμένα εκ των εξής έξι (6) εκτελεσθέντων : 1) Δημήτριο Γούναρη, 2) Νικόλαο Στράτο, 3) Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη, 4) Νικόλαο Θεοτόκη, 5) Γεώργιο Χατζηανέστη, 6) Γεώργιο Μπαλτατζή, και από τους 7) Ξενοφώντα Στρατηγό και 8) Μιχαήλ Γούδα εκ των συνολικά οκτώ καταδικασθέντων από τους οποίους οι δύο τελευταίοι δεν εκτελέσθηκαν, με την από 15 Νοεμβρίου 1922 απόφαση του εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου που συνεδρίασε στην Αθήνα από 31 Οκτωβρίου 1922 και δημοσίευσε την πρωΐ της 15 Νοεμβρίου 1922 την σχετική καταδικαστική απόφαση, την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ των καταδικασθέντων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 και 2, 527 παρ. 1 και 3, και, 528 παρ. 1 και 6 του Κωδ. Ποιν. Δικ. δοθέντος ότι με βάση νεότερα γεγονότα και αποδείξεις καταδεικνύεται ότι οι καταδικασθέντες είναι αθώοι. Επί της εν λόγω αιτήσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1533/24 Ιουνίου 2009 απόφαση του Ζ'Ποινικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου - σε Συμβούλιο, η οποία δέχθηκε κατά πλειοψηφία και συγκεκριμένα τρεις από τους δικαστές τάχθηκαν υπέρ έναντι δύο οι οποίοι τάχθηκαν κατά, ότι : είναι βάσιμη η εν λόγω αίτηση κατ' ουσία και έπρεπε ως εκ τούτου να γίνει δεκτή. Επειδή όμως κρίθηκε ότι η πλειοψηφία εν προκειμένω λόγω της σπουδαιότητος της υποθέσεως που συγκλόνισε τον Νεώτερο Ελληνισμό ήταν ισχνή, το Δικαστήριο την παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την ως άνω απόφασή του (υπ' αριθμ. 1533/24-6-2009) ώστε να κρίνει αυτή εάν συνέτρεχαν ή όχι οι προϋποθέσεις για να γίνει δεκτή η εν λόγω αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας. Η Τακτική Ποινική Ολομέλεια του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, Β' Σύνθεση - σε Συμβούλιο, με την υπ' αριθμ. 2/14 Ιανουαρίου 2010 απόφαση έκρινε ότι το αρμόδιο Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου είναι αποκλειστικά αρμόδιο να εξετάσει εάν συντρέχουν οι νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 525, 527 και 528 του Κωδ. Ποιν. Δικ., αφού δεν προβλέπεται κανένα ένδικο μέσο κατ' αυτής αποφάσεως). Επομένως εφόσον δεν προβλέπεται από τον νόμο δυνατότητα παραπομπής της υποθέσεως στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και ούτε αναγνωρίζεται σχετική δυνατότητα στην Ολομέλεια να κρίνει την εν λόγω υπόθεση, η προκειμένη παραπομπή δεν είναι παραδεκτή, και ότι το δικαστήριο που επελήφθη της εν λόγω αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας όφειλε, μετά την ως άνω κρίση του, να ολοκληρώσει την διαδικασία σύμφωνα με όσα ορίζονται στον νόμο, δηλαδή είτε να διατάξει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας με την διεξαγωγή νέας δίκης, εάν θεωρούσε ότι ήταν αναγκαία, είτε σε αντίθετη περίπτωση να εφαρμόσει τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 370 περ. β Κωδ. Ποιν. Δικ., και 111, 112, 113 του Ποινικού Κώδικα, και για τον λόγο αυτό κήρυξε απαράδεκτη την παραπομπή (βλέπετε σχετικώς) και την ανέπεμψε στο ίδιο Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου που την εξέδωσε, Ζ' Ποινικό Τμήμα - σε Συμβούλιο, προς συμπλήρωση. Επειδή, στο σκεπτικό της πλειοψηφίας της εν λόγω υπ' αριθμ. 1533/24-6-2009 αποφάσεως, αντικρούεται μέρος μόνο της κατηγορίας με βάση την οποία καταδικάστηκαν στη ποινή του θανάτου και εκτελέστηκαν οι έξι (6) από τους οκτώ (8) καταδικασθέντες, μεταξύ των οποίων και ο παππούς του αιτούντος Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, και συγκεκριμένα με ό,τι έχει σχέση ως προς την κατάρρευση του Μετώπου της Στρατιάς Μικράς Ασίας μετά την εκδήλωση της Τουρκικής επιθέσεως στις 13 Αυγούστου 1922 και μέχρι το τέλος ιδίου μηνός που αναγκάστηκε η εν λόγω Στρατιά να αποχωρήσει από τα εδάφη της ΙΩΝΙΑΣ. Αλλά και αυτήν ακόμη αποσπασματικά χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε μνεία στα υπόλοιπα σκέλη της κατηγορίας τα οποία αναφέρονται σε πράξεις και παραλείψεις όσον αφορά την διαχείρηση των πολιτικών και στρατιωτικών πραγμάτων από τις Μετανοεμβριανές κυβερνήσεις, στις οποίες συμμετείχαν οι εκτελεσθέντες Δημήτριος Γούναρης, Νικόλαος Στράτος, Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, Νικόλαος Θεοτόκης, Γεώργιος Μπαλτατζής, και τους διορισμένους από αυτές στρατιωτικούς ηγήτορες μεταξύ των οποίων και ο διοικητής Στρατιάς Μικράς Ασίας Γεώργιος Χατζηανέστης, κατά το χρονικό διάστημα από τις 3 Νοεμβρίου 1920 μέχρι και το τέλος Αυγούστου 1922, σε συνδυασμό οπωσδήποτε και με το σκεπτικό της καταδικαστικής αποφάσεως του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου με το οποίο αποτελούν μία ολότητα (σκεπτικό - διατακτικό). Πράγμα που έχει ως συνέπεια να μένει μετέωρη η αντίκρουση της κατηγορίας και ως προς τα σκέλη αυτά της καταδικαστικής αποφάσεως, και να καταλείπονται έτσι σκιές ότι οι εν λόγω καταδικασθέντες δεν εκτέλεσαν ενδεχομένως το καθήκον τους κατά την διαχείριση εθνικών θεμάτων· και ότι ως εκ τούτου είναι υπεύθυνοι ούτως ή άλλως για την Μικρασιατική Καταστροφή. Επιβάλλεται επομένως η συμπλήρωση του σκεπτικού της εν λόγω αποφάσεως (υπ' αριθμ. 1533/2009) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 145 παρ. 1 και 2, και, 528 παρ. 1 και 6 σε συνδυασμό με το άρθρο 527 παρ. 3 του Κωδ. Ποιν. Δικ., καθώς και η συμπλήρωση της αποφάσεως με την προσθήκη του διατακτικού που λείπει από αυτήν. Απαραίτητη προϋπόθεση για την συμπλήρωση του σκεπτικού είναι η ιστορική αναδρομή προκειμένου να κατανοηθούν τα αίτια τα οποία προκάλεσαν την Μικρασιατική περιπέτεια, και την καταστροφή που εν συνεχεία επακολούθησε η οποία κατέληξε σε εθνική τραγωδία με την έξωση των Ελλήνων από την ΙΩΝΙΑ. Τα αίτια πρέπει να αναζητηθούν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο που ώθησε τους δύο μεγάλους συνασπισμούς ΑΝΤΑΝΤ (Αγγλία-Γαλλία-Ρωσσία-Ιταλία) και Κεντρικές Αυτοκρατορίες (Γερμανία-Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία) που συγκρούοντο για την κυριαρχία στην Ευρώπη και στον Κόσμο, να αναζητούν με επιμονή συμμάχους και να ερευνούν να βρούν τρόπους που θα έδιναν την δυνατότητα γρήγορης νίκης του ενός συνασπισμού εναντίον του άλλου. Μέσα στα πλαίσια του τρομερού αυτού ανταγωνισμού εντάσσεται και το δέλεαρ της εκχωρήσεως της ΙΩΝΙΑΣ στην Ελλάδα ως αντάλλαγμα της συμμετοχής της στον πόλεμο στο πλευρό της ΑΝΤΑΝΤ κατά των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Η πίεση που ασκήθηκε στην Ελλάδα προκειμένου να μπει στον πόλεμο υπέρ της ΑΝΤΑΝΤ ήταν πολύ μεγάλη, και ήταν εκείνη που προκάλεσε τον Εθνικό διχασμό, διότι διαμορφώθηκαν δύο διαμετρικά αντίθετες πολιτικές γραμμές που τις υποστήριζαν φανατικοί οπαδοί. Κορυφαίοι πρωταγωνιστές των αντιθέτων πολιτικών αντιλήψεων ήσαν ο τότε Βασιλεύς Κωνσταντίνος από την μία πλευρά και ο τότε Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος από την άλλη. Ο Κωνσταντίνος υποστήριζε ότι η Ελλάδα έπρεπε να αναμείνει τις εξελίξεις και να πράξει αναλόγως. Ενώ ο Βενιζέλος υποστήριζε ότι η Ελλάδα έπρεπε να μπει αμέσως στον πόλεμο στο πλευρό της ΑΝΤΑΝΤ καθόσο προέβλεπε ότι επρόκειτο να είναι ο βέβαιος νικητής στη παγκόσμια αυτή σύρραξη, διότι έτσι μόνο κατά τον Βενιζέλο μπορούσε να επεκτείνει την εθνική της κυριαρχία στις ακτές και στην ενδοχώρα της ΙΩΝΙΑΣ στη Μικρά Ασία σε βάρος της Τουρκίας, η οποία από εσφαλμένο υπολογισμό είχε συνταχθεί με το μέρος των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, από το οποίο σφάλμα οι Έλληνες έπρεπε να επωφεληθούν οπωσδήποτε. Ο Κωνσταντίνος αντιθέτως υποστήριζε ότι η Ελλάδα έπρεπε να αποφύγει τον πειρασμό αυτό για να μην μπει σε περιπέτειες. Επομένως εφόσον ο Εθνικός Διχασμός θεωρείται ως μία από τις βασικές αιτίες της Μικρασιατικής Καταστροφής, είναι αναγκαία η εξιστόρηση των γεγονότων από την έναρξη τούτου μέχρι την έξωση των Ελλήνων από την ΙΩΝΙΑ με την οποία ουσιαστικά τερματίζεται ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, δοθέντος ότι η Μικρασιατική εκστρατεία συνδέεται αναπόσπαστα με αυτόν του οποίου άλλωστε αποτελεί φυσική προέκταση. Διότι έτσι μόνο μπορεί να καταδειχθεί η αθωώτητα των καταδικασθέντων λόγω του ότι δεν άσκησε ο Εθνικός Διχασμός την νομιζόμενη γενικώς επιβλαβή επιρροή του στη Μικρασιατική καταστροφή, αλλά άλλα γεγονότα ανεξάρτητα εκείνου επέδρασαν αποφασιστικά στη δυσμενή για τους Έλληνες τροπή των πραγμάτων. Τα γεγονότα αυτά έχουν ως ακολούθως: Τον Ιούνιο του 1914 κανένας ευρωπαίος ακόμη και ο πλέον απαισιόδοξος δεν μπορούσε να φαντασθεί ότι η ΕΙΡΗΝΗ που απολάμβαναν μακάρια από το τέλος του μεγάλου πολέμου μεταξύ Γαλλίας - Πρωσσίας κατά τα έτη 1870 - 1871 ευρίσκετο στο χείλος της Αβύσσου. Οι σφαίρες όμως από το πιστόλι ενός νεαρού Σερβοβόσνιου ονόματι Γαβρήλο Πρίντσιπ που έκοψαν το νήμα της ζωής του Διαδόχου του θρόνου της Αυστροουγγαρίας του Οίκου των Αψβούργων Φραγκίσκου Φερδινάνδου και της συζύγου του Σοφίας, στις 11 και 37'ακριβώς της 28ης Ιουνίου 1914 στο Σεράγεβο της Βοσνίας κατά την εκεί επίσημη επίσκεψή τους, άνοιξαν τους ασκούς του Αιόλου σε έναν πολεμικό αρμαγεδδώνα που επρόκειτο να σαρώσει την Ευρώπη πρωτίστως από το ένα έως το άλλο άκρο, την Μέση Ανατολή αλλά και τον υπόλοιπο κόσμο που πήρε το μέρος της μίας ή της άλλης πλευράς των κυρίως εμπλεκομένων μερών στη παγκόσμια σύρραξη μεταξύ της Τριπλής Συνεννοήσεως : Αγγλίας - Γαλλίας - Ρωσσίας (ΑΝΤΑΝΤ) αφενός και των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, Γερμανίας - Αυστροουγγαρίας αφετέρου. Στις 3 Αυγούστου 1914 με την εισβολή των Γερμανών στο ουδέτερο Βέλγιο, ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν πλέον γεγονός. Η κήρυξη του πολέμου έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από το σύνολο σχεδόν των κατοίκων της υπαίθρου και των πόλεων των εμπολέμων κρατών, οι οποίοι πίστευαν πεπλανημένα ότι ο πόλεμος επρόκειτο να διαρκέσει το πολύ μέχρι τα Χριστούγεννα του ιδίου έτους (1914). Ο πόλεμος όμως επρόκειτο να διαρκέσει μέχρι τις 11 Νοεμβρίου 1918. Οι ιστορικοί εκτιμούν ότι ο αριθμός των νεκρών στρατιωτών του πολέμου ανήλθε περίπου σε 9.500.000. Κατά την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου τόσο ο τότε Πρωθυπουργός της Ελλάδος Ελευθέριος Βενιζέλος όσο και ο τότε Βασιλεύς της Ελλάδος Κωνσταντίνος διακήρυξαν ότι η Ελλάδα σκοπεύει να παραμείνει Ουδέτερη. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος όμως πίστευε ότι η Ουδετερότητα δεν είναι πολιτική, έτσι έπεισε τον Κωνσταντίνο να δηλώσουν προς τις Δυνάμεις της Τριπλής Συνεννόησης ή άλλως Εγκαρδίου Συνεννοήσεως (Αγγλίας - Γαλλίας - Ρωσσίας) ότι αποφάσισαν να προσχωρήσουν στο Συνασπισμό τους. Πράγματι στις 18 Αυγούστου 1914 από κοινού ο Πρωθυπουργός και ο Βασιλεύς της Ελλάδος ανακοίνωσαν στο Παρίσι και στο Λονδίνο ότι από την στιγμή εκείνη έπρεπε να θεωρούν την Ελλάδα ως σύμμαχό τους. Το Παρίσι όμως και το Λονδίνο απάντησαν ότι αποδέχονται την προσφορά της Ελλάδος, μόνο εφόσον συνοδεύεται και από όμοια προσφορά της Βουλγαρίας, Τουρκίας και Ρουμανίας. Εφοβούντο προφανώς ότι εάν σε αυτό το στάδιο αποδέχοντο την προσφορά μόνο της
Ελλάδος υπέρ της ΑΝΤΑΝΤ, η Βουλγαρία και η Τουρκία που είχαν αντικρουόμενα συμφέροντα τόσο με την Ελλάδα όσο και μεταξύ τους, και συγκεκριμένα τότε η Βουλγαρία επωφθαλμιούσε την Μακεδονία και την Ανατολική Θράκη, υπήρχε κίνδυνος να προσχωρήσουν είτε η Βουλγαρία είτε η Τουρκία είτε αμφότερες στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών.
Έτσι η προσφορά της Ελλάδος για συμμαχία με την ΑΝΤΑΝΤ κατά το στάδιο αυτό παρέμεινε μετέωρη. Στο μεταξύ στις 11 Αυγούστου 1914 το γερμανικό θωρηκτό "Γκαίμπεν" και το εύδρομο (ελαφρύ ταχύπλοο) καταδρομικό "Μπρεσλάου" αφού κατόρθωσαν να διαφύγουν από την καταδίωξη ισχυρών αγγλικών και γαλλικών πολεμικών, μπόρεσαν να εισέλθουν έγκαιρα στα Στενά των Δαρδανελλίων και να αγκυροβολήσουν μπροστά στη Κωσταντινούπολη. Για να μην τα παραδώσουν οι Νεότουρκοι Ταλαάτ, Εμβέρ, Τζεμάλ, Τζαβήτ κ.λ.π. που τότε είχαν τον πολιτικό έλεγχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο συμμαχικό στόλο της ΑΝΤΑΝΤ που απαιτούσε την άμεση παράδοσή τους, διότι η Τουρκία ήταν τότε σε κατάσταση Ενόπλου Ουδετερότητος, ισχυρίσθηκαν ότι τα αγόρασαν από τους Γερμανούς. Προκειμένου μάλιστα να πείσουν τους Άγγλους - Γάλλους ότι η φημολογούμενη πώληση είχε συντελεσθεί πράγματι, μετωνόμασαν το μεν θωρηκτό "Γκαίμπεν" σε Σουλτάν Γιαβούζ Σελίμ" και το ελαφρύ καταδρομικό "Μπρεσλάου" σε "Μιδιλλί", αλλά όμως και τα δύο εξακολουθούσαν να έχουν γερμανικά πληρώματα και να τελούν υπό τις διαταγές του ναυάρχου Φον Ουζεδόμ. Παρά την σημαντική ενίσχυση του τουρκικού στόλου με τα πολεμικά αυτά, η Τουρκία δίσταζε να εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Για να δώσει ένα τέλος στην εκκρεμότητα που είχε δημιουργηθεί και στο εντεύθεν αδιέξοδο για τα γερμανικά συμφέροντα, ο ναύαρχος Φον Ουζεδόμ όπως ο ίδιος λέει πήρε την απόφαση και την ευθύνη φυσικά να οδηγήσει τα πράγματα σε τέτοιο σημείο από το οποίο να μην μπορεί να υπάρξει για την Τουρκία καμία επιστροφή. Έτσι στις 16 Οκτωβρίου 1914 αφού τέθηκε επί κεφαλής του θωρηκτού "Γκαίμπεν" που είχε μετωνομασθεί σε "Σουλτάν Γιαβούζ Σελίμ" και του ελαφρού καταδρομικού "Μπρεσλάου" που είχε μετωνομασθεί σε "Μιδιλλί" καθώς επίσης και των τορπιλλοβόλων του τουρκικού στόλου που τελούσαν υπό γερμανική διοίκηση, σήκωσαν τις άγκυρες και κατευθύνθηκαν στη Μαύρη θάλασσα. Σύντομα ο κόσμος επρόκειτο να μάθει συνταρακτικά νέα : Το θωρηκτό "Γκαίμπεν" βομβάρδισε την Οδησσό και το καταδρομικό "Μπρεσλάου" αποθήκες πετρελαίου στο Νοβορωσίσκ. Δύο ημέρες αργότερα ο Οθωμανός Σουλτάνος Μεχμέτ Ρεσάτ ο Ε' είχε στα χέρια του την κήρυξη του πολέμου εκ μέρους της Ρωσσίας, την οποία ακολούθησαν εντός ολίγου χρόνου και οι αντίστοιχες της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας. Με τον τρόπο αυτό η Οθωμανική Αυτοκρατορία σύρθηκε εκούσα - άκουσα στη Παγκόσμια Σύρραξη, στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών.
Μετά την εξέλιξη αυτή η Μεγάλη Βρεταννία για αντίποινα προσάρτησε οριστικά στη Βρεταννική Αυτοκρατορία την νήσο Κύπρο, η οποία της είχε εκχωρηθεί από την Τουρκία ως εκδήλωση ευαρέσκειας για την σθεναρή στάση της να εμποδίσει την Ρωσσία να διαμελίσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά τον Μεγάλο Ρωσσοτουρκικό Πόλεμο των ετών 1877 - 1878. Για να μην υπάρξει καμία αμφιβολία σχετικά με τις ήδη εξωτερικευθείσες προθέσεις τους, τα πολεμικά της Μεγάλης Βρεταννίας και Γαλλίας βομβάρδισαν με σφοδρότητα τον μήνα Οκτώβριο 1914 τα εξωτερικά οχυρά της εισόδου των Δαρδανελλίων. Παρά την επίδειξη ισχύος εκ μέρους των ναυτικών δυνάμεων της ΑΝΤΑΝΤ, η κατάσταση παρέμεινε στο μέτωπο αυτό στάσιμη. Στις αρχές όμως Ιανουαρίου 1915 οι Ρώσσοι ζήτησαν επειγόντως από την Βρεταννία να παραβιάσει τα Δαρδανέλλια για να την ανεφοδιάσει με όπλα και πολεμικό υλικό, διότι ευρίσκετο σε δεινή θέση πιεζόμενη από τους Γερμανούς στο ανατολικό ευρωπαϊκό θέατρο πολέμου και από τους Τούρκους στο μέτωπο του Καυκάσου. Τι είχε συμβεί; Με την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων στο Δυτικό Μέτωπο στις αρχές Αυγούστου 1914, και συγκεκριμένα με την μαζική εισβολή 1.500.000 Γερμανών στο Βέλγιο του οποίου παρεβίασαν την Ουδετερότητα, προκειμένου να παρακάμψουν τα Γερμανο - Γαλλικά σύνορα, τα οποία λόγω της στενότητος του Μετώπου και του τεράστιου αριθμού οχυρών θέσεων προς την γαλλική πλευρά ήσαν αδιαπέραστα, αφού σάρωσαν τις δυνάμεις των Βέλγων καθώς και τις ενισχύσεις που έστειλαν οι Γάλλοι για να τους αναχαιτίσουν όρμησαν ακάθεκτοι στις πεδιάδες της βόρειας Γαλλίας με σκοπό σύμφωνα με το Σχέδιο ΣΛΗΦΕΝ, που είχε καταστρωθεί πολλά έτη πριν από την παγκόσμια σύρραξη να υπερκεράσουν το Παρίσι από τα δυτικά ώστε να εγκλωβίσουν με έναν ελιγμό γιγαντιαίας τανάλιας ό,τι είχε απομείνει από τον γαλλικό στρατό και να κερδίσουν έτσι τον πόλεμο. Μπροστά στον τρομερό αυτό κίνδυνο που αντιμετώπιζαν οι Γάλλοι ο πρεσβευτής τους στη Πετρούπολη Μωρίς Παλεολόγκ πίεζε τον Ρώσσο Τσάρο Νικόλαο τον Β' να επισπεύσει την προώθηση του Ρωσσικού οδοστρωτήρα στην καρδιά της Γερμανίας. Πράγματι οι Ρώσσοι από τις πρώτες κιόλας ημέρες που άρχισαν οι πολεμικές επιχειρήσεις στο Δυτικό Μέτωπο εισέβαλαν με δύο στρατιές στο έδαφος της ανατολικής Πρωσσίας. Η 1η στρατιά υπό τον Ρώσσο στρατηγό με το γερμανικό όνομα Παύλος Φον Ρέννενκαμπφ εισέβαλε αρχές Αυγούστου του 1914 στην Ανατολική Πρωσσία από το Νιέμεν. Ενώ η 2η στρατιά υπό τον Ρώσσο στρατηγό Αλέξανδρο Βασίλιεβιτς Σαμσόνωφ εισέβαλε στην Ανατολική Πρωσσία από το νότιο αυτής μέρος στο Νάρεβ. Οι δύο ρωσσικές στρατιές συνολικά 500.000 κατευθύνοντο προς το Καίνισμπεργ (Konigsberg) για να συντρίψουν μέσα σε ένα τεράστιο θύλακα την 8η (όγδοη) γερμανική στρατιά υπό τον στρατηγό Μαξ Φον Πρίττβιτς (Max von Prittwitz) της οποίας η αριθμητική δύναμη δεν υπερέβαινε τις 180.000 και η οποία παρεμβαλλόταν ανάμεσα στις δύο. Κατόπιν και οι δύο ρωσσικές στρατιές θα εστρέφοντο προς το Βερολίνο. Έτσι συνέβη το εξής παράδοξο : την στιγμή που οι Γερμανοί απειλούσαν το Παρίσι, οι Ρώσσοι απειλούσαν το Βερολίνο. Αλλά ενώ ο διοικητής της όγδοης γερμανικής στρατιάς, Μαξ Φον Πρίττβιτς έχει σχεδόν καταφέρει να αναχαιτίσει την προέλαση της 1ης ρωσσικής στρατιάς υπό τον Παύλο Φον Ρέννενκαμπφ στη μάχη του Γκουμπίννεν, το νευρικό του σύστημα εντούτοις λόγω του ότι ήταν συνεχώς σε υπερένταση ευρίσκετο στα πρόθυρα καταρρεύσεως. Έτσι όταν έφθασε η είδηση ότι και η 2η ρώσσικη στρατιά υπό τον Αλέξανδρο Βασίλιεβιτς Σαμσόνωφ κινείται και αυτή εναντίον του από τον νότο, χάνει την ψυχραιμία του και μαζί με αυτήν και την ικανότητά να αναλύει τα πραγματικά δεδομένα με νηφαλιότητα και να παίρνει τις σωστές αποφάσεις και δίνει εντολή να υποχωρήσει η όγδοη γερμανική στρατιά πίσω από τον Βιστούλα. Την στιγμή κατά την οποία η 1η ρωσσική στρατιά υπό τον Ρέννενκαμπφ ήταν έτοιμη να διαλυθεί με λίγη σχετική πίεση ακόμη και ενώ η 2η ρωσσική στρατιά υπό τον Σαμσόνωφ ευρίσκετο ακόμη μακρυά. Υποχώρηση εκείνη την στιγμή πίσω από τον Βιστούλα θα προκαλούσε ένα κλίμα γενικευμένης ηττοπάθειας στην όγδοη γερμανική στρατιά, που θα οδηγούσε στην απώλεια της Ανατολικής Πρωσσίας και του Βερολίνου φυσικά - στην απώλεια του πολέμου δηλαδή για την Γερμανία. Την κατάσταση που ήταν εξαιρετικά κρίσιμη για την Γερμανία έσωσε τότε η ευφυΐα και το θάρρος - ή μάλλον θράσος - ενός νεαρού επιτελικού αξιωματικού που ανήκε στο επιτελείο του Φον Πρίττβιτς, του Αντισυνταγματάρχη Μαξ Χόφμαν (Max Hoffman), ο οποίος τόλμησε ερήμην του προϊσταμένου του Φον Πρίττβιτς να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με το Γερμανικό Αρχηγείο στο Κόμπλεντς και να ζητήσει να μιλήσει στον ίδιο τον μεγάλο Γενικό Επιτελάρχη Στρατάρχη Φον Μόλτκε, ομώνυμο εκείνου που στον Γαλλο - Γερμανικό πόλεμο του 1870 - 1871 συνέτριψε στη μάχη του Σεντάν τον γαλλικό στρατό του Ναπολέοντα του Γ'. Ο Στρατάρχης Φον Μόλτκε άκουσε με μεγάλη προσοχή τον αντισυνταγματάρχη Χόφμαν να του διεκτραγωδεί την κρισιμότητα της καταστάσεως στο μέτωπο της Ανατολικής Πρωσσίας, τα μέτρα που έπρεπε άμεσα να ληφθούν για την αντιμετώπιση της κρίσεως, και την εισήγησή του για άμεση απομάκρυνση από την διοίκηση ης 8ης στρατιάς του προϊσταμένου του στρατηγού Φον Πρίττβιτς καθώς και του επιτελάρχη του υποστράτηγου Άλφρεντ Βαλδέρζεε για έλλειψη ικανότητος στη διαχείρηση κρίσεων. Πρωτοφανής εισήγηση ενός κατώτερου αξιωματικού για ανωτέρους του, ενέργεια η οποία επισύρει σε καιρό πολέμου στρατοδικείο. Εντούτοις όμως ο Στρατάρχης Φον Μόλκε την άκουσε με ενδιαφέρον. Και αφού επικοινώνησε τηλεφωνικά και με τον στρατηγό Φον Πρίττβιτς και άκουσε και εκείνου την γνώμη, την επομένη απέλυσε και τους δύο τηλεγραφικά (Φον Πρίττβιτς και Άλφρεντ Βαλδέρζεε). Συγχρόνως δε ανέθεσε στον αντισυνταγματάρχη Μαξ Χόφμαν την διοίκηση της όγδοης στρατιάς έως ότου αφιχθούν ο νέος διοικητής της στρατιάς και ο νέος επιτελάρχης. Ο Αυτοκράτωρ της Γερμανίας Γουλιέλμος ο Β' και ο Στρατάρχης του Φον Μόλτκε έκριναν ως καταλληλότερο πρόσωπο για την διοίκηση της όγδοης γερμανικής στρατιάς τον υποστράτηγο Έριχ Λούντεντορφ (Erich Ludendorff), ο οποίος είχε διακριθεί πρόσφατα στη μάχη της Λιέγης στο Βέλγιο. Η επιλογή όμως αυτή είχε δύο μειονεκτήματα: Πρώτον είχε σχετικά μικρή ηλικία και δεν ήταν πρέπον να τεθεί υπεράνω αρχαιοτέρων στρατιωτικών ηγετών που είχαν επίσης διακριθεί στις μάχες και δεύτερον ήταν παροιμιώδης ο ασυμβίβαστος και εριστικός χαρακτήρας του. Την ιστορική αυτή στιγμή ο Μόλτκε θυμήθηκε έναν στρατηγό που είχε αποστρατευθεί το 1911 σε ηλικία 64 ετών και που τώρα έτρωγε την σύνταξή του ήσυχος στο Αννόβερο.
Ο στρατηγός αυτός ήταν ο Παύλος Φον Χίντενμπουργκ (Paul von Hindenburg). Ο πραγματικός λόγος της αποστρατείας του ήταν ότι σε κάποια γυμνάσια είχε το θάρρος να ασκήσει κριτική στον ίδιο τον Κάιζερ για τον τρόπο με τον οποίο διεξήγαγε ωρισμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ο Φον Χίντενμπουργκ επελέγη διότι κατά τα έτη της ειρηνικής περιόδου είχε γίνει πασίγνωστος στο στράτευμα για την μονομανία του να διεξάγει στρατιωτικές ασκήσεις στη περιοχή των Μαζουριανών λιμνών της Ανατολικής Πρωσσίας, με αντικείμενό του πως θα έρριχνε στα έλη τους Ρώσσους στη περίπτωση μίας ενδεχόμενης μάχης. Και τώρα αυτή η στιγμή είχε φθάσει. Έτερος σπουδαίος λόγος ήταν ότι ο Χίντενμπουργκ ήταν Τέρας Ψυχραιμίας ό,τι δηλαδή χρειαζόταν για να συγκρατεί τον ορμητικό Λούντεντορφ. Έτσι δημιουργήθηκε το Τρομερό Δίδυμο Χίντενμπουργκ - Λουντεντορφ, που επρόκειτο εντός ολίγου να σαρώσει τους Ρώσσους στο Ανατολικό Μέτωπο. Ο Μόλτκε όμως δεν περιορίσθηκε μόνο σ' αυτό. Στις 25 Αυγούστου 1914 και ενώ η μάχη του ποταμού Μάρνη στη Γαλλία και σε μικρή απόσταση από το Παρίσι ευρίσκετο στο πιο κρίσιμο σημείο, απέσπασε δύο σώματα στρατού από την δεξιά γερμανική πτέρυγα που είχε εμπλακεί σε λυσσώδεις μάχες με του Γάλλους (συνολικής δυνάμεως 50.000 ανδρών διότι το κάθε σώμα αριθμούσε 25.000) προκειμένου να ενισχύσει τις γερμανικές δυνάμεις που εμάχοντο απελπισμένα με τους Ρώσσους στην Ανατολική Πρωσσία. Με την ενέργειά του όμως αυτή εξασθένισε επικίνδυνα την δεξιά γερμανική πτέρυγα, η οποία για τον λόγο αυτό αλλά και εξαιτίας της υπερβολικής κοπώσεως διότι εμάχετο συνεχώς από την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων στις 3 Αυγούστου 1914 στο Δυτικό Μέτωπο, δεν άντεξε στην αντεπίθεση των γαλλικών δυνάμεων υπό τους στρατηγούς Ζόφρ και Γκαλλιενί· οπότε αναγκάσθηκε να υποχωρήσει. Κατ' αυτόν τον τρόπο χάθηκε η μάχη του Μάρνη για τους Γερμανούς, χάθηκε δηλαδή η δυνατότητα της Γερμανίας να τερματίσει γρήγορα τον πόλεμο υπέρ αυτής. Την σωτηρία τους οι Γάλλοι την οφείλουν στους Ρώσσους. Εάν η Ρωσσία είχε καθυστερήσει να εισβάλλει στην Ανατολική Πρωσσία, καθυστέρηση την οποία το Γερμανικό Επιτελείο υπολόγιζε λαμβάνοντας υπόψη του τις τεράστιες αποστάσεις και το πτωχό σιδηροδρομικό δίκτυο της Ρωσσίας ότι θα διαρκέσει 40 περίπου ημέρες από την έναρξη των επιχειρήσεων, χρονικό διάστημα που έκρινε ότι ήταν αρκετό για να καταβάλλει ο γερμανικός στρατός πρώτα τους Γάλλους και εν συνεχεία να στραφεί εναντίον των Ρώσσων. Τα πράγματα όμως τους διέψευσαν. Οι Ρώσσοι πέρα από κάθε γερμανική προσδοκία κινητοποίησαν τις δυνάμεις τους σε χρόνο ρεκόρ, και απειλούσαν τώρα να καταλάβουν την Ανατολική Πρωσσία και το Βερολίνο. Ο Τσάρος μάλιστα προσέφερε 50.000 ρούβλια στον Ρώσσο στρατιώτη που θα έμπαινε πρώτος στο Βερολίνο. Στο μεταξύ μετά την αρχική υποχώρηση των Γερμανών υπό την σφοδρή αντεπίθεση των Γάλλων, την παραίτηση του Μόλτκε και την αντικατάστασή του από τον Έριχ Φον Φαλκενχάϋν (Erich von Falkenhayn), έναν κοντοκουρεμένο γερμανό αξιωματικό, με γκρίζο μουστάκι και με βλέμμα ψυχρό και ύφος στιβαρό, χαρακτηριστικά που έμειναν ανεξίτηλα χαραγμένα στη μνήμη των συγχρόνων του, ο οποίος όμως σύμφωνα με τον καναδό ιστορικό, συγγραφέα της Ιστορίας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου STUART ROBSON, γνώριζε να αναλύει τα πράγματα με διαυγή και διεισδυτικό τρόπο, το Δυτικό Μέτωπο σταθεροποιήθηκε με χαρακώματα και συρματοπλέγματα που εκτείνοντο από την Μάγχη έως τα Ελβετικά σύνορα. Όταν το απόγευμα της 23ης Αυγούστου 1914 ο Χίντεμπουργκ και ο επιτελάρχης του Λούντεντορφ φθάνουν στο σιδηροδρομικό σταθμό του Μαρίεμπουργκ για να μεταβούν στο στρατηγείο της όγδοης στρατιάς, ο αντισυνταγματάρχης Χόφμαν τους ενημερώνει επί τόπου κάνοντας χρήση χαρτών που είχε φέρει μαζί του για τις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί ήδη για να σχηματίσει ένα δίχτυ θανάτου γύρω από την 2η ρωσσική στρατιά υπό τον Σαμσόνωφ, που προέλαυνε απερίσκεπτα χωρίς να ευρίσκεται σε επαφή με την 1η ρωσσική στρατιά του Ρέννενκαμπφ, πράγμα που μπορούσαν να το εκμεταλλευτούν για να τον συντρίψουν. Και όταν μετά την ενημέρωση τους ερώτησε εάν εγκρίνουν ή απορρίπτουν το σχέδιό του, ομόφωνα του απάντησαν ότι συμφωνούν για την υλοποίησή του.
Στις 26 Αυγούστου του 1914 και ενώ η 2η ρωσσική στρατιά του Σαμσόνωφ κινείται αργά προς την πόλη του Τάννενμπεργκ δέχθηκε την μαζική επίθεση του γερμανικού πυροβολικού, πεζικού και ιππικού που τους είχαν περικυκλώσει από παντού και μεταξύ της 26 και 31 Αυγούστου έχει συντριβεί ολοκληρωτικά. Καταμετρούνται 93.000 αιχμάλωτοι. Οι νεκροί υπολογίζονται σε 150.000, μεταξύ αυτών και ο στρατηγός Σαμσόνωφ που αυτοκτόνησε. Ήλθε αμέσως κατόπιν και η σειρά της 1ης ρωσσικής στρατιάς υπό τον Ρέννενκαμπφ. Δέχθηκε την σφοδρή επίθεση της νικηφόρου όγδοης γερμανικής στρατιάς και υπό την πίεσή της ωθήθηκε μέσα στον δαίδαλο των μαζουριανών ελών. Χιλιάδες Ρώσσοι χάθηκεν στους βάλτους. Από αρχικό σύνολο 200.000 μόνο 70.000 περίπου μπόρεσαν να καταφύγουν σε ρωσσικό έδαφος. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1914 κανένας Ρώσσος στρατιώτης δεν ευρίσκεται στο έδαφος της Ανατολικής Πρωσσίας. Η Γιγαντομαχία όμως δεν έχει τελειώσει· αντιθέτως μόλις αρχίζει. Η επίθεση των αυστροουγγρικών στρατευμάτων υπό τον Αυστριακό Γενικό Επιτελάρχη Κόνραντ Φον Χέτζεντορφ (Conrad von Hotzendorf) που έγινε την ίδια περίοδο` με την μάχη του Τάννενμπεργκ, κατά μήνα Αύγουστο 1914, και εκτοξεύθηκε κατά των Ρώσσων στη περιοχή της Γαλικίας, ενώ αρχικά σημείωσε κάποιες επιτυχίες, στις 11 Σεπτεμβρίου 1914, κατέρρευσε μετά από μία ορμητική αντεπίθεση του Ρώσσου στρατηγού Αλεξέϊ Μπρουσίλωφ. Αποτέλεσμα : 200.000 νεκροί και 150.000 αιχμάλωτοι. Σώθηκε τελικά από τον κίνδυνο ολοκληρωτικής καταστροφής χάρις στην έγκαιρη επέμβαση της στρατιάς του Χίντεμπουργκ. Με κοινές προσπάθειες Γερμανών και Αυστριακών οι Ρώσσοι απωθούνται μέχρι την Βαρσοβία. Τότε όμως έρχονται αντιμέτωποι με μία ρωσσική στρατιά εκατομμυρίων, που την διοικεί ο θείος του Τσάρου Νικολάου Β' ο Μέγας Δούξ Νικολάϊ Νικολάϊεβιτς. Μετά από μία σειρά λυσσαλέων μαχών που δεν είναι δυνατόν να περιγραφούν, οι οποίες διεξήχθησαν σε τεράστια κλίμακα και σε αχανή πεδία, οι Ρώσσοι βρέθηκαν τελικά μέσα σε ένα τεράστιο θύλακα. Από την περιοχή της Ανατολικής Πρωσσίας πίεζε την τεράστια μάζα των Ρώσσων η στρατιά των Χίντεμπουργκ - Λούντεντορφ και από την περιοχή της Γαλικίας η στρατιά του Αυστριακού Κόνραντ Φον Χέτζεντορφ. Μόνο ένα άνοιγμα απέμενε στα ανατολικά που αν έκλεινε και αυτό· η Ρωσσία με την εκπνοή του 1914 μπορούσε να τεθεί εκτός μάχης. Το Τρομερό Δίδυμο Χίντεμπουργκ - Λούντεντορφ ζήτησε επειγόντως από τον Φάλκενχάϋν να τους στείλει για ενίσχυση 200.000 άνδρες για να φράξουν το μοναδικό άνοιγμα προς ανατολάς του θύλακα και να εμποδίσουν έτσι την διαφυγή των Ρώσσων. Ο Φάλκενχάϋν όμως τους αγνόησεπροφασιζόμενος ότι άλλες προτεραιότητες τον απασχολούν στο Δυτικό Μέτωπο. Τότε ο Λούντεντορφ έστειλε επιστολή στον Κάϊζερ επισημαίνοντάς του ότι "Αν ο Φάλκενχάϋν παραμείνει Γενικός Επιτελάρχης, ο πόλεμος είναι χαμένος".
Ο Φάλκενχάϋν όμως παρέμεινε. Έτσι οι μάχες στο Ανατολικό Μέτωπο εκφυλίστηκαν σε ένα σωρό επί μέρους ασυνάρτητες μάχες, μέχρι που έπεσε το πρώτο χιόνι και διακόπηκαν οι επιχειρήσεις. Με την έλευση του νέου έτους και από τον μήνα Φεβρουάριο έως τον μήνα Νοέμβριο του 1915 το Ανατολικό Μέτωπο έγινε θέατρο τρομακτικών πολεμικών συγκρούσεων. Όταν τελικά κόπασαν οι μάχες 2.000,000 Ρώσσοι έχουν τεθεί εκτός μάχης και 480 χιλιόμετρα από την Ρωσσική Πολωνία έχουν περιέλθει υπό γερμανικό έλεγχο. Η Γερμανία από θέσεως ισχύος κάνει προτάσεις στη Ρωσσία για σύναψη χωριστής ειρήνης· προσφέρει όμως ως αντάλλαγμα ψίχουλα. Οι Ρώσσοι των οποίων η υπερηφάνεια έχει τρωθεί από τις δεινές ήττες, θεωρούν εμπαιγμό τα προσφερόμενα πενιχρά ανταλλάγματα, πεισμώνουν· και έτσι ο πόλεμος συνεχίζεται με μεγαλύτερη από πριν ένταση και πάθος. Το γεγονός ότι η Ρωσσία δοκιμαζόταν σκληρά από τον πόλεμο ήταν ο λόγος που ώθησε του Ρώσσους τον Ιανουάριο του 1915 να πιέσουν τους Άγγλους να ανοίξουν τα στενά των Δαρδανελλίων και του Βοσπόρου και να τους ανεφοδιάσουν με όπλα και πυρομαχικά. Η Ρωσσία δεν είχε έλλειψη από άνδρες· είχε έλλειψη από όπλα και πολεμοφόδια για να συνεχίσει να μάχεται στο πλευρό της ΑΝΤΑΝΤ. Τότε ήταν που ο ιδιοφυής Άγγλος πολιτικός Ουΐνστον Τσώρτσιλ (Winston Churchill), Πρώτος Λόρδος του Ναυαρχείου σε ηλικία μόλις 36 ετών, διείδε τις τεράστιες προοπτικές και ευκαιρίες που θα προέκυπταν για τους συμμάχους της ΑΝΤΑΝΤ από την παραβίαση των Στενών. Η Τουρκία αυτομάτως θα ετίθετο εκτός μάχης, η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Ρουμανία θα προσχωρούσαν τότε στο στρατόπεδο της ΑΝΤΑΝΤ. Η Ρωσσία θα ανεφωδιαζόταν με πακτωλό πολεμικού υλικού· αλλά και με σημαντικές ενισχύσεις από τις εφεδρείες των συμμάχων της ΑΝΤΑΝΤ. Οπότε η Γερμανία και η Αυστρία θα περιεβάλλοντο από ένα σιδερένιο κλοιό και πιεζόμενες και από το Δυτικό και από το Ανατολικό Μέτωπο θα κατέρρεαν σύντομα. Η προοπτική αυτή φλόγιζε την φαντασία του νεαρού Τσώρτσιλ και εργάσθηκε με ζήλο για να την πραγματοποιήσει. Αρχικά αποφασίσθηκε να γίνει η παραβίαση των Στενών από μόνο τον ενωμένο Αγγλο-Γαλλικό στόλο, η θέα του οποίου και μόνο στα νερά της Προποντίδος και του Βοσπόρου μπροστά στην Κωνσταντινούπολη θα παρέλυε την θέληση αντιστάσεως των Τούρκων. Το Βρεταννικό Πολεμικό Συμβούλιο όμως δεν συμμερίζεται την αισιοδοξία του Τσώρτσιλ ότι ο Αγγλο-Γαλλικός στόλος μπορεί να παραβιάσει τα Στενά με αιφνιδιαστική ενέργεια. Ο ναύαρχος Κάρντεν εξέφρασε την άποψή του ότι " τα Στενά δεν μπορούν να παραβιαστούν αιφνιδιαστικά, αλλά μία παρατεταμένη επιχείρηση με πολλά πλοία θα μπορούσε να είναι επιτυχής". Το αντίτημο μιας αποτυχίας, είχε προσθέσει, θα ήταν η μεγάλη απώλεια γοήτρου και επιρροής της Αγγλίας στην Ανατολή. Τα Στενά των Δαρδανελλίων στην ανατολική άκρη της Μεσογείου, που έφραζαν τον δρόμο προς την Θάλασσα του Μαρμαρά και την πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας Κωνσταντινούπολη, είχαν μήκος 65 χιλιόμετρα, μέγιστο πλάτος 6 χιλιόμετρα και ελάχιστο πλάτος 1,2 χιλιόμετρα. Η χερσόνησος της Καλλιπόλεως αποτελούσε την βόρεια ακτή των Στενών, ενώ στη νότια ακτή τους άρχιζε η ασιατική Τουρκία. Για να διαπεράσει τα Στενά, ο συμμαχικός στόλος θα έπρεπε να εξουδετερώσει τα παράκτια πυροβολεία των οχυρών που ευρίσκοντο κατά μήκος των ακτών και να εκκαθαρίσει τα θαλάσσια ναρκοπέδια. Τα κυριώτερα από αυτά ήσαν: το Σεντ Ουλ Μπαχρ (SEDD UL BAHR) στο νότιο άκρο της χερσονήσου της Καλλιπόλεως. Το Κουμ Καλέ (Kum Kale) στην απέναντι ασιατική ακτή. Το Ερενκιόϊ (Erenkui) στο εσωτερικό των Στενών επί της ασιατικής ακτής. Η Δάρδανος (Dardanus) επίσης της ασιατικής ακτής βορειότερα του Ερενκιόϊ . Το Ανατολικό Χαμιντιέ (Anadolu Hamidie) επί της ασιατικής ακτής λίγο πιο έξω από το Τσανάκ Καλέ (Chanak Kale). Το Κιλίντ Μπαχρ (Kilid Bahr) στην απέναντι ακριβώς από το Τσανάκ Καλέ ακτή της χερσονήσου της Καλλιπόλεως. Στις 19 Φεβρουαρίου 1915 η φοβερή συμμαχική αρμάδα εμφανίζεται μπροστά στα Στενά και αρχίζει ένας ανελέητος βομβαρδισμός των φρουρίων της εξωτερικής ζώνης που διαρκεί με διαλείμματα λόγω κακοκαιρίας μέχρι τις 4 Μαρτίου 1915. Και στις 7 και 8 Μαρτίου συνεχίζει το σφυροκόπημα των φρουρίων της εσωτερικής αυτήν την φορά ζώνης (περιοχή Τσανάκ Καλέ). Πανικός κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη, η κυβέρνηση ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει την πρωτεύουσα και να καταφύγει στο Δορύλαιο (Εσκή Σεχίρ) της Μικράς Ασίας, όπως βεβαιώνει ο Αμερικανός Πρεσβευτής Ερρίκος Μοργκεντάου (Henry Morgenthau) στο βιβλίο που έγραψε με τα απομνημονεύματά του με τίτλο "Τα Μυστικά του Βοσπόρου". Δεν πανικοβλήθηκαν όμως όλοι. Ένας από αυτούς ήταν και ο Υπουργός Πολέμου στη κυβέρνηση των Νεοτούρκων, Εμβέρ Πασάς, ο οποίος σε σχετική συνομιλία που είχε με τον Αμερικανό Πρεσβευτή Μοργκεντάου σχετικά με το εγχείρημα του Αγγλικού και Γαλλικού στόλου να παραβιάσει τα Στενά διατύπωσε την εξής άποψη: "έχουμε άφθονα κανόνια και πολεμοφόδια, ενώ το πυροβολικό των Άγγλων και των Γάλλων ευρίσκεται σε πλοία. Εξάλλου, τα φυσικά πλεονεκτήματα των Στενών είναι τόσο μεγάλα, ώστε τα πολεμικά πλοία δεν μπορούν να διεισδύσουν σε βάθος. Δεν ενδιαφέρει τι μπορεί να σκέφτονται και νομίζω ότι έχω δίκαιο. Όσο εξακολουθώ να παραμένω υπουργός Πολέμου, δεν πρόκειται να εγκαταλείψω τον αγώνα. Στ' αλήθεια, δεν καταλαβαίνω σε τι αποσκοπούν τα αγγλικά και γαλλικά πολεμικά. Ας υποθέσουμε ότι παραβιάζουν τα Δαρδανέλλια, μπαίνουν στον Μαρμαρά και φτάνουν στην Κωνσταντινούπολη. Ποιο θα είναι το κέρδος τους; Παραδέχομαι ότι μπορούν να βομβαρδίσουν την πόλη και να την καταστρέψουν. Δεν είναι όμως σε θέση να την καταλάβουν, γιατί δεν μπορούν να αποβιβάσουν παρά μόνο λίγα στρατεύματα. Αν δεν φέρουν πολυάριθμο στρατό, θα πιαστούν πραγματικά στην παγίδα. Μπορεί να μείνουν εδώ για δύο-τρεις εβδομάδες, μέχρι να τους τελειώσουν τα τρόφιμα και τα εφόδιά τους. Ύστερα όμως θα υποχρεωθούν να στραφούν πίσω, να παραβιάσουν και πάλι τα Στενά και να κινδυνεύσουν ακόμα μια φορά να καταστραφούν. Στο μεταξύ, εμείς θα έχουμε φέρει ενισχύσεις και θα τους περιμένουμε πανέτοιμοι. Μου φαίνεται ανόητη επιχείρηση". Η επισήμανση του Εμβέρ, ότι το εγχείρημα των Αγγλο-Γάλλων για την παραβίαση των Στενών για να είχε πιθανότητα επιτυχίας έπρεπε να μην διεξαχθεί μόνο από τον πολεμικό στόλο αλλά να συνοδεύεται παράλληλα και από χερσαίες επιχειρήσεις για την κατάληψη της χερσονήσου της Καλλιπόλεως, ήταν απολύτως ορθή. Αυτή ήταν και η γνώμη του Ελληνικού Επιτελείου που μελέτησε σχετικά το θέμα· το οποίο έκρινε περαιτέρω ότι για να υπάρξει ενδεχόμενο επιτυχίας η χερσαία δύναμη που θα εχρησιμοποιείτο έπρεπε να είναι τουλάχιστον 40.000 άνδρες. Έχοντας κατά νουν αυτά ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο ιδιοφυής Έλληνας πολιτικός, ο οποίος πίστευε όπως και ο Ουΐνστον Τσώρτσιλ ότι η παραβίαση των Στενών των Δαρδανελλίων από τις δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ θα επέφερε εντός ολίγου την κατάρρευση των Κεντρικών Αυτοκρατοριών· και θέλοντας η Ελλάδα να ευρεθεί το ταχύτερον στο πλευρό των αυριανών νικητών, προσέφερε στους Αγγλο-Γάλλους κατά μήνα Φεβρουάριο του 1915 την συμμετοχή του ελληνικού στόλου καθώς και ενός εκστρατευτικού σώματος από 40.000 άνδρες.
Όταν όμως ήλθε η στιγμή να υλοποιηθεί το σχέδιο της εκστρατείας για την Καλλίπολη, το Ελληνικό Επιτελείο εξέφρασε τις ανησυχίες και τους φόβους του σχετικά με το εγχείρημα αυτό, οι οποίες ήσαν οι εξής: Η Τουρκία ήδη από τον μήνα Σεπτέμβριο του 1914 που έκλεισε τα Στενά στη Διεθνή Ναυσιπλοΐα και πριν ακόμη κηρύξει τον πόλεμο κατά των Δυνάμεων της ΑΝΤΑΝΤ επιστρατεύθηκε και έθεσε στην υπηρεσία των Κεντρικών Αυτοκρατοριών 500.000 άνδρες κατανεμημένους σε 5 στρατιές που περιελάμβαναν 13 σώματα στρατού. Η 1η και 2η στρατιά παρέμειναν στην περιοχή της Κωνσταντινουπόλεως για την άμυνα των Στενών των Δαρδανελλίων και του Βοσπόρου εναντίον ενδεχομένης επιθέσεως των αντιπάλων της από το σημείο εκείνο. Η 3η στρατιά προωρίζετο για την δυτική Αρμενία, η 4η για την Μεσοποταμία και η 5η, που είχε ως αντικειμενικό σκοπό να καταλάβει την Αίγυπτο ή εν πάση περιπτώσει να απειλεί το μέρος εκείνο εγκαταστάθηκε στις περιοχές της Συρίας και Παλαιστίνης.
Συνεπώς το ελληνικό αποβατικό σώμα των 40.000 ανδρών που επρόκειτο να επιχειρήσει να καταλάβει την χερσόνησο της Καλλιπόλεως, θα αντιμετώπιζε σοβαρές δυσχέρειες που δεν θα ήταν εύκολο να υπερπηδηθούν. Στη περίπτωση αυτή θα ζητούσε ενισχύσεις· εάν του απεστέλλοντο· υπήρχε κίνδυνος να αποψιλωθούν τα ελληνικά σώματα στρατού στη Μακεδονία. Εάν τούτο συνέβαινε· υπήρχε το ενδεχόμενο να μπει στον πειρασμό ο Τσάρος Φερδινάνδος της Βουλγαρίας να εισβάλει με τον στρατό του στη Μακεδονία. Αντιλαμβάνεται κανείς σ' αυτή την περίπτωση σε ποιο τεράστιο κίνδυνο θα περιήρχετο η Χώρα με το να μάχεται συγχρόνως εναντίον δύο αντιπάλων σε δύο μέτωπα που απείχαν πολύ μεταξύ τους. Έτσι εγκαταλείφθηκε το εγχείρημα για την κατάληψη της χερσονήσου της Καλλιπόλεως από τον Ελληνικό στρατό.
Ο βασικός όμως λόγος ήταν άλλος : αντέδρασε εντονότατα η Ρωσσία με διαβήματα τόσο προς την πλευρά των Αγγλο-Γάλλων όσο και προς την ελληνική κυβέρνηση για την μη συμμετοχή των Ελλήνων στο εγχείρημα της ΑΝΤΑΝΤ για την κατάληψη των Στενών με χερσαίες αποκλειστικά ελληνικές δυνάμεις ή τυχόν συμμετοχή των Ελλήνων ομού με δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ για τον ίδιο σκοπό. Διότι έβλεπε τους Έλληνες ως ανταγωνιστές· στην προσπάθειά της να επεκτείνει την κυριαρχία της στην Κωνσταντινούπολη, τον Βόσπορο και τα Στενά του Ελλησπόντου και την ευρύτερη ενδοχώρα, καθόσο θεωρούσε ότι από την εποχή του Τσάρου Πέτρου του Μεγάλου οι προαναφερόμενες περιοχές ανήκαν δικαιωματικά στη Ρωσσία ως διάδοχο του Βυζαντίου. Έτσι με τις ενέργειές της ματαίωσε την συμμετοχή των Ελλήνων στην εκστρατεία κατά των Δαρδανελλίων. Μάλιστα δε αξίωσε και πέτυχε από του Αγγλο-Γάλλους να αναγνωρίσουν την αξίωσή της επί της Κωνσταντινουπόλεως, των Στενών του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων και να της εγγυηθούν ότι μετά τον νικηφόρο τερματισμό του πολέμου θα περιέλθουν ως έπαθλο σ' αυτήν οι περιοχές αυτές σε ανταπόδοση των τεράστιων θυσιών που υφίστατο ο Ρωσσικός λαός χάριν της ΑΝΤΑΝΤ. Οι Μπολσεβίκοι όταν αργότερα κατέλαβαν την εξουσία στη Ρωσσία μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, έβαλαν στο αρχείο τις αξιώσεις του Τσάρου Νικολάου Β' για την Κωνσταντινούπολη και τα Στενά ως αναχρονιστικές. Τα φρούρια των Δαρδανελλίων παρά το τρομερό σφυροκόπημα που δέχθηκαν επί πολλές ημέρες από τα πολεμικά του Αγγλο-Γαλλικού στόλου, ελάχιστες ζημίες υπέστησαν. Είναι σαφής και κατηγορηματικός ο Αμερικανός Πρευσβευτής στην Κωνσταντινούπολη Henry Morgenthau ως προς το ζήτημα αυτό, αφού ο ίδιος στις 15 Φεβρουαρίου 1915,περιώδευσε ένα-ένα τα φρούρια των Δαρδανελλίων συνοδευόμενος από τον Εμβέρ. Την ίδια γνώμη έχει και ο Καναδός Καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Trent, στο Οντάριο του Καναδά STUART ROBSON. Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 26 Φεβρουαρίου μέχρι 18 Μαρτίου έγινε προσπάθεια να εκκαθαρισθούν τα ναρκοπέδια στην είσοδο των Στενών. Παρά την πολυήμερη προσπάθεια δεν μπόρεσαν να ανακαλύψουν και να αλιεύσουν όλες τις νάρκες, πράγμα που επρόκειτο να έχει οδυνηρές συνέπειες για τον Αγγλο-Γαλλικό στόλο. Σύμφωνα με τον Ουΐνστον Τσώρτσιλ στις 18 Μαρτίου 1915 η συμμαχική αρμάδα από 17 θωρηκτά (ντρέντνοτ) με επικεφαλής το υπέρ-θωρηκτό Queen Elizabeth, ακολουθούμενο από τα θωρηκτά Αγαμέμνων, Λόρδος Νέλσων και Ίνφλεξιμπλ υπό την ηγεσία του ναυάρχου De Robeek κινήθηκε μεγαλόπρεπα προς την είσοδο των Στενών κάτω από ένα εκτυφλωτικό φως του ηλίου πλέοντας σε καταγάλανα νερά. Από απόσταση 13 χιλιομέτρων τα τηλεβόλα των θωρηκτών εξαπέλυσαν καταιγισμό πυρός κατά των εξωτερικών φρουρίων των Στενών, σε λίγο προστέθηκε και το πυρ των υπολοίπων πολεμικών του στόλου. Τα τηλεβόλα των Τουρκικών οχυρών απάντησαν και εκείνα και το πυρ γενικεύθηκε. Τα τεράστια σκάφη μετακινούντο συνεχώς και μέσα σε στήλες ύδατος από τις βολές των Τουρκικών πυροβολαρχικών βομβάρδιζαν προς τα φρούρια με όλα τους τα τηλεβόλα, τα οποία καλύφθηκαν από νέφη σκόνης και καπνού που τα διέσχιζαν εκτυφλωτικές αστραπές. Το θέαμα σύμφωνα με τον Τσώρτσιλ ήταν μεγαλειώδες και συναρπαστικό. Και όλα αυτά εκτυλίσσοντο σε μικρή απόσταση από τα μέρη όπου πριν από πολλούς αιώνες αντηχούσαν οι πολεμικές ιαχές Ελλήνων και Τρώων. Λίγο πριν από τις 14.00 μ.μ. το πυρ των πυροβολαρχικών των φρουρίων έχει σχεδόν σιγίσει· ορισμένα όμως φρούρια εξακολουθούν έστω μεμονωμένα να βάλλουν ακόμη· η αιτία είναι η έλλειψη πυρομαχικών. Τότε ένας συμμαχικός στολίσκος από ναρκαλιευτικά προχωρεί μέσα στα Στενά για να εκκαθαρίσει τα ναρκοπέδια. Όταν όμως τα θωρηκτά που ακολουθούσαν έφθασαν στο λαιμό των Στενών στη περιοχή του Τσανακ Καλέ, το στενότερο σημείο των Δαρδανελλίων, συνέβη η καταστροφή. Ήταν 4.20 όταν το θωρηκτό Ινφλεξίμπλ (Inflexible) προσέκρουσε σε νάρκη, μετά από τρία λεπτά συνέβη το ίδιο στο θωρηκτό Ιρρεζιστίμπλ (Irresistible) το οποίο και βυθίστηκε. Ενώ το Γαλλικό θωρηκτό Μπουβιέ (Bouvet) ανατινάχθηκε από τις εύστοχες βολές των τηλεβόλων του φρουρίου Αναντολού Χαμιντιέ (Anadolu Hamidie), που ήταν επανδρωμένο αποκλειστικά από Γερμανούς. Το θωρηκτό Ωκεανός (Ocean) που έσπευσε προς βοήθεια του Ιρρεζιστίμπλ βυθίστηκε επίσης από νάρκη· επλήγη επίσης και το Γαλλικό θωρηκτό Γκωλουά (Gaulois). Η απώλεια τριών θωρηκτών, οι σοβαρές ζημίες που υπέστησαν άλλα τέσσερα καθώς και η καταβύθιση πολλών τορπιλλοβόλων και άλλων μικροτέρων σκαφών, έκαναν τον ναύαρχο De Robeeck που συγκλονίστηκε από το θέαμα των πλοίων που εβυθίζοντο και άκουγε τις φωνές των ναυαγών να διακόψει την επιχείρηση. Αποφασίστηκε όμως να συνεχισθεί· αλλά την επόμενη φορά με την συμμετοχή και χερσαίων δυνάμεων. Είχε δίκιο συνεπώς το Ελληνικό Επιτελείο όταν έλεγε ότι για να ευωδοθεί η εκστρατεία κατά των Δαρδανελλίων, έπρεπε να γίνει συνδυασμένη επιχείρηση ναυτικών και χερσαίων δυνάμεων. Το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τις 18 Μαρτίου 1915 που απέτυχε με παταγώδη τρόπο η προσπάθεια παραβιάσεως των Στενών αποκλειστικά με ναυτικές δυνάμεις, μέχρι τις 25 Απριλίου 1915 που έγινε η πρώτη απόβαση χερσαίων δυνάμεων από Αγγλο-Γάλλους στο νότιο άκρο της χερσονήσου της Καλλιπόλεως, δεν το άφησε ανεκμετάλλευτο ο Γερμανός στρατηγός Όθων Λίμαν Φον Σάντερς (Offo Liman von Sanders), που ήταν επικεφαλής των 500 Γερμανών της στρατιωτικής αποστολής στην Τουρκία καθώς και των Τουρκικών στρατευμάτων που ήσαν επιφορτισμένα με την άμυνα της περιοχής. Όπως σχετικά αναφέρει ο Σπύρος Β. Μαρκεζίνης στο μνημειώδες ιστορικό του έργο με τίτλο "ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" ο Λίμαν Φον Σάντερς κατά το διάστημα αυτό διήνυσε εκατοντάδες χιλιόμετρα με αυτοκίνητο, χρησιμοποίησε τορπιλλοβόλα, περιώδευσε έφιππος, πολύ συχνά και πεζός όταν δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά προκειμένου να επισημάνει τα επίκαιρα σημεία για απόβαση. Οι 24 ώρες του ημερονυκτίου του εφαίνοντο λίγες, διότι είχε ως αξίωμα, ότι ο εχθρός που επιχειρεί απόβαση πρέπει οπουδήποτε να βρει αντίσταση. Έπρεπε να προετοιμάσει την άμυνα ακτών συνολικού μήκους 150 περίπου μιλίων, και διέθετε 84.000 άνδρες από τους οποίους σύμφωνα με τις τουρκικές εκθέσεις μάχιμοι ήσαν 62.000. Κατά την εποχή εκείνη ο Λίμαν Φον Σάντερς χρησιμοποίησε ως ένα από τους βοηθούς του τον Αντισυνταγματάρχη τότε Μουσταφά Κεμάλ. Ήταν μόλις 34 ετών και η εκστρατεία της Καλλιπόλεως υπήρξε γι' αυτόν χωρίς αμφιβολία η πρώτη μεγάλη ευκαιρία της ζωής του. Είχε αναμιχθεί στο κίνημα των Νεοτούρκων αλλά ήταν παραγκωνισμένος. Η ευθύνη που ανέλαβε στην Καλλίπολη και ο εξαιρετικός τρόπος με τον οποίο την έφερε σε πέρας τον έκαναν τότε γνωστό και στους Τούρκους και διεθνώς. Χάρις στις άοκνες προσπάθειες του Λίμαν Φον Σάντερς η χερσόνησος της Καλλιπόλεως μεταβλήθηκε σε ένα σύστημα χαρακωμάτων, προχωμάτων, αμυντικών γραμμών, οχυρών πάσης φύσεως και συρματοπλεγμάτων. Την άμυνα της χερσονήσου είχε αναλάβει η 5η Τουρκική στρατιά που είχε δημιουργηθεί για τον σκοπό αυτό. Η οποία είχε το Στρατηγείο της στην Καλλίπολη, αποτελούμενη από πέντε μεραρχίες με συνολική δύναμη 80.000 άνδρες, που μπορούσε να ενισχυθεί ταχύτατα από δεκαπέντε (15) μεραρχίες στην Ασιατική ακτή, την Θράκη και στην πόλη της Σμύρνης. Επί πλέον σύμφωνα με την Διεύθυνση της Ιστορίας Στρατού του Γενικού Επιτελείου, άλλες έξι (6) μεραρχίες στις οποίες είχε ανατεθεί η φύλαξη των Στενών του Βοσπόρου μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως εφεδρεία. Η συνολική συνεπώς Τουρκική δύναμη που μπορούσε να διατεθεί για την άμυνα της Καλλιπόλεως, υπερέβαινε τις 200.000 άνδρες. Έναντι αυτών των δυνάμεων οι Αγγλο-Γάλλοι μπόρεσαν να συγκεντρώσουν στα νησιά του Αιγαίου Ίμβρο, Τένεδο και Λήμνο 80.000 άνδρες, από τους οποίους 65.000 Βρεττανοί και 17.000 Γάλλοι. Η χερσόνησος της Καλλιπόλεως αποτελεί το δυτικό τμήμα των Δαρδανελλίων, έχει μήκος 75 χιλιόμετρα και πλάτος που κυμαίνεται από 6 μέχρι 18 χιλιόμετρα. Καλύπτεται από όρη, χωρίς εκτεταμένες πεδιάδες εκτός από το δυτικό της άκρο, εμφανίζει σειρά από οροπέδια που έχουν ύψος από 150 έως 200 μέτρα, με κωνικές κορυφές, όπως το Μπουργάζ Τεπέ με 472 μέτρα και το υψηλότερο σημείο της περιοχής Ακί ή Ατσί Μπαμπά με ύψος 225 μέτρα, που έγινε περίφημο από τις λυσσώδεις μάχες που διεξήχθησαν μεταξύ Βρεταννών και Τούρκων για την κατάληψή του. Το νότιο τμήμα της χερσονήσου που ορίζεται βόρεια από τον εγκάρσιο διάδρομο μεταξύ του όρμου του Κίλια και τις εκβολές του Ασμάν Ντερέ, πλησίον του Γκαμπά Τεπέ, περιλαμβάνει το οροπέδιο του Κιλίντ Μπαχρ, που δεσπόζει στο λαιμό των Στενών όπου και το ομόνυμο φρούριο απέναντι ακριβώς από το Τσανάκ Καλέ, στην κατάληψη του οποίου απέβλεπε η χερσαία επιχείρηση προκειμένου να εξουδετερωθεί το εμπόδιο για τον είσπλου του Αγγλο-Γαλλικού στόλου στην Θάλασσα του Μαρμαρά (Προποντίδα) και μέσω αυτής να αγκυροβολήσει μπροστά στην Κωνσταντινούπολη ώστε με την απειλή των τηλεβόλων να υποχρεωθεί η τελευταία να αλλάξει στρατόπεδο. Όσοι επιχειρούν να πραγματοποιήσουν απόβαση στο τμήμα αυτό, είτε στην δυτική είτε στην ανατολική ακτή ευρίσκονται μπροστά σε εντελώς απόκρημνα αντερείσματα που ορθώνονται όπως τα τείχη. Μία σειρά από μικρές αμμώδεις περιοχές οι οποίες δεσπόζονται από απόκρημνα αντερείσματα εκτείνεται κατά μήκος της παραλίας αυτής, όπως εκείνες που είναι νότια του Γκαμπά Τεπέ και του Σεντ Ουλ Μπαχρ. Στην περίπτωση δε που οι επιτιθέμενοι μετά από επιτυχημένη απόβαση στις στενόμακρες αμμώδεις παραλίες νότια του Γκαμπά Τεπέ και του Σεντ Ουλ Μπαχρ καταφέρουν να φθάσουν στις κορυφές των απόκρημνων ακτών, θα βρεθούν μπροστά στον ορεινό όγκο του Ακί ή Ατσί Μπαμπά που φράσσει την περαιτέρω προώθηση προς το εσωτερικό της χερσονήσου εφόσον ο αντίπαλος το υπερασπίζεται σθεναρά. Αλλά και αν ακόμη καταφέρουν να υπερπηδήσουν και το εμπόδιο αυτό, θα χρειαστεί να διαβούν πέντε (5) έως (6) χαράδρες ακόμη τόσο βαθειές και τόσο απόκρημνες όσο και εκείνες του χωρίου Κριθιά και του Κερεβές Ντερέ που ευρίσκονται στους πρόποδες του Ακί ή Ατσί Μπαμπά, που για να τις καταλάβουν θα χρειαστούν μεγάλες προσπάθειες και σκληρές θυσίες, μέχρι να φθάσουν τελικά στο οροπέδιο του Κιλίντ Μπαχρ και να εξουδετερώσουν το ομώνυμο φρούριο που ήταν και ο αντικειμενικός σκοπός της εκστρατείας για να μπει στην Προποντίδα και να φθάσει στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί στη Μαύρη Θάλασσα και την Ρωσσία ο ενωμένος Αγγλο-Γαλλικός στόλος. Αντιλαμβάνεται κανείς τις τρομακτικές δυσχέρειες του όλου εγχειρήματος, που δεν άφηναν περιθώρια για επιτυχία. Τούτο φάνηκε από την πρώτη στιγμή που πραγματοποιήθηκε στις 25 Απριλίου 1915 η απόβαση αγημάτων από Βρεταννούς, Αυστραλούς, Νεοζηλανδούς, που έμειναν γνωστοί οι δύο τελευταίοι (Αυστραλοί-Νεοζηλανδοί) ως ΑΝΖΑCS από τα αρχικά τους, Ινδούς, Γάλλους, Σενεγαλέζους, στα προκαθωρισμένα σημεία του νοτίου άκρου της χερσονήσου, και άρχισε αμέσως μία τραγωδία που επρόκειτο να διαρκέσει επί μήνες, μία τραγωδία που οδήγησε στον τάφο δεκάδες χιλιάδες άνδρες. Ο Ουΐνστον Τσώρτσιλ σχετικά με την τραγωδία που εκτυλίχθηκε στα σημεία όπου είχαν γίνει αποβάσεις, αναφέρει χαρακτηριστικά τα εξής "Στον όρμο V όπου το μεταγωγικό Ράϊβερ - Κλάϋδ προσαράζει στην αμμώδη ακτή για να αποβιβάσει παρακάμπτοντας τα υποβρύχια συρματοπλέγματα 2.000 άνδρες διαδραματίζονται τρομερές σκηνές. Εδώ η αμμώδης ακτή περιβάλλεται από υψώματα που αποτελούν ιδεώδεις αμυντικές θέσεις. Μέσα σε λίγα λεπτά, γράφει ο Τσώρτσιλ, έπεσαν οι περισσότεροι από τους μισούς από τους άνδρες που αποβιβάσθηκαν. Όλη η περιοχή σπάρθηκε κυριολεκτικά από νεκρούς και από τραυματίες που πέθαιναν".
Ο πολεμικός ανταποκριτής Άσμηδ Μπάρτλετ που ευρίσκετο επάνω στο θωρηκτό Λονδίνο γράφει: "Από τους πρώτους τραυματίες, οι οποίοι αργότερα μεταφέρθηκαν με μία μεγάλη ατμάκατο πληροφορηθήκαμε τι διαδραματίστηκε κατά τις πρώτες εκείνες άγριες στιγμές. Οι αποβατικές λέμβοι είχαν φθάσει ήδη στην ακτή όταν ένα απόσπασμα από Τούρκους που είχε περιχαρακωθεί στο χείλος της παραλίας άνοιξε τρομερό πυρ εναντίον τους. Πολλοί από τους άνδρες που ανά 40 ή 50 ευρίσκοντο στις ασφυκτικά φορτωμένες λέμβους τραυματίσθηκαν". Ένας Νεοζηλανδός που πήρε μέρος στη μάχη αφηγείται τις εντυπώσεις του στους Τάϊμς ως εξής "Από τον όρμο ακουγόταν μία συνεχής βροντή. Το σφύριγμα των οβίδων των μεγάλων τηλεβόλων έγινε εντονώτερο. Όταν τέλος αναμίχθηκαν στη συναυλία και τα τηλεβόλα των 15 ιντσών, τότε δεν μας έμεινε τίποτε άλλο παρά να γεμίσουμε με χόρτο τα αυτιά μας. Ήταν απολύτως αδύνατον να ακούσουμε μία διαταγή αν και μας την ξεφώνιζαν κατά πρόσωπο. Τρεις ώρες διήρκησε αυτός ο σφοδρός κανονιοβολισμός κατά την διάρκεια του οποίου κατορθώσαμε εντούτοις, με βαρειές είναι αλήθεια απώλειες, να αγκιστρωθούμε στερεά στη ξηρά". Από την πρώτη ημέρα της αποβάσεως (25/4/1915) των Αυστραλών και Νεοζηλανδών, στην αμμώδη παραλία του Γκαμπά Τεπέ που περιεβάλλετο από απόκρημνα βράχια, οι Τούρκοι εκτόξευσαν εναντίον των ANZACS που αριθμούσαν 12.000 άνδρες ισχυρές αντεπιθέσεις προκειμένου να τους ρίψουν στην θάλασσα. Δεν το πέτυχαν όμως, αλλά συγκράτησαν την περαιτέρω προέλασή τους. Ο Μουσταφά Κεμάλ που ήταν διοικητής της 19ης Τουρκικής μεραρχίας και ήταν συγκεντρωμένη στη περιοχή της Μαδύτου ως γενική εφεδρεία. Μόλις πληροφορήθηκε στις 25 Απριλίου 1915 την έναρξη εχθρικής αποβάσεως στην ακτή του Γκαμπά Τεπέ, συνειδητοποίησε ότι εάν τα στρατεύματα των ANZACS κατελάμβαναν τα υπερκείμενα υψώματα που δέσποζαν στην περιοχή του Τσουνούκ Μπαΐρ θα εγίνοντο κύριοι της καταστάσεως, έτσι με δική του αποκλειστικά πρωτοβουλία τέθηκε επικεφαλής της μεραρχίας του και έσπευσε να τα καταλάβει Όταν έφθασε στο απειλούμενο σημείο συνοδευόμενος από 200 άνδρες της εμπροσθοφυλακής της μεραρχίας του, μόλις και μετά βίας μπόρεσε να αναχαιτίσει τις δυνάμεις των ANZACS που ανερριχώντο ήδη στο ύψωμα του Τσουνούκ Μπαϊρ. Έρριψε στην μάχη διαδοχικά ολόκληρη την δύναμη της μεραρχίας του, και έτσι μπόρεσε μετά από απεγνωσμένη αντίσταση να κρατήσει τα υψώματα, τα οποία αν είχαν περιέλθει στους Νεοζηλανδούς και Αυστραλούς θα είχε δημιουργηθεί ενδεχομένως κρίσιμη κατάσταση για τις Τουρκικές δυνάμεις της χερσονήσου.
Στις 26, 27 και 28 Απριλίου 1915 συνεχίσθηκαν με αμείωτη ένταση οι επιχειρήσεις στην χερσόνησο, με βαρύτατες απώλειες για τους επιτιθέμενους. Οι φοβερές μάχες που διεξήγοντο ήταν μία ατελείωτη σειρά από επιθέσεις και αντεπιθέσεις· οι μεν δυνάμεις των Αγγλο-Γάλλων να επιχειρούν να εκτοπίσουν τους Τούρκους από το οροπέδιο· οι δε Τούρκοι να επιχειρούν να τους πετάξουν στη θάλασσα. Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 29, 30 Απριλίου και 1η Μαΐου διεκόπησαν προσωρινά οι μάχες για να αναπαυθούν και να ανασυγκροτηθούν και να λάβουν ενισχύσεις. Τις πρώτες ημέρες του Μαΐου αναζωπυρώθηκαν οι μάχες με ακόμη μεγαλύτερη αγριότητα. Προσπάθεια του Αγγλο-Γαλλικού στόλου να παραβιάσει τα Στενά κατέληξε και πάλι σε τραγωδία. Τρία Αγγλικά θωρηκτά: το Γολιάθ, το Τριούμφ και το Μάτζεστικ καταβυθίστηκαν. Ενώ κατά τις χερσαίες επιχειρήσεις που διεξήχθησαν κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο με την ίδια όπως και πριν σφοδρότητα, τραυματίσθηκε βαρειά ο Γάλλος στρατηγός Γκουρώ και αντικαταστάθηκε από τον Μπαγιού. Κατά μήνα Αύγουστο του 1915 το συμμαχικό εκστρατευτικό σώμα επιχείρησε μία τελευταία μεγάλης κλίμακας επίθεση με δώδεκα (12) μεραρχίες από τις οποίες δύο Γαλλικές, με αιφνιδιαστική απόβαση στον κόλπο της Σούβλας στο δυτικό άκρο της χερσονήσου της Καλλιπόλεως, πολύ βορειότερα από τα υπόλοιπα προγεφυρώματα, με αντικειμενικό σκοπό την αποκοπή των Τουρκικών δυνάμεων που είχαν παραταχθεί σε κάθε ένα από τα αρχικά προγεφυρώματα, η οποία αν επιτύγχανε μπορούσε να οδηγήσει σε νίκη των δυνάμεων της ΑΝΤΑΝΤ. Και αυτή η μεγάλη επιχείρηση που διήρκεσε από τις αρχές Αυγούστου έως τις 22 Αυγούστου 1915, απέτυχε όπως και οι προηγούμενες με τεράστιες απώλειες για τους Αγγλο-Γάλλους. Τα χρονικά του Βρεταννικού στρατού, γράφει ο Τσώρτσιλ, δεν αναφέρουν πιο συνταρακτική σελίδα από την μάχη στον όρμο της Σούβλας αυτήν την ημέρα. Ο συνταγματάρχης Σέσσιλ Άλλονσον που διηύθυνε την επίθεση, γράφει σχετικά στο ημερολόγιό του: "Και έτσι αρχίσαμε την επίθεση. Επάνω συναντήσαμε τους Τούρκους. Ο Λε Μαρσάν σκοτώθηκε από ένα κτύπημα με ξιφολόγχη στην καρδιά. Εγώ τραυματίστηκα επίσης από ξιφολόγχη στο πόδι. Ύστερα νομίζω ότι πολεμήσαμε επί δέκα λεπτά σώμα προς σώμα. Πολεμήσαμε με δαγκωματιές, με γροθιές και μεταχειριστήκαμε για να κτυπάμε τον εχθρό τα όπλα και τα περίστροφά μας. Κατόπιν οι Τούρκοι τράπηκαν σε φυγή. Κοίταξα ολόγυρά μου και αντιλήφθηκα ότι κανείς δεν μας υποστήριζε. Επέστρεψα στα χαρακώματα, έκανα την αναφορά μου στον στρατηγό και του τόνισα ότι είμαστε υποχρεωμένοι να υποχωρήσουμε αν δεν λάβουμε ενισχύσεις. Ο στρατηγός μου είπε αμέσως ότι οι επιθέσεις μας απέτυχαν σχεδόν σε όλα τα σημεία". Μετά την τελευταία μεγάλη αποτυχία του εκστρατευτικού σώματος των Αγγλο-Γαλλικών δυνάμεων οι επιχειρήσεις αποτελματώθηκαν, και οι μύγες και η δυσεντερία που κατά τους καλοκαιρινούς μήνες τους ταλαιπώρησαν αφάνταστα και η απογοήτευση τους εξουθένωσαν εντελώς. Έτσι από τον Οκτώβριο αποφασίστηκε η μεταφορά του Αγγλο-Γαλλικού στρατού στη Θεσσαλονίκη, και άρχισε η αποχώρηση των πρώτων μονάδων. Η οριστική εκκένωση της χερσονήσου της Καλλιπόλεως έγινε μεταξύ Δεκεμβρίου 1915 και Ιανουαρίου 1916. Η Εκστρατεία των Δαρδανελλίων υπήρξε καταστρεπτική για την ΑΝΤΑΤ, από τους 410.000 Βρεταννούς, Αυστραλούς, Νεοζηλανδούς, Ινδούς της Κοινοπολιτείας δεκάδες χιλιάδες έχασαν την ζωή τους ενώ οι υπόλοιποι από τις 210.000 που ήσαν οι συνολικές απώλειες τραυματίστηκαν, αρρώστησαν ή καταχωρήθηκαν ως αγνοούμενοι. Ενώ από τους 80.000 Γάλλους που έλαβαν μέρος στην εκστρατεία 40.000 από 47.000 που ήσαν οι συνολικές απώλειες έχασαν την ζωή τους και οι υπόλοιποι τραυματίστηκαν, αρρώστησαν και καταχωρήθηκαν ως αγνοούμενοι. Υπήρξε ευτύχημα για την Ελλάδα η μη συμμετοχή της στην εκστρατεία των Δαρδανελλίων, αποφεύχθηκε εθνική καταστροφή. Μία μικρή γεύση σχετικά με την Φρίκη της Εκστρατείας της Καλλίπολης, μπορεί να αποκομίσει κανείς αν δει την κινηματογραφική ταινία που κυκλοφορεί και σε D.V.D. με τίτλο GALLIPOLI και πρωταγωνιστή τον MEL GIBSON. Η Τραγική αποτυχία της εκστρατείας των Αγγλο-Γάλλων στα Δαρδανέλλια είχε και άλλες δυσάρεστες συνέπειες για την συμμαχική υπόθεση: ώθησε την Βουλγαρία του Τσάρου Φερδινάνδου προς την πλευρά των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Ενώ η Ρουμανία που ήταν έτοιμη να εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της ΑΝΤΑΝΤ, ανέβαλε τα σχέδιά της για το μέλλον εμμένοντας στην ουδετερότητα. Συγχρόνως η Σερβία που είχε αποκρούσει δύο εισβολές αυστροουγγρικών στρατευμάτων τον Αύγουστο και τους μήνες Νοέμβριο - Δεκέμβριο του 1914, τώρα αντιμετώπιζε ακόμη μεγαλύτερη από τις δύο προηγούμενες φορές απειλή, η οποία προήρχετο από την πανίσχυρη Γερμανο-Αυστριακή στρατιά του στρατάρχη Φον Μάκενσεν από 200.000 άνδρες, η οποία μετά την συντριβή των Ρώσσων έσπευδε να συντρίψει και τους ατίθασους Σέρβους με την συνδρομή της Βουλγαρίας, προκειμένου οι Κεντρικές Αυτοκρατορίες να αποκτήσουν απ' ευθείας σύνδεση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία μέσω Βουλγαρίας.
Όταν στις 5 Οκτωβρίου 1915 η Σερβία δέχθηκε την επίθεση της στρατιάς του Φον Μάκενσεν από τον Βορρά και στις 11 του ιδίου μηνός την επίθεση 200.000 Βουλγαρικού στρατού από τα νώτα, επειδή συνθλίβεται μέσα σ' αυτήν την σιδερένια λαβίδα και ευρίσκεται σε απόγνωση, ικετεύει την Ελλάδα να σπεύσει στο πλευρό της επικαλούμενη την Συνθήκη του Βουκουρεστίου του 1913, που υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα μέρη να σπεύδει το ένα σε βοήθεια του άλλου όταν το ένα από αυτά απειλείται από τρίτο κράτος. Το Ελληνικό Επιτελείο είχε την γνώμη ότι η Συνθήκη του Βουκουρεστίου αφορούσε την περίπτωση ενδοβαλκανικής συρράξεως, και όχι την περίπτωση παγκοσμίου συρράξεως. Ερμηνεία την οποία είχε υιοθετήσει και ο πρωθυπουργός της χώρας Ελευθέριος Βενιζέλος κατά το προηγούμενο έτος (1914), όταν ζητήθηκε δύο φορές από την Σερβία να την συνδράμει η Ελλάδα. Τώρα όμως κατά τον πρωθυπουργό είχαν αλλάξει τα δεδομένα διότι οι Αγγλο-Γάλλοι απέσυραν τις μεραρχίες τους από την Καλλίπολη και τις αποβίβαζαν στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης με σκοπό να βοηθήσουν τους Σέρβους. Το Επιτελείο όμως αντέτεινε ότι οι δυνάμεις των Αγγλο-Γάλλων που είχαν αποβιβαστεί στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και ήσαν επιχειρησιακά έτοιμες να συγκρουστούν με την στρατιά του Φον Μάκενσεν και τους συμμάχους του Βουλγάρους ήσαν μόλις 30.000 άνδρες. Στο μεταξύ η Ελληνική Επιστράτευση που είχε κηρυχθεί στις 23 Σεπτεμβρίου 1915 την επομένη της Γενικής Επιστρατεύσεως της Βουλγαρίας, δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμη (Οκτώβριος 1915). Αλλά και αν είχε ολοκληρωθεί η συνολική δύναμη του Ελληνικού στρατού δεν υπερέβαινε τις 150.000 άνδρες, από τους οποίους 100.000 έπρεπε να διατεθούν για την φύλαξη της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου, καθόσο έτερη δύναμη από 250.000 Βουλγαρικού στρατού εκρατείτο ως εφεδρεία στο σημείο εκείνο, και μόνο 50.000 άνδρες μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν μαζί με τις 30.000 άνδρες του Αγγλο-Γαλλικού εκστρατευτικού σώματος για στρατιωτική υποστήριξη των Σέρβων. Δυνάμεις ανεπαρκείς για να συγκρατήσουν και να σώσουν τον Σερβικό στρατό από τις Γερμανο-Βουλγαρικές στρατιές που αριθμούσαν συνολικά 400.000 άνδρες, αλλά και να αποτρέψουν εισβολή του εν λόγω στρατού στο Ελληνικό έδαφος σε περίπτωση που η Ελλάδα αποφάσιζε να εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της ΑΝΤΑΝΤ. Τελικά επικράτησε η γνώμη του Επιτελείου και η επικρεμάμενη εισβολή απετράπη. Ό,τι είχε απομείνει από τον νικημένο Σερβικό στρατό υποχώρησε δίνοντας σκληρές μάχες με τους διώκτες του και κατέφυγε μέσω Αλβανίας στο Δυρράχιο, και από εκεί με τα πλοία της ΑΝΤΑΝΤ μεταφέρθηκε στην Κέρκυρα για ανασυγκρότηση. Μετά από εννέα μήνες απραξίας οι Βούλγαροι και οι σύμμαχοί τους Γερμανοί έχοντας αντιληφθεί ότι οι συμμαχικές δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ που είχαν αναπτυχθεί στο Ελληνικό έδαφος της Μακεδονίας κατά μήκος της Ελληνο-Βουλαγρικής Μεθορίου, προετοιμάζοντο να επιτεθούν κατά της Βουλγαρίας για να μη μπορέσει να πλήξει από τα νώτα την Ρουμανία που σχεδίαζε να εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της ΑΝΤΑΝΤ, για να τους προλάβουν επιτέθηκαν πρώτοι κατά μήνα Αύγουστο του 1916. Εισέβαλαν στο Ελληνικό έδαφος από τα δυτικά όπου αφού εκτόπισαν τους Σέρβους που είχαν αναπτυχθεί στον τομέα αυτό κατέβαλαν την Φλώρινα. Αλλά και από τα ανατολικά αφού εισήλθαν στο έδαφος της Ανατολικής Μακεδονίας απέκλεισαν τις δυνάμεις του Δ' Ελληνικού Σώματος Στρατού μέσα στις πόλεις Σέρρες, Δράμα και Καβάλα συνολικής δυνάμεως 9.000 ανδρών, το οποίο μετά από εντολή της κυβερνήσεως των Αθηνών δεν προέβαλε αντίσταση · και μη έχοντας δυνατότητα διαφυγής δέχθηκε να μεταφερθεί στη Γερμανία και να παραμείνει εκεί μέχρι τέλους του πολέμου σε κατάσταση αιχμαλωσίας. Η κυβέρνηση των Αθηνών στην οποία δεν συμμετείχε ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε τη γνώμη ότι το δόγμα της ουδετερότητος έπρεπε να τηρείται χωρίς παρεκκλίσεις από τους αδύναμους, οι οποίοι, όπως ο Σαίξπηρ λέει με το στόμα του Άμλετ στο ομώνυμο Θεατρικό Έργο : είναι επικίνδυνο να μπερδεύονται στις συγκρούσεις των ισχυρών του κόσμου τούτου.
Η εμμονή στο δόγμα της ουδετερότητος μετά την εισβολή και κατοχή ελληνικών εδαφών στη Μακεδονία από Γερμανο-Βουλγαρικές δυνάμεις, δεν είχε πλέον κανένα νόημα. Η αντίληψη ότι εάν εξήρχετο η Ελλάδα από την ουδετερότητα μπορούσε να υποστεί την μοίρα της Σερβίας του 1915 και την μοίρα της Ρουμανίας που συνετρίβη από τις δυνάμεις των κεντρικών Αυτοκρατοριών κατά το χρονικό διάστημα Αυγούστου-Δεκεμβρίου 1916, δεν ευσταθούσε διότι στην Μακεδονία είχαν συγκεντρωθεί ισχυρές δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ που απέκλειαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Κατά συνέπεια το κίνημα ομάδας αξιωματικών στη Θεσσαλονίκη τον Σεπτέμβριο του 1916 υπέρ της εξόδου της χώρας από την ουδετερότητα, και η προσχώρηση σ' αυτό του Ελευθερίου Βενιζέλου στις 9 Οκτωβρίου του ιδίου έτους ήταν αναμενόμενη. Η συγκρότηση από τον Βενιζέλο κυβερνήσεως Εθνικής Αμύνης είχε ως επακόλουθο να διαιρεθεί η Ελλάδα σε δύο κράτη: εκείνο των Αθηνών και εκείνο της Θεσσαλονίκης.
Αναπόφευκτη κατόπιν τούτου ήταν η μετά από πιέσεις των δυνάμεων της ΑΝΤΑΝΤ, παραίτηση από τον θρόνο του Κωνσταντίνου στις 30 Μαΐου 1917 και η αυτοεξορία του που επακολούθησε. Έτσι από την 1η Ιουνίου 1917 το κράτος περιήλθε εξολοκλήρου υπό τον έλεγχο του ιδιοφυή Έλληνα Πολιτικού Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος αμέσως κήρυξε γενική επιστράτευση προκειμένου η Ελλάδα να συμμετάσχει το ταχύτερο δυνατόν με τις δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ στο Μακεδονικό Μέτωπο κατά του κοινού εχθρού, ώστε να μπορεί από θέσεως ισχύος να διαπραγματευθεί με τους αυριανούς νικητές τις ελληνικές αξιώσεις για εδαφικές προσαρτήσεις που θα καθιστούσαν την Ελλάδα μεγάλη περιφερειακή δύναμη στη Μεσόγειο. Το 1916 υπήρξε το έτος της ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΩΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ για τους Γερμανούς από το ένα μέρος και για τους Γάλλους και Βρεταννούς από το άλλο. Κυρίαρχη θέση κατέχουν η μάχη του BEPNTEN (VERDUΝ) και η μάχη του ΣΟΜ (SOMME) στο Δυτικό Μέτωπο. Με την πρώτη ο Φαλκενχάϋν επιχείρησε να επιβάλει στους Γάλλους μία μάχη τρομακτικής αφαιμάξεως, προκειμένου να τους εξαναγκάσει να αποσυρθούν από τον πόλεμο με χωριστή ειρήνη αφήνοντας τους Βρεταννούς μόνους. Υπήρξε πολύμηνη μάχη που στοίχισε και στους δύο αντιπάλους συνολικά 700.000 νεκρούς και τραυματίες. Σε όλη δε την διάρκεια του πολέμου ο τομέας του VERDUΝ κόστισε συνολικά και στους δύο αντιπάλους 1.500.000 νεκρούς και τραυματίες. Μεταξύ 12 Ιουνίου και 23 Ιουνίου 1916 δημιουργήθηκε ρήγμα στις γραμμές άμυνας των Γάλλων και ενώ ο Φαλκενχάϋν ήταν έτοιμος να ρίψει τις εφεδρείες του στο κενό που είχε δημιουργηθεί για να εκμεταλλευτεί το ρήγμα, η έφοδος του Ρώσσου στρατάρχη Αλεξέϊ Μπρουσίλωφ στο Ανατολικό Μέτωπο κατά των Αυστρο-Ουγγρικών στρατευμάτων στις 4 Ιουνίου 1916 είχε ως αποτέλεσμα να καταρρεύσει ταχύτατα το μέτωπο και να συλλάβει 400.000 αιχμαλώτους. Ο Φαλκενχάϋν που φοβήθηκε ότι η Αυστροουγγαρία υπήρχε κίνδυνος να τεθεί εκτός μάχης και να αποσυρθεί από τον πόλεμο, ανέστειλε την έφοδο κατά των Γάλλων στο ρήγμα του VER DUN και απέσπασε ισχυρές δυνάμεις από τις εφεδρείες του για να επιτεθούν στους Ρώσσους που πίεζαν τους Αψβούργους αφόρητα. Έτσι όμως έχασε την ευκαιρία να συντρίψει τους Γάλλους και να κερδίσει η Γερμανία τον πόλεμο. Είναι η δεύτερη φορά μετά την μάχη του Μάρνη που οι Ρώσσοι σώζουν τους Γάλλους και μαζί με αυτούς και την ΑΝΤΑΝΤ. Η μάχη του ΣΟΜ (SOMME) που άρχισε την 1η Ιουλίου 1916 με επίθεση των Βρεταννών κατά των Γερμανών με σκοπό να ανακουφισθούν οι Γάλλοι στον τομέα του Βερντέν, μόνο την πρώτη ημέρα μάχης είχαν 60.000 απώλειες σε νεκρούς και τραυματίες και συνολικά σε όλη την διάρκεια της πολύμηνης αναμέτρησης οι απώλειες για τους Βρεταννούς ανήλθαν σε 600.000 νεκρούς και τραυματίες. Η μάχη του SOMME ήταν μία ΚΟΛΑΣΗ την οποία οι Άγγλοι δεν επρόκειτο να λησμονήσουν ποτέ. Αυτό συνέβαινε σε όλες τις μάχες του Α' Παγκοσμίου Πολέμου διότι οι αντίπαλοι χρησιμοποιούσαν κατά κανόνα νεαρά άτομα ηλικίας 16-17-18-19-20-21-22 ετών, που επιχειρούν με μπαγιονέτες να καταλάβουν τα χαρακώματα με τα θηριώδη συρματοπλέγματα που είχαν ακίδες όπως είναι τα ξυράφια και που πίσω από αυτά τα πολυβόλα τους θέριζαν πριν προλάβουν να διανύσουν μερικά μέτρα μπροστά από τα χαρακώματά τους. Οι προπαγανδιστές που εξήπταν την φαντασία των νεαρών για ηρωϊκά κατορθώματα και δόξα ατελεύτητη, παρέλειπαν να τους πουν ότι ο Πόλεμος ούτε Πανηγύρη - ούτε FIESTA - ούτε Χοροεσπερίδα - ούτε Pick Nick - ούτε Εκδρομή - ούτε Τουρισμός είναι. Αίμα, Δάκρυα, Θάνατος, Είναι.
Δεν πρέπει συνεπώς να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι η ουδετερόφιλη μερίδα στην Ελλάδα έβλεπε την παγκόσμια σύρραξη με τόση βδελυγμία. Την κόλαση των χαρακωμάτων του Α' Παγκοσμίου Πολέμου μπορεί να αντιληφθεί κάποιος αμυδρά, εαν διαβάσει το αντιπολεμικό αφήγημα του Γερμανού συγγραφέα Έριχ Μαρία Ρεμάρκ (ERICH MARIA REMARQUE) με τίτλο "Ουδέν Νεώτερον Από Το Δυτικό Μέτωπο", που είναι μία προσωπική μαρτυρία της φρίκης από τις μάχες στα χαρακώματα της μιάς και της άλλης πλευράς των αντιμαχομένων.
Το 1917 είναι έτος συγκλονιστικών γεγονότων, δύο από τα οποία άλλαξαν την μορφή του κόσμου. Το Τρομερό Δίδυμο Χίντεμπουργκ - Λούντεντορφο που αντικατέστησε τον Φαλκενχάϋν στις 29 Αυγούστου 1916 μετά από διαταγή του Κάϊζερ, για να εξουδετερώσει τις επιθέσεις των Γάλλων και Άγγλων στο Δυτικό Μέτωπο και για να εξοικονομήσει εφεδρείες, περιόρισε το πλάτος του μετώπου αισθητά και κατασκεύασε μία αμυντική γραμμή με μεγάλο βάθος που σε ορισμένα σημεία έφθανε τα 15 χιλιόμετρα, που αποτελείτο από βαρειά συρματοπλέγματα, φωλεές πολυβόλων και τσιμεντένια πολυβολεία η οποία πήρε το όνομα Γραμμή ΖΙΓΚΦΡΙΝΤ (Siegfried Stellung). Την ισχύ της νέας αμυντικής γραμμής των Γερμανών δοκίμασαν σύντομα οι Γάλλοι όταν στις 16 Απριλίου 1917 επιτέθηκαν με 1.000.000 άνδρες για να την διασπάσουν, μέσα στις δύο πρώτες μέρες είχαν 120.000 απώλειες. Ο Γαλλικός στρατός που είχε εξουθενωθεί από τις τρομακτικές απώλειες στασίασε. Η στάση από μονάδα σε μονάδα επεκτάθηκε όπως η φωτιά στο σύνολο σχεδόν του Γαλλικού στρατού και διήρκησε από τις 29 Απριλίου έως τις 10 Ιουνίου 1917. Με τεράστια προσπάθεια ο Γάλλος στρατάρχης Πεταίν κατάφερε να κατευνάσει τους στασιαστές χρησιμοποιώντας την πειθώ αλλά και βίαια μέσα. Είναι άγνωστος ο αριθμός εκείνων που εκτελέστηκαν από τα στρατοδικεία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αν οι Γερμανοί γνώριζαν σχετικά με την Στάση στον Γαλλικό στρατό και είχαν ενεργήσει αμέσως επίθεση, χωρίς δυσκολία θα είχαν προωθηθεί προς το Παρίσι και θα είχαν κατακλύσει την Γαλλία. Έτερο σημαντικό γεγονός ήταν η παραίτηση του Τσάρου Νικολάου Β', που σήμανε και το τέλος της Δυναστείας των Ρωμανώφ στη Ρωσσία. Είχε συνεπώς δίκιο ο άξεστος αλλά διορατικός μουζίκος από την Σιβηρία Γρηγόρης Εφίμοβιτς Ρασπούτιν, όταν συνιστούσε στην Τσαρική Οικογένεια να μην μπει η Ρωσσία στον πόλεμο. Αλλά και όταν είχε μπει συμβούλευε να βγει, διότι όπως έλεγε ο πόλεμος θα κατέστρεφε και την Ρωσσία και την Δυναστεία. Δεν είναι άσχετη η δολοφονία του για τις θέσεις αυτές που υποστήριζε. Την διαχείρηση των πολιτικών πραγμάτων ανέλαβε Προσωρινή Κυβέρνηση που προήρχετο από την Δούμα (Ρωσσική Βουλή), της οποίας κυριότερος εκπρόσωπος ήταν ο Βουλευτής της Δούμας Αλέξανδρος Κέρενσκυ, που έγινε και Πρωθυπουργός μετά από λίγους μήνες. Υπήρξε βραχύβια όμως διότι δεν συνειδητοποίησε ότι ο Ρώσσικος λαός επιθυμούσε διακαώς ειρήνη με οποιοδήποτε τίμημα, πράγμα που είχαν αντιληφθεί οι Μπολσεβίκοι υπό τον Λένιν που κατέλαβαν την εξουσία τον Οκτώβριο ιδίου έτους (1917), μετά από επανάσταση λαού και στρατού λόγω της κολοσσιαίας οικονομικής και κοινωνικής εξαθλιώσεως στην οποία είχε περιέλθει η χώρα από την συνεχιζόμενη παράταση του πολέμου.
Ένα άλλο γεγονός τεράστιας σημασίας ήταν η είσοδος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής στον πόλεμο υπέρ της ΑΝΤΑΝΤ τον Απρίλιο του 1917. Οι Η.Π.Α. χάρις στην θαυμάσια οργανωμένη Αμερικανική βιομηχανία κατώρθωσαν να δημιουργήσουν σχεδόν από το μηδέν ένα τεράστιο και αξιόμαχο στρατό. Αμερικανικές μεραρχίες που συγκροτούντο με καταπληκτική ταχύτητα ενίσχυαν συνεχώς με εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες και με τόννους εφοδίων που εκφορτώνοντο στα γαλλικά λιμάνια το Αμερικανικό εκστρατευτικό σώμα στην Ευρώπη υπό τον στρατηγό Πέρσιγκ, το οποίο από την είσοδο των Η.Π.Α. στον πόλεμο και σε διάστημα ενός έτους υπερέβη το ένα εκατομμύριο άνδρες και έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην τελευταία φάση του πολέμου το 1918. Εάν δεν είχαν εισέλθει οι Η.Π.Α. στον πόλεμο είναι βέβαιο ότι η Γερμανία στηριζόμενη στην γραμμή ΖΙΓΚΦΡΙΝΤ και έχοντας υπό τον έλεγχο τις αχανείς εκτάσεις της Ρωσσίας και τον σιτοβολώνα της Ουκρανίας, μπορούσε να παρατείνει τον πόλεμο για πολλά χρόνια· ο οποίος έτσι θα αποτελματωνόταν. Και ενώ η Ευρώπη πνίγεται κυριολεκτικά στο αίμα της η Ελλάδα κατάφερε να μην παρασυρθεί από την λαίλαπα. Τούτο οφείλεται στο ότι ο Εθνικός Διχασμός - η σύγκρουση μεταξύ δύο αντιθέτων πολιτικών θέσεων σχετικά με το αν η Ελλάδα έπρεπε να εισέλθει στον πόλεμο ευθύς εξ αρχής υπέρ της μίας πλευράς, ή αν έπρεπε να αναμείνει τις εξελίξεις και να ενεργήσει αναλόγως· όσο και αν φαίνεται περίεργο είχε και ένα θετικό αποτέλεσμα. Καθυστέρησε την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο. Μπήκε το τελευταίο έτος του πολέμου (1918) με ακέραιες τις δυνάμεις της και με υψηλό ηθικό έχοντας επικεφαλής ένα ιδιοφυή πολιτικό και μία στρατιά από 200.000λόγχες που άστραφτε και βρόνταγε. Πρώτο λαμπρό δείγμα του νέου στρατού που δημιουργήθηκε ήταν η μάχη του Σκρα ντι Λέγκεν (προεξή του Σκρα) που έγινε στην 17 Μαΐου 1918 στην οποία οι Έλληνες διέπρεψαν ιδιαιτέρως. Προηγήθηκε στις 16 Μαΐου σφοδρός 24ωρος κανονιοβολισμός των Βουλγαρικών αμυντικών θέσεων και στις 4.55 το πρωΐ της 17 Μαΐου πίσω από το κινητό φράγμα του πυροβολικού εξαπολύθηκε η έφοδος των Ελληνικών ταγμάτων. Πέρασαν σαν σίφουνας το φράγμα του Βουλγαρικού πυροβολικού και μέσα σε 10 λεπτά το τάγμα Παπαγιάννη κατέλαβε με έφοδο την κορυφή του Σκρα. Τα άλλα τάγματα έφθασαν επίσης πολύ γρήγορα τους πρώτους αντικειμενικούς σκοπούς τους. Τόσο γρήγορα μάλιστα που το Αγγλο-Γαλλικό πυροβολικό νομίζοντας ότι τα Ελληνικά τάγματα που είχαν καταλάβει τα οχυρώματα ήσαν εχθρικά άρχισε να βάλει εναντίον τους. Οι Έλληνες όμως δεν πτοήθηκαν και συνέχισαν την ακάθεκτη έφοδο μέχρι που κατέλαβαν ολόκληρο το συγκρότημα προς γενική κατάπληξη και θαυμασμό. Οι απώλειες όμως ήσαν πολύ βαρειές: συνολικά 2.600 άνδρες. Η υπέροχη συνεισφορά των Ελλήνων στη κοινή συμμαχική προσπάθεια επαναλήφθηκε το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους (1918) κατά την γενική έφοδο που κατέληξε στην Συνθηκολόγηση της Βουλγαρίας στις 29 Σεπτεμβρίου 1918. Οι απώλειες όμως και πάλι ήσαν βαρειές: συνολικά 3.400 άνδρες. Στις 30 Οκτωβρίου 1918 ο Άγγλος Κάλθορπ υπέγραψε με την Τουρκία την ανακωχή του Μούδρου, ως αναπόφευκτη συνέπεια για τις ήττες που είχε υποστεί από τους Άγγλους στα μέτωπα της Παλαιστίνης, Συρίας και Μεσοποταμίας μετά από σκληρή και παρατεταμένη αντίσταση που δημιούργησε πολλά προβλήματα στους νικητές. Σύμφωνα με τους όρους της ανακωχής στις 13 Νοεμβρίου 1918, οι συμμαχικοί στόλοι της ΑΝΤΑΝΤ εισέπλευσαν στην Προποντίδα (θάλασσα του Μαρμαρά). Μαζί με τα πλοία αυτά εισέπλευσε και ο Αβέρωφ, τι θρυλικό ελληνικό θωρηκτό, που κατεναυμάχησε την Τουρκική αρμάδα κατά τον πρώτο Βαλκανικό πόλεμο. Ο Ελληνικός πληθυσμός της Κωνσταντινουπόλεως αλλόφρων από ενθουσιασμό χαιρέτησε το ένδοξο πολεμικό, που αφού πέρασε μεγαλόπρεπα μπροστά από την παράταξη των συμμαχικών πολεμικών, αγκυροβόλησε απέναντι ακριβώς από την Αγία Σοφία και τα Σουλτανικά Ανάκτορα του Ντολμά Μπαξέ. Στις 3 Νοεμβρίου 1918 υπέγραψε και η Αυστροουγγαρία ανακωχή με τους συμμάχους. Στις 11 Νοεμβρίου 1918 και η Γερμανία υπέγραψε ανακωχή με τους συμμάχους, μετά από την αποτυχία της τελευταίας μεγάλης προσπάθειά της μεταξύ Μαρτίου-Ιουλίου 1918 να διασπάσει το Δυτικό Μέτωπο με 1.000.000 επί πλέον άνδρες που μετέφερε από το Ανατολικό Μέτωπο μετά την συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφση, που υπέγραψε στις 3 Μαρτίου 1918 με εκπροσώπους των Μπολσεβίκων. Έτσι τυπικά έληξε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος που εκτός από τα αναρίθμητα θύματα και τις τεράστιες οικονομικές καταστροφές που προκάλεσε έθεσε σε κίνηση κοινωνικές δυνάμεις, που από καιρό πριν επιζητούσαν να γίνουν ρυθμιστές στις παγκόσμιες εξελίξεις και να αλλάξουν το κοινωνικό status quo με βίαια μέσα - επανάσταση, για ένα καλύτερο όπως πίστευαν κόσμο. Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος είναι επίσης ο τροχός που έθεσε εκ νέου σε κίνηση μία ιδέα - την Μεγάλη Ιδέα των Ελλήνων όπως είναι ευρύτερα γνωστή η πολιτική και συγχρόνως στρατιωτική προσπάθεια για ενοποίηση όλων των Ελληνικών - χριστιανικών πληθυσμών που ευρίσκοντο και στις δύο ακτές του Αιγαίου κάτω από την ίδια στέγη - να υλοποιηθεί έστω και προσωρινά. Ο σπόρος για την ενσωμάτωση της ΙΩΝΙΑΣ στην Ελληνική Επικράτεια ερρίφθη για πρώτη φορά από τους Άγγλους τον Φεβρουάριο του 1915, όταν είχε ανακύψει το ζήτημα σχετικά με την συμμετοχή Ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στην εκστρατεία κατά των Δαρδανελλίων. Οπότε τώρα μετά τις βαρειές θυσίες που υπέστησαν οι Έλληνες στη κοινή προσπάθεια των δυνάμεων της ΑΝΤΑΝΤ να ανατρέψουν τους αντιπάλους τους στο Μακεδονικό Μέτωπο, είχε έλθει ο χρόνος για την εκπλήρωση της υπόσχεσης που τους είχε δοθεί όσον αφορά την ΙΩΝΙΑ ως επιβράβευση για την πίστη και την αφοσίωση που έδειξαν στην υπόθεση της Συμμαχίας. Η τιμή αυτή ανήκει αποκλειστικά στον Ελευθέριο Βενιζέλο ο οποίος εκτός από μεγάλος πολιτικός υπήρξε και ποιητής και οραματιστής. Μόλις σίγησαν τα όπλα οι διπλωματικές αντιπροσωπίες των Νικητριών Δυνάμεων στην Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων άρχισαν πυρετωδώς εργασίες για την διαμόρφωση του κόσμου και προέκυψε με το Τέλος του Μεγάλου Πολέμου. Παλαιές Αυτοκρατορίες και Δυναστείες κατέρρευσαν: Τσαρική Ρωσσία και η Δυναστεία των Ρωμανώφ, Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία και Αψβούργοι, Οθωμανική Αυτοκρατορία, ήσαν παρελθόν. Νέα Κράτη προέκυψαν. Ο Εμφύλιος Πόλεμος εμαίνετο στην αχανή Ρωσσία μεταξύ Μπολσεβίκων υπό τον Λένιν και των Λευκών αντεπαναστατών. Οι ισχυροί του πλανήτη έκριναν ότι μία Νέα Τάξη Πραγμάτων έπρεπε να επιβληθεί. Ο Βενιζέλος ήταν από τους πρώτους που έσπευσε στο Παρίσι για να παρακολουθήσει από κοντά τις εργασίες της Συνδιασκέψεως για τα θέματα που αφορούσαν άμεσα την Ελλάδα, για να μπορεί να επηρεάσει με την πληθωρική προσωπικότητά του θετικά τις εξελίξεις. Τρεις ήσαν οι προσωπικότητες που κυριάρχησαν στην Συνδιάσκεψη των Παρισίων: Γούντροου Ουίλσον, Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, Ντέϊβιντ Λόϋντ Τζώρτζ, Πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρεταννίας, Ζωρζ Κλεμανσώ, Πρωθυπουργός της Γαλλικής Δημοκρατίας. Εκείνος από τους τρεις που κινούσε τα νήματα της Συνδυασκέψεως δεν ήταν ο ιδεαλιστής Πρόεδρος των Η.Π.Α. Ουΐλσον, αλλά ο αυταρχικός, οξυδερκής, πληθωρικός και αρκετά ευέλικτος Πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρεταννίας Ντέϊβιντ Λόϋντ Τζωρτζ.
Αυτούς τους τρεις ισχυρούς μεγάλους ηγέτες επιχείρησε να επηρεάσει ο Βενιζέλος. Για να επιτύχει τον στόχο του χρησιμοποίησε όλη του την γοητεία όταν υποδέχετο τους καλεσμένους του στο ξενοδοχείο Μερσεντές και εύρισκε πάντοτε χρόνο να καλλιεργεί φιλικές σχέσεις ακόμη και με το κατώτερο προσωπικό σημαντικών ξένων αντιπροσωπειών, πάντοτε διαθέσιμος, πάντοτε πειστικός, ο Βενιζέλος ήταν ένας από τους αστέρες της Συνδιασκέψεως. Ο Χάρολντ Νίκολσον ένας από τους Βρεταννούς εμπειρογνώμονες έγραφε γι' αυτόν σχετικά στον πατέρα του "Αυτός και ο Λένιν είναι οι μόνες πραγματικές φυσιογνωμίες της Ευρώπης. Η ομιλία του ήταν ένα περίεργο κράμα από γοητεία, ρεαλισμό, πολιτική διεθνούς εμβέλειας, πατριωτισμό, θάρρος, φιλολογία - μα πάνω απ' όλα, ήταν αυτός ο ίδιος ο μεγαλόσωμος, γεροδεμένος, χαμογελαστός άνδρας, με μάτια που άστραφταν πίσω από τα γυαλιά του και με ένα τετράγωνο σκούφο από μαύρο μεταξωτό ύφασμα στο κεφάλι". Πολύ γρήγορα απέκτησε φήμη ότι είναι μετριοπαθής, σοφός και ηγετική φυσιογνωμία. Η φήμη του αυτή εστηρίζετο στο ότι διεπνέετο από ενθουσιώδη ειλικρίνεια και ισχυρή θέληση, την οποία συνδύαζε με γοητεία στη συμπεριφορά και διπλωματικότητα στην πολιτική του, που του επέτρεπε να ασκήσει την μεγαλύτερη δυνατή πίεση υπέρ των ελληνικών διεκδικήσεων. Επιδείκνυε απόλυτη διάθεση συνεργασίας σε περιφερειακά ζητήματα, όπως στο ζήτημα της Κοινωνίας των Εθνών για το οποίο έδειχναν ενδιαφέρον οι Ηνωμένες Πολιτείες, για το ζήτημα της εμπλοκής των Γάλλων στην εμφύλια διαμάχη μεταξύ Κόκκινων και Λευκών στη νότια Ρωσσία και συγκεκριμένα υπέρ των τελευταίων, για το ζήτημα της Κύπρου για το οποίο η Μεγάλη Βρεταννία έδειχνε όπως και η Ελλάδα ενδιαφέρον αλλά και για άλλα θέματα, ελπίζοντας ότι έτσι θα εξασφαλίσει την πλήρη υποστήριξή τους έναντι της Ιταλίας που έδειχνε να ενδιαφέρεται εξίσου με την Ελλάδα για την Μικρά Ασία. Ο Τσάπλε Σέϋμουρ Αμερικανός αντιπρόσωπος στην Συνδιάσκεψη τον περιέγραψε ως εξής:Μπορώ να καταλάβω πως απέκτησε την φήμη του μεγάλου πολιτικού ηγέτη. Με αυτόν τον τρόπο: αντιλαμβανόμενος ότι το ισχυρότερο όπλο του θα ήταν η δική μας πίστη στην εντιμότητά του, πήρε την απόφαση να ανοίξει τα χαρτιά του και να μας μιλήσει με απόλυτη ειλικρίνεια - και αυτό νομίζω ότι έκανε. Η ιδιοφυΐα αυτής της πολιτικής θυμίζει σχεδόν Βίσμαρκ. Αν είχε επιχειρήσει καμία από τις διπρόσωπες συναλλαγές που κάνουν διάφοροι άλλοι, θα είχε αποτύχει· τώρα έχει όλη μας την συμπαράσταση. Η πολιτική του διακρίνεται για την μερτιοπάθειά της. Αντιθέτως ο Βρεταννός εμπειρογνώμων Χάρολντ Νίκολσον αν και είναι γοητευμένος από τον Βενιζέλο, έχει την γνώμη ότι έχει επεκτατικές βλέψεις όπως και πολλοί άλλοι, αλλά ότι είναι περισσότερο ανθρωπιστής από όλους αυτούς, ότι έχει μια εξαιρετική ευφυΐα έτοιμη οποιαδήποτε στιγμή να την χρησιμοποιήσει για επίθεση, και ότι διακρίνεται από μία πραότητα κάτω από την οποία όμως κρύβεται μία ατσαλένια θέληση για επιβολή. Μέσα στα πλαίσια της ευέλικτης πολιτικής που είχε καθιερώσει ο Βενιζέλος επειδή ήθελε να κερδίσει την εύνοια του Ζώρζ Κλεμανσώ και της Γαλλίας σχετικά με το Μικρασιατικό ζήτημα που τον ενδιέφερε, έδειξε προθυμία στο να στείλει δύο (2) μεραρχίες τον Ιανουάριο του 1919 για να ενισχύσει τους Γάλλους που είχαν αποβιβαστεί στην Οδησσό τον Δεκέμβριο του 1918 προκειμένου να βοηθήσουν τους Ρώσσους του Λευκού Στρατού του Ντενίκιν κατά των Μπολσεβίκων στην Ουκρανία. Η εκστρατεία αυτή αν και είχε οικτρό τέλος, ενίσχυσε την θέση του στην Συνδιάσκεψη των Παρισίων. Δεν χρειάστηκε να πείσει τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής Γούντροου Ουΐλσον υπέρ των ελληνικών θέσεων, διότι ήταν ο εμπνευστής και υποστηρικτής της ιδέας για την αυτοδιάθεση των Εθνών και συνεπώς και των μικρασιατικών πληθυσμών ελληνικής καταγωγής που διατελούσαν υπό Τουρκική κυριαρχία. Δεν χρειάστηκε επίσης να καταβάλει ιδιαίτερη προσπάθεια για να πείσει τον Λόϋντ Τζώρτζ σχετικά με τις ελληνικές θέσεις για την Μικρά Ασία: ήταν έτσι και αλλοιώς ένθερμος υποστηρικτής των Ελλήνων διότι ήταν πεπεισμένος ότι η Ελλάδα ήταν ανερχόμενη δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο και οι Έλληνες, ένα ρωμαλέο, δραστήριο και αναπτυσσόμενο Έθνος, σε αντίθεση με το Τουρκικό Έθνος για το οποίο είχε την γνώμη ότι ήταν σε παρακμή. Την αυτή με το Λόϋντ Τζώρτζ άποψη για τους Τούρκους είχε και ο Βενιζέλος ο οποίος σε συζήτηση που είχε με τον Γεώργιο Σρέϊτ, υπουργό των Εξωτερικών της Ελλάδος το έτος 1915, φέρεται όπως αναφέρει σχετικά ο Παύλος Καρολίδης στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους να εδήλωσε τα εξής "δεν ήταν ικανοποιημένος με την Συνθήκη του Βουκουρεστίου και δεν θεώρησε ότι με αυτήν είχαν οριστικά διευθετηθεί οι υποθέσεις των Βαλκανίων και της Ανατολής. Απλά είχε γίνει το πρώτο σταθερό βήμα μίας έστω μακροχρόνιας ανακωχής, που κατά την άποψή του, θα προετοίμαζε αργότερα την οριστική λύση του Ανατολικού ζητήματος, δηλαδή ή την οριστική διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ή την επιβολή σ' αυτήν ισοπολιτείας για όλους ανεξαιρέτως τους λαούς που την κατοικούσαν. Το συμπέρασμα αυτό το στήριζε στην εσωτερική κατάσταση του Οθωμανικού κράτους, που εξαιτίας της ετερογενούς συστάσεως και της θεοκρατικής του υποστάσεως, δεν διέθετε το αναγκαίο έρεισμα για αναγέννηση και εκσυγχρονισμό και αδυνατούσε να συναγωνιστεί με τα νεοσύστατα σφριγηλά κράτη που το περιέβαλλαν. Σ' αυτό συντελούσαν και άλλα καθαρά βιολογικά στοιχεία της Τουρκικής φυλής εκδηλούμενα στην εν γένει ιδιοσυγκρασία και νοοτροπία του λαού, που σε πολλές περιπτώσεις, όταν του δόθηκε η ευκαιρία να αναβαπτιστεί προς οποιαδήποτε εξέλιξη, παρέμεινε αδιάφορος, νωχελικός και απλός θεατής, αμέτοχος σε κάθε πρωτοβουλία και δράση. Ωστόσο είχε επικεφαλής υπέροχους ηγεμόνες και άλλους πολιτικούς, από τους οποίους οι περισσότεροι προήλθαν από διασταύρωση Τούρκων με αλλόφυλες γυναίκες, ελληνικής, αλβανικής, κιρκασιακής ή σλαβικής καταγωγής, που μάταια θυσιάστηκαν για την Τουρκική Αναγέννηση". Με δεδομένη την πεποίθεση ο Λόϋντ Τζώρτζ σε μία Ελληνική αναγέννηση, την οποία σε κάθε ευκαιρία προωθούσε ο Βενιζέλος, αγνοούσε τις προειδοποιήσεις στρατιωτικών και πολιτικών συμβούλων μεταξύ των οποίων και ο Τσώρτσιλ: ότι το μελετόμενο εγχείρημα για αποστολή Ελληνικού στρατού στη Σμύρνη για την προστασία του χριστιανικού πληθυσμού της περιοχής ήταν μη ρεαλιστικό και έκρυβε πολλούς κινδύνους για τους Έλληνες, διότι θα προσέκρουε στον Τουρκικό Εθνικισμό ο οποίος θα αφυπνίζετο από το sock που είχε υποστεί μετά την πρόσφατη μεγάλη ήττα στον Παγκόσμιο Πόλεμο όταν ο ιστορικός αντίπαλος θα πατούσε το πόδι του στις ακτές της ΙΩΝΙΑΣ. Ο Λόϋντ Τζώρτζ δεν πτοήθηκε από τις αντίθετες εισηγήσεις των συμβούλων του, είχε πεισθεί ότι η νέα Ελλάδα επρόκειτο να γίνει ο φορέας των Βρεταννικών συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο, η δύναμη στην οποία θα μπορούσε να στηρικτεί η Μεγάλη Βρεταννία εάν επρόκειτο να διατρέξουν κίνδυνο οι επικοινωνίες της με την Ινδία ή η ελευθερία των Στενών. Η επιλογή της Ελλάδος για την στήριξη συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο δεν ήταν τυχαία: Ο Λόϋντ Τζώρτζ ειδικά και όχι όλος ο πολιτικός κόσμος της Μεγάλης Βρεταννίας επιθυμούσε να τιμωρήσει αυστηρά την Τουρκία, διότι ετόλμησε να γυρίσει την πλάτη στην Αγγλία σε μία περίοδο εξαιρετικά κρίσιμη για την ύπαρξή της με το να συμπαραταχθεί με τον επικίνδυνο αντίπαλό της. Για τον λόγο αυτό ήθελε να την απωθήσει στο εσωτερικό του υψιπέδου της Ανατολίας και να αφήσει τους Έλληνες κυρίαρχους στα παράλια της Μικράς Ασίας, στα Στενά του Ελλησπόντου και στη Θράκη. Υπέροχο Όραμα. Πόσο όμως ήταν εφικτό όταν εβασίζετο σε μία εσφαλμένη προϋπόθεση όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων : ότι το Τουρκικό Έθνος δεν επρόκειτο να αντιδράσει και ότι θα αποδέχετο την μοίρα του; Μετά από μαραθώνιες συζητήσεις μεταξύ των Τριών Μεγάλων της Συμμαχίας Γούντροου Ουΐλσον - Λόϋντ Τζώρτζ - Ζωρζ Κλεμανσώ ο κύβος ερρίφθη. Στις 6 Μαΐου 1919 αποφασίσθηκε η άμεση απόβαση Ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη· κατόπιν τούτου ενημερώθηκε η Ελληνική Κυβέρνηση για να προετοιμασθεί σχετικά. Στρατιωτικοί κύκλοι όμως της Συμμαχίας δεν συμμερίζοντο την αισιοδοξία των Τριών Μεγάλων:ο εκπρόσωπος της Μεγάλης Βρεταννίας στη Σμύρνη Α. Ντίξον (Α. Dixon), απηύθυνε στους ανωτέρους του μία σοβαρή προειδοποίηση "Αν οι Έλληνες αποβιβαστούν στη Σμύρνη, το αίμα θα τρέξει άφθονο". Και άλλοι όμως αντιπρόσωποι της ΑΝΤΑΝΤ στη Τουρκία όπως ο στρατηγός Φρανσέ Ντ' Εσπεραί και ο ναύαρχος Κάλθορπ έκαναν παρόμοιες δυσοίωνες προβλέψεις τονίζοντας σχετικά "Οι δυνάμεις κατοχής δεν διακινδυνεύουν να εμπλακούν σ' έναν ανταρτοπόλεμο;". Ο στρατηγός μάλιστα του Βρεταννικού Επιτελείου Η Wilson εκτιμά ότι πρόκειται για ένα σοβαρό σφάλμα "Οι Τούρκοι δεν πρόκειται να αποδεχτούν ποτέ την εγκατάσταση Ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία". Η απόφαση όμως έχει ληφθεί και οι εξελίξεις είναι ραγδαίες : στις 14 Μαΐου 1919 αποσπάσματα συμμαχικού στρατού υπό την διοίκηση του ναυάρχου Κάλθορπ αποβιβάστηκαν και κατέλαβαν τα οχυρά της Σμύρνης για να αποτραπεί Τουρκική αντίδραση κατά την επικείμενη απόβαση Ελληνικού στρατού στην πρωτεύουσα της ΙΩΝΙΑΣ. Οι ειδήσεις για την άφιξη Ελληνικού στρατού διαδόθηκαν ταχύτατα. Κατά την διάρκεια της νύκτας μερικές χιλιάδες Τούρκοι συγκεντρώθηκαν στα υψώματα του Μπαχρί-Μπαμπά, κοντά στο εβραϊκό νεκροταφείο, όπου άναψαν φωτιές και κτυπούσαν τύμπανα σε ένδειξη διαμαρτυρίας καλώντας συγχρόνως τον μουσουλμανικό πληθυσμό σε αντίσταση. Τα χαράματα της επομένης 15 Μαΐου 1919 τα ελληνικά θωρηκτά Αβέρωφ και Λήμνος, συνοδευόμενα από μεταγωγικά σκάφη, αγκυροβόλησαν στον κόλπο της Σμύρνης. Τα πρώτα Ελληνικά στρατιωτικά τμήματα αποβιβάστηκαν γύρω στις επτά το πρωΐ. Πλήθη κόσμου είχαν κατακλύσει την προκυμαία σείοντας ελληνικές σημαίες και ζητωκραυγάζοντας δυνατά τους φαντάρους που πατούσαν την Ιερή Γη της ΙΩΝΙΑΣ για πρώτη φορά από την εποχή του Βασιλιά της Σπάρτης Αγησιλάου, μέσα σ' ένα παραλήρημα χαράς, συγκίνησης και πατριωτικής έξαρσης, ενώ οι καμπάνες των εκκλησιών κτυπούσαν εκκωφαντικά και οι σειρήνες των πλοίων σφύριζαν δαιμονιοδώς. Δυστυχώς η χαρά της απελευθέρωσης επρόκειτο πολύ σύντομα να επισκιασθεί και αμαυρωθεί από θλιβερά επεισόδια με πρωταγωνιστές τόσο Τούρκους όσο και Έλληνες. Ενώ Ελληνικά στρατιωτικά τμήματα διήρχοντο μπροστά από το Διοικητήριο και τον παρακείμενο Τουρκικό στρατώνα, κάποιος από την Τουρκική πλευρά έρριξε έναν πυροβολισμό κατά των Ελλήνων. Επακολούθησε πανδαιμόνιο πυροβολισμών και η συμπλοκή γενικεύτηκε όχι μόνο στο σημείο αυτό αλλά επεκτάθηκε σ' όλη την πόλη και τα περίχωρα. Ο τελικός απολογισμός ήταν 400 περίπου Τούρκοι νεκροί και τραυματίες και 100 περίπου Έλληνες. Μία εβδομάδα μετά τα θλιβερά επεισόδια της Σμύρνης η Ελληνική κατοχή επεκτάθηκε σε όλη την ενδοχώρα στη οποία συμπεριλαμβάνοντο η Μαγνησία, το Αϊδίνιο, το Αϊβαλί, η Τιρέ, ο Κασαμπάς, η Ναζλί, το Ακχισάρ, η Πέργαμος. Η επέκταση της κατοχής συνοδεύτηκε όπως και η πρώτη ημέρα της αποβάσεως στη Σμύρνη από σφαγές και πάσης φύσεως υπερβολές τόσο από την πλευρά των Τούρκων όσο και των Ελλήνων. Το Αϊδίνιο καταλήφθηκε από τους Έλληνες στις 27 Μαΐου 1919 και μεταξύ 29-30 Μαΐου εκκενώθηκε μετά από φρικώδεις σφαγές που διέπραξαν ένοπλα Τουρκικά σώματα σε βάρος του χριστιανικού πληθυσμού και ανακαταλήφθηκε στις 4 Ιουλίου 1919. Το αντάρτικο ήταν γεγονός. Οι ΚΑΣΣΑΝΔΡΕΣ επαληθεύτηκαν. Η απόβαση των Ελλήνων στη Σμύρνη προκάλεσε sock στην Τουρκική κοινή γνώμη. Συμβιβάστηκαν με την κατάληψη της Μοσούλης από τους Άγγλους. Συμβιβάστηκαν με την εγκατάσταση συμμαχικών στρατιωτικών δυνάμεων στη Θράκη και στα Στενά. Συμβιβάστηκαν με την παρουσία των Γάλλων στη Κιλικία. Συμβιβάστηκαν με την παρουσία των Ιταλών στην Αττάλεια. Δεν εννοούν όμως να συμβιβαστούν καθόλου με την κατοχή της Σμύρνης από τους Έλληνες. Θεωρούν ότι η παρουσία τους εκεί προσβάλλει την εθνική τους αξιοπρέπεια και τιμή και ότι αποτελεί προοίμιο ενσωμάτωσης της περιοχής στην Ελληνική Επικράτεια. Από τις 16 Μαΐου 1919 εκατοντάδες τηλεγραφήματα διαμαρτυρίας από όλα τα διαμερίσματα της χώρας φθάνουν στην Υψηλή Πύλη. Ο Σουλτάνος όπως ο ίδιος ομολογεί στον εξάδελφό του Αμπντούλ Μετζίτ "Κλαίει σαν γυναίκα". Στην Κωνσταντινούπολη όλοι οι χώροι διασκεδάσεως - κινηματογράφοι, μουσικά καφενεία, θέατρα, καζίνα - καλούνται να κλείσουν σε ένδειξη πένθους. Ο Τύπος ουρλιάζει από λύσσα και οδύνη. Ακόμη και φιλοαντατικές εφημερίδες όπως η Sabah, η Istanbul εξεγείρονται κατά της κατοχής και με πρωτοσέλιδους τίτλους διακηρύσσουν ότι οι Τούρκοι δεν πρόκειται να δεχτούν ποτέ την απόσπαση της Σμύρνης από την Ανατολία. Ο μουσουλμανικός πληθυσμός της πρωτεύουσας εκδηλώνει την αγανάκτησή του με βιαιότητα. Από την μία έως την άλλη άκρη της Πόλης οργανώνονται δημόσιες συγκεντρώσεις και πορείες διαμαρτυρίας. Στις 19 Μαΐου 1919 γίνεται μία μεγάλη συγκέντρωση στην Κωνσταντινούπολη μπροστά από το Τέμενος του Φατίχ, με συμμετοχή πλήθους που υπερβαίνει τις 50.000.
Επάνω στο βήμα που περιβάλλεται από μαύρο ύφασμα μία γυναίκα ντυμένη στα μαύρα απευθυνόμενη στα πλήθη βροντοφωνάζει "Αδελφοί μου, αδελφές μου, αγαπητοί μου συμπολίτες, οι Τούρκοι ζουν σήμερα τις μελανότερες σελίδες της Ιστορίας τους, αλλά η αυγή είναι ήδη παρούσα μέσα στα σκοτάδια της νύκτας". Ήταν η Χαλιντέ Εντίπ, μία από τις πιο διάσημες συγγραφείς της χώρας. Στις 20 Μαΐου μία δεύτερη συγκέντρωση οργανώνεται στο Σκούταρι που ευρίσκεται στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου, όπου οι παρευρισμόμενοι συγκινημένοι από τις προτροπές των αυτοσχέδιων ρητόρων κλαίνε γοερά για τα πάθη της Τουρκίας. Την Παρασκευή 23 Μαΐου 200.000 άτομα συρρέουν στο Τέμενος του Σουλτάνου Αχμέτ, το πασίγνωστο "Μπλέ Τζαμί", όπου μετά από τις προτροπές των διοργανωτών της συγκεντρώσεως ορκίζονται επίσημα ότι είναι πρόθυμοι να δώσουν την ζωή τους για την Σμύρνη.
Το κύμα της λαϊκής οργής ανησυχεί τους αντιπροσώπους της ΑΝΤΑΝΤ. Την τελευταία εβδομάδα του Μαΐου τα συμμαχικά στρατεύματα κατοχής απαγορεύουν τις συγκεντρώσεις. Οι κάτοικοι όμως της Κωνσταντινουπόλεως αγνοούν την απαγόρευση και εξακολουθούν να συρρέουν στα Τεμένη. Στις 30 Μαΐου ένα τεράστιο πλήθος κατακλύζει εκ νέου το Τέμενος του Σουλτάνου Αχμέτ, όπου οι πιστοί προσεύχονται με θέρμη, μετά το πέρας της προσευχής ο ιμάμης τους καλεί με τρομερή φωνή παλλόμενη από συγκίνηση να κραυγάσουν όλοι μαζί "Αλλαχ ου Ακμπάρ...Αλλαχ ου Ακμπάρ...Αλλαχ ου Ακμπάρ (Ο Θεός είναι Μεγάλος)". Ο Σουλτάνος Βαχιντεντίν επικροτεί τις λαϊκές διαδηλώσεις, αλλά συνιστά φρόνηση στους αξιωματικούς που παρουσιάζονται για να ζητήσουν διαταγές "Πρέπει να ανοίξουμε το στόμα μας, να υψώσουμε την φωνή μας, να απαιτήσουμε δικαιοσύνη. Ας προσέξουμε όμως να μην υψώσουμε το χέρι μας". Για να δείξει την δυσαρέσκειά του ο Σουλτάνος παύει προσωρινά τις διώξεις κατά των Νεοτούρκων που είχαν συλληφθεί μετά από απαίτηση των Συμμάχων και απολύει ορισμένους δημόσιους λειτουργούς ελληνικής καταγωγής. Δεν κάνει τίποτε άλλο. Ελπίζει ότι τα πράγματα μπορούν να διευθετηθούν με φιλικό τρόπο. Οι φιλοαντατικές εφημερίδες όπως μεταξύ των άλλων η Alemdar ικετεύουν την κυβέρνηση του Λονδίνου, να αντικαταστήσει τα Ελληνικά στρατεύματα στη Σμύρνη με Βρεταννικά. Γεγονός είναι ότι η απόβαση Ελληνικών δυνάμεων στη Σμύρνη προκάλεσε πολιτικό σεισμό στη Τουρκία. Η κοινή γνώμη είχε την τάση να απομακρύνεται βαθμιαία από εκείνους που ετάσσοντο υπέρ μίας διευθετήσεως με τους Συμμάχους και να προσβλέπει περισσότερο προς αυτούς που ήσαν οπαδοί της εθνικής αντιδράσεως με βίαια μέσα. Οι πατριωτικές οργανώσεις πολλαπλασιάζονται με μεγάλη ταχύτητα, έστω και αν μεταξύ αυτών αναμιγνύονται και ομάδες με ληστρικές κατευθύνσεις. Οι επιδρομές τους και οι ενέδρες τους ταλαιπωρούν τους Έλληνες που αρχικά είχαν πιστεύσει ότι επρόκειτο για ένα στρατιωτικό περίπατο.
Έτσι οι δυνάμεις κατοχής εξαιτίας της αυξανόμενης Τουρκικής αντιστάσεως από 30.000 που ήσαν τον μήνα Μάϊο αυξήθηκαν σε 60.000 κατά τον μήνα Δεκέμβριο 1919. Τους πρώτους μήνες του 1920 αυξήθηκαν σε 90.000 και περί το τέλος του έτους εκείνου αυξήθηκαν σε 120.000 άνδρες. Ενώ κατά το τελευταίο έτος της μικρασιατικής περιπέτειας έφθασαν να αριθμούν 220.000 άνδρες. Η Μικρά Ασία είχε μεταβληθεί σε πίθο των Δαναΐδων που απορροφούσε συνεχώς δυνάμεις, οι οποίες δεν ήσαν ποτέ αρκετές για να καλύψουν τις διευρυνόμενες ανάγκες ενός αδηφάγου μετώπου. Ο περίπατος μεταβλήθηκε σε ΕΦΙΑΛΤΗ.
Το αδιέξοδο της Ελληνικής εμπλοκής διαπιστώνεται και στα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν δύο ανεξάρτητες έρευνες που έγιναν το καλοκαίρι του 1919 από την Διασυμμαχική Ανακριτική Επιτροπή σχετικά με τα θλιβερά επεισόδια που έγιναν και πήραν μεγάλη έκταση κατά την απόβαση των Ελληνικών στρατιωτικών τμημάτων στη Σμύρνη, και από τον στρατηγό Μίλν διοικητή των Βρεταννικών δυνάμεων στην Τουρκία, σχετικά με τις ελληνοτουρκικές συγκρούσεις κατά μήκος της μεθορίου της ζώνης κατοχής που είχε ορισθεί για τους Έλληνες . Οι έρευνες αυτές αναγκαστικά έθιξαν και το ευρύτερο ζήτημα της στρατηγικής θέσεως των Ελλήνων. Στο πόρισμα του στρατηγού Μιλν επισημαίνεται ότι "Το μεγαλύτερο μέρος των Τουρκικών δυνάμεων αποτελείται από οργανωμένες συμμορίες ληστών ενισχυμένες με οπλισμένους χωρικούς που τους έχουν διώξει από τα χωριά τους οι Έλληνες και που είναι αποφασισμένοι να εμποδίσουν την παραπέρα προέλαση των Ελλήνων. Αυτές οι ένοπλες δυνάμεις, οι οποίες ενισχύονται από τις τακτικές μονάδες του Τουρκικού στρατού, έχουν μεγάλη δύναμη. Η Τουρκική κυβέρνηση δεν ελέγχει αυτές τις δυνάμεις, που έχουν δεσμευτεί να διώξουν τους Έλληνες από την Ασία, και έτσι δεν μπορεί να επιμείνει (η Τουρκική Σουλτανική κυβέρνηση εννοείται) ώστε να αποσυρθούν από οποιαδήποτε ρητά καθορισμένη γραμμή. Οι Ελληνικές δυνάμεις, που σε πολλά σημεία έχουν προχωρήσει σε καθαρά Τουρκική περιοχή και σε εξαιρετικά δύσβατα εδάφη, είναι από άποψη τακτικής άσχημα τοποθετημένες και κάθε περαιτέρω προώθηση για να αποκτήσουν καλύτερες θέσεις θα συναντήσει πολύ μεγάλη αντίσταση η οποία για να καμφθεί θα απαιτηθούν σφοδρές μάχες. Ο ανταρτοπόλεμος θα κρατήσει όσο τα Ελληνικά στρατεύματα παραμένουν στο Σαντζάκι της Σμύρνης, και οποιαδήποτε παραπέρα προώθηση θα δημιουργήσει μεγαλύτερες δυσκολίες". Η Διασυμμαχική Ανακριτική Επιτροπή σχετικά με τα γεγονότα του Μαΐου που αποτελείτο από τον ναύαρχο Μπρίστολ για τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον στρατηγό Μπυνού για τη Γαλλία, τον στρατηγό Χαίαρ για την Αγγλία, τον στρατηγό Ντάλλ' Ολιο για την Ιταλία και από τον συνταγματάρχη Μαζαράκη για την Ελλάδα ως Έλληνα παρατηρητή χωρίς ψήφο, υπέβαλε το πόρισμά της τον Οκτώβριο του 1919 το οποίο ήταν εξαιρετικά δυσμενές για τους Έλληνες. Εκτός του ότι τους θεωρούσε υπεύθυνους για τα γεγονότα που ακολούθησαν την απόβαση και για την αταξία και για την αιματοχυσία στο εσωτερικό κατά την διάρκεια της Ελληνικής προελάσεως, επανεξετάζοντας συνολικά το ζήτημα της Ελληνικής κατοχής στη Σμύρνη και την ευρύτερη περιοχή κατέληξαν στα εξής συμπεράσματα: Α) Ότι αν η στρατιωτική κατοχή της χώρας θα είχε ως μόνο στόχο την διατήρηση της ασφάλειας και της κοινωνικής ευημερίας, αυτή η κατοχή έπρεπε να ανατεθεί όχι σε Ελληνικά αλλά σε Συμμαχικά στρατεύματα, υπό την εξουσία του ανώτατου διοικητή της Συμμαχίας στη Μικρά Ασία. Β) Ότι η κατοχή από μόνους τους Έλληνες δεν έπρεπε να διατηρηθεί, εκτός αν η συνδιάσκεψη της ειρήνης ήταν αποφασισμένη να αναγγείλει την πλήρη και οριστική προσάρτηση της χώρας από την Ελλάδα. Γ) Ότι η καθαρή και απλή προσάρτηση όπως αναφέρεται πιο πάνω, θα ήταν αντίθετη με την αρχή που διακηρύσσει τον σεβασμό για τις εθνότητες, διότι στις κατεχόμενες περιοχές, εκτός από τις πόλεις της Σμύρνης και το Αϊβαλί, η υπεροχή του Τουρκικού στοιχείου απέναντι στο Ελληνικό ήταν αναμφισβήτητη. Είναι χρέος της Επιτροπής να επισημάνει το γεγονός ότι το εθνικό αίσθημα των Τούρκων, που έχει ήδη καταστήσει εμφανή την αντίστασή του, δεν θα αποδεχθεί ποτέ αυτή την προσάρτηση. Θα υποταχθεί μόνο στη δύναμη, δηλαδή μπροστά σε μία στρατιωτική επιχείρηση που η Ελλάδα μόνη της, δεν μπορεί να την πραγματοποιήσει με ελπίδα επιτυχίας". Το τελικό συμπέρασμα της Επιτροπής ήταν ότι είτε όλα είτε μέρος από τα Ελληνικά στρατεύματα θα έπρεπε το ταχύτερο να αντικατασταθούν με στρατεύματα Συμμαχικά, πολύ μικρότερα σε αριθμό. Και ότι όταν θα έχει γίνει αυτό, η Τουρκική Χωροφυλακή την οποία θα αναδιοργάνωνε ομάδα αξιωματικών της Συμμαχίας υπό την διοίκηση των οποίων θα τελούσε προκειμένου να εξασφαλιστεί η τάξη σε όλη την περιοχή, θα αποσύροντο τελικά τα Συμμαχικά στρατεύματα. Αυτό δηλαδή που συνιστούσε η Διασυμμαχική Ανακριτική Επιτροπή, όπως επίσης και η Βρεταννική Υπάτη Αρμοστεία Κωνσταντινουπόλεως, δεν ήταν άλλο από τον τερματισμό της Ελληνικής κατοχής και την απόρριψη των Ελληνικών διεκδικήσεων στη Μικρά Ασία. Ο Βενιζέλος αντέδρασε έντονα στα δυσμενή για την Ελλάδα συμπεράσματα του πορίσματος της Διασυμμαχικής Ανακριτικής Επιτροπής λέγοντας ότι: η αταξία και τα επεισόδια στα σύνορα της Ελληνικής ζώνης δεν οφείλοντο καθόλου στην Ελληνική κατοχή αλλά στην αβεβαιότητα ως προς τις τελικές αποφάσεις της Συνδιασκέψεως για την ειρήνη στην Ανατολία. Και ότι η τάξη θα αποκαθίστατο αμέσως μόλις οι Τούρκοι συνειδητοποιούσαν ότι δεν επρόκειτο να βρουν υποστήριξη από μέλη της Συμμαχίας όταν θα υποκινούσαν ταραχές. Παρά την φαινομενική αισιοδοξία ο Βενιζέλος ανησυχούσε για την παρατεινόμενη εκκρεμότητα σχετικά με την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης για την Ανατολία και σε μακροσκελή επιστολή του με ημερομηνία 27 Οκτωβρίου 1919 προς Λόϋντ Τζωρτζ, του τονίζει ότι αν και έχει περάσει ένα έτος από την υπογραφή της Ανακωχής με την Τουρκία (30/10/1918) η μη υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης ενθαρρύνει τους Τούρκους Εθνικιστές να ενισχύουν συνεχώς τον τακτικό στρατό που συγκεντρώνουν. Και έτσι υπάρχει κίνδυνος εάν χρονοτριβίσει ακόμη περισσότερο η υπογραφή της σχετικής Συνθήκης, να μην είναι δυνατή πλέον η επιβολή των όρων της ειρήνης με στρατιωτικά μέσα. Την αγωνία και τους φόβους του για την οριστική διευθέτηση των Ελληνικών αξιώσεων σχετικά με την Μικρά Ασία εκμυστηρεύτηκε ο Βενιζέλος στον Άγγλο στρατηγό Henry Wilson, ο οποίος όπως ο ίδιος βεβαιώνει (Wilson) συμμερίστηκε τους φόβους του και του είπε με κάθε ειλικρίνεια ότι έχει μπλέξει πολύ άσχημα, επισήμανση με την οποία συμφώνησε και ο Βενιζέλος όπως ισχυρίζεται. Μόνη δε διέξοδο για να βγει από την δύσκολη θέση στην οποία είχε περιέλθει, ο Βενιζέλος δήλωσε στον στρατηγό Wilson ότι ήταν η άμεση χρησιμοποίηση των δώδεκα μεραρχιών του (120.000 άνδρες) εναντίον των 70.000 ανδρών του τακτικού στρατού των Τούρκων Εθνικιστών, και τον παρακάλεσε να εισηγηθεί ευνοϊκά για το ζήτημα αυτό στον Λόϋντ Τζώρτζ. Και ενώ η εκκρεμότητα συνεχίζεται σχετικά με την ειρήνευση της Ανατολίας, κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Μάρτιο 1920 ισχυρά ένοπλα σώματα Τούρκων Εθνικιστών σαρώνουν την Κιλικία, η οποία τον Δεκέμβριο μήνα του προηγούμενου έτους (1918) είχε παραδοθεί από τον Άγγλο στρατηγό Allenby σε Γαλλικές Δυνάμεις κατοχής. Σε 1.200 ανέρχονται συνολικά οι απώλειες σε Γάλλους στρατιώτες και σε μερικές χιλιάδες μη Μουσουλμάνους πολίτες. Η Παρισινή εφημερίδα "Χρόνος" στις 15 Φεβρουαρίου 1920 με αφορμή τα δραματικά συμβάντα της Κιλικίας έγραψε σχετικά "Η Τουρκία ευρίσκεται στα χέρια των "Εθνικιστών", κληρονόμων της άλλοτε πολιτικής παρατάξεως "Ένωση - Πρόοδος". Μπορεί κάποιος να λυπάται ή να χαίρεται, να εγκρίνει ή να μην εγκρίνει τα αίτια, αλλά αυτό πολύ λίγο ενδιαφέρει: είναι γεγονός και πρέπει να γίνει αρχή αναγνωρίσεως των γεγονότων. Στην Τουρκία ουδεμία άλλη οργάνωση υφίσταται τώρα, ικανή να ασκήσει την εξουσία. Το ζήτημα ευρίσκεται στο αν συντελεσθεί στην Τουρκία θετικό έργο και δεν υπάρχει άλλος τρόπος προς την επιτυχία, από το να επιτραπεί ειλικρινά στους Τούρκους Εθνικιστές να δοκιμάσουν. Στην Κιλικία, όπου η Τουρκική σημαία οφείλει να εξακολουθήσει να κυματίζει ευχόμαστε η Γαλλία να μην ζητήσει κανένα κυριαρχικό δικαίωμα μονίμου κατοχής". Δεν ήταν μόνο ο Γαλλικός Τύπος που πίεζε προς την κατεύθυνση της συνάψεως χωριστής συνθήκης ειρήνης με τους Τούρκους Εθνικιστές, ήσαν και ισχυροί οικονομικοί κύκλοι της Γαλλίας που πίεζαν προς την ίδια κατεύθυνση. Σχετικό τηλεγράφημα του Βενιζέλου προς τον τότε υπουργό των Εξωτερικών της Ελλάδος, κατά μήνα Μάρτιο του 1920 το επισημαίνει. Σύμφωνα δε με τον Έλληνα πρεσβευτή στο Παρίσι Άθω Ρωμάνο όπως αναφέρει σχετικά σε επιστολή του προς τον Βενιζέλο με ημερομηνία 24 Μαρτίου 1920, οι Ιταλοί όπως και οι Γάλλοι προσανατολίζονται ήδη προς σύναψη χωριστής συνθήκης ειρήνης με τους Εθνικιστές της Τουρκίας. Ενώ ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εξωτερικών Paleologue σχετικά με την εξωτερική πολιτική της Γαλλίας του εδήλωσε ρητά ότι "Η Γαλλία είναι Μουσουλμανική Δύναμη, έχει μεν τα ιδανικά της, δεν μπορεί όμως να ριψοκινδυνεύσει για την απελευθέρωση υποδούλων (υπονοώντας προφανώς τους Ελληνικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας). Ο κ. Λόϋντ Τζώρτζ για λόγους εσωτερικής πολιτικής ακολουθεί πολιτική, την οποία δεν έχει την δύναμη να επιβάλει στην Ανατολή, αφού δεν διαθέτει προς τούτο επαρκείς στρατιωτικές δυνάμεις. Ίσως μετά από 15 ημέρες να αλλάξει γνώμη. Η Γαλλία είναι αναγκασμένη να λάβει υπόψη την πραγματική κατάσταση στην Τουρκία. Ο κ. Βενιζέλος, ο ποίος είναι τόσο συνετός, δεν μπορεί να παραβλέψει την πραγματικότητα, η οποία αναγκάζει την Γαλλία να έχει διαφορετική γνώμη από εκείνη του Λόϋντ Τζωρτζ όσον αφορά το ζήτημα της ρυθμίσεως των πραγμάτων της Τουρκίας. Μακρυά από το να είμαστε φιλότουρκοι, περιβάλλουμε πάντοτε με την αυτή συμπάθεια την Ελλάδα, αλλά δεν έχουμε τα μέσα να εξαναγκάσουμε τους Τούρκους να δεχτούν τόσο αυστηρές αποφάσεις και ως εκ τούτου δεν συμμεριζόμαστε την γνώμη του κ. Λόϋντ Τζώρτζ". Στην επιστολή του αυτή ο Άθως Ρωμάνος καταλήγει ότι ο Palelogue είναι πεπεισμένος ότι η Γαλλία εκτίθεται σε κίνδυνο αποτυχίας, αν ακολουθήσει τον κ. Λόϋντα Τζωρτζ στο Τουρκικό ζήτημα. Και ο Πουανκαρέ μετέπειτα Πρωθυπουργός της Γαλλίας όταν ερωτήθηκε σχετικά από τον Έλληνα πρεσβευτή στο Παρίσι Άθω Ρωμάνο για τις αξιώσεις της Ελλάδος στη Σμύρνη και Θράκη, όπως αναφέρει σε μία από τις επιστολές του προς τον Βενιζέλο με ημερομηνία 25 Μαρτίου 1920, του δήλωσε πως η γνώμη του είναι ότι η Θράκη μέχρι την περιοχή της Τσατάλτζας πρέπει να παραχωρηθεί στην Ελλάδα. Όσον αφορά όμως την Σμύρνη παρ' όλα τα ιστορικά και εθνογραφικά δικαιώματα των ελλήνων, θα ήταν προτιμότερο, για γενικότερους λόγους, να έμενε στην Τουρκία. Φάσκει και αντιφάσκει ο Πουανκαρέ όταν λέει δεν έχει αντίρρηση για την κατοχή της Θράκης από τους Έλληνες, έχει όμως αντίρρηση για την κατοχή της Σμύρνης. Διότι έλεγχος των Στενών του Ελλησπόντου και του Βοσπόρου, για τον οποίο ενδιαφέρετο πρωτίστως η Αγγλία, δεν νοείται χωρίς παράλληλη κατοχή τόσο της Θράκης (Ανατολικής Θράκης) όσο και των παραλίων της Ιωνίας. Η Γαλλία όμως που δεν επιθυμούσε τον έλεγχο των Στενών από τους Βρεταννούς μέσω των Ελλήνων, παρενέβαλε διάφορα προσχήματα για να ματαιώσει το εγχείρημα. Όπως ο πρωθυπουργός Μιλεράν βεβαιώνει ο Άθως Ρωμάνος, ο Πουανκαρέ, δεν επιθυμούσε η Ελλάδα να αποκτήσει δικαιώματα στην Κωνσταντινούπολη. Βλέποντας ο Λόϋντ Τζωρτζ ότι μόνο αυτός και ο Βενιζέλος είχαν απομείνει από όσους στην αρχή υποστήριζαν τον διαμελισμό της Τουρκίας, αν λάβουμε υπ' όψη ότι η Γαλλία και η Ιταλία είχαν αλλάξει πολιτική και αντί για τον διαμελισμό υποστήριζαν συνδιαλλαγή με τους Τούρκους Εθνικιστές και οι Ηνωμένες πολιτείες της Αμερικής μετά την σοβαρή ασθένεια του Προέδρου Γούντροου Ουΐλσον δεν ενδιαφέροντο πλέον για τα πράγματα της Ευρώπης και της Εγγύς Ανατολής, αντιλαμβανόμενος τις τεράστιες δυσχέρειες που θα είχε μια εκστρατεία κατά των Τούρκων Εθνικιστών αποκλειστικά με Ελληνικά όπλα προκειμένου να εξαναγκασθούν να συμμορφωθούν με τους όρους της Συνθήκης Ειρήνης που σκόπευαν να τους επιβάλλουν, απευθύνθηκε στη στρατιωτική και ναυτική επιτροπή που έδρευε στις Βρυξέλλες υπό τον Στρατάρχη της Γαλλίας Φος, που διηύθυνε τις συμμαχικές στρατιές κατά τη τελευταία φάση του Πολέμου στο Δυτικό Μέτωπο κατά των Γερμανών, για να έχει την γνώμη του σχετικά με το κατώτερο όριο των στρατιωτικών δυνάμεων που απαιτούντο για να ειρηνεύσει η Ανατολία. Το υπόμνημα του Φος με ημερομηνία 30 Μαρτίου 1920 κατέληγε σε συμπέρασμα αποκαρδιωτικό για τους ενδιαφερομένους : κατά την γνώμη του απαιτούντο 27 μεραρχίες δηλαδή 500.000 άνδρες τουλάχιστον. Για να μπορέσει να διασκεδάσει τις ανησυχίες Βρεταννικών Πολιτικών και Στρατιωτικών κύκλων που δεν ασπάζοντο τις θέσεις του σχετικού με τον διαμελισμό της Τουρκίας, ο Λόϋντ Τζωρτζ προσκάλεσε στο Λονδίνο τον Έλληνα Πρωθυπουργό για διαβουλεύσεις αλλά και για να δώσει συνεντεύξεις στους κύκλους αυτούς και να απαντήσει στα ερωτήματα που θα του έθεταν. Ο Τσώρτσιλ που ήταν ο κυριώτερος εκπρόσωπος των πολιτικών κύκλων που είχαν διαφορετικές απόψεις από εκείνες του Λόϋντ Τζώρτζ, του έκανε στις 19 Μαρτίου 1920 την εξής ερώτηση: Μπορεί η Ελλάδα αποκλειστικά με δικές της στρατιωτικές δυνάμεις, χωρίς καμμία απολύτως οικονομική ή στρατιωτική ενίσχυση εκ μέρους της Μεγάλης Βρεταννίας εκτός μόνο από την παροχή όπλων και πολεμοφοδίων, να επιβάλει τους όρους της Συνθήκης Ειρήνης που θα υπογραφεί στους Τούρκους Εθνικιστές και στη Θράκη και στην Μικρά Ασία; Στην ίδια ερώτηση του Αρχηγού του Γενικού Αυτοκρατορικού Επιτελείου Ουΐλσον και στην παρατήρηση εάν ο πόλεμος με τους Τούρκους Εθνικιστές διαρκέσει δέκα έως δέκα πέντε χρόνια, θα μπορέσει η Ελλάδα να αντέξει και να μην καταστραφεί σε ένα πόλεμο διαρκείας; Και στις δύο ερωτήσεις ο Βενιζέλος απάντησε χωρίς δισταγμό ότι η Ελλάδα είναι απολύτως ικανή να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, και ότι κατά την δική του πρόβλεψη ο πόλεμος θα είναι βραχύβιος και όχι μακροχρόνιος. Ο Λόϋντ Τζώρτζ παρά τις διαβεβαιώσεις του Βενιζέλου ότι η Ελλάδα ήταν σε θέση με τις δικές της αποκλειστικά δυνάμεις να επιβάλει τους όρους της Συνθήκης Ειρήνης, δίσταζε και ήταν αναποφάσιστος σχετικά με το αν θα έπρεπε να δοθεί ελευθερία κινήσεων στους Έλληνες προκειμένου να συντρίψουν τους Τούρκους Εθνικιστές στα ορμητήριά τους Άγκυρα, Σεβάστεια, Τραπεζούντα ή οπουδήποτε αλλού. Ήδη η κατοχή της Σμύρνης και της ευρύτερης Μικρασιατικής ενδοχώρας είχε καταδείξει πόσο δύσκολο ήταν το εγχείρημα αυτό με δεδομένη την σφοδρότατη ένοπλη αντίδραση των Τούρκων Εθνικιστών. Μία περαιτέρω διεύρυνση της Ελληνικής ζώνης κατοχής κατά μήκος των Μικρασιατικών παραλίων και προς το εσωτερικό του υψιπέδου της Ανατολίας, θα καθιστούσε το ήδη δυσεπίλυτο πρόβλημα σχεδόν άλυτο. Το χρονικό διάστημα μεταξύ Νοεμβρίου 1919 και Ιουνίου 1920 όταν είχαν διαπιστωθεί οι τεράστιες δυσκολίες για τον διαμελισμό της Τουρκίας και την δημιουργία Ελληνικής ζώνης κατοχής στην ΙΩΝΙΑ, παρουσιάστηκε η μοναδική ευκαιρία για ειρηνική αξιοπρεπή απαγκίστρωση των Ελληνικών δυνάμεων κατοχής από την Σμύρνη καθώς και των υπολοίπων δυνάμεων της Συμμαχίας που παρέμεναν στην Κωνσταντινούπολη, τα Στενά και σε ορισμένα ακόμη σημεία της Ανατολίας, με ένα οποιοδήποτε εύσχημο πρόσχημα. Ότι δηλαδή εξέλειπαν πλέον οι λόγοι που επέβαλαν την κατοχή της Ανατολίας από τις Συμμαχικές δυνάμεις, ότι ομαλοποιήθηκε η κατάσταση, και ότι επιβάλλεται κατόπιν τούτου η σταδιακή αποχώρηση των δυνάμεων της Συμμαχίας με βάση κάποιο πρόγραμμα και μέσα σε ορισμένα χρονικά πλαίσια. Δεν έγινε όμως τούτο : διότι και ο Λόϋντ Τζωρτζ και ο Βενιζέλος ανήκαν στην κατηγορία εκείνη των ισχυρών προσωπικοτήτων που δεν παραιτούνται εύκολα από τους πολιτικούς στόχους που έχουν θέσει στον εαυτό τους να πραγματοποιήσουν? και για τους οποίους έχουν μοχθήσει και έχουν παλέψει με φοβερές αντιξοότητες για να τους επιβάλλουν. Άλλωστε είχαν εκτεθεί στην κοινή γνώμη των χωρών τους, ο Βενιζέλος μάλιστα από το 1915, και δεν μπορούσαν τώρα να κάνουν πίσω. Εάν κάποιος τοποθετήσει δίπλα δίπλα φωτογραφίες της εποχής, στις οποίες να απεικονίζονται οι δύο μεγάλοι ηγέτες, θα διαπιστώσει χωρίς δυσκολία ότι και οι δύο προσωπικότητες υπερεκχειλίζουν από ευφυΐα, ενεργητικότητα και ακτινοβολία. Πρόκειται για ένα εκπληκτικό Δίδυμο, κάτι ανάλογο προς το τρομερό Δίδυμο Χίντεμπουργκ-Λούντεντορφ. Η ευκαιρία για επέκταση της ζώνης κατοχής των Ελλήνων στη Μικρά Ασία που τόσο πολύ επιζητούσε ο Βενιζέλος για να περιορίσει όπως νόμιζε την δράση των Τούρκων Εθνικιστών δόθηκε στις 14 προς 15 Ιουνίου 1920, όταν οι Τούρκοι Εθνικιστές προκάλεσαν για πρώτη φορά άμεσα τον Αγγλικό στρατό επιτιθέμενοι σε ένα τάγμα που στάθμευε στη περιοχή της Νικομήδειας, το οποίο διασώθηκε χάρις στο φράγμα πυρός που δημιούργησαν τα Βρετανικά πολεμικά που ναυλοχούσαν στο Βόσπορο. Μέχρι πότε όμως θα διεσώζετο; Ο Άγγλος στρατηγός Μιλν υπεύθυνος για τα Στενά τηλεγράφησε αμέσως στο Λονδίνο ζητώντας ενισχύσεις. Ο Αρχηγός του Αυτοκρατορικού Γενικού Επιτελείου Henry Wilson τηλεγράφησε στο Υπουργικό Συμβούλιο που συνήλθε επειγόντως στις 18 Ιουνίου, ότι οι μόνες διαθέσιμες στρατιωτικές δυνάμεις στη περιοχή ήσαν οι Ελληνικές και για τον λόγο αυτό πρότεινε να χρησιμοποιηθεί μία Ελληνική μεραρχία για την άμυνα της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Βενιζέλος που ευρίσκετο στο Λονδίνο από τις 14 του μηνός όταν κλήθηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο και του ζητήθηκε η βοήθειά του, προσέφερε μία από τις μεραρχίες που εδρεύανε στη Δυτική Θράκη. Προσφέρθηκε επίσης να καλύψει την ασιατική ακτή των Στενών με την προώθηση μίας επί πλέον μεραρχίας από εκείνες που εδρεύανε στη περιοχή της Σμύρνης με προορισμό την Πάνορμο και την Προύσα. Κατόπιν τούτου του δόθηκε η άδεια από τον Λόυντ Τζώρτζ και Μιλλεράν να προελάσει έξω από τα όρια του Σαντζακίου Σμύρνης προς τις κοιλάδες του Έρμου και του Καΰστρου έως το Αλασεχίρ (Φιλαδέλφεια). Οι επιχειρήσεις συνεχίστηκαν από τους Έλληνες όλο τον Ιούλιο μέχρι και τον Αύγουστο. Οπότε μετά την κατάληψη και του Ουσάκ που ευρίσκεται στο χείλος του οροπεδίου της Ανατολίας διακόπηκαν. Ενώ είχαν ατονήσει οι επιχειρήσεις στην Μικρά Ασία, περί τα τέλη του μηνός Ιουλίου 1920 μεταφέρθηκαν από εκεί δυνάμεις στην Ανατολική Θράκη, όπου από κοινού με εκείνες που ήσαν ήδη στη περιοχή συνέθλιψαν τις δυνάμεις ατάκτων του Τούρκου αρχηγού των Εθνικιστών Τζαφάρ Ταγιάρ αιχμαλωτίζοντας και τον ίδιο. Στις 26 Ιουλίου 1920 εισήλθαν θριαμβευτικά στην Αδριανούπολη Ελληνικά στρατεύματα τερματίζοντας έτσι τις επιχειρήσεις. Η απόφαση για διεύρυνση της Ελληνικής ζώνης κατοχής προς τα ενδότερα της Ανατολίας, ήταν μοιραία. Μετά την απόφαση αυτή δεν μπορούσε να υπάρξει επιστροφή. Η Ελληνική προσπάθεια για εξαναγκασμό των Τούρκων Εθνικιστών να αποδεχθούν τους όρους της Συνθήκης Ειρήνης, ή θα επιτύγχανε ή θα κατέληγε σε καταστροφή. Στις 10 Αυγούστου 1920 υπογράφηκε τελικά στις Σέβρες η Συνθήκη Διαμελισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Τουρκία περιορίστηκε στο υψίπεδο της Ανατολίας και σε μία λωρίδα γης στην Ανατολική Θράκη που εκτεινόταν μέχρι την γραμμή Τσατάλτζας. Η Συνθήκη προέβλεπε ένα ανεξάρτητο Αρμενικό κράτος και ένα αυτόνομο Κουρδικό στα ανατολικά. Η Σμύρνη και η ενδοχώρα της εκχωρήθηκε στην Ελλάδα η οποία όμως επί μία πενταετία θα παρέμενε υπό ονομαστική Τουρκική επικυριαρχία και εν συνεχεία μπορούσε να την προσαρτήσει η Ελλάδα, αν το αποφάσιζε η τοπική Βουλή ή ένα δημοψήφισμα. Μόλις υπογράφηκε η Συνθήκη ο Γάλλος πολιτικός Ραιημόν Πουανκαρέ προέβη σε μία εύστοχη αλλά δυσοίωνη πρόβλεψη: Σέβρες είπε σημαίνει στα γαλλικά την εύθραυστη πορσελάνη, υπονοώντας ότι η Συνθήκη των Σεβρών ήταν ανεφάρμοστη και ότι δεν επρόκειτο να έχει διάρκεια. Ανεξάρτητα τούτου ο Βενιζέλος ήταν πανευτυχής. Ήταν η ωραιότερη στιγμή της ζωής του. Η Ελλάδα των δυο ηπείρων και των πέντε θαλασσών. Ένα όραμα για την πραγμάτωση του οποίου εφλέγετο, εδονείτο, επυρπολείτο μια ολόκληρη ζωή. Ένα όραμα που έστω ως νομικό γεγονός ήταν πραγματικότητα. Δεν αγνοούσε όμως ότι για να υλοποιηθεί θα έπρεπε να καταβληθεί και άλλη προσπάθεια και να απαιτηθούν και άλλες θυσίες, διότι η Σουλτανική κυβέρνηση που ήταν όμηρος των Συμμάχων στην Κωνσταντινούπολη μπορεί να την είχε υπογράψει, οι Τούρκοι όμως Εθνικιστές δεν επρόκειτο να την υπογράψουν ποτέ? εκτός αν εξαναγκάζοντο με στρατιωτικά μέσα. Ο Βενιζέλος ευρίσκετο στην ίδια θέση με τον μυθικό ήρωα Ιάσωνα, ο οποίος για να πάρει το χρυσόμαλλο δέρας θα έπρεπε προηγουμένως να σκοτώσει τον δράκο. Ο Λεωνίδας Παρασκευόπουλος που ήταν επικεφαλής των Ελληνικών δυνάμεων στην Μικρά Ασία κατά το τέλος του Αυγούστου 1920, έστειλε μια μακροσκελή αναφορά στον Βενιζέλο με την οποία τον προέτρεπε να δώσει εντολή για άμεση δράση κατά των Τούρκων Εθνικιστών που δεν αναγνώριζαν την Συνθήκη των Σεβρών, πριν ισχυροποιηθούν τόσο ώστε να είναι αδύνατη η κατανίκησή τους. Στην αναφορά του πρότεινε τα ακόλουθα: Πρώτα έπρεπε να καταληφθούν το Εσκή Σεχήρ (Δορύλαιο) και το Αφιόν Καραχισάρ και κατόπιν να προελάσει ο Ελληνικός στρατός προς την Άγκυρα και ίσως και προς το Ικόνιο. Η κατοχή των σημαντικών αυτών σιδηροδρομικών κόμβων προέβλεπε ότι θα αποστερούσε από τους Τούρκους Εθνικιστές τα κύρια μέσα ανεφοδιασμού, και ότι η κατάληψη της Άγκυρας θα αποτελούσε ένα "κολοσσιαίο ηθικό πλήγμα για τον εχθρό". Κατά την άποψή του η κεντρική Αλμυρά Έρημος της Μικράς Ασίας θα διαιρούσε τους Τούρκους Εθνικιστές σε δύο χωριστά και απομακρυσμένα μεταξύ τους σώματα με ανεπαρκείς και χρονοβόρες επικοινωνίες, και έτσι η αντίσταση των Εθνικιστών κατά την άποψή του θα κατέρρεε. Χωρίς όμως και να εξηγεί τι θα συνέβαινε σε περίπτωση που οι Εθνικιστές απεσύροντο στη Σεβάστεια ή στην Ερζερούμ ή πως θα μπορούσαν με ασφάλεια να καλυφθούν τόσο εκτεταμένες γραμμές συγκοινωνιών ή που στήριζε την άποψή του ότι οι Εθνικιστές δεν επρόκειτο να προβάλλουν σοβαρή αντίσταση. Ως προς το τελευταίο ζήτημα τόσο ο ίδιος όσο και το σύνολο σχεδόν των Ελλήνων Αξιωματικών πεπλανημένα πίστευαν ότι οι Εθνικιστές δεν επρόκειτο να προβάλλουν σοβαρή αντίσταση, παρασυρμένοι προφανώς από την όχι σοβαρή αντίστασή τους κατά την τελευταία κεραυνοβόλο προέλαση των Ελλήνων. Η οποία οφείλετο όχι σε αδυναμία αντιστάσεως των Τούρκων Εθνικιστών στους προελαύνοντες Έλληνες, αλλά στο ότι κατά την περίοδο εκείνη η σύγκρουση μεταξύ Εθνικιστών και οπαδών του Σουλτάνου διεξήγετο με μεγάλη σφοδρότητα. Η πλάνη αυτή του Ελληνικού Επιτελείου επρόκειτο μετά από μερικούς μήνες να αποκαλυφθεί, καθόσο η πεισματική αντίσταση του Τουρκικού Εθνικού στρατού υπήρξε δυσάρεστη έκπληξη. Πριν από την τελική εξόρμηση κατά των Τούρκων Εθνικιστών ο Βενιζέλος, αυτό που δεν έκανε το καλοκαίρι ή το φθινόπωρο του 1917 να ζητήσει δηλαδή την έγκριση του Ελληνικού λαού σχετικά με την πολιτική που ακολούθησε στο Μικρασιατικό ζήτημα, το έκανε τώρα. Προκήρυξε γενικές βουλευτικές εκλογές για την 1η Νοεμβρίου 1920, έχοντας στα θυλάκιά του την εξαιρετικά ευνοϊκή για τις Ελληνικές αξιώσεις Συνθήκη των Σεβρών σε σχέση με την Σμύρνη με την ευρύτερη ενδοχώρα της καθώς και σε σχέση με την Θράκη, για να ζητήσει από τον Ελληνικό λαό να επιβραβεύσει αυτήν την πολιτική με την υπερψήφιση του Κόμματος των Φιλελευθέρων που εκπροσωπούσε ο ίδιος. Το εκλογικό αποτέλεσμα υπήρξε απογοητευτικό για τον Βενιζέλο και την παράταξή του. Το Κόμμα των Φιλελευθέρων υπέστη εκλογική συντριβή. Το αποτέλεσμα αυτό προφανώς οφείλεται αφενός στην κόπωση από την παρατεινόμενη στρατιωτική εμπλοκή στην Μικρά Ασία της οποίας δεν διεφαίνοντο ακόμη σημάδια ειρηνικής διευθετήσεως. Και αφετέρου στη συσπείρωση των Κωνσταντικών που θεωρούσαν τους εαυτούς τους παρακγωνισμένους μετά τον Συμμαχικό εξαναγκασμό σε παραίτηση από τον θρόνο του Κωνσταντίνου τον Μάϊο του 1917. Ο πολιτικός έλεγχος της χώρας περιήλθε κατόπιν τούτου στους Δημήτριο Γούναρη, Νικόλαο Στράτο, Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη, Νικόλαο Θεοτόκη, Γεώργιο Μπαλτατζή, Νικόλαο Καλογερόπουλο και άλλους, που ήσαν σφοδροί πολέμιοι αρχικά της Μικρασιατικής πολιτικής του Βενιζέλου διότι την θεωρούσαν ουτοπική. Η μέθη από τον απροσδόκητο θρίαμβό τους ήταν τέτοια και τα πολιτικά πάθη τόσο ωξυμμένα που τους ώθησε σε μία άστοχη πολιτικά πράξη, η οποία τους δημιούργησε σοβαρά προβλήματα στις σχέσεις τους με τους Συμμάχους της ΑΝΤΑΝΤ, όταν εξήγγειλαν δημοψήφισμα για την επιστροφή ή μη του Κωνσταντίνου στον θρόνο. Υπήρξε άμεση η αντίδραση των Συμμάχων σχετικά με την προοπτική επανόδου του Κωνσταντίνου στον θρόνο, τον οποίο είχαν συνδέσει με τα τραγικά επεισόδια που διαδραματίστηκαν στο κέντρο της Αθήνας στις 18 Νοεμβρίου 1916 μεταξύ ενός αγήματος από 2.500 Γάλλους και Άγγλους πεζοναύτες αφενός και ενός μεγάλου πλήθους από πολίτες και στρατιωτικά τμήματα πιστά στον Κωνσταντίνο, τους επίστρατους (αποστρατευθέντες εφέδρους), αφετέρου. Σύγκρουση η οποία είχε λήξει με εκατέρωθεν απώλειες, 120 νεκροί και 150 τραυματίες από την πλευρά των Συμμάχων και 30 νεκροί και 50 τραυματίες από την πλευρά των Ελλήνων και παράδοση των αιχμαλώτων που είχαν συλλάβει αμφότεροι οι αντιμαχόμενοι μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο ναύαρχος Νταρτίζ ντε Φουρνέ που είχε περικυκλωθεί στο Ζάππειο επί κεφαλής αγήματος διακοσίων Γάλλων ναυτών. Για την οποία μνησικακούσαν κυρίως οι Γάλλοι που θεωρούσαν ότι είχε θιγεί η εθνική τους αξιοπρέπεια εξαιτίας του συμβιβασμού που αναγκάστηκαν να κάνουν, και ήθελαν τώρα να πάρουν εκδίκηση. Τα πράγματα τα έβαλαν στη σωστή τους θέση οι Άγγλοι με την οξυδέρκεια, την νηφαλιότητα και την ψυχραιμία που τους διακρίνει. Για το θέμα που είχε δημιουργηθεί ο Λόρδος Κώρζον έγραψε σχετικά "" Η μία πλευρά λέει παρατήστε τους Έλληνες". Πετάξτε τους έξω από την Σμύρνη και την Θράκη. Γίνετε φίλοι με τον κύριο Κεμάλ. Σκίστε την Συνθήκη και κάνετε μία νέα, βασισμένη σε μία σχετικά ισχυρή και ικανοποιημένη Τουρκία". Αλλά μπορούμε τάχα να το κάνουμε αυτό αυτή τη στιγμή; Και αν υποθέσουμε ότι τον Κωνσταντίνο τον καλούν οι Έλληνες πίσω στον θρόνο, και ως προς την εξωτερική του πολιτική είναι πιο βενιζελικός από τον Βενιζέλο, και τα στρατεύματά του τον υποστηρίζουν, τι θα κάνουμε;" Ο μόνιμος Βρεταννός υφυπουργός Σερ Έϋρ Κρόου έγραψε επίσης τα ακόλουθα: " Έχω μεγάλες αντιρρήσεις στο να φοβερίζουμε την Ελλάδα ότι θα αποσύρουμε την υποστήριξη των Συμμάχων αν επιστρέψει ο Κωνσταντίνος. Αυτό θα οδηγούσε απαρεγκλίτως σε Τουρκικές και Βουλγαρικές επιθέσεις εναντίον της Ελλάδος σε όλη την γραμμή από την Σμύρνη ως την Θεσσαλονίκη. Έχουμε να κερδίσουμε πολλά αν κρατήσουμε την Ελλάδα τουλάχιστον στη Δυτική και στην Ανατολική Θράκη. Η στάση της Αγγλίας και της Γαλλίας απέναντι στην Ελλάδα του Κωνσταντίνου θα εξαρτηθεί αποκλειστικά από την πολιτική που αυτή θα ακολουθήσει· αλλά θα χρειαστεί προφανώς χρόνος και ακλόνητα ειλικρινής διαγωγή, καθώς και συνετή και αποτελεσματική διακυβέρνηση εκ μέρους του νέου καθεστώτος, αν θέλει να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των Συμμάχων". Ο Λόρδος Κώρζον σε έτερο υπόμνημά του με ημερομηνία 28 Νοεμβρίου 1920 έγραψε επίσης ότι "θα ήταν ίσως καλύτερα να τηρήσουμε προς το παρόν την Συνθήκη και να ασκήσουμε πίεση για την επικύρωσή της, αλλά αν, εξαιτίας της αποτυχίας της Ελλάδος να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της ή να διατηρήσει τα στρατεύματά της, ή η συνθήκη παραβιαστεί ή καταρρεύσει σε οποιοδήποτε σημείο, να αρπάξουμε την ευκαιρία να συνάψουμε καλύτερους όρους με την Τουρκία στο σημείο αυτό. Για παράδειγμα, αν η Ελλάδα αποφάσιζε οικειοθελώς να αποσυρθεί από την Σμύρνη, τότε θα έχει καταπατήσει η ίδια την Συνθήκη και θα μπορούσαμε να διορθώσουμε την ζημία με τους Τούρκους. Με αυτόν τον τρόπο, αν οι Έλληνες βρεθούν τόσο αδύναμοι ή προδότες ή έχουν βαρεθεί τον πόλεμο όσο φαντάζονται μερικοί, η Συνθήκη θα αναθεωρηθεί σχεδόν αυτόματα βήμα προς βήμα". Με τις τοποθετήσεις τους αυτές εξέχουσες προσωπικότητες του πολιτικού κόσμου της Αγγλίας που επηρέαζαν και διαμόρφωναν την εξωτερική πολιτική της Μεγάλης Βρεταννίας καθιστούν σαφές ότι σχετικά με την πολιτική αλλαγή που επήλθε στην Ελλάδα μετά τις βουλευτικές εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 και την σχεδιαζόμενη επαναφορά στον θρόνο του αποπεμφθέντος από τους Συμμάχους Κωνσταντίνου, το γεγονός αυτό τους ενδιαφέρει μόνο κατά το μέρος που μπορεί να επηρεάσει τυχόν μεταβολή στην εξωτερική πολιτική που ακολούθησε ο Βενιζέλος σε σχέση με την Σμύρνη και την Μικρά Ασία γενικότερα, που συνέπιπτε απολύτως με την εξωτερική πολιτική της Αγγλίας. Και οι οποίοι αφήνουν να εννοηθεί ότι σε περίπτωση που υπάρξει αλλαγή ως προς το ζήτημα αυτό, θα επιβληθούν κυρώσεις σε βάρος της Ελλάδας. Η καλύτερη όμως τοποθέτηση είναι εκείνη του Λόϋντ Τζώρτζ ο οποίος στον ιστορικό λόγο που εκφώνησε στο Βρεταννικό Κοινοβούλιο τον Δεκέμβριο του 1920 και μάλιστα μετά τις δριμείς διακοινώσεις Αγγλίας-Γαλλίας-Ιταλίας προς την Ελλάδα σχετικά με το ζήτημα της επαναφοράς του Κωνσταντίνου, κατά το σπουδαιότερο μέρος του έχει ως εξής: "Στην αρχή του έτους που λήγει, παρουσιάστηκε ότι ο Μουσταφά Κεμάλ διέθετε υπέρτερες δυνάμεις, αλλά οι δυνάμεις αυτές διασκορπίσθηκαν από τους Έλληνες χωρίς καμία δυσκολία. Τι προτείνεται τώρα; Να περάσουμε επάνω από τα κεφάλια των Ελλήνων και να πάμε στον Μουσταφά Κεμάλ, έναν αντάρτη στρατηγό, και να πούμε: "Δος μας ειρήνη"; Να επιτεθούμε εναντίον των Ελλήνων και να στείλουμε στόλο εκεί; Για ποιο λόγο; Να τους εκδιώξουμε από την Σμύρνη και να επαναφέρουμε εκεί την Τουρκική διοίκηση; Η πλειονότητα του πληθυσμού είναι Ελληνική. Ελέχθη ότι κάθε Οθωμανός στην Σμύρνη είναι Τούρκος, αλλά και αυτό δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, διότι υπάρχουν και Έλληνες Οθωμανοί. Το ζήτημα δεν τίθεται μεταξύ καλών Χριστιανών και κακών Τούρκων, διότι υπήρχαν πολυάριθμοι Έλληνες στην Σμύρνη, οι οποίοι ήσαν Οθωμανοί. Θα επιθυμούσα να γνωρίζω ακριβώς τι προτείνεται. Άκουσα ότι έπρεπε να επιτύχουμε ειρήνη. Με ποιόν; Με τον Μουσταφά Κεμάλ; Γιατί θα έπρεπε οι Σύμμαχοι να παζαρεύουν ειρήνη με έναν αντάρτη στρατηγό, όταν δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι θα επιτύχουμε καθόλου ειρήνη; Ας προσέξουν οι Σύμμαχοι μήπως εμπλακούν σε μεγαλύτερες δυσχέρειες επειδή τώρα αντιμετωπίζουν μικρή δυσχέρεια. Εάν κάνουν κάτι τέτοιο θα προκαλέσουν το μίσος της Ελληνικής φυλής. Όλοι οι Σύμμαχοι ήσαν εχθρικά διακείμενοι κατά των Ελλήνων κατά την τελευταία τους ενέργεια (επίδοση διακοινώσεων), αλλά αγνοούσαν το σύνολο των γεγονότων για τα οποία είναι δυνατόν να υπήρχαν εξηγήσεις. Είναι πολύ δύσκολο πράγμα να κρίνει μία Χώρα την πολιτική μίας άλλης. Είμαι ολόψυχα ταγμένος υπέρ της διατηρήσεως της ειρήνης στην Μικρά Ασία και υπέρ της διεξαγωγής εντίμων διαπραγματεύσεων με τους Τούρκους, και αν υπάρχει κάποια πρόταση προς αυτήν την κατεύθυνση είμαι πρόθυμος να την συζητήσω. Η Μεσόγειος είναι ζωτική για την Μεγάλη Βρεταννία. Έχουμε ανάγκη από την φιλία του Ελληνικού λαού, του οποίου η φιλία υπήρξε ζωτικής σημασίας για εμάς στο μέρος εκείνο του Κόσμου. Πιθανόν οι Έλληνες να έκαναν ορισμένα πολιτικά λάθη, ακριβώς όπως οποιοσδήποτε άλλος, αλλά θα εξελιχθούν και θα καταστούν ισχυρότεροι. Το γεγονός ότι ο Κεμάλ και οι Μπολσεβίκοι ζητούν να επιτύχουν ο καθένας για τον εαυτό του τον έλεγχο του Αζερμπαϊτζάν, προκαλεί έριδα μεταξύ τους και ο παλαιός προαιώνιος αγώνας μεταξύ Ρώσσων και Τούρκων ξαναέζησε στην περιφέρεια εκείνη. Υπάρχουν συντελεστές των οποίων οφείλουμε να αναμείνουμε την εξέλιξη. Αναπτύσσεται δηλαδή η Τουρκική δράση προς την κατεύθυνση εκείνη ή θα στραφεί προς την Δύση; Ελησμόνησαν οι Έλληνες τις εθνικές τους διεκδικήσεις ή οι διεκδικήσεις αυτές θα αναζωογονηθούν και προς ποιά κατεύθυνση θα τραπούν; Είναι οι Έλληνες ικανοί για όσα τους φανταζόμαστε όταν συντάσσαμε την Συνθήκη των Σεβρών ή όχι; Όλα αυτά θα εκτυλιχθούν ενώπιόν μας εντός βραχύτατου χρονικού διαστήματος. Παρακαλώ όμως την Βουλή και το Βρεταννικό κοινό να μην βιαστεί να σχίσει την Συνθήκη για την οποία αναλώθηκε πολύ σκέψη και η οποία είναι ζωτική για την Βρεταννική Αυτοκρατορία". Και ο Αριστείδης Μπριάν φέρεται επίσης να δήλωσε στη Γαλλική Βουλή σε σχέση με την πολιτική μεταβολή που επήλθε στην Ελλάδα "Γνωρίζετε ότι το Ανατολικό Ζήτημα τέθηκε στο Παρίσι. Γνωρίζετε ότι, οι Σύμμαχοί μας δεν ήσαν διατεθημένοι να αναθεωρήσουν την Συνθήκη, για ζητήματα προσώπων" Είναι φανερό ότι οι Άγγλοι δεν συνδέουν την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής της Μεγάλης Βρεταννίας με πρόσωπα. Τους είναι αδιάφορο εαν ο συνομιλητής τους είναι ο Βενιζέλος, ή ο Γούναρης, ή ο Πρωτοπαπαδάκης ή ο Μπαλτατζής ή οποιοσδήποτε άλλος. Εκείνο που τους ενδιαφέρει είναι εάν ο συνομιλητής τους είναι διατεθειμένος να εφαρμόσει την πολιτική που είτε χάραξαν με εκείνον ή με τον προκάτοχό του, ή με τον διάδοχό του, εφόσον εξυπηρετούνται κυρίως τα Βρεταννικά συμφέροντα. Ο Λόϋντ Τζωρτζ έφερε τους Έλληνες στην ΙΩΝΙΑ, με την σύμπραξη αναμφισβήτητα του Βενιζέλου ο οποίος πίστευε ότι αυτή η πολιτική συνέπιπτε και με το Ελληνικό Εθνικό συμφέρον. Δεν τους έφερε στην ΙΩΝΙΑ ο Λόϋντ Τζωρτζ για να τους ανταμείψει για τις θυσίες τους υπέρ των Συμμάχων στον Μεγάλο Πόλεμο κατά της Γερμανίας, αλλά διότι ήθελε να απωθήσει τους Τούρκους στο εσωτερικό του οροπεδίου της Ανατολίας και να παραχωρήσει τα παράλια της Μικράς Ασίας και την Ανατολική Θράκη στους Έλληνες για να ελέγχουν τα Στενά από κοινού με τους Βρεταννούς. Το έπραξε δε αυτό διότι ήθελε να τιμωρήσει παραδειγματικά την Τουρκία, που τόλμησε να υψώσει το ανάστημα της εναντίον της Αγγλίας στον Μεγάλο Πόλεμο, και της προξένησε πλείστα όσα προβλήματα. Αυτός άλλωστε ήταν και ο λόγος που επέσπευσε την απόβαση των Ελλήνων στην Σμύρνη τον Μάϊο του 1919 διότι είχε βάσιμες πληροφορίες ότι επίκειται κατάληψη της πόλεως από τους Ιταλούς, οι οποίοι δεν συμπεριελαμβάνοντο στα σχέδιά του. Και ακριβώς επειδή έγιναν όλα πολύ βιαστικά και δεν υπήρξε κατάλληλη προετοιμασία προηγουμένως έγιναν τα έκτροπα μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων κατά την πρώτη ημέρα της αποβάσεως των Ελλήνων στη Σμύρνη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η πολιτική πυγμής που επέδειξε η Μεγάλη Βρατεννία προς τις Μετανοεμβριανές κυβερνήσεις στην Ελλάδα, προκειμένου να άρει τυχόν σκέψεις αποχωρήσεως του Ελληνικού εκστρατευτικού σώματος από την Μικρά Ασία. Εάν δεν ήθελαν να ευρεθούν αντιμέτωποι με την οργή της Μεγάλης Βρεταννίας, όφειλαν να συνεχίσουν το έργο που ο Βενιζέλος είχε αναγκαστεί από τα πράγματα να αφήσει στη μέση. Επειδή δε είχε ασφαλείς πληροφορίες από τις Βρεταννικές Μυστικές Υπηρεσίες ότι οι Τούρκοι Εθνικιστές προέβαιναν σε ταχύτατη ανασυγκρότηση του τακτικού στρατού, προκειμένου να τους προλάβει πριν ολοκληρώσουν τις προετοιμασίες τους, πράγμα που αν συνέβαινε θα εματαιώνοντο προφανώς τα σχέδιά του για τον διαμελισμό της Τουρκίας αλλά και τα σχέδια των Ελλήνων για ενσωμάτωση της ΙΩΝΙΑΣ στο Ελληνικό κράτος, αξίωσε άμεση έναρξη των εχθροπραξιών για οριστική συντριβή των Εθνικιστών με βάση τα σχέδια που είχαν ήδη καταρτιστεί από τον προηγούμενο διοικητή της στρατιάς Μικράς Ασίας Λεωνίδα Παρασκευόπουλο που τώρα είχε αντικατασταθεί από τον εξίσου με αυτόν ικανό στρατηγό Αναστάσιο Παπούλα. Αλλά για να είναι καλυμμένος ο Λόϋντ Τζώρτζ έναντι της Βρεταννικής κοινής γνώμης σε περίπτωση αποτυχίας της προσπάθειας των Ελλήνων, υπέδειξε στην Ελληνική πλευρά να εμφανίζεται ότι αυτή ζήτησε επίμονα την συνέχιση της εκστρατείας και ότι αυτός απλά ενέδωσε στην επίμονη αξίωσή τους, ώστε να μην φανεί ότι ήταν εκείνος που τους επέβαλε να συνεχίσουν τις εχθροπραξίες μέχρι τελικής νίκης ή ήττας. Επί δύο ολόκληρα χρόνια αδράνησε να δώσει λύση στην στρατιωτική εμπλοκή των Ελλήνων στην Μικρά Ασία, διότι δεν ήξερε πώς να χειριστεί το ζήτημα και επειδή άκουγε και επηρεάζετο φυσικά από διαμετρικά αντίθετες εισηγήσεις των πολιτικών του συμβούλων αλλά και εισηγήσεις από κορυφαίους εκπροσώπους του πολιτικού στερεώματος της Μεγάλης Βρεταννίας των οποίων οι αντιλήψεις δεν συνέπιπταν με τις δικές του. Τώρα όμως επείγετο, διότι οι Τούρκοι Εθνικιστές οργανώνοντο πυρετωδώς και υπήρχε κίνδυνος να ματαιώσουν το υπέροχο δημιούργημά του που ήταν η Συνθήκη των Σεβρών, για τη υπογραφή της οποίας είχε ξοδέψει τόση ενέργεια και είχε εργαστεί τόσο πολύ. Ήταν δυνατόν ποτέ οι Μετανοεμβριανές κυβερνήσεις της Ελλάδος να επιχειρήσουν συνέχιση της εκστρατείας και μάλιστα προς Άγκυρα χωρίς την συγκατάθεση της Μεγάλης Βρεταννίας ή contra προς την θέλησή της; Ήταν δυνατόν ποτέ να επιτρέψει η Αγγλία στους Έλληνες να συνεχίσουν την εκστρατεία κατά των Τούρκων Εθνικιστών, εάν αυτό της δημιουργούσε προβλήματα στην άσκηση της εξωτερικής της πολιτικής; Εάν η Αγγλία αποφάσιζε να αλλάξει πολιτική της αρκούσαν 48 ώρες για να εξαναγκάσει τους Έλληνες να εκκενώσουν την ΙΩΝΙΑ. Δεν το ήθελε όμως. Ήθελε αντιθέτως να συνεχισθεί η εκστρατεία και μάλιστα άμεσα χωρίς χρονοτριβή, πριν να είναι πολύ αργά. Εξακολουθούσε ο Λόϋντ Τζώρτζ να έχει εμπιστοσύνη στην υπεροχή των Ελλήνων και γι' αυτό επενδύει σ' αυτούς. Σε αντίθεση με τους Γάλλους οι οποίοι πιστεύουν στο μαχητικό πνεύμα των Τούρκων και ότι οι Έλληνες δεν θα μπορέσουν να καταφέρουν να τους νικήσουν. Αποτέλεσμα των διαφορετικών αυτών αντιλήψεων ήταν ότι προκλήθηκε σφοδρή αντιπαράθεση μεταξύ Αγγλία-Γαλλίας για το θέμα αυτό. Ο Λόϋντ Τζώρτζ ήταν αυτός που επέβαλε στις Μετανοεμβριανές κυβερνήσεις την συνέχιση της εκστρατείας στην Ανατολία το ταχύτερο δυνατόν, και για τον λόγο αυτό στο τελευταίο μέρος της ιστορικής του ομιλίας που απηύθυνε στο Κοινοβούλιο και μέσω αυτού στη Βρεταννική Κοινή Γνώμη τον Δεκέμβριο του 1920, προβλέπει ότι πολύ σύντομα θα δούμε εάν οι Έλληνες είναι ικανοί να επιβάλλουν τους όρους της Συνθήκης των Σερβών ή όχι. Άσκησε πίεση στους Έλληνες για άμεση στρατιωτικά αποτελέσματα, που εύχεται ενδόμυχα να είναι θετικά γι' αυτούς, διότι τώρα επιθυμεί να παύσει η υφιστάμενη εκκρεμότητα του Ανατολικού Ζητήματος ώστε να γνωρίζει ποιοι θα είναι οι αυριανοί συνομιλητές της Μεγάλης Βρεταννίας, οι Έλληνες ή οι Τούρκοι; Φοβάται την σύμπραξη των Τούρκων Εθνικιστών με τους Μπολσεβίκους, όσο και αν υπήρχαν μεταξύ τους σοβαρά εμπόδια για προσέγγιση. Γνωρίζει πολύ καλά ότι στην πολιτική δεν υπάρχουν πράγματα που δεν γίνονται, εάν το επιβάλουν οι περιστάσεις και με τον Διάβολο μπορεί να συνεργαστεί κανείς. Έτσι επιθυμεί να εκκαθαριστεί η κατάσταση όσο γίνεται πιο σύντομα, και προς αυτήν την κατεύθυνση πιέζει τα πράγματα. Αρνήθηκε οικονομική βοήθεια για συνέχιση της εκστρατείας τόσο στον Βενιζέλο όσο και στις Μετανοεμβριανές κυβερνήσεις για δύο λόγους: διότι δεν ήταν σίγουρος ότι θα επεστρέφοντο τα χρήματα που θα τους εδίδοντο ως δάνειο, πρώτος λόγος. Κυρίως όμως διότι δεν ήθελε να δημιουργηθεί η αίσθηση στους Έλληνες, ότι ενεργούν στο Μικρασιατικό ζήτημα ως μισθοφόροι των Άγγλων. Ήθελε να κατανοήσουν ότι εφόσον η ενσωμάτωση της ΙΩΝΙΑΣ στο Ελληνικό κράτος αποτελούσε το επιστέγασμα της Μεγάλης Ιδέας που ήταν αίτημα της Φυλής, έπρεπε να βάλουν το χέρι βαθειά στην τσέπη τους και να υποστούν και οικονομικές θυσίες και θυσίες σε αίμα, διότι δεν μπορεί να ζητάς να γίνεις μεγάλη περιφερειακή δύναμη και να αγνοείς τους πιο πάνω συντελεστές (θυσίες σε χρήμα και αίμα). Αλλά υπήρχε και ένας ακόμη σπουδαιότερος λόγος: ήθελε να στριμώξει τους Έλληνες ώστε να βρεθούν με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο για να αγωνιστούν για την υπόθεσή τους μέχρις εσχάτων. Η νίκη τους ήταν και δική του νίκη, διότι έτσι μόνο θα διεσώζετο η Συνθήκη των Σεβρών το διαμάντι της σταδιοδρομίας του ως πολιτικού. Η ήττα τους θα ήταν και δική του ήττα διότι θα είχε ναυαγήσει η πολιτική του διαμελισμού της Τουρκίας που ήταν και ο κεντρικός άξονας της πολιτικής του. Μόνο μία διέξοδο άφηνε στους Έλληνες: την φυγή προς τα εμπρός· να σπάσουν τον κλοιό των Εθνικιστών ή να πέσουν μαχόμενοι. Το σκηνικό έχει στηθεί, οι αντίπαλοι καταλαμβάνουν θέσεις· η τελευταία πράξη του δράματος μόλις αρχίζει. Την επαύριο της αποβάσεως των Ελλήνων στη Σμύρνη ένα πλοίο στο οποίο επιβαίνει ο Τούρκος ήρωας της Καλλιπόλεως Μουσταφά Κεμάλ, φεύγει από την Κωνσταντινούπολη για την Σαμψούντα. Δεν πρόκειται για ιδιωτικό ταξίδι. Φεύγει για την Ανατολία με την επίσημη ιδιότητα του Γενικού Επιθεωρητή της Νοτίου περιοχής και Γενικού Διοικητή των Ανατολικών Επαρχιών. Με την ενέργειά τους αυτή ο Σουλτάνος και κυρίως ο Μέγας Βεζύρης Δαμάδ Φερήτ, ελπίζουν ότι θα απαλλαγούν από την παρουσία του επικίνδυνου αυτού αξιωματικού στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος ενδεχομένως να τους φανεί χρήσιμος στην Ανατολία. Στο ταξίδι του αυτό τον συνοδεύει και ο συνταγματάρχης Ρεφήτ που έχει διοριστεί διοικητής του Γ' Σώματος Στρατού στη Σεβάστεια. Μετά από ένα δύσκολο ταξίδι στις 19 Μαΐου 1919 έφθασε στη Σαμψούντα στη Μαύρης Θάλασσα. Επειδή όμως η Σαμψούντα ήταν υπό Αγγλική κατοχή και αντελήφθη ότι οι Άγγλοι πράκτορες παρακολουθούσαν τις κινήσεις του, έφυγε από εκεί και πρώτα πήγε στην Κάφσα και αργότερα στην Αμάσεια του Πόντου. Εξετάζοντας την κατάσταση στην οποία ευρίσκετο η χώρα του, είδε καθαρά ότι η Τουρκία είχε ισοπεδωθεί από την ήττα· και ότι η στρατιωτική της δύναμη ήταν πολύ περιωρισμένη. Υπήρχαν τέσσερα σώματα στρατού στην Ανατολία και ένα στην Ανατολική Θράκη. Από αυτά τα τέσσερα ήσαν απογυμνωμένα, καθόσο παρέμειναν μόνο τα επιτελεία ενώ οι οπλίτες είχαν αποστρατευτεί και τα όπλα είχαν παραδοθεί στους Άγγλους που τα συγκέντρωναν σε αποθήκες. Το μόνο Σώμα Στρατού που παρέμεινε άθικτο ήταν του Κιαζίμ Καρά Μπεκίρ στο Ντιαρμπεκίρ. Πλήθη ανταρτών όμως είχαν κατακλύσει τα βουνά γύρω από την Σμύρνη και αντιμάχοντο τους Έλληνες υπό την ηγεσία του Ραούφ, που ήταν υπουργός του Ναυτικού και είχε παραιτηθεί για να τους οργανώσει. Ο Μουσταφά Κεμάλ που είχε αντιληφθεί ότι μόνο με την συνεργασία των διοικητών των Σωμάτων Στρατού θα μπορούσε να οργανώσει σοβαρή Εθνική Αντίσταση, κάλεσε στην Αμάσεια του Πόντου τον Ρεφήτ από την Σεβάστεια και τον Αλή Φουάτ που ήταν διοικητής του 2ου Σώματος Στρατού στην 'Αγκυρα και ο οποίος έφερε μαζί του και τον Ραούφ. Οι αποφάσεις που έλαβαν ήσαν ενίσχυση της μάζας των ανταρτών γύρω από την Σμύρνη για να συγκρατούν τους Έλληνες. Ταχεία ανασυγκρότηση Τακτικού Εθνικού Στρατού. Υπαγωγή των σπουδαιότερων ανταρτικών ομάδων υπ' αυτούς. Δημιουργία τριών στρατηγείων για τον έλεγχο της Ανατολίας. Το δυτικό στρατηγείο ανατέθηκε στον Αλή Φουάτ, το ανατολικό στον Κιαζήμ Καρά Μπεκήρ και το κεντρικό στον Μουσταφά Κεμάλ. Συμφώνησαν επίσης ότι έπρεπε να σχηματιστεί προσωρινή κυβέρνηση, αφού η κυβέρνηση της Κωνσταντινουπόλεως υπό τον Σουλτάνο ήταν όμηρος των νικητριών δυνάμεων της ΑΝΤΑΝΤ. Καθώς και ότι έπρεπε να συγκληθεί Εθνικό Συνέδριο στη Σεβάστεια. Ο Κεμάλ έστειλε προσκλήσεις για το Συνέδριο στις οποίες έγραφε τα εξής: "Η Κεντρική Κυβέρνηση είναι πλέον ανίσχυρη να εκτελεί όλα τα καθήκοντά της. Η ανεξαρτησία του τόπου μας είναι δυνατόν να εξασφαλισθεί μόνο με την θέληση και την κινητοποίηση του Έθνους. Αποφασίστηκε να συγκληθεί ένα Συνέδριο στη Σεβάστεια για να συζητήσει τον τρόπο και τα μέσα προς τον σκοπό αυτό. Κάθε περιφέρεια μπορεί να στείλει τρεις αντιπροσώπους. Ενεργήσατε με κάθε μυστικότητα". Πριν από το Συνέδριο της Σεβάστειας διοργανώθηκε ένα προσυνέδριο στην Ερζερούμ, προκειμένου να καθοριστούν οι άξονες επάνω στους οποίους έπρεπε να κινηθεί το κύριο συνέδριο. Κατά στην διάρκεια του προσυνεδρίου της Ερζερούμ δόθηκε εντολή από την Σουλτανική Κυβέρνηση στον Κιαζήμ Καρά Μπεκήρ να συλλάβει τον Κεμάλ, την οποία ο τελευταίος αγνόησε. Εξοργισμένα τα μέλη του Συνεδρίου από την εχθρική αυτή ενέργεια της Κεντρικής Κυβερνήσεως ψήφισαν ομόφωνα ότι έπρεπε "να οργανωθεί η αντίσταση εναντίον της κατοχής και της παρεμβάσεως των ξένων. Να σχηματισθεί μία τοπική κυβέρνηση για να ασχοληθεί με τις κρατικές υποθέσεις, εφόσον η Κεντρική Κυβέρνηση ήταν ανίκανη ή δεν ήθελε να ασχοληθεί με αυτές". Εκλέξανε επίσης μία εκτελεστική επιτροπή για να εφαρμόζει τις αποφάσεις και για να εκθέσει τις απόψεις της στο επόμενο Συνέδριο στη Σεβάστεια. Πρόεδρος ορίστηκε ο Μουσταφά Κεμάλ με βοηθό του τον Ραούφ· συγχρόνως ορίστηκε και αντιπρόσωπος της Ερζερούμ. Αντιπρόσωποι από όλη τη Τουρκία πήγαν στη Σεβάστεια για την Συνέλευση, οι περισσότεροι μάλιστα από αυτούς μεταμφιεσμένοι, μέσα από μονοπάτια των βουνών, νύκτα καλυπτόμενοι από το σκοτάδι για να μην συλληφθούν από αστυνομικά όργανα που εκτελούσαν εντολές της Κεντρικής Κυβερνήσεως. Οι συζητήσεις μεταξύ των αντιπροσώπων ήσαν ατελείωτες χωρίς κάποια κεντρική γραμμή πλεύσης. Η προσωπικότητα που διακρίθηκε και ξεχώρισε ήταν εκείνη του Μουσταφά Κεμάλ, που με λογικά επιχειρήματα, ενθουσιασμό, πείσμα και αποφασιστικότητα προσπαθούσε επίμονα να πείσει τους συνέδρους για την ορθότητα των απόψεών του. Και ενώ οι συζητήσεις συνεχίζοντο με ρυθμούς ανατολής, περί τα μέσα της συνόδου έγινε υποκλοπή ενός τηλεγραφήματος της Κεντρικής Κυβερνήσεως προς τον κυβερνήτη της Μαλάτυα Αλή Γκαλήπ, που ευρίσκεται νότια της Σεβάστειας στην περιοχή των Κούρδων, με το οποίο του έδιναν εντολή να σχηματίσει μια στρατιωτική δύναμη από Κούρδους και με αυτή να βαδίσει στη Σεβάστεια και να συλλάβει τα μέλη της Συνελεύσεως. Σάλος προκλήθηκε στη Συνέλευση από την αποκάλυψη του περιεχομένου του τηλεγραφήματος που είχε υποκλαπεί. Η Συνέλευση εξοργισμένη εξουσιοδότησε τον Μουσταφά Κεμάλ να δράσει στρατιωτικά κατά του Αλή Γκαλήπ και μάλιστα άμεσα. Κατόπιν τούτου ο Κεμάλ έστειλε στη Μαλάτυα ένα σύνταγμα πεζικού του τακτικού στρατού, το οποίο για να φθάσει γρήγορα στο προορισμό του ώστε να αιφνιδιάσει τους αντιπάλους περνώντας μέσα από ορεινά μονοπάτια εφωδίασε με μεγάλο αριθμό από όνους και ημιόνους. Ο αιφνιδιασμός υπήρξε πράγματι απόλυτος· Οι Κούρδοι διαλύθηκαν πριν προλάβουν να συνταχθούν και να παραταχθούν για μάχη. Μετά την επιτυχία αυτή ψήφισαν ομόφωνα για ολοκληρωτική αντίσταση κατά των Δυτικών Δυνάμεων που σκόπευαν να διαμελίσουν την Τουρκία. Στη συνέχεια συνέταξαν και εγκρίνανε τους όρους ειρήνης για τους οποίους θα αγωνίζοντο, τους οποίους αποκάλεσαν "Εθνικό Σύμφωνο" και ορκίστηκαν να μην κλείσουν ειρήνη ώσπου ο αντίπαλος να αποδεχτεί το Εθνικό Σύμφωνο. Εκλέξανε επίσης εκτελεστική επιτροπή με πρόεδρο τον Κεμάλ η οποία θα δρούσε ως προσωρινή κυβέρνηση ανεξάρτητη από την Κεντρική της Κωνσταντινουπόλεως. Επειδή προέκυψαν στοιχεία σε βάρος του Μεγάλου Βεζύρη Δαμάδ Φερήτ ότι αυτός ήταν ο εμπνευστής του τηλεγραφήματος για την διάλυση της Συνελεύσεως στη Σεβάστεια, απέστειλαν τελεσίγραφο στον Σουλτάνο για να τον απολύσει και συγχρόνως να προκηρύξει γενικές εκλογές για την ανάδειξη νέου κοινοβουλίου. Ο Σουλτάνος υποχώρησε, απέλυσε τον Δαμάδ Φερήτ και στη θέση του τοποθέτησε τον Αλή Ριζά και προκήρυξε επίσης γενικές εκλογές. Οι εκλογές έδωσαν στη Συνέλευση της Σεβάστειας μεγάλη πλειοψηφία στη Νέα Βουλή, στην οποία ο Κεμάλ είχε εκλεγεί βουλευτής της Ερζερούμ. Η Συνέλευση μεταφέρθηκε από την Σεβάστεια στην Άγκυρα που ήταν στο κέντρο περίπου της χώρας. Κατά την εναρκτήρια συνεδρίαση της Βουλής στην Άγκυρα, οι νεοεκλεγέντες βουλευτές, πρότειναν να διαλυθεί η Συνέλευση και να μεταφερθεί η Βουλή στην Κωνσταντινούπολη. Ο Κεμάλ αντιτάχθηκε πεισματικά λέγοντας τους ότι στην Κωνσταντινούπολη δεν θα μπορέσει να λειτουργήσει η Βουλή κάτω από τον αυστηρό έλεγχο του Σουλτάνου και των Άγγλων. Δεν τους έπεισε. Τον εγκατέλειψαν όλοι. Έτσι έμεινε μόνος στην Άγκυρα. Επειδή η νέα Βουλή δεν πειθαρχούσε στις υποδείξεις του Σουλτάνου και των Άγγλων, διαλύθηκε από τους τελευταίους στις 16 Μαρτίου 1920. Μετά από αυτήν την εξέλιξη επέστρεψαν στην Άγκυρα, όπως ακριβώς το είχε προβλέψει ο Κεμάλ ότι επρόκειτο να γίνει. Μεταξύ αυτών που κατέφυγαν στην Άγκυρα ήσαν οι πολύ ικανοί αξιωματικοί Ισμέτ, ο μετέπειτα γνωστός ως Ινονού, και ο Φεβζή που υπηρετούσαν στο υπουργείο πολέμου. Στην Άκγυρα κατέφυγαν επίσης η συγγραφεύς Χαλιντέ Εντίπ Αντιβάρ και ο άντρας της Αντνάν. Η ενέργεια αυτή των Άγγλων ήταν άστοχη και επιζήμια για την Συμμαχική υπόθεση, διότι ενίσχυσε τους Εθνικιστές και τον Κεμάλ. Ο Σουλτάνος και οι Άγγλοι δεν περιορίσθηκαν στη διάλυση της Βουλής, ο πρώτος έδωσε εντολή στον υπουργό πολέμου Σεβκέτ Πασσά να οργανώσει σώμα ατάκτων που ονομάσθηκε " Στρατός του Χαλίφη" και να συντρίψει όλους τους στασιαστές. Δεν έμεινε εκεί, προχώρησε πιο πέρα : έβαλε τον κλήρο να κηρύξει ιερό πόλεμο κατά των στασιαστών και να παρακινήσει τα λαϊκά πλήθη εναντίον τους. Επακολούθησε άγριος όπως συνήθως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις εμφύλιος πόλεμος· όπου διαπράχθηκαν και από τις δύο πλευρές φρικαλεότητες. Εξέδωσε επίσης ο Σουλτάνος και διάταγμα με το οποίο έθεσε εκτός νόμου τον Κεμάλ και τους συντρόφους του, τους οποίους αφόρισε και καταδίκασε σε θάνατο. Ο εμφύλιος πόλεμος από κάποιο σημείο και μετά άρχισε να μην εξελίσσεται ευνοϊκά για τον Κεμάλ και τους οπαδούς του: οι Κούρδοι είχαν εξεγερθεί εναντίον του· μία μεραρχία που είχε σταλεί να καταστείλει μία από τις πολλές εξεγέρσεις που υποκινούσαν πράκτορες του Σουλτάνου διαλύθηκε εντελώς· μία άλλη είχε εξολοθρευτεί επίσης. Ο στρατός του Χαλίφη προέλαυνε παντού. Η Νικομήδεια (Ιζμίρ) κατελήφθη από τις δυνάμεις του. Το Μπιγκάρ μπροστά στην Προύσα κατελήφθη επίσης. Το Ικόνιο, το Ανταπαζάρ και δεκάδες άλλες πόλεις είχαν προσχωρήσει στον Σουλτάνο. Οι ομάδες των ατάκτων που δρούσαν στους λόφους γύρω από την Σμύρνη είχαν αυτονομηθεί. Ο Ετέμ ένας Κιρκάσιος που ηγείτο σε μία από αυτές συμπεριφέρετο ως ηγεμόνας. Και ενώ οι πόλεις η μία μετά την άλλη έπεφταν στα χέρια του Σουλτάνου, ο Κεμάλ παρέμεινε ακλόνητος στην Άγκυρα, μεταδίδοντας στους οπαδούς του την αστείρευτη ενεργητικότητα, αισιοδοξία και πίστη του στον αγώνα και την νίκη. Μία από τις αγαπημένες του φράσεις που τους έλεγε την περίοδο της μεγάλης δοκιμασίας ήταν " Ή θα νικήσουμε ή θα καταστραφούμε". Η ακλόνητη στάση του μπροστά στους κινδύνους και το πείσμα του επηρέασαν θετικά τους οπαδούς του, οι οποίοι τελικά απώθησαν τους ατάκτους του Σουλτάνου που περιέσφιγγαν την Άγκυρα· συνέτριψαν τους Κούδρους· απώθησαν τους Ιταλούς από την σιδηροδρομική γραμμή του Ικονίου· εκδίωξαν τους Άγγλους από τον σιδηροδρομικό κόμβο του Εσκή Σεχήρ. Άντρες και γυναίκες από κάθε τάξη έτρεχαν να καταταγούν εθελοντές: χωρικές για να μεταφέρουν πυρομαχικά και όπλα, γυναίκες από καλές οικογένειες για νοσοκόμες και για να ράβουν στολές. Όλοι τους προσέβλεπαν προς τον Μουσταφά Κεμάλ. Πολλοί από τους άντρες του Χαλίφη είχαν λιποτακτήσει. Ενώ πολλοί άλλοι είχαν αρνηθεί να τον πολεμήσουν και είχαν σκοτώσει τους αρχηγούς τους. Σίγουρος για τον εαυτό του και για την εδραίωση του κινήματος του οποίου ηγείτο ο Κεμάλ, έστειλε εν νέου προσκλήσεις για σύγκλιση νέας Εθνοσυνελεύσεως την οποία ονόμασε Μεγάλη Εθνοσυνέλευση. Η οποία όταν συγκροτήθηκε τον εξέλεξε ομόφωνα πρόεδρό της. Με την ιδιότητά του αυτή απάντησε ως εξής σε μήνυμα του Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας: "Η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Άγκυρας θα καθορίζει την τύχη της Τουρκίας, όσο καιρό η πρωτεύουσα θα βρίσκεται στα χέρια του εχθρού. Έχει διορίσει μία εκτελεστική επιτροπή, η οποία έχει αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας. Όλες οι εντολές από την πρωτεύουσα είναι αυτομάτως άκυρες, αφού η Κωνσταντινούπολη και ο Σουλτάνος ευρίσκονται στα χέρια του εχθρού. Έχουν παραβιαστεί τα δικαιώματα του Έθνους. Το Τουρκικό Έθνος, αν και ήρεμο, είναι αποφασισμένο να διατηρήσει το δικαίωμά του ως κυρίαρχου και ανεξάρτητου κράτους. Επιθυμεί την σύναψη μίας καλής και έντιμης ειρήνης, αλλά θα το κάνει μόνο με τους δικούς του εντεταλμένους αντιπροσώπους". Θέλοντας να δείξει την αποφασιστικότητα της Εθνικιστικής Τουρκίας ο Κεμάλ, εν όψει και των πυρετωδών εργασιών της Συνδιασκέψεως για την ειρήνη στην Ανατολία που διεξήγετο στο Σαν Ρέμο, στις 14 Ιουνίου 1920, εξαπέλυσε τις δυνάμεις του κατά των Άγγλων στη περιοχή της Νικομήδειας επί της ασιατικής ακτής της Προποντίδος απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, κατά της οποίας επίσης, εξαπέλυσε και τα άτακτα σώματα του Τζαφάρ Ταγιάρ από την Ανατολική Θράκη. Με αποτέλεσμα οι Άγγλοι που διέθεταν στην περιοχή της Κωνσταντινουπόλεως 4.500 άνδρες, στα Δαρδανέλλια 700 και στη σιδηροδρομική γραμμή Εσκή Σεχήρ (Δορύλαιο) Αφιον Καραχισαρ 2.300 να ευρεθούν σε δυσχερή θέση, και να ζητήσουν έτσι την βοήθεια του Βενιζέλου. Ο οποίος και πρόθυμα τους την έδωσε, αφού από την συγκατάθεση της Αγγλίας κυρίως, εξηρτάτο η ενσωμάτωση της Σμύρνης και της ευρύτερης περιοχής της στην Ελλάδα. Με δύο μεραρχίες οι Έλληνες κατέλαβαν την ασιατική ακτή των Στενών μέχρι την Νικομήδεια για να προστατεύσουν την Κωνσταντινούπολη από την πλευρά αυτή. Επίσης μετέφεραν άλλη μία μεραρχία από την ασιατική στην ευρωπαϊκή ακτή της θάλασσας του Μαρμαρά, με την οποία συνέτριψαν τα άτακτα σώματα του Τζαφάρ Ταγιάρ, και απάλλαξαν την Κωνσταντινούπολη από κάθε απειλή και από την πλευρά αυτή. Επί πλέον εξόρμησαν από την ευρύτερη περιοχή της Σμύρνης με την συγκατάθεση του Λόϋντ Τζωρτζ και του Γάλλου πρωθυπουργού Μιλλεράν, η οποία στην πραγματικότητα δεν ήταν απλώς συγκατάθεση αλλά υπόδειξη, ορθότερα εντολή, των δύο Μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων και κυρίως της Αγγλίας προς την Ελλάδα, να καταλάβει ευρείες εκτάσεις από την Μικρασιατική ενδοχώρα και μέχρι τα κράσπεδα του οροπεδίου της Ανατολίας για να εξαναγκάσουν τους Τούρκους Εθνικιστές να αποδεχτούν τους σκληρούς όρους της Συνθήκης των Σεβρών. Τους απειλούσαν δηλαδή ότι αν δεν συμμορφωθούν με τους όρους της Συνθήκης Ειρήνης, θα τους επιβάλουν ακόμη πιο σκληρούς όρους. Για το λόγο αυτό αφού επέτρεψαν στον Βενιζέλο να κάνει μία θεαματική επίδειξη ισχύος με σαρωτική προέλαση του Ελληνικού στρατού προς το εσωτερικό της Ανατολίας, τον εμπόδισαν στη συνέχεια να επεκταθεί πέρα από το Ουσάκ στις παρυφές του υψιπέδου της Ανατολίας, και ούτε του επέτρεψαν επίσης να αποκτήσει τον έλεγχο επί της σπουδαίας σιδηροδρομικής γραμμής Εσκή Σεχήρ - Αφιόν Καραχισάρ, η οποία οδηγεί από μεν το Εσκή Σεχήρ προς Άγκυρα από δε το Αφιόν Καραχισάρ προς Ικόνιο. Αλλά άφησαν προσωρινά ελεύθερη την σιδηροδρομική γραμμή Εσκή Σεχήρ - Αφιόν Καραχισάρ που οδηγεί κατευθείαν στο εσωτερικό του υψιπέδου της Ανατολίας όπου και τα ορμητήρια των Εθνικιστών ως διαπραγματευτικό ατού (πλεονέκτημα), απειλώντας τους με τον τρόπο αυτό ότι εάν δεν επιδείξουν καλή θέληση θα συντριβούν από τον Ελληνικό στρατό εκεί ακριβώς όπου ήσαν τα κέντρα της αντιστάσεώς τους και κατά συνέπεια θα εκμηδενιστούν. Η ανακοίνωση της υπογραφής της Συνθήκης των Σεβρών στις 10 Αυγούστου 1920, προκάλεσε θύελλα διαμαρτυριών στην Τουρκία, εξαιτίας των δυσμενών όρων που περιείχε για το Τουρκικό Έθνός. Καθόσο προέβλεπε όχι μόνο την δημιουργία Ελληνικής ζώνης στη Σμύρνη και την ευρύτερη περιοχή της ΙΩΝΙΑΣ, αλλά και διότι προέβλεπε ένα ανεξάρτητο Αρμενικό κράτος στα ανατολικά και Αυτόνομο Κουρδιστάν στα νοτιοανατολικά. Με προοπτική μάλιστα δημιουργίας μελλοντικά και ανεξάρτητου Ποντιακού Ελληνικού κράτους. Πράγματι η εν λόγω Συνθήκη με την αριστοτεχνική δομή της έδινε την δυνατότητα στη Μ. Βρετανία να παρεμβαίνει ρυθμιστικά πότε υπέρ του ενός, πότε υπέρ του άλλου, ή στρέφοντας τον ένα εναντίον του άλλου, ώστε να κυριαρχεί στα πράγματα της Ανατολίας. Αρπάζοντας την ευκαιρία ο Κεμάλ κάλεσε τον λαό σε πανεθνική συσπείρωση. Ακόμη και εκείνοι που τον μισούσαν ή ήσαν αδιάφοροι για το εθνικιστικό κίνημα λησμόνησαν τις παλαιές διαφορές, αγνόησαν τις ταξικές διαφορές και όλοι σύσσωμοι ακολούθησαν τον Μουσταφά Κεμάλ. Συνέτριψαν τα υπολείμματα από τον στρατό του Χαλίφη, εκκαθάρισαν τις περιοχές που είχαν εξεγερθεί εναντίον της Άγκυρας και έθεσαν τέρμα στον εμφύλιο πόλεμο. Τελευταίος υπέκυψε ο Κιρκάσιος Ετέμ που έχοντας ως έδρα την Κιουτάχεια και το Εσκή Σεχήρ διηύθυνε τον αγώνα των ατάκτων εναντίον των Ελλήνων στη Σμύρνη. Μετά την ήττα του ο Ετέμ από τον τακτικό Τουρκικό στρατό κατά την εκπνοή του 1920 με αρχές του 1921, κατέφυγε με τα υπολείμματα των ατάκτων του στις Ελληνικές γραμμές. Ο Κεμάλ αφού συγκρότησε κυβέρνηση αγώνα με τους Μπεκήρ Σαμή και Αντνάν και έχοντας ως στρατιωτικούς συνεργάτες για την ανασυγκρότηση του τακτικού στρατού τους Φεβζή και Ισμέτ, ετοιμάστηκε να αναμετρηθεί με τους Έλληνες. Προηγουμένως ο Κιαζήμ Καραμπεκήρ στα ανατολικά μεταξύ Σεπτεμβρίου - Δεκεμβρίου του 1920 κατέλυσε την ανεξαρτησία του Αρμενικού κράτους του Εριβάν, οι κάτοικοι του οποίου για να αποφύγουν την ενσωμάτωσή τους στη Τουρκία, ανακήρυξαν την χώρα Σοβιετική Δημοκρατία και ζήτησαν την βοήθεια της Μόσχας. Ο Κεμάλ συμφώνησε να αποσύρει τα στρατεύματά του από το Εριβάν της Αρμενίας με αντάλλαγμα την παροχή οικονομικής και στρατιωτικής βοήθειας. Κατόπιν στράφηκε αποφασιστικά κατά των Ελλήνων. Απειλώντας ευθέως τους Κεμαλικούς Εθνικιστές ο Λόϋντ Τζώρτζ με την επιθετική διάταξη που είχε λάβει ο Ελληνικός στρατός ήδη από τον Αύγουστο του 1920, προσκάλεσε τους Κεμαλικούς μαζί με αντιπροσώπους του Σουλτάνου καθώς και Ελληνική αντιπροσωπεία στο Λονδίνο για Συνδιάσκεψη κατά μήνα Φεβρουάριο του 1921, προκειμένου να βρεθεί λύση σχετικά με την εφαρμογή των όρων της Συνθήκης των Σεβρών. Παράλληλα πίεσε τους Έλληνες να επιχειρήσουν να καταλάβουν μέσα στο καταχείμωνο τον σπουδαίο από στρατηγική άποψη σιδηροδρομικό κόμβο του Εσκή Σεχήρ που οδηγεί προς Άγκυρα την αετοφωληά του Κεμάλ, πράγμα που δεν τους είχε επιτρέψει να κάνουν το καλοκαίρι του 1920, για να καταπτοήσει τους Τούρκους Εθνικιστές ώστε να είναι διαλλακτικοί κατά τις διαπραγματεύσεις. Μετά τις συστάσεις και προτροπές του Λόϋντ Τζώρτζ για επίθεση κατά των Κεμαλικών, ο Δημήτριος Γούναρης που ήταν υπουργός των στρατιωτικών έδωσε εντολή στον νέο διοικητή της Στρατιάς Μικράς Ασίας Αναστάσιο Παπούλα, να προετοιμαστεί σχετικά για μία επιθετική εξόρμηση προς κατάληψη του σιδηροδρομικού κόμβου του Εσκή Σεχήρ. Στις 20 Δεκεμβρίου 1920 το εκστρατευτικό σώμα που ορίστηκε εσπευσμένα για το σκοπό αυτό διότι πίεζε την ελληνική πλευρά ο Λόϋντ Τζωρτζ να ενεργήσει γρήγορα, προκειμένου να προλάβει τυχόν προετοιμασίες του τακτικού κεμαλικού στρατού να οργανώσει αμυντικές θέσεις ώστε να αποκρούσει την επίθεση, άρχισε η εξόρμηση των Ελληνικών φαλάγγων. Οι Ελληνικές φάλαγγές αφού προχώρησαν επάνω σε απόκρημνες και δυσκολοδιάβατες περιοχές μέσα στη καρδιά του χειμώνα έφθασαν σε κοντινή απόσταση από το οροπέδιο του Εσκή Σεχήρ. Εκεί όμως τους σταμάτησαν τα τακτικά στρατεύματα του Ισμέτ, του πιστού συντρόφου του Μουσταφά Κεμάλ, σε μία κοιλάδα κοντά στο χωριό Ιν Εϊνού, από το οποίο ο Ισμέτ πήρε την προσωνυμία Ινονού. Η αποτυχία αυτή ενθάρρυνε την Τουρκική Αντιπροσωπεία στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου υπό τον ευέλικτο Μπεκήρ Σαμή, της οποίας οι εργασίες άρχισαν στις 21 Φεβρουαρίου 1921 και έληξαν στις 11 Μαρτίου ιδίου έτους, να φανεί αδιάλλακτη και να απαιτεί : την άμεση εκκένωση της Μικράς Ασίας από τους Έλληνες, αποχώρηση των ξένων δυνάμεων από την Κωνσταντινούπολη, επιστροφή των Στενών, αποκατάσταση της Ευρωπαϊκής Τουρκίας (Ανατολικής Θράκης) στα προπολεμικά της σύνορα. Αποδοχή τέτοιων όρων θα εσήμαινε το σχίσιμο της Συνθήκης των Σεβρών. Πράγμα που ενοχλούσε τον πρωτεργάτη αυτής Λόϋντ Τζωρτζ, ο ποίος για να φανεί διαλλακτικός μήπως ενδεχομένως η Τουρκική αντιπροσωπεία ενδώσει και συρθεί στην υπογραφή μίας πιο ευέλικτης συνθήκης από εκείνη των Σεβρών, ως εκπρόσωπος όλων των Συμμάχων, συμπεριλαμβανομένων και των Ελλήνων, αντιπρότεινε: η ΑΝΤΑΝΤ ήταν διατεθειμένη να μην επιμείνει στους όρους που είχε θέσει σχετικά με τον έλεγχο των Στενών, της Κωνσταντινουπόλεως και την αυτονομία των περιοχών στις οποίες κατοικούσαν Κούρδοι. Οι Τούρκοι όμως από την πλευρά τους θα παραχωρούσαν ένα είδος τοπικής αυτονομίας στους Έλληνες της Σμύρνης και θα αναγνώριζαν το δικαίωμα των Αρμενίων που είχαν οθωμανική υπηκοότητα να αποκτήσουν μία εθνική εστία στα ανατολικά σύνορα της Ανατολίας. Η Τουρκική αντιπροσωπεία που επιθυμούσε τουλάχιστον την άμεση αποχώρηση των Ελλήνων από τη Μικρά Ασία, δεν έμεινε ικανοποιημένη και κατόπιν τούτου αποχώρησε χωρίς να έχει επιτευχθεί κάποια συμφωνία. Το ίδιο έκανε και η Ελληνική αντιπροσωπεία υπό τους Νικόλαο Καλογερόπουλο και Δημήτριο Γούναρη που είχαν υποστηρίξει σθεναρά τις ελληνικές θέσεις. Μετά το αδιέξοδο που δημιουργήθηκε τον λόγο είχαν και πάλι τα όπλα. Στο μεταξύ στις 11 Μαρτίου 1921 τα στρατεύματα του Κιαζήμ Καραμπεκήρ κατέλαβαν το Μπατούμ στην Υπερκαυκασία (περιοχή Γεωργίας), και μετά από πέντε (5) ημέρες υπογράφηκε η Σοβιετο-Τουρκική Συνθήκη Φιλίας και Αδελφότητας, η οποία στο σύνολό της ήταν ευνοϊκή για την Τουρκία. Με την Συνθήκη αυτή τα Τουρκικά στρατεύματα αποχώρησαν από το Μπατούμ της Γεωργίας, η οποία μετά από λίγο σοβιετοποιήθηκε. Διατήρησε όμως η Τουρκία τις επαρχίες Καρς, Αρνταχάν και Αρτβίν. Με την ίδια Συνθήκη η Σοβιετική Ένωση αναγνώρισε ότι η Τουρκία είχε πλήρη δικαιώματα κυριαρχίας στα Στενά και την Κωνσταντινούπολη, και ότι έπρεπε να επαναρχίσουν μεταξύ των δύο χωρών οι διπλωματικές και οικονομικές σχέσεις που είχαν διακοπεί με τον πόλεμο. Η Κεμαλική Τουρκία αναμφισβήτητα εξήλθε ενισχυμένη διπλωματικά. Ο Λόϋντ Τζωρτζ δέχθηκε σφοδρές επικρίσεις διότι δεν επέδειξε ευλυγισία και εμπόδισε έτσι την υπογραφή μίας συνθήκης ειρήνης με τους Κεμαλιστές. Ο Λόϋντ Τζωρτζ αντέτεινε ότι: δεν μπορούσε να στρέψει την πλάτη του στη Συνθήκη των Σεβρών και δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τους Έλληνες που του έδειχναν την εμπιστοσύνη τους, στην τύχη τους. Έτσι συμβούλεψε και παρότρυνε τους Έλληνες να συνεχίσουν τις πολεμικές επιχειρήσεις αν εξακολουθούσαν ακόμη να επιθυμούν την διατήρηση της Συνθήκης των Σεβρών σχετικά με την αναγνώριση των δικαιωμάτων τους στη Σμύρνη και την ευρύτερη περιοχή της. Αν έλεγαν όχι. Θα ανακοίνωναν στον Ελληνικό λαό ότι δείλιασαν και δεν τόλμησαν να υπερασπιστούν το όραμα του Βενιζέλου για την Σμύρνη που είχε γίνει πραγματικότητα? έστω προσωρινά. Ως εκ τούτου η συνέχιση των εχθροπραξιών με τους Κεμαλικούς - οι οποίοι συνεχώς ισχυροποιούντο, αν τους έδιναν άνεση χρόνου για να προετοιμαστούν καλύτερα, δεν θα μπορούσαν αργότερα ούτε να τους υποχρεώσουν να αναγνωρίσουν την Συνθήκη των Σεβρών ούτε και να παραμείνουν στη Μικρά Ασία - ήταν μονόδρομος. Η νέα Ελληνική επίθεση άρχισε στις 23 Μαρτίου 1921. Ο Ελληνικός στρατός προέλασε σε δύο μέτωπα: το συγκρότημα μεραρχιών του νότου προωθήθηκε από το Ουσάκ προς το Αφιόν Καραχισάρ, ενώ το συγκρότημα μεραρχιών του βορρά προέλασε από την Προύσα προς το Εσκή Σεχήρ. Το Αφιόν Καραχισάρ καταλήφθηκε στις 27 Μαρτίου 1921. Το βόρειο αντιθέτως συγκρότημα σύρθηκε άλλη μία φορά με μεγάλη προσπάθεια σε ατελείωτες πλαγιές και επάνω σε οδοντωτές κορυφογραμμές προς το οροπέδιο του Εσκή Σεχήρ. Ο διάσημος ιστορικός μελετητής Άρνολντ Τόϋνμπη που συνόδευε με την ιδιότητα του πολεμικού ανταποκριτή της εφημερίδας Manchester Guardian τους Έλληνες φαντάρους, σκαρφάλωσε μαζί τους σιγά σιγά ως το οροπέδιο Παζαρτζίκ. Το βαρύ όμως Τουρκικό πυροβολικό εμπόδισε τα Ελληνικά στρατεύματα να προελάσουν πιο πέρα από το φρύδι της απότομης πλαγιάς. Τα Ελληνικά τμήματα κάνοντας χρήση της ξιφολόγχης κατέλαβαν μετά από σκληρούς αγώνες τα Τουρκικά χαρακώματα στην κορυφογραμμή της Κοβαλίτζας, που περιέβαλε την πεδιάδα του Εσκή Σεχήρ από βορρά. Τα Τουρκικά χαρακώματα έβλεπαν προς τον βορρά και δέσποζαν στις νότιες εξόδους του φαραγγιού, από όπου τα Ελληνικά στρατεύματα ήσαν αναγκασμένα να περάσουν ανάμεσα στους λόφους, όπως ερχόντουσαν από το οροπέδιο του Παζαρτζίκ. Από τις κορυφογραμμές που είχαν καταλάβει τα Ελληνικά στρατεύματα έβλεπαν κάτω την πεδιάδα που έφθανε μέχρι το Εσκή Σεχήρ. Δεν μπόρεσαν όμως να κρατήσουν τις κορυφογραμμές περισσότερο από τέσσερις (4) ημέρες, διότι εκτοπίστηκαν από τους Τούρκους μετά από λυσσώδεις αντεπιθέσεις. Έτσι υποχώρησαν τα Ελληνικά τμήματα για δεύτερη φορά μπροστά στην πεισματική Τουρκική αντίσταση που συνοδεύετο από συνεχείς και άγριες αντεπιθέσεις. Δεν είχαν συνηθίσει κατά την περίοδο του Λεωνίδα Παρασκευόπουλου να προβάλουν σθεναρή αντίσταση οι Τούρκοι, και τώρα αιφνιδιάστηκαν και έτσι υποχώρησαν. Ο Τόϋνμπη περιγράφει ως εξής την δεύτερη Ελληνική υποχώρηση " Οι άντρες ήσαν θυμωμένοι - θυμωμένοι που ξόδεψαν άδικα αίμα και κόπο, αλλά προ παντός ταπεινωμένοι από μία ήττα που έσπαγε ένα μακρύ κατάλογο από νίκες για τις οποίες αισθάνοντο απέραντη υπερηφάνεια. Οπωσδήποτε η ποιότητα αυτών των βετεράνων φάνηκε περισσότερο στις αντιξοότητες παρά όταν είχαν εμπιστοσύνη στην επιτυχία : τα βαρειά κανόνια, τα πεδινά κανόνια, το ορεινό πυροβολικό, τα φορτηγά, τις βοϊδάμαξες και τα μουλάρια - όλα τα απομάκρυναν με ασφάλεια, και τα πολεμοφόδια που δεν μπορούσαν να τα μεταφέρουν τα ανατίναξαν". Η υποχώρηση έγινε χωρίς πανικό με τις φάλαγγες να διατηρούν την πειθαρχεία τους. Είχαν όμως την τύχη μαζί τους διότι οι Τούρκοι θα μπορούσαν να τους αποκόψουν την υποχώρηση κατά την διέλευσή τους από ορεινά και δύσβατα περάσματα. Προτίμησαν όμως να κατευθύνουν τον κύριο όγκο των δυνάμεών τους κατά του νοτίου συγκροτήματος, αποκόπτοντας την υποχώρηση, με την κατάληψη του τμήματος της σιδηροδρομικής γραμμής μεταξύ Ουσάκ - Αφιόν Καραχισάρ. Διέφυγαν τελικά ως εκ θαύματος την καταστροφή οι Έλληνες χάρη στο 34ο σύνταγμα πεζικού που κράτησε απεγνωσμένα επί είκοσι τέσσερις ώρες μακρυά από το Τουμλού Μπουνάρ το Τουρκικό πεζικό που έφθανε τμηματικά από το Εσκή Σεχήρ στο Αφιόν Καραχισάρ μέσω της σιδηροδρομικής γραμμής? και έτσι μπόρεσαν να υποχωρήσουν με ασφάλεια στη βάση τους στο Ουσάκ. Τους αγώνες των Ελληνικών τμημάτων του βορείου συγκροτήματος, παρακολούθησε από κοντά και ο Αμερικανός συγγραφέας Έρνεστ (Ερνέστος) Χεμινγουαίη ως πολεμικός ανταποκριτής, ο οποίος εντυπωσιάστηκε από την παράξενη γι' αυτόν ενδυμασία αλλά και την μαχητικότητα των Ελλήνων ευζώνων. Ως προς τις πολεμικές επιχειρήσεις τα συμπεράσματα είναι εύλογα: Ο Τουρκικός στρατός δεν είναι πλέον οι ανοργάνωτες εθνικιστικές ορδές του θέρους του 1920 που αντιμετώπισε χωρίς δυσκολία ο Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, είναι οργανωμένος και πειθαρχημένος τακτικός στρατός ο οποίος μάχεται με εξαιρετικό πείσμα και αποφασιστικότητα. Σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξαν οι ξένοι στρατιωτικοί παρατηρητές. Εάν θέλουν συνεπώς οι Έλληνες να καταφέρουν ένα αποφασιστικό πλήγμα κατά των Κεμαλικών πρέπει να το επιχειρήσουν τώρα, διπλασιάζοντας τις στρατιωτικές δυνάμεις από 120.000 που ήσαν συνολικά σε 200.000 άνδρες για να έχουν ελπίδες επιτυχίας. Δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά διότι το μέτωπο ήταν εκτεταμένο και εξαιρετικά ορεινό και δύσβατο, ενώ ο εχθρός κατείχε την κεντρική σιδηροδρομική γραμμή μεταξύ Εσκή Σεχήρ - Κιουτάχειας - Αφιόν Καραχισάρ και ήταν εύκολο σ' αυτόν να μετακινεί δυνάμεις από το ένα απειλούμενο σημείο στο άλλο, οι Έλληνες όμως που δεν είχαν στη διάθεσή τους την σιδηροδρομική γραμμή ήσαν υποχρεωμένοι να μετακινούν πεζή τις στρατιωτικές τους δυνάμεις. Και επειδή μειονεκτούσαν ως προς το σημείο αυτό πριν εξορμήσουν κατά των αντιπάλων τους, έπρεπε προηγουμένως να καταλάβουν περιμετρικά επίκαιρες θέσεις ώστε όταν θα εδίδετο η εντολή για επίθεση, η έφοδος να ήταν ταυτόχρονη και συντονισμένη με όλα τα σημεία εξορμήσεως μαζί για να μην μπορεί ο εχθρός που θα απειλείτο συγχρόνως σε πολλά σημεία να μεταφέρει ενισχύσεις από το ένα στο άλλο απειλούμενο σημείο, και η εμπλοκή του έτσι σε πολλές επί μέρους μάχες με το να είναι γενική θα τον καθήλωνε. Οπότε μία άλλη δύναμη των Ελλήνων που δεν θα είχε εμπλακεί σε μάχες άμεσα, θα εκινείτο με ταχύτητα πίσω από τους εμπλεκόμενους και θα κατελάμβανε τον λαιμό της φιάλης στο Εσκή Σεχήρ και έτσι θα απέκοπτε από τον Τουρκικό τακτικό στρατό που θα ευρίσκετο μέσα σε ένα τεράστιο κλοιό την μοναδική δίοδο διαφυγής προς Άγκυρα. Εάν τα πράγματα είχαν αυτήν την εξέλιξη που ήταν πολύ πιθανή, η καταστροφή ή η αιχμαλωσία του τακτικού Τουρκικού στρατού, θα στερούσε από τους Εθνικιστές της Άγκυρας κάθε περαιτέρω σοβαρή δυνατότητα για αντίσταση. Έτσι η υπογραφή μίας ευνοϊκής για τους Έλληνες συνθήκης ειρήνης με τους Τούρκους Εθνικιστές, θα ήταν να όχι βέβαιη τουλάχιστον πολύ πιθανή. Άξιζε συνεπώς ο κόπος να δοκιμάσουν. Όλα άλλωστε τα πράγματα σε αυτήν την ζωή έχουν κάποιο ρίσκο. Εξάλλου και ο Λόϋντ Τζώρτζ τους ενθάρρυνε να δοκιμάσουν και πάλι και να μην αφήσουν την προσπάθεια στη μέση. Ήθελε ενδόμυχα να δει εάν η Συνθήκη των Σεβρών ήταν θνησιγενής ή εάν υπήρχε δυνατότητα να επιβιώσει. Για να το δει όμως αυτό έπρεπε προηγουμένως οι Έλληνες ή να νικήσουν ή να νικηθούν. Ένας άλλος όμως σοβαρότερος λόγος που επέβαλε την συνέχιση της εκστρατείας, ήταν ότι δεν μπορούσε τώρα που Ελληνικός λαός είχε πεισθεί ότι ήταν αναγκαία μία ακόμη μεγαλύτερη προσπάθεια για ένα θετικό αποτέλεσμα, να ανακοπεί και να μείνει στη μέση. Ο Έρνεστ Χεμινγουαίη στο "Για ποιον χτυπάει η καμπάνα" αναφέρει σχετικά με τον Εμφύλιο Πόλεμο στην Ισπανία στον οποίο έλαβε μέρος ο ίδιος με την δημοκρατική παράταξη, ότι οι δημοκρατικοί είχαν αποφασίσει να διαρρήξουν το μέτωπο των Εθνικιστών σε κάποιο σημείο που οι επιτελείς τους έκριναν ότι μπορούσε να αλλάξει ενδεχομένως την πορεία του πολέμου υπέρ αυτών, και για τον λόγο αυτό συγκέντρωσαν μετά από μεγάλες προσπάθειες και πολύ χρόνο τους άνδρες και τα υλικά μέσα που απαιτούντο για τον σκοπό αυτό. Όταν όμως ήλθε το πλήρωμα του χρόνου για την εκτόξευση της επιθέσεως διαπίστωσαν εκείνοι που είχαν σχεδιάσει την επίθεση ότι το μέτωπο είχε ήδη μεταβληθεί, και ότι δεν είχε πλέον νόημα η εκτόξευση της επιθέσεως έτσι όπως αρχικά είχε σχεδιαστεί. Εντούτοις όμως την πραγματοποίησαν διότι όπως λέει ο Χεμινγουαίη, είναι πολύ δύσκολο να μπει ένας μηχανισμός σε κίνηση, όταν όμως μπει δεν μπορεί καμία δύναμη να τον σταματήσει. Είναι το ίδιο δύσκολο όπως όταν επιχειρεί αναβάτης να ανακόψει αιφνιδίως καλπάζοντα ίππον να υπερπηδήσει εμπόδιο. Δεν διατρέχουν σ' αυτή τη περίπτωση τον κίνδυνο να συντριβούν και οι δύο από την σύγχυση και την ταραχή που προκαλείται στον ίππο; Είναι επίσης εύκολο πράγμα να αλλάξει η εξωτερική πολιτική μίας χώρας εάν δεν έχουν ωριμάσει προηγουμένως οι κατάλληλες συνθήκες; Έτσι ο Δημήτριος Γούναρης και Πρωτοπαπαδάκης αποφάσισαν να συνεχίσουν την εκστρατεία, αυτήν την φορά όμως πανστρατιά, για να είναι σίγουροι για την επιτυχία διότι αυτή η εκκρεμότητα είχε ήδη διαρκέσει πολύ και η αντοχή και ανοχή του λαού είχε φθάσει στα όριά της. Κατόπιν τούτου μετέφεραν στη Μικρά Ασία 85.000 επί πλέον άνδρες από την κυρίως Ελλάδα για την ενίσχυση της Στρατιάς, προκειμένου να καταβληθεί η τελευταία μεγάλη προσπάθεια που θα έδινε την νίκη. Εν όψει της επικειμένης αναμετρήσεως η Μόσχα σε εκτέλεσή της από 16 Μαρτίου 1921 συνθήκη φιλίας και αδελφότητος με την Κεμαλική Τουρκία, τον Μάιο ιδίου έτους, απέστειλε την Άγκυρα ως πρώτη δόση της οικονομικής τους συνεργασίας 4.000.000 χρυσά ρούβλια. Ποσό αρκετό για να πληρωθούν οι ιταλικές προμήθειες σε στρατιωτικό εξοπλισμό. Συγχρόνως απέστειλε τουφέκια και ξιφολόγχες σε μεγάλους αριθμούς. Ενώ τα πολεμικά εργοστάσια σε Άγκυρα και Εσκή Σεχήρ εργάζοντο πυρετωδώς για τη κατασκευή όπλων. Ήδη ο τακτικός στρατός του δραστήριου Ισμέτ Ινονού έχει εφοδιαστεί με 52.000 ατομικά όπλα, 440 μυδραλιοβόλα και 162 πυροβόλα. Άλλος ένας σοβαρός λόγος για τον οποίο οι Έλληνες επείγοντο να επισπεύσουν τις προετοιμασίες για την τελική αναμέτρηση με τους Τούρκους Εθνικιστές. Κάθε ώρα, κάθε ημέρα, κάθε εβδομάδα, κάθε μήνας που περνούσε άπρακτος, απομάκρυνε την προοπτική μίας νίκης σε βάρος των Κεμαλικών, οι οποίοι ενισχύοντο συνεχώς και οικονομικά και στρατιωτικά και διπλωματικά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτη η επίτευξη μίας αξιοπρεπούς για τα ελληνικά συμφέροντα συνθήκης ειρήνης. Δεν απέμενε συνεπώς για τους Έλληνες τίποτε άλλο εκτός από άμεση στρατιωτική δράση εναντίον τους πριν να είναι πολύ αργά. Αυτή ακριβώς ήταν και η γνώμη του Λόϋντ Τζωρτζ και Κώρζον οι οποίοι ωθούσαν τον Δημήτριο Γούναρη και Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη προς αυτήν την κατεύθυνση. Είναι άλλωστε αποδεδειγμένο ότι και ο Βενιζέλος και ο Δημήτριος Γούναρης, Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης και άλλοι δεν προέβαιναν σε καμμία ενέργεια στη Μικρά Ασία, αν προηγουμένως δεν είχαν την συγκατάθεση των Άγγλων και συγκεκριμένα του Λόϋντ Τζώρτζ. Ο οποίος για να διαπιστώσει εάν η στρατιά Μικράς Ασίας μετά τις τελευταίες ενισχύσεις που είχε λάβει ήταν σε θέση να φέρει σε πέρας με επιτυχία την αποστολή που είχε θέσει στον εαυτό της, ανάθεσε στον Βρεταννό στρατιωτικό ακόλουθο στην Αθήνα Χόαρ Ναίρν να εξετάσει την ποιότητα και τις δυνατότητες της Στρατιάς Μικράς Ασίας και να υποβάλει σχετική αναφορά με τα συμπεράσματά του. Ο Χόαρ Ναιρν έφθασε στη Σμύρνη στις 4 Ιουνίου 1921 και αφού επί μία και πλέον εβδομάδα επιθεώρησε την Στρατιά και συζήτησε με τους κορυφαίους επιτελικούς αξιωματικούς Σαρηγιάννη, Σπυρίδωνος και Πάλλη, οι οποίοι αποτελούσαν το Επιτελείο της Στρατιάς και επί Λεωνίδα Παρασκευόπολου, συνέταξε την αναφορά του της οποία τα κυρία σημεία ήσαν τα εξής "Ο στρατός ήταν τώρα μία πιο αποδοτική πολεμική μηχανή από κάθε άλλη φορά που τον είδε. Ο διοικητής της Στρατιάς Αναστάσιος Παπούλας δεν ήταν τίποτε περισσότερο από διακοσμητικό πρόσωπο, αλλά ενέπνεε εμπιστοσύνη. Ο συνταγματάρχης Σπυρίδωνος που ήταν επικεφαλής του Δ'Γραφείου της Στρατιάς που είχε ως αντικείμενο τις προμήθειες, ήταν προικισμένο και δραστήριο άτομο που έκανε πολύ καλά την δουλειά του. Ο επιτελικός αξιωματικός Σαρηγιάννης βρήκε ότι είχε αυτοπεποίθηση αλλά ότι ανησυχούσε για το μέλλον διότι έβλεπε πλοία να φορτώνονται με πολεμικό υλικό από Ρωσσικά λιμάνια και να ανεφοδιάζουν τον Κεμάλ από την θάλασσα μέσω Σινώπης, Σαμψούντας και Ινέπολης. Και ότι κατά την άποψη του Σαρηγιάννη η τελική τύχη της Ελληνικής προσπάθειας εξηρτάτο από το αν μπορούσαν να κλείσουν αυτόν τον δρόμο με αποκλεισμό. Ότι ο επιτελικός αξιωματικός συνταγματάρχης Πάλλης (από τους κορυφαίους με τον Σαρηγιάννη και Σπυρίδωνος) τον διαβεβαίωσε επάνω στο αμφιλεγόμενο θέμα των πολυάριθμων αντικαταστάσεων ανωτέρων αξιωματικών, ότι αν ζύγιζαν τα υπέρ και τα κατά, ο στρατός είχε ωφεληθεί από τις αλλαγές των τελευταίων οκτώ (8) μηνών στη διοίκηση· συμπέρασμα με το οποίο συμφώνησε και ο ίδιος (Χόαρ Ναίρν). Εκτιμούσε ότι η συνολική δύναμη της Στρατιάς στις 14 Ιουνίου 1921 έφθανε τους 169.000 άνδρες από τους οποίους πραγματικά μάχιμοι ήσαν 120.000 περίπου (οι υπόλοιποι ανήκαν στις βοηθητικές υπηρεσίες)". Τελικό συμπέρασμά του ήταν ότι "Ο Ελληνικός στρατός της Μικράς Ασίας, που ήταν τώρα έτοιμος και λαχταρούσε να προελάσει, ήταν η πιο φοβερή πολεμική μάχη που είχε ποτέ καλέσει το Έθνος υπό τα όπλα. Το ηθικό του ήταν υψηλό. Αν κρίνουμε με τα βαλκανικά πρότυπα, το επιτελείο του ήταν ικανό, η πειθαρχία και η οργάνωσή του καλές". Με βάση την αναφορά αυτή καθώς και την πληροφόρηση που είχε ο Λόϋντ Τζωρτζ από άλλες ανεξάρτητες πηγές αλλά και με βάση το δικό του πολιτικό ένστικτο είχε πεισθεί ότι οι δύο πλευρές θα έπρεπε να πολεμήσουν ως το τέλος για να αναδειχθεί ο τελικός νικητής. Έτσι στις 27 Ιουνίου 1921 οι Έλληνες άρχισαν την προέλαση για να συναντήσουν τον εχθρό. Ο αντικειμενικός σκοπός ήταν και αυτή τη φορά η κρίσιμη σιδηροδρομική γραμμή που συνέδεε το Εσκή Σεχίρ με το Αφιόν Καραχισάρ. Η κύρια συγκέντρωση ήταν τώρα στο νότιο τομέα του μετώπου. Έστειλαν μία φάλαγγα προς τα ανατολικά για να καταλάβει το Αφιόν Καραχισάρ και έπειτα να στραφεί βόρεια προς το Εσκή Σεχήρ. Μία δεύτερη φάλαγγα την έστειλαν βορειότερα από το Τουμλού Μπουνάρ, την θέση από όπου είχαν κρατήσει σε απόσταση την Τουρκική αντεπίθεση τον Απρίλιο. Η φάλαγγα αυτή και μία τρίτη φάλαγγα που θα προέλαυνε από την Προύσα προς νοτιοανατολικά, επρόκειτο να συγκλίνουν στη Κιουτάχεια, η οποία ήταν μία κωμόπολη κτισμένη κοντά στη σιδηροδρομική γραμμή Αφιόν Καραχισάρ - Εσκί Σεχήρ, και η οποία αποτελούσε το κλειδί της εκστρατείας. Η Κιουτάχεια κατελήφθη στις 17 Ιουλίου, και οι Ελληνικές φάλαγγες προέλασαν βορειοανατολικά προς το Εσκή Σεχήρ. Οι Έλληνες είχαν την ελπίδα ότι θα περικύκλωναν τον μεγαλύτερο όγκο των Τουρκικών δυνάμεων στην περιοχή της Κιουτάχειας ή στην περιοχή του Εσκή Σεχήρ και θα τις κατέστρεφαν ή αιχμαλώτιζαν. Η δεξιά Ελληνική πτέρυγα προέλαυνε ανατολικότερα από το Εσκή Σεχήρ για να αποκόψει την οδό υποχωρήσεως των Τούρκων. Ο Ισμέτ Ινονού που διηύθυνε τις Τουρκικές δυνάμεις στο Εσκή Σεχήρ, επειδή αντελήφθη την κρισιμότητα των περιστάσεων διότι όλες του οι αντεπιθέσεις κατά των Ελλήνων που προέλαυναν από τρία σημεία ακάθεκτοι είχαν αποκρουσθεί με σοβαρές απώλειες και ότι αν παρατείνει την Τουρκική αντίσταση για πολύ ακόμη, διατρέχει τον κίνδυνο να δει τον Τουρκικό στρατό να περικυκλώνεται και να εξοντώνεται ή να αιχμαλωτίζεται από τους Έλληνες, αλλά και ότι αν έδινε εντολή για γενική υποχώρηση θα έπρεπε να εγκαταλείψει μεγάλα αποθέματα από πυρομαχικά και τρόφιμα που είχαν συγκεντρωθεί με ηράκλειες προσπάθειες και να απωλέσει συγχρόνως μία εξόχως στρατηγική θέση, προσκάλεσε επειγόντως τον Κεμάλ να έλθει από την Άγκυρα με τον σιδηρόδρομο στο μέτωπο του Εσκή Σεχήρ για να σχηματίσει προσωπική γνώμη και να διατάξει αναλόγως άμυνα μέχρις εσχάτων ή υποχώρηση προς Άγκυρα. Ο Κεμάλ δεν έχασε καιρό. Πήγε εσπευσμένα. Άκουσε αναφορές, μελέτησε τους χάρτες. Και βλέποντας ότι αν επέμενε να υπερασπισθεί με πείσμα μία εξαιρετικά στρατηγική θέση κινδύνευε να χάσει το στρατό του, διέταξε αιφνιδίως με κοφτές τουρκικές φράσεις "Εκκενώστε το Εσκή Σεχήρ", "Διατάξτε γενιή οπισθοχώρηση", "Αποσυρθείτε πίσω από τον Σαγγάριο και ετοιμάστε νέες αμυντικές γραμμές για να καλύψετε την Άγκυρα". Με μερικές σημαιούλες επάνω στο χάρτη τους έδειξε πως πρέπει να γίνει η οπισθοχώρηση, και έφυγε αμέσως για την Άγκυρα για να προετοιμάσει την άμυνά της. Για να καλύψει την οπισθοχώρηση ο Ισμέτ Ινονού Του μεγαλύτερου όγκου του Τουρκικού στρατού μέσω της σιδηροδρομικής γραμμής Εσκή Σεχήρ - Άγκυρας και για να μπορέσει να διασώσει μέρος από τα εφόδια, έδωσε απεγνωσμένες μάχες κατά των Ελλήνων με την οπισθοφυλακή του. Μάλιστα στις 21 Ιουλίου 1921 επιχείρησε αντεπίθεση κατά των Ελληνικών φαλαγγών που συνέκλιναν από παντού προς το Εσκή Σεχήρ, αλλά αποκρούσθηκε με βαρειές απώλειες. Εντούτοις κατόρθωσε να διασώσει τον κύριο όγκο του στρατού. Οι Έλληνες όταν μπήκαν στις 19 Ιουλίου στο Εσκή Σεχήρ η πόλη ήταν άδεια από τουρκιά στρατεύματα, έπεσαν όμως στα χέρια τους πολυάριθμα όπλα και έπιασαν χιλιάδες αιχμαλώτους. Ήταν απερίγραπτος ο ενθουσιασμός των Ελλήνων για την μεγάλη νίκη, το ένα τρίτο (1/3) του Κεμαλικού στρατού είχε καταστραφεί. Η σύλληψη και η εκτέλεση του όλου επιτελικού σχεδιασμού υπήρξε αριστοτεχνική. Απέμενε ακόμη μία τελευταία προσπάθεια, και ο εκμηδενισμός του Κεμαλικού στρατού θα ήταν γεγονός. Στο Λονδίνο ο Λόϋντ Τζώρτζ που παρακολουθούσε τις τύχες των Ελλήνων με μεγάλο ενδιαφέρον, στις 21 Ιουλίου 1921 έγραψε στον υπουργό Στρατιωτικών σερ Λ. Ουόρδιγκτον Έβανς τα εξής: "Άκουσα από Ελληνικές πηγές ότι κατέλαβαν το Εσκή Σεχήρ και ότι ο Τουρκικός στρατός ευρίσκεται σε πλήρη υποχώρηση. Από όποια μεριά και αν κοιτάξεις το θέμα, αυτά είναι νέα πρωταρχικής σημασίας. Το μέλλον της Ανατολής θα αποφασιστεί κατά το μεγαλύτερο μέρος από αυτόν τον αγώνα, και όμως, απ' ότι βλέπω, το υπουργείο Στρατιωτικών δεν ενδιαφέρθηκε ούτε κατά το ελάχιστο να μάθει τι έχει συμβεί. Ακόμα και αν το πάρουμε ως ενδιαφέρουσα μελέτη της πολεμικής τακτικής υπό παρόμοιες συνθήκες, θα πίστευε κανείς ότι άξιζε τον κόπο να στείλει το Γενικό Επιτελείο κάποιον εκεί πέρα, είτε από την Αθήνα είτε από την Κωνσταντινούπολη είτε από εδώ. Όλοι ξέραμε ότι αυτή η επίθεση ήταν επικείμενη. Το Επιτελείο επέδειξε εκπληκτική αμέλεια σ' αυτό το θέμα. Η πληροφόρησή τους σχετικά με την αντίστοιχη δύναμη και ποιότητα των δύο στρατών αποδείχθηκε απελπιστικά λανθασμένη, όταν διερευνήθηκαν τα γεγονότα με υπόδειξη των περιφρονημένων πολιτικών. Εδώ και λίγες εβδομάδες έτρεμαν για την τύχη της Κωνσταντινουπόλεως. Μας είχαν πει ότι εκείνος ο τρομερός Μουσταφά Κεμάλ με τον αήττητο στρατό του θα ήταν εκεί σε τρεις εβδομάδες". Η γραμματέας και ερωμένη του Λόϋντ Τζώρτζ Φράνσις Στήβενσον σχετικά με την αγωνία του Λόϋντ Τζώρτζ για την επιτυχία της Ελληνικής προσπάθειας, κατέγραψε στις σημειώσεις της τα εξής : " Ο Ντ. Ενδιαφέρεται πολύ για την Ελληνική προέλαση εναντίον των Τούρκων. Έκανε μεγάλο αγώνα στο υπουργικό συμβούλιο για να υποστηρίξει τους Έλληνες και εκείνος με τον Μπάλφουρ είναι οι μόνοι εκεί μέσα υπέρ των Ελλήνων. Όλοι οι άλλοι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να φέρουν εμπόδια, και στο υπουργείο Στρατιωτικών συμπεριφέρθηκαν απαίσια. Εντούτοις ο Ντ. Κατόρθωσε να επιτύχει αυτό που ήθελε, αλλά είχε τον φόβο μήπως η Ελληνική επίθεση αποτύχει, και αποδεχθεί ότι είχε άδικο στις προσδοκίες του για τους Έλληνες. Λέει ότι η υπόληψή του ως πολιτικού εξαρτάται κατά πολύ απ' ό,τι συμβαίνει εκεί κάτω. Αλλά ο Ντ. Λέει ότι αν επιτύχουν οι Έλληνες, η συνθήκη των Σεβρών θα δικαιωθεί και η Τουρκική κυριαρχία θα τελειώσει. Θα ιδρυθεί μία νέα Ελληνική Αυτοκρατορία φιλική προς την Μεγάλη Βρεταννία που θα υποστηρίζει όλα μας τα συμφέροντα στην Ανατολή. Είναι απολύτως βέβαιος ότι επάνω σ' αυτό έχει δίκιο και είναι πρόθυμος να διακινδυνεύσει γι' αυτό τα πάντα". Ο Λόϋντ Τζώρτζ συνεπώς είναι αυτός που κινεί τα νήματα της αγγλικής πολιτικής στο Ανατολικό Ζήτημα που ενδιαφέρει τους Έλληνες, και την επιβάλει με το πείσμα και την αποφασιστικότητα που τον διακρίνει σε όσους έχουν αντίθετες από αυτόν απόψεις στο ζήτημα αυτό. Και είναι εκείνος που καθοδηγεί οποιαδήποτε στρατιωτική δραστηριότητα των Ελλήνων στη Μικρά Ασία. Ακόμη και αν είχαν αντίθετη άποψη δεν ήταν εύκολο να την υποστηρίξουν και να βρεθούν έτσι χωρίς συμμάχους, στη μέση ακριβώς μίας επικίνδυνης περιπέτειας όπου τα πάντα κρεμόντουσαν από μία κλωστή. Οι Έλληνες καταλάβαιναν ότι αφού έφτασαν τόσο μακρυά, θα έπρεπε να κάνουν μία ακόμη υπέρτατη προσπάθεια για να νικήσουν. Η Άγκυρα το όνομα της οποίας ευρίσκετο στα χείλη όλων εδώ και δύο χρόνια, τους καλούσε από μακρυά όπως οι Σειρήνες τον Οδυσσέα. Αν δεν δοκίμαζαν να διακινδυνεύσουν μία τελική αναμέτρηση και παρέμεναν αδρανείς στα χαρακώματα του Εσκή Σεχήρ, της Κιουτάχειας, του Αφιόν Καραχισάρ, του Ουσακ, της Πανόρμου, της Προύσας και της Νικομήδειας, θα έδιναν άνεση χρόνου στον Μουσταφά Κεμάλ να οργανωθεί πλήρως και στηριζόμενος στην απεραντωσύνη της Ανατολίας να τους πετάξει στα σίγουρα στη θάλασσα. Τα χαρακώματα θα έριχναν κατακόρυφα το ηθικό του στρατού και θα έκαναν πιο εύκολη την νίκη του Κεμάλ. Διότι τι άλλο είναι από ομολογία ήττας ή τουλάχιστον έλλειψη αυτοπεποιθήσεως στη νίκη, ενός στρατού που δεν τολμά να καταδιώξει έναν ηττημένο αντίπαλο στο τελευταίο του καταφύγιο και κλείνεται στα χαρακώματα; Το καλοκαίρι του 1921 οι Έλληνες ευρίσκονται στην ίδια θέση στην οποία βρέθηκε ο Ναπολέων κατά την Ρωσσική εκστρατεία του 1812, όταν μετά την κατάληψη του Σμολένσκ προβληματίστηκε εάν θα έπρεπε να παραμείνει στο Σμολένσκ και να διαχειμάσει εκεί μέσα στο καταχείμωνο της Ρωσσικής στέππας, με μία Ευρώπη να ευρίσκεται στα πρόθυρα εξεγέρσεως με τα χρήματα του City σ' ένα νεύμα της Αγγλίας, με την Ιβηρική χερσόνησο να φλέγεται κυριολεκτικά από το ένα έως το άλλο άκρο από τον πόλεμο των Ισπανών γκουερρίλλας (ανταρτοπόλεμο) που του καθήλωνε 300.000 πολύτιμους άνδρες, και τον κίνδυνο να δει την άνοιξη του 1813 έναν νέο Ρωσσικό στρατό να του φράζει τον δρόμο για την Μόσχα ή την Αγία Πετρούπολη· ενώ ο δικός του θα είχε σαπίσει στο μεταξύ στη Ρωσσική στέππα. Τι απέμενε στον Ναπολέοντα να πράξει; Τι απέμενε στη Στρατιά Μικράς Ασίας να πράξει; Και στις δύο περιπτώσεις δεν απέμενε άλλη λύση εκτός από μία: φυγή προς τα εμπρός για να σπάσει ο ιστός της αράχνης. Και στην περίπτωση της Μεγάλης Στρατιάς του Ναπολέοντα και στη περίπτωση της Στρατιάς Μικράς Ασίας ήταν καθολικό αίτημα των στρατιωτικών να φθάσουν στη Μόσχα οι Γάλλοι και στην Άγκυρα οι Έλληνες. Μετά από τόσες και τόσες ταλαιπωρίες, βάσανα, κακουχίες, θυσίες σε αίμα, και ατέλειωτες αγωνίες για την προσωπική του τύχη ο καθένας τους, έβλεπαν την Μόσχα οι Γάλλοι και την Άγκυρα οι Έλληνες ως το τέρμα του ταξιδιού· μία όαση μέσα στην έρημο. Και μετά; Η ΙΘΑΚΗ, επιστροφή στη πατρίδα. Όπως πολύ σωστά λέει ο Λέων Τολστόη στον "Πόλεμο και Ειρήνη" για την ψυχολογία των Γάλλων στρατιωτών: εάν τους εμπόδιζε ο Ναπολέων να φτάσουν στη Μόσχα, θα τον σκότωναν και θα πήγαιναν μόνοι τους. Γι' αυτούς η Μόσχα και για τους Έλληνες η Άγκυρα σήμαινε πως αν έφθαναν εκεί, αυτό θα ήταν το τέλος του πολέμου. Το τέλος στα προσωπικά τους βάσανα. Άξιζε τον κόπο να το προσπαθήσουν. Στις 28 Ιουλίου 1921 το Πολεμικό Συμβούλιο που συγκροτήθηκε στη Κιουτάχεια στο οποίο συμμετείχαν ο Γούναρης, ο Θεοτόκης, ο Κωνσταντίνος, ο Παπούλας, ο Πάλλης, Δούσμανης και Ξενοφών Στρατηγός, διερμηνεύοντας το καθολικό αίτημα της Στρατιάς Μικράς Ασίας αποφάσισε την προέλευση προς Άγκυρα για οριστική αναμέτρηση με τον αντίπαλο που θα έκρινε την τύχη της ΙΩΝΙΑΣ. Όταν οι Τούρκοι πληροφορήθηκαν την υποχώρηση του στρατού τους, ένας άνεμος πανικού άρχισε να φυσάει σε όλη την χώρα. Ιδίως στην Άγκυρα επικρατούσε κατάσταση απελπισίας. Ήδη οι Βουλευτές είχαν διακριτικά εξαφανιστεί. Οι δρόμοι είχαν κατακλυστεί από φάλαγγες αμαξιών που κατευθύνοντο προς την έξοδο. Στα κυβερνητικά γραφεία προετοιμάζοντο πυρετωδώς για ενδεχόμενη αναδίπλωση προς την Καισάρεια. Μόλις ο Μουσταφά Κεμάλ επέστρεψε στην Άγκυρα βρέθηκε στο στόχαστρο της Εθνοσυνελεύσεως. Πού πηγαίνει ο στρατός; Πού οδηγείται ο λαός; Μερικοί μάλιστα από τους Βουλευτές της Αντιπολιτεύσεως πρότειναν να επιβληθούν κυρώσεις σε βάρος εκείνων που είχαν οδηγήσει τον στρατό στην υποχώρηση. Εννοούσαν προφανώς τον Κεμάλ τον οποίο ως πρόεδρο της Μεγάλης Εθνοσυνελεύσεως θεωρούσαν προσωπικά υπεύθυνο για την άσχημη τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα. Τελικά επικράτησαν οι ψυχραιμότεροι οι οποίοι είπαν ότι δεν ήταν καιρός για καταμερισμό ευθυνών αφού είχαν στην διάθεσή τους μόλις είκοσι ημέρες να ανασυγκροτήσουν τον στρατό και να σκάψουν χαρακώματα. Η κρισιμότητα των περιστάσεων ώθησε την Μεγάλη Εθνοσυνέλευση παρά τις επιφυλάξεις που είχαν πολλοί να τον ανακηρύξουν αρχιστράτηγο και να του χορηγήσουν έκτακτες εξουσίες για ένα τρίμηνο με δυνατότητα ανανέωσης. Με την ώθηση του Κεμάλ η Ανατολία μετατρέπεται από την μία ημέρα στην άλλη σε ένα τεράστιο στρατόπεδο. Ολόκληρο το Έθνος επιστρατεύτηκε. Πριν από λίγους μόνο μήνες παντού εύρισκε κανείς λιποτάκτες και αγρότες εξεγερμένους από την καταπίεση για τις επιτάξεις τροφίμων και μεταφορικών μέσων που επέβαλε η κεμαλική τάξη πραγμάτων. Ενώ τώρα οι επίστρατοι που τους καλούσαν στη μάχη από την κορυφή των μιναρέδων, φτάνουν μέχρι το σημείο να διανύουν πεζή αρκετές εκατοντάδες χιλιόμετρα προκειμένου να φτάσουν στο μέτωπο του Σαγγαρίου. Παντού αυτοσχέδια εργαστήρια επισκευάζουν τα όπλα που έχουν υποστεί βλάβες, κατασκευάζουν ξιφολόγχες, συναρμολογούν τουφέκια. Οι γυναίκες επίσης συμμετέχουν σε αυτήν την τεράστια κινητοποίηση. Εκείνες οδηγούν στους ανώμαλους δρόμους της μικρασιατικής στέππας, τις φάλαγγες από βοϊδάμαξες που πήγαιναν να ανεφοδιάσουν τον Κεμαλικό στρατό. Εκείνες εκφόρτωναν τα κιβώτια με τα πυρομαχικά και μετέφεραν στους ώμους τους, μία προς μία τις οβίδες στα χαρακώματα. Οι αμυντικές γραμμές που κατασκεύαζαν εκτείνοντο σε μήκος εξήντα (60) και πλέον χιλιομέτρων και σε βάθος είκοσι πέντε (25) έως τριάντα πέντε (35) χιλιομέτρων και περιελάμβαναν τρεις (3) κύριες αμυντικές γραμμές με πολλές ενδιάμεσες βοηθητικές που ήσαν η μία πίσω από την άλλη και απείχε οκτώ (8) περίπου χιλιόμετρα η επόμενη από την προηγούμενη. Ο Σαγγάριος που κυριαρχεί στο τοπίο που επέλεξαν για να αμυνθούν κυλάει προς τα ανατολικά μέσα από το οροπέδιο, κάνει μια απότομη καμπύλη προς τα βόρεια και έπειτα στρέφεται πίσω προς τα δυτικά σχηματίζοντας έναν σάκκο σε απόσταση πενήντα (50) μίλια από την Άγκυρα. Ο σάκκος αυτός αποτελεί από μόνος του ένα φράγμα. Οι όχθες του ποταμού είναι ανώμαλες και απότομες με δύο μόνο γέφυρες προς την πλευρά των Ελλήνων. Στα ανατολικά του σάκκου το τοπίο ανηφορίζει στο σημείο από όπου είναι αναγκασμένοι να περάσουν οι Έλληνες σχηματίζοντας βραχώδεις άγονες ράχες και λόφους προς την κατεύθυνση της Άγκυρας. Εδώ σε αυτούς τους λόφους ανατολικά του ποταμού είχαν σκαφθεί τα χαρακώματα. Το Μέτωπο ακολουθούσε τους λόφους ανατολικά του Σαγγάριου και άρχιζε από το Πολατλί στα δυτικά με πορεία νότια εκεί όπου ο Γκεούκ ποταμός συναντάει τον Σαγγάριο, ο οποίος στη συνέχεια ελίσσεται διαγράφοντας ορθές γωνίες προς τα ανατολικά ακολουθώντας τον Γκεούκ. Ήταν κατάλληλη τοποθεσία για άμυνα. Η Στρατιά εκκίνησε από την περιοχή Εσκή Σεχήρ. Μεταξύ 5 και 9 Αυγούστου τα Α' και Γ' Σώματα Στρατού πέρασαν τον Σαγγάριο από Φετίογλου μέχρι Τσακίρ Χαν, έστρεψαν κατόπιν προς βορειοανατολικά, και στις 10 Αυγούστου είχαν επαφή με την εχθρική τοποθεσία Μαγκάλ Νταγ-Ταμπούρ Ογλού-Ιλιτζά-Γιλντίζ. Μία μεραρχία του Γ'Σώματος Στρατού, η έβδομη (7η), συγκεντρώθηκε απέναντι από τον βόρειο κλάδο της Τουρκικής τοποθεσίας Τσανακτίζ-Γόρδιο για να εκβιάσει την διάβαση του Σαγγάριου από το σημείο Μπεϊλίκ Κιοπρού. Ενώ το Β'Σώμα Στρατού κινήθηκε νότια του Σαγγάριου μέσα από την Αλμυρή Έρημο με σκοπό να παρακάμψει από τα ανατολικά την οχυρή από την φύση της τοποθεσία Μαγκάλ Νταγ. Οι κινήσεις των Ελληνικών φαλάγγων μέσα από το βόρειο τμήμα της μεγάλης κεντρικής Αλμυράς Ερήμου της Ανατολίας, που διέσχιζαν αυτή την έρημη γη βαδίζοντας αδιάκοπα κάτω από τον τρομερό αυγουστιάτικο ήλιο, εφαίνοντο μίλια μακριά από τα σύννεφα σκόνης που σήκωναν στο πέρασμά τους. Στις 10 Αυγούστου 1921 ευρίσκονται απέναντι ο ένας από τον άλλο οι δύο ιστορικοί αντίπαλοι. Από την πρώτη κιόλας ημέρα που πάτησαν το πόδι τους στη Σμύρνη οι Έλληνες, άρχισαν τα έκτροπα με υπαιτίους και τους μεν και τους δε εξίσου. Τα οποία συνεχίσθηκαν καθόλη την διάρκεια της Μικρασιατικής περιπέτειας με αμείωτη ένταση. Αιώνες συσσωρευμένης εχθρότητας και αντιπαλότητας που ανερριπίζετο από πράξεις εκδικήσεως και αντεκδικήσεως και από τις δύο πλευρές, είχε δημιουργήσει μία βαρειά ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα που προμήνυε μία εξαιρετικά βίαιη εκκαθάριση παλαιών λογαριασμών. Πράξεις ιδιαιτέρας σκληρότητος κυρίως εκ μέρους των Τούρκων ωθούσαν τους Έλληνες φαντάρους, όχι την στρατιωτική ηγεσία, σε αντίποινα ανάλογα με την πρόκληση ή και πέρα αυτής. Με θύματα πολλές φορές αμάχους και από τις δύο πλευρές. Αυτή η διαπάλη για τον έλεγχο των ακτών της Μικράς Ασίας μεταξύ Ευρώπης και Ασίας κρατάει από πολύ παλαιά. Αρχίζει με τον Τρωϊκό πόλεμο (1260 π.Χ. περίπου). Συνεχίζεται με τον εποικισμό των παραλίων της Μικράς Ασίας από τους Αιολείς, Ίωνες και Δωριείς (8ος π.Χ. αιώνας). Η Ασία αντεπιτίθεται στην Ευρώπη με τους Λυδούς που θέτουν τις Ελληνικές αποικίες υπό την κυριαρχία τους και εμποδίζουν την παραπέρα επέκτασή τους. Ακολουθούν οι Πέρσες που είναι πιο σκληροί από τους Λυδούς κυρίαρχοι. Η άλωση και καταστροφή της Μιλήτου το 459 π.Χ. είναι εκείνη που φέρνει σε τροχιά συγκρούσεως τους Πέρσες και τους Έλληνες της κυρίως Ελλάδος. Ο Αγησίλαος ο Λακαιδαιμόνιος κατόπιν τον 4ο π.Χ. αιώνα
απελευθερώνει από τον Περσικό ζυγό τις πόλεις της ΙΩΝΙΑΣ έστω για λίγο. Ακολουθεί τον ίδιο αιώνα ο Μέγας Αλέξανδρος και οι διάδοχοί του. Έρχονται στη συνέχει οι Ρωμαίοι που προωθούν τα ελληνικά συμφέροντα στην περιοχή. Τους διαδέχονται οι Βυζαντινοί για χίλια (1000) περίπου χρόνια. Μετά έρχονται οι Τούρκοι : οι Σελτζούκοι αρχικά και ύστερα οι Οθωμανοί και οι διάδοχοί τους έως σήμερα. Το εκκρεμές της Ιστορίας μετακινείται πότε προς τα ανατολικά πότε προς τα δυτικά, με μεγάλες ενδιάμεσες παύσεις, και μετά μπαίνει και πάλι σε κίνηση. Κακά τα ψέμματα. Ο Τρωϊκός Πόλεμος του Ομήρου σφράγισε για πάντα την μοίρα των Ελλήνων. Όσες προσπάθειες και αν κάνουν να αποκολληθούν από την Ανατολή και να προσδεθούν στη Δύση, θα πέφτουν στο κενό. Πάντα κάτι θα συμβαίνει και ο γάμος θα ματαιώνεται την τελευταία στιγμή. Η Ανατολή υπήρξε ο πρώτος έρωτας των Ελλήνων κατά την αυγή της Ιστορίας τους· ίσως είναι και ο τελευταίος. Όσες απιστίες κι αν κάνουν· πάλι εκεί ξαναγυρνούν. Υπάρχει μία Ρωσσική παροιμία η οποία λέει : "Αν ξύσεις τον Ρώσσο θα βρεις τον Τάταρο". Αλλά και τον Έλληνα αν ξύσεις τον Τούρκο θα βρεις· και τον Τούρκο αν ξύσεις τον Έλληνα θα βρεις. Τόσοι αιώνες αναγκαστικής συγκατοίκησης, συμβίωσης και επιμειξιών δεν ήταν δυνατόν να μη αφήσουν τα ίχνη τους στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και των δύο λαών που εμφανίζουν κοινά γνωρίσματα σε πολλά πράγματα. Δύο συγγενείς χωρίς να το συνειδητοποιούν, που ερίζουν για την ίδια κληρονομιά. Ο ARNOLD TOYNBEE στο κεφάλαιο για τους Φαναριώτες στο σπουδαίο πόνημά του "Σπουδή Της Ιστορίας" σχετικά με τις φυλετικές διαφορές μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων γράφει τα ακόλουθα: "Είναι αναμφισβήτητο, για παράδειγμα, σχετικά σε ότι αφορά την φυσική φυλή, το αίμα των οπαδών του Ερτογρούλ, Τούρκων της Κεντρικής Ασίας, το οποίο ρέει στις φλέβες των νεωτέρων Τούρκων δεν είναι παρά μία απειροελάχιστη χρώση. Ο Οθωμανικός Τουρκικός λαός αναπτύχθηκε σε Έθνος με την αφομοίωση του Ορθόδοξου Χριστιανικού πληθυσμού, εντός του οποίου οι Οσμανλήδες έζησαν καλά τους τελευταίους έξι (6) αιώνες. Φυλετικά ελάχιστα έχει κανείς τώρα να εκλέξει μεταξύ των δύο λαών". Τώρα όμως στέκονται αντιμέτωποι και οι δύο με το δάκτυλο στην σκανδάλη, έτοιμοι να αλληλοσπαραχθούν. Εξήντα χιλιάδες (60.000) μαχητές από την μία μεριά και εξήντα χιλιάδες (60.000) από την άλλη, οι υπόλοιποι είναι δυνάμεις υποστηρίξεως και βοηθητικοί. Δύσκολα ξεπερνιούνται τα αταβιστικά σύνδρομα. Στις 11 Αυγούστου 1921 άρχισε η επίθεση. Το Α'και το Γ' Σώματα Στρατού ενήργησαν επίθεση κατά μέτωπο στην πρώτη γραμμή άμυνας των Κεμαλικών με κατεύθυνση βορειοανατολική. Είναι φανερό ότι η έφοδος των Ελλήνων ασκείται στο κέντρο και στο αριστερό πλευρό της Τουρκικής παρατάξεως. Επιβοηθητική της προσπάθειας αυτής είναι και η έφοδος της 7ης μεραρχίας βορειότερα του τομέα του Γ' Σώματος Στρατού κατά του αριστερού πλευρού του Τουρκικού μετώπου. Ενώ το Β'Σώμα Σρατού που κατέχει το δεξιό πλευρό της Ελληνικής παρατάξεως κινείται δεξιότερα με προφανή σκοπό να υπερκεράσει το αριστερό πλευρό του Τουρκικού αμυντικού συστήματος. Το Α'Σώμα Στρατού πραγματοποίησε θυελλώδη έφοδο στις τοποθεσίες Ταμπούρ Ογλού και Μαγκάλ Νταγ, στο κέντρο της Τουρκικής αμυντικής διάταξης. Συγχρόνως το Γ' Σώμα Στρατού πίεζε σκληρά το δεξιό πλευρό των Εθνικιστών στις τοποθεσίες Γιλντίζ και Σαπάντζα. Ενώ το Β'Σώμα Στρατού και η ταξιαρχία ιππικού κάλυπταν το δεξιό πλευρό των επιτιθεμένων στο κέντρο της άμυνας των Εθνικιστών (περιοχή Α'Σώματος Στρατού). Στις 12 και 13 Αυγούστου συνεχίστηκε η ακάθεκτη έφοδος των Ελλήνων με τα Α' και Γ' Σώματα Στρατού κατά των Τουρκικών αμυντικών θέσεων. Στις 14 Αυγούστου το Α' Σώμα Στρατού μετά από τρομερή έφοδο στο κέντρο της Τουρκικής αμυντικής παρατάξεως το διέσπασε και κατέρρευσε, αλλά κατόρθωσε να σταθεροποιηθεί μετά από υπεράνθρωπες προσπάθειες του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Φεβζή Πασσά που έσπευσε επί τόπου με ενισχύσεις από άλλα σημεία του μετώπου. Κατόπιν τούτου παρέμεινε το Α' Σώμα Στρατού αδρανές για να ανασυγκροτηθεί διότι είχε υποστεί μεγάλες απώλειες, ενώ η μάχη συνεχίσθηκε με το Γ'Σώμα Στρατού και το Β'Σώμα Στρατού. Το Γ'Σώμα Στρατού προσέκρουσε σε λυσσαλέα άμυνα στη περιοχή της Σαπάντζας και αναχαιτίστηκε. Το Β'Σώμα Στρατού που στις 14 Αυγούστου επιχείρησε να υπερκεράσει το αριστερό της Τουρκικής αμυντικής τοποθεσίας από δεξιά , αναγκάστηκε να εμπλακεί σε τρομερούς αγώνες στη φυσική οχυρή θέση του Καλέ Γκρότο πράγμα όμως το οποίο δεν το εμπόδισε να καταλάβει όλα τα υψώματα εκτός από την υψηλότερη κορυφή. Στις 15 Και 16 Αυγούστου 1921 και τα τρία Σώματα Στρατού Α', Β' και Γ' πραγματοποίησαν γενική έφοδο κατά των Τουρκικών αμυντικών θέσεων σε όλη την γραμμή του μετώπου. Επρόκειτο για ένα ωκεάνειο κύμα που κατέκλυσε τα Τουρκικά χαρακώματα από το ένα έως το άλλο άκρο. Δεν μπορεί να συλλάβει νους ανθρώπου τις επικές μάχες που διεξήχθησαν αυτό το εξαήμερο, ιδιαίτερα τις δύο τελευταίες ημέρες (15 και 16). Το Ελληνικό πεζικό άνοιγε δρόμο προς τα υψώματα πολεμώντας βήμα βήμα. Κάθε πλαγιά κάθε κορυφή έπρεπε να καταλυφθεί με την ξιφολόγχη κάτω από το τρομερό πυρ των εχθρικών πολυβόλων. Η μάχη ήταν εξαιρετικά άγρια και πεισματώδης και είχε και για τις δύο πλευρές πάρει μία μορφή απελπισίας. Και οι δύο ήξεραν ότι όποιος έσπαγε πρώτος,θα ήταν ο χαμένος. Από ράχη σε ράχη οι Έλληνες κολυμπώντας στο αίμα τους και στο αίμα των εχθρών τους προχωρούσαν προς την Άγκυρα. Και οι δύο πλευρές πολεμούσαν με πρωτοφανές θάρρος και απόγνωση. Ένα Ελληνικό σύνταγμα όρμησε ακάλυπτο μαζί με το επιτελείο του στα Τουρκικά χαρακώματα, όλοι τους όμως σκοτώθηκαν από τα εχθρικά πολυβόλα. Ένα Τουρκικό τάγμα έδειξε να κλονίζεται. Ο Τούρκος ταξίαρχος που το είδε έσπευσε ακάλυπτος στο σημείο εκείνο και με το πιστόλι του τίναξε στον αέρα τα μυαλά του λοχαγού και σταθεροποίησε το τάγμα. Ο ίδιος όμως έπεσε νεκρός από τα πυρά Ελλήνων ελεύθερων σκοπευτών. Μια μεραρχία έχασε τα τρία τέταρτα των αντρών της, και μία άλλη εξοντώθηκε ολοκληρωτικά. Επτά μέραρχοι σκοτώθηκαν στις μάχες που έγιναν στήθος με στήθος. Αν και η Τουρκική άμυνα διασπάσθηκε στις κύριες θέσεις της πρώτης και της ενδιάμεσης γραμμής οχυρών θέσεων και χαρακωμάτων όπως στο Ταμπούρ Ογλού, Σαπάντζα και Καλέ Γκρότο, εντούτοις ο Τουρκικός στρατός έστω και καταδιωκόμενος δεν διαλύθηκε αλλά μπόρεσε να κρατηθεί στη δεύτερη κύρια γραμμή άμυνας. Η Στρατιά όμως Μικράς Ασίας λόγω της υπεράνθρωπης προσπάθειας που κατέβαλε και των μεγάλων απωλειών που υπέστη, έχασε την αρχική της ορμή. Από τις 17 Αυγούστου 1921 που επιχειρεί να διασπάσει την δεύτερη κύρια γραμμή άμυνας είναι εμφανής η κόπωση της Στρατιάς, αλλά και η αποθάρρυνση σιγά σιγά γίνεται αισθητή. Και οι Τούρκοι όμως που αμύνονται στη γραμμή άμυνας Μπουγιούκ Τσαλίς - Κογιουνλού - Ταμπακλί - Τσαλ Νταγ - Καρακουγιού - υψώματα Α Τιρναξίζ - Μπασρίκιοϊ στις 18 Αυγούστου είναι φανερό ότι και αυτοί είναι εξίσου εξαντλημένοι από τους αδιάκοπους αγώνες. Έτσι κάτω από την διπλή πίεση του Α' και του Γ' Σώματος Στρατού με το ηθικό τους εντελώς πεσμένο αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν στους Έλληνες τα υψώματα του Τσαλ Νταγ που δέσποζαν στη περιοχή. Στις 19 Αυγούστου το Α'Σώμα Στρατού επιχειρεί να καταλάβει τα υψώματα του Αρντίζ Νταγ. Στις 20 και 21 Αυγούστου τα Α'και Γ' Σώματα στρατού αγωνίζονται να κρατήσουν τις θέσεις τους στα υψώματα του Τσαλ Νταγ και να μην υποκύψουν στις σφοδρές Τουρκικές αντεπιθέσεις. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο. Η τρομακτική έφοδος της Στρατιάς έχει αποτύχει. Οι Τούρκοι αν και έφθασαν σε σημείο να έχουν σχεδόν διαλυθεί, τελικά με μεγάλο κόπο διατήρησαν τις θέσεις τους . Από τις 22 Αυγούστου και μετά η Στρατιά αδυνατεί να συνεχίσει να προελαύνει έστω και με βραδείς ρυθμούς. Έχει αγκιστρωθεί στις νέες θέσεις που έχει καταλάβει και περιμένει ανακτώντας δυνάμεις. Τι περιμένει; Να δει τι θα κάνουν οι Τούρκοι, οι οποίοι έχουν υποστεί όπως και οι ίδιοι τεράστιες απώλειες. Θα υποχωρήσουν; Ή θα αντεπιτεθούν; Για να πράξει και αυτή αναλόγως. Οι Τούρκοι όμως που συνεχώς ενισχύονται με νεοσύλλεκτους από το εσωτερικό της Ανατολίας βλέποντας την αδράνεια του Ελληνικού στρατού αποφασίζουν να αντεπιτεθούν. Κατά το χρονικό διάστημα από 26 έως 28 Αυγούστου 1921 ο Τουρκικός στρατός πραγματοποιεί γενική αντεπίθεση σε όλο το μέτωπο της Ελληνικής παρατάξεως. Η μάχη υπήρξε λυσσαλέα. Τα Ελληνικά πεζικά τμήματα τα οποία κατείχαν επίκαιρες θέσεις θέριζαν με τα πυρά τους το Τουρκικό πεζικό που ερχόταν εναντίον τους κατά κύματα. Λέγεται ότι οι Τούρκοι πεζικάριοι για να μην βλέπουν τον θάνατό τους, όταν ορμούσαν ακάλυπτοι στα Ελληνικά χαρακώματα και τους σάρωναν τα πολυβόλα, έβαζαν τον αριστερό τους βραχίονα μπροστά στα μάτια τους, και κρατώντας με το δεξί το όπλο με την ξιφολόγχη έπεφταν στη φωτιά. Στο δεξιό πλευρό του Α' Σώματος δύο Τουρκικές μεραρχίες έσπασαν τις γραμμές του και προέλασαν στα μετόπισθεν του Σώματος. Δέχθηκαν όμως πλευρική αντεπίθεση από τμήματα του Β'Σώματος και από έτερα του Α'Σώματος που συγκροτήθηκαν βιαστικά για τον σκοπό αυτό και διαλύθηκαν. Τα υπολείμματά τους τράπηκαν σε άτακτη φυγή προς την τοποθεσία Κιζίλ Κογιουνλού. Στο κέντρο του Α'Σώματος άλλες τέσσερις (4) Τουρκικές μεραρχίες καθηλώθηκαν από το δραστικό φράγμα των πυρών του Ελληνικού πεζικού μπροστά στις φύσει οχυρές θέσεις Τσαλ Νταγ και Αρντίζ Νταγ. Στον τομέα του Γ' Σώματος στα αριστερά της Ελληνικής παρατάξεως, οι Τούρκοι πραγματοποίησαν επίσης σφοδροτάτη αντεπίθεση με οκτώ (8) μεραρχίες πεζικού. Και αυτή όμως η αντεπίθεση αποκρούσθηκε. Στις 29 Αυγούστου 1921 όλες οι αντεπιθέσεις του Τουρκικού στρατού έχουν αποκρουσθεί με βαρειές απώλειες. Η Στρατιά όμως Μικράς Ασίας δεν μπορεί να επαναλάβει την επίθεση, είναι κατεξαντλημένη και έχει υποστεί βαρύτατες απώλειες. Σε 23.000 άνδρες περίπου ανέρχοντο οι συνολικές απώλειες. Το ένα τρίτο (1/3) της Στρατιάς σε σύνολο 60.000 μαχίμων ανδρών έχει τεθεί εκτός μάχης. Μπροστά τους ορθώνεται άθικτη η τρίτη γραμμή άμυνας των Τούρκων, και πίσω από αυτήν κατασκευάζονται νέα χαρακώματα. Αν τελικά κατόρθωνε υπερπιδώντας όλα τα εμπόδια να φθάσει στην Άγκυρα η Στρατιά, θα έφθανε μόνο το Επιτελείο και μία δράκα στρατιώτες. Η παραμονή της στρατιάς στις θέσεις που είχε καταλάβει με τον αντίπαλο απέναντί της να ενισχύεται συνεχώς με νέες μονάδες που κατέφθασαν εσπευσμένα από τα ενδότερα της Ανατολίας, με τον ανεφοδιασμό της ελλιπή σε τρόφιμα και πυρομαχικά εξαιτίας του πολυάριθμου Τουρκικού ιππικού που αριθμούσε 6.000 ιππείς και που παρενοχλούσε συνεχώς τις εφοδιοπομπές της Στρατιάς στα μετόπισθεν, και με το φθινόπωρο με τις βροχές να καταφθάνει που θα μετέτρεπαν την Αλμυρά Έρημο σε λίμνη, η περαιτέρω παραμονή της στις θέσεις αυτές ισοδυναμούσε εκ των πραγμάτων με αυτοκτονία. Έτσι αποφασίστηκε η επιστροφή της Στρατιάς στις θέσεις εξορμήσεως. Πού οφείλεται η αποτυχία; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό προϋποθέτει την απάντηση σε ένα άλλο ερώτημα. Τι επιδίωκαν οι Έλληνες με την εκστρατεία κατά των Τούρκων Εθνικιστών γενικά και με την μάχη της Άγκυρας ειδικά; Σκοπός τους ήταν να υποχρεώσουν τους Εθνικιστές να αποδεχθούν τους όρους της Συνθήκης των Σεβρών. Την δημιουργία δηλαδή μιάς ανεξάρτητης από την Τουρκική κυριαρχία Ελληνικής ζώνης στη Σμύρνη και την Ανατολική Θράκη με προοπτική και την δημιουργία ανεξάρτητου ενδεχομένως Ελληνικού Ποντιακού κράτους, πράγμα που ενδιέφερε κυρίως τους Έλληνες αλλά και τους Άγγλους που ήθελαν να εκτοπίσουν τους Τούρκους από τις ακτές της ΙΩΝΙΑΣ προς το εσωτερικό του οροπεδίου της Ανατολίας για να ελέγχουν μαζί με τους Έλληνες τα Στενά. Περαιτέρω με την Συνθήκη των Σεβρών οι Άγγλοι επιδίωκαν την δημιουργία ενός ανεξάρτητου Αρμενικού κράτους στις ανατολικές επαρχίες της Ανατολίας καθώς και ενός αυτόνομου Κουρδιστάν. Οι Έλληνες έκαναν αγώνα συνεπώς για να ενσωματώσουν στην Ελληνική Επικράτεια την Σμύρνη με την ευρύτερη περιοχή της και την Ανατολική Θράκη. Ενώ οι Τούρκοι έκαναν αγώνα για το ακριβώς αντίθετο. Να διατηρήσουν την ακεραιότητα της Τουρκίας και να αποτρέψουν τον διαμελισμό της, καθώς και την υποβάθμιση του Τουρκικού Έθνους που θα ήταν αναπόφευκτη σε περίπτωση διαμελισμού. Ποιο ήταν πιο ισχυρό κίνητρο για αγώνα μέχρις εσχάτων; Σαφώς των Τούρκων. Γι' αυτό και ματαίωσαν τα σχέδια της Στρατιάς. Το να ισχυρίζεται κάποιος ότι εάν υπήρχαν τόσες επί πλέον μεραρχίες, εάν υπήρχαν τόσα πολυβόλα ή τόσα κανόνια, εάν υπήρχε συνεχής ροή εφοδίων στην μαχομένη Στρατιά, εάν....εάν....εάν..., οι Έλληνες στη περίπτωση αυτή θα ήσαν νικητές. Η προοπτική αυτή ισοδυναμεί με το ανέφικτο. Διότι όπως πολύ σωστά λέει ο Τσώρτσιλ στα Απομνημονεύματά του σχετικά με τον Β'Παγκόσμιο Πόλεμο : όποιος περιμένει να δημιουργηθούν οι ιδανικές συνθήκες για να προετοιμάσει την επίθεσή του εναντίον κάποιου άλλου· μάταια αναμένει. Διότι ο αντίπαλός του το χρονικό διάστημα που αυτός θα αναλώνει για να προετοιμάσει την ιδανική επίθεση, θα κάνει ακριβώς το ίδιο αλλά αντίστροφα προετοιμάζοντας την ιδανική άμυνα. Οπότε τα πράγματα θα οδηγηθούν και πάλι σε μηδενικό σημείο. Μαγειρεύουμε με ό,τι έχουμε, δεν περιμένουμε το μάννα εξ ουρανού. Μετά την επαναδιάβαση του Σαγγαρίου η Στρατιά Μικράς Ασίας επανήλθε στο Εσκή Σεχήρ απ' όπου είχε εξορμήσει στις 5 Αυγούστου για την Άγκυρα και αφού απέκρουσε μία ισχυρή Τουρκική επίθεση στο Αφιόν Καραχισάρ εγκαταστάθηκε στο αμυντικό μέτωπο Κίος - Μπιλετζίκ - Μποζ Νταγ - Εσκή Σεχήρ - Αφιόν Καραχισάρ - Ακαρ Νταγ - Τσιβρίλ - Μαίανδρος. Η εγκατάσταση της Στρατιάς σε αμυντικό μέτωπο ήταν αναπόφευκτη διότι είχε εκλείψει πλέον η δυνατότητα για νέο επιθετικό εγχείρημα. Το αμυντικό μέτωπο ήταν μεγάλο αφού είχε μήκος 700 χιλιομέτρων. Δεν μπορούσε όμως να γίνει διαφορετικά διότι έπρεπε να συμπεριληφθούν εντός της αμυντικής περιμέτρου οι χριστιανικοί πληθυσμοί της περιοχής Μικρασιάτες Έλληνες και Αρμένιοι αλλά και Οθωμανοί και Κιρκάσιοι (Τσερκέζοι) που είχαν συνδέσει την μοίρα τους με την τύχη των Ελλήνων, οι οποίοι διαφορετικά θα ήσαν εκτεθειμένοι σε πράξεις εκδικήσεως εκ μέρους των Τούρκων Εθνικιστών για την συνεργασία τους με τις ένοπλες Ελληνικές δυνάμεις. Και επί πλέον διότι δεν έπρεπε να μείνει υπό τον έλεγχο των Κεμαλικών η σιδηροδρομική γραμμή. Κυρίως το τμήμα αυτής μεταξύ Εσκή Σεχήρ Αφιόν Καραχισάρ για το οποίο κατά τις επιχειρήσεις Μαρτίου - Ιουλίου 1921 διεξήχθησαν λυσσώδεις μάχες λόγω της τεράστιας στρατηγικής σημασίας. Το πρόβλημα δεν ήταν στη προκειμένη περίπτωση το εκτεταμένο μέτωπο αλλά το ηθικό της Στρατιάς. Μετά την αποτυχία της κολοσσιαίας προσπάθειας για την κατάληψη της Άγκυρας, ήταν γενική πεποίθηση όλων των μαχητών ότι ο πόλεμος είχε χαθεί και ότι οι περαιτέρω θυσίες ήταν περιττές. Η τότε πολιτική ηγεσία βλέποντας το αδιέξοδο στο οποίο είχαν περιέλθει τα πράγματα, επιχείρησε μέσω της διπλωματικής οδού έχοντας ως διαπραγματευτικό χαρτί την κατεχόμενη ζώνη να επιτύχει μία αξιοπρεπή έξοδο από την Μικρά Ασία με παράλληλη διασφάλιση της προστασίας των χριστιανικών πληθυσμών ελληνικής και μη καταγωγής. Έτσι κινήθηκε δραστήρια προς αυτήν την κατεύθυνση. Τα πράγματα άλλωστε ωθούσαν να ευρεθεί το ταχύτερο διπλωματική λύση, δοθέντος ότι στις 20 Οκτωβρίου 1921 μεταξύ της Γαλλίας και των Τούρκων Εθνικιστών της Άγκυρας συνήφθη συμφωνία για εκκένωση της Κιλικίας και παραχώρηση της μεγάλης ποσότητος πολεμικού υλικού που είχε συγκεντρωθεί εκεί στους Κεμαλικούς. Στις 27 Οκτωβρίου 1921 ο Γούναρης και ο Μπαλτατζής επισκέφθηκαν τον Λόρδο Κώρζον στο Λονδίνο προκειμένου να συζητήσουν με ποιο τρόπο έπρεπε να εκκενωθεί η Μικρά Ασία από τον Ελληνικό στρατό και πως θα διεσφαλίζετο η προστασία του χριστιανικού πληθυσμού. Η θέση του Λόρδου Κώρζον και της αγγλικής κυβερνήσεως στο ζήτημα αυτό ήταν ότι η απομάκρυνση του Ελληνικού στρατού έπρεπε να γίνει με συστηματικό τρόπο, και αφού προηγουμένως είχε εγκαθιδρυθεί μια μεικτή χωροφυλακή από χριστιανούς και μουσουλμάνους στη Σμύρνη και την ευρύτερη περιοχή της όπως την είχε καθορίσει η Συνθήκη των Σεβρών, που θα λειτουργούσε με τις εγγυήσεις που θα εξασφάλιζαν οι Σύμμαχοι για λογαριασμό του χριστιανικού πληθυσμού. Ο Γούναρης και Μπαλτατζής δήλωσαν στον Λόρδο Κώρζον στις 2 Νοεμβρίου 1921 ότι συμφωνούσαν με την διαμεσολάβηση των Συμμάχων. Ο Γούναρης πιεζόμενος αφόρητα από το τεράστιο οικονομικό βάρος του πολέμου ζήτησε δάνειο από την βρετανική κυβέρνηση, διαφορετικά άφηνε να εννοηθεί σε ένα μακροσκελές γράμμα που απέστειλε τον Ιανουάριο του 1922 στον Κώρζον, θα εξαναγκάζετο να εκκενώσει την Μικρά Ασία χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τους Άγγλους αφήνοντας έτσι την Μεγάλη Βρεταννία να ρυθμίσει μόνη της τις υποθέσεις της με τον Κεμάλ. Το μήνυμα που περνούσε μέσα από αυτό το γράμμα ήταν ότι η Αγγλία ώφειλε να δώσει στην Ελλάδα όχι μόνο ηθική αλλά και υλική υποστήριξη, διότι σε αντίθετη περίπτωση κινδύνευε να δει το σύνολο της πολιτικής της σχετικά με την Εγγύς Ανατολή να καταρρέει μέσα στις φλόγες και στα ερείπια μετά την απομάκρυνση του Ελληνικού στρατού από την Ανατολία. Η Βρεταννική κυβέρνηση πάντως δεν έδειξε να πτοείται από την συγκεκαλυμμένη απειλή, διότι ήταν πεπεισμένη ότι η Ελληνική κυβέρνηση δεν επρόκειτο ποτέ να κάνει μια τέτοια ενέργεια που θα άφηνε τους χριστιανικούς πληθυσμούς στο έλεος των Τούρκων Εθνικιστών. Στις 14 Φεβρουαρίου 1922 ο Γούναρης έστειλε στον Λόϋντ Τζωρτζ μία επιστολή όμοια με εκείνη που είχε αποστείλει προηγουμένως στον Κώρζον. Αντ' αυτού στις 21 Φεβρουαρίου 1922 απάντησε και πάλι ο Κώρζον στον Γούναρη ότι η Μεγάλη Βρεταννία δεν θεωρεί ότι η κατάσταση στη Μικρά Ασία από στρατιωτική άποψη ήταν τόσο κρίσιμη όσο υπαινίσσετο, και ότι σε κάθε περίπτωση δεν έκρινε ότι η εκκένωση της Ανατολίας από τον Ελληνικό στρατό ήταν αναπόφευκτη. Αλλά ότι μπορούσε να διεξαχθεί με τάξη, ως μέρος ενός γενικότερου διακανονισμού στον χώρο της Εγγύς Ανατολής. Και ότι μία βεβιασμένη απόφαση για εκκένωση πριν αρχίσουν οι εαρινές ή οι θερινές πολεμικές επιχειρήσεις, θα προκαλούσε αλυσιδωτές αντιδράσεις, στην Κωνσταντινούπολη, στα Στενά, στη Θράκη, στη Μεσοποταμία και σε όλη την Εγγύς Ανατολή. Η αμετακίνητη θέση της Μεγάλης Βρεταννίας στο ζήτημα αυτό εξανάγκασε την τότε πολιτική ηγεσία της Ελλάδος, να μην πραγματοποιήσει την απειλούμενη εκκένωση πριν ωριμάσουν οι σχετικές συνθήκες, διότι η ευόδωση ενός ειρηνικού διακανονισμού με τους Κεμαλικούς εξηρτάτο αποκλειστικά σχεδόν από την στάση της Αγγλίας. Κατόπιν τούτου εφόσον η Ελλάδα εναπέθεσε τις ελπίδες της για ειρηνική διευθέτηση του Ανατολικού Ζητήματος στους Βρεταννούς πρωτίστως αλλά και στους λοιπούς Συμμάχους (Γάλλους, Ιταλούς), στις 22 Μαρτίου 1922, με δική τους πρωτοβουλία, συναντήθηκαν στο Παρίσι για συνομιλίες οι υπουργοί Εξωτερικών των τριών Δυνάμεων Κώρζον, Πουανκαρέ και Σάντσερ. Αντικείμενο των συνομιλιών ήταν η ρύθμιση του ελέγχου των ζωνών κατοχής στην Ανατολική Θράκη. Οι Γάλλοι επιθυμούσαν να κρατήσουν τους Έλληνες και τους Τούρκους σε απόσταση μεταξύ τους, με την τοποθέτηση των συνόρων στη γραμμή Αίνου - Μηδείας και την δημιουργία στην Ανατολική Θράκη ενός ουδέτερου διεθνώς κρατιδίου. Ο Κώρζον όμως ο οποίος κυρίως ενδιαφέρετο για τον έλεγχο των Στενών, υποστήριζε ότι η διαχωριστική γραμμή έπρεπε να ήταν μεταξύ Μήδειας - Ραιδεστού, διότι θα άφηνε τους Έλληνες να αποκτήσουν τον έλεγχο των Δαρδανελλίων. Τελικά βρέθηκε μία συμβιβαστική λύση: οι Έλληνες θα αποκτούσαν τον έλεγχο στη χερσόνησο της Καλλιπόλεως αλλά θα απεκλείοντο από την Ραιδεστό. Ο Πουανκαρέ είχε δηλώσει κατά την διάρκεια των Συνομιλιών στο Παρίσι ότι η Γαλλία δεν επρόκειτο να δεχτεί κανένα διακανονισμό πριν από την απομάκρυνση του Ελληνικού στρατού. Το ζήτημα όμως ήταν πως μπορούσε να πραγματοποιηθεί αυτό χωρίς να ζημιωθούν τα Ελληνικά συμφέροντα από μία άκαιρη αποχώρηση του στρατού από την Μικρά Ασία. Οι Σύμμαχοι στρατηγοί Φος, Βεϋγκαν, Γκουρώ και Χάριγκτον επεξεργάστηκαν ένα ρεαλιστικό σχέδιο αποχωρήσεως του Ελληνικού στρατού με βάση τις προτάσεις των στρατηγών της Συμμαχίας που ευρίσκοντο στη Κωνσταντινούπολη. Στη 26 Μαρτίου 1922 παρουσιάστηκε στη Συνδιάσκεψη το σχέδιο αυτό, το οποίο προορίζετο για τις κυβερνήσεις Ελλάδος και Τουρκίας, μαζί με τις προτάσεις για διακανονισμό. Οι Σύμμαχοι συνέστησαν και στους δύο εμπολέμους να κάνουν πριν απ' όλα ανακωχή για να δημιουργηθεί το κατάλληλο κλίμα για την έναρξη των διαπραγματεύσεων, ώστε να επιτευχθεί ένας επωφελής και για τις δύο πλευρές συμβιβασμός. Οι Έλληνες αποδέχτηκαν αμέσως την πρόταση για ανακωχή, όχι όμως και οι Τούρκοι. Το προτεινόμενο σχέδιο των Συμμάχων προέβλεπε ότι μετά την από κοινού αποδοχή από τους εμπολέμους της ανακωχής, θα συνεκαλείτο υπό την αιγίδα τους μία τελική Συνδιάσκεψη για την ειρήνη, η οποία θα επεξεργάζετο τις λεπτομέρειες. Και μόνο όταν και οι δύο πλευρές θα είχαν αποδεχτεί τα προκαταρκτικά σημεία της ειρήνης, θα άρχιζε ο Ελληνικός στρατός να εκκενώνει την Μικρά Ασία. Ο προτεινόμενος από τους Συμμάχους διακανονισμός για την ειρήνη ήταν πράγματι ο καλύτερος απ' όλους όσους είχαν γίνει· είχε όμως ένα τρωτό σημείο που τον καθιστούσε ανεφάρμοστο. Δεν προέβλεπε πραγματικές εγγυήσεις για την προστασία των χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας μετά την αποχώρηση του Ελληνικού στρατού από την περιοχή, η ασφάλεια των οποίων θα εξηρτάτο αποκλειστικά από τις καλές ή μη διαθέσεις των Τούρκων. Η επιστράτευση των Ελλήνων της Μικράς Ασίας καθώς και των Οθωμανών που δεν συμπαθούσαν τους Εθνικιστές του Κεμάλ είχε δημιουργήσει για την κυβέρνηση μια ευθύνη "Πώς μπορούσαν να αφήσουν όλους αυτούς ανυπεράσπιστους στα χέρια των Εθνικιστών ως επαναστάτες;" Και ενώ η Ελληνική κυβέρνηση έχει αποδεχτεί κατ' αρχήν την ανακωχή και έχει επιφυλαχτεί για την υπογραφή του κειμένου της τελικής συμφωνίας, οι Τούρκοι Εθνικιστές αντιθέτως αποδέχονται την ανακωχή μόνο εφόσον οι Έλληνες ομού με την υπογραφή της ανακωχής άρχιζαν αμέσως την εκκένωση της Μικράς Ασίας. Μία τέτοια αξίωση δεν μπορούσε να γίνει εκ των πραγμάτων δεκτή. Έτσι ναυάγησαν οι διαπραγματεύσεις λόγω αδιαλλαξίας της Τουρκικής πλευράς. Σύμφωνα με τον Κώρζον ο Ελληνικός στρατός ήταν εγγύηση για την Μεγάλη Βρεταννία ότι μέσω αυτού μπορούσε να επιτευχθεί μία ικανοποιητική ειρήνη με τους Κεμαλικούς, και ότι συνεπώς η παραμονή του στο Μικρασιατικό έδαφος ήταν απαραίτητη προϋπόθεση ώσπου να συμφωνηθεί μία τέτοια ειρήνη. Ο Λόϋντ Τζώρτζ είχε επιμείνει ιδιαιτέρως επάνω σε αυτό το θέμα λέγοντας στον Γούναρη τον Οκτώβριο του 1921 : "Πάνω απ' όλα, ο Ελληνικός στρατός πρέπει να παραμείνει στις παρούσες θέσεις του και να αποκρούσει τις επιθέσεις του εχθρού, έως ότου να γίνει η Συνδιάσκεψη· διότι αν αποσυρθεί, κάθε διαπραγμάτευση θα είναι περιττή". Στο μεταξύ ένα κίνημα από στρατιωτικούς και πολιτικούς με επίκεντρο την Κωνσταντινούπολη που αυτοονομάζετο "Άμυνα" κατ' απομίμηση της "Άμυνας" της Θεσσαλονίκης, στο οποίο από κάποιο σημείο και μετά εντάχθηκε και ο αρχιστράτηγος της Στρατιάς Μικράς Ασίας Αναστάσιος Παπούλας καθώς επίσης και ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μελέτιος αλλά και εξέχοντα μέλη της αστικής τάξεως Κωνσταντινουπόλεως και ΙΩΝΙΑΣ, κατέβαλε προσπάθειες να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μία Αυτόνομη ΙΩΝΙΑ που θα εστηρίζετο στις δικές της δυνάμεις για να επιβιώσει. Για τον λόγο αυτό απευθύνθηκε στον ύπατο Έλληνα αρμοστή στην ΙΩΝΙΑ Στεργιάδη, στην Ελληνική κυβέρνηση στους Βρεταννούς καθώς και στον Βενιζέλο. Κανένας δεν τους ενθάρρυθνε. Όλοι τους τόνισαν το ουτοπικό του πράγματος, μάλιστα ο Χάρολντ Νίκολσον δήλωσε στον εκπρόσωπο της "Άμυνας" στο Λονδίνο Τζων Σταυρίδη ότι : " δεν θα τους επετρέπετο να εργαστούν στο Λονδίνο εναντίον της πολιτικής της κυβερνήσεως της Αυτού Μεγαλειότητος, καθώς και εναντίοντης πολιτικής της Ελληνικής κυβερνήσεως". Ο Γούναρης και ο Θεοτόκης δήλωσαν μετά από μακρές συζητήσεις που είχαν κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 18 και 31 Μαρτίου 1922 με τους εκπροσώπους της " 'Αμυνας" Παπούλα και Σιώτη ότι " χωρίς ενίσχυση από την Παλαιά Ελλάδα, το ΙΩΝΙΚΟ κράτος δεν είχε ελπίδα να επιβιώσει. Κηρύσσοντας την αυτονομία, και προσκαλώντας συγχρόνως τον στρατό να μείνει και να πολεμήσει εθελοντικά, θα κατέληγε απλώς στη διάλυση του στρατού, που ήταν ήδη εξαντλημένος από τις ατέλειωτες δοκιμασίες". Ενώ ο Βενιζέλος δήλωσε σχετικά ότι " μακράν των πραγμάτων ευρισκόμενος, ουδέποτε θα ετόλμα να εσυμβουλεύση του Μικρασιάτας να αναλάβουν την δια των όπλων ιδίαν εαυτών άμυναν, γνωρίζων πόσον κολοσσιαίον είναι το εγχείρημα και πόσον μικραί αι ελπίδες επιτυχίας αυτού". Η αποτυχία των συνομιλιών του Μαρτίου του 1922 στο Παρίσι κατέδειξε ότι οι Έλληνες ευρίσκοντο σε αδιέξοδο, χωρίς να φαίνεται προοπτική ότι μπορούσαν να βγουν από την δύσκολη θέση στην οποία είχαν περιέλθει. Η κυβέρνηση είχε χάσει κάθε ελπίδα για δάνειο από την Αγγλία, η οποία δεν ήθελε να διακινδυνεύσει τα χρήματά της σε μία επισφαλή επιχείρηση. Έτσι στις 21 Μαρτίου 1922 ο Πρωτοπαπαδάκης προέβη στην έκδοση αναγκαστικού δανείου, με το οποίο όλα τα χαρτονομίσματα που κυκλοφορούσαν εκόβοντο κυριολεκτικά στα δύο. Το μισό από κάθε χαρτονόμισμα παρέμενε στην κυκλοφορία με την μισή αξία που είχε αρχικά· ενώ το άλλο μισό εθεωρείτο ομόλογο το οποίο κάποτε το κράτος θα το εξαγόραζε. Με τον τρόπο αυτό η κυβέρνηση εισέπραξε 1.500.000 δραχμές με τις οποίες μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες για την διατήρηση του στρατού σε ετοιμοπόλεμη κατάσταση για μερικούς μόνο μήνες. Γεγονός είναι πάντως ότι ο λαός δέχθηκε με στωϊκότητα την δραματική συρρίκνωση του εισοδήματός του. Στις 29 Απριλίου 1922 έπεσε η κυβέρνηση Γούναρη και την διαδέχθηκε η κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη, με τον Γούναρη υπουργό Δικαιοσύνης, τον Μπαλταζή υπουργό Εξωτερκών, τον Θεοτόκη υπουργό Στρατιωτικών, και τον Στράτο υπουργό Εσωτερικών. Ο Λόϋντ Τζώρτζ τον Μάϊο του 1922 απευθυνόμενος στον Βενιζέλο στην επιστολή που του έστειλε αναφερόμενος στις τεράστιες δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι Έλληνες κατά την περίοδο εκείνη δήλωνε σχετικά μεταξύ άλλων και τα εξής : " Δεν επρόκειτο να χαιρετήσει Έλληνα ο οποίος θα είχε απαρνηθεί τους στόχους της χώρας του για την Σμύρνη. Αν ευρίσκετο εκτός κυβερνήσεως θα μπορούσε να μιλήσει ελεύθερα για το θέμα αυτό. Τώρα όμως που ήταν στην κυβέρνηση δεν μπορούσε να το κάνει αυτό, αλλά είχε την έντονη αίσθηση ότι αυτή ήταν η λυδία λίθος για το Ελληνικό Έθνος, και ότι εάν οι Έλληνες συνέχιζαν τώρα τις προσπάθειές τους, το μέλλον τους ήταν εξασφαλισμένο. Η Μεγάλη Βρεταννία θα επανήρχετο εν καιρώ στις αρχικές της απόψεις για την Μικρά Ασία. Η Ελλάδα έπρεπε να διαβεί την έρημο, έπρεπε να ζήσει με το μάννα που θα μάζευε από τις πέτρες, έπρεπε να παλέψει μέσα στη σκληρή δοκιμασία του παρόντος. Αν το έκανε αυτό, θα κέρδιζε την Γη της Επαγγελίας. Ένας βιαστικός διακανονισμός θα ήταν κακός διακανονισμός για την Ελλάδα. Έπρεπε να έχουν υπομονή και να επιμείνουν". Συμπερασματικά: ο Λόϋντα Τζώρτζ συνιστούσε στους Έλληνες να επιδείξουν Ιώβεια υπομονή με την ελπίδα ότι τα πράγματα μπορούσαν να αλλάξουν προς το καλύτερο. Είχε δίκαιο σε ό,τι έλεγε. Δεν παρείχε όμως και τα οικονομικά μέσα για να ήταν σε θέση η Ελλάδα να αντέξει την τεράστια οικονομική επιβάρυνση που υφίστατο από την επ' αόριστο παρατεινόμενη παρουσία του Ελληνικού στρατού στην Ανατολία, παράταση η οποία υπέσκαπτε και το ηθικό του στρατού που διακαώς επιθυμούσε την επιστροφή στη πατρίδα. Ο Λόϋντ Τζώρτζ αντιλαμβανόμενος ότι η οικονομική ενίσχυση προς τους Έλληνες ήταν βασικός παράγων για να κρατηθούν στις θέσεις που κατείχαν και να απωθούν τους Κεμαλικούς, είχε συστήσει στους οικονομικούς κύκλους του City να τους συνδράμουν οικονομικά με την παροχή δανείου. Οι οικονομικοί όμως κύκλοι αντιδρούσαν διότι θεωρούσαν ότι η υπόθεση δεν εμφάνιζε ότι είχε πολλές ελπίδες επιτυχίας, και είχαν το φόβο ότι ενδεχομένως δεν θα πάρουν τα χρήματά τους πίσω. Επιθυμούσαν να δουν τους Έλληνες να αποδείξουν πρώτα, ότι μπορούν να εδραιώσουν την θέση τους στη Μικρά Ασία, και μετά να τους δανειοδοτήσουν. Άλλωστε οι μόνοι Βρεταννοί πολιτικοί που υποστήριζαν σθεναρά την Ελληνική υπόθεση ήταν εκτός από τον Λόϋντ Τζώρτζ, ο Κώρζον, ο Μπάλφουρ και μερικοί άλλοι. Επομένως οι Έλληνες που δεν είχαν καμμία άλλη διπλωματική υποστήριξη στην εξαιρετικά δυσχερή θέση στην οποία ευρίσκοντο, ήσαν υποχρεωμένοι από τα πράγματα να συμμορφώνονται με τις υποδείξεις του Λόϋντ Τζώρτζ. Τέσσερις ημέρες μετά τον σχηματισμό της κυβερνήσεως συνασπισμού υπό τον Πρωτοπαπαδάκη που έγινε στις 8 Μαΐου 1922, ο αρχιστράτηγος της Στρατιάς Μικράς Ασίας Παπούλας υπέβαλε την παραίτησή του. Στην επιστολή με την παραίτησή του ο Παπούλας υπέδειξε στην κυβέρνηση ως διαδόχους του τους αντιστράτηγους Βίκτωρα Δούσμανη και Γεώργιο Χατζηανέστη. Από τους δύο πιο πάνω προτιμήθηκε ο δεύτερος διότι η συνεργασία με τον Δούσαμνη δεν ήταν καλή με την κυβέρνηση στο παρελθόν. Ο Χατζηανέστης ήταν τότε διοικητής της Στρατιάς Ανατολικής Θράκης· δέχτηκε τον διορισμό του αρκεί να παρέμενε διοικητής και στις δύο Στρατιές, πράγμα που έκανε δεκτό η κυβέρνηση. Ο Χατζηανέστης ήλθε στη Σμύρνη στις 23 Μαΐου 1922 αποφασισμένος να επιβάλει σιδερένια πειθαρχία σε ένα στράτευμα βετεράνων που δεν ήταν συνηθισμένο σε κάτι τέτοιο. Αντικατέστησε τους επιτελικούς αξιωματικούς Πάλλη και Σαρηγιάννη με τον στρατηγό Βαλέττα και τον συνταγματάρχη Πάσσαρη. Αφού έμεινε στη Σμύρνη μόνο τρεις ημέρες πραγματοποίησε αμέσως μετά μία εκτεταμένη και εξαντλητική επιθεώρηση του μετώπου. Ο Βρεταννός στρατιωτικός ακόλουθος Χόαρ Ναίρν που κατ' εντολή της κυβερνήσεώς του επιθεώρησε και αυτός το μέτωπο μετά τον Χατζηανέστη, στην έκθεση που συνέταξε , σημείωσε τα εξής "Όλοι οι αξιωματικοί στη Μικρά Ασία, που τους ερώτησα σχετικά με αυτόν και οι οποίοι τον είχαν γνωρίσει στο παρελθόν, του είπαν ότι εκτός από κάποιες εκκεντρικότητες και την εμμονή που είχε με την πειθαρχία και στις λεπτομέρειες ακόμη, ήταν γενικά καλός στρατιώτης, και ότι αισθάνθηκαν ανακουφισμένοι που μπορούσαν να συνεργαστούν μαζί του διότι η φήμη που τον ακολουθούσε ήταν ότι ήταν απρόσιτος και μη συνεργάσιμος". Με την επιλογή του Χατζηανέστη συμφώνησε και ο Ύπατος Αρμοστής Στεργιάδης ανεπιφύλακτα. Ο Χατζηανέστης όταν τελείωσε την επιθεώρηση του μετώπου έβγαλε το συμπέρασμα ότι οποιαδήποτε Τουρκική επίθεση μπορούσε να αποκρουσθεί χωρίς δυσκολία. Ο συνταγματάρχης Χόαρ Ναίρν μετά από ένα ολόκληρο μήνα περιοδείας στο μέτωπο έβγαλε το ίδιο με τον Χατζηανέστη συμπέρασμα "ότι μέσα σε κάποια όρια, το ηθικό ήταν πάντα εξίσου καλό". Αλλά και αξιωματικοί κύρους της Στρατιάς όπως ο Νικόλαος Τρικούπης ήσαν βέβαιοι ότι η καλύτερη οργάνωση που επέβαλε ο Χατζηανέστης η ψυχαγωγία και η μεγαλύτερη πειθαρχία είχαν περιορίσει την πολιτική διχόνοια μέσα στο στράτευμα, και ότι οι άνδρες ήσαν υπό έλεγχο τώρα και ικανοί να αποκρούσουν μία Τουρκική επίθεση. Όλοι τους όμως έπεσαν έξω στις εκτιμήσεις τους διότι έβλεπαν το "μήλο" από έξω, αλλά δεν έβλεπαν ότι ήταν "σάπιο" από μέσα. Ούτε και οι Τούρκοι γνώριζαν πόσο κοντά ευρίσκετο ο Ελληνικός στρατός στη διάλυση. Ο πόλεμος είχε κρατήσει ήδη πολύ και δεν άντεχαν άλλο την παράτασή του. Αλλά και οι Τούρκοι είχαν καταπονηθεί επίσης πολύ και για τον λόγο αυτό σε ορισμένα σημεία του μετώπου, που ήσαν δευτερευούσης σημασίας όπως στον Μαίανδρο ποταμό στον Νότο, είχε γίνει μεταξύ των αντιπάλων μία ιδιότυπη ανακωχή. Έτσι πολλές φορές οι Τούρκοι περνούσαν το ποτάμι από τα πιο στενά σημεία διότι το καλοκαίρι το βάθος του δεν ήταν μεγαλύτερο από το γόνατο, και έφερναν στους Έλληνες στρατιώτες αυγά, τυρί, μέλι, φρούτα και έπαιρναν τσιγάρα. Συχνά επίσης έφερναν αγριογούρουνα που τα είχαν σκοτώσει οι ίδιοι στον απέραντο βάλτο του Ντενιζλί, διότι δεν μπορούσαν λόγω Κορανίου να τα φάνε εκείνοι. Κατά τις ανταλλαγές αυτές οι συζητήσεις μεταξύ τους είχαν πάντα το ίδιο θέμα "Πότε θα τελειώσει αυτός ο πόλεμος; Βαρεθήκαμε και εμείς και εσείς. Ούτε εσείς μπορείτε να νικήσετε οριστικά εμας, ούτε εμεις εσας. Αυτό αποδεικνύεται από τα γεγονότα. Και έτσι, χρόνια τώρα, υποφέρουμε και οι δύο". Στις 18 Ιουλίου 1922 η κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη ευρισκόμενη σε δυσχερή θέση σχετικά με την επίλυση του Ανατολικού Ζητήματος επιχείρησε με δύο κινήσεις που είχε προσχεδιάσει : αφενός να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις αυτονομήσεως της ΙΩΝΙΑΣ κηρύσσοντας την αυτονομία της σε επίσημη πανηγυρική συνάθροιση μπροστά στο κυβερνείο της Σμύρνης που έγινε από τον ύπατο αρμοστή Στεργιάδη, και αφετέρου να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη για να έχει ένα ισχυρό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα που θα διευκόλυνε την εξεύρεση μίας κοινώς αποδεκτής επιλύσεως της διενέξεως. Για την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως μετέφερε ο Χατζηανέστης μεταξύ 14 και 18 Ιουλίου από την Μικρά Ασία στη Θράκη τρία συντάγματα πεζικού και δύο τάγματα συνολικής δυνάμεως 7.000 περίπου ανδρών. Τις δυνάμεις αυτές απέσπασε από εκείνες που προορίζοντο για την ασφάλεια του εσωτερικού της αμυντικής περιμέτρου και όχι από εκείνες του μετώπου. Σε αυτό συμφωνεί και ο στρατηγός Αλέξανδρος Μαζαράκης που δεν διέκειτο ευνοϊκά προς τους Μετανοεμβριανούς, ο οποίος στα απομνημονεύατά του γράφει ότι τα λίγα τάγματα που απομακρύνθηκαν από την Μικρά Ασία δεν ήσαν ικανά να επηρεάσουν την όλη κατάσταση. Και οι δύο προσπάθειες της κυβερνήσεως απέτυχαν· η αυτονόμηση της ΙΩΝΙΑΣ διότι δεν βρήκε ανταπόκριση από τους ντόπιους αλλά και διότι αποδοκιμάστηκε από τους Συμμάχους· η κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως διότι προσέκρουσε στη σταθερή άρνηση των Συμμάχων, οι οποίοι ήθελαν το χαρτί αυτό να το διαπραγματευτούν οι ίδιοι με τους Τούρκους Εθνικιστές και όχι οι Έλληνες. Ο Τσώρτσιλ θεωρεί ότι και οι δύο αυτές ενέργειες της κυβερνήσεως υπαγορεύοντο από ένα αίσθημα απελπισίας. Σχετικά δε με την προσπάθεια για την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως είναι της γνώμης ότι ήταν αριστοτεχνικό σχέδιο, που αν επιτύγχανε θα έφερνε τους Έλληνες σε πλεονεκτική θέση έναντι των Τούρκων. Για τον λόγο αυτό ο Τσώρτσιλ με το οξύ και δηκτικό πνεύμα που τον διακρίνει χαρακτηρίζει την στάση της Αγγλίας με εκείνον που βλέπει κάποιον να πνίγεται και φωνάζει απεγνωσμένα βοήθεια, και ενώ ευρίσκεται ασφαλής στην ακτή και μπορεί να τείνει το χέρι του να βοηθήσει τον πνιγόμενο να σωθεί, περιορίζεται να του δίνει συμβουλές πώς να μην πνιγεί. Παραμονές της Τουρκικής επιθέσεως στο Ελληνικό μέτωπο κατά μήνα Αύγουστο 1922, Τουρκικά αεροπλάνα, υπεριπτάμενα των Ελληνικών θέσεων έρριπταν φυλλάδια με τα οποία προέτρεπαν τους μαχητές να μην αγωνιστούν, με περιεχόμενο όπως αυτό: " Προς τους στρατιώτας του Ελληνικού Στρατού: Συνάδελφοι στρατιώται Προ πολλού αγωνιζόμεθα και μαχόμεθα κατ' αλλήλων. Ξέρετε διατί πολεμάτε; Μήπως υπάρχει τις εκ της Μικράς Ασίας ορμώμενος να επιτίθεται κατά της Πατρίδος σας, ν' απειλεί την ζωήν σας, την οικογένειάν σας, τας πατρογονικάς εστίας σας; Ουδείς! Ψεύδονται οι λέγοντες ότι αγωνίζονται δια να σώσουν τους Χριστιανούς, τους Ρωμηούς της Μικράς Ασίας. Ιδίοις όμμασι αντελήφθητε ότι αυτοί είναι πλουσιώτεροι από τους Τούρκους, από τους οποίους ζώσι πολύ περισσότερον ευτυχείς. Εκείνοι, οι οποίοι δι' ανηκούστων και ατελευτήτων βιαιοτήτων σας οδηγούν εις την φωτιά και τον θάνατον είναι οι κεφαλαιούχοι, οι τραπεζίται, οι έμποροι των Αθηνών και της Ευρώπης. Αυτοί, πωλούντες εις τον στρατόν όπλα, ενδύματα και τρόφιμα και αισχροκερδούντες εις τα πράξεις αυτάς και ως αντάλλαγμα προσφέροντες πάντοτε την ζωή σας, την ύπαρξίνσας, απολαμβάνουν κέρδη εκατομμυρίων. Ο βασιλιάς σας δια του πολέμου προσπαθεί να σώσει τον θρόνο του, οι αξιωματικοί σας δια του πολέμου ζητούν την προαγωγήν και άυξησιν της μισθοδοσίας των. Ιδού οι κυρίως πρωταίτιοι του πολέμου. Της κακουχίας του πολέμου δεν μετέχουν ούτε πλούσιοι, ούτε τα τέκνα των. Αυτοί διασκεδάζουν εις τα καφέ-σαντάν του Λονδίνου και των Παρισίων, εις χαρτοπαικτήρια και τα χαμαιτυπεία του Πέραν και Φαλήρου. Οι ηρωϊκώτεροι εξ αυτών, φέροντες τας στρατιωτικάς των στολάς, εμπορεύονται και αισχροκερδούν εις τα στρατιωτικά γραφεία της Προύσης και της Σμύρνης, ενώ εσείς αποθνήσκετε βλακωδώς άσιτοι και διψασμένοι εις τα πεδία των μαχών από τα βλήματα του όπλου και του πυροβόλου. Και όμως, καθ' ον χρόνον σεις αγωνίζεσθε εδώ δια του αίματός σας να πληρώσετε τα χρηματοκιβώτια των ασυνειδήτων πλουσίων, οι ιστορικοί σας εχθροί, οι Σλαύοι, οργανώνουν συμμορίας, καίουν τους αγρούς σας εις την Θράκην, καταστρέφουν τα οικίας σας εις την Μακεδονίαν και την Ήπειρο. Πολλοί από σας όταν θα επιστρέψετε εις την πατρίδα σας θα εύρετε εσβεσμένας τας εστίας σας και κατεστραμμένας ή διασκορπισμένας τήδε κακείσε τας οικογενείας σας. Ημείς αγωνιζόμεθα δια την σωτηρίαν των τέκνων μας, των οικογενειών μας και του πατρίου εδάφους μας. Ημείς δεν εποφθαλμιώμεν κανέν ξένον έδαφος. Θα εξακολουθήσωμεν λοιπόν ν' αγωνιζόμεθα εφ' όσον και σεις θα επιμένετε πολεμούντες εναντίον μας. Όλος ο κόσμος και από σας μάλιστα πολλοί αναγνωρίζουν ήδη το δίκαιον του αγώνος μας. Σας βαυκαλίζουν με την κενήν ελπίδα ότι προσεχώς θα επιτύχετε την ειρήνην, εξασφαλίζουσαν εις υμάς την κυριαρχίαν των μερών που κατέχετε. Μην εισακούετε τοιαύτας εισηγήσεις. Ήδη συνενοήθημεν και συνήψαμεν σύμβασιν με την Γαλλίαν. Οι μεν Ιταλοί είναι φίλοι μας, λίαν δε προσεχώς θα συνενοηθώμεν και με τους Άγγλους. Να είσθε βέβαιοι ότι ουδέποτε θα συνάψωμεν ειρήνηνπριν σεις εγκαταλείψετε εντελώς και άνευ ουδενός όρου τα μέρη μας που κατέχετε. Πολλοί από σας, μη εννοούντες ν' αποθάνουν δια ξένον λογαριασμόν, προσέρχονται και μας παραδίδονται. Τους τοιούτους αποστέλλομεν εις την Καισάρειαν. Εκεί ζώσιν ήσυχοι, ουδενός απολύτως στερούμενοι. Εις πρώτην ευκαιρίαν θα επιστρέψουν εις την πατρίδα των. Οι αρχηγοί σας ψεύδονται ισχυριζόμενοι ότι φονεύομεν τους Έλληνας αιχμαλώτου;. Αυτά είναι ψεύδη. Επικαλούμεθα προς τούτο την μαρτυρίαν των ξένων περιηγητών. Εάν θέλετε, έλθετε και σεις και θ' αντιληφθήτε ιδίοις όμμασιν ότι ημείς λέγομεν την αλήθειαν. Προσεχώς θα προβώμεν εις γενικής επίθεσιν. Τότε θα είναι δύσκολον να σώσετε την ζωήν σας. Σκεφθήτε λοιπόν από τώρα και προχωρήσετε εις τας γραμμάς μας. Καλώς γνωρίζετε την φιλοξενίαν του Τούρκου, μετά του οποίου επί αιώνας συνεζήσατε, ή τουλάχιστον επιστρέψατε από τώρα εις τας εστίας σας." Φυλλάδια με τέτοιο περιεχόμενο που έπεφταν στις γραμμές των Ελλήνων στο μέτωπο από Τουρκικά αεροπλάνα, δεν προκάλεσαν βέβαια αυτά μόνα τους την καθολική πτώση του ηθικού του στρατού, συνετέλεσαν όμως και αυτά. Το ηθικό του στρατού είχε αρχίσει σταδιακά και με συνεχώς επιταχυνόμενους ρυθμούς να διαβρώνεται μετά την αποτυχία της επιθέσεως προς την Άγκυρα, διότι κατέδειξε ότι ο πόλεμος μετετρέπετο σε πόλεμο φθοράς ο οποίος αργά ή γρήγορα θα κατέληγε στην έξωση των Ελλήνων από την Μικρά Ασία. Η πτώση του ηθικού της Στρατιάς παραμονές της Τουρκικής επιθέσεως είχε φθάσει στο ναδίρ. Θεωρούσαν οποιαδήποτε θυσία περιττή και άσκοπη, χωρίς κανένα νόημα. Μία και μόνη σκέψη τους απασχολούσε: Οίκαδε, Οίκαδε, Οίκαδε. Απλά περίμεναν την εκδήλωση της Τουρκικής επιθέσεως, για να τους δοθεί η δυνατότητα να επιστρέψουν στην πατρίδα. Ο Μουσταφά Κεμάλ του οποίου ο στρατός με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο μόλις στο παραπέντε είχε ξεφύγει την καταστροφή στην μάχη της Άγκυρας, δεν παρασύρθηκε από τον ενθουσιασμό της μεγάλης επιτυχίας από την αναχαίτιση των Ελλήνων. Έβλεπε ότι είχε πολύ δρόμο ακόμη μπροστά του, εάν ήθελε να φθάσει μέχρι την τελική νίκη. Έπρεπε κατ' αρχήν να αναδιοργανώσει τον στρατό του ο οποίος είχε τσακιστεί και αποδεκατιστεί κατά την τρομερή πάλη. Στρώθηκε αμέσως στη δουλειά. Νύχτα - μέρα, με την βοήθεια του Ισμέτ και του Φεβζή, με εκπληκτική ζωντάνια αναδιοργάνωσε τα πάντα. Αγόρασε όπλα από την Ιταλία και την Αμερική, με χρήματα που είχε δανειστεί από τη Μόσχα, η οποία τον συνέδραμε αν και δεν υπήρχε ιδεολογική προσέγγιση μεταξύ του Κεμαλικού κινήματος και των Μπολσεβίκων διότι θεωρούσε την Ελληνική παρουσία στη Μικρά Ασία ότι αποτελούσε πιόνι της Αγγλίας στη παγκόσμια σκακιέρα, αλλά και διότι μνησικακούσε κατά των Αγγλοσαξώνων για τις παρεμβάσεις τους υπέρ των Ρώσσων Εθνικιστών κατά τον εμφύλιο. Κάλεσε επίσης ο Κεμάλ υπό τα όπλα νέες κλάσεις και κτένιζε τις πόλεις και τα χωριά για να στρατολογήσει ικανούς άντρες. Ήταν μία αργή, μονότονη και επίπονη εργασία. Οι μήνες περνούσαν με διαρκείς προετοιμασίες, στο διάστημα όμως αυτό σημειώθηκαν και αναπόφευκτες αντιδράσεις. Ο λαός ήταν εξαιρετικά κουρασμένος από τον πόλεμο. Οι χωρικοί παρακαλούσαν και πάλι να τους αφήσουν να ζήσουν ειρηνικά, να καλλιεργούν τα χωράφια τους και να μείνουν ήσυχοι. Υπήρχε επίσης και η αντιπολίτευση. Την στιγμή του κινδύνου μπροστά στον Σαγγάριο οι βουλευτές της Μεγάλης Εθνοσυνελεύσεως είχαν δώσει στον Μουσταφά Κεμάλ εξουσίες δικτάτορα. Τώρα όμως που είχε περάσει ο κίνδυνος ζητούσαν να πάρουν πίσω τις εξουσίες αυτές. Αλλά και στον στρατό στο σώμα των αξιωματικών είχαν αρχίσει να οργανώνονται ομάδες οι οποίες συνωμοτούσαν εναντίον του. Ο Εμβέρ Πασσάς ο άλλοτε πανίσχυρος άνδρας από τους Νεότουρκους που είχε αυτοδιοριστεί Εμίρης της Βουχάρας, συνωμοτούσε με αξιωματικούς του Κεμάλ για να επιστρέψει στην Τουρκία. Το ίδιο έκανε επίσης ο Τζεμάλ, πανίσχυρος στο παρελθόν Νεότουρκος, ο οποίος είχε καταφύγει στο Αφγανιστάν, και είχε αναλάβει καθήκοντα συμβούλου του Εμίρη? προετοίμαζε και αυτός το έδαφος για επιστροφή στην Τουρκία. Ο στρατός απαιτούσε μια χειμερινή επίθεση κατά των Ελλήνων πριν προλάβουν να οργανώσουν την άμυνά τους στο μέτωπο που είχαν επιλέξει να υπερασπισθούν. Άλλοι πάλι τον συμβούλευαν να κλείσει ειρήνη με όσο ήταν δυνατόν καλύτερους όρους πριν χαθεί η ευκαιρία. Ο Μουσταφά Κεμάλ δεν ήθελε να ακούσει τέτοιες εισηγήσεις, ήθελε να νικήσει τους Έλληνες σε μάχη. Ποτέ του δεν αμφιταλαντεύτηκε. Γύριζε πάνω - κάτω την χώρα, εργαζόταν με μανία και παρακινούσε τον λαό να αναλάβει δράση. Κτύπησε σκληρά τους αξιωματικούς που συνωμοτούσαν εναντίον του, από τους οποίους κρέμασε εικοσιπέντε για μία απόπειρα πραξικοπήματος. Έτσι κράτησε τον στρατό υπό τον απόλυτο έλεγχό του. Εξαντλούσε όλη του την ενεργητικότητα στην προετοιμασία της επιθέσεως εναντίον των Ελλήνων, τους οποίους ήθελε να συντρίψει και στη συνέχεια να υπαγορεύσει τους όρους της ειρήνης. Ο Μουσταφά Κεμάλ όταν βεβαιώθηκε ότι όλα ήσαν έτοιμα για την επίθεση, επέλεξε τον μήνα Αύγουστο που ο ήλιος κατάκαιγε τις ανατολικές πεδιάδες και η σκόνη κάλυπτε τα πάντα. Ως ημερομηνία της επιθέσεως ώρισε την 13 Αυγούστου 1922. Έχοντας τον Φεβζή αρχηγό του Γενικού Επιτελείου και τον Ισμέτ διοικητή των μαχίμων δυνάμεων, ανέλαβε προσωπικά τον έλεγχο του στρατού που είχε καταλάβει θέσεις εξορμήσεως μπροστά από το Ελληνικό μέτωπο, στο νότο στη περιοχή του Αφιόν Καραχισάρ που είχε επιλεγεί για να γίνει το ρήγμα. Με μεγάλο ενδιαφέρον, προσοχή και εμπειρία, προετοίμασε τις λεπτομέρειες της επιθέσεως με κάθε μυστικότητα. Για να παραπλανήσει τους Έλληνες ώστε να στρέψουν τις εφεδρείες τους στο βορρά, οργάνωσε μία ψευδοεπίθεση με μερικές μηχανοκίνητες μονάδες εναντίον του Εσκή Σεχήρ. Μία εβδομάδα πριν από την ημερομηνία της επιθέσεως όλες οι επικοινωνίες της Τουρκίας με τον έξω κόσμο είχαν διακοπεί? φήμες κυκλοφορούσαν ότι είχε εκδηλωθεί πραξικόπημα. Δύο ημέρες πριν από την επίθεση έστειλε προσκλήσεις για χορό που επρόκειτο δήθεν να γίνει στις 13 Αυγούστου? και το ίδιο βράδυ έφυγε μυστικά μαζί με το επιτελείο του για το μέτωπο. Το Ελληνικό μέτωπο εκτεινόταν από την Κίο στο βορρά, δίπλα στη θάλασσα του Μαρμαρά, συνέχιζε νοτιοανατολικά, έκοβε την σιδηροδρομική γραμμή Εσκή Σεχήρ - Άγκυρας, και έπειτα έστριβε νότια προς το Αφιόν Καραχισάρ. Από εκεί συνέχιζε προς τα δυτικά κατά μήκος της δεξιάς όχθης του Μαίανδρου ποταμού και έφθανε μέχρι το Αιγαίο. Οι θέσεις κλειδιά σε αυτό το μέτωπο των 700 χιλιομέτρων ήσαν οι σιδηροδρομικές διασταυρώσεις του Εσκή Σεχήρ και του Αφιόν Καραχισάρ. Τον βόρειο τομέα του μετώπου που άρχιζε από την θάλασσα του Μαρμαρά, υπερέβαινε το Εσκή Σεχήρ και έφθανε ανατολικά της Κιουτάχειας, κρατούσε το Γ' Σώμα Στρατού υπό τον Στρατηγό Σουμίλα. Τον νότιο τομέα του μετώπου από Κιουτάχεια έως Αφιόν Καραχισάρ κρατούσαν το Β' και Α' Σώματα Στρατού υπό τους στρατηγούς Διγενή (Β' Σ.Σ.) και Νικόλαο Τρικούπη (Α' Σ.Σ.) αντίστοιχα. Το στρατηγείο του Τρικούπη ευρίσκετο στο Αφιόν Καραχισάρ πλησίον της σιδηροδρομικής γραμμής, σε κοντινή απόσταση από το μέτωπο. Τις τελευταίες ημέρες πριν από την επίθεση επειδή είχε παρατηρηθεί ηυξημένη κίνηση στις γραμμές των αντιπάλων, πράγμα που προμήνυε ότι επίκειτο η από καιρό αναμενόμενη επίθεση, είχε διατάξει τις μονάδες του μετώπου να ευρίσκωνται σε συνεχή επαγρύπνηση για να μην αιφνιδιαστούν αλλά να αιφνιδιάσουν εκείνοι τους επιτιθέμενους όπως τόνιζε στην από 9 Αυγούστου διαταγή του. Οι αντίπαλες δυνάμεις στον νότιο τομέα του μετώπου ήσαν περίπου ίσες. Τα Α' και Β' Σώματα Στρατού αριθμούσαν συνολικά οκτώ μεραρχίες? από τέσσερις μεραρχίες το καθένα? κάθε δε μεραρχία αριθμούσε 10.000 άνδρες. Ενώ η Τουρκική Στρατιά του Δυτικού Μετώπου που είχε συγκεντρωθεί απέναντι από τον νότιο τομέα του Ελληνικού μετώπου, περιελάμβανε δεκατέσσερις μεραρχίες πεζικού και τέσσερις μεραρχίες ιππικού, η κάθε όμως Τουρκική μεραρχία πεζικού δεν υπερέβαινε συνήθως τους 5.000 άνδρες. Το Τουρκικό ιππικό είχε συνολική δύναμη 6.000 ιππείς περίπου. Ο Μουσταφά Κεμάλ στον μεγάλο λόγο που εκφώνησε στο Τουρκικό Κοινοβούλιο το έτος 1927 σχετικά με την σύλληψη, προετοιμασία και εκτέλεση του σχεδίου της Τουρκικής επιθέσεως τον Αύγουστο του 1922, μεταξύ άλλων ανέφερε τα εξής: στα πρώτα στάδια είχε μιλήσει σχετικά μόνο με τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Φεβζή, με τον υπουργό Εθνικής Άμυνας Κιαζήμ Καραμπεκήρ, και τον αρχηγό της Στρατιάς του Δυτικού Μετώπου Ισμέτ. Θεώρησαν ότι η σωστή λύση ήταν να συγκεντρώσουν τις κύριες δυνάμεις νότια από την δεξιά πτέρυγα των Ελλήνων στην περιοχή του Αφιόν Καραχισάρ, ανάμεσα στο Ακάρ Τσαϊ και το Τουμλού Μπουνάρ, επειδή εκεί ήταν η πιο σημαντική αλλά και η πιο τρωτή θέση του αντιπάλου? εάν εδημιουργείτο ρήγμα εκεί μπορούσε ενδεχομένως να καταρρεύσει το μέτωπο. Έτσι κατέληξαν να καταφερθεί το πλήγμα στο σημείο αυτό. Μία ώρα πριν από την αυγή της 13 Αυγούστου 1922, ο Κεμάλ ανέβηκε ενώ ήταν ακόμη σκοτάδι τον στρογγυλό λόφο Κοτζά Τεπέ, από όπου επρόκειτο να διευθύνει την μάχη. Ήταν σιωπηλός και έδειχνε να είναι βυθισμένος σε σκέψεις. Κοίταζε συνεχώς τον ορίζοντα κατά την ανατολή, απ' όπου σιγά σιγά άρχισε να αχνοφέγγει ο ανατέλλων ήλιος μέσα σε ολοπόρφυρο φόντο. Στις πέντε ακριβώς το πρωί της ίδιας ημέρας το Τουρκικό πυροβολικό εξαπέλυσε θύελλα πυρός στις Ελληνικές θέσεις που ήσαν στις πλαγιές και στις χαράδρες του Ακάρ Νταγ. Ο Κεμάλ από το παρατήριό του στο Κοτζά Τεπέ μαζί με τους Φεβζή και Ισμέτ παρακολουθούσε με μεγάλη ένταση την εξέλιξη της μάχης από την οποία θα εξηρτάτο και η έκβαση του πολέμου. Η κορυφογραμμή των λόφων που ενέπνεε ανησυχία στον Κεμάλ διότι υπήρχαν ισχυρά οχυρώματα, τα οποία το πεζικό του ήταν υποχρεωμένο να τα καταλάβει με εφ' όπλου λόγχη, εκτείνετο σε ένα μέτωπο εικοσιπέντε μιλίων από το Σινάν Πασσά έως την σιδηροδρομική γραμμή ανατολικά του Αφιόν Καραχισάρ. Σε αυτήν την γραμμή του μετώπου με τις εξαιρετικές οχυρώσεις δέσποζαν τα υψώματα Καμελάρ, Τιλκί Κιρί Μπελ, Δασώδης Λόφος, Χασάν Μπελ, Μαύρος Βράχος και ο Πριονοειδής Βράχος. Εάν υπήρχε αγωνιστική διάθεση θα έπρεπε οι οχυρές αυτές τοποθεσίες να είχαν γίνει ο τάφος του Κεμαλικού στρατού. Η Παράταση όμως του πολέμου και η έλλειψη προοπτικής για σύντομο τερματισμό του είχε διαβρώσει το ηθικό των στρατιωτών σε τέτοιο βαθμό που είχε φθάσει στο πιο χαμηλό σημείο. Το μόνο πράγμα που εσκέπτοντο ήταν η επιστροφή στη πατρίδα γι'αυτούς ο πόλεμος δεν είχε πλέον κανένα νόημα. Οίκαδε, Οίκαδε, Οίκαδε. Αυτό μόνο τους απασχολούσε, όπως τον Ομηρικό Οδυσσέα η ΙΘΑΚΗ. Η αντίσταση εκ μέρους τους στις λυσσαλέες εφόδους του Τουρκικού πεζικού μπορεί να ήταν πεισματική, αλλά ένα πείσμα από το οποίο έλειπε φανερά η πεποίθηση στη νίκη, ήταν ένα πείσμα γεμάτο απόγνωση και απελπισία μαζί για έναν πόλεμο που είχε ήδη χαθεί και τον οποίο δεν είχαν καμία απολύτως διάθεση να κερδίσουν. Αλλά και τους ενοχλούσε συγχρόνως το γεγονός ότι είχαν χάσει, δεν ήθελαν να το παραδεχτούν. Αυτό τους έκανε να αγωνίζονται με απελπισία, την απελπισία του ηττημένου. Δεν υπήρχε στη σκέψη τους η αποφασιστικότητα των Δημοκρατικών του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου, που είχαν ως σύνθημα όταν εμάχοντο τους Εθνικιστές το no passaran. 'Ετσι έπεσε την πρώτη κιόλας ημέρα της επιθέσεως το οχυρό συγκρότημα Καμελάρ μετά από δραματική πάλη. Ενώ αντιθέτως η οχυρή τοποθεσία Τιλκί Κιρί Μπελ εγκαταλείφθηκε από τους υπερασπιστές του αμαχητί. 'Ενα ολόκληρο σύνταγμα πεζικού τράπηκε σε φυγή χωρίς λόγο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η αντίσταση των αμυνόμενων διήρκεσε μόνο είκοσι τέσσερις ώρες και μετά κατέρρευσε ολοκληρωτικά. Οι μαχητές του Αυγούστου του 1922 δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τους μαχητές του Σαγγάριου, έχουν απηυδήσει από την παράταση του πολέμου και θέλουν να δώσουν ένα τέλος. Στο μεταξύ η τρίτη Τουρκική μεραρχία ιππικού έχει διεισδύσει πίσω από τις Ελληνικές γραμμές και έχει αποκόψει τις τηλεφωνικές και τηλεγραφικές επικοινωνίες στους σταθμούς Οτουράκ και Μπαλμαχμούτ, με αποτέλεσμα να απομονωθεί το νότιο συγκρότημα της Στρατιάς από το κέντρο (Σμύρνη). Ενώ συγχρόνως ενσπείρει τον πανικό στα μετόπισθεν. Ο Τρικούπης βλέποντας ότι η κατάσταση ήταν εκτός ελέγχου μετά την γενική οπισθοχώρηση των Ελληνικών Τμημάτων από την γραμμή του μετώπου? εκεί όπου οι Τούρκοι ενεργούσαν αλλεπάλληλες σφοδρές επιθέσεις, στις 11.30' π.μ. της 14 Αυγούστου 1922 εξέδωσε Διαταγή για οπισθοχώρηση με κατεύθυνση προς Τουμλού Μπουνάρ προκειμένου η θέση αυτή να χρησιμοποιηθεί από τα Α' και Β' Σώματα Στρατού ως δεύτερη γραμμή άμυνας προς αναχαίτιση της Τουρκικής επιθέσεως. Ήδη από τις 11.55' το Αφιον Καραχισάρ καίγεται από τις οβίδες το Τουρκικού πυροβολικού που πέφτουν βροχή μέσα στη πόλη. Η οπισθοχώρηση διεξάγεται μέσα σε συνθήκες αταξίας, πανικού και συγχύσεως. Στις 15 και 16 Αυγούστου 1922 τα Α και Β Σώματα Στρατού στη προσπάθειά τους να φθάσουν στο Τουμλού Μπουνάρ έδωσαν σκληρές μάχες στο Χαμούρκιοϊ - Ιλμπουλάκ με τον Τουρκικό στρατό που τους καταδίωκε κατά πόδας. Η οπισθοχώρηση υπήρξε χαοτική: πεζικό, πυροβολικό, μηχανικό, τηλεγραφητές όλοι μαζί. Η αποσύνθεση είναι γενική. Δεν υπάρχουν σχηματισμοί. Αξιωματικοί και στρατιώτες έχουν αναμειχθεί τόσο πολύ που δεν διακρίνει κανείς τον ένα από τον άλλο. Δεν γνωρίζουν που πηγαίνουν. Είναι όπως ένα κοπάδι πρόβατα χωρίς ποιμένα. Κύματα ανθρώπων που εξακολουθούσαν ακόμη να φέρουν όπλα και να φοράνε στρατιωτική ενδυμασία εσχηματίζοντο αιφνιδίως κινούμενα πότε προς τα δεξιά και πότε προς τα αριστερά. Αυτές τις παλίρροιες και αμπώτιδες δεν τις διείπε καμία λογική αλλά τις δημιουργούσε η φευγαλέα εντύπωση της στιγμής, μίας μάζας που ωθείτο από το προαιώνιο ένστικτο επιβιώσεως. Μίας μάζας η οποία ευρίσκεται σε απόγνωση. Ο πανικός ήταν απλωμένος παντού. Το Τουρκικό πυροβολικό έκανε θραύση. Η συμπεριφορά του ένοπλου πλήθους ερυθμίζετο από τις οβίδες. Ανάλογα με το απαίσιο συριγμό τους την στιγμή της πτώσης τους τα πλήθη αραίωναν ή πύκνωναν όπως τα σμήνη πουλιών ή ψαριών. Και ανάμεσα από τα σύννεφα σκόνης που σήκωναν οι εκρήξεις από τις οβίδες, ανάμεσα από τις κραυγές απόγνωσης του πλήθους, τους βόγγους των τραυματιών, αντηχούσαν οι φωνές εκείνων που είχαν χάσει εντελώς την ψυχραιμία τους "πάμε να φύγουμε, παιδιά....... Χαθήκαμε .... Μας έπνιξε όλους ο Κεμάλ.....". Και το πλήθος έτρεχε πανικόβλητο να σωθεί έχοντας την αίσθηση ότι έχει περικυκλωθεί. Πράγματι ό,τι είχε απομείναι από το νότιο συγκρότημα μεραρχιών μετά την απώθησή του από τον Τουρκικό στρατό που το εμπόδισε να προσεγγίσει το Τουμλού Μπουνάρ που υποτίθεται ότι ήταν ο αντικειμενικός σκοπός της οπισθοχωρήσεως, εξωθήθηκε προς την κατεύθυνση του Μπανάζ μέσω Αλή Βεράν. Υποσυνείδητα επειδή δεν ήθελαν να ομολογήσουν στους εαυτούς τους ότι εγκατέλειπαν την Μικρά Ασία για πάντα φαινομενικά έδιναν την εντύπωση ότι δήθεν οπισθοχωρούν για να καταλάβουν καλύτερες θέσεις για άμυνα, ενώ επρόκειτο για φυγή με στόχο την Μεσόγειο. Μαχόμενα όλη την ημέρα της 16 Αυγούστου τα τμήματα που οπισθοχωρούσαν παρά το Χαμούρκιοϊ - Ιλμπουλάκ, μετά από μικρή ανάπαυση συνέχισαν την εξαντλητική πορεία όλη την νύκτα μέσα από πυκνά δάση, και το πρωΐ της 17 Αυγούστου 1922 έφθασαν στο χωριό Σάλκιοϊ που ήταν στη στενή κοιλάδα του Αλή Βεράν. Στην Κοιλάδα του Θανάτου. Εκεί στο Αλή Βεράν στις 17 Αυγούστου 1922 τα υπολείμματα πέντε μεραρχιών, εικοσιτρείς χιλιάδες περίπου, από τους οποίους μάχιμοι ήσαν μόνο 7.000 με 116 πεδινά και ορεινά πυροβόλα, βρέθηκαν να έχουν περικυκλωθεί από οκτώ μεραρχίες Τουρκικού πεζικού, την 61η, 16η, 17η, 11η, 12η, 5η, 3η και 23η και τρεις μεραρχίες ιππικού που είχαν στη διάθεσή τους και μεγάλη υποστήριξη πυροβολικού τύπου SKODA. Δεν είχαν άλλη επιλογή οι στρατηγοί Τρικούπης και Διγενής: έπρεπε να κρατήσουν τις θέσεις τους όλη την ημέρα κρατώντας σε απόσταση τους επιτιθέμενους και την νύκτα όσοι επιζούσαν ακόμη να προσπαθήσουν να διαφύγουν προς Μπανάζ από την μοναδική δίοδο διαφυγής που είχε απομείνει ακόμη ανοικτή. Το πεδίο της μάχης του Αλή Βεράν είναι μία βαθειά κοιλάδα η οποία εκτείνεται στους ανατολικούς πρόποδες του όρους Μουράτ Νταγ και ευρίσκεται μέσα στο τρίγωνο που σχημάτιζαν τα χωριά Σάλκιοϊ, Αλή Βεράν και Ασκιοϊ. Η περιοχή είναι δασώδης και πετρώδης όπως όλο το Μουράτ Νταγ. Η διάταξη μάχης των Ελληνικών μάχιμων τμημάτων στο εσωτερικό της στενής επίμηκης κοιλάδας είχε πάρει το σχήμα πετάλου, με το ανοικτό τμήμα να κοιτάζει προς τα Δυτικά. Μέσα σε αυτή τη βαθειά κοιλάδα συνωθούντο δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) περίπου άντρες που ανήκαν στους βοηθητικούς σχηματισμούς των Σωμάτων Στρατού και των μεραρχιών αλλά και όσοι είχαν πετάξει τα όπλα τους, οι οποίοι επιζητούσαν ευκαιρία για να διαφύγουν προς τα Δυτικά. Το άμαχο αυτό πλήθος αναμεμειγμένο και σε πλήρη αταξία ευρισκόμενο συνεθλίβετο εντός του περιωρισμένου χώρου, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργείται μεγάλη αναταραχή που επηρέαζε άσχημα τους μαχομένους. Το Ελληνικό ορειβατικό πυροβολικό που είχε ως σκοπό να υποστηρίξει το μαχόμενο πεζικό είχε ταχθεί στις κλιτείς των κατεχόμενων υψωμάτων που του παρείχαν σχετική κάλυψη. Ενώ αντιθέτως οι πεδινές πυροβολαρχίες και εκείνες των πυροβόλων SΚODA επειδή δεν υπήρχε χώρος στο βάθος της άδενδρης κοιλάδας είχαν αναπτυχθεί για δράση σχεδόν ακάλυπτες. Οι θέσεις αυτές στη μέση των πάσης φύσεως οχημάτων και του πλήθους των άμαχων στρατιωτών, δεν ήσαν κατάλληλες για αποτελεσματική βολή. Για τον λόγο αυτό τα αποτελέσματα της βολής τους δεν ήσαν σημαντικά. Μάλιστα ορισμένες από αυτές εξακολουθούσαν να παραμένουν εζευγμένες, διότι δεν υπήρχε χώρος λόγω του συνωστισμού. Γύρω στις 16.00 οι βολές από το Τουρκικό πυροβολικό έγιναν δραστικές και κάλυπταν ολόκληρο το εσωτερικό της βαθειάς κοιλάδας. Κανένα σημείο αυτής δεν μπορούσε να προσφέρει την παραμικρή κάλυψη. Τα αποτελέσματα από τις δραστικές βολές των επιτιθέμενων ήσαν τρομακτικά. Αυτοκίνητα και πάσης φύσεως οχήματα ανεφλέγοντο και ανετινάσσοντο? ενώ οι απώλειες των αμάχων στρατιωτών ήσαν φρικτές. Η μία μετά την άλλη πεδινές πυροβολαρχίες και οι SΚODA, συνολικά δεκατέσσερις, επειδή εβάλλοντο με καταιγιστικά πυρά σίγησαν. Πολλά από τα πυροβόλα εγίνοντο συντρίμμια, ενώ κάποια από τα βλητοφόρα ανετινάσσοντο και σκορπούσαν τον όλεθρο πέριξ. Οι υπηρέτες των πυροβολαρχιών αυτών οι οποίο είχαν υποστεί μεγάλες απώλειες, εγκατέλειψαν τα πυροβόλα και τράπηκαν στις πέριξ δασωμένες κλιτείς, ενώ οι ομοζυγίες τους κάλπαζαν προς διάφορες κατευθύνσεις προσπαθώντας μάταια να καλυφθούν. Τρεις μόνο πυροβολαρχίες που είχαν ταχθεί κοντά στα υψώματα του Κιουτσούκ Αντά Τεπέ, επειδή είχαν σχετική προκάλυψη, εξακολούθησαν τις βολές τους σε όλη την διάρκεια της μάχης. Στο μεταξύ το Τουρκικό πεζικό μέχρι τις 15.00 δεν έδειχνε μεγάλη ορμητικότητα, περιοριζόμενο σε ανταλλαγή πυρών με τα Ελληνικά πεζικά τμήματα. Από τις 16.00 όμως και μετά η πίεση του Τουρκικού πεζικού άρχισε να γίνεται αφόρητη. Εξαίρεση αποτέλεσαν τα τμήματα του Ελληνικού πεζικού που εκαλύπτοντο από τις τρεις πυροβολαρχίες που είχαν στηθεί κοντά στα υψώματα του Κιουτσούκ Αντά Τεπέ, τα οποία από το πρωΐ απέκρουαν αλλεπάλληλες εφόδους του Τουρκικού πεζικού με την λόγχη, αφού προηγουμένως αποδεκάτιζαν τους επιτιθέμενους με μπαράζ φονικών πυρών από κοντινή απόσταση. Αλησμόνητος έμεινε στους επιζήσαντες ο λοχαγός εκείνος που με το περίστροφο στο δεξί χέρι έμπαινε επικεφαλής της εφόδου με την κραυγή "Εμπρός, παιδιά για την Ελλάδα ....... Αέρααα - Αέραα". Με τον ηρωικό λοχαγό μπροστά αλλά και με άλλους εξίσου γενναίους αξιωματικούς, απέκρουαν μέχρι αργά το βράδυ τις ορμητικές εφόδους του Τουρκικού πεζικού. Το χρονικό αυτό διάστημα της τρομερής πάλης το εσωτερικό της βαθειάς κοιλάδας του Αλή Βεράν από τις συνεχείς ομοβροντίες του Τουρκικού πυροβολικού είχε μετατραπεί σε ένα απέραντο σφαγείο. Το τοπίο θύμιζε Κόλαση του Δάντη. Προς το βράδυ το άμαχο πλήθος παρασυρμένο από την άτακτη υποχώρηση ωρισμένων μάχιμων μονάδων άδειασε ξαφνικά την κοιλάδα.
Κι όμως μέσα σε αυτόν τον ζόφο υπήρχαν ακόμη μονάδες που εμάχοντο πεισματικά μέχρι την επέλευση του σκότους. Με την επέλευση του σκότους το Τουρκικό πυροβολικό έπαυσε να βάλει κατά των Ελληνικών θέσεων από τον φόβο μήπως πλήξει φιλικά τμήματα. Ο Τρικούπης εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία διότι δεν εβάλλετο πλέον από το Τουρκικό βαρύ πυροβολικό η μοναδική δίοδος διαφυγής προς Μπανάζ, εξέδωσε διαταγή για άμεση αποχώρηση από την παγίδα του θανάτου του Αλή Βεράν στις δέκα παρά τέταρτο το βράδυ και μάλιστα όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η διαταγή "ακροποδιτί προς Μπανάζ". Το μεγάλο δράμα ήταν όταν οι τραυματίες συνειδητοποίησαν ότι δεν επρόκειτο να τους πάρουν μαζί τους οι αποχωρούντες.
Βρε παιδιά, που πάτε να φύγετε; Εμείς τι θα γίνουμε εδώ ; Συνάδελφοι, πάρτε μας μαζί σας. Μαζί δεν πολεμήσαμε για την πατρίδα; Γι' αυτήν δεν τραυματιστήκαμε; Παιδιά, πάρτε μας. Και εμείς έχουμε μάνες που μας αφήνετε εδώ; Συνάδελφοι, σας ζητούμε μία χάρη: Σκοτώστε μας εσείς, να μην το κάνουν οι άλλοι. Φώναζαν και έκλαιγαν σπαρακτικά όπως τα παιδιά. Εκλιπαρούσαν ένα σπλαχνικό θάνατο.
Οι τυχεροί μέχρι εκείνη τη στιγμή με σκυφτό το κεφάλι χωρίς να βγάζουν λέξη από το στόμα τους έφευγαν σιωπηλοί γεμάτοι ενοχές. Το ένστικτο αυτοσυντηρήσεως έπνιγε τα συναισθήματα οίκτου. Μία ήταν η κινητήρια δύναμή τους. Ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Η πολυθρύλητη για τους Τούρκους ιστορικούς μάχη του Αλή Βεράν, την οποία αποκαλούν και μάχη του αρχιστρατήγου διότι την διηύθυνε ο ίδιος ο Κεμάλ και παρομοιάζουν με την μάχη των Καννών, δεν ήταν τίποτε άλλο από μία ολοήμερη άνιση μάχη μεταξύ μίας δράκας 7.000 Ελλήνων μαχητών εναντίον 40.000 και πλέον Τούρκων. Γεγονός όμως είναι ότι σε πέντε μόλις ημέρες από την έναρξη της Τουρκικής επιθέσεως στις 13 Αυγούστου, η Στρατιά Μικράς Ασίας έχει διαλυθεί. 'Ο,τι απέμεινε από αυτή επιχειρεί με απόγνωση να αποφύγει την αιχμαλωσία. Οι φυγάδες από την μάχη του Αλή Βεράν καταδιωκόμενοι από το Τουρκικό ιππικό και πεζικό, βρέθηκαν στις 20 Αυγούστου 1922 πλησίον του Ουσάκ αντιμέτωποι με τους διώκτες τους. Όταν όμως ο Τρικούπης έδωσε εντολή να προετοιμαστούν για μάχη, αρνήθηκαν να υπακούσουν. Δήλωσαν ότι είχαν πράξει το καθήκον τους στο ακέραιο: επί πολλές ημέρες είχαν μείνει άϋπνοι? είχαν υποστεί τα πάνδεινα όλο αυτό το διάστημα? είχαν υπερβεί κάθε όριο ανθρώπινης αντοχής? δεν άντεχαν άλλο. Η θυσία τους ήταν άσκοπη? δεν είχε νόημα. Μπροστά στην καθολική άρνηση των στρατιωτών να αγωνιστούν, ο Τρικούπης αναγκάστηκε να υψώσει λευκή σημαία και να παραδοθεί. Ό,τι απέμεινε από τα Α' και Β' Σώματα Στρατού καθώς και το Γ' Σώμα Στρατού που παρέμεινε σχεδόν ανέπαφο μέχρι τις 6 Σεπτεμβρίου 1922 είχαν αποσυρθεί εντελώς από το έδαφος της Μικράς Ασίας. Το Γ' Σώμα Στρατού το οποίο δεν πιέστηκε ιδιαιτέρως μέχρι τις 20 Αυγούστου 1922 διότι ο Κεμαλικός στρατός είχε στρέψει τον κύριο όγκο του κατά των Α' και Β' Σωμάτων Στρατού, μπόρεσε με την απώλεια μόνο μία μεραρχίας με σχεδόν ανέπαφο τον οπλισμό του να αποσυρθεί από την Πάνορμο προς την Ανατολική Θράκη. Στις 27 Αυγούστου 1922, στις 11 η ώρα, οι πρώτοι Τούρκοι, 400 περίπου ιππείς μπήκαν στη Σμύρνη. Από την νύκτα της ίδιας ημέρας άρχισαν οι βιαιοπραγίες σε βάρος του αστικού πληθυσμού. Δέκα χιλιάδες περίπου έχασαν την ζωή τους με βίαιο τρόπο. Την 31η Αυγούστου η πόλη άρχισε να καίγεται. Το πυρ εκδηλώθηκε αρχικά στην Αρμενική συνοικία και επεκτάθηκε στην Ελληνική μέχρις ότου αποτεφρώθηκαν εντελώς. Η Εβραϊκή και η Τουρκική συνοικία παρέμειναν ανέπαφες. 'Ολο το διάστημα που η Σμύρνη εφλέγετο, οι κάτοικοι και οι πρόσφυγες για να γλυτώσουν από την σφαγή και από το αδηφάγο πυρ συνωστίζοντο στην προκυμαία. Πανικόβλητοι οι επιζώντες επιβιβάζοντο σε πλοία και μαούνες. Αυτό υπήρξε το τραγικό τέλος της θρυλικής ΙΩΝΙΑΣ. Τα διαλυμένα τμήματα του νοτίου συγκροτήματος της Στρατιάς Μικράς Ασίας που είχαν κατορθώσει να διαφύγουν την αιχμαλωσία και είχαν μεταφερθεί με πλοία στη Χίο και Μυτιλήνη, υπό την καθοδήγηση δυναμικών αξιωματικών όπως οι συνταγματάρχες Πλαστήρας και Γονατάς, στασίασαν και με την συμμετοχή και του πλοιάρχου Φωκά του θωρηκτού Λήμνος σχημάτισαν επαναστατική επιτροπή. Στις 13 Σεπτεμβρίου 1922 φυλλάδια που έφεραν την υπογραφή του συνταγματάρχη Γονατά, τα οποία ερρίφθησαν από αεροπλάνο στην Αθήνα, καλούσαν στο όνομα των αξιωματικών του στρατού, του ναυτικού και του λαού της Μυτιλήνης και της Χίου να παραιτηθεί ο Κωνσταντίνος, η Κυβέρνηση και να διαλυθεί η Βουλή. Το βράδυ της ίδιας ημέρας το Λήμνος που είχε αποπλεύσει από την Χίο έφθασε στο Λαύριο Αττικής. Στις 7.30 η επαναστατική επιτροπή απέστειλε τελεσίγραφο στη κυβέρνηση να παραιτηθεί άμεσα καθώς και ο Κωνσταντίνος. Η κυβέρνηση και ο Κωνσταντίνος συμμορφώθηκαν με τις αξιώσεις των στρατιωτικών και παραιτήθηκαν την επομένη 14 Σεπτεμβρίου 1922. Την ίδια ημέρα τμήματα στρατού που εκτελούσαν εντολές της επαναστατικής επιτροπής βάδισαν από το Λαύριο προς την Αθήνα. Με την άφιξη των στρατιωτικών τμημάτων στην Αθήνα στις 15 Σεπτεμβρίου 1922 η επαναστατική τριανδρία - Γονατάς, Πλαστήρα, Φωκάς - ανέλαβαν την διαχείριση της εξουσίας. Η πρώτη τους ενέργεια ήταν να συλλάβουν τον Γούναρη, τον Θεοτόκη, τον Πρωτοπαπαδάκη, Στράτο και Γούδα. Στις 17 Σεπτεμβρίου 1922 το βράδυ ο Κωνσταντίνος αναχώρησε από τον Ορωπό εξόριστος για δεύτερη φορά. Ο θάνατος τον βρήκε στο Παλέρμο το επόμενο έτος (1923). Στο μεταξύ ο Τουρκικός στρατός από την Σμύρνη, την Πάνορμο, τα Μουδανιά και από αλλού βάδισαν με μικρές στάσεις προς την Κωνσταντινούπολη και την ουδέτερη ζώνη των Στενών που την κατείχαν οι Σύμμαχοι με επικεφαλής τον 'Αγγλο στρατηγό Χάριγκτον. Ο Ισμέτ Ινονού πίεσε τους Συμμάχους που διατηρούσαν ασθενείς δυνάμεις στο Τσανακκαλέ ότι αν δεν τους επιτρέψουν να διεκπεραιώσουν τα στρατεύματά τους στην Ανατολική Θράκη για να εκδιώξουν τους 'Ελληνες και να την καταλάβουν θα τους επιτεθούν στις 6 Οκτωβρίου 1922. Υπό την Τουρκική πίεση ο Κώρζον συμφώνησε με τον Πουανκαρέ στο Παρίσι να αποσυρθούν οι Ελληνικοί πληθυσμοί από την Ανατολική Θράκη στη δυτική όχθη του 'Εβρου ποταμού. Η Ανατολική Θράκη στη συνέχεια θα εκχωρείτο οριστικά με την τελική διευθέτηση στην Τουρκία. Η σχετική συμφωνία ανακωχής υπογράφηκε στα Μουδανιά στις 28 Σεπτεμβρίου 1922 από τον 'Αγγλο αντιπρόσωπο Χάριγκτον, από τον Γάλλο αντιπρόσωπο Σαρπύ, από τον Τούρκο αντιπρόσωπο Ισμέτ και από τον 'Ελληνα αντιπρόσωπο της Επαναστατικής Επιτροπής Μαζαράκη, ο οποίος συγκατατέθηκε στην απώλεια της Ανατολικής Θράκης. Στις 19 Οκτωβρίου 1922 ο ηγέτης του συντηρητικού κόμματος Μπόναρ Λώ απέσυρε την υποστήριξή του από τον κυβερνητικό συνασπισμό πράγμα που προκάλεσε την παραίτηση του Λόϋντ Τζωρτζ. 'Εκτοτε ουδέποτε επανεμφανίσθηκε στο πολιτικό προσκήνιο. Αυτό υπήρξε το τέλος της πολιτικής σταδιοδρομίας μίας μεγαλοφυΐας. Ο Λόϋντ Τζωρτζ και ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπήρξαν οι εμπνευστές της επεκτάσεως της Ελληνικής κυριαρχίας στην ΙΩΝΙΑ και την Ανατολική Θράκη και την μετατροπή της Ελλάδος σε βασικό εταίρο της Αγγλίας στον έλεγχο των Στενών του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων και γενικότερα του χώρου της Εγγύς Ανατολής. Μίας μεγαλεπήβολης πολιτικής η οποία ναυάγησε διότι προσέκρουσε στο Τουρκικό Εθνικισμό και στην υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων ενός δυναμικού αλλά μικρού 'Εθνους. Αποτέλεσμα της ήττας ήταν η μετακίνηση ενός τεράστιου πλήθους 1.500.000 προσφύγων από την Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη στην κυρίως Ελλάδα. Από αυτούς 250.000 πρόσφυγες περίπου προήρχοντο από την Ανατολική Θράκη. Σύμφωνα με τον τότε νεαρό Αμερικανό ανταποκριτή εφημερίδος Ερνέστο Χέμινγουαίη που παραβρέθηκε στο τέλος της Ελληνικής περιπέτειας, σχετικά με την έξοδο των Ελληνικών πληθυσμών από την Ανατολική Θράκη έγραφε τα εξής "Παρακολουθούσε την αιώνια λιτανεία της ανθρωπότητας να σέρνεται στον μεγάλο λιθόστρωτο δρόμο που πάει από την Αδριανούπολη, μέσα από την κοιλάδα του 'Εβρου, ως το Καραγάτς, και ύστερα ως τη Δυτική Θράκη και τη Μακεδονία. Παραπαίοντας σε μία ατέλειωτη πορεία ο χριστιανικός πληθυσμός της Ανατολικής Θράκης στριμώχνεται στους δρόμους που οδηγούν στη Μακεδονία. Η κυριότερη φάλαγγα που περνάει τον 'Εβρο στην Αδριανούπολη, που τα σέρνουν αγελάδες, βόδια και λασπωμένοι νεροβούβαλοι, ενώ αποκαμωμένοι άντρες, γυναίκες και παιδιά, παραπατώντας, με κουβέρτες πάνω στο κεφάλι, βαδίζουν στα τυφλά μες στη βροχή, πλάϊ στα επίγεια αγαθά τους. Το κεντρικό ρεύμα έρχεται να το φουσκώσει όλη η ενδοχώρα. Δεν ξέρουν που πάνε. 'Αφησαν τα κτήματα, τα χωριά και τα καστανόχρωμα χωράφια όπου έχει ωριμάσει ο καρπός και προστέθηκαν στη κεντρική φάλαγγα των προσφύγων, όταν άκουσαν ότι ερχόταν ο Τούρκος. Τώρα μόλις που μπορούν να κρατήσουν τη θέση τους στην απαίσια συνοδεία, ενώ λασπωμένοι ιππείς του Ελληνικού στρατού τους οδηγούν όπως οι αγελαδάρηδες την αγέλη. Είναι μία σιωπηλή πομπή. Κανείς δεν παραπονείται. Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να προχωρούν. Διακόσιες πενήντα χιλιάδες Χριστιανοί πρόσφυγες πρέπει να μεταφέρθηκαν μόνο από την Ανατολική Θράκη. Σχεδόν μισό εκατομμύριο πρόσφυγες βρίσκονται τώρα στη Μακεδονία. Η παταγώδης κατάρρευση της μεγαλοϊδεατικής πολιτικής με στόχο την δημιουργία μίας Μεγάλης Ελλάδος, που είχε ασπαστεί ασθμένως μεγάλη μερίδα του Ελληνικού λαού, συμπαρέσυρε στην έξοδο από τα Μικρασιατικά εδάφη και την Ανατολική Θράκη Ελληνικούς πληθυσμούς που ήσαν εγκατεστημένοι εκεί πριν από τρεις χιλιάδες (3.000) χρόνια. Προκλήθηκε συνεπώς μία κολοσσιαία εθνική τραγωδία με την αναγκαστική μετατόπιση εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων από τις προγονικές τους εστίες. Στη περίπτωση όπως αυτή τα θύματα των περιστάσεων και επί πλέον στη προκειμένη περίπτωση και εκείνοι των οποίων διαψεύστηκαν οι ελπίδες για την δημιουργία της Μεγάλης Ελλάδος, αναζήτησαν όπως ήταν εύλογο αποδιοπομπέους τράγους για να κατευνασθεί η οργή τους επειδή αγνοούσαν τα πραγματικά αίτια που οδήγησαν στην τραγική ήττα, μεταξύ εκείνων που διαχειρίστηκαν την πολιτική εξουσία κατά το τελευταίο πριν από την καταστροφή διάστημα. Πρόσφορα ως εκ τούτου εξιλαστήρια θύματα ήσαν εκ των πραγμάτων οι: α) Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης τέως πρωθυπουργός, β) Δημήτριος Γούναρης, τέως πρωθυπουργός και υπουργός δικαιοσύνης, γ) Νικόλαος Στράτος πρώην πρωθυπουργός και υπουργός εσωτερικών, δ) Ξενοφών Στρατηγός υποστράτηγος και τέως υπουργός συγκοινωνιών, ε) Νικόλαος Θεοτόκης τέως υπουργός στρατιωτικών, στ') Μιχαήλ Γούδας τέως υπουργός των Τ.Τ.Τ., ζ) Γεώργιος Μπαλτατζής τέως υπουργός των εξωτερικών και η) Γεώργιος Χατζανέστης , αντιστράτηγος, τέως αρχηγός Στρατιάς Μικράς Ασίας. Εναντίον τους μετά από συνοπτική ανάκριση που διεξήχθη από τον στρατηγό Πάγκαλο παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Επαναστατικού Στρατοδικείου με τις ακόλουθες κατηγορίες: "Κατηγορούμε τους ως άνω κατηγορουμένους ως υπαιτίους του ότι Α) Υπό κοινού συμφέροντος κινούμενοι συναπεφάσισαν την εκτέλεσιν της επομένης αξιοποίνου πράξεως και ένεκα ταύτης συνομολογήσαντες προς αλλήλους αμοιβαία συνδρομή, πλιότεροι των δύο όντες, από της 3ης Νοεμβρίου 1920 μέχρι τέλους Αυγούστου 1922 εν Αθήναις, αλλαχού του Κράτους και εν τη αλλοδαπή συνώμωσαν και συναπεφάσισαν περί επιχειρήσεως πράξεως εσχάτης προδοσίας και συνυπεχρεώθησαν προς αλλήλους προς ταύτη: 1) εκ προθέσεως και εκουσίως λόγω και έργω, ήτοι δια συνεννοήσεων, εις ας ήλθον με αντιπροσώπους ξένων Κυβερνήσεων, δια συστηματικής εργασίας τεινούσης εις ελάττωσιν και εις τον κλονισμό του ηθικού του εν Μικρά Ασία μαχομένου Στρατού και εξασθένησιν του Μικρασιατικού Μετώπου προυκάλεσαν και υπεστήριξαν την εισβολή ξένων στρατευμάτων τόσον εις Σμύρνη και εις τα λοιπάς πόλεις της Δυτικής Ιωνίας και εις όλην την περιοχή ταύτης, όσον και εις την Αδριανούπολιν και ολόκληρο την Ανατολικήν Θράκη. 2) Δια της δια ποικίλων μέσων συστηματικής εργασίας προς κλονισμό του ηθικού του εν Ιωνία μαχομένου Στρατού, δια της προβεβουλευμένης μεταφοράς μεγάλης δυνάμεως Στρατού εκ του Μικρασιατικού Μετώπου επί σκοπώ εξασθενήσεως αυτού και άλλων διαφόρων μέσων ενήργησαν εκουσίως και εκ προθέσεως την παράδοσιν εις τον εχθρό των πόλων Σμύρνης και Αδιανουπόλεως μεθ'όλων των περιοχών της δυτικής Ιωνίας ως και την παράδοσιν φρουρίων, άλλων αμυντικών θέσεων, λιμένων, αποθηκών πλήρων τροφίμων και ειδών ιματισμού στρατού ως και αποθηκών πλήρων πολεμοφόδιων, όπλων πυροβόλων και παντοειδούς άλλου πολεμικού υλικού. Β) Τον εκ των ως άνω κατηγορουμένων Γεώργιον Χατζηανέστην τέως Αρχηγό της Στρατιάς Μικράς Ασίας ως υπαίτιον του ότι εν Σμύρνη και αλλαχού από 13ης Αυγούστου 1922 μέχρι της 23ης ιδίου μηνός και έτους εκουσίως και εκ προθέσεως παρέδωσε προς τον εχθρό μεγάλα τμήματα της παρ' αυτού διοικουμένης Στρατιάς Μικράς Ασίας και δια διαφόρων μέσων προυκάλεσε την απέναντι του εχθρού φυγήν μεγάλων τμημάτων του Στρατεύματος και παρεμπόδισε την ανασυνάθροισιν αυτού. Γ) Τους εκ των ως άνω κατηγορουμένων 1) Πέτρον Πρωτοπαπαδάκην, 2) Δημήτριο Γούναρη, 3) Νικόλαο Στράτον, 4) Ξενοφώντα Στρατηγό, 5) Νικόλαο Θεοτόκη, 6) Μιχαήλ Γούδαν και 7) Γεώργιο Μπαλτατζή υπό την προεκτεθείσαν ιδιότητά των ως υπαιτίους του ότι ενώ ο Γεώργιος Χατζανέστης Αρχηγός ων της Στρατιάς Μικράς Ασίας από 13ης μέχρι 23ης Αυγούστου 1922 εκουσίως και εκ προθέσεως παρέδωσε προς τον εχθρό μεγάλα τμήματα της υπ'αυτού διοικουμένης Στρατιάς Μικράς Ασίας και διαφόρων μέσων προκάλεσε την απέναντι του εχθρού φυγήν μεγάλων τμημάτων του Στρατού και παρεμπόδισε την ανασυνάθροισιν αυτού, ούτοι εκ προθέσεως παρεκίνησαν αυτόν εις την εκτέλεσιν της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως προστάξαντες και παραγγείλαντες αυτώ και συμβουλεύσαντες αυτόν μετ'απάτης, πειθούς και φορτικότητος". Το στρατοδικείο στο οποίο παραπέμφθηκαν οι κατηγορούμενοι συνεδρίασε από 31 Οκτωβρίου έως 15 Νοεμβρίου 1922 στο κτίριο της Βουλής, όπου υπήρχε πολύς χώρος για το κοινό. Αποτελείτο από δέκα αξιωματικούς που ήσαν οι: Α. Οθωναίος, υποστράτηγος, πρόεδρος στρατοδικείου, Θεοδ. Χαβίνης, συνταγματάρχης, στρατοδίκης, Γεωργ. Σκανδάλης, συνταγματάρχης, στρατοδίκης, Ανδρ. Παναγιωτόπουλος, συνταγματάρχης, στρατοδίκης, Χαρ. Γραβάνης αντισυνταγματάρχης, στρατοδίκης, Βύρ. Καραπαναγιώτης, λοχαγός, στρατοδίκης, Ιωάν. Γιαννηκώστας, πλοίαρχος, στρατοδίκης, Λεων. Κανάρης, αντιπλοίαρχος, στρατοδίκης, Κωνστ. Τσερούλης, στρ. δικ. Σύμβουλος, Μιχ. Ζωγράφος στρ. δικ. Σύμβουλος, και Βούλγαρης υποναύαρχος, αναπληρωτής πρόεδρος. Εξετάστηκαν πολλοί μάρτυρες πολιτικοί και στρατιωτικοί σχετικά με τα γεγονότα που προκάλεσαν την καταστροφή, και ο καθένας είπε την δική του εκδοχή. Μεταξύ αυτών που εξετάστηκαν ήσαν και οι ακόλουθοι: ο στρατηγός Παπούλας, οι συνταγματάρχες Πάσσαρης και Σπυρίδωνος, ο αντισυνταγματάρχης Σκυλακάκης, οι στρατηγοί Τριβίλας, Βαλέττας, Πάλλης, Εξαδάκτυλος, ο Γεώργιος Ράλλης υιός του Δημητρίου Ράλλη, ο Ρέντης, ο Ζαβιτσιάνος, Δεμερτζής και άλλοι. Στα μισά της δίκης ο Δημήτριος Γούναρης ασθένησε σοβαρά από τύφο και έτσι δεν μπόρεσε να παρακολουθήσει την διαδικασία. Μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και τις απολογίες των κατηγορουμένων τα μεσάνυκτα της 15 Νοεμβρίου 1922 το στρατοδικείο διέκοψε για να εκδώσει την απόφασή του, ενώ οι κατηγορούμενοι μεταφέρθηκαν στις φυλακές Αβέρωφ. Το πρωΐ της ίδιας ημέρας, Τρίτη 15 Νοεμβρίου 1922 και ώρα 6.30', ο πρόεδρος του στρατοδικείου Οθωναίος, απόντων των κατηγορουμένων, στο παλαιό κτίριο της Βουλής, απήγγειλε την απόφαση. Το σκεπτικό και το διατακτικό της αποφάσεως έχει ως ακολούθως: "Εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου Β'. Το 'Εκτακτον Επαναστατικό Στρατοδικείο συσκεφθέν κατά Νόμον. Επειδή εκ της αποδεικτικής διαδικασίας προέκυψαν τα επόμενα πραγματικά περιστατικά. 'Απαντες οι κατηγορούμενοι εκ συστάσεως μετ'άλλων, εν γνώσει όντες ότι η εις την Ελλάδα επάνοδος του Βασιλέως Κωνσταντίνου, λόγω των κατά την διάρκεια του παγκοσμίου πολέμου εχθρικών αυτού πράξεων κατά των Δυνάμεων της Συνεννοήσεως, ήθελεν είσαι επιβλαβής εις τα εθνικά δίκαια και ιδία ότι κλόνισε την συνθήκη των Σεβρών, ήτις ως προς την παραχώρησιν της Ανατολικής Θράκης είχεν επικυρωθεί υπό της Ελληνικής Βουλής και είχεν αύτη έκτελεσθεί δια της κατοχής υπό της Ελλάδος της Θράκης, και προσαρτηθείσης ταύτης, ειργάσθησαν δια διαφόρων μέσων και δη δια ψευδών διαδόσεων και δια της αποκρύψεως των εντεύθεν κινδύνων εις τα εθνικά συμφέροντα, υπέρ της επανόδου του Βασιλέως Κωνσταντίνου, επιτευχθείσης δε ταύτης εξεδηλώθη αμέσως η απειληθείσα δια των γνωστών διακοινώσεων μεγίστη δυσμένεια των Δυνάμεων κατά της Ελλάδος, ου ένεκεν εξέπεσεν αύτη της Συμμαχίας και εστερήθη ούτω της επικουρίας των Συμμάχων προς επιβολή της συνθήκης των Σεβρών. Καίτοι δε η Ελλάς απεμονώθη διπλωματικώς και εστερήθη της βοηθείας των δυνάμεων, εν τούτοις ούτοι απεφάσισαν παντί σθένει να στηρίξωσιν εις τον θρόνο τον Βασιλέα επί θυσία των Εθνικών συμφερόντων, όπως υπό την αιγίδα της σταθεράς βάσεως του θρόνου νέμωνται τας διαφόρους εξουσίας του Κράτους και προς τούτο αφ'ενός μεν δια ψευδών αισιοδόξων ανακοινώσεων απέκρυπταν από τον λαόν την αλήθεια, ήτοι τον κίνδυνο, ον διέτρεχαν τα εθνικά συμφέροντα, αφ'ετέρου δε δια της τρομοκρατήσεως της Κοινής Γνώμης επεδίωξαν την κατάπνιξιν της εκδηλώσεως πάσης διαμαρτυρίας εκ μέρους του Λαού. Αποκρύψαντες την έκπτωσιν της Ελλάδος εκ της Συμμαχίας και την εντεύθεν βλάβη των εθνικών συμφερόντων, απεφάσισαν να ρίψωσιν επί του Ελληνικού Λαού βάρος ανώτερο υπό πάσαν έποψιν των δυνάμεών του και εν γνώσει των κινδύνων της καταστροφής των εθνικών δικαίων, ην απεδέχοντο, ανέθηκαν αποκλειστικώς εις αυτόν την δια των όπλων επιβολή της συνθήκης των Σεβρών, ήτις θα εφηρμόζετο ευχερώς τη συνδρομή των Μεγάλων Δυνάμεων, εάν η Ελλάς δεν εξέπιπτε της Συμμαχίας. Αφού δε στέρησαν το στράτευμα ικανών και δεδοκιμασμένων αρχηγών μονάδων και άλλων αξιωματικών και ωδήγησαν αυτό από αποτυχίας εις αποτυχίαν κατά τας διαφόρους επιχειρήσεις, επήλθε τελικώς η μάχη του Σαγγάριου, καθ'ην πλέον κατεδείχθη το αδύνατον της επιβολής της συνθήκης εις τον εχθρό δια των όπλων. Και μετά τούτο όμως οι κατηγορούμενοι και άλλοι συστασιώται αυτών, αντί να παύσωσι να κρύπτωσι την αλήθεια ότι η παραμονή του Βασιλέως εις την Ελλάδα ήτο επιβλαβής εις τα εθνικά συμφέροντα, τουναντίον εν γνώσει πλέον τελούντες της ασφαλώς επερχομένης καταστροφής, ήρχισαν εναντικώτερον δια των ως άνω ιδίων μέσων των ψευδολογιών και της τρομοκρατίας να ενεργώσιν όπως υποστηρίξωσι τον Βασιλέα, ούτινος ο θρόνος εκλονίζετο, ούτω δε δια της παρατάσεως της μικρασιατικής εκστρατείας επήλθεν ο στρατιωτικός κάματος και ο ηθικός κλονισμός του στρατού και η οικονομική εξάντλησις της Χώρας, τουθ' όπερ επήνεγκε τον συγκλονισμό του Μικρασιατικού μετώπου, όπερ μετά τινα χρόνο επρόκειτο αυτομάτως να καταρρεύσει.
Αντί δε ν'ασκήσωσι πάσαν την επιρροή των εις τον Βασιλέα ίνα ούτος παραιτηθή και σωθή ούτω το εθνικόν οικοδόμημα, δηλούντες αυτώ ότι εν περιπτώσει αρνήσεώς του θέλουσιν ούτοι παραιτηθή, και καταστήσωσι τούτο γνωστόν αρμοδίως, εξ εναντίας ο Γεώργιος Χατζανέστης ανέλαβεν αυτός να εκτελέση την απόφασισθείσαν σκηνοθεσία της εκστρατείας της Κωνσταντινουπόλως, αποσπάσας αρκετάς δυνάμει εκ του Μικρασιατικού μετώπου εις Θράκην, επί τω τέλει να επιτευχθεί επίθεσις εκ μέρους του εχθρού, καθ'ην ηττωμένου του ελληνικού στρατού επέλθη ο τερματισμός της εκκενώσεως της Μικράς Ασίας και της Θράκης, ήτις ήτο συνέπεια συνήθης ευπρονόητος του ως άνω επιδιωκομέου σκοπού των κατηγορουμένων, και ούτως ενήργησε την παράδοσιν εις τον εχθρό αποθηκών πλήρων παντοτιδούς υλικού. Επειδή, εκδηλωθείσης της επιθέσεως του εχθρού την 13ην Αυγούστου, κατά την διάρκεια ταύτης εκ προθέσεως παρέδωκεν εις τον εχθρό μεγάλα τμήματα της παρ'αυτού διοικουμένης Στρατιάς της Μικράς Ασίας και δια διαφόρων μέσων προκάλεσε την απέναντι του εχθρού φυγήν του στρατού και ημπόδισε την ανασυνάθροισιν αυτού, παρακινηθείς εις τούτο εκ προθέσεως υπό την λοιπών κατηγορουμένων. Επειδή προέκυψεν ότι οι εκ των κατηγορουμένων Μιχαήλ Γούδας και Ξενοφών Στρατηγός εξετέλεσαν τας ανωτέρας πράξεις εν μετρία συγχίσει, άρθρο 87 του κοινού Ποινικού Νόμου. Επειδή αι πράξεις αύται προβλέπονται υπό των άρθρων 56, εδ. 3, 57, 123 εδ. 3, 224 του κοινού Ποινικού Νόμου, 194 εδ. 1, 4, 259 και 178 της Στρατιωτικής Ποινικής Νομοθεσίας 109, 21 και 23 του κοινού Ποινικού Νόμου και 10 του από 12 Οκτωβρίου του 1922 Διατάγματος Επαναστατικής Επιτροπής περί συστάσεως και λειτουργίας εκτάκτου Στρατοδικείου προς εκδίκασιν των κατά των υπαίτιων της Εθνικής καταστροφής κατηγοριών. Δ ι α Τ α ύ τ α ------------
Κηρύσσει παμψηφεί ενόχους τους κατηγορουμένους 1) Δημήτριον Γούναρην, 2) Νικολ. Στράτον, 3) Πέτρον Πρωτοπαπαδάκην, 4) Νικολ. Θεοτόκην, 5) Γεώργιο Χατζανέστην, 6) Ξενοφώντα Στρατηγόν, 7) Μιχαήλ Γούδαν και 8) Γεώργιον Μπαλτατζήν. 1) Ότι υπό κοινού συμφέροντος κινούμενοι συνεπαφάσισαν την εκτέλεσιν της αμέσως επομένης αξιοποίνου πράξεως και ένεκα ταύτης συνομολογήσαντες προς αλλήλους αμοιβαίαν συνδρομήν από της 3ης Νοεμβρίου 1920 μέχρι τέλους Αυγούστου 1922 εν Αθήναις και αλλαχού του Κράτους συνώμοσαν και συναπεφάσισαν περί πράξεως εσχάτης προδοσίας και συνυπεχρεώθησαν προς αλλήλους προς ταύτη, ήτοι δια της δια ποικίλων μέσων συστηματικής εργασίας προς κλονισμόν του ηθικού του εν Ιωνία μαχομένου στρατού, δια της προβεβουλευμένης μεταφοράς μεγάλης δυνάμεως στρατού εκ του Μικρασιατικού μετώπου επί σκοπώ εξασθενήσεως αυτού και άλλων διαφόρων μέσων ενήργησαν εκ προθέσεως την παράδοσιν εις τον εχθρόν αποθηκών πλήρων πολεμοφόδιων, όπλων, πυροβόλων και παντός άλλου πολεμικού υλικού, ανηκόντων εις την επικράτειαν. 2) Τον κατηγορούμενον Γ. Χατζανέστην τέως αρχηγόν Στρατιάς Μικράς Ασίας ως υπαίτιον του ότι εν Σμύρνη και αλλαχού από της 13 Αυγούστου 1922 μέχρι της 23 ιδίου μηνός και έτους εκουσίως και εκ προθεσέως παρέδωσε προς τον εχθρόν μεγάλα τμήματα της παρ'αυτού διοικουμένης Στρατιάς Μικράς Ασίας και δια διαφόρων μέσων προυκάλεσε την απέναντι του εχθρού φυγήν μεγάλων τμημάτων του στρατεύματος και παρεμπόδισε την ανασυνάθροισιν αυτού. Τους δε λοιπούς: 1) Πέτρον Πρωτοπαπαδάκην, 2) Δημήτριον Γούναρη, 3) Νικόλαον Στράτον, 4) Ξενοφώντα Στρατηγόν, 5) Νικόλαον Θεοτόκη, 6) Μιχαήλ Γούδαν και 7) Γεώργιον Μπαλτατζήν, ότι ενώ ο Γεώργιος Χατζανέστης, αρχηγός ων της Στρατιάς Μικράς Ασίας από 13 μέχρι 23 Αυγούστου 1922, εκουσίως και εκ προθέσεως παρέδωκεν εις τον εχθρόν μεγάλα τμήματα στρατού και παρεμπόδισε την ανασυνάθροισιν αυτού, ούτοι εκ προθέσεως παρεκίνησαν αυτόν εις την εκτέλεσιν της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως, προστάξαντες και παραγγείλαντες αυτόν και συμβουλεύσαντες αυτόν μετ'απάτης, πειθούς και φορτικότητος. Κ α τ α δ ι κ ά ζ ε ι παμψηφεί τους μεν Γεώργιον Χατζανέστην, Δημήτριον Γούναρην, Νικόλαον Στράτον, Πέτρον Πρωτοπαπαδάκην, Γεώργιον Μπαλτατζήν και Νικόλαον θεοτόκην εις την ποινήν του θανάτου. Τους δε Μιχαήλ Γούδαν και Ξενοφώντα Στρατηγόν εις την ποινήν των ισοβίων δεσμών. Δ ι α τ ά σ σ ε ι την στρατιωτικήν καθαίρεσιν των Γεωργίου Χατζανέστη, αρχιστρατήγου, Ξενοφώντος Στρατηγού, υποστρατήγου, και Μιχαήλ Γούδα, υπό ναυάρχου και επιβάλλει αυτοίς τα έξοδα και τα τέλη και δια προσωπικής των κρατήσεως. Επιδικάζει παμψηφεί χρηματικήν αποζημίωσιν υπέρ του Δημοσίου και κατά 1) Δ. Γούναρη δραχ. Διακοσίων χιλιάδων, 2) Ν. Στράτου δραχ. Τριακοσίων τριάκοντα πέντε χιλιάδων, 3) Π. Πρωτοπαπαδάκη δραχ. Πεντακοσίων χιλιάδων, 4) Γ. Μπαλτατζή δραχ. ενός εκατομμυρίου, 5) Ν. Θεοτόκη δραχ. ενός εκατομμυρίου και 6) Μ. Γούδα δραχ. διακοσίων χιλιάδων. Εκρίθη απεφασίσθη και εδημοσιεύθη. Εν Αθήναις τη 15 Νοεμβρίου 1922. Ο Πρόεδρος Η Γραμματεύς Α. ΟΘΩΝΑΙΟΣ Ι. Πεπόνης". ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΗΣ 15 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1922 "Την 11 και 30' π.μ. της σήμερον εις τον παρά το Γουδί χώρον εξετελέσθη εν πλήρει στρατιωτική τάξει η θανατική εκτέλεσις των εξ καταδικασθέντων υπό του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου υπευθύνων της Μικρασιατικής καταστροφής, ήτοι των απαρτισάντων το Συμβούλιο των πέντε πολιτικών Π. Πρωτοπαπαδάκη, Δ. Γούναρη, Ν. Στράτου, Γ. Μπαλτατζή και Ν. Θεοτόκη και του Αρχιστρατήγου της ήττης Γ. Χατζηνέστη. Της εκτελέσεως προηγήθη η στρατιωτική καθαίρεσις και η Θεία μετάληψις εν ταις φύλακας Αβέρωφ. Οι νεκροί μεταφερθέντες πάραυτα εις το Α' Νεκροταφείο παρεδόθησαν εις τους οικείους των προς ταφήν. Προ της εκτελέσεως οι κατάδικοι ερωτηθέντες περί της υστάτης θελήσεως των, ουδέν είπον". Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες η σκηνή της εκτελέσεως περιγράφεται ως εξής: Στις 11.05 φάνηκαν τα καμιόνια που έφεραν τους καταδικασμένους. Το πρώτο καμιόνι σταμάτησε και άνοιξε η πόρτα. Ο Στράτος πήδηξε πρώτος έξω και βοήθησε τον Γούναρη να κατεβεί, δίνοντάς του το δεξί του χέρι. Καθώς δεν τους βοηθούσε κανένας, κοιτάζοντας να δει που θα πήγαινε τον Γούναρη, του είπε "Πού πάμε;" Ο Γούναρης είπε "Στον άλλον κόσμο", και έκανε μερικά βήματα. Κρύωνε πολύ? σήκωσε το γιακά του και έβαλε τα χέρια του στις τσέπες. 'Εφτασε το δεύτερο καμιόνι. Ο στρατηγός Χατζανέστης κατέβηκε και κοίταξε γρήγορα και επισταμένως τους στρατιώτες. Αυτοί είχαν σχηματίσει τετράγωνο και τους διοικούσε ένας αξιωματικός, που πήρε ένα κομμάτι χαρτί από τα χέρια του γραμματέα και διάβασε το διατακτικό της αποφάσεως. 'Επειτα ρώτησε τους καταδίκους αν είχαν να πουν κάτι. Όλοι απάντησαν όχι. Είδαν τον Γούναρη να γέρνει το κεφάλι του δεξιά και να σηκώνει τους ώμους. Ο στρατηγός Χατζηανέστης έπρεπε να καθαιρεθεί, και του διάβασαν το απόσπασμα του κειμένου που αφορούσε την καθαίρεσή του. Την στιγμή που τον πλησίασαν για να του αφαιρέσουν τα διακριτικά του βαθμού του, τράβηξε και έβγαλε μόνος του τις επωμίδες, διότι δεν ήθελε να τις αγγίξει άλλο χέρι.
Μικροί λάκκοι είχαν σκαφτεί για να πέσουν μέσα τα σώματα. 'Ενας αξιωματικός με το ξίφος ανά χείρας είπε στους καταδίκους να τον ακολουθήσουν και έδειξε στον καθένα την θέση του, φωνάζοντάς τους έναν έναν με το όνομά τους. Ο Θεοτόκης ήταν πρώτος από δεξιά, και κάθε δώδεκα μέτρα από τα δεξιά προς τα αριστερά, ήταν ο Μπαλτατζής, ο Στράτος, ο Γούναρης, ο Πρωτοπαπαδάκης και ο στρατηγός Χατζηανέστης. Ο Στράτος πήρε τη θέση του αφού βοήθησε τον Γούναρη να πάρει την δική του. Μπροστά από τον κάθε ένα, σε απόσταση δεκαπέντε βημάτων, ήσαν πέντε στρατιώτες......, Η ψυχραιμία των καταδίκων ήταν εκπληκτική. Ο Γούναρης κοίταζε προσεκτικά το εκτελεστικό απόσπασμα. Ο Μπαλτατζής φόρεσε το μονόκλ του, αφού το σκούπισε με το μαντίλι του. Ο στρατηγός Χατζηανέστης στάθηκε προσοχή. Κανένας από τους έξι δεν δέχτηκε να του δέσουν τα μάτια. Εάν αντιπαραβάλει κάποιος την αλυσίδα των γεγονότων που συνθέτουν την Μικρασιατική περιπέτεια από την αρχή της μέχρι το τέλος της (15/5/1919 - 6/9/1922) όπως έχουν ήδη εκτεθεί και αναλυθεί διεξοδικά με το σκεπτικό και διατακτικό της καταδικαστικής αποφάσεως, είναι εμφανής η έλλειψη πειστικής αιτιολογίας της τελευταίας. Είναι εμφανής η προσπάθεια των κατηγόρων να επιρρίψουν την ευθύνη της αποτυχίας της μεγαλοϊδεατικής πολιτικής που είχε αποδεχθεί μεγάλη μερίδα του Ελληνικού λαού και που αποδείχθηκε από τα πράγματα ανεφάρμοστη στους καταδικασθέντες, αποδίδοντάς τους την αναπόδεικτη μομφή και κατηγορία της δήθεν προδοσίας του οράματος της Μεγάλης Ελλάδος των πολλών. Η επινόηση προδοτών εκεί όπου δεν υπάρχουν αποτελεί απλοϊκή προσέγγιση και ερμηνεία των γεγονότων τα οποία είτε δεν κατανοούμε είτε δεν θέλουμε να κατανοήσουμε. Αφού υπάρχουν προδότες, αυτοί φταίνε για όλα. 'Ετσι παρακωλύεται η νηφάλια σκέψη και η επιστημονική προσέγγιση και ερμηνεία του ιστορικού γίγνεσθαι. Αυτό περαιτέρω οδηγεί στην έλλειψη ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ, η οποία λυτρώνει όταν υπάρχει από τις προκαταλήψεις και προφυλάσσει από ατοπήματα που μπορούν να συμβούν στο μέλλον. Τα πράγματα στη προκειμένη περίπτωση είναι απλά: Οι 'Αγγλοι επέτρεψαν στους 'Ελληνες την ενσωμάτωση της ΙΩΝΙΑΣ υπό έναν όρο: ότι η Ελλάδα θα έκανε γι'αυτούς μία αγγαρεία: θα επέβαλε στους Τούρκους Εθνικιστές τους όρους της Συνθήκης των Σεβρών δυναμικά, διαφορετικά, θα υπονόμευαν την παρουσία της στη Σμύρνη και την ευρύτερη περιοχή της. Ο Λόϋντ Τζώρτζ με τον ρεαλισμό που χαρακτηρίζει τους 'Αγγλους είχε θέσει κυνικά το ζήτημα: εάν θέλετε την Γη της Επαγγελίας (ΙΩΝΙΑ) θα πρέπει να αντέξετε τις τρομερές θυσίες και προσπάθειες που απαιτεί η δοκιμασία για την επιβολή των όρων της Συνθήκης των Σεβρών, μέρος της οποίας ήταν και η εκχώρηση της ΙΩΝΙΑΣ στους 'Ελληνες? άλλως ξεχάστε την. Την Αγγλία δεν την ενδιέφερε ποιός θα επέβαλε τους όρους της Συνθήκης των Σεβρών, εάν θα ήτανο Βενιζέλος ή ο Κωσνταντίνος. Της ήταν αδιάφορο. Την ενδιέφερε όμως η επιβολή των όρων της Συνθήκης, διότι πρωτίστως ωφελείτο η ίδια. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς το ζήτημα αυτό εμφανίζει το μνημόνιο που υπέβαλε στην κυβέρνησή του ο Χάρολντ Νίκολσον στις 20 Δεκεμβρίου 1920, στο οποίο φωτίζεται η ακολουθουμένη από την Βρεταννία πολιτική από την ακόλουθη περικοπή του μνημονίου "Η ιδέα που μας παρακινούσε να υποστηρίξουμε την Ελλάδα δεν ήταν συναισθηματική παρόρμηση αλλά η φυσική έκφραση της ιστορικής μας πολιτικής: η προστασία της Ινδίας και της διώρυγας του Σουέζ. Επί έναν αιώνα είχαμε υποστηρίξει την Τουρκία ως πρώτη γραμμή άμυνας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Τουρκία αποδείχθηκε αναξιόπιστη και υποχωρήσαμε στη δεύτερη γραμμή, την γραμμή από την Σαλαμίνα στη Σμύρνη. Γεωγραφικά η θέση της Ελλάδας ήταν μοναδική για τον σκοπό μας: πολιτικά ήταν αρκετά ισχυρή ώστε να κάνουμε οικονομία στα έξοδα τον καιρό της ειρήνης και αρκετά αδύναμη ώστε να είναι απολύτως υποχείριό μας στον πόλεμο. Η συνθήκη των Σεβρών θα ήταν επομένως ένα τεράστιο ατού αν πετύχαινε". Ο Νίκολσον στο μνημόνιό του αυτό κατέληγε ότι η Βρεταννία έπρεπε προσαρμόζοντας την πολιτική της στα νέα δεδομένα, να υποστηρίξει ανοικτά τον Κωνσταντίνο όσο διάστημα εκείνος θα υποστήριζε την Συνθήκη των Σεβρών.
Από την στιγμή συνεπώς που η Ελλάδα πάτησε το πόδι της στη Σμύρνη δεν είχε καμμία απολύτως δυνατότητα να μην συμμορφώνεται με τις υποδείξεις της Αγγλικής πολιτικής, από την καλή ή μη θέληση της οποίας εξηρτάτο η παραμονή της στην ΙΩΝΙΑ.
Για τον λόγο αυτό ο Βενιζέλος δεν μπορούσε να αρνηθεί στον Λόϋντ Τζώρτζ τον Ιούνιο του 1920 την αποστολή στρατιωτικών ενισχύσεων προς υποστήριξη των ασθενών Βρεταννικών δυνάμεων στη περιοχή της Νικομήδειας που απειλούντο από τα Κεμαλικά στρατεύματα. Ούτε επίσης μπορούσε να πει όχι στην έξοδο από την κατεχομένη ζώνη της ΙΩΝΙΑΣ των Ελληνικών στρατευμάτων και την ανάπτυξή τους βαθειά στο έδαφος της Ανατολίας, με σκοπό την επιβολή των όρων της Συνθήκης των Σεβρών στους Κεμαλικούς με στρατιωτικά μέσα. Τους λόγους αυτούς εξηγεί ο Βενιζέλος στο από 23 Ιουνίου 1920 τηλεγράφημά του προς το Υπουργείο Εξωτερικών. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο ούτε ο Γούναρης, ούτε ο Πρωτοπαπαδάκης, ούτε ο Θεοτόκης, ούτε ο Στράτος ή οποιοσδήποτε άλλος από τους Μετανοεμβριανούς είχε την δυνατότητα μη συμμορφώσεως προς τις υποδείξεις της Βρετανικής πολιτικής. Αλλά και αν ακόμη υπήρχε η δυνατότητα στην Ελλάδα να περιχαρακωθεί στη κατεχόμενη Σμύρνη και την ευρύτερη ενδοχώρα της, δεν επρόκειτο η κατάληξη να ήταν διαφορετική. Στη περίπτωση αυτή η καταστροφή μπορεί να μην επήρχετο το 1922. Μπορούσε όμως να επέλθει το 1923 ή 1924 ή 1925 ή οποτεδήποτε. 'Ηταν απλά ζήτημα χρόνου. Η Μικρά Ασία είναι όπως η κινούμενη άμμος. 'Οσο περισσότερο προσπαθεί κάποιος να σωθεί, τόσο περισσότερο βυθίζεται. Ο πόλεμος θα μετετρέπετο σε πόλεμο φθοράς. Η Ελλάδα θα πάθαινε ό,τι ακριβώς έπαθε η Γαλλία στην Ινδοκίνα την δεκαετία του 1950 με τους Βιέτ Μινχ του στρατηγού Γκιαπ και του ηγέτη τους Χο Τσι Μιν. Είναι γνωστή σε όλους η καταστροφή των Γάλλων στο Ντιέν Μπιέν Φου. 'Η ό,τι έπαθε η Γαλλία επίσης το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1950 στην Αλγερία, στη προσπάθειά της να καταστείλει το Εθνικό Επαναστατικό Κίνημα των Αλγερινών. 'Η ό,τι έπαθαν αργότερα οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής στο πόλεμο του Βιετνάμ. 'Η ότι έπαθαν οι Ρώσοι την δεκαετία του 1980 στο πόλεμο του Αφγανιστάν. Δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία ότι το 'Οραμα της ΙΩΝΙΑΣ συνεθλίβη και καταποντίστηκε ανάμεσα στις συμπληγάδες του Τουρκικού Εθνικισμού και της υπερεκτιμήσεως των δυνατοτήτων του ρωμαλέου αλλά μικρού Ελληνικού 'Εθνους. Εντύπωση προκαλεί η ζωτικότητα του Τουρκικού 'Εθνους το οποίο σε μικρό χρονικό διάστημα μετά από την βαρειά ήττα που υπέστη στο πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, μπόρεσε σύμφωνα με τους 'Αγγλους ιστορικούς Ουέλλς και Τόϋνμπη να ανορθωθεί και να αναδειχθεί σε σημαντική περιφερειακή δύναμη διαψεύδοντας τις κασσάνδρες που είχαν προβλέψει την βιολογική και πολιτική του έκλειψη, επάνω στην οποία είχαν οικοδομήσει την πολιτική τους οι αντίπαλοί τους. Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθεί το συμπέρασμα του Τσώρτσιλ σχετικά με τον λόγο που οι 'Ελλνες εγκατέλειψαν το 'Οραμα της ΙΩΝΙΑΣ "Αυτή η ιστορία μας γυρίζει πίσω στην κλασική εποχή. Είναι αληθινή αρχαία τραγωδία, με την Τύχη πρόθυμη θεραπαινίδα της Μοίρας. 'Οσο κι αν η Ελληνική φυλή έχει αλλάξει κατά το αίμα και το ποιόν της, τα χαρακτηριστικά της τα βρίσκουμε απαράλλακτα από τον καιρό του Αλκιβιάδη. Όπως παλιά, τους 'Ελληνες τους ενδιέφερε πάνω απ'όλα η φατρία, και όπως παλιά, την στιγμή της κρίσεως, είχαν δικέφαλης έναν από τους πιο μεγάλους άνδρες της ιστορίας τους. Το αμοιβαίο παιχνίδι ανάμεσα στην αγάπη των Ελλήνων για την πολιτική και στην επιρροή που ασκούσε πάνω τους ο Βενιζέλος αποτελεί την δράση του έργου. Το σκηνικό και ο φωτισμός είναι ο Μεγάλος Πόλεμος, και το θέμα: "Πώς η Ελλάδα κέρδισε την αυτοκρατορία των ονείρων της ερήμην της, και πως την απέρριψε όταν ξύπνησε". Β Ι Β Λ Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α 1. Ιστορία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, με βάση Γαλλικά, Γερμανικά και Αγγλικά επίσημα έγγραφα, απομνημονεύματα διαφόρων καθώς και μονογραφιών που προλογίζει ο πρώην Πρωθυπουργός και Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας Ραϋμόν Πουανκαρέ και γράφει τον επίλογο ο πρώην Πρωθυπουργός της Βρετανίας Ουϊνστον Τσώρτσιλ, από τις εκδόσεις Θεσσαλονίκης "ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ" έτους 1962. 2. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος του STUART ROBSON από τις εκδόσεις Πατάκη. 3. Η Εκστρατεία Εις την Μικράν Ασίαν (1919-1922), από την Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού του Γενικού Επιτελείου Στρατού. 4. Τα Μυστικά του Βοσπόρου του Henry Morgenthau, πρεσβευτή των Η.Π.Α. στη Κωνσταντινούπο.η, εκδόσεις Τροχαλία. 5. Παγκόσμιος Ιστορία του Ουέλλς, από τις εκδόσεις ΔΕΛΤΑ. 6. Σπουδή της Ιστορίας του Τόϋνμπη (ARNOLD TΟΫΝΒΕΕ). 7. ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ του Ουϊνστον Τσώρτσιλ από τις εκδόσεις "ΠΥΡΣΟΥ". 8. Ιστορία των Η.Π.Α. του ANDRE MAUROUIS από τις εκδόσεις Μαγκανία. 9. Ιστορία της Αγγλίας του ANDRE MAUROUIS από τις εκδόσεις Μαγκανία.
10. Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος του Σπ. Β. Μαρκεζίνη, από τις εκδόσεις ΠΑΠΥΡΟΣ ΓΡΑΦΙΚΑΙ ΤΕΧΝΑΙ Α.Ε. 1966. 11. Το Ανατολικό Ζήτημα Από τις Αρχές 'Εως Την Συνθήκη Των Σεβρών του EDOUARD DRIAULT από τις εκδόσεις κάτοπτρο/ΙΣΤΟΡΗΤΗΣ.
12. Ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος (Θρύλος και Ιστορία) του EDOUARD DRIAUT ΑΘΗΝΑΙ ΤΥΠΟΙΣ "ΠΡΩΙΑΣ" 1930. 13. Ιστορία του Ελληνικού 'Εθνους του Παύλου Καρολίδη, από τις εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ. 14. Συνοπτική Ιστορία της Ελλάδος 1770-2000 του Richard Clogg, από τις εκδόσεις κάτοπτρο. 15. Η ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΔΥΣΕΩΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ του πρέσβη της Ελλάδος Κωνσταντίνου Μ. Σακελλαρόπουλου, από τις εκδόσεις ΕΚΑΤΗ. 16. Ιστορία της Σύγχρονης Τουρκίας, από την επανάσταση των Νεοτούρκων μέχρι σήμερα του ΗΑΜΙΤ ΒΟΖΑRSLAN, από τις εκδόσεις Σαββάλας. 17. Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ με βάση επίσημες πηγές και έγγραφα του Ξενοφώντος Στρατηγού, από τις εκδόσεις Δαμιανός. 18. ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΙΩΝΙΑΣ Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ 1919-1992 ΤΟΥ MICHAEL LLEWELLYN SMITH από το Μορφωτικό 'Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης. 19. ΚΕΜΑΛ ο δημιουργός της νέας Τουρκίας του Paul Dumont από την ΚΟΥΡΙΕΡ ΕΚΔΟΤΙΚΗ. 20. ΙΣΤΟΡΙΑ Της ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ LORD KINROSS. 21. ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑ του Παπύρου. 22. ΚΕΜΑΛ ΑΤΑΤΟΥΡΚ του LORD KINROSS. 23. Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ ΣΤΗ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ του Κωνσταντίνου Δ. Σβολόπουλου από την εκδοτική εταιρεία ΙΚΑΡΟΣ. 24. ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΗΜΕΡΕς ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ του RENE PUAUX από την ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ. 25. ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ του Χρήστου Α. Σπανομανώλη από το Βιβλιοπωλείο της "ΕΣΤΙΑΣ", Ι.Δ. ΚΟΛΑΡΟΥ και Σία ΑΕ. 26. ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑ του Ραιημόν Καρτιέ από τις εκδόσεις "ΠΑΠΥΡΟΣ Πρες ΕΠΕ". Εν όψει συνεπώς των ανωτέρω εκτεθέντων δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία ότι οι καταδικασθέντες οκτώ, από τους οποίους οι έξι εκτελεσθέντες, με την από 15 Νοεμβρίου 1922 απόφαση του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου ουδεμία από τις κατηγορίες για εσχάτη προδοσία για τις οποίες καταδικάστηκαν διέπραξαν. Είναι επομένως ΑΘΩΟΙ ότι τέλεσαν το ατιμωτικό αδίκημα της εσχάτης προδοσίας. Αλλά πέραν του ότι δεν υπάρχουν επιβαρυντικά στοιχεία σε βάρος τους για την πράξη για την οποία καταδικάστηκαν και οι έξι από αυτούς εκτελέστηκαν, λόγοι περαιτέρω ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΕΩΣ επιβάλλουν να κηρυχθούν αθώοι προκειμένου να κλείσει οριστικά αυτή η πληγή που καταταλαιπώρησε στο παρελθόν το ΕΘΝΟΣ. Δεν έστειλαν οι 'Αγγλοι τον Τσώρτσιλ στο εκτελεστικό απόσπασμα για την τραγική αποτυχία στη Καλλίπολη με τις δεκάδες χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες, απλά του υπέδειξαν να παραιτηθεί από υπουργός. Η Μικρασιατική περιπέτεια και η καταστροφή που επακολούθησε όπως έχει ήδη καταδειχθεί, οφείλεται στη προσπάθεια που κατέβαλε το ΕΘΝΟΣ να δώσει σάρκα και οστά στο Όραμα της ΙΩΝΙΑΣ προκειμένου να την ενσωματώσει στην Ελληνική Επικράτεια, προσπάθεια η οποία αρχικά επιχειρήθηκε από εκείνους που πρωτοστάτησαν στη πραγματοποίηση αυτού του οράματος και στην οποία στη συνέχεια προσχώρησαν και εκείνοι οι οποίοι προηγουμένως είχαν αντιταχθεί. Το ότι το ΕΘΝΟΣ δεν μπόρεσε τελικά να κάνει πραγματικότητα το Όραμα της ΙΩΝΙΑΣ, είναι διότι επωμίσθηκε βάρη μεγαλύτερα από εκείνα τα οποία είχε την δύναμη να αντέξει. Το ΕΘΝΟΣ έπρεπε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του και τις αντοχές του, να δει μέχρι που μπορεί να φθάσει. Ως προς το ζήτημα αυτό ο Ερνέστος Ρενάν λέει: τα έθνη που δεν έχουν περιπέτειες δεν έχουν ιστορία. Τι απέμεινε τελικά από αυτήν την περιπέτεια; Μία γλυκειά, πικρή, στυφή γεύση. Και από την ΙΩΝΙΑ; Χιλιάδες αναμνήσεις από τον απωλεσθέντα παράδεισο. Τουλάχιστον αυτήν την ΙΩΝΙΑ δεν μπορεί να την πάρει κανείς από τους 'Ελληνες. Πριν από αρκετά χρόνια σε επίσκεψή μου στη Σμύρνη και ενώ βάδιζα κατά μήκος της προκυμαίας και παρατηρούσα τις κατοικίες που ήσαν κοντά στο λιμάνι, με πλησίασε μία άγνωστη σε εμένα γυναίκα και μου είπε σε άπταιστα ελληνικά "λυπάσαι για ό,τι χάσατε;". Γύρισα την κοίταξα, ήταν περίπου 30 ετών, και χαμογελώντας της είπα "τί να κάνουμε κυρία μου, έτσι είναι η ζωή". Χωρίς να μου δώσει απάντηση, έκανε μεταβολή και χάθηκε μέσα στο πλήθος. Τελικά έτσι είναι η ζωή, έχει καλές και κακές στιγμές. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η από 20 Ιανουαρίου 2008 αίτηση του ..., εγγονού του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, ενός από τους έξι εκτελεσθέντες, περί επαναλήψεως της διαδικασίας υπέρ του εν λόγω καταδικασθέντος και εκτελεσθέντος και κατ'επέκταση και υπέρ των υπολοίπων καταδικασθέντων με την από 15 Νοεμβρίου 1922 απόφαση του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών, επειδή είναι προφανώς αθώοι, η οποία πρέπει κατόπιν τούτου να ακυρωθεί και να παύσει οριστικά λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη για το αδίκημα της εσχάτης προδοσίας για το οποίο καταδικάστηκαν με βάση τις διατάξεις των άρθρων 56, εδ. ε, 57, 123 εδ. 3, 224 του Ποινικού Νόμου, 194 εδ. 1.4.259 και 178 της Στρατιωτικής Ποινικής Νομοθεσίας 109, 21 και 23 του κοινού Ποινικού Νόμου και 10 του από 12 Οκτωβρίου του 1922 Διατάγματος Επαναστατικής Επιτροπής περί συστάσεως εκτάκτου Στρατοδικείου προς εκδίκαση των κατά των υπαίτιων της Εθνικής καταστροφής κατηγοριών, καθόσο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 370 περ. β του Κωδ.Ποιν.Δικ. και τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του Π.Κ. έχει παραγραφεί η προαναφερθείσα ποινική δίωξη.
Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α --------------------
Γίνεται δεκτή η από 20 Ιανουαρίου 2009 αίτηση του ..., εγγονού του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, ενός από τους έξι που εκτελέστηκαν σε σύνολο οκτώ καταδικασθέντων, με την από 15 Νοεμβρίου 1922 απόφαση του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου, που συνεδρίασε στην Αθήνα από 31 Οκτωβρίου έως και 15 Νοεμβρίου 1922, περί επαναλήψεως της διαδικασίας υπέρ του εν λόγω καταδικασθέντος και εκτελεσθέντος και λόγω επεκτατικού αποτελέσματος και υπέρ των υπολοίπων καταδικασθέντων και εκτελεσθέντων και μη λόγω προφανούς αθωώτητος τούτων, η οποία πρέπει ως εκ τούτου να ακυρωθεί και να παύσει οριστικά λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη για εσχάτη προδοσία. Και συγκεκριμένα να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής κατά των 1) Δημητρίου Γούναρη, 2) Νικολάου Στράτου, 3) Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, 4) Νικολάου Θεοτόκη, 5) Γεωργίου Χατζηανέστη, 6) Ξενοφώντος Στρατηγού, 7) Μιχαήλ Γούδα και 8) Γεωργίου Μπαλτατζή για το ότι: "Υπό κοινού συμφέροντος κινούμενοι συναπεφάσισαν την εκτέλεσιν της αμέσως επομένης αξιοποίνου πράξεως και ένεκα ταύτης συνομολογήσαντες προς αλλήλους αμοιβαίαν συνδρομήν από της 3ης Νοεμβρίου 1920 μέχρι τέλους Αυγούστου 1922 εν Αθήναις και αλλαχού του Κράτους συνώμοσαν και συναπεφάσισαν περί πράξεως εσχάτης προδοσίας και συνυπεχρεώθησαν προς αλλήλους προς ταύτη, ήτοι δια της δια ποικίλων μέσων συστηματικής εργασίας προς κλονισμόν του ηθικού του εν Ιωνία μαχομένου στρατού, δια της προβεβουλευμένης μεταφοράς μεγάλης δυνάμεως στρατού εκ του Μικρασιατικού μετώπου επί σκοπώ εξασθενήσεως αυτού και άλλων διαφόρων μέσων ενήργησαν εκ προθέσεως την παράδοσιν εις τον εχθρόν αποθηκών πλήρων πολεμοφόδιων, όπλων, πυροβόλων και παντός άλλου πολεμικού υλικού, ανηκόντων εις την επικράτειαν. 2. Ο κατηγορούμενος Γ. Χατζανέστης τέως αρχηγός Στρατιάς Μικράς Ασίας ως υπαίτιος του ότι εν Σμύρνη και αλλαχού από της 13 Αυγούστου 1922 μέχρι της 23 ιδίου μηνός και έτους εκουσίως και εκ προθέσεως παρέδωκε προς τον εχθρόν μεγάλα τμήματα της παρ'αυτού διοικουμένης Στρατιάς Μικράς Ασίας και δια διαφόρων μέσων προυκάλεσε την απέναντι του εχθρού φυγήν μεγάλων τμημάτων του στρατεύματος και παρεμπόδισε την ανασυνάθροισιν αυτού. 3. Οι: 1) Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, 2) Δημήτριος Γούναρης, 3) Νικόλαος Στράτος, 4) Ξενοφών Στρατηγός, 5) Νικόλαος Θεοτόκης, 6) Μιχαήλ Γούδας και 7) Γεώργιος Μπαλτατζής, ενώ ο Γεώργιος Χατζανέστης, αρχηγός ών της Στρατιάς Μικράς Ασίας από 13 μέχρι 23 Αυγούστου 1922, εκουσίως και εκ προθέσεως παρέδωκεν εις τον εχθρό μεγάλα τμήματα στρατού και παρεμπόδισε την ανασυνάθροισιν αυτού, ούτοι εκ προθέσεως παρεκίνησαν αυτόν εις την εκτέλεσιν της ανωτέρω πράξεως, προστάξαντες και παραγγείλαντες αυτόν και συμβουλεύσαντες αυτόν μετ'απάτης, πειθούς και φορτικότητος". Αθήνα, 22/4/2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 145§§1 και 2 εδ. α και β ΚΠοινΔ, "1. όταν στην απόφαση ή στη διάταξη υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν δημιουργούν ακυρότητα ο δικαστής που τις εξέδωσε διατάσσει αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους τη διόρθωση ή τη συμπλήρωσή τους, αν δεν μεταβάλλονται ουσιαστικά και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο. 2. Η διόρθωση ή η συμπλήρωση μπορεί να αφορά, εκτός από τις άλλες παραλείψεις, και τα όσα αναφέρονται ως προς την ταυτότητα του κατηγορουμένου, τη συμπλήρωση του ανεπαρκούς αιτιολογικού και τη διευκρίνιση του διατακτικού της απόφασης όταν αυτό έχει ασάφειες ή είναι διαφορετικό από εκείνο που απαγγέλθηκε στο ακροατήριο ή που σημειώθηκε στα πρακτικά. Η διόρθωση ή η συμπλήρωση διατάσσεται με απόφαση ή διάταξη, ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που εμφανίστηκαν". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες περί ενδίκων μέσων, σαφώς συνάγεται ότι ως διόρθωση ή συμπλήρωση της αποφάσεως νοείται η αποκατάσταση της πραγματικής βουλήσεως του δικαστηρίου, με την αποβολή στοιχείων ξένων προς αυτή που παρεισέφρησαν στο κείμενό της ή με την παράθεση σ` αυτό στοιχείων αναγκαίων, που παραλείφθηκαν από αυτό, από παραδρομή ή αβλεψία ή από άλλη παρόμοια αιτία και όχι η άρση των σφαλμάτων που δημιουργούν ακυρότητα ή των ουσιαστικών σφαλμάτων, που είναι αντικείμενο της κρίσης του ανωτέρου δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της υποθέσεως μετά από άσκηση ενδίκου μέσου. Κατά την έννοια της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 145§2 εδ. β ΚΠοινΔ, διάδικοι στη δίκη επί της διορθώσεως ή συμπληρώσεως αποφάσεως είναι μόνο εκείνοι που ήταν διάδικοι και στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η ελλιπής απόφαση. Παρέμβαση οποιουδήποτε τρίτου, ο οποίος δεν ήταν τότε διάδικος, είναι απαράδεκτη. Περαιτέρω, ο παθών από την αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο δράστης, ως έχων συμφέρον να διατηρηθεί η καταδίκη, δικαιούται να παρέμβει στο συμβούλιο που κρίνει την αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι είχε παραστεί αυτός ως πολιτικώς ενάγων κατά τη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Σε καμιά, όμως, περίπτωση δεν δικαιούται να παραστεί στη δίκη αυτή το πρώτον ως πολιτικώς ενάγων. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 171§2 ΚΠοινΔ, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία προκαλείται απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως και το δικαστήριο διατάσσει την αποβολή του. Η ακυρότητα δε αυτή προκαλείται μόνο όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως της πολιτικής αγωγής ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί, κατά το άρθρο 68 του ίδιου Κώδικα, ως προς τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της στο ποινικό δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών, με την από 20.1.2008 αίτησή του, ζήτησε, για τους λόγους που αναφέρονται σ` αυτή, την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την από 15.11.1922, χωρίς γνωστό αριθμό, αμετάκλητη απόφαση του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών, με την οποία είχαν καταδικασθεί ο παππούς του Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης και οι Γεώργιος Χατζηανέστης, Δημήτριος Γούναρης, Νικόλαος Στράτος, Γεώργιος Μπαλτατζής και Νικόλαος Θεοτόκης στην ποινή του θανάτου, η οποία και εκτελέσθηκε, και οι Μιχαήλ Γούδας και Ξενοφών Στρατηγός στην ποινή των ισοβίων δεσμών. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ` αριθ. 1533/2009 απόφαση, σε Συμβούλιο, του παρόντος Τμήματος αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε, κατά πλειοψηφίαν, ότι, από τα νέα και μη γνωστά στους Δικαστές που είχαν καταδικάσει τους ανωτέρω στοιχεία, καθίστατο φανερό ότι οι καταδικασθέντες ήταν αθώοι των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκαν. Πλην, από νομικό σφάλμα, παραπέμφθηκε η αίτηση, λόγω λήψεως της αποφάσεως με διαφορά μιας ψήφου, στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, η οποία, με την υπ` αριθ. 2/2010 απόφασή της, αποφάνθηκε ότι η παραπομπή της υποθέσεως σ` αυτήν ήταν απαράδεκτη. Ήδη, ο αυτός αιτών, με την κρινόμενη από 4.3.2010 αίτησή του, ζητεί τη συμπλήρωση της ανωτέρω υπ` αριθ. 1533/2009 αποφάσεως κατά το ελλείπον διατακτικό, ώστε, σύμφωνα με το αιτιολογικό της, να ακυρωθεί η ειρημένη απόφαση του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, εμφανίσθηκε το σωματείο με την επωνυμία "ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΩΝ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ", νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Πρόεδρό του Αθανάσιο Λαγοδήμο, και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον κατά του αιτούντος την επανάληψη της διαδικασίας και την ακύρωση της από 15.11.1922 αποφάσεως του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών, επικαλούμενο έννομο συμφέρον, συνιστάμενο "στην ηθική βλάβη που έχουν υποστεί, στο διηνεκές, όλοι οι απόγονοι των μικρασιατών προσφύγων και στην ανάγκη διατηρήσεως της ιστορική μνήμης των πατρίδων, καθώς και της αισθήσεως αποδόσεως δικαίου και δικαιοσύνης, όπως εκφράστηκε αυτή με την απόφαση του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών", ζητεί δε την επιδίκαση του συμβολικού ποσού των 10 ευρώ για την αποκατάσταση της, στο διηνεκές, ηθικής βλάβης από τις πράξεις για τις οποίες έχει καταδικασθεί ο πάππος του αιτούντος. Η δήλωση αυτή παραστάσεως πολιτικής αγωγής είναι απαράδεκτη προεχόντως γιατί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το πολιτικώς ενάγον δεν ήταν διάδικος στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η υπ` αριθ. 1533/2009 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, της οποίας ζητείται τώρα η συμπλήρωση και, επομένως, δεν δικαιούται, στο σημείο αυτό, να παρέμβει στη δίκη, ανεξαρτήτως του ότι δεν θα μπορούσε να παρέμβει ούτε κατά τη συζήτηση επί της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση, αφού δεν είχε (και δεν θα μπορούσε να έχει) παραστεί ως πολιτικώς ενάγον στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η από 15.11.1922 απόφαση του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών. Επομένως, το ως άνω εμφανισθέν ως πολιτικώς ενάγον σωματείο πρέπει, κατά την ομόφωνη γνώμη του Δικαστηρίου, να αποβληθεί από τη διαδικασία, κατά παραδοχήν και του σχετικού ισχυρισμού του αιτούντος. Περαιτέρω, κατά τη γνώμη που κράτησε στο Δικαστήριο, η ανωτέρω από 20.1.2008 αίτηση με το εκτεθέν περιεχόμενο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες σκέψεις, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις ως άνω διατάξεις του άρθρου 145 ΚΠοινΔ και πρέπει να ερευνηθεί κατ` ουσίαν.
Από τα έγγραφα της διαδικασίας προέκυψαν, κατά την ίδια κρατήσασα γνώμη, τα εξής: Με την από 15.11.1922, χωρίς γνωστό αριθμό, αμετάκλητη απόφαση του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών, καταδικάσθηκαν οι Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, Γεώργιος Χατζηανέστης, Δημήτριος Γούναρης, Νικόλαος Στράτος, Γεώργιος Μπαλτατζής και Νικόλαος Θεοτόκης στην ποινή του θανάτου και οι Μιχαήλ Γούδας και Ξενοφών Στρατηγός στην ποινή των ισοβίων δεσμών για το ότι: "1. Υπό κοινού συμφέροντος κινούμενοι συναπεφάσισαν την εκτέλεσιν της αμέσως επομένης αξιοποίνου πράξεως και ένεκα ταύτης συνομολογήσαντες προς αλλήλους αμοιβαίαν συνδρομήν από τής 3ης Νοεμβρίου 1920 μέχρι τέλους Αύγουστου 1922 εν Αθήναις και αλλαχού του Κράτους συνώμοσαν και συναπεφάσισαν περί πράξεως εσχάτης προδοσίας και συνυπεχρεώθησαν προς αλλήλους προς ταύτη, ήτοι δια της δια ποικίλων μέσων συστηματικής εργασίας προς κλονισμό του ηθικού του εν Ιωνία μαχομένου στρατού, δια της προβεβουλευμένης μεταφοράς μεγάλης δυνάμεως στρατού εκ του Μικρασιατικού μετώπου επί σκοπώ εξασθενίσεως αυτού και άλλων διαφόρων μέσων ενήργησαν εκ προθέσεως την παράδοσιν εις τον εχθρόν αποθηκών πλήρων πολεμοφοδίων, όπλων, πυροβόλων και παντός άλλου πολεμικού υλικού, ανηκόντων εις την Επικράτειαν. 2) Ο κατηγορούμενος Γ. Χατζηανέστης, τέως αρχηγός Στρατιάς Μικράς Ασίας, εν Σμύρνη και αλλαχού από της 13ης Αυγούστου 1922 μέχρι της 23ης ιδίου μηνός και έτους εκουσίως και εκ προθέσεως παρέδωσε προς τον εχθρόν μεγάλα τμήματα της παρ' αυτού διοικουμένης Στρατιάς Μικράς Ασίας και δια διαφόρων μέσων προυκάλεσε την απέναντι του εχθρού φυγήν μεγάλων τμημάτων στρατεύματος και παρημπόδισε την ανασυνάθροισιν αυτού. 3) Οι δε λοιποί και γιατί, ενώ ο Γεώργιος Χατζηανέστης, αρχηγός ων της Στρατιάς Μικράς Ασίας από 13 μέχρις 23 Αυγούστου 1922, εκουσίως και εκ προθέσεως παρέδωκεν εις τον εχθρόν μεγάλα τμήματα στρατού και παρημπόδισε την ανασυνάθροισιν αυτού, ούτοι εκ προθέσεως παρεκίνησαν αυτόν εις την εκτέλεσιν της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως, προστάξαντες και παραγγείλαντες αυτόν και συμβουλεύσαντες αυτόν μετ' απάτης, πειθούς και φορτικότητος". Κατόπιν αιτήσεως του εγγονού του καταδικασθέντος Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως με την ανωτέρω απόφαση, εκδόθηκε η υπ` αριθ. 1533/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε η αίτηση παραδεκτή και νόμιμη, κατά πλειοψηφίαν δε και κατ` ουσίαν βάσιμη. Συγκεκριμένα, με την εν λόγω υπ` αριθ. 1533/2009 απόφαση, κατά την πλειοψηφήσασα άποψη τριών μελών του Δικαστηρίου, κρίθηκε ότι αποκαλύφθηκαν, μετά την οριστική καταδίκη του παππού του αιτούντος και των ειρημένων συγκατηγορουμένων του, νέα, άγνωστα στους Δικαστές του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών που τους καταδίκασαν, γεγονότα και αποδείξεις, τα οποία, σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί στο εν λόγω Δικαστήριο, καθιστούν φανερό ότι οι ανωτέρω καταδικασθέντες (παππούς του αιτούντος και συγκατηγορούμενοί του) ήταν αθώοι των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων. Πλην, ενόψει του ότι η απόφαση λήφθηκε με πλειοψηφία μιας ψήφου, η υπόθεση παραπέμφθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ.1 και 2 του Ν. 1756/1988 (όπως αντικαταστάθηκαν η παρ. 1 με το άρθρο 16 παρ.1 του Ν.2331/1993 και η παρ. 2 με το άρθρο 3 παρ. 6 του Ν, 2479/1997) και 3 παρ.3 του Ν.3810/1957, η οποία έχει διατηρηθεί σε ισχύ για τις ποινικές υποθέσεις, στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Όμως, η παραπομπή αυτή δεν ήταν παραδεκτή, γιατί η απόφαση αυτή δεν σχετίζεται με την αναιρετική διαδικασία, ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής οι παραπάνω διατάξεις περί παραπομπής, αλλά είναι απόρροια της πρωτογενούς εξουσίας, που έχει ο Άρειος Πάγος (και ειδικότερα το αρμόδιο Ποινικό Τμήμα του) να κρίνει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις (νομικές και πραγματικές) εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 525 επ. Κ.Ποιν.Δ. Στη συνέχεια, εκδόθηκε, όπως αναφέρθηκε, η υπ` αριθ. 2/2010 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), με την οποία κρίθηκε ότι η παραπομπή ήταν απαράδεκτη και ότι το Τμήμα "όφειλε να προέλθει στην ολοκλήρωση της διαδικασίας, κατά τα από το νόμο προβλεπόμενα, δηλαδή είτε να διατάξει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, ήτοι τη διεξαγωγή νέας δίκης, αν θεωρούσε ότι αυτή ήταν αναγκαία είτε, σε αντίθετη περίπτωση, να εφαρμόσει τα από το νόμο προβλεπόμενα (άρθρα 370 περ. β' Κ.Π.Δ. 111, 112, 113 Π.Κ.)", ήτοι όρισε δεσμευτικά ότι το παρόν Τμήμα που παρέπεμψε την αίτηση στην Ολομέλεια πρέπει να ολοκληρώσει την ενώπιόν του διαδικασία σύμφωνα με την απόφαση, που, κατά πλειοψηφία, έλαβε και δη να διατάξει τη διεξαγωγή νέας δίκης αν θεωρεί αυτή αναγκαία (εφικτή), διαφορετικά να εφαρμόσει τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 370 περ. ε ΚΠοινΔ, 111, 112, 113 ΠΚ, δηλαδή να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου δια παραγραφής.
Συνεπώς, υπό οποιαδήποτε εκδοχή για τη φύση της ανωτέρω υπ` αριθ. 1533/2009 αποφάσεως, η οποία, κατά την ίδια κρατήσασα γνώμη του Δικαστηρίου, δεν έχει ενδοδιαδικαστικό χαρακτήρα, αλλά είναι οριστική (πρβλ. ΟλΑΠ 35/1994, 4/1996), αυτή (1533/2009 απόφαση) δεν παρήγαγε αποτελέσματα (παραπομπή, δηλαδή, της υποθέσεως στην Ολομέλεια) και το παρόν Τμήμα, μετά την ως άνω υπ` αριθ. 2/2010 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, επανήλθε στο στάδιο της διαδικασίας πριν από την κρίση του για την παραπομπή. Εναπομένει, έτσι, να περιληφθεί στο διατακτικό της υπ` αριθ. 1533/2009 αποφάσεως διάταξη για ακύρωση της υπόψη αποφάσεως του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών. Ακολούθως, ενόψει του ότι η επανάληψη της ποινικής διαδικασίας δεν είναι εφικτή αφού το αξιόποινο των πράξεων της εσχάτης προδοσίας και της ηθικής σ` αυτήν αυτουργίας, για τις οποίες είχε καταδικασθεί ο παππούς του αιτούντος και οι συγκατηγορούμενοί του, έχει εξαλειφθεί δια παραγραφής, πρέπει να διαταχθεί η οριστική παύση της ποινικής διώξεως και μάλιστα, κατ` άρθρο 528§6 ΚΠοινΔ, για όλους και όχι μόνο για τον παππού του αιτούντος, αφού οι λόγοι για τους οποίους ζητήθηκε η επανάληψη δεν αρμόζουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπό του, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Κατά τη μειοψηφούσα γνώμη των εκ των μελών αυτού του Δικαστηρίου σε συμβούλιο Κωνσταντίνου Φράγκου και Ανδρέα Ξένου, η κρινόμενη αίτηση έπρεπε να απορριφθεί για τους παρακάτω λόγους:
Το άρθρο 548 ΚΠοινΔ ορίζει ότι η προπαρασκευαστική απόφαση εκτελείται μόλις απαγγελθεί, και το δικαστήριο μπορεί να ανακαλεί πάντοτε αυτές τις αποφάσεις του. Οι προπαρασκευαστικές αποφάσεις διαφέρουν από τις παρεμπίπτουσες για τις οποίες γίνεται ρητή αναφορά στο άρθρο 139 ΚΠοινΔ όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996 που επιβάλλει την αιτιολόγηση των αποφάσεων, των βουλευμάτων και των διατάξεων και στο άρθρο 405 παρ. 1 στοιχ. ε ΚΠοινΔ που προβλέπει την λειτουργική αρμοδιότητα των τακτικών δικαστών του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου να αποφασίζουν εκτός των άλλων και για τα παρεμπίπτοντα νομικά ζητήματα που εμφανίζονται και εξετάζονται κατά τη διάρκεια της συζήτησης. Η Αναθεωρητική Επιτροπή του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας στη συνεδρίαση της 3.11.1939 όρισε ότι ανακλητές δεν είναι όλες οι προπαρασκευαστικές αποφάσεις αλλά μόνο αυτές που δεν λύνουν οριστικά ένα θέμα που ανέκυψε και σχετίζεται με την κατηγορία αλλά απλά προπαρασκευάζουν την τελειωτική κρίση του δικαστηρίου (ή του δικαστικού συμβουλίου). Με βάση την ανωτέρω διευκρίνιση της Αναθεωρητικής Επιτροπής, ως προπαρασκευαστικές αποφάσεις και δη ανακλητές θεωρούνται εκείνες που δεν αποφαίνονται τελειωτικά για την κατηγορία ούτε λύνουν οριστικά ένα θέμα που ανέκυψε και σχετίζεται με την κατηγορία αλλά απλά προπαρασκευάζουν την τελειωτική κρίση του δικαστηρίου. Εξάλλου η διάταξη του άρθρου 548 εδ. β ΚΠοινΔ για την ανάκληση των προπαρασκευαστικών αποφάσεων, στηρίζεται στο ότι οι συγκεκριμένες αποφάσεις δεν υπόκεινται αυτοτελώς σε ένδικα μέσα και έτσι στα βασικά γνωρίσματα μιας γνήσιας προπαρασκευαστικής αποφάσεως πρέπει να συμπεριληφθεί και η μη ύπαρξη δυνατότητας προσβολής της αυτοτελώς με ένδικο μέσο. Γνήσιες προπαρασκευαστικές ή άλλως ανακλητές κατά τη διάταξη του άρθρου 548 ΚΠοινΔ αποφάσεις είναι, μεταξύ άλλων, η εκδιδόμενη κατ` άρθρο 515 παρ. 1 ΚΠοινΔ απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναβάλλεται η συζήτηση της αναιρέσεως σε ρητή δικάσιμο, η αναβλητική απόφαση του άρθρου 352 παρ. 3 για νέες αποδείξεις, η απόφαση του δικαστηρίου που αναβάλλει την εκδίκαση της υποθέσεως κατά τα άρθρα 59, 61 ΚΠοινΔ και η επί επαναλήψεως της διαδικασίας απόφαση του Συμβουλίου Εφετών ή του Αρείου Πάγου κατ` άρθρο 528 παρ. 1 ΚΠοινΔ με την οποία διατάσσεται συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αίτησης επαναλήψεως της διαδικασίας. Ως προς τη δυνατότητα ανάκλησης και άλλων αποφάσεων με τις οποίες το δικαστήριο, σε αντίθεση με τις παραπάνω, δεν προπαρασκευάζει απλά την τελειωτική επί της κατηγορίας κρίση του αλλά επιλύει ένα ειδικότερο ζήτημα το οποίο ανακύπτει αναφερόμενο στην υπό εξέταση υπόθεση και κατ` επέκταση στην κατηγορία και πρέπει να επιλυθεί με σκοπό να διευκολυνθεί η πρόοδος στη διαδικασία και προκειμένου να αχθεί το δικαστήριο στην τελειωτική κρίση του, πρέπει να γίνεται δεκτό ότι η άποψη, περί αδυναμίας ανάκλησής των, έχει προφανώς ως αποτέλεσμα να άγεται το δικαστήριο, σε περίπτωση εκδόσεως εσφαλμένης αποφάσεως, στο άτοπο να μην υπάρχει δυνατότητα διορθώσεως του συγκεκριμένου σφάλματος, το οποίο εξακολουθεί εκ του λόγου αυτού να υπάρχει. Η βασική δικονομική αρχή της αναζητήσεως της ουσιαστικής αληθείας και η ανάγκη για ορθή απονομή της δικαιοσύνης επιβάλλει να γίνεται δεκτό ως βασικό κριτήριο ανακλήσεως μιας τέτοιας απόφασης η υπό του δικαστηρίου οριστική ή μη επίλυση ενός ζητήματος, ανάλογα δηλαδή, εάν το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο εξακολουθεί να έχει την εξουσία να ασχοληθεί με τη συγκεκριμένη υπόθεση και ανεξάρτητα από το εάν με τη συγκεκριμένη προπαρασκευάζεται απλώς η τελειωτική κρίση του ή επιλύεται ένα παρεμπίπτον ζήτημα που ανέκυψε και πρέπει να διευκολυνθεί με την επίλυσή του η πρόοδος της διαδικασίας, χωρίς να αξιολογείται και να συνυπολογίζεται στη δυνατότητα ή μη ανάκλησής της το εάν μπορεί να ασκηθεί ή όχι ένδικο μέσο κατά μιας τέτοιας αποφάσεως. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και το ότι καθοριστικό κριτήριο για την ανάκληση ή όχι μιας τέτοιας αποφάσεως το οποίο πηγάζει από την αναγκαιότητα διορθώσεως οποιουδήποτε σφάλματος είναι η έκδοση ή μη τελειωτικής αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι υπόλοιπες παρεμπίπτουσες αποφάσεις με τις οποίες το δικαστήριο κρίνει και επιλύει οριστικά, με την έννοια ότι απεκδύεται πάσης περαιτέρω εξουσίας, ένα ζήτημα που ανακύπτει, δεν μπορούν να υπαχθούν στην έννοια των ανακλητών αποφάσεων του άρθρου 548 ΚΠοινΔ.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η επανάληψη διαδικασίας, που δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία, αφού η σχετική αίτηση στρέφεται κατ` αποφάσεως που απέκτησε την ισχύ δεδικασμένου και η υποβολή της σχετικής αιτήσεως δεν υπόκειται σε προθεσμία και δύναται να χωρήσει, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και αν ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα, στους δικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Η επί της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασία καθορίζεται από τα άρθρα 527 παρ. 3, 528 και 530 ΚΠοινΔ και διαιρείται σε τρία διαδικαστικά στάδια, από τα οποία τα δύο πρώτα ρυθμίζονται ενιαίως, ήτοι προέχει το στάδιο κατά το οποίο ερευνάται το τύποις παραδεκτό της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας και σε καταφατική απάντηση επί του τύποις παραδεκτού άρχεται το δεύτερο στάδιο κατά το οποίο ερευνάται η βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της επαναλήψεως της διαδικασίας και σε περίπτωση κρίσεως αυτών ως βασίμων ακυρώνεται από το δικαστήριο σε συμβούλιο η προσβαλλόμενη απόφαση και μετά ταύτα αρχίζει το τρίτο στάδιο με την εκ νέου επανάληψη της συζητήσεως της κυρίας διαδικασίας εκτός εάν κρίνει το συμβούλιο ελευθέρως ότι δεν υφίσταται ανάγκη παραπομπής της υποθέσεως προς επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο όπως όταν είναι πρόδηλη η αθωότητα του καταδικασθέντος ή εάν παρήλθε από την τέλεση της πράξεως μέχρι την ακύρωση ο χρόνος παραγραφής, οπότε, αφού γίνει κατ` ουσίαν δεκτή η αίτηση, διατάσσεται η οριστική παύση της ποινικής δίωξης.
Στην προκειμένη περίπτωση το παρόν Τμήμα του Αρείου Πάγου, με την προηγούμενη 1533/2009 απόφασή του, δικάζοντας επί της από 20.1.2008 αιτήσεως επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας της δίκης και ακυρώσεως της από 15/11/1922 αποφάσεως του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών, με την οποία ο πρόγονος (πάππος) του αιτούντος είχε καταδικασθεί μαζί με άλλους πέντε κατηγορούμενους πολιτικούς και στρατιωτικούς αμετακλήτως σε θάνατο και εκτελέσθηκαν, ενώ δέχθηκε κατά πλειοψηφία ότι αποκαλύφθηκαν μετά την οριστική καταδίκη του άνω συγγενούς εξ αίματος του αιτούντος και επτά συγκατηγορουμένων του νέα, άγνωστα, στους δικαστές του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών που τους καταδίκασαν γεγονότα και αποδείξεις, τα οποία σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί στο εν λόγω δικαστήριο καθιστούν φανερό ότι οι ανωτέρω καταδικασθέντες ήταν αθώοι των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων και ότι κατά την επικρατήσασα γνώμη του δικαστηρίου εκείνου του ΑΠ (σε συμβούλιο) καθίσταται φανερό κατά την έννοια του άρθρου 525 παρ. 1 αριθμ. 2 ΚΠοινΔ ότι ο πάππος του αιτούντος και οι λοιποί καταδικασθέντες με αυτόν το 1922 πολιτικοί και στρατιωτικοί άνδρες ήταν αθώοι των ανωτέρω εγκλημάτων εσχάτης προδοσίας της χώρας κ.λπ. για τα οποία καταδικάσθηκαν αμετάκλητα σε θάνατο και εκτελέσθηκαν και θα πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση ως και κατ` ουσίαν βάσιμη, δεν εξέδωσε οριστική απόφαση επί της εν λόγω αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας της άνω δίκης αλλά εσφαλμένως παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 1 και 2 ν. 1756/1988 (όπως αντικαταστάθηκε η παρ. 1 με το άρθρο 16 παρ. 1 ν.2331/1993 και η παρ. 2 με το άρθρο 3 παρ. 6 ν. 2479/1997) και του άρθρου 3 παρ. 3 ν. 3810/1957, ως διατηρηθείσα σε ισχύ όσον αφορά τις ποινικές υποθέσεις, με την αιτιολογία λήψεως της αποφάσεως με πλειοψηφία μιας ψήφου. Όπως δέχθηκε η επιληφθείσα στη συνέχεια της εν λόγω αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας Β' Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) με την 2/2010 απόφασή της προκειμένου περί επαναλήψεως της διαδικασίας που υπάγεται στις "έκτακτες διαδικασίες" αρμόδιο να κρίνει τη σχετική αίτηση είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, χωρίς η σχετική απόφασή του να υπόκειται σε ουδένα ένδικο μέσο και δεν υπάρχει η δυνατότητα παραπομπής της υποθέσεως στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ούτε αναγνωρίζεται σ` αυτήν δυνατότητα να κρίνει επί της εν λόγω υποθέσεως έστω και αν η σχετική απόφαση ληφθεί με πλειοψηφία μιας ψήφου, αφού κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις στις αποφάσεις που λαμβάνονται με τέτοια πλειοψηφία αλλά δεν σχετίζονται με αναιρετική διαδικασία επί εκκρεμούς αιτήσεως αναιρέσεως αλλά είναι απόρροια της πρωτογενούς εξουσίας που έχει το αρμόδιο Ποινικό Τμήμα του ΑΠ να κρίνει αν συντρέχουν οι νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων των άρθρων 525 επ. ΚΠοινΔ. και έτσι κήρυξε απαράδεκτη την παραπομπή της άνω υποθέσεως στην Ολομέλεια του ΑΠ.
Κατ` ακολουθία των όσων προαναφέρθηκαν, κατά τη γνώμη των άνω δύο μειοψηφούντων μελών της συνθέσεως του Δικαστηρίου τούτου, λόγω της μη εκδόσεως οριστικής αποφάσεως επί της προκείμενης αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας ως προς την κατ` ουσία παραδοχή της μετά έρευνα της βασιμότητας των προβαλλομένων λόγων της επαναλήψεως της διαδικασίας με την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ενδείκνυται η ανάκληση της προκείμενης 1533/2009 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, της οποίας ήδη, μετά την έκδοση της άνω αποφάσεως της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ζητεί ο αιτών την κατ` άρθρο 145 ΚΠοινΔ συμπλήρωση. Η ανάκληση της ειρημένης 1533/2009 αποφάσεως δικαιολογείται κατά την άνω μειοψηφούσα γνώμη, αφενός διότι δεν είναι οριστική, αφού το Συμβούλιο απέσχε να αποφανθεί δια της μη σύννομης παραπομπής της στην Ολομέλεια επί της ουσιαστικής παραδοχής ως προς όλα τα διαδικαστικά στάδια της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας της άνω δίκης ενώπιον του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών που καταδίκασε σε θάνατο τον άνω πρόγονο του αιτούντος και τους συγκατηγορουμένους του και επομένως εξακολουθεί να υφίσταται στάδιο να ασχοληθεί το παρόν Τμήμα του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο με τη συγκεκριμένη υπόθεση, μη δεσμευόμενο από την προηγούμενη κρίση της πλειοψηφίας, και αφετέρου διότι, κατά την μειοψηφούσα γνώμη, μετά την έκδοση της άνω 2/2010 αποφάσεως της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη την παραπομπή στην Ολομέλεια για οριστική κρίση της ουσίας και μετά την επανεισαγωγή της υποθέσεως και τη συζήτησή της στο παρόν Τμήμα, υπάρχει στάδιο δίκης σε Συμβούλιο, ήτοι υφίσταται πλέον δυνατότητα του ιδίου τούτου Δικαστηρίου, κατά την πρόοδο της διαδικασίας επί της εν λόγω κυρίας αιτήσεως, να επανεξετάσει από την αρχή την υπόθεση στην ουσία της, παρισταμένου του αιτούντος και να διαπιστώσει και να κρίνει αν η παραπάνω στο αιτιολογικό μόνον εκφρασθείσα προηγούμενη στην 1533/2009 απόφαση κρίση του είναι εσφαλμένη. Κατά την άνω μειοψηφούσα γνώμη δύο μελών του Συμβουλίου τούτου, το κύριο σφάλμα της ανακλητέας κατά την ιδία άποψη άνω μη οριστικής αποφάσεως έγκειται στο ότι, όπως διατυπώθηκε εμπεριστατωμένα και στην αιτιολογία της μειοψηφίας της 1533/2009 αρχικής αποφάσεως, δεν βρέθηκε στα Αρχεία του Κράτους και δεν υπάρχει στο φάκελο της δικογραφίας ούτε η προσβαλλόμενη από 15.11.1922 απόφαση του Εκτάκτου Επαναστατικού Δικαστηρίου Αθηνών ούτε τα πρακτικά της δίκης εκείνης, ούτε τα έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά μέσα που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που συγκροτούσαν το δικαστήριο εκείνο που εξέδωσε την άνω καταδικαστική απόφαση που αφορά η ένδικη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας και δεν δύνανται να συγκριθούν και να αξιολογηθούν προς εκείνα όσα στοιχεία ως νέα γεγονότα και αποδείξεις επικαλείται και προσκομίζει κατά τα αναφερόμενα στην αίτησή του και μνημονεύονται και στην 1533/2009 απόφαση του παρόντος Τμήματος του ΑΠ, ώστε να δύναται να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα ότι ήταν ικανά να οδηγήσουν, είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τα γεγονότα που είχαν τεθεί υπόψη των δικαστών που απάρτιζαν το δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν την καταδικαστική απόφαση σε παραδοχή της ενδίκου αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας. Επί πλέον, κατά την άνω μειοψηφούσα γνώμη, η ανάκληση της 1533/2009 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου σε Συμβούλιο επιβάλλεται και εκ του λόγου ότι δεν αναφέρονται οι επικαλούμενες νέες αποδείξεις σε περιστατικά ουσιώδη ως προς την πράξη που αποδιδόταν στον έκτο από τους κατηγορουμένους που καταδικάσθηκε στην ποινή του θανάτου και αφορούσε στο ότι αυτός ως αρχηγός της Στρατιάς Μικράς Ασίας από 13 έως 23 Αυγούστου 1922 εκουσίως και εκ προθέσεως παρέδωσε προς τον εχθρό μεγάλα τμήματα της παρ` αυτού διοικούμενης Στρατιάς Μικράς Ασίας και ειδικότερα ως προς τον εξαναγκασμό σε συνθηκολόγηση και την αιχμαλωσία τμημάτων του ελληνικού Στρατού από τις Τουρκικές Εθνικιστικές δυνάμεις κατά το κρίσιμο διάστημα και για την άνω πράξη οι πέντε άλλοι καταδικασθέντες στην ίδια ποινή συγκατηγορούμενοί του κηρύχθηκαν ένοχοι από το Έκτακτο Επαναστατικό Στρατοδικείο Αθηνών ως εκ προθέσεως παρακινήσαντες αυτόν στην εκτέλεση της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως προστάξαντες και παραγγείλαντες και συμβουλεύσαντες αυτόν μετ` απάτης, πειθούς και φορτικότητος. Κατ` ακολουθία αυτών θα έπρεπε, κατά τη μειοψηφούσα γνώμη, μετ` ανάκληση της άνω 1533/2009 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου να απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη από 4/3/2010 αίτηση ως μη συντρέχουσας περιπτώσεως συμπληρώσεως, εκτιμώμενη δε ως αίτηση - κλήση επανασυζητήσεως της αρχικής από 20-1-2008 αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, να απορριφθεί και η τελευταία ως αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΒΑΛΛΕΙ την πολιτική αγωγή που ασκήθηκε, ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, από το σωματείο με την επωνυμία "ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΩΝ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη συμπλήρωση της υπ' αριθ. 1533/2009 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου κατά το ελλείπον διατακτικό της.
ΔΕΧΕΤΑΙ την από 20.1.2008 (με αριθ. πρωτ. 1349/2008) αίτηση του ..., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την από 15 Νοεμβρίου 1922, χωρίς γνωστό αριθμό, απόφαση του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών.
ΑΚΥΡΩΝΕΙ την παραπάνω απόφαση. Και ΠΑΥΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη κατά των καταδικασθέντων με την ως άνω απόφαση Δημητρίου Γούναρη, Νικολάου Στράτου, Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη (παππού του αιτούντος), Νικολάου Θεοτόκη, Γεωργίου Χατζηανέστη, Ξενοφώντος Στρατηγού, Μιχαήλ Γούδα και Γεωργίου Μπαλτατζή για το ότι: 1. Υπό κοινού συμφέροντος κινούμενοι συναπεφάσισαν την εκτέλεσιν της αμέσως επομένης αξιοποίνου πράξεως και ένεκα ταύτης συνομολογήσαντες προς αλλήλους αμοιβαίαν συνδρομήν από της 3ης Νοεμβρίου 1920 μέχρι τέλους Αυγούστου 1922 εν Αθήναις και αλλαχού του Κράτους συνώμοσαν και συναπεφάσισαν περί πράξεως εσχάτης προδοσίας και συνυπεχρεώθησαν προς αλλήλους προς ταύτη, ήτοι δια της δια ποικίλων μέσων συστηματικής εργασίας προς κλονισμόν του ηθικού του εν Ιωνία μαχομένου στρατού, δια της προβεβουλευμένης μεταφοράς μεγάλης δυνάμεως στρατού εκ του Μικρασιατικού μετώπου επί σκοπώ εξασθενήσεως αυτού και άλλων διαφόρων μέσων ενήργησαν εκ προθέσεως την παράδοσιν εις τον εχθρόν αποθηκών πλήρων πολεμοφοδίων, όπλων, πυροβόλων και παντός άλλου πολεμικού υλικού, ανηκόντων εις την επικράτειαν.
2.
Ο κατηγορούμενος Γ. Χατζανέστης, τέως αρχηγός Στρατιάς Μικράς Ασίας, εν Σμύρνη και αλλαχού από της 13 Αυγούστου 1922 μέχρι της 23 ιδίου μηνός και έτους εκουσίως και εκ προθέσεως παρέδωκε προς τον εχθρόν μεγάλα τμήματα της παρ' αυτού διοικούμενης Στρατιάς Μικράς Ασίας και δια διαφόρων μέσων προυκάλεσε την απέναντι του εχθρού φυγήν μεγάλων τμημάτων του στρατεύματος και παρεμπόδισε την ανασυνάθροισιν αυτού.
3.
Οι. Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, Δημήτριος Γούναρης, Νικόλαος Στράτος, Ξενοφών Στρατηγός, Νικόλαος Θεοτόκης, Μιχαήλ Γούδας και Γεώργιος Μπαλτατζής, ενώ ο Γεώργιος Χατζανέστης, αρχηγός ων της Στρατιάς Μικράς Ασίας από 13 μέχρι 23 Αυγούστου 1922, εκουσίως και εκ προθέσεως παρέδωκεν εις τον εχθρό μεγάλα τμήματα στρατού και παρεμπόδισε την ανασυνάθροισιν αυτού, ούτοι εκ προθέσεως παρεκίνησαν αυτόν εις την εκτέλεσιν της ανωτέρω πράξεως, προστάξαντες και παραγγείλαντες αυτόν και συμβουλεύσαντες αυτόν μετ' απάτης, πειθούς και φορτικότητος.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συμπλήρωση αποφάσεως Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία λήφθηκε απόφαση επί της ουσίας υποθέσεως, πλην δεν περιέχει αυτή διατακτικό γιατί από νομικό σφάλμα, παραπέμφθηκε η υπόθεση αυτή, λόγω λήψεως της αποφάσεως με διαφορά μιας ψήφου, στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε την παραπομπή της υποθέσεως σ' αυτήν απαράδεκτη. Η (ελλιπής) απόφαση του Τμήματος δεν έχει ενδοδιαδικαστικό χαρακτήρα, αλλά είναι οριστική. Επανάληψη της διαδικασίας σε όφελος του καταδικασμένου. Ακύρωση της καταδικαστικής αποφάσεως του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών ως προς όλους τους καταδικασμένους για εσχάτη προδοσία και οριστική παύση της ποινικής διώξεως λόγω παραγραφής. Παρέμβαση στην επί της διορθώσεως ή συμπληρώσεως δίκη οποιουδήποτε δεν ήταν διάδικος στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η ελλιπής απόφαση είναι απαράδεκτη. Παθών από την αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο φερόμενος ως δράστης, ως έχων συμφέρον να διατηρηθεί η καταδίκη, δικαιούται να παρέμβει στο συμβούλιο που κρίνει την αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, υπό την προϋπόθεση ότι είχε παραστεί αυτός ως πολιτικώς ενάγων κατά τη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Αποβολή πολιτικώς ενάγοντος που παρενέβη το πρώτον στη δίκη περί συμπληρώσεως αποφάσεως και δεν είχε παρασταθεί ούτε στη δίκη, της οποίας ζητείται η επανάληψη.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας, Αποφάσεως συμπλήρωση.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1677/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 και 20 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιο Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση
του εκκαλούντος-εκζητουμένου Χ, Τούρκου υπηκόου, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις δικαστικές φυλακές ..., που παραστάθηκε στο ακροατήριο με την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Σαρηπανίδου, κατά της υπ' αριθμ. 21/2010 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θράκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, με την ως άνω απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του υπ' αριθμ. 4/13-2-2007 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που εκδόθηκε από τις δικαστικές αρχές της Ρουμανίας, σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκκαλών-εκζητούμενος άσκησε την από 17 Σεπτεμβρίου 2010 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Θράκης, Ζελεσκίδη Ευάγγελο, και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1234/2010. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε την πληρεξούσια δικηγόρο του εκζητου-μένου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση, και τον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως κ.λ.π., σε περίπτωση μη συγκαταθέσεως του εκζητουμένου, επιτρέπεται η άσκηση εφέσεως στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο κατά της οριστικής αποφάσεως του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Επομένως, η υπό κρίση υπ' αριθμό 128/17-9-2010 έφεση του εκζητουμένου Χ, ασκηθείσα ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Θράκης και στρεφομένη κατά της υπ' αριθμό 21/2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, η οποία δημο-σιεύθηκε στις 16-9-2010 και με την οποία τούτο αποφάσισε την εκτέλεση του υπ' αριθμ. 4/13-2-2007 ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως που εκδόθηκε από τις Ρουμανικές Αρχές και συγκεκριμένα από το δικαστήριο TIMIS Ρουμανίας, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, πρέπει δε να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ' ουσίαν.
Από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει, ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των λόγων αυτής, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνον των μερών της πρωτοδίκου αποφάσεως στα οποία αναφέρονται οι προτεινόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι εφέσεως. Τούτο ισχύει και επί του ενδίκου μέσου της εφέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου, εναντίον της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών περί εκτελέσεως Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως, που έχει εκδοθεί από τις αρχές άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως σε βάρος του εκζητουμένου που ασκεί το άνω ένδικο μέσο.
Συνεπώς, η κρινόμενη έφεση εξετάζεται μόνον ως προς τη βασιμότητα των λόγων εφέσεως που προβάλλονται με αυτήν. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του άνω Ν. 3251/2004 το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Συλλήψεως είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους εκδόσεως του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας προκειμένου α) κατά προσώπου στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία, με την επιφύλαξη της μη προσβολής με την έκδοσή του θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, που απορρέουν από το ισχύον Σύνταγμα και το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του ιδίου νόμου προκύπτει ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, για το τυπικό κύρος του, πρέπει να περιέχει α) την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής εκδόσεως του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης του εντάλματος συλλήψεως ή της συναφούς διατάξεως δικαστικής αρχής, δ) τη φύση και το νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστατικών τελέσεώς του, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τελέσεως καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου, στ) την επιβληθείσα ποινή, να πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση, ή το πλαίσιο της ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους - μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της. Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α' του νόμου αυτού, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 και 13 αυτού, το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Συλλήψεως εκτελείται εφόσον η αξιόποινη πράξη για την οποία έχει εκδοθεί τούτο συνιστά έγκλημα, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκδόσεως του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα (12) μηνών όπως επίσης εκτελείται, κατά το στοιχ. β' της άνω παρ. 1 του άρθρου 10, εφόσον τα δικαστήρια του κράτους εκδόσεως του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή κακούργημα.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου 10, η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως επιτρέπεται χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο 2 αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών (3) ετών. Με το άρθρο 11 του ιδίου ως άνω νόμου καθορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες απαγορεύεται η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως και η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεσή του αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος ενώ τέλος με το άρθρο 12 του ιδίου πιο πάνω νόμου, καθορίζονται οι περιπτώσεις, στις οποίες η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεσή του.
Κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 11 και 12 ν. 3251/2004, λόγοι αρνήσεως εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως είναι α) υποχρεωτικοί μεταξύ άλλων η κάλυψη της αξιοποίνου πράξεως, για την οποία εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, από αμνηστία εφόσον η Ελλάδα είχε αρμοδιότητα για την ποινική δίωξη της πράξεως αυτής, η αμετάκλητη εκδίκαση της αξιοποίνου αυτής πράξεως για την οποία γίνεται λόγος στο άνω ένταλμα από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως εφόσον σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί να εκτιθεί πλέον σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, το ποινικώς ανεύθυνο λόγω ηλικίας του προσώπου εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ένταλμα σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, η επέλευση της παραγραφής της αξιοποίνου πράξεως σύμφωνα με τους ελληνικούς νόμους εφόσον η πράξη αυτή υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, η έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως προς τον σκοπό της διώξεως ή τιμωρίας προσώπου λόγω του φύλου, της φυλής, της θρησκείας, της εθνοτικής καταγωγής, της ιθαγένειας, της γλώσσας, των πολιτικών φρονημάτων, του γενετήσιου προσανατολισμού του ή της δράσεώς του υπέρ της ελευθερίας, η περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως είναι ημεδαπός και η Ελλάδα αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους, η περίπτωση κατά την οποία η αξιόποινη πράξη κατά τον ελληνικό ποινικό νόμο θεωρείται ότι έχει τελεσθεί εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο ελληνικό έδαφος ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο ή τελέστηκε εκτός του εδάφους του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος και κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους απαγορεύεται η δίωξη για το ίδιο έγκλημα που διαπράττεται εκτός του εδάφους της Ελλάδος, και β) δυνητικώς η περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο κατά του οποίου έχει εκδοθεί το άνω ένταλμα διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια αξιόποινη πράξη, η περίπτωση κατά την οποία για την αξιόποινη πράξη για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, η οποία κατά το ελληνικό δίκαιο υπάγεται στην ημεδαπή ποινική εξουσία, οι ελληνικές αρχές αποφά-σισαν, μέχρι να ληφθεί η απόφαση για την εκτέλεση ή μη του εντάλματος, είτε να μην ασκήσουν ποινική δίωξη είτε να παύσουν τη δίωξη, η περίπτωση κατά την οποία ο εκζητούμενος έχει δικαστεί αμετακλήτως για την αξιόποινη πράξη για την οποία έχει εκδοθεί το ένταλμα, σε κράτος μέλος της Ενώσεως ώστε να κωλύεται η μεταγενέστερη άσκηση δίωξης ή έχει δικαστεί αμετακλήτως για τις ίδιες πράξεις σε τρίτη χώρα, εφόσον σε περίπτωση καταδίκης η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί όπως και η περίπτωση κατά την οποία ο εκζητούμενος, που δεν είναι Έλληνας υπήκοος, κατοικεί ή διαμένει στην Ελλάδα και αυτή αναλαμβάνει να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας με βάση τους ελληνικούς ποινικούς νόμους.
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εκδίδεται για τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο βρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως με σκοπό την άσκηση ποινικής διώξεως ή την εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας τουλάχιστον δώδεκα μηνών κατά το ανώτατο όριό της ή εφόσον πρόκειται για εκτέλεση επιβληθείσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών. Με βάση το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως που μπορεί να αναφέρεται είτε σε αλλοδαπούς είτε και σε ημεδαπούς είναι δυνατό να συλλαμβάνεται και να παραδίνεται από ένα κράτος μέλος της Ε.Ε. σε άλλο μέλος αυτής κάθε υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα που αναφέρονται στις παραπάνω διατάξεις του Ν. 3251/2004, ακόμη και αν αυτός είναι πολίτης του κράτους από το οποίο ζητείται η παράδοσή του, εφόσον συντρέχουν οι προαναφερθείσες θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι σχετικές υποχρεωτικές ή δυνητικές απαγορεύσεις. Κατά το ακροτελεύτιο άρθρο 43 του Ν. 3251/2004, η ισχύς του νόμου αυτού (αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως 19-7-2004, ΦΕΚ Α' 127) και στις μεταβατικές διατάξεις του νόμου αυτού (άρθρα 37 έως 39) δεν υπάρχει διάταξη που να ορίζει διαφορετικό χρόνο ισχύος για κάποιες από τις διατάξεις του νόμου αυτού. Από δε τη μεταβατικής ισχύος διάταξη του άρθρου 39 παρ. 1 του άνω νόμου, που ορίζει ότι "οι αιτήσεις έκδοσης που παραλήφθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου εξακολουθούν να διέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις για την έκδοση", κατ' αντιδιαστολή συνάγεται ότι για τις αιτήσεις έκδοσης που παραλήφθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του νόμου, δηλαδή για τις εκδόσεις με βάση το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου αυτού (3251/2004). Τέλος, από το περιεχόμενο και τις ρυθμίσεις του εν λόγω νόμου σχετικά με το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως είναι προφανές ότι ο νόμος αυτός είναι, ως προς τις διατάξεις του δικονομικού χαρακτήρα και όχι ουσιαστικός ποινικός νόμος αφού δεν περιέχει διατάξεις ουσιαστικού ποινικού δικαίου, αλλά προβλέπει απλώς τις διαδικασίες της συλλήψεως και της, μετά από δικαστική κρίση, παραδόσεως του εκζητουμένου προσώπου μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, στα πλαίσια της μεταξύ τους δικαστικής συνεργασίας που είναι επιβεβλημένη υπό τις σύγχρονες εξελίξεις της διακρατικής εγκληματικότητας. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο πιο πάνω δικονομικός νόμος (3251/2004) κατά γενική αρχή του δικονομικού ποινικού δικαίου εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά το ατέλεστο μέρος τους υποθέσεις δηλαδή και για αξιόποινες πράξεις που έχουν τελεστεί πριν από τη δημοσίευση αυτού του νόμου χωρίς να τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής NULLUM CRIMEN NULLA POENA SINE LEGE (άρθρ. 7 παρ. 1 του Συντάγματος, άρθρ. 1 Π.Κ.) όταν ο εκζητούμενος για παράδοση προς έκτιση ποινής καταδικάστηκε στη χώρα έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως με βάση τις διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεως των αξιόποινων πράξεων. Από το Συμβούλιο Εφετών Θράκης που συνεδρίασε στις 24-8-2010 για να αποφανθεί για την εκτέλεση ή μη του άνω Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως αναβλήθηκε με την 18/2010 απόφαση η λήψη σχετικής για την παράδοση του εκζητουμένου αποφάσεως και ζητήθηκε η προσκόμιση σε επίσημη μετάφραση από το κράτος που εξέδωσε το υπό εκτέλεση άνω Ευρωπαϊκό Ένταλμα Συλλήψεως, έγγραφη βεβαίωση περί της δικονομικής δυνατότητος του εκζητουμένου να ζητήσει εκ νέου διεξαγωγή της δίκης του για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε παρουσία του και κατά την λήψη της αποφάσεως κατ' άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 3251/2004. Κατά δε την μετ' αναβολή συνεδρίαση του Συμβουλίου Εφετών Θράκης είχε επισυναφθεί στο φάκελο της δικογραφίας ως προς τα όσα διατάχθηκαν με την άνω αναβλητική απόφαση του Συμβουλίου Εφετών, το υπ' αριθμ. φάκελο 2750/30/2007 από 1-9-2010 έγγραφο του Προέδρου του Ποινικού Δικαστηρίου ΤΙΜΙΣ της Ρουμανίας για το οποίο γίνεται λόγος και στην προσβαλλόμενη απόφαση. Στο έγγραφο αυτό περιέχεται διαβεβαίωση όσον αφορά τον εκζητούμενο με το παραπάνω ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως κατηγορούμενο Χ, ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 522 ... 1 Κ.Ποιν.Δ. σε περίπτωση που ζητείται η έκδοση ενός προσώπου που έχει κριθεί και καταδικασθεί εν απουσία του, η υπόθεση μπορεί να δικαστεί εκ νέου από το δικαστήριο που δίκασε στην πρώτη φάση της δίκης ύστερα από αίτημα του καταδικασμένου προσώπου. Στην προκειμένη περίπτωση από όσα εξέθεσε ο εκζητούμενος όταν εξετάσθηκε ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, όπως διαλαμβάνονται στα πρακτικά συνεδριάσεως που είναι ενσωματωμένα στην αναβλητική 18/2010 και στην εκκαλουμένη απόφασή του, από όσα εξέθεσε ο ίδιος (ο ήδη εκκαλών) που ομιλεί τη γερμανική γλώσσα, εξεταζόμενος δια διερμηνέως, στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, από όσα υποστήριξε προφορικώς και με το υποβληθέν υπόμνημά της και η παραστάσα συνήγορός του σε συνδυασμό με όλα τα έγγραφα που είναι στη δικογραφία με μετάφραση στην ελληνική για όσα από αυτά έχουν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του διέταξε την εκτέλεση του υπ' αριθμ. 4/13-2-2007 ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως που εκδόθηκε από το δικαστήριο ΤΙΜΙS Ρουμανίας κατά του ήδη εκκαλούντος Χ, που γεννήθηκε στις 27-7-1978 στο ... Τουρκίας, κατοίκου ..., υπηκόου Τουρκίας, και το οποίο ένταλμα διαβιβάσθηκε στο άνω Συμβούλιο Εφετών με το 167/16-8-2010 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Θράκης μαζί με όλα τα σχετικά συνοδευτικά έγγραφα. Με το άνω ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως του Δικαστηρίου ΤΙΜΙS της ..., ζητείται η σύλληψη και προσαγωγή του εκκαλούντος-εκζητουμένου ενώπιον της αρμόδιας ... Δικαστικής Αρχής, προκειμένου να εκτίσει ο άνω εκκαλών αλλοδαπός υπόλοιπο ποινής τριών ετών και ένδεκα μηνών από την ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών που του επιβλήθηκε με την ερήμην του εκδοθείσα 544/18-8-2003 απόφαση του Δικαστηρίου ΤΙΜΙS Ρουμανίας, η οποία είναι οριστική και εκτελεστή ως μη εκκληθείσα για τις πράξεις α) της παραβάσεως που αφορά την είσοδο από τα σύνορα με όπλα, φυσίγγια, εκρηκτικών κλπ, χωρίς να υπάρχει η ανάλογη άδεια που χαρακτηρίζεται από τον Ρουμανικό Τελωνειακό Κώδικα ως λαθρεμπορία, β) της κατοχής όπλου και πυρομαχικών άνευ αδείας της αρχής και γ) της συμμετοχής (συνυπευθυνότητας) στην παράσταση άλλου με λανθασμένα προσωπικά στοιχεία. Οι πράξεις για τις οποίες ζητείται η σύλληψη και η προσαγωγή του εκκαλούντος-εκζητουμένου σύμφωνα με όσα αναγράφονται στο εκδοθέν άνω Ευρωπαϊκό Ένταλμα Συλλήψεως και στην προαναφερόμενη 544/PL/18-8-2003 απόφαση του Ποινικού Τμήματος του Δικαστηρίου ΤΙΜΙS της Ρουμανίας (αρ. φακ. 3942/8/2000) συνίσταται στο ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος Χ το πρωί της 13ης Μαρτίου 2000 και περί ώρα 04.30'μαζί με δύο άλλους επίσης κατηγορηθέντες συμπατριώτες του και δύο αυστριακούς πολίτες, έφθασε στα σύνορα της ..., προκειμένου να εγκαταλείψουν την ... και με την ευκαιρία αυτή ο κατηγορούμενος Χ προσκόμισε στα όργανα των συνόρων τα διαβατήρια όλης της ομάδας. Κατά την εξέταση των προσκομισθέντων διαβατηρίων η αστυνομία των συνόρων διαπίστωσε ότι δύο από τα διαβατήρια που προσκόμισε ο άνω κατηγορούμενος έφεραν τα ονόματα ... με σειρά TRZ αριθμός ... και ... με σειρά TRK αριθμός ... και δεν είχαν βίζα για την είσοδό τους στη ..., παρουσιάστηκαν δε σαν να ανήκαν στους συγκατηγορουμένους συμπατριώτες του ... και ... στην προσπάθεια του ήδη εγκαλούντος-εκζητουμένου (που διαπιστώθηκε ότι είχε φέρει στη ... τα διαβατήρια αυτά και τα είχε πάρει από Τούρκους πολίτες που διαμένουν στη ...), να συνδράμει τους δύο άλλους συμπατριώτες του με τη χρήση των άνω διαβατηρίων να εισέλθουν παράνομα στη ζώνη αυτή ... εδάφους για να διέλθουν στη ..., κατά το ταξίδι όλων τους, μέσω αυτής της χώρας και μέσω ... με τελικό προορισμό την .... Οι πράξεις αυτές είναι αξιόποινες κατά το ... Ποινικό Νόμο και τιμωρούνται, εκείνη που αφορά στην είσοδο από τα σύνορα με όπλα, φυσίγγια και χαρακτηρίζεται ως λαθρεμπορία σύμφωνα με το άρθρο 176 του Νόμου 141/24-7-1997 (Ρουμανικός Τελωνειακός Κώδικας) με στερητική της ελευθερίας ποινή από τρία (3) έως δώδεκα (12) έτη, εκείνη που αφορά στην κατοχή όπλου και πυρομαχικών χωρίς άδεια της αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 279 §1 του Ρουμανικού Ποινικού Κώδικα με στερητική της ελευθερίας ποινή από δύο (2) έως οκτώ (8) έτη και εκείνη της συμμετοχής του στην τέλεση της πράξεως παράνομης χρήσεως εγγράφων με στοιχεία ταυτότητος (διαβατήρια) άλλων προσώπων για να εμφανισθούν δύο συμπατριώτες του με λανθασμένα προσωπικά στοιχεία, σύμφωνα με το άρθρο 293 §2 σε συνδυασμό με το άρθρο 26 του Ρουμανικού Ποινικού Κώδικα.
Στην Ελλάδα τιμωρούνται ως πλημμελήματα η πράξη της κατοχής όπλων και πυρομαχικών άνευ άδειας της αρμόδιας αρχής, σύμφωνα με τα άρθρα 1 §1 εδ.α' και γ', 7 §§ 1, 2 και 8α Ν.2168/1993 με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 590 ευρώ και η πράξη της προς το σκοπό διευκόλυνσης της αμέσου συντηρήσεως, της κινήσεως ή της κοινωνικής προόδου του ίδιου του δράστη ή άλλου καταρτίσεως πλαστού ή νοθεύσεως πιστοποιητικού ή μαρτυρικού, άλλου εγγράφου που μπορεί να χρησιμεύσει συνήθως για τέτοιους σκοπούς ή της εν γνώσει χρησιμοποιήσεως τέτοιου πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου ή της χρησιμοποιήσεως για τον ίδιο σκοπό τέτοιου εγγράφου που είναι γνήσιο είχε όμως εκδοθεί για άλλον και η κατά συναυτουργία από περισσότερους τέλεση τέτοιας αξιόποινης πράξεως όπως και η άμεση συνδρομή στον δράστη τέτοιας άδικης πράξεως που διέπραξε άλλος, σύμφωνα με τα άρθρα 217, 45, 46 §1 Ποινικού Κώδικα, τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή.
Όσον αφορά την τρίτη αξιόποινη πράξη για την οποία είχε καταδικασθεί ο εκζητούμενος σε φυλάκιση τεσσάρων ετών με την απόφαση 544/2003 του Δικαστηρίου ΤΙΜΙS της Ρουμανίας, και η οποία αναφέρεται και στο εκδοθέν Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως ως αξιόποινη πράξη προβλεπόμενη και τιμωρούμενη ως λαθρεμπορική παράβαση από το άρθρο 176 του Ρουμανικού Τελωνειακού Κώδικα που αφορά διάβαση πέρα από τα σύνορα χωρίς έγκριση πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών για την οποία επιβλήθηκε αυτή η ποινή φυλακίσεως για την έκτιση του υπολοίπου της οποίας ζητήθηκε η παράδοσή του. Το Συμβούλιο Εφετών στην προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε εσφαλμένα ότι η πράξη αυτή που προβλέπεται και τιμωρείται από το άνω άρθρο του Τελωνειακού Κώδικα, μέσω του Ν.141/1997 (διαθέσεις που λαμβάνονται από το άρθρο 271 από τον Τελωνειακό Κώδικα που εγκρίθηκε με το νόμο 86/2006) επρόκειτο για παροχή βοήθειας για παράνομη είσοδο και διαμονή στη χώρα υπηκόου τρίτης χώρας, η οποία από τους Ελληνικούς Ποινικούς Νόμους προβλεπόταν και ετιμωρείτο από το άρθρο 87 §5 εδάφ. α' Ν.3386/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον 5.000 ευρώ ως πλημμέλημα και ήδη μετά την αντικατάσταση της παραγράφου 5 του άνω άρθρου με το άρθρο 48 §3 του Ν.3772/2009 ως κακούργημα με κάθειρξη μέχρι 10 ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 20.000 ευρώ. Από τους Ελληνικούς ποινικούς νόμους τιμωρείται ως πλημμέλημα η εισαγωγή όπλων και πυρομαχικών από το εξωτερικό άνευ αδείας της αρμόδιας υπηρεσίας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 §1 εδάφ. α' και γ' 2 §1 και 11 εδάφ. α' Ν.2168/1993 με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον 590 ευρώ, ενώ προβλέπεται και τιμωρείται ως πλημμέλημα και η διαμετακόμιση όπλων μέσω της Ελληνικής Επικράτειας με προορισμό άλλη χώρα άνευ αδείας του Υπουργού Δημ. Τάξεως σύμφωνα με το άρθρο 4 §§1, 2, 10 εδάφια του άνω Ν.2168/1993 με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή 2.900 έως 29.000 ευρώ.
Η εξέταση του διττού αξιοποίνου ως προϋπόθεση εκτελέσεως του Ευρωπαϊκού Εντάλματος συλλήψεως γίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά και τις συνθήκες τελέσεως του εγκλήματος όπως περιγράφονται στο ένταλμα και στην απόφαση με βάση την οποία αυτό εκδόθηκε όταν πρόκειται για ένταλμα που αφορά την εκτέλεση επιβληθείσης στερητικής της ελευθερίας ποινής ή μέτρου ασφαλείας χωρίς να απαιτείται ταυτόσημος νομικός χαρακτηρισμός της αξιοποίνου πράξεως τόσο κατά το δίκαιο του εκζητούντος όσο και κατά το δίκαιο του εκζητουμένου κράτους. Δεν αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για το κύρος του Ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, που εκδίδεται για να εκτελεστεί στερητική της ελευθερίας ποινή που έχει επιβληθεί στον εκζητούμενο, να έχει καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση του δικαστηρίου του κράτους που εξέδωσε το ένταλμα αλλά αρκεί η ύπαρξη εκτελέσεως αποφάσεως. Αρκεί η διαπίστωση ότι οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες ζητείται εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος συλλήψεως είναι αξιόποινες γενικά σύμφωνα με τη νομοθεσία του εκζητούντος και του εκζητουμένου κράτους υπό την έννοια της αφηρημένης τυποποιήσεως της πράξεως ως εγκλήματος στον Ποινικό Κώδικα ή σε κάποιον ειδικό νόμο των κρατών αυτών, ανεξάρτητα από τον νομικό χαρακτηρισμό τους. Εξέταση και κατάφαση από τη δικαστική αρχή του κράτους εκτελέσεως του εντάλματος όλων των απαιτουμένων κατά το άρθρο 14 ΠΚ στοιχείων του εγκλήματος στις συγκεκριμένες πράξεις που αναφέρονται στο Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλλήψεως γίνεται μόνον στα όρια που τίθενται από τα άρθρα 11 και 12 του Ν.3251/2004 προκειμένου να διαπιστωθεί αν συντρέχουν λόγοι υποχρεωτικής ή δυνητικής απαγορεύσεως εκτελέσεως του εντάλματος αυτού κατά τα προαναφερθέντα. Κατ' ακολουθία αυτών συντρέχει στην υπό εξέταση υπόθεση για τον άνω εκζητούμενο το διττό αξιόποινο που επιβάλλουν για το επιτρεπτό της παραδόσεώς του στις Ρουμανικές Δικαστικές Αρχές και της εκτελέσως του εκδοθέντος από αυτές άνω Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως προς έκτιση υπολοίπου στερητικής της ελευθερίας ποινής οι διατάξεις των άρθρων 5 και 10 §1 εδάφ. α' και β' του Ν.3251/2004 καθόσον η επιβληθείσα στον καταδικασθέντα ποινή υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες κατά δε τους Ελληνικούς Ποινικούς νόμους, οι ίδιες πράξεις προβλέπονται και τιμωρούνται ως πλημμελήματα. Εξ άλλου δεν συντρέχει καμία από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 11 και 12 του ιδίου νόμου περιπτώσεις που αποκλείουν ή μπορεί να αποκλείουν την εκτέλεση του άνω Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως για τις αναφερόμενες σ' αυτό αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε ο εκζητούμενος σε φυλάκιση 4 ετών από την οποία μετ' αφαίρεση του χρόνου κρατήσεώς του προσωρινώς απομένει υπόλοιπο προς έκτιση ποινή 3 ετών και 11 μηνών.
Οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος-εκζητουμένου ότι δεν είναι επιτρεπτή η παράδοσή του για τις αναφερόμενες στο άνω Ευρωπαϊκό Ένταλμα Συλλήψεως ως αξιόποινες πράξεις αφενός για το λόγο ότι οι πράξεις αυτές δεν είναι αξιόποινες κατά τους Ελληνικούς νόμους και ειδικότερα από το γεγονός ότι το όπλο που κατείχε επρόκειτο για περίστροφο κρότου-αερίου που δεν εμπίπτει στην έννοια του όπλου όπως προσδιορίζεται στο άρθρο 1 του Ν.2168/1993 όπως έχει κριθεί και από την αναφερόμενη ότι προσκομίσθηκε στο Συμβούλιο Εφετών χωρίς να αναγραφεί στην προσβαλλόμενη απόφαση του υπ' αριθμό 1661/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, με συνέπεια να μη νοείται ούτε η τέλεση της χαρακτηριζομένης ως λαθρεμπορίας παραβάσεως του άρθρου 176 του εγκριθέντος με το Ν.141/1997 Ρουμανικού Τελωνειακού Κώδικα, δηλαδή της διαβάσεως πέρα από τα σύνορα χωρίς ανάλογη άδεια με πυροβόλα όπλα και πυρομαχικά και αφετέρου για το λόγο ότι δεν υπήρχε πλαστογραφία διαβατηρίου, με δεδομένο ότι με το διαβατήριό του, που δεν ήταν πλαστό, εξήλθε ο ίδιος από την Ρουμανία, μετά την αποφυλάκισή του, είναι απορριπτέοι.
Δεν περιλαμβάνονται στα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Συλλήψεως του οποίου ζητείται η εκτέλεση, ούτε στην καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου TIMIS της Ρουμανίας αυτά που επικαλείται ο εκζητούμενος εκκαλών και η συνήγορος υπεράσπισής του ότι συνέβησαν, ως προς το ότι το όπλο που βρέθηκε μάρκας ΠΑΡΑ των 9 mm στο αυτοκίνητό του χωρίς να έχει άδεια από τις Ρουμανικές Αρχές, επρόκειτο για περίστροφο κρότου-αερίου. Ούτε σε σχέση με την πράξη της συμμετοχής (συνυπευθυνότητας) του εκζητουμένου στην εμφάνιση στα αρμόδια ελεγκτικά όργανα των Ρουμανικών συνόρων διαβατηρίων με λανθασμένα προσωπικά στοιχεία γίνεται στο άνω Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως και στην καταδικαστική απόφαση του Ρουμανικού Δικαστηρίου, με βάση την οποία εκδόθηκε, αυτό, μνεία περιστατικών ότι η συμμετοχή του εκζητουμένου στην τέλεση αυτής της πράξεως συνιστάτο στην εμφάνιση στους υπαλλήλους συνοριακού ελέγχου μόνον του δικού του διαβατηρίου το οποίο αναφέρει ο ίδιος ότι χρησιμοποίησε για να αναχωρήσει μετά την αποφυλάκισή του από τη .... Δεν ήταν υποχρεωμένο το Συμβούλιο Εφετών Θράκης ως αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της αποφάσεως εκτελέσεως του εντάλματος του μη συγκατατεθέντος να προσαχθεί στο κράτος εκδόσεως του Ευρωπαϊκού Εντάλματος συλλήψεως του (άρθρο 9 §3 Ν.3251/2004) να προβεί σε έλεγχο αν είναι αξιόποινες οι πράξεις για τις οποίες ζητείται η παράδοσή του στις δικαστικές αρχές του κράτους εκδόσεως του εντάλματος στη συγκεκριμένη περίπτωση με βάση τα επικαλούμενα περιστατικά που δεν διαλαμβάνονταν ούτε στο εν λόγω ένταλμα συλλήψεως ούτε στην καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου ΤΙΜΙS της .... Τέτοιος έλεγχος είναι πέραν των ορίων που ο νόμος 3251/2004 προκαθορίζει για την εξέταση στην προκειμένη υπόθεση του αξιοποίνου χαρακτήρα των πράξεων για τις οποίες επιβλήθηκε η ποινή φυλακίσεως προς έκτιση της οποίας με το ένταλμα αυτό ζητείται η παράδοσή του. Δεν ασκούσε έννομη επιρροή το σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών ως προς τη νομοτυπική μορφή και το περιεχόμενο της τρίτης από τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες επιβλήθηκε στον εκζητούμενο η στερητική της ελευθερίας ποινή των τεσσάρων ετών, για την έκτιση της οποίας εκδόθηκε το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Συλλήψεως, στην ληφθείσα από το Συμβούλιο Εφετών απόφαση περί εκτελέσεως αυτού του εντάλματος. Υπό τα εκτιθέμενα στην καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου TIMIS της ... και στο με βάση αυτή εκδοθέν άνω Ευρωπαϊκό Ένταλμα Συλλήψεως περιστατικά ήταν αξιόποινη και κατά τους Ελληνικούς Ποινικούς νόμους ως πλημμέλημα η άνω πράξη που προβλεπόταν και ετιμωρείτο από τις διατάξεις του άρθρου 176 του ... Τελωνειακού Κώδικα. Όσον αφορά την περιλαμβανόμενη στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στη δίκη στο ακροατήριο του Συμβουλίου Εφετών υπ' αριθμό 22Βs258/07p από 19-2-2008 απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της ... που προσκομίσθηκε και μεταφρασμένη με αυτήν έγινε δεκτή άλλη έφεση του ήδη εκκαλούντος που είχε ασκηθεί κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου της Βιέννης για ποινικές υποθέσεις και αφορούσε έκδοση του ιδίου του Χ. Με αυτήν την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της ... απερρίφθη ως μη νόμιμη η από Απριλίου 2007 αίτηση του Υπουργείου της Δικαιοσύνης της ... που είχε υποβληθεί στις Αρχές της ... με βάση την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως της 13-12-1957 για έκδοση του εν λόγω Τούρκου υπηκόου προκειμένου να εκτίσει το υπόλοιπο ποινής που του είχε επιβληθεί με την παραπάνω 544/2003 απόφαση του Δικαστηρίου TIMIS της ... για παράβαση του νόμου περί όπλων και πυρομαχικών και για το αδίκημα της παράνομης επίδειξης εγγράφων. Δεν επεκτείνεται η ισχύς τέτοιων αλλοδαπών αποφάσεων ποινικών δικαστηρίων τρίτων κρατών επί αιτήσεως εκδόσεως για τις ίδιες αξιόποινες πράξεις που τελέσθηκαν στο έδαφος του αιτούντος την έκδοση κράτους στην εσωτερική Ελληνική έννομη τάξη σε περίπτωση που επιλαμβάνεται Ελληνικό Δικαστήριο αιτήματος για εκτέλεση σε βάρος του αυτού εκζητουμένου εκδοθέντος Ευρωπαϊκού Εντάλματος συλλήψεως για τις ίδιες αξιόποινες πράξεις.
Δεν δεσμευόταν το Συμβούλιο Εφετών που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση από την αντιμετώπιση από το αλλοδαπό δικαστήριο που εξέδωσε την προαναφερθείσα απόφαση με την οποία απερρίφθη το αίτημα εκδόσεως του ήδη εκκαλούντος από τις ... Αρχές στη ... των ισχυρισμών που είχε προβάλει στα δικαστήρια της ... ο ίδιος ως εκζητούμενος. Επομένως, είναι απορριπτέοι οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος ότι το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Συμβούλιο δεν έλαβε υπόψη του προσκομισθέντα κατά την ενώπιόν του συζήτηση από τον εγκαλούντα και δια της συνηγόρου υπερασπίσεώς του έγγραφα, από τα οποία ως προς την αναφερόμενη άνω απόφαση του Αρείου Πάγου δεν προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών ότι ζητήθηκε η ανάγνωσή της στο ακροατήριο κατά την διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, από το συνήγορο του εκζητουμένου ή από τον ίδιο.
Ο προβληθείς μετά τη συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με το υπόμνημα που κατετέθη από την πληρεξούσια δικηγόρο του εκκαλούντος ισχυρισμό ότι ενώ στο υπό εκτέλεση Ευρωπαϊκό Ένταλμα Συλλήψεως και στην καταδικαστική απόφαση του δικαστηρίου TIMIS της Ρουμανίας γίνεται λόγος για καταδίκη του για τα αδικήματα της πλαστογράφησης εγγράφων και κατοχής όπλου στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται και άλλη αυθαίρετα προστιθέμενη πράξη για την οποία αυτός έχει αθωωθεί, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Δεν περιλαμβάνεται στην έκθεση εφέσεως ο ισχυρισμός αυτός για να είναι παραδεκτός ως λόγος εφέσεως κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 474 §2 Κ.Ποιν.Δ. και να επιτρέπεται να εξετασθεί ως προς τη βασιμότητά του. Κατά τη συνέπεια συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παραπάνω Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως και το Συμβούλιο Εφετών Θράκης που αποφάνθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση υπέρ της εκτελέσεώς του, δεν έσφαλε και πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση ως αβάσιμη στην ουσία της και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-9-2010 έφεση του Χ κατά της υπ' αριθμό 21/2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Oκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση κατ' αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θράκης περί εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως Δικαστηρίου της Ρουμανίας προς έκτιση υπολοίπου εκτέλεσης ποινής στερητικής της ελευθερίας, επιβληθείσης με ερήμην του εκδοθείσα απόφαση και μετά από εγγραφή διαβεβαίωση της Ρουμανικής δικαστικής αρχής ότι ο εκζητούμενος μπορεί να ζητήσει να δικαστεί εκ νέου από το εκεί Δικαστήριο που δίκασε την υπόθεση σε αρχικό στάδιο. Απορρίπτεται η έφεση κατ' ουσία.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 1
|
Αριθμός 1682/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα -----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ.Σ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Θαλασσινό.
Της αναιρεσίβλητης: Δ.Κ., η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου.
Εκδόθηκε η 218/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 69/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-6-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 1-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από την προσκομιζόμενη με επίκληση 4781Β/2-12-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κορίνθου Γ.Β. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη προσδιορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και μη κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο ούτε κατέθεσε, κατά το άρθρ. 242 § 2 του ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως κατά τη συζήτηση, πρέπει το Δικαστήριο, κατ' άρθρ. 576 §2 του ίδιου Κώδικα, να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης. Επειδή, κατά το άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείσθηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως ορίζονται περιοριστικά στο ως άνω άρθρο (ΑΠ (Ολ.) 45/1987) και συνεπώς δεν συγχωρείται αναίρεση κατά των άνω αποφάσεων, εάν αυτές α) παρά τον νόμο δεν έλαβαν υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, β) παρά τον νόμο δέχθηκαν πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη, γ) δεν έλαβαν υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν και δ) δεν έχουν καθόλου αιτιολογίες ή έχουν αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχης πλημμέλειας και ειδικότερα: α) με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος από τους αρ. 8 και 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι δηλαδή η σύμβαση εργασίας της αναιρεσίβλητης είναι άκυρη, διότι αυτή εστερείτο βιβλιαρίου υγείας και ακόμη στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δέχθηκε χωρίς καμία αιτιολογία και απόδειξη ως έγκυρη τη σύμβαση εργασίας της, β) με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τους αρ. 10, 11 και 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., ότι το Δικαστήριο της ουσίας χωρίς αιτιολογία και παρότι υπεβλήθη αίτημα για διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης προς διαπίστωση της γνησιότητας της υπογραφής της αναιρεσίβλητης επί των προσκομισθεισών από τον αναιρεσείοντα εξοφλητικών αποδείξεων, δηλαδή περί ζητήματος για την αντίληψη του οποίου απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης, δεν διέταξε σχετική απόδειξη και γ) με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως κατά τα αντίστοιχα μέρη από τους αρ. 10 και 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., ότι το Δικαστήριο της ουσίας χωρίς αιτιολογία και απόδειξη δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, παρότι η αναιρεσίβλητη ήδη από 8-7-2005 τον είχε ενημερώσει ότι ευρισκόταν σε κατάσταση αρχόμενης εγκυμοσύνης (περίπου 2 μηνών), την 13-7-2005 κατήγγειλε ατύπως τη σύμβαση εργασίας της. Οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι πρωτίστως απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού δεν μπορούν, κατά τα προεκτεθέντα, να προταθούν κατά της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Περαιτέρω, με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως, κατά το έτερο μέρος, από το άρθρ. 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (και όχι από το άρθρ. 559 αρ. 1 που επικαλείται ο αναιρεσείων) αποδίδεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τη διάταξη του άρθρ. 14 § 1 της Α1β/8577/1983 αποφάσεως του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ΑΝ 2520/ 1940, με την οποία ορίζεται ότι όσοι απασχολούνται με οποιαδήποτε σχέση σε ξενοδοχεία, δημόσια λουτρά, καθαριστήρια, κομμωτήρια, κουρεία, εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, καφενεία και άλλα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, παρέχοντας τις υπηρεσίες τους στο κοινό, πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με ατομικό βιβλιάριο υγείας, στο οποίο θα βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός τους πέρασε από ιατρική εξέταση και δεν πάσχει από μεταδοτικό νόσημα και δεν είναι φορέας εντερικών παθογόνων μικροβίων, ιών και παρασίτων. Σε περίπτωση δε ελλείψεως του βιβλιαρίου υγείας η σύμβαση του απασχολουμένου σε επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος είναι άκυρη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 3, 174 και 180 του ΑΚ και ως τέτοια θεωρείται σαν μην έγινε και η ακυρότητα αυτή αφορά τη δημόσια τάξη και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο που καλείται να κρίνει το κύρος της οικείας συμβάσεως εργασίας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ασχολήθηκε με την ύπαρξη βιβλιαρίου υγείας από την εργαζομένη (η κατοχή του οποίου δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής που επιδιώκει την πληρωμή των οφειλομένων από τη σύμβαση εργασίας αλλά η έλλειψή του αποτελεί ένσταση του εναγομένου περί ακυρότητας της συμβάσεως και η παραδοχή της συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως ουσία αβάσιμης) ούτε διαλαμβάνεται στην απόφαση παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη εστερείτο βιβλιαρίου υγείας και συνεπώς, εφόσον έκρινε τη σύμβαση εργασίας έγκυρη και συνακόλουθα επιδίκασε μισθούς υπερημερίας, εσφαλμένα εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις.
Επειδή, κατά το άρθρ. 15 του Ν. 1483/1984 "1. Απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σχέσεως εργασίας της εργαζομένης από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης όσο και για το χρονικό διάστημα ενός έτους μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθενείας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός αν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία. Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης της εργασίας της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη...". Εξάλλου, κατά το άρθρ. 10 του ΠΔ 176/15/15-7-1997 "Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών σε συμμόρφωση με την Οδηγία 95/85 ΕΟΚ". "1. Απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας των εργαζομένων γυναικών, κατά την έννοια του άρθρου 2, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 1483/1984. 2. Σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσης εργασίας, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 1483/1984, ο εργοδότης οφείλει να αιτιολογήσει δεόντως την καταγγελία γραπτώς και να προβεί σε σχετική κοινοποίηση και προς τις αρμόδιες υπηρεσίες επιθεώρησης εργασίας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών (που εφαρμόζονται και σε περίπτωση απασχόλησης της εγκύου εργαζομένης με βάση απλή σχέση εργασίας ή έμμισθης εντολής λόγω ακυρότητας των αντίστοιχων συμβάσεων που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτής και του εργοδότη της), η προστασία από αυτές παρέχεται στην εργαζόμενη έγκυο γυναίκα ανεξάρτητα από την εκ μέρους του εργοδότη γνώση της εγκυμοσύνης της, όπως αυτό συνάγεται από το γεγονός ότι η διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1082/1980, που απαιτούσε τη γνώση αυτή, δεν επαναλήφθηκε στις ισχύουσες νέες διατάξεις των παραπάνω άρθρων. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το αντίστοιχο μέρος, από το άρθρ. 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (εσφαλμένα αναφέρεται από το άρθρ. 559 αρ. 1), αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Δικαστήριο της ουσίας με το να δεχθεί ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης την 13-7-2005 ήταν άκυρη, διότι έγινε ενώ αυτή ήταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης και χωρίς την επίκληση σπουδαίου λόγου, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 15 του Ν. 1483/1984 και 10 του ΠΔ 179/1997, καθόσον αυτός πληροφορήθηκε το πρώτον περί της εγκυμοσύνης της την 25-7-2005 κατά τη συζήτηση της συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς στην Επιθεώρηση Εργασίας. Ο λόγος αυτό αναιρέσεως είναι αλυσιτελής, διότι η κατά τα άνω παρεχόμενη προστασία του νόμου στην έγκυο εργαζομένη ισχύει και επί απλής σχέσης εργασίας και ανεξάρτητα από τη γνώση ή μη του εργοδότη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-6-2009 αίτηση του Δ.Σ. για αναίρεση της 69/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συζήτηση ερήμην αναιρεσιβλήτου.Λόγοι αναιρέσεως από το άρθρ 560 του ΚΠολΔ είναι περιοριστικοί.Κατοχή βιβλιαρίου υγείας από εργαζόμενους σε καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος. Συνέπειες. Η κατοχή βιβλιαρίου υγείας όχι στοιχείο της βάσεως της αγωγής με την οποία ζητούνται διαφορές αοδοχών κλπ.Καταγγελία συμβάσεως εργασίας εγκύου . Προϋποθέσεις.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1681/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα -----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ.Κ., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Έλλη Ανδριανάκη.
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία υποκαθίσταται στη θέση της τέως ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΑΘΗΝΑ 2004 Α.Ε", δυνάμει της παρ. 2 του άρθρου 89 του Ν.3606/2007. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Καρανικήτα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1171/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 3259/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-7-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 1-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και τρίτου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστικής δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με τον ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Επομένως, δεν έχουν τον χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές, που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγηση τους. Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρονίου, του αδιάλειπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, ιδίως αν αυτός (εργοδότης) κατά την έναρξη της χορηγήσεως τους ή, έστω, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε. Έτσι στην περίπτωση ομαδικής ασφαλίσεως του προσωπικού μιας επιχειρήσεως από τον εργοδότη, ο οποίος, συνάπτοντας γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, αναλαμβάνει να καλύπτει αυτός, ολικά ή μερικά, το ασφάλιστρο, η ασφάλιση αυτή, αν αποτελέσει όρο της μεταξύ αυτού και των μισθωτών του εργασιακής συμβάσεως, έχει χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που αποκτά ο εργαζόμενος εωσότου πληρωθούν οι προϋποθέσεις της σύμβασης ασφαλίσεως για την είσπραξη ενός εφάπαξ χρηματικού ποσού. Στην περίπτωση δε ανώμαλης εξελίξεως της ενοχής στη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, μπορεί ο τρίτος, κατά τους όρους της συμβάσεως εργασίας, να στραφεί κατά του δέκτη της υποσχέσεως (εργοδότη), όταν με συμπεριφορά του ματαιώνει την καταβολή της παροχής από αυτόν που υποσχέθηκε (ασφαλιστή) και να αξιώσει αποζημίωση. Τέτοια περίπτωση είναι και αυτή της μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας και λήξεως εντεύθεν της ασφαλιστικής συμβάσεως ή εκείνη κατά την οποία το εφάπαξ χρηματικό ποσό που θα εισέπραττε ο τρίτος (εργαζόμενος) από τον ασφαλιστή περιορίζεται εξαιτίας συμπεριφοράς του εργοδότη, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η καταβολή της πρόσθετης αυτής παροχής προς τον μισθωτό από υπαιτιότητα του οφειλέτη - εργοδότη, οπότε ο τρίτος (μισθωτός) δικαιούται να αξιώσει την καταβολή αντίστοιχης αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 382, 335, 338 και 336 ΑΚ. Εξάλλου, ο από το αρθρ.559 αρ.1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Ο δε από τον αρ.19 του ίδιου άρθρου λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή προβαίνει το δικαστήριο ανέλεγκτα, κατά το αρθρ.561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα περιστατικά: Η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία είχε συσταθεί με το αρθρ.2 του Ν.2598/1998 με αποκλειστικό σκοπό την οργάνωση και την τέλεση των ολυμπιακών και παραολυμπιακών αγώνων του 2004. Για την επιτυχή τέλεση αυτών, έπρεπε να στελεχωθεί με ειδικευμένο προσωπικό τόσο από τον ιδιωτικό όσο και από το Δημόσιο Τομέα είτε με πρόσληψη είτε με απόσπαση από φορείς του Δημοσίου τομέα. Στο πλαίσιο των δυνατοτήτων αυτών η αναιρεσίβλητη, προκειμένου να προσελκύσει ικανά στελέχη, αποφάσισε την καταβολή ιδιαίτερα υψηλών μηνιαίων αποδοχών και την παροχή διαφόρων κινήτρων. Ως αντιστάθμισμα δε της απώλειας της προηγούμενης θέσης των στελεχών αυτών αποφασίστηκε να δοθεί σε αυτούς μετά τη λήξη των αγώνων, ως οικειοθελής παροχή, ένα χρηματικό ποσό (bonus). Το ποσό αυτό θα υπολογιζόταν σε ποσοστό επί του συνόλου της μισθοδοσίας του κάθε υπαλλήλου. Για την υλοποίηση του προγράμματος αυτού, το οποίο ονομάσθηκε "Πρόγραμμα Ευδόκιμης Αποχώρησης", η αναιρεσίβλητη κατάρτισε ομαδικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα με την ασφαλιστική εταιρία "ALICO AIG LIFE", σύμφωνα με το οποίο οι προϋποθέσεις ένταξης σε αυτό ήταν η πρόσληψη του υπαλλήλου, με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου έως τις 30-9-2003 και η παραμονή του έως τις 30-9-2004. Ακολούθως, το Δ.Σ. αυτής στη συνεδρίαση της 5ης Αυγούστου 2004, αποφάσισε ότι το παραπάνω "bonus" σε συνταξιούχους κύριου φορέα συνταξιοδότησης και σε αποσπασμένους από το Δημόσιο ή φορείς αυτού υπαλλήλους, θα καταβληθεί μειωμένο κατά το μισό, διότι δεν συνέτρεχαν όλοι οι λόγοι της χορήγησής τους σε αυτούς. Δηλαδή, δεν συνέτρεχε η οικονομική ενίσχυσή τους εωσότου ανεύρουν νέα εργασία, καθόσον οι μεν συνταξιούχοι θα εξακολουθούσαν να λαμβάνουν τη σύνταξη τους, οι δε αποσπασμένοι θα επέστρεφαν στην εργασία τους και θα αμείβονταν από τους φορείς αυτούς. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα με την από 28 Νοεμβρίου 2001 σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που έληγε την 30-11-2004, προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη για να παρέχει τις υπηρεσίες της ως Διευθύντρια Συντονισμού Δημοσίων Φορέων Μεταφορών. Η αναιρεσείουσα κατά τον χρόνο πρόσληψης της ήταν συνταξιούχος του Δημοσίου, όπως αυτό προκύπτει από την υπ'αριθμ... και με αριθμό πρωτοκόλλου Π.../1997 Συνταξιοδοτική Πράξη του Υπουργού Οικονομικών (Δ/νση Μισθών και Συντάξεων). Αποδείχθηκε, επίσης, ότι οι μηνιαίες αποδοχές της αναιρεσείουσας κατά την πρόσληψη της ήταν 6.162,87 ευρώ και κατά τη λήξη της σύμβασης εργασίας της (30-9-2004) ανέρχονταν σε 7.904 ευρώ. Με βάση τις παραπάνω αποδοχές και σε εφαρμογή του προαναφερόμενου "Προγράμματος Ευδόκιμης Αποχώρησης" η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στην αναιρεσείουσα το ποσό των 25.931,35 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο ήμισυ του 17% (ποσοστό που είχε καθορισθεί για το ιεραρχικό της κλιμάκιο) επί του συνόλου της μισθοδοσίας της (ήτοι 305.074,72 ευρώ χ 17%=51.862,70 ευρώ δια 2).. Το ποσό αυτό της οικειοθελούς παροχής- "bonus"-υπολογίσθηκε, με βάση τον όρο 2.3 της υπ'αριθμ.310/5-8-2004 απόφασης του ΔΣ της αναιρεσίβλητης στο "ήμισυ" καθόσον η αναιρεσείουσα ήταν συνταξιούχος του Δημοσίου και συνεπώς, γι' αυτήν δεν συνέτρεχαν όλοι οι λόγοι της αρχικής χορήγησής του, αφού αμέσως μετά την αποχώρησή της θα άρχισε και πάλι να λαμβάνει τη σύνταξή της. Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι η καταβαλλόμενη σε αυτήν σύνταξη ήταν μικρή σε σχέση με τις αποδοχές που λάμβανε από την αναιρεσίβλητη. Ο παραπάνω δε προσδιορισμός του "bonus" της αναιρεσείουσας στο ήμισυ σε σχέση με το καταβληθέν στον Διευθυντή του ίδιου τμήματος Π.Π., δεν προσκρούει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, διότι η διάκριση (εξαίρεση) αυτή δικαιολογείται από ειδικό και σοβαρό, κατ' αντικείμενική κρίση, λόγο, ήτοι από τον λόγο ότι η αναιρεσείουσα και ο συγκρινόμενος (Π.Π.) δεν ανήκουν στην αυτή κατηγορία, αφού ο δεύτερος δεν ανήκε στην κατηγορία των συνταξιούχων (όπως η αναιρεσείουσα) ή των αποσπασμένων υπαλλήλων του Δημοσίου ή των φορέων του Δημοσίου, αλλά πριν την πρόσληψή του, εργαζόταν στην εταιρία ... ως Διευθυντής στρατηγικής ανάπτυξης, από την οποία αποχώρησε προκειμένου να εργασθεί στην αναιρεσίβλητη. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή της τελευταίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Ειδικότερα, αν και δέχθηκε ότι "αποφασίσθηκε να δοθεί (στην εργαζομένη) μετά τη λήξη των αγώνων, ως οικειοθελής παροχή, ένα χρηματικό ποσό (bonus)" και ότι για την υλοποίηση του προγράμματος αυτού "η εναγομένη κατάρτισε ομαδικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα με την ασφαλιστική εταιρεία "ALICO AIG LIFE", σύμφωνα με το οποίο οι προϋποθέσεις ένταξης σε αυτό ήταν η πρόσληψη του υπαλλήλου με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου έως τις 30-9-2003 και η παραμονή του έως τις 30-9-2004. Και ότι ακολούθως το Δ.Σ. της εναγομένης στη συνεδρίαση της 5ης Αυγούστου 2004 αποφάσισε ότι το παραπάνω "bonus" σε συνταξιούχους του κύριου φορέα συνταξιοδότησης και σε αποσπασμένους από το Δημόσιο ή φορείς αυτού υπαλλήλους, θα καταβληθεί μειωμένο κατά το μισό, διότι δεν συνέτρεχαν όλοι οι λόγοι της χορήγησής του σε αυτούς", δεν διευκρινίζεται αν η απόφαση περί καταβολής της ένδικης ασφαλιστικής παροχής και η υλοποίηση αυτής με το ομαδικό ασφαλιστήριο "Πρόγραμμα Ευδόκιμης Αποχώρησης" αποτέλεσε όρο της ατομικής σύμβασης της αναιρεσείουσας και περαιτέρω, εφόσον μοναδική προϋπόθεση λήψεως της παροχής ήταν η πρόσληψη της εργαζομένης έως 30-9-2003 και η παραμονή της έως 30-9-2004, εάν η αναιρεσίβλητη εταιρεία είχε τη δυνατότητα από την ασφαλιστική σύμβαση να μεταβάλει, τροποποιήσει και πάντως περιορίσει τους όρους καταβολής της, όπως έπραξε με την από 5-8-2004 απόφαση του Δ.Σ. αυτής. Τα περιστατικά αυτά έπρεπε να διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και οι οποίες προϋποθέτουν ότι η ένδικη παροχή είναι οικειοθελής και εντεύθεν ελευθέρως ανακλητή από την εταιρεία και δεν φέρει τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το αρθρ.559 αρ.1 του ΚΠολΔ, ο οποίος παραδεκτώς εξετάζεται ως λόγος από τον αρ.19 του ίδιου άρθρου, είναι βάσιμος.
Επειδή ο από το άρθρ. 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση, ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό (αγωγή, ανταγωγή) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο (ΑΠ (Ολ.) 3/1997). Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα εξέθετε στην αγωγή της ότι προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη εταιρεία, που είχε αναλάβει την προετοιμασία και διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, από 1-12-2001 έως 30-11-2004, για να απασχοληθεί ως Διευθύντρια Συντονισμού Δημοσίων Φορέων Μεταφορών. Η αναιρεσίβλητη θέλοντας να προσελκύσει αξιόλογα και ικανά στελέχη και να εξασφαλίσει την παραμονή τους κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα, που θα παρείχαν τα καλύτερα εχέγγυα για την ανάληψη προετοιμασίας και διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων, εκτός από τις λοιπές παροχές, κατάρτισε πρόγραμμα ευδόκιμης αποχώρησης προσωπικού, μέσω του οποίου καταβλήθηκε σημαντικό ποσό σε κάθε εργαζόμενο μετά τη λήξη της συμβάσεώς του. Σκοπός της απόφασης αυτής ήταν αφενός η υλική ανταμοιβή για τη συμμετοχή των εργαζομένων στην προετοιμασία και επιτυχή τέλεση των Αγώνων και αφετέρου η αντιμετώπιση των αναγκών τους μέχρι την έναρξη νέας επαγγελματική σταδιοδρομίας. Έτσι, η αναιρεσίβλητη κατάρτισε ομαδικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα μέσω της ασφαλιστικής εταιρείας ALICO AIG LIFE, βάσει του οποίου οι υπάλληλοι που παρέμεναν στην υπηρεσία μέχρι την 30-9-2004 και εφόσον δεν υπήρξε επίσημη ανακοίνωση της ΔΟΕ, που θα έκρινε ρητά ως αποτυχημένους τους Ολυμπιακούς Αγώνες 2004, θα ελάμβαναν εφάπαξ ποσό, το οποίο υπολογιζόμενο σε ποσοστό επί του συνόλου της μισθοδοσίας για όλο τον χρόνο εργασίας στην εταιρεία, ορίσθηκε για το ιεραρχικό επίπεδο της αναιρεσείουσας σε 17%. Επίσης, ορίσθηκε ότι οι εργαζόμενοι που είχαν αποσπασθεί από φορείς του Δημόσιου τομέα βάσει του Ν.2598/1998 δικαιούνται μόνο το 50% του πιο πάνω ποσού, και ακόμη ότι τυχόν τροποποίηση του προγράμματος αυτού δεν μπορούσε να μεταβάλει τον κύριο σκοπό του προγράμματος και να μειώσει τα δικαιώματα των εργαζομένων. Η αναιρεσίβλητη εταιρεία όμως, παρότι η αναιρεσείουσα δεν ήταν αποσπασμένη από φορείς του Δημοσίου Τομέα, της κατέβαλε μόνο το 50% του ποσού που εδικαιούτο (δηλαδή 25.931,35 ευρώ αντί του ποσού των 51.862,70 ευρώ), όλως παρανόμως, αναιτιολόγητα και κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης σε σύγκριση με τους λοιπούς εργαζομένους, που έλαβαν ολόκληρο το ποσό. Ζητούσε δε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το ποσό των 25.931,35 ευρώ "ως υπόλοιπο συμφωνηθείσας αμοιβής, άλλως κατ'εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων και προς άρση της άνισης μεταχείρισης που είχε δημιουργηθεί". Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο η αναιρεσείουσα με την αγωγή της επικαλείτο κυρίως μεν ότι η ένδικη παροχή αποτελούσε μέρος της συμφωνηθείσας αμοιβής για την παρεχόμενη από αυτήν εργασία, ότι ήταν δηλαδή όρος της ατομικής της σύμβασης εργασίας, αφού σύμφωνα με το ομαδικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα που συνήψε με την ασφαλιστική εταιρεία υπέρ των εργαζομένων η εργοδότρια εταιρεία δεν μπορούσε με τυχόν τροποποίηση αυτού να μεταβάλει τον κύριο σκοπό του προγράμματος και να μειώσει τα δικαιώματα των εργαζομένων, δευτερευόντως δε ότι πρέπει να της καταβληθεί ως οικειοθελής παροχή σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Ακολούθως, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς της παραπονείτο για την απόρριψη από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, "σιγή", της ως άνω βάσεως της αγωγής της με την οποία ζητούσε την καταβολή του υπολοίπου της ένδικης παροχής ως συμφωνηθείσα αμοιβή, αφού με την κατάρτιση του συνταξιοδοτικού προγράμματος η εν λόγω παροχή συμπεριλήφθηκε στην ατομική σύμβαση εργασίας της και κατέστη μέρος της συμφωνηθείσας αμοιβής της, η δε αναιρεσίβλητη εκ των υστέρων παρανόμως και αυθαιρέτως αποφάσισε τον περιορισμό της κατά 50% για τους συνταξιούχους εργαζομένους, όπως είναι η αναιρεσείουσα. Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως έχει προεκτεθεί, δέχθηκε ότι η μη καταβολή ολόκληρης της ένδικης παροχής στην αναιρεσείουσα δεν αντίκειται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, διότι η τελευταία ήταν συνταξιούχος του Δημοσίου, σύμφωνα δε με την από 5-8-2004 απόφαση του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης η παροχή αυτή θα καταβαλλόταν μειωμένη κατά το ήμισυ στους υπαλλήλους της που είναι συνταξιούχοι ή αποσπασμένοι από φορείς του Δημόσιου Τομέα και αυτό, διότι για τις κατηγορίες αυτές των υπαλλήλων δεν συνέτρεχαν όλοι οι λόγοι χορήγησής της και δη δεν συνέτρεχε η ανάγκη οικονομικής ενίσχυσης έως ότου ανεύρουν νέα εργασία, αφού οι μεν συνταξιούχοι θα εξακολουθούσαν να λαμβάνουν τη σύνταξή τους, οι δε αποσπασμένοι θα επέστρεφαν στην εργασία τους και θα αμείβονταν από τους φορείς αυτούς. Το Εφετείο όμως δεν ερεύνησε την κύρια κατά τα άνω βάση της αγωγής της αναιρεσείουσας, κατά την οποία η παροχή οφείλεται ως μέρος της συμφωνηθείσας αμοιβής, αποτελεί δηλαδή μισθό, τον οποίο η αναιρεσίβλητη περιέκοψε μονομερώς εκ των υστέρων. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τους αρ.8β και 9 του αρθρ.559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται οι πλημμέλειες ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και άφησε αίτηση αδίκαστη, είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 §3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατ' άρθρ. 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3259/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έννοια μισθού.Ομαδική ασφάλιση προσωπικού επιχείρησις απο εργοδότη.Γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου.Αποτελεί μισθολογική παροχή,αν συμφωνήθηκε ως όρος της ατομικής συμβάσεως εργασίας .Δικαίωμα τρίτου σε περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής .Λόγοι αναιρέσεως από τους αρ 1,19 και 8β του άρθρου 559 του ΚΠΟλ Δ.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1683/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα -----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE (ΚΟΜΜΕΡΣΙΑΛ ΒΑΛΙΟΥ) ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Θεοδώρου. Του αναιρεσίβλητου: Σ. Κ. του Α., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τσεβρένη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 215/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 6120/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-3-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 23-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και ο καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Eπειδή, με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι "καθένας έχει το δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη", σκοπείται δε με αυτή η κατοχύρωση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του ανθρώπου, που αποτελεί το κύριο περιεχόμενο της αξιοπρέπειάς του και πραγματώνεται με την ελευθερία του ατόμου για την αδέσμευτη, μέσα στα όρια που ορίζονται με τη διάταξη, επιχείρηση ενεργειών που αναφέρονται στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική δραστηριότητα του (Ολ.ΑΠ 2/1997).Η με τη διάταξη αυτή καθιερούμενη προστασία της οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας δεν είναι απόλυτη και είναι δυνατόν να επιβάλλονται νομοθετικοί περιορισμοί, εφόσον αυτοί είναι αντικειμενικοί και δικαιολογούνται από λόγους γενικότερου δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος. Όρος παραδοχής των περιορισμών αυτών αποτελεί και ο υπό τούτων σεβασμός της αρχής της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή, αναγνωριζόμενη παγίως, ως ισχύουσα, από τη νομολογία των δικαστηρίων και πριν από την αναγωγή της σε ρητή συνταγματική έννοια με την αναθεώρηση του Συντάγματος από τη Ζ' Αναθεωρητική Βουλή την 18. 4.2001(άρθρο 25 παρ.1εδ.β)και κατά το χρόνο δημοσιεύσεως του ν.2830/2000 <<κώδικας συμβολαιογράφων>>, και της 74084/22-10-1996 απόφασης των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας Δικαιοσύνης και Οικονομικών, που ίσχυσε από 16-11-1996 μέχρι 15-5-2005,που επέβαλε σύμφωνα με τις παρακάτω σκέψεις εισάγει περιορισμό ατομικού δικαιώματος συνταγματικά προστατευομένου, απαιτεί όπως οι από το νομοθέτη ή τη διοίκηση επιβαλλόμενοι περιορισμοί στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων οριοθετούνται με βάση τα εννοιολογικά στοιχεία της προσφορότητας και της αναγκαιότητας του λαμβανόμενου μέτρου και της αναλογίας του προς τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό. Εξάλλου, από το άρθρο 40 παρ. 1 και 2 του ν.2830/2000 "Κώδικας συμβολαιογράφων", ο συμβολαιογράφος για κάθε πράξη που καταρτίζει και για κάθε παροχή υπηρεσίας που προσφέρει, αν σχετίζεται με την αρμοδιότητά του ή επιβάλλεται από το νόμο, όπως και για την έκδοση αντιγράφων και περιλήψεων, δικαιούται πάγια αμοιβή. Επιπλέον της αμοιβής αυτής και προκειμένου για πράξεις που το αντικείμενο τους είναι αποτιμητό σε χρήμα, δικαιούται να λάβει και αναλογική αμοιβή, που υπολογίζεται με βάση τη συνολική δηλούμενη αξία στο συμβόλαιο ή στη μεγαλύτερη αξία που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή προσωρινά ή οριστικά. Τέλη και δικαίωμα τα που εισπράχθηκαν από το συμβολαιογράφο νόμιμα κατά τη σύνταξη του συμβολαίου ουδέποτε επιστρέφονται Οι αμοιβές αυτές καθορίζονται τουλάχιστον κάθε τρία χρόνια με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας Δικαιοσύνης και Οικονομικών, μετά γνώμη της Συντονιστικής Επιτροπής Συμβολαιογραφικών Συλλόγων Ελλάδας....Ειδικοί νόμοι ή διατάγματα ή αποφάσεις που καθορίζουν μειωμένα δικαιώματα συμβολαιογράφων διατηρούνται σε ισχύ μετά τη δημοσίευση του Κώδικα, μπορούν όμως και εντός έτους από τη δημοσίευση της Συντονιστικής Επιτροπής Συμβολαιογραφικών Συλλόγων Ελλάδος προς τους αρμοδίους Υπουργούς. Τέλος, από το άρθρο 2 παρ.1εδ.ζ της 74084/22-10-1996 απόφασης των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Δικαιοσύνης και Οικονομικών, που ίσχυσε από 16-11-1996 μέχρι 15-5-2005 συνάγεται ότι κατ' εξαίρεση του ορισμού του άρθρου 1 της παρούσας τα δικαιώματα των συμβολαιογράφων επί των κατωτέρω αναφερομένων πράξεων καθορίζονται ως εξής:α)....β)...γ)...δ)....ε)....στ)....ζ) επί καταστατικών ανωνύμων εταιρειών πάγιο δικαίωμα πέντε χιλιάδες δραχμές (5.000) και αναλογικό δικαίωμα σε ποσοστό ένα και είκοσι τοις εκατό (1,20%) επί του μετοχικού κεφαλαίου μη δυναμένου να υπερβεί τις εκατό είκοσι χιλιάδες (120.000) δραχμές.. ..Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο περιορισμός της αμοιβής του συμβολαιογράφου για τα καταστατικά ανωνύμων εταιρειών με πάγιο δικαίωμα πέντε χιλιάδων δραχμών και με αναλογικό δικαίωμα σε ποσοστό ένα και είκοσι τοις εκατό (1,20%) επί του μετοχικού κεφαλαίου μη δυναμένου να υπερβεί τοις εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) δραχμές δικαιολογείται, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, είναι δε ευλόγως αναγκαίος και πρόσφορος για τη σύσταση ή τη συγχώνευση ανωνύμων εταιρειών, είτε με απορρόφηση, είτε με τη σύσταση νέας εταιρείας. Και τούτο γιατί διαφορετικά η ανωτέρω σύσταση ή συγχώνευση των ανωνύμων εταιρειών, είτε με απορρόφηση είτε με σύσταση νέας, θα είχε δυσβάστακτο κόστος και δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να πραγματοποιηθεί ο στόχος του νομοθέτη για τον περιορισμό των δαπανών για τη σύσταση και επέκταση των μεγάλων κεφαλαιουχικών εταιρειών, και ο απώτερος στόχος του που είναι η οικονομική ανάπτυξη της χώρας και η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Δεν είναι δε δυσανάλογος ο περιορισμός του δικαιώματος του συμβολαιογράφου, ιδίως ενόψει του ότι πρόκειται για περιορισμένη κατηγορία εκ των ευρείας εκτάσεως αντικειμένων της αρμοδιότητας του συμβολαιογράφου. Εντεύθεν ο προαναφερόμενος περιορισμός της αμοιβής των συμβολαιογράφων επί των καταστατικών των ανωνύμων εταιρειών, σύμφωνα με το άρθρο 40 παρ. 1,2 του ν.2830/2000 σε συνδυασμό και προς το άρθρο 2 παρ.2εδ.ζ της 74084/22-1 Ο-Ι 996 αποφάσεως των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Δικαιοσύνης και Οικονομικών, υπαγορευόμενος από γενικότερο δημόσιο συμφέρον, και μη όντας αντίθετος προς την αρχή της αναλογικότητας, αποτελεί επιτρεπτό περιορισμό της κατοχυρουμένης με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας των συμβολαιογράφων. Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 εδ.α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη εφαρμογή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με νομικές σκέψεις του τα εξής:".. .
Συνεπώς ο εν λόγω περιορισμός της αμοιβής αυτής, όπως προσδιορίζεται βάση αντικειμένων κριτηρίων κατά τον Κώδικα των δικηγόρων Συμβολαιογράφων, δεν είναι σύμφωνος και με την αρχή της αναλογικότητας ως μη αναγκαίος, απρόσφορος και δυσανάλογος, ενόψει του επιδιωκομένου σκοπού. Άλλωστε ο συμβολαιογράφος συμμετέχει στην οικονομική ζωή της χώρας, αποβλέποντας στην διευκόλυνση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, έτσι ο περιορισμός της αμοιβής του επί σύνταξης συμβολαίων συγχώνευσης εταιρειών με απορρόφηση είναι και αντίθετος με την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας...".Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως και τα εξής:"Ο ενάγων που είναι συμβολαιογράφος Αθηνών, συνέταξε εξ ολοκλήρου το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο του με το οποίο συγχωνεύθηκαν η εταιρεία COMMERCIAL UNI ON LIFE ΑΕΑΖ με την εταιρεία με την επωνυμία "ΣΚΟΠΛΑΙΦ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ" με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, η νέα δε επωνυμία αυτής είναι αυτή με την οποία ενάγεται πρώτη. Σύμφωνα με το άνω συμβόλαιο η εναγομένη με την νέα επωνυμία ως απορροφούσα εταιρεία, υποκαταστάθηκε, λόγω οιονεί καθολικής διαδοχής, σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των απορροφουμένων εταιρειών. Το συμβόλαιο αυτό καταχωρήθηκε στις ... στο μητρώο Ανωνύμων Ασφαλιστικών Εταιρειών του Υπουργείου Ανάπτυξης. Ο ενάγων κατά τη σύνταξη που εισέπραξε από τη απορροφούσα εταιρεία σαν αμοιβή το ποσό των 365.000 δραχμών ή 1071ευρώ,εκ των οποίων 120.000 δραχμές αντιστοιχούσαν στο αναλογικό δικαίωμα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση ζ' της παραγράφου 1 του άρθρου 2 της υπ'αριθμ.74084/23-10-1996 ΚΥΑ των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Δικαιοσύνης και Οικονομικών. Για την αμοιβή του αυτή εξέδωσε την με αριθμό 16/27-12-2001 διπλότυπη απόδειξη παροχής υπηρεσιών επ' ονόματι της εντολέως του ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας. Το άνω μειωμένο ποσό ζήτησε και εισέπραξε, όπως προέκυψε, από πελάτη (βλ. κατάθεση μάρτυρα του) σχετικά με το πραγματικό δικαιούμενο απ' αυτόν ποσό αμοιβής του, αφού σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω στην μείζονα σκέψη, αυτός έπρεπε να εισπράξει πλήρη αναλογικά δικαιώματα γεγονός που αγνοούσε αφού υπήρχε σχετική διχογνωμία ως προς αυτό, δε δομένου ότι επρόκειτο περί συγχωνεύσεως ανωνύμων ασφαλιστικών εταιρειών με απορρόφηση του και δεν επρόκειτο περί απλά συγχωνεύσεως αυτών με σύνταξη σχετικού καταστατικού. Δεν συνέτρεχαν δε για το άνω γεγονός γενικότεροι λόγοι δημοσίου, οικονομικού και κοινωνικού συμφέροντος, λόγω της φύσεως των εργασιών των εταιρειών αυτής (ασφαλίσεις ζωής). Πλήρη μάλιστα τα αναλογικά δικαιώματα του εισέπραξε στην ένδικη υπόθεση ο μεταγραφοφύλακας Αμαρουσίου, αλλά και άλλοι συμ/φοι σε όμοιες περιπτώσεις (βλ. σχετ. προσκομ. υπ'αριθ. ... συμβόλαια της συμ/φου Αθηνών Αδριανής Ζαφειροπούλου)....". Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου. Έτσι που έκρινε το ως άνω δικαστήριο παρεβίασε, κατά την προλεχθείσα πλειοψηφούσα άποψη, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος, εφόσον δέχθηκε ότι ο περιορισμός της αμοιβής του αναιρεσίβλητου συμβολαιογράφου στη σύνταξη του συμβολαίου συγχώνευσης με απορρόφηση, των ανωτέρω ανωνύμων εταιρειών, είναι αντίθετος με τις δια τάξεις του Συντάγματος για την ανάπτυξη της προσωπικότητας και την αρχή της αναλογικότητας, και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης ως προς το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. Κατά τη γνώμη όμως δύο μελών του δικαστηρίου αυτού και ειδικότερα των Αρεοπαγιτών Αντωνίου Αθηναίου και Σαράντη Δρινέα,ο παραπάνω λόγος αναίρεσης και κατά το εκτεθέν μέρος του, έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο περιορισμός της αμοιβής του συμβολαιογράφου σε πάγιο ποσό πέντε χιλιάδων δραχμών και σε αναλογικό δικαίωμα σε ποσοστό ένα και είκοσι τοις εκατό (1,20%) επί του μετοχικού κεφαλαίου μη δυναμένου να υπερβεί τις εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) δραχμές επί καταστατικών ανωνύμων εταιρειών, δεν δικαιολογείται από λόγους δημοσίου και κοινωνικού συμφέροντος. Αντιθέτως ο περιορισμός της αμοιβής, με την οποία προσδιορισμένη γενικώς και με βάση αντικειμενικά κριτήρια σε αναλογικό ποσοστό επί του αντικειμένου κάθε πράξεως - ο δημόσιος λειτουργός συμβολαιογράφος συμμετέχει στην οικονομική ζωή της χώρας, αποβλέπει στη διευκόλυνση της σύστασης και επέκτασης μεγάλων κεφαλαιουχικών ανωνύμων εταιρειών, που δυνητικώς κατά το οικονομικό τους συμφέρον θα αναλάμβαναν οι εταιρείες αυτές. Πλέον αυτού, ενόψει της σημασίας των δυνατοτήτων που παρέχονται στις μεγάλες κεφαλαιουχικές εταιρείες να συνιστώνται και να επεκτείνονται, το ισχύον τότε αναλογικό ποσοστό 1,20% επί του μετοχικού κεφαλαίου, χωρίς τον περιορισμό της μη υπέρβασης του ποσού των 120.000 δραχμών, αποτελεί ασήμαντο παράγοντα στις επιχειρηματικές επιλογές των ως άνω εταιρειών. Ο ως άνω δε περιορισμός της αμοιβής του συμβολαιογράφου, ενόψει και του αντικειμένου της επιχειρηματικής δραστηριότητας της αναιρεσείουσας (ασφαλίσεις ζωής), αποτελεί δυσανάλογη συμμετοχή του για την πραγματοποίηση του στόχου της δημιουργίας, δια της συστάσεως και συγχωνεύσεως, μεγάλων κεφαλαιουχικών εταιρειών.
Συνεπώς ο κατά τα ανωτέρω περιορισμός της αμοιβής του συμβολαιογράφου, προσδιοριζόμενος με βάση την προεκτεθείσα ΚΥΑ δεν είναι σύμφωνος και με την αρχή της αναλογικότητας, ως μη αναγκαίος, απρόσφορος και δυσανάλογος ενόψει του επιδιωκόμενου με αυτόν σκοπού (βλ. ΟλΑΠ 16/2003). Μετά από αυτά και σύμφωνα με τη μειοψηφούσα άποψη του παρόντος Δικαστηρίου, το Εφετείο, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν παρεβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος, τις οποίες αντιθέτως ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε Κατόπιν των ανωτέρω, αφού η απόφαση σε σχέση με τον ως άνω λόγο και κατά το λεχθέν μέρος του, λαμβάνεται με διαφορά μιας ψήφου, πρέπει να παραπεμφθεί αυτός στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου κατ' άρθρο 563 παρ.2 εδ.β Κ.Πολ.Δικ. Το Τμήμα επιφυλάσσεται να αποφασίσει για τους λοιπούς λόγους της αίτησης αναίρεσης που δεν ερευνήθηκαν, για την περίπτωση που η Ολομέλεια ήθελε απορρίψει τον παραπεμπόμενο σ' αυτήν λόγο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο αιτιολογικό πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά το εκτεθέν δεύτερο μέρος του.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διαδικασία αμοιβών για την παροχή εργασίας. Αμοιβή συμβολαιογράφου. Παραπομπή στη τακτική ολομέλεια του Αρείου Πάγου του νομικού ζητήματος αν ο περιορισμός στην αμοιβή συμβολαιογράφου που συνέταξε το συμβόλαιο για συγχώνευση ανωνύμων εταιρειών με απορόφηση αντίκειται στο Σύνταγμα ( άρθρα 5 παρ 1,25)
| null | null | 0
|
Αριθμός 1684/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα -----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ.Ψ. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μπιτσάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσειόντων: 1)Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "AUTOHELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ (HERTZ), η οποία εδρεύει στην Κηφισσιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. 2)Θ.Β. και για τον ίδιο ατομικά και ως νόμιμο εκπρόσωπο της ως άνω εταιρίας. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Συγγενιώτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η 27905/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 1766/2007 και 1379/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-7-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 1-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, όπως είναι και η ανάπτυξη από τον εργαζόμενο νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης, που είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχείρησης του εργοδότη, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια, υπηρεσιακά ή κοινωνικά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 1264/1982 "Είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση", στην οποία συμπεριλαμβάνεται η συμμετοχή σε νόμιμη απεργία, καθώς και κάθε νόμιμη δραστηριότητα που γίνεται με σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων. Για να είναι δε άκυρη κατά το ως άνω άρθρο η καταγγελία δεν απαιτείται η συνδικαλιστική δράση να αποτελεί την αποκλειστική αιτία της απόλυσης, αλλά αρκεί ότι συντέλεσε απλώς στην απόφαση για την απόλυση, με την έννοια ότι χωρίς αυτή ο εργοδότης δεν θα προέβαινε στην καταγγελία. Η για τον λόγο αυτό, όπως και η αποκλειστικά από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το πρόσωπο του μισθωτού, καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, είναι άκυρη κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, διότι υπερβαίνει προφανώς το όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη, καθώς και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του συναφούς δικαιώματος του εργοδότη. Δεν συντρέχει όμως περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει για αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 του ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε για αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 του ΑΚ. Εξάλλου, λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή προβαίνει το δικαστήριο ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Στην προκείμενη υπόθεση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Η πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, εδρεύει στην Αθήνα, και έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την εκμίσθωση αυτοκινήτων και μηχανημάτων παντός τύπου, τη συντήρηση, λειτουργία και εκμετάλλευση στόλων αυτοκινήτων, ιδιοκτησίας της εταιρίας ή τρίτων. Στα πλαίσια της δραστηριότητας αυτής διατηρεί υποκαταστήματα σε πολλές πόλεις της Ελλάδος. Κατά το έτος 2002 διατηρούσε στη Θεσσαλονίκη τρία υποκαταστήματα, το ένα στο κέντρο της πόλης (Λεωφόρου Νίκης και Βενιζέλου), το άλλο στον Εύοσμο και το τρίτο προς το αεροδρόμιο, στην οδό Γεωργικής Σχολής 130. Στις 21-06-2006, στη Θεσσαλονίκη, συνήψε, εγγράφως, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου, με την αναιρεσείουσα, σε εκτέλεση της οποίας την προσέλαβε έκτοτε ως υπάλληλο γραφείου για το υποκατάστημα της Λ.Νίκης-Βενιζέλου. Με τον 3° όρο της άνω σύμβασης, συμφωνήθηκε ότι η εργοδότρια ΑΕ εδικαιούτο να μεταθέτει την αναιρεσείουσα από μία θέση σε άλλη, είτε σε άλλα γραφεία της στην ίδια πόλη, ανάλογα με τις εκάστοτε λειτουργικές ανάγκες της, χωρίς αυτό να συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας. Η αναιρεσείουσα απασχολήθηκε με την εν λόγω ιδιότητά της, παρέχοντας εργασία σχετική με τις κρατήσεις και εκμισθώσεις αυτοκινήτων, την παράδοση, παραλαβή και τον καθαρισμό των αυτοκινήτων, έως 08-10-2004. Εργαζόταν επί εξαήμερο κάθε εβδομάδα, με εναλλασσόμενο κάθε εβδομάδα ημερήσιο ωράριο, από 08.00' έως 15.00' ώρας ή από 14.00' έως 21.00' ώρας, αντίστοιχα. Με το ίδιο ημερήσιο ωράριο εργάζονταν και οι υπόλοιποι στο άνω υποκατάστημα υπάλληλοι Ε.Χ., Κ..Ι και Π.Γ., όπως και η Δ.Τ., στο υποκατάστημα Εύοσμου. Κατά το φθινόπωρο του 2004, η αναιρεσείουσα ζήτησε και έλαβε από την αναιρεσίβλητη κανονική άδεια αναψυχής ένδεκα ημερών, από 20-09-2004 (Δευτέρα) έως 04-10-2004 (Παρασκευή). Όταν επέστρεψε από την άδεια της, διαπίστωσε ότι κατά το Πρόγραμμα εργασίας των υπαλλήλων του άνω υποκαταστήματος, που είχε εκδοθεί για τον μήνα Οκτώβριο, μετά από συνεννόηση και με τους εργαζομένους, ώστε να μην υπάρχουν παράπονα και ευνοείται κάποιος σε βάρος άλλου, έπρεπε να εργασθεί το Σάββατο της 09-10-2004, από 14.00' έως 21.00' ώρας. Όμως, η αναιρεσείουσα την ημέρα αυτή ήθελε να βρίσκεται στην Αθήνα, για να συμμετάσχει σε πανελλαδικό συλλαλητήριο του Κ.Κ.Ε. Γι' αυτό ζήτησε από τον Π.Γ., υπεύθυνο του γραφείου που εργαζόταν, άδεια χωρίς αποδοχές για την ημέρα εκείνη. Ο Γ. δεν έφερε αντίρρηση εφόσον αυτή έβρισκε άλλη υπάλληλο να την αντικαταστήσει το Σάββατο. Η αναιρεσείουσα απευθύνθηκε στις συναδέλφους της Ε.Χ., Κ.Ι., που εργάζονταν στο υποκατάστημα της Λ.Νίκης-Βενιζέλου, αλλά καμία απ' αυτές δεν θέλησε να εργασθεί Σάββατο στη θέση της. Η αναιρεσείουσα επέμεινε να τις πιέζει να δεχθούν, αλλά αυτές ήταν ανένδοτες, γιατί είχαν ανειλημμένες υποχρεώσεις. Κατόπιν, η αναιρεσείουσα απευθύνθηκε στη Δ.Τ., που εργαζόταν στο υποκατάστημα Εύοσμου και πρόσφερε εκεί την ίδια εργασία που πρόσφερε η αναιρεσείουσα στη Λ.Νίκης. Η Τ., που το Σάββατο της 09-10-2004 ήταν προγραμματισμένο να εργασθεί στο υποκατάστημα Εύοσμου από 08.00' έως 15.00' ώρας, προσφέρθηκε να αντικαταστήσει την αναιρεσείουσα στην απογευματινή της βάρδια (14.00'-21.00'), αλλά ο υπεύθυνος του γραφείου της Λ.Νίκης (Γ.) δεν δέχθηκε την αλλαγή αυτή, διότι η Τ. θα έπρεπε να εργαστεί εκείνη την ημέρα (Σάββατο) από τις 8 το πρωί έως τις 9 το βράδυ, με μία ώρα το μεσημέρι (2μμ-3μμ) μη καλυπτόμενη, αφού η Τ. τελείωνε την εργασία της στον Εύοσμο στις 3 το μεσημέρι, ενώ θα έπρεπε να καλύψει την αναιρεσείουσα στο γραφείο της Λ. Νίκης από τις 2 το μεσημέρι. Η τελευταία απευθύνθηκε κατόπιν στον Μ.Κ., Υπεύθυνο Διευθυντή όλων των υποκαταστημάτων της Θεσσαλονίκης, ζητώντας την ίδια εξυπηρέτηση, αλλά και αυτός αρνήθηκε να της χορηγήσει άδεια απουσίας για το Σάββατο της 09-10-2004, κρίνοντας ότι η Τ. δεν μπορούσε, εργαζόμενη από το πρωί (ώρα 8.00) έως το βράδυ (21.00') της ημέρας εκείνης, να αντικαταστήσει την αναιρεσείουσα στη βάρδια της, διότι θα επηρεαζόταν άμεσα και αρνητικά ο ρυθμός της εκτελούμενης εργασίας στο υποκατάστημα της Λ. Νίκης. Το επίδικο διάστημα, συνεχίζει το Εφετείο, η αναιρεσείουσα ασχολείτο με τον συνδικαλισμό. Ήταν μέλος στο επαγγελματικό "Σωματείο Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ν. Θεσσαλονίκης", όπως άλλωστε και η συνάδελφος της Κ.Ι., που ψήφισε κατά τις εκλογές της 29-09-2003 για την ανάδειξη ΔΣ στο άνω σωματείο. Υπέβαλε, μάλιστα, και υποψηφιότητα για μέλος του ΔΣ του σωματείου αυτού, στις αρχαιρεσίες της 2-10-2001 και της 29-10-2003 και εξελέγη αναπληρωματικό μέλος. Ως συνδικαλίστρια ενημέρωνε τους συναδέλφους της για όλα τα εργασιακά θέματα που τους αφορούσαν. Έπαιρνε μέρος σε απεργίες, συλλαλητήρια και κινητοποιήσεις, που γίνονταν με σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων και δικαιωμάτων των εργαζομένων. Όμως εντός του εργα-σιακού της χώρου ουδέποτε, ένεκα της συνδικαλιστικής της αυτής δράσης, δημιούργησε οποιοδήποτε πρόβλημα, γι αυτό και οι υπεύθυνοι του υποκαταστήματος στο οποίο εργαζόταν δεν της δημιούργησαν ποτέ προσκόμματα στην ενάσκηση της συνδικαλιστικής της δράσης. Άλλωστε, ήταν τόσο αρμονική η εργασιακή σχέση της αναιρεσείουσας και των συναδέλφων της, μετά των εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης, που δεν χρειάστηκε ποτέ η αναιρεσείουσα να διαμαρτυρηθεί στην τελευταία, προφορικά ή γραπτά για οποιοδήποτε εργασιακό θέμα. Μικροπρόβλημα δημιουργήθηκε μόνο κατά το Μάρτιο του 2003, όταν η αναιρεσίβλητη μετακίνησε την αναιρεσείουσα, όπως είχε δικαίωμα από τον 3° όρο της σύμβασης εργασίας, για ένα μήνα στο υποκατάστημα της Γ. Σχολής, για να προσφέρει εκεί τις υπηρεσίες της, χωρίς όμως η αναιρεσείουσα να προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας. Την εκεί μετακίνησή της επέβαλαν οι λειτουργικές ανάγκες του υποκαταστήματος αυτού και κανένας άλλος λόγος. Γι' αυτό και μετά την επάνοδό της στο υποκατάστημα της Λ.Νίκης, η εργασιακή σχέση εξελίχθηκε ομαλά. Μετά την άρνηση του ενταύθα εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης να χορηγήσει, κατά τα προαναφερθέντα, στην αναιρεσείουσα άδεια χωρίς αποδοχές για το Σάββατο της 9ης Οκτωβρίου 2004, η τελευταία άλλαξε συμπεριφορά εντός του εργασιακού της χώρου απέναντι στις συναδέλφους της Ε.Χ., Κ.Ι., αλλά και Π.Γ., που είχαν αρνηθεί να την αντικαταστήσουν. Έγινε για πρώτη φορά απέναντί τους εριστική και απότομη, δημιουργώντας εντάσεις και προστριβές, από τις οποίες, κατά τη χαρακτηριστική κατάθεση της κ. Ι. "δεν αντέχαμε άλλο". Για να μην προκληθεί περαιτέρω διατάραξη της εργασιακής ειρήνης και κλονισμός του κλίματος εμπιστοσύνης που μέχρι τότε υπήρχε, η αναιρεσίβλητη αποφάσισε να καταγγείλει, στις 08.10.2004, τη σύμβαση εργασίας της αναιρεσείουσας. Από τα παραπάνω προκύψαντα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας στις 08-10-2007, όχι από εμπάθεια και μίσος κατ' αυτής συνεπεία της συνδικαλιστικής της δράσης, αλλά λόγω των εντάσεων και προστριβών που αυτή προκάλεσε, κατά τα ανωτέρω, σε βάρος των άνω συναδέλφων της, που αρνήθηκαν να την αντικαταστήσουν στην εργασία της κατά το Σάββατο της 09-10-2004 και προς αποκατάσταση του διαταραχθέντος, εξαιτίας της, κλίματος εργασιακής ειρήνης στον χώρο εργασίας και κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των εργαζομένων στον ίδιο χώρο.
Συνεπώς, κατέληξε το Εφετείο, η καταγγελία της εν λόγω σύμβασης εργασίας δεν είναι καταχρηστική, δηλαδή δεν έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, και αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί αντιθέτως, απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφές, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, καθόσον, με βάση τις παραδοχές του, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας δεν έπασχε οποιαδήποτε ακυρότητα, διότι δεν έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος, δηλαδή για λόγους εκδίκηση ή εξ αιτίας εχθρότητας προς την αναιρεσείουσα λόγω της συνδικαλιστικής της δράσης. Οι αιτιολογίες δε που έχει διαλάβει στην απόφασή του αναφορικά με το ότι η απόλυση της αναιρεσείουσας δεν έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος είναι πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή του άρθρου 281 του ΑΚ. Σημειωτέον ότι δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών αφενός ότι η σχέση εργασίας της αναιρεσείουσας ήταν αρμονική με τους συναδέλφους της και τον εκπρόσωπο της εργοδότριας εταιρείας και μετά την επάνοδό της στο υποκατάστημα της Λεωφόρου Νίκης η εργασιακή σχέση εξελίχθηκε ομαλά και αφετέρου ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας λόγω εντάσεων και προστριβών που αυτή προκάλεσε σε βάρος των συναδέλφων της που αρνήθηκαν να την αντικαταστήσουν και ότι προς αποκατάσταση του διαταραχθέντος εξ αιτίας της κλίματος εργασιακής ειρήνης, καθόσον η πρώτη παραδοχή αναφέρεται στην κατά το μήνα Μάρτιο του 2003 μετακίνησή της για ένα μήνα στο υποκατάστημα της Γεωργικής Σχολής και στην επάνοδό της, μετά την πάροδο του μηνός, στο υποκατάστημα της Λεωφόρου Νίκης, ενώ η δεύτερη παραδοχή αναφέρεται στην εργασιακή κατάσταση που δημιουργήθηκε τις τελευταίες πριν από την απόλυσή της ημέρες (στην απόφαση μάλιστα αναφέρεται επί λέξει και ότι "(η αναιρεσείουσα) έγινε για πρώτη φορά απέναντι των (συναδέλφων της) εριστική και απότομη, δημιουργώντας ένταση και προστριβές από τις οποίες, κατά την χαρακτηριστική κατάθεση της κ.Ι. "δεν αντέχαμε άλλο"). Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών περιστατικών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωρίς την αξιολόγηση του καθενός από αυτά ούτε να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία από το περιεχόμενο της απόφασης ότι δια της συνήθως γενικής αναγραφής του είδους των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) συνεκτιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του κρίσιμα έγγραφα που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει η αναιρεσείουσα, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αναφορικά με την καταχρηστικότητα της καταγγελίας της συμβάσεώς της και δη α) την από 16.12.2004 επιστολή - απάντηση της Γεν. Διευθύντριας της αναιρεσίβλητης εταιρείας προς την Επιθεώρηση Εργασίας, β) τα προγράμματα ωρών εργασίας του μηνός Οκτωβρίου 2004 (αρχικό και τροποποιημένο) και γ) το 332/ 12.10.2004 Δελτίο Εργατικής Διαφοράς του Τμήματος Κοινωνικής Επιθεώρησης Κεντρικού Τομέα Θεσσαλονίκης, από τα οποία έγγραφα προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας οφείλεται στη συνδικαλιστική της δράση και όχι σε διαταραχή των εργασιακών σχέσεων εξ αιτίας εχθρικής συμπεριφοράς προς τους συναδέλφους της. Από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα πιο πάνω έγγραφα και συνεκτίμησε αυτά με τις λοιπές αποδείξεις για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-7-2009 αίτηση της Μ.Ψ. για αναίρεση της 1379/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταγγελία συμβάσεως εργασίας. Αναιτιώδης.Πότε καταχρηστική για λόγους εκδικήσεως.Λόγοι αναιρέσεως από τους αρ 19 και 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1686/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα -----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ.Φ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ταρσίτσα Καλιμπάκα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Χ.Ν. και Σια Ο.Ε" και διακριτικό τίτλο "..." (), η οποία εδρεύει ...και εκπροσωπείται νόμιμα. 2)Ν.Χ. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Μαλαμή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθ. 35869/16-9-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η 15470/ 2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 976/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από13-10-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 1-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 534 του ιδίου Κώδικα, εάν το αιτιολογικό της εκκαλουμένης αποφάσεως που έχει προσβληθεί με έφεση κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό ορθό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντικαθιστά τις αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση, κατά δε το άρθρο 536 το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση, χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση. Η τελευταία διάταξη δεν εφαρμόζεται όταν το δικαστήριο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης δικάζει την υπόθεση κατ' ουσίαν. Από τον συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι το Εφετείο κρίνει αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ορθά ή όχι με βάση τα παράπονα που περιλαμβάνονται στην έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Εάν η αγωγή απορρίφθηκε με την πρωτοβάθμια απόφαση κατ' ουσίαν, ολικά ή μερικά, και ο ενάγων με την έφεσή του παραπονείται για την απόρριψή της, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον κρίνει ορθό το διατακτικό της αποφάσεως αλλά εσφαλμένο το αιτιολογικό της, μπορεί, εφόσον δεν χειροτερεύει η θέση του εκκαλούντος, να απορρίψει ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την έφεση και να επικυρώσει την πρωτόδικη απόφαση που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, αντικαθιστώντας τις εσφαλμένες αιτιολογίες με νέες ορθές αιτιολογίες, αναφερόμενες στην ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής, εφόσον οι νέες αιτιολογίες δεν έχουν τον χαρακτήρα νέων οριστικών διατάξεων, δηλαδή νέου διατακτικού, το οποίο δεν επιτρέπεται να μεταβληθεί χωρίς να ασκηθεί έφεση ή αντέφεση από τον εφεσίβλητο. Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 648, 653, 659 του ΑΚ, 4 και 5 του Ν.2874/2000, Ι του Ν.1082/1980 σε συνδυασμό με την 19040/1981 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 5 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, 3 παρ. 16 του ΝΔ 4504/1966, Ι επ. του Ν.2112/1920 και 5 παρ.3 του Ν.3198/ 1955, στοιχεία της αγωγής με την οποία ζητούνται από τον εργαζόμενο δεδουλευμένοι μισθοί, αποζημίωση αδείας και επιδόματος αδείας, επιδόματα εορτών, αποζημίωση για υπερωριακή απασχόληση και αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, είναι η ύπαρξη σχέσεως εργασίας μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου. Από τον συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων προκύπτει ότι αν απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο η αγωγή του εργαζομένου περί επιδικάσεως των πιο πάνω αξιώσεων ως ουσία αβάσιμη, για τον λόγο ότι (παρότι αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι συνδέονται με σύμβαση εργασίας και ότι ο εναγόμενος όφειλε δεδουλευμένες αποδοχές του επίδικου χρονικού διαστήματος, επιδόματα εορτών και αδείας, αποδοχές αδείας, αποζημίωση για υπερωριακή απασχόληση και αποζημίωση απόλυσης) δεν κατέστη εφικτός ο υπολογισμός των επίδικων αξιώσεων, διότι δεν αποδείχθηκε το ύψος των μηνιαίων αποδοχών, που είχαν συμφωνηθεί σε ποσοστό επί των κερδών, με βάση τις οποίες θα γινόταν ο υπολογισμός και κατά της πρωτόδικης απόφασης και ασκήσει έφεση ο ενάγων, το Εφετείο, χωρίς προηγούμενη άσκηση εφέσεως ή αντεφέσεως από τον εναγόμενο και χωρίς να εξαφανίσει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή της εφέσεως, δεν έχει την εξουσία, μεταβάλλοντας την αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης, να απορρίψει την έφεση επί των λόγω ότι ο ενάγων δεν είχε συνάψει σύμβαση εργασίας με την εναγομένη αλλά είχαν συστήσει αφανή εταιρεία και ως εκ τούτου δεν οφείλονται οι ερειδόμενες σε σχέση εργασίας ένδικες αξιώσεις, διότι η αλλαγή των αιτιολογιών της μεταβάλλει το αντικείμενο του δεδικασμένου της εκκαλούμενης απόφασης και κάνει χειρότερη τη θέση του ενάγοντος. Αν παρά ταύτα πράξει αυτό καθιστά την απόφασή του αναιρετέα, κατ' άρθρο. 559 αριθ. 8β ΚΠολΔ, διότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 261 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε την 1.10.2003 από την πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, της οποίας ομόρρυθμο μέλος και νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου και απασχολήθηκε στην επιχείρηση παροχής υπηρεσιών εκμάθησης τεχνολογικών εφαρμογών αιχμής και ηλεκτρονικών υπολογιστών, που η ανωτέρω εταιρεία διατηρεί στη Θεσσαλονίκη, ως διευθυντής με καθαρό συμφωνημένο μισθό 700 ευρώ μηνιαίως, μέχρι τη 17.3.2005, που η εργοδότρια κατήγγειλε σιωπηρά τη σύμβαση. Ζητούσε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος 1.10.2003 έως 17.3.2005, καθώς και τα αναλογούντα επιδόματα εορτών και αδείας, αποδοχές αδείας, αποζημίωση λόγω υπερωριακής απασχόλησης και αποζημίωσης απόλυσης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δεχόμενο ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, πλην όμως δεν αποδείχθηκε το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος, που είχαν συμφωνηθεί σε ποσοστό επί των κερδών και όχι στο ποσό των 700 ευρώ μηνιαίως και ως εκ τούτου δεν ήταν εφικτός ο υπολογισμός των ένδικων αξιώσεων, τις οποίες πράγματι όφειλαν οι εναγόμενοι. Το Εφετείο, δικάζοντας την έφεση με την οποία ο ενάγων παραπονείτο για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων κατά το μέρος που η πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε ότι οι αποδοχές του είχαν συμφωνηθεί σε ποσοστό επί των κερδών αντί του ποσού των 700 ευρώ, που επικαλείτο με την αγωγή του, απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση αντικαθιστώντας την παραπάνω αιτιολογία της με τη νέα αιτιολογία ότι μεταξύ ενάγοντος και εναγομένης είχε συσταθεί αφανής εταιρεία με αφανή εταίρο τον ενάγοντα και όχι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και η αγωγή, που στηριζόταν στις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ήταν απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με το να δεχθεί τα ανωτέρω το Εφετείο, το οποίο, χωρίς να ασκήσουν οι αναιρεσίβλητοι, ως εφεσίβλητοι, ίδια έφεση ή αντέφεση και πριν από την εξαφάνιση της εφέσεως αντικατέστησε την αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης με άλλη, που χειροτερεύει τη θέση του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν είχαν προταθεί από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα ως εκκαλούντα, δηλαδή ανύπαρκτη έφεση από την πλευρά των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, οι ενιαίως εκτιμώμενοι λόγοι αναιρέσεως από τον αρ. 8β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραπάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμοι. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 § 3 του ΚΠολΔ) προς περαιτέρω εκδίκαση και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατ' άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 976/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως. Απόρριψη αγωγής από πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ΄ουσίαν. Έφεση ενάγοντος. Αντικατάσταση αιτολογιών από δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον δεν χειροτερεύει η θέση του εκκαλούντος ( άρθρ 534 και 536 του ΚΠΟλΔ), άλλως αναιρετικός λόγος από το άρθρ 559 αρ 8 του ΚΠολΔ .
| null | null | 0
|
Αριθμός 1669/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαου Κωνσταντόπουλου, Παναγιώτη Ρουμπή και Ιωάννη Γιαννακόπουλου-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 και 19 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση
του εκκαλούντος Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με εκζητουμένο τον Χ, Τούρκου υπηκόου, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ιωάννα Κούρτοβικ και Σπυρίδωνα Φυτράκη, κατά της υπ'αριθμ. 65/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε κατά της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Τουρκίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 156/31-7-2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Γεωργίας Αράπω και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1200/2009. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να μην γίνει δεκτή η έφεση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται για κατ` ουσία κρίση η με αριθμ. εκθ. 156/31-7-2009 έφεση του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών κατά της με αριθμ. 65/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της μη εκδόσεως στις Τουρκικές Αρχές του εκζητούμενου Χ Τούρκου υπηκόου. Η έκδοση ζητήθηκε με 1) το 1999/3-67 αίτημα του Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Uskudar, για να εκτίσει υπόλοιπο ποινής φυλακίσεως οκτώ(8) μηνών και δεκαέξι (16) ημερών για την πράξη της παραβάσεως του άρθρου 145/1 του ΤουρκΠΚ, 2) το 2004/453 αίτημα του Προϊσταμένου της Εισαγγελίας της Άγκυρας και 3) το 2007/56 από 3-4-2009 αίτημα του Προϊσταμένου της Εισαγγελίας της Κωνσταντινουπόλεως (INSTABUL), για να συνεχισθεί η ανάκριση και να ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για συμμετοχή στην ηγεσία της ένοπλης τρομοκρατικής οργάνωσης DHKP/C (Επαναστατικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Κόμμα/Μέτωπο). Η έφεση έγινε τυπικά δεκτή με την υπ` αριθ. 1810/2009 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής αποφάσεως επ` αυτής και ζητήθηκαν συμπληρωματικές πληροφορίες από το εκζητούν Κράτος. Με την ίδια απόφαση τάχθηκε προθεσμία τριών (3) μηνών από τη δημοσίευσή της για την παροχή των πληροφοριών. Στη συνέχεια, επειδή τα στοιχεία που ζητήθηκαν δεν περιήλθαν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μέχρι τις 18.12.2009, παρότι, δηλαδή, παρήλθε η τρίμηνη προθεσμία, το Δικαστήριο αυτό, με την υπ` αριθ. 327/2010 απόφασή του, ανέβαλε και πάλι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της κρινόμενης εφέσεως και έταξε (νέα) προθεσμία δύο (2) μηνών από τη δημοσίευσή της, προκειμένου οι αρμόδιες Αρχές του εκζητούντος Κράτους της Τουρκίας να παράσχουν τις πρόσθετες πληροφορίες και στοιχεία που είχαν ζητηθεί.
Κατά το άρθρο 436 του ΚΠοινΔ, αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της εκδόσεως αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων (άρθρ. 437 - 456 ΚΠοινΔ), οι οποίες εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία που δεν προβλέπει η σύμβαση. Η από 13-12-1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, που υπογράφηκε στο ..., κυρώθηκε από την Ελλάδα στις 6-5-1961 με το νόμο 4165/1961 και από την Δημοκρατία της Τουρκίας. Κατά το άρθρο 13 της Συμβάσεως, εάν οι υπό του αιτούντος Κράτους κοινοποιηθείσες πληροφορίες αποδεικνύονται ανεπαρκείς για τη λήψη αποφάσεως υπό του Κράτους από το οποίο ζητείται η έκδοση, το τελευταίο θα ζητήσει τις αναγκαιούσες συμπληρωματικές πληροφορίες, δυνάμενο να καθορίσει και προθεσμία για την λήψη τους. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 444 ΚΠοινΔ, η οποία συμπορεύεται με την ανωτέρω διάταξη της ΕυρΣυμβΕκδ., "όταν υπάρχουν αμφιβολίες για την δυνατότητα να γίνει η έκδοση κατά τα άρθρα 437 και 438, ζητούνται επεξηγήσεις από το κράτος που κάνει την αίτηση για την έκδοση. Η έκδοση δεν μπορεί να διαταχθεί παρά μόνο όταν οι επεξηγήσεις είναι τέτοιου βαθμού ώστε να διαλύουν τις αμφιβολίες που έχουν γεννηθεί".
Στην προκειμένη περίπτωση, με το υπ' αριθ. 1999/3-67 αίτημα του Προϊσταμένου της Εισαγγελίας του Uskudar ζητείται από τις Τουρκικές Αρχές η έκδοση του ανωτέρω Τούρκου υπηκόου, προκειμένου να εκτίσει υπόλοιπο ποινής που του έχει επιβληθεί με την πιο κάτω απόφαση και το οποίο (υπόλοιπο) συνίσταται σε 8 μήνες και 16 ημέρες. Επί του αιτήματος αυτού, το εκζητούν Κράτος της Τουρκίας, σε εκτέλεση του διατακτικού της υπ` αριθ. 1810/2009 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου, παρέσχε συμπληρωματικές πληροφορίες, με το από 18.12.2009 έγγραφο της Γενικής Εισαγγελίας της Δημοκρατίας Uskudar, το οποίο διαβιβάσθηκε με το υπ` αριθ. πρωτ. 19028 ΦΕΑ 1253 από 19.2.2010 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στο έγγραφο αυτό, ναι μεν αναφέρεται ότι ο εκζητούμενος θα αποφυλακισθεί ύστερα από 8 μήνες και 16 ημέρες από την ημερομηνία της φυλακίσεώς του και ότι, σε περίπτωση εκδόσεως, θα εκτελεστεί μόνο η ποινή αυτή, ενώ ποινή 11 ετών και 44 μηνών που του επιβλήθηκε για άλλα εγκλήματα που διέπραξε κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Φυλακή έχει παραγραφεί, γιατί ο χρόνος διαγραφής, που είναι 10 έτη από τις 28.5.1990 που δραπέτευσε, έχει συμπληρωθεί. Όμως, στη συνέχεια, αναγράφεται ότι "σε περίπτωση που θα γίνει δεκτό ότι δεν συμπληρώθηκαν οι χρόνοι παραγραφής, αν αθροισθεί και με την ποινή βεβαρημένης ισόβιας κάθειρξης, δεν θα αλλάξει ο χρόνος της έμπρακτης παραμονής στη φυλακή, μόνο δε ένα μέρος της ποινής θα εκτελεστεί ως ποινή απομονωτηρίου". Από το περιεχόμενο και του νέου αυτού εγγράφου δημιουργείται ασάφεια ως προς το ακριβές υπόλοιπο της ποινής που απομένει να εκτίσει ο εκζητούμενος, αφού η τελευταία ως άνω φράση περί μη συμπληρώσεως των χρόνων παραγραφής είναι αντιφατική με το αμέσως παραπάνω αναφερόμενο για τη διαγραφή της ποινής των 11 ετών και 44 μηνών. Ακόμη, δεν επεξηγείται η έννοια της "βεβαρημένης" ισόβιας κάθειρξης, δεδομένου ότι δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος στο ελληνικό ποινικό δίκαιο, και δεν διευκρινίζεται ποιο είναι το μέρος της ποινής του εκζητουμένου που θα εκτελεστεί ως ποινή απομονωτηρίου. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 της από 13.12.1957 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως, που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 4165/1961, προκύπτει ότι η αίτηση εκδόσεως πρέπει να συνοδεύεται από: α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο είτε εκτελεστής καταδικαστικής απόφασης είτε εντάλματος συλλήψεως ή άλλης πράξεως που έχει την ίδια ισχύ, β) έκθεση των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και χρόνου διαπράξεως αυτών, του χαρακτηρισμού των πράξεων και αναφοράς στις νομοθετικές διατάξεις που εφαρμόζονται και γ) αντίγραφο του κειμένου των διατάξεων που προβλέπουν τις αξιόποινες πράξεις και κάθε άλλη πληροφορία για τον χαρακτηρισμό και την ταυτότητα του εκζητουμένου. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι δεν απαιτείται να επισυνάπτονται στην αίτηση για την έκδοση και τα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτουν ενδείξεις ενοχής του εκζητουμένου. Ωστόσο είναι επιβεβλημένο, τα εγκλήματα για τα οποία ζητείται η έκδοση να καθορίζονται σαφώς και με συγκεκριμένο τρόπο στην αίτηση του αιτούντος μέρους και στην αντίστοιχη διωκτική πράξη (ένταλμα συλλήψεως ή εκτελεστή καταδικαστική απόφαση). Ειδικότερα, απαιτείται περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως του εγκλήματος αυτού, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τελέσεως, καθώς και η μορφή της συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη. Τούτο ενισχύεται και από την καθιερούμενη με τις διατάξεις των άρθρων 12 και 14 της ανωτέρω συμβάσεως, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 443 και 450 του ΚΠοινΔ, αρχή της ειδικότητας, σύμφωνα με την οποία η έκδοση γίνεται για έγκλημα ειδικώς οριζόμενο τόσο στην αίτηση όσο στην πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης που διατάσσει την έκδοση και όχι για μια άλλη πράξη, δηλαδή για άλλη πράξη διαφορετική απ' αυτήν που αναφέρεται στην αίτηση κατά τα συγκροτούντα την υπόσταση αυτής στοιχεία. Με την αρχή της ειδικότητας, που θεωρείται γενικά αναγνωρισμένος κανόνας του διεθνούς δικαίου και εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση εκδόσεως, περιορίζεται η κυριαρχική εξουσία του εκζητήσαντος κράτους και ειδικότερα το κράτος που ζητεί την έκδοση δεν μπορεί να διώξει τον εκζητούμενο για πράξεις προγενέστερες της παραδόσεως, άλλες από εκείνες για τις οποίες χορηγήθηκε η έκδοση, πλην ορισμένων εξαιρέσεων. Η αρχή της ειδικότητας θεμελιώνεται στην κυριαρχία του εκδίδοντος κράτους και συνδέεται με το συμφέρον του να μη διωχθεί το εκδιδόμενο πρόσωπο για πολιτικούς σκοπούς, επιδιώκει δηλαδή να αποκλείσει το ενδεχόμενο να τιμωρηθεί ο εκζητούμενος και για πολιτικά εγκλήματα. Αν το εκζητούν κράτος μπορούσε να διώξει τον εκδοθέντα και για πράξεις άλλες από εκείνες για τις οποίες εκδόθηκε, η καταστρατήγηση των περιορισμών της εκδόσεως και κυρίως της μη διώξεως για πολιτικά εγκλήματα θα ήταν ευχερής. Έτσι, εφόσον η έκδοση συντελείται σε εκτέλεση μιας συμφωνίας μεταξύ δύο τουλάχιστον κρατών, δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα πέραν εκείνων που έχουν συμφωνηθεί. Αλλά και πέραν αυτού η αρχή της ειδικότητας εξασφαλίζει την ορθή εφαρμογή των αρχών της διπλής εγκληματικότητας και της αμοιβαιότητας, σύμφωνα με τις οποίες η έκδοση επιτρέπεται μόνο για εκείνες τις πράξεις που είναι αξιόποινες και κατά το δίκαιο του εκδίδοντος κράτους. Διότι αλλιώς, αν δηλαδή το κράτος που πέτυχε την έκδοση μπορούσε να δικάζει ανεξέλεγκτα και για πράξεις μη καλυπτόμενες από την τελευταία, οι ανωτέρω αρχές θα μπορούσαν ευχερώς να περιγραφούν και να καταστούν γράμμα κενό περιεχομένου. Εξάλλου, η υποχρέωση για εξειδίκευση, συγκεκριμενοποίηση και ακριβή καθορισμό της διωκόμενης πράξεως για την έκδοση θεμελιώνεται και από τις αυξημένης τυπικής ισχύος και έχουσες υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) και ειδικότερα με το άρθρο 6 παρ. 3 αυτής (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και ειδικότερα δικαίωμα του κατηγορουμένου να πληροφορηθεί με λεπτομέρεια την φύση και τον λόγο της εναντίον του κατηγορίας), καθώς και του άρθρου 14 παρ. 3 περ. α' του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που υιοθετήθηκε από την Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη στις 16-12-1966 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2462/1997. Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί ότι τα κράτη που έχουν κυρώσει τα ως άνω κείμενα, στο μέτρο που αυτοπεριορίζονται στην ποινική τους εξουσία, υποχρεούνται όχι μόνο να μην αγνοούν, αλλά και να εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές. Στην προκειμένη περίπτωση, ζητείται από τις Τουρκικές Αρχές η έκδοση του ως άνω εκζητουμένου και με τα εξής δύο αιτήματα: Α) το υπ' αριθ. 2004/453 από 8-4-2009 αίτημα του Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Άγκυρας. Το ως άνω αίτημα υποβλήθηκε μετά την έκδοση του υπ' αριθ. 2009/336 D. IS εντάλματος σύλληψης από τον Πρόεδρο του 11ου Ανωτάτου Ποινικού Δικαστηρίου της Άγκυρας. Στα σχετικά έγγραφα αναφέρονται, εκτός των άλλων, και τα εξής "... Ημερομηνία αδικήματος: Από το 1987. Πράξεις που προσάπτονται στον ύποπτο: Λόγω του ότι η ένοπλη τρομοκρατική οργάνωση DHKP/C (Επαναστατικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Κόμμα/ Μέτωπο), της οποίας ο ύποπτος είναι μέλος, έχει ως σκοπό να χαλάσει την υπάρχουσα συνταγματική τάξη και αντί αυτού να ιδρύσει μία κομμουνιστική τάξη βασισμένη στις Μαρξιστικές-Λενινιστικές αρχές, έκανε την πρώτη της ενέργεια στις 20-9-1994 και έκτοτε συνεχίζει τις αιματηρές της δράσεις ... και έχει προκαλέσει τον θάνατο πολλών πολιτών και ανδρών της ασφαλείας σε αυτές τις επιθέσεις αυτοκτονίας. Εν κατακλείδι, η τρομοκρατική οργάνωση με το όνομα DHKP/C (Επαναστατικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Κόμμα/Μέτωπο), που ιδρύθηκε το 1978 και με την χρήση εξαναγκασμού και βίας έχει ως σκοπό να άρει την τάξη που προβλέπει το Σύνταγμα της Τουρκικής Δημοκρατίας ή να ιδρύσει μια άλλη τάξη αντί αυτής ή να εμποδίσει την έμπρακτη εφαρμογή αυτής της τάξης, και προς τούτον τον σκοπό η σχισματική τρομοκρατική οργάνωση έχει διοργανώσει πάρα πολλές ένοπλες και προπαγανδιστικές πράξεις και έχει προκαλέσει τον θάνατο και τον τραυματισμό πάρα πολλών πολιτών μας. Ο ύποπτος Χ ήταν μέλος της τρομοκρατικής οργάνωσης DHKP/C (Επαναστατικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Κόμμα/ Μέτωπο), της οποίας ο σκοπός και η στρατηγική περιγράφονται παραπάνω, και σύμφωνα με τις καταθέσεις των συλληφθέντων υπόπτων ... Το αδίκημα που προσάπτεται στον ύποπτο κατά την ημερομηνία του αδικήματος είναι το αδίκημα της απόπειρας άρσης της τάξης που προβλέπει το Σύνταγμα της Τουρκικής Δημοκρατίας ή την δημιουργία μιας άλλης τάξης αντί αυτής ή της παρεμπόδισης της έμπρακτης εφαρμογής αυτής της τάξης με την χρήση του εξαναγκασμού και της βίας και τα άρθρα του νόμου που "ενδέχεται να εφαρμοστούν" είναι το άρθρο 146/1 του Τουρκικού Ποινικού Κώδικα υπ' αριθ. 765 και το άρθρο 309 του Τουρκικού Ποινικού Κώδικα υπ' αριθ. 5237 ... Τόπος του Εγκλήματος: Διάφοροι νομοί της Τουρκίας, όπου η τρομοκρατική οργάνωση DHKP/C (Επαναστατικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Κόμμα/ Μέτωπο), στην διοίκηση της οποίας ήταν ο ύποπτος, από τη σύστασή της έως και τώρα πραγματοποιούσε τις δράσεις της ... Για τον ύποπτο Χ διενεργείται ανάκριση από την Εισαγγελία μας με αριθμό 2004/453 για τα αδικήματα της διατέλεσης διοικητή του παράνομου Επαναστατικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Κόμματος/Μετώπου (DHKP/C) και παραβίασης του Συντάγματος ... Ο ύποπτος Χ είναι από τους διοικητές του Επαναστατικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Κόμματος/ Μετώπου (DHKP/C) και στην περίπτωση που εκδοθεί στην Τουρκία πρέπει να γίνει ανάκριση βάσει των συνημμένων "πιθανών άρθρων που θα εφαρμοστούν" και να ασκηθεί δημόσια αγωγή εναντίον του. Επειδή τα αδικήματα διοίκησης οργάνωσης είναι από τα αδικήματα που παρατείνονται, οι δραστηριότητες του υπόπτου, από τη χρονολογία που ξεκίνησε τη σχέση του με την οργάνωση έως την ημερομηνία που συνελήφθη, θα αξιολογηθούν ως σύνολο και γι' αυτό το λόγο θα εκδικαστεί ... Κατ' αυτόν τον τρόπο διαπιστώνεται πως ο ύποπτος Χ διοικούσε αυτοπροσώπως τις ενέργειες δίνοντας εντολές, βρισκόταν στην κεντρική επιτροπή της τρομοκρατικής οργάνωσης ... και ήταν σε διοικητική θέση και βρίσκεται στο εξωτερικό ...". Και Β) το υπ' αριθ. ανακρ. 2007/56 από 3-4-2009 αίτημα του Προϊσταμένου της Εισαγγελίας της Κωνσταντινούπολης. Το ως άνω αίτημα υποβλήθηκε μετά την έκδοση του υπ' αριθ. 2009/44/16-1-2009 εντάλματος σύλληψης από τον Δικαστή του 13ου Ανωτάτου Ποινικού Δικαστηρίου της Κωνσταντινούπολης. Στα σχετικά έγγραφα αναφέρονται, εκτός των άλλων, και τα εξής "...Πράξη που προσάπτεται στον κατηγορούμενο: Μέλος της παράνομης τρομοκρατικής οργάνωσης DHKP/C. Ημερομηνία Αδικήματος: 2001. Έχει διαπιστωθεί ότι ο Χ είναι ύποπτος για το ότι είναι μέλος της παράνομης τρομοκρατικής οργάνωσης DHKP/C-..η πράξη του υπόπτου είναι ότι είναι διοικητής στην οργάνωση... είναι δραπέτης και λαμβάνοντας υπόψη την φύση και τον χαρακτήρα του αδικήματος ... Σύμφωνα με αυτές τις καταθέσεις έχει καθοριστεί πως ο ύποπτος είναι από τους υψηλόβαθμους υπεύθυνους της οργάνωσης ... Στην περίπτωση που ο ύποπτος εκδικαστεί στην Τουρκία, θα γίνει αίτημα να τιμωρηθεί βάσει του άρθρου 5 του Νόμου υπ' αριθ. 314/1 περί Καταπολέμησης της Τρομοκρατίας. Επιπλέον, λόγω του ότι είναι από τους υψηλόβαθμους αρμόδιους της οργάνωσης, θα υπάρξει η δυνατότητα να αιτηθεί η τιμώρησή του και για όλα τα άλλα αδικήματα που έχουν διαπραχθεί από την οργάνωση". Επί του πρώτου αιτήματος, το εκζητούν Κράτος της Τουρκίας, σε εκτέλεση του διατακτικού της αυτής ως άνω υπ` αριθ. 1810/2009 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου, παρέσχε συμπληρωματικές πληροφορίες, με το από 9.12.2009 έγγραφο της Γενικής Εισαγγελίας της Δημοκρατίας Ανκάρα, στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, α) ότι διεξάγεται ανάκριση κατά του εκζητουμένου για τα εγκλήματα του να είναι διοικητής του Επαναστατικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Κόμματος/ Μετώπου (DHKP/C) και της παραβάσεως του Συντάγματος, β) ποια είναι η εν λόγω τρομοκρατική οργάνωση, καθώς και μερικά από τα εγκλήματα που πραγματοποίησε, γ) τα εγκλήματα της διοικήσεως οργανώσεως είναι από τα επεκτατικά εγκλήματα και οι δράσεις του υπόπτου θα ως σύνολο, αρχίζοντας από την πρώτη επαφή του με την οργάνωση μέχρι τη σύλληψή του και θα δικασθεί γι` αυτό και δ) οι διατάξεις του Τουρκικού Ποινικού Κώδικα που θα εφαρμοσθούν. Πλην, και με το νέο αυτό έγγραφο δεν αίρεται η αοριστία, για την οποία ζητήθηκαν συμπληρωματικές πληροφορίες, αφού, ενώ σ` αυτό επισυνάπτονται τα άρθρα του Τουρκικού Ποινικού Κώδικα με αριθμό 5237 και του Νόμου περί Καταπολέμησης Τρομοκρατίας με αριθμό 3713, που πρόκειται να εφαρμοσθούν για τις πράξεις για τις οποίες διώκεται ο εκζητούμενος, δεν προσκομίζεται 1. το κείμενο των μερών Δ και Ε του σχετικού κεφαλαίου του ΤΠΚ, στα οποία παραπέμπει το άρθρο 314 αυτού και 2. το κείμενο των άρθρων 3 και 4 του Νόμου περί καταπολέμησης τρομοκρατίας, στα οποία παραπέμπει το άρθρο 5 αυτού. Επί δε του δευτέρου αιτήματος, στο οποίο, επίσης, δεν επισυνάπτεται το κείμενο των ανωτέρω άρθρων, το εκζητούν Κράτος της Τουρκίας δεν παρέσχε τις συμπληρωματικές πληροφορίες που ζητήθηκαν μέσα στην προθεσμία που τάχθηκε με τις προαναφερόμενες αποφάσεις αυτού του Δικαστηρίου. Ενόψει αυτών και του ότι και οι ίδιες οι αρμόδιες Εισαγγελικές Αρχές του εκζητούντος Κράτους, με τα ως άνω έγγραφά τους, προθυμοποιούνται να δώσουν οποιοδήποτε συμπληρωματικό στοιχείο ή έγγραφο απαιτηθεί για την έκδοση αποφάσεως για την έκδοση του εκζητουμένου, το Συμβούλιο κρίνει ότι πρέπει να αναβληθεί και πάλι η έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της εφέσεως, προκειμένου να παρασχεθούν οι πρόσθετες πληροφορίες και τα στοιχεία που αναφέρονται στο διατακτικό, να ταχθεί δε νέα προς τούτο προθεσμία τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση της παρούσας αποφάσεως, η οποία είναι επαρκής για τη συλλογή από τις αρμόδιες Τουρκικές Αρχές, μετάφραση και αποστολή των στοιχείων αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει και πάλι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της υπ` αριθ. 156/31-7-2009 εφέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών κατά της υπ` αριθ. 65/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Ζητεί συμπληρωματικές πληροφορίες, που θα προσκομιστούν σε επίσημη μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα, με επιμέλεια του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, από το Κράτος που ζητεί την έκδοση του Τούρκου υπηκόου ΧΧΧ, και ειδικότερα: 1) Σε σχέση με το υπ' αριθ. 1999/3-67 αίτημα εκδόσεως της Εισαγγελίας του Uskudar, να διευκρινισθεί το ακριβές υπόλοιπο της ποινής που απομένει να εκτίσει ο εκζητούμενος, να επεξηγηθεί η έννοια της "βεβαρημένης" ισόβιας κάθειρξης και να διευκρινισθεί ποιο είναι το μέρος της ποινής του εκζητουμένου που θα εκτελεστεί ως ποινή απομονωτηρίου. 2) Σε σχέση με τα υπ' αριθ. 2004/Κ53 αίτημα εκδόσεως της Εισαγγελίας της Ankara και το υπ' αριθ. 2007/56 αίτημα εκδόσεως της Εισαγγελίας της Instabul, να προσκομισθεί το κείμενο των μερών Δ και Ε του σχετικού κεφαλαίου του ΤΠΚ, στα οποία παραπέμπει το άρθρο 314 αυτού και το κείμενο των άρθρων 3 και 4 του Νόμου περί Καταπολέμησης Τρομοκρατίας, στα οποία παραπέμπει το άρθρο 5 αυτού.
Τάσσει νέα προθεσμία τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση της παρούσας αποφάσεως, προκειμένου οι αρμόδιες Αρχές του εκζητούντος Κράτους της Τουρκίας να παράσχουν τις πρόσθετες πληροφορίες και τα στοιχεία που αναφέρονται ανωτέρω.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Οκτωβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση των Τουρκικών Αρχών για έκδοση Τούρκου υπηκόου για να εκτίσει ποινή και να διωχθεί για αξιόποινες πράξεις. Απόρριψη από Συμβούλιο Εφετών. Έφεση Εισαγγελέα. Αναβολή για να παρασχεθούν συμπληρωματικές πληροφορίες και στοιχεία με απόφαση του Αρείου Πάγου. Αναβάλλεται και πάλι η έκδοση αποφάσεως και ζητούνται συμπληρωματικές πληροφορίες από το αιτούν Κράτος. Τάσσει προθεσμία τριών μηνών από τη δημοσίευση της παρούσας.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 1
|
Αριθμός 1662/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης
Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου.
Με εγκαλούμενους τους: 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3 και 4. Χ4. Με εγκαλούσα την Γ.
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 25-2-2010, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 274/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την υπ' αριθ. πρωτ. 29/10/25-2-2010 αναφορά του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, την υπ' αριθμ. 11/7-1-2010 προσφυγή της εγκαλούσας και την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου, με αριθμό 176/12-5-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας την υπ' αριθ. πρωτ. 29/10/25-2-2010 αναφορά του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα :
Ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών με το ανωτέρω έγγραφό του, κατέστησε γνωστό ότι η Γ, κάτοικος ..., υπέβαλε την υπ' αριθ. 11/2010 προσφυγή της κατά της υπ' αριθ. ... διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η από 20-3-2007 έγκλησή της κατά των 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ4 κατοίκου ..., 3) Χ2, κατοίκου ... και 4) Χ3, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, για παράβαση καθήκοντος (άρθρο 259 Π.Κ.) και ζήτησε (ο ως άνω Εισαγγελέας Εφετών) την παραπομπή της υπόθεσης σε άλλη ισόβαθμη Εισαγγελία, διότι ο τέταρτος εγκαλούμενος υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137§ιγ' Κ.Π.Δ., συνάγεται ότι, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός που έχει το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και ανώτερο και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 Κ.Π.Δ. δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το αρμόδιο αυτό δικαστήριο σε άλλο του ίδιου και ίσου βαθμού δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από το δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι η παραπομπή της υποθέσεως, πρέπει, να γίνεται όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατά το στάδιο της προδικασίας, αφού γι' αυτό συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος (ΑΠ 766/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση η Γ, υπέβαλε την από 20-3-2007 έγκλησή της κατά των 1) Χ1, 2) Χ4, 3) Χ2 και 4) Χ3, για παράβαση καθήκοντος (άρθρο 259 Π.Κ.). Η έγκληση αυτή απερρίφθη ως νόμω και ουσία αβάσιμη (άρθρο 47 Κ.Π.Δ.), με την υπ' αριθ. ΕΓ 39-09/59Δ/2009 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Κατά της διατάξεως αυτής η εγκαλούσα άσκησε την υπ' αριθ. 11/2010 προσφυγή της στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 48 Κ.Π.Δ.. Επί της προσφυγής αυτής είναι αρμόδιος να αποφανθεί εισαγγελικός λειτουργός της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών. Μεταξύ αυτών, όμως, περιλαμβάνεται και ο τελευταίος των εγκαλουμένων. Επομένως συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως ως προς όλους τους εγκαλουμένους σε άλλον Εισαγγελέα Εφετών και δη αυτόν του Πειραιά, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της προσφυγής αυτής, κατ' άρθρο 48 του Κ.Π.Δ., και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές εισαγγελικές και δικαστικές αρχές.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω :
Να παραπεμφθεί η κατά των 1) Χ1, 2) Χ4, 3) Χ2 και 4) Χ3, από 20-3-2007 έγκληση της Γ, επί της οποίας έχει εκδοθεί η υπ' αριθ. ΕΓ 39-09/482/59Δ/2009 διάταξη του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, προκειμένου να αποφανθεί αυτός επί της από 11/2010 προσφυγής της εγκαλούσας κατά της ανωτέρω διατάξεως, και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές εισαγγελικές και δικαστικές αρχές.
Αθήνα 15-4-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΥΡΟΣ
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 136 στ. ε' του Κ.Ποιν.Δ, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωθείς ή ο κατηγορούμενος, είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του ίδιου Κώδικα, διατάσσεται η παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της παραπάνω διατάξεως, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός που υπηρετεί στο ίδιο αρμόδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής, όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου του σταδίου της ασκήσεως της ποινικής διώξεως και αυτού της διενεργείας προκαταρτικής εξετάσεως.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 137 του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην πιο πάνω περίπτωση, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελεύς, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε γι' αυτή το Συμβούλιο Εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή Δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και σε κάθε άλλη περίπτωση ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβούλιο. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η Γ, κάτοικος ..., με την από 20-3-2007 έγκλησή της, που υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατήγγειλε τους: 1) Χ1, 2) Χ4, 3) Χ2 και 4) Χ3αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, για παράβαση καθήκοντος. Η σχετική έγκλησή της απορρίφθηκε ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη με την υπ' αριθμό ΕΓ 39-09/59Δ/2009 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Κατά της ως άνω διατάξεως η εγκαλούσα άσκησε την υπ' αριθμό 11/2010 προσφυγή της στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Μετά από αυτά, και ενόψει του ότι οι καταγγελλόμενοι προσέλαβαν την ιδιότητα των κατηγορουμένων, η δε σχετική υπόθεση υπάγεται κατά το στάδιο αυτό, κατά τόπο στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, (άρθρα 111 παρ.7, 119 παρ.1 και 122 παρ.1 του Κ.Ποιν.Δ), σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες διατάξεις, πρέπει να λάβει χώρα κανονισμός αρμοδιότητας, ώστε η περιεχόμενη στην από 20-3-2007 έγκληση της Γ, καταγγελία που απευθύνεται μεταξύ άλλων και σε βάρος του αντεισαγγελέα εφετών Χ3, και η ασκηθείσα κατά της υπ' αριθμό ΕΓ 39-09/482/59Δ/2009 απορριπτικής διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, προσφυγή, να παραπεμφθεί στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου να επιληφθεί της ως άνω προσφυγής και να κρίνει στα πλαίσια της αρμοδιότητας του, καθώς και στις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει την υπ' αριθμό 11/2010 προσφυγή της εγκαλούσας Γ, κατοίκου ... κατά της υπ' αριθμό ΕΓ 39-09/482/58Δ/2009 διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, σχετικής με την από 20-3-2007 καταγγελία της, κατά των 1) Χ1, 2) Χ4, 3) Χ2 και 4) Χ3 αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, για παράβαση καθήκοντος, στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, καθώς και στις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας 136 ΚΠΔ. Συντρέχει βάσιμος λόγος καθορισμού αρμοδιότητας άλλων Εισαγγελικών και λοιπών δικαστικών αρχών, κατόπιν της υποβολής εγκλήσεως σε βάρος εισαγγελικού λειτουργού της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, ακόμη και στο στάδιο της προδικασίας (προκαταρτικής εξετάσεως). Καθορίζει ως αρμόδιο τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και λοιπές δικαστικές αρχές Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 1661/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ...., κατοίκου ..., και ήδη κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 1509/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουνίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 180/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή με αριθμό 197/19-5-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγων ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 476§1 και 513§ 1 Κ.Π.Δ, την με αριθμό 62/30-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή ... , κατά της 1509/20-5-2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε κατ' έφεση για αγορά, κατοχή και πώληση κατ' εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών , εκθέτω τα εξής: Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473§2, 474§2 ,476§2και 509§1 Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, πρέπει στην έκθεση ή την επιδιδόμενη κατά το άρθρο 473§2 Κ.Π.Δ δήλωση αναίρεσης να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί, ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου και εντεύθεν για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν αρκεί απλή επανάληψη των διατάξεων του άρθρου 510 του Κ.Π.Δ, χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας που αποδίδεται στην απόφαση. Ειδικότερα: α) σε περίπτωση απόλυτης ή σχετικής ακυρότητας, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ακυρότητα αυτή, από ποια αιτία εχώρησε, αν αυτή αναφέρεται σε διάταξη που αφορά την τήρηση των διατάξεων, που, καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, καθώς και την άσκηση των δικαιωμάτων, που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις, που επιβάλλει ο νόμος (άρθρο 171 παρ 1 δ Κ.Π.Δ), πρέπει να προσδιορίζεται ειδικώς σε τι συνίσταται η παραβίαση των δικαιωμάτων του αυτών και ποια η διάταξη που παραβιάστηκε (Α.Π 208/2004 Ποιν Χρον ΝΔ 889), β) σε περίπτωση έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να προτείνεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της απόφασης, να διευκρινίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη της, αναφορικά με συγκεκριμένο η συγκεκριμένα κεφάλαια της, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση (ολομ Α.Π 10/2001 Ποιν Χρον ΝΒ402, ολομ. Α.Π 2/2002 Ποιν Χρον. ΝΒ 691). γ) σε περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να γίνεται ειδικότερος προσδιορισμός της νομικής πλημμέλειας περί την ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε ( Α.Π 1622/2001 Ποιν Χρον ΝΒ 401). Οι αόριστα κατά τα ανωτέρω διατυπούμενοι λόγοι αναιρέσεως, δεν μπορούν να συμπληρωθούν με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 Κ.Π.Δ, την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως ( ολομ. Α.Π 2/2002 Ποιν Χρον. ΝΒ 691). Περαιτέρω σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 476§1 του Κ.Π.Δ " όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο, ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο),που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθμ. 1509/20-5-2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μετά από έφεση κατά της υπ' αριθμ. 1385/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, καταδικάστηκε ο Χ , σε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και τριών (3) μηνών και συνολική χρηματική ποινή 8.500 ευρώ για αγορά, κατοχή και πώληση κατ' εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών. Κατά της αποφάσεως αυτής ο ως άνω ο καταδικασθείς, άσκησε νομοτύπως και εμπροθέσμως αναίρεση με δήλωση ενώπιον του Διευθυντού της Κλειστής Φυλακής ..., συντάχθηκε δε περί της ασκήσεως της η σχετική με αριθμό πρωτ. ... έκθεση. Στην έκθεση αυτή ο αναιρεσείων δηλώνει ότι ασκεί αναίρεση κατά της ανωτέρω με αριθμό 1509/20-5-2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, χωρίς να αναφέρει σ' αυτήν κανένα λόγο αναιρέσεως, εκθέτοντας απλώς στη έκθεση ότι ζητεί την επανεξέταση της υπόθεσης του και την απαλλαγή του. Έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476§§1,2, 513§1 και 583§1 Κ.Π.Δ .
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω :
α) να απορριφθεί η με αριθμό 62/30-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατοίκου .... και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή ..., κατά της 1509/20-5-2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και
β) να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 17 Μαΐου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484, προκειμένου περί βουλευμάτων, και 510 του Κ.Π.Δ, προκειμένου περί αποφάσεων, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως εκ τέτοια απορρίπτεται, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα (476 παρ. 1, 513 παρ. 1 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Με την κρινόμενη με αριθμό 5/3-6-2009 έκθεση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμό 1509/20-5-2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, σε κάθειρξη 10 ετών και 3 μηνών και σε χρηματική ποινή 8.500 ευρώ, για παράβαση του νόμου περί Ναρκωτικών(αγορά, κατοχή, πώληση ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία), ζητεί την αναίρεση αυτής για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει και ειδικότερα " γιατί από το ανωτέρω δικαστήριο δεν εξετιμήθησαν σωστά οι λόγοι της υπεράσπισής του, έχοντας ως αποτέλεσμα την καταδίκη του στην παραπάνω ποινή και ζητεί την επανεξέτασή του και την απαλλαγή του". Έτσι, όμως, όπως έχουν διατυπωθεί γενικά και αόριστα οι λόγοι αυτοί, χωρίς να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίστανται οι τυχόν πλημμέλειες, σε σχέση με τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε ποια κεφάλαια αυτής ανάγονται και ποια πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονται με πληρότητα σ' αυτήν, πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, λόγω παντελούς αοριστίας αυτών. Μετά από αυτά και την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος (κατά την επί του φακέλου σημείωση του αρμόδιου Γραμματέα) και τη μη εμφάνισή του, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό 5 από 3 Ιουνίου 2010 αίτηση αναιρέσεως του Χ, ήδη κρατουμένου της Κλειστής Φυλακής ..., κατά της υπ' αρ. 1509/20-5-2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αόριστοι λόγοι αναιρέσεως. Για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου οι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι. Απορρίπτει την αίτηση ως απαράδεκτη.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
Αριθμός 1660/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, αμφοτέρων κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στεφανογιάννη Οικονόμου, για αναίρεση της με αριθμό 2019/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ, κατοίκου .... Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Απριλίου 2010 κοινή αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 541/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά μεν την παράγραφο 1 εδάφιο α' και β' του άρθρου 28 του Ν.1650/1986, με φυλάκιση τριών μηνών έως δύο έτη και με χρηματική ποινή τιμωρείται, όποιος προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη, που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή των κατ' εξουσιοδότηση του εκδιδομένων διαταγμάτων και υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων, ή ασκεί δραστηριότητα ή επιχείρηση χωρίς την απαιτούμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού... άδεια ή έγκριση... και υποβαθμίζει το περιβάλλον, κατά δε την παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου, σε περιπτώσεις τέλεσης των εγκλημάτων της παρ.1 από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ένα έτος.
Εξάλλου, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που λήφθηκαν υπόψη για την περί συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους τα πραγματικά αυτά περιστατικά υπήχθησαν στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής διατάξεως υπάρχει, όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι διαπιστώνονται ασάφειες ή κενά στο πόρισμα της αποφάσεως σχετικά με τα στοιχεία ή την ταυτότητα της πράξεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 2019/4-12-2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, που την εξέδωσε, δέχθηκε, σε σχέση με τους ήδη αναιρεσείοντες, Χ1 και Χ2, κατά πιστή μεταφορά ότι "από τις ένορκες καταθέσεις της μάρτυρος του κατηγορητηρίου και των μαρτύρων της υπερασπίσεως, που εξετάσθηκαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με τις εξηγήσεις των πληρεξουσίων δικηγόρων των κατηγορουμένων, για την πράξη που αποδίδεται στους τελευταίους, αλλά και από όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Στην ... στους κάτωθι χρόνους, οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2, ως ειδικοί νόμιμοι εκπρόσωποι των ανωνύμων εταιρειών με τις επωνυμίες "CΟSΜΟΤΕ-ΚΙΝΗΤΕΣ ΤΗΛΕΦΩΝΙΕΣ ΑΕ και ΤΙΜ ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ", κατά το χρονικό διάστημα από 18-8-2004 έως 5-12-2004 ο Χ1 και από 6-12-2004 και έκτοτε ο Χ2, άσκησαν δραστηριότητα χωρίς την απαιτούμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις της κατ' εξουσιοδότηση του ν. 1650/1986 υπ' αριθμό Η.Π 11014/703/20-3-2003 Κ.Υ.Α "περί διαδικασίας Προκαταρτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης (Π.Π.Ε.Α) και έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΕΠΟ) υποβάθμισαν το περιβάλλον ως τέτοιου νοουμένου του συνόλου των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλοεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ταυτότητα της ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες προκαλώντας ρύπανση, η οποία ήταν πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής των ανθρώπων και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες. Ειδικότερα με τις ανωτέρω ιδιότητές τους ο δεύτερος κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα απο 18.8.2004 έως 5.12.2004 και ο τρίτος από 6.12.2004 έως 8.3.2006, προέβη στη λειτουργία κεραίας ξηράς κινητής τηλεφωνίας επί του δώματος της οικοδομής ξενοδοχείου επί της οδού ...(και ...), για την οποία είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. πρωτ. ... άδεια κατασκευής κεραίας σταθμού ξηράς της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, παρά το ότι με την υπ' αριθμ. πρωτ. 28/295/18.8.2004 απόφαση του Τμήματος Περιβάλλοντος του Νομαρχιακού Διαμερίσματος ... της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ... είχε απορριφθεί το αίτημα της "SΤΕΤ ΗΕLLAS Α.Ε.Β.Ε." για έγκριση περιβαλλοντικών όρων εγκατάστασης της εν λόγω κεραίας σταθμού ξηράς κινητής τηλεφωνίας, δεδομένου εκτός άλλων ότι η θέση εγκατάστασης της ήταν επί ξενοδοχείου (και επομένως βάσει του άρθρου 9 παρ. Α του Π.Δ. 43/2002 δεν επιτρεπόταν η εγκατάσταση της), η περιοχή είναι πυκνοκατοικημένη και σε μικρή απόσταση από τη θέση εγκατάστασης της υπάρχουν και άλλα ξενοδοχεία, εκπαιδευτικά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων και δημοτικό σχολείο και κατοικίες, υποβαθμίζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο το περιβάλλον, καθώς προκλήθηκε στο περιβάλλον η παρουσία ρύπων (ηλεκτρομαγνητικής μη ιοντίζουσας ακτινοβολίας), η οποία ήταν πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες. Όλα τα παραπάνω προκύπτουν από την συνδυασμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων σε συνδυασμό με τα αναγνωστέα έγγραφα. Ειδικότερα, η κατάθεση της μάρτυρος υπερασπίσεως Φ, ακτινοφυσικού, περί του ότι η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία αποδεδειγμένα δεν προκαλεί βλάβη στην υγεία των ανθρώπων, δεν κρίνεται πειστική, αφού ανεξάρτητα από την μειωμένη αξιοπιστία της εν λόγω καταθέσεως ενόψει της εργασιακής εξάρτησης της μάρτυρος από την εταιρία WIΝD, αυτή αντικρούεται τόσο από την κατάθεση της πρώτης μάρτυρος, που είναι πρόεδρος της Επιτροπής Πρασίνου Καθαριότητας Ελεύθερων Χώρων Προστασίας Περιβάλλοντος του Δημοτικού Συμβουλίου ... και αποδέκτης της εύλογης ανησυχίας των κατοίκων της πόλεως, αλλά και από σωρεία εγγράφων (βλ. προσκομιζόμενα φύλλα εφημερίδων αλλά και την ειδική έκθεση του συνηγόρου του πολίτη για τους σταθμούς βάσεις της κινητής τηλεφωνίας, που προσκομίζουν οι κατηγορούμενοι). Ειδικότερα, στην από Νοέμβριο του 2003 ειδική έκθεση του συνηγόρου του πολίτη για τους σταθμούς βάσεις της κινητής τηλεφωνίας (σελ. 23) γίνεται αναφορά σε κείμενο του Παγκοσμίου Οργανισμού Υγείας (Π.Ο.Υ.) με τίτλο Ηλεκτρομαγνητικά πεδία και Δημόσια Υγεία (Μάρτιος 2000), όπου αναφέρεται ότι "η εκτίμηση των πιθανών επιπτώσεων στην υγεία από ηλεκτρομαγνητικά πεδία, χαρακτηρίζεται από μεγάλο βαθμό αβεβαιότητος Συγκεκριμένα, μια σειρά από επιδημιολογικές μελέτες υποδεικνύουν την ύπαρξη ασθενούς συσχέτισης μεταξύ της έκθεσης σε ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία και ανθρώπινης ασθένειας. Οι μελέτες συμπεριλαμβάνουν ποικίλες ασθένειες και συνθήκες έκθεσης (στην ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία)..Είναι σαφές ότι υπάρχει σημαντική επιστημονική αβεβαιότητα, καθώς και μεγάλη ανησυχία του κοινού στο θέμα αυτό". Περαιτέρω στην ίδια σελίδα γίνεται αναφορά σε φυλλάδιο της ΕΕΑΕ (Φεβρουάριος 2001) στις μη ιοντίζουσες ακτινοβολίες κινητής τηλεφωνίας, όπου αναγράφεται ότι οι επιδράσεις της στην υγεία των ανθρώπων εξαρτάται προπάντων από την ένταση, τη συχνότητα αλλά και τη διάρκεια της. Εξάλλου, η άνω μάρτυρας υπερασπίσεως δεν προσκομίζει επιστημονικές μελέτες που να εδραιώνουν την άποψη της ως ειδικού και ως εκ τούτου δεν δύναται να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της υπεράσπισης περί έλλειψης επικίνδυνης επίπτωσης στην υγεία των ανθρώπων από την λειτουργία των κεραιών κινητής τηλεφωνίας εντός της πόλεως και δη στο δώμα ξενοδοχείου (η πρώτη) και επιπλέον πλησίον κατοικιών αλλά και δημοτικού σχολείου η δεύτερη, Υπό τα άνω δεδομένα το Δικαστήριο κρίνει ότι συγκροτείται και η αντικειμενική αλλά και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος του αρθ. 28 παρ. 1β του Ν. 1650/1986, το οποίο έχει εφαρμογή εν προκειμένω και όχι ο νεότερος νόμος 3431/2006 που διατείνονται οι κατηγορούμενοι, αφού δεν υφίσταται μεταξύ των δυο νόμων σχέση ειδικότερου προς γενικού, δοθέντος ότι οι δύο νόμοι αφορούν σε διαφορετικές πράξεις που δεν ταυτίζονται κατά τα θεμελιούντα αυτές στοιχεία. Εξάλλου, ο περί συγγνωστής νομικής πλάνης ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου, είναι απορριπτέος κατ' ουσίαν, αφού δεν δύναται να θεωρηθεί πειστικός, αφενός μεν λόγω της ύπαρξης οργανωμένης νομικής υπηρεσίας της εταιρίας κινητής τηλεφωνίας την οποία εκπροσωπεί, η οποία είχε την δυνατότητα ενδελεχούς νομικής έρευνας και ενημέρωσης του κατηγορουμένου και αφετέρου, διότι είχε σαφώς λάβει γνώση της έκδοσης της υπ' αριθμ. πρωτ. 28/1464/2004/22.1.2005 απόφασης του Τμήματος Περιβάλλοντος του Ν.Δ. ... της Νομαρχιακής αυτοδιοίκησης ... περί απορρίψεως του αιτήματος της "COSΜΟΤΕ - ΚΙΝΗΤΕΣ ΤΗΛΕΦΩΝΙΕΣ Α.Ε" για έγκριση περιβαλλοντολογικών όρων τροποποίησης κεραίας σταθμού ξηράς κινητής τηλεφωνίας μεταξύ άλλων και λόγω του ότι απαγορεύεται η συνύπαρξη κεραίας κινητής τηλεφωνίας και τουριστικού καταλύματος σε ακτίνα μικρότερη των 500μ από τα όρια του οικοπέδου του καταλύματος. Ομοίως και οι δεύτερος και τρίτος κατηγορούμενος γνώριζαν ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 28/295/18.8.2004 απόφασης του Τμήματος Περιβάλλοντος του ΝΔ ... της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ... είχε απορριφθεί το αίτημα της "SΤΕΤ ΗΕLLAS Α.Ε.Β.Ε." για έγκριση περιβαλλοντικών όρων εγκατάστασης της κεραίας σταθμού ξηράς κινητής τηλεφωνίας, δεδoμένου εκτός άλλων ότι η θέση εγκατάστασης της ήταν επί ξενοδοχείου (και επομένως βάσει του άρθρου 9 παρ. Α του Π.Δ. 43/2002 δεν επιτρεπόταν η εγκατάσταση της), η περιοχή είναι πυκνοκατοικημένη και σε μικρή απόσταση από τη θέση εγκατάστασή της υπάρχουν και άλλα ξενοδοχεία, εκπαιδευτικά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων δημοτικό σχολείο και κατοικίες. Ως εκ τούτου οι όψιμοι υπερασπιστικοί ισχυρισμοί τους περί έλλειψης δόλου στο πρόσωπο τους, ελέγχονται ως αβάσιμοι. Τέλος, απορριπτέο κρίνεται και το αίτημα περί αναβολής της υπόθεσης, μέχρι την λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 31 παρ. 19 του Ν.3431/2006 (η οποία παρατάθηκε μέχρι την 31.3.2010) για την υποβολή περιβαλλοντικής μελέτης στην αρμόδια Αρχή για την έκδοση της σχετικής έγκρισης, δοθέντος ότι αφενός μεν ευχερώς θα μπορούσαν οι κατηγορούμενοι - εφόσον υπήρχε ανάλογη πρόθεση - να προβούν στις αντίστοιχες ενέργειες μέχρι σήμερα (ιδίως ενόψει της εκδίκασης της παρούσης υπόθεσης που η ενδεχόμενη αναβολή της εγκυμονεί κίνδυνο παραγραφής ενόψει του χρόνου τέλεσης της πράξεως) και αφετέρου διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου η εν λόγω διάταξη δεν αφορά στις περιπτώσεις των κατηγορουμένων, οι οποίοι είχαν ήδη υποβάλλει σε παρελθόντα χρόνο τα αιτήματα τους για έγκριση περιβαλλοντικών όρων, τα οποία κρίθηκαν και απορρίφθηκαν, αλλά αφορούν σε προϋφιστάμενους σταθμούς που ουδέποτε μέχρι σήμερα απορρίφθηκε υποβληθέν αίτημα τους. Στους δεύτερο και τρίτο κατηγορούμενους όμως, που κρίθηκαν ένοχοι, πρέπει να αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό ότι επέδειξαν ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξαν να άρουν τις συνέπειες της πράξεως τους και να επιβληθεί σ' αυτούς ποινή μειωμένη κατ' άρθρο 84 § 2δ' ΠΚ".
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες, ενόχους της πράξεως του άρθρου 28 παρ.1β' του ν. 1650/1986 και επέβαλε στον καθένα απ' αυτούς ποινή φυλάκισης δυο (2) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές, όμως, αυτές η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω. Τούτο γιατί: α) τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό δεν αναφέρεται ποια διάταξη νόμου ή ποιο κατ' εξουσιοδότηση νόμου εκδοθέν διάταγμα ή υπουργική ή νομαρχιακή απόφαση που καθορίζει τα ανώτατα όρια ρύπων υπερέβησαν, καθώς και τον τρόπο που αυτοί (ρύποι) καθορίστηκαν, β) εάν στην επίδικη περίπτωση υπήρξε υπέρβαση των ανωτάτων ορίων ρύπων και σε ποιο συγκεκριμένο επίπεδο, καθώς και η διάρκεια τους, γ) δεν αναφέρεται στην απόφαση ο τρόπος με τον οποίο διαπιστώθηκε η υπέρβαση των ορίων αυτών, και δ) δεν αναφέρονται οι συγκεκριμένες αρνητικές επιπτώσεις των ρύπων, πολύ δε περισσότερο που η απόφαση περιορίζεται στο γεγονός ότι οι ρύποι που διαπιστώθηκαν, είναι πιθανόν να έχουν αρνητικές επιπτώσεις, στοιχείο το οποίο αφίσταται των στοιχείων του συγκεκριμένου αδικήματος, για τη συγκρότηση του οποίου απαιτείται απαραιτήτως οι ρύποι αυτοί να είναι ικανοί να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσία βάσιμος, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 93 του Σ και 139 του Κ.Π.Δ, σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Μετά από αυτά, και ενώ παρέλκει η έρευνα του ετέρου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 2019/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του στις 15 Οκτωβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση νόμου 1650/1986. Προστασία Περιβάλλοντος - Ρύπανση. Στοιχεία αδικήματος. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Ανεπάρκεια αιτιολογίας. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Περιβάλλοντος προστασία.
| 0
|
Αριθμός 1658/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως των 2792α και 2825/2009 αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με κατηγορούμενο τον Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Δαλιάνη.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, σύζ. ..., κάτοικος ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παναγιώτου. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με τις ως άνω αποφάσεις του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 3/20-1-2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 129/2010.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το αρ. 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του αρ. 473 παρ. 3 του Κ.Π.Δ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του αρθ. 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της, από τα άρθρα. 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 τη ΕΣΔΑ (ν.δ 53/74), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας που ιδρύει τον από τον άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην αθωωτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα ειδικότερα, αρκεί ο προσδιορισμός τους κατ' είδος, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την αθωωτική για τον κατηγορούμενο κρίση του.
Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη, που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, είτε κατά την έκθεση των περιστατικών αυτών στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, υπάρχουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 2792α και 2825/2009 απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, κήρυξε με αυτή αθώο τον κατηγορούμενο Χ της πράξεως της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, με την εξής κατά λέξη αιτιολογία. Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως και την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία "δεν απεδείχθη ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της υπεξαιρέσεως, η οποία του αποδίδεται, γιατί δεν προέκυψαν σε βάρος του συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία να θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση αυτής, γι' αυτό και πρέπει να κηρυχθεί αυτός αθώος της πράξης αυτής. Ειδικότερα αποδείχθηκαν τα εξής:
Η μηνύτρια με συγγενικά της πρόσωπα διατηρούσαν στο ... επιχείρηση εμπορίας χαλιών, τα οποία αγόραζαν από διάφορες κυρίως Βελγικές εταιρείες και αφού τα εισήγαγαν στην Ελλάδα τα διέθεταν στους αθίγγανους οι οποίοι τα πωλούσαν λιανικώς. Η μηνύτρια εμπορευόταν είτε ιδίω ονόματι είτε επ' ονόματι άλλων προσώπων κατά περίπτωσιν και ποικιλοτρόπως, λόγω κακής πορείας των διαφόρων επιχειρήσεών της στην Ελλάδα, συνεπεία της οποίας εκηρύχθη και σε κατάσταση πτωχεύσεως. Ο εξετασθείς στο ακροατήριο μάρτυρας Μ ασκούσε επιχειρηματική δραστηριότητα στο ... και μεσολαβούσε έναντι προμήθειας μεταξύ Ελλήνων εμπόρων και εργοστασίων ταπητουργίας στο ... για την πώληση χαλιών, εξ αιτίας δε της δραστηριότητάς του αυτής γνώρισε τη μηνύτρια με την οποία και ανέπτυξε ευρύτατη εμπορική συνεργασία. Ο Μ ήταν φίλος του διαμένοντος στο ... πατέρα του κατηγορουμένου και κατόπιν μεσολαβήσεώς του, συμφωνήθηκε χωρίς αρχική προσωπική επαφή με την ιδία μηνύτρια, τα χρήματα που θα απέστελλε η μηνύτρια και θα είχαν ως αποδέκτη τον Μ να κατατίθενται στον λογαριασμό του κατηγορουμένου. Έτσι η μηνύτρια κατέθεσε στον εν λόγω λογαριασμό σταδιακά το επίμαχο ποσό σε εκπλήρωση υποχρεώσεων της προς τον Μ. Ο τελευταίος σαφώς κατέθεσε στο ακροατήριο και από την κατάθεση του απεδείχθη ότι έλαβε από τον κατηγορούμενο τα επίμαχα ποσά, πράγμα το οποίον είχε άλλωστε βεβαιώσει και με την από 8-2-2001 ένορκη βεβαίωσή του, στην οποία βεβαιώνει ότι έλαβε από τον κατηγορούμενο τα ποσά αυτά, πράγμα που βεβαιώνει άλλωστε και ο ... με την από 9-2-3001 υπεύθυνη δήλωση του. Το ότι το ως άνω ποσό κατατίθετο από τη μηνύτρια στο λογαριασμό του κατηγορουμένου για την εξυπηρέτηση δοσοληψιών της με τον Μ επιβεβαιώνουν και οι μάρτυρες υπερασπίσεως και ιδίως ο ίδιος ο Μ. Είναι γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν προσκομίζει και αποδείξεις καταβολής του ποσού αυτού στον Μ, όμως είναι άξιον επισημάνσεως ότι το σύνολον της άνω συναλλαγής εγένετο αφ' ενός μεν μεταξύ προσώπων συνδεομένων με δεσμούς αμοιβαίου εμπορικού οφέλους, ταυτοχρόνως όμως και κατά παράβαση της τότε ισχυούσης αυστηρής νομοθεσίας περί προστασίας του εθνικού νομίσματος. Όμως τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά ανατρέπουν τους ισχυρισμούς της μηνύτριας ότι το ως άνω ποσό δόθηκε στον κατηγορούμενο προκειμένου αυτός να το επενδύσει στο Χ.Α.Α. όταν μάλιστα α) αν και η συμφωνία αυτή αφορούσε ένα σημαντικό ποσό φέρεται να έγινε προφορικά, β) φέρεται να έγινε σε εποχή (1994) που οι αποδόσεις στο Χ.Α.Α. ήταν πολύ μικρότερες των επιτοκίων που χορηγούσαν οι Τράπεζες, και ήσαν ασήμαντες εν σχέσει προς τις αποδόσεις στο Χ,Α.Α. σε μεταγενέστερο χρόνο και πριν από την σύνταξη της μηνύσεως γ) ο κατηγορούμενος κατά ισχυρισμούς της μηνύτριας, παρά τον κίνδυνο που ενείχαν οι επενδύσεις αυτές, φέρεται να ανέλαβε να επιστρέψει στη μηνύτρια το ως άνω ποσό ανεξάρτητα από την πορεία της επένδυσης και δ) ότι κατά την κατάθεση των επί μέρους ποσών δεν αναγραφόταν στις σχετικές αποδείξεις η αιτιολογία τη κατάθεσης, ενώ υπήρχε η ένδειξη ότι τα ποσά κατατίθεντο για λογαριασμό του Μ, πράγμα που επιβεβαιώνει την ύπαρξη της ως άνω συνεργασίας και οικονομικών δοσοληψιών μεταξύ αυτού και της μηνύτριας και μάλιστα κατά παράβαση των περί προστασίας του εθνικού νομίσματος τότε ισχυόντων νόμων. Ο έτερος μάρτυρας κατηγορίας, ..., αθίγγανος, έμπορος χαλιών και πρόσωπο το οποίον είχε απόλυτη εμπιστοσύνη σε αυτήν και ακολουθούσε τις υποδείξεις της μηνύτριας προκειμένου να ανελιχθεί επαγγελματικώς, δεν έχει ιδία αντίληψη των συμφωνηθέντων μεταξύ του κατηγορουμένου, της μηνύτριας και του Μ, αλλά η γνώση του εξαντλείται στο ότι περιορίσθηκε να καταβάλει το ποσόν που η μηνύτρια τον συμβούλευσε στον λογαριασμό που αυτή του υπέδειξε, δηλαδή στον λογαριασμό του κατηγορουμένου στον οποίον αυτή με τον άνω τρόπο κατέβαλε τις οφειλές της προς τον Μ, χωρίς να γνωρίζει τις ιδιαίτερες μεταξύ τους συμφωνίες και αυτός, ο οποίος της είχε απόλυτη εμπιστοσύνη, απλώς ακολούθησε τις οδηγίες της, χωρίς να έχει σαφή και πραγματική γνώση ότι οι συναλλαγές αυτές αφορούσαν δοσοληψίες μεταξύ της μηνύτριας και του Μ για τις ανάγκες της εμπορίας της πρώτης και ότι η κατάθεση γινόταν μέσω του λογαριασμού του κατηγορουμένου επειδή η μηνύτρια λόγω κακής πορείας των εμπορικών της υποθέσεων στην Ελλάδα δεν μπορούσε να εξαγάγει επ' ονόματι της συνάλλαγμα για την αγορά χαλιών αλλά κατέθετε τα ποσά σε δραχμές στον λογαριασμό του κατηγορουμένου και ο τελευταίος παρέδιδε αντίστοιχο ποσόν σε ξένο συνάλλαγμα στον Μ στην αλλοδαπή, δηλαδή ότι οι καταβολές στον λογαριασμό αυτό εξοφλούσαν οφειλές της μηνύτριας προς τον στον Μ.
Από όλα παραπάνω σαφώς αποδεικνύεται ότι δεν θεμελιώνεται αντικειμενικά η υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, γι' αυτό και πρέπει να κηρυχθεί αυτός αθώος της πράξης αυτής". Σύμφωνα με τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, με την έννοια που αναπτύχθηκε, αφού περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους το Δικαστήριο έκρινε αθώο τον κατηγορούμενο. Ειδικότερα, αναφέρεται στην αιτιολογία ότι λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις όλων των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, καθώς και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό με όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Επιπρόσθετα, λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν μετά των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων είκοσι ένα (21) αντίγραφα γραμματίων είσπραξης της Εμπορικής Τράπεζας (αποδείξεις εμβασμάτων), που αναγνώσθηκαν όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων με α.α 1 από τον κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων, και των οποίων δεν ήταν αναγκαίος ο λεπτομερής προσδιορισμός της ταυτότητάς τους (χρονολογία, τόπος, ποσό, η εκδόσασα αυτά Τράπεζα) και τα οποία αναμφισβήτητα είχαν τεθεί υπόψη, όχι μόνο του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, αλλά και των διαδίκων, και ειδικότερα τη εγκαλούσας η οποία είχε και τη δυνατότητα να προβάλει οποιαδήποτε αντίρρηση, ως προς την ταυτότητά τους ή το περιεχόμενό τους. 'Έτσι, ουδεμία πλέον αμφιβολία δημιουργείται, αντίθετα, με βεβαιότητα, προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, επιπλέον δε αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και από την επισκόπησή της, προκύπτει ότι έγινε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η επιβαλλόμενη από το συνδυασμό των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται παραπάνω και δεν λήφθηκαν επιλεκτικά υπόψη ορισμένα μόνο αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμος και πρέπει, επομένως να απορριφθεί. Επίσης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση και ειδικότερα ότι υφίσταται εκ πλαγίου παράβαση των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρου 375 παρ.1 και 2 του Π.Κ. Τούτο, γιατί όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, με σαφήνεια και πληρότητα αναφέρονται στο αιτιολογικό της τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου που την εξέδωσε, χωρίς να ανακύπτει οποιαδήποτε αντίφαση με το διατακτικό της. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμό 3-20-1-2010 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά της 2792α, 2825/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για την απαλλακτική απόφαση του κατηγορουμένου για κακουργηματική υπεξαίρεση, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Δεν είναι απαραίτητο για την ταυτότητα του εγγράφου, που αναγνώσθηκε ο επί μέρους προσδιορισμός των στοιχείων του (χρόνος, τόπος έκδοσης, ποσό, εκδούσα Αρχή). Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Υπεξαίρεση, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1656/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - πολιτικώς ενάγουσας Χ, κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4577/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Κορίνθου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - πολιτικώς ενάγουσα ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 485/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου με αριθμό 207/27-5-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 513§1α' Κ.Π.Δ. την υπ' αριθ. 1/29-3-2010 αίτηση αναίρεσης της πολιτικώς ενάγουσας Χ, κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθ. 4577/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου και εκθέτω τα ακόλουθα :
Κατά τη διάταξη του άρθρου 506 Κ.Π.Δ. "Την αναίρεση αθωωτικών αποφάσεων μπορούν να ζητήσουν: α) ο κατηγορούμενος, αν αθωώθηκε λόγω έμπρακτης μετάνοιας, β) ο εισαγγελέας του Πλημμελειοδικείου, του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου ή του Εφετείου (κατά τις διακρίσεις του άρθρου 505§1 στοιχ. δ') αν η αθώωση οφείλεται σε εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης και γ) ο μηνυτής ή εκείνος που άσκησε την έγκληση αν καταδικάσθηκαν σε αποζημίωση και στα έξοδα (άρθρο 71).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, εγκαλούσα πολιτικώς ενάγουσα, άσκησε την υπ' αριθ. 1/29-3-2010 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 4577/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι:
Α1 , Α2, Α3 χα Ζ και Α4, για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα (άρθρο 224§§2 και 1 Π.Κ.), Β) ο Κ, για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και Γ) η Α3 για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης (άρθρα 224§§1 και 2, 46§1α και 229§1 Π.Κ.). Δεν καταδικάσθηκε δε με την προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρεσείουσα πολιτικώς ενάγουσα σε αποζημίωση των παραπάνω κατηγορουμένων και στα έξοδα.
Συνεπώς εφόσον, σύμφωνα με την παρατιθέμενη παραπάνω διάταξη του άρθρου 506 του Κ.Π.Δ., δεν είναι η αναιρεσείουσα εκ των δικαιουμένων κατά τη διάταξη αυτή να ασκήσουν αναίρεση κατά της πιο πάνω αθωωτικής απόφασης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσής της ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476§1 και 583§1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθ. 1/29-3-2010 αίτηση αναίρεσης της πολιτικώς ενάγουσας Χ, κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθ. 4577/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 19-5-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΥΡΟΣ
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 506 του ΚΠΔ "την αναίρεση των αθωωτικών αποφάσεων μπορούν να ζητήσουν: α) ο κατηγορούμενος..., β) ο Εισαγγελέας ..... , και 3) ο μηνυτής ή εκείνος που άσκησε την έγκληση αν καταδικάσθηκαν σε αποζημίωση και τα έξοδα (άρθρο 71). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα πολιτικώς ενάγουσα άσκησε την υπ' αριθμ. 1/29/3/2009 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 4577/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι οι Α1, Α2, Α3 χα Ζ και Α4 για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα (άρθρο 224 παρ. 2 και 1 του ΠΚ), ο Κ για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και η Α3 για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης (άρθρα 224 παρ. 1 και 2, 46 παρ. 1α και 229 παρ. 1 του ΠΚ). Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα πολιτικώς ενάγουσα δεν καταδικάστηκε σε αποζημίωση των παραπάνω κατηγορουμένων και στα έξοδα. Επομένως, εφόσον, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 506 του ΚΠΔ, δεν είναι η αναιρεσείουσα εκ των δικαιουμένων κατά τη διάταξη αυτή να ασκήσουν αναίρεση κατά της ως άνω αθωωτικής απόφασης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 1/29/3/2010 αίτηση της πολιτικώς ενάγουσας Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4577/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι(220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αθωωτική απόφαση για ψευδορκία μάρτυρα, και ηθικά αυτουργία σ' αυτή. Η αναίρεση ασκήθηκε από τον πολιτικώς ενάγοντα που δεν καταδικάστηκε σε αποζημίωση και στα έξοδα Είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρο 506 περ. γ ΚΠΔ) -.
|
Πολιτική αγωγή
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
Αριθμός 1651/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πάσχο, για αναίρεση της με αριθμό 314/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., ο οποίος δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 840/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 α' του ΠΚ "όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", και κατά την όμοια του άρθρου 309 του ίδιου κώδικα, "αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρθρο 310 παρ. 2 του ΠΚ), επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Εν όψει της διαζευκτικής διατυπώσεως της δεύτερης των διατάξεων αυτών, είναι απαραίτητο στη καταδικαστική απόφαση για επικίνδυνη σωματική βλάβη να καθορίζεται ποια από τις ως άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Αυτό δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μιας ή της άλλης περιπτώσεως, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικώς άγει σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχειρίσεως του δράστη, αφού στην πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή θα καθορισθεί βάσει των κατ' άρθρο 79 του ΠΚ κριτηρίων. Αν υπάρχει ασάφεια, αναφορικά με το είδος της διακινδυνεύσεως, τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παραβάσεως της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 309 του ΠΚ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, διότι ο 'Αρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση για το αν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά ή μη το νόμο, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως δημιουργεί η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ. Τέτοια έλλειψη αιτιολογίας προκειμένου για καταδικαστική απόφαση υπάρχει και όταν κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που ανάγονται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος παρατηρείται, είτε στην αιτιολογία είτε μεταξύ αιτιολογίας και διατακτικού, ασάφεια ή αντίφαση. Περαιτέρω, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της απόφασης, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν η απόφαση δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 314/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος επικίνδυνης σωματικής βλάβης και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Ειδικότερα, το παραπάνω δικαστήριο, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζει κατ' είδος, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Σύμφωνα με το από 15/5/2000 ιδιωτικό συμφωνητικό ο εγκαλών Ψ και ο κατηγορούμενος Χ συνέστησαν την εταιρεία με την επωνυμία Χ και Σία ΟΕ", με σκοπό τη λειτουργία επιχείρησης εστιατορίου-πιτσαρίας στον ... και επί της Λεωφόρου ..., όπου βρισκόταν η έδρα της. Οι εν λόγω ομόρρυθμοι εταίροι συμμετείχαν στην πιο πάνω ομόρρυθμη εταιρεία κατά ποσοστό 50% ο καθένας. Η επιχείρηση λειτούργησε τουλάχιστον μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου του έτους 2002, ωστόσο μεταξύ των ως άνω εταίρων είχαν δημιουργηθεί έριδες, διαφωνίες και διαπληκτισμοί σχετικά με τη διαχείριση αυτής. Στις 13/12/2002 ο κατηγορούμενος κοινοποίησε στον εγκαλούντα το από 6/12/2002 εξώδικο του, δυνάμει του οποίου τον καλούσε να παρευρίσκεται στις 16/12/2002 και ώρα 18.00 στο επί της οδού ... στον ... ισόγειο κατάστημα. Η συνάντηση πράγματι έλαβε χώρα στο πατάρι του ως άνω καταστήματος, κατά την οποία ο κατηγορούμενος ήλθε συνοδευόμενος από τον Ζ, καθηγητή σε σχολή στο ... και συνάδελφό του, τον οποίο δεν γνώριζε ο εγκαλών. Επίσης προσήλθε ο ..., ο οποίος απασχολείτο ως διευθυντής της πιτσαρίας και ο ..., ο οποίος είχε απασχοληθεί στην ως άνω επιχείρηση κατά την ίδρυση της. Ακολούθησε έντονη συζήτηση μεταξύ των ως άνω δύο εταίρων και εν όψει του ότι δεν βρέθηκε λύση στα μεταξύ τους ζητήματα, ο κατηγορούμενος εξέφρασε την επιθυμία να αποχωρήσει. Τη χρονική στιγμή που ξεκίνησε για να φύγει, μπήκε μπροστά του ο εγκαλών για να τον εμποδίσει. Τότε ο Ζ συγκράτησε τον εγκαλούντα, αγκαλιάζονάς τον από πίσω και κρατώντας του τα χέρια. Την χρονική εκείνη στιγμή ο εγκαλών δέχθηκε χτύπημα (γροθιά) από τον κατηγορούμενο στο στήθος και έπεσαν και οι δύο κάτω παλεύοντας. Αμέσως ο εγκαλών ένιωσε έντονο αίσθημα δύσπνοιας και οι λοιποί παρευρισκόμενοι τον σήκωσαν, τον βοήθησαν να καθίσει σε μία καρέκλα, ενώ ο κατηγορούμενος και ο Ζ αποχώρησαν. Κατόπιν ο εγκαλών μετέβη στο Π.Γ.Ν.Α. ..., όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί στηθαγχικό επεισόδιο με έντονη συναισθηματική φόρτιση με συνοδούς ΗΚΓ αλλοιώσεις και παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι την 20/12/2002. Προέκυψε δε ότι ο τελευταίος έπασχε από στεφανιαία νόσο, γεγονός το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος, το χτύπημα δε που του επέφερε (γροθιά στο στήθος), σαφώς και μπορούσε να του προκαλέσει άμεσο κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη, αφού για να αντιμετωπιστεί το στηθαγχικό επεισόδιο, που προκλήθηκε από το ανωτέρω χτύπημα, ο τελευταίος χρειάστηκε να νοσηλευτεί στο ως άνω νοσοκομείο. Η ένορκη κατάθεση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου του μάρτυρα ..., ο οποίος ήταν παρών στο επίδικο επεισόδιο, είναι σαφής και με κατηγορηματικότητα αυτός αναφέρει ότι πράγματι ο εγκαλών δέχθηκε γροθιά στο στήθος από τον κατηγορούμενο (ο Ψ δέχθηκε μια μπουνιά στο λαιμό και έπεσε κάτω. Γνωρίζαμε ότι ο Ψ είχε πρόβλημα, είχαμε δεί και την τομή που είχε στο σώμα του το καλοκαίρι). ...Η σωματική βλάβη που προκάλεσε ο κατηγορούμενος στον παθόντα τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη και δεν συντρέχει περίπτωση να μετατραπεί η κατηγορία σε απλή σωματική βλάβη του άρθρου 308 παρ. 1 του ΠΚ". Ακολούθως με βάση τις παραδοχές αυτές το παραπάνω δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο "του ότι στον ... την 16/12/2002 με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη αυτού κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντα. Συγκεκριμένα επιτέθηκε εναντίον του Ψ και του επέφερε πολλαπλά γρονθοκοπήματα στο στήθος, το κεφάλι και το λαιμό, με συνέπεια να τον τραυματίσει και ειδικότερα να του προξενήσει στηθαγχικό επεισόδιο μετά έντονης συναισθηματικής φόρτισης με συνοδούς ΗΚΓ αλλοιώσεις. Εκ του τρόπου δε που τέλεσε την πράξη αυτή και ιδίως εκ του σημείου του σώματος του παθόντα στο οποίο κατάφερε τα κτυπήματα ο κατηγορούμενος (στήθος, κεφάλι), γνωρίζοντας ότι ο παθών έπασχε από στεφανιαία νόσο, μπορούσε να προκληθεί άμεσος κίνδυνος για τη ζωή του παθόντα". 'Ετσι όμως που έκρινε το Εφετείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ εξ άλλου παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και έτσι στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, η απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες και ασάφειες και λογικά κενά, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του νόμου, αφού στο μεν σκεπτικό της δέχεται ότι "ο εγκαλών δέχθηκε κτύπημα (γροθιά) από τον κατηγορούμενο στο στήθος που σαφώς μπορούσε να του προκαλέσει άμεσο κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη", στο διατακτικό της δέχεται και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα διότι επέφερε "πολλαπλά γρονθοκοπήματα στο στήθος, το κεφάλι και το λαιμό του παθόντα". Με τις αντιφατικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης καθίσταται αδύνατη η εκτίμηση και αξιολόγηση περί του ποία από τις παραδοχές και συλλογισμούς υιοθέτησε και κατέληξε στην περί ενοχής κρίση της, εκείνη του ενός χτυπήματος (γροθιάς) στο στήθος κατά το σκεπτικό ή εκείνη των πολλαπλών γρονθοκοπημάτων στο στήθος, στο κεφάλι και το λαιμό κατά το διατακτικό. Με τις παραπάνω αντιφατικές μεταξύ τους παραδοχές, δημιουργούνται σοβαρά λογικά κενά και αντιφάσεις ως προς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την αξιολόγηση των αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, ως προς τις αποδείξεις και τους νομικούς συλλογισμούς, αφού καθίσταται αδύνατη η διακρίβωση του στοιχείου εκείνου που οδήγησε στην καταδίκη του ανωτέρω, ήτοι ήταν εκείνο "της μιας γροθιάς στο στήθος ή τα πολλαπλά γρονθοκοπήματα στο στήθος, στο κεφάλι και το λαιμό". Περαιτέρω, στο σκεπτικό της αποφάσεως το δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δέχεται ότι "η σωματική βλάβη που προκάλεσε ο κατηγορούμενος στον παθόντα τελέσθηκε με τέτοιο τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη", δηλαδή ότι επήλθε διαζευκτικώς διακινδύνευση των εννόμων αγαθών του παθόντος, στο διατακτικό της όμως η προσβαλλόμενη δέχεται ότι "ο κατηγορούμενος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντα..". Δηλαδή στο διατακτικό της η απόφαση υιοθετεί τη μία από τις δύο υπαλλακτικές μορφές της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, ήτοι εκείνη της πρόκλησης κινδύνου για τη ζωή του παθόντα και τούτο χωρίς καμία αιτιολογία ή αναφορά στους λόγους για τους οποίους δέχεται τη συγκεκριμένη διαζευκτική μορφή πλήξεως του εννόμου αγαθού (ζωής) και όχι τη δεύτερη (βαριά σωματική βλάβη).
Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης με την μορφή της έλλειψης νόμιμης βάσης, είναι ουσιαστικά βάσιμοι. Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 314/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για επικίνδυνη σωματική βλάβη. Λόγοι: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και παραβίαση εκ πλαγίου της ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Δέχεται τους λόγους αναίρεσης (παρελκούσης της έρευνας των λοιπών). Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Σωματική βλάβη επικίνδυνη.
| 0
|
Αριθμός 1656/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 5η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ... Ανώνυμη, Μεταφορική, Τουριστική και Εμπορική Εταιρία", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γκούβα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιώτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 814/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 710/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-9-2009 αίτησή της και τους από 1-9-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 23-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. δ' του π.δ, 229/1994 "Γενικός Κανονισµός Προσωπικού Κοινών Ταµείων Εισπράξεων Λεωφορείων (ΚΤΕΛ)", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 21 παρ. 2 και 29 του ν.δ. 102/1973 και ίσχυε από 20-8-1994 (πριν από την κατάργησή του µε το π.δ. 246/2006 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2963/2001) : "Κανείς δεν μπορεί να προσληφθεί ως τακτικός ή έκτακτος υπάλληλος του ΚΤΕΛ, εφόσον δεν έχει τα παρακάτω, γενικά και ειδικά, ανάλογα µε την περίπτωση, προσόντα .. 1. ΓΕΝΙΚΑ ΠΡΟΣΟΝΤΑ ... α) ... δ) Ειδικά για τους οδηγούς, αλλά και όλο το προσωπικό κινήσεως, πρέπει να είναι κατάλληλοι από άποψη υγείας για την εργασία που προορίζονται να εκτελέσουν. Η σχετική καταλληλότητα, καθ' όλη τη διάρκεια που υφίσταται η σύμβαση εργασίας, πιστοποιείται από ιατρούς που έχουν συμβληθεί, με υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών ή από ιατρούς του ΙΚΑ, σύμφωνα με τα ισχύοντα, κατά περίπτωση. Τα πιστοποιητικά ισχύουν για δώδεκα (12) μήνες από της εκδόσεώς των". Από την παραπάνω διάταξη, η οποία έχει εφαρμογή και μετά τη μετατροπή των ΚΤΕΛ σε ανώνυμη εταιρία, η οποία υποκαθιστά αυτοδίκαια και χωρίς άλλη διατύπωση τα ΚΤΕΛ σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους (άρθρα 1,2,3 παρ.1,6,10 του ν.2963/2001), προκύπτει ότι για την πρόσληψη του οδηγού λεωφορείου των ΚΤΕΛ απαιτείται, εκτός των άλλων, αυτός να είναι κατάλληλος από άποψη υγείας για την εργασία του. Η καταλληλότητα του πιστοποιείται αρμοδίως από ιατρούς υπηρεσιών που έχουν συμβληθεί με το Υπουργείο Μεταφορών ή από ιατρούς του ΙΚΑ. Τα πιστοποιητικά υγείας ισχύουν για ορισμένο χρόνο και δη για 12 μήνες από την έκδοσή τους. Έτσι αν δεν εκδοθεί και δεν προσκομιστεί τέτοιο πιστοποιητικό κατά την πρόσληψη του υπαλλήλου (οδηγού) του ΚΤΕΛ, η σύμβαση εργασίας, ως αντικείμενη στην πιο πάνω δημόσιας τάξης διάταξη, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μη έγινε (άρθρα 174, 180 ΑΚ ). Αλλά και εάν κατά τη διάρκεια της σύμβασης ο οδηγός δεν υποβάλλεται ανά δωδεκάμηνο στις παραπάνω ιατρικές εξετάσεις και έχει λήξει η δωδεκάμηνη ισχύς του ιατρικού πιστοποιητικού και πάλι η σύµβαση εργασίας καθίσταται άκυρη και παύει να ισχύει. Η ύπαρξη, εξάλλου, πιστοποιητικού υγείας κατά την αρχική πρόσληψη του υπαλλήλου δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής με την οποία αυτός αξιώνει οφειλόμενες αποδοχές αλλά απόκειται στον εναγόμενο εργοδότη να επικαλεσθεί κατ' ένσταση την έλλειψή του και την εντεύθεν ακυρότητα της σύµβασης. Περαιτέρω η, κατ' άρθρο 174 ΑΚ, άκυρη σύµβαση θεωρείται, σύµφωνα µε το άρθρο 180 ΑΚ, σαν να µην έγινε και επομένως ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος να διατηρεί το μισθωτό στην εργασία του ή να αποδέχεται τις υπηρεσίες του. Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 2 της υπ' αριθ. 19040/1981 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του α.ν. 539/1945, του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του ν. 133/1975 (που κύρωσε την από 26-2-1975 Ε.Σ.Ε.Ε.), επιδόματα (δώρα) εορτών, άδεια, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας, δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους, βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, με απλή σχέση εργασίας. Τούτο καθίσταται σαφές τόσο από τη διατύπωση όλων αυτών των διατάξεων που σε κανένα τους σημείο δεν θέτουν την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας ως προϋπόθεση για να δοθούν οι ανωτέρω παροχές προς τους εργαζομένους, αλλά και από το ότι, αντιθέτως, στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 2 της υπ' αριθ. 19040/1981 Υ.Α. και του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 γίνεται ρητά λόγος για σχέση εργασίας ή για εργασιακή σχέση.
Συνεπώς και σε περίπτωση άκυρης συμβάσεως εργασίας ο εργαζόμενος δικαιούται ευθέως εκ του νόμου, τις αποδοχές και το επίδομα αδείας, καθώς και τα επιδόματα (δώρα) εορτών. Εξάλλου, κατά το άρθρο 904 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόµιµη αιτία από την περιουσία ή µε ζηµία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση άκυρης σύµβασης, στην οποία η παροχή πραγματοποιείται για αιτία παράνομη. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε ότι ο ενάγων προσλήφθηκε το έτος 1971 από το ΚΤΕΛ ..., του οποίου καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη, µε σύµβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως εφεδρικός οδηγός σε διάφορα εντεταγμένα σ' αυτή λεωφορεία, για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της στις περιπτώσεις που ο μόνιμος οδηγός του κάθε λεωφορείου δεν θα μπορούσε να εργαστεί, αν και ήταν όμως υποχρεωμένος, κατά τη διάρκεια της εργασίας του να είναι εφοδιασμένος µε πιστοποιητικό ότι είναι κατάλληλος από άποψη υγείας για την εργασία που προορίζεται να εκτελέσει, τόσο κατά την αρχική πρόσληψή του, όσο και κατά τη διάρκεια της εν γένει της εργασίας του, δεν ήταν εφοδιασμένος µε τέτοια πιστοποιητικά υγείας. Το έτος 2002 επιμελήθηκε για πρώτη φορά της έκδοσης πιστοποιητικών υγείας και εκδόθηκαν τα από 4-10-2002, 19-4-2004 και 17-6-2005 πιστοποιητικά, τα οποία, όμως, δεν κατατέθηκαν στην εναγομένη. Έτσι, η ένδικη σύµβαση ήταν από την αρχή άκυρη και θεωρείται σα να µη έγινε και ο ενάγων συνδέεται µε την εναγομένη µε απλή σχέση εργασίας. Δέχθηκε ακόμη ότι, κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του έτους 2000 έως 30-6-2005, προσέφερε πραγματικά και προσηκόντως τις υπηρεσίες του προς την εναγομένη, ως εφεδρικός οδηγός, δεσμεύοντας προς όφελός της την ελευθερία του επαγγελματία οδηγού και τελούσε σε ετοιμότητα ανάληψης εργασίας ως οδηγός εντεταγμένων σ' αυτή λεωφορείων, αναπληρώνοντας τους τακτικούς οδηγούς για οποιοδήποτε λόγο και προς εκτέλεση οποιουδήποτε δρομολογίου, για το οποίο θα ελάµβανε σχετική εντολή από τον εργοδότη του. Η ανάθεση υπηρεσίας δεν ήταν εκ των προτέρων χρονικά προσδιορισμένη και προγραμματισμένη, αφού εξαρτάτο και συναρτάτο µε την εμφάνιση του κωλύματος του τακτικού οδηγού ή την ανάγκη αύξησης των δρομολογίων. Και για τις ημέρες αυτές που δεν απασχολείτο πραγματικά, αλλά τελούσε απλώς σε ετοιμότητα προς παροχή των υπηρεσιών του οδηγού και η οποία εργασία κατά τις συναλλακτικές αντιλήψεις παρέχεται µόνο µε αμοιβή, ο ενάγων δικαιούται, εφόσον δεν συμφωνήθηκε συγκεκριμένο ποσό, την ειθισµένη αμοιβή, δηλαδή εκείνη που καταβάλλεται σε άλλους εφεδρικούς οδηγούς υπό τις ίδιες συνθήκες και την οποία θα κατέβαλλε η εναγομένη σε εφεδρικό οδηγό που θα είχε προσληφθεί µε έγκυρη σύµβαση εργασίας. Ο ενάγων, κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, απασχολείτο στο ΚΤΕΛ αστικής περιοχής ... ως εφεδρικός οδηγός, πραγματοποιώντας 219 ημερομίσθια το έτος 2000, 237 ημερομίσθια το έτος 2001, 229 ημερομίσθια το έτος 2002, 215 ημερομίσθια το έτος 2003, 217 ημερομίσθια το έτος 2004 και 110 ημερομίσθια από 1-1-2005 έως 30-6-2005. Έτσι βρισκόταν σε ετοιμότητα προς παροχή υπηρεσιών ως εφεδρικός οδηγός στην εναγομένη το έτος 2000 επί 69 ημέρες, το έτος 2001 επί 128 ημέρες, που απομένουν αν από τις 365 ημέρες του έτους αφαιρεθούν οι 237 ημέρες που εργάστηκε στο ΚΤΕΛ αστικής περιοχής ..., το έτος 2002 επί 136 ημέρες που απομένουν αν από τις 365 ημέρες του έτους αφαιρεθούν οι 237 ημέρες που εργάστηκε στο ΚΤΕΛ αστικής περιοχής ..., το έτος 2003 150 ημέρες, το έτος 2004 επί 148 ημέρες που απομένουν αν από τις 365 ημέρες του έτους αφαιρεθούν οι 217 ημέρες που εργάστηκε στο ΚΤΕΛ αστικής περιοχής ... και από 1-1-2005 έως 30-6-2005 επί 71 ημέρες που απομένουν αν από τις ημέρες αυτού του διαστήματος αφαιρεθούν οι 110 ημέρες που εργάστηκε στο ΚΤΕΛ αστικής περιοχής .... Η ειθισµένη ημερήσια αμοιβή που θα κατέβαλλε η εναγόμενη σε άλλον εφεδρικό οδηγό υπό τις ίδιες συνθήκες και µε τα ίδια προσόντα, ανερχόταν σε 16,14 ευρώ για το έτος 2000, 17,61 ευρώ για το έτος 2001, 19,08 ευρώ για το έτος 2002, 20,54 ευρώ για το έτος 2003, 22,01 ευρώ για το έτος 2004 και 23,48 για το έτος 2005. Επομένως δικαιούται αυτός για την άνω αιτία, για το έτος 2000 1.113 Ευρώ (69 ημέρες Χ 16,04 ευρώ), για το έτος 2001 2.254,08 ευρώ(128 ημέρες Χ 17,61 ευρώ), για το έτος 2002 2.594,88 ευρώ (136 ημέρες Χ 19,08 ευρώ), για το έτος 2003 3.081 ευρώ (150 ημέρες Χ 20,54 ευρώ), για το έτος 2004 3.257,48 ευρώ (148 ημέρες Χ 22,01 ευρώ) και από 1-1-2005 έως 30-6-2005 1.667,08 ευρώ (71 ημέρες Χ 23,48 ευρώ) και συνολικά 13.967,52 ευρώ. Επίσης δικαιούται για αποδοχές άδειας 101 ευρώ για το έτος 2000, 218 ευρώ για το έτος 2001, 256 ευρώ για το έτος 2002, 280 ευρώ για το έτος 2003 και 302 ευρώ για το έτος 2004 και συνολικά 1.157 ευρώ και για επίδομα άδειας 50 ευρώ για το έτος 2000, 109 ευρώ για το έτος 2001, 128 ευρώ για το έτος 2002, 140 ευρώ για το έτος 2003 και 151 ευρώ για το έτος 2004 και συνολικά 578 ευρώ. Ακόμα δικαιούται για δώρο Χριστουγέννων 101 ευρώ για το έτος 2000, 218 ευρώ για το έτος 2001, 256 ευρώ για το έτος 2002, 280 ευρώ για το έτος 2003 και 302 ευρώ για το έτος 2004 και συνολικά 1.157 ευρώ και για δώρο Πάσχα 50 ευρώ για το έτος 2000, 109 ευρώ για το έτος 2001, 128 ευρώ για το έτος 2002, 140 ευρώ για το έτος 2003, 151 ευρώ για το έτος 2004 και 172 ευρώ από 1-1-2005 έως 30-6-2005 και συνολικά 750 ευρώ. Συνολικά δε για όλες τις ανωτέρω αιτίες δικαιούται το ποσό των 17.609,52 ευρώ (13.967,52 + 1.157 + 578 + 1.157 + 750ευρώ), το οποίο θα κατέβαλε η εναγόμενη σε άλλον εφεδρικό οδηγό, που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας και απέφυγε να καταβάλει και κατά το οποίο έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος. Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο, στη συνέχεια, μετά από την εξαφάνιση της 814/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή, δέχθηκε κατά ένα μέρος αυτήν, ως προς την επικουρική βάση της και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το παραπάνω ποσό. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, τις προαναφερθείσες διατάξεις και εκείνες των ΠΔ 54/1998 και 246/2006, και οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, πρώτος και τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος τους, στο αναιρετήριο και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, στο δικόγραφο των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε και συνεπώς είναι αβάσιμος ο, από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, στο δικόγραφο των προσθέτων λόγος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.17 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται όπως η επικαλούμενη αντίφαση των διατάξεων εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού. Η ύπαρξη αντιφάσεων στο διατακτικό της απόφασης ιδρύει τον λόγο αυτό, όταν από τις αντιφάσεις δημιουργείται αοριστία του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης. Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού εξ αιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητα ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφασή του έχει αντιφατικές διατάξεις στο αιτιολογικό της, καθόσον δέχθηκε ότι ο ενάγων ήταν εφεδρικός οδηγός στο Αστικό ΚΤΕΛ στο οποίο πραγματοποιούσε, ετησίως, τα ημερομίσθια που προαναφέρθηκαν, παράλληλα δε, ότι, κατά τις υπόλοιπες ημέρες του έτους(στις οποίες συμπεριλαμβάνει τις εορτές, αργίες και ημέρες της άδειας του), ήταν και στην ίδια σε ετοιμότητα, για εργασία. Ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 είναι απαράδεκτος, διότι οι φερόμενες ως αντιφάσεις της προσβαλλόμενης απόφασης εντοπίζονται στο αιτιολογικό της, κατά τα λοιπά δε, διότι πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τη χωρίς όρκο εξέταση του εκκαλούντος και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντας ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά. Επομένως, ο από τον αριθμό 10 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε που με αυτόν η αναιρεσείουσα, προβαίνει σε διαφορετική εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των παραπάνω αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν πλήττεται η από το δικαστήριο, ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω, από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα και από το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο και 1) οι βεβαιώσεις που εκδόθηκαν από το λογιστήριο και τη γραμματεία της αναιρεσείουσας, ως προς την εμφάνιση του ενάγοντος στο σταθμό υποδοχής και τα γραφεία της και 2) η κατάθεση της λογίστριας της και πρέπει, ο, περί του αντιθέτου, τρίτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με τον τέταρτο στο αναιρετήριο, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του και πρώτο στο δικόγραφο των προσθέτων, λόγο, η αναιρεσείουσα προβάλλει, αντίστοιχα, αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 9 του ΚΠολΔ, και ειδικότερα ότι το Εφετείο, δίχως ειδικό λόγο εφέσεως και αντίστοιχο αίτημα, δέχθηκε την επικουρική βάση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της απόφασης του, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο µε την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε, την ένδικη αγωγή κατά την κυρία βάση της ως µη νόµιµη, λόγω της µη επίκλησης από τον ενάγοντα και της µη προσκόµισης απ' αυτόν του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. δ' του π.δ. 229/1994 "Γενικός Κανονισµός Προσωπικού Κοινών Ταµείων Εισπράξεων Λεωφορείων (ΚΤΕΛ)", πιστοποιητικού υγείας, ενώ δεν εξέτασε καθόλου την επικουρική βάση της. Η αγωγή ήταν νόµιµη, στηριζόμενη κατά την κυρία βάση της στις διατάξεις των άρθρων 648, 653 ,655, 341, 345, 346 ΑΚ, 1 παρ. 1 του ν. 1082/1982, 1 παρ. 3 της υπ' αριθ. 19040/81 Κ.Υ.Α., 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, 3 του ν.δ. 3755/1957, 2 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1346/1983, και κατά την επικουρική βάση της στις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, 1 παρ. 1 του ν. 1082/1982, 1 παρ. 3 της υπ' αριθ. 19040/81 Κ.Υ.Α., 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, 3 του ν.δ. 3755/ 1957, 2 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1346/1983. Ήταν, επίσης, ορισμένη ως προς τον αριθμό των ημερών εργασίας που ισχυρίζεται ο ενάγων ότι βρισκόταν σε ετοιμότητα εργασίας. Το Εφετείο, το οποίο, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή κατά την κυρία βάση της και στη συνέχεια ερεύνησε την επικουρική, την οποία και δέχθηκε, κατά ένα μέρος, δεν υπέπεσε στις παραπάνω πλημμέλειες, διότι, κατ' εξαίρεση του κανόνα που απαγορεύει την υπέρβαση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσει την επικουρική της βάση, δίχως την υποβολή με την έφεση ειδικού παραπόνου. Επομένως είναι αβάσιμοι οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης στο σύνολο τους. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 30-9-2009 αίτηση αναιρέσεως κατά της 710/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών και τους από 1-9-2010 πρόσθετους λόγους.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Οδηγός λεωφορείου ΚΤΕΛ. Πιστοποιητικό υγείας. Έλλειψη. Ακυρότητα σύμβασης. Αποδοχές. Το Εφετείο δεν παραβίασε, τις διατάξεις των ΠΔ 54/1998 και 246/2006, και διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Η ύπαρξη αντιφάσεων στο διατακτικό της απόφασης ιδρύει τον από το άρ. 17 λόγο αναιρέσεως, όταν από τις αντιφάσεις δημιουργείται αοριστία του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης. Ο λόγος από το άρθρο 559 αρ. 10 ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη. Το Εφετείο, το οποίο, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή κατά την κυρία βάση της και στη συνέχεια ερεύνησε την επικουρική, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 8 και 9 του ΚΠολΔ.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1658/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 5η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού" (ΔΕΗ ΑΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αβραάμ Ιορδανίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1305/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3155/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, όπως αυτή διορθώθηκε με την 2038/2009 απόφαση του ίδιου Εφετείου, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-9-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 23-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28§ 1 του Συντάγματος, 1§1 και 3 εδ. β, 5 §1 του α. ν. 539/1945, 1§1 στοιχ. ε' της υπ' αρ. 52/1936 Διεθνούς Συμβάσεως "Περί κανονικών κατ' έτος αδειών µετ' αποδοχών", η οποία κυρώθηκε µε το ν. 2081/1952, 3 του ν. δ. 3755/1957, µε το οποίο προστέθηκε στην § 1 του άρθρου 5 του α.ν.539/1945, δεύτερο εδάφιο, προκύπτει ότι η εξαίρεση των εργαζομένων σε επιχειρήσεις κοινής ωφελείας από τις διατάξεις του α. ν. 539/1945, υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικοί κανονισμοί των επιχειρήσεων αυτών δίνουν το δικαίωμα για ετήσια άδεια µε αποδοχές, διάρκειας τουλάχιστον ίσης προς εκείνη της άδειας που προβλέπεται από τον α.ν. 539/1945, που αναφέρθηκε παραπάνω, δεν επεκτείνεται και στην αυτοτελή και ανεξάρτητη από τις ρυθμίσεις του νόμου αυτού πρόβλεψη της κύρωσης που θεσπίζεται µε το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957, η οποία έχει τη μορφή αστικής ποινής και αφορά στην υποχρέωση του εργοδότη, ο οποίος αρνήθηκε την χορήγηση στον εργαζόμενο της νόμιμης κατ' έτος αδείας του, μέχρι τη λήξη του αντίστοιχου έτους, να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας, προσαυξημένες κατά ποσοστό 100%. Ακόμη, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τη διάταξη της § 1 του άρθρου 4 του ίδιου ως άνω α.ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 § 15 του Ν. 4504/1966,με την οποία ορίζεται ότι "η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας κανονίζεται μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, του πρώτου υποχρεουμένου να χορηγήσει την αιτηθείσα άδεια το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως, πάντως, το ήμισυ τουλάχιστον των κατ` έτος, εν εκάστη επιχειρήσει, δικαιουμένων αδείας δέον να ικανοποιώνται εντός του από 1ης Μαΐου μέχρι 30ης Σεπτεμβρίου χρονικού διαστήματος και η κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη αίτησις σκοπεί μόνο εις τον προσδιορισμόν των χρονικών ορίων, εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωσις δια την χορήγησιν της αδείας και δεν αποτελεί τυπικήν προϋπόθεσιν δια την υπό του μισθωτού, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, άσκησιν του εις άδειαν μετ` αποδοχών δικαιώματος αυτού, του εργοδότου υποχρεουμένου όπως, προ της λήξεως του ημερολογιακού έτους, παράσχει την άδειαν έστω και αν δεν εζητήθη αυτή υπό του μισθωτού", προκύπτει σαφώς, ότι δεν επιτρέπεται, ούτε με συμφωνία μεταξύ του εργαζόμενου και του εργοδότη, η μεταφορά των ημερών της προαναφερόμενης ετήσιας άδειας του τελευταίου, που δεν του χορηγήθηκαν από τον εργοδότη στο επόμενο ή στα μεθεπόμενα έτη, με συνέπεια να είναι ανίσχυρη τέτοια συμφωνία και ο εργοδότης ο οποίος δεν χορήγησε πλήρη την κανονική άδεια στο μισθωτό του, κατά τη διάρκεια του έτους που αυτή αφορά, να είναι υποχρεωμένος, από το τέλος του αντίστοιχου έτους να καταβάλει σ' αυτόν τις αντίστοιχες προς τις ημέρες αυτές αποδοχές αδείας με προσαύξηση κατά 100%, μη δυνάμενος να εκπληρώσει τη συγκεκριμένη υποχρέωσή του προς το μισθωτό με τη χορήγηση σ' αυτόν των παραπάνω ημερών αδείας και το συμψηφισμό αυτών προς το ανύπαρκτο σύνολο συσσωρευμένων ημερών άδειας περασμένων ετών, που δεν του χορηγήθηκαν, η δε προβλεπόμενη στην §1 του άρθρου 4 του ανωτέρω α.ν 539/1945, όπως αυτός συμπληρώθηκε με το άρθρο 3§15 του ν. 4504/1966, υποβολή αίτησης του μισθωτού προς χορήγηση της αδείας του, το πολύ εντός διμήνου από την ημέρα υποβολής της, αποσκοπεί μόνο στον προσδιορισμό των χρονικών ορίων, μέσα στα οποία υπάρχει η υποχρέωση του εργοδότη να χορηγήσει αυτή και δεν αποτελεί τυπική προϋπόθεση για την άσκηση από τον εργαζόμενο του σχετικού δικαιώματός του λήψεως αυτής. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3,174,680, 679 του ΑΚ, μ' εκείνες των άρθρων 8 του ν. 2112/1920, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 11 του Α.Ν.537/1936, 2 §1, 3 §1 και 25 § 2 του Ν.3239/1955 και 5 § 5 του αναφερόμενου και παραπάνω α.ν. 539/1945, συνάγεται σαφώς ότι είναι ανίσχυρη η δήλωση του μισθωτού με την οποία παραιτείται από τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές του. Η ακυρότητα αυτή αφορά στα ελάχιστα όρια των μισθών και αποζημιώσεων των εργαζομένων που προβλέπονται από το νόμο, τις ΕΣΣΕ ή άλλες κανονιστικές διατάξεις. Εξάλλου η υπ' αριθ. 93/104/ΕΚ Οδηγία εκδόθηκε µε βάση το άρθρο 118 Α της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ έχουν αντικατασταθεί από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ) και καθορίζει, σύμφωνα µε το άρθρο 1, παράγραφος 1, τις στοιχειώδεις προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας, όσον αφορά την οργάνωση του χρόνου εργασίας. Το τμήμα
ΙΙ της Οδηγίας προβλέπει τα μέτρα που υποχρεούνται να λαμβάνουν τα κράτη µέλη, ώστε κάθε εργαζόμενος να διαθέτει ελάχιστη περίοδο ημερήσιας και εβδομαδιαίας ανάπαυσης, καθώς και ετήσια άδεια µετ' αποδοχών. Ρυθμίζει επίσης το χρόνο διαλείμματος και την ανώτατη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας. Όσον αφορά την ετήσια άδεια, το άρθρο 7 της οδηγίας ορίζει τα εξής "1.Τα κράτη µέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζόμενους ετήσια άδεια µετ' αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, σύμφωνα µε τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες ή και πρακτικές για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας. 2. Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας µετ' αποδοχών μπορεί να αντικαθίσταται από χρηματική αποζημίωση µόνο σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης". Περαιτέρω, το άρθρο 17 της οδηγίας προβλέπει την ευχέρεια παρεκκλίσεων, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, από διάφορες διατάξεις της οδηγίας αυτής, χωρίς να αναφέρει σχετικώς το άρθρο 7. Η Οδηγία καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τις 2 Αυγούστου 2004 από την Οδηγία 2003/88/ΕΚ της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά µε ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (ΕΕL 299, σελ. 9). Το άρθρο 7 της Οδηγίας παρέμεινε αμετάβλητο. Ταυτόσημη είναι και η σχετική πρόβλεψη του άρθρου 7 παρ. 2 του Π.Δ. 88/1999, µε το οποίο η άνω οδηγία ενσωματώθηκε στο εσωτερικό µας δίκαιο, σύμφωνα µε την οποία η ελάχιστη περίοδος ετήσιας αδείας µετ' αποδοχών μπορεί να αντικατασταθεί από χρηματική αποζημίωση, µόνο σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης. Από τη σαφή γραμματική διατύπωση, αλλά και από το πνεύμα και το σκοπό των παραπάνω διατάξεων, δηλαδή τόσο του άρθρου 7 παρ.2 της Οδηγίας 93/104/ΕΚ, όσο και του άρθρου 7 παρ.2 του Π.Δ 88/1999, συνάγεται ότι η απαγόρευση της αντικατάστασης της ετήσιας άδειας με χρηματική αποζημίωση που θεσπίζει η διάταξη αυτή, αναφέρεται στο ημερολογιακό έτος, εντός του οποίου υποχρεούται ο εργοδότης σε χορήγηση της άδειας και έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει στο μισθωτό την ανάπαυση και την ανανέωση των δυνάμεων του, κάθε έτος, για το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα, δεν μπορεί, δε, να συναχθεί από τη συγκεκριμένη διάταξη συμπέρασμα ότι στην περίπτωση που δεν χορηγηθεί η άδεια μέχρι τη λήξη του έτους στο οποίο αφορά, ο μισθωτός έχει υποχρέωση να δεχτεί την αυτούσια χορήγησή της σε επόμενο έτος, σωρευτικά με την άδεια του έτους εκείνου, μη δικαιούμενος να ζητήσει την προβλεπόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας αποζημίωση, λόγω μη χορηγήσεως της αδείας και δεν τίθεται θέµα υποβολής σχετικού πρoδικαστικoύ ερωτήµατος στο ΔΕΚ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. δεύτερο του αυτού νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/57, "Επιφυλασσομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ' έτος αδείας του, υποχρεούται όπως άμα τη λήξει του έτους καθ` ο δικαιούται αδείας ο μισθωτός, και μετά προηγουμένην διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας ηυξημένας κατά 100%". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως (έγγραφης ή προφορικής), όμως, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαυξήσεως, που έχει το χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό, 3155/2008, απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε τα παρακάτω: Ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη στις 30-8-1975 ως έκτακτος υπάλληλος µε την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού µε σύµβαση εξαρτημένης εργασίας ετήσιας διάρκειας προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του στη διεύθυνση δοµικών έργων στεγάσεως. Στη συνέχεια υπέγραψε άλλες δύο ετήσιες συµβάσεις εργασίας και µε την 434/01-5-1978 απόφαση του Διοικητού της εναγομένης εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της, σύµφωνα µε τις διατάξεις του έχοντος ισχύ νόµου ΚΚΠ/ΔΕΗ, από 1-7-1978 στην κατηγορία/ειδικότητα Τ1/Β (διπλωματούχοι πολιτικοί μηχανικοί και συναφείς) στο μισθολογικό κλιμάκιο 6 της βαθμίδας δ' του άρθρου 4 παρ.4 αρ.2 του ΚΚΠ/ΔΕΗ. Με την άνω ιδιότητά του εργάστηκε έκτοτε σε διάφορες θέσεις της εναγομένης και με την 196/2001 απόφαση του διευθύνοντος συμβούλου της, του δόθηκε ο τίτλος του επιτελικού διευθυντή ΒΟΚ, τον οποίο διατηρεί μέχρι και σήμερα. Για το έτος 2005 ο ενάγων δικαιούταν να λάβει άδεια αναψυχής (25) ηµερών όπως συνομολογεί και η εναγομένη. Όµως, μέχρι το τέλος του έτους 2005 του χορήγησε µόνο (1) ηµέρα, ενώ τις άλλες (24) τις μετέφερε το επόµενο έτος, καίτοι όλη η άδεια των (25) ηµερών έπρεπε να του είχε χορηγηθεί μέχρι το τέλος του έτους 2005. Οι ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος για το έτος 2005 ανέρχονταν σε 6.295,48 ευρώ. Ο ενάγων στην αγωγή του εκθέτει ότι λαµβάνει το ποσό των 6.000 ευρώ ως βάση υπολογισµού για τις αποδοχές αδείας του. Το ποσό αυτό θα λάβει υπόψη και το Δικαστήριο και συνεπώς, για τις (24) ημέρες μη χορηγηθείσας αδείας του έτους 2005, δικαιούται το ποσό των 5.760 ευρώ (6000 Χ 24/25). Ο ενάγων ζήτησε επανειλημμένα, προφορικά, εγκαίρως μέσα στο έτος 2005, την άδειά του αυτούσια για το έτος 2005, πλην όμως η εναγόμενη δια των οργάνων της αρνήθηκε να τη χορηγήσει, επικαλούμενη λόγους υπηρεσιακούς, εξαναγκάζοντάς τον έτσι στην παροχή της εργασίας του κατά το χρόνο κατά τον οποίο έπρεπε να λάβει την άδεια. Και τούτο παρά την αποστολή επανειλημμένων εγκυκλίων κατ' έτος από την εναγόμενη στους επικεφαλής των υπηρεσιακών κλιμακίων να μεριμνούν για τη χορήγηση της κανονικής αδείας στους μισθωτούς μέχρι την 31 Δεκεμβρίου κάθε ημερολογιακού έτους. Στη συνέχεια, το Εφετείο δέχθηκε ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στον ενάγοντα, ως αποδοχές αδείας που δεν έλαβε, το παραπάνω χρηματικό. Ακολούθως εξαφάνισε την 1305/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια, δέχθηκε, εν μέρει, την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλλει στον αναιρεσίβλητο το παραπάνω ποσό, προσαυξημένο κατά 100%. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και των άρθρων 7 της Οδηγίας 93/104/ΕΚ, και 7 παρ.2 του Π.Δ. 88/1999, διέλαβε δε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων που προαναφέρθηκαν. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του KΠολΔ, πρώτος, λόγος αναιρέσεως και ως προς τα δύο μέρη του, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αρκεί για το παραδεκτό της αγωγής να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διατάξεως, στην οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή αίτημα. Στην προκειμένη περίπτωση στην επισκοπούμενη με αριθμό 5062/2006 αγωγή του ο αναιρεσίβλητος ιστορούσε συνεπτυγμένα ότι προσελήφθη από την αναιρεσείουσα το έτος 1975 ως έκτακτος υπάλληλος µε την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού µε σύµβαση εξαρτημένης εργασίας ετήσιας διάρκειας, μετά τη λήξη της οποίας επακολούθησαν άλλες δύο ετήσιες συµβάσεις και το έτος 1978 εντάχθηκε στο τακτικό Τ 1 /Β. Ότι µε την ειδικότητά του αυτή υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις της εναγομένης και ότι η τελευταία δεν του χορήγησε την κανονική άδεια των 25 ηµερών του έτους 2005 ύψους 6.000 ευρώ που δικαιούταν, αν και τη ζήτησε επανειλημμένα, εγκαίρως, αυτούσια για το συγκεκριμένο έτος, εξαναγκάζοντάς τον σε παροχή εργασίας του κατά το χρόνο κατά τον οποίο έπρεπε να λάβει την άδεια. Με βάση αυτό το ιστορικό ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του καταβάλει για αποδοχές αδείας του άνω έτους το ποσό των (6.000) ευρώ, προσαυξημένο κατά 100%, διότι η µη πραγματοποίηση αυτής οφείλεται σε πταίσµα της εργοδότριας του, αφού η τελευταία δεν του χορήγησε την άδεια έως το τέλος του ημερολογιακού έτους 2005, από αποκλειστική της υπαιτιότητα, ήτοι (12.000) ευρώ. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή διαλαμβάνει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ. για την ενεργητική νομιμοποίηση του αναιρεσιβλήτου και τη θεμελίωση των διωκόμενων αξιώσεων, αφού, από τον ακριβή προσδιορισμό του χρόνου απασχολήσεως του και του, κατά τρόπο έμμεσο πλην όμως σαφή, προσδιορισμού του ύψους των νομίμων μηνιαίων αποδοχών του, προέκυπτε σαφώς, με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς, ο αριθμός των ημερών της άδειας και των αντίστοιχων αποδοχών, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του ΑΝ 539/1945, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 του Ν. 1346/1983 και το άρθρο 3 παρ. 16 του ΝΔ 4504/1966, δεν ήταν δε αναγκαίο να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, ειδικότερα, οι μηνιαίες αποδοχές του, οι οποίες, εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, πέραν του ότι εύκολα μπορούν να προκύψουν από τις αποδείξεις με την προσκόμιση εκκαθαριστικού της μισθοδοσίας του, η αναιρεσείουσα, ως εργοδότρια του γνωρίζει το ύψος αυτών και συνεπώς μπορεί να αμυνθεί, κατά της αγωγής. Επομένως το Εφετείο, που έκρινε ότι η ένδικη αγωγή ήταν ορισμένη και ακολούθως απέρριψε τον αντίθετο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ., γι' αυτό και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, που έχει την έννοια ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, συγχωρείται αναίρεση και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, περίπτωση, όμως, που δεν συντρέχει όταν προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σχετικό ισχυρισμό και τον απέρριψε. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό της, ότι εξόφλησε την απαίτηση του αναιρεσιβλήτου, με την χορήγηση της αδείας και την καταβολή των αντίστοιχων αποδοχών για το επόμενο έτος, κατά το οποίο δεν προσέφερε υπηρεσίες σ' αυτήν. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση, σαφώς, προκύπτει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον παραπάνω ισχυρισμό και τον απέρριψε ως μη νόμιμο. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 11-9-2009, αίτηση της αναιρεσείουσας, για αναίρεση των με αριθμό 3155/2008 και 2038/2009 (διορθωτικής της πρώτης) αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Από τη σαφή γραμματική διατύπωση, αλλά και από το πνεύμα και το σκοπό των διατάξεων του άρθρου 7 παρ. 2 της Οδηγίας 93/104/ΕΚ, όσο και του άρθρου 7 παρ. 2 του Π.Δ. 88/1999, συνάγεται ότι η απαγόρευση της αντικατάστασης της ετήσιας άδειας με χρηματική αποζημίωση, αναφέρεται στο ημερολογιακό έτος, εντός του οποίου υποχρεούται ο εργοδότης σε χορήγηση της άδειας και έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει στο μισθωτό την ανάπαυση και την ανανέωση των δυνάμεών του, κάθε έτος, δεν μπορεί, δε, να συναχθεί συμπέρασμα ότι ο μισθωτός έχει υποχρέωση να δεχτεί την αυτούσια χορήγησή της σε επόμενο έτος, σωρευτικά με την άδεια του έτους εκείνου, μη δικαιούμενος να ζητήσει την προβλεπόμενη αποζημίωση, λόγω μη χορηγήσεως της αδείας. Για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως, όμως, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαυξήσεως, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1661/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 5η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΝΤΕΧΝΟΣ ΑΕ ΤΕΧΝΙΚΗ - ΔΟΜΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Δογάνη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ..., 2) Ψ2, κατοίκου ... και 3) Ψ3, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σιμόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 403/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3122/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-10-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 23-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α)σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ)ορισμένο αίτημα. Εξάλλου, τα χρονικά όρια της εργασίας των μισθωτών έχουν καθοριστεί με ειδικές διατάξεις δημόσιας τάξεως, με την έννοια ότι αποτελούν τα ελάχιστα όρια προστασίας των εργαζομένων και συνεπώς με ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας ή με διαιτητική απόφαση ή άλλη κανονιστική πράξη νομοθετικής ή συμβατικής ισχύος μπορούν να περιοριστούν όχι όμως και να ξεπεραστούν χωρίς την τήρηση της διαδικασίας για τη νομιμότητα της υπερωριακής απασχολήσεως. Ειδικότερα: Kατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια διάρκειας της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέραν από τον πλουτισμό που απεκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100 % του καταβαλλόμενου, ωρομισθίου τους. Με την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. της 26-2-1975, η οποία κυρώθηκε με το ν.133/1975, εισήχθη η εβδομάδα των πέντε (5) εργασίμων ημερών ή το λεγόμενο διαφορετικά πενθήμερο εργασίας, δηλαδή καθιερώθηκαν, ως χρονικό όριο εργασίας, οι σαράντα πέντε (45) ώρες την εβδομάδα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 της από 14-2-1984 εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 11770/20-3-1984 (ΦΕΚ Β',81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέραν από το εβδομαδιαίο αυτό ωράριο έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανώτατου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας (υπερεργασία) καταβάλλεται αμοιβή, σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1980 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αριθ.12425/1982 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και κυρώθηκε με το άρθρο 29 του νόμου 1346/1983 (βλ. ΟΛ.ΑΠ 4/1999).Ως υπερωριακή εργασία θεωρείται η πέρα των οκτώ ωρών ημερησίως και η πέρα των εννέα ωρών ημερησίως για όσους απασχολούνται επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από το νόμο ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας ή με τη μη πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου. Ειδικώς επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, η πέραν των 45 και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών απασχόληση θεωρείται ως νόμιμη "ιδιόρρυθμη" υπερωρία και αμείβεται με προσαύξηση 25% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου. Η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο, ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεν αποτελεί υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, αν στην τελευταία περίπτωση δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης, ενώ δεν συναριθμούνται οι ως άνω ώρες με τις ώρες των εργασίμων ημερών της ίδιας εβδομάδας, στις οποίες και μόνο αποβλέπει η ρύθμιση. Περαιτέρω, επί παροχής παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, οφείλεται στο μισθωτό, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ), το ποσό που ο εργοδότης θα κατέβαλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό, με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου), αφού, κατά το ποσό τούτο, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ωρομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης από την υπερωριακή εργασία του απασχοληθέντος μισθωτού. Ακολούθως, με το άρθρο 4 του ν. 2874/2000, ορίστηκαν τα εξής: "1.από 1-4-2001 σε επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας σαράντα (40) ωρών την εβδομάδα καταργείται η, κατά την κρίση του εργοδότη, υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση πέντε (5) ωρών την εβδομάδα. 2.Στις ως άνω επιχειρήσεις ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχόλησης του μισθωτού και ο μισθωτός, αντίστοιχα, υποχρεούται να παρέχει την εργασία του για τρεις (3) ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41η, 42η και 43η ώρα) την εβδομάδα (ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση). 3. Από 1-4-2001 η πέραν των σαράντα τριών (43) ωρών την εβδομάδα επιπλέον απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παρ.1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. 4. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης και νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 50%. Για την πέραν των 120 ωρών υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν.435/1976 ••• 5.Ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης του δικαιούται αποζημίωση, ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας". Τα πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή των, ως άνω, διατάξεων (αναφορικά με τις αξιώσεις από υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση ή υπερωρία, νόμιμη ή παράνομη) πρέπει να αναφέρονται στην αγωγή. Ειδικότερα, πρέπει να αναφέρονται, η διάρκεια της ημερήσιας απασχόλησης, αν πρόκειται για υπέρβαση του νόμιμου ημερησίου ωραρίου, άλλως κατά εβδομάδα, από την οποία συνάγονται οι ώρες εργασίας και συνακόλουθα οι υπερωρίες, ενώ είναι δυνατόν να προσδιορίζονται αυτές και κατά μέσο όρο την εβδομάδα ή το μήνα, και οι νόμιμες ή οι καταβαλλόμενες αποδοχές βάσει των οποίων θα υπολογιστεί το ωρομίσθιο. Από την επισκόπηση του περιεχομένου του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι αναφέρονται σ' αυτήν οι καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές των εναγόντων, το ημερήσιο και εβδομαδιαίο συμφωνημένο ωράριο εργασίας των, ότι αυτοί εργαζόταν από την πρόσληψή μέχρι την απόλυση των καθημερινά επί πλέον του οκταώρου επί δύο και τρείς ώρες ημερησίως, καθώς επίσης με το ίδιο ως άνω ωράριο τακτικό και ανελλιπώς (3) φορές κάθε μήνα την ημέρα του Σαββάτου και 3-5 την ημέρα των Κυριακών πραγματοποιώντας τις αναγραφόμενες κατά μήνα ώρες παράνομης υπερωρίας. Έτσι όπως είχε η αγωγή ήταν πράγματι ορισμένη, αφού αναφέρονταν σ' αυτήν με επάρκεια τα γεγονότα (μεταξύ των οποίων και το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα, λόγω της παροχής της ως άνω εργασίας των αναιρεσειόντων, είχε καταστεί πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία κατά την αξία της παρασχεθείσας εργασίας αυτής σε βάρος των τελευταίων, προς στήριξη των οικείων αγωγικών κεφαλαίων, για τη θεμελίωση των οποίων απαιτούνταν και το στοιχείο αυτό, όπως τούτο συμβαίνει και αναφορικά με την απασχόληση του μισθωτού κατά την ημέρα που έπρεπε να του χορηγηθεί εβδομαδιαία ανάπαυση, όπως και εκείνη της απασχολήσεως του μισθωτού επί έξι ημέρες την εβδομάδα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεδομένου ότι μια τέτοια απασχόληση του δεν είναι επιτρεπτή και γι' αυτό η εργασία της έκτης ημέρας, ως παρεχόμενη χωρίς έγκυρη σύμβαση, γεννά μόνο αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού), κατά την ανωτέρω έννοια, που τη θεμελίωναν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούσαν την άσκηση της από τους αναιρεσίβλητους κατά της αναιρεσείουσας. Και αυτό ανεξάρτητα από το πώς χαρακτηρίζονταν στην αγωγή οι σχετικές αξιώσεις των αναιρεσίβλητων, διότι το Εφετείο, αφού δεχόταν ότι η αγωγή ήταν ορισμένη, μπορούσε στη συνέχεια να υπαγάγει τις προβαλλόμενες αξιώσεις στην ορθή νομική διάταξη, καθορίζοντας συγχρόνως και το σημείο μέχρι το οποίο οι σχετικές αξιώσεις ήταν νόμιμες. Το ότι εσφαλμένα σ' αυτές οι ενάγοντες υπολόγισαν ως παράνομη υπερωρία και την οκτάωρη απασχόλησή των τις ημέρες του Σαββάτου δεν καθιστά το συγκεκριμένο αγωγικό κονδύλιο αόριστο, αφού με απλές μαθηματικές πράξεις μετά την αφαίρεση των ωρών αυτών, της πρόσθετης εργασίας των και της ιδιόρρυθμης υπερωρίας κατά τις ημέρες Δευτέρα έως και Παρασκευή, ευχερώς μπορεί να εξακριβωθεί ο αριθμός των παρανόμων υπερωριών που πραγματοποίησαν σε μηνιαία βάση. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη και ακολούθως, αφού δέχθηκε σχετικό λόγο της εφέσεως των εναγόντων, εξαφάνισε την 403/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε κριθεί ως αόριστη η αγωγή κατά το κεφάλαιο των παράνομων υπερωριών και στη συνέχεια ερεύνησε κατ' ουσία την αγωγή και τη δέχθηκε κατά ένα μέρος. Κρίνοντας έτσι, δεν υπέπεσε στην, από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι' αυτό ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή, δεν είναι βάσιμος. Εξάλλου για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής δεν ήταν απαραίτητο να αναγράφεται σ' αυτή και ότι 1) δεν συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση υπερωριακής εργασίας, και 2) η τελευταία δεν αναγγέλθηκε αρμοδίως, αντίγραφο της δεν αναρτήθηκε στον εργασιακό χώρο ή δεν καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο υπερωριών. Και τούτο διότι οι προϋποθέσεις αυτές, οι οποίες προβλέπονται από το άρθρο 9 && 1 και 2 του ΠΔ. της 27/06-04/07/1932, όπως αντικ. με το άρθρο 1 του Ν.Δ 515/1970, πρέπει δε να τηρούνται από τον εργοδότη, προκειμένου να είναι νόμιμη η υπερωριακή απασχόληση, δεν αποτελούν αναγκαίο περιεχόμενο της αγωγής αλλά θεμελιώνουν ένσταση, την οποία οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει η εναγομένη.
Συνεπώς είναι αβάσιμος και ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ. 14, λόγος, με τον οποίο γίνεται επίκληση των παραπάνω ελλείψεων και αποδίδεται πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, από τη μη κήρυξη της αγωγής ως απαράδεκτης.
Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η πρώτη ενάγουσα πραγματοποιούσε εβδομαδιαίως επτά (7)ώρες εργασίας μετά την εξάντληση της κανονικής εργασίας της (37 ώρες), της πρόσθετης εργασίας της (3 ώρες) και της ιδιόρρυθμης υπερωριακής εργασίας της (3 ώρες) και οι δεύτερος και τρίτος από τους ενάγοντες πραγματοποιούσαν εβδομαδιαίως δέκα πέντε (15) ώρες εργασίας μετά την εξάντληση της κανονικής εργασίας τους, της πρόσθετης εργασίας τους και της ιδιόρρυθμης υπερωριακής εργασίας τους. Τις ώρες της εβδομαδιαίας εργασίας των αντιδίκων, με την απόφαση του, το Εφετείο χαρακτηρίζει ως ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας με την πρόσθετη παραδοχή, ότι η εργασία αυτή παρεσχέθη χωρίς να έχουν ακολουθηθεί οι "απαραίτητες διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Με την κρίση του αυτή, επαρκώς αιτιολογεί την επιδίκαση αποζημίωσης για παράνομη υπερωριακή απασχόληση, δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας, να διαλάβει στην απόφαση του περισσότερα στοιχεία και να προσδιορίσει ειδικότερα ποιές από τις διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης που τίθενται με τα άρθρα 4& 1 και 9 && 1 και 2 του ΠΔ 27/06-04/07/1932 "περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως των περί 8ώρου εργασίας διατάξεων", όπως αντικαταστάθηκε με το ΝΔ 515/1970, δεν συνέτρεχαν. Επομένως είναι αβάσιμος ο, περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, κατά το μέρος αυτό, από το μη καθορισμό, ειδικότερα, των "απαραίτητων διατυπώσεων και διαδικασιών έγκρισης" για την παροχή της εργασίας αυτής. Ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος με το οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από το αρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη επίκληση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό περί παραλείψεως των απαραιτήτων διατυπώσεων και διαδικασιών έγκρισης για την πραγματοποίηση της ως άνω εργασίας, ο οποίος (ισχυρισμός) στηρίζει την κρίση περί μη νομίμου (παρανόμου) υπερωριακής εργασίας και δεν προτάθηκε από κανένα διάδικο, είναι αβάσιμος διότι η κρίση αυτή του δικαστηρίου είναι πλεοναστική και δεν ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ενόψει μάλιστα του ότι, όπως συνομολογεί η αναιρεσείουσα, δεν προτάθηκε ότι τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις, για την παροχή της εργασίας πέραν του νομίμου ωραρίου, ώστε αυτή να είναι επιτρεπτή.
Επί παροχής παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, όπως προαναφέρθηκε, οφείλεται στο μισθωτό, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ), το ποσό που ο εργοδότης θα κατέβαλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό, με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου), αφού, κατά το ποσό τούτο, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ωρομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης από την υπερωριακή εργασία του απασχοληθέντος μισθωτού. Εξάλλου, αν ο μισθωτός εργάστηκε σε επιχείρηση που εφαρμόζεται η πενθήμερη εβδομάδα εργασίας και 6η ημέρα την εβδομάδα (εκτός Κυριακής ή εξαιρετέας ή ημέρας αναπληρωματικής αναπαύσεως λόγω εργασίας κατά την Κυριακή), η απασχόλησή του την ημέρα αυτή είναι άκυρη αφού πρόκειται για εργασία παρεχομένη εκτός των ημερών της εβδομαδιαίας εργασίας, ήτοι σε ημέρα ανάπαυσης και δικαιούται γι' αυτήν αποζημίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρ. 904 επ. ΑΚ). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, κατά τον κρίσιμο χρόνο, εργάζονταν παράνομα πέραν του νομίμου ωραρίου στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας όλες της λοιπές ημέρες και τα Σάββατα, όπως ειδικότερα προσδιορίζεται στην απόφαση και δικαιούται για την εργασία του αυτή αμοιβή, την οποία υπολόγισε με βάση το συνολικό μηνιαίο μισθό του, που περιλάμβανε όμως και το επίδομα πολυετίας και γάμου. Έτσι, κρίνοντας το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ και είναι βάσιμος ο, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος αναιρέσεως.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις επελεύσεως μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου. Ο χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσεως, που συνδέει τους συμβαλλόμενους, γίνεται από το δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, ώστε να κριθεί με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι η εναγόμενη είναι ανώνυμη τεχνική εταιρεία και αναλαμβάνει εργολαβικώς την εκτέλεση δημοσίων και ιδιωτικών έργων, διατηρεί δε οργανωμένη επιχείρηση με έδρα το Δήμο .... Κατόπιν συμβάσεως με τη ΔΕΗ ανέλαβε στις 19-3-2002 την εκτέλεση του έργου ΔΙΚΤΥΑ Τ.Σ.Κ.Σ.Δ. στις διοικητικές περιοχές Αθηνών, Πειραιά, Καλλιθέας, Περιστερίου, Ελευσίνας, Φιλοθέης - Κηφισιάς, Μεσογείων, στις οποίες συμπεριλαμβάνονταν και τα έργα τα σχετιζόμενα με τους Ολυμπιακούς Αγώνες 2004 στην Αθήνα, καθώς και στις διοικητικές περιοχές Αλεξανδρούπολης, Κομοτηνής, Ξάνθης, Χίου και Λέσβου, ενώ στις 3-12-2004 ανέλαβε την εκτέλεση του έργου "ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΕΝΤΟΛΩΝ ΕΡΓΟΥ ΔΙΚΤΥΩΝ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ", με βάση την οποία σύμβαση ήταν υποχρεωμένη να εκτελέσει τις εργασίες στην γεωγραφική περιοχή που περιλαμβάνει τους νομούς Βοιωτίας, Φθιώτιδας και Φωκίδας, για τις ανάγκες δε της επιχείρησης της προσέλαβε τους ενάγοντες. Ειδικότερα: Το δεύτερο ενάγοντα προσέλαβε στις 2-9-2002 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως ηλεκτροτεχνίτη ΣΓ τάξεως, υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας 37 ωρών και με μηνιαίες αποδοχές 802 ευρώ. Κατά την πρόσληψη του ο άνω ενάγων γνωστοποίησε στην εναγόμενη ότι ήταν έγγαμος και ότι είχε προϋπηρεσία 30 ετών στην ίδια ειδικότητα, Με την άνω ειδικότητα του και ως υπεύθυνος συνεργείου προσέφερε τις υπηρεσίες του σε διάφορα έργα της ΔΕΗ, που είχε αναλάβει εργολαβικώς η εναγόμενη στην Αθήνα και στην επαρχία, αλλά και στα Ολυμπιακά έργα. Ειδικότερα μετά τη διενέργεια των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα, ο ενάγων εργάστηκε στη Λειβαδιά σε άλλο έργο, που είχε αναλάβει η εναγόμενη εταιρεία. Η τελευταία είχε προσλάβει τον ενάγοντα όχι για την εκτέλεση ορισμένου έργου, ήτοι των Ολυμπιακών έργων και του έργου της Λιβαδειάς, όπως αυτή ισχυρίζεται, αλλά για όποιο έργο προέκυπτε, ήτοι για να εργαστεί σε διάφορα έργα που αναλάμβανε διαδοχικά. Στην από 2.9.2002 "γνωστοποίηση όρων ατομικής σύμβασης εργασίας" του ενάγοντος αναφέρεται στην ένδειξη "είδος σύμβασης": ορισμένου χρόνου (ΔΙΚΤΥΑ ΔΕΗ), αλλά δεν καθορίζεται η διάρκεια της εργασίας του, ώστε να εξασφαλίζει τη δέσμευση των συμβαλλομένων μερών για τη διάρκεια της συμβάσεως μέχρις αποπερατώσεως του έργου, Στις ενδείξεις "ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΝΑΡΞΗΣ" και "ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΛΗΞΗΣ" δεν αναφέρεται κάτι σχετικό και τούτο γιατί, ως εκ του αντικειμένου του έργου (ένα ιδίως μεγάλο έργο), αυτό δεν αφορούσε μόνο την Αθήνα και ήταν απροσδιόριστη η χρονική διάρκεια αποπερατώσεως του. Το έργο "ΔΙΚΤΥΑ ΔΕΗ" αποτέλεσε την αιτία απλώς της πρόσληψης του β' ενάγοντος και δεν καθόρισε τη διάρκεια εργασίας αυτού. Εξάλλου ούτε ο σκοπός, ούτε το είδος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του, που απασχολήθηκε σε διάφορα έργα ανά την Αττική, τα οποία αναλάμβανε εργολαβικώς η εναγομένη, αλλά και εκτός της έδρας αυτής, υποδηλώνουν ότι η πρόσληψή του έγινε, για να εργαστεί για ένα συγκεκριμένο έργο, ώστε να θεωρηθεί περαιτέρω ότι η εργασιακή του σύμβαση είχε ορισμένη χρονική διάρκεια. Με βάση τα παραπάνω το Δικαστήριο έκρινε ότι ο δεύτερος ενάγων προσλήφθηκε στην πραγματικότητα από την εναγόμενη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι ορισμένου χρόνου για την εκτέλεση συγκεκριμένου και μόνο έργου, και απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης της εναγομένης, αναφορικά με αυτόν τον ενάγοντα. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της από τον Άρειο Πάγο, ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων που προαναφέρθηκαν και ο, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, κατά το δεύτερο μέρος του, πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτικού γεγονότος. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε με την προσβαλλόμενη απόφαση του το περιεχόμενο της από 2-9-2002 Γνωστοποίησης όρων ατομικής σύμβασης εργασίας του δεύτερου ενάγοντος. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από το παραπάνω περιεχόμενο της απόφασης, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου αυτού, αλλά, αφού το διέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.
Με την 21091/1946 κανονιστική απόφαση των Υπουργών οικονομικών και εργασίας (ΦΕΚ Β' 142), που εκδόθηκε κατ1 εξουσιοδότηση του Ν.28/1944, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικώς με το Ν.866/1946, ορίζεται ότι "εις το εκτός έδρας αποστελλόμενον προσκαίρως δι' εργασίαν υπαλληλικόν, υπηρετικόν και εργατοτεχνικόν προσωπικόν πασών εν γένει των επιχειρήσεων και εργασιών, πλην εκείνων περί ων προβλέπουσιν ειδικαί διατάξεις, καταβάλλεται πλην των οδοιπορικών εξόδων και πρόσθετος αποζημίωσης δι' εκάστην εκτός έδρας διανυκτέρευσιν ίση προς το εκάστοτε νόμιμον ημερομίσθιον ή το 1/25 του εκάστοτε νομίμου μηνιαίου μισθού". Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για τη χορήγηση της οριζόμενης από αυτή αποζημίωσης είναι η πρόσκαιρη απασχόληση και διανυκτέρευση του μισθωτού σε τόπο άλλον από εκείνο που συμφωνήθηκε για την παροχή της εργασίας του. Εξάλλου, ως έδρα εργασίας ή έδρα της επαγγελματικής κατοικίας του μισθωτού νοείται ο τόπος στον οποίο αυτός, κατά τρόπο μόνιμο και συνήθη παρέχει τις υπηρεσίες του κατά τους όρους της συμβάσεως εργασίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι :1) Από 1.2.2005 και επί οκτώ μήνες ο δεύτερος ενάγων, κατ' απαίτηση και κατ' εντολή της εναγομένης εταιρείας, εργάστηκε εκτός της έδρας αυτής (...). Συγκεκριμένα εργάστηκε με το ίδιο ωράριο σε εργοτάξιο της στη ..., όπου μάλιστα διανυκτέρευε, χωρίς να λαμβάνει τη νόμιμη αποζημίωση. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων όφειλε να παράσχει την εργασία του εκτός έδρας, επειδή είχε προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, είναι ουσιαστικά αβάσιμος αφού εξαρτημένη εργασία ορισμένου χρόνου δεν καταρτίστηκε ποτέ στην πραγματικότητα με την εναγόμενη. Η αόριστη επίκληση από την εναγόμενη ότι η απασχόληση του ενάγοντος θα γινόταν "σε έργα της ΔΕΗ", δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κάλυπτε, κατ' επιλογήν της εναγομένης, οποιοδήποτε έργο, σε οποιοδήποτε σημείο της Ελλάδος και για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα, όταν μάλιστα αποδείχτηκε ότι ο ενάγων συνδεόταν μαζί της με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Επομένως, για την αιτία αυτή και αφού δεν υπήρχε σχετική πρόβλεψη για την οφειλόμενη αποζημίωση του ενάγοντος στην ένδικη σύμβαση εργασίας, ο ενάγων, που δεν ζητά οδοιπορικά έξοδα, δικαιούται αποζημίωση ίση με το 1/25 των μηνιαίων αποδοχών του, για κάθε ημέρα εκτός έδρας εργασίας. 2) Από 22.7.2005 έως 25.8.2005 ο τρίτος ενάγων εργάστηκε για 27 ημέρες σε εργοτάξιο της εναγομένης στη ..., ήτοι εκτός έδρας του τόπου εργασίας του (Αττική) και για την αιτία αυτή δικαιούται ένα ημερομίσθιο για κάθε ημέρα εκτός έδρας εργασίας του Δηλαδή δικαιούται 44 ευρώ ημερομίσθιο Χ.27 ημέρες = 1.188 ευρώ. Έλαβε από την εναγομένη το συνολικό ποσό των 319 ευρώ και δικαιούται 869 ευρώ. Έτσι κρίνοντας το εφετείο, το οποίο σαφώς με την απόφαση του δέχεται ότι η έδρα της εργασίας των εναγόντων ήταν η περιφέρεια της Αττικής, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις παραπάνω διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Επομένως είναι αβάσιμος, στο σύνολο του, ο έκτος λόγος της αιτήσεως, με το πρώτο μέρος του οποίου προβάλλονται αιτιάσεις από τον αρ. 19 και με το δεύτερο από τον αρ.1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση της αναιρεσείουσας, ως προς τους πρώτη και τρίτο από τους αναιρεσίβλητους και να γίνει δεκτή εν μέρει ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο, ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το προδιαληφθέν μέρος της, δηλ. ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στην επιδίκαση αμοιβής για παράνομη υπερωριακή απασχόληση, που παρασχέθηκε όλες τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδος και το Σάββατο και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά τούτο, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που δίκασε, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (αρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) να καταδικασθούν δε 1) η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, πρώτης και τρίτου (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). και 2) ο δεύτερος αναιρεσίβλητος σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (αρθρ. 183, 178 και 176 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-10-2009 αίτηση της αναιρεσείουσας "Έντεχνος Α.Ε Τεχνική-Δομική-Τουριστική-Εμπορική-Οικοδομικών Υλικών Ανώνυμος Εταιρεία", για αναίρεση της 3122/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους αναιρεσίβλητους Ψ1 και Ψ3.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παραπάνω αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια(1800) ευρώ.
Αναιρεί την παραπάνω απόφαση, ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ψ2 και κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το δεύτερο αναιρεσίβλητο σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανεξάρτητα από το πως χαρακτηρίζονται στην αγωγή οι αξιώσεις των αναιρεσίβλητων, το Εφετείο, αφού δεχθεί ότι η αγωγή είναι ορισμένη, μπορεί να υπαγάγει αυτές στην ορθή νομική διάταξη, καθορίζοντας συγχρόνως και το σημείο μέχρι το οποίο οι σχετικές αξιώσεις είναι νόμιμες. Το ότι εσφαλμένα σ΄ αυτές οι ενάγοντες υπολόγισαν ως παράνομη υπερωρία και την οκτάωρη απασχόλησή των τις ημέρες του Σαββάτου δεν καθιστά το συγκεκριμένο αγωγικό κονδύλιο αόριστο. Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας, να προσδιορίσει ο ενάγων ειδικότερα ποιες από τις διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης που τίθενται με τα άρθρα 4 & 1 και 9 &&1 και 2 του ΠΔ 27/06-04/07/1932, δεν συνέτρεχαν. Ο λόγος ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό περί παραλείψεως των απαραιτήτων διατυπώσεων και διαδικασιών έγκρισης για την πραγματοποίηση της εργασίας, δίχως αυτός να προταθεί, είναι απορριπτέος, διότι η κρίση αυτή του δικαστηρίου είναι πλεοναστική και δεν ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης. Το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ διότι συνυπολόγισε το επίδομα γάμου και πολυετίας για την επιδίκαση αμοιβής λόγω παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, δεν υπέπεσε όμως σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου, αλλά, αφού το διέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ορθώς δε επιδίκασε αποζημίωση για εκτός έδρας εργασία.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1663/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 5η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Πρωτοβάθμιας Αγροτικής Συνεταιριστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΚΡΕΜΜΥΔΙΩΝ", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Παπαδοπούλου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Γούτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 119/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11/2008 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-1-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 16-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 556 παρ.2 ΚΠολΔ, δικαίωµα αναίρεσης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε ολικά ή εν μέρει κατά τη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο νικήσας διάδικος, που ως τέτοιος θεωρείται και ο εναγόμενος, όταν, για οποιοδήποτε λόγο απορρίφθηκε η αγωγή, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση εφόσον έχει προς τούτο έννοµο συμφέρον, τη συνδρομή του οποίου πρέπει ρητά να επικαλείται στο αναιρετήριο. Η ύπαρξη εννόµου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και η έλλειψή του, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, κατ' άρθρο 73 ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, ως απαράδεκτης. Η ύπαρξη εννόµου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης, απαιτείται όχι µόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης, πρέπει δε ο αναιρεσείων να επικαλείται αυτό για τη νοµιµοποίηση του στην αίτηση αναίρεσης. Το έννοµο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άµεσο του διαδίκου ο οποίος υφίσταται βλάβη, αν δε την αναίρεση ασκεί ο νικήσας διάδικος η βλάβη του εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς γι' αυτόν συνέπειες, όπως συμβαίνει και όταν αυτός βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και ειδικότερα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της αποφάσεως αποτελεί στοιχείο του δικαιώµατος που κρίθηκε στη δίκη και φέρει ως εκ τούτου προσόντα διατακτικού. Η απόρριψη της αγωγής, η οποία θεμελιώνεται σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ως μη νόμιμης δημιουργεί δεδικασμένο μόνο για τη συγκεκριμένη έννομη σχέση και δεν επηρεάζει άλλης μορφής έννομη σχέση, υφισταμένη μεταξύ των διαδίκων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των παρακάτω δικογράφων και αποφάσεων, ο αναιρεσίβλητος µε την ένδικη αγωγή του, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, απηύθυνε δε κατά της αναιρεσείουσας, ζήτησε την επιδίκαση των αποδοχών του, που λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, κυρίως µε βάση τη σύµβαση εργασίας, που κατάρτισε µε την αναιρεσείουσα και επικουρικά µε βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, µε την 119/2006 απόφαση του, απέρριψε την αγωγή, κατά µεν την κυρία βάση της ως κατ' ουσία αβάσιμη, διότι δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση μίσθωσης έργου και όχι σύμβαση εργασίας, κατά δε την επικουρική, ως αόριστη. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 23-8-2006 έφεση του και το Εφετείο Καλαμάτας, µε την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού δέχθηκε την έφεση τυπικά και κατ' ουσία, απέρριψε την αγωγή, κατά την κυρία βάση της ως µη νόµιµη και κατά την επικουρική ως αόριστη, δίχως να υποβληθεί ειδικό παράπονο, ως προς την απόρριψη της επικουρικής. Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η απόρριψη της αγωγής, η οποία θεμελιώνεται σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ως μη νόμιμης δημιουργεί δεδικασμένο μόνο για τη συγκεκριμένη έννομη σχέση και δεν επηρεάζει άλλης μορφής έννομη σχέση, τυχόν υφισταμένη μεταξύ των διαδίκων, η δε νικήσασα κατά την εφετειακή δίκη αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στο αναιρετήριο άλλη συγκεκριμένη βλάβη που προκαλείται σ' αυτήν από την απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης, ώστε να δικαιολογείται το έννοµο συμφέρον της, για την άσκησή της, πρέπει, η κρινομένη αίτηση, κατά το μέρος που με αυτήν πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την κυρία βάση της αγωγής, να απορριφθεί, ως απαράδεκτη. Εξάλλου, οι από το άρθρο 559 αρ. 1,8,9 και 19 ΚΠολΔ, µε στοιχεία στην αίτηση Γ 1,2,3,4,5,6,7,8,9, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών διατάξεων, έλλειψη αιτιολογίας, αντιφατική αιτιολογία, λήψη υπόψη ισχυρισμών που αναφέρονται στην επικουρική βάση της αγωγής και δεν προβλήθηκαν νομότυπα, από τον αναιρεσίβλητο, είναι απαράδεκτοι για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, αφού η αγωγή κατά την επικουρική βάση της απορρίφθηκε ως αόριστη δηλαδή όπως και πρωτοδίκως και συνεπώς η απόφαση δεν παρήγαγε δυσμενείς συνέπειες για την αναιρεσείουσα. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 29-1-2009 αίτηση της αναιρεσείουσας, για αναίρεση της µε αριθµό 11/2008 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ο νικήσας διάδικος, που ως τέτοιος θεωρείται και ο εναγόμενος, όταν, για οποιοδήποτε λόγο απορρίφθηκε η αγωγή, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση εφόσον έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, τη συνδρομή του οποίου πρέπει ρητά να επικαλείται στο αναιρετήριο.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1641/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενους τους: 1)Χ1, 2)Χ2, 3)Χ3, 4)Χ4, 5)Χ5, 7)Χ7, 8)Χ8, 9)Χ9 και 10)Χ10 Και
εγκαλούντα τον Ψ, κάτοικο ....
Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 125/14-4-2010, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 519/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιτλιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 203/26-5-2010 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1γ Κ.Π.Δ., την με αριθμό 125/10/14.4.2010 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδ. ε' Κ.Π.Δ., ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται μεταξύ των άλλων περιπτώσεων και οίαν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 Κ.Π.Δ. δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορούμενου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος, οίαν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δηλαδή την εξασφάλιση του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσεως και τον αποκλεισμό υπονοιών μεροληψίας, λόγω της συνυπηρέτησης στο ίδιο δικαστήριο. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1γ Κ.Π.Δ., αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή στη περίπτωση αυτή, είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υφίσταται αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, ιδίως επί παραπομπής από ένα Εφετείο στο άλλο.
ΙΙ. Στην εξεταζόμενη περίπτωση ο Ψ υπέβαλε την από 5.6.2008 έγκλησή του σε βάρος των : 1) Χ2, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 2) Χ10, αντεισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, 3) Χ3, Προέδρου Πρωτοδικών Χαλκίδας, 4)Χ5, Προέδρου Πρωτοδικών Πειραιώς, 5) Χ9, Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρεθύμνης, 6) Χ4, Πρωτοδίκη Χαλκίδας, 7) Χ8, Πρωτοδίκη Πειραιώς, 8) Χ1, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Θήβας, και 9) Χ7, Πρωτοδίκη Πειραιώς, για συκοφαντική δυσφήμηση του. Η έγκληση αυτή απορρίφθηκε με την με αριθμό Γ112/09 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών. Κατά της απορριπτικής αυτής διάταξης, ο εγκαλών άσκησε την με αριθμό 1/12.1.2010 προσφυγή του ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ζητώντας να ασκηθεί η δέουσα ποινική δίωξη σε βάρος των εγκαλουμένων.
ΙΙΙ. Επειδή ο πρώτος των εγκαλουμένων υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών ( βλ. την από 14.4.2010 υπηρεσιακή βεβαίωση ) δηλαδή στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 Κ.Π.Δ. δικαστήριο, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή, λόγω της ιδιότητας του πρώτου των εγκαλουμένων και λόγω συναφείας για τους λοιπούς, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Αθηνών, στις αντίστοιχες του Εφετείου Λαμίας, οι οποίες και θα επιληφθούν της προσφυγής του εγκαλούντος.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω να διατάξει το Δικαστήριό Σας την παραπομπή της υπόθεσης επί της οποίας η με αριθμό 1/12.1.2010 προσφυγή του Ψ κατά της με αριθμό Γ 112/2009 διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Αθηνών, στις αντίστοιχες του Εφετείου Λαμίας. Αθήνα 5-5-2010 Γεώργιος Π. Παντελής"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος 9στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει, ακόμη, ασκηθεί ποινική δίωξη) είναι δικαστικός λειτουργός που έχει το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελέα και ανώτερο και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122 -125 ΚΠοινΑ δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το αρμόδιο αυτό δικαστήριο σε άλλο του ίδιου και ίσου βαθμού δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο, σε κάθε άλλη περίπτωση. Από τον δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο με τον εγκαλούντα, εγκαλούμενο κ.λπ., προκύπτει ότι η παραπομπή της υποθέσεως πρέπει να γίνεται όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατά το στάδιο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής διώξεως, αφού και γι1 αυτό συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο Ψ του Ιωάννη υπέβαλε την από 5.6.2008 έγκληση κατά των Χ2, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, Χ10, Αντεισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, Χ3, Προέδρου Πρωτοδικών Χαλκίδας, Χ5, Προέδρου Πρωτοδικών Πειραιώς, Χ9, Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρεθύμνης, Χ4, Πρωτοδίκη Χαλκίδας, Χ8, Πρωτοδίκη Πειραιώς, Χ1, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Θήβας και Χ7, Πρωτοδίκη Πειραιώς, για συκοφαντική δυσφήμηση του. Η έγκληση αυτή απορρίφθηκε με την υπ αριθ. Γ112/09 διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών. Κατά της απορριπτικής αυτής διατάξεως, ο εγκαλών άσκησε, ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, την υπ" αριθ. 1/12.1.2010 προσφυγή του, ζητώντας να ασκηθεί σε βάρος των εγκαλουμένων η δέουσα ποινική δίωξη. Ανακύπτει, συνεπώς, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητος, λόγω του ότι ο πρώτος από τους εγκαλούμενους εισαγγελικός λειτουργός υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, δηλαδή στο αρμόδιο, κατά τα άρθρα 122 - 125 ΚΠοινΔ, δικαστήριο, και μάλιστα από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη (περ. γ).
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η με αριθμ. 125/10/14.4.2010 αίτηση της Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και να παραπεμφθεί η ως άνω έγκληση για τον πρώτο εγκαλούμενο και, λόγω συνάφειας, και για τους λοιπούς, από τις αρμόδιες Δικαστικές, Ανακριτικές και Εισαγγελικές Αρχές του Εφετείου Αθηνών στις αντίστοιχες του Εφετείου Λαμίας για τη δικαστική της διερεύνηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την υπ' αριθ. 125/10/14.4.2010 αίτηση της Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών.
Ορίζει κατά παραπομπή αρμόδιες να αποφανθούν επί της υπ' αριθ. 1/12.1.2010 προσφυγής του Ψ κατά της υπ αριθ. ΓΙ 12/09 διατάξεως της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, αντί των αρμοδίων Δικαστικών, Ανακριτικών και Εισαγγελικών Αρχών του Εφετείου Αθηνών τις αντίστοιχες του Εφετείου Λαμίας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2010.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Προσφυγή κατά εισαγγελικής διατάξεως, με την οποία απορρίφθηκε έγκληση κατά δικαστικών λειτουργών, στους οποίους περιλαμβάνεται και Αντεισαγγελέας Εφετών Αθηνών, για συκοφαντική δυσφήμηση. Παραπέμπει την προσφυγή ως προς τον ανωτέρω και, λόγω συνάφειας, και ως προς τους λοιπούς στις Δικαστικές, Ανακριτικές και Εισαγγελικές Αρχές του Εφετείου Λαμίας.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 1
|
Αριθμός 1642/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου,
με εγκαλούμενη την Χ και
εγκαλούντα τον Ψ, κρατούμενου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων .... Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 427/12-4-2010, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 542/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου με αριθμό 205/26-5-2010 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, τις από 7-12-2009 και 22-1-2010 αντίστοιχες μηνύσεις του Ψ, κρατούμενου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων ..., κατά της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιά Χ και εκθέτω τα ακόλουθα: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 § 1 περ. γ' του Κ.Π.Δ., συνάγεται ότι όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός που έχει το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και ανώτερο και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 Κ.Π.Δ. δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το αρμόδιο αυτό δικαστήριο σε άλλο του ιδίου και ίσου βαθμού δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από το δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι η παραπομπή της υποθέσεως, πρέπει, να γίνεται όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατά το στάδιο της προδικασίας, αφού και γι' αυτό συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο Ψ, με τις από 7-12-2009 και 22-1-2010 αντίστοιχες μηνύσεις του, κατήγγειλε την Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χ, για τις αξιόποινες πράξεις α) της παράβασης καθήκοντος β) της προσβολής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και γ) της αποσιώπησης λόγου εξαίρεσης (άρθρα 94§1, 259, 254 και 136 Α Π.Κ.). Με τα υπ' αριθ. πρωτ. 599/22-4-2010, 427/12-4-2010 έγγραφά του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιά, αφού βεβαιώνει ότι η μηνυόμενη υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά, ζητά να γίνει κανονισμός αρμοδιότητας. Επειδή στην κρινόμενη περίπτωση η μηνυόμενη Εισαγγελέας Πρωτοδικών υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά, η οποία είναι η μόνη Εισαγγελία Πρωτοδικών στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά, συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υπόθεσης στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, προκειμένου η Εισαγγελική αυτής αρχή και οι αντίστοιχες ανακριτικές, δικαστικές Αρχές, τα συμβούλια και δικαστήρια να ασχοληθούν με την διερεύνηση της υπόθεσης.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
Να αποφασίσει το Δικαστήριό σας την παραπομπή της υπόθεσης που αφορά τις από 7-12-2009 και 12-1-2010 αντίστοιχες μηνύσεις του Ψ, κρατούμενου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων ..., κατά της Χ Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιά, στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και στις αντίστοιχες ανακριτικές και δικαστικές Αρχές. Αθήνα 20-5-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΥΡΟΣ"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 εδ. ε' του ΚΠοινΔ "το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο...". Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ασκηθεί ακόμη ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσεως και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας, λόγω συνυπηρετήσεως στο ίδιο δικαστήριο. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. Ι γ' του ΚΠοινΔ, αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, που συνέρχεται σε Συμβούλιο, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, όπως επί παραπομπής από ένα Εφετείο σε άλλο.
Στην προκειμένη περίπτωση οΨ, κρατούμενος στο Νοσοκομείο Κρατουμένων ..., υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς τις από 7-12- 2009 και από 22-1-2010 μηνύσεις του, στρεφόμενες κατά της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Χ, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς, για τις σε αυτές καταγγελλόμενες αξιόποινες πράξεις( παράβαση καθήκοντος, κατάχρηση εξουσίας, αποσιώπηση λόγου εξαίρεσης κλπ). Ενόψει των ανωτέρω, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπής της υποθέσεως από τον κατά τόπο αρμόδιο να επιληφθεί των άνω μηνύσεων Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και στις αντίστοιχες ανακριτικές και δικαστικές αρχές της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και Εφετών Αθηνών, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει την υπόθεση, που αναφέρεται στα υπ' αριθμ. πρωτ. 521/16-4-2010 και 599/22-4-2010 έγγραφα της Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς και αφορά στις από 7-12- 2009 και από 22-1-2010 μηνύσεις του Ψ, στρεφόμενες κατά της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς Χ, αναπληρώτριας επόπτη των Φυλακών ... που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς για τις σε αυτές καταγγελλόμενες αξιόποινες πράξεις, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση, στις αντίστοιχες ανακριτικές και δικαστικές αρχές της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και Εφετών Αθηνών, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για τον περαιτέρω χειρισμό της υποθέσεως αυτής.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2010.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός Αρμοδιότητας. Παραπέμπει 2 εγκλήσεις κατά Εισαγγελέα Πλημ/κών Πειραιώς σε Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών και αντίστοιχες ανακριτικές και δικαστικές Αρχές.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1638/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κρατουμένου στις Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Κατσούλα, περί αναιρέσεως της 2135/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 494/2010.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 380 παρ.1 του ΠΚ, "όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ληστείας, με το οποίο προσβάλλεται η προσωπική ελευθερία, συγχρόνως δε και η ιδιοκτησία, απαι-τείται η άσκηση παράνομης βίας κατά προσώπου ή η εκδήλωση απειλών ενωμένων με άμεσο κίνδυνο κατά του σώματος ή της ζωής και ταυτόχρονη αφαίρεση κινητού πράγματος ολικώς ή μερικώς ξένου ή, εναλλακτικώς, ο εξαναγκασμός προς παρά-δοση του πράγματος με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση Είναι έγκλημα σύνθετο, αποτελούμενο από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής και της παράνομης βίας, η οποία, ως μέσον, άγει στην ικανοποίηση του σκοπού. Περαιτέρω, κατά το μεν άρθρο 1 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2168/1993 "όπλο είναι κάθε μηχάνημα, το οποίο, με σχετική δύναμη που παράγεται με οποιονδήποτε τρόπο, εκτοξεύει βλήμα ή χημικές ουσίες ή ακτίνες ή φλόγες ή αέρια και μπορεί να επιφέρει κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπα ή βλάβη σε πράγματα ή να προκαλέσει πυρκαγιά και ιδίως κάθε πυροβόλο όπλο, χειροβομβίδα και νάρκη κάθε τύπου όπως και κάθε συσκευή που μπορεί να προκαλέσει με οποιονδήποτε τρόπο τα ανωτέρω αποτελέσματα" κατά δε το άρθρο 10 §§ 1 και 13α του ιδίου Νόμου, τιμωρείται με την στη διάταξη αυτή προβλεπόμενη ποινή, όποιος φέρει όπλο (οπλοφορία) χωρίς την άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε κάθε παραδοχή, Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικό-τερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρα-βιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται, στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του
εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτελέσματα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος, από τον Άρειο Πάγο, της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2135/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, κηρύχθηκε ένοχος για ληστεία και παράνομη οπλοφορία και του επιβλήθηκε συνολική ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών και έξι (6) μηνών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 6/12/2005 και περί ώρα 14.30' ο κατηγορούμενος στην ..., με σωματική βία εναντίον προσώπου και απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος και ζωής εξανάγκασε άλλον να του παραδώσει ξένα ολικά κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και συγκεκριμένα αφού εισήλθε στο υποκατάστημα της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ στην... είπε στον ταμία του ως άνω υποκαταστήματος Γ, "θα σε στενοχωρήσω λίγο", του πρότεινε απειλητικά το όπλο που έφερε παράνομα και του έδωσε μία νάϋλον σακούλα λέγοντας του "βάλε τα λεφτά μέσα πριν ρίξω στην οθόνη", και έτσι τον εξανάγκασε να του παραδώσει το συνολικό χρηματικό ποσό των 10.450 ευρώ, τα οποία ιδιοποιήθηκε παράνομα. Ο κατηγορούμενος αρνείται ότι τέλεσε την ως άνω ληστεία διατεινόμενος ότι κατά τον παραπάνω χρόνο βρισκόταν στη ... (" συνόδευε οδηγούς φορτηγών στη ..." , τον ισχυρισμό του δε αυτό επιβεβαιώνει και ο μάρτυρας υπεράσπισης ..., ο οποίος αναφέρει ότι πήγε (ο κατηγορούμενος) στη ... να τον δει όταν μετέβη στη ... συνοδεύοντας έναν φορτηγατζή. Όσα αναφέρει ο παραπάνω μάρτυρας δεν κρίνονται πειστικά, αφού η μετάβαση και παραμονή του κατηγορουμένου στη ..., κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, δεν προκύπτει κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο. Από το προσκομιζόμενο από τον κατηγορούμενο τιμολόγιο το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε από το ξενοδοχείο "..." του ..., στις 17/4/2007, δηλαδή 20 περίπου μήνες μετά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο, στο οποίο αναφέρεται ότι στο πιο πάνω ξενοδοχείο διανυκτέρευσε από 3/12/2005 μέχρι 17/12/2005 ο "Ξ" δεν μπορεί να εξαχθεί ότι ο κατηγορούμενος ήταν στο ... κατά τον παραπάνω χρόνο. Τα στοιχεία που έχουν αναγραφεί στο ως άνω τιμολόγιο δεν μπορούν να "ερμηνευθούν" ως ανήκοντα στον κατηγορού-μενο, καθόσον ο υπάλληλος του ξενοδοχείου που εξέδωσε το ως άνω παραστατικό θα είχε έγγραφο από το οποίο θα προέκυπταν τα ακριβή στοιχεία του ως άνω πελάτη (διαβατήριο ή ταυτότητα κ.λ.π.) και θα ανέγραφε σωστά τα στοιχεία του και ως εκ τούτου αν ο πελάτης του ξενοδοχείου ήταν ο κατηγορούμενος θα αναγράφονταν σωστά τα στοιχεία του ονοματεπωνύμου του με λατινικά στοιχεία Η μετάφραση του ως άνω ονοματεπωνύμου δεν είναι "Χ", όπως αναφέρεται στη προσαρτημένη στο ως άνω τιμολόγιο μετάφραση αλλά "Ξ" Ανεξάρτητα από τα αμέσως παραπάνω από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος εξήλθε της Ελληνικής Επικράτειας συγκεκρι-μένη ημερομηνία και εισήλθε σ' αυτή συγκεκριμένη ημερομηνία που εμπίπτει στο κρίσιμο ως άνω χρονικό σημείο, ενώ ο ισχυρισμός του ότι συνόδευε οδηγούς φορτηγών στη ... είναι αόριστος. Αν πράγματι "συνόδευε οδηγούς φορτηγών στη ..." θα γνώριζε τα ονοματεπώνυμα αυτών και κυρίως θα είχε αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία θα προέκυπτε ότι κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα εξήλθε από την Ελλάδα με συγκεκριμένο όχημα που οδηγούσε συγκεκριμένο πρόσωπο, με επιβάτη τον ίδιο και ότι εισήλθε στην Ελλάδα συγκεκριμένη ημερομηνία με συγκεκριμένο όχημα και οδηγό.
Συνεπώς, κατά την κρίση αυτού του δικαστηρίου, δεν προκύπτει από κάποιο στοιχείο ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν στη ... κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα. Αντίθετα πλήρως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που διέπραξε τη ληστεία σε βάρος της ως άνω Τράπεζας στον ως άνω τόπο και κατά τον ως άνω χρόνο. Το γεγονός ότι οι εξετασθέντες ως μάρτυρες υπάλληλοι της πιο πάνω Τράπεζας δεν αναγνωρίζουν με βεβαιότητα στο πρόσωπο του κατηγορουμένου τον άνθρωπο που διέπραξε την ως άνω ληστεία δεν αποτελεί στοιχείο από το οποίο μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το πρόσωπο του κατηγορουμένου ως δράστη της ως άνω ληστείας και τούτο γιατί ο δράστης φορούσε καπέλο τύπου "τζόκεϋ", σκούρα γιαλιά, είχε μουστάκι και ήταν πιο γεμάτος, ενώ το άτομο που αναγνώρισαν οι παραπάνω μάρτυρες από φωτογραφίες ως το δράστη της ως άνω ληστείας αλλά και εμφανίστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου και του παρόντος δικαστηρίου δεν έχει μουστάκι και είναι πιο αδύνατος. Ο μάρτυρας Γ (ταμίας του ως άνω υποκαταστήματος) κατέθεσε σχετικώς ότι "ο παρών κατηγορούμενος είχε τον ίδιο σωματότυπο με αυτόν τον τύπο που έκανε τη ληστεία. Δεν μπορώ να αναγνωρίσω με σιγουριά τον κατηγορούμενο, ως τον τύπο που έκανε τη ληστεία στην Τράπεζα...Όπως είπα, από φωτογραφίες που μου έδειξαν στην Ασφάλεια, έδειξα ένα άτομο το οποίο έμοιαζε πολύ με το ληστή της Τράπεζας.", ενώ η διευθύντρια του ως άνω υποκαταστήματος ... κατέθεσε ότι, "... στην Ασφάλεια, μέσα από πολλές φωτογραφίες που μας έδειξαν αναγνωρίσαμε ένα άτομο το οποίο προσομοίαζε με τον ληστή της Τράπεζας... Επίσης την άλλη φορά που τον είδαμε στο Δικαστήριο να περπατάει, είδα ότι έμοιαζε το περπάτημά του με το περπάτημα του ληστή. Σήμερα δεν μπορώ να αναγνωρίσω με βεβαιότητα τον κατηγορούμενο ως το δράστη της ληστείας στην Τράπεζα. Επίσης όταν πήγα στην Ασφάλεια είπα στους αστυνομικούς, όταν μέσα από το τζάμι μου έδειξαν πέντε άτομα, ποιο από τα πέντε άτομα έμοιαζε αρκετά με τον ληστή της Τράπεζας. Το ίδιο άτομο είχα προσομοιάσει και στις φωτογραφίες κάποιων ...". Στοιχείο που ενισχύει την κρίση αυτού του δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την ως άνω πράξη αποτελεί το ότι από την επισκόπηση των δώδεκα (12) φωτογραφιών του δράστη της ως άνω ληστείας, που ελήφθησαν από τις κάμερες και το σύστημα ασφαλείας της ως άνω Τράπεζας προκύπτει ότι ο δράστης έχει τον ίδιο σωματότυπο και το ίδιο σχήμα και εν γένει χαρακτηριστικά προσώπου με αυτά του κατηγορουμένου, εκτός από το μουστάκι που δεν έχει ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι πιο αδύνατος από το δράστη της ληστείας. Τα τελευταία αυτά χαρακτηριστικά μπορούν εύκολα να αλλάξουν, όταν μάλιστα από την τέλεση της πράξης μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό παρήλθε χρονικό διάστημα 18 και πλέον μηνών. Ενόψει των ως άνω εκτεθέντων πλήρως αποδείχθηκε, κατά την κρίση αυτού του δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος στην Αθήνα στις 6/12/2005 και περί ώρα 14.30, α) με σωματική βία εναντίον προσώπου και απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος και ζωής εξανάγκασε άλλον να του παραδώσει ξένα ολικά κινητά πράγματα για να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και συγκεκριμένα εισήλθε στο υποκατάστημα της Τράπεζας "ΠΕΙΡΑΙΩΣ" στην ... και προτείνοντας απειλητικά στον ταμία της Τράπεζας Γ ένα πιστόλι που έφερε παράνομα, του έδωσε μία νάυλον σακούλα και τον απείλησε λέγοντας "βάλε τα λεφτά μέσα πριν ρίξω καμιά στην οθόνη" και έτσι τον εξανάγκασε να του παραδώσει το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα (10.450) ευρώ, που το ιδιοποιήθηκε παράνομα και β) έφερε όπλο που αναφέρεται στο άρθρο 1 παρ. 1 εδ. α' του νόμου 2168/1993 και ειδικότερα έφερε παράνομα ένα πιστόλι άγνωστης ταυτότητας".
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 380 § 1 ΠΚ και 1 παρ. 1 εδ. α', 10 § 1 και 13α του Ν. 2168/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες αφού δεν απαιτείτο για την πληρότητα της αιτιολογίας ειδική αιτιολόγηση, συσχετισμός και συγκριτική στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, προς δε πλήρως αιτιολογείτο γιατί το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο του Hotel ... δεν αναφέρετο στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, ενώ, περαιτέρω, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί αντιθέσεως των μαρτυρικών καταθέσεων του ... και ..., προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αποφάσεως, καταλήξει σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως του Δικαστηρίου, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Με τις λοιπές αιτιάσεις, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι εντεύθεν απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επομένως οι εκ του άρθρου 510 στοιχ. Δέκα, Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως που πλήττουν την προσβαλ-λόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη, εκ πλαγίου, εφαρμογή του νόμου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 17/11 Μαρτίου 2010 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 2135/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 14 Οκτωβρίου 2010
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ληστεία και οπλοφορία. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη (εκ πλαγίου) εφαρμογή του νόμου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ληστεία, Οπλοφορία.
| 2
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.