text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
Αριθμός 1637/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Γεωργίου, για αναίρεση της 3407/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Ψ1 χήρα Φ, ως κληρονόμο του Ξ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Αλεξανδρίδη, 2)Ψ2, 3)Ψ3 ως κληρονόμο του Ξ και 4)Ψ4, κάτοικο ..., που παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 417/2010.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216. Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το άρθρ. 13 εδ. γ ΠΚ, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία, υπό την έννοια δε αυτή έγγραφο είναι και η ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία, κατά το άρθρο 1721 του ΑΚ, γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται από αυτόν. Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας που προβλέπεται στο εδάφιο α της παρ. 3 του αυτού άρθρου, όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 2α του ν. 2721/1999, η πιο πάνω πράξη της πλαστογραφίας προσλαμβάνει τη μορφή κακουργήματος, εφόσον ο υπαίτιος της πράξεως σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι. Ως περιουσιακό όφελος νοείται η βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελούμενου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μείωσης της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία από μόνη της αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 73.000 ευρώ. Ζημιούμενος αμέσως από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Κατά δε τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν.2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α)...και β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, να παραπλανήθηκε κάποιος και να προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Για να είναι δε η απάτη κακούργημα πρέπει το όφελος που επεδίωκε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε να υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Περαιτέρω, από το άρθρο 178 του ΚΠοινΔ, το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη ως αποδεικτικό μέσο αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Η πραγματογνωμοσύνη αυτή εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο ή δικαστικό συμβούλιο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Οφείλει, όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Σε κάθε άλλη περίπτωση και ειδικότερα επί ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης (απλής γνωματεύσεως ή γνωμοδοτήσεως) ή πραγματογνωμοσύνης που ενεργήθηκε δυνάμει αποφάσεως πολιτικού δικαστηρίου, το πόρισμά της εκτιμάται ελευθέρως μαζί με τις άλλες αποδείξεις. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα πλαστογραφίας με χρήση και απάτης στο δικαστήριο σε βάρος των κληρονόμων της Ζ, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία που υπερέβαιναν το ποσό των 73.000 ευρώ, πράξη που τέλεσε με τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και του ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 3 ετών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκαν τα εξής: Κατά το χρονικό διάστημα από 18-11-1999 μέχρι 26-1-2000 και σε ημερομηνία που δεν κατέστη δυνατόν να εξακριβωθεί ο κατηγορούμενος κατάρτισε στην Αθήνα ιδιόγραφη διαθήκη της Ζ, η οποία ήταν σύζυγος του πατέρα του, που είχε προαποβιώσει και η οποία αποβίωσε στις 18-11-1999, στην οποία έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της θανούσας και ως ημερομηνία συντάξεως την 12-3-1999. Η πλαστότητα της διαθήκης και η κατάρτιση αυτής από τον κατηγορούμενο αποδείχθηκε κατά τρόπο αναμφισβήτητο από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρθηκαν, εκ των υστέρων δε και ύστερα από τους δικαστικούς αγώνες που άρχισαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της θανούσας, μεταξύ των οποίων ήσαν και οι εγκαλούντες και πολιτικώς ενάγοντες, κατά του κατηγορουμένου, ο τελευταίος ομολόγησε τόσο στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και στο Δικαστήριο τούτο την πράξη του. Με την πλαστή αυτή διαθήκη η θανούσα φερόταν ότι εγκαθιστούσε τον κατηγορούμενο μοναδικό κληρονόμο της σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την πράξη του αυτή ο κατηγορούμενος σκόπευε να παραπλανήσει τις αρμόδιες αρχές και τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της θανούσας σχετικά με το γεγονός ότι η πλαστή αυτή ιδιόγραφη διαθήκη είχε συνταχθεί από τη θανούσα και είχε γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από αυτή και ότι με τη διαθήκη της αυτή η θανούσα εγκαθιστούσε αυτόν μοναδικό κληρονόμο της, πράγμα το οποίο μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, συνιστάμενες στην απώλεια των κληρονομικών δικαιωμάτων των εξ αδιαθέτου κληρονόμων της θανούσας επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας αυτής. Επίσης αποδείχθηκε ότι με την πράξη του αυτή ο κατηγορούμενος σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος συνιστάμενο στην αξία της κληρονομιαίας περιουσίας, βλάπτοντας αντίστοιχα τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της θανούσας, το όφελος δε που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του και η αντίστοιχη ζημία των παραπάνω κληρονόμων υπερέβαιναν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Όπως αποδείχθηκε η κληρονομιαία περιουσία της θανούσας, αποτελείτο εκτός από τις καταθέσεις της θανούσας στις Τράπεζες ανερχόμενες στο ποσό των 12.000 ευρώ περίπου και από τα παρακάτω περιγραφόμενα ακίνητα ήτοι από: α) ένα ενιαίο αγροτεμάχιο, ήδη ενιαίο οικόπεδο, αποτελούμενο από τη συνένωση δύο επί μέρους συνεχόμενων οικοπέδων, κείμενο στη θέση ... της περιφέρειας του Δήμου ..., εμφαινόμενο από τους αριθμούς 7 και 8 του 5ου τετραγώνου στο από Ιουλίου 1960 σχεδιάγραμμα του μηχανικού ... και ήδη στο 338 Ο.Τ., το οποίο προσαρτάται στο υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Αποστόλου Ζέρβα, εκτάσεως συνολικά 256 τ.μ. ήτοι 128 τ.μ. έκαστο, συνορευόμενο, βόρεια επί συνολικής πλευράς 32 μ. εν μέρει με ιδιοκτησία ... και εν μέρει με ιδιοκτησία ..., νότια επί πλευράς 32 μ. εν μέρει με ιδιοκτησία ... και εν μέρει με ιδιοκτησία ..., ανατολικά με την οδό ... επί της οποίας φέρει τον αριθμό 37 επί προσώπου 8 μ. και δυτικά με την οδό ... επί της οποίας φέρει τον αριθμό 38 επί προσώπου 8 μ. και β) μια ισόγειο προσφυγική κατοικία του υπ' αριθμ. 5 τύπου (Δ) στο ΟΤ 36 του αστικού προσφυγικού συνοικισμού στη ... στην ειδικότερη θέση ... επί οικοπέδου εκτάσεως 191,84 τ.μ. κατά τον τίτλο κτήσεως, όπου μετά τον σεισμό του 1999 η οικία κατεδαφίσθηκε, οπότε κατά το χρόνο του θανάτου της Ζ ανήκε σ' αυτήν το 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, αρτίου και οικοδομήσιμου, εμφαινόμενου στο από Μαρτίου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ... με στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΑ και μετά ορθή καταμέτρηση 269,40 τ.μ. που συνορεύει, ΒΑ επί πλευράς ΑΘ με την οδό Π... επί της οποίας φέρει τον αριθμό 9 και πέραν αυτής με την πλατεία ... επί προσώπου 18,02 μ., ΝΑ επί πλευράς ΗΘ μήκους 12,3 μ. εν μέρει με Ζ6 διώροφη οικοδομή και επί πλευράς ΕΖ μήκους 8 μ. με ισόγειο αποθηκευτικό χώρο, ΝΔ επί πλευράς ΗΖ μήκους 6,40 μ. με οικόπεδο του Ζ6 οικήματος και ισόγειο αποθηκευτικό χώρο επί πλευράς ΕΔ μήκους 6,13 μ. εν μέρει με οικόπεδο της Ε7 διώροφης οικοδομής ιδιοκτησίας ... και εν μέρει με οικόπεδο της Ε3 διώροφης οικοδομής ιδιοκτησίας αγνώστων και επί πλευράς ΓΒ μήκους 5,94 μ. με οικόπεδο της Ζ4 διώροφης οικοδομής ιδιοκτησίας αγνώστων και ΒΔ επί πλευράς ΑΒ μήκους 12,30 μ. και επί πλευράς ΓΔ μήκους 8,01 μ. με Ζ4 οίκημα. Όπως αποδείχθηκε η αγοραία αξία των παραπάνω ακινήτων υπερέβαινε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξης του κατηγορουμένου κατά πολύ το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ, ανερχόμενη του μεν πρώτου ακινήτου στο ποσό των 20.000.000 δραχμών τουλάχιστον, του δε δευτέρου ακινήτου στο ποσό των 8.000.000 περίπου, και συνολικά στο ποσό των 28.000.000 δραχμών ή 82.172 Ευρώ, όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος με τους ισχυρισμούς του που προέβαλε και ειδικότερα ότι η αξία των ακίνητων ήταν μικρότερη των 73.000 ευρώ και συνεπώς η πράξη του έχει πλημμεληματικό χαρακτήρα είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έκανε χρήση του παραπάνω πλαστού εγγράφου, καθόσον υπέβαλε αίτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών προς δημοσίευση και κήρυξη κυρίας της πλαστής αυτής διαθήκης, την οποία και προσκόμισε μετ' επικλήσεως στο Δικαστήριο. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής ο κατηγορούμενος παρέστησε εν γνώσει ψευδώς στο Δικαστή του παραπάνω Δικαστηρίου ότι η διαθήκη που προσκόμισε ήταν ιδιόγραφη διαθήκη της Ζ, η οποία αποβίωσε στις 18-11-1999, ότι αυτή είχε γραφεί ολόκληρη με το χέρι αυτής και είχε χρονολογηθεί και υπογραφεί από αυτή, ενώ η αλήθεια ήταν ότι η διαθήκη αυτή ήταν πλαστή κατά τα εκτεθέντα και είχε καταρτισθεί από αυτόν. Με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις, τις οποίες ενίσχυσε με την κατάθεση του μάρτυρα που προσκόμισε και εξετάσθηκε στο Δικαστήριο, έπεισε το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο οποίος δημοσίευσε την πλαστή αυτή διαθήκη στα υπ' αριθμ. 2803/26-5-2000 πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου και κήρυξε αυτή κυρία με την υπ' αριθμ. 1110/26-5-2000 απόφασή του. Τέλος αποδείχθηκε ότι με την πράξη του αυτή ο κατηγορούμενος σκόπευε να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος συνιστάμενο στην αξία της κληρονομιαίας περιουσίας που αναφέρθηκε, βλάπτοντας αντίστοιχα τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της θανούσας, το όφελος δε που σκόπευε να περιποιήσει στον εαυτό του και η αντίστοιχη ζημία των παραπάνω κληρονόμων υπερέβαιναν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Η παραπάνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου πληροί την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως με σκοπό το όφελος δια βλάβης άλλου, το όφελος δε που επιδίωκε και η αντίστοιχη βλάβη του άλλου υπερέβαιναν το ποσό των 73.000 ευρώ και β) της απάτης στο Δικαστήριο, εκ της οποίας το περιουσιακό όφελος που επεδίωκε και η αντίστοιχη ζημία του άλλου υπερέβαιναν το ποσό των 73.000 ευρώ, οι οποίες του αποδίδονται με το κατηγορητήριο, γι' αυτό και πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος των εγκλημάτων αυτών".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας στέρησε την απόφασή του από την απαιτούμενη από τις ως άνω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει, με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, με βάση ποια πραγματικά περιστατικά έκρινε ότι η αξία των ως άνω κληρονομιαίων ακινήτων ανερχόταν στο ποσό των 20.000.000 δρχ. και 8.000.000 δρχ. αντιστοίχως, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των πρακτικών, είχε προβάλει εγγράφως, ανέπτυξε δε και προφορικώς τον αυτοτελή ισχυρισμό περί μεταβολής της κατηγορίας σε πλαστογραφία με χρήση και απάτη στο δικαστήριο σε βαθμό πλημμελήματος. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος είχε προσκομίσει την από 8.11.2006 έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης (την οποία είχαν προσκομίσει και οι πολιτικώς ενάγοντες), η οποία διενεργήθηκε επί των ανωτέρω ακινήτων κατόπιν της υπ` αριθ. 681/10.10.2006 διατάξεως του 10ου Τακτικού Ανακριτή του Πρωτοδικείου Αθηνών και στην οποία ο διορισθείς πραγματογνώμων αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός ... γνωμοδότησε ότι η εμπορική αξία των επιδίκων οικοπέδων ανερχόταν σε 66.032 ευρώ. Με βάση την έκθεση αυτή εκδόθηκε το υπ` αριθ. 1637/2007 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών για απάτη στο δικαστήριο, σε σχέση με την κυρία δίκη περί ακυρώσεως της επίμαχης διαθήκης, σε βαθμό πλημμελήματος. Και ναι μεν τα έγγραφα αυτά (έκθεση πραγματογνωμοσύνης και βούλευμα) φέρονται ότι αναγνώσθηκαν, πλην δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο της ουσίας, εφόσον αυτό, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν δεσμευόταν μεν από τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα, πλην όφειλε, εφόσον δεν αποδέχθηκε το συμπέρασμα που προέκυπτε από αυτήν, να αιτιολογήσει την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απέκλειαν αυτά που ο πραγματογνώμων έθεσε ως βάση της γνώμης του και δη από πού συμπέρανε ότι η αξία των επιδίκων υπερέβαινε το ποσό που αναγραφόταν στην πραγματογνωμοσύνη. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας διηγηματικά μόνο αναφέρει ότι η κληρονομιαία περιουσία της θανούσας αποτελείτο, εκτός από τα προαναφερθέντα ακίνητα, και από καταθέσεις της στις Τράπεζες ανερχόμενες στο ποσό των 12.000 ευρώ περίπου, αφού οι καταθέσεις αυτές δεν περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο ούτε ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε και για οποιοδήποτε όφελος από αυτές ούτε, επομένως, αυτές μπορούν να προστεθούν στην αξία των ακινήτων, όπως, εσφαλμένα, υπολαμβάνουν οι πολιτικώς ενάγοντες στο υπόμνημά τους. Κατά συνέπειαν, ο δεύτερος, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απορριπτική του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου περί μεταβολής της κατηγορίας κρίση, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 3407/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Οκτωβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση (ιδιόγραφη διαθήκη) και απάτη στο δικαστήριο. Στοιχεία των εγκλημάτων. Η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο, όμως, οφείλει να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Σε κάθε άλλη περίπτωση (επί ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης ή πραγματογνωμοσύνης που ενεργήθηκε δυνάμει αποφάσεως πολιτικού δικαστηρίου), το πόρισμα της εκτιμάται ελευθέρως μαζί με τις άλλες αποδείξεις. Αναίρεση για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς απόρριψη ισχυρισμού περί μετατροπής κατηγορίας, λόγω μη αιτιολογήσεως της αντίθετης κρίσεως προς το πόρισμα δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, και παραπομπή. Διατακτικό.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Πλαστογραφία, Πραγματογνωμοσύνη.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1636/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Λιακούλη, περί αναιρέσεως της 1883/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, με συγκατηγορούμενους τους 1. Ψ1 και 2.Ψ2.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 343/2010.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 παρ.1 του Α.Ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, ασχέτως ποσού, οι οποίες τον βαρύνουν, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας πάσης φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει εντός μηνός από τότε που κατέστησαν απαιτητές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου και νόμου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ'αυτόν (εργατικές), με σκοπό αποδόσεώς τους στους κατά την παράγρ. 1 Οργανισμούς, και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 3 και 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχουν τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους και να τα καταβάλλει μέχρι το τέλος του επόμενου μηνός από το χρόνο που έχει ορισθεί.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών και την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 αποφάσεως, απαιτείται να προσδιορίζεται η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση από εργοδότη προσωπικού ασφαλισμένου στο ΙΚΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εκ του οποίου (χρόνου απασχόλησης) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και η συγκεκριμένη οφειλή αυτού από παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών οι οποίες βαρύνουν τους εργαζόμενους σ' αυτόν και η μη καταβολή των σχετικών ποσών, εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά, στον ασφαλιστικό οργανισμό, στον οποίο είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό (Ολ.ΑΠ 1/1996). Σε σχέση με το χρόνο τελέσεως της πράξεως, η αναφορά του είναι αναγκαία, μόνον όμως όταν αυτός ασκεί επιρροή στο ζήτημα της παραγραφής. Απαιτείται επί πλέον το υποκείμενο των εγκλημάτων αυτών να έχει την ιδιότητα του εργοδότη και σαν τέτοιος κατά τις ως άνω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ. 5 του ιδίου Α.Ν. 1846/1951, νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο το υπαγόμενο στην ασφάλιση προσωπικό οφείλει να προσφέρει την υπηρεσία του. Επί νομικού προσώπου φερόμενου ως εργοδότη, απαιτείται αναφορά των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση αυτού στην επιχείρηση καθώς και αν πρόκειται για ατομική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορούμενου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών στο ΙΚΑ. Δεν αρκεί δηλαδή ο χαρακτηρισμός του κατηγο-ρούμενου ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπρόσωπου της εταιρικής επιχειρήσεως. Ειδικότερα, όταν εργοδότης είναι ομόρρυθμη εταιρία, υπόχρεη για την καταβολή των άνω εισφορών είναι η εταιρεία και, ανεξάρτητα από το ότι αστικώς είναι υπόχρεα από το νόμο (άρθρο 20 και 22 του Εμπ. Ν.) και όλα τα ομόρρυθμα μέλη αυτής, ως αλληλεγγύως και σε ολόκληρον συνυπεύθυνοι, σε καταβολή των εισφορών μετά της εταιρείας τους, υπεύθυνος ποινικά είναι ο διαχειριστής ή οι συνδιαχειριστές της ομόρρυθμης εταιρείας που ορίζει το καταστατικό της και, επομένως, όταν στην απόφαση αναφέρονται οι κατηγορούμενοι ως εργοδότες ομόρρυθμης εταιρείας, πρέπει να διευκρινίζεται αν αυτοί είναι ή όχι και διαχειριστές της εταιρείας.
Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, υπάρχει και όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν αναφέρονται, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος και επί των οποίων στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την ενοχή του, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Τέτοια έλλειψη αιτιολογίας υπάρχει και όταν κατά την έκθεση των περιστατικών που ανάγονται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, παρατηρείται, είτε στην αυτοτελή αιτιολογία της αποφάσεως, είτε μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της, ασάφεια ή αντίφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1883/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, ομού με άλλους δύο συγκαταδικασθέντες, ως εργοδότης επιχειρήσεως Ο.Ε, για μη έγκαιρη καταβολή εργατικών και εργοδοτικών εισφορών στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως 12 μηνών σε καθένα κατηγορούμενο. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το δικαστήριο ότι από τα μνημονευόμενα σε αυτή, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις που τους αποδίδονται με το κατηγορητήριο. Ειδικότερα δε αποδείχτηκε ότι: στη ... την 30/10/05 τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης οικοδομοτεχνικού έργου με την επωνυμία "Ψ1 Α ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" και ΑΜΕ ή ΑΜΟΕ ... Υποκατάστημα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ..., είδος επιχείρησης οικοδ/χνικού έργου Αθλητική εφημερίδα μαχί με τους ανωτέρω συγκατηγορούμενους και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 7/01 έως 11/04 στην επιχείρηση του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΤΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 21987,03 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη μέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία.
Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό ... ΠΕΕ, στην οποία αναγράφονται (....) μισθωτοί με ύψος αποδοχών ... ευρώ συνολικά.
Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (εργοδοτικών) ασφαλιστικών εισφορών ποσού 16820,84 Ευρώ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές.
Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του οικοδομοτεχνικό έργο (εργατικές) ποσού 5166,19 Ευρώ, με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση.
Έχοντας νόμιμη υποχρέωση, βάσει των ημερών απασχόλησης σε οικοδομοτεχνικές εργασίες των απασχολη-θέντων οικοδόμων, δεν κατέβαλε στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τον Ειδικό Λογ/σμό Δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα το ποσό των ... ΕΥΡΩ, το οποίο περιλαμβάνεται στην ανωτέρω ΠΕΕ. Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι ο κατηγορούμενοι για τις επίδικες αξιόποινες πράξεις". Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος και οι ανωτέρω κηρύχθηκαν ένοχοι του ότι: "στη ... την 30/10/05 τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης οικοδομοτεχνικού έργου με την επωνυμία "Ψ1 Α ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" και ΑΜΕ ή ΑΜΟΕ 1378 Υποκατάστημα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ..., είδος επιχείρησης οικοδ/χνικού έργου Αθλητική εφημερίδα μαχί με τους ανωτέρω συγκατηγορούμενους και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 7/01 έως 11/04 στην επιχείρησή του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 21987,03 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη μέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό ... ΠΕΕ, στην οποία αναγράφονται (....) μισθωτοί με ύψος αποδοχών
... ευρώ συνολικά.
Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (εργοδοτικών) ασφαλιστικών εισφορών ποσού 16820,84 Ευρώ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές.
Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του οικοδομοτεχνικό έργο (εργατικές) ποσού 5166,19 Ευρώ, με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Έχοντας νόμιμη υποχρέωση, βάσει των ημερών απασχό-λησης σε οικοδομοτεχνικές εργασίες των απασχοληθέντων οικοδόμων, δεν κατέβαλε στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τον Ειδικό Λογ/σμό Δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα το ποσό των....ΕΥΡΩ, το οποίο περιλαμβάνεται στην ανωτέρω ΠΕΕ. Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι ο κατηγορού-μενοι για τις επίδικες αξιόποινες πράξεις".
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις άνω διατάξεις απαιτούμενη ειδική και εμπερι-στατωμένη αιτιολογία. Τούτο δε διότι: α) ενώ στο διατακτικό κηρύσσει ενόχους τους τρεις κατηγορουμένους, μεταξύ των οποίων και τον αναιρεσείοντα, ότι ως εργοδότες της επιχείρησης εργοδομικού έργου με την επωνυμία "Ψ1 Α. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", απασχόλησαν προσωπικό στην άνω επιχείρηση ομόρρυθμης εταιρείας, δεν εκτίθενται στο σκεπτικό αυτής, αλλά ούτε και στο διατακτικό, τα περιστατικά εκείνα από τα οποία προκύπτει η θέση των κατηγορουμένων και δη του αναιρεσείοντος στην άνω εταιρεία, εάν δηλαδή ήταν ή όχι και διαχειριστής και εκπροσωπούσε την εταιρία αυτή, ώστε να ανακύπτει νομική υποχρέωση αυτού να παρακρατεί τις εισφορές των εργαζομένων και να αποδίδει αυτές, μαζί με τις αντίστοιχες εργοδοτικές της επιχειρήσεως, στο ΙΚΑ, β) στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δέχθηκε το Δικαστήριο ασαφώς ότι οι ανωτέρω εργαζόμενοι απασχο-λήθηκαν κατά τη χρονική περίοδο από 7/01 έως11/04, συγχρόνως δε ότι ο χρόνος τελέσεως των αποδιδομένων στον αναιρεσείοντα δύο αξιόποινων πράξεων, είναι η 30-10-2005, χωρίς να διευκρινίζει το λόγο για τον οποίο ο χρόνος αυτός τελέσεως των πράξεων τοποθετείται πολύ μεταγενέστερα από το χρόνο απασχολήσεως των εργαζομένων και το χρόνο απαιτητού των μνημονευομένων ως οφειλομένων εισφορών, αφού, ελλείψει συμφωνίας, οι αποδοχές καταβάλλονται στο τέλος κάθε μήνα (άρθρο 655 ΑΚ). Υπάρχει, επομένως, ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως των πράξεων τούτων, που είναι κρίσιμος για τυχόν εξάλειψη του αξιοποίνου των ανωτέρω, πρώτων χρονικά τουλάχιστον, πράξεων, λόγω παραγραφής, γ) στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό αναφέρει τη μη καταβολή στο ΙΚΑ και εισφορών, για τον ειδικό λογαριασμό Δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα, χωρίς να σημειώνει το συγκεκριμένο ποσό εισφορών. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στη πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει, κατά παραδοχή της ένδικης αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 469 εδαφ. α του ΚΠοινΔ, αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνον σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικώς στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους λοιπούς κατηγορουμένους. Κατά δε το εδαφ. γ' του ιδίου άρθρου, για τη συζήτηση του ενδίκου μέσου δεν είναι αναγκαία η κλήτευση των ωφελουμένων συγκατηγορουμένων, οι οποίοι, όμως, μπορούν να εμφανισθούν και να συμμετέχουν στη δίκη. Κατά τη σαφή έννοια της άνω διατάξεως γενικές προϋποθέσεις για όλες τις άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 469 ΚΠοινΔ είναι, α) να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που εδικαιούτο να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες λόγοι από αυτόν να μην αρμόζουν αποκλειστικώς στο πρόσωπό του, και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε να μην δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε να δικαιούνται μεν αλλά να μην το άσκησαν εντός της νομίμου προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφ' όσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 1883/2009 αποφάσεως προκύπτει ότι, κατ' έφεση, καταδικάστηκαν ερήμην, εκτός από τον άνω αναιρεσείοντα και οι συγκατηγορούμενοί του Ψ1 και Ψ2, για τις ίδιες ακριβώς πράξεις που προαναφέρθηκαν, κατά συναυτουργία, ως εργοδότες και οι τρεις της ίδιας επιχειρήσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και όσων προαναφέρθηκαν, αφού ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, που γίνεται δεκτός, δεν αφορά αποκλει-στικά το πρόσωπο του αναιρεσείοντος, συντρέχει περίπτωση επεκτατικού αποτελέσματος και ως προς τους άνω μη ασκή-σαντες αναίρεση συμμετόχους συγκατηγορουμένους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1883/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμε-λειοδικείου Λάρισας. Και
Επεκτείνει το αναιρετικό αποτέλεσμα της ανωτέρω 1883/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας και ως προς τους συγκατηγορούμενους του αναιρεσεί-οντος Χ, καταδικασθέντες Ψ1 και Ψ2.
Παραπέμπει την όλη υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Οκτωβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση Εισαγγελέα για αναίρεση αθωωτικής απόφασης για εμπρησμό από αμέλεια. Πότε υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας αθωωτικής αποφάσεως. Αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ούτε αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους. Πρέπει, όμως, να μνημονεύεται ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο η πραγματογνωμοσύνη που διατάσσεται από ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο. Αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας, γιατί δεν προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκε και η πραγματογνωμοσύνη που είχε διαταχθεί από ανακριτικό υπάλληλο, και παραπομπή.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Πραγματογνωμοσύνη, Απόφαση αθωωτική.
| 1
|
Αριθμός 1635/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της 364/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Με κατηγορούμενους τους: 1)Χ1 και 2)Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Γαρούφη.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σεραφείμ Πολυχρόνη και 2)Ψ2, κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 26/2-7-2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 894/2010.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505§2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία ταυ αρθρ. 479§2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του αρθρ. 473§3 του ΚΠοινΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του αρθρ. 510§1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 §3 του Συντ. και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6§2 του ΕΣΔΑ, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την απαλλακτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσοι, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' ΚΠοινΔ και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 ΚΠοινΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, προκείμενου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2 εμπρησμού εξ αμελείας. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Από τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων Ψ2 και Ψ, από τις ένορκες επ' ακροατηρίου καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, από την ένορκη επ' ακροατηρίου κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης, που εξετάστηκαν νομότυπα στο Δικαστήριο τούτο και περιλαμβάνονται στα πρακτικά, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία. Στις 26-11-2002 και περί ώρα 17.14 μ.μ., στα ..., και ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος είναι τεχνίτης και εργάζεται στο συνεργείο επισκευής της εταιρίας Αφοί ... ΟΕ, με διαχειριστή και εργοδότη τον συγκατηγορούμενό του Χ2, πραγματοποιούσε εργασίες επισκευής στο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Ε. λεωφορείο ιδιοκτησίας του Ψ2, που λάμβαναν χώρα στο συνεργείο επισκευής οχημάτων του Ψ, προκλήθηκε πυρκαγιά στο εμπρόσθιο μέρος του πιο πάνω οχήματος, η οποία επεκτάθηκε και στο υπόλοιπο λεωφορείο, το οποίο κατέστρεψε με εξαίρεση τον κινητήρα αυτού, αλλά και στο συνεργείο με τα υπάρχοντα εντός αυτού υλικά, ενώ από την εν λόγω πυρκαγιά θα μπορούσε να προκύψει κίνδυνος σε πρόσωπα και σε ξένα πράγματα και συγκεκριμένα τόσο στους ενοίκους της οικίας άνωθεν του συνεργείου αλλά και στους περιοίκους και στις περιουσίες τους. Όμως από το αποδεικτικό υλικό δεν προέκυψε με βεβαιότητα ότι η ανωτέρω πυρκαγιά οφείλεται σε αμέλεια των κατηγορουμένων. Ειδικότερα ο μάρτυρας Ψ2 κατέθεσε ότι δεν γνωρίζει την αιτία από την οποία προκλήθηκε αυτή, καθόσον δεν βρισκόταν στο σημείο και δεν είδε πώς έγινε το συμβάν, ενώ ο μάρτυρας Μ2 κατέθεσε ότι, κατά τη γνώμη του, η πυρκαγιά προκλήθηκε από βραχυκύκλωμα, ενώ ο μάρτυρας Μ ειδικός πραγματογνώμονας, κατέθεσε ότι ήταν βραχυκύκλωμα 100%, ότι δεν χρησιμοποιήθηκε τροχός και ότι το ηλεκτρικό τρυπάνι δεν προκαλεί σπινθήρες. Ως εκ τούτου εφόσον αποδείχθηκε ότι η πυρκαγιά οφείλεται σε βραχυκύκλωμα, δεν προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι αμέλησαν να λάβουν τα συγκεκριμένα μέτρα που όφειλαν και δη ο μεν πρώτος να λάβει τα αναφερόμενα στο διατακτικό μέτρα και ο δεύτερος παρέλειψε να δώσει στον πρώτο σαφείς εντολές για την εκτέλεση των εργασιών επισκευής κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό, γι αυτό πρέπει να κηρυχθούν αθώοι".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας στέρησε την απόφαση του από την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, με βάση ποια πραγματικά περιστατικά έκρινε ότι ο ένδικος εμπρησμός δεν οφειλόταν σε αμέλεια των κατηγορουμένων, αλλά ότι αυτός οφειλόταν σε βραχυκύκλωμα. Συγκεκριμένα, από την επιτρεπτή, για την έρευνα του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι αναγνώσθηκε και η από 30.11.2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάχθηκε από τον ανακριτικό υπάλληλο ανθυποπυραγό ... και, επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, έπρεπε να μνημονεύεται στο σκεπτικό ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, μη θεωρούμενη ως απλό έγγραφο. Πλην, αυτή δεν μνημονεύεται ούτε στο προοίμιο ούτε σε κανένα άλλο σημείο του σκεπτικού. Αντιθέτως, εξαίρεται η κατάθεση του μάρτυρα Μ, ο οποίος συνέταξε την από 2.12.2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την οποία προσκόμισαν οι συνήγοροι υπερασπίσεως των κατηγορουμένων, στην οποία κυρίως στηρίχθηκε η απαλλακτική κρίση του Δικαστηρίου. Το γεγονός αυτό ενισχύει την άποψη ότι το δίκασαν Τριμελές Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του καθόλου την ως άνω από 30.11.2002 έκθεση για την περί αθωότητας των κατηγορουμένων κρίση του. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτού με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και συγκεκριμένα γιατί δεν εκτιμήθηκε και η προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, είναι βάσιμος, παρέλκει δε η έρευνα του αυτού, κατά τα λοιπά σημεία, και του δευτέρου λόγου αναιρέσεως.
Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ" αριθ. 364/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 13 Οκτωβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση Α.Ν. 86/1967 - ΙΚΑ - Εργοδότης - Ομόρρυθμος Εταίρος ΟΕ. 1. βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. 2. Το επωφελές για τον αναιρεσείοντα αποτέλεσμα του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως που μόνος άσκησε ο κατηγορούμενος, πρέπει, κατ' άρθρο 469 του ΚΠΔ, να επεκταθεί και στους μη ασκήσαντες αναίρεση, δύο συγκατηγορούμενους και συγκαταδικασθέντες.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Επεκτατικό αποτέλεσμα.
| 0
|
Αριθμός 1634/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 3154/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Απριλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 567/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 208/27-5-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ, την με αριθμό 1/19-4-2010 αίτηση αναίρεσης του Χ, δικηγόρου, κατοίκου ..., οδός ..., κατά του με αριθμό 3154/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών για να δικασθεί για απειλή (333 ΠΚ) και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα, ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 482 παρ.1 ΚΠΔ " ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν : α) τον παραπέμπει στο δικαστήριο για κακούργημα και β) παύει προφορικά την ποινική δίωξη εναντίον του".
ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων παραπέμπεται στο ακροατήριο για να δικασθεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξης της απειλής, δηλαδή για πλημμέλημα. Ως εκ τούτου, δεν είχε δικαίωμα για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης, κατά του βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για την πράξη αυτή. Κατά συνέπεια πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα. (476 παρ.1 - 583 παρ.1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αριθμό 1/19-4-2010 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά του με αριθμό 3154/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. και 2) Να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 5/5/2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο, εκτός άλλων, ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 482 παρ.1 ΚΠΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 41 παρ.1 του ν.3160/2003, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν α)τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα και β)παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του. Κατά συνέπεια, στον κατηγορούμενο αναγνωρίζεται δικαίωμα αναίρεσης, μόνον όταν παραπέμπεται για κακούργημα, χωρίς ο περιορισμός αυτός να αντίκειται στο Σύνταγμα (αρθρ.4, 20 παρ.1, 25 παρ.1), στο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ ή το άρθρο 14 παρ.5 Διεθνούς Συμφώνου και άρθρο 2 παρ.1 του 7 Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Τέλος, κατά την ΚΠΔ 476 παρ.1 εδ.β'ο εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της Εισαγγελίας με οποιοδήποτε μέσο (και προφορικώς και τηλεφωνικώς) στην αναγραφόμενη στο ένδικο μέσο διεύθυνση και σημειώνει τούτο στο φάκελο της δικογραφίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα 3154/16-10-2009 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος παραπέμφθηκε, με αυτό, να δικασθεί στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρου, για την αξιόποινη πράξη της απειλής (ΠΚ 333 παρ.1) τιμωρούμενη σε βαθμό πλημμελήματος. Δεδομένου ότι η κρινόμενη αναίρεση ασκήθηκε στις 19-4-2010, δηλαδή μετά την έναρξη της ισχύος του ν.3160/2003 το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπόκειται σε αναίρεση από τον κατηγορούμενο. Κατ'ακολουθίαν σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει, μετά την ειδοποίηση, του αντίκλητου δικηγόρου του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, όπως προκύπτει από την επί του φακέλου επισήμανση του Γραμματέα, ν'απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 1/19-4-2010 ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών αίτηση αναίρεσης του Χ για αναίρεση του 3154/16-10-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως βουλεύματος που παραπέμπει τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο για να δικαστεί για πράξη που είναι πλημμέλημα.
|
Βούλευμα παραπεμπτικό
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1633/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντό-πουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Πέτρου, περί αναιρέσεως της Διάταξης 1/2010 του Εισαγγελέως Εφετών Κέρκυρας, με εγκαλούμενο τον Ψ.
Ο Εισαγγελέας Εφετών Κέρκυρας με την ως άνω Διάταξή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 450/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή με αριθμό 214/7-6-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τo άρθρο 476 Κ.Π.Δ. την από 8-2-2010 αίτηση αναιρέσεως του Χ, συνταξιούχου αστυνομικού, κατοίκου ..., κατατεθείσα ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Κέρκυρας και στρεφόμενη κατά της υπ' αριθμ. 1/12-1-2010 διατάξεως του ίδιου Εισαγγελέα, με την οποία απορρίφθηκε σύμφωνα με το άρθρο 48 του Κ.Π.Δ ως ουσιαστικά αβάσιμη η υπ' αριθμ. 19/2009 προσφυγή του κατά της υπ' αριθμ. 107/2009 διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, εκθέτω τα ακόλουθα. Σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 Κ.Π.Δ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον απόφασης για την οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει σχετικά δικαστήριο (ως συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που θα εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 462,482,484,και 510 του Κ.Π.Δ τα οποία αναφέρονται στην άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, προκύπτει ότι το ένδικο αυτό μέσο συγχωρείται μόνο κατά των βουλευμάτων των δικαστικών συμβουλίων και των αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων, όχι όμως και κατά της διατάξεως του εισαγγελέα εφετών που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 48 του ιδίου Κώδικα επί προσφυγής στρεφομένης εναντίον διατάξεως του εισαγγελέα πλημμελειοδικών ο οποίος μετά από έρευνα της υποβαλλομένης εγκλήσεως, απορρίπτει αυτήν εάν κρίνει ότι δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως ή προφανώς αβάσιμη στην ουσία της, και αυτό γιατί η διάταξη αυτή του εισαγγελέα δεν φέρει τον χαρακτήρα βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως (Α.Π 1609/1988 Ποιν Χρον. ΛΘ 485, Α.Π 459/2001 Ποιν Χρον ΝΒ 46 Α.Π 1009 /2001 και 1010/2001) Στην προκείμενη περίπτωση η προαναφερθείσα αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της υπ' αριθμ...1/2010 Διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Κερκύρας με την οποία απορρίφθηκε σύμφωνα με το άρθρο 48 του Κ.Π.Δ, η υπ' αριθμ. 19/2-10-2009 προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 107/29-7-2009 απορριπτικής διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κερκύρας, με την οποία απορρίφθηκε ως μη στηριζόμενη στο νόμο η από 21-1-2008 έγκλησή του κατά των υπευθύνων της νομικής υπηρεσίας της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν η αίτηση αυτή είναι απαράδεκτη, επειδή στρέφεται κατά απορριπτικής διατάξεως Εισαγγελέα Εφετών, κατά της οποίας δεν συγχωρείται το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως, και πρέπει να απορριφθεί ως τέτοια κατά το άρθρο 476 Κ.Π.Δ.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
α)να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατά της υπ' αριθμ. 1/2010 διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Κερκύρας, και
β) να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 4-5-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο ου αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462, 463, 482, 484, 504 και 510 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, τα οποία αναφέρονται στην άσκηση του ένδικου μέσου της αναιρέσεως, προκύπτει ότι το ένδικο αυτό μέσο συγχωρείται μόνο κατά των βουλευμάτων των δικαστικών συμβουλίων και των αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων στις περιπτώσεις όπου ρητώς παρέχεται τούτο από τον νόμο. Η διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών, η οποία εκδίδεται, σύμφωνα με το άρθρο 48 του ιδίου Κώδικα, επί προσφυγής που στρέφεται κατά διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημμε-λειοδικών, ο οποίος, ύστερα από έρευνα της εγκλήσεως που υποβλήθηκε, απορρίπτει αυτήν, εάν κρίνει ότι δεν στηρίζεται στον νόμο ή είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως ή προφανώς αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεν φέρει σε καμιά περίπτωση τον χαρακτήρα βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως και ως εκ τούτου κατ1 αυτής δεν επιτρέπεται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Επομένως η κρινόμενη αίτηση, η οποία στρέφεται κατά της 1/2010 διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Κερκύρας, με την οποία απορρίφθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 48 του Κώδικα Ποινικής δικονομίας, κατ' ουσίαν η 19/2.10.2009 προσφυγή του ήδη αναιρεσείοντος Χ κατά της 107/27.7.2009 απορριπτικής διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Κερκύρας, η οποία απέρριψε ως μη νόμιμη την από 21 Ιανουαρίου 2008 έγκληση του κατά των υπευθύνων της νομικής υπηρεσίας της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος είναι απαράδεκτη, και ως τέτοια πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Φεβρουαρίου 2010 αίτηση του Χ για αναίρεση της 1/2010 διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Κερκύρας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτω-βρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
|
Η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να στρέφεται κατά αποφάσεως ή βουλεύματος. Απορρίπτεται η αίτηση, διότι στρέφεται κατά εισαγγελικής διατάξεως, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως δικαστική απόφαση ή βούλευμα.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1639/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καραμούζη, περί αναιρέσεως της 1668, 1669/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 759/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ.1 του άρθρου 476 ΚΠοινΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ.18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του αναιρεσείοντος από τον γραμματέα της Εισαγγελίας 24 ώρες πριν από την εισαγωγή της υποθέσεως, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473 παρ.1,2 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι δεκαή-μερη, αρχομένη από τη δημοσίευση της αποφάσεως παρόντος του δικαιούχου, άλλως από τη νόμιμη επίδοσή της στον δικαιούχο σε αναίρεση και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρησή της στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ.3 του άρθρου 473 ΚΠοινΔ, και εικοσαήμερη αν ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή του, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠοινΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανωτέρα βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που επιβεβαιώνουν τα περιστατικά αυτά, διαφορετικά η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Δηλαδή από την άνω διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει να αναφέρει στην έκθεση ασκήσεως αυτού τον λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίσθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητα τους, άλλως το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται μεταγενέστερα και ειδικότερα, κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως στο ακροα-τήριο, είναι απαράδεκτη. Τέλος, ως ανώτερη βία νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, το οποίο, στη συγκε-κριμένη περίπτωση, δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται το γεγονός εκείνο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί με κανένα τρόπο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς εξετάζει ο Άρειος Πάγος για να διακριβώσει το παραδεκτό της ασκηθείσας αναιρέσεως, η προσβαλλομένη ως άνω με αριθμό 1668, 1669/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δημοσιεύθηκε παρόντος του αναιρεσείοντος κατηγο-ρουμένου, καταχωρήθηκε στο βιβλίο καθαρογραφημένων αποφάσεων του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ την 1-12-2009, όπως αυτό προκύπτει από τη με ημερομηνία 1-12-2009 υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμοδίας γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία είναι καταχωρημένη στο σώμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Παρά ταύτα, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη από 30-4-2010 αίτηση-δήλωση αναι-ρέσεως, η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 30-4-2010, ήτοι εκπροθέσμως μετά την πάροδο της οριζόμενης στο άνω άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠοινΔ εικοσαήμερης προθεσμίας, που έληγε στις 21-12-2009, ήτοι μετά πάροδο χρόνου πλέον του τετραμήνου, χωρίς μάλιστα να επικαλείται και να αποδεικνύει συγκεκριμένους νόμιμους λόγους ανωτέρας βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της. Η επίκληση ελλείψεως οικονο-μικής δυνατότητας και αδυναμίας του αναιρεσείοντος, λόγω κρατήσεώς του στις φυλακές, να παρακολουθεί το χρόνο καταχωρήσεως της αποφάσεως στο οικείο βιβλίο καθαρο-γραμμένων αποφάσεων του Εφετείου, δε συνιστούν κατά τα προεκτεθέντα, ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα. Επίσης, απορριπτέα, ως απαράδεκτη είναι και η ετέρα αιτίαση του αναιρεσείοντος, ως το πρώτον προβαλλόμενη στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και στο υποβληθέν μετά τη συζήτηση υπόμνημά του, ότι δηλαδή αυτός δεν άσκησε εμπροθέσμως αίτηση αναιρέσεως, γιατί αμέλησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του στον οποίο είχε δώσει σχετική εντολή, ανεξάρτητα του ότι η αμέλεια του συνηγόρου δε συνιστά ανωτέρα βία. Ενώ δεν παραβιάζεται το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ από την άνω απαίτηση του νόμου να αναγράφεται στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου ο λόγος ανωτέρας βίας, ούτε μπορεί να γίνει επίκληση νομικής πλάνης.
Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναι-ρέσεως, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, να απορ-ριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα( άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Απριλίου 2010 αίτηση - δήλωση του Χ περί αναιρέσεως της με αριθμό 1668, 1669/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Οκτωβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει να αναφέρει στην έκθεση ασκήσεως αυτού, τον λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του, δηλαδή τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίσθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητα τους, άλλως το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο (ΑΠ 1958/2009, ΑΠ 1942/2008). Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται μεταγενέστερα και ειδικότερα, κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως στο ακροατήριο, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 248/2010, ΑΠ 1983, 1985/2009). Η επίκληση οικονομικής αδυναμίας και αδυναμία, λόγω κρατήσεως του καταδικασθέντος στις φυλακές να παρακολουθεί το χρόνο καταχώρησης της αποφάσεως στο οικείο βιβλίο, δε συνιστούν ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα. Η αμέλεια του συνηγόρου δε συνιστά ανωτέρα βία (ΑΠ 576/2009) -.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Ανωτέρα βία.
| 0
|
Αριθμός 1632/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου,
με εγκαλούμενους τους: 1)Χ1 Πρόεδρος Πρωτοδικών ... και 2)Χ2, Γραμματέα Πρωτοδικείου ... και
εγκαλούντα τον Ψ, κάτοικο .... Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 352/26-2-2010, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 391/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή με αριθμό 178/13-5-2010 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"1.Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 137, παρ. 1, εδ. γ' ΚΠΔ την 352/10 αναφορά του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς με την οποία ζητά, σύμφωνα με τα άρθρα 136, εδ. ε' και 137, παρ. 1, εδ. γ' ΚΠΔ, την παραπομπή των μηνυτήριων αναφορών του Ψ, κατοίκου ..., από 18-9-09 και 16-12-09,κατά των 1) Χ1, προέδρου πρωτοδικών ..., και 2) Χ2, δικαστικής υπαλλήλου του Πρωτοδικείου ..., για παράβαση καθήκοντος κλπ, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς σε άλλο ισόβαθμο Εισαγγελέα και εκθέτω τα ακόλουθα: 2. Από το συνδυασμό των άρθρων 136, εδ. ε' και 137 παρ. 1, εδ. γ' του ΚΠΔ προκύπτει ότι όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο ομοειδές δικαστήριο. Για την παραπομπή, που νοείται όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας αλλά και κατά το στάδιο της προδικασίας (στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση ποινικής διώξεως) αποφασίζει ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο, σε κάθε άλλη, μη διαλαμβανομένη στα εδάφια α' και β' παρ. 1 του άρθρου 137ΚΠΔ, περίπτωση και συνεπώς και στην περίπτωση παραπομπής από δικαστήριο της περιφέρειας ενός Εφετείου, σε δικαστήριο της περιφέρειας άλλου Εφετείου, εφαρμοζομένων αναλογικά των διατάξεων των άρθρων 132 και 135 παρ. 1 ΚΠΔ. 3.Στην προκείμενη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα:ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς με την ως άνω αναφορά του ζητά την παραπομπή των μηνυτήριων αναφορών του Ψ κατά των 1)Χ1, προέδρου πρωτοδικών ..., και 2) Χ2, δικαστικής υπαλλήλου του Πρωτοδικείου ..., για παράβαση καθήκοντος κλπ, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς σε άλλο ισόβαθμο Εισαγγελέα, για το λόγο ότι για μεν την πρώτη εγκαλούμενη συντρέχει ο λόγος παραπομπής εξαιτίας του ότι υπηρετεί ως πρόεδρος Πρωτοδικών στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, στον Εισαγγελέα του οποίου ανήκει η αρμοδιότητα να κρίνει τις ως άνω μηνυτήριες αναφορές, για δε τη δεύτερη εγκαλούμενη συντρέχει λόγος της συνεκδίκασης με αυτή λόγω συναφείας. [άρθρο 129 ΚΠΔ]. 4.Κατ' ακολουθία, η αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά είναι βάσιμη, δεδομένου ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο [ΑΠ.2080/03], γι` αυτό και πρέπει να γίνει δεκτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση της εξέτασης των μηνυτήριων αναφορών του Ψ στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, καθώς και στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και στα Ποινικά Δικαστήρια των Αθηνών, σε περίπτωση που θα συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση. Για τούτο προτείνω Α-Να γίνει δεκτή η 352/10 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς. Β-Να παραπεμφθεί η υπόθεση των μηνυτήριων αναφορών από 18-9-09 και 16-12-09 του Ψ κατά των 1) Χ1, προέδρου πρωτοδικών ..., και 2)Χ2, δικαστικής υπαλλήλου του Πρωτοδικείου ..., από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς στον Εισαγγελέα Πλημμ/κών Αθηνών, καθώς και στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και στα Ποινικά Δικαστήρια των Αθηνών, εάν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 στοιχ.ε'ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ίδιου Κώδικα Δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή του σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές Δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο Δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνον κατά το στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και κατ'εκείνο της προδικασίας, και όταν ακόμη δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ.1 στοιχ.γ'ΚΠΔ, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικά, αν πρόκειται περί παραπομπής από το Δικαστήριο της περιφέρειας άλλου Εφετείου, ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ.α'ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας αποδεικνύονται τα εξής: Ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς με την 352/26-2-2010 αναφορά του ζητεί την παραπομπή των από 18-9-2009 και 16-12-2009 μηνυτήριων αναφορών του Ψ κατά των Χ1, Προέδρου Πρωτοδικών ... και Χ2, δικαστικής υπαλλήλου του Πρωτοδικείου Πειραιώς, για παράβαση καθήκοντος κ.λ.π. από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ... σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα, επειδή για μεν την πρώτη εγκαλούμενη συντρέχει ο λόγος παραπομπής εξαιτίας του ότι υπηρετεί ως Πρόεδρος Πρωτοδικών στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, στον Εισαγγελέα στον οποίο ανήκει η αρμοδιότητα να ερευνήσει τις πιο πάνω μηνυτήριες αναφορές, για δε τη δεύτερη εγκαλούμενη συντρέχει λόγος της συνεκδίκασης με αυτή, λόγω συναφείας (ΚΠΔ 129). Επομένως, συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (ΚΠΔ 136 στοιχ.ε', 137) και πρέπει, δεδομένου ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο, να διαταχθεί η παραπομπή της υπόθεσης των πιο πάνω μηνυτηρίων αναφορών από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών αν συντρέξει περίπτωση στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την παραπομπή των, από 18-9-2009 και 16-12-2009, μηνυτήριων αναφορών του Ψ κατά των Χ1, Προέδρου Πρωτοδικών ..., και Χ2, δικαστικής υπαλλήλου του Πρωτοδικείου Πειραιώς, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, καθώς και αν συντρέξει περίπτωση και στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2010.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Παραπέμπει μηνυτήριες αναφορές στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, καθώς και Ποινικά Δικαστήρια Αθηνών.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 1630/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-πολιτικώς ενάγοντος Ψ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 47/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Σύρου.
Με κατηγορούμενους τους: 1)Χ1, 2)Χ2, 3)Χ3, 4)Χ4, 5)Χ5 και 6)Χ6.
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Σύρου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-πολιτικώς ενάγων ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 386/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 201/5-3-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω την με αριθμ. 1/16-2-2010 αίτηση αναίρεσης του Ψ, κατοίκου ..., ως πολιτικώς ενάγοντος, κατά του με αριθμ. 47/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Σύρου το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία κατά των: 1) Χ2, Νομάρχη Κυκλάδων, κατοίκου ..., 2) Χ4, Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Νότιου Αιγαίου, κατοίκου ... 3) Χ1, Προϊσταμένης του Τμήματος Παραδοσιακών Οικισμών της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος του ΥΕΝΑΝΠ, κατοίκου ... 4) Χ3, Προϊστάμενου του Τμήματος Αρχείου Σχεδίων Διαγραμμάτων και Μικροφωτογράφησης της ΔΤΕ, κατοίκου ..., 5) Χ5, Προϊσταμένης του Τμήματος Νομικών Συμβάσεων της ΔΕΝ και 6) Χ6, Προϊστάμενου του Τμήματος Παραδοσιακών Οικισμών του ΔΠΣ, κατοίκου ..., για την πράξη της παράβασης καθήκοντος (259 ΠΚ), που φέρεται ότι έλαβε χώρα από την 4-4-2006 και εντεύθεν και εκθέτω τα εξής: Από τις διατάξεις των άρθρων 463 και 476§1 Κ.Π.Δ. κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη "Ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα......." κατά δε την δεύτερη "Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή.....το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει του διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο, μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί, και την καταδίκη στα δικαστικά έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο...." Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι αναίρεση μπορεί ν' ασκήσει μόνο εκείνος στον οποίο ο νόμος δίνει τέτοιο δικαίωμα και αν ασκηθεί αναίρεση από μη δικαιούμενο στην άσκησή της, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και επιβάλλει τα έξοδο στον ασκήσαντα το απαράδεκτο ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων - πολιτικώς ενάγων Ψ άσκησε την με αριθμ. 1/16-2-10 αναίρεση κατά του με αριθμ. 47/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Σύρου, το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία κατά των (1) Χ2, Νομάρχη Κυκλάδων, κατοίκου ..., 2) Χ4, Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Νότιου Αιγαίου, κατοίκου ..., 3) Χ1, Προϊσταμένης του Τμήματος Παραδοσιακών Οικισμών της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος του ΥΕΝΑΝΠ, κατοίκου ... 4) Χ3, Προϊστάμενου του Τμήματος Αρχείου Σχεδίων Διαγραμμάτων και Μίκροφωτογράφησης της ΔΤΕ, κατοίκου ..., (5) Χ5, Προϊσταμένης του Τμήματος Νομικών Συμβάσεων της ΔΕΝ και 6) Χ6, Προϊστάμενου του Τμήματος Παραδοσιακών Οικισμών του ΔΠΣ, κατοίκου ..., για την πράξη της παράβασης καθήκοντος (259 ΠΚ), που φέρεται ότι έλαβε χώρα από την 4-4-2006 και εντεύθεν. (βλ. την 1/10 έκθεση αναίρεσης και το προσβαλλόμενο βούλευμα). Από τις διατάξεις όμως των άρθρων 482 και 483 του Κ.Π.Δ., στις οποίες αναφέρονται οι δικαιούμενοι σε άσκηση αναίρεσης κατά βουλεύματος δεν συμπεριλαμβάνεται και ο πολιτικώς ενάγων σαν δικαιούμενος της άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου και ως εκ τούτου η αίτηση αναίρεσης του παραπάνω πρέπει να απορριφθεί σαν απαράδεκτη εκ του λόγου αυτού, πέραν του γεγονότος ότι είναι απαράδεκτη και ως αόριστη, καθόσον δεν εκθέτει συγκεκριμένη έλλειψη ή πλημμέλεια του προσβαλλομένου βουλεύματος (ΑΠ 19/01 ΑΠ 1922/07, ΑΠ 1840/07) και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα (αρ. 476§1- 583§ 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
(Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η με αριθμ. 1/16-2-2010 αίτηση - αναίρεσης του Ψ, κατοίκου ..., κατά του με αριθμ. 47/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Σύρου.
(Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 5 Μαρτίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 463 ΚΠοινΔ το ένδικο μέσο μπορεί να το ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά το δικαίωμα αυτό. Μετά δε την αντικατάσταση του άρθρου 482 παρ. 1 ΚΠοινΔ, με το άρθρο 41 παρ. 1 Ν. 3160/2003, που ισχύει, κατά το άρθρο 61 αυτού, από 30.6.2003, ο πολιτικώς ενάγων δεν δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος που παύει προσωρινά ή οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου ή αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του ή κηρύσσει την ποινική δίωξη απαράδεκτη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ιδίου Κώδικα "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί...". Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Ψ προσβάλλεται το υπ' αριθ. 47/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Σύρου, δια του οποίου αποφάνθηκε τούτο ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των σε αυτό έξι κατηγορουμένων για την πράξη της παραβάσεως καθήκοντος. Η αναίρεση ασκήθηκε την 16. 2. 2010, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 3160/2003 και άρα το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπόκειται σε αναίρεση.
Συνεπώς, μετά την ειδοποίηση του ιδίου του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας, να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και την μη εμφάνιση του, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠοινΔ), και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. 1/16-2-2010 αίτηση του Ψ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθ. 47/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Σύρου.
Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 2010.Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης πολιτικώς ενάγοντος ως απαράδεκτη, γιατί στρέφεται κατά βουλεύματος που αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία και κατ' αυτού, δεν χωρεί και δεν προβλέπεται από το νόμο οιοδήποτε ένδικο μέσο ή βοήθημα στον εγκαλούντα, επομένως και αναίρεση.
|
Πολιτική αγωγή
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή, Βούλευμα απαλλακτικό.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1628/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - πολιτικώς ενάγοντος Α. Χ. του Ι., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαδόπουλο, περί αναιρέσεως της 445/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας, με κατηγορούμενους τους 1 Β. Μ. του Γ., 2. Μ. Ε. του Χ., κατοίκων …και 3. Μ. Λ. του Ν., κατοίκου …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Δράμας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - πολιτικώς ενάγων ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 782/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, ο οποίος δήλωσε ότι με την από 2 Νοεμβρίου 2009 εξουσιοδότηση του ως άνω αναιρεσείοντος παραιτείται από την αίτηση αναίρεσής του και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠοινΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με προφορική δήλωση που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου δια του πληρεξουσίου του Νικολάου Παπαδόπουλου, δικηγόρου Θεσσαλονίκης, στον οποίο έχει δοθεί σχετική ειδική εντολή, δυνάμει του …/2010 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Σερρών Ιωάννη Λαϊνά, παραιτήθηκε από την με αριθμ. εκθ. 1/27-5-2010 αίτηση αναιρέσεως του, που ασκήθηκε από αυτόν, πολιτικώς ενάγοντα, με δήλωση ενώπιον της γραμματέως του Πρωτοδικείου Δράμας, για αναίρεση της 445/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Δράμας. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την με αριθμ. εκθ. 1/ 27-5-2010 αίτηση του Α. Χ. του Ι. για αναίρεση της 445/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Δράμας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Οκτωβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης πολιτικώς ενάγοντος κατά αθωωτικής αποφάσεως ως απαράδεκτη, λόγω παραίτησης.
|
Πολιτική αγωγή
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή, Απόφαση αθωωτική.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1627/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κυριακή Ιωαννίδου, περί αναιρέσεως της 3754/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Νοεμβρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 32/2010.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 31§1 του ν. 3346/2005, "παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των ακόλουθων αξιόποινων πράξεων, που έχουν τελεσθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος, με εξαίρεση τις πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 5: α) των πταισμάτων και β) υφ` όρον των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές. Στην περίπτωση αυτή αν ο υπαίτιος υποπέσει μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευση του νόμου τούτου σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των δύο μηνών ή σε χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατόν πενήντα (150) ευρώ συνεχίζεται κατ` αυτού η παυθείσα ποινική δίωξη". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 3754/2009 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους πρώτο και δεύτερο αναιρεσείοντες (Χ1 και Χ2) απειθείας (άρθρ. 169 ΠΚ), πράξεως που φέρονται ότι τέλεσαν στις 23.1.2003, και τους καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) μηνός τον καθένα, ανασταλείσα. Όμως, κατά τη διάταξη του άρθρου 169 ΠΚ, η πράξη της απειθείας τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως μέχρι έξι μηνών.
Επομένως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, έπρεπε, σύμφωνα με τη διάταξη που προπαρατέθηκε, να παύσει την ποινική δίωξη υφ' όρον, για το προαναφερόμενο πλημμέλημα της απειθείας, το οποίο φέρεται ότι είχε τελεσθεί από τους ανωτέρω αναιρεσείοντες στις 23 Ιανουαρίου 2003, ήτοι πριν από τη δημοσίευση του ν. 3346/2005. Με το να προχωρήσει, λοιπόν, αυτό στην καταδίκη των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2 στην προδιαληφθείσα ποινή, υπερέβη την εξουσία του, και πρέπει, κατά τον βάσιμο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, δεύτερο λόγο της αιτήσεως των αναιρεσειόντων αυτών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς αυτούς, επειδή δε, σύμφωνα με το άρθρο 519 ΚΠοινΔ, δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως, ως προς αυτούς, για νέα συζήτηση σε ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο, να παύσει ή κατά των αναιρεσειόντων αυτών ασκηθείσα ποινική δίωξη για το πλημμέλημα αυτό, υπό τον όρο ότι αυτοί δεν θα υποπέσουν μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευση του ν.3346/17-6-2005 σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικασθούν αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας, ανώτερη των δύο (2) μηνών ή σε χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατόν πενήντα (150) ευρώ. Μετά από αυτά, παρέλκει η έρευνα του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ πρώτου λόγου της αιτήσεως των αναιρεσειόντων αυτών. Στο άρθρο 1 του Ν. 3037/2002 ορίζεται ότι: "Κατά την έννοια των διατάξεων του παρόντος νόμου: α. Μηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου είναι αναγκαία και η συμβολή της μυϊκής δύναμης του παίκτη. β. Ηλεκτρικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου απαιτείται η παρουσία ηλεκτρικών υποστηρικτικών μηχανισμών. γ. Ηλεκτρομηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου απαιτείται τόσο η παρουσία ηλεκτρικών υποστηρικτικών μηχανισμών όσο και η συμβολή της μυϊκής δύναμης του παίκτη. δ. Ηλεκτρονικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου, εκτός των υποστηρικτικών ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών και άλλων μηχανισμών, απαιτείται η ύπαρξη και εκτέλεση λογισμικού (προγράμματος). ε. Ψυχαγωγικό τεχνικό παίγνιο είναι εκείνο του οποίου το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνική ή πνευματική ικανότητα του παίκτη και η διενέργειά του έχει αποκλειστικά ψυχαγωγικό σκοπό. Στην κατηγορία των ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων εντάσσονται και όσα παίγνια με παιγνιόχαρτα χαρακτηρίστηκαν ως "τεχνικά παίγνια" με βάση τις διατάξεις του β.δ. 29/1971 (ΦΕΚ 21 Α`)". Στο δε άρθρο 2 ορίζεται ότι: "1. Απαγορεύεται η διεξαγωγή των υπό στοιχεία β, γ και δ του άρθρου 1 παιγνίων περιλαμβανομένων και των υπολογιστών σε δημόσια γενικά κέντρα, όπως ξενοδοχεία, καφενεία, αίθουσες αναγνωρισμένων σωματείων κάθε φύσης, και σε κάθε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο. Επίσης απαγορεύεται η εγκατάσταση των παιγνίων αυτών. 2. Στα μηχανικά διεξαγόμενα παίγνια επιτρέπεται μόνο η διενέργεια ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων όπως ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο. Στα παίγνια αυτά δεν επιτρέπεται να συνομολογηθεί στοίχημα μεταξύ οποιωνδήποτε προσώπων ή να αποδοθεί οποιασδήποτε μορφής οικονομικό όφελος στον παίκτη. Η συνομολόγηση στοιχήματος ή η απόδοση οικονομικού οφέλους στον παίκτη επιφέρει τις συνέπειες των άρθρων 4 και 5". Επίσης, με το άρθρο 4 παρ. 1 του ιδίου νόμου, "τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 5.000 ευρώ όσοι εκμεταλλεύονται ή διευθύνουν κέντρα ή άλλους χώρους της παρ. 1 του άρθρου 2 του νόμου αυτού, στα οποία διενεργούνται ή εγκαθίστανται παίγνια απαγορευμένα κατά τις διατάξεις των προηγουμένων άρθρων. Σε περίπτωση υποτροπής τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και με χρηματική ποινή από είκοσι πέντε έως εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ. Το δικαστήριο διατάσσει και τη δήμευση των μηχανημάτων παιγνίων". Κατά δε την παρ. 2 του αυτού άρθρου 4, "οι διατάξεις της περίπτωσης γ` της παραγράφου 1, η παράγραφος 3 και η παράγραφος 4 του άρθρου 7 του κωδικοποιημένου β.δ. 29/1971 εφαρμόζονται αναλόγως". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι αυτές αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων που δημιουργεί ο εθισμός στα παίγνια και των φαινομένων παρανόμου πλουτισμού. Έτσι, η διενέργεια ψυχαγωγικών παιγνίων δεν απαγορεύεται και αν ακόμη διεξάγονται σε καταστήματα διαδικτύου, μέσω του διαδικτύου, εφόσον δεν προκύπτει οικονομικό όφελος οποιασδήποτε μορφής υπέρ των παικτών, οιουδήποτε τρίτου, ή της επιχειρήσεως προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου, εκ της διενεργείας και μόνο των παιγνίων αυτών. Αντιθέτως, απαγορεύεται και τιμωρείται η διενέργεια τυχερών παιγνίων και τέτοια θεωρούνται τα παίγνια των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την τύχη, όπως και τα ψυχαγωγικά τεχνικά που παραλλάσσονται σε τυχερά ή για το αποτέλεσμά τους συνομολογείται στοίχημα μεταξύ οποιωνδήποτε προσώπων ή το αποτέλεσμά τους μπορεί να αποδώσει οποιασδήποτε μορφής οικονομικό όφελος στον παίκτη ή στον εκμεταλλευόμενο την επιχείρηση, στην οποία διενεργούνται τέτοια παίγνια. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του νόμου, σκοπός του είναι ο αποτελεσματικός αποκλεισμός της παράνομης διενέργειας τυχερών παιγνιδιών, του κοινώς λεγόμενου ''τζόγου'', και των παράνομων εσόδων που αυτή αποφέρει και, συνακόλουθα, η επίλυση των μεγάλων κοινωνικών προβλημάτων που δημιουργεί. Εκείνο που κολάζει ο νόμος, απειλώντας ποινικές (άρθρο 4) και διοικητικές (άρθρο 5) κυρώσεις, είναι η διενέργεια, μέσω των ανωτέρω μηχανημάτων ή μηχανισμών ή Η/Υ, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, παιγνίων τυχερών, κατά την ανωτέρω έννοια, στα οποία παίζονται χρηματικά ποσά και από τα οποία αποκομίζουν μεγάλα κέρδη οι επιτρέποντες στις οικείες επιχειρήσεις τους, όπως η του τρίτου αναιρεσείοντος, την διενέργεια τέτοιων παιγνίων. Οι ποινικές κυρώσεις που απειλούνται στρέφονται μόνον εναντίον όσων επιτρέπουν στα ως άνω μηχανήματα, μηχανισμούς και Η/Υ τη διενέργεια τυχερών παιγνίων, στα οποία διακυβεύονται χρηματικά ποσά και όχι τη διενέργεια των ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων, εκείνων δηλ. των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνική και πνευματική ικανότητα του παίκτη και η διενέργειά τους έχει αποκλειστικό και μόνον ψυχαγωγικό σκοπό και δεν απαγορεύεται και στα δημόσια κέντρα (καφενεία κ.λπ.) και όταν ακόμη διεξάγονται με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τους οποίους μπορούν να εγκαταστήσουν οι ιδιοκτήτες τους, με την προϋπόθεση βέβαια ότι δεν συνομολογούνται στοιχήματα μεταξύ των οποιωνδήποτε προσώπων και δεν γίνονται τα παίγνια αυτά με τέτοιο τρόπο και με σκοπό αποδόσεως οποιουδήποτε οικονομικού οφέλους του καταστηματάρχη ή του παίκτη. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή είναι σύμφωνη και με τον ανωτέρω σκοπό του Νομοθέτη που, όπως λέχθηκε, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ήθελε και επιδίωξε να πατάξει τις μορφές εκείνες των παιγνίων, οι οποίες συνδέονται με την επίτευξη οικονομικών αποτελεσμάτων που οδηγούν στην ψυχική υποδούλωση και την οικονομική καταστροφή των παικτών, πράγμα που προκύπτει και από τη σχετική αιτιολογική έκθεση του νόμου. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 δ, 2 και 4 του Ν. 3037/2002, κατά το σκέλος που προβλέπουν και τιμωρούν την εγκατάσταση και διεξαγωγή ηλεκτρονικά διεξαγόμενων τυχερών παιγνίων με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, δεν αντιβαίνουν στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε και στη θεσπισθείσα με το άρθρο 25 παρ. 4 του ιδίου αρχή της αναλογικότητας. Τούτο δε διότι, στο απολύτως αναγκαίο μέτρο, πατάσσουν την με οποιοδήποτε και ηλεκτρονικά διεξαγόμενο τρόπο (με τη βοήθεια ειδικού λογισμικού προγράμματος που εισάγεται και ασύρματα στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές) εγκατάσταση και διεξαγωγή τυχερών παιγνίων, πράξη η οποία πλήττει την οικογενειακή, επαγγελματική και προσωπική οικονομική και όχι μόνον ζωή των παικτών, την οποία προστατεύει το Σύνταγμα, αποφέροντας εκ παραλλήλου σοβαρά οικονομικά οφέλη στους εκμεταλλευόμενους και διευθύνοντες τις αντίστοιχες επιχειρήσεις.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αυτήν ως άνω προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, κήρυξε, κατά πλειοψηφίαν, ένοχο τον τρίτο αναιρεσείοντα (Χ3) παραβάσεως των άρθρων 1 δ, 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 ν. 3037/2002 και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 6 μηνών, μετατραπείσα, και χρηματική 3.000 ευρώ. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκε ότι: Ο τρίτος κατηγορούμενος Χ3, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "Χ3 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." ιδιοκτήτριας του καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος με τον τίτλο ..., που βρίσκεται στη ..., επέτρεψε μέσα σ` αυτό τη διενέργεια ηλεκτρονικά διεξαγομένων τυχερών, έναντι χρημάτων, παιγνίων, έχοντας εγκαταστήσει και θέσει σε λειτουργία τριάντα ένα (31) ηλεκτρονικούς υπολογιστές με κεντρικό τηλεκατευθυνόμενο από αυτόν ή εντεταλμένο υπάλληλό του προγραμματισμό, με τυχερά παίγνια (φρουτάκια και ζωάκια σε τρίλιζες) τα οποία έθεσε σε λειτουργία. Έμπροσθεν δε των πέντε εξ αυτών υπήρχαν θαμώνες, οι οποίοι έπαιζαν επί χρήμασι, δηλαδή επιδίωκαν να επιτύχουν με το χειρισμό του ηλεκτρονικού υπολογιστή από αυτούς τη διάταξη σε συγκεκριμένο γεωμετρικό σχήμα των φρούτων ή των ζώων, ώστε να κερδίσουν, ενώ σε κάθε άλλη περίπτωση έχαναν το στοίχημα για το κέρδος, στο οποίο από την αρχή απέβλεπαν...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο ορθά εφάρμοσε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 1 παρ. 1 δ και 2 του Ν. 3037/2002, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Συγκεκριμένα ορθώς το Δικαστήριο έκρινε, σιωπηρώς, ότι οι ανωτέρω διατάξεις δεν αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 1, 5 παρ.1 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Ειδικότερα, αντίθεση στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος και όχι και στις άλλες δύο ως άνω διατάξεις αυτού, θα μπορούσε να υπάρξει από την οριζόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις απαγόρευση, όταν τα ηλεκτρονικά παίγνια διεξάγονται μέσω Η/Υ που δεν διαθέτουν σύστημα απόδοσης οικονομικού οφέλους και χωρίς να συνομολογηθεί στοίχημα ή να προκύψει οικονομικό όφελος για τον παίκτη ή τον ιδιοκτήτη ή το διευθυντή του κέντρου, πράγμα, όμως, το οποίο δεν συντρέχει στην κρινόμενη περίπτωση. Η υποστηριζόμενη από τον αναιρεσείοντα αντίθετη άποψη περί αντιθέσεως των διατάξεων, που κατά τα άνω εφάρμοσε το Δικαστήριο, στις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, θέτει ως βάση της την εσφαλμένη αντίληψη ότι ο νομοθέτης του Ν. 3037/2002 τιμωρεί ποινικά και διοικητικά την διενέργεια οποιωνδήποτε παιγνίων, μεταξύ άλλων και με τους Η/Υ, ενώ, όπως λέχθηκε, με τις διατάξεις αυτές τιμωρείται η διενέργεια, στις κατά τα άνω επιχειρήσεις και καταστήματα αυτών, τυχερών παιγνίων, κατά την ανωτέρω έννοια, τη διενέργεια των οποίων, κατά τα κατωτέρω εκτεθησόμενα, αποδοκιμάζει και το Κοινοτικό Δίκαιο, εσφαλμένα δε ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, επικαλούμενος και την κατωτέρω αναφερόμενη απόφαση του ΔΕΚ, οι αναφερόμενες δε από αυτόν ως άνω συνταγματικές διατάξεις δεν προστατεύουν τέτοιου είδους δραστηριότητες. Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν. 3037/2002, που εφαρμόσθηκαν, αντίκεινται στις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τα προεκτεθέντα, ο τρίτος αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος όχι για την εγκατάσταση προγράμματος ηλεκτρονικών παιγνίων στους τριάντα ένα Η/Υ, καθεαυτήν, αλλά για τη διεξαγωγή τυχερών παιγνίων δια των προγραμμάτων αυτών και μάλιστα τέτοιων προγραμμάτων τα οποία ελέγχονταν από τον ίδιο με τηλεχειρισμό, περίπτωση, η οποία δεν εμπίπτει στην απαγόρευση περί της οποίας έκρινε, κατά τα κατωτέρω, το ΔΕΚ, αφού με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι παραβιάσθηκαν από την Ελληνική Δημοκρατία οι κατωτέρω διατάξεις του Κοινοτικού Δικαίου, με την θεσπισθείσα από τον Ν. 3037/2002 απαγόρευση εγκαταστάσεως και λειτουργίας όλων των ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών, ηλεκτρονικών παιγνίων, συμπεριλαμβανομένων όλων των παιγνίων για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σε κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, εκτός των καζίνων και όχι ότι δεν μπορούν να κηρυχθούν ένοχοι και να τους επιβληθούν οι ανωτέρω ποινές σε περίπτωση που επέτρεψαν στα μηχανήματα αυτά τη διενέργεια τυχερών παιγνίων. Υπέρ τούτου συνηγορεί το ότι, προκειμένου περί των τυχερών παιγνίων, με την άσκηση των οποίων επιδιώκεται, αμέσως ή εμμέσως, ο προσπορισμός χρηματικού κέρδους, έχει κριθεί από το ΔΕΚ (αποφάσεις της 24.3.1994, C-275/92, Schindler, Συλλογή 1994, σ. I-1039, σκέψεις 58 επόμ., της 21.9.1999, C-124/97, Lαuder κ.λπ., Συλλογή 1999, σ. I-6067, σκέψεις 13 και 33, καθώς και της 11.9.2003, C-6/01, Association Nacional de Operadores de ... κ.λπ., Συλλογή 2003, σ. I-8621, σκέψεις 73 επόμ.) ότι υφίστανται επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος, συνδεόμενοι με την προστασία των καταναλωτών και με την προστασία της κοινωνικής τάξεως, που μπορούν, επιτρεπτώς, να καταστήσουν δυνατό τον εκ μέρους των εθνικών νομοθεσιών περιορισμό, ή ακόμη και την απαγόρευση, της ασκήσεώς τους και την αποφυγή, με αυτόν τον τρόπο, του ενδεχομένου να αποτελέσουν πηγή ατομικού οφέλους. Και τούτο διότι τα εν λόγω παίγνια ενέχουν υψηλό κίνδυνο διαπράξεως εγκλημάτων και απάτης, αλλά και συνιστούν ενθάρρυνση της σπατάλης, η οποία μπορεί να έχει επιβλαβείς συνέπειες επί ατομικού και κοινωνικού επιπέδου (ΣτΕ 2144/2009, όπου και οι ανωτέρω παραπομπές). Όλες τις ανωτέρω άκρως επιζήμιες για το κοινωνικό σύνολο συνέπειες επιχειρεί να αποτρέψει ο νομοθέτης με τη θέσπιση της απαγορεύσεως διενέργειας τυχερών παιγνίων και με την ποινικοποίηση της συμπεριφοράς εκείνου, ο οποίος επιτρέπει, με σκοπό το ατομικό του οικονομικό όφελος, τη διενέργεια αυτών, πράξη για την οποία κρίθηκε ένοχος ο τρίτος αναιρεσείων. Πάντως η διενέργεια τέτοιων παιγνίων είναι αξιόποινη, σύμφωνα και με την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 ΒΔ 29/71, που δεν καταργήθηκε από το άρθρο 10 του Ν. 3037/2002. Περαιτέρω, σαφώς προκύπτει ότι ο ως άνω αναιρεσείων δεν κηρύχθηκε ένοχος ως εκμεταλλευτής επιχειρήσεως παροχής υπηρεσιών διαδικτύου και από προφανή παραδρομή αναφέρεται, μεταξύ των διατάξεων του Ν. 3037/2002 που εφαρμόσθηκαν, και εκείνη του άρθρου 3. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι οι διατάξεις του Ν. 3037/2002, κατ` εφαρμογή των οποίων κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και του επιβλήθηκαν οι ανωτέρω ποινές, έρχονται σε αντίθεση προς τις επικαλούμενες διατάξεις της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, που υπερισχύει του εσωτερικού δικαίου κατά το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος και δεν μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής, με την επίκληση ότι έτσι έκρινε και η C-65/05 απόφαση του ΔΕΚ από 26.10.2006, κατά την οποία, εκδοθείσα επί προσφυγής της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ελλάδος, "η Ελληνική Δημοκρατία, εισάγοντας με το άρθρο 2 § 1 του Ν. 3037/2002 την απαγόρευση εγκαταστάσεως και λειτουργίας όλων των ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών και ηλεκτρονικών παιγνίων, συμπεριλαμβανομένων όλων των παιγνίων για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σε κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, εκτός των καζίνων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 28, 43 και 49 ΕΚ, καθώς και από το άρθρο 8 της Οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22 Ιουνίου 1998, όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 98/48/ΕΚ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20 Ιουλίου 1998", είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και ο περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 §2 ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ιδίου Κώδικα υπό την προϋπόθεση της προβολής του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη από την §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχείο δ', ήτοι το ότι ο υπαίτιος έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Για την περίσταση αυτή, πρέπει, η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή, να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε, ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο τρίτος αναιρεσείων, δια του συνηγόρου του, προέβαλε, επικουρικά, τον αυτοτελή ισχυρισμό να αναγνωρισθεί στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2 περ. δ' ΠΚ. Ο ισχυρισμός αυτός ήταν εντελώς αόριστος, αφού ο αναιρεσείων δεν εξέθεσε καθόλου περιστατικά, τα οποία να μαρτυρούν ειλικρινή μετάνοια αυτού και προσπάθεια άρσεως ή μειώσεως των συνεπειών της πράξεώς του. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε, κατά τα ανωτέρω, υποχρέωση να απαντήσει, και μάλιστα να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση (απέρριψε ως απαράδεκτο, από φανερή παραδρομή, ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως της περ. β', που δεν είχε προβληθεί), και ο τέταρτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Τέλος, από την παραδεκτή, για την έρευνα της βασιμότητας του τρίτου λόγου της αιτήσεως του τρίτου αναιρεσείοντος, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι ο συνήγορος των κατηγορουμένων ζήτησε να ανασταλεί η ποινή που επιβλήθηκε στους πρώτο και δεύτερο και να μετατραπεί η ποινή που επιβλήθηκε στον τρίτο στο ελάχιστο όριο της μετατροπής. Το Δικαστήριο μετέτρεψε την ποινή φυλακίσεως των 6 μηνών, την οποία επέβαλε στον τρίτο κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, προς 4,40 ευρώ ημερησίως με την αιτιολογία ότι: "Επειδή, από την έρευνα του χαρακτήρα του κατηγορουμένου, τον προηγούμενο βίο του και τις υπόλοιπες περιστάσεις και το ποινικό μητρώο του που είναι στη δικογραφία και από το οποίο προκύπτει ότι αυτός έχει καταδικασθεί με μία ή περισσότερες αποφάσεις σε ποινή που ξεπερνάει τους έξι μήνες, το Δικαστήριο κρίνει ότι η χρηματική ποινή αρκεί για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Συντρέχει, επομένως, περίπτωση μετατροπής της παραπάνω ποινής σε χρηματική και πρέπει λαμβάνοντας υπόψη και τους οικονομικούς όρους του καταδικασθέντος η κάθε μέρα φυλάκισης να υπολογισθεί προς 4,40 ΕΥΡΩ" (12η σελίδα πρακτικών). Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την κρίση του περί μετατροπής της ποινής που επέβαλε στον τρίτο αναιρεσείοντα, κατά παραδοχήν μάλιστα του αιτήματός του, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, ότι αυτός είχε προηγούμενες καταδίκες σε περιοριστικές της ελευθερίας ποινές, που συνολικά υπερέβαιναν τους έξι μήνες και, επομένως, ορθά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 ΠΚ, την οποία δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Και ναι μεν, στην αμέσως επόμενη σελίδα, αναγράφεται "από την έρευνα του χαρακτήρα των κατηγορουμένων Χ2 και Χ3....πρέπει να ανασταλεί η εκτέλεση της ποινής για μια τριετία", πλην η αναγραφή του ονόματος (και) του τρίτου κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, ενόψει του παραπάνω σκεπτικού και του αιτήματος του τελευταίου περί μετατροπής της ποινής, οφείλεται σε φανερή παραδρομή και δεν δημιουργεί καμιά αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο ο τρίτος αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως ως προς τη διάταξη περί μετατροπής της ποινής του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση, ως προς τον τρίτο αναιρεσείοντα, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 3754/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τους αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2.
ΠΑΥΕΙ, ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2, την ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον τους για το ότι αυτοί "στη ... την 23.1.2003 ύστερα από νόμιμη πρόσκληση αρνήθηκαν σε κάποιον από τους υπαλλήλους του άρθρου 13α χωρίς αντίσταση την υπηρεσία που οφείλεται κατά το νόμο, και συγκεκριμένα, όταν αστυνομικοί του Α' Τμήματος Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, που έκαναν έλεγχο για παράβαση Ν. 3037/2002, τους ζήτησαν να ανοίξουν τις πόρτες των αιθουσών του καταστήματος με την επωνυμία ...", όπου βρίσκονταν 31 ηλεκτρονικά παιγνιομηχανήματα, αυτοί αρνήθηκαν να τις ανοίξουν", υπό τον όρο ότι δεν θα υποπέσουν μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευση του ν. 3346/17-6-2005 σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικασθούν αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των δύο μηνών ή σε χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατόν πενήντα (150) ευρώ.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23 Νοεμβρίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 9272/2009) αίτηση, ως προς τον αναιρεσείοντα Χ3, για αναίρεση της αυτής ως άνω υπ` αριθ. 3754/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα Χ3 στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Οκτωβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση των άρθρων 1 περ. δ, 2 παρ. 1 και 4 του Ν. 3037/2002 και για απείθεια. Απαγορεύεται το ηλεκτρονικά διεξαγόμενο παίγνιο, περιλαμβανομένων και των υπολογιστών. Οι ανωτέρω διατάξεις του Ν. 3037/2002, που εφαρμόσθηκαν, δεν έρχονται σε αντίθεση με το Σύνταγμα ή προς τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Απόρριψη λόγου αιτήσεως αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Η αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εφόσον αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Απόρριψη λόγου για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 § 2 περ. δ ΠΚ, ο οποίος είχε προβληθεί αορίστως. Όχι αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού ως προς τη μετατροπή της ποινής που επιβλήθηκε στον τρίτο αναιρεσείοντα. Απόρριψη της αιτήσεως του τελευταίου στο σύνολο της. Δεκτή η αίτηση ως προς πρώτο και δεύτερο αναιρεσείοντες και αναστολή υφ' όρον της ποινικής διώξεως κατ' άρθρο 31 § 1 του ν. 3346/2005 για απείθεια, για την οποία είχαν καταδικασθεί.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Παραγραφή υφ' όρο, Απείθεια, Παίγνια τυχερά.
| 0
|
Αριθμός 1626/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
της Χ συζ.Ψ4, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο, για: α)διόρθωση της 2656/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και β)αναίρεση της 2656/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους τους: 1)Ψ1, κάτοικο ..., 2)Ψ2, κάτοικο ..., 3)Ψ3, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πλάτωνα Νιάδη, 4)Ψ4, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αναγνωστόπουλο, 5)Ψ5, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χρυσικόπουλο, 6)Ψ6, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο και 7)Ψ7, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαδάκο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αιτούσα ζητεί την διόρθωση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή της και τις από 8 Δεκεμβρίου 2009 (τρείς), 4 Δεκεμβρίου 2009, 7 Δεκεμβρίου 2009, 4 Δεκεμβρίου 2009 και 25 Νοεμβρίου 2009 αιτήσεις αναιρέσεως και τους από 24 Μαρτίου 2010 προσθέτους λόγους των Ψ2, Ψ3 και Ψ1 τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1757/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους της αιτούσας και των αναιρεσείοντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση για συμπλήρωση απόφασης και να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση: Α)Η από 11-12-2009 αίτηση της Χ συζ.Ψ4, με την οποία, όπως ορθά το περιεχόμενό της εκτιμάται, η αιτούσα ζητεί την, κατ'άρθρο 145 παρ.1,2 ΚΠΔ, συμπλήρωση της με αριθμό 2656/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά της οποίας ασκήθηκε αίτηση αναιρέσεως, που εκκρεμεί στο Δικαστήριο αυτό, ώστε να διαταχθεί η απόδοση σε αυτήν του ποσού των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, το οποίο έχει κατατεθεί από αυτή, σε εκτέλεση του με αριθμόν 2812/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, για την παράδοση σε αυτήν του αναφερόμενου στην αίτηση ελκυστήρα και του επικαθημένου οχημάτος, των οποίων η δήμευση διατάχθηκε με την άνω απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, Β)οι αιτήσεις: 1)από 4-12-2009 του Ψ4, 2)από 4-12-2009 του Ψ6, 3)από 7-12-2009 του Ψ5, 4)από 25-11-2009 του Ψ7, 5)από 8-12-2009 του Ψ1 6)από 8-12-2009 του Ψ2 και 7)από 8-12-2009 του Ψ3, για αναίρεση της με αριθμό 2656/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, οι οποίες έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και Γ)οι πρόσθετοι λόγοι: 1)από 24-3-2010 από τον πέμπτο, 2)από 24-3-2010 από τον έκτο και 3)από 24-3-2010 από τον έβδομο αναιρεσείοντα, οι οποίοι έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα με κατάθεσή τους την ίδια ημέρα ενώπιον του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν. Επειδή, κατά το άρ. 145 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, όταν στην απόφαση υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν παράγουν ακυρότητα, το δικαστήριο που την εξέδωσε και στην περί-πτώση που κατ' αυτής έχει ασκηθεί ένδικο μέσο, το δικαστήριο το οποίο αποφαίνεται για το ένδικο μέσο, εφόσον δεν το απέρριψε ως απαράδεκτο, ύστερα από αίτηση του Εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, διατάσσει τη διόρθωση ή συμπλήρωσή της, εφόσον απ' αυτή δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή της απόφασης και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται, ότι και επί ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, εφόσον δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτη, ο Άρειος Πάγος είναι αρμόδιος να προβεί, συντρεχόντων των νόμιμων προς τούτο όρων, στη διόρθωση ή συμπλήρωση της καθής η αίτηση αναιρέσεως αποφάσεως (Ολ. ΑΠ 365/1982). Κατ' ακολουθία η υπό κρίση αίτηση της Χ συζ.Ψ4, με την οποία κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, ζητείται η συμπλήρωση της υπ' αριθ. 2656/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ώστε να διαταχθεί η απόδοση σε αυτήν του ποσού των 5.000 ευρώ, το οποίο είχε αυτή καταθέσει, σε εκτέλεση του 2812/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, για την παράδοση σε αυτήν, ως μεσεγγυούχο, του αναφερόμενου στην αίτηση αυτοκινήτου της, το οποίο με την άνω απόφαση είχε δημευθεί, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, καθόσον η κατά της ως άνω αποφάσεως ασκηθείσα αναίρεση, εκκρεμεί εισέτι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (Αρείου Πάγου). Επομένως, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ.2656/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο σύζυγος της αιτούσας, Ψ4 (α'αναιρεσείων), που είχε στην κατοχή του το κατασχεθέν αυτοκίνητο της αιτούσας, κηρύχθηκε ένοχος κατοχής λαθρεμπορικών εμπορευμάτων και, το Πενταμελές Εφετείο, σχετικά με την τύχη του κατασχεθέντος αυτοκινήτου διέταξε τη δήμευση αυτού. Όμως σε εκτέλεση του 2812/03 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, είχε διαταχθεί η απόδοση σε αυτήν του εν λόγω οχήματος, με καταβολή εκ μέρους της του ποσού των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, ως εγγυήσεως, ποσό το οποίο αυτή κατέθεσε σε μετρητά στο Υπ/μα του Ταμείου Παρ/κων και Δανείων ... με το 27.828/10-12-2003 γραμμάτιο και με αυτό συντάχθηκε η ... Έκθεση Εγγυοδοσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών. Παρ'όλα αυτά, το δικάσαν σε δεύτερο βαθμό Πενταμελές Εφετείο, ως προς την απόδοση της εγγυήσεως, παρέλειψε να αποφανθεί.
Συνεπώς συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις συμπλήρωσης της ως άνω απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου μόνο ως προς την απόδοση της εγγυήσεως του δημευθέντος ήδη οχήματος της αιτούσας, όπως στο διατακτικό, κατά παραδοχή και ως ουσία βασίμου της κρινόμενης αιτήσεως.
Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του ισχύσαντος κατά το χρόνο τελέσεως της ένδικης πράξεως Ν.1165/1918 "περί Τελωνειακού Κωδικός" λαθρεμπορία είναι: α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα Τελωνεία τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής ή σε άλλο παρά τον ορισμένο απ' αυτήν τόπο ή χρόνο και β) κάθε οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο, από τους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα που πρέπει να εισπραχθούν απ' αυτό για τα εισαγόμενα από την αλλοδαπή ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο και τόπο διαφορετικό από εκείνον που ορίζει ο νόμος. Ως λαθρεμπορία θεωρείται και η αγορά, πώληση ή κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή έχουν τεθεί σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το παραπάνω αδίκημα. Περαιτέρω στο άρθρο 102 παρ. 1 στοιχ. β' περ. γ' και δ' ορίζεται ότι επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους α)....β)....γ) εάν οι δασμοί, φόροι, τέλη ή δικαιώματα, των οποίων στερήθηκε το δημόσιο ανέρχονται σε σημαντικό ποσό και δ) εάν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Περαιτέρω, με το Ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2002 (άρθρο 185), καταργήθηκε ο Ν.1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κωδικός", οι αντίστοιχες δε προς τις παραπάνω διατάξεις είναι αυτές των άρθρων 155 παρ. 1, 2 περ. ζ', οι οποίες ορίζουν τι είναι λαθρεμπορία και των άρθρων 157 και 160 παρ. 1-2 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, οι οποίες προβλέπουν για τον ένοχο λαθρεμπορίας τις αυτές, με τις ίδιες διακρίσεις, ποινές φυλακίσεως, καθώς και υπό την αυτή προϋπόθεση χρηματική ποινή, που όμως είναι ίση με μόνη την αξία CIF, χωρίς, δηλαδή, την προσαύξηση με δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αντικείμενα της λαθρεμπορίας. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ. "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από την προπαρατεθείσα ποινική διάταξη με την οποία προστατεύεται η περί τα υπομνήματα δημόσια πίστη και η ασφάλεια των συναλλαγών, προκύπτει ότι, προς στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αρχήθεν κατάρτιση πλαστού εγγράφου εκ μέρους του υπαιτίου, που εμφανίζει ότι αυτό (έγγραφο) κατηρτίσθη δήθεν από άλλο πρόσωπο ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας και του περιεχομένου του, δυναμένη να γίνει δια της προσθήκης ή εξαλείψεως λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη, περιλαμβάνων τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των απαρτιζόντων το έγκλημα πραγματικών περιστατικών και σκοπός αυτού να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι ο σκοπός της παραπλάνησης. Επίσης, κατά δε την παράγραφο 3 του ιδίου ως άνω άρθρου, ο υπαίτιος πλαστογραφίας τιμωρείται με κάθειρξη έως 10 ετών, δηλαδή σε βαθμό κακουργήματος, εάν σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτους ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25000000 δραχμών ή 73000 ευρώ. Εξάλλου, επί πλαστογραφίας για την ύπαρξη συναυτουργίας με την έννοια του άρθρου 45 ΠΚ αρκεί ότι περισσότεροι του ενός συναποφάσισαν να καταρτίσουν πλαστό έγγραφο και ανέθεσαν την ιδιόχειρη κατάρτιση σ' ένα εκ των συναυτουργών, δηλαδή από κοινού, χωρίς ειδικότερη εξειδίκευση για τον κάθε ένα συναυτουργό, όλοι δε τελούσαν σε γνώση της πρόθεσης του άλλου για την τέλεση του αδικήματος αυτού.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 § 1 του Ν. 1608/1950, περί αυξήσεως των προβλεπομένων για τους καταχραστές του Δημοσίου ποινών, όπως ισχύει μετά το Ν. 1738/1987: Στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα αναγραφόμενα εκεί άρθρα του Ποινικού Κώδικα, μεταξύ των οποίων και το 258 για την υπεξαίρεση στην υπηρεσία, "εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263α ΠΚ και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης, ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα, υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ. (όπως αυξήθηκε με το άρθρο 4 § 3 του Ν. 2408/1996), επιβάλλεται η ποινή της καθείρξεως και αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενό του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας καθείρξεως". Κατά δε το άρθρο 16 § 2 του ν.δ. 2576/1953 "οσάκις εις τας περιπτώσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950 το έγκλημα επράχθη κατ' εξακολούθησιν δια πολλών μερικότερων πράξεων, δια τον κατά το αυτό άρθρον προσδιορισμών του επιτευχθέντος ή επιδιωχθέντος οφέλους του πράξαντος ή της προσγενομένης ή της οπωσδήποτε απειληθείσης ζημίας, ως επίσης δια τον προσδιορισμών του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπ' όψιν το όλον περιεχόμενον των μερικοτέρων πράξεων". Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 2656/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι λαθρεμπορίας κατ'εξακολούθηση και πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση με χρήση, με όφελος που υπερβαίνει τα 50.000.000 δραχμές ή 147.000 ευρώ, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, σε συνδυασμό προς αρθρ.1 ΑΝ 1608/1950 και τους επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης, οκτώ (8) ετών, στον καθένα. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Έπειτα από πληροφορία που είχε περιέλθει στην Αστυνομία, ότι σε αποθήκη που βρίσκεται στη θέση ... φυλάσσονταν παράνομα εμπορεύματα άρχισε η παρακολούθηση της περιοχής για τον εντοπισμό αποθήκης. Την 15-12-2001 περί ώρα 07 με 07.30 το πρωί ημέρα Σαββάτου εθεάθη στην περιοχή ένας τράκτορας μάρκας VOLVO με αριθμό κυκλοφορίας ...ιδιοκτησίας Χ, συζύγου 1ου κατηγορουμένου, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, το οποίο στάθμευσε στην πλατεία .... Οδηγός του τράκτορα ήταν ο Ψ6 (2ος κατηγορούμενος). Στο ίδιο σημείο στάθμευσε και το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας HONDA CIVIC, ιδιοκτησίας ... (εβδόμου κατηγορουμένου). Ο οδηγός του ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου Ψ4 και ο συνοδηγός του πλησίασαν τον οδηγό του τράκτορα και αφού συνομίλησαν επ' ολίγο, προφανώς να τον ενημερώσουν για την πορεία που έπρεπε ν' ακολουθήσει, επιβιβάστηκαν και πάλι στα οχήματα τους και μετέβησαν με αυτά σε αποθήκη η οποία απείχε περίπου 2-3 χιλιόμετρα από την ως άνω περιοχή, βρισκόταν σε ερημική τοποθεσία και ήταν περιφραγμένη με συρματόπλεγμα. Την αποθήκη αυτή είχε μισθώσει το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου ο Ψ7, 4ος των κατηγορουμένων αντί μηνιαίου μισθώματος 500.000 δρχ. και εν γνώσει και των λοιπών των συγκατηγορουμένων του, για να την χρησιμοποιήσουν για την αποθήκευση λαθραίων εμπορευμάτων ως θα αναφερθεί παρακάτω. Στη διαδρομή προπορευόταν το ΙΧΕ αυτοκίνητο. Όταν έφθασαν στην αποθήκη, στην οποία τηρούντο μέτρα ασφαλείας (υπήρχαν αρκετά άτομα, μεταξύ αυτών και ο 3ος κατηγορούμενος Ψ5, οι οποίοι ήλεγχαν το γύρω χώρο, φρουρούσαν την αποθήκη, λάμβαναν μέτρα ασφαλείας), ο οδηγός του τράκτορα άφησε το επικαθήμενο και ανεχώρησε. Το απόγευμα της επόμενης ημέρας (Κυριακή) ο οδηγός του τράκτορα επέστρεψε στην αποθήκη και αφού προσάρμοσε το επικαθήμενο αναχώρησε με κατεύθυνση προς .... Μάλιστα πριν μεταβεί στην αποθήκη ο οδηγός του τράκτορα συναντήθηκε σε καφετέρια με τον Ψ4 (1ο κατηγορούμενο). Στα διόδια της ... οι αστυνομικοί που παρακολουθούσαν την αποθήκη σταμάτησαν για έλεγχο τον τράκτορα με το επικαθήμενο. Ο οδηγός αυτού Ψ6 (2ος κατηγορούμενος) σε ερώτηση τους δήλωσε ότι μετέφερε δέρματα από την ... κατ' εντολή του Ψ4 1ου κατηγορουμένου, επέδειξε δε ως παραστατικά του φορτίου ένα C.Μ.R. με τη σφραγίδα του φορτωτή που τον είχε εφοδιάσει ο πρώτος κατηγορούμενος Ψ4. Κατά την έρευνα που έγινε αμέσως όμως, διαπιστώθηκε ότι ο φορτωτής ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο, διότι δεν υπήρχε εταιρία "Ζ RAW SKINS GREECE" με έδρα το .... Σε έλεγχο που έγινε αμέσως μετά διαπιστώθηκε ότι το αυτοκίνητο ήταν γεμάτο με σιγαρέτα (256.000 πακέτα) μάρκας SOVERENCN, τα οποία ήταν επιμελώς κρυμμένα ανάμεσα σε ποσότητες δερμάτων. Μετά την παραπάνω έρευνα έγινε έρευνα και στην αποθήκη απ' όπου ξεκίνησε το αυτοκίνητο και βρέθηκαν εκεί 300.720 πακέτα σιγαρέτων της ίδιας παραπάνω μάρκας. Στην αποθήκη βρέθηκε και κατασχέθηκε ένα ανυψωτικό μηχάνημα (ΚΛΑΡΚ), μάρκας ΤΟΥΟΤΑ άνευ πινακίδων, το οποίο προφανώς χρησίμευε για τη φόρτωση των λαθραίων σιγαρέτων. Περαιτέρω από τη δακτυλοσκοπική έρευνα βρέθηκαν στην αποθήκη δακτυλικά αποτυπώματα του Ψ5υ, ο οποίος ήταν συγχρόνως και φύλακας και μάλιστα αυτός πήγε δύο φορές το ενοίκιο στο σπίτι της εκμισθώτριας, καθώς βρέθηκαν και αποτυπώματα του Ψ1, Ψ3 και Ψ2. Άπαντες οι κατηγορούμενοι γνώριζαν για τα λαθραία σιγαρέττα που ανευρέθησαν τόσο στο αυτοκίνητο όσο και στην αποθήκη, αφού άλλος εκμίσθωσε την αποθήκη, άλλος έβαλε τα μεταφορικά μέσα, άλλος οδηγούσε τον τράκτορα και άλλοι ήταν φύλακες στην αποθήκη, όπου εμφανώς ήταν αποθηκευμένα τα λαθραία σιγαρέττα. Η ποσότητα των παραπάνω σιγαρέττων ήταν λαθραία, διότι δεν είχαν καταβληθεί στο Δημόσιο οι δασμολογικές επιβαρύνσεις στις οποίες υπόκειντο ανερχόμενος συνολικά στο ποσό των 526.695.395 δρχ. ή 1.545.694 Ευρώ. Επομένως, με βάση τα παραπάνω εκτεθέντα πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι λαθρεμπορίας από κοινού, που τελέστηκε κατά εξακολούθηση κατά το χρονικό διάστημα από 7-12-2001 μέχρι 16-12-2001 με τεχνάσματα σημαντικού ποσού. Ο ισχυρισμός του τέταρτου κατηγορούμενου ότι από το Νοέμβριο του 2001 μέχρι τον Ιανουάριο του 2002 ήταν κρατούμενος στη Δικαστική Φυλακή ... και επομένως δεν είναι δυνατόν να έχει λάβει μέρος στην τέλεση της λαθρεμπορίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού ανεξάρτητα από την υλική κατοχή είχε τη διάνοια κυρίου, αφού γνώριζε ότι η αποθήκη που είχε εκμισθώσει θα χρησιμοποιείτο για την αποθήκευση λαθραίων σιγαρέττων. Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου Ψ5 περί απαλλαγής του από την πράξη της λαθρεμπορίας διότι δεν συντρέχει η αντικειμενική υπόσταση αυτής, γεγονός όμως που δεν αποδείχθηκε, αναφέρθηκε παραπάνω.
Περαιτέρω από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι (1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 5ος, 6ος και 7ος) με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος κατήρτισαν από κοινού και κατόπιν συναπόφασης κατά το χρονικό διάστημα 7-12-2001 μέχρι 15-12-2001 τα ως άνω πλαστά παραστατικά των οποίων έκαναν χρήση προκειμένου να παραπλανήσουν τις ελληνικές Αρχές με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος άνω των 50.000.000 δρχ. σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου. Ειδικότερα αυτοί κατήρτισαν κατόπιν συναπόφασης τα με αριθμ. ... τιμολόγια (INVOICE) και τα σχετικά με αυτά ΡΑCKING LIST έγγραφα, καθώς και τις με αριθμό ... και ... (C.Μ.R.) φορτωτικές της 15-12-2001 θέτοντας σ' αυτά πλαστή σφραγίδα και υπογραφή ανύπαρκτου προσώπου, δηλαδή του Ζ, φερόμενου δήθεν ως εκδότου και αποστολέα των ακατέργαστων δερμάτων. Τα παραπάνω πλαστά έγγραφα επιδείχθησαν στις Ελληνικές Αρχές προκειμένου να επιτύχουν το νομότυπο της αποστολής τους, ουσιαστικά όμως προς συγκάλυψη της λαθραίας διακίνησης των σιγαρέττων με σκοπό ν' αποκομίσουν όφελος άνω των 50.000.000 με απειλούμενη ζημία του Δημοσίου ποσού 526.695.395 δρχ. ή 1.545.694 Ευρώ συνισταμένη στην αποστέρηση του των δασμών, φόρων και δικαιωμάτων που αναλογούσαν σ' αυτά. Οι παραπάνω, επόμενους, κατηγορούμενοι τέλεσαν από κοινού την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου. Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων ότι οι κατηγορούμενοι
δεν τέλεσαν κακουργηματική πλαστογραφία είναι απορριπτέος, αφού για την κατά συναυτουργία τέλεση της πλαστογραφίας αρκεί η συναπόφαση για την τέλεση της και εδώ υπήρχε και δεν απαιτείται και ο προσδιορισμός της ενέργειας ενός εκάστου των συναυτουργών και επί πλέον για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται μεν πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον υπό την προϋπόθεση ότι το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη όταν στρέφεται κατά του Δημοσίου υπερβαίνουν το ποσό των 50.000.000 δρχ. χωρίς να είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση και τη χρήση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη χρονικώς επομένων της πράξεως της χρήσεως του πλαστού εγγράφου να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Το αμέσως ανωτέρω είναι πλέον έκδηλο στην κακουργηματική πλαστογραφία του Ν. 1608/1950 ως εν προκειμένω, όπου ο νόμος αρκείται στην απειλή και μόνο ζημίας ανωτέρας των 50.000.000 δρχ.
Συνεπώς, οι αντίθετοι αυτοτελείς ισχυρισμοί των κατηγορουμένων πρέπει ν' απορριφθούν.
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι λαθρεμπορίας, με ιδιαίτερα τεχνάσματα σημαντικού ποσού κατ' εξακολούθηση και της από κοινού πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου αποσκοπούντες σε περιουσιακό όφελος άνω των 50.000.000 δρχ. με χρόνο τέλεσης από 7-12-2001 μέχρι 16-12-2001.
Να αναγνωρισθεί σε όλους τους κατηγορουμένους το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2ε Π.Κ., καθόσον η συμπεριφορά τους για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση των παραπάνω πράξεων ήταν καλή, αφού επί επταετία μετά την τέλεση των πράξεων όντες ελεύθεροι έζησαν έντιμο βίο. Επίσης, πρέπει ν' αναγνωρισθεί στους δεύτερο και τρίτο των κατηγορουμένων και το ελαφρυντικό του πρότερου εντίμου βίου. Τέλος, πρέπει ν' απορριφθεί το αίτημα του πρώτου κατηγορουμένου για την αναγνώριση και του ελαφρυντικού του πρότερου εντίμου βίου, καθόσον από το ποινικό του μητρώο δεν προκύπτει ότι είναι λευκός, αλλά έχει καταδικασθεί για το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Επίσης, πρέπει ν' απορριφθεί το αίτημα που υπέβαλαν οι κατηγορούμενοι Ψ7. Ψ1, Ψ2 και Ψ3 για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 β' Π.Κ. καθόσον αυτοί ωθήθηκαν στην πράξη που καταδικάστηκαν από καθαρό οικονομικό όφελος και όχι από ταπεινά αίτια ή ένδεια".
Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε ένοχους τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες των άνω αξιοποίνων πράξεων και ειδικότερα του ότι: "Α)Στον ... στους παρακάτω χρόνους με πολλές πράξεις πραγμάτωσαν περισσότερα από ένα εγκλήματα που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ήτοι: Α) στον άνω τόπο κατά το χρονικό διάστημα από 7-12-2001, μέχρι 16.12.2001 με πολλές πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος από κοινού άπαντες ενήργησαν πράξη με την οποίαν σκόπευαν να στερήσουν το Ελληνικό Δημόσιο των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, τελών φόρων και δικαιωμάτων σημαντικού ύψους επί των τεθέντων στην κατανάλωση εμπορευμάτων μεταχειριζόμενοι ιδιαίτερα τεχνάσματα. Ειδικώτερα κατείχαν ανεξακρίβωτη ποσότητα σιγαρέττων μάρκας "SOVEREING" από την οποίαν ανευρέθησαν και κατεσχέθησαν 556.720 πακέτα και δή 300.720 πακέτα σιγαρέττων της άνω μάρκας βρέθηκαν σε αποθήκη στο ... και 256.000 πακέτα σιγαρέττων της ιδίας μάρκας βρέθηκαν επιμελώς κρυμμένα, ανάμεσα σε ποσότητες δερμάτων στο με αριθμό κυκλοφορίας ... επικαθήμενο όχημα που εσύρετο από το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτ/το, τα σιγαρέττα αυτά ήσαν λαθραία και κατ' άγνωστο τρόπο ευρίσκοντο στην χώρα και στην άνω αποθήκη, απ' όπου φορτώθηκαν στο παραπάνω φορτηγό και σκόπευαν οι κατηγορούμενοι να τα θέσουν στην κατανάλωση δια τεχνάσματος ήτοι κάνοντας χρήση πλαστών παραστατικών εγγράφων και δη των ... ΙΝVOICE, PACKING LIST και των υπ' αριθμ. ... και ... (CMR) (τιμολογίων και φορτωτικών) της 15.12.01, στερώντας το Ελληνικό Δημόσιο από δασμούς και φόρους και λοιπά δικαιώματα που ανέρχονται στο σημαντικό ποσό των 526.695.395 δρχ και ήδη των 1.545. 694 ΕΥΡΩ. Β)Στον ίδιο τόπο από 7-12-2001 μέχρι την 15.12.2001 με πολλές πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος από κοινού, άπαντες, οι κατηγορούμενοι κατήρτισαν πλαστά έγγραφα των οποίων έκαναν χρήση προκειμένου να παραπλανήσουν άλλον για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες με σκοπό να προσπορίσουν στους εαυτούς τους περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει τα 50.000.000 δρχ. ή τα 147.000 ΕΥΡΩ, με ισόποση ζημία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου. Και ειδικώτερα μετά από συναπόφαση κατήρτισαν τα υπ' αριθμ. ... τιμολόγια (ΙΝVOICE) και τα σχετικά με αυτά PACKING LIST έγγραφα καθώς και τις υπ' αριθμ. ... και ... φορτωτικές (CMR) της 15.12.01 θέτοντας σ' αυτά πλαστή σφραγίδα και υπογραφή του φερόμενου αλλ' ανυπάρκτου εκδότη τους Ζ, προκειμένου να παραπλανήσουν τις ελληνικές αρχές, στις οποίες, επεδείχθησαν, ως προς τον εκδότη τούτων και αποστολέα των προϊόντων που αφορούσαν ήτοι ακατέργαστων δερμάτων και εντεύθεν για το νομότυπον της αποστολής τους αλλά ουσιαστικά προς συγκάλυψη της λαθραίας διακίνησης των σιγαρέττων που προανεφέρθησαν υπό στοιχείο ΙΑ αποσκοπούντες να προσπορίσουν στους εαυτούς τους περιουσιακό όφελος άνω των 50.000.000 δρχ. ή άνω των 147.000 ΕΥΡΩ η δε ζημία που προξενήθηκε και οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο ανέρχεται στο ποσό των 526.695.395 δρχ. ή στα 1.545.694 ΕΥΡΩ συνισταμένη στην κατά τον άνω τρόπο αποστέρηση του από τους δασμούς, φόρους και λοιπά δικαιώματα του από την συγκεκαλυμμένην ως άνω λαθραίαν διακίνηση των σιγαρέττων.
Το Δικαστήριο δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι Ψ6 και Ψ5, έζησαν έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.- Το Δικαστήριο δέχεται ότι άπαντες οι κατηγορούμενοι συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε κάθε αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.α' και β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 83, 84 παρ.2α και ε', 94, 98, 216 παρ.3 σε συνδυασμό με αρθρ.1 παρ.1α'ΑΝ 1608/1950, 100 παρ.1, 2 περ.θ', 102 παρ.1β περ.γ', 107 Ν.1165/1998, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 2656/09 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: 1)Α1, 2)Α2 και 3)Α3 και των μαρτύρων υπερασπίσεως: 1)Σ1, 2)Σ2, 3)Σ3, 4)Σ4, 5)Σ5 συζ.Φ, 6)Σ6, 7)Σ7, 8)Σ8, 9)Σ9 και 10)Σ10.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, πλήρως αναλύεται η κακουργηματική μορφή του εγκλήματος της πλαστογραφίας, που αποδίδεται στους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους με την εξειδίκευση του επιδιωκόμενου δόλου και της επελθούσας ή απειληθείσας στο Δημόσιο ζημίας, καθώς επίσης με πληρότητα αναλύεται η έννοια της κατά συναυτουργία τελέσεως των πράξεων αυτών. Τέλος, ουδεμία ασάφεια υφίσταται στις παραδοχές αυτές, αλλά αντίθετα πλήρης διευκρίνιση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την εγκληματική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις κάθε αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα: Α)Των πρώτου και δεύτερου των αναιρεσειόντων, με τις ομοίου περιεχομένου αιτήσεις τους ότι: 1) η αναιρεσιβαλλομένη παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 Π.Κ. (πλαστογραφία μετά χρήσεως) διότι στο πόρισμα της έχουν εμφιλοχωρήσει αντιφάσεις, ασάφειες και λογικά κενά με αποτέλεσμα να στερείται αυτή νόμιμης βάσεως και να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ). Συγκεκριμένα, οι παραπάνω παραδοχές του αιτιολογικού της προσβαλλομένης είναι αντιφατικές αφού αρχικά γίνεται δεκτό ότι στον αστυνομικό έλεγχο επιδείχθηκε ως παραστατικό του φορτίου ένα C.M.R. ενώ στην συνέχεια, ως αναλυτικά εκτέθηκε προηγούμενα, γίνεται δεκτό ότι επιδείχθηκαν στις Ελληνικές Αρχές φερόμενα ως πλαστά τιμολόγια (ΙΝVOICE), ΡΑCKING LIST έγγραφα καθώς και δύο C.M.R. χωρίς καθόλου να εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η χρήση όλων αυτών των εγγράφων και να καθορίζεται τελικά προς ποια ειδικώτερα Ελληνική ΑΡΧΗ και υπό ποιες συνθήκες επιδείχθηκαν όλα αυτά τα έγγραφα και έτσι έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες και λογικά κενά στις παραδοχές αυτές (πρώτος λόγος). Αβάσιμα όμως, διότι, όπως κατά τα άνω έχει εκτεθεί, το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλληλοσυμπληρούμενο με το διατακτικό αυτής, περιέχει όλα ως προς το παραπάνω έγκλημα, τα κατά νόμο απαιτούμενα για την πληρότητα αυτού στοιχεία. 2)Ότι κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία κατόπιν της οποίας εξεδόθη η εδώ αναιρεσιβαλλομένη, εχώρησε απόλυτη ακυρότητα ιδρύουσα λόγους αναιρέσεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α) και συγκεκριμένα, φέρεται ότι αναγνώσθηκαν "11 σελίδες με μεταφράσεις", χωρίς κανένα προσδιοριστικό της ταυτότητας των εγγράφων αυτών, ποιος συντάκτης-εκδότης εκάστου αυτών, από ποια γλώσσα μεταφράσθησαν σε ποια, ποια η ημεροχρονολογία εκδόσεως εκάστου των εγγράφων αυτών και αν πρόκειται για δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα. (δεύτερος λόγος). Αβάσιμα όμως διότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 § 1 στοιχ. δ', 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι αν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεως του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο σύμφωνα με το άρθρο 358. Εξάλλου, το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενο του (κατά το αρθρ. 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή, η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Ενόψει, όμως, του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη, ο κατά τον άνω τρόπο προσδιορισμός στα πρακτικά των παραπάνω εγγράφων είναι επαρκής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητα τους, με την ανάγνωση δε αυτών κατέστη γνωστό το περιεχόμενο τους στους κατηγορούμενους, οι οποίοι είχαν έτσι τη δυνατότητα να υποβάλουν τις επ' αυτών παρατηρήσεις και απόψεις τους, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως τους, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την ειδικότερη αιτίαση ότι τα ανωτέρω έγγραφα που αναγνώσθηκαν δεν προσδιορίζονται κατά τα στοιχεία της ταυτότητας τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Και 3)ότι η αναιρεσιβαλλομένη παρεβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 100 επομ. Ν.1165/1918 καθώς και τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 216 Π.Κ. και του Ν.1608/50, διότι στο πόρισμα της έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες και λογικά κενά με αποτέλεσμα να στερείται αυτή νόμιμης βάσεως και να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' και Ε' Κ.Π.Δ.).
Ειδικότερα , έχουν εμφιλοχωρήσει στο σκεπτικό της αποφάσεως λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, και ως εκ τούτου, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, ενόψει του ότι δεν διευκρινίζεται από ποια χώρα εισήχθησαν τα φερόμενα ως λαθραία τσιγάρα, για την κατοχή των οποίων κρίθηκαν ένοχοι, χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες γι' αυτό, δασμοί, φόροι κλπ. δικαιώματα του Δημοσίου, διευκρίνιση που ήταν αναγκαία, δεδομένου ότι εάν εισήχθησαν από χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυτός που τα εισήγαγε δεν διέπραξε λαθρεμπορία, αλλά απλή τελωνειακή παράβαση και συνεπώς δεν είναι αξιόποινη η κατοχή αυτών (τρίτος λόγος). Αβάσιμα όμως και εδώ, διότι δεν υπάρχει ούτε ευθεία αλλά ούτε εκ πλαγίου παραβίαση με την προσβαλλομένη των άνω διατάξεων, το δικάσαν δε Δικαστήριο, με εκτενέστατη, πλήρη και σαφή αιτιολογία, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, έχει απαντήσει με την απορριπτική του διάταξη για τον και τότε υποβληθέντα από τους ήδη αναιρεσείοντες σχετικό τους γι'αυτά ισχυρισμό. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν ένοχοι ότι κατείχαν ανεξακρίβωτη ποσότητα σιγαρέττων, τουλάχιστον όμως 556.720 πακέτα, που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, τα οποία δια τεχνάσματος, ήτοι κάνοντας χρήση των αναφερομένων στο διατακτικό της, πλαστών εγγράφων, σκόπευαν να τα θέσουν στην κατανάλωση, στερώντας το Ελληνικό Δημόσιο από δασμούς και φόρους και λοιπά δικαιώματα που ανέρχονται στο σημαντικό ποσό των 526.695.395 δραχμών και ήδη των 1.545.694 ευρώ, από το όλο δε περιεχόμενο του σκεπτικού, σε συνδυασμό με το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι τα, κατά τις διατάξεις του αρθρ.100 παρ.2 του ισχύοντος κατά το χρόνο τελέσεως της κρινόμενης πράξεως, Ν.1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικος", λαθρεμπορικά προϊόντα, είχαν εισαχθεί από την αλλοδαπή από Κράτος εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, η κατοχή δε από τους κατηγορουμένους αυτών, αποσκοπούσε να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από το ανερχόμενο στο άνω ποσό σημαντικό ποσό από διαφεύγοντες δασμούς, τέλη, φόρους και εισπραχθησόμενα δικαιώματα, κάνοντας χρήση των άνω πλαστών εγγράφων, δηλαδή με αυτό το τέχνασμα. Επίσης, για τους αυτούς λόγους είναι αβάσιμες οι αιτιάσεις του έκτου των αναιρεσειόντων και συγκεκριμένα ότι: 1)η αναιρεσιβαλλόμενη στερείται νομίμου βάσεως και, συνακόλουθα, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 45 και 216 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον δεν εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις στην ελάσσονα σκέψη της, ως αυτή συμπληρώνεται από το διατακτικό της, εάν και κατά πόσο συνέπραξα με εξωτερικές υλικές ενέργειες στην πραγμάτωση του συνόλου ή μέρους της πράξης της πλαστογραφίας των ως άνω παραστατικών εγγράφων, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω εξειδίκευση των εν λόγω υλικών ενεργειών ή εάν η αναιρεσιβαλλόμενη δέχεται ότι η σύμπραξη μου στην πράξη της πλαστογραφίας δεν περιλαμβάνει εξωτερικές υλικές ενέργειες πραγμάτωσης του συνόλου ή μέρους της αντικειμενικής υπόστασης της εν λόγω πράξης, αλλά περιορίσθηκε, κατά την αναιρεσιβαλλόμενη μόνο στην υποκειμενική - βουλητική συναπόφαση με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους μου αναφορικά με την από κοινού τέλεση της εν λόγω πράξης. Επίσης, 2) ότι οι πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αναφορικά, αφενός με την υπ' αυτού γνώση της λαθραίας φύσης των σιγαρέττων και αφετέρου της από μέρος του κατοχής από κοινού με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του των επιδίκων ποσοτήτων των λαθραίων σιγαρέττων, που είναι κρίσιμης ως συστατικές της τέλεσης, αντικειμενικώς και υποκειμενικώς από αυτόν της πράξης της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση κατά συναυτουργία, που έκρινε ότι τέλεσε η αναιρεσιβαλλόμενη, είναι παντελώς αναιτιολόγητες. Και τέλος, 3)ότι ουδεμία μνεία κάνει η αναιρεσιβαλλόμενη, είτε στις ως άνω σελ. 7, 8, 9 και 10, είτε στην ως άνω σελ. 40, 42, 49 και 50, είτε σε οιοδήποτε άλλο σημείο αυτής, ότι αναγνώσθηκαν και τα προαναφερόμενα παραστατικά έγγραφα, παρότι αυτά λήφθηκαν υπόψη από την αναιρεσιβαλλόμενη, με συνέπεια να παραβιασθεί το δικαίωμα του εκ του άρθρου 358 ΚΠΔ να προβεί σε παρατηρήσεις και δηλώσεις, να εκθέσει τις απόψεις του και να δώσει εξηγήσεις σχετικά με τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και, συνακόλουθα, παραβιάστηκαν οι αρχές της προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο, της δημοσιότητας και της κατ' αντιδικία διεξαγωγής της δίκης και, ως εκ τούτου, ιδρύονται αντιστοίχως οι εκ του άρθρου 510 παρ.1. Α' και Γ' ΚΠΔ αναιρετικοί λόγοι. Για τους παραπάνω λόγους, είναι αβάσιμες και οι αιτιάσεις του τρίτου αναιρεσείοντα και συγκεκριμένα: 1)όσον αφορά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, έχουν εμφιλοχωρήσει στο σκεπτικό της αποφάσεως λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, και ως εκ τούτου η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, ενόψει του ότι δεν διευκρινίζεται από ποια χώρα εισήχθησαν τα φερόμενα ως λαθραία τσιγάρα, για την κατοχή των οποίων κρίθηκε ένοχος, χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες γι' αυτό δασμοί, φόροι κ.λ.π. δικαιώματα του Δημοσίου και 2) ότι δεν συντρέχει η προαγωγική του αξιοποίνου επιβαρυντική περίσταση της πράξης της πλαστογραφίας, αφού η τελευταία δεν αποσκοπούσε στην κτήση του παρανόμου οφέλους ή στην βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου, αφού αυτά είχαν ήδη επιτευχθεί- επέλθει προηγουμένως δια της λαθραίας εισαγωγής. Επίσης, είναι αβάσιμες και οι αιτιάσεις του τέταρτου των αναιρεσειόντων και συγκεκριμένα ότι το δικάσαν Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση: 1)απέρριψε ολοκληρωτικώς αναιτιολογητών, συνοπτικώς και συλλήβδην τον νομίμως και προσηκόντως από αυτόν προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό δια την έλλειψη καταλογισμού εις αυτόν υπογραφής του επιδίκου από 5.9.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής μισθώσεως, ως, δήθεν, πράξεως συναυτουργίας, άλλως συμμετοχής του, εις τα κατηγορούμενα αδικήματα λόγω πραγματικής πλάνης του κατα την υπογραφή αυτού, συμφώνως προς τις οικείες διατάξεις του άρθρου 30 του Ποινικού Κωδικός. Και τούτο, διότι δεν υποβλήθηκε στο δικάσαν Δικαστήριο πλήρης και ορισμένος ισχυρισμός περί ελλείψεως καταλογισμού του και, κατά συνέπεια, δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει. 2)ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως ως προς την καταδίκη δια την λαθρεμπορία διότι όχι μόνο δεν διαλαμβάνει πώς αυτή τελέσθηκε, αλλά και δεν εκθέτει τα περιστατικά δια των οποίων με τα επίδικα πλαστογραφηθέντα έγγραφα αυτή τελέσθηκε, ήτοι τουλάχιστον πώς, πότε και ποιος τελωνειακός υπάλληλος παραπλανήθηκε δι' αυτών, αφού περιέχει όλα τα παραπάνω στοιχεία. Και 3) ότι δεν του δόθηκε η δυνατότητα να εκθέσει τις παρατηρήσεις του ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αλλά και κατά παράβαση των αρχών της προφορικότητος της συζητήσεως εις το ακροατήριο και της δημοσιότητας της δίκης και, επομένως, επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας εις το ακροατήριο και δια τον ανωτέρω λόγο, για τους αναφερόμενους για τον πρώτο αναιρεσείοντα λόγους. Τέλος, είναι αβάσιμες για τους προεκτεθέντες λόγους και οι αιτιάσεις των πέμπτου και έβδομου των αναιρεσειόντων, που προβάλουν με τις ιδίου περιεχομένου αιτήσεις τους και συγκεκριμένα: 1) με όσα ανωτέρω δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη, δεν συντρέχουν οι προαγωγικές του αξιοποίνου της πράξης της πλαστογραφίας σε κακούργημα ως άνω προϋποθέσεις της παρ. 3 του άρθρου 216 του ΠΚ, καθώς και του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950 και, συνεπώς, εσφαλμένα υπήγαγε, η αναιρεσιβαλλόμενη τα γενόμενα δεκτά υπ' αυτής πραγματικά περιστατικά στις ως άνω διατάξεις και, συνακόλουθα, εσφαλμένα εφάρμοσε αυτές και, ως εκ τούτου, είναι αναιρετέα εξ αυτού του λόγου. 2) Επίσης, δεχθείσα η αναιρεσιβαλλόμενη αφενός ότι τα πλαστά έγγραφα αναφέρονται σε ακατέργαστα δέρματα και αφετέρου ότι ήταν ικανά και πρόσφορα να παραπλανήσουν τις ελληνικές Αρχές αναφορικά με γεγονός δυνάμενο να έχει ως έννομη συνέπεια τη δασμοφορολογική νομιμοποίηση των σιγαρέττων και, συνακόλουθα, την αποστέρηση του Ελληνικού Δημοσίου από τους δασμούς, φόρους και λοιπά δικαιώματα του, εσφαλμένα υπήγαγε τα γενόμενα υπ' αυτής πραγματικά περιστατικά στη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, κατά μείζονα δε λόγο στις διατάξεις της παρ. 3 του ως άνω άρθρου και του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950, και, συνεπώς, εσφαλμένα εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις. Άλλως, και σε κάθε περίπτωση, όφειλε να δεχθεί ότι συντρέχει μόνο το βασικό έγκλημα της πλημμεληματικής πλαστογραφίας του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ και, συνεπώς, εσφαλμένα εφάρμοσε τις λοιπές ως άνω διατάξεις της παρ. 3 του ως άνω άρθρου και του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950. 3)Επίσης, η αναιρεσιβαλλόμενη δεν εκθέτει κανένα απολύτως πραγματικό περιστατικό που να τους συνδέει με τις εν λόγω πράξεις και να επιστηρίζει και ενισχύει την ως άνω μεμονωμένη και ασθενή παραδοχή της. Αναφορικά με την εύρεση αποτυπώματος τους στην αποθήκη, που από μόνη της δεν είναι ικανή και πρόσφορη να διαμορφώσει με σαφήνεια και πληρότητα την ελάσσονα σκέψη της αναιρεσιβαλλόμενης, ώστε να μπορεί αυτή να υπαχθεί στις ως άνω εφαρμοστέες διατάξεις των άρθρων 45 και 216 παρ, 1 του ΠΚ και, συνακόλουθα, να μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς η ορθή εφαρμογή τους. Και τέλος, 4)το δικάσαν δικαστήριο για την περί ενοχής αυτών καταδικαστική κρίση του έλαβε υπόψη του έγγραφα που δεν αναγνώστηκαν και συγκεκριμένα τα άνω τιμολόγια και φορτωτικές και έτσι παραβιάστηκε η αρχή της δημοσιότητας και προφορικότητας στο ακροατήριο, που ιδρύουν τον από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Α' και Γ' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως. Αβάσιμες επίσης είναι και οι αιτιάσεις περί ελλείψεως της απαιτούμενης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, που προβάλλουν οι πέμπτος, έκτος και έβδομος των αναιρεσειόντων, με τους προσθέτους λόγους των αιτήσεων αναιρέσεως.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως των κρινόμενων αιτήσεων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν κρινόμενες αιτήσεις στο σύνολο της και να καταδικαστεί κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Α)Συμπληρώνει τη 2656/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και διατάσσει την απόδοση στην αιτούσα , Χ συζ.Ψ4, του ποσού των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, το οποίο είχε καταθέσει σε εκτέλεση του 2812/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, σε μετρητά στο Υπ/μα του Ταμείου Παρ/κων και Δανείων ... με το 27.828/10-12-03 γραμμάτιο και βάσει αυτού συντάχθηκε η ... έκθεση εγγυοδοσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Β)Απορρίπτει:1)τις ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με αριθμ.πρωτ.των:1)από 4-12-09 (9.490/8-12-09) του Ψ4, 2)από 4-12-09 (9.456/7-12-09) του Ψ6, 3)από 7-12-09 (9.489/8-12-09) του Ψ5, 4)από 25-9-09 (9.437/4-12-09) του Ψ7, 5)από 8-12-09 (9.509/8-12-09) του Ψ1, 6)από 8-12-09 (9.503/8-12-09) του Ψ2 και 7)από 8-12-09 (με αρ.πρ.9.502/8-12-09) του Ψ3, αιτήσεις, Και 2)τους από 24-3-10 από τον πέμπτο, από τον έκτο και από τον έβδομο των αναιρεσειόντων, με ξεχωριστά δικόγραφα, νομότυπα και εμπρόθεσμα, ενώπιον του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ασκηθέντες πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της με αριθμό 2.656/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Γ)Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Οκτωβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
1) Συμπλήρωση αποφάσεως κατά την 145 § 1, 2 ΚΠΔ. 2) Λαθρεμπορία με ιδιαίτερα τεχνάσματα σημαντικού ποσού κατ' εξακολούθηση και από κοινού, πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση, σε βάρος του Δημοσίου, αποσκοπούντες σε περιουσιακό όφελος άνω των 50.000.000 δρχ με χρόνο τέλεσης από 7122001. Έννοια όρων. Ως λαθρεμπορία θεωρείται και η κατοχή εμπορευμάτων που έχουν τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το παραπάνω αδίκημα. Από το σύνολο των παραδοχών του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε συνδ. προς το διατακτικό που αλληλοσυμπληρώνονται, προκύπτει ότι για τα εν λόγω εμπορεύματα δεν έχουν καταβληθεί οι δασμοί, φόροι και λοιπά δικαιώματα του Δημοσίου και είχαν εισαχθεί από την αλλοδαπή από κράτος εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η κατοχή δε αυτών από τους κατηγορούμενους, αποσκοπούσε να στερήσει από το Ελλ. Δημόσιο το σημαντικό ποσό των 526.695.395 δραχμών ή 1.545.694 € και με τεχνάσματα, ήτοι με τα αναφερόμενα στην απόφαση πλαστά έγγραφα, σκόπευαν να θέσουν αυτά στην κατανάλωση, με όφελος που υπερβαίνει τα 50 εκ. δραχμές ή 147.000 € σε βάρος του Ελλ. Δημοσίου, με ισόποση ζημία που προξενήθηκε και οπωσδήποτε απειλήθηκε στο τελευταίο. Κακουργηματική μορφή της πλαστογραφίας, διότι η συνολική ζημία που σκόπευαν ή το συνολικό τους όφελος, υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 €. Αβάσιμοι οι λόγοι των αιτήσεων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν και για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι λήφθηκαν υπόψη έγγραφα που δεν αναγνώστηκαν. Δέχεται αίτηση διορθώσεως. Απορρίπτει αιτήσεις αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Λαθρεμπορία, Συναυτουργία, Αποφάσεως συμπλήρωση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1623/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) Γεωργίου Παντελή (κωλυομένου του Αντεισαγγελέα Σ) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την 4090/ 7 Οκτωβρίου 2010 Δήλωση αποχής του Αντεισαγγελέα Σ από την άσκηση των καθηκόντων του, κατά την εκδίκαση της με αριθμ. 33/2010 αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αριθμ. 1082/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η οποία (δήλωση αποχής) καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1288/10.
Ο Εισαγγελέας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική ποινική δικογραφία και την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 337/8-10-10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιό Σας, την από 7/10/2010 δήλωση αποχής του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σ και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Ο ανωτέρω υπέβαλε προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την από 7/10/2010 δήλωση η οποία έχει ως ακολούθως: "Την 12η Οκτωβρίου 2010 έχει προσδιορισθεί ενώπιον του ΣΤ' Τμήματος του Αρείου Πάγου η συζήτηση της με αριθμό 33/2010 αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της με αριθμό 1082/2010 αποφάσεως του Γ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, μόνο κατά του κεφαλαίου αυτής με το οποίο αθωώθηκε ο κατηγορούμενος Ζ για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Ήδη βάσει εγκλήσεως του Φ, συγκατηγορούμενου του καθ' ου η παραπάνω αίτηση αναίρεσης, διενεργώ κατ' άρθρο 29 § 4 ΚΠΔ, προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διακριβωθεί εάν εκ μέρους, μέλους ή μελών της συνθέσεως του Γ' Τριμελούς Εφετείου Αθήνας, τελέσθηκε το αδίκημα της δωροληψίας ή της κατάχρησης εξουσίας ή της παραβάσεως καθήκοντος ως προς το απαλλακτικό σκέλος της απόφασης για τον Ζ. Κατόπιν αυτού, προκειμένου να μην πλανάται οιαδήποτε σκιά μεροληψίας εκ μέρους μου έναντι οιουδήποτε εμπλεκομένου στην καταγγελία, λόγοι ευπρέπειας (άρθρο 15 ΚΠΔ) επιβάλλουν όπως απέχω από το χειρισμό της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως και αντικατασταθώ σε αυτή από άλλο εισαγγελικό λειτουργό".
ΙΙ. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 23 § 3 ΚΠΔ, τα δικαστικά πρόσωπα οφείλουν να δηλώσουν τυχόν σοβαρούς λόγους ευπρέπειας που επιβάλλουν την αποχή τους από την άσκηση των καθηκόντων τους ακόμη και αν δεν υπάρχουν οι λόγοι που υπάγονται στα άρθρα 14 και 15 ΚΠΔ, δηλαδή και όταν συντρέχουν λόγοι ευπρέπειας που θέτουν σε αμφιβολία την ελεύθερη κρίση τους ή το απροκατάληπτο αυτής (βλ. Μπουρόπουλο Ερμηνεία ΚΠΔ τόμος Α' σελ. 40, ΑΠ 1998/09, ΑΠ 1614/09). Στην προκειμένη περίπτωση ενόψει των παραπάνω στη δήλωση αποχής διαλαμβανομένων, έχουμε τη γνώμη ότι συντρέχουν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας, οι οποίοι επιβάλλουν την αποχή του δηλούντος από την άσκηση των καθηκόντων του.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω να γίνει δεκτή η από 7/10/2010 δήλωση αποχής του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σ και να απόσχει αυτός της εκτελέσεως των καθηκόντων του κατά την εκδίκαση της με αριθμό 33/2010 αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά της με αριθμό 1082/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθήνας.
Αθήνα 8/10/2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής Με την από 7-10-2010 δήλωση, η οποία απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σ, δηλώνει ότι σοβαροί λόγοι ευπρέπειας του επιβάλλουν να απόσχει από την άσκηση των καθηκόντων του, κατά την εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αριθμ. 1082/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, μόνο κατά το κεφάλαιο αυτής με το οποίο κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος Ζ, δικηγόρος Πειραιώς, για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Η δήλωση παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που συνεδριάζει ως συμβούλιο, κατά το άρθρο 23 παρ. 4 Κ.Ποιν.Δ. και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία. Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ., εκτός των στο άρθρο 14 του ιδίου Κώδικα αναγραφόμενων λόγων αποκλεισμού, με τη συνδρομή κάποιου των οποίων, τα δικαστικά πρόσωπα, που αναφέρονται σ' αυτό, δεν δύνανται να ασκήσουν τα καθήκοντά τους ως και του στο επόμενο 15 εδ. 1 λόγου εξαιρέσεως, που επιβάλλει επίσης την αποχή αυτών από την ενάσκηση των καθηκόντων τους σε ορισμένη υπόθεση, περίπτωση τέτοιας αποχής εξαφανίζεται, επίσης και όταν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας επιβάλλουν αυτή. Ο όρος "ευπρέπεια" περιέχει κρίση αντικειμενική, ενώ η "ευθιξία" είναι ιδιότητα του ατόμου. Η εξαντλητική απαρίθμηση των σοβαρών λόγων ευπρεπείας είναι αδύνατη γιατί, εάν και πότε υπάρχουν τέτοιοι λόγοι, είναι ζήτημα πραγματικό, για το οποίο θα κρίνει κάθε φορά το αρμόδιο Δικαστήριο ή Συμβούλιο, που επιλαμβάνεται του θέματος, κατά τις κρατούσες δεοντολογικές αντιλήψεις. Γενικά τέτοιοι λόγοι ευπρεπείας συντρέχουν, όταν η συμμετοχή του δικαστικού λειτουργού στην εκδίκαση συγκεκριμένης υποθέσεως μπορεί να δώσει αφορμή σε δυσμενές για αυτόν σχόλιο για την αντικειμενική και ανεπηρέαστη, από ο,τιδήποτε και οποιονδήποτε, διερεύνησή της, σε τρόπο ώστε να τίθεται σε αμφιβολία η ελεύθερη και μη προκατειλημμένη κρίση του. Η άποψη αυτή συμπορεύεται και με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με την οποία καθιερώνεται "το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη", όχι με την έννοια της ορθότητας της απόφασης, αλλά της έγκαιρης, ουσιαστικής και αδιάβλητης υπό διαδικαστικές (δικονομικές) εγγυήσεις, διεξαγωγής της δίκης, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας και η έγκαιρη και αποτελεσματική προστασία του διαδίκου. Μία από τις εγγυήσεις αυτές είναι η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με τον εθνικό νόμο και αποφαίνεται επί της βασιμότητας της ποινικής κατηγορίας αν πρόκειται για ποινική υπόθεση (Βλ. "Η προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου στην Ευρώπη", επιμέλεια Στ. Ματθία, Έκδοση ΔΣΑ 2006, σελ. 65, 66 όπου και η παράθεση σχετ. νομολογίας ΕΛΔΑ σε σελ. 75 -77). Κατά την νομολογία αυτή η αντικειμενική αμεροληψία επιβάλλει να μην επιλαμβάνεται ο ίδιος δικαστής της εκδίκασης μιας υπόθεσης σε περισσότερα διαδικαστικά στάδια (βλ. άρθρο 14 ΚΠΔ). Τούτο δεν συμβαίνει όταν το ίδιο πρόσωπο (Εισαγγελέας ή Δικαστής) συμμετέχει στην αναιρετική ποινική διαδικασία όπου αναιρεσίβλητος είναι ο αθωωθείς κατηγορούμενος από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, κατόπιν ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, και συγχρόνως ενεργεί προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διακριβωθεί εάν εκ μέρους μέλους ή μελών της συνθέσεως του Δικαστηρίου που τον αθώωσε τέλεσαν κάποιο ποινικό αδίκημα(δωροληψία, κατάχρηση εξουσίας ή παράβαση καθήκοντος), κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, αφού καθεμία διαδικασία αφορά διαφορετικά πρόσωπα και δεν συντρέχουν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας ο Δικαστής ή ο Εισαγγελέας που συμμετέχει σε αμφότερες τις διαδικασίες ότι δεν θα εκτελέσει απροκατάληπτα το υπηρεσιακό καθήκον του, αποδίδοντας το δίκαιο έναντι πάντων (τρίτων προσώπων και συναδέλφων του), χωρίς να βλάπτεται από την ως άνω διπλή υπηρεσιακή ενάσκησή του (δικαστή ή Εισαγγελέα) το συμφέρον της δικαιοσύνης και να μη διασφαλίζεται το κύρος της.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη σχετική δικογραφία, στις 12-10-2010 έχει προσδιορισθεί να συζητηθεί ενώπιον του ΣΤ'(Ποινικού) Τμήματος του Αρείου Πάγου η υπ' αρ. 33/2010 αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αριθμ. 1082/2010 αποφάσεως του Γ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, μόνο κατά του κεφαλαίου αυτής με το οποίο κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος Ζ, δικηγόρος Πειραιώς, για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Ήδη με βάση την έγκληση του Φ, συγκατηγορουμένου του ανωτέρω δικηγόρου στην ίδια υπόθεση, ο Εισαγγελέας της έδρας στο παραπάνω Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Σ, διενεργεί κατ' άρθρο 29 παρ. 4 του Κ.Ποιν.Δ. προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να διακριβωθεί εάν κάποιο μέλος ή κάποια μέλη της συνθέσεως του Γ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εξέδωσε την απαλλακτική για τον Ζ απόφαση, διέπραξε κάποιο ποινικό αδίκημα, χωρίς ακόμη η εξέταση αυτή να έχει περατωθεί. Ο ανωτέρω Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου με την από 7-10-2010 δήλωσή του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στην οποία δεν αναφέρει ότι συνδέεται με καθ' οιονδήποτε τρόπο με κάποιο από τους εμπλεκομένους στις προαναφερόμενες δύο διαδικασίες, ζήτησε να απέχει από τα καθήκοντά του κατά την εκδίκαση της προμνημονευόμενης αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για λόγους ευπρέπειας (άρθρο 15 Κ.Ποιν.Δ.) και ειδικότερα, όπως κατά λέξη αναφέρει "προκειμένου να μην πλανάται οιαδήποτε σκιά μεροληψίας εκ μέρους μου έναντι οιουδήποτε εμπλεκομένου στην καταγγελία". Σύμφωνα, όμως με τα προεκτιθέμενα η διπλή ενασχόληση του προαναφερόμενου Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά διαφόρων προσώπων που ενεπλάκησαν στην ίδια ποινική υπόθεση με διαφορετική ιδιότητα και με τα οποία αυτός δεν έχει οιανδήποτε σχέση, είναι επιτρεπτή και δεν δημιουργεί λόγο ευπρέπειας ώστε να απέχει από τα Εισαγγελικά του καθήκοντα κατά την εκδίκαση της υπ' αρ. 33/2010 αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αρ. 1082/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη δήλωση αποχής του προαναφερόμενου Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ως κατ' ουσία αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Οκτωβρίου 2010 δήλωση αποχής του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σ για την εκτέλεση των καθηκόντων του κατά την εκδίκαση της υπ' αριθμ. 33/2010 αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αριθμ. 1082/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δήλωση αποχής εισαγγελικού λειτουργού για λόγους συνέπειας. Τέτοιο λόγο δεν δημιουργεί η διενέργεια προανακριτικής εξέτασης κατά των δικαστών που αθώωσαν τον κατηγορούμενο, όταν αυτός ο Εισαγγελέας συμμετέχει στην εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της αθωωτικής απόφασης, αφού κάθε διαδικασία (αναιρετική και προκαταρκτική εξέταση) αφορά διαφορετικά πρόσωπα και ο δηλών την αποχή Εισαγγελέας δεν συνδέεται με κάποιο απ' αυτά (κατηγορούμενο και δικαστές που τον αθώωσαν) με οιονδήποτε σχέση και η συμμετοχή του σε αμφότερες τις διαδικασίες δεν θίγει το συμφέρον και κύρος της δικαιοσύνης.
|
Αποχής δήλωση
|
Αποχής δήλωση.
| 0
|
Αριθμός 1617/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Κωνσταντίνου Κούκλη), ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Β. του Ν., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.14/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. Με συγκατηγορουμένους τους 1)Π. Β. του Α., 2)Α. Τ. του Χ. και 3)Α. Μ. του Μ. και με πολιτικώς ενάγουσα την "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ (ΔΕΥΑΚ)" που εδρεύει στην Κομοτηνή και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 294/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, με αριθμό 126/29-3-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω κατ' άρθρ. 485§1 Κ.Π.Δ., με τη σχετική δικογραφία την υπ' αριθμ. 5/16-2-2010 αίτηση του Α. Β. του Ν., κατοίκου ..., ..., για αναίρεση του υπ' αρ. 14/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, με το οποίο παραπέμφθηκε (μαζί με άλλους) στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Θράκης να δικασθεί για (α) απιστία από κοινού στην οποία η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 Ευρώ και (β) απιστία από κοινού, κατ' εξακολούθηση (αρθρ. 1, 14-18, 26§1, 27§1, 45, 94§1, 98, 390 Π.Κ.). Η υπό κρίση αναίρεση έχει ασκηθεί από τον ίδιο τον κατηγορούμενο νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως (βλ. συνημμ. το από 5/2/2010 αποδεικτικό επίδοσης του προσβαλλομένου βουλεύματος στο κατ/νο με θυροκόλληση και το από 22/2/10 αποδεικτικό επίδοσης στον αντίκλητο δικηγόρο του Μαρίνο Βαβατσικλή και την υπ' αρ. 5/2010 νόμιμη έκθεση αναίρεσης ενώπιον του Γραμμ. του Εφετείου Θράκης) σύμφωνα με τα άρθρα 473, 474, 482§1-3 Κ.Π.Δ., με προβαλλόμενο λόγον αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος (αρ. 93§3 Συντ., 139 και 484§1δ' Κ.Π.Δ.) και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ο προβαλλόμενος λόγος (βλ. την 5/10 έκθεση αναίρεσης). Επειδή ο Άρειος Πάγος δεν είναι τρίτου βαθμού ουσιαστικής δικαιοδοσίας δικαστήριο αλλά ακυρωτικό τοιούτο και γι' αυτό ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του προσβαλλομένου βουλεύματος (ή απόφασης) και με βάση τους προβαλλομένους λόγους αναίρεσης, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της ανάκρισης, τουτέστι, πραγματικών περιστατικών περί των οποίων κρίνει κυριαρχικώς το συμβούλιο (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Ποιν.Δ. τομ. β σελ. 95, ΑΠ 990/80, ΑΠ 88/82 κ.ά.). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει τα εκτιθέμενα στα πρακτικά και στην απόφαση αναφερόμενα (βλ. ΑΠ 580/79) και τα οποία θεωρεί ως γενόμενα. Γι' αυτό και λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που δεν γίνονται δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι απαράδεκτος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (βλ. και ΑΠ 1349/2002, ΑΠ 2231/2002 Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία Γ (1977) σελ. 289 κ.α.). Έτσι και λόγος αναίρεσης που αναφέρεται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, σε εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος (βλ. ΑΠ 1918/2001, ΑΠ 1999/2002, ΑΠ 956/2003, ΑΠ 859/2001, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 2405/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 1449/2000, ΑΠ 635/2001 κ.ά.). Δεν δύναται ο Άρειος Πάγος να ελέγξει αν το συμβούλιο εκτίμησε ορθά ή όχι τα πράγματα, αν εκ της ανακρίσεως προέκυψαν και άλλα πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν δέχθηκε (βλ. ΑΠ 86/82, ΑΠ 85/82, ΑΠ 1663/84 κ.ά.) κλπ. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η μνεία του είδους τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) και δεν απαιτείται ειδική αναφορά καθενός από αυτά και τι συνήγαγε από το καθένα (βλ. ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2170/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 86/2004, ΑΠ 1753/2002 κ.ά.) - πράγμα και που πρακτικά δεν είναι δυνατό - ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους (βλ. ΑΠ 1/2005 ολ., ΑΠ 159/2003, ΑΠ 1128/2002 κ.ά.) - πράγμα που όντως γίνεται πρακτικά για να βγει το αποτέλεσμα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα ή ορισμένο από τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα (βλ. ΑΠ 570/2006 κ.ά.). Έτσι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από το άρθρο 93§3 Συντ. και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και για το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, τα αποδεικτικά μέσα (αποδείξεις) από τα οποία προέκυψαν τα άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και τους συλλογισμούς - σκέψεις με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και ότι προέκυψαν αποχρώσες (επαρκείς) ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 1459/2004, ΑΠ 861/2004, ΑΠ 234/2003, ΑΠ 272/2002, ΑΠ 570/2006, ΑΠ 2413/2005, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 1269/2006 κ.ά.), όταν τουτέστιν καθίσταται δυνατόν να ελεγχθεί πόθεν και πως ήχθη ο δικαστής στο εξαχθέν συμπέρασμα. Βέβαια, ελέγχει ο Άρειος Πάγος αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, και όπως αυτά εκτίθενται, αντίκεινται στους κανόνες της κοινής λογικής, διότι άλλως το εξαχθέν συμπέρασμα θα εμφανίζεται να είναι προϊόν αυθαίρετης-εσφαλμένης κρίσης, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει δεκτόν. Άλλο δηλαδή ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων και άλλο αυθαίρετη εκτίμηση των αποδείξεων. Κατά το άρθρο 390 του Π.Κ. "όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείρηση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη) τιμωρείται με φυλάκιση. Αν η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ, ο δράστης τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη". Από τη διάταξη αυτή, που προβλέπει το έγκλημα της απιστίας, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται αντικειμενικώς μεν η επέλευση βλάβης στην περιουσία τρίτου προσώπου της οποίας ο δράστης έχει τη διαχείριση ή επιμέλεια, με βάση τον νόμο ή τη δικαιοπραξία, υποκειμενικώς δε δόλος και δη άμεσος, δηλαδή πρέπει ο δράστης αφενός μεν να γνωρίζει ότι έχει την επιμέλεια ή τη διαχείριση ξένης περιουσίας, αφετέρου δε να προβλέπει τουλάχιστον ως αναγκαία συνέπεια της συμπεριφοράς του την πρόκληση ζημίας στην ξένη περιουσία και να αποδέχεται τη ζημία αυτή. Για να έχει ο δράστης την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας πρέπει να ενεργεί διαχείριση, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, με δυνατότητα ανάπτυξης πρωτοβουλίας και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού. (ΑΠ 970/2006, NOB 2006/1348). Ως περιουσία νοείται το σύνολο των εχόντων χρηματική αξία χρηματικών αγαθών του προσώπου που μπορεί να διατίθενται νομίμως, δηλαδή αγαθών κάθε είδους, κινητών (μεταξύ των οποίων και το χρήμα), ακινήτων, απαιτήσεων, δικαιωμάτων, εμπραγμάτων ή ενοχικών καθώς επίσης η νομή, η σταθερή πελατεία, η με σταθερότητα περιβαλλόμενη προσδοκία κτήσης τέτοιων γενικών οικονομικών αγαθών και οι ελπίδες ακόμη, όχι οι γενικές, απλές και ακαθόριστες, αλλά οι στηριζόμενες σε ορισμένες πιθανότητες. Βλάβη δε της περιουσίας είναι η μείωση της, που επέρχεται με τη μεταβίβαση πράγματος ή παροχής ή με την πληρωμή σε χρήμα, δηλαδή η επί το έλασσον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας του συνόλου της περιουσίας, προ της διαθέσεως αυτής και της αξίας της περιουσίας που απομένει μετά τη διάθεση της από το δράστη (ΑΠ 4/2003). Το πλημμέλημα της απιστίας συντρέχει όταν ο δράστης ζημιώνει εν γνώσει του, κατά την από το νόμο ή δικαιοπραξία διαχείριση ή επιμέλεια, την περιουσία άλλου, με πράξη ή παράλειψη εξωτερικής φάσεως ενέχουσα κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής εξουσίας χωρίς όμως να διαθέτει επιπλέον και σκοπό νοσφισμού - ιδιοποιήσεως. Για το κακούργημα της απιστίας απαιτείται η περιουσιακή ζημία να υπερβαίνει τα 15.000,00 ευρώ. (Α.Π. 300/2001 Ποιν. Λογ. 2001, 211, Α.Π. 614/2000 Ποιν. Χρον. 2001,19). III) Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα τόσο με δικές του σκέψεις όσο και με συμπληρωματική υιοθέτηση της πρότασης του παρ' αυτώ εισαγγελέα δέχθηκε, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων τα εξής : Στην προκειμένη περίπτωση από τη διεξαχθείσα κυρία και συμπληρωματική ανάκριση και ειδικότερα από τις καταθέσεις όλων των εξετασθέντων μαρτύρων και τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ο αναιρεσείων κατ/νος Β. Α., από κοινού με τον συγκατ/νό του (Α.Τ.), με γνώση ζημίωσε την περιουσία άλλου, της οποίας δυνάμει νόμου είχε τη διαχείριση, η δε περιουσιακή ζημία υπερέβη το ποσόν των 15.000 ευρώ. Ειδικότερα υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου του Δ.Σ. της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης Κομοτηνής (ΔΕΥΑΚ) στην Κομοτηνή την 9.5.2006 από κοινού με τον γενικό διευθυντή της ΔΕΥΑΚ Α. Τ. εξέδωσε εις διαταγή της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Ξ. και Σία Ο.Ε." ως υπεργολάβου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΩΡΙΩΝ ΑΤΕΒΕ" την υπ' αρ. ... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς ποσού 30.000 ευρώ, το οποίο ποσό κατατέθηκε στο λογαριασμό υπ' αρ. ... που τηρεί η ως άνω ανώνυμη εταιρία στην Τράπεζα ΑΛΦΑ, αν και γνώριζε ότι στην πραγματικότητα η ΔΕΥΑΚ δεν όφειλε το ανωτέρω ποσό, διότι η ανωτέρω ανώνυμη εταιρία "ΩΡΙΩΝ ΑΤΕΒΕ", στις 12.6.2001 είχε εκχωρήσει στην Τράπεζα ΑΛΦΑ την απαίτηση της κατά της ΔΕΥΑΚ ποσού 174.520,43 ευρώ που απέρρεε από τον 3° λογαριασμό του έργου "Ύδρευση-αποχέτευση Β' Φάση ακαθάρτων και ομβρίων πόλης Κομοτηνής-κλάδος 44" και την 21.1.2003 είχε εκχωρήσει στην ίδια τράπεζα την απαίτησή της κατά της ΔΕΥΑΚ ποσού 128.750,98 ευρώ που απέρρεε από τον 1° λογαριασμό του έργου "Οικισμός Αδριανουπόλεως - δίκτυα ομβρίων", ζημιώνοντας έτσι με γνώση την περιουσία της ΔΕΥΑΚ συνολικά κατά το ποσόν των 30.000 ευρώ, η δε γνώση του προκύπτει από το γεγονός ότι η Τράπεζα ΑΛΦΑ επέδωσε στη ΔΕΥΑΚ την πρώτη σύμβαση εκχώρησης δυνάμει της υπ' αρ. .../9.1.2001 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ροδόπης ..., τη δεύτερη σύμβαση εκχώρησης δυνάμει της υπ' αρ. .../22.1.2003 έκθεσης επίδοσης του ιδίου δικαστικού επιμελητή και υπενθύμισε στη ΔΕΥΑΚ το γεγονός των εκχωρήσεων με εξώδικο δήλωση που επιδόθηκε σε αυτήν δυνάμει της υπ' αρ. 16065/13.3.2006 έκθεσης επίδοσης του ιδίου δικαστικού επιμελητή. Επίσης προκύπτει από τα προαναφερθέντα στοιχεία της δικογραφίας ότι ο κατ/νος Α. Τ. από κοινού με τον αναιρεσείοντα κατ/νο Β. Α., με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος, με γνώση ζημίωσαν την περιουσία άλλου, της οποίας δυνάμει δικαιοπραξίας είχαν τη διαχείριση, και ειδικότερα υπό την ιδιότητα του ο πρώτος ως Γενικός Δ/ντής της ΔΕΥΑΚ και ο 2ος ως Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης Κομοτηνής (ΔΕΥΑΚ) και διαχειριστής των πάσης φύσεως οικονομικών συναλλαγών της, δυνάμει της υπ' αρ. 9/3.3.2003 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της (αριθμός πρακτικού 4/2003) από κοινού στην Κομοτηνή, την 10.3.2004, την 29.3.2003 και την 19.11.2003 έδωσαν εντολή στον ταμία της ΔΕΥΑΚ να καταβάλει τα ποσά των 1.000 ευρώ, 7.103,94 ευρώ και 2.500 ευρώ, αντίστοιχα, στην ανώνυμη εταιρία με το διακριτικό τίτλο "ΩΡΙΩΝ ΑΤΕΒΕ" ως εργολαβική αμοιβή της από τον 1° λογαριασμό του τεχνικού έργου "Οικισμός Αδριανουπόλεως-δίκτυα ομβρίων", και ο ταμίας κατέβαλε αυθημερόν τα άνω ποσά, δυνάμει των υπ' αρ. 276/2004, 358/2004 και 1500/2004 ενταλμάτων πληρωμής αντίστοιχα, αν και η ως άνω εταιρεία "ΩΡΙΩΝ ΑΤΕΒΕ", είχε εκχωρήσει την 21.1.2003 στην Τράπεζα ΑΛΦΑ την απαίτησή της κατά της ΔΕΥΑΚ, ποσού 128.750,98 ευρώ που απέρρεε από τον ανωτέρω 1° λογαριασμό και πλέον δεν είχε πλέον απαιτήσεις κατά της ΔΕΥΑΚ και αμφότεροι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν την εκχώρηση, διότι η Τράπεζα ΑΛΦΑ επέδωσε στη ΔΕΥΑΚ αντίγραφο της σύμβασης εκχώρησης δυνάμει της υπ' αρ. .../22.1.2003 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ροδόπης ..., με τις ενέργειές τους αυτές ζημίωσαν με γνώση την ΔΕΥΑΚ κατά το ποσό των 10.603,94 ευρώ ενώ με τις τρεις μερικότερες πράξεις τους απέβλεπαν στο συνολικό ποσόν της ζημίας. (Βλ. καταθέσεις των μαρτύρων Π. Α., Ζ. Α., Ζ. Α., Κ. Γ., Ν. Ν., Κ. Ξ. καθώς και το με αριθ.586/13-5-2003 έγγραφο της ΔΕΥΑΚ προς την ALPHA BANK, που υπογράφει ως Γεν. Δ/ντής της ο Α. Τ., το με αριθ. 566/13-4-2006 έγγραφο της ΔΕΥΑΚ προς την ALPHA BANK που υπογράφει ο Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της Α. Μ., την με αριθ. 253/28-2-2003 βεβαίωση της ΔΕΥΑΚ προς την ΩΡΙΩΝ ΑΤΕΒΕ,που υπογράφει ο Γεν. Δ/ντής της Α. Τ., το αριθ. 1803/2-10-2007 Υπηρ. Σημείωμα του Γραμματέα της ΔΕΥΑΚ Τ. Α., το από 31-10-2002 συμφωνητικό μεταξύ ΔΕΥΑΚ και ΩΡΙΩΝ ΑΤΕΒΕ, το από 5-6-1997 συμφωνητικό μεταξύ ΔΕΥΑΚ και ΩΡΙΩΝ ΑΤΕΒΕ, την από 15-6-2007 εξώδικη απάντηση της ΔΕΥΑΚ προς την ALPHA BANK AE, την από 4-6-2008 έγγραφη απάντηση της ALPHA BANK AE προς τον Ανακριτή Ροδόπης, το αριθ. πρωτ. 1217/11-6-2008 έγγραφο-απάντηση του νέου Προέδρου του ΔΣ της ΔΕΥΑΚ Α.Π., το 1200/10-6-08 Υπηρ. Σημείωμα του Γραμματέα της ΔΕΥΑΚ Τ. Α., τον από 7-1-2003 1° λογαριασμό του έργου Μετατόπισης δικτύων-οικισμός Ανδριανουπόλεως, που υπογράφει ο τότε Δ/ντής της ΔΕΥΑΚ Α. Τ., το νο 649/11-3-03 Τιμολόγιο της ΩΡΙΩΝ ΑΤΕΒΕ για εξόφληση του 1ου λογαριασμού του έργου Μετατόπισης δικτύων-οικισμός Ανδριανουπόλεως από την ΔΕΥΑΚ, τον από 7-1-2003 1° λογαριασμό και πιστοποίηση προς πληρωμή εκτελεσθεισών εργασιών της ΔΕΥΑΚ που αφορά το έργο Οικισμός Ανδριανουπόλεως-Δίκτυα Ομβρίων, τις από 12-6-2001 δύο (2) συμβάσεις παροχής ενεχύρου-εκχωρήσεως απαιτήσεων μεταξύ της ALPHA BANK AE υπ/μα Κομοτηνής και της ΩΡΙΩΝ ΑΤΕΒΕ, την από 21-1-2003 σύμβαση παροχής ενεχύρου-εκχωρήσεως απαιτήσεων μεταξύ της ALPHA Τράπεζας Πίστεως και της ΩΡΙΩΝ ΑΤΕΒΕ την από 7-3-2006 εξώδικο δήλωση-όχληση της ALPHA BANK AE προς την ΔΕΥΑΚ). Επειδή από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις νομικές σκέψεις και διατάξεις που προαναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη της παρούσας, φρονούμε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν δημόσια κατηγορία εναντίον του 1ου, (Τ. Α.), 2ου (Μ.Α.), 3ου (Β. Α.υ) (αναιρεσείων) και 4ου (Β.Π.) εκ των κατηγορουμένων, για όλες τις πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται, θα πρέπει σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 1ε και313 ΚΠΔ. συνδ. αρθρ. 6 παρ. 2 εδ. γ' Ν.3074/2002, να παραπεμφθούν ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Θράκης, το οποίο είναι αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπον (αρθρ. 111 παρ. 1, 122 παρ. 1 ΚΠΔ) να δικάσει τις πράξεις τους αυτές, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1/13α',στ', 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 45, 46 παρ. 1α, β, 51, 52 ,53, 60, 61, 63, 79, 94 παρ. 1, 98 παρ.1, 2, 263Α, 390 και 386 παρ. 1, 3, εδ. α',β' ΠΚ, συνδ. 3 παρ. 1,5 παρ. 1,2, 6 παρ. 1, 2,3, 5, 17 παρ. 1 Ν 1069/80 και αριθ. 9/2003 απόφαση του Δ.Σ. της ΔΕΥΑΚ. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Θράκης διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (άρ. 93 Συντ. και 139 Κ.Π.Δ.), αφού εκθέτει σ' αυτό με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά όλα χωρίς εξαίρεση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ο αναιρεσείων παραπεμπτέος στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσδιορίζονται επαρκώς κατ' είδος, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους ορθώς υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 484 § 1, δ' Κ.Π.Δ., προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί, κατά το μέρος δε, με το οποίο, με την επίκληση, κατ' επίφαση, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμηση τους, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς εξέταση, πρέπει η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω: (Α) Να απορριφθεί η υπ' αρ. 5/16-2-2010 αίτηση του Α. Β. του Ν., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση του υπ' αρ. 14/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. (Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 29/3/2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης"
Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 390 εδάφιο α' μεν του ΠΚ, όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 36 παρ. 2 του Ν. 2172/1993 και πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 15 του Ν.3242/2004, όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση ( ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη), τιμωρείται με φυλάκιση, εδάφιο β' δε , όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 15 του Ν. 3242/2004, εάν η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000)ευρώ, ο δράστης τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα(10) ετών. Από τη διάταξη αυτή που προβλέπει το έγκλημα της απιστίας, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος, απαιτείται αντικειμενικά μεν η επέλευση βλάβης στην περιουσία τρίτου προσώπου, της οποίας ο δράστης έχει τη διαχείριση ή επιμέλεια με βάση το νόμο ή τη δικαιοπραξία, υποκειμενικά δε δόλος και δη άμεσος , δηλαδή γνώση του δράστη ότι με την πράξη του επιφέρει ζημία στην περιουσία τρίτου προσώπου. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των εχόντων χρηματική αξία οικονομικών αγαθών του προσώπου που μπορεί να διατίθενται νομίμως, δηλαδή αγαθών κάθε είδους, κινητών (μεταξύ των οποίων και το χρήμα), ακινήτων, απαιτήσεων, δικαιωμάτων, εμπραγμάτων ή ενοχικών, η νομή κτλ. Βλάβη δε της περιουσίας είναι η μείωση της που επέρχεται με τη μεταβίβαση πράγματος ή παροχής ή με την πληρωμή σε χρήμα, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας του συνόλου της περιουσίας προ της διαθέσεως αυτής και της αξίας της περιουσίας που απομένει μετά τη διάθεση της από το δράστη.
Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ'του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν όλω ή εν μέρει στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά. Τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση με την οποία συντάσσεται εν όλω ή εν μέρει και η κρίση του Συμβουλίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του προσβαλλόμενου υπ' αριθμ. 14/2010 βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, που το εξέδωσε, επιληφθέν σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 εδάφιο γ' του Ν. 3074/2002 " Περί Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, Σώματος Επιθεωρητών-Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης κτλ", με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση των μνημονευομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που προέκυψαν από τη διεξαχθείσα κυρία ανάκριση και τη συμπληρωματική τοιαύτη, ( από τις καταθέσεις όλων των εξετασθέντων μαρτύρων και τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων), προέκυψαν τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ο αναιρεσείων κατ/νος Β.Α., από κοινού με τον συγκατ/νό του (Α.Τ.), με γνώση ζημίωσε την περιουσία άλλου, της οποίας δυνάμει νόμου είχε τη διαχείριση, η δε περιουσιακή ζημία υπερέβη το ποσόν των 15.000 ευρώ. Ειδικότερα υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου του Δ.Σ. της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης Κομοτηνής (ΔΕΥΑΚ) στην Κομοτηνή την 9.5.2006 από κοινού με τον γενικό διευθυντή της ΔΕΥΑΚ Α. Τ. εξέδωσε εις διαταγή της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Ξ. και Σία Ο.Ε." ως υπεργολάβου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΩΡΙΩΝ ΑΤΕΒΕ" την υπ1 αρ. ... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς ποσού 30.000 ευρώ, το οποίο ποσό κατατέθηκε στο λογαριασμό υπ' αρ. ... που τηρεί η ως άνω ανώνυμη εταιρία στην Τράπεζα ΑΛΦΑ, αν και γνώριζε ότι στην πραγματικότητα η ΔΕΥΑΚ δεν όφειλε το ανωτέρω ποσό, διότι η ανωτέρω ανώνυμη εταιρία "ΩΡΙΩΝ ΑΤΕΒΕ", στις 12.6.2001 είχε εκχωρήσει στην Τράπεζα ΑΛΦΑ την απαίτηση της κατά της ΔΕΥΑΚ ποσού 174.520,43 ευρώ που απέρρεε από τον 3° λογαριασμό του έργου "Ύδρευση-αποχέτευση Β' Φάση ακαθάρτων και ομβρίων πόλης Κομοτηνής-κλάδος 44" και την 21.1.2003 είχε εκχωρήσει στην ίδια τράπεζα την απαίτηση της κατά της ΔΕΥΑΚ ποσού 128.750,98 ευρώ που απέρρεε από τον 1° λογαριασμό του έργου "Οικισμός Αδριανουπόλεως - δίκτυα ομβρίων", ζημιώνοντας έτσι με γνώση την περιουσία της ΔΕΥΑΚ συνολικά κατά το ποσόν των 30.000 ευρώ, η δε γνώση του προκύπτει από το γεγονός ότι η Τράπεζα ΑΛΦΑ επέδωσε στη ΔΕΥΑΚ την πρώτη σύμβαση εκχώρησης δυνάμει της υπ1 αρ. 5579Γ/19.1.2001 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ροδόπης ..., τη δεύτερη σύμβαση εκχώρησης δυνάμει της υπ' αρ. .../22.1.2003 έκθεσης επίδοσης του ιδίου δικαστικού επιμελητή και υπενθύμισε στη ΔΕΥΑΚ το γεγονός των εκχωρήσεων με εξώδικο δήλωση που επιδόθηκε σε αυτήν δυνάμει της υπ' αρ. 16065/13.3.2006 έκθεσης επίδοσης του ιδίου δικαστικού επιμελητή.
Επίσης προκύπτει από τα προαναφερθέντα στοιχεία της δικογραφίας ότι ο κατ/νος Α.Τ.ς από κοινού με τον αναιρεσείοντα κατ/νο Β. Α., με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος, με γνώση ζημίωσαν την περιουσία άλλου, της οποίας δυνάμει δικαιοπραξίας είχαν τη διαχείριση, και ειδικότερα υπό την ιδιότητα του ο πρώτος ως Γενικός Δ/ντής της ΔΕΥΑΚ και ο 2ος ως Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης Κομοτηνής (ΔΕΥΑΚ) και διαχειριστής των πάσης φύσεως οικονομικών συναλλαγών της, δυνάμει της υπ' αρ. 9/3.3.2003 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της (αριθμός πρακτικού 4/2003) από κοινού στην Κομοτηνή, την 10.3.2004, την 29.3.2003 και την 19.11.2003 έδωσαν εντολή στον ταμία της ΔΕΥΑΚ να καταβάλει τα ποσά των 1.000 ευρώ, 7.103,94 ευρώ και 2.500 ευρώ, αντίστοιχα, στην ανώνυμη εταιρία με το διακριτικό τίτλο "ΩΡΙΩΝ ΑΤΕΒΕ" ως εργολαβική αμοιβή της από τον 1° λογαριασμό του τεχνικού έργου "Οικισμός Αδριανουπόλεως-δίκτυα ομβρίων", και ο ταμίας κατέβαλε αυθημερόν τα άνω ποσά, δυνάμει των υπ' αρ. 276/2004, 358/2004 και 1500/2004 ενταλμάτων πληρωμής αντίστοιχα, αν και η ως άνω εταιρεία "ΩΡΙΩΝ ΑΤΕΒΕ", είχε εκχωρήσει την 21.1.2003 στην Τράπεζα ΑΛΦΑ την απαίτηση της κατά της ΔΕΥΑΚ, ποσού 128.750,98 ευρώ που απέρρεε από τον ανωτέρω 1° λογαριασμό και πλέον δεν είχε πλέον απαιτήσεις κατά της ΔΕΥΑΚ και αμφότεροι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν την εκχώρηση, διότι η Τράπεζα ΑΛΦΑ επέδωσε στη ΔΕΥΑΚ αντίγραφο της σύμβασης εκχώρησης δυνάμει της υπ' αρ. ..../22.1.2003 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ροδόπης ..., με τις ενέργειες τους αυτές ζημίωσαν με γνώση την ΔΕΥΑΚ κατά το ποσό των 10.603,94 ευρώ ενώ με τις τρεις μερικότερες πράξεις τους απέβλεπαν στο συνολικό ποσόν της ζημίας. (Βλ. καταθέσεις των μαρτύρων Π. Α., Ζ. Α., Ζ. Α., Κ. Γ., Ν. Ν., Κ. Ξ. καθώς και το με αριθ. 586/13-5-2003 έγγραφο της ΔΕΥΑΚ προς την ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, που υπογράφει ως Γεν. Δ/ντής της ο Α. Τ., το με αριθ. 566/13-4-2006 έγγραφο της ΔΕΥΑΚ προς την ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ που υπογράφει ο Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της Α. Μ., την με αριθ. 253/28-2-2003 βεβαίωση της ΔΕΥΑΚ προς την ΩΡΙΩΝ ΑΤΕΒΕ, που υπογράφει ο Γεν. Δ/ντής της Α. Τ., το αριθ. 1803/2-10-2007 Υπηρ. Σημείωμα του Γραμματέα της ΔΕΥΑΚ Τ. Α., το από 31-10-2002 συμφωνητικό μεταξύ ΔΕΥΑΚ και ΩΡΙΩΝ ΑΤΕΒΕ, το από 5-6-1997 συμφωνητικό μεταξύ ΔΕΥΑΚ και ΩΡΙΩΝ ΑΤΕΒΕ, την από 15-6-2007 εξώδικη απάντηση της ΔΕΥΑΚ προς την ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ ΑΕ, την από 4-6-2008 έγγραφη απάντηση της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ ΑΕ προς τον Ανακριτή Ροδόπης, το αριθ. πρωτ. 1217/11-6-2008 έγγραφο-απάντηση του νέου Προέδρου του ΔΣ της ΔΕΥΑΚ Α.Π., το 1200/10-6-08 Υπηρ. Σημείωμα του Γραμματέα της ΔΕΥΑΚ Τ. Α., τον από 7-1-2003 1° λογαριασμό του έργου Μετατόπισης δικτύων-οικισμός Ανδριανουπόλεως, που υπογράφει ο τότε Δ/ντής της ΔΕΥΑΚ Α. Τ., το νο 649/11-3-03 Τιμολόγιο της ΩΡΙΩΝ ΑΤΕΒΕ για εξόφληση του 1ου λογαριασμού του έργου Μετατόπισης δικτύων-οικισμός Ανδριανουπόλεως από την ΔΕΥΑΚ, τον από 7-1-2003 1° λογαριασμό και πιστοποίηση προς πληρωμή εκτελεσθεισών εργασιών της ΔΕΥΑΚ που αφορά το έργο Οικισμός Ανδριανουπόλεως-Δίκτυα Ομβρίων, τις από 12-6-2001 δύο (2) συμβάσεις παροχής ενεχύρου-εκχωρήσεως απαιτήσεων μεταξύ της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ ΑΕ υπ/μα Κομοτηνής και της ΩΡΙΩΝ ΑΤΕΒΕ, την από 21-1-2003 σύμβαση παροχής ενεχύρου-εκχωρήσεως απαιτήσεων μεταξύ της ΑLΡΗΑ Τράπεζας Πίστεως και της ΩΡΙΩΝ ΑΤΕΒΕ την από 7-3-2006 εξώδικο δήλωση-όχληση της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ ΑΕ προς την ΔΕΥΑΚ).
Επειδή από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις νομικές σκέψεις και διατάξεις που προαναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη της παρούσας, φρονούμε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν δημόσια κατηγορία εναντίον του 1ου, (Τ. Α.), 2ου (Μ.Α.) 3ου (Β. Α.) (αναιρεσείων) και 4ου (Β.Π.) εκ των κατηγορουμένων, για όλες τις πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται, θα πρέπει σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 1ε και313 ΚΠΔ. συνδ. αρθρ. 6 παρ. 2 εδ. γ' Ν.3074/2002, να παραπεμφθούν ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Θράκης, το οποίο είναι αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπον (αρθρ. 111 παρ. 1, 122 παρ. 1 ΚΠΔ) να δικάσει τις πράξεις τους αυτές, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1 13α',στ', 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 45, 46 παρ. 1α, β, 51, 52 ,53, 60, 61, 63, 79, 94 παρ. 1, 98 παρ.1, 2, 263Α, 390 και 386 παρ. 1, 3, εδ. α',β' ΠΚ σε συνδ. 3 παρ. 1,5 παρ. 1,2, 6 παρ. 1, 2,3, 5, 17 παρ. 1 του Ν. 1069/1980 και αριθμ. 9/2003 απόφαση του Δ.Σ. της ΔΕΥΑΚ.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Θράκης που έκρινε με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 14/2010 βούλευμα του ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για το ότι ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος Α. Β. τέλεσε τις αποδιδόμενες σ'αυτόν αξιόποινες πράξεις της απιστίας από κοινού στην οποία η περιουσιακή ζημία της ΔΕΥΑΚ υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και απιστίας από κοινού και κατ' εξακολούθηση( άρθρα 45,94 παρ. 1,98, 390 του ΠΚ), διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για το προαναφερθέν έγκλημα της απιστίας, αφού εκθέτει στο εν λόγω βούλευμα του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διεξαχθείσα κυρία ανάκριση και την συμπληρωματική τοιαύτη και από τα οποία συνήγαγε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ως άνω εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος ο αναιρεσείων, μνημονεύει δε τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και σχημάτισε την κρίση του για την παραπομπή του, παραθέτει δε, τέλος, τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 390 του ΠΚ που στη συγκεκριμένη περίπτωση σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Περαιτέρω, δε αιτιολογείται με την παράθεση πραγματικών περιστατικών η γνώση του κατηγορουμένου ότι με τις πράξεις του επέφερε την διαλαμβανόμενη σ' αυτό ζημία στην περιουσία της Δημοτικής Επιχείρησης Υδρευσης και Αποχέτευσης Κομοτηνής( ΔΕΥΑΚ) .
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ του ΚΠΔ λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο βούλευμα η πλημμέλεια της μη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς εξέταση, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16/2/2010 αίτηση του Α. Β. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 14/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2010. Και
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποβιωσάσης της Γραμματέως, η παρούσα απόφαση υπογράφεται από την Γραμματέα Πελαγία Λόζιου, κατόπιν της υπ'αριθμό 152/2010 πράξεως του Προέδρου του Αρείου Πάγου.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών (άρθρο 6 παρ. 2 εδ. γ περ. ιι του Ν. 3074/2002) για να δικαστεί ο αναιρεσείων στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων για απιστία από κοινού στην οποία η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει τις 15.000 € και απιστία από κοινού, κατ' εξακολούθηση. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απιστία, Συναυτουργία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1616/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Κωνσταντίνου Κούκλη) ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Βασίλειο Φράγγο, σύμφωνα με την 66/5-5-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και την Γραμματέα Ευδοκία Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κρατουμένου στις Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ξενοφώντα Κουτουμάνο, περί αναιρέσεως της 3410/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με συγκατηγορούμενους τους 1. Σ1 και 2. Α3. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 358/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγρά-φων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, το οποίο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3410/2010 απόφασή του καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή κάθειρξης δέκα πέντε (15) ετών για αρπαγή από κοινού κατά συρροή με την επιβαρυντική περίπτωση β' του άρθρου 322 του ΠΚ., δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης που αλληλοσυμπληρώνονται, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος κατηγορούμενος - ήδη αναιρεσείων Χ και ο δεύτερος κατηγορούμενος (μη ασκήσας αναίρεση) Σ1 έχουν τελέσει την πράξη της αρπαγής από κοινού και κατά συρροή, με την επιβαρυντική περίσταση του δεύτερου εδαφίου περίπτωση β του άρθρου 322 του ΠΚ, που τους αποδίδεται με το διατακτικό της εκκαλούμενης απόφασης, γι' αυτό και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων αυτών. Ειδικότερα αποδείχθηκαν τα εξής: Στις 22-3-2006 περιήλθε στην Υποδ/νση Αλλοδαπών Αττικής της ΕΛ.ΑΣ πληροφορία ότι κύκλωμα λαθρεμπόρων αλλοδαπών μεταναστών είχε μεταφέρει στην Ελλάδα παράνομα από της αρχές Φεβρουαρίου του 2006 αλλοδαπούς μετανάστες, οι οποίοι από τότε κρατούνταν έγκλειστοι σε αποθήκη στο .... Ύστερα από αυτό αστυνομικοί της παραπάνω υπηρεσίας, μεταξύ των οποίων ήταν και ο αστυνομικός ... που εξε-τάσθηκε ως μάρτυρας, εντόπισαν την αποθήκη που βρισκόταν επί της οδού ... και τις απογευματινές ώρες της ίδιας ημέρας, την έθεσαν υπό παρακολούθηση. Στη διάρκεια της παρακολούθησης είδαν τον αλλοδαπό Ιρακινό υπήκοο ανήλικο ... να εξέρχεται από την αποθήκη και να πηγαίνει σε ένα περίπτερο που βρισκόταν εκεί κοντά, από το οποίο αγόρασε μεγάλη ποσότητα μπισκότων. Επιστρέφοντας ο ανήλικος τον σταμάτησαν οι αστυνομικοί για έλεγχο και επειδή αυτός αρνιόταν ότι βγήκε από την αποθήκη οι αστυνομικοί τον συνέλαβαν. Ύστερα από λίγη ώρα εξήλθε από την αποθήκη ο δεύτερος κατηγορούμενος Σ1 και οι αστυνομικοί τον σταμάτησαν για έλεγχο. Σε σωματική έρευνα που έγινε σ' αυτόν βρέθηκαν πάνω του το κλειδί από το λουκέτο της αποθήκης, απαντώντας δε σε ερωτήσεις των αστυνομικών παραδέχθηκε ότι υπήρχαν λαθρο-μετανάστες στην αποθήκη. Στη συνέχεια έγινε συντονισμένη αστυνομική επιχείρηση και βρέθηκαν στην αποθήκη 18 αλλοδαποί λαθρομετανάστες, οι οποίοι και απελευθερώθηκαν. Συγκεκριμένα βρέθηκαν στην αποθήκη και απελευθερώθηκαν οι εξής αλλοδαποί:
Από Δ1 μέχρι και Δ18 Μέσα στην αποθήκη καταλήφθηκε και ο πρώτος κατηγορούμενος Χ, ο οποίος είχε στην κατοχή του κινητό τηλέφωνο και ο οποίος αναγνωρίσθηκε από τους αλλοδαπούς, ως το τρίτο άτομο το οποίο μαζί με τους άλλους δύο που αναφέρθηκαν τους κρατούσαν ομήρους στην αποθήκη.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι για την μεταφορά τους στην Ελλάδα οι παραπάνω αλλοδαποί είχαν υποσχεθεί να καταβάλλουν αυτοί ή συγγενικά τους ή φιλικά τους πρόσωπα στο κύκλωμα των λαθρεμπόρων χρηματικό ποσό από 5.000 έως 6.000 δολάρια. Επίσης αποδείχθηκε ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι με τον ανήλικο ... που αναφέρθηκε κατακρατούσαν τους παραπάνω αλλοδαπούς στην αποθήκη που βρέθηκαν παρά τη θέλησή τους και είχαν περιάγει αυτούς σε κατάσταση ομηρίας, έτσι ώστε να αποστερούνται αυτοί της προστασίας της πολιτείας. Επίσης αποδείχθηκε ότι αυτοί απειλούσαν τους παραπάνω αλλοδαπούς, λέγοντας σ' αυτούς, ότι αν δεν τους δώσουν τα χρήματα, που είχαν υποσχεθεί να καταβάλουν για τη μεταφορά τους στην Ελλάδα, δεν θα τους απελευθέρωναν και θα τους άφηναν χωρίς φαγητό, είχαν δε σκοπό με τις πράξεις τους αυτές να εξαναγκάσουν τους συγγενείς τους ή τους φίλους τους που διέμεναν στην Ελλάδα ή στην πατρίδα τους να παραδώσουν το παραπάνω χρηματικό ποσό για τη μεταφορά τους στην Ελλάδα.
Τέλος αποδείχθηκε ότι μεταξύ των λαθρομεταναστών που αναφέρθηκαν ήσαν και δύο συγγενείς του αλλοδαπού υπηκόου ... Α1, ο οποίος βρισκόταν στην Ελλάδα και από τον οποίο είχε ζητηθεί το χρηματικό ποσό των 6.000 ευρώ, για να τους αφήσουν ελεύθερους. Τις απογευματινές ώρες της 22-2-2006 ο παραπάνω αλλοδαπός Α1 μετέβη στην Υποδ/νση Αλλοδαπών Αττικής της ΕΛΑΣ και κατήγγειλε τα παραπάνω. Οι αστυνομικοί των προέτρεψαν να κλείσει ραντεβού με τα μέλη του κυκλώματος και το βράδυ της ίδιας ημέρας αυτός έκλεισε πράγματι ραντεβού στην πλατεία ..., Στο σημείο αυτό μετέβη για να πάρει τα χρήματα ο τρίτος κατηγορούμενος Α4, με τον οποίο ο Α1 είχε συναντηθεί και στις 21-2-2006 για να του δώσει τα χρήματα, αλλά δεν του τα έδωσε την ημέρα αυτή. Μαζί με αυτόν βρέθηκαν στο ίδιο σημείο ο θανών κατηγορούμενος Α2 και ο πέμπτος κατηγορούμενος Α3. Όπως αποδείχθηκε η συμμετοχή του τρίτου κατηγορουμένου Α4 στην πράξη της αρπαγής περιορίσθηκε στη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων με τους συγγενείς των αλλοδαπών που αναφέρθηκαν και στην είσπραξη των χρημάτων για λογαριασμό του πρώτου και του δευτέρου κατηγορουμένου, ενεργούσε δε αυτός με τον ίδιο σκοπό με αυτούς.
Η παραπάνω συμπεριφορά των πρώτου και δευτέρου κατηγορουμένων Χ (ήδη αναιρεσείοντα) και Σ1(συγκατηγορουμένου του, μη ασκήσαντα αναίρεση), πληροί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αρπαγής από κοινού και κατά συρροή, με την επιβαρυντική περίσταση του δεύτερου εδαφίου περίπτωση β του άρθρου 322 του ΠΚ, γι' αυτό και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της πράξεως αυτής. Με αυτά που δέχθηκε το κατ' έφεση δίκασαν δικαστήριο, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην απόφασή του την από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της αρπαγής κατά συναυτουργία και κατά συρροή με την επιβαρυντική περίσταση του δευτέρου εδαφίου, περίπτωση β του άρθρου 322 του ΠΚ για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη κρίση του για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Ειδικότερα, με πλήρη αιτιολογία και αντίστοιχη αναφορά στο διατακτικό, εξειδικεύονται οι ενέργειες στις οποίες ο αναιρεσείων προέβη, από κοινού με τον ως άνω μη ασκήσαντα αναίρεση συγκατηγορούμενό του, προκειμένου να πραγματώσει την αντικειμενική υπόσταση του διωκόμενου εγκλήματος της αρπαγής, ενώ πλήρως αιτιολογείται και ο σκοπός του αναιρεσείοντα, με την παράθεση πραγματικών περιστατικών υποδηλούντων τον σκοπό αυτό, που συνίστατο στον εξαναγκασμό των συγγενών και φίλων των παθόντων να του παραδώσουν το ποσόν των 6.000 ευρώ για τον καθένα, το οποίο απαίτησε απ' αυτούς προκειμένου να τους αφήσει ελεύθερους.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, κατά το μέρος δε που με αυτόν, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικώς με την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαρά-δεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει η κρινόμενη αναίρεση να απορριφθεί, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 3 του ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23/2/2010 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3410/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποβιωσάσης της Γραμματέως, η παρούσα απόφαση υπογράφεται από
την Γραμματέα Πελαγία Λόζιου, κατόπιν της υπ' αριθ. 152/2010
Πράξεως του Προέδρου του Αρείου Πάγου.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Οκτωβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για αρπαγή από κοινού με σκοπό τα λύτρα. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αρπαγή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1625/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νίκα, περί αναιρέσεως της 221/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1764/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 372 του Ποινικού Κώδικα, όποιος αφαιρεί ξένο, (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής, η οποία υφίσταται στο κινητό πράγμα, και στη θεμελίωση νέας σ' αυτό κατοχής από τον δράστη ή τρίτο, με τον σκοπό της παράνομης ιδιοποιήσεώς του, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε τελικά, όπως και το κίνητρο της κλοπής, στην έννοια δε της κατοχής, που μπορεί να διαρκέσει και για λίγο χρόνο, περιλαμβάνεται τόσο η πραγματική εξουσία επί του πράγματος, όσο και η βούληση για την εξουσίασή του, δηλαδή να το έχει δικό του, να το χρησιμοποιεί και δεν παύει να υπάρχει τέτοιος σκοπός αν δεν μπορεί να το μεταβιβάσει περαιτέρω σε τρίτο. Η αφαίρεση απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος. Αντικείμενο ιδιοποίησης μπορεί να είναι και έγγραφα αποδεικτικά δικαιώματος, δηλαδή η υλική τους υπόσταση, όπως είναι φάκελοι που περιέχουν έγγραφα του λογιστηρίου της επιχειρήσεως, λ.χ. τιμολόγια, δελτία αποστολής, παραστατικά δαπανών κλπ. συναλλαγών, που αποτελούν την βάση λογιστικών εγγραφών, τα οποία δεν ενσωματώνουν αξία, εφόσον η αφαίρεση γίνεται με τον, κατά την ανωτέρω έννοια, σκοπό ιδιοποίησης. Η αξία του αντικειμένου της κλοπής δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασής της και εφόσον αυτή δεν χαρακτηρίστηκε ως κλοπή με αντικείμενο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, πράγμα που αποτελεί επιβαρυντική περίσταση του εγκλήματος αυτού και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός της αξίας του πράγματος που παράνομα αφαιρέθηκε. Μόνον αν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας αυτοτελής ισχυρισμός ότι το αντικείμενο της κλοπής είναι ευτελούς αξίας, που οδηγεί σύμφωνα με το άρθρο 377 του ίδιου Κώδικα, στην επιεική μεταχείριση του δράστη, ανακύπτει υποχρέωση για ειδικής αιτιολόγησης, κατά τα κατωτέρω, της κρίσεως του δικαστηρίου, αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ή όχι ευτελούς αξίας.
2. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι, κατά τα ανωτέρω και ο ισχυρισμός ότι η πράξη της κλοπής φέρει χαρακτήρα κλοπής ευτελούς αξίας, οπότε η τιμώρηση του δράστη καθίσταται επιεικέστρη, για την άσκηση δε ποινικής δίωξης απαιτείται η υποβολή έγκλησης, ελλείψει της οποίας αυτή τυγχάνει απαράδεκτη, απαιτεί ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. 3. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λαμίας, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της κλοπής:
"Στις 23.12.2001 ο κατηγορούμενος Χ, ο οποίος κατά τον προαναφερόμενο χρόνο ήταν στρατιωτικός και ειδικότερα Αρχισμηνίας της Πολεμικής Αεροπορίας και τελούσε σε εξάμηνη διαθεσιμότητα για λόγους υγείας (βλ. το από 26.2.2009 αντίγραφο φύλλου μητρώου του, του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας) και ο οποίος, ως εκ τούτου, δηλαδή της εξάμηνης διαθεσιμότητας, υπάγεται στην αρμοδιότητα των κοινών ποινικών δικαστηρίων και όχι των στρατιωτικών δικαστηρίων και ειδικότερα του Αεροδικείου (αρθρ. 193 § 2 α' ΣΠΚ), αφαίρεσε από το γραφείο της ευρισκόμενης στην ... μάντρας οικοδομικών υλικών της επιχείρησης του μηνυτή Α2, με την επωνυμία "Βιοτεχνία Τσιμεντόλιθων Α1 και Υιός Ε.Ε.", τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας έγγραφα, που αφορούσαν την εν λόγω επιχείρηση, τα οποία και ιδιοποιήθηκε παράνομα. Τα εν λόγω δε έγγραφα ευρέθησαν στο σαλόνι της οικίας του κατηγορουμένου, όπως τούτο προκύπτει από την με ημερομηνία 23.12.2001 έκθεση έρευνας σε κατοικία και κατάσχεσης κατά την ημέρα, του Ανθ/μου του Τ.Α. .... Στην πράξη του αυτή προέβη ο κατηγορούμενος δεδομένου ότι είχε οικονομικές διαφορές με την εταιρία του μηνυτή, αλλά και με τον τελευταίο, λόγω του χωρισμού του με την αδελφή του Α3. Την παράνομη ιδιοποίηση των εγγράφων τούτων ομολόγησε ο κατηγορούμενος κατά την απολογία του ενώπιον του Δικαστη-ρίου τούτου, με την μη βάσιμη αιτιολογία ότι αφαίρεσε αυτά προκειμένου να πείσει τον μηνυτή να του αποδώσει τα ανήκοντα σ' αυτόν πράγματά του (κατηγορούμενο) τα οποία ευρίσκοντο στην οικία του μηνυτή και είχαν παραμείνει σ' αυτήν μετά τον κατά τα άνω χωρισμό του κατηγορουμένου με την αδελφή του μηνυτή. Είναι δε αβάσιμος ο ισχυρισμός αυτός διότι και η κατ' ελάχιστο έστω χρόνο αφαίρεση από την κατοχή του μηνυτή και της εταιρίας του των επίμαχων εγγράφων, γενομένη με πρόθεση ιδιοποίησης και χωρίς τη θέληση αυτού (μηνυτή), πληροί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κλοπής που του αποδίδεται. Το ότι δε ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε, αλλά ούτε και ήθελε, να διαθέσει τα παρανόμως υπ' αυτού αφαιρεθέντα και ιδιοποιηθέντα έγγραφα, όπως ισχυρίζεται, δεν αναιρεί τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του ως κλοπής, δεδομένου ότι τα ανωτέρω (μη δυνατότητα διάθεσης των κλοπιμαίων και ανυπαρξία θέλησης προς διάθεση) δεν αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης, αντίστοιχα, του εγκλήματος της κλοπής.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός του κατηγο-ρουμένου ότι λόγω έλλειψης των προαναφερομένων στοιχείων δεν στοιχειοθετείται το αποδιδόμενο σ' αυτόν έγκλημα της κλοπής, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Περαιτέρω, για τον χαρακτηρισμό της κλοπής ως ευτελούς αξίας δεν απαιτείται αποτίμηση σε χρήμα της αξίας του πράγματος, αλλά τούτο (ευτελές ή μη της αξίας) θα κριθεί με βάση την αξία του πράγματος στις συναλλαγές. Στην προκειμένη δε περίπτωση, μεταξύ των κλαπέντων έγγραφων περιλαμβάνονται τιμολόγια, αποδείξεις καταβολής χρημάτων, έγγραφα που αφορούν το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων κ.ά., τα οποία κατά την κρατούσα στις συναλλαγές αντίληψη και τους κανόνες της κοινής πείρας είναι σημαντικής αξίας. Επομένως, οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ότι α) τα κλαπέντα έγγραφα είναι ευτελούς αξίας και άρα ο χαρακτήρας της αποδιδόμενης σ' αυτόν κλοπής είναι εκείνος της κλοπής ευτελούς αξίας, του άρθρου 377 § 1 ΠΚ, και όχι εκείνος της απλής κλοπής του άρθρου 372 § 1 ΠΚ, β) ότι λόγω του χαρακτήρα της κλοπής ως ευτελούς αξίας πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η κατ' αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη, διότι αυτή διώκεται κατ' έγκληση (αρθρ. 377 § 2 ΠΚ), που όμως δεν υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση, επειδή η από 23.12.2001 μήνυση υποβλήθηκε από τον Α2 και όχι από τον εκπροσωπούντα την προαναφερόμενη παθούσα ετερόρρυθμη εταιρία, Α1 και γ) η κατ' αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη πρέπει να παύσει οριστικά, κατ' άρθρο 31 του Ν. 3346/2005, ως αναφερομένη σε κλοπή ευτελούς αξίας, η οποία τιμωρείται με χρηματική ποινή ή με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τούτο δε διότι, κατά τα προαναφερόμενα, η τελεσθείσα από τον κατηγορούμενο πράξη φέρει τον χαρακτήρα της απλής κλοπής του άρθρου 372 § 1 ΠΚ, που διώκεται αυτεπάγγελτα, και όχι εκείνον της κλοπής ευτελούς αξίας του άρθρου 377 § 1 ΠΚ, που διώκεται κατ' έγκληση, και η υπό κρίση υπόθεση δεν εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 31 του Ν. 3346/2005." Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο της πράξεως της απλής κλοπής με αντικείμενο τα έγγραφα της επιχειρήσεως της αναφερόμενης ομόρρυθμης εταιρίας, όπως αυτά εξειδικεύονται στο διατακτικό της αποφάσεως και, αφού του αναγνώρισε τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ 1, 372 παρ. 1 α ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο, με την ανωτέρω πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η κλοπή που του αποδόθηκε είχε αντικείμενο ευτελούς αξίας, δηλαδή πράξη που διώκεται κατ έγκληση και λόγω μη νομίμου υποβολής της από την παθούσα εταιρία, έπρεπε η ποινική δίωξη να κηρυχθεί απαράδεκτη, άλλως να παύσει, λόγω του ύψους της απειλουμένης ποινής (φυλάκιση μέχρι έξι μηνών ή χρηματική ποινή), κατ άρθρο 31 του Ν. 3346/2005. Ειδικότερα, ορθώς ερμηνεύοντας και αφαρμόζοντας την διάταξη του άρθρου 377 ΠΚ, με βάση την παραδοχή ότι, για τον χαρακτηρισμό της κλοπής, ως έχουσας αντικείμενο ευτελούς αξίας, δεν ερευνάται η αποτίμηση σε χρήμα της αξίας του αφαιρεθέντος πράγματος, αλλά αυτή που έχει τούτο στις συναλλαγές, με πλήρη αιτιολογία, έκρινε ότι τα έγγραφα, που αφαιρέθηκαν από τον αναιρεσείοντα, εν αγνοία του νομίμου εκπροσώπου της παθούσης εταιρίας, από τα γραφεία της επιχειρήσεως, τα οποία αναφέρει κατά κατηγορία και είναι έγγραφα αποδεικτικά εμπορικών συναλλαγών (τιμολόγια, δελτία αποστολής), έγγραφα που αφορούσαν την ασφάλιση στο ΙΚΑ των εργαζομένων στην επιχείρηση, αποδείξεις καταβολής χρημάτων (ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ και προς άλλους συναλλασσομένους με αυτή), κατά τις κρατούσες στις συναλλαγές αντιλήψεις και την κοινή πείρα είναι σημαντικής και όχι ευτελούς αξίας, όπως αβάσιμα, κατά τα προκτεθέντα, υποστήριξε ο αναιρεσείων, εκτιμώντας την αξία τους, ως απλών εγγράφων και όχι αποδεικτικών δικαιωμάτων, στο ποσό των 20 €, και επομένως ορθώς καταδικάσθηκε για απλή κλοπή, οπότε δεν μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις που επικαλέσθηκε αυτός και οι κατά νόμο ανωτέρω συνέπειες της εφαρμογής τους. Περαιτέρω, ορθώς, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, το Εφετείο με την ανωτέρω θεμελίωση, έκρινε ότι στοιχειοθετείται η πράξη της απλής κλοπής και δεν ασκούσε έννομη επιρροή η επικαλούμενη από τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα αδυναμία και έλλειψη θελήσεως να διαθέσει περαιτέρω τα αφαιρεθέντα απ αυτόν, κατά τα άνω έγγραφα.
Συνεπώς, το Δικαστήριο, προέβη σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 372 παρ 1 α ΠΚ, την οποία και παραθέτει στην απόφαση και ελέγχεται αβάσιμος ο σχετικός υπό στοιχείο
ΙΙ λόγος αναιρέσεως, για μη παράθεση του άρθρου του ποινικού νόμου που προβλέπει και τιμωρεί την πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τυγχάνει αβάσιμος, ανεξάρτητα ότι πλέον, μετά την τροποποίηση με το άρθρο 50 παρ. 4 Ν. 3160/2003 του άρθρου 510 ΚΠΔ, η εν λόγω παράλειψη δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως. Κατ ακολουθία τούτων οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος (υπό στοιχεία
ΙΙ,
ΙΙΙ και VI) από το άρθρο 510 παρ. 1 Η, Δ' και Ε', λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, αντίστοιχα, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του υπό στοιχείο
ΙΙΙ λόγου, υπό την επίφαση της ελλείψεως πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες.
Οι λοιποί, υπό στοιχεία IV και V από το άρθρο 510 παρ 1 Ε ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως έχουν ως προϋπόθεση την βασιμότητα του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι η πράξη που του αποδόθηκε έφερε τον χαρακτήρα κλοπής ευτελούς αξίας (377 ΠΚ) και αναφέρονται στους ανωτέρω, κατ ακολουθία τούτου, προβληθέντες ισχυρισμούς του, περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως, λόγω μη νόμιμης υποβολής εγκλήσεως και παύση της ποινικής διώξεως κατ άρθρο 31 παρ. 1 Ν. 3346/2005, μετά δε την απόρριψη του, κατά τα προεκτεθέντα, ως αβάσιμου, ορθώς απορρίφθηκαν από το Εφετείο, ως αβάσιμοι και συνεπώς τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τους λόγους αυτούς, τυγχάνουν αβάσιμα και οι λόγοι πρέπει να απορριφθούν.
5. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 11-12-2009 Αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του Χ για αναίρεση της 221/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 12 Οκτωβρίου 201/0
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κλοπή. Έννοια. Στοιχεία. Μπορεί να αποτελούν αντικείμενο αυτής και έγγραφα αποδεικτικά δικαιώματος. Κλοπή ευτελούς αξίας. Το ευτελές δεν κρίνεται από την αξία του κλαπέντος αυτού καθ' εαυτού, αλλά από εκείνη που έχει στις συναλλαγές. Αιτιολογία πλήρης και εμπεριστατωμένη. Πρέπει να εκτείνεται και επί των αυτοτελών ισχυρισμών. Έννοια τελευταίων. Συνιστά και εκείνος περί του ότι το αντικείμενο της κλοπής είναι ευτελούς αξίας. Πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς η επ' αυτού κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 486/2007). Εσφαλμένη ερμηνεία εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εκ πλαγίου παράβαση. Πότε υπάρχει. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Κλοπή.
| 2
|
Αριθμός 1629/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 373/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά.
Με πολιτικώς ενάγων τον Ψ.
Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 12/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 204/26-5-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485§1 του Κ.Π.Δ., την υπ' αριθ. 1/2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 373/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά και εκθέτω τα ακόλουθα:
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς με το υπ' αριθ. 1209/2007 βούλευμά του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των 1) Χ1, κατοίκου (αναιρεσείοντος) και 2) Χ2, κατοίκου ..., για απάτη κατ' επάγγελμα από την οποία το επιδιωχθέν και επιτευχθέν όφελος καθώς και η προξενηθείσα ή απειληθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε στον ... κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-1997 έως 23-7-1997. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε ο πολιτικώς ενάγων Ψ την υπ' αριθ. 73/2007 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε το υπ' αριθ. 265/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, το οποίο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση αυτή και επικύρωσε το βούλευμα τούτο. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κατόπιν αιτήσεως του άνω πολιτικώς ενάγοντος άσκησε την υπ' αριθ. 52/5-11-2008 αίτηση αναιρέσεώς του και ζήτησε να αναιρεθεί το παραπάνω υπ' αριθ. 265/6-10-2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά μόνο όσον αφορά τη διάταξή του με την οποία κρίθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου Χ1, για την πράξη της κακουργηματικής απάτης που φέρεται να τέλεσε στον ... κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-1997 μέχρι 23-7-1997 σε βάρος του Ψ, κατοίκου .... Επί της αναιρέσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 750/2009 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η οποία ανήρεσε το ανωτέρω υπ' αριθ. 265/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά, για τους εκ του άρθρου 484§1 στοιχ. β' και δ' Κ.Π.Δ. λόγους αναίρεσης και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.). Στη συνέχεια το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά με το προσβαλλόμενο 373/2009 βούλευμά του δέχθηκε την με αριθμό 73/27-12-2007 έφεση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ, κατά του υπ' αριθ. 1209/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, εξαφάνισε το βούλευμα αυτό και παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά για να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι στον ... κατά το παρακάτω χρονικό διάστημα, έχοντας σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας άλλον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και με την αθέμιτη παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, το όφελος δε που επιδίωξε και η ζημία που προκάλεσε με την πράξη του, την οποία τελεί κατ' επάγγελμα, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Κατά του ως άνω εφετειακού βουλεύματος στρέφεται ήδη ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αναιρέσεως η οποία ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς από δικαιούμενο στην άσκησή της πρόσωπο και δη ασκήθηκε αυτοπροσώπως από τον αναιρεσείοντα ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Πειραιά, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 463, 465§1, 473§1, 474§1 και 482§1α Κ.Π.Δ., όπως η παράγραφος 1 του άρθρου 482 αντικατεστάθη με το άρθρο 41§1 του Ν. 3160/2003. Διαλαμβάνονται δε στην αίτηση αυτή αναίρεσης και ορισμένοι λόγοι αναίρεσης και συγκεκριμένα αυτοί της α) έλλειψης της απαιτούμενης από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας β) της εσφαλμένης εφαρμογής νόμου και γ) της εσφαλμένης εφαρμογής νόμου και έλλειψης αιτιολογίας (άρθρο 484§1δ' και β' Κ.Π.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάσταση της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη εξ' υπαρχής την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του, τότε, συντρεχόντων και των λοιπών όρων, θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, κατά την παρ. 3 εδ. α' του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στ. δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η εκτίμηση δε και αξιολόγηση των αποδείξεων εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 414/07 Π.Χρ. ΝΗ/65 και ΑΠ 750/09).
Ακόμη κατά το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ποινικής ουσιαστικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμά του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης (ΑΠ 750/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά με δικές του σκέψεις δέχθηκε ότι "από τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε για την υπόθεση, δηλαδή την χωρίς όρκο κατάθεση του εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος, τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν και τα έγγραφα που προσκομίστηκαν, σε συνδυασμό με την απολογία του κατ/νου Χ1 και τα υπομνήματα που υπέβαλαν ο κατ/νος αυτός και ο πολιτικώς ενάγων σε διάφορα στάδια της προδικασίας, καθώς και με όσα οι διάδικοι αυτοί εξέθεσαν προφορικά, κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνιση τους ενώπιον του Συμβουλίου τούτου σε εκτέλεση του προαναφερόμενου 327/2009 βουλεύματος, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο πολιτικώς ενάγων Ψ τυγχάνει επιχειρηματίας, έχοντας έδρα τον ... και ασχολούμενος με διάφορες ναυτιλιακές εργασίες και κυρίως με την πώληση καυσίμων και λιπαντικών πλοίων, ενώ ο κατ/νος Χ1 τυγχάνει νομικός αλλά κατά τον αναφερόμενο πιο κάτω χρόνο ασχολούνταν επαγγελματικά με την εκμετάλλευση δύο πλοίων, του " D... " σημαίας Μάλτας, και του " M...", σημαίας Κύπρου, πλοιοκτησίας των εταιριών ... και ... αντίστοιχα, των οποίων αυτός είχε το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών και τις οποίες διαχειριζόταν μέσω της διοικούμενης απ' αυτόν διαχειρίστριας εταιρείας "FORTUNA OVERSEAS SHIPPING S.A.". Οι διάδικοι συνδέονταν από το 1992 με στενές φιλικές και οικογενειακές σχέσεις, ενώ από το 1996 συνεργάστηκαν και επαγγελματικά. Στα πλαίσια δε της επαγγελματικής τους συνεργασίας, κατά το 1997 είχε δημιουργηθεί χρέος 320.000 δολαρίων των ως άνω εταιριών προς την εταιρεία TORMAR OIL CORPORATION S.A., συμφερόντων του εγκαλούντος, από την πώληση καυσίμων και λιπαντικών. Κατά την περίοδο εκείνη ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και δεν μπορούσε να αποπληρώσει το παραπάνω χρέος καθώς και τις ληξιπρόθεσμες δόσεις δανείου 2.300.000 δολαρίων, το οποίο είχαν λάβει οι δυο πλοιοκτήτριες εταιρείες του στις 29.11.1996 από την Τράπεζα "BANK OF SCOTLAND" και το οφειλόμενο υπόλοιπο του οποίου ανερχόταν τότε σε 2.075.000 δολάρια, υπήρχε δε κίνδυνος να χωρήσει αναγκαστική κατάσχεση και εκποίηση των δύο πλοίων, στα οποία η παραπάνω Τράπεζα είχε εγγράψει προτιμώμενες υποθήκες προς εξασφάλιση του δανείου.
Για τους λόγους αυτούς, ύστερα από πρόταση του κατ/νου, συμφωνήθηκε να μεταβιβαστούν τα δύο πλοία σε εταιρείες ελεγχόμενες από τον πολιτικώς ενάγοντα, να συμψηφιστεί το παραπάνω χρέος με μέρος του τιμήματος και να αναλάβουν οι αγοράστριες εταιρείες την αποπληρωμή του προαναφερόμενου δανείου καθώς και ορισμένων άλλων οφειλών. Πράγματι, σε εκτέλεση όσων προφορικά είχαν συμφωνηθεί μεταξύ τους, στις 9.6.1997 υπογράφηκε από τους εκπροσώπους των πωλητριών και τον πολιτικώς ενάγοντα μνημόνιο συμφωνίας (memorandum of agreement) για κάθε ένα από τα δύο πλοία και στις 23.7.1997 από τους εκπροσώπους των πωλητριών και των αγοραστριών εταιρειών Artibell Shipping Co Limited και Mariana Navigation Limited αντίστοιχα (τις οποίες συνέστησε στο μεταξύ ο πολιτικώς ενάγων) το αντίστοιχο πωλητήριο έγγραφο (bill of sale). Το τίμημα ορίστηκε σε 700.000 δολάρια για το πλοίο "D... " και 1.800.000 για το "M..., έναντι του οποίου προκαταβλήθηκε το ποσό των 200.000 και 300.000 δολαρίων αντίστοιχα. Η προκαταβολή αυτή, όπως προκύπτει από τα μνημόνια συμφωνίας, δεν έγινε με καταβολή δολαρίων σε μετρητά αλλά με τον συμψηφισμό του προαναφερόμενου χρέους των 320.000 δολαρίων και άλλων μικρότερων χρεών των πωλητριών προς την εταιρεία του πολιτικώς ενάγοντος από την πώληση σ' αυτές καυσίμων και από την κάλυψη λειτουργικών τους εξόδων. Εξάλλου, το υπόλοιπο του τιμήματος εξοφλήθηκε πλήρως με τη χορήγηση από την προαναφερόμενη Τράπεζα BANK OF SCOTLAND στις αγοράστριες δανείου 2.075.000 δολαρίων (όσο δηλαδή ήταν το οφειλόμενο από τις πωλήτριες στην Τράπεζα αυτή ποσό), το οποίο ο πολιτικώς ενάγων ανέλαβε να εξοφλήσει, και με την πίστωση με το ποσό αυτό των λογαριασμών που τηρούσαν οι πωλήτριες στην εν λόγω Τράπεζα. Έγινε δηλαδή ουσιαστικά αναχρηματοδότηση του δανείου των πωλητριών με την υπεισέλευση στη θέση τους των αγοραστριών των πλοίων εταιρειών. Τούτο συνομολογήθηκε ρητά από τον κατ/νο κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του στο Συμβούλιο με τη δήλωση ότι "ο κ. Ψ υποκαταστάθηκε στο δάνειο μας. Ανέλαβε το προαναφερόμενο χρέος μας (2.075.000 δολάρια) " [ βλ. τα οικεία πρακτικά]. Πέραν απ' αυτά, όπως προκύπτει από τις από 22.7.1997 ενημερώσεις χρεώσεων της EUROBANK, ο τηρούμενος στην τελευταία λογαριασμός του πολιτικώς ενάγοντος χρεώθηκε με τα ποσά των 169.000 και 80.000 δολλαρίων, προκειμένου αυτά να καταβληθούν στις πωλήτριες. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι με τα παραπάνω μνημόνια συμφωνίας και πωλητήρια έγγραφα οι πωλήτριες εδήλωσαν ρητά ότι τα επίδικα πλοία είναι ελεύθερα από όλες τις επιβαρύνσεις υποθήκες, προνόμια ή οποιαδήποτε άλλα χρέη ή αξιώσεις τρίτων. Σημειώνεται ότι πριν από τη σύναψη των επίμαχων αγοραπωλησιών ο πολιτικώς ενάγων είχε δώσει εντολή σε μηχανικό της επιλογής του (...) να επισκεφθεί τα γραφεία της διαχειρίστριας των πλοίων εταιρείας στον ... και να ελέγξει τα τεχνικά χαρακτηριστικά των πλοίων από τα τηρούμενα εκεί αρχεία, όπως και έγινε. Λόγω όμως της φιλικής σχέσης που συνέδεε τους διαδίκους αλλά και διότι τα πλοία ταξίδευαν προς ... εκτελώντας προγραμματισμένα ταξίδια, ο πολιτικώς ενάγων πείστηκε από τις διαβεβαιώσεις του κατ/νου ότι αυτά βρίσκονταν σε καλή κατάσταση και δεν ζήτησε να γίνει επιτόπια επιθεώρηση αυτών πριν από την πώληση τους. Τονίζεται πάντως ότι, όπως προκύπτει από τα έγγραφα των πλοίων και ήταν γνωστό στον πολιτικώς ενάγοντα, τα πλοία δεν ήταν καινούργια, αφού το D... είχε ναυπηγηθεί το 1970 και το M... το 1978. Επίσης προκύπτει ότι μετά τη μεταβίβαση των δύο πλοίων και την εξόφληση του τιμήματος με τον προπεριγραφόμενο τρόπο, μόλις αυτά προσήγγισαν στο λιμάνι προορισμού τους, οπότε τα παρέλαβαν ουσιαστικά οι αγοράστριες, διάφοροι δανειστές άρχισαν να προβάλλουν σταδιακά απαιτήσεις τους κατά των πλοίων, οι οποίες είχαν γεννηθεί πριν από τη μεταβίβαση τους, και να απειλούν ότι θα επιβάλουν σ' αυτά συντηρητική κατάσχεση. Ειδικότερα, οι οικείοι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί Οργανισμοί προέβαλαν απαιτήσεις για δόσεις ασφαλίστρων που είχαν γίνει ληξιπρόθεσμες και απαιτητές από το 1995 και εφεξής και ανέρχονταν συνολικά σε 439.129,86 δολάρια, ενώ τα πληρώματα προέβαλαν απαιτήσεις για καθυστερούμενους μισθούς ενός έτους περίπου, που ανέρχονταν συνολικά σε 412.366,43 δολάρια, καθώς και για έξοδα επαναπατρισμού, ποσού 57.136,14 δολαρίων. Επίσης διάφοροι προμηθευτές, πράκτορες, δικηγόροι κλπ. προέβαλαν απαιτήσεις συνολικού ποσού 88.001,54 δολαρίων. Τα χρέη αυτά ο κατ/νος Χ1 τα είχε παρασιωπήσει αθέμιτα από τον πολιτικώς ενάγοντα και, έτσι, ενόψει και της διαβεβαιώσεως που περιέχεται στα πωλητήρια έγγραφα περί μη υπάρξεως βαρών, χρεών κλπ., ο τελευταίος παραπλανήθηκε και αγόρασε τα δυο πλοία, στη συνέχεια δε υποχρεώθηκε να εξοφλήσει και τα εν λόγω χρέη. Έτσι, ο κατ/νος πέτυχε, όπως εξαρχής σκόπευε, να προσπορίσει τυπικά στις πωλήτριες εταιρείες αλλά ουσιαστικά στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, ίσο προς το σύνολο των παραπάνω χρεών (996.633,97 δολλαρίων ΗΠΑ), από τα οποία απαλλάχθηκε, με αντίστοιχη ζημία του πολιτικώς ενάγοντος, ζημία η οποία υπερβαίνει κατά πολύ τα 15.000 ευρώ. Από την υποδομή δε που είχε διαμορφώσει ο κατ/νος (σύλληψη και εφαρμογή συγκεκριμένου σχεδίου δράσης, οργάνωση που διέθετε ως εφοπλιστής και χρήση της υλικοτεχνικής υποδομής των πωλητριών εταιρειών, συμφερόντων του) με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της προπεριγραφόμενης αξιόποινης πράξης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό με την πράξη αυτή εισοδήματος. Σημειώνεται, ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν στράφηκε τότε δικαστικά κατά του κατ/νου, διότι ο τελευταίος τον διαβεβαίωσε κατ' επανάληψη ενώπιον του δικηγόρου του ..., ότι θα αποκαταστήσει τη ζημία του με τη ρευστοποίηση μέρους της μεγάλης ακίνητης περιουσίας που διέθεταν ο ίδιος και ο πατέρας του. Τελικά όμως, ύστερα από συναντήσεις και συνεχείς αναβολές, δεν ετήρησε τις υποσχέσεις του και γι' αυτό ο πολιτικώς ενάγων αναγκάστηκε να υποβάλει την έγκληση, βάσει της οποίας κινήθηκε η προκείμενη ποινική διαδικασία. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής ο κατ/νος υπέβαλε πολυσέλιδα υπομνήματα, με τα οποία, ενώ δεν αμφισβήτησε την γνησιότητα των προαναφερόμενων μνημονίων και πωλητηρίων εγγράφων ή το ύψος του τιμήματος που συμφωνήθηκε, υποστήριξε μεταξύ των άλλων ότι κύριος όρος της πωλήσεως των δυο πλοίων ήταν ο συμψηφισμός του τιμήματος με όλα τα χρέη που βάρυναν τα πλοία, ότι τα χρέη αυτά, τα οποία ο ίδιος δεν τα έχει προσδιορίσει μέχρι σήμερα, ήταν γνωστά στον πολιτικώς ενάγοντα, και ότι αυτός (κατ/νος) δεν έλαβε ατομικά ούτε ένα δολάριο από το τίμημα. Επίσης ο κατ/νος υποστήριξε ότι ουδέποτε υποσχέθηκε και δεν μπορούσε άλλωστε να υποσχεθεί στον πολιτικώς ενάγοντα ότι θα λάβει τους ναύλους των 983.000 δολαρίων, διότι ήταν γνωστό ότι αυτοί είχαν εκχωρηθεί στη δανείστρια Τράπεζα BANK OF SCOTLAND, και τόνισε περαιτέρω ότι, αν είχε δώσει τέτοια υπόσχεση για τόσο μεγάλο ποσό, θα είχε τηρηθεί ο έγγραφος τύπος. Τέλος, κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου ο κατ/νος σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι η συμφωνία για ανάληψη από τον πολιτικώς ενάγοντα όλων των χρεών των πλοίων έγινε προφορικά " για να μην εκτεθεί στην αγορά " (βλ. τα οικεία πρακτικά). Οι ισχυρισμοί ωστόσο αυτοί (εκτός από τον αναφερόμενο στους ναύλους, για τον οποίο θα γίνει ειδικότερα λόγος πιο κάτω) είναι εντελώς αβάσιμοι, αφού αναιρούνται από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν και ιδίως από τα πιο πάνω σύμφωνα και πωλητήρια έγγραφα, από τα οποία σαφώς προκύπτει ότι οι πωλήτριες εταιρείες εδήλωσαν κατά τη σύναψη των συμβάσεων ότι τα δυο πλοία μεταβιβάζονται ελεύθερα οποιουδήποτε βάρους, χρέους κλπ. Σε κάθε δε περίπτωση, αντίκειται στην κοινή λογική ο ισχυρισμός ότι, ενώ το τίμημα των δυο πλοίων ορίστηκε στα 2.500.000 δολάρια και υπερκαλύφθηκε με τον τρόπο που εκτέθηκε πιο πάνω (500.000 δολ. με συμψηφισμό χρεών των πωλητριών, 2.075.000 δολ. με αναχρηματοδότηση του δανείου και 249.000 δολ. με εμβάσματα της EUROBANK), συμφωνήθηκε προφορικά και ανέλαβε ο πολιτικώς ενάγων την υποχρέωση να πληρώσει επιπλέον απροσδιόριστου ύψους χρέη των πλοίων. Άλλωστε, μια τέτοια συμφωνία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής θα είχε καταρτιστεί εγγράφως (όπως εγγράφως, κατά τη σχετική επισήμανση του κατ/νου, θα έπρεπε να καταρτιστεί τυχόν ιδιαίτερη συμφωνία για την τύχη των ναύλων) δεδομένου μάλιστα ότι το τίμημα που συμφωνήθηκε δεν ήταν χαμηλό (όπως άφησε να εννοηθεί ο κατ/νος και κατέθεσαν ορισμένοι μάρτυρες υπεράσπισης), αν ληφθεί ιδίως υπόψη το γεγονός ότι, καθώς δεν αμφισβητείται, τα δυο πλοία εκποιήθηκαν το επόμενο έτος σε δημόσιο πλειστηριασμό αντί του συνολικού ποσού των 450.000 δολαρίων. Όσον αφορά εξάλλου τον επαναλαμβανόμενο στα υπομνήματα του κατ/νου αμφίσημο ισχυρισμό, ότι δεν εισέπραξε ο ίδιος ατομικά ούτε ένα δολάριο από το τίμημα, όπως γίνεται φανερό είναι νομικά αδιάφορος, αφού τυπικά πωλήτριες των δυο πλοίων και συνεπώς δικαιούχοι του τιμήματος ήταν οι προαναφερόμενες εταιρείες, συμφερόντων του. Αντίθετα, όσον αφορά την κατάσταση των δυο πλοίων κατά το χρόνο της μεταβίβασης τους στον πολιτικώς ενάγοντα, προέκυψε ότι ο κατ/νος, προκειμένου να απαλλαγεί απ' αυτά, όπως συνηθίζεται σε ανάλογες συναλλαγές, υπερτόνισε ενδεχομένως τα θετικά χαρακτηριστικά τους. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι παρέστησε ψευδώς στον πολιτικώς ενάγοντα ότι αυτά βρίσκονταν σε άριστη κατάσταση, αφού άλλωστε κάτι τέτοιο δεν συμβιβαζόταν με τα τεχνικά χαρακτηριστικά τους και ιδιαίτερα με την παλαιότητα τους, στοιχεία των οποίων ο πολιτικώς ενάγων είχε σε γενικές γραμμές λάβε γνώση μέσω του μηχανικού ... σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν πιο πάνω. Όσον αφορά δε ειδικά την μηχανική βλάβη του πλοίου " M...", η οποία εμφανίστηκε μετά τη σύναψη της μεταβιβαστικής σύμβασης και για την οποία ο πολιτικώς ενάγων αναγκάστηκε να πληρώσει το ποσό των 208.407,39 μάρκων, δεν προέκυψε ότι την εγνώριζε ο κατ/νος και την απέκρυψε ή την παρασιώπησε αθέμιτα. Επίσης αποδείχθηκε και δεν αμφισβητείται ήδη από τον πολτικώς ενάγοντα ότι τα δυο πλοία μπορούσαν να αποφέρουν ναύλους 900.000 δολαρίων ανά δίμηνο. Δεν υπάρχουν όμως σοβαρές ενδείξεις ότι ο κατ/νος διαβεβαίωσε τον πολιτικώς ενάγοντα ότι θα εισπράξει τους ναύλους, ποσού 983.000 δολαρίων, του τελευταίου ταξιδιού των πλοίων, αφού ήταν γνωστό στον πολιτικώς ενάγοντα ότι, όπως συνηθίζεται άλλωστε στις συναφείς συναλλαγές, τη διαχείριση των ναύλων είχε αναλάβει η δανείστρια BANK OF SCOTLAND, στα πλαίσια δε της σχετικής διαχειριστικής της εξουσίας είχε εξοφλήσει - μεταξύ των άλλων - και χρέος των πωλητριών προς την εταιρεία του πολιτικώς ενάγοντος TOPMAR OIL (βλ. ιδίως το από 15-7-1997 FAX της εν λόγω Τράπεζας προς τη διαχειρίστρια των πλοίων εταιρεία FORTUNA Over Seas). Με βάση τις παραδοχές που προηγήθηκαν, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου Χ1, οι οποίες δικαιολογούν την παραπομπή του στο ακροατήριο για τη διωκόμενη κακουργηματική απάτη, όπως διευκρινίστηκε πιο πάνω (δηλαδή μόνο σε σχέση με την παρασιώπηση των χρεών των επίδικων πλοίων) και περιγράφεται ειδικότερα στο διατακτικό. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 481 παρ. 2, 111 παρ. 1, 122 παρ. 1, 308 παρ. 1, 309 παρ. 1 στοιχ. ε', 316 παρ. 2, 318 ΚΠΔ, να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να εξαφανιστεί το εκκαλούμενο βούλευμα, κατά το μέρος μόνο που αφορά στον κατηγορούμενο Χ1. Ακολούθως, πρέπει να διακρατηθεί κατά το μέρος αυτό η υπόθεση από το Συμβούλιο τούτο και να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος Χ1 να δικαστεί για την εν λόγω πράξη, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1,13 στοιχ. στ', 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1, 27, 51, 52 και 386 παρ. 1 και 3 εδάφιο πρώτο ΠΚ, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, το οποίο είναι το αρμόδιο προς τούτο καθ' ύλην και κατά τόπο Δικαστήριο.
Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Η παραδοχή δε στο προσβαλλόμενο βούλευμα των περισσοτέρων εν προκειμένω τρόπων πραγματώσεως της απάτης για την οποία παραπέμπεται να δικασθεί ο αναιρεσείων και δη αυτών της παράστασης ψευδών γεγονότων ως αληθινών και της παρασιώπησης των αληθινών γεγονότων, δεν αποτελεί αντίφαση, αφού οι στους λόγους αυτούς αναφορές δεν αλληλοαναιρούνται, επαρκώς δε αναφέρεται στο βούλευμα η προηγούμενη ενέργεια του κατηγορουμένου από την οποία προέκυψε η υποχρέωσή του ανακοινώσεως των αληθινών, αναφέρεται δε η ενέργειά του αυτή στις διαβεβαιώσεις που περιέχονται στα πωλητήρια έγγραφα περί μη υπάρξεως βαρών χρεών κ.λ.π. (δείτε και ΑΠ 1551/2006 Π.Χρ. ΝΖ/719 και ΑΠ 575/2009). Επαρκώς δε ακόμη αιτιολογείται περαιτέρω στο προσβαλλόμενο βούλευμα η επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τέλεσης της απάτης που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα με την αναφορά σ' αυτό της φράσης: "Από την υποδομή δε που είχε
διαμορφώσει ο κατ/νος (σύλληψη και εφαρμογή συγκεκριμένου σχεδίου δράσης, οργάνωση που διέθετε ως εφοπλιστής και χρήση υλικοτεχνικής υποδομής των πωλητριών εταιρειών, συμφερόντων του) με πρόθεση επανειλλημένης τέλεσης της προπεριγραφόμενης αξιόποινης πράξης..." Δεν υπεχρεούτο δε το Συμβούλιο να προβεί στην αξιολόγηση επί μέρους των όσων προέκυψαν και στην επ' αυτών έκφραση ιδιαίτερης κρίσης αφού ελευθέρως το δικαστήριο εκτιμά τις αποδείξεις, της περί τούτου κρίσεώς του εκφευγούσης του αναιρετικού ελέγχου.
Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω αβάσιμη ελέγχεται η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω : Να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί κατ' ουσία η υπ' αριθ. 1/2010 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 373/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 22-4-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 386 §1 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της απάτης απαιτείται η προς τον σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από τον δράστη ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη, ένεκα της οποίας ως άμεσο αποτέλεσμα, επέρχεται η βλάβη (ζημία), στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου. Πρέπει όμως ανάμεσα στη βλάβη της ξένης περιουσίας και στο όφελος που επιδιώκει ο δράστης να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότητα από την οποία προκύπτει εμφανώς ο χαρακτήρας του εγκλήματος της απάτης ως εγκλήματος περιουσιακής μετατοπίσεως. Η απάτη μπορεί να τελεσθεί με τρεις υπαλλακτικούς τρόπους, δηλαδή, είτε με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, είτε με αθέμιτη απόκρυψη των αληθινών, είτε με αθέμιτη παρασιώπηση αυτών. Όμως, διαφέρουν μεταξύ τους οι τρόποι αυτοί ως προς το εννοιολογικό περιεχόμενό τους και οι δύο πρώτοι, ήτοι η παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και η απόκρυψη των αληθινών, συνιστούν καθένας τους θετική ενέργεια απατηλής συμπεριφοράς. Ο δεύτερος τρόπος, σε αντίθεση με τον προηγούμενο, προϋποθέτει πάντοτε και άλλη αθέμιτη ενέργεια του δράστη προγενέστερη ή σύγχρονη συγκαλυπτική της αλήθειας από τον άλλον τον οποίον στη συνέχεια τον παραπλανά με την αθέμιτη απόκρυψή της. Ο τρίτος τρόπος, η παρασιώπηση των αληθινών, προϋποθέτει ότι ο δράστης είχε υποχρέωση, είτε από το νόμο είτε από τη σύμβαση είτε από προηγούμενη ενέργειά του, για ανακοίνωση των αληθινών και συνιστά απατηλή συμπεριφορά του, πραγματώνεται δε με παράλειψη. Η παραδοχή περισσοτέρων από ένα τρόπων τελέσεως, εφόσον αλληλοαναιρούνται, δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση της αποφάσεως και καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο, ο έλεγχος για το πώς συντελέστηκε η απάτη, η δε απόφαση στερείται νομίμου βάσεως για εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 386 §1 ΠΚ. Δεν δημιουργείται όμως τέτοια ασάφεια και αντίφαση όταν αναφέρονται οι δύο από τους άνω υπαλλακτικούς τρόπους τελέσεως, εφόσον στο σκεπτικό ή στο διατακτικό εξειδικεύεται ο ένας τρόπος και η απλή αναφορά του άλλου δεν διαφοροποιεί τον τρόπο τελέσεως της πράξεως ή απλώς προσδιορίζει (εξειδικεύει) τον δόλο του δράστη. Ως γεγονότα, από την εν γνώσει παράσταση των ως αληθινών (ενώ είναι ψευδή) ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπησή των, ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη ή παράλειψη νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις, εκτός αν οι τελευταίες συνδέονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, οπότε θεμελιούται και στην περίπτωση αυτή το αδίκημα της απάτης.
Κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του άνω άρθρου 386 ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 §ii του Ν.2408/1996 και έγινε ευμενέστερη, ώστε να εφαρμόζεται αναδρομικά και για πράξεις που είχαν τελεσθεί προηγουμένως (άρθρ. 2 ΠΚ), επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Μετά δε τη νέα αντικατάσταση της παρ.3 του άρθρου 386 από το άρθρο 14 παρ.4 του Ν.2721/1999 απαιτείται επί πλέον για τον υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. (ήδη 15.000 ευρώ), οπότε η νεότερη αυτή, διάταξη αποβαίνει ακόμη ευμενέστερη ως προς αυτή τη ρύθμιση για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδάφ. στ' ΠΚ, που προστέθηκε σ' αυτό το άρθρο με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν.2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη, τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.
Εξ άλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 §1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος, δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι από αυτό συνήγαγε το Συμβούλιο, αλλά αρκεί η μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων, στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε αυτό την παραπεμπτική κρίση του. Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ των ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Αρκεί μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικαστικής πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 §1 και 178 Κ.Ποιν.Δ. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος που παραπέμπει τον κατηγορούμενο ως δράστη της αξιοποίνου πράξεως του άρθρου 386 ΠΚ, δεν αρκεί να εκτίθεται απλώς και μόνο ότι επήλθε βλάβη σε ξένη περιουσία αλλά πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η βλάβη αυτή και πώς επήλθε. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του βουλεύματος απαιτείται και ως προς την κρίση του συμβουλίου για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεως από το δράστη του εγκλήματος, η οποία θεμελιώνει το βαρύτερο χαρακτήρα του διωκόμενου εγκλήματος της απάτης ως κακουργήματος και επιτείνει την τιμώρηση αυτού. Τέλος, κατά το άρθρο 484 §1 στοιχ. β' του Κ.Ποιν.Δ., συνιστά λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που υπάρχει όσον αφορά την εσφαλμένη ερμηνεία όταν το συμβούλιο αποδίδει στην εφαρμοσθείσα διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, όπως αυτό προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα 373/2009. το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με δικές του σκέψεις, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση όλων των κατ' είδος αναφερομένων σ' αυτό αποδεικτικών μέσων που συγκεντρώθηκαν κατά την κύρια ανάκριση που διενεργήθηκε για την υπόθεση (κατάθεση χωρίς όρκο του εγκαλούντος-πολιτικώς ενάγοντος, καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων, έγγραφα που προσκομίσθηκαν σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου Χ1 σε συνδυασμό με τα υπομνήματα που υπέβαλαν αυτός και ο πολιτικώς ενάγων σε διάφορα στάδια της προδικασίας καθώς και όσα οι διάδικοι αυτοί εξέθεσαν προφορικά, κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του άνω Συμβουλίου σε εκτέλεση του 327/2009 παρεμπίπτοντος βουλεύματος του άνω Συμβουλίου, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πολιτικώς ενάγων Ψ είναι επιχειρηματίας στον ..., έχοντας αντικείμενο δραστηριοτήτων διάφορες ναυτιλιακές εργασίες και κυρίως την πώληση καυσίμων και λιπαντικών πλοίων. Ο κατηγορούμενος Χ1 τυγχάνει νομικός αλλά κατά τον κρίσιμο χρόνο που αναφέρεται παρακάτω ασχολούνταν επαγγελματικά με την εκμετάλλευση δύο πλοίων του "D... σημαίας Μάλτας και του "M... σημαίας Κύπρου, πλοιοκτησίας των εταιριών "GIGAN SHIPPING Co LIMITED και DAIANA NAVIGATION LIMITED αντίστοιχα, των οποίων αυτός είχε το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών και τις οποίες διαχειριζόταν μέσω της διοικούμενης από αυτόν διαχειρίστριας εταιρείας "FORTUNA OVERSEAS SHIPPING S.A.". Οι διάδικοι συνδέονταν από το έτος 1992 με στενές φιλικές και οικογενειακές σχέσεις, ενώ από το 1996 συνεργάστηκαν και επαγγελματικά. Στα πλαίσια αυτής της επαγγελματικής των συνεργασίας, κατά το 1997 είχε δημιουργηθεί χρέος 320.000 δολαρίων ΗΠΑ των ως άνω εταιριών προς την εταιρεία "TORMAR OIL CORPORATION S.A.", συμφερόντων του εγκαλούντος από την πώληση καυσίμων και λιπαντικών. Κατά την περίοδο εκείνη ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και δεν μπορούσε να αποπληρώσει το παραπάνω χρέος καθώς και τις ληξιπρόθεσμες δόσεις δανείου 2.300.000 δολαρίων, το οποίο είχαν λάβει οι δύο πλοιοκτήτριες εταιρείες του στις 29-11-1996 από την Τράπεζα "BANK OF SCOTLAND" και το οφειλόμενο υπόλοιπο του οποίου ανερχόταν τότε σε 2.075.000 δολάρια, υπήρχε δε κίνδυνος να χωρήσει αναγκαστική κατάσχεση και εκποίηση των δύο πλοίων στα οποία η παραπάνω Τράπεζα είχε εγγράψει προτιμώμενες υποθήκες προς εξασφάλιση του δανείου.
Για τους λόγους αυτούς, ύστερα από πρόταση του κατηγορουμένου, συμφωνήθηκε να μεταβιβαστούν τα δύο πλοία σε εταιρείες ελεγχόμενες από τον πολιτικώς ενάγοντα, να συμψηφιστεί το παραπάνω χρέος με μέρος του τιμήματος και να αναλάβουν οι αγοράστριες εταιρείες την αποπληρωμή του προαναφερόμενου δανείου καθώς και ορισμένων άλλων οφειλών. Πράγματι, σε εκτέλεση όσων προφορικά είχαν συμφωνηθεί μεταξύ τους, στις 9-6-1997 υπογράφηκε από τους εκπροσώπους των πωλητριών και τον πολιτικώς ενάγοντα μνημόνιο συμφωνίας (MEMORANDUM OF AGREEMENT) για κάθε ένα από τα δύο πλοία και στις 23-7-1997 από τους εκπροσώπους των πωλητριών και των αγοραστριών εταιρειών ARTIBELL SHIPPING Co LIMITED και ... NAVIGATION LIMITED αντίστοιχα (τις οποίες συνέστησε στο μεταξύ ο πολιτικώς ενάγων) το αντίστοιχο πωλητήριο έγγραφο (BILL OF SALE). Το τίμημα ορίστηκε σε 700.000 δολάρια για το πλοίο "D..." και 1.800.000 για το "M...". Η προκαταβολή αυτή, όπως προκύπτει από τα μνημόνια συμφωνίας, δεν έγινε με καταβολή δολαρίων σε μετρητά αλλά με τον συμψηφισμό του προαναφερόμενου χρέους των 320.000 δολαρίων και άλλων μικρότερων χρεών των πωλητριών προς την εταιρεία του πολιτικώς ενάγοντος από την πώληση σ' αυτές καυσίμων και από την κάλυψη λειτουργικών τους εξόδων. Εξ άλλου, το υπόλοιπο του τιμήματος εξοφλήθηκε πλήρως με την χορήγηση από την προαναφερόμενη Τράπεζα "BANK OF SCOTLAND" στις αγοράστριες των πλοίων εταιρείες δανείου 2.075.000 δολαρίων ΗΠΑ (όσο δηλαδή ήταν το οφειλόμενο από τις πωλήτριες στην Τράπεζα αυτή ποσό) το οποίο ο πολιτικώς ενάγων ανέλαβε να εξοφλήσει, και με την πίστωση με το ποσό αυτό των λογαριασμών που τηρούσαν οι πωλήτριες των πλοίων εταιρείες στην εν λόγω Τράπεζα. Έγινε δηλαδή ουσιαστικά αναχρηματοδότηση του δανείου των πωλητριών εταιρειών με την υπεισέλευση στη θέση τους των αγοραστριών των πλοίων εταιρειών. Τούτο συνομολογήθηκε ρητά από τον κατηγορούμενο κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Δικαστικό Συμβούλιο με τη δήλωσή του ότι "ο κ. Ψυποκαταστάθηκε στο δάνειό μας. Ανέλαβε το προαναφερόμενο χρέος μας (2.075.000 δολάρια)". (βλ. τα οικεία πρακτικά). Πέραν αυτών, όπως προκύπτει από τις από 22-7-1997 ενημερώσεις χρεώσεων της EUROBANK, ο τηρούμενος στην τελευταία λογαριασμός του πολιτικώς ενάγοντος χρεώθηκε με τα ποσά των 169.000 και 80.000 δολαρίων, προκειμένου αυτά να καταβληθούν στις πωλήτριες των πλοίων εταιρείες. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι με τα παραπάνω μνημόνια συμφωνίας και πωλητήρια έγγραφα οι πωλήτριες εδήλωσαν ρητά ότι τα επίδικα πλοία είναι ελεύθερα από όλες τις επιβαρύνσεις, υποθήκες, προνόμια ή οποιαδήποτε άλλα χρέη ή αξιώσεις τρίτων. Σημειώνεται ότι πριν από τη σύναψη των επίμαχων αγοραπωλησιών ο πολιτικώς ενάγων είχε δώσει εντολή σε μηχανικό της επιλογής του (...) να επισκεφθεί τα γραφεία της διαχειρίστριας των πλοίων εταιρείας στον ... και να ελέγξει τα τεχνικά χαρακτηριστικά των πλοίων από τα τηρούμενα εκεί αρχεία, όπως και έγινε. Λόγω όμως της φιλικής σχέσης που συνέδεε τους διαδίκους αλλά και διότι τα πλοία ταξίδευαν προς ..., εκτελώντας προγραμματισμένα ταξίδια, ο πολιτικώς ενάγων πείστηκε από τις διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου ότι αυτά βρίσκονταν σε καλή κατάσταση και δεν ζήτησε να γίνει επιτόπια επιθεώρηση αυτών πριν από την πώλησή τους. Τονίζεται πάντως ότι, όπως προκύπτει από τα έγγραφα των πλοίων και ήταν γνωστό στον πολιτικώς ενάγοντα, τα πλοία δεν ήταν καινούργια, αφού το D... είχε ναυπηγηθεί το 1970 και το M... το έτος 1978. Επίσης προκύπτει ότι μετά τη μεταβίβαση των δύο πλοίων και την εξόφληση του τιμήματος με τον προπεριγραφόμενο τρόπο, μόλις αυτά προσήγγισαν στο λιμάνι προορισμού τους, οπότε τα παρέλαβαν ουσιαστικά οι αγοράστριες διάφοροι δανειστές άρχισαν να προβάλλουν σταδιακά απαιτήσεις τους κατά των πλοίων, οι οποίες είχαν γεννηθεί πριν από τη μεταβίβασή τους και να απειλούν ότι θα επιβάλλουν σ' αυτά συντηρητική κατάσχεση. Ειδικότερα οι οικείοι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί οργανισμοί προέβαλαν απαιτήσεις για δόσεις ασφαλίστρων που είχαν γίνει ληξιπρόθεσμες και απαιτητές από το 1995 και εφεξής και ανέρχονταν συνολικά σε 439.129,86 δολάρια ενώ τα πληρώματα προέβαλαν απαιτήσεις για καθυστερούμενους μισθούς ενός έτους περίπου που ανέρχονταν συνολικά σε 412.366,43 δολάρια καθώς και για έξοδα επαναπατρισμού ποσού 57.136,14 δολαρίων. Επίσης, διάφοροι προμηθευτές, πράκτορες, δικηγόροι κλπ, προέβαλαν απαιτήσεις συνολικού ποσού 88.001,54 δολαρίων. Τα χρέη αυτά ο κατηγορούμενος Χ1 τα είχε παρασιωπήσει αθέμιτα από τον πολιτικώς ενάγοντα και, έτσι, εν όψει και της διαβεβαιώσεως που περιέχεται στα πωλητήρια έγγραφα περί μη υπάρξεως βαρών, χρεών κλπ., ο τελευταίος παραπλανήθηκε και αγόρασε τα δύο πλοία, στη συνέχεια δε υποχρεώθηκε να εξοφλήσει και τα εν λόγω χρέη. Έτσι, ο κατηγορούμενος πέτυχε, όπως εξ αρχής σκόπευε να προσπορίσει τυπικά στις πωλήτριες εταιρείες αλλά ουσιαστικά στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, ίσο προς το σύνολο των παραπάνω χρεών (996.633,97 δολαρίων ΗΠΑ), από τα οποία απαλλάχθηκε, με αντίστοιχη ζημία του πολιτικώς ενάγοντος, η οποία ζημία υπερβαίνει κατά πολύ τα 15.000 ευρώ. Από την υποδομή δε που είχε διαμορφώσει ο κατηγορούμενος (σύλληψη και εφαρμογή συγκεκριμένου σχεδίου δράσης, οργάνωση που διέθετε ως εφοπλιστής και χρήση της υλικοτεχνικής υποδομής των πωλητριών εταιρειών, συμφερόντων του), με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της προπεριγραφόμενης αξιοποίνου πράξεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό με την πράξη αυτή εισοδήματος. Σημειώνεται, ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν στράφηκε τότε δικαστικά κατά του κατηγορουμένου, διότι ο τελευταίος τον διαβεβαίωσε κατ' επανάληψη ενώπιον του δικηγόρου του Κων/νου Μακρή, ότι θα αποκαταστήσει τη ζημία του με τη ρευστοποίηση μέρους της μεγάλης ακίνητης περιουσίας που διέθεταν ο ίδιος και ο πατέρας του. Τελικά όμως, ύστερα από συναντήσεις και συνεχείς αναβολές, δεν ετήρησε τις υποσχέσεις του και γι' αυτό ο πολιτικώς ενάγων αναγκάστηκε να υποβάλει την έγκληση βάσει της οποίας κινήθηκε η προκείμενη ποινική διαδικασία. Ο κατηγορούμενος με τα πολυσέλιδα υπομνήματα που υπέβαλε κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, ενώ δεν αμφισβήτησε τη γνησιότητα των προαναφερομένων μνημονίων και πωλητηρίων εγγράφων ή το ύψος του τιμήματος που συμφωνήθηκε, υποστήριξε μεταξύ των άλλων ότι ο κύριος όρος της πωλήσεως των δύο πλοίων ήταν ο συμψηφισμός του τιμήματος με όλα τα χρέη που βάρυναν τα πλοία, ότι τα χρέη αυτά, τα οποία ο ίδιος δεν τα έχει προσδιορίσει μέχρι σήμερα, ήταν γνωστά στον πολιτικώς ενάγοντα και ότι αυτός (κατηγορούμενος) δεν έλαβε ούτε ένα δολλάριο από το τίμημα. Επίσης ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι ουδέποτε υποσχέθηκε και δεν μπορούσε άλλωστε να υποσχεθεί στον πολιτικώς ενάγοντα ότι θα λάβει τους ναύλους των 983.000 δολαρίων, διότι ήταν γνωστό ότι αυτοί είχαν εκχωρηθεί στη δανείστρια Τράπεζα BANK OF SCOTLAND, και τόνισε περαιτέρω, ότι αν είχε δώσει τέτοια υπόσχεση για τόσο μεγάλο ποσό, θα είχε τηρηθεί ο έγγραφος τύπος. Ο κατηγορούμενος κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι η συμφωνία για ανάληψη από τον πολιτικώς ενάγοντα όλων των χρεών των πλοίων έγινε προφορικά "για να μην εκτεθεί στην αγορά" (βλ. τα οικεία πρακτικά). Οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορουμένου (εκτός από τον αναφερόμενο στους ναύλους για τον οποίο γίνεται κατωτέρω λόγος) είναι εντελώς αβάσιμοι, αφού αναιρούνται από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν και ιδίως από τα μνημονευόμενα πιο πάνω σύμφωνα και πωλητήρια έγγραφα, από τα οποία σαφώς προκύπτει ότι οι πωλήτριες εταιρείες εδήλωσαν κατά σύναψη των συμβάσεων ότι τα δύο πλοία μεταβιβάζονται ελεύθερα οποιουδήποτε βάρους, χρέους κλπ. Σε κάθε δε περίπτωση, αντίκειται στην κοινή λογική ο ισχυρισμός ότι, ενώ το τίμημα των δύο πλοίων ορίστηκε στα 2.500.000 δολάρια και υπερκαλύφθηκε με τον τρόπο που εκτέθηκε πιο πάνω (500.000 δολάρια με συμψηφισμό χρεών των πωλητριών, 2.075.000 δολάρια με αναχρηματοδότηση του δανείου και 249.000 δολάρια με έμβασμα της EUROBANK), συμφωνήθηκε προφορικά και ανέλαβε ο πολιτικώς ενάγων την υποχρέωση να πληρώσει επί πλέον απροσδιορίστου ύψους χρέη των πλοίων. Άλλωστε, μια τέτοια συμφωνία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, θα είχε καταρτισθεί εγγράφως (όπως εγγράφως, κατά τη σχετική επισήμανση του κατηγορουμένου, θα έπρεπε να καταρτιστεί τυχόν ιδιαίτερη συμφωνία για την τύχη των ναύλων) δεδομένου μάλιστα ότι το τίμημα που συμφωνήθηκε δεν ήταν χαμηλό (όπως άφησε να εννοηθεί ο κατηγορούμενος και κατέθεσαν ορισμένοι μάρτυρες υπεράσπισης), αν ληφθεί ιδίως υπόψη το γεγονός ότι, καθώς δεν αμφισβητείται, τα δύο πλοία εκποιήθηκαν το επόμενο έτος σε δημόσιο πλειστηριασμό αυτή του συνολικού ποσού των 450.000 δολαρίων. Όσον αφορά εξ άλλου τον επαναλαμβανόμενο στα υπομνήματα του κατηγορουμένου αμφίσημο ισχυρισμό, ότι δεν εισέπραξε ο ίδιος ατομικά ούτε ένα δολάριο από το τίμημα, όπως γίνεται φανερό είναι νομικά αδιάφορος, αφού τυπικά πωλήτριες των δύο πλοίων και συνεπώς δικαιούχοι του τιμήματος ήταν οι προαναφερόμενες εταιρείες συμφερόντων του. Όσον αφορά την κατάσταση των δύο πλοίων κατά το χρόνο της μεταβίβασής τους στον πολιτικώς ενάγοντα, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος προκειμένου να απαλλαγεί από αυτά, όπως συνηθίζεται σε ανάλογες συναλλαγές, υπερτόνισε ενδεχομένως τα θετικά χαρακτηριστικά τους. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι παρέστησε ψευδώς στον πολιτικώς ενάγοντα ότι αυτά βρίσκονταν σε άριστη κατάσταση, αφού άλλωστε κάτι τέτοιο δεν συμβιβαζόταν με τα τεχνικά χαρακτηριστικά τους και ιδιαίτερα με την παλαιότητά τους, στοιχεία των οποίων ο πολιτικώς ενάγων είχε σε γενικές γραμμές λάβει γνώση μέσω του μηχανικού ..., σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν πιο πάνω. Όσον αφορά δε ειδικά τη μηχανική βλάβη του πλοίου"M..." η οποία εμφανίστηκε μετά τη σύναψη της μεταβιβαστικής σύμβασης και για την οποία ο πολιτικώς ενάγων αναγκάστηκε να πληρώσει το ποσό των 208.407,39 μάρκων, δεν προέκυψε ότι την εγνώριζε ο κατηγορούμενος και την απέκρυψε ή την παρασιώπησε αθέμιτα. Επίσης αποδείχθηκε και δεν αμφισβητείται ήδη από τον πολιτικώς ενάγοντα ότι τα δύο πλοία μπορούσαν να αποφέρουν ναύλους 900.000 δολαρίων ανά δίμηνο. Δεν υπάρχουν όμως σοβαρές ενδείξεις ότι ο κατηγορούμενος διαβεβαίωσε τον πολιτικώς ενάγοντα ότι θα εισπράξει τους ναύλους, ποσού 983.000 δολαρίων του τελευταίου ταξιδίου των πλοίων, αφού ήταν γνωστό στον πολιτικώς ενάγοντα ότι, όπως συνηθίζεται άλλωστε στις συναφείς συναλλαγές, τη διαχείριση των ναύλων είχε αναλάβει η δανείστρια BANK OF SCOTLAND, στα πλαίσια δε της σχετικής διαχειριστικής της εξουσίας είχε εξοφλήσει - μεταξύ των άλλων - και χρέος των πωλητριών προς την εταιρεία του πολιτικώς ενάγοντος TORMAR OIL (βλ. ιδίως το από 15-7-1997 FAX της εν λόγω Τράπεζας προς την διαχειρίστρια των πλοίων εταιρεία FORTUNA OVERSEAS). Με βάση τις παραδοχές που προηγήθηκαν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου Χ1, οι οποίες δικαιολογούν την παραπομπή του στο ακροατήριο για τη διωκόμενη κακουργηματική απάτη, όπως διευκρινίστηκε πιο πάνω (δηλαδή μόνο σε σχέση με την παρασιώπηση των χρεών των επιδίκων πλοίων) και περιγράφεται ειδικότερα στο διατακτικό". Κατ' ακολουθία αυτών, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, στο οποίο είχε επανεισαχθεί η υπόθεση μόνο για τον κατηγορούμενο Χ1ύστερα από την έκδοση του 265/2008 απορριπτικού βουλεύματος του ίδιου Συμβουλίου και την επί ασκηθείσης κατά του εν λόγω βουλεύματος από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αναιρέσεως κατά το μέρος που αφορούσε τον πρώτο άνω κατηγορούμενο έκδοση από τον Άρειο Πάγο σε Συμβούλιο της 750/2009 αποφάσεως με την οποία αναίρεσε το προηγούμενο άνω βούλευμα του ιδίου Συμβουλίου Εφετών και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα κρίση σ' αυτό το Συμβούλιο, έκρινε ότι πρέπει να γίνει δεκτή η από 27-12-2007 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 73/2007 έφεση του πολιτικώς ενάγοντος κατά του 1209/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς που είχε αποφανθεί να μην γίνει κατηγορία κατά του ήδη αναιρεσείοντος και κατά του συγκατηγορουμένου του Χ2. Έτσι το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμα παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι στον ... κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-1997 έως 23-7-1997 έχοντας σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και με την αθέμιτη παρασιώπηση αληθινών γεγονότων το όφελος δε που επιδίωξε και η ζημία που προκάλεσε με την πράξη του, την οποία τελεί κατ' επάγγελμα, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Πλέον συγκεκριμένα δε σε ημερομηνίες που δεν εξακριβώθηκαν αλλά εντός του άνω χρονικού διαστήματος, κατά το οποίο είχε την ιδιότητα του εφοπλιστή και εκμεταλλευόταν μέσω της διαχειρίστριας εταιρείας "FORTUNA OVERSEAS SHIPPING S.A." τα φορτηγά πλοία D... με σημαία Μάλτας και αριθμό νηολογίου Β... και M...., με σημαία Κύπρου και αριθμό νηολογίου ... ..., τα οποία ανήκαν αντίστοιχα στις εταιρείες "D..." και "GIGAN SHIPPING LTD", παρέστησε εν γνώσει ψευδώς στον εγκαλούντα Ψ ότι τα επίδικα πλοία είναι ελεύθερα από επιβαρύνσεις, προνόμια ή οποιαδήποτε χρέη τρίτων, ότι οι δόσεις των απαιτητών ασφαλίστρων που βάρυναν τα προαναφερόμενα πλοία είχαν εξοφληθεί και ότι τα υπόλοιπα χρέη των πλοίων σε τρίτους ήταν μικρά, ανάγονταν σε διάστημα μικρότερα των δύο μηνών και θα τα εξοφλούσε σύντομα, αποσιωπώντας αθέμιτα το γεγονός, ότι υπήρχαν μεγάλα χρέη των πλοίων, που είχαν δημιουργηθεί από το έτος 1995 και εφεξής και ανέρχονταν συνολικά στα 996.633,97 δολάρια ΗΠΑ ή 685.395,51 ευρώ (412.366,43 οι δεδουλευμένοι μισθοί των πληρωμάτων, 57.136,14 τα έξοδα επαναπατρισμού τους, 436.126,86 οι ληξιπρόθεσμες δόσεις των ασφαλίστρων και 88.001,54 δολάρια χρέη σε προμηθευτές, μηχανουργεία, πράκτορες, δικηγόρους κλπ). Με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις και την αθέμιτη παρασιώπηση των υπαρχόντων πολύ μεγάλων σε σχέση με την αξία των πλοίων χρεών έπεισε τον εγκαλούντα να αγοράσει τα δύο πλοία στις 23-7-1997 μέσω των εταιρειών "MARIANA NAVIGATION LTD" και "ARTIBEL SHIPPING CO LTD", αντίστοιχα, τις οποίες συνέστησε για το σκοπό αυτόν αντί τιμήματος 700.000 και 1.800.000 δολαρίων αντίστοιχα, το οποίο ο εγκαλών εξόφλησε ολοσχερώς με εμβάσματα, με συμψηφισμό με απαιτήσεις που είχε κατά των πωλητριών και με την ανάληψη της υποχρεώσεως από τις αγοράστριες της εξοφλήσεως δανείου 2.075.000 δολαρίων το οποίο είχαν συνάψει οι πωλήτριες με την Τράπεζα BANK OF SCOTLAND. Έτσι προκάλεσε στον εγκαλούντα, ο οποίος αναγκάστηκε να εξοφλήσει και τα παραπάνω χρέη, ισόποση ζημία και αποκόμισαν οι πωλήτριες εταιρείες, όπως εξ αρχής σκόπευε, αντιστοίχου ύψους παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ. Από την υποδομή δε που είχε διαμορφώσει (σύλληψη και εκτέλεση συγκεκριμένου σχεδίου δράσεως, οργάνωση που διέθετε ως εφοπλιστής και χρήση της υλικοτεχνικής υποδομής των πωλητριών εταιρειών) με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της παραπάνω αξιοποίνου πράξεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό με αυτήν εισοδήματος.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο παραπέμπεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, τις αποδείξεις από τις οποίες τα συνήγαγε καθώς επίσης και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 386 §§1 ,3 και 13 εδ. στ' ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ως προς τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατά των παραδοχών του προσβαλλομένου βουλεύματος, παρατηρούνται τα εξής:
Με όσα δέχεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό για το ότι επέτυχε ο ήδη αναιρεσείων να παραπλανήσει τον πολιτικώς ενάγοντα με την παρασιώπηση αθεμιτως από αυτών των αναφερομένων άνω χρεών ύψους 996633,97 δολλαρίων ΗΠΑ που υπερέβαινε τα 15.000 ευρώ και τον έπεισε να προχωρήσει στην αγορά των αναφερομένων πλοίων μέσω των εταιρειών που συνέστησε ο τελευταίος και να υποχρεωθεί έτσι να εξοφλήσει στη συνέχεια τα εν λόγω χρέη με συνέπεια να προσπορισθεί στις πωλήτριες πλοιοκτήτριες εταιρείες, (την πλειοψηφία των μετοχών των οποίων κατείχε ο ίδιος ο αναιρεσείων, που διοικούσε και από τον ... στην εταιρεία FORTUNA OVERSEAS SHIPPINGS.A, μέσω της οποίας γινόταν η διαχείρισή των), παράνομο όφελος επαρκώς προσδιορίζονται τα στοιχεία της αποδιδόμενης αξιοποίνου πράξεως ως προς το πρόσωπο των ωφεληθέντων από την τέλεση αυτής. Στο έγκλημα της απάτης προϋποτίθεται η πρόκληση ή επέλευση βλάβης στην περιουσία άλλου προσώπου με σκοπό την απόκτηση παρανόμου περιουσιακού οφέλους του υπαιτίου ή τρίτου που επιτυγχάνεται με την παραπλάνηση άλλου χωρίς να είναι αναγκαίο να ταυτίζεται το πρόσωπο του παραπλανήσαντος με εκείνο του ωφεληθέντος ούτε το πρόσωπο του παραπλανηθέντος με εκείνο του ζημιωθέντος. Για να τονισθεί η συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου ως προς την τέλεση της αξιοποίνου πράξεως με την επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού ήτοι την αποκομιδή περιουσιακού οφέλους με βλάβη τρίτου και των επωφελών και για τον ίδιο συνεπειών γίνεται μνεία στο σκεπτικό του βουλεύματος ότι ο αναιρεσείων σκόπευε να προσπορίσει τυπικά στις πωλήτριες εταιρείες αλλά ουσιαστικά στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο προς το από 996633,97 δολλάρια ΗΠΑ σύνολο των άνω χρεών εν όψει του ότι έλεγχε ο ίδιος το μεγαλύτερο μέρος των μετοχών κάθε πλοιοκτήτριας εταιρείας και διοικούσε ο ίδιος την εταιρεία FORTUNA OVERSEAS μέσω της οποίας γινόταν η τεχνική και εμπορική διαχείριση των πλοίων αυτών στα πλαίσια της εκμεταλλεύσεως των.
Έτσι παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, δεν δημιουργείται ασάφεια η αντίφαση από όσα επι πλέον των όσων αναφέρονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος για το ότι οι πλοιοκτήτριες εταιρείες των πωληθέντων δύο άνω πλοίων ήταν οι ωφελούμενες, γίνονται δεκτά στο ίδιο βούλευμα ότι ουσιαστικά στον αναιρεσείοντα προσπορίστηκε το παράνομο περιουσιακό όφελος κατά αντίστοιχο ποσό προς το οποίο ζημιώθηκε ο παραπλανηθείς πολιτικώς ενάγων.
Περαιτέρω, κατά τις πιο πάνω παραδοχές του βουλεύματος αυτού, προσδιορίζεται επακριβώς το ύψος της ζημίας του πολιτικώς ενάγοντος και τα μερικότερα ποσά της, από την πράξη της κακουργηματικής απάτης για την οποία δέχθηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι τελέσθηκε από τον ήδη αναιρεσείοντα. Το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι σε 996633,97 δολλάρια ανερχόταν η συνολική ζημία που προκλήθηκε στον εγκαλούντα-πολιτικώς ενάγοντα και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδιώχθηκε από τον υπαίτιο και αποκόμισαν οι πωλήτριες εταιρείες. Δεν αποτελεί παραδοχή του προσβαλλόμενου βουλεύματος ότι η ζημία που προκάλεσε ο κατηγορούμενος στον εγκαλούντα ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 1.719.090 ευρώ, όπως εσφαλμένα υποστηρίζει στην ένδικη αίτηση ο αναιρεσείων. Απλώς κατά την εξιστόρηση στο προσβαλλόμενο βούλευμα των περιστατικών όπως περιλαμβάνονταν στην κατηγορία που είχε απαγγελθεί κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου μετά την άσκηση εναντίον του ποινικής διώξεως, παρατίθεται μεταξύ άλλων και ότι η προκληθείσα στον εγκαλούντα ζημία από την πράξη της απάτης και το συνολικό όφελος που επιδίωξε ο κατηγορούμενος ανερχόταν (κατά την κατηγορία) σε 1.719.090 ευρώ.
Στα περιστατικά που προέκυπταν από τα κατ'είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο Εφετών στηρίζονται οι παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι οι απαιτήσεις που άρχισαν να προβάλλονται σταδιακώς από διάφορους δανειστές μετά τη μεταβίβαση των πλοίων και μόλις αυτά προσήγγισαν στους λιμένες προορισμού των και παρελήφθησαν από τις αγοράστριες εταιρείες και αφορούσαν σε δόσεις ασφαλίστρων ληξιπρόθεσμες από του έτους 1995 και εφεξής σε καθυστερούμενους μισθούς των πληρωμάτων των πλοίων ενός έτους καθώς και σε έξοδα επαναπατρισμού και σε απαιτήσεις διαφόρων προμηθευτών, πρακτόρων και δικηγόρων, είχαν γεννηθεί πριν από τη μεταβίβαση των πλοίων και ότι την ύπαρξη των χρεών αυτών είχε παρασιωπήσει αθεμίτως ο κατηγορούμενος από τον πολιτικώς ενάγοντα που παραπλανήθηκε και προχώρησε στην αγορά των. Περιέχει επομένως το προσβαλλόμενο βούλευμα αιτιολογία όσον αφορά τις διαβεβαιώσεις που δόθηκαν στον εγκαλούντα από τον κατηγορούμενο κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων και μέχρι την κατάρτιση των συμβάσεων για την πώληση των δύο άνω ποντοπόρων πλοίων σε σχέση με πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν, η αθέμιτη απόκρυψη των οποίων υπήρξε η παράγωγος αιτία παραπλάνησης του πολιτικώς ενάγοντος που προχώρησε στην αγορά των άνω πλοίων και περαιτέρω υποχρεώθηκε αυτός να εξοφλήσει τα εν λόγω προυπάρχοντα της μεταβιβάσεως των πλοίων άνω χρέη, κατά τα γενόμενα δεκτά από το Συμβούλιο Εφετών. Πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη επι της ουσίας κρίση του Συμβουλίου που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα από την αμφισβήτηση από τον αναιρεσείοντα ότι δεν αφορούσαν περιστατικά αναγομένα στο παρελθόν τα χρέη αυτά των πλοίων που έγινε δεκτό με το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι από τον κατηγορούμενο αποσιωπήθηκαν κατά τις συνεννοήσεις του με τον πολιτικώς ενάγοντα για την απόκτηση από τον τελευταίο των δύο άνω πλοίων με τον ισχυρισμό του ότι συνάγοταν από έγγραφο λίστας με ένδειξη "Δ" ότι ήταν χρέη μεταγενέστερα της μεταβιβάσεως στις 23/7/1997 των δύο πλοίων τα από 57136,14 δολλάρια ΗΠΑ έξοδα επαναπατρισμού μελών του πληρώματος.
Δεν είναι υποχρεωτικό να γίνεται μνεία στο βούλευμα τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και είναι απορριπτέοι οι παραπάνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος και οι συναφείς για ελλιπή αιτιολογία του από παράλειψη παραθέσεως στο άνω βούλευμα περιστατικών, λογιστικών στοιχείων ή παραστατικών όσον αφορά την παραδοχή της συνολικής ζημίας και το ύψος των επι μέρους κονδυλίων που συγκροτούν αυτήν.
Περαιτέρω από όσα δέχεται στο σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος το Συμβούλιο Εφετών εξειδικεύεται ότι η επίτευξη της παραπλανήσεως του εγκαλούντος πολιτικώς ενάγοντος και τελέσεως της απάτης για την οποία κρίνεται ότι πρέπει να παραπεμφθεί στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου ο ήδη αναιρεσείων, έγινε από τον τελευταίο προεχόντως με τον τρίτο από τους υπαλλακτικούς μικτούς τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 386 Π.Κ. και κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα δηλαδή με παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, που συνιστά περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς δια παραλείψεως.
Ειδικότερα έγινε δεκτό από το Συμβούλιο Εφετών ότι παραπλανήθηκε ο εγκαλών-πολιτικώς ενάγων και προχώρησε σε αγορά των δύο πλοίων από την παράλειψη του αναιρεσείοντος να αναφέρει τα χρέη που εβάρυναν τα άνω πλοία και υποχρεώθηκε στη συνέχεια να εξοφλήσει, μετά την αγορά των, ο πολιτικώς ενάγων, που έτσι ζημιώθηκε. Δεν δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση μεταξύ των άνω παραδοχών του βουλεύματος αυτού και των όσων διαλαμβάνονται στο διατακτικό του επι πλέον ως γενομένων δεκτών ότι ο ήδη αναιρεσείων εν γνώσει παρέστησε ψευδώς στον εγκαλούντα ότι τα επίδικα πλοία είναι ελεύθερα από επιβαρύνσεις, προνόμια ή οποιαδήποτε χρέη τρίτων και ότι οι δόσεις των απαιτητών ασφαλίστρων που βάρυναν τα προαναφερόμενα πλοία είχαν εξοφληθεί καθόσον η παραδοχή αυτή και υπό την εκδοχή ότι αποτελούσε πρόσθετο. Δεν διαφοροποιεί τον τρόπο τελέσεως της απάτης με παρασιώπηση ανακοινώσεως αληθινών γεγονότων από τον υπαίτιο η αναφορά στο διατακτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος των άνω δηλώσεων που δέχεται ότι έγιναν από τον ήδη αναιρεσείοντα προς την εγκαλούντα και ότι ήταν ψευδείς καθόσον δεν αναιρείται από το περιεχόμενο αυτών των άνω δηλώσεων η τέλεση της απάτης με την παράλειψη ανακοινώσεως της αλήθειας ως προς το ότι υπήρχαν ήδη τα άνω χρέη κατά τον χρόνο που έγιναν οι συνεννοήσεις του κατηγορούμενου με τον εγκαλούντα.
Το ίδιο, ότι δηλαδή δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, που να καθιστά ανέφικτο από τον Άρειο Πάγο τον έλεγχο για το πώς συντελέσθηκε η απάτη, παρατηρείται, και σε σχέση με την παραδοχή στο διατακτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι ο ήδη αναιρεσείων παρέστησε ψευδώς στον εγκαλούντα και ότι τα υπόλοιπα χρέη των πλοίων προς τρίτους ήταν μικρά, ανάγονταν σε διάστημα μικρότερο των δύο μηνών και θα τα εξοφλούσε σύντομα.
Δεν αποκλειόταν η τέλεση της απάτης με παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από το περιεχόμενο των αναφερομένων ότι έγιναν από τον ήδη αναιρεσείοντα παραστάσεων ψευδών γεγονότων ως προς τα χρέη των άνω πλοίων με σκοπό παραπλάνησης του εγκαλούντος. Με αυτές τις παραστάσεις ψευδών γεγονότων εκ μέρους του αναιρεσείοντος, προς τον εγκαλούντα ως προς την έκταση και το χρόνο γενέσεως των λοιπών χρεών για τα υπό πώληση δύο άνω πλοία που αναφέρονται στο διατακτικό του άνω βουλεύματος δεν παύει να υπάρχει ένα μόνο έγκλημα απάτης που τελέσθηκε με τον διευκρινιζόμενο στο σκεπτικό του βουλεύματος τρόπο της παρασιωπήσεως αληθινών γεγονότων από τον υπαίτιο. Η αναφορά και ετέρου από τους υπαλλακτικούς τρόπους τελέσεως του στο διατακτικό του βουλεύματος έγινε προς εξειδίκευση του δόλου του δράστη για το εν λόγω έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση ως έγκλημα σκοπού. Κατόπιν αυτών είναι απορριπτέοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος για ασάφειες και ελλείψεις στην αιτιολογία του προσβαλλομένου βουλεύματος και για αντιφατικές παραδοχές σε σχέση με τις δηλώσεις του για τα χρέη των πλοίων στο σκεπτικό και στο διατακτικό που να στέρησαν νομίμου βάσεως το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών περί παραπομπής του για την αποδιδόμενη αξιόποινη πράξη.
Από όσα έγιναν δεκτά με το προσβαλλόμενο βούλευμα για τα όσα διαμείφθηκαν από τότε που πρότεινε ο αναιρεσείων στον άνω εγκαλούντα να αποκτηθούν από εταιρείες ελεγχόμενες από τον τελευταίο τα δύο πλοία "D..." και "M..." μέχρι υπογραφή στις 9-6-1997 των μνημονίων συμφωνίας για καθένα από τα άνω πλοία και την υπογραφή στις 23-7-1997 των αντίστοιχων πωλητηρίων εγγράφων για τα πλοία αυτά και για παροχή διαβεβαιώσεων από μέρους του κατηγορουμένου προς τον εγκαλούντα για την κατάσταση των πλοίων και την μη ύπαρξη χρεών αυτών κατά την υπογραφή των άνω συμφωνητικών, προκύπτει ότι προηγήθηκε στάδιο διαπραγματεύσεων της καταρτίσεως των συμβάσεων μεταβιβάσεως των πλοίων αυτών στις οποίες ο αναιρεσείων ως εκπρόσωπος των πωλητριών πλοιοκτητριών εταιρειών, είχε ενεργό συμμετοχή. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω και των περαιτέρω παραδοχών του βουλεύματος ότι ο αναιρεσείων δεν προήλθε σε προφορική συμφωνία για την ανάληψη από τον πολιτικώς ενάγοντα όλων των χρεών των πλοίων παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίσθηκε κατά τη αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών έπεται ότι ο ήδη αναιρεσείων είχε υποχρέωση να γνωστοποιήσει στον πολιτικώς ενάγοντα τα αληθινά γεγονότα που αθεμίτως έγινε δεκτό ότι παρασιώπησε και αφορούσαν προϋπάρχοντα χρέη των άνω πλοίων κατά τις προηγηθείσες διαπραγματεύσεις και κατά την κατάρτιση των συμβάσεων πωλήσεως αυτών, καθόσον ετάσσετο από τον νόμο η αντίθετη υποχρέωση ανακοινώσεως των, σύμφωνα με τις αρχές των υγιών συναλλακτικών ηθών και την καλή πίστη που δύναται να θεμελιωθεί και στην από τις διατάξεις των άρθρων 197, 288 και 330 Α.Κ. επιβαλλόμενη σε κάθε συναλλασσόμενο συμπεριφορά.
Από τις παραδοχές του βουλεύματος για τα ανωτέρω και ως προς τα περιστατικά παραπλανήσεως του πολιτικώς ενάγοντος από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο μέχρι τη σύναψη των συμβάσεων πωλήσεως των πλοίων είναι φανερό ότι κατά παράβαση υποχρεώσεως συμπεριφοράς, που επιβαλλόταν από τους ισχύοντες άνω κανόνες να επιδειχθεί κατά τις διαπραγματεύσεις που προηγούνται αλλά και κατά την κατάρτιση της κύριας συμβάσεως έγινε η χαρακτηριζόμενη στο βούλευμα ως αθέμιτη παρασιώπηση από τον αναιρεσείοντα ουσιωδών αληθινών γεγονότων που συνεπάγονταν επιζήμιες συνέπειες για τον πολιτικώς ενάγοντα ως συναλλασσόμενο μαζί του. Είναι απορριπτέες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για το ότι δεν γίνεται μνεία ούτε διευκρίνιση στο προσβαλλόμενο βούλευμα σχετικά με την προέλευση αυτής της υποχρεώσεως του να προβεί σε ανακοίνωση για τα άνω αληθινά γεγονότα προς τον εγκαλούντα και ότι καθίσταται έτσι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για ορθή εφαρμογή του άρθρου 386 παρ.1 Π.Κ.
Τέλος υφίσταται ειδική αιτιολογία ως προς την επιβαρυντική περίσταση της κατ'επάγγελμα τελέσεως της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως αφού αναλύεται η υποδομή που είχε διαμορφώσει ο κατηγορούμενος με πρόθεση επανειλημμένως τελέσεως αυτής. Προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι ενήργησε βάσει επινοηθέντος σχεδίου του ο αναιρεσείων, το οποίο εφάρμοσε χρησιμοποιώντας την οργάνωση της επιχειρήσεως που διέθετε για να διαχειρίζεται πλοία και τα υλικά και τεχνικά μέσα των πωλητριών πλοιοκτητριών εταιρειών συμφερόντων του για να επιτύχει την παραπλάνηση του πολιτικώς ενάγοντος ώστε να αγοράσει τα δύο πλοία μέσω εταιρειών που συνέστησε και να υποστεί έτσι ζημία ο τελευταίος από τα άνω χρέη των δύο αυτών πλοίων ύψους 996.633,97 δολαρίων ΗΠΑ, που υποχρεώθηκε να εξοφλήσει στη συνέχεια.
Επομένως όλοι οι λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως από το άρθρο 484 παρ.1 εδαφ.β'και δ'Κ.Ποιν.Δ., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-1-2010 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ'αριθμό 373/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη από υπαίτιο που διαπράττει κατ' επάγγελμα τέτοιο έγκλημα και από το οποίο το παράνομο περιουσιακό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνει τα 15.000 € με παρασιώπηση από τον κατηγορούμενο ουσιωδών αληθινών γεγονότων που συνεπάγονταν επιζήμιες συνέπειες για πολιτικώς ενάγοντα. Αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών που είχε δεχθεί έφεση του πολιτικώς ενάγοντος κατά του πρωτοδίκου αθωωτικού βουλεύματος. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως διότι είναι αβάσιμοι τόσο ο λόγος για έλλειψη ειδικώς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσο και ο λόγος για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 1613/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Κούκλη), Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για
την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκούτα, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τη με αριθμό 9669/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουνίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 23/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 23/2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περίπτωση 5, 527 παρ. 1 και 3, 528 παρ. 1 του Κωδ.Ποιν.Δικ. την από 22/6/2009 και με ημερομηνία καταχωρήσεως 26-6-2009 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασμένου Χ, 44 ετών, εμπόρου, υπηκόου Συρίας, κατοίκου ..., οδός ..., κατά της υπ'αριθμ. 9669/10-10-2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη κατ' άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. διότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα η από 19-8-2005 έφεσή του κατά της υπ'αριθμ. 83041/13-11-2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία είχε καταδικαστεί ερήμην σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών που μετατράπηκε προς 4.40 ΕΥΡΩ ημερησίως για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που τελέσθηκε κατ'εξακολούθηση κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1997 και 2000 στην Αθήνα (άρθρα 26 παρ. 1, 27, 98 και 386 παρ. 1β του Π.Κ.). Κατά δε της υπ' αριθμ. 9669/10-10-2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, άσκησε εν συνεχεία την υπ' αριθμ. 447 και από 20 Οκτωβρίου 2005 αίτηση αναιρέσεως, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1475/27-6-2006 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου που επικύρωσε έτσι την υπ' αριθμ. 9669/10-10-2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Μετά την εξέλιξη αυτή ο εν λόγω αιτών προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με την υπ' αριθμ. 46929/16-11-2006 προσφυγή του επικαλούμενος παραβίαση του δικαιώματος προσβάσεώς του σε δικαστήριο όπως προβλέπεται από το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. Το εν λόγω δικαστήριο με την από 28 Μαΐου 2009 απόφασή του έκανε δεκτή την προσφυγή του διότι έκρινε ότι ο αιτών έπρεπε να αναζητηθεί από τα αρμόδια όργανα επιδόσεως όχι μόνο στην φερομένη ως γνωστή του αστική κατοικία στην οδό ..., αλλά και στην επαγγελματική του κατοικία στην οδό ... και όχι να του επιδοθεί η υπ'αριθμ. 83041/13-11-2002 ερήμην καταδικαστική απόφαση ως αγνώστου διαμονής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 156 Κ.Π.Δ. διότι έτσι παραβιάσθηκε το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.
Η προκει-μένη αίτηση υποβλήθηκε εκ παραδρομής προφανώς στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο Αθηνών του αιτούντος ... δυνάμει της από 26-6-2009 εξουσιοδοτήσεως. Κατόπιν τούτου ο Αντεισαγγελέας Εφετών Αθηνών Γεώργιος Χαλιάσος με το υπ' αριθμ. πρωτ. 38870/17-12-2009 έγγραφό του μας υπέβαλε την σχετική αίτηση με τα συνημμένα σε αυτήν έγγραφα προς περαιτέρω χειρισμό λόγω αρμοδιότητος. Επειδή η εν λόγω αίτηση παραδεκτώς εισάγεται και είναι βάσιμη κατ' ουσία σύμφωνα με την περίπτωση 5 της παραγράφου 1 του άρθρου 525 Κ.Π.Δ., πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. 9669/10-10-2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών που απέρριψε ως απαράδεκτη την υπ' αριθμ. 447/20-10-2005 έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 83041/13-11-2002 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών που μετατράπηκε προς 4.40 ΕΥΡΩ ημερησίως για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση στην ... κατά το χρονικό διάστημα από τα μέσα του έτους 1997 έως και το έτος 2000. Επειδή δε η ανωτέρω πράξη λόγω του πλημμεληματικού της χαρακτήρα έχει υποκύψει στην οκταετή παραγραφή που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.3 σε συνδ. με το άρθρο 113 παρ.3 του Π.Κ., δεν είναι αναγκαία η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που απέρριψε την έφεσή του δικαστήριο και ως εκ τούτου πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για την πράξη αυτή λόγω παραγραφής.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω
1) Να γίνει δεκτή η από 22-6-2009 και με ημερομηνία καταχωρήσεως 26-6-2009 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασμένου Χ, 44 ετών, εμπόρου, υπηκόου Συρίας, κατοίκου ..., οδός ..., κατά της υπ'αριθμ. 9669/10-10-2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη κατ' άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η από 19-8-2005 έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 83041/13-11-2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία είχε καταδικαστεί ερήμην σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών που μετατράπηκε προς 4.40 ΕΥΡΩ ημερησίως για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που τελέσθηκε κατ'εξακολούθηση κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1997 και 2000 στην Αθήνα, η οποία και να ακυρωθεί και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
Αθήνα 26-3-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό. Μεταξύ αυτών είναι και η περίπτωση σύμφωνα με την οποία "αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε". Η τελευταία αυτή περίπτωση, ως πέμπτη της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 525 του ΚΠΔ, θεσπίσθηκε με το άρθρο ενδέκατο του Ν. 2865/2000. Όμως η επανάληψη της διαδικασίας σε αυτή την περίπτωση, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος επηρέασε, και μάλιστα αρνητικά, την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης αυτού (του αιτούντος) μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία υπογράφηκε στη ... την 4.11.1950 και κυρώθηκε για πρώτη φορά από την Ελλάδα με το Ν. 2329/1953 και ύστερα εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974 κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση έχει ως εξής: "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει .....επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως....". Τέλος, με το άρθρο 46 παρ. 1 της ΕΣΔΑ θεσπίζεται υποχρέωση των συμβαλλομένων κρατών "να συμμορφώνονται προς τις οριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου επί των διαφορών στις οποίες είναι διάδικοι". Η Ελληνική Πολιτεία κατ' επιταγή του ως άνω άρθρου 46 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, κυρώθηκε τελικώς με το Ν.Δ. 53/1974 και αποτελεί κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού δικαίου και υπερισχύει από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη εσωτερικού Νόμου, θέσπισε την ως άνω περίπτωση 5 της παρ. 1 του άρθρου 525 ΚΠΔ. Στην, κατά την τελευταία αυτή περίπτωση, έννοια του δικαιώματος, η διαπίστωση της παραβιάσεως του οποίου συνιστά λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, υπάγονται ασφαλώς όλα τα δικαιώματα του μέρους Ι της Συμβάσεως (αρθρ. 2-18 της ΕΣΔΑ).
Συνεπώς, σε όλες τις περιπτώσεις που το ΕΔΔΑ διαπιστώνει, ότι η ποινική καταδίκη του αιτούντος (προσφεύγοντος) ή η διαδικασία που ακολουθήθηκε για την τελική κρίση επ' αυτής συνεπάγεται προσβολή του δικαιώματος αυτού προσβάσεως στο ανώτερο Δικαστήριο (όπως π.χ. σε περίπτωση αναιρέσεως στον Άρειο Πάγο), αντίκειται στην προαναφερθείσα Ευρωπαϊκή Σύμβαση και παρέχεται η δυνατότητα επαναλήψεως της διαδικασίας, η οποία όμως τελεί, όπως προαναφέρθηκε, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος επηρέασε, και μάλιστα αρνητικά, την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης αυτού (αιτούντος) μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας.
Στην υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ο αιτών εκθέτει ότι με την υπ' αριθμ. 83041/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάσθηκε ερήμην σε ποινή φυλακίσεως δύο(2) ετών για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1997 και 2000 στην .... Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση, η οποία όμως απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, διότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα, με την υπ' αριθμ. 9669/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης άσκησε αίτηση αναιρέσεως, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1475/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Στη συνέχεια ο αιτών προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με την υπ' αριθμ. 46929/2006 προσφυγή του, παραπόνου μένος για παραβίαση του δικαιώματος του σε δίκαιη δίκη, κατ' άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, και επ' αυτής το το ΕΔΔΑ εξέδωσε την από 28/5/2009 απόφαση του κατά της Ελλάδος, , με την οποία έγινε δεκτή η προσφυγή του, διότι διαπιστώθηκε απ' αυτό παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Κατόπιν τούτων ο αιτών ζητεί, με την υπό κρίση αίτηση του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περίπτωση 5 του ΚΠΔ την επανάληψη της διαδικασίας, αναφορικά με την ανωτέρω υπ' αριθμ. 1475/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Με το περιεχόμενο αυτό η κρινόμενη αίτηση είναι νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν, διότι το ΕΔΔΑ με την παραπάνω απόφαση του έκρινε ότι στην περίπτωση του αιτούντος παραβιάσθηκε το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ από το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την απόρριψη ως απαράδεκτης, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της έφεσης του κατά της υπ' αριθμ. 83041/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε ερήμην σε ποινή φυλάκισης δύο(2) ετών. Ειδικότερα το ΕΔΔΑ έκρινε ότι στην περίπτωση του αιτούντος παραβιάσθηκε το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι έκρινε ότι ο αιτών έπρεπε να αναζητηθεί από τα αρμόδια όργανα επιδόσεως, όχι μόνο στη φερομένη ως γνωστή του αστική κατοικία στην οδό ..., αλλά και στην επαγγελματική του κατοικία στην οδό ..., και όχι να του επιδοθεί η υπ' αριθμ. 83041/2002 ερήμην καταδικαστική απόφαση ως αγνώστου διαμονής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 156 του ΚΠΔ. Όπως προαναφέρθηκε, η επανάληψη της διαδικασίας τελεί υπό την προϋπόθεση ότι "η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση επηρέασε και δη αρνητικά, δηλαδή σε βάρος του κατηγορουμένου την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας". Στην προκειμένη περίπτωση, με την ανωτέρω απόφαση του ΕΔΔΑ, διαπιστώθηκαν παραβιάσεις που αφορούν το άρθρο 155 του ΚΠΔ και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Το αποτέλεσμα αυτό ήταν να επηρεασθεί αρνητικά η κρίση του δικαστηρίου επί της υπόθεσης του αιτούντος και να καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης δύο(2) ετών. Η πράξη όμως της άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1997 και 2000 στην Αθήνα, για την οποία καταδικάσθηκε ο αιτών, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1,27 παρ. 1, 46 παρ.1 β, 98 και 386 παρ. 1 του ΠΚ, συνιστά πλημμέλημα, το οποίο φέρεται ότι τελέσθηκε από τον αιτούντα κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1997 και 2000, και συνεπώς ήδη έχει υποπέσει σε παραγραφή, λόγω παρόδου χρονικού διαστήματος μεγαλύτερου των οκτώ(8) ετών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.3,112, και 113 παρ. 3 του ΠΚ. Επομένως, δεκτής γενομένης της αιτήσεως και ακυρούμενης της ως άνω υπ' αριθμ. 9669/2005 απόφασης και εφόσον δεν υπάρχει λόγος παραπομπής της υπόθεσης στο ακροατήριο για νέα ουσιαστική ερευνά της, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το δικαστήριο αυτό (σε Συμβούλιο), το οποίο και θα παύσει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του αιτούντος για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει καταδικασθεί από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών σε ποινή φυλάκισης δύο(2) ετών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 22/6/2009 αίτηση του Χ, υπηκόου ..., κατοίκου ..., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας της υπ' αριθμ. 9669/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, η οποία απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, την έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 83041/2002 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε ερήμην σε ποινή φυλάκισης δύο(2) ετών, μετατραπείσα προς 4.40 ευρώ ημερησίως, για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1997 και 2000 στην Αθήνα. Ακυρώνει την παραπάνω υπ' αριθμ. 9669/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του αιτούντα για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1997 και 2000 στην Αθήνα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2010. Και
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποβιωσάσης της Γραμματέως, κατόπιν της υπ'αριθ. 583/2010 Πράξης του Προέδρου του Αρείου Πάγου, η παρούσα απόφαση υπογράφεται από τη Γραμματέα Αικατερίνη Φωτοπούλου.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, κατ' άρθρο 525 παρ. 1 περ. 5 ΚΠΔ, μετά από την έκδοση απόφασης από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που διαπίστωσε παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Δέχεται την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση και παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής της πλημμεληματικής πράξης, της άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που τελέσθηκε τα έτη 1997 και 2000.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Ε.Σ.Δ.Α., Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 1612/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύoντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Κωνσταντίνου Κούκλη), ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Χριστόφορο Κοσμίδη, σύμφωνα με την 66/5-5-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Κρινή, περί αναιρέσεως της 3360/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 586/2010.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 501 παρ. 1 του ΚΠΔ αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης δεν εμφανισθεί ο εκκαλών αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340 του ΚΠΔ, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, υπό την προϋπόθεση ότι ο εκκαλών-κατηγορούμενος κλητεύθηκε εμπροθέσμως και νομίμως, σύμφωνα με τα άρθρα 500 εδ. γ' και 166 του ΚΠΔ. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 139 εδ. γ' του ίδιου κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει το αίτημα αναβολής, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα. Εφόσον όμως απορριφθεί το αίτημα αναβολής όχι αιτιολογημένα ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Η δε εν συνεχεία απόρριψη της έφεσης ως ανυποστήρικτης του νομοτύπως και εμπροθέσμως κλητευθέντος εκκαλούντος-κατηγορουμένου, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ λόγο αναίρεσης με τη μορφή της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας. Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 169 παρ. 1 του ΚΠΔ ο εισαγγελέας ή ο δημόσιος κατήγορος που διατάσσει την επίδοση της κλήσης μπορεί, αν συντρέχουν κατά την κρίση του κίνδυνος παραγραφής ή άλλοι εξαιρετικοί λόγοι που μνημονεύονται στην παραγγελία προς επίδοση, να συντομεύσει την προθεσμία εμφάνισης των κατηγορουμένων, των μαρτύρων και των πραγματογνωμόνων στο ακροατήριο σε οκτώ κατ' ανώτατο όριο ημέρες, εφ' όσον πρόκειται για πρόσωπα γνωστής διαμονής στην ημεδαπή, ενώ κατά το άρθρο 17 Β παρ. 8 του Οργανισμού των Δικαστηρίων (Ν. 1756/1988) απαγορεύεται να προσδιορισθεί ή να αναβληθεί η υπόθεση σε δικάσιμο για την οποία έχει γίνει η κλήρωση της συνθέσεως του δικαστηρίου, εκτός αν συντρέχει κίνδυνος παραγραφής της υποθέσεως, οπότε ο αρμόδιος εισαγγελέας εκδίδει αιτιολογημένη πράξη, που παραμένει στη δικογραφία κ.τ.λ. Τέλος, κατά μεν το άρθρο 171 παρ. 1 δ' του ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, ιδρύουσα τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, προκαλείται από τη μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, κατά δε το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠΔ έλλειψη ακροάσεως, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3360/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, μετατραπείσα προς δέκα (10) ευρώ ημερησίως, πράξη η οποία φερόταν ότι είχε τελεσθεί στην ... την 10/6/2002 και συνεπώς η οκταετής παραγραφή συμπληρωνόταν την 10/6/2010. Εν όψει του κινδύνου αυτού, ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών , στον οποίο είχε διαβιβασθεί η δικογραφία λόγω της ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους του κατηγορουμένου, στις 9/3/2010 προσδιόρισε την εκδίκαση της εφέσεως για την δικάσιμο της 26/3/2010, προβαίνοντας, με ειδική επί της δικογραφίας πράξη του, στη σύντμηση της προθεσμίας κλητεύσεως του κατηγορουμένου (η κλήση του επιδόθηκε στις 12/3/2010). Κατά τη συνεδρίαση της 26/3/2010 ο κατηγορούμενος ήταν απών, πλην όμως εμφανίσθηκε η δικηγόρος Ευαγγελία Κρινή-Καπουρελάκου, η οποία δήλωσε στο δικαστήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ότι είναι συνήγορος αυτού και τον εκπροσωπεί, δυνάμει της από 24/3/2010 εξουσιοδοτήσεως του, και ότι απέχει από τα καθήκοντα της, λόγω της κηρύξεως αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντα τους, προσκόμισε δε και αναγνώσθηκε σχετική βεβαίωση του Δικηγορικού Συλλόγου που αρνείτο να της χορηγήσει άδεια παράστασης. Κατόπιν τούτου η δίκη διακόπηκε για την 30/3/2010. Κατά την συνεδρίαση αυτή η δίκη και πάλι διακόπηκε για την 1/4/2010, λόγω της συνεχιζόμενης αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντα τους και της αρνήσεως του Δικηγορικού Συλλόγου να της χορηγήσει άδεια παράστασης στο δικαστήριο, σύμφωνα με την προσκομισθείσα βεβαίωση που αναγνώσθηκε. Κατά την τελευταία αυτή συνεδρίαση η παραπάνω συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε την αναβολή της δίκης για τους εξής λόγους, οι οποίοι έχουν καταχωρηθεί στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης: 1) διότι, μετά από απόφαση του Δικηγορικού Συλλόγου, απέχει από την άσκηση των καθηκόντων της, μετά τη δεύτερη ημέρα διάρκειας της συνεδρίασης, σύμφωνα με απόφαση της Ολομέλειας των Προέδρων Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, που προσκόμισε και αναγνώσθηκε, 2) διότι είχε ανειλημμένες υποχρεώσεις, στις οποίες συμπεριλαμβανόταν και η κατάθεση αναιρέσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας, 3) διότι και ο πελάτης της ζητούσε την αναβολή, και 4) διότι δεν είχε τους μάρτυρες της παρόντες, για να μπορέσει να υπερασπιστεί τον κατηγορούμενο. Το δικαστήριο με την παρεμπίπτουσα απόφαση του απέρριψε το αίτημα της αναβολής, με την εξής αιτιολογία: "Η πράξη για την οποία κατηγορείται ο εκκαλών-κατηγορούμενος Χ, και δη η ηθική αυτουργία στην πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα κατά συρροή, φέρεται ότι τελέστηκε την 10-6-2002. Λόγω λοιπόν του επικειμένου κινδύνου παραγραφής της πράξεως αυτής, η Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, εφαρμόζοντας τον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων (άρθρο 17 παρ. 7 Ν.1756/1988, όπως η παράγραφος 7 αντικαταστάθηκε με την παράγρ. 2 του άρθρου 2 του Ν.3327/2005) την 9-3-2010 προσδιόρισε την εκδίκαση της υποθέσεως για την παρούσα δικάσιμο της 26-3-2010, παρόλο που είχε γίνει η κλήρωση της συνθέσεως των Δικαστηρίων, λόγω επικειμένης παραγραφής, συντομεύοντας κατ' άρθρο 169 §1 ΚΠΔ και την προθεσμία εμφάνισης του κατηγορουμένου και των μαρτύρων, οι οποίοι εκλήθησαν, όπως και η αντίκλητος δικηγόρος του κατηγορουμένου την 12-3-2010. Την προσδιορισθείσα δικάσιμο της 26-3-2010 η δίκη διεκόπη λόγω συμμετοχής της αντικλήτου δικηγόρου του κατηγορουμένου Ευαγγελίας Κρινή-Καπουρελάκου στην εξαγγελθείσα αποχή των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους για την 29-3-2010. Τη νέα αυτή δικάσιμο η δίκη διεκόπη, λόγω εξαγγελίας νεώτερης αποχής των δικηγόρων και αρνήσεως του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών να παράσχει άδεια παραστάσεως της συνηγόρου (κατά τις αναγνωσθείσες ως άνω αιτήσεις της προς τον ΔΣΑ επί των οποίων η λέξη "ΟΧΙ" επί των σφραγίδων του εν λόγω Συλλόγου), για την δικάσιμο της 1-4-2010. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο η ως άνω αντίκλητος δικηγόρος του κατηγορουμένου, η οποία είχε την από 24-3-2010 εξουσιοδότηση αυτού να τον εκπροσωπήσει στο παρόν Δικαστήριο, δήλωσε ότι εφαρμόζοντας την απόφαση της Ολομελείας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος και λόγω της δεύτερης διακοπής της συνεδριάσεως, απέχει από τα καθήκοντά της και παρίσταται μόνο για να ζητήσει αναβολή. Όμως, όπως προκύπτει από την από 14-15 Απριλίου 2006 απόφαση της Ολομελείας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, που αναγνώστηκε στο ακροατήριο, η αποχή των δικηγόρων μετά την πρώτη διακοπή, αποφασίστηκε για όλες τις υποθέσεις εκτός από αυτές για τις οποίες συντρέχει επικείμενος κίνδυνος παραγραφής. Στην προκειμένη περίπτωση η υπόθεση παραγράφεται την 10-6-2010, ήτοι ο επικείμενος κίνδυνος παραγραφής είναι υπαρκτός, γι' αυτό και το αίτημα αναβολής, που υποβάλλει η αντίκλητος δικηγόρος, προκειμένου να εφαρμόσει την ως άνω απόφαση της Ολομελείας των ΔΣΕ, πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω το γεγονός του κατεπείγοντος των ανειλημμένων επαγγελματικών υποχρεώσεων της πληρεξουσίας δικηγόρου του κατηγορουμένου (λόγω λήξεως της προθεσμίας καταθέσεως αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας ετέρου πελάτου της) είναι μεν πραγματικό, όπως προέκυψε από τα προσκομισθέντα από αυτήν και αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα (δικόγραφα) πλην όμως αυτό δεν αίρει την παράλληλη υποχρέωση αυτής να παραστεί και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και να εκπροσωπήσει τον πελάτη της κατηγορούμενο, γι' αυτό και πρέπει το αίτημά της, περί αναβολής της υποθέσεως για το λόγο αυτό, να απορριφθεί. Ακολούθως το αίτημα αναβολής, το οποίο προβάλλει η ίδια πληρεξούσια δικηγόρος του κατηγορουμένου, προκειμένου να προσέλθουν μάρτυρες υπερασπίσεως αυτού, πρέπει επίσης να απορριφθεί, δεδομένου ότι το αν είναι αναγκαίο να προσέλθουν νέοι, πέραν αυτών του κατηγορητηρίου, μάρτυρες στο ακροατήριο, είναι θέμα που ανακύπτει κατά την εκδίκαση και μόνον της υποθέσεως και όχι πριν από την έναρξη αυτής. Αυτά δε πέραν της αοριστίας του αιτήματος, δεδομένου ότι ουδέποτε αναφέρθηκαν τα ονόματα των μαρτύρων αυτών στο ακροατήριο, ούτε εάν αυτοί θα κατέθεταν περί του αδικήματος ή της προσωπικότητος του κατηγορουμένου.
Τέλος, το αίτημα της συνηγόρου, ότι και ο κατηγορούμενος προσωπικά ζητεί αναβολή, είναι απορριπτέο ως παντελώς αόριστο, δεδομένου ότι δεν εξειδικεύονται οι λόγοι για τους οποίους αυτός ζητεί αναβολή, αν δηλαδή ζητεί αναβολή για λόγους υγείας ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, δεδομένου ότι η πρόσβασή του στο Δικαστήριο, λόγω του ότι είναι κάτοικος ..., είναι εφικτή".
Η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, γιατί αναφέρονται σ' αυτή τα στοιχεία που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το δικαστήριο θεμελίωσε την αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής, τους συλλογισμούς με τους οποίους κατέληξε στην κρίση του αυτή καθώς και τις αποδείξεις που τη στηρίζουν.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας αποφάσεως που επέρριψε το αίτημα της αναβολής της δίκης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ). Ακολούθως, μετά την πρόταση του Εισαγγελέως να απορριφθεί η έφεση ως ανυποστήρικτη, η συνήγορος του εκκαλούντος έλαβε τον λόγο και δήλωσε στο δικαστήριο ότι εμμένει στα αιτήματά της για την αναβολή της δίκης, για την υποβολή και μόνον των οποίων εκπροσωπεί τον κατηγορούμενο. Κατόπιν αυτού, το δικαστήριο εκείνο έκρινε ότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην απόφαση του αποδεικτικά επίδοσης, ο εκκαλών κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως να παραστεί κατά τη συζήτηση και επομένως, εφόσον δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, η έφεση του πρέπει να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη και έτσι απορρίφθηκε. Περαιτέρω, με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, νομίμως κλήθηκε ο εκκαλών να εμφανισθεί στις 26/3/2010 στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών για να υποστηρίξει την έφεσή του, συντέμνοντας ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών την προθεσμία της κλητεύσεώς του, λόγω του κινδύνου της παραγραφής του αδικήματος, νομίμως προσδιορίστηκε η εκδίκαση της εφέσεως για την 26/3/2010, μολονότι κατά την 9/3/2010 που ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών προέβη στον προσδιορισμό της εκδικάσεως, ήταν γνωστή η σύνθεση του δικαστηρίου, λόγω του κινδύνου της παραγραφής της πράξεως, νομίμως, κατά το άρθρο 349 παρ. 1 του ΚΠΔ, η συνεδρίαση του δικαστηρίου διακόπηκε διαδοχικά για τις 30/3/2010 και 1/4/2010, νομίμως και με εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκε το αίτημα της αναβολής, το οποίο προβλήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του εκκαλούντος και νομίμως στη συνέχεια το δικαστήριο απέρριψε την έφεση αυτού ως ανυποστήρικτη. Επομένως, οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, που προήλθε λόγω μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, και περί ελλείψεως ακροάσεως, που ιδρύουν τους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Β του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-4-2010 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3360/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποβιωσάσης της Γραμματέως, η παρούσα απόφαση υπογράφεται
από την Γραμματέα Λόζιου Πελαγία, κατόπιν της υπ' αριθμό
152/2010 πράξεως του Προέδρου του Αρείου Πάγου
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Οκτωβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση από το Τριμελές Πλημ/κείο. Η έφεση κατ' αυτής απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, αφού με προηγούμενη απόφαση του το Εφετείο απέρριψε το αίτημα της αναβολής. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι της αιτήσεως αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, για απόλυτη ακυρότητα.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αναβολής αίτημα, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
| 0
|
Αριθμός 1611/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Κωνσταντίνου Κούκλη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Χριστόφορο Κοσμίδη, σύμφωνα με την 66/5-5-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Δ. Β. του Γ., 2. Θ. Γ. του Κ. και 3. Μ.-Χ. Β. του Γ., κατοίκων …, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Σαράκη, περί αναιρέσεως της 119/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαρτίου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 482/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 390 του ΠΚ, όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 36 παρ. 2 του Ν. 2172 /1993 και πριν την τροποποιηθεί με το άρθρο 15 του Ν. 3242/2004, όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη) τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή που προβλέπει το έγκλημα της απιστίας, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος, απαιτείται αντικειμενικά μεν η επέλευση βλάβης στην περιουσία τρίτου προσώπου, της οποίας ο δράστης έχει τη διαχείριση ή επιμέλεια με βάση το νόμο ή τη δικαιοπραξία, υποκειμενικά δε δόλος και δη άμεσος, δηλαδή γνώση του δράστη ότι με την πράξη του επιφέρει ζημία στην περιουσία τρίτου προσώπου. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των εχόντων χρηματική αξία οικονομικών αγαθών του προσώπου που μπορεί να διατίθενται νομίμως, δηλαδή αγαθών κάθε είδους, κινητών (μεταξύ των οποίων και το χρήμα), ακινήτων, απαιτήσεων, δικαιωμάτων, εμπραγμάτων ή ενοχικών, καθώς επίσης και η νομή. Βλάβη δε της περιουσίας είναι η μείωση της που επέρχεται με τη μεταβίβαση πράγματος ή παροχής ή με την πληρωμή σε χρήμα, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας του συνόλου της περιουσίας προ της διαθέσεως αυτής και της αξίας της περιουσίας που απομένει μετά τη διάθεση της από το δράστη. Επίσης βλάβη της περιουσίας είναι και το με βεβαιότητα αναμενόμενο, αλλά διαφυγόν κέρδος. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κτλ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ.2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Κέρκυρας που δίκασε σε δεύτερο βαθμό με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 119/2010, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό που αλληλοσυμπληρώνονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι κατηγορούμενοι Θ. Γ., Μ.-Χ. Β. και Δ. Β., από κοινού και με γνώση, ζημίωσαν με τις παρακάτω νομικές πράξεις διαχείρισης, την περιουσία του υπό πλήρη επικουρική δικαστική συμπαράσταση τελούντος, Β. Π. του Γ. και της Π., κατοίκου ..., της οποίας (περιουσίας), είχαν την επιμέλεια και διαχείριση, με βάση δικαστική απόφαση περί δικαστικής συμπαράστασης αυτού, ο πρώτος ως δικαστικός συμπαραστάτης, που έδωσε εγγράφως τη συναίνεση του για την επιχείρηση αυτών των πράξεων (δικαιοπραξιών) και η οποία ήταν απαραίτητη για να καταρτισθούν αν και γνώριζε και αποδέχθηκε ότι δεν είναι προς το συμφέρον του συμπαραστατούμενου, αλλά προς βλάβη της περιουσίας του, οι δε λοιπές δύο κατηγορούμενες ως μέλη του εποπτικού συμβουλίου, που όφειλαν προ της επιχείρησης των εν λόγω νομικών πράξεων υπό του συμπαραστατούμενου, να ελέγξουν αυτές αν είναι προς το συμφέρον του και μετά να τις εγκρίνουν ή να μην τις εγκρίνουν, ήτοι ν' ασκήσουν εποπτεία προ της επιχείρησης αυτών, προς το συμφέρον του. Ειδικότερα, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο Β. Π. του Γ., κάτοικος ..., τέθηκε σε πλήρη επικουρική δικαστική συμπαράσταση με αίτηση του, δυνάμει της υπ αριθ. 445/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας. Αυτός, σύμφωνα με την από 2-10-2001 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του νευρολόγου -ψυχίατρου Ε. Π., αλλά και κατά τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ήταν εξαιρετικά ανασφαλής, συχνά παρείχε στους άλλους τη δυνατότητα να λαμβάνουν αποφάσεις για λογαριασμό του ενίοτε και για σημαντικά θέματα, είχε τάσεις εξάρτησης από άτομα του αμέσου περιβάλλοντος του αλλά και από άτομα που δεν ανήκαν σ' αυτό και τα οποία θεωρούσε ισχυρά και προστατευτικά προς αυτόν, με αποτέλεσμα να έχει την τάση να συμμορφώνεται με τις επιθυμίες τους και τις υποδείξεις τους, οι οποίες δεν ήταν πάντα και υποχρεωτικά ωφέλιμες γι' αυτόν, ενώ το κριτήριο του για κοινωνική επαφή ήταν η βεβαιότητά του να είναι αρεστός και αποδεκτός. Την κατάσταση του αυτή, που δεν του επέτρεπε να διαχειρίζεται μόνος του τον εαυτό του και την περιουσία του προς το συμφέρον του, εκμεταλλεύτηκαν οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι σύμφωνα με μαρτυρικές καταθέσεις, "τον γνώρισαν στο δρόμο" και προσπάθησαν να τον κάνουν να αισθανθεί ότι θα ενδιαφερθούν για αυτόν και θα τον προστατέψουν παρέχοντας του τροφή και στέγη, ενώ είχε σεβαστή περιουσία και εργαζόταν και δεν είχε ανάγκη τέτοιου είδους προστασίας, με απώτερο σκοπό να περιέλθει σ' αυτούς η περιουσία του. Οι ίδιοι, που τον είχαν στην άμεση επιρροή τους αφού τον είχαν σχεδόν απαγάγει και τον φιλοξενούσαν για κάποιο χρονικό διάστημα σε δικό τους σπίτι, του προκάλεσαν την απόφαση να καταθέσει αίτηση ώστε να τεθεί υπό δικαστική συμπαράσταση και να διορισθούν οι ίδιοι δικαστικός συμπαραστάτης και εποπτικό συμβούλιο με απώτερο σκοπό να εκμεταλλευτούν με την ιδιότητά τους αυτή, την ακίνητη περιουσία του. Με την ως άνω απόφαση ορίσθηκε ότι προκειμένου ο συμπαραστατούμενος να επιχειρεί οποιαδήποτε δικαιοπραξία ή είσπραξη απαίτησης, παροχή εξοφλητικής απόδειξης, παράσταση ή παραίτηση από οποιαδήποτε δίκη, απαιτείτο η συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη. Ως δικαστικός συμπαραστάτης ορίστηκε με την ίδια απόφαση προσωρινά, ο πρώτος κατηγορούμενος, Θ. Γ. του Κ. και ως εποπτικό συμβούλιο, η Κ. Θ. του Α.-Ε., ως πρόεδρος, και οι λοιπές κατηγορούμενες Μ.-Χ. Β. του Γ. και Δ. Β. του Γ., ως μέλη του. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Μ. Β. ήταν και συνεχίζει να είναι σύζυγος του πρώτου κατηγορουμένου Θ. Γ. και η Δ. Β. αδελφή της Μ. Β. και κουνιάδα του πρώτου κατηγορουμένου. Μετά την τελεσιδικία της ως άνω απόφασης περί δικαστικής συμπαράστασης του Β. Π., ο τελευταίος (συμπαραστατούμενος), προέβη ως πωλητής στις εξής δικαιοπραξίες που αφορούν πωλήσεις περιουσιακών του στοιχείων σε μέλη της οικογένειας του πρώτου κατηγορουμένου και της δεύτερης κατηγορουμένης με τίμημα πολύ κατώτερο από το πραγματικό, ο δε τελευταίος, ως δικαστικός συμπαραστάτης, έδωσε τη συναίνεση του γι αυτές τις δικαιοπραξίες, που ήταν απαραίτητη για να καταρτισθούν αφού ο δικαιοπρακτών τελούσε υπό δικαστική συμπαράσταση, εν γνώσει του ότι προκαλείται ζημία στην περιουσία του συμπαραστατούμενου. Α) Με βάση το υπ αριθ. .../11-11-2002 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Όρους Κέρκυρας Σπυρίδωνος Σπίγγου, πώλησε και μεταβίβασε στον Α. Γ. του Ν. (πρώην συγκατηγορούμενο των νυν εκκαλούντων-κατηγορουμένων και αθωωθέντα πρωτοδίκως για εκβίαση από κοινού σε βάρος του Β. Π. που αφορά τη δικαιοπραξία που καταρτίσθηκε με το εν λόγω συμβόλαιο), το 1/8 εξ αδιαιρέτου, στην πραγματικότητα δε συγκεκριμένο τμήμα ενός οικοπέδου, συνολικής έκτασης 5.412 τ.μ., του οποίου ο πωλητής ήταν κύριος των 4/8 εξ αδιαιρέτου και βρίσκεται στην περιοχή "..." των προαστίων ... και ... της ..., εκτός ρυμοτομικού σχεδίου, επί της οδού ... αριθ. 3. Μαζί με το οικόπεδο πώλησε και την επ' αυτού παλιά οικία εμβαδού 80 τ.μ. με συγκόλλητο ισόγειο βοηθητικό κτίριο (αποθήκη), εμβαδού 8,80 τ.μ. αντί τιμήματος 22.000 ευρώ συνολικά, εκ του οποίου φέρεται με βάση το συμβόλαιο, ότι καταβλήθηκαν στον πωλητή 11.000 Ευρώ ενώπιον του συμβολαιογράφου και το υπόλοιπο, δέχθηκε ο πωλητής να καταβληθεί στις 30-3-2003 άτοκο, η δε καταβολή θα αποδεικνυόταν μόνο με συμβολαιογραφική πράξη εξόφλησης είτε με γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης του οφειλομένου τιμήματος στο ΤΠ&Δ, στο όνομα του πωλητή και με ελεύθερη ανάληψη υπ' αυτού, που έπρεπε να κατατεθεί σε συμβολαιογράφο. Το πωληθέν εκτιμήθηκε προσωρινά από την αρμόδια ΔΟΥ Κέρκυρας στο ποσό των 39.243,65 ευρώ, ενώ, ως γνωστόν η αγοραία αξία του ήταν πολύ μεγαλύτερη της αντικειμενικής. Για την αγοραπωλησία αυτή, έδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος, ως δικαστικός συμπαραστάτης, τη συναίνεσή του, όπως αναφέρεται και στο συμβόλαιο, υπάρχουσας σ' αυτό και της υπογραφής του. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο αγοραστής Α. Γ. είναι αδελφός της Ν. Χας Γ. Β. (πρώην συγκατηγορουμένης του για την πράξη της εκβίασης από κοινού και αθωωθείσας πρωτοδίκως) και μητέρας των κατηγορουμένων Μ.-Χ. και Δ. Β. (συζύγου και κουνιάδας αντίστοιχα του πρώτου κατηγορουμένου Θ. Γ., όπως αναφέρθηκε παραπάνω) και θείος των κατηγορουμένων και μελών του εποπτικού συμβουλίου του συμπαραστατούμενου πωλητή, Μ.-Χ. και Δ. Β.. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου ότι ο πωλητής-παθών, εισέπραξε το υπόλοιπο του τιμήματος του ως άνω ακινήτου, δεδομένου ότι δεν προσκομίσθηκαν τα ορισθέντα για την εξόφληση του, αποδεικτικά στοιχεία που ορίστηκαν με το πωλητήριο συμβόλαιο β) με το υπ αριθ. .../11-2-2003 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, ο συμπαραστατούμενος μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα στη δεύτερη κατηγορουμένη Μ.-Χ. Β. αν και ήταν μέλος του εποπτικού συμβουλίου, και σύζυγος του δικαστικού συμπαραστάτη πρώτου κατηγορουμένου, 3/8 εξ αδιαιρέτου του ως άνω οικοπέδου με τα επ' αυτού υπάρχοντα κτίσματα και σε αντάλλαγμα εκείνη, του μεταβίβασε ποσοστό εξ αδιαιρέτου 1/3 ενός οικοπέδου έκτασης συνολικής 84,52 τ.μ. εντός του οποίου υπήρχε διώροφη οικοδομή με υπόγειο, ημιτελής, εμβαδού (του υπογείου) 27 τ.μ., του ισογείου ορόφου 48,16 τ.μ. και του πρώτου ορόφου υπέρ του ισογείου, 48.16 τ.μ. κειμένου στο χωριό ..., της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ..., αρτίου και οικοδομήσιμου κατά παρέκκλιση. Από το ακίνητο αυτό ήταν αποπερατωμένο μόνο ένα διαμέρισμα εμβαδού 21,16 τ.μ. παλιάς κατασκευής. Επίσης του μεταβίβασε η δεύτερη κατηγορουμένη, με το ίδιο συμβόλαιο, το 1/8 εξ αδιαιρέτου, ενός οικοπέδου εμβαδού 693 τ.μ. μετά της εντός αυτού διώροφης οικοδομής συνολικού εμβαδού 440.τ.μ., του κάθε ορόφου 220 τ.μ. αποτελούμενης από οκτώ διαμερίσματα του ενός κυρίου δωματίου και βοηθητικών χώρων, που κατασκευάστηκε το έτος 1978 με βάση την υπ' αριθ. .../5978/4-ΙΟΙ 978 οικοδομική άδεια. Τούτο βρίσκεται στη θέση "..." και "..." ή "...", του Δήμου ... εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης ..., εκτιμηθέντος με το συμβόλαιο, του δοθέντος προς ανταλλαγή μεριδίου του πρώτου ακινήτου, σε 47.250 ευρώ και του δευτέρου σε 18.750 Ευρώ, και συνολικά 66.000 ευρώ, ως ίσης αξίας με εκείνο που έλαβε η δεύτερη κατηγορουμένη με την ανταλλαγή, ενώ καθορίστηκαν υπό της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. Κέρκυρας οι προσωρινές αντικειμενικές αξίες, για μεν το μερίδιο που μεταβίβασε ο συμπαραστατούμενος σε 117.955 ευρώ, για δε τα μερίδια που δόθηκαν σ' αυτόν σε ανταλλαγή με αυτό, σε 18.750 ευρώ για το πρώτο και σε 47.250 ευρώ για το δεύτερο και συνολικά σε 66.000 ευρώ.
Συνεπώς είναι σαφές ότι υπολειπόταν η αξία αυτών που έλαβε ο παθών με την ανταλλαγή, κατά 51.955 ευρώ, σε σχέση με αυτό που μεταβίβασε στη δεύτερη κατηγορουμένη, ζημιωθέντος έτσι κατά το ποσό τούτο. Ο πρώτος κατηγορούμενος έδωσε επίσης τη συναίνεση του γι αυτή τη δικαιοπραξία ως δικαστικός συμπαραστάτης του συμβληθέντος Β. Π. γ) με το υπ αριθ. .../17-11-2003 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, οι συγκύριοι κατά 1/3 έκαστος του παραπάνω ακινήτου, του υπ' αριθ. .../11-2-2003 συμβολαίου, συμπεριλαμβανομένου και του συμπαραστατούμενου, προέβησαν σε σύσταση αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών σε αυτό, ήτοι μίας αποθήκης του υπογείου, ενός διαμερίσματος του ισογείου, εμβαδού 46,16 τ.μ. και ενός διαμερίσματος του πρώτου ορόφου εμβαδού 48,16 τ.μ. και στη συνέχεια με το υπ αριθ. .../17-11-2003 συμβόλαιο του αυτού συμβολαιογράφου ο συμπαραστατούμενος με τη συναίνεση πάντα του δικαστικού συμπαραστάτη, πρώτου κατηγορουμένου, πώλησε και μεταβίβασε το μερίδιο του εξ 1/3 εξ αδιαιρέτου επί των διαμερισμάτων του ισογείου και του πρώτου ορόφου στους Ν. Μ. του Α. και Τ. Ν. του Τ., όπως μεταβίβασαν επίσης σ' αυτούς τα ιδανικά τους μερίδια και οι λοιποί δύο συγκύριοι, το δε τίμημα ουδέποτε εισέπραξε ο συμπαραστατούμενος. Εκ των ανωτέρω περιστατικών, συνάγεται σαφώς ότι οι επιχειρηθείσες υπό του συμπαραστατούμενου, ως άνω δικαιοπραξίες, με τη συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη, ο οποίος ασφαλώς ενεργούσε από κοινού και συναποφάσισε με τα λοιπά μέλη του εποπτικού συμβουλίου που ήταν μέλη της οικογένειας του, με σκοπό βλάβης του, έγιναν προς όφελος τους και επί ζημία του συμπαραστατούμενου, εφόσον όλα τα συμφωνηθέντα τιμήματα και τα δοθέντα σ αυτόν προς ανταλλαγή, ακίνητα, ήταν πολύ κατώτερης αντικειμενικής και εμπορικής αξίας με εκείνα που εκποιήθηκαν, αλλά δεν προέκυψε και ιδιαίτερη ανάγκη για τον συμπαραστατούμενο να εκποιηθούν, οι δε κατηγορούμενοι, που είχαν ως εκ της νομικής θέσης τους, ως επιμελητών της περιουσίας του, υποχρέωση να υποστηρίξουν τα συμφέροντα του, έπραξαν τα αντίθετα, ο μεν πρώτος δίνοντας τη συναίνεση του για τις παραπάνω δικαιοπραξίες εν γνώσει του ότι δεν είναι συμφέρουσες για αυτόν, οι δε λοιπές δύο μη ασκώντας εποπτεία όπως είχαν υποχρέωση ως μέλη του εποπτικού συμβουλίου, ήτοι ενήργησαν κατ επανάληψη, προς βλάβη του και για δικό τους οικονομικό όφελος, με αποτέλεσμα να υποστεί ο συμπαραστατούμενος περιουσιακή ζημία ύψους 121.000 ευρώ τουλάχιστον, εξαχθείσα με βάση τις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων, χωρίς να υπολογιστούν οι διαφορές με βάση την εμπορική αξία τους, που ήταν πολύ ανώτερες. Εξ άλλου, το μόνο χρηματικό ποσό από τις παραπάνω πωλήσεις που κατατέθηκε στο ΤΠ&Δ στο όνομα του Β. Π. είναι εκείνο των 4.555,00 ευρώ με βάση το υπ αριθ. 40116/4-4-2007 γραμμάτιο, αλλά είναι αμφίβολο αν ποτέ εισέπραξε ο ίδιος αυτό ή αν επιχειρήθηκε η ανάλογη ενέργεια προς άσκηση του εν λόγω δικαιώματος του, υπό του δικαστικού συμπαραστάτη, τελικά δε, εξ αιτίας των παραπάνω ενεργειών των κατηγορουμένων, με την υπ αριθ. 83/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας (εκούσιας δικαιοδοσίας), η οποία κατέστη τελεσίδικη δυνάμει της υπ' αριθ. 135/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, που εκδόθηκε αυτεπαγγέλτως με βάση την υπ αριθ. 245/2005 Πράξη της Προέδρου Πρωτοδικών Κέρκυρας, παύθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος ως δικαστικός συμπαραστάτης, καθώς και οι λοιπές δύο κατηγορούμενες από μέλη του εποπτικού συμβουλίου (η τρίτη, Κ. Θ. είχε ήδη αντικατασταθεί, λόγω απουσίας της στο εξωτερικό, με τη Σ. Γ. με προγενέστερη απόφαση), καθόσον η υπόθεση αυτή προκάλεσε το κοινό αίσθημα και έγινε θέμα στις τοπικές εφημερίδες και στους τηλεοπτικούς σταθμούς της Κέρκυρας, ορίσθηκε δε νέος επικουρικός δικαστικός συμπαραστάτης με την ίδια απόφαση (83/2006) το Τμήμα Πρόνοιας της Διεύθυνσης Υγείας και Πρόνοιας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κέρκυρας και μέλη του εποπτικού συμβουλίου, η Κ. Κ. ως πρόεδρος, Μ. Κ. και ο εκάστοτε Αντιδήμαρχος του Δήμου Κερκυραίων. Τα αντίθετα που υποστηρίχθηκαν από την πλευρά των κατηγορουμένων σχετικά με την αξία του εκποιηθέντος οικοπέδου, ότι δηλαδή ήταν μικρής αξίας λόγω του ότι ευρίσκεται σε αρχαιολογική ζώνη και δεν οικοδομείται, είναι αβάσιμα δεδομένου ότι αναιρούνται από τις εκθέσεις αντικειμενικών αξιών της ΔΟΥ Κέρκυρας. Επομένως, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι όπως κατηγορούνται.
ΕΠΕΙΔΗ η δεύτερη κατηγορούμενη, Μ.-Χ. Β. του Γ. μέχρι την τέλεση της παραπάνω πράξης έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Επομένως πρέπει να αναγνωρισθεί σ' αυτήν η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ 2α ΠΚ.
Αντιθέτως οι λοιποί δύο κατηγορούμενοι, Θ. Γ. του Κ. και Δ. Β. του Γ., όπως προκύπτει από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αντίγραφα ποινικών μητρώων τους, έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή, και συνεπώς δεν πρέπει να τους χορηγηθεί το ως άνω ελαφρυντικό.
Με αυτά που δέχθηκε το κατ' έφεση δίκασαν δικαστήριο, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην απόφαση του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του προαναφερόμενου εγκλήματος της απιστίας, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα αποδεικτικά μέσα , τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45, 98 και 390 του ΠΚ. Ειδικότερα, από το σκεπτικό συνάγεται ότι για την καταδικαστική του κρίση το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύει, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, αλλά και όλα τα έγγραφα. Το γεγονός δε ότι αναφέρεται ενδεικτικά και εξαίρεται η από 2/10/2001 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του νευρολόγου-ψυχιάτρου Ε. Π., καθώς και οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που ανάγονται στην νοητική- ψυχική κατάσταση του παθόντος Β. Π., δεν σημαίνει ότι δεν συνεκτιμήθηκαν και δεν αξιολογήθηκαν και τα υπόλοιπα αναγνωσθέντα έγγραφα ή οι καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης. Περαιτέρω, στο σκεπτικό με αντίστοιχη αναφορά στο διατακτικό, σε όλες τις περιπτώσεις μεταβιβάσεως λόγω πωλήσεως των περιουσιακών στοιχείων, αναφέρονται όλα εκείνα τα στοιχεία, βάσει των οποίων εν γνώσει τους οι κατηγορούμενοι προξένησαν ζημία στην περιουσία του παθόντος, συνολικού ποσού 121.000 ευρώ. Ειδικότερα, από την υπό στοιχείο Α στο σκεπτικό δικαιοπραξία (υπ' αριθμ. .../2002 πωλητήριο συμβόλαιο) αναφέρεται ότι από μόνο το γεγονός ότι η αντικειμενική αξία του πωληθέντος ακινήτου, η οποία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, υπολείπεται κατά πολύ της αγοραίας, ήταν της τάξεως των 39.243,65 ευρώ (όπως καθορίσθηκε από την αρμόδια ΔΟΥ Κέρκυρας), ενώ το συμφωνηθέν για την αγοραπωλησία τίμημα ανήρχετο στο ύψος των 22.000 ευρώ, η συνειδητή υλική ζημία την οποία οι αναιρεσείοντες προξένησαν στον υπ' αυτούς τελούντα υπό πλήρη επικουρική δικαστική συμπαράσταση, ανήρχετο στην διαφορά των εν λόγω ποσών, στην οποία προστίθεται και το ποσόν των 11.00 ευρώ, το οποίο δεν καταβλήθηκε σ' αυτόν (παθόντα). Προσθέτως με πλήρη αιτιολογία εξειδικεύονται οι ενέργειες στις οποίες οι αναιρεσείοντες προέβησαν, προκειμένου να πραγματώσουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απιστίας. Πλήρως δε αιτιολογείται ο άμεσος δόλος των κατηγορουμένων ως προς την επαγωγή της ζημίας, δηλαδή η γνώση της επέλευσης της ζημίας στην περιουσία του παθόντος με την παράθεση πραγματικών περιστατικών. Εξ άλλου, το δικαστήριο δεν υποχρεούτο να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη του υποβληθέντος από τους κατηγορουμένους Θ. Γ. και Δ. Β., αυτοτελή ισχυρισμού του προτέρου εντίμου βίου, αφού αυτός, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης, δεν υποβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με αναφορά δηλαδή πραγματικών περιστατικών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως ως προς όλες τις εκφάνσεις (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση , πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12/3/2010 αίτηση των 1) Θ. Γ. του Κ., 2) Μ.- Χ. Β. του Γ., και 3) Δ. Β. του Γ., κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 119/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι ευρώ, τον καθένα από αυτούς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποβιωσάσης της Γραμματέως, η παρούσα απόφαση υπογράφεται από την Γραμματέα Λόζιου Πελαγία, κατόπιν της υπ' αριθμό 152/2010 πράξεως του Προέδρου του Αρείου Πάγου
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Οκτωβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για απιστία από κοινού, κατ' εξακολούθηση. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος της αιτήσεως αναίρεσης για ελλιπή αιτιολογία αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απιστίας καθώς και με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού των κατηγορουμένων περί προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2α ΠΚ), διότι το δικαστήριο δεν υποχρεούτο να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη του ισχυρισμού, καθόσον αυτός δεν υποβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Απιστία, Συναυτουργία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1610/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Κωνσταντίνου Κούκλη) ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Χριστόφορο Κοσμίδη, σύμφωνα με την 66/5-5-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και την Γραμματέα Ευδοκία Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καλτσογιάννη, περί αναιρέσεως της 2938/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου,
με πολιτικώς ενάγουσα την "ΑΓΟΡΑ ... Α.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Χρόνη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Βόλου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 305/2010.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972 , όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής της, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες εκεί ποινές. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και γι' αυτό απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση του, αφ' ενός έκδοση έγκυρης επιταγής, που συντελείται με τη συμπλήρωση των υπό του νόμου απαιτούμενων στοιχείων επί του εντύπου και τη θέση της υπογραφής του εκδότη, και αφ' ετέρου έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής, και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή, χωρίς να εξετάζεται το έγκυρο ή άκυρο ή υποστατό της υποκείμενης σχέσεως. Το αξιόποινο του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη κάθε αιτίας ή οφειλής του εκδότη, γιατί το έγκλημα αυτό, εν όψει της φύσεως της επιταγής ως χρηματικού μέσου πληρωμής και της ανάγκης προστασίας των συναλλαγών, πραγματώνεται με μόνη την έκδοση ή μη πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής, χωρίς να ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ του εκδότη και λήπτη της επιταγής, δεδομένου ότι στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν ερευνάται η αιτία εκδόσεως. Αρκεί η επιταγή ως αξιόγραφο να έχει τα τυπικά στοιχεία της εγκυρότητας. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη αιτιολογία για την ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2938/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για κατ' εξακολούθηση έκδοση ακάλυπτων επιταγών και του επιβλήθηκε με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, ανασταλλείσα επί τριετία. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στο ... στις 13/10/2003 εξέδωσε: 1) την με αριθμό ... επιταγή, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης την 30/12/2003, πληρωτέα στην τράπεζα EUROBANK ERGASIAS ΑΕ για το ποσό των 20.000 ευρώ σε διαταγή της SCRATCH CARD ΕΠΕ, η οποία εμφανίσθηκε την 13/10/2003 στην πληρώτρια τράπεζα και δεν πληρώθηκε επειδή δεν υπήρχε αντίκρισμα, και 2) την με αριθμό ... επιταγή, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης την 30/4/2004, πληρωτέα στην τράπεζα EUROBANK ERGASIAS ΑΕ για το ποσό των 20.000 ευρώ σε διαταγή της SCRATCH CARD ΕΠΕ, η οποία εμφανίσθηκε την 13/10/2003 στην πληρώτρια τράπεζα και δεν πληρώθηκε επειδή δεν υπήρχε αντίκρισμα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην παραπάνω πράξη από μη ταπεινά αίτια, και επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την παραπάνω πράξη με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, ελλείπων ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να προβεί σε ιδιαίτερη μνεία του δόλου, δηλαδή της γνώσεως του ακαλύπτου των επιταγών τις οποίες αυτός εξέδωσε, καθόσον ο δόλος του ως απλός προκύπτει- ενυπάρχει στα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά. Ούτε η αιτιολογία είναι ελλειπής εκ του ότι το αιτιολογικό ταυτίζεται με το διατακτικό, καθόσον το τελευταίο εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου περιέχει και πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, κατ' εξακολούθηση, αναλυτικά και με πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Περαιτέρω, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν άλλα έγγραφα, εκτός από την πρωτόδικη απόφαση, ώστε να υποστηρίζεται ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του για τη διαμόρφωση της καταδικαστικής του κρίσης όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως εντελώς αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και τέσσαρα έγγραφα (όπως προσδιορίζει αυτά στην αίτηση του). Ούτε εξ άλλου προκύπτει από τα οικεία πρακτικά ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του προέβαλαν ισχυρισμό, καταλυτικό της κατηγορίας, και το δικαστήριο δεν απάντησε επ' αυτού.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λόγοι της αίτησης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλ-λόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως( άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ), και συνακόλουθα να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας στη δίκη πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας( άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Φεβρουαρίου 2010 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2938/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι ( 220 ) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας που ορίζεται σε πεντακόσια(500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποβιωσάσης της Γραμματέως, η παρούσα απόφαση υπογράφεται
από την Γραμματέα Πελαγία Λόζιου, κατόπιν της υπ' αριθ. 152/2010
Πράξεως του Προέδρου του Αρείου Πάγου.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Οκτωβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για κατ' εξακολούθηση έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι της αιτήσεως αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Τραπεζική επιταγή.
| 0
|
Αριθμός 1605 / 2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1Χ1 και 2. Χ2 συζ. Χ1, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέλιο Τουρβάτσιο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ASPIS BANK" που εδρεύει στην ... οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Εμμανουήλ Παπαπαναγιώτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 2. Ψ2, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 280/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 497/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά οι αναιρεσείοντες με την από 11-11-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 16-9-2010 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης την καταδίκη των αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ' αριθ. ... έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Λάρισας ..., προκύπτει ότι με επίσπευση των αναιρεσειόντων, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τις κάτω από αυτήν Πράξεις του Προέδρου του Αρείου Πάγου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίστηκε το αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης Τμήμα του δικαστηρίου αυτού, η δικάσιμος και ο Εισηγητής της υποθέσεως, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Ψ2. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του άνω αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δεν εμφανίστηκε και δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ( άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ ).
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της εξής διαδικαστικής διαδρομής : Οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας την από 16-12-2003 αγωγή τους, στην οποία ιστορούσαν ότι στις 14-1-2000 οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, υπάλληλοι και προστηθέντες της πρώτης εναγομένης Τράπεζας, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, υπαίτια και παράνομα, συνέταξαν χωρίς την εντολή, άλλως έγκριση των εναγόντων και στο όνομα του πρώτου ενάγοντος ως δικαιούχου και της δεύτερης ως συνδικαιούχου την υπ' αριθ. ... αίτηση κτήσης μεριδίων του Αμοιβαίου Κεφαλαίου " Ασπίς μετοχών εσωτερικού" για το ποσό των 22.925.000 δρχ., το οποίο ανέλαβαν από τον τηρούμενο στην ίδια τράπεζα προθεσμιακό λογαριασμό καταθέσεων τους, υπογράφοντας οι ίδιοι για λογαριασμό της τράπεζας και πλαστογραφώντας την υπογραφή του πρώτου ενάγοντος. Ότι οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν για πρώτη φορά ότι τα χρήματα τους επενδύθηκαν σε αμοιβαία κεφάλαια στις 1-9-2003 και ότι από τον προθεσμιακό τους λογαριασμό είχαν απομείνει μόνο 6.248.281,6 δρχ., τα οποία ανέλαβαν και έτσι ζημιώθηκαν κατά το ποσό των 16.676.719 δρχ. ή 48.941,21 ευρώ ( 22.925.000 δρχ. -6.248.281,6 δρχ. ), το οποίο ζήτησαν να τους επιδικασθεί κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, καθώς και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Η αγωγή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την υπ' αριθ. 280/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Κατ' αυτής οι ενάγοντες άσκησαν έφεση, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ,Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα αναγκαία περιστατικά για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς την συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ,Δ., εκτός εάν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε, ανελέκτως, τα εξής : " Η δευτέρα των εναγόντων και ο εξετασθείς με επιμέλεια των εναγομένων πρώτος μάρτυρας Μ1 ήσαν φίλοι από τα παιδικά τους χρόνια, εν συνεχεία τους ενάγοντες συζύγους συνέδεσε οικογενειακή φιλία με τον μάρτυρα, απέκτησαν δε στενές οικογενειακές σχέσεις μετά την εγκατάσταση των εις την ... αλλά και την επιστροφήν των εις την πόλη της ...κατ' έτος 1984, όπου διέμειναν μέχρι το έτος 1991, ότε οι ενάγοντες, έχοντες απόλυτη εμπιστοσύνη εις τον έμπειρον περί τα οικονομικά θέματα ως άνω μάρτυρα, ανέθεσαν εις αυτόν την επιμέλεια όλων των οικονομικών συμφερόντων τους και παρέδωσαν εις αυτόν τα βιβλιάρια λογαριασμών ταμιευτηρίου πριν την επάνοδόν τους εις την .... Έκτοτε και μέχρι το έτος 1996, ο προαναφερόμενος μάρτυρας ενεργών ως εντολοδόχος των εναγόντων και δια λογαριασμόν των, προέβαινε εις τις ανανεώσεις των προθεσμιακών καταθέσεων των τελευταίων του τηρουμένου λογαριασμού των εις την τραπεζικήν εταιρεία με τη επωνυμίαν "Κτηματική Τράπεζα" η οποία, κατόπιν τηλεφωνικής εντολής του πρώτου των εναγόντων, εξέδωσε εις διαταγήν των τελευταίων την 2-9-1996 επιταγή ποσού 14.976.000 δραχμών και, κατόπιν της υπ' αριθμ. ... ταυτοχρόνου αιτήσεως υπογραφείσης από τον εντολοδόχον Μ1 προς την πρώτη εναγομένην τραπεζικήν εταιρείαν, εις την οποίαν δι' οπισθογραφήσεως από τον μάρτυρα μεταβιβάσθηκε η επιταγή, αγοράσθηκαν 19 ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, διαρκείας δώδεκα μηνών, ισόποσου αξίας με ταυτόχρονο άνοιγμα με αίτηση του επ1 ονόματι των εναγόντων του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού ταμιευτηρίου εις τον οποίον επιστώθη το ποσόν των ομολόγων μετά την λήξη των την 2-9-1997, αφού ο εντολοδόχος υπέγραψε την αίτηση εξαγοράς και με εντολή του το ποσόν των 16.924.369 δραχμών τοποθετήθηκε κατόπιν της υπ' αριθμ. ...αιτήσεως του σε αμοιβαίο κεφάλαιο διαχειρίσεως διαθεσίμων και την 2-9-1998 πιστώθηκε κατόπιν εξαγοράς των μεριδίων ο κοινός λογαριασμός των εναγόντων με το ποσόν των δραχμών 18.559.882. Εν συνεχεία, κατόπιν διαδοχικών αιτήσεων τις οποίες υπέγραφε ο άνω εντολοδόχος επ' ονόματι αμφοτέρων των εναγόντων, συναινούντων προς τούτο δια την αποδοτικότερη επένδυση των χρημάτων τους, προέβη εις τρίμηνες προθεσμιακές καταθέσεις του τηρούμενου εις την εναγομένη κοινού λογαριασμού των εναγόντων ώστε την 14.1.2000 το αρχικό κεφάλαιον ύψους 14.975.631 δραχμών να ανέλθει εις το ποσόν των 22.925.671 δραχμών. Λόγω της πτώσεως του ποσοστού των τραπεζικών επιτοκίων οι ενάγοντες δεν επιθυμούσαν την περαιτέρω τοποθέτηση των χρημάτων τους σε προθεσμιακές τρίμηνες καταθέσεις και ο άνω εντολοδόχος, την 14-1-2000, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας με τους ενάγοντες, προέβη κατόπιν της υπ' αριθμ. ... αιτήσεως εις την αγορά 4.789,802 μεριδίων του αμοιβαίου μετοχικού κεφαλαίου "Ασπίς Μετοχών Εσωτερικού" με τιμή διαθέσεως μεριδίου 4.786,21 δρχ., επενδύσας το ποσόν των δραχμών 22.925.000 κατ' εντολήν των εναγόντων και δια λογαριασμόν αυτών, εκδοθείσης από την θεματοφύλακα των τίτλων Ασπίς ΑΕΔΑΚ της υπ' αριθμ. ... βεβαιώσεως αιτήσεως μεριδίων με δικαιούχον τον πρώτο ενάγοντα και συνδικαιούχον την δεύτερη των εναγόντων. Η ανωτέρω επένδυση είχε την πιθανότητα υψηλού κέρδους αλλά και τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου, γεγονός το οποίο ο άνω εντολοδόχος επεσήμανε εις τους ενάγοντες κατά την ενημέρωση τους εις την τηλεφωνική των επικοινωνία προ της 14.1.2000, όμως ο πρώτος των εναγόντων λόγω της γενικευμένης πτώσεως των επιτοκίων καταθέσεων αλλά και της τότε ανόδου των κερδών εκ της αγοράς αμοιβαίων μετοχικών κεφαλαίων, εζήτησε να προβεί ο φίλος τους Μ1 εις αυτή την επένδυση. Ακολούθησε η πτωτική πορεία του χρηματιστηρίου και ο ενάγων είχε ενημέρωση έκτοτε δια την επένδυση του και από τον ως άνω εντολοδόχον αλλά και από τον υποδιευθυντή τότε του υποκαταστήματος της πρώτης εναγομένης τραπεζικής εταιρείας εις την πόλη της ..., τρίτον των εναγομένων, εις τον οποίον τηλεφώνησε μετά την 11.9.2001, μέχρι δε το τέλος Αυγούστου έτους 2003 ουδέποτε εξέφρασε εις τους ανωτέρω την αντίθεση του ή και την διαμαρτυρία του δια την επένδυση των χρημάτων του εις το αμοιβαίο μετοχικό κεφάλαιο. Ο πρώτος ενάγων το πρώτον επισκέφθηκε το υποκατάστημα της εναγομένης εις την ... την 28-8-2003 ότε εζήτησε και είχε συνάντηση με τους δεύτερον των εναγομένων-αποβιώσαντα ήδη - περιφερειακόν διευθυντή των καταστημάτων της Α5ρϊ5 ΒΒΠΚ της Κεντρικής Ελλάδος, τον τρίτον των εναγομένων υποδιευθυντή του καταστήματος και τον άνω μάρτυρα-εντολοδόχον των εναγόντων, ενημερώθηκε δια την πορείαν των επενδύσεων του διότι είχε απώλεια κεφαλαίου, το οποίο είχε μειωθεί εις το ποσόν των 6.248.282 δραχμών, ενώ εδέχθη ότι είχε εξουσιοδοτήσει τον Μ1 να διαχειρίζεται τις τραπεζικές καταθέσεις των δια λογαριασμόν των εναγόντων. Εν συνεχεία οι ενάγοντες, εμφανώς δυσαρεστημένοι δια την πορεία της επενδύσεως των, κατόπιν της από 28-8-2003 αιτήσεως εξαγοράς μεριδίων προέβησαν εις την ολική εξαγορά των κτηθέντων από αυτούς την 14.1.2000 αριθμού 4.789,802 μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου και την 1-9-2003 εισέπραξαν την αξία των, ήτοι € 18.336,85, αντιστοιχούσα εις δραχμές 6.248.281,60. Εκ πάντων των προδιαληφθέντων ουδόλως απεδείχθη ότι οι εναγόμενοι υπάλληλοι της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας πλαστογράφησαν την 14-1-2000 την υπογραφήν του πρώτου ενάγοντος εις την υπ' αριθμ. ... αίτηση κτήσεως μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου δια το ποσό των 22.925.000 δραχμών, αλλά ενήργησαν εις τα πλαίσια των εντολών του εντολοδόχου των εναγόντων από το έτος 1991 Μ1, ο οποίος κατ' εντολήν των και δια λογαριασμόν των υπέγραψε την επίδικη από 14.1.2000 αίτηση απόκτησης μεριδίων και επενδύθηκε το προδιαληφθέν ποσόν με πρώτον δικαιούχον τον πρώτο ενάγοντα και συνδικαιούχον την σύζυγόν του δευτέρα των εναγόντων..". Έτσι που έκρινε, το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 922, 932, 297, 298 Α.Κ. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η βάση της αγωγής ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της Τράπεζας πλαστογράφησαν την υπογραφή του πρώτου ενάγοντος στην αίτηση κτήσης μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, αλλά ότι αντίθετα αποδείχθηκε ότι την αίτηση αυτή υπέγραψε και υπέβαλε στην Τράπεζα ο Μ1 κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας του με τους ενάγοντες και ρητής εντολής των να προβεί στην εν λόγω επένδυση και διαθέσει το αναλογούν ποσό. Δέχεται δηλαδή το Εφετείο και αιτιολογεί επαρκώς, ως άνω, ότι η ζημία των εναγόντων οφείλεται σε δική τους αποκλειστικά συμπεριφορά, να επενδύσουν δια του εντολοδόχου τους Μ1 σε αγορά μεριδίων Αμοιβαίων Κεφαλαίων. Επομένως ο περί του αντιθέτου τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που προσάπτει πλημμέλειες κατά την εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτος ( άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ ).
Κατά το άρθρο 20 παρ. 4 του ν. 1969/1991 Η Α.Ε. Διαχειρίσεως μπορεί να διαθέτει τα μερίδια του αμοιβαίου κεφαλαίου και μέσω αντιπροσώπων της. "Δύνανται να ενεργούν ως αντιπρόσωποι, μόνον Τράπεζες, Ασφαλιστικές Εταιρείες και "επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών". Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παραγράφου αυτής." Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 του Κώδικα Δεοντολογίας Εταιριών Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων, που θεσπίσθηκε με την εκδοθείσα κατόπιν νομοθετικής (άρθρο 78 του Ν. 1969/1991) εξουσιοδότησης απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 8422/18-6-1998 (ΦΕΚ Β 615): 1. Οι ΑΕΔΑΚ διασφαλίζουν την οργάνωση του δικτύου διάθεσης μεριδίων των ΑΚ που διαχειρίζονται κατά τρόπο ώστε να προστατεύονται πάντοτε τα συμφέροντα των μεριδιούχων. 2. Στο πλαίσιο των ανωτέρω οι ΑΕΔΑΚ έχουν ενδεικτικά τις παρακάτω ευθύνες και υποχρεώσεις: 2.1. Οι ΑΕΔΑΚ έχουν πλήρη ευθύνη: α)., β) ...γ) για τις πράξεις των αντιπροσώπων τους που αναλαμβάνουν τη διάθεση των μεριδίων των ΑΚ, με βάση το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 1969/1991 καθώς και των συνεργατών των αντιπροσώπων τους. Η μη τήρηση, όμως, κατά την εκτέλεση των χρηματιστηριακών συναλλαγών, των αρχών που επιβάλλονται από τον Κώδικα Δεοντολογίας Εταιριών Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων, μόνον διοικητικής φύσεως κυρώσεις είναι δυνατόν να επιφέρει σε βάρος της χρηματιστηριακής εταιρίας κατ' άρθρο 78 εδ. ε' του Ν. 1969/1991 και δεν αποτελεί βάση αποζημίωσης από το άρθρο 914 του Α.Κ.( Α.Π. 995/2010, 446/2010 ). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι δεν υφίσταται παράνομη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων, παρά την παραδοχή του ότι ο ενεργήσας ως εντολοδόχος των αναιρεσειόντων για την αγορά των μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου Μ1 είχε προφορική και όχι έγγραφη προς τούτο πληρεξουσιότητα, παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 2.1 γ' του Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιρειών Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων και 20 παρ.4 του Ν. 1969/1991. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια αναφέρεται σε "παράνομη" συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων τα πραγματικά περιστατικά της οποίας ουδόλως διαλαμβάνονται στην αγωγή, η οποία στηρίζεται αποκλειστικά σε εντελώς διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, ήτοι στην πλαστογράφηση της υπογραφής του πρώτου των αναιρεσειόντων, σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η παραβίαση των αρχών του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Δ.Α.Κ. επιφέρει μόνο διοικητικές κυρώσεις και δεν συνιστά παράνομη κατά την έννοια του άρθρου 914 του Α.Κ. πράξη, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, ταύτα δε πέραν του ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν γίνεται επίκληση ότι η ζημία των αναιρεσειόντων συνδέεται αιτιωδώς με την έλλειψη έγγραφης πληρεξουσιότητας, την ύπαρξη της οποίας ούτε ο Κώδικας Δεοντολογίας των Ε.Δ.Α.Κ. ούτε άλλη διάταξη νόμου απαιτεί για το κύρος της χρηματιστηριακής συναλλαγής.
Με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον " δέχθηκε ότι δήθεν νομίμως οι εναγόμενοι, έστω και με δική μας γνώση και συναίνεση, προέβησαν χωρίς έγγραφη πληρεξουσιότητα σε τοποθέτηση των χρημάτων μας σε αγορά μεριδίων αμοιβαίου Κεφαλαίου, με αποτέλεσμα την απώλεια των χρημάτων μας, χωρίς οι εναγόμενοι να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους ότι μας έστειλαν ενημερωτικά Fαχ και επιστολές, αλλά με μόνη την κατάθεση - μαρτυρία του κ. Μ1 και χωρίς να προσκομίσουν στο δικαστήριο αναλυτική κίνηση των δικών μας χρημάτων". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της θεμελιώσεως του στην ανωτέρω πλημμέλεια πλήττει την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων ( άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ).
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας των, στα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης πρώτης των αναιρεσιβλήτων ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-11-2008 αίτηση των Χ1 και Χ2, κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 497/2008 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης πρώτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ( 2.700 ) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του την 1η Δεκεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση. Αδικοπραξία, Λόγοι αναίρεσης από το άρθρθο 559 αριθ 1,8 και 19 ΚΠολΔ. Αβάσιμοι κώδικας Δεοντολογίας Εταιριών Διαχείρισης Αμοιβαίων κεφαλαίων. Η παράβασή του επιφέρι διοικητικές μόνο κυρώσεις και όχι ακυρότητα της συναλλαγής. Απορρίπτει αναίρεση κατά της 497/2008 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1604/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου,
με εγκαλών τον Χ, κάτοικο ... και εγκαλούμενο τον Τ. Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 269/18-3-2010, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 427/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 210/31-5-2010 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"I)O Χ υπέβαλε, την με ΑΒΜ Γ08/1885/2008 έγκλησή του κατά Τ, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, Γεωργίου Πετειναρέλη, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών, κ.λ.π. Επί της εγκλήσεως αυτής ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών εξέδωσε την υπ' αριθμ. ΕΓ 150-8/296/14Ρ/2009 διάταξη με την οποία απερρίφθη η άνω έγκληση - σε σχέση με τον Αντεισαγγελέα Εφετών Τ - ως νόμω αβάσιμη. Κατά της διάταξης αυτής ο άνω εγκαλών άσκησε την από 23-2-2010 υπ' αριθμ. 2/2010 προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Ενόψει του ότι ο καταγγελόμενος είναι δικαστικός λειτουργός που υπηρετεί με τον βαθμό του Αντεισαγγελέα Εφετών στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, δηλ. στην Εισαγγελία που είναι αρμόδια να κρίνει επί της ρηθείσης προσφυγής, μας υπεβλήθη από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών η από 18-3-2010 αναφορά για τα περαιτέρω:
ΙΙ) Επειδή κατά το άρθρο 136 περ. ε' Κ.Π.Δ., ο κατηγορούμενος, στην έννοια του οποίου νοείται και ο καταγγελλόμενος και δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη (βλ. ΑΠ 364/2006, ΑΠ 1218/2006), είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της παραπάνω διατάξεως, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής, όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η κρίση επί προσφυγής του εγκαλούντος κατά απορριπτικής διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών κατά το άρθρο 48 Κ.Π.Δ. ή η κρίση επί της θέσεως της μηνύσεως στο αρχείο κατά το άρθρο 43 Κ.Π.Δ. Εξ άλλου επί της άνω περιπτώσεως την παραπομπή αποφασίζει ο Άρειος Πάγος που συνέρχεται σε συμβούλιο (άρθρο 137 § 1 στοιχ. γ Κ.Π.Δ.). Ενόψει των ανωτέρω συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραπομπής στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά - και τις δικαστικές αρχές του Πειραιά - για την κρίση επί της παραπάνω προσφυγής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: Όπως παραπεμφθεί η υπόθεση και δη ο έλεγχος της θέσεως της από 21-12-2007 εγκλήσεως του Χ κατά του Τ στο αρχείο από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, καθώς και στις δικαστικές αρχές του Εφετείου και του Πρωτοδικείου Πειραιά και των αντιστοίχων Εισαγγελιών, αν συντρέξει περίπτωση. Αθήνα 10 Μαΐου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 στοιχ.ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ Δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή του σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές Δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο Δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν ακόμη δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ.1 στοιχ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από το Δικαστήριο της περιφέρειας ενός Εφετείου σε Δικαστήριο της περιφέρειας άλλου Εφετείου, ο Άρειος Πάγος, σε Συμβούλιο, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, εφαρμόζονται δε αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132,134 και 135 εδ.1 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο Χ υπέβαλε την ΑΒΜΓ08/1885/2008 έγκληση κατά του Δικαστικού Λειτουργού, Αντεισαγγελέως Εφετών Τ για συκοφαντική δυσφήμηση. Ο Εισαγγελεύς Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την υπ'αριθ.ΕΓ 150-8/296/149/2009 διαταξή του απέρριψε κατ'άρθρο 47 ΚποινΔ την άνω έγκληση. Κατά της διατάξεως αυτής ο εγκαλών άσκησε, κατ'άρθρο 48 ΚποινΔ την υπ'αριθ.2/23-2-2010 προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών. Ο εγκαλούμενος, όμως, υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, γι'αυτό ο Εισαγγελεύς Εφετών Αθηνών, με το υπ'αριθ.269/18-3-2010 έγγραφό του, ζητεί τον κανονισμό αρμοδιότητος. Κατόπιν των παραπάνω, συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή, σύμφωνα με τα άρθρα 136 στοιχ.ε' και 137 παρ.1 στοιχ.γ' ΚποινΔ και πρέπει να ορισθεί αρμόδιος να κρίνει την άνω προσφυγή, ο Εισαγγελεύς Εφετών Πειραιώς στον οποίο, καθώς και τις αρμόδιες Δικαστικές Αρχές Πειραιώς, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση, πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της υποθέσεως.
Για τους λόγους αυτούς Διατάσσει την παραπομπή της υποθέσεως στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, ήτοι να αποφανθεί επι της υπ'αριθ.2/23-2-2010 προσφυγής του Χ κατά της υπ'αριθ.ΕΓ 150-8/296/14Δ/2009 διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, καθώς και στις άλλες Δικαστικές Αρχές του Πειραιά, αν συντρέξει περίπτωση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 2010.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός Αρμοδιότητος. Παραπέμπει στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 1603/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θοεδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου,
με εγκαλούσα την Χ συζ.Ζ, κάτοικο ... και εγκαλούμενο τον Ψ.
Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 219/15-3-2010, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 399/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 202/25-5-2010 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγοντες την υπ'αριθμ. πρωτ. 219/15.3.2010 αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών ( μετά της συνημμένης δικογραφίας ), με την οποία ζητεί τον, κατά τις διατάξεις των άρθρων 136 περίπτ. ε' και 137 παρ. 1γ' Κ. Πολ. Δικ., κανονισμό αρμοδιότητος κατά παραπομπή, της κατωτέρω υποθέσεως, εκθέτομεν τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περίπτωση ε' του Κ.Π.Δ., όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τ'άρθρα 122 -125 του Κ.Π.Δ., Δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το αρμόδιο Δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Περίπτωση τέτοιας παραπομπής συντρέχει, όχι μόνο στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και της προδικασίας, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Χαλκίδος, με την υπ'αριθμ. 6/2010 διάταξή του, απέρριψε κατά το άρθρο 47 Κ.Π.Δ. την από 7.5.2008 έγκληση της Χ, κατά του Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών Ψ για παράβαση καθήκοντος, όπως εκτιμάται από εμάς και όχι και για κατάχρηση εξουσίας, όπως αναφέρεται στη διάταξη. Κατά της διατάξεως αυτής, η εγκαλούσα άσκησε κατά το άρθρο 48 Κ.Π.Δ. την υπ'αριθμ. 10 από 10.2.2010 προσφυγή, ενώπιον του Γραμματέως του Πταισματοδικείου Αθηνών, για την εξέταση της οποίας αρμόδιος είναι ο Εισαγγελεύς Εφετών Αθηνών. Στην Εισαγγελία αυτή υπηρετεί ο μηνυόμενος ως Αντ/λεύς Εφετών. Επομένως, κατ'εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 132, 134, 135, 136 περίπτ. ε' Κ.Π.Δ., πρέπει να υπάρξει κανονισμός αρμοδιότητος και να οριστεί ως αρμόδιος να αποφανθεί επί της προμνησθείσης προσφυγής, ο Εισαγγελεύς Εφετών Πειραιώς, καθώς και οι δικαστικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Πειραιώς και των αντίστοιχων Εισαγγελιών, αν συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, Προτείνομεν Να ορισθούν ως κατά παραπομπή αρμόδιοι α) Ο Εισαγγελεύς Εφετών Πειραιώς, δια να αποφανθεί επί της υπ'αριθμ. 10/10.2.2010 προσφυγής της Ζ, συζύγου Ζ, κατοίκου ..., κατά της υπ'αριθμ. 6/2010 διατάξεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Χαλκίδος, και β) οι δικαστικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Πειραιώς και των αντίστοιχων Εισαγγελιών, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση.
Αθήνα, Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 στοιχ.ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ Δικαστήριο , διατάσσεται η παραπομπή του σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές Δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο Δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν ακόμη δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ.1 στοιχ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από το Δικαστήριο της περιφέρειας ενός Εφετείου σε Δικαστήριο της περιφέρειας άλλου Εφετείου, ο Άρειος Πάγος, σε Συμβούλιο, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, εφαρμόζονται δε αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132,134 και 135 εδ.1 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση ,από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η Ζ υπέβαλε την από 7-5-2008 έγκληση σε βάρος του Δικαστικού Λειτουργού, Αντεισαγγελέως Εφετών Ψ, για κατάχρηση εξουσίας. Ο Εισαγγελεύς Πλημμελειοδικών Χαλκίδος, με την υπ'αριθ.6/2010 διαταξή του, απέρριψε κατ'άρθρο 47 ΚποινΔ την άνω έγκληση. Κατά της διατάξεως αυτής η εγκαλούσα άσκησε κατ'αρθρο 48 ΚποινΔ την υπ'αριθ.10/10-2-2010 προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών. Ο εγκαλούμενος, όμως, υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, γι'αυτό ο Εισαγγελεύς Εφετών Αθηνών με το υπ'αριθ.19/15-3-2010 έγγραφό του, ζητεί τον κανονισμό αρμοδιότητος. Κατόπιν των παραπάνω, συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή, σύμφωνα με τα άρθρα 136 στοιχ.ε'και 137 παρ.1 στοιχ.γ' ΚποινΔ και πρέπει να ορισθεί αρμόδιος να κρίνει την άνω προσφυγή, ο Εισαγγελεύς Εφετών Πειραιώς, στον οποίο, καθώς και τις αρμόδιες Δικαστικές Αρχές Πειραιώς, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση, πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της υποθέσεως.
Για τους λόγους αυτούς Διατάσσει την παραπομπή της υποθέσεως στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, ήτοι να αποφανθεί επι της υπ'αριθ.10/10-2-2010 προσφυγής της Ε συζύγου Ζ, κατά της υπ'αριθ.6/2010 διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Χαλκίδος, καθώς και στις άλλες Δικαστικές Αρχές του Πειραιά, αν συντρέξει περίπτωση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 2010.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός Αρμοδιότητος. Παραπέμπει στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1599/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 80844/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 203/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή με αριθμό 185/17-5-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγων ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 476§1 και 513§1 Κ.Π.Δ, την με αριθμό 134/24-12-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο κατάστημα κράτησης ..., κατά της 80844/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε κατ' έφεση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής (άρθρο 79 παρ. 1 Ν5960/1933, εκθέτω τα εξής: Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473§2, 474§2 ,476§2και 509§1 Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, πρέπει στη έκθεση ή την επιδιδόμενη κατά το άρθρο 473§2 Κ.Π.Δ δήλωση αναίρεσης να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια , δεν αρκεί, ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Ειδικότερα για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου και εντεύθεν για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν αρκεί απλή επανάληψη των διατάξεων του άρθρου 510 του Κ.Π.Δ, χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας που αποδίδεται στην απόφαση, και ειδικότερα: α) σε περίπτωση απόλυτης ή σχετικής ακυρότητας, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ακυρότητα αυτή, από ποια αιτία εχώρησε, αν αυτή αναφέρεται σε διάταξη που αφορά την τήρηση των διατάξεων, που, καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, καθώς και τη άσκηση των δικαιωμάτων, που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις, που επιβάλλει ο νόμος (άρθρο 171 παρ 1 δ Κ.Π.Δ), πρέπει να προσδιορίζεται ειδικώς σε τι συνίσταται η παραβίαση των δικαιωμάτων του αυτών και ποια η διάταξη που παραβιάστηκε (Α.Π 208/2004 Ποιν Χρον ΝΔ 889), β) σε περίπτωση έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να προτείνεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της απόφασης, να διευκρινίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψή της, αναφορικά με συγκεκριμένο η συγκεκριμένα κεφάλαιά της, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση (ολομ Α.Π 10/2001 Ποιν Χρον ΝΒ402 , ολομ Α.Π 2/2002Ποιν Χρον. ΝΒ 691). γ) στην περίπτωση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να γίνεται ειδικότερος προσδιορισμός της νομικής πλημμέλειας περί την ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε ( Α.Π 1622/2001 Ποιν Χρον ΝΒ 401). Οι αόριστα κατά τα ανωτέρω διατυπούμενοι λόγοι αναιρέσεως, δεν μπορούν να συμπληρωθούν με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 Κ.Π.Δ , την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως (ολομ. Α.Π 2/2002 Ποιν Χρον. ΝΒ 691). Περαιτέρω σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 476§1 του Κ.Π.Δ " όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο, ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο(ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο".
Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθμ. 80844/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μετά από έφεση κατά της υπ' αριθμ. 29307/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάστηκε ο Χ, κάτοικος ...., για έκδοση ακάλυπτης επιταγής (άρθρο 79 παρ. 1 του Ν 5960/1933). Κατά της αποφάσεως αυτής ο ως άνω ο καταδικασθείς, άσκησε νομοτύπως και εμπροθέσμως αναίρεση με δήλωση ενώπιον του Διευθυντού του Καταστήματος Κράτησης ..., συνετάγη δε περί της ασκήσεώς της η σχετική με αριθμό πρωτ. 155/10-12-2008 έκθεση. Στην έκθεσή αυτή ο αναιρεσείων δηλώνει ότι ασκεί αναίρεση κατά της ανωτέρω με αριθμό 80844/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, χωρίς να αναφέρει σ' αυτήν κανένα λόγο αναιρέσεως. Έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί. Kατ' ακολουθία των προεκτεθέντων πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476§§1,2 , 513§1 και 583§1 Κ.Π.Δ .
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
α) να απορριφθεί η με αριθμό 134/24-12-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 80844/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και
β) να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 14 Μαΐου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 474 παρ.2 ΚΠΔ "στην έκθεση (άσκησης ένδικου μέσου) πρέπει να διατυπώνονται και λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 462 ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης ή βουλεύματος είναι να περιέχεται σ'αυτή λόγος αναίρεσης, διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, γιατί αλλιώς η αίτηση είναι άκυρη και ως τέτοια απαράδεκτη, κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ίδιου Κώδικα. Απλή επίκληση της οικείας διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης χωρίς αναφορά σχετικών περιστατικών και ειδικότερα, χωρίς προσδιορισμό των περιστατικών που θεμελιώνουν την προσβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δεν αρκεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, επιτρεπτά επισκοπούμενα προς έλεγχο του παραδεκτού της άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προκύπτει, ότι με την 80844/3.12.08 απόφαση του Ζ'Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε μετά από έφεση κατά της 29307/20.2.04 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάστηκε ο Χ, για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, σε ποινή φυλάκισης εννιά (9) μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική προς τέσσερα και σαράντα (4,40)ευρώ την ημέρα, καθώς και σε χρηματική ποινή πεντακοσίων (500) ευρώ. Κατά της πιο πάνω απόφασης (80844/08) ο καταδικασθείς Χ άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα αναίρεση, με δήλωση ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης ..., όπου ήταν κρατούμενος, συνταχθείσας περί τούτου της οικείας έκθεσης 1550/10.12.2008, στην οποία προσαρτήθηκε αυθημερόν και η, από 10.12.08, χειρόγραφη "αίτηση αναίρεσης" του ίδιου, το περιεχόμενο των οποίων έχει κατά λέξη, ως εξής στη μέν έκθεση αναίρεσης ότι: "Στο Κατάστημα Κράτησης ... σήμερα την δεκάτη (10η) ημέρα της εβδομάδος Τετάρτη και ώρα 10.30 ενώπιον εμού του Δ/ντή του ενταύθα καταστήματος ..., εμφανίσθηκε ο κρατούμενος Χ και που γεννήθηκε στο ... το έτος 1940 και κατοικεί ..., και ζήτησε με την " παρούσα δήλωση του να κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της αριθμ.80844/3.12.2008 απόφασης που εξέδωσε Τ Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, η οποία απορρίπτει έφεσή του κατά της αριθμ.....απόφασης που εξέδωσε τ...., με την οποία καταδικάσθηκε για ......σε φυλάκιση......και στα έξοδα και τέλη της δίκης, για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει.... Χωρίς την αναφορά οιουδήποτε λόγου μετά τα αποσιωπητικά" στη δε χειρόγραφη (αίτηση αναίρεσης) "Με την υπ'αριθμ. /κλήση της Εισαγγελείας Πρωτοδικών Αθηνών, κλητεύθηκα, όπως παραστώ αυτοπροσώπως κατά την 3-12-2008, ενώπιον του Ζ'Τριμμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως εκδικασθεί, υποβληθείσα εφεσή μου κατά της (πρωτόδικης) Υπ'αριθμ. / Δικαστικής" Απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, επί επίμαχης υπόθεσής μου, σε Δεύτερο βαθμό. Λόγω αντικειμενικής μου αδυναμίας και λόγων ανωτέρας βίας, σε συνδυασμό με την πολυετή κράτησή μου, στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης ..., όπου κρατούμαι σήμερα, αδυνάτησα να μεταβώ, κατά την ως άνω ημερομηνία (3-12-2008) εκδίκασης, κατ'έφεσιν, επι της ως άνω υπόθεσης, και διόρισα προς τούτο, συνήγορο υπεράσπισης, ο οποίος κατά την επίμαχη ημερομηνία, για λόγους υγείας, δεν δύνατο, να παραστεί και να με εκπροσωπήσει, με συνέπεια, η ως άνω εφεσή μου, να κηρυχθεί απαράδεκτη ως ανυποστήρικτη και ούτως το Δικαστήριο, να αποφάνθηκε τελειωτικά, για την κατηγορία. Κατόπιν των προαναφερομένων" Αναιρεσιβάλλω την Υπ'αριθμ.80844/3/2008 Απόφαση του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, συμφώνως του Άρθρου 504 παραγρ.1 και 510 παραγρ.1, περιπτ.Β' και Δ', Κ.Ποιν.Δ." Με το πιο πάνω περιεχόμενο η εν λόγω, με αριθμό 134/24.12.2008, αίτηση αναίρεσης δε διαλαμβάνει κανένα λόγο αναίρεσης και, συνεπώς, σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει ν'απορριφθεί, ως απαράδεκτη, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1 και 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, με αριθμό 134/24.12.2008, αίτηση του Χ, για αναίρεση της 80844/3.12.2008 απόφασης του Ζ'Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει ως απαράδεκτη, λόγω του ότι δεν αναφέρει κανένα λόγο αναίρεσης.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1598/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 68224/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 173/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή με αριθμό 198/20.5.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγων, στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 476 και 513 Κ.Π.Δ. την από 14-12-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., η οποία στρέφεται κατά της με αριθμό 68224/23-10-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (λόγω εκπρόθεσμης άσκησης) η με αριθμό 3982/24-3-2009 έφεσή του κατά της με αριθμό 10.826/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εκθέτω τα εξής: Από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 2 και 474 παρ. 1 Κ.Π.Δ προκύπτει, ότι κατά γενική αρχή, η αίτηση αναιρέσεως ασκείται με δήλωση του δικαιούμενου διαδίκου ενώπιον των οριζόμενων από την τελευταία διάταξη οργάνων, στην οποία δεν συμπεριλαμβάνεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Η κατ' εξαίρεση άσκηση της αναιρέσεως με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μπορεί να γίνει μόνο εναντίον καταδικαστικής απόφασης, όχι δε και εναντίον οποιασδήποτε άλλης, όπως είναι και η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη (Α.Π 266/2008, Α.Π 41/2007). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη με αριθμό 68224/23-10-2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η με αριθμό 3982/24-3-2009 έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορούμενου κατά της με αριθμό 10.826/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε σε φυλάκιση 2 ετών για μη καταβολή βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 14-12-2009 . Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, η αίτηση αυτή δεν ασκήθηκε νομοτύπως, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντα ως απαράδεκτη, δεν είναι καταδικαστική. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, πρέπει η ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη, να επιβληθούν δε σε βάρος του αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη, η από 14-12-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., κατά της με αριθμό 68224/23-10-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και β) να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα.-
Αθήνα 17 Μαΐου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ.2 και 474 παρ.1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης ασκείται με δήλωση του δικαιούμενου διαδίκου ενώπιον των οριζομένων με την τελευταία διάταξη προσώπων στα οποία δε διαλαμβάνεται και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Η κατ'εξαίρεση άσκηση της αναίρεσης, με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μπορεί να γίνει μόνο εναντίον καταδικαστικής απόφασης, όχι δε και εναντίον οποιασδήποτε άλλης, η οποία δεν έχει από το χαρακτήρα, όπως είναι και η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη (εκπρόσθεσμη).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 68224/23.10.2009 απόφαση του Ζ'Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη), η έφεση 3982/2009 του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ κατά της 10826/2000 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, που μετατράπηκε σε χρηματική προς χίλιες πεντακόσιες (1.500) δραχμές την ημέρα, για την αξιόποινη πράξη της μη έγκαιρης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την ένδικη, από 10.12.2009, αίτηση αναίρεσης, με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία επιδόθηκε στον τελευταίο στις 14.12.2009. Σύμφωνα, όμως, με τα προαναφερόμενα, η αίτηση αυτή δεν ασκήθηκε νομότυπα, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, που απόρριψε την έφεσή του, ως απαράδεκτη, δεν είναι καταδικαστική.
Συνεπώς, η εν λόγω αίτηση πρέπει ν'απορριφθεί, ως απαράδεκτη, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1 και 583 παρ.1).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 10.12.2009, αίτηση του Χ, για αναίρεση της 68224/23.10.2009 απόφασης του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την αναίρεση, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, δεν είναι καταδικαστική.
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 1598/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα -----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: (1-21). Οι 4η, 5ος, 7η, 8η, 9η, 10η, 11η, 13η, 14η, 15η, 18η, 19η και 20η αναιρεσείοντες παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευτύχιο Καλαμίδα. Οι 1η, 2η, 12η και 17η αναιρεσείουσες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο. Οι 3η, 6η, 16η και 21η αναιρεσείουσες δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (Ε.Τ.Ε.), η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κομματά. Στο σημείο αυτό εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Σταύρος Ανδριόπουλος και αφού πήρε το λόγο, δήλωσε ότι εκπροσωπεί την εταιρεία "FIRST DATA HELLAS S.A" η οποία εδρεύει στο 23ο χιλιόμετρο της Εθνικής οδού Αθηνών - Λαμίας και κάνει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-10-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις προφορικά ασκηθείσες πρόσθετες παρεμβάσεις του ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΑΘΗΝΩΝ υπέρ των εναγόντων και της εταιρείας "FIRST DATA HELLAS AE" υπέρ της εναγομένης.
Εκδόθηκε η 1653/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 313/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι παραστάντες αναιρεσείοντες με την από 12-6-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 28-9-2010 έκθεση της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης και της προσθέτως παρεμβαίνουσας την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβαση της. Περαιτέρω, στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου κώδικα ορίζεται ότι, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δηλαδή με πληρεξούσιο δικηγόρο που να αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής, κατά ένα από τους προαναφερόμενους τρόπους, πληρεξουσιότητα, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ενώ στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι, αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία από αυτές αρχή, ότι για τη συζήτηση στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι: α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίστηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο) εάν κατά την γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο που για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση και β) εφόσον οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι' αυτούς, δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός έστω από τους αναιρεσείοντες που επέσπευσαν τη συζήτηση, είτε αυτοί παρίστανται είτε δεν παρίσταντα κατ' αυτή (συζήτηση), κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους, αν οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν έχουν κλητευθεί από τους αντιδίκους τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση τυχόν έστω και απλούς ομοδίκους τους (Ολ. Α.Π. 8/2009, Ολ. Α.Π. 13/2008, Ολ. ΑΠ.39 /2005). Στην προκείμενη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 12/6/2009 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 313/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με επίσπευση των αναιρεσειόντων, ακριβές δε αντίγραφο της ως άνω αιτήσεως με κλήση προς συζήτηση της υποθέσεως κατά την ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (12/10/2010), η οποία υπογράφεται από το δικηγόρο Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα, επιδόθηκε, στην αναιρεσίβλητη "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", το "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Αθηνών", το οποίο είχε ασκήσει πρόσθετη υπέρ των εναγόντων παρέμβαση και την εταιρεία με την επωνυμία "FIRST DATA HELLAS S.A.", η οποία είχε ασκήσει πρόσθετη υπέρ της εναγομένης παρέμβαση, με εντολή του φερόμενου ως πληρεξουσίου των αναιρεσειόντων ως άνω δικηγόρου, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 2608 Β/3/8 2009, 3526 Β/28/6 /2010 και 9420 Β/27/8/2010 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών Β. Χ. (για τις δύο πρώτες) και Δ. Π. (για την τρίτη). Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο οι αναιρεσείοντες που επισπεύδουν τη συζήτηση παρέστησαν, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, με τη σειρά τους από το πινάκιο, ως ακολούθως: Οι …(4η), …(5ος), …(7η), …(8η), …(9η), …(10η), …(11η), …(13η), …(14η), …(15η), …(18η), …(19η) και … (20η), παρέστησαν μετά του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Ευτύχιου - Δημήτριου Καλαμίδα (εμφανίστηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου και με δήλωσή τους τον διόρισαν πληρεξούσιο δικηγόρο τους) και οι …(1η), … (2η), … (12η) και …(17η) παρέστησαν δια του πληρεξουσίου τους ως άνω δικηγόρου, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα υπ' αριθμ. …/8/10/2010 και …/7/10/2010 συμβολαιογραφικά πληρεξούσια που συντάχθηκαν από τους συμβολαιογράφους Πατρών Χριστίνα Καπνισάκη το πρώτο και Ορεστιάδας Σουλτάνας Φυσεκίδου το δεύτερο. Όπως όμως προκύπτει από τη δήλωση του ανωτέρω πληρεξουσίου δικηγόρου, αυτός δεν εκπροσωπεί τις αναιρεσείουσες … (3η), … (6η), … (16η) και …(21η), ούτε προκύπτει από τα προσκομιζόμενα ως άνω πληρεξούσια των ως άνω συμβολαιογράφων ότι, οι μη εμφανισθείσες ως άνω αναιρεσείουσες και μη εκπροσωπηθείσες από τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο, χορήγησαν σ' αυτόν πληρεξούσιο για την εκπροσώπησή τους αυτή, ή ότι οι ανωτέρω τέσσερες (4) αναιρεσείουσες έχουν διορίσει νομίμως κατ' άρθρο 96 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. τον ως άνω δικηγόρο για να τους εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη. Τέλος, από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι οι ως άνω τέσσερες αναιρεσείουσες, ως προς τις οποίες δεν αποδεικνύεται νόμιμη εκπροσώπηση, ούτε χορήγηση πληρεξουσιότητας προς τον υπογράφοντα την αίτηση αναιρέσεως δικηγόρο, έχουν κλητευθεί με επιμέλεια των λοιπών αναιρεσειόντων ομοδίκων τους ή του αναιρεσίβλητου. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 12-6-2009 αιτήσεως των …, κ.λ.π., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 313/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ικανότητα προς το δικογείν.Υποχρέωση των διαδίκων να παρίστανται ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων με δικηγόρο. Χορήγηση σχετικής πληρεξουσιότητας. Τεκμήριο πληρεξουσιότητας τόσο για τις προπαρασκευαστικές της συζητήσεως πράξεις όσο και για τη συζήτηση. Προϋποθέσεις παραδεκτού της συζήτησεως ενώπιον του Αρείου Πάγου.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1615/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Κωνσταντίνου Κούκλη) ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Βασίλειο Φράγγο, σύμφωνα με την 66/5-5-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Ι. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοχάρη Δαλακούρα, περί αναιρέσεως της 1042/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 318/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 περ. α' και β' του Ν. 3386/2005 "Πλοίαρχοι ή Κυβερνήτες πλοίων, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους-μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθηση τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη τιμωρούνται: α) Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, β) Με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν η μεταφορά ενεργείται κατ' επάγγελμα ή αν ο υπαίτιος είναι δημόσιος υπάλληλος ή τουριστικός ή ναυτιλιακός ή ταξιδιωτικός πράκτορας. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχουν προηγηθεί και καταδίκες, υποκειμενικά δε, σκοπός του δράστη να πορισθεί εντεύθεν εισόδημα. Κατ' επάγγελμα επίσης τέλεση συντρέχει και όταν μία φορά διεπράχθη η πράξη, όχι όμως ευκαιριακούς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Κατά το άρθρο 187 παρ. 3 του ΠΚ., όπως τούτο ισχύει, "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1, ενώνεται με άλλον για να διαπράξει κακούργημα (συμμορία), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξη μηνών. Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται ο υπαίτιος, αν η κατά το προηγούμενο εδάφιο ένωση έγινε για τη διάπραξη πλημμελήματος το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ή η προσβολή της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της γενετήσιας ελευθερίας". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, συμμορία είναι η ένωση με άλλον (δηλαδή συμφωνία δύο τουλάχιστον προσώπων) για τη διάπραξη ενός τουλάχιστον μη προσδιοριζόμενου κακουργήματος ή πλημμελήματος. Το έγκλημα είναι τετελεσμένο από τότε που ενώθηκαν δύο ή περισσότεροι με τον παραπάνω σκοπό. Υποκείμενο του εγκλήματος μπορεί να είναι οποιοσδήποτε. Απαιτείται δε δόλος, ήτοι η γνώση και η θέληση ότι ενώνεται ο δράστης με άλλους για να διαπράξουν εγκλήματα, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος. Από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. β του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας απαιτείται δόλος του άμεσου συνεργού, δηλαδή ηθελημένα παροχή συνδρομής στον αυτουργό, με τη γνώση ότι παρέχεται κατά την εκτέλεση και κατά τη διάρκεια της άδικης πράξης, συνδεόμενη προς αυτή κατά τρόπο, ώστε χωρίς τη βοηθητική ενέργεια του άμεσου συνεργού δεν θα ήταν δυνατή, με βεβαιότητα, η διάπραξη του εγκλήματος κάτω από τις περιστάσεις που έχει διαπραχθεί. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγηση τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς κα αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορο του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Πρέπει όμως ο ισχυρισμός αυτός να προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του και δεν αρκεί η επίκληση της νομικής διάταξης που τον προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστός στη νομική ορολογία, καθόσον η αόριστη προβολή αυτού όχι μόνο δεν υποχρεώνει το δικαστήριο να τον απορρίψει αιτιολογημένα, αλλά ούτε καν το υποχρεώνει να απαντήσει σ' αυτόν. Ιδιαίτερη αιτιολογία για την ύπαρξη δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως "η εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Ειδικότερα, η ύπαρξη του δόλου στην παράβαση της διατάξεως του άρθρου 88 παρ. 1 παρ. α' και β' του Ν. 3386/2005 δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, απαιτείται όμως να διαλαμβάνεται σ' αυτή το παράνομο της εισόδου των αλλοδαπών στο Ελληνικό έδαφος και η περί τούτου γνώση του υπαιτίου της πράξεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θράκης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1042/2009 απόφαση του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης που αλληλοσυμπληρώνονται, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 5/6/2009 και περί ώρα 02.00 άνδρες του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης ... εντόπισαν στο 40° χιλ/τρο της παλαιάς Ε.Ο. ...-... και πλησίον αυτής με τη χρήση θερμικής κάμερας ομάδα 30 περίπου λαθρομεταναστών και έθεσαν αυτήν υπό παρακολούθηση. Περί ώρα 02.20 η εν λόγω ομάδα μετακινήθηκε σε παρακείμενη γέφυρα κάτω από την ... οδό. Οι άνδρες του άνω Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης μετακινήθηκαν κοντά στη γέφυρα για να έχουν καλύτερη οπτική επαφή και πλησίασαν την ομάδα σε απόσταση 10-15 μ. περίπου. Περί ώρα 02.40' διήλθαν από το σημείο εκείνο τα υπ' αριθμ. κυκλοφορίας: α) ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας ΜERCEDES, β) ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας CITRΟΕΝ και γ) ... τουριστικό λεωφορείο μάρκας IVECO λευκού χρώματος, το οποίο με οπισθοπορεία εισήλθε κάτω από τη γέφυρα όπου ήταν η ομάδα των λαθρομεταναστών. Τα δύο ΙΧΕ αυτοκίνητα, αφού επέστρεψαν μέσω της παλαιάς Ε.Ο. στο σημείο όπου ανέμεναν οι λαθρομετανάστες για να επιβιβαστούν στο λεωφορείο, το μεν ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, συνέχισε την πορεία του, κινούμενο με μικρή ταχύτητα, το δε ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, σταμάτησε και ο οδηγός του καθοδήγησε τους λαθρομετανάστες να επιβιβαστούν στο χώρο των αποσκευών του λεωφορείου, του οποίου ο οδηγός δεν κατήλθε και ανέμενε την ολοκλήρωση της επιβίβασης των λαθρομεταναστών για να αναχωρήσει. Αμέσως μετά την επιβίβαση των λαθρομεταναστών ξεκίνησε λεωφορείο. Προπομπός αυτού ετέθη το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ενώ το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ακολουθούσε αυτό (λεωφορείο). Τα άνω οχήματα διήλθαν από το χωρίο ... προς την Ε.Ο. ...-... και μέσω αυτής εισήλθαν στην ... οδό και κινήθηκαν με κατεύθυνση προς .... Στον κόμβο της ΒΙΠΕ ... ακινητοποιήθηκαν το λεωφορείο και το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου του λεωφορείου διαπιστώθηκε ότι στο χώρο των αποσκευών επέβαιναν οι αναφερόμενοι στο διατακτικό 30 λαθρομετανάστες, υπήκοοι Πακιστάν, οι οποίοι είχαν εισέλθει παράνομα στη χώρα, τις βράδυνες ώρες της 4-6-2009, από αδιευκρίνιστο σημείο της ελληνοτουρκικής μεθορίου, χωρίς να διαθέτουν τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα, αυτούς δε διεκπεραίωσαν, μέσω του ποταμού ..., με πλαστική βάρκα, δύο Τούρκοι διακινητές, α.λ.σ. Τους αλλοδαπούς, οι οποίοι πεζή κινήθηκαν στο προσυμφωνηθέν σημείο συνάντησης και επιβιβάστηκαν στο προαναφερθέν λεωφορείο, προώθησαν στο εσωτερικό της χώρας ο οδηγός του λεωφορείου Π. Ε. του Δ. και της Μ., κάτοικος ..., ο οδηγός του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, Ι. Ν. του Α., ο οποίος σημειωτέον δεν συνελήφθη και ο παρών κατηγορούμενος, Ν. Ι. του Χ. και της Ι., κάτοικος ..., οδηγός του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, οι οποίοι είχαν μεταβεί στο προαναφερθέν σημείο, έχοντας οι δύο πρώτοι ξεκινήσει από τη ... για να παραλάβουν τους αλλοδαπούς, μετά από προσυννενόηση με τους δύο Τούρκους διακινητές, των οποίων τα ονόματα εν διακριβώθηκαν και με σκοπό να τους μεταφέρουν παράνομα στην ..., όταν δε οι λαθρομετανάστες θα έφθαναν στον προορισμό τους θα κατέβαλαν το ποσό των 8.000 ευρώ ο καθένας, όπου το κύκλωμα οργάνωσης, μεταφοράς, διακίνησης και προώθησης από χώρα σε χώρα προσώπων, που στερούνται ταξιδιωτικών εγγράφων, υποδείκνυε. Κατά τον έλεγχο του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της Α. Μ. του Ζ., με την οποία συμβιοί ο προαναφερόμενος (Ν. Ι.), βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τρία κινητά τηλέφωνα και δύο φορητοί ασύρματοι, που όπως διαπιστώθηκε αργότερα, ήταν συντονισμένοι στην ίδια συχνότητα που χρησιμοποιεί η αστυνομία. Ακολούθησε η σύλληψη των οδηγών των οχημάτων και των λαθρομεταναστών και όλοι οδηγήθηκαν στο Τμήμα Συνοριακής Φύλαξης ... . Σε έρευνα που επακολούθησε στη οικία του κατηγορουμένου Ν. Ι., στην ..., επί της οδού ... αρ. 18, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν α) εντός χάρτινης σακούλας στο πατάρι επάνω από το λουτρό το χρηματικό ποσό των 128.270 ευρώ, β) επάνω στο τραπέζι του σαλονιού το χρηματικό ποσό των 1.400 ευρώ, γ) σε συρτάρι επίπλου εντός φακέλου, που εξωτερικά έφερε την ένδειξη "1-6-2009 = 500 Ε "ΚΑΛΕΣ ΔΟΥΛΕΙΕΣ"", το χρηματικό ποσό των 500 ευρώ. Επίσης, σε έρευνα του υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, μάρκας (301Ρ, ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου Ν. Ι., βρέθηκαν και κατασχέθηκαν α) το χρηματικό ποσό των 22.100 ευρώ, β) επτά βιβλιάρια καταθέσεων τραπεζών του Ν. Ι. (2 της Αγροτικής, 1 της Πειραιώς, 1 της ATTICA, 1 της ΑSPIS), ένα μπλοκ επιταγών και πέντε κάρτες τραπεζών ανάληψης χρημάτων εκ των οποίων τέσσερις (1 της ΑΤTICA, 1 της ΜΙLLENIUM, 1 της Εθνικής, 1 της ΕURO ΒΑΝΚ) του κατηγορουμένου, και μία (1) της ΑΤΤICΑ της Α. Μ.. Τα παραπάνω περιστατικά αποδείχθηκαν από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και την απολογία του κατηγορουμένου, ο οποίος ομολογεί ότι μετέβη με το αυτοκίνητο του στη γέφυρα επειδή γνώριζε την τουρκική γλώσσα αρνείται όμως ότι ακολούθησε το λεωφορείο, ισχυρισμός, όμως, ο οποίος καταρρίπτεται όχι μόνο από τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι επιβεβαιώνουν το γεγονός αυτό, δηλαδή ότι ακολουθούσε το λεωφορείο με το άνω ΚΟΜ 2374 ΙΧΕ αυτοκίνητο για να ειδοποιήσει τον οδηγό του λεωφορείου σε περίπτωση ελέγχου ή παρουσίας αστυνομικής περιπόλου στην περιοχή, αλλά και το γεγονός της ταυτόχρονης ακινητοποίησης του λεωφορείου και του οδηγούμενου από αυτόν ... ΙΧΕ αυτοκινήτου στον κόμβο της ΒΙΠΕ .... Από τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος παρείχε άμεση συνεργεία στον οδηγό του ... τουριστικού λεωφορείου Π. Ε. του Δ., που μετέφερε παράνομα τους λαθρομετανάστες στο εσωτερικό της χώρας καίτοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου, γεγονός το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος, καθοδηγώντας και βοηθώντας τους αλλοδαπούς να επιβιβαστούν στο άνω λεωφορείο και ακολουθώντας αυτό (λεωφορείο) οδηγώντας το με αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, προκειμένου να ειδοποιήσει τον οδηγό του λεωφορείου, για τυχόν ύπαρξη αστυνομικών κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, προέβη δε ο κατηγορούμενος στην ανωτέρω πράξη με σκοπό το παράνομο όφελος, αποτελώντας μέλος οργανωμένης ομάδος (κυκλώματος με δραστηριότητα την οργάνωση, μεταφορά και διακίνηση προσώπων που στερούνται ταξιδιωτικών εγγράφων και την προώθηση τους στη Χώρα από Χώρες του εξωτερικού επ' αμοιβή) κατέχοντας και χρησιμοποιώντας φορητούς ασυρμάτους, συντονισμένους στις ραδιοσυχνότητες της Α.Δ. ..., ώστε να παρακολουθεί τις συνομιλίες και κινήσεις της αστυνομίας και να λαμβάνει μέτρα προς αποφυγή της συλλήψεως των μελών του κυκλώματος διακινητών, τρεις συσκευές κινητής τηλεφωνίας για την επικοινωνία του με τους συνεργάτες του διακινητές, τις οποίες έσπευσε να απενεργοποιήσει όταν αντελήφθη ότι επίκειται ο έλεγχος του οχήματος που οδηγούσε (βλ. κατάθεση Α. Κ.), χρησιμοποιώντας για τη δράση του αυτοκίνητο ιδιοκτησίας τρίτου και όχι της ιδιοκτησίας του (υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, μάρκας GOLF), ώστε να μην είναι δυνατός ο εντοπισμός του από τις διωκτικές αρχές, ενώ ο σκοπός αυτού προς πορισμό εισοδήματος επιβεβαιώνεται και από τα ιδιαιτέρως μεγάλα χρηματικά ποσά, που βρέθηκαν στην κατοχή του, τόσο στην οικία του, όσο και στο αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας του, την κατοχή των οποίων δεν δικαιολόγησε, τα όσα δε υποστήριξε αναφέροντας αορίστως ότι ο υιός από την πώληση μηχανήματος είχε εισπράξει 50.000 ευρώ, ότι κατά παράκληση κάποιος Βούλγαρος συνεργάτης τους άφησε χρήματα να δουλέψουν επειδή εκδηλώθηκε πυρκαγιά στην επιχείρηση τους ή ότι τα κέρδισε στον ΟΠΑΠ, δεν κρίνονται πειστικά. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων που του αποδίδονται, απορριπτομένων των ισχυρισμών αυτού περί μεταβολές της κατηγορίας όσον αφορά την πρώτη πράξη σε απλή συνεργεία χωρίς την επιβαρυντική περίσταση της τέλεσης κατ' επάγγελμα, καθώς και των αιτημάτων αυτού περί αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2δ', 2ε' και 2β' ΠΚ, δεδομένου ότι όλως αορίστως έγινε επίκληση τους, με μόνη την νομική ορολογία, χωρίς ταυτόχρονη προβολή τους κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους (ΑΠ 45/2005), αφού δεν εκτίθενται καθόλου περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται ότι αυτός μετανόησε ειλικρινά και ότι επιζήτησε - και κατά ποιο τρόπο - να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των άνω αξιοποίνων πράξεων, ούτε εκτίθενται περιστατικό, από τα οποία να προκύπτει ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο σχετικά διάστημα μετά την πράξη του αυτή, ενώ δεν συνιστά καλή συμπεριφορά η καλή πειθαρχική διαγωγή του κατά την κράτηση του, που επιβάλει ο Κανονισμός της φυλακής, διότι η καλή συμπεριφορά προϋποθέτει ελεύθερη διαβίωση, όχι η συμπεριφορά του κρατούμενου στις φυλακές (ΑΠ 973/2000 ΝοΒ 49. 93, ΑΠ 1890/2003 ΠοινΔικ 7 231), εν προκειμένω δε ο κατηγορούμενος ήταν διαρκώς κρατούμενος από την 5-6-2009 έως και σήμερα.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο (και αφού απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί μεταβολής της κατηγορίας σε απλή συνεργεία στην παράβαση του άρθρου 88 παρ. 1 περ. α και β του Ν. 3386/2005 και χωρίς την επιβαρυντική περίσταση της τελέσεως κατ' επάγγελμα, και αυτούς του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α, β, δ και ε του ΠΚ) κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο των αξιοποίνων πράξεων 1) της άμεσης συνέργειας στην παράνομη μεταφορά- προώθηση στο εσωτερικό της χώρας υπηκόων τρίτων χωρών που δεν έχουν νόμιμο δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος ,κατά συρροή, από δράστη που ενεργεί κατ' επάγγελμα, 2) της από κοινού παράβασης του άρθρου 187 παρ. 3 εδ. β του ΠΚ, και 3) της παράβασης του άρθρου 62 παρ. 1 του Ν. 3431/2006, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 30 μηνών και χρηματική ποινή 15.000 ευρώ, για κάθε έναν από τους 30 μεταφερόμενους αλλοδαπούς για την Α' πράξη, ποινή φυλάκισης 3 μηνών για την Β' πράξη και ποινή φυλάκισης 6 μηνών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ για την Γ' πράξη, συνολική δε ποινή φυλάκισης 266 μήνες (εκτιτέα ποινή 10 έτη), και συνολική χρηματική ποινή 102.800 ευρώ.
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θράκης διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά , τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στ', 26 παρ. 1 παρ. 1 α, 27, 46 παρ. 1 περ. β, 94 παρ. 1 187 παρ.3 εδ. β του ΠΚ και άρθρα 88 παρ. 1 περ. α' και β' του Ν. 3386/2005 και 62 παρ. 1 του Ν. 3431/2006. Ειδικότερα, πλήρως αιτιολογείται ο δόλος του αναιρεσείοντος και η απ' αυτόν κατ' επάγγελμα τέλεση της αξιόποινης πράξεως της άμεσης συνέργειας στην παράνομη μεταφορά- προώθηση στο εσωτερικό της χώρας των λαθρομεταναστών, με την παράθεση πραγματικών περιστατικών υποδηλούντων τον δόλο αυτόν και την κατ' επάγγελμα τέλεση, προσθέτως δε αναλυτικά και με πλήρη αιτιολογία εξειδικεύονται οι ενέργειες στις οποίες ο αναιρεσείων προέβη, προκειμένου να πραγματώσει την αντικειμενική υπόσταση των ως άνω διωκομένων εγκλημάτων. Για την πληρότητα της αιτιολογίας η πληττόμενη απόφαση περιέλαβε σ' αυτή ειδικές και εκτενείς σκέψεις για το δόλο του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, δεχόμενη ότι αυτός γνώριζε ότι οι μεταφερόμενοι ήταν αλλοδαποί και δεν διέθεταν τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα και ως εκ τούτου δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα, είχαν δε εισέλθει στο Ελληνικό έδαφος χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, γνώση η οποία προκύπτει από το σχεδιασμό της όλης επιχείρησης, από την εκτέλεση από αυτόν του έργου της συνοδείας του λεωφορείου που μετέφερε στον χώρο των αποσκευών του τους λαθρομετανάστες, οδηγώντας το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, με υποχρέωση να ειδοποιήσει τον συγκατηγορούμενό του και οδηγό του λεωφορείου Π. Ε. για την παρουσία της αστυνομίας στο δρόμο τους, και από την συμμετοχή του στην όλη επιχείρηση με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, για τον οποίο (πορισμό), αλλά και την υποδομή που είχε διαμορφώσει, και επιπροσθέτως την ένωσή του με μέλη οργανωμένης ομάδας-κυκλώματος, που δραστηριοποιείται στην οργάνωση, μεταφορά και διακίνηση προσώπων που στερούνται ταξιδιωτικών εγγράφων και την προώθησή τους στην Ελλάδα από χώρες του εξωτερικού με αμοιβή, διαλαμβάνει εκτενή και πλήρη αιτιολογία με την παράθεση των ως άνω πραγματικών περιστατικών. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να διευκρινίζεται από ποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, ούτε να αιτιολογείται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της κρίσης του και για ποιο λόγο έγινε περισσότερο πιστευτό ένα συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, αφού όλα τα παραπάνω ανάγονται σε εκτίμηση πραγμάτων. Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών που προέβαλε ο αναιρεσείων και συγκεκριμένα των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 β, δ και ε του ΠΚ, καθόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης στα οποία έχουν καταχωρηθεί, όλως αορίστως έγινε επίκληση τους, με μόνη την νομική ορολογία, χωρίς ταυτόχρονη προβολή τους κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους, ενώ περαιτέρω με ειδική αιτιολογία που διαλαμβάνεται στο 12° φύλλο (εμπρόσθια όψη) της προσβαλλόμενης απόφασης απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του περί αναγνωρίσεως του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 α του ΠΚ.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως προς όλες τις εκφάνσεις του (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 332 παρ. 2,358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί στερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να κάμει παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι, ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία δε αυτά δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου τους. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 του ΚΠΔ) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενο του. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Έτσι, ο κατηγορούμενος, γνωρίζων πλήρως την ταυτότητα του εγγράφου αυτού, έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα εκ του άρθρου 358 του ΚΠΔ δικαιώματα, δεδομένου μάλιστα ότι εφόσον πραγματοποιήθηκε η ανάγνωση του εγγράφου αυτού, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενο αυτού του εγγράφου, αφού λογικά η δυνατότητα αυτή δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο, κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αναγνώσθηκαν: 1) Μία έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου με διερμηνέα (υπ' αύξοντα αριθμό 9), και 2) Μία βεβαίωση κέρδους από τον ΟΠΑΠ (με αύξοντα αριθμό 10). Με την αναφορά αυτή των εν λόγω εγγράφων, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη μνεία προσθέτων στοιχείων προσδιορισμού τους, όπως το περιεχόμενο, ο συντάκτης, η χρονολογία αυτών, τα πρόσωπα στα οποία αφορούν, αφού με την ανάγνωση τους στην επ' ακροατηρίου διαδικασία, κατέστησαν γνωστά τα εν λόγω έγγραφα κατά το περιεχόμενο τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σε σχέση με το περιεχόμενο τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε πάντως από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης, εν όψει και του ότι δεν δημιουργήθηκε αμφιβολία για το αναλλοίωτο της ταυτότητάς τους. Συνακόλουθα ορθώς έλαβε υπόψη του το Εφετείο τα ως άνω έγγραφα, ο δε δεύτερος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο , με την αιτίαση ότι το Εφετείο προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίσης του έλαβε υπόψη του έγγραφα, που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητα τους, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, συνισταμένη στο γεγονός ότι το δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα: 1) τις αποδείξεις πληρωμών συντάξεων του Ο.Α.Ε.ΕΔ., 2) το τιμολόγιο πώλησης μηχανήματος, ύψους 50.000 ευρώ, και 3) τα εκκαθαριστικά της εφορίας, χωρίς αυτά να αναγνωσθούν, καθόσον από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι από το δικαστήριο αξιολογήθηκε μόνο το υπό στοιχεία (2) ως άνω έγγραφο και τούτο γιατί το περιεχόμενο του προέκυπτε από άλλα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα την απολογία του κατηγορουμένου. Κατ' ακολουθίαν, απορριπτόμενων όλων των λόγων της αιτήσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11/2/2010 αίτηση του Ν. Ι. του Χ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1042/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποβιωσάσης της Γραμματέως, η παρούσα απόφαση υπογράφεται από την Γραμματέα Λόζιου Πελαγία, κατόπιν της υπ' αριθμό 152/2010 πράξεως του Προέδρου του Αρείου Πάγου.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Οκτωβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για άμεση συνεργεία σε παράνομη μεταφορά - προώθηση στο εσωτερικό της χώρας υπηκόων τρίτων χωρών που δεν έχουν το δικαίωμα εισόδου, κατ' επάγγελμα, σύσταση συμμορίας και αθέμιτης χρήσης ραδιοσυχνοτήτων. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος για έλλειψη αιτιολογίας αναφορικά με την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων καθώς και με τον προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό της "κατ' επάγγελμα τελέσεως" και του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ. Το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 β, δ και 3 του ΠΚ, διότι όλως αορίστως έγινε επίκληση τους. Απορρίπτεται επίσης ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο προς στήριξη της καταδικαστικής του κρίσης έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα α, β, γ δ που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητα τους (άρθρα 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 ΚΠΔ). Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Συνέργεια, Λαθρομεταναστών μεταφορά.
| 1
|
Αριθμός 1597/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις δύο αιτήσεις
των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σαντιπαντάκη και 2. Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, περί αναιρέσεως της 8608/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23 Δεκεμβρίου 2009 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με τα από 19 Μαρτίου 2010 δύο χωριστά δικόγραφα προσθέτων λόγων, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 49/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση αναίρεσης της Χ1 και να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά της αυτής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών (υπ' αριθμ. 8608/2009), οι υπό κρίση, από 23-12-2009, δύο αιτήσεις αναιρέσεως της Χ1 και του Χ2, καθώς και οι παραδεκτώς ασκηθέντες, με τα από 19-3-2010 δύο δικόγραφα, πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.
Από τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 του ν. 1599/86, κατά την οποία "Γεγονότα ή στοιχεία που δεν αποδεικνύονται με το δελτίο ταυτότητας, ή τα αντίστοιχα έγγραφα του άρθρου 6, μπορεί να αποδεικνύονται ενώπιον κάθε αρχής ή υπηρεσίας του δημόσιου τομέα, με υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερομένου που συντάσσεται σε ειδικό σφραγιστό χαρτί αξίας 100 δραχμών" και ήδη σε απλό χαρτί (άρθρο 2 §2 της Π.Ν.Π. της 21-12-2001), και 22 παρ. 6 εδ. α' του ίδιου νόμου, η οποία ορίζει ότι "όποιος εν γνώσει του δηλώνει ψευδή γεγονότα, ή αρνείται ή αποκρύπτει τα αληθινά, με έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 3 μηνών κλπ", συνάγεται ότι για την αντικειμενική υπόσταση του από την τελευταία διάταξη προβλεπόμενου εγκλήματος απαιτείται: 1) δήλωση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, ή άρνηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων, τα οποία δεν αποδεικνύονται με το δελτίο ταυτότητας ή το διαβατήριο, (όχι δε μόνο γεγονότων που αφορούν προσωπικά στοιχεία του δηλούντος), 2) η ψευδής έγγραφη υπεύθυνη δήλωση να απευθύνεται, δηλαδή να υποβάλλεται, σε αρχή ή υπηρεσία του δημόσιου τομέα, για την υποκειμενική δε θεμελίωσή του, γνώση με την έννοια της βεβαιότητας (πλήρης γνώση - επίγνωση) των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και τη θέληση τελέσεως της πράξεως, η οποία φέρει στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως αυτού. Ως αρχή νοείται το όργανο του Κράτους, το οποίο ασκεί, κατ' ιδίαν αυτού ελεύθερη κρίση, σε ορισμένο κύκλο κρατική εξουσία, προβλεπόμενη από τους οργανικούς τούτου νόμους.
Εξάλλου κατά το αρθ. 46 παρ. 1 περ. α' του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση και παραγωγή της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του παθόντος, με πειθώ ή φορτικότητα ή προτροπές ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεως του ή και της σχέσεως του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινείται ο φυσικός αυτουργός, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης 8608/2009 αποφάσεώς του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα κατά κατηγορία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η πρώτη κατηγορουμένη Χ1 τον Ιούλιο 1999 ανέθεσε στον εγκαλούντα Κ να αναλάβει την έκδοση άδειας πέργκολας για το δώμα της κείμενης επί της οδού ..., κατοικίας, στην οποία διέμεναν αυτή και η οικογένειά της. Λόγω των οικονομικών διαφορών που προέκυψαν μεταξύ τους και αφορούσαν το ύψος της αμοιβής του εγκαλούντος η άδεια δεν εκδόθηκε. Ακολούθως η πρώτη κατηγορουμένη αντί πέργκολας, το καλοκαίρι του 2000, κατασκεύασε αυθαίρετο κτίσμα στο δώμα της άνω οικοδομής, επιφάνειας 55,6 τμ. Με την 5547//2003 αυτοψία της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αθηνών, η οποία έγινε από το δρόμο διαπιστώθηκε η ύπαρξη του ανωτέρω αυθαιρέτου κτίσματος, το οποίο αναφέρεται ως εμβαδού 36,31 τμ., επειδή η μέτρηση έγινε από το δρόμο. Προκειμένου η πρώτη κατηγορουμένη να επιτύχει την νομιμοποίηση του άνω κτίσματος υπέβαλε στην Διεύθυνση Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αθηνών, (α) την από 11-7-2004 υπεύθυνη δήλωσή της του ν. 1599/1986 στην οποία ανέφερε ότι "το αυθαίρετο δώμα της οικοδομής στην οδό ..., που διαπιστώθηκε με την 5547/2003 έκθεση αυτοψίας προϋπήρχε της 31-12-03 και κατασκευάσθηκε το 1979", β) την από 6-9-2004 υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 του δευτέρου κατηγορουμένου Χ2, πατέρα της, στην οποία αυτός δήλωνε ότι "το κτίσμα των 36 τμ στην οδό ..., είχε δηλωθεί από εμένα τον ίδιο το 1979 και είχαν γίνει όλες οι νόμιμες διαδικασίες νομιμοποίησής του". Τα διαλαμβανόμενα στις άνω υπεύθυνες δηλώσεις αποδείχθηκε ότι ήταν ψευδή και ότι οι κατηγορούμενοι τελούσαν εν γνώσει του ψεύδους τους, καθόσον μέχρι το καλοκαίρι του 2000 δεν υπήρχε κανένα κτίσμα στο δώμα της συγκεκριμένης οικοδομής και μάλιστα επιφάνειας 36 τμ. Τούτο προέκυψε ιδίως από την κατάθεση του εγκαλούντος, ο οποίος κατέθεσε ότι τον Ιούλιο του 1999, που, στα πλαίσια της εντολής που του δόθηκε για την έκδοση άδειας πέργκολας, επισκέφθηκε το χώρο του δώματος της άνω κατοικίας της πρώτης κατηγορουμένης το δώμα ήταν ακάλυπτο, υπήρχε δε μόνο η απόληξη του κλιμακοστασίου, σκεπασμένη με ελενίτ και δύο φωταγωγοί που περικλειόταν με τοίχο ύψους ενός μ. περίπου. Τα ίδια κατέθεσαν, από δική τους αντίληψη, οι μάρτυρες ...και ..., ιδιοκτήτες γειτονικών ιδιοκτησιών καθώς και ο Ξ, σύζυγος της αδελφής της κατηγορουμένης από το 1986 μέχρι 1999,ο οποίος επιπλέον κατέθεσε ότι στο δώμα είχαν εγκατασταθεί και ηλιακοί θερμοσίφωνες. Η ανωτέρω κρίση περί μη ύπαρξης του κτίσματος από το έτος 1979 ενισχύεται και από το γεγονός ότι αν τούτο υπήρχε, ο δεύτερος κατηγορούμενος θα το είχε περιλάβει στην 27/1979 δήλωσή του περί αυθαιρέτου οικοδομικής κατασκευής προς τον οικονομικό έφορο ..., στην οποία ως αυθαίρετα δηλώνει εξώστη στη στάθμη δαπέδου του ισογείου, κλίμακες κυρίας εισόδου και βοηθητικής και 2 κλίμακες στο πεζοδρόμιο. Η κρίση αυτή δεν αντικρούεται από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο. Η ύπαρξη μικρού κοτετσιού και δύο αυτοσχέδιων μικρών αποθηκευτικών χώρων για τοποθέτηση εργαλείων ,από τους οποίους ο ένας περιέκλειε τον ένα φωταγωγό, που κατέθεσαν οι μάρτυρες υπεράσπισης, δεν ήταν συνεχής (ο μάρτυρας ... Χ κατέθεσε ότι είδε τα ανωτέρω κτίσματα 1979-1980). Επίσης η ανωτέρω κρίση δεν αναιρείται από την από Νοέμβριο 2006 έκθεση φωτοερμηνείας της τοπογράφου μηχανικού Γ, η οποία συγκρίνοντας αεροφωτογραφίες λήψεως 1983 και 1999 καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στο πιο πάνω δώμα υπάρχουν τέσσερα κτίσματα, που σημειώνονται με τις ενδείξεις Κ1, Κ2, Κ3, Κ4, η θέση, το σχήμα και το μέγεθος των οποίων δεν έχει μεταβληθεί, καθόσον τα προαναφερόμενα κτίσματα, τα οποία δεν περιγράφονται κατ είδος και διαστάσεις δεν αφορούν το επίμαχο κτίσμα των 36 τμ, αλλά το Κ1 είναι η απόληξη του κλιμακοστασίου, τα Κ2 και Κ4 οι φωταγωγοί, το δε Κ3 στην αεροφωτογραφία του 1983 απεικονίζει το κοτέτσι, στη δε αεροφωτογραφία του 1999 προφανώς τους ηλιακούς θερμοσίφωνες, που κατέθεσε ο μάρτυρας Ξ, αφού το κοτέτσι είχε μεταφερθεί στον κήπο, σύμφωνα με την απολογία της κατηγορουμένης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Επίσης η ανυπαρξία κτίσματος 36 τμ στο δώμα ενισχύεται από το γεγονός ότι από τα απεικονιζόμενα στις αεροφωτογραφίες κτίσματα το μεγαλύτερο είναι το Κ1, που όλοι συμφωνούν ότι αντιστοιχεί στην απόληξη του κλιμακοστασίου και έχει επιφάνεια περίπου δέκα τμ. Τέλος αποδείχτηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος υπέβαλε την ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση του μετά από φορτικές πιέσεις και παραινέσεις της πρώτης κατηγορουμένης".
Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους - αναιρεσείοντες της παραβάσεως της διατάξεως της παρ.6 του άρθρου 22 σε συνδυασμό με αυτή της παρ.1 του άρθρου 8 του Ν.1599/1986 και επί πλέον την πρώτη κατηγορουμένη της ηθικής αυτουργίας στην πράξη που τέλεσε ο δεύτερος κατηγορούμενος και επέβαλε στην μεν πρώτη συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών στον δε δεύτερο ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, την εκτέλεση των οποίων ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο στο σκεπτικό, αλληλοσυμπληρούμενο από το διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων που αυτοί τέλεσαν, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 §1α, 27 §2 94 ΠΚ, 8 §1 και 22 §6 του Ν.1599/1986 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα και όσον αφορά την αιτίαση του δευτέρου αναιρεσείοντος ότι το δικαστήριο εσφαλμένα εφήρμοσε το άρθρο 8 §1 του Ν.1599/1986, διότι τα αναφερόμενα στην άνω υπεύθυνη δήλωση δεν αφορούσαν τον ίδιο ούτε έχουν άμεσες συνέπειες γι' αυτόν είναι αβάσιμη, διότι τα δηλωθέντα γεγονότα αφορούσαν τον ίδιο (κατασκευή κτίσματος) και έχουν άμεσες συνέπειες γι' αυτόν (παράβαση άρθρου 17 §8 Ν.1337/1983).
Περαιτέρω, οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων ότι το δικαστήριο δεν προχώρησε στην αξιολογική εκτίμηση, συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση όλων των αποδείξεων και ότι δεν καθίσταται σαφές ότι ελήφθη υπόψη του το υπ' αριθ. 10190/3623/06 έγγραφο του ΤΕΚ της Διεύθυνσης Πολεοδομίας (περί πραγματογνωμοσύνης, φωτοερμηνείας αεροφωτογραφίας) από το οποίο βεβαιώνεται η έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Μηχανικού Γ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες, διότι από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική κρίση του, αφού έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα αναγνωσθέντα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της αποφάσεως, την απολογία της πρώτης κατηγορουμένης και τις εξηγήσεις που δόθηκαν από το συνήγορο που εκπροσώπησε τον δεύτερο κατηγορούμενο, προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο όλα τα αποδεικτικά αυτά μέσα, ειδική μάλιστα μνεία γίνεται για το υπ' αριθ. 10190/3623/2006 έγγραφο το οποίο και σχολιάζεται. Δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας, ειδική αξιολόγηση, συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων, ούτε μνεία από ποία εξ' αυτών προέκυψε η κάθε παραδοχή. Τέλος, η αιτίαση της πρώτης κατηγορουμένης-αναιρεσείουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκθέτει τα αποδεικτικά μέσα και τα περιστατικά από τα οποία συνήγαγε ότι αυτή έπεισε τον συγκατηγορούμενο πατέρα της να τελέσει την άδικη πράξη την οποία τέλεσε, και τα μέσα και τον τρόπο που αυτή χρησιμοποίησε για να πείσει τον πατέρα της, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθεί, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, δεν ήταν δε αναγκαίο να παραθέσει ειδικώς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για την καταδικαστική κρίση του ως προς την άνω πράξη, στο σκεπτικό δε αναφέρονται τα μέσα και ο τρόπος που χρησιμοποίησε η άνω κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα με τις παραδοχές στο σκεπτικό "μετά από φορτικές πιέσεις και παραινέσεις της πρώτης κατηγορουμένης", στοιχεία επαρκή για την αιτιολόγηση της καταδικαστικής κρίσεως. Οι λοιπές αιτιάσεις, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγοι των συνεκδικαζομένων αιτήσεων και του δικογράφου των προσθέτων λόγων της πρώτης εναγομένης-αναιρεσείουσας Χ1 και ο εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ.Ε' Κ.Ποιν.Δ., μοναδικός του δικογράφου των προσθέτων λόγων του δευτέρου εναγομένου-κατηγορουμένου Χ2, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί έκαστος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 23 Δεκεμβρίου 2009 και τους πρόσθετους από 19-3-2010 λόγους της Χ1 και Χ2 περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 8608/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Οκτωβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του άρθρου 22 § 6α ν. 1599/1986 και ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής υπεύθυνη δήλωση, Ηθική αυτουργία.
| 0
|
Αριθμός 1595/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σακκαλή, περί αναιρέσεως της 74/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουλίου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1011/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 242 §1 του ΠΚ υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Κατά την έννοια της άνω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως, που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13α και 263α του ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13γ του ΠΚ και δη δημόσιο κατά την έννοια του άρθρου 438 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία και έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη, έναντι πάντων, για τα βεβαιούμενα σ' αυτό γεγονότα, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τέτοιων που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια ή ιδιωτικής φύσεως, ανεξάρτητα από το αν οι ίδιες έννομες συνέπειες θα μπορούσαν να επέλθουν με στο έγγραφο της πραγματικής καταστάσεως και δ) δόλος ο οποίος συνιστάται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια του ενδεχομένου ότι ενεργεί υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου εντός της καθ' ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητάς του και ότι τα βεβαιούμενα γεγονότα είναι ψευδή και στη θέληση ή αποδοχή του δράστη να βεβαιώσει τα ψευδή περιστατικά που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 46 §1 εδάφ. α' ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α) πρόκληση δυναμένη να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή, από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, β) διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής, γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση για τη διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση, θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους κα όχι κατ' επιλογή ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας των περιστατικών που προέκυψαν, χωριστά από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται το περιεχόμενο ή η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου αποδεικτικού μέσου.
Η επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης. Ως πραγματική πλάνη που έχει ως αποτέλεσμα τον μη καταλογισμό της αξιοποίνου πράξεως στον δράστη, θεωρείται κατά την έννοια του άρθρου 30 §1 ΠΚ, η παντελής άγνοια ή η εσφαλμένη αντίληψή του σχετικά με ουσιαστικό όρο της αντικειμενικής υποστάσεως της αξιοποίνου πράξεως που τον οδήγησε χωρίς υπαιτιότητά του στην εσφαλμένη πεποίθηση ότι δεν πράττει κάτι το αξιόποινο. Ο ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης πρέπει να προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, διαφορετικά το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και δη αιτιολογημένα σε αυτόν.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λαμίας (Πλημμελημάτων) δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης 74/2010 αποφάσεώς του, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, που επιτρεπτώς αλληλοσυμπληρώνονται, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, την οποία στήριξε σε όλα τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν για την οποία καταδικάσθηκαν οι πρώτος και δεύτερος των ήδη αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων αντιστοίχως.
"Με την από 11-3-2002 σύμβαση κατασκευής δημοσίου έργου, με αντικείμενο την ύδρευση της Ιεράς Μονής ... από προϋπάρχουσα γεώτρηση, προϋπολογισμού 146.501 Ευρώ, που υπογράφηκε μεταξύ του ..., προϊσταμένου της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομ. ... και του δεύτερου κατηγορουμένου (εκκαλούντα) Χ2, ανατέθηκε στον τελευταίο η εκτέλεση του πιο πάνω έργου. Το έργο αυτό συνίστατο κυρίως στην τοποθέτηση σωλήνων ύδρευσης. Ο δεύτερος κατηγορούμενος άμεσα άρχισε την εκτέλεση του έργου με την τοποθέτηση σωλήνων σε μεγάλο μήκος σε περιοχή ορεινή και εν μέρει δύσβατη. Για την εκτέλεση του έργου αυτού ο ίδιος συνέστησε κοινοπραξία με το Μ1 (1° μάρτυρα). Ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν τότε (το έτος 2002) υπάλληλος της Δ/νσης τεχνικών υπηρεσιών της Ν. Α. .... Ορίσθηκε δε με το υπ' αριθμ. 1046/1-3-2002 έγγραφο της ίδιας υπηρεσίας, επιβλέπων μηχανικός του ως άνω έργου. Με την ιδιότητα αυτή είχε την ευθύνη της επίβλεψης και αναλυτικής επιμέτρησης του έργου. Κατά την εκτέλεση του έργου, αποφασίστηκε να κατασκευαστεί ένα τμήμα με σιδηροσωλήνα με ραφή DΝ, παράλληλα με τον κύριο αγωγό, το οποίο θα λειτουργούσε ως βοηθητικός σωλήνας σε περίπτωση βλάβης του κανονικού δικτύου. Ο πρώτος κατηγορούμενος, έχοντας την πιο πάνω ιδιότητα του υπαλλήλου κατά την έννοια του άρθρου 13 περ. α' του Π.Κ, αφού σ' αυτόν είχε ανατεθεί νόμιμα η άσκηση της πιο πάνω δημόσιας υπηρεσίας και δη του νομικού προσώπου της Ν.Α Αυτοδιοίκησης και ενεργώντας, όπως είχε καθήκον, στα πλαίσια που του ανατέθηκαν (ως επιβλέπων μηχανικός του έργου), βεβαίωσε: α) στην από 3/12/2002 τελική επιμέτρηση, β) στο από 3/12/2002 πρωτόκολλο παραλαβής αφανών εργασιών και γ) στην από 3/12/2002 Τρίτη πιστοποίηση για την πληρωμή εκτελεσθεισών εργασιών, ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, ανάδοχος του έργου, σε ειδικότερη περιοχή (δύσβατη) όπου εκτελούνταν το έργο, τοποθέτησε χαλυβδοσωλήνα μήκους 907 μέτρων (αφορούσε το πιο πάνω βοηθητικό σωλήνα). Όμως αυτό δεν ήταν αληθές, καθόσον τοποθετήθηκε χαλυβδοσωλήνας μόνο σε μήκος 540 μέτρων. Το ψευδές αυτό γεγονός που βεβαιώθηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο, δηλαδή για τοποθέτηση χαλυβδοσωλήνα 367 μέτρων (= 907-540 μέτρων / πλέον του πράγματι τοποθετηθέντος σε μήκος 540 μέτρων, μπορούσε να έχει και είχε έννομες συνέπειες γιατί με βάση την πιο πάνω ψευδή βεβαίωση ο δεύτερος κατηγορούμενος, ανάδοχος του έργου, πληρώθηκε και για τοποθέτηση σωλήνα 367 μέτρων (πλέον εκείνου των 540 μέτρων που πράγματι τοποθέτησε). Ειδικότερα καταβλήθηκε σ' αυτόν (δεύτερο κατηγορούμενο) το επί πλέον ποσό των 7.134,18 Ευρώ (= 14,30 Ευρώ τιμή μονάδας Χ 367 μέτρα + Γ. Ε και Ε.Ο 18% - έκπτωση 4% + διαφορά αναθεώρησης (100,87) = 6045,92 Ευρώ + ΦΠΑ 18% (1088,26 Ευρώ) = 7134,18 Ευρώ). Προκύπτει δε ότι η βεβαίωση για τοποθέτηση χαλυβδοσωλήνα και κατά το ως άνω μήκος των 367 μέτρων είναι ψευδής. Τέτοια τοποθέτηση δεν έγινε ουδέποτε. Τούτο προκύπτει από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, ενώ ακόμη και οι κατηγορούμενοι δεν αμφισβητούν τη μη τοποθέτηση του πιο πάνω βοηθητικού σωλήνα στο ως άνω μήκος των 367 μέτρων. Γι' αυτό άλλωστε και ο δεύτερος κατηγορούμενος στις 15/9/2004, δηλαδή δύο μήνες περίπου μετά την υποβολή μηνυτήριας περί αυτού, αναφοράς του ως άνω Μ1, επέστρεψε το προαναφερόμενο επί πλέον ποσό των 7.134,18 Ευρώ που έλαβε για την τοποθέτηση σωλήνα και σε μήκος 367 μέτρων. Ο πρώτος κατηγορούμενος, όντας, όπως αναφέρθηκε, υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 περ α' και 242 παρ. 1 του Π.Κ, είχε την αρμοδιότητα να εκδώσει τα πιο πάνω έγγραφα και κατά την έκδοσή τους ενήργησε μέσα στα πλαίσια της πιο πάνω υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί (της επίβλεψης και καταμέτρησης του έργου). Τα έγγραφα αυτά ήταν προορισμένα για εξωτερική κυκλοφορία, προς απόδειξη, έναντι πάντων, των βεβαιούμενων σ' αυτά γεγονότα. Το πιο πάνω δε περιστατικό που βεβαιώθηκε σ' αυτά ήταν ψευδές. Αυτό το γνώριζαν οι κατηγορούμενοι. Ο δεύτερος γιατί αυτός τοποθετούσε τους σωλήνες και γνώριζε ότι στο πιο πάνω μήκος δεν τοποθετήθηκε σωλήνας. Ο δε πρώτος, όντας υπάλληλος με εμπειρία, είχε την επίβλεψη, καταμέτρησε το μήκος των σωλήνων που τοποθετήθηκαν και καταγράφοντας το μήκος τους, ψευδώς βεβαίωσε ότι τοποθετήθηκε σωλήνας μήκους 907 μέτρων αντί του πραγματικού των 540 μέτρων. Ο ίδιος (πρώτος κατηγορούμενος) αντιμετώπιζε πράγματι τότε (από το Μάρτιο του έτους 2005) σοβαρά προβλήματα υγείας. Το Μάιο του έτους 2002 του είχε χορηγηθεί αναρρωτικά άδεια 10 ημερών γιατί έπασχε από οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου. Τον Αύγουστο του έτους 2002 έγινε σ' αυτόν αγγειοπλαστική επέμβαση και του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια 10 ημερών (βλ. ιδία τα ως άνω έγγραφα που ο ίδιος προσκόμισε). Όμως, καθόν χρόνο συνέτασσε τα πιο πάνω έγγραφα και βεβαίωσε τα ως άνω δεν είχε ιδιαίτερα προβλήματα υγείας και είχε τη δυνατότητα να επισκεφθεί την περιοχή και να επιβλέψει και να καταμετρήσει το έργο. Και αυτό πράγματι έπραξε, βεβαιώνοντας με πρόθεση ψευδώς το ως άνω περιστατικό. Ο ισχυρισμός του ότι στηρίχθηκε στη δήλωση του δεύτερου κατηγορουμένου ή του τότε συνεταίρου (στην κοινοπραξία) του τελευταίου (του Μ1), ότι πίστεψε σ' αυτούς ότι πράγματι έγινε το έργο και στο ως άνω μήκος και ότι ο ίδιος λόγω της υγείας του δεν είχε ακριβή ("ιδίοις όμμασι" όπως υποστήριζε) γνώση, δεν επιβεβαιώνεται, δεν κρίνεται πειστικός και δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Ο πρώτος κατηγορούμενος βεβαίωσε τα ως άνω ψευδές περιστατικά ύστερα από φορτικές πιέσεις και παραινέσεις του δεύτερου κατηγορουμένου. Ο τελευταίος, ανάδοχος του έργου, γνώριζε ότι δεν τοποθετήθηκαν οι σωλήνες και στο ως άνω μήκος. Και αυτός έκανε τις επιμετρήσεις και γνώριζε το ακριβές μήκος των σωλήνων που τοποθετήθηκαν. Όσα υποστηρίζει ότι όλες τις επιμετρήσεις είχε αναλάβει και έκανε ο ως άνω Μ1 (με τον οποίο τότε ακόμη καλές σχέσεις και δεν είχε διαρραγεί η οικονομική συνεργασία τους) δεν επιβεβαιώνονται με πειστικότητα. Αυτός (ο δεύτερος κατηγορούμενος) έχοντας άμεσο όφελος (για να εισπράξει επί πλέον ποσό) με πρόθεση προκάλεσε στον πρώτο την απόφαση να βεβαιώσει το ως άνω ψευδές γεγονός, όπως προκύπτει από την ορθή αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού. Μετά απ' αυτά θεμελιώνονται αντικειμενικά και υποκειμενικά οι αποδιδόμενες στους κατηγορουμένους αξιόποινες πράξεις, κατά το διατακτικό, όπως παραδεκτά συμπληρώνει το αιτιολογικό της παρούσης, απορριπτόμενου του περί πλάνης ισχυρισμού του πρώτου κατηγορουμένου...".
Ακολούθως το Εφετείο, κήρυξε ενόχους με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου από τους ήδη αναιρεσείοντες, τον πρώτο κατηγορούμενο της πράξεως της ψευδούς βεβαιώσεως και τον δεύτερο για ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση, επέβαλε δε στον καθένα ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη. Με τις παραδοχές αυτές και τη συμπλήρωση του σκεπτικού από το διατακτικό της αποφάσεως, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτουμένη κατά τα προαναφερθέντα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως για την οποία καταδικάστηκε ως αυτουργός ο πρώτος των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων και της ηθικής αυτουργίας στην ίδια αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ο δεύτερος από αυτούς, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 §1, 27, 46 §1α, 242 §§1α και 13 α', γ' του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.
Στην προσβαλλόμενη απόφαση σε σχέση με όσα έγιναν δεκτά ότι αποδείχθηκαν εκτίθενται τα ψευδή περιστατικά που εβεβαίωσε ο πρώτος των ήδη αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, τα εκδοθέντα από αυτόν ως υπάλληλο δημόσια έγγραφα, στα οποία βεβαίωσε ανακριβώς ότι εκτελέσθηκαν από τον συγκατηγορούμενό του ως ανάδοχο του συγκεκριμένου δημοσίου έργου εργασίες τοποθέτησης χαλυβδοσωλήνων σε μήκος 367 μέτρων πλέον εκείνων που πράγματι τοποθετήθηκαν και οι έννομες συνέπειες που συνεπαγόταν η βεβαίωση αυτήν των ψευδών περιστατικών ως προς το φερόμενο ως εκτελεσθέν επί πλέον έργο, δηλαδή η πληρωμή στον δεύτερο των ήδη αναιρεσειόντων υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά του ποσού 7.134,18 που δεν εδικαιούτο και το οποίο επέστρεψε αυτός στο δημόσιο μετά την υποβολή της σχετικής μηνυτήριας αναφοράς του Μ1. Προσδιορίζονται επίσης στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκώς τα περιστατικά και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας πείσθηκε ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων είχε συνείδηση ότι τα υπ' αυτού βεβαιωθέντα γεγονότα στην έκθεση τελικής επιμετρήσεως και τα άλλα από 3-12-2002 εκδοθέντα από αυτόν δημόσια έγγραφα ήταν ψευδή ως προς τα άνω 367 μέτρα μεταλλικών σωλήνων που ανέγραψε ότι τοποθετήθηκαν. Όσον αφορά τον εφεδρικό αγωγό στο συγκεκριμένο έργο που προβλεπόταν ότι θα λειτουργούσε σε περίπτωση βλάβης του κανονικού δικτύου και ότι με πρόθεση βεβαίωσε το περιστατικό ότι στο έργο που καταμετρήθηκε το μήκος των σιδερένιων σωλήνων που τοποθετήθηκαν για το βοηθητικό τμήμα ανερχόταν σε 907 μέτρα αντί για 540 μέτρων που πράγματι τοποθετήθηκαν. Αιτιολογημένα απορρίφθηκε κατ' ουσία από το Εφετείο ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου, όπως υποβλήθηκε εγγράφως και καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως στη δίκη κατ' έφεση, αλλά και αναπτύχθηκε προφορικώς από το συνήγορο υπεράσπισής του, ότι παραπλανήθηκε πραγματικά ο άνω κατηγορούμενος όσον αφορά το τμήμα του εφεδρικού έργου που ανέφερε στα συνταχθέντα έγγραφα επίστευσε ότι είχε και αυτό συντελεσθεί, πεισθείς στη διαβεβαίωση του αναδόχου του έργου συγκατηγορουμένου του Χ2 ότι είχε γίνει εν όψει της επί σειρά ετών συνεργασίας του (χωρίς πρόβλημα για να μην τον εμπιστεύεται) και του ότι υπήρχε ανωτέρα βία λόγω της υγείας του και της σοβαρής ασθενείας του από το Μάιο 2002 με καρδιακά επεισόδια, εισαγωγές επανειλημμένες σε κλινικές και επεμβάσεις (και αναρρωτικές άδειες ενδιαμέσεως) μέχρι τέλους Δεκεμβρίου που δεν του επέτρεψε τον αυτοπρόσωπο έλεγχο του εφεδρικού έργου των μεταλλικών σωλήνων το οποίο λόγω αυτής της ασθενείας του και του δύσβατου της περιοχής, δεν μπορούσε ο ίδιος να διαβεί. Το Δικαστήριο για να καταλήξει στην απόρριψη του περί πραγματικής πλάνης άνω ισχυρισμού του πρώτου κατηγορουμένου δέχθηκε, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, για τον άνω αναιρεσείοντα ότι επρόκειτο για υπάλληλο με εμπειρία, ότι κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιοποίνου πράξεως για την οποία τον κήρυξε ένοχο ως αυτουργό και τον κατεδίκασε, αυτός μετέβη πράγματι και καταμέτρησε το μήκος των σωλήνων από σίδερο που τοποθετήθηκαν και βεβαίωσε ψευδώς ότι το μήκος των ήταν μεγαλύτερο κατά 367 μέτρα εκείνων που πράγματι τοποθετήθηκαν, ενώ ακόμη δέχθηκε ότι κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο που βεβαίωσε τα παραπάνω στα έγγραφα που εξέδωσε δεν αντιμετώπιζε ο εν λόγω κατηγορούμενος υπάλληλος, ιδιαίτερα προβλήματα υγείας που να τον εμποδίζουν να επισκεφθεί την περιοχή και να καταμετρήσει το έργο αυτό. Ακόμη η προσβαλλόμενη απόφαση, με τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές σκεπτικού και διατακτικού, έχει επαρκή αιτιολογία για την πράξη της ηθικής αυτουργίας του δευτέρου των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων στην από τον πρώτο από αυτούς ως υπάλληλο τελεσθείσα πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως, αφού δέχεται ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, που γνώριζε ότι δεν είχαν τοποθετηθεί οι σιδερένιοι σωλήνες στο άνω μήκος των 907 μέτρων, έπεισε τον αυτουργό της πιο πάνω αξιοποίνου πράξεως, με πρόθεση, έχοντας άμεσο όφελος συνισταμένο στην είσπραξη από τον ίδιο ως ανάδοχο επί πλέον ποσού, ενεργώντας με πειθώ και φορτικότητα και παραινέσεις και έτσι προκάλεσε στον πρώτο κατηγορούμενο την απόφαση να εκτελέσει την άνω άδικη πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως και να βεβαιώσει το αναφερόμενο στα παραπάνω έγγραφα που εξέδωσε ψευδές γεγονός και έτσι αιτιολογείται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο δεύτερος των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση στον πιο πάνω φυσικό αυτουργό, την απόφαση να εκτελέσει την άνω αξιόποινη πράξη.
Είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις του πρώτου αναιρεσείοντος ότι εσφαλμένως η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως τελώντας σε δόλο παρά το ότι δεν ήταν καλά από άποψη υγείας από το Μάιο του έτους 2002, οπότε υπέστη έμφραγμα, μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 2002, και ότι αδυνατούσε αυτός από λόγους υγείας να ανέβει και να κατέβει στο ρέμα και να προβεί σε επιτόπια επιμέτρηση των σωληνώσεων που ήταν υπό το έδαφος σε περιοχή με πυκνούς βράχους και θάμνους τότε που μετέβη για να δει και να παραλάβει το έργο, όταν περατώθηκαν οι εργασίες τον Ιούνιο του έτους 2002 και ήταν πρόσφατη η δοκιμασία του από το οξύ έμφραγμα που είχε υποστεί τον Μάιο και απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι τελούσε σε πραγματική πλάνη και επείσθη σε όσα τον είχαν διαβεβαιώσει ο συγκατηγορούμενός του με τον Μ1, παραπλανώντάς τον για όσα δεν μπορούσε να δει και να διαπιστώσει ο ίδιος για τα όσα βεβαίωσε στα εκ των υστέρων συνταχθέντα έγγραφα, χωρίς να λάβει υπόψη το Δικαστήριο όσα προέκυπταν από τα αναφερόμενα ως υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα που αναγνώσθηκαν και από όσα κατέθεσαν και οι εξετασθέντες στο ακροατήριο μάρτυρες αλλά και ο συγκατηγορούμενός του εδήλωσε.
Απορριπτέες είναι και οι αιτιάσεις του δευτέρου των αναιρεσειόντων ότι χωρίς αναφορά συγκεκριμένων στοιχείων έγινε δεκτό ότι αυτός με φορτικότητα πίεσε και επέτυχε να υποχρεώσει τον πρώτο κατηγορούμενο να βεβαιώσει ψευδώς εν γνώσει αμφοτέρων το αναφερόμενο περιστατικό σε σχέση με τις μήκους 367 μέτρων σωλήνες του βοηθητικού δικτύου, που ανέφερε τον Δεκέμβριο του έτους 2002 ότι τοποθετήθηκαν στο έργο χωρίς να λάβει υπόψη το Δικαστήριο όσα ισχυρίζεται ότι προέκυπταν από αναφερόμενο ότι αναγνώσθηκε έγγραφο και από όσα κατατέθηκαν από εξετασθέντα μάρτυρα υπεράσπισής του καθώς και από όσα ο ίδιος ανέφερε σχετικά με την αγορά αυτών των μήκους 367 σωλήνων για τοποθέτηση εκ των υστέρων στο έργο και την από τον Μ1 παρακράτησή των και που κατά τις απόψεις του ασκούσαν ουσιώδη επιρροή.
Οι άνω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ενόψει του ότι δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και των απολογιών των κατηγορουμένων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, απαραδέκτως προβάλλονται. Οι αναιρεσείοντες με τα όσα άνω ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο αγνόησε όσα κατά τις απόψεις των προκύπτουν από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα εν όψει του ότι αρκούσε η συνεκτίμησή των από το δικαστήριο και δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να εξειδικεύεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, προέρχονται σε συναγωγή διαφορετικών συμπερασμάτων με βάση τα άνω αποδεικτικά μέσα και έτσι με την επίκληση ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν αυτοί οι ισχυρισμοί των απαραδέκτως την περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο από τον πρώτο των αναιρεσειόντων, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως αιτιολογίας από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος, ενώ αορίστως περαιτέρω αποδίδεται στην άνω απόφαση σφάλμα για λόγο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ., αφού δεν αναφέρεται στην αίτηση ποια είναι η ουσιαστική ποινική διάταξη στην οποία από το Δικαστήριο της ουσίας να απεδόθη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ή στην οποία να μη υπήχθησαν ορθώς κατά την εφαρμογή της από το δικαστήριο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν.
Ομοίως, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο λόγος αναιρέσεως του δευτέρου των αναιρεσειόντων, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως προς τις παραδοχές της σε σχέση με αυτόν και την πράξη για την οποία τον έκρινε ένοχο.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση των αναιρεσειόντων πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθούν καθένας από αυτούς, στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 §1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση των α) Χ1 και β) Χ2, περί αναιρέσεως της 74/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας. Και
Καταδικάζει τους άνω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε ευρώ διακόσια είκοσι (220) για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής βεβαίωση και ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή (ΠΚ 46 παρ 1α, 242 παρ.1α και 13 α΄γ΄). Καταδικαστική απόφαση Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) κατά της οποίας άσκησαν ενιαίως αίτηση αναιρέσεως τόσο ο αυτουργός όσο και ο ηθικός αυτουργός. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως: α) για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και β) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής αιτιολογίας. Απορριπτέες ως απαράδεκτες οι αιτήσεις β΄ αναιρεσείοντος ως προς τα στοιχεία ότι επέτυχε να πείσει τον συγκατηγορούμενο του να βεβαιώσει ψευδές περιστατικό σε έγγραφα που εξέδωσε ως υπάλληλος. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ηθική αυτουργία, Ψευδής βεβαίωση.
| 1
|
Αριθμός 1590/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Σαραντόπουλο, για αναίρεση της 1885/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 803/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ'του ΚποινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου στην κατ'αναίρεση δίκη, κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους. Ως υπόλοιποι διάδικοι θεωρούνται όλοι εκείνοι, οι οποίοι νομίμως απέκτησαν την ιδιότητα του διαδίκου, εφόσον παρέστησαν κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Μεταξύ αυτών που κλητεύονται περιλαμβάνεται και ο πολιτικώς ενάγων του οποίου τις πολιτικές απαιτήσεις έκρινε το εφετείο και είχε παραστεί πρωτοδίκως και απέκτησε την ιδιότητα του διαδίκου και αν δεν παρέστη ο ίδιος αυτοπροσώπως αλλά εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, στο Εφετείο, όταν εκδικάστηκε η έφεση του κατηγορουμένου, εφόσον το Εφετείο, που έκρινε τις πολιτικές του απαιτήσεις, δεν τις απέρριψε ως νομικά ή ως ουσιαστικά αβάσιμες, ακόμη και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν προσβάλλει την αφορούσα την πολιτική αγωγή διάταξη της αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 28-4-2010 αίτηση αναιρέσεως (υπ'αριθμό εκθέσεως 143/2010) πλήττεται η υπ'αριθμό 1885/2010 απόφαση του κατ'έφεση δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων), με την οποία ο αιτών καταδικάσθηκε για σωματική βλάβη από αμέλεια παρ'υποχρεου και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, η οποία ανεστάλη.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά την εκδίκαση της άνω ποινικής υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο εμφανίστηκε ο δικηγόρος Μπελλας Ευάγγελος και εδήλωσε ότι είναι πληρεξούσιος, σύμφωνα με την από 17-2-2010 εξουσιοδότηση, του Ε, ο οποίος είχε παραστεί πρωτόδικα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που του προκάλεσε η κρινόμενη πράξη για ποσό 45 ευρώ με επιφύλαξη που του επιδικάστηκε πρωτοδίκως. Επίσης προκύπτει ότι το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε ότι ως ανάλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που του προκάλεσε η αξιόποινη πράξη για την οποία κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος έπρεπε να επιδικασθεί στον παθόντα, ο οποίος παρέστη ως πολιτικώς ενάγων το ποσό των 45 ευρώ που υποχρέωσε τον κατηγορούμενο να πληρώσει στον άνω αδικηθέντα Ε.
Κατόπιν των ανωτέρω και δεδομένου ότι ο ως άνω πολιτικώς ενάγων δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο παρόν δικαστήριο, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως (Κ.Ποιν.Δ 513 παρ.1γ), καθόσον από τη παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας δεν προκύπτει κλήτευση του άνω διαδίκου ως πολιτικώς ενάγοντος να παραστεί στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης συνεδρίαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 28-4-2010 αιτήσεως του αναιρεσείοντος Χ για αναίρεση της υπ'αριθμό 1885/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Οκτωβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατά καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου από κατηγορούμενο για σωματική βλάβη από αμέλεια παρ' υπόχρεου. Κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως λόγω μη κλητεύσεως από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για να παραστεί του πολιτικώς ενάγοντος που είχε παραστεί στην κατ' έφεση δίκη, εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο και του είχε επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
|
Πολιτική αγωγή
|
Πολιτική αγωγή, Απαράδεκτη συζήτηση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1591/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικού- δη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα,Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ιατρού μικροβιο-λόγου, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Σκοτινιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, συζ. Ν, βοηθού μικροβιολόγου - παρασκευάστριας, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Νταραντάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου.
Εκδόθηκε η 114/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 788/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-6-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 16-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και κατά το δεύτερο μέρος του, ως βάσιμου και την απόρριψη όλων των λοιπών.
Η πληρεξούσια της αναιρεσί-βλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τα άρθρα 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 Ν. 2112/1920 και 1 και 5 Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι μεν πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά). Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση κατά χρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου και στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί αυτό να διατυπώνεται σαφώς. Ελλείψεις, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, τα εξής: <<Η ενάγουσα, η οποία τυγχάνει πτυχιούχος βοηθός μικροβιολόγου-παρασκευάστρια της Σχολής ΣΒΙΕ, στις 12-7-2001 προσλήφθηκε από τον εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως βοηθός μικροβιολόγου-παρασκευάστρια στο μικροβιολογικό εργαστήριο που ο τελευταίος διατηρεί στο ..., επί της οδού .... Προς εκτέλεση της ως άνω συμφωνίας η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της στον εναγόμενο με αντικείμενο πρωτίστως τις αιμοληψίες, αναλύσεις ούρων, αίματος και οιαδήποτε άλλη εργασία σχετική με την ως άνω ειδικότητά της μέχρι την 1-11-2005 που ο εναγόμενος κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Από το χρόνο της πρόσληψής της η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της στον εναγόμενο απασχολούμενη σύμφωνα με το συμβατικό ωράριο των βοηθών μικροβιολόγων-παρασκευαστριών που ήταν 30 ώρες εβδομαδιαίως για τη χειμερινή περίοδο και 27 και 1/2 ώρες εβδομαδιαίως για τη θερινή περίοδο......Τέλος αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα καθόν χρόνο απασχολείτο στον εναγόμενο από 12-7-2001 έως 1-11-2005, τέλεσε πολιτικό γάμο στις 9-9-2002 και στη συνέχεια στις 12-7-2003 θρησκευτικό. Ακολούθως τον Νοέμβριο του 2004 κατέστη έγκυος και στις 17-8-2004 γέννησε. Καθόλο το διάστημα της κυήσεώς της, επειδή παρουσιάστηκε επιπλοκή στην εγκυμοσύνη, παρέμεινε κλινήρης. Γι' αυτό έλαβε άδεια τοκετού και λοχείας από 27-2-2004 έως 31-3-2004 και από 14-6-2004 έως 2-12-2004 ήτοι 3 μήνες πριν το τοκετό και 3 και 1/2 μήνες μετά τον τοκετό, ήτοι για περισσότερο χρονικό διάστημα των 17 εβδομάδων που προβλέπεται με βάση το άρθρο 7 της από 23-5-2000 ΕΓΣΕΕ που κυρώθηκε με το άρθρο 11 του ν.2874/2000. Σημειωτέον ότι η εργαζομένη μητέρα μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας δικαιούται επί 30 μήνες (ή 2 και 1/2 έτη) από της ημερομηνίας του τοκετού είτε να προσέρχεται στην εργασία της μια ώρα αργότερα, είτε να αποχωρεί από αυτή μια ώρα ενωρίτερα. Εναλλακτικά, εφόσον συμφωνεί ο εργοδότης, μπορεί το ημερήσιο ωράριο των μητέρων να ορίζεται μειωμένο κατά δύο ώρες ημερησίως τους πρώτους δώδεκα μήνες και κατά μια ώρα για 6 επί πλέον μήνες. Η διευκόλυνση αυτή της εργαζόμενης μη- τέρας έχει λάβει βασικά τη μορφή μειωμένου ωραρίου χωρίς όμως να μειώνονται αντίστοιχα οι αποδοχές της. Έτσι η ενάγουσα μετά το πέρας της άδειας μητρότητας (Δεκέμβριο 2004) παρείχε καθημερινά την εργασία της στον εναγόμενο με μειωμένο όμως ωράριο όπως δικαιούνταν, και μάλιστα κατά δύο ώρες, αφού σ' αυτό συμφωνούσε και ο εναγόμενος μέχρι 17-8-2005, έκτοτε δε και για 6 μήνες επί μια ώρα ημερησίως. Όμως τόσο η εγκυμοσύνη της ενάγουσας όσο και η γέννηση του τέκνου της και οι συνέπειες της μητρότητας σχετικά με το χρόνο απασχόλησής της στον εναγόμενο, δηλαδή να μην εργάζεται για επτά περίπου μήνες και να λαμβάνει πλήρεις αποδοχές και στη συνέχεια να εργάζεται με μειωμένο ωράριο για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα και να μη μειώνονται αντίστοιχα και οι αποδοχές της, δημιούργησαν δυσαρέσκεια στον εναγόμενο και εμπάθεια στο πρόσωπό της, λαμβανομένου υπόψη ότι λόγω της ηλικίας της υπήρχε πιθανότητα να καταστεί έγκυος στο μέλλον, έτσι ώστε ο εναγόμενος να καταγγείλει με την από 25-10-2005 καταγγελία του τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας από 1-11-2005. Την κρίση του αυτή το δικαστήριο στηρίζει στην κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας και επιβεβαιώνεται και από την ομολογία με τις προτάσεις του εναγομένου ο οποίος αναφέρει κατά λέξη "....στο ιατρείο μου απασχολώ δύο ακόμη βοηθούς μικροβιολόγου την ... και τη ..., οι οποίες είναι μητέρες δύο ανηλίκων παιδιών η κάθε μια και τις οποίες μάλιστα προσέλαβα μετά τη γέννηση αυτών", με την οποία εκτός των άλλων δηλώνει ότι με την πρόσληψη αυτών ήδη μητέρων είχε αποφύγει την ως άνω δυσάρεστη γι' αυτόν κατάσταση. Ενώ δεν αποδείχθηκε ότι η απόλυση της ενάγουσας οφείλεται σε οικονομοτεχνικούς λόγους και δη στα πλαίσια της τεχνικής αναδιοργάνωσης του ιατρείου του εναγομένου με την αγορά και εγκατάσταση ενός σύγχρονου βιοχημικού αναλυτή ο οποίος έχει τη δυνατότητα ταχύτατης και μαζικής και ταυτόχρονης ανάλυσης αίματος, ούρων και ανοσολογικών εξετάσεων και έκδοσης αποτελεσμάτων 100 περίπου εξετάσεων ταυτόχρονα σε μια ώρα και η ενημέρωση των αρχείων των πελατών έτσι ώστε η εγκατάσταση του μηχανήματος οδήγησε αναγκαία στην κατάργηση της μιας θέσεως βοηθού μικροβιολόγου, ενώ παράλληλα συνετέλεσε να μειωθούν οι δαπάνες του ιατρείου του εναγομένου όπως ο ίδιος ισχυρίζεται και κατέθεσε και ο μάρτυράς του. Διότι όπως αποδείχθηκε ο εναγόμενος κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας από 1-11-2005 με την από 25-10-2005 εξώδικο, ενώ όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από τον εναγόμενο σχετικό δελτίο αποστολής (1801/10-11-2005) του ως άνω μηχανήματος η εγκατάστασή του (μηχανήματος) έγινε μετά τις 10-11-2005, ήτοι μετά την απόλυση της ενάγουσας. Έτσι ο εναγόμενος κατά το χρόνο κοινοποίησης (26-10-2005) της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας (βλ.υπ'αριθμ.... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή ...) δεν γνώριζε στην πράξη τις επικαλούμενες δυνατότητες του ως άνω μηχανήματος και τη μη αναγκαιότητα απασχόλησης ενός ατόμου. Εξάλλου όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας απαιτείται ικανό χρονικό διάστημα να προσαρμοστεί κάποιος στα νέα δεδομένα και να εξάγει συμπεράσματα από τη λειτουργία ενός μηχανήματος και τη διαπίστωση από τη λειτουργία του της μη ύπαρξης ανάγκης απασχόλησης επί πλέον ενός ατόμου.
Συνεπώς η απόλυση της ενάγουσας σε σχέση με την χρησιμοποίηση του ως άνω μηχανήματος και τη διαπίστωση της μη αναγκαιότητας απασχόλησής της στις 25-10-2005 ήταν πρόωρη. Εξάλλου όπως είναι γνωστό για να παράγει το ως άνω μηχάνημα αποτελέσματα για 100 άτομα ημερησίως είναι απαραίτητη η τροφοδοσία του με τα αντίστοιχα υλικά και στοιχεία γεγονός που επιβεβαιώνει την αναγκαιότητα απασχόλησης της ενάγουσας ως βοηθού μικροβιο-λογού, δεδομένου όπως η ίδια ισχυρίζεται για το ίδιο μηχάνημα παλαιού τύπου που είχε ο εναγόμενος, είχε εκπαιδευθεί ειδικά η ίδια να χειρίζεται, γεγονός για το οποίο δεν αντιλέγει ο εναγόμενος, και συνεπώς η πλέον κατάλληλη για να χειρίζεται το νέο μηχάνημα είναι η ενάγουσα. Επί πλέον αποδείχθηκε ότι η πελατεία του εναγομένου ήταν συνεχώς αυξανόμενη αφού μετά το έτος 2003 μεταφέρθηκε σ' αυτόν και η πελατεία του μικροβιολογικού εργαστηρίου του ιατρού ..., λόγω συνταξιοδότησης του τελευταίου, και ο εναγόμενος αναγκάστηκε επί πλέον να προσλάβει και την κ.... ως τρίτη παρασκευάστρια και να μισθώσει και διπλανό του ήδη υπάρχοντος ιατρείου του ακίνητο περίπου 200 τ.μ για την εξυπηρέτηση των αναγκών του, και προφανώς η αγορά του ως άνω μηχανήματος ήταν απόρροια της μεγάλης αύξησης της πελατείας του. Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας έγινε για λόγους εμπάθειας στο πρόσωπό της και ως εκ τούτου είναι άκυρη και καταχρηστική...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε βάσιμη την ένδικη αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί άκυρη, ως καταχρηστική, η γενόμενη από τον αναιρεσείοντα καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, και, κατά παραδοχή της εφέσεώς της, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε διαφορετικά. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ. την οποία δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Καθόσον, ειδικότερα, καταφάσκουν προς το πραγματικό της εν λόγω ουσιαστικής διατάξεως, οι παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης έγινε για λόγους εμπάθειας στο πρόσωπό της και ως εκ τούτου είναι άκυρη, ως καταχρηστική, ήτοι αυτή οφείλεται σε λόγους δυσαρέσκειας και εμπάθειας του αναιρεσείοντος εργοδότη προς το πρόσωπό της, που δημιούργησαν σ' εκείνον η εγκυμοσύνη της και η γέννηση του τέκνου της, που ως συνέπεια είχαν, μολονότι δεν εργάζονταν επί επτά μήνες, κατά το χρονικό διάστημα από 27-2-2004 έως 31-3-2004 και από 14-6-2004 έως 2-12-200 κατά το οποίο λόγω επιπλοκής της εγκυμοσύνης της παρέμεινε κλινήρης και έλαβε άδεια τοκετού και λοχείας, πληρωνόταν κανονικά χωρίς μείωση των αποδοχών της, ή στη συνέχεια εργαζόταν με μειωμένο ωράριο κατά το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο 2004 έως 25-10-2005, λάμβανε πλήρεις αποδοχές, ενόψει και του ότι λόγω της ηλικίας της υπήρχε πιθανότητα να καταστεί έγκυος στο μέλλον. Δεν ήταν δε αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεώς του, ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, να διαλάβει το Εφετείο και για ποιους λόγους η ανωτέρω εμπάθεια και δυσαρέσκεια του αναιρεσείοντος εκδηλώθηκε μετά την πάροδο 2 και 1/2 μηνών από τη λήξη της ενιαυσίας προστασίας μετά τον τοκετό που απολάμβανε η αναιρεσίβλητη σύμφωνα με το αρθρ.15 παρ.1 του ν.1483/1984 από τυχόν απόλυσή της, ούτε γιατί, αντί ο αναιρεσείων να προβεί σε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αμέσως μετά την παρέλευση του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, συμφώνησε να απασχολείται με μειωμένο ωράριο κατά δύο ώρες και επί ένα έτος, με πλήρεις αποδοχές, διότι οι ελλείψεις αυτές ανάγονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξήγαγε το Δικαστήριο της ουσίας από την εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικώς με το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, της καταχρηστικότητας της γενόμενης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης, οι οποίες δεν θεμελιώνουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης, αφού το πόρισμα του Εφετείου, ως προς το ζήτημα αυτό, εκτίθεται με σαφήνεια. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, ως αβάσιμος. Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου αυτού και ειδικότερα του Αρεοπαγίτη Αντωνίου Αθηναίου, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του άρθρου 281 του ΑΚ. Ειδικότερα, ενώ γίνεται δεκτό, κατά τη μειοψηφούσα άποψη, ότι ο αναιρεσείων κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της αναιρεσίβλητης από δυσαρέσκεια και εμπάθεια στο πρόσωπό της, επειδή η τελευταία απέκτησε τέκνο και μετά τον τοκετό, μολονότι δεν εργάζονταν επί επτά μήνες, πληρωνόταν κανονικά και ακολούθως εργάζονταν με μειωμένο ωράριο και λάμβανε πλήρεις αποδοχές για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν αναφέρεται τίποτε, ούτε δίνεται οποιαδήποτε εξήγηση για τους λόγους που η ανωτέρω εμπάθεια και δυσαρέσκεια ως του αναιρεσείοντος εκδηλώθηκε μετά πάροδο 2 και 1/2 μηνών από τότε που έληξε η προστασία που απολάμβανε η αναιρεσίβλητη από το νόμο, του ενός έτους, από τυχόν απόλυση της ως νέας μητέρας, δηλαδή από 17-8-2005, ενώ η απόλυσή της έλαβε χώρα κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, στις 1-11-2005, επίσης δεν εξηγείται γιατί αντί να την απολύσει ο αναιρεσείων αμέσως μετά το ως άνω χρονικό σημείο, συμφώνησε να απασχολείται αυτή με μειωμένο ωράριο κατά δύο ώρες και επί ένα έτος, με πλήρεις αποδοχές, κατάσταση που διάρκεσε μέχρι την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, ενώ θα μπορούσε να την είχε απολύσει αμέσως μετά τη λήξη του χρόνου της ως άνω προστασίας του νόμου, ή να επιλέξει την επίσης νόμιμη λύση να εργάζεται αυτή με μειωμένο ωράριο κατά μια ώρα και για μεγαλύτερο βέβαια χρονικό διάστημα, όπως αυτά τα διαστήματα αναφέρονται στις προεκτε-θείσες παραδοχές της προσβαλλομένης, λαμβάνοντας και πάλι πλήρεις αποδοχές, ώστε και στις δύο αυτές περιπτώσεις να έχει αποφύγει τις δυσμενείς γι' αυτόν συνέπειες της απασχόλησής της με μειωμένο ωράριο αλλά με πλήρεις αποδοχές. Οι πιο πάνω ελλείψεις καθιστούν ασαφές το αποδεικτικό πόρισμα, αφού δεν μπορεί έτσι να ελεγχθεί αν η ιδιότητα και μόνο ως νέας μητέρας της αναιρεσίβλητης, καθώς και οι επακολουθήσασες συνέπειες από το γεγονός αυτό για τον αναιρεσείοντα, όπως τις δέχεται το Εφετείο, ήταν ικανές να προκαλέσουν εμπάθεια και αίσθημα δυσαρέσκειας στον αναιρεσείοντα και συνακόλουθα αν ο τελευταίος κατήγγειλε τη σύμβασή του, εξαιτίας των συναισθη-μάτων αυτών. Σημειώνεται ότι η μη απόδειξη των επικαλούμενων από τον αναιρεσείοντα λόγων απολύσεως της αναιρεσίβλητης, δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην ύπαρξη της επικαλούμενης από την εργαζόμενη καταχρηστικής απολύσεως, διότι, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, ο εργαζόμενος πρέπει να επικαλεστεί και αποδείξει τους λόγους που καθιστούν καταχρηστική την απόλυσή του. Κατόπιν αυτών, ο σχετικός από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, έπρεπε, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Περαιτέρω όμως δεν τίθεται θέμα ασαφούς αιτιολογίας της προσβαλλομένης, υπό την έννοια της ενδοιαστικής διατύπωσης, από την παραδοχή της "λαμβανομένου υπόψη ότι λόγω της ηλικίας της υπήρχε πιθανότητα να καταστεί έγκυος και στο μέλλον", καθόσον δεν πρόκειται για ενδοιαστική διατύπωση, αλλά για πληρέστερη αιτιολόγηση της κρίσης της περί της δημιουργίας στον εναγόμενο (αναιρεσείοντα) δυσαρέσκειας και εμπάθειας για το πρόσωπο της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), η οποία να τον οδήγησε στην καταχρηστική απόλυσή της, από το γεγονός ότι αυτή έγινε μητέρα με όλες τις συνέπειες που θα είχε αυτή η εξέλιξη ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας της και λήψης των αποδοχών της για σημαντικό χρονικό διάστημα.
Συνεπώς, η σχετική αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. που διαλαμβάνεται στον ως άνω τρίτο λόγο αναίρεσης, και κατά το τρίτο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Επίσης, και η άλλη αιτίαση, που διαλαμβάνεται στον ανωτέρω λόγο και κατά το πρώτο μέρος του, περί έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης (έλλειψη νόμιμης αιτιολογίας την αποκαλεί ο αναιρεσείων) από την παραδοχή της ότι η αναιρεσίβλητη έλαβε άδεια τοκετού και λοχείας επί 3 μήνες πριν από τον τοκετό και 3 και 1/2 μήνες μετά από αυτόν και στη συνέχεια ότι δεν εργάσθηκε αυτή επί επτά μήνες και λάμβανε αποδοχές, ενώ στην πραγματικότητα αυτός της κατέβαλε αποδοχές ενός μήνα το δε υπόλοιπο χρονικό διάστημα επιδοτήθηκε από το ΙΚΑ, είναι απορριπτέα ομοίως ως απαράδεκτη, ως πλήττουσα την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αρ.19, ως "ζητήματα" επί των οποίων η απουσία πλήρους ή ανεπαρκούς ή αντιφατικής αιτιολογίας ιδρύει λόγο αναίρεσης νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού μέσου, όχι δε τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, τα οποία προβάλλουν οι διάδικοι προς υποστήριξη των απόψεών τους, καθώς και η άρνηση της αγωγής. Εξάλλου, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά τα αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια δε και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει και όταν το αποδεικτικό πόρισμα δεν διατυπώνεται με βεβαιότητα, αλλ' ενδοιαστικά. Η κατά την πορεία όμως του συλλογισμού του δικαστηρίου χρήση των όρων "προφανώς ή προδήλως" δεν κλονίζει το πόρισμα αυτό ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως, και συνεπώς στην περίπτωση αυτή η αιτιολογία είναι επαρκής και όχι ενδοιαστική. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., και κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του, ψέγει την προσβαλλομένη απόφαση για ασαφή και ελλιπή αιτιολογία λόγω της ενδοιαστικής διατύπωσης αφενός από την παραδοχή της "προφανώς η αγορά του ως άνω μηχανήματος ήταν απόρροια της μεγάλης αύξησης της πελατείας του" αφενός, και αφετέρου από την άλλη παραδοχή της "η από 25-10-2005 καταγγελία της σύμβασης εργασίας ήταν πρόωρη". Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον οι παραδοχές αυτές εντάσσονται στους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί του ότι η απόλυση της αναιρεσίβλητης δεν έγινε από λόγους δυσαρέσκειας και εμπάθειας στο πρόσωπό της, αλλά από λόγους οικονομοτεχνικούς οι οποίοι όμως, όπως προεκτέθηκε, συνιστούν άρνηση της αγωγής και ως εκ τούτου δεν αποτελούν ουσιώδες ζήτημα που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επειδή, με το πρώτο λόγο της αναιρέσεως, που αληθώς στηρίζεται μόνο στον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και όχι και στον αριθμό 1 του ως άνω άρθρου, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι έλαβε υπόψη του ισχυρισμό-αγωγική βάση που δεν διαλαμβάνονταν στην αγωγή, ότι δηλαδή ότι το Εφετείο προχώρησε στην έρευνα λόγου ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για λόγους οικονομοτεχνικούς χωρίς να έχει προβληθεί ο λόγος αυτός από την αναιρεσίβλητη στην αγωγή της και ειδικότερα γιατί δέχθηκε επί πλέον ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της δεν οφείλονταν σε οικονομοτεχνικούς λόγους. Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής, δεν περιλαμβάνονταν στο περιεχόμενο αυτής τέτοιος ισχυρισμός-αγωγική βάση, ενόψει του ότι ο ως άνω ισχυρισμός δεν συνιστά στοιχείο της αγωγής αλλά άρνηση αυτή και ως εκ τούτου δεν αποτελεί "πράγμα". Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός ως αβάσιμος.
Επειδή, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομί-στηκαν. Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ και κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, με το να δεχτεί ότι αυτός δεν γνώριζε στην πράξη τις επικαλούμενες δυνατότητες του μηχανήματος του βιοχημικού αναλυτή και τη μη αναγκαιότητα απασχόλησης ενός ατόμου στηρίζοντας την κρίση του ότι η εγκατάσταση αυτού στο ιατρείο του έγινε 10 ημέρες από την απόλυση της αναιρεσίβλητης, καθόσον α)το μηχάνημα αυτό δεν αγοράσθηκε υπό δοκιμή και ως εκ τούτου ήταν γνωστές εκ των προτέρων οι δυνατότητές του, β) πριν από την αγορά ενός ιατρικού μηχανήματος προηγείται αναλυτική ενημέρωση και παρουσίαση από την προμηθεύτρια εταιρία και τους ιατρικούς επισκέπτες με συνέπεια να είναι γνωστά τα δεδομένα του και γ)η προμήθεια ενός τέτοιου μηχανήματος δαπανηρού προϋποθέτει αναγκαίως σοβαρή έρευνα της αγοράς κατά την οποία το πρωταρχικό στοιχείο που ελέγχεται είναι οι δυνατότητες του μηχανήματος. Με το περιεχόμενο όμως αυτό ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως και κατά το εκτεθέν μέρος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία κανόνα δικαίου, τους οποίους ούτε επικαλείται ο αναιρεσείων, αλλά αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-6-2009 αίτηση για αναίρεση της 788/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εργατικές διαφορές.Απόλυση εργαζομένης λόγω απόκτησης τέκνου. Καταχρηστική απόλυση. Λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ( ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες).Απορρίπτεται κατά πλειοψηφεία. Λόγοι αναίρεσης για ανεπερκή και ενδοιαστική αιτιολογία. Απορρίπτονται ως απαράδεκτοι γιατί η παροχή ότι η απόλυση της εργαζομένης για λόγους οικονομοτεχνικούς συνιστά άρνηση της αγωγής περί καταχρηστικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και ως εκ τούτου δεν συνιστά ουσιώδες ζήτημα. Λόγος αναίρεσης για το ότι η προσβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο έλαβε υπόψη μη προταθείσα αγωγική βάση. Απορρίπτεται ως αβάσιμος. Λόγος αναίρεσης για παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας. Απορρίπτεται ως απαράδεκτος καθόσον η επικαλούμενη παραβίαση δεν αφορά ερμηνεία κανόνων δικαίου αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1588/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εδρεύει στην .... Εκπροσωπήθηκε από τον Παντελή Παπαδάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-11-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά.
Εκδόθηκε η 60/2006 προδικαστική και η 1027/2007 οριστική αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου και η 716/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-3-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 17-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δευτέρου και τρίτου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρ. 576 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, σε αποφατική δε περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Εν προκειμένω, από το προσκομιζόμενο με επίκληση ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως προκύπτει ότι η συζήτηση αυτής επισπεύδεται με επιμέλεια του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου Ευάγγελου Χλούπη (βλ. την από 10-9-2009 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., καθώς και το σχετικό με την παροχή πληρεξουσιότητας στον άνω δικηγόρο ... ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σωτηρίας Μητσούλα). Επομένως, εφόσον ο αναιρεσίβλητος, που επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242§2 του ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως, κατά τη συζήτηση, πρέπει το Δικαστήριο, κατ' άρθρ. 576§2 του ίδιου κώδικα, να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου.
Επειδή, από τις διατάξεις των αρθρ.4 παρ.1 και 22 παρ.1β του Συντάγματος, η δεύτερη των οποίων αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της θεσπιζόμενης από την πρώτη αρχή της ισότητας και εφαρμόζεται επί μισθωτών απασχολουμένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, επιβάλλεται στον νομοθέτη η θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διακρίσεως, εφόσον παρέχουν την ίδια ποιοτική και ποσοτική εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (ΑΠ (Ολ) 13/2003). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Μεταξύ του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και του Δ/ντή Ναυτικής Εκπαιδεύσεως, που ενεργούσε κατ' εντολή του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, ο πρώτος προσλήφθηκε από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως ειδικό επιστημονικό προσωπικό-Κλάδος Α' (διοικητικός-επιτελικός), με την υποχρέωση όμως, σύμφωνα με το αρθρ.3 της σχετικής σύμβασης, αν του ζητηθεί, να διδάσκει μαθήματα της ειδικότητάς του σε σχολές και κέντρα επιμόρφωσης. Από την 1-9-1988 ο αναιρεσίβλητος με την 21091/7-98 Διαταγή ΥΕΝ/ΔΔ1 αποσπάσθηκε στο ΚΕΣΕΝ Ραδιοτηλεγραφητών για να προσφέρει εκπαιδευτικό έργο και έκτοτε παρείχε αποκλειστικά και με πλήρες ωράριο τα καθήκοντα του καθηγητή και μόνο και όχι εκείνα του επιτελικού της Ναυτικής Εκπαίδευσης, για τα οποία είχε προσληφθεί. Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος εργάζεται ακολουθώντας τα εκπαιδευτικά προγράμματα και τον ισχύοντα Κανονισμό του ΚΕΣΕΝ ΡΗ/ΡΕ. Είναι κάτοχος πτυχίου αναλυτή-προγραμματιστή Η/Υ του Πανεπιστημίου Στοκχόλμης Σουηδίας, το οποίο αναγνωρίσθηκε την 11-12-1984 από το Συμβούλιο Ισοτιμιών του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ως ισότιμο με αυτά που απονέμονται από τις Ελληνικές Ανώτερες Τεχνικές Επαγγελματικές Σχολές Ειδικότητας Τεχνολόγου Αναλυτών Προγραμματιστών Η/Υ. Επίσης, κατέχει δίπλωμα Ραδιοτηλεγραφητή Β' τάξης Ε.Ν και είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Εκπαιδευτικών Δημόσιας Ναυτικής Εκπαίδευσης (ΠΕΕΔΝΕ). Τα μαθήματα τα οποία διδάσκει σχετίζονται με το αντικείμενο των σπουδών του αλλά αν και απασχολείται στο ΚΕΣΕΝ υπό τις ίδιες συνθήκες και όρους με τους υπόλοιπους εργαζομένους σε αυτό εκπαιδευτικούς, το αναιρεσείον τον αμείβει με τον κατώτερο μισθό των υπαλλήλων διοικητικού-επιτελικού τομέα και όχι με τον μισθό των εκπαιδευτικών της Δημόσιας Ναυτικής Εκπαίδευσης. Το γεγονός αυτό, είπε το Εφετείο, συνιστά παράβαση της αρχής της ισότητας των εργαζομένων, η οποία απορρέει από τις διατάξεις των αρθρ.648, 288 του ΑΚ, 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντ. και 119 της Συνθήκης της Ε.Ε. και ακολούθως, εφαρμόζοντας τις οικείες κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ΣΣΕ και ΔΑ που διέπουν τους όρους αμοιβής και εργασίας των εκπαιδευτικών της δευτεροβάθμιας ναυτικής εκπαίδευσης, επιδίκασε τις οφειλόμενες αντίστοιχες αποδοχές. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου δη εκείνη του αρθρ.4 παρ.1 του Συντ. και ο από το αρθρ.559 αρ.1 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επειδή, στο αρθρ.2 της από 10-10-2002 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας Εκπαιδευτικών Δημόσιας Ναυτικής Εκπαίδευσης", που υπεγράφη μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της "Πανελλήνιας Ένωσης Εκπαιδευτικών Δημόσιας Ναυτικής Εκπαίδευσης (ΠΕΕΔΝΕ)" ορίζεται ότι οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές των υπαγομένων στο αρθρ.1 της παρούσας εκπαιδευτικών της Δημόσιας Ναυτικής Εκπαίδευσης με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου αποτελούνται από τον βασικό μισθό, το επίδομα διδακτικής προετοιμασίας και εξωδιδακτικής απασχόλησης, την πάγια μηνιαία αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και το ειδικό επίδομα ναυτικής εκπαίδευσης. Κατά το αρθρ.3 της ίδιας ΣΣΕ "πέραν των ανωτέρω χορηγούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.2470/1997 τα εξής επιδόματα: α....β. Επίδομα εορτών Χριστουγέννων-Πάσχα και αδείας". Κατά δε το αρθρ.2 της από 10-12-2003 ΔΑ ως βάση υπολογισμού για την αύξηση των τακτικών μηνιαίων αποδοχών λαμβάνονται υπόψη μεταξύ άλλων, ο βασικός μισθός και το ειδικό επίδομα ναυτικής εκπαίδευσης. Στο αρθρ.9 του Ν.2470/1997, που ίσχυσε μέχρι 31-12-2003 ορίζεται ότι: "1. Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων ορίζεται ίσο με τον μηνιαίο βασικό μισθό του μισθολογικού κλιμακίου που έχει κάθε φορά ο υπάλληλος μετά του επιδόματος χρόνου προϋπηρεσίας και του επιδόματος εξομάλυνσης ..... 2.Το επίδομα εορτών Πάσχα ορίζεται ίσο προς το ήμισυ των μηνιαίων ποσών του βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου που έχει κάθε φορά ο υπάλληλος και των επιδομάτων χρόνου υπηρεσίας και εξομάλυνσης.... 3.Το επίδομα αδείας ορίζεται ίσο προς το ήμισυ των μηνιαίων ποσών του βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου που έχει κάθε φορά ο υπάλληλος και των επιδομάτων χρόνου υπηρεσίας και εξομάλυνσης ..". Επίσης, στο αρθρ.9 του Ν.3205/2003, που ισχύει από 1-1-2004 ορίζεται ότι "1. Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων ορίζεται ίσο με το μηνιαίο βασικό μισθό του μισθολογικού κλιμακίου που έχει κάθε φορά ο υπάλληλος....2.Το επίδομα εορτών Πάσχα ορίζεται ίσο προς το ήμισυ του μηνιαίου βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου που έχει κάθε φορά ο υπάλληλος.... 3.Το επίδομα αδείας ορίζεται ίσο προς το ήμισυ του μηνιαίου βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου που έχει κάθε φορά ο υπάλληλος..." Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο υπολογισμός των επιδομάτων εορτών και αδείας των εκπαιδευτικών της Δημόσιας Ναυτικής Εκπαίδευσης γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Ν.2470/1997 και 3205/2003 που προαναφέρθηκαν, δηλαδή ως βάση τίθεται ο μηνιαίος βασικός μισθός του μισθολογικού κλιμακίου που έχει κάθε φορά ο υπάλληλος, προσαυξανόμενος μόνο με τα αναφερόμενα στις διατάξεις αυτές επιδόματα, και όχι οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του υπαλλήλου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι το ειδικό επίδομα ναυτικής εκπαίδευσης που χορηγείται στους εκπαιδευτικούς της Δημόσιας Ναυτικής Εκπαίδευσης, σύμφωνα με τις οικείες ΣΣΕ, που ίσχυαν κατά το επίδικό χρονικό διάστημα, συνυπολογίζεται και στα επιδόματα εορτών και αδείας, αφού συμπεριλαμβάνεται στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές. Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της ΣΣΕ και της ΔΑ που προαναφέρθηκαν και των αρθρ.9 του Ν.2470/1997 και ..., σύμφωνα με τις οποίες για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών και αδείας λαμβάνεται υπόψη ο βασικός μισθός, προσαυξανόμενος κατά τα αναφερόμενα στα άρθρα αυτά για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών και αδείας λοιπά επιδόματα, στα οποία δεν περιλαμβάνεται και το επίδομα ναυτικής εκπαίδευσης, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι το επίδομα αυτό υπολογίζεται για την αύξηση των τακτικών μηνιαίων αποδοχών, αφού τα επιδόματα εορτών και αδείας δεν υπολογίζονται με βάση γενικώς τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές του υπαλλήλου. Το ότι στις ίδιες ΣΣΕ και ΔΑ προβλέπεται ότι αποδοχές ανώτερες στο σύνολό τους από αυτές που καθορίζονται με τις εν λόγω ΣΣΕ και ΔΑ ή ευνοϊκότεροι όροι εργασίας που προβλέπονται σε νόμους, διατάγματα κ.λπ. δεν θίγονται, δεν σχετίζεται με το ζήτημα του υπολογισμού των επιδομάτων εορτών και αδείας, που ρυθμίζονται ειδικά με τα αρθρ.3 της από 10-10-2002 ΣΣΕ και 9 του Ν.2470/1997 και .... Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από το αρθρ.559 αρ.1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η παραπάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Επειδή από τις διατάξεις του αρθρ.22 παρ.1β του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το αρθρ.52 παρ.18 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ, στις δίκες με το Δημόσιο τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται ενόλων και όταν κάθε διάδικος κατά ένα μέρος νικήσει και κατά ένα μέρος ηττηθεί.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο 12965,45 ευρώ αντί του αιτηθέντος με την αγωγή ποσού των 18499,38 ευρώ και του επιδικασθέντος πρωτοδίκως ποσού των 16879,38 ευρώ, καταδίκασε δε αυτόν σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας ποσού 450 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του αρθρ. 22 παρ.1 του Ν.3693/1957, αφού η μερική ήττα του αναιρεσιβλήτου και αντίστοιχη μερική νίκη του Ελληνικού Δημοσίου επέβαλαν τον ολικό συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων. Επομένως, ο από το αρθρ.559 αρ.1 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η παραπάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Επειδή για να δημιουργηθεί ο από το αρθρ.559 αρ.14 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας ο σχετικός ισχυρισμός και να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε, εφόσον ο σχετικός λόγος αναιρέσεως δεν περιλαμβάνεται σε εκείνους που αναφέρονται στο αρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων πρότεινε στο δικαστήριο της ουσίας τον παραπάνω ισχυρισμό ή ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση της παρ.2 του αρθρ.562 του ΚΠολΔ (ΑΠ (Ολ) 16/2000, 43/1990). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, κατ'ορθή υπαγωγή από το αρθρ.559 αρ.14 του ΚπολΔ(όχι δε και από τον αριθ. 16 του ίδιου άρθρου, όπως με το αναιρετήριο προβάλλεται), διότι το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση περί συμψηφισμού των απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου με εκείνες του αναιρεσείοντος από την καταβολή αφενός επιδόματος κινήτρου απόδοσης των ετών 2002 και 2003 και από 1-1-2004 έως 30-9-2004 και αφετέρου ειδικού επιδόματος από τα αδιάθετα υπόλοιπα του Ειδικού Λογαριασμού Εσόδων από τα θαλάσσια μεταφορικά μέσα ΥΕΝ των ετών 2002 και 2003 με την αιτιολογία ότι η ένσταση αυτή είχε απορριφθεί με δύναμη δεδικασμένου από την 716/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται αν ο ισχυρισμός που τον στηρίζει προτάθηκε νόμιμα στο Εφετείο κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Επειδή, κατ' ακολουθίαν, πρέπει, κατά παραδοχή των πιο πάνω δευτέρου και τρίτου λόγων αναιρέσεως που κρίθηκαν βάσιμοι, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές (αρθρ. 580§3 του ΚΠολΔ) και να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη, κατ' άρθρ. 22§1β του Ν.3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος των 716/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συζήτηση αιτήσεως ερήμην αναιρεσίβλητου ( άρθρ 576 παρ 1 του ΚΠΟλΔ). Αρχή ισότητας στην αμοιβή εργασίας ( άρθρ 4 και 22 παρ 1β του Συντ ).Εκπαιδευτικοί Δημόσιας Ναυτικής Εκπαίδευσης. Αποδοχές. Υπολογισμός επιδομάτων εορτών. Δικαστικά έξοδα Δημοσίου. Υποχρεωτικός συμψηφισμός επι μερικής νίκης και ήττας. Στοιχεία για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ 14 του Κ.Πολ.Δ.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1590/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικού- δη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα,Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμμα-τέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Ασφαλιστική Α.Ε", η οποία εδρεύει στη ...και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσω-πήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα.
Του αναιρεσίβλητου: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γεωργόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1873/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 152/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-5-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 16-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τέταρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και κατά το πρώτο και τέταρτο μέρος αυτού, και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως ο πληρε-ξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τους ορισμούς του άρθρου 529 ΚΠολΔ κατά κανόνα είναι παραδεκτή η προσκόμιση νέων αποδεικτικών μέσων στο εφετείο, το οποίο, αν δε τα αποκρούσει ως απαράδεκτα για κάποιον από τους αναφερόμενους στο εν λόγω άρθρο λόγους, δεν απαιτείται να διαλάβει στην απόφασή του, ειδική αιτιολογία. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο για το λόγο ότι έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του την υπ' αριθμ. 65/18-9-2008 ένορκη βεβαίωση που συνετάγη μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης και προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος-ενάγων το πρώτον στην κατ έφεση δίκη από βαριά αμέλεια, δηλαδή αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπεται από το νόμο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον στην κατ' έφεση δίκη η λήψη υπόψη νέων αποδεικτικών μέσων είναι δυνητική, εξαρτωμένη από την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561παρ.1 Κ.Πολ.Δ. κρίση του δικαστηρίου, ως αναγόμενη σε πράγματα και δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Επίσης, είναι απαράδεκτος, ο λόγος αυτός και κατά το δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.19, με τον οποίο αποδίδεται έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφα-σης ως προς το ότι έλαβε υπόψη του το προαναφερθέν παράνομο αποδεικτικό μέσο, χωρίς να αιτιολογήσει την κρίση του ότι η μη προσκόμιση αυτού από τον αναιρεσίβλητο στην πρωτόδικη δίκη δεν οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας του ή σε βαριά αμέλειά του, διότι, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς παραδεκτό της προσκόμισης του ως άνω αποδεικτικού στοιχείου. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 του ΑΚ και 216 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητείται κυρίως η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, καθώς και η καταβολή μισθών υπερημερίας, επικουρικώς δε η καταβολή της ως άνω αποζημίωσης, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν, μεταξύ άλλων, ο χρόνος καταρτίσεως της συμβάσεως, ο συμφωνηθείς ή νόμιμος μισθός, το είδος και οι όροι της παρασχεθείσης εργασίας, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας και η μη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Η αναφορά του στοιχείου της εξαρτήσεως δεν είναι απαραίτητη γιατί τούτο κρίνεται από τους όρους της παροχής της εργασίας. Αν όμως ο εναγόμενος αμφισβητήσει το χαρακτήρα της εργασίας ως εξαρτημένης, τότε ο ενάγων οφείλει, αν δεν έχει ήδη πράξει τούτο καθ' υποφορά με το δικόγραφο της αγωγής, να επικαλεσθεί κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται το στοιχείο της εξαρτήσεως. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ για επαναφορά των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων αναφέ-ρεται σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που υποβάλλονται στο δικαστήριο με τις προτάσεις και όχι στους αγωγικούς ισχυρισμούς. Aκόμη, η ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποί α αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογή του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο του άρθρου 559 αριθ.14. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται <<πράγματα>>, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα <<πράγματα>> αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 1,10 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη με την ακόλουθη παραδοχή της <<.... κατά την εκτέλεση της άνω εργασίας του (ο αναιρεσίβλητος) τελούσε σε νομική εξάρτηση από την εταιρεία, η οποία εκδηλωνόταν με το δικαίωμα της τελευταίας να ασκεί εποπτεία και έλεγχο της παρεχομένης εργασίας και να παρέχει οδηγίες ως προς τον χρόνο, τόπο και τρόπο παροχής της, κατά τρόπο δεσμευτικό για τον αναιρεσίβλητο.....Ελεγχόταν από τους αρμοδίους διευθυντές της εργοδότριας του, ήτοι για τα οικονομικά ζητήματα από τον Διευθυντή οικονομικών για τις ζημίες από τον Διευθυντή του κλάδου ζημιών και για τα παραγωγικά από τον Διευθυντή πωλήσεων, από τους οποίους και ελάμβανε τις αναγκαίες οδηγίες...>>, καθόσον 1) δεν περιέχεται τέτοιος ισχυρισμός στην αγωγή περί του ότι ελεγχόταν από τον Διευθυντή Οικονομικών, τον Διευθυντή του κλάδου ζημιών και τον Διευθυντή πωλήσεων, από τους οποίους και λάμβανε οδηγίες, 2) δεν βεβαιώθηκε από μάρτυρα στο ακροατήριο, καθώς κανένας από τους δύο εξετασθέντες δεν κατέθεσε τίποτε τέτοιο, 3) δεν βεβαιώθηκε σε καμία παραδεκτή και ληπτέα υπόψη ένορκη βεβαίωση, 4) δεν αποδείχθηκε από κανένα απολύτως αποδεικτικό μέσο. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος. Και ως προς μεν την αιτίασή του, κατ' ορθή υπαγωγή από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υπό την έννοια ότι δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ότι ο αναιρεσίβλητος τελούσε υπό τη νομική εξάρτηση της αναιρεσείουσας, ενώ τέτοιος ισχυρισμός δεν περιέχονταν στην αγωγή του, είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι ο αναιρεσίβλητος παραδεκτά συμπλήρωσε ως προς το στοιχείο αυτό την ως άνω αγωγή του, με τις πρωτόδικες προτάσεις του, εφόσον αμφισβητήθηκε από την αναιρεσείουσα ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως προ κύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων αυτών (πρωτοδίκων) που έχουν ενσωματωθεί στις προτάσεις που κατέθεσε ο αναιρεσίβλητος στο Εφετείο, αφού η επαναφορά αυτή ως μη συνιστώσα τέτοια αυτοτελών ισχυρισμών, αλλά συμπλήρωση με τις πρωτόδικες προτάσεις αγωγικών ισχυρισμών, δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, ο λόγος αυτός, ως προς την αιτία ση από τον αριθμό 19 του ως άνω άρθρου, ότι η προαναφερθείσα παραδοχή της προσβαλλομένης έχει ανεπαρκή αιτιολογία, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η προβαλλόμενη έλλειψη νόμιμης βάσης δεν αναφέρεται στις αιτιολογίες της απόφασης αλλά στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων και του υπ' αυτών εξαγχθέντος συμπεράσματος του δικαστηρίου, και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται ο επικαλούμενος λόγος αναίρεσης. Τέλος, και ως προς την αιτίαση από τον αριθμό 10 του προαναφερθέντος άρθρου ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο στην επί ουσίας της υποθέσεως κρίση του, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, από τις 17.194 17.195/31-10-2006 και 4322,4323/18-4-2008 ένορκες βεβαιώσεις της Ειρηνοδίκου Αθηνών, της 65/18-9-2008 ένορκη βεβαίωση της Ειρηνοδίκου Κιλκίς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν ύστερα από επίκληση οι διάδικοι και επομένως το Δικαστήριο της ουσίας δεν κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα χωρίς απόδειξη.
Είναι δυνατό ο μισθωτός να συνδέεται με τον εργοδότη του και με άλλες, εκτός της συμβάσεως εργασίας, συμβάσεις, όπως με σύμβαση μεσιτείας, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, σύμβαση έργου. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ν.1569/1985, επιτρέπεται σε υπαλλήλους ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων ασφαλιστικής πρακτόρευσης ή εταιριών μεσιτείας ασφαλίσεων να ασκούν διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλίσεων για λογαριασμό των επιχειρήσεων στις οποίες εργάζονται ή άλλων συνδεομένων με αυτές, μετά από έγκριση του εργοδότη του, χωρίς τις προϋποθέσεις του άρθρου 17. Η σχέση του ασφαλιστικού υπαλλήλου με τις προαναφερόμενες επιχειρήσεις, για λογαριασμό των οποίων διαμεσολαβεί κατά τα ανωτέρω, είναι σύμβαση έργου και ανεξάρτητη από την σύμβαση εργασίας. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος, που είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο κα τά το άρθρο 16 ν.1569,όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 ν.2170/1993,μελετά την αγορά παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλι-στικές συμβάσεις για λογαριασμό ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών πρακτορείων ή μεσιτών, με βάση σύμβαση, έναντι προμηθείας για την πρόσκτηση εργασιών. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων. Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με την ασφαλιστική επιχείρηση ή τον ασφαλιστικό πράκτορα ή τον μεσίτη ασφαλίσεων είναι σύμβαση έργου. Η ιδιότητα του ασφαλιστικού υπαλλήλου (κατ' άρθρο 19 παρ.3 ν.1569/1985 όπως αντικ. με το άρθρο 14ν.2170 /1993) είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα τα του ασφαλιστικού συμβούλου. Η αμέσως παραπάνω διάταξη δεν απαγγέλλει ρητώς ακυρότητα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας που καταρτίζεται μεταξύ μιας ασφαλιστικής εταιρίας και του μισθωτού της, ο οποίος παραλλήλως έχει την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου ούτε δε από τον συναγόμενο εκ της ερμηνείας προστατευτικό σκοπό της εν λόγω διατάξεως, που συνίσταται στην αποφυγή συγχύσεως των καταναλωτών, μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι η εν λόγω ρύθμιση αποβλέπει στην επαγωγή ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, πράγμα άλλωστε που θα ήταν αντίθετο με το συνταγματικώς προστατευόμενο δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητος και της συμμετοχής στην οικονομική ζωή της χώρας (άρθρ.5 παρ.1 του Συντάγματος). Τέλος, κατά το άρθρο578 του Κ.Πολ.Δ., αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως από τον Άρειο Πάγο συνιστάται στην υπαγωγή, με την απόφασή του, των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το δια τακτικό της αποφάσεως. Ως αιτιολογία δηλαδή νοείται η νομική αιτία, δηλαδή η διάταξη νομικού συλλογισμού (ΑΠ (Ολ.) 30/1998). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1,12 και 19 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος παρέλειψε να προσδώσει στη δικαστική ομολογία του αναιρεσίβλητου, περιεχομένη στην αγωγή του, περί του ότι συνήψε με την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία <<ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ>>,της οποίας καθολική διάδοχος είναι αυτή(αναιρεσείουσα),προφορική σύμβαση έργου Ασφαλιστικού Συμβούλου και στη συνέχεια την 1-11-1995 υπέγραψε με την τελευταία την με την ίδια ημερομηνία σύμβαση έργου Συντονιστή Ασφαλιστικών Συμβούλων, την αυξημένη αποδεικτική ισχύ που έχει εκ του νόμου, η ομολογία δε αυτή οδηγούσε στην απόρριψη της κύριας αγωγικής βάσης, σύμφωνα με σχετική ένσταση που είχε επαναφέρει με λόγο έφεσης, και κατά την οποία η σύμβαση εργασίας που είχε καταρτισθεί με τον αναιρεσίβλητο και την δικαιοπάροχο αυτής ήταν άκυρη λόγω της προεκτεθείσας ιδιότητας του (αναιρεσιβλήτου) ως Ασφαλιστικού Συμβούλου, ως αντιβαίνουσα ευθέως στη διάταξη του άρθρου 19 του ν.1569/1985,επί πλέον δε δεν αιτιολόγησε καθόλου την αντίθετη παραδοχή της περί του ότι ο αναιρεσίβλητος είχε καταρτίσει με αυτή σύμβαση έργου ως συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων και όχι ως ασφαλιστικός σύμβουλος. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: <<Με τον έβδομο λόγο της έφεσής της η εναγόμενη παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε σιγή την πρωτοδίκως επικουρικά προβληθείσα ένσταση της περί ασυμβιβάστου κατ' άρθρο 19 του ν.1569/1985 της ιδιότητας του ενάγοντος ως ασφαλιστικού υπαλλήλου και ως ασφαλιστικού συμβούλου και άρα ακυρότητας κατ' άρθρο 174 Α.Κ της τυχόν συμβάσεως εργασίας του. Πράγματι κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 3 του ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 περ.1 του ν. 2170/1993 και αναριθμήθηκε με το άρθρο 36 περ.29 του ν.2496/1997 <<η ιδιότητα του ασφαλιστικού υπαλλήλου είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου>>. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο είναι άκυρη. Πλην όμως ο άνω λόγος της εφέσεως στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον όπως προαναφέρθηκε από το 1985 ο ενάγων είχε καταρτίσει σύμβαση έργου με την αρχική εργοδότριά του ως συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων και όχι ως ασφαλιστικός σύμβουλος. Και ως συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων ήταν επιτρεπτό να έχει παράλληλα και σχέση εξαρτημένης εργασίας με την εναγομένη ως διευθυντής του γραφείου της πωλήσεων ασφαλίσεων στο ... κατ' άρθρο 20 παρ.1 του ν. 1569/1985.>>. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, και απέρριψε την ανωτέρω επικουρικά προβληθείσα ένσταση περί ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του αναιρεσι-βλήτου, ως στηριζόμενη στην ως άνω εσφαλμένη προϋπόθεση, αν και αυτή ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη, σε ορθό διατακτικό κατέληξε, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός της αναίρεσης και ως προς τα τρία μέρη του, ως αβάσιμος.
Αν η προσβαλλομένη απόφαση έχει δύο ή περισσότερες αιτιολογίες που στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μια το διατακτικό της και δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικώς η μια από τις αιτιολογίες αυτές, οι λόγοι αναίρεσης που αφορούν την άλλη αιτιολογία, απορρίπτονται ως αλυσιτελείς. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ψέγει με τον ίδιο ως άνω λόγο αναίρεσης (τρίτο) και κατά το τελευταίο μέρος του, την προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατική αιτιολογία, που συνίσταται στο ότι με την παραδοχή της << Εξάλλου ο ενάγων δεν ήταν ασφαλιστικός υπάλληλος με την έννοια που θέλει το άρθρο 19 του ν. 1569/1985, ήτοι να είχε προσληφθεί κρίσεις, προαγωγές κ.λ....>>, από την οποία, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσεί-ουσας, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος δεν ήταν υπάλληλος της, ενώ σε άλλη παραδοχή αυτής (προσβαλλομένης) γίνεται δεκτό ότι εκείνος (αναιρεσίβλητος) υπήρξε υπάλληλος της, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αντίφαση περί του εάν ο αναιρεσίβλητος ήταν ή όχι υπάλληλος της αναιρεσείουσας, ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και επικουρικά για ανεπαρκή αιτιολογία ως προς την εκτεθείσα παραδοχή. Πλην ο λόγος αυτός (τρίτος) ως προς το μέρος του αυτό και κατά τις δύο αιτιάσεις του, και σε σχέση με την ανωτέρω επάλληλη αιτιολογία, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, καθόσον δεν πλήττεται αποτελε-σματικώς η αμέσως προηγηθείσα αιτιολογία σε σχέση με την απόρριψη της προαναφερθείσας ένστασης ακυρότητας της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μη προσδίδοντας στην ως άνω δικαστική ομολογία την αυξημένη αποδεικτική ισχύ που έχει εκ του νόμου.
Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την ο ποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικο-τεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά). Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους -που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος- εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 653 κα 656 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης, διαθέτοντας με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεως του για την επίτευξη των σκοπών της, δεν έχει κατ' αρχήν, εκτός από αντίθετη συμφωνία, υποχρέωση να απασχολεί το μισθωτό και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερομένων υπηρεσιών του δεν έχει κατά τις διατάξεις αυτές, άλλες συνέπειες από εκείνες που ορίζουν οι ως άνω δια τάξεις και ειδικότερα αυτή του άρθρου 656 ΑΚ, εκτός αν η απόκρουση των προσφερομένων υπηρεσιών είναι παράνομη, όπως, όταν γίνεται υπό περιστάσεις που υπερβαίνουν προφανώς τα τιθέμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια, ή που συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας (άρθρο 57 ΑΚ), ή όταν εκ προθέσεως ζημιώνεται ο εργαζόμενος κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη (άρθρο 919 ΑΚ), ή προσβάλλεται το δικαίωμα του στην ανάπτυξη της προσωπι-κότητας του και της συμμετοχής του στην οικονομική ζωή. Στις περιπτώσεις μόνο αυτές γεννάται αξίωση του εργαζομένου για την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον. Τέλος, κατά τη διάταξη του αρθ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ' αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει (Ολ. AΠ 7/ 2006). Η νομική δε αοριστία της αγωγής που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του αρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ., εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότε-ρα στοιχεία από εκεί να που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ. A.Π. 18/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 216 πρέπει να περιέ χει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίψει την αγωγή, αν και το δικόγραφο της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτω-ση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομι-κού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης και κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ., περί του ότι το δικόγραφο της ένδικης αγωγής του αναιρεσίβλητου-ενάγοντος και κατά το αίτημα της περί υποχρέωσης της αναιρεσείουσας-εναγομένης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος, είναι αόριστο γιατί δεν αναφέρονται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η άρνηση αυτή της αναιρεσείουσας να αποδέχεται τις υπηρεσίες του αναιρεσίβλητου είναι παράνομη ή αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ή προσβάλλει την προσωπικότητά του ή προξενεί σ' αυτόν υλική ή ηθική ζημία, εκθέτοντάς τον στους συναδέλφους του ή παρεμποδίζει την ανάπτυξη της προσω-πικότητάς του και τη συμμετοχή του στην οικονομική ζωή, ή εξαιτίας της άρνησης αυτής επηρεάζεται η αμοιβή του, αν αμείβεται κατά μονάδα ή όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 23 ν.1264/1982 ή όταν έχει αναληφθεί με συμφωνία η απασχόληση αυτού ή αν θίγονται άλλα συμφέ-ροντα αυτού (αναιρεσιβλήτου).Ο λόγος αυτός αναίρεσης, όπως διατυπώνεται, αναφέρεται σε νομική αοριστία και όχι σε ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, και επομένως κατά το ως άνω μέρος του που στηρίζεται στον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής, το ανωτέρω αίτημα αυτής, να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να δέχεται τις υπηρεσίες του αναιρεσίβλητου, με απειλή χρηματικής ποινής συνάπτεται μόνο με το γεγονός της κατά την άποψή του ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, ως καταχρηστικής, χωρίς να παρατίθενται σ' αυτή περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η συνδρομή κάποιας από τις προαναφερθείσες περιστάσεις, δηλαδή η προσβαλλομένη απόφαση, με το να παραλείψει να απορρίψει, ύστερα από αυτεπάγγελτη κατά το άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ. έρευνα της νομιμότητας του ως άνω αιτήματος, αυτό ως νομικά αβάσιμο, και αντιθέτως να απορρίψει την έφεση της αναιρεσείουσας, κατ' ουσίαν, στο σύνολό της, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία για τη θεμελίωσή του, από όσα ορίζουν οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 648,653 και 656 ΑΚ,οι οποίες και παραβιάσθηκαν εξ αυτού του λόγου. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το προεκτεθέν μέρος της, κατά το ο ποίο έγινε δεκτός ως βάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το άνω μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να κατανεμηθούν ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας καθενός από τους διαδίκους (άρθρα 178 παρ.1,183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της, την 152/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εργατικές διαφορές. Κατάργιση σύμβασης εργασίας και σύμβαση έργου μεταξύ ασφαλιστικής εταιρείας και υπαλλήλου αυτής.Ασυμβίβαστο των ιδιοτήτων μεταξύ ασφαλιστικού συμβούλου και ασφαλιστικου υπαλλήλου, πλην δεν επάγεται ακυρότητα της σύμβασης εργασίας. Λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1,12,και 19 του άρθρου 559 Κ. Πολ. Δικ, απορρίπτεται ως αβάσιμος.Λόγος αναίρεσης για παράβαση του άρ 529 Κ.Πολ.Δικ, απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Στοιχεία αγωγικού αιτήματος περί υποχρεωσης της αναιρεσείουσας να αποδέχεται τις υπηρεσίες του αναιρεσιβλήτου, του οποίου η απόλυση κρίθηκε άκυρη, λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης και μη τήρησης του έγγραφου τύπου. Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολ Δικ, γίνεται δεκτός ως βάσιμος.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1587/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα -----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Ν. Τ. του Κ., και 2)Π. Γ. του Δ. Παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τριβουρέα.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σάκαλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1857/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 3597/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-11-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 17-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 ν. 3789/1957 και 12 παρ. 4 ν. 1767/1988, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2224/1994, συνάγεται ότι οι όροι του με ισχύ νόμου εφαρμοζόμενου κανονισμού εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και, συνεπώς, η σύμβαση εργασίας μισθωτού ο οποίος προσχωρεί σε τέτοιο κανονισμό περιέχει κάθε όρο που προβλέπεται στον τελευταίο (ΟλΑΠ 42/2002). Το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού εργασίας καλύπτει όλους τους απασχολούμενους στην επιχείρηση ή εκμετάλλευση για την οποία κάθε φορά πρόκειται. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 26 του Οργανισμού της Υπηρεσίας της " Εθνικής Τράπεζας τη Ελλάδος Α.Ε." , που καταρτίσθηκε από το διοικητικό συμβούλιο αυτής και κυρώθηκε με το β.δ. της 17/26.9.1953, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 του ν.δ. 2510/1953, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α 267/26.9.1953) και έχει ισχύ νόμου, η μετά του προσωπικού της Τράπεζας σύμβαση εργασίας λύεται, εκτός από άλλους αναφερόμενους σε αυτό λόγους, και 1) δια του θανάτου του υπαλλήλου, 2) δια καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας κατά τα υπό της εργατικής νομοθεσίας οριζόμενα, σε κάθε δε περίπτωση με την συμπλήρωση των κάτωθι οριζομένων ορίων ηλικίας α) του 62ου έτους για τους Διευθυντές, Υποδιευθυντές, Συμπράττοντας Υποδιευθυντές και Τμηματάρχες, β)... γ)... δ)... . Σύμφωνα με το άρθρο 33 του ισχύοντος από 12-3-2001 νέου Κανονισμού Εργασίας της ως άνω Τράπεζας, ο οποίος καταρτίσθηκε κατά τις διατάξεις του Ν. 1876/1990, με την από 9-3-2001 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που συνήφθη μεταξύ των νόμιμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας και της συνδικαλιστικής οργανώσεως του προσωπικού του Συλλόγου Υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος, κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας με αριθμό 5| 12-3-2001 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (αρθρ. 2 παρ. 6, 7 παρ. 1 και 8 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), η σύμβαση εργασίας με το προσωπικό της Τράπεζας λύεται με τον θάνατο του υπαλλήλου, την έγγραφη παραίτηση του, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας και με καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο, σε κάθε περίπτωση δε η λύση επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας. Επακολούθησε όμως η από 5-6-2002 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που καταρτίσθηκε μεταξύ της άνω Τράπεζας και του Συλλόγου Υπαλλήλων της Ε.Τ.Ε. και κατατέθηκε στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας στις 7-6-2002 με αριθμό 12/7-6-2002, με την οποία τροποποιήθηκε το ανωτέρω άρθρο 33 του νέου Κανονισμού, στο οποίο, σχετικά με τη λύση της εργασιακής σχέσης των υπαλλήλων της Τράπεζας, ορίζεται πλέον ότι "Σε κάθε περίπτωση η λύση επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας και 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας. Σε περίπτωση κατά την οποία ο καταλαμβανόμενος από το όριο ηλικίας των 58 ετών δεν συμπληρώνει 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας, τότε η σύμβαση δεν λύνεται και παρατείνεται μέχρι τη συμπλήρωση 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας, με ανώτατο χρονικό όριο στην περίπτωση αυτή τη συμπλήρωση από τον υπάλληλο του 62ου έτους της ηλικίας του.". Περαιτέρω, από το σύνολο των διατάξεων του Ν. 1876/1990 συνάγεται ότι, οι όροι εργασίας που ρυθμίζονται από ΣΣΕ, μπορούν να τροποποιηθούν με νεότερη ΣΣΕ, η οποία ρητά ή σιωπηρά αντικαθιστά προγενέστερη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται περί διαδοχής ΣΣΕ, όπου η νεότερη ΣΣΕ μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης ΣΣΕ τόσο υπέρ όσο και σε βάρος των εργαζομένων, καθόσον επί διαδοχής ΣΣΕ ισχύει η αρχή της διαδοχής τάξεων και δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, που προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, κατά την οποία οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους των ΣΣΕ είναι επικρατέστεροι εφόσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζομένους. Μόνο εάν με την ατομική σύμβαση εργασίας συμφωνήθηκε ειδικά ότι οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ θα αποτελούν όρους της ατομικής αυτής συμβάσεως, ανεξαρτήτως του αν οι όροι αυτοί θα εξακολουθούν να έχουν κανονιστική ισχύ, τότε οι όροι αυτοί, εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό, δεν μπορούν να μεταβληθούν από νεότερη ΣΣΕ, η οποία περιέχει κανονιστικούς όρους δυσμενέστερους για το μισθωτό από εκείνους της καταργηθείσας ΣΣΕ. Συνακόλουθα, οι ρυθμίσεις κανονισμών εργασίας, οι οποίοι ανήκουν στο δυνατό περιεχόμενο επιχειρησιακών ΣΣΕ (άρθρο 2 παρ. 6 ν. 1876/1990), μπορούν να συμπληρώνονται ή να συγκεκριμενοποιούνται με νεότερες ρυθμίσεις προερχόμενες από τις ίδιες ή και διαφορετικές πηγές. Αν πρόκειται για σχέση του κανονισμού με νεότερη ρύθμιση που προέρχεται από πηγή που ανήκει στην ίδια ιεραρχική βαθμίδα και ρυθμίζει διαφορετικά τα ίδια θέματα, τότε εφαρμόζεται η αρχή της διαδοχής των τάξεων, οπότε η νεότερη ρύθμιση διαδέχεται την παλαιότερη, ακόμη και αν είναι δυσμενέστερη εκείνης. Τέλος, προς εναρμόνιση της ελληνικής εργατικής νομοθεσίας με την οδηγία 91/553 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκδόθηκε το π.δ. 156/1994, με το οποίο επιβάλλεται σε κάθε εργοδότη η υποχρέωση να ενημερώνει τον εργαζόμενο σχετικά με τους όρους της σύμβασης ή της εργασιακής σχέσης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του ως άνω π.δ., η ενημέρωση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα: α) τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων, β) τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχείρησης ή τη διεύθυνση κατοικίας του εργοδότη, γ) τη θέση ή την ειδικότητα του εργαζομένου, τον βαθμό του, την κατηγορία της απασχόλησής του, καθώς και το αντικείμενο της εργασίας του, δ) την ημερομηνία της έναρξης της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας και τη διάρκεια αυτής, αν καταρτίζεται για ορισμένο χρόνο, ε) τη διάρκεια της αδείας με αποδοχές που δικαιούται ο εργαζόμενος, καθώς και τον τρόπο και χρόνο χορήγησης της, στ) το ύψος της αποζημίωσης που οφείλεται και τις προθεσμίες που πρέπει να τηρούν εργοδότης και εργαζόμενος, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, σε περίπτωση λύσεως της σύμβασης εργασίας με καταγγελία, ζ) τις πάσης φύσεως αποδοχές που δικαιούται ο εργαζόμενος και την περιοδικότητα καταβολής τους, η) τη διάρκεια της κανονικής ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης του εργαζομένου, θ) αναφορά της συλλογικής ρύθμισης που έχει εφαρμογή και καθορίζει τους ελάχιστους όρους αμοιβής του εργαζομένου. Η πληροφόρηση για τα στοιχεία των περιπτώσεων ε', στ', ζ' και η' μπορεί να γίνεται και με παραπομπή στις ισχύουσες διατάξεις της Εργατικής Νομοθεσίας. Το παραπάνω π.δ. δεν έχει ως σκοπό να επιβάλλει στον εργοδότη οποιουδήποτε νέους όρους και συνθήκες εργασίας ή οποιαδήποτε μεταβολή των υφισταμένων, αλλά καθιερώνει απλά υποχρέωση του εργοδότη να ενημερώνει τον εργαζόμενο για τους ισχύοντες όρους και συνθήκες εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται είτε από τον νόμο είτε από την ατομική συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου. Η υποχρέωση ενημέρωσης αφορά την ήδη υπάρχουσα νομική κατάσταση της σύμβασης ή της εργασιακής σχέσης και δεν δημιουργεί νέα κατάσταση ή νέα συμφωνία. Ενόψει αυτού, χωρίς την ύπαρξη ειδικής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, με την οποία να γίνεται ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης ΣΣΕ, μόνη η έγγραφη ενημέρωση του εργαζομένου, κατά τις διατάξεις του π.δ. 156/1994, για τις ισχύουσες κατά το χρόνο της ενημέρωσης συλλογικές ρυθμίσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η ΣΣΕ που ενσωματώνει τον Οργανισμό Προσωπικού του εργοδότη, δεν καθιστά αυτοδικαίως τους όρους της συγκεκριμένης ΣΣΕ και όρους της ατομικής σύμβασης του μισθωτού, αφού η ενημέρωση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόταση του εργοδότη για κατάρτιση συμβάσεως και συνεπώς δεν νοείται η κατάρτιση οιασδήποτε συμβάσεως με την από τους εργαζομένους αποδοχή της παραπάνω ενημέρωσης. Με την εκτέλεση, δηλαδή, εκ μέρους του εργοδότη των όσων επιβάλλουν οι διατάξεις του π.δ. 156/1994, γίνεται απλώς ενημέρωση του εργαζομένου για τους ισχύοντες όρους , που διέπουν τη σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται ήδη από το νόμο και την ατομική σύμβαση, και δεν επέρχεται κάποια μεταβολή στη συγκεκριμένη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας από μόνη την ενέργεια αυτή, χωρίς να αποκλείεται με βάση της συγκεκριμένες περιστάσεις βούληση των μερών για ενσωμάτωση των όρων της συγκεκριμένης ΣΣΕ στην ατομική σύμβαση του εργαζομένου. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες προσλήφθηκαν από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία την 15-1-1965 και την 14-10-1963 αντίστοιχα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και υπηρέτησαν ως υπάλληλοι του Κλάδου Κυρίου Προσωπικού, τελικά δε προήχθησαν στον βαθμό του Διευθυντή ο πρώτος και Υποδιευθυντή ο δεύτερος και αποχώρησαν από την υπηρεσία την 1-1-2005. Οι εργασιακές σχέσεις των αναιρεσειόντων ρυθμίζονταν αρχικά από τον Οργανισμό Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης και σύμφωνα με αυτόν οι αναιρεσείοντες θα αποχωρούσαν από την Υπηρεσία με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας των, δηλαδή την 1-1-2009. Ως εκ τούτου, εφόσον προβλεπόταν αυτοδίκαιη αποχώρηση από την υπηρεσία λόγω συμπληρώσεως του καθοριζόμενου ορίου ηλικίας, οι συμβάσεις τους ήταν ορισμένου χρόνου. Οι αναιρεσείοντες επικαλούνται με την αγωγή τους ότι με την προσχώρησή τους στον Οργανισμό Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης ο προαναφερόμενος όρος περί αυτοδίκαιης λύσης των εργασιακών τους σχέσεων με την Τράπεζα με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας τους κατέστη και όρος της ατομικής τους σύμβασης εργασίας. Ο παραπάνω Οργανισμός καταργήθηκε αναδρομικά από 12-3-2001, οπότε άρχισε να ισχύει ο νέος Κανονισμός Εργασίας του Προσωπικού της Τράπεζας, ο οποίος καταρτίσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.1876/1990 με την από 9-3-2001 επιχειρησιακή ΣΣΕ, με το αρθρ. 33 του οποίου ορίσθηκε και πάλι ότι σε κάθε περίπτωση η λύση της συμβάσεως εργασίας του προσωπικού επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας. Επακολούθησε όμως η από 5-6-2002 ΕΣΣΕ, με την οποία τροποποιήθηκε το άνω αρθρ.33 και με βάση τη νέα πλέον ρύθμιση η σύμβαση εργασίας των αναιρεσειόντων έληγε αυτοδικαίως την 1-1-2005, αφού τότε θα είχαν συμπληρώσει και οι δυό τους το 58ο έτος της ηλικίας τους (γεννήθηκαν το έτος 1946) και 39 έτη συντάξιμης υπηρεσίας ο καθένας. Έτσι, η αναιρεσίβλητη με τα από 7-7-2004 και 15-7-2004 έγγραφά της, που κοινοποίησε αντιστοίχως στους αναιρεσείοντες κατά τις πιο πάνω ημερομηνίες, τους υπενθύμισε ότι οι συμβάσεις τους λήγουν την 1-1-2005, οπότε και αποχώρησαν. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, συνεχίζει το Εφετείο, η αποχώρηση των αναιρεσειόντων από την υπηρεσία τους λόγω λύσεως της σύμβασης εργασίας έγινε με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας τους και αφού είχαν ήδη συμπληρώσει 35 έτη υπηρεσίας ο καθένας, αφού εγκύρως με την από 5-6-2002 ΕΣΣΕ αντικαταστάθηκε το αρθρ.33 του (νέου) Κανονισμού εργασίας της αναιρεσίβλητης και μειώθηκε το προβλεπόμενο όριο ηλικίας για την αυτοδίκαιη λύση της συμβάσεως εργασίας των υπαλλήλων της από το 62ο έτος στο 58ο έτος. Στην ένδικη περίπτωση, είπε το Εφετείο, δεν αποδείχθηκε ότι ο συγκεκριμένος κανονιστικός όρος του άρθρου 26 του προϊσχύσαντος Οργανισμού Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης ή του άρθρου 33 του νέου Κανονισμού που καταρτίσθηκε με την από 9-3-2001 ΕΣΣΕ, οι οποίοι όριζαν ως όριο της αυτοδίκαιης λύσης της εργασιακής σχέσης των υπαλλήλων της Τράπεζας το 62° έτος της ηλικίας τους, είχε καταστεί και όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων. Έτσι, στις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από 27-8-1965 και 10-2-1964 έγγραφες συμβάσεις εργασίας των πρώτου και δεύτερου, αντιστοίχως, αυτών δεν περιέχεται ειδικώς η συμφωνία ότι το όριο ηλικίας από τη συμπλήρωση του οποίου λήγει αυτοδικαίως η σύμβαση εργασίας του υπαλλήλου είναι το 62° έτος, ούτε γίνεται σε αυτές ρητή παραπομπή στο άρθρο 26 του τότε ισχύοντος Οργανισμού της αναιρεσίβλητης που προέβλεπε ως όριο ηλικίας το 62° έτος. Ούτε αποδείχθηκε ότι πριν ή μετά την κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων καταρτίσθηκε μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλομένων άλλη ατομική, γραπτή ή προφορική σύμβαση για την ενσωμάτωση των κανονιστικών όρων του ως άνω Οργανισμού στην ατομική σύμβαση εργασίας των αναιρεσειόντων. Ισχυρίζονται περαιτέρω οι τελευταίοι ότι ο όρος του προϊσχύσαντος Οργανισμού περί αυτοδίκαιης λύσης της εργασιακής τους σχέσης με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας τους, κατέστη όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους, με την έγγραφη γνωστοποίηση σε αυτούς των ουσιωδών όρων των ατομικών συμβάσεων τους, σύμφωνα με το π.δ. 158/1994 και την αποδοχή εκ μέρους τους των πιο πάνω όρων, στους οποίους περιλαμβανόταν και η διάρκεια των ορισμένου χρόνου συμβάσεών τους, με τη ρητή παραπομπή στο άρθρο 26 του παραπάνω προϊσχύσαντος Οργανισμού. Σύμφωνα όμως και με τη αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αν δεν υφίσταται αυτόματη ενσωμάτωση των όρων του Κανονισμού Εργασίας στην ατομική σύμβαση εργασίας ή αν δεν υφίσταται ειδική και ρητή συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού με την οποία να γίνεται ρητή παραπομπή σε συγκεκριμένο Κανονισμό Εργασίας ή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης ΣΣΕ, μόνη η έγγραφη ενημέρωση του εργαζομένου, κατά τις διατάξεις του π.δ. 156/1994, για τις ισχύουσες κατά τον χρόνο της ενημέρωσης ρυθμίσεις και η αποδοχή αυτών, δεν καθιστά αυτοδικαίως τους όρους του ισχύοντος Κανονισμού Εργασίας ή συγκεκριμένης ΣΣΕ και όρους της ατομικής σύμβασης του μισθωτού. Εξάλλου, συνεχίζει το Εφετείο, ούτε και ο όρος 33 του νέου Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης, που καταρτίσθηκε, όπως προαναφέρθηκε με την από 9-3-2001 ΕΣΣΕ, κατέστη όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων, αφού
οι κανονιστικές διατάξεις του καταρτισθέντος με Συλλογική Σύμβαση Κανονισμού δεν ενσωματώνονται εκ του νόμου σε αυτή αλλά επενεργούν, όπως προαναφέρθηκε, έξωθεν, έχοντας άμεση και αναγκαστική ισχύ επί των ατομικών συμβάσεων εργασίας, ενώ δεν αποδείχθηκε και η ύπαρξη σχετικής ειδικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Ενόψει των ανωτέρω, λοιπόν, μετά την ως άνω αντικατάσταση του άρθρου 33 του Κανονισμού της αναιρεσίβλητης έπαυσε η ισχύς του σχετικού κανονιστικού όρου που καθόριζε ως όριο της αυτοδίκαιης λύσης της σύμβασης εργασίας των υπαλλήλων της Τράπεζας το 62° έτος της ηλικίας τους και επομένως, οι ατομικές συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειόντων, εφόσον δεν είχε ειδικά συμφωνηθεί η λύση αυτών με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας τους, κατελήφθησαν πλέον από τη νέα ρύθμιση της από 5-8-2002 ΕΣΣΕ, με την οποία το ανωτέρω όριο μειώθηκε στο 58° έτος. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε αποφανθεί ομοίως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρθρ.680 παρ.2 του ΑΚ, 7 παρ.2 του Ν.1876/1990, 3 του Π.Δ.156/1994 και 3 της Οδηγίας 91/533 ΕΟΚ, διέλαβε δε στην απόφαση του πλήρεις επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαία η ειδικότερη επισήμανση του γεγονότος ότι οι αναιρεσείοντες επέστρεφαν υπογεγραμμένα στην αναιρεσίβλητη τα έγγραφα γνωστοποίησης των ουσιωδών όρων, ούτε υπάρχει αντίφαση στην παραδοχή του Εφετείου ότι δεν καταρτίσθηκε ειδική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για την ισχύ του αρθρ.26 του Οργανισμού Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης στις συμβάσεις των αναιρεσειόντων και στην παραδοχή ότι οι τελευταίοι ισχυρίζονται ότι ο όρος περί αυτοδίκαιης λύσης των εργασιακών τους σχέσεων με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας τους κατέστη και όρος της ατομικής τους σύμβασης εργασίας με τη γνωστοποίηση σε αυτούς των εγγράφων περί των ουσιωδών όρων των ατομικών τους συμβάσεων, αφού όπως είχε προεκτεθεί, η εν λόγω ενημέρωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόταση του εργοδότη για κατάρτιση συμβάσεως και κατά συνέπεια δεν νοείται η κατάρτιση οποιασδήποτε συμβάσεως με την από τους εργαζομένους αποδοχή της πιο πάνω γνωστοποίησης. Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως από το αρθρ.559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Επειδή, κατά το αρθρ.559 αρ.1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών που περιέχονται στα αρθρ.173 και 200 του ΑΚ, όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των διακιοπρακτούτων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε μεταξύ άλλων ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο κανονιστικός όρος του αρθρ.26 του προϊσχύσαντος Κανονισμού Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης ή του άρθρ.33 του νέου Κανονισμού που καταρτίσθηκε με την από 9-3-2001 ΕΣΣΕ, που ορίζουν ως όριο της αυτοδίκαιης λύσης της εργασιακής σχέσης των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας το 62ο έτος της ηλικίας τους, είχε καταστεί και όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων. Έτσι, στις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από 27-8-1965 και 10-2-1964 έγγραφες συμβάσεις εργασίας των πρώτου και δεύτερου αντιστοίχως των αναιρεσειόντων δεν περιέχεται ειδικώς η συμφωνία ότι το όριο ηλικίας από τη συμπλήρωση του οποίου λήγει αυτοδικαίως η σύμβαση εργασίας του υπαλλήλου είναι το 62ο έτος ούτε γίνεται σε αυτές παραπομπή στο αρθρ.26 του τότε ισχύοντος Οργανισμού της αναιρεσίβλητης, που πρόβλεπε ως όριο ηλικίας το 62ο έτος. Ούτε αποδείχθηκε ότι πριν ή μετά την κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων καταρτίσθηκε μεταξύ των άνω συμβαλλομένων άλλη ατομική, γραπτή ή προφορική σύμβαση για την ενσωμάτωση των κανονιστικών όρων του Οργανισμού στην ατομική σύμβαση εργασίας των αναιρεσειόντων. Οι τελευταίοι, συνεχίζει το Εφετείο, ισχυρίζονται περαιτέρω ότι ο όρος του προϊσχύσαντος Οργανισμού περί αυτοδίκαιης λύσης της εργασιακής τους σχέσης με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας τους, κατέστη όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους, σύμφωνα με το ΠΔ 156/1994 και την αποδοχή εκ μέρους τους των πιο πάνω όρων, στους οποίους περιλαμβανόταν και η διάρκεια των ορισμένου χρόνου συμβάσεών τους, με τη ρητή παραπομπή στο αρθρ.26 του πιο πάνω προϊσχύσαντος Οργανισμού. Μόνη η έγγραφη ενημέρωση των εργαζομένων όμως κατά τις διατάξεις του ΠΔ 156/1994, για τους ισχύοντες κατά τον χρόνο της ενημέρωσης ρυθμίσεις και η αποδοχή αυτών από τους εργαζόμενους δεν καθιστά αυτοδικαίως τους όρους του ισχύοντος Κανονισμού Εργασίας ή συγκεκριμένης ΣΣΕ και όρους της ατομικής σύμβασης του μισθωτού. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας ως προς τη φύση του περιεχομένου των εγγράφων που η αναιρεσίβλητη απέστειλε στους αναιρεσείοντες, δεχόμενο ότι με αυτά γνωστοποιούσε στους εργαζομένους τους ουσιώδεις όρους των ατομικών τους συμβάσεων, όπως υποχρεούτο από τις διατάξεις του ΠΔ 156/1994 και ότι η εκ μέρους των τελευταίων αποδοχή των πιο πάνω όρων δεν συνιστούσε ειδική συμφωνία περί ενσωμάτωσης του συγκεκριμένου όρου του αρθρ.26 του Κανονισμού, ως προς την αυτοδίκαιη λύση της εργασιακής σχέσεως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας τους, στην ατομική σύμβαση εργασίας αυτών. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το αρθρ.559 αρ.1 του ΚΠολΔ, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στο Εφετείο πλημμέλεια της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά ο αυτός λόγος αναιρέσεως από το αρθρ.559 αρ.19 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι οι αποδιδόμενες πλημμέλειες, με την επίφαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, γιατί δεν γίνεται αναφορά στο περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων, από το οποίο προέκυπτε ειδική συμφωνία των διαδίκων για την ισχύ συγκεκριμένου κανονιστικού όρου, ήτοι του άρθρου 26 του Οργανισμού εργασίας του αναιρεσιβλήτου, είτε συνιστούν επιχειρήματα είτε πλήττουν την ανελεγκτή περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Επειδή, παραμόρφωση εγγράφων που ιδρύει τον από τον αρ.20 του αρθρ.559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που προκύπτει από το περιεχόμενό του ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία ενός πραγματικού γεγονότος, δηλαδή όταν υπήρξε λανθασμένη "ανάγνωση" του κειμένου του εγγράφου ή παράλειψη αναγνώσεως κρίσιμων φράσεων αυτού. Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση με την πιο πάνω έννοια όταν το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου καταλήγει, έστω και εσφαλμένα, σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπογεγραμμένων από τους αναιρεσείοντες εγγράφων με τα οποία η αναιρεσίβλητη τους είχε γνωστοποιήσει τους ουσιώδεις όρους εργασίας τους, καθόσον χαρακτήρισε αυτά ως απλά ενημερωτικά έγγραφα, χωρίς να παραθέσει ή να αναφέρει τα ουσιωδέστερα στοιχεία τους, όπως είναι η ημερομηνία σύνταξής τους, η αποστολή αυτών εις διπλούν και η υπογραφή τους από τους αναιρεσείοντες, κατ'επιλογή της αναιρεσίβλητης και ιδίως η ρητή και συγκεκριμένη παραπομπή στο αρθρ.26 του Οργανισμού Υπηρεσίας περί του ορίου ηλικίας για αυτοδίκαιη αποχώρηση από την υπηρεσία, έτσι δε κατέληξε στην απόρριψη της έφεσής τους και του βασικού αγωγικού ισχυρισμού τους περί υπάρξεως συμφωνίας των διαδίκων για την ισχύ του αρθρ.26 στην εργασιακή τους σχέση. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι η προβαλλόμενη παραμόρφωση αφορά το πόρισμα στο οποίο το Δικαστήριο μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου των εγγράφων κατέληξε και το οποίο κατά τους αναιρεσείοντες είναι εσφαλμένο και επομένως συνιστά αιτίαση που ανάγεται στην ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. Επειδή, ο εκ του αρθρ.559 αρ.8 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο (ΑΠ (Ολ) 3/1997). Δεν αποτελούν πράγματα αρνητικοί ισχυρισμοί ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ (Ολ) 25/2003). "Πράγμα" αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΑΠ (Ολ) 25/2003). Δεν ιδρύει όμως τον λόγο αυτό αναιρέσεως η παράλειψη του εφετείου να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο, αόριστο ή αλυσιτελή, αφού οι ισχυρισμοί αυτοί, μη ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι επουσιώδεις και δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια του αριθμού 8 (ΑΠ (Ολ) 40/1998). Επίσης, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη τον ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ (Ολ) 12/1991), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση έχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό (ΑΠ (Ολ)11/1996). Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αρ.9γ του αρθρ.559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Δεν ιδρύεται όμως ο αναιρετικός αυτός λόγος αν το απορριφθέν σιωπηρά αίτημα κατά του πιο πάνω έννοια ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή μη νόμιμο ή αλυσιτελές.
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, ισχυρίσθηκαν με επικουρική βάση ότι η αναιρεσίβλητη προέβη στη μείωση του ορίου ηλικίας κατά κατάχρηση της ελευθερίας της για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας, αφού α)ο μόνος λόγος συνάψεως της από 5-6-2002 ΣΣΕ ήταν η ολοκλήρωση της μεθόδευσης της πρόωρης λύσης της συμβάσεως εργασίας των καταστρατηγώντας τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, β)η συγκεκριμένη ρύθμιση παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, καθόσον ελάχιστοι υπάλληλοι αποχώρησαν από την υπηρεσία, ενώ η αναιρεσίβλητη θα μπορούσε αν επιτύχει την απομάκρυνση περισσοτέρων με την εφαρμογή της εθελούσιας εξόδου, γ)η θέσπιση του 58ου έτους ως ορίου ηλικίας είναι πρόχειρη, μακροοικονομικά επιζήμια και οι εγγενείς αδυναμίες της ρύθμισης αυτής θα οδηγήσουν σύντομα στην αντικατάστασή της και δ)με την ως άνω ρύθμιση ματαιώνεται το νόμιμο δικαίωμα προσδοκίας που είχαν για συνταξιοδότηση με τη συμπλήρωση του 62ου έτους (την 1-1-2009), το οποίο θεμελιώνεται στις ατομικές συμβάσεις εργασίας των και το αρθρ.33 του Κανονισμού πριν από την παράνομη και καταχρηστική τροποποίησή του και απολαμβάνει της προστασίας που παρέχεται από τα αρθρ.17 του Συντ. και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσίαν (και) την επικουρική βάση της αγωγής και οι αναιρεσείοντες άσκησαν κατά της αποφάσεως αυτής έφεση. Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που έχουν εκτεθεί αναλυτικά παραπάνω, προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων χωρίς να παραβλέψει τον ισχυρισμό των τελευταίων (επικουρική βάση της αγωγής), που αποτελούσε και λόγο εφέσεως ότι η σύναψη της από 5-6-2002 ΣΣΕ εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ήταν καταχρηστική, αφού τον απέρριψε εκ του πράγματος, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι το προβλεπόμενο από το αρθρ.26 του Κανονισμού όριο λύσης της συμβάσεως εργασίας με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας των εργαζομένων δεν είχε καταστεί όρος των ατομικών τους συμβάσεων. Η κατάφαση της παραδοχής αυτής αποτελούσε το θεμέλιο της επικουρικής βάσης της αγωγής των, αφού οι επικαλούμενες αντίθετες προς τα κριτήρια του αρθρ.281 του ΑΚ ενέργειες της αναιρεσίβλητης δια της συνάψεως διαδοχικών ΣΣΕ κατά τα έτη 2001 και 2002 αποσκοπούσαν στην "εξουδετέρωση" του όρου αυτού. Εφόσον όμως το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι δεν υπήρχε συμφωνημένος όρος στις ατομικές συμβάσεις εργασίας περί λύσεως της εργασιακής σχέσεως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας των αναιρεσειόντων, συνδυαζόμενα με της παραδοχές ότι η νεότερη ΣΣΕ τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης ακόμη και σε βάρος των εργαζομένων, τα υπόλοιπα περιστατικά περί καταστρατηγήσεως των διατάξεων του Ν.1876/1990, παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας και ματαίωσης νόμιμης προσδοκίας δικαιώματος, που απέβησαν σε βάρος ελάχιστων κυρίως ανώτατων και απολύτως επιτυχημένων στελεχών, όπως οι αναιρεσείοντες, αλυσιτελώς προβάλλονται, διότι δεν είναι ικανά στη συγκεκριμένη περίπτωση να θεμελιώσουν καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Επομένως, το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να λάβει υπόψη ισχυρισμό, με την έννοια του πράγματος που προαναφέρθηκε, ούτε παρέλειψε να αποφανθεί επί αγωγικού αιτήματος, που ορθώς απέρριψε, έστω και σιωπηρά, και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως περί πλημμελειών της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αρ.8 και 9 του αρθρ.559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-11-2008 αίτηση του Ν. Τ. και Π. Γ. για αναίρεση της 3597/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Οι όροι του Κανονισμού Εργασίας, που έχει ισχύ νόμου, αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας του μισθωτού. Κανονισμός ΕΤΕ. μεταβολή ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης με τροποποίση κανονισμού. Επί διαδοχής ΣΣΕ μπορεί να μεταβληθούν και επί το δυσμενέστερον οι όροι εργασίας ( διαδοχή τάξεων ) Πότε απαγορεύεται. ΠΔ 15/1994, υποχρέωση του εργοδότη για ενημέρωση των εργαζομένων σχετικά με τους όρους εργασίας του. Φύση της ενημέρωσης αυτής. Παραβίαση ερμηνευτικών κανόνων δ/ξεων. ( ΚΠολ 559 αρ1). Πότε ιδρύονται οι αναιρετικοί λόγοι από τους αρ 20,8 και9γ΄του άρθρου 559. Απόρριψη ισχυρισμού εκ του πράγματος.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1585/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ σύζυγος Ζ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Αντωνόπουλο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 312/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών.
Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Απριλίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 560/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 235/22-6-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγοντες, κατά το άρθρο 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την από 13.4.2010, ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Πατρών, ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως της Χ συζύγου Ζ, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 312/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, δια του οποίου απερρίφθη η από 1.7.2009 αίτηση αυτής, με την οποία, κατά ένα μέρος, ζητούσε την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθμ. 181/2007 αμετακλήτου αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Κεφαλληνίας, δια της οποίας είχε καταδικασθεί σε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών για συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδή αναφορά στην Αρχή, εκθέτομεν τα εξής:
Η υπό εξέταση αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε μεν νομοτύπως, πλην απαραδέκτως, διότι ασκήθηκε εκπροθέσμως, και, συγκεκριμένα, διότι, ενώ το μνημονευθέν-προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, επιδόθηκε στην ίδια την αναιρεσείουσα, στις 23.11.2009 (βλ. το υπό ιδίαν ημεροχρονολογίαν Αποδεικτικό επιδόσεως Βουλεύματος του Αστυφύλακος ...), η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από τον εξουσιοδοτηθέντα προς τούτο πληρεξούσιο δικηγόρο της, μετά την παρέλευση της οριζομένης από το άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠΔ δεκαημέρου προθεσμίας, ήτοι στις 13.4.2010, χωρίς, μάλιστα, να δηλωθεί ότι το εκπρόθεσμον ασκήσεώς της ωφείλετο σε ανωτέρα βία ή άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα.
Κατόπιν αυτού, νόμιμο κατά το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. είναι, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη.
ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 13.4.2010 αίτηση αναιρέσεως της Χ συς. Ζ, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 312/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, και
β) Να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ.
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 3-4-2010 και υπ' αριθμ. εκθ. κατάθεσης 4/2010 αίτηση αναίρεσης της Χ συζύγου Χ, κατά του υπ' αριθμ. 312/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, ασκήθηκε με δήλωση του συνηγόρου της δικηγόρου Πατρών Παύλου Χρονόπουλου στη γραμματέα του Συμβουλίου που το εξέδωσε. Η αίτηση αυτή είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό (εμπρόθεσμο) της άσκησής της.
Από το συνδυασμό των άρθρων 507 §1, 473 §1 και 474 Κ.Ποιν.Δ. σαφώς προκύπτει ότι η προθεσμία προς άσκηση του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλεύματος, δια δηλώσεως στο γραμματέα του δικαστικού συμβουλίου που το εξέδωσε είναι δέκα (10) ημέρες και αρχίζει από την επίδοση του βουλεύματος στο δικαιούμενο να ασκήσει το ως άνω ένδικο μέσο, σε αντίθεση με το ένδικο μέσο που ασκείται κατά των καταδικαστικών αποφάσεων, όπου η προθεσμία για την αίτησή του αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του Ποινικού δικαστηρίου (άρθρο 473 §3 εδ.α' Κ.Ποιν.Δ.). Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 §1 του Κ.Ποιν.Δ., η εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη και καταδικάζεται ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Όμως όταν ο τελευταίος προβάλλει ότι η εκπρόθεσμη άσκηση αυτής οφείλεται σε λόγο ανωτέρας βίας ή σε άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να ερευνήσει τη βασιμότητα του επικαλούμενου λόγου. Αλλά για να έχει τέτοια υποχρέωση, πρέπει, κατά το άρθρο 474 §2 Κ.Ποιν.Δ. να αναφέρονται στη δήλωση ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, σαφώς και ορισμένως, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τον προτεινόμενο λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδεικνύεται, γιατί διαφορετικά η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτουν τα εξής: Με το προσβαλλόμενο κατά ένα μέρος με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως υπ' αρ. 312/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών απορρίφθηκε η από 1-7-2009 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας για επανάληψη της διαδικασίας που είχε περατωθεί με την υπ' αριθμ. 181/2007 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κεφαλληνίας, για τους σ' αυτό αναφερόμενους λόγους. Το ως άνω βούλευμα, επιδόθηκε στην ίδια την αναιρεσείουσα στις 23 Νοεμβρίου 2009 (βλ. το από 23-11-2009 σχετικό αποδεικτικό επίδοσης του αστυφύλακα του Α.Τ. ...). Περαιτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη έκθεση αναιρέσεως, ασκήθηκε στις 13-4-2010, ήτοι μετά την πάροδο της ως άνω τασσομένης δεκαήμερης προθεσμίας, χωρίς η αναιρεσείουσα να επικαλείται κάποιο λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της. Αυτό εσφαλμένα ισχυρίζεται ότι η προθεσμία για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως κατά του προσβαλλόμενου, εν μέρει βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, αρχίζει από την καταχώρισή του στο ειδικό βιβλίο ενδίκων μέσων, ενώ κατά τα λοιπά παραπονείται απαράδεκτα, για την ουσιαστική κρίση του ανωτέρου Συμβουλίου ως προς την απόρριψη της αίτησής της για επανάληψη της διαδικασίας. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, που συζητήθηκε με την παρουσία της αναιρεσείουσας και του πληρεξουσίου της δικηγόρου, να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ως εκπρόθεσμη) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 §1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Απριλίου 2010 αίτηση της Χ συζύγου Ζ, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 312/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών.και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος που απέρριψε την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας προθεσμία για την άσκησή της. Όχι εφαρμογή του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠΔ επί βουλεύματος. Απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτη λόγω της εκπρόθεσμης (μετά την περίοδο 10 ημερών από την επίδοση του βουλεύματος στην αναιρεσείουσα) και καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Επανάληψη διαδικασίας.
| 1
|
Αριθμός 1589/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα -----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Ε., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Πρωτόπαπα.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Της ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Επροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγαθή Πανούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-5-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1319/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 1613/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-2-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 15-9-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 104 έως και 107 του Οργανισμού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 270/1973, τεύχος Α', κυρώθηκε με το Ν.Δ. 213/1973 και έχει ισχύ νόμου, προκύπτει ότι η προαγωγή υπαλλήλου της ΑΤΕ στο βαθμό του υποδιευθυντή ενεργείται ύστερα από πρόταση του διοικητή κατ' απόλυτη εκλογή, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, μετά από σύγκριση εκείνων που έχουν τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 101 παρ. 1 εδ. α'- γ', 102 και 103 του Οργανισμού τούτου προσόντα, ενώ συνεκτιμώνται και τα στοιχεία του ατομικού φακέλου του υπό κρίση υπαλλήλου, αναφορικά με τον χαρακτήρα, το ήθος, τα τυπικά και επαγγελματικά προσόντα του, τις ηθικές αμοιβές και τις εκθέσεις των προϊσταμένων του, την επιτυχή μετεκπαίδευση του, τα φύλλα ποιότητας, την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, το χρόνο της πραγματικής υπηρεσίας που υπολογίζεται για την προαγωγή, ακόμη και τα στοιχεία του πειθαρχικού ελέγχου αλλά και οποιοδήποτε για την κρίση του στοιχείο ή έγγραφο. Ως προακτέοι κατ' απόλυτη εκλογή χαρακτηρίζονται, κατ' άρθρο 106 παρ. 3α του ίδιου οργανισμού, εκείνοι από τους υπαλλήλους που διακρίθηκαν μεταξύ των συναδέλφων τους, για το χαρακτήρα και το ήθος τους, και επέδειξαν σε πολύ υψηλό βαθμό διοικητική δεξιότητα και υπηρεσιακή ικανότητα, έκτακτη δραστηριότητα και αφοσίωση στο καθήκον, προσέφεραν δε με την πρωτοβουλία τους την ετοιμότητα και το ζήλο τους, εξαιρετικές υπηρεσίας. Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΑΤΕ, το οποίο είναι το αρμόδιο για τις προαγωγές υπαλλήλων της όργανο, αποφαίνεται μεν κατ' ελεύθερη κρίση, η κρίση του όμως αυτή υπόκειται στον έλεγχο των τακτικών δικαστηρίων, για κατάχρηση δικαιώματος (άρθρο 281 του Α.Κ) όταν, κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, στερείται της προαγωγής υπάλληλος που έχει αποκτήσει τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για τον ανώτερο βαθμό, καίτοι υπερτερεί καταφανώς συναδέλφου του που έχει προαχθεί στο βαθμό αυτό. Στην περίπτωση αυτή της παράβασης από το ως άνω όργανο του εργοδότη του άρθρου 281 Α.Κ., η απόφαση του είναι αντίθετη με το νόμο θεωρείται άκυρη (άρθρα 174, 180 Α.Κ.) και διαπράττει τούτο αδικοπραξία, κατ' άρθρο 914 Α.Κ. Τότε ο υπάλληλος που παραλείφθηκε δικαιούται να ζητήσει με αγωγή του την αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής του κατ' άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ., με την τελεσιδικία δε της αποφάσεως αυτής λογίζεται κατ' άρθρο 12 παρ. 1 ν. 1082/1980 ότι πραγματοποιήθηκε αυτοδικαίως από το χρόνο που έπρεπε να συντελεσθεί, αλλά και την επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω διαφοράς αποδοχών εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας πράξης των οργάνων της εργοδότριας τράπεζας που την αντιπροσωπεύουν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, κατά τα άρθρα 71, 281, 297-299, 914 Α.Κ. (Ολ. Α.Π. 14/1998). Μπορεί όμως η Α.Τ.Ε., αμυνόμενη κατά της αγωγής, που αφορά αξιώσεις υπαλλήλου της, που κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων παραλείφθηκε κατά τις προαγωγές, να προβάλλει τον ισχυρισμό ότι, και αν δεν προαγόταν οι προαχθέντες και φερόμενοι ως καταφανώς υστερούντες έναντι του ενάγοντος συνάδελφοί του, θα προάγονταν άλλοι συνάδελφοί του, που υπερτερούν ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και έναντι των προαχθέντων, αλλά και έναντι του ενάγοντος και θα καταλάμβαναν αυτοί τις υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις. Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί διακωλυτική της γενέσεως της με την αγωγή ασκούμενης αξιώσεως, η οποία δεν αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ. Οι κατά τα ανωτέρω επίσης παραλειφθέντες δεν είναι αναγκαίο να υπερέχουν καταφανώς του ενάγοντος αρκεί να υπερέχουν απλώς αυτού. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ανέλεγκτος τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων (ενάγων) προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα στις 5/10/1971 με το βαθμό του Υπολογιστή και διαδοχικά προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' με αρχαιότητα από 1/11/1985. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Γεωπονικής Σχολής Αθηνών, παρακολούθησε δέκα επτά (17) επιμορφωτικά σεμινάρια της ΑΤΕ, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα, στα φύλλα ποιότητας και Υπηρεσιακής του Μονάδας των ετών 1988-2003 χαρακτηρίζεται άριστος (μον. 379 μέχρι 328), στα φύλλα ποιότητας της Επιθεώρησης των ετών 1990 και 1995 χαρακτηρίζεται άριστος (μον. 372 και 379 αντίστοιχα) και άσκησε τα υπεύθυνα καθήκοντα, α) του Προϊσταμένου Γραφείου Γεωτεχνικής Υπηρεσίας του καταστήματος Ιεράπετρας από 18/7/1978 μέχρι 31/3/1996, παράλληλα δε το διάστημα από 15/6/1995 μέχρι 16/10/1995 ήταν υπεύθυνος του Γραφείου Ρευστοποίησης του καταστήματος Ιεράπετρας, β) του αναπληρωτή Προϊσταμένου της 22ης Γεωτεχνικής Επιθεώρησης Ηρακλείου από 1/4/1996 μέχρι 30/11/1997 και καθήκοντα προϊσταμένου στην ίδια Επιθεώρηση για το από 1/12/1997 μέχρι 15/10/2000 και γ) του Υποδιευθυντή του καταστήματος Αγίου Νικολάου για το από 16/10/2000 και εντεύθεν χρονικό διάστημα, στο ίδιο δε κατάστημα άσκησε καθήκοντα διευθυντή από 1/3/2001 μέχρι 137 8/2001 σε αναπλήρωση του ελλείποντος διευθυντή. Κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 17/12/2002 δεν προήχθη ο προτεινόμενος στη διακωλυτική ένσταση Ι. Κ., ο οποίος προσελήφθη στις 22/3/1978 με το βαθμό του λογιστή Β' και προήχθη διαδοχικά μέχρι το βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 1/5/1986. Είναι πτυχιούχος της Α.Σ.Ο.Ε.Ε. και κάτοχος master of Science στα οικονομικά του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Γνωρίζει άριστα την Αγγλική γλώσσα και στα φύλλα ποιότητας της Υπηρεσιακής του μονάδας των ετών 1988 μέχρι και 2000 χαρακτηρίζεται άριστος (μον. 377 μέχρι 400) και στα φύλλα ποιότητας της Επιθεώρησης των ετών 1991 και 1998 χαρακτηρίζεται άριστος (μον. 380 και 381 αντίστοιχα). Άσκησε τα υπεύθυνα καθήκοντα, α) του Προϊσταμένου Γραφείου Χρηματοδοτικού Προγράμματος του Τμήματος Πιστωτικών Εργασιών Γενικής Φύσεως της Διεύθυνσης Αγροτικής Πίστης από 25/6/1982 μέχρι 27-5/1985, β) του Αναπληρωτή Προϊσταμένου του Τμήματος Ειδικών Δανειοδοτήσεων της Διεύθυνσης Αγροτικής Πίστης από 8/5/1985 μέχρι 9/8/1987, γ) του Προϊσταμένου του Τμήματος Βραχυπρόθεσμων Χορηγήσεων της Διεύθυνσης Αγροτικής Πίστης από 8/12/1987 μέχρι 1/10/2000, δ) του Προϊσταμένου του Τμήματος Αγροτών της Υποδιεύθυνσης Ιδιωτών- Αγροτών από 2/10/2000 μέχρι 20/2/2001, ε) του Προϊσταμένου της Υποδιεύθυνσης Συστήματος Πιστοδοτήσεων με ανάθεση καθηκόντων Υποδιευθυντή από 27/2/2001 μέχρι 26/8/2002 και στ) του Προϊσταμένου της Υποδιεύθυνσης Συστήματος Πιστοδοτήσεων με ανάθεση καθηκόντων Υποδιευθυντή από 27/8/2002 μέχρι 20/7/2003. Από την συγκριτική αντιπαράθεση των παραπάνω προσόντων του ενάγοντος με αυτά του προτεινόμενου στη διακωλυτική ένσταση του εναγομένου συναδέλφου του και με γνώμονα ότι στην κατ' εκλογή προαγωγή των υπαλλήλων της εναγομένης στο βαθμό του Υποδιευθυντή, αποφασιστική σημασία για την προαγωγική κρίση του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης έχουν τα ουσιαστικά προσόντα του υπαλλήλου που προκύπτουν από τα φύλλα ποιότητας και ιδιαίτερα η άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων , προκύπτει απλή υπεροχή του προτεινόμενου με τη διακωλυτική ένσταση υπαλλήλου. Ειδικότερα ο ενάγων υπερτερεί μεν στη γενική και ειδική αρχαιότητα καθώς και στα σεμινάρια, πλην όμως και οι δύο αξιολογούνται ως άριστοι στα φύλλα ποιότητας, υστερεί ελαφρά στη βαθμολογία, στη γνώση της Αγγλικής γλώσσας που ο ενάγων βαθμολογείται με 7 και ο συγκρινόμενος με 10 και το σημαντικότερο ο ενάγων υστερεί στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, καθόσον αυτός μεν άσκησε τοιαύτα καθήκοντα σε μικρά υποκαταστήματα (Ιεράπετρα - Άγιος Νικόλαος) και στην 22η Γεωτεχνική Επιθεώρηση Ηρακλείου Κρήτης, ο δε συγκρινόμενος σε επιτελικές θέσεις της Διεύθυνσης Αγροτικής Πίστης της Α.Τ.Ε. και μάλιστα με καθήκοντα βαθμού Υποδιευθυντή από 27/2/2001. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι στις προαγωγικές κρίσεις της 17/12/2002 και αν ακόμη δεν προαγόταν ο προαχθείς Δ. Μ. στο βαθμό του Υποδιευθυντή, στη θέση του θα προαγόταν ο προτεινόμενος με τη διακωλυτική ένσταση Ι. Κ., επικύρωσε την απόφαση του Πρωτοδικείου, που έκρινε ομοίως ως προς το κεφάλαιο αυτό, απέρριψε εκ του πράγματος την κύρια βάση της αγωγής, κατά παραδοχή της ως άνω διακωλυτικής ενστάσεως και ακολούθως απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Οργανισμού της αναιρεσίβλητης και του άρθρου 281 του Α.Κ., αφού πράγματι υπό τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, ο προταθείς με τη διακωλυτική ένσταση Ι. Κ. υπερείχε απλώς του αναιρεσείοντος, κυρίως όσον αφορά το ουσιαστικό προσόν της ασκήσεως υπεύθυνων καθηκόντων, το οποίο βαρύνει περισσότερο στην κρίση των αρμοδίων οργάνων για τις προαγωγές, διότι έχει σχέση με τη διοικητική δεξιότητα (εύστοχες υπηρεσιακές ενέργειες, τρόπος χειρισμού των υπηρεσιακών θεμάτων και αντιμετωπίσεως των αναφυομένων προβλημάτων, αναπτυσσόμενες πρωτοβουλίες στον τομέα του κρινόμενου) και την υπηρεσιακή ικανότητα και ουσιαστική επαγγελματική καταλληλότητα του υπαλλήλου στις εργασίες της Τράπεζας και την εξ αυτών ουσιαστική καταλληλότητα αυτού να αντιμετωπίσει με επιτυχία τα καθήκοντα ανώτερης θέσης που θα καταλάβει με την προαγωγή του και μάλιστα εκείνα του υποδιευθυντή και από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, πρώτο μέρος, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω το Εφετείο, δέχθηκε ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, ότι, κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 8/12/2003 μεταξύ των άλλων προήχθη και ο Κ. Κ., ο οποίος προσελήφθη στις 13/7/1978 και προήχθη διαδοχικά στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' στις 28-6-1996. Είναι κάτοχος απολυτηρίου εξαταξίου Γυμνασίου, γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα, έχει παρακολουθήσει επτά (7) επιμορφωτικά σεμινάρια της ΑΤΕ, στο φύλλο ποιότητος στην Επιθεώρησή του έτους 1999 χαρακτηρίστηκε άριστος (μον. 375) και στο δελτίο Αξιολόγησης του έτους 2001 αξιολογήθηκε σε τρία κριτήρια με Γ' (ικανοποιητικό επίπεδο) και σε τέσσερα με Β' (Αναπτυγμένο επίπεδο). Άσκησε τα υπεύθυνα καθήκοντα του Προϊσταμένου Γραφείου Χορηγήσεων του καταστήματος Φιλιατών από 10/8-1982 μέχρι 31/1/1986, β) του Προϊσταμένου Γραφείου Συναλλαγών - Καταθέσεων του καταστήματος Φιλιατών από 12/6/1985 μέχρι 31/1/1988, γ) του Προϊσταμένου του Γραφείου Χορηγήσεων του καταστήματος Φιλιατών από 1/2/1988 μέχρι 4/5/1989, δ) του Προϊσταμένου Λογιστηρίου του καταστήματος Φιλιατών από 5/5/1989 μέχρι 27/7/1994, ε) του Διευθυντή καταστήματος Φιλιατών από 28/7/1994 μέχρι 4/12/2001 και στ) του Διευθυντή του καταστήματος Άρτας με ανάθεση καθηκόντων βαθμού Υποδιευθυντή από 10/12 /2001 μέχρι 7/12/2003. Από την αντιπαράθεση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων μεταξύ του ενάγοντος και του ανωτέρω προαχθέντος προκύπτει απλή και όχι καταφανής υπεροχή του ενάγοντος. Ειδικότερα ο ενάγων υπερέχει μεν σε γενική και ειδική αρχαιότητα, σε αριθμό σεμιναρίων, στο τυπικό προσόν του πτυχίου, στη βαθμολογία του έτους 1999, υστερεί όμως γενικά στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, καθόσον άσκησε μεν καθήκοντα προϊσταμένου Γραφείου από το έτος 1978, ενώ ο προαχθείς συγκρινόμενος από το 1982, πλην όμως ο τελευταίος άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Διευθυντή καταστήματος από 28/7/1994 και είχε μεγαλύτερη εμπειρία και σφαιρική γνώση των τραπεζικών εργασιών ενός καταστήματος. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις του Οργανισμού της αναιρεσίβλητης και τη διάταξη του άρθρου 281 Α Κ., διότι από τη συνολική σύγκριση των παρατιθεμένων στην προσβαλλόμενη απόφαση προσόντων του αναιρεσείοντος και του προαχθέντος στη θέση του υποδιευθυντή Κ. Κ., προκύπτει ότι ο ενάγων υπερείχε καταφανώς του Κ. Κ. τόσο ως προς τα τυπικά όσο και ως προς τα ουσιαστικά προσόντα, καθόσον υπερείχε αυτού ως προς, α) τη γενική αρχαιότητα κατά επτά περίπου έτη και την ειδική κατά έντεκα περίπου έτη, β) τους τίτλους σπουδών (ο αναιρεσείων είναι κάτοχος πτυχίου Α.Ε.Ι. ενώ ο Κ. Κ.ς είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου), καθώς και την παρακολούθηση σεμιναρίων (17 ο αναιρεσείων και 7 ο προαχθείς) και γ) την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων κατά τέσσερα περίπου έτη, αφού ο αναιρεσείων ανέλαβε τέτοια καθήκοντα από το 1978 (το έτος αυτό τοποθετήθηκε προϊστάμενος Γραφείου Γεωτεχνικής Υπηρεσίας και έκτοτε και μέχρι τις προαγωγικές ως άνω κρίσεις συνέχισε, από τις θέσεις που προαναφέρθηκαν την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων) ενώ ο προαχθείς Κ. Κ.ς ανέλαβε τα καθήκοντα αυτά το έτος 1982 (το έτος αυτό τοποθετήθηκε προϊστάμενος του Γραφείου Χορηγήσεων από το 1982 και συνέχισε την άσκηση των καθηκόντων ευθύνης μέχρι την προαγωγή του), ενώ είναι ισοδύναμοι στη γνώση ξένης γλώσσας την επαγγελματική αξιολόγηση και τη βαθμολογία, με ελαφρά υπεροχή του αναιρεσείοντος ως προς το τελευταίο προσόν (το έτος 1995 ο αναιρεσείων βαθμολογήθηκε με 379 μονάδες, ενώ ο προαχθείς με 375 μονάδες το 1990). Μόνο δε το γεγονός ότι ο Κ. Κ. άσκησε καθήκοντα διευθυντή του καταστήματος Φιλιατών με ανάθεση από το έτος 1994 μέχρι το 2001 και του διευθυντή του καταστήματος Άρτας με ανάθεση καθηκόντων βαθμού υποδιευθυντή από 10/12/2001 μέχρι 7/12/2003 δεν απομειώνει την καταφανή υπεροχή του αναιρεσείοντος έναντι του προαχθέντος Κ. Κ.. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω αναφερόμενο μέρος και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτού προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 583 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το μέρος που στο σκεπτικό αναφέρεται την υπ' αριθ. 1613/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος που αναφέρθηκε, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εργατικές διαφορές.Συμβασιούχοι Δημοσίου.Διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Είναι δυνατόν να χαρακτισθούν ορθώς από το δικαστήριο ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον οι εργαζόμενοι εξυπηρετούν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, από το δικαστήριο, πλην αυτές είναι άκυρες ως τέτοιες και θεωρούνται ως απλή σχέση εργασίας, με συνέπεια να δικαιούνται οι εργαζόμενοι δώρα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας από το νόμο. Απορρίπτεται λόγος αντίθετος αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1579/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δημητρούλα Υφαντή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δημήτριο Κράνη-Εισηγητή και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαδάκη, για επανάληψη της διαδικασίας και αναστολή εκτέλεσης της ποινής που επιβλήθηκε στον αιτούντα με την υπ' αριθμ. 93/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας και αναστολή εκτέλεσης της ποινής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23 Ιουλίου 2010 αίτησή του για επανάληψη διαδικασίας και την από 5 Αυγούστου 2010 αίτησή του για αναστολή εκτέλεσης της ποινής, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1062/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη με αριθμό 253/23-8-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγοντας, ενώπιον Σας, κατά τα άρθρα 527 παρ. 3 εδ. β' , 528 παρ. 1 εδ. α' και 529 ΚΠΔ, την α) από 28-7-2010 αίτηση του Χ, κρατουμένου στη φυλακή ..., την οποίαν υπέβαλε δια του-νομοτύπως εξουσιοδοτημένου-συνηγόρου του, Εμμανουήλ Παπαδάκη, περί επαναλήψεως προς το συμφέρον αυτού της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 93/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών, για τις αξιόποινες πράξεις της εξαγωγής και υπεξαίρεσης αρχαίων ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, και β) τη από 5-8-2010 αίτηση για αναστολή της ανωτέρω αποφάσεως, εκθέτουμε τ' ακόλουθα: 1. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ, "Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις εξής περιπτώσεις 1)..2) αν ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία μόνα τους, ή σε συνδυασμό με εκείνα, που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο, που πραγματικά τέλεσε". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες που δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν. Την κρίση αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για την επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και από τα έγγραφα. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες των προηγουμένως εξετασθέντων συμπληρωματικές, ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία, που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που τον καταδίκασε καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο, που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές, που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 1239/1998, Π.Χ. ΜΘ/682, ΑΠ 127/2001, Π.Χ. ΝΑ/896, ΑΠ 557/2002, Π.Χ. ΝΓ/37, ΑΠ 1787/2001, Ποιν. Λόγος Α/2054, ΑΠ 759/2003, Ποιν. Δικ. 2004/1048). Στην προκειμένη περίπτωση, η πιο πάνω καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου είναι αμετάκλητη, καθόσον, η ασκηθείσα κατ' αυτής αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την 189/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου. 2. Ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας Χ, καταδικάσθηκε με την παραπάνω απόφαση, ως υπαίτιος του ότι: 1) στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 1 Μαρτίου 1998 μέχρι 23 Απριλίου 1999 και σε μη προσδιορισθείσα επακριβώς ημερομηνία ενεργώντας με πρόθεση, ιδιοποιήθηκε παρανόμως τα παρακάτω αρχαιολογικής αξίας ευρήματα, τα οποία περιήλθαν στην κατοχή του παρανόμως και ανήκαν στην κυριότητα και κατοχή του Ελληνικού Δημοσίου, συνολικά ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ανερχομένης στο ποσό των 51.000.000 δραχμών, ήτοι α) μία λήκυθο ύψους 25,5 εκατοστών, β) μία πρόχου, ύψους 10,5 εκατοστών, γ) μία πρόχου, ύψους 23 εκατοστών, δ) μία πρόχου, ύψους 16,8 εκατοστών, ε) μία πρόχου, ύψους 17 εκατοστών, στ) μία λήκυθο , ύψους 17,5-18 εκατοστών, ζ) μία πρόχου, ύψους 16,5-17 εκατοστών, η) μία χάλκινη πρόχου, (βυζαντινής εποχής) ύψους 28,5-29 εκατοστών, θ) μία πρόχου, ύψους 9,5-10 εκατοστών, ι) ένα ψευδόστομο αμφορέα ύψους 12 εκατοστών, ια) μία πρόχου, ύψους 9 εκατοστών, ιβ) ένα ζωόμορφο ειδώλιο ύψους 8 εκατοστών και ιγ) ένα ζωόμορφο ειδώλιο ύψους 8 εκατοστών, 2) στην ... την 23 Απριλίου 1999 ενεργώντας με πρόθεση και από κοινού με τον προαναφερόμενο γερμανό υπήκοο με σκοπό την εμπορία εξήγαγε από την Ελληνική επικράτεια στην αλλοδαπή ... τα παραπάνω αναφερόμενα αρχαιολογικά ευρήματα, με το υπ'αριθμ.... ΙΧΦ αυτοκίνητο που ήταν ιδιοκτησίας Δ και στο οποίο επέβαινε ως συνοδηγός ο κατηγορούμενος Κ, και τα οποία αρχαία βρέθηκαν σε έλεγχο που έγινε στο παραπάνω αυτοκίνητο και τους επιβαίνοντες σ' αυτό,(Δ, Κ, Χ και τον γερμανό Ε),από τις γερμανικές αρχές την παραπάνω ημερομηνία στο σιδηροδρομικό σταθμό του ..., και τα οποία αρχαία αντικείμενα αφού κατασχέθηκαν αποδόθηκαν μετέπειτα στο Ελληνικό Δημόσιο. Ειδικότερα στο σκεπτικό της εν λόγω αποφάσεως αναφέρονται τα ακόλουθα: " Στην προκειμένη περίπτωση από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, και τα έγγραφα και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν αποδείχτηκαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος Χ που εκμεταλλεύεται αρτοποιείο στην ... ανέπτυσσε δραστηριότητα σχετική με αρχαία αντικείμενα, είτε αγοράζοντας αυτά από τρίτους λαθρανασκαφείς, είτε από λαθρανασκαφές, που διενεργούσε ο ίδιος με άγνωστους συνεργούς του. Τα αντικείμενα αυτά διέθετε προς πώληση σε χώρες της αλλοδαπής, κυρίως στη ... όπου συχνά μετέβαινε για αγορά από εκεί και μεταπώληση στην Ελλάδα αυτοκινήτων. Στη παράνομη αυτή δραστηριότητα του συνεργάζονταν με τον γερμανό υπήκοο Ε, ο οποίος κατοικούσε στην ... και διατηρούσε κατάστημα ενοικιάσεως μοτοποδηλάτων. Στη κατοχή αυτών είχαν περιέλθει διαδοχικώς τα αναφερόμενα στο διατακτικό αρχαία αντικείμενα, τα δώδεκα από τα οποία ανήκαν στην μυκηναϊκή εποχή (Π05 π.Χ.αιώνας) και το ένα (χάλκινη πρόχους) στη Βυζαντινή εποχή (προ του έτους 1453) που αποτελούσαν προϊόντα λαθρανασκαφών στην περιοχή ... και ήσαν σπάνια, η δε συνολική τους αξία ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, ανερχόμενη στο ποσό των 51.000.000 δραχμών, όπως αποφάνθηκε γι' αυτό η αρμοδία επιτροπή αποτελούμενη από τους Α1, Δ/ντή Προϊστ. και Κλασ. Αρχαιοτήτων, Α2 Προϊσταμένη της Ζ' ΕΠΚΑ και Α3, Προϊσταμένη της Δ' ΕΠΚΑ, με το από 26.10.2000 πρακτικό εκτίμησης, και όχι στο ποσό των 39.200.00 δραχμών, όπως αποφάνθηκε η κατά το άρθρο 72 του ν. 3028/02 επιτροπή, η οποία -χωρίς να αιτιολογεί την κρίση της σχετικά με τη διαφοροποίηση της, ως προς την αξία των αρχαίων αυτών που αναφέρεται στην έκθεση της πρώτης επιτροπής-, αποφαίνεται ότι η αξία αυτών είναι μικρότερη των 50.000.000 ανερχόμενη στο παραπάνω αναφερόμενο ποσό των 39.200.000 δραχμών. Δεν αποδεικνύεται ότι οι λαθρανασκαφές από τις οποίες προέρχονταν τα αρχαία αυτά διενεργήθηκαν από τους ίδιους τους κατηγορουμένους. Αντίθετα από το γεγονός ότι ο Χ και ο γερμανός δραστηριοποιούντο με την αγορά τέτοιων αντικειμένων από τρίτους προς περαιτέρω διάθεση στην αλλοδαπή, καθίσταται προφανές ότι τα αρχαία αυτά προέρχονταν από λαθρανασκαφές που διενήργησαν τρίτα άγνωστα άτομα,από τα οποία και προμηθεύτηκαν αυτά ο Χ και ο γερμανός, το γεγονός δε και μόνο ότι αυτά ήσαν στην κατοχή του Χ και του συνεργάτη του γερμανού, δεν αποδεικνύει, χωρίς άλλο και ότι αυτοί διενήργησαν τις λαθρανασκαφές, από τις οποίες και προήλθαν τα αρχαία αυτά. Προκειμένου αυτοί να μεταφέρουν με ασφάλεια τα εν λόγω αρχαία αντικείμενα στη ... και να πωλήσουν αυτά εκεί σε γνωστούς τους αγοραστές αρχαίων μεθόδευσαν τη μεταφορά τους στη ..., ώστε να μη συλληφθούν από τις αρμόδιες τελωνειακές ελληνικές αρχές. Έτσι ο Χ που εγνώριζε τον κατηγορούμενο Κ ο οποίος ασκούσε το επάγγελμα του οδηγού νταλίκας και μετέβαινε στη ... για μεταφορές εμπορευμάτων, έπεισε τον τελευταίο να παραλάβει μαζί του στο αυτοκίνητο που οδηγούσε τα αρχαία και στη συνέχεια αφού θα συναντώντο καθ'οδόν με τον Χ και τον γερμανό θα μετέβαιναν στη ..., όπου θα διέθεταν τα αρχαία, ο Χ με το γερμανό συνεργάτη του. Πράγματι ο Κ, προφανώς έναντι αμοιβής, δέχτηκε την πρόταση του Χ και αφού παρέλαβε τα αρχαία στο υπ'αριθμ.... ΙΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε και ήταν ιδιοκτησίας Δ, ο οποίος επέβαινε στο ίδιο αυτοκίνητο, μέσω του λιμένα ... μετέβησαν στην ..., προκειμένου να συνεχίσουν οδικώς τη μετάβαση τους στη ..., καθ' οδόν δε, εντός του ιταλικού εδάφους, όπως είχαν προσυμφωνήσει μεταξύ τους, παρέλαβαν και τους Χ και τον γερμανό οι οποίοι είχαν μεταβεί στην ... με άλλο μέσο. Το εν λόγω όχημα και οι επιβαίνοντας υποβλήθηκαν σε έλεγχο από γερμανούς αστυνομικούς στο σταθμό του ... την 23 Απριλίου 1999 και κατά τον έλεγχο αυτό βρέθηκαν τα αρχαία, τα οποία αργότερα αποδόθηκαν στο Ελληνικό Δημόσιο. Όπως προαναφέρθηκε, εγκληματική δραστηριότητα σχετική με εμπορία αρχαιοτήτων είχαν αναπτύξει ο κατηγορούμενος Χ και ο γερμανός συνεργάτης του, στην κατοχή των οποίων είχαν περιέλθει τα αναφερόμενα στο διατακτικό αρχαία, τα οποία ανήκαν κατά κατοχή και κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, και τα οποία αυτοί από κοινού ιδιοποιήθηκαν παρανόμως με σκοπό την εμπορία Δεν αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος Κ είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στην υπεξαίρεση αυτών, αφού όπως προαναφέρθηκε, αυτός με πρόθεση και προφανώς- έναντι αμοιβής και εν γνώσει του- παρέσχε βοήθεια στους Χ και τον γερμανό, προκειμένου αυτοί να εξάγουν από την Ελλάδα στην ... τα αρχαία, όπου τα παρέλαβαν οι ίδιοι.." 3. 'Ηδη ο αιτών Χ επικαλείται και προσκομίζει ως " νέα αποδεικτικά στοιχεία" τις υπ'αριθ.2195/2010, 2196/2010, 2186/2010 ένορκες βεβαιώσεις των Π, Ρ, και Σ, αντιστοίχως, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Κουτάντου, ως και την 1659/12010 ένορκη βεβαίωση του Κ, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Κορίνθου Ειρήνης Λάου, στις οποίες αυτοί καταθέτουν τα εξής: Ο πρώτος απ'αυτούς Π: "...: Από το έτος 1994 μέχρι το έτος 2005 υπηρετούσα στο Τμήμα Ασφαλείας ..., ως Αστυφύλακας. Από το έτος 2005 μέχρι σήμερα υπηρετώ στο Αστυνομικό Τμήμα .... Λόγω της ιδιότητας μου (ως Αστυφύλακας στο Τμήμα Ασφαλείας) βρισκόμουν καθημερινά στο δρόμο (περιπολίες, παρακολουθήσεις και συλλογή πληροφοριών). Γνωρίζω πάρα πολύ καλά τον Χ, καθώς και την οικογένεια του. Είναι ένας εξαίρετος άνθρωπος έντιμος, ηθικός και εργατικός, ο οποίος όλα αυτά τα χρόνια που τον γνωρίζω ασχολείται αποκλειστικά και μόνο με την οικογένεια του και την εργασία του. Ποτέ δεν είχε ακουστεί οτιδήποτε στην Υπηρεσία μου σχετικά με παράνομες πράξεις του Χ και όταν μαθεύτηκε ότι κατηγορήθηκε για παράνομη εξαγωγή αρχαίων αντικειμένων η πεποίθηση όλων ήταν ότι επρόκειτο ξεκάθαρα για λάθος. Ακόμη, βεβαιώνω υπευθύνως ότι εάν ο Χ είχε αναπτύξει οποιαδήποτε δραστηριότητα σχετικά με αρχαία αντικείμενα αυτό θα είχε γίνει σίγουρα γνωστό στην Υπηρεσία μας. Συγκεκριμένα από το Δίκτυο πληροφοριών της Υπηρεσίας μας ουδέποτε μας είχε περιέλθει πληροφορία που να αφορά τον Χ για οποιαδήποτε παράνομη πράξη. Ο Χ ήταν γνωστό ότι ταξίδευε πολύ συχνά στη ... γιατί εμπορευόταν αυτοκίνητα τα οποία αγόραζε από το .... Επίσης στην ... είχε και αρτοποιείο. Ο Χ δεν είχε κανένα λόγο να εμπλακεί σε οποιουδήποτε είδους παράνομες δραστηριότητες και αυτό είναι γνωστό σε όλη την περιοχή, αλλά και στην Υπηρεσία μας, πέραν των άλλων και διότι από την επαγγελματική του δραστηριότητα, η οποία ήταν απολύτως διαυγής, είχε αποκτήσει μία πολύ καλή οικονομική κατάσταση. Γνωρίζω ότι όλοι όσοι θέλανε να αποκτήσουν πολυτελές αυτοκίνητο στην περιοχή μας, όπως γιατροί, δικηγόροι, επιχειρηματίες, κλπ. απευθύνονταν στον Χ για να το αγοράσουν με απόλυτη εμπιστοσύνη, λόγω της φερεγγυότητας του. Αυτά δήλωσε ο εμφανισθείς. : Ο δεύτερος απ'αυτούς Ρ: "...: Είμαι Ανθυπαστυνόμος και υπηρετώ στην ... από το έτος 1988, από το έτος 1996 υπηρετώ στο Α.Τ. ... και τους τελευταίους πέντε μήνες είμαι αποσπασμένος υποδιοικητής στην εξωτερική φρουρά των φυλακών .... Γνωρίζω άριστα τον Χ και την οικογένεια του από το έτος 1988 και βεβαιώνω υπευθύνως για το ήθος, την εντιμότητα και το ακέραιο του χαρακτήρα του. Ο Χ όλα αυτά τα χρόνια που τον γνωρίζω ουδέποτε έχει εμπλακεί, έστω και καθ' υπόνοια, σε οποιαδήποτε παράνομη πράξη, ούτε και ποτέ υπήρξαν πληροφορίες στην Υπηρεσία μου οι οποίες να συνδέουν το όνομα του με οποιαδήποτε παράνομη πράξη. Αντιθέτως υπήρχαν οι πληροφορίες για κάποιο γερμανό δεν γνώριζα τότε το όνομα, 'που όπως έλεγαν οι πληροφορίες "συμμετείχε σε αγοραπωλησίες αρχαίων αντικειμένων" Η περιοχή της ... είναι γνωστό ότι αποτελεί πόλο έλξης αρχαιοκαπήλων, αλλά μπορώ να βεβαιώσω κατηγορηματικά ότι ο Χ δεν είχε ποτέ οποιαδήποτε ανάμειξη σε τέτοιες πράξεις. Γνωρίζω ότι καταδικάστηκε για λαθραία εξαγωγή αρχαίων αντικειμένων, αλλά είμαι βέβαιος ότι πρόκειται για πλάνη. Την βεβαιότητα μου αυτή την στηρίζω όχι μόνο στην γνώση μου σχετικά με την προσωπικότητα και το ήθος του Χ αλλά και στις γνώσεις και πληροφορίες που έχω ως εκ της ιδιότητας μου. ' Όλοι στην περιοχή γνωρίζουμε ότι ο Χ ενεπλάκη στην ιστορία αυτή χωρίς να έχει καμία ανάμειξη και ότι είναι αθώος, εφ' όσον αντικειμενικώς βεβαιώθηκε ότι την πράξη τέλεσε ο Ε (είναι ο γερμανός που αναφέρω παραπάνω), με τον οποίο ο Χ δεν είχε καμία απολύτως σχέση άμεση, έμμεση ή άλλη." Ο τρίτος απ' αυτούς Σ : "...Ορκίζομαι ενώπιον του Θεού να πω ευσυνείδητα όλη την αλήθεια και μόνο την αλήθεια, χωρίς να προσθέσω ούτε να αποκρύψω τίποτε", κατόπιν αυτού αυτός βεβαίωσε τα ακόλουθα: Είμαι κάτοικος ... ,όπου δραστηριοποιούμαι επαγγελματικά. Ο Ε που είναι ..., ζούσε με την οικογένεια του στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην περιοχή ... από το έτος 1990 και ασχολούνταν με ενοικιάσεις μοτοσυκλετών. Εγώ τον γνώρισα περίπου κατά το έτος 1993, οπότε ξεκίνησε η συνεργασία γιατί αγόραζε από εμένα μεταχειρισμένες μοτοσυκλέτες τις οποίες νοίκιαζε από το κατάστημα του (γραφείο ενοικιάσεων).Τον Χ, ο οποίος είναι συμπολίτης μου τον γνώριζα αρκετά χρόνια πριν. Ασκούσε το επάγγελμα του αρτοποιού και επίσης έκανε εμπόριο αυτοκινήτων τα οποία έφερνε από το ... στο οποίο πήγαινε συχνά για τον λόγο αυτό. Πολλοί συμπολίτες μας αλλά και κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής μας είχαν αγοράσει αυτοκίνητα (τύπου Mercedes και BMW) από τον Χ ο οποίος έχοντας συνεργασία με εταιρείες αυτοκινήτων στο ... και καλή γνώση σχετικά με την επιλογή και τον έλεγχο μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, πήγαινε εκεί και τα αγόραζε για λογαριασμό των πελατών του και τα έφερνε ο ίδιος στην Ελλάδα. Ο Γερμανός Ε και ο Χ δεν είχαν οποιαδήποτε άμεση, έμμεση ή άλλη σχέση ή γνωριμία μεταξύ τους. Εγώ τους γνώρισα μεταξύ τους στο κατάστημα μου, όπου συναντήθηκαν μία ή δύο φορές. Περίπου στις αρχές του έτους 1999 εγώ συμφώνησα με τον Ε να αγοράζει για λογαριασμό μου μεταχειρισμένες μοτοσυκλέτες από τη ... και να τις φέρνουμε στην Ελλάδα να τις πουλάμε. Ο ίδιος μου είπε τότε ότι πήγε για το λόγο αυτό στην ..., όπου ήταν η πόλη της καταγωγής του για να διερευνήσει την σχετική αγορά και ότι νοίκιασε και μία αποθήκη για να υπάρχει ο κατάλληλος χώρος για την τοποθέτηση των μοτοσυκλετών μέχρι να γίνει η εισαγωγή τους στην Ελλάδα. Επίσης μου είπε (ο Ε) ότι είχε βρει στην ... μία πολύ καλή αγορά για τρακτέρ μέσω του αδελφού του που έμενε εκεί και με ρώτησα εάν ενδιαφερόμουν και για αυτά. Εγώ το θεώρησα κατ' αρχήν καλή ιδέα και εν τέλει συμφωνήσαμε, ότι κατά τα μέσα Απριλίου ο αγοράσει μεταχειρισμένες μοτοσυκλέτες για λογαριασμό μου. Σχετικά με τα τρακτέρ και επειδή εγώ δεν είχα προηγούμενη εμπειρία το συζήτησα με τον Χ και του ζήτησα επειδή είχε σημαντικές γνώσεις σχετικά με τις μηχανές των οχημάτων να πάει μαζί με τον ... στην ..., συνδυάζοντας το ταξίδι του αυτό με ταξίδι που ο ίδιος θα έκανε στο ..., όπου συνήθιζε να πηγαίνει για την δική του δουλειά. Ο Χ μου είπε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει τίποτε από την ... αφού οι δικές του επαγγελματικές γνωριμίες ήταν αποκλειστικά και μόνο στο ..., εγώ όμως που δεν είχα ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στον ..., αφού δεν τον γνώριζα αρκετά, τον παρακάλεσα να πάει μαζί του, και μάλιστα του είπα ότι και ότι ήθελα να γνωρίσει και τον αδελφό του και να διαπιστώσει εάν επρόκειτο περί σοβαρού ατόμου με το οποίο θα μπορούσα να συνεργαστώ, εισάγοντας τρακτέρ. Τελικά, ο Χ συμφώνησε να πάει με τον Ε στην ..., κάτι που λίγο έλειψε, να μην πραγματοποιηθεί, γιατί ενώ ο Χταξίδευε πάντα με το αεροπλάνο ο ... τα φοβόταν, όπως μου είπε, και εν τέλει εγώ έπεισα και τον Χ να ταξιδέψουν με το καράβι μέχρι την ... και από εκεί να πάρουν το τρένο για το ... και στη συνέχεια αλλάζοντας τρένο να πάνε στην .... Προς τον σκοπό κάλυψης των δαπανών του ταξιδιού εγώ έδωσα στον Χ και την πιστωτική μου κάρτα. Αφού είχαν φύγει για το ταξίδι, μου τηλεφώνησε κάποια στιγμή ο Χ μου είπε ότι είχαν φτάσει στην ... ,ότι ο ... ήταν σχεδόν μεθυσμένος, επειδή σε όλο το ταξίδι με το πλοίο έπινε καθώς και ότι τρένο για το ... είχε την επόμενη ημέρα στις 10 η ώρα το βράδυ. Τότε εγώ του είπα να νοικιάσουν από εκεί αυτοκίνητο για να πάνε οδικώς και να χρεώσει την δαπάνη σε μένα. Μετά από λίγο μου τηλεφώνησε και πάλι ο Χ, ιδιαίτερα εκνευρισμένος και μου είπε ότι κανένα γραφείο ενοικιάσεως αυτοκινήτων δεν νοικιάζει αυτοκίνητο με μετρητά, αλλά και ότι η πιστωτική μου κάρτα ήταν άχρηστη για τον σκοπό αυτό αφού ήταν στο όνομα μου και εγώ δεν ήμουν εκεί για να υπογράψω για τη χρέωση και ούτε φυσικά ήταν δυνατό να υπογράψει για μένα κάποιος από τους δύο, αφού θα έπρεπε να επιδείξει και το διαβατήριο, καθώς και την άδεια ικανότητας οδήγησης). Ζήτησα από το Χ να μου δώσει λίγο χρόνο να σκεφθώ πως θα μπορούσε να διευθετηθεί η κατάσταση, γιατί ιδιαίτερα απέναντι του αισθανόμουν πολύ άσχημα, και του είπα να μου τηλεφωνήσει και πάλι σε λίγο. Τότε σκέφθηκα ότι και ο υπάλληλος μου ο Κ βρισκόταν με φορτηγό κάπου στην ... προκειμένου να φορτώσει μοτοσυκλέτες που θα έκανα εισαγωγή στην Ελλάδα και αφού επικοινώνησα μαζί του και συνεννοηθήκαμε, όταν μετά από λίγο μου τηλεφώνησε ο Χτου είπα που θα συναντηθούν με τον Κ, ώστε να τους μεταφέρει με το φορτηγό. Έμαθα στη συνέχεια, τόσο από τον Χ όσο και από τον Κ ότι σε έλεγχο που έγινε στο σταθμό του ... βρέθηκαν αρχαία αντικείμενα στον ταξιδιωτικό σάκο που είχε μαζί του ο Γερμανός. Από την πρώτη στιγμή που το έμαθα δεν είχα καμία απολύτως αμφιβολία ότι τα αρχαία αντικείμενα που βρέθηκαν ήταν του Ε και αυτό γιατί, πέραν του γεγονότος ότι τόσο ο Χ όσο και ο Κ δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με τέτοιου είδους δραστηριότητες, θυμήθηκα ότι είχα ακούσει κατά το παρελθόν σχετικές φήμες για τον Ε, που είχαν κυκλοφορήσει στην περιοχή μας, στις οποίες τότε δεν είχα δώσει καμία σημασία. Μετά το συμβάν και όταν πληροφορήθηκα, ότι ασκήθηκε δίωξη και κατά του Χ και κατά του Κ και επιθυμώντας να τους βοηθήσω αφού γνώριζα ότι οι άνθρωποι αυτοί βρέθηκαν αναίτια μπλεγμένοι σε μία υπόθεση με την οποία δεν είχαν καμία απολύτως σχέση και θεωρώντας ότι και εγώ ήμουν κατά κάποιο τρόπο υπαίτιος, αφού από μένα γνώρισαν τον γερμανό και εξ αιτίας μου βρέθηκαν μαζί του στο ταξίδι αυτό, μίλησα με αυτούς από τους οποίους είχα ακούσει τις φήμες και τους ζήτησα να μου πουν πιο συγκεκριμένα στοιχεία, αλλά όλοι με συμβούλευσαν να μην ασχοληθώ γιατί ο Γερμανός δεν είναι μόνος του, ότι είναι γνωστό στην περιοχή πως υπάρχει ολόκληρο κύκλωμα αρχαιοκαπήλων στο οποίο συμμετέχει και αυτός, καθώς και ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι αδίστακτοι. Τον Ιούνιο του 2002 και ο ίδιος ο Γερμανός που τον συνάντησα στην ... και τον ρώτησα γιατί έμπλεξε αθώους ανθρώπους και με χρησιμοποίησε και εμένα μου είπε να μην τον ξαναενοχλήσω και να μην ασχοληθώ με το θέμα γιατί, επί λέξει "...έχεις οικογένεια και παιδιά (...)θέλεις να πάθουν κάτι και να φταις εσύ που ανακατεύεσαι σε θέματα που δεν σε αφορούν..." .Οι απειλές αυτές ήταν και ο λόγος για τον οποίο παρότι κατέθεσα ως μάρτυς στο πρωτόδικο δικαστήριο που δίκασε (και κυριολεκτικά άδικα καταδίκασε) τους Χ και Κ εγώ δεν είπα όλα όσα γνώριζα τόσο για τον ακριβή λόγο για τον οποίο ο Χ πήγε με τον Γερμανό το ταξίδι, όσο και για τα όσα είχαν ακουστεί στην περιοχή μας για τον Γερμανό. Μετά την κατάθεση μου αυτή δύο - τρεις φορές άγνωστοι σε μένα άνθρωποι μου τηλεφώνησαν στο μαγαζί μου και με απείλησαν λέγοντας μου επί λέξει "...μην μπλέκεσαι σε θέματα που δεν σε αφορούν, θα βρεις το μαγαζί σου καμένο ...". Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο δεν πήγα να καταθέσω στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Πριν από λίγο καιρό πληροφορήθηκα ότι ο Γερμανός έχει συλληφθεί στο, εξωτερικό και έχει φυλακισθεί και αποφάσισα να δώσω την κατάθεση αυτή και να βεβαιώσω ενόρκως τα όσα από προσωπική μου αντίληψη γνωρίζω για την υπόθεση αυτή, συμπληρώνοντας την αρχική μου κατάθεση με τα όσα απολύτως αληθή αναφέρω παραπάνω προκειμένου, αν είναι δυνατό, να διορθωθεί η αδικία που έγινε σε βάρος των δύο αυτών ανθρώπων, δηλαδή του Χ και του Κ, για την οποία θεωρώ πως και εγώ έχω σημαντικό μερίδιο ευθύνης..".Και ο τέταρτος απ'αυτούς Κ : "...Ορκίζομαι στο όνομα του Θεού να πω ευσυνείδητα όλη την αλήθεια και μόνον την αλήθεια χωρίς να προσθέσω κάτι ή να αποκρύψω κάτι και δηλώνω ότι : "Γνωρίζω την κατηγορία που αποδόθηκε στον Χ και για την οποία εν τέλει καταδικάστηκε. Στην ίδια υπόθεση υπήρξα και εγώ κατηγορούμενος, αφού χαρακτηρίσθηκα ως συνεργός. Στην πραγματικότητα τόσο ο Χ όσο και εγώ δεν είχαμε καμία απολύτως σχέση με την υπόθεση για την οποία αδίκως κατηγορηθήκαμε και κηρυχθήκαμε ένοχοι. Συγκεκριμένα εγώ υπήρξα υπάλληλος του Σ, ο οποίος διατηρούσε στην ...κατάστημα εμπορίας μηχανών και μοτοσυκλετών. Στο κατάστημα του Σ είχα γνωρίσει και τον Χ, ο οποίος έχει αρτοποιείο στην ... και επίσης επιχείρηση πώλησης αυτοκινήτων τα οποία εισήγαγε από τη .... Ο Χ για τον λόγο αυτό ταξίδευε πολύ συχνά στη .... Ο Σ γνώριζε τον γερμανό Ε επειδή ο τελευταίος ασχολούνταν με ενοικιάσεις μοτοσυκλετών τις οποίες αγόραζε μεταχειρισμένες από τον Σ. Είμαι σε θέση να βεβαιώσω ότι ο Χ και ο Ε δεν είχαν καμία απολύτως γνωριμία ή σχέση μεταξύ τους. Απλώς τους είχε συστήσει ο Σ κάποια φορά που βρέθηκαν στο μαγαζί του. Ο Σ κάποια στιγμή στις αρχές του 1999 είχε συμφωνήσει με τον Ε να φέρνουν μοτοσυκλέτες και τρακτέρ από τη ... και να τις πουλάνε στην Ελλάδα. Ο Ε του είχε πει ότι είχε βρει στην ... μία πολύ καλή αγορά για τρακτέρ μέσω του αδελφού του που έμενε εκεί. Ήμουν παρών στο κατάστημα του Σ όπου εργαζόμουν, όταν έγινε μεταξύ τους η συζήτηση αυτή. Ο Σ επειδή δεν γνώριζε την αγορά των τρακτέρ συζήτησε το θέμα με τον Χ και του ζήτησε γνωρίζοντας ότι είχε σημαντικές γνώσεις σχετικά με τις μηχανές των οχημάτων να πάει μαζί με τον Γερμανό στην ..., συνδυάζοντας το ταξίδι του αυτό με ταξίδι που ο ίδιος θα έκανε στο .... όπου συνήθιζε να πηγαίνει για την δική του δουλειά. Ο Χ του είχε πει ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει τίποτε από την ... αφού οι δικές του επαγγελματικές γνωριμίες ήταν αποκλειστικά και μόνο στο ..., αλλά ο Σ επέμενε να πάει μαζί του, και μάλιστα του είπε ότι θα πληρώσει αυτός όλα τα έξοδα του ταξιδιού. Από τον Σ πείστηκε ο Χ και προκειμένου να τον εξυπηρετήσει έκανε αυτό το ταξίδι. Όλα αυτά τα γνωρίζω γιατί όλες αυτές οι συζητήσεις είχαν γίνει στο κατάστημα του Σ όπου εργαζόμουν. Εγώ όταν έγινε το περιστατικό ήμουν ήδη στην ... για λογαριασμό του Σ. Είχα πάει με το φορτηγό του Δ για να φορτώσουμε μοτοσυκλέτες για την επιχείρηση. Μου τηλεφώνησε ο Σ και μου είπε ότι ο Χ και ο Γερμανός είχαν πάει στην ... με το πλοίο και ότι υπήρξε κάποιο πρόβλημα με την μεταφορά τους, με ρώτησε που βρισκόμαστε εμείς και εάν μπορούσαμε να τους πάρουμε. Πράγματι τους συναντήσαμε στην ... και τους πήραμε. Ο Ε ανέβηκε στο αυτοκίνητο κρατώντας το σακ βουαγιάζ που βρέθηκαν τα αρχαία αντικείμενα και το κρατούσε στα χέρια του σε όλη τη διαδρομή. Ο Χ μόλις ανέβηκαν στο αυτοκίνητο μου είπε ότι ήταν πολύ θυμωμένος με τον Σ, ότι είχε χάσει το χρόνο του ταξιδεύοντας με το πλοίο γιατί ο Γερμανός φοβόταν να μπει στο αεροπλάνο, ότι σε όλη τη διαδρομή ο Γερμανός ήταν μεθυσμένος γιατί στο πλοίο έπινε συνέχεια καθώς και ότι όταν έφτασαν στην ... διαπίστωσαν ότι τρένο για το ... είχε το επόμενο βράδυ στις 10 η ώρα και επίσης ότι προσπάθησε να νοικιάσει αυτοκίνητο αλλά καμία εταιρεία δεν νοίκιαζε αυτοκίνητο με μετρητά η δε πιστωτική κάρτα που του είχε δώσει ο Σ για να χρεώσει τα έξοδα δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί γιατί ζητούσαν επίδειξη του διαβατηρίου. Θυμάμαι ότι συνεχώς ο Χ επαναλάμβανε "αυτά παθαίνει κανείς όταν θέλει να εξυπηρετήσει". Όταν μας σταμάτησαν στο σταθμό του ... η ταραχή του Γερμανού ήταν εμφανής και τότε, όπως θυμάμαι ενώ κρατούσε πάνω του το σακ βουαγιάζ το τοποθέτησε δίπλα. Το γεγονός ότι κανείς από εμάς πλην του γερμανού δεν είχε καμία σχέση με τα αρχαία αντικείμενα το διαπίστωσαν και οι Γερμανοί αστυνομικοί που μας έλεγξαν και μας άφησαν ελεύθερους σε αντίθεση με τον Ε τον οποίο τον κράτησαν. Ακόμη και μέχρι σήμερα πραγματικά δεν είμαι σε θέση να εξηγήσω πως τόσο εγώ όσο και ο Χ βρεθήκαμε μπλεγμένοι σε αυτή την υπόθεση ενώ δεν είχαμε καμία απολύτως σχέση. Όταν γύρισα στην Ελλάδα έμαθα από τον Σ ότι ο ίδιος είχε ακούσει φήμες για εμπλοκές του Γερμανού με αρχαία αντικείμενα. Τον ρώτησε γιατί δεν είπε τίποτα στις καταθέσεις του και μου είπε ότι φοβόταν για την οικογένεια του γιατί τον είχαν απειλήσει. Εγώ έχω εκτίσει την ποινή που μου επιβλήθηκε. Δυστυχώς ο Χ εκτίει ακόμη την ποινή του και κινδυνεύει, λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει, να πεθάνει χωρίς να δικαιωθεί. Από την υπόθεση αυτή έχει στιγματιστεί όλη οι οικογένεια του, δηλαδή η σύζυγος του και τα τέσσερα παιδιά του και αυτό είναι πραγματικά άδικο γιατί πρόκειται για μία από τις πλέον αξιόλογες οικογένειες της ....". 5. Αναφορικά όμως με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων των παραπάνω προσώπων πρέπει να σημειωθούν τα εξής : α) οι δύο πρώτοι αστυνομικοί είναι πάρα πολύ γνωστοί του αιτούντος της αναψηλάφησης και της οικογενείας του και αναφερόμενοι στην εντιμότητα, στο ήθος και την εργασία του, δεν προσθέτουν τίποτε, ως "νέο γεγονός" υπόθεσης αφού αυτά κρίθηκαν από το Εφετείο. β) αναφορικά με τα λεγόμενά τους ότι δεν είχε περιέλθει στην αντίληψή τους πληροφορία σε βάρος του αιτούντος, δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε εμπλοκή του Χ, όπως άλλωστε προέκυπτε αυτή από την κατάθεση του εξετασθέντος ενώπιον του Εφετείου αστυνομικού του Τμήματος Αρχαιοκαπηλείας της Δ/νσης Ασφαλείας Αττικής. Προφανώς για τον ευνόητο λόγο της μη διαρροής των πληροφοριών - χειρίσθηκε το θέμα αυτό αποκλειστικά η ανωτέρω Υπηρεσία. Επομένως τα λεγόμενά τους δεν μπορούν αντικειμενικά σε καμιά περίπτωση να αποδυναμώσουν τις πληροφορίες και τις διαπιστώσεις του Τμήματος Αρχαιοκαπηλίας Αττικής. γ) Οι ένορκες βεβαιώσεις των δύο αστυνομικών είναι αόριστες αφού όσα ισχυρίζονται δεν τα αποδεικνύουν. Ειδικότερα ο 1ος Π, ενώ λέγει ότι ο ίδιος, ως αστυνομικός του Τμήματος Ασφαλείας ... δεν είχε ακούσει τίποτε σε βάρος του αιτούντος, εντούτοις βεβαιώνει ενόρκως - δίκην Δ/ντη του αρμοδίου Τμήματος Ασφαλείας ... - ότι "ουδέποτε μας είχε περιέλθει πληροφορία που να αφορά τον Χ για οποιαδήποτε παράνομη πράξη", χωρίς να βεβαιώνεται τούτο από τον αρμόδιο Δ/ντή του Τμήματος Ασφαλείας .... Ο δε δεύτερος ενώ υπηρετεί στο Αστυνομικό Τμήμα και όχι στο Τμήμα Ασφαλείας ..., (δηλαδή αναρμόδιος καθ' ύλη) εντούτοις είναι δέκτης πληροφοριών για "κάποιον γερμανό που συμμετείχε σε αγοραπωλησίες αρχαίων αντικειμένων" πλην όμως δεν καταθέτει - αν, πότε και σε ποιους ανέφερε τις πληροφορίες αυτές, όπως κατά καθήκον όφειλε, ώστε να έχουν αξιοπιστία, τα όσα ενόρκως βεβαιώνει. δ) Είναι σίγουρο βέβαια ότι οι παραπάνω και να είχαν πληροφορίες για εμπλοκή του Χ, " θα σιωπούσαν" λόγω της γνωριμίας τους " με αυτόν και την οικογένειά του ", όπως δηλώνουν. Αυτό σηματοδοτείται: Ι) από το γεγονός ότι ενόψει της δίκης στο Εφετείο "σιώπησαν" και δεν προσήλθαν σ' αυτό, μολονότι δεν υπήρχε τίποτε το επιλήψιμο σε βάρος του, - σύμφωνα με τα όσα αναφέρουν - στις ένορκες βεβαιώσεις τους, και
ΙΙ) από το γεγονός ότι "σιώπησαν", σε σχέση με την σύλληψη του παραπάνω υπό την έννοια ότι - ενώ γνώριζαν ότι ο ανωτέρω είχε καταδικασθεί από το Πενταμελές Εφετείο και διωκόταν με την 93/2006 απόφασή - από τετραετίας δηλαδή - διατηρεί δε, κατάστημα (φούρνο) στη ... και κυκλοφορούσε ελεύθερος - εντούτοις αυτά δεν προέβησαν σε καμιά αναφορά ή ενέργεια προς τους ανωτέρους τους για την εκτέλεση της ανωτέρω αποφάσεως. ( ιδ την αριθμ πρωτ.7135/,19-8-2010 αναφορά του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου ως και την αναφορά 1020/21419/5-ιστ / 20 -8- 2010 της Αστυνομικής Διεύθυνσης ..., που συσχετίστηκαν στη δικογραφία κατόπιν παραγγελιας μας). -Επομένως στερούνται αξιοπιστίας τα λεγόμενά τους και δεν προσφέρουν κάτι το ουσιώδες για να ανατραπεί η καταδικαστική απόφαση σε βάρος του αιτούντος. Απλώς γίνεται στοχευμένη προσπάθεια για νομικό και ουσιαστικό έλεγχο της εν λόγω αποφάσεως. -Περαιτέρω σε σχέση με την ένορκη βεβαίωση του Σ πρέπει να σημειωθούν τα εξής : -Αυτός προσήλθε και κατέθεσε ως μάρτυς στο Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, όταν εκδικαζόταν η υπόθεση σε πρώτο βαθμό. Τότε, ήταν παρών και ο κατηγορούμενος Χ, ενώ στο Πενταμελές Εφετείο κατά την εκδίκαση της εφέσεως του τελευταίου, δεν παρουσιάσθηκαν αμφότεροι. Στην κατάθεσή του αυτή ο ανωτέρω αναφέρει ότι ο Χ πήγε στην ... "για να συνεργασθεί με τον αδελφό του Γερμανού για να φέρει αγροτικά μηχανήματα". Σε κανένα σημείο της κατάθεσής του αυτής, δεν αναφέρει ότι ο προαναφερθείς μετέβη στη ... κατόπιν εντολής και πιέσεων του ανωτέρω μάρτυρος για να μεριμνήσει για την εισαγωγή τρακτέρ για λογαριασμό αυτού και με δαπάνες του. Ο δε κατηγορούμενος στην ενώπιον του Δικαστηρίου απολογία του δεν αναφέρει τίποτε για τρακτέρ αλλά κάνει λόγο για αυτοκίνητα. Τα αναφερόμενα στην ένορκη κατάθεσή του, περί εντολής και πιέσεων εκ μέρους του προς τον αιτούντα την επανάληψη της διαδικασίας - για εισαγωγή τρακτέρ για λογαριασμό του και με δαπάνες του από ..., τα περί αποκρύψεως εκ μέρους του από το δικαστήριο του σκοπού της μεταβάσεως αυτού στην ως άνω χώρα ως και των πληροφοριών που είχε από αγνώστους για τις δραστηριότητες του Γερμανού Ε, τα περί απειλών του από τους παραπάνω αγνώστους και στη συνέχεια από τον προαναφερθέντα που είχαν και ως αποτέλεσμα να μην εμφανισθεί στο Εφετείο, είναι αφενός μεν αβάσιμα διότι έρχονται σε αντίφαση με όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο, αφετέρου δε σε σχέση με λεγόμενα περί απειλών του είναι αόριστα αφού δεν αναφέρει τα άτομα που τον απείλησαν να μην ασχοληθεί με την υπόθεση "γιατί ο Γερμανός δεν είναι μόνος του..κ.τ.λ.", ούτε και προσκομίζει τυχόν καταγγελία του, για εντοπισμό των δραστών των τηλεφωνικών απειλών του "κάψιμο του μαγαζιού του" κ.τ.λ. - Σηματοδοτούν όμως σε κάθε περίπτωση. το μέτρο της αξιοπιστίας του, ως μάρτυρα, αφού προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος του αιτούντος την επανάληψη της διαδικασίας, παραδέχεται ότι διέπραξε ψευδορκία (εκ του ασφαλούς όμως λόγω παρελεύσεως 5ετίας από το Πρώτο Δικαστήριο), ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, στο οποίο όμως προσήλθε και κατέθεσε, - παρά τις νουθεσίες και τις απειλές που προηγήθηκαν, - κατά τα λεγόμενά του, - και μάλιστα εναντίον της οικογενείας και των παιδιών του. Ενώ οι απειλές αγνώστων για "κάψιμο" του μαγαζιού του - κατά τα λεγόμενά του - τον εμπόδισαν να εμφανισθεί στο Πενταμελές. Με την δοθείσα όμως ένορκη δήλωσή του δείχνει ότι "φοβόταν" μόνο τον Γερμανό και όχι "τους άλλους που αποτελούν το κύκλωμα των αρχαιοκαπήλων",που υποτίθεται, ότι τον απειλούσαν. -Τέλος σε σχέση με την προσκομιζόμενη ένορκη δήλωση του Κ', λεκτέα τα εξής : Ο ανωτέρω καταδικάσθηκε για συνέργεια σε εξαγωγή αρχαίων και- ανεξάρτητα από την καταδίκη του- στο πρώτο δικαστήριο απολογούμενος -σε κανένα σημείο της απολογίας του δεν αναφέρει τον σκοπό για τον οποίον μετέβαινε στη ... ο Χ την ημέρα που συναντήθηκαν στην .... Αντίθετα όμως στην ένορκη βεβαίωσή του ισχυρίζεται και αυτός αβασίμως,- όσα ισχυρίζεται και ο προηγούμενος μάρτυρας Σ εντασσόμενος και αυτός στη προσπάθεια " αποκαθάρσεως" με κάθε τρόπο του καταδικασθέντος. -Επειδή από τα προαναφερθέντα, δεν κρίνονται πειστικά τα αναφερόμενα στις ένορκες δηλώσεις των παραπάνω προσώπων, που προσκομίζονται "ως νέα γεγονότα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, καθόσον αυτά υπό τον ανωτέρω όρο, είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία της υποθέσεως, δεν καθιστούν φανερό, σε σημείο μάλιστα που να αγγίζει την βεβαιότητα, ότι ο αιτών Χ είναι αθώος των εγκλημάτων, για τα οποία αμετακλήτως καταδικάσθηκε. Κατά συνέπεια θα πρέπει να απορριφθούν, τόσο η υπό κρίση αίτησή του για επανάληψη της διαδικασίας -ως κατ' ουσίαν αβάσιμη- όσο και η αίτηση του για αναστολή της εκτελούμενης σε βάρος του υπ'αριθ 93/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, να επιβληθούν δε σε βάρος του τα κατά νόμο (583§1 Κ.Π.Δ.) δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνουμε : 1) Να απορριφθούν ; α) η από 28-7-2010 αίτηση του Χτου Αλεξάνδρου, κρατουμένου στη φυλακή Χαλκίδας, περί επαναλήψεως προς το συμφέρον αυτού της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 93/2006 αμετάκλητη. απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου β) η από 5-8-2010 αίτησή του για αναστολή της ανωτέρω αποφάσεως 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του Αθήνα, 20-8-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 525§1περ.2 ΚΠΔ,η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δηλαδή νέες αποδείξεις ή νέα γεγονότα κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης είναι εκείνα που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και συνεπώς ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, όπως αυτό μπορεί να συναχθεί από τα πρακτικά της σχετικής δίκης και τα αναγνωσθέντα εκεί έγγραφα, που ερευνά προς το σκοπό αυτό το δικαστήριο που κρίνει την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας. Έτσι νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε πρόσφορα στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή καταθέσεις συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές προηγούμενων καταθέσεων, καθώς και νέα έγγραφα σε σχέση με αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και αθωωτικές αποφάσεις ή βουλεύματα, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ.1 περ.4 του άρθρ. 525 ΚΠΔ, με την προϋπόθεση όμως ότι και οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με αυτές που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σχεδόν βέβαιο και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν πάντως να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που δίκασαν, αλλά αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως απ' αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και με εσφαλμένη εκτίμηση όσων αποδεικτικών στοιχείων τέθηκαν υπόψη τους και το ίδιο ισχύει για τις αποδείξεις ή τα γεγονότα με τα οποία επιδιώκεται στην πραγματικότητα ο επανέλεγχος από νομικής ή ουσιαστικής πλευράς της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού η αίτηση επανάληψης της ποινικής διαδικασίας, στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 127/2001? ΑΠ 557/2002? ΑΠ 2284/2008). Με την κρινόμενη από 23.7.2010 αίτηση ζητείται να επαναληφθεί υπέρ του αιτούντος και για τα αυτά αξιόποινα αδικήματα η διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της καταδικαστικής γι' αυτόν υπ' αριθ. 93/2006 αμετάκλητης ήδη απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, επειδή εκ των υστέρων προέκυψαν τα αναφερόμενα στην αίτηση νέα αποδεικτικά στοιχεία σε σχέση με κρίσιμα γεγονότα, τα οποία, όπως ισχυρίζεται, καθιστούν φανερό από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τα στοιχεία που είχαν προηγουμένως προσκομισθεί, ότι άδικα καταδικάσθηκε με την παραπάνω απόφαση σε συνολική ποινή κάθειρξης επτά ετών για τα εγκλήματα της υπεξαίρεσης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου αρχαίων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και της παράνομης ακολούθως εξαγωγής τους στο εξωτερικό, ενώ είναι αθώος. Με αυτό το περιεχόμενο η αίτηση, που νομότυπα ασκήθηκε, εισάγεται παραδεκτά, με την προπαρατιθέμενη εισαγγελική πρόταση, στο αρμόδιο τούτο Συμβούλιο (άρθρ. 527§§1και3, 528§1 ΚΠΔ), είναι ορισμένη και νόμιμη κατά τις παραπάνω διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί στην ουσία της. Νόμιμη επίσης κατά το άρθρ. 529 ΚΠΔ είναι και η μεταγενέστερη από 5.8.2010 αίτηση του αυτού αιτούντος, με την οποία ζητεί να ανασταλεί η εκτέλεση της ως άνω ποινής του, που ήδη εκτίει. Πρέπει συνεπώς και η αίτηση αυτή να ερευνηθεί κατ' ουσίαν, συνεξεταζόμενη με την πρώτη αίτηση, με την οποία συνεισάγεται με την αυτή εισαγγελική πρόταση.
2. Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι ο αιτών καταδικάσθηκε στην παραπάνω συνολική ποινή κάθειρξης των επτά ετών με την υπ' αριθ. 93/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, αφού κρίθηκε ένοχος αφενός μεν του κακουργήματος της παράνομης ιδιοποίησης αρχαίων που ανήκαν στο Ελληνικό Δημόσιο και ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ανερχόμενης στο ποσό των 51.000.000 δραχμών, αφετέρου δε του πλημμελήματος της παράνομης εξαγωγής τους στο εξωτερικό. Πρόκειται για 13 συνολικά ευρήματα, τα οποία σύμφωνα με την παραπάνω απόφαση, που είναι ήδη αμετάκλητη, αφού η ασκηθείσα κατ' αυτής αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 189/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο αιτών τα ιδιοποιήθηκε παράνομα στην ... σε μη προσδιοριζόμενη ακριβώς ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από 1.3.1998 μέχρι 23.4.1999 και ακολούθως στην ..., στις 23.4.1999, ενεργώντας με πρόθεση και από κοινού με τον γερμανό υπήκοο Ε, τα εξήγαγε από την ελληνική επικράτεια στην ... με σκοπό την εμπορία, χρησιμοποιώντας το ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας Δ, με οδηγό το συγκατηγορούμενό του Κ και συνεπιβαίνοντες τον ίδιο, τον Δ και τον ως άνω Γερμανό, βρέθηκαν δε τα αρχαία αντικείμενα σε έλεγχο από τις γερμανικές αρχές στο παραπάνω αυτοκίνητο και στους επιβαίνοντες σ' αυτό, που έγινε την ίδια ημερομηνία (23.4.1999) στο σιδηροδρομικό σταθμό .... Eιδικότερα στο σκεπτικό της παραπάνω απόφασης αναφέρονται , μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "...από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν και τα έγγραφα και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος Χ (ήδη αιτών), που εκμεταλλεύεται αρτοποιείο στην ..., ανέπτυσσε δραστηριότητα σχετική με αρχαία αντικείμενα, είτε αγοράζοντας αυτά από τρίτους λαθρανασκαφείς είτε από λαθρανασκαφές που διενεργούσε ο ίδιος με άγνωστους συνεργούς του. Τα αντικείμενα αυτά διέθετε προς πώληση σε χώρες της αλλοδαπής, κυρίως στη ..., όπου συχνά μετέβαινε για αγορά από εκεί και μεταπώληση στην Ελλάδα αυτοκινήτων. Στην παράνομη αυτή δραστηριότητά του συνεργαζόταν με τον γερμανό υπήκοο Ε, ο οποίος κατοικούσε στην ... και διατηρούσε κατάστημα ενοικιάσεως μοτοποδηλάτων. Στην κατοχή αυτών είχαν περιέλθει τα αναφερόμενα στο διατακτικό αρχαία αντικείμενα, τα δώδεκα από τα οποία ανήκαν στην μυκηναϊκή εποχή (13ος π.χ. αιώνας) και το ένα (χάλκινη πρόχους) στη βυζαντινή εποχή (προ του έτους 1453 μ.χ.), που αποτελούσαν προϊόντα λαθρανασκαφών στην περιοχή ... και ήταν σπάνια, η δε συνολική αξία τους ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, ανερχόμενη στο ποσό των 51.000.000 δραχμών... Δεν αποδεικνύεται ότι οι λαθρανασκαφές, από τις οποίες προέρχονταν τα αρχαία αυτά διενεργήθηκαν από τους ίδιους τους κατηγορουμένους. Αντίθετα από το γεγονός ότι ο Χ και ο Γερμανός δραστηριοποιούνταν με την αγορά τέτοιων αντικειμένων από τρίτους προς περαιτέρω διάθεση στην αλλοδαπή, καθίσταται προφανές ότι τα αρχαία αυτά προέρχονταν από λαθρανασκαφές, που διενήργησαν τρίτα άγνωστα άτομα, από τα οποία και προμηθεύτηκαν αυτά ο Χκαι ο Γερμανός, το γεγονός δε και μόνο ότι αυτά ήταν στην κατοχή του Χ και του συνεργάτη του Γερμανού, δεν αποδεικνύει, χωρίς άλλο, και ότι αυτοί διενήργησαν τις λαθρανασκαφές, από τις οποίες προήλθαν τα αρχαία αυτά. Προκειμένου αυτοί να μεταφέρουν με ασφάλεια τα εν λόγω αρχαία αντικείμενα στη ... και να τα πωλήσουν εκεί σε γνωστούς τους αγοραστές αρχαίων μεθόδευσαν τη μεταφορά τους στη ..., ώστε να μη συλληφθούν από τις αρμόδιες ελληνικές τελωνειακές αρχές. 'Ετσι ο Χ που γνώριζε τον κατηγορούμενο Κ, ο οποίος ασκούσε το επάγγελμα του οδηγού νταλίκας και μετέβαινε στη ... για μεταφορές εμπορευμάτων, έπεισε τον τελευταίο να παραλάβει μαζί του στο αυτοκίνητο που οδηγούσε τα αρχαία και στη συνέχεια, αφού θα συναντώντο καθ' οδόν με τον Χ και τον Γερμανό, θα μετέβαιναν στη ..., όπου θα διέθεταν τα αρχαία ο Χμε το γερμανό συνεργάτη του. Πράγματι ο Κ, προφανώς έναντι αμοιβής, δέχτηκε την πρόταση του Χ και αφού παρέλαβε τα αρχαία στο υπ' αριθ. ...ΙΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε και ήταν ιδιοκτησίας Δ, ο οποίος επέβαινε στο ίδιο αυτοκίνητο, μετέβησαν, μέσω του λιμένα ..., στην ..., προκειμένου να συνεχίσουν οδικώς τη μετάβασή τους στη ..., καθ' οδόν δε, εντός του ιταλικού εδάφους, όπως είχαν προσυμφωνήσει μεταξύ τους, παρέλαβαν και το Χ και το ..., οι οποίοι είχαν μεταβεί στην ... με άλλο μέσο. Το εν λόγω όχημα και οι επιβαίνοντες υποβλήθηκαν σε έλεγχο από γερμανούς αστυνομικούς στο σταθμό του ..., την 23.4.1999 και κατά τον έλεγχο αυτό βρέθηκαν τα αρχαία, τα οποία αργότερα αποδόθηκαν στο Ελληνικό Δημόσιο. Όπως προαναφέρθηκε, εγκληματική δραστηριότητα σχετική με εμπορία αυτοκινήτων είχαν αναπτύξει ο κατηγορούμενος Χ και ο γερμανός συνεργάτης του, στην κατοχή των οποίων είχαν περιέλθει τα αναφερόμενα στο διατακτικό αρχαία, τα οποία ανήκαν στο Ελληνικό Δημόσιο και τα οποία από κοινού αυτοί ιδιοποιήθηκαν παρανόμως με σκοπό την εμπορία. Δεν αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος Κ είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στην υπεξαίρεση αυτών, αφού, όπως προαναφέρθηκε, αυτός με πρόθεση και προφανώς έναντι αμοιβής και εν γνώσει του παρέσχε βοήθεια στο Χ και στο Γερμανό, προκειμένου αυτοί να εξάγουν από την ... στην ... τα αρχαία, όπου τα παρέλαβαν οι ίδιοι, χωρίς ουδέποτε ο Κ να έχει στην κατοχή του αυτά, με την έννοια της εξουσίας να διαθέτει αυτά ελεύθερα κατά βούληση, την οποία εξουσία είχαν μόνο οι παραπάνω δράστες της υπεξαίρεσης Χ και ο Γερμανός...". Ήδη ο αιτών για να αποδυναμώσει το σκεπτικό αυτό και να καταδείξει ότι επιβάλλεται η επανάληψη της εναντίον του ποινικής διαδικασίας, αφού άδικα καταδικάσθηκε με την παραπάνω απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, ενώ ήταν αθώος, επικαλείται με την κρινόμενη αίτησή του ως νέες αποδείξεις, που αποκαλύπτουν, κατά την άποψή του, ολοφάνερα την αθωότητά του, τις προσκομιζόμενες απ' αυτόν υπ' αριθ. 2186/2009,2195/2010 και 2196/2010 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Κουτάντου, καθώς και την υπ' αριθ. 16591/2010 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Κορίνθου Ειρήνης Λαού. Με την πρώτη από τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις, που έδωσε ο Σ, ο οποίος κατέθεσε και ως μάρτυρας και στο ακροατήριο του ΤριμΕφΝαυπλίου, όχι όμως και σ' αυτό του ΠεντΕφΝαυπλίου, ισχυρίζεται κατά βάση ότι ο Χ, τον οποίο γνώριζε αρκετά ήδη χρόνια πριν από το 1999, χωρίς ωστόσο να ισχυρίζεται ότι είχαν ιδιαίτερη φιλική σχέση, δεν έχει πραγματική εμπλοκή στην υπόθεση της αρχαιοκαπηλίας για την οποία καταδικάσθηκε, αφού συμπτωματικά και μόνο και ύστερα από δική του παράκληση ταξίδευσε μέσω ... για τη ..., συνοδεύοντας το Γερμανό Ε, με τον οποίο ο Σ επρόκειτο να συνεργασθεί και στην εισαγωγή μεταχειρισμένων τρακτέρ από τη ..., γι' αυτό και ζήτησε τη συνδρομή του Χ, επειδή αυτός γνώριζε από μηχανές οχημάτων, αφού έφερνε από τη ... μεταχειρισμένα αυτοκίνητα και τα μεταπωλούσε στην περιοχή της .... Ειδικότερα στην ένορκη βεβαίωσή του ο Σ αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι συνεργαζόταν από το έτος 1993 με τον Ε, στον οποίο πωλούσε μεταχειρισμένες μοτοσυκλέτες και αυτός τις νοίκιαζε σε τρίτους, διατηρώντας για το σκοπό αυτό γραφείο στην ..., όπου ήταν εγκατεστημένος οικογενειακά, ότι ο Ε και ο Χ δεν είχαν οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση σχέση και τυχαία γνωρίσθηκαν με τη δική του μεσολάβηση στο κατάστημά του στην ..., όπου συναντήθηκαν μία ή δυο φορές και ότι στις αρχές του 1999 ο Ε του πρότεινε να εισάγουν από τη ... στην ... προς μεταπώληση όχι μόνο μεταχειρισμένες μοτ/τες, αλλά και μεταχειρισμένα τρακτέρ, για τα οποία "είχε βρεί στη ... μία πολύ καλή αγορά μέσω του αδερφού του που έμενε εκεί", όμως επειδή δεν είχε (ο Σ) ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στο Γερμανό και ούτε είχε ιδιαίτερη εμπειρία στα τρακτέρ, ζήτησε από το Χ να συνδυάσει το ταξείδι, που στα μέσα Απριλίου 1999 θα έκανε αυτός για δικές του δουλειές στο ..., με το ταξείδι που θα έκανε συγχρόνως ο Ε στη ... για την αγορά κατ' αρχήν μεταχειρισμένων μοτ/των, ώστε να διαπίστωνε εκεί αν ο αδερφός του Γερμανού ήταν σοβαρό άτομο, με το οποίο ο Σ θα μπορούσε να συνεργασθεί για την εισαγωγή τρακτέρ στην Ελλάδα. Ισχυρίζεται ακόμη στην ένορκη βεβαίωσή του ο Σ ότι ο Χ αν και αρχικά είχε αντιρρήσεις, τελικά πείστηκε απ' αυτόν, που θα κάλυπτε και όλα τα έξοδα του ταξειδιού του, να μεταβεί με τον Ε στη ..., όμως επειδή ο Γερμανός δεν ήθελε να ταξιδεύσουν αεροπορικώς, πήγαν μέσω ... με πλοίο στην ... της ..., όπου και διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε δρομολόγιο τραίνου για το Μιλάνο παρά μόνο το βράδυ της επόμενης ημέρας, ούτε ήταν δυνατή η ενοικίαση αυτοκινήτου για να κατευθύνονταν μ' αυτό στη ..., γι' αυτό σε τηλεφωνική επικοινωνία, που είχε αυτός (Σ) με τον Χ, αφού σκέφθηκε ότι ο υπάλληλός του Κ, με τον οποίο και συνεννοήθηκε, βρισκόταν με φορτηγό αυτοκίνητο κάπου στην ... για να φόρτωνε για λογαριασμό του μοτοσυκλέτες προς εισαγωγή στην Ελλάδα, τους προέτρεψε να επιβιβαστούν και αυτοί επιβιβάστηκαν στο φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κ, με το οποίο και κατευθύνθηκαν τελικά στη ..., όπου σε έλεγχο που έγινε στο σιδηροδρομικό σταθμό του Ingolstadt βρέθηκαν στο σάκο του Γερμανού τα αρχαία αντικείμενα που είχαν παράνομα εξαχθεί από την Ελλάδα. Τέλος ισχυρίζεται ο Σ στην ένορκη βεβαίωσή του ότι από την πρώτη στιγμή, που έμαθε για το συμβάν, δεν είχε καμία απολύτως αμφιβολία ότι τα αρχαία αντικείμενα ήταν του Ε, για τον οποίο, αντίθετα με τους Χ και Κ, είχαν ακουστεί στο παρελθόν σχετικές φήμες, στις οποίες δεν είχε δώσει τότε σημασία, ότι θεωρώντας κατά κάποιο τρόπο και τον εαυτό του υπεύθυνο για την αναίτια ποινική εμπλοκή των Χ και Κ, αφού εξ αιτίας του βρέθηκαν να συνταξιδεύουν με το Γερμανό, μίλησε μ' αυτούς από τους οποίους είχε ακούσει τις σχετικές φήμες για τον Γερμανό και τους ζήτησε να του πουν συγκεκριμένα στοιχεία, όμως όλοι τον συμβούλευσαν να μην ασχοληθεί, επειδή ο Γερμανός δεν ήταν μόνος του και ήταν γνωστό στην περιοχή πως υπήρχε ολόκληρο κύκλωμα αδίστακτων αρχαιοκαπήλων, στο οποίο συμμετείχε και αυτός, ότι τον Ιούνιο του 2002 ο ίδιος ο Γερμανός, με τον οποίο συναντήθηκε τυχαία στην ... και τον ρώτησε "γιατί έμπλεξε αθώους ανθρώπους" του είπε να μην τον ξαναενοχλήσει και να μην ασχοληθεί ξανά με το θέμα αυτό, απειλώντας τον σε διαφορετική περίπτωση ότι θα πάθαινε κακό η οικογένειά του και ότι οι απειλές αυτές, που άγνωστοι συνέχισαν τηλεφωνικά και μετά την κατάθεσή του στο ΤριμΕφΝαυπλίου, λέγοντας του να μην μπλέκεται σε θέματα που δεν τον αφορούν για να μην βρεί το μαγαζί του καμένο, ήταν η αιτία που δεν κατέθεσε στο δικαστήριο για τον πραγματικό λόγο που ο Χ συνταξίδευσε με τον Γερμανό και δεν αναφέρθηκε και στις φήμες για εγκληματική δραστηριότητα που υπήρχαν γι'αυτόν, όμως αποφάσισε να μιλήσει για όλα αυτά και να τα αποκαλύψει, αφού πρόσφατα πληροφορήθηκε για τη σύλληψη και φυλάκιση του Γερμανού στο εξωτερικό. Ωστόσο μόνη η σύλληψη και η φυλάκιση του Γερμανού Ε, αν υποτεθεί ότι συνέβη, δεν δικαιολογεί την όψιμη απόφαση του Σ να βεβαιώσει ένορκα όλα τα ανωτέρω, απαλλαγμένος, όπως ισχυρίζεται, από το μέχρι τότε φόβο του, αφού στην ίδια ένορκη βεβαίωση αντιφατικά ισχυρίζεται αμέσως προηγουμένως ότι στην περιοχή υπήρχαν φήμες για συμμετοχή του Γερμανού σε κύκλωμα αδίστακτων αρχαιοκαπήλων και ότι για το λόγο αυτό δεν θα έπρεπε να ασχοληθεί με το θέμα, όπως τον συμβούλευσαν οι άνθρωποι από τους οποίους έμαθε για τις σχετικές φήμες και τους οποίους πάντως απέφυγε να κατονομάσει, καθιστώντας έτσι αμφίβολης αξιοπιστίας την ένορκη βεβαίωσή του. Η ίδια έλλειψη αξιοπιστίας παρατηρείται και ως προς την εκδοχή του Σ σε σχέση με το λόγο που ο Χ συνταξίδευσε με τον Ε με προορισμό τη ..., αφού αυτός, κατά τα διαλαμβανόμενα στην ένορκη βεβαίωσή του, αγνοούσε την αγορά της ... και ούτε ασχολείτο με την εισαγωγή τρακτέρ, που υποτίθεται ότι ενδιέφεραν τον Σ και ήθελε τη βοήθειά του για τη διερεύνηση των σχετικών συνθηκών. Γενικά δεν μπορεί να γίνει πιστευτό ότι ο Σ θα βάσιζε τη συνεργασία του με τον Ε για την εισαγωγή τρακτέρ από τη ... στις όποιες εντυπώσεις θα αποκόμιζε ο Χ από μια απλή επίσκεψή του στην πόλη της ... και στη συνάντηση που υποτίθεται ότι θα είχε εκεί με τον αδερφό του Ε, ενώ χαρακτηριστική είναι και η αδυναμία του ή έστω η απροθυμία του να περιγράψει το δρομολόγιο του φορτηγού που οδηγούσε ο Κ και να συγκεκριμενοποιήσει τον τόπο προορισμού του, όπου θα φόρτωνε, όπως αόριστα ισχυρίζεται, μοτ/τες για λογαριασμό του προς εισαγωγή ακολούθως στην Ελλάδα. Επανάληψη ουσιαστικά του περιεχομένου της πρώτης αποτελεί το περιεχόμενο και της τέταρτης ένορκης βεβαίωσης, που δόθηκε από τον Κ, η οποία συνεπώς παρουσιάζει το ίδιο έλλειμμα αξιοπιστίας μ' αυτή, αποτελεί δε κατά βάση προσπάθειά του για έμμεση αμφισβήτηση της κατηγορίας για συνέργεια στην παράνομη εξαγωγή των αρχαίων αντικειμένων από τους Χ και Ε, που του αποδόθηκε και για την οποία κρίθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε με την αυτή απόφαση του ΠεντΕφΝαυπλίου, με την οποία καταδικάσθηκε και ο Χ. Εξ άλλου με τη δεύτερη από τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκε από τον Π, αυτός κυρίως αναφέρει ότι ως Αστυφύλακας, που υπηρετούσε από το έτος 1994 μέχρι το έτος 2005 στο Τμήμα Ασφάλειας ... και για το λόγο αυτό βρισκόταν καθημερινά στο δρόμο για περιπολίες, παρακολουθήσεις και συλλογή πληροφοριών, δεν άκουσε ποτέ ο ίδιος για παράνομες πράξεις του Χ, ούτε περιήλθε στην Υπηρεσία του οποιαδήποτε πληροφορία που να τον αφορά και αντίθετα όλα τα χρόνια που γνωρίζει το Χ αυτός ασχολείται αποκλειστικά και μόνο με την οικογένειά του και την εργασία του, είναι δε εξαίρετος, έντιμος ,ηθικός και εργατικός άνθρωπος, γι' αυτό και όταν μαθεύτηκε ότι κατηγορήθηκε για παράνομη εξαγωγή αρχαίων αντικειμένων, η πεποίθηση όλων ήταν ότι επρόκειτο για ξεκάθαρο λάθος, αφού αν αυτός είχε αναπτύξει οποιαδήποτε δραστηριότητα σχετικά με αρχαία αντικείμενα, αυτό θα είχε γίνει σίγουρα γνωστό στο Τμήμα Ασφάλειας .... Ωστόσο το γεγονός ότι ο Π ή η Υπηρεσία του δεν γνώριζαν ή δεν αντιλήφθηκαν οτιδήποτε σχετικό με παράνομες πράξεις του Χ δεν αποκλείει την ύπαρξη ή την πρόσφατη έστω τότε έναρξη εγκληματικής δραστηριότητάς του και γενικώς η ένορκη βεβαίωση του ανωτέρω έχει κατά τα κύρια σημεία της τα χαρακτηριστικά απλών εκτιμήσεων ή εικασιών, που δεν μπορούν να αναιρέσουν ή να μειώσουν την αξία της κατάθεσης του μάρτυρα Κων. Γκρίζη στο ακροατήριο του ΠεντΕφΝαυπλίου, ο οποίος ως αστυνομικός, που υπηρετούσε τότε στο Τμήμα Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής, κατηγορηματικά βεβαίωσε ότι στην Υπηρεσία του είχαν περιέλθει πληροφορίες ότι άτομο με το όνομα Ε, που κατοικούσε στο ... και διατηρούσε κατάστημα ενοικίασης μοτοποδηλάτων, είναι, μαζί με κάποιον ... από την ..., που όπως διαπιστώθηκε είναι ο Χ, αγοραστές αρχαίων αντικειμένων και διαμεσολαβούν στην πώλησή τους στο εξωτερικό. Ανάλογα ισχύουν και για την τρίτη από τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, που έδωσε ο Ρ, Ανθυπαστυνόμος, ο οποίος, υπηρετώντας από το 1988 στην ... και ειδικότερα από το 1996 στο Αστυνομικό Τμήμα ..., γνωρίζει, όπως ισχυρίζεται, από τότε τον Χ, τον οποίο θεωρεί έντιμο, ηθικό και ακέραιο άνθρωπο, που ποτέ δεν έχει εμπλακεί "έστω και καθ' υπόνοια σε οποιαδήποτε παράνομη πράξη" και ούτε ποτέ υπήρξαν σχετικές γι' αυτόν πληροφορίες στο Αστυνομικό Τμήμα ..., ενώ αντίθετα υπήρχαν πληροφορίες για συμμετοχή κάποιου Γερμανού σε αγοραπωλησίες αρχαίων αντικειμένων, γι' αυτό είναι βέβαιος ότι η καταδίκη του Χ για παράνομη εξαγωγή αρχαίων οφείλεται σε πλάνη και αυτή είναι η γνώμη και όλων στην περιοχή, εφόσον μάλιστα "αντικειμενικώς βεβαιώθηκε ότι την πράξη τέλεσε ο Γερμανός Ε, με τον οποίο ο Χ δεν είχε καμία απολύτως άμεση ή έμμεση σχέση". Η τελευταία αυτή παρατήρηση είναι όμως αυθαίρετη, αφού δεν υπήρξε αντικειμενική βεβαιότητα ότι την παράνομη πράξη της εξαγωγής αρχαίων από τη χώρα την τέλεσε μόνος του ο ως άνω Γερμανός, αλλά αυτό υπήρξε το ζητούμενο και τελικώς δικαστικά βεβαιώθηκε ότι η όλη εγκληματική δραστηριότητα αναπτύχθηκε από κοινού από το Γερμανό αυτό και τον Χ. Κατά τα λοιπά η ένορκη βεβαίωση του Ρ βασίζεται σε προσωπικές κυρίως εκτιμήσεις του για τον ήδη αιτούντα και στην έλλειψη γι' αυτόν πληροφοριών στο Αστυνομικό Τμήμα ..., σχετικές με παράνομες δραστηριότητές του, οι οποίες όμως δεν μπορούν από μόνο το γεγονός αυτό να αποκλεισθούν, όταν αντίθετα τέτοιες πληροφορίες υπήρχαν στο αρμόδιο Τμήμα Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας, όπως, κατά τα προεκτεθέντα, σαφώς βεβαίωσε στο ακροατήριο του ΠεντΕφΝαυπλίου ο μάρτυρας Κων. Γκρίζης. Συμπερασματικά οι τέσσερις ένορκες βεβαιώσεις, που προσκόμισε και επικαλείται ο αιτών ως νέα αποδεικτικά στοιχεία για να στηρίξει την κρινόμενη αίτησή του για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της καταδικαστικής γι' αυτόν και ήδη αμετάκλητης υπ' αριθ. 93/2006 απόφασης του ΠεντΕφΝαυπλίου, αξιολογούμενες καθ' εαυτές, αλλά και συνολικά, σε συνδυασμό και με τις αποδείξεις που έλαβε υπόψη του το ως άνω Εφετείο, δεν καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι είναι αθώος για τις πράξεις που αυτός καταδικάσθηκε, αλλά αντίθετα αποτελούν όψιμη όσο και μεθοδευμένη προσπάθεια απενοχοποίησής του. Πρέπει συνεπώς η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της ως άνω ποινικής διαδικασίας να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ συνακόλουθα ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα είναι και η συνεξεταζόμενη μ' αυτή αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της ποινής που επιβλήθηκε με την παραπάνω εφετειακή απόφαση στον αιτούντα, ο οποίος πρέπει και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583§1 ΚΠΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.7.2010 αίτηση για επανάληψη υπέρ του αιτούντος της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της καταδικαστικής γι' αυτόν υπ' αριθ. 93/2006 αμετάκλητης ήδη απόφασης του ΠεντΕφΝαυπλίου, καθώς και την από 5.8.2010 αίτησή του για αναστολή εκτέλεσης της ποινής που του επιβλήθηκε με την απόφαση αυτή. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Σεπτεμβρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση επανάληψης της διαδικασίας (άρθρ. 525 § 1 περ.2 ΚΠΔ) και συνεκδικαζόμενη αίτηση αναστολής της επιβληθείσας ποινής (άρθρ. 529 ΚΠΔ). Νέες αποδείξεις ή νέα γεγονότα που δικαιολογούν την επανάληψη της διαδικασίας είναι εκείνα που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και συνεπώς ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 1578/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δημητρούλα Υφαντή-Εισηγήτρια, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δημήτριο Κράνη, και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Στρατή, για αναίρεση της 8024/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 960/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του Χ κατά της υπ'αριθ.8024/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών για το αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα κατ'αρθρ.473 παρ.2 και 3 Κ.Π.Δ. με επίδοσή της στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 14-6-2010 μετά την καταχώριση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στις 25-5-2010 στο προς τούτο τηρούμενο ειδικό βιβλίο (βλέπετε την από 25-5-2010 βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα του Εφετείου Αθηνών).
ΙΙ. Η αναίρεση περιέχει ως λόγους παραδεκτούς: 1)την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επί της κατηγορίας και της απορρίψεως των αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος και 2)την έλλειψη ακροάσεως (αρθρ.510 παρ.1 στοιχ.α και δ του Κ.Π.Δ.).
ΙΙΙ. Η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης όταν σ'αυτή εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί, υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Προς τούτοις, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ.170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απάντησης σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης όπως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, το Εφετείο ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των εις την απόφαση του αναφερόμενων κατ'είδος αποδεικτικών μέσων δέχθηκε τα εξής: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι: στην ... το πρώτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου του 2002 έχοντας στην κατοχή του την ... λευκή επιταγή του Eurobank, η οποία συρόταν σε λογαριασμό του Λ και ανήκε σε μπλόκ επιταγών του ιδίου, που είχε απωλέση, συμπλήρωσε ως τόπο έκδοσης ..., ημερομηνία έκδοσης "20-12-2002" οφειλόμενο ποσό "10.000 ευρώ" (αριθμητικώς και ολογράφως) εις διαταγή "24 HOURS AE" θέτοντας επι πλέον στη θέση υπογραφής του εκδότη και α'οπισθογράφησης, την υπογραφή του Λ και την υπογραφή του διευθύνοντος συμβούλου της "24 ΩΡΕΣ Α.Ε." αυθαίρετα, κατ'απομίμηση και χωρίς οποιαδήποτε γνώση ή συναίνεση αυτών καθώς και σφραγίδα της πιο πάνω εταιρίας, καταρτίζοντας έτσι πλαστό έγγραφο που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες με σκοπό να παραπλανήσει οποιονδήποτε τρίτο ότι η εν λόγω επιταγή είναι έγκυρη, ενώ στη συνέχεια έκανε χρήση της εν λόγω πλαστής επιταγής προσκομίζοντας την στους αρμόδιους υπαλλήλους του τμήματος χορηγήσεων της Τράπεζας "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ" (κατάστημα ...) όπου διατηρούσε τον ... αλληλόχρεο λογαριασμό και κατέθεσε την πλαστή επιταγή ως αξία ενεχύρου πείθοντας τους υπαλλήλους της Τράπεζας και η επιταγή είναι έγκυρη και να χρησιμοποιηθεί το ποσό των 10.000 ευρώ. Μετά την διαπίστωση όμως της πλαστότητας από την Τράπεζα ο κατηγορούμενος εξόφλησε πλήρως προς την Ελληνική Τράπεζε το ποσό της επιταγής πριν αυτή σφραγισθεί και ο φερόμενος ως εκδότης ουδεμία ζημιά (οικονομικά) υπέστη, εφόσον επιπλεόν δεν αντιμετώπισε πρόβλημα με τον ΤΕΙΡΕΣΙΑ (βλ.και κατάθεσή του).
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος και να απαλλαγεί της ποινής για τη β'πράξη της απάτης κατ'αρθρο 393 παρ.2 ΠΚ σύμφωνα με τον αυτοτελή ισχυρισμό του".
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας α) επί της κατηγορίας γιατί δεν αναφέρεται σ'αυτή ο τρόπος με τον οποίο περιήλθε στην κατοχή του λευκή η επίδικη πλαστή επιταγή για την οποία αυτός καταδικάστηκε για πλαστογραφία και β) επί της απορρίψεως των αυτοτελών ισχυρισμών του, με τους οποίους υποστήριξε ότι δεν τέλεσε την πράξη της πλαστογραφίας, ότι την επιταγή του την έδωσε κάποιος Αλβανός ονόματι Δ σε εξόφληση 3 δρομολογίων από ... και αντιστρόφως. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ως προς όλα τα σκέλη του διότι η πληττόμενη απόφαση με τις ως άνω επί της ουσίας παραδοχές της έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθόσον εκτίθενται σ'αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά, οι σκέψεις και συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν του άρθρου 216 παρ.1 εδ. β' του ΠΚ. Δεν ήταν απαραίτητο δε να αναφερθεί ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο περιήλθε στην κατοχή του αναιρεσείοντος λευκή η επίδικη επιταγή η οποία, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, συμπληρώθηκε από τον αναιρεσείοντα, ούτε υποβλήθηκαν εν προκειμένω αυτοτελείς ισχυρισμοί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠΔ, δηλαδή ισχυρισμοί που τείνουν την άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Οι προβληθέντες από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμοί είναι αρνητικοί της κατηγορίας και το δικαστήριο απάντησε επ'αυτών με τις παραδοχές του επί της κατηγορίας-δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-6-2010 αίτηση αναίρεσης του Χ για αναίρεση της υπ'αριθ.8024/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Σεπτεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Οκτωβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορριπτέα η αίτηση αναιρέσεως, αφού δεν ήταν απαραίτητο να αναφερθεί ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίον περιήλθε στην κατοχή του αναιρεσείοντος λευκή η επίδικη επιταγή, η οποία, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, συμπληρώθηκε από τον αναιρεσείοντα, ούτε υποβλήθηκαν εν προκειμένω αυτοτελείς ισχυρισμοί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 § 2 και 333 § 2 ΚΠΔ. Οι προβληθέντες από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμοί είναι αρνητικοί της κατηγορίας και το δικαστήριο απάντησε επ' αυτών με τις παραδοχές του επί της κατηγορίας - δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Πλαστογραφία.
| 2
|
Αριθμός 1577/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δημητρούλα Υφαντή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Δημήτριο Κράνη και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις τρεις αιτήσεις
των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γερακιό, 2. Χ2, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κουτσαγγέλη και 3. Χ3, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βασίλειο Δημακόπουλο και Χρυσόστομο Βελάκη, περί αναιρέσεως της 1125/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1, 2. Ψ2, κατοίκων ..., 3. Ψ3 σύζ. ..., 4. Ψ4, 5. Ψ5 σύζ. ..., 6. Ψ6 σύζ. ..., 7.Ψ7 σύζ. ..., 8. Ψ8 σύζ. ... και 9. Ψ9 σύζ. ..., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 12 Μαΐου 2010, 21 Μαΐου 2010 και 21 Μαΐου 2010 μετά των από 28 Ιουλίου 2010 προσθέτων λόγων του τρίτου αναιρεσείοντος, αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 816/2010.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 12/5/2010, 21/5/2010 και 21/5/2010 αιτήσεις αναιρέσεως των: 1) Χ1, 2) Χ2, και 3) Χ3, καθώς και οι από 28/7/2010 πρόσθετοι λόγοι του 3ου αναιρεσείοντος Χ3, κατά της υπ' αριθμ. 1125/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς.
Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. α του ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως επάγεται η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του Οργανισμού των Δικαστηρίων . Περαιτέρω , στο κεφάλαιο Β του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 1756/1988, όπως ισχύει, ορίζεται: "Σε όσα Πρωτοδικεία και Εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός (15) τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες Εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση", κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου 17, "ο δικαστής ή ο πρόεδρος του Συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο και ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα: Στο Εφετείο α) όλων των Προέδρων Εφετών από τους οποίους κληρώνονται οι Πρόεδροι των Μικτών Ορκωτών Εφετείων και των Πενταμελών Εφετείων, β) των νεώτερων Προέδρων Εφετών και των αρχαιοτέρων Εφετών από τους οποίους κληρώνονται οι Πρόεδροι των Τριμελών Εφετείων, γ) όλων των υπολοίπων Εφετών, από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη των Μικτών Ορκωτών Εφετείων, των Πενταμελών και των Τριμελών Εφετείων. Κατά δε την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου 17, " Με την ίδια διαδικασία ορίζονται οι αναπληρωματικοί δικαστές και οι εισαγγελείς και οι συμπάρεδροι δικαστές και δεύτεροι εισαγγελείς. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι και τα δικαστήρια των οποίων οι ποινικές συνθέσεις καταρτίζονται με κλήρωση, δεν είναι δυνατή η μετά την κλήρωση αναπλήρωση μέλους της συνθέσεως από άλλο δικαστή με πράξη του Διευθύνοντος το Δικαστήριο, παρά μόνο από δικαστή ο οποίος περιελήφθη στον πίνακα που καταρτίζεται και κληρώνεται ως αναπληρωτής. Εξ άλλου, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 339 παρ. 1 και 2β του ΚΠΔ, η έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης συντελείται με τη συγκρότηση του Δικαστηρίου, την εκφώνηση του ονόματος του κατηγορουμένου και των μαρτύρων και την εν συνεχεία, χωρίς διακοπή, εκτός αν συντρέχει νόμιμος λόγος, εκδίκαση της υποθέσεως. Η κατά τα άνω τυπική κατά τον νόμο έναρξη εκδίκασης της υπόθεσης διαφέρει από την ουσιαστική έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας κατά την οποία το υπό τη νόμιμη σύνθεση του συγκροτηθέν Δικαστήριο επιλαμβάνεται της ουσιαστικής διερεύνησης της υπόθεσης με τη χρήση κάποιου αποδεικτικού μέσου και συνηθέστερα την εξέταση των μαρτύρων. Από τα παραπάνω έπεται ότι σε δικαστήρια στα οποία διενεργείται κλήρωση, εάν ένα κληρωθέν μέλος της συνθέσεως του Τριμελούς Εφετείου κωλύεται να μετάσχει στη συγκεκριμένη συνεδρίαση κατά την οποία κληρώθηκε, νομίμως συγκροτείται το δικαστήριο τούτο από τον, επίσης, κατόπιν κληρώσεως αναδειχθέντα αναπληρωτή του και το δικαστήριο αυτό με την ίδια πάντοτε σύνθεση αρχίζει και συνεχίζει την εκδίκαση της υποθέσεως μέχρι την απαγγελία της αποφάσεως, χωρίς στην περίπτωση αυτή να είναι επιτρεπτή η για οποιοδήποτε λόγο αναπλήρωση των μελών του, για να μην επέρχεται έτσι αναφορικά με το δικαστήριο διάσπαση της ενότητας της αποδεικτικής διαδικασίας. Εάν όμως, το δικαστήριο συγκροτήθηκε κατά τον παραπάνω τρόπο και μετά τη διαπίστωση της απουσίας συγκεκριμένου μάρτυρα ή μαρτύρων, αποφασίσει τη διακοπή της συνεδριάσεως σε υστέρα δικάσιμο προκειμένου να εμφανισθεί ο απολειπόμενος μάρτυρας, κατά δε την μετά την διακοπή δικάσιμο έχει αρθεί το κώλυμα του αρχικώς κληρωθέντος τακτικού δικαστή και αυτός πλέον μετάσχει της δίκης από την έναρξη εξετάσεως των μαρτύρων και μέχρι πέρατος της αποδεικτικής διαδικασίας και την απαγγελία της αποφάσεως, το δικαστήριο θεωρείται κατά τις παραπάνω διατάξεις ότι έχει νομίμως συγκροτηθεί και ουδεμία ακυρότητα επέρχεται. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, όπως αυτά διορθώθηκαν και συμπληρώθηκαν με την υπ' αριθμ.5784/4/6/2010 διάταξη του Προεδρεύοντος Εφέτη ..., σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 145 του ΚΠΔ (και με την παρουσία των διαδίκων που δεν προέβαλαν αντιρρήσεις), κατά την πρώτη συνεδρίαση του δικαστηρίου, στις 8/1/2010, συμμετείχε στη σύνθεση του η κληρωθείσα ως τακτικό μέλος Εφέτης ... και αμέσως μετά την έναρξη της διαδικασίας (εκφώνηση των ονομάτων των κατηγορουμένων και διορισμό των αναφερομένων δικηγόρων ως υπερασπιστών τους), ο δικηγόρος του κατηγορουμένου Χ3, ..., ζήτησε την διακοπή της δίκης για άλλη ημέρα (λόγω επαγγελματικής του απασχολήσεως σε δικαστήριο του Πειραιά). Το δικαστήριο έκανε δεκτό το αίτημα του και η δίκη διακόπηκε για την 22/1/2010 και ώρα 09.00. Στη συνεδρίαση αυτή στη σύνθεση του δικαστηρίου, λόγω κωλύματος της Εφέτου ... (σοβαρός λόγος υγείας του συζύγου της), συμμετείχε η Εφέτης ..., νόμιμη κληρωθείσα αναπληρώτριά της. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω πρακτικά προκύπτει ότι κατά τη συνεδρίαση αυτή (της 22/1/2010) το δικαστήριο επανέλαβε τη δίκη από την αρχή, με την επανεκφώνηση από τον Προεδρεύοντα των ονομάτων των κατηγορουμένων οι οποίοι διόρισαν τους ίδιους δικηγόρους υπεράσπισης τους και άρχισε η αποδεικτική διαδικασία , με την ίδια δε σύνθεση ολοκληρώθηκε και απαγγέλθηκε η απόφαση. Με τα δεδομένα αυτά, δεν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις που ρυθμίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου και ουδεμία απόλυτη ακυρότητα επήλθε. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως των 1ου και 3ου των αναιρεσειόντων (Χ1 και Χ3) για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ και όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ. Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 2 του ΚΠΔ για τη νομότυπη παράσταση πολιτικής αγωγής όταν η δήλωση παράστασης γίνεται από τρίτο πρόσωπο επιβάλλεται και η βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του εντολέως, δηλαδή βεβαίωση της υπογραφής των εντολέων από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και μάλιστα στο με ημεροχρονολογία 30/6/2004 έγγραφο που επιγράφεται "πληρεξούσιο για δικαστική χρήση", και το οποίο προσκομίζεται σε νόμιμη μετάφραση, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 2135/30/6/2004 βεβαίωση του Συμβολαιογραφικού γραφείου του ... της Δημοκρατίας της Αλβανίας, που βεβαιώνει την υπογραφή του μεταφραστή ..., αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι " οι γονείς, τα αδέλφια.... του Αλβανικής ιθαγένειας και υπηκοότητας ... (θύματος), υιού του ... και της Ψ8, ήτοι, 1) Ψ4, πατέρας, 2)Ψ8, μητέρα, 3) ..., αδελφή, 4) Ψ3, αδελφή, 5) ..., αδελφή, 6) Ψ1, αδελφός, 7) Ψ9, αδελφή, 8) Ψ2, αδελφός και 9) Ψ7, αδελφή, όλοι κάτοικοι του χωριού ..., της Κοινότητας ... της Δημοκρατίας της Αλβανίας, εξουσιοδοτούν το δικηγόρο Δημήτριο Πανταζή, να τους εκπροσωπήσει στα ποινικά και πολιτικά δικαστήρια και να ζητήσει για λογαριασμό τους τα αναφερόμενα ποσά. Το εν λόγω πληρεξούσιο φέρει τις υπογραφές όλων των παραπάνω προσώπων, Αλβανών υπηκόων, ενώ στο τέλος αυτού υπάρχει υπογραφή και σφραγίδα του Κοινοτάρχη, ο οποίος βεβαιώνει , με βάσει τα έγγραφα που έχει, τις αναφερόμενες στο πληρεξούσιο έγγραφο συγγενικές σχέσεις των παραπάνω προσώπων με τον θανόντα, τα οποία πρόσωπα, υπέγραψαν ενώπιον του Κοινοτάρχη, ο οποίος βεβαιώνει το γνήσιο της υπογραφής αυτών, όπως συνάγεται από το όλο περιεχόμενο του εγγράφου αυτού. Με βάση τα ανωτέρω, πληρούνται οι νομότυπες διατυπώσεις που τάσσει το άρθρο 42 παρ. 2 του ΚΠΔ και ο δικηγόρος Δημήτριος Πανταζής εγκύρως παρέστη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (όπως εξ άλλου και στο πρωτοβάθμιο) και εκπροσώπησε ως πολιτικώς ενάγοντες τους γονείς και τα αδέλφια του θανόντος. Επομένως, ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως των 1ου και 3ου των αιτούντων (Χ1 και Χ3), κατά τον οποίο ο ως άνω δικηγόρος που εκπροσώπησε τους γονείς και αδελφούς του θανόντος δεν είχε την απαιτούμενη εξουσιοδότηση προς νομιμοποίηση τους ως πολιτικώς εναγόντων, αφού δεν βεβαιωνόταν το γνήσιο των υπογραφών τους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1125/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών), (η οποία εκδόθηκε κατόπιν της 2636/2008 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προηγούμενη 1118/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών) με την οποία οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε βάρος του Αλβανικής ιθαγένειας και υπηκοότητας ..., που έλαβε χώρα στην Αθήνα την 16/12/2002, και επιβλήθηκε στον καθένα ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, προκύπτει ότι προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας "εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Αθηνών Δημήτριος Πανταζής και δήλωσε ότι παρίσταται ως πληρεξούσιος των κατοναμαζομένων πολιτικώς εναγόντων, Αλβανικής ιθαγένειας και υπηκοότητας, γονέων και επτά (7) αδελφών του θανόντος, για το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσόν των 44 ευρώ για τον καθένα από αυτούς από κάθε κατηγορούμενο, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που έχουν υποστεί από το θάνατο του γιου και αδελφού αυτών, αντίστοιχα, δυνάμει του προαναφερθέντος πληρεξουσίου για δικαστική χρήση. Κατά της παραστάσεως αυτής οι κατηγορούμενοι δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους προέβαλαν αντιρρήσεις, όσον αφορά τα αδέλφια του θανατωθέντος, διατεινόμενοι ότι αυτά δεν ανήκουν στην "οικογένεια του θύματος", και συνεπώς δεν νομιμοποιούνται να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες. Η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμες τις αντιρρήσεις αυτές με την ακόλουθη αιτιολογία :
Κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα επέρχεται από την παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος κατά την ενώπιον του ακροατηρίου διαδικασία. Τέτοια δε ακυρότητα, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, δημιουργείται και όταν δεν νομιμοποιείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ, ο παριστάμενος ενάγων. Από το άρθρο 63 ΚΠΔ προκύπτει, ότι η πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να ασκηθεί μόνο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό κατά τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ, δηλαδή από εκείνα που ζημιώθηκαν αμέσως από το αδίκημα. Ειδικότερα, στο άρθρο 932 εδ. τελ. ΑΚ ορίζεται, ότι σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 26 του ΑΚ, οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο του τόπου, όπου διαπράχθηκε το αδίκημα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η σχέση, που δημιουργείται με τη διάπραξη αδικήματος στην Ελλάδα διέπεται από το ελληνικό δίκαιο. Επομένως, κατά το δίκαιο αυτό κρίνεται, μεταξύ των άλλων, και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση θεμελιώνεται και με ποιες προϋποθέσεις απαίτηση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης κατά το άρθρο 932 του ΑΚ. Δεδομένου όμως ότι, κατά την τελευταία αυτή διάταξη, σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης έχουν τα μέλη της οικογένειας του θανατωθέντος, το θέμα, αν είναι ή όχι κάποιος μέλος της ίδιας οικογένειας με το θύμα, κρίνεται με άλλες διατάξεις του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και συγκεκριμένα με τις διατάξεις των άρθρων 13, 14, 17, 18, 22 και 28 ΑΚ, ανάλογα αν πρόκειται για γονείς, σύζυγο, αδελφούς ή τέκνα (βλ. ΑΠ 2636/2008, που εκδόθηκε επί της παρούσας υπόθεσης, ΑΠ 799/09, ΑΠ 3/2007). Επομένως, κρίσιμη είναι η κατά το αλλοδαπό δίκαιο κατάφαση της νομιμότητας του νομικού δεσμού, που καθιστά τους πολιτικώς ενάγοντες μέλη της οικογένειας του θανόντος (γάμος -συγγένεια) και όχι ο ευρύς ή μη κύκλος των προσώπων, που απαρτίζουν την οικογένεια - δικαιούχο της αξίωσης. Έτσι, το ζήτημα ποιος έχει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τη συγγενική ιδιότητα του γονέα ή του αδελφού του θανόντος, συναρτάται με τη νομιμότητα του τελεσθέντος γάμου των γονέων και της εκ του γάμου γεννήσεως των τέκνων, θα κριθεί δε τούτο από το αλλοδαπό δίκαιο (βλ. την υπ' αριθμ. 8064/2009 αναβλητική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 ΑΚ 1 "Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του γάμου ρυθμίζονται και για τα δύο πρόσωπα που πρόκειται να παντρευτούν από το δίκαιο της ιθαγένειας ενός απ' αυτά. Ο τύπος του γάμου ρυθμίζεται είτε κατά το δίκαιο της ιθαγένειας ενός από τα πρόσωπα που πρόκειται να παντρευτούν είτε κατά το δίκαιο του τόπου όπου τελείται". Εξάλλου, κατά το άρθρο 14 ΑΚ "Οι προσωπικές σχέσεις των συζύγων ρυθμίζονται κατά σειρά: 1. από το δίκαιο της τελευταίας κατά τη διάρκεια του γάμου κοινής ιθαγένειας τους, εφόσον ο ένας τη διατηρεί 2. από το δίκαιο της τελευταίας κατά τη διάρκεια του γάμου κοινής συνήθους διαμονής τους 3. από το δίκαιο με το οποίο οι σύζυγοι συνδέονται στενότερα", ενώ κατά το άρθρο 17 ΑΚ "Η ιδιότητα τέκνου ως γεννημένου σε γάμο κρίνεται κατά το δίκαιο που διέπει τις προσωπικές σχέσεις της μητέρας και του συζύγου της κατά το χρόνο της γέννησης του τέκνου ή, αν ο γάμος τους έχει λυθεί πριν από τη γέννηση, κατά το χρόνο της λύσης του γάμου". Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 18 ΑΚ "Οι σχέσεις μεταξύ γονέων και τέκνου ρυθμίζονται κατά σειρά: 1. από το δίκαιο της τελευταίας κοινής ιθαγένειας τους 2. από το δίκαιο της τελευταίας κοινής συνήθους διαμονής τους 3. από το δίκαιο της ιθαγένειας του τέκνου". Τέλος, κατά το άρθρο 28 ΑΚ "Οι κληρονομικές σχέσεις διέπονται από το δίκαιο της ιθαγένειας που είχε ο κληρονομούμενος όταν πέθανε". Στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει της αλβανικής ιθαγένειας του θανατωθέντος αλλά και των παρισταμένων ως πολιτικώς εναγόντων (όλων αλβανών υπηκόων), η διαφορά φέρει στοιχεία αλλοδαπότητας και η προκριματική σχέση, σχετικά με το ποία πρόσωπα ανήκουν στην οικογένεια αυτού (αρθρ. 932 ΑΚ), και ειδικότερα, αν οι δηλώσαντες παράσταση πολιτικής αγωγής, ήτοι οι γονείς του θανατωθέντος και οι επτά αδελφοί αυτού, περιλαμβάνονται στην οικογένειά του, ώστε να δικαιούνται χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, θα κριθεί, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 13, 14, 17, 18 και 28 ΑΚ, από το αλβανικό δίκαιο. Σχετικά με το ανωτέρω ζήτημα, στην υπ' αριθ. πρωτ. 900/1-12-2009 νομική πληροφορία του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, αναφέρονται τα ακόλουθα: "Από την έρευνα, που έγινε στο αλβανικό δίκαιο, προκύπτει ότι το δίκαιο αυτό δεν προβλέπει τον θεσμό της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης. Ως εκ τούτου η εν λόγω νομοθεσία δεν μπορεί να προβλέπει και ποια πρόσωπα θα δικαιούνταν να ζητήσουν να τους καταβληθεί ένα χρηματικό ποσό, που δεν θεσπίζεται από τον νόμο. Τόσο ο προϊσχύσας (νόμος υπ' αριθ. 6599/29.6.1982) όσο και ο ισχύων από 20.12.2003 αλβανικός νόμος περί οικογενείας (νόμος υπ' αριθ. 9062/8.5.2003) αναγνωρίζουν μεν τον θεσμό της οικογένειας, δεν περιέχουν, ωστόσο, διατάξεις που να προσδιορίζουν, ποια ακριβώς πρόσωπα την αποτελούν. Το άρθρο 4 του νόμου υπ' αριθ. 6599/29.6.1982 προέβλεπε, ότι η οικογένεια έχει τον πυρήνα της στις σχέσεις που δημιουργούνται από τον γάμο, τη συγγένεια και την τεκνοποίηση, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 78 του ίδιου νόμου προβλέπονται πέντε κατηγορίες προσώπων, που υποχρεούνται κατά σειρά προτεραιότητας να διατρέφουν συγγενικά τους πρόσωπα. Η ρύθμιση αυτή επαναλαμβάνεται και στο άρθρο 192 του ισχύοντος νόμου περί οικογενείας υπ' αριθ. 9062/8.5.2003, που έχει ως εξής: Άρθρο 192. Υπόχρεοι προς παροχή διατροφής είναι κατά την ακόλουθη σειρά: (α) ο ένας σύζυγος έναντι του άλλου και τα τέκνα έναντι των γονέων τους, (β) οι γονείς έναντι των τέκνων τους, (γ) οι κατιόντες έναντι των ανιόντων τους που δεν είναι γονείς τους, αναλόγως του βαθμού συγγενείας, (δ) οι ανιόντες έναντι των κατιόντων τους που δεν είναι τέκνα τους, αναλόγως του βαθμού συγγενείας, (ε) οι αδελφοί έναντι των αδελφών τους. Περαιτέρω, η εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή ρυθμίζεται από τον αλβανικό αστικό κώδικα της 29.7.1994 και συγκεκριμένα από τα άρθρα 360 επ. αυτού. Το άρθρο 360 ρυθμίζει ποια πρόσωπα καλούνται ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι ως εξής: Άρθρο 360. Εξ αδιαθέτου κληρονόμοι είναι τα τέκνα, τα εγγόνια, ο σύζυγος, οι γονείς, αδελφοί και αδελφές ως και τα τέκνα προαποβιωσάντων αδελφών, οι παππούδες και οι γιαγιάδες, τα ανίκανα προς εργασία πρόσωπα που συντηρούνταν από τον κληρονομούμενο, οι λοιποί συγγενείς ως τον έκτο βαθμό συγγενείας και το δημόσιο. Οι εν λόγω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι καλούνται στην κληρονομική διαδοχή με τη σειρά που προβλέπει ο παρών νόμος. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι οι παρατεθείσες ανωτέρω διατάξεις του νόμου περί οικογενείας αναφέρονται αποκλειστικά στα υπόχρεα και δικαιούμενα διατροφής πρόσωπα, ενώ το άρθρο 360 του αλβανικού αστικού κώδικα αναφέρεται στα πρόσωπα που καλούνται ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του θανόντος, και όχι στη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Δεδομένου δε ότι ο θεσμός της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης δεν αναγνωρίζεται στο αλβανικό δίκαιο, δεν φαίνεται να υπάρχει νομολογιακή ερμηνεία της έννοιας της οικογένειας για τον σκοπό αυτό, όπως συμβαίνει στο ελληνικό δίκαιο κατά την εφαρμογή της ΑΚ 932". Ενόψει όλων των ανωτέρω, εφόσον στο αλβανικό δίκαιο, δεν γίνεται μεν προσδιορισμός της έννοιας του όρου "οικογένεια", ούτε και υπάρχει νομολογιακή ερμηνεία της ανωτέρω έννοιας, πλην όμως, παρ' όλα αυτά, αναγνωρίζεται ο θεσμός της οικογένειας, το Δικαστήριο κρίνει, ότι στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται τόσο οι γονείς, όσο και οι αδελφοί αυτού, αφού, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 360 του αλβανικού αστικού κώδικα, στην εξ αδιαθέτου διαδοχή, αμέσως μετά τα τέκνα, τα εγγόνια και τη σύζυγο, καλούνται οι γονείς και οι αδελφοί - αδελφές του αποβιώσαντος, ενώ, και κατά το άρθρο 192 του ίδιου κώδικα (με το ίδιο περιεχόμενο, που είχε και ο προϊσχύσας υπ' αριθμ. 6599/29.6.1982 νόμος), σχετικά με την υποχρέωση διατροφής, στην πέμπτη κατηγορία, υφίσταται τέτοια υποχρέωση αδελφών έναντι των αδελφών αυτών. Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με το από 11-2-2009 πιστοποιητικό γάμου του ληξιαρχείου της Περιφέρειας ..., που προσκομίζεται σε νόμιμη μετάφραση, οι ... και Ψ8 τέλεσαν νόμιμο γάμο την 1-9-1961. Επίσης, στην από 11-2-2009 βεβαίωση της Κοινότητας ... Αλβανίας, η οποία φέρει την υπογραφή την υπογραφή του Κοινοτάρχη και της υπαλλήλου του Ληξιαρχείου και η οποία προσκομίζεται σε νόμιμη μετάφραση, αναφέρονται τα ακόλουθα: "Δια της παρούσης βεβαιώνουμε ότι ο κ.... και η κ. Ψ8 στις 01-09-1961 με αριθμό πράξης 141 έχουν συνάψει πολιτικό γάμο, στο .... Σύμφωνα με τα Κρατικά Έγγραφα της Αλβανίας, απέκτησαν 8 νόμιμα τέκνα, οι οποίοι ολοκληρώνουν μια οικογένεια με τα παρακάτω τέκνα: 1) Ψ6, 2) ..., 3) Ψ5, 4) ..., 5) ..., 6) ..., 7) ... και 8)...". Εξάλλου, στο από 30-6-2004 πληρεξούσιο για δικαστική χρήση, το οποίο, επίσης, προσκομίζεται σε νόμιμη μετάφραση, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι "οι γονείς, τα αδέρφια.... του ..., υιού του ... και της Ψ8, ήτοι 1)Ψ4 - Πατέρας -Υπογραφή, 2) Ψ8 - Μητέρα -Υπογραφή, 3) ...)- Υπογραφή, 4) ...-Αδερφή- Υπογραφή, 5) ... - Αδερφή - Υπογραφή, 6) Ψ1- Αδερφός- Υπογραφή, 7) Ψ9- Υπογραφή, 8) Ψ2 - Αδερφός - Υπογραφή, 9) Ψ7 - Αδερφή- Υπογραφή,... όλοι κάτοικοι του χωριού ..., της Κοινότητας ... της Δημοκρατίας της Αλβανίας" εξουσιοδοτούν το δικηγόρο Δημήτριο Πανταζή, να τους εκπροσωπήσει στα ποινικά και πολιτικά δικαστήρια και να ζητήσει για λογαριασμό τους τα αναφερόμενα ποσά. Το ως άνω πληρεξούσιο έγγραφο φέρει τις υπογραφές όλων των παραπάνω προσώπων, ενώ στο τέλος αυτού υπάρχει υπογραφή και σφραγίδα του Κοινοτάρχη, ο οποίος βεβαιώνει, με βάση τα έγγραφα που διαθέτει, τις αναφερόμενες στο εν λόγω έγγραφο συγγενικές σχέσεις. Στη βεβαίωση αυτή, όπως προκύπτει και από το όλο περιεχόμενο του εγγράφου, ενυπάρχει και βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των προσώπων, που υπογράφουν το συγκεκριμένο πληρεξούσιο, αφού τα πρόσωπα αυτά υπέγραψαν ενώπιον του βεβαιούντος Κοινοτάρχη. Επίσης, υπάρχει βεβαίωση του συμβολαιογραφικού γραφείου του Φίερι Αλβανίας, με αριθμό εγγραφής 2135 και ημερομηνία 30-6-2004, με την οποία βεβαιώνεται η υπογραφή του μεταφραστή ..., ο οποίος μετέφρασε την πιο πάνω συμβολαιογραφική πράξη. Επομένως, από τα παραπάνω έγγραφα, πλήρως αποδεικνύεται α) ότι από τους δηλώσαντες παράσταση πολιτικής αγωγής οι ... και η Ψ8 τέλεσαν την 1-9-1961 νόμιμο, όπως άλλωστε δεν αμφισβητείται από τους κατηγορουμένους, πολιτικό γάμο, από τον οποίο απέκτησαν, όπως επίσης δεν αμφισβητείται, οκτώ γνήσια τέκνα. Από αυτά, τα επτά δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής, ενώ όγδοο τέκνο ήταν ο θανών στο ένδικο ατύχημα ..., και β) στο από 30-6-2004 πληρεξούσιο για δικαστική χρήση προς τον ανωτέρω δικηγόρο Δημήτριο Πανταζή υπάρχει βεβαίωση του αρμόδιου Κοινοτάρχη Αλβανίας για τη γνησιότητα της υπογραφής όλων των εντολέων, ήτοι των γονέων και αδελφών του θύματος. Επομένως, σύμφωνα με τις σκέψεις, που προηγήθηκαν, οι γονείς του θύματος και οι ανωτέρω επτά (αμφιθαλείς) αδελφοί αυτού, νομίμως παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες στην παρούσα δίκη και οι σχετικές ενστάσεις του πρώτου και του τρίτου των κατηγορουμένων, οι οποίοι, κατά τα ανωτέρω, προέβαλαν αντιρρήσεις αφενός μεν για την παράσταση ως πολιτικώς εναγόντων των αδελφών του θύματος, ως μη ανηκόντων αυτών στην οικογένεια του και διότι δεν πληρούνται οι νομότυπες διατυπώσεις, ήτοι το γνήσιο της υπογραφής για το νομότυπο της εξουσιοδότησης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες.
Ήδη οι αναιρεσείοντες με τον κοινό λόγο των αιτήσεων τους αναιρέσεως αιτιώνται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο εκ του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε παρανόμως την παράσταση πολιτικής αγωγής (άρθρα 171 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ), αφού, εσφαλμένα ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 192 και 360 του Αλβανικού Αστικού Κώδικα, (οι οποίες, κατ' αυτούς, αναφέρονται στη διατροφή και την κληρονομική διαδοχή), απέρριψε τις αντιρρήσεις τους και παρά τον νόμο δέχθηκε την παράσταση πολιτικής αγωγής και ακολούθως (μετά την καταδίκη των κατηγορουμένων και την επιβολή σ' αυτούς ποινής), επιδίκασε στους πολιτικώς ενάγοντες τα πρωτοδίκως επιδικασθέντα ποσά για χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Ενώ έπρεπε, κατά τους αναιρεσείοντες, ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας (αναλογικά, αφού στον Αλβανικό Αστικό Κώδικα δεν προβλέπεται ο θεσμός της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης) τις διατάξεις των άρθρων 641 και 643 του Αλβανικού Αστικού Κώδικα, στις οποίες ορίζονται τα πρόσωπα που δικαιούνται να απαιτήσουν από αδικοπραξία αποζημίωση λόγω θανάτου συγγενούς προσώπου ή πρόκλησης βλάβης στην υγεία αυτού, στα οποία ανήκουν τα ανήλικα τέκνα και η σύζυγος (χωρίς προϋποθέσεις), οι γονείς (υπό την προϋπόθεση ότι είναι ανίκανοι προς εργασία και διατρέφονται εν όλω ή εν μέρει από τον θανόντα), και τα πρόσωπα που συμβιώνουν με τον θανατωθέντα, στα οποία μπορεί να υπάγονται και τα αδέλφια (υπό την προϋπόθεση ότι συμβίωναν και διατρέφονταν από αυτόν), να αποβάλει την πολιτική αγωγή κατά το μέρος που αφορά τα αδέλφια.
Ο λόγος αυτός των αιτήσεων αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, (μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 2636/2010 απόφασης του Αρείου Πάγου η οποία έκρινε ότι η οφειλή χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη στους δικαιούχους από το θάνατο Αλβανικής υπηκοότητας και ιθαγένειας ατόμου ρυθμίζεται από το Ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο και οι δικαιούχοι αυτής από το Αλβανικό δίκαιο ως εκ της Αλβανικής ιθαγένειας και υπηκοότητας του θανατωθέντα και των δικαιούχων), όπως σαφώς προκύπτει από το παραπάνω σκεπτικό του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε αναλογικά (αφού δεν προβλέπεται στον Αλβανικό Αστικό Κώδικα ο θεσμός της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, ούτε προσδιορίζεται η έννοια του όρου "οικογένεια" αναγνωρίζεται όμως ο θεσμός της οικογένειας), τις διατάξεις των άρθρων 192 και 360 του Αλβανικού Αστικού Κώδικα, - που αναφέρονται το μεν πρώτο στην διατροφή και προσδιορίζει τα υπόχρεα και δικαιούμενα διατροφής πρόσωπα, ορίζον ότι "υπόχρεοι προς παροχή διατροφής είναι κατά την ακόλουθη σειρά: α) ο ένας σύζυγος έναντι του άλλου και τα τέκνα έναντι των γονέων τους, β) οι γονείς έναντι των τέκνων τους, γ) οι κατιόντες έναντι των ανιόντων τους που δεν είναι γονείς τους, αναλόγως του βαθμού συγγένειας, δ) οι ανιόντες έναντι των κατιόντων τους που δεν είναι τέκνα τους, αναλόγως του βαθμού συγγένειας ε) οι αδελφοί έναντι των αδελφών τους, το δεύτερο δε στην κληρονομική διαδοχή και προσδιορίζει τα πρόσωπα που καλούνται ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του θανόντα, ορίζον ότι "εξ αδιαθέτου κληρονόμοι είναι τα τέκνα, τα εγγόνια, ο σύζυγος, οι γονείς, οι αδελφοί και αδελφές ως και τα τέκνα προαποβιωσάντων αδελφών, οι παππούδες και οι γιαγιάδες, τα ανίκανα προς εργασία πρόσωπα που συντηρούνταν από τον κληρονομούμενο, οι λοιποί συγγενείς ως τον έκτο βαθμό συγγένειας και το δημόσιο", - και δέχθηκε ότι τα αδέλφια του αποβιώσαντος αποτελούν "μέλη της οικογένειάς του" και ως εκ τούτου δικαιούνται να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, καθόσον οι εν λόγω διατάξεις των άρθρων 192 και 360 του Αλβανικού Αστικού Κώδικα καθορίζουν ευρύτερο κύκλο προσώπων, και χωρίς "προϋποθέσεις", που αποτελούν "τα μέλη της οικογένειας", αφού κατά το άρθρο 192 στην πέμπτη κατηγορία υφίσταται υποχρέωση διατροφής αδελφών έναντι των αδελφών, ενώ κατά το άρθρο 360 στην εξ αδιαθέτου διαδοχή αμέσως μετά τα τέκνα, τα εγγόνια και τη σύζυγο καλούνται οι γονείς του θανόντος και τα αδέλφια του , σε αντίθεση με τις μη εφαρμοστέες επί του προκειμένου και ειδικό θέμα ρυθμίζουσες διατάξεις των άρθρων 641 και 643 του Αλβανικού Αστικού Κώδικα, στις οποίες περιορίζονται τα πρόσωπα που δικαιούνται να απαιτήσουν από αδικοπραξία αποζημίωση λόγω θανάτου συγγενούς προσώπου ή πρόκλησης βλάβης στην υγεία αυτού, στα οποία πρόσωπα ανήκουν τα ανήλικα τέκνα και η σύζυγος (χωρίς προϋποθέσεις), οι γονείς (με την προϋπόθεση ότι είναι ανίκανοι για εργασία και διατρέφονταν εν όλω ή εν μέρει από τον θανατωθέντα), και τρίτα πρόσωπα που συμβιώνουν με τον θανατωθέντα, στα οποία μπορεί να υπάγονται και τα αδέλφια (υπό την προϋπόθεση ότι διατρέφονταν από αυτόν). Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 192 και 360 του Αλβανικού ΑΚ προέβη και δέχθηκε την πολιτική αγωγή κατά το μέρος που αφορά τα αδέλφια του θανόντος, και συνεπώς ο κοινός λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως και των τριών αναιρεσειόντων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 1, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικώς με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενο του, ώστε ο κατηγορούμενος, γνωρίζων πλήρως την ταυτότητα του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 του ΚΠΔ ως άνω δικαιώματα του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον πραγματοποιήθηκε όντως η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενο τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνον από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου της πληττόμενης αποφάσεως και των πρακτικών της, τα οποία κατά το άρθρο 141 παρ. 3 του ΚΠΔ "ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 140 και με αυτό το άρθρο" (μη επιτρεπομένης ανταποδείξεως, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών), κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αναγνώσθηκε, μεταξύ των άλλων, και το αναφερόμενο στην αίτηση αναιρέσεως έγγραφο που φέρει στα πρακτικά αύξοντα αριθμό 3, ήτοι η έκθεση αυτοψίας. Με την αναφορά αυτή του εν λόγω εγγράφου επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα του, εν όψει του ότι άλλο έγγραφο με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκε, και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη μνεία πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού του, όπως το περιεχόμενο, ο συντάκτης, η χρονολογία αυτού, τα πρόσωπα στα οποία αφορά κτλ, αφού με την ανάγνωση του στην επ' ακροατηρίου διαδικασία, κατέστη γνωστό το εν λόγω έγγραφο και κατά το περιεχόμενο του στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σε σχέση με το περιεχόμενο του, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε πάντως από τον τρόπο προσδιορισμού του στα πρακτικά της δίκης και ο οποίος σε κάθε περίπτωση δεν προέβαλε καμία αντίρρηση.
Επομένως, ορθώς έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας το ως άνω έγγραφο, ο δε σχετικός λόγος , από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, λόγος των προσθέτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο τρίτος αναιρεσείων Χ3 επικαλείται την πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται με το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κτλ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1125/2010 απόφαση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι ανθρωποκτονίας από αμέλεια και επιβλήθηκε σε καθένα από αυτούς ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, στο σκεπτικό του, τα εξής:
Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του ΠΚ, "Όποιος επιφέρει από αμέλεια τον θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνη του άρθρου 28 του ιδίου Κωδικός, κατά την οποία "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από τις ανωτέρω διατάξεις εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται: α) μη καταβολή από τον δράστη της επιβαλλόμενης κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών, που επικρατούν στις συναλλαγές, της κοινής πείρας και λογικής και της συνήθους πορείας των πραγμάτων, β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών του περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερομένης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια), και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως του δράστου και του επελθόντος αποτελέσματος. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμελείας, εφ' όσον το ένα σκέλος της ποινικής ευθύνης θεμελιούται στην μη καταβολή της προσηκούσης, κατά την προδιαληφθείσα νομική έννοια, προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη), εκ της οποίας επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά συνιστά σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε αυτού, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια ή σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος δια παραλείψεως τελουμένου, απαιτείται και η συνδρομή των ουσιαστικών όρων του άρθρου 15 ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία διάταξη συνάγεται, ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος δια παραλείψεως τελεσθέντος δεν αρκεί η ύπαρξη κάποιας γενικής νομικής υποχρεώσεως προς παροχή συνδρομής για την πρόληψη του εγκληματικού αποτελέσματος, ούτε και απλής ηθικής προς τούτο υποχρεώσεως, αλλ' απαιτείται να υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, της οποίας το περιεχόμενο συνίσταται ειδικώς στην αποτροπή του εγκληματικού αποτελέσματος δι' ιδίων ενεργειών του δράστη αμέσως επενεργουσών, ως υπέχοντος, έναντι της εννόμου τάξεως, θέση εγγυητή της διαφυλάξεως του δια του άνω αποτελέσματος προσβαλλόμενου εννόμου αγαθού. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση της επελεύσεως του βλαπτικού γα ορισμένο έννομο αγαθό αποτελέσματος, δύναται να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη του νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, συνδεομένων με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου προς ενέργεια, γ) από ειδική σχέση, δυναμένη να θεμελιωθεί είτε σε συμβατικό δεσμό, είτε και σε προηγουμένη ενέργεια του υπαιτίου της παραλείψεως, δια της οποίας αυτός ανεδέχθη εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από ορισμένη προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου, εκ της οποίας εδημιουργήθη ο κίνδυνος επελεύσεως του βλαπτικού αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στην απόφαση εκτός, αν προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου έτσι, ώστε να μην είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός αυτής από ειδική, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη νόμου (ΑΠ 354/10). Περαιτέρω, στο άρθρο 40 παρ. 1 του π.δ/τος 1073/1981 "Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού" ορίζεται ότι "1. Καταπακταί δαπέδων, ανοίγματα κλιμάκων, υαλωταί στέγαι, φωταγωγοί, εκσκαφαί, τάφροι, φρεάτια αύλακες και άλλα επικίνδυνα χάσματα... πρέπει να εξασφαλίζωνται κατά πτώσεων περιμετρικώς δια στηθαίου μετά χειρολισθήρος ελαχίστου ύψους ενός (1,00) μέτρου από του δαπέδου, σανίδος μεσοδιαστήματος και θωρακίου (σοβατεπί), ή δι' επικαλύψεως ικανής αντοχής". Σύμφωνα με το άρθρο 111 παρ. 1 του ιδίου ως άνω π.δ/τος "Για την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλεια της εφαρμογής του παρόντος ως και του ΠΔ 778/1980 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικδομικών εργασιών" εις τας οικοδομικάς και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίστανται ανελλιπώς καθ' όλη την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή εκπρόσωπος τούτων. Σύμφωνα δε με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, οι εργολάβοι και υπεργολάβοι "οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των κατά φάσιν εργασίας απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας". Όμως, υπεύθυνος για την εφαρμογή των άνω μέτρων ασφαλείας είναι και ο επιβλέπων πολιτικός μηχανικός ως εκ του επαγγέλματος του (άρθρο 315 παρ. 1 ΠΚ) αλλά και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 ΠΔ 1073/1981 και 3 παρ. 1, 2 του ΒΔ της 25.8.-5.9.1920, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 1 β' Ν 2943/1922 (βλ. ΑΠ 1743/04). Περαιτέρω, σύμφωνα με το ΠΔ 305/1996 "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια", Παράρτημα IV, μέρος Β, Τμήμα II, παρ. 5.1 "Οι πτώσεις από ύψος πρέπει να προλαμβάνονται, ιδίως μέσω στερεών κιγκλιδωμάτων με επαρκές ύψος που θα διαθέτουν τουλάχιστον ένα εμπόδιο στη στάθμη του δαπέδου, ένα χειρολισθήρα και ενδιάμεσο οριζόντιο στοιχείο, ή άλλο ισοδύναμο μέσο, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία". Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του ανωτέρω π.δ/τος, υποχρέωση για τη λήψη των ανωτέρω μέτρων έχουν τόσο ο κύριος του έργου, όσο και οι εργολάβοι και υπεργολάβοι. Παρόμοια, με τις ανωτέρω, είναι και η διάταξη του άρθρου 20 του π.δ/τος 778/1980 "Περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών", στην οποία ορίζεται, ότι "Φωταγωγοί, φρέατα ανελκυστήρων και εν γένει ανοίγματα επί των δαπέδων, δέον όπως προστατεύωνται είτε περιμετρικώς δι' ανθεκτικών κιγκλιδωμάτων ύψους τουλάχιστον ενός (1.00) μέτρον και θωρακίων ύψους δεκαπέντε εκατοστών (0,15) του μέτρου, είτε δια της πλήρους καλύψεως των δι' αμετακίνητου στερεού σανιδώματος πάχους δύο και ημίσεος εκατοστών (0,025) του μέτρου, ηλουμένου επί ανθεκτικού πλαισίου εκ ξύλινων λατακίων, είτε δια της τοποθετήσεως σιδηρού πλέγματος οπλισμού στερεουμένου εντός της πλακός κατά την κατασκευήν της". Το άρθρο 1 του ανωτέρω π.δ/τος 778/1980 ορίζει ότι "επί ανεγέρσεως κατεδαφίσεως κλπ οικοδομών ... τηρούνται υπό του κατά νόμον υπευθύνου του έργου και αι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων", τέτοιος δε υπεύθυνος του έργου, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης είναι και ο επιβλέπων το έργο μηχανικός (βλ. ΑΠ 751/1987 ΕλΔ 1988, ΑΠ 636/1993 Π.Χ. ΜΓ 412, ΕΑ 8950/03), καθώς και ο εργολάβος τμήματος του έργου (ΑΠ 629/06). Εξάλλου, στο ν. 1396/1983 "Υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές", ορίζονται τα ακόλουθα: "Άρθρο 3. Υποχρεώσεις εργολάβου και υπεργολάβου ολόκληρου του έργου. Ο εργολάβος και υπεργολάβος ολόκληρου του έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολικά ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται: 1. Να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο. 2. Να τηρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του νόμου αυτού. 3. Να εφαρμόζουν σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τη μελέτη μέτρων ασφαλείας, που ορίζεται στο άρθρο 6 του παρόντος. Άρθρο 5. Υποχρεώσεις εργολάβου και υπεργολάβου τμήματος του έργου. Ο εργολάβος και υπεργολάβος τμήματος του έργου είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται: 1. Να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν στο τμήμα του έργου που ανέλαβαν, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους. 2. Να τηρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του νόμου αυτού και αφορούν στο τμήμα του έργου που έχει αναλάβει. 3. Να εφαρμόζουν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τη μελέτη μέτρων ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 6 του παρόντος, εφόσον αφορά στο τμήμα του έργου το οποίο έχουν αναλάβει. Άρθρο 7. Υποχρεώσεις επιβλέποντος. Ο επιβλέπων, εκτός από τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από άλλες διατάξεις, έχει και τις ακόλουθες: 1. Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους. 2.... 3. Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει τις σχετικές οδηγίες. 4. Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται. 5. Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, στην περίπτωση του άρθρου 4 & 1 και 2 του παρόντος, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου". Στην προκείμενη περίπτωση, από την χωρίς όρκο κατάθεση των πολιτικώς εναγόντων, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσας δίκης, τη θεώρηση της φωτογραφίας, που επίσης αναφέρεται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Κατά το έτος 2002 η εταιρεία με την επωνυμία "ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε. - ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" προέβαινε, ως ανάδοχος -εργολάβος, στην εκτέλεση εργασιών ανέγερσης του "Κτιρίου Γραφείων της Εταιρείας Ανάπτυξης των Σταθμών Εξυπηρέτησης Αυτοκινήτων", που βρίσκεται στο 42,2 χλμ της .... Ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ2, πολιτικός μηχανικός, είχε διοριστεί (προσληφθεί) από την ως άνω εργολάβο εταιρεία ως εργοταξιάρχης, έχοντας, δηλαδή, αποδεχθεί το διορισμό του ήταν εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος - προστηθείς από αυτή κατά την εκτέλεση του έργου, με καθήκοντα το συντονισμό της εκτέλεσης των εργασιών από τα διάφορα συνεργεία, αλλά και τον έλεγχο της τήρησης των προβλεπόμενων απαραίτητων μέτρων ασφαλείας στο συγκεκριμένο εργοτάξιο. Εξάλλου, ο τρίτος κατηγορούμενος, Χ3, επίσης, πολιτικός μηχανικός, προστηθείς και αυτός από την ανωτέρω εργολάβο εταιρεία, ήταν Διευθυντής και επιβλέπων μηχανικός του όλου έργου: Με το από 20-11-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, η πιο πάνω εργολάβος εταιρεία ανέθεσε στον πρώτο κατηγορούμενο Χ1 και αυτός ανέλαβε, ως υπεργολάβος, την εκτέλεση των εργασιών τοιχοποιίας του προαναφερόμενου έργου. Κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των εν λόγω εργασιών, και συγκεκριμένα στις 16-12-2002, ο πρώτος κατηγορούμενος, υπεργολάβος - προστηθείς από την εργολάβο, προσέλαβε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας τον αλβανό υπήκοο ..., ηλικίας 21 ετών, προκειμένου να εργαστεί στο συνεργείο του ως ανειδίκευτος εργάτης. Την πρώτη αυτή ημέρα (16-12-2002), ο πρώτος κατηγορούμενος ανέθεσε στον πιο πάνω εργαζόμενο, να καθαρίσει τα μπάζα από το δεύτερο όροφο της οικοδομής, που είχε επιφάνεια μεγαλύτερη των 2.000 τ.μ., διότι επρόκειτο να αρχίσουν οι εργασίες τοιχοποιίας στον ανωτέρω όροφο. Όμως, ενώ ο ως άνω εργαζόμενος εκτελούσε την ανατεθείσα σ' αυτόν εργασία, αιφνιδίως έπεσε σ' ένα από τα υπάρχοντα φρεάτια διέλευσης ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων, διαστάσεων πλάτους 0,90 εκ., μήκους 4,50 μέτρων, που υπάρχουν στον όροφο αυτό και κατέληξε, μέσω αντίστοιχων παράλληλων φρεατίων, που υπάρχουν σε κάθε όροφο, στο δάπεδο του πρώτου υπογείου, που βρίσκεται σε βάθος 12 μέτρων περίπου, με αποτέλεσμα τον βαρύτατο τραυματισμό του. Ειδικότερα, αυτός υπέστη βαρείες κακώσεις κεφαλής, θώρακος και κοιλίας, εξ αιτίας των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος του στις 5-1-2003, στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας διακομίσθηκε του Νοσοκομείο ΚΑΤ, όπου μεταφέρθηκε αμέσως μετά τον τραυματισμό του (βλ. υπ' αριθμ. 72 έγγραφο του Νοσοκομείου ΚΑΤ και την από 9-1-2003 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας). Την επόμενη ημέρα του ατυχήματος (17-6-2002) διενεργήθηκε αυτοψία από Επιθεωρητές του Υπουργείου Εργασίας και συντάχθηκε η υπ" αριθμ. 637/2002 έκθεση αυτοψίας, στην οποία αναφέρεται, ότι "το ατύχημα συνέβη γιατί στο συγκεκριμένο σημείο, το φρεάτιο των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων δεν διέθετε προστασία έναντι πτώσης, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία...", ήτοι λόγω του ότι δεν είχαν ληφθεί τα απαραίτητα μέτρα προστασίας, που προβλέπονται στις ως άνω διατάξεις των π.δ/των 1073/1981 (άρθρο 40 παρ. 1) και 305/1996 (Παράρτημα IV, μέρος Β, Τμήμα II, παρ. 5.1), που ρητά αναφέρονται στην ως εν λόγω έκθεση αυτοψίας. Από τη συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού αποδεικνύεται, ότι ο κατά τον παραπάνω τρόπο επελθών θάνατος του ... οφείλεται σε αμέλεια των τριών κατηγορουμένων, ήτοι στην μη καταβολή από αυτούς της επιβαλλόμενης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών, που επικρατούν στις συναλλαγές, της κοινής πείρας και λογικής και της συνήθους πορείας των πραγμάτων, και την οποία προσοχή οι κατηγορούμενοι μπορούσαν να καταβάλουν, βάσει των προσωπικών τους περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων και κυρίως εξαιτίας του επαγγέλματος τους, ώστε να προβλέψουν και να αποφύγουν το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο, όμως, τελικώς από έλλειψη της προαναφερομένης προσοχής δεν προέβλεψαν (άνευ συνειδήσεως αμέλεια). Συγκεκριμένα, οι κατηγορούμενοι, ενώ όφειλαν και μπορούσαν να προβούν στη λήψη και τήρηση των απαραίτητων μέτρων ασφαλείας, που προβλέπονται από τις ως άνω διατάξεις των π.δ/των 1073/1981 (άρθρο 40 παρ. 1) και 305/1996 (Παράρτημα IV, μέρος Β, Τμήμα II, παρ. 5.1), σε συνδυασμό και με αυτές του π.δ/τος 778/1980 και του ν. 1396/1983, που επίσης αναφέρονται παραπάνω, αλλά και τις αντίστοιχες του π.δ/τος 609/1985 και 2229/2004, για την προστασία των εργαζομένων και τρίτων κατά την εκτέλεση οικοδομικών έργων, παρέλειψαν να εξασφαλίσουν το ένδικο φρεάτιο του δευτέρου ορόφου της συγκεκριμένης οικοδομής κατά του κινδύνου πτώσεως σ' αυτό κάποιου εργαζόμενου. Ειδικότερα, οι τρεις κατηγορούμενοι, με τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους, (ήτοι ο πρώτος εξ αυτών, ως υπεργολάβος, ο οποίος είχε προσλάβει και απασχολούσε τον θανόντα εργαζόμενο στο συνεργείο του), ο δεύτερος (Χ2), ως πολιτικός μηχανικός, που είχε διοριστεί (προσληφθεί) από την εργολάβο εταιρεία ως εργοταξιάρχης και ήταν εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος - προστηθείς από αυτή κατά την εκτέλεση του έργου, με καθήκοντα το συντονισμό της εκτέλεσης των εργασιών από τα διάφορα συνεργεία, αλλά και τον έλεγχο της τήρησης των προβλεπόμενων απαραίτητων μέτρων ασφαλείας στο συγκεκριμένο εργοτάξιο, (και ο τρίτος (Χ3), πολιτικός μηχανικός, ο οποίος ήταν Διευθυντής και επιβλέπων μηχανικός του όλου έργου), παρέλειψαν να κατασκευάσουν στο πιο πάνω φρεάτιο στερεά κιγκλιδώματα ή περιμετρικό στηθαίο ύψους ενός μέτρου από του δαπέδου με την τοποθέτηση σανίδας στο μεσοδιάστημα και σοβατεπί, ούτε και ασφάλισαν αυτό με οποιαδήποτε επικάλυψη ικανής αντοχής, αλλά το είχαν αφήσει τελείως ακάλυπτο, επί πλέον δε ο τρίτος παρέλειψε, να επιβλέψει, αν πράγματι είχαν εφαρμοστεί τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας. Είναι χαρακτηριστικό, ότι οι κατηγορούμενοι παρέλειψαν να προβούν και σε απλή τοποθέτηση ειδικότερης σήμανσης του φρεατίου, ενόψει του ότι δεν υπήρχαν τα ανωτέρω απαραίτητα μέτρα ασφαλείας και δεν είχαν αρχίσει οι εργασίες τοιχοποιίας. Σύμφωνα δε με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, υπεύθυνοι για τη διαρκή επίβλεψη και επιμέλεια της λήψης και τήρησης των ως άνω μέτρων ασφαλείας ήταν (τόσον ο πρώτος κατηγορούμενος ως υπεργολάβος) και ο δεύτερος κατηγορούμενος ως εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος της εργολάβου εταιρείας στην εκτέλεση του έργου, οι οποίοι όφειλαν διαρκώς να καθοδηγούν τον παθόντα σχετικά με τα απαιτούμενα στη συγκεκριμένη φάση των εργασιών μέτρα ασφαλείας, (όσο και ο τρίτος κατηγορούμενος ως διευθυντής του όλου έργου και επιβλέπων μηχανικός (ΑΠ 1029/08, ΑΠ 870/06, ΑΠ 382/01), όφειλαν δε όλοι, με βάση τις ανωτέρω ιδιότητες, να τηρούν όλα τα αναγκαία μέτρα για την ασφάλεια, την υγεία και τη σωματική ακεραιότητα των εργαζομένων. Παρ' όλα αυτά οι κατηγορούμενοι δεν φρόντισαν, όπως κάθε μετρίως συνετός άνθρωπος θα έπραττε και όπως οι ίδιοι μπορούσαν να πράξουν, λόγω των ιδιοτήτων τους, να προβούν, προς εξασφάλιση κατά πτώσεων εντός του φρεατίου των εργαζομένων, στην περίφραξη ή επικάλυψη αυτού, κατά τα οριζόμενα στις ως άνω οικείες διατάξεις, δοθέντος και του ότι το φρεάτιο, λόγω της θέσεως και των διαστάσεων αυτού, ήταν επικίνδυνο για τους εργαζόμενους στην οικοδομή. Έτσι, εξ αιτίας των πιο πάνω παραλείψεων των κατηγορουμένων, επήλθε το συγκεκριμένο αποτέλεσμα, ήτοι η πτώση του ...στο φρεάτιο και ο θανάσιμος τραυματισμός του, τον οποίο οι κατηγορούμενοι εξ αιτίας της αμέλειας τους δεν προέβλεψαν. Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων, ότι είχαν ληφθεί από αυτούς τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας, συνιστάμενα στην ύπαρξη κάθετων σιδήρων (μπετόβεργων), που είχαν τοποθετηθεί στην πλάκα με διάτρηση αυτής, αλλά και πλέγματος, που όμως αφαιρέθηκαν την ημέρα του ατυχήματος από τεχνικό συνεργείο της εργολάβου εταιρείας, διότι επέκειτο η έναρξη των εργασιών τοιχοποιίας στο συγκεκριμένο φρεάτιο, καθώς και οι σχετικές καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, αναιρούνται πλήρως από την υπ' αριθμ. 637/2002 έκθεση αυτοψίας των Επιθερωτητών του Υπουργείου Εργασίας ... και ..., στην οποία σαφώς αναφέρεται, ότι δεν είχαν ληφθεί τα απαραίτητα μέτρα προστασίας, που προβλέπονται στις σχετικές διατάξεις των π.δ/των 1073/1981 (άρθρο 40 παρ. 1) και 305/1996 (Παράρτημα IV, μέρος Β, Τμήμα II, παρ. 5.1), χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε μνεία για προηγούμενη τοποθέτηση αυτών και αφαίρεση τους στη συνεχεία, με βάση τις σχετικές ενδείξεις στα σημεία, όπου κατά τους κατηγορουμένους ήσαν εμπηγμένα τα σίδερα. Η μη λήψη των ως άνω αναγκαίων μέτρων ασφαλείας ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι δεν είχαν λάβει αντίστοιχα μέτρα ασφαλείας και στους λοιπούς ορόφους, οπωσδήποτε δε στον πρώτο όροφο και στο ισόγειο, όπως τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι ο παθών κατά την πτώση του κατέληξε από το δεύτερο όροφο στο υπόγειο της οικοδομής, ενώ, σε περίπτωση που είχαν ληφθεί μέτρα ασφαλείας στον πρώτο όροφο και στο ισόγειο της οικοδομής, η πτώση του θα σταματούσε στα ανωτέρω επίπεδα της οικοδομής και δεν θα έπεφτε στο υπόγειο. Τα ανωτέρω προκύπτουν και από τις καταθέσεις των δύο πολιτικώς εναγόντων Ψ1 και Ψ2, οι οποίοι κατέθεσαν, ότι μετέβησαν την επόμενη ημέρα στο σημείο, όπου έπεσε ο αδελφός τους, και διαπίστωσαν, ότι δεν είχαν ληφθεί τα ανωτέρω μέτρα ασφαλείας. Συγκεκριμένα κατέθεσαν, ότι δεν υπήρχε "ούτε πλέγμα ούτε σύρμα... πουθενά δεν υπήρχαν μέτρα ασφαλείας... δεν ήταν πατωμένα τα κενά με ξύλα... είχε και άλλα φρεάτια, κανένα δεν είχε μέτρα ασφαλείας" (ο πρώτος), και ότι "πήγαμε στην οικοδομή... ακαθάριστη πλάκα με μπάζα και χαρτιά ήταν, χτιζόταν περιφερειακά και όχι το συγκεκριμένο άνοιγμα. Σε όλους τους ορόφους ήταν το ίδιο άνοιγμα. Σε κανένα όροφο δεν ήταν περιτοιχισμένο το φρεάτιο αυτό" (ο δεύτερος). Τα ίδια ακριβώς κατέθεσαν οι ανωτέρω πολιτικώς ενάγοντες και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ενόψει των πιο πάνω στοιχείων, οι εγγραφές του τηρούμενου από τον τρίτο κατηγορούμενο "Ημερολόγιο Μέτρων Ασφαλείας" κατά τις επικαλούμενες ημερομηνίες 14-10-2002, 30-10-2002, 15-11-2002, 22-11-2002 (δύο εγγραφές), 25-11-2002, 2-12-2002, 6-12-2002 και 11-12-2002, όπου γίνονται διάφορες διαπιστώσεις και υποδείξεις, όπως "Υπάρχει κίνδυνος πτώσεως περιμετρικά των ορόφων του κτιρίου - Να κατασκευαστούν κουπαστές ύψους 1,20 μέτρων περιμετρικά των ορόφων του κτιρίου και να τοποθετηθεί ταινία σήμανσης" (14-10-2002), "έγινε επιθεώρηση των μέτρων ασφαλείας έναντι πτώσεως (κουπαστές, κιγκλιδώματα, καλύμματα οπών) και αυτά κρίθηκαν ικανοποιητικά" (30-12-2002), "έγινε γενική επιθεώρηση των μέτρων ασφαλείας και διαπιστώθηκε ότι αυτά είναι ικανοποιητικά - Να γίνεται συχνός οπτικός έλεγχος των Μ.Α. λόγω των έντονων καιρικών φαινομένων, να διακόπτεται η λειτουργία του οικοδομικού γερανού όταν επικρατούν ισχυροί άνεμοι" (11-12-2002), δεν μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετική κρίση, ενόψει μάλιστα του ότι το περιεχόμενο των σχετικών εγγραφών είναι γενικό και δεν προκύπτει με βεβαιότητα, ότι αυτό αφορά στη λήψη των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας περιμετρικά των πολλών φρεατίων που υπήρχαν σε κάθε όροφο και, ειδικότερα, στο συγκεκριμένο φρεάτιο του δευτέρου ορόφου. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται πλήρως η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που αποδίδεται στους κατηγορουμένους, οι οποίοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για την ως άνω πράξη, απορριπτομένου ως αβασίμου του αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού του τρίτου κατηγορουμένου. Ωστόσο, πρέπει να αναγνωριστεί στους κατηγορουμένους το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (αρθρ. 84 παρ. 2α ΠΚ). (Το αίτημα του πρώτου κατηγορουμένου, να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη, για να διαπιστωθεί, αν το Ημερολόγιο Μέτρων Ασφαλείας είναι πλαστό, ενόψει του ισχυρισμού του δευτέρου κατηγορουμένου στην απολογία του, ότι ορισμένες εγγραφές έγιναν μετά το ατύχημα, είναι απορριπτέο, αφού ο σχετικός ισχυρισμός δεν ενισχύεται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν συνιστά πλαστογραφία η επικαλούμενη συμπλήρωση από τον ίδιο τον εκδότη του εγγράφου, εφόσον ουδόλως γίνεται επίκληση, ότι πριν από τη συμπλήρωση είχαν αποκτήσει δικαιώματα, εκ του εγγράφου αυτού, τρίτοι. Ως εκ τούτου, δεν συντρέχει περίπτωση διαβίβασης του ανωτέρω ημερολογίου και αντιγράφου των πρακτικών της δίκης στον εισαγγελέα, ενόψει μάλιστα και της εγχειρίσεως του ανωτέρω ημερολογίου κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση στις 31-10-2003.
Με αυτά που δέχθηκε το κατ' έφεση δίκασαν δικαστήριο, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην απόφαση του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια παρά υπόχρεου, για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, τα οποία αναφέρει κατ' είδος, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά ή να αξιολογούνται χωριστά ή να συγκρίνονται μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα του κάθε αποδεικτικού μέσου. Ειδικότερα, και αναφορικά με τον λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως του δεύτερου αναιρεσείοντα Χ2 περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, στο σκεπτικό αυτής διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά, τα θεμελιωτικά της υποστάσεως (αντικειμενικής και υποκειμενικής) του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του εν λόγω αναιρεσείοντα με την προαναφερθείσα ιδιότητα του, ήτοι του πολιτικού μηχανικού, που είχε προσληφθεί από την εργολάβο εταιρία ως εργοταξιάρχης και ήταν εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος-προστηθείς από αυτή κατά την εκτέλεση του έργου, με καθήκοντα το συντονισμό της εκτέλεσης των εργασιών από τα διάφορα συνεργεία, αλλά και τον έλεγχο της τήρησης των προβλεπομένων απαραιτήτων μέτρων ασφαλείας στο συγκεκριμένο εργοτάξιο, (και οι Χ1, ως υπεργολάβος, ο οποίος είχε προσλάβει και απασχολούσε τον θανόντα εργαζόμενο στο συνεργείο του και ο Χ3, ως πολιτικός μηχανικός, ο οποίος ήταν διευθυντής και επιβλέπων μηχανικός του όλου έργου), του οποίου (αναιρεσείοντα) εξειδικεύεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση με βάση τις ως άνω ιδιότητές του, και η διαπιστωθείσα παράλειψη της υποχρεώσεως του αναφορικά με το επελθόν αποτέλεσμα, ενώ εκτίθεται από πού προκύπτει η υποχρέωση του αναιρεσείοντα, με την προαναφερθείσα ιδιότητά του, να τοποθετήσει στο φρεάτιο στερεά κιγκλιδώματα ή περιμετρικό στηθαίο, ύψους ενός μέτρου από του δαπέδου, και από την παράλειψη της υποχρεώσεως αυτής έγινε υπαίτιος του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ), που προτείνει ο δεύτερος των αναιρεσειόντων Χ2, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως καθώς και ο λόγος αναιρέσεως του προσθέτου δικογράφου του τρίτου αναιρεσείοντα Χ3, να απορριφθούν, καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 12/5/2010, 21/5/2010 και 21/5/2010 αιτήσεις των Χ1, Χ2 και Χ3, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1125/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, μαζί με τους από 28/7/2010 πρόσθετους λόγους του αναιρεσείοντα Χ3. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Σεπτεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από αμέλεια (πτώση σε οικοδομή Αλβανού εργαζόμενου) δύο πολιτικών μηχανικών και ενός υπεργολάβου. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως: Α) για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ) εκ του λόγου ότι α) δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την σύνθεση του δικαστηρίου, και β) εκ του ότι δέχθηκε παρανόμως την παράσταση πολιτικής αγωγής (άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ), διότι ο δικηγόρος που εκπροσώπησε τους γονείς και τους αδελφούς του θανόντος δεν είχε την απαιτούμενη εξουσιοδότηση με βεβαίωση του γνησίου των υπογραφών, γ) εκ του ότι το δικαστήριο δέχθηκε παρανόμως την πολιτική αγωγή, όσον αφορά τα αδέλφια του θανόντος (άρθρ. 171 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ). Ορθά η προσβαλλόμενη εφάρμοσε, εν όψει της Αλβανικής ιθαγένειας του θανατωθέντος και των οικείων του, τις διατάξεις του Αλβανικού Αστικού Κώδικα για τον προσδιορισμό των "μελών της οικογένειας", και δη τα άρθρα 192 και 360 αυτού που προβλέπουν για τη διατροφή και κληρονομική διαδοχή (αναλογικά, αφού στον Αλβανικό Νόμο δεν προβλέπεται ο θεσμός της χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη, ούτε προσδιορίζεται ποια πρόσωπα αποτελούν την "οικογένεια"), Β) Για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που προβάλλεται από τον 2° αναιρεσείοντα, διότι η προσβαλλόμενη στο σκεπτικό της διαλαμβάνει τα πραγματικά περιστατικά, τα θεμελιωτικά της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του εν λόγω αναιρεσείοντα υπό την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού, εξειδικεύεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση με βάση την ιδιότητα του και η διαπιστωθείσα παράλειψη της υποχρεώσεως του αναφορικά με το αποτέλεσμα. Απορριπτέος ως αβάσιμος και ο πρόσθετος λόγος του 3ου αναιρεσείοντα για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθόσον με την αναφορά του εγγράφου με αύξοντα αριθμό και στοιχεία, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα του. Απορρίπτεται η αναίρεση στο σύνολο της.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 1576/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δημητρούλα Υφαντή-Εισηγήτρια, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δημήτριο Κράνη και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Τούμπα, για αναίρεση της 7168/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ του Δημοσθένους, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ασημάκη Φατούρο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαρτίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 587/2010.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης της Χ κατά της υπ'αριθ.7168/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών με την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε κατ'έφεση σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών για το αδίκημα της υπεξαίρεσης κατ'εξακολούθηση ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα κατ'αρθρ.473 παρ.2 του ΚΠΔ με επίδοση της στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 31-3-2010, μετά την καταχώριση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στις 15-3-2010 στο προς τούτο τηρούμενο ειδικό βιβλίο (βλέπετε την από 15-3-2010 βεβαίωση του Εφετείου Αθηνών).
ΙΙ. Η αναίρεση περιέχει ως λόγους παραδεκτούς: 1)την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και 2) την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.
ΙΙΙ. Η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης όταν σ'αυτή εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί, υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Προς τούτοις, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ.170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απάντησης σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης όπως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των εις την απόφαση του αναφερόμενων κατ'είδος αποδεικτικών μέσων δέχθηκε τα εξής: " Από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε, ότι η κατηγορουμένη έχει τελέσει τις πράξεις που της αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη. Κατ'αρχάς το Δικαστήριο κρίνει ότι η μάρτυρας που προτάθηκε από την πλευρά της πολιτικής αγωγής Ρ, δικηγόρος, παραδεκτά καταθέτει δεδομένου ότι προς τούτο υπέβαλε στο δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών αίτηση για να λάβει άδεια κατά το άρθρο 49 του Κώδικα περί Δικηγόρων με αριθμό πρωτοκόλλου ... και αυτή έγινε δεκτή. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη κατά το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο 2002 μέχρι Μάρτιο έτους 2004 και ενώ είχε την ιδιότητα της δικαστικής επιμελήτριας έλαβε εντολή προς είσπραξη απαίτησης, εισέπραξε, αλλά δεν απέδωσε το σύνολο των εισπραχθέντων. Ειδικότερα, στις 20-9-2002 ο Ψ δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Τ παρέδωσε στην κατηγορουμένη το με αριθμό 547/2002 πρώτο απόγραφο εκτελεστό της υπ'αρ.5795/1998 αποφάσεως που είχε εκδοθεί σε βάρος της οφειλέτιδας του Ψ, κατοίκου ... με επιταγή προς πληρωμή του συνολικού ποσού των 14.067, 42€, προκειμένου αυτή να προβεί ως επιμελήτρια στις νόμιμες ενέργειες προς είσπραξη της απαίτησης. Η Πκατέβαλε στην κατ/νη στις 13-12-2002 το ποσόν των 2.000 ευρώ, σχετικά δε συντάχθηκε ιδιόγραφη απόδειξη την οποία και υπέγραψε η κατ/νη. Η ίδια οφειλέτις κατέβαλε για την ανωτέρω αιτία στο λογαριασμό της κατ/νης στις 26-2-2003 το ποσόν των 2.000 €, στις 27-3-2003 το ποσό των 2.000 € και στις 27-1-2003 το ποσόν των 3.000 €, όπως σαφώς αποδεικνύεται από τα γραμμάτια είσπραξης της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ με αριθμούς αντιστοίχως Ε26307, Ε 16373 και Ε 19954, συνολικά λοιπόν η Π κατέβαλε 9.000 €. Απέδωσε, δε στον Τ και για λογαριασμό του εντολέα του τελευταίου Ψ το ποσόν 2.300 ευρώ, σχετικά δε συντάχθηκε απόδειξη ιδιόχειρη που φέρει ημερομηνία 28-1-2003 και κατέβαλε για την ίδια αιτία στον υπάλληλο του Ψ στις 13-12-2002 το ποσό των 1.700 €, συνολικά 4.000 €. Παρά την πολυετή συνεργασία μεταξύ κατ/νης και δικηγόρου Τ η πρώτη μετά τα ανωτέρω έπαυσε να εμφανίζεται σε αυτόν, δεν απαντούσε ούτε στις τηλεφωνικές κλήσεις του δικηγόρου. Αργότερα, ο Τ απευθύνθηκε με την υπ'αρ.πρωτοκόλλου 20634/28-11-2003 αίτησή του στον Σύλλογο Δικαστικών Επιμελητών Αθηνών διαμαρτυρόμενος για την κατ/νη ότι δεν μπορεί να την ανεύρει παρά τις προσπάθειές του για να του αποδώσει το απόγραφο της υπ'αρ.5797/98 αποφάσεως. Σε μεταγενέστερο χρόνο η κατ/νη επέστρεψε το απόγραφο αφήνοντάς το κάτω από την πόρτα του γραφείου του Τ, χωρίς όμως να αποδώσει και τα υπόλοιπα χρήματα των 5.000 € που είχε λάβει από την Π, όπως με πειστικότητα κατέθεσαν ο Τ και η Ρ, αλλά και ο Ψ. Η εμφανισθείσα από την κατηγορουμένη ιδιόγραφη απόδειξη σύμφωνα με την οποία αυτή στις 28-3-2003 παρέδωσε στον Τ το ποσόν των 5.000 € αποδείχθηκε ότι έχει συντάξει ως προς το περιεχόμενο από την κατηγορουμένη σε χαρτί που της είχε δώσει στο παρελθόν ο Τ, λόγω της πολυετούς συνεργασίας τους. Τούτο αποδεικνύεται τόσο λόγω της διαφορετικότητας της μονογραφής του Τ στις λοιπές αποδείξεις εισπράξεως χρημάτων από αυτόν, όσο και από την πειστικότητα του μάρτυρα αυτού Τ αλλά και της συνεργάτιδός του μάρτυρος Ρ. Άλλωστε η απόδειξη αυτή εμφανίσθηκε μετά την αναφορά που υπέβαλε σε βάρος της κατ/νης ο Ψ στο Σύλλογο Δικαστικών Επιμελητών Αθηνών με αριθμό 21074/9-3-2004. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η κατ/νη εισέπραξε 9.000 ευρώ, απέδωσε 4.000 € και εν γνώσει της ιδιοποιήθηκε παρανόμως το ποσόν των 5.000 €. Για τους ανωτέρω λόγους είναι απορριπτέα και η ένσταση εξόφλησης που προέβαλε η κατ/νη ως αυτοτελή ισχυρισμό." Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της αναγκαίας κατά τα προαναφερθέντα αιτιολογίας, αφενός διότι δεν ελήφθησαν υπόψη και δεν αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα οι καταθέσεις του μηνυτή και πολιτικώς ενάγοντος Ψ, και των μαρτύρων Π1, Π και Π2, ενώ λήφθηκαν υπόψη επιλεκτικά ως πειστικές μόνο οι καταθέσεις των μαρτύρων ΣΤ και ΡΤ [σκέλη Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ] και αφετέρου διέλαβε στο σκεπτικό της πραγματικά περιστατικά χωρίς την παράθεση των αποδείξεων από τις οποίες αυτά προέκυψαν (ημέρα παράδοσης στην κατηγορουμένη του 547/2002 πρώτου απογράφου εκτελεστού της 5795/1998 αποφάσεως 20.9.2002) και αντιφατικές παραδοχές και αιτιολογίες, αφού δέχεται το μεν νόθευση του περιεχομένου της ένδικης αποδείξεως και όχι της σφραγίδας και της υπογραφής του Τ το δε διαφορετική μονογραφή του Τ (δηλ. πλαστή) [σκέλος Ζ]. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ως προς όλα τα πιο πάνω σκέλη του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί με τις πιο πάνω παραδοχές της όπως αναλυτικά προαναφέρθηκαν, η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 375 παρ. 1 του ΠΚ που εφάρμοσε.
Ειδικότερα ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας: α) μνημονεύονται κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση και δεν απαιτούνταν αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, προκύπτει όμως με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα στο σύνολο τους και όχι μόνο μερικά από αυτά, επομένως και τις καταθέσεις των μαρτύρων Π1, Π και Π2, ενώ δεν ήταν απαραίτητη η αιτιολόγηση γιατί κρίθηκαν πειστικές οι καταθέσεις των μαρτύρων Τ και Ρ, β) η κατάθεση του μηνυτή - πολιτικώς ενάγοντος Ψ δεν αναφέρεται μεν στο προΐμιο του σκεπτικού της αποφάσεως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει όμως με βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη από δικαστήριο, αφού μνημονεύεται ρητά στη σελ. 20 (όπως με πειστικότητα κατέθεσαν οι ... αλλά και ο Ψ) [η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος είναι μεν διάδικος κατά την ποινική διαδικασία, είναι όμως και βασικός μάρτυρας κατηγορίας, δεν αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου και συνιστά μαρτυρία, δεν είναι δε αναγκαίο, ως τέτοια, να μνημονεύεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, ειδικότερα όταν προκύπτει με βεβαιότητα, από το όλο περιεχόμενο αυτής (αιτιολογίας), [όπως εν προκειμένω] ότι λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο και η κατάθεση του (ΑΠ 457/2010, 51/2010, 54/2010). Τέτοια δε βεβαιότητα σαφώς υφίσταται όταν το Δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του και στα περιεχόμενα στην κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος δυσμενή για τον κατηγορούμενο πραγματικά περιστατικά [όπως στην προκειμένη περίπτωση] (ΑΠ 1788/2008), γ) παρατίθενται οι αποδείξεις που στηρίζουν την παραδοχή ότι στις 20.9.2002 παρέδωσε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Τ στην κατηγορουμένη το 547/2002 πρώτο απόγραφο εκτελεστό της 5795/1998 αποφάσεως, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε στο ακροατήριο από την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη (ως στοιχείο της εναντίον της κατηγορίας) και δ) η παραδοχή της αποφάσεως σε σχέση με την εμφανισθείσα από την κατηγορουμένη ιδιόγραφη απόδειξη καταβολής στο Τ, στις 28.3.2003, ποσού 5000 ευρώ είναι σαφής και πλήρης, χωρίς αντιφάσεις. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις, κατά το μέρος που με την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικούς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες (ΑΠ 18/2010, 54/2010).
2. Ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (αρθρ. 171 παρ. 1 στοιχ. δ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ) εκ του ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο που δεν αναγνώστηκε στο ακροατήριο και συγκεκριμένα την 3085/13.3.2009 αίτηση της Ρ προς το ΔΣΑ και επέτρεψε την εξέταση της ως μάρτυρα παρά τις αντιρρήσεις της, χωρίς να προκύπτει απόφαση του Δ.Σ. του ΔΣΑ, αλλά απλώς η αναφορά "ναι" με σφραγίδα και υπογραφή του Προέδρου (σκέλη Α και Β) και την από 11.1.2010 εξώδικη πρόσκληση - δήλωση γνωστοποίησης μαρτύρων του πολιτικώς ενάγοντος Ψ(αρθρ. 326 ΚΠΔ) προς την αναιρεσείουσα που δεν περιλαμβάνεται στα αναγνωστέα έγγραφα (σκέλος Γ), στερώντας της έτσι τα υπερασπιστικά της δικαιώματα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, και ειδικότερα: α) Κατά το Α σκέλος του, διότι από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης (σελίδα 3) σαφώς προκύπτει ότι από το συνήγορο της πολιτικής αγωγής "προσκομίσθηκε στο δικαστήριο και αναγνώστηκε η 3085/13.3.2009 αίτηση της Ρ προς τον Πρόεδρο του ΔΣΑ, καθώς και η από 16.3.2009 σχετική απάντηση", β) Κατά το Β σκέλος του, διότι από το σκεπτικό της αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη την αναγνωσθείσα στο ακροατήριο αίτηση της ανωτέρω προς τον Πρόεδρο του ΔΣΑ και τη θετική απάντηση αυτού και βάσει αυτών έκρινε παραδεκτή την κατάθεση της μάρτυρος Ρ, απαντώντας έτσι και αιτιολογημένα στη σχετική αντίθετη ένσταση της κατηγορουμένης [Η αιτίαση ότι έπρεπε κατά το άρθρο 49 του ΝΔ 3026/1954, να υπάρχει άδεια του Δ.Σ. του ΔΣΑ και όχι του Προέδρου γιατί δεν επρόκειτο για κατεπείγουσα περίπτωση (αφού η δίκη είχε προσδιοριστεί για 26.3.2009 και προφανώς μπορούσε το Δ.Σ. να συνέλθει και να αποφασίσει σχετικά) είναι επίσης απαράδεκτη, διότι το κατεπείγον η μη κρίνεται από τα όργανα του ΔΣΑ, σύμφωνα με τις εσωτερικές του λειτουργίες και όχι από το δικαστήριο] και γ) Κατά το Γ σκέλος του, διότι από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη την από 11.1.2010 εξώδικη πρόσκληση - δήλωση γνωστοποίησης μαρτύρων του πολιτικώς ενάγοντος Ψ (αρθρ. 326 ΚΠΔ) προς την κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα, η οποία δεν καταχωρήθηκε μεν στον κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά (σελ. 9), προέκυψε όμως από τα άλλα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα: έγινε ρητή επίκληση αυτής τόσο από τον πολιτικώς ενάγοντα Ψ, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ασημάκη ΦΑΤΟΥΡΟΥ, ο οποίος αμέσως μετά την εκφώνηση από τον Πρόεδρο του ονόματος της κατηγορουμένης "δήλωσε στο δικαστήριο ότι σύμφωνα με την ... έκθεση επιδόσεως γνωστοποίησε ως μάρτυρα κατηγορίας την Ρ, το όνομα της οποίας εκφώνησε ο Πρόεδρος και βρέθηκε παρούσα", όσο και από την κατηγορουμένη και ήδη αναίρεσείουσα δια του συνηγόρου της, ο οποίος στην προβληθείσα ένσταση περί μη επιτρεπτού της εξέτασης της μάρτυρος ρητά αναφέρει "...με την από 11.1.2010 εξώδικη γνωστοποίηση μαρτύρων κοινοποιηθείσα σε μένα... κλπ". Επομένως, η κατηγορουμένη δεν στερήθηκε τα εκ του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ δικαιώματα της και ως εκ τούτου δεν δημιουργήθηκε καμία ακυρότητα.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-3-2010 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ'αριθ.7168/26-1-2010 τελεσίδικης απόφασης του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Καταδικάζει επίσης την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος που ανέρχονται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Σεπτεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Οκτωβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση. 1) Η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 § 1α, 27 § 1 και 375 § 1 ΠΚ που εφάρμοσε, και 2) η κατηγορουμένη δεν στερήθηκε τα εκ του άρθρου 171 § 1δ ΚΠΔ δικαιώματά της και ως εκ τούτου δεν δημιουργήθηκε καμία ακυρότητα.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 1575/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δημητρούλα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δημήτριο Κράνη και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοχάρη Δαλακούρα, περί αναιρέσεως της 248/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 454/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του Χ, κατά της υπ' αριθμ. 248/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών για το αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση (άρθρ. 216 §1 ΠΚ), ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα κατ' άρθρ. 473 §2 ΚΠΔ με επίδοσή της στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 19-3-2010 μετά την καταχώριση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στις 1-3-2010 στο προς τούτο τηρούμενο ειδικό βιβλίο (βλέπετε την από 1-3-2010 βεβαίωση του γραμματέα του Εφετείου Θράκης).
II. Η αναίρεση περιέχει ως λόγους παραδεκτούς: 1) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, 2) έλλειψη ακροάσεως (άρθρ. 510 §1 στοιχ. δ' και β' ΚΠΔ).
III. Η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ, 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσης, όταν σ' αυτή εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί, υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Προς τούτοις, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ. 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απάντησης σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης όπως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, το Εφετείο ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των εις την απόφασή του αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε τα εξής:
"Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, κατηγορίας και υπερασπίσεως, την απολογία του κατηγορουμένου, από τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως αποδείχθηκε ότι: Στις αρχές του έτος 1999, ο Σ, πρώτος παραπάνω μάρτυρας, ο οποίος ήταν συνιδιοκτήτης οικοπέδου που βρίσκεται στην ... επί της οδού ..., επί του οποίου επρόκειτο να αναγερθεί οικοδομή με το σύστημα της αντιπαροχής από τον εργολάβο Φ, δεύτερο παραπάνω μάρτυρα, ανέθεσε στον κατηγορούμενο δικηγόρο ... τον χειρισμό της όλης υπόθεσης που αφορούσε απαλλοτρίωση λόγω ρυμοτομίας κατ' εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου ..., με βάση την οποία το οικόπεδο του Σ και των τέκνων του, βαρυνόταν με αποζημίωση τρίτων, μεταξύ δε των νομικών ενεργειών που του ανέθεσε ήταν και ο καθορισμός της προσωρινής τιμής μονάδας της αποζημιώσεως με την οποία βαρυνόταν το παραπάνω οικόπεδο. Ο κατηγορούμενος όμως παρότι ανέλαβε τον χειρισμό της υπόθεσης αυτής δεν προέβη σε καμία ενέργεια, καθησύχαζε δε τον εντολέα του Σ, ο οποίος διαμαρτυρόταν για την καθυστέρηση, με διάφορες προφάσεις. Τον Νοέμβριο του 2002, όταν ο τελευταίος τον ενόχλησε πιεστικά για την πορεία της υποθέσεώς του, ο κατηγορούμενος κατάρτισε ο ίδιος δικαστική απόφαση με περιεχόμενο τον προσωρινό καθορισμό της παραπάνω αποζημίωσης, την οποία απόφαση φέρεται ότι εξέδωσε, κατόπιν της από 18-10-2001 αιτήσεως του Σ κατά της ... κ.α. η Πρωτοδίκης του Πρωτοδικείου Ξάνθης Φ, στις 14-5-2002, κατά την ειδική διαδικασία και ότι έλαβε αριθμό απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης 150/2002, την απόφαση δε αυτή, η οποία είναι εξ ολοκλήρου πλαστή παρέδωσε στον προαναφερόμενο εργολάβο Φ, με τον οποίο ο κατηγορούμενος διατηρούσε και προσωπική σχέση και ο οποίος επίσης τον πίεζε να εκτελέσει την εντολή που ανέλαβε, προκειμένου να την παραδώσει στον Σ και να τον πείσει έτσι ότι είχε εκτελέσει την εντολή του, όπως και πράγματι αρχικά τον έπεισε. Στη συνέχεια όμως ύστερα από επαφές του με τους δικαιούχους της αποζημίωσης, ο Σ πληροφορήθηκε ότι δεν είχε εκδοθεί η απόφαση που του εμφάνισε ο κατηγορούμενος, προκειμένου δε να βεβαιωθεί σχετικά, ζήτησε με την από 21-7-2006 αίτηση του προς το Πρωτοδικείο Ξάνθης να πληροφορηθεί αν είχε εκδοθεί η παραπάνω απόφαση και με το με αριθ. πρωτ. 729/21-7-2006 έγγραφο της η Γραμματέας του Πρωτοδικείου αυτού τον ενημέρωσε ότι δεν εκδόθηκε απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης ειδικής διαδικασίας με αριθμό 150/2002 και διαδίκους τον ίδιο ως αιτούντα και τους αντιδίκους του. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το εγχειρισθέν στο μάρτυρα Σ έγγραφο δεν αποτελούσε αντίγραφο της 150/2002 απόφασης αλλά σχέδιο απόφασης προκειμένου να το χρησιμοποιήσει αυτός για την κατάρτιση συμβιβασμού κρίνεται ελάχιστα πειστικός αφού σε περίπτωση αποδοχής αυτού ως αληθινού δεν υπήρχε λόγος να διαλαμβάνεται στο εν λόγω σχέδιο ούτε ο αριθμός της απόφασης, ούτε το όνομα του δικαστή που φέρεται ότι είχε δικάσει την υπόθεση του ως άνω μάρτυρα ούτε τέλος καθορισμός της ανά τ. μ. αξίας της απαλλοτριωθείσας έκτασης, το δικαστικό προσδιορισμό της οποίας είχε αναθέσει στον κατηγορούμενο. Σύμφωνα με τα παραπάνω ο τελευταίος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας με χρήση, υπό την, και πρωτοδίκως αναγνωρισθείσα ελαφρυντική περίσταση του άρθ. 84 §2α ΠΚ, αθώος όμως της αποδιδόμενης σ' αυτόν με το κατηγορητήριο πράξης της απιστίας δικηγόρου καθόσον δεν αποδείχθηκε η από τη διάταξη του άρθρου 233 ΠΚ απαιτούμενη για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης αυτής προϋπόθεση της επέλευσης βλάβης στα συμφέροντα του εντολέα του πρώτου μάρτυρα κατηγορίας Σ (ΑΠ 217/88 ΠΧ ΛΗ 509, ΑΠ 999/88 ΠΧ ΛΗ 973) αφού και ο ίδιος ως άνω εντολέας καταθέτει "Δεν ζημιώθηκα, δεν πλήρωσα αμοιβή στον κατηγορούμενο". Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η καταδικαστική κρίση του δικαστηρίου, οι δε παρατιθέμενες στην απόφαση σκέψεις και νομικοί συλλογισμοί σχετικά με την εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη παρουσιάζουν σοβαρά κενά και ειδικότερα: α) δεν αναφέρονται συγκεκριμένα περιστατικά και στοιχεία σχετικά τόσο με την πράξη της πλαστογραφίας, όσο και με την επιβαρυντική περίσταση της χρήσεως του πλαστού εγγράφου, β) δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτουν η δυνατότητα παραπλάνησης άλλου, οι έννομες συνέπειες που μπορούσε να έχει η χρήση του πλαστού εγγράφου και ποιο ήταν το σκοπούμενο όφελος ή η βλάβη, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται βέβαιο ότι ελήφθησαν υπόψη οι καταθέσεις όλων των μαρτύρων και κυρίως του εντολέα του Σ, ο οποίος δήλωσε στο δικαστήριο ότι δεν υπέστη ζημία, γ) δεν καθίσταται σαφές αν ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο η 1/2004 απόφαση του Μον. Πρωτ/κείου Ξάνθης, η οποία δεν περιλαμβάνεται στα αναγνωστέα έγγραφα, μολονότι κατετέθη νομοτύπως και εγκαίρως από τους συνηγόρους του και επισημάνθηκε δεόντως στις αγορεύσεις τους και δ) δεν γίνεται καμία αναφορά στην υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, δηλαδή στοιχεία που να θεμελιώνουν τη γνώση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και τη θέληση πραγματώσεως αυτών, καθώς και το σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ο λόγος αυτός ως προς όλα τα σκέλη του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση με τις προαναφερθείσες επί της ουσίας παραδοχές της, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 και 216 παρ. 1 του ΠΚ. Ειδικότερα, ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο τρόπος με τον οποίο αυτός (αναιρεσείων) τέλεσε την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, με τις παραδοχές ότι "το Νοέμβριο του 2002, όταν ο Σ τον ενόχλησε πιεστικά για την πορεία της υποθέσεως που του είχε αναθέσει [απαλλοτρίωση, λόγω ρυμοτομίας κατ' εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου Ξάνθης, οικοπέδου συνιδιοκτησίας Σ και των τέκνων του, καθορισμός προσωρινής τιμής μονάδος κλπ] κατάρτισε ο ίδιος την 150/2002 πλαστή δικαστική απόφαση, με περιεχόμενο τον προσωρινό καθορισμό της τιμής αποζημιώσεως του οικοπέδου του, θέτοντας σ' αυτή αριθμό ..... κλπ, την οποία (πλαστή απόφαση) παρέδωσε εν συνεχεία στον εργολάβο Φ, προκειμένου να την παραδώσει στον εντολέα του Σ και να τον πείσει έτσι ότι (ως δικηγόρος) εκτέλεσε την εντολή του, όπως και πράγματι αρχικά τον έπεισε", β) προσδιορίζονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η δυνατότητα παραπλάνησης άλλου και οι έννομες συνέπειες που μπορούσε να έχει η χρήση του πλαστού εγγράφου (και είχε), με τις παραδοχές ότι, την 150/2002 πλαστή δικαστική απόφαση με το προαναφερόμενο περιεχόμενο την παρέδωσε, μέσω του εργολάβου Φ, στον εντολέα του Σ, προκειμένου (με σκοπό) να τον πείσει (κατόπιν παραπλάνησης) ότι εκτέλεσε την εντολή του, με συνέπεια να πείσει πράγματι αρχικά αυτόν, σαφώς δε προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και οι καταθέσεις όλων των μαρτύρων, γ) από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία κατά το άρθρο 141 παρ. 3 του ΚΠΔ "ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 140 και με αυτό το άρθρο" (αποτελούν πλήρη απόδειξη μη επιτρεπόμενης ανταπόδειξης παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών) [ΑΠ 1243/2009, 523/ 2009, 2288/2007], προκύπτει ότι δεν προσκομίστηκε ούτε ζητήθηκε από το δικαστήριο η ανάγνωση της επικαλούμενης 1/2004 αποφάσεως του Μον. Πρωτ/κείου Ξάνθης, αφού αυτή δεν περιλαμβάνεται στα αναγνωστέα έγγραφα κι επομένως ορθώς το δικαστήριο δεν την έλαβε υπόψη του, η δε σχετική αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντος [ο οποίος δεν προσέβαλε τα πρακτικά ως πλαστά κατά τούτο], είναι απαράδεκτη [οι συνήγοροί του προσκόμισαν και αναγνώστηκε μόνο το ... πιστοποιητικό του Δικ. Συλλόγου Ξάνθης] ενώ η εκ μέρους του αναιρεσείοντος επίκληση και προσκομιδή κεκυρωμένου αντιγράφου της ίδιας πιο πάνω με αριθμό 1 του 2004 αποφάσεις του Μον/λούς Πρωτοδικείου Ξάνθης με βεβαίωση του γραμματέα του Εφετείου Θράκης ότι έχει εξαχθεί από τη δικογραφία της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι χωρίς έννομη επιρροή εφ' όσον ο αναιρεσείων δεν προσέβαλλε ρητά ως πλαστά τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης και δ) αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα ο άμεσος δόλος και ο εγκληματικός σκοπός (υπερχειλής δόλος) του κατηγορουμένου, με την έκθεση στο σκεπτικό της των περιστατικών εκείνων από τα οποία προκύπτει η γνώση του, με την έννοια της βεβαιότητας (επίγνωσης-πλήρους γνώσης), για την πλαστότητα της δικαστικής αποφάσεως την οποία κατήρτισε ο ίδιος ως δικηγόρος της υποθέσεως, όπως επίσης αιτιολογείται στην ίδια απόφαση η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία παρέδωσε στη συνέχεια την ως άνω πλαστή απόφαση, μέσω του εργολάβου Φ, στον εντολέα του Σ για να τον πείσει [δια παραπλανήσεως] ότι εκτέλεσε την εντολή του και εκδόθηκε επί της υποθέσεως του η εν λόγω δικαστική απόφαση (και αρχικά τον έπεισε πράγματι). Δεν απαιτείτο δε να αναφερθεί στην απόφαση το σκοπούμενο δια της πλαστογραφίας όφελος ή η βλάβη, αφού για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης της πλημμεληματικής πλαστογραφίας (216 παρ. 1 ΠΚ), όπως εν προκειμένω, αρκεί ο σκοπός παραπλάνησης άλλου για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, εφ' όσον ο σκοπός οφέλους ή βλάβης αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης της κακουργηματικής πλαστογραφίας της παρ. 2 του άρθρου 216 ΠΚ .
2. Ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο ο αναρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως (αρθρ. 364 παρ. 1, 170 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ) εκ του ότι δεν έλαβε υπόψη της και δεν αξιολόγησε την ίδια πιο πάνω υπ' αριθμ. 1/2004 απόφαση του Μον. Πρωτ/κείου Ξάνθης, η οποία κατά τον αναιρεσείοντα κατετέθη από του συνηγόρους του νομοτύπως και εγκαίρως στο δικαστήριο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσευς των πρακτικών της, τα οποία κατά το άρθρο 141 παρ. 3 του ΚΠΔ ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 140 και με αυτό το άρθρο" (αποτελούν πλήρη απόδειξη μη επιτρεπόμενης ανταπόδειξης παρά μόνο με ην προσβολή τους ως πλαστών) [ΑΠ 1243/2009, 523/2009, 2288/2007], σαφώς προκύπτει ότι δεν κατετέθη στο δικαστήριο προς ανάγνωση η επικαλούμενη 1/2004 απόφαση του Μον. Πρωτ/κείου Ξάνθης, αφού αυτή δεν περιλαμβάνεται στα αναγνωστέα έγγραφα, ούτε προκύπτει ότι ζητήθηκε από το δικαστήριο η ανάγνωσή της και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε τούτο.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-3-2010 αίτηση αναίρεσης του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 248/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Σεπτεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία με χρήση. 1) Η προσβαλλόμενη απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον εκτίθενται σε' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως. 2) Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης των πρακτικών της σαφώς προκύπτει ότι δεν κατετέθη στο δικαστήριο προς ανάγνωση η εκκαλούμενη, αφού αυτή δεν περιλαμβάνεται στα αναγνωστέα έγγραφα, ούτε προκύπτει ότι ζητήθηκε από το δικαστήριο η ανάγνωσή της και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε τούτο.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία.
| 0
|
Αριθμός 1576/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 5η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου .... Παραστάθηκε αυτοπροσώπως επειδή είναι δικηγόρος, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Χαρακτινιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4213/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 20-5-2007 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 558/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 4213/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 2836/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-8-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 23-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ λόγος και να γίνει δεκτός κατά τα λοιπά. Να γίνουν δεκτοί και οι λοιποί λόγοι της αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που έκανε δεκτά το δικαστήριο της ουσίας και τα οποία πρέπει, για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής. Εξάλλου, το άρθρο 559 ΚΠολΔ, καθορίζει περιοριστικά τους λόγους αναιρέσεως και δεν περιλαμβάνει σ' αυτούς και την εσφαλμένη εκτίμηση δικογράφων, μεταξύ των οποίων και η αγωγή, το δε άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τους αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. 'Ετσι, αν από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής προκύψει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αν και δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο αυτής ή αντίθετα, δεν έλαβε υπόψη τέτοιους ισχυρισμούς, αν και περιλαμβανόταν, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 (και όχι 8) του ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο ή αξίωσε για την εφαρμογή της διατάξεως που εφάρμοσε, περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά τη διάταξη αυτή ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων, δικηγόρος, με την από 12-12-2002 αγωγή του, ζήτησε την επιδίκαση δικηγορικής αμοιβής, για την εκτέλεση δικαστικών και εξώδικων πράξεων, στις οποίες προέβη στα πλαίσια σχετικής εντολής. Το πρωτοβάθμιο (Δικαστήριο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) με την 93/2003 απόφασή του απέρριψε την αγωγή, ως καταχρηστικώς ασκηθείσα. Την απόφαση αυτή, αντικαθιστώντας την αιτιολογία της, επικύρωσε το Εφετείο Αθηνών, με την υπ' αριθ. 4213/2004 απόφασή του. Κατά της ως άνω απόφασης του Εφετείου, ο αναιρεσείων άσκησε την από 20-5-2007 αίτηση αναιρέσεως. Με την επ' αυτής απόφαση του Αρείου Πάγου 558/2008 και κατά παραδοχή των πρώτου και έκτου λόγων της αναιρέσεως, αναιρέθηκε η απόφαση του Εφετείου για τους, από το άρθρο 559 αριθ. 14 και 19 ΚΠολΔ, λόγους και συγκεκριμένα διότι το Εφετείο δέχθηκε την ένσταση εξοφλήσεως ως ορισμένη, αν και ήταν αόριστη και ακόμη διότι περιέλαβε στην απόφαση του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, όσον αφορά την έκταση των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος κατά το χρονικό διάστημα από 6-2-1996 έως 8-12-1997, παρέπεμψε δε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εξάλλου, από την επισκόπηση της, από 12-12-2002 αγωγής, προκύπτει ότι ο ενάγων, επικαλέστηκε με αυτήν, ότι την 17-2-1994 συνήψε με τον εναγόμενο σύμβαση εντολής, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος του ανέθεσε να προβεί σε όλες τις απαραίτητες, δικαστικές και εξώδικες ενέργειες προς αντίκρουση της στρεφομένης εναντίον του αγωγής του ... και να διεξαγάγει όλες τις συναφείς με την αστική του υπόθεση ποινικές δίκες, ότι σε εκτέλεση της ένδικης εντολής, για την οποία δεν υπήρξε ειδική περί αμοιβής του συμφωνία, προέβη στις αναφερόμενες στην αγωγή του δικαστικές ενέργειες, οι οποίες εκτεiνονται μέσα στο χρονικό διάστημα από 17/2/1994 μέχρι 8/12/1997 που ο εναγόμενος ανακάλεσε την ένδικη εντολή. Ότι για τις δικαστικές ενέργειες τις οποίες διενήργησε εντός του χρονικού διαστήματος από 17/2/1994 μέχρι 6/2/1996 ο εναγόμενος του κατέβαλε τη νόμιμη αμοιβή του και τα έξοδα στα οποία υπεβλήθη ενώ για τις ενέργειες που προέβη από την 6/2/1996 μέχρι την 8/12/1997 ο εναγόμενος του έχει καταβάλει έναντι της νόμιμης αμοιβής και των εξόδων, το ποσό των 800.000 δρχ., του οφείλει δε το υπόλοιπο από δρχ. 2.300.300, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 360.000 ως αντίτιμο της διαμονής του, λόγω παραθερισμού επί 15νθήμερο, το καλοκαίρι των ετών 1996 στην οικία του στο .... Με βάση τα παραπάνω ζήτησε με την αγωγή να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 1.940.000 δραχμών, ως υπόλοιπο οφειλομένης αμοιβής κατά τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων. Επομένως από το περιεχόμενο της σαφώς προκύπτει ότι αίτημα της αγωγής και αντικείμενο της δίκης ήταν μόνο η επιδίκαση των απαιτήσεων του ενάγοντος, με βάσει τη σύμβαση εντολής, που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 6-2-1996 μέχρι την 8-12-1997, τη βασιμότητα η μη των οποίων είχε αρμοδιότητα να ερευνήσει το δικαστήριο. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (2836/2009), το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δέχθηκε ότι η υπόθεση φέρεται ενώπιον του προς περαιτέρω εκδίκαση και για το προγενέστερο χρονικό διάστημα(17-2-1994 έως 6-2-1996) στη συνέχεια δε, κρίνοντας επί του συνόλου των απαιτήσεων αυτών, δέχθηκε ότι, στα πλαίσια της εκτελέσεως της ένδικης εντολής οι συνολικές απαιτήσεις του ενάγοντος(προγενέστερες και μεταγενέστερες της 6-2-1996) ανέρχονται στο ποσό των 2.152.514 δραχμών και ότι 1) έναντι αυτών, ο ίδιος εισέπραξε από τον εναγόμενο για αμοιβή και έξοδα το ποσό των 2.380.000 δραχμών, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και εκείνο των 1.280.000 δρχ. που συνομολογούσε ο ενάγων ότι του καταβλήθηκε για την εξόφληση των απαιτήσεων του για το προγενέστερο όμως και μόνο χρονικό διάστημα, προσδιοριζομένων τούτων (προγενεστέρου διαστήματος), με την απόφαση σε μικρότερο ποσό, από εκείνο που ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή του και 2) εφόσον ο ενάγων αφαιρεί εκ του συνολικά οφειλομένου για τις προεκτεθείσες αιτίες ποσού και το ποσό των 360.000 δραχμών, που αντιπροσωπεύει το αντίτιμο της διαμονής λόγω παραθερισμού στην οικία του εναγομένου στο ... κατά τα καλοκαίρια των ετών 1996 και 1997, ουδέν ποσό οφείλει ο εναγόμενος στον ενάγοντα, με βάση δε τα παραπάνω απέρριψε την αγωγή στο σύνολο της. Με την κρίση του όμως αυτή, το Εφετείο παρά το νόμο 1) έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα δέχθηκε ότι η συνομολογούμενη από τον ενάγοντα, καταβολή, αφορούσε και τις μεταγενέστερες δικαστικές ενέργειες του, αν και από την αγωγή σαφώς προκύπτει ότι η σχετική ομολογία του αναφερόταν στην εξόφληση της αμοιβής του για το προγενέστερο χρονικό διάστημα και μόνο και 2) επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ενόψει του ότι αντικείμενο της αγωγής ήταν μόνο οι απαιτήσεις για το χρονικό διάστημα που προαναφέρθηκε και η συνομολογούμενη από τον ενάγοντα καταβολή αφορούσε άλλο χρονικό διάστημα. Κατ' ακολουθία οι πρώτος και δεύτερος, (κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του) λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι, αληθώς, από το άρθρο 559 αριθ.1 (και όχι 8 και 9) ΚΠολΔ, πλημμέλειες είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστές άλλους, πλην εκείνων που δίκασαν και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 106, 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2836/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τους αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. Αν από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής προκύψει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αν και δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο αυτής ή αντίθετα, δεν έλαβε υπόψη τέτοιους ισχυρισμούς, αν και περιλαμβανόταν, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 (και όχι 8) του ΚΠολΔ. Οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται οι, αληθώς, από το άρθρο 559 αριθ. 1 (και όχι 8 και 9) ΚΠολΔ, πλημμέλειες είναι βάσιμοι.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1553/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν. Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύων Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Κωνσταντίνου Κούκλη), ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Βιολέττα Κυτέα και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2165/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1743/2009. Έπειτα ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού, με αριθμό 120/24-3-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 10-12-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ'αριθμ. 2165/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής:
Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος, εκδοθέντος επί εφέσεως του αναιρεσείοντος, κατά του υπ' αριθμ. 398/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, επεκυρώθη τούτο, ως προς το παραπεμπτικό μέρος του, διορθωθέν και επαναδιατυπωθέν, και ο αναιρεσείων παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), διά να δικασθή δι' απάτη κατά συρροή και χρήση πλαστού εγγράφου, πράξεις τελεσθείσες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με σκοπούμενο περιουσιακό όφελος υπερβαίνον το ποσό των 15.000 ευρώ. Προβάλλει δε αυτός, ως λόγους αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.
Επειδή, για την υπόσταση του κατά το άρθρ. 216 παρ. 1 και 2 ΠΚ εγκλήματος της χρήσεως πλαστού εγγράφου, το οποίο είναι αυτοτελές όταν ο χρήστης δεν είναι και ο πλαστογράφος, απαιτείται αντικειμενικά μεν η χρησιμοποίηση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου και υποκειμενικά δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη να χρησιμοποιήση το έγγραφο, την γνώση του ότι αυτό είναι πλαστό ή νοθευμένο και τον σκοπό του να παραπλανήση με την χρήση του εγγράφου αυτού άλλον για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, ανεξάρτητα από την επίτευξη της παραπλάνησης. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρ. 386 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης στοιχειοθετείται αντικειμενικώς όταν ο δράστης, με παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή με αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, πείθει κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία βλάπτεται στην περιουσία του ο τελευταίος ή τρίτος, ανεξάρτητα αν με αυτήν επιτυγχάνεται ή όχι το παράνομο περιουσιακό όφελος το οποίο σκοπούσε ο δράστης, υποκειμενικώς δε όταν ο δράστης γνωρίζει τα ουσιαστικά περιστατικά της πράξης αυτής και θέλει να τα παραγάγη. Είναι δε δυνατόν από την πράξη αυτή του δράστη άλλο πρόσωπο να παραπλανάται και άλλο να ζημιώνεται. Από αυτά συνάγεται ότι οι ανωτέρω πράξεις της χρήσης πλαστού εγγράφου και της απάτης συρρέουν αληθώς και καμία από αυτές δεν απορροφάται από την άλλη, όταν τα ψευδή γεγονότα που ο δράστης παρέστησε ως αληθή και συνιστούν την απάτη δεν ταυτίζονται (στο σύνολό τους) με εκείνα που συνιστούν την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου (βλ. ΑΠ 162/2003). Εξ άλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα και όταν αυτό δεν έχει δικές του σκέψεις, αλλά αναφέρεται, ακόμη και εξ ολοκλήρου, στις σκέψεις της ενσωματωμένης στο βούλευμα εισαγγελικής προτάσεως, εφ' όσον βέβαια αυτή πληροί τις αναφερόμενες προϋποθέσεις, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος (ΑΠ 66/2007), πρέπει δε να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις, ως η κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος (άρθρ. 13 στοιχ. στ' ΠΚ), ως προς τις οποίες δεν αρκεί να αναφέρωνται τα τυπικά στοιχεία των διατάξεων που τις προβλέπουν, αλλ' απαιτείται και η αναφορά των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους (βλ. ΑΠ 467/2007). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθησαν υπ' όψη από το συμβούλιο, για την παραπεμπτική κρίση του, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα από αυτά. Και δεν ιδρύουν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως εκάστου αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 23/2007). Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όχι μόνον όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθή, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρεβιάσθη εκ πλαγίου, εκ του λόγου ότι στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (ΑΠ 114/2004, AΠ 259/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, αναφερόμενο συμπληρωματικώς και στην εισαγγελική πρόταση, ότι από την εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, προέκυψαν τα εξής, κατά τα ουσιώδη μέρη των, πραγματικά περιστατικά:
Ο κατηγορούμενος τυγχάνει αδελφός του κατά την 16.7.2003 αποβιώσαντος ΩΩ, κατοίκου εν ζωή περιοχής ..., συζύγου της εγκαλούσης Ψ. Ο θανών και η εγκαλούσα σύζυγος του ετύγχανον συνδικαιούχοι κατά την έννοια των διατάξεων του Ν 5638/1932 του τηρουμένου στην Τράπεζα Πειραιώς υπ' αριθμ. ... κοινού λογαριασμού προθεσμιακής καταθέσεως του προϊόντος άϋλων τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου (REPOS) με αριθμό ... συνολικής αξίας 431194 Ευρώ καθώς και του εις την ιδία Τράπεζα με αριθμ. ... τηρουμένου λογαριασμού φύλαξης χρεογράφων συνολικής αξίας 82.000 Ευρώ. Την 9ην Μαΐου 2003 ο κατηγορούμενος, ο οποίος τυγχάνει κάτοικος ... πληροφορηθείς την επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας του ασθενούντος αδελφού του ΩΩ, ο οποίος πάσχων από καρκίνο του πνεύμονος και πολύμορφο γλοιοβλάστωμα εγκεφάλου μετά την έξοδο του από το Ιπποκράτειο Νοσοκομείο αρχικώς και στη συνέχεια από το Αντικαρκινικό Νοσοκομείο "Ο Άγιος Σάββας" ενοσηλεύετο από 8.4.2003 κατ' οίκον, αφίχθη στην ... και επισκέφτηκε αυτόν στην οικία του, προκειμένου να του συμπαρασταθεί στην περιπέτεια της υγείας του. Την ιδία ημέρα, με το πρόσχημα ότι θα εξήρχοντο για ένα περίπατο στην περιοχή ..., τα δύο αδέλφια μετέβησαν στο Υποκατάστημα ... της Τραπέζης Πειραιώς, στην οποία ετηρούντο επ' ονόματι του θανόντος και της προαναφερομένης συζύγου του οι ως άνω κοινοί λογαριασμοί προθεσμιακής καταθέσεως και φυλάξεως χρεογράφων. Εκεί, με σχετική χειρόγραφη υπό ιδία χρονολογία αίτηση, που κατατέθηκε επ' ονόματι του ΩΩ ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου του ανωτέρω Υποκαταστήματος και η οποία φέρει την υπογραφή του, δόθηκε σ' αυτούς η εντολή να διαγραφεί η σύζυγος τούτου Ψ ως συνδικαιούχος των ως άνω κοινών λογαριασμών και να ανοιχθεί νέος κοινός λογαριασμός με συνδικαιούχους αυτόν και τον κατηγορούμενο αδελφό του, στον οποίο να μεταφερθούν το προϊόν REPOS των ως άνω άυλων τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου καθώς και το τοιούτο των άνω χρεογράφων, των οποίων μέχρι τότε συνδικαιούχοι ήσαν αυτός και η σύζυγος του. Εις εκτέλεση της εντολής αυτής διεγράφη η εγκαλούσα από συνδικαιούχος των άνω κοινών λογαριασμών και στη συνέχεια ανοίχτηκε ο υπ' αριθμ. ... νέος κοινός λογαριασμός με συνδικαιούχους τους αδελφούς ΩΩ και Χ, ήτοι τον εν συνεχεία αποβιώσαντα ΩΩ και τον ήδη κατηγορούμενο, στον οποίο, (νέο κοινό λογαριασμό) με βάση την ιδία αίτηση μεταφέρθηκαν τα ποσά των προαναφερομένων τραπεζικών προϊόντων και επί πλέον και ποσό 4.424,23 Ευρώ, που αποτελούσε υπόλοιπο τόκων του υπ' αριθμ. ... κοινού λογαριασμού, τον οποίο τηρούσε στην ως άνω Τράπεζα ο θανών ΩΩ με την εγκαλούσα σύζυγο του. Ακολούθως και ειδικότερα στις 11.6.2003 ο κατηγορούμενος Χ μετέβη μόνος στο επί της οδού ... των ... Υποκατάστημα της ιδίας Τραπέζης έχων υπό την κατοχή του το υπ' αριθμ. .../95 Δελτίο Αστυνομικής ταυτότητας του ΩΩ, παραστατικά των ως άνω μετοχών καθώς και τα βιβλιάρια Τραπέζης με συνδικαιούχους το ζεύγος ΩΩ και Ψ, τα οποία είχε αφαιρέσει κρυφά από την οικία του αδελφού του κατά την διάρκεια της παραμονής του σ' αυτήν, εκμεταλλευόμενος την ασθένεια αυτού. Έτσι, ενεφανίσθη ούτος στους αρμοδίους υπαλλήλους του ανωτέρω υποκαταστήματος με τα στοιχεία ταυτότητας του αδελφού του και με βάση σχετική έντυπη αίτηση- εντολή, η οποία έφερε την υπογραφή του ΩΩ και με την οποία εδίδετο σ' αυτούς η εντολή να προβούν στην εκποίηση 5020 κοινών μετοχών της ανωνύμου εταιρείας "ΕΜΠΕΔΟΣ Α.Ε." και 27190 μετοχών της ανωνύμου εταιρείας "ΜΟΧΛΟΣ Α.Ε." επέτυχε να παραπλανήσει αυτούς σχετικά με την πραγματική του ταυτότητα και συγκεκριμένα ότι το πρόσωπο το οποίο προέβαινε στην άνω συναλλαγή ήταν ο αληθής δικαιούχος των ως άνω τίτλων και έτσι να εκποιηθούν οι ως άνω κοινές μετοχές, που ανήκαν από κοινού στον θανόντα αδελφό του και την σύζυγο του Ψ και το προϊόν της πωλήσεως των μετοχών αυτών ανερχόμενο στο ποσό των 24.817,52 Ευρώ, όπως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα κινήσεως του λογαριασμού, να κατατεθεί στον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό του ζεύγους ΩΩ και Ψ. Ακολούθως και συγκεκριμένα στις 17.6.2003 ο κατηγορούμενος έχων και πάλι στην κατοχή του το Δελτίο Αστυνομικής ταυτότητας του αδελφού του ΩΩ καθώς και το βιβλιάριο καταθέσεως αυτού μετέβη στο επί της οδού ... των ... Υποκατάστημα της ιδίας Τραπέζης και εμφανισθείς στους υπαλλήλους αυτής και πάλι με τα στοιχεία ταυτότητας του αδελφού του, ο οποίος όμως την εποχή εκείνη ενοσηλεύετο στο Νοσοκομείο σε κωματώδη κατάσταση, επέτυχε να παραπλανήσει αυτούς και να αναλάβει από τον προαναφερθέντα υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό του αδελφού του και της συζύγου του Ψ το ποσό των 24.817,52 Ευρώ, που, αποτελεί το προϊόν πωλήσεως των άνω μετοχών. Όμως αν και αυτός (κατηγορούμενος) δεν κατήρτισε εξ υπαρχής την ως άνω έντυπη αίτηση ούτε έθεσε επ' αυτής κατ' απομίμηση για τον προεκτεθέντα σκοπό την υπογραφή του αδελφού του ΩΩ, εν τούτοις από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ούτος εγνώριζε με βεβαιότητα ότι την αίτηση αυτή ήτο εκ των πραγμάτων αδύνατο να έχει υπογράψει ο αδελφός του, ο οποίος από της 12.6.2003 ενοσηλεύετο στο Νοσοκομείο ευρισκόμενος σε κωματώδη κατάσταση και επομένως ότι ήταν αυτή πλαστή. Παρά ταύτα όμως την κατέθεσε στο ανωτέρω Υποκατάστημα και έτσι παρεπλάνησε τους άνω υπαλλήλους περί της ιδιότητός του ως δικαιούχου των μετοχών αυτών και επέτυχε να εισπράξει το ποσό των 24.817,52 Ευρώ, εκ της πωλήσεως αυτών επί βλάβη της συνδικαιούχου αυτών συζύγου του αδελφού του. Επίσης, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών εδέχθη, δι'αναφοράς στην εισαγγελική πρόταση, αφ' ενός μεν, ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου οι προϋποθέσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης του εγκλήματος της απάτης, καθόσον ο κατηγορούμενος , από την κατά συρροή τέλεση του εγκλήματος στις 11-6-2003 και στις 17-6-2003, είχε σκοπό να αποκομίσει παράνομα περιουσιακό όφελος, σκέψη η οποία ενισχύεται και από το ότι δεν ενήργησε ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου , έχοντας μάλιστα αποκτήσει στην κατοχή του παράνομα, διάφορα νομιμοποιητικά έγγραφα και στοιχεία του αδελφού του, όπως π.χ. το Δελτίο της Αστυνομικής του Ταυτότητας, το Αριθμό του Φορολογικού του Μητρώου, το Βιβλιάριο των καταθέσεων του, κ.λ.π., ενώ από την επανειλημμένη και οργανωμένη τέλεση του εν λόγω εγκλήματος, αυτό δικαιολογημένα μπορεί να θεωρηθεί ως στοιχείο της προσωπικότητας του, αφ' ετέρου δε ότι αυτός ενεργεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και ως προς το έγκλημα της χρήσεως πλαστού εγγράφου.
Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών εδέχθη ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής εις βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, διά τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, και αφού διόρθωσε και επαναδιετύπωσε το παραπεμπτικό μέρος του εκκαλουμένου βουλεύματος, συμφώνως προς τα προεκτιθέμενα, επεκύρωσε αυτό.
Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα αιτιολογία ελλειπή και ασαφή. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι το έγκλημα της απάτης ετελέσθη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, διότι ο αναιρεσείων διέπραξε τούτο κατά συρροή, την 11-6-2003 και την 17-6-2003, δεν διευκρινίζει ποιά περιουσιακή βλάβη υπέστησαν οι παθόντες εκ της κατά την 11-6-2003 απάτης, αν και επίσης δέχεται ότι το δι' αυτής προελθόν, ως άνω, χρηματικό ποσό, κατετέθη τότε σε κοινό λογαριασμό εκείνων (παθόντων). Περαιτέρω, στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν εκτίθενται περιστατικά, θεμελιούντα την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων ενεργεί το έγκλημα της χρήσεως πλαστού εγγράφου κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Αλλά, με τις ανωτέρω ελλείψεις και ασάφειες, το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται της ως άνω απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως και νομίμου βάσεως, και είναι βάσιμοι οι προβαλλόμενοι, εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β', δ'ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως. Οι λοιπές αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Κατ'ακολουθία, πρέπει να αναιρεθή το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθή η υπόθεση προς νέα κρίση, στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, συμφώνως προς τα άρθρα 485 παρ. 1 και 519 ΚΠΔ.
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω
Να αναιρεθή το υπ' αριθμ. 2165/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Να παραπεμφθή η υπόθεση προς νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Αθήναι 8 Φεβρουαρίου 2010 Ο Αντιεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός"
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, για την υπόσταση του κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 του ΠΚ εγκλήματος της χρήσεως πλαστού εγγράφου, το οποίο είναι αυτοτελές όταν ο χρήστης δεν είναι και ο πλαστογράφος, απαιτείται αντικειμενικά μεν η χρησιμοποίηση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου και υποκειμενικά δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη να χρησιμοποιήσει το έγγραφο, την γνώση του ότι αυτό είναι πλαστό ή νοθευμένο και τον σκοπό του να παραπλανήσει με την χρήση του εγγράφου αυτού άλλον για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, ανεξάρτητα από την επίτευξη της παραπλάνησης. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται: 1) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι απαραίτητη και η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, 2) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, και 3) βλάβη ξένης, κατά το Αστικό δίκαιο , περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάσταση της. Για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με το έγκλημα αυτό δεν αρκεί να εκτίθεται απλώς και μόνον ότι επήλθε βλάβη σε ξένη περιουσία, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η βλάβη αυτή και πως επήλθε. Μεταξύ της χρήσεως πλαστού εγγράφου και της απάτης υπάρχει φαινομενική συρροή και η πράξη της χρήσεως του πλαστού εγγράφου απορροφά την πράξη της απάτης, όταν τα ψευδή γεγονότα που παραστάθηκαν σαν αληθινά και συνιστούν την απάτη, ταυτίζονται στο σύνολο τους με εκείνα που συνιστούν τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου. Όταν όμως τα γεγονότα αυτά δεν ταυτίζονται( στο σύνολο τους), υπάρχει αληθινή( πραγματική) συρροή. Κατά το άρθρο 13 εδ. στ του ΠΚ για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεση της πράξεως "κατ' επάγγελμα", απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτής, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός αυτού να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος. Επίσης "κατ' επάγγελμα" τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπό; αυτού για πορισμό εισοδήματος. Κατά "συνήθεια" δε τέλεση υπάρχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη αυτής ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Εξ άλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δεν απαιτείται δε για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος η χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού στοιχείου σε συνδυασμό με το τι αποδείχθηκε από το καθένα, αλλά αρκεί η γενική αναφορά στο σύνολο του είδους των. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα και όταν αυτό δεν έχει δικές του σκέψεις, αλλά αναφέρεται, ακόμη και εξ ολοκλήρου, στις σκέψεις της ενσωματωμένης στο βούλευμα εισαγγελικής προτάσεως, εφόσον βέβαια αυτή πληροί τις αναφερόμενες προϋποθέσεις, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος. Η αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις, ως η κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος, ως προς τις οποίες δεν αρκεί να αναφέρονται τα τυπικά στοιχεία των διατάξεων που τις προβλέπουν, αλλά απαιτείται και η αναφορά των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοια τους. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 β του ΚΠΔ υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα του Συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και έτσι να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος Χ με το υπ' αριθμ. 398/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμφθηκε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτιος απάτης, κατά συρροή, από δράστη που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, αλλά και των 73.000 ευρώ, πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατ' εξακολούθηση και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, υπεξαίρεσης (υφαίρεσης) ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και πλαστογραφίας πιστοποιητικών. Κατά του παραπάνω παραπεμπτικού βουλεύματος ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση, η οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε στην ουσία με το υπ' αριθμ. 1189/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά του ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών ο κατηγορούμενος άσκησε αναίρεση, η οποία έγινε δεκτή και εκδόθηκε το υπ' αριθμ.805/2009 βούλευμα του Αρείου Πάγου, το οποίο αναίρεσε καθ' ολοκληρίαν το 1189/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη για την πράξη της υπεξαίρεσης (υφαίρεσης) και παρέπεμψε την υπόθεση κατά τα λοιπά για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 2165/2009 βούλευμα του έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη για την πράξη της πλαστογραφίας πιστοποιητικού, εξαφάνισε εν μέρει το υπ' αριθμ. 398/2008 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ως προς τις διατάξεις του με τις οποίες παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, η οποία φέρεται τελεσθείσα από 9/5/2003 έως 11/6/2003 και της απάτης, κατά συρροή, από δράστη που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, που φέρεται ότι διαπράχθηκε από αυτόν από 9/5/2003 έως 17/6/2003 και αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία κατ' αυτού για τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις, ενώ απέρριψε κατά τα λοιπά την έφεση του και συγκεκριμένα κατά το μέρος που αυτός παραπέμφθηκε για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης, τελεσθείσας κατά συρροή, από δράστη που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως σε βαθμό κακουργήματος, η οποία, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, επαναδιατυπώθηκε σε κακουργηματική χρήση πλαστού εγγράφου. Ειδικότερα το 2165/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών διόρθωσε το εκκαλούμενο 398/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών α) κατά τη διάταξη του με την οποία παραπέμπεται ο εκκαλών για να δικασθεί για την υπό στοιχεία Β 2 αυτού πράξη της κακού ργηματική ς απάτης, τελεσθείσας κατά συρροή από δράστη που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και κατά την διάταξη του με την οποία παραπέμπεται να δικασθεί για την υπό στοιχεία Α2 αυτού πράξη της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος (την οποία κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό έκρινε ως κακού ργηματική χρήση πλαστού εγγράφου) και επαναδιατύπωσε αυτές ως εξής:
Διατάσσει τη διόρθωση του εκκαλουμένου βουλεύματος α) κατά την διάταξη του με την οποία παραπέμπεται ο εκκαλών για να δικαστεί για την ως άνω υπό στοιχεία Β2 πράξη της κακουργηματικής απάτης τελεσθείσης κατά συρροή από δράστη διαπράττοντα απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και την επαναδιατύπωση αυτής ως ακολούθως: "Στην ..., στις 11.6.2003, αφού είχαν περιέλθει στην κατοχή του τα παραστατικά 5020 και 27.190 μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών εταιρειών με τις επωνυμίες "ΕΜΠΕΔΟΣ Α.Ε." και "ΜΟΧΛΟΣ Α.Ε." αντίστοιχα, παρέστησε με πρόθεση ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους του καταστήματος επί της οδού ... της Τράπεζας Πειραιώς ότι δήθεν είναι ο αδελφός του ΩΩ, επιδεικνύοντας και το υπ' αριθμ. .../95 Δελτίο Αστυνομικής Ταυτότητας του τελευταίου, εκμεταλλευόμενος το γεγονός της ομοιότητας των χαρακτηριστικών τους, παραπείθοντάς τους με τον τρόπο αυτό να γίνει δεκτή η με ίδια ημερομηνία έντυπη αίτηση-εντολή πώλησης μετοχών, που εκδόθηκε στο όνομα του αδελφού του ΩΩ και με την οποία φερόταν ότι δήθεν ο ανωτέρω εμφανίστηκε στην παραπάνω Τράπεζα και έδινε εντολή να εκποιηθούν 5020 μετοχές της εταιρείας "ΕΜΠΕΔΟΣ Α.Ε." καθώς και 27.190 μετοχές της εταιρείας "ΜΟΧΛΟΣ Α.Ε." οι οποίες ανήκαν κατά συγκυριότητα στον τελευταίο και την εγκαλούσα σύζυγο του. Στη συνέχεια, στις 17.6.2003 εμφανίστηκε πάλι στον ταμία του Υποκαταστήματος της Τράπεζας Πειραιώς που βρίσκεται στην οδό ... με κωδικό ... και παριστάνοντας με πρόθεση ψευδώς ότι είναι ο αδελφός του ΩΩ, επιδεικνύοντας το προαναφερόμενο Δελτίο Αστυνομικής Ταυτότητας, καθώς και το σχετικό βιβλιάριο καταθέσεων Ταμιευτηρίου το οποίο είχε περιέλθει στην κατοχή του, δήλωσε ότι επιθυμούσε να προβεί σε ανάληψη μετρητών, ύψους 24.800 Ευρώ, το οποίο αποτελούσε το προϊόν πώλησης των προαναφερομένων μετοχών και που ήταν κατατεθειμένο στον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό του τελευταίου και της μηνύτριας Ψ, που ετηρείτο στην παραπάνω Τράπεζα, τον παρέπεισε ότι είναι πράγματι ο δικαιούχος του λογαριασμού ΩΩ και πέτυχε να του καταβληθεί το παραπάνω χρηματικό ποσό, αποκομίζοντας έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη ζημία στην περιουσία της εγκαλούσης. Είναι δε άτομο το οποίο διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης απάτης και την υποδομή που έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής της, προκύπτει σκοπός του για την απόκτηση εισοδήματος από αυτή και σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείου της προσωπικότητάς του", β) Κατά την διάταξη με την οποία ο εκκαλών παραπέμπεται για την υπό στοιχεία Α2 πράξη της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος και την επαναδιατύπωση αυτής ως εξής "στην ..., στις 11.6.2003, εν γνώσει του χρησιμοποίησε πλαστό έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλους σχετικά με γεγονός που είχε έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, κατά τον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, εμφανίστηκε στο Υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς επί της οδού ... και παρέδωσε στους αρμοδίους υπαλλήλους της έντυπη αίτηση-εντολή πώλησης μετοχών στο όνομα του αδελφού του ΩΩ, του οποίου η υπογραφή επ' αυτής είχε τεθεί από άγνωστο στην ανάκριση πρόσωπο, γεγονός όμως το οποίο ο ίδιος ο κατηγορούμενος γνώριζε, με την οποία φερόταν ότι ο εν λόγω εντολέας έδινε την εντολή να εκποιηθούν 5020 κοινές μετοχές της εταιρείας " ΕΜΠΕΔΟΣ Α.Ε." και 27190 μετοχές της εταιρείας "ΜΟΧΛΟΣ Α.Ε.", οι οποίες ανήκαν κατά συγκυριότητα στον φερόμενο ως εντολέα ΩΩ και στην ήδη εγκαλούσα σύζυγο του Ψ. Στη χρήση του πλαστού, στο σύνολο του αυτού εγγράφου προέβη, με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμοδίους υπαλλήλους της εν λόγω Τράπεζας, επιδεικνύοντας σ' αυτούς και το υπ' αριθμ. .../95 δελτίο αστυνομικής ταυτότητας του ΩΩ καθώς και τα παραστατικά των ανωτέρω μετοχών, τα οποία είχαν περιέλθει στην κατοχή του, ότι δήθεν είναι ο ΩΩ και ότι το πρόσωπο που προέβαινε στη συγκεκριμένη συναλλαγή ήταν ο δικαιούχος των ως άνω τίτλων και να προβούν στην εκποίηση των προανεφερόμενων μετοχών και έτσι να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία της ήδη εγκαλούσας συνδικαιούχου, συνολικού ύψους 24.817,52 ευρώ. Από τον τρόπο δε και τις εν γένει συνθήκες που ενήργησε, προκύπτει ότι είναι άτομο που ενεργεί κατ' επάγγελμα, καθόσον από την υποδομή που είχε διαμορφώσει, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος, το δε παράνομο περιουσιακό όφελος που αποκόμισε από τη συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη, με αντίστοιχη ζημία στην περιουσία της ως άνω εγκαλούσας υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και ανέρχεται σε 24.817,52 ευρώ.
Κατά του παραπάνω 2165/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών που επικύρωσε το 398/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του, όπως αυτό διορθώθηκε και επαναδιατυπώθηκε, ο αναιρέσεων άσκησε την από 10/12/29 αίτηση αναιρέσεως. Η αίτηση αυτή, εφόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση για τους λόγους της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρα 463, 473 παρ. 1, 474, 482 παρ. 1 στοιχ. α και 484 παρ. Ι στοιχ. β και δ του ΚΠΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, αναφερόμενο συμπληρωματικώς και στην εισαγγελική πρόταση, ότι από την εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, προέκυψαν τα εξής, κατά τα ουσιώδη μέρη των, που ενδιαφέρουν επί του προκείμενου, πραγματικά περιστατικά:
Ο κατηγορούμενος τυγχάνει αδελφός του κατά την 16.7.2003 αποβιώσαντος ΩΩ, κατοίκου εν ζωή περιοχής ..., συζύγου της εγκαλούσης Ψ. Ο θανών και η εγκαλούσα σύζυγος του ετύγχαναν συνδικαιούχοι κατά την έννοια των διατάξεων του Ν 5638/1932 του τηρουμένου στην Τράπεζα Πειραιώς υπ' αριθμ. ... κοινού λογαριασμού προθεσμιακής καταθέσεως του προϊόντος άϋλων τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου (REPOS) με αριθμό ... συνολικής αξίας 431194 Ευρώ καθώς και του εις την ιδία Τράπεζα με αριθμ. ... τηρουμένου λογαριασμού φύλαξης χρεογράφων συνολικής αξίας 82.000 Ευρώ. Την 9ην Μαΐου 2003 ο κατηγορούμενος, ο οποίος τυγχάνει κάτοικος ... πληροφορηθείς την επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας του ασθενούντος αδελφού του ΩΩ, ο οποίος πάσχων από καρκίνο του πνεύμονας και πολύμορφο γλοιοβλάστωμα εγκεφάλου μετά την έξοδο του από το Ιπποκράτειο Νοσοκομείο αρχικώς και στη συνέχεια από το Αντικαρκινικό Νοσοκομείο "Ο Άγιος Σάββας" ενοσηλεύετο από 8.4.2003 κατ' οίκον, αφίχθη στην ... και επισκέφτηκε αυτόν στην οικία του, προκειμένου να του συμπαρασταθεί στην περιπέτεια της υγείας του. Την ιδία ημέρα, με το πρόσχημα ότι θα εξήρχοντο για ένα περίπατο στην περιοχή ..., τα δύο αδέλφια μετέβησαν στο Υποκατάστημα ... της Τραπέζης Πειραιώς, στην οποία ετηρούντο επ' ονόματι του θανόντος και της προαναφερομένης συζύγου του οι ως άνω κοινοί λογαριασμοί προθεσμιακής καταθέσεως και φυλάξεως χρεογράφων. Εκεί, με σχετική χειρόγραφη υπό ιδία χρονολογία αίτηση, που κατατέθηκε επ' ονόματι του ΩΩ ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου του ανωτέρω Υποκαταστήματος και η οποία φέρει την υπογραφή του, δόθηκε σ' αυτούς η εντολή να διαγραφεί η σύζυγος τούτου Ψ ως συνδικαιούχος των ως άνω κοινών λογαριασμών και να ανοιχθεί νέος κοινός λογαριασμός με συνδικαιούχους αυτόν και τον κατηγορούμενο αδελφό του, στον οποίο να μεταφερθούν το προϊόν REPOS των ως άνω αυλών τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου καθώς και το τοιούτο των άνω χρεογράφων, των οποίων μέχρι τότε συνδικαιούχοι ήσαν αυτός και η σύζυγος του. Εις εκτέλεση της εντολής αυτής διεγράφη η εγκαλούσα από συνδικαιούχος των άνω κοινών λογαριασμών και στη συνέχεια ανοίχτηκε ο υπ' αριθμ. ... νέος κοινός λογαριασμός με συνδικαιούχους τους αδελφούς ΩΩ και Χ, ήτοι τον εν συνεχεία αποβιώσαντα ΩΩ και τον ήδη κατηγορούμενο, στον οποίο, (νέο κοινό λογαριασμό) με βάση την ιδία αίτηση μεταφέρθηκαν τα ποσά των προαναφερομένων τραπεζικών προϊόντων και επί πλέον και ποσό 4.424,23 Ευρώ, που αποτελούσε υπόλοιπο τόκων του υπ' αριθμ. ... κοινού λογαριασμού, τον οποίο τηρούσε στην ως άνω Τράπεζα ο θανών ΩΩ με την εγκαλούσα σύζυγο του. Ακολούθως και ειδικότερα στις 11.6.2003 ο κατηγορούμενος Χ μετέβη μόνος στο επί της οδού ... των Αθηνών Υποκατάστημα της ιδίας Τραπέζης έχων υπό την κατοχή του το υπ' αριθμ. .../95 Δελτίο Αστυνομικής ταυτότητας του ΩΩ, παραστατικά των κοινών μετοχών του αδελφού του και της συζύγου του Ψ, και συγκεκριμένα 5020 μετοχές της ΑΕ "ΕΜΠΕΔΟΣ" και 27190 μετοχές της ΑΕ "ΜΟΧΛΟΣ", καθώς και τα βιβλιάρια Τραπέζης με συνδικαιούχους το ζεύγος ΩΩ και Ψ, τα οποία είχε αφαιρέσει κρυφά από την οικία του αδελφού του κατά την διάρκεια της παραμονής του σ' αυτήν, εκμεταλλευόμενος την ασθένεια αυτού. Έτσι, ενεφανίσθη ούτος στους αρμοδίους υπαλλήλους του ανωτέρω υποκαταστήματος με τα στοιχεία - ταυτότητας του αδελφού του και με βάση σχετική έντυπη αίτηση- εντολή, η οποία έφερε την υπογραφή του ΩΩ και με την οποία εδίδετο σ' αυτούς η εντολή να προβούν στην εκποίηση 5020 κοινών μετοχών της ανωνύμου εταιρείας "ΕΜΠΕΔΟΣ Α.Ε." και 27190 μετοχών της ανωνύμου εταιρείας "ΜΟΧΛΟΣ Α. Ε." επέτυχε να παραπλανήσει αυτούς σχετικά με την πραγματική του ταυτότητα και συγκεκριμένα ότι το πρόσωπο το οποίο προέβαινε στην άνω συναλλαγή ήταν ο αληθής δικαιούχος των ως άνω τίτλων και έτσι να εκποιηθούν οι ως άνω κοινές μετοχές, που ανήκαν από κοινού στον θανόντα αδελφό του και την σύζυγό του Ψ και το προϊόν της πωλήσεως των μετοχών αυτών ανερχόμενο στο ποσό των 24.817,52 Ευρώ, όπως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα κινήσεως του λογαριασμού, να κατατεθεί στον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό του ζεύγους ΩΩ και Ψ. Ακολούθως και συγκεκριμένα στις 17.6.2003 ο κατηγορούμενος έχων και πάλι στην κατοχή του το Δελτίο Αστυνομικής ταυτότητας του αδελφού του ΩΩ καθώς και το βιβλιάριο καταθέσεως αυτού μετέβη στο επί της οδού ... των ... Υποκατάστημα της ιδίας Τραπέζης και εμφανισθείς στους υπαλλήλους αυτής και πάλι με τα στοιχεία ταυτότητας του αδελφού του, ο οποίος όμως την εποχή εκείνη ενοσηλεύετο, στο Νοσοκομείο σε κωματώδη κατάσταση, επέτυχε να παραπλανήσει αυτούς και να αναλάβει από τον προαναφερθέντα υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό του αδελφού του και της συζύγου του Ψ το ποσό των 24.817,52 Ευρώ, που, αποτελεί το προϊόν πωλήσεως των άνω μετοχών. Όμως αν και αυτός (κατηγορούμενος) δεν κατήρτισε εξ υπαρχής την ως άνω από 11-6-03 έντυπη αίτηση ούτε έθεσε επ' αυτής κατ' απομίμηση για τον προεκτεθέντα σκοπό την υπογραφή του αδελφού του ΩΩ, εν τούτοις από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ούτος εγνώριζε με βεβαιότητα ότι την αίτηση αυτή ήτο εκ των πραγμάτων αδύνατο να έχει υπογράψει ο αδελφός του, ο οποίος από της 12.6.2003 ενοσηλεύετο στο Νοσοκομείο ευρισκόμενος σε κωματώδη κατάσταση και επομένως ότι ήταν αυτή πλαστή. Παρά ταύτα όμως την κατέθεσε στο ανωτέρω Υποκατάστημα και έτσι παρεπλάνησε τους άνω υπαλλήλους περί της ιδιότητος του ως δικαιούχου των μετοχών αυτών και επέτυχε να εισπράξει το ποσό των 24.817,52 Ευρώ, εκ της πωλήσεως αυτών επί βλάβη της συνδικαιούχου αυτών συζύγου του αδελφού του. Επίσης, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών εδέχθη, δι' αναφοράς στην εισαγγελική πρόταση, αφ' ενός μεν, ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου οι προϋποθέσεις της κατ1 επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης του εγκλήματος της απάτης, καθόσον ο κατηγορούμενος, από την κατά συρροή τέλεση του εγκλήματος στις 11-6-2003 και στις 17-6-2003, είχε σκοπό να αποκομίσει παράνομα περιουσιακό όφελος, σκέψη η οποία ενισχύεται και από το ότι δεν ενήργησε ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου, έχοντας μάλιστα αποκτήσει στην κατοχή του παράνομα, διάφορα νομιμοποιητικά έγγραφα και στοιχεία του αδελφού του, όπως π.χ. το Δελτίο της Αστυνομικής του Ταυτότητας, το Αριθμό του Φορολογικού του Μητρώου, το Βιβλιάριο των καταθέσεων του, κ.λ.π., ενώ από την επανειλημμένη και οργανωμένη τέλεση του εν λόγω εγκλήματος , αυτό δικαιολογημένα μπορεί να θεωρηθεί ως στοιχείο της προσωπικότητας του, αφ' ετέρου δε ότι αυτός ενεργεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και ως προς το έγκλημα της χρήσεως πλαστού εγγράφου.
Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών εδέχθη ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής εις βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, δια τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, και αφού διόρθωσε και επαναδιετύπωσε το παραπεμπτικό μέρος του εκκαλουμένου βουλεύματος, συμφώνως προς τα προεκτιθέμενα, επεκύρωσε αυτό.
Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα αιτιολογία ελλειπή και ασαφή. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι το έγκλημα της απάτης ετελέσθη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, διότι ο αναιρεσείων διέπραξε τούτο κατά συρροή, την 11/6/2003 και την 17/6/2003, δεν διευκρινίζει ποια περιουσιακή ζημία υπέστησαν οι παθόντες (αδελφός του και η σύζυγος του Ψ) από την απάτη που διέπραξε την 11/6/2003, δεδομένου επίσης ότι δέχεται ότι το από την απάτη αυτή προελθόν ως άνω χρηματικό ποσό των 24.817,52 ευρώ (προερχόμενο από την πώληση των κοινών μετοχών, ήτοι των 5020 της ΑΕ ΕΜΠΕΔΟΣ και 27.190 της ΑΕ ΜΟΧΛΟΣ) κατατέθηκε τότε (11/6/2003) στον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό των ως άνω παθόντων, δηλαδή του αδελφού του και της συζύγου του Ψ (από τον οποίο -κοινό λογαριασμό-την 17/6/2003 ανέλαβε, με εξαπάτηση των αρμοδίων υπαλλήλων της Τράπεζας, το προϊόν της πωλήσεως των μετοχών, αξίας 24.817,52 ευρώ). Περαιτέρω, στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά θεμελιούντα την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων ενεργεί το έγκλημα της χρήσεως πλαστού εγγράφου κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Με τις ανωτέρω ελλείψεις και ασάφειες, το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται της ως άνω απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως και της νομίμου βάσεως.
Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β και δ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα κρίση στο ίδιο δικαστικό Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, σύμφωνα προς τα άρθρα 485 παρ. 1 και 519 του ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το υπ' αριθμ. 2165/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ανωτέρω Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός που είχαν αποφανθεί προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποβιωσάσης της Γραμματέως, κατόπιν της
υπ' αριθ. 152/2010 πράξης του Προέδρου του Αρείου Πάγου,
η παρούσα απόφαση υπογράφεται από την Γραμματέα Αικατερίνη Φωτοπούλου.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών για τις πράξεις της κακουργηματικής απάτης, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, άνω των 15.000 ευρώ, κατά συρροή, και της κακουργηματικής χρήσης πλαστού εγγράφου, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, άνω των 15.000 ευρώ. Δεκτός ο λόγος για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, διότι ενώ δέχεται ότι το έγκλημα της απάτης ετελέσθη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, διότι ο αναιρεσείων διέπραξε τούτο κατά συρροή την 11/6/2003 και την 17/6/2003, δεν διευκρινίζει ποια περιουσιακή βλάβη υπέστησαν οι παθόντες εκ της κατά την 11/6/2003 απάτης, αν και επίσης δέχεται ότι το δι' αυτής προελθόν χρηματικό ποσόν κατατέθηκε τότε σε κοινό λογαριασμό των παθόντων. Επίσης στο βούλευμα δεν εκτίθενται περιστατικά θεμελιούντα την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων ενεργεί το έγκλημα της χρήσης πλαστού εγγράφου κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία.
| 0
|
Αριθμός 1552/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις δύο αιτήσεις
των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Νούσκαρη, περί αναιρέσεως της 672/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Γιαννιτσών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 4 Ιανουαρίου 2010 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 176/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι: 1. από 4-1-2010 Αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του Χ1 και 2. από 4-1-2010 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του Χ2 στρέφονται κατά της αυτής 672/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Γιαννιτσών, με την οποία κηρύχθηκαν οι αναιρεσείοντες ένοχοι φοροδιαφυγής κατ εξακολούθηση, που τελέσθηκε με την αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19 Ν. 2423/1997), ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (473 παρ. 2 και 3, 509 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ).
Συνεπώς, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συναφείας, πρέπει να συνεκδικασθούν.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 4 του Ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η εν προκειμένω φοροδιαφυγή, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή του φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών. Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 10 του ίδιου ως άνω Ν. 2523/1997 "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Η τελευταία αυτή διάταξη για το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής, εφόσον δεν κάνει διάκριση, κατελάμβανε και τα εγκλήματα του ως άνω άρθρου 19, μολονότι η ποινική δίωξη γι' αυτά ασκούταν άμεσα, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά, (σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 3 του Ν. 2523/1997, όπως το εν λόγω εδάφιο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 πα. 3 του Ν. 2753/1999) και δεν είχε ως προϋπόθεση την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και επί μη ασκήσεως προσφυγής την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της προς τούτο νόμιμης προθεσμίας, όπως επί των εγκλημάτων των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου. Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής ως άνω διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 τίθεται ως αφετηρία της παραγραφής η τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λ.π., δεν προκύπτει ότι για το έγκλημα του άρθρου 19, για το οποίο τίθεται διαφορετική προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής διώξεως, ο νόμος άφησε ηθελημένα αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του εγκλήματος αυτού, ώστε να ισχύσουν επ' αυτού οι διατάξεις του γενικού μέρους του ποινικού κώδικα των άρθρων 17, 111 και 112 κατά τις οποίες η παραγραφή επί πλημμελημάτων είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα τελέσεώς τους, δηλαδή από την ημέρα που ο δράστης ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Εξάλλου με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 2954/2001 προστέθηκε στην ως άνω παραγ. 10 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπιστώσεως του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 19 από εκείνη που, κατά τα ανωτέρω, ίσχυε προηγουμένως, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε και επί μη ασκήσεως προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο ενάρξεως αυτής και επομένως εφαρμόζεται κατά το άρθρο 2 παρ. 1 Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του, την 2.11.2001. Περαιτέρω η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι, όπως αναφέρθηκε, θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του Π.Κ., πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, όχι όμως περισσότερο από τρία έτη προκειμένου για πλημμελήματα, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν έχει εκ του νόμου, τούτο δε συντρέχει, πέραν των περιπτώσεων που ενδεικτικώς αναφέρονται στην ως άνω διάταξη, και όταν το δικαστήριο, ενώ το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφθηκε με παραγραφή, δεν παύει την ασκηθείσα ποινική δίωξη, αλλά επιβάλλει για την παραγραφείσα πράξη ποινή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 672/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό, κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά τα έτη 2000 και 2001 και 2002 και ειδικότερα, για τα δύο πρώτα έτη, από 20-7-2000 για τον πρώτο και 9-6-2000 για τον δεύτερο αναιρεσείοντες και μέχρι τις 5-10-2001 και για τους δύο. Οι εκθέσεις ελέγχου από τους αρμοδίους υπαλλήλους του Σ.Δ.Ο.Ε. Δυτ. Μακεδονίας, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπησή τους, συντάχθηκαν στις 28-8-2003 και την ίδια ημερομηνία θεωρήθηκαν από την Προϊσταμένη της Υπηρεσίας.
Συνεπώς έκτοτε άρχισε η παραγραφή της σε βαθμό πλημμελήματος πράξεως που αποδιδόταν στους αναιρεσείοντες και μέχρι της εκδικάσεώς της στο Τριμελές Πλημ/κείο στις 21-10-2009 δεν είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ ετών, ήτοι ο χρόνος των πέντε ετών της παραγραφής της και των τριών ετών της αναστολής αυτής, ο δε περί του αντιθέτου ισχυρισμός των αναιρεσειόντων τυγχάνει αβάσιμος.
Συνεπώς, εφόσον και η προσβαλλομένη απόφαση έκρινε ομοίως και προχώρησε στην ουσιαστική διερεύνηση της κατηγορίας, κατόπιν της οποίας και τους κήρυξε ενόχους της ανωτέρω πράξεως, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και δεν υπερέβη την εξουσία του. Κατ ακολουθία τούτων ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Η' κυρίως και Ε', επικουρικώς, πέμπτος λόγος των δύο αιτήσεων αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ.1. Ο Ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) τη μη υποβολή ή τη υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18), και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19). Ειδικότερα το άρθρο 19 παρ.1 του πιο πάνω νόμου (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 40 παρ.1 του ν.3220/2004), ορίζει ότι. "1. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. ...2. Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου. 3 ... 4. Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία....". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. γ του ίδιου νόμου, όπως το τρίτο εδάφιο αντικαταστάθηκε με την παρ.3 άρθρ.12 Ν.2753/1999 "...Κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/1995. Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα (1) μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου (Α.Ε.Π.) του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ.), ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται αντικειμενικώς έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών, κατά την ανωτέρω έννοια, φορολογικών στοιχείων ή νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί νοθεύσεως της γνησιότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση η αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων στοιχείων. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ.1 περ. η' του Ν.1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Από τις αυτές διατάξεις προκύπτει περαιτέρω ότι, στις περιπτώσεις που το αδίκημα της φοροδιαφυγής τελείται με τους ανωτέρω τρόπους (έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, αποδοχή εικονικών ή νόθευση), η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν έχει ως προϋπόθεση την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής, όπως ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο της αυτής διατάξεως, για τις λοιπές περιπτώσεις φοροδιαφυγής. Διάταξη, η οποία να καθιστά υποχρεωτική την αναστολή της ποινικής δίωξης για τις ανωτέρω πράξεις της φοροδιαφυγής, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 19 παρ.1 του ν. 2523/1997, μέχρις ότου να αποφανθούν αμετακλήτως τα Διοικητικά Δικαστήρια επί σχετικής προσφυγής του κατηγορουμένου για την πράξη αυτή, όχι μόνο δεν υφίσταται, αλλά η άποψη αυτή βρίσκεται σε αντίθεση με την προαναφερόμενη διάταξη του εδ. γ' άρθρου 19 παρ.2γ του ν. 2523/1997. 2. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή περιλαμβάνουν τα στοιχεία που κατά την οικεία διάταξη νόμου τους απαρτίζουν. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ούτε εκ του ότι το δικαστήριο εξαίρει κάποιο απ αυτά σημαίνει ότι δεν έλαβε υπόψη τα υπόλοιπα. Πρέπει, όμως, να προκύπτει, είτε από το σκεπτικό είτε από το σύνολο της αποφάσεως, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα προκειμένου να κρίνει για τη συνδρομή των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την ενοχή του κατηγορουμένου. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. 3. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Πλημ/κειο Γιαννιτσών, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με την αποδιδόμενη στους αναιρεσείοντες πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ εξακολούθηση και για το χρονικό διάστημα που αναφέρει των ετών 2000, 2001 και 2002: "Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι ο 1ος κατηγορούμενος στο ... κατά την διάρκεια των ετών 2000, 2001 και 2002, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος, με πρόθεση προέβη στην αποδοχή εικονικών τιμολογίων και ειδικότερα στις παρακάτω ημερομηνίες, ως επαγγελματίας αυτοκινητιστής, αποδέχθηκε τα κάτωθι φορολογικά στοιχεία από τον Α5, που ο τελευταίος είχε εκδώσει στα ονόματα των Α3, Α1 και Α4 (τα οποία είτε τυγχάνουν ανύπαρκτα πρόσωπα είτε υπαρκτά, πλην όμως ουδέποτε ασχοληθέντα με το εμπόριο υγρών καυσίμων, ορυκτελαίων, λιπαντικών και ελαστικών) και είχε αναγράψει ως στοιχεία πελάτη τα στοιχεία του ίδιου του Χ2, κατοίκου ... και συγκεκριμένα:
Α' κατά το έτος 2000 1. την 9-6-2000 το, υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά ΜICHELIΝ, ήτοι συνολικής αξίας 620.000 δρχ. 2. την 31-7-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά , ήτοι συνολικής αξίας 1.220.000 δρχ.
3. την 23-8-2000 το υπ' αριθμ. θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά ήτοι συνολικής αξίας 1.110.000 δρχ.
4. την 15-9-2000 το υπ' αριθμ. θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι συνολικής αξίας 1.752.300 δρχ. 5. την 10-10-2000 το υπ' αριθμ. θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια, ήτοι συνολικής αξίας 1.840,000δρχ.
6. την 18-10-2000 το υπ' αριθμ. θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι συνολικής αξίας 930.000 δρχ.
7. την 22-10-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια αξίας 708.000 δρχ.
8. την 19-12-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια, ήτοι συνολικής αξίας 1.156.400 δρχ.
9. την 27-12-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι συνολικής αξίας 1.675.600 δρχ.
10. την 29-12-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια, ήτοι συνολικής αξίας 1.482.080 δρχ.
Β' κατά το έτος 2001:
11. την 18-1-2001 το υπ' αριθμ.... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια, ήτοι συνολικής αξίας 1.180.000 δρχ.
12. την 5-2-2001 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι συνολικής αξίας 1.534.000 δρχ 13. την 16-2-2001 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση 1φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ορυκτέλαια και ανταλλακτικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1.548.160δρχ.
14. την 15-3-2001 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1.534.000 δρχ.
15. την 22-3-2001 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1.180.000 δρχ.
16. την 2-4-2001 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1,593.000 δρχ.
17. την 10-4-2001 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια και ανταλλακτικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 654.900δρχ. 18. την 4-6-2001 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 ούμενο ελαστικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1.404.200 δρχ.
19. την 13-6-2001 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1.357.000 δρχ.
20. την 28-6-2001 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά και ανταλλακτικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1.390.040 δρχ.
21. την 13-8-2001 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α4 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1.250.800 δρχ.
22. την 22-8-2001 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α4 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1.062.000 δρχ.
23. την 11-9-2001 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α4 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια και ανταλλακτικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1.143.420 δρχ.
24. την 5-10-2001 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α4 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 861.400 δρχ.
25. την 7-12-2001 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α4 φερόταν, ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1.876.200 δρχ.
26. την 15-12-2001 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α4 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια και ανταλλακτικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1.687.400 δρχ.
Γ' κατά το έτος 2002:
27. την 28-1-2002 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο πετρέλαιο κίνησης, συνολικής αξίας 3.606,20 ΕΥΡΩ.
28. την 13-2-2002 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο πετρέλαιο κίνησης, συνολικής αξίας 2.920,50 ΕΥΡΩ.
29. την 6-4-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, συνολικής αξίας 4.484,00 ΕΥΡΩ.
30. την 10-4-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια, συνολικής αξίας 4.571,08 ΕΥΡΩ.
31. την 23-4-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά και ανταλλακτικά, συνολικής αξίας 4.401,35 ΕΥΡΩ.
32. την 20-5-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ανταλλακτικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 10.148,00 ΕΥΡΩ.
33. την 3-6-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ανταλλακτικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 10.207,00 ΕΥΡΩ.
34. την 10-8-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 3.587,20 ΕΥΡΩ.
35. την 21-8-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια και ανταλλακτικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 2.968,88 ΕΥΡΩ.
36. την 28-5-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο πετρέλαιο κίνησης, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 4.218,50. ΕΥΡΩ.
37. την 3-6-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο πετρέλαιο κίνησης, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 4.283,40 ΕΥΡΩ.
38. την 11-6-2.002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο πετρέλαιο κίνησης, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 4.348,30 ΕΥΡΩ.
Τα ανωτέρω έπραξε ο πρώτος κατηγορούμενος, αν και γνώριζε ότι άπαντα τα προρρηθέντα φορολογικά στοιχεία ήταν στο σύνολο τους εικονικά ως προς τα πραγματικά πρόσωπα των εκδοτών, που δεν ήταν οι Α2, Α1, Α4 και Α3, κατά περίπτωση, αλλά ο υποκρυπτόμενος Α5 και περαιτέρω τα υπ' αριθμ. ... ως άνω τιμολόγια, συνολικής καθαρής αξίας 5.531,10 ευρώ ήταν εικονικά και ως προς τη συναλλαγή, επειδή αφορούσαν συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, ότι τα υπ' αριθμ. ... ως άνω τιμολόγια, συνολικής καθαρής αξίας 10.890,00 ΕΥΡΩ ήταν πλαστά και εικονικά και ως προς τη συναλλαγή, επειδή αφορούσαν συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, τα λοιπά ως άνω τιμολόγια, συνολικής καθαρής αξίας 118.151,46 ΕΥΡΩ ήταν και μερικώς εικονικά ως προς τη συναλλαγή, επειδή δεν κατέστη δυνατόν να προσδιοριστεί το ύψος των πραγματικών συναλλαγών κατά περίπτωση. Περαιτέρω, αποδείχθηκε και ότι ο 2ος κατηγορούμενος στον ... κατά την διάρκεια των ετών 2000, 2001 και 2002, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος, με πρόθεση προέβη στην αποδοχή εικονικών τιμολογίων και ειδικότερα στις παρακάτω ημερομηνίες, ως επαγγελματίας αυτοκινητιστής, αποδέχθηκε τα κάτωθι φορολογικά στοιχεία από τον Α5, που ο τελευταίος είχε εκδώσει στα ονόματα των Α3 Α2, Α1 και Α4 (τα οποία είτε τυγχάνουν ανύπαρκτα πρόσωπα είτε υπαρκτά, πλην όμως ουδέποτε ασχοληθέντα με το εμπόριο υγρών καυσίμων, ορυκτελαίων, λιπαντικών και ελαστικών) και είχε αναγράψει ως στοιχεία πελάτη τα στοιχεία του ίδιου του Χ, κατοίκου ... και συγκεκριμένα:
Α' κατά το έτος 2000 1. την 20-7-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α2 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι συνολικής αξίας 1,240.000 δρχ.
2. την 5-8-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α2 φερόταν άτι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια, ήτοι συνολικής αξίας 890.000 δρχ.
3. την 26-8-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α2 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι συνολικής αξίας 1.015.000 δρχ.
4. την 10-9-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α2 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι αξίας 1,534.000 δρχ.
5. την 19-9-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α2 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια, ήτοι συνολικής αξίας 1.168.200 δρχ.
6. την 16-10-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α2 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ανταλλακτικά, ήτοι συνολικής αξίας 1.292.000δρχ.
7. την 11-10-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α2 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ανταλλακτικά, ήτοι συνολικής αξίας 939.280 δρχ.
8. την 23-10-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α2 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι συνολικής αξίας 2.820.200 δρχ.
9. την 18-12-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι συνολικής αξίας 1.675.600 δρχ.
10. την 20-12-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με τι οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι συνολικής αξίας 1628.400 δρχ.
11. την 21-12-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ό,τι πώλησε στον κατηγορούμενο ανταλλακτικά, ήτοι συνολικής αξίας 1.211.860δρχ.
12. την 28-12-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι συνολικής αξίας 837.800 δρχ.
Β' κατά το έτος 2001:
13. την 8-1-2001 το υπ' αριθμ.... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1.534.000 δρχ.
14. την 5-2-2001 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1,180.000 δρχ.
15. την 16-2-2001 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ορυκτέλαια και ανταλλακτικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1.559.960 δρχ.
16. την 10-4-2001 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ορυκτέλαια και ανταλλακτικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1.005.360 δρχ.
17. την 13-8-2001 το υπ' αριθμ. θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α4, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά-ορυκτέλαια, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1876.200 δρχ.
18. την 11-9-2001 το υπ' αριθμ, θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α4, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1557.600 δρχ.
19. την 24-9-2001 το υπ' αριθμ. θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α4, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ανταλλακτικά-ορυκτέλαια, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1392.400 δρχ.
20. την 5-10-2001 το υπ' αριθμ. θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α4, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1463.200 δρχ.
21. την 25-10-2001 το υπ' αριθμ. θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α4, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ανταλλακτικά-ορυκτέλαια, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1492.700 δρχ.
22. την 112-2001 το υπ' αριθμ. θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α4, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1557.600δρχ.
23. την 11-12-2001 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α4, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1593.000 δρχ.
24. την 18-12-2001 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α4, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ανταλλακτικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1479.720 δρχ.
25. την 27-12-2001 το υπ1 αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α4, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1.727.520 δρχ.
Γ' κατά το έτος 2002:
26. την 29-1-2002 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α2, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο πετρέλαιο κίνησης, συνολικής αξίας 6.316,54 ΕΥΡΩ.
27. την 10-2-2002 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α2 φερόταν, ότι πώλησε στον κατηγορούμενο πετρέλαιο κίνησης, συνολικής αξίας 7.009,20 ΕΥΡΩ.
28. την 28-2-2002 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α2, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο πετρέλαιο κίνησης, συνολικής αξίας 4.445,65 ΕΥΡΩ.
29. την 6-4-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, συνολικής αξίας 5.487,00 ΕΥΡΩ.
30. την 10-4-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια, συνολικής αξίας 5.332,92 ΕΥΡΩ.
31. την 18-4-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ορυκτέλαια και ανταλλακτικά, συνολικής αξίας 4.962,07 ΕΥΡΩ.
32. την 23-4-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ορυκτέλαια και ανταλλακτικά, συνολικής αξίας 5.245,52 ΕΥΡΩ.
33. την 29-4-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, συνολικής αξίας 5.264,05 ΕΥΡΩ.
34. την 20-5-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ανταλλακτικά, συνολικής αξίας 8.260,00 ΕΥΡΩ.
35. την 3-6-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ανταλλακτικά, συνολικής αξίας 8.614,00 ΕΥΡΩ.
36. την 9-4-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο πετρέλαιο κίνησης, συνολικής αξίας 6.475,84 ΕΥΡΩ.
37. την 30-4-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο πετρέλαιο κίνησης, συνολικής αξίας 6.625,11 ΕΥΡΩ, 38. την 28-5-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο πετρέλαιο κίνησης, συνολικής αξίας 4.543,00 ΕΥΡΩ.
39. την 20-6-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο πετρέλαιο κίνησης, συνολικής αξίας 4.867,50 ΕΥΡΩ.
Τα ανωτέρω έπραξε ο εν λόγω κατηγορούμενος, αν και γνώριζε ότι άπαντα τα προρρηθέντα φορολογικά στοιχεία ήταν στο σύνολο τους εικονικά ως προς τα πραγματικά πρόσωπα των εκδοτών, που δεν ήταν οι Α2 ,Α1, Α4 και Α3, κατά περίπτωση, αλλά ο υποκρυπτόμενος Α5 και περαιτέρω τα υπ' αριθμ. 26, 27 και 28 ως άνω τιμολόγια, συνολικής καθαρής αξίας 15,060,50 ευρώ ήταν εικονικά και ως προς τη συναλλαγή, επειδή αφορούσαν συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, ότι τα υπ' αριθμ. 36, 37 και 38 και 39 ως άνω τιμολόγια, συνολικής καθαρής αξίας 19.077,50 ΕΥΡΩ ήταν πλαστά και εικονικά και ως προς τη συναλλαγή, επειδή αφορούσαν συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, τα λοιπά ως άνω τιμολόγια, καθαρής αξίας 125.297,54 ΕΥΡΩ ήταν και μερικώς εικονικά ως προς τη συναλλαγή, επειδή δεν κατέστη δυνατόν να προσδιοριστεί το ύψος των πραγματικών συναλλαγών κατά περίπτωση".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες - κατηγορούμενους (όπου αναφέρεται ο πρώτος εννοείται ο δεύτερος αναιρεσείων και δεύτερος ο πρώτος απ αυτούς) της πράξεως της κατ εξακολούθηση αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, όπως αυτά εξειδικεύονται στο αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως και επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριάντα (30) μηνών, στον καθένα, την οποία μετέτρεψε προς πέντε (5) Ευρώ την ημέρα. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημ/κειο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ 1, 94, 98 ΠΚ και 19 παρ. 1, 4 και 21 Ν.2523/1997, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες. Δεν χρειαζόταν δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να εξειδικεύεται ποιοι από τους αναφερόμενους στα παρατιθέμενα αναλυτικά στο σκεπτικό Δ.Α.-τ/ια ως εκδότες αυτών επιχειρηματίες δήθεν ασχολουμένους με το εμπόριο υγρών καυσίμων, ορυκτελαίων, λιπαντικών και ελαστικών ήσαν υπαρκτά ή ανύπαρκτα πρόσωπα, αφού αυτό δεν ασκεί επιρροή στην στοιχειοθέτηση της ανωτέρω πράξεως, για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι, δεδομένου ότι, όπως δέχθηκε, ανελέγκτως, η προσβαλλομένη, τα ως άνω φορολογικά στοιχεία τα αποδέχθηκαν οι αναιρεσείοντες γνωρίζοντας ότι αφορούσαν στο σύνολό τους ή κατά ένα μέρος, κατά τις εξειδικεύσεις της αποφάσεως, ανύπαρκτες συναλλαγές και ότι οι φερόμενοι ως εκδότες αυτών δεν ήταν αυτοί που πραγματικά τα εξέδωσαν, αφού αυτά εκδόθηκαν από το κατονομαζόμενο άτομο, το οποίο και τους τα είχε παραδώσει, θέτοντας, στην οικεία θέση του Δ.Α.-τ/ιου, τα στοιχεία των αναφερομένων ατόμων, ως δήθεν εκδοτών τους, των κατηγορουμένων δε, ως αγοραστών. Ούτε περαιτέρω χρειαζόταν να διαλάβει η απόφαση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επί των αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών (ανατρεπτικούς της κατηγορίας τους αποκαλούν), που υπέβαλε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους και οι οποίοι κατά βάση συνίσταντο στην άρνηση της εικονικότητας των ανωτέρω φορολογικών στοιχείων και των συναλλαγών, όπως αυτή ορίζεται στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997 (βλ. σελ. 4 των πρακτικών), αφού υποχρέωση ειδικής αιτιολόγησης υφίσταται, όπως λέχθηκε για τους αυτοτελείς, κατά την ανωτέρω έννοια, ισχυρισμούς των κατηγορουμένων και όχι και για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν. Ούτε περαιτέρω δημιουργείται ασάφεια της αιτιολογίας της αποφάσεως, ούτε έλλειψη αυτής, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, εκ της αναφοράς, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, και των καταθέσεων των μαρτύρων υπερασπίσεως, ενώ τέτοιοι μάρτυρες δεν εξετάσθηκαν, αφού, όπως ρητώς και κατά τρόπο που δεν δημιουργεί ασάφεια ή ερωτηματικά, περί του ποιοι μάρτυρες εξετάσθηκαν, αναφέρεται στα πρακτικά, από τους τέσσερις μάρτυρες του κατηγορητηρίου (κατηγορίας), βρέθηκαν παρόντες οι πρώτος και τρίτος (σελ. 3), οι οποίοι και εξετάσθηκαν και οι καταθέσεις τους περιέχονται στις σελ. 6 και 7 της αποφάσεως, οι δε κατηγορούμενοι δεν γνωστοποίησαν μάρτυρες υπερασπίσεως (βλ. δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του στη σελ. 3).
Συνεπώς οι τρίτος και τέταρτος από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' λόγοι των αιτήσεων αναιρέσεως, αντίστοιχα, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 19 και 21 Ν. 2523/1997, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. IV. Kατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά την διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του Κ.Π.Δ., στην περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητώς τους παρέχεται από τον νόμο και το δικαστήριο τους αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για το σχετικό αίτημα. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου να ζητήσει, σύμφωνα με τα άρθρα 333 παρ. 2 εδ. β' και 352 παρ. 3 Κ.Π.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 30 παρ. 2 Ν. 3160/2003, την αναβολή της δίκης, προκειμένου, μεταξύ των άλλων, να κλητευθεί κάποιος μάρτυρας, η κατάθεση του οποίου κρίνεται απαραίτητη για την κατ ουσία διερεύνηση της υποθέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, οι κατηγορούμενοι και νυν αναιρεσείοντες, δεν υπέβαλαν προς το δικαστήριο κατά το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας αίτημα αναβολής της δίκης, προκειμένου να κλητευθεί ο μάρτυρας ... ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς τους, ήταν αυτός που τους προμήθευε λιπαντικά, ελαστικά και καύσιμα και αυτός που τους συνέστησε να προμηθεύονται από τους φερόμενους ως πωλητές τα είδη, που φέρονται ότι αγόρασαν με τα εικονικά τιμολόγια. Απλώς ο συνήγορος τους, στη συνέχεια των ανωτέρω αρνητικών ισχυρισμών, που με αριθμό 2 πρόβαλε, κατά τα ανωτέρω, επισήμανε με αριθμό 3, την μη κλήτευση ως μάρτυρος του ανωτέρω και εντελώς αντιφατικά την μη παραπομπή του για ποινικές παραβάσεις, γι αυτό και το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να απαντήσει μόνον στον αυτοτελή ισχυρισμό του, για τον οποίο θα γίνει λόγος αμέσως κατωτέρω (βλ. σελ. 5 πρακτικών).
Συνεπώς, κατά τα προεκτεθέντα, δεν συνέτρεξε περίπτωση ελλείψεως ακροάσεως και δεν ιδρύθηκε ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως και ο δεύτερος λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου για σχετική ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο, γιατί το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, παρέλειψε να αποφανθεί επί του υπό των αναιρεσειόντων υποβληθέντος αιτήματος αναβολής της δίκης, για τον ανωτέρω λόγο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. V. Κατά το άρθρο 173 παρ. 2 του ΚΠΔ, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171 όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνεται αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο και κατά το επόμενο άρθρο 174 παρ. 1, ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται κατά δε το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να προταθεί στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, ούτε να ληφθεί υπόψη, αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το δικαστικό συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υποθέσεως. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο συνήγορος των αναιρεσειόντων πρόβαλε, μεταξύ των άλλων, τον ισχυρισμό, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και αναπτύχθηκε προφορικά (σελ. 3, 4), ότι τα αναφερόμενα σ αυτόν φορολογικά στοιχεία, τα οποία χαρακτηρίσθηκαν ως εικονικά και απετέλεσαν, ως αναγνωστέα έγγραφα, μέρος της δικογραφίας που σχηματίσθηκε, αρχικά δεσμεύθηκαν και στη συνέχεια κατασχέθηκαν από τους υπαλλήλους του Σ.Δ.Ο.Ε. που διενήργησαν τον σχετικό έλεγχο, ο οποίος κατέληξε στην έκδοση των ανωτέρω εκθέσεων ελέγχου, κατά τρόπο μη νόμιμο και αποτελούσαν μη νομίμως κτηθέντα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη. Ο ισχυρισμός αυτός με τον οποίο προβάλλονταν απόλυτες ακυρότητες, που είχαν λάβει χώρα κατά την προδικασία και όχι κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν ανωτέρω, έπρεπε να προταθεί μέχρις ότου καταστεί αμετάκλητη η παραπομπή των αναιρεσειόντων και να επιληφθεί αυτού το συμβούλιο πλημμελειοδικών, απαραδέκτως δε προτάθηκε το πρώτο στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημ/κείου και ορθώς απορρίφθηκε από το Δικαστήριο ως τέτοιος. Κατ ακολουθία τούτων ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 Α σε συνδυασμό με 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ, πρώτος λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως, κατά το πρώτο τμήμα του, με τον οποίο προσβάλλεται η απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι δεν απάντησε επί του ανωτέρω αιτήματός τους, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. VΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. (ΑΠ 1235/2010). Αν δεν αναφέρεται το συγκεκριμένο έγγραφο στο οικείο σημείο των πρακτικών, όπου γίνεται μνεία των αναγνωσθέντων εγγράφων, προκύπτει όμως από το σκεπτικό της αποφάσεως και από το όλο περιεχόμενό της, ότι το έγγραφο αναγνώσθηκε και έτσι ο κατηγορούμενος είχε την δυνατότητα να ασκήσει τα κατά τα άνω δικαιώματά του, πληρούται ο σκοπός των ανωτέρω διατάξεων και δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως. Τα ανωτέρω, όμως, δεν ισχύουν για τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση του εγκλήματος για το οποίο έλαβε χώρα η καταδίκη του κατηγορουμένου και στοιχείο του σε βάρος του κατηγορητηρίου, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο τελευταίος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπισή του κατ' αυτής και κατ ακολουθία το περιεχόμενο τους και μπορούσε αν το ήθελε να ασκήσει τα κατ άρθρο 358 δικαιώματά του (ΑΠ 490/2010, ΑΠ 38/2009). Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, στο οικείο τμήμα αυτών, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα (σελ. 8,9), φέρονται αναγνωσθέντα 10 Δ.Α. -Τ/ια του Α3 και όχι του ..., όπως εσφαλμένα αναφέρουν οι αναιρεσείοντες, που είναι ένας από τους φερόμενους ως εκδότες των εικονικών τ/ιων που αποδέχθηκαν οι αναιρεσείοντες, όπως αυτά εξειδικεύονται στο σκεπτικό και διατακτικό της αποφάσεως, με την αναφορά των προσδιοριστικών τους στοιχείων, όπως α/α, ημερομηνία, είδος που φέρεται ότι πωλήθηκε με αυτό και συνολική αξία, για καθένα από τους αναιρεσείοντες. Οι τελευταίοι επικαλούνται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, διότι τα κριθέντα ως εικονικά Δ.Α.-Τ/ια, που παραθέτουν στους κατωτέρω λόγους των αιτήσεων τους, για την αποδοχή των οποίων και καταδικασθήκαν, λήφθηκαν υπόψη για τον σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσεως του Δικαστηρίου, χωρίς να αναγνωσθούν και χωρίς να αναφέρονται, κατά τα πλήρη προσδιοριστικά της ταυτότητάς τους στοιχεία, στην οικεία θέση των πρακτικών. Τα εν λόγω όμως Δ.Α-Τ/ια αποτελούν την βάση του εγκλήματος για το οποίο, κατά τα άνω κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες και στοιχεία του σε βάρος τους κατηγορητηρίου, με βάση το οποίο παραπέμφθηκαν ενώπιον του αρμοδίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών για να δικασθούν ως υπαίτιοι της ανωτέρω πράξεως και κηρύχθηκαν ένοχοι σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, αναφέρεται δε και στο διατακτικό της πρωτόδικης και της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκ του λόγου δε αυτού ήσαν γνωστά σ αυτούς, αφού στα χέρια τους δεσμεύθηκαν και κατασχέθηκαν και συνεπώς μπορούσαν να επιφέρουν παρατηρήσεις επί του περιεχομένου τους αντικρούοντας την σε βάρος τους κατηγορία και είχαν την δυνατότητα να ασκήσουν τα κατ άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά τους, τα οποία και άσκησαν, υπερασπιζόμενοι εαυτούς, με την προβολή του ανωτέρω αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού, με τον οποίο σχολίασαν το περιεχόμενό τους, αρνηθέντες την ανυπαρξία των συναλλαγών για τις οποίες εκδόθηκαν, την εικονικότητά τους και σε κάθε περίπτωση την γνώση τους ότι τα άτομα, που φέρονται ως εκδότες τους, δεν τα είχαν εκδώσει, πραγματικά, ήταν δε, κατά το πλείστον, ανύπαρκτα πρόσωπα.
Συνεπώς, σύμφωνα με αυτά που αναφέρονται ανωτέρω, δεν παραβιάσθηκε το δικαίωμα υπεράσπισης τους (171 παρ. 1 δ'), ούτε δημιουργήθηκε ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Κατ ακολουθία τούτων ο, από τις αυτές ως άνω διατάξεις, πρώτος λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως, κατά το δεύτερο τμήμα εκείνης του Χ2 και το δεύτερο και τρίτο τμήματα του Χ1, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. V
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ.1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η μη ανάγνωση εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας συνιστά κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ίδιου Κώδικα έλλειψη ακροάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 περ.1 στοιχ. Β'του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, εφόσον από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν την ανάγνωσή του και το δικαστήριο δεν την επέτρεψε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος.
Στην κρινόμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν και ζήτησαν να αναγνωσθούν οι αποφάσεις του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου, που ο καθένας αναφέρει, με τις οποίες, όπως ισχυρίζονται, ακυρώθηκαν, χωρίς να διευκρινίζεται κατ ουσία ή για τυπικό λόγο, οι πράξεις των αρμοδίων φορολογικών αρχών, με τις οποίες επιβλήθηκαν σε βάρος τους πρόστιμα σε σχέση με τις πράξεις αποδοχής των εικονικών φορολογικών στοιχείων οι οποίες τους αποδόθηκαν. Αντιθέτως αναγνώσθηκαν με α/α 29 και 30 οι προσφυγές (3 για τον καθένα) που άσκησαν ενώπιον του ανωτέρω Διοικητικού Δικαστηρίου.
Συνεπώς δεν δημιουργήθηκε έλλειψη ακροάσεως εκ της επικαλούμενης απ αυτούς μη αναγνώσεως τους και της μη λήψεως υπόψη από το Δικαστήριο των αποφάσεων αυτών, ούτε ιδρύθηκε ο κατά τις ανωτέρω διατάξεις λόγος αναιρέσεως. Πολύ δε περισσότερο δεν παραβιάσθηκε το δικαίωμα υπερασπίσεως τους εκ του λόγου αυτού, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν, κατά τα αμέσως ανωτέρω, υπό στοιχείο VI, αναφερόμενα, ούτε ιδρύθηκε ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως. Κατ ακολουθία τούτων ο πρώτος λόγος, κατά το τρίτο τμήμα του της αιτήσεως του Χ2 και κατά το τέταρτο τμήμα του εκείνης του Χ1, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω παραβιάσεως του δικαιώματος υπερασπίσεώς τους (510 παρ. 1 Α σε συνδυασμό με 171 1 δ' ΚΠΔ), τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι.
VIII. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, τις: 1. από 4-1-2010 Αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του Χ1 και 2. από 4-1-2010 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του Χ2 για αναίρεση της 672/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κειου Γιαννιτσών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων. Στοιχεία κατ' άρθρο 19 Ν. 2523/1997. Δεν απαιτείται για την άσκηση ποινικής διώξεως αρκεί το πόρισμα του ελέγχου της φορολογικής αρχής (ΑΠ 752/2010, ΑΠ 763/2009, ΑΠ 2515/2008). Παραγραφή επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 Ν. 2523/1997, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με Ν. 2954/2001. Αρχίζει από την θεώρηση του πορίσματος της έκθεσης ελέγχου της φορολογικής αρχής Εφαρμόζεται και στα αδικήματα του όρθρου 19 που τελέσθηκαν πριν την ισχύ του Ν. 2954/2001 (ΑΠ 841/2010, ΑΠ 1223/2010, ΑΠ 271/2009, ΑΠ 1427/2009, ΑΠ 993/2009). Πότε απόλυτη ακυρότητα από μη ανάγνωση εγγράφου. Υποβολή αιτήματος και μη απάντηση ή μη ικανοποίηση (ΑΠ 154/2010). Απόλυτη ακυρότητα από λήψη υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν. Δεν ισχύει επί εγγράφων που αποτελούν τη βάση του εγκλήματος και στοιχείο του κατηγορητηρίου (ΑΠ 490/2010, ΑΠ 38/2009). Αιτιολογία πλήρης και εμπεριστατωμένη. Εσφαλμένη ερμηνεία εφαρμογή. Έλλειψη ακροάσεως. Πότε υπάρχει (ΑΠ 358/2010, ΑΠ 191/2010, 114/2010, ΑΠ 250/2009, ΑΠ 1303/2010) -.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ακροάσεως έλλειψη.
| 1
|
Αριθμός 1551/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή και Παναγιώτη Ρουμπή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1479/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Χ2, 2) Χ3, 3) Χ4 και 4) Χ5 και με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1) Ψ1 και 2) Ψ2, κατοίκων ... .
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Οκτωβρίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1560/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τις προτάσεις του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, με αριθμό 98/8.3.10 και 98α/17.3.10, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα:
Αριθ. 98/8.3.10.
"Ι) Με το υπ' αριθμ. 1198/2009 βούλευμα το συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών και η Χ1 για να δικαστεί ως υπαίτια τελέσεως από κοινού ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση και σε απόπειρα κακουργηματικής εκβίασης με αυτουργούς τους Χ3 και Χ2 -αντίστοιχα -. Να σημειωθεί εδώ ότι το παραπάνω βούλευμα αποφάνθηκε και να μη γίνει κατηγορία κατά του Χ6 για τις αυτές πράξεις. Συγκεκριμένα το πρωτόδικο αυτό βούλευμα δέχθηκε τα εξής: "Ο [δολοφονηθείς] ΩΩ, καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης (μαθηματικός) και εν διαστάσει σύζυγος της εκκαλούσας κατ/νης Χ1, έχοντας διακόψει την έγγαμη συμβίωση του με αυτήν από πολλών ήδη ετών (από το έτος 1999), διέμενε μόνος του στο ισόγειο οικίας στην οδό ... του ... (πυλωτή, την οποία είχε διαμορφώσει σε κατοικία), στον πρώτο όροφο της οποίας διέμενε η ανωτέρω κατ/νη με τις (εκκαλούσες πολιτικώς ενάγουσες) κόρες τους Ψ1 και Ψ2. Τον Φεβρουάριο 2007 είχε προσδιορισθεί δικάσιμος για τη συζήτηση αγωγής που είχε καταθέσει για τη λύση του γάμου του με την εκκαλούσα κατ/νη, λόγω τετραετούς διάστασης, η υπόθεση, όμως, δεν εκδικάστηκε για τυπικούς λόγους. Τις βράδυνες ώρες της 27-7-2007 ο θανών και η κόρη του Ψ2 μετέβησαν σε θέατρο, για να παρακολουθήσουν την παράσταση του και στη συνέχεια δείπνησαν, περί ώρα, δε, 01.20' επέστρεψαν στις οικίες τους με το οδηγούμενο από τον πρώτο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΕΧΕ αυτοκίνητο του μάρκας Renault Clio, στη θέση του συνοδηγού του οποίου επέβαινε η προαναφερόμενη κόρη του, ο ίδιος, δε, στάθμευσε προσωρινά το αυτοκίνητο έξω από την είσοδο της οικίας, μέχρι να ανοίξει η τηλεχειριζόμενη αυλόπορτα της, προκειμένου να εισέλθει με το αυτοκίνητο στο προαύλιο της και να το σταθμεύσει εκεί. Τη στιγμή εκείνη δέχθηκε πυροβολισμό στο κεφάλι από την πλευρά του (κλειστού) παραθύρου της πόρτας του οδηγού (δηλαδή από την πλευρά του αυτοκινήτου στην οποία καθόταν), με αποτέλεσμα η βολίδα (που εισήλθε από την αριστερή πλευρά της μύτης του) να του προκαλέσει θλαστικό τραύμα σπλαχνικού κρανίου ηθμοειδών κυψελών, κάταγμα των ρινικών οστών, των οστών της ρινικής κοιλότητας και ρωγμώδες κάταγμα της περιοχής του δεξιού ινιακού κονδύλου, αιμορραγική διήθηση των τοιχωμάτων της δεξιάς σφαγίτιδος φλεβός κατά τόπους, αιμορραγική διήθηση των τοιχωμάτων της δεξιάς καρωτίδος αρτηρίας κατά τόπους και αιμορραγική διήθηση των μαλακών μορίων του τραχήλου, ιδίως δεξιά. Αφού μεταφέρθηκε αρχικά στο νοσοκομείο "Κ.Α.Τ.", διακομίσθηκε στη συνέχεια στο νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ" και νοσηλευθείς στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του μέχρι την 9-8-2007, απεβίωσε την ημεροχρονολογία αυτή λόγω πολυοργανικής ανεπάρκειας ARDS, εξαιτίας σηπτικής κατάστασης σε έδαφος σπλαχνικού κρανίου. Η προκειμένη ανθρωποκτονία παρέμενε ανεξιχνίαστη από τις αστυνομικές αρχές μέχρι την 19-2-2008, ημεροχρονολογία κατά την οποία ο εκ των κατ/νων Χ4 μετέβη στη Διεύθυνση Ασφαλείας Αττικής, για να καταθέσει συμπληρωματικά (σε συνέχεια των από 22-12-2007, 27-12-2007 και 9-1-2008 καταθέσεων του) σχετικά με τη δράση εγκληματικής οργάνωσης, της οποίας ήταν μέλος και η οποία είχε σκοπό την παράνομη κτήση της ελληνικής ιθαγένειας από αλλοδαπούς, τους οποίους προσέλκυαν να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα όχι ως λαθρομετανάστες, αλλά με το τέχνασμα της απευθείας κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας, κυρίως με την αναγνώριση τους από Έλληνες γεννήτορες ως δήθεν εξώγαμων, γεννηθέντων στην αλλοδαπή, τέκνων τους, έναντι αμοιβής 8.000 - 9.000 € ανά άτομο περίπου. Στη δοθείσα την 19-2-2008 κατάθεση του ο ανωτέρω κατ/νος ανέφερε ότι γνώριζε για τη δολοφονία του ΩΩ, ισχυρισθείς ότι αυτή σχεδιάστηκε από την εκκαλούσα κατ/νη Χ1 και εκτελέστηκε από τον ίδιο και τους κατ/νους Χ3 και Χ2 (δεύτερο εκκαλούντα κατ/νο). Με το εκκαλούμενο βούλευμα του το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών παρέπεμψε στο ανωτέρω Δικαστήριο τους εκκαλούντες κατ/νους, καθώς και τους προαναφερόμενους τρεις συγκατηγορουμένους τους για να δικαστούν για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, αφού δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Χ4, διατηρούσε με την οικογένεια του ΩΩ (τη σύζυγο και τις δύο κόρες του) οικογενειακές σχέσεις από δεκαετίας, όταν είχε συνάψει ένα σύντομο ερωτικό δεσμό με την κόρη του ζεύγους ΩΩ-Χ1, Ψ1. Με την συγκατηγορουμένη του, δε, Χ1 ανέπτυξε και επαγγελματική συνεργασία, ανοίγοντας μαζί της τον Φεβρουάριο του 2006, ένα γραφείο τελετών στο όνομα της δεύτερης κόρης του ζεύγους ΩΩ-Χ1, Ψ2, το οποίο έκλεισε την άνοιξη του 2007. Εκείνο, δε, το διάστημα και ειδικότερα περί το Πάσχα του 2007, η Χ1 άρχισε να ζητά από τον Χ4, ο οποίος πάσχει από μεθοριακή διαταραχή προσωπικότητας, σύμφωνα με την οποία δεν μπορεί να ανεχθεί τη μοναξιά και προτιμά μανιωδώς συντροφιά, ανεξάρτητα από πόσο λίγο τον ικανοποιεί, δεχόμενο να προσφέρει εξυπηρετήσεις σε γνωστούς για να τους έχει κοντά του, χωρίς σημαντικό προσδοκώμενο αποτέλεσμα (βλ. την από 23-6-2008 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε με την αριθμ. 369/2008 διάταξη της 26ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών), να τη βοηθήσει, να "βγάλει από τη μέση" τον εν διαστάσει σύζυγο της ΩΩ, διότι της δημιουργούσε πολλά προβλήματα, με εξυβρίσεις, χειροδικίες, άσχημη συμπεριφορά στην ίδια και στις δύο κόρες τους, επικαλούμενη ακόμη και απόπειρα δολοφονίας σε βάρος της. Για να τον πείσει, δε, να τη βοηθήσει, του έλεγε ότι είναι ο μόνος άνθρωπος που θα έσωζε τη ζωή της και τη ζωή των παιδιών της. Ζητούσε, δε, συγκεκριμένα, να βρει άνθρωπο να αναλάβει "να κάνει αυτή τη δουλειά", δηλαδή να δολοφονήσει τον εν διαστάσει σύζυγο της. Έτσι, ο Χ4 απευθύνθηκε στον συγκατηγορούμενό του Χ2, τον οποίο γνώριζε προ οκταμήνου, όταν ο τελευταίος με πρόταση του Χ4 είχε ενταχθεί στην εγκληματική οργάνωση που προαναφέρθηκε και αναγνώρισε σαν δικά του τέσσερα αλλοδαπά τέκνα από τον Άγιο Δομίνικο, αντί αμοιβής 5.000 ευρώ. Ο τελευταίος, έπειτα από διαπραγματεύσεις για το ύψος της αμοιβής (ζητούσε αρχικά 40.000 - 50.000 €), δέχθηκε να αναλάβει τη δολοφονία, αντί του ποσού των 30.000 €. Έφερε, δε, ο Χ4 σε επαφή την Χ1 με τον Χ2, δύο φορές, σε καφετέρια στον ..., όπου η Χ1 επανέλαβε και στον Χ2 τους λόγους για τους οποίους ήθελε "να βγάλει από τη μέση" τον εν διαστάσει σύζυγο της. Στη δεύτερη συνάντηση τους η Χ1 έδωσε στον Χ2 το ποσό των 4.000 €, προκειμένου αυτός να βρει όπλο για τη δολοφονία. Ο Χ2 επικοινώνησε με τον συγκατηγορούμενό του Χ5, επίσης εμπλεκόμενο στην εγκληματική οργάνωση της παράνομης ελληνοποίησης αλλοδαπών τέκνων με πλαστά πιστοποιητικά, αφού και αυτός είχε αναγνωρίσει αλλοδαπά τέκνα σαν δήθεν δικά του, αντί αμοιβής, ο οποίος δέχθηκε να του προμηθεύσει όπλο, αντί του ποσού των 3.000 €. Το όπλο παραδόθηκε στον Χ2 από τον Χ5 στη Λεωφόρο ... στο ..., σε μία αλάνα δίπλα σε ένα βουλκανιζατέρ. Ακολούθως, ο Χ4 ξενάγησε τον Χ2 στους χώρους γύρω από την κατοικία ΩΩ στον ..., του έδωσε και φωτογραφία του ΩΩ και του είπε ότι η Χ1 το υπόλοιπο ποσό των 26.000 € θα του το έδινε μετά τη δολοφονία. Ο Χ2 απευθύνθηκε στον συγκατηγορούμενό του Χ3, φίλο του γιου του ... και χρήστη ναρκωτικών ουσιών και του πρότεινε να αναλάβει να δολοφονήσει τον ΩΩ, αντί του ποσού των 500 €. Ο Χ3 δέχθηκε, αφού με το ποσό αυτό θα εξασφάλιζε αρκετές δόσεις ναρκωτικών ουσιών. Ακολούθως, στις 27-7-2007, η Χ1 επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Χ4 και του είπε ότι ο ΩΩ, με τη κόρη τους Ψ2, θα πήγαιναν το βράδυ να παρακολουθήσουν θεατρική παράσταση και ότι έπρεπε να ειδοποιήσει τον Χ2 να "κάνει τη δουλειά" εκείνο το βράδυ. Ο Χ2, οδηγώντας το με αριθμητικό μέρος πινακίδας 8086 αυτοκίνητο του, παλαιού μοντέλου, μάρκας FIAT, μετέβη μαζί με τον Χ3 στην οικία ΩΩ στον ... (οδός ...) και ανέμεναν έξω από αυτή την επιστροφή του ΩΩ. Κατά την άφιξη του και ενώ ανέμενε το άνοιγμα της τηλεχειριζόμενης αυλόπορτας, ο Χ3 πλησίασε το αυτοκίνητο και από το κλειστό παράθυρο του αυτοκινήτου τον πυροβόλησε, όπως περιγράφεται παραπάνω. Μεταφέρθηκε αρχικά στο Νοσοκομείο "ΚΑΤ" και εν συνεχεία στο Νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ", όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι 9-8-2007, που απεβίωσε. Αμέσως μετά το θάνατο του ΩΩ, ενώ ακόμη η Χ1 βρισκόταν στο Νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ" ζήτησε από τον Χ4 να μεταβεί εκεί, μαζί με τον Χ2, για να παραδώσει στον τελευταίο τα χρήματα που είχαν συμφωνήσει. Αυτοί μετέβησαν εκεί και η Χ1 παρέδωσε στον Χ2 σε κλειστό φάκελο το ποσό των 16.000 €. Ο Χ2 συνέχιζε να ζητά τα υπόλοιπα χρήματα από την Χ1. Τότε αυτή ζήτησε από τον Χ4 να του μεταφέρει ένα σχέδιο, ώστε να πάρει τα υπόλοιπα χρήματα από την αδελφή της ΑΑ, δηλαδή να τηλεφωνήσει σ' αυτή και να της ζητήσει το ποσό των 30.000 €, λέγοντας της ότι, εάν δεν του τα έδινε, θα σκότωνε την ίδια (Χ1). Από τα χρήματα αυτά θα έπαιρνε αυτός το ποσό των 10.000 € για το υπόλοιπο της αμοιβής του και τα υπόλοιπα θα τα μοιράζονταν ο Χ4 με την ίδια. Ο Χ2 δέχθηκε και έτσι ο Χ4, σύμφωνα πάντα με τις οδηγίες της Χ1, του έδωσε δύο τηλεκάρτες από τις οποίες θα τηλεφωνούσε στην ΑΑ, του είπε δε με την ίδια κάρτα να τηλεφωνήσει και στον αριθμό κλήσης ... που ανήκε στον Χ6, προς τον οποίο η Χ1 επεδίωκε, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, να στρέψει τις έρευνες της αστυνομίας. Ο Χ2 στις 28-8-2007, χρησιμοποιώντας τη με αριθμό ... τηλεκάρτα από καρτοτηλέφωνο του ΟΤΕ, πραγματοποίησε κλήση στον ανωτέρω αριθμό τηλεφωνικής σύνδεσης που ανήκε στον Χ6 και στις 4-9-2007, περί ώρα 13.37', με την ίδια τηλεκάρτα από καρτοτηλέφωνο του ΟΤΕ με αριθμό ..., τηλεφώνησε στην ΑΑ στο κινητό της τηλέφωνο με αριθμό ..., λέγοντας της "κυρία ..., θα μου δώσεις 35.000 € για να μη δεις την αδελφή σου και τα παιδιά της, όπως τον άλλον". Η ανωτέρω δεν υπέκυψε στον εκβιασμό και την ίδια ημέρα μετέβη στη Διεύθυνση Ασφαλείας Αττικής, όπου κατήγγειλε το γεγονός. Μετά την εξέλιξη αυτή η Χ1 ζήτησε από τον Χ2, μέσω του Χ4, να μη συνεχίσει την εκβίαση σε βάρος της αδελφής της". Έτσι το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι από τα προεκτεθέντα προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής των εκκαλούντων κατ/νων και των ανωτέρω τριών συγκατηγορουμένων τους δεχθέν ότι "Η προανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου Χ4, η απολογία του ενώπιον της 26ης Τακτικής Ανακρίτριας, η κατ' αντιπαράσταση εξέταση του με την συγκατηγορουμένη του Χ1, αλλά και οι προανακριτικές απολογίες των συγκατηγορουμένων του Χ3 και Χ2, ενισχύονται και από άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως από την κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας Ψ2, που ήταν αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας και περιγράφει ως ύποπτο αυτοκίνητο, μάρκας FIAT, παλαιού μοντέλου, σκούρου χρώματος, που ταιριάζει με το αυτοκίνητο του Χ2, περιγράφει ακόμη τη σκηνή της δολοφονίας όπως ακριβώς την περιέγραψαν προανακριτικως και οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ3, γεγονός που εάν δεν είχαν ιδία γνώση της σκηνής της δολοφονίας, δεν θα ήταν σε θέση να την περιγράψουν, παρά μόνο εάν τους το μετέφερε η ίδια, με την οποία όμως δεν προέκυψε καμία σύνδεση. Εξάλλου, στην κατοικία του Χ2 ανευρέθηκε και κατασχέθηκε η υπ' αριθμ. ... τηλεκαρτα με την οποία έγινε η κλήση προς την αδελφή της Χ1, ΑΑ και τον Χ6. Ακόμη, προσφωνήθηκε κατά την κλήση η ΑΑ, ως "κυρία ΑΑ", όνομα που δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ο Χ2, εάν δεν του το μετέφερε η Χ1 ή ο Χ4, αφού με το όνομα αυτό ήταν γνωστή μόνο στο στενό οικογενειακό της περιβάλλον. Επιπλέον, αξιοσημείωτο είναι, ότι η κατηγορουμένη Χ1 πραγματοποίησε ανάληψη συνολικού χρηματικού ποσού 15.000 € κατά το χρονικό διάστημα από 6-7-2007 έως 12-7-2007, από τον κοινό με την αδελφή της, ΑΑ, τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό ..., με τρεις αναλήψεις ποσού 5.000 € η καθεμία, στις 6-7-2007, 10-7-2007 και 12-7-2007. Το χρηματικό ποσό των 15.000 € συμφωνεί με το ποσό των 15.000 € που η Χ1, σύμφωνα με την προανακριτική κατάθεση του Χ4, είχε δώσει σ' αυτόν για να το παραδώσει στον Χ2, πριν από τη δολοφονία του, στις 28-7-2007, όταν μία ακόμη φορά είχαν επιχειρήσει (μαζί με τον Χ3) να τον δολοφονήσουν την ώρα που αυτός θα βρισκόταν μέσα στην κατοικία του, αλλά απέτυχαν, διότι το θύμα δεν είχε επιστρέψει στο σπίτι του, το δε χρηματικό ποσό επεστράφη από τον Χ4 στην Χ1. Αγγίζει, επίσης, και το ποσό των 16.000 € που τελικά παρέδωσε στον Χ2 μετά το θάνατο του ΩΩ. Εξάλλου, ο ισχυρισμός της ότι έκανε τις αναλήψεις για λογαριασμό της αδελφής της από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν επιβεβαιώθηκε. Ο ισχυρισμός της Χ1 ότι τα όσα καταθέτει ο Χ4 είναι ψευδή, εξαιτίας της ψυχικής του νόσου, κρίνεται αβάσιμος, διότι από την προαναφερόμενη ιατρική πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε, δεν προκύπτει ότι ο ανωτέρω, εξαιτίας της νόσου του, καταθέτει ψευδή γεγονότα, αντίθετα προκύπτει ότι θέλει να λυτρωθεί από τις τύψεις που τον βασανίζουν και ομολογεί. Αυτό εξάλλου, επιβεβαιώνεται και από την καταγγελία του για την εγκληματική οργάνωση παράνομης ελληνοποίησης αλλοδαπών με πλαστά πιστοποιητικά, την ύπαρξη της οποίας επιβεβαιώνει τόσο ο Χ2, λέγοντας ότι αναγνώρισε αλλοδαπά παιδιά σαν δήθεν δικά του γεννηθέντα εκτός γάμου, αντί αμοιβής 5000 €, όσο και ο Χ3, λέγοντας ότι ο Χ4του πρότεινε να αναγνωρίσει αλλοδαπά παιδιά σαν δικά του, αντί αμοιβής 700 € για κάθε τέκνο που θα αναγνώριζε. Επιπλέον, η Χ1 ενώπιον του Συμβουλίου, κατέθεσε ότι ο Χ4 είναι αναμεμειγμένος στην υπόθεση της δολοφονίας του εν διαστάσει συζύγου της, αφού τον Φεβρουάριο του 2007, όταν η κόρη της Ψ1 αρνήθηκε να επανασυνδεθεί ερωτικά μαζί του, αυτός της είπε "θα μετανιώσεις, θα φτύσεις αίμα, όχι γάμος δεν θα γίνει, θα γίνουν κηδείες". Τούτο, ανεξαρτήτως ότι δεν το ανέφερε ουδέποτε στις αρμόδιες αρχές, αν και θα αποτελούσε σημαντικό στοιχείο για την εξιχνίαση της δολοφονίας, τη στιγμή που η ίδια έδιδε κάθε πληροφορία για διάφορα πρόσωπα που πιθανόν να είχαν εμπλοκή στη δολοφονία του εν διαστάσει συζύγου της, έρχεται σε αντίθεση με την επιμονή της να ερευνηθεί από τις αρχές τυχόν συμμετοχή του Χ6 στη δολοφονία, δεδομένου ότι ούτε η ίδια γνωρίζει εάν μεταξύ Χ4 και Χ6 υπάρχει γνωριμία. Ακόμη, ο ισχυρισμός της ότι τα οικονομικά ζητήματα, μεταξύ αυτής και του συζύγου της, ήταν τακτοποιημένα είναι αντιφατικός με την αρχική της κατάθεση, στην οποία, όπως ήδη προαναφέρθηκε, τα "κληρονομικά τους" θα τα συζητούσαν μετά το διαζύγιο τους, αλλά και με την αρχική κατάθεση της κόρης της Ψ2, κατά την οποία οι γονείς της είχαν αντιδικίες για τα οικονομικά τους, ενόψει του διαζυγίου τους. Περαιτέρω, από τις κατ' οίκον έρευνες που διενεργήθηκαν από τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές στις 21-2-2008, ανευρέθησαν στην οικία του κατηγορουμένου Χ3 τρία φυσίγγια πολεμικού διαμετρήματος 7,62 χιλιοστών, ένα φυσίγγιο ανενεργό το οποίο έφερε βολίδα επίσης διαμετρήματος 7,62 χιλιοστών, ένα φυσίγγιο αγνώστου διαμετρήματος με την ένδειξη "270" στον πυθμένα αυτού, ένα ανενεργό φυσίγγιο με βολίδα με την ένδειξη "ΗΧΠ68" στον πυθμένα αυτού, ένα φυσίγγιο ενεργό διαμετρήματος 9X9, μία δερμάτινη θήκη μεταφοράς κυνηγετικών φυσιγγίων με 14 ενεργά φυσίγγια κυνηγίου με κάλυκα, ένα ενεργό φυσίγγιο πολεμικού διαμετρήματος με την ένδειξη "SL53" στον πυθμένα αυτού, επτά κάλυκες φυσιγγίων αγνώστου διαμετρήματος με την ένδειξη "3ΥΚζ6" στον πυθμένα τους και ένα δίκαννο τυφέκιο με ξύλινο κοντάκιο και αριθμό κάννης ..., διαμετρήματος 12 Χ 70 και στην οικία του κατηγορουμένου Χ5 ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης πάνω σε απόκομμα εφημερίδας, συνολικού μικτού βάρους 11 γραμμαρίων, μία συσκευασία μάρκας DRUM με χαρτάκια - φύλλα περιτυλίγματος καπνού και μία σακούλα νάιλον με ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης μικτού βάρους 102 γραμμαρίων". Κατά του βουλεύματος αυτού η ανωτέρω άσκησε την υπ' αριθμ. 231/2009 έφεση και το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 1479/2009 βούλευμά του απέρριψε αυτή ως αβάσιμη στην ουσία της. Συγκεκριμένα το άνω συμβούλιο με το άνω βούλευμά του και με αναφορά στις σκέψεις του Εισαγγελέως Εφετών και με δικές του συμπληρωματικές σκέψεις δέχθηκε - αφού " μελέτησε όλες τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων (ανακριτικές και προανακριτικές), τις χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγουσών ενώπιον του ανακριτή, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας (μεταξύ των οποίων και οι 23-6-08 και 3-6-2008 εκθέσεις ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του ... που διορίσθηκε από τον ανακριτή) η από 17-9-2008 κατ' αντιπαράσταση εξέταση των κατηγορουμένων Χ1 και Χ4 και η από 21-5-2008 έκθεση εργαστηριακής απομαγνητοφώνησης, τις απολογίες των κατηγορουμένων και όλων των ισχυρισμών τους που εμπεριέχονται στα απολογητικά της υπομνήματα, στις κρινόμενες εφέσεις, στους ισχυρισμούς που ανέπτυξαν ενώπιον του Συμβουλίου οι εκκαλούσες πολιτικώς ενάγουσες κατά τη συνεδρίαση της 7-7-2009 και τα έγγραφα που αυτές προσκόμισαν ενώπιον του Συμβουλίου κατά την ανωτέρω συνεδρίαση". Ότι "προκύπτουν πράγματι επαρκείς ενδείξεις ενοχής των εκκαλούντων κατ/νων Χ1 και Χ2, καθώς και των τριών ανωτέρω συγκατηγορουμένων τους Χ3, Χ4 και Χ5, για την παραπομπή τους στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου, ενδείξεις δηλαδή σύμφωνα με τις οποίες οι αποδιδόμενες σε βάρος τους κατηγορίες θα προκαλέσουν τη σοβαρή απασχόληση του Δικαστηρίου, γεγονός το οποίο συμβαίνει, όταν η κατηγορία εμφανίζει ίσες πιθανότητες για την ενοχή ή την αθωότητα του κατ/νου (Ι. Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία, γ' έκδοση, Β' τόμος, σελ. 381, Χρ. Γιώτη Τα Δικαστικά Συμβούλια, Α σελ.40-41). Ειδικότερα, πέραν των διαλαμβανομένων στο σκεπτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος και αφού τονιστεί ότι η απαγόρευση της διάταξης του άρθρου 21 ΙΑ ΚΠΔ, σύμφωνα με το οποίο "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου", ισχύει μόνο κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και συγκεκριμένα όταν το Δικαστήριο άγεται σε καταδικαστική κρίση και ως μόνο αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο λαμβάνεται η μαρτυρία αυτή, δεν έχει, δε, εφαρμογή η απαγόρευση αυτή στο ενδιάμεσο στάδιο κατά την εκτίμηση των στοιχείων περί παραπομπής του κατηγορουμένου σε δίκη (ΑΠ 1302/2004 σε Συμβ. Ποιν.Λογ. 2004/1584, ΑΠ 1450/2006 Ποιν.Λογ. 2006/1339, ΑΠ 560/2007 σε Συμβ.), σημειώνονται τα ακόλουθα: α) Εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι τα αναφερθέντα από τον κατ/νο Χ4 είναι χαλκευμένα και υποβολιμαία σε βάρος, κυρίως, της εκκαλούσας κατ/νης Χ1 ή οφείλονται στη "μεθοριακή διαταραχή προσωπικότητας", από την οποία διαγνώσθηκε ότι αυτός πάσχει (και η οποία, πάντως, δεν αξιολογείται ως αιτία ψευδών καταγγελιών, μυθομανίας κλπ.), δεν θα μπορούσε να ερμηνευθεί κατά τους κανόνες της λογικής το γεγονός ότι ο εκκαλών κατ/νος Χ2, αλλά και ο κατ/νος Χ3 ενέταξαν τα αναφερθέντα στις προανακριτικές απολογίες τους πραγματικά περιστατικά της προκειμένης υπόθεσης στο αυτό με τον ανωτέρω κατ/νο (Χ4) πλαίσιο και μάλιστα τα περιστατικά του τρόπου της δολοφονικής επίθεσης κατά του ΩΩ. Εάν, δε, μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το περιεχόμενο της προανακριτικής απολογίας του κατ/νου Χ3 είναι απότοκο της εκ μέρους του χρήσης ναρκωτικών ουσιών (η οποία, πάντως, δεν είναι δυνατόν να δικαιολογήσει την κατάθεση γεγονότων που αναφέρονται και από άλλα πρόσωπα, δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, τους κατ/νους Χ4 και Χ2), τούτο δεν μπορεί να λεχθεί και για την προανακριτική απολογία του κατ/νου Χ2, ο οποίος ανέφερε γεγονότα που συγκροτούσαν και σε βάρος του εγκλήματα ιδιαίτερης κοινωνικής απαξίας και βαρύτητας. Είναι, δε, αξιοσημείωτο ότι στην ανακριτική απολογία του δεν επιβεβαιώνει την προανακριτική του, χωρίς, όμως, να αναφέρει ευλογοφανή λόγο, για τον οποίο είχε προβεί σ' αυτήν ("Φοβήθηκα" [;] "και υπέγραψα την προανακριτική μου κατάθεση"), αλλά και να εξηγεί τον τρόπο γνώσης από τον ίδιο όσων γεγονότων είχε αναφέρει σ' αυτήν και μάλιστα λεπτομερώς, β) Εάν, επίσης, ήθελε υποτεθεί ότι τα αναφερθέντα από τον κατ/νο Χ4 είναι ψευδή, δεν θα ήταν δυνατόν να εξηγηθεί ο λόγος της πραγματοποίησης από τον εκκαλούντα κατ/νο Χ2 τηλεφωνικών κλήσεων, με τη χρήση της προαναφερόμενης ανευρεθείσας στην οικία του τηλεκάρτας που του είχε χορηγήσει (ο κατ/νος Χ4), προς την ΑΑ (αδελφή της εκκαλούσας κατ/νης Χ1) και τον κατ/νο Χ6, με τους οποίους εξ ουδενός στοιχείου της δικογραφίας προκύπτει ότι είχε οποιαδήποτε σχέση ή γνωριμία ο εκκαλών κατ/νος Χ2, όπως, επίσης, δεν προκύπτει ότι είχε οποιαδήποτε σχέση ή γνωριμία με τον κατ/νο Χ6 ο κατ/νος Χ4, σε αντίθεση με την εκκαλούσα κατ/νη Χ1, με την οποία γνωριζόταν από πολλών ετών και είχε μάλιστα αναπτύξει την προαναφερόμενη επιχειρηματική συνεργασία μαζί της (μέσω της κόρης της Ψ2). γ) Η εκκαλούσα κατ/νη Χ1 υποστηρίζει ότι οι σχέσεις της με τον δολοφονηθέντα εν διαστάσει σύζυγο της ΩΩ ήταν αρμονικότατες και δεν υπήρχαν μεταξύ τους προσωπικές ή οικονομικές διενέξεις. Ο ισχυρισμός της, όμως, αυτός δεν κρίνεται βάσιμος, με βάση αντίθετα κατατεθέντα από μάρτυρες και συγκεκριμένα τον αδελφό του θύματος ΒΒ, ο οποίος στην από 22-5-2008 ανακριτική κατάθεση του ανέφερε ότι "... Ξέραμε ότι δεν είχαν καλές σχέσεις ο αδελφός μου με τη σύζυγο του ... Δεν ξέρω αν η Χ1 είχε σχέση με τη δολοφονία, δεν θέλω να το σκέπτομαι και δεν το αποκλείω...", την κόρη του θύματος και της ίδιας Ψ2, η οποία στην από 1-8-2007 προανακριτική κατάθεση της ανέφερε ότι "... Αν και μένουν τόσο κοντά δεν έχουν εντάσεις μεταξύ τους, εκτός από κάποια αντιδικία σχετικά με οικονομικά θέματα για την έκδοση του διαζυγίου ...", τον πρώτο εξάδελφο εξ αγχιστείας του θύματος ΓΓ, ο οποίος στην από 13-5-2008 ανακριτική κατάθεση του ανέφερε ότι "... Εγώ πιστεύω ότι αυτή τον μισούσε ...", την πρώτη εξαδέλφη του θύματος ΔΔ, η οποία στην από 13-5-2008 ανακριτική κατάθεση της ανέφερε ότι"... Πιστεύω ότι πίσω από τη δολοφονία του ξαδέλφου μου είναι η σύζυγος του ... Ίσως, επειδή άκουσε η Χ1 ότι θα παντρευόταν ο ΩΩ με την κα ΕΕ, μπορεί να ζήλεψε ...", καθώς και την ΕΕ, με την οποία είχε συνάψει δεσμό το θύμα και η οποία στην από 6-5-2008 ανακριτική κατάθεση της ανέφερε ότι "... Είμαι σίγουρη 100% ότι η Χ1 είναι πίσω από τη δολοφονία του ΩΩ, το έκανε τώρα γιατί θα έπαιρναν διαζύγιο ... Της κόρης του της Ψ1 της ξέφυγε και μου είπε ότι μισούνται οι γονείς της, ήταν με τον φίλο της τον ... και ήμασταν για φαγητό μαζί ...", δ) Δημιουργεί ερωτηματικά η ανάληψη (συμπτωματική;) κατά την προαναφερόμενη χρονική περίοδο από την εκκαλούσα κατ/νη Χ1 του ποσού των 15.000 € σε τρεις δόσεις από τον τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε από κοινού με την αδελφή της ΑΑ. Η ανάληψη του ποσού αυτού αιτιολογείται ατελώς από την ανωτέρω αδελφή της εκκαλούσας κατ/νης, η οποία σε έγγραφο της απευθυνόμενο στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών τιτλοφορούμενο "δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής και αίτημα" και κατατεθέν την 13-3-2009 (όταν η διενέργεια της κύριας ανάκρισης είχε περαιωθεί και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών είχε εκδώσει την 17-2-2009 το υπ' αριθμ. 562/2009 βούλευμα του, με το οποίο είχε απόσχει να αποφανθεί επί της ουσίας της υπόθεσης, μέχρι να αποφανθεί ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών για την ύπαρξη ή ανυπαρξία επαρκών ενδείξεων ενοχής και του κατ/νου Χ6) ανέφερε χωρίς περαιτέρω διασαφήνιση ότι οι πραγματοποιηθείσες τρεις κινήσεις στον ανωτέρω τραπεζικό λογαριασμό από την εκκαλούσα κατ/νη έγιναν για λογαριασμό της ... και σχετικά, δε, με την ανωτέρω δήλωση παράσταση πολιτικής αγωγής της επισημαίνονται τα εξής : "Η Χ1 αντιδρούσε στη λύση του γάμου της με τον ΩΩ με συναινετικό διαζύγιο γι' αυτό και ο τελευταίος ζήτησε με αγωγή του τη λύση του γάμου λόγω παρέλευσης 4ετίας σε διάσταση. Μετά τη λύση του γάμου και την σύναψη νέου γάμου του ΩΩ με την ΕΕ, η εκκαλούσα θα έφευγε από το σπίτι που έμενε, δεν θα εισέπραττε το εφάπαξ του συζύγου, υπήρχε ο (αβάσιμος) φόβος ότι, ενόψει και της επισφαλούς κατάστασης της υγείας της, τα τέκνα της δεν θα είχαν την οικονομική στήριξη που είχαν μέχρι τότε από τον πατέρα τους, έτρεφε αισθήματα μίσους κατά του συζύγου της και γι' αυτό όταν επρόκειτο αυτός τον Οκτώβριο 2004 να ταξιδέψει στην Ιταλία με την ΕΕ, η εκκαλούσα του αφαίρεσε το διαβατήριο και την αστυνομική του ταυτότητα για να αποτρέψει τη μετάβαση του στην Ιταλία, όπως τα ανωτέρω προκύπτουν με σαφήνεια από τις καταθέσεις των μαρτύρων ΕΕ, ..., ΓΓ ενώπιον του. "Επίσης ... επειδή, περαιτέρω, η εκκαλούσα κατ/νη Χ1 με την έφεσή της και με το από 15-5-2009 (κατατεθέν την 18-5-2009) υπόμνημα - αίτησή της ζήτησε να παραστεί αυτοπροσώπως ενώπιον του Συμβουλίου σας, προκειμένου να εκθέσει και προφορικά τους λόγους της έφεσής της, καθώς επίσης πληρέστερα και εκτενέστερα τις απόψεις της. Επειδή στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα κατ/νη Χ1 έχει αναπτύξει αρκούντως τις απόψεις της και διατυπώσει τους υπεραστικούς ισχυρισμούς της με την ενώπιον τη ανωτέρω Ανακρίτριας απολογία της, το από 25-2-2008 απολογητικό υπόμνημα, τους από 4-3-2008 λόγους προσφυγής της κατά του εντάλματος προσωρινής κράτησής της, το από 28-7-2008 υπόμνημά της για τη μη παράταση της προσωρινής κράτησής της, το από 13-2-2009 υπόμνημά της, την από 24-4-2009 έκθεση της έφεσής της και το προαναφερόμενο από 15-5-2009 υπόμνημα - αίτησή της και κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί το αίτημα της αυτοπρόσωπης εμφάνισής της ενώπιον του Συμβουλίου σας ...". Επί πλέον το αυτό συμβούλιο με το αυτό βούλευμά του δέχθηκε ότι "Επειδή στο σκεπτικό μέρος του εκκαλουμένου βουλεύματος διαλαμβάνεται ότι δεν προέκυψαν ενδείξεις ενοχής του κατ/νου Χ6 για τις αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση και της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα κακουργηματικής εκβίασης και παρατίθενται τα προαναφερθέντα και αιτιολογούντα την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστικού Συμβουλίου πραγματικά περιστατικά, από προφανή παραδρομή, όμως: α) Στο σκεπτικό μέρος του προσβαλλόμενου βουλεύματος και ειδικότερα στον έβδομο στίχο της σελ. 36 μετά τις λέξεις "ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία εκ προθέσεως" δεν γράφηκε: "τελεσθείσα σε ήρεμη ψυχική κατάσταση" (δεδομένου ότι υπό αυτή τη μορφή αποδίδεται η ανθρωποκτονία στον φερόμενο φυσικό αυτουργό της κατ/νο Χ3) και πρέπει να συμπληρωθεί κατά τούτο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 317§1 περ. α', 318 και 481§1 ΚΠΔ. β) Στο διατακτικό μέρος του προσβαλλόμενου βουλεύματος δεν περιελήφθη σχετική διάταξη και κατά συνέπεια, πρέπει, σύμφωνα με τις ίδιες ανωτέρω διατάξεις, να συμπληρωθεί αυτό από το Συμβούλιό σας και ειδικότερα στη σελίδα 42 του εκκαλουμένου βουλεύματος, μετά τον δέκατο πέμπτο στίχο να τεθεί η πρόταση "Αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου Χ6, κατοίκου ..., για τις αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση τελεσθείσα σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα κακουργηματικής εκβίασης, που φέρεται ότι τέλεσε στον ... την 28-7-2007 και στις ,,, την 4-9-2007 αντιστοίχως - ". Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 22-10-2009 [με θυροκόλληση] και κατ' αυτού άσκησε στις 26-10-2009 ενώπιον του γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της - με βάση του υπ' αριθμ. ..../22-10-2009 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου - την υπ' αριθμ. 198/2009 αίτηση αναίρεσης, προβάλουσα ως λόγους αναίρεσης : α) Απόλυτη ακυρότητα-υπέρβαση εξουσίας, διότι παράνομα προέβη στις ρηθείσες διορθώσεις, διότι απάλλαξε τον Χ6 χωρίς να έχει ασκηθεί κατ' αυτού ποινική δίωξη. β) Απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης της ανακρίτριας - που είχε συμμετάσχει στη σύνθεση του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που εξέδωσε το υπ' αριθμ. 2693/2007 βούλευμα στην ίδια υπόθεση και διότι το βούλευμα δεν απάντησε στα αιτήματά της που είχε υποβάλλει με την έφεσή της και αναιτιολόγητα απέρριψε το αίτημά της για αυτοπρόσωπη εμφάνισή στο συμβούλιο. γ)Έλλειψη αιτιολογίας διότι δεν διευκρινίζει τη πράξη της και δη με ποιες ακριβώς πράξεις πραγμάτωσε την ηθική αυτουργία και πως οι συγκατηγορούμενοί της τέλεσαν κατά συναυτουργία την ηθική αυτουργία.
ΙΙ) Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και αναφέρονται στην αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και οι λόγοι με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και κρίθηκε ότι συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις για την ενοχή του κατηγορούμενου και την παραπομπή αυτού στο ακροατήριο - βλ. Α.Π. 923/2008, Α.Π. 156/2007,Α.Π. 1468/2007, Α.Π. 1/2005 Ολ., κ.α. - Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 46§1 εδ. α Π.Κ. για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται και α) πρόκληση [από τον ηθικό αυτουργό] σε κάποιον άλλον, τον αυτουργό, της απόφασης να τελέσει ορισμένη άδικη πράξη. Η πρόκληση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο π.χ. υπόσχεση, ή παροχή αμοιβής βλ. Α.Π. 592/87, Α.Π. 332/92, Α.Π. 156/95, Α.Π. 434/95, Α.Π. 2271/2002, Α.Π. 1585/2005 κ.α. β) Η πρόκληση να γίνει με πρόθεση γ) ο άλλος να επιτελέσει την άδικη πράξη ή να επιχειρήση απόπειρα αυτής δ)δόλος [βλ. Α.Π. 811/2001, Α.Π. 1303/2002, Α.Π. 1585/2005, Α.Π. 601/2006, Α.Π. 949/2007, Α.Π. 1646/2008 κ.α. - Εξ άλλου η πρόκληση κ.λ.π. μπορεί να γίνει και από από κοινού, κατά συναυτουργία βλ. Α.Π. 523/84, Α.Π. 1318/80 κ.α., Μπουρόπουλο Ερμ. Π.Κ. τομ. Α σελ. 144, 133 σημ. 2, Μυλωνόπουλο Ποινικό Δίκαιο ΓενΜ. σελ. 228, Κοτσαλη Ποινικό Δίκαιο σελ. 824-5 Χωραφά Ποινικό Δίκαιο (1978) σελ. 343. Τέλος ηθική αυτουργία είναι δυνατή και σε έγκλημα που παρέμεινε στο στάδιο της απόπειρας - βλ. περιπτώσεις Α.Π. 540/2006, Α.Π. 815/2006, Α.Π. 90/94 κ.α. Επειδή κατά το άρθρο 463 Κ.Ποιν.Δ. ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον όχι μόνο για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης αλλά και για κάθε λόγο αυτής - βλ. Α.Π. 1378/2001, Α.Π. 580/2001, Α.Π. 1244/86 Ολ. Α.Π. 611/2006, Α.Π. 1626/2006 κ.α. Έτσι λείπει τέτοιο συμφέρον όταν προβάλλεται λόγος που αφορά αποκλειστικά άλλον διάδικο - βλ. Α.Π. 1003/85, Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Π.Δ. τομ. β σελ. 133, Παπαδαμάκη Ποινική Δικονομία (2006) σελ. 490, Δέδε Ποινική Δικονομία (1990) 532, - ή όταν από το παραδεκτό του σχετικού λόγου δεν αναμένεται όφελος [βλ. Α.Π. 1355/88, Α.Π. 422/2006]. Επειδή η κατά τα άρθρα 317§1, 318 Κ.Π.Δ. δικαιοδοσία του συμβουλίου Εφετών περιλαμβάνει την εντός των ορίων των λόγων της εφέσεως σε σχέση με το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα αυτής έρευνα της ουσιαστικής και νομικής ορθότητας της υποθέσεως [βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Π.Δ. τομ. Α σελ. 428-9, Α.Π. 397/81, Α.Π. 1281/85 κ.α.]. Επειδή η λεγόμενη αρχή του "νομίμου" δικαστή αναφέρεται αποκλειστικά σε δικαστήριο [ή ενδεχομένως σε συμβούλιο] δηλ. στα πρόσωπα που απονέμουν δικαιοσύνη κατά το Σύνταγμα. Επομένως δεν ισχύει στους ανακριτικούς υπαλλήλους. Έτσι δεν μπορεί να γίνει λόγος για "νόμιμο" Εισαγγελέα - ανακριτή [βλ. Καρρά Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο (2007) σελ. 238 Νο 271, Δαλακούρας, Ποινική Δικονομία (2007) σελ. 112] για τους οποίους, ισχύουν τα άρθρα 14 ΕΠ Κ.Π.Δ. Η κακή σύνθεση ως λόγος αναίρεσης περιλαμβάνεται μεν στην έννοια της απόλυτης ακυρότητας, αναφέρεται όμως σε σύνθεση συλλογικού οργάνου [συμβουλίου], και πρέπει να συγκεκριμενοποιείται ο σχετικός λόγος. Επειδή, ναι μεν κατά το άρθρο 309§2 Κ.Π.Δ. - 474§2 Κ.Π.Δ. ο εκκαλών κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την ενώπιον του συμβουλίου αυτοπρόσωπη εμφάνισή του "για να δώσει κάθε διευκρίνιση" πλην όμως η σχετική αίτηση θεωρείται ότι νόμιμα απορρίπτεται όταν αναφέρονται σαφώς οι σχετικοί λόγοι αυτής [απορρίψεως]. Τέτοιος λόγος είναι π.χ. ότι ο αιτών έχει ήδη αναπτύξει επαρκώς τις απόψεις του με υπόμνημα, την έφεση, απολογία κ.λ.π. - βλ. Α.Π. 1847/2008, Α.Π. 1683/2007, Α.Π. 1724/2007, Α.Π. 4/2001, Α.Π. 1007/85, Α.Π. 300/2001 κ.α. αιτιολογία που δεν έρχεται σε αντίθεση με υπερ-νομοθετική πηγή βλ. Α.Π. 1226/2008. Βέβαια υποτίθεται ότι πρέπει να αναφέρεται στη σχετική αίτηση και το σχετικό θέμα - βλ. Α.Π. 1936/2008, Α.Π. 816/98, Α.Π. 1664/84 κ.α. - και γιατί απαιτείται προς τούτο αυτοπρόσωπη εμφάνιση βλ. Α.Π. 816/98. Επειδή απάντηση και δη ειδική και εμπεριστατωμένη δεν απαιτείται για κάθε ισχυρισμό των διαδίκων που άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, αλλά μόνο για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς [βλ. Α.Π. 1617/85, Α.Π. 1187/88, Α.Π. 1128/77 κ.α.]. Οι άνω ισχυρισμοί που αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης απορρίπτονται από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά που είναι αντίθετα με αυτούς. Η εκτίμηση δε πραγματικών περιστατικών, η φερόμενη εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ο τρόπος αξιολογήσεως αυτών κ.λ.π. δεν ελέγχεται, ούτε μπορεί να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο, αφού αυτός δεν αποτελεί δικαστήριο ουσίας. Επειδή από την οικεία έκθεση εφέσεως - που επιτρεπτά επισκοπείται, διότι συνάπτεται με λόγους αναίρεσης - προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα έχει επικαλεσθεί ως λόγους εφέσεως εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων [π.χ. διότι υιοθετεί αυθαίρετα την εκδοχή του Χ4, αγνοεί τις καταθέσεις των Ψ2 και Ψ1, ΑΑ κλ.π.] ζήτησε δε την αυτοπρόσωπη εμφάνισή της στο συμβούλιο "προκειμένου να εκθέσει και διαζώσης τους λόγους της εφέσεώς της, στο δε υπόμνημά της "προκειμένου να εκθέσει πληρέστερα και εκτενέστερα τις απόψεις της και να δοθεί η δυνατότητα να εκτιμηθεί η προσωπικότητά της". Να σημειωθεί εδώ ότι στο από 15-5-2009 υπόμνημά της προς το συμβούλιο Εφετών αναφέρει ορισμένα, κατά τη κρίση της, κενά της ανάκρισης [έχουν σχέση με τη μεταχείριση του Χ4 κ.λ.π.] κυρίως δε με την φερόμενη ανυπαρξία ενδείξεων ενοχής κατ' αυτής και την εκτίμηση των αποδείξεων και ότι η στήριξη της παραπομπής της γίνεται στην κατάθεση του Χ4. Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι οι λόγοι της υπό κρίση αναίρεσης είναι απαράδεκτοι και αβάσιμοι. Ειδικώτερα : Ο πρώτος διότι δεν αφορά την αναιρεσείουσα, ούτε επηρεάζεται από την τυχόν παραδοχή του η δικονομική θέσης και δη υπέρ αυτής. Άλλωστε η φερόμενη διόρθωση από το συμβούλιο έγινε ορθά στα πλαίσια των άρθρων 317§1, 318 Κ.Ποιν.Δ ενόψει των εφέσεων πολιτικώς εναγόντων και εντός των ορίων των άνω άρθρων. Ο δεύτερος είναι απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται τι αφορά το υπ' αριθμ. 2693/2007 βούλευμα του συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών και, τι σχέση έχει με το εδώ παραπεμπτικό υπ' αριθμ. 1198/2009, του αυτού συμβουλίου, που συμμετείχε η ανακρίτρια ανεπίτρεπτα και με ποινή ακυρότητας κ.λ.π. Είναι επίσης απαράδεκτος καθό σημείο αναφέρεται σε φερόμενη εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και σε μη απάντηση στους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς της. Εξ άλλου είναι αβάσιμος διότι με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απάντησε [και απέρριψε] επί της αιτήσεώς της για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της στο συμβούλιο, και μάλιστα η σχετική αίτηση δεν ήταν και ορισμένη. Ο τρίτος λόγος είναι αβάσιμος αφού τούτο περιέχει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά για όλα τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειωθετούν τις πράξεις για τις οποίες η αναιρεσείουσα παραπέμφθηκε, αναφέρει επίσης τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά [και μάλιστα ότι δεν στηρίχτηκε μόνο στην κατάθεση του Χ4], καθώς επίσης τους λόγους για τους οποίους τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά υπάγονται στις ουσιαστικές διατάξεις που εφάρμοσε και ότι υπάρχουν οι απαιτούμενες αποχρώσες ενδείξεις ενοχής αυτής. Πρέπει επομένως να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω όπως απορριφθεί η υπ' αριθμ. 198/2009 αναίρεση της Χ1 κατά του υπ' αριθμ. 1479/2009 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, να καταδικαστεί δε αυτή στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 30-11-2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής"
Αριθ. 98α/17.3.10.
"Σε συνέχεια της από 30-11-2009 προτάσεώς μας προσθέτουμε και τα εξής: Με την από 26-10-2009 υπ' αριθμ. 198 εκθέσεως αναιρέσεως της Χ1η τελευταία ζήτησε "να διατάξει το Συμβούλιο την αυτοπρόσωπη ενώπιόν του εμφάνισή της κατ' άρθρο 309 παρ.2 ΚΠΔ" - δηλαδή ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου. Επειδή η άνω αίτηση είναι εντελώς αόριστη και μάλιστα σε σχέση με τους λόγους αναίρεσης - δεδομένου ότι ο Άρειος Πάγος δεν ερευνά την ουσία της υπόθεσης και συνεπώς δεν μπορεί το περιεχόμενο της σχετικής αιτήσεως να αναφέρεται σ' αυτή (ουσία της υπόθεσης) βλ. και ΑΠ 307/2004, ΑΠ 2251/2002 κ.α. - οι οποίοι και αναπτύσσονται στην οικεία έκθεση και δεν χρήζουν άλλης διασάφησης - Πρ. βλ. ΑΠ 1638/83- Έτσι πρέπει να απορριφθεί αυτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω όπως απορριφθεί και η 26-10-2009 αίτηση της Χ1 περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης αυτής στο συμβούλιο του Αρείου Πάγου κατά την εκδίκαση της υπ' αριθμ. 198/2009 αιτήσεως αναιρέσεώς της κατά του υπ' αριθμ. 1479/2009 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Αθήνα 16-3-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής"
Αφού άκουσε
Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται προς συζήτηση η από 26 Οκτωβρίου 2009 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης, Χ1, κατά του υπ'αριθμ.1479/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεσή της (αναιρεσείουσας) κατά του υπ'αριθ.1198/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών δια του οποίου αυτή παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), για να δικασθεί: α)για ηθική αυτουργία από κοινού με τους συγκατηγορουμένους της: αα) Χ4 και ββ) Χ2, σε ανθρωποκτονία εκ προθέσεως του (εν διαστάσει) συζύγου της, ΩΩ, από το συγκατηγορούμενό της, Χ3 και β)ηθική αυτουργία από κοινού με το (συγκατηγορούμενό της), Χ4, σε κακουργηματική εκβίαση σε βάρος της ΑΑ, που διέπραξε ο συγκατηγορούμενός της, Χ2.
Από τις διατάξεις του άρθρου 299 παρ.1 ΠΚ, σύμφωνα με τις οποίες, "όποιος με πρόθεση σκοτώσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη", προκύπτει οτι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση απαιτείται αντικειμενικά μεν η αφαίρεση ξένης ανθρώπινης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικά δε δόλος, ο οποίος είναι είτε άμεσος και περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής άλλου ανθρώπου, είτε ενδεχόμενος, που συνίσταται στο ότι, παρά το γεγονός οτι ο δράστης θεώρησε ως πιθανό αποτέλεσμα της ενέργειας ή παράλειψης του το θάνατο άλλου, προχώρησε και αποδέχτηκε έτσι το ενδεχόμενο αυτό αποτέλεσμα της πράξης του. Από τη διατύπωση εξάλλου της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 299 ΠΚ, κατά την οποία αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης, προκύπτει ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη του προκειμένου εγκλήματος γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης, μολονότι αυτό δεν αναφέρεται ρητά στη διάταξη, ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας εφόσον, αν λείπει ο βρασμός της ψυχικής ορμής σε ένα από αυτά τα στάδια, δεν συντρέχουν οι όροι της παραγρ.2 του αρθρ. 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη. Ως βρασμός ψυχικής ορμής νοείται η ψυχική υιιερδιέγερση που προκαλείται από την απότομη και αιφνίδια υπερένταση κάποιου συναισθήματος ή πάθους, όπως οργής, φόβου κλπ., η οποία ψυχική υπερδιέγερση χωρίς να φθάνει μέχρι τη διατάραξη της συνείδησης, ώστε να αποκλείει ή να ισιώνει την ικανότητα για καταλογισμό, αποκλείει τη σκέψη δηλαδή τη στάθμιση των αιτίων που ωθούν στην τέλεση της πράξης και συγκρατούν από αυτή .
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46§1α ΠΚ προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της απόφασης να διαπράξει ορισμένη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κ.ά., β) διάπραξη από τον άλλο της πράξης αυτής, γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με τη γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενού εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 385§1α ΠΚ, όπως ισχόει μετά την τροποποίηση τσο με το άρθρο 1§10 Ν. 2408/1996, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, τιμωρείται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 380§§1, 2, αν η πράξη τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβίασης με την ανωτέρω κακούργηματική μορφή του, απαιτείται: α) αντικειμενικώς: 1) Εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, 2) ο εξαναγκασμός να γίνεται με σωματική βία ή με απειλές, οι οποίες εκλαμβάνονται ως σοβαρές (πραγματοποιήσιμες) από τον απειλούμενο, είναι δε ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, με την έννοια ότι, όταν ο κίνδυνος είναι διαρκής, η πραγματοποίηση του προαγγελθέντος κακού επίκειται ανά πάσα στιγμή, αν ο εξανάγκαζα μένος δεν ήθελε προβεί στην επιζητούμενη επιζήμια συμπεριφορά, αλλιώς (αν δηλαδή ο εξαναγκασμός δεν επιτυγχάνεται με σωματική βία ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο κατά της σωματικής ακεραιότητας ή της ζωής), πρόκειται για εκβίαση, τιμωρούμενη, σύμφωνα με τη διάταξη του εδαφ. γ' της πρώτης παραγράφου του ίδιου ως άνω άρθρου, σε βαθμό πλημμελήματος, β) Υποκειμενικώς: Αόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του προκειμένου εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή πραγμάτωσης του (βασικός δόλος) και, επιπλέον, σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος (υπερχειλής δόλος), ανεξάρτητα από την επίτευξη ή μη του οφέλους. Τέτοιος σκοπός υπάρχει, όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει, δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησης, δηλαδή δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση του κατά του παθόντος ή όταν η πράξη ή η παράλειψη αυτού που εξαναγκάζεται, δεν αποτελεί έκφραση του παρεχομένου από τα άρθρα 2§1 και 5§1 του Συντάγματος και 361 ΑΚ στο πρόσωπο δικαιώματος της βούλησης του και της ελευθερίας στις συναλλαγές. Ο εξαναγκασμός ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβίασης έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής, με την οποία περιάγεται ο άλλος σε τρόμο και ανησυχία, στρέφεται, δε, η βία ή η απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διάθεσης, με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζομένου και να οδηγηθεί, είτε ο ίδιος είτε άλλος, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ενώ η απειλούμενη σε βάρος του εξαναγκαζομένου ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, εφόσον εκβίαση συνιστά, όχι αυτή καθεαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή άσκησης τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο ανωτέρω άρθρο, δηλαδή την κάμψη της θέλησης του εξαναγκαζομένου, ώστε δι' αυτής να αχθεί ο ίδιος ή άλλος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως ή και εμμέσως, να έχει μεταβιβασθεί και με άλλον ή ακόμη και να είναι σιωπηρή, όταν συνάγεται από τον τρόπο εκδήλωσης και συμπεριφοράς του δράστη, είναι, δε, αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή, ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι με την απειλή εξαναγκάσθηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η απειλή, ενώ η πράξη, παράλειψη ή ανοχή μπορεί να απορρέει είτε από τον ίδιο τον εξαναγκαζόμενο είτε από άλλον, στη βούληση του οποίου ο εξαναγκαζόμένος επενήργησε υπό το κράτος της απειλής. Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, είναι, δε, δεκτικό απόπειρας, για την ύπαρξη της οποίας απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 42§1 ΠΚ, να επιχειρήσει ο δράστης πράξη, η οποία περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του, δηλαδή να προβεί σε ενέργεια η οποία αποτελεί μέρος της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και οδηγεί κατευθείαν στην ίφαγμάτωσή του ή τελεί προς αυτή σε τέτοια συνάφεια και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο. Επομένως, αν η απειλή αυτή δεν προκάλεσε στον απειλούμενο φόβο και αυτός δεν ενέδωσε, προβαίνοντας, εξανάγκαζα μένος, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή ή δεν επέφερε σ' αυτόν περιουσιακή ζημία, το έγκλημα της εκβίασης δεν είναι τετελεσμένο και η βία ή η απειλή που ασκήθηκαν, συνιστούν απόπειρα εκβίασης, κατά το άρθρο 42§1 ΠΚ, εφόσον περιέχουν τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος. Περαιτέρω έλλείψη της από τα άρθρα 93 τταρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 ττορ. 1 εδ. ε ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, ττου προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με, την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον Λόγο αναιρέσεως του'άρθροο 484 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ. υπάρχεί όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τη δίεξσχθείσα ανάκριση ή προανάκριση, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με δικές τους σκέψεις, και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ'αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρύρων (ανακριτικές και προανακριτικές), τις χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγουσών ενώπιον του ανακριτή, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας (μεταξύ των οποίων και οι από 23-6-08 και 3-6-2008 εκθέσεις ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του ... που διορίσθηκε από τον ανακριτή, η από 17-9-2008 κατ' αντιπαράσταση εξέταση των κατηγορουμένων Χ1 και Χ4 και η από 21-5-2008 έκθεση εργαστηριακής απομαγνητοφώνησης), τις απολογίες των κατηγορουμένων και όλων των ισχυρισμών τους που εμπεριέχονται στα απολογητικά της υπομνήματα, στις κρινόμενες εφέσεις, τους ισχυρισμούς που ανέπτυξαν προφορικά ενώπιον του Συμβουλίου οι εκκαλούσες πολιτικώς ενάγουσες κατά τη συνεδρίαση της 7-7-2009 και τα έγγραφα που αυτές προσκόμισαν ενώπιον του Συμβουλίου κατά την ανωτέρω συνεδρίαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά πιστή αντιγραφή από την εισαγγελική πρόταση, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο δολοφονηθείς ΩΩ, καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης (μαθηματικός) και εν διαστάσει σύζυγος της εκκαλούσας κατ/νης Χ1, έχοντας διακόψει την έγγαμη συμβίωση του με αυτήν από πολλών ήδη ετών (από το έτος 1999), διέμενε μόνος του στο ισόγειο οικίας στην οδό ... του ... (πυλωτή, την οποία είχε διαμορφώσει σε κατοικία), στον πρώτο όροφο της οποίας διέμενε η ανωτέρω κατ/νη με τις (εκκαλούσες πολιτικώς ενάγουσες) κόρες τους Ψ1 και Ψ2. Τον Φεβρουάριο 2007 είχε προσδιορισθεί δικάσιμος για τη συζήτηση αγωγής που είχε καταθέσει για τη λύση του γάμου του με την εκκαλούσα κατ/νη, λόγω τετραετούς διάστασης, η υπόθεση, όμως, δεν εκδικάστηκε για τυπικούς λόγους. Τις βράδυνες ώρες της 27-7-2007 ο θανών και η κόρη του Ψ2 μετέβησαν σε θέατρο, για να παρακολουθήσουν την παράσταση του και στη συνέχεια δείπνησαν, περί ώρα, δε, 01.20' επέστρεψαν στις οικίες τους με το οδηγούμενο από τον πρώτο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΕΧΕ αυτοκίνητο του μάρκας Renault Clio, στη θέση του συνοδηγού του οποίου επέβαινε η προαναφερόμενη κόρη του, ο ίδιος, δε, στάθμευσε προσωρινά το αυτοκίνητο έξω από την είσοδο της οικίας, μέχρι να ανοίξει η τηλεχειριζόμενη αυλόπορτα της, προκειμένου να εισέλθει με το αυτοκίνητο στο προαύλιο της και να το σταθμεύσει εκεί. Τη στιγμή εκείνη δέχθηκε πυροβολισμό στο κεφάλι από την πλευρά του (κλειστού) παραθύρου της πόρτας του οδηγού (δηλαδή από την πλευρά του αυτοκινήτου στην οποία καθόταν), με αποτέλεσμα η βολίδα (που εισήλθε από την αριστερή πλευρά της μύτης του) να του προκαλέσει θλαστικό τραύμα σπλαχνικού κρανίου ηθμοειδών κυψελών, κάταγμα των ρινικών οστών, των οστών της ρινικής κοιλότητας και ρωγμώδες κάταγμα της περιοχής του δεξιού ινιακού κονδύλου, αιμορραγική διήθηση των τοιχωμάτων της δεξιάς σφαγίτιδος φλεβός κατά τόπους, αιμορραγική διήθηση των τοιχωμάτων της δεξιάς καρωτίδος αρτηρίας κατά τόπους και αιμορραγική διήθηση των μαλακών μορίων τον τραχήλου, ιδίως δεξιά. Αφού μεταφέρθηκε αρχικά στο νοσοκομείο "Κ.Α.Τ.", διακομίσθηκε στη συνέχεια στο νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ" και νοσηλευθείς στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του μέχρι την 9-8-2007, απεβίωσε την ημεροχρονολογία αυτή λόγω πολυοργανικής ανεπάρκειας ΑRDS, εξαιτίας σηπτικής κατάστασης σε έδαφος σπλαχνικού κρανίου. Η προκειμένη ανθρωποκτονία παρέμενε ανεξιχνίαστη από τις αστυνομικές αρχές μέχρι την 19-2-2008, ημεροχρονολογία κατά την οποία ο εκ των κατ/νων Χ4 μετέβη στη Διεύθυνση Ασφαλείας Αττικής, για να καταθέσει συμπληρωματικά (σε συνέχεια των από 22-12-2007, 27-12-2007 και 9-1-2008 καταθέσεων του) σχετικά με τη δράση εγκληματικής οργάνωσης, της οποίας ήταν μέλος και η οποία είχε σκοπό την παράνομη κτήση της ελληνικής ιθαγένειας από αλλοδαπούς, τους οποίους προσέλκυαν να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα όχι ως λαθρομετανάστες, αλλά με το τέχνασμα της απευθείας κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας, κυρίως με την αναγνώριση τους από Έλληνες γεννήτορες ως δήθεν εξώγαμων, γεννηθέντων στην αλλοδαπή, τέκνων τους, έναντι αμοιβής 8.000 - 9.000 € ανά άτομο περίπου. Στη δοθείσα την 19-2-2008 κατάθεση του ο ανωτέρω κατ/νος ανέφερε ότι γνώριζε για τη δολοφονία του ΩΩ, ισχυρισθείς ότι αυτή σχεδιάστηκε από την εκκαλούσα κατ/νη Χ1 και εκτελέστηκε από τον ίδιο και τους κατ/νους Χ3 και Χ2 (δεύτερο εκκαλούντα κατ/νο).
Με το εκκαλούμενο βούλευμα του το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών παρέπεμψε στο ανωτέρω Δικαστήριο τους εκκαλούντες κατ/νους, καθώς και τους προαναφερομένους τρεις συγκατηγορουμένους τους για να δικαστούν για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, αφού δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Χ4, διατηρούσε με'την οικογένεια του ΩΩ (τη σύζυγο και τις δύο κόρες του) οικογενειακές σχέσεις από δεκαετίας, όταν είχε συνάψει ένα σύντομο ερωτικό δεσμό με την κόρη του ζεύγους ΩΩ-Χ1, Ψ1. Με την συγκατηγορουμένη του, δε, Χ1 ανέπτυξε και επαγγελματική συνεργασία, ανοίγοντας μαζί της τον Φεβρουάριο του 2006, ένα γραφείο τελετών στο όνομα της δεύτερης κόρης του ζεύγους ΩΩ-Χ1, Ψ2, το οποίο έκλεισε την άνοιξη του 2007. Εκείνο, δε, το διάστημα και ειδικότερα περί το Πάσχα του 2007, η Χ1 άρχισε να ζητά από τον Χ4, ο οποίος πάσχει από μεθοριακή διαταραχή προσωπικότητας, σύμφωνα με την οποία δεν μπορεί να ανεχθεί τη μοναξιά και προτιμά μανιωδώς συντροφιά, ανεξάρτητα από πόσο λίγο τον ικανοποιεί, δεχόμενο να προσφέρει εξυπηρετήσεις σε γνωστούς για να τους έχει κοντά του, χωρίς σημαντικό προσδοκώμενο αποτέλεσμα (βλ. την από 23-6-2008 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε με την αριθμ. 369/2008 διάταξη της 26ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών), να τη βοηθήσει, να "βγάλει από τη μέση" τον εν διαστάσει σύζυγο της ΩΩ, διότι της δημιουργούσε πολλά προβλήματα, με εξυβρίσεις, χειροδικίες, άσχημη συμπεριφορά στην ίδια και στις δύο κόρες τους, επικαλούμενη ακόμη και απόπειρα δολοφονίας σε βάρος της. Για να τον πείσει, δε, να τη βοηθήσει, του έλεγε ότι είναι ο μόνος άνθρωπος που θα έσωζε τη ζωή της και τη ζωή των παιδιών της. Ζητούσε, δε, συγκεκριμένα, να βρει άνθρωπο να αναλάβει "να κάνει αυτή τη δουλειά", δηλαδή να δολοφονήσει τον εν διαστάσει σύζυγο της. Έτσι, ο Χ4 απευθύνθηκε στον συγκατηγορούμενό του Χ2, τον οποίο γνώριζε προ οκταμήνου, όταν ο τελευταίος με πρόταση του Χ4 είχε ενταχθεί στην εγκληματική οργάνωση που προαναφέρθηκε και αναγνώρισε σαν δικά του τέσσερα αλλοδαπά τέκνα από τον Άγιο Δομίνικο, αντί αμοιβής 5.000 ευρώ. Ο τελευταίος, έπειτα από διαπραγματεύσεις για το ύψος της αμοιβής (ζητούσε αρχικά 40.000 - 50.000 €), δέχθηκε να αναλάβει τη δολοφονία, αντί του ποσού των 30.000 €. Έφερε, δε, ο Χ4 σε επαφή την Χ1 με τον Χ2, δύο φορές, σε καφετέρια στον ..., όπου η Χ1 επανέλαβε και στον Χ2 τους λόγους για τους οποίους ήθελε "να βγάλει από τη μέση" τον εν διαστάσει σύζυγο της. Στη δεύτερη συνάντηση τους η Χ1 έδωσε στον Χ2 το ποσό των 4.000 €, προκειμένου αυτός να βρει όπλο για τη δολοφονία. Ο Χ2 επικοινώνησε με τον συγκατηγορούμενό του Χ5, επίσης εμπλεκόμενο στην εγκληματική οργάνωση της παράνομης ελληνοποίησης αλλοδαπών τέκνων με πλαστά πιστοποιητικά, αφού και αυτός είχε αναγνωρίσει αλλοδαπά τέκνα σαν δήθεν δικά του, αντί αμοιβής, ο οποίος δέχθηκε να του προμηθεύσει όπλο, αντί του ποσού των 3.000 €. Το όπλο παραδόθηκε στον Χ2 από τον Χ5 στη Λεωφόρο ... στο ..., σε μία αλάνα δίπλα σε ένα βουλκανιζατέρ. Ακολούθως, ο Χ4 ξενάγησε τον Χ2 στους χώρους γύρω από την κατοικία ΩΩ στον ..., του έδωσε και φωτογραφία του ΩΩ και του είπε ότι η Χ1 το υπόλοιπο ποσό των 26.000 € θα του το έδινε μετά τη δολοφονία. Ο Χ2 απευθύνθηκε στον συγκατηγορούμενό του Χ3, φίλο του γιου του ... και χρήστη ναρκωτικών ουσιών και του πρότεινε να αναλάβει να δολοφονήσει τον ΩΩ, αντί του ποσού των 500 €. Ο Χ3 δέχθηκε, αφού με το ποσό αυτό θα εξασφάλιζε αρκετές δόσεις ναρκωτικών ουσιών. Ακολούθως, στις 27-7-2007, η Χ1 επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Χ4 και του είπε ότι ο ΩΩ, με τη κόρη τους Ψ2, θα πήγαιναν το βράδυ να παρακολουθήσουν θεατρική παράσταση και ότι έπρεπε να ειδοποιήσει τον Χ2 να "κάνει τη δουλειά" εκείνο το βράδυ. Ο Χ2, οδηγώντας το με αριθμητικό μέρος πινακίδας 8086 αυτοκίνητο του, παλαιού μοντέλου, μάρκας FΙΑΤ, μετέβη μαζί με τον Χ3 στην οικία ΩΩ στον ... (οδός ...) και ανέμεναν έξω από αυτή την επιστροφή του ΩΩ. Κατά την άφιξη του και ενώ ανέμενε το άνοιγμα της τηλεχειριζόμενης αυλόπορτας, ο Χ3 πλησίασε το αυτοκίνητο και από το κλειστό παράθυρο του αυτοκινήτου τον τυροβόλησε, όπως περιγράφεται παραπάνω. Μεταφέρθηκε αρχικά στο Νοσοκομείο "ΚΑΤ" και εν συνεχεία στο Νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ", όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι 9-8-2007, που απεβίωσε. Αμέσως μετά το θάνατο του ΩΩ, ενώ ακόμη η Χ1 βρισκόταν στο Νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ" ζήτησε από τον Χ4 να μεταβεί εκεί, μαζί με τον Χ2, για να παραδώσει στον τελευταίο τα χρήματα που είχαν συμφωνήσει. Αυτοί μετέβησαν εκεί και η Χ1 παρέδωσε στον Χ2 σε κλειστό φάκελο το ποσό των 16.000 € . Ο Χ2 συνέχιζε να ζητά τα υπόλοιπα χρήματα από την Χ1. Τότε αυτή ζήτησε από τον Χ4 να του μεταφέρει ένα σχέδιο, ώστε να πάρει τα υπόλοιπα χρήματα από την αδελφή της ΑΑ, δηλαδή να τηλεφωνήσει σ' αυτή και να της ζητήσει το ποσό των 30.000 €, λέγοντας της ότι, εάν δεν του τα έδινε, θα σκότωνε την ίδια (Χ1). Από τα χρήματα αυτά θα έπαιρνε αυτός το ποσό των 10.000 € για το υπόλοιπο της αμοιβής του και τα υπόλοιπα θα τα μοιράζονταν ο Χ4 με την ίδια. Ο Χ2 δέχθηκε και έτσι ο Χ4, σύμφωνα πάντα με τις οδηγίες της Χ1, του έδωσε δύο τηλεκάρτες από τις οποίες θα τηλεφωνούσε στην ΑΑ, του είπε δε με την ίδια κάρτα να τηλεφωνήσει και στον αριθμό κλήσης ... που ανήκε στον Χ6, προς τον οποίο η Χ1επεδίωκε, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, να στρέψει τις έρευνες της αστυνομίας. Ο Χ2 στις 28-8-2007, χρησιμοποιώντας τη με αριθμό ... τηλεκάρτα από καρτοτηλέφωνο του ΟΤΕ, πραγματοποίησε κλήση στον ανωτέρω αριθμό τηλεφωνικής σύνδεσης που ανήκε στον Χ6 και στις 4-9-2007, περί ώρα 13.37', με την ίδια τηλεκάρτα από καρτοτηλέφωνο του ΟΤΕ με αριθμό ..., τηλεφώνησε στην ΑΑ στο κινητό της τηλέφωνο με αριθμό ..., λέγοντας της "κυρία ..., θα μου δώσεις 35.000 € για να μη δεις την αδελφή σου και τα παιδιά της, όπως τον άλλον". Η ανωτέρω δεν υπέκυψε στον εκβιασμό και την ίδια ημέρα μετέβη στη Διεύθυνση Ασφαλείας Αττικής, όπου κατήγγειλε το γεγονός. Μετά την εξέλιξη αυτή η Χ1 ζήτησε από τον Χ2, μέσω του Χ4, να μη συνεχίσει την εκβίαση σε βάρος της αδελφής της". Το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι από τα προεκτεθέντα προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής των εκκαλούντων κατ/νων και των ανωτέρω τριών συγκατηγορουμένων τους δεχθέν τα ακόλουθα: "Η προανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου Χ4, η απολογία του ενώπιον της 26ης Τακτικής Ανακρίτριας, η κατ' αναπαράσταση εξέταση του με την συγκατηγορουμένη του Χ1, αλλά και οι προανακριτικές απολογίες των συγκατηγορουμένων του Χ3 και Χ2, ενισχύονται και από άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως από την κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας Ψ2, που ήταν αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας και περιγράφει ως ύποπτο αυτοκίνητο, μάρκας FΙΑΤ, παλαιού μοντέλου, σκούρου χρώματος, που ταιριάζει με το αυτοκίνητο του Χ2, περιγράφει ακόμη τη σκηνή της δολοφονίας όπως ακριβώς την περιέγραψαν προανακριτικώς και οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ3, γεγονός που εάν δεν είχαν ιδία γνώση της σκηνής της δολοφονίας, δεν θα ήταν σε θέση να την περιγράψουν, παρά μόνο εάν τους το μετέφερε η ίδια, με την οποία όμως δεν προέκυψε καμία σύνδεση. Εξάλλου, στην κατοικία του Χ2 ανευρέθηκε και κατασχέθηκε η υπ' αριθμ. ... τηλεκάρτα με την οποία έγινε η κλήση προς την αδελφή της Χ1, ΑΑ και τον Χ6. Ακόμη, προσφωνήθηκε κατά την κλήση η ΑΑ, ως "κυρία ...", όνομα που δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ο Χ2, εάν δεν του το μετέφερε η Χ1 ή ο Χ4, αφού με το όνομα αυτό ήταν γνωστή μόνο στο στενό οικογενειακό της περιβάλλον. Επιπλέον, αξιοσημείωτο είναι, ότι η κατηγορουμένη Χ1 πραγματοποίησε ανάληψη συνολικού χρηματικού ποσού 15.000 € κατά το χρονικό διάστημα από 6-7-2007 έως 12-7-2007, από τον κοινό με την αδελφή της, ΑΑ, τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό ..., με τρεις αναλήψεις ποσού 5.000 € η καθεμία, στις 6-7-2007, 10-7-2007 και 12-7-2007. Το χρηματικό ποσό των 15.000 € συμφωνεί με το ποσό των 15.000 € που η Χ1, σύμφωνα με την προανακριτική κατάθεση του Χ4, είχε δώσει σ' αυτόν για να το παραδώσει στον Χ2, πριν από τη δολοφονία του, στις 28-7-2007, όταν μία ακόμη φορά είχαν επιχειρήσει (μαζί με τον Χ3) να τον δολοφονήσουν την ώρα που αυτός θα βρισκόταν μέσα στην κατοικία του, αλλά απέτυχαν, διότι το θύμα δεν είχε επιστρέψει στο σπίτι του, το δε χρηματικό ποσό επεστράφη από τον Χ4 στην Χ1. Αγγίζει, επίσης, και το ποσό των 16.000 € που τελικά παρέδωσε στον Χ2 μετά το θάνατο του ΩΩ. Εξάλλου, ο ισχυρισμός της ότι έκανε τις αναλήψεις για λογαριασμό της αδελφής της από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν επιβεβαιώθηκε. Ο ισχυρισμός της Χ1 ότι τα όσα καταθέτει ο Χ4 είναι ψευδή, εξαιτίας της ψυχικής του νόσου, κρίνεται αβάσιμος, διότι από την προαναφερόμενη ιατρική πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε, δεν προκύπτει ότι ο ανωτέρω, εξαιτίας της νόσου του, καταθέτει ψευδή γεγονότα, αντίθετα προκύπτει ότι θέλει να λυτρωθεί από τις τύψεις που τον βασανίζουν και ομολογεί. Αυτό εξάλλου, επιβεβαιώνεται και από την καταγγελία του για την εγκληματική οργάνωση παράνομης ελληνοποίησης αλλοδαπών με πλαστά πιστοποιητικά, την ύπαρξη της οποίας επιβεβαιώνει τόσο ο Χ2, λέγοντας ότι αναγνώρισε αλλοδαπά παιδιά σαν δήθεν δικά του γεννηθέντα εκτός γάμου, αντί αμοιβής 5000 €, όσο και ο Χ3, λέγοντας ότι ο Χ4 του πρότεινε να αναγνωρίσει αλλοδαπά παιδιά σαν δικά του, αντί αμοιβής 700 € για κάθε τέκνο που θα αναγνώριζε. Επιπλέον, η Χ1 ενώπιον του Συμβουλίου, κατέθεσε ότι ο Χ4 είναι αναμεμειγμένος στην υπόθεση της δολοφονίας του εν διαστάσει συζύγου της, αφού τον Φεβρουάριο του 2007, όταν η κόρη της Ψ1 αρνήθηκε να επανασυνδεθεί ερωτικά μαζί του, αυτός της είπε "θα μετανιώσεις, θα φτύσεις αίμα, όχι γάμος δεν θα γίνει, θα γίνουν κηδείες". Τούτο, ανεξαρτήτως ότι δεν το ανέφερε ουδέποτε στις αρμόδιες αρχές, αν και θα αποτελούσε σημαντικό στοιχείο για την εξιχνίαση της δολοφονίας, τη στιγμή που η ίδια έδιδε κάθε πληροφορία για διάφορα πρόσωπα που πιθανόν να είχαν εμπλοκή στη δολοφονία του εν διαστάσει συζύγου της, έρχεται σε αντίθεση με την επιμονή της να ερευνηθεί από τις αρχές τυχόν. συμμετοχή του Χ6 στη δολοφονία, δεδομένου ότι ούτε η ίδια γνωρίζει εάν μεταξύ Χ4 και Χ6 υπάρχει γνωριμία. Ακόμη, ο ισχυρισμός της ότι τα οικονομικά ζητήματα, μεταξύ αυτής και του συζύγου της, ήταν τακτοποιημένα είναι αντιφατικός με την αρχική της κατάθεση, στην οποία, όπως ήδη προαναφέρθηκε, τα "κληρονομικά τους" θα τα συζητούσαν μετά το διαζύγιο τους, αλλά και με την αρχική κατάθεση της κόρης της Ψ2, κατά την οποία οι γονείς της είχαν αντιδικίες για τα οικονομικά τους, ενόψει του διαζυγίου τους. Περαιτέρω, από τις κατ' οίκον έρευνες που διενεργήθηκαν από τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές στις 21-2-2008, ανευρέθησαν στην οικία του κατηγορουμένου Χ3 τρία φυσίγγια πολεμικού διαμετρήματος 7,62 χιλιοστών, ένα φυσίγγιο ανενεργό το οποίο έφερε βολίδα επίσης διαμετρήματος 7,62 χιλιοστών, ένα φυσίγγιο αγνώστου διαμετρήματος με την ένδειξη "270" στον πυθμένα αυτού, ένα ανενεργό φυσίγγιο με βολίδα με την ένδειξη ΉΧΠ68" στον πυθμένα αυτού, ένα φυσίγγιο ενεργό διαμετρήματος 9X9, μία δερμάτινη θήκη μεταφοράς κυνηγετικών φυσιγγίων με 14 ενεργά φυσίγγια κυνηγίου με κάλυκα, ένα ενεργό φυσίγγιο πολεμικού διαμετρήματος με την ένδειξη SL53" στον πυθμένα αυτού, επτά κάλυκες φυσιγγίων αγνώστου διαμετρήματος με την ένδειξη "3ΥΚζ6" στον πυθμένα τους και ένα δίκαννο τυφέκιο με ξύλινο κοντάκιο και αριθμό κάννης ..., διαμετρήματος 12 Χ 70 και στην οικία του κατηγορουμένου Χ5 ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης πάνω σε απόκομμα εφημερίδας, συνολικού μικτού βάρους 11 γραμμαρίων, μία συσκευασία μάρκας DRUM με χαρτάκια - φύλλα περιτυλίγματος καπνού και μία σακούλα νάιλον με ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης μικτού βάρους 102 γραμμαρίων".
Τέλος, το εκκαλούμενο βούλευμα, του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών δέχθηκε ότι για τον κατηγορούμενο Χ6 δεν προέκυψαν ενδείξεις ενοχής για τις αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση και της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα κακουργηματικής εκβίασης αναφέροντας ότι "παρά την προσπάθεια της κατηγορουμένης Χ1 να καταστήσει αυτόν ύποπτο για τη δολοφονία του συζύγου της, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος, που ήταν καθηγητής και παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα έκθεσης στην κόρη του ζεύγους ΩΩ-Χ1, Ψ1, όταν ήταν μαθήτρια τρίτης Λυκείου, την παρενόχλησε σεξουαλικά κατά την ώρα του μαθήματος, δείχνοντας της πορνογραφικό υλικό, γεγονός για το οποίο η Ψ1 ενημέρωσε τους γονείς της και μαγνητοφώνησε, εν αγνοία του καθηγητή, σχετική συνομιλία κατά την ώρα του μαθήματος, που έχει επισυναφθεί στη δικογραφία απομαγνητοφωνημένη. Εξάλλου, η ανωτέρω κατηγορουμένη με τις καταθέσεις της κατέβαλε κάθε προσπάθεια να αποπροσανατολίσει τις έρευνες της αστυνομίας και να καταστήσει υπόπτους άλλα άτομα, όπως τον υπεύθυνο του ομόρου τους κτήματος "...", τον "αλουμινά" που κατασκεύαζε κουφώματα σε ανεγειρόμενη οικοδομή του θύματος και του αδελφού του ..., αλλά και τον διευθυντή του σχολείου των φυλακών ..., με τον οποίο το θύμα είχε μία αντιπαράθεση σχετικά με τη διδασκαλία των κρατουμένων. Επισημαίνεται δε, ότι σε μία, από τις αρχικές καταθέσεις της, ανέφερε ότι την επομένη της δολοφονίας βίωσε στην αυλή του σπιτιού της περιστατικό, κατά το οποίο άγνωστος άνδρας της έβαλε όπλο στην κοιλιά, λέγοντας της ότι "εκτελέσαμε συμβόλαιο θανάτου, το οποίο απέτυχε, κλπ.", στο οποίο στη συνέχεια ουδέποτε αναφέρθηκε".
Από την αξιολογική εκτίμηση του προαναφερομένου και συλλεγέντος κατά την αστυνομική προανάκριση και την κύρια ανάκριση αποδεικτικού υλικού συνάγεται ότι στην προκειμένη περίπτωση προκύπτουν πράγματι επαρκείς ενδείξεις ενοχής των εκκαλούντων κατ/νων, Χ1 και Χ2, καθώς και των τριών ανωτέρω συγκατηγορουμένων τους Χ3, Χ4 και Χ5, για την παραπομπή τους στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου, ενδείξεις δηλαδή σύμφωνα με τις οποίες οι αποδιδόμενες σε βάρος τους κατηγορίες θα προκαλέσουν τη σοβαρή απασχόληση του Δικαστηρίου, γεγονός το οποίο συμβαίνει, όταν η κατηγορία εμφανίζει ίσες πιθανότητες για την ενοχή ή την αθωότητα του κατ/νου (Ι. Ζησιάδη Ποινική Δικονομία, γ' έκδοση, Β' τόμος, σελ. 381, Χρ. Γιώτη Τα Δικαστικά Συμβούλια, Α σελ.40-41). Ειδικότερα, πέραν των διαλαμβανομένων στο σκεπτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος και αφού τονιστεί ότι η απαγόρευση της διάταξης του άρθρου 211Α ΚΠΔ, σύμφωνα με το οποίο "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου", ισχύει μόνο κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και συγκεκριμένα όταν το Δικαστήριο άγεται σε καταδικαστική κρίση και ως μόνο αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο λαμβάνεται η μαρτυρία αυτή, δεν έχει, δε, εφαρμογή η απαγόρευση αυτή στο ενδιάμεσο στάδιο κατά την εκτίμηση των στοιχείων περί παραπομπής του κατηγορουμένου σε δίκη (ΑΠ 1302/2004 σε Συμβ. ΠοινΛογ 2004/1584, ΑΠ 1450/2006 ΠοινΛογ 2006/1339, ΑΠ 560/2007 σε Συμβ.), σημειώνονται τα ακόλουθα: α) Εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι τα αναφερθέντα από τον κατ/νο Χ4 είναι χαλκευμένα και υποβολιμαία σε βάρος, κυρίως, της εκκαλούσας κατ/νης Χ1 ή οφείλονται στη "μεθοριακή διαταραχή προσωπικότητας", από την οποία διαγνώσθηκε ότι αυτός πάσχει (και η οποία, πάντως, δεν αξιολογείται ως αιτία ψευδών καταγγελιών, μυθομανίας κλπ.), δεν θα μπορούσε να ερμηνευθεί κατά τους κανόνες της λογικής το γεγονός ότι ο εκκαλών κατ/νος Χ2, αλλά και ο κατ/νος Χ3 ενέταξαν τα αναφερθέντα στις προανακριτικές απολογίες τους πραγματικά περιστατικά της προκειμένης υπόθεσης στο αυτό με τον ανωτέρω κατ/νο (Χ4) πλαίσιο και μάλιστα τα περιστατικά του τρόπου της δολοφονικής επίθεσης κατά του ΩΩ. Εάν, δε, μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το περιεχόμενο ης προανακριτικής απολογίας του κατ/νου Χ3 είναι απότοκο της εκ μέρους του χρήσης ναρκωτικών ουσιών (η οποία, πάντως, δεν είναι δυνατόν να δικαιολογήσει την κατάθεση γεγονότων που αναφέρονται και ιπό άλλα πρόσωπα, δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, τους κατ/νους Χ4 και Χ2), τούτο δεν μπορεί να λεχθεί και για την προανακριτική απολογία του κατ/νου Χ2, ο οποίος ανέφερε γεγονότα που συγκροτούσαν και σε βάρος του εγκλήματα ιδιαίτερης κοινωνικής απαξίας και βαρύτητας. Είναι, δε, αξιοσημείωτο ότι στην ανακριτική απολογία του δεν επιβεβαιώνει την προανακριτική του, χωρίς, όμως, να αναφέρει ευλογοφανή λόγο, για τον οποίο είχε προβεί σ' αυτήν ("Φοβήθηκα" [;] "και υπέγραψα την προανακριτική μου κατάθεση"), αλλά και να εξηγεί τον τρόπο γνώσης από τον ίδιο όσων γεγονότων είχε αναφέρει σ' αυτήν και μάλιστα λεπτομερώς, β) Εάν, επίσης, ήθελε υποτεθεί ότι τα αναφερθέντα από τον κατ/νο Χ4 είναι ψευδή, δεν θα ήταν δυνατόν να εξηγηθεί ο λόγος της πραγματοποίησης από τον εκκαλούντα κατ/νο Χ2 τηλεφωνικών κλήσεων, με τη χρήση της προαναφερόμενης ανευρεθείσας στην οικία του τηλεκάρτας που του είχε χορηγήσει (ο κατ/νος Χ4), προς την ΑΑ (αδελφή της εκκαλούσας κατ/νης Χ1) και τον κατ/νο Χ6, με τους οποίους εξ ουδενός στοιχείου της δικογραφίας προκύπτει ότι είχε οποιαδήποτε σχέση ή γνωριμία ο εκκαλών κατ/νος Χ2, όπως, επίσης, δεν προκύπτει ότι είχε οποιαδήποτε σχέση ή γνωριμία με τον κατ/νο Χ6 ο κατ/νος Χ4, σε αντίθεση με την εκκαλούσα κατ/νη Χ1, με την οποία γνωριζόταν από πολλών ετών και είχε μάλιστα αναπτύξει την προαναφερόμενη επιχειρηματική συνεργασία μαζί της (μέσω της κόρης της Ψ2). γ) Η εκκαλούσα κατ/νη Χ1 υποστηρίζει ότι οι σχέσεις της με τον δολοφονηθέντα εν διαστάσει σύζυγο της ΩΩ ήταν αρμονικότατες και δεν υπήρχαν μεταξύ τους προσωπικές ή οικονομικές διενέξεις. Ο ισχυρισμός της, όμως, αυτός δεν κρίνεται βάσιμος, με βάση αντίθετα κατατεθέντα από μάρτυρες και συγκεκριμένα τον αδελφό του θύματος ..., ο οποίος στην από 22-5-2008 ανακριτική κατάθεση του ανέφερε ότι "... Ξέραμε ότι δεν είχαν καλές σχέσεις ο αδελφός μου με τη σύζυγο του ... Δεν ξέρω αν η Χ1 είχε σχέση με τη δολοφονία, δεν θέλω να το σκέπτομαι και δεν το αποκλείω ...", την κόρη του θύματος και της ίδιας Ψ2, η οποία στην από 1-8-2007 προανακριτική κατάθεση της ανέφερε ότι "... Αν και μένουν τόσο κοντά δεν έχουν εντάσεις μεταξύ τους, εκτός από κάποια αντιδικία σχετικά με οικονομικά θέματα για την έκδοση του διαζυγίου ...", τον πρώτο εξάδελφο εξ αγχιστείας του θύματος ΓΓ, ο οποίος στην από 13-5-2008 ανακριτική κατάθεση του ανέφερε ότι "... Εγώ πιστεύω ότι αυτή τον μισούσε ...", την πρώτη εξαδέλφη του θύματος ΔΔ, η οποία στην από 13-5-2008 ανακριτική κατάθεση της ανέφερε ότι".. .Πιστεύω ότι πίσω από τη δολοφονία του ξαδέλφου μου είναι η σύζυγος του ... Ίσως, επειδή άκουσε η Χ1 ότι θα παντρευόταν ο ΩΩ με την κα ΕΕ, μπορεί να ζήλεψε ...", καθώς και την ΕΕ, με την οποία είχε συνάψει δεσμό το θύμα και η οποία στην από 6-5-2008 ανακριτική κατάθεση της ανέφερε ότι "... Είμαι σίγουρη 100% ότι η Χ1 είναι πίσω από τη δολοφονία του ΩΩ, το έκανε τώρα γιατί θα έπαιρναν διαζύγιο ... Της κόρης του της Ψ1 της ξέφυγε και μου είπε ότι μισούνται οι γονείς της, ήταν με τον φίλο της τον ... και ήμασταν για φαγητό μαζί ...", δ) Δημιουργεί ερωτηματικά η ανάληψη (συμπτωματική;) κατά την προαναφερόμενη χρονική περίοδο από την εκκαλούσα κατ/νη Χ1 του ποσού των 15.000 € σε τρεις δόσεις από τον τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε από κοινού με την αδελφή της ΑΑ. Η ανάληψη του ποσού αυτού αιτιολογείται ατελώς από την ανωτέρω αδελφή της εκκαλούσας κατ/νης, η οποία σε έγγραφο της απευθυνόμενο στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών τιτλοφορούμενο "δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής και αίτημα" και κατατεθέν την 13-3-2009 (όταν η διενέργεια της κύριας ανάκρισης είχε περαιωθεί και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών είχε εκδώσει την 17-2-2009 το υπ' αριθμ. 562/2009 βούλευμα του, με το οποίο είχε απόσχει να αποφανθεί επί της ουσίας της υπόθεσης, μέχρι να αποφανθεί ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών για την ύπαρξη ή ανυπαρξία επαρκών ενδείξεων ενοχής και του κατ/νου Χ6) ανέφερε χωρίς περαιτέρω διασαφήνιση ότι οι πραγματοποιηθείσες συγκεκριμένες τρεις κινήσεις στον ανωτέρω τραπεζικό λογαριασμό από την εκκαλούσα κατ/νη έγιναν για λογαριασμό της.
Σχετικά, δε, με την ανωτέρω δήλωση παράσταση πολιτικής αγωγής της ΑΑ πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 84 ΚΠΔ, η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής είναι απαράδεκτη, αν δεν περιέχει, μεταξό των άλλων και το διορισμό αντικλήτου στην έδρα του δικαστηρίου, αν αυτός που κάνει τη δήλωση δεν διαμένει μόνιμα εκεί. Ως δικαστήριο στην έδρα του οποίου πρέπει να γίνει ο διορισμός αντικλήτου, νοείται το κατά το άρθρο 122 ΚΠΔ αρμόδιο κατά τόπο δικαστήριο στο οποίο διεξάγεται η ανάκριση, ως έδρα, δε, του δικαστηρίου νοείται η πόλη στην οποία εδρεύει το εν λόγω δικαστήριο κατά τα φυσικά της όρια με τους συνοικισμούς της, που αποτελούν συνέχεια ή προέκταση της, κατά τρόπο ώστε μαζί με αυτούς να εμφανίζεται ως μία πόλη, άσχετα αν οι συνοικισμοί έχουν αναγνωρισθεί ως ιδιαίτεροι δήμοι ή κοινότητες. Περαιτέρω, στην περίπτωση απαράδεκτης δήλωσης πολιτικής αγωγής, ο δηλώσας αυτήν δεν αποκτά την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος (ΑΠ 481/2002 σε Συμβ. ΠοινΛογ 2002/594, ΑΠ 1302/2002 σε Συμβ. ΠοινΛογ 2002/1399, ΑΠ 1364/2004 σε Συμβ. ΠοινΛογ 2004/1622, ΑΠ 1653/2004 σε Συμβ. ΠοινΛογ 2004/2165). Στην προκειμένη περίπτωση η δηλώσασα παράσταση πολιτικής αγωγής ΑΑ κατοικεί εκτός της έδρας του κατά τα ανωτέρω αρμοδίου δικαστηρίου και συγκεκριμένα στη ..., η οποία δεν αποτελεί προέκταση της πόλης της ..., ώστε να εμφανίζεται με αυτήν ως μία πόλη, με την ανωτέρω, δε, δήλωση της δεν διόρισε αντίκλητο στην ..., με αποτέλεσμα να είναι απαράδεκτη η προαναφερόμενη δήλωση της και η ίδια να μην έχει αποκτήσει την ιδιότητα της πολιτικώς ενάγουσας.
Περαιτέρω, για τον κατ/νο Χ6, για τον οποίο η κύρια ανάκριση περατώθηκε με έκδοση τυπικής κλήσης του από την Ανακρίτρια του 26ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με το άρθρο 270§1 εδ. β ΚΠΔ, το εκκαλούμενο, δε, βούλευμα, δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι δεν προέκυψαν ενδείξεις ενοχής του για τις αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση και της ηθικής-αυτουργίας σε απόπειρα κακουργηματικής εκβίασης, πέραν του προαναφερθέντος ότι εξ ουδενός στοιχείου της δικογραφίας προκύπτει ότι είχε οποιαδήποτε σχέση ή γνωριμία με τον εκκαλούντα κατ/νο Χ2, αλλά και με τον κατ/νο Χ4, σημειώνονται τα ακόλουθα: α) Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η πραγματοποιηθείσα την 28-8-2007 (και ώρα 14:03:27) από τον εκκαλούντα κατ/νο Χ2 τηλεφωνική κλήση, με τη χρήση της προαναφερόμενης τηλεκάρτας, προς το σταθερό τηλέφωνο της οικίας του κατ/νου αυτού (Χ6) είχε διάρκεια μόνο οκτώ δευτερολέπτων, σύμφωνα με τα παρασχεθέντα από τον ΟΤΕ στοιχεία, το χρονικό, δε, αυτό διάστημα δεν αρκεί, σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, για τη μεταξύ δύο προσώπων συνομιλία συγκεκριμένου και ουσιώδους περιεχομένου. Εξάλλου, δεν μπορεί να μην εκτιμηθεί ως στοιχείο επιστηρικτικό της κρίσης του πρωτοβαθμίου Δικαστικού Συμβουλίου για τον συγκεκριμένο κατ/νο το γεγονός ότι η τηλεφωνική αυτή κλήση έγινε μετά διάστημα ενός μηνός από τη σε βάρος του ΩΩ δολοφονική επίθεση, χωρίς να έχει διαπιστωθεί ότι προηγήθηκε,,αλλά και ότι ακολούθησε, οποιαδήποτε άλλη τηλεφωνική επικοινωνία του εκκαλούντος κατ/νου Χ2 με τον ανωτέρω κατ/νο. β) Το γεγονός της ανακύψασας κατά το παρελθόν διένεξης μεταξύ του δολοφονηθέντος ΩΩ και του συγκεκριμένου κατ/νου, εξαιτίας της σεξουαλικής παρενόχλησης του τελευταίου προς την κόρη του θύματος Ψ1, με την επίδειξη προς αυτήν πορνογραφικού υλικού κατά τη διάρκεια του ιδιαίτερου μαθήματος που της έκανε, δεν είναι δυνατόν να συνδεθεί με την προκειμένη ανθρωποκτονία, δημιουργώντας υπόνοιες και πολύ περισσότερο ενδείξεις σε βάρος του, δεδομένου ότι από το προαναφερόμενο γεγονός είχε παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα περίπου ετών, κατά τη διάρκεια του οποίου δεν προκύπτει ότι ο κατ/νος αυτός είχε απειλήσει το θύμα ή είχε εκφρασθεί σε βάρος του με οποιονδήποτε τρόπο ή εν πάση περιπτώσει είχε εκδηλώσει εκδικητική διάθεση, γ) Ο μάρτυρας ΒΒ ανέφερε στην από 3-8-2007 προανακριτική κατάθεση του ότι "... Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σας πω δύο περιστατικά που πληροφορήθηκα μετά την επίθεση στον αδελφό μου από τη νύφη μου Χ1 ... Το άλλο είναι ότι πληροφορήθηκα τη σεξουαλική παρενόχληση που δέχθηκε η κόρη του Ψ1 από συνάδελφο του καθηγητή από το γυμνάσιο ..., γεγονός το οποίο είχε καταγράψει σε κασέτα. Επίσης, όπως μου είπε, ο συγκεκριμένος καθηγητής θα τοποθετούνταν ως διευθυντής, που ήδη υπηρετεί ο αδελφός μου, στο σχολείο του ... . Και μου είπε η Χ1 ότι, όπως της είπε ο ΩΩ, με τον καθηγητή συναντήθηκαν σε ένα βαθμολογικό κέντρο στις Πανελλήνιες Εξετάσεις που πέρασαν και ότι του είπε ο ΩΩ "αν τολμήσεις να εμφανιστείς στο σχολείο, θα βάλω την κασέτα να παίζει στην πλατεία του ... "...". Επιπλέον, η Ψ1 ανέφερε στην από 4-8-2007 προανακριτική κατάθεση της ότι "... Δεν γνωρίζω ποιες ήταν οι κινήσεις του πατέρα μου τότε όσον αφορά το σχολείο και τον συγκεκριμένο καθηγητή, ξέρω όμως, ότι φέτος τον Ιούνιο του 2007 ο πατέρας μου έμαθε ότι ο άνθρωπος αυτός θα έρχονταν ως διευθυντής στο λύκειο του ..., όπου σήμερα υπηρετεί στο ίδιο σχολείο και ο πατέρας μου. Αυτά τα έμαθα από τον πατέρα μου και μάλιστα ο ίδιος με ρώτησε αν έχω ακόμα την κασέτα αυτή και του είπα ότι την έχω ακόμα φυλαγμένη και δεν την έχω πετάξει...". Πέραν του ότι ύπαρξη "απειλής" του θύματος προς τον συγκεκριμένο κατ/νο για δημόσια ακρόαση της ανωτέρω κασέτας στην πλατεία ... αναφέρεται μόνον από την εκκαλούσα κατ/νη Χ1 (η Ψ1 ανέφερε μόνο για πληροφόρηση του πατέρα της ΩΩ περί επικείμενης τοποθέτησης του ανωτέρω κατ/νου ως διευθυντή στην προαναφερόμενη σχολική μονάδα και όχι για την ανωτέρω "απειλή"), η τοποθέτηση (είτε αποφασισθείσα είτε ενδεχόμενη) του ανωτέρω κατ/νου ως διευθυντή του λυκείου ... δεν επιβεβαιώνεται από τρίτα πρόσωπα, τα οποία, μάλιστα, λόγω της ιδιότητας τους θα ήταν σε θέση να γνωρίζουν κάτι σχετικό. Ειδικότερα, ο μάρτυρας ..., διευθυντής του Λυκείου ..., καθώς και οι μάρτυρες ..., ..., ... και ..., καθηγητές στο ίδιο λύκειο, στις προανακριτικές καταθέσεις τους (την 6-9-2007 ο πρώτος και την 25-10-2007 οι λοιποί) δεν αναφέρουν τίποτε για τοποθέτηση του ανωτέρω κατ/νου ή επιθυμία του για τοποθέτηση του ως διευθυντή του προαναφερόμενου λυκείου, σύμφωνα, δε, με το υπ' αριθμ. πρωτ. .../2008 έγγραφο της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Αττικής, δεν είχε υποβάλει αίτηση για διευθυντής σχολικής μονάδας της περιοχής αυτής, δ) Η ύπαρξη τηλεφωνικών κλήσεων από και προς το σταθϊρό τηλέφωνο της οικίας του κατ/νου Χ6 κατά το χρονικό διάστημα που ο ίδιος και η σύζυγος του ... ανέφεραν ότι βρίσκονταν σε διακοπές στην ... με την κόρη τους ..., δεν είναι ικανή να ανατρέψει τον ισχυρισμό τους αυτό, εφόσον στην οικία τους είχε παραμείνει ο υιός τους ..., όπως προκύπτει από την από 1-11-2007 κατάθεση του, η οποία επιβεβαιώνεται από την επίσης από 1-11-2007 κατάθεση της φίλης του ... . Τούτο, δε, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η απουσία του ανωτέρω κατ/νου από τον ... ή, αντιθέτως, η παρουσία του εκεί την ημέρα της δολοφονικής επίθεσης κατά του ΩΩ δεν είναι δυνατόν ούτε να στηρίξει ούτε να αποδυναμώσει ενδείξεις τέλεσης από αυτόν ηθικής αυτουργίας στις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας με πρόθεση και της κακουργηματικής εκβίασης, ε) Επιπλέον, πέραν του ότι δεν είναι δυνατόν, επίσης, να στηρίξουν ή να αποκλείσουν ενδείξεις ενοχής του ανωτέρω κατ/νου, δεν μπορούν να κριθούν ως αντιφατικά τα αναφερθέντα από τον ανωτέρω κατ/νο και τη σύζυγο του σχετικά με το χρόνο κατά τον οποίο έλαβαν γνώση της σε βάρος του ΩΩ ανθρωποκτονίας, δηλαδή την ημέρα της κηδείας του, σύμφωνα με τον κατ/νο ,και μία ή δύο ημέρες πριν από τον Δεκαπενταύγουστο του 2007, σύμφωνα με τη σύζυγο του, δεδομένου ότι δεν προσδιορίζεται η ημέρα της κηδείας, προφανώς όμως αυτή τελέστηκε μετά την 10-8-2007, ημέρα διενέργειας της νεκροψίας - νεκροτομής, ενώ, εξάλλου, ο αναφερόμενος τρόπος γνώσης από τον ανωτέρω κατ/νο του συγκεκριμένου εγκλήματος επιβεβαιώνεται από τον υιό του ...και εμμέσως από την προαναφερόμενη μάρτυρα ... ("Κάποιο απόγευμα λοιπόν, ενώ βρισκόμασταν στο εξοχικό, η ... μίλησε τηλεφωνικά με κάποια φίλη της και αυτή της είπε ότι εκείνη την ημέρα γινόταν η κηδεία του ΩΩ, γιατί τον είχαν σκοτώσει. Μου το είπε η ... και αμέσως τηλεφώνησα στο κινητό του πατέρα μου που βρισκόταν με τη μητέρα μου για διακοπές στην ...." ο πρώτος, "Μια μέρα, πριν το Δεκαπενταύγουστο, με πήρε τηλέφωνο μια φίλη μου, η ... αν δεν κάνω λάθος, και μεταξύ των άλλων μου είπε ότι τον πυροβόλησαν. Στεναχωρήθηκα όταν το άκουσα και το είπα στους γονείς μου και στον ..." η δεύτερη).
Επειδή από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ορθώς το προσβαλλόμενο βούλευμα παρέπεμψε τους εκκαλούντες κατ/νους Χ1 και Χ2 , καθώς και τους σογκατηγορουμένους τους Χ3, Χ4 και Χ5 στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου, για να δικασθούν για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, και κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθούν στην ουσία τους οι υπό κρίση εφέσεις των ανωτέρω κατηγορουμένων".
Ενόψει αυτών, έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις κατά της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης για τις αξιόποινες πράξεις: α)της ηθικής αυτουργίας από κοινού με τους συγκατηγορουμένους της: αα) Χ4 και ββ) Χ2, σε ανθρωποκτονία εκ προθέσεως του συζύγου της (εν διαστάσει), ΩΩ, με φυσικό αυτουργό το συγκατηγορούμενό της, Χ3 και β)ηθικής αυτουργίας από κοινού με το (συγκατηγορούμενό της-μη διάδικο στην παρούσα δίκη), Χ4, σε κακουργηματική εκβίαση σε βάρος της ΑΑ, που διέπραξε ο (συγκατηγορούμενός της-μη διάδικος στην παρούσα δίκη), Χ2.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατηγορουμένης
και παρέπεμψε αυτήν ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, για να δικαστεί για τις άνω κακουργηματικές πράξεις, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, ως προς την παραπομπή της κατηγορουμένης άνω διάταξη του, διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιόποινων πράξεων για τις οποίες παραπέμφθηκε η κατηγορουμένη στο ακροατήριο του άνω Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών για να δικαστεί, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ανωτέρω παρατεθείσες, διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το ότι η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ενεργώντας από κοινού με τους άνω συγκατηγορουμένους της προσέφεραν χρηματική αμοιβή 500 € στο συγκατηγορούμενό τους, Χ3 προκειμένου να σκοτώσει τον ΩΩ, εν διαστάσει σύζυγό της άνω κατηγορουμένης, υποδεικνύοντας σε αυτόν τον τόπο και το χρόνο που έπρεπε να δράσει και έτσι, τον έπεισαν να εκτελέσει την άδικη πράξη της ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, την οποία αυτός διέπραξε, όπως στο προσβαλλόμενο βούλευμα περιγράφεται. Επίσης, υπάρχει ειδική αιτιολογία και ως προς το ότι η αναιρεσείουσα και ο άνω συγκατηγορούμενος της, με παραινέσεις και πειθώ παρότρυναν και ενθάρρυναν τον άλλον συγκατηγορούμενό τους, Χ2, να εκτελέσει σε βάρος της ΑΑ την πράξη της κακουργηματικής εκβίασης, που αυτός διέπραξε, όπως στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται. Κατόπιν αυτών, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας και, συγκεκριμένα, ότι: 1) Το αναιρεσιβαλλόμενο με ασαφείς και αδιευκρίνιστες σκέψεις και ανύπαρκτη αιτιολογία, επικυρώνει την παραπομπή της αναιρεσείουσας για ηθική αυτουργία κατά συναυτουργία σε ανθρωποκτονία εκ προθέσεως και σε απόπειρα εκβίασης, χωρίς να αποσαφήνιζει και να προσδιορίζει με τρόπο ευκρινή τι ακριβώς της αποδίδεται ως πράξη συμμετοχής, καθόσον, με πλήρη σαφήνεια στο προσβαλλόμενο βούλευμα, αναφέρονται και διευκρινίζονται οι επιμέρους εγκληματικές ενέργειες της αναιρεσείουσας. 2)το αναιρεσιβαλλόμενο δεν απάντησε ειδικά, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 139 Κ.Π.Δ. σε καμμία από τις ανωτέρω αιτιάσεις και λόγους εφέσεως της (εκκαλούσας). Με τον τρόπο αυτό παραβίασε το υπερασπιστικό δικαίωμα της σε δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, αλλά και την υποχρέωση ειδικής αιτιολόγησης που πρέπει να καλύπτει όλες τις προβαλλόμενες στην έκθεση εφέσεως αιτιάσεις.
Εξάλλου, επίσης αναιτιολόγητα το αναιρεσιβαλλόμενο απέρριψε το δις διατυπωθέν αίτημα της (εκκαλούσης) περί αυτοπρόσωπου εμφανίσεως της, ενώ αντιπαρήλθε εντελώς και επίσης αναιτιολόγητα το επικουρικώς υποβληθέν, δια του από 15/5/2009 υπομνήματος της προς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών (Αρ. Πρωτ. 29636/18-5-2009), αίτημα περί συνεχίσεως της ανακρίσεως. Για τον αυτό λόγο κρίνονται ως αβάσιμες και οι άνω αιτιάσεις, καθόσον υπάρχει η ειδική αιτιολογία στο προαναφερόμενο βούλευμα και δεν παραβιάστηκε υπερασπιστικό δικαίωμα της αναιρεσείουσας. Εξάλλου, με πλήρη και σαφή αιτιολογία απορρίφθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα το αίτημά της για συνέχιση της ανακρίσεως με την αιτιολογία ότι νομότυπα περαιώθηκε η κυρία ανάκριση και δεν υπάρχει κανένας λόγος να διαταχθεί περαιτέρω κυρία ανάκριση, σύμφωνα με το αίτημα των εκκαλουσών, για να απαγγελθεί σε βάρος του Χ6 κατηγορία για τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας στην άνω ανθρωποκτονία και την εκβίαση. Επίσης, με πλήρη και σαφή αιτιολογία, απορρίφθηκε και το αίτημά της για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της στο άνω Συμβούλιο, κατά λέξη ως εξής: "η κατ/νη Χ1 έχει αναπτύξει αρκούντως τις απόψεις της και διατύπωσει τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς της με την ενώπιον της ανωτέρω Ανακρίτριας απολογία της, το από 25-2-2008 απολογητικό υπόμνημα, τους από 4-3-2008 λόγους προσφυγής της κατά του εντάλματος προσωρινής κράτησης της, το από 28-7-2008 υπόμνημα της για τη μη παράταση της προσωρινής κράτησης της, το από 13-2-2009 υπόμνημα της, την από 24-4-2009 έκθεση της έφεσης της και το προαναφερόμενο από 15-5-2009 υπόμνημα - αίτηση της και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα της αυτοπρόσωπης εμφάνισης της ενώπιον του Συμβουλίου". Εξάλλου, η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι μη νόμιμα για την παραπομπή της στο ακροατήριο λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των συγκατηγορουμένων της, είναι αβάσιμη, διότι η απαγόρευση της διάταξης του άρθρου 211Α' ΚΠΔ, σύμφωνα με το οποίο "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου", ισχύει μόνο κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και συγκεκριμένα όταν το Δικαστήριο άγεται σε καταδικαστική κρίση και ως μόνο αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο λαμβάνεται η μαρτυρία αυτή, δεν έχει, δε, εφαρμογή η απαγόρευση αυτή στο ενδιάμεσο στάδιο κατά την εκτίμηση των στοιχείων περί παραπομπής του κατηγορούμενου σε δίκη. Τέλος, το άνω Συμβούλιο απάντησε σε όλους τους προβαλλόμενους από τους εκκαλούντες λόγους εφέσεως. 3) Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών υπέπεσε επίσης στην νομική πλημμέλεια της θετικής υπέρβασης εξουσίας διότι απάλλαξε τον Χ6 από κατηγορία η οποία ουδέποτε του αποδόθηκε, για δίωξη, που ουδέποτε ασκήθηκε εναντίον του, εκδόθηκε δε από την Ανακρίτρια τυπική κλήση για τον ίδιο, πριν από το πέρας της κυρίας ανακρίσεως.
Ως εκ τούτου, ακύρως και καθ' υπέρβαση της εξουσίας της Ανακρίσεως εκδόθηκε η προς αυτόν απευθυνόμενη τυπική κλήση και αποδόθηκε σε αυτόν η ιδιότητα του κατηγορουμένου στο στάδιο πέρατος της ανακρίσεως, ενώ ουδέποτε η ανάκριση τον περιέλαβε μεταξύ των κατηγορουμένων.
Από τα ανωτέρω παρήχθη θετική υπέρβαση εξουσίας του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο απάλλαξε τον Χ6 επί μηδέποτε ασκηθείσης εναντίον του ποινικής διώξεως. Η αιτίαση αυτή για υπέρβαση εξουσίας του Συμβουλίου είναι αβάσιμη, διότι εκτός του ότι παρατίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά που αιτιολογούν την άνω κρίση του Συμβουλίου, η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον κατ'άρθρο 463 ΚΠΔ να προβάλλει το λόγο αυτό, που αφορά αποκλειστικά άλλον διάδικο, αλλά και διότι από το παραδεκτό του λόγου αυτού, δεν αναμένεται όφελος γι'αυτήν. 4)Επίσης το αναιρεσιβαλλόμενο υπέπεσε στην νομική πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, και δη τόσο θετικής όσο και αρνητικής, υπό την έννοια ότι σε καμμία περίπτωση δεν προβλέπεται στο νομό εξουσία του δευτεροβάθμιου συμβουλίου να συμπληρώνει ή να διορθώνει το αιτιολογικό ή το διατακτικό του εκάστοτε εκκαλουμένου βουλεύματος, η δε πραγματοποίηση της συνιστά θετική υπέρβαση εξουσίας. "Διόρθωση" ή "συμπλήρωση" -επιτρέπεται μόνο μετά την εξαφάνιση, ακύρωση του εκκαλουμένου, ή διάταξης αυτού, ή της παράλειψης του εκκαλουμένου να διαλάβει την οιαδήποτε απαραίτητη αιτιολογία ή διάταξη. Η μη ακύρωση του πρωτοβάθμιου βουλεύματος που το Συμβούλιο Εφετών κρίνει ότι έπασχε σε πλείστα μέρη κατά τα ανωτέρω,συνιστά αρνητική υπέρβαση εξουσίας, δηλαδή τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ' αναιρετικό λόγο. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν αφορά την αναιρεσειουσα, ούτε επηρεάζεται από την τυχόν παραδοχή του λόγου αυτού η δικονομική θέση και δη υπέρ αυτής. Άλλωστε η φερόμενη διόρθωση από το συμβούλιο έγινε ορθά στα πλαίσια των άρθρων 317§ 1, 318 ΚΠΔ, ενόψει των εφέσεων πολιτικώς εναγόντων και εντός των ορίων των άνω άρθρων. Και 5)Περαιτέρω, παρήχθη απόλυτη ακυρότητα της,ανάκρισης λόγω κακής σύνθεσης (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. α'), του εν λόγω Συμβουλίου, διότι η 26η Τακτική Ανακρίτρια, Μαρία Παπαδογρηγοράκου, είχε συμμετάσχει στη σύνθεση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που εξέδωσε το υπ' αρ. 2693/2007 Βούλευμα στην ίδια υπόθεση και είχε, ως εκ τούτου, κώλυμα διεξαγωγής της ανακρίσεως. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται τι αφορά το υπ' αριθμ. 2693/2007 βούλευμα του συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών και, τι σχέση έχει με το εδώ παραπεμπτικό υπ' αριθμ. 1198/2009, του αυτού συμβουλίου, που συμμετείχε η ανακρίτρια ανεπίτρεπτα και με ποινή ακυρότητας, κατά την αιτίαση αυτή.
Επίσης, το Συμβούλιο Εφετών, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες οότε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστό υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν αττό την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκληματών, για τα οποία κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί η αναιρεσείουσα. Ούτε επίσης εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων.
Κατόπιν αυτών, τα παράπονα που διατυπώνει η αναίρεσείουσα ότι εσφαλμένα με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έγινε με αυτό δεκτή η έφεσή της κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, είναι αβάσιμα. Ακολούθως, οι προβαλλόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.α' ΚΠΔ για απόλυτη ακυρότητα (αρθρ. 171 παρ.1), καθώς και ο από το στοιχ. β' ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα, αλλά και ο από το αυτό άρθρο στοιχ. δ', για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, όπως και ο από το αυτό άρθρο στοιχ.ε'του αυτού Κώδικα για υπέρβαση εξουσίας είναι αβάσιμο και πρέπει να απορριφθούν.
Οι λοιπές δε αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, με την επίκληση των άνω λόγων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Οκτωβρίου 2009 (αριθμ. 198/2009) ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, αίτηση της Χ1, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1479/2009 βολεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα παραπεμπτικό στο ΜΟΔ. Ηθική αυτουργία από κοινού σε ανθρωποκτονία από πρόθεση, άλλου προσώπου, καθώς και ηθική αυτουργία από κοινού, σε κακουργηματική εκβίαση. Έννοια όρων. Τρόπος τελέσεως της ηθικής αυτουργίας. Παράπονα κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, που εφαρμόστηκαν και απορρίφθηκε η έφεση της κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το αναιρεσιβαλόμενο βούλευμα, με πλήρη και σαφή αιτιολογία, απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας, για αυτοπρόσωπη εμφάνιση της στο Συμβούλιο, αφού με τα αναφερόμενα μέσα, πλήρως υπεράσπισε τον εαυτό της. Δεν υπάρχει μη νόμιμη παραπομπή της στο ακροατήριο, επειδή λήφθηκαν υπόψη καταθέσεις των συγκατηγορουμένων της, διότι η ΚΠΔ 211Α δεν έχει εφαρμογή στο ενδιάμεσο στάδιο, κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, περί παραπομπής του κατηγορουμένου σε δίκη. Ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον κατ΄ άρθρο 463 ΚΠΔ να προβάλλει ως λόγο αναιρέσεως, λόγο που αφορά άλλον διάδικο. Δεν υπάρχει υπέρβαση εξουσίας, επειδή το Συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία για άλλο άτομο, διότι από το παραδεκτό του λόγου αυτού δεν αναμένεται όφελος για την αναιρεσείουσα, ούτε όταν από το Συμβούλιο Εφετών έγινε διόρθωση του πρωτόδικου βουλεύματος, αφού η διόρθωση δεν αφορά την αναιρεσείουσα. Απαράδεκτος ο λόγος για απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του Συμβουλίου από συμμετοχή του ανακριτή στο αναφερόμενο βούλευμα, αφού δεν αναφέρεται η σχέση του βουλεύματος αυτού, με το παραπεμπτικό βούλευμα. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ηθική αυτουργία, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Εκβίαση.
| 0
|
Αριθμός 1549/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, ... που στο συμβούλιο δεν παραστάθηκε. Με συγκατηγορούμενους: 1. ..., 2. ..., 3. ..., 4. ..., 5. ..., 6. ..., 7. ..., 8. ..., 9. ..., 10. ..., 11. ..., 12. ..., 13. ..., 14. ..., 15. ..., 16. ..., 17. ..., 18. ... και 19. ....
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1190/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 268/20-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την με αριθμό 88/9-9-2010 αίτηση αναίρεσης του ..., που στρέφεται κατά του με αριθμό 1904/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Κατά το άρθρο 7 ν. 2928/2001, όπως το πρώτο εδάφιο αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 Ν. 3254/2004, η περάτωση της κυρίας ανάκρισης για τα κακουργήματα των άρθρων 187-187 Α Π.Κ., κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για τον σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη, από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρόταση του στο Συμβούλιο Εφετών που αποφαίνεται με αμετάκλητο βούλευμά του ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από την βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο απ' αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανάκρισης. Από την ως άνω διάταξη, σαφώς συνάγεται ότι, όταν ασκηθεί ποινική δίωξη για κακουργήματα του άρθρου 187 ΠΚ, η περάτωση της κυρίας ανάκρισης γίνεται πάντοτε από το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο προς τούτο, αποφαινόμενο με βούλευμά του, όχι μόνο όταν αυτό κρίνει ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις που αφορούν την κατηγορία για το κακούργημα του άρθρου 187 ΠΚ παραπέμποντας τον κατηγορούμενο αμετάκλητα στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 313 ΚΠΔ, αλλά και όταν συντρέχει περίπτωση να μη γίνει κατηγορία για τέτοια πράξη για την οποία έγινε η ανάκριση, σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1β- 310 παρ. 1 ΚΠΔ (ΑΠ 565/09, 446/09 ).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο".
ΙΙ. Στη προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων κατηγορούμενος παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με το με αριθμό 1904/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, για να δικασθεί με τους συγκατηγορουμένους του για εγκληματική οργάνωση, αρπαγή κατά συναυτουργία, προμήθεια, κατασκευή, κατοχή, παραλαβή, μεταφορά και παράδοση εκρηκτικών υλών κατά συναυτουργία κλπ (παρ. των άρθρων 187 παρ. 1, 187Α παρ. 1, 322 περ. β, 1 παρ. 1 περ. α, δ 2 παρ. γ, 7 παρ. 1, 8 περ. α, 10 παρ. 1, 13 παρ. α και 14 παρ. 1 Ν. 2168/93). Κατά του βουλεύματος αυτού στρέφεται με την κρινόμενη αίτησή του, ή όπως προαναφέρθηκε είναι απαράδεκτη, ως στρεφομένη κατά αμετακλήτου βουλεύματος. Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αριθμό 88/9-9-2010 αίτηση αναίρεσης του ... κατά του με αριθμό 1904/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Και 2) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 20-9-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΓΕΩΡΓΙΟΣ Π. ΠΑΝΤΕΛΗΣ
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρο 7 Ν. 2928/2001, όπως το πρώτο εδάφιο αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 5 Ν. 3251/2004, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως για τα κακουργήματα του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα κηρύσσεται από το συμβούλιο εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος εάν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση την εισάγει με πρότασή του στο συμβούλιο εφετών που αποφαίνεται αμετάκλητα, ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από την βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περατώσεως της ανακρίσεως. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποσκοπεί στην ταχεία περάτωση - εκκαθάριση των προβλεπόμενων στο άνω άρθρο εγκλημάτων, σαφώς προκύπτει ότι αν η κυρία ανάκριση για κακούργημα του άρθρου 187 Π.Κ., περατώνεται πάντοτε από το συμβούλιο εφετών αμετάκλητα, το οποίο είναι και το μόνο αρμόδιο προς τούτο, όχι μόνο όταν παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο κατά το άρθρο 313 Κ.Ποιν.Δ., αλλά και όταν συντρέχει περίπτωση να μη γίνει κατηγορία για την άνω πράξη κατά τα άρθρα 309 παρ. 1α και 310 παρ. 1 εδ. 1 Κ.Ποιν.Δ. ή περίπτωση να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατ' άρθρο 309 παρ. 1 εδ. β' Κ.Ποιν.Δ. ή το γεγονός δεν συνιστά αξιόποινη πράξη ή όταν υπάρχουν λόγοι που αποκλείουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως ή τον καταλογισμό, κατ' άρθρο 310 παρ. 1 εδ. 2 Κ.Ποιν.Δ. Εντεύθεν κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος του συμβουλίου εφετών για την πράξη του άρθρου 187 Π.Κ. και για συναφή εγκλήματα, συνεπώς και πλημμελήματα, δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο να ασκήσει το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως, το οποίο, αν ασκηθεί, είναι απαράδεκτο. Εξάλλου, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Το ίδιο δικαίωμα αναγνωρίζεται και από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει". Ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς στην άσκηση ένδικου μέσου, αρκεί αυτοί και οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους να μην είναι υπέρμετροι σε σημείο ώστε να αναιρούν την ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο ή να αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας, πράγμα που συμβαίνει, όταν η προβλεπόμενη από το νόμο κύρωση είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση δυσανάλογη προς την παράβαση της διάταξης του νόμου. Η αρχή αυτή αναγνωρίζεται ήδη με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος (όπως το άρθρο αυτό ισχύει από 18.4.2001, μετά την αναθεώρηση από τη Ζ' Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων), κατά το οποίο κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απ' ευθείας από το σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Ο αποκλεισμός δε, στην ανωτέρω περίπτωση, του δικαιώματος της ασκήσεως από τον κατηγορούμενο του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, στο πρόωρο αυτό στάδιο της προδικασίας, κατά του βουλεύματος, που αποφαίνεται μόνο για την παραπομπή του σε δίκη, δεν αντίκειται στο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, γιατί το δικαίωμα πρόσβασης του κατηγορουμένου ενώπιον του δικαστηρίου έχει πλήρως εξασφαλισθεί αφού, ακόμη και στο στάδιο της προδικασίας, παρέχεται σ' αυτόν ανεμπόδιστα η δυνατότητα να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο και να υποβάλει τις αντιρρήσεις του ή τα αιτήματά του σε θέματα που ανακύπτουν στη διάρκεια της ανάκρισης ή να ζητήσει την κήρυξη ακυρότητας πράξεων της προδικασίας (άρθρα 171 παρ.1, 285 Κ.Ποιν.Δ.). Έτσι, με τη θέσπιση των διατάξεων αυτών έχει εξασφαλίσει στο στάδιο αυτό το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη, που καθιερώνεται στο πιο πάνω άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, το οποίο, όμως, δεν καθιερώνει παραλλήλως υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη για τη θέσπιση και ενδίκων μέσων υπέρ του κατηγορουμένου. Πολύ περισσότερο, ο αποκλεισμός του κατηγορουμένου από το δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως κατά του εν λόγω βουλεύματος δεν αντίκειται στο άρθρο 2 του Εβδόμου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ν.1705/1987), ούτε στο άρθρο 14 παρ.5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ν.2462/1997), δεδομένου ότι οι ανωτέρω διατάξεις αναφέρονται στο δικαίωμα επανεξέτασης από ανώτερο δικαστήριο της καταδικαστικής αποφάσεως ή της αποφάσεως με την οποία επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ποινή. Με βάση δε αυτά, η ως άνω απαγόρευση δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, που καθιερώνει την ισότητα των πολιτών απέναντι του νόμου, ούτε στο άρθρο 8 παρ. 1 αυτού που προβλέπει το ανεπίτρεπτο της στερήσεως του φυσικού δικαστή του δικαζόμενου πολίτη. Τέλος, κατ' άρθρο μεν 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται....το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο", κατά δε το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., το οποίο εφαρμόζεται και επί αιτήσεων αναιρέσεως κατά βουλευμάτων (άρθρο 485 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) "αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου κατά το άρθρο 476 το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη....". Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 1904/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών περατώθηκε η κυρία ανάκριση (και) κατά του αναιρεσείοντος ... και παραπέμφθηκε αυτός (μαζί με άλλα 19 άτομα) στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης, με σκοπό τη διάπραξη κακουργημάτων των άρθρων 322, 299 παρ. 1, 270, 272, 374 ΠΚ, αρπαγή κατά συναυτουργία, κακουργηματική κλοπή κατ` εξακολούθηση, προμήθεια, κατασκευή, κατοχή, παραλαβή, μεταφορά και παράδοση εκρηκτικών υλών κατά συναυτουργία κ.λπ. Το βούλευμα αυτό είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αμετάκλητο και, συνεπώς, μετά την, κατά την από 20.9.2010 επισημείωση της αρμοδίας Γραμματέως επί του φακέλου της δικογραφίας, ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και την μη εμφάνισή του, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθμ. 88/9-9-2010 αίτηση του ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1904/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Σεπτεμβρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Σεπτεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη η αναίρεση κατά παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών για τα κακουργήματα του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από την βαρύτητα τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περατώσεως της ανακρίσεως (άρθρο 7 Ν. 2928/2001, όπως το πρώτο εδάφιο αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 5 Ν. 3251/2004). Η τελευταία διάταξη δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ούτε στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε είναι αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας που αναγνωρίζεται από το άρθρο 25 του Συντάγματος ούτε στα άρθρα 4 παρ. 1 και 8 παρ. 1 αυτού. Απορρίπτει αίτηση.
|
Οργάνωση εγκληματική
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Ε.Σ.Δ.Α., Οργάνωση εγκληματική, Αναλογικότητας αρχή.
| 0
|
Αριθμός 1547/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δημητρούλα Υφαντή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δημήτριο Κράννη και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ουρανία Πολύζου, περί αναιρέσεως της με αριθμό 10044/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 553/2010. Με πολιτικώς ενάγοντα το Οικονομικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χρονόπουλο.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο να είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και ο σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση προστατευόμενου από το νόμο δικαιώματος, οι οποίες μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 220 παρ. 1 περ. α' του ΠΚ, όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες....τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δυο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα, κατά τις διατάξεις, για την ηθική αυτουργία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν η, με εξαπάτηση του δημόσιου υπαλλήλου, με οποιαδήποτε, δηλαδή, απατηλή ενέργεια του δράστη, εξαιτίας της οποίας παρασύρεται ο υπάλληλος από ευπιστία ή και αμέλεια του, σε βεβαίωση ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη θέληση να προκαλέσει ο δράστης την ψευδή βεβαίωση, και στη γνώση ότι το βεβαιούμενο σε δημόσιο έγγραφο περιστατικό είναι αναληθές και μπορεί να έχει έννομες συνέπειες για τον εαυτό του είτε για άλλον τρίτο. Ενώ δημόσιο έγγραφο, κατά το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην περιοχή του ποινικού δικαίου, το άρθρο 13γ του ΠΚ προσδιορίζει την έννοια του, είναι εκείνο που έχει συνταχθεί από τον καθύλη, και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε" προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, η οποία είναι νοητή και επί αγνώστου φυσικού αυτουργού, εφόσον υπάρχουν περιστατικά που συνδέουν το άγνωστο πρόσωπο του αυτουργού με τον ηθικό αυτουργό, απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει, αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπές (δηλαδή με παρακίνηση ή παρόρμηση ή ενθάρρυνση) και παραινέσεις (δηλαδή με συμβουλές κλπ), πειθώ και φορτικότητα ή με εκμετάλλευση της επιβολής στο φυσικό αυτουργό, λόγω υπηρεσιακής εξαρτήσεως. Υποκειμενικός δε απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή, ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση η αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά καθώς και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας για την πληρότητα της αιτιολογίας πρέπει να αναφέρονται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση στον αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Ειδικώς, για το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης της ηθικής αυτουργίας, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός το φυσικό αυτουργό και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Η αιτιολογία της απόφασης παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 10.044/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία μετά χρήσεως και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, ανασταλείσα. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της αναφέρονται ότι από τα μνημονευόμενα σ'αυτή κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα: Ο εναγόμενος, ο οποίος είναι απόφοιτος της Ανώτερης Δημόσιας Σχολής Εμπορικού Ναυτικού ... και κάτοχος αδείας ασκήσεως επαγγέλματος λογιστή φοροτεχνικού Γ' τάξεως, θέλοντας να αποκτήσει τέτοια άδεια Α' τάξεως, με πειθώ και φορτικότητα παρέπεισε άγνωστο άτομο να καταρτίσει το εξ αρχής πλαστό ως προς όλα τα στοιχεία του υπ' αριθμ.... πτυχίο του Τμήματος Λογιστικής του Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος ..., σύμφωνα με το οποίο εφέρετο ότι δήθεν ο κατηγορούμενος είχε παρακολουθήσει και είχε λάβει στις 26.1.1990 το Πτυχίο του Τμήματος Λογιστικής της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας του Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος ..., με βαθμό 6,9, θέτοντας ως ημερομηνία εκδόσεως του εν λόγω πλαστού τίτλου σπουδών την 20.2.1990, καθώς επίσης κάτω από τις ενδείξεις "Ο Προϊστάμενος του Τμήματος" και "Ο Πρόεδρος του Τ.Ε.Ι" ολογράφως τα ονοματεπώνυμα των ..., Προϊσταμένου και Προέδρου του Τμήματος και του Τ.Ε.Ι., αντίστοιχα, καθώς επίσης κατ' απομίμηση τις υπογραφές αυτών, προέβη δε στην πράξη αυτή με σκοπό να πείσει τα μέλη της Κεντρικής Διοίκησης του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος για γεγονός που είχε έννομες συνέπειες, ήτοι ότι ήταν πράγματι κάτοχος του ως άνω πτυχίου του Τ.Ε.Ι. ..., το οποίο αποτέλεσε απαραίτητη προϋπόθεση μεταξύ άλλων για τη λήψη αδείας ασκήσεως επαγγέλματος φοροτεχνικού - λογιστή Α', ενώ το αληθές ήταν ότι αυτός ουδέποτε είχε φοιτήσει στην ως άνω Σχολή Διοίκησης και Οικονομίας του Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος ... (Τμήμα Λογιστικής). Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος εν γνώσει της πλαστότητας του ανωτέρω τίτλου σπουδών προσκόμισε αυτόν μαζί με την υπ' αριθμ. πρωτ. 16977/17.12.2002 αίτησή του στο Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος και πέτυχε με εξαπάτηση να εκδοθεί στο όνομά του η υπ' αριθμ. ... άδεια λογιστή-φοροτεχνικού Α', χωρίς να συντρέχουν στο πρόσωπό του οι νόμιμες προϋποθέσεις εκδόσεώς της, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το υπ' αριθμ. ... πτυχίο του Τμήματος Λογιστικής του Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος ... ήταν πλαστό. Από την προσκομισθείσα και αναγνωσθείσα έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης που διενεργήθηκε από τον δικαστικό γραφολόγο ..., προκύπτει ότι το πλαστό πτυχίο που παραπάνω αναφέρθηκε καθώς και το κείμενο και υπογραφή της αίτησης δεν έχουν γραφεί και υπογραφεί από τον κατηγορούμενο. Ο τελευταίος όμως, δεν εξήγησε πειστικά για ποιό λόγο είχε αναθέσει τη διαδικασία αυτή της εκδόσεως της αδείας λογιστή - φοροτεχνικού Α' σε τρίτο πρόσωπο ονόματι..., όπως ισχυρίσθηκε αν αυτό το κατάρτισε και αν είχε συμφέρον εν αγνοία του να προβεί σε κατάρτιση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου. Συνδρομή δε των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του αδικήματος του άρθρου 217 ΠΚ (πλαστογραφία πιστοποιητικών) δεν συντρέχει εν προκειμένω, γιαυτό και πρέπει ν' απορριφθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί μεταβολής της κατηγορίας". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ.1, 46 παρ. 1 εδ. α', 216 παρ. 1 και 220 παρ. ... του Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Η ειδικότερη αντίθετη αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκθέτει τα μέσα και τον τρόπο με τα οποία έπεισε τον άγνωστο αυτουργό να τελέσει την άδικη πράξη της πλαστογραφίας, την οποία τέλεσε, είναι αβάσιμη, διότι στο σκεπτικό αναφέρονται τα μέσα που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος αναιρεσείων με την παραδοχή ότι "με πειθώ και φορτικότητα παρέπεισε άγνωστο άτομο...." στοιχεία επαρκή για την αιτιολόγηση της καταδικαστικής κρίσεως και η δεύτερη αιτίαση του κατηγορουμένου ότι το Δικαστήριο δεν απήντησε αιτιολογημένα στον προβληθέντα ισχυρισμό του "της μεταβολής της κατηγορίας σε πλαστογραφία πιστοποιητικού κατ' άρθρο 217 ΠΚ" πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι το Δικαστήριο αν και δεν όφειλε να απαντήσει στον άνω αόριστο αυτοτελή ισχυρισμό διέλαβε, μετά τις παραδοχές περί τελέσεως των άνω πράξεων, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με την παραδοχή "Συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του αδικήματος του άρθρου 217 ΠΚ (πλαστογραφία πιστοποιητικών) δεν συντρέχει εν προκειμένω".
Κατόπιν αυτών, ελλείψει έτερου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 583 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.3.2010 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της υπ'αριθ. 10044/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Σεπτεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ηθική αυτουργία πλαστογραφίας μετά χρήσεως και υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως. Απορρίπτει λόγο αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Πλαστογραφία, Ηθική αυτουργία.
| 0
|
Αριθμός 1546/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Δημητρούλα Υφαντή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δημήτριο Κράνη και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φίλιππο Φίλια, για αναίρεση της με αριθμό 8640/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα τη Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 27 Ιανουαρίου 2010, δύο (2) τον αριθμό, χωριστές, αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 546/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά της αυτής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (υπ'αριθ. 8640/2009) οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως α) από 27.1.2010 του Χ1, β) από 27.1.2010 του Χ2. Με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ ορίζεται ότι όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο γεγονός που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε η διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ όπως αυτή ίσχυε πριν την, επί το αυστηρότερο, αντικατάστασή της από το άρθρο 1 παρ.1 του Ν.3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή υποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενώπιον Αρχής, η οποίας είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, ο οποίος συνίσταται στη γνώση αυτή ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει και αρνείται να τα καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη του πιο πάνω εγκλήματος, πρέπει, να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίση, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός εαν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής, για συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδορκία μάρτυρος δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ του ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση τους, καθώς και ο έλεγχος της ορθότητος του αποδεικτικού πορίσματος που συνήγαγε εξ αυτών το δικαστήριο της ουσίας, δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 8640/2009 απόφαση, με την οποία καταδικάσθηκαν ο μεν πρώτος αναιρεσείων Χ1 για συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδορκία μάρτυρος σε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών ανασταλείσα, ο δε δεύτερος τούτων Χ2 για συκοφαντική δυσφήμηση σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών ανασταλείσα, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε στο αιτιολογικό της, μετά την εκτίμηση των μνημονευομένων κατά κατηγορία αποδεικτικών μέσων τα ακόλουθα: "Ο γιός του πρώτου κατηγορουμένου Σ, στις 14.12.1992, είχε τελέσει γάμο με την εγκαλούσα Ψ, από τον οποίον απέκτησαν στις 28.6.1997 μία κόρη τη Φωτεινή. Κατά την τέλεση του γάμου τους η εγκαλούσα ήταν ηλικίας 18 ετών και μαθήτρια Λυκείου, ενώ ο σύζυγός της ήταν 20 ετών και σπουδαστής του Τμήματος Δημόσιας Υγιεινής του ΤΕΙ .... Το Μάϊο 1995 ο σύζυγος της εγκαλούσας ύστερα από εξετάσεις γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, συνεχίζοντας έκτοτε τις σπουδές του στη σχολή αυτή, ενώ από Νοέμβριο 1997 έως Ιούνιο 1998 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία. Οι ανωτέρω σύζυγοι παντρεύτηκαν χωρίς να έχουν αποκατασταθεί επαγγελματικά, με συνέπεια να αντιμετωπίσουν οικονομικά προβλήματα που όξυναν τις σχέσεις τους και τους οδήγησαν σε διάσταση από το Σεπτέμβριο του 2000. Η εγκαλούσα, στη διάρκεια της συμβίωσης εργαζόταν σε φούρνο, προσπαθώντας να στηρίξει οικονομικά την οικογένειά της και δεν είχε δείξει σημάδια ανήθικης συμπεριφοράς. Μετά τη διάσταση, μέσω του ..., γνώρισε το ..., με τον οποίο σήμερα έχει παντρευτεί και έχει αποκτήσει δύο παιδιά, τα οποία μεγαλώνουν μαζί με τη ...., την επιμέλεια της οποίας έχει αναλάβει δικαστικά η εγκαλούσα. Μεταξύ των ανωτέρω συζύγων υπήρξε έντονη αντιδικία μετά τη διάσταση, που οδήγησε σε πολλά αστικά και ποινικά Δικαστήρια. Σε ένα από αυτά στις 4.12.2002, όπου εσυζητείτο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία Ασφαλιστικών μέτρων) η από 3.6.2002 αίτηση του Σ περί ανακλήσεως της 3024/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και η από 26.6.2002 αίτηση της εγκαλούσας περί καταβολής - από τον πατέρα της προσωρινής διατροφής υπέρ της κόρης της Φωτεινής, κατέθεσε ενόρκως υπέρ του γιού του Σ ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, ο οποίος, μεταξύ άλλων, είπε για την εγκαλούσα ότι εργάζεται ως ιερόδουλη, εγκαταλείπει το παιδί της για την εργασία αυτή, ότι μαζί με τον αρραβωνιαστικό της κακοποιούν το παιδί σωματικά και ψυχικά, φεύγει τα μεσάνυκτα από το σπίτι και επιστρέφει τα ξημερώματα, ότι άλλες φορές την περιμένουν πελάτες με ακριβά αυτοκίνητα κάτω από το σπίτι και πηγαίνουν ή σε σπίτια ή στο κλάμπ "BLUESKY" στην ... ή σε μαγαζί της οδού ... και ότι υπάρχουν βιντεοκασσέτες και φωτογραφίες με αυτή που συμμετέχει σε όργια. Επίσης ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 στην 12935/6.12.2002 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιά Γεωργίου Β.Παπαθανασίου ισχυρίστηκε για την εγκαλούσα ότι από παρακολούθηση που έκανε σ'αυτή με τον δεύτερο κατηγορούμενο Χ2 και με άλλα πρόσωπα περιστασιακά διαπίστωσε ότι αυτή διάγει έκλυτο βίο, εκδιδόμενη επ' αμοιβή, ότι απουσιάζει πολλές ώρες από την οικία της, τη νύχτα εγκαταλείπει μόνη τη μικρή Φωτεινή, την οποία δεν φροντίζει, όπως τα περιστατικά αναλυτικά αναφέρονται κατά ημερομηνίες και λεπτομέρειες στο διατακτικό της παρούσας. Περαιτέρω για την εγκαλούσα κατέθεσε και ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 στην 12936/6.12.2002 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιά Γεωργίου Β.Παπαθανασίου ότι, μετά παρακολούθηση της εγκαλούσας, διαπίστωσε ότι διάγει βίο έκλυτο, ότι εγκαταλείπει μόνη της κλειδωμένη τη μικρή Φωτεινή, μανατζάρει πόρνες και στριπτιζούδες, όπως η κατάθεσή του αναλυτικά αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας. Τα όσα, όμως, ισχυρίστηκαν στις πιο πάνω αναφερόμενες καταθέσεις τους οι ανωτέρω κατηγορούμενοι για την εγκαλούσα ήσαν ψευδή και αυτοί το γνώριζαν, αφού γνώριζαν ότι η εγκαλούσα μετά τη διάστασή της διατηρούσε ερωτική σχέση μόνο με το νυν σύζυγό της με τον οποίο συζούσε, χωρίς να διατηρεί σχέσεις με άλλους άνδρες, πολύ περισσότερο δε χωρίς να εκμεταλλεύεται σεξουαλικά τρίτα πρόσωπα, φρόντιζε δε και περιποιόταν το ανήλικο παιδί της, ήταν δε ικανά τα ανωτέρω κατατεθέντα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας ως ατόμου, συζύγου και μητέρας και όμως τα ισχυρίστηκαν, ο πρώτος μάλιστα και εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου.
Συνεπώς ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση και ψευδορκίας μάρτυρα, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος ένοχος συκοφαντικής δυσφήμησης". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων της συκοφαντικής δυσφημήσεως και ψευδορκίας μάρτυρος, για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε, των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 362 - 363, 224 παρ. 2.1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και δεν παρεβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, παρέθεσε στην απόφασή του τα δυσφημιστικά για την εγκαλούσα γεγονότα που περιλαμβάνοντο στην υπ' αριθ. 12936/6.12.2002 ένορκη βεβαίωση που συντάχθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Πειραιά Γεωργίου Β.Παπαθανασίου, όπως και όσα κατέθεσε ο πρώτος τούτων ενόρκως στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 2.12.2002 τα οποία ήταν ταυτόσημα των δυσφημιστικών γεγονότων, καθώς και τα περιστατικά από τα οποία συνήγαγε την αναλήθεια των άνω γεγονότων και εκείνα από τα οποία πείσθηκε ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή. Ο άμεσος δόλος, ειδικώς των αναιρεσειόντων πλήρως αιτιολογείται με την αναφορά ότι αυτοί γνώριζαν ότι η εγκαλούσα διατηρούσε, μετά τη διάστασή της, ερωτική σχέση μόνο με τον νυν σύζυγό της, από προσωπική δηλαδή αντίληψη, παραδοχή ως εκ της οποίας δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων σχετικά με τη γνώση αυτή περιστατικών. Η ειδικότερη αντίθετη αιτίαση των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμη αφού από την αναφορά, στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως, ότι το Δικαστήριο συνήγαγε την κρίση του από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων και τα αναγνωσθέντα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την επισημαινόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθ. 2698/2005 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, περιλαμβανόμενη μεταξύ των αναγνωσθέντων, την οποία δεν μπορεί να καταληφθεί αμφιβολία ότι δεν την συνεκτίμησε το Δικαστήριο, από μόνο το λόγο ότι παρέλειψε να την σχολιάσει, ενώ περαιτέρω ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, περί αντιθέσεως της άνω υπ' αριθ. 2698/2005 αποφάσεως προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως καταλήγει σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 2 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος των ενδίκων αιτήσεων, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει οι ένδικες αιτήσεις να απορριφθούν και να καταδικασθεί έκαστος των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 27.1.2010 αιτήσεις του Χ1 και Χ2 περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 8640/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει έκαστον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Σεπτεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συνεκδίκαση δύο αιτήσεων. Καταδικαστική απόφαση για συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση και ψευδορκία μάρτυρος. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 1548/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δημητρούλα Υφαντή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δημήτριο Κράννη και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Τσιμικλή, περί αναιρέσεως της με αριθμό 121/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 641/2010.
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 314 παρ. Ια ΠΚ, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, κατά δε το άρθρο 28 του ιδίου κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε, ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και αφ' ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με τη πράξη ή παράλειψή του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.121/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, που δίκασε κατ' έφεση, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος σωματικής βλάβης από αμέλεια και παράβαση του ν.2696/1999 (άρθρο 43 ΚΟΚ) και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών ανασταλείσα. Ειδικότερα κηρύχθηκε ένοχος διότι: "Α)Στις 31.12.2002 στο 47° χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού ... και περί ώρα 19.15 μμ, τυγχάνων υπόχρεος λόγω του επαγγέλματος του να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή κατά την οδήγηση, από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει προξένησε με το όχημα του κατά την οδήγηση του σωματική κάκωση στον Π χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παρακάτω πράξη του. Συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος, λόγω προηγηθέντος ατυχήματος του υπ' αριθ. ...γεωργικού ελκυστήρα που αυτός οδηγούσε, με το υπ' αριθμόν ... ΙΧΕ, που οδηγούσε η Τ ακινητοποίησε το όχημα του κατά ένα μέρος του στο έρεισμα έξω από τον δρόμο και κατά ένα μέρος του στο οδόστρωμα στο ρεύμα πορείας ... προς ..., προκειμένου να έρθει σε συνεννόηση με την Τ, η οποία ήταν σταθμευμένη στο αντίθετο ρεύμα πορείας, χωρίς όμως να προειδοποιήσει για τη στάση του αυτή ανάβοντας τα φώτα διασταύρωσης του οχήματος του ή με διακοπές αυτών σε μικρά χρονικά διαστήματα ή εναλλάσσοντας με διακοπές τα φώτα πορείας και τα φώτα διασταύρωσης, τα αυτοκίνητα που τυχόν θα έβαιναν στο ρεύμα πορείας του από ... προς ..., και χωρίς να λάβει μέτρα κυκλοφοριακής ασφάλειας στον τόπο του ατυχήματος που είχε προηγηθεί, και παρόλο που ο δρόμος δεν ήταν φωτισμένος αλλά επικρατούσε σκότος. Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του ήταν να αποκλείσει κατά ένα μέρος την δίοδο και την ασφαλή διέλευση στον οδηγό του υπ' αριθμόν ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, Π, με αποτέλεσμα να συγκρουστούν τα δύο οχήματα και εξ αιτίας της πρόσκρουσης αυτής επέπεσε στο έδαφος ο ..., συνεπιβάτης στον γεωργικό ελκυστήρα, στη συνέχεια ο Π επέπεσε με το όχημα του επί του κατ/νου Χ, που βρισκόταν στο μέσον του οδοστρώματος προκειμένου να δώσει τα στοιχεία του στην Τ και τέλος ο Π επέπεσε επί του σταθμευμένου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας υπ αριθμόν κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε η Τ, με αποτέλεσμα Χ και Π εκ της άνω συγκλίνουσας αμέλειάς τους να προξενήσουν σύγκρουση των ως άνω οχημάτων τους από την οποία τραυματίστηκε εξ αμελείας του κατ/νου Χ, ο Π, ο οποίος υπέστη ρινορραγία, κάκωση γονάτων και μικρή εκχύμωση στην επιγονατίδα, Β) στον ως άνω τόπο και χρόνο στάθμευσε το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... όχημα του στον τόπο του ατυχήματος δημιουργώντας προσθέτους κινδύνους στη κυκλοφορία και δεν έλαβε μέτρα κυκλοφορικής ασφάλειας στον τόπο του ατυχήματος, ούτε ειδοποίησε για το ατύχημα τη πλησιέστερη αστυνομική αρχή, ως όφειλε".
Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα κατά κατηγορία αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα: "στις 31.12.2002 στο 47ο χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού ... και περί ώρα 19:15 μ.μ. ο 1ος κατηγορούμενος τέλεσε τα παρακάτω αξιόποινα αδικήματα: Ειδικότερα ενώ ήταν υπόχρεος λόγω του επαγγέλματος του να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή, κατά την οδήγηση του οχήματός του, από αμέλεια του, δηλαδή, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε, κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει προξένησε με το όχημα του και κατά την οδήγηση του οχήματος του σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας σε άλλον και μάλιστα στον Π, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την πράξη του αυτή και μάλιστα ο Χ (πρώτος κατηγορούμενος), όντας υπόχρεος να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή κατά την οδήγηση του οχήματος του, δεν ενήργησε κατ' αυτόν τον τρόπο. Πιο συγκεκριμένα βαίνοντας με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... όχημα (γεωργικό μηχάνημα - τρακτέρ) με κατεύθυνση από ... προς ..., ένεκα ελλείψεως της προσήκουσας προσοχής, κατά την οδήγηση του ως άνω οχήματος του, παρόλο που ο δρόμος δεν ήταν φωτισμένος, αλλά επικρατούσε σκότος, ακινητοποίησε το όχημα του στο δρόμο λόγω προηγηθέντος ατυχήματος με το υπ' αριθμ. ... ΙΧE που οδηγούσε η Τ, χωρίς να προειδοποιήσει για τη στάση του αυτή ανάβοντας τα φώτα διασταύρωσης του οχήματος του ή με διακοπές αυτών σε μικρά χρονικά διαστήματα ή εναλλάσσοντας με διακοπές τα φώτα πορείας και τα φώτα διασταυρώσεως, τα αυτοκίνητα, που τυχόν θα έβαιναν στο ρεύμα πορείας των από ... και χωρίς να λάβει μέτρα κυκλοφοριακής ασφάλειας στον τόπο του ατυχήματος, που είχε προηγηθεί, με αποτέλεσμα να αποκλείσει την ορατότητα και την δίοδο στoν οδηγό του υπ' αριθμ. ... (β'κατηγορούμενο) Π, ο οποίος βαίνοντας με κατεύθυνση από ... προς .... Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του ήταν να τραυματιστεί ο Π, ο οποίος υπέστη ρινορραγία, κάκωση γονάτων και μικρή εκχύμωση στην επιγονατίδα. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος. Επίσης πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για το ότι στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο στάθμευσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... (γεωργικό μηχάνημα - τρακτέρ) στον τόπο του ατυχήματος, δημιουργώντας πρόσθετους κινδύνους στην κυκλοφορία των οχημάτων, δεν έλαβε μέτρα κυκλοφοριακής προστασίας, ούτε ειδοποίησε την πλησιέστερη αρχή". Με αυτά που δέχθηκε το άνω δικαστήριο, διέλαβε στο σκεπτικό, αλληλοσυμπληρούμενο με το διατακτικό της αποφάσεως, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, καθώς και τους συλλο-γισμούς, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 314 Π.Κ. και 43 παρ. 1α και β' του Ν.2696/1996 (ΚΟΚ) τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει τα περιστατικά αμέλειας του αναιρεσείοντος ο οποίος εμπλακείς σε προηγηθέν ατύχημα, εξ αμελείας του ακινητοποίησε το όχημά του στο οδόστρωμα χωρίς να λάβει μέτρα ασφαλείας αν και επικρατούσε σε σκοτάδι (ανάβοντας τα φώτα διασταύρωσης του οχήματός του κ.τ.λ.) παρεμποδίζοντας την ομαλή διέλευση των κινουμένων επί του οδοστρώματος άλλων οχημάτων, με αποτέλεσμα να επιπέσει επί του οχήματός του το κανονικά και ομορρόπως κινούμενο υπ' αριθ. ΜΕ ΤΤ 232 ΕΙΧ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Π, προς δε αναφέρει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της πράξης του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος. Επίσης αναφέρει τα περιστατικά της παραβάσεως του άρθρου 43 παρ. 1α και β' Ν.2696/1999 με τη δημιουργία πρόσθετων κινδύνων στην κυκλοφορία των οχημάτων με την ακινητοποίηση του οχήματός του εντός του οδοστρώματος. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες αφού α) οι προεκτεθείσες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, που περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αποτελούν επανάληψη του διατακτικού της τελευταίας ανεξαρτήτως του ότι μόνη η επανάληψη στο σκεπτικό του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εφόσον τούτο περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αν στο σκεπτικό αναφέρονται, όπως εν προκειμένων οι αποδείξεις, από τις οποίες το δικαστήριο συνήγαγε τα γενόμενα απ' αυτό δεκτά περιστατικά, β) από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως ότι το Δικαστήριο συνήγαγε την κρίση του από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αυτά χωρίς να είναι ανάγκη ειδικότερης αναφοράς και μνείας του τί προέκυψε από καθένα απ' αυτά ούτε η συνεκτίμηση και αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Επομένως οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για παραβίαση του νόμου εκ πλαγίου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά, ελλείψει έτερου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Απριλίου 2010 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 121/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (22) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Σεπτεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για σωματική βλάβη από αμέλεια και παράβαση άρθρου 43 § 1α & β Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ). Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του Νόμου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Κ.Ο.Κ..
| 1
|
Αριθμός 1544/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δημήτρούλα Υφαντή-Εισηγήτρια, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δημήτριο Κράνη και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Παύλο Μάρκελλο και Γεώργιο Δήμα, για αναίρεση της 661/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με πολιτικώς ενάγουσα την ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 846/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του ... κατά της υπ'αριθ.661/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 3 ετών για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα κατ'αρθρ.507 και 509 Κ.Π.Δ. στις 18 Ιουνίου 2010 μετά την καταχώριση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στις 8 Ιουνίου 2010 στο προς τούτο τηρούμενο ειδικό βιβλίο (βλέπετε την από 8-6-2010 βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα στο τέλος της ίδιας απόφασης).
ΙΙ. Η αναίρεση περιέχει ως λόγο παραδεκτό την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (αρθρ.510 παρ.1 στοιχ.δ'του Κ.Π.Δ.).
ΙΙΙ. Η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτήν εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί, που δικαιολογούν την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρ. 302 παρ. 1 του ΠΚ τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών εκείνος που από αμέλεια επιφέρει τον θάνατο άλλου. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρ. 28 ΠΚ, κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε
ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, ότι συνέτρεξαν τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ιδιότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψή, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μια παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρ. 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος (ΑΠ. 1616/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του το Εφετείο Ναυπλίου δέχθηκε ότι από την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, από τις ένορκες επ' ακροατηρίου καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν νομότυπα στο Δικαστήριο εκείνο και περιλαμβάνονται στα πρακτικά, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα'ακόλουθα: "Στις 3-11-2002 ο κατηγορούμενος, από έλλειψη προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει και ενώ είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση επέφερε από αμελή συμπεριφορά του τον θάνατο του υφισταμένου του .... Ειδικότερα, κατά το ως άνω χρόνο και ενώ ήταν προϊστάμενος του πρακτορείου ... της ΔΕΗ και υπεύθυνος μεταξύ άλλων για τον έλεγχο και την συντήρηση των εργαλείων και του υλικού που χρησιμοποιούν τα συνεργία, από απερισκεψία, ανέθεσε στους υφισταμένους του ... και ... να προβούν στην αποκατάσταση βλάβης που είχε συμβεί σε μετασχηματιστή της ΔΕΗ στην περιοχή ... χωρίς να έχει προβεί σε έλεγχο και συντήρηση του απαιτούμενου υλικού που χρησιμοποιήθηκε. Ειδικότερα όταν ο ... ανήλθε σε ολισθαίνουσα κλίμακα προκειμένου να επιδιορθώσει βλάβη σε μετασχηματιστή που ευρίσκετο σε ύψος τουλάχιστον δύο μέτρων, λόγω της πλημμελούς συντήρησης, διέφυγαν οι ορθοστάτες της κλίμακας από τους οδηγούς ολίσθησης και αποχωρίστηκαν με θραύση τα δύο τμήματα αυτής, με συνέπεια ο ... να πέσει από ύψος τουλάχιστον 2 μέτρων στο έδαφος και να τραυματιστεί θανάσιμα, υποστάς κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάταγμα κρανίου δεξιά, ωτορραγία δεξιά, θλάσεις εγκεφάλου, αιμάτωμα δεξιού βρεγματικού. Για τον ως άνω τραυματισμό του ... ο οποίος επέφερε και τον θάνατό του, ευθύνεται η αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ο οποίος ως προϊστάμενος, έπρεπε να μεριμνήσει για την συντήρηση των εργαλείων και ενδεχομένως την απομάκρυνσή τους από το χώρο εργασίας ούτως ώστε να αποφευχθεί η χρήση τους ανεπιφύλακτα από τους εργαζόμενους.
Συνεπώς πρέπει αυτός (κατηγορούμενος) να κηρυχθεί ένοχος όπως στο διατακτικό".
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τριών ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια.
Με τις παραδοχές όμως αυτές, το Δικαστήριο, που την εξέδωσε, δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του, την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αυτό δε γιατί, ενώ δέχεται ότι πρόκειται για έγκλημα που τελέστηκε διά παραλείψεως και ότι η αμέλεια του αναιρεσείοντος, δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, δεν αναφέρεται καθόλου στη συνδρομή ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του αναιρεσείοντος, ούτε προσδιορίζει την προέλευση της υποχρέωσης αυτής, αν δηλαδή πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρ. 15, 28 και 302 του ΠΚ.
Συγκεκριμένα, δεν αναφέρει τον επιτακτικό κανόνα δικαίου που υπορέωνε τον αναιρεσείοντα, ενόψει και της ιδιότητάς του, ως προϊσταμένου του Πρακτορείου της ΔΕΗ ... να λάβει τα αναγκαία προστατευτικά μέτρα, για την ασφαλή εργασία των εργαζομένων σ' αυτό υπαλλήλων, ενόψει της παραδοχής της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι στα καθήκοντα του περιλαμβανόταν και η μεριμνά του, ώστε να διατηρείται η ολισθαίνουσα φορητή κλίμακα σε καλή κατάσταση. Επίσης, δεν προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενόψει της παραδοχής της ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του παθόντος ήταν απότοκος της συνδρομής αμέλειας του αναιρεσείοντος, τα περιστατικά εκείνα στα οποία επιστηρίζει την ύπαρξη της αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτού και του επελθόντος αποτελέσματος, ακόμη δε εκείνα τα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει, ότι αυτός είχε τη δυνατότητα, λόγω των προσωπικών του ιδιοτήτων, γνώσεων και ικανοτήτων του, να προβλέψει το αποτέλεσμα που επήλθε.
Επομένως ο, από το άρ. 510 παρ. 1 εδ. Δ' του ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αναφερόμενη πλημμέλεια του Εφετείου, η ελλιπής δηλαδή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, εν αναφορά με τη συνδρομή ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης και της προελεύσεώς της, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 519 του ΚΠΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγούμενως.
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την υπ'αριθ.661/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία ο αναιρεσείων ... καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί με άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Σεπτεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Αναιρετέα η προσβαλλόμενη, διότι δεν αναφέρει τον επιτακτικό κανόνα δικαίου, που υποχρεώνει τον αναιρεσείοντα να λάβει τα αναγκαία προστατευτικά μέτρα, για την ασφαλή εργασία των εργαζομένων σ' αυτό υπαλλήλων. Επίσης διότι δεν προσδιορίζονται τα περιστατικά εκείνα στα οποία επιστηρίζει την ύπαρξη της αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτού (αναιρεσείοντα) και του επελθόντος αποτελέσματος, ακόμη δε εκείνα τα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει, ότι αυτός έχει τη δυνατότητα, να προβλέψει το αποτέλεσμα που επήλθε.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 1545/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 και 23 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου ..., που παρέστη αυτοπροσώπως χωρίς δικηγόρο, κατά της υπ' αριθμ. 97/2010 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου.
Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με την ως άνω απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του από 22 Μαρτίου 2010 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που εκδόθηκε από το Περιφερειακό Στρατοδικείο Βαρσοβίας Πολωνίας, σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμ. 68/ 18 Αυγούστου 2010 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Δικαστικού Υπαλλήλου του Εφετείου Δωδεκανήσου, ... και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1150/2010. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ο οποίος πρότεινε την απόρριψη της υπό κρίση εφέσεως ως απαράδεκτης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1 και 475 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει, εκτός των οριζομένων στο πρώτο των ως άνω άρθρων περιπτώσεων, και με δήλωσή του στο ακροατήριο πριν αρχίσει η συζήτηση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδρίασης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 467 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα....καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι όλες οι προαναφερόμενες περιπτώσεις, που αυτή προβλέπει, όπως είναι και η νόμιμη παραίτηση από το ένδικο μέσο, ισοτίμως επάγονται την ίδια έννομη συνέπεια, την απόρριψη δηλαδή του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ο εκκαλων - εκζητούμενος από τις πολωνικές Δικαστικές Αρχές ..., ο οποίος γεννήθηκε στις 28-7-1978 στο ... ήδη κρατούμενος προσωρινά στο Α.Τ. ... και δήλωσε ότι παραιτείται από την υπ' αριθ. 68/18 Αυγούστου 2010 έφεσή του κατά της υπ' αριθ. 97/2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, με την οποία γνωμοδότησε αυτό ότι πρέπει να εκδοθεί αυτός (εκκαλών) στις Πολωνικές Δικαστικές Αρχές, που ζητούν την έκδοσή του για τους λογούς που αναφέρονται σε αυτήν, η δήλωσή του δε αυτή καταχωρίσθηκε στα ως άνω πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη, η ένδικη έφεση είναι απαράδεκτη, λόγω της νομότυπης παραίτησης του εκκαλούντος από αυτήν, και έτσι παρέλκει η περαιτέρω ερευνά της. Ύστερα από όλα αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση, να διαταχθεί η εκτέλεση της εκκαλουμένης αποφάσεως και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Η αίτηση του εκζητουμένου για άρση της προσωρινής του κρατήσεως ή αντικατάσταση αυτής με περιοριστικούς όρους θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε, γιατί αυτός, με την αυτή δήλωση του, παραιτήθηκε και από αυτήν.
ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 68/18 Αυγούστου 2010 έφεση του ... κατά της υπ' αριθμ. 97/2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου.
Διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως αυτής. Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Σεπτεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 23 Σεπτεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
|
Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η έφεση του εκζητουμένου λόγω παραιτήσεώς του από αυτήν.
|
Παραίτηση
|
Παραίτηση, Έκδοση.
| 0
|
Αριθμός 1541/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, περί αναιρέσεως της 7131/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1592/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να έχουν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατά δε τη διάταξη του τρίτου εδαφίου του άρθρου 139 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 §5 εδάφ. Β' του Ν.2408/1996 και ισχύει από 4-6-1996, αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.
Συνεπώς και η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, μολονότι η κρίση του δικαστηρίου για το αν πρέπει ή όχι να αναβληθεί η δίκη είναι ανέλεγκτη, πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Διαφορετικά, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, αν δε το δικαστήριο απορρίψει το αίτημα της αναβολής χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και προχωρήσει στην έρευνα της υπόθεσης και την καταδίκη του κατηγορουμένου για την πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, τότε υποπίπτει στην από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Η' ΚΠΔ πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 7131/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και απέρριψε την υπ' αριθμ. 4121/17-6-2004 έφεση του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος ως ανυποστήρικτη, εμφανίσθηκε στο ακροατήριο ο δικηγόρος Γεώργιος Κωνσταντέλλος, ο οποίος, αφού έλαβε το λόγο, δήλωσε τα εξής: "Ο κατηγορούμενος δεν έχει λάβει γνώση της σημερινής δικασίμου, δεν είναι σε καλή κατάσταση είναι "φυτό" δεν μπόρεσα να επικοινωνήσω μαζί του, είναι ορφανός μένει μόνος του, εγώ παραστάθηκα στην αίτηση ακυρώσεώς του, και δεν μπορεί να εμφανισθεί στο σημερινό Δικαστήριο και γι' αυτό ζητώ την αναβολή της δίκης". Το Δικαστήριο, αφού ανέγνωσε την υπ' αριθμ. 2934/2009 απόφασή του, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αίτηση ακυρώσεως της διαδικασίας, που είχε υποβάλλει ο κατηγορούμενος, και είχε αναβληθεί η υπόθεση για την άνω δικάσιμο, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε το αίτημα της αναβολής με την εξής αιτιολογία "Επειδή κατά τις διατάξεις του άρθρου 349 ΚΠΔ, το Δικαστήριο, μπορεί να αναβάλλει τη δίκη για σημαντικά αίτια που προβάλλονται από τον Εισαγγελέα ή κάποιον από τους διαδίκους ή και αυτεπάγγελτα. Στην προκειμένη όμως περίπτωση κρίνει ότι δεν αποδεικνύεται το κώλυμα που προβάλει ο συνήγορος του κατηγορουμένου το οποίο τον εμποδίζει να εμφανισθεί στο Δικαστήριο αυτό, κατά τη σημερινή δικάσιμο, αφού ο ίδιος ο συνήγορός του δήλωσε δεν κατέστη δυνατόν να επικοινωνήσει μαζί του για να μεταφέρει κάποιο αίτημα του κατηγορουμένου και συνακόλουθα να αποτελεί σημαντικό αίτιο που δικαιολογεί την αναβολή της δίκης". Η αιτιολογία αυτή που διέλαβε το δικαστήριο, στην απορριπτική του αιτήματος του κατηγορουμένου, για αναβολή της δίκης, απόφασή του, είναι η απαιτουμένη κατά το Σύνταγμα και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα, αλλά και χωρίς αντιφάσεις, οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο οδηγήθηκε στην απορριπτική του παραπάνω αιτήματος του κατηγορουμένου κρίση του, με τη συνδρομή των οποίων (λόγων) το φερόμενο ως σημαντικό αίτιο που είχε επικαλεσθεί για τη στήριξη του αιτήματός του, δεν ήταν πράγματι ικανό να οδηγήσει στην παραδοχή του αιτήματος και την αναβολή της δίκης. Ειδικότερα, αιτιολογείται πλήρως ο λόγος για τον οποίο απορρίφθηκε το αίτημα της αναβολής, με την παραδοχή ότι ο υποβαλών το αίτημα δικηγόρος δεν γνώριζε την βούληση του κατηγορουμένου, ο οποίος, μετά την ακύρωση της διαδικασίας κατ' άρθρο 341 Κ.Ποιν.Δ., είχε λάβει γνώση της ορισθείσας ως άνω δικασίμου. Επομένως, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον πρώτο, εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο της ένδικης αιτήσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Από τη διάταξη του άρθρου 501 §1 του ΚΠΔ συνάγεται ότι σε περίπτωση αιτήματος εκπροσωπήσεως του εκκαλούντος-κατηγορουμένου από συνήγορο, φερόμενο ως έχοντα ειδική πληρεξουσιότητα, και απορρίψεως από το δικαστήριο του αιτήματος αυτού και στη συνέχεια της εφέσεως ως ανυποστήρικτης, είναι επιτρεπτή κατά της αποφάσεως αυτής η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 §1 του ΚΠΔ. Ειδικότερα, αν το δικαστήριο απορρίψει το αίτημα εκπροσωπήσεως του κατηγορουμένου από συνήγορο, παρά το ότι ο τελευταίος είχε την ειδική προς τούτο εξουσιοδότηση, παραβιάζει τις διατάξεις που αφορούν την εμφάνιση και εκπροσώπηση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την άσκηση των δικαιωμάτων του και δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 §1 περ. δ' του ΚΠΔ, εάν δε εν συνεχεία απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη, υπερβαίνει την εξουσία του και ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατ' άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' και Η' του ΚΠΔ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 96 και 42 §2 ΚΠΔ προκύπτει ότι, ο κατηγορούμενος μπορεί να αντιπροσωπεύεται ή να συμπαρίσταται στην ποινική διαδικασία με συνήγορο, τον οποίο διορίζει με προφορική δήλωσή του ή εγγράφως, η γνησιότητα της υπογραφής του οποίου (στη δεύτερη περίπτωση) βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Ο διορισμός παρέχει στο συνήγορο την εξουσία να εκπροσωπεί τον κατηγορούμενο σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, εκτός αν η πληρεξουσιότητα παρέχεται για ορισμένες μόνο από τις πράξεις αυτές. Η γενική πληρεξουσιότητα περιλαμβάνει την άσκηση ενδίκων μέσων, εφόσον αυτό μνημονεύεται ρητά.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 7131/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου κατά της υπ' αριθμ. 39663/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, για την πράξη της κλοπής, σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών μετατραπείσα σε χρηματική, μετ' απόρριψη του αιτήματος εκπροσωπήσεώς του στη δίκη από συνήγορο. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μετά την απόρριψη, κατά τα ανωτέρω, του αιτήματος αναβολής, ο ίδιος δικηγόρος, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ζήτησε να του επιτραπεί να εκπροσωπήσει τον κατηγορούμενο, προσκομίσας το από 9-3-2009 "ειδικό πληρεξούσιο-εξουσιοδότηση" το οποίο και αναγνώσθηκε. Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα εκπροσωπήσεως του εκκαλούντος -κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, με την εξής αιτιολογία "στην προκειμένη περίπτωση με το από ... ειδικό πληρεξούσιο που επικαλείται ο δικηγόρος Γεώργιος Κωνσταντέλλος ο οποίος υπέβαλε το αίτημα αναβολής της υπόθεσης, ο κατηγορούμενος παρέχει την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα σ' αυτόν, να ασκήσει ένδικο μέσο ή βοήθημα κατά της υπ' αριθμ. 9179/2006 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεσή του ως ανυποστήρικτη και όχι για να τον εκπροσωπήσει κατά τη σημερινή δικάσιμο, κατά τη συζήτηση της ασκηθείσης έφεσής του κατά της εκκαλουμένης απόφασης με αριθμό 39663/2004. Επομένως, δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη πληρεξουσιότητας για την εκπροσώπηση του κατηγορουμένου από συνήγορο". Εν συνεχεία το άνω Δικαστήριο απέρριψε την από 17-4-2004 έφεση του αναιρεσείοντος, κατά τα παραπάνω, ως ανυποστήρικτη. Όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 9-3-2009 "ειδικό πληρεξούσιο-εξουσιοδότηση", που παραδεκτώς επισκοπείται για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, ο ως άνω κατηγορούμενος, του οποίου έχει βεβαιωθεί και επικυρωθεί το γνήσιο της επ' αυτού υπογραφής του από δικηγόρο, παρέχει κατά λέξη στον άνω δικηγόρο και την επίσης δικηγόρο Ελένη Συμεωνίδου, την εντολή "να υποβάλλουν και ασκήσουν έφεση, αίτηση αναστολής εκτελέσεως κατ' άρθρο 497 §7 ΚΠΔ ή αντιρρήσεις περί την εκτέλεση κατ' άρθρα 472 και 565 ΚΠΔ ή αίτηση αναβολής της εκτελέσεως κατ' άρθρο 429 §3 ΚΠΔ ή αίτηση ανακλήσεως κατ' άρθρο 548 ΚΠΔ ή αίτηση αντικαταστάσεως προσωρινής κρατήσεως ή αίτηση ακυρώσεως διαδικασίας ή αποφάσεως ή οιοδήποτε έτερο τακτικό ή έκτακτο ένδικο μέσο και βοήθημα κατά της υπ' αριθμ. 9179/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη ως ανυποστήρικτη η έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 39613/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε φυλάκιση δέκα (10) μηνών για παράβαση του άρθρου 372 ΠΚ .... Να παρίστανται δε αντ' αυτού κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση πλήρως εκπροσωπούντες αυτόν ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου ...". Από την εξουσιοδότηση αυτή προκύπτει μεν εξουσία του ως άνω συνηγόρου να ασκήσει, παραστεί και υποστηρίξει την αίτηση ακυρώσεως κατά της υπ' αριθμ. 9179/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όχι όμως και εξουσία για να παραστεί και υποστηρίξει την ήδη (τότε) ασκηθείσα έφεση (υπ' αριθμ. 4121/17-6-2004) που είχε απορριφθεί ως ανυποστήρικτη με την εν λόγω 9179/2006 απόφαση, η οποία (έφεση) άλλωστε δεν μνημονεύεται στην εξουσιοδότηση, όπως δεν μνημονεύεται, ούτε η δι' αυτής πληττόμενης απόφαση. Επομένως, το Τριμελές Εφετείο, με το να απορρίψει την αίτηση εκπροσωπήσεως του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος από τον άνω δικηγόρο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 171 §1 περ. δ' του Κ.Ποιν.Δ., ούτε εν συνεχεία, απορρίπτοντας την έφεση ως ανυποστήρικτη, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ., κατ' εκτίμησην, και 510 §1 στοιχ. Η' του ίδιου Κώδικα λόγοι της ένδικης αιτήσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 501 παρ. 1 του Κ. Π. Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 48 παρ. 1 του ν. 3160/2003 "Αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη". Ορίζει δε η παρ. 2 του άρθρου 340, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 24 παρ. 1 του ν. 3160/2003 ότι "Σε πταίσματα και πλημμελήματα και κακουργήματα, επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του ... Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορος του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι ' αυτόν". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο εκκαλών, για την υποστήριξη της έφεσής του, εμφανισθείς ενώπιον του Εφετείου όχι αυτοπροσώπως αλλά δια συνηγόρου τον οποίο ο ίδιος έχει διορίσει με έγγραφη δήλωση του, αυτός πλέον θεωρείται ότι είναι παρών. Εξάλλου, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 501 του Κ. Π. Δ. που προστέθηκε με το άρθρο 49 παρ. 3 του ν. 3160/2003 "Αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανιστεί όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν ο εκκαλών - κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης για να υποστηρίξει την έφεσή του και στην συνέχεια μετά την έναρξη της συζητήσεως αποχώρησε, λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης, το δε δικαστήριο, δεσμευόμενο από την εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη κατά το άρθρο 501 Κ. Π. Δ. αλλά οφείλει να την ερευνήσει στην ουσία. (Ολ. ΑΠ 3/2006). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 341 §1 εδ. α' και 2 εδ. α', δ' και στ' του Κ.Ποιν.Δ., αν ο κατηγορούμενος που καταδικάσθηκε, από λόγους ανώτερης βίας ή από άλλα ανυπέρβλητα αίτια, δεν μπόρεσε εγκαίρως να γνωστοποιήσει με οποιονδήποτε τρόπο στο δικαστήριο ανυπέρβλητο κώλυμα εμφάνισής του στη δίκη και να ζητήσει την αναβολή της συζήτησης (άρθρο 349) μπορεί να υποβάλει αίτηση για ακύρωση της διαδικασίας που πραγματοποιήθηκε χωρίς την παρουσία του ή την εκπροσώπησή του από συνήγορο. Η αίτηση αυτή επιτρέπεται μόνο για πλημμελήματα για τα οποία εκδόθηκε ανέκκλητη απόφαση. Η αίτηση για ακύρωση εισάγεται, χωρίς να κλητευθεί εκείνος που την υπέβαλε, την πρώτη δικάσιμο του δικαστηρίου του δικαστηρίου που δίκασε, το οποίο αποφασίζει αμετάκλητα. Αν γίνει δεκτή η αίτηση, ακυρώνεται η απόφαση που προβάλλεται και διατάσσεται η νέα συζήτηση της υπόθεσης σε ρητή δικάσιμο, κατά την οποία ο κατηγορούμενος οφείλει να προσέλθει χωρίς να κλητευθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δικαστήριο που δικάζει της αίτησης ακυρώσεως της διαδικασίας, ερευνά μόνο εάν συντρέχουν οι αναφερόμενες στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις ακυρώσεως της διαδικασίας, χωρίς να ερευνά την κυρία υπόθεση. Τούτο σαφώς συνάγεται από τη διάταξη του εδ. στ' της §2 του εν λόγω άρθρου σύμφωνα με την οποία μετά την ακύρωση της αποφάσεως διατάσσεται η νέα συζήτηση της υποθέσεως. Έτσι πρώτη συζήτηση της υποθέσεως είναι αυτή που ορίσθηκε μετά την ακύρωση της αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθμ. 39663/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική, για κλοπή. Κατά της εν λόγω αποφάσεως άσκησε την υπ' αριθμ. 4121/17-6-2004 έφεση, κατά τη συζήτηση της οποίας δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, με συνέπεια να απορριφθεί η έφεσή του ως ανυποστήρικτη με την υπ' αριθμ. 9179/28-11-2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Ακολούθως, υπέβαλε, κατ' άρθρο 341 Κ.Ποιν.Δ. την από 9-3-2009 αίτηση ακυρώσεως διαδικασίας, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 2934/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο ακύρωσε την ερήμην του διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η ως άνω με αριθμό 9179/28-11-2006 απόφασή του και όρισε νέα συζήτηση της υποθέσεως για την 23-9-2009. Κατά τη δικάσιμο αυτή το Δικαστήριο, αφού απέρριψε, κατά τα προεκτεθέντα, το αίτημα αναβολής της δίκης, και εκείνο εκπροσωπήσεως του εκκαλούντος - κατηγορουμένου από συνήγορο, απέρριψε, με την προσβαλλόμενη 7131/2009 απόφασή του, την έφεσή του ως ανυποστήρικτη με την εξής αιτιολογία "Επειδή όπως προκύπτει από το εις τη δικογραφία υπάρχον αντίγραφο της υπ' αριθμ. 2934/2009 ακυρωτικής αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου που όρισε την σημερινή ρητή δικάσιμο, γνωστοποιήθηκε η σημερινή δικάσιμος από τον Πρόεδρο στον κατηγορούμενο μέσω του πληρεξουσίου δικηγόρου του, για να προσέλθει χωρίς κλήτευση και να υποστηρίξει την έφεσή του κατά της απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθήνας με αριθμό 39663/04. Επομένως, αφού δεν εμφανίσθηκε, πρέπει να απορριφθεί η έφεσή του ως ανυποστήρικτη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 326 και 501 Κ.Ποιν.Δ.". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από το άρθρο 93 §3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν υπερέβη την εξουσία του με το να απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη, αφού δεν εμφανίσθηκε ο εκκαλών-κατηγορούμενος ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, η δε έφεσή του το πρώτον εισήχθη προς συζήτηση κατά την άνω δικάσιμο, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να μεσολαβήσει αναβολή ή διακοπή της δίκης. Επομένως τα αντίθετα υποστηριζόμενα, κατ' εκτίμηση, με τον τρίτο και τελευταίο εκ των άρθρων 510 §1 στοιχ. Δ' και Η' του Κ.Ποιν.Δ., λόγο της ένδικης αιτήσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 400/26 Οκτωβρίου 2009 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 7131/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για κλοπή. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας. Έλλειψη πληρεξουσιότητας. Έφεση μετά την ακύρωση της αποφάσεως κατ' άρθρο 341 ΚΠΔ. Εκκαλών απών. Απορρίπτει έφεση ως ανυποστήρικτη.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Κλοπή.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1537/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ - (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δημητρούλα Υφαντή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δημήτριο Κράνη και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωτσόγιαννη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 618/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 889/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη, με αριθμό 252/10-8-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 του Κ.Π.Δ., την 29/16-6-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που ασκήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο ΒΗΤΑ που προσκόμισε και την σχετική γι' αυτό από 11-6-2010 εξουσιοδότησή του, κατά της 618/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσα-λονίκης και εκθέτω τα ακόλουθα:
ΙΙ. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση του αναιρεσείοντα κατά της 109/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας με την οποία είχε καταδικασθεί σε φυλάκιση ενός έτους και ενός μηνός για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπως αντικ. με το άρθρο 2 παρ.18 του Ν.2408/96, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο (ΑΠ 1885/2009 , ΑΠ 401/2006).
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 1 και 3 του Κ.Π.Δ., η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στην γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου (ΑΠ 1533/2003, ΑΠ 278/ 2002) .
ΙV. Η παραπάνω προσβαλλόμενη απόφαση: α) εκδόθηκε στις 2-2-2010, β) καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 14-5-2010 και γ) επιδόθηκε στον ίδιο τον αναιρεσείοντα στις 13-4-2010. Με την από 26-5-2010 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ 81 Α') οι προθεσμίες των ενδίκων μέσων στα δικαστήρια της Θεσσαλονίκης ανεστάλησαν από 14-5-2010 μέχρι 4-6-2010. Ο αναιρεσείων άσκησε την παραπάνω αναίρεσή του ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Θεσσαλονίκης στις 16-6-2010 ημέρα Τετάρτη δηλ. μετά την λήξη της προβλεπόμενης δεκαημέρου προθεσμίας που άρχισε στις 5-6-2010 χωρίς να επικαλεσθεί λόγους ανωτέρας βίας για την εκπρόθεσμη αυτή άσκηση.
Επειδή η αίτηση αυτή αναιρέσεως είναι εκπρόθεσμη, πρέπει το Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο σύμφωνα με όσα παραπάνω (
ΙΙΙ) εκτέθηκαν και τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992 και 58553/2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης: α) να απορρίψει την αναίρεση αυτή ως απαράδεκτη και να διατάξει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και β) να επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα σχετικά δικαστικά έξοδα από 220 Ευρώ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω :
Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η 29/16-6-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... κατά της 618/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης
Β) Να διαταχθεί η εκτέλεση της αποφάσεως αυτής και
Γ) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα ύψους 220 Ευρώ. Αθήνα 10-8-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος. Κ. Κατσιρώδης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τον διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο όταν εμφανισθεί, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του ιδίου ή του αντικλήτου του, από το γραμματέα της Εισαγγελίας 24 ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι κατ' αρχήν δεκαήμερη, αρχομένη από τη δημοσίευση της αποφάσεως παρόντος του δικαιούχου, άλλως από τη νόμιμη επίδοσή της στο δικαιούμενο σε αναίρεση και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρησή της στο βιβλίο καθαρογεγραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άρθρου 473 ΚΠΔ.
Περαιτέρω, κατά τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, όταν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Στην περίπτωση όμως αυτή εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει, όπως συνάγεται από τα άρθρα 474 παρ. 2 και 509 του Κ.Π.Δ., να διαλάβει στην έκθεση ή δήλωση, κατά περίπτωση, ασκήσεώς του περιστατικά ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, τα οποία ήταν γνωστά σ' αυτόν όταν άσκησε την αναίρεση, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά, διαφορετικά το ένδικο μέσο είναι εκπρόθεσμο και απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Εκ του λόγου αυτού δεν παραβιάζεται το, κατ' άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη και δη της ασκήσεως ενδίκου μέσου και προσφυγής σε ανώτερου βαθμού δικαστήριο, αφού η απαίτηση να διαλαμβάνονται οι λόγοι ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση στο δικόγραφο του ενδίκου μέσου επιβάλλεται από λόγους ορθού χειρισμού της υποθέσεως και συγκεκριμένα για να έχει το Δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα περί του παραδεκτού ή μη της ασκήσεως αυτού, η έρευνα του οποίου και προηγείται της κατ' ουσία κρίσεως των λόγων του και να δυνηθεί ο Εισαγγελέας να εκτιμήσει τους προβαλλόμενους λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος και να προτείνει σχετικώς, στο πλαίσιο της διαδικασίας που αναφέρθηκε του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ. Εάν όμως εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο αγνοούσε, κατά την άσκησή του, το λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, μπορεί να τον προτείνει και μεταγενεστέρως μέχρι τη συζήτηση του ενδίκου μέσου στο ακροατήριο και, όταν το δικαστήριο συνεδριάζει ως Συμβούλιο, κατά το άρθρο 476 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., ενώπιόν του αν εμφανισθεί σ' αυτό ή με υπόμνημα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς εξετάζει το δικαστήριο του Αρείου Πάγου για να διακριβώσει το παραδεκτό της αναιρέσεως, με την προσβαλλόμενη υπ' 618/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, απορρίφθηκε, λόγω ερημοδικίας του αναιρεσείοντος, η υπ' αριθμ. 29/2009 έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 249/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, ως ανυποστήρικτη. Η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε, όπως προκύπτει από το από 13 Απριλίου 2010 αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχιφύλακα ..., στον αναιρεσείοντα στις 13-4-2010, καταχωρήθηκε δε στο, κατά την παρ. 3 του άρθρου 473 ΚΠοινΔ, βιβλίο καθαρογεγραμμένων αποφάσεων, την 14 Μαΐου 2010, όπως προκύπτει από την επισημείωση της γραμματέως επί της προσβαλλομένης αποφάσεως. Σύμφωνα με την από 26-5-2010 πράξη νομοθετικού περιεχομένου (ΦΕΚ 81 Α) οι προθεσμίες των ενδίκων μέσων στα δικαστήρια Θεσσαλονίκης ανεστάλησαν, για τους αναφερομένους στην άνω Πράξη λόγους, από 14 Μαΐου 2010 έως 4 Ιουνίου 2010. Ο αναιρεσείων που είναι κάτοικος ημεδαπής (...) άσκησε την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Θεσσαλονίκης στις 16 Ιουνίου 2010 ημέρα Τετάρτη, ήτοι μετά την πάροδο της από το άρθρο 473 § 1 ΚΠοινΔ δεκαήμερης προθεσμίας, αρχομένης από 5-6-2010, δεν επικαλείται δε, λόγους ανωτέρας βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της. Ο αναιρεσείων, το πρώτον, κατά τη διαδικασία του άρθρου 476 § 1 ΚΠοινΔ, κατά την οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, προφορικά αλλά και εγγράφως, με το υπόμνημά του ισχυρίζεται ότι οι Δικηγόροι Θεσσαλονίκης απείχαν των καθηκόντων τους (απεργούσαν) από Απρίλιο 2010 μέχρι 11 Ιουνίου 2010 και ότι εντός πέντε ημερών από της λήξεως της απεργίας κατέθεσε την ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Ο ισχυρισμός αυτός απαραδέκτως προβάλλεται και είναι απορριπτέος, διότι ο επικαλούμενος λόγος ανωτέρας βίας ήταν γνωστός στον αναιρεσείοντα κατά τον χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως και έπρεπε να προβληθεί, σύμφωνα με όσα στην μείζονα σκέψη εκτέθηκαν, με την αίτηση αναιρέσεως και όχι μεταγενεστέρως. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 § 1 και 583 § 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Ιουνίου 2010 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 618/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Σεπτεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως εκπρόθεσμη. Απορρίπτει ως απαράδεκτη.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1536/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ - (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δημητρούλα Υφαντή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δημήτριο Κράνη και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την 128-129/2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, καθώς και αναστολή εκτέλεσης της ποινής που επιβλήθηκε στον αιτούντα με την ως άνω απόφαση. Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την ανωτέρω απόφαση και την αναστολή εκτελέσεως της ποινής που του επιβλήθηκε, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουνίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 944/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 246/16-7-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, κατ'άρθρο 528 & 1 Κ.Π.Δ., την με ημερομηνία 15-6-2010 αίτηση του Χ κρατουμένου στις φυλακές ... με την οποία διώκει την ακύρωση της με αριθμ. 128, 129/28-3-2002 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών με την οποία καταδικάστηκε για κατοχή και μεταφορά από κοινού ναρκωτικών ουσιών σε συνολική ποινή κάθειρξης 9 ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων επί τρία χρόνια, την επανάληψη της διαδικασίας και την αναστολή εκτελέσεως της ως άνω ποινής, εκθέτω τ' ακόλουθα:
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επανα-λαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον κατα-δίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγμα-τικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγού-μενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε.
Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικα-στές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέ-τως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.( Α.Π. 476/05, Α.Π. 1061/90, ΑΠ 1185/94, Α.Π. 428/98 κ.α.).
Με την υπό κρίση από 15-6-2010 αίτηση, με την οποία ο αιτών Χ, επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη 128-129/28-3-2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία καταδικάστηκε για τις πράξεις: (α) της κατοχής κατά συναυτουργία και (β) μεταφοράς κατά συναυτουργία ναρκωτικών ουσιών, σε ποινή καθείρξεως 9 ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ, ισχυριζόμενος, ότι, από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτή ( βλ. ως άνω αίτηση ) γίνεται φανερό ότι είναι αθώος, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3, 528 παρ. 1, και 529 ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία.
Επίσης ο αιτών, επικαλούμενος την άσκηση της ανωτέρω αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, ζητάει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής που κατά τα ανωτέρω του επιβλήθηκε. Η αίτηση είναι νόμιμη, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 529 ΚΠΔ, παραδεκτά δε εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που εισάγεται και η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ ουσία, μετά την έρευνα της αιτήσεως επαναλήψεως, αφού από την πιθανολόγηση ευδοκιμήσεως της, εξαρτάται η παραδοχή της και, όπως διαμορφώθηκε πλέον δικονομικώς η υπόθεση (ταυτόχρονη εισαγωγή προς κρίση και των δύο αιτημάτων και όχι εντός της προθεσμίας που ορίζει η διάταξη του άρθρου 529 ΚΠΔ ) η παρούσα εξαρτάται από την ουσιαστική βασιμότητα της.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την υπ' αριθμό 128-129/ 28-3-2002 απόφαση του, που κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, με την υπ'αριθμό 1723/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα και τον καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως 9 ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ, για τις πράξεις της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, κατά συναυτουργία από μη τοξικομανή και ειδικότερα, του ότι "κατά τους κατωτέρω αναφερόμενους τόπους, στις 17-1-1999, από κοινού με το συγκατηγορούμενό του Ζ που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, με πρόθεση τέλεσαν περισσότερα του ενός εγκλήματα περί τα ναρκωτικά, χωρίς να είναι τοξικομανείς. Ειδικότερα: 1) Κατείχαν ναρκωτικά και συγκεκριμένα κατείχαν 59,5 κιλά ακατέργαστης αποξηραμένης ινδικής κάνναβης, συσκευασμένα σε έξι δέματα από την παραλαβή τους σε σημείο που δεν διακριβώθηκε και κατά τη διαδρομή μέχρι και το 40ο χιλιόμετρο της εθνικής οδού ..., την οποία, μετά καταδίωξη αστυνομικών οργάνων του Α.Τ ..., εγκατέλειψαν μέσα στο υπ' αριθμό ...ΙΧΕ αυτοκίνητο, με το οποίο κινούνταν, και ετράπησαν σε φυγή και 2) Μετέφεραν ναρκωτικά και συγκεκριμένα μετέφεραν από το σημείο παραλαβής μέχρι και το 40ο χιλιόμετρο της ανωτέρω εθνικής οδού με το ανωτέρω αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της εταιρείας με την επωνυ-μία "Αφοί Γ Φαντάστικο" και με έδρα την ..., το οποίο είχε μισθώσει ο αιτών, την ανωτέρω ποσότητα των 59,5 κιλών αποξηραμένης ακατέργαστης ινδικής κάνναβης". Ο αιτών είχε υποβάλλει και προηγουμένως την από 28-2-2006 αίτηση, η οποία απορρίφθηκε με την 657/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, ως αβάσιμη. Με την αίτηση εκείνη επικαλέσθηκε, μεταξύ των άλλων, και ορισμένα νέα κατά την άποψή του αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία αν είχαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση θα κατέληγαν σε αθωωτική κρίση. Τα στοιχεία αυτά έκρινε με την ως άνω απόφαση, ως μη νέα κατά την παραπάνω έννοια ο Άρειος Πάγος διότι είχαν κριθεί και αξιολογηθεί από το Πενταμελές Εφετείο Πατρών. Το Δικαστήριο εκείνο δεν δέχθηκε τον επ' αυτών στηριζόμενο ισχυρισμό του αιτούντος ότι, με δεδομένο ότι το τελευταίο δρομολόγιο του πλοίου "Ε...", με το οποίο πέρασε το ανωτέρω μισθωμένο απ' αυτόν αυτοκίνητο από το ... στο ..., σύμφωνα με τα δύο εισιτήρια (οδηγού και συνοδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου), την κρίσιμη ημερομηνία της 17-1-1999, έγινε στις 14.45', αυτός δε μέχρι τις 13.10' της ημέρας εκείνης βρισκόταν στην δουλειά του στο ..., όπως προέκυπτε από την από 30-6-2000 βεβαίωση της εταιρίας GENERALLI HELLAS, μετέχοντας σε συνεργείο καθαρισμού υαλοπινάκων κτιρίων, δεν μπορούσε να βρίσκεται εντός του αυτοκινήτου όταν αυτό περνούσε από ... σε ... και κατ' ακολουθία δεν ήταν δυνατόν να το οδηγεί αργότερα όταν το αυτοκίνητο στην ως άνω χιλιομετρική θέση μετά καταδίωξη ακινητοποιήθηκε. Τον ισχυρισμό αυτό πρόβαλε απολογούμενος στο Πενταμελές Εφετείο Πατρών, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται, μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, η ως άνω βεβαίωση της προαναφερθείσης εταιρίας και το Δικαστήριο τον απέκρουσε ως αβάσιμο και έκρινε ότι ο αιτών ήταν οδηγός του επίμαχου ΙΧΕ αυτοκινήτου, με συνοδηγό τον συλληφθέντα επί τόπου (40° χιλιόμετρο οδού ...) ως άνω Αλβανό υπήκοο συγκατηγορούμενό του, ενώ ο ίδιος διέφυγε την σύλληψη και συνελήφθη πολύ αργότερα. Τον ίδιο ισχυρισμό και τα αυτά αποδεικτικά στοιχεία επικαλέσθηκε και με την προηγούμενη, αλλ' επικαλείται και με την κρινόμενη αίτησή του παραπονούμενος διότι δεν αξιο-λογήθηκαν σωστά τόσον από το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, όσον και από τον Άρειο Πάγο με τις 128-129/2002 του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, 657/2008 και 115/2010 αποφάσεις του Αρείου Πάγου αντίστοιχα. Τα στοιχεία λοιπόν αυτά δεν είναι νέα κατά την ανωτέρω έννοια της διατάξεως του άρθρου 525 ΚΠΔ, αλλά τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, η τυχόν δε μη ορθή αξιολόγηση και εκτίμησή τους από το Δικαστήριο εκείνο, όπως λέχθηκε ανωτέρω, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο επα-ναλήψεως της διαδικασίας, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αιτών. Επίσης νέο αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο αν είχαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση θα κατέληγαν σε αθωωτική απόφαση, δεν αποτελεί το επικαλούμενο από τον αιτούντα γεγονός ότι του κινητού τηλεφώνου με αριθμό κλήσεως τηλεφωνίας ...., το οποίο έπεσε από τον διαφυγόντα οδηγό του κατά τα άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου, κάτοχος φέρεται άτομο με το επώνυμο ... α.λ.σ., ο εντοπισμός του οποίου, ελλείψει άλλων στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητας του, δεν κατέστη δυνατός. Το ότι δε το καρτοκινητό δεν ήταν στο όνομά του, αλλά σε όνομα αγνώστου και μη εντοπισθέντος ατόμου, το οποίο επίτηδες παρέσχε ελλιπή στοιχεία ταυτότητας, δεν σημαίνει άνευ ετέρου ότι ο αιτών δεν ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου, διότι ευλόγως κατά την επιχείρηση μεταφοράς της ανωτέρω ποσότητας ναρκωτικών δεν θα χρησιμοποιούσε κάποιο από τα κινητά τηλέφωνα με σύνδεση που ήταν στο όνομα του, αλλά καρτοκινητό με άλλο όνομα κατόχου και μάλιστα ελλιπές, για να μη καθίσταται δυνατός ο εντοπισμός του. Ούτε μπορεί να αποτελέσει λόγο επαναλήψεως το ότι το Δικαστήριο δεν διέταξε την έρευνα των κλήσεων που έγιναν από και προς το ως άνω καρτοκινητό, την οποία, όπως ισχυρίζεται, ζήτησε, διότι, όπως λέχθηκε, παραλείψεις ή πλημμέλειες του Δικαστηρίου που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, δεν αποτελούν λόγο επανάληψης της διαδικασίας. Ούτε βέβαια μπορεί να αποτελέσει τέτοιο λόγο η από 16-6-2006 κατάθεση του αναφερομένου στην υπό κρίση αίτηση καταδίκου Τ, ενώπιον της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιά, την οποία ο αιτών χαρακτηρίζει ως ψευδή και ψευδομάρτυρα τον ανωτέρω, κατά του οποίου και επικαλείται υποβολή εγκλήσεως για ψευδορκία, την μαρτυρία όμως του οποίου ο ίδιος, σε προηγούμενο διαδικαστικό στάδιο, είχε επικαλεσθεί ως νέο στοιχείο αποδεικτικό του ότι δεν είχε συμμετοχή στην όλη υπόθεση και ήταν αθώος και τώρα, επειδή ο μάρτυρας δεν επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς του, αλλ' αντιθέτως τους διαψεύδει και επιβεβαιώνει την ορθότητα της καταδικαστικής σε βάρος του αποφάσεως, απαξιώνει αυτόν ως μάρτυρα και την κατάθεσή του, την οποία πλήρως αξιολόγησε ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα της προηγούμενης από 28-2-2006 αιτήσεώς του, την οποία και απέρριψε, όπως, λέχθηκε ανωτέρω, με την 657/2008 απόφασή του ( βλ. απόφαση ). Τέλος δεν αποτελεί νέο στοιχείο αποδεικτικό της αθωότητας του αιτούντος το προκύπτον από την 152199/2004 απόφαση του Δ' Μονομελούς Πλημ/κειου Αθηνών, η οποία επίσης αξιολογήθηκε κατά την έρευνα της προηγούμενης αιτήσεως του που απορρίφθηκε, κατά τα ανωτέρω, γεγονός ότι αυτός εργαζόταν, κατά το χρονικό διάστημα από 7/1-13/5/1999, σε εταιρία καθαρισμού κτιρίων και συνεπώς την κρίσιμη ως άνω ημερομηνία της 17-1-1999 απασχολούταν με τον καθαρισμό των υαλοπινάκων του κτιρίου στο ... της ασφαλιστικής εταιρίας GENERALLI, διότι, όπως λέχθηκε ανωτέρω, το στοιχείο αυτό τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου που εξέδωσε την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, αξιολογήθηκε και απορρίφθηκε, τυχόν δε σφάλματα αξιολογήσεως και εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων από το Δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση δεν μπορούν, όπως ήδη τονίσθηκε, να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως και να ερευνηθούν στο πλαίσιο της παρούσης διαδικασίας. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αιτούντος που περιέχονται στην αίτησή του πλήττουν την κατ ουσία κρίση του Δικαστηρίου και δεν μπορούν να αποτελέσουν, όπως λέχθηκε, λόγους επαναλήψεως της διαδικασίας, αφού αυτή δεν αποτελεί ένδικο μέσο. Κατά συνέπεια, από τα επικαλούμενα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει αβίαστα ότι, εκτιμώμενα, είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με τα προσκομισθέντα προηγουμένως στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την περατώσασα την ποινική διαδικασία ως άνω αμετάκλητη απόφαση, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των προανα-φερόμενων αξιοποίνων πράξεων ή ότι αυτός καταδικάσθηκε άδικα.
Συνεπώς η αίτησή του είναι αβάσιμη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί. Λόγω δε του αβασίμου της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και η ανωτέρω αίτηση περί αναστολής εκτελέσεως της ποινής που κατά τα άνω επιβλήθηκε στον αιτούντα με την προσβαλλομένη απόφαση. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα ( άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Προτείνω
(1) Ν' απορριφθεί: (α) η υπό 15-6-2010 αίτηση του Χ, κρατουμένου των δικαστικών φυλακών Πατρών, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ'αριθμό 128-129/28-3-2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών και (β) η από 15-6-2010 αίτηση του ιδίου για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που του επιβλήθηκε με την ανωτέρω απόφαση. Και
(2) Να καταδικασθεί ο αιτών στα νόμιμα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 16-06-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περιπ. 2 ΚΠοινΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδή-ποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρι-νιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ. 1 εδ. α' και 527 παρ. 3 ΚΠοινΔ, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη, καταδι-καστική γι' αυτόν υπ' αριθ. 128-129/28-3-2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία καταδικάσθηκε για το πράξεις α) της κατοχής κατά συναυτουργία και β) μεταφοράς κατά συναυτουργία ναρκωτικών ουσιών, σε ποινή καθείρξεως εννέα (9) ετών και χρηματικής ποινής 10.000 ευρώ, για το λόγο ότι από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτή, γίνεται φανερό ότι είναι αθώος των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε συμβούλιο) κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις. Πρέπει μετά ταύτα να ερευνηθεί κατ' ουσίαν. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Tο Πενταμελές Εφετείο Πατρών με την υπ' αριθμ. 128-129/28-3-2002 απόφαση του, που κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, με την υπ' αριθμό 1723/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα και τον καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως 9 ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ, για τις πράξεις της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, κατά συναυτουργία από μη τοξικομανή και ειδικότερα, του ότι "κατά τους κατωτέρω αναφερόμενους τόπους, στις 17-1-1999, από κοινού με το συγκατηγορούμενό του Ζ που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, με πρόθεση τέλεσαν περισσότερα του ενός εγκλήματα περί τα ναρκωτικά, χωρίς να είναι τοξικομανείς. Ειδικότερα: 1.Κατείχαν ναρκωτικά και συγκεκριμένα κατείχαν 59,5 κιλά ακατέργαστης αποξηραμένης ινδικής κάνναβης, συσκευασμένα σε έξι δέματα από την παραλαβή τους σε σημείο που δεν διακριβώθηκε και κατά τη διαδρομή μέχρι και το 40ο χιλιόμετρο της εθνικής οδού ..., την οποία, μετά καταδίωξη αστυνομικών οργάνων του Α. Τ. ..., εγκατέλειψαν μέσα στο υπ' αριθμό ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, με το οποίο κινούνταν, και ετράπησαν σε φυγή και 2. Μετέφεραν ναρκωτικά και συγκεκριμένα μετέφεραν από το ν' σημείο παραλαβής μέχρι και το 40ο χιλιόμετρο της ανωτέρω εθνικής οδού με το ανωτέρω αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της εταιρείας με την επωνυμία "Αφοί Γ Φανταστικό" και με έδρα την ..., το οποίο είχε μισθώσει ο αιτών, την ανωτέρω ποσότητα των 59,5 κιλών αποξηραμένης ακατέργαστης ινδικής κάνναβης". Ο αιτών είχε υποβάλλει την από 28-2-2006 αίτηση, η οποία απορρίφθηκε με την 657/2008 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ως αβάσιμη. Με την αίτηση εκείνη επικαλέσθηκε, μεταξύ των άλλων, και ορισμένα νέα κατά την άποψή του αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία αν είχαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση θα κατέληγαν σε αθωωτική κρίση. Τα στοιχεία αυτά έκρινε με την ως άνω απόφαση, ως μη νέα κατά την παραπάνω έννοια το παρόν Δικαστήριο, διότι είχαν κριθεί και αξιολογηθεί από το 5μελές Εφετείο. Μετά την απόρριψη της άνω αιτήσεως, ο αιτών υπέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου νέα, την από 4-9-2008 αίτηση. Στην δεύτερη αίτηση ο αιτών επικαλέσθηκε ως νέο στοιχείο, πλην άλλων, ότι η από 16-6-2006 ένορκη κατάθεση του Τ, ενώπιον της Εισαγγελέως Πρωτοδικών ..., (στην οποία ο άνω Τ, επιβεβαιώνει την συμμετοχή του κατηγορουμένου-αιτούντος στις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε) είναι ψευδής, γι' αυτό υπέβαλε έγκληση σε βάρος του. Το Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 115/2010 απόφασή του απέρριψε την άνω αίτηση, με την αιτιολογία ότι ο άνω ισχυρισμός, ως και οι λοιποί, δεν είναι νέος, όπως έκρινε το Δικαστήριο τούτο και με την υπ' αριθ. 657/2008 απόφασή του. Ο αιτών επανερχόμενος με την υπό κρίση τρίτη αίτησή του επικαλείται, εμπλουτίζοντας τον άνω ισχυρισμό του περί εμπλοκής του άνω Τ στην τέλεση των άνω πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο ίδιος, ενώ είναι αθώος, ως νέα στοιχεία: ότι από τον Απρίλιο έως αρχές Ιουνίου του έτους 2008 ο Τ συγκρατούμενός του, τον απειλούσε ώστε να του παραδώσει αντίγραφο της υπ' αριθ. 657/2008 αποφάσεως του Αρείου Πάγου και ότι για το αδίκημα της απειλής υπέβαλε μήνυση... Ότι η εμπλοκή του Τ προκύπτει ότι το αυτοκίνητο Opel ... (με το οποίο έγινε η μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών) το μίσθωσε μαζί με τον άνω Τ και τούτο αποδεικνύεται από τον αριθμό κλήσης του κινητού τηλεφώνου που ανήκει στον τελευταίο και είναι γραμμένο στην απόδειξη παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε η εκμισθώτρια εταιρία του αυτοκινήτου... ότι ο Λ που εμφανιζόταν ως δικηγόρος δωροδοκήθηκε από τον Τ ώστε να αποκρύψει την δικογραφία και ότι ο Λ που δεν ήταν δικηγόρος καταδικάσθηκε για αντιποίηση δικηγορικής ιδιότητας ... το Τριμελές Εφετείο Πατρών που τον κατεδίκασε στηρίχθηκε στην ψευδή κατάθεση του Ζ (συγκατηγορουμένου του)". Για τα επικαλούμενα από τον αιτούντα ως νέα στοιχεία πρέπει να εκτεθούν τα εξής: Η επίκληση της καταδίκης του Λ, όπως και ο ισχυρισμός του ότι το Τριμελές Εφετείο στηρίχθηκε για την καταδίκη του στην από 18-1-1999 ανακριτική κατάθεση του Ζ που είναι ψευδής δεν είναι "νέες αποδείξεις" κατά την έννοια του άρθρου 525 ΚΠοινΔ όπως δέχθηκε και το Δικαστήριο τούτο με την υπ' αριθ. 657/2008 απόφασή του, ισχυρισμός που είχε προβάλλει και ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου. Άλλωστε, με την επίκληση των άνω στοιχείων επιδιώκεται από ουσιαστικής απόψεως ο έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως που δεν αποτελεί λόγω επαναλήψεως της διαδικασίας. Η επίκληση ότι η από 16-6-2006 ένορκη κατάθεση του Τ είναι ψευδής και η εμπλοκή του τελευταίου στην υπόθεση δεν είναι "νέο στοιχείο" υπό την άνω έννοια όπως έκριναν και οι υπ' αριθ. 657/2008 και 115/2010 αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου. Η επίκληση της απειλής για την οποία δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο, αυτή εκτιμώμενη είτε μόνη της είτε εν συνδυασμώ με τα προσκομισθέντα προηγουμένως στο Δικαστήριο που εξέδωσε την περατώσασα την ποινική διαδικασία ως άνω αμετάκλητη απόφαση, στοιχεία, δεν καθιστά φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των προαναφερόμενων αξιόποινων πράξεων ή ότι αυτός καταδικάσθηκε για εγκλήματα βαρύτερα από εκείνα που πραγματικά τέλεσε. Κατόπιν των παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας καθώς και το συνεισαγόμενο αίτημα του αιτούντος για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που εκτίει αυτός με βάση την ανωτέρω καταδικαστική απόφαση και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Ιουνίου 2010 αίτηση του καταδικασμένου Χ, κρατουμένου στην κλειστή φυλακή ..., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ' αριθμ. 128-129/2002 καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, καθώς και το αίτημα του ίδιου για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που εκτίει με την άνω απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Σεπτεμβρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας Απορρίπτει αίτηση επανάληψης διαδικασίας διότι δεν προκύπτουν νέες αποδείξεις.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1535/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δημητρούλα Υφαντή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δημήτριο Κράνη και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα και τον Γραμματέα Χρήστο Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναι-ρέσεως της 335/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 885/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 παρ. 1 και 28 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανάτωσης άλλου, υποκειμενικά δε α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 335/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που δίκασε κατ' έφεση, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως τριάντα τεσσάρων (34) μηνών ανασταλείσα. Ειδικότερα κηρύχθηκε ένοχος διότι: "Στο ... με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα. Συγκεκριμένα, στον πιο πάνω τόπο στις 17-10-2002 από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει επέφερε το θάνατο περισσότερων προσώπων, αποτέλεσμα το οποίο προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δε θα επερχόταν. Συγκεκριμένα στον πιο πάνω τόπο και χρόνο προμήθευσε με ποσότητα πετρελαίου την Δ1, προκειμένου αυτή να χρησιμοποιηθεί στην κατοικία της για τις ανάγκες της θέρμανσης, η οποία ποσότητα πετρελαίου είχε χαμηλό σημείο ανάφλεξης και δη αυτό της θερμοκρασίας περιβάλλοντος αντί της κατωτάτης των 55 βαθμών Κελσίου λόγω της ύπαρξης βενζίνης σε αυτό, με αποτέλεσμα όταν σημειώθηκε διαρροή πετρελαίου κατά τον εφοδιασμό της εν λόγω οικίας τη στιγμή που η Δ1 και ο Δ2 εισέρχονταν στο υπόγειο της κατοικίας για να αξιολογήσουν το μέγεθος της διαρροής, ο οποίος και έκανε χρήση αναπτήρα, να λάβει χώρα έκρηξη και έτσι να επέλθει ο θάνατος στην Δ1, στον Δ2, καθώς και στη Α1 και στη Α2, οι οποίες και βρίσκονταν πλησίον του υπογείου της κατοικίας. Ο ίδιος προέβλεψε ως δυνατή την επέλευση του προανα-φερθέντος αποτελέσματος, ωστόσο από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει η πρόβλεψη του ήταν ελλιπής καθώς ο ίδιος πίστευε ότι αυτό δε θα επερχόταν και έτσι δεν απείχε από τον εφοδιασμό της Δ1 με την προαναφερθείσα ποσότητα πετρελαίου."
Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα κατά κατηγορία αποδεικτικά μέσα τα ακόλουθα: "Ο Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.) μετά από σχετική απόφαση των αρμοδίων οργάνων του, προχώρησε στη δημοπράτηση του έργου με την ονομασία ... το οποίο αφορούσε την ανέγερση εργατικών κατοικιών στην περιοχή του .... Μετά από τη διενέργεια διαγωνισμού και δημοπράτηση, ανάδοχος του ως άνω έργου αναδείχθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.". Κατόπιν τούτου, οι εργασίες ανέγερσης των κατοικιών, οι εγκαταστάσεις, τα έργα υποδομής καθώς και η διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου, είχαν συντελεσθεί στις 31-5-2002. Στις 11-9-2002 παραδόθηκαν οι εργατικές κατοικίες στους δικαιούχους από τον Ο.Ε.Κ., οι οποίοι άρχισαν να μεταφέρουν την οικοσκευή τους σ' αυτές, χωρίς όμως να υφίσταται ακόμη δυνατότητα πλήρους εγκατάστασης, διότι οι εν λόγω εργατικές κατοικίες δεν είχαν ακόμη ηλεκτροδοτηθεί πλήρως και επίσης, εξακολουθούσαν να πραγματοποιούνται κάποιες εργασίες καθαρισμού στο χώρο των λεβητοστασίων, προκειμένου στη συνέχεια, αφού γίνει η ηλεκτροδότηση των κατοικιών, να λάβουν χώρα οι αναγκαίες δοκιμές λειτουργίας της κεντρικής θέρμανσης. Περαιτέρω, στις 17-10-2002 η Δ1, μία εκ των δικαιούχων των εργατικών κατοικιών, η οποία σημειωτέον είχε εγκατασταθεί στην κατοικία της, με την έγκριση των υπαλλήλων της αναδόχου εταιρίας, αλλά και του επιβλέποντος μηχανικού του ΟΕΚ, παρήγγειλε από το πρατήριο καυσίμων που διατηρεί στο ... ο κατηγορούμενος Χ για τις ανάγκες θέρμανσης της κατοικίας της 1.000 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί, ότι δυνάμει της από 19-10-2001 σύμβασης εμπορικής συνεργασίας ορισμένου χρόνου (πενταετούς διάρκειας, ήτοι από 01-9-2001 μέχρι 31-8-2006), που υπεγράφη μεταξύ του κατηγορουμένου και της εταιρίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SHELL HELLAS Α.Ε.", ο ως άνω πρατηριούχος ανέλαβε την υποχρέωση να μεταπωλεί από το πρατήριο του αποκλειστικά τα καύσιμα και τα λοιπά συναφή προϊόντα της παραπάνω εταιρίας πετρελαιοειδών, η οποία με τη σειρά της προέβη σε βελτιώσεις των εγκαταστάσεων του πρατηρίου. Επίσης, πέραν του ανωτέρω, ως όροι της εν λόγω συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας είχαν συμφωνηθεί, η απαγόρευση έστω και εναποθηκεύσεως καυσίμων που δεν προέρχονται από την προαναφερόμενη εταιρία πετρελαιοειδών, η αποκλειστική προμήθεια απ' την παραπάνω εταιρία πετρε-λαιοειδών καυσίμων θερμάνσεως ενώ αυτός (πρατηριούχος), πριν από κάθε παραλαβή καυσίμων από τη SHELL, θα εξετάζει το άθραυστο των σφραγίδων του μεταφέροντος σε σφρα-γισμένα διαμερίσματα βυτιοφόρου οχήματος της, ή τρίτου, ανεξάρτητου μεταφορέα και θα αρνείται την παραλαβή σε περίπτωση που ο όρος αυτός δεν τηρείται, αξιώνοντας να παραλαμβάνει από τον οδηγό του μεταφέροντος καύσιμα βυτιοφόρου οχήματος το κατά νόμο σφραγισμένο μέσα σε λευκοσίδηρο δοχείο δείγμα της παραδοθείσας ποσότητας, το οποίο οφείλει να διαφυλάττει για την περίπτωση ενδεχόμενου αγορανομικού ελέγχου μέχρι την επόμενη παραλαβή, σε περίπτωση δε μη παραδόσεως τέτοιου δείγματος από τον οδηγό του βυτιοφόρου τότε αυτός μπορεί ν' αρνηθεί την παραλαβή της σχετικής ποσότητας καυσίμου. Επίσης, ο πρατη-ριούχος όφειλε να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα προληπτικά μέτρα για την αποφυγή ατυχημάτων στο πρατήριο και υποχρεούνταν στην τήρηση όλων των κανόνων ασφαλείας κατά την εκφόρτωση των καυσίμων. Η εν λόγω συμφωνία άρχισε να λειτουργεί από τα τέλη του 2001, οπότε η Shell προμήθευε συστηματικά τον κατηγορούμενο με καύσιμα και άλλα συναφή προϊόντα. Στις 16-10-2002 η Shell δυνάμει του υπ' αριθ. ... τιμολογίου - δελτίου αποστολής πώλησε στον κατηγορούμενο ποσότητα 29.806,21 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης και ποσότητα 6.002,21 λίτρων πετρελαίου κίνησης. Οι παραπάνω ποσότητες φορτώθηκαν στο ..., στο υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της μεταφορικής εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΑ ΤΡΑΝΣ ΙΜΕ Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στη ..., η οποία είχε προστήσει στην οδήγηση του τον Α3. Ο τελευταίος ανεφοδίασε καταρχάς τα πρατήρια των Α4 στη ... και του Α5 στο ... και στη συνέχεια μετέφερε τα καύσιμα στο πρατήριο του κατη-γορουμένου στο ...νσης που παραδόθηκε στο πρατήριο του κατηγορουμένου βρίσκονταν στα υπ' αριθ. 6-8 διαμερίσματα του βυτιοφόρου, ήταν δε σφραγισμένο κατά την έξοδο από τις αποθήκες με αριθμούς σφραγίδων .... Όταν στις 16-10-2002 παραδόθηκαν από τον οδηγό του βυτιοφόρου οχήματος, Α3, στο πρατήριο του κατηγορουμένου οι ανωτέρω ποσότητες καυσίμων ακολουθήθηκε η συνηθισμένη και προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία, με την παράδοση από τον οδηγό στον Δ2 (θανόντα αδελφό του κατηγορουμένου, με τον οποίο ο τελευταίος είχε τη συνεκμετάλλευση του εν λόγω πρατηρίου) δύο δειγμάτων, για τα οποία υφίσταται υπογραφή παραλαβής επί του τιμολογίου. Τα δείγματα αυτά ο κάθε πρατηριούχος (μεταξύ αυτών και ο κατηγορούμενος) είναι υποχρεωμένος να τα φυλάσσει μέχρις εξαντλήσεως της ποσότητας καυσίμου από το οποίο έχει ληφθεί, ενώ σε περίπτωση που η διακίνηση των καυσίμων γίνεται με δημόσιας χρήσης φορτηγά οχήματα, όπως εν προκειμένω, ο μεταφορέας παραδίδει στον πρατηριούχο τα δείγματα σε σφραγισμένα δοχεία, τα οποία ο τελευταίος οφείλει να φυλάσσει μέχρι την επόμενη παράδοση. Μετά την κατά τα ανωτέρω κλήση της Δ1 ο αδελφός του κατηγορουμένου Δ2, ανέλαβε να μεταφέρει και να προμηθεύσει με ποσότητα πετρελαίου θέρμανσης τις εργατικές κατοικίες χρησιμοποιώντας γι' αυτό το μικρό βυτιοφόρο όχημα του πρατηρίου. Όταν έφθασε ο Δ2 στην οικία της Δ1, συνέδεσε τη μάνικα του βυτιοφόρου με την ειδική υποδοχή (στόμιο) που βρισκόταν στο χώρο έξωθεν της οικίας, από την οποία εισερχόταν το καύσιμο κατά την πλήρωση και κατέληγε στην υπάρχουσα στο υπόγειο της κατοικίας δεξαμενή πετρελαίου. Μόλις πραγμα-τοποιήθηκε η μεταφορά της ποσότητας πετρελαίου θέρμανσης από το μικρό βυτιοφόρο του πρατηρίου του κατηγορουμένου στη δεξαμενή πετρελαίου της εν λόγω κατοικίας, ο Δ2, αφού μάζεψε τη μάνικα τροφοδοσίας καυσίμου, αποχώρησε από το χώρο. Στη συνέχεια, η Δ1, κατεβαίνοντας στο υπόγειο της κατοικίας για να ελέγξει την παραληφθείσα ποσότητα πετρελαίου θέρμανσης, διαπίστωσε ότι υπήρχε διαρροή, η οποία, όπως εξακριβώθηκε εκ των υστέρων, οφειλόταν στο γεγονός ότι η βάνα καθαρισμού της δεξαμενής ήταν ανοικτή. Κατόπιν τούτου, η Δ1 ειδοποίησε τους γείτονες, τον υπάλληλο της κατασκευάστριας εταιρίας, Α6, την Πυροσβεστική Υπηρεσία και τον Δ2. Μετά από σύντομο χρονικό διάστημα ο τελευταίος επέστρεψε εκ νέου στο συγκρότημα των εργατικών κατοικιών του ... και μαζί με την Δ1 κατέβηκαν στο υπόγειο της κατοικίας της προκειμένου να βρουν την αιτία της διαρροής του πετρελαίου θέρμανσης από τη δεξαμενή και να αξιολογήσουν την κατάσταση για την απορροή του πετρελαίου. Μόλις τούτοι εισήλθαν στο υπόγειο, κι ενώ έξω απ' αυτό (υπόγειο) ανέμεναν η Α1 και Α2, δικαιούχοι άλλων εργατικών κατοικιών του συγκροτήματος, ο Δ2, δεδομένου ότι δεν υπήρχε φωτισμός στο υπόγειο, άναψε τον αναπτήρα του για να διακρίνει την έκταση της διαρροής, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει ισχυρότατη έκρηξη, να σκοτωθούν αμέσως ο Δ2 και η Δ1, που υπέστη απανθράκωση της κεφαλής, του λαιμού και του θώρακος και να τραυματισθούν βαρύτατα η Α1 και η Α2, οι οποίες, αφού μεταφέρθηκαν για νοσηλεία στη ΜΕΘ του νοσοκομείου "..." Θεσσαλονίκης, κατέληξαν, η μεν πρώτη στις 27-10-2002, εξαιτίας των βαρέων εγκαυμάτων τρίτου βαθμού στο 84% του σώματος της, των σηπτικών επιπλοκών και της ανεπάρκειας πολλαπλών οργά-νων, η δε δεύτερη στις 01-11-2002, λόγω των βαρέων εγκαυμάτων τρίτου βαθμού στο 90% του σώματος της, των σηπτικών επιπλοκών καθώς και του συνδρόμου ανεπάρκειας πολλαπλών οργάνων. Περαιτέρω, όπως διαπιστώθηκε μετά το επισυμβάν ατύχημα, το πετρέλαιο θέρμανσης με το οποίο ο κατηγορούμενος προμήθευσε την κατοικία της Δ1 ήταν μη κανονικό και ειδικότερα, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 476/2002 έκθεση αναλύσεως της Δ' Χημικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης (αριθμός δείγματος 120) βρέθηκε αυτό να έχει σημείο ανάφλεξης σε θερμοκρασία περιβάλλοντος αντί της κατώτατης των 55 βαθμών Κελσίου. Επρόκειτο δηλαδή για πετρέλαιο θέρμανσης, το οποίο ήταν νοθευμένο με κατώτερα κλάσματα της περιοχής των βενζινών σε ποσοστό 21% και λόγω του πολύ χαμηλού σημείου αναφλέξεώς του, ιδιαίτερα επικίνδυνο για τους καταναλωτές. Αμέσως μετά το ένδικο ατύχημα, ελήφθη δείγμα καυσίμου από τις αντλίες του πρατηρίου του κατηγορουμένου (βλ. σχετ. το υπ' αριθ. 119/18-10-2002 πρωτόκολλο δειγματοληψίας), το οποίο βρέθηκε απολύτως κανονικό, όπως βεβαιώνεται στην υπ' αριθ. ΔΠ 188 έκθεση του Γενικού Χημείου του Κράτους. Επιπροσθέτως, ελήφθη δείγμα τόσο από την πολυκατοικία που συνέβη το ατύχημα, τα αποτελέσματα της οποίας αποτυ-πώνονται στην προαναφερόμενη υπ' αριθ. 476/2002 έκθεση αναλύσεως του ΓΧΚ (Δ' Χημική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης), όσο και το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... μικρό βυτιοφόρο όχημα που χρησιμοποιήθηκε για τον εφοδιασμό της δεξαμενής της εν λόγω πολυκατοικίας, το οποίο βρέθηκε επίσης μη κανονικό λόγω προσμίξεως με κατώτερα κλάσματα της περιοχής των βενζινών σε ποσοστό 8% (βλ. σχετ. το υπ' αριθ. ... πρωτόκολλο δειγματοληψίας και την υπ' αριθ. 475/2002 έκθεση αναλύσεως του ΓΧΚ). Εξάλλου, πριν από την έκρηξη, ο θανών Δ2 είχε εφοδιάσει με ποσότητες πετρελαίου θέρμανσης από το ίδιο ως άνω βυτιοφόρο και άλλες εργατικές κατοικίες, από τις οποίες ελήφθησαν επίσης δείγματα που ελέγχθηκαν από το Γενικό Χημείο του Κράτους και βρέθηκαν όλα μη κανονικά λόγω προσμίξεως με κατώτερα κλάσματα της περιοχής των βενζινών σε ποσοστά που κυμαίνονταν από 8% μέχρι 18% (βλ. σχετ. το υπ' αριθ. 122/18-10-2002 πρωτόκολλο δειγματοληψίας που αφορά την διπλανή πολυκατοικία του δυστυχήματος και την υπ' αριθ. 474/2002 έκθεση αναλύσεως του ΓΧΚ, το υπ' αριθ. ... πρωτόκολλο δειγματοληψίας που αφορά τη δεξαμενή του Α7, ομοίως στις εργατικές κατοικίες και την υπ' αριθ. 473/2002 έκθεση αναλύσεως του ΓΧΚ, το υπ' αριθ. ... πρωτόκολλο δειγματοληψίας που αφορά τη δεξαμενή του Α8 ομοίως στις εργατικές κατοικίες και την υπ' αριθ....2 έκθεση αναλύσεως του ΓΧΚ, το υπ' αριθ. ... πρωτόκολλο δειγματοληψίας που αφορά τη δεξαμενή της ... ομοίως στις εργατικές κατοικίες και την υπ' αριθ. ... έκθεση αναλύσεως του ΓΧΚ, το υπ' αριθμ. 126/18-10-2002 πρωτόκολλο δειγματοληψίας που αφορά τη δεξαμενή του ... ομοίως στις εργατικές κατοικίες και την υπ' αριθ. 489/2002 έκθεση αναλύσεως του ΓΧΚ, το υπ' αριθμ. ... πρωτόκολλο δειγματοληψίας που αφορά τη δεξαμενή του ... ομοίως στις εργατικές κατοικίες και την υπ' αριθμ. 490/2002 έκθεση αναλύσεως του ΓΧΚ και το υπ' αριθ. ... πρωτόκολλο δειγματοληψίας που αφορά τη δεξαμενή του ...ομοίως στις εργατικές κατοικίες και την υπ' αριθ. 491/2002 έκθεση αναλύσεως του ΓΧΚ). Από την άλλη πλευρά, σε κανένα από τα πρατήρια της Βορείου Ελλάδος (... κλπ.), τα οποία είχαν εφοδιασθεί με καύσιμα από την ίδια παρτίδα της 5ήθ
ΙΙ, αλλά και σε αυτό που μεταφέρθηκαν την ίδια ημέρα (16-10-2002) με το ΔΧΦ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Α3 (...), δεν εμφανίστηκε το παραμικρό πρόβλημα μη κανο-νικότητας αυτών, ενώ είναι χαρακτηριστικό, ότι αν και στα παραπάνω πρατήρια βρέθηκαν τα δείγματα που άφησε ο ως άνω οδηγός, όπως άλλωστε ήταν υποχρεωμένος, στο πρατήριο του κατηγορουμένου δεν βρέθηκε τέτοιο δείγμα, παρά το γεγονός, ότι ο ίδιος ο θανών, υπέγραψε στο σώμα του σχετικού τιμολογίου στη θέση όπου υπάρχει η έντυπη ένδειξη "παρελήφθησαν σφραγισμένα δείγματα βυτιοφόρου". Περαιτέρω, ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο - καθόσον ισχυρίσθηκε ότι το δείγμα καυσίμου που λήφθηκε από το πρατήριο του και βρέθηκε κανονικό προερχόταν από την μάνικα της αντλίας, η οποία δεν είχε χρησιμοποιηθεί κατά τις νυκτερινές ώρες τις 16-10-2002 και έτσι το καύσιμο που περιείχε δεν ήταν από την παραληφθείσα την ίδια ημέρα ποσότητα, σε συνδυασμό με τα υποστηριζόμενα από μέρους του περί μη κανονικότητας του πετρελαίου θέρμανσης που είχε παραλάβει - η διενέργεια νέας δειγματοληψίας και αναλύσεως, η οποία έλαβε χώρα στις 23-10-2002, δηλαδή πέντε (5) ημέρες έπειτα από το επισυμβάν ατύχημα (βλ. σχετ. τα από 23-10-2002 υπ' αριθ.... πρωτόκολλα δειγματοληψίας), χωρίς όμως την παρουσία εκπροσώπων της Shell. Τα ως άνω νέα δείγματα βρέθηκαν μη κανονικά λόγω προσμίξεώς τους με κατώτερα κλάσματα της περιοχής των βενζινών σε ποσοστό 32% και 21% αντίστοιχα (βλ. σχετ. τις υπ' αριθμ. 492/2002 και 493/2002 εκθέσεις αναλύσεως του ΓΧΚ). Πλην όμως, τα δείγματα αυτά ελήφθησαν μετά την παρέλευση αρκετά μεγάλου χρονικού διαστήματος από δεξαμενές που είχαν παραμείνει αφύλακτες και ασφράγιστες, με αποτέλεσμα να μην αποκλείεται η επέμβαση τρίτων στο περιεχόμενο σ' αυτές καύσιμο, προκειμένου να ενοχοποιηθεί η προμηθεύτρια εταιρία. Όπως λέχθηκε προηγουμένως, η εξέταση των δειγμάτων που λήφθηκαν τόσο από το μικρό βυτιοφόρο όχημα που διέθετε το πρατήριο του κατηγορουμένου όσο και από τις δεξαμενές πετρελαίου των δικαιούχων των εργατικών κατοικιών, που είχαν προμηθευθεί την ίδια εκείνη ημέρα του ατυχήματος πετρέλαιο θέρμανσης από το ως άνω πρατήριο, έδειξε ότι το πετρέλαιο θέρμανσης αυτών εμφανίζει διαφορετικές τιμές ποσοστών προσμίξεως με κατώτερα κλάσματα της περιοχής των βενζινών (από 8% μέχρι και 21%) και τούτο εξηγείται από το γεγονός, ότι η νόθευση πραγματοποιούνταν από τον κατηγορούμενο και τον αδελφό του ... (θανόντα) κατά τη φόρτωση του μικρού βυτιοφόρου του πρατηρίου με το οποίο μεταφέρονταν τα καύσιμα στους παραλήπτες και μάλιστα εμπειρικά, χωρίς δηλαδή από πριν να υφίσταται ορισμένη αναλογία. Τούτο γινόταν για να λειτουργήσει η πρόσμιξη αυτή ως αντιπαγωτικό του πετρελαίου θέρμανσης, λαμβανομένου υπόψη και του ότι οι θερμοκρασίες που επικρατούν κατά τους χειμερινούς μήνες στο ... είναι οι χαμηλότερες στην Ελλάδα, στόχο τον οποίο είχαν επιτύχει, δεδομένου ότι το πρατήριο τους ήταν πρώτο σε κατανάλωση λόγω του ότι το πετρέλαιο που πωλούσαν δεν πάγωνε. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι στις 17-10-2002(ημεροχρονολογία του ενδίκου ατυχήματος) διορίσθηκαν από την Πυροσβεστική Υπηρεσία Δράμας, η οποία ανέλαβε την ευθύνη της διερεύνησης των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το εν λόγω ατύχημα, εξειδικευμένοι πραγματογνώμονες οι οποίοι, μετά από επιτόπια θεώρηση στις 18-10-2002 και έρευνα του χώρου όπου συνέβη το τραγικό συμβάν, κατάρτισαν τη σχετική έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την οποία εγχείρησαν στις 21-10-2002. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα σ' αυτήν, οι ηλεκτρικές εγκαταστάσεις του κτιρίου βρέθηκαν σε καλή κατάσταση και ήταν αξιόπιστες. Το κτίριο δεν είχε ηλεκτροδοτηθεί ακόμα και συνεπώς, αποκλείσθηκε η πιθανότητα προκλήσεως της έκρηξης από ηλεκτρικά αίτια. Τόσο ο καυστήρας όσο και ο λέβητας αλλά και η δεξαμενή καυσίμου βρέθηκαν άθικτοι. Το φίλτρο πετρελαίου του καυστήρα δεν είχε ίχνη καυσίμου, που σημαίνει ότι ουδέποτε τέθηκαν σε λειτουργία. Οι διακόπτες (βάνες) της δεξαμενής βρέθηκαν κλειστές. Δεν υπήρχε τροφοδοσία ηλεκτρικού ρεύματος του καυστήρα, όπως άλλωστε και όλου του κτίσματος. Η πρόκληση εκρήξεως δεν οφειλόταν σε κακοτεχνίες κατασκευής του λεβητοστασίου και της δεξαμενής ούτε και σε τυχόν κακή λειτουργία αυτών, ο λόγος δε που βρέθηκε καύσιμο στο δάπεδο του υπογείου, σύμφωνα και με τις μαρτυρικές καταθέσεις, είναι ότι κατά την πλήρωση της δεξαμενής καυσίμου ο διακόπτης (βάνα αποστράγγισης) της δεξαμενής, ήταν ανοικτός. Όταν έγινε αντιληπτό, ότι ήταν ανοικτός, κάποιος τον έκλεισε. Συμπερασματικά, το συμβάν δεν μπορεί ν' αποδοθεί σε τεχνικό πρόβλημα των ηλεκτρο-μηχανολογικών εγκαταστάσεων του κτιρίου, αλλά στο γεγονός, ότι το έντονα πτητικό καύσιμο δημιούργησε μαζί με τον ατμοσφαιρικό αέρα εκρηκτικό μείγμα, που ανεφλέγη από τη χρήση φλόγας. Σύμφωνα με όσα έγιναν παραπάνω δεκτά, υπαίτιος του εν λόγω ατυχήματος είναι ο κατηγορούμενος, ο οποίος αν και προέβλεψε ότι προμηθεύοντας μεταξύ άλλων και την οικία της θανούσας, Δ1 με πετρέλαιο μη κανονικό, δηλαδή με σημείο ανάφλεξης τη θερμοκρασία περιβάλλοντος αντί της κατώτατης των 55° βαθμών Κελσίου, λόγω πρόσμειξης με κατώτερα κλάσματα της περιοχής των βενζινών,το οποίο ήταν επικίνδυνο για κατανάλωση, εν τούτοις πίστεψε ότι δεν θα προκληθεί έκρηξη και θα επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου τεσσάρων ανθρώπων. Το ότι γνώριζε για τη μη κανονικότητα της ποιότητας του πετρελαίου θέρμανσης προκύπτει από το ότι ο ίδιος από ελλιπή γνώση, προέβη στην πρόσμειξη του πετρελαίου με κατώτερα κλάσματα της περιοχής των βενζινών κατά το χρόνο που πραγματοποιούσε τη φόρτωση του βυτίου του με πετρέλαιο για την τροφοδοσία των εργατικών κατοικιών, προκειμένου η πρόσμειξη αυτή να λειτουργήσει ως αντιπα-γωτικό του πετρελαίου, όπως κατέθεσαν ορισμένοι από τους εξετασθέντες μάρτυρες. Ο προβληθείς από τον κατηγορούμενο αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός ότι ο ίδιος δεν γνώριζε για τη μη κανονικότητα του καυσίμου, αφού έτσι το είχε προμηθευτεί από την εταιρία SHELL, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια αφού αν η νόθευση προέρχονταν από την προμηθεύτρια (πωλήτρια) του πετρελαίου θέρμανσης εταιρία SHELL, τα δείγματα θα έπρεπε να εμφανίζουν αν όχι το ίδιο ποσοστό νόθευσης, πάντως μικρές αποκλίσεις και όχι σε ποσοστό έως 13%, όπως σε ορισμένα από τα εξετασθέντα δείγματα διαπιστώθηκε. Η διαφορετικότητα δε αυτή σε ποσοστά νόθευσης ενισχύει την κρίση ότι η επενέργεια στο πετρέλαιο θέρμανσης γίνονταν κατά τη διάρκεια της φόρτωσης του βυτίου του κατηγορουμένου, χωρίς η μείξη να γίνεται με κάποια εκ των προτέρων επιλεγμένη αναλογία, αλλά κατά προσέγγιση. Επομένως, εφόσον ο παραπάνω κατηγορούμενος προέβλεψε ως δυνατή την επέλευση του παραπάνω αποτελέσματος, ωστόσο από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, η πρόβλεψη του ήταν ελλιπής καθώς πίστευε στην μη επέλευση του, πρέπει για το λόγο αυτό να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, ενώ θα πρέπει ν' απορριφθούν οι περί του αντιθέτου αυτοτελείς ισχυρισμοί του."
Με αυτά που δέχθηκε το άνω δικαστήριο, διέλαβε στο σκεπτικό αλληλοσυμπληρούμενο με το διατακτικό της αποφά-σεως, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία της συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση του οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 94, 302 § 1 ΠΚ τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει τα περιστατικά της συνειδητής αμέλειας του αναιρεσείοντος, ο οποίος διατηρώντας με τον αδελφό του Δ2 πρατήριο υγρών καυσίμων προέβη στην πρόσμειξη πετρελαίου θέρμανσης με κατώτερα κλάσματα της περιοχής βενζινών, με αποτέλεσμα, λόγω της δυσαναλογίας της πρόσμειξης των ουσιών αυτών (πετρέλαιο - κλάσματα βενζινών) να προκληθεί έκρηξη, με την αφή αναπτήρος στο χώρο προμήθειας πετρελαίου, από την οποία (έκρηξη) από μόνη ενεργό αιτία επήλθε ο θάνατος τεσσάρων ατόμων, ο δε κατηγορούμενος αν και προέβλεψε το άνω αποτέλεσμα, πίστευε ότι δεν θα επέλθει, προς δε αναφέρει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της πράξης του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες αφού α) οι προαναφερθείσες παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας που περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποτελούν επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, ανεξαρτήτως του ότι μόνη η επανάληψη στο σκεπτικό του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εφόσον τούτο περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αν στο σκεπτικό αναφέρονται, όπως εν προκειμένω οι αποδείξεις, από τις οποίες το δικαστήριο συνήγαγε τα γενόμενα απ' αυτό δεκτά περιστατικά, ούτε οι άνω παραδοχές είναι αντιγραφή και μάλιστα μερική μόνο του σκεπτικού της πρωτοβάθμιας απόφασης. β) από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως, ότι το δικαστήριο συνήγαγε την κρίση του από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων και τις καταθέσεις των μαρτύρων, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τις καταθέσεις των μαρτύρων ... και ..., οι οποίες δεν μπορεί να καταληφθεί αμφιβολία ότι τις συνεκτίμησε το δικαστήριο από μόνο το λόγο ότι δεν σχολίασε αυτές, δεν απαιτείτο δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας ειδική αξιολόγηση, συσχετισμός και συγκριτική στάθμιση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων, ούτε προκύπτει επιλεκτική εκτίμηση ορισμένων εξ' αυτών. β) δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση με την παραδοχή στο σκεπτικό ότι η νόθευση του πετρελαίου θέρμανσης έγινε με κατώτερα κλάσματα της περιοχής βενζινών για να λειτουργήσει η πρόσμειξη αυτή ως αντιπαγωτικό, ενώ στο διατακτικό αναφέρεται ότι η πρόσμειξη αυτή έγινε με βενζίνη, αφού πρόκειται για το ίδιο υγρό (υλικό). γ) είναι σαφής η παραδοχή ότι η πρόσμιξη πετρελαίου θέρμανσης και βενζίνης έγινε στο βυτιοφόρο όχημα, δεν δημιουργείται δε ασάφεια ή ενδοιαστική αιτιολογία με την αναφορά στο σκεπτικό "ότι τα δείγματα που ελήφθησαν (στις 23-10-2002) βρέθηκαν μη κανονικά λόγω προσμείξεώς του με κατώτερα κλάσματα της περιοχής βενζινών σε ποσοστό 32% και 21% αντίστοιχα...πλην όμως τα δείγματα αυτά ελήφθησαν μετά παρέλευση αρκετά μεγάλου χρονικού διαστήματος από δεξαμενές που είχαν παραμείνει αφύλακτες και ασφράγιστες με αποτέλεσμα να μην αποκλείεται η επέμβαση τρίτων στο περιεχόμενο σ' αυτές καύσιμο, προκειμένου να ενοχοποιηθεί η προμηθεύτρια εταιρία" δ) κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενη αποφάσεως το πετρέλαιο θέρμανσης ήταν νοθευμένο με κατώτερα κλάσματα της περιοχής βενζίνης κατά ποσοστό 21% και λόγω του χαμηλού σημείου ανάφλεξης ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνο για τους καταναλωτές, δεν ήταν δε αναγκαίο να αιτιολογήσει για ποιο λόγο πρόσθεσε στο πετρέλαιο θέρμανσης εν γνώσει του βενζίνη, που είναι ακριβότερη ούτε να αναφέρει τις τιμές πετρελαίου και βενζίνης, ούτε την τιμή πωλήσεως του μείγματος ούτε τον τρόπο φόρτωσης, αποθήκευσης .... των κατωτέρων προϊόντων της περιοχής βενζίνης, ούτε αν υπάρχουν ειδικά προϊόντα - αναψυκτικά που προστίθενται σε μικρότερη αναλογία.
ε) δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως με το να μην απαντήσει αιτιολογημένα στον ισχυρισμό του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος ότι α) δεν υπήρχε λόγος ούτε συμφέρον να προστεθεί βενζίνη στο πετρέλαιο θέρμανσης και μάλιστα κατά ποσοστό 20% αφού η βενζίνη είναι ακριβότερη β) η προσθήκη βενζίνης στο πετρέλαιο για να μην παγώσει, το τελευταίο δεν δικαιολογείται λόγω των επικρατουσών υψηλών θερμοκρασιών (21ο C) διότι οι άνω ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων, αλλά αρνητικοί της αποδιδόμενης σ' αυτόν κατηγορίας (Ολ ΑΠ 1198/90). Επομένως, οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ, Ε και Β του ΚΠοινΔ τέταρτος και πέμπτος λόγοι της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η εκ πλαγίου παραβίαση των άνω ουσιαστικών διατάξεων και της ελλείψεως ακροάσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις οι διαλαμβανόμενες στον τέταρτο λόγο της αιτήσεως, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), 31 παρ. 2 (ως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3160/2003), 105 παρ. 2 και 223 παρ. 4 του ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι απαγορεύεται η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της έγγραφης εξετάσεως του, που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ένορκης ή ανώμοτης καταθέσεως που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Συνακόλουθα η κατά παράβαση της απαγο-ρεύσεως αυτής αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος εκείνου που κατέθεσε και στη συνέχεια κατέστη κατηγορούμενος της ως άνω καταθέσεώς του, είτε στην προδικασία είτε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο επάγεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠοινΔ και θεμελιώνει έτσι τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Αυτό δε, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώ-ματός του για δίκαιη δίκη, που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και το δικαίωμα του από το άρθρο 223 παρ. 4 ΚΠοινΔ να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακη-ρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μη εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά τη κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής (Ολ.ΑΠ 1/2004, ΑΠ 479/09).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα του βασίμου του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, ως αναγνωσθέν στο ακροατήριο έγγραφο το οποίο έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου αναφέρεται μεταξύ άλλων υπό τον αριθμό 16 "το με αριθ. πρωτ. ΕΜΠ: 11/24-11-2003 έγγραφο του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος περιφ. Δ/νσης Ανατολ. Μακεδονίας και Θράκης". Στο άνω έγγραφο εμπεριέχεται περίληψη της από 8-11-2002 ανωμοτί κατάθεσης του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος ενώπιον των προανα-κριτικών υπαλλήλων του Σ.Δ.Ο.Ε. ενεργούντων προανάκριση αυτεπαγγέλτως, χωρίς εισαγγελική παραγγελία και πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, με κάποιον από τους αναφερόμενους στο άρθρο 72 ΚΠοινΔ, τρόπους. Ο κατηγορούμενος δεν αντέλεξε στην ανάγνωση του άνω εγγράφου με την εμπεριεχόμενη σ' αυτό ανωμοτί κατάθεσή του, αλλ' αντιθέτως επικαλέσθηκε αυτό στο σημείωμά του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ανέπτυξε αυτό προφορικά. Από την παραδεκτή επισκόπηση του άνω υπ' αριθ. 11/24-11-2003 εγγράφου προκύπτει ότι σ' αυτό ήταν συνημμένα 11 έγγραφα μεταξύ των οποίων και η από 8-11-2002 ανωμοτί κατάθεση του κατηγορουμένου, τα οποία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν αναγνώσθηκαν, ούτε υπεβλήθη αίτημα από τον κατηγορούμενο ή τους πληρεξούσιους δικηγόρους του ανάγνωσης αυτών, ούτε ελήφθησαν υπόψη προς στήριξη της κατηγορίας. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αιτιάται ο κατηγορούμενος απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας εκ της αναγνώσεως της άνω ανωμοτί καταθέσεώς του άλλως εκ της μη αναγνώσεως ως αναγκαίων συνημμένων εγγράφων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από συνδυασμό των άρθρων 329, 358, 364 και 365 του Κ.Π.Δ προκύπτει, ότι απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, επέρχεται και όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του έγγραφο και το εκτιμά προς στήριξη της κρίσεως του για την ενοχή του κατηγο-ρουμένου, χωρίς τούτο να αναγνωσθεί προηγουμένως κατά την ακροαματική διαδικασία, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το αποδεικτικό τούτο μέσο. Τέτοια όμως ακυρότητα δεν επέρχεται, όταν το έγγραφο που λήφθηκε υπόψη χωρίς να αναγνωσθεί αναφέρεται διηγηματικά στην προσβαλλόμενη απόφαση ή αν για το έγγραφο αυτό υπάρχει αναφορά σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία, όπως στην κατάθεση εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρος ή όταν τούτο αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου και μνημονεύεται στο επιδιδόμενο σ' αυτόν κλητήριο θέσπισμα. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο (κατά το πρώτο σκέλος του) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα "υπ' αριθ. ... Πρωτόκολλα δειγματοληψίας χωρίς την παρουσία εκπροσώπου της Shell όπως επίσης και τις υπ' αριθ. 492/2002 και 499/2002 εκθέσεις αναλύσεως του Γ.Χ.Κ." τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία. Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που αφορά την άνω αιτίαση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και τούτο καθόσον όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλ-λόμενης αποφάσεως, τα έγγραφα αυτά, για τα οποία κατέθεσαν οι μάρτυρες ..., Χ, Δ2, ..., ... και ... πράγματι δεν αναγνώσθησαν, πλην όμως αυτά στο σκεπτικό διηγηματικώς αναφέρονται και δεν εκτιμήθηκαν προς στήριξη της κατηγορίας. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 § 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεως του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου που αναγνώσθηκε δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία, εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενο του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και τα παρακάτω: "από 2-7-2001 τιμολόγιο" και "σύμβαση εκτέλεσης έργου" "απόσπασμα τριών σελίδων του βιβλίου του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου του Τμήματος Χημικών Μηχανικών του Εργαστηρίου Τεχνολογίας Καυσίμων και Λιπαντικών έκδοσης 1997" "δημοσιεύματα εφημερίδας" "δύο αποκόμματα εφημερίδων σε φωτοτυπία" "δύο φωτογραφίες" "έξι φωτογραφίες" "μία φωτογραφία" (που επισκοπήθηκαν) ο κατά τον άνω τρόπο προσδιορισμός στα πρακτικά των άνω εγγράφων είναι επαρκής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά τους, ενόψει μάλιστα του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, με την ανάγνωση δε αυτών κατέστη γνωστό το περιεχόμενό τους στον κατηγορούμενο, ο οποίος είχε έτσι τη δυνατότητα να υποβάλλει τις επ' αυτών παρατηρήσεις και απόψεις του, κατ' άρθρο 358 ΚΠοινΔ, δυνατότητα που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ δεύτερος (κατά το δεύτερο σκέλος του) λόγος αναιρέσεως που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την ειδικότερη αιτίαση ότι τα ανωτέρω έγγραφα που αναγνώσθηκαν δεν προσδιορίζονται επακριβώς κατά τα στοιχεία της ταυτότητός τους είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' ΚΠΔ, ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των δικαιωμάτων που προσήκουν στον κατηγορούμενο αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει, οίκοθεν, εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των ανωτέρω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Από τις διατάξεις, όμως, των άρθρων 333 παρ.2 και 358 η άλλη διάταξη του ΚΠΔ, δεν προκύπτει υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση να δίδει το λόγο στους διαδίκους, χωρίς αίτηση τους, για να προβούν σε δηλώσεις ή εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν.
Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, ο τρίτος λόγος της ένδικης αιτήσεως, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά την έννοια των άρθρων 171 § 1 εδ. δ' και 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, από το ότι μετά την εξέταση των μαρτύρων και την ανάγνωση των αναφερομένων εγγράφων δεν δόθηκε ο λόγος από την διευθύνουσα τη συζήτηση στους συνηγόρους του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος ή στον ίδιο αυτεπαγγέλτως και χωρίς να το ζητήσουν για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις ως προς την κατάθεση του κάθε μάρτυρα και την ανάγνωση των εγγράφων, είναι αβάσιμος, αφού κατά τα προεκτεθέντα δεν καθιερώνεται υποχρέωση του διευθύνοντος να δίδει το λόγο στον κατηγορούμενο αυτοβούλως για να ασκήσει το εκ του άρθρου 358 ΚΠοινΔ δικαίωμα.
Κατ' ακολουθία των παραπάνω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Ιουνίου 2010 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 335/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμε-λημάτων) Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Σεπτεμ-βρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία εξ αμελείας (συνειδητή) κατά συρροή. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, απόλυτης ακυρότητας εκ της αναγνώσεως προανακριτικής καταθέσεως του κατηγορουμένου λήψεως υπόψη εγγράφων δεν αναγνώστηκαν, εκ του φερόμενου ανεπαρκούς προσδιορισμού εγγράφων, ελλείψεως ανακρίσεως (358 ΚΠΔ) -.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 1
|
Αριθμός 1534/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη, και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., 3) Χ3, κατοίκου ... και 4) Χ4, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Μπουρμά, για αναίρεση της με αριθμό 489/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3 και 4) Ψ4, κατοίκων όλων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Πετούμενο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας) με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 22 Φεβρουαρίου 2010, τέσσαρες (4) τον αριθμό, αιτήσεις τους περί αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον 335/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης του πρώτου κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος και να απορριφθούν οι αιτήσεις των λοιπών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 22.2.2010 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: α) Χ1, β) Χ2, γ) Χ3 και δ) Χ4, κατά της υπ' αριθμ. 489/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας), έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν. Κατά το άρθρο 388 παρ, 1 του ΠΚ απάτη διαπράττει, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων. Ένεκα της μη αναγκαίας ταύτισης του προσώπου που απατήθηκε και εκείνου που υπέστη τη βλάβη, η απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με την παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, που αποτελεί ειδικότερη μορφή της απάτης του άρθρου 386 ΠΚ και στοιχειοθετείται όταν ο διάδικος σε πολιτική δίκη, όχι μόνο προβάλλει ψευδή πραγματικό ισχυρισμό, αλλά ταυτόχρονα προσκομίζει προς υποστήριξη του, εν γνώσει του ψευδή αποδεικτικά μέσα, όπως πλαστά ή νοθευμένα έγγραφα ή γνησίων μεν, ανακριβή όμως κατά το περιεχόμενο τους, με τα οποία παραπλανά το δικαστήριο και εκδίδει δυσμενή για την περιουσία του αντιδίκου του δικαστική απόφαση. Θεωρείται ως τετελεσμένη η απάτη αυτή όταν το δικαστήριο που παραπλανάται από το διάδικο με την υποβολή των ψευδών αποδεικτικών μέσων εκδίδει οριστική απόφαση δυσμενή για τον αντίδικο του, σε απόπειρα δε όταν το δικαστήριο δεν πείθεται απ' αυτόν και απορρίπτει τον ψευδή ισχυρισμό του. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 (προηγούμενη) το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως, γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει 6τις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε 6υγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρόν ή το παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση .του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως, κατά τα ανωτέρω, επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, άμεσος δηλαδή δόλος, πρέπει η ύπαρξη τέτοιου δόλου να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή. Εξάλλου, Κατά το άρθρο 98 Π.Κ. αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 § 1, να επιβάλει μία μόνο ποινή. Για την επιμέτρηση της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Η τελευταία αυτή διάταξη προβλέπει το κατ' εξακολούθηση έγκλημα, το οποίο απαρτίζεται από περισσότερες, χρονικώς διακεκριμένες μεταξύ τους, μερικότερες πράξεις, οι οποίες έχουν τελεσθεί από το ίδιο πρόσωπο στον ίδιο ή διαφόρους τόπους, προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό, κάθε μία απ' αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται μεταξύ τους με την ταυτότητα της, προς τέλεση τους, αποφάσεως και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) Ο μάρτυρας να εκθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής η οποία είναι αρμόδια για την ένορκη εξέταση του, β) τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη του πιο πάνω εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τα γεγονότα που κατέθεσε. Επίσης, από τη διάταξη του άρ. 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενο, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Επίσης, για την ύπαρξη άνω αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλαστο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2, και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 489/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε (στη Χαλκίδα) σε δεύτερο βαθμό, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι και ειδικότερα, η πρώτη Χ1 των αξιοποίνων πράξεων της απάτης στο δικαστήριο ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας κατ' εξακολούθηση, συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε κάθε ψευδορκία μάρτυρα (2), ο δεύτερος, Χ2, της ηθικής αυτουργίας σε απάτη στο δικαστήριο ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση, ο τέταρτος, Χ3, της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και η πέμπτη Χ4, της ψευδορκίας μάρτυρα και τους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως και ειδικότερα, στην πρώτη, συνολική δώδεκα (12) μηνών, στο δεύτερο, συνολική εννέα (9) μηνών, στους τέταρτο και πέμπτη, ανά τριών (3) μηνών, αντίστοιχα, η εκτέλεση των οποίων ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και
αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη, τα εξής: "Η πρώτη κατηγορουμένη Χ1 υπέβαλε προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας τις από 22-1-2002 και 7-11-2002 αιτήσεις της, με την πρώτη των οποίων ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι είναι γνήσιο τέκνο του ΑΑ και της ΒΒ, το γένος ..., ότι έχει γεννηθεί στις 6-5-1925 και να προβεί ο Δήμαρχος του Δήμου ... στη διόρθωση της με αριθμό ... οικογενειακής μερίδας του πατέρα της ως προς τα στοιχεία που αναλυτικά αναφέρονται στην αίτηση, ενώ με τη δεύτερη αίτηση ζήτησε να βεβαιωθεί το γεγονός του θανάτου της μητέρας της ΒΒ, το γένος ... και ..., που συνέβη στις 10-5-1925, προκειμένου να συνταχθεί η σχετική ληξιαρχική πράξη θανάτου. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που έλαβε χώρα στις 7-3-2002 και 14-11-2002, αντίστοιχα, εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας ο κατηγορούμενος Χ3 και προσκομίσθηκαν από την αιτούσα ένορκες βεβαιώσεις της ΕΕ, η οποία ήδη έχει αποβιώσει, και της Χ4, προς απόδειξη του περιεχομένου των αιτήσεων της. Οι πιο πάνω μάρτυρες, εξεταζόμενοι ενόρκως, εν γνώσει τους, υποστήριξαν τους ψευδείς ισχυρισμούς της αιτούσας και έτσι η τελευταία πέτυχε να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να εκδώσει τις με αριθμούς 486/2002 και 564/2002 αποφάσεις του, αντίστοιχα, με τις οποίες οι αιτήσεις έγιναν δεκτές, αφού πείστηκε ο δικαστής ότι η αιτούσα είναι τέκνο του ΑΑ και της πρώτης συζύγου του ΒΒ (...), το γένος ... και ..., γεννηθείσα στις 6-5-1925, ενώ η αλήθεια είναι ότι αυτή γεννήθηκε το έτος 1927 και είναι τέκνο της ΖΖ, με την οποία ο πατέρας της ΑΑ ήλθε σε δεύτερο γάμο μετά το θάνατο της πρώτης συζύγου του ΒΒ. Στην πράξη αυτή προέβη με σκοπό να αποκομίσει παράνομο όφελος, που συνίσταται στη δημιουργία κληρονομικών δικαιωμάτων επί της περιουσίας της αποβιωσάσης ..., καθόσον, με βάση τις ως άνω αποφάσεις, προέβη σε αποδοχή της κληρονομιάς της τελευταίας, δυνάμει της με αριθμό .../30-12-2002 δηλώσεως αποδοχής της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ευαγγελίας Μάνη, με αντίστοιχη ζημία των νομίμων κληρονόμων. Στη συνέχεια, με την από 9-5-2003 εξώδικη δήλωση της, απευθυνόμενη, εκτός των άλλων, και προς τους εγκαλούντες, του περιεχομένου της οποίας έλαβε γνώση ο δικαστικός επιμελητής που διενήργησε την επίδοση, ισχυρίσθηκε για τους εγκαλούντες γεγονότα ψευδή, εν γνώσει της αναληθείας τους, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη αυτών. Συγκεκριμένα ισχυρίσθηκε ότι διαχειρίζονται παράνομα την περιουσία που κληρονόμησε από τον παππού της ..., τη γιαγιά της ... και την μητέρα της ΒΒ, σύζυγο ΑΑ, ότι ανακάλυψε το γενεαλογικό της δένδρο μετά από έρευνα των δικηγόρων της, οι οποίοι διαπίστωσαν ότι είχαν παραποιηθεί τα πραγματικά της στοιχεία, ότι αποπειράθηκαν να της αποσπάσουν ενυπόγραφη δήλωση ότι δεν έχει καμία αξίωση από την ακίνητη περιουσία των ανωτέρω, ότι γνώριζαν την πραγματική της ταυτότητα και για πολλά χρόνια με εξαπάτηση πέτυχαν να την εμφανίζουν ως κόρη της ΖΖ, αποκρύπτοντας από αυτή μέχρι το έτος 2002 την πραγματική της ταυτότητα, με σκοπό να υφαρπάξουν την περιουσία της και τους καλούσε να πάψουν να διαχειρίζονται παράνομα την περιουσία της. Ακόμη, η πρώτη κατηγορουμένη, με την από 18-7-2003 αγωγή της προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, στρεφόμενη και κατά των εγκαλούντων, του περιεχομένου της οποίας έλαβαν γνώση οι δικαστές που ασχολήθηκαν με την υπόθεση, ο γραμματέας και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, ισχυρίσθηκε γεγονότα ψευδή, εν γνώσει της αναληθείας τους, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη αυτών. Ειδικότερα, ισχυρίσθηκε ότι είναι το μοναδικό επιζών τέκνο και νόμιμος κληρονόμος της ΒΒ, συζύγου ΑΑ και των γονέων της τελευταίας, ότι οι εναγόμενοι την εκβίαζαν να υπογράψει υπεύθυνη δήλωση ότι δεν έχει καμία απαίτηση στα επίδικα κληνονομιαία ακίνητα, δεν της αποκάλυψαν την αλήθεια την οποία γνώριζαν, ότι δηλαδή ήταν η φερόμενη ως νεκρή κόρη της ΒΒ και ότι τα τελευταία τρία χρόνια εντάθηκε το ενδιαφέρον τους να υφαρπάξουν την υπογραφή της, γεγονός που την οδήγησε στην έρευνα και έτσι διαπίστωσε τη δόλια παραποίηση των στοιχείων της και τον εικονικό θάνατο της, ώστε να αποκλεισθεί από το νόμιμο δικαίωμα της επί των περιουσιακών της στοιχείων. Όλα όμως τα ανωτέρω ήταν ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων, αφού η αλήθεια είναι ότι η πρώτη κατηγορουμένη γεννήθηκε το έτος 1927 και μητέρα της ήταν η ΖΖ και ουδέποτε οι εγκαλούντες προέβησαν στις ενέργειες που αυτή αναφέρει στην ως άνω εξώδικη δήλωση και στην αγωγή της. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, αποβλέποντας να καρπωθεί την περιουσία, προκάλεσε εκ προθέσεως στην πρώτη κατηγορουμένη, μητέρα του, την απόφαση να εκτελέσει τις άδικες πράξεις της απάτης στο δικαστήριο ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας και της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση, η δε πρόκληση της απόφασης αυτής στην συγκατηγορουμένη του έγινε με πειθώ, φορτικότητα και παραινέσεις και ενόψει του γεγονότος ότι είναι μητέρα του, η επίδραση ήταν τέτοια, που την οδήγησε στην τέλεση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων. Ενώ, αντίθετα, ο ΓΓ, σύζυγος της πρώτης και πατέρας του δευτέρου, δεν είχε καμία ανάμειξη στην όλη υπόθεση και ο μόνος που προκάλεσε την απόφαση στην μητέρα του να διαπράξει τα ως άνω αδικήματα είναι ο Χ2. Ακόμη αποδείχθηκε ότι η πρώτη κατηγορουμένη, επιδιώκοντας να έχουν γι' αυτή ευνοϊκή έκβαση οι δίκες που ανοίχθηκαν με τις ως άνω αιτήσεις της, προκάλεσε την απόφαση στους προαναφερόμενους μάρτυρες να καταθέσουν τα όσα ψευδή κατέθεσαν, η δε πρόκληση της απόφασης έγινε με πειθώ, φορτικότητα και παραινέσεις και η επίδραση της ήταν τέτοια, που τελικά τους οδήγησε στην τέλεση της ψευδορκίας μάρτυρα, ενώ οι δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων (Χ3 και ΓΓ) δεν αποδείχθηκε ότι προκάλεσαν την απόφαση στους μάρτυρες να ψευδορκήσουν. Με βάση τα ως άνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, αφού απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός εκ του άρθρου 367 παρ. 1γ ΠΚ, καθόσον η διάταξη αυτή που προβλέπει την άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, δεν τυγχάνει εφαρμογής, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, επί συκοφαντικής δυσφημήσεως, πρέπει 1) η πρώτη κατηγορουμένη Χ1 να κηρυχθεί ένοχη των αξιοποίνων πράξεων της απάτης στο δικαστήριο ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας κατ' εξακολούθηση, της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε κάθε ψευδορκία μάρτυρα, 2) ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 να κηρυχθεί αθώος της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και να κηρυχθεί ένοχος της ηθικής αυτουργίας σε απάτη στο δικαστήριο ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση, 3) ο τρίτος ΓΓ να κηρυχθεί αθώος των αξιοποίνων πράξεων της ηθικής αυτουργίας σε απάτη στο δικαστήριο ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας κατ' εξακολούθηση, της ηθικής αυτουργίας σε συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, 4) ο τέταρτος Χ3 να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και 5) η πέμπτη Χ4να κηρυχθεί ένοχη της αξιόποινης πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρα, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι μέχρι την τέλεση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων διήγαν έντιμο ατομικό, κοινωνικό και οικογενειακό βίο, γι' αυτό πρέπει να τους αναγνωρισθεί η εν λόγω ελαφουντική περίσταση (άρθρο 84 παρ, 2α ΠΚ), να απορριφθεί όμως το αίτημα για αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ, 2β ΠΚ, διότι δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται ότι αυτοί ωθήθηκαν στις ως άνω αξιόποινες πράξεις από όχι ταπεινά αίτια και τούτο ανεξαρτήτως του ότι δεν γίνεται επίκληση τέτοιων περιστατικών". Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων, αναγνωρίζοντας σε καθέναν από τους αυτούς ότι μέχρι την τέλεση των άνω αξιοποίνων πράξεων, διήγαν έντιμο ατομικό, κοινωνικό και οικογενειακό βίο και ειδικότερα: 1) Την πρώτη κατηγορουμένη Χ1 ένοχη του ότι: "Α) Στη ..., στις 7-3-2002 και στις 14-11-2002, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και ειδικότερα με τις από 22-1-2002 και 7-11-2002 αιτήσεις της, αντίστοιχα, ζήτησε από το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας να αναγνωρισθεί ότι εσφαλμένως έχει αναγραφεί στην υπ' αριθμ. ... οικογενειακή μερίδα του Δημοτολογίου του Δήμου ... ως τόπος γεννήσεως της αιτούσας το ... Δήμου ..., αντί του ορθού "...", ως ημερομηνία γεννήσεως της το έτος 1927 αντί του ορθού 6-5-1925 και ως όνομα της μητέρας της ΖΖ, αντί του ορθού "ΒΒ το γένος ...", ότι η ανωτέρω οικογενειακή μερίδα δεν περιέχει τα στοιχεία της πρώτης συζύγου του πατέρα της αιτούσας και μητέρας αυτής, τα οποία είναι "ΒΒ" και του χρόνου τέλεσης γάμου αυτών, την 24-2-1924, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../21-2-1924 άδειας γάμου, ότι εσφαλμένως έχει αναγραφεί στην υπ' αριθμ. .../2 οικογενειακή μερίδα της αιτούσας του Δημοτολογίου του Δήμου ... το όνομα της μητέρας της αιτούσας ως "ΖΖ" αντί του ορθού "ΒΒ το γένος ..." και ότι η μητέρα της ΒΒ συζ. ΑΑ, το γένος ... και ..., απεβίωσε στις 10-5-1925 στην ... σε ηλικία 24 ετών, παριστάνοντας ψευδώς, με επίγνωση της αναλήθειας, ότι είναι νόμιμο φυσικό τέκνο του ΑΑ και της ΒΒ συζύγου ΑΑ, το γένος ... και ... και υποστηρίζοντας τον ανωτέρω ψευδή ισχυρισμό, με την εν γνώσει προσαγωγή ψευδών αποδεικτικών μέσων, ήτοι τις από 7-3-2002 και 14-11-2002 ψευδείς ένορκες καταθέσεις του κατηγορουμένου Χ3, την υπ' αριθμ. .../2002 ψευδή ένορκη βεβαίωση της ΕΕ και την υπ' αριθμ. .../1-3-2002 ψευδή ένορκη βεβαίωση της κατηγορουμένης Χ4, με συνέπεια να παραπλανήσει τον Δικαστή κατά τα ανωτέρω και να εκδώσει την με αριθμό 486/2002 απόφαση (τακτική διαδικασία) και την με αριθμό 564/2002 απόφαση (εκούσια δικαιοδοσία), ενώ το αληθές είναι ότι γεννήθηκε το έτος 1927 στο χωριό ... του Δήμου ... και είναι νόμιμο φυσικό τέκνο του ΑΑ, από το δεύτερο νόμιμο γάμο του με την ΖΖ. Παρέστησε δε τα ανωτέρω γεγονότα με σκοπό να αποκομίσει παράνομο όφελος, που συνίσταται στη δημιουργία κληρονομικών δικαιωμάτων, προβαίνοντας στην κατάρτιση της υπ' αριθμ. .../30-12-2002 Πράξης Δήλωσης Αποδοχής Κληρονομιάς της κληρονομούμενης ..., την οποία μετέγραψε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στο τόμο ... με αριθμό ... και ζημιώνοντας αντίστοιχα τους εγκαλούντες, νόμιμους και αληθινούς κληρονόμους της ανωτέρω κληρονομουμένης.
Β) Στην ..., στις 9-5-2003 και στη ... στις 23-7-2003, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων για τους εγκαλούντες ψευδή γεγονότα, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη τους, τελώντας εν γνώσει της αναληθείας τους. Συγκεκριμένα, με την από 9-5-2003 εξώδικη διαμαρτυρία-δήλωση, απευθυνόμενη, εκτός των άλλων, και προς τους εγκαλούντες Ψ4, Ψ1, Ψ2 και Ψ3, ισχυρίσθηκε γι' αυτούς ενώπιον του δικαστικού επιμελητή, που προέβη στην κοινοποίηση της ανωτέρω εξώδικης δηλώσεως, τα ακόλουθα ψευδή γεγονότα, δυνάμενα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη τους, γνωρίζοντας ότι αυτά είναι ψευδή, ήτοι: "Όπως πολύ καλά γνωρίζετε, μέχρι σήμερα διαχειρίζεστε παράνομα, χωρίς την εντολή μου, τμήματα της περιουσίας μου που έχω κληρονομήσει από τον παππού μου ..., την γιαγιά μου ... και την μητέρα μου ΒΒ, σύζυγο ΑΑ. Τα ανωτέρω γινόντουσαν εν αγνοία μου μέχρι το έτος 2002, όπου μετά από πληροφορίες συγχωριανών μου και από έντονη έρευνα των δικηγόρων και του υιού μου, διαπίστωσα ότι είμαι πραγματικό τέκνο της ΒΒ θυγατέρας ..., συζ. ΑΑ. Με την έρευνα των δικηγόρων μου διαπίστωσα ότι είχαν γίνει παραποιήσεις των πραγματικών μου στοιχείων στα αρχεία του Δήμου ... και ..., στα οποία με εμφάνιζαν με διαφορετική ημερομηνία γέννησης και διαφορετικό όνομα μητρός και συγκεκριμένα με όνομα μητρός ΖΖ. Η ΖΖ ήταν αδελφή του ..., πατέρα της πρώτης από εσάς, πεθερού του δευτέρου και πέμπτου από εσάς και παππού των υπολοίπων από εσάς. Όπως πολύ καλά γνωρίζετε, ο παππούς μου ..., ο οποίος πέθανε το έτος 1944, άφησε μεταξύ άλλων μεγάλη κτηματική περιουσία και στην περιοχή ... . Μέχρι το θάνατο του όμως νεμόταν τη δική του περιουσία, της γυναίκας του ... και τη δική μου περιουσία από την κληρονομιά της μητέρας μου μαζί με τη μητριά μου ΖΖ, δεύτερη σύζυγο του πατέρα μου ΑΑ. Την περιουσία αυτή, μετά την έκδοση των υπ' αριθμ. 486/2002 και 564/2002 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, αποδέχθηκα σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .../2002 αποδοχή κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ευαγγελίας Μάνη. Όλα αυτά τα χρόνια προσπαθούσατε με δόλιο τρόπο να υφαρπάξετε την υπογραφή μου, με την οποία θα σας δηλώνω και θα σας προσυπογράφω ότι ουδεμία απαίτηση έχω από τα ακίνητα του παππού μου ..., της γιαγιάς μου ... και της μητέρας μου ΒΒ, συζ. ΑΑ, στην ... . Οι απόπειρες σας για την υφαρπαγή αυτής της υπογραφής μου εντάθηκαν τα τελευταία τρία χρόνια και ήταν αφορμή, η οποία με οδήγησε στο να ερευνήσω το γενεαλογικό μου δένδρο και να ανακαλύψω την δόλια παραποίηση των στοιχείων μου, ώστε να αποκλειστώ από το νόμιμο δικαίωμα του επί των περιουσιακών στοιχείων του παππού μου ..., της γιαγιάς μου ... και της μητέρας μου ΒΒ συζ. ΑΑ ... . Εκμεταλλευόμενη τη συνωνυμία και τη συγγενική σχέση του παππού σας με τον παππού μου ... και την άγνοια μου για την πλαστογράφηση των πραγματικών στοιχείων, την οποία εσείς γνωρίζετε λόγω συγγένειας, διαχειρίζεστε μεγάλα τμήματα της περιουσίας του παππού μου, της μητέρας μου και της γιαγιάς μου, ευελπιστώντας στην υφαρπαγή της περιουσίας αυτής στο μέλλον. Την ανωτέρω παραποίηση των στοιχείων μου γνωρίζετε πάρα πολύ καλά όλοι σας. Γνωρίζετε την πραγματική μου ταυτότητα, αλλά μέχρι σήμερα, εξαπατώντας με, προσπαθούσατε να με παραπλανήσετε, ότι ήμουν κόρη της ΖΖ, ώστε κάποια στιγμή να εκμεταλλευτείτε, λόγω συγγενείας μας, την πλαστογράφηση των πραγματικών μου στοιχείων, που εσείς γνωρίζατε πολύ καλά ... . Να εκμεταλλευτείτε το ότι έμεινα ορφανή και από τους δύο μου γονείς, από την μητέρα μου 4 ημερών και από τον πατέρα μου 7 ετών, μεγαλώνοντας κάτω από τη σκιά της μητριάς μου ΖΖ και αδελφής του ..., οι οποίοι με οδηγούσαν τόσα χρόνια στην εξαπάτηση μου και στη διαστρέβλωση των στοιχείων της πραγματικής μου ταυτότητας ... Δια της παρούσης σας γνωστοποιώ ότι έχω πλέον λάβει γνώση της πραγματικής κατάστασης, γνωρίζοντας το γενεαλογικό μου δένδρο, που με δόλο και με εξαπάτηση μου τόσα χρόνια μου αποκρύψατε... Επειδή έχετε πλήρη γνώση της πραγματικότητας και όλα αυτά τα χρόνια προσπαθούσατε να υφαρπάξετε την υπογραφή μου και την παραίτηση μου από τα νόμιμα δικαιώματα μου στην περιουσία του παππού μου, της γιαγιάς μου ... και της μητέρας μου ΒΒ συζ. ΑΑ, εξαπατώντας με και μη γνωστοποιώντας μου τα πραγματικά μου στοιχεία, τα οποία εσείς ήδη γνωρίζατε ... . Επειδή τμήματα από τα ακίνητα αυτά διαχειριζόσασταν παράνομα και χωρίς δική μου εντολή μέχρι σήμερα, παρά το γεγονός ότι γνωρίζατε ότι αυτά μου ανήκουν, μιας και ήσασταν γνώστες της πραγματικής μου ταυτότητας ... . Σας καλώ εντός δέκα ημερών από τη λήψη του παρόντος, να πάψετε να διαχειρίζεστε τα τμήματα της περιουσίας μου, που μέχρι τώρα διαχειριζόσασταν παράνομα, χωρίς την εντολή μου, εκμεταλλευόμενοι την πλαστογράφηση των πραγματικών μου στοιχείων και την εξαπάτηση μου εκ μέρους σας ως προς την ταυτότητα μου, η οποία εμφανώς είχε ως σκοπό την υφαρπαγή στο μέλλον, μετά το θάνατο μου, της περιουσίας του παππού μου ..., της γιαγιάς μου ...και της μητέρας μου ΒΒ συζ. ΑΑ. Να εγκαταλείψετε οποιαδήποτε σκέψη σας για οποιαδήποτε παράνομη πράξη επί της περιουσίας μου. Σε διαφορετική περίπτωση θα αναγκαστώ να απευθυνθώ ενώπιον της ελληνικής δικαιοσύνης, όπου θα καταγγείλω τις μέχρι τώρα παράνομες ενέργειες σας, την απάτη που με δόλο έχετε διαπράξει σε βάρος μου και θα ζητήσω την προστασία των νομίμων δικαιωμάτων και συμφερόντων μου, γνωστοποιώντας και δημόσια τις παράνομες συμπεριφορές σας". Περαιτέρω, με την από 18-7-2003 αγωγή της εναντίον των εγκαλούντων, ισχυρίσθηκε γι' αυτούς ενώπιον τρίτων, ενώπιον του δικαστικού επιμελητή που προέβη στην κοινοποίηση της αγωγής, των δικαστών που ασχολήθηκαν με την υπόθεση και των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων, το ψευδές γεγονός ότι είναι το μοναδικό νόμιμο επιζών τέκνο από το γάμο του πατέρα της ΑΑ με την μητέρα της ΒΒ συζ. ΑΑ και συνεπώς η μοναδική νόμιμη κληρονόμος της γιαγιάς της ..., του παππού της ... και της ρηθείσας δήθεν φυσικής της μητέρας ΒΒ συζ. ΑΑ, ειδικότερα ισχυρίσθηκε κατά λέξη ότι: "Τα ανωτέρω ακίνητα αποδέχθηκα με την υπ' αριθμ. .../30-12-2002 αποδοχή κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ευαγγελίας Μανή, λόγω εξαπάτησης μου από τους αντιδίκους μου ... . Από το 1990 και μετά που θέλησα να πωλήσω κάποια εδαφικά τμήματα στην ... και έδωσα την εντολή στον γιο μου Χ2 να καλλιεργήσει τα τμήματα αυτά, άρχισαν οι διαπληκτισμοί και οι συγκρούσεις. Οι εναγόμενοι με εκβίαζαν να τους υπογράψω πρώτα κάποια υπεύθυνη δήλωση, με την οποία να τους δηλώνω ότι δεν είχα καμία απαίτηση στα επίδικα ακίνητα ... και οι ίδιοι θα μου επέτρεπαν να πωλήσω και να καλλιεργώ τα κτήματα που μου ανήκουν, δυνάμει του προικοσυμφώνου ... Δεν μου αποκάλυψαν την αλήθεια, την οποία και γνώριζαν, δηλαδή ότι ήμουν η φερόμενη ως νεκρή κόρη της ΒΒ, σύζ. ΑΑ ... . Οι εναγόμενοι το έτος 1988 προχώρησαν παράνομα σε περίφραξη των περισσοτέρων επιδίκων ακινήτων ... ισχυριζόμενοι πάλι ότι τα κτήματα αυτά τους ανήκουν από την μητέρα της πρώτης των εναγομένων, ..., συζ. ..., η οποία ήταν και νόμιμο φυσικό τέκνο του παππού μου ..., όπως έλεγαν, εκτός από την ΒΒ συζ. ΑΑ ... . Το παράδοξο ήταν όμως ότι, ενώ οι εναγόμενοι ισχυρίζονταν όλα αυτά, προσπαθούσαν με δόλιο τρόπο και με συνεχείς παροτρύνσεις να υφαρπάξουν την υπογραφή μου σε μία υπεύθυνη δήλωση, στην οποία θα τους δήλωνα και θα τους προσυπόγραφα ότι ουδεμία απαίτηση έχω επί των επιδίκων ακινήτων. Οι απόπειρες και οι προσπάθειες των εναγομένων για την υφαρπαγή αυτής της υπογραφής μου επί υπευθύνου δηλώσεως εντάθηκαν τα τελευταία χρόνια, παρόλο που εγώ είχα αποδεχθεί εν αγνοία μου και εξαιτίας της εξαπάτησης μου την επικρατούσα κατάσταση επί των επιδίκων ακινήτων. Το έντονο ενδιαφέρον τους μου κίνησε την περιέργεια και εμένα και της οικογένειας μου και ήταν η αφορμή, η οποία με οδήγησε στο να ερευνήσω το γενεαλογικό μου δένδρο και να ανακαλύψω την δόλια παραποίηση των στοιχείων μου και τον εικονικό θάνατο μου, ώστε να αποκλειστώ από το νόμιμο δικαίωμα μου επί των περιουσιακών μου στοιχείων ... . Ευελπιστούσα ότι οι εναγόμενοι, αντιλαμβανόμενοι ότι γνωρίζω πλέον την αλήθεια, θα εγκατέλειπαν κάθε προσπάθεια για υφαρπαγή της μεγάλης ακίνητης περιουσίας μου και θα αποχωρούσαν από τα επίδικα ακίνητα ... . Η εκδήλωση της ληστρικής τους διάθεσης έγινε πλέον εμφανής και με την κατάθεση τριτανακοπών ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας κατά των υπ' αριθμ. 486/2002 και 564/2002 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας". Όλα τα ανωτέρω γεγονότα ήταν ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων, ενώ το αληθές είναι ότι γεννήθηκε το έτος 1927 στο χωριό ... του Δήμου ... και είναι νόμιμο φυσικό τέκνο του ΑΑ από το δεύτερο νόμιμο γάμο του με την ΖΖ, τελούσε δε εν γνώσει της αναληθείας των ισχυρισμών της.
Γ) Στη ..., στην ... και στο ..., στις 7-3-2002, 14-11-2002 και 1-3-2002, αντίστοιχα, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που αυτοί διέπραξαν. Συγκεκριμένα, ο Χ3 στις 7-3-2002 και 14-11-2002, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, η ΕΕ την 1-3-2002 και η Χ4την 1-3-2002, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρες ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσαν εν γνώσει τους ψέματα, αποκρύπτοντας την αλήθεια και ειδικότερα: α) Ο Χ3, ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο για να δικάσει τις από 22-1-2002 και 7-11-2002 αιτήσεις της πρώτης κατηγορουμένης Χ1, κατά την τακτική διαδικασία και εκούσια δικαιοδοσία, αντίστοιχα, κατέθεσε στις 7-3-2002 ότι "Τη Χ1 τη γνωρίζω. Είναι συμπεθέρα μου. Ήταν παιδί του ΑΑ και της ΒΒ. Στη γέννα πέθανε η μητέρα της ΒΒ. Γεννήθηκε το Μάιο 1925 στην ..." και στις 14-11-2002 ότι "Ο ... είχε μία κόρη την ..., που την είχε πάρει ο ΑΑ, στις 6-5-1925 έκανε ένα παιδί την ΒΒ και μετά από 4 ημέρες πέθανε η μητέρα, αυτά τα ξέρω από την ΣΤ, που ήταν παρούσα στο θάνατο της μητέρας", β) Η ΕΕ, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας την 1-3-2002 ενώπιον της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Βασιλικής Ιωάννου Γερογιάννη και συντάχθηκε η με αριθμό .../1-3-2002 ένορκη βεβαίωση για να ληφθεί ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο για να δικάσει τις από 22-1-2002 και 7-11-2002 αιτήσεις της πρώτης κατηγορουμένης Χ1 κατά την τακτική διαδικασία και εκούσια δικαιοδοσία, αντίστοιχα, κατέθεσε τα εξής ψευδή "Ήμουν κάτοικος ... από τη γέννηση μου μέχρι το έτος 1956. Την Χ1, που είναι σύζυγος του ΓΓ, τη γνωρίζω προσωπικά ... Γνωρίζω ότι γονείς της ήταν ο ΑΑ και η ΒΒ. Γεννήθηκε στις 6-5-1925. Λίγες ημέρες μετά τη γέννηση της η μητέρα της ΒΒ απεβίωσε, Ο πατέρας της ΑΑ τον επόμενο χρόνο συνήψε δεύτερο γάμο με την ΖΖ. Αυτά τα γνωρίζω από συζητήσεις που γίνονταν εκείνα τα χρόνια", γ) Η Χ4, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της συμβολαιογράφου Ερέτριας Ελένης συζύγου Δημητρίου Κεφάλα και συντάχθηκε η με αριθμό .../1-3-2002 ένορκη βεβαίωση για να ληφθεί ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο για να δικάσει τις από 22-1-2002 και 7-11-2002 αιτήσεις της πρώτης κατηγορουμένης Χ1 κατά την τακτική διαδικασία και εκούσια δικαιοδοσία, αντίστοιχα, κατέθεσε τα εξής ψευδή "Είμαι κάτοικος ... από τη γέννηση μου μέχρι σήμερα και γνωρίζω προσωπικά την Χ1 ... . Επίσης γνωρίζω ότι γεννήθηκε στις 6-5-1925 από τον πρώτο γάμο του ΑΑ με την ΒΒ και η οποία απεβίωσε λίγο μετά τη γέννα της". Όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και οι προαναφερόμενοι το γνώριζαν, αποκρύπτοντας την αλήθεια, ότι δηλαδή η Χ1 γεννήθηκε το έτος 1927 στο χωριό ... του Δήμου ...και είναι νόμιμο φυσικό τέκνο του ΑΑ από το δεύτερο γάμο του με την ΖΖκαι όχι της ΒΒ συζύγου ΑΑ το γένος ... και ... . Η κατηγορουμένη Χ1, με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις, προκάλεσε στους προαναφερόμενους Χ3, ΕΕ και Χ4 την απόφαση να εκτελέσουν το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, που τελικά εκείνοι διέπραξαν, όπως περιγράφεται ανωτέρω.
2) Το δεύτερο κατηγορούμενο Χ2 ένοχο του ότι, κατά τους ανωτέρω αναφερόμενους υπό στοιχεία "Α" και "Β" τόπους και χρόνους, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει τις άδικες πράξεις που εκείνος τελικά διέπραξε και συγκεκριμένα, με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις, προκάλεσε στην πρώτη κατηγορουμένη Χ1 την απόφαση να εκτελέσει τα αδικήματα της απάτης στο δικαστήριο ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας κατ' εξακολούθηση και της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση, τα οποία τελικά εκείνη διέπραξε, όπως περιγράφονται ανωτέρω υπό στοιχεία "Α" και "Β" και 3) Τους τέταρτο και πέμπτη κατηγορουμένους Χ3 και Χ4 ενόχους του ότι, στη ..., στις 7-3-2002 και 14-11-2002 ο τέταρτος και στην ... την 1-3-2002 η πέμπτη, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρες ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσαν εν γνώσει τους ψέματα, αποκρύπτοντας την αλήθεια και ειδικότερα: α) Ο Χ3, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο για να δικάσει τις από 22-1-2002 και 7-11-2002 αιτήσεις της πρώτης κατηγορουμένης Χ1, κατά την τακτική διαδικασία και εκούσια δικαιοδοσία, αντίστοιχα, κατέθεσε στις 7-3-2002 ότι "Τη Χ1 τη γνωρίζω. Είναι συμπεθέρα μου. Ήταν παιδί του ΑΑ και της ΒΒ. Στη γέννα πέθανε η μητέρα της ΒΒ. Γεννήθηκε το Μάϊο 1925 στην ..." και στις 14-11-2002 ότι "Ο ... είχε μία κόρη την ΒΒ, που την είχε πάρει ο ΑΑ, στις 6-5-1925 έκανε ένα παιδί την Χ1 και μετά από 4 ημέρες πέθανε η μητέρα, αυτά τα ξέρω από την ΣΤ, που ήταν παρούσα στο θάνατο της μητέρας", β) Η Χ4, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της συμβολαιογράφου Ερέτριας Ελένης συζύγου Δημητρίου Κεφάλα και συντάχθηκε η με αριθμό .../1-3-2002 ένορκη βεβαίωση για να ληφθεί ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο για να δικάσει τις από 22-1-2002 και 7-11-2002 αιτήσεις της πρώτης κατηγορουμένης Χ1 κατά την τακτική διαδικασία και εκούσια δικαιοδοσία, αντίστοιχα, κατέθεσε τα εξής ψευδή "Είμαι κάτοικος ... από τη γέννηση μου μέχρι σήμερα και γνωρίζω προσωπικά την Χ1 .... Επίσης γνωρίζω ότι γεννήθηκε στις 6-5-1925 από τον πρώτο γάμο του ΑΑ με την ΒΒ και η οποία απεβίωσε λίγο μετά τη γέννα της". Όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και οι ως άνω κατηγορούμενοι το γνώριζαν, αποκρύπτοντας την αλήθεια, ότι δηλαδή η Χ1 γεννήθηκε το έτος 1927 στο χωριό ... του Δήμου ... και είναι νόμιμο φυσικό τέκνο του ΑΑ από το δεύτερο γάμο του με την ΖΖ και όχι της ΒΒ συζύγου ΑΑ, το γένος ... και ... . ΔΕΧΕΤΑΙ ότι οι κατηγορούμενοι, που κηρύχθηκαν ένοχοι, μέχρι την τέλεση των εγκλημάτων διήγαν έντιμο ατομικό, κοινωνικό και οικογενειακό βίο και ως εκ τούτου πρέπει να τους επιβληθεί ποινή ελαττωμένη σύμφωνα με τα άρθρα 83 και 84 του Π.Κ.". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο κάθε αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.Ια, 27 παρ.1, 46 παρ. 1α, 83, 84 παρ. 2α', 94, 98, 224 παρ. 2-1, 227 παρ. 1, 362, 363 και 386 παρ. 1β' ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 489/2009 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (πλημμελημάτων), που συνεδρίασε στη Χαλκίδα, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία του παρόντος κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις χωρίς όρκο καταθέσεις των μαρτύρων της πολιτικής αγωγής: 1) Ψ4, 2) Ψ1 και 3) Ψ2. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις κάθε αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι:1) Η αναιρεσιβαλλόμενη δεν έχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ούτε νόμιμη βάση και πρέπει να αναιρεθεί κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠΔ και ειδικότερα, η προσβαλλομένη απόφαση εμφανίζει το αναιρετικό σφάλμα της αλληλοσυμπλήρωσης αιτιολογικού και διατακτικού, το οποίο αποτελεί επιμέρους περίπτωση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ δ' ΚΠΔ και συγκεκριμένα, από μια απλή ανάγνωση της νυν προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται αναμφισβήτητα προφανές ότι αυτή περιέχει εν είδει αιτιολογίας μια απλή βεβαίωση ότι (από τους μάρτυρες, τα έγγραφα κλπ και "το σύνολο" της αποδεικτικής διαδικασίας) αποδείχθηκε ότι τέλεσε καθένας από αυτούς τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές είναι διατυπωμένες στο διατακτικό, αντιγράφοντας πιστά και συνακόλουθα επαναλαμβάνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο περιληπτικά εξ ολοκλήρου, χωρίς καμία απολύτως προσθήκη ή αποδεικτική διευκρίνιση, τα πραγματικά περιστατικά που εκτείθενται στο διατακτικό. Γι' αυτό τον λόγο η προσβαλλομένη απόφαση είναι αναιτιολόγητη και συνακόλουθα αναιρετέα, εφόσον περιέχει μια απλή "τυπική" αιτιολογία. Αβάσιμα όμως, διότι παραδεκτά και νόμιμα το αιτιολογικό της αποφάσεως αλληλοσυμπληρώνεται με το διατακτικό της, όταν δεν επαλαμβάνεται το διατακτικό της αποφάσεως, που περιλαμβάνει και πραγματικά περιστατικά, κατά τα άνω λεχθέντα, δεν περιέχει μόνο μια τυπική αιτιολογία. 2) Επίσης, η προσβαλλομένη απόφαση αναιτιολόγητα απέρριψε τους δύο λεπτομερώς και νομίμως προβληθέντες (με το σχετικό από 17-12-2009 έγγραφό τους ενώπιον του Β' βαθμίου Δικαστηρίου αυτοτελείς ισχυρισμούς τους και συγκεκριμένα: α) Τον αυτοτελή ισχυρισμό της πρώτης από αυτούς, περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεώς τους για την προαναφερθείσα πράξη απάτης, λόγω εκκρεμοδικίας. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, αν εφάρμοζε ορθά τον νόμο και αξιολογούσε σωστά τα σχετικά προσκομισθέντα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποδεικτικά στοιχεία, θα έπρεπε να κάνει δεκτό ότι για την ίδια πιο πάνω πράξη πρέπει πρωτίστως να κηρυχθεί απαράδεκτη η παρούσα ποινική δίωξή τους, διότι για την ίδια ακριβώς πράξη (δηλ. κατ' απόλυτη ταύτιση αυτής όχι μεν ως προς τον χρόνο αλλά ως προς τον τόπο και κυρίως τα λοιπά στοιχεία της καταγγελθείσας αξιόποινης συμπεριφοράς και ιδιαίτερα τους φερομένους ως απατηλούς ισχυρισμούς της, ασκήθηκε εις βάρος της ποινική δίωξη και επιδόθηκε σε αυτή νομίμως το σχετικό κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέως Πλημ/κών Χαλκίδας (βλ. το με στοιχείο Γ' καταγγελθείσα πράξη), με το οποίο παραπέμφθηκε να δικασθεί ως κατηγορούμενη για την εν λόγω πράξη στο ακροατήριο του Β' Τριμελούς Πλημ/κείου Χαλκίδας. Επ' αυτής της κατηγορίας εκδόθηκε τελικά η υπ' αρ. 3691/29-9-2009 οριστική απόφαση, η οποία την απάλλαξε από την κατηγορία για την πιο πάνω πράξη λόγω έλλειψης τη εν γνώσει παράστασης εκ μέρους της ψευδών γεγονότων ως αληθών, β)του δεύτερου από αυτούς, περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεώς του για ηθική αυτουργία του στη συκοφαντική δυσφήμηση από την πρώτη, γ) του τρίτου, περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεώς του για ψευδορκία μάρτυρα, δ) της τέταρτης, περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεώς της, επίσης για ψευδορκία και, επίσης της πρώτης αναιρεσείουσας, ε) τόν αυτοτελή ισχυρισμό της ως προς την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση. Ομοίως, η προσβαλλόμενη απόφαση, αν εφάρμοζε ορθά τον νόμο και αξιολογούσε σωστά τα σχετικά προσκομισθέντα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποδεικτικά στοιχεία, θα έπρεπε να κάνει δεκτό ότι πρέπει να απαλλαγεί από την συγκεκριμένη πράξη, διότι στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει ο ειδικός λόγος άρσεως του αδίκου της προστασίας του δικαιολογημένου συμφέροντος κατ' άρθρο 367 παρ. 1 περ. γ' ΠΚ, εφόσον ακόμα και αν θεωρηθούν οι ισχυρισμοί της ως προσβλητικοί της τιμής των μηνυτών, ήταν αυτοί οι απολύτως απαραίτητοι για την προστασία των εμπραγμάτων δικαιωμάτων μου στα αμφισβητούμενα ακίνητα, καθώς επίσης (θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί της) συνοδεύθηκαν από σχετικά αποδεικτικά στοιχεία και δεν ακολουθήθηκαν από δυσμενείς προσωπικούς χαρακτηρισμούς. Τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως, το δικάσαν Δικαστήριο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο με πλήρη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατά λέξη, την παρακάτω: "στην προκείμενη περίπτωση, από την με αριθμό 3691/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και το διατακτικό της εκκαλουμένης αποφάσεως, στο οποίο περιέχεται η κατηγορία, αποδεικνύεται ότι δεν έχει ασκηθεί και άλλη ποινική δίωξη κατά της πρώτης κατηγορουμένης για την ίδια αξιόποινη πράξη της απάτης στο δικαστήριο ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, αφού η κατηγορία, για την οποία κηρύχθηκε αθώα με την ως άνω με αριθμό 3691/2009 απόφαση, συγκροτείται εξ αντικειμένου από διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με αυτά από τα οποία συγκροτείται η δικαζόμενη κατηγορία, ο δε χρόνος τελέσεως αυτών είναι διαφορετικός. Πιο συγκεκριμένα, αυτή για την οποία κηρύχθηκε αθώα η κατηγορουμένη, τελέστηκε στις 23-10-2003 κατά την εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας της από 19-6-2003 ανακοπής κατά της 564/2002 αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου, ενώ η προκειμένη κατηγορία της απάτης στο δικαστήριο ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας κατ' εξακολούθηση, φέρεται τελεσθείσα στις 7-3-2002 και 14-11-2002 και τα πραγματικά περιστατικά που την συγκροτούν είναι διαφορετικά. Ωσαύτως, δεν υπάρχει ταυτότητα της πράξεως και ως προς την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που αποδίδεται στον Χ3, καθόσον αυτή για την οποία κηρύχθηκε αθώος ο τελευταίος συγκροτείται από διαφορετικά περιστατικά και φέρεται τελεσθείσα στις 23-10-2003 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, ενώ η προκειμένη αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση φέρεται τελεσθείσα στις 7-3-2002 και 14-11-2002. Κατ' ακολουθία αυτών, ο ισχυρισμός περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως κατά της πρώτης κατηγορουμένης για την αξιόποινη πράξη της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας κατ' εξακολούθηση και κατά του τετάρτου κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση, λόγω εκκρεμοδικίας, υφιστάμενης από προηγούμενη ποινική δίωξη, που έχει ασκηθεί κατ' αυτών, για την οποία έχει εκδοθεί η ως άνω 3691/2009 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, είναι αβάσιμη στην ουσία της και πρέπει να απορριφθεί". Ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού ως προς την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Περαιτέρω αυτοτελής είναι και ο ισχυρισμός ο προβλεπόμενος από το άρ. 367 παρ. 1 Π Κ, κατά τον οποίο δεν αποτελούν άδικη πράξη οι εκδηλώσεις που γίνονται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, και, επομένως, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού. Όπως, όμως, συνάγεται από την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προταθεί μόνο όταν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση τη απλής δυσφήμησης (άρ. 362 ΠΚ) ή της εξύβρισης (άρ. 361 παρ.1 ΠΚ) και όχι όταν οι εκδηλώσεις αυτές περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρ. 363 ΠΚ, δηλαδή όταν υπάρχει διάδοση ή ισχυρισμός ενώπιον τρίτων ψευδούς ισχυρισμού, εν γνώσει του ψευδούς. Στην τελευταία περίπτωση εφόσον ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος, η απόρριψη τους δεν χρήζει ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως υπέβαλε την "ένσταση εκ του άρ. 367 περ. γ' ΠΚ από την οποία προκύπτει ξεκάθαρα ότι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του, πλην όμως η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε αυτόν τον ισχυρισμό "δίχως να υπεισέλθει σε περαιτέρω τεκμηρίωση της απόφασης της αυτής". Το Τριμελές Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, με εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στην οποία διαλαμβάνονται όσο πιο πάνω αναφέρθηκαν, απέρριψε την σχετική ένσταση, ως μη νόμιμη, διότι, όπως έκρινε, η επικαλούμενη διάταξη του άρ. 367 παρ. 2 του ΠΚ δεν εφαρμόζεται επί συκοφαντικής δυσφημήσεως, αδίκημα το οποίο διέπραξε η κατηγορούμενη αναιρεσείουσα.
Συνεπώς και κατά το σκέλος αυτό ο σχετικός λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού της, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Και 3) η αιτίαση της πρώτης, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1 περ. ε ΚΠΔ) και συγκεκριμένα, αν ερμήνευε και εφάρμοζε η εν λόγω απόφαση ορθά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, θα έπρεπε να την απαλλάξει από την σχετική κατηγορία περί απάτης στο Δικαστήριο ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας κατ' εξακολούθηση, διότι για την εν λόγω πράξη δεν συντρέχουν τα παρακάτω τρία από τα νομοτυπικά στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασής της, δηλαδή, α) το στοιχείο της διάθεσης από τον πλανηθέντα τρίτο - δικαστή, β) το στοιχείο της βλάβης σε βάρος των (φερομένων ως) παθόντων - μηνυτών και γ) έλλειψη εν γνώσει παράστασης ψευδών γεγονότων ως αληθών. Αβάσιμη και η αιτίαση αυτή, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει όλα όσα στην αρχή αναφέρονται, περί απάτης στο δικαστήριο, απαραίτητα στοιχεία. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1), καθώς και όλοι τους στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 22 Φεβρουαρίου 2010 (υπ'αριθμ. πρωτ. 27, 28, 29 και 30/2010 αντίστοιχα, ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών), αιτήσεις των: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, για αναίρεση της με αριθμό 489/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (που συνεδρίασε στη Χαλκίδα). Και
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και όλους τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων, την οποίαν ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη στο δικαστήριο, ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, κατ' εξακολούθηση, συκοφαντική δυσφήμιση κατ' εξακολούθηση, ψευδορκία μάρτυρα ηθική αυτουργία στις παραπάνω πράξεις. Έννοια όρων. Αβάσιμοι η αιτίαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε. Ειδική αιτιολογία και για απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως, λόγω εκκρεμοδικίας. Μη νόμιμος ο ισχυρισμός κατά τον οποίο δεν αποτελούν άδικη πράξη οι εκδηλώσεις που γίνονται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον όταν στοιχειοθετείται συκοφαντική δυσφήμηση. Εφόσον ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, δεν απαιτείται για την απόρριψη του ειδική αιτιολογία. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ηθική αυτουργία, Δυσφήμηση συκοφαντική, Εξακολουθούν έγκλημα, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 1532/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Χ1, κατοίκου ..., 2)Χ2, κατοίκου ..., 3)Χ3, κατοίκου ..., 4)Χ4, κατοίκου ..., 5)Χ5, κατοίκου ... και 6)Χ6, κατοίκου .... Δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών ....", το οποίο εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραγιώργο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1019/2001 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 4411/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-7-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 17-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρ. 576 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επίσπευσε εγκύρως τη συζήτηση ή αν τη συζήτηση επίσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, σε αντιφατική δε περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Ομοίως, αν δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Στην προκείμενη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 2-7-2009 αίτηση των αναιρεσειόντων, οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού, δεν εμφανίσθηκαν όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση μη παραστάσεως κατά την παρούσα δικάσιμο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 242 §2 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, το δε αναιρεσίβλητο, το οποίο εκπροσωπήθηκε νομοτύπως από πληρεξούσιο δικηγόρο που είχε καταθέσει δήλωση του άρθρου 242§2 του ΚΠολΔ να συζητηθεί η υπόθεση χωρίς να παραστεί κατά τη συζήτηση, δεν προσκομίζει αποδεικτικό επιδόσεως της σχετικής κλήσης, στην περίπτωση που αυτό είναι το επισπεύδον ούτε την κλήση που του επιδόθηκε αν επισπεύδοντες είναι οι αναιρεσείοντες. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 2-7-2009 αιτήσεως των Χ1 κ.λ.π. για αναίρεση της 4411/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2010 .
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ερημοδικία αναιρεσειόντων (άρθρο 576 Κ.Πολ Δ).Απαράδεκτη η συζήτηση ,διότι δεν προκύπτει ποός επισπεύδει τη συζήτηση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1533/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δημητρούλα Υφαντή, Αικατερίνη Κατσαβριά, Δημήτριο Κράνη- Εισηγητή, Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιο Κολιοκώστα και τον Γραμματέα Χρήστο Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λιβανό, περί αναιρέσεως της 246/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χίου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 668/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρ.321§1 ΚΠΔ, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, και τον ακριβή καθορισμό της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξης, καθώς και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, η τήρηση δε της διατύπωσης αυτής επιβάλλεται, κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, με ποινή ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Η ακυρότητα όμως αυτή καλύπτε-ται κατά το αρθρ. 174§2 ΚΠΔ, αν ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στη δίκη και δεν προβάλλει αντιρρήσεις, διαφορετικά ως σχετική ακυρότητα (αρθρ. 170§1 ΚΠΔ), η οποία δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι έγκαιρα προτάθηκε από τον κατηγορούμενο πριν από την έναρξη της διαδικασίας στο ακροατήριο, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το αρθρ. 510§1 στοιχ . Β' ΚΠΔ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κλητεύθηκε απευθείας στο ακροατήριο του ΜονΠλημΧίου για να δικασθεί ως υπαίτιος της παράβασης του αρθρ. 25§§1περ.γ',2,3 και 7 ν.1882/1990, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το αρθρ. 23§1 ν. 2523/1997 και τροποποιήθηκε με το αρθρ. 34§§1 και 2 ν. 3220/2004. Προς το σκοπό αυτό του επιδόθηκε στις 6.3.2009 το από 17.2.2009 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χίου, σύμφωνα με το οποίο κατηγορείται ως υπαίτιος του ότι στη ... κατά το χρονικό διάστημα από 30.9.2002 μέχρι 31.7.2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, παραβίασε την οριζόμενη από τις κείμενες διατάξεις προθε-σμία των τεσσάρων μηνών για καταβολή των βεβαιω-μένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες χρεών του προς το Δημόσιο και συγκεκριμένα δεν κατέβαλε στο Δημόσιο ατομικά χρέη συνολικού ύψους (συμπεριλαμβανομένων και των νομίμων προσαυξήσεων) 1.126.353,07 ευρώ, τα οποία είναι βεβαιωμένα στη Δ.Ο.Υ. ... και των οποίων τα ειδικότερα προσδιοριστικά στοιχεία (αριθμός και ημερομηνία βεβαίωσης, οικονομικό έτος και είδος φόρου, ανάλυση του ποσού, το απαιτητό μέρος για κάθε ένα και σε σύνολο, ο τρόπος πληρωμής, ο αριθμός των ληξιπρόθεσμων δόσεων και οι ημερομηνίες λήξης της πρώτης και της τελευταίας δόσης) εμφαίνονται αναλυτικά στον επισυναπτόμενο πίνακα χρεών, που συνέταξε η άνω Δ.Ο.Υ. Στον πίνακα αυτόν, που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του κλητηρίου θεσπίσματος, ο κατηγο-ρούμενος, αντίθετα με όσα στη αρχή του κλητηρίου θεσπίσματος αναφέρονται, δεν εμφανίζεται ως οφειλέτης του Δημοσίου για ατομικά χρέη του, αλλά ως διαχειριστής, χωρίς άλλη διευκρίνιση και σύνδεση της διαχείρισης του με συγκεκριμένη επιχειρηματική δραστηριότητα του. Η έλλειψη αυτή συνεπάγεται κατά τον κατηγορούμενο ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού τον αποστερεί από τη δυνατότητα να κατανοήσει και να αποκρούσει την εναντίον του κατηγορία, γι' αυτό και με την έναρξη της διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ο συνήγορος του πρόβαλε την ακόλουθη ένσταση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του δικαστηρίου: "Το κλητήριο θέσπισμα δεν περιγράφει τις πράξεις, τις οφειλές που οφείλονται συγκεκριμένα. Πρόκειται για τρεις εταιρείες των οποίων εκπρόσωπος είναι ο κατηγο-ρούμενος. Το κατηγορητήριο είναι εντελώς αόριστο, δεν λέει τι αφορούν οι χρεώσεις της Δ.Ο.Υ., ποια εταιρεία , ποιο πλοίο αφορούν και ειδικότερα την επωνυμία και τα λοιπά στοιχεία της εταιρείας. Κατά μείζονα λόγο για τη μια εταιρεία έχει γίνει ρύθμιση χρεών. Με μια απλή ανάγνωση του πίνακα χρεών δεν μπορεί κανείς να αντιληφθεί τι αφορούν οι χρεώσεις, ποια εταιρεία και για ποιο λόγο (αιτία)". Η ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος απορρίφθηκε με παρεμπίπτουσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ταυτάριθμη με την υπ' αριθ. 1901/2009 οριστική απόφαση του, επειδή κρίθηκε ότι οι επισημαινόμενες ελλείψεις δεν είναι ουσιώδεις και δύνανται να καλυφθούν κατά την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο. Η παραπάνω ένσταση προβλήθηκε και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από τον κατηγορούμενο, ο οποίος για την απόρριψη της διατύπωσε και σχετικό παράπονο στην με αριθμό 79/7.7.2009 έφεση του κατά της πρωτόδικης απόφασης, όμως με την ίδια αιτιολογία απορρίφθηκε και από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφαση του, ταυτάριθμη και συμπροσβαλλόμενη (αρθρ. 506§4 ΚΠΔ) με την αναιρεσιβαλλόμενη οριστική απόφαση του. Σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του ν.1882/1990 θεσπίζεται η ποινική ευθύνη των διαχειριστών εν γένει των εταιρειών για την καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις Δ.Ο.Υ. και στα Τελωνεία χρεών τους προς το Δημόσιο, τα ν.π.δ.δ. και τις επιχειρήσεις και οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Επομένως για να διασφαλίζεται το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου θα πρέπει στο κλητήριο θέσπισμα, που αφορά παράβαση του αρθρ. 25 ν. 1882/1990, να διευκρινίζεται όχι μόνον το είδος (η κατηγορία) του κρίσιμου χρέους, αλλά και η φύση του ως χρέους ατομικού του κατηγορουμένου ή εταιρείας υπό τη διαχείριση του και ανάλογα να προσδιορίζεται και η οφειλέτρια εταιρεία (πρβλ. ΑΠ 1053/2008). Κατά τα προεκτεθέντα, στο κλητήριο θέσπισμα που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο, τα χρέη που τον αφορούν χαρακτηρίζονται μεν αρχικά ως ατομικά του, όμως στη συνέχεια σαφώς διευκρι-νίζεται με τον επισυναπτόμενο πίνακα χρεών της Δ.Ο.Υ ..., ότι αυτός ευθύνεται ποινικά ως διαχειριστής. Δεν αντιστοι-χίζεται βέβαια η διαχείριση του με συγκεκριμένη επιχείρηση, όμως η σύνδεση αυτή έμμεσα, αλλά με σαφήνεια , συνάγεται από τον παραπάνω πίνακα χρεών, αφού σ' αυτόν και σε αντιστοιχία με τη διαχειριστική ιδιότητα του κατηγορουμένου αναφέρεται ο ΑΦΜ των επί μέρους εταιρειών, που αυτός διαχειρίζεται και εκπροσωπεί και οι οποίες είναι έτσι ευχερώς προσδιορίσιμες, ενώ αναφέρεται και το είδος των ταμειακά βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εταιρικών χρεών.
Συνεπώς τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην συμπροσβαλλόμενη ως άνω παρεμπίπτουσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε άκυρο το κλητήριο θέσπισμα που αφορά τον αναίρεσείοντα κατηγορούμενο και απέρριψε τη σχετική ένσταση του, είναι αβάσιμα και πρέπει έτσι να απορριφθεί ο λόγος αυτός της αναίρεσης από το αρθρ. 510§1στοιχ.Β' ΚΠΔ, αφού κατά τα λοιπά είναι απαράδεκτα τα ενισχυτικά της ένστασης του περαιτέρω στοιχεία , που επικαλέσθηκε αυτός για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
2. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ισχυρίζεται, κατ' εκτίμηση, ο αναιρεσείων ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις σχετικές με την παραγραφή ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, απέρριψε με την αυτή ως άνω παρεμπίπτουσα απόφαση του, ταυτάριθμη και συμπροσβαλλόμενη με την οριστική απόφαση του, τη σχετική ένσταση του, που είχε προτείνει και πρωτοδίκως, μολονότι το αποδιδόμενο σ' αυτόν κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι πλημμεληματικού χαρακτήρα και οι μερικότερες πράξεις που το συναπαρτίζουν ανάγονται οπωσδήποτε σε χρόνο προγενέστερο της πενταετίας σε σχέση με την επίδοση σ' αυτόν του κλητηρίου θεσπίσματος, οπότε κατά τα αρθρ. 111§§1και3 , 112 και 113§1 ΠΚ το αξιόποινο τους εξαλείφθηκε στο σύνολο τους με τη συμπλήρωση της πενταετούς παραγραφής πριν από την έναρξη της κύριας διαδικασίας, που σηματοδότησε η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος. Όμως ως αφετηρία του χρόνου παραγραφής των μερικότερων πράξεων του ο αναιρεσείων θεωρεί εσφαλμένα το χρόνο που τα χρέη των εκπροσω-πούμενων από αυτόν εταιρειών, για την καθυστέρηση καταβολής των οποίων κατηγορείται, έπρεπε να έχουν καταβληθεί από τις ίδιες τις εταιρείες, ενώ όπως προκύπτει από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με την τροποποιημένη με το αρθρ. 34§2 ν.3220/2004 διάταξη του αρθρ. 25§7 ν.1882/1990, όπως είχε αντικατασταθεί με το αρθρ. 23§1 ν.2523/1997, ως αφετηρία παραγραφής των πράξεων του αναιρεσείοντος ισχύει η συμπλήρωση τετράμηνης καθυστέρησης στην καταβολή των ως άνω εταιρικών χρεών, αφότου τα χρέη αυτά, για τα οποία κατηγορείται, βεβαιώθηκαν ταμειακά και κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά το αρθρ. 5§2 ν.δ. 356/1974 περί Κ.Ε.Δ.Ε. (πρβλ. ΑΠ 2180/2009). Επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στην πλημμέλεια του αρθρ. 510§1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
3.Η έλλειψη από την απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που απαιτείται κατά τα αρθρ. 93§3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το αρθρ. 510§1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, έχει δε η καταδικαστική απόφαση την αναγκαία αυτή ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τόσο τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, όσο και οι αποδείξεις από τις οποίες προκύπτουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη (ΑΠ 126/2009). Μάλιστα για την επάρκεια της αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλο-συμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, αφού αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση ειδικότερα με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους υπόψη και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Η βεβαιότητα αυτή υπάρχει και όταν τα αποδεικτικά μέσα αναφέρονται στην απόφαση μόνον γενικώς κατά την κατηγορία και το είδος τους (λ.χ. μάρτυρες, έγγραφα κλπ...), αρκεί έτσι να καλύπτεται το σύνολο των αποδεικτικών μέσων. Αντίθετα δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά σε κάθε αποδεικτικό μέσο και ανάλυση του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται με την απόφαση ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα (ΑΠ 356/2009). Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθρ. 25§§1,2και3 ν. 1882/1990, στο μέτρο που ως ευμενέστερες ισχύουν όπως είχαν πριν από την τροποποίηση τους με το αρθρ. 34 ν. 3220/2004, κρίσιμα στοιχεία για τη συγκρότηση του αντίστοιχου εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να περιέχονται στην καταδικαστική απόφαση για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, είναι: 1) η αρχή που βεβαίωσε το χρέος και τα στοιχεία της βεβαίωσης, 2) το ύψος και το είδος του χρέους με απαραίτητη τη διάκριση μεταξύ ατομικών και εταιρικών χρεών, 3) ο τρόπος πληρωμής του χρέους, εφάπαξ ή σε δόσεις, και ο ακριβής χρόνος καταβολής του εφάπαξ ποσού ή αναλόγως της κάθε δόσης, δηλαδή ο χρόνος που το χρέος ως εφάπαξ ποσό ή οι δόσεις του κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και 4) η συμπλήρωση του χρόνου καθυστέρησης στην καταβολή του χρέους, που διαφοροποιείται αναλόγως αν το χρέος είναι καταβλητέο εφάπαξ ή σε δόσεις και ήδη μετά την τροποποίηση της προηγούμενης ρύθμισης με το αρθρ. -34§1 ν. 3220/2004 ορίσθηκε σε τέσσερις μήνες ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του χρέους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλ-λόμενη οριστική απόφαση, το ΤριμΠλημΧίου που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ότι "από όλη την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν νόμιμα, από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης που εξετάσθηκε στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με την υπόλοιπη διαδικασία αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις αποδιδόμενες σε αυτόν με το κατηγορητήριο αξιόποινες πράξεις που αφορούν τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, που αναφέρονται στον πίνακα χρεών του κατηγορητηρίου με α/α 4,5,6,7,8,9,10,14, 15,16,17,18,19,20,21,22, γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών, διότι αποδεικνύεται ειδικότερα ότι στη ... κατά το χρονικό διάστημα από 30.9.2002 μέχρι 31.7.2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, παραβίασε την σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις προθεσμία των τεσσάρων μηνών για καταβολή των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες χρεών του προς το Δημόσιο και συγκεκριμένα δεν κατέβαλε στο Δημόσιο ατομικά χρέη συνολικού ύψους (συμπεριλαμβανομένων και των νομίμων προσαυξήσεων) 1.126.353,07 ευρώ, τα οποία είναι βεβαιωμένα στη Δ.Ο.Υ. ... και των οποίων τα ειδικότερα προσδιοριστικά στοιχεία (αριθμός και ημερομηνία βεβαίωσης, οικονομικό έτος και είδος φόρου, ανάλυση του ποσού, το απαιτητό μέρος για κάθε ένα και σε σύνολο, ο τρόπος πληρωμής, ο αριθμός των ληξιπρόθεσμων δόσεων και οι ημερομηνίες λήξης της πρώτης και της τελευταίας δόσης) εμφαίνονται αναλυτικά στον παρακάτω πίνακα χρεών, που συνέταξε η άνω Δ.Ο.Υ. και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της απόφασης ως εξής...". Το αιτιολογικό αυτό της προσβαλλόμενης οριστικής απόφασης, που είναι ίδιο και με το διατακτικό της, αποτελεί στην ουσία απλή επανάληψη όσων διαλαμβάνονται στο κλητήριο θέσπισμα και καλύπτουν τα τυπικά μόνο στοιχεία της κατηγορίας, όπως αυτή συμπληρώνεται και με τον ενσωματωμένο στο κλητήριο θεσπισμα και στην απόφαση πίνακα χρεών της Δ.Ο.Υ. Χίου. Έτσι όμως η αιτιολογία της προσβαλλόμενης οριστικής απόφασης, με την οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος για το παραπάνω έγκλημα της καθυστέ-ρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και καταδικάσθηκε τελικώς σε φυλάκιση δέκα μηνών με τη συνδρομή στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του αρθρ. 84§2β ΠΚ, δεν είναι η αναγκαία, κατά τα προεκτεθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτεί το Σύνταγμα και ο ΚΠΔ, αλλά αντίθετα αυτή είναι ασαφής , ελλιπής και αντιφα-τική, αφού ο κατηγορούμενος, αν και καταδικάσθηκε ως διαχειριστής εταιρειών για καθυστέρηση καταβολής βεβαιω-μένων στη Δ.Ο.Υ. Χίου ληξιπρόθεσμων και εφάπαξ πληρωτέων χρεών , τα οποία από παραδρομή στην αρχή του αιτιολογικού και του διατακτικού της απόφασης χαρακτηρίζονται ως ατομικά του χρέη και όχι ως εταιρικά, εντούτοις στη συνέχεια δεν διευκρινίζεται στην απόφαση το είδος και το θεμέλιο της διαχείρισης του σε συσχέτιση και σύνδεση με συγκεκριμένη εταιρεία, της οποίας απλώς αναφέρεται ο ΑΦΜ, ενώ αντιφατικά ως χρόνος τέλεσης των επί μέρους πράξεων του, που συναπαρτίζουν το κατ' εξακολούθηση έγκλημα του της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, αναφέρεται το διάστημα από 30.9.2002 μέχρι 31.7.2006, μολονότι, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στον ενσωματωμένο στην απόφαση πίνακα χρεών της Δ.Ο.Υ. Χίου, τα χρέη του πίνακα με α/α 4,5,6,7,8,14,15,16,17,18,19,20,21 και 22, κατέστησαν ληξιπρόθεσμα μεταξύ 30.3.2004 και 31.7.2006, οπότε ο χρόνος τέλεσης της αντίστοιχης μερικότερης πράξης του μεταφέρεται στο χρόνο συμπλήρωσης της τετράμηνης έκτοτε καθυστέρησης στην πληρωμή κάθε μερικότερου χρέους, στα οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, υπερβαίνοντας την εξουσία του και καθιστώντας δυσμενέστερη τη θέση του κατηγορουμένου, κακώς συμπεριέλαβε και τα χρέη του πίνακα με α/α 9και 10, αφού ως προς τα χρέη αυτά, νια τα οποία δεν ασκήθηκε έφεση και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα σε μεταγενέστερο διάστημα, δηλαδή στις 28.2.2007 και 31.1.2007 αντίστοιχα, ανεστάλει με την πρωτόδικη οριστική απόφαση η ποινική διαδικασία, επειδή ρυθμίστηκαν να καταβληθούν σε δόσεις. Επομένως κατά παραδοχή ως βάσιμων τόσο του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το αρθρ. 510§1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, δηλαδή η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης, όσο και του αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενου κατά το αρθρ. 5.11 ΚΠΔ λόγου αναίρεσης από το αρθρ. 510§1 στοιχ. Η'ΚΠΔ για υπέρβαση εξουσίας από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλ-λόμενη οριστική απόφαση, η κατά της οποίας αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε παραδεκτά (αρθρ. 504§§1 και 4, 505, 507§1 509§1 ΚΠΔ). Ακολούθως πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο αυτό δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη ήδη απόφαση, συντιθέμενο όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως (αρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 246/2010 οριστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χίου Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο αυτό ως άνω δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Σεπτεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση? αίτηση αναίρεσης της καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα απόφασης, με λόγους από το άρθρ. 510 § 1 στοιχ. Β΄, Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ ως ακολούθως: 1) Επίκληση σχετικής ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος (άρθρ. 170 § 1, 321 §§ 1 & 4 ΚΠΔ). 2) Παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων για την παραγραφή (αφετηρία της παραγραφής προκειμένου για καθυστερούμενα προς το Δημόσιο χρέη). 3) Έλλειψη αιτιολογίας ως προς τη σύνδεση του αναιρεσείοντος με τα καθυστερούμενα προς το Δημόσιο εταιρικά χρέη και αντιφατική αιτιολογία ως προς το χρόνο τέλεσης των μερικότερων πράξεών του. Αυτεπάγγελτα εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας (άρθρ. 510 § 1 στοιχ. Η΄ ΚΠΔ), που κατέστησε δυσμενέστερη τη θέση του αναιρεσείοντος μετά την καταδίκη του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για καθυστερούμενα προς το Δημόσιο χρέη, ως προς τα οποία όμως είχε ανασταλεί με την πρωτόδικη απόφαση η ποινική διαδικασία. Αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για τους λόγους από το άρθρ. 510 § 1 στοιχ. Δ΄ και Η΄ ΚΠΔ και απόρριψη των λοιπών λόγων.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Παραγραφή, Κλητήριο θέσπισμα, Ακυρότητα σχετική.
| 0
|
Αριθμός 1542/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Παπαδόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ....
Με πολιτικώς ενάγουσες τις εταιρείες με τις επωνυμίες: 1. "AURORA SHIPPING S.A.", 2. "DYNAMIC DISCOVERY S.A." και 3. "ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΠΕ". Περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 154/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 310/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου, με αριθμό 141/16-4-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγοντες, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την από 26-2-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 154/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτομεν τα εξής:
Α'. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απερρίφθη κατ'ουσίαν υπ'αριθμ. 563/2009 έφεση του κατηγορουμένου, κατά του υπ'αριθμ. 2968/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διά του οποίου παρεπέμφθη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων), για να δικαστεί για α) υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, κατ' εξακολούθηση, ποσού άνω των 73.000 € και β) πλαστογραφία μετά χρήσεως, τελεσθείσα κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και κατ' εξακολούθηση, εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερέβη τα 15.000 € (άρθρα 98 παρ. 2, 216 παρ. 1, 3 και 375 παρ. 1, εδάφιο τελευταίο του Π.Κ., όπως αυτά αντικαταστάθηκαν, τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τις διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 2408/1996 και 14 του Ν. 2721/1999).
Β'. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπες και εμπροθέσμως, από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1, 3 Κ.Π.Δ., με την άνω από 26-2-2010 δήλωση του αναιρεσείοντος στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ'αριθμ. 33/2010 έκθεση αναιρέσεως, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα του είχε επιδοθεί στις 18-2-2010 και είναι τυπικά δεκτή.
Με το ένδικο αυτό μέσο ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγους αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του προσβαλλομένου βουλεύματος και την εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.
Γ'. 'Ελλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, που απαιτείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, βάσει των οποίων έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη. Ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς σε αυτή τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, ήτοι όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, περί της ορθής ή όχι εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως.
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του Π.Κ., όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α Ν. 2721/1999, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (εν όλω ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Κατά το τελευταίο εδάφιο της ίδιας παραγράφου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α Ν. 2721/1999, αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 €), ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν ιδιοποίηση χωρίς δικαίωμα ξένου κινητού πράγματος που περιήλθε στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, υποκειμενικώς δε δόλος αυτού, που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει, καθώς και τη θέλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Η εν λόγω αξιόποινη πράξη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, μεταξύ άλλων και όταν ετελέσθη κατ' εξακολούθηση και το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €, εφόσον ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις απέβλεπε στο συνολικό αποτέλεσμα.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Π.Κ., όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικό με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Κατά την παράγραφο 3β' του ίδιου άρθρου, όπως η παράγρ. αυτή τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7 Ν. 2408/1996 και 14 παρ. 2 Ν. 2721/1999, ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος υπερβαίνει τα 15.000 €, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.
Κατά το άρθρο 13 στ' του Π.Κ., κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως αυτής, προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος εκ μέρους αυτού. Ενώ, κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη, προς διάπραξη του εγκλήματος αυτού, ως στοιχείου της προσωπικότητός του.
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 του Π.Κ., όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 Ν. 2721/1999, προκύπτει, ότι για τον υπολογισμό του περιουσιακού οφέλους ή της βλάβης που προκύπτει από το κατ' εξακολούθηση έγκλημα, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της αξίας των αντικειμένων των μερικοτέρων πράξεων και όχι η αξία του αντικειμένου κάθε μεμονωμένης πράξεως, υπό την προϋπόθεση ότι ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο συνολικό αποτέλεσμα.
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει απ' το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτώς καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό Εισαγγελική πρόταση και δι'αυτής στην ενσωματωμένη στο πρωτόδικο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, στην οποία καθολικώς αναφέρεται, {τούτου (Αντ/λέως Εφετών) περιοριζομένου σε ορισμένες μόνον επισημάνσεις}, δέχθηκε ότι, από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Κατόπιν ανώνυμης καταγγελίας που περιήλθε στους προανακριτικούς υπαλλήλους του πρώην ΣΔΟΕ σύμφωνα με την οποία ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ, λογιστής σε ναυτιλιακές επιχειρήσεις, κατέχει σε τράπεζες της ημεδαπής προθεσμιακές καταθέσεις και ομόλογα, ύψους 1, 5 δις δραχμών, προερχόμενα από παράνομες δραστηριότητες, διενεργήθηκε την 17-9-2003 έρευνα στα επί της οδού ... στο ... γραφεία των νυν εγκαλουσών εταιρειών με τις επωνυμίες "AURORA SHIPPING S.A.", "DYNAMIC DISCOVERY S.A" και "ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ Ε.Π.Ε", όπου και βρέθηκε ο ανωτέρω κατηγορούμενος. Αρχικά προθυμοποιήθηκε να συνδράμει τους διενεργούντες τον έλεγχο προανακριτικούς υπαλλήλους επιδεικνύοντας τους διάφορα έγγραφα που αφορούσαν τις ως άνω εταιρείες, πλην όμως στην συνέχεια αναλαμβάνοντας δεσμίδες χαρτονομισμάτων διαφόρων νομισμάτων και με την πρόφαση ότι θα τα μεταφέρει σε διπλανό γραφείο όπου τηρούνταν το ταμείο ίων ως άνω εταιρειών, εξαφανίστηκε εγκαταλείποντας τον χαρτοφύλακα του. Εντός του τελευταίου διαπιστώθηκε η ύπαρξη πλήθους σφραγίδων που ανήκαν - μεταξύ άλλων - σε υπαλλήλους του ΙΚΑ, βιβλιάρια καταθέσεων της τράπεζας "PRO BANK" με δικαιούχους τον ίδιο καθώς και τους ανήλικους τότε υιούς του, Χ1 και Χ2, συνολικού ποσού 1, 5 εκατομμυρίου ευρώ περίπου, αποδείξεις καταθέσεων με ημερομηνία 15-7-2003 της ήδη κατηγορούμενης, Φ, ποσού 750.000 ευρώ και αγορά "repos" την ίδια ημέρα ίσου ποσού καθώς και μεγάλο αριθμό εγγράφων (πληρεξούσια, δηλώσεις ΦΠΑ, ΦΜΥ, ΦΜΑΠ κλπ των ως άνω εταιρειών καθώς και γραμμάτια είσπραξης του ΙΚΑ) [βλ. την από 17-9-2003 έκθεση δέσμευσης των προανακριτικών υπαλλήλων του ΣΔΟΕ]. Μετά τις ως άνω αρχικές διαπιστώσεις που περιήλθαν και σε γνώση του Ζ, νομίμου εκπρoσώπoυ εταιρειών και συγκεκριμένα της κατοχής από τον ως άνω κατηγορούμενο, ιδιαίτερα μεγάλου χρηματικού ποσού που δεν δικαιολογείτο από την ιδιότητα του ως έμμισθου λογιστή στις ως άνω εταιρείες συμφερόντων του, διενεργήθηκε διαχειριστικός - οικονομικός έλεγχος προκειμένου να διαπιστωθεί η τυχόν κακοδιαχείριση και ιδιοποίηση χρημάτων που ο κατηγορούμενος έλαβε στην κατοχή του υπό την προαναφερθείσα επαγγελματική του ιδιότητα. Από τον διενεργηθέντα έλεγχο προέκυψε ότι ο ως άνω κατηγορούμενος καίτοι ζητούσε από τον ανωτέρω και ελάμβανε κάθε ημέρα διάφορα χρηματικά ποσά προκειμένου να προβαίνει στην πληρωμή διαφόρων υποχρεώσεων, ιδίως ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ, το ΤΑ.Ν.Π.Υ καθώς και Φ.Μ.Υ, Φ.Π.Α και Φ.Μ.Α.Π προς την αρμόδια για την φορολόγηση των ως άνω εταιρειών ΔΟΥ, αποδίδοντας στο τέλος κάθε ημέρας εγγράφως πρόχειρη κατάσταση ταμείου προς τον Ζ ή άλλα προς τούτο εξουσιοδοτημένα πρόσωπα με το τέχνασμα της εγγραφής ψευδών εν μέρει ή εν άλω δαπανών και περαιτέρω της προσκόμισης σε ορισμένες περιπτώσεις πλαστών παραστατικών αυτών που ο ίδιος κατήρτιζε εμφάνιζε μεγαλύτερες δαπάνες απ' ότι στην πραγματικότητα προέβαινε και ιδιοποιείτο την διαφορά μεταξύ της (μεγαλύτερης) δήθεν καταβληθείσας δαπάνης και εκείνης (μικρότερης) στην οποία πράγματι προέβαινε. Επιπλέον προέκυψε ότι προέβαινε εξακολουθητικά στην έκδοση τραπεζικών επιταγών που σύρονταν επί τραπεζικών λογαριασμών που η ως άνω εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "AURORA SHIPΡING S.A." τηρούσε σε τράπεζες της ημεδαπής σε διαταγή υπαρκτών πιστωτών αυτής τις οποίες ακολούθως οπισθογραφούσε θέτοντας την υπογραφή και την σφραγίδα των τελευταίων έτσι ώστε να εμφανίζεται εν τέλει ο ίδιος ως νόμιμος δήθεν κομιστής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και να τις εισπράττει ιδιοποιούμενος το πληρωτέο σε αυτές χρηματικό ποσό. Ειδικότερα διαπιστώθηκε ότι:
1) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 10/9/2003 εμφανίζεται εγγραφή περί εξόφλησης οφειλής ΦΠΑ της εταιρείας "DYNAMIC DISCOVERY S.A" ποσού 10.849 ευρώ η πραγματική οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με την ίδιας ημερομηνίας περιοδική δήλωση ΦΠΑ (από 1-7-2003 έως 31-7-2003) με αριθμό πρωτοκόλλου ... προς την Δ0Υ ΦΑΒΕ Αθηνών καθώς και το αντίστοιχο παραστατικό πληρωμής (Διπλότυπο Είσπραξης Τύπου Α' με αριθμό ...) που πράγματι κατεβλήθη ανήλθε σε 9.492, 23 ευρώ, με συνέπεια να παραμείνει στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του φερόμενου ως καταβληθέντος ποσού και εκείνου που πραγματικά καταβλήθηκε ύψους 1.357 ευρώ, το οποίο και ιδιοποιήθηκε χωρίς νόμιμο δικαίωμα, περαιτέρω προκειμένου να συγκαλύψει την ως άνω πράξη του προέβη στην κατάρτιση αντιγράφου της ως άνω περιοδικής δήλωσης ΦΠΑ την οποία συμπλήρωσε αναγράφοντας ψευδώς ως σύνολο για καταβολή το ως άνω ποσό (10.849, 23 ευρώ) και εν συνεχεία έθεσε, χωρίς δικαίωμα, τις υπογραφές των αρμοδίων υπαλλήλων της ως άνω ΔΟΥ, ακολούθως την προσκόμισε στον ανωτέρω (Ζ) προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το πραγματικό ύψος του ποσού που κατέβαλε για την ως άνω αιτία, 2) εμφάνισε στην κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 4-7-2003 δήθεν εξόφληση οφειλής ΦΠΑ Μαίου 2003 της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 1.653,61 ευρώ καίτοι στην πραγματικότητα ουδεμία οφειλή υπήρχε, με συνέπεια να παραμείνει στην κατοχή του το ως άνω χρηματικό ποσό που δήθεν κατέβαλε, το οποίο και ιδιοποιήθηκε χωρίς νόμιμο δικαίωμα, περαιτέρω προκειμένου να συγκαλύψει την ως άνω πράξη του προέβη στην κατάρτιση αντιγράφου της ως άνω περιοδικής δήλωσης ΦΠΑ την οποία συμπλήρωσε αναγράφοντας ψευδώς ως σύνολο για καταβολή το ως άνω ποσό (1.653 ευρώ) και εν συνεχεία έθεσε, χωρίς δικαίωμα, τις υπογραφές των αρμοδίων υπαλλήλων της ως άνω ΔΟΥ, ακολούθως την προσκόμισε στον ανωτέρω (Ζ) προκειμένου να τον παραπλανηθεί αναφορικά με το ύψος ίου ποσού που δήθεν κατέβαλε για την ως άνω αιτία, 3) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 25/7/2003 εμφανίζεται εγγραφή περί εξόφλησης προς την αρμόδια ΔΟΥ οφειλής ΦΠΑ Ιουνίου 2003 της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 6.527 ευρώ η πραγματική οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το αντίστοιχο παραστατικό πληρωμής (Διπλότυπο Είσπραξης Τύπου Α' με αριθμό ...) που πράγματι κατεβλήθη για την ίδια αιτία ανήλθε σε 2.894, 90 ευρώ, με συνέπεια να παραμείνει στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του ψευδώς καταβληθέντος ποσού και εκείνου που πραγματικά καταβλήθηκε ύψους 3.632,46 ευρώ, το οποίο και ιδιοποιήθηκε χωρίς νόμιμο δικαίωμα, περαιτέρω προκειμένου να συγκαλύψει την ως άνω πράξη του προέβη στην κατάρτιση αντιγράφου της ως άνω περιοδικής δήλωσης ΦΠΑ την οποία συμπλήρωσε αναγράφοντας ψευδώς ως σύνολο για καταβολή το ως άνω ποσό (6.527 ευρώ) και εν συνεχεία έθεσε, χωρίς δικαίωμα, τις υπογραφές των αρμοδίων υπαλλήλων της ως άνω ΔΟΥ, ακολούθως την προσκόμισε στον ανωτέρω (Ζ) προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά, με το πραγματικό ύψος του ποσού που κατέβαλε για την ως άνω αιτία, 4) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 30-5-2003 εμφανίζεται εγγραφή περί εξόφλησης οφειλής Φ.Μ.Υ 1ου διμήνου 2003 της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") συνολικού ποσού 2.634,74 ευρώ η πραγματική οφειλή της εταιρείας ήταν συνολικά μόλις 1.171, 45 ευρώ (509, 28 ευρώ για το πρώτο δίμηνο του 2003 και 662, 01 για το δεύτερο δίμηνο του έτους 2003), με συνέπεια να μείνει στην κατοχή του το ποσό των 1.463,45 ευρώ που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του πράγματι καταβληθέντος ποσού και εκείνου που ψευδώς εμφάνισε ότι κατέβαλε, το οποίο και ιδιοποιήθηκε παράνομα, περαιτέρω προκειμένου να συγκαλύψει την ως άνω πράξη του προέβη στην κατάρτιση αντιγράφου της ως άνω δήλωσης ΦΜΥ 1ου διμήνου 2003 την οποία συμπλήρωσε αναγράφοντας ψευδώς ως σύνολο για καταβολή το ως άνω ποσό (2.634,74 ευρώ) και εν συνεχεία έθεσε, χωρίς δικαίωμα, την υπογραφή του αρμοδίου υπαλλήλου της ως άνω ΔΟΥ, ακολούθως δε την προσκόμισε στον ανωτέρω (Ζ) προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το πραγματικό ύψος του ποσού που κατέβαλε για την ως άνω αιτία, 5) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 17-7-2003 εμφανίζεται εγγραφή περί εξόφλησης οφειλής Φ.Μ.Υ 3ου διμήνου 2003 της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") συνολικού ποσού 3.634, 74 ευρώ στην πραγματικότητα ουδεμία οφειλή αυτής υπήρχε, όπως σαφώς προκύπτει από την προσκομισθείσα με αριθμό πρωτοκόλλου ... Προσωρινή Δήλωση προς την ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών όπου εμφανίζεται οφειλή για την περίοδο από 1-5 έως 30-6-2003 ποσού 510, 80 καθώς από το με αριθμό ... . Διπλότυπο Είσπραξης Τύπου Α' της ίδιος ως άνω ΔΟΥ με το οποίο καταβλήθηκε το προαναφερθέν χρηματικό ποσό και με τον τρόπο αυτό να λάβει στην κατοχή του το ως άνω χρηματικό ποσό το οποίο και ιδιοποιήθηκε, περαιτέρω προκειμένου να συγκαλύψει την ως άνω πράξη του προέβη στην κατάρτιση αντιγράφου της ως άνω δήλωσης ΦΜΥ 3ου διμήνου 2003 την οποία συμπλήρωσε αναγράφοντας ψευδώς ως σύνολο για καταβολή το ως άνω ποσό (3.634, 74 ευρώ) και εν συνεχεία έθεσε, χωρίς δικαίωμα, την υπογραφή του αρμοδίου υπαλλήλου της ως άνω ΔΟΥ, ακολούθως δε την προσκόμισε στον ανωτέρω (Ζ) προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το πραγματικό ύψος του ποσού που κατέβαλε για την ως άνω αιτία, 6) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 25-7-2003 εμφανίζεται εγγραφή περί εξόφλησης οφειλής Φ.M.Y 3ου διμήνου 2003 συνολικού ποσού 6.510,80 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, όπως προκύπτει σύμφωνα με την υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ... Προσωρινή Δήλωση προς την ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών όπου εμφανίζεται οφειλή για την περίοδο από 1-5 έως 30-6-2003 ποσού 510,80 καθώς από το με αριθμό... Διπλότυπο Είσπραξης Τύπου Α' της ίδιας ως άνω ΔΟΥ με το οποίο καταβλήθηκε το προαναφερθέν ποσό, με συνέπεια να μείνει στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει την διαφορά του ποσού που δήθεν καταβλήθηκε και εκείνου που πραγματικά καταβλήθηκε ύψους 6.000 ευρώ, περαιτέρω και την από 25-7-2003 πλαστή Προσωρινή Δήλωση Φ.Μ.Υ 3ου διμήνου 2003 προς την αρμόδια ΔΟΥ (ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών) την οποία κατήρτισε συμπληρώνοντας το ως άνω δήθεν χρηματικό ποσό και θέτοντας κάτωθι της θέσης "Θεώρηση και παραλαβή" την υπογραφή του αρμοδίου υπαλλήλου της ως άνω ΔΟΥ, ακολούθως την προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 7) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 27-2-2003 εμφανίζεται η εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών 1ου / 2003 προς το ΙΚΑ (αντί προς το Δημόσιο Ταμείο που εκ παραδρομής αναφέρεται στο κατηγορητήριο) της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 2.714 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με το από 27-2-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης, η οποία και πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.682, 43 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά του δήθεν καταβληθέντος ποσού και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε συνολικού ύψους 1.031,77 ευρώ, περαιτέρω κατήρτισε το υπ' αριθμόν ... πλαστό προσωρινό δελτίο πληρωμής του υπ/τος ΙΚΑ ... που αφορούσε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών 1ου 2003 συμπληρώνοντας το ως άνω δήθεν χρηματικό ποσό και θέτοντας την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού, ακολούθως την προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού! που δήθεν κατέβαλε, 8) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 31-3-2003 εμφανίζεται η εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών 2ου 2003 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 2.714 ευρώ στην πραγματικότητα ή οφειλή αυτής, σύμφωνα με το από 31-3-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης, η οποία και πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.682, 43 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή το ποσό που προκύπτει από την διαφορά του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ποσού ύψους 1.031, 67 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, περαιτέρω κατήρτισε το υπ' αριθμόν ... πλαστό προσωρινό δελτίο πληρωμής του υπ/τος ΙΚΑ ... που αφορούσε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών 2ου 2003 συμπληρώνοντας το ως άνω δήθεν χρηματικό ποσό και θέτοντας την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού, ακολούθως την προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 9) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 30-4-2003 εμφανίζεται η εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών 3ου/2003 προς το ΙΚΑ της εταιρείας ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 3.070,40 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με το από 30-4-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης, η οποία και πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.682, 43 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του ποσού που δήθεν καταβλήθηκε και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.387,97 ευρώ, περαιτέρω κατήρτισε το υπ' αριθμόν ... πλαστό προσωρινό δελτίο πληρωμής του υπ/τος ΙΚΑ ... που αφορούσε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών 3ου 2003 συμπληρώνοντας το ως άνω δήθεν χρηματικό ποσό και θέτοντας την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού, ακολούθως την προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 10) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 29-5-2003 εμφανίζεται η εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών 4ου/ΔΠ 2003 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 6.014,20 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με τα από 29-5-2003 δύο (2) Προσωρινά Γραμμάτια Είσπραξης, η οποία και πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο συνολικό ποσό των 2.892, 47 ευρώ [2.033, 63 + 858, 84], με συνέπεια να μείνει στην κατοχή του το ποσού που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ εκείνου που δήθεν καταβλήθηκε και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 3.121, 73 ευρώ, περαιτέρω κατήρτισε το υπ' αριθμόν ... πλαστό προσωρινό δελτίο πληρωμής του υπ/τος ΙΚΑ ... που αφορούσε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών 3ου 2003 συμπληρώνοντας το ως άνω δήθεν χρηματικό ποσό και θέτοντας την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού, ακολούθως την προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 11) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 25-6-2003 εμφανίζεται η εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών 5ου / 03 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A] ποσού 2.880 ευρώ στην πραγματικότητα ουδεμία καταβολή έλαβε χώρα την ως άνω ημερομηνία και ειδικότερα οι μόνες καταβολές που αφορούσαν την ως άνω οφειλή έλαβαν χώρα την 6-6-2003, περαιτέρω κατήρτισε το υπ' αριθμόν... πλαστό προσωρινό δελτίο πληρωμής του υπ/τος ΙΚΑ ... που αφορούσε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών 5ου 2003 συμπληρώνοντας το ως άνω δήθεν χρηματικό ποσό και θέτοντας την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού, ακολούθως την προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 12) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 30-6-2003 εμφανίζεται η εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών 5ου /03 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 3.050 ευρώ στην πραγματικότητα ουδεμία καταβολή έλαβε χώρα την ως άνω ημερομηνία και ειδικότερα οι μόνες καταβολές που αφορούσαν την ως άνω οφειλή έλαβαν χώρα την 6-6-2003, περαιτέρω κατήρτισε το αριθμόν ... πλαστό προσωρινό δελτίο πληρωμής του υπ/τος ΙΚΑ ... που αφορούσε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών 5ου 2003 συμπληρώνοντας το ως άνω δήθεν χρηματικό ποσό και θέτοντας την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού, ακολούθως την προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 13) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 22-7-2003 εμφανίζεται η εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών 6ου/ 03 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 3.069 ευρώ στην πραγματικότητα ουδεμία καταβολή έλαβε χώρα την ως άνω ημερομηνία και ειδικότερα οι μόνες καταβολές που αφορούσαν την ως άνω περίοδο έλαβαν χώρα την 8-7-2003 και την 30-7-2003, περαιτέρω κατήρτισε το υπ' αριθμόν...πλαστό προσωρινό δελτίο πληρωμής του υπ/τος ΙΚΑ ... που αφορούσε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών 6ου 2003 συμπληρώνοντας το ως άνω δήθεν χρηματικό ποσό και θέτοντας την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού, ακολούθως την προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 14) εμφάνισε στην κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 25-8-2003 δήθεν εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών 7ου /03 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 3.069 ευρώ καίτοι στην πραγματικότητα ουδεμία οφειλή υπήρχε και ειδικότερα οι καταβολές που αφορούσαν εισφορές της ως άνω περιόδου έλαβαν χώρα την 1 και την 28-8-2003, με συνέπεια να λάβει στην κατοχή του το ως άνω χρηματικό ποσό χωρίς νόμιμη αιτία το οποίο και ιδιοποιήθηκε, περαιτέρω κατήρτισε πλαστό προσωρινό δελτίο πληρωμής του υπ/τος ΙΚΑ ... που αφορούσε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών 7ου 2003 συμπληρώνοντας το ως άνω δήθεν χρηματικό ποσό και θέτοντας την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού, ακολούθως την προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 15) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 30-5-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Υ 1ου διμήνου 2003 προς την ΔΟΥ Πλοίων της εταιρείας "AURORA SHIPPING S.A" ποσού 7.439, 74 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με το από 30-5-2003 Δελτίο Προσωρινής Δήλωσης που αφορούσε υποχρέωση καταβολής ΦΜΥ της περιόδου από 1-1 έως 28-2-2003, η οποία και πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.317,61 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 6.122,16 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, περαιτέρω κατήρτισε την με ίδια ημερομηνία πλαστό δελτίο προσωρινής δήλωσης αναγράφοντας το ως άνω χρηματικό ποσό που δήθεν κατέβαλε για την ως άνω αιτία και χωρίς δικαίωμα τις υπογραφές των αρμοδίων υπαλλήλων της ως άνω ΔΟΥ, εν συνεχεία την προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 16) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 21-2-2003 εμφανίζεται η εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών 1ου / 2003 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 3.214 ευρώ στην πραγματικότητας η οφειλή αυτής, σύμφωνα με το από 21-2-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές της ίδιας περιόδου, η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.941, 74 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.272, 26 ευρώ, το οποίο και ιδιοποιήθηκε, περαιτέρω κατήρτισε το υπ' αριθμόν ... πλαστό προσωρινό δελτίο πληρωμής του υπ/τος ΙΚΑ ... που αφορούσε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών 1ου/2003 συμπληρώνοντας το ως άνω δήθεν χρηματικό ποσό και θέτοντας την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού, ακολούθως την προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 17) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 31-3-2003 εμφανίζεται η εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών 2ου / 2003 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 3.234 ευρώ στην πραγματικότητας η οφειλή αυτής, σύμφωνα με το υπ' αριθ. ... Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές της ίδιας περιόδου, η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.809,23 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του τo ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.424, 77 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, περαιτέρω κατήρτισε το με ίδια ημερομηνία πλαστό προσωρινό δελτίο πληρωμής του υπ/τος ΙΚΑ ... που αφορούσε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών 2ου / 2003 συμπληρώνοντας το ως άνω δήθεν χρηματικό ποσό και θέτοντας την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού, ακολούθως την προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 18) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 30-4-2003 εμφανίζεται η εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών 3ου / 2003 προς τo ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 3.614 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με το από 30-4-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές της ως άνω χρονικής περιόδου, η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.941, 74 ευρώ (αντί του ποσού των 1.441, 74 ευρώ που ανεγράφη εκ παραδρομής στο κατηγορητήριο κατά την κυρία ανάκριση), ήτοι ιδιοποιήθηκε την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος ποσού και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε συνολικού ποσού 1.672, 26 ευρώ (αντί του ποσού των 2.172, 26 ευρώ που ανεγράφη εκ παραδρομής στο κατηγορητήριο κατά την κυρία ανάκριση), το οποίο και ιδιοποιήθηκε, περαιτέρω κατήρτισε το υπ' αριθμόν ... πλαστό προσωρινό δελτίο πληρωμής του υπ/τος ΙΚΑ ... που αφορούσε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών 3ου / 2003 συμπληρώνοντας το ως άνω δήθεν χρηματικό ποσό και θέτοντας την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού, ακολούθως την προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 19) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 28-5-2003 εμφανίζεται η εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών 4ου / 13ου 2003 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 5.504, 98 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με τα από 28-5-2003 δύο (2) Προσωρινά Γραμμάτια Είσπραξης που αφορούσαν ασφαλιστικές εισφορές μηνός Απριλίου 2003 και 13° μήνα 2003, η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 3.009, 86 ευρώ και συνεπώς έλαβε στην κατοχή του την διαφορά μεταξύ του ποσού που δήθεν κατέβαλε και εκείνου που πράγματι κατέβαλε ύψους 2.495, 12 ευρώ, το οποίο και ιδιοποιήθηκε, περαιτέρω κατήρτισε τo υπ' αριθμόν ... πλαστό προσωρινό δελτίο πληρωμής του υπ/τος ίΚΑ ... που αφορούσε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών της ως άνω χρονικής περιόδου συμπληρώνοντας τo ως άνω δήθεν χρηματικό ποσό και θέτοντας την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού, ακολούθως την προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 20) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 26-6-2003 εμφανίζεται η εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών 5ου / 2003 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 3.984 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλής αυτής, σύμφωνα με το από 26-6-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές της ως άνω περιόδου, η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.970,33 ευρώ, και συνεπώς έλαβε στην κατοχή του την διαφορά μεταξύ του ποσού που δήθεν κατέβαλε και εκείνου που πράγματι κατέβαλε ύψους 2.013,67 ευρώ, το οποίο και ιδιοποιήθηκε, περαιτέρω κατήρτισε το υπ' αριθμόν ... πλαστό προσωρινό δελτίο πληρωμής του υπ/τος ΙΚΑ ... που αφορούσε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών της ως άνω χρονικής περιόδου συμπληρώνοντας το ως άνω δήθεν χρηματικό ποσό και θέτοντας την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού, ακολούθως την προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 21) ενώ εμφάνισε στην κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 16-7-2003 δήθεν εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών 6ου / 03 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 3.984 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλής αυτής, σύμφωνα με το από 16-7-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές της ως άνω περιόδου, η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.970, 33 ευρώ (αντί ουδεμίας καταβολής που αναφέρεται εκ παραδρομής στο κατηγορητήριο κατά την κυρία ανάκριση), και συνεπώς έλαβε στην κατοχή του την διαφορά μεταξύ του ποσού που δήθεν κατέβαλε και εκείνου που πράγματι κατέβαλε ύψους 2.013,67 ευρώ, το οποίο και ιδιοποιήθηκε, περαιτέρω κατήρτισε το υπ' αριθμόν ... πλαστό προσωρινό δελτίο πληρωμής του υπ/τος ΙΚΑ ... που αφορούσε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών της ως άνω χρονικής περιόδου συμπληρώνοντας το ως άνω δήθεν χρηματικό ποσό και θέτοντας την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού, ακολούθως την προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 22) εμφάνισε στην κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 21-8-2003 δήθεν εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών 7ου / 2003 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 3.984 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλής αυτής, σύμφωνα με το από 21 -8-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές της ως άνω περιόδου, η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.970, 33 ευρώ (αντί ουδεμίας καταβολής που αναφέρεται εκ παραδρομής στο κατηγορητήριο κατά την κυρία ανάκριση), και συνεπώς έλαβε στην κατοχή του την διαφορά μεταξύ του ποσού που δήθεν κατέβαλε και εκείνου που πράγματι κατέβαλε ύψους 2.013,67 ευρώ, το οποίο και ιδιοποιήθηκε, περαιτέρω κατήρτισε πλαστό προσωρινό γραμμάτιο είσπραξης θέτοντας το ως άνω χρηματικό ποσό που φέρεται ότι κατέβαλε και χωρίς δικαίωμα τις υπογραφές των αρμοδίων υπαλλήλων του ΙΚΑ, προσκόμισε δε αυτό ενώπιον ίου Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε για την ως άνω αιτία, 23) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 10-4-2003 εμφανίζεται εγγραφή περί εξόφλησης ασφαλιστικών εισφορών της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΠΕ" προς το ΙΚΑ ποσού 4.079 ευρώ η πραγματική οφειλή της ως άνω εταιρείας ήταν μόλις 649,13 ευρώ, όπως σαφώς προκύπτει από την αντιπαραβολή των αντίστοιχων προσωρινών γραμματίων είσπραξης και αναλυτικών καταστάσεων εργοδότη προς τo ΙΚΑ σύμφωνα με τα οποία η μηνιαία εισφορά κατά το χρονικό διάστημα από 27-2-2003 έως 22-8-2003 δεν υπερέβαινε το ποσό των 649,13 ευρώ, με συνέπεια να μείνει στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του που δήθεν καταβληθέντος ποσού και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 3.429, ευρώ, περαιτέρω κατάρτισε πλαστό γραμμάτιο είσπραξης αναγράφοντας το ως άνω χρηματικό ποσό και θέτοντας, χωρίς δικαίωμα τις υπογραφές των αρμοδίων υπαλλήλων του ΙΚΑ, ακολούθως προσκόμισε αυτό ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 24) εμφάνισε στην κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 22-7-2003 ότι καταβλήθηκε το ποσό των 1.948 ευρώ για την εξόφληση προστίμου (υπ' αριθ. 83/2003 Απόφαση Επιβολής Προστίμου Κ.Β.Σ του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Πλοίων) της ως άνω εταιρείας ("ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΠΕ) καίτοι στην πραγματικότητα ουδεμία οφειλή υπήρχε, ούτε ποτέ καταβλήθηκε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό κατά την ως άνω ημερομηνία, περαιτέρω κατήρτισε πλαστή προσωρινή δήλωση την οποία συμπλήρωσε με το ως άνω χρηματικό ποσό και στο οποίο έθεσε χωρίς δικαίωμα την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων της ως άνω ΔΟΥ, ακολούθως το προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με την δήθεν καταβολή του ως άνω χρηματικού για την προαναφερθείσα αιτία, 25) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 22-8-2003 εμφανίζεται η εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών προς το ΤΑ.Ν.Π.Υ (Ταμείο Ναυτικών Πρακτόρων και Υπαλλήλων) της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 816, 34 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλής αυτής, σύμφωνα με την υπ' αριθ. ... απόδειξη είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας που αφορούσε την εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών μηνός Ιουλίου 2003 η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 416, 34 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ εκείνου που δήθεν καταβλήθηκε και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 400 ευρώ, το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 26) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 22-7-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής προς το ΤΑ.Ν.Π.Υ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 816, 34 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλής αυτής, σύμφωνα με την υπ' αριθμόν ... από 22-7-2003 απόδειξη είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας που αφορούσε την εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών μηνός Ιουνίου 2003 η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 416,34 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 400 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 27) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 8-7-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Υ 3ου διμήνου 2003 προς την αρμόδια ΔΟΥ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 4.955, 95 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλής αυτής, σύμφωνα με την άνευ ημερομηνία μηχανογραφημένη μισθολογική κατάσταση που φορούσε και τον υπολογισμό Φ.Μ.Υ 3ου διμήνου 2003, η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.343, 65 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 3.612, 30 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 28) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 27-6-2003 εμφανίζεται η εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών Μαΐου 2003 προς το ΤΑ.Ν.Π.Υ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 776, 34 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλής αυτής, σύμφωνα με την άνευ ημερομηνίας μηχανογραφημένη κατάσταση μισθοδοσίας καθώς και την υπ' αριθμόν... απόδειξη είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας που αφορούσε την εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών προς τον ΤΑ.Ν.Π.Υ μηνός Μαΐου 2003 η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 416,34 ευρώ, και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 360 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 29) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 23-6-2003 εμφανίζεται η εξόφληση έναντι οφειλής Φ.Μ.Υ 2ου διμήνου 2003 προς την αρμόδια ΔΟΥ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 4.838 ευρώ στην πραγματικότητα ουδεμία οφειλή αυτής υπήρχε αφού για την ως άνω χρονική περίοδο η σχετική υποχρέωση είχε εξοφληθεί ήδη από την 19-6-2003 και συνεπώς έλαβε χωρίς νόμιμη αιτία το ως άνω χρηματικό ποσό τo οποίο φέρεται ότι κατέβαλε, 30) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 19-6-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Υ 2ου διμήνου/ Πάσχα 2003 προς την αρμόδια ΔΟΥ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 2.513,30 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με την μηχανογραφημένη κατάσταση μισθοδοσίας για την ως άνω χρονική περίοδο η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό ίων 1.674,07 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 839,23 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 31) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 2-6-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Μαΐου 2003 και Δώρου Πάσχα προς το ΤΑ.Ν.Π.Υ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 784, 46 και 390 ευρώ αντίστοιχα και συνολικά ποσού 1.174, 46 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με την μηχανογραφημένη κατάσταση ασφαλιστικών εισφορών Απριλίου 2003 καθώς και τις υπ' αριθμόν ... και ... Αποδείξεις Είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 434,46 και 201,54 ευρώ αντίστοιχα και συνολικά 636 ευρώ, και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 539 [350 + 189] ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 32) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 30-4-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Μαρτίου 2003 προς το ΤΑ.Ν.Π.Υ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 770 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με την υπ' αριθμόν ... Απόδειξη Είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 410, 30 ευρώ, και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 359, 70 ευρώ τo οποίο και ιδιοποιήθηκε, 33) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 21-4-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Υ 2003 προς την αρμόδια ΔΟΥ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 3.892, 44 ευρώ στην πραγματικότητα ουδεμία οφειλή υπήρχε την ως άνω ημερομηνία, ούτε κατεβλήθη οποιοδήποτε χρηματικό ποσό για την ως άνω αιτία καθόσον η ο μεν Φ.Μ.Υ για το 5° και 6° δίμηνο 2002 είχε καταβληθεί την 24-2-2003, ο δε Φ.Μ.Υ για το 1° δίμηνο 2003 είχε καταβληθεί την 30-5-2003 και συνεπώς ιδιοποιήθηκε το ως άνω χρηματικό ποσό που φέρεται ότι κατέβαλε για την προαναφερθείσα αιτία, 34) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 31-3-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Φεβρουαρίου 2003 προς το ΤΑ.Ν.Π.Υ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 682,30 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με την υπ' αριθμόν ... Απόδειξη Είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 382, 30 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 300 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 35) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 24-2-2003 εμφανίζεται η έναντι καταβολή οφειλής Φ.Μ.Υ/Δ.Χ/Πρόστιμο προς την αρμόδια ΔΟΥ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 6.720 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής σύμφωνα με την μηχανογραφημένη κατάσταση ασφαλιστικών εισφορών 5ου διμήνου 2002 ανήλθε στο ποσό των 2.332, 67 ευρώ (και όχι το ποσό των 347, 37 ευρώ που αναφέρεται εκ παραδρομής στο κατηγορητήριο κατά την κυρία ανάκριση) και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 4.387, 33 ευρώ (και όχι το ποσό των 6.372, 63 ευρώ που αναφέρεται εκ παραδρομής στο κατηγορητήριο κατά την κυρία ανάκριση) το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 36) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 21-2-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Ιανουαρίου 2003 προς το ΤΑ.Ν.Π.Υ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 685 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με την υπ' αριθμόν ... Απόδειξη Είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 410,30 ευρώ, και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 274, 70 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 37) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 30-1-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Δεκεμβρίου 2002 προς το ΤΑ.Ν.Π.Υ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 1.370 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με την υπ' αριθμόν ... Απόδειξη Είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 752, 49 ευρώ, και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 617, 54 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 38) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 28-1-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές Δώρου Χριστουγέννων 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 3.234,14 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με την υπ' αριθμόν ... από 22-1-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.706, 01 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.528, 13 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 39) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 22-1-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές Δώρου Χριστουγέννων 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 3.234,14 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με την υπ' αριθμόν ...' από 22-1-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.809, 23 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.424, 91 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 40) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 30-12-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Νοεμβρίου 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 2.514,10 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το υπ' αριθμόν ...' από 30-12-2002 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.809, 23 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 705, 24 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 41) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 29-11-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Οκτωβρίου 2002 και 14ου μήνα του 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 3.840 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με τα υπ' αριθμόν ... από 29-11-2002 και 185138 από 29-11-2002 Προσωρινά Γραμμάτια Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο συνολικό ποσό των 2.550, 49 [914 + 1.636, 49] ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.289, 71 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 42) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 31-10-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Σεπτεμβρίου 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 1.752, 46 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το υπ' αριθμόν ...' από 31-10-2002 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 850, 32 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 902, 14 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 43) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 22-10-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Υ 7ου - 8ου 2002 προς την αρμόδια ΔΟΥ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 4.524, 27 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με την μηχανογραφημένη κατάσταση μισθοδοσίας της ως άνω χρονικής περιόδου, ανήλθε στο ποσό των 2.346, 97 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 2.177,30 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 44) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 30-9-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Αυγούστου 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 2.605, 67 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το υπ' αριθμόν ...' από 30-9-2002 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.905, 67 ευρώ, και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 700 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 45) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 27-8-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Ιουλίου 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 2.605 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το υπ' αριθμόν ...από 27-8-2002 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.905,67 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 699, 33 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 46) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 31-7-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Υ 5ου - 6ου 2002 προς την αρμόδια ΔΟΥ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 4.614 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με την μηχανογραφημένη κατάσταση μισθοδοσίας της ως άνω χρονικής περιόδου, ανήλθε στο ποσό των 2.346, 97 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος καν εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 2.267, 04 ευρώ τo οποίο και ιδιοποιήθηκε, 47) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 29-7-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Ιουνίου 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 2.605, 67 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το υπ' αριθμόν ...' από 29-7-2002 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.905, 67 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 700 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 48) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 2-7-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Υ 2ου - 3ου - 4ου και επιδόματος Πάσχα 2002 προς χην αρμόδια ΑΟΥ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 4.8157,89 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με την μηχανογραφημένη κατάσταση μισθοδοσίας της ως άνω χρονικής περιόδου, ανήλθε στο ποσό των 2.916, 40 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.899, 49 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 49) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 28-6-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Μαΐου 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 2.605, 67 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το υπ' αριθμόν ... από 28-6-2002 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.905, 67 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 699, 95 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 50) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 13-6-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Α.Π 2003 προς την ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A) ποσού 4.725 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με την από 18-6-2003 ατομική ειδοποίηση χρεών ανήλθε στο συνολικό ποσό των 5.930, 53 και μπορούσε να καταβληθεί σε τρεις δόσεις, επιπλέον κατεβλήθη την 18-6-2003 το ποσό των 2.092 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 2.633 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 27-2-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Α.Π προς την &ΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 4.725 ευρώ στην πραγματικότητα ουδεμία οφειλή της ως άνω εταιρείας υπήρχε για την χρήση 2002 αφού η τελευταία δόση είχε καταβληθεί την 16-1-2003, η δε σχετική υποχρέωση καταβολής πρώτης δόσης για την χρήση 2003 είχε καταβληθεί, όπως προαναφέρθηκε υπό τον α.α 52 την 18-6-2003 και συνεπώς παρακράτησε το ως άνω χρηματικό ποσό (4.725 ευρώ), τo οποίο και ιδιοποιήθηκε, 52) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 24-2-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές επιδόματος αδείας 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 3.216,42 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με τo υπ' αριθμόν ... από 24-2-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ... η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 2.006 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.210, 42 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 53) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 31-1-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές αδείας 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 3.045,40 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το υπ' αριθμόν ... Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 2.006 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.039, 40 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 54) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 30-1-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές δώρου Χριστουγέννων 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 3.984 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το από 30-1-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 2.985, 41 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 998,59 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 55) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 28-1-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές δώρου Χριστουγέννων 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 2.714 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το από 28-1-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.663, 23 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.050,77 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 56) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 27-1-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Π.Α προς την αρμόδια ΔΟΥ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 1.874, 80 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας αυτής σύμφωνα με τη μηχανογραφημένη κατάσταση καταβολών ανήλθε στο ποσό των 363, 31 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.511, 49 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 57) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 24-1-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Υ 5ου διμήνου 2002 προς την ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 7.807, 35 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με τα υπ' αριθμόν ...' από 24-1-2003 και 7817406 Σειρά Ε' από 24-1-2003 διπλότυπα είσπραξης τύπου Α' ανήλθε στο συνολικό ποσό των 751, 20 [384, 85 + 366, 35] ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 7.056, 15 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 58) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 23-1-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Δεκεμβρίου 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 2.714,14 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το από 23-1-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (uπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.603, 32 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.110, 82 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 59) στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 16-1-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Α.Π προς την ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 4.837, 50 ευρώ στην πραγματικότητα, σύμφωνα με το υπ' αριθμόν ...' γραμμάτιο είσπραξης τύπου Α', το ποσό που καταβλήθηκε για Φ.Μ.Α.Π κατά την χρήση 2002 ανήλθε στο ποσό των 2.034, 42 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 2.803, 08 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 60) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 30-12-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Νοεμβρίου 2002 προς τo ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 2.709 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το από 30-12-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.603,32 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.105, 68 ευρώ τo οποίο και ιδιοποιήθηκε, 61) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 13-12-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Π.Α προς την αρμόδια ΑΟΥ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 9.175, 95 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας αυτής σύμφωνα τη μηχανογραφημένη κατάσταση καταβολών ΦΠΑ μηνός Σεπτεμβρίου 2002 ανήλθε στο ποσό των 6.845, 73 πλέον προσαυξήσεων ποσού 342, 29 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του to ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.987,93 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 62) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 3-12-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 1.980 ευρώ στην πραγματικότητα ουδεμία οφειλή της εταιρείας αυτής υπήρχε προς το ΙΚΑ και συνεπώς έλαβε στην κατοχή του τo ως άνω χρηματικό ποσό που φέρεται ότι κατέβαλε το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 63) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 29-11-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Οκτωβρίου 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 5.820,40 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το από 29-11-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 4.021,98 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.798, 42 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 64) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 21-11-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές επιδόματος αδείας και διαφορές 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 3.263,29 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το από 21-11-2002 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 2.756,09 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του τo ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 507, 20 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 65) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 31-10-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές του έτους 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 2.708,60 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το υπ' αριθμόν ... από 31-10-2002 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Οκτωβρίου 2002 η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 2.675, 82 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 32, 78 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 66) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 22-10-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές του έτους 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 6.677,91 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το υπ' αριθμόν ... από 22-10-2002 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Σεπτεμβρίου 2002 η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 5.444, 47 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.233,44 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 67) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 22-10-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Υ 2002 προς την αρμόδια ΔΟΥ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 3.139, 23 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με τo υπ' αριθμόν ... από 22-10-2002 Διπλότυπο Είσπραξης Τύπου Α' και της με ίδια ημερομηνία Προσωρινής Δήλωσης, ανήλθε στο ποσό των 482, 74 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 2.656, 26 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 68) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 3-10-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Π.Α προς την αρμόδια ΔΟΥ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 8.182, 27 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας αυτής σύμφωνα τη μηχανογραφημένη κατάσταση καταβολών ΦΠΑ μηνός Ιουλίου ανήλθε στο ποσό των 6.917, 25 πλέον προσαυξήσεων ποσού 346, 36 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 908,66 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 69) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 30-9-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές του έτους 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 10.632,14 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το από 30-9-2002 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Αυγούστου 2002 η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 8.619, 07 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από τnv διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 2.013, 03 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 70) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 18-9-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Α.Π προς την ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 4.612, 50 ευρώ στην πραγματικότητα, σύμφωνα με το υπ' αριθμόν ... γραμμάτιο είσπραξης τύπου Α' το ποσό που καταβλήθηκε για Φ.Μ.Α.Π κατά την χρήση 2002 ανήλθε στο ποσό των 1.976, 85 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 2.635, 65 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 71) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 27-8-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Π.Α προς την αρμόδια ΔΟΥ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 6.821, 19 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας αυτής σύμφωνα τη μηχανογραφημένη κατάσταση καταβολών ΦΠΑ μηνός Ιουνίου ανήλθε στο ποσό των 5.905, 19 πλέον προσαυξήσεων ποσού 295, 26 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 620,74 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 72) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 31-7-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Υ 2002 προς την αρμόδια ΔΟΥ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 1.298, 63 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με το υπ' αριθμόν ... από 31-7-2002 Διπλότυπο Είσπραξης Τύπου Α' και της με ίδια ημερομηνία Προσωρινής Δήλωσης, ανήλθε στο ποσό των 306, 03 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 992, 60 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 73) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 29-7-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές του έτους 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 6.694,33 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το υπ' αριθμόν ... Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Ιουνίου 2002 η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 6.156, 06 ευρώ, και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 538, 27 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 74) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 29-7-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Α.Π προς την αρμόδια ΔΟΥ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 4.618, 65 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το από 22-7-2002 Διπλότυπο Είσπραξης Τύπου Α' η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 2.178, 37 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 2.440, 28 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 75) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 4-7-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Π.Α προς την αρμόδια ΔΟΥ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 3.522 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας αυτής σύμφωνα τη μηχανογραφημένη κατάσταση καταβολών ΦΠΑ μηνός Μαΐου 2002 ανήλθε στο ποσό των 2.901, 78 και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 620, 22 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 76) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 2-7-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Υ 2002 προς την αρμόδια ΔΟΥ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 1.320, 33 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με το από 2-7-2002 Διπλότυπο Είσπραξης Τύπου Α' και την με ίδια ημερομηνία Προσωρινή Δήλωση, ανήλθε στο ποσό των 336 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 984,33 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 77) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 28-6-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές του έτους 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A") ποσού 2.759,03 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το από 28-6-2002 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Μαΐου 2002 η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.939, 88 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 819, 15 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 78) προέβη στην πλαστογράφηση των κάτωθι τραπεζικών επιταγών εκδόσεως της ως άνω εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "AURORA SHIPPING S.A" θέτοντας, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση στην θέση του πρώτου οπισθογράφου την υπογραφή και την σφραγίδα του κομιστή σε διαταγή του οποίου και εκδόθηκαν ως εξής:
1) της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "H.S.B.C" με ημερομηνία έκδοσης την 15-7-2003, ποσού 293, 47 ευρώ, σε διαταγή δήθεν της εταιρείας με την επωνυμία "MONOGRAM TRAVEL S.A", επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως την εμφάνισε για πληρωμή λαμβάνοντας στην κατοχή του το ως άνω χρηματικό ποσό το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 2) της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "H.S.B.C" με ημερομηνία έκδοσης την 21-7-2003, ποσού 440, 21 ευρώ, σε διαταγή δήθεν της εταιρείας με την επωνυμία "MONOGRAM TRAVEL S.Α", επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως την εμφάνισε για πληρωμή λαμβάνοντας στην κατοχή του το ως άνω χρηματικό ποσό το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 3) της υπ' αριθ.... τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "H.S.B.C" με ημερομηνία έκδοσης την 30 -7-2003, ποσού 293, 47 ευρώ, σε διαταγή δήθεν της εταιρείας με την επωνυμία "MONOGRAM TRAVEL S.A", επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως την εμφάνισε για πληρωμή λαμβάνοντας στην κατοχή του το ως άνω χρηματικά ποσό το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 4) της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "H.S.B.C" με ημερομηνία έκδοσης την 28 -7-2003, ποσού 440,21 ευρώ, σε διαταγή δήθεν της εταιρείας με την επωνυμία "MONOGRAM TRAVEL S.A", επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως την εμφάνισε για πληρωμή λαμβάνοντας στην κατοχή του το ως άνω χρηματικό ποσό το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 5) της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "H.S.B.C" με ημερομηνία έκδοσης την 19-6-2003, ποσού 2.100 ευρώ, σε διαταγή δήθεν της εταιρείας "ΗΦΑΙΣΤΟΣ ΕΠΕ", η επωνυμία της οποίας ομοιάζει με το διακριτικό τίτλο ("Γενική Κατασκευαστική ΗΦΑΙΣΤΟΣ") της εταιρείας με την επωνυμία "... & ΣΙΑ Ε.Ε", επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως την εμφάνισε για πληρωμή λαμβάνοντας στην κατοχή του το ως άνω χρηματικό ποσό το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 6) της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "H.S.B.C" με ημερομηνία έκδοσης την 3-9-2003, ποσού 880, 41 ευρώ, σε διαταγή δήθεν του Π (προφανώς πρόκειται για το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας με την επωνυμία "Αποστ. ΠΟΕ" επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση, την υπογραφή του ανωτέρω, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως την εμφάνισε για πληρωμή λαμβάνοντας στην κατοχή του το ως άνω χρηματικό ποσό το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 7) της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "H.S.B.C" με ημερομηνία έκδοσης την 9-9-2003, ποσού 880, 41 ευρώ, σε διαταγή δήθεν του Π επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση, την υπογραφή του ανωτέρω, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως την εμφάνισε για πληρωμή λαμβάνοντας στην κατοχή του το ως άνω χρηματικό ποσό το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 8) της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "H.S.B.C" με ημερομηνία έκδοσης την 17-10-2002, ποσού 1.000 δολαρίων (ή 1.343 ευρώ), σε διαταγή δήθεν της εταιρείας "B.S.A. marine LTD", επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως ως τελευταίος κομιστής αυτής έδωσε εντολή να κατατεθεί το ως άνω χρηματικό ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η ως άνω συγκατηγορούμενή του, Φ, στην τράπεζα "E.F.G EUROBANK ERGASIAS", 9) της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "H.S.B.C" με ημερομηνία έκδοσης την 28-8-2002, ποσού 2.000 δολαρίων (ή 2.686 ευρώ), σε διαταγή δήθεν της εταιρείας "B.S.A. marine LTD", επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφηοης, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση, την υπογραφή τoυ νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον ίων αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως ως τελευταίος κομιστής αυτής έδωσε εντολή να κατατεθεί το ως άνω χρηματικό ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η ως άνω συγκατηγορούμενή του, Φ, στην τράπεζα "E.F.G EUROBANK ERGAS1AS", 10) της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "ΒΝΡ-PARIBAS" με ημερομηνία έκδοσης την 6-9-2002, ποσού 440, 21 ευρώ, σε διαταγή δήθεν της εταιρείας "SEAGULL TRAVEL ΕΠΕ", επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως ως τελευταίος κομιστής αυτής έδωσε εντολή να κατατεθεί το ως άνω χρηματικό ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η μητέρα του, Κ, στην τράπεζα "E.F.G EUROBANK ERGASIAS", 11) της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "ΒΝΡ - PARIBAS" με ημερομηνία έκδοσης την 9-5-2002, ποσού 440, 21 ευρώ, σε διαταγή δήθεν της εταιρείας "SEAGULL TRAVEL ΕΠΕ", επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως ως τελευταίος κομιστής αυτής έδωσε εντολή να κατατεθεί το ως άνω χρηματικό ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η μητέρα του, Κ, στην τράπεζα "E.F.G EUROBANK ERGASIAS", 12) της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "ΒΝΡ - PARIBAS" με ημερομηνία έκδοσης την 29-4-2002, ποσού 440, 21 ευρώ, σε διαταγή δήθεν της εταιρείας "SEAGULL TRAVEL ΕΠΕ", επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως ως τελευταίος κομιστής αυτής έδωσε εντολή να κατατεθεί το ως άνω χρηματικό ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η μητέρα του, Κ, στην τράπεζα "E.F.G EUROBANK ERGASIAS", 13) της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "ΒΝΡ - PARIBAS" με ημερομηνία έκδοσης την 29-4-2002, ποσού 440, 21 ευρώ, σε διαταγή δήθεν της εταιρείας "SEAGULL TRAVEL ΕΠΕ", επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, χωρίς δικαίωμα την συναίνεση, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως ως τελευταίος κομιστής αυτής έδωσε εντολή να κατατεθεί το ως άνω χρηματικό ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η μητέρα του, Κ, στην τράπεζα "E.F.G EUROBANK ERGASIAS", 14) της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "ΒΝΡ - PARIBAS" με ημερομηνία έκδοσης την 30-4-2002, ποσού 440, 21 ευρώ, σε διαταγή δήθεν της εταιρείας "SEAGULL TRAVEL ΕΠΕ", επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως ως τελευταίος κομιστής αυτής έδωσε εντολή να κατατεθεί το ως άνω χρηματικό ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η μητέρα του, Κ, στην τράπεζα "E.F.G EUROBANK ERGASIAS", 15) της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "ALPHA BANK" με ημερομηνία έκδοσης την 3-7-2002, ποσού 586, 94 ευρώ, σε διαταγή δήθεν της εταιρείας "SEAGULL TRAVEL ΕΠΕ", επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως ως τελευταίος κομιστής αυτής έδωσε εντολή να κατατεθεί το ως άνω χρηματικό ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η μητέρα του, Κ, στην τράπεζα "E.F.G EUROBANK ERGASIAS", και 16) της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "ALPHA BANK" με ημερομηνία έκδοσης την 4-7-2002, ποσού 586, 94 ευρώ, σε διαταγή δήθεν της εταιρείας "SEAGULL TRAVEL ΕΠΕ", επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως ως τελευταίος κομιστής αυτής έδωσε εντολή να κατατεθεί το ως άνω χρηματικό ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η μητέρα του, Κ, στην τράπεζα "E.F.G EUROBANK ERGASIAS", Από το σύνολο των επιμέρους πράξεων υπό τους αύξοντες ως άνω αριθμούς από 1 έως 77 προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος με το τέχνασμα της εμφάνισης αυξημένων δαπανών τις οποίες καταχωρούσε στην ανεπίσημη ημερήσια κατάσταση ταμείου έλαβε στην κατοχή του κατά τo χρονικό διάστημα από 28-7-2002 έως 10-9-2003 το συνολικό ποσό των 143.399, 79 ευρώ (Διευκρινίζεται ότι στο ποσά αυτό που ο κατηγορούμενος έλαβε στην κατοχή του δεν συνυπολογίζεται το συνολικό ποσό των 11.703,11 ευρώ που αντιστοιχεί στις προαναφερθείσες συνολικά 16 τραπεζικές επιταγές καθόσον για αυτές απαγγέλθηκε κατηγορία μόνο για πλαστογραφία). Το δε ποσό αυτό μετά την ανακάλυψη της δράσης του καίτοι οχλήθηκε να αποδώσει αρνήθηκε να το πράξει. Περαιτέρω όσον αφορά την διωκόμενη σε βαθμό κακουργήματος πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως αυτή αφορά 40 συνολικά πλαστά έγγραφα (βλ. υπό τους α.α 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24 και 78 (1-16) εκ των οποίων το σκοπούμενο όφελος που επιδίωξε ο δράστης δια βλάβης της περιουσίας των εγκαλουσών εταιρειών ανήλθε στο συνολικό ποσό των 38. 685 ευρώ. Επιπλέον προέκυψε ότι ενήργησε όχι ευκαιριακά, αλλά με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτόν του δια βλάβης τρίτου και δη της περιουσίας των εγκαλουσών εταιριών εισόδημα. Τούτο δε συνάγεται τόσο από την επανειλημμένη κατά τα ανωτέρω τέλεση της πράξης της πλαστογραφίας, όσο και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει και ειδικότερα από την προμήθεια εντύπων προσωρινών γραμματίων πληρωμής του ΙΚΑ, τα οποία ουδέποτε είχαν χορηγηθεί στο υπ/μα του ΙΚΑ ..., ούτε είχαν τυπωθεί από το εθνικό τυπογραφείο, είχαν δε αύξοντες αριθμούς διαφορετικούς από εκείνους που είχαν τα δελτία του ως άνω υπ/τος του ΙΚΑ καθώς και από την προμήθεια έντυπων σφραγίδων των υπαλλήλων του ΙΚΑ καθώς και των εταιρειών σε διαταγή των οποίων εκδόθηκαν οι ως άνω υπό τον α.α 78 τραπεζικές επιταγές. Ο κατηγορούμενος απολογούμενος αρνήθηκε τις αποδιδόμενες, σε αυτόν κατηγορίες ισχυρισμένος ότι τα χρήματα που φέρεται ότι ιδιοποιήθηκε αποτελούσαν δεδουλευμένες αποδοχές που έλαβε βάσει ανεπίσημων συμβάσεων με τους εργοδότες του και ειδικότερα ότι η εμφάνιση στο ανεπίσημο βιβλίο εσόδων και εξόδων που τηρούσε αυξημένων δαπανών σε σχέση με εκείνες που πράγματι προέβαινε ήταν εν γνώσει των εργοδοτών του, Ζ και Ζ1, προκειμένου με τον τρόπο αυτό να δικαιολογηθεί η καταβολή προς αυτόν της διαφοράς μεταξύ των μεγαλύτερων αποδοχών που είχε συμφωνήσει να λαμβάνει και εκείνων που προβλέπονταν στις επίσημες συμβάσεις εργασίας. Με τον τρόπο αυτό οι ανωτέρω εργοδότες του μπορούσαν -κατά τους ισχυρισμούς του - να δικαιολογήσουν στους λοιπούς μετόχους των εγκαλουσών εταιρειών τις επιπλέον αποδοχές που του κατέβαλαν. Μάλιστα σύμφωνα με τις ανεπίσημες συμβάσεις εργασίας που είχε συνάψει με τις εγκαλούσες εταιρείες θα έπρεπε να έχει λάβει ως δεδουλευμένες αποδοχές για το χρονικό διάστημα από 1-1-99 και εντεύθεν το συνολικό ποσό των 729.663, 61 ευρώ και ότι έλαβε των επίσημων συμβάσεων το ποσό των 166.621, 65 ευρώ, ενώ το πόθο των 158.900, 37 ευρώ το εισέπραξε με τον ως άνω τρόπο, ήτοι με την εμφάνιση αυξημένων δαπανών. .Περαιτέρω αρνήθηκε ότι τα φερόμενα ως πλαστά έγγραφα καταρτίστηκαν από τον ίδιο, αλλά ότι οι ανωτέρω εργοδότες του γνώριζαν και συναίνεσαν στην κατάρτιση τους προκειμένου να δικαιολογηθεί η καταβολή του μέρους των αποδοχών του που υπερέβαινε τις βάσει των επίσημων καταχωρημένων συμβάσεων αποδοχές του. Εξάλλου εάν ο ίδιος ήταν ο δράστης της πλαστογραφίας δεν θα άφηνε στον ίδιο χώρο του γραφείου του στις ως άνω εταιρείες τα γνήσια και ία αντίστοιχα πλαστά παραστατικά δαπανών τα οποία και βρέθηκαν μετά από έρευνα των εργοδοτών του. Αναφορικά με τις φερόμενες ως πλαστές επιταγές συνομολογεί ότι ναι μεν έχουν συνταχθεί από τον ίδιο, πλην όμως μεταβιβάστηκαν σε αυτόν νομίμως από τους κομιστές σε διαταγή των οποίων είχαν εκδοθεί ως δώρα για λόγους ευαρέσκειας προς το πρόσωπο του λόγω της σύντομης εκκαθάρισης και πληρωμής των οφειλών που είχαν οι εγκαλούσες εταιρείας προς αυτούς (κομιστές). Επίσης αναφορικά με την ύπαρξη των σφραγίδων τρίτων προσώπων αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση ισχυριζόμενος ότι ο χώρος του γραφείου του δεν χρησιμοποιείτο αποκλειστικά από τον ίδιο, αλλά και από έτερα πρόσωπα που είχαν πρόσβαση σε αυτόν, αφήνοντας με τον τρόπο αυτό να εννοηθεί ότι ανήκαν σε τρίτα πρόσωπα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι τις σφραγίδες ίων υπαλλήλων της ΔΟΥ Πλοίων και του ΙΚΑ του τις έφερε ο Ζ προκειμένου να κατασκευάζει κατά τα ανωτέρω τα πλαστά παραστατικά δαπανών που καταχωρούσε στο ανεπίσημο ταμείο, ενώ αναφορικά με τις σφραγίδες των εταιρειών σε διαταγή των οποίων εκδόθηκαν οι ως άνω τραπεζικές επιταγές ισχυρίστηκε ότι είχαν δοθεί στους εργοδότες του προς εξασφάλιση τους σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεων των εν λόγω εταιρειών καθόσον οι συμφωνίες με αυτές δεν ήταν γραπτές. Οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορούμενοι κρίνονται τουλάχιστον ως προς τις αποδοθείσες πράξεις της απάτης και της πλαστογραφίας ως αβάσιμοι, επιχειρεί δε με αυτούς να εμφανίσει τον εαυτόν ως θύμα των αδίστακτων εργοδοτών και να επιρρίψει τις ευθύνες σε βάρος τους. Ειδικότερα δεν εξηγεί πειστικά για ποιο λόγο οι ως άνω εργοδότες του εμφάνιζαν εν γνώσει τους στο ανεπίσημο βιβλίο ταμείου εικονικές δαπάνες χωρίς να έχουν οι ίδιοι κάποιο οικονομικό όφελος, αλλά είχαν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, σκοπό να αποκρύψουν από τους λοιπούς μετόχους των εταιρειών τις πραγματικές του αποδοχές του. Εξάλλου επρόκειτο για ανεπίσημο βιβλίο στο οποίο θα μπορούσαν να καταχωρήσουν οποιαδήποτε συναλλαγή χωρίς να εκτεθούν σε κίνδυνο αποκάλυψης των πραγματικών δαπανών/εσόδων. Εν κατακλείδι ο μόνος ο οποίος τελικά μπορούσε να ωφεληθεί και τελικά ωφελήθηκε από τις πράξεις αυτές ήταν ο ίδιος και ουδείς άλλος. Με τους ως άνω αβάσιμους, αόριστους και αντιφατικούς ισχυρισμούς τους κατ' ουσίαν ομολογεί εμμέσως πλην σαφώς τις πράξεις του αποδίδονται επιχειρώντας ανεπιτυχώς να εμπλέξει τους εργοδότες του καίτοι αυτοί (ισχυρισμοί) δεν επιρρωνύονται από κανένα αποδεικτικό μέσο. Σημειώνεται δε ότι κατά την εκδίκαση σε βάρος του αίτησης συντηρητικής κατάσχεσης της περιουσίας τους εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στο δικαστήριο αποδεχόμενος το σε βάρος του αιτούμενο μέτρο. Περαιτέρω καίτοι διεκδικεί ιδιαίτερα μεγάλο χρηματικό ποσό για μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών σε ουδεμία πράξη προέβη μετά την απόρριψη ως αόριστης αγωγής του. Επίσης σύμφωνα με την κατάθεση του εργαζόμενου στην ίδια εταιρεία, Ξ, ο κατηγορούμενος τηρούσε τα παραστατικά των εταιρειών εντός κλειστού ερμαρίου στο οποίο μόνο ο ίδιος είχε πρόσβαση και ουδείς άλλος (βλ. την από 6-12-2006 ένορκη κατάθεση). Αναφορικά με τις ως άνω φερόμενες ως πλαστές επιταγές ο Π, νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "Π δε ΣΙΑ Ο.Ε", διαψεύδει τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου ότι είχε παραδώσει την σφραγίδα της εταιρείας του στους εργοδότες του λέγοντας ότι η σφραγίδα που δεσμεύτηκε δεν ανήκε στην εταιρεία του καθώς και ότι ουδέποτε έδωσε σε αυτόν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ως δώρο ή προμήθεια (βλ. την από 5-7-2004 ένορκη κατάθεση). Ομοίως και οι λοιποί εκπρόσωποι των εταιρειών σε διαταγή των οποίων φέρονται ότι εκδόθηκαν σι ως άνω επιταγές αρνούνται ότι έλαβαν στην κατοχή τους τις επιταγές αυτές και ότι προέβησαν στην μεταβίβαση τους με οπισθογράφησή προς οποιονδήποτε τρίτο και μάλιστα προς τον ως άνω κατηγορούμενο, (βλ. τα από 6-11-2003 και 14-11-03 έγγραφα της τράπεζας "E.F.G EUROBANK ERGASIAS", το από 24-11-03 έγγραφο της εταιρείας "B.S.A marine LTD" και τα από 25-11-03 έγγραφα των εταιρειών "SEAGULL TRAVEL ΕΠΕ", ". & ΣΙΑ ΟΕ" και "... & Σια Ε.Ε"). Ο δε ισχυρισμός ότι οι σφραγίδες που βρέθηκαν τις κρατούσαν οι εργοδότες του προς εξασφάλιση τους δεν είναι πειστικός καθόσον δεν εξηγεί με ποιο τρόπο θα μπορούσαν να τις αξιοποιήσουν προς όφελος τους σε μια ενδεχόμενη μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεων των εν λόγω εταιρειών. Εν όψει των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών προκύπτει ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος, Χ, εκμεταλλευόμενος την θέση του στις εγκαλούσες εταιρείες ως διευθυντή του λογιστηρίου αυτών, υπεύθυνου για την τήρηση των επίσημων λογιστικών βιβλίων και "εν γένει λογιστική και φορολογική παρακολούθηση των υποθέσεων τους, ως και την πληρωμή προς τα αρμόδια ασφαλιστικά ταμεία των εισφορών (εργοδοτικών και εργατικών) καθώς και των διαφόρων ειδών φόρων εμφάνιζε συστηματικά κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα στο οποίο σημειωτέον περιορίστηκε ο έλεγχος εκ μέρους των εγκαλουσών εταιρειών στο ανεπίσημο ημερήσιο βιβλίο ταμείου αυξημένες δαπάνες σε σχέση με τις πραγματικές προσκομίζοντας προς απόδειξη αυτών πλαστά παραστατικά δαπανών τα οποία κατασκεύαζε ο ίδιος θέτοντας σφραγίδες που είχε προμηθευτεί καθώς και υπογραφές των αρμοδίων υπαλλήλων των αρμοδίων για την φορολόγηση των εγκαλουσών εταιρειών ΔΟΥ και του υποκ/τος ΙΚΑ ... προκειμένου να καρπώνεται την διαφορά μεταξύ της εικονικής - αυξημένης - δαπάνης και εκείνης στην οποία πράγματι προέβαινε. Το δε συνολικό όφελος που πέτυχε με τον τρόπο αυτό να καρπωθεί με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας των εγκαλουσών εταιρειών ανήλθε, όπως ήδη προαναφέρθηκε, σε 143.399, 79 ευρώ. Στην προκειμένη όμως περίπτωση προκύπτει ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος κάθε ημέρα-έχοντας προγραμματίσει τα διάφορα έξοδα, των εταιρειών ζητούσε και λάμβανε διάφορα χρηματικά ποσά α'. Ζ, ο οποίος του τα παράδιδε είτε υπό τη μορφή μετρητών, είτε επιταγών, ακολούθως στο τέλος της ημέρας απέδιδε σε αυτόν λογαριασμό προσκομίζοντας το ανεπίσημο βιβλίο ταμείου με τις επιμέρους - αναλυτικά κατ' είδος - δαπάνες καθώς και τα πλαστά παραστατικά αυτών που τις συνόδευαν και εν τέλει με το προαναφερθέν τέχνασμα παρέμενε στην κατοχή του το ποσό της διαφορά μεταξύ της πραγματικής δαπάνης και εκείνης που εμφάνιζε εικονικά στο ως άνω βιβλίο.
Συνεπώς η παράσταση ψευδών γεγονότων δια των ψευδών λογιστικών εγγράφων και της χρήσης των πλαστών παραστατικών δαπανών δεν έγινε προκειμένου να προσπορίσει και άλλο επιπλέον όφελος βλάπτοντας την περιουσία των εγκαλουσών εταιρειών, αλλά αποκλειστικά και μόνο προκειμένου ο κατηγορούμενος να διατηρήσει στην κατοχή του και να συγκαλύψει την υπεξαίρεση των επιμέρους ως άνω χρηματικών ποσών. Εν όψει αυτών τα ως άνω πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν - κατ' εγγύτερο νομικό χαρακτηρισμό - την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ τελεσθείσα κατ' εξακολούθηση (αρ. 98, 375 παρ. 1 εδ. β' - α' [ως το εδ. β' της παρ. 1 προστ. με το αρ. 14 παρ. 3α' του Ν. 2721/99] και όχι όπως αρχικώς ασκήθηκε προανακριτικά ποινική δίωξη και απαγγέλθηκε κατηγορία για την πράξη της απάτης τελεσθείσα κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση.
Κατόπιν των άνω ιστορηθέντων, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, έκρινεν ότι υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις παραπομπής του εκκαλούντος στο, ήδη, μνημονευθέν ακροατήριο, για να δικαστεί για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις, απορρίπτοντας ως κατ'ουσίαν αβάσιμο την έφεση του εκκαλούντος κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, επικυρωθέντος τούτου απ'αυτό.
Δ'. Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού ιστορούνται σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία το Συμβούλιο Εφετών απεφάνθη για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, βάσει των οποίων τα υπήγαγε στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 98 παρ. 1 και 2, 216 παρ. 1, 3 και 375 παρ. 1 και 2 του Π.Κ., όπως τα τρία τελευταία αντικαταστάθηκαν, τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τις ήδη αναφερθείσες διατάξεις, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με αντιφατικές ή ασαφείς ή με λογικά κενά παραδοχές.
Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων κρίθηκε, ότι οι δύο άνω αξιόποινες πράξεις ετελέσθησαν κατ'εξακολούθηση και η μεθοδολογία την οποία ακολούθησε ο κατηγορούμενος, ώστε τα περιερχόμενα διά των περιγραφομένων τρόπων επί μέρους ποσά σ'αυτόν, να παρακρατηθούν στη συνέχεια από τον ίδιον.
Επίσης, προσδιορίζεται ο χρόνος παρακρατήσεως των επιμέρους χρηματικών ποσών, αυτός δε είναι εκείνος των κατά περίπτωση εκδοθέντων παραστατικών, που αναφέρονται σε κάθε ξεχωριστή πράξη υπεξαιρέσεως. Ακόμη αναφέρονται οι τρεις εταιρείες, εις βάρος των οποίων ετελέσθη η υπεξαίρεση.
Ο αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός του κατηγορουμένου (μη έχοντας τον χαρακτήρα του αυτοτελούς ισχυρισμού), σύμφωνα με τον οποίον, τα παρακρατηθέντα από αυτόν επιμέρους χρηματικά ποσά, του ανήκαν, λόγω των απαιτήσεων που αυτός είχε έναντι των εργοδοτριών του τριών εταιρειών, δεν υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, τις σκέψεις του οποίου υιοθέτησε και το Συμβούλιο Εφετών, διά του προσβαλλομένου βουλεύματος.
Η επισήμανση στο τελευταίο, ότι η σχετική αγωγή του αναιρεσείοντος απερρίφθη, χωρίς να διευκρινίζεται ότι η απόρριψη οφείλεται στην αοριστία αυτής, δεν δημιουργεί ασάφειες, πολλώ δε μάλλον που στο υιοθετηθέν από το Συμβούλιο Εφετών πρωτόδικο βούλευμα, αποσαφηνίζεται ότι η σχετική αγωγή τούτου απερρίφθη ως αόριστος και παρά ταύτα αυτός δεν επανήλθε με νέα αγωγή. Στο ίδιο δε (πρωτόδικο) βούλευμα, παρατίθενται και άλλες σκέψεις, που δικαιολογούν την απόρριψη του αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού του αναιρεσείοντος.
Περαιτέρω, με τις παραδοχές του Συμβουλίου, αποσαφηνίζεται ότι ο κατηγορούμενος πλαστογράφησε την υπογραφή των πιστωτών της εταιρείας "AURORA SHIPPING S.A.", εις διαταγή των οποίων είχαν εκδοθεί από αυτήν οι δεκαέξι (16) επιταγές. Επομένως, δεν ανακύπτει αντίθεση "σύγχυση και αμφισημία", μεταξύ των δύο βουλευμάτων, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων, ο οποίος υποστηρίζει ότι σε αντίθεση με το πρωτόδικο βούλευμα, το οποίο δέχεται ότι αυτός πλαστογράφησε την υπογραφή των εις διαταγή δικαιούχων των επιταγών, το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχεται πλαστογραφία και του εκπροσώπου της εκδότριας εταιρείας. Μαζί δε με τις επιταγές αναφέρονται και τα υπόλοιπα έγγραφα, τα οποία επλαστογράφησε ο αναιρεσείων, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων κρίθηκε ότι αυτός ετέλεσε την πλαστογραφία κατ'επάγγελμα, κατά συνήθεια και κατ'εξακολούθηση, αλλά και το συνολικό ποσό στο οποίο ανήλθε το σκοπούμενο υπέρ αυτού περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη των τριών εταιρειών.
Η αιτίαση ότι στο συνολικό ποσό της υπεξαιρέσεως των 143.399,79 Ευρώ, συμπεριλαμβάνεται και το συνολικό ποσό των 11.703,11 € που αντιστοιχεί στις πλαστογραφηθείσες 16 επιταγές, αβασίμως προβάλλεται. Στο πρωτόδικο, μάλιστα, βούλευμα, το οποίο εξ ολοκλήρου υιοθετήθηκε από το προσβαλλόμενο βούλευμα, γίνεται ειδική μνεία, ότι το ποσό των επιταγών δεν συμπεριλαμβάνεται στο ποσό των 143.399,79 €, διότι η Ανάκριση ως προς το ζήτημα αυτό περιορίσθηκε μόνο στην πλαστογραφία των επιταγών, χωρίς να επεκταθεί και στην δι' αυτών υπεξαίρεση.
Τέλος, η μη ικανοποίηση από το Συμβούλιο Εφετών του αιτήματος του αναιρεσείοντος, να προσκομίσουν οι τρεις εταιρείες στην Ανάκριση τα επίσημα λογιστικά τους βιβλία, για να διαπιστωθεί αν αυτές υπέστησαν βλάβη, δεν αποτελεί νόμιμο λόγο αναιρέσεως. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, συνιστούν υπερασπιστικά επιχειρήματα, τείνοντα στην αντίκρουση της περί των πραγμάτων κρίσης του Συμβουλίου Εφετών και, επομένως, είναι απαράδεκτες.
Κατ'ακολουθίαν πάντων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' Κ.Π.Δ. λόγοι αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του προσβαλλομένου βουλεύματος και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν -------------------
α) Να απορριφθεί η από 26-2-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου Αθηνών, κατά του υπ'αριθμ. 154/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών,
β) Να απορριφθεί το αίτημα αυτοπροσώπου εμφανίσεως τούτου στο Συμβούλιό σας, διότι οι απόψεις του αναπτύσσονται εκτεταμένα και λεπτομερώς τόσο στην αίτηση αναιρέσεως, όσο και στο από 10-3-2010 μακροσκελές υπόμνημά του, Και
γ) Να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα εκ 220 €.
Αθήνα 9 Απριλίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 375 §1 εδ. α' ΠΚ "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από η διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτούνται: α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ) δολία προαίρεση του δράστη, που περιλαμβάνει τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, με την οποία εξωτερικεύει την πρόθεσή του αυτή. Κατά δε τη παράγραφο 1 εδ.β' του ίδιου πιο πάνω άρθρου 375 ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 14 §3α του Ν.2721/1999, η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. (ήδη 73.000 ευρώ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, η οποία απόβλεπε ι στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση από τον υπαίτιο έγγραφου, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή, και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχε ι έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο. Εξάλλου, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 216 ΠΚ, όπως αυτή συμπληρώθηκε αρχικά με το άρθρο 1 παρ.7 εδ. α' του ν.2408/1996 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ.2 του ν.2721/1999, "αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ) ή διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ήδη δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) Ευρώ". Εξάλλου, στο άρθρο 98 του ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το Δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1, να επιβάλλει μία και μόνο ποινή, για την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.11 του ν.2721/1999 δεύτερη παράγραφος στην οποία ορίζεται ότι "η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 §1 του ν.2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.
Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484παρ.1 στοιχ. δ ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως ,όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, όπως στο έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, και δι' αυτής και στην πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών που έχει ενσωματωθεί στο πρωτόδικο βούλευμα, στο οποίο συμπληρωματικά αναφέρεται, στην οποία (πρόταση) εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στην διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό αυτού ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, ούτε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 154/2010 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό Εισαγγελική πρόταση, και δι' αυτής και στην πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών που έχει ενσωματωθεί στο πρωτόδικο βούλευμα, στο οποίο συμπληρωματικά αναφέρεται, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στο άνω βούλευμα, αποδεικτικών μέσων ότι προέκυψαν τα ακόλουθα: Κατόπιν ανώνυμης καταγγελίας που περιήλθε στους προανακριτικούς υπαλλήλους του πρώην ΣΔΟΕ σύμφωνα με την οποία ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ, λογιστής σε ναυτιλιακές επιχειρήσεις, κατέχει σε τράπεζες της ημεδαπής προθεσμιακές καταθέσεις και ομόλογα, ύψους 1,5 δις δραχμών, προερχόμενα από παράνομες δραστηριότητες, διενεργήθηκε την 17-9-2003 έρευνα στα επί της οδού ... γραφεία των νυν εγκαλουσών εταιρειών με τις επωνυμίες "AURORA SHIPPING S.A.", "DYNAMIC DISCOVERY S.A." και "ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ Ε.Π.Ε", όπου και βρέθηκε ο ανωτέρω κατηγορούμενος. Αρχικά προθυμοποιήθηκε να συνδράμει τους διενεργούντες τον έλεγχο προανακριτικούς υπαλλήλους επιδεικνύοντας τους διάφορα έγγραφα που αφορούσαν τις ως άνω εταιρείες, πλην όμως στην συνέχεια αναλαμβάνοντας δεσμίδες χαρτονομισμάτων διαφόρων νομισμάτων και με την πρόφαση ότι θα τα μεταφέρει σε διπλανό γραφείο όπου τηρούνταν το ταμείο των ως άνω εταιρειών, εξαφανίστηκε εγκαταλείποντας τον χαρτοφύλακα του. Εντός του τελευταίου διαπιστώθηκε η ύπαρξη πλήθους σφραγίδων που ανήκαν - μεταξύ άλλων - σε υπαλλήλους του ΙΚΑ, βιβλιάρια καταθέσεων της τράπεζας "ΡRΟ ΒΑΝΚ" με δικαιούχους τον ίδιο καθώς και τους ανήλικους τότε υιούς του, Χ1 και Χ2, συνολικού ποσού 1,5 εκατομμυρίου ευρώ περίπου, αποδείξεις καταθέσεων με ημερομηνία 15-7-2003 της ήδη κατηγορούμενης, Φ, ποσού 750.000 ευρώ και αγορά "repos" την ίδια ημέρα ίσου ποσού καθώς και μεγάλο αριθμό εγγράφων (πληρεξούσια, δηλώσεις ΦΠΑ, ΦΜΥ, ΦΜΑΠ κλπ των ως άνω εταιρειών καθώς και γραμμάτια είσπραξης του ΙΚΑ) [βλ. την από 17-9-2003 έκθεση δέσμευσης των προανακριτικών υπαλλήλων του ΣΔΟΕ]. Μετά τις ως άνω αρχικές διαπιστώσεις που περιήλθαν και σε γνώση του Ζ, νομίμου εκπροσώπου των εγκαλουσών εταιρειών και συγκεκριμένα της κατοχής από τον ως άνω κατηγορούμενο, ιδιαίτερα μεγάλου χρηματικού ποσού που δεν δικαιολογείτο από την ιδιότητα του ως έμμισθου λογιστή στις ως άνω εταιρείες συμφερόντων του, διενεργήθηκε διαχειριστικός - οικονομικός έλεγχος προκειμένου να διαπιστωθεί η τυχόν κακοδιαχείριση και ιδιοποίηση χρημάτων που ο κατηγορούμενος έλαβε στην κατοχή του υπό την προαναφερθείσα επαγγελματική του ιδιότητα. Από τον διενεργηθέντα έλεγχο προέκυψε ότι ο ως άνω κατηγορούμενος καίτοι ζητούσε από τον ανωτέρω και ελάμβανε κάθε ημέρα διάφορα χρηματικά ποσά προκειμένου να προβαίνει στην πληρωμή διαφόρων υποχρεώσεων, ιδίως ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ, το ΤΑ.Ν.Π.Υ καθώς και Φ.Μ.Υ, Φ.Π.Α και Φ.Μ.Α.Π προς την αρμόδια για την φορολόγηση των ως άνω εταιρειών ΔΟΥ, αποδίδοντας στο τέλος κάθε ημέρας εγγράφως πρόχειρη κατάσταση ταμείου προς τον Ζ ή άλλα προς τούτο εξουσιοδοτημένα πρόσωπα με το τέχνασμα της εγγραφής ψευδών εν μέρει ή εν όλω δαπανών και περαιτέρω της προσκόμισης σε ορισμένες περιπτώσεις πλαστών παραστατικών αυτών που ο ίδιος κατήρτιζε εμφάνιζε μεγαλύτερες δαπάνες απ' ότι στην πραγματικότητα προέβαινε και ιδιοποιείτο την διαφορά μεταξύ της (μεγαλύτερης) δήθεν καταβληθείσας δαπάνης και εκείνης (μικρότερης) στην οποία πράγματι προέβαινε. Επιπλέον προέκυψε ότι προέβαινε εξακολουθητικά στην έκδοση τραπεζικών επιταγών που σύρονταν επί τραπεζικών λογαριασμών που η ως άνω εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "AURORA SHIPPING S.A." τηρούσε σε τράπεζες της ημεδαπής σε διαταγή υπαρκτών πιστωτών αυτής τις οποίες ακολούθως οπισθογραφούσε θέτοντας την υπογραφή και την σφραγίδα των τελευταίων έτσι ώστε να εμφανίζεται εν τέλει ο ίδιος ως νόμιμος δήθεν κομιστής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και να τις εισπράττει ιδιοποιούμενος το πληρωτέο σε αυτές χρηματικό ποσό. Ειδικότερα διαπιστώθηκε ότι: 1)
ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 10/9/2003 εμφανίζεται εγγραφή περί εξόφλησης οφειλής ΦΠΑ της εταιρείας "DYNAMIC DISCOVERY S.A." ποσού 10.849 ευρώ η πραγματική οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με την ίδιας ημερομηνίας περιοδική δήλωση ΦΠΑ (από 1-7- 2003 έως 31-7-2003) με αριθμό πρωτοκόλλου .... προς την Δ0Υ ΦΑΒΕ Αθηνών καθώς και το αντίστοιχο παραστατικό πληρωμής (Διπλότυπο Είσπραξης Τύπου Α' με αριθμό ...) που πράγματι κατεβλήθη ανήλθε σε 9.492, 23 ευρώ, με συνέπεια να παραμείνει στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του φερόμενου ως καταβληθέντος ποσού και εκείνου που πραγματικά καταβλήθηκε ύψους 1.357 ευρώ, το οποίο και ιδιοποιήθηκε χωρίς νόμιμο δικαίωμα, περαιτέρω προκειμένου να συγκαλύψει την ως άνω πράξη του προέβη στην κατάρτιση αντιγράφου της ως άνω περιοδικής δήλωσης ΦΠΑ την οποία συμπλήρωσε αναγράφοντας ψευδώς ως σύνολο για καταβολή το ως άνω ποσό (10.849,23 ευρώ) και εν συνεχεία έθεσε, χωρίς δικαίωμα, τις υπογραφές των αρμοδίων υπαλλήλων της ως άνω ΔΟΥ, ακολούθως την προσκόμισε στον ανωτέρω (Ζ) προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το πραγματικό ύψος του ποσού που κατέβαλε για την ως άνω αιτία,
2)εμφάνισε στην κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 4-7- 2003 δήθεν εξόφληση οφειλής ΦΠΑ Μαίου 2003 της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 1.653,61 ευρώ καίτοι στην πραγματικότητα ουδεμία οφειλή υπήρχε, με συνέπεια να παραμείνει στην κατοχή του το ως άνω χρηματικό ποσό που δήθεν κατέβαλε, το οποίο και ιδιοποιήθηκε χωρίς νόμιμο δικαίωμα, περαιτέρω προκειμένου να συγκαλύψει την ως άνω πράξη του προέβη στην κατάρτιση αντιγράφου της ως άνω περιοδικής δήλωσης ΦΠΑ την οποία συμπλήρωσε αναγράφοντας ψευδώς ως σύνολο για καταβολή το ως άνω ποσό (1.653 ευρώ) και εν συνεχεία έθεσε, χωρίς δικαίωμα, τις υπογραφές των αρμοδίων υπαλλήλων της ως άνω ΔΟΥ, ακολούθως την προσκόμισε στον ανωτέρω (Ζ) προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε για την ως άνω αιτία, 3) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 25/7/2003 εμφανίζεται εγγραφή περί εξόφλησης προς την αρμόδια ΔΟΥ οφειλής ΦΠΑ Ιουνίου 2003 της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 6.527 ευρώ, η πραγματική οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το αντίστοιχο παραστατικό πληρωμής (Διπλότυπο Είσπραξης Τύπου ..με αριθμό σειράς ....) που πράγματι κατεβλήθη για την ίδια αιτία ανήλθε σε 2.894,90 ευρώ, με συνέπεια να παραμείνει στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του ψευδώς καταβληθέντος ποσού και εκείνου που πραγματικά καταβλήθηκε ύψους 3.632,46 ευρώ, το οποίο και ιδιοποιήθηκε χωρίς νόμιμο δικαίωμα, περαιτέρω προκειμένου να συγκαλύψει την ως άνω πράξη του προέβη στην κατάρτιση αντιγράφου της ως άνω περιοδικής δήλωσης ΦΠΑ
την οποία συμπλήρωσε αναγράφοντας ψευδώς ως σύνολο για καταβολή το ως άνω ποσό (6.527 ευρώ) και εν συνεχεία έθεσε, χωρίς δικαίωμα, τις υπογραφές των αρμοδίων υπαλλήλων της ως άνω ΔΟΥ, ακολούθως την προσκόμισε στον ανωτέρω (Ζ) προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά, με το πραγματικό ύψος του ποσού που κατέβαλε για την ως άνω αιτία, 4)ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 30-5-2003 εμφανίζεται εγγραφή περί εξόφλησης οφειλής Φ.Μ.Υ 1ου διμήνου 2003 της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") συνολικού ποσού 2.634,74 ευρώ η πραγματική οφειλή της εταιρείας ήταν συνολικά μόλις 1.171,45 ευρώ (509,28 ευρώ για το πρώτο δίμηνο του 2003 και 662,01 για το δεύτερο δίμηνο του έτους 2003), με συνέπεια να μείνει στην κατοχή του το ποσό των 1.463,45 ευρώ που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του πράγματι καταβληθέντος ποσού και εκείνου που ψευδώς εμφάνισε ότι κατέβαλε, το οποίο και ιδιοποιήθηκε παράνομα, περαιτέρω προκειμένου να συγκαλύψει την ως άνω πράξη του προέβη στην κατάρτιση αντιγράφου της ως άνω δήλωσης ΦΜΥ 1ου διμήνου 2003 την οποία συμπλήρωσε αναγράφοντας ψευδώς ως σύνολο για καταβολή το ως άνω ποσό (2.634,74 ευρώ) και εν συνεχεία έθεσε, χωρίς δικαίωμα, την υπογραφή του αρμοδίου υπαλλήλου της ως άνω ΔΟΥ, ακολούθως δε την προσκόμισε στον ανωτέρω (Ζ) προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το πραγματικό ύψος του ποσού που κατέβαλε για την ως άνω αιτία, 5) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 17-7-2003 εμφανίζεται εγγραφή περί εξόφλησης οφειλής Φ.Μ.Υ 3ου διμήνου 2003 της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") συνολικού ποσού 3.634, 74 ευρώ στην πραγματικότητα ουδεμία οφειλή αυτής υπήρχε, όπως σαφώς προκύπτει από την προσκομισθείσα με αριθμό πρωτοκόλλου ... Προσωρινή Δήλωση προς την ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών όπου εμφανίζεται οφειλή για την περίοδο από 1-5 έως 30-6-2003 ποσού 510, 80 καθώς από το με αριθμό ... Διπλότυπο Είσπραξης Τύπου Α' της ίδιας ως άνω ΔΟΥ με το οποίο καταβλήθηκε το προαναφερθέν χρηματικό ποσό και με τον τρόπο αυτό να λάβει στην κατοχή του το ως άνω χρηματικό ποσό το οποίο και ιδιοποιήθηκε, περαιτέρω προκειμένου να συγκαλύψει την ως άνω πράξη του προέβη στην κατάρτιση αντιγράφου της ως άνω δήλωσης ΦΜΥ 3ου διμήνου 2003 την οποία συμπλήρωσε αναγράφοντας ψευδώς ως σύνολο για καταβολή το ως άνω ποσό (3.634, 74 ευρώ) και εν συνεχεία έθεσε, χωρίς δικαίωμα, την υπογραφή του αρμοδίου υπαλλήλου της ως άνω ΔΟΥ, ακολούθως δε την προσκόμισε στον ανωτέρω (Ζ) προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το πραγματικό ύψος του ποσού που κατέβαλε για την ως άνω αιτία, 6) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 25-7-2003 εμφανίζεται εγγραφή περί εξόφλησης οφειλής Φ.Μ.Υ 3ου διμήνου 2003 συνολικού ποσού 6.510,80 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, όπως προκύπτει σύμφωνα με την υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ... Προσωρινή Δήλωση προς την ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών όπου εμφανίζεται οφειλή για την περίοδο από 1-5 έως 30-6-2003 ποσού 510,80 καθώς από το με αριθμό ... Διπλότυπο Είσπραξης Τύπου Α' της ίδιας ως άνω ΔΟΥ με το οποίο καταβλήθηκε το προαναφερθέν ποσό, με συνέπεια να μείνει στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά του ποσού που δήθεν καταβλήθηκε και εκείνου που πραγματικά καταβλήθηκε ύψους 6.000 ευρώ, περαιτέρω κατήρτισε
την από 25-7-2003 πλαστή Προσωρινή Δήλωση Φ.Μ.Υ 3ου διμήνου 2003 προς την αρμόδια ΔΟΥ (ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών) την οποία κατήρτισε συμπληρώνοντας το ως άνω δήθεν χρηματικό ποσό και θέτοντας κάτωθι της θέσης "Θεώρηση και παραλαβή" την υπογραφή του αρμοδίου υπαλλήλου της ως άνω ΔΟΥ, ακολούθως την προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 7) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 27-2-2003 εμφανίζεται η εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών 1ου / 2003 προς το ΙΚΑ (αντί προς το Δημόσιο Ταμείο που εκ παραδρομής αναφέρεται στο κατηγορητήριο) της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 2.714 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με το από 27-2-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης, η οποία και πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.682,43 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά του δήθεν καταβληθέντος ποσού και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε συνολικού ύψους 1.031,77 ευρώ, περαιτέρω κατήρτισε το υπ' αριθμόν ...πλαστό προσωρινό δελτίο πληρωμής του υπ/τος ΙΚΑ ... που αφορούσε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών 1ου 2003 συμπληρώνοντας το ως άνω δήθεν χρηματικό ποσό και θέτοντας την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού, ακολούθως την προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 8) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 31-3-2003 εμφανίζεται η εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών 2ου 2003 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 2.714 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με το από 31-3-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης, η οποία και πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.682,43 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή το ποσό που προκύπτει από την διαφορά του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ποσού ύψους 1.031,67 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, περαιτέρω κατήρτισε το υπ' αριθμόν ... πλαστό προσωρινό δελτίο πληρωμής του υπ/τος ΙΚΑ ... που αφορούσε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών 2ου 2003 συμπληρώνοντας το ως άνω δήθεν χρηματικό ποσό και θέτοντας την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού, ακολούθως την προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 9) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 30-4-2003 εμφανίζεται η εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών 3ου/2003 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 3.070,40 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με το από 30-4-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης, η οποία και πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.682,43 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του ποσού που δήθεν καταβλήθηκε και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.387,97 ευρώ, περαιτέρω κατήρτισε το υπ' αριθμόν ... πλαστό προσωρινό δελτίο πληρωμής του υπ/τος ΙΚΑ ... που αφορούσε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών 3ου 2003 συμπληρώνοντας το ως άνω δήθεν χρηματικό ποσό και θέτοντας την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού, ακολούθως την προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 10) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 29-5-2003 εμφανίζεται η εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών 4ου/ΔΠ 2003 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 6.014,20 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με τα από 29-5-2003 δύο (2) Προσωρινά Γραμμάτια Είσπραξης, η οποία και πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο συνολικό ποσό των 2.892,47 ευρώ [2.033,63 + 858,84], με συνέπεια να μείνει στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει
από την διαφορά μεταξύ εκείνου που δήθεν καταβλήθηκε και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε, ύψους 3.121,73 ευρώ, περαιτέρω κατήρτισε το υπ' αριθμόν ... πλαστό προσωρινό δελτίο πληρωμής του υπ/τος ΙΚΑ ... που αφορούσε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών 3ου 2003 συμπληρώνοντας το ως άνω δήθεν χρηματικό ποσό και θέτοντας την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού, ακολούθως την προσκόμισε ενώπιον τουΖ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 11) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 25-6-2003 εμφανίζεται η εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών 5ου/03 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 2.880 ευρώ στην πραγματικότητα ουδεμία καταβολή έλαβε χώρα την ως άνω ημερομηνία και ειδικότερα οι μόνες καταβολές που αφορούσαν την ως άνω οφειλή έλαβαν χώρα την 6-6-2003, περαιτέρω κατήρτισε το υπ' αριθμόν ... πλαστό προσωρινό δελτίο πληρωμής του υπ/τος ΙΚΑ ... που αφορούσε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών 5ου 2003 συμπληρώνοντας το ως άνω δήθεν χρηματικό ποσό και θέτοντας την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού, ακολούθως την προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 12) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 30-6-2003 εμφανίζεται η εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών 5ου/03 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 3.050 ευρώ στην πραγματικότητα ουδεμία καταβολή έλαβε χώρα την ως άνω ημερομηνία και ειδικότερα οι μόνες καταβολές που αφορούσαν την ως άνω οφειλή έλαβαν χώρα την 6-6- 2003, περαιτέρω κατήρτισε το αριθμόν ... πλαστό προσωρινό δελτίο πληρωμής του υπ/τος ΙΚΑ ...που αφορούσε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών 5ου 2003 συμπληρώνοντας το ως άνω δήθεν χρηματικό ποσό και θέτοντας την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού, ακολούθως την προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 13) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 22-7-2003 εμφανίζεται η εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών 6ου/ 03 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 3.069 ευρώ στην πραγματικότητα ουδεμία καταβολή έλαβε χώρα την ως άνω ημερομηνία και ειδικότερα οι μόνες καταβολές που αφορούσαν την ως άνω περίοδο έλαβαν χώρα την 8-7-2003 και την 30-7-2003, περαιτέρω κατήρτισε το υπ' αριθμόν ... πλαστό προσωρινό δελτίο πληρωμής του υπ/τος ΙΚΑ ... που αφορούσε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών 6ου/2003 συμπληρώνοντας το ως άνω δήθεν χρηματικό ποσό και θέτοντας την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού, ακολούθως την προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 14) εμφάνισε στην κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 25-8-2003 δήθεν εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών 7ου /03 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 3.069 ευρώ καίτοι στην πραγματικότητα ουδεμία οφειλή υπήρχε και ειδικότερα οι καταβολές που αφορούσαν εισφορές της ως άνω περιόδου έλαβαν χώρα την 1 και την 28-8-2003, με συνέπεια να λάβει στην κατοχή του το ως άνω χρηματικό ποσό χωρίς νόμιμη αιτία το οποίο και ιδιοποιήθηκε, περαιτέρω κατήρτισε πλαστό προσωρινό δελτίο πληρωμής του υπ/τος ΙΚΑ ... που αφορούσε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών 7ου 2003 συμπληρώνοντας το ως άνω δήθεν χρηματικό ποσό και θέτοντας την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού, ακολούθως την προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 15) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 30-5-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Υ 1ου διμήνου 2003 προς την ΔΟΥ Πλοίων της εταιρείας "AURORA SHIPPING S.A." ποσού 7.439,74 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με το από 30-5-2003 Δελτίο Προσωρινής Δήλωσης που αφορούσε υποχρέωση καταβολής ΦΜΥ της περιόδου από 1-1 έως 28-2-2003, η οποία και πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.317,61 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε, ύψους 6.122,16 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, περαιτέρω κατήρτισε την με ίδια ημερομηνία πλαστό δελτίο προσωρινής δήλωσης αναγράφοντας το ως άνω χρηματικό ποσό που δήθεν κατέβαλε για την ως άνω αιτία και χωρίς δικαίωμα τις υπογραφές των αρμοδίων υπαλλήλων της ως άνω ΔΟΥ, εν συνεχεία την προσκόμισε ενώπιον του Ζπροκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 16) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 21-2-2003 εμφανίζεται η εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών 1ου / 2003 προς το Ι ΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A.") ποσού 3.214 ευρώ στην πραγματικότητας η οφειλή αυτής, σύμφωνα με το από 21-2-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές της ίδιας περιόδου, η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.941,74 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.272,26 ευρώ, το οποίο και ιδιοποιήθηκε, περαιτέρω κατήρτισε το υπ' αριθμόν ... πλαστό προσωρινό δελτίο πληρωμής του υπ/τος ΙΚΑ ... που αφορούσε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών 1ου/2003 συμπληρώνοντας το ως άνω δήθεν χρηματικό ποσό και θέτοντας την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού, ακολούθως την προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 17) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 31-3-2003 εμφανίζεται η εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών 2ου / 2003 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A.") ποσού 3.234 ευρώ στην πραγματικότητας η οφειλή αυτής, σύμφωνα με το υπ' αριθ. ... Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές της ίδιας περιόδου, η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.809,23 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.424, 77 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, περαιτέρω κατήρτισε το με ίδια ημερομηνία πλαστό προσωρινό δελτίο πληρωμής του υπ/τος ΙΚΑ ... που αφορούσε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών 2ου/2003 συμπληρώνοντας το ως άνω δήθεν χρηματικό ποσό και θέτοντας την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού, ακολούθως την προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 18) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 30-4-2003 εμφανίζεται η εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών 3ου / 2003 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A.") ποσού 3.614 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με το από 30-4-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές της ως άνω χρονικής περιόδου, η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.941,74 ευρώ (αντί του ποσού των 1.441,74 ευρώ που ανεγράφη εκ παραδρομής στο κατηγορητήριο κατά την κυρία ανάκριση), ήτοι ιδιοποιήθηκε την
διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος ποσού και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε συνολικού ποσού 1.672, 26 ευρώ (αντί του ποσού των 2.172, 26 ευρώ που ανεγράφη εκ παραδρομής στο κατηγορητήριο κατά την κυρία ανάκριση), το οποίο και ιδιοποιήθηκε, περαιτέρω κατήρτισε το υπ' αριθμόν ...πλαστό προσωρινό δελτίο πληρωμής του υπ/τος ΙΚΑ ... που αφορούσε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών 3ου/2003 συμπληρώνοντας το ως άνω δήθεν χρηματικό ποσό και θέτοντας την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού, ακολούθως την προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 19) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 28-5-2003 εμφανίζεται η εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών 4ου/13ου 2003 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A.") ποσού 5.504,98 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με τα από 28-5-2003 δύο (2) Προσωρινά Γραμμάτια Είσπραξης που αφορούσαν ασφαλιστικές εισφορές μηνός Απριλίου 2003 και 13° μήνα 2003, η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 3.009, 86 ευρώ και συνεπώς έλαβε στην κατοχή του την διαφορά μεταξύ του ποσού που δήθεν κατέβαλε και εκείνου που πράγματι κατέβαλε ύψους 2.495,12 ευρώ, το οποίο και ιδιοποιήθηκε, περαιτέρω κατήρτισε το υπ* αριθμόν ... πλαστό προσωρινό δελτίο πληρωμής του υπ/τος ΙΚΑ ... που αφορούσε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών της ως άνω χρονικής περιόδου συμπληρώνοντας το ως άνω δήθεν χρηματικό ποσό και θέτοντας την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού, ακολούθως την προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 20) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 26-6-2003 εμφανίζεται η εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών 5ου/2003 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("Α
ΙΙΚΟΡΑ 3ΗΙΡΡ1ΝΟ 5.Α") ποσού 3.984 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με το από 26-6-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές της ως άνω περιόδου, η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.970,33 ευρώ, και συνεπώς έλαβε στην κατοχή του την διαφορά μεταξύ του ποσού που δήθεν κατέβαλε και εκείνου που πράγματι κατέβαλε ύψους 2.013,67 ευρώ, το οποίο και ιδιοποιήθηκε, περαιτέρω κατήρτισε το υπ' αριθμόν ... πλαστό προσωρινό δελτίο πληρωμής του υπ/τος ΙΚΑ ... που αφορούσε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών της ως άνω χρονικής περιόδου συμπληρώνοντας το ως άνω δήθεν χρηματικό ποσό και θέτοντας την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού, ακολούθως την προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 21) ενώ εμφάνισε στην κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 16-7-2003 δήθεν εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών 6ου/03 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A.") ποσού 3.984 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με το από 16-7-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές της ως άνω περιόδου, η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.970,33 ευρώ (αντί ουδεμίας καταβολής που αναφέρεται εκ παραδρομής στο κατηγορητήριο κατά την κυρία ανάκριση), και συνεπώς έλαβε στην κατοχή του την διαφορά μεταξύ του ποσού που δήθεν κατέβαλε και εκείνου που πράγματι κατέβαλε ύψους 2.013,67 ευρώ, το οποίο και ιδιοποιήθηκε, περαιτέρω κατήρτισε το υπ' αριθμόν ...πλαστό προσωρινό δελτίο πληρωμής του υπ/τος ΙΚΑ ... που αφορούσε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών της ως άνω χρονικής περιόδου συμπληρώνοντας το ως άνω δήθεν χρηματικό ποσό και θέτοντας την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού, ακολούθως την προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 22)
εμφάνισε στην κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 21-8-2003 δήθεν εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών 7ου/2003 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A.") ποσού 3.984 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με το από 21 -8-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές της ως άνω περιόδου, η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.970, 33 ευρώ (αντί ουδεμίας καταβολής που αναφέρεται εκ παραδρομής στο κατηγορητήριο κατά την κυρία ανάκριση), και συνεπώς έλαβε στην κατοχή του την διαφορά μεταξύ του ποσού που δήθεν κατέβαλε και εκείνου που πράγματι κατέβαλε ύψους 2.013,67 ευρώ, το οποίο και ιδιοποιήθηκε, περαιτέρω κατήρτισε πλαστό προσωρινό γραμμάτιο είσπραξης θέτοντας το ως άνω χρηματικό ποσό που φέρεται ότι κατέβαλε και χωρίς δικαίωμα τις υπογραφές των αρμοδίων υπαλλήλων του ΙΚΑ, προσκόμισε δε αυτό ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε για την ως άνω αιτία, 23) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 10-4-2003 εμφανίζεται εγγραφή περί εξόφλησης ασφαλιστικών εισφορών της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΠΕ" προς το ΙΚΑ ποσού 4.079 ευρώ η πραγματική οφειλή της ως άνω εταιρείας ήταν μόλις 649,13 ευρώ, όπως σαφώς προκύπτει από την αντιπαραβολή των αντίστοιχων προσωρινών γραμματίων είσπραξης και αναλυτικών καταστάσεων εργοδότη προς το ΙΚΑ
σύμφωνα με τα οποία η μηνιαία εισφορά κατά το χρονικό διάστημα από 27-2-2003 έως 22-8-2003 δεν υπερέβαινε το ποσό των 649,13 ευρώ, με συνέπεια να μείνει στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος ποσού και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 3.429, ευρώ, περαιτέρω κατάρτισε πλαστό γραμμάτιο είσπραξης αναγράφοντας το ως άνω χρηματικό ποσό και θέτοντας, χωρίς δικαίωμα τις υπογραφές των αρμοδίων υπαλλήλων του ΙΚΑ, ακολούθως προσκόμισε αυτό ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με το ύψος του ποσού που δήθεν κατέβαλε, 24) εμφάνισε στην κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 22-7-2003 ότι καταβλήθηκε το ποσό των 1.948 ευρώ για την εξόφληση προστίμου (υπ' αριθ. 83/2003 Απόφαση Επιβολής Προστίμου Κ.Β.Σ του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Πλοίων) της ως άνω εταιρείας ("ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΠΕ) καίτοι στην πραγματικότητα ουδεμία οφειλή υπήρχε, ούτε ποτέ καταβλήθηκε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό κατά την ως άνω ημερομηνία, περαιτέρω κατήρτισε πλαστή προσωρινή δήλωση την οποία συμπλήρωσε με το ως άνω χρηματικό ποσό και στο οποίο έθεσε χωρίς δικαίωμα την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων της ως άνω ΔΟΥ, ακολούθως το προσκόμισε ενώπιον του Ζ προκειμένου να τον παραπλανήσει αναφορικά με την δήθεν καταβολή του ως άνω χρηματικού για την προαναφερθείσα αιτία, 25) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 22-8-2003 εμφανίζεται η εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών προς το ΤΑ.Ν.Π.Υ (Ταμείο Ναυτικών Πρακτόρων και Υπαλλήλων) της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A.") ποσού 816,34 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με την υπ' αριθ. . απόδειξη είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας που αφορούσε την εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών μηνός Ιουλίου 2003 η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 416,34 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ εκείνου που δήθεν καταβλήθηκε και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 400 ευρώ, το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 26) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 22-7-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής προς το ΤΑ.Ν.Π.Υ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A.") ποσού 816,34 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με την υπ' αριθμόν ... απόδειξη είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας που αφορούσε την εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών μηνός Ιουνίου 2003 η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 416,34 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 400 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 27) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 8-7-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Υ 3ου διμήνου 2003 προς την αρμόδια ΔΟΥ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A.") ποσού 4.955,95 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με την άνευ ημερομηνία μηχανογραφημένη μισθολογική κατάσταση που φορούσε και τον υπολογισμό Φ.Μ.Υ 3ου διμήνου 2003, η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.343,65 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 3.612, 30 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 28) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 27-6-2003 εμφανίζεται η εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών Μαΐου 2003 προς το ΤΑ.Ν.Π.Υ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A.") ποσού 776,34 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με την άνευ ημερομηνίας μηχανογραφημένη κατάσταση μισθοδοσίας καθώς και την υπ' αριθμόν ... απόδειξη είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας που αφορούσε την εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών προς τον ΤΑ.Ν.Π.Υ μηνός Μαΐου 2003 η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 416,34 ευρώ, και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 360 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 29) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 23-6-2003 εμφανίζεται η εξόφληση έναντι οφειλής Φ.Μ.Υ 2ου διμήνου 2003 προς την αρμόδια ΔΟΥ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A.") ποσού 4.838 ευρώ στην πραγματικότητα ουδεμία οφειλή αυτής υπήρχε αφού για την ως άνω χρονική περίοδο η σχετική υποχρέωση είχε εξοφληθεί ήδη από την 19-6- 2003 και συνεπώς έλαβε χωρίς νόμιμη αιτία το ως άνω χρηματικό ποσό το οποίο φέρεται ότι κατέβαλε, 30) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 19-6-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Υ 2ου διμήνου/ Πάσχα 2003 προς την αρμόδια ΔΟΥ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A.") ποσού 2.513,30 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με την μηχανογραφημένη κατάσταση μισθοδοσίας για την ως άνω χρονική περίοδο η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.674,07 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 839,23 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 31) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 2-6-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Μαΐου 2003 και Δώρου Πάσχα προς το ΤΑ.Ν.Π.Υ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A.") ποσού 784,46 και 390 ευρώ αντίστοιχα και συνολικά ποσού 1.174,46 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με την μηχανογραφημένη κατάσταση ασφαλιστικών
εισφορών Απριλίου 2003 καθώς και τις υπ' αριθμόν ... Αποδείξεις Είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 434, 46 και 201, 54 ευρώ αντίστοιχα και συνολικά 636 ευρώ, και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 539 [350 + 189] ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 32) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 30-4-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Μαρτίου 2003 προς το ΤΑ.Ν.Π.Υ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A.") ποσού 770 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με την υπ' αριθμόν ... Απόδειξη Είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 410,30 ευρώ, και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 359,70 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 33) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 21-4-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Υ 2003 προς την αρμόδια ΑΟΎ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 3.892,44 ευρώ στην πραγματικότητα ουδεμία οφειλή υπήρχε την ως άνω ημερομηνία, ούτε κατεβλήθη οποιοδήποτε χρηματικό ποσό για την ως άνω αιτία καθόσον ο μεν Φ.Μ.Υ για το 5° και 6° δίμηνο 2002 είχε καταβληθεί την 24-2-2003, ο δε Φ.Μ.Υ για το 1° δίμηνο 2003 είχε καταβληθεί την 30-5-2003 και συνεπώς ιδιοποιήθηκε το ως άνω χρηματικό ποσό που φέρεται ότι κατέβαλε για την προαναφερθείσα αιτία, 34) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 31-3-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Φεβρουαρίου 2003 προς το ΤΑ.Ν.Π.Υ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 682,30 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με την υπ' αριθμόν ... Απόδειξη Είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 382,30 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει
από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 300 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 35) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 24-2-2003 εμφανίζεται η έναντι καταβολή οφειλής Φ.Μ.Υ/Δ.Χ/Πρόστιμο προς την αρμόδια ΔΟΥ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A.") ποσού 6.720 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής σύμφωνα με την μηχανογραφημένη κατάσταση ασφαλιστικών εισφορών 5ου διμήνου 2002 ανήλθε στο ποσό των 2.332,67 ευρώ (και όχι το ποσό των 347,37 ευρώ που αναφέρεται εκ παραδρομής στο κατηγορητήριο κατά την κυρία ανάκριση) και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 4.387,33 ευρώ (και όχι το ποσό των 6.372,63 ευρώ που αναφέρεται εκ παραδρομής στο κατηγορητήριο κατά την κυρία ανάκριση) το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 36)
ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 21-2-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Ιανουαρίου 2003 προς το ΤΑ.Ν.Π.Υ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A.") ποσού 685 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με την υπ' αριθμόν ... Απόδειξη Είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 410,30 ευρώ, και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 274,70 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 37) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 30-1-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Δεκεμβρίου 2002 προς το ΤΑ.Ν.Π.Υ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A.") ποσού 1.370 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με την υπ' αριθμόν ... Απόδειξη Είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 752,49 ευρώ, και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από
την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 617,54 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 38) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 28-1-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε
ασφαλιστικές εισφορές Δώρου Χριστουγέννων 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A.") ποσού 3.234,14 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το υπ' αριθμόν ... από 22-1-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.706,01 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.528,13 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 39) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 22-1-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε
ασφαλιστικές εισφορές Δώρου Χριστουγέννων 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A.") ποσού 3.234,14 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το υπ' αριθμόν ... από 22-1-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.809,23 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.424,91 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 40) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 30-12-2002 εμφανίζεται η
εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Νοεμβρίου 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 2.514,10 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το υπ' αριθμόν ...' από 30-12-2002 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.809,23 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 705,24 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 41) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 29-11-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Οκτωβρίου 2002 και 14ου μήνα του 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 3.840 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με τα υπ' αριθμόν ... από 29-11-2002 και 185138 από 29-11-2002 Προσωρινά Γραμμάτια Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ... η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο συνολικό ποσό των 2.550,49 [914 + 1.636, 49] ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.289,71 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 42) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 31-10-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Σεπτεμβρίου 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 1.752,46 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το υπ' αριθμόν ... από 31-10-2002 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 850,32 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 902,14 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 43) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 22-10-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Υ 7ου - 8ου 2002 προς την αρμόδια ΔΟΥ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A Α") ποσού 4.524,27 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με την μηχανογραφημένη κατάσταση μισθοδοσίας της ως άνω χρονικής περιόδου, ανήλθε στο ποσό των 2.346,97 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 2.177,30 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 44) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 30-9-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Αυγούστου 2002 προς το Ι ΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 2.605,67 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το υπ' αριθμόν ...' από 30-9-2002 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.905 67 ευρώ, και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 700 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 45) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 27-8-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Ιουλίου 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 2.605 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το υπ' αριθμόν ... από 27-8-2002 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.905,67 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 699, 33 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 46) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 31-7-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Υ 5ου - 6ου 2002 προς την αρμόδια ΔΟΥ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 4.614 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με την μηχανογραφημένη κατάσταση μισθοδοσίας της ως άνω χρονικής περιόδου, ανήλθε στο ποσό των 2.346,97 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 2.267,04 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 47) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 29-7-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Ιουνίου 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 2.605,67 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το υπ' αριθμόν ...' από 29-7-2002 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.905,67 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 700 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 48) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 2-7-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Υ 2ου - 3ου - 4ου και επιδόματος Πάσχα 2002 προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 4.815,89 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με την μηχανογραφημένη κατάσταση μισθοδοσίας της ως άνω χρονικής περιόδου, ανήλθε στο ποσό των 2.916,40 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει
από
την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.899, 49 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 49) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 28-6-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Μαΐου 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("AURORA SHIPPING S.A") ποσού 2.605,67 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το υπ' αριθμόν ... από 28-6-2002 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.905,67 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 699,95 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 50) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 13-6-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Α.Π 2003 προς την ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 4.725 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με την από 18-6-2003 ατομική ειδοποίηση χρεών ανήλθε στο συνολικό ποσό των 5.930,53 και μπορούσε να καταβληθεί σε τρεις δόσεις, επιπλέον κατεβλήθη την 18-6-2003 το ποσό των 2.092 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 2.633 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε 51) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 27-7-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Α.Π προς την ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 4.725 ευρώ στην πραγματικότητα ουδεμία οφειλή της ως άνω εταιρείας υπήρχε για την χρήση 2002 αφού η τελευταία δόση είχε καταβληθεί την 16-1-2003, η δε σχετική υποχρέωση καταβολής πρώτης δόσης για την χρήση 2003 είχε καταβληθεί, όπως προαναφέρθηκε υπό τον α.α 52 την 18-6-2003 και συνεπώς παρακράτησε το ως άνω χρηματικό ποσό (4.725 ευρώ), το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 52) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 24-2-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές επιδόματος αδείας 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 3.216,42 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το υπ' αριθμόν ...' από 24-2-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του Ι ΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 2.006 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.210,42 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 53) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 31-1-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές αδείας 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 3.045,40 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το υπ1 αριθμόν ... Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 2.006 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.039,40 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 54) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 30-1-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές δώρου Χριστουγέννων 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 3.984 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το από 30-1-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 2.985,41 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 998,59 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 55) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 28-1-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές δώρου Χριστουγέννων 2002
προς το Ι ΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 2.714 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το από 28-1-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.663,23 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.050,77 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 56) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 27-1-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Π.Α προς την αρμόδια ΔΟΥ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 1.874,80 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας αυτής σύμφωνα με τη μηχανογραφημένη κατάσταση καταβολών ανήλθε στο ποσό των 363,31 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.511,49 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 57) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 24-1-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Υ 5ου διμήνου 2002 προς την ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 7.807,35 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με τα υπ' αριθμόν ... από 24-1-2003 και 7817406 Σειρά Ε' από 24-1-2003 διπλότυπα είσπραξης τύπου Α' ανήλθε στο συνολικό ποσό των 751,20 [384, 85 + 366, 35] ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 7.056,15 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 58)
ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 23-1-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Δεκεμβρίου 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 2.714,14 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το από 23-1-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.603,32 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.110,82 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 59)
στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 16-1-2003 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Α.Π προς την ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 4.837,50 ευρώ στην πραγματικότητα, σύμφωνα με το υπ' αριθμόν ...' γραμμάτιο είσπραξης τύπου Α', το ποσό που καταβλήθηκε για Φ.Μ.Α.Π κατά την χρήση 2002 ανήλθε στο ποσό των 2.034,42 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 2.803,08 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 60) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 30-12-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Νοεμβρίου 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 2.709 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το από 30-12-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.603,32 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.105,68 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 61) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 13-12-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Π.Α προς την αρμόδια ΔΟΥ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 9.175,95 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας αυτής σύμφωνα τη μηχανογραφημένη κατάσταση καταβολών ΦΠΑ μηνός Σεπτεμβρίου 2002 ανήλθε στο ποσό των 6.845, 73 πλέον προσαυξήσεων ποσού 342,29 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.987,93 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 62)
ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 3-12-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 1.980 ευρώ στην πραγματικότητα ουδεμία οφειλή της εταιρείας αυτής υπήρχε προς το ΙΚΑ και συνεπώς έλαβε στην κατοχή του το ως άνω χρηματικό ποσό που φέρεται ότι κατέβαλε το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 63) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 29-11-2002 εμφανίζεται η
εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Οκτωβρίου 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 5.820,40 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το από 29-11-2003 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 4.021,98 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.798,42 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 64) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 21-11-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές επιδόματος αδείας και διαφορές 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 3.263,29 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το από 21-11-2002 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 2.756,09 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 507,20 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 65) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 31-10-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές του έτους 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 2.708,60 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το υπ' αριθμόν ... Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Οκτωβρίου 2002 η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 2.675,82 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 32,78 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 66) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 22-10-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές του έτους 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 6.677,91 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το υπ' αριθμόν ... Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Σεπτεμβρίου 2002 η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 5.444,47 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 1.233,44 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 67) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 22-10-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Υ 2002 προς την αρμόδια ΔΟΥ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 3.139,23 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με το υπ' αριθμόν ... από 22-10-2002 Διπλότυπο Είσπραξης Τύπου Α' και της με ίδια ημερομηνία Προσωρινής Δήλωσης, ανήλθε στο ποσό των 482,74 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 2.656,26 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 68) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 3-10-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Π.Α προς την αρμόδια ΔΟΥ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 8.182,27 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας αυτής σύμφωνα τη μηχανογραφημένη κατάσταση καταβολών ΦΠΑ μηνός Ιουλίου ανήλθε στο ποσό των 6.917,25 πλέον προσαυξήσεων ποσού 346,36 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 908,66 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 69) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 30-9-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές του έτους 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 10.632,14 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το από 30-9-2002 Προσωρινό Γραμμάτιο
Είσπραξης
του ΙΚΑ (υπ/μα ...) που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Αυγούστου 2002 η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 8.619,07 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 2.013,03 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 70) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 18-9-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Α.Π προς την ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 4.612,50 ευρώ στην πραγματικότητα, σύμφωνα με το υπ' αριθμόν ... γραμμάτιο είσπραξης τύπου Α' το ποσό που καταβλήθηκε για Φ.Μ.Α.Π κατά την χρήση 2002 ανήλθε στο ποσό των 1.976, 85 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 2.635,65 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 71)
ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 27-8-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Π.Α προς την αρμόδια ΔΟΥ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 6.821,19 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας αυτής σύμφωνα τη μηχανογραφημένη κατάσταση καταβολών ΦΠΑ μηνός Ιουνίου ανήλθε στο ποσό των 5.905,19 πλέον προσαυξήσεων ποσού 295,26 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 620,74 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 72) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 31-7-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Υ 2002 προς την αρμόδια ΔΟΥ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 1.298,63 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με το υπ' αριθμόν ... από 31-7-2002 Διπλότυπο Είσπραξης Τύπου Α' και της με ίδια ημερομηνία Προσωρινής Δήλωσης, ανήλθε στο ποσό των 306,03 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 992,60 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 73) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 29-7-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές του έτους 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 6.694,33 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το υπ' αριθμόν ... από 29-7-2002 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Ιουνίου 2002 η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 6.156,06 ευρώ, και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 538,27 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 74) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 29-7-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Α.Π προς την αρμόδια ΔΟΥ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 4.618,65 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το από 22-7-2002 Διπλότυπο Είσπραξης Τύπου Α' η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 2.178,37 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 2.440,28 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 75) ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 4-7-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Π.Α προς την αρμόδια ΔΟΥ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 3.522 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας αυτής σύμφωνα τη μηχανογραφημένη κατάσταση καταβολών ΦΠΑ μηνός Μαΐου 2002 ανήλθε στο ποσό των 2.901,78 και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 620,22 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 76)
ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 2-7-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής Φ.Μ.Υ 2002 προς την αρμόδια ΔΟΥ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 1.320,33 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή αυτής, σύμφωνα με το από 2-7-2002 Διπλότυπο Είσπραξης Τύπου Α' και την με ίδια ημερομηνία Προσωρινή Δήλωση, ανήλθε στο ποσό των 336 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 984,33 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 77)
ενώ στην υποβληθείσα κατάσταση ταμείου με ημερομηνία 28-6-2002 εμφανίζεται η εξόφληση οφειλής που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές του έτους 2002 προς το ΙΚΑ της ως άνω εταιρείας ("DYNAMIC DISCOVERY S.A.") ποσού 2.759,03 ευρώ στην πραγματικότητα η οφειλή της εταιρείας σύμφωνα με το από 28-6-2002 Προσωρινό Γραμμάτιο Είσπραξης του ΙΚΑ (υπ/μα ...) που αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές μηνός Μαΐου 2002 η οποία πράγματι καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.939,88 ευρώ και συνεπώς έμεινε στην κατοχή του το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του δήθεν καταβληθέντος και εκείνου που πράγματι καταβλήθηκε ύψους 819,15 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 78)
προέβη στην πλαστογράφηση των κάτωθι τραπεζικών επιταγών εκδόσεως της ως άνω εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "AURORA SHIPPING S.A." θέτοντας, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση στην θέση του πρώτου οπισθογράφου την υπογραφή και την σφραγίδα του κομιστή σε διαταγή του οποίου και εκδόθηκαν ως εξής:
1) της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "Η.S.B.C." με ημερομηνία έκδοσης την 15-7-2003, ποσού 293,47 ευρώ, σε διαταγή δήθεν της εταιρείας με την επωνυμία "MONOGRAM TRAVEL S.A.", επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως την εμφάνισε για πληρωμή λαμβάνοντας στην κατοχή του το ως άνω χρηματικό ποσό το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 2) της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "Η.S.B.C." με ημερομηνία έκδοσης την 21-7-2003, ποσού 440,21 ευρώ, σε διαταγή δήθεν της εταιρείας με την επωνυμία "MONOGRAM TRAVEL S.A.", επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως την εμφάνισε για πληρωμή λαμβάνοντας στην κατοχή του το ως άνω χρηματικό ποσό το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 3) της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "H.S.B.C." με ημερομηνία έκδοσης την 30 -7-2003, ποσού 293,47 ευρώ, σε διαταγή δήθεν της εταιρείας με την επωνυμία "MONOGRAM TRAVEL S.A.", επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως την εμφάνισε για πληρωμή λαμβάνοντας στην κατοχή του το ως άνω χρηματικά ποσό το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 4) της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "H.S.B.C." με ημερομηνία έκδοσης την 28 -7-2003, ποσού 440,21 ευρώ, σε διαταγή δήθεν της εταιρείας με την επωνυμία "MONOGRAM TRAVEL S.A.", επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως την εμφάνισε για πληρωμή λαμβάνοντας στην κατοχή του το ως άνω χρηματικό ποσό το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 5) της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "H.S.B.C." με ημερομηνία έκδοσης την 19-6-2003, ποσού 2.100 ευρώ, σε διαταγή δήθεν της εταιρείας "ΗΦΑΙΣΤΟΣ ΕΠΕ", η επωνυμία της οποίας ομοιάζει με το διακριτικό τίτλο ("Γενική Κατασκευαστική ΗΦΑΙΣΤΟΣ") της εταιρείας με την επωνυμία "Π & ΣΙΑ Ε.Ε", επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως την εμφάνισε για πληρωμή λαμβάνοντας στην κατοχή του το ως άνω χρηματικό ποσό το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 6) της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "H.S.B.C." με ημερομηνία έκδοσης την 3-9-2003, ποσού 880,41 ευρώ, σε διαταγή δήθεν του Π (προφανώς πρόκειται για το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας με την επωνυμία "Π ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση, την υπογραφή του ανωτέρω, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως την εμφάνισε για πληρωμή λαμβάνοντας στην κατοχή του το ως άνω χρηματικό ποσό το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 7) της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "H.S.B.C." με ημερομηνία έκδοσης την 9-9-2003, ποσού 880,41 ευρώ, σε διαταγή δήθεν του Π επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογρόφησης, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση, την υπογραφή του ανωτέρω, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως την εμφάνισε για πληρωμή λαμβάνοντας στην κατοχή του το ως άνω χρηματικό ποσό το οποίο και ιδιοποιήθηκε, 8) της υπ' αριθ. Π τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "H.S.B.C." με ημερομηνία έκδοσης την 17-10-2002, ποσού 1.000 δολαρίων (ή 1.343 ευρώ), σε διαταγή δήθεν της εταιρείας "B.S.A. marine LTD", επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως ως τελευταίος κομιστής αυτής έδωσε εντολή να κατατεθεί το ως άνω χρηματικό ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η ως άνω συγκατηγορούμενή του, Φ, στην τράπεζα "E.F.G EUROBANK ERGASIAS", 9) της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "H.S.B.C" με ημερομηνία έκδοσης την 28-8-2002, ποσού 2.000 δολαρίων (ή 2.686 ευρώ), σε διαταγή δήθεν της εταιρείας "B.S.A. marine LTD", επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφηοης, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση, την υπογραφή τoυ νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον ίων αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως ως τελευταίος κομιστής αυτής έδωσε εντολή να κατατεθεί το ως άνω χρηματικό ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η ως άνω συγκατηγορούμενή του, Φ, στην τράπεζα "E.F.G EUROBANK ERGAS1AS", 10) της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "ΒΝΡ- PARIBAS" με ημερομηνία έκδοσης την 6-9-2002, ποσού 440, 21 ευρώ, σε διαταγή δήθεν της εταιρείας "SEAGULL TRAVEL ΕΠΕ", επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως ως τελευταίος κομιστής αυτής έδωσε εντολή να κατατεθεί το ως άνω χρηματικό ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η μητέρα του, Κ, στην τράπεζα "E.F.G EUROBANK ERGASIAS", 11) της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "ΒΝΡ - PARIBAS" με ημερομηνία έκδοσης την 9-5-2002, ποσού 440, 21 ευρώ, σε διαταγή δήθεν της εταιρείας "SEAGULL TRAVEL ΕΠΕ", επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως ως τελευταίος κομιστής αυτής έδωσε εντολή να κατατεθεί το ως άνω χρηματικό ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η μητέρα του, Κ, στην τράπεζα "E.F.G EUROBANK ERGASIAS", 12) της υπ' αριθ. ..τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "ΒΝΡ - PARIBAS" με ημερομηνία έκδοσης την 29-4-2002, ποσού 440, 21 ευρώ, σε διαταγή δήθεν της εταιρείας "SEAGULL TRAVEL ΕΠΕ", επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως ως τελευταίος κομιστής αυτής έδωσε εντολή να κατατεθεί το ως άνω χρηματικό ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η μητέρα του, Κ, στην τράπεζα "E.F.G EUROBANK ERGASIAS", 13) της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "ΒΝΡ - PARIBAS" με ημερομηνία έκδοσης την 29-4-2002, ποσού 440, 21 ευρώ, σε διαταγή δήθεν της εταιρείας "SEAGULL TRAVEL ΕΠΕ", επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, χωρίς δικαίωμα την συναίνεση, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως ως τελευταίος κομιστής αυτής έδωσε εντολή να κατατεθεί το ως άνω χρηματικό ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η μητέρα του, Κ, στην τράπεζα "E.F.G EUROBANK ERGASIAS", 14) της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "ΒΝΡ - PARIBAS" με ημερομηνία έκδοσης την 30-4-2002, ποσού 440, 21 ευρώ, σε διαταγή δήθεν της εταιρείας "SEAGULL TRAVEL ΕΠΕ", επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως ως τελευταίος κομιστής αυτής έδωσε εντολή να κατατεθεί το ως άνω χρηματικό ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η μητέρα του, Κ, στην τράπεζα "E.F.G EUROBANK ERGASIAS", 15) της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "ALPHA BANK" με ημερομηνία έκδοσης την 3-7-2002, ποσού 586, 94 ευρώ, σε διαταγή δήθεν της εταιρείας "SEAGULL TRAVEL ΕΠΕ", επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως ως τελευταίος κομιστής αυτής έδωσε εντολή να κατατεθεί το ως άνω χρηματικό ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η μητέρα του, Κ στην τράπεζα "E.F.G EUROBANK ERGASIAS", και 16) της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής της τραπέζης "ALPHA BANK" με ημερομηνία έκδοσης την 4-7-2002, ποσού 586, 94 ευρώ, σε διαταγή δήθεν της εταιρείας "SEAGULL TRAVEL ΕΠΕ", επί της οποίας έθεσε στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, χωρίς δικαίωμα ή την συναίνεση, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας, προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση της ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι είναι ο ίδιος (κατηγορούμενος) νόμιμος κάτοχος αυτής εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και ότι η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται στην πληρωμή της, ακολούθως ως τελευταίος κομιστής αυτής έδωσε εντολή να κατατεθεί το ως άνω χρηματικό ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η μητέρα του, Κ, στην τράπεζα "E.F.G EUROBANK ERGASIAS", Από το σύνολο των επιμέρους πράξεων υπό τους αύξοντες ως άνω αριθμούς από 1 έως 77 προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος με το τέχνασμα της εμφάνισης αυξημένων δαπανών τις οποίες καταχωρούσε στην ανεπίσημη ημερήσια κατάσταση ταμείου έλαβε στην κατοχή του κατά τo χρονικό διάστημα από 28-7-2002 έως 10-9-2003 το συνολικό ποσό των 143.399,79 ευρώ (Διευκρινίζεται ότι στο ποσά αυτό που ο κατηγορούμενος έλαβε στην κατοχή του δεν συνυπολογίζεται το συνολικό ποσό των 11.703,11 ευρώ που αντιστοιχεί στις προαναφερθείσες συνολικά 16 τραπεζικές επιταγές καθόσον για αυτές απαγγέλθηκε κατηγορία μόνο για πλαστογραφία). Το δε ποσό αυτό μετά την ανακάλυψη της δράσης του καίτοι οχλήθηκε να αποδώσει αρνήθηκε να το πράξει. Περαιτέρω όσον αφορά την διωκόμενη σε βαθμό κακουργήματος πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως αυτή αφορά 40 συνολικά πλαστά έγγραφα (βλ. υπό τους α.α 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24 και 78 (1-16) εκ των οποίων το σκοπούμενο όφελος που επιδίωξε ο δράστης δια βλάβης της περιουσίας των εγκαλουσών εταιρειών ανήλθε στο συνολικό ποσό των 38.685 ευρώ. Επιπλέον προέκυψε ότι ενήργησε όχι ευκαιριακά, αλλά με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτόν του δια βλάβης τρίτου και δη της περιουσίας των εγκαλουσών εταιριών εισόδημα. Τούτο δε συνάγεται τόσο από την επανειλημμένη κατά τα ανωτέρω τέλεση της πράξης της πλαστογραφίας, όσο και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει και ειδικότερα από την προμήθεια εντύπων προσωρινών γραμματίων πληρωμής του ΙΚΑ, τα οποία ουδέποτε είχαν χορηγηθεί στο υπ/μα του ΙΚΑ ..., ούτε είχαν τυπωθεί από το εθνικό τυπογραφείο, είχαν δε αύξοντες αριθμούς διαφορετικούς από εκείνους που είχαν τα δελτία του ως άνω υπ/τος του ΙΚΑ καθώς και από την προμήθεια έντυπων σφραγίδων των υπαλλήλων του ΙΚΑ καθώς και των εταιρειών σε διαταγή των οποίων εκδόθηκαν οι ως άνω υπό τον α.α 78 τραπεζικές επιταγές. Ο κατηγορούμενος απολογούμενος αρνήθηκε τις αποδιδόμενες, σε αυτόν κατηγορίες ισχυρισμένος ότι τα χρήματα που φέρεται ότι ιδιοποιήθηκε αποτελούσαν δεδουλευμένες αποδοχές που έλαβε βάσει ανεπίσημων συμβάσεων με τους εργοδότες του και ειδικότερα ότι η εμφάνιση στο ανεπίσημο βιβλίο εσόδων και εξόδων που τηρούσε αυξημένων δαπανών σε σχέση με εκείνες που πράγματι προέβαινε ήταν εν γνώσει των εργοδοτών του, Ζ και Ζ1, προκειμένου με τον τρόπο αυτό να δικαιολογηθεί η καταβολή προς αυτόν της διαφοράς μεταξύ των μεγαλύτερων αποδοχών που είχε συμφωνήσει να λαμβάνει και εκείνων που προβλέπονταν στις επίσημες συμβάσεις εργασίας. Με τον τρόπο αυτό οι ανωτέρω εργοδότες του μπορούσαν -κατά τους ισχυρισμούς του - να δικαιολογήσουν στους λοιπούς μετόχους των εγκαλουσών εταιρειών τις επιπλέον αποδοχές που του κατέβαλαν. Μάλιστα σύμφωνα με τις ανεπίσημες συμβάσεις εργασίας που είχε συνάψει με τις εγκαλούσες εταιρείες θα έπρεπε να έχει λάβει ως δεδουλευμένες αποδοχές για το χρονικό διάστημα από 1-1-99 και εντεύθεν το συνολικό ποσό των 729.663,61 ευρώ και ότι έλαβε βάσει των επίσημων συμβάσεων το ποσό των 166.621,65 ευρώ, ενώ το ποσό των 158.900,37 ευρώ το εισέπραξε με τον ως άνω τρόπο, ήτοι με την εμφάνιση αυξημένων δαπανών. .Περαιτέρω αρνήθηκε ότι τα φερόμενα ως πλαστά έγγραφα καταρτίστηκαν από τον ίδιο, αλλά ότι οι ανωτέρω εργοδότες του γνώριζαν και συναίνεσαν στην κατάρτιση τους προκειμένου να δικαιολογηθεί η καταβολή του μέρους των αποδοχών του που υπερέβαινε τις βάσει των επίσημων καταχωρημένων συμβάσεων αποδοχές του. Εξάλλου εάν ο ίδιος ήταν ο δράστης της πλαστογραφίας δεν θα άφηνε στον ίδιο χώρο του γραφείου του στις ως άνω εταιρείες τα γνήσια και ία αντίστοιχα πλαστά παραστατικά δαπανών τα οποία και βρέθηκαν μετά από έρευνα των εργοδοτών του. Αναφορικά με τις φερόμενες ως πλαστές επιταγές συνομολογεί ότι ναι μεν έχουν συνταχθεί από τον ίδιο, πλην όμως μεταβιβάστηκαν σε αυτόν νομίμως από τους κομιστές σε διαταγή των οποίων είχαν εκδοθεί ως δώρα για λόγους ευαρέσκειας προς το πρόσωπο του λόγω της σύντομης εκκαθάρισης και πληρωμής των οφειλών που είχαν οι εγκαλούσες εταιρείας προς αυτούς (κομιστές). Επίσης αναφορικά με την ύπαρξη των σφραγίδων τρίτων προσώπων αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση ισχυριζόμενος ότι ο χώρος του γραφείου του δεν χρησιμοποιείτο αποκλειστικά από τον ίδιο, αλλά και από έτερα πρόσωπα που είχαν πρόσβαση σε αυτόν, αφήνοντας με τον τρόπο αυτό να εννοηθεί ότι ανήκαν σε τρίτα πρόσωπα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι τις σφραγίδες ίων υπαλλήλων της ΔΟΥ Πλοίων και του ΙΚΑ του τις έφερε ο Ζ προκειμένου να κατασκευάζει κατά τα ανωτέρω τα πλαστά παραστατικά δαπανών που καταχωρούσε στο ανεπίσημο ταμείο, ενώ αναφορικά με τις σφραγίδες των εταιρειών σε διαταγή των οποίων εκδόθηκαν οι ως άνω τραπεζικές επιταγές ισχυρίστηκε ότι είχαν δοθεί στους εργοδότες του προς εξασφάλιση τους σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεων των εν λόγω εταιρειών καθόσον οι συμφωνίες με αυτές δεν ήταν γραπτές. Οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορούμενοι κρίνονται τουλάχιστον ως προς τις αποδοθείσες πράξεις της απάτης και της πλαστογραφίας ως αβάσιμοι, επιχειρεί δε με αυτούς να εμφανίσει τον εαυτόν ως θύμα των αδίστακτων εργοδοτών και να επιρρίψει τις ευθύνες σε βάρος τους. Ειδικότερα δεν εξηγεί πειστικά για ποιο λόγο οι ως άνω εργοδότες του εμφάνιζαν εν γνώσει τους στο ανεπίσημο βιβλίο ταμείου εικονικές δαπάνες χωρίς να έχουν οι ίδιοι κάποιο οικονομικό όφελος, αλλά είχαν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, σκοπό να αποκρύψουν από τους λοιπούς μετόχους των εταιρειών τις πραγματικές του αποδοχές του. Εξάλλου επρόκειτο για ανεπίσημο βιβλίο στο οποίο θα μπορούσαν να καταχωρήσουν οποιαδήποτε συναλλαγή χωρίς να εκτεθούν σε κίνδυνο αποκάλυψης των πραγματικών δαπανών/εσόδων. Εν κατακλείδι ο μόνος ο οποίος τελικά μπορούσε να ωφεληθεί και τελικά ωφελήθηκε από τις πράξεις αυτές ήταν ο ίδιος και ουδείς άλλος. Με τους ως άνω αβάσιμους, αόριστους και αντιφατικούς ισχυρισμούς του κατ' ουσίαν ομολογεί εμμέσως πλην σαφώς τις πράξεις που αποδίδονται επιχειρώντας ανεπιτυχώς να εμπλέξει τους εργοδότες του καίτοι αυτοί (ισχυρισμοί) δεν επιρρωνύονται από κανένα αποδεικτικό μέσο. Σημειώνεται δε ότι κατά την εκδίκαση σε βάρος του αίτησης συντηρητικής κατάσχεσης της περιουσίας τους εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στο δικαστήριο αποδεχόμενος το σε βάρος του αιτούμενο μέτρο. Περαιτέρω καίτοι διεκδικεί ιδιαίτερα μεγάλο χρηματικό ποσό για μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών σε ουδεμία πράξη προέβη μετά την απόρριψη ως αόριστης αγωγής του. Επίσης σύμφωνα με την κατάθεση του εργαζόμενου στην ίδια εταιρεία, Ξ, ο κατηγορούμενος τηρούσε τα παραστατικά των εταιρειών εντός κλειστού ερμαρίου στο οποίο μόνο ο ίδιος είχε πρόσβαση και ουδείς άλλος (βλ. την από 6-12-2006 ένορκη κατάθεση). Αναφορικά με τις ως άνω φερόμενες ως πλαστές επιταγές ο Π, νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "Π δε ΣΙΑ Ο.Ε", διαψεύδει τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου ότι είχε παραδώσει την σφραγίδα της εταιρείας του στους εργοδότες του λέγοντας ότι η σφραγίδα που δεσμεύτηκε δεν ανήκε στην εταιρεία του καθώς και ότι ουδέποτε έδωσε σε αυτόν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ως δώρο ή προμήθεια (βλ. την από 5-7-2004 ένορκη κατάθεση). Ομοίως και οι λοιποί εκπρόσωποι των εταιρειών σε διαταγή των οποίων φέρονται ότι εκδόθηκαν οι ως άνω επιταγές αρνούνται ότι έλαβαν στην κατοχή τους τις επιταγές αυτές και ότι προέβησαν στην μεταβίβαση τους με οπισθογράφησή προς οποιονδήποτε τρίτο και μάλιστα προς τον ως άνω κατηγορούμενο, (βλ. τα από 6-11-2003 και 14-11-03 έγγραφα της τράπεζας "E.F.G EUROBANK ERGASIAS", το από 24-11-03 έγγραφο της εταιρείας "B.S.A marine LTD" και τα από 25-11-03 έγγραφα των εταιρειών "SEAGULL TRAVEL ΕΠΕ", "Π & ΣΙΑ ΟΕ" και "... & Σια Ε.Ε"). Ο δε ισχυρισμός ότι οι σφραγίδες που βρέθηκαν τις κρατούσαν οι εργοδότες του προς εξασφάλιση τους δεν είναι πειστικός καθόσον δεν εξηγεί με ποιο τρόπο θα μπορούσαν να τις αξιοποιήσουν προς όφελος τους σε μια ενδεχόμενη μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεων των εν λόγω εταιρειών. Εν όψει των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών προκύπτει ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος, Χ, εκμεταλλευόμενος την θέση του στις εγκαλούσες εταιρείες ως διευθυντή του λογιστηρίου αυτών, υπεύθυνου για την τήρηση των επίσημων λογιστικών βιβλίων και"0$ εν γένει λογιστική και φορολογική παρακολούθηση των υποθέσεων τους, ως και την πληρωμή προς τα αρμόδια ασφαλιστικά ταμεία των εισφορών (εργοδοτικών και εργατικών) καθώς και των διαφόρων ειδών φόρων εμφάνιζε συστηματικά κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα στο οποίο σημειωτέον περιορίστηκε ο έλεγχος εκ μέρους των εγκαλουσών εταιρειών στο ανεπίσημο ημερήσιο βιβλίο ταμείου αυξημένες δαπάνες σε σχέση με τις πραγματικές προσκομίζοντας προς απόδειξη αυτών πλαστά παραστατικά δαπανών τα οποία κατασκεύαζε ο ίδιος θέτοντας σφραγίδες που είχε προμηθευτεί καθώς και υπογραφές των αρμοδίων υπαλλήλων των αρμοδίων για την φορολόγηση των εγκαλουσών εταιρειών ΔΟΥ και του υποκ/τος ΙΚΑ ... προκειμένου να καρπώνεται την διαφορά μεταξύ της εικονικής - αυξημένης - δαπάνης και εκείνης στην οποία πράγματι προέβαινε. Το δε συνολικό όφελος που πέτυχε με τον τρόπο αυτό να καρπωθεί με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας των εγκαλουσών εταιρειών ανήλθε, όπως ήδη προαναφέρθηκε, σε 143.399,79 ευρώ. Στην προκειμένη όμως περίπτωση προκύπτει ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος κάθε ημέρα-έχοντας προγραμματίσει τα διάφορα έξοδα, των εταιρειών ζητούσε και λάμβανε διάφορα χρηματικά ποσά από τον Ζ, ο οποίος του τα παράδιδε είτε υπό τη μορφή μετρητών, είτε επιταγών, ακολούθως στο τέλος της ημέρας απέδιδε σε αυτόν λογαριασμό προσκομίζοντας το ανεπίσημο βιβλίο ταμείου με τις επιμέρους - αναλυτικά κατ' είδος - δαπάνες καθώς και τα πλαστά παραστατικά αυτών που τις συνόδευαν και εν τέλει με το προαναφερθέν τέχνασμα παρέμενε στην κατοχή του το ποσό της διαφορά μεταξύ της πραγματικής δαπάνης και εκείνης που εμφάνιζε εικονικά στο ως άνω βιβλίο.
Συνεπώς η παράσταση ψευδών γεγονότων δια των ψευδών λογιστικών εγγράφων και της χρήσης των πλαστών παραστατικών δαπανών δεν έγινε προκειμένου να προσπορίσει και άλλο επιπλέον όφελος βλάπτοντας την περιουσία των εγκαλουσών εταιρειών, αλλά αποκλειστικά και μόνο προκειμένου ο κατηγορούμενος να διατηρήσει στην κατοχή του και να συγκαλύψει την υπεξαίρεση των επιμέρους ως άνω χρηματικών ποσών. Εν όψει αυτών τα ως άνω πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν - κατ' εγγύτερο νομικό χαρακτηρισμό - την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ τελεσθείσα κατ' εξακολούθηση (αρ. 98, 375 παρ. 1 εδ. β' - α' [ως το εδ. β' της παρ. 1 προστ. με το αρ. 14 παρ. 3α' του Ν. 2721/99] και όχι όπως αρχικώς ασκήθηκε προανακριτικά ποινική δίωξη και απαγγέλθηκε κατηγορία για την πράξη της απάτης τελεσθείσα κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση".
Περαιτέρω, το Συμβούλιο συμπληρωματικώς, δι' αναφοράς στην πρόταση του Εισαγγελέως δέχθηκε και τα εξής: "Στο εκκαλούμενο βούλευμα αναφέρονται με λεπτομέρεια, ο τρόπος και η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε εκ μέρους του δράστη για να ιδιοποιηθεί παράνομα το αναφερόμενο χρηματικό ποσό, τα έγγραφα που χρησιμοποίησε για να πετύχει το σκοπό του, όπως επίσης και τα έγγραφα που πλαστογράφησε και εκ των υστέρων χρησιμοποίησε για να παραπλανήσει τους εκπροσώπους των εγκαλουσών εταιριών και τους τρίτους. Ειδικότερα, με αφορμή ανώνυμη καταγγελία που περιήλθε στην αρμόδια υπηρεσία του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ), σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος, ο οποίος εργαζόταν ως λογιστής σε ναυτιλιακές εταιρίες είχε στην κατοχή του σε τράπεζες της Ελλάδος προθεσμιακές καταθέσεις και ομόλογα συνολικού ύψους 1,5 δισεκατομμυρίων δραχμών, οι οποίες προέρχονταν από παράνομες δραστηριότητες, υπάλληλοι της παραπάνω υπηρεσίας, την 17.9.2003 διενήργησαν έρευνα στα γραφεία των εταιριών "AURORA SHIPPING S.A." "DYNAMIC DISCOVERY S.A." και "ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ Ε.Π.Ε.", που βρίσκονται στην ... και μάλιστα στην οδό .... Η πρώτη εταιρία εξ αυτών διαχειρίζεται ποντοπόρα εμπορικά πλοία, η δεύτερη, η οποία είναι υπεράκτια, εκμεταλλεύεται ξενοδοχειακή μονάδα στις ... και η τρίτη εκμεταλλεύεται τη θαλαμηγό "..." και είναι συμφερόντων της οικογένειας Ζ. Ο εκκαλών προσελήφθη την 1.10.1992 ως προϊστάμενος του λογιστηρίου της πρώτης εκ των ως άνω εταιριών και ακολούθως την 3.3.1994 και 1.2.1995, προσελήφθη αντίστοιχα στις άλλες δύο εταιρίες. Κατά την άφιξη των υπαλλήλων της ΣΔΟΕ στα γραφεία των παραπάνω εταιριών, ήταν παρών και ο εκκαλών, ο οποίος μάλιστα προθυμοποιήθηκε να τους εξυπηρετήσει στον έλεγχο. Πλην όμως μετά από λίγο, προφασιζόμενος εργασία σε διπλανό γραφείο, αφού προηγουμένως έλαβε μία δεσμίδα με χαρτονομίσματα, που υπήρχαν στο γραφείο του, αναχώρησε προς άγνωστη κατεύθυνση, εγκαταλείποντας όμως τον χαρτοφύλακά του. Σε έρευνα που διενεργήθηκε, διαπιστώθηκε ότι εντός αυτού υπήρχαν πολλές σφραγίδες, οι οποίες ανήκαν σε τρίτους, μεταξύ των οποίων και υπαλλήλων του ΙΚΑ, βιβλιάρια κατάθεσε ων της Τράπεζας ΡRΟ ΒΑΝΚ, που περιείχαν συνολικό ποσό 1,5 εκατομμυρίου ευρώ, με δικαιούχους τον ίδιο και τα δύο παιδιά του Χ1 και Χ2, αποδείξεις καταθέσεων της Φ, ποσού 750.000 ευρώ, που έφεραν ημερομηνία 15.7.2003, και αγοράς "repos", ιδίου ποσού, που έλαβαν χώρα την ίδια ημέρα, όπως επί σης και μεγάλος αριθμός εγγράφων όπως πληρεξούσια, δηλώσεις ΦΠΑ, ΦΜΥ και ΦΜΑΠ των παραπάνω εταιριών και γραμμάτια εισπράξεως του ΙΚΑ. Οι διαπιστώσεις αυτές, όσο αφορά την κατοχή από τον εκκαλούντα τόσο μεγάλου χρηματικού ποσού, δυσανάλογο με τις αποδοχές του, προξένησαν το ενδιαφέρον του νομίμου εκπροσώπου αυτών Ζ, με εντολή του οποίου διατάχθηκε η διενέργεια διαχειριστικού - οικονομικού ελέγχου Από την έρευνα που διενεργήθηκε, προέκυψε ότι ο εκκαλών κάθε ημέρα, ζητούσε από τον προαναφερόμενο και ελάμβανε διάφορα χρηματικά τα οποία δήθεν θα χρησιμοποιούσε για υποχρεώσεις των εταιριών και ιδίως για ασφαλιστικές εισφορές σε διάφορους οργανισμούς και δημόσιες υπηρεσίες. Στο τέλος κάθε ημέρας ο εκκαλών απέδιδε προς το νόμιμο εκπρόσωπο ή σε άλλους υπαλλήλους που είχαν εξουσιοδοτηθεί για το σκοπό αυτό, πρόχειρη κατάσταση, των ποσών που είχε καταβάλει για τις ανάγκες των εταιριών, συνοδευόμενη από διάφορες πλαστές αποδείξεις αλλά και άλλα παραστατικά έγγραφα που κατάρτιζε ο ίδιος και στα οποία εμφανίζονταν ότι είχε καταβάλει χρηματικά ποσά μεγαλύτερα των πραγματικών και με τον τρόπο αυτό καρπωνόταν κάθε φορά το επιπλέον ποσό. Επίσης, από τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι ο εκκαλών από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρίας "AURORA SHIPPING S.A." που τηρούσε σε διάφορες τράπεζες, εξέδωσε διάφορες επιταγές σε διαταγή υπαρκτών πιστωτών αυτής, τις οποίες ακολούθως οπισθογραφούσε, θέτοντας τις υπογραφές και τις σφραγίδες αυτών, σε τρόπο που να εμφανίζεται ο ίδιος ως νόμιμος κομιστής και να εισπράττει τα αναγραφόμενα στις επιταγές χρηματικά ποσά. Με τον τρόπο αυτό, ο εκκαλών κατά το χρονικό διάστημα από 29.4.2002 μέχρι και 10.9. 2003, με την ιδιότητα του έμμισθου λογιστή, κατάρτισε συνολικά εβδομήντα έξι (76) καταστάσεις ταμείου που περιείχαν εικονικά χρηματικά ποσά και πλαστογράφησε είκοσι τέσσερα (24) έγγραφα και δεκαέξι (16) επιταγές, που με λεπτομέρεια αναφέρονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα αποκομίζοντας, σημαντικά χρηματικά ποσά, προς βλάβη των περιουσιών των εγκαλουσών εταιριών, ο κατηγορούμενος αρνείται από την αρχή τις αποδιδόμενες σε αυτόν αξιόποινες πράξεις και ισχυρίζεται τ' ακόλουθα: α) τα χρήματα που τον κατηγορούν ότι αφαίρεσε και ιδιοποιήθηκε παράνομα, προέρχονται από τις αποδοχές του, που έλαβε από τις εταιρίες που εργαζόταν, με βάση τις ανεπίσημες συμβάσεις που είχε συμφωνήσει με τους εργοδότες του για κάθε μία από τις εταιρίες και οι οποίες δεν εμφανίζονταν στα επίσημα βιβλία αυτών και είχε ως συνέπεια οι αντίδικοι του να καταβάλουν κατά πολύ μικρότερες εργοδοτικές εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία. Σύμφωνα δε με τις ανεπίσημες συμβάσεις εργασίας που είχε συνάψει με τις εγκαλούσες εταιρείες θα έπρεπε να έχει λάβει ως δεδουλευμένες αποδοχές για το χρονικό διάστημα από 1.1.1999 και μετά, το συνολικό ποσό των 729.663,61 ευρώ και ότι με βάση τα επίσημα στοιχεία των συμβάσεων, έλαβε, το ποσό των 166.621,65 ευρώ, ενώ το ποσό των 158.900,37 ευρώ το εισέπραξε με την μέθοδο των αυξημένων δαπανών, β) είχε αποταμιεύσει από την εργασία του ένα σημαντικό χρηματικό ποσό το οποίο είχε επενδύσει σε προθεσμιακούς καταθετικούς λογαριασμούς τραπεζών και ότι κατά το ύποπτο χρονικό διάστημα (Ιούνιος 2002 μέχρι και Αύγουστος 2003) δεν κατέθεσε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό προερχόμενο από τις εταιρίες. Ειδικότερα, μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2003, οι καταθέσεις του παρέμειναν σε προσωπικούς τραπεζικούς λογαριασμούς. Με αφορμή όμως την έκδοση σε βάρος του δικαστικής αποφάσεως, με την οποία επιδίκαζε στην πρώην σύζυγο του διατροφή και υποπτευόμενος ότι αυτή θα κατάσχει μέρος των καταθέσεων του, ζήτησε από την Φ να τοποθετήσει τις καταθέσεις του σε δικό της τραπεζικό λογαριασμό. Πράγματι την 11.7.2003 οι καταθέσεις των τριών τραπεζικών λογαριασμών, με συνδικαιούχους τον ίδιο και τα τέκνα του Χ1 και Χ2, μεταφέρθηκαν στον τραπεζικό λογαριασμό της προαναφερόμενης, γ) τα φερόμενα ως πλαστά έγγραφα, καταρτίστηκαν μεν από τον ίδιο, αλλά ότι οι εργοδότες του γνώριζαν και συναίνεσαν στην κατάρτιση τους προκειμένου να δικαιολογηθεί η καταβολή μέρους των αποδοχών του, οι οποίες ήταν ανώτερες από τις αποδοχές που ήταν καταχωρημένες στα επίσημα στοιχεία. Αν δε αυτός είχε πλαστογραφήσει τα σχετικά έγγραφα, δεν θα ήταν αφελής να άφηνε στον ίδιο χώρο του γραφείου του τα γνήσια και τα αντίστοιχα πλαστά παραστατικά δαπανών τα οποία και βρέθηκαν μετά από έρευνα των εργοδοτών του, δ) οι φερόμενες ως πλαστές επιταγές έχουν συνταχθεί από ων ίδιο, πλην όμως μεταβιβάστηκαν νομίμως σε αυτόν από τους κομιστές σε διαταγή των οποίων είχαν εκδοθεί ως δώρα για λόγους ευαρέσκειας προς το πρόσωπο του λόγω της σύντομης εκκαθάρισης και πληρωμής των οφειλών που είχαν οι εγκαλούσες εταιρίες προς αυτούς (κομιστές), ε) δεν έχει οποιοδήποτε σχέση με τις σφραγίδες που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, υποστηρίζοντας ότι ο χώρος του γραφείου του δεν χρησιμοποιείται αποκλειστικά από τον ίδιο, αλλά και από άλλα πρόσωπα που είχαν πρόσβαση σε αυτόν, αφήνοντας με τον τρόπο αυτό να εννοηθεί ότι ανήκαν σε τρίτα πρόσωπα. Ακόμη τις σφραγίδες των υπαλλήλων της ΔΟΥ Πλοίων και του ΙΚΑ τις παρέδωσε σε αυτόν ο Ζ, για να καταρτίζει τα πλαστά παραστατικά δαπανών που καταχωρούσε στο ανεπίσημο ταμείο, ενώ αναφορικά με τις σφραγίδες των εταιριών σε διαταγή των οποίων εκδόθηκαν οι ως άνω τραπεζικές επιταγές είχαν δοθεί στους εργοδότες του προς εξασφάλιση τους σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεων των εν λόγω εταιριών καθόσον οι συμφωνίες με αυτές δεν ήταν γραπτές. Οι ισχυρισμοί αυτοί του εκκαλούντα προκύπτει ότι στερούνται βασιμότητας και είναι πασιφανές ότι έχουν προβληθεί εκ των υστέρων για να αντιμετωπίσει την κατηγορία που τον βαρύνει. Ειδικότερα, όσα αυτός υποστηρίζει περί εικονικών δαπανών και ανεπισήμων βιβλίων, εκτός ότι δεν αποδεικνύονται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο δεν πείθουν ότι θα μπορούσαν να ωφελήσουν τους εργοδότες του, αλλά μόνο τον ίδιο. Συγκεκριμένα οι ισχυρισμοί που ο εκκαλών προέβαλε στην αγωγή που κατέθεσε σε βάρος των εργοδοτών του, για την μη καταβολή δεδουλευμένων, απορρίφθηκαν από το αρμόδιο Δικαστήριο. Ακόμη, ο ίδιος κατά την εκδίκαση σε βάρος του αίτησης συντηρητικής κατάσχεσης της περιουσίας του, εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στο δικαστήριο και αποδέχθηκε το σε βάρος του αιτούμενο επαχθές μέτρο. Βεβαίως από τα στοιχεία της δικογραφίας που αφορούν τις τραπεζικές καταθέσεις του εκκαλούντα, δεν προκύπτει ότι κατά το ύποπτο χρονικό διάστημα, είχαν κατατεθεί χρήματα προερχόμενα παράνομα από τις εγκαλούσες εταιρίες, αλλά η κατάθεση των χρημάτων του σε κοινό λογαριασμό με τα παιδιά του και αποκλειστικά σε τραπεζικό λογαριασμό της πρώην συγκατηγορούμενής του Φ, έλαβε χώρα αφενός για φορολογικούς λόγους και αφετέρου για να τα εξασφαλίσει από τις διεκδικήσεις της πρώην συζύγου του. Αναφορικά δε με τους λοιπούς ισχυρισμούς του, για τα πλαστά έγγραφα, τις σφραγίδες που κατείχε και γενικά την παράνομη συμπεριφορά του, οι μάρτυρες που κατέθεσαν διαψεύδουν όσα αυτός υποστηρίζει. Ειδικότερα, ο μάρτυρας Ξ που εργαζόταν στο ίδιο γραφείο και έχει ίδια και άμεση γνώση της συμπεριφοράς του, στην με ημερομηνία 6.12.2006 ένορκη κατάθεσή του, χωρίς αντιφάσεις καταθέτει ότι ο εκκαλών τηρούσε τα παραστατικά των εταιρειών μέσα σε κλειστό ερμάριο, στο οποίο μόνο ο ίδιος είχε πρόσβαση, και κανένας άλλος. Ακόμη ο Π, νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "Π και Σία Ο.Ε.), στην με ημερομηνία 5.7.2004 ένορκη κατάθεση του, διαψεύδει τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου ότι είχε παραδώ σει τη σφραγίδα της εταιρίας του στους νομίμους εκπροσώπους των εγκαλουσών εταιριών, διευκρινίζοντας ότι η σφραγίδα που δεσμεύτηκε δεν ανήκε στην εταιρία του καθώς και ότι ουδέποτε έδωσε σε αυτόν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ως δώρο ή προμήθεια. Αλλά και οι λοιποί εκπρόσωποι των εταιριών, σε διαταγή των οποίων φέρονται ότι εκδόθηκαν οι ως άνω επιταγές αρνούνται ότι έλαβαν στην κατοχή τους τις επιταγές αυτές και ότι προέβησαν στην μεταβίβαση τους με οπισθογράφηση προς οποιονδήποτε τρίτο και μάλιστα προς τον εκκαλούντα. Τέλος και ο ισχυρισμός του προηγούμενου ότι οι σφραγίδες που βρέθηκαν στην κατοχή του, εξυπηρετούσαν τους εργοδότες του, είναι αβάσιμος και δεν επιβεβαιώνεται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο".
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, απορρίπτοντας την, από τον κατηγορούμενο ασκηθείσα, κατά του υπ' αριθ. 2968/2009 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 §1α, 27 §1, 94, 98, 375 §1, 216 §1, 2, 3β και 13 στοιχ.γ' & στ' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς έτσι να στερήσει το βούλευμα από νόμιμη βάση, κρίνοντας ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία του βουλεύματος τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία κατηγορουμένου), τα οποία το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του για να μορφώσει την πιο πάνω κρίση του, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη αναφοράς και του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο ούτε της αξιολογήσεως ενός εκάστου εξ' αυτών.
Επίσης αναφέρονται λεπτομερώς, οι επί μέρους πράξεις του αναιρεσείοντος που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του κατ' εξακολούθηση των εγκλημάτων, με την αναφορά του τρόπου τελέσεως των πράξεων, δηλαδή, με την εμφάνιση καταβολής μεγαλυτέρων ποσών, από αυτά που πράγματι κατέβαλε στην Δ.Ο.Υ., ΙΚΑ, Τ.Α.Ν.Π.Υ., για εξόφληση οφειλών των εγκαλουσών εταιρειών και εν συνεχεία την παράνομη ιδιοποίηση της διαφοράς αυτής, που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 143.399,79 Ευρώ, και με την κατάρτιση 24 πλαστών παραστατικών της Δ.Ο.Υ. και του ΙΚΑ (υπό στοιχεία 1 έως 24), όπως και τη νόθευση 16 επιταγών, συνισταμένη στην πλαστογράφηση της υπογραφής των πρώτων κομιστών σε διαταγή των οποίων είχαν εκδοθεί οι επιταγές ώστε να φέρεται αυτός ως νόμιμος τελευταίος κομιστής αυτών και την χρήση αυτών των εγγράφων, με την παραδοχή ότι εμφάνιζε τα μεν παραστατικά έγγραφα στον Ζ ως γνήσια, παραπλανώντας αυτόν ως προς το ύψος των καταβολών, τις δε επιταγές στους αρμοδίους υπαλλήλους των τραπεζών, εμφανιζόμενος δε ως τελευταίος κομιστής αυτών, εισέπραττε το αντίστοιχο ποσό εκάστης επιταγής. Περαιτέρω, αιτιολογείται ο δόλος και ο σκοπός του κατηγορουμένου μα αποκομίσει, εκ της πλαστογραφίας, παράνομο περιουσιακό όφελος που ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 38.685,00 Ευρώ. Τέλος, αιτιολογείται η κατ' επάγγελμα και συνήθεια τέλεση της πράξεως της πλαστογραφίας, με τις παραδοχές ότι από την επανειλημμένη τέλεση της εν λόγω πράξεως, που συνιστά και η κατ' εξακολούθηση διάπραξη του εγκλήματος, την περιγραφομένη υποδομή που είχε δημιουργήσει και το σχέδιο, βάσει του οποίου ενήργησε, προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος.
Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν διότι: 1) Αιτιολογείται πλήρως η απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τον οποίο το φερόμενο ως υπεξαιρεθέν ποσό κατείχε δυνάμει νομίμου δικαιώματος, καθότι αποτελούσε απαίτησή του και ληξιπρόθεσμη διαφορά δεδουλευμένων μισθών και ότι το ποσό αυτό έλαβε κατ' εντολήν του νομίμου εκπροσώπου των εγκαλουσών εταιριών, είναι δε αδιάφορο το ότι το Συμβούλιο δέχθηκε ότι η υπ' αριθ. 182087/2004 αγωγή του περί καταβολής της διαφοράς των δεδουλευμένων αποδοχών κατά των εγκαλουσών εταιριών απερρίφθη, ενώ η υπ' αριθ. 2776/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη (αόριστη). 2) Απ' όλο το περιεχόμενο του σκεπτικού του βουλεύματος προκύπτει ότι το Συμβούλιο δέχθηκε ότι πρόκειται για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση και ουδεμία αμφιβολία προκύπτει ως προς τον ορθό χαρακτηρισμό της πράξεως. Εξάλλου, αφού δέχθηκε το Συμβούλιο ότι πρόκειται για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση, οπότε, ως εκ του χρόνου που φέρονται τελεσθείσες οι μερικότερες πράξεις (μετά την ισχύ του Ν.2721/1999), λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου των μερικοτέρων πράξεων (άρθρο 98 §2 ΠΚ), αναγκαίως δέχθηκε ενότητα δόλου του αναιρεσείοντος, η οποία περιλαμβάνει την θέληση και αποδοχή να ιδιοποιηθεί το άθροισμα της αξίας των μερικοτέρων πράξεων, ώστε δεν ήταν αναγκαίο να επαναλάβει το Συμβούλιο ότι ο αναιρεσείων απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο συνολικό αποτέλεσμα αυτών. 3) Στο προσβαλλόμενο βούλευμα προσδιορίζεται ακριβώς ο χρόνος και ο τρόπος και τα επί μέρους ποσά που εκάστοτε παρακρατούσε ο αναιρεσείων όπως και σε βάρος ποιας εκ των τριών εγκαλουσών εταιριών φέρεται ότι τελέσθηκε κάθε μερικότερη πράξη. 4) Δεν προκύπτει σύγχυση ως προς την πλαστογράφηση των 16 επιταγών, αφού το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ότι ο αναιρεσείων πλαστογράφησε τις υπογραφές των εις διαταγήν δικαιούχων πρώτων οπισθογράφων των εν λόγω επιταγών, τις οποίες είχε εκδώσει ο νόμιμος εκπρόσωπος της "AURORA SHIPPING S.A." και δεν αποδόθηκε στον αναιρεσείοντα διάφορη κατηγορία, απ' αυτήν που του απαγγέλθηκε και για την οποία απολογήθηκε, η δε αναφορά του Εισαγγελέα Εφετών στην πρότασή του, στην οποία παραπέμπει το Συμβούλιο ότι "εξέδωσε διάφορες επιταγές, σε διαταγή υπέρ των προσώπων" ώστε να υπονοείται ότι ο ίδιος εξέδωσε τις άνω επιταγές πλαστογραφώντας και την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της "AURORA SHIPPING S.A." προδήλως εκ παραδρομής περιελήφθη, αφού και η εισαγγελική πρόταση αναφέρεται ειδικώς στο σημείο τούτο στο εκκαλούμενο βούλευμα, το οποίο δέχεται ότι ο αναιρεσείων πλαστογράφησε τις υπογραφές των εις διαταγήν των δικαιούχων εκδοθεισών επιταγών, το δε Συμβούλιο Εφετών, επικύρωσε το άνω βούλευμα χωρίς να επαναδιατυπώσει το διατακτικό του. 5) Η αιτίαση ότι σιγή απορρίφθηκε από το Συμβούλιο Εφετών το αίτημά του όπως οι εγκαλούσες εταιρίες προσκομίσουν στην ανάκριση τα επίσημα λογιστικά τους βιβλία για να διαπιστωθεί εάν αυτές υπέστησαν βλάβη δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, πλήττει δε την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου της ουσίας. 6) Στο προσβαλλόμενο βούλευμα ειδικώς αιτιολογείται η περιουσιακή βλάβη που προκλήθηκε σε κάθε εγκαλούσα εταιρία εκ της πλαστογραφήσεως των 24 παραστατικών και των 16 επιταγών με την αναφορά στις υπ' α/α 1 έως 24 ειδικότερες πράξεις και στην υπ' α/α 78 πράξη της πλαστογράφησης των 16 επιταγών. 7) Είναι παραδεκτή η εξ ολοκλήρου η συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα Εισαγγελική Πρόταση και δι' αυτής στην πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών που έχει ενσωματωθεί στο πρωτόδικο βούλευμα, αφού συμπληρωματικά αναφέρεται και η πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία (πρόταση) εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάχθηκε και το Συμβούλιο. 8) Η αιτίαση ότι παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ περί δικαίας δίκης, διότι το Συμβούλιο αναφέρθηκε εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δεν δημιουργεί αυτοτελώς λόγο αναιρέσεως, εκτός εάν η παραβίασή του εντάσσεται σε κάποιον από τους περιοριστικώς στο άρθρο 484 §1 Κ.Ποιν.Δ. αναφερομένους λόγους αναιρέσεως, που εν προκειμένω δεν συμβαίνει, γι' αυτό είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Οι λοιπές αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών και γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επομένως, οι εκ του άρθρου 484 §1 στοιχ. β', δ' και στ' λόγοι αναιρέσεως, περί εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, συνισταμένης στην εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 375 και 216 ΠΚ, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπέρβασης εξουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 485 §§ 1 και 3 Κ.Ποιν.Δ., όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ.1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 43 του Ν.3160/2003, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατά βουλεύματος κατηγορούμενος, μπορεί να ζητήσει να εμφανισθεί προσωπικά και να ακουσθεί από το συνεδριάζον, με τριμελή σύνθεση, ως Συμβούλιο, αρμόδιο ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου. Το εν λόγω Συμβούλιο ύστερα από πρόταση του οικείου Εισαγγελέα, αποφαίνεται επί του αιτήματος αυτού.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με την ένδικη αίτησή του, ζητεί να εμφανισθεί αυτοπροσώπως ενώπιον του Συμβουλίου για παροχή διευκρινίσεων. Το αίτημα αυτό παραδεκτά εισάγεται κατά τις προδιαληφθείσες διατάξεις και είναι νόμιμο, κατ' άρθρο 309 §2 Κ.Ποιν.Δ., όμως πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων έχει με πληρότητα αναπτύξει και εξηγήσει με την απολογία του, τα υπομνήματά του, την έφεση, την αίτηση αναιρέσεως και τα από 10-3-2010 και 21-4-2010 υπομνήματά του τις απόψεις του, ώστε η εμφάνισή του δεν κρίνεται αναγκαία.
Κατ' ακολουθίαν, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ι. Απορρίπτει το αίτημα του Χ, περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου. Και
ΙΙ. Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 33/26-2-2010 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 154/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Σεπτεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό βούλευμα για κακουργηματική υπεξαίρεση και πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για εσφαλμένη του νόμου εφαρμογή, ελλιπή αιτιολογία και υπέρβαση εξουσίας. Απόρριψη αιτήματος αυτοπρόσωπης εμφανίσεως του αναιρεσείοντος στο Συμβούλιο του Α.Π.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 1543/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δημητρούλα Υφαντή-Εισηγήτρια, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δημήτριο Κράνη και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κρίτωνα Κοκκινάκη, για αναίρεση της 2458/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον ...και πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουσάη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 664/2010.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του ... κατά της υπ'αριθ.2458/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών για τα αδικήματα της ψευδούς καταμηνύσεως και ψευδορκίας μάρτυρα ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα κατ'αρθρ.507 και 509 ΚΠΔ στις 10 Μαΐου 2010 ημέρα Δευτέρα μετά την καταχώριση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στις 29 Απριλίου 2010 στο προς τούτο τηρούμενο ειδικό βιβλίο (βλέπετε την από 29-4-2010 βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα στο τέλος της ίδιας απόφασης).
ΙΙ. Η αναίρεση περιέχει ως λόγο παραδεκτούς έλλειψη ακροάσεως, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας και απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (αρθρ.510 στοιχ.α'του Κ.Π.Δ.).
ΙΙΙ. Η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτήν εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί, που δικαιολογούν την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, η απαιτούμενη κατά το αρ.93 παρ.3 του Συντ. και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρ. 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρ. 510 παρ. 1 περ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου, για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρ. 349 του ΚΠΔ, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της κατ 'έφεση δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών η προσβαλλόμενη 2458/2010 απόφαση, προκύπτει ότι στην συνεδρίαση του της 5.3.2010, όταν εκφωνήθηκαν τα ονόματα των κατηγορουμένων ... και ...,ο πρώτος ήταν παρών και ο δεύτερος απών - εκπροσωπούμενος από το συνήγορο του Φίλιππο Φίλια. Επίσης στα ίδια πρακτικά είναι καταχωρημένα και τα εξής: "Στο σημείο αυτό ο κατηγορούμενος [...], αφού έλαβε το λόγο από τον πρόεδρο, δήλωσε ότι ο δικηγόρος του Κων/νος Σπανορρήγας είναι ασθενής και παρέδωσε την από 4.3.2010 δήλωση αυτού και ζήτησε την αναβολή της δίκης (για σημαντικά αίτια στο πρόσωπο του άνω συνηγόρου του). Ο Εισαγγελέας πρότεινε την απόρριψη του αιτήματος της αναβολής". Από τα ίδια πρακτικά προκύπτει ότι το δικαστήριο επιφυλάχθηκε να εκδώσει απόφαση επι του αιτήματος και διέκοψε τη συνεδρίαση για την 9.3.2010, κατά την οποία ο κατηγορούμενος ... δεν εμφανίστηκε στο δικαστήριο [δικάστηκε ωσεί απών, αφού είχε γίνει έναρξη της συζήτησης της εφέσεως] και ο συνήγορος του άνω συγκατηγορουμένου του Φίλιππος Φίλιας (ως άγγελος) προσκόμισε και "παρέδωσε στο δικαστήριο την από 8.3.2010 αίτηση - γνωστοποίηση με συνημμένη ιατρική γνωμάτευση και δήλωση του δικηγόρου του κατηγορουμένου [...] Κων/νου Σπανορρήγα με ημερομηνία 8.3.2010 με το αίτημα της αναβολής. Επίσης ο ίδιος δήλωσε στο δικαστήριο ότι είναι δικηγόρος και στην υπόθεση των "..." και ζήτησε κι αυτός την αναβολή της δίκης".
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με παρεμπίπτουσα απόφαση του, μετά από σύμφωνη πρόταση του Εισαγγελέα, απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσία το αίτημα αναβολής της δίκης με την εξής αιτιολογία: "Κατά τη διάταξη του άρθρου 349 ΚΠΔ το Δικαστήριο μπορεί να αναβάλλει τη δίκη για σημαντικά αίτια που προβάλλονται από τον Εισαγγελέα ή κάποιον από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη όμως περίπτωση κρίνει ότι δεν αποδεικνύεται ο λόγος που προβάλλουν οι κατηγορούμενοι. Δηλαδή ότι ασθενεί ο συνήγορος υπερασπίσεως του πρώτου κατηγορουμένου και ότι ο συνήγορος του δεύτερου είναι απασχολημένος σε άλλη δίκη. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, λόγω της επανειλημμένης αναβολής που έχει δοθεί στην κρινόμενη υπόθεση (δυο φορές) και του επικείμενου κινδύνου παραγραφής των διωκομένων πράξεων στους επόμενους μήνες (οι πράξεις τελέστηκαν στις 11.12.2002). Γιαυτό πρέπει τα αιτήματα αναβολής της δίκης που πρόβαλαν οι κατηγορούμενοι να απορριφθούν".
Η αιτιολογία όμως αυτή της εν λόγω παρεμπίπτουσας αποφάσεως, ως προς το αίτημα αναβολής του αναιρεσείοντος που υποβλήθηκε νομίμως (στις 5.3.2010 από τον ίδιο και επαναλήφθηκε στις 9.3.2010 με την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων -δηλώσεως και ιατρικής βεβαιώσεως -από το συνήγορο του συγκατηγορουμένου του Φίλιππο. Φίλια (ως αγγέλου) δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη κατά την έννοια των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και του 139 του ΚΠΔ, διότι: α) δεν αναφέρονται τα στοιχεία που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και τα οποία έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση ότι δεν ήταν βάσιμος ο λόγος αναβολής, β) δεν αναφέρονται στην απόφαση τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στην κρίση ότι δεν συνέτρεχαν σημαντικά αίτια αναβολής της δίκης λόγω ασθενείας του συνηγόρου του αναίρεσείοντος-κατηγορουμένου Κων/νου Σπανορρήγα, ούτε οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε ότι δεν αποδεικνύεται ο προβληθείς λόγος αδυναμίας εκτελέσεως των καθηκόντων του ως συνηγόρου στην υπόθεση, γ) δεν παρατίθεται το περιεχόμενο της προσκομισθείσας στο δικαστήριο δηλώσεως - αιτήσεως του συνηγόρου του αναιρεσείοντος και κυρίως δεν αναφέρεται το περιεχόμενο των ιατρικών γνωματεύσεων ούτε προκύπτει αν αυτό αξιολογήθηκε και κατά ποιο τρόπο, ούτε εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους δεν πείσθηκε το δικαστήριο από την προσκομισθείσα την 9-3-2010 ιατρική αυτή γνωμάτευση, αφού δεν μνημονεύεται στην ίδια απόφαση κάποιο άλλο αντίθετο αποδεικτικό μέσο περί της υγείας του άνω συνηγόρου (Ολ. ΑΠ 7/2005) και δ) ο αναφερόμενος στην απόφαση κίνδυνος παραγραφής των πράξεων δεν μπορεί να αποτελέσει την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αιτιολογία για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης (ΑΠ.552/2008). Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως που περιλαμβάνεται στην κρινόμενη αίτηση και πρέπει κατά παραδοχή του να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης για σημαντικά αίτια. Στη συνέχεια πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και κατά το μέρος που εκδίκασε κατ1 ουσία την υπόθεση σε δεύτερο βαθμό καθόσον, δεχόμενο την έφεση από τυπική άποψη και κρίνοντας ένοχο τον κατηγορούμενο τον οποίο καταδίκασε στην προαναφερθείσα συνολική ποινή φυλακίσεως για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις, παρά το ότι δεν είχε απορρίψει αιτιολογημένα το υποβληθέν αίτημα αναβολής υπερέβη την εξουσία του κατά τον αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο (αρθρ. 511 ΚΠΔ). Πρέπει όμως να αναιρεθεί η υπόθεση και όσον αφορά τον μη ασκήσαντα αναίρεση συγκατηγορούμενο και συγκαταδικασθέντα ως ηθικό αυτουργό στις ως άνω πράξεις ..., κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 469 του ΚΠΔ, δοθέντος ότι ο ως άνω λόγος αναιρέσεως δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος και ωφελεί και αυτόν ως συμμέτοχο και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το άρθρο 519 ίδιου Κώδικα, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως είναι δυνατή.
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την υπ'αριθ.2458/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων ... καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 18 μηνών. Επεκτείνει το αναιρετικό αυτό αποτέλεσμα και ως προς τον μη ασκήσαντα αναίρεση συγκατηγορούμενο του πιο πάνω αναιρεσείοντος .... Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί με άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Σεπτεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα. Βάσιμος ο από το άρθρο 510 § 1Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως και συνακόλουθα αναιρετέα η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης για σημαντικά αίτια. Αναιρεί επεκτείνει για τον μη ασκήσαντα αίτηση αναίρεσης συγκατηγορούμενο και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναβολής αίτημα, Επεκτατικό αποτέλεσμα.
| 0
|
Αριθμός 1527/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσείοντων-κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ..., που δεν παραστάθηκε, 2) Χ2, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βασιλάκη, 3) Χ3, κατοίκου ..., 4) Χ4, κατοίκου ... και 5) Χ5, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, για: 1) αναίρεση της 12, 16, 16α, 17, 2, 25, 36, 37, 39, 40, 51, 52, 53, 54, 55, 56, 57/2007, 66, 67, 68, 68α, 68β, 68γ/2006, 7, 9/2007, 92/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λαρίσης και 2) διόρθωση της 51/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λαρίσης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ6 και πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1, που δεν παρέστη, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5, 6) Ψ6, 7) Ψ7, 8) Ψ8, 9) Ψ9, που δεν παραστάθηκαν, 10) Ψ10, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κεχαγιόγλου, 11) Ψ11, 12) Ψ12, 13) Ψ13, κάτοικοι ..., 14) Ψ14, που δεν παρέστησαν, 15) Ψ15, 16) Ψ16, 17) Ψ17, 18) Ψ18, 19) Ψ19, 20) Ψ20, 21) Ψ21, 22) Ψ22, 23) Ψ23, 24) Ψ24, κάτοικοι ..., 25) Ψ25, που δεν παρέστησαν, 26) Ψ26, 27) Ψ27, 28) Ψ28, 29) Ψ29, κάτοικοι ..., που δεν παραστάθηκαν, 30) Ψ30, κάτοικος ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κεχαγιόγλου, 31) Ψ31, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κεχαγιόγλου, 32) Ψ32, 33) Ψ33, 34) Ψ34, 35) Ψ35, 36) Ψ36, 37) Ψ37, 38) Ψ38, κάτοικοι ..., 39) Ψ39, που δεν παρέστησαν, 40) Ψ40, 41) Ψ41, 42) Ψ42, που δεν παραστάθηκαν, 43) Ψ43, κάτοικος ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κεχαγιόγλου, 44) Ψ44, 45) Ψ45, 46) Ψ46, κάτοικοι .., 47) Ψ47, που δεν παρέστησαν, 48) Ψ48, 49) Ψ49, 50) Ψ50, κάτοικοι ..., 51) Ψ51, που δεν παρέστησαν, 52) Ψ52, 53) Ψ53, 54) Ψ54 και 55) Ψ55, κάτοικοι ..., που δεν παραστάθηκαν.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 29 Ιουλίου 2008, 21 Ιουλίου 2008, 24 Ιουλίου 2008 (τρείς) αιτήσεις τους αναιρέσεως και τη διόρθωση της 51/2007 απόφασης, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1421/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η αίτηση του Χ1, όπως επίσης και να απορριφθεί το αίτημα για διόρθωση της πιο πάνω αναφερόμενης απόφασης του Χ2.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου κατά το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου κώδικα αν υπόθεση αναβληθεί κατά την μετ αναβολή δικάσιμο οφείλουν οι διάδικοι να εμφανισθούν χωρίς νέα κλήτευση, ακόμη και αν δεν ήσαν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής αποφάσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 6 Οκτωβρίου 2008 αποδεικτικό επιδόσεως του ..., υπαλλήλου του καταστήματος κράτησης ... ο αναιρεσείων Χ1, κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, νόμιμα και εμπρόθεσμα (155 παρ. 3 και 166 ΚΠΔ), για να παραστεί στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της από 29-7-2008 αιτήσεως (δηλώσεως) αναιρέσεως του, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (473 παρ. 2 ΚΠΔ), αφού επιδόθηκε στον ίδιο η κλήση στο ανωτέρω κατάστημα κράτησης, όπου τότε εκρατείτο, για να εμφανισθεί κατά τη δικάσιμο της 10-3-2009, που ορίσθηκε από τον Εισαγγελέα, για την εκδίκασή της. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο η συζήτηση αναβλήθηκε, κατόπιν αιτήματος του εν λόγω αναιρεσείοντος, για την σημερινή δικάσιμο. Ο αναιρεσείων όμως αυτός, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, δεν παρέστη, ούτε εκπροσωπήθηκε για την εκδίκαση της ανωτέρω αιτήσεώς (δηλώσεώς) του αναιρέσεως. Κατά συνέπεια, η αίτησή (δήλωσή) του αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο εν λόγω αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΙΙ. Οι: 1. Με αριθμό εκθέσεως 1/21-7-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ2, 2. από 24-7-2008 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του Χ3, 3. από 24-7-2008 αίτηση (δήλωση) του Χ4 και 4. από 24-7-2008 αίτηση (δήλωση) του Χ5 στρέφονται κατά της αυτής και με αριθμούς 66, 67, 68, 68 α-γ και 92/2006, 2, 7, 9, 12, 16, 16 α, 17, 25, 36, 37, 39, 40, και 51-57/2007 αποφάσεως του Μ.Ο.Ε. Λαρίσης, με την οποία κηρύχθηκαν οι αναιρεσείοντες, ένοχοι: α) Διατάραξης ασφάλειας συγκοινωνιών, με ασυνείδητη αμέλεια, β) ανθρωποκτονιών, κατά συρροή, με ασυνείδητη αμέλεια και γ) σωματικών βλαβών, κατά συρροή, με ασυνείδητη αμέλεια (ο πρώτος), α) Διατάραξης ασφάλειας συγκοινωνιών, με ασυνείδητη αμέλεια, β) ανθρωποκτονιών, κατά συρροή, με ασυνείδητη αμέλεια και γ) σωματικών βλαβών, κατά συρροή, με ασυνείδητη αμέλεια (ο δεύτερος), α) Διατάραξης ασφαλείας συγκοινωνιών, με ενσυνείδητη αμέλεια, β) ανθρωποκτονιών, κατά συρροή, με ενσυνείδητη αμέλεια και γ) σωματικών βλαβών, κατά συρροή, με ενσυνείδητη αμέλεια (ο τρίτος), α) Διατάραξης ασφαλείας συγκοινωνιών, με ενδεχόμενο δόλο, β) ανθρωποκτονιών, κατά συρροή, με ενσυνείδητη αμέλεια και γ) σωματικών βλαβών, κατά συρροή, με ενσυνείδητη αμέλεια (ο τέταρτος), ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (473 παρ. 2 και 3, 509 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ).
Συνεπώς, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συναφείας, πρέπει να συνεκδικασθούν.
ΙΙΙ. 1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 290 παρ. 1 ΠΚ "όποιος με πρόθεση διαταράσσει την ασφάλεια της συγκοινωνίας στους δρόμους ή στις πλατείες τιμωρείται: α) με φυλάκιση, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, β) με κάθειρξη, αν επήλθε θάνατος". Ως διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας νοείται η πράξη που "καθιστά τη διεξαγωγή της συγκοινωνίας μη ασφαλή, δημιουργώντας συνθήκες που καθιστούν τη συνέχιση της ασφαλούς κίνησης αδύνατη ή πολύ δυσχερή, που καθιστούν δηλαδή τη συγκοινωνία επικίνδυνη". Στο μέτρο που η κίνηση στους δρόμους ούτως ή άλλως περικλείει κινδύνους, η έννοια της διατάραξης της ασφάλειας της συγκοινωνίας στοιχειοθετείται όταν η πράξη έχει ως αποτέλεσμα την επαύξηση του συνηθισμένου κινδύνου που ενυπάρχει σε κάθε κίνηση στους δρόμους. Η διάταξη προστατεύει κυρίως την ασφάλεια της οδικής συγκοινωνίας. Πρόκειται για έγκλημα συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου δεν αρκεί μόνο η διατάραξη -όταν δηλ. δημιουργούνται συνθήκες κινδύνου, κατά την ανωτέρω έννοια, για την ασφαλή διεξαγωγή της άνω συγκοινωνίας- αλλά πρέπει, επί πλέον από αυτή να μπορεί να προκύψει κίνδυνος (θανάτου ή σωματικής βλάβης) για άνθρωπο (ή να επήλθε όντως τέτοιος κίνδυνος). Η ελεγχόμενη πράξη διατάραξης μπορεί να υπάγεται σε υποχρεωτική κυκλοφοριακή ρύθμιση ή, αντιθέτως, να μην υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη, αρκεί ότι σε κάθε περίπτωση η πράξη αυτή θεωρείται πρόσφορη και ικανή, εξ αιτίας της εντάσεως, ποιότητας και μορφής της, να προκαλέσει κίνδυνο ανθρώπου. Κάθε επικίνδυνη παρατεινόμενη συμπεριφορά οδηγών αυτοκινήτων στους δρόμους (επικίνδυνη οδήγηση, οδήγηση υπό καθεστώς μέθης, κακή συντήρηση του κινούμενου οχήματος, υπερβολική ταχύτητα, υπερφόρτωση του αυτοκινήτου, κακή πρόσδεση του φορτίου σε καρότσες φορτηγών ή πορτ- μπαγκάζ αυτοκινήτων κλπ.) αποτελεί καθαυτή αξιόποινη πράξη διατάραξης, κατά την ανωτέρω έννοια, διότι: α) θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια της συγκοινωνίας της οδού επί της οποίας κινείται το όχημα και β) δημιουργεί με την κίνησή του στους δρόμους έναν εν δυνάμει κίνδυνο για αόριστο αριθμό προσώπων, αφού η πιθανή πτώση του φορτίου από την αστάθεια του φορτηγού κλπ. μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την πρόσκρουση σε αυτό άλλων αυτοκινήτων και την προσβολή της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αόριστου αριθμού ατόμων. Υποκείμενο του αδικήματος της διαταράξεως της ασφαλείας των συγκοινωνιών μπορεί να είναι όχι μόνον ο οδηγός του αυτοκινήτου ή άλλα πρόσωπα που σχετίζονται με την κίνησή του, όπως οι ιδιοκτήτες του, αλλά και όσοι έχουν υποχρέωση ελέγχου της ασφαλείας του αυτοκινήτου του τρόπου φορτώσεως του και του φορτίου του, την οποία παραβιάζουν. Υποκειμενικώς δε απαιτείται πρόθεση, δηλαδή άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος. Με άμεσο δόλο, κατά την έννοια του άρθρου 27 παρ.1 ΠΚ, ενεργεί όποιος επιδιώκει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και αυτός που δεν το επιδιώκει, αλλά προβλέπει ότι τούτο αποτελεί την αναγκαία συνέπεια της πράξεως ή παραλείψεώς του και δεν αφίσταται αυτής, ενώ με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος ο οποίος προβλέπει ως ενδεχόμενο το εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται. Η απαιτούμενη κατά τον νόμο πρόθεση, πρέπει να καλύπτει, όχι τον θάνατο ή τη σωματική βλάβη, ή ακόμη τη δημιουργία κινδύνου για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα είτε των επιβατών του συγκοινωνιακού μέσου, είτε των χρησιμοποιούντων την οδό, αλλά τη διατάραξη της ασφάλειας της χερσαίας συγκοινωνίας και τη δυνατότητα προκλήσεως κινδύνου από αυτήν. Ενδεχόμενος δόλος ή κυριολεκτικά "δόλος αποδοχής του ενδεχομένου", η ύπαρξη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δράστης δεν προβλέπει μεν το εγκληματικό αποτέλεσμα, αλλά αποβλέπει σε κάτι άλλο, προβλέπει, όμως, ότι η εκπλήρωση της επιδιώξεώς του αυτής θα έχει ως πιθανή συνέπεια την πραγμάτωση του εγκληματικού αποτελέσματος και, παρά τούτο, προχωρεί στην τέλεση της πράξεώς του. Για τον προσδιορισμό της εννοίας "της αποδοχής" του εγκληματικού αποτελέσματος εκ μέρους του δράστη, του βουλητικού, δηλαδή, στοιχείου του ενδεχομένου δόλου, η επιστήμη, αλλά και η νομολογία, δεν ανατρέχουν στους χώρους του συναισθηματικού, αλλά στο γνωσιολογικό στοιχείο, το οποίο ενεργεί συμπληρωματικά. Προσφέρει, δηλαδή, κατάλληλες ενδείξεις για τη βουλητική στάση του δράστη, προσδίδοντας σ' αυτή το ακριβές περιεχόμενό της. Έτσι, "αποδέχομαι" τον κίνδυνο επελεύσεως του αποτελέσματος σημαίνει ότι σταθμίζω τα υπέρ και τα κατά με βάση τα δεδομένα στοιχεία και αποφασίζω να προβώ στην πράξη, για το λόγο ότι αυτό είναι σημαντικότερο από το φόβο μήπως επέλθει τελικώς το αποτέλεσμα. Δύο δε από τα κυριότερα αντικειμενικά κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό του γνωσιολογικού στοιχείου και, κατά συνέπεια, της βουλητικής στάσεως του δράστη, είναι το ποσοστό επικινδυνότητας και η τυχόν ιδιοτέλεια του σκοπού που επιδιώκει ο δράστης με την πράξη του. Όσον αφορά το πρώτο, η χρησιμότητά του ως ενδεικτικού στοιχείου της βουλητικής στάσεως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, γιατί όταν ένας δράστης προβαίνει στο εγχείρημα, παρά το υψηλό ποσοστό κινδύνου, λογικό είναι να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι αποδέχεται το αποτέλεσμα. Εξ άλλου, όσον αφορά το δεύτερο, χρησιμοποιείται υπό την έννοια ότι ο δράστης που προβλέπει την πιθανότητα επελεύσεως του αποτελέσματος γιατί τον ενδιαφέρει η επιτυχία κάποιου συγκεκριμένου σκοπού, ενεργεί με ενδεχόμενο δόλο. Άλλωστε, η "ελπίδα" και κατά μείζονα λόγο η απλή ευχή ή επιθυμία του δράστη να μην επέλθει το προβλεπόμενο απ' αυτόν ως ενδεχόμενο εγκληματικό αποτέλεσμα, εντάσσονται στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου και όχι στο πεδίο της συγγενούς προς αυτόν εννοίας της "ενσυνείδητης αμέλειας", για τη συνδρομή της οποίας απαιτείται όχι ελπίδα, αλλά πίστη περί μη επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Τούτο καθ' όσον, η συνέχιση της κινδυνώδους δραστηριότητας, έστω και με την ελπίδα αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος, καταδεικνύει ότι σπουδαιότερη για το δράστη είναι η επίτευξη του τελικού σκοπού του, παρά η διαφύλαξη του εννόμου αγαθού, του οποίου πιθανολογείται η βλάβη. Προς την κατεύθυνση αυτή έχει εξελιχθεί και ο προσδιορισμός της εννοίας του ενδεχομένου δόλου από την επιστήμη και γίνεται δεκτό ότι τέτοιος δόλος υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δράστης έλαβε σοβαρά υπ' όψη το ενδεχόμενο πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και, αφού το στάθμισε με ό,τι επεδίωκε με την πράξη του, έκρινε αυτό ως τόσο σημαντικό, ώστε ακόμη και αν το αξιόποινο αποτέλεσμα δεν ήταν γι' αυτόν αποδεκτό ή ήταν ακόμη και αποδοκιμαστέο, αποφάσισε, παρά τούτο, να προχωρήσει στην πράξη, ελπίζοντας, ευχόμενος στην καλύτερη περίπτωση, ότι το αποτέλεσμα τελικώς δεν θα επέλθει. (ΑΠΟλ 4/2010). Η αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί, κατά τα ανωτέρω, το κυρίαρχο στοιχείο της έννοιας του ενδεχομένου δόλου και εννοιολογικά είναι εντελώς διαφορετική από την πίστη ότι δεν θα επέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα, η οποία αποτελεί, κατά το άρθρο 28 ΠΚ, όπως θα λεχθεί κατωτέρω, στοιχείο της ενσυνείδητης αμέλειας, αλλά και την ειδοποιό διαφορά μεταξύ αυτής και ενδεχομένου δόλου, αφού η πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί κοινό στοιχείο και των δύο. Δηλαδή ο ενδεχόμενος δόλος και η ενσυνείδητη αμέλεια μοιάζουν στο γνωστικό ή διανοητικό στοιχείο, αφού και στις δύο περιπτώσεις ο δράστης πιθανολογεί την επέλευση του αποτελέσματος. Διαφέρουν όμως ριζικά στο βουλητικό στοιχείο, διότι στην ενσυνείδητη αμέλεια ο δράστης αποκρούει εσωτερικά το αποτέλεσμα, ενεργεί όμως, γιατί εσφαλμένα πιστεύει ότι θα το αποφύγει, ενώ στον ενδεχόμενο δόλο ο δράστης την κρίσιμη χρονική στιγμή της πράξης ή της παράλειψής του δεν απώθησε από τη συνείδησή του το εγκληματικό αποτέλεσμα που είχε προβλέψει και εντεύθεν το επιδοκίμασε. Ώστε λοιπόν ενδεχόμενος δόλος υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει το αποτέλεσμα ως πιθανό (ενδεχόμενο) και το αποδέχεται, υπό την έννοια ότι το επιδοκιμάζει ή συμβιβάζεται με αυτό, δηλαδή προχωρεί στην επιδίωξη του στόχου του παρά τον υψηλό βαθμό επικινδυνότητας της συμπεριφοράς του, αδιαφορεί για την τύχη του εννόμου αγαθού, ενώ συγχρόνως δεν έχει λόγους να πιστεύει σε μια επιτυχή έκβαση του πράγματος και στη μη επέλευση του αποτελέσματος. Σ' ότι αφορά ειδικά την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών, για την κατάφαση του δόλου αρκεί να γνωρίζει και να αποδέχεται ο δράστης, έστω κι ως ενδεχόμενο, ότι παραβιάζει τους κανόνες ασφαλούς φόρτωσης και κίνησης και ότι από την παραβίαση αυτή μπορεί το αυτοκίνητο να εκτραπεί της πορείας του και να συγκρουσθεί με άλλο όχημα, η ανατραπεί ή να πέσει το φορτίο και να δημιουργηθεί έτσι κίνδυνος ανθρώπου. Όταν η πράξη τελέσθηκε από αμέλεια, κατά την κατωτέρω έννοια και διακρίσεις αυτής, τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος με φυλάκιση. Τέλος παραυτουργία υπάρχει, όταν, στον ίδιο τόπο και χρόνο λαμβάνει χώρα δράση περισσοτέρων μη συναιτίων, δηλαδή η παραυτουργία προϋποθέτει ταυτότητα πράξης, όχι όμως και συναπόφαση των δραστών, σε τρόπο ώστε να υπάρχει μόνο το αντικειμενικό στοιχείο, χωρίς την ύπαρξη κοινού δόλου και ο καθένας ευθύνεται για το εγκληματικό αποτέλεσμα που προέκυψε με δική του ενέργεια ή παράλειψη. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 15 ΠΚ όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, ή μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η διάταξη αυτή προβλέπει το δια παραλείψεως τελούμενο έγκλημα, το οποίο θεωρείται υφιστάμενο οσάκις αυτός που παρέλειψε να αποτρέψει την επέλευση αποτελέσματος, ανήκοντος στην αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος τελέσεως, τιμωρείται όπως αυτός που δι' ενεργείας παρήγαγε το αποτέλεσμα, δηλαδή ο δράστης του εγκλήματος τελέσεως. Πρόκειται για ειδική μορφή εγκλήματος, δεδομένου ότι η αντικειμενική υπόστασή του τελείται όχι μόνο δι' ενεργείας, αλλά και δια παραλείψεως, που εξομοιώνεται νομικώς με την δι' ενεργείας παραγωγή του αποτελέσματος. Προϋπόθεση εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης, δηλαδή ειδικής και όχι γενικής υποχρεώσεως του υπαιτίου για ενέργεια που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου, από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου, από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος του εγκληματικού αποτελέσματος. Στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη (αρθρ. 15 ΠΚ), πρέπει στην αιτιολογία, για την πληρότητα αυτής, να αναφέρεται η συνδρομή της ανωτέρω ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου ή η ειδική σχέση, απ' όπου η εν λόγω ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει, εκτός εάν προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, έτσι ώστε να μην είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός αυτής από ειδική διάταξη νόμου (ΑΠΟλ4/2010, ΑΠ 1530/2008). 2. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28, 302§1 και 314§1 ΠΚ συνάγεται ότι η αντικειμενική υπόσταση, στο μεν έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια συνίσταται στην πρόκληση θανάτου άλλου, στο δε έγκλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια η αξιόποινη συμπεριφορά συνίσταται στην πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας. Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης απαιτείται να βεβαιώνονται όλα τα στοιχεία της αμέλειας, όπως αυτά περιγράφονται στο άρθρο 28 ΠΚ ως προς την πρόκληση του θανάτου και των σωματικών κακώσεων ή βλαβών. Ακόμη απαιτείται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειάς του. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 14§2, 15 και 28 ΠΚ προκύπτει ότι, εφόσον η ανθρωποκτονία από αμέλεια και η σωματική βλάβη από αμέλεια είναι εγκλήματα ουσιαστικά ή αποτελέσματος μπορούν να τελεσθούν είτε με ενέργεια, η οποία συνιστά τη θετική εκδήλωση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, είτε με παράλειψη, η οποία συνιστά την αρνητική τοιαύτη. Σε περίπτωση που η ανθρωποκτονία τελείται με παράλειψη ή αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς απαιτείται να συντρέχουν οι όροι του άρθρου 15 ΠΚ δηλ. ο δράστης να μην προβαίνει σε ενέργεια που έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να πράξει και η παράλειψη αυτή να αποτελεί αιτιακή συνθήκη για την παραγωγή του αποτελέσματος. Για την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ήδη προαναφέρθηκε. Τέτοια ιδιαίτερη νομική υποχρέωση κατά την εκτέλεση χερσαίας εμπορευματικής μεταφοράς επιβάλλει στα πρόσωπα, που καθ' οιονδήποτε τρόπο εμπλέκονται σ' αυτήν, πέραν των άλλων διατάξεων που θα αναφερθούν παρακάτω: α) η διάταξη του άρθρου 32§§1,2,3,5,8 ΚΟΚ (βλ. ήδη και άρθρα 3 και 4 Ν. 3446/2006) που ορίζει ότι το μικτό βάρος του οχήματος δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος του, ότι το φορτίο πρέπει να τακτοποιείται και να στοιβάζεται κατά τρόπο ώστε να μην εκτίθενται σε κίνδυνο πρόσωπα, να μην προκαλούνται ζημιές από την πτώση αυτού στην οδό, να μην εμποδίζεται η οδήγηση του οχήματος, να μη μειώνεται η σταθερότητα αυτού, ότι τα εξαρτήματα (καλώδια, σχοινιά, αλυσίδες κλπ.) που χρησιμοποιούνται για εξασφάλιση του φορτίου πρέπει να σφίγγονται και να στερεώνονται καλά, ότι τα προεξέχοντα φορτία από το πίσω τμήμα του αυτοκινήτου πρέπει να επισημαίνονται με σταθερή προσαρμοσμένη πινακίδα και τέλος ότι τιμωρείται με τα ίδια πρόστιμα που τιμωρείται ο οδηγός ή ο κάτοχος όποιος συνεργεί στις υπερφορτώσεις β) η διάταξη του άρθρου 81§§13,15 ΚΟΚ που ορίζει ότι οι τροχοί των μηχανοκινήτων οχημάτων, των ρυμουλκούμενων κλπ. επιβάλλεται να φέρουν ελαστικά με ή χωρίς αεροθάλαμο ή άλλα ελαστικά ανάλογης αποτελεσματικότητας που να είναι σε τέτοια κατάσταση ώστε να εξασφαλίζονται συνθήκες ασφάλειας και η πρόσφυση, ακόμη και επί υγρού οδοστρώματος και ότι αυτοκίνητο όχημα, που μπορεί να υπερβεί τα 40 χ/ω σε ευθεία οδό, επιβάλλεται να είναι εφοδιασμένο με μετρητή ταχύτητας που να λειτουργεί σωστά, γ) η διάταξη του άρθρου 19§2 ΑΝ 412/36, η οποία ορίζει ότι ο κάτοχος ή ο οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου τιμωρείται με χρηματική ποινή αν το μεταφερόμενο ωφέλιμο φορτίο υπερβαίνει το ωφέλιμο φορτίο που αναγράφεται στην άδεια κυκλοφορίας και ότι σε περίπτωση υποτροπής επιβάλλεται η επί τόπου αφαίρεση της αδείας κυκλοφορίας και της αδείας οδήγησης που κατάσχονται αμέσως από την αρχή που βεβαιώνει την παράβαση δ) η διάταξη του άρθρου 53 Ν. 1591/86, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 11 Ν. 1959/91, η οποία ορίζει ότι τιμωρείται με διοικητικό πρόστιμο κάθε φυσικό πρόσωπο (και ως τέτοιο θεωρείται και ο υπεύθυνος βιομηχανίας) ή νομικό πρόσωπο που συνεργεί στην υπερφόρτωση φορτηγών αυτοκινήτων δημόσιας ή ιδιωτικής χρήσης κατά ποσοστό που υπερβαίνει το 10% του μικτού βάρους του αυτοκινήτου, το οποίο χρησιμοποιεί συστηματικά για τη διακίνηση των παραγομένων ή εμπορευόμενων προϊόντων του, ε) η διάταξη του άρθρου 7§1 ΠΔ 17/96, που εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας σε σχετικές διατάξεις οδηγιών της ΕΟΚ, και ορίζει ότι ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα που να εξασφαλίζουν τόσο την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων της επιχείρησής του όσο και των τρίτων και στ) τη διάταξη του άρθρου 13 του με αριθμό 3821/20-12-1985 Κανονισμού της ΕΟΚ σχετικά με τη συσκευή ελέγχου στον τομέα των οδικών μεταφορών που επιβάλει να έχουν φροντίσει οι ιδιοκτήτες του οχήματος για την καλή λειτουργία της συσκευής καταγραφής της ταχύτητας. Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης και για τον καταλογισμό μιας τελικά άδικης ανθρωποκτονίας ή σωματικής βλάβης σε ενοχή του δράστη απαιτείται, όπως λέχθηκε, να υπάρχει αμέλεια, κατά την έννοια του άρθρου 28 ΠΚ. Η διάταξη αυτή ορίζει ότι, όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από τη διάταξη συνάγεται ότι η ποινική αμέλεια διακρίνεται σε συνειδητή και μη συνειδητή, συνειδητή δε είναι αν ο υπαίτιος πρόβλεψε ότι από τη συμπεριφορά του ήταν δυνατό να προέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά πίστεψε ότι δεν θα επερχόταν, ενώ μη συνειδητή αμέλεια υπάρχει αν ο υπαίτιος δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα, καίτοι όφειλε και μπορούσε να το προβλέψει, εφόσον είχε καταβάλει την προσήκουσα προσοχή, που κατ' αντικειμενική κρίση απαιτείται. Εάν δε στην επέλευση του θανάτου ή της σωματικής βλάβης συντέλεσαν περισσότερες πράξεις ή παραλείψεις διαφόρων προσώπων, τότε για τον προσδιορισμό της ευθύνης του καθένα σε σχέση προς το επελθόν αποτέλεσμα, γίνεται δεκτό, ότι εκείνη η πράξη ή παράλειψη του υποκειμένου είναι δυνατόν να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς το αποτέλεσμα, όταν αυτή, από μόνη της ή μαζί με άλλη προσώπου, βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα. Αρκεί δηλαδή η συμπεριφορά του υποκειμένου να υπήρξε ένας από τους πολλούς παραγωγικούς του αποτελέσματος όρους, χωρίς τον οποίο αυτό δεν θα επερχόταν, αδιάφορα αν συνέβαλαν σ' αυτό και άλλοι όροι όπως λ.χ. αμέλεια του παθόντα ή τρίτου. Διακοπή δε της αιτιώδους συνάφειας υπάρχει μόνο στις περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες η παρεμβαλλόμενη συμπεριφορά του παθόντος ή του τρίτου εξουδετερώνει και καθιστά ανενεργή την αρχική συμπεριφορά του δράστη (Α.Π. 1441/2002).
Συνεπώς, αν το έγκλημα της ανθρωποκτονίας ή της σωματικής βλάβης από αμέλεια είναι απότοκο της αμέλειας πολλών, το κάθε πρόσωπο υπέχει ευθύνη αυτοτελώς και χωριστά από τα άλλα, κατά το λόγο της αμέλειάς του που αποδείχθηκε και εφόσον πάντως το αποτέλεσμα που επήλθε τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με αυτήν (ΑΠΟλ4/2010). 3. Αν από την πράξη της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών επέλθει θάνατος ή σωματική βλάβη, που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με αυτή, υπάρχει συρροή κατ' ιδέα του εγκλήματος αυτού και της ανθρωποκτονίας από αμέλεια ή της σωματικής βλάβης από αμέλεια, αποτέλεσμα το οποίο οφείλεται σε αμέλειά του, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις αυτής (29 ΠΚ), αφού ο δόλος του, όπως η έννοια αυτού δόθηκε ανωτέρω, κατευθυνόταν στην τέλεση του βασικού εγκλήματος της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών. Το αν όμως η συρροή αυτή είναι αληθινή ή φαινομένη, πρέπει να αποτελεί αντικείμενο έρευνας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τις κατωτέρω διακρίσεις. Ειδικότερα έχουν, στην νομική επιστήμη και νομολογία, υποστηριχθεί δύο αντίθετες απόψεις: Α) Κατά τη μια η διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών χερσαίων, θαλασσίων κλπ. από δόλο ή αμέλεια, συνιστά έγκλημα δυνητικής διακινδύνευσης, που στρέφεται εναντίον αόριστου αριθμού εννόμων αγαθών, ατόμων δηλ. που χρησιμοποιούν τις συγκοινωνίες, χερσαίες, θαλάσσιες, αεροπλοΐα κλπ. Εάν από την πράξη αυτή του δράστη προκληθεί θάνατος ή σωματική βλάβη ενός ή περισσοτέρων ατόμων στοιχειοθετούνται επιπλέον τα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματα βλάβης του εννόμου αγαθού της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας συγκεκριμένου ή συγκεκριμένων ατόμων. Η συρροή όμως ενός εγκλήματος γενικής διακινδύνευσης με ένα έγκλημα βλάβης, κατά την άνω άποψη, είναι πάντα αληθινή εξαιτίας της ετερότητας των προσβαλλομένων εννόμων αγαθών.
Β) Κατά την ετέρα άποψη η θανατηφόρα διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών αποτελεί έγκλημα εκ του αποτελέσματος δηλ. σύνθετο ιδιώνυμο έγκλημα και ότι τα εγκλήματα "εκ του αποτελέσματος", όταν τελούνται, συρρέουν φαινομενικά (και όχι αληθινά) με τα επιμέρους δύο εγκλήματα (δόλου και αμέλειας) που τα αποτελούν. Έτσι η ανθρωποκτονία από αμέλεια που αποτελεί παράλληλα και αυτοτελές έγκλημα χάνει την αυτοτέλειά της μπροστά στη θανατηφόρα διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών απορροφούμενη από αυτήν. Η διάταξη που θα εφαρμοστεί είναι αυτή του άρθρου του 290 παρ. 1β ΠΚ, που τιμωρεί την πράξη σε βαθμό κακουργήματος και όχι αυτή του άρθρου 302 ΠΚ, αφού η πρώτη περιλαμβάνει τη δεύτερη και συνεπώς την απορροφά. Φαινομένη ακόμη, κατά την άποψη αυτή, είναι η συρροή ανάμεσα στη σωματική βλάβη και στο από το αποτέλεσμα έγκλημα της θανατηφόρας διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών, θαλασσίων κλπ. ή χερσαίων κατά περίπτωση. Τούτο δε διότι ο νομοθέτης έχει ακριβώς, λόγω της φύσης του εγκλήματος αυτού, συνεκτιμήσει την επέλευση περισσοτέρων του ενός θανατηφόρων αποτελεσμάτων και συνακόλουθα αν το αποτέλεσμα του κινδύνου από το παραπάνω έγκλημα (και γενικά από τα κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα) για άλλα πρόσωπα εξελίχθηκε σε θάνατο και για άλλα σε σωματικές βλάβες, οι τελευταίες απορροφώνται από το εκ του αποτελέσματος διακρινόμενο θανατηφόρο έγκλημα, αφού το έλασσον εμπεριέχεται στο μείζον. Κατ ακολουθία όλων των προεκτεθέντων, κατά την γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, πρέπει να γίνουν οι ακόλουθες διακρίσεις: Όταν, επί διαταράξεως από δόλο (άμεσο ή ενδεχόμενο, κατά την ανωτέρω έννοια) της ασφάλειας της χερσαίας συγκοινωνίας, επέλθει θάνατος και σωματικές βλάβες, οπότε τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 290 παρ. 1β ΠΚ, όπως αναλύθηκε ανωτέρω και για τον θάνατο και για τις σωματικές βλάβες, που αποτελούν, το έλασσον σε σχέση με αυτόν, δεν μπορεί να υποστηριχθεί, γενικώς και αδιακρίτως, ότι υφίσταται φαινομένη συρροή μεταξύ των εγκλημάτων της διατάραξης της χερσαίας συγκοινωνίας από πρόθεση, που προβλέπεται και τιμωρείται, σε βαθμό κακουργήματος, από την διάταξη του άρθρου 290 παρ. 1 β, και εκείνων των ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών από αμέλεια, που τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 302 και 314 ΠΚ, αντίστοιχα, με αποτέλεσμα οι δεύτερες να απορροφώνται από την πρώτη, με την οποία μόνον θα τιμωρείται ο δράστης, αλλά τούτο πρέπει να αποτελεί αντικείμενο έρευνας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικότερα: α) Αν η από πρόθεση διατάραξη της ασφάλειας της χερσαίας συγκοινωνίας, με πράξεις ή παραλείψεις οφειλομένων ενεργειών και γενικότερα όπως αποδίδεται στον κατηγορούμενο, από μόνη της, χωρίς όμως να μεσολαβήσει άλλη αμελής συμπεριφορά αυτού, ανεξάρτητη αυτοτελής και μεταγενέστερη εκείνων ή εκείνης, με τις οποίες τελέσθηκε η διατάραξη, είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο ή τους θανάτους και τις σωματικές κακώσεις, θα εφαρμοσθεί μόνον η διάταξη του άρθρου 290 παρ. 1β ΠΚ που προβλέπει και τιμωρεί την πράξη αυτή και όχι και εκείνες των άρθρων 302 και 314 ΠΚ, που προβλέπουν και τιμωρούν τα εγκλήματα των ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών από αμέλεια, τα οποία συρρέουν φαινομενικά με εκείνη και απορροφώνται από αυτή. β) Όταν όμως οι θάνατοι και οι σωματικές βλάβες προκλήθηκαν κατόπιν αυτοτελούς, ανεξάρτητης και πέραν εκείνης που προκάλεσε την διατάραξη αμελούς συμπεριφοράς, κατά την ανωτέρω έννοια, μετά της οποίας, όπως και με την προκαλέσασα την από δόλο διατάραξη, τελούν σε αιτιώδη συνάφεια, τότε υφίσταται αληθινή συρροή μεταξύ της πράξεως που προβλέπει και τιμωρεί η διάταξη του άρθρου 290 παρ. 1 β και εκείνων που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 302, 314 ΠΚ. Έτσι, στην περίπτωση αυτή, λόγω της αληθινής κατ ιδέα συρροής των ανωτέρω εγκλημάτων, θα τύχουν εφαρμογής όλες οι ανωτέρω διατάξεις, κατά τις οποίες θα τιμωρηθεί ο δράστης, χωρίς να συντρέχει, κατά τα προλεχθέντα, περίπτωση διπλής τιμώρησης της αυτής πράξης. Το πότε υπάρχει τέτοια αμελής συμπεριφορά και σε ποιες πράξεις ή παραλείψεις συνίσταται αυτή, που την διαφοροποιούν, κατά την προαναφερθείσα έννοια, σε τρόπο ώστε να μη εντάσσεται στην συμπεριφορά που προκάλεσε την διατάραξη, είναι ζήτημα που πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέσθηκαν οι αξιόποινες πράξεις της κρινόμενης κάθε φορά υπόθεσης (ΑΠΟλ 4/2010, που εκδόθηκε στη παρεμφερή περίπτωση της διαταράξεως της θαλάσσιας συγκοινωνίας, όπου και παράθεση μειοψηφουσών γνωμών).
Κατά την γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου και δη του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Ρουμπή έπρεπε να γίνουν δεκτά τα ακόλουθα: " Από το συνδυασμό των άρθρων 290 παρ.1 περ.β', 302 και 314 ΠΚ προκύπτει ότι μεταξύ της πράξης της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών στους δρόμους από την οποία επέρχεται θάνατος (πράξης τιμωρουμένης με κάθειρξη) και των πράξεων της εξ αμελείας ανθρωποκτονίας και σωματικής βλάβης υφίσταται φαινομένη συρροή, πρέπει δε στην περίπτωση που έχει ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του αυτού προσώπου για τα ως άνω εγκλήματα (κακούργημα και πλημμελήματα αντίστοιχα) και έχει καταδικασθεί ο δράστης από το Δικαστήριο της ουσίας γι'όλα τα ως άνω εγκλήματα, και έχει ασκήσει αίτηση αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης, πρέπει ο Άρειος Πάγος, κατά παραδοχή του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ...του ΚΠΔ προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, να κάνει αυτόν δεκτό και να κηρύξει αθώο τον κατηγορούμενο των πλημμελημάτων των εξ αμελείας ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών, για τα οποία είχε καταδικασθεί, κατ'εφαρμογή του άρθρου 518 παρ.1 του ΚΠΔ, απαλείφοντας από τις διατάξεις της καταδικαστικής απόφασης περί των ποινών τις επιβληθείσες ποινές που αφορούσαν τα ως άνω πλημμελήματα. Ειδικότερα στην περίπτωση τέλεσης του κακουργήματος του άρθρου 290 παρ.1 περ.β'του ΠΚ, το φερόμενο ως τελούμενο ταυτόχρονα, κυρίως από τις αυτές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά του αυτού προσώπου απορροφάται από το πρώτο (κακούργημα), αφού και στις δύο αυτές περιπτώσεις προσβάλλεται το ίδιο έννομο αγαθό, ήτοι η ανθρώπινη ζωή, η οποία άπαξ μπορεί να αφαιρεθεί και δεν μπορεί να νοηθεί στάδιο εγκληματικής συμπεριφοράς, έστω και ηπιότερης μορφής, κατά της ζωής του ίδιου προσώπου, το τέλος της οποίας επέρχεται με τη διάπραξη του βαρύτερου εγκλήματος του άρθρου 290 παρ.1 περ.β' του ΠΚ. Δήλον ότι με την παραδοχή ότι ο δράστης τέλεσε το έγκλημα του άρθρου 290 παρ.1 περ.β'του ΠΚ και κηρυχθεί ένοχος από το αρμόδιο ποινικό Δικαστήριο για την πράξη αυτή δεν μπορεί ταυτόχρονα να κηρυχθεί ένοχος και για το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια με θύμα τον ίδιο άνθρωπο και στην περίπτωση που έχει ασκηθεί δίωξη συγχρόνως και για τα δύο ως άνω εγκλήματα, πρέπει το Δικαστήριο ορθά εφαρμόζοντας το νόμο να δεχθεί ότι το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απορροφάται από το κακούργημα της διατάραξης της ασφάλειας της συγκοινωνίας στους δρόμους, από την οποία επήλθε θάνατος, για το οποίο και μόνο θα καταδικάσει τον δράστη αυτόν. Έτσι δεν χωρεί διπλή ποινική αξιολόγηση από την προσβολή του ίδιου εννόμου αγαθού του ίδιου ανθρώπου, με το ίδιο αποτέλεσμα (θάνατό του). Τα ανωτέρω ισχύουν και επί ταυτόχρονης δίωξης και καταδίκης του αυτού δράστη για το κακούργημα του άρθρου 290 παρ.1 περ.β' του ΠΚ και του πλημμελήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια (άρθρο 314 ΠΚ) που επέρχεται σε άλλα πρόσωπα εκτός του θανάτου ή θανάτων από τον ίδια πράξη της με πρόθεση διατάραξης της ασφάλειας της συγκοινωνίας στους δρόμους." Αντιθέτως υπάρχει αληθής κατ ιδέα συρροή μεταξύ των πράξεων που προβλέπουν και τιμωρούν οι διατάξεις των άρθρων 302 και 314 ΠΚ και της διατάραξης της ασφαλείας των συγκοινωνιών από αμέλεια (290 παρ. 2 ΠΚ, ΑΠ 1576/2004).
4. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά και ως προς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή περιλαμβάνουν τα στοιχεία που κατά την οικεία διάταξη νόμου τους απαρτίζουν. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ούτε εκ του ότι το δικαστήριο εξαίρει κάποιο απ αυτά σημαίνει ότι δεν έλαβε υπόψη τα υπόλοιπα. Πρέπει, όμως, να προκύπτει, είτε από το σκεπτικό είτε από το σύνολο της αποφάσεως, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα προκειμένου να κρίνει για τη συνδρομή των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την ενοχή του κατηγορουμένου. Η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ, πραγματογνωμοσύνη είναι ένα από τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα και αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστή, όταν πρόκειται για θέμα που απαιτεί ειδικές γνώσεις, όπως είναι και τα ζητήματα που απαιτούν ιατρικές ή τεχνικές γνώσεις. Η πραγματογνωμοσύνη, τέτοια δε είναι και η ιατροδικαστική έκθεση, αν δεν μνημονεύεται στο προοίμιο του σκεπτικού, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο πρέπει να προκύπτει από το σύνολο του σκεπτικού ότι λήφθηκε υπόψη και εκτιμήθηκε από το δικαστήριο, ελευθέρως, σύμφωνα με το άρθρο 177 ΚΠΔ, με την έννοια ότι δεν υποχρεούται το Δικαστήριο να αποδεχθεί το συμπέρασμά της. Η ελεύθερη όμως εκτίμησή της και η επ αυτής κρίση του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να οδηγήσει και στην αναιτιολόγητη απόρριψη ή αποδοχή του αποτελέσματός της, αλλά το Δικαστήριο, ιδιαίτερα όταν δεν αποδέχεται το πόρισμα της, πρέπει να αιτιολογήσει την αντίθετη κρίση του, διαφορετικά η απόφαση πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
IV. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Μ.Ο.Ε. Λαρίσης, που, δικάζοντας κατ' έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος και κατ εξειδίκευση αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τις αποδιδόμενες στους αναιρεσείοντες, αλλά και στον μη ασκήσαντα αίτηση αναιρέσεως Χ6, ως άνω αξιόποινες πράξεις (στον τελευταίο αποδίδονταν οι αυτές με εκείνες του Χ5): "Η βιομηχανία παραγωγής και επεξεργασίας προϊόντων τεχνητού ξύλου, με την επωνυμία "Ε-1 Α.Ε" έχει εγκαταστήσει το εργοστάσιο της στον ..., 45 χιλιόμετρα βορείως της ..., όπου και η έδρα της βιομηχανίας και τα Γραφεία Διοίκησης του εργοστασίου, ενώ παράλληλα έχει και Γραφεία Διοίκησης στην ... . Τον Απρίλιο 2003 Γενικός Διευθυντής αυτής ήταν ο κατηγορούμενος Χ2, Διευθυντής εργοστασίου της ήταν ο κατηγορούμενος Χ4 και αποθηκάριος του ίδιου εργοστασίου ο κατηγορούμενος Χ3. Ο κατηγορούμενος Χ5 ήταν υπάλληλος του ανωτέρω εργοστασίου, υπεύθυνος για τη φόρτωση και μεταφορά των εμπορευμάτων της. Η εταιρεία διενεργούσε και διενεργεί μεταφορές των προϊόντων της σε όλη την Ελλάδα με ιδιόκτητα Ι.Χ φορτηγά αυτοκίνητα και με ΔΧ φορτηγά αυτοκίνητα, τα οποία εντάσσονται στον επιχειρηματικό κύκλο της εν λόγω βιομηχανίας και ανήκουν σε ιδιώτες και σε μεταφορικές εταιρείες. Τα Δ.Χ. φορτηγά αυτοκίνητα πραγματοποιούσαν κυρίως τα μακρινά δρομολόγια (Αθήνα-Πειραιάς κ.λ.π) ενώ τα ιδιόκτητα Ι.Χ φορτηγά εκτελούσαν τα κοντινά δρομολόγια, κυρίως προς διάφορες πόλεις της Βόρειας Ελλάδας. Το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκίνητο, αποτελούσε συρμό (ρυμουλκό με ρυμουλκούμενο) αγοράστηκε το έτος 1992 μεταχειρισμένο από τον Χ5, δεύτερο κατηγορούμενο, και τον ..., ο οποίος το έτος 1999 μεταβίβασε το μερίδιό του (50%) στον τρίτο κατηγορούμενο Χ1, και είχε ενταχθεί το εν λόγω αυτοκίνητο από το έτος 1996 στον επιχειρηματικό κύκλο της ανωτέρω βιομηχανίας μεταφέροντας αποκλειστικά προϊόντα ξύλου παραγωγής της εταιρείας. Το ρυμουλκό του ανωτέρω συρμού ήταν τύπου "SCANIA R 142 H" ισχύος 420 ΗΡ περίπου, είχε κατασκευαστεί το έτος 1986, η καρότσα του είχε μήκος 7,38 μ. ύψος 2,50 μ και το ύψος των πλευρικών πλαισίων (παραπέτων) ήταν 0,80 μ. Το έτος 1998 μετά από ατύχημα στο οποίο ενεπλάκη το αυτοκίνητο αυτό, τροποποιήθηκε η καρότσα του ρυμουλκού από τον ..., που διατηρεί βιοτεχνία αμαξωμάτων στη ... και ο οποίος εξετάστηκε ως μάρτυρας. Μετά την κατά τα ανωτέρω τροποποίησή του το αμάξωμα του ρυμουλκού έφερε υπερκατασκευή με συμπαγή μετώπη και κάθετους και οριζόντιους πλευρικούς σιδηροδοκούς και ξύλινα ή μεταλλικά συμπληρωματικά στοιχεία (παραπέτα). Ειδικότερα έφερε μία μεταλλική κολώνα στο μέσον της κάθε πλευρικής εξωτερικής επιφάνειας, η οποία ήταν αρθρωτή, μετακινούμενη δεξιά και αριστερά σε ράουλα, μία μεταλλική σταθερή κολώνα στο τέλος της κάθε πλευρικής εξωτερικής επιφάνειας, όπου υπήρχε και η πίσω πόρτα του οχήματος και μία πίσω μεταλλική οριζόντια δοκό. Ακόμα στο τελικό ύψος της υπερκατασκευής έφερε δύο πλευρικές οριζόντιες μεταλλικές δοκούς. Εξωτερικά του προστατευτικού πλαισίου τοποθετούνταν μουσαμάς για την προστασία των προϊόντων από τη βροχή ο οποίος δένονταν στα πλευρικά μεταλλικά στοιχεία της καρότσας. Το ρυμουλκούμενο ήταν τύπου " JYNGE" είχε κατασκευαστεί το έτος 1997, το μήκος του ήταν 7,10 μ (το μήκος 9,78 μ που αναγράφεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης ΗΗ-ΘΘ, περιλαμβάνει και το μήκος του τριγώνου-τιμονιού) το πλάτος του ήταν 2,50 μ. και το ύψος των παραπέτων του 0,80 μ. Τα παραπέτα του ρυμουλκού και του ρυμουλκούμενου ήταν κατασκευασμένα από αλουμίνιο, δεν ήταν σταθερά στις θέσεις τους, αλλά πτυσσόμενα και είχαν τη δυνατότητα να ανοίγουν και να κλείνουν, ακόμα και να αφαιρούνται από τη θέση τους. Το συνολικό ύψος από το δάπεδο της καρότσας ήταν 2,50 μ. και το ύψος από το έδαφος μέχρι το ανώτερο σημείο της υπερκατασκευής 3,82 μ. ενώ το συνολικό μήκος του συρμού μαζί με την καμπίνα του οδηγού ήταν 18 μέτρα. Οδηγός του οχήματος αυτού ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος Χ6, ο οποίος προσλήφθηκε από τους συνιδιοκτήτες του οχήματος περί τα τέλη Μαρτίου 2003, χωρίς να έχει μέχρι τότε οποιαδήποτε εμπειρία στην οδήγηση ρυμουλκού μετά ρυμουλκούμενου, ούτε στη μεταφορά των βιομηχανικών προϊόντων ξύλου που παρήγαγε η ανωτέρω βιομηχανία (μοριοπλάκες επενδεδυμένες με ρητίνη μελαμίνης, MDF επενδεδυμένες με ξυλόφυλλα, σχετικά έπιπλα κουζίνας κ.λ.π). Ο οδηγός αυτός πραγματοποίησε μέχρι στις 13-4-2003 συνολικά 6 δρομολόγια (τα δύο πρώτα με άλλο έμπειρο οδηγό ) όλα για ... . Ο δεύτερος κατηγορούμενος συνιδιοκτήτης του ανωτέρω οχήματος ήταν και υπάλληλος της εταιρείας "Ε-1 Α.Ε." όπως προαναφέρθηκε και εργαζόταν στο εργοστάσιό της ως προϊστάμενος φόρτωσης και μεταφοράς των εμπορευμάτων από την 08.00 πρωινή μέχρι τις 16.00 απογευματινή ώρα. Στο χρονικό διάστημα της εργασίας του, αφού ελάμβανε μέσω υπολογιστή τις παραγγελίες, τις διαμοίραζε ορίζοντας τα φορτηγά που θα έκαναν τις μεταφορές, ενώ μετά το πέρας του ωραρίου του ανελάμβανε τη φόρτωση των εμπορευμάτων, κατ' εντολή του, ο αποθηκάριος συγκατηγορούμενός του Χ3, ο οποίος εργαζόταν από την 16.00 μέχρι 22.00 ώρα. Την 10 Απριλίου 2003 καταρτίστηκε σύμβαση μεταξύ της ανωτέρω εταιρίας και της εδρεύουσας στον ... ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε-2 Α.Ε." με την οποία η πρώτη πώλησε στη δεύτερη και ανέλαβε την υποχρέωση να της παραδώσει στις εγκαταστάσεις της στον ... φύλλα μελαμίνης διαστάσεων 3,66 μ. μήκος Χ 1,83 μ πλάτος και φύλλα MDF, διαστάσεων 3,05 μ μήκος Χ 1,22 μ πλάτος συνολικού βάρους 28.901 Kg. Περί ώρα 16.00 ο έκτος κατηγορούμενος Χ3 έδωσε την εντολή στον χειριστή του κλαρκ ΑΑ και στους εργάτες ΒΒ και ΓΓ να ετοιμάσουν την παραγγελία. Η παραγγελία συσκευάστηκε σε δέματα (παλέτες), με την τοποθέτηση ξύλου "σαγρέ" στην επάνω και κάτω πλευρά κάθε δέματος. Το κάθε δέμα δέθηκε καθέτως ως προς το μήκος του με δύο μεταλλικές ζωστήρες (μεταλλικά τσέρκια) με το ειδικό μηχάνημα "τσερκομηχανή", και οι συσκευασίες ελέγχθηκαν από τον αποθηκάριο Χ3. Η πρόσδεση των δεμάτων ("παλετών") έγινε όπως πάντα, καθέτως κατά το μήκος τους διότι κατά μήκος ο συντελεστής τριβής είναι μεγαλύτερος αφού ακουμπά μεγαλύτερη επιφάνεια μεταξύ των πλακών, ενώ ο συντελεστής τριβής κατά πλάτος είναι μικρότερος αφού ακουμπά μικρότερη επιφάνεια. Αν ληφθούν υπόψη οι διαστάσεις του εμπορεύματος, ο μικρός συντελεστής τριβής των μελαμινών ,που είναι 0,20 δηλ. πολύ κοντά σ' αυτόν του πάγου, που είναι 0,17-0,23, και το βάρος εκάστου δέματος, η συσκευασία των παλετών με δύο μεταλλικά τσέρκια ανά δέμα ήταν ανεπαρκής, τόσο όσον αφορά τις μελαμίνες όσο και το MDF. Στοιχειώδης λοιπόν επιμέλεια, επέβαλε στη συγκεκριμένη περίπτωση τη χρησιμοποίηση περισσοτέρων μεταλλικών τσερκιών για λόγους ασφαλείας, ενόψει βεβαίως και της μεγάλης διαδρομής που θα έκανε το φορτίο, δεδομένου ότι τα μεταλλικά τσέρκια προορισμό έχουν να μοναδοποιούν και να παρέχουν συνοχή στα συσκευασμένα εμπορεύματα. Ο μάρτυρας ΔΔ, πρώην διευθυντής του εργοστασίου, κατά την εξέτασή του ενώπιον της ανακρίτριας, κατέθεσε ότι οι συγκεκριμένες παλέτες απαιτούσαν τουλάχιστον πέντε (5) μεταλλικά τσέρκια και όχι δύο που χρησιμοποιήθηκαν. Για την ανάγκη πρόσδεσης με περισσότερα τσέρκια κατέθεσαν και οι μάρτυρες, ΕΕ και ΣΤ στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου, που έκαναν λόγο για περισσότερα τσέρκια, ο δεύτερος δε κατέθεσε επιπροσθέτως ότι σήμερα η "Ε-1 Α.Ε." χρησιμοποιεί τρία τσέρκια. Εξάλλου για τρία τσέρκια τουλάχιστον έκανε λόγο και ο μάρτυρας ΖΖ, κατά την ένορκη εξέτασή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Για τρία τσέρκια έκανε λόγο και ο μάρτυρας υπεράσπισης του τετάρτου κατηγορουμένου ΚΚ, πρώην διευθυντής της SELMAN. Περαιτέρω και αναφορικά με τη συγκεκριμένη μεταφορά, ενώ η παραγγελία αφορούσε ξυλεία βάρους 28.901 Kg, που θα παραδίδονταν στην ίδια εταιρεία, εντούτοις εκδόθηκαν δύο φορτωτικές, ήτοι η αριθμ. .../11-4-2003, στην οποία αναγράφηκε βάρος φορτίου 24.202 Kg (με ωφέλιμο 23.870 Kg), ήτοι ποσοστό υπερφόρτωσης μικρότερο του 10% και η αριθμ. .../11-4-2003 στην οποία αναγράφηκε βάρος φορτίου το υπόλοιπο μεταφερόμενο εμπόρευμα από 4.699 Kg., δεδομένου ότι σύμφωνα με την ισχύουσα κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο (11-4-2003) άδεια κυκλοφορίας του οχήματος είχε την εξής τεχνική ικανότητα μεταφοράς: Ρυμουλκό: Μικτό βάρος 26.000 Kg, απόβαρο 9.780 Kg, ωφέλιμο βάρος 16.220 Kg. Ρυμουλκούμενο: Μικτό βάρος 12.000 Kg, απόβαρο 4350 Kg, ωφέλιμο βάρος 7.650 Kg και αθροιστικά Μικτό βάρος 38.000 Kg, απόβαρο 14130 Kg και ωφέλιμο βάρος 23.870 Kg. Ακόμη εκδόθηκαν και δύο δελτία αποστολής ήτοι τα αριθμ. .../11-4-2003 και .../11-4-2003. Η έκδοση δύο δελτίων αποστολής και δύο φορτωτικών-που αποτελούσε σχεδόν μόνιμο φαινόμενο για την εταιρία Ε-1 - έγινε για την παραπλάνηση των αρμόδιων ελεγκτικών οργάνων (αστυνομικών της τροχαίας, μεικτών κλιμακίων ελέγχου του άρθρου1 ΠΔ 319/89 και ήδη άρθρου 1 Ν. 3446/2006, τα οποία μπορούν να επιβάλουν σε υπέρβαση πάνω από 10% ακινητοποίηση του οχήματος κατ' άρθρο 32§9 ΚΟΚ), που τυχόν θα έκαναν έλεγχο για υπέρβαρο φορτίο, αφού ο οδηγός, όπως είχε εντολή από τους συνιδιοκτήτες του συρμού, θα τους επεδείκνυε την πρώτη φορτωτική που ανέγραφε το φορτίο που κανονικά μπορούσε να φορτωθεί παρουσιάζοντας έτσι ότι μεταφέρονταν κανονικό και όχι υπέρβαρο φορτίο. Ο κατηγορούμενος Χ6 στο πρωτόδικο Δικαστήριο είχε δηλώσει ότι δεν θυμάται ποιος του είπε να κρύβει τη δεύτερη φορτωτική και μάλιστα σε όλα τα δρομολόγια. Στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, τόσο με ειδική δήλωσή του στις 6-12-2006 που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, την οποία διευκρίνισε στις 7-12-2006, όσο και στην απολογία του, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος Χ5 του είχε πει να δείχνει στην Τροχαία το ένα μόνο δελτίο αποστολής ενώ το άλλο να το κρύβει. Ο ισχυρισμός των δευτέρου, τρίτου και έκτου κατηγορουμένων ότι εκδόθηκαν δύο φορτωτικές και δύο δελτία αποστολής γιατί δόθηκαν δύο παραγγελίες από την αγοράστρια εταιρεία μία στις 10-4-2003 και μία άλλη συμπληρωματική στις 11-4-2003 κρίνεται ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια για τον λόγο ότι: 1) η αγοράστρια έδινε παραγγελία για αγορά φύλλων μελαμίνης από την Ε-1 Α.Ε. σχεδόν ανά δεύτερη ημέρα και ως εκ τούτου δεν υπήρχε ανάγκη συμπληρωματικής παραγγελίας, 2) δεν προσκομίστηκαν δύο τιμολόγια αγοράς, 3) στις εκθέσεις εφέσεων του δευτέρου και έκτου κατηγορουμένων κατά του 130/2004 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημ/κών Λάρισας αναφέρεται ότι επρόκειτο για μία παραγγελία και 4) η έκδοση διπλών φορτωτικών και δελτίων αποστολής ήταν επαναλαμβανόμενη τακτική της εν λόγω εταιρίας για την παραπλάνηση των αρμοδίων ελεγκτικών οργάνων όπως προαναφέρθηκε. Την 11 Απριλίου 2003, ημέρα Παρασκευή, ο υπεύθυνος φόρτωσης και μεταφοράς των εμπορευμάτων της εταιρείας "Ε-1 Α.Ε." δεύτερος κατηγορούμενος Χ5, αν και γνώριζε από τα δελτία παραγγελίας ότι το συνολικό βάρος των εμπορευμάτων ήταν 28.901 Κg και λόγω της ιδιότητός του ως συγκύριου του οχήματος ότι το μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος που μπορούσε να μεταφέρει το φορτηγό (συρμός) 23.870 Κg και συνεπώς ότι το φορτίο ήταν υπέρβαρο κατά 5.031 Κg και άρα επικίνδυνο, έδωσε εντολή στον συγκατηγορούμενό του Χ3 να φορτωθεί η παραγγελία στο παραπάνω ρυμουλκό μετά ρυμουλκούμενου. Το αυτοκίνητο οδήγησε στον τόπο φόρτωσης, το απόγευμα της ίδιας παραπάνω ημέρας, ο πρώτος κατηγορούμενος. Στην είσοδο του εργοστασίου υπήρχε ζυγαριά για τη ζύγιση των φορτηγών, πλην όμως στην πραγματικότητα ζύγιση δε γινόταν και δεν εκδίδονταν ζυγολόγια. Ο πρώτος κατηγορούμενος εισήλθε στις αποθήκες για τη φόρτωση. Τη φόρτωση, η οποία αποτελεί την έναρξη της μεταφοράς, διενήργησε το συνεργείο φόρτωσης της εταιρείας δηλ. ο χειριστής του κλαρκ ΑΑ και οι εργάτες ΓΓ και ΒΒ. Παρών ήταν φυσικά ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος λόγω της πρόσφατης πρόσληψής του, δεν είχε γνώσεις του τρόπου φόρτωσης, γνώριζε όμως το υπέρβαρο του φορτίου και δεν έφερε αντίρρηση στη φόρτωσή του. Κατά τη φόρτωση τοποθετήθηκαν στο ρυμουλκό δέκα (10) δέματα (πέντε μπροστά και πέντε πίσω) και στο ρυμουλκούμενο έξι (6) (τρία μπροστά και τρία πίσω), οι παραπάνω δε εργάτες είχαν τοποθετήσει στις καρότσες πηχάκια, πάνω στα οποία ο χειριστής του κλαρκ απέθεσε τα δέματα. Το ύψος κάθε παλέτας με τις μοριοσανίδες που μπαίνουν κάτω και πάνω ήταν 41,6 εκ., μεταξύ αυτών δε μεσολαβούσαν πηχάκια που διευκόλυναν τη φόρτωση πάχους 2,4 εκ. περίπου (βλ. διευκρίνιση Χ3 στο ΜΟΔ σελ. 299). Το βάρος και το ύψος των δεμάτων στο ρυμουλκό ήταν 18.630 Kg και 2,20 μ., αντιστοίχως ενώ στο ρυμουλκούμενο 10.271 Kg και 1,67 μπροστά και 1,10 πίσω αντιστοίχως. Το ωφέλιμο βάρος του ρυμουλκού ήταν, όπως ήδη αναφέρθηκε, 16.220 Κg και συνεπώς το φορτίο ήταν υπέρβαρο κατά 2.410 Κg ήτοι κατά ποσοστό 9,26% ενώ το ωφέλιμο βάρους του ρυμουλκούμενου ήταν 7.650 Kg και συνεπώς αυτό ήταν υπέρβαρο κατά 2.621Kg ήτοι κατά ποσοστό 21,8%. Συνολικά ρυμουλκό και ρυμουλκούμενο ήταν υπέρβαρα κατά 5.031 Kg δηλ. σε ποσοστό 13,2%. To ύψος του φορτίου, που ήταν τοποθετημένο στο ρυμουλκό ήταν κατά πολύ ανώτερο από αυτό που ενδείκνυται (δεν έπρεπε δηλαδή να ξεπερνά το 1,60-1,80 μ.) με πολύ σημαντικές συνέπειες στην ασφαλή οδήγηση αφού μετατοπίζονταν προς τα πάνω το κέντρο βάρους του αυτοκινήτου. Πράγματι το επιπλέον βάρος του συρμού επηρέαζε το ύψος του φορτίου, αφού ήταν δεδομένες οι διαστάσεις των παλετών και της καρότσας τόσο του ρυμουλκού όσο και του ρυμουλκούμενου, καθόσον το ύψος υπερέβη κατά πολύ στο ρυμουλκό, το παραπάνω επιτρεπτό ύψος φόρτωσης (1,60- 1,80 μ), με συνέπεια την προς τα πάνω μετατόπιση του κέντρου βάρους του όλου οχήματος και την ως εκ τούτου επιβάρυνση της οδικής συμπεριφοράς του. Η συσκευασία και ο τρόπος πρόσδεσης του φορτίου έπρεπε να είναι τέτοια, ώστε φορτίο και όχημα να αποτελούν ένα συμπαγές σώμα με ενιαία συμπεριφορά στις συνθήκες κυκλοφορίας δηλ. στην επιτάχυνση, στην πέδηση, στην εκτέλεση ελιγμών κλπ. Έτσι, παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχουν ειδικοί κανόνες για τη συσκευασία, τη φόρτωση και την πρόσδεση φορτίων μελαμίνης και ΜDF και παρά το ότι τα παραπάνω εμπορεύματα δεν περιλαμβάνονται στα χαρακτηριζόμενα από το νόμο ως επικίνδυνα υλικά κατά τη μεταφορά, εν τούτοις, εξαιτίας του πολύ μικρού δείκτη τριβής των υλικών αυτών, που επιτρέπει να γλιστρούν πολύ εύκολα, έπρεπε η συσκευασία τους να γίνει πιο σταθερή, με τη χρησιμοποίηση περισσοτέρων τσερκιών, όπως ήδη αναφέρθηκε, κάτι το οποίο δεν συνέβη. Στη συνέχεια ο πρώτος κατηγορούμενος, έδεσε τα δέματα με καταφανώς φθαρμένους ιμάντες και συγκεκριμένα έδεσε με 6 ιμάντες τα δέματα που είχαν φορτωθεί στο ρυμουλκό και με 4 ιμάντες τα δέματα που είχαν φορτωθεί στο ρυμουλκούμενο. Η πρόσδεση ήταν ανεπαρκής, αφενός μεν λόγω του ύψους του φορτίου στο ρυμουλκό, αφετέρου δε, λόγω της κατάστασης των ιμάντων, της μη χρησιμοποίησης γωνιών στα μέρη που οι ιμάντες εφάπτονταν του φορτίου και έτσι υπήρχε μεγάλος κίνδυνος μετατόπισής του, αλλά και του γεγονότος ότι έλειπαν από το συρμό δύο επιδαπέδιοι κρίκοι και για το λόγο αυτό δεν τέντωναν καλά οι ιμάντες κατά την πρόσδεση του φορτίου. Η έλλειψη των κρίκων ήταν σημαντική, διότι έτσι η πρόσδεση των ιμάντων δεν γινόταν σ' αυτούς, αλλά στις τραβέρσες εσωτερικά της καρότσας δηλ. στους γάντζους της καρότσας που ήταν για τη σταθεροποίηση της κουκούλας (μουσαμά), με αποτέλεσμα να μεγαλώνει η γωνία πρόσδεσης και να μην είναι σωστή η πρόσδεση και η τάνυσή τους. Εξαιτίας των παραπάνω έπρεπε να χρησιμοποιηθούν επιπλέον ιμάντες για την πρόσδεση των δεμάτων στο δάπεδο της καρότσας του συρμού, έτσι ώστε να υπάρχει ασφάλεια κατά τη μεταφορά του φορτίου. Το φορτίο είχε προγραμματιστεί να φθάσει στον Πειραιά και παραδοθεί στον παραλήπτη την Κυριακή το βράδυ. Για τον λόγο αυτό ο οδηγός Χ6 δεν έφυγε κατ' ευθείαν για το ταξίδι προς ..., αλλά πήγε με το έμφορτο όχημα στο χωριό ..., όπου διέμενε η οικογένειά του, την επόμενη ημέρα (Σάββατο 12-3-2003) πήγε με το όχημα σε συνεργείο όπου κόλλησε την πίσω αριστερή δοκίδα του ρυμουλκούμενου και την επόμενη ημέρα Κυριακή (13-4-2003) και περί ώρα 12.50 ξεκίνησε το ταξίδι προς ... . Περί ώρα 19.20 έφθασε στα ... και στη Χ.Θ 384+850. Η κατάσταση της οδού ήταν καλή, το οδόστρωμα ξηρό, η ορατότητα δεν περιοριζόταν, υπήρχε φως ημέρας και η κυκλοφορία ήταν αυξημένη. Στο τμήμα αυτό η οδός έχει κατηφορική κλίση, στροφές, διπλή συνεχόμενη διαχωριστική των ρευμάτων κυκλοφορίας γραμμή, είναι στενή, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση πλάτους 3,85 μ. εκάστη, υπήρχε πινακίδα ρυθμιστική της κυκλοφορίας Ρ-32 που όριζε όριο ταχύτητας μέχρι 80 χ/ω για τα κινούμενα από ... προς ... οχήματα και επί πλέον πινακίδα αναγγελίας κινδύνου Κ-2α, που προειδοποιούσε για την ύπαρξη δύο επικίνδυνων αντίρροπων στροφών και τρεις πληροφοριακές πινακίδες Π-75, ήτοι διαδοχικά βέλη κατεύθυνσης που τοποθετούνται σε επικίνδυνες καμπύλες κυρίων αρτηριών. Πρέπει να σημειωθεί ότι η προαναφερθείσα ρυθμιστική της ταχύτητας πινακίδα Ρ-32 την 14-4-2003 αντικαταστάθηκε (μετά το ένδικο ατύχημα) με άλλη φωτεινή πινακίδα που όριζε όριο ταχύτητας για τα κινούμενα προς ... οχήματα 50 χ/ω και για τα αντιθέτως κινούμενα (προς ...) 60 χ/ω. Ο πρώτος κατηγορούμενος, παρά τις, κατά τα ανωτέρω, συνθήκες επικινδυνότητας της οδήγησης στην ανωτέρω οδό, οδηγούσε χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και συγκεκριμένα οδηγούσε με υπερβολική, για τις εν λόγω συνθήκες, ταχύτητα που ξεπερνούσε και το ανωτέρω αναγραφόμενο στην πινακίδα ανώτατο όριο ταχύτητας των 80 χ/ω των προς ... κινουμένων οχημάτων, το οποίο όμως όριο είναι και αυτό υπερβολικό για την κίνηση του οχήματος (ρυμουλκό με ρυμουλκούμενο) που οδηγούσε, δεδομένου ότι με το άρθρο 20§2 του ΚΟΚ ορίζεται γι' αυτό ανώτατη ταχύτητα, εκτός κατοικημένων περιοχών, όπως εν προκειμένω, 70 χ/ω. Λαμβανομένων όμως υπόψη ότι το όχημα αυτό είχε, πέραν του επιτρεπομένου ορίου, βάρος φορτίου, με στoιβασία του φορτίου όχι με τρόπο που να εξασφαλίζει την μοναδοποίηση και την συνοχή του και ακόμη είχε ψηλό κέντρο βάρους λόγω και της καθ' ύψος υπερφόρτωσης, ότι εκινείτο σε οδό με κατωφέρεια, αρκετές επικίνδυνες αντίρροπες στροφές και στενό οδόστρωμα, έπρεπε ο οδηγός αυτού που γνώριζε τις εν λόγω συνθήκες, να μειώσει την ταχύτητά του κάτω και του ορίου των 70χ/ω, ώστε να διέλθει με ασφάλεια το ανωτέρω επικίνδυνο τμήμα της οδού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 19 παρ. 1 και 2 ΚΟΚ. Επί πλέον ο κατηγορούμενος οδηγός καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού του μέχρι τα ..., δεν πραγματοποίησε στάση για να ξεκουραστεί, να ελέγξει το φορτίο και να προβεί στην απαιτούμενη τάνυση των ιμάντων. Έτσι με τις προαναφερόμενες συνθήκες ο πρώτος κατηγορούμενος οδηγός του οχήματος έφθασε στην πρώτη από τις ανωτέρω αναφερόμενες δύο αντίρροπες στροφές που είχε αριστερή κλίση σε σχέση με την πορεία του, αφού ολοκλήρωσε δε αυτή, με την κατά τα άνω υπερβολική ταχύτητα, εισήλθε στη δεξιά στροφή κινούμενος πλησίον της διαχωριστικής γραμμής. Τότε στην προσπάθειά του να κρατήσει το όχημα στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας πραγματοποίησε ελιγμό προς τα δεξιά, για να κρατήσει το όχημά του σε κανονική πορεία στο κέντρο του ρεύματος πορείας του. Όμως αυτό δεν μπόρεσε να το επιτύχει, για τον λόγο ότι η μεγάλη ταχύτητα με την οποία εκινείτο, το υπέρβαρο του φορτίου, το ψηλό κέντρο βάρους και η χαλαρότητα των ιμάντων που δημιουργήθηκε από την αμέσως προηγηθείσα κίνηση αυτού σε δρόμο με στροφές (περιοχή ... και ...) προκάλεσαν μικρή μετακίνηση προς τα αριστερά της πίσω ντάνας του ρυμουλκού, η οποία πίεσε τα αριστερά πλευρικά προστατευτικά στοιχεία του οχήματος, μετακινήθηκε ως εκ τούτου κατά λίγα εκατοστά του μέτρου το κέντρο βάρους του φορτίου προς την κατεύθυνση της φυγόκεντρης δύναμης, η οποία, λόγω των ανωτέρω συνθηκών, ήταν αυξημένη στο σημείο εκείνο της οδού, αφού όπως είναι γνωστό είναι ανάλογη της μάζας του οχήματος, του τετραγώνου της ταχύτητας στο καμπύλο τμήμα της οδού και αντιστρόφως ανάλογη της ακτίνας καμπυλότητας της οδού στο συγκεκριμένο καμπύλο τμήμα (Fφ=m.υ²/R), είναι δε αυτή (φυγόκεντρη δύναμη) που σε συνδυασμό με το ύψος εφαρμογής του κέντρου βάρους δημιουργούν τη ροπή ανατροπής του οχήματος. Έτσι το ανωτέρω όχημα, όχι μόνο δεν μετακινήθηκε δεξιότερα προς το κέντρο του ρεύματος πορείας του, αλλά αντίθετα, κινούμενο στα όρια κατάστασης ανατροπής, εκτράπηκε της πορείας του προς τα αριστερά, έλαβε κλίση 14ο περίπου ( βλ. τεχνική έκθεση ..., σελ. 27), εισήλθε μερικώς, κατά 90 περίπου εκατοστά στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με ανασηκωμένους του δεξιούς τροχούς, πατούσε δηλαδή μόνο στους αριστερούς τροχούς, διαγράφοντας με τα ίχνη των έντονα πιεζομένων ελαστικών, μερικώς κατά το πέλμα και μερικώς κατά το εξωτερικό πλευρικό τους τοίχωμα, ευθύγραμμη τροχιά, παράλληλη σχεδόν προς τη διπλή διαχωριστική γραμμή της οδού και σε απόσταση 90 εκ. από αυτή. Η τριβή αυτή των ελαστικών δημιούργησε των υπερθέρμανσή τους τόσο έντονα ώστε να βγάζουν μεγάλη ποσότητα άσπρου καπνού. Για τον άσπρο αυτόν καπνό κατέθεσε ο μάρτυρας ΛΛ, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει με βεβαιότητα από πού προήλθε, καθώς και ο μάρτυρας ΖΖ. Ο οδηγός του συρμού είδε σε απόσταση 50 περίπου μέτρων το με αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧ λεωφορείο του ΚΤΕΛ Ημαθίας που εκινείτο προς ...και όπισθεν αυτού (λεωφορείου) Ι.Χ αυτοκίνητα και προσπάθησε να αποφύγει τη μετωπική σύγκρουση με το εν λόγω λεωφορείο και να κινηθεί προς τα δεξιά, πλην όμως αυτό δεν κατέστη δυνατό, ο συρμός συνέχισε να κινείται εντός του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας στους αριστερούς μόνο τροχούς και κεκλιμένη όπως προαναφέρθηκε σημαντικά περί τις 14ο την αριστερή πλευρά του διανύοντας στην κατάσταση αυτή 50 μ. περίπου. Ο οδηγός του λεωφορείου κινούμενος μέχρι τότε εντός του ρεύματος πορείας του και προς το δεξιότερο τμήμα αυτού, επιχείρησε ενστικτωδώς ελιγμό προς τα δεξιά, αντιλαμβανόμενος τον μεγάλο κίνδυνο που απειλούσε τον ίδιο και τους επιβαίνοντες του λεωφορείου. Όμως και ενώ το λεωφορείο βρισκόταν σε ελαφρώς διαγώνια θέση, ο συρμός κατέφθασε και το ρυμουλκό, με ανασηκωμένους ακόμα τους δεξιούς τροχούς του, συγκρούσθηκε πλαγιομετωπικά με το εν λόγω λεωφορείο. Συγκεκριμένα προσέκρουσε η άνω αριστερή γωνία της μετώπης του ρυμουλκού με την άνω αριστερή γωνία του λεωφορείου. Κατά τη σύγκρουση αποκολλήθηκε η αριστερή κατά μήκος οριζόντια μεταλλική δοκός της υπερκατασκευής της καρότσας του ρυμουλκού, αποξηλώθηκαν δε και τα μεταλλικά και ξύλινα παραπέτα της αριστερής πλευράς αυτού λόγω της εκ των έσω πίεσης του φορτίου προς τα αριστερά, αφού το φορτίο δέχθηκε μεγάλη φυγόκεντρη δύναμη λαμβανομένων υπόψη της μεγάλης ταχύτητας του οχήματος, της μεγάλης μάζας και του βάρους του φορτίου και εξ αυτού κόπηκαν οι ιμάντες και τα μεταλλικά τσέρκια. Η αριστερή κατά μήκος οριζόντια μεταλλική δοκός κατά την αποκόλλησή της εισήλθε πίσω από τη θέση του οδηγού του λεωφορείου στο χώρο των επιβατών αυτού, διαπέρασε το εσωτερικό του λεωφορείου και εξήλθε διαγώνια από την πίσω δεξιά πλευρά αυτού. Είναι δε η εν λόγω δοκός, αυτή που ο μάρτυρας πυροσβέστης ... κατέθεσε ότι την έκοψε σε τρία κομμάτια που τα χρησιμοποίησε για την στήριξη της οροφής του λεωφορείου προκειμένου να προβούν στον απεγκλωβισμό των επιβατών, και είναι αυτή που τραυμάτισε θανάσιμα τα πρόσωπα που βρίσκονταν στις θέσεις απ' όπου διήλθε. Στη συνέχεια τα αριστερά οριζόντια παραπέτα του ρυμουλκού και οι κάθετοι δοκοί (πίσω αριστερά και μεσαία αριστερά) που έσπασαν, εισχώρησαν και αυτά στο λεωφορείο από την πίσω θέση του οδηγού προς τον χώρο των επιβατών. Από τις εν λόγω δοκούς η κάθετη μεσαία αφού εισήλθε στο λεωφορείο έσπασε την εμπρόσθια αριστερή κολώνα αυτού, όλα τα κολωνάκια και παράθυρα της αριστερής πλευράς προξενώντας θανατηφόρες κακώσεις σε όσους βρίσκονταν στα αριστερά καθίσματα, τα οποία δεν είχαν χτυπηθεί από την πρώτη ανωτέρω δοκό. Παράλληλα ένα μέρος του φορτίου που είχε όπως προαναφέρθηκε ελευθερωθεί από τσέρκια και ιμάντες, εκτινάχθηκε στον χώρο των επιβατών του λεωφορείου ενώ το υπόλοιπο φορτίο μελαμινών διασκορπίστηκε επί της οδού από τη θέση του λεωφορείου μέχρι την τελική θέση του φορτηγού. Το γεγονός ότι στο λεωφορείο μπήκαν και μελαμίνες επιβεβαίωσαν με τις καταθέσεις τους και οι μάρτυρες Ψ13, Δ/ντής του ανωτέρω Λυκείου, συνοδός καθηγητής, ο οποίος καθόταν στην πρώτη δεξιά σειρά των καθισμάτων, ο ΩΩ-31, οδηγός του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου εργοστασίου ROVER, ο ΩΩ-32, συνοδηγός του ανωτέρω Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, ο ΩΩ-35, Δ/ντής του ανωτέρω Λυκείου και ο ΩΩ-36, Δήμαρχος τότε του Δήμου ..., οι δύο τελευταίοι των οποίων κατέφθασαν αμέσως στον τόπο του ατυχήματος και κατέθεσαν με κατηγορηματικότητα ότι είδαν κομμάτια μελαμίνης μέσα το λεωφορείο, το ίδιο δε επιβεβαίωσαν με τις καταθέσεις τους οι μάρτυρες τεχνικοί σύμβουλοι ΩΩ-34 και ΖΖ, η βασιμότητα δε της κατάθεσής τους επιβεβαιώνεται και από τις καταθέσεις μαρτύρων, όπως ΩΩ-28, ΩΩ-36, ΩΩ-37, ΩΩ-38 και ΩΩ-39, ΩΩ-40, ΩΩ-41, ΩΩ-42, οι οποίοι κατηγορηματικά κατέθεσαν ότι στα μαλλιά τους οι δύο πρώτοι και τα μαλλιά των τέκνων τους οι λοιποί υπήρχαν τμήματα μελαμίνης και τελικά όλα αυτά επιβεβαιώνονται και από την οπτική θεώρηση των βιντεοκασετών και DVD. Αποτέλεσμα των ανωτέρω ήταν από τους επιβάτες του λεωφορείου από τους οποίους 49 ήταν μαθητές και 3 συνοδοί καθηγητές του Λυκείου ... που επέστρεφαν από σχολική εκδρομή, 21 μαθητές να υποστούν πολλαπλές κακώσεις σε διάφορα σημεία του σώματός τους, κυρίως στο κεφάλι και τη θωρακική χώρα, συνεπεία των οποίων επήλθε ο θάνατός τους και 33 πρόσωπα να τραυματιστούν. Ειδικότερα συνεπεία του τραυματισμού τους, υπέκυψαν οι εξής: 1) ..., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος της οποίας επήλθε λόγω πολλαπλών βαρύτατων κακώσεων σώματος. 2) ..., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος της οποίας επήλθε λόγω πολλαπλών βαρύτατων κακώσεων σώματος, 3) ..., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος της οποίας επήλθε λόγω πολλαπλών βαρύτατων κακώσεων σώματος. 4) ..., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος της οποίας επήλθε λόγω πολλαπλών βαρύτατων κακώσεων σώματος. 5) ..., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος του οποίου επήλθε λόγω ανοιχτής κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης. 6) ..., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος του οποίου επήλθε λόγω πολλαπλών βαρύτατων κακώσεων σώματος. 7) ..., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος του οποίου επήλθε λόγω πολλαπλών βαρύτατων κακώσεων σώματος. 8) ..., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος του οποίου επήλθε λόγω πολλαπλών βαρύτατων κακώσεων σώματος. 9) ..., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος της οποίας επήλθε λόγω αποκεφαλισμού. 10) ..., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος του οποίου επήλθε λόγω πολλαπλών βαρύτατων κακώσεων σώματος. 11) ..., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος του οποίου επήλθε λόγω πολλαπλών κακώσεων σώματος. 12) ..., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος της οποίας επήλθε λόγω πολλαπλών βαρύτατων κακώσεων σώματος. 13) ..., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος του οποίου επήλθε λόγω πολλαπλών βαρύτατων κακώσεων σώματος. 14) ..., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος του οποίου επήλθε λόγω ανοιχτής κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης. 15) ..., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος της οποίας επήλθε λόγω ανοιχτής κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης. 16) ..., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος του οποίου επήλθε λόγω ανοιχτής κρανιοεγκεφσλικής κάκωσης. 17) ..., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος του οποίου επήλθε λόγω ανοιχτής κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης. 18) ..., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος του οποίου επήλθε λόγω πολλαπλών βαρύτατων κακώσεων σώματος. 19) ..., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος της οποίας επήλθε λόγω αποκεφαλισμού. 20) ..., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος του οποίου επήλθε λόγω ανοιχτής κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης. 21) ..., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος της οποίας επήλθε λόγω πολλαπλών βαρύτατων κακώσεων σώματος. Σωματικές βλάβες και κακώσεις υπέστησαν οι εξής: 1) Ψ39 (οδηγός του λεωφορείου), ο οποίος "υπέστη κάκωση θωρακικής πλευράς (βλ. το από 16-4-2003 πιστοποιητικό του Περιφερειακού Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Λάρισας), 2) Ψ13 (διευθυντής του Λυκείου -συνοδός), κάτοικος ..., ο οποίος υπέστη κάκωση λεκάνης με πιθανό κάταγμα αριστερής κοτύλης και θλάση αριστερού υποχόνδριου (βλ. το από 2-2-2004 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Κατερίνης), 3) ΩΩ-3 (συνοδός καθηγητής), κάτοικος ..., ο οποίος υπέστη πνευμονικές θλάσεις, σπληνεκτομή (βλ. το από 16-4-2003 πιστοποιητικό του Περιφερειακού Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Λάρισας), 4) Ψ-7, κάτοικος ..., ο οποίος υπέστη οίδημα ζυγωματικής χώρας (βλ. το από 15-4-2003 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας), 5) ΩΩ-5, κάτοικος ..., ο οποίος υπέστη θλαστικό τραύμα κεφαλής (βλ. το από 15-4-2003 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας), 6) Ψ24, κάτοικος ..., ο οποίος υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση και θλάση αυχένα (βλ. το από 15-4-2003 πιστοποιητικό και το σχετικό πληροφοριακό σημείωμα του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας καθώς και το ιατρικό σημείωμα του Περιφερειακού Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Λάρισας), 7) ΩΩ-7, κάτοικος ..., ο οποίος υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση (βλ. το από 15-4-2003 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας και το σχετικό ιατρικό σημείωμα του Περιφερειακού Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Λάρισας), 8) ΩΩ-8, κάτοικος ..., ο οποίος υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση και τραύματα σπλαχνικού κρανίου (βλ. το σχετικό ενημερωτικό σημείωμα του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας), 9) Ψ36, κάτοικος ..., η οποία υπέστη κάταγμα ωλένης και κερκίδας αντιβραχίου (βλ. το από 15-4-2003 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας), 10) ΩΩ-10, κάτοικος ..., η οποία υπέστη κάταγμα δεξιάς ποδοκνημικής, κάταγμα δεξιάς πηχεοκαρπικής, κάκωση κεφαλής (βλ. το από 15-4-2003 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας), 11) Ψ38, κάτοικος ..., η οποία υπέστη κάκωση θώρακα, κάκωση κοιλίας, θλάση κοιλίας (βλ- το από 15-4-2003 πιστοποιητικό, το σχετικό ιατρικό σημείωμα του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας), 12) Ψ12, κάτοικος ..., ο οποίος υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κλειστή κάκωση θώρακα, κατάγματα πλευρών και αριστεράς κλείδας (βλ. το από 15-4-2003 πιστοποιητικό και τη σχετική ιατρική γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας), 13) ΩΩ-13, κάτοικος ..., ο οποίος υπέστη πολλαπλές κακώσεις (βλ. το από 15-4-2003 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας), 14) Ψ19, κάτοικος ..., η οποία υπέστη κάκωση θώρακα (βλ. το από 15-4-2003 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας), 15) ΩΩ-13, κάτοικος ..., ο οποίος υπέστη πολλαπλά θλαστικά τραύματα και θλαστικό αριστερού οφρύος (βλ. το από 15-4-2003 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας), 16) Ψ28, κάτοικος ..., η οποία υπέστη σπληνεκτομή, κάκωση θώρακος και θλαστικά τραύματα (βλ. το από 15-4-2003 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας), 17) Ψ37, κάτοικος ..., η οποία υπέστη υποκεφαλικό κάταγμα δεξιού βραχιονίου (βλ. το από 15-4-2003 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας), 18) ΩΩ-18, κάτοικος ..., ο οποίος υπέστη θλαστικό τραύμα τριχωτού κεφαλής και άνω χείλους, θλάση άνω πνευμονικού πεδίου, θλαστικό τραύμα δεξιού ΠΧΚ (βλ. το από 15-4-2003 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας), 19) ΩΩ-19, κάτοικος ..., ο οποίος υπέστη θλαστικό τραύμα κάτω χείλους κάκωση δεξιού γόνατος και δεξιάς ΠΧΚ (βλ. το από 15-4-2003 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας και τα από 15 και 16-4-2003 πιστοποιητικά του Περιφερειακού Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Λάρισας), 20) ΩΩ-20, κάτοικος ..., η οποία υπέστη πολλαπλές θλάσεις (βλ. το από 15-4-2003 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας), 21) Ψ48, κάτοικος ..., η οποία υπέστη κάκωση ΟΜΣΣ (βλ. το από 30-1-2004 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας), 22) ΩΩ-22, κάτοικος ..., ο οποίος υπέστη οίδημα άνω κοιλίας (βλ. το από 15-4-2003 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας), 23) Ψ18, κάτοικος ..., η οποία υπέστη κάταγμα ρινικών (βλ το από 15-4-2003 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας), 24) Ψ35, κάτοικος ..., η οποία υπέστη βαθύ θλαστικό τραύμα αριστερής οφθαλμικής χώρας (βλ. το από 5-4-2003 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας), 25) Ψ22, κάτοικος ..., η οποία υπέστη κάκωση θώρακος (βλ. το από 15-4-2003 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας), 26) Ψ15, κάτοικος ..., ο οποίος υπέστη κάταγμα μηριαίου (βλ. το από 15-4-2003 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας), 27) ΩΩ-27, κάτοικος ..., η οποία υπέστη κάκωση θώρακος και θλαστικό τραύμα τριχωτού κεφαλής (βλ. το από 15-4-2003 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας), 28) ΩΩ-28, κάτοικος ..., ο οποίος υπέστη θλαστικό τραύμα κεφαλής (βλ. την από 20-6-2003 κατάθεση του), 29) ΩΩ-29, κάτοικος ..., η οποία υπέστη πολλαπλές θλάσεις (βλ. το από 15-4-2003 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας).
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω συρμός συνεχίζοντας την πορεία του, εντελώς ανεξέλεγκτα, συγκρούστηκε διαδοχικά με Ι.Χ.Ε αυτοκίνητα που ακολουθούσαν το λεωφορείο και συγκεκριμένα αρχικά επέπεσε επί της αριστερής πλευρά του ...Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο ΩΩ-29, κάτοικος ..., στο οποίο επέβαινε και η σύζυγός του ΩΩ-30, το οποίο αφού το παρέσυρε ο συρμός προς τα πίσω, προσέκρουσε με την οπίσθια πλευρά του στο χωμάτινο πρανές και κάηκε ολοσχερώς. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης αυτής ήταν να τραυματιστεί ο οδηγός ΩΩ-29, ο οποίος υπέστη εκχύμωση βρεγματικής χώρας (βλ. το από 13-4-2003 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας). Στη συνέχεια συγκρούσθηκε με την αριστερή πλευρά του υπ' αριθ. ... ΙΧΕ. αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ΩΩ-31, κάτοικος ..., ιδιοκτησίας ΩΩ-31, ο οποίος επέβαινε στη θέση του συνοδηγού και κινούνταν πίσω από το αυτοκίνητο του ΩΩ-29. Αφού παρασύρθηκε από το συρμό προς τα πίσω, προσέκρουσε σε δένδρο και κάηκε και αυτό ολοσχερώς. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης αυτής ήταν να τραυματιστεί ο οδηγός ΩΩ-31, ο οποίος υπέστη κάκωση θώρακος και τραύμα τριχωτού κεφαλής (βλ. το από 16-4-2003 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας) και τέλος συγκρούσθηκε με το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ΛΛ, κάτοικος ..., στο οποίο επέβαινε η σύζυγος του ΩΩ-33, κάτοικος επίσης ..., το οποίο αυτοκίνητο εκινείτο όπισθεν του προηγούμενου αυτοκινήτου. Το αυτοκίνητο αυτό εισχώρησε, με την εμπρόσθια αριστερή πλευρά του, κάτω από το αμάξωμα του ρυμουλκού και στη συνέχεια παρασύρθηκε και προσέκρουσε με το πίσω τμήμα και αριστερά, σε δένδρο. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης αυτής ήταν να τραυματιστεί ο οδηγός ΛΛ, ο οποίος υπέστη κάταγμα αριστερής επιγονατίδας, κάταγμα αριστερής ωλένης και κάταγμα έξω κνημιαίων κονδύλων, καθώς και η συνεπιβάτης ΩΩ-33, η οποία υπέστη κάταγμα αριστερών πλευρών και κάταγμα ηβοϊσχιακών κλάδων (βλ. το από 30-1-2004 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας). Περαιτέρω καθ' όσο αφορά τις συνθήκες και τα αίτια του πολύνεκρου αυτού ατυχήματος πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα: 1) Καθ' όσο αφορά την ταχύτητα του συρμού, ο πραγματογνώμονας ΗΗ αναφέρει στην έκθεσή του ότι αμέσως πριν από τη σύγκρουση του συρμού με το λεωφορείο στο δίσκο ταχογράφου καταγράφηκε ταχύτητα 64χ/ω. Το ίδιο δε αναγράφεται στο .../9/33-1ζ/15-4-2003 έγγραφο της Τροχαίας Λάρισας. Από τη μελέτη του δίσκου αυτού προκύπτει ότι η μέση ταχύτητα που έχει καταγράψει ο ταχογράφος είναι 60χ/ω. Όμως από τον ίδιο δίσκο ταχογράφου προκύπτει ότι το όχημα διέτρεξε από τον τόπο αναχώρησης μέχρι τον τόπο του ατυχήματος 501 χιλιόμετρα σε χρόνο 6 ωρών και 19 λεπτών.
Συνεπώς έβαινε με μέση ταχύτητα 79,3 χιλιομέτρων την ώρα. Από αυτό προκύπτει ότι ο οδηγός έθεσε σε λειτουργία ροοστάτη ο οποίος έκλεβε 24% περίπου και επομένως η πραγματική ταχύτητα του συρμού αμέσως πριν τη σύγκρουση ήταν 84 χ/ω περίπου και όχι η αναγραφόμενη στον δίσκο ταχογράφου 64 χ/ω, 2) Στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης που προαναφέρθηκε γίνεται εκτίμηση ότι δεν μετατοπίστηκε το φορτίο αλλά ίσως μόνο το κέντρο βάρους αυτού. Όμως όπως προαναφέρθηκε από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ψ13, Ψ39, ΩΩ-31 και ΩΩ-32, που ήταν αυτόπτες μάρτυρες καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων ΕΕ, ΩΩ-34 και ΖΖ προκύπτει ότι η μετατόπιση του φορτίου συνέβη πριν τη σύγκρουση. Και είναι μεν αλήθεια ότι ο μαθητής ΩΩ-19, ο οποίος καθόταν δίπλα στον οδηγό του λεωφορείου και η καθηγήτρια ΩΩ-36, η οποία βρίσκονταν στην εμπρόσθια θέση του λεωφορείου, εξεταζόμενοι ως μάρτυρες δεν κατέθεσαν ότι είδαν το φορτίο μετατοπισμένο. 3) Στην ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης διαλαμβάνεται η κρίση ότι τα αριστερά παραπέτα και οι κάθετες αριστερές κολώνες εισχώρησαν στο λεωφορείο και ήταν αυτά που έκοψαν τους ιμάντες και τα τσέρκια του συρμού. Όμως όπως προαναφέρθηκε την θραύση των ιμάντων και των τσερκιών στο ρυμουλκό προκάλεσε η μετατόπιση του φορτίου που έγινε λόγω της μεγάλης φυγόκεντρης δύναμης, που αναπτύχθηκε από τη μεγάλη ταχύτητα και το υπέρβαρο.
4) Τέλος στην ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης γίνεται η εκτίμηση ότι οι δεξιοί τροχοί του ρυμουλκού πρέπει να ήταν ανασηκωμένοι διαρκώς κατά την ώρα όλων των συγκρούσεων. Όμως από το δικαστήριο τούτο κρίνεται ότι δεν θα ήταν δυνατόν να κινηθεί ο συρμός σε απόσταση 105 μέτρων με ανασηκωμένες τις δεξιές ρόδες του ρυμουλκού και μάλιστα μετά την επαφή των δύο οχημάτων, γεγονός που έδωσε την απαιτούμενη ώθηση ώστε το ρυμουλκό να πατήσει και στις δεξιές ρόδες του ...". Πρέπει να σημειωθεί ότι 1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 5ος και 6ος κατηγορούμενοι είναι οι Χ6, Χ5, Χ1, Χ2, Χ4 και Χ3, αντίστοιχα.
V. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μ.Ο.Ε. έκρινε ότι ο θάνατος των 21 μαθητών, που κατονομάζονται και η πρόκληση σωματικών βλαβών στα άλλα ως άνω 33 άτομα, οφείλεται στην συγκλίνουσα αμέλεια όλων των κατηγορουμένων, η οποία συνίστατο όχι σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, η οποία ως αίτιο προηγήθηκε του αποτελέσματος, είχαν δε (οι κατηγορούμενοι) ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποτρέψουν το αποτέλεσμα. Στην συνέχεια δε το Δικαστήριο εξειδικεύει την αμέλεια εκάστου κατηγορουμένου, όσον αφορά τις πράξεις των ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών κατά συρροή, από αμέλεια. Καθορίζοντας και το είδος αυτής για τον καθένα, εκ των οποίων ο πρώτος, όπως λέχθηκε, δεν άσκησε αίτηση αναιρέσεως, του δε τρίτου η αίτηση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, πλην όμως παρατίθενται οι κρίσεις του Δικαστηρίου και γι αυτούς, διότι, πέραν του ότι η ποινική ευθύνη τους συμπλέκεται, θα αξιολογηθούν κατωτέρω σε σχέση με τους λόγους αναιρέσεως εκάστου των αναιρεσειόντων. Ειδικότερα το Δικαστήριο αναφέρει, αρχικά, όσον αφορά τους 1ο, 2ο, 3ο και 5ο, ότι, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις, ο πρώτος, ως επαγγελματίας οδηγός του ανωτέρω οχήματος συρμού, ο δεύτερος, ως συνιδιοκτήτης του εν λόγω οχήματος και ο υπεύθυνος φορτώσεων υπάλληλος της εταιρείας "Ε-1 Α.Ε.", ο τρίτος, ως συνιδιοκτήτης του εν λόγω οχήματος και ο πέμπτος ως ο Δ/ντής του εργοστασίου της εν λόγω εταιρείας, και μπορούσαν να καταβάλουν, προέβλεψαν μεν ως δυνατό το ανωτέρω αξιόποινο αποτέλεσμα, πίστεψαν όμως ότι δεν θα επερχόταν, ενώ, καθ'όσο αφορά τους 4ο και 6ο κατηγορουμένους, ότι, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις ο πρώτος ως ο γενικός Δ/ντής και ο δεύτερος ως ο αποθηκάριος της ανωτέρω εταιρείας, και μπορούσαν να καταβάλουν δεν προέβλεψαν το ανωτέρω αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσαν. Στη συνέχεια δε εξειδικεύει το σύνολο της αμελούς συμπεριφοράς κάθε κατηγορουμένου, η οποία προκάλεσε το θάνατο και τον τραυματισμό των προαναφερόμενων προσώπων, αφού, όπως ανέλεγκτα δέχθηκε, με πιθανότητα που εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας δεν θα επέρχονταν αν οι κατηγορούμενοι ενεργούσαν επιμελώς. Ειδικότερα, για τους ανωτέρω κατηγορουμένους-αναιρεσείοντες Χ5, και τον αναιρεσείοντα Χ1, του οποίου η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, ενόψει του ότι οι παραδοχές και για τους δύο είναι κοινές, ως και τον κατηγορούμενο μη αναιρεσείοντα οδηγό του φορτηγού Χ6, οι παραδοχές για τον οποίο έχουν άμεση σχέση με τον Χ5 συνιδιοκτήτη του φορτηγού και εργοδότη του Χ6, Χ4, Χ2 και Χ3, δέχθηκε τα ακόλουθα: "1) Ο κατηγορούμενος Χ6όφειλε να μη επιτρέψει τη φόρτωση του οχήματος με φορτίο που υπερέβαινε το μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος και ύψος του συρμού, δεδομένου ότι ως έμπειρος επαγγελματίας οδηγός φορτηγών αυτοκινήτων που ήταν, γνώριζε ότι η οδική συμπεριφορά του οχήματος εξαρτάται άμεσα από το βάρος του μεταφερόμενου φορτίου και από τον τρόπο φόρτωσής του, και επομένως το φορτίο πρέπει να είναι στα όρια του επιτρεπτού βάρους και να καταμερίζεται όσο το δυνατόν περισσότερο χαμηλά στην επιφάνεια του δαπέδου για να χαμηλώνει το κέντρο βάρους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο συρμός φορτώθηκε με φύλλα μελαμίνης, MDF και μοριοσανίδες, το φορτίο δε αυτό, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. .../11-4-2003 και .../11-4-2003 φορτωτικές και τα υπ' αριθμ. .../11-4-2003 και .../11-4-2003 δελτία αποστολής εκδόσεως της "Ε-1 Α.Ε." ήταν βάρους 24.202 και 4.699 kg αντίστοιχα, συνολικά δε 28901 kg. Από την άδεια κυκλοφορίας του συρμού προκύπτει ότι το ρυμουλκό μετά του ρυμουλκουμένου μπορούσαν να μεταφέρουν ωφέλιμο φορτίο 16220 kg και 7.650 kg αντίστοιχα, συνολικά δηλαδή 23870 kg.
Συνεπώς, ο συρμός ήταν υπέρβαρος συνολικά κατά 5.031 kg . Τα δέματα των εμπορευμάτων ήταν 16. Από αυτά τα 10 φορτώθηκαν στο ρυμουλκό και 6 στο ρυμουλκούμενο. Το μέσο ύψος κάθε παλέτας (δέματος) μαζί με τις σαγρέ σανίδες που τοποθετήθηκαν στις πάνω και κάτω πλευρές αυτού ήταν 41,6 εκ. μεταξύ δε αυτών μεσολαβούσαν πηχάκια που διευκόλυναν τη φόρτωση πάχους 2,4 εκ, περίπου. Λαμβανομένου υπόψη ότι κατά μήκος του ρυμουλκού μπορούσαν να τοποθετηθούν δύο σειρές δεμάτων (μήκος των φύλλων μελαμίνης 3,66 Χ 2 = 7,32 μ. ενώ το μήκος της πλατφόρμας ήταν 7,38 και το πλάτος των μελαμινών και μοριοσανίδων ήταν 1,80 μ. ενώ το πλάτος της πλατφόρμας 2,50 μ.) συνάγεται το συμπέρασμα ότι στο ρυμουλκό τοποθετήθηκαν καθ' ύψος 5 σειρές δεμάτων οι οποίες έφθαναν συνολικά στο ύψος 2,20 μ. περίπου και όχι στο ύψος 1,60-1,80 μ. όπως θα έπρεπε. Στο ρυμουλκούμενο τοποθετήθηκαν καθ' ύψος 3 σειρές δεμάτων που είχαν ύψος 1,30 μ.περίπου. Το υπέρβαρο, κατά τα ανωτέρω, φορτίο του οχήματος αύξησε αναλογικά την κινητική ενέργεια αυτού, με αποτέλεσμα, στην περίπτωση σύγκρουσης να έχει αντίστοιχα μεγαλύτερα καταστρεπτικά αποτελέσματα, ενώ η καθ' ύψος αύξηση του όγκου του ρυμουλκού μετατόπισε καθ' ύψος το κέντρο βάρους, μειώνοντας έτσι την ευστάθεια του οχήματος. Επί πλέον ο κατηγορούμενος προσέδεσε το φορτίο με παλαιούς καταπονημένους και εμφανώς φθαρμένους ιμάντες, συγκεκριμένα με 6 ιμάντες στο ρυμουλκό και 4 στο ρυμουλκούμενο, ενώ όφειλε, λόγω του βάρους και του ύψους του φορτίου να χρησιμοποιήσει περισσότερους ιμάντες και σε καλή κατάσταση, που να φέρουν γωνίες στα σημεία επαφής, ή να χρησιμοποιήσει άλλα βοηθητικά εξαρτήματα (σκοινιά, καλώδια) για την ασφάλιση του φορτίου, ώστε να αποκλειστεί η δυνατότητα μετατόπισης αυτού. Ακόμη η πρόσδεση των ιμάντων δεν ήταν κανονική, διότι έλειπαν δύο κρίκοι πρόσδεσης πατώματος και έτσι η πρόσδεση των ιμάντων έγινε όχι στους κρίκους όπως έπρεπε αλλά στις τραβέρσες εσωτερικά της καρότσας. Η υποχρέωση της ασφαλούς φόρτωσης και μεταφοράς φορτίων επιβάλλεται από το άρθρο 32 Ν. 2696/1999. Ο τρόπος της ασφαλούς πρόσδεσης και της ασφαλούς συσκευασίας των εμπορευμάτων δεν προσδιορίζεται ειδικά στο νόμο, αλλά προκύπτει από τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης. Το γεγονός ότι το φορτίο ήταν υπέρβαρο κατά 5.031 kg το γνώριζε ο κατηγορούμενος προτού ξεκινήσει για την διαδρομή και τούτο διότι του παραδόθηκαν όπως προαναφέρθηκε δύο φορτωτικές και δύο δελτία αποστολής εκδόσεως της "Ε-1 Α.Ε." το ένα με βάρος 24.202 kg και το άλλο με βάρος 4.699 kg που αφορούσαν μία παραγγελία του ίδιου παραλήπτη και εκδόθηκαν τα δύο αυτά δελτία και όχι ένα με σκοπό να εξαπατούν αστυνομικούς της Τροχαίας σε ενδεχόμενο σχετικό έλεγχο, ασφαλώς δε γνώριζε και έπρεπε να γνωρίζει ο κατηγορούμενος το αναφερόμενο σε έκαστο των δελτίων αυτών βάρος για να είναι σε θέση να επιδεικνύει το κατάλληλο για την περίπτωση δελτίο κατά τον σχετικό έλεγχο στη συγκεκριμένη δηλαδή περίπτωση για τον έμφορτο αυτόν συρμό δεν θα ήταν σκόπιμο να επιδείξει σε γενόμενο έλεγχο το δελτίο των 4.699 kg. Όμως πέραν αυτού προέκυψε ότι ο αποθηκάριος Χ3 είχε αναφέρει στον κατηγορούμενο οδηγό πριν την εκκίνηση για τον τόπο προορισμού ότι το φορτίο ήταν "λίγο παραπάνω από 28 τόνους". Ακόμη ο κατηγορούμενος οδηγός γνώριζε ότι το ύψος του φορτίου υπερέβαινε το επιτρεπόμενο γεγονός που αποδέχεται στην απολογία του από 14-4-2003 αλλά και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου στην απολογία του από 15-2-2007. Ακόμη ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της διαδρομής δεν σταμάτησε την οδήγηση όπως όφειλε προκειμένου: 1) να ελέγξει τη σταθερότητα πρόσδεσης του φορτίου και να τεντώσει τους ιμάντες πρόσδεσης, οι οποίοι λασκάρουν όταν το φορτίο μετακινείται με τις επιταχύνσεις, τα φρεναρίσματα, τις λακκούβες του δρόμου και τη φυγόκεντρο δύναμη (βλ. το εγχειρίδιο του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, Θεωρητική εκπαίδευση υποψηφίων οδηγών φορτηγών έκδοση 2000 σελ. 31), και 2) να ξεκουραστεί, σύμφωνα με το άρθρο 7 του υπ' αριθμ. 3820/20-12-85 Κανονισμού της ΕΟΚ για την εναρμόνιση κοινοτικών διατάξεων στο τομέα των οδικών μεταφορών, το οποίο ορίζει ότι μετά οδήγηση 4 1/2 ωρών ο οδηγός πρέπει να κάνει διάλειμμα τουλάχιστον 45' ή να αντικαταστήσει το διάλειμμα αυτό με διαλείμματα 15' τουλάχιστον το καθένα. Ο ταχογραφικός δίσκος εμφανίζει ως ώρα εκκίνησης του συρμού την 12.56' της 13-4-2003. Στις 19.15'-19.20' έγινε η προαναφερθείσα σύγκρουση των οχημάτων. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος οδηγός του συρμού οδηγούσε συνεχώς επί 6 ώρες και 19 λεπτά χωρίς διάλειμμα ξεκούρασης, ενώ οι μόνες στάσεις που έκανε ήταν διάρκειας ενός ή δύο λεπτών σε φανάρια ή διόδια που βρέθηκαν στην πορεία του. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να μειωθούν οι αντοχές του και τα αντανακλαστικά του, η ικανότητά του δηλαδή να αντιλαμβάνεται έγκαιρα και να αντιδρά κατάλληλα σε περίπτωση κινδύνου. Τέλος ο κατηγορούμενος οδηγός αν και γνώριζε όλα τα ανωτέρω ότι δηλαδή το φορτίο του συρμού ήταν υπέρβαρο, ότι το κέντρο βάρους είχε μετακινηθεί προς τα άνω, ότι η πρόσδεση του φορτίου με τους ιμάντες δεν ήταν κανονική, ότι τα ελαστικά του αυτοκινήτου ήταν φθαρμένα, τουλάχιστον των πίσω αξόνων και επομένως δεν είχαν επαρκή πρόσφυση στο οδόστρωμα, ότι εκινείτο σε τμήμα οδού υψηλού κινδύνου επέλευσης ατυχήματος καθ' όσο η οδός ήταν στενή με μόνο ένα ρεύμα πορείας ανά κατεύθυνση και με κατηφορική κλίση, είχε δε συνεχείς στροφές και πριν την τοποθεσία του ατυχήματος αλλά και ακριβώς στην τοποθεσία του ατυχήματος είχε δύο συνεχείς αντίρροπες στροφές, η πρώτη των οποίων αριστερά, που επισημαίνονταν με υπάρχουσα στην πορεία του συρμού πινακίδα αναγγελίας κινδύνου Κ- 2 α και επί πλέον η οδός παρουσίαζε αυξημένη κίνηση οχημάτων, δεν μείωσε στο ελάχιστο την ταχύτητα του συρμού όπως είχε υποχρέωση κατά το άρθρο 19 του ΚΟΚ, δηλαδή δεν μείωσε την ταχύτητα και κάτω του τότε επιτρεπομένου, για την εν λόγω οδό, ορίου ταχύτητας των 70 χ/ω (άρθρ. 20§2β ΚΟΚ) αλλά εκινείτο με την υπερβολική, για τις ανωτέρω συνθήκες, ταχύτητα των 84 χ/ω. Και είναι μεν αλήθεια ότι στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης των ΗΗ-ΘΘ, καθώς και στο υπ' αριθμ. πρωτ. .../9/33-1ζ/15-4-2003 έγγραφο της Τροχαίας Λάρισας αναφέρεται ότι αμέσως πριν από τη σύγκρουση στο δίσκο ταχογράφου του συρμού καταγράφηκε ταχύτητα 64 χ/ω. Η ταχύτητα όμως αυτή δεν ήταν η πραγματική και τούτο διότι από τη μελέτη του δίσκου του ταχογράφου προκύπτει ότι η μέση ταχύτητα που είχε καταγράψει αυτός είναι 60 χ/ω. Λαμβανομένου όμως υπόψη της ώρας εκκίνησης του συρμού για τον τόπο προορισμού των χιλιομέτρων που διέτρεξε μέχρι τον τόπο του ατυχήματος και της ώρας που προκλήθηκε το ατύχημα, όπως ανωτέρω προσδιορίστηκαν, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος διέτρεξε 501 χιλιόμετρα σε χρόνο 6 ωρών και 19 λεπτών, και συνακόλουθα προκύπτει ότι η πραγματική μέση ταχύτητα του συρμού ήταν 79,3 χ/ω. Η διαφορά δηλαδή μεταξύ πραγματικής και εικονικής μέσης ταχύτητας είναι 24% και επομένως όταν ο ταχογράφος κατέγραψε ταχύτητα 64 χ/ω η πραγματική ήταν 84 χ/ω, την οποία δεν κατέγραψε ο δίσκος του ταχογράφου γιατί ο κατηγορούμενος οδηγός είχε θέσει σε λειτουργία το ροοστάτη που υπήρχε στο όχημα. Την ύπαρξη του ροοστάτη είχε ομολογήσει ο κατηγορούμενος οδηγός, απολογούμενος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στο ακροατήριο όμως του δευτεροβάθμιου αυτού Δικαστηρίου αρνήθηκε ότι γνώριζε την ύπαρξή του, ισχυρισμός που κρίνεται ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αφού για έναν έμπειρο επαγγελματία οδηγό, όπως ο κατηγορούμενος, ήταν εύκολο να αντιληφθεί ότι η πραγματική ταχύτητα του οχήματος ήταν μεγαλύτερη εκείνης που έδειχνε ο ταχογράφος και ότι υπήρχε ροοστάτης. Τελικά ο κατηγορούμενος οδηγός έλαβε ανοιχτά τη δεξιά στροφή και εισήλθε στο αντίθετο με την κατεύθυνσή του ρεύμα κυκλοφορίας παραβιάζοντας τη διπλή, κατά μήκος, συνεχόμενη διαγράμμιση της οδού, με αποτέλεσμα το πολύνεκρο ατύχημα που προαναφέρθηκε, το οποίο είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποτρέψει, συμμορφούμενος προς τις υποχρεώσεις του για τη σύννομη φόρτωση και πρόσδεση του μεταφερόμενου φορτίου και σύννομη οδήγηση του οχήματος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4, 12§1, 13§2, 19§1,2 και 3, 20§2 περ. 1γ και 10, 32§1, 2α και 3, Ν. 2696/1999 και με τις διατάξεις του άρθρου 7 του υπ' αριθμ. 3820/20-12-1985 κανονισμού της ΕΟΚ και του άρθρου 13 του υπ' αριθμ. 3821/20-12-1985 Κανονισμού της ΕΟΚ (που επιβάλλει την καλή χρήση και λειτουργία της συσκευής του ταχογράφου). 2) Οι κατηγορούμενοι Χ5 και Χ1 ήταν συνιδιοκτήτες του ανωτέρω συρμού και ως τοιούτοι επέτρεψαν την μεταφορά υπέρβαρου κατά 5.031 kg φορτίου από τον ... στον ..., γνωρίζοντας ότι η εν λόγω διαδρομή έχει και τμήματα υψηλού κινδύνου επέλευσης ατυχήματος, ότι το μεταφερόμενο φορτίο ήταν πλάκες μελαμίνης που ήταν εξαιρετικά ολισθηρές και απαιτούσαν ιδιαίτερη προσοχή κατά την μεταφορά τους, την στοιβασία και την πρόσδεσή τους και παρά ταύτα επέτρεψαν να φορτωθεί υπέρβαρο φορτίο χωρίς μάλιστα να διαθέσουν αυτοί, ως συνιδιοκτήτες του αυτοκινήτου, τους απαραίτητους σε αριθμό ιμάντες και συγκεκριμένα, λόγω του υπέρβαρου φορτίου 10 για το ρυμουλκό και 7 για το ρυμουλκούμενο όπως αναφέρεται και στην τεχνική έκθεση ... (σελ. 36), ο οποίος έλαβε υπόψη δύναμη τάνυσης ιμάντων 500 DAN (που είναι η ανώτερη) και με συντελεστή τριβής φορτίου 0,35 όπως του μεταφερόμενου φορτίου μελαμινών και οι οποίοι ιμάντες να είναι κατάλληλοι για τη συγκεκριμένη πρόσδεση, δηλαδή να μη είναι φθαρμένοι και να διαθέτουν προστατευτικές γωνίες στις άνω πλευρικές ακμές στις ντάνες των προϊόντων μοριοπλακών μελαμίνης, ώστε να επιτυγχάνεται προστασία των ιμάντων από τη φθορά της τριβής τους επί των ακμών και ακόμη να επιτυγχάνεται δυνατότητα μεγαλύτερης τάνυσης των ιμάντων, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι με το συγκεκριμένο αυτοκίνητο πραγματοποιούνταν κατά σύστημα μεταφορές υπέρβαρων φορτίων. Αντίθετα οι ως άνω κατηγορούμενοι διέθεσαν για τη μεταφορά του εν λόγω υπέρβαρου φορτίου 6 ιμάντες για το ρυμουλκό και 4 ιμάντες για το ρυμουλκούμενο, οι οποίοι ήταν καταπονημένοι και σε μερικά σημεία εμφανώς φθαρμένοι και χωρίς γωνίες προστατευτικές και χωρίς να έχουν τη δυνατότητα πρόσδεσής τους σε κρίκους δαπέδου, όπως έπρεπε, αφού έλειπαν δύο τέτοιοι κρίκοι και γι' αυτό η πρόσδεση έγινε από την τραβέρσα κατά τα προαναφερθέντα. Επί πλέον, ενώ οι κατηγορούμενοι είχαν υποχρέωση να φροντίσουν για την αντικατάσταση των φθαρμένων ελαστικών του οχήματός τους, δεν έπραξαν τούτο, αν και γνώριζαν ότι τα φθαρμένα ελαστικά δεν έχουν επαρκή πρόσφυση στο οδόστρωμα και ως εκ τούτου καθιστούν την οδήγηση επικίνδυνη. Και τέλος, ενώ οι κατηγορούμενοι αυτοί είχαν υποχρέωση να φροντίσουν για την καλή λειτουργία του ταχογράφου του οχήματός τους, όχι μόνο δεν έπραξαν αυτό αλλά τοποθέτησαν ροοστάτη (κλέφτη), ο οποίος ρυθμίζεται από τον οδηγό, έτσι ώστε να καταγράφεται στον δίσκο ταχογράφου όχι η πραγματική ταχύτητα αλλά μικρότερη που να βρίσκεται μέσα στα νόμιμα εκάστοτε όρια, αν και γνώριζαν ότι η μεγαλύτερη, των νομίμων ορίων, ταχύτητα, σε συνάρτηση με τα υπέρβαρα φορτία ενίσχυε το βαθμό επικινδυνότητας επέλευσης τροχαίου ατυχήματος. Ειδικότερα καθ' όσο αφορά τη μεταφορά του φορτίου την ημέρα του ατυχήματος την εντολή για τη φόρτωσή του στον ανωτέρω συρμό έδωσε ο εκ των κατηγορουμένων Χ5, συνιδιοκτήτης του συρμού, ο οποίος είχε και την ιδιότητα του υπαλλήλου της εταιρίας "Ε-1 Α.Ε." υπευθύνου για τη φόρτωση και τη μεταφορά των εμπορευμάτων της, αν και γνώριζε ότι το βάρος του φορτίου υπερέβαινε το ωφέλιμο βάρος του οχήματός του και μάλιστα κατά σημαντικό ποσοστό, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Το γεγονός του κατά τα ανωτέρω υπέρβαρου φορτίου γνώριζε και ο έτερος συνιδιοκτήτης του συρμού κατηγορούμενος Χ1, ο οποίος συναίνεσε στη φόρτωση. Το γεγονός της γνώσης και συναίνεσής του αποδεικνύεται από το ότι το προηγούμενο έτος οδηγούσε ο ίδιος τον εν λόγω συρμό και μετέφερε με αυτό το όχημα υπέρβαρα φορτία καθώς και από το ότι το μετέπειτα χρονικό διάστημα, που δεν οδηγούσε ο ίδιος το όχημα αυτό, ελάμβανε γνώση του βάρους του μεταφερόμενου υπέρβαρου φορτίου που αναγράφονταν στις σχετικές φορτωτικές αφού το ποσοστό κέρδους του διαμορφώνονταν και με βάση το βάρος του φορτίου (9.000 δρχ. ανά τόνο) και ως εκ τούτου είχε τη γνώση των υπέρβαρων φορτίων και τη δυνατότητα να δώσει εντολή να μη μεταφέρονται με το όχημα συνιδιοκτησίας του υπέρβαρα φορτία, πράγμα που δεν έπραξε, όπως προκύπτει από φορτωτικές σειράς προηγουμένων δρομολογίων του εν λόγω οχήματος όπου αναφέρονται υπέρβαρα φορτία, ήτοι υπ' αριθμ. ... και .../8-4-2003 φορτωτικές και το αντίστοιχο υπ' αριθμ. .../9-4-2003 ημερήσιο δελτίο δρομολογίων, υπ' αριθμ. .../4-4-2003 φορτωτική και το αντίστοιχο υπ'αριθμ. .../5-4-2003 δελτίο δρομολογίων, υπ'αριθμ. ..., .../1-4-2003 φορτωτικές, υπ' αριθμ. ..., .../27-3-2003 φορτωτικές και το αντίστοιχο .../27-3-2003 δελτίο δρομολογίων, υπ' αριθμ. ..., .../24-3-2003 φορτωτικές και το αντίστοιχο .../25-3-2003 δελτίο δρομολογίων, υπ' αριθμ. ..., .../20-3-2003 και ..., ..../17-3-2003 φορτωτικές, αντ' αυτού μάλιστα αμφότεροι έδιναν εντολή όπως και στη συγκεκριμένη περίπτωση να επιδεικνύει ο οδηγός σε τυχόν νόμιμο έλεγχο καθ' οδό τη μία από τις φορτωτικές και το αντίστοιχο δελτίο αποστολής και να κρύβει το έτερο που είχε εκδοθεί για την ίδια παραγγελία ώστε να εμφανίζεται το φορτίο μέσα στα επιτρεπτά όρια, κατά τα προαναφερθέντα. Εξ άλλου δεν είναι απαραίτητο ο δράστης για το αποτέλεσμα το οποίο ήλεγχε με την ενέργεια ή την παράλειψή του, να είχε μέσα του καθημερινά ενεργή τη γνώση και τη βούληση, αρκεί ότι υπήρχε η επίγνωση στο περιθώριο της συνειδήσεώς του. Γνώριζε δε και ο εν λόγω κατηγορούμενος Χ1, όπως και ο πρώτος Χ5, ως επαγγελματίες μεταφορείς και επιπλέον ο δεύτερος και ως επαγγελματίας οδηγός ότι το υπέρβαρο φορτίο καθιστά την οδήγηση πλέον επικίνδυνη και είναι ενδεχόμενο το όχημα που μεταφέρει υπέρβαρο φορτίο να προκαλέσει εξ αυτού, ατύχημα. Οι ανωτέρω υποχρεώσεις των κατηγορουμένων Χ5 και Χ1 προκύπτουν από τις διατάξεις των άρθρων 20§10 και 13, και 32§1 και 3 Ν. 2696/1999 καθώς και από το άρθρ. 13 του υπ' αριθμ. 3821/20-12-1985 Κανονισμού της ΕΟΚ.
3) Ο κατηγορούμενος Χ4, με σπουδές δασολογίας και φυσικού περιβάλλοντος, προσλήφθηκε από την εταιρεία Ε-1 Α.Ε. το έτος 1995, ως δασολόγος, στο τμήμα συρραφής. Από τον Μάιο 2002 μέχρι τέλος Δεκεμβρίου 2002 ήταν διευθυντής παραγωγής της ανωτέρω εταιρείας και είχε την ευθύνη τόσο του τμήματος αποθήκης όσο και του τμήματος φορτώσεων, το οποίο τμήμα είχε την ευθύνη, μεταξύ των άλλων, της ορθής φόρτωσης σύμφωνα με τις παραγγελίες των πελατών της εταιρείας καθώς και της οργάνωσης και του προγραμματισμού των δρομολογίων όλων των οχημάτων της εταιρείας. Από 1-1-2003 του ανατέθηκαν τα καθήκοντα του διευθυντή εργοστασίου της εταιρείας στον ... και σύμφωνα με τον από 29-3-2003 ισχύοντα εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της εταιρείας, που ίσχυε ατύπως και τον προηγούμενο χρόνο, ήταν ο άμεσος προϊστάμενος του διευθυντή παραγωγής, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε είχε την ευθύνη, μεταξύ των άλλων και των τμημάτων αποθήκης και φορτώσεων. Όμως παρ' ότι είχε την εποπτεία μεταξύ των άλλων και των εργαζομένων στα προαναφερθέντα τμήματα και την υποχρέωση να εκδίδει οδηγίες προς τους εργαζομένους αυτούς προς την άσκηση των καθηκόντων τους, ιδιαιτέρως όταν αυτά αφορούσαν την ασφάλεια τρίτων προσώπων παρέλειψε κάθε έλεγχο και εποπτεία των εν λόγω τμημάτων και των υπαλλήλων που είχε υποχρέωση να επιβλέπει, με βάση τον προαναφερθέντα εσωτερικό κανονισμό, παρ' ότι ο ίδιος και με την προηγούμενη ιδιότητά του, του διευθυντή παραγωγής, αλλά και με τη νέα του ιδιότητα του διευθυντή του εργοστασίου, βρισκόταν καθημερινά στο χώρο του εργοστασίου και είχε προσωπική αντίληψη και γνώση για τον τρόπο φόρτωσης και μεταφορά των προϊόντων της εταιρείας, τόσο με τα ιδιόκτητα αυτοκίνητά της όσο και με τα φορτηγά τρίτων και ότι τα τελευταία συστηματικά μετέφεραν υπέρβαρα φορτία. Ειδικότερα αν και γνώριζε ότι με το ανωτέρω φορτηγό αυτοκίνητο συνιδιοκτησίας των δευτέρου και τρίτου κατηγορουμένων Χ5 και Χ1, ο πρώτος των οποίων, ως υπεύθυνος φόρτωσης της εταιρείας, ήταν υφιστάμενός του, μεταφέρονταν συστηματικά υπέρβαρα φορτία, παρέλειψε να δώσει οδηγία στον εν λόγω υπεύθυνο φόρτωσης και στους άλλους υπαλλήλους φόρτωσης, για τη μη υπερφόρτωση του φορτηγού. Η γνώση του για την μεταφορά με το ανωτέρω φορτηγό υπέρβαρων φορτίων, όπως και του συγκεκριμένου μεταφερόμενου την 13-4-2003, προκύπτει από το γεγονός ότι, ως εκ της ιδιότητάς του, ελάμβανε γνώση των παραστατικών, για τις μεταφορές εμπορευμάτων, εγγράφων (φορτωτικές, δελτίων αποστολής) και σε κάθε περίπτωση μπορούσε και έπρεπε να λάβει γνώση αυτών, όπως θα έπραττε σε ανάλογη περίπτωση κάθε μέσος συνετός υπάλληλος των δικών του αρμοδιοτήτων. Εξ άλλου λόγω της πείρας του από την πολυετή υπηρεσία του εποπτείας των τμημάτων μεταφοράς και φορτώσεων, μπορούσε από τον αριθμό και μόνο των μεταφερομένων παλετών να υπολογίσει εκ του ασφαλούς το βάρος του μεταφερόμενου φορτίου, με δεδομένο δε ότι γνώριζε τα στοιχεία του ανωτέρω φορτηγού, το οποίο από ετών μετέφερε αποκλειστικά εμπορεύματα της εταιρίας, μπορούσε να υπολογίσει κατά πόσο υπερέβαινε το εν λόγω φορτίο το επιτρεπόμενο βάρος και ακόμη να υπολογίσει ότι έτσι το ύψος του μεταφερόμενου φορτίου υπερέβαινε το επιτρεπόμενο τοιούτο. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά του, δεν προμήθευσε το συνεργείο φόρτωσης με επαρκή αριθμό μεταλλικών τσερκιών για την πρόσδεση του φορτίου, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, λαμβανομένων υπόψη του μικρού συντελεστή τριβής των μελαμινών που είναι 0,20, δηλαδή όσο περίπου και ο συντελεστής τριβής του πάγου που είναι 0,17, του μεγάλου βάρους των μεταφερομένων παλετών και των διαστάσεων αυτών. Τα ανωτέρω γνώριζε ο κατηγορούμενος από την πείρα του, υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητές του εργασίας στην εν λόγω εταιρεία, αλλά και από τις σπουδές του που προαναφέρθηκαν. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει ειδική διάταξη νόμου στην ελληνική νομοθεσία για τον τρόπο συσκευασίας και πρόσδεσης φορτίων, δεν ασκεί επιρροή, αφού ο νόμος υποχρεώνει να χρησιμοποιείται κάθε μέσο που θα καθιστά τη συσκευασία και μεταφορά των εμπορευμάτων ασφαλή σε κάθε περίσταση (άρθρ. 7 Π.Δ 17/1996, σύμφωνα με το οποίο ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και την ασφάλεια των τρίτων, άρθρ. 53 Ν. 1591/1986 σύμφωνα με το οποίο, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συνεργεί στην υπερφόρτωση φορτηγών δημόσιας χρήσης κατά ποσοστό που υπερβαίνει το 10% του μικτού βάρους του οχήματος είναι συνυπεύθυνο για τις μεταφορές αυτές και άρθρ. 32§§2,3 ΚΟΚ), είχε δε τη δυνατότητα και την υποχρέωση να λάβει γνώση των σύγχρονων μεθόδων, σχετικά με την ασφαλή συσκευασία και μεταφορά των φορτίων. Τέλος έκαστος των προαναφερθέντων κατηγορούμενων Χ6, Χ5, Χ1 και Χ4, γνώριζε, λόγω της προαναφερθείσας για τον καθένα εργασιακής ιδιότητας και της εξ αυτής πείρας από τις σπουδές (ο 4ος) και γενικά από τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι, συνεπεία των ανωτέρω πράξεων και παραλείψεων, όπως για τον καθένα τους προσδιορίστηκαν, ήταν δυνατό το ανωτέρω αξιόποινο αποτέλεσμα των θανάτων και των τραυματισμών και συγκεκριμένα ότι η υπερβολική ταχύτητα του οχήματος (1ος) σε συνδυασμό με τα φθαρμένα ελαστικά του οχήματος (1ος ,2ος και 3ος ) το υπέρβαρο φορτίο και τη μη κανονική κατά τα ανωτέρω στοιβασία του, ήταν δυνατόν να εκτρέψουν το όχημα της πορείας του, δεδομένου μάλιστα ότι εκινείτο σε οδό με τμήματα υψηλού βαθμού επικινδυνότητας, και να συγκρουσθεί αυτό με αντιθέτως κινούμενα αυτοκίνητα, καθώς και να αποσυναρμολογηθεί και να καταπέσει το φορτίο επί της οδού με αποτέλεσμα τον τραυματισμό ή και το θάνατο προσώπων, όπως και έγινε, πίστεψε όμως έκαστος εξ αυτών ότι δεν θα επερχόταν το αποτέλεσμα αυτό (των θανάτων και των τραυματισμών).
4) Ο τέταρτος κατηγορούμενος Χ2, πτυχιούχος Χημικός Μηχανικός του Πολυτεχνείου και με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο ΒERLINE της Αγγλίας με αντικείμενο χρηματοοικονομικό σχεδιασμό, προσλήφθηκε στην εταιρεία Ε-1 Α.Ε. τον Δεκέμβριο του 1998 ως διευθυντής σχεδιασμού και αμέσως μετά ανέλαβε και τα καθήκοντα γενικού διευθυντή της εταιρείας. Σύμφωνα με τον από 19-3-2003 εσωτερικό κανονισμό της εταιρείας, ο οποίος ίσχυε άτυπα και για το προηγούμενο χρονικό διάστημα, στις αρμοδιότητες και στα καθήκοντα του γενικού διευθυντή συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ των άλλων α) η διαμόρφωση και τροποποίηση του οργανογράμματος της εταιρείας και υποβολή προς έγκριση από το διοικητικό συμβούλιο, β) ο συντονισμός και έλεγχος των διευθύνσεων και του προσωπικού της εταιρείας, γ) η έγκριση δαπανών, υπερωριών και αδειών τμημάτων, δ) η παρακολούθηση προϋπολογιστικών και απολογιστικών μεγεθών όσον αφορά τα έξοδα της εταιρείας, ε) η παρακολούθηση της τήρησης των οδηγιών και αποφάσεων της γενικής διεύθυνσης προς τις επί μέρους διευθύνσεις και τα τμήματα της εταιρείας, στ) η αξιολόγηση της απόδοσης των διευθύνσεων και του προσωπικού της εταιρείας, ζ) η άσκηση άμεσης εποπτείας των διευθυντών, σύμφωνα δε με το οργανόγραμμα της εταιρείας αυτής άμεσος προϊστάμενος του Γενικού Διευθυντή ήταν το Διοικητικό Συμβούλιο. Παράλληλα όμως με τις αρμοδιότητες αυτές ο κατηγορούμενος ανέλαβε και τον οικονομικό σχεδιασμό και τις αναγκαίες εργασίες από κοινού με τον οικονομικό διευθυντή της εταιρείας, για την είσοδο της εταιρείας στο χρηματιστήριο, και για τον λόγο αυτό κρίθηκε αναγκαίο, να διαμένει ο κατηγορούμενος στην ... ορισμένες ημέρες της εβδομάδας για να έχει τις απαραίτητες για τον εν λόγω σκοπό, προσωπικές επαφές και διαπραγματεύσεις, προς τούτο δε η εταιρεία εκτός των συμφωνηθέντων αποδοχών του, του παραχώρησε κατοικία στην ... και ΙΧΕ αυτοκίνητο για τις μετακινήσεις του. Ο κατηγορούμενος άσκησε με επιτυχία τα καθήκοντά του καθ' όσο αφορά την είσοδο της εταιρείας στο χρηματιστήριο Αθηνών, που επιτεύχθηκε τον Απρίλιο του έτους 2000, παράλληλα δε ασκούσε και τα καθήκοντα του γενικού διευθυντή της εταιρείας, μεταβαίνοντας προς τούτο στην ... όπου τα κεντρικά γραφεία αυτής και στον ..., όπου ήταν το εργοστάσιό της, αλλά και επικοινωνώντας τηλεφωνικά κυρίως με τον υφιστάμενό του διευθυντή του εργοστασίου κατηγορούμενο Χ4. Και ισχυρίζεται μεν ο κατηγορούμενος Χ2 ότι τυπικά κατείχε τη θέση του διευθυντή της εταιρείας για να έχει το απαιτούμενο κύρος κατά τις επαφές και τις διαπραγματεύσεις με Τράπεζες, χρηματιστηριακές εταιρείες και επενδυτές, κύρος που δεν θα είχε αν τα καθήκοντα τον περιόριζαν στον οικονομικό σχεδιασμό για την είσοδο της εταιρείας στο χρηματιστήριο, αλλά και για τον λόγο ότι έπρεπε η εταιρεία να προχωρήσει στη σύνταξη οργανογράμματος. Όμως όπως αποδείχθηκε και προ του από 29-3-2003 ισχύοντος εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας της εταιρείας, ίσχυε άτυπα ο αυτός εσωτερικός κανονισμός με τις προαναφερθείσες αρμοδιότητες του γενικού διευθυντή καθώς και οργανόγραμμα (βλ. και το με αριθμ. 320/29-3-03 πρακτικό συνεδρίασης του Δ.Σ της εταιρείας όπου καθόσον αφορά τα καθήκοντα του γενικού διευθυντή, γίνεται ρητή αναφορά σε ισχύοντα άτυπο εσωτερικό κανονισμό εργασίας). Όμως για το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ασκούσε παράλληλα και τα καθήκοντα του γενικού διευθυντή, μεταβαίνοντας προς τούτο και στο εργοστάσιο στον ..., προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων ΔΔ, ΜΜ, ΝΝ και του ηλεκτρολόγου του εργοστασίου ΞΞ, αλλά και απ' όσα απολογούμενοι υποστήριξαν επ' αυτού οι κατηγορούμενοι Χ5 και Χ4, ο πρώτος των οποίων δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος Χ2 ερχόταν κάθε εβδομάδα στο εργοστάσιο και τις ημέρες που δεν ερχόταν είχε καθημερινή τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του, για επίλυση προβλημάτων του εργοστασίου, και ο δεύτερος δήλωσε ότι ο Πρόεδρος της εταιρείας Ε-3 παρουσίασε τον κατηγορούμενο Χ2 ως γενικό διευθυντή σε όλα τα τμήματα, τον έβλεπε στο εργοστάσιο και μάλιστα και στο τμήμα φορτώσεων. Η κρίση του Δικαστηρίου τούτου ότι στον κατηγορούμενο Χ2 ανατέθηκαν ουσιαστικά και όχι μόνο τυπικά τα καθήκοντα του γενικού διευθυντή της εταιρείας, ενισχύεται και από το γεγονός ότι: α) όταν ευθύς μετά το ατύχημα ειδοποιήθηκε να έλθει από την ... και να εμφανισθεί ενώπιον της αρμόδιας αστυνομικής αρχής στην ..., ως ο διευθυντής της εταιρείας, το έπραξε χωρίς καμία επιφύλαξη, β) απολογούμενος ενώπιον της Ανακρίτριας Λάρισας και πάλι δέχθηκε ότι ήταν ο γενικός διευθυντής της εταιρείας, χωρίς και πάλι καμία επιφύλαξη, ως προς τα καθήκοντα που κατά τον νόμο και με βάση τη σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και της εταιρείας είχε, γ) ο κατηγορούμενος, μετά την απόλυσή του από την εταιρεία, Ε-1 Α.Ε. άσκησε αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης κατά της εταιρείας κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, στηρίζοντας τις αξιώσεις του στο πραγματικό γεγονός ότι ήταν γενικός διευθυντής αυτής, ενώ αν τούτο δεν ήταν αληθές έπρεπε να στηρίξει τις αξιώσεις του, στην επικαλούμενη από τον ίδιο ως πραγματική εργασιακή σχέση που είχε με την εταιρεία, με βάση την μεταξύ τους σύμβαση. Και είναι μεν αλήθεια ότι οι μάρτυρες υπεράσπισης του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα οι ΠΠ, κάτοικος ..., πρώην πρόεδρος του Επιμελητηρίου Αθηνών, ΚΚ, κάτοικος ..., πρώην διευθυντής της εταιρείας "ΣΕΛΜΑΝ" που είχε όμοια εμπορική δραστηριότητα με την εταιρεία Ε-1 Α.Ε., ΡΡ, δικηγόρος, κάτοικος ..., ΣΣ, οδοντίατρος, κάτοικος ..., ΤΤ, έμπορος, κάτοικος ... και ΥΥ, συνταξιούχος εκπαιδευτικός, μητέρα του, κατέθεσαν για τις σπουδές του στην Ελλάδα στο Πολυτεχνείο και για τις μεταπτυχιακές χρηματοοικονομικές σπουδές του στην Αγγλία, καθώς και για την προϋπηρεσία του επί τρία και πλέον έτη σε υποκατάστημα Γαλλικής εταιρείας που είχε έδρα του στην Ελλάδα και αντικείμενο marketing και τις πωλήσεις των προϊόντων της εν λόγω εταιρείας, καθώς και την προϋπηρεσία του μετά την ολοκλήρωση των χρηματοοικονομικών σπουδών του, σε Αγγλική Τράπεζα, ότι διέμενε στην ..., ότι είχε αναλάβει επιτυχώς την εισαγωγή της εταιρείας Ε-1 Α.Ε. στο χρηματιστήριο Αθηνών, και ότι τα καθήκοντά τους, ως γενικού διευθυντή, ήταν τυπικά, προκειμένου να εισαχθεί η εταιρεία στο χρηματιστήριο. Όμως για το τελευταίο αυτό γεγονός δεν έχουν δική τους αντίληψη και κατέθεσαν όσα επ' αυτού τους είχε αναφέρει ο κατηγορούμενος, δεν μπόρεσαν δε να δώσουν στο δικαστήριο τούτο πειστική εξήγηση, γιατί ο κατηγορούμενος δέχθηκε την ανάληψη των, εκ του νόμου και της συμβάσεως με την εταιρεία, ευθυνών που προέκυπταν από την ανάληψη, χωρίς καμία επιφύλαξη, των καθηκόντων του γενικού διευθυντή της εταιρείας, σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό της που ίσχυε άτυπα κατά τον χρόνο ανάθεσης σ' αυτόν των εν λόγω καθηκόντων, χωρίς μάλιστα να οριστεί αναπληρωτής του και χωρίς να έχει ζητήσει να προσδιορίζεται εγγράφως ότι τα καθήκοντά του, ως γενικού διευθυντή, περιορίζονται τυπικά και ουσιαστικά στις εργασίες και την εκπροσώπησή της, για την είσοδό της στο χρηματιστήριο Αθηνών, καθώς επίσης δεν μπόρεσαν να δώσουν πειστική εξήγηση γιατί ο κατηγορούμενος, μετά την επίτευξη του στόχου εισόδου της εταιρείας στο χρηματιστήριο, παρέμεινε ως γενικός διευθυντής αυτής και δεν ζήτησε να προσδιοριστούν τα επικαλούμενα από τον ίδιο ως μόνα καθήκοντά του και υποχρεώσεις έναντι της εταιρείας και συγκεκριμένα η μετά την είσοδο στο χρηματιστήριο παρακολούθηση των χρηματοοικονομικών θεμάτων της εταιρείας (όπως πορεία της μετοχής της στο χρηματιστήριο) και ακόμη δεν ζήτησε να προσδιοριστούν, τα εν λόγω, επικαλούμενα από τον ίδιο, ως άνω μόνα καθήκοντά του και στον από 29-3-2003, ισχύοντα πλέον και τυπικά, εσωτερικό κανονισμό και οργανόγραμμα της εταιρείας, αλλά δέχθηκε, χωρίς και πάλι επιφύλαξη ή διευκρίνιση, να φέρεται ως ο γενικός διευθυντής της εταιρείας, έχοντας γνώση, ως εκ των σπουδών του τις εργασιακής και κοινωνικής του πείρας των, εκ της αναλήψεως των εν λόγω καθηκόντων, ευθυνών του. Είπε μάλιστα ο εκ των ανωτέρω μαρτύρων υπερασπίσεως, καταθέτοντας ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ότι τη μόνη εξήγηση που μπορεί να δώσει για τα ανωτέρω είναι ότι ο κατηγορούμενος αισθάνθηκε κολακευμένος από την ανάθεση σ' αυτόν, έστω και τυπικά, και των καθηκόντων του γενικού διευθυντή. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν επέδειξε την προσοχή και επιμέλεια που όφειλε, σύμφωνα με το νόμο και τη σύμβασή του με την εταιρεία Ε-1 Α.Ε. και ειδικότερα για εποπτεία και έλεγχο, μεταξύ των άλλων και του τμήματος φορτώσεων, δίδοντας σχετικές έγγραφες και προφορικές σαφείς εντολές στους υφισταμένους του κατηγορουμένους Χ4, Χ5, Χ3, για μη μεταφορά υπέρβαρων φορτίων με Δ.Χ φορτηγά αυτοκίνητα που χρησιμοποιούσε η εταιρεία, καθώς και για χρησιμοποίηση ικανού αριθμού, περισσότερων των δύο τσερκιών για κάθε ντάνα και παρακολουθώντας την εφαρμογή των οδηγιών του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 Ν. 2696/1999, 7 Π.Δ 17/1996 και 53 Ν. 1591/1986 και ακόμη δεν προέβλεψε, εξ αιτίας της ανωτέρω αμελούς συμπεριφοράς του, που εν μέρει ήταν απότοκη από το ότι δεν είχε συνεχή επαφή με το εργοστάσιο, λόγω του ότι ήταν επιφορτισμένος και με τα προαναφερθέντα καθήκοντα που αφορούσαν την χρηματοοικονομική πορεία της εταιρείας, ότι συνεπεία των παραπάνω παραλείψεών του, το ανωτέρω αυτοκίνητο-συρμός, κινούμενο υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες, θα προκαλούσε το ένδικο ατύχημα και τους εξ αυτού θανάτους και τραυματισμούς των προαναφερθέντων προσώπων. Το ανωτέρω ατύχημα και τα εξ αυτού αποτελέσματα δεν θα είχαν επέλθει αν ο κατηγορούμενος είχε καταβάλει την προσοχή την οποία όφειλε ως γενικός διευθυντής της εταιρείας Ε-1 Α.Ε. και την οποία μπορούσε να καταβάλει, δίδοντας στο τμήμα φορτώσεων και μεταφοράς της εν λόγω εταιρείας τις εντολές που προαναφέρθηκαν και εποπτεύοντας την εφαρμογή τους.
5) Ο κατηγορούμενος Χ3, προσλήφθηκε από την εταιρεία Ε-1 Α.Ε. το έτος 1997 ως αποθηκάριος στο εργοστάσιό της στον ... και επί πλέον αναλάμβανε τη φόρτωση των εμπορευμάτων κατ' εντολή του προϊσταμένου φόρτωσης, δευτέρου κατηγορουμένου, καθημερινά από την 16.00 απογευματινή μέχρι την 22.00 βραδινή ώρα, και ενώ από την εργασιακή του σύμβαση και από τον νόμο (άρθρ. 32 §§2,3 ΚΟΚ) είχε υποχρέωση να επιβλέπει και να καθοδηγεί τους εργάτες της ίδιας εταιρείας για τη συσκευασία των φορτίων που θα μεταφέρονταν με οχήματα, ώστε η συσκευασία να είναι ασφαλής και να αποκλείεται κάθε περίπτωση αποσυσκευασίας σε πιθανό ελιγμό του οχήματος ή εμπλοκής του σε ατύχημα, αυτός, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν καθοδήγησε στη συγκεκριμένη περίπτωση τους εργάτες συσκευασίας του ανωτέρω φορτίου και δεν επέβλεψε τον τρόπο συσκευασίας, με αποτέλεσμα αυτή να είναι επισφαλής, διότι χρησιμοποιήθηκαν για τη συσκευασία κάθε δέματος δύο μόνο μεταλλικές δέστρες (τσέρκια), οι οποίες τοποθετήθηκαν κάθετα προς το μήκος των φύλλων ξυλείας ενώ, λαμβανομένου υπόψη ότι κάθε δέμα ήταν μεγάλο σε μήκος και ιδιαίτερα βαρύ κατά τα προαναφερθέντα, έπρεπε να χρησιμοποιηθούν περισσότερα από δύο. Αποτέλεσμα της πλημμελούς συσκευασίας ήταν να σπάσουν τα μεταλλικά τσέρκια, να διαλυθούν ορισμένα από τα δέματα αυτά και να ελευθερωθούν μελαμίνες, οι οποίες εισήλθαν στο λεωφορείο και επέφεραν τα προαναφερθέντα αποτελέσματα, τα οποία προκάλεσε μεν η ανωτέρω αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμένου, πλην όμως αυτός δεν προέβλεψε το εν λόγω αξιόποινο αποτέλεσμα. Η κατά τα ανωτέρω ευθύνη του κατηγορουμένου επιτείνεται από το γεγονός ότι ενώ μπορούσε από τη σύγκριση των φορτωτικών και των δελτίων αποστολής με την άδεια κυκλοφορίας του ανωτέρω οχήματος- συρμού να αντιληφθεί ότι το φορτίο υπερέβαινε σε βάρος το επιτρεπόμενο από το νόμο, από έλλειψη της προσοχής του την οποία όφειλε κατ' άρθρ. 53 Ν. 1591/1986 να καταβάλει, δεν έπραξε τούτο και δεν απέτρεψε τη φόρτωση του υπέρβαρου φορτίου με τα προαναφερθέντα αξιόποινα αποτελέσματα, τα οποία και πάλι δεν προέβλεψε".
VI. Στη συνέχεια το Δικαστήριο, ως προς την αξιόποινη πράξη της διατάραξης της ασφαλείας των συγκοινωνιών, δέχθηκε τα ακόλουθα, ως προς καθένα κατηγορούμενο:
"Περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι η προαναφερθείσα συμπεριφορά του κάθε κατηγορουμένου (πράξεις και παραλείψεις αυτών), όπως ως σύνολο εξειδικεύεται και περιγράφεται πιο πάνω, στοιχειοθετεί εκτός από τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις (ανθρωποκτονίας από αμέλεια και σωματικές βλάβες από αμέλεια) και την αξιόποινη πράξη της διατάραξης της ασφάλειας συγκοινωνιών (άρθρ. 290 Π.Κ). Το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι Χ2, Χ4 και Χ3 δεν είχαν άμεσο σύνδεσμο με την οδήγηση του ανωτέρω οχήματος, όπως ο οδηγός αυτού συγκατηγορούμενός τους Χ6, ή έμμεσο σύνδεσμο όπως οι συνιδιοκτήτες αυτού, συγκατηγορούμενοί τους Χ5 και Χ1, δεν αποκλείει από αυτούς τη δυνατότητα να είναι υποκείμενα του αδικήματος. Η προαναφερθείσα συμπεριφορά του κάθε κατηγορουμένου για το λόγο ότι είχε άμεση επιρροή στην ασφαλή κίνηση του οχήματος συνιστούσε έναν εν δυνάμει κίνδυνο για την οδική κυκλοφορία και καθιστούσε αυτήν επικίνδυνη, δημιουργώντας συνθήκες ανωμαλίας, οι οποίες έκαναν τη συνέχιση της ασφαλούς κυκλοφορίας, πολύ δυσχερή, αφού μπορούσε να προκληθεί οδικό ατύχημα και περαιτέρω κίνδυνος για άνθρωπο που χρησιμοποιούσε την οδό. Οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την πράξη τους, χωριστά χωρίς συναπόφαση, με ενδεχόμενο δόλο οι τρεις πρώτοι (Χ6, Χ5, Χ1), με ενσυνείδητη αμέλεια ο πέμπτος (Χ4) και με ασυνείδητη αμέλεια οι τέταρτος και έκτος κατηγορούμενοι (Χ2 και Χ3, αντίστοιχα). Ειδικότερα γνώριζε ο καθένας εκ των τριών πρώτων καθώς και ο πέμπτος ως ενδεχόμενο να καταστεί επικίνδυνη για άνθρωπο η οδήγηση του ανωτέρω οχήματος-συρμού και η μεταφορά του φορτίου υπό τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν και αποδέχθηκαν ένα τέτοιο κίνδυνο, οι τρεις πρώτοι. Πράγματι οι ανωτέρω τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι ο ανωτέρω συρμός μετέφερε το κατά τα άνω υπέρβαρο φορτίο, ότι το ύψος του φορτίου υπερέβαινε το επιτρεπτό τοιούτο, ότι τα μεταφερόμενα εμπορεύματα είχαν μεγάλη ολισθηρότητα και αυτό καθιστούσε επικίνδυνη τη μεταφορά τους και ότι, παρά ταύτα, η πρόσδεση αυτών με τσέρκια και ιμάντες ήταν ανεπαρκής, σύμφωνα με όσα εκτενώς προαναφέρθηκαν ότι τα ελαστικά του πίσω άξονα του φορτηγού ήταν φθαρμένα και αναμφίβολα γνώριζαν ως εκ της επαγγελματικής τους πείρας, καθ' όσον ο πρώτος και ο τρίτος ήταν επαγγελματίες οδηγοί φορτηγών αυτοκινήτων από πολλού και μάλιστα ο τρίτος και του ανωτέρω συρμού και ο δεύτερος ως από πολλών ετών υπεύθυνος του τμήματος φορτώσεων της εταιρείας Ε-1, ότι από την κίνηση του οχήματος που υπερφορτώνεται και μάλιστα σε ποσοστό άνω του 10% του επιτρεπομένου βάρους, με στοιβασία φορτίου άνω του επιτρεπόμενου ύψους και συνακόλουθα ανύψωση του κέντρου βάρους του, κινούμενου μάλιστα με ταχύτητα μεγαλύτερη του επιτρεπόμενου ορίου που του επέτρεπε η εγκατάσταση σ' αυτό και η χρήση ροοστάτη, και με φθαρμένα ελαστικά ενδέχεται να διαταραχθεί η ασφάλεια της συγκοινωνίας με συνέπεια τη δυνατότητα πρόκλησης κινδύνου για άνθρωπο και ότι η επισφαλής κατά τα ανωτέρω πρόσδεση του φορτίου με τσέρκια και ιμάντες επέτεινε τον εν λόγω κίνδυνο ατυχήματος. Το γεγονός ότι οι τρεις εν λόγω κατηγορούμενοι αποδέχθηκαν ένα τέτοιο κίνδυνο αποδεικνύεται ιδίως από το γεγονός ότι κατ' επανάληψη αυτοί προέβαιναν και συνεργούσαν στην υπερφόρτωση του συγκεκριμένου οχήματος, υπερφόρτωση που συντελούσε, ως εκ του είδους του φορτίου και στην καθ' ύψος υπέρβαση του επιτρεπομένου ορίου φόρτωσης και συνακόλουθα στη μετατόπιση προς τα πάνω του κέντρου βάρους του οχήματος και τη μείωση της οδικής συμπεριφοράς του, γνωρίζοντας όπως προαναφέρθηκε ότι ένα όχημα υπό τις ανωτέρω συνθήκες κίνησης στους δρόμους, όχι μόνο ενδέχεται, αλλά ήταν αναμενόμενο να προκαλέσει ατύχημα και να καταστεί γενικότερα επικίνδυνο για την οδική κυκλοφορία. Η ανυποχώρητη εμμονή τους στην ανωτέρω κινδυνώδη κατάσταση είχε ως κίνητρο το κέρδος. Συγκεκριμένα οι δεύτερος και τρίτος κατηγορούμενοι, συνιδιοκτήτες του συρμού αμείβονταν με το ποσό των 9.000 δραχμών για κάθε μεταφερόμενο τόνο. Το ανωτέρω οικονομικό κέρδος ήταν σημαντικό γι' αυτούς, αφού όπως αποδείχθηκε τα δρομολόγια ήταν πολύ συχνά (φρόντιζε γι' αυτό ο Χ5) και πάντοτε υπέρφορτα, είχαν δε αυτοί κέρδος, όπως αποδείχθηκε, μόνο από τις υπερφορτώσεις του συγκεκριμένου αυτοκινήτου, κατά το χρονικό διάστημα από 20-12-2002 μέχρι 11-4-2003, 1.401.783 δραχμών. Ακόμη με την υπερφόρτωση του οχήματος και την κίνησή του με μεγαλύτερη του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητα, την οποία επέτρεπε η χρήση ροοστάτη, επιτυγχάνονταν η συντόμευση του χρόνου παραδόσεως του εμπορεύματος, που έτσι καθιστούσε πλέον ανταγωνιστική την εταιρεία Ε-1 Α.Ε. με άλλες ομοειδείς επιχειρήσεις όπως π.χ. την εταιρεία ΣΕΛΜΑΝ Α.Ε., που έχει την έδρα της στη ... και μείωση του κόστους μεταφοράς, αφού στα 30 δρομολόγια, εξοικονομούντο περίπου πέντε, με αποτέλεσμα οι εν λόγω συνιδιοκτήτες του συρμού κατηγορούμενοι να καθίστανται αρεστοί στους εργοδότες τους με ευνοϊκά για την υπηρεσιακή κατάσταση του Χ5 αποτελέσματα και ευνοϊκή περαιτέρω συνεργασία με την εταιρεία για αμφοτέρους. Καθόσο αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο, οδηγό του συρμού, το οικονομικό του όφελος συνίσταται στη διατήρηση της εργασιακής του σχέσης με τους δεύτερο και τρίτο κατηγορουμένους, με αμοιβή μεγαλύτερη από εκείνη που ελάμβανε από τον προηγούμενο εργοδότη του, η οποία θα επιτυγχάνονταν αν κέρδιζε την ευαρέσκειά τους, πραγματοποιώντας τα υπέρβαρα δρομολόγια, από τα οποία αυτοί εξοικονομούσαν κέρδος. Και υποστηρίζουν μεν οι εν λόγω κατηγορούμενοι ότι, αν ήθελε γίνει δεκτό ότι συστηματικά με το ανωτέρω όχημα πραγματοποιούνταν υπέρβαρα δρομολόγια, τούτο τους δημιούργησε την πεποίθηση ότι θα εξακολουθούσαν τα εν λόγω δρομολόγια χωρίς να διαταράξουν την ασφάλεια των συγκοινωνιών και επομένως η κατ' επανάληψη κατά τα ανωτέρω συμπεριφορά τους αποτελεί ενδείκτη ότι δεν συντρέχουν οι προυποθέσεις για τον ενδεχόμενο δόλο τους στη συγκεκριμένη περίπτωση. Όμως δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτό ότι η κατά τα άνω εμμονή των κατηγορουμένων στην ακραία παράνομη απ' αυτούς κίνηση του συρμού στους ελληνικούς δρόμους, που ήταν ως να προκαλούσαν την επέλευση ατυχήματος, θα αποτελούσε λογικό έρεισμα ελπίδας τους ότι δεν θα συμβεί το εγκληματικό αποτέλεσμα. Πρέπει να σημειωθεί ότι η αποδοχή αυτού του κινδύνου δεν έρχεται σε αντίθεση με την απουσία ενδεχόμενου δόλου για το τελικό αποτέλεσμα των ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών, που στη συγκεκριμένη περίπτωση επήλθε εξαιτίας της διατάραξης της ασφάλειας της οδικής συγκοινωνίας από τους τρεις ανωτέρω κατηγορουμένους και οι οποίοι θάνατοι και τραυματισμοί οφείλονταν σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην αμέλειά τους (ενσυνείδητη), και τούτο διότι το αντικείμενο της αποδοχής σε καθένα από τα αδικήματα αυτά είναι διαφορετικό. Η πίστη τους για την ενδεχόμενη ή όχι βλάβη του εννόμου αγαθού της ζωής ή της υγείας τρίτων, έχει μεν σχέση με το αδίκημα της ανθρωποκτονίας και της σωματικής βλάβης κατά συρροή, αλλά είναι αδιάφορη για την πλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως του αδικήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 290 παρ. 1 ΠΚ, διότι στο εν λόγω άρθρο ο ενδεχόμενος δόλος αναφέρεται στην αποδοχή του κινδύνου και όχι στην ενδεχόμενη βλάβη του εννόμου αγαθού. Ο πέμπτος κατηγορούμενος Χ4 γνώριζε και αυτός ως εκ των σπουδών του και της επαγγελματικής του πείρας, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ότι το όχημα που υπερφορτώνεται, με φορτίο μάλιστα μελαμινών που έχει μεγαλύτερη ολισθηρότητα και του οποίου φορτίου η συσκευασία ήταν επισφαλής (έλλειψη επαρκούς αριθμού τσερκιών), σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ενδέχεται να προκαλέσει ατύχημα και γενικά να καταστεί επικίνδυνο για την οδική κυκλοφορία. Όμως δεν αποδείχθηκε ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος αποδέχθηκε ένα τέτοιο κίνδυνο με την έννοια ότι το επιδοκίμαζε ή έστω συμβιβάζονταν με αυτό, καθ' όσο δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε κάποιο κίνητρο για την εν λόγω αποδοχή. Τέλος, καθ' όσο αφορά τους τέταρτο και έκτο κατηγορουμένους Χ2 και Χ3, αποδείχθηκε ότι, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν από το νόμο και την εργασιακή τους σύμβαση και μπορούσαν να καταβάλουν σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, για έκαστο τούτων, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών που προκάλεσαν οι παραλείψεις τους, δεδομένου ότι ο πρώτος δεν είχε και έντονη φυσική παρουσία στο εργοστάσιο, για τον λόγο ότι ασχολούνταν και με τα χρηματοοικονομικά της εταιρείας, παραμένοντας προς τούτο τις περισσότερες ημέρες της εβδομάδας στην ..., ο δε τελευταίος ως προς τη πρόσδεση των δεμάτων με δύο τσέρκια ακολουθούσε την προϋπάρχουσα τακτική της εταιρείας και δεν προβληματίστηκε για την αλλαγή της τακτικής αυτής και την πρόσδεση των δεμάτων με περισσότερα των δύο τσέρκια, όπως έπρεπε και ως προς το υπέρβαρο του φορτίου δεν γνώριζε επακριβώς το επιτρεπόμενο βάρος φορτίου για το επίδικο όχημα και το ποσοστό του υπέρβαρου φορτίου ώστε να απαγορευτεί η κίνηση αυτού στο δρόμο, ενώ αν είχαν δείξει την εκ του νόμου και της συμβάσεως οφειλόμενη από έκαστο εξ αυτών επιμέλεια, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν για έκαστο εξ αυτών, θα προέβλεπαν το αξιόποινο αποτέλεσμα της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών και θα απέτρεπαν τον εν λόγω κίνδυνο μη επιτρέποντας τη μεταφορά υπέρβαρου φορτίου το οποίο μάλιστα δεν είχε συσκευασθεί επιμελώς κατά τα προαναφερθέντα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μ.Ο.Ε. κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους, ομοφώνως και κατά πλειοψηφία, κατά τις κατωτέρω διακρίσεις, των ακολούθων πράξεων: "Τον Χ6: α) Διατάραξης ασφάλειας συγκοινωνιών με ενδεχόμενο δόλο, κατά πλειοψηφία, β) ανθρωποκτονιών κατά συρροή με ενσυνείδητη αμέλεια, ομόφωνα και γ) σωματικών βλαβών κατά συρροή με ενσυνείδητη αμέλεια, ομόφωνα. Τον Χ5: α) Διατάραξης ασφάλειας συγκοινωνιών με ενδεχόμενο δόλο, κατά πλειοψηφία, β) ανθρωποκτονιών κατά συρροή με ενσυνείδητη αμέλεια, κατά πλειοψηφία και γ) σωματικών βλαβών κατά συρροή με ενσυνείδητη αμέλεια, κατά πλειοψηφία. Τον Χ1: α) Διατάραξης ασφάλειας συγκοινωνιών με ενδεχόμενο δόλο, κατά πλειοψηφία, β) ανθρωποκτονιών κατά συρροή με ενσυνείδητη αμέλεια, κατά πλειοψηφία και γ) σωματικών βλαβών κατά συρροή με ενσυνείδητη αμέλεια, κατά πλειοψηφία. Τον Χ2: α) Διατάραξης ασφάλειας συγκοινωνιών με ασυνείδητη αμέλεια, κατά πλειοψηφία, β) ανθρωποκτονιών κατά συρροή με ασυνείδητη αμέλεια, κατά πλειοψηφία και γ) σωματικών βλαβών κατά συρροή με ασυνείδητη αμέλεια, κατά πλειοψηφία. Τον Χ4: α) Διατάραξης ασφάλειας συγκοινωνιών με ενσυνείδητη αμέλεια, κατά πλειοψηφία, β) ανθρωποκτονιών κατά συρροή με ενσυνείδητη αμέλεια, κατά πλειοψηφία και γ) σωματικών βλαβών κατά συρροή με ενσυνείδητη αμέλεια, κατά πλειοψηφία. και Τον Χ3: α) Διατάραξης ασφάλειας συγκοινωνιών με ασυνείδητη αμέλεια, κατά πλειοψηφία β) ανθρωποκτονιών κατά συρροή με ασυνείδητη αμέλεια, κατά πλειοψηφία και γ) σωματικών βλαβών κατά συρροή με ασυνείδητη αμέλεια, κατά πλειοψηφία.". Σημειώνεται ότι αναφέρονται οι παραδοχές και η καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου, όπως εξειδικεύεται, κατά τα ανωτέρω στο σκεπτικό, και ως προς τον μη ασκήσαντα αίτηση αναιρέσεως οδηγό του φορτηγού αυτοκινήτου Χ6, αφού είναι ο κύριος υπεύθυνος και της διατάραξης της ασφαλείας των συγκοινωνιών με ενδεχόμενο δόλο, αλλά και της κατά τα ανωτέρω από ενσυνείδητη αμέλεια συγκρούσεως των δύο οχημάτων και των συνεπεία αυτών επισυμβάντων, κατά τα άνω, θανάτων και σωματικών βλαβών, που συνδέονται αιτιωδώς με τις παρατιθέμενες στις παραδοχές του Δικαστηρίου πράξεις και παραλείψεις του, οι οποίες πραγμάτωσαν τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, με την ευθύνη δε αυτού συνδέεται άρρηκτα, όπως θα λεχθεί, ο ενδεχόμενος δόλος του αναιρεσείοντος Χ5, για την πράξη της διατάραξης της ασφαλείας των συγκοινωνιών, αλλά και των ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών με ενσυνείδητη αμέλεια. Επίσης παρατίθενται οι παραδοχές και η καταδικαστική κρίση ως προς τον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα Χ1, συνιδιοκτήτη κατά 50% του φορτηγού και οδηγό αυτού στο παρελθόν, του οποίου η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε, ως ανυποστήρικτη, αφού οι παραδοχές αυτές είναι κοινές μετά του ετέρου συνιδιοκτήτη κατά 50% και αναιρεσείοντα Χ5.
VΙα. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Μ.Ο.Ε. διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1 εδ. β', 28, 29, 94 παρ. 2, 290 παρ. 1 εδ. β, 2, 302 παρ. 1, 314 παρ. 1 εδ. α' και 315 παρ. 1 Π.Κ., τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με τις, στο αμέσως κατωτέρω κεφάλαιο σχολιασμού των αιτιάσεων του αναιρεσείοντος Χ5, υπό στοιχείο 1ι', διαφοροποιήσεις και επισημάνσεις, ως προς το ζήτημα της αληθινής συρροής μεταξύ των πράξεων του άρθρου 290 παρ. 1 β και των άρθρων 302 και 314 ΠΚ και τους παράγοντες που, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, προκάλεσαν την διατάραξη της ασφάλειας των χερσαίων συγκοινωνιών. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσειβαλλομένης, που προκύπτουν από την αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων των πράξεων, για τις οποίες κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, αλλά και τον μη ασκήσαντα αίτηση αναιρέσεως Χ6. Ειδικότερα δέχεται το Δικαστήριο αιτιολογημένα ότι ο θάνατος των 21 μαθητών και η πρόκληση σωματικών βλαβών σε άλλα 33 άτομα οφείλεται στην συγκλίνουσα αμέλεια όλων των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων, την οποία εξειδικεύει για τον καθένα και προσδιορίζει το είδος της (ενσυνείδητη-χωρίς συνείδηση) και ότι η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, προσδιορίζοντας τις κατ ιδίαν πράξεις και παραλείψεις τους και τον αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα που επήλθε, το οποίο, ανάλογα του είδους της αμελείας τους, προέβλεψαν ως δυνατόν, πίστεψαν όμως ότι δεν θα επερχόταν ή δεν το προέβλεψαν, καθώς και την ιδιαίτερη νομική υποχρέωσή τους να αποτρέψουν το αποτέλεσμα αυτό, όπως και τους επιτακτικούς κανόνες από τους οποίους πηγάζει η ύπαρξη τέτοιας νομικής υποχρέωσης. Επίσης αιτιολογημένα δέχθηκε το Δικαστήριο, ως προς την πράξη του άρθρου 290 ΠΚ, συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων, που, κατά τα ανωτέρω, απαιτούνται για την στοιχειοθέτηση της, εξειδικεύοντας την συμπεριφορά του καθενός των αναιρεσειόντων, με την οποία, κατά τις αναλυτικές και επιστηριζόμενες με πλήρεις αιτιολογίες παραδοχές της, πραγματώθηκε η εν λόγω πράξη με ενδεχόμενο δόλο, ενσυνείδητη και χωρίς συνείδηση αμέλεια, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις για καθένα των αναιρεσειόντων. Συγκεκριμένα, επί των αιτιάσεων των αναιρεσειόντων σε σχέση με τους εξεταζόμενους στο κεφάλαιο αυτό λόγους αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, τόσο ως προς το κεφάλαιο της διατάραξης της ασφάλειας της χερσαίας συγκοινωνίας, με ενδεχόμενο δόλο και από αμέλεια, ενσυνείδητη και χωρίς συνείδηση, όσον και ως προς εκείνο των κατά συρροή από αμέλεια, ενσυνείδητη και χωρίς συνείδηση, ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών, πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα: 1. Του αναιρεσείοντος Χ5: α) Δεν δημιουργείται αντίφαση, όπως αιτιολογημένα έκρινε η προσβαλλομένη, εκ του ότι θεμελιώνει την ενσυνείδητη αμέλεια του για τους θανάτους και τις σωματικές βλάβες κατά συρροή, ως και τον ενδεχόμενο δόλο του για την διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας στα αυτά πραγματικά περιστατικά, αφού, όπως, ορθώς, έκρινε το Δικαστήριο, το αντικείμενο αποδοχής σε καθένα των εγκλημάτων αυτών είναι διαφορετικό και δη ότι η πίστη του για την ενδεχόμενη ή όχι βλάβη του εννόμου αγαθού της ζωής ή της υγείας τρίτων, έχει μεν σχέση με το αδίκημα της ανθρωποκτονίας και της σωματικής βλάβης κατά συρροή, αλλά είναι αδιάφορη για την πλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως του αδικήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 290 παρ. 1 Π.Κ, διότι στην εν λόγω διάταξη ο ενδεχόμενος δόλος αναφέρεται στην αποδοχή του κινδύνου και όχι στην ενδεχόμενη βλάβη του εννόμου αγαθού. β) Η αναφορά στην απόφαση ότι δεν υπάρχει στην ελληνική νομοθεσία ειδική διάταξη για τον τρόπο πρόσδεσης και συσκευασίας φορτίων, ουδόλως καθιστά ελλιπή την αιτιολογία της, ως προς την γνώση του αναιρεσείοντος του κινδύνου για την ασφάλεια των συγκοινωνιών και κατ επέκταση και για τους λοιπούς χρησιμοποιούντες τους δρόμους, που δημιουργούσε ο παρατιθέμενος αναλυτικά στις παραδοχές της αποφάσεως τρόπος φόρτωσης πρόσδεσης και στοιβασίας του συγκεκριμένου φορτίου και η μεταφορά του με το ΔΧΦ αυτοκίνητο συνιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος, όπως αβάσιμα υποστηρίζει αυτός, αφού ευθύς αμέσως αναφέρεται ότι τούτο δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι από τις διατάξεις που παραθέτει η απόφαση (άρθρο 7 Π.Δ. 17/1996, 53 Ν. 1591/1986, όπως και η αναφερόμενη αμέσως κατωτέρω διάταξη του άρθρου 32 Κ.Ο.Κ.) καθιερώνεται υποχρέωση, το μεν όλων των ατόμων που εμπλέκονται στην όλη διαδικασία χερσαίας μεταφοράς εμπορευμάτων, όπως είναι και ο αναιρεσείων, να χρησιμοποιούν κάθε μέσο που θα καθιστά την συσκευασία και μεταφορά των εμπορευμάτων ασφαλή σε κάθε περίπτωση, το δε του εργοδότη, όπως και ο αναιρεσείων, σε σχέση με τον οδηγό Χ6, να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, αλλά και των τρίτων, και τέλος κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου, να μη συνεργεί στην υπερφόρτωση κατά ποσοστό που υπερβαίνει το 10% του μικτού βάρους του οχήματος, πράγμα το οποίο, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως και συνέβη στην συγκεκριμένη μεταφορά, σε τρόπο ώστε ο αναιρεσείων, πέραν όλων των άλλων που αναλυτικά αναφέρονται υποχρεώσεων, που επέβαλαν επίσης παρατιθέμενες διατάξεις νόμων, για ορισμένες των οποίων θα γίνει λόγος κατωτέρω, παρέβη και τις γνωστές σ αυτόν, όπως δέχθηκε η απόφαση, υποχρεώσεις αυτές, γνωρίζοντας, κατά τις παραδοχές της, ότι έτσι μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους, ενδεχόμενο το οποίο και αποδέχθηκε, όπως ανωτέρω αναλυτικά αναφέρεται στην υπό στοιχείο ΙΙΙ νομική σκέψη, σε σχέση με τον ενδεχόμενο δόλο, αλλά και στις λεπτομερείς παραδοχές της αποφάσεως, επί του ζητήματος αυτού, που αφορά ειδικά μόνον τον συγκεκριμένο αναιρεσείοντα, αφού, όπως ήδη λέχθηκε, όσον αφορά τους άλλους δύο (Χ6 και Χ1), ο μεν πρώτος δεν άσκησε αίτηση αναιρέσεως, του δε δεύτερου η αίτηση απορρίφθηκε, ως ανυποστήρικτη.
γ) Η απόφαση, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της, σε σχέση πάντοτε με τον συγκεκριμένο αναιρεσείοντα, δέχεται ότι, από την όλη συμπεριφορά του, που αναλυτικά παραθέτει, υπήρχε υψηλό ποσοστό επελεύσεως του κινδύνου ως ενδείκτη του ενδεχόμενου δόλου. Τούτο δε δεν αναιρείται από την παραδοχή ότι μέχρι τότε, παρά την επί μακρό χρονικό διάστημα ως άνω τακτική της εταιρίας, ως προς τον τρόπο φόρτωσης και μεταφοράς των φορτίων, δεν είχε συμβεί κάποιο ατύχημα. Τούτο δε διότι, όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη, γνώριζε ο αναιρεσείων ως ενδεχόμενο ότι, από τις παρατιθέμενες παραλείψεις του και την όλη συμπεριφορά του, η οδήγηση του οχήματος και η μεταφορά του φορτίου δια του οδικού δικτύου θα καθιστούσε την συγκοινωνία επικίνδυνη και, συγκεκριμένως, πολύ δυσχερή την ασφαλή κίνηση του ρυμουλκού μετά του ρυμουλκουμένου και ειδικότερα ότι, όλες αυτές οι πράξεις και παραλείψεις, ήταν δυνατόν να εκτρέψουν το όχημα της πορείας του, δεδομένου μάλιστα ότι εκινείτο σε οδό με τμήματα υψηλού βαθμού επικινδυνότητας, και να συγκρουσθεί αυτό με αντιθέτως κινούμενα οχήματα, καθώς και να αποσυναρμολογηθεί και να καταπέσει το φορτίο επί της οδού, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό ή και το θάνατο προσώπων, όπως και έγινε. Αποδέχθηκε δε έναν τέτοιο κίνδυνο γιατί πίστευε ότι δεν θα υλοποιηθεί και δεν θα συμβεί τελικώς ατύχημα, με την έννοια, όχι ότι το επιδοκίμαζε ή το επιθυμούσε, αλλά ότι συμβιβάσθηκε με αυτό, προκειμένου να πετύχει το σκοπό του, που ήταν η μείωση του κόστους φορτώσεως και μεταφοράς, και η επίτευξη του οικονομικού οφέλους που αναφέρεται στην απόφαση, αλλά συγχρόνως και η μείωση του χρόνου παραδόσεως των εμπορευμάτων, γεγονός που θα καθιστούσε πλέον συμφέρουσα την διενέργεια της μεταφοράς με το συνιδιοκτησίας του φορτηγό, και τον έφερε σε πλεονεκτική θέση σε σχέση με τους ανταγωνιστές του. Η πεποίθησή του αυτή είχε ενισχυθεί, εσφαλμένως βέβαια και από την, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, κατ' επανάληψη παραβίαση των ιδίων υποχρεώσεων, αλλά και την επίδειξη της αυτής συμπεριφοράς στην όλη διαδικασία της μεταφοράς των φορτίων χωρίς να έχει προκληθεί κάποιο ατύχημα και χωρίς να υλοποιηθεί ο ανωτέρω κίνδυνος, που συνεπαγόταν η όλη συμπεριφορά του και οι συνιστώσες αυτή πράξεις και παραλείψεις του. Δεν πάσχει λοιπόν, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, η προσβαλλομένη από έλλειψη αιτιολογίας, ως προς το στοιχείο της γνώσεως της κινδυνώδους κατάστασης που δημιουργούσε για τους άλλους ανθρώπους που κινούνταν στο οδικό δίκτυο που χρησιμοποιούσε και το συνιδιοκτησίας του ΔΧΦ αυτοκίνητο, το οποίο λεπτομερώς περιγράφεται στην προσβαλλομένη, η διενέργεια της μεταφοράς, κάτω από τις ανωτέρω συνθήκες από τεχνικής απόψεως της καταστάσεως του φορτηγού, υπερφορτώσεως, στοιβασίας, προσδέσεως του φορτίου και υπερβολικής ταχύτητας κινήσεως αυτού.
δ) Η προσβαλλομένη δεν πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας ως προς το βουλητικό στοιχείο του ενδεχομένου δόλου του αναιρεσείοντος, διότι, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, το Δικαστήριο περιορίσθηκε προς τούτο μόνον στο γνωστικό στοιχείο, ενόψει του ότι δεν παραθέτει πραγματικά περιστατικά δηλωτικά ότι είχε εναργή στη συνείδησή του την παράσταση του ανωτέρω εγκληματικού αποτελέσματος και δεν το απώθησε, αλλά το αποδέχθηκε. Τούτο δε διότι ακριβώς, με τις ανωτέρω παραδοχές της, η προσβαλλομένη δέχεται εναργή στην συνείδηση του αναιρεσείοντος την δυνατότητα του ανωτέρω εγκληματικού αποτελέσματος, χωρίς να απαιτείται, όπως λέχθηκε, αυτή να είναι διαρκής, το οποίο και δεν το απώθησε, αλλά το αποδέχθηκε, κατά την ανωτέρω έννοια. Η πλήρης αιτιολόγηση του βουλητικού στοιχείου του αναιρεσείοντος προκύπτει από την παράθεση στο σκεπτικό του ενδείκτη της επιδιώξεως οικονομικού οφέλους εκ μέρους του, ως και εκείνου του υψηλού κινδύνου επέλευσης, οποιαδήποτε στιγμή και σε οποιοδήποτε σημείο της διαδρομής και του προκαθορισμένου και γνωστού σ αυτόν δρομολογίου του φορτηγού αυτοκινήτου, του αποτελέσματος, το οποίο και δεν απώθησε αλλά το αποδέχθηκε και συμβιβάσθηκε με αυτό. Τον εν λόγω ενδείκτη δεν αποδυναμώνει, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, η παραδοχή ότι δεν επήλθε ο κίνδυνος, παρότι επί μακρό χρόνο ακολουθούταν η ίδια τακτική υπερφορτώσεως του αυτοκίνητου, στοιβασίας προσδέσεως του φορτίου και μεταφοράς με το φορτηγό που έφερε ροοστάτη για να κινείται με μεγαλύτερη της κανονικής, αλλά και της επιβαλλόμενης από τις κυκλοφοριακές συνθήκες τις ιδιαιτερότητες της διαδρομής και της οδού, ταχύτητα, αλλ αντιθέτως, όπως λέχθηκε ανωτέρω, αλλά και δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, τον ενισχύει, αφού, όπως σαφώς προκύπτει, από τις επί του ζητήματος αυτού παραδοχές του Δικαστηρίου, η επί μακρό χρόνο επανάληψη της αυτής κινδυνώδους για την ασφάλεια της οδικής συγκοινωνίας συμπεριφοράς δεν απομακρύνει τον κίνδυνο προκλήσεως ατυχήματος και τα δυσμενή αποτελέσματα αυτού για την ζωή και την υγεία των χρησιμοποιούντων το οδικό δίκτυο ανθρώπων, αλλ αντιθέτως αυξάνει τις πιθανότητες υλοποιήσεως αυτού. Ένα βέβαια από τα στοιχεία υψηλού ποσοστού κινδύνου επελεύσεως του αποτελέσματος και ενδείκτη του βουλητικού στοιχείου, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ήταν και η ταχύτητα με την οποία κινούταν ο οδηγός του φορτηγού και πρώτος κατηγορούμενος Χ6, η οποία προσδιορίζεται και τύγχανε υπερβολική και ανώτερη της νόμιμης, όπως δε κρίθηκε, περαιτέρω, από την απόφαση η ταχύτητα αυτή ήταν ανώτερη και της ενδεικνυόμενης από τις περιστάσεις στο συγκεκριμένο σημείο της διαδρομής, όπου και έλαβε χώρα η σύγκρουση των δύο οχημάτων, στην οποία, κατώτερη και αυτού του ανωτάτου κατά νόμο ορίου, έπρεπε, κατά τη διάταξη του άρθρου 19 ΚΟΚ, να την μειώσει ο οδηγός. Η γνώση, εκ μέρους αναιρεσείοντος και του στοιχείου αυτού και ειδικότερα της υπερβολικής ταχύτητας με την οποία κινούταν ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου, συνιδιοκτησίας του κατά 50% μετά του κατηγορουμένου Χ1, προκύπτει από την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων και ο έτερος συνιδιοκτήτης Χ1 είχαν τοποθετήσει στον ταχογράφο του φορτηγού ροοστάτη (κλέφτη), προκειμένου να παρέχεται στον οδηγό του αυτοκινήτου, με τον κατάλληλο χειρισμό, να εμφανίζει μικρότερη ταχύτητα εκείνης με την οποία πραγματικά κινούταν και μάλιστα, στην συγκεκριμένη περίπτωση, όπως δέχεται το Δικαστήριο, καθόλη τη διαδρομή το αυτοκίνητο κινούταν με μέση ωριαία ταχύτητα 79,3 χ/ω με ανώτατη επιτρεπόμενη 70 χ/ω, λίγο δε πριν το ατύχημα, ενώ κατά την ένδειξη του ταχογράφου, η ταχύτητά του ήταν 64 χ/ω, η πραγματική δε, με δεδομένο, όπως ανέλεγκτα δέχθηκε το Δικαστήριο, ότι, με την χρήση του ροοστάτη, επιτυγχανόταν εμφάνιση μειωμένης ταχύτητας κατά 24% περίπου, ανερχόταν σε 84 χ/ω, περίπου. Τούτο γνώριζε ο αναιρεσείων, όπως δέχθηκε η απόφαση, όπως τούτο προκύπτει εκ της παραδοχής ότι είχε τοποθετήσει τον ροοστάτη στον ταχογράφο για να επιτρέπει στον οδηγό συγκατηγορούμενό του να κινείται με την μεγαλύτερη της νόμιμης ως άνω ταχύτητα καθόλη τη διάρκεια της διαδρομής (δεν προέκυψε ούτε δέχθηκε το Δικαστήριο ότι η τοποθέτηση έγινε για κάποιο άλλο σκοπό) και κατ ακολουθία και στο συγκεκριμένο τμήμα της, όπως και έπραξε αυτός, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, διότι, κατά τον τρόπο αυτό, θα επιτυγχάνονταν οι ανωτέρω στόχοι (οικονομικός και ανταγωνισμού), που είχε θέσει και έπρεπε να επιτευχθούν με την συνδρομή βέβαια και του οδηγού-συγκατηγορουμένου του Χ6, ο οποίος ενήργησε κατά τον τρόπο αυτό, προκειμένου να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του εργοδότη του - αναιρεσείοντος και να γίνει σ αυτόν αρεστός, όπως δέχθηκε το Μ.Ο.Ε, γνωρίζοντας, όπως και εκείνος, ότι, κινούμενος με την ανωτέρω υπερβολική και ανώτερη του νομίμου ορίου, αλλά και της επιβαλλόμενης από τις συνθήκες που δημιούργησαν τόσο η κατάσταση του φορτηγού, όσον και ο τρόπος φόρτωσης στοιβασίας και πρόσδεσης του μεταφερόμενου φορτίου, αλλά και η ύπαρξη των δύο αντίρροπων στροφών της οδού σε σχέση με την πορεία του, ταχύτητα, υπήρχε ενδεχόμενο να διαταραχθεί η ασφάλεια της συγκοινωνίας και να προκληθεί κίνδυνος για ανθρώπους, ενδεχόμενο το οποίο και δεν απώθησε στη συνείδησή του, αλλά το αποδέχθηκε και συμβιβάστηκε με αυτό, όπως τούτο συνάγεται σαφώς από την παραδοχή ότι προείχε γι αυτόν η επίτευξη των ανωτέρω στόχων που είχε θέσει, όπως και ο έτερος συνιδιοκτήτης, κατά την διενέργεια της εν λόγω μεταφοράς. Δεν πάσχει λοιπόν η προσβαλλομένη απόφαση, από έλλειψη αιτιολογίας, τόσο ως προς το γνωστικό, όσο και ως προς το βουλητικό στοιχείο του ενδεχομένου δόλου του αναιρεσείοντος, όπως αβάσιμα υποστηρίζει αυτός.
ε) Η αιτίαση αυτή, είναι αναλόγου περιεχομένου με την υπό στοιχείο γ', αφού ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση, ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, ενόψει του ότι, ενώ δέχεται ως ενδείκτη του ενδεχόμενου δόλου του την εμμονή στην κινδυνώδη κατάσταση (επανειλημμένες μεταφορές εμπορευμάτων με το ίδιο φορτηγό αυτοκίνητο, κατά τον αυτό ακριβώς, όπως και η επίμαχη, τρόπο), με κίνητρο το κέρδος, δεν προέκυψε, κατά τις παραδοχές του Δικαστηρίου, ότι επισυνέβη ο κίνδυνος αυτός, καθόλο το χρονικό διάστημα, που διενεργούνταν οι εν λόγω μεταφορές. Στην αιτίαση αυτή προσήκει η δοθείσα στο ανωτέρω σημείο απάντηση, πέραν των ανωτέρω υπό στοιχείο VI παραδοχών της αποφάσεως του Μ.Ο.Ε., ως προς τους τρείς πρώτους κατηγορουμένους (Χ6, Χ5-αναιρεσείοντα και Χ1).
στ) Η προσβαλλομένη απόφαση, με τις ανωτέρω πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες, δέχθηκε, ως ενδείκτη του βουλητικού στοιχείου του ενδεχομένου δόλου του αναιρεσείοντος, το οικονομικό κίνητρο, το οποίο αναλύει και τεκμηριώνει πλήρως σε τι συνίστατο, αφού δέχεται ότι, με την τακτική αυτή, που συστηματικά ακολουθούσε ο αναιρεσείων και οι λοιποί εμπλεκόμενοι στην όλη διαδικασία της φόρτωσης και μεταφοράς, επιτυγχάνονταν η εξοικονόμηση στα τριάντα (30) δρομολόγια πέντε (5) δρομολογίων, περίπου, ότι η αμοιβή του αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμένου - συνιδιοκτήτη Χ1 ανερχόταν σε 9.000 δραχμές/τόνο μεταφερομένων εμπορευμάτων, μειωνόταν το κόστος μεταφοράς κάθε τόνου, αφού με τα ίδια έξοδα μεταφέρονταν 5 τόνοι επιπλέον του νομίμου φορτίου, κάθε φορά, παραθέτει μάλιστα η απόφαση στο σκεπτικό της και το τέχνασμα που χρησιμοποιούσε ο αναιρεσείων, και οι λοιποί εμπλεκόμενοι στην διαδικασία της μεταφοράς για να καλύπτουν το υπέρβαρο φορτίο (έκδοση δύο φορτωτικών, μία με το πραγματικό φορτίο και μία με κανονικό που θα επιδεικνύονταν σε ενδεχόμενο έλεγχο, όπως και δύο δελτίων αποστολής, για τον αυτό ακριβώς σκοπό), τέλος δε με την υπερβολική και πέραν του κατά νόμο ανωτάτου ορίου των 70 χ/ω, αλλά και την επιβαλλόμενη από τις συγκεκριμένες περιστάσεις κατώτερη και αυτού του νομίμου ορίου, ταχύτητα επιτυγχανόταν η συντόμευση της διαδρομής και η παράδοση των εμπορευμάτων σε μικρότερο χρόνο, γεγονός που καθιστούσε πλέον ανταγωνιστική την πωλήτρια των εμπορευμάτων επιχείρηση Ε-1 Α.Ε., έναντι ομοειδών επιχειρήσεων, όπως και η αναφερόμενη στην απόφαση. Δεν χρειαζόταν δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, κατά τις αβάσιμες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, να αναφέρει το Δικαστήριο γιατί το κέρδος των (5Χ9.000:2) 22.500 δραχμών που επιτύγχανε κάθε φορά με την υπερφόρτωση αποτελεί σοβαρό οικονομικό κίνητρο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ενδείκτης βουλητικού στοιχείου αποδοχής, κατά την προκτεθείσα έννοια, ενδεχομένου διαταράξεως της ασφαλείας της χερσαίας συγκοινωνίας και προκλήσεως κινδύνου για την ζωή, την σωματική ακεραιότητα και την υγεία εν γένει ανθρώπων, ο οποίος στην συγκεκριμένη περίπτωση επήλθε με τον θάνατο 21 παιδιών και τον τραυματισμό 33 ατόμων, ούτε χρειαζόταν περαιτέρω εξειδίκευση η μείωση του κόστους μεταφοράς με την υπερφόρτωση του φορτηγού, ούτε η με αυτή (υπερφόρτωση) συντόμευση του χρόνου παραδόσεως της ποσότητας εμπορευμάτων που είχε παραγγείλει ο αγοραστής, διότι, για μεν την πρώτη (μείωση του κόστους) έχουν ήδη αναφερθεί τα ανωτέρω, που προκύπτουν σαφώς από τις παραδοχές της αποφάσεως, από τις οποίες επίσης προκύπτει με σαφήνεια και η δεύτερη (συντόμευση χρόνου παράδοσης), αφού, με την παράδοση μεγαλύτερης ποσότητας, ικανοποιούνταν, κατά το υπέρβαρο, που εν προκειμένω ήταν 5 τόνοι, συντομότερα οι ανάγκες του αγοραστού, σε περίπτωση δε τυχόν μεγάλης παραγγελίας, επιτυγχανόταν η συντομότερη εκτέλεσή της. Ούτε τέλος δημιουργείται αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως σε σχέση με την επίτευξη συντόμευσης του χρόνου μεταφοράς και παραδόσεως του φορτίου που δέχθηκε το Δικαστήριο ότι επιτύγχαναν οι κατηγορούμενοι και ο αναιρεσείων, από την παραδοχή ότι το φορτηγό, ενώ η φόρτωση περατώθηκε στις 11-4-2003 (Παρασκευή), αναχώρησε για τον προορισμό του, που ήταν ο ..., στις 13-4-2003, αφού προηγουμένως στις 12-4-2003 διενεργήθηκε σε συνεργείο της κατοικίας του οδηγού (...), η αναφερόμενη συγκόλληση στο ρυμουλκούμενο, διότι την ημέρα εκείνη (Κυριακή) το φορτίο, κατά την παραγγελία, έπρεπε να παραδοθεί στις εγκαταστάσεις του αγοραστού στον ... . Τούτο δε διότι η παραδοχή αυτή, εκ της οποίας δεν συνάγεται αναγκαίως μη επείγουσα περίπτωση εκτελέσεως της συγκεκριμένης παραγγελίας, ενόψει του ότι τα παραδοτέα την Κυριακή εμπορεύματα φορτώθηκαν από τις αποθήκες την ..., ημέρα που έπαυε η λειτουργία της επιχείρησης, για τις δύο επόμενες μη εργάσιμες μέρες, δεν αντιφάσκει με την παραδοχή περί συντόμευσης, με τους τρόπους που προαναφέρθηκαν και με σκοπό την επίτευξη οικονομικού οφέλους, του χρόνου της διαδρομής και παραδόσεως των εμπορευμάτων.
ζ) Όπως ήδη λέχθηκε το Δικαστήριο έκρινε, με βάση τις παραδοχές του που προαναφέρθηκαν, σε σχέση με την πράξη της διατάραξης της ασφάλειας της χερσαίας συγκοινωνίας, ότι οι κατηγορούμενοι Χ1, Χ5-αναιρεσείων και Χ6 τέλεσαν την πράξη αυτή, χωρίς συναπόφαση, με ενδεχόμενο δόλο, κατά παραυτουργία, στην συνέχεια δε, όπως ήδη λέχθηκε, αιτιολογεί πλήρως, με την παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, τόσο το γνωστικό, όσο και το βουλητικό στοιχείο του ενδεχόμενου δόλου τους. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, που συνίσταται στις ανωτέρω πράξεις και παραλείψεις του, ήταν ικανή να επιφέρει, χωρίς την παρεμβολή της συμπεριφοράς οποιουδήποτε από τους άλλους ως άνω συγκατηγορουμένους του - παραυτουργούς, από μόνη της την διατάραξη της ασφάλειας της χερσαίας συγκοινωνίας και να δημιουργήσει κίνδυνο για ανθρώπους, σε τρόπο ώστε να στοιχειοθετεί σε βάρος του την πράξη του άρθρου 290 ΠΚ με ενδεχόμενο δόλο, όπως έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση, η κρίση της οποίας, όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω υπό στοιχείο δ', δεν πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας, ούτε χρειαζόταν για την πληρότητα της αιτιολογίας επί του κεφαλαίου αυτού, να διαλάβει και άλλα πραγματικά περιστατικά, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τις παραδοχές της αποφάσεως ότι τον κίνδυνο ατυχήματος επέτεινε η ανώτερη του ανώτατου ορίου των 70 χ/ω, για το συγκεκριμένο φορτηγό αυτοκίνητο, ως άνω κριθείσα υπερβολική ταχύτητα, με την οποία εκινείτο ο οδηγός αυτού, ως και το ότι δεν φρόντισε να την μειώσει κατ άρθρο 19 ΚΟΚ, στο συγκεκριμένο σημείο της διαδρομής όπου και επισυνέβη η σύγκρουση με τα ανωτέρω τραγικά αποτελέσματα, κάτω και του επιτρεπόμενου ορίου, διότι η ταχύτητα αυτή από μόνη της δεν υπήρξε, κατά τις παραδοχές του Μ.Ο.Ε., ο μοναδικός παράγων της δημιουργίας της κινδυνώδους κατάστασης για την ασφάλεια της χερσαίας συγκοινωνίας και για τους ανθρώπους που κινούνταν στο αυτό οδικό δίκτυο, αφού αυτή (κινδυνώδης κατάσταση) είχε προκληθεί και από την κυκλοφορία του συγκεκριμένου φορτηγού αυτοκινήτου, φορτωμένου, κατά τον τρόπο που λεπτομερώς εκτίθεται στην απόφαση, αλλ απλώς την κινδυνώδη αυτή κατάσταση επέτεινε η κίνηση με την ανωτέρω υπερβολική, όπως έκρινε το Δικαστήριο, ταχύτητα, γεγονός το οποίο, όπως λέχθηκε ανωτέρω, υπό στοιχείο δ', γνώριζε ο αναιρεσείων, ως πρόσθετο, διαταρακτικό της ασφάλειας της συγκοινωνίας και προκλήσεως κινδύνου για ανθρώπους, παράγοντα και το αποδέχθηκε, κατά την ανωτέρω έννοια. Η περαιτέρω παράλειψη της οφειλομένης κατά νόμο (άρθρο 19 ΚΟΚ) ενέργειας μειώσεως της ταχύτητας από τον οδηγό στο συγκεκριμένο σημείο της διαδρομής πριν από την μοιραία σύγκρουση, η οποία αποδίδεται από το Δικαστήριο σ αυτόν, ως στοιχείο της αμελούς συμπεριφοράς του, που συνδέεται αιτιωδώς με την σύγκρουση των δύο οχημάτων, το προκληθέν ατύχημα και τους επισυμβάντες θανάτους 21 μαθητών και τραυματισμούς 33 ατόμων, θα αξιολογηθεί κατωτέρω, κατά την έρευνα του λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως που αφορά την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 290, 302, 314 και 94 ΠΚ, ως εκ του ότι το Δικαστήριο δέχθηκε αληθινή, κατ ιδέα συρροή μεταξύ των εγκλημάτων που προβλέπουν και τιμωρούν οι ανωτέρω διατάξεις.
η) Από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης υπό στοιχείο IV προκύπτει σαφώς ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη, εκτίμησε και αξιολόγησε το πόρισμα της από 14-4-2003 τεχνικής έκθεσης πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων ΗΗ και ΘΘ και κατέληξε σε κρίση διαφορετική του πορίσματός της περί μη μετατοπίσεως του φορτίου πριν την σύγκρουση, με την ανωτέρω πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Οι επί του ζητήματος αυτού αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, υπό την επίφαση ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση από το Δικαστήριο του ιδιαίτερου αυτού αποδεικτικού μέσου και την επί της ουσίας κρίση του Μ.Ο.Ε. και τυγχάνουν απαράδεκτες Από την αναφορά στο προοίμιο της αποφάσεως της βεβαίωσης ότι αναγνώσθηκαν οι τεχνικές εκθέσεις καθίσταται βέβαιο ότι το Δικαστήριο ανέγνωσε, έλαβε υπόψη και εκτίμησε μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων και την από 15-10-2003 τεχνική έκθεση του ΦΦ, καθηγητή του Ε.Μ.Π., που διενεργήθηκε κατόπιν αιτήματος της Α.Ε. Ε-1 και δεν συνάγεται το αντίθετο εκ του ότι το Δικαστήριο δεν υιοθέτησε πλήρως το πόρισμά της, ούτε την μνημονεύει ιδιαιτέρως στο σκεπτικό της αποφάσεως, αφού δεν έχει τέτοια υποχρέωση, ούτε υποχρεούταν, όπως λέχθηκε ανωτέρω, να προβεί σε συγκριτική αξιολόγησή της με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ούτε να αντικρούσει αιτιολογημένα το πόρισμά της. Το αυτό πρέπει να λεχθεί και για την από 17-4-2005 τεχνική έκθεση ανάλυσης ατυχήματος των μηχανολόγων μηχανικών ... και ..., ως και την βεβαίωση της εταιρίας STRAPTECH Α.Ε., ως και τον πίνακα ανάλωσης γωνιών συσκευασίας παλετών της αυτής ως άνω εταιρίας και τα συνημμένα σ' αυτόν τιμολόγια πώλησης και Δελτία Αποστολής, με την σημείωση ότι η αγορά κατά τον μήνα Απρίλιο 2003 γωνιών προστατευτικών της συσκευασίας παλετών εμπορευμάτων, από την πωλήτρια εταιρία Ε-1 Α.Ε., δεν σημαίνει ότι η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν είχαν χρησιμοποιηθεί στην συσκευασία και πρόσδεση του συγκεκριμένου φορτίου τέτοιες γωνίες τυγχάνει αυθαίρετη και αντικρουόμενη από τα εν λόγω έγγραφα, για να συναχθεί ασφαλώς το συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν τα έλαβε υπόψη, ούτε τα εκτίμησε και τα αξιολόγησε. Τέλος, όσον αφορά τις ιατροδικαστικές εκθέσεις νεκροψίας-νεκροτομής, που, όπως λέχθηκε, αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και πρέπει να αναφέρονται κεχωρισμένως στο προοίμιο μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων, εκ του ότι δεν γίνεται η αναφορά αυτή στην προσβαλλομένη, δεν συνάγεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη ούτε εκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο, αφού, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, προκύπτει το αντίθετο, όπως τούτο καθίσταται σαφές από την περιγραφή των σωματικών κακώσεων που υπέστησαν τα θύματα, οι οποίες σε άλλες περιπτώσεις προκάλεσαν το θάνατο 21 ατόμων και σε άλλες τον τραυματισμό 33, σοβαρό ή μη, κατά περίπτωση. Οι κακώσεις αυτές προκύπτουν από το περιεχόμενο των ιατροδικαστικών εκθέσεων και εκείνων νεκροψίας-νεκροτομής.
Συνεπώς η αιτίαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα τυγχάνει αβάσιμη και απορριπτέα.
θ) Το Δικαστήριο, με τις ανωτέρω πλήρεις και εμπεριστατωμένες, αφορώσες ειδικά τον αναιρεσείοντα παραδοχές του, αιτιολογεί πλήρως και την ενσυνείδητη αμέλεια αυτού, ως προς τους επελθόντες θανάτους των 21 μαθητών και τις σωματικές βλάβες των 33 ατόμων, αφού το γνωστικό στοιχείο της ενσυνείδητης αμέλειας για τα εγκλήματα αυτά ταυτίζεται, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, με εκείνο του ενδεχόμενου δόλου για το έγκλημα της διαταράξεως της χερσαίας συγκοινωνίας, για δε τα εγκλήματα αυτά το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων πίστευε ότι, παρά τις ενέργειες και παραλείψεις οφειλομένων από τον νόμο ενεργειών που παραθέτει, του ιδίου, αλλά και των λοιπών συγκατηγορουμένων του, τελικά δεν θα συνέβαινε το ατύχημα, που προέβλεψε ως δυνατό, ούτε συνεπεία αυτού θα προέκυπτε κίνδυνος για ανθρώπους, η πίστη του όμως αυτή δεν επαληθεύθηκε, διότι και το ατύχημα συνέβη και το ανωτέρω αποτέλεσμα επήλθε, το οποίο το Δικαστήριο απέδωσε στην συγκλίνουσα αμέλεια του αναιρεσείοντος και των λοιπών συγκατηγορουμένων του, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, ως προς το είδος και το περιεχόμενό της, για καθένα απ αυτούς. Για την επισημαινόμενη και πάλι από αυτόν αντιφατικότητα των παραδοχών της αποφάσεως, όσον αφορά την έλλειψη ειδικών νομικών κανόνων που ρυθμίζουν τον τρόπο συσκευασίας, φόρτωσης, και πρόσδεσης φορτίων μελαμίνης και MDF, αλλά και την εμμονή στην κινδυνώδη κατάσταση, ως και την μη πραγματοποίηση, στο χρονικό διάστημα που αναφέρει, του κινδύνου ατυχήματος, ισχύουν τα ανωτέρω υπό στοιχεία β' και ε', αντιστοίχως εκτεθέντα. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που αναφέρονται στο κεφάλαιο της καταδικαστικής κρίσης για τις 21 ανθρωποκτονίες και τις 33 σωματικές βλάβες από ενσυνείδητη αμέλεια, υπό την επίφαση της ελλείψεως πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Μ.Ο.Ε. και τυγχάνουν απαράδεκτες.
ι) Όπως λέχθηκε ανωτέρω υπό στοιχείο γ' ο αναιρεσείων γνώριζε, για όλους τους εκεί εκτιθέμενους λόγους, ότι ο συγκατηγορούμενος του και μη αναιρεσείων Χ6, παρότι η ένδειξη του ταχογράφου, λόγω ροοστάτη, ήταν 64 χ/ω, δηλαδή κατώτερη και του ανωτάτου ορίου στο συγκεκριμένο σημείο της διαδρομής των 70 χ/ω, κινούταν πραγματικά με την ανωτέρω υπερβολική ταχύτητα των 84 χ/ω, περίπου, που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, το γεγονός δε αυτό, ως στοιχείο προκλήσεως κινδύνου για την ασφάλεια της χερσαίας συγκοινωνίας και επαύξησης του ενδεχομένου προκλήσεως ατυχήματος και κινδύνου για τους ανθρώπους που χρησιμοποιούσαν το οδικό δίκτυο, αποδέχθηκε, κατά την ανωτέρω έννοια. Η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, ως στοιχείο αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου και την μη μείωση της υπερβολικής ταχύτητας των 84 χ/ω, με την οποία, στο συγκεκριμένο σημείο της διαδρομής, κινούταν κάτω και από το ανώτατο όριο των 70 χ/ω, αφού τούτο επέβαλε η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1,2 ΚΟΚ, ενόψει της αναφερομένης στο σκεπτικό κατάστασης του οδικού δικτύου (ύπαρξης δύο συνεχόμενων αντίρροπων στροφών), σε συνδυασμό και με την εν γένει κατάσταση του οχήματος, το υπέρβαρο του μεταφερομένου φορτίου, τον μη νόμιμο τρόπο στοιβασίας και πρόσδεσης αυτού. Η παράλειψη της κατά νόμο οφειλομένης ενέργειας του οδηγού Χ6 να μειώσει την υπερβολική ως άνω ταχύτητα, με την οποία στο σημείο εκείνο κινούταν των 84 χ/ω, κάτω του ανωτάτου ορίου των 70 χ/ω, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, συνιστά περαιτέρω αμελή ενέργεια αυτού, πέραν και ανεξάρτητη της μέχρις εκείνου του σημείου διαταρακτικής της ασφάλειας της συγκοινωνίας συμπεριφοράς του, μετά της οποίας, συνδέεται αιτιωδώς η σύγκρουση των δύο οχημάτων (φορτηγού και λεωφορείου), αλλά και η σύγκρουση του φορτηγού με τα ακολουθούντα ΙΧΕ αυτοκίνητα, όπως και οι επελθόντες εκ του λόγου αυτού 21 θάνατοι και 33 σωματικές βλάβες, αποτέλεσμα το οποίο, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, και τον εκεί εκτιθέμενο τρόπο της πρώτης επαφής των δύο οχημάτων στο αναφερόμενο σημείο αυτών και της εξελίξεως της συγκρούσεως τους, συνδέεται αιτιωδώς και με την προηγηθείσα εν γένει διαταρακτική συμπεριφορά του ιδίου, αλλά και όλων των συγκατηγορουμένων του και του αναιρεσείοντος, όπως εξειδικεύεται στην απόφαση. Συνιστά δε η αμέσως προ της συγκρούσεως εν λόγω παράλειψη του οδηγού να μειώσει την ταχύτητα, όπως υποχρεούταν από τον ΚΟΚ, κάτω και του ανώτατου ορίου των 70 χ/ω περαιτέρω αμελή συμπεριφορά, ανεξάρτητη και πέραν της μέχρι του σημείου εκείνου πραγματωθείσης με τους αναφερόμενους στην απόφαση τρόπους διαταράξεως της ασφάλειας των χερσαίων συγκοινωνιών, μεταξύ των οποίων και η κίνηση με ταχύτητα ανώτερη των ορίου των 70 χ/ω, διότι, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, η μη μείωση, στο συγκεκριμένο σημείο της διαδρομής, της ταχύτητας κινήσεως του αυτοκινήτου, κάτω του ανώτατου ορίου των 70 χ/ω, η τήρηση του οποίου δεν αποτελούσε διαταρακτικό της ασφάλειας της συγκοινωνίας παράγοντα, ως και η, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, εκ του λόγου αυτού, ως αποκλειστικής αιτίας, λήψη της δεύτερης αντίρροπης δεξιάς στροφής ''ανοικτά'', με περαιτέρω συνέπεια την, κατόπιν παραβίασης της συνεχόμενης διπλής διαχωριστικής γραμμής, είσοδό του στο αντίθετο με την κατεύθυνσή του ρεύμα πορείας και αδυναμίας επαναφοράς του στο ρεύμα πορείας του, σύγκρουση των δύο οχημάτων, αποτελούσε αμελή συμπεριφορά, κείμενη πέραν εκείνης με την οποία είχε ήδη συντελεσθεί η διατάραξη και ανεξάρτητη εκείνης και όχι παράγοντα διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών, η οποία (αμελής συμπεριφορά) αποτέλεσε και το αίτιο της επελθούσης συγκρούσεως των δύο οχημάτων, τα δε περαιτέρω ως άνω αποτελέσματά της, οφείλονται, κατά τις παραδοχές του Δικαστηρίου, τόσον σ αυτήν, όσο και στους αναφερόμενους στην απόφαση παράγοντες της διατάραξης, που είχε ήδη πραγματώσει, τόσον αυτός, όσον και οι λοιποί συγκατηγορούμενοι του με ενδεχόμενο δόλο, ενσυνείδητη και χωρίς συνείδηση αμέλεια, κατά τις διακρίσεις της αποφάσεως. Την περαιτέρω αυτοτελή και ανεξάρτητη της συμπεριφοράς που προκάλεσε την διατάραξη της ασφαλείας των χερσαίων συγκοινωνιών ως άνω αμελή συμπεριφορά του οδηγού βέβαια το Δικαστήριο συμπεριέλαβε, μεταξύ των παραγόντων που αναφέρει και επέφεραν την διατάραξη και δη εκείνο της ταχύτητας, με την οποία κινούταν το ΔΧ φορτηγό αυτοκίνητο. Τούτο έγινε, πλεοναστικώς και εκ περισσού, αφού η διατάραξη, όπως λέχθηκε, σύμφωνα με τις παραδοχές του Δικαστηρίου, ήδη είχε συντελεσθεί με όλες τις αναφερόμενες πράξεις και παραλείψεις, που αποτελούν σύνολο συμπεριφοράς, εκάστου των κατηγορουμένων, μεταξύ των οποίων και η μέση ωριαία ταχύτητα των 79,3 χ/ω, που υπερέβαινε το, για το συγκεκριμένο όχημα, ανώτατο όριο των 70 χ/ω, με την οποία κινούταν ο οδηγός του Χ6, καθόλη τη διαδρομή και πριν την επέλευση του θανατηφόρου ατυχήματος. Το ανωτέρω αποτέλεσμα της περαιτέρω ως άνω αυτοτελούς και ανεξάρτητης αμελούς συμπεριφοράς του προέβλεψε μεν ως δυνατόν, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν, με συνέπεια η αμελής αυτή περαιτέρω συμπεριφορά του να εντάσσεται στην ενσυνείδητη αμέλεια του, που δέχθηκε το Δικαστήριο ότι τον βαρύνει για τις πράξεις των άρθρων 302 και 314 ΠΚ. Την, περαιτέρω, αυτοτελή και ανεξάρτητη της διαταρακτικής, αμελή αυτή συμπεριφορά του οδηγού γνώριζε και ο αναιρεσείων, αφού, όπως ήδη λέχθηκε, με την εγκατάσταση από τον ίδιο και τον άλλο συνιδιοκτήτη Χ1 του ροοστάτη στον ταχογράφο επιδίωκε και το επέτυχε ο οδηγός να κινείται με ανώτερη της νόμιμης ταχύτητας, χωρίς να εμφανίζεται αυτή, αλλά κανονική ταχύτητα, όπως δέχθηκε και η απόφαση του Μ.Ο.Ε., σε όλη τη διαδρομή και φυσικά και σε σημεία του οδικού δικτύου, που παρουσίαζαν ιδιαιτερότητες, όπως γνώριζε, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, που απαιτούσαν περαιτέρω μείωση της ταχύτητας, όπως το συγκεκριμένο, διότι διαφορετικά δεν θα επιτυγχάνονταν οι ανωτέρω αναλυτικώς αναφερόμενοι σκοποί της ενέργειας του αυτής (τοποθέτηση ροοστάτη στον ταχογράφο), προέβλεψε δε, όπως και ο οδηγός, ότι υπήρχε με τον τρόπο αυτό κίνδυνος τροχαίου ατυχήματος και περαιτέρω αποτέλεσμα θανάτου και σωματικών βλαβών, που αποτελούν το έλασσον σε σχέση με αυτόν (θάνατο), των ανθρώπων που χρησιμοποιούσαν το οδικό δίκτυο, πίστευε όμως ότι δεν συνέβαινε αυτό.
Συνεπώς στην ενσυνείδητη αμέλεια του για τις πράξεις των άρθρων 302 και 314 ΠΚ, που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, περιλαμβάνεται και η γνώση της αμελούς αυτής συμπεριφοράς. Τούτο δε διότι στοιχείο της εν λόγω αμελείας του, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, συνιστά και η, με την εγκατάσταση του ροοστάτη (''κλέφτη'') στον ταχογράφο, γνώση του ότι ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου συνιδιοκτησίας του και υπάλληλος του θα κινείται καθόλη τη διαδρομή με μεγαλύτερη της νόμιμης των 70 χ/ω ταχύτητα και συνεπώς και στα σημεία που έπρεπε να την μειώνει κάτω του ανωτάτου αυτού ορίου, όπως και το συγκεκριμένο, όπως γνώριζε, χωρίς να εμφανίζεται αυτή στον ταχογράφο και έτσι να μη διατρέχει κινδύνους μηνύσεων κατά τους ενδεχόμενους τροχαίους ελέγχους, όπως έγινε, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, εν προκειμένω, που, κατά την ένδειξη του ταχογράφου, η ταχύτητα ήταν 64 χ/ω, ενώ η πραγματική ανερχόταν σε 84 χ/ω, περίπου. Κατ ακολουθία τούτων, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, σύμφωνα και με τα όσα έγιναν δεκτά από την ανωτέρω απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου με αριθμό 4/2010 σε σχέση με την παρεμφερή πράξη του άρθρου 291 ΠΚ, στην συγκεκριμένη περίπτωση, μεταξύ των πράξεων που προβλέπουν και τιμωρούν οι διατάξεις του άρθρου 290 παρ. 1 β ΠΚ, και των άρθρων 302 και 314 του ίδιου κώδικα, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, υπάρχει αληθινή κατ ιδέαν συρροή. Εφόσον λοιπόν και η αναιρεσιβαλλομένη έκρινε ότι η συρροή μεταξύ των πράξεων αυτών είναι αληθινή και όχι φαινομένη, όπως υποστήριζαν οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι, έστω και με διαφορετική θεμελίωση της κρίσεως της, και τους κήρυξε ενόχους όλων των πράξεων αυτών, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και εκείνη του άρθρου 94 παρ. 2 ΠΚ, η δε σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος, κατά την οποία η συρροή είναι φαινομένη και έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως μόνον του άρθρου 290 παρ. 1 β ΠΚ, η οποία απορροφά τις πράξεις των άρθρων 302 και 314 του ίδιου κώδικα, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, τυγχάνει αβάσιμη.
Κατά την γνώμη όμως του Αρεοπαγίτη Παν. Ρουμπή, όπως διατυπώθηκε ανωτέρω, έπρεπε ο λόγος αυτός της αναιρέσεως να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα και κατ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 518 ΚΠΔ, να κηρυχθεί αθώος των πράξεων των κατά συρροή 21 ανθρωποκτονιών και 33 σωματικών βλαβών, να απαλειφθούν οι ποινές που του επιβλήθηκαν για τις πράξεις αυτές, ως και η διάταξη περί συνολικής ποινής και να παραμείνει προς έκτιση μόνον η ποινή που του επιβλήθηκε για την πράξη του άρθρου 290 παρ. 1 β ΠΚ. Κατ ακολουθία τούτων όλοι οι λόγοι αναιρέσεως του εν λόγω αναιρεσείοντος, με τους οποίους αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας (510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ), τόσον ως προς το αδίκημα της διαταράξεως της ασφαλείας των συγκοινωνιών με ενδεχόμενο δόλο, όσον και τα αδικήματα των κατά συρροή ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών με ενσυνείδητη αμέλεια, ως προς την λήψη υπόψη και εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων και ως προς την παραυτουργία, αλλά και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 27 παρ. 1, 94 παρ. 2, 290 παρ. 1 β, 302 και 314 ΠΚ (510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ), τυγχάνουν αβάσιμοι και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν, ομόφωνα, εκτός του, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ, λόγου, οποίος απορρίπτεται, κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω, κατά πλειοψηφία, μειοψηφούντος του Αρεοπαγίτη Παν. Ρουμπή.
2. Του αναιρεσείοντος Χ4.
α) Το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές του δέχθηκε ότι τόσον οι πράξεις των ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών κατά συρροή, όσον και η διατάραξη της ασφαλείας της χερσαίας συγκοινωνίας τελέσθηκαν από τον αναιρεσείοντα με ενσυνείδητη αμέλεια, πράγμα το οποίο και ρητώς αναφέρει και ότι η αμέλεια του δεν συνίστατο σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, προσδιορίζει δε τις συγκεκριμένες παραλείψεις του και τον αιτιώδη σύνδεσμο αυτών με το αποτέλεσμα που επήλθε, το οποίο, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, οφείλεται στην συγκλίνουσα αμέλεια όλων των κατηγορουμένων, αυτός δε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Δέχθηκε δηλαδή το Δικαστήριο, κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενο οποιαδήποτε αμφισβήτηση ούτε δημιουργούντα ερωτηματικά, συνδρομή στο πρόσωπό του όλων των στοιχείων της ενσυνείδητης αμέλειας, όπως αναλύθηκαν ανωτέρω. Δεν δημιουργείται δε ασάφεια, ως προς το είδος της αμέλειας που δέχθηκε γι αυτόν, εκ της επικουρικής και ως εκ περισσού αναφοράς, μετά την αιτιολογημένη παραδοχή ότι γνώριζε την μεταφορά υπέρβαρων φορτίων με το συγκεκριμένο φορτηγό αυτοκίνητο, αφού, λόγω της ιδιότητας ως διευθυντού του εργοστασίου της εταιρίας Ε-1 Α.Ε. στον ..., λάμβανε γνώση των παραστατικών εγγράφων που εκδίδονταν για τις μεταφορές, ότι: ''... σε κάθε περίπτωση μπορούσε και έπρεπε να λάβει γνώση αυτών ...''. Τούτο δε διότι, από την αναφορά αυτή, ως εκ της κατ επανάληψη παραδοχής θετικής γνώσεως από τον αναιρεσείοντα του υπέρβαρου του μεταφερομένου φορτίου και της πλημμελούς πρόσδεσης των δεμάτων, αφού, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, δεν φρόντισε να προμηθεύσει το συνεργείο φόρτωσης με τον επαρκή, κατά την γνώση του, αριθμό μεταλλικών τσερκιών που θα χρησιμοποιούταν προς τούτο, δεν προκύπτει οποιαδήποτε ασάφεια ως προς το είδος της αμελείας ως ενσυνείδητης που δέχθηκε γι αυτόν, την οποία ρητώς και κατηγορηματικώς αναφέρει. Ειδικότερα το Δικαστήριο δέχθηκε γνώση αυτού, λόγω της προαναφερθείσας εργασιακής ιδιότητάς του και της εξ αυτής πείρας από τις σπουδές και γενικά από τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι, συνεπεία των ανωτέρω πράξεων και παραλείψεων του, όπως προσδιορίστηκαν, ήταν δυνατόν να επέλθει το ανωτέρω αξιόποινο αποτέλεσμα των θανάτων και των τραυματισμών και συγκεκριμένα ότι, όλες αυτές οι πράξεις και παραλείψεις του, ήταν δυνατόν να εκτρέψουν το όχημα της πορείας του, δεδομένου μάλιστα ότι εκινείτο σε οδό με τμήματα υψηλού βαθμού επικινδυνότητας, και να συγκρουσθεί με αντιθέτως κινούμενα οχήματα, καθώς και να αποσυναρμολογηθεί και να καταπέσει το φορτίο επί της οδού, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό ή και το θάνατο προσώπων, όπως και έγινε, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν το αποτέλεσμα αυτό (των θανάτων και των τραυματισμών). Ούτε τέλος, ενόψει όλων των ανωτέρω παραδοχών ως προς το είδος της αμέλειας που δέχθηκε για τον αναιρεσείοντα, δημιουργείται ασάφεια επί του ζητήματος τούτου, από την ως εκ περισσού αναφορά: ''... είχε δε τη δυνατότητα και την υποχρέωση να λάβει γνώση των σύγχρονων μεθόδων, σχετικά με την ασφαλή συσκευασία και μεταφορά των φορτίων ...''.
Συνεπώς οι επί του ζητήματος τούτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος τυγχάνουν αβάσιμες και απορριπτέες.
β) Σύμφωνα με τις παραδοχές τις αποφάσεως αιτιολογείται πλήρως η γνώση εκ μέρους του αναιρεσείοντος της δυνατότητος επελεύσεως του αμέσως ανωτέρω αποτελέσματος και αναφέρεται ότι πίστευε ότι θα το αποφύγει. Αιτιολογείται πλήρως η γνώση του ότι το φορτίο των εμπορευμάτων που μεταφερόταν με το συγκεκριμένο φορτηγό ήταν υπέρβαρο, ως και ότι ήταν πλημμελώς και παρά τον νόμο προσδεδεμένο. Δεν δημιουργείται δε αντίφαση στην αιτιολογία της προσβαλλομένης, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, εκ της διαφοροποιήσεως του χαρακτηρισμού από απόψεως ποσότητος, των τσερκιών που παράλειψε ο αναιρεσείων να χορηγήσει στο τμήμα φορτώσεων, όπως όφειλε από την ανωτέρω θέση που κατείχε στην ιεραρχία των στελεχών της Α.Ε Ε-1 και των τομέων ευθύνης του (Διευθυντής του εργοστασίου στον ..., που είχε την ευθύνη των τμημάτων αποθήκης και φορτώσεως), δια της αναφοράς, ''επαρκούς αριθμού τσερκιών'', ''επαρκούς αριθμού'', ''περισσοτέρων'', ''τριών (3)'', ''ικανού αριθμού'', αφού σαφώς προκύπτει, από το σύνολο των παραδοχών της, ότι ο αριθμός αυτός ήταν μεγαλύτερος των δύο (2) τσερκιών που χρησιμοποιήθηκαν για την συγκεκριμένη πρόσδεση του φορτίου και την μεταφορά αυτού. Όσον αφορά την δήθεν αντίθεση και ασάφεια, λόγω της παραδοχής ότι δεν υφίστατο διάταξη καθορίζουσα τον τρόπο συσκευασίας και πρόσδεσης των φορτίων γενικώς, αλλά και των συγκεκριμένων (μελαμίνης και MDF) ισχύουν τα αμέσως ανωτέρω εκτεθέντα με αριθμό 1 και υπό στοιχείο β' για τον αναιρεσείοντα Χ5.
Συνεπώς η συναφής αιτίαση του αναιρεσείοντος, τυγχάνει αβάσιμη και απορριπτέα, ανεξάρτητα του ότι με αυτή πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων και η ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. γ-δ) Το Μ.Ο.Ε. αιτιολογεί πλήρως και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ των ανωτέρω παραλείψεων του αναιρεσείοντος και του επελθόντος, κατά τα άνω αποτελέσματος, το οποίο όπως δέχθηκε οφείλεται στην συγκλίνουσα αμέλεια όλων των κατηγορουμένων, ο καθένας των οποίων ευθύνεται, όπως λέχθηκε ανωτέρω, για την αμέλεια που τον βαρύνει, η οποία, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ανεξάρτητα εκείνης εκάστου των συγκατηγορουμένων του, ως αίτιο, προκάλεσε το ανωτέρω αποτέλεσμα των 21 θανάτων και 33 σωματικών βλαβών, το οποίο με πιθανότητα που εγγίζει τα όρια της βεβαιότητος, δεν θα επερχόταν, αν ο αναιρεσείων ενεργούσε με επιμέλεια και δεν παρέλειπε τις ως άνω οφειλόμενες ενέργειες. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται εκ του ότι η προσβαλλομένη δέχεται ότι τον συγκατηγορουμένο του Χ2, Γενικό Διευθυντή της Α.Ε. και συνεπώς ιεραρχικό προϊστάμενο του αναιρεσείοντος, βάρυνε η ως άνω αμελής συμπεριφορά, συνισταμένη, μεταξύ των άλλων, στο ότι δεν έδωσε, στον αναιρεσείοντα και τους επίσης υφισταμένους του Χ5, συνιδιοκτήτη κατά 50% του φορτηγού αυτοκινήτου, αλλά και υπάλληλο της Α.Ε. και υπεύθυνο φορτώσεων και Χ3, αποθηκάριο της εταιρίας, σχετικές έγγραφες και προφορικές σαφείς εντολές για μη υπερφόρτωση των Δ.Χ. φορτηγών αυτοκινήτων με τα οποία διενεργούνταν οι μεταφορές των εμπορευμάτων της εταιρίας, όπως και το επίμαχο, συνιδιοκτήσιας του Χ5, καθώς και για την χρησιμοποίηση ικανού αριθμού περισσότερων των δύο τσερκιών ανά σωρό μεταφερομένων εμπορευμάτων (μελαμίνη - MDF), παρακολουθώντας την εφαρμογή των οδηγιών του και ότι τέλος το ανωτέρω ατύχημα και τα εξ αυτού αποτελέσματα δεν θα είχαν επέλθει αν ο εν λόγω κατηγορούμενος είχε καταβάλει την προσοχή την οποία όφειλε ως γενικός διευθυντής της εταιρείας Ε-1 Α.Ε. και μπορούσε να καταβάλει, δίδοντας στο τμήμα φορτώσεων και μεταφοράς της εν λόγω εταιρείας τις εντολές που προαναφέρθηκαν και εποπτεύοντας την εφαρμογή τους. Τούτο δε διότι, η αποδοθείσα στον Γενικό Διευθυντή ως άνω αμελής συμπεριφορά, είναι εκείνη που βάρυνε τον ίδιο και επέφερε, ως ένας εκ των περισσοτέρων όρων, το ανωτέρω αποτέλεσμα, οφειλόμενο, κατά τις παραδοχές της απόφασης, στην συγκλίνουσα αμέλεια όλων, με την προεκτεθείσα έννοια, έκαστος δε εξ αυτών ευθύνεται για τη δική του αμέλεια, κρινόμενη αυτοτελώς και ανεξάρτητα προς την αμέλεια των άλλων. Έτσι και στην κρινόμενη περίπτωση ο Γενικός Διευθυντής της εταιρίας κρίθηκε ότι ευθύνεται για την ως άνω αμελή συμπεριφορά του, απότοκο της οποίας ήταν το ως άνω αποτέλεσμα, η αμέλεια δε η δική του, η οποία, όπως δέχθηκε η απόφαση συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα, με την έννοια ότι χωρίς αυτή, ως ένα των πολλών παραγωγικών όρων του, δεν θα επερχόταν αυτό, δεν αναιρεί την αμέλεια των λοιπών συγκατηγορουμένων του, όπως και την του αναιρεσείοντος, αφού εκείνος ευθύνεται, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο, γιατί δεν έδωσε τις του ανωτέρω περιεχομένου εντολές, ούτε φρόντισε να ελέγξει την τήρησή τους, όπως όφειλε εκ των αναποσπάστως συνδεομένων μετά της ανωτέρω θέσεως του καθηκόντων του, αυτός δε διότι, παρότι γνώριζε εκ της ως άνω θέσεως του Διευθυντού του εργοστασίου και υπευθύνου του τμήματος αποθήκης και φορτώσεων, την υπερφόρτωση των Δ.Χ. φορτηγών αυτοκινήτων, κατά την μεταφορά εμπορευμάτων της εταιρίας, άλλα και την πλημμελή πρόσδεση των φορτίων, όπως συνέβη και στην κρινόμενη περίπτωση, το μεν δεν απέτρεψε την πρώτη τούτων, το δε δεν φρόντισε για την εξάλειψη της δεύτερης. Δεν χρειαζόταν δε, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, να ενημερωθεί από οποιονδήποτε για την ανάγκη αλλαγής της ακολουθουμένης τακτικής υπερφορτώσεως των αυτοκινήτων, συσκευασίας και προσδέσεως των φορτίων, η οποία, όπως δέχθηκε η απόφαση, μπορούσε να δημιουργήσει κίνδυνο της χερσαίας συγκοινωνίας, προκλήσεως ατυχήματος, αλλά και κίνδυνο για την ζωή και την σωματική ακεραιότητα και υγεία των χρησιμοποιούντων το οδικό δίκτυο ανθρώπων, ούτε χρειαζόταν για την ενεργοποίησή του προς μεταβολή της τακτικής αυτής, η οποία αποτελούσε, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, όπως γνώριζε, ως εκ της ανωτέρω θέσεως του στην εταιρία, καθημερινό εν δυνάμει κίνδυνο, ο οποίος, όπως και τα ανωτέρω αποτελέσματα για ανθρώπους, μπορούσαν να επέλθουν ανά πάσα στιγμή, όπως και δυστυχώς συνέβη, ούτε έπρεπε, προκειμένου να αντιληφθεί την κατάσταση αυτή και τους κινδύνους που συνεπαγόταν, να ασκούσε περισσότερο χρόνο τα ως άνω καθήκοντά του. Ούτε περαιτέρω, εκ του λόγου αυτού, αίρεται η ύπαρξη της αυτής ως άνω αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της δικής τους αμέλειας και βεβαίως και του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος, εκτός βέβαια αν το Δικαστήριο είχε δεχθεί την αμέλεια εκείνου ή οποιουδήποτε εκ των λοιπών συγκατηγορουμένων του, ως αποκλειστικό όρο του αποτελέσματος, πράγμα όμως το οποίο δεν συνέβη εν προκειμένω, αφού, όπως ήδη λέχθηκε, το Δικαστήριο έκρινε ότι τούτο υπήρξε απότοκο της συγκλίνουσας αμέλειας όλων, την οποία, ως αίτιο του αποτελέσματος, εξειδικεύει για τον καθένα απ αυτούς.
Συνεπώς οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος τυγχάνουν αβάσιμες κα απορριπτέες. ε-στ) Το Δικαστήριο, με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όπως αναφέρθηκε και αμέσως ανωτέρω, έκρινε ότι η αμελής συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, για την οποία έγινε αναφορά ανωτέρω υπό στοιχεία, α', β', γ' και δ', στοιχειοθετεί και την πράξη της με ενσυνείδητη αμέλεια τελέσεως της πράξεως της διαταράξεως της ασφάλειας της χερσαίας συγκοινωνίας και δεν χρειαζόταν, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να γίνει ειδικώς αναφορά και να παρατίθεται σχετική περί τούτου αιτιολογία για την επάρκεια ή μη του χρόνου της 3μηνης μόνον υπηρεσίας του ως Διευθυντού του εργοστασίου της εταιρίας και υπευθύνου των τμημάτων φορτώσεων και αποθήκης προς ενημέρωσή του και μεταβολή του ακολουθουμένου τρόπου φορτώσεως, συσκευασίας και προσδέσεως των φορτίων, αφού η προσβαλλομένη δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι ο χρόνος αυτός ασκήσεως των καθηκόντων του, ενόψει της μορφώσεως του και εμπειρίας του, των επαγγελματικών του γνώσεων, ήταν επαρκής για να γνωρίζει το τι συνέβαινε κατά την φόρτωση, στοιβασία και πρόσδεση των φορτίων και να προβεί στις ενέργειες που του επέβαλαν τα καθήκοντά του αυτά και οι νομικές διατάξεις που παραθέτει η απόφαση, προκειμένου να μεταβάλλει άμεσα την κατάσταση αυτή, η οποία, όπως δέχθηκε, όπως και η συμπεριφορά που αναφέρει και την αποδίδει σε ενδεχόμενοι δόλο (1ος, 2ος και 3ος κατηγορούμενοι), σε ασυνείδητη αμέλεια (4ος και 6ος), συνιστούσε εν δυνάμει κίνδυνο, για όλους τους ανωτέρω εκτεθέντες λόγους, και δημιουργούσε κινδυνώδη κατάσταση, για την ασφάλεια της χερσαίας συγκοινωνίας και την ζωή και υγεία των χρησιμοποιούντων το οδικό δίκτυο ανθρώπων. Τα ανωτέρω δεν μεταβάλλονται εκ του ότι, από το αναγνωσθέν έγγραφο που επικαλείται ο αναιρεσείων, προέκυπτε ότι η κατονομαζόμενη ομοειδούς δραστηριότητος εταιρία χρησιμοποιούσε τον αυτό τρόπο συσκευασίας και προσδέσεως των φορτίων (2 μεταλλικά τσέρκια), διότι το Δικαστήριο, κατά την πλήρως αιτιολογημένη και ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, την οποία υπό την επίφαση της ελλείψεως πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επιχειρεί να ελέγξει ο αναιρεσείων, έκρινε ότι, για την πρόσδεση του συγκεκριμένου υπέρβαρου και παρανόμως στοιβαγμένου φορτίου, απαιτούνταν περισσότερα των χρησιμοποιηθέντων δύο (2) τσερκίων, ούτε εκ του ότι, κατά την διάρκεια λειτουργίας της εταιρίας δεν πραγματοποιήθηκε ο κίνδυνος αυτός, όπως ήδη αναλύθηκε εκτενώς ανωτέρω υπό αριθμό 1 και στοιχείο γ'. Περαιτέρω οι λοιπές διαταρακτικές της ασφάλειας των χερσαίων συγκοινωνιών ενέργειες ή παραλείψεις των λοιπών συγκατηγορουμένων από ενδεχόμενο δόλο, η ασυνείδητη αμέλεια, κατά τις διακρίσεις της αποφάσεως, δεν αίρουν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των δικών του παραλείψεων και της διαταράξεως της ασφάλειας της χερσαίας συγκοινωνίας, όπως αβάσιμα υποστηρίζει αυτός, για όλους τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω υπό στοιχείο γ' - δ'. Τέλος η παραδοχή της προσβαλλομένης ότι ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου στο συγκεκριμένο σημείο έπρεπε να μειώσει την ταχύτητα και κάτω του ανωτάτου ορίου των 70 χ/ω, αναλύθηκε ανωτέρω υπ αριθ. 1 και στοιχείο ι' κατά την έρευνα της αληθούς ή φαινομένης συρροής μεταξύ των πράξεων της διαταράξεως της ασφάλειας των χερσαίων συγκοινωνιών από ενδεχόμενο δόλο, για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι, ο Χ6, ο Χ1 και ο αναιρεσείων Χ5 και των ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών από ενσυνείδητη αμέλεια για τις οποίες επίσης κηρύχθηκαν ένοχοι. Στο σημείο εκείνο δόθηκε ο προσήκων χαρακτηρισμός της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του οδηγού και ποια επίδραση είχε στο ερευνώμενο ως άνω ζήτημα, το οποίο δεν αφορά τον αναιρεσείοντα, αφού η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε είναι η του άρθρου 290 παρ. 2 ΠΚ, η οποία, κατά τα ανωτέρω στην νομική σκέψη, εκτεθέντα, συρρέει αληθώς, πάντοτε, με τις πράξεις των άρθρων 302 και 314 ΠΚ. Εφόσον δε, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, το αποτέλεσμα των, κατά συρροή, ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών υπήρξε απότοκο, τόσο της ως ανωτέρω χαρακτηρισθείσης αμελούς αυτής συμπεριφοράς, όσον και των αμελών συμπεριφορών των λοιπών κατηγορουμένων και του αναιρεσείοντος, η εν λόγω αμελής συμπεριφορά δεν αίρει την δική του ευθύνη, ούτε διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς των άλλων κατηγορουμένων, αλλά και της δικής του και του ανωτέρω αποτελέσματος των θανάτων και σωματικών βλαβών.
ζ) Όσον αφορά την αιτίαση του αναιρεσείοντος για έλλειψη αιτιολογίας ως προς το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και δη της από 14-4-2003 εκθέσεως τεχνικής πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων ΗΗ και ΘΘ, της από 15-10-2003 τεχνικής έκθεσης του ΦΦ και τέλος των ιατροδικαστικών εκθέσεων και εκείνων νεκροψίας - νεκροτομής, ισχύουν τα ανωτέρω υπ αριθ. 1 και στοιχ. η' εκτεθέντα. Κατ ακολουθία τούτων όλοι οι λόγοι αναιρέσεως του εν λόγω αναιρεσείοντος, με τους οποίους αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας (510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ), τόσον ως προς το αδίκημα της διαταράξεως της ασφαλείας των συγκοινωνιών, όσον και τα αδικήματα των κατά συρροή ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών, από ενσυνείδητη αμέλεια και ως προς την λήψη υπόψη και εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τυγχάνουν αβάσιμοι και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν.
3. Του αναιρεσείοντος Χ3.
α) Το Δικαστήριο αιτιολογεί πλήρως, την αμέλεια του αναιρεσείοντος, τόσον ως προς την πράξη του άρθρου 290 παρ. 2 ΠΚ, όσον και ως προς κείνες των άρθρων 302 και 314 ΠΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα, κατά τα ανωτέρω δέχεται, ως προς τις παραλείψεις οφειλομένων κατά νόμο ενεργειών του αναιρεσείοντος, αυτές συνίσταντο στο ότι, λόγω της ιδιότητός του ως αποθηκάριου από το έτος 1997 του εργοστασίου της εταιρίας Ε-1 Α.Ε. στο ..., ως εκ της οποίας αναλάμβανε τη φόρτωση των εμπορευμάτων κατ' εντολή του προϊσταμένου φόρτωσης, Χ5, καθημερινά από την 16.00 έως την 22.00 ώρα, και ενώ από την εργασιακή του σύμβαση και από τον νόμο (άρθρ. 32 §§2,3 ΚΟΚ) είχε υποχρέωση να επιβλέπει και να καθοδηγεί τους εργάτες της ίδιας εταιρείας για τη συσκευασία των φορτίων που θα μεταφέρονταν με οχήματα, ώστε η συσκευασία να είναι ασφαλής και να αποκλείεται κάθε περίπτωση αποσυσκευασίας σε πιθανό ελιγμό του οχήματος ή εμπλοκής του σε ατύχημα, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε, κατά την αναφερομένη στο σκεπτικό διάταξη και μπορούσε να καταβάλλει, δεν αντιλήφθηκε, όπως μπορούσε από την σύγκριση των φορτωτικών και των δελτίων αποστολής με την άδεια κυκλοφορίας του συγκεκριμένου φορτηγού αυτοκινήτου, ότι το φορτίο, που κατόπιν εντολής του συγκατηγορουμένου του Χ5, με επιμέλεια του φορτώθηκε, υπερέβαινε το κατά νόμο επιτρεπόμενο για το όχημα αυτό βάρος και έτσι δεν απέτρεψε την υπέρβαρη φόρτωση, ούτε περαιτέρω καθοδήγησε τους εργάτες συσκευασίας του συγκεκριμένου φορτίου και δεν επέβλεψε στον τρόπο με τον οποίο έγινε αυτή, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιηθούν για την συσκευασία κάθε δέματος δύο μεταλλικά τσέρκια, όπως γινόταν μέχρι τότε στην συσκευασία των δεμάτων των εμπορευμάτων, ενώ, ενόψει του μεγάλου μήκους και βάρους εκάστου δέματος, έπρεπε να προβληματισθεί για την αλλαγή της πρακτικής αυτής και να χρησιμοποιηθούν για την ασφαλή πρόσδεση περισσότερα των δύο, όπως επιβαλλόταν. Σε συνέχεια των παραλείψεων του αυτών επέτρεψε την αναχώρηση από την αποθήκη του φορτηγού και την κυκλοφορία του στο οδικό δίκτυο, με το υπέρβαρο και πλημμελώς προσδεδεμένο φορτίο και δεν προέβλεψε, όπως όφειλε και μπορούσε το αξιόποινο αποτέλεσμα της διαταράξεως της χερσαίας συγκοινωνίας και τον κίνδυνο που προκαλούταν για την ζωή και την υγεία των ανθρώπων που χρησιμοποιούσαν την οδό, με αποτέλεσμα να συμβεί, κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην απόφαση, το ατύχημα και να επέλθουν, κατά τον τρόπο που εκεί περιγράφεται, οι 21 θάνατοι των μαθητών και οι 33 τραυματισμοί τρίτων, αποτέλεσμα το οποίο προκάλεσε η ανωτέρω αμελής συμπεριφορά του, το οποίο όμως αυτός δεν προέβλεψε. Οι ανωτέρω παραλείψεις οφειλόμενες στην έλλειψη την προσοχής την οποία μπορούσε και όφειλε, λόγω της ανωτέρω επαγγελματικής του ιδιότητας, της εμπειρίας του και των εν γένει συνθηκών, να καταβάλλει αποτελούν το περιεχόμενο της ασυνείδητης αμέλειας που, όπως έκρινε, τον βάρυνε, τόσον ως προς το αδίκημα της διαταράξεως της ασφάλειας της χερσαίας συγκοινωνίας, όσον και ως προς τις πράξεις των κατά συρροή ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών. Η παραδοχή της προσβαλλομένης ότι η χρησιμοποίηση δύο τσερκιών αποτελούσε προϋπάρχουσα τακτική της εταιρίας δεν αίρει την αμέλεια που δέχθηκε κατά τα άνω η απόφαση ότι επέδειξε ως προς το ζήτημα της συσκευασίας των δεμάτων των εμπορευμάτων που μεταφέρθηκαν με το συγκεκριμένο φορτηγό αυτοκίνητο, αφού δέχθηκε ότι έπρεπε, λόγω της επαγγελματικής ιδιότητάς του και της εμπειρίας που είχε αποκτήσει, να προβληματισθεί επί της αλλαγής της τακτικής αυτής και να χρησιμοποιήσει περισσότερα των δύο τσέρκια και δεν θα μπορούσε να αποτρέψει την μεταβολή της πρακτικής αυτής και την αύξηση του αριθμού των τσερκίων το γεγονός ότι δεν ήταν στέλεχος της εταιρίας, αλλά απλός αποθηκάριος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, αφού αυτή ακριβώς η ιδιότητά του και η άμεση εμπλοκή του στην διαδικασία φόρτωσης τον καθιστούσε κατάλληλο άτομο να επιχειρήσει την μεταβολή αυτή στον τρόπο συσκευασίας, χωρίς να προκαλέσει αντιδράσεις από τους προϊσταμένους του, υπευθύνους του τμήματος αποθήκης και φορτώσεων, όπως ήταν ο Χ4, ο Γεν. Διευθυντής, υπεύθυνος για την παρακολούθηση όλων των τμημάτων της εταιρίας Χ2, αλλά και ο Χ5, συνιδιοκτήτης του φορτηγού, υπάλληλος της εταιρίας και υπεύθυνος φορτώσεων. Επίσης δεν επιδρά στην αμέλεια που δέχθηκε το Δικαστήριο ότι τον βαρύνει, κατά τα ανωτέρω, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, το ότι δεν προέκυψε ότι υλοποιήθηκε μέχρι τότε ο κίνδυνος που προκλήθηκε από τις ανωτέρω παραλείψεις του, όπως και των λοιπών συγκατηγορουμένων του, ούτε χρειαζόταν να ενημερωθεί για την ανάγκη επαύξησης προστατευτικών μέτρων, αφού η προσβαλλομένη δεν δέχεται ότι υπήρχε τέτοια ανάγκη, αλλ απλώς έκρινε τα ανωτέρω ως προς την χρησιμοποίηση περισσοτέρων των δύο τσερκιών. Όσον αφορά την δήθεν αντίθεση και ασάφεια, λόγω της παραδοχής ότι δεν υφίστατο διάταξη καθορίζουσα τον τρόπο συσκευασίας και πρόσδεσης των φορτίων γενικώς, αλλά και των συγκεκριμένων (μελαμίνης και MDF) ισχύουν τα αμέσως ανωτέρω εκτεθέντα με αριθμό 1 και υπό στοιχείο β' για τον αναιρεσείοντα Χ5.
Συνεπώς η συναφής αιτίαση του αναιρεσείοντος, τυγχάνει αβάσιμη και απορριπτέα, ανεξάρτητα του ότι με αυτή πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων και η ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.
β-γ) Η κατά τα άνω αμελής συμπεριφορά του δεν αίρεται, όπως αυτός αβάσιμα υποστηρίζει, εκ του ότι, κατά τις παραδοχές του Μ.Ο.Ε., την συγκεκριμένη φόρτωση διενήργησε και επιμελήθηκε αυτής κατόπιν εντολής του συγκατηγορουμένου του Χ5, υπαλλήλου της εταιρίας και προϊσταμένου των φορτώσεων, αφού όπως αμέσως ανωτέρω υπό στοιχείο 2 γ-δ λέχθηκε, καθένας των συγκατηγορουμένων κρίνεται και ευθύνεται για τις δικές του πράξεις και παραλείψεις, που για τον αναιρεσείοντα είναι οι αμέσως ανωτέρω υπό στοιχείο α' εκτεθείσες, αφού το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το επελθόν αποτέλεσμα οφείλεται στην συγκλίνουσα αμέλεια όλων των κατηγορουμένων. Περαιτέρω δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση εκ της ανωτέρω παραδοχής του Δικαστηρίου ότι ο αναιρεσείων όφειλε και μπορούσε να αντιληφθεί το υπέρβαρο της επίμαχης φορτώσεως, αλλά από έλλειψη της προσοχής που έπρεπε να επιδείξει, κατά την σύμβαση και τον νόμο, δεν το αντιλήφθηκε, και εκ της στην συνέχεια παραδοχής ότι δεν γνώριζε επακριβώς το επιτρεπόμενο βάρος φορτίου για το επίδικο όχημα και το ποσοστό του υπέρβαρου φορτίου. Τούτο δε διότι το Δικαστήριο και με την πρώτη παραδοχή αυτό ακριβώς δέχεται ότι δηλ., από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε, ως εκ της επαγγελματικής του ιδιότητας και των ως άνω καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί και ασκούσε ως εξ αυτής, να επιδείξει, δεν αντιλήφθηκε, παρότι όφειλε και μπορούσε με τον τρόπο που αναφέρει το Δικαστήριο, ότι το συγκεκριμένο φορτίο ήταν υπέρβαρο, η δε στη συνέχεια παραδοχή ότι δεν γνώριζε το επιτρεπόμενο βάρος φορτίου και το ποσοστό του υπέρβαρου αυτού συμπορεύεται και με το είδος της αμέλειας (ασυνείδητη) για τα ως άνω αδικήματα που δέχθηκε η απόφαση γι αυτόν, διότι, αν γνώριζε το υπέρβαρο του φορτίου και την πλημμελή πρόσδεση αυτού και κατ ακολουθία και τον κίνδυνο που δημιουργούσε η κίνηση του φορτηγού στο δρόμο για την ασφάλεια της χερσαίας συγκοινωνίας, αλλά και για την ζωή και την υγεία των χρησιμοποιούντων το οδικό δίκτυο ανθρώπων και παρόλα αυτά επέτρεψε την αναχώρησή του από τις αποθήκες, πιστεύοντας ότι δεν θα πραγματοποιούταν ο κίνδυνος αυτός και το ως άνω αποτέλεσμα, τότε η αμέλεια που θα τον βάρυνε ήταν η ενσυνείδητη και όχι η χωρίς συνείδηση όπως δέχθηκε το Δικαστήριο, κατά τα προλεχθέντα.
Συνεπώς οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος τυγχάνουν αβάσιμες και απορριπτέες.
δ) Ως προς την αιτίαση αυτή (υπ αριθμό 4 στην αίτηση αναιρέσεως) ισχύουν τα όσα ανωτέρω υπ αριθ. 2 και στοιχ. γ'-δ' εξετέθησαν για την αντίστοιχη αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ4.
Συνεπώς και η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
ε) Οι λοιπές διαταρακτικές της ασφάλειας των χερσαίων συγκοινωνιών ενέργειες ή παραλείψεις των λοιπών συγκατηγορουμένων από ενδεχόμενο δόλο, ή ενσυνείδητη αμέλεια, κατά τις παραδοχές και διακρίσεις της αποφάσεως, δεν αίρουν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των δικών του παραλείψεων και της διαταράξεως της ασφάλειας της χερσαίας συγκοινωνίας, όπως αβάσιμα υποστηρίζει αυτός, για όλους τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω υπό στοιχείο 2 γ'-δ'. Τέλος η παραδοχή της προσβαλλομένης ότι ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου στο συγκεκριμένο σημείο έπρεπε να μειώσει την ταχύτητα και κάτω του ανωτάτου ορίου των 70 χ/ω, αναλύθηκε ανωτέρω υπ αριθ. 1 και στοιχείο ι' κατά την έρευνα της αληθούς ή φαινομένης συρροής μεταξύ των πράξεων της διαταράξεως της ασφάλειας των χερσαίων συγκοινωνιών από ενδεχόμενο δόλο, για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι, ο Χ6, ο Χ1 και ο αναιρεσείων Χ5 και των ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών από ενσυνείδητη αμέλεια για τις οποίες επίσης κηρύχθηκαν ένοχοι. Στο σημείο εκείνο δόθηκε ο προσήκων χαρακτηρισμός της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του οδηγού και ποια επίδραση είχε στο ερευνώμενο ως άνω ζήτημα, το οποίο δεν αφορά τον αναιρεσείοντα, αφού η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε είναι η του άρθρου 290 παρ. 2 ΠΚ, η οποία, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, συρρέει αληθώς πάντοτε με τις πράξεις των άρθρων 302 και 314 ΠΚ. Κατά τα λοιπά ισχύουν τα ανωτέρω υπ αριθ. 2 και στοιχ. ε-στ', εκτεθέντα.
Συνεπώς και η εν λόγω αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
στ) Όσον αφορά την αιτίαση του αναιρεσείοντος για έλλειψη αιτιολογίας ως προς το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και δη της από 14-4-2003 εκθέσεως τεχνικής πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων ΗΗ και ΘΘ, της από 15-10-2003 τεχνικής έκθεσης του ΦΦ και τέλος των ιατροδικαστικών εκθέσεων και των νεκροψίας -νεκροτομής, ισχύουν τα ανωτέρω υπ αριθ. 1 και στοιχ. η' εκτεθέντα. Κατ ακολουθία τούτων όλοι οι λόγοι αναιρέσεως του εν λόγω αναιρεσείοντος, με τους οποίους αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας (510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ), τόσον ως προς το αδίκημα της διαταράξεως της ασφαλείας των συγκοινωνιών, όσον και τα αδικήματα των κατά συρροή ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών, από ασυνείδητη αμέλεια και ως προς την λήψη υπόψη και εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων τυγχάνουν αβάσιμοι και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν.
4. Του αναιρεσείοντος Χ2.
Ι. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η αμελής συμπεριφορά του αναιρεσείοντος συνίσταται σε συγκεκριμένες παραλείψεις οφειλομένων ως εκ της θέσεως του στην εταιρία (Γεν Δ/ντης), αλλά και από τις νομικές διατάξεις που παραθέτει, ενεργειών, οι οποίες, κατά τις παραδοχές του, ανεξάρτητα από τις ενέργειες και παραλείψεις των λοιπών κατηγορουμένων- αναιρεσειόντων, όπως οι Χ5, Χ1, Χ4 και Χ3, αλλά και του μη αναιρεσείοντος Χ6, μετά μεγάλης πιθανότητας που άγγιζε τα όρια της βεβαιότητας, ως αίτιο, επέφεραν το ανωτέρω εγκληματικό αποτέλεσμα, πράγμα το οποίο όφειλε και μπορούσε να προβλέψει ο αναιρεσείων, λόγω των γνώσεων του, της θέσεως του στην εταιρία και της εμπειρίας του, πλην όμως δεν το προέβλεψε από έλλειψη της επιμέλειας και προσοχής που μπορούσε να καταβάλλει και έτσι δεν ενήργησε ως όφειλε προς αποτροπή του. Το Δικαστήριο απέκρουσε, με πλήρη και εκτενή αιτιολογία, τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι τυπικά μόνον έφερε τον τίτλο του Γεν. Δ/ντη, τα καθήκοντα του οποίου και δεν ασκούσε και έτσι δεν είχε τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που προβλέπει ο εσωτερικός κανονισμός της Α.Ε., τις οποίες και παρέλειψε να τηρήσει (παράλειψη παροχής των κατάλληλων οδηγιών ως προς τη φόρτωση του αυτοκινήτου και ασκήσεως εποπτείας για την τήρηση των εντολών). Δεν χρειαζόταν δε να αντιμετωπισθεί και να αιτιολογηθεί η μη ενημέρωση του αναιρεσείοντος, ως προς τα ζητήματα αυτά, αφού, λόγω της ανωτέρω θέσεως του στην διοικητική ιεραρχία της εταιρίας και της γενικής εποπτείας που όφειλε να ασκεί επί όλων των τμημάτων αυτής και επομένως και εκείνο των φορτώσεων, όφειλε να γνωρίζει τον τρόπο διενέργειας αυτών και να δώσει τις κατάλληλες οδηγίες και εντολές, όπως εξειδικεύονται στην απόφαση και περαιτέρω να επιβλέψει για την τήρησή τους. Η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των συμπεριφορών όλων των άλλων, απετέλεσε έναν από τους πολλούς όρους του εγκληματικού αποτελέσματος, άνευ του οποίου και δεν θα επερχόταν αυτό, κατά τις πλήρως αιτιολογημένες, παραδοχές της αποφάσεως. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του λόγου αυτού της αναιρέσεως, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου και τυγχάνουν απαράδεκτες. Ορθώς λοιπόν ερμήνευσε και εφάρμοσε το Δικαστήριο τις διατάξεις των άρθρων 28, 290, 302 και 314 ΠΚ και δεν τις παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, διέλαβε δε πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες, τόσον ως προς το υποκειμενικό, όσον και ως προς το αντικειμενικό στοιχείο των πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και οι συναφείς αιτιάσεις του πρώτου λόγου της αναιρέσεως είναι αβάσιμες και απορριπτέες.
ΙΙ. Αιτιάται, περαιτέρω, ο αναιρεσείων την προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, αφού δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων που του αποδόθηκαν και των αποτελεσμάτων που επήλθαν, διότι, είτε προηγήθηκε, είτε παρενεβλήθη, δόλια και αμελής συμπεριφορά άλλων κατηγορουμένων, η οποία και διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο. Η οποιαδήποτε ευθύνη άλλων προσώπων, όπως του Προέδρου του Δ.Σ. της Ε-1 Α.Ε., και της διευθύνουσας συμβούλου αυτής, οι οποίοι παραπέμφθηκαν αμετακλήτως με τα αναφερόμενα βουλεύματα, για τις αυτές πράξεις με ενσυνείδητη αμέλεια, εφόσον δεν είναι κατηγορούμενοι στην παρούσα δίκη δεν μπορεί να αξιολογηθεί σε σχέση με την ευθύνη του αναιρεσείοντος, όπως αυτός αβάσιμα υποστηρίζει και επικαλείται. Περαιτέρω από την αμελή, αλλά και την από ενδεχόμενο δόλο συμπεριφορά των λοιπών συγκατηγορουμένων, οι οποίοι, όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ενήργησαν χωρίς κοινό δόλο, κατά παραυτουργία, η οποία (συμπεριφορά), όπως δέχθηκε το Δικαστήριο, για τον καθένα, θα επέφερε το ως άνω εγκληματικό αποτέλεσμα μετά μεγάλης πιθανότητος που άγγιζε τα όρια της βεβαιότητος, πράγμα το οποίο, κατά τις διακρίσεις της αποφάσεως, ορισμένοι από τους κατηγορουμένους, όπως και ο αναιρεσείων, δεν το προέβλεψαν (Χ3), άλλοι το προέβλεψαν πίστευαν όμως ότι δεν θα επερχόταν (Χ5, Χ1, Χ6 και Χ4) και τέλος άλλοι, όσον αφορά όμως μόνον την διατάραξη της χερσαίας συγκοινωνίας, το αποδέχθηκαν με την έννοια ότι συμβιβάσθηκαν με αυτό, όπως οι Χ5, Χ1 και Χ6, δεν διακόπτεται, όπως αβάσιμα υποστηρίζει αυτός, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των δικών του παραλείψεων και του επελθόντος αποτελέσματος, αφού το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι η συμπεριφορά εκείνων απετέλεσε το αποκλειστικό αίτιο επελεύσεως του αποτελέσματος, αλλ' αντιθέτως, με την ανωτέρω πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δέχθηκε ότι τούτο οφείλεται στην συγκλίνουσα συμπεριφορά (αμέλεια ή και ενδεχόμενο δόλο) όλων των συγκατηγορουμένων. Η οποιαδήποτε ευθύνη άλλων προσώπων όπως του Προέδρου του Δ.Σ. της Ε-1, και της διευθύνουσας συμβούλου αυτής, οι οποίοι κατά τα προλεχθέντα, παραπέμφθηκαν, αμετακλήτως, με τα αναφερόμενα βουλεύματα, για τις αυτές πράξεις με ενσυνείδητη αμέλεια, χωρίς να αποδεικνύεται και αμετάκλητη καταδίκη τους γι αυτές, όπως ήδη λέχθηκε, εφόσον δεν είναι κατηγορούμενοι στην παρούσα δίκη, δεν μπορεί να αξιολογηθεί σε σχέση με την ευθύνη του αναιρεσείοντος, όπως αυτός αβάσιμα υποστηρίζει. Οι ενέργειες και παραλείψεις των άλλων καταδικασθέντων, όπως ήδη λέχθηκε, για τους λόγους που αναφέρθηκαν, συνέκλιναν στην παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος. Οι δικές του δε ως άνω παραλείψεις, που αποτελούν περιεχόμενο της δικής του αμελούς συμπεριφοράς, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, συνδέονται αιτιωδώς, τόσον με την πράξη του άρθρου 290, όσον και με εκείνες των άρθρων 302 και 314 ΠΚ. Οι σχετικές λοιπόν αιτιάσεις του δευτέρου λόγου τυγχάνουν αβάσιμες και απορριπτέες.
ΙΙΙ. Η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει πλήρη αιτιολογία, ως προς όλες τις πράξεις για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, όπως ήδη ανωτέρω αναφέρθηκε και δεν χρειαζόταν για την πληρότητά της να διαλαμβάνει και αυτά που εκτίθενται στις αιτιάσεις του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο με πλήρη αιτιολογία δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων ασκούσε ουσιαστικά καθήκοντα Γενικού Διευθυντή και απέρριψε με την ίδια αιτιολογία το ισχυρισμό του ότι τυπικά έφερε τον τίτλο αυτό. Οι επί του ζητήματος αυτού αιτιάσεις του, υπό την επίφαση ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. Περαιτέρω το Δικαστήριο δέχθηκε ότι εκ του εσωτερικού κανονισμού της εταιρίας, που ίσχυε και κατά τον χρόνο του ατυχήματος, στον αναιρεσείοντα ανήκε, μεταξύ των άλλων καθηκόντων που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, και ο συντονισμός και έλεγχος των διευθύνσεων και του προσωπικού της εταιρείας, η παρακολούθηση της τήρησης των οδηγιών και αποφάσεων της γενικής διεύθυνσης προς τις επί μέρους διευθύνσεις και τα τμήματα της εταιρείας.
Συνεπώς, από τη θέση, που, όπως δέχεται η προσβαλλομένη, κατείχε στην ιεραρχία της εταιρίας, απέρρεαν οι υποχρεώσεις του για παρακολούθηση και του τμήματος φορτώσεων, προς τούτο δε, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο, ανελέγκτως, μετέβαινε από την ..., όπου το κέντρο της δραστηριότητάς του για επίτευξη του άλλου τομέα και δη του χρηματοοικονομικού αυτής, στην ..., όπου τα κεντρικά γραφεία αυτής και στον ..., όπου ήταν το εργοστάσιό της, αλλά και επικοινωνώντας τηλεφωνικά κυρίως με τον υφιστάμενό του διευθυντή του εργοστασίου κατηγορούμενο Χ4. Δεν χρειαζόταν δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρεται, όπως αβάσιμα υποστηρίζει, η διάρκεια και η συχνότητα των μεταβάσεων αυτών, ούτε και αν το αντικείμενο των συναντήσεων που πραγματοποιούσε με τους ανωτέρω υφισταμένους του, είχε σχέση με τις φορτώσεις, συσκευασίες και μεταφορές των εμπορευμάτων, αφού σαφώς τούτο προκύπτει από την παραδοχή των τηλεφωνικών επικοινωνιών με τον αναιρεσείοντα Χ4, διευθυντή του εργοστασίου στο ... και υπεύθυνο των τμημάτων αποθήκης και φορτώσεων. Περαιτέρω δέχθηκε το Δικαστήριο ότι ο αναιρεσείων δεν επέδειξε την προσοχή και επιμέλεια που όφειλε, σύμφωνα με το νόμο και τη σύμβασή του με την εταιρεία και ειδικότερα για εποπτεία και έλεγχο, μεταξύ των άλλων και του τμήματος φορτώσεων, δίδοντας σχετικές έγγραφες και προφορικές σαφείς εντολές στους υφισταμένους του κατηγορουμένους Χ4, Χ5, Χ3, για μη μεταφορά υπέρβαρων φορτίων με Δ.Χ φορτηγά αυτοκίνητα που χρησιμοποιούσε η εταιρεία, καθώς και για χρησιμοποίηση ικανού αριθμού, περισσότερων των δύο τσερκιών για κάθε δέμα μεταφερομένων εμπορευμάτων και παρακολουθώντας την εφαρμογή των οδηγιών του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 Ν. 2696/1999, 7 ΠΔ 17/1996 και 53 Ν. 1591/1986 και ακόμη δεν προέβλεψε, εξ αιτίας της ανωτέρω αμελούς συμπεριφοράς του, που εν μέρει ήταν απότοκη και του ότι δεν είχε συνεχή επαφή με το εργοστάσιο, λόγω του ότι ήταν επιφορτισμένος και με τα προαναφερθέντα καθήκοντα που αφορούσαν την χρηματοοικονομική πορεία της εταιρείας, ότι, συνεπεία των παραπάνω παραλείψεών του, το ανωτέρω αυτοκίνητο-συρμός κινούμενο, υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες, μπορούσε να προκαλέσει το ένδικο ατύχημα και τους εξ αυτού θανάτους και τραυματισμούς των προαναφερθέντων προσώπων. Το ανωτέρω ατύχημα και τα εξ αυτού αποτελέσματα δεν θα είχαν επέλθει αν ο κατηγορούμενος είχε καταβάλει την προσοχή, την οποία όφειλε ως γενικός διευθυντής της εταιρείας και θα κατέβαλε, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της, κάθε μέσης συνέσεως άτομο που θα βρισκόταν κάτω από τις ίδιες συνθήκες, την οποία και αυτός μπορούσε να καταβάλει, δίδοντας, στο τμήμα φορτώσεων και μεταφοράς της εν λόγω εταιρείας, τις εντολές που προαναφέρθηκαν και εποπτεύοντας την εφαρμογή τους. Δέχθηκε λοιπόν το Δικαστήριο ασυνείδητη αμέλεια με το ανωτέρω περιεχόμενο του αναιρεσείοντος, ως προς το επελθόν αποτέλεσμα, το οποίο δεν θα επερχόταν αν εκτελούσε με δέουσα επιμέλεια και προσοχή τα εκ της θέσεως του στην εταιρία και εκ των νομικών διατάξεων που αναφέρονται στην απόφαση, επιβαλλόμενα σ αυτόν καθήκοντα της παρακολουθήσεως της δραστηριότητος του τμήματος φορτώσεων, στο πλαίσιο της οποίας έπρεπε να παράσχει γραπτές και προφορικές οδηγίες με το περιεχόμενο που αναφέρει, προς τους κατονομαζόμενους υφισταμένους του και απασχολούμενους άμεσα με το αντικείμενο αυτό για την μη υπερφόρτωση των ΔΧ αυτοκινήτων που χρησιμοποιούσε η εταιρία για την μεταφορά των εμπορευμάτων της και το ενδιαφέρον εν προκειμένω και για την ασφαλή πρόσδεση των δεμάτων με την χρησιμοποίηση ικανού αριθμού και πάντως περισσότερων των δύο τσερκίων. Δεν χρειαζόταν δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρεται στο σκεπτικό αν υπήρχε καθορισμένο πλαίσιο εντολών από το Δ.Σ. της εταιρίας και αν είχε ανακύψει ζήτημα με το θέμα των φορτώσεων ή αλλαγής τακτικής φορτώσεων, αφού ο αναιρεσείων, κατέχοντας την ανωτέρω πρώτη θέση στην διοικητική ιεραρχία της εταιρίας, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, είχε την πρωτοβουλία των κινήσεων και ενεργειών που αυτός έκρινε ότι έπρεπε να γίνουν προς επίλυση των προβλημάτων, που όφειλε και μπορούσε, ως εκ της θέσεως του, να εντοπίσει, ανεξάρτητα από το τυχόν πλαίσιο εντολών που θα είχε ή όχι καθορισθεί, επί του αντικειμένου αυτού, από τον πρόεδρο του Δ.Σ. και την διευθύνοντα σύμβουλο, οι οποίοι θα έφεραν την ευθύνη της δικής τους πράξης ή παράλειψης για το ζήτημα αυτό. Τούτο συνάγεται σαφώς από το ότι, κατά τον εσωτερικό κανονισμό της εταιρίας, αυτός έδιδε τις κατά την κρίση του αναγκαίες και επιβαλλόμενες από τις περιστάσεις οδηγίες και εντολές και ο ίδιος επέβλεπε για την τήρηση των οδηγιών και εντολών που έδιδε προς τους διευθυντές και τα διάφορα τμήματα, όπως και το τμήμα φορτώσεων, ούτε χρειαζόταν να αναφέρει η απόφαση ότι υπήρχε σχετική ενημέρωση του από τους υφισταμένους του, αφού ο ίδιος, ασκώντας, όπως υποχρεούταν, την άμεση εποπτεία επί των τμημάτων της εταιρίας, όπως και το των φορτώσεων, όφειλε και μπορούσε, ως εκ της θέσεως του και των ικανοτήτων του, να διαπιστώσει μόνος τα ως άνω προβλήματα του εν λόγω τμήματος, άλλως να έχει την απαιτούμενη, κατά περίπτωση, ενημέρωση. Περαιτέρω το Δικαστήριο προσδιορίζει από ποιες διατάξεις απέρρεε η υποχρέωση του αναιρεσείοντος προς παροχή των εντολών και οδηγιών, ως προς τον τρόπο φορτώσεως και συσκευασίας των εμπορευμάτων της εταιρίας, αναφέροντας τις σχετικές διατάξεις, πάντως η υποχρέωση του αυτή προέκυπτε και από τον εσωτερικό κανονισμό προσωπικού, ενόψει της θέσης του Γενικού Διευθυντού, που κατείχε στην εταιρία, οπότε, όπως λέχθηκε, στην ανωτέρω νομική σκέψη, δεν χρειαζόταν η αναφορά των σχετικών νομικών διατάξεων. Εξάλλου, όπως τονίσθηκε ανωτέρω υπό στοιχείο Ι, η προσβαλλομένη απόφαση αιτιολογεί πλήρως τον αιτιώδη σύνδεσμο των συγκεκριμένων παραλείψεων του αναιρεσείοντος με το επελθόν αποτέλεσμα, όσον δε αφορά την διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου εκ του ότι για να επέλθει αυτό απαιτήθηκε και η αμελής συμπεριφορά των συγκατηγορουμένων του, που επικαλείται, όπως οι Χ6, Χ5, Χ1, Χ4 και Χ3, ισχύουν τα ανωτέρω υπό στοιχείο Ι, αλλά και υπ αριθμό 2 και στοιχείο ε'-στ'εκτεθέντα. Κατ ακολουθία τούτων και οι τρεις λόγοι αναιρέσεως του εν λόγω αναιρεσείοντος, με τους οποίους αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 28, 290, 302 και 314 ΠΚ (510 παρ. 1 Δ και Ε ΚΠΔ), τόσον ως προς το αδίκημα της διαταράξεως της ασφαλείας των συγκοινωνιών, όσον και τα αδικήματα των κατά συρροή ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών, από ασυνείδητη αμέλεια τυγχάνουν αβάσιμοι και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίφαση ελλείψεως πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και την επί της ουσίας κρίση του Μ.Ο.Ε. και τυγχάνουν απαράδεκτες.
VII. Από τις περί ασκήσεως της ποινικής δίωξης διατάξεις των άρθρων 27 επ., 43 και 49 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 57 επ., 246 επ. 250, 321 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο μπορούν να αποφαίνονται μόνο για την πράξη για την οποία ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα ποινική δίωξη, όχι δε για άλλη, έστω και συναφή, διότι διαφορετικά επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ. Περίπτωση τέτοιας ακυρότητας ανακύπτει όταν έχουμε μεταβολή της κατηγορίας που συνεπάγεται κατ' άρθρο 484 § 1Α σε συνδυασμό με το άρθρο 171 § 1β ΚΠΔ, την αναίρεση του βουλεύματος για απόλυτη ακυρότητα από τη μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση της ποινικής διώξεως, η οποία και επέρχεται, όταν η πράξη για την οποία παραπέμπεται ο κατηγορούμενος, είναι διάφορη εκείνης για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη κατά χρόνο, τόπο και λοιπές περιστάσεις, ώστε να πρόκειται για αντικειμενικώς διαφορετική πράξη. Στην περίπτωση όμως αυτή πρόκειται για ακυρότητα που αναφέρεται σε πράξη της προδικασίας, όπως είναι και η άσκηση της ποινικής διώξεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 173 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171 όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνεται αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο και κατά το επόμενο άρθρο 174 παρ. 1, ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται κατά δε το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να προταθεί στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, ούτε να ληφθεί υπόψη, αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το δικαστικό συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υποθέσεως. Έτσι αν η παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για πράξη διαφορετική από εκείνη για την οποία είχε ασκηθεί ποινική δίωξη, έγινε με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, δημιουργείται ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως (484 § 1Α σε συνδυασμό με το άρθρο 171 § 1β ΚΠΔ), ο οποίος πρέπει και να προταθεί με αίτηση αναίρεσης, που θα ασκηθεί κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος. Αν δεν προταθεί κατά τον τρόπο αυτό καλύπτεται και δεν μπορεί να προταθεί σε μεταγενέστερο στάδιο και δη το πρώτον στο ακροατήριο του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της εκδικάσεως της υποθέσεως. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, κατά του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος Χ5 ασκήθηκε ποινική δίωξη για: 1) ανθρωποκτονία κατά συρροή με ενδεχόμενο δόλο, 2) επικίνδυνη σωματική βλάβη κατά συρροή με ενδεχόμενο δόλο και 3) διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών με ενδεχόμενο δόλο, από την οποία μπορεί για να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο (πλημμέλημα). Ακολούθως παραπέμφθηκε αυτός και οι συγκατηγορούμενοι του στο ακροατήριο του ΜΟΔ με το 130/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας. Κατά του βουλεύματος αυτού οι κατηγορούμενοι μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων άσκησαν εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε το 179/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, με το οποίο κρίθηκε ότι οι πράξεις της ανθρωποκτονίας κατά συρροή με ενδεχόμενο δόλο και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή με ενδεχόμενο δόλο φέρουν, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, το χαρακτήρα της ανθρωποκτονίας από ενσυνείδητη αμέλεια κατά συρροή και της σωματικής βλάβης από ενσυνείδητη αμέλεια κατά συρροή και ακόμη έκρινε ότι η πράξη της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών σε βαθμό πλημμελήματος συνιστά κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό κακούργημα, αφού οι θάνατοι, που οφείλονταν σε αμέλεια, επήλθαν εξαιτίας της διατάραξης της ασφάλειας της οδικής κυκλοφορίας και παρέπεμψε τους κατηγορουμένους να δικαστούν για διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών με ενδεχόμενο δόλο από την οποία επήλθε θάνατος (κακούργημα), για ανθρωποκτονίες κατά συρροή και για σωματικές βλάβες κατά συρροή με ενσυνείδητη αμέλεια, σε αληθινή κατ' ιδέα συρροή μεταξύ τους. Κατά του ανωτέρω 179/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας ορισμένοι από τους κατηγορουμένους και δη ο αναιρεσείων, οι Χ4, Χ2 και Χ3 άσκησαν αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες απορρίφθηκαν με την 2313/2004 απόφαση (σε συμβούλιο) του Αρείου Πάγου. Στις ανωτέρω εκθέσεις αναίρεσης οι ως άνω κατηγορούμενοι, αλλά και ο αναιρεσείων Χ5, δεν περιέλαβαν λόγο αναίρεσης του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω του ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα (484 παρ. 1 Α σε συνδυασμό με 171§1β' Κ.Π.Δ) για το λόγο ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η κίνηση ποινικής δίωξης για το βασικό έγκλημα του άρθρο. 290 παρ. 1α' Π.Κ δεν αρκεί για την παραπομπή των κατηγορουμένων για το σύνθετο εκ του αποτελέσματος έγκλημα του άρθρ. 290 παρ. 1 εδ. β' Π.Κ., χωρίς να έχει ασκηθεί ενδιάμεσα συμπληρωματική ποινική δίωξη σε βάρος τους για το ανωτέρω σε βαθμό κακουργήματος τιμωρούμενο σύνθετο έγκλημα, τον οποίο ισχυρισμό οι συνήγοροι των ανωτέρω κατηγορουμένων, αλλά και του αναιρεσείοντος προέβαλαν κατά τις αγορεύσεις τους ενώπιον του Μ.Ο.Ε. Ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, απαραδέκτως, ως αφορών πράξη της προδικασίας, προτάθηκε στο ακροατήριο του Μ.Ο.Ε., αφού δεν συμπεριλήφθηκε μεταξύ των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, που άσκησε ο αναιρεσείων κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία, όπως και οι αιτήσεις αναίρεσης των λοιπών ως άνω συγκατηγορουμένων του, απορρίφθηκαν, όπως λέχθηκε με την ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου. Πρέπει να σημειωθεί, ότι το Δικαστήριο τούτο, με την ανωτέρω απόφασή του, έκρινε, χωρίς να υπάρχει ειδικός λόγος αναιρέσεως, ότι, κατά παραδεκτή μεταβολή της κατηγορίας, αφού μεταβλήθηκε μόνον το υποκειμενικό στοιχείο αυτής, το Συμβούλιο Εφετών τους παρέπεμψε για να δικασθούν ως υπαίτιοι των ανωτέρω πράξεων. Εφόσον και η προσβαλλομένη απόφαση έτσι έκρινε, κατά την κύρια αιτιολογία της και απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, το δε Δικαστήριο, που προχώρησε στην έκδοση της ανωτέρω καταδικαστικής αποφάσεως, δεν υπερέβη την εξουσία του και δεν δημιουργήθηκε ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 Η ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, ο δε υποστηρίζων τα αντίθετα συναφής λόγος του αναιρεσείοντος Χ5 τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος.
VIII. 1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του, κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Από την άποψη δε αυτή, στην έννοια του εγγράφου περιλαμβάνονται και οι προανακριτικές και ανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων, καθώς και η προανακριτική και ανακριτική απολογία του κατηγορούμενου (ΑΠ 896/2006). Αν δεν αναφέρεται το συγκεκριμένο έγγραφο στο οικείο σημείο των πρακτικών, όπου γίνεται μνεία των αναγνωσθέντων εγγράφων, προκύπτει όμως από το σκεπτικό της αποφάσεως και από το όλο περιεχόμενό της, ότι το έγγραφο αναγνώσθηκε και έτσι ο κατηγορούμενος είχε την δυνατότητα να ασκήσει τα κατά τα άνω δικαιώματά του, πληρούται ο σκοπός των ανωτέρω διατάξεων και δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως. Το ίδιο ισχύει και όταν το τμήμα της ανακριτικής καταθέσεως του μάρτυρα που λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο απετέλεσε μέρος και του περιεχομένου της καταθέσεως του στο ακροατήριο. Στην κρινόμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι εξετάσθηκε στο ακροατήριο ο μάρτυρας ΔΔ, πρώην διευθυντής του εργοστασίου της εταιρίας Ε-1 Α.Ε., η κατάθεση του οποίου περιέχεται στις σελ. 158 έως 167. Στη σελ. 159 των πρακτικών ο μάρτυρας παρέχει διευκρινήσεις επί της καταθέσεως του ενώπιον της Ανακριτρίας, καταθέτοντας επί λέξει: '' Όπως κατέθεσα και πρωτοδίκως έγινε λανθασμένη αναγραφή των όσων κατέθεσα στην Ανακρίτρια. Εγώ είπα στην Ανακρίτρια ότι αν έμπαιναν πέντε τσέρκια θα ήταν καλύτερα''. Από την περικοπή αυτή της καταθέσεως του μάρτυρα προκύπτει ότι αναγνώσθηκε η οικεία περικοπή της καταθέσεως του στην ανακρίτρια και κλήθηκε να δώσει εξηγήσεις για την διαφορά μεταξύ της καταθέσεως εκείνης στην οποία γινόταν αναφορά για πέντε τσέρκια για το δέσιμο των δεμάτων της μελαμίνης και της καταθέσεως στο ακροατήριο στην οποία έκανε αναφορά για δύο τσέρκια προκειμένου να δεθούν τα δέματα (βλ. σελ. 158 πρακτικών).
Συνεπώς αναγνώσθηκε το τμήμα αυτό της καταθέσεως του μάρτυρα στην Ανάκριση και από παραδρομή δεν αναφέρθηκε στα πρακτικά και οι αναιρεσείοντες Χ5, Χ4 και Χ3, είχαν την δυνατότητα να ασκήσουν τα κατ άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά τους. Κατ ακολουθία τούτων ορθώς το Δικαστήριο έκανε χρήση της περικοπής αυτής της καταθέσεως στο σκεπτικό του (βλ. σελ. 508, 509), προκειμένου να ενισχύσει την ανέλεγκτη κρίση του ότι έπρεπε να χρησιμοποιηθούν περισσότερα των δύο που είχαν χρησιμοποιηθεί, τσέρκια, για το δέσιμο των δεμάτων των προς μεταφορά εμπορευμάτων, κρίση την οποία στήριξε, όπως προκύπτει από το ίδιο σημείο των πρακτικών, και στις καταθέσεις άλλων τριών μαρτύρων κατηγορίας και ενός υπεράσπισης τους οποίους αναφέρει ονομαστικώς και όχι μόνον στην περικοπή της ανακριτικής καταθέσεως του μάρτυρα ΔΔ. Περαιτέρω, όσον αφορά τον κατηγορούμενο οδηγό Χ6, η ομολογία του ότι γνώριζε ότι το ύψος του φορτίου υπερέβαινε το νόμιμο, αποτελεί περιεχόμενο όχι μόνον της απολογίας του ενώπιον της Ανακρίτριας, αλλά και της απολογίας του ενώπιον του Δικαστηρίου στο ακροατήριο, κατά τη συνεδρίαση της 15-2-2007 (βλ. σελ. 379), όπως δέχθηκε και το Δικαστήριο στο σκεπτικό του (σελ. 522), οπότε, κατά τα ανωτέρω, η μη ανάγνωση του αποσπάσματος αυτού της ανακριτικής απολογίας, την οποία, ως εκ περισσού, ανέφερε το Δικαστήριο, δεν παράγει ακυρότητα. Τέλος, όσον αφορά τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα Χ2, η αναφορά στο σκεπτικό (σελ. 530 υπό στοιχείο β') ότι παραδέχθηκε στην απολογία του ενώπιον της Ανακρίτριας ότι ήταν γενικός διευθυντής της εταιρίας Ε-1 Α.Ε., δεν χρησιμοποιήθηκε από το Δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεως περί της ενοχής του αναιρεσείοντος Χ5, ούτε του Χ4, ούτε και του Χ3, όπως αυτοί αβάσιμα υποστηρίζουν, οπότε είναι αδιάφορο γι αυτούς αν αναγνώσθηκε ή όχι το σχετικό απόσπασμα της ανακριτικής απολογίας του ανωτέρω συγκατηγορουμένου τους, αλλά και περαιτέρω η αναφορά αυτή, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, που παραδεκτά επισκοπούνται, αποτελεί ένα από τα τρία επιχειρήματα που παρέθεσε το Δικαστήριο (βλ. σελ. 530 στοιχεία α' και γ') προς θεμελίωση της κρίσεως του ότι στον εν λόγω αναιρεσείοντα είχαν ανατεθεί ουσιαστικά τα καθήκοντα του γενικού διευθυντού της εταιρίας Ε-1 Α.Ε. και όχι μόνον τυπικά, όπως ισχυριζόταν αυτός, ισχυρισμό τον οποίο και απέρριψε το Δικαστήριο ως αβάσιμο. Ανεξάρτητα όμως τούτου το σχετικό απόσπασμα της ανακριτικής απολογίας αναγνώσθηκε και από παραδρομή δεν έγινε μνεία στα πρακτικά, αφού, όπως προκύπτει από την απολογία του εν λόγω κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, που περιέχεται στις σελ. 401-408 των πρακτικών, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, στη σελ. 406 ο κατηγορούμενος, κληθείς, όπως συνάγεται από την απάντηση που αμέσως έδωσε, να παράσχει εξήγηση γιατί στο Ανακριτή είπε ότι του είχαν ανατεθεί τα καθήκοντα του Γενικού Διευθυντή, ενώ ο ίδιος ισχυριζόταν ότι δεν του είχαν ανατεθεί ουσιαστικά, αλλά μόνον τυπικά τέτοια καθήκοντα, είπε: '' Ουσιαστικά εγώ δεν ήμουν γενικός διευθυντής ... ήμουν υπάλληλος μιας εταιρίας που βρέθηκε σε δεινή θέση, είχα στενή σχέση μαζί τους, γι αυτό είπα στον Ανακριτή, όπως και προανακριτικά, ότι είμαι γενικός διευθυντής. Δεν ήθελα την κρίσιμη στιγμή να έρθω αντιμέτωπος με την εταιρεία, γι αυτό είπα ότι είμαι γενικός διευθυντής''.
Συνεπώς δεν γεννάται ζήτημα ακυρότητας εκ της μη αναγνώσεως, όπως εσφαλμένα ισχυρίζονται οι κατωτέρω αναιρεσείοντες, του εν λόγω αποσπάσματος της απολογίας του ανωτέρω. Κατ ακολουθία τούτων δεν δημιουργήθηκε εκ των λόγω αυτών, απόλυτη ακυρότητα, ούτε, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ανωτέρω αναιρεσείοντες Χ5, Χ4, Χ3, ιδρύθηκε ο κατά τα ανωτέρω λόγος αναιρέσεως.
2. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 326 παρ.1 εδ. γ', 353 παρ.1 και 502 παρ.1 εδ. β' ΚΠΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας μπορεί, υστέρα από αίτηση του Εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, να εξετάσει, εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν και άλλους μάρτυρες, την μαρτυρία των οποίων θεωρεί αναγκαία, αν είναι παρόντες και αν ακόμη δεν κλητεύθηκαν ή τα ονόματά τους δεν γνωστοποιήθηκαν και ασχέτως αν εξετάσθηκαν ή μη κατά την πρωτόδικη δίκη ή την προδικασία και ναι μεν εάν ο κατηγορούμενος εναντιωθεί στην εξέταση τέτοιων μαρτύρων και το δικαστήριο αρνηθεί να τον ακούσει ή παραλείψει να αποφανθεί, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατ άρθρο. 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ (ΑΠ 1499/009). Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών, κατά την συνεδρίαση της 17-1-2007 ο Εισαγγελέας της έδρας ζήτησε, προκειμένου να διαπιστωθεί η αμφισβητηθείσα από τους κατηγορουμένους γνησιότητα οπτικού υλικού (DVD) που προσκομίσθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, να εξετασθεί ως μάρτυρας ο εικονολήπτης του τηλεοπτικού σταθμού ... CHANNEL, ο οποίος βρισκόταν στο Δικαστήριο και τον είχε επισκεφθεί στο γραφείο του, είχε δε προβεί στη λήψη του υλικού αυτού. Επί της αιτηθείσης εξετάσεως του μάρτυρα πρόβαλαν αντιρρήσεις οι συνήγοροι των αναιρεσειόντων Χ5, Χ4 και Χ3, το δε δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφασίσει. Κατά τη συνεδρίαση της επομένης (18-1-2007) με την 9/2007 απόφασή του, στην οποία, εσφαλμένως. γίνεται επίκληση της διατάξεως του άρθρου 353 παρ. 1 ΚΠΔ, αφού ο μάρτυρας βρισκόταν στο ακροατήριο, όπως το ίδιο δέχθηκε και εφαρμογής τύγχανε η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 β του ίδιου Κώδικα, διέταξε την άμεση εξέταση του εν λόγω μάρτυρα, με το όνομα, ..., ο οποίος και εξετάσθηκε ευθύς αμέσως. Με την απόφαση αυτή το δικαστήριο απάντησε στις αντιρρήσεις των ανωτέρω αναιρεσειόντων για την εξέταση του μάρτυρα και τις απέρριψε, αφού, παρά τις αντιρρήσεις τους, επί των οποίων επιφυλάχθηκε να απαντήσει, διέταξε την εξέταση του μάρτυρα και δεν χρειαζόταν να συμπεριλάβει στην απόφαση και ρητή περί τούτου διάταξη.
Συνεπώς δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα, κατά τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, ούτε ιδρύθηκε ο κατά τα άνω λόγος αναιρέσεως, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εν λόγω αναιρεσείοντες.
3. Από το άρθρο 357 παρ.3 του ΚΠΔ, κατά το οποίο ο κατηγορούμενος και οι άλλοι διάδικοι, όπως και οι συνήγοροί τους, έχουν δικαίωμα να απευθύνουν απευθείας στον μάρτυρα κ.λ.π. ερωτήσεις χρήσιμες για την εξακρίβωση της αλήθειας, σε συνδυασμό και προς τα άρθρα 333 παρ.2, 335 παρ.2 και 170 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, αν ο διευθύνων τη συζήτηση πολυμελούς δικαστηρίου δεν δώσει τον λόγο στον συνήγορο του κατηγορουμένου, για να υποβάλει ερωτήσεις στους μάρτυρες κ.λ.π. ή αν απαγορεύσει σ' αυτόν περαιτέρω ερωτήσεις, ως άσκοπες, άσχετες και γενικώς μη χρήσιμες για την ανακάλυψη της αλήθειας, επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας για έλλειψη ακρόασης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, αν έγινε αμέσως προσφυγή σε ολόκληρο το δικαστήριο για την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος και τούτο παρέλειψε να αποφανθεί επί της προσφυγής ή παρά τον νόμο την απέρριψε (ΑΠ 1480/2005). Στην κρινόμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι εξετάσθηκαν, ως μάρτυρες, μεταξύ των άλλων και οι πολιτικώς ενάγοντες Ψ14 και Ψ54. Η κατάθεση του πρώτου περιέχεται στις σελ. 41, 42, 43. Μετά το πέρας της καταθέσεως του μάρτυρα και μετά την προηγηθείσα διακοπή η Πρόεδρος του Δικαστηρίου έδωσε τον λόγο στους συνηγόρους υπεράσπισης των κατηγορουμένων για να υποβάλλουν ερωτήσεις και ο μάρτυρας, με επίκληση του ότι οι συνήγοροι επιζητούσαν την αθώωση των κατηγορουμένων για τον θάνατο του παιδιού του και ότι δεν ήταν σε νηφάλια θέση για να απαντήσει, αρνήθηκε να απαντήσει σε ερωτήσεις (βλ. σελ. 44 πρακτικών). Η κατάθεση της δευτέρας περιέχεται στη σελ. 49, στη σελ. δε 50, όταν δόθηκε από την Πρόεδρο ο λόγος στους συνηγόρους για να υποβάλλουν ερωτήσεις, όπως τούτο προκύπτει από το περιεχόμενο της σχετικής δηλώσεως της, καταχωρήθηκε η άρνηση της να απαντήσει με την ακόλουθη δήλωση: ''Δεν μπορώ να προβώ στη διαδικασία ερώτησης-απάντησης''. Και στις δύο περιπτώσεις οι συνήγοροι των κατηγορουμένων και αναιρεσειόντων με δηλώσεις που καταχωρήθηκαν στα πρακτικά επισήμαναν ότι παραβιάζεται το κατ άρθρο 6 παρ. 4 της ΕΣΔΑ δικαίωμά τους. Το Δικαστήριο έκρινε, ανελέγκτως, ότι, επειδή οι εν λόγω μάρτυρες δεν ολοκλήρωσαν τις καταθέσεις τους εξαιτίας της ταραχής τους, οι καταθέσεις τους θα αξιολογηθούν αναλόγως (βλ. σελ. 506 πρακτικών).
Συνεπώς εφόσον η Πρόεδρος του Δικαστηρίου έδωσε το λόγο στους συνηγόρους να υποβάλλουν ερωτήσεις και οι μάρτυρες δεν απάντησαν, λόγω της πρόδηλης ταραχής τους, όπως ανέλεγκτα δέχθηκε το Δικαστήριο και έτσι η κατάθεσή τους δεν ολοκληρώθηκε και εκτιμήθηκε, αναλόγως, εξαιτίας του γεγονότος αυτού, δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ούτε ιδρύθηκε ο από το άρθρου 510 παρ 1 Α'σε συνδυασμό με 171 παρ. 1δ ΚΠΔ και άρθρο 6 παρ. 3 δ της ΕΣΔΑ, λόγος αναιρέσεως, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες Χ5, Χ4 και Χ3.
4. Από τις διατάξεις των άρθρων 364 παρ. 1 α και 170 παρ. 2 ΚΠΔ προκύπτει ότι ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της απόφασης, δημιουργείται όταν, παρά την αμφισβήτηση από τον κατηγορούμενο της γνησιότητας εγγράφων και την εναντίωση του στην ανάγνωση ή κατά περίπτωση την επισκόπηση τους το Δικαστήριο προχώρησε στην ανάγνωση ή επισκόπησή τους και στη συνέχεια στην λήψη υπόψη και εκτίμηση τους, χωρίς να αποφανθεί επί της εναντιώσεως του κατηγορουμένου. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης, οι κατηγορούμενοι αναιρεσείοντες Χ5, Χ4 και Χ3, αμφισβήτησαν την γνησιότητα των προασκομισθείσων από τους πολιτικώς ενάγοντες φωτογραφιών, όπως και του οπτικού υλικού (DVD) του τηλεοπτικού σταθμού ... και εναντιώθηκαν στην επισκόπηση των φωτογραφιών, που είχαν προκύψει από την εκτύπωση του οπτικού υλικού και στην προβολή του DVD. Το εκ τακτικών δικαστών Δικαστήριο, αρχικά και αφού εξετάσθηκε, κατόπιν της ανωτέρω αναφερθείσης 9/2007 αποφάσεως, ο εικονολήπτης ..., ο οποίος ήταν αυτός που είχε εγγράψει με την κάμερά του το οπτικό υλικό, με την 16/2007 απόφαση (βλ. σελ. 266, 267), με πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες, απέρριψε τον ισχυρισμό περί μη γνησιότητας των φωτογραφιών, που αναφέρει και προσδιορίζει στο διατακτικό και διέταξε την επισκόπησή τους από το Δικαστήριο και τους λοιπούς παράγοντες της δίκης, η οποία και επακολούθησε, αυτές δε ήταν και οι φωτογραφίες που στη συνέχεια έλαβε υπόψη και εκτίμησε μετά του λοιπού αποδεικτικού υλικού για τον σχηματισμό της κρίσεως περί της ενοχής των κατηγορουμένων και όχι, όπως εσφαλμένα ισχυρίζονται οι εν λόγω κατηγορούμενοι-αναιρεσείοντες, και οι υπόλοιπες για τις οποίες έκρινε ότι δεν ήσαν απαραίτητες για την ανεύρεση της αλήθειας και εκ τούτου δεν έπρεπε να επιδειχθούν. Για την αμφισβητηθείσα γνησιότητα του οπτικού υλικού επιφυλάχθηκε να αποφασίσει. Στη συνέχεια το εκ τακτικών δικαστών Δικαστήριο, με την 17/2007 απόφασή του απέρριψε τον ισχυρισμό των ίδιων κατηγορουμένων για μη γνησιότητα του ανωτέρω οπτικού υλικού και βέβαια και την εναντίωσή τους στην προβολή του, την οποία και διέταξε, αμέσως δε μετά την έκδοση της αποφάσεως προβλήθηκε το DVD του ανωτέρω τηλεοπτικού σταθμού με πλάνα από το ατύχημα. Κατ ακολουθία τούτων το Δικαστήριο, αφού αποφάσισε επί του ισχυρισμού των εν λόγω αναιρεσειόντων περί μη γνησιότητας των φωτογραφιών και του οπτικού υλικού και τον απέρριψε ως αβάσιμο, και στην συνέχεια προχώρησε στην επισκόπηση των πρώτων και στην οπτικοακουστική θεώρηση του δεύτερου και στην αξιολόγηση τους ως αποδεικτικών μέσων, μετά των λοιπών, για τον σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής των, ουδεμία δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ούτε ιδρύθηκε ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ανωτέρω τρεις αναιρεσείοντες.
5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 366 παρ. 1 εδάφ. γ' και δ' του ΚΠΔ, αφού τελειώσει η απολογία, μπορούν να γίνουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο από εκείνο που διευθύνει τη συζήτηση, τον εισαγγελέα ή το δημόσιο κατήγορο και τους δικαστές. Οι υπόλοιποι διάδικοι, καθώς και οι συνήγοροί τους, επιτρέπεται να υποβάλλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μόνο με τη μεσολάβηση εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτουν τα εξής:
α) Ο συνήγορος του κατηγορουμένου δεν έχει δικαίωμα να απευθύνει ερωτήσεις προς τον κατηγορούμενο μετά την απολογία του, ούτε με τη μεσολάβηση του διευθύνοντος τη συζήτηση.
β) Ο συγκατηγορούμενος του απολογουμένου, είτε ο ίδιος, είτε ο συνήγορός του, επιτρέπεται να υποβάλλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μόνο με την μεσολάβηση του διευθύνοντος τη συζήτηση, πλην όμως για να συμβεί αυτό πρέπει να υποβληθεί από αυτούς σχετικό αίτημα. Αν παρά την υποβολή του αιτήματος αυτού δεν επιτραπεί στον συγκατηγορούμενο του απολογουμένου ή στο συνήγορό του να υποβάλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μετά την απολογία του τελευταίου, προκαλείται απόλυτη ακυρότητα, διότι παραβιάζονται οι διατάξεις που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως (AΠ 821/2008). Τέτοια όμως ακυρότητα δεν παράγεται, ούτε ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, όταν το αίτημα αυτό υποβληθεί από τον συνήγορο του κατηγορουμένου για να του υποβάλλει ερωτήσεις, διότι τούτο δεν επιτρέπεται, ούτε προβλέπεται από τον ΚΠΔ, παρέχεται μόνον δικαίωμα υποβολής ερωτήσεων, μέσω του διευθύνοντος την συζήτηση, προς συγκατηγορούμενο. Η μη αναγνώριση τέτοιου δικαιώματος στο συνήγορο του κατηγορουμένου δεν παραβιάζει ούτε το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχείο δ' της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), ούτε το άρθρο 14 παρ.3 στοιχ. ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα πολιτικά και ατομικά δικαιώματα (ν. 2462/1997), τα οποία αναφέρονται στο δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου να εξετάσει ή να ζητήσει την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και να εξασφαλίσει την παρουσία και την εξέταση των μαρτύρων υπερασπίσεως με τους ίδιους όρους που ισχύουν για τους μάρτυρες κατηγορίας (ΑΠ 1149/2006). Το ΕΔΔΑ περαιτέρω έχει δεχθεί, ερμηνεύοντας το άρθρο 6 παρ. 3 δ της ΕΣΔΑ (βλ. απόφαση της 19-2-1996 Isgro κατά Ιταλίας), ότι αν ο συγκατηγορούμενος προέβη στο ακροατήριο, απολογούμενος, σε αποδεικτικής αξίας δήλωση δυσμενή για τον κατηγορούμενο, ο συνήγορος του τελευταίου ή ο ίδιος προσωπικά, μπορούν να απευθύνουν ερωτήσεις απ ευθείας και όχι με την μεσολάβηση του διευθύνοντος την συζήτηση ερωτήσεις στον εν λόγω κατηγορούμενο. Διαφορετικό βέβαια είναι το δικαίωμα του κατηγορουμένου να ζητήσει συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση, κατά το άρθρο 368 του ίδιου κώδικα, οπότε αν αρνηθεί ο διευθύνων την συζήτηση, μπορεί να παραχθεί απόλυτη ακυρότητα υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 170 παρ. 2 ΚΠΔ (ΑΠ 1734/2002). Η υποστηριζόμενη άποψη ότι δικαίωμα υποβολής ερωτήσεων στο κατηγορούμενο έχει και ο συνήγορός του (βλ. επικαλούμενη ΑΠ 2359/2005), κείται εκτός του γράμματος της ανωτέρω διατάξεως, η οποία, ορίζοντας αυτούς που, εκτός του διευθύνοντος την συζήτηση, τον εισαγγελέα και τους δικαστές, έχουν δικαίωμα να υποβάλλουν ερωτήσεις στον απολογηθέντα κατηγορούμενο, μέσω του διευθύνοντος την συζήτηση, κάνει λόγο για τους υπόλοιπους διαδίκους, όπως είναι ο πολιτικώς ενάγων, αστικώς υπεύθυνος, συγκατηγορούμενος και τους συνηγόρους τους και όχι και για τον συνήγορο του απολογηθέντος κατηγορουμένου. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, κατά την απολογία του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος Χ4, ο συνήγορος του ζήτησε από την Πρόεδρο τον λόγο για να υποβάλλει ερωτήσεις προς τον κατηγορούμενο πελάτη του, όπως έκαναν ο Εισαγγελέας, η πολιτική αγωγή και οι λοιποί διάδικοι. Μετά την υποβολή του αιτήματος και της διακοπής της συνεδριάσεως για 20' ο εν λόγω κατηγορούμενος συνεχίζοντας την απολογία του είπε '' Στις καθημερινές συσκέψεις δεν μετείχε ο Χ2 (συγκατηγορούμενος)''. Στην σημείο αυτό και, όπως σαφώς προκύπτει από τα πρακτικά, περαιωθείσης της απολογίας του κατηγορουμένου, η Πρόεδρος του Δικαστηρίου, ζήτησε από τον συνήγορό του να διευκρινίσει το αίτημα που είχε υποβάλλει διαρκούσης της απολογίας του πελάτη του, πριν την διακοπή, και δη αν ζητάει να υποβάλλει ερωτήσεις στον κατηγορούμενο, η να προβεί ο τελευταίος σε διευκρινίσεις, όπως και σε ποιόν απευθύνει το αίτημα. Ο συνήγορος απάντησε ότι ζητάει να υποβάλλει ερωτήσεις και ότι το αίτημα απευθύνεται στην Πρόεδρο του Δικαστηρίου, άλλως στο Δικαστήριο. Επακολούθησε η έκδοση της 36/2007 διατάξεως της Προέδρου με την οποία, για τους κατά τα ανωτέρω, νομίμους και βασίμους λόγους, απορρίφθηκε το αίτημα (βλ σελ. 414, 415). Επακολούθησε η απολογία του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος Χ3, διαρκούσης της οποίας υποβλήθηκε, από τον αυτό πληρεξούσιο δικηγόρου του, προς την Προέδρο, άλλως προς το Δικαστήριο, το αυτό ως άνω αίτημα, το οποίο απορρίφθηκε με την 37/2007 απόφαση της Προέδρου του Δικαστηρίου. Μετά την απαγγελία της αποφάσεως ο κατηγορούμενος, συνεχίζοντας και ολοκληρώνοντας την απολογία του είπε: ''Ο Χ5δεν ήταν στον χώρο φόρτωσης, στα δέματα έμπαιναν γωνίες χάρτινες'', στη συνέχεια δε διακόπηκε η συνεδρίαση για την επομένη 8-3-2007 (σελ. 418, 419, 420). Επαναληφθείσης της συνεδριάσεως η Πρόεδρος θεώρησε ότι εκκρεμούσε προσφυγή στο Δικαστήριο του συνηγόρου των εν λόγω κατηγορουμένων κατά των ανωτέρω απορριπτικών του ανωτέρω αιτήματός τους διατάξεων της και έδωσε τον λόγο στον Εισαγγελέα, που πρότεινε την απόρριψή της. Το εκ των τακτικών Δικαστών Δικαστήριο, με την 39/2007 απόφασή του απέρριψε τις προσφυγές (βλ. σελ. 421,422). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η άρνηση του Δικαστηρίου να επιτρέψει στον συνήγορο των ως άνω αναιρεσειόντων να υποβάλλει σ αυτούς ερωτήσεις μετά την απολογία τους, κατά τα ανωτέρω, δεν δημιούργησε απόλυτη ακυρότητα, ούτε ιδρύθηκε ο κατά τις ανωτέρω διατάξεις λόγος αναιρέσεως, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εν λόγω αναιρεσείοντες Χ4 και Χ3. Επίσης από τα ανωτέρω πρακτικά (βλ. σελ. 414) σαφώς προκύπτει ότι ο αναιρεσείων Χ4 είχε ολοκληρώσει την απολογία του όταν η Πρόεδρος, μετά από τις διευκρινήσεις που ζήτησε και έλαβε από τον συνήγορό του περί του περιεχομένου του αιτήματός του, εξέδωσε την ανωτέρω διάταξή της, για τον λόγο δε αυτό αμέσως μετά κάλεσε σε απολογία τον τελευταίο κατηγορούμενο Χ3, στον οποίο, επειδή ακριβώς δεν είχε ολοκληρώσει την απολογία του όταν εκδόθηκε η επίσης απορριπτική ως άνω του ιδίου αιτήματος διάταξη, δόθηκε ο λόγος προκειμένου να συνεχίσει και ολοκληρώσει την απολογία του ως άνω.
Συνεπώς η αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ4 ότι έλαβε χώρα απόλυτη ακυρότητα, κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ, και ιδρύθηκε ο, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Α του ίδιου κώδικα, λόγος αναιρέσεως, διότι, μετά την έκδοση της 36/2007 διατάξεως της Προέδρου, δεν του δόθηκε ο λόγος για να συνεχίσει και ολοκληρώσει την απολογία του, τυγχάνει αβάσιμη και απορριπτέα. Κατ ακολουθία τούτων όλοι οι λόγοι των αναιρέσεων των αναιρεσειόντων Χ5 τέσσερεις, Χ4 έξι και Χ3, πέντε, για απόλυτη ακυρότητα που έλαβε χώρα στο ακροατήριο, για τους ανωτέρω εκτιθέμενους λόγους, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. ΙΧ. Επί της από 21-7-2008 αιτήσεως του Χ2 περί συμπληρώσεως της 51/30-3-2007 αποφάσεως του Μ.Ο.Ε. 1. Κατά το άρθρο 145 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, όταν στην απόφαση υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν παράγουν ακυρότητα, το δικαστήριο που την εξέδωσε και στην περίπτωση που κατ' αυτής έχει ασκηθεί ένδικο μέσο, το δικαστήριο το οποίο αποφαίνεται για το ένδικο μέσο, εφόσον δεν το απέρριψε ως απαράδεκτο, ύστερα από αίτηση του Εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, διατάσσει τη διόρθωση ή συμπλήρωσή της, ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που εμφανίσθηκαν, εφόσον απ' αυτή δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή της απόφασης και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται, ότι και επί ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, εφόσον δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτη, ο 'Αρειος Πάγος είναι αρμόδιος να προβεί, συντρεχόντων των νόμιμων προς τούτο όρων, στη διόρθωση ή συμπλήρωση της καθής η αίτηση αναιρέσεως αποφάσεως (ΑΠΟλ 365/1982, ΑΠ 104/2003). Κατ' ακολουθία η από 21 Ιουλίου 2008 αίτηση του ως άνω αναιρεσείοντος, με την οποία ζητείται η συμπλήρωση της 51/2007 αποφάσεως του Μ.Ο.Ε Λαρίσης, διότι, από προφανή παραδρομή, μεταξύ των δικαστών που μειοψήφισαν υπέρ της αθωότητας του αναιρεσείοντος για την πράξη της διαταράξεως της ασφάλειας της χερσαίας συγκοινωνίας δεν συμπεριλήφθηκε, πέραν των εφετών Αργ. Βογιατζάκη και Αικ. Τσιγκρέλη, και ο ένορκος Ευρ. Λύτρας, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η κατά της αυτής ως άνω αποφάσεως, αλλά και πολλών άλλων του ως άνω Δικαστηρίου ασκηθείσα με αριθ. εκθ. καταθ. 1/21-7-2008 αίτηση αναιρέσεως του ιδίου αιτούντος, η οποία, κατά τα ανωτέρω, δεν απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
Συνεπώς πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω από πλευράς ουσιαστικής βασιμότητάς της.
2. Όπως προκύπτει από την σελ. 536 των πρακτικών της αποφάσεως, όπου παρατίθενται οι καταδικαστικές κρίσεις για καθένα από τους κατηγορουμένους, αναφέρονται, όσον αφορά τον αιτούντα, τα ακόλουθα: ''... Δ) Ο Χ2: α) Διατάραξης ασφάλειας συγκοινωνιών με ασυνείδητη αμέλεια, κατά πλειοψηφία (μειοψηφούν Αργυρώ Βογιατζάκη και Αικατ. Τσιγκρέλη- αθώος) β) ανθρωποκτονιών κατά συρροή με ασυνείδητη αμέλεια, κατά πλειοψηφία (μειοψηφούν Ευριπίδης Λύτρας, Αργυρώ Βογιατζάκη και Αικατ. Τσιγκρέλη-αθώος) και γ) σωματικών βλαβών κατά συρροή με ασυνείδητη αμέλεια, (μειοψηφούν Ευριπίδης Λύτρας, Αργυρώ Βογιατζάκη και Αικατ. Τσιγκρέλη-αθώος). Κατά τον ίδιο τρόπο απαγγέλθηκε και η απόφαση στο ακροατήριο, όπως προκύπτει από την ιδιόγραφη σημείωση της Προέδρου του Δικαστηρίου επί του οικείου σημείου του φακέλου της ενώπιον του Μ.Ο.Ε. δικογραφίας.
Συνεπώς, από τα πρακτικά της αποφάσεως, προκύπτει ότι στην καταδικαστική για την πράξη της διατάραξης των χερσαίων συγκοινωνιών απόφαση μειοψήφησαν μόνον οι δύο ανωτέρω εφέτες, οι οποίες και καταχώρησαν τις σκέψεις τους στις σελ. 537 στο τέλος έως και 542 όσον αφορά τον αιτούντα- αναιρεσείοντα. Στις σελ. δε 536 και 537 υπό στοιχείο Α' καταχωρήθηκε η αθωωτική μειοψηφήσασα γνώμη του ενόρκου Ευριπίδη Λύτρα, όσον αφορά τις πράξεις των ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών κατά συρροή, μόνον, τόσον για τον αιτούντα, όσον και για τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του, εκτός του Χ6. Στη σελ. δε 537 των πρακτικών υπό στοιχ. Γ', καταχωρήθηκε η μειοψηφία του αυτού ενόρκου για το αδίκημα της διατάραξης της ασφάλειας της χερσαίας συγκοινωνίας, όσον αφορά τον κατηγορούμενο Χ1 (ένοχος με ενσυνείδητη αμέλεια και όχι ενδεχόμενο δόλο) και υπό στοιχείο Δ', όσον αφορά τον κατηγορούμενο Χ4 (ένοχος με ασυνείδητη και όχι ενσυνείδητη αμέλεια). Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο εν λόγω ένορκος μειοψήφησε και για το αδίκημα της διαταράξεως της ασφάλειας των συγκοινωνιών και για τον αιτούντα και δη ότι είχε αθωωτική γνώμη, αντιθέτως από τα πρακτικά, αλλά και το φάκελο της δικογραφίας, προκύπτει ότι η αθωωτική του γνώμη, η οποία και αναγράφηκε, περιορίσθηκε μόνον στα αδικήματα των κατά συρροή ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών. Ούτε, ενόψει των προεκτεθέντων, μπορεί να συναχθεί το αντίθετο, όπως αβάσιμα υποστηρίζει, εκ του ότι ο εν λόγω ένορκος μειοψήφισε, υπέρ της αθωότητας του αιτούντος, για τις λοιπές αξιόποινες πράξεις.
Συνεπώς η αίτησή του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Χ. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, στα πλαίσια που ορίζει το πρώτο άρθρο, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σε αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία δ και ε, ήτοι: 1) ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του (στοιχ. δ), και 2) ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Για τη δεύτερη (υπό ε') πρέπει η καλή συμπεριφορά να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στη φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή και συνεπώς η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία αρμονική κοινωνική διαβίωσή του μετά την πράξη, την οποία και πρέπει να επικαλεσθεί ο κατηγορούμενος για να θεμελιώσει τον σχετικό ισχυρισμό του, σ αυτή δε τη συμπεριφορά απέβλεψε ο νομοθέτης.
Συνεπώς η επίκληση ήσυχης και χωρίς πειθαρχικά παραπτώματα διαβίωσης του κατηγορουμένου, κατά την διάρκεια του εγκλεισμού του στη Φυλακή, με παράλληλη προσφορά εργασίας απ' αυτόν, δεν συνιστά, από μόνη της, την ελαφρυντική περίσταση της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς του υπαιτίου, διότι τέτοια συμπεριφορά, την οποία η έννομη τάξη επιβραβεύει με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής, δεν μπορεί να νοηθεί παρά εκείνη που εκδηλώνεται υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας, όπως λέχθηκε.
Στην κρινόμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως με αριθμό 52/2007, προκύπτει ότι στους κατωτέρω κατηγορουμένους αναγνωρίσθηκαν, κατά παραδοχή εν μέρει των σχετικών αυτοτελών ισχυρισμών τους, οι ακόλουθες ελαφρυντικές περιστάσεις: Α) Καθόσον αφορά τον κατηγορούμενο Χ5, (κατά πλειοψηφία) ότι: Ι) έζησε ως το χρόνο που τέλεσε τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (84 παρ. 2 α ΠΚ ) και ΙΙ) επέδειξε ειλικρινή μετάνοια για τις πράξεις του αυτές (84 παρ. 2 δ ΠΚ). Αντίθετα το Δικαστήριο απέρριψε ομόφωνα την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρ. 84§2ε', με την ακόλουθη αιτιολογία: ''δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, μετά την πράξη του που να συνιστούν καλή συμπεριφορά και μάλιστα για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα και ανάλογο με τη βαρύτητα της πράξης, ενώ μόνη η απλή καλή συμπεριφορά στη φυλακή κατά την κράτησή του για τις ως άνω πράξεις δεν αρκεί κατά τα προαναφερθέντα, για την αναγνώριση του ελαφρυντικού αυτού και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός του ως κατ' ουσία αβάσιμος''. Ειδικότερα προς θεμελίωση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 ε ΠΚ, επικαλέσθηκε την καλή συμπεριφορά του εντός των φυλακών κατά την διάρκεια της προσωρινής του κρατήσεως και μετά την αντικατάστασή της με περιοριστικούς όρους ότι επανήλθε στην εργασία του στην εταιρία Ε-1 Α.Ε. και τήρησε αυτούς εμφανισθείς στο ΜΟΔ Βόλου.
Συνεπώς ο ισχυρισμός αυτός, κατά το σκέλος της καλής συμπεριφοράς εντός του σωφρονιστικού καταστήματος, κατά τον χρόνο της κρατήσεως του, δεν μπορούσε να θεμελιώσει τον ισχυρισμό αυτό, κατά το σκέλος δε της μετά την αντικατάσταση της προσωρινής κρατήσεως του, η επάνοδος στην εργασία του και η τήρηση των περιοριστικών όρων που του επιβλήθηκαν, ως και η εμφάνισή του στο ΜΟΔ δεν αρκούσαν για στοιχειοθέτηση της επικληθείσης ελαφρυντικής περιστάσεως, αφού η επάνοδος στην εργασία του δεν συνιστά από μόνη της την απαιτούμενη προϋπόθεση της επί μακρό χρόνο καλής συμπεριφοράς, εφόσον δεν συνοδεύεται και από επίκληση και άλλων πραγματικών περιστατικών, που θα μπορούσαν να ενταχθούν στην ελαφρυντική αυτή περίσταση, η δε τήρηση των περιοριστικών όρων που του επιβλήθηκαν και η εμφάνισή του στο ΜΟΔ Βόλου για να δικασθεί ως υπαίτιος των πράξεων που του αποδόθηκαν, αποτελούσε υποχρέωση εκ του νόμου, η μη συμμόρφωση στην οποία θα οδηγούσε στην επάνοδό του στη φυλακή, σε τρόπο ώστε δεν αποτελούσε αποτέλεσμα της ελεύθερης βουλήσεως του, ούτε μία από τις περισσότερες επιλογές που μπορούσε ελεύθερα και συνειδητά χωρίς συνέπεια να κάνει.
Συνεπώς, όπως προβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός, όσον αφορά το, μετά την αντικατάσταση της προσωρινής κρατήσεως του με περιοριστικούς όρους, χρονικό διάστημα, γιατί για το προηγούμενο του εγκλεισμού του, όπως ορθώς δέχθηκε το δικαστήριο, τύγχανε μη νόμιμος, ήταν αόριστος και το Δικαστήριο, όπως λέχθηκε ανωτέρω, δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την απορριπτική αυτού απόφασή του, ως εκ περισσού δεν τον απέρριψε με την ανωτέρω αιτιολογία, στην οποία ορθώς διέλαβε, σε κάθε περίπτωση, ότι δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά που να εντάσσονται στην έννοια της καλής μετά την τέλεση της πράξης επί μακρό χρόνο συμπεριφοράς, αφού, κατά τα προλεχθέντα, δεν έλαβε χώρα επίκληση τέτοιων πραγματικών περιστατικών, δεν ήταν δε υποχρεωμένο το Δικαστήριο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να παραθέσει τα μη επικληθέντα πραγματικά περιστατικά και συνεπώς μη αποδειχθέντα που επικαλείται στην αιτιολογία του, ούτε περαιτέρω έπρεπε να αναφέρονται τα επικληθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά, αφού αυτά, όπως λέχθηκε, δεν αρκούσαν προς θεμελίωση του ισχυρισμού του, πάντως γίνεται αναφορά στην συμπεριφορά εντός των φυλακών.
Συνεπώς ο υποστηρίζων τα αντίθετα σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως αυτού τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Β) Όσον αφορά τον κατηγορούμενο Χ4 ότι: Ι) έζησε ως το χρόνο που τέλεσε τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (84 παρ. 2 α ΠΚ ) και ΙΙ) συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις πράξεις του υπό καθεστώς ελεύθερης στην κοινωνία διαβίωσης και η συμπεριφορά είναι προϊόν συνειδητής επιλογής του (84 παρ. 2ε ΠΚ). Αντίθετα το Δικαστήριο απέρριψε ομόφωνα την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρ. 84§2δ', με την ακόλουθη αιτιολογία: '' δεν αποδείχθηκε ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και προέβη σε οιαδήποτε πράξη για να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός του ως κατ' ουσία αβάσιμος''. Προς θεμελίωση του ισχυρισμού αυτού ο εν λόγω κατηγορούμενος επικαλέσθηκε την καταβολή ορισμένων χρηματικών ποσών από την εταιρία Ε-1 Α.Ε. στους συγγενείς των θυμάτων που τους επιδικάσθηκαν με την επικαλούμενη τελεσίδικη δικαστική απόφαση και δη 150.000 και 131.840 €, κατόπιν παραδοχής των αγωγών που άσκησαν ορισμένοι απ αυτούς, όπως και τα ποσά που θα υποχρεωθεί η ίδια εταιρία να καταβάλλει στο μέλλον επί αγωγών που πρόκειται να εγερθούν. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν μπορούσαν να θεμελιώσουν προσπάθεια εκ μέρους του εν λόγω κατηγορουμένου να άρει ή να μειώσει τις συνέπιες των πράξεων του, αφού οι επικληθείσες καταβολές χρηματικών ποσών, παρεκτός του ότι δεν έγιναν από τον ίδιο, δεν έγιναν αυτοβούλως, και ως αποτέλεσμα ελεύθερης βουλήσεως και επιθυμίας εξαλείψεως ή μειώσεως των συνεπειών των πράξεων του, αλλά σε εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως και προκειμένου να αποφευχθεί η αναγκαστική εκτέλεσή της. Την πληρωμή των αποζημιώσεων που τυχόν επιδικάσθηκαν στο θύμα μπορεί να θέσει άλλωστε το Δικαστήριο ως όρο χορηγήσεως αναστολής εκτελέσεως της ποινής, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 99 παρ. 1 και 100 παρ. 1 και 3 ΠΚ.
Συνεπώς το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό και ως εκ περισσού τον απέρριψε με την ανωτέρω αιτιολογία, η οποία, σε κάθε περίπτωση, τυγχάνει πλήρης και εμπεριστατωμένη και δεν χρειαζόταν, για την πληρότητά της, να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων προς θεμελίωση του αιτήματός του, αφού αυτά δεν ήσαν ικανά προς τούτο, ούτε περαιτέρω χρειαζόταν να παρατίθενται τα περιστατικά που δικαιολογούν την απορριπτική κρίση του Δικαστηρίου, αφού, σαφώς, από την ανωτέρω αιτιολογία, προκύπτει ότι δεν προέκυψαν πραγματικά περιστατικά που να αποδεικνύουν ότι επιδίωξε να άρει να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 84 παρ. 2 δ ΠΚ. Κατ ακολουθία τούτων ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεώς του τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος.
Γ) Για τους αυτούς ακριβώς ως άνω λόγους τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος ο ταυτόσημος σχετικός, από την αυτή ως άνω διάταξη του ΚΠΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ3, ως προς τον οποίο ταυτίζονται οι παραδοχές του Δικαστηρίου από απόψεως δεκτών γενομένων ελαφρυντικών περιστάσεων και απορρίψεως, με την αυτή ως άνω αιτιολογία, εκείνης του άρθρου 84 παρ. 2 δ ΠΚ, προς θεμελίωση της οποίας ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε τα αυτά ακριβώς ως άνω πραγματικά περιστατικά. ΧΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 ΠΚ, όπως ισχύει, "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής, κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Εξάλλου κατά το άρθρο 100 του ίδιου κώδικα αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη των δύο και μέχρι τριών ετών και συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 99, το δικαστήριο μπορεί με την απόφασή του να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής με τις προϋποθέσεις που περαιτέρω ορίζονται σ αυτό και τέλος κατά το άρθρο 100Α αν κάποιος καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη των τριών και μέχρι πέντε ετών και συντρέχουν οι προυποθέσεις των άρθρων 99 και 100 Π.Κ το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής με τους όρους που ορίζονται σ αυτό. Από τη διατύπωση των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ως ποινή, της οποίας μπορεί να ανασταλεί η εκτέλεση, νοείται, επί συρρεόντων εγκλημάτων, η συνολική, διότι η ποινή αυτή, μέσω της οποίας εκτελούνται και οι προσμετρούμενες ποινές, οι οποίες, παρά τη διατήρηση της αυτοτέλειάς τους, δεν είναι δεκτικές αυτοτελούς εκτελέσεως, είναι εκείνη που επιβάλλεται τελικά, και αυτής μόνο την αναστολή μπορεί να αποφασίσει το δικαστήριο αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Περαιτέρω η κατ άρθρο 100 Α ΠΚ αναστολή είναι δυνητική για το δικαστήριο. Εκτιμώνται προς τούτο και τα στοιχεία που παρατίθενται στην παραγ. 2 του άρθρου 100 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα το δικαστήριο χορηγεί αυτή με ειδικώς αιτιολογημένη απόφασή του, αν από την έρευνα των περιστάσεων κάτω από τις οποίες τελέσθηκε η πράξη και ιδίως των αιτίων της, της προηγούμενης ζωής και του χαρακτήρα του καταδικασθέντος, κρίνει ότι η εκτέλεση της ποινής δεν είναι αναγκαία για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων. Στην κρινόμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Α) ο κατηγορούμενος Χ4 κηρύχθηκε ένοχος: α) διατάραξης ασφάλειας συγκοινωνιών από ενσυνείδητη αμέλεια, β) ανθρωποκτονιών κατά συρροή από ενσυνείδητη αμέλεια και γ) σωματικών βλαβών κατά συρροή από ενσυνείδητη αμέλεια, και αφού αναγνωρίσθηκαν, όπως λέχθηκε στην προηγουμένη παράγραφο, οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α και ε του Π.Κ, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών για την πράξη της παράβασης του άρθρου 290 παρ. 2 ΠΚ , δέκα οκτώ (18) μηνών για κάθε ανθρωποκτονία και έξι (6) μηνών για κάθε σωματική βλάβη και μετά επιμέτρηση των επί μέρους ποινών, συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, έντεκα (11) μηνών και δεκαπέντε (15) ημερών και Β) ο κατηγορούμενος Χ3 κηρύχθηκε ένοχος: α) διατάραξης ασφάλειας συγκοινωνιών από ασυνείδητη αμέλεια, β) ανθρωποκτονιών κατά συρροή από ασυνείδητη αμέλεια και γ) σωματικών βλαβών κατά συρροή από ασυνείδητη αμέλεια και αφού του αναγνωρίσθηκαν, όπως λέχθηκε στην αυτή ως άνω παράγραφο οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α και ε του Π.Κ, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών την πράξη της παράβασης του άρθρου 290 παρ. 2 ΠΚ, δώδεκα (12) μηνών για κάθε ανθρωποκτονία και τεσσάρων (4) μηνών για κάθε σωματική βλάβη. και μετά επιμέτρηση των επί μέρους ποινών, συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και έντεκα (11) μηνών. Οι εν λόγω κατηγορούμενοι μετά την απαγγελία των συνολικών ποινών, δια των συνηγόρων των, υπέβαλαν αίτημα αναστολής εκτελέσεως των ποινών, κατ΄άρθρο 99, άλλως 100, άλλως 100 Α ΠΚ, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα, όσον αφορά την θεμελίωση του αιτήματός τους επί των διατάξεων των άρθρων 99 και 100 ΠΚ, ότι κρίσιμη είναι όχι η συνολική ποινή που τους επιβλήθηκε αλλά εκείνη που επιβλήθηκε για καθένα από τα συρρέοντα εγκλήματα. Το αίτημα αυτό, κατά την θεμελίωσή του επί των ανωτέρω διατάξεων του ΠΚ, τύγχανε μη νόμιμο και, κατ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, το δικαστήριο το απέρριψε, ως τέτοιο. Το Δικαστήριο επίσης απέρριψε το αίτημα και κατά την θεμελίωσή του επί της διατάξεως του άρθρου 100 Α ΠΚ, με την ακόλουθη αιτιολογία: '' Ναι μεν η επιβληθείσα σε έκαστο των αιτούντων κατηγορουμένων συνολική ποινή φυλακίσεως δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια, πλην όμως, από τις προαναφερθείσες περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέστηκαν από έκαστο των κατηγορουμένων οι πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι, όπως στο σκεπτικό της περί της ενοχής τους απόφασης αυτής αναφέρονται, αλλά κυρίως για τον λόγο ότι ουδόλως συμπαραστάθηκαν έστω και ηθικά στις οικογένειες εκείνων που έχασαν τη ζωή τους στο ατύχημα αλλά και στους τραυματισθέντες (άρθ. 100 Α παρ. 1, 100 §1 εδαφ. β' Π.Κ.), το δικαστήριο τούτο κρίνει ότι η εκτέλεση της ποινής για έκαστο των αιτούντων είναι αναγκαία''. Η αιτιολογία αυτή παρίσταται πλήρης και εμπεριστατωμένη, το δε δικαστήριο ορθώς έκανε αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέσθηκαν οι πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι οι εν λόγω κατηγορούμενοι και έκρινε, ανελέγκτως, ότι οι κατηγορούμενοι δεν συμπαραστάθηκαν ούτε ηθικώς, γιατί υλικώς οι ίδιοι επικαλέσθηκαν ότι δεν ήταν δυνατόν, λόγω των περιορισμένων αποδοχών τους να συμπαρασταθούν, επικαλεσθέντες, όπως λέχθηκε και στην προηγουμένη παράγραφο, σχετικά με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 δ ΠΚ, τις καταβολές από την εταιρία Ε-1 Α.Ε. των ανωτέρω ποσών αποζημιώσεων στους οικείους των θυμάτων σε εκτέλεση τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως. Κατ ακολουθία ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, σχετικός λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως των εν λόγω αναιρεσειόντων τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του λόγου αυτού, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου και τυγχάνουν απαράδεκτες.
ΙΙ. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί καθένας από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στην δικαστική δαπάνη όσων από τους πολιτικώς ενάγοντες παραστάθηκαν και δη των με αυξ. αριθμούς εκθέματος 10 (Ψ10), 30 (Ψ30), 31 (Ψ31) και 43 (Ψ43) (176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-7-2008 αίτηση (δήλωση) του Χ1 για αναίρεση των 66, 67, 68, 68 α-γ και 92/2006, 2, 7, 9, 12, 16, 16 α, 17, 25, 36, 37, 39, 40, και 51-57/2007 αποφάσεων του Μ.Ο.Ε. Λαρίσης. (ανυποστήρικτη). Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) €.
Απορρίπτει την από 21-7-2008 αίτηση του Χ2 για συμπλήρωση της 51/30-3-2007 αποφάσεως του Μ.Ο.Ε Λαρίσης.
Απορρίπτει τις: α) με αριθμό εκθέσεως 1/21-7-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ2, β) από 24-7-2008 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του Χ3, γ) από 24-7-2008 αίτηση (δήλωση) του Χ4 και δ) από 24-7-2008 αίτηση (δήλωση) του Χ5, για αναίρεση των 66, 67, 68, 68 α-γ και 92/2006, 2, 7, 9, 12, 16, 16 α, 17, 25, 36, 37, 39, 40, και 51-57/2007 αποφάσεων του Μ.Ο.Ε. Λαρίσης. Και.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) € για τον καθένα και στη δικαστική δαπάνη των ανωτέρω πολιτικώς εναγόντων ποσού πεντακοσίων (500) €, για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21, 26 Απριλίου και 30 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 20 Σεπτεμβρίου 2010
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών. Έννοια στοιχεία κατ' άρθρο 290 ΠΚ. Ενδεχόμενος δόλος. Έννοια. Αμέλεια Έννοια. Διακρίσεις σε ενσυνείδητη και χωρίς συνείδηση. Θάνατος και σωματικές βλάβες ως αποτέλεσμα της διατάραξης. Πότε υπάρχει αληθινή ή φαινόμενη συρροή μετά της πράξεως του άρθρου 290 παρ.1 β που τελέσθηκε με ενδεχόμενο δόλο και εκείνων των άρθρων 302 και 314 ΠΚ. Δεν υφίσταται γενικώς και αδιακρίτως φαινόμενη συρροή, αλλά το ζήτημα θα ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Κριτήρια της διακρίσεως (ΑΠ Ολ 4/2010). Δεν υφίσταται αντίφαση των αιτιολογιών όταν η αυτή συμπεριφορά εντάσσεται στον ενδεχόμενο δόλο και στην ενσυνείδητη αμέλεια, λόγω διαφορετικού αντικειμένου αποδοχής στην μια και την άλλη περίπτωση (ΑΠ 2313/2004). Απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ. 1 β ΚΠΔ, που αφορά την προδικασία, πρέπει να προτείνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή, αν προταθεί το πρώτον στο ακροατήριο ο ισχυρισμός τυγχάνει απαράδεκτος. Απόλυτη ακυρότητα όταν δεν δίδεται ο λόγος στον συνήγορο του κατηγορουμένου να υποβάλλει ερωτήσεις στον μάρτυρα και όχι όταν ο μάρτυρας αρνείται να απαντήσει. Όχι απόλυτη ακυρότητα εκ του ότι δεν επιτράπηκε στον συνήγορο υπεράσπισης να υποβάλλει ερωτήσεις στον πελάτη του. Έγγραφα των οποίων αμφισβητήθηκε η γνησιότητα. Πότε επιτρέπεται η ανάγνωση. Φορτηγό ρυμουλκό μετά ρυμουλκούμενου. Κακή φόρτωση, στοιβασία και πρόσδεση του φορτίου από μοριοσανϊδες ΜDF και φύλλα μελανίνης. Υπέρβαρο κατά 5.031 κιλά. Φθαρμένα ελαστικά. Ταχογράφος με ροοστάτη που έδειχνε μικρότερη ταχύτητα εκείνης με την οποία κινούταν. Κίνηση με υπερβολική και μεγαλύτερη της νόμιμης ταχύτητα. Στην κοιλάδα των Τεμπών και στο σημείο όπου δύο συνεχείς αντίρροπες στροφές εξακολούθησε να κινείται με την υπερβολική ταχύτητα των 84 χ/ω και δεν την μείωσε, όπως υποχρεούταν, κάτω και του ανωτάτου ορίου των 70 χ/ω. Είσοδος στο αντίθετο ρεύμα, σύγκρουση πλαγιομετωπικά με αντιθέτως κινούμενο λεωφορείο, απελευθέρωση του ανεπαρκώς και επικινδύνως προσδεμένου και παρανόμως στοιβαγμένου φορτίου, πτώση του φορτίου στο οδόστρωμα και είσοδος στο λεωφορείο φύλλων μελαμίνης, που λειτούργησαν ως "μαχαίρια", σιδηράς δοκού ρυμουλκούμενου, που το διαπέρασε, σύγκρουση με ακολουθούντα ΙΧΕ αυτοκίνητα, θάνατος 21 μαθητών και τραυματισμός 33 ατόμων. Καταδίκη για διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών από ενδεχόμενο δόλο, ενσυνείδητη και χωρίς συνείδηση, αμέλεια, ανθρωποκτονίες και σωματικές βλάβες κατά συρροή από αμέλεια, ενσυνείδητη και χωρίς συνείδηση. Αληθινή κατ' ιδέα συρροή μεταξύ διατάραξης από ενδεχόμενο δόλο και των ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών από αμέλεια. Πέντε αιτήσεις αναιρέσεως. Ερήμην ο ένας αναιρεσείων. Παρόντες οι λοιποί. Λόγοι εκ του άρθρου 510 παρ. 1Α σε συνδ. με 171 παρ. 1 β, δ, Δ, Ε ΚΠΔ. Αβάσιμοι. Απορρίπτονται όλες.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Συρροή εγκλημάτων, Διατάραξη ασφάλειας συγκοινωνιών.
| 0
|
Αριθμός 1526/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο, για αναίρεση της 63/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δωδ/νήσου.
Με συγκατηγορούμενους τους: 1)Ψ1 και 2)Ψ2. Το Πενταμελές Εφετείο Δωδ/νήσου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1727/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρ.20 του Ν.3459/2006, που κωδικοποίησε την όλη νομοθεσία τη σχετική με τα ναρκωτικά, ορίζεται ότι: "Με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ, τιμωρείται όποιος: ....β)πωλεί, αγοράζει...ζ)κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο είτε στο έδαφος της επικράτειας είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η κατοχή των ναρκωτικών ουσιών πραγματώνεται με τη φυσική εξουσίασή τους από το δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέσει πραγματικά. Μεταφορά, αντιδιαστελλόμενη προς τη "διαμετακόμιση", πραγματώνεται με τη μετακίνηση των ναρκωτικών από έναν τόπο σε άλλο με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, ξένο ή ιδιόκτητο, δηλ. μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών είναι η μέσα στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας μετακίνησή τους, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Επίσης, για την ύπαρξη της άνω αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδοτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για αναγνώριση στο πρόσωπό του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 63/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, αγοράς, πώλησης, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης εννέα (9) ετών. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής : " Ο 1ος κατηγορούμενος (Ψ2) γεννηθείς τη 19-3-1988 στην Αλβανία, ο οποίος διαμένει με την οικογένεια του στους ... επί της οδού ..., την 8-2-2007 και περί ώρα 10.30 κατά την αποβίβασή του μαζί με την ανήλικη εξαδέλφη του Π από το πλοίο "Β..." στον εμπορικό λιμένα ..., ,που είχε αποπλεύσει τις απογευματινές ώρες της 7-9-2007 από τον ..., σε γενόμενο έλεγχο στο ατομικό ταυ σακίδιο του έφερε στις πλάτες του, από λιμενικά όργανα του κεντρικού λιμεναρχείου ...υ, κατελήφθη να κατέχει χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών και να μη μπορεί να την αποβάλει τις δικές του δυνάμεις, δύο αυτοσχέδιες πλαστικές συσκευασίες με ηρωίνη μικτού βάρους 519 και 516 gr εκάστη, που είχε μεταφέρει με το ως άνω πλοίο από τον ...συνολικού βάρους 1035 gr, την οποία είχε αποκρύψει στο ατομικό σακίδιό του που έφερε στις πλάτες του. Στην ερώτηση των λιμενικών οργάνων στον 1ο κατηγορούμενο που θα έδινε την ως άνω ναρκωτική ουσία που μετέφερε και κατείχε, τους απάντησε ότι είχε τηλεφωνηθεί ήδη μέσα από το πλοίο που ταξίδευε από τον ... για την ... με το άτομο αυτό που θα αγόραζε την εν λόγω ναρκωτική ουσία και το οποίο άτομο θα του τηλεφωνούσε εκ νέου όταν έβγαινε από το πλοίο στη ... για να συναντηθούν. Πράγματι σε λίγη ώρα τον πήρε τηλέφωνο ο 2ος κατηγορούμενος (Ψ1) γεννηθείς την 24-120-1971 κάτοικος ... και του όρισε ως τόπο συνάντησης το χώρο του λιμένα ..., όπου πήγε ο 2ος κατηγορούμενος μαζί με τον αδελφό του (Ψ3) γεννηθέντα την 9-8-1969 κάτοικο και αυτό ..., με το ΙΧΕ αυτοκίνητο του αδελφού του, Ψ3, που οδηγούσε ο ίδιος και ο 2ος κατηγορούμενος ήταν συνεπιβαίνων στη θέση του συνοδηγού. Όταν έφθασε στο χώρο συνάντησης ο 1ος κατηγορούμενος μαζί με την ως άνω ανήλικη εξαδέλφη του Π, κρατώντας στα χέρια του το σακίδιο που περιείχε την παραπάνω ναρκωτική ουσία, ο 2ος κατηγορούμενος από τη θέση του συνοδηγού, κάλεσε προς το μέρος του τον 1ο κατηγορούμενο, ο τελευταίος πήγε προς το αυτοκίνητο από το μέρος του συνοδηγού, έδειξε στον 2ο κατηγορούμενο το περιεχόμενο του σακιδίου, αυτός (2ος κατηγορούμενος) κατέβαλε στον 1ο κατηγορούμενο το χρηματικό ποσό των 2000 ευρώ και παρέλαβε το σακίδιο με την ανωτέρω ναρκωτική ουσία ηρωίνης συνολικού μικτού βάρους 1035 gr. Τότε περί ώρα 11.30 συνελήφθησαν και οι τέσσερις από τα λιμενικά όργανα που τους παρακολουθούσαν, όποτε ο 1ος κατηγορούμενος στην ερώτηση των λιμενικών οργάνων που βρήκε τη ναρκωτική ουσία ηρωίνης που μετέφερε από τον ..., τους έδωσε τα στοιχεία του 3ου κατηγορουμένου (Χ) γεννηθέντος την 1-4-1989 στην Αλβανία, κατοίκου ... επί της οδού Δημοκρατίας 29 και του Α γεννηθέντος την 5-5-1989 στη Αλβανία, κατοίκου ... επί της οδού .... Στη συνέχεια τα όργανα του κεντρικού Λιμεναρχείου ..., την ίδια ημέρα (8-9-2007) περί ώρα 17.30' κατέστη εφικτός ο εντοπισμός και σύλληψη των δύο ανωτέρω, του 3ου κατηγορουμένου και του Α , έξω από την οικία του Α επί της οδού ... στη ..., επακολούθησε πράγματι κατ' οίκον έρευνα στις οικίες των δύο αυτών και τίποτε δεν ανευρέθη. Κατά την διάρκεια της προανάκρισης στο Κεντρικό Λιμεναρχείο ..., ο 3ος κατηγορούμενος (Χ) οικειοθελώς δήλωσε στα λιμενικά όργανα ... ότι επί της οδού ... στη ..., διατηρεί ημιυπόγεια μικρή αποθήκη μέσα στην οποία είχε κρυμμένες έξι (6) πλάκες ηρωίνης, ότι μία ποσότητα δύο (2) πλάκες ηρωίνης έστειλε στη ... και αυτή που ήταν στην αποθήκη έπρεπε να επιστραφεί στον προμηθευτή φυγόδικο κατηγορούμενο ... αγνώστων λοιπών στοιχείων ταυτότητα υπήκοο Αλβανίας που είχε το υπ'αριθμ. ... κινητό τηλέφωνο. Την επόμενη ημέρα 9.8.2007 περί ώρα 09.30 όργανα του Κεντρικού Λιμεναρχείου ... διενήργησαν έρευνα στην εν λόγω αποθήκη επί της οδού ... όπου διαπιστώθηκε ότι είχε επιμελώς κρυμμένες μέσα σε διπλωμένο χαλί έξι (6) πλαστικές συσκευασίες ηρωίνης μικτού βάρους 3071 gr. Η ποσότητα αυτή ηρωίνης έξι (6) πλάκες μικτού βάρους εκάστη: 1) 509,6 gr , 2)510,5 gr, 3)515 gr,4)514,2 gr, 5)512.8 gr και 6)508,9 gr, συνολικού μικτού βάρους 3.071 gr, κατασχέθηκαν την ίδια ημέρα 9-9-2007 περί ώρα 10.20' όπως αυτό προκύπτει από την από 9-9-2007 έκθεση έρευνας αποθήκης και κατάσχεση πειστηρίων του Κεντρικού Λιμεναρχείου ... που αναγνώσθηκε και βρίσκεται στη δικογραφία. Στη συνέχεια τα όργανα του Κεντρικού Λιμεναρχείου ... σε συνεργασία με τον ήδη συλληφθέντα την ίδια ημέρα 9-9-2007 περί ώρα 11.30 3° κατηγορούμενο (Χ ), ο τελευταίος επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον φερόμενο απ' αυτόν προμηθευτή φυγόδικο κατηγορούμενο ... και έκλεισε ραντεβού μαζί του να συναντηθούν την ίδια εκείνη ημέρα 9-9-2007 περί ώρα 16.15 επί της λεωφόρου ..., δήθεν να συζητήσουν για το θέμα να του επιστρέφει τις έξι πλάκες ηρωίνης συνολικού βάρους 3071 gr που είχαν μείνει στην αποθήκη μετά από την ποσότητα ηρωίνης συνολικού βάρους 1035 gr που είχε στείλει στη .... Το συγκεκριμένο ραντεβού πραγματοποιήθηκε πλην όμως δεν πήγε ο φυγόδικος κατηγορούμενος ...t αλλά αυτός τηλεφώνησε στον ... γεννηθέντα την 21-5-1966 στην Αλβανία κάτοικο ...... , στον οποίο του είπε ότι αυτός ήταν στην Αλβανία και του ζήτησε να πάει αυτός στο ως άνω ραντεβού να συναντήσει τον 3° κατηγορούμενο Ψ2βού και συνελήφθη από λιμενικά όργανα του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς την 9-9-2007 περί ώρα 16.25 όπως αυτό προκύπτει από την από 9.9.2007 έκθεση σύλληψής του, που αναγνώσθηκε και βρίσκεται στη δικογραφία. Ο 3ος κατηγορούμενος, όπως ο ίδιος ομολογεί τόσο στην προανακριτή όσο και στην ανακριτή απολογίες του, την 26-8-2007 μετέφερε από κοινού με τους Α και την ανήλικη Π από τον ... με το πλοίο "B...." ηρωίνη τουλάχιστον 500gr, την οποία πώλησε σε κάποιον ... αγνώστων λοιπών στοιχείων ταυτότητας έναντι του χρηματικού ποσού 1.500 ευρώ. Έπομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι 1ος, 2ος και 3ος κατηγορούμενοι και δη: α) ο 1ος (Ψ2ι) της μεταφοράς κατοχής και πώλησης 1035 gr ηρωίνης, στον 2ο κατηγορούμενο (Ψ1), όμως ενόψει του ότι κατά το χρόνο που τέλεσε τις πράξεις αυτές είχε συμπληρώσει το 18ο όχι όμως και το 21ο έτος της ηλικίας του, ως γεννηθείς όπως προαναφέρθηκε την 19-3-1988 και ο χρόνος τέλεσης των πράξεων την 8-9-2007, πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 133 ΠΚ να του επιβληθεί ποινή ελαττωμένη κατ'άρθρο 83 ΠΚ, επίσης εν όψει του ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του, κατά τα προαναφερθέντα, πρέπει να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2δ β) ο 2ος (Ψ1) της αγοράς 1035 gr ηρωίνης από τον 1ο κατηγορούμενο Ψ2) και την ανήλικη Π και κατοχής της ίδιας αυτής ποσότητας ως άτομο που έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών και δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, όπως αναφέρεται στην από 12-9-2007 ψυχιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη των πραγματογνωμόνων ιατρών του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου ... ψυχιάτρου επιμελητή Α' και .., ψυχιάτρου επιμελήτριας Β, που διορίστηκαν κατ' εφαρμογή του άρθρου 30 παρ.3 του ΚΝΝ (ν.3459/2006) κατά τη διενεργηθείσα κύρια ανάκριση, η οποία αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και βρίσκεται στη δικογραφία, όμως δεν συντρέχουν οι ελαφρυντικές περιστάσεις της ειλικρινούς μετάνοιας και της καλής διαγωγής άρθρ 84§2δ,ε ΠΚ καθ 'όσον δεν αποδείχθηκε από την προαναφερόμενη συμπεριφορά του εν λόγω κατηγορουμένου ότι συντρέχουν τα περιστατικά που θεμελιώνουν τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις (βλ ΑΠ 131/2008 Ποιν.Δικ.2008.948, ΑΠ 1718/2007 Ποιν.Δικ. 2008. 521, ΑΠ 1323.2007 Ποιν.Δικ.2008 134 και γ) ο 3ος (Ψ2 της αγοράς, κατοχής 4.106 gr ηρωίνης, μεταφοράς και πώλησης τουλάχιστον 500 gr ηρωίνης, όμως ενόψει του ότι κατά το χρόνο που τέλεσε τις πράξεις αυτές είχε συμπληρώσει το 18ο όχι όμως και το 21ο έτος της ηλικίας του, ως γεννηθείς όπως έχει αναφερθεί την 1-4-1989 και ο χρόνος τέλεσης των πράξεων 26-8-2007, 26-28/8/2007, 7-9-2007 και 8-9-2007, πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 133 ΠΚ να του επιβληθεί ποινή ηλαττωμένη κατ' άρθρο 83 ΠΚ, επίσης ενόψει του ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του, κατά τα προεκτιθέμενα πρέπει να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2δ ΠΚ".
Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως, όμως ενόψει του ότι κατά το χρόνο που τέλεσε τις πράξεις είχε συμπληρώσει το 18ο όχι όμως και το 21ο έτος της ηλικίας του, δέχθηκε ότι κατ'άρθρο 133 ΠΚ, πρέπει να του επιβληθεί ποινή ελαττωμένη κατά το άρθρο 83 του αυτού Κώδικα, αναγνώρισε σε αυτόν το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2δ' και ειδικότερα, του ότι: "στους παρακάτω τόπους και χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις, τέλεσε τα παρακάτω περισσότερα από ένα εγκλήματα:
1) Στον κατωτέρω τόπο και χρόνο από πρόθεση και χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών και να μην μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις αγόρασε ναρκωτικά κατά την έννοια του νόμου 3459/2006, δηλαδή ουσίες που επιδρούν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και ειδικότερα στην Αθήνα και σε άγνωστο στην ανάκριση χρόνο, αλλά πάντως πριν από τις 8-9-2007 αγόρασε από άγνωστο στην ανάκριση πρόσωπο, άγνωστη ποσότητα ηρωίνης, τουλάχιστον όμως μικτού βάρους 4.106 περίπου, αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή ανταλλάγματος.
2)Στον κατωτέρω τόπο και χρόνο από πρόθεση και χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών και να μην μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις κατείχε ναρκωτικά κατά την έννοια του νόμου 3459/2006, δηλαδή ουσίες που επιδρούν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και ειδικότερα σε ημιυπόγεια αποθήκη επί της οδού ..., στις 7-9-2007, έχοντας υπό τη φυσική του εξουσίαση, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη και κατά τη βούληση του να διαθέτει πραγματικά, κατείχε, σε οκτώ αυτοσχέδιες πλαστικές συσκευασίες, ηρωίνη, μικτού βάρους 4.106 γρ. περίπου.
3) Στον κατωτέρω τόπο και χρόνο από πρόθεση και χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών και να μην μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, με τη χρήση πλωτού μεταφορικού μέσου, μετέφερε εντός της ελληνικής επικράτειας και από κοινού με άλλα πρόσωπα, ναρκωτικά κατά την έννοια του νόμου 3459/2006, δηλαδή ουσίες που επιδρούν στο κεντρικό, νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και ειδικότερα στις 26-8-2007 μετέφερε, από κοινού με τους συγκατηγορούμενούς του Α και Π, ηρωίνη άγνωστης ποσότητας αλλά τουλάχιστον 500γρ. από τον ...στη ...με το πλοίο "B..." 4) Στον κατωτέρω τόπο και χρόνο από πρόθεση και χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών και να μην μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις πώλησε ναρκωτικά κατά την έννοια του νόμου 3459/2006, δηλαδή ουσίες που επιδρούν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και ειδικότερα στη ..., κατά το χρονικό διάστημα, μεταξύ της 26-8-2007 και 28-8-2007 πώλησε σε κάποιο "..." αγνώστων λοιπών στοιχείων ταυτότητας, στη ... ποσότητα ηρωίνης συνολικού μικτού βάρους, τουλάχιστον 500γρ. αντί χρηματικού ανταλλάγματος 1500 ευρώ. Οι παραπάνω πράξεις αφορούν μέρος της ίδιας ποσότητας ναρκωτικών.
Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο τρίτος κατηγορούμενος μέχρι τέλεσης της πράξης είχε συμπληρώσει το 18° όχι όμως και το 21 έτος της ηλικίας του και 2) έδειξε ειλικρινή μετάνοια." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.α' 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 83, 84 παρ.2 περ.δ', 133 ΠΚ και άρθρο 1 παρ.2 Πιν.Α'περ.5, άρθρο 21 παρ.1 περ.β'και ζ' Ν.3459/2006, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 63/2009 του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας , .... και υπερασπίσεως: 1)Ψ2 και 2)Ξ. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσειοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1)Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται της από το Σύνταγμα (άρθρον 93 § 3) και τον Νόμον (άρθρα 139, 510 § 1 δ' Κ.Π.Δ.) επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν αναφέρει ειδικά και εμπεριστατωμένα ως ώφειλε με σαφήνεια και πληρότητα: (α) Τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία εστηρίχθηκε η κρίσις του Δικαστηρίου περί την συνδρομήν των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος που οδηγούν εις την περί ενοχής μου βεβαιότητα αυτής, (β) Τα αποδεικτικά μέσα εις τα οποία θεμελιώνονται αυτά, (γ) Τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους αυτά υπήχθησαν εις την συναφή ποινική διάταξη, (δ) Τους λόγους τους δικαιολογούντες το βάσει αυτών εξαχθέν και μάλιστα σε βαθμό βεβαιότητας συμπέρασμα περί ενοχής του. Επίσης, εξ ουδενός αποδεικτικού μέσου συνάγει το συμπέρασμα της η αναιρεσιβαλλομένη περί της συνδρομής των υπό του Νόμου (άρθρον 513 του Α.Κ.) απαιτουμένων προϋποθέσεων, ούτε διαλαμβάνει η αναιρεσιβαλλομένη σκέψεις ούτε συλλογισμούς δικαιολογούντες το βάσει αυτών εξαχθέν εις βαθμόν πεποιθήσεως μάλιστα, συμπέρασμα ειδικώς και εμπεριστατωμένος, ότι προκύπτουν τα κατά Νόμον και την κρατούσαν νομολογίαν στοιχεία αυτά της "αγοράς ναρκωτικής ουσίας" ενώ τέλος, ως προς το θέμα της προσαφθείσης εις αυτόν κατοχής ναρκωτικής ουσίας, ουδέν αποδεικτικό μέσο αναφέρει εξ ου προκύπτει τούτο, ούτε υπάρχουν σκέψεις ούτε συλλογισμοί της, είτε στο σκεπτικό, είτε στο διατακτικό, δικαιολογούντες το βάσει αυτών εξαχθέν και δη εις βαθμόν πεποιθήσεως συμπέρασμα, ότι είχε αυτοτελή και ανεξάρτητη κατοχή. Αβάσιμα όμως, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα άνω εκτεθέντα, έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθόσον ειδικότερα και σε σχέση με τις μερικότερες αιτιάσεις του (αναίρεσειόντος), λεκτέον ότι: α)οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως θεμελιώνουν την υπό του αναιρεσειόντος τέλεση κατά συναυτουργία με τους μη διαδίκους στην παρούσα δίκη, συγκατηγορουμένους του, της πράξεως της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, καθόσον η φυσική εξουσίαση, με την έννοια που προεκτέθηκε, δεν πληρούται μόνον με τη σωματική επαφή του δράστη με τη ναρκωτική ουσία, αλλ' αρκεί το γεγονός, όπως εν προκειμένω, ότι ο αναιρέσειων βρέθηκε με τα ανωτέρω πρόσωπα σε τοπική εγγύτητα προς τη συγκεκριμένη ποσότητα των ναρκωτικών, η οποία του επέτρεπε, μετά τον έλεγχο της εν λόγω ποσότητας από κάποιον εξ αυτών και τη διαπίστωση της υπάρξεως της στον καθορισμένο τόπο, να τη διαθέτουν κατά βούληση, όντος αδιάφορου μέχρι πότε την κατείχαν και τι απέγινε η ποσότητα αυτή, β) η κατά συναυτουργία ως άνω κατοχή των ναρκωτικών από τον αναιρεσείοντα αναφέρεται ρητώς στην απόφαση με την ως άνω έννοια της φυσικής εξουσιάσεως τούτων από αυτούς, αιτιολογείται δε πλήρως από την παραδοχή ότι ενήργησαν από κοινού, στον αυτό τόπο και χρόνο και ότι ο καθένας γνώριζε επακριβώς τις ενέργειες και το δόλο του άλλου να τελέσει την ίδια με αυτόν πράξη και ήθελε την εν λόγω σύμπραξη μ' εκείνον. 2)η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου ΚΑΚ Δωδεκανήσου είναι αναιρετέα κατ' άρθρα 139, 510 § 1Δ του Κ.Π.Δ., 93 § 3 του Συντάγματος ως προς την παραδοχήν της περί τελέσεως παρ' αυτού των εγκλημάτων της μεταφοράς και της πωλήσεως 500 gr ναρκωτικής ουσίας (ηρωίνης) προς άγνωστο πρόσωπο ("...") αντί αγνώστου τιμήματος, εις μη προσδιορισθέντα χρόνο, μη ευρεθείσης ποτέ ναρκωτικής ουσίας και μη πιστοποιηθείσας της τελέσεως των πράξεων, αυτών εξ ουδενός άλλου αποδεικτικού μέσου, παρά μόνον αφού δέχθηκε ην παρ' αυτού τέλεση αυτών των πράξεων με μόνη μνεία της ομολογίας τους στην Προανάκριση και στην Ανάκριση. Επίσης, αναφορικά προς τις αυτές δύο εγκληματικές πράξεις (της μεταφοράς και της πωλήσεως 500 gr ναρκωτικής ουσίας (ηρωίνης) προς άγνωστο πρόσωπο (''...") αντί αγνώστου τιμήματος, εις μη προσδιορισθέντα χρόνον), συντρέχει και ο αναιρετικός λόγος της θετικής υπερβάσεως εξουσίας, κατ' άρθρον 510 § 1 Η' του Κ.Π.Δ., διότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση άσκησε εξουσία που δεν της δίδει ο Νόμος, καταδικάζοντας τον για πράξεις, που από λόγους νομικούς ώφειλε να τον κηρύξει αθώο. Αβάσιμα διατείνεται και με την αιτίαση αυτή, διότι το δικάσαν Εφετείο, όπως από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, για την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, έχει λάβει υπόψη του όλα τα αναφερόμενα κατ'είδος αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο την απολογία των συγκατηγορουμένων του. Επομένως, το δικάσαν Δικαστήριο, ουδεμία εξουσία του υπερέβη και ο σχετικός λόγος για υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμος. 3) Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στον αναιρετικά λόγο της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απορρίψασα τον υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του, περί εφαρμογής του άρθρου 27 του Ν. 3459/2006, διότι: α) Δεν αναφέρει ποια είναι τα θεμελιούντα την ανωτέρω ελαφρυντική περίσταση πραγματικά περιστατικά, β) Δεν αναφέρει εάν τα υπ' αυτού προβληθέντα πραγματικά περιστατικά, συγκροτούν και θεμελιώνουν ή όχι την ανωτέρω ελαφρυντική περίσταση. γ) Εν όψει των υπ' αυτού προβληθέντων, δεν αναφέρει ποία είναι τα αρνητικά πραγματικά περιστατικά τα δικαιολογούντα τη μη αναγνώριση σε αυτόν της συνδρομής των ευεργετικών περιστάσεων ποινικής αντιμετωπίσεως που προβλέπει το άρθρον 27 του Ν. 3459/2006. Επίσης, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αναιρετέα κατέστη ομοίως διότι χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς \ου περί αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών περιστάσεων που είχα ζητήσω ιδίως εν όψει του ότι δεν είχε εξαντληθώ το κατώτατο όριο προβλεπομένης ποινής και συνεπώς, είχε έννομο συμφέρον και ζήτησε την αναγνώριση και των ελαφρυντικών της 84 παρ.2 περ.δ'και ε'της ΠΚ. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ το δικαστήριο της ουσίας κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως ερευνά αν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτεροως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν έχει όμως υποχρέωση να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει'" να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία! καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψη του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ.2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α'και ε'ήτοι ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ.α'), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορος του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπο του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδάφια α'και ε' του ΠΚ. Υπέβαλε επίσης, κατ'ακριβή μεταφορά από τα άνω πρακτικά, και το αίτημα: "Εφαρμογής του αρ. 187 Β Π.Κ. α) περί απαλλαγής ποινής κατ' αρ. 187 Β Π.Κ. άλλως, β) αίτημα ηλαττωμένης ποινής του άρ. 83 Π.Κ. κατ' αρ. 187 παρ. 2 ΠΚ άλλως, γ) άλλως αίτημα αναστολής εκτελέσεως ποινής 3-10 ΕΤΗ κατά το βαθμό συμβολής στην πρόληψη νέων εγκλημάτων ναρκωτικής νομοθεσίας με το μείζον υπόλοιπο (3 Kgr) της αρχικής ποσότητας (4 Kgr) συνεκτιμωμένης της ήσσονος (1035 gr) συμμετοχής μου, ΑΙΤΗΜΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΑΡ. 27 Ν. 3459/2006 Άλλως: του άρθρου 27 του Ν. 3459/2006 σε "συσχετική ερμηνεία" με το άρθρο 187Β' § 12 Π.Κ. [μέτρα επιεικείας που τέθηκαν με το Ν. 2928/2001 και στην περί ναρκωτικών νομοθεσία ".
Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι συντέλεσε με δική του πρωτοβουλία στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας διακίνησης ναρκωτικών ή στην ανακάλυψη και σύλληψη μεγαλεμπόρου ναρκωτικών, είναι αυτοτελής. Έτσι, για να τύχει απαντήσεως εκ μέρους του Δικαστηρίου, πρέπει να υποβληθεί κατά τρόπο ορισμένο. Εφόσον δεν εκτίθενται συγκεκριμένες περιπτώσεις με εξατομικευμένα στοιχεία όπως, χρόνος, τόπος πρόσωπα, συμμορίες, ποσότητες και είδη ναρκωτικών που οι συγκεκριμένες συμμορίες διακινούσαν, ποιες ήταν οι πληροφορίες του και πότε και ποίοι συνελήφθησαν, ο ισχυρισμός είναι αόριστος και δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και μάλιστα, αιτιολογημένα. Το εν λόγω Δικαστήριο για τους παραπάνω ισχυρισμούς διέλαβε στο σκεπτικό του την παρακάτω απορριπτική αυτών αιτιολογία: "δεν συντρέχει η περίπτωση εφαρμογής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 27 του Κ.Ν.Ν (ν 3459/2006), καθ'όσον δεν αποδείχθηκε από τη συμπεριφορά του συγκεκριμένου αυτού ατόμου ότι συντρέχουν τα περιστατικά που θεμελιώνουν την ελαφρυντική αυτή περίσταση. Τέλος δεν συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου άρθρ 84§2α ΠΚ για τους κατηγορουμένους 1Ο και 3Ο επειδή έχουν λευκά ποινικά μητρώα, καθ'όσον για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο ούτε η απουσία επιμεμπτής δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξης ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος, αλλά απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία όραση. Επομένως, μόνο από τα αντίγραφα δεν αποδεικνύεται ο έντιμος βίος των ανωτέρω κατηγορουμένων (1ου και 3ου ) πριν από την τέλεση των παραπάνω κακουργηματικών πράξεων". Κατόπιν αυτών, εφόσον ο δεύτερος από τους πιο πάνω ισχυρισμούς, δεν υποβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, παρά το ότι δεν απαιτείτο ειδική αιτιολογία, το δικάσαν Εφετείο τον απέρριψε ως αβάσιμο αιτιολογημένα. Τον πρώτο ισχυρισμό, τον απέρριψε σιωπηρά, αφού δεν πρόκειται για παράβαση του άρθρου 187 ΠΚ (συγκρότηση εγκληματικής ομάδας) και ως εκ τούτου δεν έχρηζε ειδικής αιτιολογίας η απόρριψή του. Επίσης, με πλήρη και σαφή αιτιολογία, απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό για χορήγηση του ελαφρυντικού του πρότερου έντιμου βίου, συνακόλουθα δε, έχει απορρίψει με την αυτή αιτιολογία και τον ισχυρισμό για χορήγηση ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2 περ.ε', όπως συνάγεται από το σύνολο των αναφερομένων στο αλληλοσυμπληρούμενο από το διατακτικό, σκεπτικό του. Και 4)Συνακόλουθα προς τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αιτίασή του για έλλειψη ακροάσεως κατ' άρ. 170 § 2 Κ.Π.Δ. & 510 § 1 Β' Κ.Π.Δ, ως προς τα αιτήματα α) της εφαρμογής του άρθρου 187 του Π.Κ. περί απαλλαγής από ποινής άλλως ηλαττωμένης ποινής του άρθρου 83 του Π.Κ., κατ' αρθρον 87 § 2 Π.Κ., άλλως αναστολής εκτελέσεως ποινής από 3-10 έτη, β) της εφαρμογής του άρθρου 27 του Ν. 3459/2006, σε συνδυασμό προς το άρθρο 187 του Π.Κ., ως ποοσωπικό λόγος απαλλαγής από την ποινή, αρκούσας προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού και πιθανολογήσεως".
Επομένως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β',Δ',Ε' και Η' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ελλείψεως ακροάσεως, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, αλλά και της υπέρβασης εξουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Νοεμβρίου 2009 (υπ'αριθμ.πρωτ.9303/1-12-2009 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθό 63/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αγορά, κατοχή, μεταφορά και πώληση ναρκωτικής ουσίας από μη τοξικομανή. Λόγοι αιτήσεως η έλλειψη απαιτούμενης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως καθώς και υπέρβαση εξουσίας. Αίτημα για εφαρμογή του άρθρου 187Β΄ ΠΚ, άλλως, εφαρμογής άρθρου 27 Ν. 3459/2006.Ο ισχυρισμός ότι συντέλεσε με δική του πρωτοβουλία στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας είναι αυτοτελής και για να έχει υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και μάλιστα, αιτιολογημένα, πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος. Η αιτιολογία πρέπει να υπάρχει και για την απόρριψη των ισχυρισμών για χορήγηση ελαφρυντικών. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Υπέρβαση εξουσίας, Ναρκωτικά.
| 1
|
Αριθμός 1524/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ χήρας Ζ το γένος Β, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ρέκκα, για αναίρεση της 5645/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Ψ1 και 2)Ψ2, κατοίκων ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Παρρή. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιανουαρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 350/2010.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρ. 229 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι υπαίτιος της πράξης της ψευδούς καταμηνύσεως είναι εκείνος που εν γνώσει του καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής όχι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του. Για τη στοιχειοθέτηση της πράξης αυτής, απαιτείται η πράξη, που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να απέβλεπε με αυτήν στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Πα την πληρότητα δε της αιτιολογίας της καταδικαστικής για ψευδή καταμήνυση απόφασης, πρέπει, εκτός άλλων, να εξειδικεύεται η καταμηνυθείσα πράξη, να αναφέρονται ο επιδιωκόμενος από το δράστη της ψευδούς καταμήνυσης σκοπός, και επί πλέον, δεδομένου ότι για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του άνω εγκλήματος απαιτείται ειδικός δόλος, δηλαδή γνώση του δράστη ότι η ανακοίνωση ή καταμήνυση είναι ψευδής, η απόφαση πρέπει να αιτιολογείται ειδικά με παράθεση των περιστατικών τα οποία δικαιολογούν τη γνώση αυτή αλλιώς είναι αναιρετέα με βάση τον προαναφερόμενο λόγο. Περαιτέρω από τη διάταξη του αρ.224 παρ.2 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) Ο μάρτυρας να εκθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής η οποία είναι αρμόδια για την ένορκη εξέταση του, β) τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή όχι έχει γνώση των αληθών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη του πιο πάνω εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τα γεγονότα που κατέθεσε. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 (προηγούμενη) το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει, ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρόν ή το παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ,' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη, θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως, κατά τα ανωτέρω, επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, άμεσος δηλαδή δόλος, πρέπει η ύπαρξη τέτοιου δόλου να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ,Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 5645/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχος, ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή και ψευδορκίας μάρτυρα και της επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών και δέκα (10) ημερών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μία (1) τριετία. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: " Η κατηγορούμενη, στο ... ... και σης 4-6-2003, ενεργώντας με πρόθεση, εν γνώσει της καταμήνυσε άλλους ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσαν αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη τους γι' αυτήν και συγκεκριμένα, με την από 4-6-2003 μήνυση της, την οποία υπέβαλε στο Α.Τ. ... σε βάρος των ήδη μηνυτών Ψ2 και Ψ1, κατεμήνυσε εν γνώσει της ψευδώς τους τελευταίους, τον μεν Ψ1 για ψευδή καταμήνυση, την δε σύζυγό του Ψ2 για ηθική αυτουργία σε ψευδή καταμήνυση, αναφέροντας επί λέξει στην ως άνω μήνυσή της τα εξής: "Μηνύω και επιθυμώ την ποινική δίωξη των α) Ψ1, κατ...., οδό ... και β) Ψ2, κατ. ομοίως ανωτέρω, διότι σήμερα 04/06/2003 κατήγγειλαν ψευδώς στο Α.Τ. ... ο πρώτος των μηνυομενων, με την ηθική αυτουργία της δευτέρας των μηνυομένων, ότι είμαι δήθεν υπεύθυνη ή ότι δήθεν εργάζομαι στο πτηνοτροφείο που διατηρεί ο σύζυγος μου Ζ στη ... και το οποίο δήθεν λειτουργεί χωρίς την απαιτούμενη από το νόμο άδεια λειτουργίας με αποτέλεσμα να μου ασκηθεί ποινική δίωξη και να κρατούμαι άνευ νόμιμου λόγου στο Α.Τ. .... Ήτοι για το αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως και της ηθικής αυτουργίας", ενώ η κατηγορούμενη γνώριζε ότι η ως άνω μήνυση της ήταν ψευδής, αφού πράγματι εργαζόταν στο πτηνοτροφείο που διατηρούσε ο σύζυγος της και ήταν υπεύθυνη σ' αυτό και πράγματι το πτηνοτροφείο που διατηρούσε ο σύζυγος της στη ... λειτουργούσε χωρίς την απαιτούμενη από το νόμο άδεια λειτουργίας, αφού η ίδια είχε υποβάλει κατά το έτος 2002 αίτηση για έκδοση άδειας για το πτηνοτροφείο και μάλιστα επ' ονόματι της, η οποία απορρίφθηκε, προέβη δε στην ως άνω ψευδή καταμήνυση των ήδη μηνυτών της με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη τους για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της ηθικής αυτουργίας σε αυτή, όπως και την προκάλεσε, πλην όμως οι ήδη μηνυτές της απαλλάχθηκαν αμετάκλητα για τις πράξεις που τους καταμήνυσε ψευδώς η κατηγορούμενη με το υπ' αριθμόν 3654/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο κρίθηκε αμετάκλητα ότι τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω μήνυση της κατηγορουμένης περί ψευδούς καταμηνύσεως και περί ηθικής αυτουργίας σε ψευδή καταμήνυση είναι ψευδή. Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, στον ίδιο ως άνω τόπο και κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, η κατηγορούμενη, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και συγκεκριμένα εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Αρχ/κα του Α.Τ. ... επί της ως άνω από 4-6-2003 μηνύσεως της σε βάρος των Ψ2 και Ψ1, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα, αφού επιβεβαίωσε ενόρκως ως μάρτυρας το περιεχόμενο της ως άνω ψευδούς μηνύσεως της ενώ γνώριζε ότι αυτό ήταν ψευδές και ότι δεν της είχε υποβάλει ψευδή μήνυση ο ήδη μηνυτής Ψ1 κατόπιν ηθικής αυτουργίας και παροτρύνσεως προς τούτο από μέρους της ήδη μηνύτριας και συζύγου του Ψ2. Τέλος, όπως αποδείχθηκε από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, η κατηγορούμενη, στον ίδιο ως άνω τόπο και κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ενεργώντας με πρόθεση, με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίσθηκε για κάποιον άλλον ψευδές γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, τελώντας εν γνώσει της αναλήθειας του και συγκεκριμένα με την ως άνω από 4-6-2003 ψευδή μήνυση της στο Α.Τ. ... σε βάρος των Ψ2 και Ψ1, ισχυρίσθηκε εν γνώσει της αναλήθειας τους ενώπιον των αστυνομικών του Α.Τ. ... τα ως άνω ψευδή γεγονότα, δηλαδή ότι ο ήδη μηνυτής Ψ1 της είχε υποβάλει ψευδή μήνυση για από μέρους της λειτουργία ορνιθοτροφείου χωρίς άδεια και ότι η ήδη μηνύτρια και σύζυγος του Ψ2 τον παρότρυνε να τελέσει την ως άνω αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως της και ήταν ηθική αυτουργός στην πράξη του αυτή της ψευδούς καταμηνύσεως της, δηλαδή ισχυρίστηκε ενώπιον των ως άνω τρίτων γεγονότα ψευδή που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των ήδη μηνυτών της, αφού τους παρουσίαζαν ως συκοφάντες και ψευδομηνυτές, τελώντας εν γνώσει της αναλήθειας τους. Ο ισχυρισμός της κατηγορούμενης ότι πρέπει να κηρυχθεί αθώα για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα επειδή κακώς υποχρεώθηκε στις 4-6-2003, εξεταζόμενη ως μάρτυρας επί της προφορικής μηνύσεως της ενώπιον του αστυνομικού οργάνου του Α.Τ ..., σε όρκιση, ενώ, ως πολιτικώς ενάγουσα, έπρεπε να εξετασθεί χωρίς όρκο (άρθρο 221 εδ. δ' του ΚΠΔ), κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από το περιεχόμενο της από 4-6-2003 έκθεσης προφορικής μηνύσεως της κατηγορουμένης που αναγνώστηκε, προκύπτει ότι η κατηγορούμενη, κατά την υποβολή της άνω προφορικής μήνυσης της, δεν επεδίωξε ως πολιτικώς ενάγουσα απαίτηση της για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης και κατά συνέπεια νομότυπα εξετάσθηκε κατά την υποβολή της μηνύσεως της και ως μάρτυρας με όρκο και βεβαίωσε ενόρκως ως μάρτυρας το περιεχόμενο της μηνύσεως της, αφού από καμμία διάταξη του νόμου δεν απαγορεύεται η ένορκη εξέταση του μηνυτή ως μάρτυρα επί του περιεχομένου της μηνύσεως του. Εξάλλου και ο ισχυρισμός της κατηγορούμενης ότι αυτή πρέπει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 227 παρ. 3 του Π.Κ. να απαλλαγεί από κάθε ποινή για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, διότι στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή τέλεσε την προαναφερόμενη πράξη της ψευδορκίας για να αποφύγει τόσο την ποινική ευθύνη και καταδίωξη του συζύγου της, ο οποίος ήταν βαριά άρρωστος και απεβίωσε μετά από λίγες ημέρες, όσο και την δική της ποινική ευθύνη, πιεζόμενη συναισθηματικά, γιατί ήταν κρατούμενη στα πλαίσια της αυτόφωρης διαδικασίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον η κατά τα ανωτέρω τελεσθείσα από αυτήν αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, για την οποία και μόνον μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 227 παρ. 3 του Π.Κ., σε καμμία περίπτωση δεν θα είχε ως αποτέλεσμα την απαλλαγή της ίδιας ή του συζύγου της από την ποινική ευθύνη που είχαν για την παράνομη πράξη της λειτουργίας πτηνοτροφείου χωρίς άδεια λειτουργίας, αλλά απλώς και μόνον θα είχαν ως αποτέλεσμα την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος των εγκαλούντων, αποτέλεσμα το οποίο η κατηγορούμενη επεδίωκε για λόγους εκδικήσεως. Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί της κατηγορούμενης περί μη στοιχειοθετήσεως του πλημμελήματος της ψευδορκίας και περί απαλλαγής της από κάθε ποινή για το πλημμέλημα της ψευδορκίας και να κηρυχθεί αυτή ένοχη των αξιόποινων πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροή, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή που κατηγορείται ότι διέπραξε, σύμφωνα με το διατακτικό. Τέλος, όπως αποδείχθηκε από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, η κατηγορούμενη, μέχρι τότε που τέλεσε τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή καθώς επίσης και ότι αυτή, μετά την τέλεση των ως άνω αξιόποινων πράξεων και μέχρι σήμερα, δηλαδή για μεγάλο χρονικό διάστημα, συμπεριφέρθηκε καλά και γι'αυτό πρέπει να της αναγνωρισθούν, εκτός από την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β του Π.Κ. που της αναγνωρίστηκε πρωτοδίκως ότι ωθήθηκε στις ως άνω αξιόποινες πράξεις της από μη ταπεινά αίτια και οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α και ε του Π.Κ. και να γίνει δεκτό ότι αυτή μέχρι της τελέσεως των ως άνω αξιόποινων πράξεων που διέπραξε έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή καθώς επίσης και ότι αυτή συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τις ως άνω αξιόποινες πράξεις της, κατά παραδοχή των σχετικών αυτοτελών ισχυρισμών της".
Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων, αναγνωρίζοντας σε αυτή τα ελαφρυντικά του πρότερου έντιμου βίου, ότι ωθήθηκε στις άνω αξιόποινες πράξεις της από μη ταπεινά αίτια και ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τις άνω αξιόποινες πράξεις της και ειδικότερα, του ότι: "με περισσότερες πράξεις τέλεσε κατά συρροή περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα για το ότι: Α) ΣΤΟ ... και στις 4-6-2003, ενεργώντας με πρόθεση, εν γνώσει της καταμήνυσε άλλους ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσαν αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη τους γι' αυτήν και συγκεκριμένα, με την από 4-6-2003 μήνυση της, την οποία υπέβαλε στο Α.Τ. ... σε βάρος των ήδη μηνυτών Ψ2 και Ψ1, και κατεμήνυσε εν γνώσει της ψευδώς τους τελευταίους, τον μεν Ψ1για ψευδή καταμήνυση, την δε σύζυγό του Ψ2 για ηθική αυτουργία σε ψευδή καταμήνυση, αναφέροντας επί λέξει στην ως άνω μήνυση της τα εξής: "Μηνύω και επιθυμώ την ποινική δίωξη των α) Ψ1, κατ. ... και β) Ψ2, κατ. ομοίως ανωτέρω, διότι σήμερα 04/06/2003 κατήγγειλαν ψευδώς στο Α.Τ. ... ο πρώτος των μηνυομενων, με την ηθική αυτουργία της δευτέρας των μηνυομένων, ότι είμαι δήθεν υπεύθυνη ή ότι δήθεν εργάζομαι στο πτηνοτροφείο που διατηρεί ο σύζυγος μου Ζ στη ... και το οποίο δήθεν λειτουργεί χωρίς την απαιτούμενη από το νόμο άδεια λειτουργίας με αποτέλεσμα να μου ασκηθεί ποινική δίωξη και να κρατούμαι άνευ νόμιμου λόγου στο Α.Τ. .... Ήτοι για το αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως και της ηθικής αυτουργίας", ενώ η κατηγορούμενη γνώριζε ότι η ως άνω μήνυσή της ήταν ψευδής, αφού πράγματι εργαζόταν στο πτηνοτροφείο που διατηρούσε ο σύζυγός της και ήταν υπεύθυνη σ' αυτό και πράγματι το πτηνοτροφείο που διατηρούσε ο σύζυγος της στη ... λειτουργούσε χωρίς την απαιτούμενη από το νόμο άδεια λειτουργίας, τούτο δε έπραξε με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη τους για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν, όπως και έγινε και σε βάρος των ως άνω μηνυτών ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις.
Β) Στον ίδιο ως άνω τόπο και κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ενεργώντας με πρόθεση, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και συγκεκριμένα εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Αρχ/κα του Α.Τ. ... επί της ως άνω από 4-6-2003 μηνύσεως της σε βάρος των Ψ2 και Ψ1, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα, αφού επιβεβαίωσε ενόρκως ως μάρτυρας το περιεχόμενο της ως άνω ψευδούς μηνύσεώς της ενώ γνώριζε ότι αυτό ήταν ψευδές και ότι δεν της είχε υποβάλει ψευδή μήνυση ο ήδη μηνυτής Ψ1 κατόπιν ηθικής αυτουργίας και παροτρύνσεως προς τούτο από μέρους της ήδη μηνύτριας και συζύγου του Ψ2. Και Γ) Στον ίδιο ως άνω τόπο και κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ενεργώντας με πρόθεση, με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίσθηκε για κάποιους άλλους ψευδές γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη τους, τελώντας εν γνώσει της αναλήθειας του και συγκεκριμένα με την ως άνω από 4-6-2003 ψευδή μήνυση της στο Α.Τ. ... σε βάρος των Ψ2 και Ψ1, ισχυρίσθηκε εν γνώσει της αναλήθειας τους ενώπιον των αστυνομικών του Α.Τ. ... τα ως άνω ψευδή γεγονότα, δηλαδή ότι ο ήδη μηνυτής Ψ1 της είχε υποβάλει ψευδή μήνυση για από μέρους της λειτουργία ορνιθοτροφείου χωρίς άδεια και ότι η ήδη μηνύτρια και σύζυγος του Ψ2 τον παρότρυνε να τελέσει την ως άνω αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμηνύσεώς της και ήταν ηθική αυτουργός στην πράξη του αυτή της ψευδούς καταμηνύσεώς της, δηλαδή ισχυρίστηκε ενώπιον των ως άνω τρίτων γεγονότα ψευδή που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των ήδη μηνυτών της, αφού τους παρουσίαζαν ως συκοφάντες και ψευδομηνυτές, τελώντας εν γνώσει της αναλήθειας τους. ΔΕΧΕΤΑΙ, κατά παραδοχή των σχετικών αυτοτελών ισχυρισμών της κατηγορούμενης, ότι η κατηγορουμένη μέχρι την τέλεση των ως άνω αξιόποινων πράξεων έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, ότι ωθήθηκε στις ως άνω αξιόποινες πράξεις της από μη ταπεινά αίτια και ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τις ως άνω αξιόποινες πράξεις της." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκληματών για τα οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 83, 84 παρ.2 περ.α',β'και ε', 224 παρ.2-1, 227 παρ.1, 229 παρ.1 και 362-363 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 5645/2009 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία, κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα κατηγορίας, Φ, καθώς και την ανωμοτί κατάθεση των πολιτικώς εναγόντων: 1)Ψ2 και 2)Ψ1.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα, ότι: 1)Στην προσβαλλόμενη υπάρχει έλλειψη της επιβαλλομένης από τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 93 του Συντάγματος και του άρθρου 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ του ίδιου Κώδικα, διότι το άνω Δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του από ποια πραγματικά περιστατικά συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του αδικήματος, επίσης δε, δεν αναφέρονται οι αποδείξεις στις οποίες στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου και δεν γίνεται αξιολογική συσχέτιση τους, ούτε αναφέρονται οι νομικοί συλλογισμοί που εδραιώνουν αντικειμενικά την κρίση του Δικαστηρίου. Αβάσιμα όμως, διότι κατά τα άνω, που έχουν εκτεθεί, η προσβαλλόμενη απόφαση, με αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό έχει όλα τα απαιτούμενα ως άνω στοιχεία. 2)Επίσης, στην απόφαση, δεν αναγράφεται ούτε στο σκεπτικό της ούτε στο διατακτικό της ο τόπος και ο χρόνος που τελέστηκαν οι πράξεις κατά συρροή για τις οποίες καταδικάστηκε. Ειδικότερα η έλλειψη αυτή είναι πρόδηλη για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα κατά συρροή για την οποία καταδικάστηκε. Με τη μη αναγραφή παραβιάζονται οι ως άνω διατάξεις και φαλκιδεύονται τα δικαιώματά της, διότι δεν υπάρχει χρόνος τελέσεως των πράξεων, χρόνος ενάρξεως της παραγραφής, χρόνος συνεπώς υπολογισμού της παραγραφής και συνεπώς πλαίσιο δυνατότητας προστασίας της και πλαίσιο δίκαιης δίκης. Επίσης, η αναιρεσιβαλλόμενη ενώ στο σκεπτικό της, κατά τα ως άνω, αναφέρεται στην τέλεση από αυτήν των πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροή, της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή και της ψευδορκίας μάρτυρα, στο διατακτικό της καταδικάζεται για τέλεση από αυτήν όλων των ως άνω εγκλημάτων κατά συρροή. Η αιτίαση αυτή στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό, αναγράφεται ρητά ο χρόνος τελέσεως των άνω αξιοποίνων πράξεων, έχει δε καταδικασθεί για μια (1) πράξη ψευδορκίας μάρτυρα. Κατά συνέπεια και η αιτίαση αυτή, ως αβάσιμη πρέπει να απορριφθεί. Και 3) ότι όσον αφορά το σκέλος της ψευδορκίας μάρτυρα, την μήνυσαν για τέλεση από αυτήν του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, τα πραγματικά περιστατικά του οποίου έχουν κατά τα αναγραφόμενα σε αυτή και στο ως άνω σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης. Παρόλα αυτά όμως, δηλαδή παρά την έλλειψη της απαιτουμένης αίτησης ή έγκλησης των μηνυτών της (άρθρα 41 και 46 Κ.Π.Δ.), η αναιρεσιβαλλομένη και για το έγκλημα αυτό, κατά τα ως άνω την καταδίκαζε κατά συρροή και επιβάλει ποινές φυλακίσεως. Αβάσιμα όμως και εδώ, κατά μεν το πρώτο σκέλος, καθόσον η ποινική δίωξη για την εν λόγω πράξη ασκείται αυτεπαγγέλτως, ως προς το δεύτερο δε σκέλος της, διότι έχει τιμωρηθεί και για την πράξη της ψευδορκίας σε σχέση με τις άλλες αξιόποινες πράξεις, κατά συρροή, για μία (1) όμως ψευδορκία μάρτυρα.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδεκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Ιανουαρίου 2010 (υπ'αριθμ.πρωτ.737/1-2-2010 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση της Χ χήρας Ζ το γένος Β, για αναίρεση της με αριθμό 5645/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα, συκοφαντική δυσφήμηση. Έννοια όρων - αβάσιμοι οι λόγοι της αιτήσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως και την αίτηση ως αβάσιμοι.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 1525/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
των αναιρεσείοντων-κατηγορουμένων: 1)Χ1 και 2)Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Βέρρα, για αναίρεση της 1672/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιανουαρίου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 357/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσείοντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης του Χ1 και να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης του Χ2.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 26-1-2010 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: α)Χ1 και β)Χ2 κατά της υπ'αριθμ.1672/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν.
Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, η οποία ορίζει ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μη καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του όρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαίτιου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος, απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται από ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, με την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύε" τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 1672/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέσθηκε με παράλειψη και τους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δέκαπεντε (15) και δέκα (10) μηνών αντίστοιχα, η εκτέλεση των οποίων μετατράπηκε σε χρηματική και ορίστηκε προς τέσσερα και σαράντα (4,40) ευρώ, για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Στις 8-11-2002 στο ... ο δεύτερος κατηγορούμενος ως εργολάβος εκτελούσε χωματουργικές εργασίες ( εκσκαφή και μεταφορά χώματος ) σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του με τη χρήση ενός εκσκαφέα τύπου ΖΕΡΕLΙΝ που οδηγούσε ο ίδιος και ενός φορτηγού εργοστασίου κατασκευής SΤΑΥΕR που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος. Ο θανών Αλβανικής υπηκοότητας απασχολείτο ως εργάτης προσληφθείς από τον δεύτερο κατηγορούμενο για να βοηθά στις διενεργούμενες χωματουργικές εργασίες, ενώ μεταξύ των καθηκόντων του ήταν να "κουμαντάρει" τα δυο ως άνω φορτηγά κατά τη φόρτωση τους. Συγκεκριμένα την παραπάνω ημερομηνία ο θανών καθοδηγούσε τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1 που οδηγούσε το με αρ. κυκλοφορίας ... φορτηγό αυτοκίνητο κατά τη διάρκεια οπισθοπορείας του, με σκοπό να πλησιάσει τον παραπάνω εκσκαφέα ώστε αυτός να φορτώσει το φορτηγό με χώματα. Την στιγμή αυτή ο αλλοδαπός τραυματίστηκε θανάσιμα, αφού δέχτηκε σφοδρό κτύπημα από το πίσω μέρος της καρότσας του φορτηγού που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος, εκτινάχτηκε και χτύπησε πάνω στην περιστρεφόμενη βάση του εκσκαφέα όπου βρέθηκαν κηλίδες αίματος. Υπαίτιοι του θανάσιμου τραυματισμού του παραπάνω είναι και οι δυο κατηγορούμενοι, καθόσον α) ο πρώτος κατηγορούμενος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει επέφερε τον θάνατο του Δ, Αλβανού υπηκόου, καθόσον στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο οδηγώντας το με αρ. ... φορτηγό αυτοκίνητο δεν επέδειξε σύνεση-, κατά την οδήγηση και δεν είχε τεταμένη την προσοχή του, όπως είχε υποχρέωση, με αποτέλεσμα, εκτελώντας οπισθοπορεία, για να λάβει θέση κοντά στον εκσκαφέα που χειριζόταν ο δεύτερος, ο οποίος ήταν ακινητοποιημένος αυτή την στιγμή, δεν αντελήφθη, ως όφειλε, τον παραπάνω θανόντα, ο οποίος ευρίσκετο εκεί και τον καθοδηγούσε, για να προσεγγίσει τον εκσκαφέα, προκειμένου να φορτώσει τα χώματα, τον κτύπησε με το πίσω αριστερό τμήμα της καρότσας, ο οποίος στη συνέχεια εκτινάχτηκε, πέφτοντας πάνω στην περιστρεφόμενη βάση του εκσκαφέα όπου βρέθηκαν κηλίδες αίματος και στη συνέχεια στο έδαφος σε χώρο ανάμεσα στο φορτηγό και τον εκσκαφέα, προκαλώντας του βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση από την οποία και μόνον επήλθε ο θάνατος του. β) Ο δεύτερος κατηγορούμενος από αμέλεια δηλ έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν απέτρεψε το αποτέλεσμα, παρά το ότι είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς τούτο και έτσι επέφερε τον θάνατο άλλου και συγκεκριμένα στον ως άνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, αν και απασχολούσε τον εργάτη Δ στην εκτέλεση χωματουργικών εργασιών, οι οποίες γινόταν για λογαριασμό του, και ήταν υποχρεωμένος από το νόμο να χορηγήσει σ' αυτόν κράνος της κεφαλής δεν του χορήγησε τέτοιο και έτσι δεν απέτρεψε την επέλευση του θανάτου του παραπάνω από την κρανιοεγκεφαλική κάκωση, που του προκάλεσε από αμέλεια του ο πρώτος κατηγορούμενος κατά την οδήγηση του με αρ. ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, από το οποίο επήλθε ο θάνατος του.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχτούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι." Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε ένοχους τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες της άνω αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια με ενέργεια και δια παραλείψεως κατά παραυτουργία και ειδικότερα, του ότι: "Στο ... στις 8-11-2002: Α. Ο πρώτος κατηγορούμενος από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, επέφερε το θάνατο άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και συγκεκριμένα, στον ως άνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, οδηγώντας το υπ' αριθμ.κυκλ.... φορτηγό IX αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δευτέρου, δεν επέδειξε σύνεση κατά την οδήγηση και δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ως υποχρεούτο, με αποτέλεσμα, εκτελώντας οπισθοπορεία, για να λάβει θέση κοντά στον εκσκαφέα που χειριζόταν ο δεύτερος ως άνω για τη φόρτωση χωμάτων, να επιπέσει στον ευρισκόμενο μεταξύ του φορτηγού και του εκσκαφέα εργάτη Δ, ο οποίος βρισκόταν εκεί, για να καθοδηγεί το φορτηγό στην προσέγγιση του εκσκαφέα για τη φόρτωση και χτυπώντας αυτόν με το πίσω μέρος του φορτηγού στο κεφάλι να του προκαλέσει βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, από την οποία επήλθε ο θάνατος αυτού. Β. Ο δεύτερος εκ των κατηγορουμένων από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν απέτρεψε την επέλευση του αποτελέσματος, παρά το ότι είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς τούτο και έτσι επέφερε το θάνατο άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, και συγκεκριμένα, στον ως άνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, αν και απασχολούσε τον εργάτη Δ στην εκτέλεση έργου χωματουργικών εργασιών, το οποίο γινόταν για λογαριασμό του, και ήταν υποχρεωμένος από το νόμο να χορηγήσει σ' αυτόν κράνος προστασίας της κεφαλής, δεν του χορήγησε τέτοιο και έτσι δεν απέτρεψε την επέλευση του αποτελέσματος του θανάτου του παραπάνω από την κρανιοεγκεφαλική κάκωση που του προκάλεσε το χτύπημα του ως άνω φορτηγού στο κεφάλι." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε κάθε αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 15, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 302 ΠΚ και άρθρο 103 του ΠΔ 1073/1981 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 1672/2009 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα-εκπρ/κανοι κατηγορούμενοι), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας:1)Α1, 2)Α2 και 3)Α3 Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καθένας από αυτούς καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων και συγκεκριμένα, ότι: 1)η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί λόγω κακής σύνθεσης του άνω Δικαστηρίου, διότι "της συνθέσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κρήτης, της συνεδρίασης της 27/11/2009 προέδρευσε η Εφέτης ..., ως προκύπτει |από την πρώτη σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης. Όμως ουδόλως αναφέρεται στο έμπροσθεν μέρος του σώματος της εν λόγω απόφασής ότι η ως άνω προεδρεύουσα ήταν η αρχαιότερη Εφέτης μεταξύ των υπηρετούντων την ημεροχρονολογία εκείνη (27/11/2009) στο Εφετείο Κρήτης και ούτε βεβαίως μνημονεύεται η απόφαση (πράξη) της γενομένης, ως προκύπτει, αναπλήρωσης λόγω κωλύματος των Προέδρων Εφετών που υπηρετούσαν τον κρίσιμο χρόνο (27/11/2009) στο Εφετείο Κρήτης. Η μη αναφορά των δύο παραπάνω στοιχείων επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω κακής συνθέσεως, κατ' άρθρο 171 παρ. 1α, άρθρο 172 ΚΟΔ ΚΔΑ 510 περ. 1α ", όπως ακριβώς εκθέτουν.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 510 παρ.1 στοιχ.Α' σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 Α του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως ο οποίος λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, συνιστά και η απόλυτη ακυρότητα που έλαβε χώρα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο ένεκα μη τηρήσεως των διατάξεων οι οποίες καθορίζουν την σύνθεση του δικαστηρίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 δ' του ν. 1756/1988, όπως τροποποιηθείς ισχύει, το Τριμελές Εφετείο, συγκροτείται από Πρόεδρο Εφετών και δύο εφέτες και κατά την παρ· 3 του ίδιου άρθρου, κατά τις συνεδριάσεις των πολυμελών δικαστηρίων προεδρεύει ο ανώτερος κατά βαθμόν ή, αν δεν υπάρχει ή κωλύεται, ο αρχαιότερος δικαστής. Εξ άλλου, με το άρθρο 5 του ίδιου Κώδικα, προβλέπεται η αναπλήρωση των δικαστών, αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται, η οποία γίνεται με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, και δη αναπληρώνεται ο πρόεδρος πολυμελούς δικαστηρίου από άλλο δικαστή της ίδιας σύνθεσης ή του ίδιου δικαστηρίου (παρ. 1β'α'). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι κατά τις συνεδριάσεις των πολυμελών, πολιτικών και ποινικών, δικαστηρίων, εάν οι συνθέσεις τους δεν ορίζονται με κλήρωση, οπότε έχει εφαρμογή το άρθρο 17 του ίδιου Κώδικα, ο πρόεδρος αναπληρώνεται από τον αρχαιότερο δικαστή και αυτός κωλυόμενος από τον αμέσως νεώτερο, η αναπλήρωση δε αυτή είναι θέμα εσωτερικής υπηρεσίας του δικαστηρίου και γίνεται αμέσως μόλις εμφανισθεί το κώλυμα, χωρίς έκδοση σχετικής πράξεως και χωρίς να είναι αναγκαίο, για την εγκυρότητα των πράξεων του αναπληρωτή, να μνημονεύεται σε αυτές ότι ενεργεί λόγω κωλύματος εκείνου, που διευθύνει το δικαστήριο, καθόσον ο νόμος δεν αξιώνει κάτι τέτοιο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, που την εξέδωσε συγκροτήθηκε από τους α)Θεονύμφη Λυράκη, Προεδρεύουσα Εφέτης λόγω κωλύματος των Προέδρων β) Παναγιώτη Βενιζελέα, και γ) Κωνσταντίνα Ράπτη, Εφέτες. Η σύνθεση αυτή καταρτίσθηκε νόμιμα, κατά τα προεκτεθέντα, και η προβαλλόμενη με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αιτίαση για κακή σύνθεση του δικαστηρίου, καθόσον δεν μνημονεύεται στα πρακτικά αυτά ότι δεν υπήρχαν ή κωλύονταν οι Εφέτες οι οποίοι ήσαν αρχαιότεροι της Προεδρεύουσας, αν και τέτοιοι αρχαιότεροι δικαστές υπηρετούσαν στο Εφετείο Κρήτης, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Και 2)Η ίδια απόφαση είναι επίσης αναιρετέα και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι "η αναφορά της προσβαλλόμενης και σχετικά με τη συνδρομή της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του β' από εμάς προς αποτροπή του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος δεν αναφέρει τη διάταξη του νόμου από την οποία προκύπτει, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, η υποτιθέμενη ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς ενέργεια και αποτροπή του επελθόντος αποτελέσματος του β' από εμάς. Επομένως στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 139.Κ.Π.Δ. και 93 Σ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και καθίσταται αναιρετέα σύμφωνα με το άρθρο 510 1δ Κ.Π.Δ." όπως ακριβώς στην αίτηση εκτίθεται. Αβάσιμα όμως, διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στο σκεπτικό της που αλληλοσυμπληρώνεται με το διατακτικό, αναφέρει με σαφήνεια το περιεχόμενο του κανόνα αυτού, που είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ο κατηγορούμενος αυτός, προς αποτροπή του επελθόντος αποτελέσματος (θάνατος θύματος) και συγκεκριμένα, ότι "αν και απασχολούσε τον εργάτη(θύμα) στην εκτέλεση χωματουργικών εργασιών, οι οποίες γίνονταν για λογαριασμό του και ήταν υποχρεωμένος από το νόμο να χορηγήσει σ'αυτόν κράνος της κεφαλής, δεν του χορήγησε τέτοιο και έτσι, δεν απέτρεψε την επέλευση του θανάτου του παραπάνω από την κρανιοεγκεφαλική κάκωση, που του προκάλεσε από αμέλειά του ο πρώτος κατηγορούμενος....". Εξάλλου, μετά το διατακτικό και πριν από την επιβολή της ποινής, η ίδια απόφαση αναφέρει: "Η πράξη για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων....15...26 παρ.1, 28 παρ.1....302 ΠΚ και το άρθρο 103 ΠΔ 1073/1981". Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της απόλυτης ακυρότητας, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο κατ'άρθρο 511 ΚΠΚ αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενος, εφόσον οι αιτήσεις κρίθηκαν παραδεκτές και εμφανίστηκαν εκείνοι που τις άσκησαν, λόγος του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του αυτού Κώδικα της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Ιανουαρίου 2010 (υπ αριθμ.πρωτ.744/1-2-10 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση των : α)Χ1 και β)Χ2, για αναίρεση της με αριθμό 1672/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια με ενέργεια και δια παραλείψεως κατά παραυτουργία. Δεν συνιστά κακή σύνθεση του Δικαστηρίου και δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η παράλειψη αναφοράς στη σύνθεση του δικαστηρίου ότι η προεδρεύουσα εφέτης, λόγω κωλύματος των Προέδρων Εφετών, είναι και η αρχαιότερη των υπηρετούντων στο δικαστήριο δικαστών. Δεν αποτελεί έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, η μη αναφορά της διατάξεως νόμου, από την οποία προκύπτει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς αποτροπή του επελθόντος αποτελέσματος όταν αναφέρεται το περιεχόμενο του κανόνος αυτού. Απορρίπτει λόγους της αιτήσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και αιτήσεις αναιρέσεως στο σύνολο τους.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Δικαστηρίου σύνθεση.
| 1
|
Αριθμός 1522/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
των αναιρεσείοντων-κατηγορουμένων : 1) Χ1, κατοίκου ... και 2)Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Φυτράκη, για αναίρεση της 2568/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την "Κ ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Λ ως νόμιμο εκκαθαριστή, που εδρεύει στην ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σιάρκο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 78/2010.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 28-12-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: α) Χ2, β) Χ1, κατά της υπ' αριθμ. 2.568/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικασθούν.
Κατά τη διάταξη της παρ. 1 εδ. α του άρθρου 375 ΠΚ "Όποιος ιδιοποιείται παρανόμος ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτούνται α) ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε (ξένη) αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ) δολία προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση ή αποδοχή να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεως του στον ιδιοκτήτη. Το προαναφερόμενο έγκλημα προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα: 1) Αν η συνολική αξία του αντικειμένου αυτής υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (τελευταίο εδάφιο της ίδιας ως άνω παραγράφου του άρθρου 375 ΠΚ) όπως τούτο προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α' του ν. 2721/1999 και ισχύει από 3-6-1999 και 2) το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω ανάγκης ή λόγω μίας από τις περιοριστικά αναφερόμενες ιδιότητες του δράστη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ιδιότητα του εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας (παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996 και το εδ. β' αυτής που ορίζει ότι "Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα εβδομήντα τρεις χιλιάδες (73.000) ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση" προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3β'του Ν. 2721/1999. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως της παρ, 2 του άρθρου 375 ΠΚ, για να έχει ο υπαίτιος της υπεξαιρέσεως την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει να ενεργεί διαχείρηση, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, την οποία μπορεί να έχε" είτε από το νόμο, είτε από τη σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται και η πραγματική (de facto) άσκηση αυτής. Για να έχουμε δε κακουργηματική υπεξαίρεση λόγω της ιδιότητας του υπαιτίου ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει το ιδιοποιούμενο από αυτόν πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να περιήλθε στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητας του αυτής. Διαχειριστής μπορεί να είναι και ο εντολοδόχος, αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 719 του ΑΚ προκύπτει ότι, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή που απέκτησε από την εκτέλεση της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων, τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής. Σε περίπτωση υπεξαιρέσεως κατ* εξακολούθηση που τελέσθηκε μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 2721/1999 για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό (άρθρο 98 παρ. 2 του ΠΚ, όπως προστέθηκε στο όρθρο αυτό με το άρ. 14 παρ. 1 εδ. 1 του Ν. 2721/1999). Όταν το έγκλημα της υπεξαίρεσης έχει αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, απαιτείται ο προσδιορισμός της αξίας αυτού, διότι τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση, επί συνδρομής της οποίας προβλέπεται μεγαλύτερη ποινή. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρ. 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Εξ άλλου, στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη από τα 93 παρ, 3 του Συντ. και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, κα-θώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Ειδικώς, για το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της ηθικής αυτουργίας, όταν για την τέλεση του οικείου εγκλήματος αρκεί και ενδεχόμενος, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί ο δόλος αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τετελεσμένου ή σε απόπειρα, στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός από το φυσικό αυτουργό και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 2568/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι κατά πλειοψηφία, ο μεν πρώτος υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, ο δε δεύτερος (Χ1 της ηθικής αυτουργίας στην πράξη του πρώτου, με το ελαφρυντικό της, μετά την πράξη του, καλής συμπεριφοράς και τους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δέκαπέντε (15) μηνών σε καθένα η εκτέλεση της οποίας (και για τους δύο), μετετράπη σε χρηματική και ορίστηκε για κάθε ημέρα φυλακίσεως προς τέσσερα και σαράντα λεπτά (4,40) ευρώ. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "(κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Προέδρου και των Εφετών ... και ...) ότι ο πρώτος των κατηγορουμένων, τυπικά και ουσιαστικά διαχειριστής και εντολοδόχος της εταιρείας "Κ και Σία Ε.Ε." επώλησε, στο όνομα της εταιρείας (η οποία είχε ήδη κατασκευάσει μέχρι τα επιχρίσματα, πολυόροφη οικοδομή, στη οδό ..., στην ...) διαμερίσματα στους Ζ1, ... και Ζ2 και Ζ4 και Ζ3, εισπράττοντας συνολικό τίμημα 43568000 δραχμών. Τμήμα του ποσού αυτού, εκ 12560000 δραχμών κατέβαλε ο κατηγορούμενος αυτός για την πληρωμή ημερομισθίων του προσωπικού και κατασκευαστικών υλικών. Το εναπομείναν όμως υπόλοιπο ποσό των 31008000 δραχμών δεν το απέδωσε στο ταμείο της εταιρείας, αλλά καθ'υπόδειξη και προτροπή του πατρός του (δευτέρου κατηγορουμένου) το ιδιοποιήθηκε παράνομα, μαζί με τον τελευταίο. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι διαχειριστής και εντολοδόχος δεν ήταν ο πρώτος εξ αυτών, αλλά ο ετερρόρυθμος εταίρος, ήδη μηνυτής, Λ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι όπως κατατέθηκε, ο πρώτος κατηγορούμενος είχε ενεργό συμμετοχή στην επίβλεψη της αναγερθείσης οικοδομής, αλλά και αποκλειστικά συναλλάχθηκε με τους προαναφερθέντες αγοραστές, από τους οποίους και εισέπραξε τα τιμήματα των πωλήσεων. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα για την ως άνω πράξη του συμπεριφέρθηκε καλά και ως εκ τούτου πρέπει να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ. Το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ κρίνεται ότι (όπως και πρωτοδίκως) πρέπει να αναγνωρισθεί στο πρώτο κατηγορούμενο, ενώ το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2ε ΠΚ ως προς τον ίδιο πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμο, κατ'ουσία".
Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχους τους κατηγορούμενους των άνω αξιοποίνων πράξεων, αναγνωρίζοντας σε καθένα από αυτούς τα προαναφερόμενα ελαφρυντικά και ειδικότερα, του ότι: "α) πρώτος (1ος) κατηγορούμενος Χ2 στην ... την 23η Ιανουαρίου 1998 διαχειριστής τυγχάνων της εδρεύουσας εις την ... ετερορρύθμου εταιρίας "Κ ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." νομίμως συσταθείσας δυνάμει του από 12ης Ιουλίου 1996 καταστατικού αυτής καταχωρηθέντος νομίμως εις τα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών με αυξ. Αριθμό 9493 την 25η Ιουλίου 1996 με αντικείμενο εμπορίας την κατασκευή πολυωρόφων οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής, παρανόμως ιδιοποιήθηκε ξένα εν όλω κινητά πράγματα οπωσδήποτε περιελθόντα εις την κατοχή του καθ' οιονδήποτε τρόπο το δε αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας εμπιστευθέν εις τον υπαίτιο λόγω της ιδιότητος αυτού ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας. Ήτοι, ως εντολοδόχος, εκπρόσωπος και διαχειριστής τυγχάνων της ως άνω ετερορρύθμου εταιρίας "Κ ΚΑΙ ΣΙΑ" Ε.Ε., εις τον οποίο ενεπιστεύθη την περιουσία της δυνάμει του από 12ης Ιουλίου 1996 καταστατικού αυτής, λαβών ως τίμημα πωλήσεως διαμερισμάτων της ανεγειρόμενης υπ' αυτής πολυορόφου οικοδομής της οδού ...της ..., επί οικοπέδου συνιδιοκτησίας Ζ5 και Ζ6, το ποσό των 13.000.000 δραχμών από τον αγοραστή Ζ1, το ποσό των 20.568.000 από τους αγοραστές ... και Ζ2 και το ποσό των 10000000 δραχμών από τους Ζ4 και Ζ3 και συνολικώς το ποσό των 43.568.000 δραχμών, μέρος αυτού, ποσού 12.560.000 δραχμών κατέβαλε για την πληρωμή ημερομισθίων του εργατοτεχνικού προσωπικού (οικοδομών κτιστών, κατασκευαστών θυρών, παραθύρων, ειδών υγιεινής πλακιδίων κ.λ.π) της ανεγειρόμενης πολυωρόφου οικοδομής και το υπόλοιπο συνολικό ποσό των τριάντα ενός εκατομμυρίων οκτώ χιλιάδων δραχμών (31.008.000) ή το ισάξιο ποσό των 90.999 ευρώ το οποίο είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, δεν το κατέβαλε εις το ταμείο της ως άνω διαχειζόμενης υπ' αυτού ετερορρύθμου εταιρείας "Κ ΚΑΙ ΣΙΑ" Ε.Ε. αλλά το ιδιοποιήθηκε παρανόμως, ενσωματώνων αυτό εις την ιδία αυτού ατομική περιουσία προς ικανοποίηση προσωπικών αυτού αναγκών και οικονομικών αναγκών του δευτέρου (2ου) κατηγορουμένου πατρός του, Χ1, παρά τις επανειλημμένες προς αυτόν οχλήσεις της ως άνω ετερορρύθμου εταιρίας και του ετερορρύθμου εταίρου εγκαλούντος Λ ο οποίος συνεισέφερε εις αυτή το συνολικό ποσό των 22.009.228 δραχμών προς εκπλήρωση του εταιρικού σκοπού αυτής, και β) ο δεύτερος (2ος) κατηγορούμενος Χ1, στην ... την 23η Ιανουαρίου 1998 εκ προθέσεως προκάλεσε σε άλλον την απόφαση προς εκτέλεση της υπό τούτου διαπραχθείσης αδίκου πράξεως, ήτοι εκ προθέσεως δια συμβουλών και παραινέσεων μετά πειθούς και φορτικότητας επροκάλεσε εις τον πρώτο (1°) κατηγορούμενο (υιόν του), Χ2, την απόφαση προς εκτέλεση της ως άνω υπό στοιχείο ΑΛΦΑ (α) περιγραφόμενης αδίκου πράξεως της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας εμπιστευθέντος εις τον υπαίτιο λόγω της ιδιότητος αυτού ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας.
Το Δικαστήριο δέχεται ότι: Ο 1ος κατηγορούμενος Χ2 μέχρι το χρόνο που έγινε η πράξη, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρο 84 παρ. 2α Π.Κ.) Ο 2ος κατηγορούμενος Χ1 συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, μετά την πράξη του." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε κάθε αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 83, 84 παρ.2α και ε', 375 παρ.2α ΠΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 2568 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας :1)... 2)... και 3)..., καθώς και την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, Λ.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία αυτοί καταδικάστηκαν οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις κάθε αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απαιτουμένης από το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος σε συνδυασμό με τα άρθρα 510 § 1 εδ. δ' και 139 ΚΠΔ, καθώς και από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλόμενη: α) έκρινε ένοχο τον πρώτο από αυτούς της πράξης της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας εμπιστευθέντος εις τον υπαίτιο λόγω της ιδιότητος αυτού ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, χωρίς να διαλάβει στο αιτιολογικό της, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις, όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα αποδειχθέντα γεγονότα στην εφαρμοσθείσα διάταξη του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Και β) η ίδια απόφαση δεν διαλαμβάνει την απαιτούμενη αιτιολογία, εφόσον δεν αναφέρονται σ' αυτή, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι συγκεκριμένες ενέργειες του δεύτερου από αυτούς, που κατέτειναν στον επηρεασμό της βούλησης του πρώτου κατηγορουμένου, πότε εκδηλώθηκαν αυτές οι ενέργειες, ποιος ήταν ο τρόπος και ποια μέσα χρησιμοποίησε ο δεύτερος για να προκαλέσει και να επιβάλει στον πρώτο τη βούληση ιδιοποίησης, ποια ήταν η αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στις ενέργειες του δεύτερου κατ/νου και την απόφαση του πρώτου για τη διάπραξη της αποδιδόμενης πράξης. Αβάσιμα όμως, διότι κατά τα προαναφερόμενα, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει όλα τα πιο πάνω στοιχεία. 2)Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε αναιτιολόγητα τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του πρώτου από αυτούς για παντελή έλλειψη δόλου, και συγκεκριμένα, διότι: α) Το χρηματικό ποσό που φέρεται να εισέπραξε για λογαριασμό της εταιρείας "Κ & Σία Ε.Ε.", τμηματικά, κατά το χρονικό διάστημα από 20-4-1996 έως 20-3-1997, το διέθεσε στο σύνολο του για τις ανάγκες της εταιρείας, και συγκεκριμένα για την ανέγερση της επί της οδού ... οικοδομής και β) Η ανάληψη των χρημάτων από το ταμείο της εταιρείας γινόταν εν γνώσει και με τη συναίνεση του συνεταίρου του / μηνυτή Λ, ο οποίος τηρούσε τα βιβλία της εταιρείας και καταχωρούσε όλες τις εταιρικές συναλλαγές. Αβάσιμα όμως, διότι για τα θέματα αυτά, υπαγόμενα στην ανέλεγκτη κρίση του δικάσαντος Εφετείου, το οποίο απάντησε περί αυτήν με αιτιολογία πλήρη και σαφή. Και 3) ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 § 1 εδ. ε' ΚΠΔ, επειδή ερμήνευσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 375 §2α ΠΚ, και έκρινε τον πρώτο από αυτούς ένοχο της πράξης της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας εμπιστευθέντος εις τον υπαίτιο λόγω της ιδιότητος αυτού ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, απορρίπτοντας αναιτιολόγητα τον αυτοτελή ισχυρισμό του ότι η συμμετοχή του στην εταιρεία "Κ & Σία Ε.Ε." ήταν τυπική και εικονική, χωρίς καμιά ανάμιξη στη διαχείριση των υποθέσεων της, δηλ. χωρίς εξουσία αντιπροσωπεύσεως και δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας. Αβάσιμα όμως και με την αιτίαση αυτή, διότι τα παραπάνω περί τυπικής συμμετοχής του στην επίδικη εταιρία, χωρίς εξουσία αντιπροσωπεύσεως είναι θέμα ουσίας και δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, ως τέτοιο δε θέμα εκφεύγει του προκείμενου αναιρετικού ελέγχου.
Επομένως, και για τους δύο (2) αναιρεσείοντες, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι κατά τα άνω πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον για το δεύτερο αναιρεσείοντα, Χ1, δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων αυτός στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (ΚΠολΔ 176, 183).
Περαιτέρω, ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα, κατά το άρθρο 99 παρ. 1 του ΠΚ, αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλεια σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών, με μια μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικαστεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δυο έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του, διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατηγορούμενο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει, ακόμα και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, επέβαλε στον πρώτο αναιρεσείοντα, στερητική της ελευθερίας ποινή δεκαπέντε (15) μηνών και ακολούθως, προέβη στη μετατροπή της σε χρηματική προς τέσσερα και σαράντα λεπτά (4,40) ευρώ, για κάθε ημέρα φυλάκισης, διέλαβε δε την εξής αιτιολογία ως προς τη μη αναστολή της στερητικής της ελευθερίας ποινής: "επειδή, από την έρευνα του χαρακτήρα του κατηγορουμένου, που κηρύχθηκε ένοχος και τις άλλες περιστάσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι η χρηματική ποινή αρκεί για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων (άρθρο 82 Π. Κ. όπως τελικώς αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Νόμου 1419/1984). Συντρέχει επομένως νόμιμη περίπτωση να μετατραπεί η παραπάνω ποινή σε χρηματική. Αν ληφθούν υπόψη για τον προσδιορισμό του ποσού και οι οικονομικοί όροι του κατηγορούμενου, που κηρύχθηκε ένοχος, πρέπει κάθε ημέρα φυλάκισης να υπολογισθεί προς 4,40 ευρώ." Με βάση δε τα ως άνω μνημονευόμενα στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως στοιχεία, το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε στον άνω κατηγορούμενο, είναι απολύτως αναγκαία για να τον αποτρέψει από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων.
Όμως η άνω αιτιολογία δεν είναι η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αφού, όπως και σ'αυτήν αναφέρεται, δεν έγινε έρευνα προς διακρίβωση των αναγκαίων για τη χορήγηση ή μη της αναστολής στοιχείων ώστε να προκύψουν τα προς θεμελίωση της απορριπτικής κρίσης τυχόν αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά.
Συνεπώς, βάσιμος είναι ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης (άρθρο 510 παρ.1 Δ ΚΠΔ) του πρώτου αναιρεσείοντος, Χ2, σύμφωνα με τον οποίο, "αν και συνέτρεχε η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 99 παρ.1 ΠΚ, αφού αυτός καταδικάστηκε σε φυλάκιση δεκαπέντε (15) μηνών και είχε λευκό ποινικό μητρώο, προϋπόθεση την οποία γνώριζε το Δικαστήριο, άλλως ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως, παρ'όλα αυτά μετέτρεψε την επιβληθείσα σε αυτόν ποινή, χωρίς να αναστείλει την εκτέλεσή της και για το λόγο αυτό η αναιρεσιβαλλόμενη ως προς αυτόν κατά τούτο πρέπει να αναιρεθεί", όπως ακριβώς με την αίτησή του διατείνεται. Κατόπιν αυτών, πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την περί μετατροπής της ποινής του άνω αναιρεσείοντος διάταξή της και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο δικαστήριο συγκροτηθησόμενο, αν είναι εφικτό, από τους ίδιους δικαστές που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Α) Απορρίπτει την από 28 Δεκεμβρίου 2009 (υπ'αριθμ.πρωτ.9453/29-12-2009 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του Χ1, για αναίρεση της με αριθμό 2568/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα αυτόν στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ. Και
Β)Αναιρεί την αυτή απόφαση ως τον αναιρεσείοντα Χ2, κατά το μέρος που αφορά την περί μετατροπής της ποινής του αναιρεσείοντος αυτού διάταξή της. Και
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο, αν είναι εφικτό, από τους ίδιους δικαστές που δίκασαν προηγουμένως. Και
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή. Έννοια όρων για την κακουργηματική υπεξαίρεση λόγω της ιδιότητας του υπαιτίου ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει το ιδιοποιημένο κινητό πράγμα όπως είναι και το χρήμα να περιήλθε στην κατοχή του λόγω της ιδιότητας του αυτής. Ο εντολοδόχος δεν έχει την κυριότητα επί των χρημάτων τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής. Για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται αντικειμενικώς η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, υποκειμενικώς δεν απαιτείται δόλος, που αρκεί και ο ενδεχόμενος, εκτός αν για το οικείο έγκλημα απαιτείτε άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Αβάσιμός ο λόγος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ότι υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Το Δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει, ακόμα και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής της ποινής, εφόσον επέβαλε ποινή φυλακίσεως, μέχρι δύο (2) ετών. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως για το δεύτερο κατηγορούμενο, αναιρεί και παραπέμπει ως προς τη μη χορήγηση αναστολής, στον πρώτο κατηγορούμενο.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Ηθική αυτουργία, Ποινής αναστολή, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 1521/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Πεπελάση, για αναίρεση της 393/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε και 2)Ψ2, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ξαπλαντέρη. Το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 22 Δεκεμβρίου 2009 δικόγραφο αιτήσεως αναιρέσεως-προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1763/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο κατηγορούμενος, Χ, με δήλωσή του ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Κέρκυρας, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό ... έκθεση, άσκησε αναίρεση κατά της 393/23-9-2009 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Κέρκυρας, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 9-12-2009 και, με την οποία κρίθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξεως της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή, με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, η οποία ανεστάλη για τρία (3) έτη. Η αναίρεση έχει ασκηθεί νομότυπα(πριν καθαρογραφεί η προσβαλλόμενη απόφαση) και εμπρόθεσμα και, πρέπει να εξεταστεί. Επίσης, ο άνω κατηγορούμενος εμφανίστηκε ενώπιον του αυτού Γραμματέα του παραπάνω Εφετείου και στις 22-12-2009, και δήλωσε ότι ασκεί πρόσθετους λόγους αναίρεσης (για την οποία -δήλωση-συντάχθηκε η με αριθμό 5/2009 έκθεση) κατά της αυτής αποφάσεως του άνω Εφετείου, για τους εκτιθέμενους σε αυτούς λόγους, χαρακτηρίζει δε το έγγραφο, που συντάχθηκε σχετικά, ως "ΠΡΟΣΘΕΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ", όπως το αυτό ισχυρίζεται και με το από 22-4-2010 υπόμνημά του προς το Δικαστήριο αυτό. Όμως, σύμφωνα με το αρθρ. 509 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκτός από τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση για την αναίρεση (αρθρ. 473 παρ. 2 και 474 παρ. 2), μπορεί να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι με έγγραφο, που κατατίθεται, δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη για τη συζήτηση της αναίρεσης ημέρα, στο Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, και συντάσσεται ατελώς σχετική έκθεση επάνω στα έγγραφα που κατατίθενται αν δεν τηρηθεί η παραπάνω προθεσμία οι πρόσθετοι λόγοι είναι απαράδεκτοι. Έτσι, οι πρόσθετοι λόγοι, που δεν ασκήθηκαν, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο, απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Κατά συνέπεια, εφόσον οι κρινόμενοι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, ασκήθηκαν ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Κέρκυρας, δηλαδή, χωρίς να τηρηθούν οι, από τις διατάξεις του ΚΠΔ, οριζόμενες νόμιμες διατυπώσεις, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583).
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 308 παρ. 1 και 309 ΠΚ, αν η σωματική βλάβη τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται στον υπαίτιο φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Εντεύθεν προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης απαιτείται, αντικειμενικώς, πρόκληση της σωματικής βλάβης του άρθρου 308 παρ. 1 κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη αυτού, κατά την έννοια, ως προς την τελευταία, του άρθρου 310 παρ. 2 ΠΚ και υποκειμενικώς, δόλος, δηλαδή γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση ή αποδοχή του υπαιτίου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 393/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρέσειων κηρύχθηκε ένοχος, επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μία (1) τριετία. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Ο τέταρτος κατηγορούμενος, οποίος είναι λιμενοφύλακας και υπηρετεί στο Κ.Λ. ... στο κλιμάκιο ειδικών αποστολών (ΚΕΑ) διαμένει με την οικογένεια του στην περιοχή ... από το έτος 2001 σε διώροφο σπίτι συνιδιοκτησίας της Ψ (κουνιάδας του) και της αδελφής της και συζύγου του Ξ. Στην ίδια περιοχή και σε μικρή απόσταση βρίσκεται το σπίτι της οικογένειας των λοιπών κατηγορουμένων με τους οποίους υπάρχει από 13ετίας δικαστική αντιπαράθεση για ένα δρομίσκο που περνά μπροστά από τα ακίνητα τους και για τον οποίο η οικογένεια του τετάρτου κατηγορουμένου θεωρεί ότι δεν έχουν δικαίωμα διέλευσης. Εξ αιτίας αυτής της δικαστικής αντιπαράθεσης δημιουργήθηκε μεγάλη ένταση μεταξύ τους που κλιμακώθηκε με την έκδοση πολιτικών αποφάσεων και ποινικών αποφάσεων για ύβρεις και απειλές που αντηλλάγησαν μεταξύ τους. Στις 31-3-2005 δημιουργήθηκε μεταξύ τους νέο επεισόδιο σε συνέχεια άλλου που είχε λάβει χώρα την ίδια ημέρα στις 14.30 ώρα μεταξύ του τέταρτου κατηγορούμενου και του πρώτου κατηγορουμένου Χ, κατά το οποίο είχαν ανταλλάξει ύβρεις και είχε τραυματισθεί ο Χ ενώ οδηγούσε μηχανάκι (βλ. την υπ' αριθ. ... Ιατρική Βεβαίωση του Γ.Ν. ... που πιστοποιεί ότι αυτός εισήχθη στο Νευροχειρουργικό Τμήμα του Γ. Νοσοκομείου ... για κρανιοεγκεφαλική κάκωση με εκδορές ραχιαίας επιφάνειας άκρας χειρός αριστερά, εκδορά μικρού μεγέθους δεξιάς πηχεοκαρπικής έγκαυμα τριβής δεξιού γόνατος διαμέτρου 0,5 cm, ερύθημα αριστερού ημιθωρακίου διαμέτρου 2 cm και κάκωση αριστερής ποδοκνημικής και εξιτήριο υπό ημερομηνία 1-4-2005). Ο τέταρτος κατηγορούμενος κατήγγειλε αυθημερόν το περιστατικό αυτό στο Α.Τ. .... Το εν λόγω περιστατικό αποτέλεσε την αφορμή να προκληθεί νέο επεισόδιο στις 16.30 ώρα της ίδιας ημέρας έξω από το σπίτι του τετάρτου κατηγορουμένου, όπου τον περίμενε ο πρώτος. Ειδικότερα, ο τέταρτος κατηγορούμενος επέστρεφε στην οικία του στην ..., κινούμενος με το Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο του και λίγο πιο πίσω κινούνταν η Ψ, κουνιάδα του με το δικό της Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο στον κεντρικό δρόμο του χωριού κατευθυνόμενοι στο σπίτι τους. Ο τέταρτος κατηγορούμενος συνόδευε την κουνιάδα του (πολιτικώς ενάγουσα) που επέστρεφε από την εργασία της, φοβούμενοι αμφότεροι, ότι οι αδελφοί Χ θα προκαλούσαν νέο επεισόδιο. Ενώ πλησίασε προς την οικία του ο τέταρτος κατηγορούμενος με το αυτοκίνητο του, δέχθηκε επίθεση από τον πρώτο κατηγορούμενο που τους περίμενε, ο οποίος εκσφενδόνισε πέτρα προς το αριστερό τζάμι του αυτοκινήτου, από κοντινή απόσταση, η οποία (πέτρα) αφού διήλθε από το τζάμι, βρήκε τον τέταρτο κατηγορούμενο στο μέτωπο και εξήλθε από το δεξιό τζάμι του αυτοκινήτου, σπάζοντας αυτό, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί ο εν λόγω κατηγορούμενος στο μέτωπο και να πέσει αιμόφυρτος στο τιμόνι του αυτοκινήτου, να μεταφερθεί δε στα εξωτερικά ιατρεία του Γ.Ν.Ν. ... όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη θλαστικό τραύμα τριχωτού κεφαλής εντοπιζόμενο στη μεσότητα της μετωπιαίας χώρας παραπονούμενος και για κεφαλαλγία και δυσλεξία στο φως. Αμέσως μετά το ως άνω χτύπημα ακολούθησε επίθεση προς την Ψ, η οποία τότε διήνυε τον τέταρτο μήνα της κυήσεως στο δεύτερο παιδί της, Συγκεκριμένα ο Χ άνοιξε βίαια το αυτοκίνητα της και την κλώτσησε στο δεξί πόδι και στην κοιλιά αφού την τράβηξε από το αριστερό χέρι και την έβγαλε δια της βίας έξω από το αυτοκίνητο της με αποτέλεσμα να υποστεί αποκόλληση σάκκου (2,50 cm), για την οποία νοσηλεύθηκε στο Γ.Ν.Ν, ... Τ.Μ. ΓΎΝ/ΚΗΣ Κλινικής (βλ. το από ... πιστοποιητικό εξιτήριο του Μ. ΓΥΝ/ΚΟΥ Τμήματος του Γ.Ν.Ν ..., το από 1-4-2005 εισιτήριο στο άνω νοσοκομείο με αναφερόμενη πάθηση κύηση 14 Ε αιμόρροια και την από 5-4-2005 βεβαίωση του γιατρού της Γυν/κης Κλινικής του άνω νοσοκομείου). Οι ως άνω σωματικές βλάβες σε βάρος των ανωτέρω παθόντων, που προκλήθηκαν από τον πρώτο κατηγορούμενο Χ από πρόθεση, λόγω του τρόπου και των μέσων που χρησιμοποίησε ως προς τους παθόντες καθώς και του πληγέντος μέρους του σώματος τους (πέτρα στο κεφάλι για τον πρώτο Ψ2 και κλωτσιές στην κοιλιά και το πόδι σε εγκυμονούσα ως προς τη δεύτερη) θα μπορούσαν να προκαλέσουν σ' αυτούς κίνδυνο για τη ζωή τους και να τους προκαλέσει βαρειά σωματική βλάβη. Ο περί του θέματος τούτου ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι η Ψ δεν υπέστη αποκόλληση σάκκου είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής δεδομένου ότι δεν ενδιαφέρει για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης το αποτέλεσμα ήτοι αν προκλήθηκε βαρεία ή ελαφρά σωματική κάκωση της υγείας της παθούσας, αλλά ο τρόπος και το μέσον που χρησιμοποιήθηκε προς τούτο και αν ήταν δυνατόν με αυτά, να προκληθεί επικίνδυνη για την υγεία της σωματική βλάβη. Πλέον τούτων είναι και αληθές ότι υπέστησαν αμφότεροι τις ως άνω σωματικές βλάβες, δεδομένου ότι αυτά αποδείχθηκαν από τα αναγνωσθέντα και επικαλεσθέντα υπ' αυτών Ιατρικά Πιστοποιητικά του Γ.Ν.Ν. ....
ΕΠΕΙΔΗ από τις υπ' αριθ. 66, 67, 68/2007 εκθέσεις εφέσεων του πρώτου, δεύτερου και τρίτου των κατηγορουμένων, προκύπτει ότι δεν υπάρχει παράπονο αυτών κατά της εκκαλουμένης απόφασης σχετικά με τις αιτιάσεις που πρόβαλαν επ' ακροατηρίω ως αυτοτελούς ισχυρισμού για τη λήψη υπόψη απαραδέκτου της κατάθεσης της Ψ (πολιτικώς ενάγουσας) στην προδικασία λαβούσης, όπως ισχυρίζεται, στη συνέχεια, την ιδιότητα της κατηγορουμένης κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 171 ΚΠΔ σε συνδυασμό με άρθρο 211 ΚΠΔ ως προς την σωματική βλάβη του δευτέρου, πέραν της κατάθεσης του ιδίου λήφθηκαν υπόψη τους τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και ιδίως από το αναγνωσθέν πιστοποιητικό του Γ.Ν.Ν..... Επομένως, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός αυτός και συνακολούθως είναι απορριπτέος ανεξαρτήτως της αοριστίας του, ως απαράδεκτος. Τα λοιπά που ισχυρίζεται περί των αποδεικτικών μέσων (ιατρικών πιστοποιητικών) αφορούν εκτίμηση αποδείξεων και συνεπώς αφορούν την ουσιαστική απόδειξη της κατηγορίας μη αποτελούντα αυτοτελή ισχυρισμό που χρήζει απάντησης υπό του Δικαστηρίου.
Επίσης το αίτημα περί διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης είναι απορριπτέο δεδομένου ότι δεν αφορά το ζήτημα του αν υπέστη η πολιτικώς ενάγουσα Ψ την ως άνω σωματική βλάβη αλλά σύγκριση και αντιπαράθεση εγγράφων (ιατρικών πιστοποιητικών) που ανάγεται στη δικαιοδοσία της κρίσης του Δικαστηρίου.
Επομένως θα πρέπει ο πρώτος κατηγορούμενος (Χ) να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων που κατηγορείται.
ΕΠΕΙΔΗ ο πρώτος κατηγορούμενος μέχρι την τέλεση της παραπάνω πράξης έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, πρέπει να αναγνωριστεί σε αυτόν η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α'του Π.Κ.". Στη συνέχεια, το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της παραπάνω αξιόποινης πράξεως, αναγνωρίζοντας σε αυτόν το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου και ειδικότερα του ότι: "Α. Στην ... στις 31-3-2005 προκάλεσε σε άλλον σωματική κάκωση, η πράξη του δε τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη. Ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και χρόνο έβγαλε την εγκαλούσα Ψ από το αυτοκίνητο της, αφού το ακινητοποίησε και την κλώτσησε στην κοιλιά ενώ αυτή φώναζε ότι είναι έγκυος, με αποτέλεσμα να προκαλέσει σε αυτήν αποκόλληση του σάκου, ο τρόπος δε με τον οποίο τελέστηκε η σωματική βλάβη μπορούσε να προκαλέσει στην παθούσα κίνδυνο για τη ζωή της, εξαιτίας του πληγέντος τμήματος του σώματος της.
Β. Προκάλεσε σε άλλον σωματική κάκωση, η πράξη του δε τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη και συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο πλησίασε το αυτοκίνητο του εγκαλούντος Ψ2, κρατώντας μία μεγάλη πέτρα και από το παράθυρο του οδηγού την πέταξε στο κεφάλι του προξενώντας του θλαστικό τραύμα τριχωτού κεφαλής, ο τρόπος δε που τελέστηκε η πράξη μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα βαριά σωματική βλάβη ως εκ του μέσου που χρησιμοποιήθηκε (ρίψη πέτρας) και του πληγέντος τμήματος του σώματος του (κεφάλι).
Δέχεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος έως το χρόνο που έγινε η αξιόποινη πράξη, έζησε έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 83, 84 παρ.2α, 94 παρ.1, 309 και 308 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 393/2009 του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων: 1)κατηγορίας, Χ, 2)πολιτικής αγωγής, Ξ και 3)υπερασπίσεως, Ψ χήρας ..., καθώς και την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, Ψ2.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1)Το δικάσαν Δικαστήριο, παρά την άρνηση της κατηγορίας και τους έγγραφους ισχυρισμούς περί ψευδών καταθέσεων των συγκατηγορούμενών του, τον κήρυξε ένοχο, κατά παράβαση του άρθρου 211 Α' του ΚΠΔ, που αποτελεί κανόνα αξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων αφού για να στηρίξει την κρίση του περί της ενοχής του για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μόνο τις δύο καταθέσεις των συγκατηγορούμενων του, Ψ2 και Ψ. Όμως όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο για να στηρίξει την κρίση του περί της ενοχής του κατηγορουμένου για την άνω αξιόποινη πράξη, στηρίχθηκε, όπως αναφέρεται στην αρχή αυτού (σκεπτικού) στις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, και τις απολογίες των κατηγορουμένων.
2) Το Τριμελές Εφετείο Κερκύρας παρά τον ισχυρισμό του ότι η Ψ δεν έφερε ουδεμία σωματική βλάβη, ότι η βεβαίωση του Δ/ντή της Γυναικολογικής Κλινικής περί νοσηλείας της Ψ από το διάστημα 1-4-2005 έως 5-4-2005 που επιδείχθηκε στο ανωτέρω Δικαστήριο είναι προφανώς ψευδής, δεδομένου ότι η Ψ τις ημέρες αυτές συνέχιζε κανονικά τις εργασίες της και ότι η βεβαίωση αυτή εκδόθηκε με σκοπό να πλανηθεί κάθε αρμόδιο Δικαστήριο στην κρίση του περί της ενοχής του και κυρίως στην κρίση του για το είδος της σωματικής βλάβης, απέρριψε αναιτιολόγητα το αίτημα του για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, όσο αφορά την ύπαρξη και ποιας σωματικής βλάβης, δεδομένου ότι από το είδος της εξαρτάτο και ο χαρακτηρισμός της πράξης. Αβάσιμα όμως, διότι το δικάσαν Εφετείο, με πλήρη και σαφή στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αιτιολογία, έχει απορρίψει αιτιολογημένα τον άνω ισχυρισμό. Και 3) ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο και η αποδεικτική αξιοποίηση απολογίας κατηγορουμένου παραβιάζει το δικαίωμα υπεράσπισης του, δικαζόμενου κατηγορουμένου, που παρέχεται σ' αυτόν από τα άρθρα 6 παρ. 3 στοιχ. δ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και 14 παρ. 2 στοιχ. ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και ειδικότερα, ότι στην προκειμένη δίκη καταδικάσθηκε με μόνη την κατάθεση της μάρτυρας Ψ και την κατάθεση του συγκατηγορουμένου του Ψ2, που αθωώθηκε. Η λήψη υπ'όψη των ανωτέρω μόνο καταθέσεων, παρά τις αντιρρήσεις του, χωρίς κανένα άλλο επιβαρυντικό στοιχείο σε βάρος του δεν είναι αρκετή για τον σχηματισμό της κρίσης περί ενοχής του και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατ'άρθρο 171 ΚΠΔ λόγω χρήσης απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου. Αβάσιμα όμως και εδώ, διότι σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το δικάσαν Δικαστήριο έλαβε υπόψη του για την περί ενοχής κρίση του, το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1) , τόσο για την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, όσο και για την απόρριψη των πρόσθετων λόγων, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (ΚΠολΔ 176, 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει: 1)την από 29 Σεπτεμβρίου 2009 (υπ'αριθμ.πρωτ.4/2009 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Κέρκυρας) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 393/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. 2)τους ασκηθέντες με το από 22-12-2009 ενώπιον του άνω γραμματέα, δικόγραφο, πρόσθετους λόγους. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για την απόρριψη της αναιρέσεως και στο αυτό ποσό για την απόρριψη των προσθέτων λόγων, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επικίνδυνη σωματική βλάβη κατά συρροή. Οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, που ασκήθηκαν κατά τρόπο διαφορετικό από τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 509 § 2 ΚΠΔ, απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Αβάσιμη η αίτηση του κατηγορούμενου ότι κατά παράβαση του άρθρου 211 Α΄ ΚΠΔ, για την κρίση του περί ενοχής του αναιρεσείοντος, το δικάσαν Δικαστήριο συνεκτίμησε τις καταθέσεις των συγκατηγορουμένων του αφού από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι για την κρίση του αυτή, έχουν συνεκτιμηθεί όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα. Το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε με πλήρη και σαφή αιτιολογία, το αίτημα για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί το είδος της σωματικής βλάβης, που υπέστη η παθούσα Αβάσιμη επίσης η αιτίαση ότι το εν λόγω Δικαστήριο έλαβε υπόψη τα μόνο ορισμένα αποδεικτικά μέσα. Αβάσιμοι οι λόγοι της αιτήσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για έλλειψη νομικής βάσεως και για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Απορρίπτει αίτηση ως αβάσιμη, και πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Πραγματογνωμοσύνη, Σωματική βλάβη επικίνδυνη, Πρόσθετοι λόγοι, Συρροή εγκλημάτων.
| 0
|
Αριθμός 1520/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αναγνωστόπουλο, για αναίρεση της 407/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1)Ψ1, 2)Ψ2 και 3)Ψ3. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 914/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ. 4 του άρθρου 79 ΠΚ, "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που όριζε: ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη; α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση 407/2009 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το Δικαστήριο αυτό, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων Χ, με τους μη διαδίκους στην παρούσα δίκη, άλλους τρείς (3) συγκατηγορουμένους του, κηρύχθηκε ένοχος για ληστεία από κοινού κατ'εξακολούθηση, τετελεσμένη και σε απόπειρα, διακεκριμένη κλοπή, απλή σωματική βλάβη κατά συρροή και παράνομη οπλοφορία και επέβαλε σε αυτόν συνολική ποινή καθείρξεως είκοσι τεσσάρων (24) ετών και δύο (2) μηνών, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στον αναιρεσείοντα, έλαβε υπόψη, κατ'αντιγραφή από το παραπάνω σκεπτικό, "τόσο τη βαρύτητα του εγκλήματος, όσο και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου που κηρύχθηκε ένοχος. Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος το Δικαστήριο αποβλέπει στη βλάβη που προξένησε το έγκλημα ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, στη φύση, στο είδος και στο αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης σε όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεση του, στην ένταση του δόλου του κατηγορουμένου. Κατά την εκτίμηση της προσωπικότητας του κατηγορουμένου το Δικαστήριο σταθμίζει ιδίως το βαθμό της εγκληματικής του διάθεσης που εκδήλωσε κατά την πράξη. Για να το διαγνώσει με ακρίβεια εξετάζει τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και το σκοπό που επεδίωξε, το χαρακτήρα του και στο βαθμό της ανάπτυξης του, στις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του, την διαγωγή του κατά την διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη, ιδίως την μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες των πράξεων του συνάμα δε τόσο τους οικονομικούς όρους, όσο και των μελών της οικογένειάς του, τα οποία συντηρούν. Έχοντας όλα αυτά υπόψη το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο : 1) Χ ποινή κάθειρξης (20) ετών για ληστεία από κοινού κατ'εξακολούθηση, τετελεσμένη και σε απόπειρα, (5) πέντε έτη κάθειρξη για διακεκριμένη κλοπή, (5) πέντε μήνες φυλάκιση για κάθε μία από τις (7) επτά σωματικές βλάβες, και φυλάκιση (2) δύο ετών και χρηματική ποινή (1000) χίλια ευρώ για παράνομη οπλοφορία." Δηλαδή, το άνω Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στον κατηγορούμενο, έλαβε υπόψη τη βαρύτητα των εγκλημάτων που αυτός διέπραξε, και την προσωπικότητά του, για την εκτίμηση δε των στοιχείων αυτών χρησιμοποίησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, που ειδικά μνημονεύει στην απόφαση. Επιπλέον αιτιολογία και αναφορά περιστατικών, δεν χρειαζόταν. Ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το δικάσαν Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, προκειμένου να μορφώσει κρίση περί της επιβληθείσας ποινής του κατ' εξακολούθηση τελεσθέντος εγκλήματος της ληστείας περιορίστηκε, αφενός στην παράθεση των γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών που τυποποιούν τις μερικότερες πράξεις της ληστείας και αφετέρου στην απλή αντιγραφή των τυπικών κριτηρίων του γενικού κανόνα επιμέτρησης ποινών του άρθρου 79 ΠΚ . Ως εκ τούτου, η προσβαλλομένη στερείται της απαιτούμενης κατά τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν εφάρμοσε τον κανόνα ειδικής επιμέτρησης ποινής του άρθρου 98 Π.Κ. και ειδικότερα, διότι δεν προέβη σε αυτοτελή απαξιολόγηση των μερικότερων πράξεων και δεν μνημόνευσε τον τρόπο με τον οποίο στάθμισε το όλο περιεχόμενο αυτών, αναφορικά με το μέγεθος της ποινής. Αβάσιμα όμως, διότι στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στον αναιρεσείοντα, έλαβε υπόψη τη βαρύτητα των εγκλημάτων που αυτός διέπραξε, τα οποία προσδιορίζει ειδικότερα στο κεφάλαιο αυτό, επομένως και εκείνα που τελέσθηκαν κατ' εξακολούθηση (αρθρ. 98 ΠΚ), καθώς και την προσωπικότητα του, για την εκτίμηση δε των στοιχείων τούτων χρησιμοποίησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, που ειδικώς μνημονεύει στην απόφαση. Επιπλέον αιτιολογία και αναφορά περιστατικών, δεν χρειαζόταν. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζεται ότι συντρέχει έλλειψη ειδικής αιτιολογίας στην απόφαση επιμετρήσεως της ποινής, διότι δεν εφάρμοσε τον κανόνα ειδικής επιμετρήσεως της ποινής του άρθρου 98 ΠΚ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεώς του ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το δικάσαν Δικαστήριο "θεμελίωσε την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 374 περ. δ' προσδίδοντας στην πράξη της κλοπής κακουργηματικό χαρακτήρα. Όμως κατά την αναγνώριση της συνδρομής της ανωτέρω επιβαρυντικής περίστασης το εκδόν την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση δεν διέλαβε την απαιτούμενη κατά το άρθρο 9 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται και για όλες εκείνες τις επιβαρυντικές περιπτώσεις που δέχεται το δικαστήριο και που η συνδρομή των οποίων επιβαρύνει την πράξη και ασκεί επίδραση στην επιμέτρηση της ποινής.
Συνεπώς, ως προς την κακουργηματικού χαρακτήρα κλοπή, δεν αρκεί η απλή αναφορά των συνθηκών υπό τις οποίες τελέσθηκε το έγκλημα και η τυπική χρήση των οικείων όρων των επιβαρυντικών περιπτώσεων, αλλ' απαιτείται να παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, συγκροτούν τις γενόμενες δεκτές επιβαρυντικές περιπτώσεις, ειδικότερα δε, η στοιχειοθέτηση της επιβαρυντικής περίπτωσης που αναφέρεται στην ένωση περισσοτέρων προς διάπραξη κλοπών και ληστειών, ερείδεται στην διαπίστωση της γνώσεως των δραστών ότι είναι ενωμένοι και της θελήσεως τους για τη διάπραξη κλοπών ή ληστειών, των οποίων η τέλεση έγινε με την εν λόγω γνώση ότι ήταν ενωμένοι", όπως ακριβώς στην αίτησή του αναφέρει.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε, ότι από τα μνημονευόμενα σ' αυτή κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, προέκυψε ότι ο αναιρεσείων, ενεργώντας από κοινού, δηλαδή με κοινό σκοπό και προηγούμενη συναπόφαση δρώντας, έχοντας ενωθεί πρός τούτο με ένα ακόμη άγνωστο άτομο, αφαίρεσαν από άλλον ξένα ολικά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα και συγκεκριμένα στη ... την 31.8.2004 και περί ώρα 19.45, επιβαίνοντες σε δίκυκλο μοτ/το που οδηγούσε ο άγνωστος συναυτουργός, τύπου VESPA, αφαίρεσαν από τον ..., ο οποίος βρισκόταν στη συμβολή των οδών ... ένα τσαντάκι που κρατούσε και περιείχε 4.500 ευρώ και άλλα ατομικά του έγγραφα (ταυτότητα, άδεια οδηγήσεως), με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, διαφεύγοντας στη συνέχεια με το ως άνω δίκυκλο, έχοντας τελέσει την πράξη, αφού είχαν ενωθεί προς τούτο, δηλαδή για τη διάπραξη κλοπής ή ληστειών.
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, διέλαβε στην απόφαση του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 374 στοιχ. δ' του ΠΚ, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο, τα οποία θεμελιώνουν στις επιβαρυντικές αυτές περιστάσεις, ότι δηλαδή η συγκεκριμένη πράξη κλοπής τελέστηκε από τον αναιρεσείοντα, από κοινού με τον άγνωστο συναυτουργό του, ύστερα από συναπόφαση και με κοινή δράση, έχοντας ενωθεί προς διάπραξη κλοπής ή ληστειών. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση στο σκεπτικό της δέχθηκε ότι η πράξη της απλής σωματικής βλάβης από κοινού που τελέστηκε σε βάρος του Σ5, εκτός από τον Ψ2 που αναγνώρισε ο παθών, συμμετείχε και ο αναιρεσείων και δεν υπάρχει ως προς την παραδοχή αυτή καμία αντίφαση στο αιτιολογικό και το διατακτικό της. Με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αλληλοσυμπληρώνεται με το σκεπτικό της, ο αναιρεσείων (όπως και οι άλλοι δύο συγκατηγορούμενοι του), κηρύχθηκε ένοχος της άνω πράξεως και ειδικότερα, του ότι : "στους παρακάτω ειδικότερα αναφερόμενους τόπους και χρόνους, από κοινού ενεργώντας και κατά μόνας, με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές, δηλαδή, με πρόθεση, προξένησαν σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας σ' άλλους και ειδικότερα στο ... την 30-8-2004, στο ... την 31-8-2004, στο ... την 2-9-2004, στο ... την 5-9-2004, στη ... την 9-9-2004, στον ... την 14-9-2004, στα ... την 30-8-2004 και στο ... την 10-9-2004, κατά τη διάρκεια τελέσεως των πράξεων της ληστείας που περιέχονται ειδικότερα στις παραγράφους Α1, Α5, Α9, Α13, Α23, Α24, Α25, Α26 παραπάνω της παρούσας, προξένησαν σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας στους Σ1, Σ2, Σ3,Σ4, Σ5, Σ6 ,Σ7, Σ8, αντιστοίχως, των πράξεων, χτυπώντας αυτούς με το όπλο που έφερε o Χ με γροθιές και λακτίσματα και με την ρίψη αντικειμένων". Επίσης, ο αναιρεσείων με το στοιχείο Γ'της αιτήσεώς του προβάλλει την αιτίαση της ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και υποστηρίζει κατά λέξη, ότι: "αναφορικά με το περί ενοχής μου συμπέρασμα στην προκληθείσα σωματική βλάβη εις βάρος του παθόντος Σ5, η προσβαλλομένη διέλαβε στο αιτιολογικό της αντιφατικές παραδοχές, στερώντας κατ' αυτό τον τρόπο την προσβαλλομένη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ορίζει το άρθρο 9 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του ΚΠΔ. Ειδικότερα, η ανωτέρω αντιφατικότητα των παραδοχών της προσβαλλομένης συνίσταται στο ότι, ενώ εδέχθη ότι στην εν λόγω προκληθείσα σωματική βλάβη υπαίτιος ήταν ο συγκατηγορούμενος του Ψ1, χωρίς να αναγνωρίζει οποιαδήποτε μορφής συμμετοχής του, εν συνεχεία κατέληξε στην κατά τα άνω κρίση περί ενοχής του για την ανωτέρω πράξη". Αβάσιμα όμως, κατά τα άνω εκτεθέντα.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα από τα προεκτεθέντα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, ως αβάσιμος.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς τα παραπάνω θέματα της αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσειων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Μαΐου 2009 (υπ'αριθμ.πρωτ.4530/29-5-2009 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 407/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ληστεία από κοινού, κατ' εξακολούθηση τετελεσμένη και σε απόπειρα, διακεκριμένη κλοπή, απλή σωματική βλάβη κατά συρροή και παράνομη οπλοφορία. Το δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνει υπόψη του τα κατ' άρθρα 79 § 4 ΠΚ στοιχεία σε συνδυασμό με τα κριτήρια των § 2 και 3 του αυτού άρθρου, σε κάθε δε περίπτωση η επιμέτρηση της ποινής ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου. Αβάσιμος οι λόγος της αιτήσεως για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ποινή, Απόπειρα, Κλοπή, Συναυτουργία, Ληστεία, Οπλοφορία, Σωματική βλάβη απλή.
| 0
|
Αριθμός 1518/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Χριστόφορο Κοσμίδη και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις
των αναιρεσείοντων-κατηγορουμένων: 1)Χ1, κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ... και 2)Χ2, κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαϊωάννου, για αναίρεση της 375/2010 αποφάσεως του ΣΤ'Αρείου Πάγου. Το Στ' Αρείου Πάγου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση για επανάκριση, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως των από 25 Οκτωβρίου 2009 προσθέτων λόγων, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 446/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης για επανάκριση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά τα άρθρα 370 και 514 του Κ.Π.Δ., τα ποινικά δικαστήρια δεν μπορούν να επανεξετάσουν την οριστική τους απόφαση, όπως είναι και αυτή, με την οποία απορρίπτεται ένδικο μέσο, ενώ κατά της αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίπτεται αίτηση αναιρέσεως δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο, ούτε δεύτερη αίτηση αναιρέσεως αλλά, στην περίπτωση κατά την οποία ο Άρειος Πάγος παρέλειψε, από παραδρομή, να ερευνήσει προταθέντα, παραδεκτώς, αναιρετικό λόγο, μπορεί, ενόψει της αυτοτέλειας κάθε λόγου αναιρέσεως, που σωρευτικώς διατυπώνεται με τους λοιπούς λόγους στο ίδιο δικόγραφο αναιρέσεως ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, να επανέλθει και να τον εξετάσει, χωρίς αυτό να αντιτίθεται στις παραπάνω διατάξεις, διότι επί του μη εξετασθέντος αναιρετικού λόγου δεν υπάρχει απόφαση. Το ίδιο όμως δεν ισχύει και στην περίπτωση που ο Άρειος Πάγος, εκ παραδρομής, παρέλειψε να εξετάσει λόγο αναιρέσεως, αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 511 Κ.Π.Δ. ερευνώμενο, ο οποίος δεν προτάθηκε, ανεξαρτήτως του αν ο αναιρεσείων, με υποβληθέν υπόμνημά του στη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως επεσήμανε την ύπαρξη τέτοιου λόγου και ζήτησε την αυτεπάγγελτη έρευνά του, καθόσον ο Άρειος Πάγος, μετά την εξέταση όλων των παραδεκτώς προβληθέντων αναιρετικών λόγων απεκδύεται της εξουσίας του και, ελλείψει εκκρεμότητας παραδεκτώς προταθέντος λόγου, δεν έχει δικαιοδοσία να επανέλθει εκ νέου προς εξέταση της υποθέσεως. Εξάλλου η δυνατότητα επανεξετάσεως από τον Άρειο Πάγο αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου, η οποία με προηγούμενη απόφασή του είχε απορριφθεί, σε σχέση με λόγο ή λόγους του αναιρετηρίου ή του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που φέρονται ότι δεν ερευνήθηκαν, ούτε απορρίφθηκαν με την προηγούμενη απόφαση, προϋποθέτει ότι οι λόγοι αυτοί, εκτός της παραδεκτής προβολής τους, να μην αφορούν και βελτίωση, διευκρίνιση και συμπλήρωση πλημμελειών που προβλήθηκαν και απορρίφθηκαν. Η απόρριψη των λόγων αναιρέσεως, που αποκλείει την επανεξέτασή τους, δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει με ρητή για καθένα απ' αυτούς απορριπτική σκέψη της αποφάσεως, αλλά μπορεί να συνάγεται από το όλο σκεπτικό της αποφάσεως, είναι δε αδιάφορη για την κρίση της απορρίψεως η πληρότητα ή μη της αιτιολογίας του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, διότι εκείνο που αποτελεί αντικείμενο της σχετικής δίκης δεν είναι η ορθότητα ή μη της απορριπτικής κρίσεως του Δικαστηρίου, αλλά αν δεν εξετάσθηκε, από παραδρομή, κάποιος από τους λόγους αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου ή και εκείνου των προσθέτων και συνεπώς δεν υπήρξε απόφαση επ αυτού, οπότε, αν βασίμως παραπονείται ο αιτών την επανεξέταση αναιρεσείων, το Δικαστήριο θα κάνει δεκτή την αίτηση και θα επανεξετάσει τον λόγο αναιρέσεως, τον οποίο μπορεί να απορρίψει ή να τον κάνει δεκτό και αναιρέσει στο σύνολό της ή εν μέρει την προσβληθείσα με την αίτηση αναιρέσεως απόφαση.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας ή μη της, με την υπό κρίση αίτηση, διωκομένης επανεξετάσεως των αναφερομένων σ αυτήν λόγων του δικογράφου των προσθέτων λόγων της κοινής αιτήσεως αναιρέσεως, που άσκησαν οι αιτούντες-αναιρεσείοντες, κατά της 3327/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, αυτοί κηρύχθηκαν ένοχοι από κοινού, κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια, αγοράς, διαμετακόμισης, χρηματοδότησης, κατεύθυνσης και εποπτείας σε πράξεις αγοράς, διαμετακόμισης απόπειρας διαμετακόμισης και απόπειρας εισαγωγής στην Χώρα 25 κιλών κοκκαϊνης. Οι αιτούντες άσκησαν, κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, την από 26-1-2009 κοινή αίτηση αναιρέσεως και τους από 29-10-2009 πρόσθετους λόγους αυτής. Η αίτηση αναιρέσεως, κατά το δικόγραφό των προσθέτων έγινε εν μέρει δεκτή με την 375/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η αναιρεσειβληθείσα απόφαση, ως προς την διάταξη της περί απορρίψεως του αυτοτελούς ισχυρισμού του πρώτου αναιρεσείοντος (Χ2) περί τοξικομανίας του και για την, καθ υπέρβαση εξουσίας, καταδικαστική και των δύο κρίση και για την πράξη της απόπειρας εισαγωγής στην Επικράτεια της ανωτέρω ποσότητας ναρκωτικής ουσίας, λόγω του ότι είχαν κηρυχθεί, πρωτόδικα, αθώοι αυτής. Στη συνέχεια αναιρέθηκε η απόφαση και ως προς την διάταξη της περί επιμέτρησης στον πρώτο αναιρεσείοντα της στερητικής της ελευθερίας ποινής της ισοβίου καθείρξεως και της χρηματικής ποινής και ως προς την επιμέτρηση της χρηματικής ποινής στον δεύτερο αναιρεσείοντα Χ1. Με την ίδια απόφαση παραπέμφθηκε η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος της, στο 5μελές εφετείο για νέα κρίση και απορρίφθηκε κατά τα λοιπά η αίτηση αναιρέσεως, κατά το κύριο δικόγραφό της και εκείνο των προσθέτων λόγων. Με την κρινόμενη αίτηση, με την επίκληση ότι το Δικαστήριο τούτο, από παραδρομή, δεν ερεύνησε τους πέμπτο, έβδομο, όγδοο, ένατο και δέκατο λόγους του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, οι οποίοι και παρατίθενται στην αίτηση, χωρίς όμως να γίνεται επίκληση αν δέχθηκε και τι σε σχέση με αυτούς το Δικαστήριο, αλλά μόνον με την αναφορά ότι: ''τους αφήκεν αδίκαστους'', διώκεται η επανεξέτασή τους.
ΙΙΙ. 1. Κατ αρχή πρέπει να επισημανθεί ότι σε σχέση με τον 5ο λόγο οι αιτούντες επικαλούνται ότι, εσφαλμένως, υπέλαβε το Δικαστήριο τούτο, ότι στηρίζεται επί των διατάξεων περί απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, ενώ στηρίζεται στις διατάξεις περί υπερβάσεως εξουσίας του Εφετείου και έτσι συνομολογούν ότι το Δικαστήριο τούτο τον έλαβε υπόψη, τον έκρινε και τον απέρριψε. Όπως προκύπτει δε από το περιεχόμενο της 375/2010 αποφάσεως το Δικαστήριο διέλαβε ειδική αιτιολογία επί του λόγου αυτού του δικογράφου των προσθέτων λόγων και τον απέρριψε ρητώς ως απαράδεκτο (βλ. σελ. 23 στο τέλος και 24 μέχρι το μέσο). Όπως λέχθηκε ανωτέρω εκείνο που ερευνάται είναι αν υπήρξε απόφαση επί του ως άνω λόγου του δικογράφου των προσθέτων, είναι δε αδιάφορο και δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσης δίκης αν η σχετική κρίση του Δικαστηρίου είναι ορθή ή εσφαλμένη.
Συνεπώς ο 5ος λόγος ερευνήθηκε και απορρίφθηκε.
2. Με τους 7ο , 8ο και 9ο λόγους οι αναιρεσείοντες πρόβαλαν τις αιτιάσεις ότι, κατ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 45, 94 παρ. 2 ΠΚ και 5 παρ. 1 α', β', ιγ' Ν. 1729/1987 (νυν 20 Κ.Ν.Ν.), ως και εκ πλαγίου παραβίασης αυτών, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, το Εφετείο έκρινε ότι, μεταξύ των πράξεων που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις τελευταίες, της αγοράς και διαμετακόμισης ναρκωτικών (εδαφ. α' και β') και της οργάνωσης, χρηματοδότησης, κατεύθυνσης ή εποπτείας με οποιονδήποτε τρόπο της τέλεσης, μεταξύ των άλλων, και των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων (εδαφ. ιγ'), υπάρχει αληθινή συρροή και τους κήρυξε ενόχους, από κοινού, τέλεσης αμφοτέρων των πράξεων (αγοράς, διαμετακόμισης και οργάνωσης, χρηματοδότησης κλπ) με αντικείμενο την ποσότητα των 25 κιλών κοκαϊνης. Το Δικαστήριο τούτο, στην σκέψη, που αφορά την πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως του Εφετείου και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ΠΚ, αλλά και του νόμου 1729/1987, αφού παραθέτει τις παραδοχές του 5μελους Εφετείου επί των αξιοποίνων πράξεων που βάρυναν τους αναιρεσείοντες, ως και την περί ενοχής αυτών κρίση του (σελ. 11-17), κατέληξε στην κρίση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κήρυξε τους αναιρεσείοντες ενόχους τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων της, από κοινού (κατά συναυτουργία ενεργώντας), αγοράς και διακίνησης ναρκωτικών, ως και της οργάνωσης-χρηματοδότησης-κατεύθυνσης και εποπτείας για την τέλεση των ως άνω δύο πράξεων και της απόπειρας εισαγωγής στην ελληνική Επικράτεια ναρκωτικών ουσιών, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ επάγγελμα και συνήθεια τέλεσης αυτών από δράστες που είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι, ορθώς δε ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 13 στ' και ζ', 45, 94 ΠΚ και 5 παρ. 1 περ. α', β' και ιγ' και παρ. 2 και 8 Ν. 1729/1987, τις οποίες δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, αφού το πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού, δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ούτε περιέχει λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο (σελ. 18, 19 και 20). Κατ ακολουθία της κρίσεως αυτής απέρριψε ως αβάσιμους τους εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠΔ σχετικούς λόγους του κυρίου δικογράφου και εκείνου των προσθέτων της αιτήσεως αναιρέσεως, τους οποίους δεν αναφέρει αριθμητικώς. Από το κατά τα άνω περιεχόμενο της αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι ερεύνησε και απέρριψε και τους τρεις ανωτέρω λόγους του δικογράφου των προσθέτων και δεν μπορεί να συναχθεί το αντίθετο, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αιτούντες - αναιρεσείοντες, εκ του ότι το Δικαστήριο δεν περιέλαβε στην απόφαση του, ούτε και ήταν άλλωστε υποχρεωμένο προς τούτο, ειδική νομική σκέψη για καθένα από τους λόγους αυτούς, ούτε τους απαριθμεί ρητώς στην απορριπτική τούτων κρίση του, αφού ρητώς δέχεται ότι το 5μελες Εφετείο, κατ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες τελέσεως από κοινού, όλων των ανωτέρω πράξεων, δεχθέν έτσι ότι συρρέουν αληθώς, επιπροσθέτως δε, με ειδική σκέψη, έκρινε ότι, με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, το εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν τις πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι, από κοινού (κατά συναυτουργία ενεργώντας), όπως χαρακτηριστικά αναφέρει (βλ. σελ. 20). Όπως λέχθηκε ανωτέρω εκείνο που ερευνάται είναι αν υπήρξε απόφαση επί των ως άνω λόγων του δικογράφου των προσθέτων, είναι δε αδιάφορο και δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσης δίκης αν οι σχετικές ως άνω κρίσεις του Δικαστηρίου είναι ορθές ή εσφαλμένες.
Συνεπώς οι 7ος ,8ος και 9ος λόγοι ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν.
3. Με τον 10ο λόγο του δικογράφου των προσθέτων οι αναιρεσείοντες πρόβαλαν την αιτίαση ότι το Εφετείο ουδεμία διέλαβε αιτιολογία επί του αρνητικού των κατηγοριών που τους βάρυναν και ειδικότερα της αγοράς της ανωτέρω ποσότητας κοκαϊνης, ισχυρισμού, όπως αναλύεται στον λόγο αυτό, συνιστάμενο στο ότι ήταν, νομικώς και λογικώς, αδύνατον, όπως χαρακτηριστικά ισχυρίσθηκαν, ενόψει των αναγνωσθέντων δύο εγγράφων που επικαλέσθηκαν, να προέβησαν σε αγορά της ως άνω ποσότητας της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας. Αρχικά πρέπει να λεχθεί ότι επί του αρνητικού της εν λόγω κατηγορίας ισχυρισμού αυτού, δεν ήταν υποχρεωμένο το Εφετείο να διαλάβει ειδική αιτιολογία, απάντησε δε επ αυτού με την απόφασή του περί ενοχής των αναιρεσειόντων και για την από κοινού αγορά της ναρκωτικής ουσίας, στην οποία κατέληξε μετά από αξιολόγηση και εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων τα οποία κατ είδος αναφέρει στα οποία περιλαμβάνονταν και τα εν λόγω έγγραφα. Κατόπιν τούτου ο συγκεκριμένος λόγος, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, έπληττε την εκτίμηση των αποδείξεων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τύγχανε απαράδεκτος. Πάντως το Δικαστήριο απέρριψε τον λόγο τούτο και τους αναλόγου περιεχομένου λοιπούς λόγους του κυρίου δικογράφου και εκείνο των προσθέτων της αιτήσεως αναιρέσεως με ειδική σκέψη στο τέλος της σελ. 21 με το ακόλουθο περιεχόμενο: '' Κατά τα λοιπά οι αναιρεσείοντες, υπό το πρόσχημα της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν απαραδέκτως την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών (όσον αφορά το μέρος ως προς την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας)''.
Συνεπώς και ο 10ος λόγος ερευνήθηκε και απορρίφθηκε. Κατ ακολουθία τούτων, εφόσον όλοι οι ανωτέρω λόγοι του δικογράφου των προσθέτων της αιτήσεως αναιρέσεως των αιτούντων, ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο τούτο, με την 375/2010 απόφασή του, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-3-2010 αίτηση των: 1. Χ2 και 2. Χ1, για επανεξέταση των αναφερόμενων στο σκεπτικό λόγων του δικογράφου των προσθέτων λόγων της από 26-1-2009 αιτήσεως αναιρέσεως αυτών.
Και καταδικάζει τους αιτούντες στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) €, για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση επανεξετάσεως λόγων αιτήσεως αναιρέσεως που δεν ερευνήθηκαν από την απορριπτική της αιτήσεως απόφαση. Προϋποθέσεις (ΑΠ 530/2007). Πρέπει οι λόγοι να έχουν προταθεί με το δικόγραφο της κυρίας αιτήσεως και εκείνο των προσθέτων λόγων, όχι όμως και όταν δεν ερευνήθηκαν αυτεπαγγέλτως, κατ άρθρο 511 ΚΠΔ (ΑΠ 89/2009). Αν προκύπτει, από το σύνολο της αποφάσεως και τις αιτιολογίες της, όπως και την κρίση της επί των λόγων της αιτήσεως ότι ο Άρειος Πάγος ερεύνησε όλους τους λόγους αναιρέσεως, έστω και αν δεν διαλαμβάνει ειδική σκέψη επ' αυτών, χωρίς βέβαια να ελέγχεται η ορθότητα ή μη της κρίσεως του Αρείου Πάγου, η αίτηση επανεξετάσεως τυγχάνει αβάσιμη (ΑΠ 987/2010). Ερευνήθηκαν, κρίθηκαν και απορρίφθηκαν όλοι οι αναφερόμενοι στην κρινόμενη αίτηση λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων της κοινής αιτήσεως αναιρέσεως.
|
Επανεξέταση λόγου αναιρέσεως
|
Επανεξέταση λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
Αριθμός 1517/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπουτσή, για αναίρεση της με αριθμό 865/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μυτιλήνης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στο από 21 Απριλίου 2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1154/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι επ' αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 20.7.2009 και με αριθμό 3/2009 ενώπιον του γραμματέα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης αναίρεση του κατηγορουμένου, Χ1 κατά της 865/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης, με την οποία καταδικάστηκε για παράβαση των άρθρων 15 εδ. ε' του Π.Δ/τος 40/1977, σε συνδ. με άρθρ. 23 Ν.4085/1960 (όπως ισχύει σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών και σε χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, καθώς και οι, με το από 21.4.2010 δικόγραφο που κατατέθηκε στο κατάστημα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου την ίδια ημέρα από το δικηγόρο του, με πληρεξούσιο και συντάχθηκε σχετικά έκθεση, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν. Με τις διατάξεις του άρθρου 15 εδ. ε' του Π.Δ/τος 40/1977 "Επιθεώρηση σφαγίων ζώων και ζωϊκών προϊόντων", ορίζεται ότι: "Ακατάλληλα προς κατανάλωσιν ως μη πληρούντα τας διατάξεις της ισχυούσης νομοθεσίας: Ως τοιαύτα νοούνται τα τρόφιμα τα οποία δεν πληρούν εν ή περισσοτέρους όρους της σχετικής νομοθεσίας. Η τύχη τούτων καθορίζεται εις τας οικείας διατάξεις". Περαιτέρω, το άρθρο 23 του Ν.4085/1960, όπως τροπ/κε ο Ν.248/1914 (Ζωοτεχνική και Κτηνιατρική Υπηρεσία), επίσης ορίζεται ότι: "πάσα παράβασις των διατάξεων του παρόντος νόμου και των εις εκτέλεσιν τούτου εκδιδομένων Β. Δ/των και υπουργικών αποφάσεων τιμωρείται διό ποινής φυλακίσεως ενός μηνός μέχρι δύο ετών". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 865/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, παραβάσεως άρθρου 15 εδ. ε' Π.Δ/τος 40/77, σε συνδ. με άρθρ. 23 Ν.4085/60 (ως ισχύει) και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μία (1) τριετία και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "ο κατηγορούμενος στο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στο διατακτικό διέθετε προς πώληση στο κατάστημα του θαλασσινά είδη, τα οποία είχε ο ίδιος καταψύξει, χωρίς να διαθέτει τις κατάλληλες προς τούτο εγκαταστάσεις, με αποτέλεσμα τα παρανόμως καταψυχθέντα θαλασσινά είδη και συγκεκριμένα ψάρια και γαρίδες, των οποίων επίσης είχε παρέλθει η ημερομηνία κατανάλωσης, καθόσον καταληκτικό χρονικό σημείο επιτρεπτής κατανάλωσης αυτών ήταν η 7-5-2001 και ο έλεγχος κατά τον οποίο βρέθηκαν τα ανωτέρω τρόφιμα έτοιμα προς διάθεση στο κατάστημα του κατηγορουμένου πραγματοποιήθηκε στις 29-5-2001. Τα παραπάνω θαλασσινά είδη λόγω της λήξεως της ημερομηνίας κατανάλωσης αλλά και της πλημμελούς καταψύξεως εγκυμονούσαν σοβαρούς κινδύνους για την υγεία όσων τυχόν τα κατανάλωναν. Επίσης, στις συσκευασίες εντός των οποίων ήσαν τοποθετημένα τα παραπάνω καταψυχθέντα εμπορεύματα δεν υπήρχαν οι απαιτούμενες ενδείξεις ασφαλούς κατανάλωσης. Με βάση όλα τα παραπάνω ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος".
Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως της διαθέσεως προς πώληση τροφίμων ακαταλλήλων προς κατανάλωση και ειδικότερα του ότι: "Στη ..., όπου διατηρεί κατάστημα, στις 29/5/2001 και ώρα 12.00', κατελήφθη από αρμόδια Όργανα, κατά τον αστυκτηνιατρικό έλεγχο που έγινε στο κατάστημα του, να κατέχει διάφορα αλιεύματα (ψάρια, γαρίδες) βάρους 6 χιλιόγραμμων, τα οποία κρίθηκαν ακατάλληλα για κατανάλωση γιατί: α) είχε λήξει η ημερομηνία ανάλωσης, β) δεν υπήρχαν ενδείξεις στη συσκευασία και γ) είχαν καταψυχθεί παράνομα". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.Ια, 27 παρ.1, 15 εδ. ε'Π.Δ/τος 40/77, σε συνδ. προς το άρθρ. 23 Ν.4085/60 (ως ισχύει), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 865/2009 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα - εκπροσ/κε ο κατηγορούμενος), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, κατηγορίας, Δ και υπερασπίσεως, Γ. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) 'Εσφαλε, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ στην εφαρμογή των άρθρων 15 εδ. ε' Π.Δ/τος 40/77 και του άρθρ. 23 Ν.4085/60 (πρώτος λόγος του κυρίως δικογράφου και δεύτερος των προσθέτων λόγων), 2) Υπάρχει έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να αναφέρει ρητώς στο σκεπτικό αυτής, τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα συνιστώντας την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων των άρθρων 15 εδ. ε', ως αντικ. με το α' 23 Ν.4085/1960, και να περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία περί υπαγωγής των αποδειχθέντων γεγονότων στις παραπάνω διατάξεις. Επίσης, στο σκεπτικό της απόφασης δεν αιτιολογείται, αλλά ούτε και αναφέρονται τα απαιτούμενα συγκεκριμένα στοιχεία και περιστατικά, που θεμελιώνουν την ύπαρξη της πρόθεσής μου να διαθέσω τα κατασχεθέντα προϊόντα προς κατανάλωση και του πώς και από πού αυτή στοιχειοθετείται (δεύτερος λόγος του κυρίως δικογράφου και πρώτος των προσθέτων λόγων). Αβάσιμα όμως, διότι το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις παραπάνω διατάξεις, αφετέρου η απόφαση αυτή έχει την κατά νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όπως αναλυτικά κατά τα άνω έχει εκτεθεί, είναι δε σαφής η έκθεση των περιστατικών στο αλληλοσυμπληρούμενο με το διατακτικό, σκεπτικό της προσβαλλόμενη αποφάσεως, ότι ο κατηγορούμενος ενέργησε από πρόθεση, 3) Κατά τη διαδικασία υπήρξαν ακυρότητες των άρθρων 170 παρ. 1 σχετικές, αλλά και απόλυτες της διάταξης του άρθρου 171 παρ. 6 κ.τ.λ., διότι δεν ανεγνώσθησαν έγγραφα, ήτοι το πρωτόκολλο καταστροφής ακατάλληλων τροφίμων, που συνέταξε ο υπάλληλος της Κτηνιατρικής Διεύθυνσης Λέσβου, που διενήργησε τον έλεγχο, ... και το οποίο συνυπέγραψε ο αστυνομικός ... και η συγγενής του, ... (τρίτος λόγος του κυρίως δικογράφου). Αβάσιμα όμως, διότι ακυρότητα προκαλεί η λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώστηκε ή αντίθετα, η μη λήψη υπόψη εγγράφου που αναγνώστηκε ή τέλος η μη ανάγνωση εγγράφου του οποίου ζητήθηκε η ανάγνωση, γιατί έτσι παραβλάπτονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 ΚΠΔ. Στην προκείμενη δε περίπτωση, το σχετικό έγγραφο δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των αναγνωσθέντων, ούτε από τα πρακτικά προκύπτει ότι ζητήθηκε η ανάγνωσή του και, κατά συνέπεια, ουδεμία ακυρότητα προκλήθηκε. Και 4) ότι το δικάσαν Δικαστήριο έπρεπε να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη εναντίον του, λόγω παραγραφής κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, αφού από το χρόνο τελέσεως της πράξεως (29.5.2001) μέχρι και το χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως (20.7.2009), έχει παρέλθει χρονικό διάστημα, μεγαλύτερο των οκτώ (8) ετών (τέταρτος λόγος της αιτήσεως). Αβάσιμα όμως, διότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι η πράξη τελέσθηκε στις 29.5.2001 και μέχρι το χρόνο που εκδικάστηκε η έφεση στο άνω Δικαστήριο, δηλαδή τις 14.5.2009, δεν παρήλθε η παραπάνω οκταετία.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο συνολό της και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 20 Ιουλίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ.3/2009) ενώπιον του Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης) αίτηση και τους, με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 21.4.2010, από τον κατηγορούμενο, κατά της αυτής αποφάσεως, ασκηθέντες πρόσθετους λόγους του Χ1, για αναίρεση της με αριθμό 865/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση άρθρου 15 ΠΔ 40/77 (ακατάλληλα τρόφιμα), σε συνδ. προς άρθρο 23 Ν. 4085/60 (ως ισχύει) [Ποινική ευθύνη]. Αβάσιμοι οι λόγοι της αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο από μη ανάγνωση εγγράφου του οποίου δεν ζητήθηκε η ανάγνωση του και αυτό δεν ήταν στα αναγνωστέα έγγραφα. Δεν παραγράφηκε η αξιόποινη πράξη λόγω παρόδου οκταετίας, όταν κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο δεύτερο βαθμό, δεν είχε αυτή παρέλθει. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως και πρόσθετους λόγους.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Διάθεση ακατάλληλων τροφίμων και κρεάτων.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1516/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και την Γραμματέα Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις
των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Χ1, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Χαραλαμπόπουλο, περί αναιρέσεως της 506/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26 Ιανουαρίου 2010 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 204/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 26-1-2010 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: α) Χ1 και β) Χ2, κατά της υπ' αριθμ. 506/2009 αποφάσεως του τριμελούς Εφετείου Δυτ. Μακεδονίας έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν.
Κατά τη διάταξη του άρ. 88 παρ. 1 του Ν. 3386/2005"1. Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή τους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη τιμωρούνται: α. Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο. β. Με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν η μεταφορά ενεργείται κατ' επάγγελμα ή αν ο υπαίτιος είναι δημόσιος υπάλληλος ή τουριστικός ή ναυτιλιακός ή ταξιδιωτικός πράκτορας. γ. Με κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο. Δ. Με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ, αν στην περίπτωση γ' επήλθε θάνατος". Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι θεσμοθετείται αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, τελούμενο με οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους τρόπους, από τα πρόσωπα τα οποία αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας, ή διευκολύνουν την μεταφορά ή την προώθησή τους, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδο τούτων ως λαθρομεταναστών. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρό-τητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσια-στικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιο-λογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 506/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι προώθησης στο εσωτερικό της χώρας υπηκόου τρίτης χώρας από οδηγό μεταφορικού μέσου, κατά συναυτουργία και τους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών στον καθένα, η εκτέλεση της οποίας για μεν τον δεύτερο των κατηγορουμένων, ανεστάλη για τρία (3) χρόνια, για δε τον πρώτο κατηγορούμενο, μετατράπηκε σε χρηματική και ορίστηκε για κάθε ημέρα φυλακίσεως σε πέντε (5.00) ΕΥΡΩ. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Οι κατηγορούμενοι, την 1-9-2007 και ώρα 16:00' στο ..., ο πρώτος ως οδηγός μεταφορικού μέσου και ο δεύτερος ως συνοδηγός κατελήφθησαν με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, να μεταφέρουν με αυτό προς ..., την Κ η οποία εισήλθε παράνομα στην ημεδαπή, από μη νομοθετημένη μεθοριακή διάβαση της ελληνοαλβανικής μεθορίου, (περιοχή ...), χωρίς να κατέχει τα νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα και χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, γεγονός το οποίο γνώριζαν. Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι και να τους αναγνωρισθεί ως και πρωτοδίκως το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β' ΠΚ, δηλαδή ότι ωθήθηκαν στην ως άνω πράξη από αίτια μη ταπεινά. Τέλος, πρέπει να απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί τους ότι τελούσαν σε πλάνη". Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο, κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως, κατά συναυτουργία, αναγνωρίζοντας σε αυτούς το ελαφρυντικό ότι ωθήθηκαν στην άνω πράξη τους από αίτια μη ταπεινά και ειδικότερα του ότι: "την 1-9-2007 και ώρα 16:00' στο ..., ο πρώτος κατηγορούμενος ως οδηγός μεταφορικού μέσου και ο δεύτερος ως συνοδηγός από κοινού διευκόλυναν την προώθηση στο εσωτερικό της χώρας, αλλοδαπής, που δεν είχε δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, και συγκεκριμένα κατελήφθησαν με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, να μεταφέρουν με αυτό προς ..., την Κ, η οποία εισήλθε παράνομα στην ημεδαπή, από μη νομοθετημένη μεθοριακή διάβαση της ελληνοαλβανικής μεθορίου (περιοχή ...), χωρίς να κατέχει τα νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα και χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, γεγονός το οποίο γνώριζαν. ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι οι κατηγορούμενοι ωθήθηκαν στην ως άνω πράξη από αίτια μη ταπεινά (84 § 2β ΠΚ)". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απο-δείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλο-γισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 46, 83, 84 § 2β του ΠΚ και 88 § 1α' Ν. 3385/2005, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 506/2009 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορου-μένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, κατηγορίας Φ και υπερασπίσεως Γ. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτοί καταδικάστηκαν, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις κάθε αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) το Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Δυτικής Μακεδονίας, δεν διέλαβε την κατά το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφασή του και την στέρησε έτσι νόμιμης βάσης, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής των προπαρατεθεισών διατάξεων. Συγκεκριμένα, δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά και οι σκέψεις με βάση τις οποίες πείσθηκε και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι και οι δύο εν γνώσει τους από κοινού, προέβησαν στην παράνομη προώθηση στο εσωτερικό της χώρας της παραπάνω λαθρομετανάστριας της οποίας μάλιστα δεν αναφέρεται η εθνικότητα για να μπορεί να κριθεί, ότι χρειαζόταν άδεια εισόδου (visa) στην χώρα αυτή, απορρίπτοντας μόνον τον αυτοτελή ισχυρισμό τους περί πλάνης γενικά, χωρίς καμία απολύτως αιτιολογία. Ειδικότερα, παρόλο που νόμιμα προέβαλλαν νόμιμα τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους ότι κατά τον χρόνο τέλεσης της κατηγορουμένης πράξεως: α) βρίσκονταν σε συγνωστή νομική πλάνη, καθόσον πίστευαν δικαιολογημένα λόγω πλάνης, ότι ο πρώτος Χ1, είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και ότι η πλάνη του αυτή ήταν συγνωστή. β) άλλως πως, ότι κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης διατελούσαν σε πραγματική πλάνη, καθόσον κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης αγνοούσαν τα πραγματικά περιστατικά που την συνιστούσαν και τέλος, γ) ότι τέλεσαν σε κάθε περίπτωση την κατηγορούμενη πράξη, χωρίς τον απαιτούμενο για την στοι-χειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του κατηγορουμένου αδικήματος δόλο. Η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι το δικάσαν Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους ότι κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως βρίσκονταν σε συγνωστή νομική πλάνη, άλλως, ότι διατελούσαν σε πραγματική πλάνη σε σχέση με την κατηγορούμενη πράξη, που προέβαλλε ο συνήγορός τους εγγράφως και καταχωρήθηκε στα πρακτικά είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, αφού, όπως σαφώς προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αλληλο-συμπληρώνεται με το διατακτικό, το παραπάνω Δικαστήριο απέρριψε αιτιολογημένα, εκ του πράγματος, τον προανα-φερόμενο ισχυρισμό, τον κυρίως και τον επικουρικά προβαλλόμενο, με τις παραδοχές του ότι την ανωτέρω "λαθρομετανάστρια", όπως και αυτοί χαρακτηρίζουν, που γραμματικά σημαίνει "άτομο που δεν είχε άδεια εισόδου στη χώρα", κατελήφθησαν να μεταφέρουν προς τη ..., η οποία είχε εισέλθει παράνομα στην ημεδαπή, από μη νομοθετημένη διάβαση της ελληνοαλβανικής μεθορίου, από κοινού δε διευκόλυναν την προώθηση αυτής στο εσωτερικό της χώρας, χωρίς να κατέχει τα νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα και χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις γεγονός το οποίο γνώριζαν, γεγονότα τα οποία αναληθώς ισχυρίζονται. 2) Η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όπερ εγκαθιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, αφού δεν αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του συγκεκριμένου εγκλήματος (δεν αναφέρονται καν), τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στην ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Αβάσιμα όμως, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει στα αλληλοσυμπληρούμενα σκεπτικό και διατακτικό της, την απαιτούμενη πλήρη και σαφή αιτιολογία. 3) ότι δεν μπορούσε να κρισιολογηθεί, ότι ενέπιπτε στην αφηρημένη νομοτυπική μορφή του παραπάνω άρθρου, η επίδικη μεταφορά, ενόσω η παραλαβή της μεταφερόμενης αλλοδαπής για μεταφορά, δεν έγινε όπως η παραπάνω διάταξη σαφώς απαιτεί, από τα σημεία εισόδου ή τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, αλλά από το ... το οποίο απέχει πάνω από 50 χιλιόμετρα από την συνοριακή πύλη εισόδου της χώρας μας, που βρίσκεται στην .... Ως εκ τούτου, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε εσφαλμένη ερμηνεία της παραπάνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης, αφού το δικάσαν Εφετείο της απέδωσε έννοια διαφορετική από αυτή που πραγματικά έχει, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. ε' του Κ.Π.Δ., με άμεσο αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη απόφαση να μην έχει νόμιμη βάση. Αβάσιμη είναι και η αιτίαση αυτή, διότι για το σημείο εισόδου της αλλοδαπής στην Ελληνική Επικράτεια από μη νομοθετημένη μεθοριακή διάβαση της ελληνοαλβανικής μεθορίου, έχει κρίνει ανέλεγκτα το δικάσαν Εφετείο, στην κρίση του οποίου περί τα πραγματικά, δεν μπορεί να εισέλθει το παρόν Δικαστήριο. Και 4) Αβάσιμη είναι και η αιτίαση, συνεπεία των παραπάνω, ότι με το να μην απαντήσει το Δικαστήριο της ουσίας στους πιο πάνω αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, υπέπεσε στην πλημμέλεια της έλλειψης ακροάσεώς τους, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 περ. β' ΚΠΔ λόγω αναιρέσεως, καθόσον το άνω Δικαστήριο απάντησε κατά τα άνω στους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β', Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ακροάσεως, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αίτησεις στο σύνολό τους και να καταδικαστει κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 26 Ιανουαρίου 2010 (υπ' αριθμ. πρωτ. 2 και 1/2010 αντίστοιχα ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας) κατατεθείσες αιτήσεις των: α) Χ1 και β) Χ2, για αναίρεση της με αριθμό 506/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προώθηση στο εσωτερικό της χώρας υπηκόων τρίτων χωρών, υπό οδηγού μεταφορικού μέσου, κατά συναυτουργία (αρθρ. 88 § 1 Ν. 3386/05). Αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών περί συγγνωστής νομικής πλάνης, άλλως, περί πραγματικής πλάνης, ενώ υπάρχει και έλλειψη ακροάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 περ. Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Όμως, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και από το διατακτικό που αλληλοσυμπληρώνονται, έχουν απορριφθεί αιτιολογημένα οι άνω ισχυρισμοί και έτσι δεν υπάρχει ούτε έλλειψη ακροάσεως. Αβάσιμοι και οι λόγοι των αιτήσεων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής που εφαρμόστηκε, για παράνομη προώθηση αλλοδαπών στο εσωτερικό της χώρας. Απορρίπτει ως αβάσιμες αιτήσεις αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Συναυτουργία, Λαθρομεταναστών μεταφορά, Πλάνη.
| 0
|
Αριθμός 1515/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Παναγιωτόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 794-795/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους .... Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1460/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 794,795/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, πλαστογραφίας με χρήση με σκοπό περιουσιακό όφελος κατ' εξακολούθηση, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου που υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών, με το ελαφρυντικό του πρότερου εντίμου και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Κατά το χρονικό διάστημα από του μηνός Δεκεμβρίου 1989 έως του μηνός Δεκεμβρίου 1993 η Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "Ν. Και Κ ΑΕΒΕ", που είχε την έδρα της στη Θεσσαλονίκη και της οποίας Πρόεδρος ήταν ο Κ, είχε εισαγάγει από τη ... στην Ελλάδα, μέσω του Τελωνείου ..., κενές φιάλες και βάζα. Τον εκτελωνισμό των εμπορευμάτων αυτών η παραπάνω εταιρεία είχε αναθέσει στον εκκαλούντα κατηγορούμενο Χ, ο οποίος δεν είχε άδεια εκτελωνιστή πλην όμως ενεργούσε με εξουσιοδότηση αρχικά του εκτελωνιστή Σ και στη συνέχεια, μετά την συνταξιοδότηση του εκτελωνιστή Σ1. Κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ κατέθεσε στο Τελωνείο ...δηλωτικά εισαγωγής που είναι ισάριθμα των φορτίων που είχαν αφιχθεί και τα εμπορεύματα που αναφέρονται σ'αυτά εναποτέθηκαν νόμιμα σε αποθηκευτικούς χώρους της ανωτέρω εταιρείας. Οι δασμοί που αναλογούσαν στα εμπορεύματα αυτά ανέρχονται στο ποσό των 182.773.333 δραχμών οι οποίοι όμως δεν καταβλήθηκαν μολονότι τα εμπορεύματα διατέθηκαν στην κατανάλωση. Για την κάλυψη της μη καταβολής των αναλογούντων ως άνω δασμών ο κατηγορούμενος Χ προέβαινε στην εξής μεθόδευση. Από διασαφήσεις εισαγωγής ή μεταφόρτωσης εμπορευμάτων που κατά το παρελθόν είχαν εκτελωνιστεί νομίμως δημιουργούσε φωτοτυπίες αυτών, αφού προηγουμένως εκάλυπτε με χημικό υγρό τους αριθμούς των δηλωτικών από τα οποία προέρχονταν τα εμπορεύματα που είχαν ήδη νομίμως τελωνιστεί και στη συνέχεια στη θέση τους σημείωνε τους αριθμούς των δηλωτικών που αφορούσαν τα εμπορεύματα της ως άνω 863 δηλωτικής εισαγωγής που δεν είχαν τελωνιστεί. Μετά από αυτά φωτοτυπούσε τις κατ' αυτόν τον τρόπο νοθευμένες διασαφήσεις και τις πλαστές αυτές φωτοτυπίες τις προσκόμιζε στο Γραφείο Δηλωτικών του Τελωνείου ... για να πιστώσει τ' αναφερόμενα σ' αυτές δηλωτικά εισαγωγής εμπορευμάτων τα οποία ήσαν τα ίδια με εκείνα που αναφέρονται στις κοινοτικές διασαφήσεις. Η χρήση φωτοτυπιών από διασαφήσεις με τα παραπάνω στοιχεία ήταν συνήθης και μακρόχρονη τακτική που εφαρμοζόταν στο Τελωνείο .... Κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα υπεύθυνος του Γραφείου παρακαλούθησης των Δηλωτικών του Τελωνείου ...ήταν ο .... Αυτός δεχόταν τις κατά τα άνω δημιουργούμενες από τον Χ φωτοτυπίες και ειδική θέση βεβαίωσε ότι τα σχετικά δηλωτικά εξοφλήθηκαν. Τα δηλωτικά εισαγωγής που φέρονται ότι εξοφλήθηκαν ή ότι τα εμπορεύματα που αυτά αφορούσαν μεταφορτώθηκαν σε άλλο Τελωνείο, το οποίο και θα προέβαινε στον Τελωνισμό αυτών αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας. Από τις ως άνω πράξεις του κατηγορουμένου Χ το Ελληνικό Δημόσιο ζημιώθηκε κατά το προαναφερθέν ποσό των 182.773.333 δραχμών. Ως εκ τούτου πρέπει ο ως άνω κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδοθείσης σ'αυτόν πράξης της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση με σκοπό το όφελος, του ίδιου και της ως άνω Ανώνυμης Εταιρείας, με βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου που υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών κατά τα στο διατακτικό ειδικότερα οριζόμενα. Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο ως άνω κατηγορούμενος και μέχρι το χρόνο τέλεσης της ως άνω πράξεώς του έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική ζωή (άρθρο 84 παρ. 2 εδ. α' του ΠΚ)". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της πιο πάνω αξιόποινης πράξης με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου και ειδικότερα, του ότι: "Α) Στη ... κατά τους παρακάτω χρόνους με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα: α) στον πιο πάνω τόπο κατά το χρονικό διάστημα από 18-12-1989 έως 29-12-1993 και σε μη εξακριβωμένες επακριβώς ημερομηνίες με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος κατάρτισε πλαστά έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' του Π.Κ. με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονότα που είχαν έννομες συνέπειες και στη συνέχεια χρησιμοποίησε εν γνώσει του τα έγγραφα αυτά επιδιώκοντας και επιτυγχάνοντας να προσπορίσει στον εαυτό του και σε άλλους περιουσιακό όφελος δια βλάβης αντίστοιχα του Ελληνικού Δημοσίου, η συνολική ζημία του οποίου υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών, Ειδικότερα κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα αν και δεν διέθετε πτυχία και επαγγελματική άδεια εκτελωνιστή ενεργώντας ως αντιπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας "Ν και Κ ΑΕΒΕ", η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον διευθύνοντα σύμβουλο και πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της Κ, κατέθεσε κατ' εντολή και για λογαριασμό της εταιρίας στο Τελωνείο ... δηλωτικά εισαγωγής εμπορευμάτων και δη φιαλών και βάζων από γυαλί, προέλευσης ..., τα οποία προωθήθηκαν και εναποτέθηκαν σε ιδιωτικούς αποθηκευτικούς χώρους της πιο πάνω εταιρίας, στη συνέχεια δε με σκοπό να επιτύχει την παράνομη πίστωση-εξόφληση των πιο πάνω δηλωτικών κατήρτισε εξ υπαρχής πλαστά φωτοαντίγραφα διασαφήσεων εισαγωγής και μεταφόρτωσης που παρήγαγε με τη νόθευση και επαναφωτοτύπιση αντιγράφων άλλων γνησίων παραστατικών, τελωνισμένων ήδη εμπορευμάτων, δηλαδή χρησιμοποιώντας απλές φωτοτυπίες τακτοποιημένων διασαφήσεων εισαγωγής ή μεταφόρτωσης, τις οποίες επαναφωτοτύπησε αφού προηγου-μένως αλλοίωσε το περιεχόμενο τους εξαλείφοντας με χημικό διορθωτικό (ΒLΑΝCΟ) τους αριθμούς των δηλωτικών, το είδος, το βάρος, τα τεμάχια και την αξία των τελωνισμένων εμπορευ-μάτων και συμπληρώνοντας ή αντικαθιστώντας κατά περίπτωση τους αριθμούς και τα στοιχεία δηλωτικών, των οποίων τα εμπορεύματα δεν είχαν μέχρι τότε τελωνισθεί (φωτομοντάζ). Τα πιο πάνω παραποιημένα φωτοαντίγραφα διασαφήσεων εισαγωγής ή μεταφόρτωσης, τα οποία αν και ανεπιβεβαίωτα ή ανεπικύρωτα, ήταν προορισμένα και πρόσφορα, κατά τη συναλλακτική πρακτική, να αποδείξουν την ύπαρξη αντιστοίχων πρωτοτύπων εγγράφων με το ίδιο περιεχόμενο, προσκόμισε και υπέβαλλε στους αρμοδίους υπαλλήλους του γραφείου παρακολούθησης δηλωτικών του Τελωνείου ..., ... και ..., προκείμενου να παραπλανήσει αυτούς, ώστε να προβούν στην παράνομη πίστωση-εξόφληση των πιο πάνω δηλωτικών εισαγωγής, κατά τον πιο πάνω τρόπο επεδίωξε και πέτυχε να προσπορίσει στον εαυτό του και στην πιο πάνω εταιρία παράνομο περιουσιακό όφελος μη καταβάλλοντος και στερώντας αντίστοιχα από το Ελληνικό Δημόσιο τους εισπρακτέους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα για τα εισαχθέντα από την αλλοδαπή εμπορεύματα, που ανήλθαν συνολικά στο ποσό των 182.772.333 δραχμών. Συγκεκριμένα δε για την παράνομη πίστωση - εξόφληση των επόμενων δηλωτικών παραποίησε ως ακολούθως τα πιο κάτω παραστατικά επιτυγχάνοντας μ' αυτό τον τρόπο κατά περίπτωση και συνολικά τη μη πληρωμή προς το Δημόσιο των πιο κάτω δασμολογικών επιβαρύνσεων:
ΠΑΡΕΜΒΑΛΛΟΝΤΑΙ ΠΙΝΑΚΕΣ Από σελ. 09 έως και 28 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΕΠΕΞΗΓΗΣΗΣ ΠΙΝΑΚΩΝ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΠΟΥ ΠΑΡΑΠΟΙΗΘΗΚΑΝ:
Η στήλη αυτή αναφέρει τις συγκεκριμένες θέσεις του ενιαίου διοικητικού εγγράφου (Ε.Δ.Ε.) που διεγράφησαν - αντικαταστάθηκαν ή συμπληρώθηκαν άλλα στοιχεία από τα πραγματικά και στη συνέχεια επαναφωτοτυπήθηκαν.
Οι θέσεις που παραποιήθηκαν είναι:
α) ΘΕΣΗ 6:Σύνολο Δεμάτων - Σημειώνεται ο συνολικός αριθμός των δεμάτων που αναφέρει ο ενδιαφερόμενος σε όλα τα έντυπα, περιλαμβανομένων και των συμπληρωματικών αυτών που χρησιμοποιούνται, β) ΘΕΣΗ 18:Ταυτότητα και εθνικότητα του μεταφορικού μέσου κατά την άφιξη, γ) ΘΕΣΗ 28:
Οικονομικά και Τραπεζικά Δεδομένα.
Στη θέση αυτή αναγράφεται ο αριθμός και το έτος έκδοσης του ή των τιμολογίων.
δ) ΘΕΣΗ 31:Δέματα και περιγραφή των εμπορευμάτων.Σημεία και αριθμοί.
ε) ΘΕΣΗ 35:Μικτή Μάζα (σε χιλιόγραμμα),
στ) ΘΕΣΗ 38:Αναγράφεται η καθαρή μάζα σε χιλιόγραμμα των εμπορευμάτων που περιγράφονται στη θέση 31.
ζ) ΘΕΣΗ 40:Συνοπτικό Δηλωτικό - προηγούμενο παραστατικό.
Αναγράφεται ο αριθμός Δηλωτικού που πιστώνεται.
η) ΘΕΣΗ 21:Ταυτότητα - εθνικότητα του ενεργού μεταφορικού μέσου που διέρχεται τα σύνορα.6) ΘΕΣΗ 22:
Νόμισμα και συνολικό ποσό τιμολογίου,
ι) ΘΕΣΗ 33:Κωδικός εμπορευμάτων.Σύμφωνα με την ονοματολογία ΤΑRIC.
ια) ΘΕΣΗ 46:Στατική Αξία.Αναγράφεται η αξία του εμπορεύματος,
ιβ) ΘΕΣΗ Ε(1):ΧΩΡΟΣ ΕΠΑΛΗΘΕΥΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΛΕΓΚΤΗ (όπισθεν της σελίδας).
Είναι η θέση όπου περιγράφονται πλήρως και αναλυτικά τα έμπροσθεν δηλούμενα στοιχεία από τον ενδιαφερόμενο και επαληθεύονται.
4)ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΠΟΥ ΠΑΡΑΠΟΙΗΘΗΚΑΝ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΔΗΛΩΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣ ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΠΙΣΤΩΣΗ: Στη στήλη αυτή αναφέρονται οι θέσεις που προστέθηκαν τα Νούμερα Δηλωτικών και το βάρος για να πιστωθούν τα δηλωτικά χωρίς να διαγραφεί τίποτε άλλο. Όπου υπάρχει η ένδειξη "Ιη σελίδα" σημαίνει ότι σ' ένα οποιοδήποτε σημείο της 1ης σελίδας έγινε ειδική πράξη εκ των υστέρων με τα δηλωτικά και τα βάρη για να πιστωθούν τα δηλωτικά που δεν αναφέρονταν προηγουμένως στην θέση 40.
5)ΠΟΣΟΤΗΤΕΣ ΠΟΥ ΠΙΣΤΩΘΗΚΑΝ ΠΑΡΑΝΟΜΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΠΟΙΗΘΕΝ ΠΑΡΑΣΤΑΤΙΚΟ:
Στη στήλη αυτή αναφέρονται οι ποσότητες σε χιλιόγραμμα και το είδος των εμπορευμάτων που πιστώθηκαν παράνομα από τη χρήση των αναφερομένων στη στήλη (2) παραποιηθέντων παραστατικών.
6)ΔΑΣΜΟΙ ΚΑ) ΦΟΡΟΙ ΠΟΥ ΖΗΜΙΩΘΗΚΕ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΝΟΜΟ ΠΙΣΤΩΘΕΝ ΔΗΛΩΤΙΚΟ: Στη στήλη αυτή αναφέρεται το ποσόν σε δραχμές που ζημιώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο σε σύνολο από την παράνομη πίστωση του Δηλωτικού.
Παρατήρηση: Στις στήλες 3 και 4 όπου υπάρχει "Χ" ή "-" ή κενό δεν έχει διαπιστωθεί παραποίηση - διόρθωση ή οτιδήποτε άλλο.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση το άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 83, 84παρ. 2α, 98 και 216 παρ. 1, 3 ΠΚ και άρθρ. 1 παρ. 1 Ν.1608/1950, όπως ισχύει μετά την αντικ/σή του με το άρθρ. 36 παρ. 1 του Ν. 2172/1993 και την τροπ/σή του με το άρθρ. 4 παρ. 3 του Ν.2408/1996, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 794-795/2009 του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: 1) Σ5, 2) Σ3, 3) Σ4, 4) Σ, 5) Σ1 και 6) Σ2. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι:1) Οι επίδικες φωτοτυπίες διασαφήσεων δεν είναι κατά νόμο έγγραφα με την παραπάνω έννοια, διότι κατά κανένα τρόπο δεν ήταν κατά νόμο πρόσφορες ή δεν προορίζονταν να αποδείξουν γεγονός που έχει έννομη συνέπεια. Επομένως ο εκτελωνισμός με χρήση και κατάθεση απλής φωτοτυπίας της διασάφησης είναι και αντίθετος με τον νόμο και δεν νοείται πρακτική Δημοσίας υπηρεσίας αντίθετη με συγκεκριμένες νομικές διατάξεις. Λανθασμένα επομένως το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήρο ερμήνευσε και εφήρμοσε τις σχετικές νομικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. γ' εδ. α' ΠΚ και 216 ΠΚ. Αβάσιμα όμως, διότι στην έννοια του εγγράφου κατά τα άρθρα 13γ' και 216 ΠΚ, περιλαμβάνεται και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου, στο οποίο απεικονίζεται το πρωτότυπο εγγράφου, με τη χρησιμοποίηση κατάλληλης συσκευής (Ολ.ΑΠ 2/2000). Κατά συνέπεια, το γεγονός με έννομη σημασία, που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει το πρωτότυπο εγγράφου, εμφανίζεται και στο πιστό αντίγραφο, έστω και αν δεν είναι επικυρωμένο και, επομένως, μπορεί να αποδειχθεί με αυτό (ΑΠ 2/2004 Ποιν.Χρ. ΝΔ' 394), 2) Μεταξύ αιτιολογιών και διατακτικού υφίσταται σημαντική αντίφαση, αφού στο μεν διατακτικό γίνεται δεκτό ότι "τα παραποιημένα φωτοαντίγραφα διασαφήσεων εισαγωγής ή μεταφόρτωσης τα οποία αν και ανεπιβεβαίωτα ή ανεπικύρωτα ήταν προορισμένα και πρόσφορα κατά τη συναλλακτική πρακτική να αποδείξουν την ύπαρξη αντιστοίχων πρωτοτύπων εγγράφων, με το ίδιο περιεχόμενο.." ενώ κατά τις αιτιολογίες η παραπλάνηση του Τελωνείου, επετυγχάνετο δια μόνης της καταθέσεως φωτοτυπιών διασαφήσεων. Πρόκειται περί δύο όλως διαφορετικών θέσεων ως προς την μεθόδευση και λειτουργία του στοιχείου "σκοπός παραπλάνησης", η δε ασάφεια και αντίφαση των δύο αυτών θέσεων, καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το τι δέχεται τελικά η απόφαση και ως προς την ορθή ή όχι εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 216 παρ. 3 του ΠΚ. Παραβιάσθηκε επομένως και εκ πλαγίου η παραπάνω ουσιαστική διάταξη, αλλά και αυτή του άρθρου 13 περ. γ'εδ. α' ΠΚ, η δε πλημμέλεια αυτή καθιστά αναιρετέα την απόφαση, για τον λόγο του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Ε του ΚΠΔ. Είναι αβάσιμη επίσης και η αιτίαση αυτή, καθόσον, κατά τα άνω λεχθέντα, καμιά αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει, είναι δε επιτρεπτή η αναφορά του σκεπτικού για την αιτιολογία, στο διατακτικό, με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο, αφού το τελευταίο περιέχει λεπτομερώς τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την ενοχή, ούτε εξάλλου ευθέως ή εκ πλαγίου παραβιάστηκαν οι άνω διατάξεις του ΠΚ. Και 3) ότι η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας την οποία επιτάσσει το άρθρο 93 του Συντ. και 139 του ΚΠΔ, αφού δεν εξηγεί το δικάσαν Δικαστήριο με την αναιρεσειόμενη απόφασή του από ποιά στοιχεία η αποδείξεις προέκυψε, ότι παρά τις αυστηρές νομοθετικές προβλέψεις και προδιαγραφές, τις Υπουργικές αποφάσεις, εγκύκλιες διαταγές και άλλες οδηγίες, οι οποίες καθιστούσαν εντελώς απαγορευτική τη χρήση φωτοτυπιών, αντί των προβλεπομένων επισήμων πρωτοτύπων εντύπων διασαφήσεων, συμπληρωμένων πρωτοτύπως με γραφομηχανή ή χειρογράφως με μελάνη, ώστε να διασφαλίζονται τα συμφέροντα του Δημοσίου, ειδικά στο Τελωνείο ..., του Νομού ... επιτρεπόταν η χρήση φωτοτυπιών από διασαφήσεις. Αβάσιμα όμως, διότι, όπως προαναφέρθηκε, το γεγονός με έννομη σημασία, που προοριζόταν να αποδείξει το πρωτότυπο του εγγράφου, αποδείκνυαν και οι φωτοτυπίες από τις εν λόγω διασαφήσεις.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος στο Δικαστήριο αυτό, Ελληνικού Δημοσίου, μειωμένη όμως στο μισό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Σεπτεμβρίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. 7642/1.10 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου/ 2009) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 794-795/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος Ελληνικού Δημοσίου, που ανέρχεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση με σκοπό περιουσιακό όφελος σε βάρος του Δημοσίου που υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών. Αβάσιμοι οι λόγοι για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, που εφαρμόστηκαν. Στην έννοια του εγγράφου κατά την ΠΚ 13 εδ. γ και 216, περιλαμβάνεται και το φωτοτυπικό αντίγραφο του εγγράφου. Το γεγονός με έννομη σημασία που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει το πρωτότυπο του εγγράφου, εμφανίζεται και στο φωτοαντίγραφο, έστω και αν δεν είναι επικυρωμένο. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1514/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και την Γραμματέα Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Πέτρουλα, περί αναιρέσεως της 1916, 1958/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενους του 1) Σ1, 2) Σ2, 3) Σ3 και 4) Σ4,
και με πολιτικώς ενάγουσα την "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1288/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρό-τητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσια-στικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιο-λογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 1916, 1958/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος απλής συνέργειας σε απάτη με χρήση και πλαστογραφίας με χρήση και του επιβλήθηκε ποινή συνολική δεκαπέντε (15) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "ο έβδομος (7ος) κατηγορούμενος (αναιρεσείων) τέλεσε τις πλημμεληματικές πράξεις της απλής συνέργειας σε μία μερικότερη πράξη απάτης και μία μερικότερη πράξη πλαστογραφίας με χρήση πλαστού εγγράφου, τις οποίες τέλεσαν από κοινού οι 1ος και 2η, οι οποίοι χρησιμοποιώντας υπογραμμένη από τον ίδιο αίτηση δανειοδότησης και εκκα-θαριστικό σημείωμα που αυτός τους έδωσε για να το πλαστογραφήσουν και να το συνυποβάλουν σαν δικαιολο-γητικό, παραπλάνησαν τα αρμόδια όργανα της τράπεζας και πέτυχαν τη χορήγηση σ' αυτόν καταναλωτικού δανείου ποσού 23.272 ευρώ".
Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα των άνω αξιόποινων πράξεων, αναγνωρίζοντας σε αυτόν τα ελαφρυντικά, αφενός ότι έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, αφετέρου ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του και ειδικότερα, του ότι: "Στην Αθήνα τον Αύγουστο του 2001 με πρόθεση παρέσχε σε άλλους απλή συνδρομή να εκτελέσουν δυο άδικες πράξεις που διέπραξαν. Ειδικότερα, ενώ γνώριζε ότι οι [Ζ1, Ζ2,] με τη χρησιμοποίηση εικονικών τιμολογίων και πλαστών εγγράφων [εκκαθαριστικά σημειώματα κ.λ.π.] εξαπατούσαν τους αρμόδιους υπάλληλους της Γενικής Τράπεζας και χορηγούσαν καταναλωτικά δάνεια σε άτομα που δεν είχαν τις αναγκαίες προϋποθέσεις, όπως και ο ίδιος, παρέδωσε στους παραπάνω, υπογραμμένη από αυτόν αίτηση χορήγησης καταναλωτικού δανείου, για να την καταθέσουν στη Γενική Τράπεζα, Υποκατάστημα ..., καθώς και εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2000 για να το πλαστογραφήσουν και να το συνυποβάλλουν με την αίτηση. Οι δε τελευταίοι υπέβαλαν την αίτηση μαζί με εικονικό τιμολόγιο της εταιρείας Ζ2 ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ Ε.Π.Ε., το προαναφερόμενο εκκαθαριστικό σημείωμα έτους 2000, το οποίο πλαστογράφησαν κατά τα ουσιώδη στοιχεία του και καθ' όλα πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα έτους 2001 που κατασκεύασαν. Με τις ενέργειες δε αυτές παραπλάνησαν τους αρμόδιους υπαλλήλους της Γενικής Τράπεζας, τους οποίους έπεισε και χορήγησαν στο όνομα του [Χ] δάνειο ύψους 23.272 Ευρώ. Με τη συμπεριφορά του αυτή ο κατ/νος με πρόθεση παρέσχε στους [Ζ1, Ζ2,] συνδρομή για να εκτελέσουν την μερικότερη πράξη της απάτης και τη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση που διέπραξαν". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απο-δείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλο-γισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. α', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, ... § 2 α' και ε', 94, 98, 386 § 2-1 και 216 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 1916, 1958/2009 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορου-μένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: 1) Μ1, 2) Μ2, 3) 3, 4) Μ4, 5) Μ5 , 6) Μ6, 7) Μ7 και 8) Μ8. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: Α) ελλείπει η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον: 1) η προσβαλλόμενη απόφαση, αντί για την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, παραθέτει στο σκεπτικό την ίδια την κατηγορία, όπως την μετέτρεψε, επίσης δε, στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, εκ των οποίων το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην κρίση ότι συντρέχουν στο πρόσωπό του τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία της απλής συνέργειας, δηλαδή ότι αυτός από πρόθεση συνέδραμε με συγκεκριμένο τρόπο τους συγκατηγορουμένους του, Ζ1 και Ζ2, να τελέσουν τις πράξεις της απάτης και της πλαστογραφίας με χρήση πλαστού εγγράφου που τους αποδίδεται. 2) στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αναφέρονται καθόλου τα στοιχεία της υποκειμενικής υπόστασης της πράξης της απλής συνέργειας, για την οποία καταδικάστηκε, δηλαδή δεν αναφέρεται εάν συντρέχει στο πρόσωπό του ο δόλος του απλού συνεργού, συνιστάμενος αφενός μεν στην συνείδηση (γνώση και θέληση) ότι συνέδραμε τους συγκατηγορουμένους του στην τέλεση των άδικων πράξεων της απάτης και πλαστογραφίας και αφετέρου στη θέλησή του να τελέσουν τις συγκεκριμένες πράξεις τις οποίες τέλεσαν. Η μη αναφορά όμως στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης των υποκειμενικών στοιχείων του δόλου του ως απλού συνεργού καθιστά την απόφαση αναιρετέα, δεδομένου ότι δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο εάν ορθά ή όχι έγινε από το δικάσαν Δικαστήριο η υπαγωγή αυτών που ανέλεγκτα δέχτηκε, στην ουσιαστική διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 ΠΚ που εφάρμοσε. 3) στο αιτιολογικό της καταδικαστικής για απλή συνέργεια απόφασης δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα το είδος και ο τρόπος της συνδρομής του απλού συνεργού, έτσι ώστε να μπορεί να ελεγχθεί ο συλλογισμός βάσει του οποίου το Δικαστήριο κατέληξε στην απόφασή του ότι στοιχειοθετείται στη συγκεκριμένη περίπτωση απλή συνέργεια και εάν σωστά εφαρμόστηκε η ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 ΠΚ, 4) στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αναφέρεται καθόλου ο τρόπος με τον οποίο παρείχε ποινικά κολάσιμη συνδρομή στους άνω συγκατηγορουμένους του για την τέλεση των πράξεων της απάτης και της πλαστογραφίας που τους αποδίδονται, 5) η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολόγησε ειδικά, με σαφήνεια και με πληρότητα από ποια συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία οδηγήθηκε στην κρίση ότι συνέδραμε τους συγκατηγορουμένους του Ζ1 και Ζ2 να τελέσουν τις πράξεις της απάτης και της πλαστογραφίας που τους αποδίδονται, 6) στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αναφέρεται ούτε συνάγεται ο χρόνος τέλεσης των πράξεων της απλής συνέργειας, για τις οποίες καταδικάστηκε, έτσι ώστε να είναι εφικτό να ελεγχθεί εάν οι εν λόγω πράξεις είχαν παραγραφεί ή όχι. Αυτό έχει σημασία, καθόσον εάν θεωρηθεί ότι η συνδρομή του συνίσταται στην παράδοση στον Ζ1 του εκκαθαριστικού του σημειώματος και στην υπογραφή της αίτησης δανείου, που έλαβαν χώρα στις 25-4-2001, δηλαδή στην αναγραφόμενη στην αίτηση δανειοδότησης ημερομηνία, συνάγεται ότι οι πράξεις της απλής συνέργειας για τις οποίες καταδικάστηκε είχαν παραγραφεί κατά το χρόνο εκδίκασης της έφεσής του, με τη συμπλήρωση οκταετίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 και 113 ΠΚ. Και 7) υπάρχει αντίφαση μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε. Αβάσιμα όμως προβάλλει τις αιτιάσεις του αυτές, διότι οι κατά τα άνω παραδοχές, αποτελούν την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν αντικειμενικά και υποκειμενικά τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στις ουσια-στικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Υπάρχει ακόμη η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν γίνεται αναφορά στο διατακτικό, εφόσον το τελευταίο είναι αναλυτικό και λεπτομερειακό και περιλαμβάνει και στοιχεία αιτιολογίας, όπως εν προκειμένω. Δεν υπάρχει δε η αντίφαση που ο αναιρεσείων προβάλλει, διότι στο σκεπτικό της η απόφαση αναφέρει το ένα εκκαθαριστικό, που ο αναιρεσείων έδωσε στους συγκατηγορουμένους του, Ζ1 και Ζ2 και στο διατακτικό αναφέρεται και το άλλο εκκαθαριστικό, πλαστό, που οι συγκατηγορούμενοί του αυτοί κατάρτισαν και συνολικά δηλαδή, δύο (2) εκκαθαριστικά. Επίσης, δεν απαιτείται να αιτιολογείται ιδιαίτερα ο δόλος του αναιρεσείοντος, αφού αυτός υπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων που τέλεσε και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς τους. Και Β) το δικάσαν Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 111 και 113 παρ. 1, 2 και 3 ΠΚ περί παραγραφής των αδικημάτων, καθόσον τον καταδίκασε για πράξεις απλής συνέργειας, οι οποίες (δήθεν) είχαν τελεστεί στις 25-4-2001 και συνεπώς είχαν παραγραφεί από τις 25-4-2009, με τη συμπλήρωση οκταετίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 και 113 ΠΚ. Δηλαδή κατά την εκδίκαση της έφεσής του στις 3-7-2009, τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε είχαν ήδη παραγραφεί. Αβάσιμα όμως, διότι το Δικαστήριο της ουσίας έχει δεχθεί ανελέγκτως ότι τα εγκλήματα που τέλεσε ο αναιρεσείων, πράχθηκαν τον Αύγουστο του 2001, οπότε μέχρι τις 3-7-2009, που εκδικάστηκε η έφεσή του, δεν είχε παρέλθει η, κατά τις άνω διατάξεις, απαιτούμενη οκταετία. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Ιουλίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. 6259/29-7-2009 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 1916, 1958/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απλή συνέργεια σε απάτη. Υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν γίνεται αναφορά στο διατακτικό, εφόσον το τελευταίο είναι αναλυτικό και λεπτομερειακό και περιλαμβάνει και στοιχεία αιτιολογίας. Δεν απαιτείται να αιτιολογείται ιδιαίτερα ο δόλος του δράστη - αναιρεσείοντος, αφού αυτός υπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος που τέλεσε και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του. Το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας τις αποδείξεις, κρίνει ανελέγκτως για το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος. Αβάσιμοι οι λόγοι της αιτήσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Συνέργεια, Δόλος.
| 1
|
Αριθμός 1510/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' Ποινικό Τμήμα Διακοπών - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύων Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δημητρούλα Υφαντή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Δημήτριο Κράνη και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή ... που δεν παρέστη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 958/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και αναστολή εκτέλεσης της ποινής που επιβλήθηκε στον αιτούντα με την 95/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών καθώς και το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με τις ως άνω αποφάσεις τους διέταξαν όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας και αναστολή εκτέλεσης της ποινής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 988/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 250/29-7-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ.2, 527 παρ. 1 και 3, 528 παρ. 1 και 529 του Κωδ. Ποιν. Δικ. την από 21/7/2010 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασμένου Χ, κατοίκου ..., και ήδη κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή ..., που στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 958/3-4-2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη αφενός αίτησή του για αναβολή εκδικάσεως της υπ' αριθμ. 84 και με ημεροχρονολογία καταθέσεως 22-1-2007 εφέσεώς του κατά της υπ' αριθμ. 95/15-1-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών με την οποία έχει καταδικαστεί για απάτη κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελεσθείσα (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 13 περ. στ', 98 και 386 παρ. 1 και 3 ΠΚ, όπως τα άρθρα 13 και 386 τροποποιήθηκαν και ισχύουν με τα άρθρα 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996 και 14 Παρ. 4 του Ν. 2721/1999) σε ποινή καθείρξεως 6 ετών και αφετέρου απορρίφθηκε η ως άνω έφεσή του ως ανυποστήρικτη. Εν συνεχεία ο εν λόγω αιτών υπέβαλε κατά της ως άνω αποφάσεως υπ' αριθμ. 958/3-4-2009 την από 15-5-2009 αίτηση ακυρώσεως της διαδικασίας κατ' άρθρο 341 του Κωδ. Ποιν. Δικ., η οποία απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη με την υπ' αριθμ. 1959/3-7-2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών διότι το εν λόγω δικαστήριο δεν δέχθηκε την ύπαρξη λόγω ανωτέρας βίας λόγω ασθενείας επικαλούμενος σχετικές ιατρικές βεβαιώσεις καθώς και την υπ' αριθμ. 11.802/16-6-2010 ένορκη βεβαίωση του Φ που έδωσε στην Συμβολαιογράφο Αθηνών Αικατερίνη Σωτηρίου σύμφωνα με την οποία στις 3-4-2009 νοσηλεύθηκε εκτάκτως στην κλινική ... λόγω καρδιακής ανεπάρκειας και δεν μπόρεσε συνεπεία τούτου να υποστηρίξει την έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 95/15-1-2007 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Κατά της αυτής ως άνω υπ' αριθμ. 958/3-4-2009 αποφάσεως ο εν λόγω αιτών υπέβαλε και την υπ' αριθμ. 1310/15-5-2009 αίτηση αναιρέσεως επικαλούμενος τους αυτούς ως άνω λόγους και ότι έπρεπε η προαναφερομένη απόφαση να αναιρεθεί για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1Δ Κ.Π.Δ.) διότι απέρριψε κατ' αυτόν αναιτιολόγητα το αίτημά του που υποβλήθηκε από τον συνήγορό του για αναβολή συζητήσεως της εφέσεώς του κατ' άρθρο 349 του Κωδ. Ποιν. Δικ., επί της οποίας αιτήσεως αναιρέσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 563/17-3-2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που την απέρριψε ως αβάσιμη.
Ήδη με την κρινομένη αίτησή του επανέρχεται αιτούμενος όπως κατ' εφαρμογή του άρθρου 525 παρ. 2 του Κωδ. Ποιν. Δικ. ακυρωθεί η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 958/3-4-2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και επανεισαχθεί η εν λόγω υπόθεση σε άλλο ομοιόβαθμο δικαστήριο προς επανάκριση της υπ' αριθμ. 84/22-1-2007 εφέσεώς του που στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 95/15-1-2007 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών που απέρριψε αναιτιολόγητα κατ' αυτόν τον προταθέντα λόγο αναβολής κατ' άρθρο 349 του Κωδ. Ποιν. Δικ., επικαλούμενος ως νεώτερο γεγονός την υπ' αριθμ. 11802/16-6-2010 ένορκη βεβαίωση του Φ καθώς και σχετική ιατρική βεβαίωση από την Διαγνωστική Νοσηλευτική Κλινική ... που υπογράφεται από τον ..., ειδικό παθολόγο, διδάκτορα της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, αιτούμενος επί πλέον και την αναστολή εκτελέσεως της ποινής που του επιβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 95/15-1-2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Με τέτοιο αίτημα η κρινομένη αίτηση είναι μη παραδεκτή καθόσο δεν προβλέπεται από καμμία από τις περιοριστικά αναγραφόμενες περιπτώσεις του άρθρου 525 του Κωδ. Ποιν. Δικ., το οποίο προϋποθέτει οπωσδήποτε την αμετάκλητη έκδοση καταδικαστικής αποφάσεως επί της ουσίας κατά της οποίας σύμφωνα με το άρθρο 546 του Κωδ. Ποιν. Δικ. είτε δεν επιτρέπεται η άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου, είτε επιτρέπεται μεν τούτο το οποίο όμως δεν ασκήθηκε, είτε ασκήθηκε μεν αλλά απορρίφθηκε.
Εν προκειμένω ο αιτών όπως έχει ήδη αναφερθεί υπέβαλε κατά της υπ' αριθμ. 958/3-4-2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών τόσο αίτηση ακυρώσεως της διαδικασίας κατ' άρθρο 431 του Κωδ. Ποιν. Δικ. όσο και αίτηση αναιρέσεως κατ' άρθρο 501 παρ. 1 ιδίου κώδικα τα οποία και απορρίφθηκαν ως αβάσιμα. Έχει συνεπώς εξαντλήσει όλα τα προβλεπόμενα από τον νόμο ένδικα μέσα κατά της ως άνω αποφάσεως.
Αίτηση όμως επαναλήψεως της διαδικασίας κατά αποφάσεως, όπως η προσβαλλομένη, η οποία δεν εξέτασε την ουσία της υποθέσεως αλλά απασχολήθηκε αποκλειστικά με την βασιμότητα ή μη ασκηθέντος ενδίκου μέσου που προβλέπεται από τον νόμο, δεν επιτρέπεται.
Συνεπώς η κρινομένη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 476 παρ. 1 του Κωδ. Ποιν. Δικ. να κηρυχθεί απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε κατά αποφάσεως κατά της οποία δεν προβλέπεται το συγκεκριμένο ένδικο μέσο αφενός και αφετέρου να καταδικαστεί στα έξοδα κατ' άρθρο 583 παρ. 1 του Κωδ. Ποιν. Δικ. Επί πλέον δε πρέπει να απορριφθεί και το έτερο αίτημά του περί αναστολής εκτελέσεως της ποινής καθείρξεως των έξι (6) ετών που του επιβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 95/15-1-2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών αφενός διότι στρέφεται κατ' αποφάσεως κατά της οποίας δεν προβλέπεται από τον νόμο αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας (υπ' αριθμ. 958/2009) και αφετέρου διότι η ποινή καθείρξεως των έξι (6) ετών της οποίας ζητείται η αναστολή κατ' εφαρμογή του άρθρου 529 του Κωδ. Ποιν. Δικ. επιβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 95/2007 απόφαση κατά της οποίας όμως δεν στρέφεται η προκειμένη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας. Δηλαδή εν προκειμένω συγχωρείται αίτηση αναστολής εκτελέσεως της ποινής που επιβλήθηκε με αμετάκλητη απόφαση, όταν όμως στρέφεται κατ' αυτής η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας και πιθανολογείται ότι θα ευδοκιμήσει και όχι όταν στρέφεται κατ' αποφάσεως που δεν επέβαλε την ποινή της οποίας ζητείται η αναστολή.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω
1. Να κηρυχθεί απαράδεκτη η από 21/7/2010 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασμένου Χ, κατοίκου ..., και ήδη κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή ..., που στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 958/3-4-2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
2. Να απορριφθεί το αίτημά του για αναστολή εκτελέσεως της ποινής καθείρξεως των έξι (6) ετών που του επιβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 95/15-1-2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
3. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος.
Αθήνα 29/7/2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 527 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου είναι απαράδεκτη και απορριπτέα αν στρέφεται κατά αποφάσεως μη καταδικαστικής, όπως είναι η απόφαση με την οποία απορρίφθηκε το ένδικο μέσο που έχει ασκηθεί κατά της καταδικαστικής απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών Χ με την υποβληθείσα την 21/7/2010 προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αίτησή του, ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 958/3/4/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η υπ' αυτού ασκηθείσα έφεση κατά της υπ' αριθμ. 95/15/1/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών για την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση. Ο αιτών, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της ως άνω αιτήσεως του, αξιώνει κατά τρόπο σαφή και κατηγορηματικό και μη επιδεχόμενο διαφορετική εκτίμηση, την ακύρωση μόνο της προαναφερθείσας απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και όχι της παραπάνω καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απλώς ιστορικά αναφέρει στην αίτησή του. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η αίτησή του για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την παραπάνω απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, είναι απαράδεκτη, γιατί η απόφαση αυτή του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δεν είναι καταδικαστική. Εκτελεστή, γιατί κατέστη αμετάκλητη, παραμένει η προαναφερθείσα καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά της οποίας έπρεπε να στραφεί με την κρινόμενη αίτησή του.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και συνακόλουθα και το αίτημα για αναστολή εκτελέσεως της ποινής καθείρξεως των έξι(6) ετών που επιβλήθηκε στον αιτούντα με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 95/15/1/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21/7/2010 αίτηση του Χ, κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή ..., περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 958/3/4/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 95/15/1/2007 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει το αίτημά του για αναστολή εκτελέσεως της ποινής καθείρξεως των έξι (6) ετών που του επιβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 95/15/1/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Σεπτεμβρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, διότι στρέφεται κατά μη καταδικαστικής απόφασης, όπως επί του προκειμένου είναι η απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου που απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση του νυν αιτούντα κατά της καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου. Απορρίπτει και το αίτημα της αναστολής.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 2
|
Αριθμός 1519/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γραμμένο, για αναίρεση της με αριθμό 185,186/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ1.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 997/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρ 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξει που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορούμενου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις, που επιβάλλει ο νόμος. Κατά δε το άρ 173 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, από τις απόλυτες ακυρότητες, που μνημονεύονται στο άρ. 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου να γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο, και, κατά το επόμενο άρ. 174 παρ. 1, ακυρότητα που δεν προτάθηκε, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται, κατά δε το άρ. 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, και της προπαρασκευαστικής και της κύριας το Δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το δικαστικό συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υποθέσεως. Εξάλλου κατά το άρ. 183 ΚΠΔ, αν απαιτούνται ειδικές γνώσεις ορισμένης επιστήμης ή τέχνης για να γίνει ακριβής διάγνωση και κρίση κάποιου γεγονότος, οι ανακριτικοί υπάλληλοι ή το δικαστήριο μπορούν αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση κάποιου διαδίκου ή του εισαγγελέα να διατάξουν πραγματογνωμοσύνη. Η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, κατά την διάταξη αυτή, υπόκειται στην απόλυτη κρίση του δικαστηρίου, του συμβουλίου ή του ανακρίνοντος. Αν υποβληθεί αίτημα για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, το δικαστήριο οφείλει να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα (ΚΠΔ 139), ενώ η αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος για πραγματογνω-μοσύνη, συνεπάγεται ακυρότητα που ιδρύει αναιρετικό λόγο κατά τα άρ. 510 και 484 ΚΠΔ. Για να απαντήσει όμως, και μάλιστα ειδικά και εμπεριστατωμένα το δικαστήριο σε τέτοιο αίτημα του κατηγορουμένου, πρέπει αυτό να υποβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή να αναφέρε4ται στα πρακτικά το θέμα και το αντικείμενο του αιτήματος. Επομένως, κάθε ακυρότητα της διαδικασίας, καλύπτεται και δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε σχετικό ισχυρισμό, που υποβλήθηκε σε αυτή (πρωτοβάθμια διαδικασία), εφόσον δεν επαναληφθεί και στο εφετείο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το μοναδικό λόγο της αιτήσεώς του, ισχυρίζεται κατά λέξη τα εξής: "Το Δικαστήριο δεν απάντησε στο αίτημά μου το οποίο έγινε με την από 23/11/2004 αίτηση μου ενώπιον του 12 Ανακριτή, με την οποία ζητούσα την διενέργεια δακτυλοσκοπικής εξέτασης των χεριών και παλαμών του θανόντα. Την ίδια αίτηση έκανα και κατά την διάρκεια της πρωτοδίκου διαδικασίας με σκοπό την απόδειξη των ισχυρισμών μου. Ομοίως την αίτησή μου επανέλαβα και κατά την διάρκεια της κατ' έφεση δίκης μου όπως αποδεικνύεται από τα πρακτικά αυτής αφού αυτή αναγνώσθηκε και συζητήθηκε επισταμένως. Η μη εκπλήρωση της αιτήσεως μου, αλλά και η μη ύπαρξη απαντήσεως επ' αυτής αποτελούν παραβίαση των δικαιωμάτων μου για την νόμιμη υπεράσπιση μου και ειδικότερα για την κατηγορία που μου αποδίδεται και συνεπώς επέρχεται σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα δε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 185-186/2009 απόφαση του Α' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, ύστερα από αίτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου μου αναγνώσθηκε, όπως δε είχε συμβεί και πρωτοδίκως ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών κατά την έκδοση της υπ' αριθμ. 117, 118,119/10-3-2006 αποφάσεως αυτού, η άνω από 23/11/2004 αίτησή μου ενώπιον του 12ου Ανακριτή, με την οποία αιτήθηκα όχι μόνον κατά την διάρκεια της προδικασίας αλλά και κατά την διάρκεια της κυρίας δίκης την δακτυλοσκοπική εξέταση των χεριών και των παλαμών του θανόντος Ψ.Το Α' Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών ουδέποτε απάντησε ως όφειλε συμφώνως με το άρθρο 183 ΚΠΔ για την ανάγκη ή μη διορισμού ειδικού πραγματογνώμονα για την διενέργεια δακτυλοσκοπικής πραγματογνωμοσύνης ως αναφέρεται παρότι έγινε η αίτηση αυτή και αναλύθηκε και κατά την διάρκεια της συζήτησης αλλά και κατά την διάρκεια της αγόρευσης και της ανάπτυξης των υπερασπιστικών ισχυρισμών μου από τον συνήγορο υπεράσπισης μου αλλά ούτε αναλύθηκε ή έστω απαντήθηκε από το άνω Δικαστήριο. Πέραν όμως αυτού και το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών παρότι έγινε η αίτηση αυτή και αναλύθηκε και ατά την διάρκεια της συζήτησης αλλά και κατά την διάρκεια της αγόρευσης και της ανάπτυξης των υπερασπιστικών ισχυρισμών μου από τον συνήγορο υπεράσπισης μου δεν συμπεριλήφθηκε καν στα αναγνωστέα έγγραφα. Συνακόλουθα, θα πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί για απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ και 171 §1ΚΠΔ". Με τα παραπάνω, ο αναιρεσείων με τον προεκτεθέντα λόγο του δικογράφου της αναιρέσεως, προβάλλει απόλυτη ακυρότητα, η οποία αναφέρεται σε άκυρες πράξεις της προδικασίας και συγκεκριμένα, απόλυτη ακυρότητα που δημιουργήθηκε κατά τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση, συνίσταται δε, σε παράβαση των διατάξεων των άρθρων 170, 171 περ. 1δ'και 183 ΚΠΔ. Όμως, η από της αναφερόμενες παραλείψεις δημιουργούμενη απόλυτη ακυρότητα και υπό την εκδοχή ότι πράγματι εμφιλοχώρησε τέτοια, ανάγεται στην προδικασία και, ως τέτοια, έπρεπε να προταθεί μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και όχι το πρώτον ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αφού η ακυρότητα αυτή, κατά το άρ. 173 παρ. 2 και 174 παρ. 1 του ΚΠΔ, έχει πλέον καλυφθεί. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως (α' σκέλος), περί απόλυτης ακυρότητας πράξεων αναγόμενων στην προδικασία από το άρ. 171 του ΚΠΔ, μη δυνάμενος να θεμελιώσει λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρ. 510 παρ. 1 του αυτού Κώδικα και ιδία του υπό στοιχ. Α' λόγου είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται από το Δικαστήριο αυτό για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, μετά την ανάγνωση των εγγράφων που αναφέρονται στον κατάλογο των μαρτύρων: "ο συνήγορος υπεράσπισης του πρώτου κατηγορουμένου, ζήτησε να διαβαστεί η από 23 Νοεμβρίου 2004 αίτηση του κατηγορουμένου Χ προς τον Ανακριτή, η οποία διαβάστηκε μετά από πρόταση του Εισαγγελέα, εντολή της Προέδρου και χωρίς να υπάρχει αντίρρηση από κανένα", όπως ακριβώς σε αυτά έχει αναγραφεί. Δηλαδή, υπάρχει μόνο αίτημα αναγνώσεως της από 23.11.2004 αιτήσεως του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, η οποία και αναγνώσθηκε. Δεν συνδυάστηκε η ανάγνωση αυτή με σαφές αίτημα του περιεχομένου της αιτήσεως αυτής από το δικάζον Δικαστήριο, ούτε άλλωστε προκύπτει κάτι τέτοιο από την αγόρευση του συνηγόρου υπερασπίσεως, όπως αυτό προκύπτει από τα άνω πρακτικά (βλ. δεύτερη σελίδα 29ου φύλλου Πρακτικών). Επομένως, δεν υποβλήθηκε στο δικάσαν δικαστήριο τέτοιο αίτημα και ο άνω λόγος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Σημειωτέον, ότι όταν πρόκειται για διαδικασία στο Εφετείο, αυτό εξετάζει την υπόθεση και εξαφανίζει την πρωτοβάθμια απόφαση. Έτσι, η κάθε ακυρότητα αυτής, καλύπτεται και δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε σχετικό ισχυρισμό που υποβλήθηκε σε αυτή (πρωτοβάθμια διαδικασία), εφόσον δεν επαναλήφθηκε και στο Εφετείο. Κατά συνέπεια, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως και, κατά το δεύτερο σκέλος του, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, στο δικάσαν Εφετείο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας και, κατά τα δύο (2) σκέλη του, στο σύνολό του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Ιουνίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. 5124/19.6.2009 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 185-186/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από πρόθεση, ληστείες, σωματικές βλάβες, οπλοφορία. Η απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας πρέπει να προτείνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου το ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ληφθεί υπόψη, ούτε και αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή, για την κήρυξή της ακυρότητας είναι το δικαστικό συμβούλιο για να έχει υποχρέωση το δικαστήριο να απαντήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα σε αιτήματα του κατηγορούμενου για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, πρέπει να υποβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή να αναφέρει στα πρακτικά το θέμα και το αντικείμενο του αιτήματος, άλλως, κάθε ακυρότητα της διαδικασίας καλύπτεται και δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως. Απορρίπτεται αίτηση για απόλυτη ακυρότητα, αφενός της προδικασίας γιατί καλύφθηκε, αφετέρου στο ακροατήριο του δικάσαντος εφετείου, γιατί δεν υποβλήθηκε σε αυτό αίτημα κατά τρόπο σαφή και ορισμένο.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Πραγματογνωμοσύνη, Ληστεία, Οπλοφορία, Σωματική βλάβη απλή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1523/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο- Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαο Μαύρο (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και την Γραμματέα Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Παπαντωνίου, περί αναιρέσεως της 78, 79, 80/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών,
με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 333/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το αρ. 74 παρ. 1 ΠΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρ. 1 παρ. 2 Ν. 2408/1996, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την απέλαση αλλοδαπού που καταδικάστηκε σε κάθειρξη ή φυλάκιση με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διεθνείς συμβά-σεις που έχουν κυρωθεί από τη χώρα. Όταν ο αλλοδαπός βρίσκεται νόμιμα στη χώρα, η απέλαση δεν μπορεί να διαταχθεί, αν δεν του έχει επιβληθεί ποινή φυλάκισης τουλά-χιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο αλλοδαπός που καταδικάστηκε και βρίσκεται παράνομα στο ελληνικό έδαφος, υπόκειται σε απέλαση, η οποία αποτελεί άμεση συνέπεια της τελέσεων εγκλήματος, έστω και σε βαθμό πλημμελήματος, διότι θεωρείται ότι η παραμονή του εντός των ορίων της ελληνικής επικράτειας δεν συμβιβάζεται με τους όρους της κοινωνικής συμβίωσης. Το δικαστήριο έχει δυνατότητα να κρίνει περί του αναγκαίου ή μη της απελάσεως, λαμβάνοντας υπόψη το είδος του εγκλήματος, τις συνέπειες αυτού, το χρόνο παραμονής του αλλοδαπού στο ελληνικό έδαφος, την εν γένει συμπεριφορά του, τον επαγγελματικό προσανατολισμό και την ύπαρξη οικογένειας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρό-τητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπα-γωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάτα-ξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέ-λεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρ-μογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρ-μογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφι-λοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 78, 79, 80/2010 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος απόπειρας βιασμού και παράνομης οπλο-φορίας και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών και έξι (6) μηνών συνολικά και χρηματική ποινή χιλίων (1.000) ΕΥΡΩ. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενη αποφάσεως, το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναι-ρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Το δικαστήριο ομόφωνα επείσθη περί της ενοχής του κατηγορουμένου καθόσον αποδείχθηκαν επιβαρυντικά στοιχεία σε βάρος αυτού, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων που κατηγορείται, γι' αυτό και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αξιοποίνων πράξεων που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο, όπως ειδικότερα διαλαμβάνονται στο διατακτικό της απόφασης. Συγκεκριμένα στις 12-4-2008 ο κατηγορούμενος Χ βρέθηκε στο σταθμό του ηλεκτρικού στον .... Εκεί είδε την Ζ την πλησίασε και τη ρώτησε με σπαστά ελληνικά αν μένει εκεί ζητώντας να πάει μαζί του. Σε ερώτησή της γιατί, αυτός της απάντησε ότι ήθελε να του διαβάσει ένα όνομα σε ένα κουδούνι εξώθυρας πολυκατοικίας και στη συνέχεια της ζήτησε να τον ακολουθήσει γιατί διαφορετικά θα την σκότωνε. Η Ζ διέκρινε κάτι στη τσέπη του παντελονιού και σε συνδυασμό με την απειλή του κατηγορου-μένου ότι θα τη σκοτώσει πίστεψε ότι αυτός έφερε μαζί του πιστόλι. Στην αρχή αυτή προσποιήθηκε ότι τον ακολουθούσε, αλλά μετά από μερικά βήματα κατάφερε να απομακρυνθεί από κοντά του και έφυγε προς την αντίθετη κατεύθυνση, παίρνοντας συγχρόνως από το κινητό τηλέφωνό της την κόρη της. Μόλις την βρήκε στο τηλέφωνο την ενημέρωσε για την απειλή που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο, και επειδή πέρναγε από εκεί η θυγατέρα της, της είπε να μην έρθει και να ειδοποιήσει το εκατό "100". Η κόρη της βγήκε στο "μπαλκόνι" από όπου είχε οπτική επαφή τόσο με την μητέρα της, όσο και με τον κατηγορούμενο, ο οποίος μετά την αποτυχημένη προσπάθεια να παρασύρει την Ζ, συνάντησε την Ψ την έπιασε από το αριστερό της χέρι, την απείλησε με ένα μαχαίρι και την παρέσυρε προς το πάρκο. Η εν λόγω παθούσα περί ώρα 8.40' στις 12-4-2008 είχε φύγει από το επί της οδού ... σπίτι της για να κατευθυνθεί προς τον ΗΣΑΠ .... Όμως σε απόσταση πενήντα μέτρων από το σπίτι της στη συμβολή των οδών ... την πλησίασε ο εν λόγω αλλοδαπός Χ την έπιασε βίαια και της είπε να μη φωνάξει γιατί αλλιώς θα τη σκοτώσει και της ζήτησε να κατευθυνθούν προς τον ΗΣΑΠ .... Η Ψ φοβήθηκε και του είπε, να μεταβεί σε παρακείμενο φαρμακείο γιατί δεν αισθανόταν καλά. Εκείνος όμως δεν της το επέτρεψε και συνέχισε να την τραβά βίαια και όλο αυτό το διάστημα είχε στην κοιλιά της ένα σκληρό αντικείμενο, ένα μαχαίρι και της έλεγε συνέχεια "μη μιλήσεις γιατί θα σε σκοτώσω και θα σου κάνω χαρακιές στο πρόσωπο". Η παθούσα (Ψ) άρχισε να καλεί σε βοήθεια. Παρά τα παρακάλια της να την αφήσει να φύγει με το πρόσχημα ότι πρέπει να πάρει ένα φάρμακο, αυτός την απείλησε ότι θα τη σκοτώσει αν φώναζε, και εκείνη κλαίγοντας προσπαθούσε να κάνει νόημα με τα χείλη της στους περαστικούς, οι οποίοι όμως δεν συνειδητο-ποιούσαν το δράμα που εξελισσόταν έμπροσθέν τους τις πρωινές εκείνες ώρες. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος οδήγη-σε την Ψ σε ένα αλσύλιο στο οποίο υπήρχε μία αποθήκη. Στην είσοδο της αποθήκης την ακινητοποίησε με την απειλή του μαχαιριού της έπιασε το στήθος της, έβγαλε το παντελόνι του και το εσώρουχό του ενώ κατέβασε και το παντελόνι της παθούσας με σκοπό παρά τη θέλησή της να έλθει σε κατά φύση συνουσία μαζί της. Όμως την ολοκλήρωση της πράξης αυτής όχι για δικούς του προσω-πικούς λόγους αλλά από το γεγονός ότι δύο αστυνομικοί τον πλησίασαν και του φώναξαν. Αμέσως μετά τις φωνές των αστυνομικών ο κατηγορούμενος πέταξε μακριά του το μαχαίρι, το οποίο δεν βρέθηκε από τους αστυνομικούς χωρίς πάντως να γίνει επισταμένως έλεγχος του χώρου που διαδραματίσθηκε το γεγονός. Οι αστυνομικοί βρέθηκαν στον τόπο που διαδραματί-στηκε το γεγονός μετά από τηλεφώνημα της κόρης της Ζ, η οποία είχε τηλεφωνήσει στην υπηρεσία της άμεσης δράσης της Ελληνικής Αστυνομίας είχε αναφέρει την περιπέτεια της μητέρας καθώς και το ότι ο ίδιος άγνωστος άντρας αμέσως μετά τη μητέρα της είχε πάρει μια κοπέλα μαζί του αναφέροντας την τοποθεσία. Επίσης είχαν τηλεφωνήσει στην Αστυνομία και άλλοι περαστικοί που είδαν να κρατάει σφιχτά αγκαλιά για να μη μπορέσει να φύγει την παθούσα και έτσι η Αστυνομία έφθασε πολύ γρήγορα. Οι αστυνομικοί Α1 με τον συνάδελφό του Α2 που ανήκουν στην άμεση δράση, ήταν αυτοί που προσήλθαν στον τόπο όπου ήταν ο κατηγορούμενος με την Ψ. Πράγματι έξω από την αποθήκη του Δήμου Αθηναίων τον Χ να έχει κατεβασμένο το παντελόνι του, όπως και το εσώρουχό του να τραβάει βίαια τη γυναίκα της και αυτής το παντελόνι ήταν κατεβασμένο. Ο κατηγορού-μενος αρνείται την κατηγορία και ισχυρίζεται ότι το μόνο που ζήτησε από την παθούσα ήταν μία οδός που έψαχνε να βρει. Τον κατηγορούμενο έπιασαν οι αστυνομικοί την ώρα που αποπειράθηκε να βιάσει την ανωτέρω. Αμέσως μετά το συμβάν και τη σύλληψή τους αναγνωρίσθηκε από την παθούσα και χωρίς καμία επιφύλαξη αναγνωρίστηκε από την παθούσα και ενώπιον του δικαστηρίου ως το άτομο που αποπειράθηκε να τη βιάσει. Εξάλλου τον κατηγορούμενο αναγνώρισε τόσο η Ζ ως το άτομο που προσπάθησε να την παρασύρει απειλώντας της, όσο και ο Αστυνομικός Α1, ο οποίος καταθέτει ότι την 12 -4-2008 στην περιοχή ... βρήκε τον κατηγορούμενο με κατεβασμένο το παντελόνι του και το εσώρουχο και να έχει ακινητοποιήσει την παθούσα και να της έχει κατεβάσει το παντελόνι τραβώντας την προς την αποθηκούλα. Ο κατηγορούμενος είχε έλθει στην Ελλάδα το 2004 και ζει μαζί με ελληνίδα με την οποία έχει αποκτήσει ένα τέκνο. Η γυναίκα με την οποία έχει αποκτήσει το τέκνο κατέθεσε στο δικαστήριο ότι δεν έχει αναγνωρίσει το παιδί που απέκτησαν γιατί είχε διαπιστώσει ορισμένα κακά πράγματα επάνω του και η ίδια δεν ήθελε να προβεί σε τέτοια ενέργεια. Μάλιστα το διάστημα που τον συνέλαβαν είχαν χωρίσει. Ο κατηγορούμενος έχοντας αποφασίσει να τελέσει κακούργημα επιχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως και τιμωρείται αν το κακούργημα δεν ολοκληρώθηκε με ποινή ηλαττωμένη. Ο εξαναγκασμός κάποιου ανεξαρτήτως φύλου σε συνουσία εξώγαμη σε ή σε ανοχή ή επιχείρηση άλλης ασελγούς πράξεως, γίνεται με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου που στρέφεται κατά του σώματος, της ζωής ή άλλου ουσιώδους δικαιώματος του παθόντος, είτε σωματική βία υποκειμενικός δε δόλος συνιστάμενος στη βούληση του δράστη όμως με σωματική βία ή απειλή ή και με τους δύο τρόπους εξαναγκάσει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και ενέχων τη γνώση ότι ο άλλος δεν συναινεί στην συνουσία ή στην ασελγή πράξη. Ως σωματική δε δύναμη νοείται η χρήση δύναμης που επενεργεί σωματικά με σκοπό την υπερνίκηση, είτε ήδη εκδηλωθείσης είτε ανεμενόμενης αντιστάσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 42 § 1 του ΠΚ πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης είναι κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία, αποτελώντας τμήμα ολικώς ή μερικώς της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, οδηγεί ευθέως και αναμφισβητήτως στην πραγμάτωσή του, ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται ως τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο. Η βούληση του δράστη να εξαναγκάσει την παθούσα σε εξώγαμη συνουσία αποδεικνύεται από το ότι παρέσυρε με τη βία σε μέρος όπου δεν υπήρχαν άλλοι άνθρωποι, γδύθηκε από τη μέση και κάτω έπιασε το στήθος της παθούσας και κατέβασε το παντελόνι της. Όλα αυτά αποδεικνύ-ουν, ότι ο σκοπός του κατηγορουμένου ήταν να υποχρεώσει την παθούσα σε εξώγαμη συνουσία εισάγοντας το μόριό του στον κόλπο της παθούσας χωρίς στην συναίνεση αυτής αλλά χωρίς να ολοκληρώσει την πράξη του. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος απόπειρας βιασμού και οπλοφορίας, δεδομένου ότι όπλο είναι οποιοδήποτε αντικείμενο, που ήθελε επινοήσει η ανθρώπινη εφευρετικότητα, του οποίου ο αντικει-μενικός προορισμός κατά την κοινή αντίληψη, είναι η επιθετική ή αμυντική ενέργεια, θα πρέπει δηλαδή εκ κατασκευής του το αντικείμενο να προορίζεται για άμυνα ή επίθεση. Αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά των όπλων, το χαρακτηριστικό νόημα αυτών εκ των λοιπών αντικειμένων. Ο κατηγορούμενος είχε μαχαίρι με το οποίο απειλούσε την Ψ, θέτοντας αυτό στην κοιλιά της και λέγοντας σ' αυτήν ότι θα τη σκοτώσει αν φωνάξει. Αν δεν είχε ο κατηγορούμενος σκοπό να προβεί στην ανωτέρω αξιόποινη πράξη αλλά την ανεύρεση οδού δεν θα κατέβαζε το παντελόνι της κοπέλας, ούτε και το δικό του όπως και το εσώρουχό του ούτε εξάλλου θα την τραβούσε βίαια προς απομονωμένο χώρο, απειλώντας ότι θα την σκοτώσει με τη χρήση μαχαιριού, το οποίο πέταξε όταν πήγαν οι αστυ-νομικοί. Η αποθήκη του Δήμου Αθηναίων βρίσκεται εντός αλσυλλίου στη συμβολή της ... όπου και αποπειράθηκε να την εξαναγκάσει να έλθει σε συνουσία μαζί της προς ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής του, προβαίνοντας στις παραπάνω πράξεις, πλην όμως δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει την πράξη του για λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θελήσεώς του καθόσον έφθασαν οι αστυνομικοί της άμεσης δράσης που είχαν ειδοποιηθεί από περιοίκους και τον συνέλαβαν".
Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα των άνω αξιόποινων πράξεων και ειδικότερα του ότι "1) Στην Αθήνα, την 12-4-2008, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το κακούργημα του βιασμού και δη να εξαναγκάσει με σωματική βία και με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου σε συνουσία, με πρόθεση επιχείρησε πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος τούτου, πλην όμως, δεν ολοκλήρωσε την πράξη του αυτή από αίτια εξωτερικά και ανεξάρτητα της θέλησης του. Συγκεκριμένα περί ώρα 08:40' αφού πλησίασε την Ψ, γεννηθείσα το έτος 1987, με την χρήση σωματικής βίας, πιάνοντας την από το αριστερό της χέρι βίαια λέγοντας της να μην φωνάξει γιατί αλλιώς θα την σκοτώσει, τραβώντας την βίαια και με την απειλή μαχαιριού στην κοιλιά, λέγοντας της να μην μιλήσει γιατί θα την σκοτώσει και θα της κάνει χαρακιές, την οδήγησε κρατώντας την σφιχτά αγκαλιά σε αποθήκη του Δήμου Αθηναίων, που βρίσκεται εντός αλσυλλίου στη συμβολή της ..., όπου έβαλε το χέρι του στο στήθος της, κατέβασε αυτή το παντελόνι της και το παντελόνι του, όπως και το εσώρουχο του, έτσι επιχείρησε με πρόθεση να εξαναγκάσει την Ψ σε συνουσία προκειμένου να ικανοποιήσει τη γενετήσια ορμή του, πλην όμως από αίτια εξωτερικά και ανεξάρτητα προς τη θέληση του δεν ολοκλήρωσε την πράξη του αυτή, καθόσον εμφανίστηκαν αστυνομικοί της Άμεσης Δρά-σης, που είχαν ειδοποιηθεί από περιοίκους και τον συνέλαβαν.
2) Στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, με πρόθεση έφερε παράνομα όπλο και δη μαχαίρι πρόσφορο για επίθεση και άμυνα, καίτοι τούτο απαγορεύεται και του οποίου η κατοχή δεν δικαιολογείται για οικιακή, επαγγελματική, εκπαιδευτική χρήση, τέχνη, θήρα, αλιεία".
Μετά από αυτά, το ίδιο Δικαστήριο αφού του επέβαλε την παραπάνω ποινή, διέταξε την ισόβια απέλασή του από τη χώρα, διέλαβε δε για την απέλαση αυτή στην προσβαλλόμενη απόφασή του, της εξής κατά λέξη αιτιολογία: "Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 1 Π.Κ. πρέπει να διαταχθεί η ισόβια απέλαση του παραπάνω καταδικασθέντα κατηγορου-μένου από τη χώρα, μετά την οριστική έκτιση της ποινής που του επιβλήθηκε ή την υφ' όρο απόλυσή του από τις φυλακές".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, καθόσον αφορά μεν την καταδικαστική διάταξη της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 42, 94 § 1, 336 § 1 ΠΚ και άρθρα 1 § 2 περ. β', 10 §§ 1 και 13 περ. β' του Ν. 2163/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την από-φαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιο-λογία της αποφάσεως 78, 79, 80/2010 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες κατα-θέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: 1) Α1 και 2) Ζ, υπερασπίσεως: 1) Σ και 2) Δ, καθώς και την ένορκη κατάθεση της πρωτοδίκως παρασταθείσας ως πολιτικώς ενάγουσας, Ψ.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντι-φάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) Ως προς την ενοχή του, δηλαδή ως προς την συνδρομή των προϋποθέσεων της υποκειμενικής και της αντικειμενικής υπόστασης των αδικη-μάτων για τα οποία αυτός καταδικάστηκε, το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τους λόγους και τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του (Δικαστηρίου) για την ύπαρξη των υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες τα πραγματικά περιστατικά αυτά υπήχθη-σαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Αβάσιμα όμως, αφού κατά τα ανωτέρω κατά τρόπο σαφή και πλήρη αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν αντικειμε-νικά και υποκειμενικά τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες αυτός καταδικάστηκε, καθώς και οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές διατά-ξεις που εφαρμόσθηκαν, χωρίς να υπάρχουν αντιφάσεις ή λογικά κενά ή ασάφειες. 2) Το Δικαστήριο υπέπεσε σε υπέρβαση εξουσίας (510 παρ. Η), αφού με την προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη χειρότερη η θέση του εκκαλούντος (κατά παράβαση του άρθρου 470 ΚΠΔ), αφού του επιβλήθηκε απέλαση που δεν είχε επιβληθεί πρωτοδίκως και η υπόθεση εκδικάστηκε εκ νέου μετά από έφεση του κατηγορουμένου. Αβάσιμα όμως και με την αιτίαση αυτή, διότι το Δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση κατ' έφεση. Μπορεί να διατάξει το άνω μέτρο, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις και αυτό είχε παραληφθεί με την απόφαση στον Α' Βαθμό, χωρίς να καθίσταται χειρότερη η θέση του κατηγορουμένου και χωρίς αυτό να υποπέσει στην άνω πλημμέλεια. Κατά το άρθρο 502 παρ. 1 εδ. ε' του Κ.Π.Δ. το κεφάλαιο της αποφάσεως για τις πολιτικές απαιτήσεις που προσβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα εξετάζεται από το εφετείο και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της ουσιαστικής έρευνας της υποθέσεως, εξετάζει και το προσβαλλόμενο κεφάλαιο της αποφάσεως που αφορά τις πολιτικές απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος, στις οποίες περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που επιδικάσθηκε πρωτοδίκως, όχι μόνο όταν απουσιάζει ο πολιτικώς ενάγων, αλλά και όταν εμφανίζεται αυτός ενώπιον του Εφετείου, υπό την ιδιότητα του μάρτυρα, χωρίς να παραιτείται με σχετική δήλωσή του της πολιτικής αγωγής και δίχως να επαναλαμβάνει την περί παραστάσεώς του ως πολιτικώς ενάγοντος δήλωση που έκανε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Το εφετείο στην περίπτωση αυτή, ερευνώντας το κεφάλαιο αυτό, αποφαίνεται για τη βασιμότητά του, χωρίς να δικαιούται μόνο να αυξήσει το ποσό που επιδικάσθηκε πρωτοδίκως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, παρέστη και η εγκαλέσασα η οποία είχε νομίμως παραστεί πρωτοδίκως ως πολιτικώς ενάγουσα και στην οποία είχε επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 44 ευρώ, χωρίς όμως να επαναλάβει στο δευτεροβάθμιο δικαστή-ριο, την περί παραστάσεώς της ως πολιτικώς ενάγουσας δήλωση, αλλά ούτε και να παραιτηθεί της πολιτικής της αγωγής, εξετασθείσα ενόρκως ως απλός μάρτυρας επί της υποθέσεως. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις πράξεις που του αποδιδόταν, εχώρησε και στην έρευνα του εκκληθέντος κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως για τις πολιτικές απαιτήσεις και επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το και πρωτοδίκως επιδικασθέν στην εγκαλούσα ως άνω ποσό. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην ελεγχόμενη από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ. πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας και ο σχετικός λόγος κατά το πρώτο σκέλος του, της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσι-μος.
Επομένως, καθόσον αφορά μεν την καταδικαστική διάταξη της άνω αποφάσεως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστα-τωμένης αιτιολογίας, της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, αλλά και της υπερβάσεως εξουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβά-σιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμη-ση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Περαιτέρω, καθόσον αφορά όμως, τη διάταξη περί απέλασης του αναιρεσείοντος, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ελλιπή αιτιολογία, αφού κατά την εφαρμογή του άρ. 74 παρ. 1 ΠΚ και κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας για την απέλαση ή μη του αναιρεσείοντος, το δικάσαν Δικαστήριο, δεν αναφέρει κανένα σχεδόν περιστατικό που να δικαιολογεί την κρίση του για το αναγκαίο αυτής (απέλασης) και που ανάγονται στη βαρύτητα και στο είδος του εγκλήματος, στο χρόνο παραμονής του αναιρεσείοντος στο ελληνικό έδαφος, στην εν γένει συμπεριφορά αυτού, στο επάγγελμά του και στην ύπαρξη ή μη οικογένειας αυτού στην Ελλάδα. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου του από το άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ σχετικού λόγου της κρινόμενης αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που αφορά τον αναιρεσείοντα και τη διάταξή της περί απελάσεως αυτού και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το εν λόγω μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 78, 79, 80/2010 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος της που αφορά τη διάταξη της περί απελάσεως του αναιρεσείοντος και, κατά τα λοιπά, απορρίπτει την από 1 Μαρτίου 2010, ενώπιον του γραμματέα (αριθμ. πρωτ. 4/2010) του Εφετείου Αθηνών, αίτηση του Ζ, για αναίρεση της άνω αποφάσεως του αυτού Δικαστηρίου. Και
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το εν λόγω μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
|
Απόπειρα βιασμού, παράνομη οπλοφορία - απέλαση αλλοδαπού επί καταδίκης σε κάθειρξη ή φυλάκιση με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί από τη χώρα. Το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να κρίνει περί του αναγκαίου ή μη της απελάσεως λαμβάνοντας υπόψη το είδος του εγκλήματος, τις συνέπειες αυτού, το χρόνο παραμονής του αλλοδαπού στο ελληνικό έδαφος, την εν γένει συμπεριφορά του, του επαγγελματικό προσανατολισμό και την ύπαρξη οικογένειας. Το δικάσαν Δικαστήριο, διέταξε την απέλαση αλλοδαπού, χωρίς να εξετάσει τα παραπάνω θέματα. Αναιρεί την απόφαση μόνο ως προς τη διάταξη της για απέλαση και παραπέμπει ως προς το θέμα αυτό για νέα εκδίκαση. Όταν δικάζεται η υπόθεση σε δεύτερο βαθμό, όχι μόνο όταν απουσιάζει ο πολιτικώς ενάγων, αλλά και όταν εμφανίζεται αυτός και εξετάζεται ως μάρτυρας ενώπιον του Εφετείου, αλλά δεν παραιτείται της πολιτικής αγωγής με δήλωση του, το δικαστήριο ερευνώντας το κεφάλαιο αυτό επιδικάζει την πρωτοδίκως επιδικασθείσα. Απορρίπτει ως προς αυτό το λόγο της αιτήσεως για υπέρβαση εξουσίας, επειδή το εφετείο μετά την κήρυξη της ενοχής, επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση στον πολιτικώς ενάγοντα, που με δήλωση του δεν είχε παραιτηθεί από αυτή.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Αλλοδαπού απέλαση, Αναίρεση μερική, Απόπειρα, Βιασμός, Οπλοφορία, Πολιτική αγωγή, Χρηματική ικανοποίηση.
| 1
|
Αριθμός 1509/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' Ποινικό Τμήμα Διακοπών - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύων Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δημητρούλα Υφαντή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Δημήτριο Κράνη και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νάρη, για επανάληψη της διαδικασίας και αναστολή εκτέλεσης της ποινής που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 26-31/2009 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας και αναστολή εκτέλεσης της ποινής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 945/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 247/16-7-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, κατ' άρθρο 528 & 1 ΚΠΔ, την με ημερομηνία 7/7/2010 αίτηση του Χ, κρατουμένου στις φυλακές ... με την οποία διώκει την ακύρωση της με αριθμό 26-31/2009 αμετάκλητης απόφασης του Μικτού Εφετείου Λάρισας με την οποία καταδικάστηκε για αποπλάνηση παιδιού που δεν συμπλήρωσε τα δέκα έτη, κατ' εξακολούθηση (αρθρ.1, 14-18, 26 παρ.1, 27 παρ.1, 51, 52, 79, 98, 339 παρ.1α ΠΚ ως ισχύει) σε ποινή κάθειρξης 10 ετών και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων επί (4) χρόνια, την επανάληψη της διαδικασίας και την αναστολή εκτέλεσης της παραπάνω ποινής εκθέτω τ' ακόλουθα: Από την διάταξη του άρθρου 525 Κ.Π.Δ. κατά την οποία: "1. Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή για κακούργημα, μόνο στις εξής περιπτώσεις: (1) αν δύο άνθρωποι καταδικάσθηκαν για την ίδια πράξη με δύο διαφορετικές αποφάσεις και γίνεται αναμφισβήτητα φανερό από τη σύγκρισή τους ότι ένας από τους δύο είναι αθώος, (2) αν ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλυφθούν νέα-άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν-γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, (3) αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων ή γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων ή πλαστά αποδεικτικά έγγραφα ή πειστήρια, τα οποία είχαν προσαχθεί ή ληφθεί υπ' υπόψη στη διαδικασία του ακροατηρίου ή δωροληψία ή άλλη από πρόθεση παράβαση καθήκοντος του δικαστή ή του ενόρκου που μετείχε στο δικαστήριο που απάγγειλε την καταδίκη, (4) αν μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδείχτηκε ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα και (5) αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπιστώνεται παράβαση δικαιώματος που αφορά τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε. (Η περίπτωση 5 της παρ.1 του άρθρου 525 τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 11 του ν. 2865/2000). 2. Οι κατά την παρ.1 αρ.3 αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας, της πλαστογραφίας, της δωροληψίας ή της παράβασης καθήκοντος πρέπει να αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, εκτός εάν δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι, που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη." Προκύπτει ότι κατ' αληθή έννοια της διάταξης αυτής για να υπάρξει περίπτωση επανάληψης διαδικασίας η οποία είναι έκτακτο ένδικο βοήθημα και αποσκοπεί στην κατά το δυνατό αποτροπή αδικιών σε βάρος των καταδικασμένων, την απονομή ουσιαστικής δικαιοσύνης και την αποτροπή απαραδέκτων για το συναίσθημα του δικαίου αποτελεσμάτων πρέπει να συντρέξουν οι κατά την παραπάνω διάταξη περιοριστικά αναφερόμενες προϋποθέσεις μεταξύ των οποίων είναι (1) ο κατηγορούμενος να έχει καταδικασθεί για πλημμέλημα ή κακούργημα, (2) η απόφαση να είναι αμετάκλητη και (3) να προκύψουν μετά την οριστική καταδίκη του νέα γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία είτε μόνα είτε σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέα δε γεγονότα και αποδείξεις κατά την έννοια τής διάταξης αυτής θεωρούνται όλα εκείνα τα οποία υπήρχαν μεν κατά τον χρόνο τής εκδίκασης πλην όμως δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο που τον δίκασε και έτσι παρέμειναν άγνωστα στους δικαστές που δίκασαν. Τέτοια είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων, ακόμη και νεώτερες εκείνων που έχουν εξετασθεί προηγουμένως, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές όσων είχαν τεθεί υπ' όψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης με την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που τον καταδίκασε καθιστούν φανερό και όχι πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερη πράξη (ΑΠ 842/1994 ΠΧ ΜΔ 810, ΑΠ 1239/1998 ΠΧ ΜΘ 682, ΑΠ 816/1999 ΠΧ Ν 343, ΑΠ 760/1998 ΠΧ ΜΘ 341, ΑΠ 70/1999 Π Χ ΜΘ 313 ΑΠ 9/1999 ΠΧ ΜΘ 218, ΑΠ 408/1998 ΠΧ ΜΗ 1059, ΑΠ 428/ 1998 Π Χ ΜΗ 1067, ΑΠ 216 ΠΧ ΜΗ 801, ΑΠ 18/1998 ΠΧ ΜΗ 661, ΑΠ 476/2005 Π.Χ ΝΕ 2005-987). Δεν είναι όμως νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης διαδικασίας ή εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νόμου (ΑΠ 1894/1987, ΑΠ 1315/1989) ούτε και εσφαλμένη εκτίμηση η αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων (ΑΠ 669/1991, ΑΠ 1185/1994) όπως και παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση (ΑΠ 669/1991). Επίσης δεν είναι νέα και άγνωστα γεγονότα όσα είχαν τεθεί υπ' όψη ρητά ή έμμεσα του δικαστή και απορρίφθηκαν από αυτόν έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση ή δεν εκτιμήθηκαν από αυτόν προσηκόντως (ΑΠ 1061/1990, ΑΠ 1185/1994).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών καταδικάστηκε όπως αναφέρεται και παραπάνω, σε ποινή κάθειρξης 10 ετών, για αποπλάνηση παιδιού που δεν συμπλήρωσε τα 10 έτη κατ' εξακολούθηση, με την υπ' αρ. 26-31/09 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας, που κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της από 8/5/09 αιτήσεως αναιρέσεως με την 266/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Ήδη, ο αιτών με την υπό κρίση αίτησή του επικαλείται και προσκομίζει ως νέα στοιχεία, από τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, καθίσταται φανερή η αθωότητά του, άλλως ότι καταδικάσθηκε άδικα και συγκεκριμένα την αθωότητά του ενισχύουν οι καταθέσεις των : ΒΒ, αδελφού της μητέρας και θείου της ανήλικης και Ψ, θετής του θυγατέρας ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Τρικάλων και Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας.
Επειδή η ΑΑ, μητέρα της ανήλικης, του απέστειλε την από 11-8-2009 ένορκη κατάθεσή της ενώπιον της κ. Ειρηνοδίκη Λάρισας στην οποία καταθέτει τα εξής:
"Ορκίζομαι ενώπιον του Θεού να πω όλη την αλήθεια και μόνο την αλήθεια χωρίς να προσθέσω ούτε να αποκρύψω τίποτα". Συγκεκριμένα είναι αλήθεια ότι: Όλες οι καταθέσεις μου δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και μετανιώνω για αυτό και ζητώ συγχώρεση. Ότι κατέθεσα ήταν ότι μου ανέφερε η Ψ θυγατέρα μου. Σήμερα η κόρη μου, μου απεκάλυψε ότι ο Χ ουδέποτε την παρενόχλησε σεξουαλικά, τον μισούσε από τον γάμο μας και ήθελε να φύγει από το σπίτι. Δεν μου αποκαλύπτει το όνομα του αγοριού ομοεθνή μας με τον οποίο ισχυρίζεται ότι και σήμερα έχει σεξουαλική σχέση και επιθυμεί να τον ακολουθήσει στην Αλβανία όπου θα ζήσουν μαζί. Παρακαλώ να αποκατασταθεί η αλήθεια. Αυτά τα γνωρίζω εξ ιδίας αντιλήψεως."
Μάλιστα τα γεγονότα αυτά τα ομολόγησε και στη ..., αυτήκοο μάρτυρα και ζητεί να κληθεί αυτή για να τα καταθέσει ενόρκως. Δια να χωρήσει όμως επανάληψη διαδικασίας κατά την 3η περίπτωση του αρ. 525 ΚΠΔ, απαραίτητο είναι να αποδεικνύεται η αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας, πλαστογραφίας κ.λ.π. με αμετάκλητη δικαστική απόφαση η οποία καταδικάζει τον ένοχο ή τον αθωώνει (ΑΠ 1490/06 Π.Χρ. ΝΖ'/701, ΑΠ 291/94, ΑΠ 54/75, ΑΠ 682/73 κ.ά.) γεγονός που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών, από μόνα τους όσα και συνεκτιμώμενα με τις λοιπές αποδείξεις που είχαν ήδη προσκομισθεί και ερευνηθεί από το Μ.Ο.Ε. Λάρισας, που δίκασε την υπόθεση αυτή, με βάση τις οποίες αυτό δέχθηκε ότι ο αιτών τέλεσε την αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάσθηκε, δεν καθιστούν φανερό ότι αυτός είναι αθώος της πράξεως αυτής.
Κατά συνέπεια θα πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη η υπό κρίση αίτηση, επανάληψης διαδικασίας και το αίτημα περί αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να καταδικασθεί ο αιτών στα νόμιμα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω:
(Α) Ν' απορριφθεί η από 7/7/2010 αίτηση του Χ, κρατουμένου στις φυλακές ...περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αρ. 26-31/2009 αμετάκλητη απόφαση του Μ.Ο.Ε. Λάρισας. (Β) Ν' απορριφθεί η αίτηση του ανωτέρω για αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσης εις αυτόν ποινής, με την παραπάνω απόφαση του Μ.Ο.Ε. Λάρισας και (Γ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος. Αθήνα 16/7/2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο του αιτούντος, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περίπτωση 3 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα "αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων ή γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων ή πλαστά αποδεικτικά έγγραφα ή πειστήρια, τα οποία είχαν προσαχθεί ή ληφθεί υπόψη στη διαδικασία του ακροατηρίου, ή δωροληψία ή άλλη από πρόθεση παράβαση καθήκοντος του δικαστή ή του ενόρκου που μετείχε στο δικαστήριο που απάγγειλε την καταδίκη". Στην περίπτωση όμως αυτή ,κατά την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου, "οι αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας, της πλαστογραφίας, της δωροληψίας ή της παραβάσεως καθήκοντος, πρέπει να αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, εκτός αν δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη". Εξ άλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 του ίδιου κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορο του ή τον Εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από το Πλημμελειοδικείο, και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα. Η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει με πληρότητα και σαφήνεια τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν. Άλλως, εάν οι λόγοι δεν είναι εξ εκείνων οι οποίοι αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η αίτηση είναι απαράδεκτη. Επίσης είναι απαράδεκτη η αίτηση που στηρίζεται στην τρίτη περίπτωση της παραγράφου 1 του άρθρου 525 του ΚΠΔ εάν δεν υπάρχει αμετάκλητη απόφαση περί των εκεί αδικημάτων.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών Χ καταδικάσθηκε με την υπ' αριθμ. 26-31/2009 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας σε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών για αποπλάνηση παιδιού που δεν συμπλήρωσε τα δέκα έτη, κατ' εξακολούθηση. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη, καθόσον η ασκηθείσα κατ' αυτής αναίρεση απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 266/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ήδη με την υπό κρίση αίτησή του ο ανωτέρω καταδικασθείς, επικαλούμενος την διάταξη του άρθρου 525 παρ, 1 περίπτωση 3 του ΚΠΔ, ζητεί την προς το συμφέρον του επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της προαναφερθείσας απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας, διότι άσκησε ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του η ψευδής κατάθεση της συζύγου του ΑΑ, μητέρας της ανήλικης παθούσας, που διέπραξε το αδίκημα της ψευδορκίας, η οποία στην προσκομιζόμενη από 11/8/2009 ένορκη βεβαίωση της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λάρισας βεβαιώνει "ότι η κατάθεση της στο δικαστήριο που καταδίκασε τον αιτούντα δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια και πως ό,τι κατέθεσε τότε ήταν από διήγηση της ανήλικης, η οποία πρόσφατα της αποκάλυψε ότι ο καταδικασθείς ουδέποτε την παρενόχλησε σεξουαλικά". Όμως, όπως προαναφέρθηκε, για να χωρήσει επανάληψη της διαδικασίας κατά την περίπτωση 3 της παραγράφου 1 του άρθρου 525 του ΚΠΔ, πρέπει η αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας, της πλαστογραφίας κτλ να αποδεικνύεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, διότι διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Ως εκ τούτου, - ανεξάρτητα της επικαλούμενης, και μη έχουσας επί του προκειμένου καμία έννομη επιρροή ως άνω ένορκης βεβαίωσης της μητέρας της ανήλικης, - και αν ακόμα η κατάθεση της ανωτέρω, που άσκησε ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του αιτούντος, είναι ψευδής, δεν αποδεικνύεται ότι αυτή καταδικάσθηκε για ψευδορκία με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, όπως απαιτεί η παράγραφος 2 του άρθρου 525 του ΚΠΔ (ούτε άλλωστε ο ίδιος ο αιτών αναφέρει ότι η ψευδής κατάθεση αυτής είναι αποδεδειγμένη με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή τούτο δεν συνέβη λόγω των αναφερομένων στη διάταξη αυτή λόγων).
Επομένως, η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας είναι απαράδεκτη και εντεύθεν απορριπτέα και συνακόλουθα απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας στον αιτούντα ποινής με την παραπάνω απόφαση. Ο αιτών πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7/7/2010 αίτηση του Χ, κρατουμένου στις φυλακές ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 26-31/2009 απόφαση του Μικτού Ορκωτοί) Εφετείου Λάρισας.
Απορρίπτει την αίτησή του για αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας σ' αυτόν με την παραπάνω απόφαση ποινής. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Σεπτεμβρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση Μ.Ο. Εφετείου. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, διότι στηριζόμενη στην 3η περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 525 ΚΠΔ (ψευδορκία μάρτυρα) δεν υπάρχει αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για το αδίκημα αυτό. Απορρίπτεται και το αίτημα της αναστολής.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 1508/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύων Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δημητρούλα Υφαντή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Δημήτριο Κράνη και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο του Γερασιμούλα Σιμωνετάτου, περί αναιρέσεως της 793/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Με πολιτικώς ενάγων τον Ψ, κατοίκου ..., που παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 923/2010.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος και τον πολιτικώς ενάγοντα, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Λάρισας που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 793/2010 απόφασή του, με την οποία καταδίκασε τον αναιρεσείοντα Χ σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που κατ' είδος μνημονεύει, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης που αλληλοσυμπληρώνονται, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Επειδή, από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τις απολογίες των κατηγορουμένων και τη συζήτηση γενικά της υποθέσεως, αποδείχτηκαν τα εξής: Ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ, εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του Πταισματοδίκη Λάρισας ως μάρτυρας υπερασπίσεως του δευτέρου κατηγορουμένου, Ζ για το αδίκημα της εξυβρίσεως που τέλεσε ο τελευταίος εναντίον του εγκαλούντος εντός του Δικαστικού Μεγάρου Λάρισας, προκειμένου να πείσει ότι δεν έλαβε χώρα το αδίκημα της εξυβρίσεως κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς ότι "όταν κατά το τέλος (δηλ. της προαναφερθείσας αστικής δίκης) φύγαμε, χαιρετήσαμε δικηγόρους φύγαμε από το Δικαστικό Μέγαρο, ο κ. Ζ αναχώρησε για την ... και εγώ για το σπίτι μου. Θέλω ακόμη να σημειώσω ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης δεν υπήρχε άλλος δικηγόρος εκτός από τον Βίκτωρα Γιτσαρά και τον Αθανάσιο Φώτα που παρίσταντο στην υπόθεση. Δεν παρίστατο δικηγόρος ο δικηγόρος Ψ. Όλα αυτά γίνονται γιατί υπάρχει παλαιότερη αντιδικία." Όμως η κατάθεση του ήταν αναληθής δεδομένου ότι η αλήθεια είναι ότι η ως άνω έγκληση κατά του δευτέρου κατηγορουμένου υποβλήθηκε στις 10.30, μετά το πέρας της συζητήσεως της προαναφερθείσας αγωγής και, επειδή ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε μεταβεί σε υπερκείμενο, του ισογείου, όροφο του Δικαστικού Μεγάρου, αναζητήθηκε από τα αστυνομικά όργανα εντός αυτού, Προκειμένου να συλληφθεί και δικαστεί αυτός κατά την αυτόφωρη διαδικασία, χωρίς όμως αυτό να καταστεί εφικτό, ενώ ο ίδιος ο κατηγορούμενος παρέμεινε εντός του ισογείου, β) ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν είχε αναχωρήσει για την Καρδίτσα, αλλά αντίθετα τουλάχιστον μέχρι τις 13:45 βρισκόταν στη ... και τηλεφωνούσε από τηλεφωνικό θάλαμο που βρισκόταν στη διασταύρωση των οδών ... και ..., ενώ ο ίδιος δεν μετέβη στο σπίτι του, αλλά αντίθετα σε κατάστημα - καφέ που βρισκόταν έξω από το Δικαστικό Μέγαρο, γ) κατά την εκδίκαση της προαναφερθείσας αγωγής ήταν παρών και ο δικηγόρος Ψ ο οποίος απλώς δεν δήλωσε τυπικά την παράστασή του, λόγω του ότι δεν επρόκειτο να εξεταστούν μάρτυρες και δ) η ως άνω έγκληση κατετέθη λόγω του ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε απευθύνει προς τους προαναφερθέντες εκκαλούντες την εξυβριστική φράση "Τι τεμπέληδες πληρώνει η ΔΕΗ, γεμάτος ο παράδεισος" και δεν είχε σχέση με το γεγονός ότι υπήρχε παλαιότερη αντιδικία με τον δεύτερο κατηγορούμενο. Πρέπει λοιπόν να κηρυχθεί ένοχος ο πρώτος κατηγορούμενος, όπως στο διατακτικό, αλλά να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό ότι έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά ζωή (άρθρο 84 §2α Π.Κ.). Αντίθετα, προέκυψαν πολλές αμφιβολίες ότι ο πρώτος κατηγορούμενος οδηγήθηκε στην ανωτέρω κατάθεση του μετά από προτροπές και παραινέσεις του δεύτερου κατηγορούμενου. Πρέπει λοιπόν ο τελευταίος να κηρυχθεί αθώος λόγω αμφιβολιών, όπως στο διατακτικό.
Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο σκεπτικό της εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, βάσει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στην οικεία ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΚΠΔ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα στο σκεπτικό της αποφάσεως και το διατακτικό της που επιτρεπτά το συμπληρώνει, το δικαστήριο παραθέτει εκτενώς ποια ήταν τα αληθή σε αντίθεση με τα ψευδή που κατέθεσε ο αναιρεσείων ενόρκως την 7/10/2002 ενώπιον του Πταισματοδίκη Λάρισας, και αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο του για την πράξη της ψευδορκίας για την οποία τον καταδίκασε. Η παράλειψη δε της αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 510 παρ. 1 Δ του ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 141 παρ. 3 του ΚΠΔ τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα αποδεικνύουν όλα όσα αναφέρονται σ' αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 140 ιδίου κώδικα και με αυτό το άρθρο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το περιεχόμενο των πρακτικών αποτελεί πλήρη απόδειξη και δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών. Επί του προκειμένου ο αναιρεσείων αιτιάται με τον αυτό λόγο αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ότι στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν διαλαμβάνονται εκείνα που ανακοίνωσε ο διευθύνων τη συζήτηση κατά την απαγγελία της απόφασης και ειδικότερα, ενώ ο διευθύνων τη συζήτηση ότι κηρύσσεται αθώος για το πρώτο μέρος της κατηγορίας και ένοχος μόνο για τη φράση " όλα αυτά γίνονται γιατί υπάρχει παλιότερη αντιδικία", στην καθαρογραμμένη απόφαση (στο σκεπτικό και το διατακτικό) κηρύσσεται ένοχος σύμφωνα με το κατηγορητήριο. Οι αιτιάσεις αυτές είναι απορριπτέες προεχόντως ως απαράδεκτες, γιατί εφόσον δεν προσβάλλονται τα πρακτικά ως πλαστά αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά μη επιτρεπομένης ανταποδείξεως. Περαιτέρω, ο αυτός λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του που με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, αναφορικώς με την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει η κρινόμενη αναίρεση να απορριφθεί ως αβάσιμη, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα και στην δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24/6/2010 αίτηση του Χ κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 793/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Σεπτεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ψευδορκία μάρτυρα. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη. Απορρίπτει ως αβάσιμο τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Τα πρακτικά συνεδρίασης αποτελούν πλήρη απόδειξη και δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών (άρθρ. 141 παρ. 3 ΚΠΔ) -.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 1506/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ'Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή και Παναγιώτη Ρουμπή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση
της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.2608/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2 και
με πολιτικώς ενάγουσα την "ΣΤΕΤ HELLAS ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Α.Ε.Β.Ε." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 278/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη, με αριθμό 133/13-4-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι. Eισάγω στο Συμβούλιό Σας , σύμφωνα με το ά. 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., την 16/4-2-2010 αίτηση αναιρέσεως της Χ1 κατοίκου ..., η οποία ασκήθηκε για λογαριασμό της από τον δικηγόρο Αθηνών Χαρ. Χαραλαμπέα ΔΣΑ 12098 σύμφωνα με την από 2-2-2010 νομότυπη εξουσιοδότηση προς αυτόν που προσκόμισε και προσαρτάται, κατά του 2608/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και εκθέτω τα ακόλουθα:
ΙΙ. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το 1757/2009 βούλευμα του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους κατηγορουμένους: α) Χ2 για να δικαστεί για εξακολουθητική απάτη τετελεσμένη και σε απόπειρα με ζημιά άνω των 73.000 ευρώ και εξακολουθητική υποβολή ψευδών υπευθύνων δηλώσεων με σκοπό το όφελος και την βλάβη άνω των 73.000 ευρώ και β) Χ για να δικαστεί για άμεση συνέργεια σε εξακολουθητική απάτη τετελεσμένη και σε απόπειρα με ζημιά άνω των 73.000 ευρώ και άμεσης συνέργεια σε εξακολουθητική ψευδή υπεύθυνη δήλωση από την οποία η βλάβη που προκλήθηκε σε άλλον υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ (άρθρα 46 παρ.1β, 94 παρ.1, 98 παρ.1, 386 παρ.1 και 3 του Π. Κ., όπως η παρ 3 του άρθρου 386 αντικ. με το άρθρο 14παρ.4 Ν. 2172/93, και άρθρ.22 παρ.6 εδ.β' ν.1599/1986). Κατά του παραπάνω παραπεμπτικού βουλεύματος η κατηγορουμένη Χάσκησε την 311/2009 έφεσή της η οποία απορρίφθηκε στην ουσία της με το 2608/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα . Κατά του βουλεύματος αυτού η κατηγορουμένη αυτή άσκησε την 16/4-2-2010 αναίρεση της. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον αντίκλητο δικηγόρο της κατηγορουμένης Χ. ... στις 25-1-2010 , όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό της επιμελήτριας της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ..., και αυτή στις 4-2-1010 εμπρόθεσμα, δηλ. εντός της προβλεπόμενης δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση (α. 473 παρ. 1 του ΚΠΔ ), άσκησε την παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της ... σύμφωνα με την από 2-2-2010 νομότυπη εξουσιοδότησή της προς αυτόν που προσκόμισε και προσαρτάται. Η κατηγορουμένη με την παραπάνω αίτηση αναιρέσεώς της στρέφεται κατά του τελεσιδίκου αυτού βουλεύματος, που την παρέπεμψε για κακουργήματα (α. 482 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ ), και ζητά την εξαφάνισή του: α) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων ( α. 484 παρ. 1 στοιχ. β' και ε' του ΚΠΔ ). Επειδή η αίτηση αναιρέσεως είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί στην ουσία της.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. (ΑΠ 1163/2008 ΠΧ 2009.429 , ΑΠ 111/2008 ΠΧ 2008.991, ΑΠ 211/2007 ΠΧ 2008.39, ΑΠ 1636/2006 ΠΧ 2007.734 , ΑΠ 1167/2006 ΠΧ2007.429 Χ. Μυλωνόπουλος Τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας σελ.425-517). Η απάτη έχει την μορφή κακουργήματος , σύμφωνα με την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 386, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, όταν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ ( ΑΠ 1521/2006 ,ΑΠ 1321/2006 ΤΝΠ ΔΣΑ). Για την στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας στην πράξη αυτή της απάτης απαιτείται : α) ο άμεσος συνεργός να γνωρίζει το εγκληματικό σχέδιο του αυτουργού β) να θέλει να βοηθήσει στην υλοποίησή του β) να βοηθά τον αυτουργό στην πραγμάτωση της απάτης κατά την εκτέλεση και διάρκεια αυτής και γ) χωρίς την δική του συνδρομή η τέλεση της απάτης να μην ήταν με βεβαιότητα δυνατή δηλ. η συμβολή του να ήταν αποφασιστική (ΑΠ 546/2009 ΑΠ 575/2009 στην ιστοσελίδα του ΑΠ 2353/2007, Μυλωνόπουλος ο.π. σελ. 521,522 ). Εξάλλου σύμφωνα με το α. 8 παρ.1 ν. 1599/1986 γεγονότα ή στοιχεία που δεν αποδεικνύονται με δελτίο ταυτότητας ή τα αντίστοιχα έγγραφα του άρθρου 6, μπορεί να αποδεικνύονται ενώπιον κάθε αρχής ή υπηρεσίας του δημόσιου τομέα με υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερόμενου που συντάσσεται σε ειδικό σφραγιστό χαρτί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.6 του ν. 1599/1986, όπως αντ. με άρθρο 2παρ.13 ν. 2479/1997, όποιος εν γνώσει του δηλώνει ψευδή γεγονότα ή αρνείται ή αποκρύπτει τα αληθινά με έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Εάν ο υπαίτιος των πράξεων αυτών σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτο ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. (ΑΠ 19/2008, ΑΠ 60/2007, ΑΠ 1989/2007, ΑΠ 419/1999, AΠ 754/1998). Τα δύο αυτά εγκλήματα (απάτη - ψευδής υπεύθυνη δήλωση ) συρρέουν αληθώς μεταξύ τους επειδή με αυτά προστατεύονται διαφορετικά έννομα αγαθά (ΑΠ 1523/2004 ΠΧ! 2005. 628, ΑΠ 1587/1994 ΠΧ! 1995.1385 ). Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (Ολ. ΑΠ 19/2001 ΠΧ! 2002.402, ΑΠ 1151/2006, ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1560/2002, ΑΠ 1011/2000). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 2206/2006, ΑΠ 1071/2005, ΑΠ 1464/2003, ΑΠ 2253/2002). Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (Ολ. ΑΠ 1/2002, ΑΠ 510/2002, ΑΠ 259/2006, ΑΠ 535/2002, ΑΠ 1335/95 ).
ΙV. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα, δέχθηκε ότι, από την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων της δικογραφίας και ειδικότερα των καταθέσεων των μαρτύρων, των εγγράφων που προσκομίστηκαν και περιέχονται σ' αυτή, της απολογίας της κατηγορουμένης και του συγκατηγορουμένου της προκύπτουν τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: " Αρχές του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2003, ο Γενικός Δ/ντής του Εμπορικού Τμήματος της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "STET Ελλάς Τηλεπικοινωνίες Α.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στο ..., Α2 ανέθεσε στον Α1, Δ/ντή του Τμήματος "Καταστήματα Telestet Εμπόριο Μάρκετινγκ και Διαφήμιση" και στον Α3, Δ/ντή του Τμήματος "Διαφήμισης Προϊόντων και Υπηρεσιών" το έργο του σχεδιασμού της μετονομασίας του σήματος της εταιρείας από "TELESTET" σε "TIM". Και τούτο διότι το 81,9 ο/ο της εγκαλούσας εταιρείας ελέγχεται από την εταιρεία με την επωνυμία "ΤΙΜ ιnternational N.V." που εδρεύει στο ..., το δε 100 ο/ο της εταιρείας αυτής ελέγχεται από την εταιρεία με την επωνυμία "Telecom Mobile S.p.A", που έχει ως διακριτικό της τίτλο το ακρωνύμιο "TIM", με έδρα το ..., είναι δε θυγατρική του ομίλου Telecom Italia S.p.A, που έχει την έδρα της στη ..., έχει κατοχυρώσει το ακρωνύμιο "TIM" ως κοινοτικό σήμα από το έτος 1999 και από το Μάρτιο 1996 είχε καταθέσει στο Υπουργείο Εμπορίου, Τμήμα Κατάθεσης Σημάτων τη δήλωση αλλοδαπού σήματος "T.Ι.M.". Οι δύο προαναφερθέντες Διευθυντές της εταιρείας με τρεις υπαλλήλους συγκρότησαν με απόλυτη μυστικότητα δύο ομάδες για την επεξεργασία, οργάνωση και προετοιμασία της επίμαχης μετονομασίας. Ο Α1 συνεργάστηκε με την εκκαλούσα Χ, ο δε Α3 με την Α4 και την Α5, τονίζοντας ότι όφειλαν να τηρούν απόλυτη εχεμύθεια και μυστικότητα σχετικά με το αντικείμενο της εργασίας τους. Περί τα τέλη μηνός Οκτωβρίου 2003 ο Α1 έδωσε εντολή για την επίσπευση των εργασιών και την ηλεκτρονική κατοχύρωση του "TIM" ως ονόματος χώρου (:domaine name). Όμως αρχές Νοεμβρίου 2003 από έλεγχο που διενήργησε η εταιρεία στο δικτυακό τόπο του Ινστιτούτου Εφαρμοσμένης Πληροφορικής του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας που διαχειρίζεται τις ελληνικές ονομασίες χώρου, διαπίστωσε ότι το όνομα χώρου tim.gr είχε αιτηθεί την 31-10-2003 από τον Χ2, άγνωστο πρόσωπο σ' αυτή, με διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου "johndent@otenet.gr" και η ΕΕΤΤ ενέκρινε με απόφαση της την κατοχύρωση του ονόματος αυτού στο ανωτέρω πρόσωπο. Μάλιστα την ίδια ημερομηνία ο ανωτέρω είχε ζητήσει με θετικό αποτέλεσμα την κατοχύρωση και των ακόλουθων ονομάτων χώρου: timhellas.gr, tim-hellas-gr. και τα τρία δε ονόματα του εκχωρήθηκαν και η κατοχύρωση τους έγινε την 10-12-2003. Η εταιρεία αναζήτησε την ύπαρξη διαρροής και οι ομάδες εργασίες κατεύθυναν την προσπάθεια χους σε ανεύρεση άλλης ονομασίας χώρου, ενόψει του επείγοντος χαρακτήρα της ολοκλήρωσης του έργου, καταλήγοντας στο όνομα : tim.com.gr, το οποίο κοινοποίησε στη νομική υπηρεσία την 24-11-2003. Όμως και πάλι μετά από σχετικό έλεγχο διαπίστωσαν ότι το ίδιο πρόσωπο είχε ζητήσει ήδη στις 17.11.2003 την κατοχύρωση του ονόματος αυτού, πλην όμως απερρίφθη την 16-1-2004. Για το λόγο αυτό αποφάσισε η εγκαλούσα εταιρεία να προβεί σε ενδελεχή έρευνα για την αποκάλυψη των στοιχείων του ατόμου που διέρρεε το περιεχόμενο των εναλλακτικών της προτάσεων με την κατοχύρωση των ονομάτων χώρου. Στη συνέχεια διαπιστώθηκε ότι η εκκαλούσα έχοντας συνάψει σχέσεις με τον Χ2, επικοινωνούσε καθημερινά μαζί του κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, ότι την 30.10.2003 διενήργησε 6 κλήσεις προς το κινητό του τηλέφωνο συνολικής διάρκειας περίπου 20 λεπτών, όπως και την ημέρα κατάθεσης .των αιτήσεων από τον Χ2, την 31-10-2003, που διενέργησε τέσσερις κλήσεις συνολικής διάρκειας 453 δευτερολέπτων. Επίσης το χρονικό διάστημα από 1-11-2004 έως 23-1-2004 εξακολουθούσε να επικοινωνεί τηλεφωνικώς, διενεργώντας συνολικώς 248 κλήσεις προς το κινητό του τηλέφωνο. Περαιτέρω από έρευνα που διεξήχθη του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που ανήκε στην εγκαλούσα εταιρεία και το χειριζόταν αυστηρά για τη διεκπεραίωση εταιρικών σκοπών η εκκαλούσα, μέλος της επιτροπής μετονομασίας της ως άνω εταιρείας, διαπιστώθηκε καταγραφή σωρείας ηλεκτρονικών επιστολών της, εξήντα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, προς το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του συγκατηγορουμένου της Χ2, ο οποίος επίσης της απέστειλε μηνύματα το χρονικό διάστημα από 20-1-2003 έως 4-12-2003, αντάλλασσαν δε ηλεκτρονικά μηνύματα και το μήνα Ιανουάριο του έτους 2004 (σχετικές οι από 4-2-2004 ένορκες βεβαιώσεις-δηλώσεις του Μ1, ιδιωτικού υπαλλήλου και Α1 ). Από τα ανωτέρω σε συνδυασμό με τα κατατεθέντα, από τους μάρτυρες Μ2, Μ3, Α1, Μ1 και το περιεχόμενο της με αριθμ. πρωτ. ...απόφασης της Ε.E.T.T. προκύπτει ότι η εκκαλούσα, μετέχοντας στην εργασιακή ομάδα που είχε συσταθεί και αναλάβει υπό συνθήκες πλήρους εχεμύθειας και μυστικότητας την οργάνωση και υλοποίηση της μετονομασίας του σήματος της εταιρείας από "TELESTET" σε "TIM" και την εν συνεχεία ηλεκτρονική καταχώρηση του "TIM" ως ονόματος χώρου στο διαδίκτυο, ανακοίνωνε στο συγκατηγορούμενό της Χ2 τα απόρρητα δεδομένα της επιτροπής στην οποία συμμετείχε και τον βοήθησε εξακολουθητικά κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα που ο ανωτέρω υπέβαλε τις αιτήσεις και στη συνέχεια τα απαιτούμενα δικαιολογητικά στην Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, ώστε χωρίς τη συνδρομή της δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση από αυτόν των εγκλημάτων της απάτης κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένης και σε απόπειρα εκ της οποίας η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης κατ' εξακολούθηση, από την οποία η βλάβη που προκλήθηκε σε άλλον υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκαν. Η ίδια είχε άμεση επαφή με τον Χ2κατά το χρόνο που ενεργούσε ο συγκατηγορούμενός της, ήτοι από 31-10-2003 έως 27-11-2003 και περαιτέρω έως 16-1-2004, παρέχοντας του ακριβείς πληροφορίες, που ήταν απολύτως αναγκαίες κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση των πράξεων του, προκειμένου να επιτύχουν το σκοπό τους, ώστε με ψευδείς υπεύθυνες δηλώσεις του άρθρου 8 ν. 1599/1986, την 10-11-2003 και την 27-11-2003 στο όνομα του αιτούντος, ήτοι ότι η καταχώρηση των ανωτέρω ονομάτων χώρου δεν παραβιάζει δικαιώματα τρίτων, να εξαπατηθεί και να επιχειρηθεί να εξαπατηθεί η αρμόδια Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών, να καταχωρηθούν αλλά και να επιχειρηθεί να καταχωρηθούν χρονικά, πρώτα σ' αυτόν, τα ανωτέρω ονόματα χώρου, με βλάβη της εγκαλούσας δικαιούχου εταιρείας, παρεμποδίζοντας την εταιρεία στη χρήση τους, με σκοπό προσπορίσεως παρανόμου περιουσιακού οφέλους, ζημιώνοντας τη δικαιούχου εταιρεία, σε ποσό που υπερέβαινε τα 73.000 ευρώ. Περαιτέρω προκύπτει ότι τόσο ο Χ2, ο οποίος επί πολλά έτη δραστηριοποιείται μέσω διαδικτύου, διαθέτει δική του ιστοσελίδα εν είδει ηλεκτρονικού περιοδικού και διατηρεί ηλεκτρονική διεύθυνση με όνομα χώρου www.fws.gr, έχοντας πολύ καλή γνώση του διαδικτύου και των συναφών τεχνολογιών, όσο και η εκκαλούσα, πτυχιούχος της ΑΣΟΕ, με μεταπτυχιακό στις οικονομικές και χρηματοοικονομικές επιστήμες, γνώριζαν ότι η αγορά των επίμαχων ονομασιών χώρου, που έσπευσε να κατοχυρώσει ο αιτών, από την εγκαλούσα εταιρεία υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ, συνεπεία της μεγάλης εμπορικής αξίας τους, υπολογιζόμενη κατ" ελάχιστο σε 100.000 ευρώ. Επίσης ότι το μέγεθος της ζημιάς, της εγκαλούσας εταιρείας από τις ενέργειες τους, συνεπεία της σύγχυσης που δημιουργήθηκε στους χρήστες του διαδικτύου το επίμαχο τρίμηνο χρονικό διάστημα έως ότου η ίδια κατοχυρώσει, μέσω νομίμων διαδικασιών, το δικτυακό τόπο, με νέα απόφαση της Ε.Ε.Τ.Τ., ανέρχεται σε 20.000 ευρώ περίπου, οι δε δαπάνες στις οποίες έπρεπε να προβεί για την αλλαγή των συστημάτων της, καρτών, επιστολόχαρτων αλλά και των δικαστικών εξόδων υπερέβαινε το ποσό των 130.000 ευρώ. Αξιοσημείωτο είναι ότι η εκκαλούσα στην απολογία της ενώπιον της Ανακρίτριας αποδέχθηκε ότι αντελήφθη το πρόβλημα που δημιουργήθηκε στην εταιρεία, περιγράφοντας τις συνεπακόλουθες οικονομικές συνέπειες της σύγχυσης των χρηστών του διαδικτύου αλλά και την οικονομική βλάβη της εταιρείας από τις αναγκαστικές αλλαγές στις οποίες έπρεπε να προβεί. Υπό τα ανωτέρω εκτεθέντα, υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής της εκκαλούσας-κατηγορουμένης που επιβάλλουν την παραπομπή της στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, ορθώς δε Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών την παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, που συρρέουν αληθώς.
Συνεπώς, θα πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η κρινομένη έφεση και να επιβληθούν στην εκκαλούσα τα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα σε 220 ευρώ". Το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επειδή : α) εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων β) αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν αυτά τα εγκλήματα γ) ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα ρητώς εκθέτει ότι η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη: α) γνώριζε το εγκληματικό σχέδιο του αυτουργού Χ2, με τον οποίο διατηρούσε στενές προσωπικές σχέσεις , που ήταν να βλάψει την περιουσία της εγκαλούσας εταιρείας σπεύδοντας να κατοχυρώσει στο όνομά του τίτλους που αυτή είχε προγραμματίσει να χρησιμοποιήσει β) ήθελε να τον βοηθήσει στην υλοποίησή του δίνοντας του όλες τις σχετικές πληροφορίες για τα ονόματα που είχαν συζητηθεί και αποφασιστεί στα όργανα της εταιρείας στα οποία συμμετείχε γ) ήθελε με τις πληροφορίες που έδωσε να βλάψει την περιουσία της εγκαλούσας εταιρείας και τελικά την έβλαψε προκαλώντας σ' αυτή ζημιά άνω των 73.000 ευρώ και επιχείρησε να την βλάψει αντίστοιχα δ) ήθελε με τις πληροφορίες που έδωσε να προκαλέσει στην περιουσία της εγκαλούσας εταιρείας ζημιά ανώτερη των 73.000 ευρώ μέσω των ψευδών υπευθύνων δηλώσεων του παραπάνω αυτουργού οι οποίες στηρίχτηκαν σε δικές της αποκλειστικές πληροφορίες που του έδωσε και επιχείρησε να την βλάψει αντίστοιχα και ε) γνώριζε ότι χωρίς την δική της συμβολή ήταν αδύνατη η τέλεση τόσο του εγκλήματος της απάτης όσο και του άλλου εγκλήματος της ψευδούς υπευθύνου δηλώσεως. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η παραπάνω συμπεριφορά της αναιρεσείουσας δεν μπορεί να υπαχθεί στην διάταξη του α. 16 του Ν. 146/1914 επειδή ο αυτουργός που έγινε δέκτης των πληροφοριών της δεν ήταν ανταγωνιστής της εγκαλούσας εταιρείας κινητής τηλεφωνίας . Κατά συνέπεια ο σχετικός λόγος που προβάλλει αυτή για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που ερμηνεύτηκαν και εφαρμόστηκαν είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του αιτιολογημένα απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του αφού δέχθηκε ότι αυτή με τα μνημονευόμενα σ' αυτό μέσα εξέθεσε επαρκώς τις απόψεις της. Κατά συνέπεια ο σχετικός λόγος που προβάλλει για απόλυτη ακυρότητα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί (ΑΠ 960/2006, ΑΠ 2125/2002, ΑΠ 300/2001 ). Με βάση τα δεδομένα αυτά η αίτηση αυτή αναιρέσεως της κατηγορουμένης είναι αβάσιμη και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν σ' αυτή τα δικαστικά έξοδα (α. 583 παρ. 1, όπως αντ. από το α. 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, σε συνδ. με το α. 3 παρ. 3 του Ν. 773/1977 και την 58553/19/28-6-2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω:
Α) Να απορριφθεί η 16/4-2-2010 αίτηση αναιρέσεως της Χ κατοίκου ... (Κρατησικλείας 6) κατά του 2608/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και
Β) Να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα από 200 ευρώ. Αθήνα 8 Απριλίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης"
Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το 1757/2009 βούλευμα του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακούργηματων Αθηνών τους κατηγορουμένους : α) Χ2 για να δικαστεί για εξακολουθητική απάτη τετελεσμένη και σε απόπειρα με ζημιά άνω των 73.000 ευρώ και εξακολουθητική υποβολή ψευδών υπευθύνων δηλώσεων με σκοπό το όφελος και την βλάβη άνω των 73.000 ευρώ και β) Χ για να δικαστεί για άμεση συνεργεία σε εξακολουθητική απάτη τετελεσμένη και σε απόπειρα με ζημιά άνω των 73.000 ευρώ και άμεσης συνεργεία σε εξακολουθητική ψευδή υπεύθυνη δήλωση από την οποία η βλάβη που προκλήθηκε σε άλλον υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ (άρθρα 46 παρ.1β, 94 παρ.1, 98 παρ.1, 386 παρ.1 και 3 του Π. Κ., όπως η παρ 3 του άρθρου 386 αντικ. με το άρθρο 14 παρ.4 Ν. 2172/93, και αρθρ.22 παρ.6 εδ.β' ν.1599/1986).
Ήδη νόμιμα φέρεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό η από 4-2-2010 και με αριθμό 16/2010 ενώπιον του Γραμματέα (Τμήματος Βουλευμάτων) του Εφετείου Αθηνών ασκηθείσα από τη δεύτερη κατηγορουμένη, Χ, αίτηση αναιρέσεως κατά του παραπάνω βουλεύματος και πρέπει να ερευνηθεί.
Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1, 3 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Ως γεγονότα κατά την έννοια του άρ. 386 Π.Κ. νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή τα αναγόμενα στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή πραγματική κατάσταση ή δυνατότητα του δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε υπάρχει γεγονός που θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης.
Επίσης από την παρ. 1 του άρθρου 98 του Π.Κ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της αποφάσεως για την τέλεση τους και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Στην παραπάνω διάταξη, προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999 δεύτερη παράγραφος, σύμφωνα με την οποία η αξία του αντικείμενου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως, προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος. Περαιτέρω, σύμφωνα με το α. 8 παρ.1 ν. 1599/1986 γεγονότα ή στοιχεία που δεν αποδεικνύονται με δελτίο ταυτότητας ή τα αντίστοιχα έγγραφα του άρθρου 6, μπορεί να αποδεικνύονται ενώπιον κάθε αρχής ή υπηρεσίας του δημόσιου τομέα με υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερόμενου που συντάσσεται σε ειδικό σφραγιστό χαρτί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.6 του ν. 1599/1986, όπως αντ.με άρθρο 2παρ.13 ν. 2479/1997, όποιος εν γνώσει του δηλώνει ψευδή γεγονότα ,ή αρνείται ή αποκρύπτει τα αληθινά με έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Εάν ο υπαίτιος των πράξεων αυτών σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτο ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1β' του Π.Κ., στην οποία ορίζεται ότι, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, συνάγεται ότι άμεσος συνεργός είναι εκείνος, που, με πρόθεση, παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την εκτέλεση και την διάρκεια της κύριας πράξης κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, χωρίς αυτή τη συνδρομή, δεν θα ήταν με βεβαιότητα, δυνατή η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκε, ενώ ο δόλος του άμεσου συνεργού περιλαμβάνει τη θέληση ή αποδοχή για άμεση υποστήριξη του εκτελούντος την κύρια πράξη και τη γνώση της συγκεκριμένης πράξης, στην οποία παρέχει τη συνδρομή του, καθώς και ότι η τελευταία παρέχεται κατά την εκτέλεση της ίδιους πράξης.
Περαιτέρω έλλείψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. ε ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τη διεξαχθείσα ανάκριση ή προανάκριση, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με δικές τους σκέψεις, και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ'αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα, των καταθέσεων των μαρτύρων, της απολογίας της κατηγορουμένης και του συγκατηγορουμένου της και των εγγράφων, που προσκομίστηκαν και περιέχονται σ'αυτή, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα κατά πιστή αντιγραφή από την εισαγγελική πρόταση, πραγματικά περιστατικά: Αρχές του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2003, ο Γενικός Δ/ντής του Εμπορικού Τμήματος της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "SΤΕΤ Ελλάς Τηλεπικοινωνίες Α.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στο ..., Α2 ανέθεσε στο Α1, Δ/ντή του Τμήματος "Καταστήματα Telestet Εμπόριο Μάρκετινγκ και Διαφήμηση" και στον Α3, Δ/ντή του Τμήματος "Διαφήμησης Προϊόντων και Υπηρεσιών" το έργο του σχεδιασμού της μετονομασίας του σήματος της εταιρείας από "ΤΕLESTET" σε "ΤΙΜ". Και τούτο διότι το 81,9 % της εγκαλούσας εταιρείας ελέγχεται από την εταιρεία με την επωνυμία "ΤΙΜ Ιnternational N.V." που εδρεύει στο ..., το δε 100 ο/ο της εταιρείας αυτής ελέγχεται από την εταιρεία με την επωνυμία "Τelecom Mobile S.p.A", που έχει ως διακριτικό της τίτλο το ακρωνύμιο "ΤΙΜ", με έδρα το Τορίνο Ιταλίας, είναι δε θυγατρική του ομίλου Τelecom Italia S.p.A, που έχει την έδρα της στη ..., έχει κατοχυρώσει το ακρωνύμιο "ΤΙΜ" ως κοινοτικό σήμα από το έτος 1999 και από το Μάρτιο 1996 είχε καταθέσει στο Υπουργείο Εμπορίου, Τμήμα Κατάθεσης Σημάτων τη δήλωση αλλοδαπού σήματος "Τ.Ι.Μ.". Οι δύο προαναφερθέντες Διευθυντές της εταιρείας με τρεις υπαλλήλους συγκρότησαν με απόλυτη μυστικότητα δύο ομάδες για την επεξεργασία, οργάνωση και προετοιμασία της επίμαχης μετονομασίας. Ό Α1 συνεργάστηκε με την εκκαλούσα Χ, ο δε Α3 με την Α4 και την Α5, τονίζοντας ότι όφειλαν να τηρούν απόλυτη εχεμύθεια και μυστικότητα σχετικά με το αντικείμενο της εργασίας τους. Περί τα τέλη μηνός Οκτωβρίου 2003 ο Α1 έδωσε εντολή για την επίσπευση των εργασιών και την ηλεκτρονική κατοχύρωση του "ΤΙΜ" ως ονόματος χώρου (:domaine name). Όμως, αρχές Νοεμβρίου 2003, από έλεγχο που διενήργησε η εταιρεία στο δικτυακό τόπο του Ινστιτούτου Εφαρμοσμένης Πληροφορικής του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας που διαχειρίζεται τις ελληνικές ονομασίες χώρου, διαπίστωσε ότι το όνομα χώρου tim.gr είχε αιτηθεί την 31-10-2003 από τον Χ2, άγνωστο πρόσωπο σ' αυτή, με διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου "johndent@οtεnet.gr" και η ΕΕΤΤ ενέκρινε με απόφαση της την κατοχύρωση του ονόματος αυτού στο ανωτέρω πρόσωπο. Μάλιστα την ίδια ημερομηνία ο ανωτέρω είχε ζητήσει με θετικό αποτέλεσμα την κατοχύρωση και των ακόλουθων ονομάτων χώρου: timhellas.gr, tim-hellas.gr και τα τρία δε ονόματα του εκχωρήθηκαν και η κατοχύρωση τους έγινε την 10-12-2003. Η εταιρεία αναζήτησε την ύπαρξη διαρροής και οι ομάδες εργασίες κατεύθυναν την προσπάθεια τους σε ανεύρεση άλλης ονομασίας χώρου, ενόψει του επείγοντος χαρακτήρα της ολοκλήρωσης του έργου, καταλήγοντας στο όνομα : tim.com.gr, το οποίο κοινοποίησε στη νομική υπηρεσία την 24-11-2003. Όμως και πάλι μετά από σχετικό έλεγχο διαπίστωσαν ότι το ίδιο πρόσωπο είχε ζητήσει ήδη στις 17.11.2003 την κατοχύρωση του ονόματος αυτού, πλην όμως απερρίφθη την 16-1-2004. Για το λόγο αυτό αποφάσισε η εγκαλούσα εταιρεία να προβεί σε ενδελεχή έρευνα για την αποκάλυψη των στοιχείων του ατόμου που διέρρεε το περιεχόμενο των εναλλακτικών της προτάσεων με την κατοχύρωση των ονομάτων χώρου.
Στη συνέχεια διαπιστώθηκε ότι η εκκαλούσα έχοντας συνάψει σχέσεις με τον Χ2, επικοινωνούσε καθημερινά μαζί του κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, ότι την 30.10.2003 διενήργησε 6 κλήσεις προς το κινητό του τηλέφωνο συνολικής διάρκειας περίπου 20 λεπτών, όπως και την ημέρα κατάθεσης των αιτήσεων από τον Χ2, την 31-10-2003, που διενέργησε τέσσερις κλήσεις συνολικής διάρκειας 453 δευτερολέπτων. Επίσης το χρονικό διάστημα από 1-11-2004 έως 23-1-2004 εξακολουθούσε να επικοινωνεί τηλεφωνικώς, διενεργώντας συνολικώς 248 κλήσεις προς το κινητό του τηλέφωνο. Περαιτέρω από έρευνα που διεξήχθη του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που ανήκε στην εγκαλούσα εταιρεία και το χειριζόταν αυστηρά για τη διεκπεραίωση εταιρικών σκοπών η εκκαλούσα, μέλος της επιτροπής μετονομασίας της ως άνω εταιρείας, διαπιστώθηκε καταγραφή σωρείας ηλεκτρονικών επιστολών της, εξήντα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, προς το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του συγκατηγορουμένου της Χ2, ο οποίος επίσης της απέστειλε μηνύματα το χρονικό διάστημα από 20-1-2003 έως 4-12-2003, αντάλλασσαν δε ηλεκτρονικά μηνύματα και το μήνα Ιανουάριο του έτους 2004 (σχετικές οι από 4-2-2004 ένορκες βεβαιώσεις-δηλώσεις του Μ1, ιδιωτικού υπαλλήλου και Α1 ).
Από τα ανωτέρω σε συνδυασμό με τα κατατεθέντα, από τους μάρτυρες Μ2, Μ3, Α1, Μ1 και το περιεχόμενο της με αριθμ. πρωτ. 308/3-3-2004 απόφασης της Ε.Ε.Τ.Τ. προκύπτει ότι η εκκαλούσα, μετέχοντας στην εργασιακή ομάδα που είχε συσταθεί και αναλάβει υπό συνθήκες πλήρους εχεμύθειας και μυστικότητας την οργάνωση και υλοποίηση της μετονομασίας του σήματος της εταιρείας από "ΤΕLESΤΕΤ" σε "ΤΙΜ" και την εν συνεχεία ηλεκτρονική καταχώρηση του "ΤΙΜ" ως ονόματος χώρου στο διαδίκτυο, ανακοίνωνε στο συγκατηγορούμενό της Χ2 τα απόρρητα δεδομένα της επιτροπής στην οποία συμμετείχε και τον βοήθησε εξακολουθητικά κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα που ο ανωτέρω υπέβαλε τις αιτήσεις και στη συνέχεια τα απαιτούμενα δικαιολογητικά στην Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, ώστε χωρίς τη συνδρομή της δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση από αυτόν των εγκλημάτων της απάτης κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένης και σε απόπειρα εκ της οποίας η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης κατ' εξακολούθηση, από την οποία η βλάβη που προκλήθηκε σε άλλον υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκαν. Η ίδια είχε άμεση επαφή με τον Χ2 κατά το χρόνο που ενεργούσε ο συγκατηγορούμενός της, ήτοι από 31-10-2003 έως 27-11-2003 και περαιτέρω έως 16-1-2004, παρέχοντας του ακριβείς πληροφορίες, που ήταν απολύτως αναγκαίες κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση των πράξεων του, προκειμένου να επιτύχουν το σκοπό τους, ώστε με ψευδείς υπεύθυνες δηλώσεις του άρθρου 8 ν. 1599/1986, την 10-11-2003 και την 27-11-2003 στο όνομα του αιτούντος, ήτοι ότι η καταχώρηση των ανωτέρω ονομάτων χώρου δεν παραβιάζει δικαιώματα τρίτων, να εξαπατηθεί και να επιχειρηθεί να εξαπατηθεί η αρμόδια Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών, να καταχωρηθούν αλλά και να επιχειρηθεί να καταχωρηθούν χρονικά, πρώτα σ' αυτόν, τα ανωτέρω ονόματα χώρου, με βλάβη της εγκαλούσας δικαιούχου εταιρείας, παρεμποδίζοντας την εταιρεία στη χρήση τους, με σκοπό προσπορίσεως παρανόμου περιουσιακού οφέλους, ζημιώνοντας τη δικαιούχου εταιρεία, σε ποσό που υπερέβαινε τα 73.000 ευρώ.
Περαιτέρω προκύπτει ότι τόσο ο Χ2, ο οποίος επί πολλά έτη δραστηριοποιείται μέσω διαδικτύου, διαθέτει δική του ιστοσελίδα εν είδει ηλεκτρονικού περιοδικού και διατηρεί ηλεκτρονική διεύθυνση με όνομα χώρου www.fws.gr, έχοντας πολύ καλή γνώση του διαδικτύου και των συναφών τεχνολογιών, όσο και η εκκαλούσα, πτυχιούχος της ΑΣΟΕ, με μεταπτυχιακό στις οικονομικές και χρηματοοικονομικές επιστήμες, γνώριζαν ότι η αγορά των επίμαχων ονομασιών χώρου, που έσπευσε να κατοχυρώσει ο αιτών, από την εγκαλούσα εταιρεία υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ, συνεπεία της μεγάλης εμπορικής αξίας τους, υπολογιζόμενη κατ' ελάχιστο σε 100.000 ευρώ. Επίσης ότι το μέγεθος της ζημιάς, της εγκαλούσας εταιρείας από τις ενέργειες τους, συνεπεία της σύγχυσης που δημιουργήθηκε στους χρήστες του διαδικτύου το επίμαχο τρίμηνο χρονικό διάστημα έως ότου η ίδια κατοχυρώσει, μέσω νομίμων διαδικασιών, το δικτυακό τόπο, με νέα απόφαση της Ε.Ε.Τ.Τ., ανέρχεται σε 20.000 ευρώ περίπου, οι δε δαπάνες στις οποίες έπρεπε να προβεί για την αλλαγή των συστημάτων της, καρτών, επιστολόχαρτων αλλά και των δικαστικών εξόδων υπερέβαινε το ποσό των 130.000 ευρώ.
Αξιοσημείωτο είναι ότι η εκκαλούσα στην απολογία της ενώπιον της Ανακρίτριας αποδέχθηκε ότι αντελήφθη το πρόβλημα που δημιουργήθηκε στην εταιρεία, περιγράφοντας τις συνεπακόλουθες οικονομικές συνέπειες της σύγχυσης των χρηστών του διαδικτύου αλλά και την οικονομική βλάβη της εταιρείας από τις αναγκαστικά αλλαγές στις οποίες έπρεπε να προβεί" Ενόψει αυτών, έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις κατά του μη ασκήσαντος αναίρεση κατηγορουμένου, Χ2, για την αξιόποινη πράξη της εξακολουθητικής απάτης, τετελεσμένης και σε απόπειρα, με ζημιά άνω των 73.000 ευρώ και για εξακολουθητική υποβολή ψευδών υπευθύνων δηλώσεων με σκοπό το όφελος και την βλάβη άνω των 73.000 ευρώ και κατά της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, Χ, για τις αξιόποινες πράξης της άμεσης συνέργειας σε εξακολουθητική απάτη τετελεσμένη και σε απόπειρα με ζημιά άνω των 73.000 ευρώ και άμεσης συνεργείας σε εξακολουθητική ψευδή υπεύθυνη δήλωση από την οποία η βλάβη που προκλήθηκε σε άλλον υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ πράξεις που φέρεται ότι ως αυτουργός τέλεσε ο πρώτος κατηγορούμενος (άρθρα 46 παρ.1β, 94 παρ.1, 98 παρ.1, 386 παρ.1 και 3 του Π. Κ., όπως η παρ 3 του άρθρου 386 αντικ. με το άρθρο 14παρ.4 Ν. 2172/93, και αρθρ.22 παρ.6 εδ.β' ν.1599/1986).
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, και παρέπεμψε αυτήν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), για να δικαστεί για τις άνω κακουργηματικές πράξεις, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, ως προς την παραπομπή της κατηγορουμένης άνω διάταξη του, διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες παραπέμφθηκε η κατηγορούμενη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστεί, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ανωτέρω παρατεθείσες, διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το ότι η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη: α) γνώριζε το εγκληματικό σχέδιο του αυτουργού Χ2, με τον οποίο διατηρούσε στενές προσωπικές σχέσεις , που ήταν να βλάψει την περιουσία της εγκαλούσας εταιρείας σπεύδοντας να κατοχυρώσει στο όνομα του τίτλους που αυτή είχε προγραμματίσει να χρησιμοποιήσει, β) ήθελε να τον βοηθήσει στην υλοποίηση του δίνοντάς του όλες τις σχετικές πληροφορίες για τα ονόματα που είχαν συζητηθεί και αποφασιστεί στα όργανα της εταιρείας στα οποία συμμετείχε, γ) ήθελε με τις πληροφορίες που έδωσε να βλάψει την περιουσία της εγκαλούσας εταιρείας και τελικά την έβλαψε προκαλώντας σ' αυτή ζημιά άνω των 73.000 ευρώ υπολογιζόμενη κατ'ελάχιστο όριο σε 100.000 ευρώ και επιχείρησε να την βλάψει αντίστοιχα, δ) ήθελε με τις πληροφορίες που έδωσε να προκαλέσει στην περιουσία της εγκαλούσας εταιρείας ζημιά ανώτερη των 73.000 ευρώ, μέσω των ψευδών υπευθύνων δηλώσεων του παραπάνω αυτουργού οι οποίες στηρίχτηκαν σε δικές της αποκλειστικές πληροφορίες, που του έδωσε και επιχείρησε να την βλάψει αντίστοιχα και ε) γνώριζε ότι χωρίς την δική της συμβολή ήταν αδύνατη η τέλεση τόσο του εγκλήματος της απάτης όσο και του άλλου εγκλήματος της ψευδούς υπευθύνου δηλώσεως. Περαιτέρω, για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας στην πράξη αυτή της απάτης απαιτείται : α) ο άμεσος συνεργός να γνωρίζει το εγκληματικό σχέδιο του αυτουργού β) να θέλει να βοηθήσει στην υλοποίηση του γ) να βοηθά τον αυτουργό στην πραγμάτωση της απάτης κατά την εκτέλεση και διάρκεια αυτής και δ) χωρίς την δική του συνδρομή η τέλεση της απάτης να μην ήταν με βεβαιότητα δυνατή δηλ. η συμβολή του να ήταν αποφασιστική. Εξάλλου, η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας δεν μπορεί να υπαχθεί στην διάταξη του α. 16 του Ν. 146/1914, επειδή ο αυτουργός, που έγινε δέκτης των πληροφοριών της, δεν ήταν ανταγωνιστής της εγκαλούσας εταιρείας κινητής τηλεφωνίας.
Τέλος το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμα του αιτιολογημένα απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του, αφού δέχθηκε ότι αυτή με τα μνημονευόμενα σ' αυτό μέσα εξέθεσε επαρκώς τις απόψεις της. Κατά συνέπεια ο σχετικός λόγος που προβάλλει για απόλυτη ακυρότητα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορρίφθεί.
Επίσης, το Συμβούλιο Εφετών, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση καθενός από τα πιο πάνω εγκλήματα , για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί η αναιρεσείουσα.
Ούτε επίσης εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων.
Κατόπιν αυτών, τα παράπονα που διατυπώνει η αναιρεσείουσα ότι εσφαλμένα με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έγινε με αυτό δεκτή η έφεση της κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, είναι αβάσιμα. Ακολούθως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα, αλλά και ο από το αυτό άρθρο στοιχ. δ', για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.
Οι λοιπές δε αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, με την επίκληση του άνω λόγου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Φεβρουαρίου 2010 με αριθμό 16/2010 ενώπιον του Γραμματέα (Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών), αίτηση της Χ, για αναίρεση του υπ'αριθμ.2608/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό Βούλευμα. Άμεση συνέργεια σε απάτη κατ' εξακολούθηση τετελεσμένη και σε απόπειρα με ζημία άνω των 73.000€, καθώς επίσης και άμεση συνέργεια σε ψευδή υπεύθυνη δήλωση κατ' εξακολούθηση, από την οποία προκλήθηκε σε άλλον βλάβη που υπερβαίνει το ποσό των 73.000€. Έννοια όρων. Παραπονείται για την απόρριψη της εφέσεως της με το προσβαλλόμενο βούλευμα, κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου, για να δικαστεί για τις παραπάνω αξιόποινες κακουργηματικές πράξεις. Λόγοι της αιτήσεως η έλλειψη αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Επίσης, επικαλείται απόλυτη ακυρότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος, για αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος της αναιρεσείουσας, για αυτοπρόσωπη εμφάνιση της στο Συμβούλιο προς υποστήριξη της εφέσεως της. Απορρίπτει ως αβάσιμους λόγους αιτήσεως και αναίρεση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής υπεύθυνη δήλωση, Απόπειρα, Συνέργεια, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση.
| 0
|
Αριθμός 1502/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1)Χ1 συζ. Χ2, το γένος ... και 2) Χ2, αμφοτέρων κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γώγο, για αναίρεση της με αριθμό 4453/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Γαβαλά. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιανουαρίου 2010 κοινή αίτησή τους περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 160/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως όσον αφορά την πρώτη αναιρεσείουσα Χ1 συζ. Χ2 και να απορριφθεί κατά τα λοιπά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 4.1.2010 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: α) Χ2 και β) Χ1 συζύγου Χ2 ,κατά της υπ' αριθμ. 4453/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν. Από τη διάταξη του αρ. 224 παρ. 2 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) Ο μάρτυρας να εκθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής η οποία είναι αρμόδια νια την ένορκη εξέταση του, β) τα πραγματικό περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη του πιο πάνω εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τα γεγονότα που κατέθεσε. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρ. 225 παρ. 1 εδ, α' του ΠΚ, "με φυλάκιση το πολύ δύο ετών τιμωρείται όποιος όταν εξετάζεται χωρίς όρκο ως διάδικος ή μάρτυρας από Αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση, εν γνώσει του καταθέτει ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια". Πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι πραγματώσεώς του, που αναφέρονται στο νόμο (κατάθεση ψέματος ή άρνηση ή απόκρυψη της αλήθειας), μπορεί να εναλλαχθούν και σε περίπτωση συνδρομής περισσότερων τρόπων τέλεσης, πραγματώνεται ένα μόνον έγκλημα. Από την αναφερόμενη διάταξη προκύπτει, ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος απαιτείται: α') κατάθεση αναληθών περιστατικών ή άρνηση ή απόκρυψη αληθινών, β') γνώση της αναλήθειας των περιστατικών που ο υπαίτιος κατέθεσα ή της αλήθειας εκείνων που αρνήθηκε ή απόκρυψε, άμεσος δηλαδή δόλος αυτού και γ') αρμοδιότητα της Αρχής ενώπιον της οποίας ο υπαίτιος κατέθεσε αναληθή περιστατικά ή αρνήθηκε ή απόκρυψε αληθή. Προϋποτίθεται η κατάθεση ή άρνηση ή απόκρυψη περιστατικών και όχι κρίσεων, πεποιθήσεων ή γνωμών, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με περιστατικά. Η αρμοδιότητα της Αρχής ενώπιον της οποίας γίνεται η εξέταση, τίθεται υπό την έννοια ότι, με διάταξη νόμου είναι δυνατή η ενώπιον αυτής κατάθεση και στη συνέχεια η χρησιμοποίηση της κατάθεσης αυτής, ως έγκυρου αποδεικτικού μέσου, ενώπιον της αρμόδιας προς διάγνωση της διαφοράς, ίδιας ή ετέρας Αρχής.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 4453/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι των αξιοποίνων πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρος ο πρώτος και της ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως η δεύτερη και τους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών σε καθέναν, η εκτέλεση της οποίας, για μεν τον πρώτο κατηγορούμενο, ανεστάλη για μία (1) τριετία, για δε τη δεύτερη κατηγορουμένη, μετατράπηκε σε χρηματική και ορίστηκε για κάθε ημέρα φυλακίσεως το ποσό των πέντε (5) ευρώ. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Οι κατηγορούμενοι, κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, τέλεσαν τις αποδιδόμενες σ' αυτούς αξιόποινες πράξεις, όπως τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση αυτών, αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό. Ειδικότερα, προέκυψε, ότι: Α) ο πρώτος κατηγορούμενος, στις 30-6-2003, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, σε υπόθεση κατά την οποία, μετά την ΒΜ ΣΤ 98εγχ/419/30-11-1998 έγκληση της Χ1 συζ. Χ2 (β' κατηγορουμένης) κατηγορούνταν ο Ψ (α' εκκαλών) για το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα και οι Σ, Ρ, Α1 συζ. Α2 (β' εγκαλούσα) και Φ (γ' εγκαλών), για το έγκλημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα από κοινού, κατέθεσε εν γνώσει της αναληθείας τους τα κατωτέρω ψευδή περιστατικά: "Ο Ψ στην ένορκη εξέταση του ως μάρτυρας είπε ψέματα ότι μεταβίβασε το αγρόκτημα στους κατηγορούμενους η δικαιούχος. Λέει ψέματα ότι είναι αυθαίρετο το κτίσμα...Πρόκειται για ένα διώροφο σπίτι που εμείς επισκευάσαμε με άδεια από την Πολεοδομία...".Η αλήθεια που γνώριζε ο κατηγορούμενος, όταν κατέθεσε ενόρκως τα ανωτέρω περιστατικά, είναι ότι με το αριθμ. ... προσύμφωνο πωλήσεως ακινήτου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ...η Χ1 συζ. Χ2 (β' κατηγορουμένη) η Ζ χήρα Ζ1 και ο Φ προσυμφώνησαν να πωλήσουν, παραχωρήσουν και μεταβιβάσουν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή προς τους αποδεχθέντες την προσυμφωνία Σ συζ. Λ, και Ξ (πατέρα και δικαιοπάροχο των εγκαλούντων Α1 συζ. Α2 και Φ) ολόκληρο το επίδικο οικόπεδο το οποίο κατά το προσύμφωνο βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., συνορευόμενον γύρωθεν εκ τριών πλευρών με κοινοτικόν δρόμον και με ιδιοκτησία Δ...και είναι...εμβαδού διακοσίων τεσσαράκοντα οκτώ τετραγωνικών μέτρων και τεσσαράκοντα εκατοστών του μέτρου (248,40) ή όσα είναι πλέον ή έλαττον..." γνώριζε δηλαδή ο κατηγορούμενος ότι η σύζυγος του Χ1 έχοντας συμβληθεί στο πιο πάνω προσύμφωνο, υποσχέθηκε να μεταβιβάσει οσηνδήποτε έκταση βρίσκεται εντός των ορίων του άνω οικοπέδου. Επίσης, γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι η σύζυγος του Χ1 κατά το χρονικό διάστημα από την 1/1/1997 έως την 6/6/1997 κατασκεύασε αυθαίρετο ισόγειο κτίσμα στο επίδικο, με οπτοπλινθοδομή και επικάλυψη αμιαντολαμαρίνας διαστάσεων 4X4,70 μέτρων, εντός του περιγράμματος παλαιάς οικίας, της οποίας τα ίχνη (εξωτερικοί τοίχοι σε ύψος 1,50X2 μέτρων) σώζονταν στο οικόπεδο, για την πράξη της δε αυτή ασκήθηκε σε βάρος της ποινικής δίωξης για ανέγερση αυθαιρέτου κτίσματος και Β) η δεύτερη κατηγορούμενη, στις 30/6/2003, ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας, χωρίς να ορκιστεί λόγω της ιδιότητας της ως πολιτικώς ενάγουσας, ενώπιον του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, σε υπόθεση κατά την οποία μετά την ΒΜ ΣΤ 98εγχ/419/30-11-1998 έγκληση της, κατηγορούνταν ο Ψ εγκαλών για το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα και οι Σ, Ρ, Α1 συζ. Α2 (β' εγκαλούσα) και Φ(γ' εγκαλών) για το έγκλημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα από κοινού, κατέθεσε τα κατωτέρω ψευδή περιστατικά που συνδέονται διαδικαστικά με την υπόθεση, εν γνώσει της αναληθείας τους ήτοι: "Ο κ.Ψ παντού είπε ψέματα και μπορώ να το αποδείξω με έγγραφα...κατέθεσε ως μάρτυρας και είπε ψέματα ότι το σπίτι μου ήταν αυθαίρετο και ότι παραχώρησα όλο το οικόπεδο. Αυτό είναι ψέμα γιατί το '73 που υπογράφτηκαν τα τέσσερα συμβόλαια παραχώρησα το μισό οικόπεδο και το μισό χωράφι. Παραχωρήθηκε το μισό 246 τ.μ. επειδή μας ξεγέλασαν το '89...είπε ότι έχτισα αυθαίρετο κτίσμα ενώ το κτίσμα υπήρχε...συμφωνήσαμε με το προσύμφωνο το 1983 να μεταβιβάσουμε κατά κυριότητα νομή και κατοχή.... μας εξαπάτησαν...στράφηκαν κατά του πατρός μου και εκβίασαν συμβιβασμό με παραχώρηση του οικοπέδου με προσύμφωνο. 0 Ψ κατέθεσε ψευδώς ότι παραχωρήθηκε όλο το οικόπεδο και όχι μέρος ενώ γνώριζε ότι ήταν ψέμα. Μας εξαπάτησαν και υπογράψαμε το μισό οικόπεδο και το μισό χωράφι...αλήθεια που γνώριζε η κατηγορουμένη όταν κατέθετε ενώπιον του δικαστηρίου τα ως άνω ψευδή περιστατικά είναι ότι με το αριθμ. ... προσύμφωνο, πωλήσεως ακινήτου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ... η ίδια (η Χ1 συζ. Χ2 το γένος Ζ1), η Ζ χήρα Ζ1 και ο Φ προσυμφώνησαν να πωλήσουν, παραχωρήσουν και μεταβιβάσουν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή προς τους αποδεχθέντες την προσυμφωνία Σ συζ. Λ το γένος Φ και Ξ(πατέρα και δικαιοπάροχο των εγκαλούντων Α1 συζ. Α2 και Φ) ολόκληρο το επίδικο το οποίο κατά το προσύμφωνο βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ......και συνορευόμενο γύρωθεν εκ τριών πλευρών με κοινοτικόν δρόμον και με ιδοκτησίαν Δ..και είναι....εμβαδού μέτρων τετραγωνικών διακοσίων τεσσαράκοντα οκτώ τετραγωνικών μέτρων και τεσσαράκοντα εκατοστών του μέτρου (248,40) ή όσα είναι πλέον ή έλαττον..." ήταν δηλαδή γνωστό σ' αυτήν αφού είχε συμβληθεί στο πιο πάνω προσύμφωνο ότι υποσχέθηκε να μεταβιβάσει στους ανωτέρω οσηνδήποτε έκταση βρίσκεται εντός των ορίων του άνω οικοπέδου και όχι το ήμισυ αυτής. Επίσης η κατηγορουμένη κατά το χρονικό διάστημα από την 1/1/1997 έως την 6/6/1997 κατασκεύασε αυθαίρετα ισόγειο κτίσμα στο επίδικο οικόπεδο με οπτοπλινθοδομή και επικάλυψη αμιαντολαμαρίνας διαστάσεων 4Χ4,70 μέτρων, εντός του περιγράμματος παλαιάς οικίας, της οποίας τα ίχνη (εξωτερικοί τοίχοι σε ύψος 1.50X2 μέτρων) σώζονταν στο οικόπεδο για την πράξη της δε αυτή ασκήθηκε σε βάρος της ποινική δίωξη για ανέγερση αυθαιρέτου κτίσματος και η υπόθεση δικάσθηκε στις 19-2-2001 και στις 3/4/2001 στο Γ' μονομελές Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης παραστάθηκε η ίδια. Τέλος γνώριζε η κατηγορουμένη όταν κατέθετε τα ανωτέρω ότι η Ζ χήρα Ζ1, ο Φ και η ίδια προχώρησαν στην κατάρτιση του πιο πάνω προσυμφώνου, χωρίς να εξαπατηθούν από τους Σ χήρα Λ το γένος Φ και τον Ξ (δικαιοπάροχο των εγκαλούντων Α1 συζ. Α2 και Φ ) ως προς τις συνέπειες που θα είχε η ευδοκίμηση της υπ' αριθμ. 2317/27-10-1981 αγωγής περί νομίμου μοίρας, που είχαν ασκήσει στο Πολυμελές Πρωτ/κείο Θεσσαλονίκης οι Σ χήρα Λ το γένος Φ και Ξ κατά των Ζ χήρας Ζ1, Φ και Χ1 συζ. Χ2, το γένος Ζ1, αφού σε όλες τις διαπραγματεύσεις οι ως άνω εναγόμενοι με την παραπάνω αγωγή, παρίσταντο με πληρεξούσιο Δικηγόρο που τους ενημέρωνε για τις έννομες συνέπειες της αγωγής. Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν αδιαμφισβήτητα τόσο από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, όσο και από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, σε συνδυασμό με τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και δεν αναιρούνται από τις απολογίες των κατηγορουμένων. Ο προβαλλόμενος από την δεύτερη κατηγορουμένη ισχυρισμός ότι επήλθε ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, καθόσον στην σχετική έγκληση αναφέρεται ότι αυτή τέλεσε την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως, ενώ ασκήθηκε ποινική δίωξη για ψευδή ανωμοτί, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, επισημαινουμένου, ότι η υπαγωγή των αναφερομένων στην έγκληση πραγματικών περιστατικών, τον προσήκοντα κανόνα δικαίου ανήκει στην δικαιοδοσία του ασκούντος την ποινική δίωξη, χωρίς αυτός να δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό της πράξεως που γίνεται από τον εγκαλούντα. Επίσης, ο προβαλλόμενος από την ίδια κατηγορούμενη αυτοτελής ισχυρισμός περί υπάρξεως εκκρεμοδικίας, που απορρέει από την υπ' αριθμ. 14295/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την εν λόγω απόφαση, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, η εν λόγω κατηγορουμένη δεν ήταν καν κατηγορούμενη στη δίκη αυτή. Τέλος, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, οι προβαλλόμενοι από την ίδια κατηγορούμενη αυτοτελείς ισχυρισμοί περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο της των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2 α και δ' του Π.Κ., διότι δεν προέκυψαν πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν την παραδοχή των εν λόγω αυτοτελών ισχυρισμών. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των αποδιδόμενων σ' αυτών ως άνω αξιοποίνων πράξεων, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχους τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων και ειδικότερα: "στη Θεσσαλονίκη την 30 Ιουνίου 2003 τέλεσαν τις κατωτέρω ποινικά κολάσιμες πράξεις: Α) Ο Χ2, κατά την προαναφερθείσα ημεροχρονολογία και στον ανωτέρω τόπο, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Συγκεκριμένα, στις 30-6-2003, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, σε υπόθεση κατά την οποία, μετά την ΒΜ ΣΤ 98εγχ/419/30-11-1998 έγκληση της Χ1 συζ. Χ2 (β' κατηγορουμένης) κατηγορούνταν ο Ψ (α' εκκαλών) για το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα και οι Σ, Ρ, Α1 συζ. Α2 (β' εγκαλούσα) και... (γ' εγκαλών) για το έγκλημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα από κοινού. Κατέθεσε εν γνώσει της αναληθείας τους τα κατωτέρω ψευδή περιστατικά: "Ο Ψ στην ένορκη εξέταση του ως μάρτυρας είπε ψέματα ότι μεταβίβασε το αγρόκτημα στους κατηγορούμενους η δικαιούχος. Λέει ψέματα ότι είναι αυθαίρετο το κτίσμα... Πρόκειται για ένα διώροφο σπίτι που εμείς επισκευάσαμε με άδεια από την Πολεοδομία...". Η αλήθεια που γνώριζε ο κατηγορούμενος όταν κατέθεσε ενόρκως τα ανωτέρω περιστατικά είναι ότι με το αριθμ. ... προσύμφωνο πωλήσεως ακινήτου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ... η Χ1 συζ. Χ2 (β' κατηγορουμένη) η Ζ χήρα Ζ1 και ο Φ προσυμφώνησαν να πωλήσουν, παραχωρήσουν και μεταβιβάσουν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή προς τους αποδεχθέντες την προσυμφωνία Σ συζ. Λ, και Ξ (πατέρα και δικαιοπάροχο των εγκαλούντων Α1 συζ. Α2 και Φ) ολόκληρο το επίδικο οικόπεδο το οποίο κατά το προσύμφωνο βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., συνορευόμενον γύρωθεν εκ τριών πλευρών με κοινοτικόν δρόμον και με ιδιοκτησία Λ...και είναι...εμβαδού διακοσίων τεσσαράκοντα οκτώ τετραγωνικών μέτρων και τεσσαράκοντα εκατοστών του μέτρου (248,40) ή όσα είναι πλέον ή έλαττον..." γνώριζε δηλαδή ο κατηγορούμενος ότι η σύζυγος του Χ1 έχοντας συμβληθεί στο πιο πάνω προσύμφωνο, υποσχέθηκε να μεταβιβάσει οσηνδήποτε έκταση βρίσκεται εντός των ορίων του άνω οικοπέδου. Επίσης γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι η σύζυγος του Χ1 κατά το χρονικό διάστημα από την 1/1/1997 έως την 6/6/1997 κατασκεύασε αυθαίρετο ισόγειο κτίσμα στο επίδικο, με οπτοπλινθοδομή και επικάλυψη αμιαντολαμαρίνας διαστάσεων 4X4,70 μέτρων, εντός του περιγράμματος παλαιάς οικίας, της οποίας τα ίχνη (εξωτερικοί τοίχοι σε ύψος 1,50X2 μέτρων) σώζονταν στο οικόπεδο, για την πράξη της δε αυτή ασκήθηκε σε βάρος της ποινικής δίωξης για ανέγερση αυθαιρέτου κτίσματος. Β)Η δεύτερη κατηγορουμένη Χ1 συζ. Χ2, το γένος Ζ1, ενώ εξεταζόταν χωρίς όρκο ως μάρτυρας από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα. Συγκεκριμένα, στις 30/6/2003, ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας χωρίς να ορκιστεί λόγω της ιδιότητας της ως πολιτικώς ενάγουσας, ενώπιον του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, σε υπόθεση κατά την οποία μετά την ΒΜ ΣΤ 98εγχ/419/30-11- 1998 έγκληση της, κατηγορούνταν ο Ψ τ εγκαλών για το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα και οι Σ, Ρ, Α1 συζ. Α2 (β' εγκαλούσα) και Φ (γ' εγκαλών) για το έγκλημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα από κοινού, κατέθεσε τα κατωτέρω ψευδή περιστατικά που συνδέονται διαδικαστικά με την υπόθεση εν γνώσει της αναληθείας τους ήτοι: "0 κ.Ψ παντού είπε ψέματα και μπορώ να το αποδείξω με έγγραφα...κατέθεσε ως μάρτυρας και είπε ψέματα ότι το σπίτι μου ήταν αυθαίρετο και ότι παραχώρησα όλο το οικόπεδο. Αυτό είναι ψέμα γιατί το '73 που υπογράφτηκαν τα τέσσερα συμβόλαια παραχώρησα το μισό οικόπεδο και το μισό χωράφι. Παραχωρήθηκε το μισό 246 τ.μ. επειδή μας ξεγέλασαν το 89...είπε ότι έχτισα αυθαίρετο κτίσμα ενώ το κτίσμα υπήρχε...συμφωνήσαμε με το προσύμφωνο το 1983 να μεταβιβάσουμε κατά κυριότητα νομή και κατοχή.... μας εξαπάτησαν...στράφηκαν κατά του πατρός μου και εκβίασαν συμβιβασμό με παραχώρηση του οικοπέδου με προσύμφωνο. Ο Ψ κατέθεσε ψευδώς ότι παραχωρήθηκε όλο το οικόπεδο και όχι μέρος ενώ γνώριζε ότι ήταν ψέμα. Μας εξαπάτησαν και υπογράψαμε το μισό οικόπεδο και το μισό χωράφι...αλήθεια που γνώριζε η κατηγορουμένη όταν κατέθετε ενώπιον του δικαστηρίου τα ως άνω ψευδή περιστατικά είναι ότι με το αριθμ. ... προσύμφωνο πωλήσεως ακινήτου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ... η ίδια (η Χ1 συζ. Χ2 το γένος Ζ1), η Ζ χήρα Ζ1 και ο Φ προσυμφώνησαν να πωλήσουν, παραχωρήσουν και μεταβιβάσουν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή προς τους αποδεχθέντες την προσυμφωνία Σ συζ. Λ το γένος Φ και Ξ (πατέρα και δικαιοπάροχο των εγκαλούντων Α1 ας συζ. Α2 και Φυ) ολόκληρο το επίδικο το οποίο κατά το προσύμφωνο βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ......και συνορευόμενο γύρωθεν εκ τριών πλευρών με κοινοτικόν δρόμον και με ιδοκτησίαν Δ...και είναι....εμβαδού μέτρων τετραγωνικών διακοσίων τεσσαράκοντα οκτώ τετραγωνικών μέτρων και τεσσαράκοντα εκατοστών του μέτρου (248,40) ή όσα είναι πλέον ή έλαττον..." ήταν δηλαδή γνωστό σ' αυτήν αφού είχε συμβληθεί στο πιο πάνω προσύμφωνο ότι υποσχέθηκε να μεταβιβάσει στους ανωτέρω οσηνδήποτε έκταση βρίσκεται εντός των ορίων του άνω οικοπέδου και όχι το ήμισυ αυτής. Επίσης η κατηγορουμένη κατά το χρονικό διάστημα από την 1/1/1997 έως την 6/6/1997 κατασκεύασε αυθαίρετα ισόγειο κτίσμα στο επίδικο οικόπεδο με οπτοπλινθοδομή και επικάλυψη αμιαντολαμαρίνας διαστάσεων 4X4,70 μέτρων, εντός του περιγράμματος παλαιάς οικίας, της οποίας τα ίχνη (εξωτερικοί τοίχοι σε ύψος 1.50X2 μέτρων) σώζονταν στο οικόπεδο για την πράξη της δε αυτή ασκήθηκε σε βάρος της ποινική δίωξη για ανέγερση αυθαιρέτου κτίσματος και η υπόθεση δικάσθηκε στις 19-2-2001 και στις 3/4/2001 στο Γ' Μονομελές Πλημ/κείο Θεσσαλονίκης παραστάθηκε η ίδια. Τέλος γνώριζε η κατηγορουμένη όταν κατέθετε τα ανωτέρω ότι η Ζ χήρα Ζ1, ο Φ και η ίδια προχώρησαν στην κατάρτιση του πιο πάνω προσυμφώνου, χωρίς να εξαπατηθούν από τους Σ χήρα Λ το γένος Φ και τον Ξ (δικαιοπάροχο των εγκαλούντων Α1 συζ. Α2 και Φ) ως προς τις συνέπειες που θα είχε η ευδοκίμηση της υπ' αριθμ. 2317/27-10-1981 αγωγής περί νομίμου μοίρας, που είχαν ασκήσει στο Πολυμελές Πρωτ/κείο Θεσσαλονίκης οι Σ χήρα Λ το γένος Φ και Ξκατά των Ζ χήρας Ζ1, ΑΦ και Χ1 συζ. Χ2, το γένος Ζ1, αφού σε όλες τις διαπραγματεύσεις οι ως άνω εναγόμενοι με την παραπάνω αγωγή, παρίσταντο με πληρεξούσιο Δικηγόρο που τους ενημέρωνε για τις έννομες συνέπειες της αγωγής". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε κάθε αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.Ια, 27 παρ.1, 224 παρ. 2-1, 225 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες θα ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 4453/2009 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: 1) Φ, 2) Α1, 3) Π και 4) Ζ χήρας Ζ1, καθώς και την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, Ψ. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του κάθε εγκλήματος για τα οποία, αυτοί καταδικάστηκαν οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις κάθε αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) Το δικάσαν Δικαστήριο με το να απορρίψει τον ισχυρισμό της δεύτερης κατηγορουμένης για παραβίαση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση της ποινικής δίωξης, που προέβαλε εγγράφως και υποστήριξε προφορικά ενώπιον του Εφετείου (ότι δεν είχε υποβληθεί σε βάρος της έγκληση για ψευδή ανωμοτί κατάθεση) δεχθέν ότι η υπαγωγή των αναφερομένων στην έγκληση πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, ανήκει στη δικαιοδοσία του ασκούντος την ποινική δίωξη, χωρίς αυτός να δεσμεύεται από το χαρακτηρισμό των πράξεων, που γίνεται από τους εγκαλούντες, αφενός παραβίασε κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή τους παραπάνω ουσιαστικούς κανόνες δικαίου, που καθορίζουν την άσκηση της ποινικής διώξεως, κι αφετέρου παραβίασε τους ίδιους κανόνες δικαίου εκ πλαγίου, δεχθέν, αντιφατικά, πράγματα που δεν άπτονται του προταθέντος ισχυρισμού, ήτοι ενώ δέχθηκε ότι υπάγεται στην δικαιοδοσία του ασκούντος την ποινική δίωξη εισαγγελέως ο χαρακτηρισμός των πραγματικών περιστατικών που περιλαμβάνονται στην έγκληση, ωστόσο δεν απάντησε στο κρίσιμο για την άσκηση της ποινικής διώξεως και τον χαρακτηρισμό της πράξης ζήτημα αν ο εισαγγελεύς δύναται να διαμορφώσει ο ίδιος και τα πραγματικά περιστατικά επί τη βάσει των οποίων θ'ασκήσει την ποινική δίωξη και που δεν αναφέρονται ή δεν περιλαμβάνονται στην έγκληση ή στην αναφορά των παθόντων, όπως στην προκείμενη περίπτωση, για τα οποία όμως πραγματικά περιστατικά -χωρίς να υφίσταται μηνυτήρια αναφορά- ασκήθηκε παραταύτα ποινική δίωξη παραθέτων αυτούσια μέσα σε εισαγωγικά αποσπάσματα της ανωμοτί κατάθεσης της δεύτερης κατηγορουμένης, κι επιπλέον επεκτείνοντας απαραδέκτως αυτά και σε γεγονότα που δεν άπτονται της εγκλήσεως, ούτε καν του αντικειμένου της δίκης στο οποίο εξετάσθηκε ως πολιτικώς ενάγουσα η δεύτερη κατηγορουμένη (δηλ. της εν γνώσει ψευδούς καταθέσεως της σχετικά με την εξαπάτηση της από τους συγγενείς της, νυν εγκαλούντες, για την υπογραφή του υπ' αριθμ.... προσυμφώνου πωλήσεως οικοπέδου). Άλλως, το Εφετείο, καθ' υπέρβαση της εξουσίας του απέρριψε τον προταθέντα νομίμως όπως αναφέρεται αυτοτελή ισχυρισμό και, καταδίκασε την δεύτερη κατηγορουμένη για το αδίκημα της ψευδούς ανωμοτί κατάθεσης την στιγμή που δεν υποβλήθηκε γι' αυτό η απαιτούμενη έγκληση, ούτε περαιτέρω όμοια υποβλήθηκε τέτοια έγκληση για την επιμέρους πράξη της ψευδούς ανωμοτί κατάθεσης σχετικά με την εξαπάτηση της από τους νυν εγκαλούντες για την υπογραφή του κρισίμου προσυμφώνου πωλήσεως οικοπέδου.
Συνεπώς,η πληττόμε- νη απόφαση υπέπεσε στην συνδυασμένη πλημμέλεια εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Ε' και Δ', άλλως στοιχ.Η' περιπτ. δ' ΚΠΔ και πρέπει για τον βάσιμο αυτόν λόγο ν'αναιρεθεί. Αβάσιμα όμως, διότι το έγκλημα της ψευδούς ανωμοτί κατάθεσης διώκεται αυτεπαγγέλτως και ορθώς ο Εισαγγελέας άσκησε ποινική δίωξη για την άνω πράξη, εφόσον υπήρχαν τα σχετικά με την πράξη αυτή στοιχεία, έστω και αν το έγκλημα αυτό δεν είχε καταγγελθεί ευθέως, 2) Ενώ είχαν προτείνει ως παράνομη τη δήλωση παράστασης της πολιτικής αγωγής, καθόσον δεν νομιμοποιείτο σε τούτο τουλάχιστον για τη δεύτερη κατηγορουμένη, Χ1, όμως το Εφετείο, αφενός στον ισχυρισμό αυτόν δεν αποφάνθηκε κι άφησε αδίκαστη την συναφή αίτηση αποβολής της πολιτικής αγωγής κι αφετέρου επέτρεψε παράνομα την συμμετοχή στην δίκη του πολιτικώς ενάγοντος, παρόλο που είχαν προταθεί αντιρρήσεις από μέρος των κατηγορουμένων, ώστε να μην έχει καλυφθεί η ακυρότητα αυτή. Αλλως, το Εφετείο σιγή απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό των κατηγορουμένων δίχως την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία κατ' άρθρ.139 ΚΠΔ και αρθρ.93 παρ.3 του Συντάγματος.
Συνεπώς, και εκ του λόγου αυτού, η πληττόμενη απόφαση υπέπεσε στις πλημμέλειες εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Β' εδαφ.β' και Α' ΚΠΔ, άλλως άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ και πρέπει για τους βάσιμους παρόντες λόγους ν' αναιρεθεί (2ος λόγος της αιτήσεως). Αβάσιμα όμως και ο σχετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί, διότι αυτός που παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγων, ήταν διάδικος στο ποινικό δικαστήριο, δηλ. όταν εκδόθηκε η 14.295/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, όπου δόθηκαν οι ψευδείς καταθέσεις, για τις οποίες καταδικάστηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση οι ήδη αναιρεσείοντες, 3) Στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατ'άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με την εκ πλαγίου παραβίαση του εφαρμοσθέντος ποινικού ουσιαστικού κανόνα δικαίου κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, διότι το Εφετείο Θεσσαλονίκης, για την αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως του στο σκεπτικό, προέβη στην επανάληψη κατά πιστή αντιγραφή του διατακτικού της απόφασης, κι αυτού πάλι αποτελούντος πιστή αντίστοιχη αντιγραφή του κατηγορητηρίου, ώστε η σύμπτωση των περιστατικών αυτών στο σκεπτικό, το διατακτικό και στο κατηγορητήριο δεν συνιστά την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Πολύ δε περισσότερο καθόσον, δεν εξειδικεύονται ειδικότερα πραγματικά περιστατικά και σκέψεις με βάση τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση.
Συνεπώς, το Εφετείο χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επανέλαβε στο σκεπτικό το αντίστοιχο διατακτικό, κι εκείνο αποτελούν πλήρη αντιγραφή του κατηγορητηρίου, χωρίς να εκθέτει τις ειδικότερες σκέψεις και συλλογισμούς, ούτε να παραθέτει τα ειδικότερα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των αποδιδόμενων πράξεων, αλλ' ούτε το ταυτόσημο του σκεπτικού με το διατακτικό, κι' αυτών (σκεπτικού- διατακτικού) με το κατηγορητήριο καλύπτουν την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, παρά το λεπτομερές του λεκτικού των, καθόσον δεν αιτιολογείται πλήρως το ψευδές των ανωτέρω περιστατικών που κατέθεσαν οι κατηγορούμενοι καθώς και η γνώση της αναληθείας των κατατεθέντων (τρίτος λόγος αναιρέσεως). Αβάσιμα όμως, διότι το Δικαστήριο αναλυτικά και με πλήρη αιτιολογία αναφέρει: α) τα ψευδή γεγονότα τα οποία κατέθεσαν οι ήδη αναιρεσείοντες, β) τα αντίστοιχα αληθή που οι ίδιοι γνώριζα, γ) το δόλο αυτών και δ) το σκοπό τους να παραπλανήσουν με αυτά το δικαστήριο και να καταδικάσει τον παραπάνω παθόντα. Και 4) ότι υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, αναφορικά με την απόρριψη ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' και ε' ΠΚ, ειδικότερα δε, διότι "Το Εφετείο απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό της δεύτερης κατηγορουμένης, που πρότεινε στο ακροατήριο νομοτύπως και ανέπτυξε προφορικά, σχετικά με την εφαρμογή των ελαφρυντικών άρθρου 84 παρ.2 περιπτ. α' & δ'Π.Κ., με την αιτιολογία ότι δεν προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν την παραδοχή των", όπως ακριβώς κατά λέξη στην αίτηση αναφέρεται. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το άνω αίτημα με την εξής κατά λέξη αιτιολογία: "από την έρευνα του χαρακτήρα της δεύτερης κατηγορουμένης, τον προηγούμενο βίο της και τις υπόλοιπες περιστάσεις και το ποινικό μητρώο της που είναι στην δικογραφία και από το οποίο προκύπτει ότι αυτή έχει καταδικασθεί και με άλλη απόφαση σε ποινή φυλάκισης 15 μηνών, το Δικαστήριο κρίνει ότι η χρηματική ποινή αρκεί για να την αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Συντρέχει, επομένως, περίπτωση μετατροπής της παραπάνω ποινής σε χρηματική και πρέπει λαμβάνοντας υπόψη και τους οικονομικούς όρους της καταδικασθείσης η κάθε μέρα φυλάκισης να υπολογισθεί προς 5,00 ΕΥΡΩ". Η αιτιολογία αυτή είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη και ορθώς απορρίφθηκε ο σχετικός με την αιτίαση αυτή, τέταρτος λόγος αναιρέσεως. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και ... στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, ....αλλά και της υπέρβασης εξουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1), καθώς και στη δικαστική δαπάνη (και οι δύο) του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (ΚΠολΔ 176).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Ιανουαρίου 2010 (υπ' αριθμ. Πρωτ. 94/7.1.2010) ενώπιον του Εισαγγελέα Αρείου Πάγου αίτηση: 1)Χ2 και 2) Χ1 συζύγου Χ2, για αναίρεση της με αριθμό 4.453/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική (και οι δύο) δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποίαν ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδορκία μάρτυρα. Ψευδής ανωμοτί κατάθεση. Έννοια όρων. Δεν αποτελεί υπέρβαση εξουσίας, διότι το δικαστήριο καταδίκασε την αναιρεσείουσα για ψευδή ανωμοτί κατάθεση, επικαλούμενη ότι δεν είχε καταμηνυθεί για την πράξη αυτή, καθόσον η εν λόγω πράξη διώκεται αυτεπαγγέλτως και ο ασκήσας την ποινική δίωξη εισαγγελέας, είχε τα προς τούτο στοιχεία. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απόρριψη του αιτήματος για χορήγηση ελαφρυντικών προτέρου έντιμου βίου και καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, καθόσον το Δικαστήριο προέβη στην απορριπτική του διάταξη διότι ο κατηγορούμενος είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση πλέον των έξι (6) μηνών. Επίσης, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές άνω διατάξεις. Απορρίπτει λόγους αιτήσεων.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ψευδής ανώμοτη κατάθεση, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 1500/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κοτζαμανίδη, για αναίρεση της 1893-1894/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης.
Με συγκατηγορούμενο τον Ψ. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσ/νίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 223/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, για την ύπαρξη της άνω αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 1893-1894/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων, ενεργώντας από κοινού με το μη διάδικο στην παρούσα δίκη, Ψ, κηρύχθηκε ένοχος, κατοχής-μεταφοράς-πώλησης ναρκωτικών ουσιών από τοξικομανή κατ'επάγγελμα και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής : "Οι κατηγορούμενοι οι οποίοι κατά τον παρακάτω αναφερθησόμενο χρόνο ήσαν τοξικομανείς κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ.1 του Ν.1729/1987, όπως ισχύει σήμερα, αφού είχαν αποκτήσει την έξη της χρήσης των ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορούσαν να αποβάλουν αυτή με τις δικές τους δυνάμεις, στη ... και στην περιοχή του ..., στις 3.2.2006, από κοινού και μετά από συναπόφαση ενεργούντες με περισσότερες πράξεις ετέλεσαν περισσότερα εγκλήματα και δη: Α)Στη ....και στην περιοχή του ... ενεργώντας από κοινού κατείχαν ποσότητα ηρωϊνης συνολικού βάρους 272 γραμμαρίων την οποία εφύλασαν στην μισθωμένη από τον πρώτο από αυτούς (Χ) οικία που βρίσκεται στη ... και την οποία είχαν από κοινού στη φυσική εξουσίασή τους ώστε να μπορούν ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνουν την ύπαρξή της και να διαθέτουν πραγματικά κατά τη θέλησή τους, και στη συνέχεια μετέφεραν με το με αριθμό κυκλ.... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του πρώτου εξ αυτών από τη ...στην περιοχή του ... με σκοπό να πωλήσουν αυτή σε ναρκομανείς της περιοχής έχοντας εφοδιαστεί προς τούτο με ηλεκτρονική ζυγαριά την οποία είχαν τοποθετήσει μαζί με την ως άνω ναρκωτική ουσία εντός νάϋλον σακκούλας, β)Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο από κοινού ενεργούντες μετέφεραν οδικώς από τη ... του ... στην περιοχή του ...την ως άνω ποσότητα ηρωΐνης συνολικού βάρους 272 γραμμαρίων χρησιμοποιήσαντες προς τούτο το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ. επιβατικό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής VOLVO του πρώτου κατηγορουμένου, το οποίο οδηγούσε ο ίδιος και στο οποίο συνεπέβαινε ο δεύτερος κατηγορούμενος Ψ. Και Γ) Στη διασταύρωση των οδών ... κατά την ίδια ως άνω ημεροχρονολογία (3.2.2006) ο πρώτος κατηγορούμενος και ενώ επέβαινε στο ως άνω αυτοκίνητό του στο οποίο συνεπέβαινε ο δεύτερος κατηγορούμενος, επώλησε στον Δ ένα μικρόδεμα ηρωϊνης βάρους 0,5 γραμμαρίου αντί του ποσού των 30 ευρώ, η κατά τα άνω δε πωληθείσα ποσότητα προήρχετο από την μεγαλύτερη ως άνω ποσότητα των 272 γραμμαρίων ηρωΐνης. Οι παραπάνω πράξεις κατοχής, μεταφοράς και πώλησης ναρκωτικών ουσιών αφορούσαν την ίδια ποσότητα ναρκωτικής ουσίας.
Από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει οι κατηγορούμενοι με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της ως άνω πράξεως τους και δη τη χρησιμοποίηση αυτοκινήτου προς υλοποίηση των πωλήσεων ώστε να μη είναι ευχερής ο εντοπισμός τους να διευκολύνεται η μετάβασή τους σε τόπους πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών (... κλπ), την κατοχή και χρήση υπ'αυτών ηλεκτρονικής ζυγαριάς ακριβείας προκειμένου να ζυγίζουν επί τόπου την πωλουμένη ποσότητα ναρκωτικών, την κατοχή υπ'αυτών μεγάλης ποσότητας ναρκωτικής ουσίας κλπ., προκύπτει σκοπός αυτών για πορισμό εισοδήματος και ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθούν αυτοί ένοχοι των ως άνω πράξεών τους, ως κατ'επάγγελμα τελέσαντες αυτές. Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων περί συνδρομής στο πρόσωπό τους ελαφρυντικών περιστάσεων ειλικρινούς μετάνοιας και μετέπειτα καλής συμπεριφοράς πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ'ουσία αφού δεν προέκυψαν περιστατικά που να θεμελιώνουν ειλικρινή μετάνοια η δε επικαλούμενη καλή συμπεριφορά τους δεν επιδείχθη σε καθεστώς ελευθερίας τους." Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο μαζί με τον άνω μη διάδικο, κήρυξε ένοχο ως τοξικομανή και τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα των αξιοποίνων πράξεων της μεταφοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, με την επιβαρυντική περίπτωση της κατ'επάγγελμα τελέσεως αυτών και ειδικότερα, του ότι: "Όντας τοξικομανείς κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ. 1 Ν.1729/1987, όπως ισχύει σήμερα, 1)Στη ..., την 3-2-2006, ενεργώντας από κοινού, κατείχαν ναρκωτικά κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 4 παρ. 1,3 του Ν. 1729/1987), ήτοι τεχνητές ουσίες που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και οι οποίες περιλαμβάνονται στον Πίνακα Α' περ. 5 του ως άνω άρθρου. Ειδικότερα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, έχοντας από κοινού, τη φυσική εξουσίαση, ώστε καθένας από αυτούς ενεργώντας για λογαριασμό και του άλλου, να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη και κατά τη βούληση τους να διαθέτει πραγματικά, κατείχαν α) ένα (1) μικροδέμα ηρωίνης βάρους (0,5) γραμμαρίου, που πώλησε ο 1ος κατηγορούμενος, Χ, κατά τα κάτωθι εκτιθέμενα προς τον Δ και β) δύο (2) δέματα ηρωίνης, βάρους (216) και (55,5) γραμμαρίων αντίστοιχα,- ήτοι ποσότητα ηρωίνης συνολικού βάρους (271,5) γραμμαρίων, που απέκρυπταν εντός του υπ' αρ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του πρώτου εξ αυτών Χ.
2)Την 3-2-2006, ενεργώντας από κοινού, με χρήση χερσαίου οχήματος, μετέφεραν οδικώς εντός της Ελληνικής επικράτειας, ναρκωτικά κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 4 παρ. 1,3 του Ν. 1729/1987), ήτοι τεχνητές ουσίες που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και οι οποίες περιλαμβάνονται στον Πίνακα Α' περ. 5 του ως άνω άρθρου. Ειδικότερα, κατά το προαναφερόμενο χρόνο, ενεργώντας από κοινού και χρησιμοποιώντας το υπ' αρ. ... ΙΧΕ όχημα του πρώτου εξ αυτών Χ, μετέφεραν οδικώς προς πώληση από την χρησιμοποιούμενη ως χώρο αποθήκευσης ναρκωτικών κατοικία του ανωτέρω κατηγορουμένου στη ... στην περιοχή του ... α)ένα (1) μικροδέμα ηρωίνης βάρους (0,5) γραμμαρίου και β)δύο (2) δέματα ηρωίνης συνολικού βάρους (271,5) γραμμαρίων.
3)Ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ, στη ..., την 3-2-2006, πώλησε ναρκωτικά κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 4 παρ. 1,3 του Ν. 1729/1987), ήτοι τεχνητές ουσίες που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και οι οποίες περιλαμβάνονται στον Πίνακα Α'περ. 5 του ως άνω άρθρου. Ειδικότερα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, και ενώ επέβαινε στο υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ όχημα ιδιοκτησίας του συνάντησε στη συμβολή των οδών ... τον Δ, προς τον οποίο πώλησε, μεταβίβασε και παρέδωσε ένα (1) μικροδέμα ηρωίνης βάρους (0,5) γραμμαρίου, αντί τιμήματος τριάντα (30,00) ευρώ.
Στις ανωτέρω δε πράξεις της κατοχής, μεταφοράς και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, για τις οποίες κατηγορείται ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ και κατοχής και μεταφοράς, για τις οποίες κατηγορείται ο δεύτερος κατηγορούμενος, Ψ, προέβησαν κατ' επάγγελμα, καθόσον από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης· τέλεσης των συγκεκριμένων εγκλημάτων προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος από τη διάπραξη αυτών. ενόψει της μεγάλης ποσότητας ηρωίνης, ιδιαίτερα σημαντικής αξίας, την οποία με χαρακτηριστική ευχέρεια προμηθεύτηκαν υπό συνθήκες οργάνωσης, προπαρασκευής και ετοιμότητας που μαρτυρούν την εμπλοκή τους σε ευρύτερο κύκλωμα διακίνησης ναρκωτικών, αποθήκευαν δε σε ειδικώς προς τούτο μισθωμένη οικία, όπου σε συνεργασία μεταξύ τους μετέφεραν αδίστακτα σε επιλεγμένες περιοχές συνεύρεσης τοξικομανών και, αφού με τη χρήση ηλεκτρονικής ζυγαριάς ακριβείας που βρέθηκε στην κατοχή τους κατένειμαν μεθοδικά σε επιμέρους μικροδέματα, πωλούσε συστηματικά σε τρίτους, ο πρώτος κατηγορούμενος, με παντελή απουσία ηθικών αναστολών και μόνο κίνητρο το παράνομο κέρδος προς βιοπορισμό από την εμπορία ναρκωτικών.
Το Δικαστήριο δέχεται ότι οι παραπάνω πράξεις κατοχής, μεταφοράς και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, του πρώτου κατηγορούμενου, Χ και κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, του δεύτερου κατηγορουμένου, Ψ, που τελέσθηκαν με τους παραπάνω περιγραφόμενους τρόπους αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών ουσιών." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13στ, 18 εδ.α', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 79 ΠΚ και 4 παρ.1 , 3 πιν.Α', αρ.5 παρ.1 στοιχ.β', ζ, 2,8, 13 παρ.1 Ν.1729/1987 (όπως ισχύει), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 1893-1894/2009 του Πενταμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: 1)Σ1, 2)Σ2, 3)Δ, καθώς και των μαρτύρων υπερασπίσεως: 1)Ε1 και 2)Ε2.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1)Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε την επιβεβλημένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη των εκ μέρους του προβληθέντων από το συνήγορο του και καταχωρηθέντων στα πρακτικά της δίκης, αυτοτελών ισχυρισμών, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 84 παρ.2 περ.δ' ΠΚ (ειλικρινής μετάνοια) και 84 παρ.2 περ.ε'(του αυτού Κώδικα) δηλαδή της επίδειξης καλής διαγωγής μετά την αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη, καθώς και της, ως ελαφρυντικής περίστασης, προβλεπόμενης, κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.1 του Ν.2331/1995 (αρθρ.31 παρ.11 ΚΝΝ) κατά την επιμέτρηση της ποινής, μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του εγκεκριμένου, σύμφωνα με το νόμο, θεραπευτικού προγράμματος συντήρησης και απεξάρτησης. Σημειώνεται ότι κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ'αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ.2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία δ και ε, ήτοι ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του (στοιχ.δ'), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ.ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεως του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Επίσης, από τη διάταξη της παρ.11 του αρθρ.31 του ΚΝΝ, με την οποία ορίζεται ότι "η επιτυχής ολοκλήρωση το εγκεκριμένου, σύμφωνα με το νόμο, θεραπευτικού προγράμματος συντήρησης και απεξάρτησης, αναγνωρίζεται ως ελαφρυντική περίσταση κατά την επιμέτρηση της ποινής", προκύπτει ότι η επιτυχής ολοκλήρωση του εγκεκριμένου θεραπευτικού προγράμματος συντήρησης και απεξάρτησης μπορεί να αναγνωριστεί ως ελαφρυντική περίσταση κατά την επιμέτρηση της ποινής (ΑΠ 1822/1997). Όπως δε προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωριστούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδ.δ' και ε'του ΠΚ (ειλικρινούς μετάνοιας και επίδειξης μετά την πράξη του καλής διαγωγής), κατ'εκτίμηση δε από το Δικαστήριο αυτό, και της ελαφρυντικής περίστασης από το άρθρο 21 παρ.1 του Ν.2331/95 (αρθρ.31 παρ.11 του ΚΝΝ), της ολοκλήρωσης θεραπευτικού προγράμματος για απεξάρτηση από τα ναρκωτικά. Το δικάσαν Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς με την αιτιολογία ότι δεν προέκυψαν περιστατικά που να θεμελιώνουν ειλικρινή μετάνοια η δε επικαλούμενη καλή συμπεριφορά του , δεν επιδείχθηκε σε καθεστώς ελευθερίας του. Η αιτιολογία αυτή είναι η δέουσα, διότι αφενός ως προς την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιπτώσεως του άρθρου 84 παρ.2 περ.δ', δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, που την θεμελιώνουν, αφετέρου ως προς την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιπτώσεως του αρθρ.84 παρ.2 περ.ε', πρέπει για την παραδοχή της η καλή διαγωγή να είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης και όχι φόβου ή καταναγκασμού σε καθεστώς φυλάκισης. Περαιτέρω, αναγνώριση του ελαφρυντικού του αρθρ.21 Ν.2331/95 προς μείωση της ποινής, αφενός για το Δικαστήριο είναι δυνητική, αφετέρου προϋποθέτει ολοκλήρωση του θεραπευτικού προγράμματος και όχι μόνο παρακολούθηση, όπως στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με την αίτησή του ισχυρίζεται. Και 2)ότι δεν υπάρχει στη προβαλλόμενη απόφαση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ'επάγγελμα τελέσεως των πράξεων που καταδικάστηκε, αφού κατά τα άνω εκτεθέντα στο σκεπτικό της αποφάσεως γίνεται λεπτομερής περιγραφή των συντρεχόντων για την επιβαρυντική αυτή περίσταση, περιστατικών. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, τόσο ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, όσο και ως προς την απόρριψη των παραπάνω αυτοτελών ισχυρισμών του, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Ιανουαρίου 2010 (υπ'αριθμ.πρωτ.540/26-1-10 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 1893-1894/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης . Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατοχή, μεταφορά και πώληση ναρκωτικών ουσιών ως τοξικομανής, κατ' επάγγελμα. Αυτοτελείς ισχυρισμοί για αναγνώριση στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών του άρθρου 84 § 2 περ. δ΄ και ε΄ (ειλικρινούς μετάνοιας και καλής μετά την πράξη συμπεριφοράς) καθώς και της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 21 § 1 του Ν. 2331/95 (άρθρο 31 § 11 ΚΝΝ), της ολοκλήρωσης θεραπευτικού προγράμματος για απεξάρτηση από τα ναρκωτικά. Η απόρριψη αυτών από το Δικαστήριο της ουσίας χρειάζεται ειδική εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απόρριψη λόγων αιτήσεως για έλλειψη αιτιολογίας, τόσο ως προς την ενοχή όσο και για τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς, καθώς και για έλλειψη νόμιμης βάσης. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά.
| 2
|
Αριθμός 1498/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 18377/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρό του Αλέξανδρο Χατζηαλεξάνδρου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και των από 12 Μαρτίου 2010 πρόσθετων λόγων που περιλαμβάνονται στο σχετικό δικόγραφο, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 199/2010.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 12-1-2010 με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο νόμιμα και εμπρόθεσμα ασκηθείσα, αίτηση αναιρέσεως, κατά της καταδικαστικής με αριθμό 18377/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και οι από 12-3-2010 με κατάθεση του δικογράφου στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, από τον αναιρεσείοντα κατά της αυτής αποφάσεως, νόμιμα και εμπρόθεσμα ασκηθέντες, πρόσθετοι λόγοι, είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν.
Από τη διάταξη του αρ. 222 ΠΚ προκύπτει ότι στοιχεία του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφων είναι έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό, του οποίου ο δράστης δεν είναι κύριος ή δεν είναι αποκλειστικός κύριος ή που κάποιος άλλος έχει το δικαίωμα κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου να ζητήσει την παράδοση ή την επίδειξη και απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή αυτού. Υποκείμενο του εγκλήματος μπορεί να είναι ιδιώτης ή και υπάλληλος για τα έγγραφα που ήσαν εμπιστευμένα ή προσιτά, λόγω της υπηρεσίας του και απαιτείται δόλος που ενέχει την γνώση ότι ο δράστης δεν είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου και τη θέληση απόκρυψης, βλάβης ή καταστροφής αυτού. Παθών εκ του άνω εγκλήματος είναι εκείνος που αποστερήθηκε το υπεξαχθέν έγγραφο και σε βλάβη του οποίου απέβλεπε ο δράστης.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 18377/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος υπεξαγωγής εγγράφων και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημ/κείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Στη ..., κατά το χρονικό διάστημα από την 12/11/2005 έως 2/12/2005 ο κατηγορούμενος με σκοπό να βλάψει άλλον απέκρυψε έγγραφα, των οποίων δεν ήταν κύριος και, συγκεκριμένα ενώ ήταν διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία "Ζ ΑΕ" στην οποία εργαζόταν ο εγκαλών, Ψ, ο κατηγορούμενος μετέβη στο γραφείο που διατηρούσε ο εγκαλών, όπου είχε πρόσβαση λόγω της ανωτέρω ιδιότητας του, όπου ο εγκαλών είχε τοποθετήσει διάφορα προσωπικά του έγγραφα, και αφαίρεσε από τα ερμάρια του γραφείου του εγκαλούντος τα εξής προσωπικά έγγραφα του τελευταίου, ήτοι: αντίγραφα φορολογικών του δηλώσεων Ε1, Ε2, Ε9 και Ε3, αντίγραφα περιοδικών καταστάσεων ΦΠΑ, αντίγραφα συγκεντρωτικών δηλώσεων ΦΠΑ, αντίγραφα συγκεντρωτικών καταστάσεων προμηθευτών-πελατών, εκκαθαριστικά της Δ.Ο.Υ, (της κοινής δήλωσης φόρου εισοδήματος που υπέβαλε ο εγκαλών με τη σύζυγο του), τιμολόγια συνοδεύοντα τις περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ, βεβαιώσεις αποδοχών του εγκαλούντος και της συζύγου του και βεβαιώσεις πληρωμής του ΤΣΜΕΔΕ, του ΤΣΑΥ και των ασφαλιστικών προγραμμάτων υγείας των μελών της οικογένειας του εγκαλούντος. Στη συνέχεια τοποθέτησε τα έγγραφα αυτά, των οποίων δεν ήταν κύριος και δεν είχε κανένα δικαίωμα να τα παραλάβει, σε άγνωστο τόπο απομακρύνοντάς τα από την κατοχή του κυρίου αυτών-εγκαλούντος, από τον οποίο και τα απέκρυψε αυθαίρετα, χωρίς κανένα δικαίωμα, ενώ στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να βλάψει τον εγκαλούντα, ο οποίος έτσι στερείτο των ως άνω εγγράφων, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η διεκπεραίωση των προσωπικών του υποθέσεων. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τη πράξη που του αποδίδεται".
Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο της αξιόποινης πράξεως της υπεξαγωγής εγγράφων τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα και ειδικότερα, του ότι: "Στη ..., κατά το χρονικό διάστημα από την 12/11/2005 έως 2712/2005 με σκοπό να βλάψει άλλον απέκρυψε έγγραφα, των οποίων δεν ήταν κύριος και συγκεκριμένα ενώ ήταν διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία "Ζ ΑΕ" στην οποία εργαζόταν ο εγκαλών Ψ, ο κατηγορούμενος μετέβη στο γραφείο που διατηρούσε ο εγκαλών, όπου είχε πρόσβαση λόγω της ανωτέρω ιδιότητας του, όπου ο εγκαλών είχε τοποθετήσει διάφορα προσωπικά του έγγραφα, και αφαίρεσε από τα ερμάρια του γραφείου του εγκαλούντος τα εξής προσωπικά έγγραφα του τελευταίου, ήτοι: αντίγραφα φορολογικών του δηλώσεων Ε1, Ε2, Ε9 και Ε3, αντίγραφα περιοδικών καταστάσεων ΦΠΑ, αντίγραφα συγκεντρωτικών δηλώσεων ΦΠΑ, αντίγραφα συγκεντρωτικών καταστάσεων προμηθευτών-πελατών, εκκαθαριστικά της Δ.Ο.Υ. (της κοινής δήλωσης φόρου εισοδήματος που υπέβαλε ο εγκαλών με τη σύζυγό του), τιμολόγια συνοδεύοντα τις περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ, βεβαιώσεις αποδοχών του εγκαλούντος και της συζύγου του και βεβαιώσεις πληρωμής του ΤΣΜΕΔΕ, του ΤΣΑΥ και των ασφαλιστικών προγραμμάτων υγείας των μελών της οικογένειας του εγκαλούντος. Στη συνέχεια τοποθέτησε τα έγγραφα αυτά, των οποίων δεν ήταν κύριος και δεν είχε κανένα δικαίωμα να τα παραλάβει, σε άγνωστο τόπο απομακρύνοντάς τα από την κατοχή του κυρίου αυτών-εγκαλούντος, από τον οποίο και τα απέκρυψε αυθαίρετα, χωρίς κανένα δικαίωμα, ενώ στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να βλάψει τον εγκαλούντα, ο οποίος έτσι στερείτο των ως άνω εγγράφων, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η διεκπεραίωση των προσωπικών του υποθέσεων".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 §1α, 27 §1 και 222 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 18377/2009 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορούμενου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: 1) Α1, 2) Α2, 3) Α3 και 4) Α4, καθώς και την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, Ψ.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) Υπάρχει έλλειψη ακριβούς προσδιορισμού εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, με συνέπεια να επέλθει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, διότι "το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην απόφαση πρακτικά (σελίδα 6 της απόφασης) βεβαιώνει για τα εξής: "Στο σημείο αυτό διαβάστηκαν τα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης και τα αναγνωστέα σε αυτή έγγραφα και τα εξής έγγραφα: ....". Βεβαιώνει δηλαδή, ότι εκτός των εγγράφων που αναφέρει με τα ειδικότερα προσδιοριστικά στοιχεία τους και που τα αριθμεί από 1 έως και 7, ανέγνωσε και άλλα έγγραφα, ήτοι αυτά που ήταν αναγνωστέα στην πρωτόδικη απόφαση, χωρίς όμως κανένα περαιτέρω προσδιορισμό, με συνέπεια να παράγεται η απόλυτη ακυρότητα, αφού το δικαστήριο βεβαιώνει στο σκεπτικό του ότι μεταξύ των άλλων εκεί μνημονευόμενων αποδεικτικών μέσων, λαμβάνει υπόψη του "τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο", γεγονός που σημαίνει ότι στήριξε την κρίση του περί ενοχής του και σε έγγραφα χωρίς προσπορισμό της ταυτότητάς τους, όπως κατά τα προαναφερόμενα διέλαβε. Επομένως αναιρετέα κατέστη για τον λόγο αυτό η απόφαση, άλλως επικουρικώς και για έλλειψη αιτιολογίας, λόγω της αόριστης αναφοράς της ταυτότητος ενός εγγράφου που αναγνώστηκε, λόγω της ασάφειας ως προς το εάν το δικαστήριο στήριξε ή όχι την κρίση του και στα έγγραφα αυτά ή όχι", όπως ακριβώς στην αίτηση εκτίθενται.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως (σελίδα 6η, στο τέλος), εκεί ακριβώς αναφέρεται:
"Στο σημείο αυτό διαβάστηκαν τα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης και τα αναγνωστέα σε αυτή έγγραφα και τα εξής έγγραφα:
1. Η από 1-9-2001 σύμβαση έργου 2. Η από 21-2-2006 έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης.
3. Η από 24-2-2006 έκθεση απόδοσης κατασχεθέντων.
4. Η από 14-4-2006 αγωγή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
5. Η με αριθμό 40581/2007 κατάθεση αγωγής του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
6. Βεβαίωση (που έδωσε η εταιρεία Ζ ΑΕ στον Ψ).
7. Το από 13-2-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό".
Όπως δε προκύπτει από την πρωτόδικη με αριθμό 35155/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Θεσ/νίκης, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση αυτής, στη σελίδα 6 των πρακτικών της, αναφέρονται, κατ' ακριβή αντιγραφή αυτής, τα παρακάτω:
"Στο σημείο αυτό διαβάστηκαν τα εξής έγγραφα:
1. Η από 1-9-2001 σύμβαση έργου 2. Η από 21-2-2006 έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης.
3. Η από 24-2-2006 έκθεση απόδοσης κατασχεθέντων.
4. Η από 14-4-2006 αγωγή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσσαλονίκης.
5. Η με αριθμό 40581/2007 κατάθεση αγωγής του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης".
Όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή των εγγράφων που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα άνω πρακτικά (πρωτόδικης και Δευτεροβάθμιας δίκης), τα με αριθμούς 1-5 έγγραφα, είναι τα ίδια. Τα αναφερόμενα δε, με αριθμούς 6 και 7, έγγραφα στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι αυτά που αναγνώστηκαν, το πρώτο, στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Περαιτέρω, με την ανάγνωση των πρακτικών της Πρωτοβάθμιας δίκης, θεωρούνται ότι έχουν αναγνωστεί και όλα τα έγγραφα, που αναφέρονται σε αυτή. Κατά συνέπεια, το κατ' έφεση Δικαστήριο, στήριξε την κρίση του περί ενοχής του αναιρεσείοντος σε έγγραφα, των οποίων προσδιορίζεται η ταυτότητα. Επομένως, η απόλυτη ακυρότητα, που επικαλείται ο αναιρεσείων και επικουρικά, η έλλειψη αιτιολογίας, λόγω αόριστης αναφοράς της ταυτότητας των άνω εγγράφων, είναι αβάσιμες. Και 2) ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη αλλά ελλιπής, ασαφής και ανεπαρκής, αφού ολόκληρο το περιεχόμενο του σκεπτικού συνιστά αντιγραφή του διατακτικού λέξη προς λέξη. Επίσης, δεν διαλαμβάνει νομικές σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά στις διατάξεις που εφαρμόστηκαν και οι ελλείψεις αυτές δεν μπορούν να αναπληρωθούν από τα όσα περιέχονται στο διατακτικό. Αβάσιμα όμως, διότι εφόσον το διατακτικό περιλαμβάνει και πραγματικά περιστατικά, η επανάληψή του στο σκεπτικό της αποφάσεως, δεν δημιουργεί έλλειψη, ασάφεια ή κάποια ανεπάρκεια του πρώτου.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α', Δ', Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως της και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι, στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 §1). Πρέπει επίσης ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (Κ.Πολ.Δ. 176).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Ιανουαρίου 2010 (υπ' αριθμ. πρωτ. 254/14-1-10 ενώπιον του Εισαγγελέα Αρείου Πάγου) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 18377/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαγωγή εγγράφων. Είναι έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό, του οποίου ο δράστης δεν είναι κύριος και απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή αυτού, Υποκείμενο του εγκλήματος μπορεί να είναι ιδιώτης ή και υπάλληλος για τα έγγραφα που ήσαν εμπιστευμένα ή προσιτά σε αυτόν λόγω της υπηρεσίας του και απαιτείται δόλος που ενέχει τη γνώμη ότι ο δράστης δεν είναι κύριος ή αποκλειστικά κύριος του εγγράφου και τη θέληση απόκρυψης αυτού. Παθών είναι εκείνος που αποστερήθηκε το έγγραφο και σε βλάβη του οποίου απέβλεπε ο δράστης. Όταν στα πρακτικά της δίκης αναγράφονται τα στοιχεία που προσδιορίζονται έγγραφα που αναγνωρίστηκαν, ώστε να μπορεί να διαγνωστεί σε ποια έγγραφα στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου, δεν υπάρχει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως 510 § 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ. Όταν ως έγγραφα αναφέρονται η πρωτόδικη απόφαση και τα πρακτικά της, θεωρούνται ότι έχουν αναγνωστεί και τα μνημονευόμενα σε αυτή έγγραφα, εφόσον αυτά προσδιορίζονται. Αβάσιμοι οι λόγοι για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση και πρόσθετους λόγους.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαγωγή εγγράφων, Πρόσθετοι λόγοι.
| 0
|
Αριθμός 1497/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1994/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία "Πρακτορείο Εφημερίδων Αθηναϊκού Τύπου Α.Ε." που εδρεύει στην ...και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1589/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού με αριθμό 33/21-1-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 13-11-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου X, κατά του υπ'αριθμ. 1994/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής:
Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ'αριθμ. 1273/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη τούτο, διά του οποίου αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), διά να δικασθή δι'υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, εμπιστευθέντος σ'αυτόν λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου. Προβάλλει δε αυτός, ως λόγους αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρ. 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι διά την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ιδιοποίηση, χωρίς δικαίωμα, ξένου (εν λόγω ή εν μέρει) κινητού πράγματος, περιελθόντος στην κατοχή του δράστου με οποιονδήποτε τρόπο, υποκειμενικώς δε δόλος αυτού ενέχων την γνώση, ότι το πράγμα είναι ξένο και το κατέχει, καθώς και την θέλησή του να το ενσωματώση στην περιουσία του. Η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα (παράγρ. 2) όταν το αντικείμενό της είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και επί πλέον συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικώς στο ανωτέρω άρθρο προβλεπόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως και εκείνη του εντολοδόχου (βλ. ΑΠ 1050/2005, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/130). Η κρίση περί της αξίας του παρανόμως ιδιοποιουμένου αντικειμένου, ως ιδιαιτέρως μεγάλης, εκτιμάται ανελέγκτως (βλ. ΑΠ 1779/2006, ΑΠ 1975/2007). Ξένο δε κινητό πράγμα θεωρείται εκείνο που ευρίσκεται σε ξένη ως προς τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στο αστικό δίκαιο (βλ. ΑΠ 741/2002). Εξ άλλου, ως προκύπτει από τα άρθρα 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64-67 του ΝΔ 17-7-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", αλληλόχρεος (ανοικτός ή τρεχούμενος) λογαριασμός υφίσταται όταν διά συμβάσεως δύο πρόσωπα, εκ των οποίων το ένα έμπορος, συμφωνούν, ρητώς ή σιωπηρώς, οι εκ των μεταξύ των συναλλαγών δυνάμενες να προκύψουν εκατέρωθεν απαιτήσεις να μη επιδιώκονται, ούτε να διατίθενται μεμονωμένως, αλλά να φέρονται σε κοινό λογαριασμό, προς τον σκοπό όπως κατά το καθ'ορισμένα χρονικά διαστήματα κλείσιμο του λογαριασμού εκκαθαρίζονται οι επί μέρους απαιτήσεις (αποσβέννυνται), το δε τυχόν απομένον κατάλοιπο αποτελέση την μοναδική πλέον μεταξύ των απαίτηση. Για την ύπαρξη αλληλοχρέου λογαριασμού δεν απαιτείται η πραγματική αποστολή αμοιβαίων παροχών, αρκεί να υπάρχη η προς τούτο συμβατική δυνατότης. 'Ετσι, επί αλληλοχρέου λογαριασμού δεν αποτελούν ξένο πράγμα ούτε οι καταχωριζόμενες σ'αυτόν αξιώσεις, αφού αυτές χάνουν την αυτοτέλειά τους, ούτε το κατάλοιπο, κατά του οφειλέτου του οποίου ο αντισυμβαλλόμενος διατηρεί ενοχική απαίτηση (βλ. ΑΠ 918/1988, εις ΠΧ/ΛΘ'/40). Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτό εκτίθενται με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, δια το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, αναφερόμενο επιτρεπτώς στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από την εκτίμηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Μεταξύ του εκκαλούντος X και της ήδη πτωχευσάσης Α.Ε. με την επωνυμία "Πρακτορείο Εφημερίδων Αθηναϊκού Τύπου Α.Ε." συνήφθη η από 23-12-98 σύμβαση υποπρακτόρευσης αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας ο πρώτος ανέλαβε έναντι ανάλογης προμήθειας την πώληση εντύπων, που διακινούσε η δεύτερη, στην περιοχή του ... και των .... Για την εξυπηρέτηση των συμβαλλομένων τηρείτο μεταξύ των αλληλόχρεος λογαριασμός. Ο εκκαλών όφειλε μέσα στο πρώτο 10ήμερο κάθε μήνα ν'αποστέλλει στην άνω εταιρεία κατάσταση των εντύπων που είχαν παραληφθεί, πωληθεί και που τυχόν έμειναν αδιάθετα κατά τον αμέσως προηγούμενο μήνα, επιστρέφοντάς τα συγχρόνως. Στο τέλος κάθε μήνα η εταιρεία απέστελνε στον κατηγορούμενο εκκαθαριστή τον λογαριασμό για τον προηγούμενο μήνα και αυτός όφειλε να τον ελέγξει και αν είχε αντιρρήσεις να τις υποβάλλει εγγράφως. Επίσης και στο τέλος κάθε 10ημέρου όφειλε να εμβάσει προς το πρακτορείο την αξία των πωληθέντων εντύπων μετά την παρακράτηση της αμοιβής του. Ο εκκαλών όμως δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις του αυτές και δεν κατέβαλε προς την εταιρεία τα χρήματα που είχε εισπράξει για λογαριασμό της. Ούτω στις 31-12-99 ο άνω αλληλόχρεος λογαριασμός εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 11.662.696 δρχ. ή 34.226,55 €, το οποίο όφειλε να παραδώσει μέχρι 11-1-00. Με την αριθμ. 275/21-2-01 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η άνω εταιρεία κηρύχθηκε σε πτώχευση και ο ... ορίστηκε αρχικά προσωρινός και ακολούθως οριστικός σύνδικος. Στις 26-2-02 ούτος επέδωσε στον κατηγορούμενο την από 2-1-02 εξώδικη όχληση, διά της οποίας τον καλούσε να καταβάλλει το χρέος του. Ο εκκαλών δεν ανταποκρίθηκε, εκδηλώνοντας έτσι την πρόθεσή του να ιδιοποιηθεί παράνομα το ποσόν αυτό. Ούτω ο άνω σύνδικος υποχρεώθηκε ν' ασκήσει σε βάρος του την από 17-6-03 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εξεδόθη η αριθμ. 37/05 απόφαση γενομένης δεκτής της αγωγής και αναγνωρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος ώφειλε στην εταιρεία το ποσόν των 34.226,55€ από 1-1-00. Στην απόφαση αυτή αναφέρονται λεπτομερώς τα χρηματικά ποσά που εισέπραξε ο εκκαλών για λογαριασμό της εταιρείας, ως και από κάθε έντυπο αλλά και τον ακριβή χρόνο που τα εισέπραξε. Κατά της απόφασης αυτής ο κατηγορούμενος άσκησε ανακοπή ερημοδικίας, η οποία απορρίφθηκε με την αριθμ. 1799/08 απόφαση το Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στην απόφαση αυτή απορρίπτεται αιτιολογημένα ο ισχυρισμός του ανακόπτοντα ότι δεν έλαβε γνώση της ύπαρξης της οφειλής του διότι ήταν αγνώστου διαμονής. Όμως ο ισχυρισμός ότι είχε ενημερώσει την εταιρεία για την νέα του διεύθυνση δεν απεδείχθη. Τον ισχυρισμό αυτό προβάλλει και σήμερα, ισχυριζόμενος ότι ουδέποτε έλαβε γνώση του εξωδίκου και επίσης ότι ουδέν οφείλει στην εταιρεία (!). Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται αβάσιμος αφού πρόκειται για ένα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό και ο αλληλόχρεος λογαριασμός δεν είχε κλείσει ούτε ο ίδιος είχε ζητήσει να κλείσει ο λογαριασμός αυτός, παράλληλα δε είχε κλείσει την επιχείρησή του και είχε εξαφανισθεί χωρίς να έλθει σ'επαφή με τους εκπροσώπους της εταιρείας.
Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών εδέχθη ότι συντρέχουν όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, ενώ ο δόλος του κατηγορουμένου είναι προφανής, και αφού απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση αυτού, κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, επεκύρωσε αυτό.
Με τις παραδοχές, όμως, αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα αιτιολογία ελλειπή και ασαφή. Διότι, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων δεν κατέβαλε στην ανωτέρω εταιρία το οφειλόμενο ως άνω χρηματικό ποσό, το οποίο ήτο υπόλοιπο αλληλοχρέου λογαριασμού, και ότι έτσι εξεδήλωσε την πρόθεσή του να ιδιοποιηθή αυτό παρανόμως, δεν διευκρινίζει αν το ποσό ήτο ξένο, υπό την προεκτεθείσα έννοια, ως προς τον αναιρεσείοντα. Αλλά, με την ασάφεια αυτή, το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται της ως άνω απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, βασίμως δε προβάλλεται ο εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Όμως, ο περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, και ειδικότερα του άρθρ. 375 ΠΚ, αναιρετικός λόγος, απαραδέκτως προβάλλεται, αφού υπό την επίκληση αυτού πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση του Συμβουλίου, περί της αξίας του ιδιοποιηθέντος χρηματικού ποσού, ως ιδιαιτέρως μεγάλης.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα να παραπεμφθή η υπόθεση προς νέα κρίση, στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, συμφώνως προς τα άρθρα 485 παρ. 1 και 519 ΚΠΔ.
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί νω
Να αναιρεθή το υπ'αριθμ. 1994/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Να παραπεμφθή η υπόθεση προς νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Αθήναι 15 Δεκεμβρίου 2009 Ο Αντιεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται προς συζήτηση η από 13-11-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου X, κατά του υπ' αριθμ. 19994/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απερρίφθη κατ' ουσίαν η έφεσή του (αναιρεσείοντος) κατά του υπ' αριθμ. 1273/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθηκε από αυτό και με το οποίο αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), για να δικασθεί για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, εμπιστευθέντος σ' αυτόν λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου.
Κατά τη διάταξη της παρ. 1 εδ. α' του άρθρου 375 ΠΚ "Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτούνται α) ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε (ξένη) αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωριάτη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ) δολία προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση ή αποδοχή να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεως του στον ιδιοκτήτη. Το προαναφερόμενο έγκλημα προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα: 1) Αν η συνολική αξία του αντικειμένου αυτής υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (τελευταίο εδάφιο της ίδιας ως άνω παραγράφου του άρθρου 375 ΠΚ) όπως τούτο προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α' του ν. 2721/1999 και ισχύει από 3-6-1999 και 2) το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω ανάγκης ή λόγω μίας από τις περιοριστικά αναφερόμενες ιδιότητες του δράστη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ιδιότητα του εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας (παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996 και το εδ. β' αυτής που ορίζει ότι "Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα εβδομήντα τρεις χιλιάδες (73.000) ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση" προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3β' του Ν. 2721/1999. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 375 ΠΚ, για να έχει ο υπαίτιος της υπεξαιρέσεως την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει να ενεργεί διαχείρηση, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, την οποία μπορεί να έχει είτε από το νόμο, είτε από τη σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται και η πραγματική (de facto) άσκηση αυτής. Για να έχουμε δε κακουργηματική υπεξαίρεση λόγω της ιδιότητας του υπαιτίου ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει το ιδιοποιούμενο από αυτόν πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να περιήλθε στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητας του αυτής. Διαχειριστής μπορεί να είναι και ο εντολοδόχος, αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 719 του ΑΚ προκύπτει ότι, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή που απέκτησε από την εκτέλεση της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων, τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής. Σε περίπτωση υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση που τελέσθηκε μετά την έναρξη ισχύος του Ν.2721/1999 για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικείμενου όλων των επί μέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό (άρθρο 98 παρ. 2 του ΠΚ, όπως προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρ. 14 παρ. 1 εδ. 1 του Ν.2721/1999). Όταν το έγκλημα της υπεξαίρεσης έχει αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, απαιτείται ο προσδιορισμός της αξίας αυτού, διότι τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση, επί συνδρομής της οποίας προβλέπεται μεγαλύτερη ποινή.
Περαιτέρω έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ, 1 εδ. ε ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των αρθούν 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τη διεξαχθείσα ανάκριση ή προανάκριση, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με δικές τους σκέψεις, και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορούμενου και λοιπών εγγράφων της δικογραφίας), δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά:
Μεταξύ του εκκαλούντος X και της ήδη πτωχευσάσης Α.Ε. με την επωνυμία "Πρακτορείο Εφημερίδων Αθηναϊκού Τύπου Α.Ε." συνήφθη η από 23-12-98 σύμβαση υποπρακτόρευσης αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας ο πρώτος ανέλαβε έναντι ανάλογης προμήθειας την πώληση εντύπων, που διακινούσε η δεύτερη, στην περιοχή του ... και των .... Για την εξυπηρέτηση των συμβαλλομένων τηρείτο μεταξύ των λογιστικός λογαριασμός. Ο εκκαλών όφειλε μέσα στο πρώτο 10ήμερο κάθε μήνα ν' αποστέλλει στην άνω εταιρεία κατάσταση των εντύπων που είχαν παραληφθεί, πωληθεί και που τυχόν έμειναν αδιάθετα κατά τον αμέσως προηγούμενο μήνα, επιστρέφοντας τα συγχρόνως. Στο τέλος κάθε μήνα η εταιρεία απέστελνε στον κατηγορούμενο εκκαθαριστή τον λογαριασμό για τον προηγούμενο μήνα και αυτός όφειλε να τον ελέγξει και αν είχε αντιρρήσεις να τις υποβάλλει εγγράφως. Επίσης και στο τέλος κάθε 10ημέρου όφειλε να εμβάσει προς το πρακτορείο την αξία των πωληθέντων εντύπων μετά την παρακράτηση της αμοιβής του. Ο εκκαλών όμως δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις του αυτές και δεν κατέβαλε προς την εταιρεία τα χρήματα που είχε εισπράξει για λογαριασμό της. Έτσι στις 31-12-99 ο άνω μεταξύ των διαδίκων λογαριασμός εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 11.662.696 δρχ. ή 34.226,55 €, το οποίο όφειλε να παραδώσει μέχρι 11-1-00. Με την αριθμ. 275/21-2-01 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η άνω εταιρεία κηρύχθηκε σε πτώχευση και ο ... ορίστηκε αρχικά προσωρινός και ακολούθως οριστικός σύνδικος. Στις 26-2-02 ούτος επέδωσε στον κατηγορούμενο την από 2-1-02 εξώδικη όχληση, δια της οποίας τον καλούσε να καταβάλλει το χρέος του. Ο εκκαλών δεν ανταποκρίθηκε, εκδηλώνοντας έτσι την πρόθεση του να ιδιοποιηθεί παράνομα το ποσόν αυτό. Ούτω ο άνω σύνδικος υποχρεώθηκε ν' ασκήσει σε βάρος του την από 17-6-03 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εξεδόθη η αριθμ. 37/05 απόφαση γενομένης δεκτής της αγωγής και αναγνωρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος ώφειλε στην εταιρεία το ποσόν των 34.226,55€ από 1-1-00. Στην απόφαση αυτή αναφέρονται λεπτομερώς τα χρηματικά ποσά που εισέπραξε ο εκκαλών για λογαριασμό της εταιρείας, ως και από κάθε έντυπο αλλά και τον ακριβή χρόνο που τα εισέπραξε. Κατά της απόφασης αυτής ο κατηγορούμενος άσκησε ανακοπή ερημοδικίας, η οποία απορρίφθηκε με την αριθμ. 1799/08 απόφαση το Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στην απόφαση αυτή απορρίπτεται αιτιολογημένα ο ισχυρισμός του ανακόπτοντα ότι δεν έλαβε γνώση της ύπαρξης της οφειλής του διότι ήταν αγνώστου διαμονής. Όμως ο ισχυρισμός ότι είχε ενημερώσει την εταιρεία για την νέα του διεύθυνση δεν απεδείχθη. Τον ισχυρισμό αυτό προβάλλει και σήμερα, ισχυριζόμενος ότι ουδέποτε έλαβε γνώση του εξωδίκου και επίσης ότι ουδέν οφείλει στην εταιρεία. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται αβάσιμος αφού πρόκειται για ένα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό και ο κατά τα άνω λογαριασμός δεν είχε κλείσει ούτε ο ίδιος είχε ζητήσει να κλείσει ο λογαριασμός αυτός, παράλληλα δε είχε κλείσει την επιχείρησή του και είχε εξαφανισθεί χωρίς να έλθει σ' επαφή με τους εκπροσώπους της εταιρείας.
Ενόψει αυτών, έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις κατά του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (34.226,55 ΕΥΡΩ), που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 98 §1, 375 §2α-1 ΠΚ, ως η §2 αντικ/κε με άρθρ. 1 §9 Ν.2409/1976 και 14 §3 εδ. β' Ν.2721/1999.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, και παρέπεμψε αυτόν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), για να δικαστεί για την άνω κακουργηματική αξιόποινη πράξη, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, ως προς την παραπομπή του κατηγορουμένου, άνω διάταξή του, διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης για την οποία παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστεί, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ανωτέρω παρατεθείσες διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος και εντολοδόχος της μηνύτριας ήδη πτωχευσάσης ανώνυμης εταιρίας έναντι ανάλογης προμήθειας, με σύμβαση υποπρακτόρευσης, είχε αναλάβει την πώληση εντύπων, που διακινούσε η τελευταία, στην περιοχή ... και ... και την εξυπηρέτηση των άνω συμβληθέντων, τηρείτο μεταξύ τους λογαριασμός, ο οποίος δεν ήταν αλληλόχρεος, διότι δεν έλαβε χώρα μεταξύ τους, ούτε άλλωστε αποδείχθηκε, τέτοια σύμβαση. Ειδικότερα, για την ύπαρξη αλληλόχρεου λογαριασμού και, ανεξάρτητα από τον διδόμενο μεταξύ των μερών χαρακτηρισμό για τη σχέση που συνδέει αυτά, απαιτείται να υπάρχει η δυνατότητα από τις μεταξύ τους συναλλαγές να προκύψουν εκατέρωθεν απαιτήσεις και οφειλές, κατά τρόπο ώστε να μην είναι εκ των προτέρων γνωστό ποιος από αυτούς κατά την τελική εκκαθάριση των δοσοληψιών του, θα είναι οφειλέτης ή πιστωτής του άλλου, από το οποίο συνέπεται ότι δεν υπάρχει τέτοιος λογαριασμός όταν, κατά τη φύση της συμβάσεως ο ένας καθίσταται μόνο πιστωτής και ουδέποτε οφειλέτης, ο δε άλλος μόνο οφειλέτης και ποτέ πιστωτής, δυνάμενος απλά να εξοφλεί τμηματικά το χρέος του, των εκάστοτε καταβολών γενομένων προς αντίστοιχη απαλλαγή από το χρέος, όπως όταν πελάτης εμπόρου αγοράζει με πίστωση διάφορα είδη και καταβάλλει κατά διαστήματα διάφορα ποσά σε μερική εξόφληση της εντεύθεν οφειλής του, οπότε δεν υπάρχει μεταξύ τους σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, αφού αποκλείεται η δυνατότητα να καταστεί ο πωλητής οφειλέτης του αγοραστή, ο δε τελευταίος πιστωτής του πωλητή. Κατά συνέπεια, εφόσον ο κατηγορούμενος ήταν οφειλέτης, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό από αυτόν και την εγκαλούσα Α.Ε., ο επίδικος λογαριασμός δεν ήταν αλληλόχρεος και ο χαρακτηρισμός του ως τέτοιου στο προσβαλλόμενο βούλευμα, χρησιμοποιήθηκε ως μια πλεοναστική διατύπωση κρίσεως από τη διαπίστωση της υπάρξεως ενός προς εξυπηρέτηση των συμβαλλομένων με σύμβαση υποπρακτόρευσης μεταξύ τους λογαριασμού. Επίσης, υπάρχει ειδική αιτιολογία ότι ο κατηγορούμενος ιδιοποιήθηκε παράνομα το τίμημα από την πώληση εντύπων της μηνύτριας, δηλαδή ξένα ολικά κινητά πράγματα, αφού ως τέτοια θεωρούνται τα πράγματα που βρίσκονται σε ξένη, αναφορικά με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, είχαν δε περιέλθει στην κατοχή του, δυνάμει της άνω συμβάσεως, επίσης δε υπάρχει ειδική αιτιολογία και για τη δόλια προαίρεση του κατηγορουμένου να κατακρατήσει τα χρήματα και να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Επίσης, ότι το ποσό που εισέπραξε για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας, ανερχόμενο σε 34.226,55 ΕΥΡΩ, το οποίο αρνήθηκε να αποδώσει, ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας πράγμα. Κατόπιν των παραπάνω, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στοιχειοθετείται η αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης κατά την υποκειμενική και την αντικειμενική αυτής υπόσταση, καθώς επίσης ότι η ζημία της εγκαλούσας επήλθε κατά τον αναφερόμενο στο βούλευμα χρόνο και με τον τρόπο που περιγράφεται. Τέλος, δεν υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος ως προς τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της υπεξαίρεσης και ως προς την παράνομη ιδιοποίηση ξένων πραγμάτων, διότι περιέχονται με σαφήνεια και πληρότητα στο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, καθώς επίσης διότι δεν περιέχονται ασάφειες και αντιφατικές διατάξεις αφού προσδιορίζονται στο βούλευμα με πληρότητα, τα περιστατικά της υπεξαίρεσης και μάλιστα, της κακουργηματικής, κατά την έννοια της ΠΚ 375 §§ 1-2α' τελέσεως αυτής.
Επίσης, το Συμβούλιο Εφετών, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο αναιρεσείων. Ούτε επίσης εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων.
Κατόπιν αυτών, τα παράπονα που διατυπώνει ο αναιρεσείων ότι εσφαλμένα με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έγινε με αυτό δεκτή η έφεση του κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, είναι αβάσιμα. Ακολούθως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 §1 στοιχ. β' ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα, αλλά και ο από το αυτό άρθρο στοιχ. δ', για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Οι λοιπές δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου με την επίκληση του άνω λόγου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Νοεμβρίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. 205 ενώπιον του Γραμματέα Εφετείου Αθηνών/2009) αίτηση του X, για αναίρεση του με αριθμό 1994/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που είχε εμπιστευθεί στο δράστη λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου. Μεταξύ της εγκαλούσας και ήδη πτωχεύσασας εταιρίας και του κατηγορουμένου είχε καταρτισθεί σύμβαση υποπρακτορεύσεως. Ο κατηγορούμενος παρακράτησε παράνομα και ιδιοποιήθηκε το ποσό της αξίας των εντύπων που του απέστειλε η εγκαλούσα και ανερχόταν στο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 34.226,55 €, το οποίο είχε εισπράξει για λογαριασμό της ως εντολοδόχος. Αβάσιμοι οι λόγοι της αιτήσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής+ διατάξεως Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 1496/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μαντά, περί αναιρέσεως της 2317/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1709/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 2317/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, αγοράς και πώλησης ναρκωτικών ουσιών και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών, αφού αναγνωρίστηκε σε αυτόν το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "αστυνομικοί έχοντες πληροφορίες ότι ο πρώτος κατηγορούμενος (μη διάδικος στην παρούσα δίκη, Σ) ο οποίος δεν ήτο τοξικομανής όπως προκύπτει από την από 17-11-2005 έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του ιατροδικαστού ..., διακινούσε ναρκωτικές ουσίες. Διενήργησαν την 30ην Αυγούστου 2005 έρευνα στο υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του και εντός αυτού ευρήκαν να κατέχει ο κατηγορούμενος 11,5 γραμμάρια κοκαΐνης μοιρασμένης σε 5 συσκευασίες των 2,3 γραμμαρίων εκάστη. Κατόπιν τούτου ακολούθησε έρευνα στην κειμένην στην .... οικίαν του ιδίου κατηγορουμένου και ευρέθη ότι αυτός εντός της οικίας του κατείχε και άλλες ναρκωτικές ουσίες, ήτοι 1.646 γραμμάρια ακατέργαστης κάνναβης, η οποία ήτο συσκευασμένη σε 31 συσκευασίες. Επί πλέον, ο κατηγορούμενος κατείχε α) μία ζυγαριά ακριβείας, μάρκας CAMRY, την οποίαν εχρησιμοποιούσε για την ζύγιση ναρκωτικών ουσιών, β) το χρηματικό ποσόν των 3.500€ το οποίον προήρχετο από την εμπορίαν ναρκωτικών ουσιών και γ) 2 πιστόλια τύπου μπρελόκ και 13 φυσίγγια κατάλληλα για τα πιστόλια αυτά, τα οποία κατείχε παρανόμως και χωρίς άδειαν της αρμοδίας αστυνομικής Αρχής. Ο πρώτος κατηγορούμενος απεκάλυψε στους αστυνομικούς, ότι τις ανωτέρω ναρκωτικές ουσίες και μάλιστα την κάνναβη σε μεγαλύτερη ποσότητα, ήτοι 2.000 γραμμάρια, τις αγόρασε κατά τον ίδιον μήνα από τον δεύτερο κατηγορούμενο, ήτοι τον Χ, ο οποίος επίσης δεν ήτο τοξικομανής και ειδικότερα την μεν κοκαΐνη αντί τιμήματος 40€ ανά γραμμάριο, την δεν κάνναβη αντί 1.000€ ανά κιλό. Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του αυτού ο πρώτος κατηγορούμενος, με την συγκατάθεση των αστυνομικών, ετηλεφώνησε στον δεύτερο κατηγορούμενο και του εζήτησε να του πουλήσει και νέαν ποσότητα κοκαΐνης, βάρους 100 γραμμαρίων. Πράγματι, ο δεύτερος κατηγορούμενος, απεδέχθη την πρόταση και ορίσθηκε μεταξύ των κατηγορουμένων ο τόπος συναντήσεως για την συναλλαγή στην εθνική οδό ..., όπου προσήλθε ο δεύτερος κατηγορούμενος την 31ην Αυγούστου 2005 και περί την 22.00 ώραν οδηγών μοτοσκιλέτταν και φέρων μαζί του κοκαΐνην συσκευασμένη σε 2 συσκευασίες των 50,5 γραμμαρίων εκάστη και συνολικού βάρους 101 γραμμαρίων, την οποίαν, όπως και τις προηγούμενες ως άνω ποσότητες, είχε αγοράσει εντός του μηνός Αυγούστου 2005 και έτσι συνελήφθη και αυτός από τους αστυνομικούς, οι οποίοι συνόδευαν τον πρώτον κατηγορούμενο στην εν λόγω συνάντηση.
Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι η σύλληψη του δευτέρου κατηγορουμένου και η σε βάρος του κατηγορία για αγορά και πώληση ναρκωτικών ουσιών δεν στηρίζεται μόνον στην κατάθεση-απολογία του πρώτου κατηγορουμένου, αλλά αποδεικνύεται από τα επακολουθήσαντα και ως άνω αναφερθέντα περιστατικά, σχετικά με την ποσότητα της κοκαΐνης των 101 γραμμαρίων την οποίαν κατελήφθη να φέρει ο ίδιος στην εθνική οδό .... Ακολούθως, ο αυτοτελής ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου, τον οποίον προσπαθεί να στηρίξει στην διάταξη του άρθρου 211Α Κ.Ποιν.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή ο δεύτερος κατηγορούμενος, από της συλλήψεώς του και μέχρι σήμερον κρατείται στις φυλακές, όπου διαβιοί συμμορφούμενος υποχρεωτικώς στους ισχύοντες πειθαρχικούς κανόνες, συνεπώς ο ισχυρισμός του περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 §2ε ΠΚ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ακολούθως, πρέπει αμφότεροι οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των αποδιδομένων σε αυτούς πράξεων, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 §2δ' και 84 §2α' ΠΚ οι οποίες ανεγνωρίσθησαν στον πρώτον βαθμόν αντιστοίχως σε κάθε κατηγορούμενον, να επιβληθεί δε σε έκαστον, σχετικά με τις παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών, μία ποινή, καθόσον οι πράξεις των αφορούν τις ίδιες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών".
Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον άνω κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως και ειδικότερα, του ότι:
"Ο δεύτερος των κατηγορουμένων Χ, στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που προβλέπονται, και τιμωρούνται από το νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ειδικότερα, χωρίς να είναι τοξικομανής, ήτοι χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης των ναρκωτικών, την οποία δεν μπορεί να αποβάλει με δικές του δυνάμεις κατά τη διάταξη του άρθρου 13 του Ν 1729/87: Στην περιοχή του ..., στις πιο κάτω ημερομηνίες, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα. Ειδικότερα: Α) Στην περιοχή του ..., σε μη επακριβώς προσδιορισθέντα κατά την ανάκριση χρόνο, αλλά πάντως εντός του μηνός Αυγούστου του έτους 2005, αγόρασε απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες από αυτές που αναφέρονται στον πίνακα Β3 του άρθρου 4 παρ. 3 του Ν.1729/87, με σκοπό την περαιτέρω διάθεσή τους σε τρίτους, έναντι οικονομικού ανταλλάγματος και συγκεκριμένα, αγόρασε από τρίτο, άγνωστο στην ανάκριση άτομο αντί αγνώστου χρηματικού ποσού, δύο (2) αυτοσχέδιες νάιλον συσκευασίες, περιέχουσες ποσότητες κοκαΐνης, βάρους εκάστης μικτό (50,5) γραμμαρίων και συνολικού βάρους 101 γραμμαρίων, τις οποίες (ποσότητες) προόριζε να διαθέσει στον συγκατηγορούμενό του Σ αντί οικονομικού ανταλλάγματος 40 ευρώ ανά γραμμάριο. Β) Στην περιοχή του ..., σε μη ακριβώς προσδιορισθέντα κατά την ανάκριση χρόνο αλλά πάντως εντός του μηνός Αυγούστου του έτους 2005, πώλησε σε τρίτα πρόσωπα απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες από αυτές που αναφέρονται στον πίνακα Α6 και Β3 του άρθρου 4 παρ.3 του Ν.1729/1987 έναντι οικονομικού ανταλλάγματος και συγκεκριμένα, πώλησε στον συγκατηγορούμενό του, Συ, πέντε (5) αυτοσχέδιες νάιλον συσκευασίες, περιέχουσες ισοβαρείς ποσότητες κοκαΐνης, βάρους εκάστης 2,3 γραμμαρίων και συνολικού βάρους 11,5 γραμμαρίων, αντί οικονομικού ανταλλάγματος 40 ευρώ ανά γραμμάριο, καθώς και ακατέργαστη ινδική κάνναβη συνολικού βάρους 2.000 γραμμαρίων, αντί οικονομικού ανταλλάγματος 1.000 ευρώ ανά κιλό, μέρος της ποσότητας της οποίας, βάρους 1.646 γραμμαρίων, καταμερισμένη σε τριάντα μια (31) αυτοσχέδιες συσκευασίες, περιέχουσες ισάριθμες ποσότητες, βρέθηκε στην κατοχή του συγκατηγορουμένου του Σ." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.α', 26 §1α, 27 §1, 84 §2α, 94 §1 ΠΚ και 4 §§1, 3 πιν. Α6, Β3, 5 §§1β', ζ', 2, 19 Ν.1729/1987, όπως το άρθρο 5 αντικ. με το άρθρο 10 Ν.2161/1993 και 1 §1α, 4γ' και 7 §§ 1, 8α Ν.2168/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 2317/2009 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορούμενου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως: α) Α1 και 2) Α2 (οι προανακριτικές καταθέσεις των απολιπομένων μαρτύρων κατηγορίας, Δ1 και Δ2, αστυνομικών, αναγνώστηκαν κατ' αίτηση των συνηγόρων υπεράσπισης των κατηγορουμένων.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι το δικάσαν Δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το αίτημά του περί εφαρμογής του άρθρου 211Α Κ.Π.Δ., όπως αυτό αναπτύχθηκε προφορικά από τον συνήγορο υπερασπίσεώς μου και όπως αυτό καταχωρήθηκε στα πρακτικά της δίκης. Ειδικότερα δε, ότι το μόνο στοιχείο που τον συνδέει με την αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη της πώλησης ναρκωτικών ουσιών και, ειδικότερα, πέντε (5) αυτοσχέδιων συσκευασιών, περιεχουσών ισοβαρείς ποσότητες κοκαΐνης, βάρους εκάστης 2,3 γραμμαρίων και συνολικού βάρους έντεκα και μισό (11,5) γραμμαρίων και ακατέργαστης ινδικής κάνναβης συνολικού βάρους δύο χιλιάδων (2.000) γραμμαρίων, είναι η προανακριτική κατάθεση, αλλά και η απολογία του συγκατηγορουμένου του. Και ότι μετά από αυτά, έπρεπε το Δικαστήριο αυτό να θεωρήσει ότι τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω το άρθρο 211Α Κ.Π.Δ. και ισχύει ο επιβαλλόμενος από αυτό αποδεικτικός περιορισμός, οδηγούμενο, επομένως, στην κρίση ότι, ελλείψει άλλων αποδεικτικών μέσων, που να καταδεικνύουν ότι αυτός πώλησε στον Σ τις άνω ναρκωτικές ουσίες και ότι δεν μπορεί μόνη η μαρτυρία του συγκατηγορουμένου του, όπως αυτή μεταφέρθηκε ενώπιον των Αρχών τόσο από τον ίδιο όσο και από τους αστυνομικούς που την επανέλαβαν, να οδηγήσει σε καταδικαστική για αυτόν απόφαση για το αδίκημα της πωλήσεως κοκαΐνης. Αβάσιμα όμως, διότι το Δικαστήριο της ουσίας με πλήρη και σαφή στο σκεπτικό του αιτιολογία, απέρριψε ως αβάσιμο το νομίμως προβληθέντα στο ακροατήριο ισχυρισμό από τον κατηγορούμενο αυτό, ότι δηλαδή η καταδικαστική σε βάρος του απόφαση, δεν στηρίζεται μόνον στην κατάθεση-απολογία του συγκατηγορουμένου του, αλλά στήριξε την άνω κρίση του και στα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τα οποία στην αρχή του σκεπτικού του αναφέρει. Σημειώνεται δε, ότι η ΚΠΔ 211Α', έχει εφαρμογή όταν η καταδίκη στηρίζεται αποκλειστικά στην κατάθεση-απολογία του συγκατηγορουμένου, όταν δεν υπάρχει άλλο αποδεικτικό μέσο.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24 Νοεμβρίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. 9119/24-11 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου/2009) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 2317/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Αβάσιμα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι υπάρχει έλλειψη της απαιτουμένης στην προσβαλλόμενη απόφαση εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της νόμιμης βάσης, διότι το Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο τον προβληθέντα στο ακροατήριο του εγγράφως και αναπτυχθέντα από το συνήγορο του και προφορικά, ισχυρισμό ότι η σε βάρος του καταδικαστική κρίση στηρίχτηκε αποκλειστικά στην κατάθεση - απολογία του συγκατηγορουμένου του. Το άνω Δικαστήριο αναφέρει στο σκεπτικό του και άλλα αποδεικτικά μέσα στα οποία στήριξε την καταδικαστική κρίση του. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ναρκωτικά.
| 0
|
Αριθμός 1495/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις
των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, 1. Χ1, κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Καυκόπουλο και 2. Χ2, κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθανασία Διονυσοπούλου, περί αναιρέσεως της 723-724/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Ψ. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 22 Σεπτεμβρίου 2009 και 29 Σεπτεμβρίου 2009 αντίστοιχα, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1466/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 22 και 29-9-2009 αντίστοιχα, αιτήσεις των κατηγορουμένων: α) Χ1 και β) Χ2 κατά της υπ' αριθμ. 723-724/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν.
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. ζ' του Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 20 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά), όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993 και ίσχυε κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες (22-4-2009), το έγκλημα της κατοχής ναρκωτικών, στα οποία περιλαμβάνεται και η ηρωίνη, το οποίο τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών και με χρηματική ποινή 2.099 μέχρι 290.000 ευρώ και αν ο δράστης είναι υπάλληλος, ο οποίος λόγω της υπηρεσίας του ασχολείται με τα ναρκωτικά, με κάθειρξη 15 ετών και χρηματική ποινή 15.000 μέχρι 440.000 ευρώ (άρθρο 6 παρ. 1 του ίδιου νόμου), πραγματώνεται αντικειμενικώς με τη φυσική εξουσίαση των ουσιών αυτών από τον δράστη, κατά τρόπο που να μπορεί αυτός σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά την βούλησή του, ενώ για την υποκειμενική θεμελίωση του απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητας των ουσιών ως ναρκωτικών και την θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει την πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 του Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 23 του ανωτέρω Κώδικα), όπως ίσχυε κατά τον ως άνω ενδιαφέροντα χρόνο, με τις σ' αυτό προβλεπόμενες (βαρύτερες των ανωτέρω) ποινές τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7 του ίδιου νόμου, αν, εκτός άλλων περιπτώσεων, ενεργεί κατ' επάγγελμα ή οι περιστάσεις τελέσεως μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Κατά το όρθρο 13 στοιχ. στ' και ζ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ιδιαίτερα δε επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης όταν από τη βαρύτητα της πράξεως, τον τρόπο και τις συνθήκες τελέσεώς της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητά του, μαρτυρείται αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του σε διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της ίδιας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος όλων όσοι συμπράττουν, δηλαδή ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος (Ολ. ΑΠ 50/1990). Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας συναυτουργός πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι η τελευταία πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συναυτουργών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση, για την πληρότητα της αιτιολογίας της, οι επί μέρους ενέργειες καθενός εξ αυτών. Ενόψει αυτών, συναυτουργία στην κατοχή, ειδικότερα, ναρκωτικών ουσιών (συγκατοχή) υπάρχει όταν μεταξύ των δραστών υφίσταται κοινός δόλος φυσικής εξουσιάσεως της συγκεκριμένης ποσότητας των ουσιών αυτών, καθώς και δυνατότητα ασκήσεως της φυσικής αυτής εξουσιάσεως από όλους τους συναυτουργούς, κατά τρόπο που να μπορεί καθένας απ' αυτούς να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να τη διαθέτει κατά τη βούλησή του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στην παραδοχή επιβαρυντικών περιστάσεων, όπως είναι και οι προαναφερθείσες των άρθρων 8 του Ν. 1729/1987 και 13 στοιχ. στ' και ζ' ΠΚ, και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοια τους. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 723-724/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι, κατοχής-πώλησης από κοινού ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και τους επιβλήθηκε ποινή ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ σε καθέναν από αυτούς. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής:
"Στην Υποδιεύθυνση Δίωξης Ναρκωτικών .., περιήλθε πληροφορία ότι στη Χ2 έχει εγκατασταθεί ένα οργανωμένο κύκλωμα διακίνησης μεγάλων ποσοτήτων της ναρκωτικής ουσίας της ηρωίνης, κύκλωμα που λειτουργούσε πολύ προσεκτικά και στεγανά. Μετά από πολλές προσπάθειες ο αστυνομικός της ως άνω Υπηρεσίας Ζ, κατόρθωσε να διεισδύσει στο κύκλωμα αυτό και ήλθε σε επαφή με τον αρχηγό του κυκλώματος Ψ προκειμένου να αγοράσει ηρωίνη. Ο Ζ συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον πρώτο κατηγορούμενο Ψ τέλη Μαρτίου 2005 στην περιοχή του Σιδηροδρομικού Σταθμού και συμφώνησε να αγοράσει απ' αυτόν 2,5 κιλά ηρωίνης έναντι του τιμήματος των 22.000 ευρώ. Ο ως άνω αστυνομικός διαπίστωσε τότε ότι και άλλα άτομα παρακολουθούσαν τη συνάντησή τους. Η συναλλαγή δεν έγινε εκείνη την ημέρα επειδή ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν πολύ προσεκτικός στις κινήσεις του και εδήλωσε ότι το άτομο που είχε τα ναρκωτικά είχε συλληφθεί. Συμφώνησαν να συναντηθούν μεταγενέστερα γι τον ίδιο σκοπό. Στο δεύτερο ραντεβού προσήλθε ο τρίτος κατηγορούμενος Χ2 ο οποίος εδήλωσε στον Ζότι σε λίγο θα ερχόταν και ο πρώτος κατηγορούμενος Ψ και θα γινόταν η αγοραπωλησία. Παρά τις διαβεβαιώσεις και τα τηλεφωνήματα, ο πρώτος κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε και έτσι δεν συντελέσθηκε η αγοραπωλησία. Αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ναρκωτικών ... που παρακολουθούσαν τη συνάντηση πρώτου κατηγορουμένου και Ζ, διαπίστωσαν ότι ο πρώτος κατηγορούμενος βρισκόταν πλησίον του τόπου της συνάντησης και ήλεγχε αυτή. Πρωινές ώρες στις 4-4-2005 κλείσθηκε άλλο ραντεβού στο οποίο έφθασαν μαζί ο πρώτος και τρίτος κατηγορούμενος. Μετά από τηλεφώνημα που έκανε ο πρώτος κατηγορούμενος, εμφανίσθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1. Ο Ζ επέδειξε το χρηματικό ποσό που θα δινόταν ως τίμημα της αγοραπωλησίας στον πρώτο κατηγορούμενο ο οποίος αμέσως έδωσε εντολή στους δύο συγκατηγορουμένους του να μεταβούν στο αυτοκίνητο του Ζ για να καταμετρηθεί το χρηματικό ποσό. Ο ως άνω αστυνομικός παρέδωσε το ποσό των 22.000 ευρώ στους δεύτερο και τρίτο κατηγορουμένους ως τίμημα της αγοραπωλησίας των 2,5 κιλών ηρωίνης που του επωλούσαν όπως είχε συμφωνηθεί. Καταμετρήθηκαν τα χρήματα από το δεύτερο κατηγορούμενο και στη συνέχεια, μετά την έξοδο των τριών ανδρών από το αυτοκίνητο του Ζ, δόθηκε εντολή από τον πρώτο κατηγορούμενο να παραδοθεί η ως άνω ποσότητα ηρωίνης στον αγοραστή Ζ. Ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος παρέμεινε σε μία καφετέρια, οι λοιποί ξεκίνησαν με το αυτοκίνητο του αστυνομικού και κατευθύνθηκαν στην περιοχή της παλαιάς λαχαναγοράς .... Όταν έφθασαν στην περιοχή αυτή, ο Χ1 είπε να σταματήσουν και ο ίδιος κατέβηκε από το αυτοκίνητο λέγοντας ότι πηγαίνει να φέρει την συμφωνηθείσα προς πώληση ποσότητα ηρωίνης. Μετά από λίγα λεπτά εμφανίσθηκε ο δεύτερος Χ1κρατώντας στα χέρια του μια μαύρη σακούλα σκουπιδιών μέσα στην οποία περιέχονταν πέντε (5) μικροδέματα που περιείχαν ηρωίνη βάρους αντιστοίχως (520), (520), (520), (515), (515) γραμμαρίων συνολικού βάρους 2.590 γραμμαρίων την οποία και παρέδωσε στον εμφανισθέντα ως αγοραστή αυτής αστυνομικό Ζ. Μετά την παράδοση της ως άνω ποσότητας ηρωίνης, αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ναρκωτικών, που παρακολουθούσαν την όλη συναλλαγή, επενέβησαν και ακινητοποίησαν τον εντός του αυτοκινήτου τρίτο κατηγορούμενο Χ2, τον οποίο και συνέλαβαν. Στη συνέχεια συνέλαβαν τον δεύτερο κατηγορούμενο ο οποίος μετά από πρόσκληση των αστυνομικών τους παρέδωσε άλλα δύο (2) δέματα που περιείχαν ηρωίνη βάρους, αντιστοίχως, 300 και 240 γραμμαρίων, συνολικού βάρους 540 γραμμαρίων τα οποία και ήσαν και αυτά αποθηκευμένα στο χώρο της Παλαιάς Λαχαναγοράς .... Άλλοι αστυνομικοί συνέλαβαν τον πρώτο κατηγορούμενο Ψ ο οποίος ανέμενε σε καφετέρια τους συγκατηγορουμένους του μέχρι την τελείωση της συναλλαγής. Σε σωματική έρευνα του τελευταίου βρέθηκε και κατασχέθηκε ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας NOKIA με αριθμό κλήσης ..., σε σωματική έρευνα του Χ1 βρέθηκε και κατασχέθηκε ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ με αριθμό κλήσης ... και σε σωματική έρευνα του Χ2, βρέθηκε και κατασχέθηκε επίσης ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ με αριθμό κλήσης ..., τηλέφωνα που χρησιμοποιούσαν για τις παράνομες συναλλαγές τους. Οι κατηγορούμενοι ενεργώντας από κοινού καθώς και με άλλους άγνωστους ομοεθνείς τους κατείχαν στη ... στις 4-4-2005 ναρκωτικές ουσίες ενώ είναι πρόσωπα που κατέχουν ναρκωτικά κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι. Συγκεκριμένα, οι κατηγορούμενοι από κοινού ενεργώντας στον ως άνω τόπο και χρόνο, μαζί και με άλλους άγνωστους ομοεθνείς τους, είχαν στη φυσική τους εξουσίαση και μπορούσαν να διαθέσουν κατά την πραγματική τους βούληση οποτεδήποτε, ποσότητα ηρωίνης, συνολικού βάρους 3.130 γραμμαρίων την οποία διαμοιρασμένη σε επτά (7) αυτοτελείς συσκευασίες βάρους (520), (520), (520), (515), (515), (300) και (240) γραμμαρίων αντιστοίχως, απέκρυπταν σε αποθήκη στο χώρο της παλιάς Λαχαναγοράς ... τμήμα της οποίας, ως άνω βάρους 2.590 γραμμαρίων πώλησαν στον Ζ. Είναι δε και οι τρεις κατηγορούμενοι πρόσωπα που τελούν τις πράξεις της κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων αυτών, υποδομή που καταφαίνεται από την μεταξύ τους συνεργασία και από τη συνεργασία τους με άλλους ομοεθνείς τους αλβανικής υπηκοότητας για τη διακίνηση σημαντικότατων ποσοτήτων ηρωίνης έναντι υψηλοτάτων τιμημάτων, από την κατοχή κατά τη σύλληψή τους σημαντικότατης ποσότητας ηρωίνης βάρους 3.130 γραμμαρίων, υψηλοτάτης οικονομικής αξίας, από την απόκρυψη των ναρκωτικών σε αποθήκη στην παλαιά Λαχαναγορά έτσι ώστε να είναι δυσχερής η εύρεσή τους από τις διωκτικές Αρχές και η σύνδεσή τους (ουσιών) με αυτούς, από τη λήψη μέτρων προφύλαξης, στοιχεία που καταδεικνύουν την ύπαρξη οργανωμένου κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, προκύπτει αφενός σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και αφετέρου σταθερή ροπή τους προς τη διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες τέλεσαν τις πράξεις τους και δη η βαρύτητα αυτών, ο τρόπος και οι συνθήκες τέλεσης σε συνδυασμό με τα αίτια που τους ώθησαν (πορισμός παράνομου εισοδήματος) καθώς και η προσωπικότητά τους όπως καταδεικνύεται από τον τρόπο δράσης τους, μαρτυρούν ότι είναι πρόσωπα ιδιαίτερα επικίνδυνα, αφού μαρτυρούν αντικοινωνικότητα και σταθερή ροπή τους στη διάπραξη νέων εγκλημάτων. Τέλος, ο δεύτερος κατηγορούμενος κατείχε εντός της οικίας του επί της οδού ..., κατά το χρονικό διάστημα από 2 μέχρι 4 Απριλίου 2005, έχοντας στη φυσική του εξουσίαση απροσδιόριστη ποσότητα ινδικής κάνναβης τμήμα της οποίας βάρους 7 γραμμαρίων παρέδωσε στους αστυνομικούς κατά τη σύλληψή του. Πρέπει, επομένως, οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι όπως και πρωτοδίκως. Ο αυτοτελής ισχυρισμός του πρώτου και τρίτου κατηγορουμένου για αναγνώριση σ' αυτούς της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 §2ε ΠΚ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι αυτοί μετά την τέλεση των πράξεών τους και τη σύλληψή τους διετέλεσαν προσωρινά κρατούμενοι κατ' αρχήν και μετέπειτα κατάδικοι, μη δυνάμενοι ως εκ τούτου να επιδείξουν οικειοθελή καλή συμπεριφορά μετά την τέλεση των πράξεών τους υπό καθεστώς ελεύθερης διαβίωσης και να δικαιούνται του σχετικού ελαφρυντικού. Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο αυτοτελής ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως του ελαφρυντικού του άρθρου 84 §2α ΠΚ διότι το δικαστήριο, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν πείθεται ότι αυτός, έχοντας φθάσει να εμπλακεί σε κύκλωμα διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, συνδεδεμένος με άτομα κινούμενα στο χώρο των ναρκωτικών, έχοντας αποκρύψει μαζί με άλλους ομοεθνείς του ναρκωτικά σε δημόσιο χώρο, έζησε προγενέστερα έντιμο βίο ώστε να δικαιούται του αιτουμένου ελαφρυντικού".
Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες των άνω αξιοποίνων πράξεων με τις επιβαρυντικές περιπτώσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως αυτών και ειδικότερα, τον κατηγορούμενο, Χ1 ένοχο του ότι: "στον παρακάτω τόπο και χρόνο, με περισσότερες πράξεις, ενεργώντας αφενός από κοινού με τους συγκατηγορουμένους ομοεθνείς του (αλβανικής υπηκοότητας Ψ και Χ2 καθώς και με άλλους άγνωστους ομοεθνείς του και αφετέρου μεμονωμένα, τέλεσε από πρόθεση την αντικειμενική υπόσταση περισσοτέρων εγκλημάτων που τιμωρούνται από το νόμο με ποινές στερητικές της ελευθερίας και χρηματικές ποινές.
Ειδικότερα:
Α) Στον παρακάτω τόπο και χρόνο, ενεργώντας αφενός από κοινού με τους συγκατηγορουμένους ομοεθνείς του (αλβανικής υπηκοότητας Ψ και Χ2 καθώς και με άλλους άγνωστους ομοεθνείς του) και αφετέρου μεμονωμένα, κατείχε ναρκωτικά με σκοπό περαιτέρω διάθεσης-εμπορίας ενώ είναι πρόσωπο που κατέχει ναρκωτικά κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Συγκεκριμένα στη ... α) ενεργώντας με κοινό δόλο και κοινή απόφαση με τους συγκατηγορουμένους του, στις 4-4-2005 (ημέρα της σύλληψής του), είχαν στη φυσική τους εξουσίαση και μπορούσαν να διαθέσουν κατά την πραγματική βούληση ποσότητα ηρωίνης, συνολικού βάρους 3.130 γραμμαρίων, την οποία διαμοιρασμένη σε επτά αυτοτελείς συσκευασίες, βάρους (520), (520), (520), (515), (515), (300) και (240) γραμμαρίων αντίστοιχα, απέκρυπταν σε αποθήκη στο χώρο της παλιάς Λαχαναγοράς ..., τμήμα δε αυτής βάρους 2.590 γραμμαρίων, πώλησαν όπως περιγράφεται στην υπό στοιχείο Β' πράξη και β) κατά το χρονικό διάστημα από 2 μέχρι 4 Απριλίου 2005 (ημέρα της σύλληψής του), εντός της οικίας του στην οδό ..., είχε στη φυσική του εξουσίαση απροσδιόριστη ποσότητα ινδικής κάνναβης, τμήμα της οποία, βάρους 7 γραμμαρίων, παρέδωσε στους αστυνομικούς μετά τη σύλληψή του και προ επικείμενης έρευνας της οικίας του.
Β) Στον παρακάτω τόπο και χρόνο, ενεργώντας αφενός από κοινού με τους συγκατηγορουμένους ομοεθνείς του (αλβανικής υπηκοότητας) Ψ και Χ2 καθώς και με άλλους άγνωστους ομοεθνείς του και αφετέρου μεμονωμένα, πώλησε ναρκωτικά ενώ είναι πρόσωπο που πουλά ναρκωτικά κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Συγκεκριμένα α) ήδη από την 28-3-2005 ο αστυνομικός της Διεύθυνσης Ασφάλειας ..., Υποδιεύθυνση Δίωξης Ναρκωτικών, Ζ, που, κατ' εντολή της υπηρεσίας του, προσποιήθηκε ότι ενδιαφέρεται να αγοράσει ηρωίνη, συμφώνησε με το συγκατηγορούμενό του Ψ, που ενεργούσε με κοινό δόλο και κοινή απόφαση με αυτόν, τον Χ2 και με άλλους άγνωστους ομοεθνείς του, σε συνάντησή τους στην περιοχή του Ν. Σιδηροδρομικού Σταθμού ..., να του πωλήσουν ποσότητα ηρωίνης 2,5 κιλών με συμφωνημένο τίμημα το ποσό των 22.000 Ευρώ, χωρίς να γίνει την ημέρα εκείνη η συναλλαγή. Μετά από δύο ημέρες, ο Ψ του τηλεφώνησε και στο νέο ραντεβού που όρισε, δεν εμφανίσθηκε αυτός αλλά ο συγκατηγορούμενός του Χ2, ενώ αυτός παρέμεινε σε παρακείμενο κατάστημα παρακολουθώντας τις κινήσεις τους, όλες δε οι ανωτέρω ενέργειες έγιναν ώστε να βεβαιωθούν περί της πραγματικής πρόθεσης του φερόμενου αγοραστή για τη συμφωνηθείσα πώληση και περί της ασφάλειας της συναλλαγής. Τελικά ορίσθηκε νέος τόπος συνάντησης στην πόλη της ... στις 4-4-2005 και δη μία καφετέρια, όπου προσήλθε αρχικά οι συγκατηγορούμενοί του Ψ και Χ2 και μεταγενέστερα και αυτός, και παρουσία και των τριών τους που όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα από 28 Μαρτίου μέχρι 4 Απριλίου ενεργούσαν, όπως προαναφέρθηκε, με κοινό δόλο και κοινή απόφαση, ο ως άνω αστυνομικός επέδειξε το χρηματικό ποσό που είχε ορισθεί ως τίμημα για τη συμφωνηθείσα προς πώληση ποσότητα και αυτός με τον Χ2, μετέβησαν στο αυτοκίνητο του φερόμενου αγοραστή όπου έγινε η καταμέτρηση των χρημάτων. Εν συνεχεία, ενώ ο Ψ, παρέμεινε στο χώρο της καφετέριας, αυτός μαζί με τον Χ2 επιβιβάσθηκαν στο αυτοκίνητο του αστυνομικού και τον οδήγησαν στο χώρο της παλαιάς Λαχαναγοράς ..., όπου παραδόθηκε από αυτόν ποσότητα ηρωίνης, συνολικού βάρους 2.590 γραμμαρίων, διαμοιρασμένη σε πέντε αυτοτελή δέματα, βάρους αντίστοιχα (520), (520), (520), (515) και (515) γραμμαρίων, μετά δε την παράδοση της ηρωίνης αυτός και ο Χ2 συνελήφθησαν από αστυνομικούς στον ως άνω τόπο ενώ ο Ψ συνελήφθη από άλλους αστυνομικούς που παρακολουθούσαν το χώρο της ως άνω καφετέριας και β) κατά το χρονικό διάστημα από 2 μέχρι 4 Απριλίου 2005 (ημέρα της σύλληψής του), πώλησε σε άγνωστο στην ανάκριση πρόσωπο, απροσδιόριστη ποσότητα ινδικής κάνναβης, λαμβάνοντας τίμημα το ύψος του οποίου δεν προσδιορίσθηκε. Είναι δε πρόσωπο που τέλεσε τις παραπάνω πράξεις της κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα και συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεσή τους και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, υποδομή που καταδεικνύεται από τα στοιχεία της συνεργασίας του με τους άνω ομοεθνείς του, αλβανικής υπηκοότητας, συγκατηγορουμένους του και τους άγνωστους ομοεθνείς του για τη διακίνηση σημαντικότατων ποσοτήτων ηρωίνης, από την κατοχή κατά την ημέρα της σύλληψής του σημαντικότατης ποσότητας ηρωίνης, βάρους 3,139 γραμμαρίων, υψηλότατης οικονομικής αξίας, από την απόκρυψη των ναρκωτικών σε αποθήκη στην παλαιά Λαχαναγορά έτσι ώστε να είναι δυσχερής η εύρεσή τους από τις διωκτικές αρχές και η σύνδεσή τους μαζί του, από τη λήψη μέτρων προφύλαξης (οι ανωτέρω περιγραφείσες ενέργειες), στοιχεία που καταδεικνύουν την ύπαρξη οργανωμένου κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, προκύπτει αφενός σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και αφετέρου σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Οι περιστάσεις δε που τέλεσε τις παραπάνω πράξεις του και δη η βαρύτητα αυτών, ο τρόπος και οι συνθήκες τέλεσης, όπως αυτές περιγράφονται ανωτέρω σε συνδυασμό με τα αίτια που τον ώθησαν (πορισμός παράνομου εισοδήματος) καθώς και η προσωπικότητά του έτσι όπως αυτή καταδεικνύεται από τον προπεριγραφόμενο τρόπο δράσης του, μαρτυρούν ότι είναι πρόσωπο ιδιαίτερα επικίνδυνο αφού μαρτυρούν αντικοινωνικότητα και σταθερή ροπή του σε διάπραξη νέων εγκλημάτων". Επίσης, τον κατηγορούμενο Χ2 ένοχο του ότι: "Στον παρακάτω τόπο και χρόνο, με περισσότερες πράξεις, ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορουμένους ομοεθνείς του (αλβανικής υπηκοότητας) Ψ και Χ1 καθώς και με άλλους άγνωστους ομοεθνείς του, τέλεσε από πρόθεση την αντικειμενική υπόσταση περισσοτέρων εγκλημάτων που τιμωρούνται από το νόμο με ποινές στερητικές της ελευθερίας και χρηματικές ποινές. Ειδικότερα: Α) Στον παρακάτω τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορούμενούς ομοεθνείς του (αλβανικής υπηκοότητας) Ψ και Χ1 καθώς και με άλλους άγνωστους ομοεθνείς του, κατείχε ναρκωτικά με σκοπό περαιτέρω διάθεσης - εμπορίας ενώ είναι πρόσωπο που κατέχει ναρκωτικά κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Συγκεκριμένα ενεργώντας με κοινό δόλο και κοινή απόφαση με τους συγκατηγορούμενούς του, στη ..., στις 4-4-2005 (ημέρα της σύλληψής του), είχαν στη φυσική τους εξουσίαση και μπορούσαν να διαθέτουν κατά την πραγματική του βούληση ποσότητα ηρωίνης, συνολικού βάρους 3.130 γραμμαρίων, την οποία διαμοιρασμένη σε επτά αυτοτελείς συσκευασίες, βάρους (520), (520), (520), (515), (515), (300) και (240) γραμμαρίων αντίστοιχα, απέκρυπταν σε αποθήκη στο χώρο της παλιάς Λαχαναγοράς ..., τμήμα δε αυτής βάρους 2.590 γραμμαρίων, πώλησαν όπως περιγράφεται στην υπό στοιχείο Β' πράξη.
Β) Στον παρακάτω τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορούμενος ομοεθνείς του (αλβανικής υπηκοότητας) Ψ και Χ1 καθώς και με άλλους άγνωστους ομοεθνείς του, πώλησε ναρκωτικά ενώ είναι πρόσωπο που πουλά ναρκωτικά κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι. Συγκεκριμένα ήδη από την 28-3-2005 ο αστυνομικός της Διεύθυνσης Ασφαλείας Θεσσαλονίκης, Υποδιευθυντής Δίωξης Ναρκωτικών, Ζ, που, κατ' εντολή της υπηρεσίας του, προσποιήθηκε ότι ενδιαφέρεται να αγοράσει ηρωίνη, συμφώνησε με τον συγκατηγορούμενο του Ψ, που ενεργούσε με κοινό δόλο και κοινή απόφαση με αυτόν και με τον Χ1 καθώς και με άλλους ομοεθνείς του, σε συνάντησή τους στην περιοχή του Ν. Σιδηροδρομικού Σταθμού ..., να του πωλήσουν ποσότητα ηρωίνης 2,5 κιλών με συμφωνημένο τίμημα το ποσό των 22.000 Ευρώ, χωρίς να γίνει την ημέρα εκείνη η συναλλαγή. Μετά από δύο ημέρες, ο Ψ του τηλεφώνησε και στο νέο ραντεβού που όρισε, δεν εμφανίσθηκε ο Ψ αλλά αυτός (Χ2), ενώ ο Ψ παρέμεινε σε παρακείμενο κατάστημα παρακολουθώντας τις κινήσεις τους, όλες δε οι ανωτέρω ενέργειες έγιναν ώστε να βεβαιωθούν περί της πραγματικής πρόθεσης του φερόμενου αγοραστή για τη συμφωνηθείσα πώληση και περί της ασφάλειας της συναλλαγής. Τελικά ορίσθηκε νέος τόπος συνάντησης στην πόλη της ... στις 4-4-2005 και δη μία καφετέρια, όπου προσήλθε αρχικά ο αυτός και ο Ψ και μεταγενέστερα και ο Χ1 και παρουσία και των τριών τους που όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα από 28 Μαρτίου μέχρι 4 Απριλίου ενεργούσαν, όπως προαναφέρθηκε, με κοινό δόλο και κοινή απόφαση, ο ως άνω αστυνομικός επέδειξε το χρηματικό ποσό που είχε ορισθεί ως τίμημα για τη συμφωνηθείσα προς πώληση ποσότητα και αυτός με τον Χ1 μετέβησαν στο αυτοκίνητο του φερόμενου αγοραστή όπου έγινε η καταμέτρηση των χρημάτων. Εν συνεχεία, ενώ ο Ψ παρέμεινε στο χώρο της καφετέριας, αυτός μαζί με τον Χ1 επιβιβάσθηκαν στο αυτοκίνητο του αστυνομικού και τον οδήγησαν στο χώρο της παλαιάς Λαχαναγοράς ... όπου του παραδόθηκε από τον Χ1 ποσότητα ηρωίνης συνολικού βάρους 2.590 γραμμαρίων, διαμοιρασμένη σε πέντε αυτοτελή δέματα, βάρους αντίστοιχα (520), (520), (520), (515) και (515) γραμμαρίων, μετά δε την παράδοση της ηρωίνης αυτός και ο Χ1 συνελήφθησαν από αστυνομικούς στον ως άνω τόπο ενώ ο Ψ συνελήφθη από άλλους αστυνομικούς που παρακολουθούσαν το χώρο της ως άνω καφετέριας.
Είναι δε πρόσωπο που τέλεσε τις παραπάνω πράξεις της κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια αφού από την επανειλημμένη τέλεσή τους και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, υποδομή που καταδεικνύεται από τα στοιχεία της συνεργασίας του με τους άνω ομοεθνείς του, αλβανικής υπηκοότητας, συγκατηγορουμένους του και τους άγνωστους ομοεθνείς του για τη διακίνηση σημαντικών ποσοτήτων ηρωίνης, από την κατοχή κατά την ημέρα της σύλληψης του σημαντικότατης ποσότητας ηρωίνης, βάρους 3.130 γραμμαρίων, υψηλότατης οικονομικής αξίας, από την απόκρυψη των ναρκωτικών σε αποθήκη στην παλαιά Λαχαναγορά έτσι ώστε να είναι δυσχερείς η εύρεσή τους από τις διωκτικές αρχές και η σύνδεσή τους μαζί του, από την λήψη μέτρων προφύλαξης (οι ανωτέρω περιγραφείσες ενέργειες), στοιχεία που καταδεικνύουν την ύπαρξη οργανωμένου κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, προκύπτει αφενός σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και αφετέρου σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Οι περιστάσεις δε που τέλεσε τις παραπάνω πράξεις του και δη η βαρύτητα αυτών, ο τρόπος και οι συνθήκες τέλεσης, όπως αυτές περιγράφονται ανωτέρω σε συνδυασμό με τα αίτια που τον ώθησαν (πορισμός παράνομου εισοδήματος) καθώς και η προσωπικότητά του έτσι όπως αυτή καταδεικνύεται από τον προπεριγραφόμενο τρόπο δράσης του, μαρτυρούν ότι είναι πρόσωπο ιδιαίτερα επικίνδυνο αφού μαρτυρούν αντικοινωνικότητα και σταθερή ροπή του σε διάπραξη νέων εγκλημάτων. Το Δικαστήριο δέχεται ότι οι παραπάνω πράξεις που τελέσθηκαν με τους παραπάνω περιγραφόμενους τρόπους από τους κατηγ/νους αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών ουσιών".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε κάθε αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. στ', ζ', 18 εδ.α', 26 §1α, 27 §1, 45 και 94 §1 ΠΚ και άρθρα 4 §§1, 3 πίν. Α' 5, 6, άρθρ. 5 §1 στοιχ. β', ζ', 2, 8, 19, 22 Ν.1729/87 (όπως ισχύουν) τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 723-724/2009 του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: 1) Ζ και 2) Π.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις κάθε αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα: 1) του πρώτου από αυτούς, Χ1 ότι με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο και τον κήρυξε ένοχο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η οποία στην προκειμένη περίπτωση είναι ελλιπής και ασαφής, αφού περιορίζεται ουσιαστικά στην παράθεση των τυπικών προαπαιτούμενων της επιβαρυντικής περίσταση και εκ τούτου καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ειδικότερα, η αιτιολογία αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά τελείως τυπική αφού δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, ούτε εκτίθενται οι νομικές σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στη διάταξη που εφαρμόστηκε, οι ελλείψεις δε αυτές επαναλαμβάνονται με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο στο διατακτικό αυτής. Αβάσιμα όμως, καθόσον με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, τόσον ως προς την τέλεση εκ μέρους των αναιρεσειόντων των ως άνω πράξεων της κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών από κοινού, όσον και ως προς την παραδοχή των επιβαρυντικών περιστάσεων, υπό τις οποίες οι πράξεις αυτές τελέσθηκαν την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της από κοινού κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, κατ' επάγγελμα και από δράστες ιδιαίτερα επικίνδυνους, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικό αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 περ. β', ζ', 6 και 8 του Ν, 1729/1987 και 13 στοιχ. στ', ζ' και 45 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα και σε σχέση με τις μερικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αυτού και του δεύτερου των αναιρεσειόντων, λεκτέα τα εξής: α) οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως θεμελιώνουν την υπό των αναιρεσειόντων τέλεση κατά συναυτουργία της πράξεως της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, καθόσον η φυσική εξουσίαση, με την έννοια που προεκτέθηκε, δεν πληρούται μόνον με τη σωματική επαφή του δράστη με τη ναρκωτική ουσία, αλλ' αρκεί το γεγονός, όπως εν προκειμένω, ότι οι αναιρεσείοντες βρέθηκαν σε τοπική εγγύτητα προς τη συγκεκριμένη ποσότητα των ναρκωτικών, η οποία τους επέτρεπε, μετά τον έλεγχο της εν λόγω ποσότητας από κάποιον εξ αυτών και τη διαπίστωση της υπάρξεώς της στον καθορισμένο τόπο, να τη διαθέτουν κατά βούληση, όντος αδιάφορου μέχρι πότε την κατείχαν και τι απέγινε η ποσότητα αυτή, β) η κατά συναυτουργία ως άνω κατοχή των ναρκωτικών από τους αναιρεσείοντες αναφέρεται ρητώς στην απόφαση με την ως άνω έννοια της φυσικής εξουσιάσεως τούτων από αυτούς, αιτιολογείται δε πλήρως από την παραδοχή ότι ενήργησαν από κοινού, στον αυτό τόπο και χρόνο και ότι ο καθένας γνώριζε επακριβώς τις ενέργειες και το δόλο του άλλου να τελέσει την ίδια με αυτόν πράξη και ήθελε την εν λόγω σύμπραξη μ' εκείνον, γ) η κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και από δράστες ιδιαίτερα επικίνδυνους τέλεση της πράξεως αιτιολογείται πλήρως από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως και ιδίως από το λεπτομερώς περιγραφόμενο ευρύτερο εγκληματικό σχέδιο και την ένταξη των αναιρεσειόντων σ' αυτό. Επίσης, αναφέρεται ότι οι αναιρεσείοντες παρέλαβαν το συμφωνηθέν τίμημα και παρέδωσαν τη συμφωνηθείσα ποσότητα ναρκωτικής ουσίας συνολικού βάρους 2.590 γραμμαρίων ηρωίνης, στον αγοραστή, κατείχαν δε από κοινού και άλλη ποσότητα ναρκωτικής ουσίας και μάλιστα, 40 γραμμάρια ηρωίνης, που ήταν αποθηκευμένη σε χώρο της παλαιάς λαχαναγοράς ... και συνεπώς, κατείχαν από κοινού την άνω ναρκωτική ουσία των 3.130 γραμμαρίων (2.590+540 γραμ.) στην άνω αποθήκη. Και 2) του δεύτερου από αυτούς, Χ2, ότι: "η αναιρεσιβαλλόμενη στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι ενώ δέχεται ότι ενεργούσε με κοινό δόλο και κοινή απόφαση με τους συγκατηγορουμένους του, δεν αναφέρει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει, ότι την 4-4-2005 είχε τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίασης και μπορούσε να διαθέτει κατά την πραγματική του βούληση την ποσότητα των 3.130 γραμμαρίων ηρωίνης, επίσης δε, ότι, ενώ η αναιρεσιβαλλομένη κάνει αναφορά στον κοινό δόλο και την κοινή απόφαση όλων των συναυτουργών για την τέλεση της πράξης της πώλησης, δεν αιτιολογεί παντάπασιν γιατί η συμπεριφορά που του αποδίδεται συνιστά συναυτουργική δράση, ειδικότερα δε αν με την συμπεριφορά του πληρούται τμήμα της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της πώλησης ναρκωτικών ουσιών ή τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης αυτού.
Συνεπώς η αναιρεσιβαλλομένη στερείται κατά τα ανωτέρω ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Έτσι όμως δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά αν αυτός τέλεσε τμήμα της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της πώλησης ναρκωτικών ή τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης αυτού και συνεπώς αν πληρούνται τα στοιχεία της συναυτουργίας στην πώληση ναρκωτικών ουσιών με αποτέλεσμα να εμφιλοχωρεί εκ πλαγίου παράβαση των άρθρων 45 ΠΚ και 5 §1 στοιχ. β' Ν.1729/87 (ήδη άρθρου 20 στοιχ.β' Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά Ν.3459/2006), που άγει σε έλλειψη νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης". Αβάσιμα όμως, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση ρητά αναφέρει ότι από κοινού κατείχαν με την έννοια της φυσικής εξουσίας και μπορούσαν να διαθέσουν κατά την πραγματική βούλησή τους οποτεδήποτε την ποσότητα που κατείχαν (στην περιοχή της παλαιάς Λαχαναγοράς), χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται και κάτι άλλο. Ρητά επίσης η αυτή απόφαση δέχεται ότι από κοινού ενεργούσαν όλοι οι κατηγορούμενοι και μάλιστα με κοινό δόλο και κοινή απόφαση και ότι σε εκτέλεση αυτού έλαβε στην κατοχή του το συμφωνηθέν τίμημα και παρέδωσε τη συμφωνηθείσα ποσότητα. Έτσι, τα δεκτά γινόμενα, πληρούν σαφώς την κατά συναυτουργία τέλεση αφενός της κατοχής, αφετέρου της πώλησης. Η καταβολή τιμήματος ποσότητας, σαφώς αποτελεί τμήμα της αντικειμενικής υπόστασης της πώλησης. Κατά συνέπεια, η αιτίασή του αυτή για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 45 ΠΚ και 20 §1 στοιχ. β', ζ'Ν.3459/2006, διότι με τα γενόμενα δεκτά δεν στοιχειοθετείται συναυτουργία γι' αυτόν, καθώς επίσης ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, σε σχέση με την κατοχή, είναι αβάσιμα.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Σεπτεμβρίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. 7450/22-9-2009) και από 29 Σεπτεμβρίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. 7575/30-9-2009) ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αιτήσεις των: 1) Χ1 και 2) Χ2, αντίστοιχα για αναίρεση της με αριθμό 723-724/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατοχή - πώληση ναρκωτικής ουσίας (ηρωίνης),κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Έννοια κατοχής από κοινού. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για την από κοινού κατοχή και πώληση ναρκωτικής ουσίας με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα τελέσεως και κατά συνήθεια. Πραγματικά περιστατικά για τέλεση από τους κατηγορουμένους με τις επιβαρυντικές άνω περιστάσεις των άνω πράξεων. Αβάσιμοι οι λόγοι των αιτήσεων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των περί πωλήσεως και κατοχής, καθώς και των περί συναυτουργίας διατάξεων. Απορρίπτει ως αβάσιμες τις αιτήσεις αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Συναυτουργία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1494/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και την Γραμματέα Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Χαρίση, περί αναιρέσεως της 46/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1420/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσια-στικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιο-λογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 46/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών ως τοξικομανής και υπότροπος και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) ΕΥΡΩ. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Την 31-5-2005 αστυνομικοί του τμήματος Ασφάλειας ... έχοντας πληροφορίες ότι γίνεται διακίνηση ναρκωτικών από οικία που βρίσκεται στην οδό ... της ίδιας πόλης παρακολούθησαν την οικία αυτή, οπότε εμφανίσθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος και κατά τη σωματική έρευνα, που διενήργησαν σ' αυτόν, διαπίστωσαν ότι κατείχε 0,5 gr ηρωίνης. Ακολούθησε έρευνα στην παραπάνω οικία, την οποία είχε μισθώσει ο ίδιος και βρέθηκαν 312 gr ακατέργαστης ινδικής κάνναβης και 1,8 gr ηρωίνης. Τις ποσότητες αυτές κατείχε ο πρώτος κατηγο-ρούμενος με την έννοια της φυσικής εξουσίασης και της δυνατότητας να τις διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του. Ο κατηγορούμενος ομολόγησε στην προανάκριση και στην κύρια ανάκριση ότι τις ποσότητες αυτές είχε αγοράσει από άγνωστα άτομα στο ... και στην .... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είναι τοξικομανής με την έννοια του άρθρου 30 παρ. 1 ΚΝΝ, όπως δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι αυτός είναι υπότροπος, καθόσον με την 103-104/27-3-2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών σε βαθμό κακουργήματος, όπως προκύπτει από το αντίγραφο του ποινικού του μητρώου".
Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της άνω αξιόποινης πράξεως, ως τοξικομανή και υπότροπο και ειδικότερα, του ότι: "στην ... την 31η Μαΐου 2005, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα: 1) Αγόρασε από άλλον ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την εμπορία και ειδικότερα αγόρασε από άγνωστο μέχρι σήμερα άτομο τουλάχιστον τριακόσια δώδεκα (312) γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής καννάβεως και ενός κόμμα οκτώ (1,8) γραμμαρίων ηρωίνης. 2) Κατείχε ναρκωτικές με σκοπό την εμπορία και ειδικότερα σε έρευνα που διενήργησαν αρμόδια αστυνομικά όργανα στην επί της οδού ..., οικία που διατηρούσε, διαπιστώθηκε να κατέχει τις ανωτέρω ποσότητες ναρκωτικών ουσιών (312) γραμμάρια ινδικής καννάβεως και 1,3 γραμμάρια ηρωίνης ως και σε σωματική του έρευνα μικροποσότητα 0,5 του γραμμαρίου ηρωίνης. Τέλεσε τις ανωτέρω πράξεις καθ' υποτροπήν καθόσον τελούσε σε αναστολή υπολοίπου (2 έτη, 7 μήνες και 6 ημέρες) ποινής της 103-104/27-3-2002 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απο-δείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλο-γισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. α', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 § 1 ΠΚ και 1, 2 πιν. Α', 5,6, 20 § 1 β'ζ', 2, 23, 30 § 1, 4β'Ν. 3459/2006, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 46/2009 του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: ... και υπερασπίσεως: ... και .... Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντι-φάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) το δικάσαν Δικα-στήριο, χωρίς καμία απόδειξη προς τούτο τον καταδίκασε για αγορά με σκοπό την εμπορία και χωρίς καμία αιτιολογία, αλλά και χωρίς ο σκοπός εμπορίας να περιλαμβάνεται στις πράξεις που περιγράφονται στο εξώφυλλο της δικογραφίας, η δε ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης εξυπηρετούσε αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες, αφού από πολλά έτη είναι τοξικομανής και είναι ενταγμένος σε πρόγραμμα αποτοξίνωσης και συγκεκριμένα στο ΟΚΑΝΑ ... από τις 13-11-06, το οποίο παρακολουθεί κανονικά και, από τον εθισμό στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, δεν μπορεί να απαλλαγεί αποκλειστικά με δικές του δυνάμεις. Αβάσιμα όμως, καθόσον δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, η προς περαιτέρω διάθεση ή προς ιδίαν αποκλειστική χρήση κατοχή αυτής από το δράστη (ΑΠ 327/2000 Π.Δνη 5.689), ούτε απαιτείται για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η αναφορά σε αυτή ότι ο δράστης και κάτοχος της ναρκωτικής ουσίας, προόριζε αυτή για δική του αποκλειστική χρήση (ΑΠ 1036/1995 π.χ. ΜΣΤ'70), μόνο δε αν υποβληθεί πλήρης και ορισμένος αυτοτελής ισχυρισμός από τον κατηγορούμενο για προμήθεια ή κατοχή ναρκωτικών ουσιών προς ιδίαν αποκλειστική χρήση, οφείλει το δικαστήριο να διαλάβει στην απόφασή του την ως άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη αυτού (ΑΠ 872/1997 ΝοΒ 46.386). Όπως όμως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν υποβλήθηκε στο δικάσαν Δικαστήριο για τον κατηγορούμενο τέτοιος ισχυρισμός. Εξάλλου, ο νόμος δεν απαιτεί οι άνω πράξεις να τελούνται με σκοπό την εμπορία και να αιτιολογείται ειδικά αυτός ο σκοπός (άρθρ. 20 Ν. 3459/06), αφού η τέλεση των πράξεων αυτών με τον άνω σκοπό είναι αυτονόητη και τότε μόνο δεν ισχύει, εάν αποδειχθεί κάτι άλλο, όπως, αποκλειστική χρήση, χωρίς όμως ο κατηγορούμενος δια του εκπροσωπήσαντος αυτόν συνηγόρου, στο δικάσαν Δικαστήριο να έχει κάτι τέτοιο ισχυριστεί. Και 2) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για την κήρυξη αυτού ως υποτρόπου. Όμως, τόσο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όσο και στην πρωτόδικη με αριθμό 2/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που αναγνώστηκε, υπάρχει πλήρης και σαφής αιτιολογία για την, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 Ν. 1729/87, όπως αντ/κε με το άρθρ. 13 Ν. 2408/96, το άρθρ. 2 § 15 β' Ν. 2449/97 και το άρθρο 5 του Ν. 3189/03, για τον χαρακτηρισμό του αναιρεσείοντος ως υποτρόπου. Τέλος, με το άρθρ. 30 § 4 εδ. α' Ν. 3459/2006 ρητά αναφέρεται ότι τιμωρείται και ο τοξικομανής ως υπότροπος. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, αλλά και της υπέρβασης εξουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Ιουνίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. 7503/28-9-2009 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 46/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών ως υπότροπος και τοξικομανής. Δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικών ουσιών η προς περαιτέρω διάθεση ή προς ιδία αποκλειστική χρήση η κατοχή αυτών από το δράστη, ούτε απαιτείται για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ότι ο δράστης προόριζε αυτές για δική του αποκλειστική χρήση. Μόνο αν υποβληθεί αυτοτελής ισχυρισμός, πλήρης και ορισμένος, από κατηγορούμενο για προμήθεια και κατοχή ναρκωτικών ουσιών, προς ιδία αποκλειστική χρήση, οφείλει το δικαστήριο να διαλάβει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη αυτού. Ο νόμος δεν απαιτεί να αιτιολογείται ότι η κατοχή ναρκωτικών έγινε με σκοπό την εμπορία, εφόσον δεν αποδείχτηκε ότι έγινε για κάτι άλλο, όπως την αποκλειστική ιδία χρήση, τιμωρείται ως υπότροπος και ο τοξικομανής. Παράπονα για υπέρβαση εξουσίας, λόγω καταδίκης ως τοξικομανούς και υποτρόπου. Πλήρης και σαφής και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Ναρκωτικά.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1493/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιο Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και την Γραμματέα Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Βέργο, περί αναιρέσεως της 159/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πόρου (Μετα-βατικό). Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πόρου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1098/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρό-τητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπα-γωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 159/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πόρου (Μετ/κό) που δίκασε σε πρώτο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχ-θηκε ένοχος παράβασης άρθρ. 23 της Υ1β/2000/95 Υγ.Δ/ξης, σε συνδ. με το άρθρ. 417 ΠΚ και άρθρ. 11 § 10 Ν. 2307/95, κατ' εξακολούθηση, και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) ημερών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μία (1) τριετία. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Μονομελές Πλημ/κείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται σ' αυτόν με το κατηγορητήριο της παραβ. της Υιβ/2000/95 Υγειονομικής Διάταξης και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στον ... το χρονικό διάστημα από 2-6-2007 έως 19-6-2007 και περί ώρες 1:30, 00:45, 2:40, 3:25 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος παρέβη την προαναφερθείσα υγειονομική διάταξη και ειδικότερα κατελήφθη μετά από καταγγελίες να διατηρεί δύο σκύλους στην πυλωτή της οικίας του, ενώ τούτο απαγορεύεται και να προκαλείται με τον τρόπο αυτό ενόχληση από τα γαβγίσματά τους σε βάρος των περιοίκων ή ενοίκων της πολυκατοικίας".
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της άνω αξιόποινης πράξεως και ειδικότερα, του ότι: "στο ... το χρονικό διάστημα από 2-6-2007 έως και 19-6-2007 και περί ώρες 01:30', 00:30', 02:40', 03:25', αντίστοιχα, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος με πρόθεση παρέβη την υπ' αριθμ. Υ1β/2000/95 Υγειονομική Διάταξη, και ειδικότερα κατελήφθη α) να διατηρεί σκύλους στην πυλωτή της οικίας του, ενώ τούτο απαγορεύεται και β) να μην έχει αποφύγει τους θορύβους ή άλλες ενοχλήσεις με τα γαυγίσματά τους, προκαλώντας ενοχλήσεις σε βάρος των περιοίκων ή ενοίκων της πολυκατοικίας". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχ-θηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98 ΠΚ και άρθρ. 17 § 1 εδ.γ', 2, 3 και 23 της Υ1β/2000/95 Υγ.Δ/ξης σε συνδ. με άρθρ. 417 ΠΚ και άρθρ. 11 § 10 Ν. 2307/95, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 159/2009 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου6 Πόρου (Μετ/κο) τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση του μαρτύρα κατηγορίας, Μ.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιο-λογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: "η αναιρεσιβαλ-λόμενη απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογίας, άλλως της ως άνω από το Σύνταγμα και τους νόμους επιβαλλόμενης, διότι ως αιτιολογία δεν πράττει άλλο τι παρά να επαναλαμβάνει το κατηγορητήριο, ενόψει δε των παραπάνω αναφερομένων, η αναιρεσιβαλλόμενη παραβιάζει τη διάταξη του άρθρ. 510 παρ. 1 Δ' Κ.Π.Δ. και καθιστά εαυτήν αναιρετέα. Αβάσιμα όμως, διότι το γεγονός ότι το σκεπτικό είναι ταυτόσημο του διατακτικού, δεν καθιστά την αιτιολογία της αποφάσεως ανεπαρκή, αφού το διατακτικό είναι στην προκείμενη περίπτωση εκτεταμένο και λεπτομερές. Η σύμπτωση των περιστατικών που αναγράφονται στο κατηγορητήριο, το σκεπτικό και το διατακτικό της αποφάσεως, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αφού τα περιστατικά αυτά του κατηγορητηρίου αποδείχθηκαν και όχι άλλα διαφορετικά. Εξάλλου, η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της αποφάσεως του διατακτικού, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη των άνω ισχυρισμών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Ιουνίου 2009 (υπ' αριθ. Πρωτ. 5147/22-6-2009 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 159/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πόρου (Μετ/κο). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στην 10 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση άρθρου 17 § 1 εδ. γ' 2, 3 και 23 της Υ1β/2000/95 Υγ. Δ/ξης σε συνδυασμό με το άρθρο 417 ΠΚ και 11 § 10 Ν. 2307/95. Για την πληρότητα της αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωσης του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης του διατακτικού, εφόσον το τελευταίο είναι επαρκώς αιτιολογημένο. Αιτιολογημένη καταδίκη για παράβαση της άνω Υγ. Δ/ξης. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υγειονομικός κανονισμός.
| 0
|
Αριθμός 1494/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τριβουρέα.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λένη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1433/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3058/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-10-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 2 παρ.1. και 21 παρ. 1, 2 του Ν. 3239/1955, που ίσχυε πριν από το Ν 1876/1990, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος, προκύπτει ότι περιεχόμενο των συλλογικών συμβάσεων είναι η ρύθμιση των όρων, των συνθηκών και της αμοιβής της εργασίας των εργαζομένων. Τα θέματα των όρων και συνθηκών εργασίας ανήκουν κατά κανόνα στο νόμιμο περιεχόμενο των κανονισμών εργασίας, χωρίς να αποκλείεται κανονισμοί εργασίας να αποτελούν αυτοτελώς περιεχόμενο συλλογικών συμβάσεων. Στην τελευταία, περίπτωση η ρύθμιση αυτή, δηλαδή, ο περιεχόμενος σε συλλογική σύμβαση κανονισμός, ανήκει στο κανονιστικό μέρος της συλλογικής συμβάσεως και επομένως έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου. Έτσι κανονισμός εργασίας, που έχει αποτελέσει περιεχόμενο ειδικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, η οποία, σύμφωνα µε το άρθρο 2 παρ. 2 του πιο πάνω νόμου κατατέθηκε στο Υπουργείο Εργασίας και δημοσιεύθηκε µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως έχει ισχύ νόμου ουσιαστικού και όχι συμβάσεως. Οι κανονισμοί εργασίας, που καταρτίσθηκαν κατά τα παραπάνω, σκοπό έχουν να εξασφαλίσουν ενιαία τάξη, ομοιομορφία και ίση μεταχείριση στην εκμετάλλευση, πράγμα, που επιτυγχάνεται µε τη ρύθμιση γενικών και αφηρημένων διατάξεων, που έχουν άμεση και αναγκαστική ενέργεια σε όλο το προσωπικό, χωρίς να απαιτείται σχετική συμφωνία των μερών. Οι ειδικές συλλογικές συμβάσεις, αν και καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ του Ν 3239/1955, υπάγονται ως προς τα αποτελέσματα τους και γενικώς την ισχύ τους στις διατάξεις του ισχύοντος ήδη νόμου 1876/1990, που είναι άμεσης εφαρμογής. Εξάλλου, και από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 6, 3 παρ. 1 γ, 5 και 8 παρ. 3 του τελευταίου αυτού νόμου ως και του άρθρου 12 του Ν 1767/1988, προκύπτει ότι, και, κατά τα νυν ισχύοντα, στο δυνατό περιεχόμενο των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ανήκει, πλην άλλων, η ρύθμιση σχετικά µε τη σύναψη, τους όρους λειτουργίας και τη λήξη των ατομικών συμβάσεων εργασίας ως και ο κανονισμός εργασίας και ότι επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση, που, σημειωτέον, εισήχθη το πρώτον µε τον παραπάνω νόμο, είναι η συλλογική σύμβαση, που καταρτίζεται μεταξύ της συνδικαλιστικής οργανώσεως της επιχειρήσεως και του εργοδότη και η ισχύς της οποίας καταλαμβάνει όλους ανεξαιρέτως τους μισθωτούς της επιχειρήσεως. Αυτές οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις αντιστοιχούν στις ειδικές συλλογικές συμβάσεις του προϊσχύσαντος Ν 3239/1955. Περαιτέρω οι όροι εργασίας, που ρυθμίζει ειδική συλλογική σύμβαση, στην οποία περιέχεται κανονισμός, που έχει ισχύ νόμου, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, μπορούν να τροποποιηθούν με νεότερη συλλογική σύμβαση του αυτού είδους και πεδίου ισχύος και συγκεκριμένα με επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση. Η νεότερη αυτή επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας τόσο υπέρ όσο και σε βάρος των εργαζομένων. Και τούτο διότι στη συσχέτιση των συλλογικών συμβάσεων, ήτοι πηγών του αυτού επιπέδου και πεδίου ισχύος, δεν ισχύει η αρχή της προστασίας, η οποία αφορά στη ρύθμιση του αυτού αντικειμένου από περισσότερες πηγές διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, οπότε η ιεραρχικά υποδεέστερη πηγή μπορεί να εξειδικεύσει και να τροποποιεί τους όρους εργασίας της ιεραρχικά ανώτερης, μόνον, όμως προς το συμφέρον των εργαζομένων, ούτε η αρχή της εύνοιας, η οποία ρυθμίζει τη σχέση συλλογικής και ατομικής συμβάσεως εργασίας, σύμφωνα με την οποία οι ευνοϊκότεροι όροι της ατομικής συμβάσεως υπερισχύουν των κανονιστικών όρων των συλλογικών συμβάσεων, αλλά ισχύει η αρχή της τάξεως(άρθρα 7,10 Ν 1876/1990). Η αρχή της τάξεως σημαίνει ότι όταν επιχειρείται μία συλλογική σύμβαση των όρων εργασίας, η οποία σημειωτέον αποσκοπεί στην καθιέρωση τάξεως στο χώρο εργασίας, πρέπει να είναι γενική και αφηρημένη, δίκαιη και ενιαία και γι' αυτό εφαρμόζεται η διαδοχή των ρυθμίσεων, σύμφωνα με την οποία η νεότερη συλλογική σύμβαση, κατά το μέρος, που ρυθμίζει διαφορετικά το ίδιο θέμα, καταργεί την προηγούμενη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος, έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις. Αντιθέτως αν με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης ΣΣΕ, τότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης και εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό δεν μπορούν να μεταβληθούν µε μεταγενέστερη Σ.Σ.Ε., που περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης που µε συμφωνία εργοδότη και μισθωτού κατέστησαν όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας. Για να καταστούν όμως, συγκεκριμένοι όροι ΣΣΕ και όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας πρέπει η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη ΣΣΕ και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και μισθωτών ΣΣΕ, διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει η νεότερη ΣΣΕ (διαδοχή τάξεων), έστω και αν περιέχει δυσμενέστερη για τους μισθωτούς διατάξεις, αφού ρητά συμφωνήθηκε µε την ατομική σύμβαση εργασίας ότι θα ισχύσει η εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ (ΟΛ ΑΠ 461/1970,ΑΠ 1437/2006). Στο περιεχόμενο των κανονισμών εργασίας ανήκει και η θέσπιση ορίου ηλικίας για την αποχώρηση των μισθωτών από την εργασία. Το όριο αυτό, όταν έχει θεσπισθεί µε συλλογική σύμβαση εργασίας, στην οποία περιέχεται κανονισμός, μπορεί να τροποποιηθεί, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, µε επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας και μάλιστα αποσπασματικά, χωρίς να είναι αναγκαία η ρύθμιση και άλλων θεμάτων, καθόσον στον κανονισμό πρέπει να γίνεται ρύθμιση, ενώ η ρύθμιση θεμάτων, που αποτελούν αντικείμενο συλλογικής συμβάσεως εργασίας, όπως και το προαναφερόμενο, υπαγόμενο στα ζητήματα τα σχετικά µε τη λήξη της συμβάσεως εργασίας (άρθρο 2 παρ. 1 , Ν 1876/1990), μπορεί να γίνει και μεμονωμένα, αρκεί όμως να πρόκειται περί ρυθμίσεως, που θα καταλαμβάνει κατά τρόπο ενιαίο, γενικό και αφηρημένο, όλους τους μισθωτούς της επιχειρήσεως, έτσι ώστε να µη δημιουργούνται προβλήματα άνισης μεταχείρισης και καταχρήσεως. Περαιτέρω προς εναρμόνιση της ελληνικής εργατικής νομοθεσίας µε την οδηγία 91/553 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκδόθηκε το Π.δ. 156/1994, µε το οποίο επιβάλλεται σε κάθε εργοδότη η υποχρέωση να ενημερώνει τον εργαζόμενο σχετικά µε τους όρους της σύμβασης ή της εργασιακής σχέσης. Συγκεκριμένα σύμφωνα µε το άρθ. 2 παρ. 2 του ως άνω Π.δ. η ενημέρωση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστο τα ακόλουθα: α) τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων, β) τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχείρησης ή τη διεύθυνση κατοικίας του εργοδότη, γ) τη θέση ή την ειδικότητα του εργαζομένου, το βαθμό του, την κατηγορία της απασχόλησής του καθώς και το αντικείμενο της εργασίας του, δ) την ημερομηνία έναρξης της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας και τη διάρκεια αυτής, αν καταρτίζεται για ορισμένο χρόνο, ε) τη διάρκεια της άδειας µε αποδοχές που δικαιούται ο εργαζόμενος, καθώς και τον τρόπο και χρόνο χορήγησης της, στ) το ύψος της αποζημίωσης που οφείλεται και τις προθεσμίες που πρέπει να τηρούν εργοδότης και εργαζόμενος, σύμφωνα µε την ισχύουσα νομοθεσία, σε περίπτωση λύσεως της σύμβασης εργασίας ή της σχέσης εργασίας µε καταγγελία, ζ) τις πάσης φύσεως αποδοχές που δικαιούται ο εργαζόμενος και την περιοδικότητα καταβολής τους, η) τη διάρκεια της κανονικής ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης του εργαζόμενου, θ) αναφορά της συλλογικής ρύθμισης που έχει εφαρμογή και καθορίζει τους ελάχιστους όρους αμοιβής και εργασίας του εργαζομένου. Η πληροφόρηση για τα στοιχεία των περιπτώσεων ε, στ, ζ και η μπορεί να γίνεται και µε παραπομπή στις ισχύουσες διατάξεις της Εργατικής Νομοθεσίας. Το παραπάνω Π.δ. δεν έχει ως σκοπό να επιβάλλει στον εργοδότη οποιουσδήποτε νέους όρους και συνθήκες εργασίας ή οποιαδήποτε μεταβολή των υφισταμένων, αλλά καθιερώνει απλά υποχρέωση του εργοδότη να ενημερώσει τον εργαζόμενο για τους ισχύοντες όρους και συνθήκες εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται είτε από το νόμο είτε από την ατομική συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου. Η υποχρέωση ενημέρωσης αφορά δηλαδή την ήδη υπάρχουσα νομική κατάσταση τη σύμβασης ή της εργασιακής σχέσης και δεν δημιουργεί νέα κατάσταση ή νέα συμφωνία, αφού τον εν λόγω διάταγμα δεν αποτελεί πηγή δικαίου αλλά έχει απλά ενημερωτικό χαρακτήρα. Ενόψει αυτού, χωρίς την ύπαρξη ειδικής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, με την οποία να γίνεται ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης ΣΣΕ, μόνη η έγγραφη ενημέρωση του εργαζομένου, κατά τις διατάξεις του π.δ. 158/1994 για τις ισχύουσες κατά το χρόνο της ενημέρωσης συλλογικές ρυθμίσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η ΣΣΕ που ενσωματώνει τον Οργανισμό Προσωπικού του εργοδότη και η αποδοχή τους από τον εργαζόμενο, δεν καθιστά αυτοδικαίως τους όρους της συγκεκριμένης ΣΣΕ και όρους της ατομικής σύμβασης του μισθωτού. Με την εκτέλεση δηλαδή, εκ μέρους του εργοδότη, των όσων επιβάλλουν οι διατάξεις του π.δ.156/1994 γίνεται απλώς ενημέρωση του εργαζομένου για τους ισχύοντες όρους που διέπουν τη σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται ήδη από το νόμο και τη συλλογική σύμβαση και δεν επέρχεται κάποια μεταβολή στη συγκεκριμένη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας από μόνη την ενέργεια αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο ενάγων ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1946 προσλήφθηκε από την εναγόμενη στις 19-10-1964, µε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και υπηρέτησε σ' αυτή ως υπάλληλος του Κλάδου Κυρίου Προσωπικού και εξελίχθηκε μέχρι το βαθμό του Διευθυντή, αποχώρησε δε από την υπηρεσία του στις 1-1-2005. Οι εργασιακές σχέσεις του ρυθμίζονταν αρχικά από τον Οργανισμό Υπηρεσίας της εναγομένης που καταρτίστηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο της, και κυρώθηκε µε το Β.Δ. της 17/26-9-1953, κατ' εφαρμογή του άρθ. 1 του ν.δ. 2510/1053, δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και είχε ισχύ νόμου. Με το άρθρο 26 του ως άνω Οργανισμού προβλεπόταν η αυτοδίκαιη λύση της εργασιακής του σχέσης µε τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του και επομένως θα αποχωρούσε από την υπηρεσία του την 1-1-2009. Ως εκ τούτου, εφόσον δηλαδή προβλεπόταν η αυτοδίκαιη αποχώρησή του από την υπηρεσία, λόγω συμπλήρωσης του καθοριζόμενου ορίου ηλικίας, η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος όπως και των άλλων υπαλλήλων της εναγομένης, ήταν ορισμένου χρόνου. Ο παραπάνω Οργανισμός Υπηρεσίας της εναγομένης καταργήθηκε αναδρομικά από 12-3-2001 σύμφωνα µε το άρθρ. 46 παρ. 2 του ν. 2956/2001, οπότε άρχισε να ισχύει ο νέος Κανονισμός εργασίας και προσωπικού της τράπεζας, ο οποίος καταρτίστηκε σύμφωνα µε τις διατάξεις του ν. 1876/1990 µε την από 9-3-2001 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, συνήφθη δε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης και της συνδικαλιστικής οργάνωσης του προσωπικού του Συλλόγου Υπαλλήλων της Ε.Τ.Ε. και κατατέθηκε νομίμως στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας µε αριθμό 5/12-3-2001 και ως εκ τούτου έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθ. 2 παρ. 6, 7 παρ. 1 και 8 παρ. 3 του ν. 1876/1990). Με το άρθ. 33 του ως άνω νέου Κανονισμού εργασίας της εναγομένης, ορίστηκε και πάλι ότι σε κάθε περίπτωση η λύση της σύμβασης εργασίας του προσωπικού της Τράπεζας επέρχεται αυτοδίκαια µε τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας. Επακολούθησε όμως η από 5-6-2002 Ε.Σ.Σ.Ε., που καταρτίστηκε νόμιμα μεταξύ της εναγομένης και του ως άνω Συλλόγου Υπαλλήλων της Ε.Τ.Ε. και κατατέθηκε στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας στις 7-6-2002 µε αριθμό 12/7-6-2002 µε την οποία τροποποιήθηκε το ανωτέρω άρθ. 33 του νέου Κανονισμού στο οποίο σχετικά µε τη λύση της εργασιακής σχέσεως των υπαλλήλων της τράπεζας, ορίζεται πλέον ότι "Σε κάθε περίπτωση η λύση επέρχεται αυτοδικαίως µε τη συμπλήρωση του 58°U έτους της ηλικίας και 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας. Σε περίπτωση κατά την οποία ο καταλαμβανόμενος από το όριο ηλικίας των 58 ετών δεν συμπληρώνει 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας, τότε η σύμβαση δεν λύνεται και παρατείνεται μέχρι τη συμπλήρωση 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας, µε ανώτατο χρονικό όριο στην περίπτωση αυτή τη συμπλήρωση από τον υπάλληλο του 62ου έτους της ηλικίας του ... Όσοι διατηρούνται στην υπηρεσία μετά τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας τους παραμένουν εκτός του προβλεπόμενου από τον παρόντα Κανονισμού αριθμού οργανικών θέσεων". Με βάση τη νέα αυτή ρύθμιση, η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος έληγε αυτοδικαίως την 1-1-2005, αφού τότε είχε συμπληρώσει το 58° έτος της ηλικίας και 39 έτη συντάξιμης υπηρεσίας. Ότι στο περιεχόμενο της επιχειρησιακής ΣΣΕ είναι δυνατόν να περιλαμβάνεται και ο κανονισμός εργασίας (άρθ. 2 παρ. 6 του v. 1876/1990) και επομένως μετά την ισχύ του ως άνω νόμου, είναι αναμφισβήτητο ότι µε ΣΣΕ και κυρίως επιχειρησιακή ΣΣΕ, μπορεί να καταρτίζεται ο κανονισμός εργασίας του προσωπικού μιας επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως. Επομένως, εγκύρως µε την από 5-6-2002 ΕΣΣΕ, αντικαταστάθηκε το άρθ. 33 του νέου Κανονισμού εργασίας και προσωπικού της εναγομένης, ο οποίος καταρτίστηκε µε την από 9-3-2001 ΕΣΣΕ και μειώθηκε το προβλεπόμενο όριο ηλικίας για την αυτοδίκαιη λύση της συμβάσεως εργασίας των υπαλλήλων της εναγομένης από 62ο έτος στο 58ο έτος. Ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο συγκεκριμένος κανονιστικός όρος του άρθ. 26 του προϊσχύσαντος Οργανισμού Υπηρεσίας της εναγομένης ή του άρθ. 33 του νέου Κανονισμού, που καταρτίστηκε µε την από 9-3-2001 ΕΣΣΕ, µε τους οποίους οριζόταν ως όριο της αυτοδίκαιης λύσης της εργασιακής σχέσης των υπαλλήλων της εναγομένης τράπεζας στο 62ο έτος της ηλικίας τους, είχαν καταστεί και όροι της ατομικής συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος. Ειδικότερα, όσον αφορά τον προϊσχύσαντα Οργανισμό Υπηρεσίας, δεν αποδείχθηκε ότι στην αρχική σύμβαση εργασίας του ενάγοντος υπήρξε ειδική συμφωνία μεταξύ αυτού και της εναγομένης για ενσωμάτωση των κανονιστικών όρων του στην ατομική σύμβαση εργασίας του, ούτε και αργότερα καταρτίστηκε μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλομένων μερών, άλλη ατομική, γραπτή ή προφορική σύμβαση µε παρόμοιο περιεχόμενο. Ο ισχυρισμός του ότι ο όρος του προϊσχύσαντος Οργανισμού περί αυτοδίκαιης λύσης της εργασιακής του σχέσης µε τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του, κατέστη και όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας του µε τη γνωστοποίηση σ' αυτόν από την εναγόμενη µε το από 6-2-1998 έγγραφό της, των ουσιωδών όρων της ατομικής σύμβασης του, σύμφωνα µε το π.δ. 156/1994 και την αποδοχή εκ μέρους του των πιο πάνω όρων, στους οποίους περιλαμβανόταν και η διάρκεια της ορισμένου χρόνου σύμβασης του, µε τη ρητή παραπομπή στο άρθ. 26 του παραπάνω προϊσχύσαντος Οργανισμού είναι αβάσιμος, διότι, αν δεν υφίσταται αυτόματη ενσωμάτωση των όρων του Κανονισμού Εργασίας στην ατομική σύμβαση εργασίας ή αν δεν υφίσταται ειδική και ρητή συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, µε την οποία να γίνεται ρητή παραπομπή σε συγκεκριμένο Κανονισμό Εργασίας ή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης ΣΣΕ, μόνη η έγγραφη ενημέρωση του εργαζόμενου, κατά τις διατάξεις του π.δ. 156/1994 για τις ισχύουσες κατά το χρόνο της ενημέρωσης ρυθμίσεις και η αποδοχή αυτών δεν καθιστά αυτοδικαίως τους όρους του ισχύοντος Κανονισμού Εργασίας ή συγκεκριμένης ΣΣΕ και όρους της ατομικής σύμβασης του μισθωτού. Εξάλλου ούτε ο όρος 33 του νέου Κανονισμού Εργασίας της εναγομένης που καταρτίστηκε µε την από 9-3-2001 Ε.Σ.Σ.Ε. κατέστη όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, αφού οι κανονιστικές διατάξεις του καταρτισθέντος µε Συλλογική Σύμβαση Κανονισμού δεν ενσωματώνονται εκ του νόμου σ' αυτή αλλά επενεργούν, όπως αναφέρθηκε, έξωθεν έχοντας άμεση και αναγκαστική ισχύ επί των ατομικών συμβάσεων εργασίας, ενώ δεν αποδείχθηκε και η ύπαρξη σχετικής ειδικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Επομένως μετά την ως άνω αντικατάσταση του άρθρου 33 του Κανονισμού της εναγομένης έπαυσε η ισχύς του σχετικού κανονιστικού όρου, που καθόριζε ως όριο της αυτοδίκαιης λύσης της σύμβασης εργασίας των υπαλλήλων της τράπεζας το 62° έτος της ηλικίας τους και η ατομική σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, εφόσον δεν είχε ειδικά συμφωνηθεί η λύση αυτής µε τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του, καταλήφθηκε πλέον από τη νέα ρύθμιση της από 5-6-2002 Ε.Σ.Σ.Ε. µε την οποία το ανωτέρω όριο μειώθηκε στο 58ο έτος και συνεπώς νομίμως ο ενάγων αποχώρησε από την υπηρεσία του με τη συμπλήρωση του ως άνω ορίου της ηλικίας του. Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1 του π.δ 156/1994, 3 της οδηγίας 91/533,680 παρ.2 ΑΚ και 7 παρ.2 του Ν 1876/1990 και συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο, περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, κατά την ερμηνεία της από 6-2-1998 έγγραφης γνωστοποίησης και αποδοχής όρων, χαρακτηρίζοντας την ως απλή έγγραφη ενημέρωση, αν και στην πραγματικότητα πρόκειται για ειδική συμφωνία των διαδίκων, με την οποία ενσωματώνονται στην ατομική σύμβαση εργασίας συγκεκριμένοι κανονιστικοί όροι, αναφερόμενοι στο όριο ηλικίας αποχώρησης του από την υπηρεσία της αναιρεσίβλητης, πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε μη συντρέχουσα προϋπόθεση, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των προσώπων (διαδίκων), που περιέχονται στην προαναφερθείσα έγγραφη γνωστοποίηση και δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, οι οποίοι κατά συνέπεια δεν είχαν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται η αιτίαση ότι εσφαλμένα το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση ότι πρόκειται για απλή ενημέρωση του αναιρεσίβλητου, ως προς τους όρους παροχής της εργασίας του, δίχως μάλιστα να προβεί στην ερμηνεία του με βάση τις παραπάνω διατάξεις, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.20 του ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου, στο οποίο αποκλειστικά ή προεχόντως στήριξε την κρίση του, δέχθηκε γεγονότα καταδήλως διαφορετικά από εκείνα που προκύπτουν από το έγγραφο. Παραμόρφωση με την έννοια αυτή είναι και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου ή ακόμη και μία λέξη τούτου, υπό την προϋπόθεση ότι το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για το αποδεικτέο γεγονός. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, ότι δεν υφίσταται αυτόματη ενσωμάτωση των όρων του Κανονισμού Εργασίας στην ατομική σύμβαση εργασίας και δεν καταρτίστηκε ειδική και ρητή περί τούτου συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, συνεκτίμησε και το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου, (γνωστοποίησης ουσιωδών όρων εργασίας), δεχθέν μάλιστα ότι "μόνη η έγγραφη ενημέρωση του εργαζομένου, κατά τις διατάξεις του π.δ 156/1994 για τις ισχύουσες κατά το χρόνο της ενημέρωσης ρυθμίσεις και η αποδοχή αυτών δεν καθιστά αυτοδικαίως τους όρους του ισχύοντος Κανονισμού Εργασίας ή συγκεκριμένης ΣΣΕ και όρους της ατομικής σύμβασης εργασίας του μισθωτού" και συνεπώς δεν στήριξε την κρίση του, αποκλειστικά ή προεχόντως, σ' αυτό. Επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο περί του αντιθέτου, τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατά την έννοια του άρθρου 559. Αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων(άρθ. 661παρ.1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι μόνη η έγγραφη ενημέρωση του εργαζομένου, κατά τις διατάξεις του π.δ. 156/1994, για τις ισχύουσες κατά το χρόνο της ενημέρωσης συλλογικές ρυθμίσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η ΣΣΕ που ενσωματώνει τον Οργανισμό Προσωπικού του εργοδότη, και η αποδοχή τους από τον εργαζόμενο δεν καθιστά αυτοδικαίως τους όρους της συγκεκριμένης ΣΣΕ και όρους της ατομικής σύμβασης του μισθωτού, στη συνέχεια δε δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε και η ύπαρξη ειδικής συμφωνίας των διαδίκων. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ενσωμάτωσης των όρων της ΣΣΕ στην ατομική σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος. Η αιτίαση του αναιρεσέιοντος ότι οι κρίσεις του Εφετείου 1) της μη ύπαρξης ειδικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για την ισχύ των συγκεκριμένων συλλογικών ρυθμίσεων και 2) της αποδοχής των ρυθμίσεων αυτών, είναι αντιφατικές είναι αβάσιμη, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το δικαστήριο σαφώς δέχεται ότι η αποδοχή των όρων αναφέρεται στους ισχύοντες, γενικά, για όλους τους εργαζόμενους στην αναιρεσίβλητη κατά το χρόνο εκείνο και ότι με την αποδοχή τους από τον αναιρεσίβλητο δεν καταρτίστηκε ειδική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων τέτοια, ώστε να αποτελούν όρους και της ατομικής συμβάσεως εργασίας του.
Συνεπώς ο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών του, που κυρώθηκε μαζί με τη σύμβαση με το ΝΔ 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων "πάν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων." Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και δη οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς και μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά(ΟΛ ΑΠ 40/1998). Τέτοιες είναι, κατά το Ελληνικό δίκαιο και οι απαιτήσεις εργατικού δικαίου, τα δικαιώματα και οι απαιτήσεις ιδιωτικού δικαίου κατά του κράτους, των Ν.Π.Δ.Δ και των κρατικών Ν.Π.Ι.Δ., ειδικότερα δε, οι απαιτήσεις από τακτικές αποδοχές (μισθοί κλπ.), που καταβάλλονται σε εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα, οι οποίες δεν μπορούν να μειωθούν, παρά µόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Τέλος το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος που εισάγει ως νομικό κανόνα την "αρχή της αναλογικότητας", επιβάλλει σε όλα τα κρατικά όργανα, συνεπώς και τα δικαιοδοτικά, κατά τη στάθμιση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, να λαμβάνουν υπόψη τους την εκάστοτε αντιστοιχία μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκεται εκάστοτε. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, το οποίο παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, ο ενάγων µε την επικουρική βάση της αγωγής του, ισχυρίστηκε ότι η εναγόμενη προέβη στη μείωση του ορίου ηλικίας κατά κατάχρηση της ελευθερίας αυτής για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας του και ως εκ τούτου είναι άκυρη η απόλυση του, αφού 1) αυτή μεθόδευσε την πρόωρη λύση της συμβάσεως εργασίας του, καταστρατηγώντας τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, 2) η συγκεκριμένη ρύθμιση παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον µε βάση αυτή ελάχιστοι υπάλληλοι της εναγομένης αποχώρησαν από την υπηρεσία τους, ενώ η εναγόμενη θα μπορούσε να επιτύχει την απομάκρυνση περισσοτέρων µε εθελουσία έξοδο, 3) ο παράλογος μακροοικονομικός χαρακτήρας του 58ου έτους ως ορίου ηλικίας και οι εγγενείς αδυναμίες της ρύθμισης θα οδηγήσουν σύντομα στην αντικατάστασή της και 4) η ως άνω ρύθμιση προσβάλλει, επίσης, το νόμιμο δικαίωμα προσδοκίας του για τη συνταξιοδότησή του την 1-1-2009, ακολούθως δε ζήτησε όσα σ' αυτήν ειδικότερα αναφέρονται. Με αυτό το περιεχόμενο η ως άνω επικουρική βάση της αγωγής, µε τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά είναι µη νόμιμη, διότι, όπως αναφέρθηκε, νόμιμα και έγκυρα αντικαταστάθηκε µε την από 5-6-2002 Ε.Σ.Σ.Ε. το άρθ. 33 του νέου Κανονισμού εργασίας και προσωπικού της εναγομένης, ο οποίος καταρτίστηκε µε την από 9-3-2001 Ε.Σ.Σ.Ε. και μειώθηκε το προβλεπόμενο όριο ηλικίας για την αυτοδίκαιη λύση της συμβάσεως εργασίας των υπαλλήλων της εναγομένης από το 62ο έτος, αφού οι όροι εργασίας που ρυθμίζει η συλλογική σύμβαση εργασίας μπορούν να τροποποιούνται με νεότερη συλλογική σύμβαση του ίδιου επιπέδου, η οποία μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης ΣΣΕ ακόμη και σε βάρος των εργαζομένων. Το γεγονός ότι με την από 9-3-2001 Ε.Σ.Σ.Ε. ορίστηκε ως όριο για την αυτοδίκαιη λύση των συμβάσεων εργασίας των υπαλλήλων της εναγομένης το 62ο έτος, δεν μπορεί να αποδοθεί σε μεθόδευση της εναγομένης προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ν.1876/1990 και ειδικότερα της αρχής της εύνοιας, αφού σε περίπτωση που υπήρχαν πράγματι ευνοϊκότεροι όροι στις ατομικές συμβάσεις εργασίας αυτών, αυτοί θα υπερίσχυαν των τυχόν δυσμενέστερων όρων τόσο του νέου Κανονισμού όσο και της τροποποιητικής αυτού από 5-6-2002 Ε.Σ.Σ.Ε. Εξάλλου ενόψει του ότι η μείωση του ορίου ηλικίας για την αυτοδίκαιη λύση των συμβάσεων εργασίας των υπαλλήλων της εναγομένης επήλθε με συλλογική σύμβαση εργασίας αλλά και της υπάρχουσας δυνατότητας η νεότερη συλλογική σύμβαση να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης, ακόμη και σε βάρος των εργαζομένων, με την ένδικη ρύθμιση, η οποία έχει γενικό και απρόσωπο χαρακτήρα, δεν παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας, ακόμη και αν πράγματι ελάχιστα άτομα αποχώρησαν με τη συγκεκριμένη ρύθμιση, δεδομένου ότι η εφαρμογή προγράμματος εθελουσίας εξόδου, που κατά τον αναιρεσείοντα όφειλε να εφαρμόσει η αναιρεσίβλητη, εναπόκειται αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια του εργοδότη, αλλά ούτε και αποσβέστηκε περιουσιακό ενοχικό δικαίωμα του αναιρεσείοντος και ειδικότερα περιουσιακού χαρακτήρα απαίτηση αυτού, η οποία να είχε γεννηθεί κατά το Ελληνικό Δίκαιο και για την οποία να υπήρχε νόμιμη προσδοκία δικαιώματος δυναμένου να ικανοποιηθεί δικαστικά, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο, νομοθετικό καθεστώς. Επομένως η συγκεκριμένη ρύθμιση δεν έγινε κατά κατάχρηση της ελευθερίας της εναγομένης για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων και έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή ,ως μη νόμιμη και κατά την επικουρική βάση της.
Συνεπώς, το Εφετείο που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 1433/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του στο σύνολο της δηλαδή και κατά την επικουρική βάση της, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων, 25 παρ. 1 και 3 και 28 του Συντάγματος, 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 281 και 680 παρ. 2 του ΑΚ., και δεν άφησε αδίκαστη αίτηση, οι δε περί του αντιθέτου πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους, όπως εκτιμάται το περιεχόμενο τους, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ.1 και 9 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 2-10-2008, αίτηση του αναιρεσείοντος, για αναίρεση της με αριθμό 3058/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπάλληλος ΕΤΕ. Μείωση ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης. Το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 του π.δ. 156/1994, 3 της οδηγίας 91/533, 680 παρ. 2 ΑΚ και 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990. Δεν διαπίστωσε, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Απαράδεκτος ο λόγος που αναφέρεται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του, ότι δεν υφίσταται αυτόματη ενσωμάτωση των όρων του Κανονισμού Εργασίας στην ατομική σύμβαση εργασίας και δεν καταρτίστηκε ειδική και ρητή περί τούτου από τη συνεκτίμηση του εγγράφου και συνεπώς δεν στήριξε την κρίση του, αποκλειστικά ή προεχόντως, σ΄ αυτό. Αβάσιμος ο περί του αντιθέτου, λόγος της αναιρέσεως. Το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ενσωμάτωσης των όρων της ΣΣΕ στην ατομική σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος και ο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Η επικουρική βάση της αγωγής, είναι μη νόμιμη,διότι, νόμιμα αντικαταστάθηκε με την από 5-6-2002 Ε.Σ.Σ.Ε. το άρθ. 33 του νέου Κανονισμού εργασίας και προσωπικού της εναγομένης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1496/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων .... Παραστάθηκαν αυτοπροσώπως, επειδή είναι δικηγόροι.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ψ Μπαταρίες Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Ηλεκτρονικού και Τηλεπικοινωνιακού Υλικού" και ήδη μετονομασθείσας σε "Ψ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΥ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ", που εδρεύει στον... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδάκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 142/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4592/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-5-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι αναιρεσείοντες ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, και γ) ορισμένο αίτημα. Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η αναγόμενη στην παράθεση στο δικόγραφο αυτής των περιστατικών τα οποία συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το προβαλλόμενο αίτημα µε βάση αυτά, ώστε αυτό να είναι, ως λογικό επακόλουθο αυτών, σαφές, ελέγχεται, αντίστοιχα, ως παράβαση µε βάση τους, από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, λόγους αναιρέσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ.3026/1954), επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 5 του ιδίου άρθρου, η συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης, τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή. Σε περίπτωση που ο εντολέας ανακαλέσει την εντολή κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, πριν δηλαδή από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την εξωδικαστική συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, εφαρμόζονται όσα στο άρθρο 170 του πιο πάνω Κώδικα ορίζονται, δηλαδή αν η ανάκληση της εντολής είναι αδικαιολόγητη, ο εντολέας υποχρεούται να καταβάλει στο δικηγόρο τη συμφωνημένη αμοιβή του, αν δε αυτή είναι δικαιολογημένη, αλλά από λόγους που δεν παρέχουν δικαίωμα άσκησης αγωγής κατά το άρθρο 73 ΕισΝΚΠολΔ, έχει υποχρέωση να καταβάλει στο δικηγόρο τις δαπάνες που αυτός έχει πραγματοποιήσει προς εκτέλεση της εντολής και μέχρι την ανάκληση αυτής, καθώς και την, υπολογιζόμενη σύμφωνα με τον ίδιο Κώδικα, αμοιβή αυτού για τις μέχρι τότε ενέργειές του. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι σε περίπτωση εργολαβίας δίκης, στην οποία υπάρχει συμφωνία περί αμοιβής, αν η εντολή προς το δικηγόρο ανακληθεί αδικαιολόγητα, ο τελευταίος δικαιούται τη συμφωνημένη αμοιβή υπό την προϋπόθεση ότι, αν δεν μεσολαβούσε η ανάκληση της εντολής, θα διεξήγε επιτυχώς τη δίκη στην οποία αφορούσε η εντολή με βεβαία κατάληξη την έκδοση ευνοϊκής για τον εντολέα του τελεσίδικης απόφασης. Για το ορισμένο και κατά συνέπεια το παραδεκτό της συγκεκριμένης αγωγής, απαιτείται, κατά τους ορισμούς και την έννοια των άρθρου 170 του ίδιου Κώδικα Δικηγόρων, σε συνδυασμό μ' εκείνες των άρθρων 111 §2, 118 §4 και 216 ΚΠολΔ να αναφέρεται σαφώς στο δικόγραφο αυτής, εκτός των άλλων και το ακριβές αντικείμενο της διαφοράς δηλαδή να αναφέρονται τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία προκύπτει το ύψος της οφειλομένης και δικαιουμένης αμοιβής με βάση τη σύμβαση της εργολαβίας. Διαφορετικά η αγωγή είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας, η οποία δεν θεραπεύεται ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων ούτε με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, όταν διαπιστωθεί δε από το Δικαστήριο υποχρεώνει τούτο στην απόρριψή της για το λόγο αυτό, άλλως υποπίπτει στην παράβαση του από το άρθρου 559, αριθμός 14 ΚΠολΔ, λόγου αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δικηγόροι εκθέτουν στην ένδικη αγωγή, (παραδεκτώς επισκοπούμενη), ότι το Σεπτέμβριο του έτους 1996 η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, δυνάμει συμβάσεως εντολής, τους ανέθεσε τον χειρισμό της υποθέσεως της, που αφορούσε διαφορά της με την εταιρεία με την επωνυμία "MOBITEL - ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΑΕ", λόγω µη καταβολής αµοιβών της πρώτης από τη δεύτερη που είχαν συμφωνηθεί μεταξύ τους, δυνάμει συµβάσεως συνεργασίας αφορούσε δε πωλήσεις προϊόντων κινητής τηλεφωνίας του δικτύου GSM της εταιρείας "STET HELLAS" µε το διακριτικό τίτλο TELESTET, µε την οποία συνδεόταν η δεύτερη ως άνω εταιρεία MOBITEL δυνάµει συµβάσεως αντιπροσωπείας. Ότι στα πλαίσια της ως άνω εντολής καταρτίσθηκε μεταξύ των ίδιων ως άνω συμβαλλομένων (εναγόντων και εναγομένης), το από 18-11-1996 συμφωνητικό (πληρεξούσιο - εργολαβικό), µε το οποίο καθορίσθηκε ότι η αµοιβή των αναιρεσειόντων θα ανέλθει σε ποσοστό 12% για κάθε ποσό που θα εισέπραττε η αναιρεσίβλητη, από την αντίδικό της, κατόπιν δικαστικών ή εξώδικων ενεργειών των, ως δικηγόρων και ότι, σε περίπτωση αποτυχίας, οι ίδιοι δεν θα δικαιούνταν αμοιβής. Ότι στη συνέχεια άσκησαν ενώπιον του Πολυµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 12-11-1996 αγωγή, για λογαριασμό της εντολέως τους, κατά της παραπάνω εταιρείας MOBITEL, µε την οποία ζήτησαν: α) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) το συνολικό ποσό των 88.753.700 δρχ., για τα συμφωνηθέντα "bonus σύνδεσης" (ποσό 45.719.100 δρχ.) και "extra bonus αύξησης ενεργών συνδρομητών" (ποσό 43.034.600 δρχ.) και β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να εξακολουθήσει να καταβάλει στην εντολέα τους το "air time", για όλες τις συνδέσεις πελατών της µε το δίκτυο κινητής τηλεφωνίας της εταιρείας "STET HELLAS" και το διακριτικό τίτλο TELESTET, που είχαν ενεργοποιηθεί από τον Οκτώβριο του έτους 1996 και για όσο διάστημα διατηρούνταν η ενεργοποίηση. Επικαλούμενοι δε οι ενάγοντες την αδικαιολόγητη εκ μέρους της εναγομένης έγγραφη ανάκληση της ως άνω εντολής της, πριν από τη μετ' απόδειξη συζήτηση της παραπάνω αγωγής, εξ αιτίας της οποίας ματαιώθηκε η μετά βεβαιότητας προσδοκώμενη πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως της επιτυχημένης διεξαγωγής της συγκεκριμένης δίκης μέχρι τελεσιδικίας, ζήτησαν με την ένδικη αγωγή τους, μεταξύ των άλλων, μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής τους σε εν μέρει αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί να τους καταβάλει 1) το ποσό των 31.255, 89 ευρώ, που αντιστοιχεί στο αιτούμενο καταψηφιστικώς από την εναγόμενη με την ως άνω από 12-11-1996 αγωγή αυτής, κατά της εταιρείας MOBITEL και συγκεκριμένα (για "bonus σύνδεσης", ποσό 45.719.100 δραχμών και για "extra bonus αύξησης ενεργών συνδρομητών", ποσό 43.034.600 δραχμών) ποσό των 88.753.700 δραχμών ή 260.465,73 ευρώ και 2) ποσοστό 20% του ποσού των 581.265 ευρώ, (δηλαδή, ποσό 116.253 ευρώ), που αντιστοιχεί στο 12 % του αναγνωριστικώς αιτούμενου, με την ίδια ως άνω από 12-11-1196 αγωγή συμφωνημένου από την εναγόμενη με την εταιρεία MOBITEL, ποσοστού του "air time " για όλες τις συνδέσεις πελατών της με το δίκτυο. κινητής τηλεφωνίας της εταιρείας "TELESΤΕΤ", που είχαν ενεργοποιηθεί από τον Οκτώβριο. του έτους 1996 και για όσο. διάστημα διατηρούνταν η ενεργοποίηση, το ύψος του οποίου προσδιορίζεται σε 4.843.879,42 ευρώ, με παραπομπή στην με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4847/2002 αγωγή της εναγομένης, την οποία άσκησε για λογαριασμό της άλλος πλην των εναγόντων πληρεξούσιος δικηγόρος, κατά της εταιρείας MOBITEL, μετά την ως άνω ανάκληση της εντολής της πρώτης προς τους ενάγοντες 3) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να τους καταβάλει το. 80% των ως άνω 581.265 ευρώ (δηλαδή ποσό 465.012 ευρώ), και 4) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να τους καταβάλει ποσοστό 12 % για όποιο ποσό, πέραν των αναφερομένων παραπάνω, το οποίο αυτή θα εισπράξει από την εταιρεία MOBITEL, συνεπεία της ως άνω από 12-11-1996 αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 142/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη ως προς όλα τα αιτήματα της, στη συνέχεια τη δέχθηκε κατ' ουσία, κατά ένα μέρος, ως προς το πρώτο (με στοιχ.1) αίτημα της, και την απέρριψε κατά τα λοιπά. Έτσι όπως είχε η αγωγή δεν ήταν πράγματι ορισμένη, ως προς τα λοιπά αιτήματα της (πλην του πρώτου), αφού δεν αναφέρονταν σ' αυτήν με επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν και γιαυτό έπρεπε ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη. Η αοριστία της συνίσταται, όσο μεν αφορά το δεύτερο και τρίτο (στοιχ. 2 και 3) από τα ως άνω αιτήματα, στο ότι ο προσδιορισμός του ύψους της συγκεκριμένης απαιτήσεως δεν γίνεται με την ένδικη αγωγή, αλλά ούτε καν με την από 12-11-1996 αγωγή, που οι ίδιοι συνέταξαν για λογαριασμό της εντολέως τους, αλλά με την απευθείας παραπομπή σε άλλη αγωγή, κατά της εταιρείας MOBITEL, δηλαδή τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4847/2002, την οποία συνέταξε, υπέγραψε και κατέθεσε, για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, τρίτος πληρεξούσιος δικηγόρος, συνδέοντας έτσι την απαίτησή τους με δικαστική ενέργεια μη ολοκληρωμένη από τους ίδιους και επιδιώκοντας, ανεπιτρέπτως, να θεραπεύσουν την αοριστία της ένδικης αγωγής τους με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων. Ενόψει δε του ότι, από το ιστορικό της ένδικης αγωγής συνάγεται ότι το ύψος της, ως άνω, απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης κατά της εταιρείας MOBITEL και συνεπώς και το ύψος της απαιτήσεως των αναιρεσειόντων, εξαρτάται από τον αριθµό των ενεργών συνδρομητών της τελευταίας εταιρείας κατά το χρονικό διάστηµα από Οκτώβριο του έτους 1996 και μετά, αλλά και από κυμαινόμενους συντελεστές που συνδέονται µε το χρονικό διάστηµα για το οποίο διατηρούνταν η ενεργοποίηση, όπως από το ποσοστό της ετήσιας απώλειας συνδρομητών λόγω αποσύνδεσης, το ποσοστό της πτωτικής τάσης λογαριασµών και το ποσοστό των κακοπληρωτών, από στοιχεία δηλαδή, που δεν αναγράφονται ούτε στην ένδικη, αλλά ούτε και στην από 12-11-1996 αγωγή, την οποία συνέταξαν οι αναιρεσείοντες, καθίστανται παντελώς αόριστα τα ως άνω αιτήματα. Όσο δε αφορά το τελευταίο αίτημα (στοιχ 4) η αοριστία του συνίσταται στις ίδιες προηγούμενες ελλείψεις και επιπρόσθετα στην µη αναγραφή οποιουδήποτε ποσού ως βάσης υπολογισμού της οφειλόμενης αμοιβής των αναιρεσειόντων, καθώς και στην έλλειψη προσδιορισμού του χρονικού διαστήματος µε το οποίο συνδέουν την ύπαρξη σχετικής υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης απέναντί τους και συνεπώς τη θεμελίωση του αντίστοιχου εννόµου συμφέροντος αυτών. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση των αναιρεσειόντων, κατά ένα μέρος και μετά από εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή πάσχει από αοριστία κατά τα παραπάνω (πλην του πρώτου) αιτήματα της, ακολούθως δε την απέρριψε, για το λόγο αυτό, κατά τα αιτήματα αυτά. Κρίνοντας έτσι, δηλαδή απορρίπτοντας την αγωγή, ως αόριστη, κατά τα αιτήματα που προαναφέρθηκαν, δεν υπέπεσε στην, από το άρθρο 559 αρ., 8,14 (αληθώς και όχι 1) ΚΠολΔ, προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι' αυτό ο, περί του αντιθέτου, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από την διάταξη, ο οποίος πλήττει την απόφαση μόνο κατά τα αιτήματα αυτά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 14-5-2009, αίτηση των αναιρεσειόντων, για αναίρεση της με αριθμό 4592/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αμοιβή Δικηγόρου. Σύμβαση εργολαβίας. Για το ορισμένο και το παραδεκτό της αγωγής, απαιτείται, κατά τους ορισμούς και την έννοια του άρθρου 170 του ίδιου Κώδικα Δικηγόρων, σε συνδυασμό μ΄ εκείνες των άρθρων 111 § 2, 118 § 4 και 216 ΚΠολΔ να αναφέρεται σαφώς στο δικόγραφο αυτής, εκτός των άλλων και το ακριβές αντικείμενο της διαφοράς δηλαδή να αναφέρονται τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία προκύπτει το ύψος της οφειλομένης και δικαιουμένης αμοιβής με βάση τη σύμβαση της εργολαβίας. Το Εφετείο, απορρίπτοντας την αγωγή, ως αόριστη, δεν υπέπεσε στην, από το άρθρο 559 αρ., 8, 14 ΚΠολΔ, πλημμέλεια.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1497/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίδημο Βεργούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ - HELEXPO ΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζερδελή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-8-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και με τις υπέρ αυτού πρόσθετες παρεμβάσεις του "Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Θεσσαλονίκης (Ε.Κ.Θ.)" και του "Συλλόγου Εργαζομένων στις ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ - HELEXPO ΑΕ", που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27343/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2407/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-8-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το αρ. 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υπόθεσης, ακόμη και όταν γίνονται κεκλεισμένων των θυρών και πρέπει για τον σκοπό αυτόν να καλούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, κατά δε το αρ. 576 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, αν μετέχουν περισσότεροι στην δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος απ' αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Ειδικότερα, από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι δεν επιτρέπεται η εισαγωγή της αίτησης αναίρεσης προς συζήτηση μόνο για μερικούς από τους διαδίκους της αναιρετικής δίκης, ακόμη και να πρόκειται για απλή ομοδικία, παρά την αντίθετη διάταξη του αρ. 75 παρ. 2 του ως άνω Κώδικα. Εξάλλου, κατά το αρ. 81 παρ. 3 εδ. α' Κ.Πολ.Δ, ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από τον διάδικο που επισπεύδει την δίκη, κατά δε το αρ. 82 εδ. γ' του ίδιου Κώδικα αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κύριους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η κλήση για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, που γίνεται είτε κάτω από το αντίγραφο της αίτησης είτε αυτοτελώς (αρ. 563 Κ.Πολ.Δ), πρέπει να επιδίδεται και στον έχοντα σε οποιονδήποτε βαθμό δικαιοδοσίας την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβάντος υπέρ κάποιου από τους κύριους διαδίκους, για να ενημερώνεται και αυτός για την εξέλιξη της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης και ν' ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά του, αφού και αυτός είναι διάδικος και χωρίς την κλήτευσή του παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης, εάν δε αυτός δεν εμφανισθεί κατά την εκφώνησή της και δεν έχει κληθεί, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους τους διαδίκους (αρ. 576 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). Στην προκειμένη περίπτωση εισάγεται προς συζήτηση η από 20-8-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της 2407/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, κατά την προσδιορισθείσα και στην αρχή της απόφασης αυτής αναφερόμενη δικάσιμο, ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίδημο Βεργούλη και η αναιρεσίβλητη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κερδελή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω από την 27343/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προκύπτει, ότι στη δίκη που άνοιξε με την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, στην οποία (δίκη) εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη 2407/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, παραδεκτώς παρενέβησαν, προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος (ενάγοντος) 1)το "ΕΡΓΑΤΟΥΠΑΛΛΗΛΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (Ε.Κ.Θ) ΚΑΙ 2) το σωματείο με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ-HELEXPO Α.Ε." Τα ως άνω, όμως, προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος παρεμβάντα νομικά πρόσωπα, τα οποία, να σημειωθεί, παρενέβησαν και ενώπιον του Εφετείου, δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο. Τόσο ο αναιρεσείων όσο και η αναιρεσίβλητη δεν επικαλούνται ότι κλήτευσαν τα προσθέτως παρεμβάντα στην συζήτηση της υπόθεσης, ούτε άλλωστε προκύπτει τέτοια κλήτευση με την προσκομιδή σχετικής έκθεσης επίδοσης. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 20-8-2009 αίτησης του αναιρεσείοντος Χ, για αναίρεση της με αριθμό 2407/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς όλους τους διαδίκους.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης διότι δεν κλήθηκαν οι παρεμβάντες.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1498/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου. Του αναιρεσιβλήτου:Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αναγνωστόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-4-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1800/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5796/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-6-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
\
Κατά το άρθρο 201 του ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αναβλητική αίρεση), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός, ενώ κατά το άρθρο 207 παρ.1 του ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος, που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της. Τέτοια δικαιοπραξία με αναβλητική αίρεση, στην οποία εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 207 παρ. 1 του Α.Κ., είναι και εκείνη, με την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού η προαγωγή αυτού, αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη (ή εξουσιοδοτημένο όργανό του), όπως όταν η υπό προϋποθέσεις προαγωγή του υπαλλήλου προβλέπεται από κανονισμό εργασίας, που έχει συμβατική ισχύ. Στην περίπτωση αυτή, όταν κρίνεται από τον εργοδότη (ή εξουσιοδοτημένο όργανό του) ότι ο μισθωτός δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγή του και η κρίση αυτή είναι αντίθετη προς την καλή πίστη ως καταφώρως εξ αντικειμένου άδικη, όταν δηλαδή παραλείφθηκε να προαχθεί υπάλληλος, που υπερείχε καταφανώς ως προς τα, συνολικώς εκτιμώμενα, τυπικά και ουσιαστικά, υπηρεσιακά προσόντα του έναντι, έστω και ενός, προαχθέντος συναδέλφου του, τότε η αναβλητική αίρεση, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του παραλειφθέντος, λογίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 207 του Α.Κ., ότι πληρώθηκε από τότε, που έπρεπε να είχε γίνει η προαγωγή. Εξ άλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, που έχει συμβατική ισχύ (Ολ. ΑΠ 27/95) η προαγωγή στο 2ο βαθμό (του υποδιευθυντή) αποφασίζεται κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού Συμβουλίου μετά από πρόταση του Διοικητή, εφ' όσον υφίσταται κενή οργανική θέση, ο υπό προαγωγή υπάλληλος έχει συμπληρώσει στον κατεχόμενο βαθμό τον αναγκαίο χρόνο ευδόκιμης υπηρεσίας, έχει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για την προαγωγή στην ανώτερη θέση και έχει επιδείξει στην άσκηση των καθηκόντων του και την εκτέλεση της υπηρεσίας του εξαιρετική επίδοση, ήθος, ικανότητα και εργατικότητα. Πέραν των προϋποθέσεων αυτών, με το άρθρο 34 του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως Υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, όπως τροποποιήθηκε με τις από 27-2-1987, 21-12-1990 και 29-8-1991 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου αυτής, από το έτος 1990 και εφεξής προβλέφθηκαν ως αξιολογικά στοιχεία για την προαγωγή στους ανώτερους βαθμούς οι πρόσθετες γνώσεις και η ικανότητα διεκπεραιώσεως συγχρόνων τραπεζικών εργασιών, η γνώση της λειτουργίας των τραπεζικών αγορών και των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών, η ικανότητα χειρισμού θεμάτων νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής, λειτουργίας, εποπτείας και ελέγχου του πιστωτικού συστήματος, η γνώση και η ικανότητα ασκήσεως αποτελεσματικής διοικήσεως και βελτιώσεως των τρόπων διοικήσεως κλπ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Ο ενάγων, ο οποίος είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Τμήματος της ΑΣΟΕΕ καθώς και του τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθήνας προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας την 27.3.1969 και εντάχθηκε στον Λογιστικό κλάδο των υπαλλήλων της. Ακολούθησε την προβλεπόμενη στον Οργανισμό της εναγομένης υπηρεσιακή εξέλιξη, προαχθείς την 1.7.1984 στον βαθμό του Τμηματάρχη και την 1.12.1992 στον βαθμό του εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου. Γνωρίζει άριστα την Γαλλική γλώσσα (κατέχων δίπλωμα ανωτέρων σπουδών του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών με επάρκεια διδασκαλίας της Γαλλικής με απόφαση του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας), καθώς και την Αγγλική Γλώσσα πολύ καλά. Κατά την υπηρεσία του στην εναγομένη έχει παρακολουθήσει (13) επιμορφωτικά σεμινάρια και ειδικότερα: 1) προαγωγικό σεμινάριο για τη μετάταξη στον κύριο και μόνιμο βαθμό, 2) Συνάλλαγμα 3) Πίστη 4) πρόγραμμα Διοικητικής επιμόρφωσης, 5) ενημέρωση σε θέματα ναυτιλιακού συναλλάγματος, 6) το Ευρωπαϊκό νομισματικό σύστημα, 7) Αγορά τίτλων 8) Διοίκηση προσωπικού, 9) Τραπεζικά-χρηματοοικονομικά, 10) Εισαγωγή του ευρώ στην Ελληνική Αγορά, 11) Σύγχρονες τάσεις και εξελίξεις σε θέματα managemeντ και τραπεζικών εργασιών. Η βαθμολογία του στα φύλλα επίδοσης κατά τα έτη 1988-1989 ήταν σχεδόν άριστη (7 ένα και 1 δύο) και άριστη κατά τα έτη 2001- 2002. Κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του στην εναγομένη του ανατέθηκε η άσκηση υπευθύνων καθηκόντων στις ακόλουθες θέσεις ευθύνης: 1) Με την 637/29-8-1984 πράξη Διοικητή που ανατέθηκαν τα καθήκοντα του προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ελέγχου Συναλλάγματος του Υποκ/τος ..... 2) Με την 455/18.6.1991 Εγκύκλιο του ανατέθηκαν τα καθήκοντα του Διευθυντή του Υποκαταστήματος ..., 3) Με την 482/5.8.1993 Εγκύκλιο του ανατέθηκαν τα καθήκοντα του Υποδιευθυντή του Υποκαταστήματος ..., 4) Με την 409/18.2.1999 Εγκύκλιο του ανατέθηκαν τα καθήκοντα του Διευθυντή του Υποκαταστήματος .... Η εναγομένη με την υπ' αριθ. 7/27.5.2002 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου, προήγαγε στον βαθμό του Υποδιευθυντή 11 εντεταλμένους Τμηματάρχες προϊστάμενους και παρέλειψε τον ενάγοντα. Μεταξύ των πρoαχθέντων είναι και ο κατονομαζόμενος στην αγωγή συνάδελφος του ενάγοντα και συγκεκριμένα ο Κ, ο οποίος προσελήφθη την 7.2.1972 και προήχθη στον βαθμό του εντεταλμένου Τμηματάρχη από 1-7-1994. Γνωρίζει την Αγγλική και Γαλλική, χωρίς να κατέχει σχετικό τίτλο σπουδών. Είναι κάτοχος πτυχίου της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς και έχει παρακολουθήσει το δ' κύκλο Επιμόρφωσης Στελεχών στις Πολιτικές επιστήμες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έχει παρακολουθήσει πρόγραμμα βασικής εκπαίδευσης "Ταμειακό 1978" και σεμινάριο της Ελληνικής Εταιρίας Διοικ. Επιχειρήσεων "Η χρηματοοικονομική διαχείριση και το Λογιστήριο". Υπηρέτησε στο Υποκατάστημα ..., στο Τμήμα Ελέγχου Διαχειρίσεων ΙΕΤΑ, τοποθετήθηκε την 19-12-1984 με την υπ' αριθμ. ΠΔ 1023/1984 στο Τμήμα Ελέγχου Διαχειρίσεων ως Ελεγκτής, αποσπάστηκε στο ΣΥΤΕ (1-9-1985) και στη συνέχεια τοποθετήθηκε εκ νέου την 23.1.1986 ως ελεγκτής στο Τμήμα Ελέγχου Διαχειρίσεως ΙΕΤΑ. Αποσπάσθηκε εκ νέου στο ΣΥΤΕ και την 2.8.1995 µε την υπ' αριθµ. 474/1995 ΠΔ του ανατέθηκαν καθήκοντα Υποδιευθυντή στο ΙΕΤΑ. Με την ΠΔ 75/18.2.1999 του ανατέθηκαν καθήκοντα Υποδιευθυντή του Υποκαταστήματος .... Από την συνολική ως άνω παράθεση, σύγκριση και αξιολόγηση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντος σε σχέση µε τον προαναφερόμενο προαχθέντα ως άνω συνάδελφό του προκύπτει ότι ο ενάγων υπερτερεί έναντι αυτού α) ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 2 έτη και 8 μήνες (1.4.1969 έναντι 7.2.1972), β) ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό κατά 1 έτος και 2 μήνες (1.12.1992 έναντι 1.7.1994), γ) στους τίτλους σπουδών καθόσον ο ενάγων είναι κάτοχος δύο πτυχίων Ανωτάτης Εκπαίδευσης, ενώ ο ως άνω προαχθείς ενός (Πανεπιστημίου Πειραιά), δ) ως προς την γνώση ξένων γλωσσών (καθόσον ο ενάγων διαθέτει τίτλο γνώσης και επάρκειας γαλλικής γλώσσας ενώ ο συγκρινόμενος ουδένα τίτλο διαθέτει), ε) ως προς τον αριθμό επιμορφωτικών σεμιναρίων (13 ο ενάγων έναντι δύο ο ως άνω) και στ) ως προς την άσκηση καθηκόντων ευθύνης. Ειδικότερα ο ενάγων άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα τοιαύτα προϊσταμένου υπηρεσίας το πρώτον από 28.9.1984, Διευθυντού Υπερκαταστήματος ... από 18.6.1991, και υπεύθυνα καθήκοντα Διευθυντού Υποκαταστήματος στο μεγαλύτερης σπουδαιότητας Υποκατάστημα ... από 1.3.1999 τα οποία ασκεί μέχρι την άσκηση της αγωγής έναντι του ως άνω προαχθέντος, ο οποίος άσκησε το πρώτον καθήκοντα ελεγκτού το 1986 και Υποδιευθυντή 1.4.1999, ενώ ουδέποτε άσκησε καθήκοντα Διευθυντή. Επομένως, συνεκτιμωμένων όλων των ουσιαστικών και τυπικών προσόντων του ενάγοντα και της υπηρεσιακής απόδοσης και εμπειρίας αυτού, ο ενάγων υπερέχει καταφανώς έναντι του ως άνω προαχθέντος Κ, τουλάχιστον, και έπρεπε (ο ενάγων) προεχόντως να είχε προαχθεί στο βαθµό του Υποδιευθυντή από 1.5.2002, παρελκομένης της σύγκρισης αυτού µε τους λοιπούς κατονομαζομένους στην αγωγή προαχθέντες συναδέλφους του. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι κατά τις ίδιες, ως άνω, προαγωγικές κρίσεις του έτους 2002, εκτός από τον ενάγοντα παραλείφθηκαν οι εξής ομοιόβαθμοι συνάδελφοί του, οι οποίοι, συγκέντρωναν ο καθένας τα ακόλουθα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα: 1) Φ : Προσελήφθη στην Τράπεζα την 7-8-1974 και προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη την 1-7-1994. Έχει Πτυχία: Παιδαγωγικής Ακαδημίας, Παντείου -Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης (1975), Νομικής - Ειδίκευση Δημόσιο και Πολιτικές Επιστήμες (1988), Νομικής - Ειδίκευση Νομικές Επιστήμες (1978) και Μεταπτυχιακό Δίπλωμα στον κλάδο της Ποινικής Επιστήμης με άριστα (1980). Είναι φοιτητής επί πτυχίω της Αγγλικής Φιλολογίας (ΑΠΘ). Γνωρίζει πολύ καλά την Αγγλική (Diploma ίπ English) και Γαλλική (Diplome d' Etudes Francaises) και μέτρια την ιταλική. Έχει παρακολουθήσει τα εξής σεμινάρια: Προαγωγικό σεμινάριο (1976), Παρακολούθηση Τραπεζικών Εργασιών στη Societe Generale de Banque - Βρυξέλλες (1983) και (1984), Σεμινάριο για το ΦΠΑ- ΕΛΚΕΠΑ (1986), ΕΟΚ και Διεθνείς Οργανισμοί (1988), Management (Α' κύκλος, 1989), Σεµινάριο Αγγλικών (2-6-1990), Σεμινάριο Αγγλικών (1-5-1991), Συνάλλαγµα - Εγχώριες και Διεθνείς Αγορές (1990), Ελληνική Κεφαλαιαγορά και Σύγχρονες Τραπεζικές Εργασίες (1993), Ομοιόμορφοι Κανόνες του Διεθνούς Εµπορικού Επιμελητηρίου για τις Ενέγγυες Πιστώσεις (1996), Ενέγγυος Πίστωση και Εγγυητικές Επιστολές στο Διεθνές Εμπόριο (1997), Συστήµατα Πληρωμών (Target-Hermes 1998), Αξιολόγηση Προσωπικού (Α' μέρος, 1999), Αξιολόγηση Προσωπικού (Β' μέρος, 1999), Επιμόρφωση στελεχών σε Τραπεζικά και Χρηματοοικονομικά Θέµατα (1999), Εξωτερικό Εμπόριο. Εισαγωγές - Εξαγωγές. Έννοιες - Τεχνική - Διαδικασίες (2000), Σύγχρονες Τάσεις Management (2000), Εκστρατεία ενημέρωσης για το ευρώ (2000). Εισηγήθηκε στην ηµερίδα για θέµατα τραπεζών στην Εθνική Σχολή Δικαστών. Το έτος 1979 βραβεύτηκε για πρόταση του σχετικά µε τη διενέργεια χρηματαποστολών. Το 1993 απασχολήθηκε ως καθηγητής στο µάθηµα του Δικαίου στο ΙΕΚ Θεσσαλονίκης. Η βαθµολογία του ήταν έξι 1 και δύο 2 τα έτη 1986-7, 1987-8, 1988-9, και σε όλα τα κριτήρια "εξαίρετος" το 1999 και το 2000. Με την πρόσληψη του τοποθετήθηκε στο Τµήµα Συναλλάγματος και Οικονομικών Αναγκών σε Συνάλλαγµα, όπου την 16-10-86 τοποθετήθηκε ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας. Την 16-8-1995 τοποθετήθηκε Αναπληρωτής Προϊσταμένου του Τµήµατος Εργασιών Εξωτερικού Θεσσαλονίκης, την 20-6-1996 Προϊστάμενος του ίδιου Τµήµατος και την 11-9-2001 Προϊστάμενος του Τµήµατος Λογιστηρίου και Γραμματείας Θεσσαλονίκης. Την 6-11-00 είχε προταθεί για τη θέση του Υποδιευθυντή του Υποκαταστήματος .... 2)Ο Π: Προσελήφθη την 29-6-1974 και προήχθη στον βαθµό του Εντεταλμένου-Τμηματάρχη Προϊσταμένου από 1-1-1997. Είναι κάτοχος πτυχίου Ανωτάτης Βιομηχανικής (Οικονοµικό Τµήµα, 1976) και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου (Master of Business Administration) αγγλικού πανεπιστημίουoυ (university of Surrey, UK). Γνωρίζει "πολύ καλά Αγγλικά, πολύ καλά Γαλλικά και καλά Ιταλικά. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 23-2-1993 (ΠΔ 92/1993, αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από 24-11- 1995 (Π .Δ. 644/1995) και Προϊσταμένου Τμήματος από 18-4-1996 (Π.Δ. 186/1996 και 417/1999), Ήδη με την υπ' αριθ. 15/9-1-2004 ΠΔ είναι Υποδιευθυντής της Διεύθυνσης Εργασιών Δημοσίου. Έχει υπηρετήσει επίσης στην Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών και στον Τομέα Επιμόρφωσης. Η βαθμολογία του για τα έτη 1999 και 2000 είναι απόλυτα άριστη (εξαίρετος" και στα 17 κριτήρια). Έχει παρακολουθήσει μεγάλο αριθμό σεμιναρίων (ενδεικτικά "Financial Analysis and Policy" IMFlWashington DC-USA 1984, "μετεκπαίδευσις εις εξωτερικόν" 1979, "δημιουργώντας αποτελεσματικές ομάδες" 1993 "sτrategy and business reengineerirg" 1996, "central banking activities" 1997, "practical risk management with derivatives" 1998), ενώ έχει συμμετάσχει σε πολλές ημερίδες με θέμα τα διαθέσιμα των ασφαλιστικών Ταμείων (1998, 1999) κ.α. Έχει διατελέσει εισηγητής σε διάφορα ενδοτραπεζικά προγράμματα επιμόρφωσης προσωπικού της Τράπεζας με θέματα "η Ευρωπαϊκή Ένωση και η πορεία προς την ΟΝΕ", "οι Διεθνείς Οικονομικοί Οργανισμοί και οι σχέσεις τους με την Τράπεζα της Ελλάδος". Εκπόνησε ειδική μελέτη- εργασία με θέμα "Performance related pay as a remuneration strategy in the banking sector" το 1998, η οποία παρουσιάστηκε στο 4o Διεθνές Συνέδριο "dynamics of strategy" στο πανεπιστήμιο του Surray της Αγγλίας στις 22-23.4.1999. Συμμετείχε σε πολλές Επιτροπές και
Ομάδες Εργασίας ως μέλος και ως εμπειρογνώμονας εκπρόσωπος (ενδεικτικά: Επιτροπή για την αναδιοργάνωση της Τράπεζας της Ελλάδος 1994, Ομάδα Εργασίας για τον κοινωνικό διάλογο 1998, Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή για την διαχείριση της κινητής περιουσίας των Α.Φ. αρμοδιότητος του ΥΠΕΟΑ - 1999, Επιτροπές για την αξιολόγηση της τρίτης φάσης των ενεργειών άτυπης συνεχιζόμενης κατάρτισης στους Τομείς της Διοίκησης και της Τεχνικής Εκπαίδευσης - 1995, 1996 κ.α.). Διετέλεσε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της "Ολυμπιακής Αεροπορίας ΑΕ" και αποσπάστηκε κατ' επανάληψη στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών, ενώ ορίστηκε εμπειρογνώμονας σε Επιτροπή του Υπουργείου Οικονομικών. 3) Η Τ: Προσελήφθη την 11-10 1973 και προήχθη στον βαθμό του Εντεταλμένου - Τμηματάρχη Προϊσταμένου από 1-1 -1997. Είναι κάτοχος δύο πτυχίων ανωτάτης σχολής [Φιλοσοφικής και Αγγλικών και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου αγγλικού πανεπιστημίου [ Master of Arts ίn industrial relations-human resource, Keele University]. Γνωρίζει άριστα γαλλικά ["Superieures" επάρκεια διδασκαλίας, έχει επίσης παρακολουθήσει σεμινάριο της γαλλικής πρεσβείας για την γαλλική τραπεζική ορολογία, και είναι επί πτυχίω στην Γαλλική Φιλολογία ] και αγγλικά [ πτυχίο ΑΕΙ αγγλικής φιλολογίας ]. Απασχολήθηκε στις Διευθύνσεις, Πιστώσεων, Διοικητικού και Οικονομικών Μελετών. Εργάστηκε ως Προϊσταμένη του ιδιαιτέρου γραφείου του πρώην Διοικητή... από το 1982 έως το 1987 και ως Προϊσταμένη του ιδιαιτέρου Γραφείου του Υποδιοικητή ... από το 1994 μέχρι το 2000. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Αναπληρώτριας Προϊσταμένης Τμήματος Υπηρεσιακής Εξέλιξης Προσωπικού από 9-9-1991 [ΠΔ 421/91] Αναπληρώτριας Προϊσταμένης Τμήματος Διοίκησης από 6-8-1993 και Προϊσταμένης Τμήματος στο Γραφείο Μελέτης Διοικητικών Θεμάτων από 16 - 3- 2000 . Ήδη είναι Υποδιευθύντρια στην Διεύθυνση Στρατηγικού Σχεδιασμού και Οργάνωσης. Βαθμολογήθηκε στις εκθέσεις αξιολόγησης των ετών 2000, 2001 και 2002 με απόλυτα άριστα [εξαίρετη σε όλα τα κριτήρια]. Έχει παρακολουθήσει μεγάλο αριθμό σεμιναρίων ["La Communaute Economique Europeenne" Παρίσι 1992, "ελληνική στενογραφία" 1993, "Project Planning ard Cατtrol" 2001, "σεμινάρια ενημερώσεως" 1980, "Balanced Scorecard" 2001, "η σύγχρονη ιδιαιτέρα γραμματεύς" 1980, "μαθήματα γαλλικών - προχωρημένοι" 1993, "Συνέντευξη Επιλογής" Price Waterhouse Coopers 2002, "το ανθρώπινο δυναμικό σε εξέλιξη" 2002, "Transformational Leadership ίn a European Context" Franfurt 2001, "Balanced Scorehead" ALBA 2001,Project planning and control" Ελληνικό Τραπεζικό Ινστιτούτο, Managing Thoughtfully KPMG 2003, "francais bancaire" 1993, "International Negotiations Deutsche Bundesbank 2000, "καθήκοντα γραμματέως" 1979, "σεμινάριο banque de France", "γαλλική τραπεζική τεχνική - σύγχρονα εργαλεία" εξάμηνο -1993 καθώς και σημαντικό αριθμό ημερίδων, συνεδρίων και συμποσίων [3o Συμπόσιοανθρώπινου δυναμικού, 4o συμπόσιο ανθρώπινου δυναμικού), [KPMG, 2001] managing thoughtfully, δημιουργώντας το ανθρώπινο δυναμικό του μέλλοντος [KPMG 2000], internationa/ negotiations, διοίκηση ανθρωπίνου δυναμικού, συνέδριο της εταιρίας ανωτάτων στελεχών επιχειρήσεων, "στρατηγική διοίκηση ανθρώπινου δυναμικού" 2003, workshop : "Διοίκηση Προσωπικού" 2000. Διετέλεσε μέλος σε Επιτροπές Προμηθειών [1992-1994], ως Γραμματέας Συμβουλίων Διευθύνσεως και Διοικητικής Υπηρεσίας [ΣΔΥ και ΣΔ 1992-1994]. Συμμετείχε [1993] στην καταγραφή του Οργανισμού της Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού της Βαθμολογικής και Μισθολογικής Καταστάσεως των Υπαλλήλων. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι από την συγκριτική παράθεση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντα με εκείνα των ως άνω ομοίως παραλειφθέντων συναδέλφων του ουδόλως προκύπτει υπεροχή αυτών και μάλιστα καταφανής, έναντι του ενάγοντα. Ειδικότερα δέχθηκε ότι : Ι) Ο Φ υστερεί έναντι του ενάγοντα στην γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 5 χρόνια αφού προσλήφθηκε την 7-8-1974, ενώ ο ενάγων προσλήφθηκε την 27.3.1969 και η οποία αποτελεί και ουσιαστικό προσόν, 2) υστερεί και στην αρχαιότητα κατεχομένου βαθμού κατά 1 χρόνο και 7 μήνες, αφού προήχθη στον βαθμό του Εντεταλμένου-Τμηματάρχη την 1-7-1994 ενώ ο ενάγων την 1-12-1992, 3) υπερτερεί στους τίτλους σπουδών, 4) υστερεί στην επαγγελματική επιμόρφωση, αφού παρακολούθησε 5 σεμινάρια για προαγωγή ενώ ο ενάγων παρακολούθησε 13 σεμινάρια, 5) υστερεί στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων αφού άσκησε το πρώτον υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 16 - 10 - 1986 ενώ ο ενάγων άσκησε τοιαύτα το πρώτον το 1984, ουδέποτε δε άσκησε τα ανώτερα καθήκοντα του Διευθυντού Υποκαταστήματος, 5) είναι ισοδύναμος του ενάγοντα στην γνώση ξένων γλωσσών αφού και ο ενάγων γνωρίζει 2 ξένες γλώσσες. Η γνώση τρίτης ξένης γλώσσας που επικαλείται η εναγομένη δεν αποδεικνύεται από τα στοιχεία του στο ατομικό του δελτίο.
ΙΙ)Ο Π : 1) υστερεί έναντι του ενάγοντα, 1) στην γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 5 χρόνια αφού προσλήφθηκε την 29-6-1974 ενώ ο ενάγων προσλήφθηκε την 27-3-1969 και η οποία αποτελεί και ουσιαστικό προσόν, 2)υστερεί και στην αρχαιότητα κατεχοµένου βαθµού κατά 4 χρόνια αφού προήχθη στον βαθµό του Εντεταλµένου - Τµηµατάρχη την 1.1.1997 ενώ ο ενάγων την 1 -12 -1992, 3) υστερεί στους τίτλους σπουδών ενώ ο ενάγων είναι κάτοχος 2 πτυχίων ΑΕΙ ενώ εκείνος είναι κάτοχος ενός πτυχίου ΑΕΙ και ενός μεταπτυχιακού για την απόκτηση του οποίου απαιτείται 1 χρόνος σπουδών ενώ για την απόκτηση πτυχίου ΑΕΙ απαιτούνται το λιγότερο 4 χρόνια σπουδών, 4) υστερεί έναντι του ενάγοντα στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, αφού άσκησε αυτά το πρώτον ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας από 25 - 2 - 1993 9 χρόνια αργότερα του ενάγοντα που άσκησε αυτά το πρώτον το 1984. Υπηρέτησε στο Τµήµα επιμόρφωσης και στο γραφείο Μελέτης Κοινωνικοασφ. Πολιτ. 5)υστερεί στην επαγγελµατική επιμόρφωση (παρακολούθηση σεμιναρίων), αφού από το Ατοµικό του Δελτίο στοιχείων αποδεικνύεται ότι έχει παρακολουθήσει 3 και όχι 6 που αναφέρει η εναγομένη, ενώ ο ενάγων έχει παρακολουθήσει 13 τοιαύτα, 6) υστερεί στην γνώση ξένων γλωσσών, αφού όπως αποδεικνύεται από τα στοιχεία του Ατοµικού του Δελτίου, γνωρίζει µόνο την Αγγλική. Η γνώση της γαλλικής και της ιταλικής που επικαλείται η εναγομένη δεν αποδεικνύονται.
ΙΙΙ)Η Τ: Ο ενάγων υπερέχει έναντι αυτής κατά την Γενική Υπηρεσιακή Αρχαιότητα (27-3-1969 έναντι 11-10-1973), στην αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθµό (1-12-1992 έναντι 1- 1-1997), είναι ισότιμοι αµφότεροι ως προς τους τίτλους σπουδών, στην γνώση ξένων γλωσσών και ως προς τον βαθµό αξιολόγησης των ετών 2000 και 2002, (ενώ για το έτος 1999 δεν προσκομίζεται βαθµολογία της ως άνω συγκρινόμενης. Ο ενάγων υπερέχει έναντι της ως άνω συναδέλφου του ως προς την αρχαιότητα άσκησης υπευθύνων καθηκόντων. Ειδικότερα, ο ενάγων ανέλαβε τέτοια καθήκοντα (1ου κλιμάκιου) την 29-8-1984, ενώ η ως άνω την 9-9-1991 (6ου κλιμάκιου) και τελικά εξελισσόμενη σε θέση ευθύνης 5ου κλιμάκιου, μόλις την 16.3.2000, ενώ ο ενάγων (από 18-2-1999) μέχρι τον χρόνο των προαγωγικών κρίσεων κατείχε θέση ευθύνης 2ου (ανωτέρου κλιμακίου), ήτοι αυτήν του Διευθυντή καταστήματος. Όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία υπεροχής του ενάγοντα είναι αποφασιστικής σημασίας για τις εν λόγω προαγωγικές κρίσεις, οι οποίες όπως προαναφέρθηκε διενεργούνται κατ' εκλογήν και συναρτώνται απολύτως με την υπηρεσιακή απόδοση του, που ασκεί ουσιαστική επιρροή, αφού η άσκηση καθηκόντων ευθύνης σε συνδυασμό με την κρισιμότητα και την σπουδαιότητα των τομέων, που υπηρέτησε, αποτελεί το σπουδαιότερο στοιχείο κατά τις εν λόγω προαγωγικές κρίσεις.
Συνεπώς, κατέληξε το Εφετείο, βάσει των ως άνω αποδειχθέντων στοιχείων, πρέπει η προβαλλόμενη εκ μέρους της εναγομένης διακωλυτική ένσταση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Αντιθέτως, ενώ συνέτρεχαν στο πρόσωπο του ενάγοντος οι κατά το άρθρο 12 του έχοντος συμβατική ισχύ κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της εναγομένης Τράπεζας, προϋποθέσεις για την προαγωγή του, από τον κατεχόμενο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη- προϊσταμένου, στον επόμενο βαθμό του Υποδιευθυντή, η προαγωγή του αυτή παρακωλύθηκε με καταφανώς άδικη κρίση, καθόσον ο ενάγων συγκέντρωνε όλα τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και υπερείχε ως προς αυτά καταφανώς από τον παραπάνω προαχθέντα ομοιόβαθμο συνάδελφό του Κ. Έτσι, παρεμποδίστηκε εναντίον της καλής πίστης, η πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του, που πρέπει να θεωρηθεί πληρωθείσα από 1-5-2002. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείβλητου, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή και στη συνέχεια, αφού απέρριψε τους σχετικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, αναγνώρισε ότι ο ενάγων έπρεπε να είχε προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-5-2002, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ. 1 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες) αφού, υπό τα προεκτιθέμενα περιστατικά, η υπεροχή του αναιρεσίβλητου έναντι του προαχθέντος και προταθέντος προς σύγκριση συναδέλφου του και των τριών, με τη διακωλυτική ένσταση προταθέντων συναδέλφων του, όπως συνάγεται από τη συνολική εκτίμηση των εκατέρωθεν τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, ήταν καταφανής η δε προβληθείσα διακωλυτική ένσταση δεν ήταν βάσιμη κατ' ουσία, διέλαβε δε στην απόφαση του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία καθιστά εφικτό τον έλεγχο της από τον Άρειο Πάγο. Επομένως οι, περί του αντιθέτου, πρώτος και δεύτερος, λόγοι αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 19-6-2009,αίτηση της αναιρεσείουσας, για αναίρεση της με αριθμό 5796/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το Εφετείο, το οποίο, αναγνώρισε ότι ο ενάγων έπρεπε να είχε προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ. 1 ΑΚ, αφού, ήταν κατάδηλη η υπεροχή του έναντι του προαχθέντος και προταθέντος προς σύγκριση συναδέλφου του και των τριών, με τη διακωλυτική ένσταση προταθέντων συναδέλφων του, διέλαβε δε στην απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1499/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, όλων κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόφιλο Κώτσιου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγι Παπαστεργίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 83/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 134/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-6-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του Π.Δ/τος 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των ΚΤΕΛ Α.Ε. και των ΚΤΕΛ του Ν. 2963/2001", η Ισχύς του οποίου άρχισε από τη 1-1-2007, "Οι οδηγοί των μισθωμένων ή ενταγμένων σε ΚΤΕΛ λεωφορείων προσλαμβάνονται και απολύονται από τους ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες των λεωφορείων αυτών", κατά δε την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ιδίου νόμου "1. Ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται: α) Σε όλο το προσωπικό (τακτικό και έκτακτο) των ΚΤΕΛ Α.Ε. και ΚΤΕΛ. Β) Στους οδηγούς των λεωφορείων, που είναι μισθωμένα ή ενταγμένα σε ΚΤΕΛ Α.Ε. ή ΚΤΕΛ και στους μετόχους- ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες λεωφορείων μισθωμένων ή ενταγμένων σε ΚΤΕΛ Α.Ε. ή ΚΤΕΛ, όταν απασχολούνται ως οδηγοί στα λεωφορεία ιδιοκτησίας τους, μόνο ως προς προσόντα, τις υποχρεώσεις, τα καθήκοντα και τον πειθαρχικό έλεγχο..2". Περαιτέρω στο άρθρο 26 του ιδίου π.δ/τος, στο οποίο επαναλαμβάνονται οι αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 14 παρ.2 του προϊσχύσαντος κανονισμού (ΠΔ 229/1994), ορίζεται ότι "1. Το προσωπικό του ΚΤΕΛ απολύεται από την Υπηρεσία για τους ακόλουθους λόγους : α) Εξ αιτίας κατάργησης οργανικής θέσης εργασίας ή Υπηρεσίας μετά από απόφαση του Διοικητκού Συμβουλίου του ΚΤΕΛ, σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (ως προς το ποσοστό απολύσεων, κλπ. ). Εξαιρείται της παρούσας ρύθμισης το κατά την ισχύ του παρόντος Κανονισμού υπηρετούν τακτικό προσωπικό, για το οποίο, ως προς την καταγγελία της σύμβασης εργασίας εφαρμόζονται οι λοιπές ρυθμίσεις του παρόντος Κανονισμού, β) Εξ αιτίας καταδίκης για κακούργημα ή κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, εκβίαση, απιστία εν γένει και εγκλήματα κατά των ηθών βαθμό πλημμελήματος, γ) Εξ αιτίας ανεπάρκειας ή ακαταλληλότητας ή επαγγελματικής ανικανότητας στην εκτέλεση των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί σ' αυτό, δ) Εξ αιτίας σωματικής ή πνευματικής νόσου που έχει ως αποτέλεσμα τη μόνιμη ανικανότητα του υπαλλήλου να εκτελέσει τα καθήκοντα της ειδικότητάς του και διαπιστώνεται από την αρμόδια υγειονομική υπηρεσία του ΙΚΑ, ε) Εξ αιτίας επιβολής της ποινής της οριστικής απόλυσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 18 του παρόντος. 2.Οι παραπάνω λόγοι απόλυσης ισχύουν και για τους οδηγούς του άρθρου 4 του παρόντος και είναι υποχρεωτικοί για τους ιδιοκτήτες των λεωφορείων, στα οποία εργάζονται οι οδηγοί αυτοί. Οι λόγοι των περιπτώσεων β, γ, δ και ε ισχύουν και για τους ιδιοκτήτες- οδηγούς που απασχολούνται στα λεωφορεία ιδιοκτησίας τους. 3. Ιδιοκτήτης λεωφορείου που ειδοποιείται εγγράφως από το ΚΤΕΛ ότι συντρέχει λόγος απόλυσης του οδηγού του, οφείλει το αργότερο μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την ειδοποίησή του να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Ομοίως και ο ιδιοκτήτης οδηγός που απασχολείται στο λεωφορείο ιδιοκτησίας του παύει μέσα στο διάστημα αυτό να εκτελεί τα καθήκοντά του ως οδηγού". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι οδηγοί των ενταγμένων στο ΚΤΕΛ λεωφορείων, είτε έχουν προσληφθεί από τους ιδιοκτήτες, είτε από το ΚΤΕΛ, απολύονται μόνο για τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο παραπάνω Π.δ. λόγους και επομένως δεν είναι έγκυρη η αναιτιώδης καταγγελία της εργασιακής τους σύμβασης κατά τις γενικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αδιάφορα αν αυτή γίνεται από τον ιδιοκτήτη του λεωφορείου που τους προσέλαβε ή από το ΚΤΕΛ, όταν το τελευταίο συμβαίνει να είναι και εργοδότης τους. Με τις πιο πάνω διατάξεις θεσπίζεται περιορισμός του προς απόλυση των οδηγών δικαιώματος, με αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες των λεωφορείων που έχουν ενταχθεί στο ΚΤΕΛ να μην μπορούν να προβούν σε καταγγελία των συμβάσεών τους με μόνη την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 5 παρ. 2 του Ν. 3198/1955, εφόσον δεν συντρέχει και λόγος από εκείνους που περιοριστικά προβλέπονται στον Κανονισμό. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τη χωρίς διακρίσεις διατύπωση των προαναφερόμενων διατάξεων του άρθρου 26 του Κανονισμού, είναι δε σύμφωνο με τον επιδιωκόμενο σκοπό, που συνίσταται όχι μόνο στην ασφαλή εκτέλεση της μεταφοράς του επιβατικού κοινού και στον περιορισμό της ευθύνης των ιδιοκτητών από τη λειτουργία των λεωφορείων, αλλά, συγχρόνως, και στην κατοχύρωση της εργασιακής θέσης των οδηγών και στην αποτροπή των αυθαίρετων και καταχρηστικών απολύσεών τους από μέρους των ιδιοκτητών, στα πλαίσια του λειτουργικού και οικονομικού εκσυγχρονισμού των ΚΤΕΛ (Ολ.ΑΠ 15/2002, ΑΠ 428/2007, οι οποίες εκδόθηκαν υπό την ισχύ του προηγούμενου κανονισμού). Οι παραπάνω διατάξεις δεν είναι αντίθετες με τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας που κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα (άρθρα 4 παρ. 1 και 25 παρ.1), αφού δεν περιορίζουν αδικαιολόγητα το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, ενώ η ιδιαίτερη αυτή ρύθμιση που ισχύει για τους οδηγούς λεωφορείων των ΚΤΕΛ, υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις που τη δικαιολογούν και επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος. Η αντίθετη άποψη, σύµφωνα µε την οποία ο ιδιοκτήτης του λεωφορείου, παράλληλα µε τους προβλεπόµενους στον Κανονισµό λόγους απόλυσης του οδηγού, µπορεί να καταγγείλει τη σύµβαση εργασίας αναιτιωδώς, κατά τις γενικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, δεν είναι συµβατή µε τον ήδη ισχύοντα Κανονισµό που δεν εισάγει δυσµενέστερες για τους οδηγούς ρυθµίσεις από εκείνες που ίσχυαν προγενέστερα (π.δ. 229/1994), αφού σε αυτόν δεν περιλαµβάνεται διάταξη άλλη που να ρυθµίζει την απόλυση προσωπικού του ΚΤΕΛ, πλην εκείνης της παραγράφου 1 του άρθρου 26, στη οποία αναφέρονται περιοριστικώς οι λόγοι απόλυσης αυτού, οι οποίοι σύµφωνα µε την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, ισχύουν και για τους οδηγούς των µισθωµένων ή εντεταγµένων σε ΚΤΕΛ λεωφορείων, που έχουν εργοδότη τους ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες των λεωφορείων αυτών. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: Τον Απρίλιο του έτους 1984 μεταβιβάστηκε στον ενάγοντα, η κυριότητα, κατά ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου, του με αριθμό κυκλοφορίας .... ΔΧ λεωφορείου, ενταγμένου στο αστικό ΚΤΕΛ .... Αρχικοί συγκύριοι του προαναφερόμενου λεωφορείου και µε ποσοστό συγκυριότητας 50% καθένας, ήταν οι ... και ..., οι οποίοι, δυνάµει του από 17-4-1984 ιδιωτικού συμφωνητικού, μεταβίβασαν στον ενάγοντα εκ των ως άνω ποσοστών κυριότητάς τους, ποσοστό 5% ο καθένας. Με όρο του συμφωνητικού αυτού συμφωνήθηκε ο ενάγων να εργαστεί ως οδηγός του λεωφορείου µε σύµβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, µε πλήρες ωράριο εργασίας και µε το νόµιµο κάθε φορά μισθό. Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής ο ενάγων εργάστηκε ως τακτικός οδηγός μέχρι την 26-10-2004 κατά την οποία οι τότε συγκύριοι του ως άνω λεωφορείου προέβησαν σε βλαπτική μεταβολή των όρων της συµβάσεως του ενάγοντος, την οποίαν αυτός δεν αποδέχτηκε, ενώ οι εναγόμενοι, πλέον συγκύριοι του ίδιου ως άνω λεωφορείου µε ποσοστά συγκυριότητας ο πρώτος 25%, ο δεύτερος 20%, ο τρίτος 35% και ο τέταρτος 10%, οι οποίοι και διαδέχθηκαν στην προαναφερόμενη σύµβαση εργασίας τους αρχικούς συγκυρίους και υπεισήλθαν µε τον τρόπο αυτό αυτοδικαίως στα δικαιώµατα και στις υποχρεώσεις των αρχικών συγκυρίων- εργοδοτών, την 15-10-2007, κατάγγειλαν την εργασιακή σχέση µε τον ενάγοντα, καλώντας αυτόν να παραλάβει τη σχετική έγγραφη καταγγελία και τη νόµιµη αποζημίωση. Ο ενάγων όμως δεν δέχτηκε να παραλάβει, ούτε την έγγραφη καταγγελία ούτε την αποζημίωση απόλυσης. Για το λόγο αυτό οι εναγόμενοι του κοινοποίησαν την καταγγελία και συγχρόνως ανήγγειλαν την λύση της σύμβασης εργασίας στο ΚΤΕΛ ... (άρθρ. 4 παρ. 2 εδ. β' του Κανονισμού), κατέθεσαν δε στις 17-10-2007 στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, υπέρ αυτού, την αποζημίωση απόλυσης, γνωστοποιώντας στις 18-10-2007 την ενέργειά τους αυτή στον ενάγοντα. Η ως άνω όμως καταγγελία δεν παρήγαγε έννομα αποτελέσματα ήτοι δεν επέφερε τη λύση της μετά του ενάγοντος, ως μονίμου οδηγού λεωφορείου ενταγμένου στο ΚΤΕΛ ..., επί του οποίου έχει εφαρμογή ο Κανονισμός Προσωπικού των ΚΤΕΛ Α.Ε. και των ΚΤΕΛ του ν. 2963 (άρθρ. 1β' του άρθρου 2 Π.δ. 246/2006), σύμβασης εργασίας, αφού δεν αποδείχτηκε ότι έγινε επειδή συνέτρεχαν κάποιες από τις περιοριστικώς αναφερόμενες στο άρθρο 26 του προϋποθέσεις αυτού (ως άνω Κανονισμού), οι οποίες ορίζουν ότι οι αναφερόμενοι στο άρθρο αυτό λόγοι απόλυσης ισχύουν και για τους οδηγούς που προσλαμβάνονται από τους ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες των λεωφορείων αυτών και είναι υποχρεωτικοί για τους ιδιοκτήτες των λεωφορείων, στα οποία εργάζονται οι οδηγοί αυτοί. Περαιτέρω, το Εφετείο το οποίο δέχτηκε, ότι με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν συνέτρεχε οποιοσδήποτε λόγος από εκείνους που προβλέπονται περιοριστικά στο Γενικό Κανονισμό Προσωπικού ΚΤΕΛ, έκρινε, στη συνέχεια, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου ήταν άκυρη και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της παραπάνω καταγγελίας. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 4 παρ.1 και 2, 16 παρ.3, 26 παρ.2 του Π.Δ. 246/2006, 5 παρ. 2 του Ν. 3198/1955, και 25 παρ.1 του Συντάγματος, ο δε περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 24-6-2009, αίτηση των αναιρεσειόντων, για αναίρεση της με αριθμό 134/2009 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Οι οδηγοί των ενταγμένων στο ΚΤΕΛ λεωφορείων, είτε έχουν προσληφθεί από τους ιδιοκτήτες, είτε από το ΚΤΕΛ, απολύονται μόνο για τους περιοριστικώς αναφερόμενους στον Κανονισμό των ΚΤΕΛ λόγοθυς και δεν είναι έγκυρη η αναιτιώδης καταγγελία της εργασιακής τους σύμβασης κατά τις γενικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αδιάφορα αν αυτή γίνεται από τον ιδιοκτήτη του λεωφορείου που τους προσέλαβε ή από το ΚΤΕΛ, όταν το τελευταίο συμβαίνει να είναι και εργοδότης τους. Το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2, 16 παρ. 3, 26 παρ. 2 του ΠΔ 246/2006, 5 παρ. 2 του Ν. 3198/1955, και 25 παρ. 1 του Συντάγματος.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1501/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη και Κυριακούλα Γεροστάθη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και την Γραμματέα Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοφάνη Μπούνα, περί αναιρέσεως της 837/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Μαρτίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 378/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την 837/2010 απόφασή του καταδίκασε την αναιρεσείουσα σε συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία (3) χρόνια, για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως κατ' εξακολούθηση, της ψευδορ-κίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημίσεως κατ' εξα-κολούθηση. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε νομοτύπως και εμπροθέσμως την υπ' αριθ. 1594/2-3-2010 αίτηση αναιρέσεως, στην οποία περιλαμβάνονται παρα-δεκτοί λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπερι-στατωμένης αιτιολογίας και απόλυτη ακυρότητα της διαδικα-σίας, οι οποίοι και πρέπει να ερευνηθούν κατ' ουσίαν.
Υπαίτιος των πράξεων που προβλέπονται από τα άρθρα 229 παρ. 1, 224 παρ.2 και 362-363 του ΠΚ, δηλαδή της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημίσεως, είναι, στην πρώτη περίπτωση, εκείνος που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν, στη δεύτερη περίπτωση της ψευδορκίας μάρτυρα, εκείνος που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει καταθέτει εν γνώσει ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια και στην τρίτη της συκοφαντικής δυσφημίσεως εκείνος που εν γνώσει της αναλήθειας ισχυρίζεται ή διαδίδει ενώπιον τρίτου ψευδές γεγονός εν γνώσει ότι τούτο δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Έτσι, για τη θεμελίωση και των τριών αυτών εγκλημάτων απαιτείται εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής στην περίπτωση του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ, ότι τα ενόρκως κατατιθέμενα είναι επίσης ψευδή στην περίπτωση του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ και ότι το δυνάμενο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου γεγονός είναι επίσης ψευδές, στην περίπτωση του άρθρου 362-363 ΠΚ. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ. Τέλος, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της απόφασης με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για την αναιρεσείουσα κρίση του δέχθηκε ότι : Από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία της κατηγορουμένης και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι: η κατηγορουμένη στις 1-3-2002 υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα πλημ/κών Αθηνών κατά του εγκαλούντος τις από 1-3-2002 μηνύσεις (ΑΒΜ ΙΔ2002/4559, ΙΔ2002/4560, ΙΔ 2002/4561), με τις οποίες ισχυριζόταν ότι ο εγκαλών τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της παράβασης καθήκοντος και της εξύβρισης σε βάρος της και ειδικότερα ότι ο εγκαλών με την ιδιότητα του δασοφύλακα που υπηρετούσε στο Δασαρχείο ..., συστηματικά παραβίαζε τα καθήκοντά του με το να μην υποβάλει μηνύσεις, αν και διαπίστωνε σοβαρές δασικές παραβάσεις στην περιοχή ευθύνης του, ενώ με την τελευταία ότι εξύβρισε την κατηγορουμένη με τις φράσεις "Είσαι μεγάλη πουτάνα στην ψυχή. Δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο". Κατόπιν των ανωτέρω μηνύσεων της κατηγορουμένης ασκήθηκε σε βάρος του εγκαλούντος ποινική δίωξη για παράβαση καθήκοντος κατ' εξακολούθηση και εξύβριση και διενεργήθηκε προανάκριση από τον Πταισμα-τοδίκη .... Στα πλαίσια της προανάκρισης η κατηγορουμένη, εξεταζομένη ενόρκως ως μάρτυρας στις 110402992 ενώπιον της ως άνω προανακριτικής Αρχής, κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι ο εγκαλών δασοφύλακας δεν είχε υποβάλει μηνύσεις αν και είχε διαπιστώσει καταπατήσεις σε δασικές εκτάσεις και ότι συστηματικά κάλυπτε τους καταπατητές δημόσιας δασικής έκτασης. Ο ήδη εγκαλών, παραπέμφθηκε για να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, το οποίο με την 13019/2004 απόφασή του αθώωσε αυτόν (εγκαλούντα). Η εν λόγω απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη (βλ. την από 16-1-2006 βεβαίωση του Πρωτοδικείου Αθηνών και το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό του Αρείου Πάγου). Με βάση το σκεπτικό της ως άνω απόφασης, σε συνδυασμό με όσα προέκυψαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, προέκυψε ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στις από 1-3-2002 μηνύσεις της κατηγορουμένης κατά του εγκαλούντος και στην από 11-4-2002 κατάθεση της κατηγορουμένης , όπως αναλυτικά εκτίθενται στο διατακτικό της παρούσας, είναι ψευδή. Επίσης, αποδέχθηκε ότι η κατηγορουμένη γνώριζε ότι τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή και εν τούτοις τα επικαλέστηκε εν γνώσει της αναληθείας τους με σκοπό να προκαλέσει την ποινική του δίωξη. Η πρόθεση της κατηγορουμένης να καταμηνύσει ψευδώς τον εγκαλούντα προκύπτει σαφώς από την ενώπιον του Δικαστηρίου κατάθεση του τελευταίου, αλλά συνάγεται και από το γεγονός ότι μεταξύ αυτών είχαν δημιουργηθεί έντονες υπηρεσιακές διαμάχες. Εξάλλου τα γεγονότα αυτά των οποίων έλαβαν γνώση ο αρμόδιος Εισαγγελέας, ο Γραμματέας, η Πταισματοδίκης, οι συνήγοροι και όσοι άλλοι έλαβαν γνώση των μηνύσεων και της κατάθεσης, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα, ως πολίτη και υπαλλήλου δασαρχείου. Κατ' ακολουθίαν τούτων η κατηγορουμένη τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση σε βάρος του εγκαλούντος. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχη, να της αναγνωρισθεί όμως το ελαφρυντικό του άρθρου 54 § 2α ΠΚ καθόσον προέκυψε ότι η κατηγορουμένη έζησε εις τον χρόνο που έγιναν τα ως άνω εγκλήματα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Περαιτέρω, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: "
Κηρύσσει την κατηγορουμένη ένοχη του ότι στην Αθήνα: Α. Την 1η-3-2002, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος (ψευδής καταμήνυση) εν γνώσει κατεμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Ειδικότερα, κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, τις από 1-3-2002 εγκλήσεις (με Α.Β.Μ. ΙΔ2002/4559, ΙΔ2002/4560 και ΙΔ2002/4561) στις οποίες ψευδώς ανάφερε μεταξύ άλλων για τον εγκαλούντα Θ τα ακόλουθα: 1) Στην με Α.Β.Μ. 2002/5461: "...Σε απόσταση ενός μέτρου από τον κεντρικό δρόμο, έχει γίνει συστηματική ρίψη χωμάτων πολλών κυβικών σε αναδασωτέα έκταση, για την οποία ο δασοφύλακας κ. Θ δεν υπέβαλλε μήνυση και δεν έχει γίνει ουδεμία ενέργεια παρά το γεγονός ότι είναι στην αρμοδιότητά του και στην περιοχή ευθύνης του..." 2) Στην με Α.Β.Μ. 2002/4559: "...Προϊόντως του χρόνου διαπίστωσα ευθύνη του ... Κινήθηκα πεζή στην περιοχή ευθύνης του Δασοφύλακα Θ και βεβαίωσα 3 παραβάσεις για ρίψη μπάζων σε δασική έκταση πράγμα που γνωστοποίησα στο Δασοφύλακα Θ ... Αναφέρω επίσης ότι παρά τις συστάσεις μου, ο Δασοφύλακας Θ απέφευγε συστηματικά την αυτόφωρη διαδικασία στις διάφορες δασικές παραβάσεις και δεν είχε οδηγήσει κανέναν στο αυτόφωρο ... Σημειωτέον ότι εκλάπησαν από την περιοχή ευθύνης του Δασονομείου εκατοντάδες τόνοι έτοιμα καυσόξυλα τα οποία είχε υλοτομήσει η υπηρεσία αυτεπιστασίας πληρώνοντας μεγάλα χρηματικά ποσά και ο συγκεκριμένος Δασοφύλακας δεν είχε βεβαιώσει καμία παράβαση..." 3) Στην Α.Β.Μ. 2002/4560: "... Τότε ο Δασοφύλακας μου είπε επί λέξει: "Είσαι μεγάλη πουτάνα στην ψυχή. Δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο. Και δανεικά δεν ζητήσαμε από την κυρία Χ για την αγορά του καινούριου αυτοκινήτου"". Πλην όμως τα ανωτέρω ήσαν ψευδή και η κατηγορουμένη τελούσε εν γνώσει της αναληθείας των, καθόσον ο εγκαλών ουδέποτε υπέπεσε σε παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων και ουδέποτε εξύβρισε την κατηγορουμένη Χ. Η κατηγορουμένη όμως κατεμήνυσε εν γνώσει της ψευδώς αυτόν προκειμένου να επιτύχει την καταδίωξή του για τις πράξεις της παράβασης καθήκοντος και της εξύβρισης. Β. Στις 11-4-2002 εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, εν γνώσει της κατέθεσε ψέματα. Συγκεκριμένα, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκου ..., ενεργούσης προανάκριση, κατέθεσε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα ψευδή: "...Διαπίστωσα ότι ο Δασοφύλακας Θ, δεν είχε βεβαιώσει καταπατήσεις σε δασικές εκτάσεις οι οποίες είναι αναδασωτέες και δεν είχε υποβάλλει μηνύσεις. Αναγκάστηκα εγώ να υποβάλω μηνύσεις...Δέχτηκα ανώνυμο τηλεφώνημα το οποίο με πληροφόρησε ότι από το Δασονομείο ... χορηγήθηκε άδεια υλοτομίας ενός πευκόδενδρου εντός δημοσίου δάσους στη θέση ... που βρίσκεται στην περιφέρεια κοινότητας ... στον Δ, ο οποίος έχει καταπατήσει δημόσια δασική έκταση. Ο κ.Δ επισκέφθηκε το γραφείο του Δασονομείου και έκλεισε συνάντηση εκτός υπηρεσιακού γραφείου με τον Θ. Ο δε κ. Θ είπε επί λέξει στον Δ: "Στη δώσαμε την έγκριση υλοτομίας που ζήτησες"... Οι ενέργειες του δασοφύλακα Θ ο οποίος εκ συστήματος καλύπτει τους καταπατητές θα πρέπει να ελεγχθούν ποινικώς και πειθαρχικώς γιατί νομίζει ότι είναι ασύδοτος και μπορεί να κάνει ό,τι θέλει...". Η αλήθεια όμως την οποία η κατηγορουμένη γνώριζε αλλά απέκρυψε ήταν ότι ο εγκαλών Θ ουδέποτε παρέβη τα υπηρεσιακά του καθήκοντα.
Γ. Στις 1-3-2002 και στις 11-4-2002, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος (συκοφαντική δυσφήμηση) ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων για τον ανωτέρω εγκαλούντα ψευδή γεγονότα δυνάμενα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτού και συγκεκριμένα με τις προπεριγραφείσες υπό στοιχείο (Α) του παρόντος μηνύσεις της και την υπό στοιχείο (Β) ένορκη κατάθεση ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων προσώπων (του Εισαγγελέα, του Γραμματέα, του Πταισματοδίκη, των συνηγόρων και όσων άλλων έλαβαν γνώση των μηνύσεων και της καταθέσεως τα προαναφερόμενα στα υπό στοιχεία (Α), (Β) του παρόντος ψευδή γεγονότα σε βάρος του ανωτέρω εγκαλούντα, καίτοι γνώριζε η κατηγορουμένη, ότι τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εν λόγω εγκαλούντα. Αναγνωρίζει ότι η κατηγορουμένη έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (αρ. 84 § 2α ΠΚ). Με τις παραδοχές αυτές, με την αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελεί ενιαίο όλο περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός από τα τυπικά στοιχεία, πλήρως τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφα-ση αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο της αναιρεσείουσας, τόσο ως προς τη διάπραξη των αδικημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, όσο και της συκοφαντικής δυσφημίσεως, της γνώσης δηλαδή της αναιρεσείουσας ότι οι από 1-3-2002 τρεις (3) μηνύσεις της, τις οποίες υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών εναντίον του δασοφύλακα Θ, ήταν ψευδείς και ότι τις υπέβαλε με σκοπό να επιτύχει την ποινική καταδίωξη του ως άνω δασοφύλακα, παραθέτοντας τα περιστατικά που δικαιολογούν τη γνώση της αυτή και εξειδικεύοντας τον απαιτούμενο για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος αυτού υπερχειλή δόλο. Αλλά και τη γνώση ότι τα όσα κατέθεσε ενόρκως εξεταζόμενη στις 11-4-2002 ενώπιον της Πταισμα-τοδίκου ... για τον παραπάνω εγκαλούντα δασοφύλακα που αφορούσαν παράβαση των υπηρεσιακών καθηκόντων του ήσαν ψευδή παραθέτοντας τα περιστατικά που δικαιολογούν τη γνώση της αυτή. Περαιτέρω, αναφέρονται στην απόφαση τα περιστατικά που δικαιολογούν τη γνώση της αναλήθειας των καταγγελθέντων ενώπιον του Εισαγγελέα και των κατατεθέντων ενώπιον της Πταισματοδίκου και ότι με τα ψευδή αυτά γεγονότα προσβάλλεται η τιμή και η υπόληψη του εγκαλούντος. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστα-τωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και ιδίως σε σχέση με το στοιχείο του δόλου των παραπάνω εγκλημάτων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ σαφώς προκύπτει ότι, εάν το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης περί της ενοχής του κατηγορουμένου έλαβε υπόψη έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, δημιουργείται, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ', απόλυτη ακυρότητα ιδρύουσα τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως γιατί παραβιάζεται η άσκηση του παρεχόμενου από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος εκείνου να προβεί σε δηλώσεις και επεξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν, μεταξύ των άλλων και η υπ' αριθμ. 86057/2009 πρωτόδικη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καθώς και τα πρακτικά αυτής στα οποία όμως περιλαμβάνεται και η υπ' αριθμ. 13019/2004 απόφαση, η οποία και αναγνώσθηκε.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται για απόλυτη ακυρότητα διότι το Δικαστήριο έκρινε περί της ενοχής της στηριζόμενο στο παραπάνω έγγραφο το οποίο δεν αναγνώσθηκε, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, αυτή (αναιρεσείουσα) ήταν παρούσα κατά την εκδίκαση της υποθέσεως και της παρασχέθηκε η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου. Κατ' ακολουθία, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέ-σεως να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 1594/2-3-2010 αίτηση της Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 837/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδορκία μάρτυρα. Ψευδής ανωμοτί κατάθεση. Έννοια όρων. Δεν αποτελεί υπέρβαση εξουσίας, διότι το δικαστήριο καταδίκασε την αναιρεσείουσα για ψευδή ανωμοτί κατάθεση, επικαλούμενη ότι δεν είχε καταμηνυθεί για την πράξη αυτή, καθόσον η εν λόγω πράξη διώκεται αυτεπαγγέλτως και ο ασκήσας την ποινική δίωξη εισαγγελέας, είχε τα προς τούτο στοιχεία. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απόρριψη του αιτήματος για χορήγηση ελαφρυντικών προτέρου έντιμου βίου και καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, καθόσον το Δικαστήριο προέβη στην απορριπτική του διάταξη διότι ο κατηγορούμενος είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση πλέον των έξι (6) μηνών. Επίσης, ορθός ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές άνω διατάξεις. Απορρίπτει λόγους αιτήσεων.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ψευδής ανώμοτη κατάθεση, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1491/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιο Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και την Γραμματέα Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Κλουδά, περί αναιρέσεως της 1460/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1579/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπα-γωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για ανυπαρξία καταλογισμού ή ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό ή για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Ειδικότερα, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπερι-στατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Δηλαδή, προϋπο-τίθεται, αφενός η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αφετέρου και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, θεωρούνται και (υπό δ') "το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεως του" και (υπό ε') "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Για την πρώτη από τις περιστάσεις αυτές (υπό δ'), πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε, ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεως του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης. Για τη δεύτερη (υπό ε') πρέπει η καλή συμπεριφορά να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση, και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στη φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή και συνεπώς η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 1460/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος παραβάσεως άρθρου 353 § 2β'ΠΚ και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Ο κατηγορούμενος την 31-1-2007 ενώ οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της μητέρας του, το στάθμευσε στη διασταύρωση των οδών ..., έξω από τον προαύλιο χώρο του 10ου Δημοτικού Σχολείου ..., σε τέτοια θέση ώστε τόσο ο ίδιος να έχει θέα στο προαύλιο του Δημοτικού Σχολείου, όσο κι οι μαθήτριες του σχολείου να είναι σε θέση να αντιλαμβάνονται τις κινήσεις του μέσα στο αυτοκίνητο, απελευθέρωσε τα γεννητικά του όργανα από το παντελόνι που φορούσε και άρχισε να αυνανίζεται. Η πράξη του αυτή έγινε αντιληπτή από τις μαθήτριες Μ2 και Μ1, ηλικίας 9 ετών, των οποίων προσβλήθηκε η αιδώ τους. Οι ανωτέρω μαθήτριες ειδοποίησαν την δασκάλα τους, η οποία και σημείωσε τον αριθμό κυκλοφορίας του αυτοκινήτου. Ο κατηγορούμενος όταν συνειδητοποίησε ότι έγινε αντιληπτός έφυγε από τον χώρο, συλληφθείς ακολούθως από τους αστυνομικούς του ΤΑ .... Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος απορριπτομένου του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί μειωμένης ικανότητας προς καταλογισμό ως αορίστου (ΑΠ 1487/2004 Δικ. 2004, 1551), καθώς και περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων της ειλικρινούς μεταμέλειας και της καλής διαγωγής μετά την τέλεση της πράξης ομοίως ως αορίστων χωρίς την επίκληση πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 851/2007 Δικ 2007/242)". Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξεως της παραβάσεως του άρθρου 353 § 2β του ΠΚ, αφού αναγνώρισε σε αυτόν το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου και ειδικότερα, του ότι "στη ... την 31-1-2007 με ακόλαστες πράξεις που ενέργησε ενώπιον άλλων προσέβαλε βάναυσα την αιδώ τους, είναι δε οι παθούσες άτομα νεότερα των δέκα πέντε ετών και συγκεκριμένα στη διασταύρωση των οδών ..., έξω από τον προαύλιο χώρο του 10ου Δημοτικού Σχολείου ..., ευρισκόμενος εντός του υπ'αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου επιδόθηκε σε αυνανισμό ενώπιον των ανηλίκων μαθητριών Μ2 και Μ1, ετών 9, προσβάλλοντας μ' αυτόν τον τρόπο βάναυσα την αιδώ τους". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχ-θηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 83, 84 § 2α, 353 § 2β' ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 1460/2009 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένη), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, Λ και υπερασπίσεως: 1) Υ1 και 2) Υ2.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιο-λογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, κατ' ακριβή αντιγραφή από την αίτησή του, ότι: "Κατά την εκδίκαση της υποθέσεώς του σε δεύτερο βαθμό, τόσο προς ενάρξεως της διαδικασίας, όσο και κατά την αγόρευση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, μετά την ολοκλήρωση της αποδεικτικής διαδικασίας και την καταδικαστική πρόταση της Εισαγγελέως, νομίμως υποβλήθηκε από τον άνω συνήγορό του, με σαφή και ορισμένο τρόπο και δια της αναφοράς του σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά έγγραφα, ο αυτοτελής ισχυρισμός της νοσηρής διατάραξης της συνειδήσεως, άλλως και επικουρικώς, της σημαντικής μείωσης της ικανότητας του σε καταλογισμό εξ αυτού του λόγου, εξαιτίας της συνδρομής αποδεδειγμένης, και ιατρικώς παρακολουθούμενης σεξουαλικής παρεκκλίσεώς του. (επιδειξιομανίας), με επίκληση των διατάξεων των α.34 και 36ΠΚ, αιτούμενος την άρση του καταλογισμού της πράξεως στο πρόσωπό του και την αθώωσή του, άλλως και επικουρικώς, την κατάφαση σημαντικής μείωσης της ικανότητας προς καταλο-γισμό, εκ της προαναφερόμενης ψυχικής και παθολογικής καταστάσεως και την επιβολή ελαττωμένης ποινής εις βάρος του, κατ' α.83 ΠΚ.". Ισχυρίστηκε επίσης, κατ' ακριβή μεταφορά από την αίτησή του, ότι "το δικάσαν δικαστήριο απέρριψε χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση, ("..απορριπτόμενου του αυτοτελούς ισχυρισμού ... καθώς και περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων της ειλικρινούς μεταμέλειας και της καλής διαγωγής μετά την τέλεση της πράξης, ομοίως ως αορίστων, χωρίς την επίκληση πραγματικών περιστατικών -ΑΠ 851/2007 Δικ.2007.1242"), και τους νομίμως προταθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς του περί αναγνώρισης των ελαφρυ-ντικών περιστάσεων της ειλικρινούς μεταμέλειας και της καλής διαγωγής μετά την τέλεση της πράξης, οι οποίοι εκτέθηκαν και υποστηρίχθηκαν από αυτόν δια του συνηγόρου του, σαφώς και ορισμένως επ' ακροατηρίω, προς επίρρωση δε αυτών, έγινε εκ μέρους του αφενός επίκληση της μη τέλεσης οποιασδήποτε άλλης, επιλήψιμης πράξεως από την ημερομηνία τέλεσης του συμβάντος και εντεύθεν, αφετέρου επίκληση της σχετικής ως προς τον συγκεκριμένο αυτοτελή ισχυρισμό, μαρτυρικής καταθέσεως του Υ2 στην ένδικη δίκη, και εκ τρίτου, προσαγωγή από αυτόν εξειδικευμένου, αναγνωστέου εγγράφου προς επίρρωση των ως άνω, αυτοτελών ισχυρισμών του, δηλ. της υπ' αριθμ. πρ. 3605 Φ300. 16 βεβαίωσης του Αρχηγείου του πυροσβεστικού σώματος Διοίκησης Π.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, Τμήμα Διοικητικής Υποστήριξης, από το περιε-χόμενο της οποίας συνάγονταν ευθέως, η απασχόλησή του ως πυροσβέστη, μετά το επίδικο συμβάν και για μεγάλο χρονικό διάστημα". Αβάσιμα όμως, διότι από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την έρευνα του βασίμου του προβληθέντος αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δια του εκπροσωπήσαντος αυτόν συνηγόρου, πριν από την έναρξη της εξετάσεως των μαρτύρων, έλαβε το λόγο και ζήτησε, όπως ακριβώς έχουν τα περιστατικά αυτά καταχωρηθεί στα πρακτικά, "Στο σημείο αυτό ο συνήγορος του κατηγορουμένου αφού ζήτησε και έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο υπέβαλλε αυτοτελή ισχυρισμό περί εφαρμογής του άρθρου 34 ΠΚ λόγω ελαττωμένης ικανότητας του δράστη προς καταλογισμό". Επίσης, μετά την απολογία του κατηγορου-μένου, όπως ακριβώς περιλαμβάνονται στα ίδια πρακτικά, "ο συνήγορος του κατηγορουμένου αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο και ανέπτυξε την υπεράσπιση ζήτησε να κριθεί με επιείκεια και να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά 84 παρ. 2δ και 2ε ΠΚ". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δια του συνηγόρου του προέβαλε αορίστως στο ακροατήριο τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της νοσηρής διαταράξεως της συνειδήσεως, άλλως και επικουρικά, της σημαντικής μείωσης της ικανότητάς του προς καταλογισμό εξαιτίας αυτού του λόγου (ΠΚ 34 και 36), καθώς και της αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων, χωρίς όμως την επίκληση των πραγματικών περιστατικών, που τους συγκροτούν και ως εκ τούτου, το δικάσαν Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψή τους. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη των άνω ισχυρισμών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Οκτωβρίου 2009 (υπ' αριθ. Πρωτ. 8108/20-10-2009 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 1460/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στην 1 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση άρθρου 353 § 2 β΄ ΠΚ. Αυτοτελείς ισχυρισμοί για έλλειψη ικανότητας προς καταλογισμό, επικουρικά μειωμένης ικανότητας του, καθώς και για χορήγηση ελαφρυντικών ειλικρινούς μετάνοιας και καλής μετά την πράξη συμπεριφοράς, που υποβλήθηκαν στο ακροατήριο από τον εκπροσωπήσαντα στο Δικαστήριο της ουσίας πληρεξούσιο δικηγόρο του. Χωρίς την επίκληση των πραγματικών περιστατικών που τους συγκροτούν, ήταν αόριστα και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψη τους. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Καταλογισμού ικανότητα, Σκανδάλου πρόκληση με ακόλαστες πράξεις.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1490/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και την Γραμματέα Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Παπουτσάκη, περί αναιρέσεως της 906/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης, και
με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1287/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του όπως ισχύει Ν. 5960/1933 "Περί επιταγής", εκείνος, που εκδίδει επιταγή, η οποία δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε αυτός διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσής της ή κατά τον χρόνο της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με τις στην διάταξη αυτή προβλεπόμενε αθροιστικώς ποινές. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την πραγμάτωση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, απαιτείται: α) έκδοση ακάλυπτης επιταγής, η οποία δεν πληρώθηκε από την πληρώτρια Τράπεζα κατά την εμπρόθεσμη, ήτοι, κατ' άρθρ. 29 παρ. 1 και 4 Ν. 5960/1933 εντός οκτώ (8) ημερών από την ημερομηνία έκδοσής της, εμφάνιση αυτής προς πληρωμή, β) έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων κατά τον χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής και γ) δόλος για την ύπαρξη του οποίου αρκεί η γνώση του εκδότη για την έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσια-στικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 906/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μια τριετία καθώς και χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1.500) ΕΥΡΩ. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "ο κατηγορούμενος στην ... στις 15-1-2005 εξέδωσε συνειδητά την υπ' αριθμ. ... επιταγή ποσού (25.500,00) €, που έπρεπε να πληρωθεί από την ALPHA BANK και η οποία όταν εμφανίστηκε εμπρόθεσμα για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκε από έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος της παραπάνω πράξης".
Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της προαναφερόμενης αξιόποινης πράξεως και ειδικότερα του ότι: "στην ... στις 15-1-2005 από πρόθεση εξέδωσε επιταγή, η οποία δεν πληρώθηκε, γιατί δεν είχε καταθέσει τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα είτε κατά το χρόνο της εκδόσεως είτε κατά το χρόνο της πληρωμής της, και συγκεκριμένα εξέδωσε την υπ' αριθμό ... επιταγή της Τράπεζας ALPHA BANK για το ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων πεντακοσίων (25.500,00) €, που έπρεπε να πληρωθεί από την ALPHA BANK με την εμφάνισή της την 24-1-2005, χωρίς προηγουμένως να έχει καταθέσει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην παραπάνω πληρώτρια Τράπεζα είτε κατά το χρόνο της εκδόσεως είτε κατά το χρόνο της πληρωμής της". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απο-δείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλο-γισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1 ΠΚ και 79 § 1 Ν. 5960/1933, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 906/2009 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, εκπρ/κε ο κατηγορούμενος), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, Ψ και υπερασπίσεως, Δ. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντι-φάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) Πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση λόγω απόλυτης ακυρότητας που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (ΚΠΔ 510 § 1 στοιχ. Α') και συγκεκριμένα, λόγω κακής σύνθεσης του Τριμελούς Πλημ/κείου Ξάνθης που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 Α του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως ο οποίος λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, συνιστά και η απόλυτη ακυρότητα που έλαβε χώρα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο ένεκα μη τηρήσεως των διατάξεων οι οποίες καθορίζουν την σύνθεση του δικαστηρίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 γ' του ν. 1756/1988, όπως τροποποιηθείς ισχύει, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο συγκροτείται από Πρόεδρο Πρωτοδικών και δύο Πρωτοδίκες και κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, κατά τις συνεδριάσεις των πολυμελών δικαστηρίων προεδρεύει ο ανώτερος κατά βαθμόν ή, αν δεν υπάρχει ή κωλύεται, ο αρχαιότερος δικαστής. Εξ άλλου, με το άρθρο 5 του ίδιου Κώδικα, προβλέπεται η αναπλήρωση των δικαστών, αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται, η οποία γίνεται με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, και δη αναπληρώνεται ο πρόεδρος πολυμελούς δικαστηρίου από άλλο δικαστή της ίδιας σύνθεσης ή του ίδιου δικαστηρίου (παρ. 1 Α'γ'). Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι κατά τις συνεδριάσεις των πολυμελών, πολιτικών και ποινικών, δικαστηρίων, εάν οι συνθέσεις τους δεν ορίζονται με κλήρωση, οπότε έχει εφαρμογή το άρθρο 17 του ίδιου Κώδικα, ο πρόεδρος αναπληρώνεται από τον αρχαιότερο δικαστή και αυτός κωλυόμενος από το αμέσως νεώτερο, η αναπλήρωση δε αυτή είναι θέμα εσωτερικής υπηρεσίας του δικαστηρίου και γίνεται αμέσως μόλις εμφανισθεί το κώλυμα, χωρίς έκδοση σχετικής πράξεως και χωρίς να είναι αναγκαίο, για την εγκυρότητα των πράξεων του αναπληρωτή, να μνημονεύεται σε αυτές ότι ενεργεί λόγω κωλύματος εκείνου, που διευθύνει το δικαστήριο, καθόσον ο νόμος δεν αξιώνει κάτι τέτοιο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης, που την εξέδωσε συγκροτήθηκε από τους α) Ευαγγελία Μπάλλα, Προεδρεύουσα Πλημμελειοδίκη, λόγω κωλύματος των Προέδρων, β) Παντελεήμονα Ζήμνα, Πλημμελειοδίκη και γ) Κων/νο Κούκουλη, Πλημμελειοδίκη. Η σύνθεση αυτή καταρτίσθηκε νόμιμα, κατά τα προεκτεθέντα, και η προβαλλόμενη με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αιτίαση για κακή σύνθεση του δικαστηρίου, καθόσον δεν μνημονεύεται στα πρακτικά αυτά ότι δεν υπήρχαν ή κωλύονταν ο Πρόεδρος Πρωτοδικών ή πρωτοδίκες, οι οποίοι ήσαν αρχαιότεροι της Προεδρεύουσας, ούτε μνημονεύεται η πράξη αναπλήρωσης της διευθύνουσας το Πρωτοδικείο Προέδρου, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. 2) Δεν υπάρχει η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι το ως Εφετείο δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κηρύσσοντας αυτόν ένοχο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, ουδόλως απάντησε επί του προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού του περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων στο πρόσωπό του, απορρίπτοντας σιγή αυτόν, χωρίς να εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στήριξε την κρίσιν του αυτήν, ούτε καν για ποιους λόγους δεν αναγνωρίζει σε αυτόν ελαφρυντική περίπτωση (2ος λόγος της αιτήσεως). Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά τη δίκη στο άνω Δικαστήριο, ο πληρεξούσιος και εκπροσωπών τον κατηγορούμενο δικηγόρος του, "πήρε το λόγο και αφού ανέπτυξε την υπεράσπιση ζήτησε την αθώωση του πελάτη του και επικουρικά την αναγνώριση ελαφρυντικών στο πρόσωπό του", όπως ακριβώς σε αυτά αναφέρεται. Το δικάσαν Δικαστήριο, όπως προκύπτει από τα αυτά πρακτικά, απέρριψε σιγή τον άνω ισχυρισμό, για χορήγηση ελαφρυντικών. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Με βάση τα παραπάνω, το δικάσαν Δικαστήριο είχε υποχρέωση αιτιο-λογημένης απόρριψης, μόνο στην περίπτωση που ο αυτοτελής παραπάνω ισχυρισμός, είχε υποβληθεί κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή, με ην επίκληση των πραγματικών περιστατικών που τον θεμελιώνουν, πράγμα που δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατά τα άνω, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενη απόφαση. 3) Η ίδια απόφαση στερείται της κατά νόμο απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη σιγή απόρριψη και άλλου αυτοτελούς ισχυρισμού του και συγκεκριμένα, "όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης είχε υποβληθεί από αυτόν (αναιρεσείοντα) ο αυτοτελής ισχυρισμός ότι η ανωτέρω επιταγή είχε εκδοθεί λευκή ως προς τη χρονολογία εκδόσεως ως εγγύηση σύμβασης δανείου και ότι η επιταγή συμπληρώθηκε, ως προς τη χρονολογία εκδόσεώς της, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, ως εκ τούτου δε δεν είναι έγκυρη. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εκδόσαν ταύτην δικαστήριο απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό χωρίς να απαντήσει επ' αυτού και ούτε παρέθεσε σ' αυτήν περιστατικό προς αιτιολόγηση της απορριπτικής του κρίσης. Έτσι, υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 εδαφ. Δ' του ΚΠΔ πλημμέλεια" (τρίτος λόγος αναιρέσεως), όπως κατά λέξη αναφέρεται στην αίτηση. Όμως, από την επιτρεπτή επισκόπηση των άνω πρακτικών, δεν προκύπτει ότι από τον εκπροσωπηθέντα δια του συνηγόρου του κατηγορούμενο, υποβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός και μάλιστα κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ώστε να είχε υπο-χρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα, παρά μόνο ο μάρτυρας υπεράσπισης κατέθεσε ότι η επίδικη επιταγή είχε δοθεί λευκή, προφανώς λόγω δανείου, πράγμα όμως που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου και 4) ότι υπάρχει έλλειψη της κατά νόμο απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, διότι "ούτε στο αιτιολογικό ούτε στο διατακτικό, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνουν την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, διαλαμβάνεται η ακριβής ημέρα εμφανίσεως της ως άνω επιταγής στην πληρώτρια Τράπεζα, η αόριστη δε αναφορά στο σκεπτικό ότι η επιταγή εμφανίστηκε εμπρόθεσμα για πληρωμή της, δεν αναπληρώνει την έλλειψη της ακριβούς ημέρας εμφανίσεώς της, για να κριθεί η παρέλευση ή μη του οκταημέρου, που σχετίζεται με την εγκυρότητα του τίτλου της επιταγής", όπως ακριβώς αναφέρεται στην αίτηση (4ος λόγος). Αβάσιμα όμως, διότι όπως αναγράφεται στο διατακτικό της αποφάσεως, που με το σκεπτικό της αλληλοσυμπληρώνονται, η επίδικη επιταγή εμφανίστηκε προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα στις 24-1-2005, δηλαδή μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την έκδοσή της στις 15-1-2005. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναι-ρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Σεπτεμβρίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. 2/2009 ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Ξάνθης) ασκηθείσα αίτηση του X, για αναίρεση της με αριθμό 906/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Δεν συνιστά κακή σύνθεση του Δικαστηρίου και δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο η παράλειψη αναφοράς στη σύνθεση του Δικαστηρίου ότι η προεδρεύουσα πλημμελειοδίκης, λόγω κωλύματος του Προέδρου πρωτοδικών είναι και η αρχαιότερη των υπηρετούντων στο δικαστήριο δικαστών, ούτε όταν δεν μνημονεύεται η πράξη αναπλήρωσης του διευθύνοντος το Δικαστήριο. Υποχρέωση αιτιολογημένης απορρίψεως αυτοτελούς ισχυρισμού που υπέβαλε ο κατηγορούμενος, από το δικαστήριο υπάρχει, όταν ο ισχυρισμός αυτός αποβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, διαφορετικά δεν έχει υποχρέωση απαντήσεως. Το αιτιολογικό αλληλοσυμπληρώνεται με το διατακτικό και αποτελούν ενιαίο σύνολο. Αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της αιτήσεως. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Τραπεζική επιταγή, Δικαστηρίου σύνθεση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1489/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και την Γραμματέα Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Χρήστο Μυλωνόπουλο και Παναγιώτη Αβρίθη, περί αναιρέσεως της 59/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κω. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κω, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 579/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ. 8 του άρ. 17 του Ν. 1337/1983, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 13 του άρ. 3 του Ν. 2242/1994, οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων, οι μηχανικοί που συντάσσουν τη μελέτη ή έχουν την επίβλεψη του έργου και οι εργολάβοι κατασκευής του τιμωρούνται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον 6 μηνών ή με χρηματική ποινή από 500.000 μέχρι 5.000.000 δρχ. ανάλογα με την αξία του αυθαίρετου έργου και το βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος. Αν η πιο πάνω πράξη έχει γίνει από αμέλεια, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα χρόνο ή με χρηματική ποινή από 200.000 μέχρι 2.000.000 δρχ. Ως αυθαίρετο έργο, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρ. 18 του Ν. 1337/1983 νοείται εκείνο που εμπίπτει στην παρ. 2 του άρ. 118 του ν.δ. 8/1973 "περί ΓΟΚ", όπως ισχύει, και τέτοιο είναι κάθε εργασία δομήσεως που εκτελείται χωρίς άδεια ή καθ' υπέρβαση της αδείας, ενώ κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου "πάσα επιτρεπομένη υπό των κειμένων διατάξεων εργασία δομήσεως εντός οιουδήποτε οικισμού ή εκτός οικισμού εκτελείται βάσει αδείας της αρμοδίας Αρχής. Τοιούται εργασίαι δομήσεως είναι ιδία εκσκαφαί θεμελίων, εγκατάστασις ικριωμάτων, ανέγερσις κτιρίων και παραρτημάτων αυτών, επισκευή και διαρρύθμισις υφισταμένων κτιρίων. Άδεια δεν απαιτείται δι' εσωτερικούς χρωματισμούς, δι' εξωτερικούς χρωματισμούς, όταν δεν γίνεται χρήσις ικριωμάτων, δια μικράς εσωτερικάς επισκευάς ή δια-σκευάς μη θιγούσας την φέρουσαν κατασκευήν του κτιρίου ή την εμφάνισιν αυτού, δι' επισκευάς δαπέδου, δι' επισκευάς, διασκευάς ή συμπληρώσεις των εσωτερικών εγκαταστάσεων και αγωγών των κτιρίων, δια μικράς, άνευ χρήσεως ικριωμάτων, επισκευάς θυρών, παραθύρων, στεγών, δωμάτων και εν γένει δια τας μικράς και μεμονωμένας επισκευάς δια λόγους χρήσεως, υγιεινής και προστασίας των κτιρίων". Εξάλλου, από τη διάταξη του όρ. 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικει-μενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πείθω ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσια-στικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 59/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κω, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος ηθικής αυτουργίας σε αυθαίρετη δόμηση και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: Ο κατηγορούμενος Χ είναι μέλος του Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακές και τουριστικές επιχειρήσεις Λ Α.Ε." που εδρεύει στο ... και υιός του Προέδρου και διευθύνοντα συμβούλου της Λ. Η ανωτέρω εταιρία έχει στην κυριότητά της και εκμεταλλεύεται το ξενοδοχείο ... που βρίσκεται στο... της .... Στο ξενοδοχείο αυτό, η ανώνυμη εταιρία επρόκειτο να εκτελέσει οικοδομικές εργασίες και για το λόγο αυτό κατάρτισε ιδιωτικό συμφωνητικό συμβάσεως έργου, στις 26-11-2004, με τον εργολάβο Ε. Το συμφωνητικό αυτό υπέγραψε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρίας, ήτοι ο Λ. Στις 23 και 24 Φεβρουαρίου του 2005, ο εργολάβος απασχολώντας ως εργάτες τους Γ και τον Δ εκτέλεσε αυθαίρετες κατασκευές, ήτοι οικοδομικές εργασίες σε ανεγειρόμενα συγκροτήματα κατ' επέκταση του υφιστάμενου ξενοδοχείου, αν και είχαν διακοπεί με το με αριθμό πρωτοκόλλου 592 οικ./6-5-2004 έγγραφο της Πολεοδομίας Κω και ειδικότερα εργασίες τσιμεντόστρωσης με έτοιμο σκυρόδεμα χώρου 20 Χ 30 μέτρων. Οι εργασίες αυτές ήταν αυθαίρετες (βλ. την κατάθεση της α' μάρτυρος κατηγορίας Μ, της με αριθμό ... οικοδομική άδεια, το με αριθμό ... έγγραφο της Πολεοδομίας Κω και το με αριθμό πρωτοκόλλου 392 οικ./06-05-2004 έγγραφο διακοπής οικοδομικών εργασιών της τελευταίας Υπηρεσίας). Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος, αν και δεν είναι νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας, η οποία εκτέλεσε τα αυθαίρετα έργα, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο πατέρας του, εντούτοις βρισκόταν στις επίδικες ημερομηνίες στο ξενοδοχείο και έδινε εντολές στους εργάτες (βλ. την κατάθεση του μάρτυρος κατηγορίας Κ και την κατάθεση της μάρτυρος Μ). Η ανώνυμη εταιρία εκμεταλλεύεται και άλλα ξενοδοχεία στη ... και στην ... και προφανώς άλλα πρόσωπα υποκαθιστούν τον νόμιμο εκπρόσωπό της Λ, όσον αφορά τη διαχείριση και εκμετάλλευση αυτών. Το γεγονός ότι για την ίδια πράξη έχει ασκηθεί η με αριθμό Αφ 05/8 ποινική δίωξη κατά του Λ δεν ασκεί έννομη επιρροή στη δίκη, καθόσον φέρεται ως κατηγορούμενος με την ιδιότητά του αυτή νόμιμος εκπρόσωπος της Λ Α.Ε.. Επομένως, ο κατηγορούμενος ήταν παρών όταν γίνονταν οι αυθαίρετες εργασίες, έδινε οδηγίες και εντολές στους εργολάβους και εργάτες και με τις πράξεις του αυτές προκάλεσε την απόφαση στους εργολάβους Ε και ... και στους εργάτες να εκτελέσουν τις αυθαίρετες εργασίες που αναφέρονται στο διατακτικό". Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε αυθαίρετη δόμηση και ειδικότερα, του ότι: "Με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη της αυθαίρετης δόμησης που διέπραξαν. Συγκεκριμένα, με πρόθεση ενεργώντας με πειθώ και φορτικότητα, με την υπόσχεση χρηματικών ανταλλαγμάτων και με την ενεργή παρουσία του, προκάλεσε στους εργάτες Γ οδηγό εταιρίας παραγωγής ετοίμου σκυροδέματος με την επωνυμία
ΙΝΤΕΡΜΠΕΤΟΝ Α.Ε. και τον Δ υπάλληλο του ξενοδοχείου ..., ιδιοκτησίας της εταιρίας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακές και τουριστικές επιχειρήσεις Λ Α.Ε.", με νόμιμο εκπρόσωπο τον Λ, να προβαίνουν την 23η και 24η Φεβρουαρίου 2005 σε οικοδομικές εργασίες σε ανεγειρόμενο συγκρότημα κατ' επέκταση του υφισταμένου ξενοδοχείου, αν και είχαν διακοπεί με το υπ' αριθμ. πρωτ. 592 οικ. Από 6-5-2004 του τμήματος πολεοδομίας Δήμου Κω και ειδικότερα προέβαιναν σε εργασίες τσιμεντόστρωσης με έτοιμο σκυρόδεμα χώρου διαστάσεων 20 επί τριάντα μέτρων χωρίς προηγου-μένως να έχουν εφοδιαστεί με την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 46 § 1 ΠΚ και άρθρ. 17 § 8 Ν. 1337/83, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβια'σει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 59/2009 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κω τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένη), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: 1) Μ και 2) Κ. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντι-φάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, πλήρως αιτιολογεί την ηθική αυτουργία, χωρίς να είναι απαραίτητο να διαλάβει και πραγματικά περιστατικά, αφού αρκεί η διατύπωση ότι ενέργησε με πειθώ και φορτικότητα. Περαιτέρω, ο απαιτούμενος για την υποκειμενική θεμελίωση της πράξεως αυτής δόλος, ενυπάρχει στα στοιχεία της άνω πράξεως. Ουδεμία δε ασάφεια υφίσταται μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, τα οποία επιτρεπτά αλληλοσυμπληρώνονται. Ούτε εξάλλου αντίφαση υπάρχει ανάμεσα σε αυτά, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Μαρτίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. 1/2009 ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Κω) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 59/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κω. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ηθική αυτουργία σε αυθαίρετη δόμηση. Έννοια αυθαιρέτου έργου στο αδίκημα του άρθρου 17 § 8 Ν,1337/83. Ποιες κατασκευές είναι νόμιμες, ακόμα και αν έγιναν χωρίς άδεια της πολεοδομικής αρχής. Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για έλλειψη επαρκούς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση λόγω συνεχίσεως των διακοπεισών εργασιών σε οικοδομή - τσιμεντοστρώσεως διαδρόμου στο οικόπεδο αυτής. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος.
| 0
|
Αριθμός 1487/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή και Παναγιώτη Ρουμπή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1802/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "Ψ ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1440/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 104/12-3-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω κατ' άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την υπ' αριθμ. 180/8-10-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου ..., την οποία άσκησε μέσω της πληρεξουσίας Δικηγόρου Χρυσάνθης Τσιμπινού του Ιωάννη του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (ΑΜ ΔΣΑ 17085), οδός ..., δυνάμει του από 6-10-2009 ειδικού πληρεξουσίου, κατά του υπ' αριθμ. 1802/21-9-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα :
Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ' ουσία η υπ' αριθμ. 30/26-1-2009 έφεση του κατηγορουμένου και νυν αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθμ. 3748/29-12-2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για την αξιόποινη πράξη της κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση από της από την οποία η προξενηθείσα ζημία και το αντίστοιχο όφελος υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ ή 25.000.000 δραχμών (άρθρα 26 παρ. 1 α, 27 παρ.1, 45, 98 και 386 παρ. 1 β - α, 3β Π.Κ. όπως η παράγραφος 3 του άρθρου 386 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/3-6-1999 ενώ τα ποσά μετατράπηκαν σε ευρώ με τα άρθρα 3-5 του Ν. 2943/2001).
Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ. όπως η παράγραφος 2 του άρθρου 482 καταργήθηκε και η παράγραφος 3 αυτού αναριθμήθηκε ως παράγραφος 2 με το άρθρο 18 παρ. 2 του Ν. 3346/17-6-2005, με δήλωση στη Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών ..., για την οποία έχει συνταχθεί η προαναφερομένη έκθεση, το δε προσβαλλόμενο βούλευμα έχει επιδοθεί στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο με θυροκόλληση στις 28-9-2009 και στον αντίκλητό του Δικηγόρο Αθηνών ... ομοίως στις 28-9-2009 σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 155 Κ.Π.Δ. και πρέπει ως εκ τούτου να γίνει τυπικά δεκτή.
Με την κρινομένη αίτηση ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 139 και 484 παρ. 1δ του Κ.Π.Δ., όπως το άρθρο 139 τίθεται μετά την συμπλήρωσή του με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996.
Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο ανωτέρω βούλευμα που απαιτείται κατ' άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο για την πράξη για την οποία άσκησε ποινική δίωξη. Περαιτέρω ως προς τον λόγο της ελλείψεως αιτιολογίας εφόσον ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (Α.Π. 1457/2000 και 591/2001 Ποιν. Χρον. ΝΑ/537 και ΝΒ/131).
Εν προκειμένω όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα, εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :
Κατά το χρονικό διάστημα από αρχές του έτους 2001 μέχρι και τα τέλη του έτους 2001 ο πρώτος των κατηγορουμένων, Χ2, ήταν νόμιμος εκπρόσωπος ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος Δ.Σ. της Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΟΣΤΙΜΟ ΤΡΟΦΙΜΑ-ΠΟΤΑ ΑΕΒΕ" με έδρα την ... που είχε ως αντικείμενο της, εκτός των άλλων, την εμπορία ξηρών καρπών, ποτών και συναφών ειδών, ενώ ο δεύτερος των κατηγορουμένων Χ1, ως άμεσος συνεργάτης της παραπάνω εταιρείας, ήταν υπεύθυνος ανάπτυξης των καταστημάτων και προώθησης του εμπορικού τομέα αυτής. Ο εγκαλών, Ψ, περί τις αρχές του ιδίου έτους 2001, θέλοντας να ασκήσει εμπορική επιχειρηματική δραστηριότητα και ερευνώντας πιθανές προοπτικές και δυνατότητες ήρθε σε επικοινωνία με τους ως άνω κατηγορουμένους, οι οποίοι δραστηριοποιούνταν στον τομέα της εμπορίας τροφίμων και ποτών και αναζητούσαν υποψηφίους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες, προκειμένου να προωθήσουν τα προϊόντα της εταιρείας τους, μέσα από καταστήματα με το σήμα "MOYSSES", αποκλειστική δικαιούχος του οποίου ήταν η ως άνω εταιρεία, όπως προκύπτει και από την υπ' αριθμ. 7015/99 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων (Δημοσίευση ΔΕΔΙ 12/31-12-99), κατ' εφαρμογή του συστήματος δικαιόχρησης (franchising). Κατά τη διάρκεια των ως άνω επαφών του εγκαλούντα μετά των κατηγορουμένων, αυτοί του παρουσίασαν την εταιρεία που εκπροσωπούσαν ως μία εκ των πλέον φερέγγυων εταιρειών της αγοράς, με μεγάλα περιθώρια κέρδους, του παρέστησαν ότι ήταν σε θέση να προσφέρουν στον εγκαλούντα στην περίπτωση συνάψεως συμβάσεως δικαιοχρήσεως ολοκληρωμένο πακέτο τεχνογνωσίας, διαφήμισης, εκπαίδευσης και υποστήριξης, ότι τα προϊόντα που εμπορεύονταν είχαν τη δυνατότητα να τα διαθέτουν σε χαμηλές τιμές και ως εκ τούτου, ήταν ανταγωνιστικά, ότι διέθεταν την τεχνογνωσία και την εμπειρία για την πλήρη οργάνωση και λειτουργία αντίστοιχου καταστήματος, ότι τα ήδη υφιστάμενα και λειτουργούντα καταστήματα της ίδιας αλυσίδας με το σήμα "MOUSSES" είχαν μεγάλα κέρδη, τα οποία, σύμφωνα με τις δικές τους αναφορές, αναμένονταν να ανέλθουν σε ποσό 25.000.000 δρχ. (73.000,00 ευρώ), ενώ κατά προσέγγιση, το συνολικό κόστος για την κατασκευή, διαμόρφωση και εξοπλισμό του καταστήματος, τη λειτουργία του οποίου θα αναλάμβανε ο εγκαλών, ανερχόταν στα 95.000,00 ευρώ (μεταξύ άλλων, αγορά κλιματιστικών, ψυγείων, μηχανών καφέ, εξωτερικών πινακίδων, επίπλων κλπ). Επιπλέον, κατά τη διάρκεια των επαφών αυτών μετά των κατηγορουμένων, και σε περίπτωση σύμβασης τύπου franchising, ο εγκαλών όφειλε να καταβάλει ένα εφάπαξ τέλος εισόδου (entry fee) ποσού 5.000.000 δρχ. (14.673,51 ευρώ), καθώς και τα έξοδα για την κατασκευή, διαμόρφωση και εξοπλισμό, ως προαναφέρεται. Αποτέλεσμα των παραπάνω επικοινωνιών και επαφών του εγκαλούντα, ήταν αυτός να πεισθεί από τις ως άνω εκτιθέμενες αναφορές και παραστάσεις τους και να προβεί, κατόπιν υπόδειξης τους, στη σύσταση ετερόρρυθμης εταιρείας, την 19/11/2001, με την επωνυμία "Ψ & ΣΙΑ Ε.Ε." στην οποία ο εγκαλών συμμετείχε κατά ποσοστό 90% ως ομόρρυθμο μέλος και ο Δ κατά ποσοστό 10% ως ετερόρρυθμο μέλος και όπου ορίστηκε ως διαχειριστής, αποκλειστικά, ο εγκαλών. Ακολούθως δε, ο εγκαλών, εκπροσωπώντας την παραπάνω ετερόρρυθμη εταιρεία προέβη στη σύναψη του από 28/12/2001 συμφωνητικού δικαιοχρήσεως (franchising) δεκαετούς διάρκειας, καθόσον, κύριος σκοπός της σύστασης της ετερόρρυθμης ως άνω εταιρείας ήταν η προώθηση των προϊόντων της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΝΟΣΤΙΜΟ ΤΡΟΦΙΜΑ-ΠΟΤΑ ΑΕΒΕ", με το σήμα "MOUSSES" του οποίου ήταν εκείνη η αποκλειστική δικαιούχος. Ως εκ των υστέρων, όμως όπως αποδείχθηκε, τα προαναφερθέντα υπό των κατηγορουμένων ήταν ψευδή, καθόσον η εταιρεία την οποία εκπροσωπούσαν δεν ήταν φερέγγυα, αφού όφειλε ήδη κατά το χρονικό εκείνο διάστημα, μεγάλα χρηματικά ποσά προς το ΙΚΑ, προς το Δημόσιο και προς τρίτους, ούτε υπήρχαν μεγάλα περιθώρια κέρδους, αλλά ούτε και τα προϊόντα που εμπορεύονταν είχαν τη δυνατότητα και την πρόθεση να τα διαθέτουν σε χαμηλές τιμές, με συνέπεια, να μην είναι αυτά ανταγωνιστικά. Περαιτέρω, οι κατηγορούμενοι δεν διέθεταν την τεχνογνωσία και την εμπειρία για την πλήρη οργάνωση και λειτουργία αντίστοιχου καταστήματος, ούτε τα ήδη υφιστάμενα καταστήματα παρουσίαζαν κέρδη.
Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια λειτουργίας του καταστήματος από τον εγκαλούντα, διαπιστώθηκαν σειρά προβλημάτων στην εκτέλεση των παραγγελιών, υπέρμετρα υψηλές τιμές των προϊόντων που του προμήθευαν σε σχέση με την αγορά, με άμεση συνέπεια τη συρρίκνωση του όποιου επιχειρηματικού κέρδους και την έλλειψη ανταγωνιστικότητας των εν λόγω προϊόντων. Υπήρξαν περιπτώσεις κατά τις οποίες ο εγκαλών αναγκάστηκε να απευθυνθεί σε άλλους προμηθευτές, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες της επιχείρησης του, λόγω της μη εκτέλεσης των παραγγελιών από την πλευρά των κατηγορουμένων Εξάλλου, οι κατηγορούμενοι, στην ουσία, ωφελούνταν απ' την υπερτιμολόγηση των προϊόντων, καθώς υποχρέωναν τους δικαιοδόχους, βάσει των όρων των συμφωνητικών franchising που υπέγραφαν μετ' αυτών, να προμηθεύονται αποκλειστικώς προϊόντα από την εταιρεία τους. Ο εγκαλών ο οποίος ανέλαβε με δικά του έξοδα την κατασκευή, διαμόρφωση και εξοπλισμό του καταστήματος του κατά το ποσόν των 94.666,64 ευρώ, από ερευνά που διεξήγαγε θορυβημένος από πληροφορίες δυσμενείς που ελάμβανε από την αγορά σε βάρος των κατηγορουμένων, διαπίστωσε ότι είχαν υποβληθεί μηνύσεις και αγωγές και από άλλους franchisees (δικαιοδόχους) κατ' αυτών, καθώς και ότι το ποσόν των εξόδων κατά το οποίο είχε αυτός επιβαρυνθεί ήτοι 94.666,64 ευρώ ήταν κατά πολύ μικρότερο, στην πραγματικότητα, καθόσον, από την αντιπαραβολή των τιμολογίων που βρέθηκαν στα χέρια του με εκείνων του προμηθευτή επίπλων των κατηγορουμένων, παρατηρήθηκαν διαφορές στις τιμές όπως π.χ. στο δρύινο έπιπλο κάβας το οποίο, ενώ κόστισε 2.548.000 δρχ., του χρεώθηκε 4.543.000 δρχ. και στο έπιπλο τύπου "γόνδολας" ξηρών καρπών το οποίο ενώ κόστισε 566.000 δρχ. του χρεώθηκε 1.026.000 δρχ. κ.ο.κ. Όσον αφορά στους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου Χ1, όπως αυτοί εκτίθενται και με το απολογητικό του υπόμνημα, περί μη συμμετοχής του στην ως άνω πράξη της κακουργηματικής απάτης, ως αυτή προεκτίθεται αναλυτικά, σε βάρος του εγκαλούντα Ψ, κρίνονται αυτοί ως μη βάσιμοι και αναληθείς, καθόσον από την εκτίμηση όλου του αποδεικτικού υλικού (καταθέσεις μαρτύρων και έγγραφα) προκύπτει ότι ήταν παρών σε όλες τις επαφές που είχε ο εγκαλών μετά του πρώτου κατηγορουμένου και ότι από κοινού ενεργώντας με αυτόν έπεισαν τον εγκαλούντα με τις ως άνω αναφερόμενες παραστάσεις τους και όντες σε επαφή μαζί του για μεγάλο χρονικό διάστημα, να προβεί στην ως άνω δυσμενή γι' αυτόν συνεργασία.
Σημειωτέον ότι αν ο εγκαλών γνώριζε την αλήθεια, δεν θα δεχόταν να συνάψει για λογαριασμό της εταιρίας του την ως άνω σύμβαση δικαιόχρησης.
Η ως άνω δε απατηλή συμπεριφορά των κατηγορουμένων είχε ως συνέπεια, όπως προεκτέθηκε, να υποστούν ζημία ο εγκαλών Ψ και η εταιρία που αυτός εκπροσωπούσε με την επωνυμία "Ψ και Σια Ε.Ε." ανερχόμενη: α) στο ποσό των 14.673,51 ευρώ, που κατεβλήθη σ' αυτούς, από τον εγκαλούντα ως εφάπαξ τέλος εισόδου (entry fee) και β) στο ποσό των 94.666,66 ευρώ, το οποίο ο εγκαλών και διαχειριστής της παθούσας εταιρίας αναγκάστηκε να τους καταβάλει στα πλαίσια ρητού συμβατικού όρου της ως άνω σύμβασης δικαιόχρησης, με τον οποίο οριζόταν, ως προεκτέθηκε, ότι η εταιρία του εγκαλούντα (δικαιοδόχος του σήματος) αναλαμβάνει όλα τα έξοδα κατασκευής, διαμορφώσεως και εξοπλισμού του καταστήματος, στο οποίο θα λειτουργούσε η επιχείρηση του εγκαλούντα, με το εν λόγω σύστημα της δικαιοχρήσεως. Κατά το συνολικό δε ποσό των 109.340 ευρώ ζημιώθηκε η περιουσία του εγκαλούντα και της εταιρίας του με αντίστοιχη παράνομη ωφέλεια του εκκαλούντα κατηγορουμένου Χ1 και του συγκατηγορουμένου του Χ2.
Ως προς δε το νομικό σκέλος της προκειμένης υποθέσεως το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε ότι :
ΕΠΕΙΔΗ από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 386 παρ. 3β-1 Π.Κ. ως ισχύουν, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών σε όποιον, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, αν το συνολικό περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το χρηματικό ποσό των 73.000 ευρώ. Ούτω προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών, από την οποία σαν παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις (Συμβ. Α.Π. 5/2001, Π.Λ. 2001, 35, Α.Π. 1155/2000 Π.Χ. ΝΑ', 399, Α.Π. 401/92, Συμ. Π.Χ. MB 527, Α.Π. 2096/92 Συμ. Π.Χ. MB 1193, Α.Π. 1270/93 ΠΧ ΜΓ 1023, Α.Π. 728/93 Π.Χ. ΜΓ 643, ΧΩΡΑΦΑ ΠΟΙΝ. ΔΙΚ. εκδ. 9η, 268, Μπουρόπουλου, Ερμ. Ποιν. Κωδ. τ. Γ, 68 επ.). Ειδικότερα παραπλάνηση σε ανοχή νοείται όταν ο πλανώμενος επιτρέπει στο δράστη την παράνομη συμπεριφορά. Περαιτέρω κατά την έννοια της διάταξης αυτής γεγονός νοείται το πραγματικό περιστατικό που αναφέρεται στο παρελθόν ή υπάρχει τουλάχιστον στο παρόν ή συμβαίνει κατά τη στιγμή της βεβαιώσεως, όχι όμως και εκείνο που μπορεί να συμβεί στο μέλλον. Έτσι η υπόσχεση εκπληρώσεως παροχής σε μελλοντικό χρόνο συνδυαζόμενη με ψευδή παράσταση ενός εσωτερικού γεγονότος ως αληθινού, όπως είναι η ενδιάθετη πρόθεση του δράστη να μην εκτελέσει τη συμβατική ή νόμιμη υποχρέωση του στο μέλλον, δεν εμπίπτει στην έννοια του γεγονότος και άρα με αυτήν δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της απάτης. Πράγματι στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ενδεχομένως μόνο αστική διαφορά, γιατί η υπόσχεση εκπλήρωσης παροχής στο μέλλον με την πρόθεση αθέτησης της δεν έχει εξωτερική υπόσταση και δεν υποπίπτει άμεσα στις αισθήσεις εκείνου προς τον οποίο δίνεται, αφού αναφέρεται στην ενδόμυχη πρόθεση του δράστη και στη διάνοια αυτού που τη δίνει (Α.Π. 1816/1999 ΝΒ. 48, 528, ΣΥΜΒ. Α.Π. 1099/1997, ΝΒ. 46, 554, Συμβ. Α.Π. 1269/96 ΝοΒ. 45, 495, Α.Π. 1231/97 Π.Χ. ΜΗ, 457, ΣΥΜΒ. Α.Π. 329/1999 Π.Χ. ΜΘ, 1086). Στοιχειοθετείται όμως το έγκλημα της απάτης όταν οι αναληφθείσες συμβατικές υποχρεώσεις συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή στο παρελθόν, κατά τρόπο ώστε να δημιουργούν στον απατώμενο την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς καταστάσεως από το δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του (Α.Π. 299/1998 Π.Χρ. ΜΗ', 907 Α.Π. 691/1997 ΝΟΒ. 1998, 259. Π.ΧΡ. ΜΗ', 176). Ενδεχόμενος δόλος αρκεί ως προς όλες τις κατευθύνσεις πλην της παραστάσεως των ψευδών γεγονότων για την οποία απαιτείται ρητώς "γνώση", ήτοι άμεσος δόλος και όχι απλώς ενδεχόμενος.
Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το υπ' αριθμ. 1802/21-9-2009 προσβαλλόμενο βούλευμα δεν διέλαβε σ' αυτό την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση φερομένης ως τελεσθείσης κακουργηματικής απάτης εκ μέρους τόσο του νυν αναιρεσείοντος Χ1 όσο και του συμπαραπεμπομένου και μη ασκήσαντος ένδικα μέσα κατά του υπ' αριθμ. 3748/29-12-2008 πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών Χ2 αδελφού του (αναιρεσείοντος) και συγκεκριμένα σχετικά με το πραγματικό ύψους του παρανόμου οφέλους το οποίο προσπορίσθηκαν ο νυν αναιρεσείων και ο συμπαραπεμπόμενος και μη ασκήσας ένδικα μέσα αδελφός αυτού (Χ2), δοθέντος ότι δεν διευκρινίζεται εάν εκτός από το φερόμενο ως παράνομο περιουσιακό όφελος των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ΕΥΡΩ που καταβλήθηκαν από τον μηνυτή Ψ στον αναιρεσείοντα και στον αδελφό του ως εφάπαξ τέλος εισόδου (entry Fee) ποιο ήταν το πραγματικό ποσό εξόδων που δαπανήθηκε για την κατασκευή, διαμόρφωση και εξοπλισμό του καταστήματος στο οποίο λειτούργησε η επιχείρηση του εγκαλούντος Ψ, που φέρεται να δαπάνησαν ο αναιρεσείων και ο αδελφός του ως συνδιαχειριστές της εταιρείας "ΝΟΣΤΙΜΟ ΤΡΟΦΙΜΑ - ΠΟΤΑ ΑΕΒΕ", εν τοις πράγμασι ο πρώτος, αφού το ποσό των 94.666,66 ΕΥΡΩ προφανώς δεν απεικονίζει τα πραγματικώς καταβληθέντα έξοδα με αποτέλεσμα να μην είναι ευχερής εν προκειμένω η διάκριση μεταξύ κακουργηματικής και πλημμεληματικής απάτης. Εκτός τούτου πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω εάν ήταν η εταιρεία "ΝΟΣΤΙΜΟ ΤΡΟΦΙΜΑ - ΠΟΤΑ ΑΕΒΕ" με το σήμα "MOUSSES" που διαχειρίζοντο ο αναιρεσείων και ο αδελφός του φερέγγυα στις 28-12-2001 όταν υπεγράφη μεταξύ αυτής και της εταιρείας "Ψκαι ΣΙΑ ΕΕ" που εκπροσωπούσε ο εγκαλών το ιδιωτικό συμφωνητικό δικαιοχρήσεως (franshing) ή όχι.
Με αυτά τα δεδομένα πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, όχι μόνο ως προς τον αναιρεσείοντα Χ1 αλλά και ως προς τον μη ασκήσαντα ένδικα μέσα Χ2 λόγω του επεκτατικού αποτελέσματος του ασκουμένου ενδίκου μέσου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 469 Κ.Π.Δ. διότι οι προτεινόμενοι λόγοι δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 485 παρ. 1 και 519 Κ.Π.Δ.
Κατόπιν τούτου κατ' εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 484 Κ.Π.Δ. εφόσον η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως είναι εμπρόθεσμη και νομότυπη ο Άρειος Πάγος εξετάζει και αυτεπαγγέλτως τους υπό λοιπούς λόγους αναιρέσεως που περιέχονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 484 Κ.Π.Δ.
Από την εν λόγω εξέταση προκύπτει εν προκειμένω ότι πράγματι η αξιόποινη πράξη της κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση απάτης από την τέλεση της οποίας η φερομένη ως προξενηθείσα ζημία και το αντίστοιχο όφελος υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ΕΥΡΩ ανεξάρτητα εάν σύμφωνα με τα προεκτεθέντα πρόκειται για κακουργηματική ή πλημμεληματική απάτη, δεν πρόκειται για απάτη που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση αλλά για άπαξ τελεσθείσα απάτη, καθόσο κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Έτσι επί απάτης, τόσο μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προηγήθηκε, από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα τελείται μία πράξη απάτης και όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατώμενο πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ τελεσθείσης πλάνης ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους διαδοχικές δηλαδή επιζήμιες πράξεις, ο δε χρόνος τελέσεως της απάτης αυτής συμπίπτει με την τελική ολοκλήρωση της απατηλής συμπεριφοράς και είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη σύμφωνα με την ασκηθείσα ποινική δίωξη βλέπετε Α.Π. 2251/2002 Πράξη και Λόγος Π.Δ. 2002, 542, Α.Π. 1639/2002, Α.Π. 1310/2001 Ποιν. Λόγος 2001, 1813, Α.Π. 1318/2001 ΝοΒ 2002, 555, Α.Π. 1155/2000 Ποιν. Χρ. ΝΑ', 399, Α.Π. 737/2003).
Με βάση συνεπώς τα ανωτέρω εκτεθέντα κατ' ορθό χαρακτηρισμό, η πράξη της απάτης σύμφωνα με την ασκηθείσα ποινική δίωξη που αποδίδεται στον νυν αναιρεσείοντα Χ1 ως από κοινού τελεσθείσα με τον μη ασκήσαντα ένδικα μέσα συμπαραπεμπόμενο αδελφό του Χ2χι κατ' εξακολούθηση (άρθρο 26 παρ. 1 α, 27, παρ. 1, 45 και 386 παρ. 1β - α, 3β Π.Κ.) και μέλει να αποδεχθεί κατά τα προεκτεθέντα εαν πρόκειται για κακουργηματική ή για πλημμεληματική απάτη.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω :
Α)Να γίνει δεκτή η υπ' αριθμ. 180/8-10-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 1802/21-9-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Β)Να αναιρεθεί στο σύνολό του το ανωτέρω υπ' αριθμ. 1802/21-9-2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Γ)Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Αθήνα 25-1-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται στο Συμβούλιο αυτό η με αριθμό 180/8-10-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά του με 1802/21-9-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ' ουσία η υπ' αριθμ. 30/26-1-2009 έφεση του κατηγορουμένου και νυν αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθμ. 3748/29-12-2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για την αξιόποινη πράξη της κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση από της από την οποία η προξενηθείσα ζημία και το αντίστοιχο όφελος υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ ή 25.000.000 δραχμών (άρθρα 26 παρ. 1 α, 27 παρ.1, 45, 98 και 386 παρ. 1 β - α, 3β Π.Κ. όπως η παράγραφος 3 του άρθρου 386 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/3-6-1999 ενώ τα ποσά μετατράπηκαν σε ευρώ με τα άρθρα 3-5 του Ν. 2943/2001). Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να εξετασθεί.
Από τη διάταξη του άρθρου 386 §§ 1,3 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος; α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Ως γεγονότα κατά την έννοια του αρ. 386 Π.Κ. νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή τα αναγόμενα στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή πραγματική κατάσταση ή δυνατότητα του δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε υπάρχει γεγονός που θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης.
Επίσης από την παρ. 1 του άρθρου 98 του ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της αποφάσεως για την τέλεσή τους και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Στην παραπάνω διάταξη, προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ, 1 του Ν.2721/1999 δεύτερη παράγραφος, σύμφωνα με την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος. Σημειώνεται ότι από το άρ. 98 του ΠΚ προκύπτει ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής, εις το δικαστήριο δε της ουσίας εναπόκειται η κρίση, αν πλείονες ομοειδείς πράξεις του αυτού προσώπου δύνανται να θεωρηθούν ότι τελούν σε ενότητα εγκληματικής αποφάσεως, ως εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 45 του Π,Κ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο από κοινού νοείται ο κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι ενεργούν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές χωρίς αναγκαία να αναφέρονται στην απόφαση ή το βούλευμα και οι επιμέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς.
Περαιτέρω έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λύγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. ε ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τη διεξαχθείσα ανάκριση ή προανάκριση, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με δικές τους σκέψεις, και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες-απολογία κατηγορουμένου-έγγραφα), προέκυψαν κατά την ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Κατά το χρονικό διάστημα από αρχές του έτους 2001 μέχρι και τα τέλη του έτους 2001 ο πρώτος των κατηγορουμένων, Χ2, ήταν νόμιμος εκπρόσωπος ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος Δ. Σ. της Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΟΣΤΙΜΟ ΤΡΟΦΙΜΑ-ΠΟΤΑ ΑΕΒΕ" με έδρα την Αθήνα (...) που είχε ως αντικείμενό της, εκτός των άλλων, την εμπορία ξηρών καρπών, ποτών και συναφών ειδών, ενώ ο δεύτερος των κατηγορουμένων Χ1, ως άμεσος συνεργάτης της παραπάνω εταιρείας, ήταν υπεύθυνος ανάπτυξης των καταστημάτων και προώθησης του εμπορικού τομέα αυτής. Ο εγκαλών, Ψ, περί τις αρχές του ιδίου έτους 2001, θέλοντας να ασκήσει εμπορική επιχειρηματική δραστηριότητα και ερευνώντας πιθανές προοπτικές και δυνατότητες ήρθε σε επικοινωνία με τους ως άνω κατηγορουμένους, οι οποίοι δραστηριοποιούνταν στον τομέα της εμπορίας τροφίμων και ποτών και αναζητούσαν υποψηφίους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες, προκειμένου να προωθήσουν τα προϊόντα της εταιρείας τους, μέσα από καταστήματα με το σήμα "MOYSSES", αποκλειστική δικαιούχος του οποίου ήταν η ως άνω εταιρεία, όπως προκύπτει και από την υπ' αριθμ. 7015/99 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων (Δημοσίευση ΔΕΔΙ 12/31-12-99), κατ' εφαρμογή του συστήματος δικαιόχρησης (franchising). Κατά τη διάρκεια των ως άνω επαφών του εγκαλούντος μετά των κατηγορουμένων, αυτοί του παρουσίασαν την εταιρεία που εκπροσωπούσαν ως μία εκ των πλέον φερέγγυων εταιρειών της αγοράς, με μεγάλα περιθώρια κέρδους, του παρέστησαν ότι ήταν σε θέση να προσφέρουν στον εγκαλούντα στην περίπτωση συνάψεως συμβάσεως δικαιοχρήσεως ολοκληρωμένο πακέτο τεχνογνωσίας, διαφήμισης, εκπαίδευσης και υποστήριξης, ότι τα προϊόντα που εμπορεύονταν είχαν τη δυνατότητα να τα διαθέτουν σε χαμηλές τιμές και ως εκ τούτου, ήταν ανταγωνιστικά, ότι διέθεταν την τεχνογνωσία και την εμπειρία για την πλήρη οργάνωση και λειτουργία αντίστοιχου καταστήματος, ότι τα ήδη υφιστάμενα και λειτουργούντα καταστήματα της ίδιας αλυσίδας με το σήμα "MOYSSES" είχαν μεγάλα κέρδη, τα οποία, σύμφωνα με τις δικές τους αναφορές, αναμένονταν να ανέλθουν σε ποσό 25.000.000 δρχ. (73.000,00 ευρώ), ενώ κατά προσέγγιση, το συνολικό κόστος για την κατασκευή, διαμόρφωση και εξοπλισμό του καταστήματος, τη λειτουργία του οποίου θα αναλάμβανε ο εγκαλών, ανερχόταν στα 95.000,00 ευρώ (μεταξύ άλλων, αγορά κλιματιστικών, ψυγείων, μηχανών καφέ, εξωτερικών πινακίδων, επίπλων κλπ). Επιπλέον, κατά τη διάρκεια των επαφών αυτών μετά των κατηγορουμένων, και σε περίπτωση σύμβασης τύπου franchising, ο εγκαλών όφειλε να καταβάλει ένα εφάπαξ τέλος εισόδου (entry fee) ποσού 5.000.000 δρχ. (14.673,51 ευρώ), καθώς και τα έξοδα για την κατασκευή, διαμόρφωση και εξοπλισμό, ως προαναφέρεται. Αποτέλεσμα των παραπάνω επικοινωνιών και επαφών του εγκαλούντα, ήταν αυτός να πεισθεί από τις ως άνω εκτιθέμενες αναφορές και παραστάσεις τους και να προβεί, κατόπιν υπόδειξης τους, στη σύσταση ετερόρρυθμης εταιρείας, την 19/11/2001, με την επωνυμία "Ψ & ΣΙΑ Ε.Ε." στην οποία ο εγκαλών συμμετείχε κατά ποσοστό 90% ως ομόρρυθμο μέλος και ο Δ κατά ποσοστό 10% ως ετερόρρυθμο μέλος και όπου ορίστηκε ως διαχειριστής, αποκλειστικά, ο εγκαλών. Ακολούθως δε, ο εγκαλών, εκπροσωπώντας την παραπάνω ετερόρρυθμη εταιρεία προέβη στη σύναψη του από 28/12/2001 συμφωνητικού δικαιοχρήσεως (franchising) δεκαετούς διάρκειας, καθόσον, κύριος σκοπός της σύστασης της ετερόρρυθμης ως άνω εταιρείας ήταν η προώθηση των προϊόντων της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΝΟΣΤΙΜΟ ΤΡΟΦΙΜΑ-ΠΟΤΑ ΑΕΒΕ", με το σήμα "MOYSSES" του οποίου ήταν εκείνη η αποκλειστική δικαιούχος. Ως εκ των υστέρων, όμως όπως αποδείχθηκε, τα προαναφερθέντα υπό των κατηγορουμένων ήταν ψευδή, καθόσον η εταιρεία την οποία εκπροσωπούσαν δεν ήταν φερέγγυα, αφού όφειλε ήδη κατά το χρονικό εκείνο διάστημα, μεγάλα χρηματικά ποσά προς το ΙΚΑ, προς το Δημόσιο και προς τρίτους, ούτε υπήρχαν μεγάλα περιθώρια κέρδους, αλλά ούτε και τα προϊόντα που εμπορεύονταν είχαν τη δυνατότητα και την πρόθεση να τα διαθέτουν σε χαμηλές τιμές, με συνέπεια, να μην είναι αυτά ανταγωνιστικά. Περαιτέρω, οι κατηγορούμενοι δεν διέθεταν την τεχνογνωσία και την εμπειρία για την πλήρη οργάνωση και λειτουργία αντίστοιχου καταστήματος, ούτε τα ήδη υφιστάμενα καταστήματα παρουσίαζαν κέρδη. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια λειτουργίας του καταστήματος από τον εγκαλούντα, διαπιστώθηκαν σειρά προβλημάτων στην εκτέλεση των παραγγελιών, υπέρμετρα υψηλές τιμές των προϊόντων που του προμήθευαν σε σχέση με την αγορά, με άμεση συνέπεια τη συρρίκνωση του όποιου επιχειρηματικού κέρδους και την έλλειψη ανταγωνιστικότητας των εν λόγω προϊόντων. Υπήρξαν περιπτώσεις κατά τις οποίες ο εγκαλών αναγκάστηκε να απευθυνθεί σε άλλους προμηθευτές, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες της επιχείρησης του, λόγω της μη εκτέλεσης των παραγγελιών από την πλευρά των κατηγορουμένων Εξάλλου, οι κατηγορούμενοι, στην ουσία, ωφελούνταν απ' την υπερτιμολόγηση των προϊόντων, καθώς υποχρέωναν τους δικαιοδόχους, βάσει των όρων των συμφωνητικών franchising που υπέγραφαν μετ' αυτών, να προμηθεύονται αποκλειστικώς προϊόντα από την εταιρεία τους. Ο εγκαλών ο οποίος ανέλαβε με δικά του έξοδα την κατασκευή, διαμόρφωση και εξοπλισμό του καταστήματος του κατά το ποσόν των 94.666,64 ευρώ, από έρευνα που διεξήγαγε θορυβημένος από πληροφορίες δυσμενείς που ελάμβανε από την αγορά σε βάρος των κατηγορουμένων, διαπίστωσε ότι είχαν υποβληθεί μηνύσεις και αγωγές και από άλλους franchisees (δικαιοδόχους) κατ' αυτών, καθώς και ότι το ποσόν των εξόδων κατά το οποίο είχε αυτός επιβαρυνθεί ήτοι 94.666,64 ευρώ ήταν κατά πολύ μικρότερο, στην πραγματικότητα, καθόσον, από την αντιπαραβολή των τιμολογίων που βρέθηκαν στα χέρια του με εκείνων του προμηθευτή επίπλων των κατηγορουμένων, παρατηρήθηκαν διαφορές στις τιμές όπως π.χ. στο δρύινο έπιπλο κάβας το οποίο, ενώ κόστισε 2.548.000 δρχ., του χρεώθηκε 4.543.000 δρχ. και στο έπιπλο τύπου "γόνδολας" ξηρών καρπών το οποίο ενώ κόστισε 566.000 δρχ. του χρεώθηκε 1.026.000 δρχ. κ.ο.κ.
Όσον αφορά στους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου Χ1, όπως αυτοί εκτίθενται και με το απολογητικό του υπόμνημα, περί μη συμμετοχής του στην ως άνω πράξη της κακουργηματικής απάτης, ως αυτή προεκτίθεται αναλυτικά, σε βάρος του εγκαλούντα Ψ, κρίνονται αυτοί ως μη βάσιμοι και αναληθείς, καθόσον από την εκτίμηση όλου του αποδεικτικού υλικού (καταθέσεις μαρτύρων και έγγραφα) προκύπτει ότι ήταν παρών σε όλες τις επαφές που είχε ο εγκαλών μετά του πρώτου κατηγορουμένου και ότι από κοινού ενεργώντας με αυτόν έπεισαν τον εγκαλούντα με τις ως άνω αναφερόμενες παραστάσεις τους και όντες σε επαφή μαζί του για μεγάλο χρονικό διάστημα, να προβεί στην ως άνω δυσμενή γι' αυτόν συνεργασία. Σημειωτέον ότι αν ο εγκαλών γνώριζε την αλήθεια, δεν θα δεχόταν να συνάψει για λογαριασμό της εταιρίας του την ως άνω σύμβαση δικαιόχρησης. Η ως άνω δε απατηλή συμπεριφορά των κατηγορουμένων είχε ως συνέπεια, όπως προεκτέθηκε, να υποστούν ζημία ο εγκαλών Ψ και η εταιρία που αυτός εκπροσωπούσε με την επωνυμία "Ψ και Σια Ε.Ε." ανερχόμενη: α) στο ποσό των 14.673,51 ευρώ, που κατεβλήθη σ' αυτούς, από τον εγκαλούντα ως εφάπαξ τέλος εισόδου (entry fee) και β) στο ποσό των 94.666,66 ευρώ, το οποίο ο εγκαλών και διαχειριστής της παθούσας εταιρίας αναγκάστηκε να τους καταβάλει στα πλαίσια ρητού συμβατικού όρου της ως άνω σύμβασης δικαιόχρησης, με τον οποίο οριζόταν, ως προεκτέθηκε, ότι η εταιρία του εγκαλούντος (δικαιοδόχος του σήματος) αναλαμβάνει όλα τα έξοδα κατασκευής, διαμορφώσεως και εξοπλισμού του καταστήματος, στο οποίο θα λειτουργούσε η επιχείρηση του εγκαλούντος, με το εν λόγω σύστημα της δικαιοχρήσεως.
Κατά το συνολικό δε ποσό των 109.340 ευρώ ζημιώθηκε η περιουσία του εγκαλούντος και της εταιρίας του με αντίστοιχη παράνομη ωφέλεια του εκκαλούντος κατηγορουμένου, Χ1 και του συγκατηγορουμένου του Χ2.
Ενόψει αυτών, έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, φερόμενης ως τελεσθείσας κακουργηματικής απάτης από την οποία η προξενηθείς ζημίας και το αντίστοιχο όφελος υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ, εκ μέρους τόσο του νυν αναιρεσείοντος Χ1, όσο και του συμπαραπεμπομένου και μη ασκήσαντος ένδικα μέσα κατά του υπ' αριθμ. 3748/29-12-2008 πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, Χ2, αδελφού του (άρθρα 26 §1α, 27 §1, 45, 98 και 386 §1β-α, 3β ΠΚ).
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, και παρέπεμψε αυτόν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), για να δικαστεί για την άνω κακουργηματική πράξη, επικυρώνοντας το βούλευμα, ως προς την παραπομπή του κατηγορουμένου άνω διάταξή του, διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης για την οποία παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστεί, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ανωτέρω παρατεθείσες, διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το ότι ο αναιρέσειων - κατηγορούμενος (από κοινού με τον μη ασκήσαντα αναίρεση συγκατηγορούμενό του) είχε σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, ότι εν γνώσει του παρέστησε ψευδή γεγονότα ως αληθινά στον εγκαλούντα, παρασιωπώντας αληθινά γεγονότα και ότι με τις παραπλανητικές αυτές ενέργειές του, όπως παραπάνω στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρονται, επέφερε βλάβη στην περιουσία του εγκαλούντος και της άνω εταιρίας του, που ανέρχεται στο ποσό των 109.340 ΕΥΡΩ, δηλαδή, υπερβαίνουσα το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ. Εξάλλου, υπάρχει ειδική αιτιολογία, για την κατ' εξακολούθηση τέλεση από τον κατηγορούμενο (από κοινού με τον άνω συγκατηγορούμενό του) σε βάρος του εγκαλούντος της εν λόγω αξιόποινης πράξεως της απάτης, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, κατά την κρίση του Συμβουλίου Εφετών, που έκρινε την υπόθεση κατ' ουσίαν, οι πλείονες ομοειδείς παραπλανητικές ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις γεγονότων του αναιρεσείοντος (και του συγκατηγορουμένου του) προς τον εγκαλούντα, που αναφέρονταν στο παρόν και το παρελθόν, σε σχέση με το χρόνο (τότε) που δόθηκαν, κατά τρόπον ώστε να δημιουργούν στον απατώμενο εγκαλούντα την εντύπωση μελλοντικής εκπληρώσεως των υποσχέσεων, με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από αυτόν και το συγκατηγορούμενό του. Επίσης, υπάρχει και ειδική αιτιολογία και για το άνω ποσό της ζημίας του εγκαλούντος και της εταιρίας του, με αντίστοιχη ωφέλεια του εγκαλούντος και της εταιρίας του, με αντίστοιχη ωφέλεια του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου. Επίσης, ο αναιρεσείων με τον ισχυρισμό ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, προβάλλει την αιτίαση ότι ουδεμία ανάμειξη είχε στα επιχειρηματικά σχέδια της εταιρίας, η δε θέση του σε αυτή ήταν "υπάλληλος γραφείου", καθήκοντα δε υπαλλήλου Ανάπτυξης, είχαν ανατεθεί στον ... και το συμφωνητικό δικαιόχρησης ανάμεσα στην εταιρία του εγκαλούντος "ΝΟΣΤΙΜΟ ΑΕΒΕ" και την εταιρία "ΠΟΤΑ ΑΕΒΕ", υπογράφηκε από το συγκατηγορούμενό του, Χ2. Και ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, αφού υιοθέτησε πλήρως την εσφαλμένη πρόταση του Εισαγγελέα, επαναλαμβάνοντας τα όσα διαλαμβάνονται σε αυτή. Αβάσιμα όμως, καθόσον είναι επιτρεπτή στο προσβαλλόμενο βούλευμα, η μερική ή ολική αναφορά με παραπομπή με αυτό στην ενσωματωμένη στο βούλευμα Εισαγγελική πρόταση, έχει γίνει δε δεκτό με το άνω βούλευμα, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ήταν υπεύθυνος ανάπτυξης καταστημάτων και προώθησης του εμπορικού τομέα της ανώνυμης εταιρίας, στην οποία Πρόεδρος, και Διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο συγκατηγορούμενος αδελφός του.
Τέλος το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του αιτιολογημένα απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του, αφού δέχθηκε ότι αυτή με τα μνημονευόμενα σ' αυτό μέσα εξέθεσε επαρκώς τις απόψεις του. Κατά συνέπεια ο σχετικός λόγος που προβάλλει για απόλυτη ακυρότητα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επίσης, το Συμβούλιο Εφετών, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο αναιρεσείων. Ούτε επίσης εμφιλοχώρησε οποιοδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων.
Κατόπιν αυτών, τα παράπονα που διατυπώνει ο αναιρεσείων ότι εσφαλμένα με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έγινε με αυτό δεκτή η έφεση του κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, είναι αβάσιμα. Ακολούθως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα, αλλά και ο από το αυτό άρθρο στοιχ. δ', για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Οι λοιπές δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, με την επίκληση του άνω λόγου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Οκτωβρίου 2009 αίτηση του Χ1 (αριθμός 180/2009 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών) για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1802/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση από την οποία η προξενηθείσα ζημιά και το αντίστοιχο όφελος υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 €. Έννοια όρων. Το κατ' εξακολούθηση έγκλημα αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής, εις το δικαστήριο δε της ουσίας εναπόκειται η κρίση αν πλείονες ομοειδείς πράξεις του αυτού προσώπου δύνανται να θεωρηθούν ότι τελούν σε ενότητα εγκληματικής αποφάσεως ως εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος. Λόγος της αιτήσεως, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με την αιτίαση ότι ήταν απλός υπάλληλος της ανώνυμης εταιρίας, στην οποία νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο συγκατηγορούμενος αδελφός του, κατ' εσφαλμένη κρίση, δεν έγινε δεκτή η έφεση του κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού για κακουργηματική απάτη, βουλεύματος. Αίτημα να εξεταστούν αυτεπαγγέλτως και οι λοιποί από το άρθρο 484 § 1 ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Συναυτουργία, Εξακολουθούν έγκλημα.
| 0
|
Αριθμός 1486/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις
των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Χ1 και 2)Χ2, κατοίκων ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μελανίτη, για αναίρεση της 8606/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με συγκατηγορούμενη την Χ3 και
πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Κουκούτση. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 28 Ιανουαρίου 2010 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως και στους από 8 Απριλίου 2010 προσθέτους λόγους του Χ2, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 235/2010.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι από 28-1-2010, με ξεχωριστά δικόγραφα, που επιδόθηκαν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (αριθμ.πρωτοκ.739 και 738/1-12-2010 αντίστοιχα), ασκηθείσες νομότυπα και εμπρόθεσμα, αιτήσεις αναιρέσεως των :1)Χ2 και 2)Χ1, καθώς και οι, από τον πρώτο αναιρεσείοντα, με το από 8-4-2010 δικόγραφο, που έχει κατατεθεί στις 9-4-2010 στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου πρόσθετοι λόγοι, είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν, τόσο οι αιτήσεις αναιρέσεως, όσο και οι πρόσθετοι λόγοι με την αίτηση του πρώτου αναιρεσείοντος. Από τη διάταξη του άρ. 229 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει όχι υπαίτιος της πράξης της ψευδούς καταμηνύσεως είναι εκείνος που εν γνώσει του καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του. Πα τη στοιχειοθέτηση της πράξης αυτής, απαιτείται η πράξη, που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να απέβλεπε με αυτήν στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας της καταδικαστικής για ψευδή καταμήνυση απόφασης, πρέπει, εκτός άλλων, να εξειδικεύεται η καταμηνυθείσα πράξη, να αναφέρονται ο επιδιωκόμενος από το δράστη της ψευδούς καταμήνυσης σκοπός, και επί πλέον, δεδομένου ότι για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του άνω εγκλήματος απαιτείται ειδικός δόλος, δηλαδή γνώση του δράστη ότι η ανακοίνωση ή καταμήνυση είναι ψευδής, η απόφαση πρέπει να αιτιολογείται ειδικά με παράθεση των περιστατικών τα οποία δικαιολογούν τη γνώση αυτή αλλιώς είναι αναιρετέα με βάση τον προαναφερόμενο λόγο. Περαιτέρω από τη διάταξη του αρ.224 παρ.2 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) Ο μάρτυρας να εκθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής η οποία είναι αρμόδια για την ένορκη εξέταση του, β) τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη του πιο πάνω εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τα γεγονότα που κατέθεσε. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 (προηγούμενη) το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει, ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρόν ή το παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ,' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως, κατά τα ανωτέρω, επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, άμεσος δηλαδή δόλος, πρέπει η ύπαρξη τέτοιου δόλου να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή. Εξάλλου, για την ύπαρξη της άνω αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδήλωνε! ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 8606/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι, ο μεν πρώτος ψευδούς καταμηνύσεως, η δε δεύτερη: α)ψευδορκίας μάρτυρα και β)συκοφαντικής δυσφημήσεως και τους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών στον πρώτο και συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών στη δεύτερη, η εκτέλεση των οποίων ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2 και η σύζυγος του δεύτερη κατηγορουμένη, Χ1, κατοικούν στο ... στη οδό ..., ενώ στη διπλανή οικοδομή επί της οδού ..., διαμένουν στον ενιαίο 3° και 4° όροφο ο ιδιοκτήτης Ψ, και στον 2° όροφο ως μισθωτής ο μάρτυρας Ρ. Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2 στις 12.04.2002 υπέβαλε κατά του Ρ, την από 12.04.2002 μήνυση του, με την οποίαν τον κατηγορούσε ότι δηλητηρίασε ένα από τα σκυλιά του με φόλα που έβαλε σε μπιφτέκι και εν συνεχεία το έριξε στον κήπο του. Ο Ρ αθωώθηκε με την 106089/27.07.2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Στη δίκη αυτή κατέθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης του ο Ψ. Με αφετηρία το ως άνω γεγονός, ο Χ2 έχει υποβάλει τόσο κατά του Ρ, όσον και κατά του νυν εγκαλούντα Ψ, σωρεία μηνύσεων για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα, συκοφαντική δυσφήμηση κλπ. Μεταξύ αυτών και την από 16.09.2002 μήνυση του για συκοφαντική δυσφήμηση, μετά μάλιστα από αναφορά παραπόνων στο Α.Τ. ... στις 4.9.2002. Με τη μήνυση του αυτή (16.09.2002) ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι ο νυν εγκαλών Ψ τέλεσε σε βάρος του την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και συγεκριμένα ότι "έτσι, στις 03.09.2002, ημέρα Τρίτη, περί ώρα περίπου 19.00, ενώ ποτίζαμε τα φυτά μας, στον κήπο μας, δηλαδή είμεθα παρόντες εγώ, η μητέρα μου και η σύζυγος μου, ακούσαμε μια ανδρική φωνή, να έρχεται από την ταράτσα της οικίας του κ.Ψ, και η φωνή έλεγε επί λέξει "ρίξτε και από δω τίποτα". Σηκώσαμε τα κεφάλια μας, προς τα άνω, και είδαμε τον κ.Ψ γυμνό, να σκύβει προς εμάς, στο πεζούλι της ταράτσας της οικίας του, και να μας ομιλεί. Κατόπιν τούτου, τον ρώτησα -"τι εννοείτε κύριε"- και τότε ο κύριος Ψ μου είπε επί λέξει: "Να ρίξεις και στο ... (όνομα του σκύλου του κ.Ψ) καμία φόλα γιατί ζηλεύει". Ο κ. Ψ δηλαδή ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων, δηλαδή των προσώπων της οικογένειας του που άκουγαν, συκοφαντικό γεγονός, δηλαδή ότι "δήθεν με φόλα στο παρελθόν εγώ τελικά σκότωσα το σκυλί μου" και σκωπτικώς με προέτρεπε δια να δώσω και στο σκυλί του φόλα, διότι τάχα ζήλευε". Όπως προέκυψε από την κατάθεση του εγκαλούντος αλλά και του Ρ, ο οποίος ως προελέχθη, διαμένει στον 2° όροφο της οικοδομής ..., στις 3.9.2002 δεν εγένετο καυγάς και δεν ελέχθησαν οι ανωτέρω φράσεις στον πρώτο κατηγορούμενο. Εν τούτοις ο κατηγορούμενος, καίτοι γνώριζε ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβη, καθώς και ότι την ημερομηνία αυτή δεν παρευρίσκετο και η μητέρα του στη οικία του στο ..., περιέλαβε τα αναφερόμενα ανωτέρω ψευδή γεγονότα στη μήνυση του και πέτυχε, πράγμα το οποίο και αποσκοπούσε, και εναντίον του νυν μηνυτού ασκήθηκε δίωξη για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Επί της μηνύσεως όμως του πρώτου κατηγορουμένου σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος έχει εκδοθεί η με αριθμό 3702/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που αθώωσε αμετακλήτως τον πολιτικώς ενάγοντα για την εν λόγω πράξη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αναλήθεια αυτών που περιέλαβε ο κατηγορούμενος στην παραπάνω από 16.09.2002 μήνυση του είναι αποδεδειγμένη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 366 παρ. 2 του Π.Κ., όλα δε τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον κατηγορούμενο είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθεια αυτών που κατήγγειλε και εν γνώσει του καταμήνυσε τον πολιτικώς ενάγοντα αναφέροντας γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, με σκοπό να προκαλέσει την ποινική καταδίωξη του γι' αυτή, και την καταδίκη του, ανεξαρτήτως αν το πέτυχε τελικά, καθόσον, ως προαναφέρθηκε, ο νυν μηνυτής για την εν λόγω πράξη αθωώθηκε. Από όλα αυτά που αποδείχθηκαν προκύπτει ότι η παραπάνω συμπεριφορά του πρώτον κατηγορουμένου πληροί την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, η οποία του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, κατά το διατακτικό.
Περαιτέρω, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι η δεύτερη κατηγορουμένη, Χ1, στις 19.01.2007 εξεταζόμενη ενόρκως από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, κατέθεσε εν γνώσει της ψευδώς ότι η τρίτη κατηγορουμένη (πεθερά της) στις 03.09.2002, ήταν παρούσα στο περιστατικό που ανέφερε ο πρώτος κατηγορούμενος στην ψευδή μήνυση του σε βάρος του νυν εγκαλούντος, ενώ το αληθές ήταν ότι η τρίτη κατηγορουμένη νοσηλευόταν από 28.08.2002 έως 04.09.2002 στο νοσοκομείο ..., διότι είχε υποβληθεί σε λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή. Το τελευταίο αυτό γεγονός προκύπτει από τις υπ' αριθ. 4810/13.7.2005 και 8112 ιατρικές βεβαιώσεις του ανωτέρω νοσοκομείου, οι οποίες αναγνώσθηκαν, απορριπτόμενου του αιτήματος του πρώτου και της τρίτης των κατηγορουμένων να μην αναγνωσθεί η υπ' αριθ. 4810/2005 ιατρική βεβαίωση του ... Νοσοκομείου, διότι δεν βρέθηκε τελικώς η Εισαγγελική Παραγγελία, δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε η ανωτέρω βεβαίωση, καθόσον δεν ανευρέθη μεν στο αρχείο του ανωτέρω νοσοκομείου η Εισαγγελική Παραγγελία, πλην όμως από τα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι εδόθη Εισαγγελική Παραγγελία και συγκεκριμένα στο ίδιο το έγγραφο της ιατρικής βεβαιώσεως αναφέρεται ο αριθμός της εισαγγελικής παραγγελίας πρωτ. 32410/06.7.2005. Επίσης και ο μάρτυρας Ρ καταθέτει ότι τέσσερα χρόνια που διαμένει στην ως άνω οικοδομή δίπλα στην οικοδομή του κατηγορουμένου δεν έχει δει ποτέ την μητέρα του κατηγορουμένου (τρίτη κατηγορουμένη) και φυσικά ούτε κατά τον επίδικο χρόνο 03.09.2002, αφού ως προελέχθη αυτή νοσηλευόταν.
Επίσης, η δεύτερη κατηγορουμένη, κατά τον ανωτέρω αναφερόμενο χρόνο (19 01.2007; και τόπο (κατά τη συνεδρίαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών) ισχυρίσθηκε εν γνώσει της ψευδώς ότι ο εγκαλών πλαστογράφησε έγγραφο που αποδείκνυε ότι η πεθερά της νοσηλευόταν στις 03.09.2002 στο ... Νοσοκομείο και τον αποκάλεσε "αλβανό" και "μαφιόζο", τα ανωτέρω δε γεγονότα και φράσεις μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος και κατά την κοινή αντίληψη ενέχουν διαμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του εγκαλούντος, αλλά και καταφρόνηση γι' αυτόν, εν γνώσει της ότι δι' αυτών προσβάλλεται η τιμή και η υπόληψη του εγκαλούντος. Συγκεκριμένα διαρκούσης της διαδικασίας και πριν εκδοθούν οι αθωωτικές αποφάσεις 3700/19.01.2007 και 3702/19.01.2007, όταν ο δικηγόρος του νυν εγκαλούντος τότε κατηγορουμένου προσκόμισε το έγγραφο για την μητέρα του (πρώτου κατηγορουμένου) ότι νοσηλευόταν, η νυν δεύτερη κατηγορουμένη, που καθόταν στο ακροατήριο, άρχισε να φωνάζει ότι είναι πλαστό το έγγραφο και το πλαστογράφησε ο Ψ που είναι Αλβανός και μαφιόζος. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνει ο ίδιος ο εγκαλών, αλλά και ο μάρτυρας Ρ του οποίου η παρουσία στο Δικαστήριο, κατά την εκφορά των παραπάνω φράσεων στο χώρο της αίθουσας του Δικαστηρίου από μέρους της δεύτερης κατηγορουμένης, δεν αμφισβητείται, αφού ήταν και αυτός κατηγορούμενος για δύο μηνύσεις. Ο τελευταίος ρητά καταθέτει ότι "...την ημέρα του δικαστηρίου προσκόμισε ο δικηγόρος το έγγραφο για την μητέρα του (πρώτου κατηγορουμένου) ότι νοσηλευόταν και τότε η σύζυγος του κ. Χ2, άρχισε να φωνάζει ότι είναι πλαστό το έγγραφο και το πλαστογράφησε ο Ψ που είναι Αλβανός και μαφιόζος. Καθόταν στο ακροατήριο. "Αλβανός μαφιόζος" αποκτά άλλη διάσταση. Ήθελε να τον μειώσει. Τον κ. Ψ (άλλωστε και ο σύζυγος της) τον αναγράφει απαξιωτικά, "Ψ". Εξηγεί δε ο ίδιος ως άνω μάρτυρας γιατί δεν αναγράφεται το περιστατικό στα πρακτικά εκείνης της δίκης, λέγοντας ότι "...Η απόφαση η αθωωτική δεν είχε εκδοθεί ακόμα, όταν φώναξε η κα Χ1 της διαδικασίας το είπε αυτό η Κα Χ1. Δεν ζητήθηκε από κανέναν παράγοντα της δίκης να καταγραφεί στα πρακτικά της δίκης...", καθότι προφανώς ειπώθηκε στο ακροατήριο και όχι καθόν χρόνο εξεταζόταν η νυν κατήγορουμένη ως μάρτυρας. Αντιθέτως, η κατάθεση του μάρτυρα Μ1 περιέχει αντιφάσεις και ανακρίβειες του τύπου "... Εγώ ήμουν στο δικαστήριο ... Πιθανόν να είχα βγεί έξω από το δικαστήριο... την ώρα που ήμουν μέσα δεν άκουσα..." ή "...Τελικά δεν δόθηκε αναβολή... (και παρακάτω) ...Δεν ξέρω αν τελικά πήρε αναβολή... " ή "...η κ. Χ1 (κατηγορουμένη ήταν συμμαθήτρια με τη γυναίκα μου...Η γυναίκα μου γεννήθηκε το 1944..." (ας σημειωθεί ότι η δεύτερη κατηγορουμένη γεννήθηκε το 1948) και ως εκ τούτου δεν πείθει περί του αντιθέτου, καθότι πέραν του ότι αμφισβητείται και η παρουσία του ακόμη στο δικαστήριο στις 19.1.2007. Από όλα αυτά που αποδείχθηκαν προκύπτει ότι η παραπάνω συμπεριφορά της κατηγορουμένης πληροί την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, οι οποίες της αποδίδονται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη αυτών, κατά το διατακτικό. Περαιτέρω κατά την κρίση του δικαστηρίου 0α πρέπει να αναγνωρισθεί στις δεύτερη και τρίτη των κατηγορουμένων η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ, αφού προέκυψε ότι έζησαν έως το χρόνο που έλαβε χώρα το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή".
Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχους τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες, τον μεν πρώτο της πράξεως της ψευδούς καταμήνυσης, τη δε δεύτερη των πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης και ειδικότερα, του ότι: "Ο 1° κατηγορούμενος, στην Αθήνα, στις 16-9-2002, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν. Ειδικότερα, με την από 16-9-2002 μήνυσή του ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, καταμήνυσε ψευδώς τον εγκαλούντα Ψ ότι, τέλεσε την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ειδικότερα, εξέθετε ότι: "Έτσι, στις 3-9-2002, ημέρα Τρίτη, περί ώρα 19:00, ενώ ποτίζαμε τα φυτά .μας, στον κήπο μας, δηλαδή είμεθα παρόντες εγώ, η μητέρα μου και η σύζυγος μου, ακούσαμε μια ανδρική φωνή, να έρχεται από την ταράτσα της οικίας του κ. Ψ, και η φωνή έλεγε επί λέξη "ρίξτε και από δω τίποτε!". Σηκώσαμε τα κεφάλια μας, προς τα άνω, και είδαμε τον κ. Ψ γυμνό, να σκύβει ·προς εμάς, στο πεζούλι της ταράτσας της οικίας του, και να μας ομιλεί. Κατόπιν τούτου, τον ρώτησα -"τι εννοείτε κύριε"- και τότε ο κύριος Ψ μου είπε επί λέξη: "Να ρίξεις και στο ... (το όνομα του σκύλου του κ. Ψ) καμιά φόλα γιατί ζηλεύει". Ο κύριος Ψ δηλαδή ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων, δηλαδή των προσώπων της οικογένειας του που άκουγαν, συκοφαντικό γεγονός, δηλαδή ότι "δήθεν με φόλα στο παρελθόν εγώ τελικά σκότωσα το σκυλί μου" και "σκωπτικώς με προέτρεπεν δια να δώσω και στο σκυλί του φόλα, διότι, τάχα, ζήλευε!". Η 2η των κατηγορουμένων, στην Αθήνα στις 19-1-2007, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα. Ειδικότερα: 1) Ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μαρτυράς ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα, ειδικότερα δε εξεταζόμενη ενόρκως ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στις 19-1-2007, κατά την οποία ο μηνυτής Ψ ήταν κατηγορούμενος, κατέθεσε εν γνώσει της ψευδώς ότι: "Η μητέρα του (η συγκατηγορουμένη της Χ3) ήταν εκεί και απλώς καθότανε", ενώ το αληθές ήταν ότι η ανωτέρω δεν ήταν παρούσα στο συμβάν, διότι εκείνη την ημέρα νοσηλευόταν στο ... Γενικό Νοσοκομείο". Ήθελε δε και επεδίωκε να τελέσει την ανωτέρω πράξη. 2)Ενώπιον τρίτων ισχυρίσθηκε για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την υπόληψή του, γνωρίζοντας ότι αυτό είναι ψευδές. Ειδικότερα, και ενώ ο εγκαλών μέσω του συνηγόρου του ενεχείρασε προς το δικαστήριο έγγραφο το οποίο αποδείκνυε ότι την ημερομηνία που φερόταν ως χρόνος τελέσεως της αξιοποίνου πράξεως η τρίτη κατηγορουμένη νοσηλευόταν, ισχυρίσθηκε ενώπιον των παρευρισκομένων στο ακροατήριο του ανωτέρω δικαστηρίου ότι ο εγκαλών πλαστογράφησε το έγγραφο, ότι είναι αλβανός και μαφιόζος, δηλαδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν στο μέγιστο βαθμό την υπόληψη του εγκαλούντος, γνωρίζοντας ότι αυτά είναι ψευδή. ".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε κάθε αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1, 224 παρ.2-1, 229 παρ.1 και 363-362 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 8606/2009 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: 1)Ρ, 2)Μ1, 3)Μ3 και 4)Μ4, καθώς και την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, Ψ. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση κάθε εγκλήματος για τα οποίοα αυτοί καταδικάστηκαν, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις κάθε αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα και των δύο αναιρεσειόντων, ότι: α)"στην αρχή της διαδικασίας, ο εισαγγελέας του Δικαστηρίου, λαμβάνοντας τον λόγο από τον πρόεδρο, παρέλειψε να απαγγείλει την κατηγορία και αρκέστηκε στην ανάπτυξη των εκθέσεων εφέσεων. Η παράλειψη αυτή του εισαγγελέα στοιχειοθετεί αναμφίβολα απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά την έννοια του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. β* ΚΠΔ, αλλά, σημειωτέον, απόλυτη ακυρότητα και κατά την έννοια του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ, αφού λόγω της παραπάνω παράλειψης επλήγη καίρια υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα αυτό που προβλέπεται από το άρθρο 343 εδ. β' ΚΠΔ (παροχή από τον κατηγορούμενο γενικών πληροφοριών για την πράξη για την οποία κατηγορείται), καθόσον παρότι ζητήθηκαν εν προκειμένω από τους κατηγορουμένους οι γενικές αυτές πληροφορίες, δεν ήταν εφικτό να παρασχεθούν αφού. κατά παράβαση του νόμου, δεν είχε προαναγγελθεί η εναντίον τους κατηγορία". Όμως, η διάταξη της ΚΠΔ 343 εδ.α', σύμφωνα με την οποία "Μόλις (αρχίσει η διαδικασία).....ο εισαγγελέας απαγγέλει με συνοπτική ακρίβεια την κατηγορία", κατά την ΚΠΔ 502 παρ.1 εδ.δ', δεν περιλαμβάνεται στα άρθρα που εφαρμόζονται στην έφεση. και β)επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας διότι τόσον ο κατηγορούμενος, Χ2, κατέθεσε γραπτές ενστάσεις για το κύρος της υπ' αριθ. 4810/13-7-05 βεβαίωσης του ... που ελήφθη χωρίς απόφαση Δικαστηρίου ή Αρχής, δηλ. μέσω παραβίασης του ν. 2472/97, όσο και η συγκατηγορούμενη του, Χ3 κατέθεσε γραπτές ενστάσεις κατά του κύρους της υπ' αριθ. 4810/13-7-05 βεβαίωσης του ... επειδή η έκδοση της βεβαίωσης αντίκειται στο άρθρο 11 περ.3 του νόμου 2472/10-4-97 υπό τις περιστάσεις και του άρθρου 12 περ. 1, 2 και 5 του νομού αυτού, καθιστώντας παράνομη την χρήση αυτού. Αβάσιμα όμως και εδώ, διότι έλλειψη ακροάσεως αποτελεί η μη ανάγνωση εγγράφου που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο και ζητήθηκε η ανάγνωσή του και όχι η μη ανάγνωση εγγράφου, που υπάρχει στη δικογραφία και του οποίου δεν ζητήθηκε η ανάγνωση. Η αιτίαση του πρώτου αναιρεσείοντος ότι κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο συνέβη σχετική ακυρότητα, που δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ.1 εδ.Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι κατά το χρόνο της αιτιολογίας του, ζήτησε να αναγνωσθεί το βούλευμα 851/07 του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών, γιατί ήταν συναφές με την 3700/07 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που είχε ήδη αναγνωστεί και δεν το δέχθηκε το Δικαστήριο, στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως, διότι όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο αυτό, τέτοιο αίτημα. Επίσης, η αιτίασή του για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι το Δελτίο Ποινικού του Μητρώου αναγνώστηκε πριν την απολογία του και την κήρυξη της ενοχής του, είναι αβάσιμη, διότι το Ποινικό Μητρώο, όπως προκύπτει από τα άνω πρακτικά, δεν έχει ληφθεί υπόψη προς κατάγνωση της ποινής, αλλά μόνο για την παροχή ελαφρυντικού, χωρίς η άνω ανάγνωση να παράγει οποιαδήποτε ακυρότητα. Τέλος, ο αυτός αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το άνω Δικαστήριο στην προσβαλλόμενη απόφασή του δεν διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του ελαφρυντικού του άρθρου 84 ε.2α ΠΚ, που ζήτησε, διότι δεν εκθέτει αρνητικά περιστατικά, που να δικαιολογούν στο πρόσωπό του τη μη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου. Από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το δικάσαν Δικαστήριο, για την απορριπτική κρίση του, περιέλαβε την εξής κατά λέξη αιτιολογία: "ο ισχυρισμός περί συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως του πρότερου έντιμου βίου στο πρόσωπο του 1ου κατηγορουμένου, παραδεκτώς υποβλήθηκε, όμως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι δεν αποδεικνύονται θετικά στοιχεία ικανά να χαρακτηρίσουν έντιμη την ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή του έως το χρόνο που έγινε η πράξη, έτσι ώστε η τέλεση της από αυτόν να εμφανίζεται ως περιστατικό μη αναμενόμενο, δεν αρκεί δε προς τούτο η αποφοίτηση του από την Οδοντιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με "άριστα", ούτε το ότι έχει σύζυγο με εξαίρετο ήθος και θυγατέρα αριστούχο της Νομικής, αλλά και ούτε το ότι στο γάμο του, τελεσθέντα στην πόλη του .., είχε παρανύμφους άτομα επιφανή (καθηγητές πανεπιστημίου κλπ), ούτε επίσης το ότι έχει εκλεγεί μέλος διαφόρων επιτροπών, καθώς και του Πειθαρχικού Συμβουλίου του οδοντιατρικού Συλλόγου, λαμβανομένης υπόψη της αποδειχθείσας συμπεριφοράς του απέναντι στους γειτόνους του, με αποτέλεσμα μάλιστα ο μάρτυρας Ρ να αναγκαστεί να φύγει από τη μισθωμένη οικία, όπου διέμενε δίπλα στον κατηγορούμενο, λόγω των 25 μηνύσεων τις οποίες είχε υποβάλει εναντίον του κατηγορούμενος και για τις οποίες, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, "φυσικά αθωώθηκε". Επομένως, υπάρχει πλήρης και σαφής αιτιολογία του απορριπτικού του άνω ελαφρυντικού, ισχυρισμού του. Τέλος, ως αυτοτελής ισχυρισμός εμφανιζόμενος από τη δεύτερη αναιρεσείουσα στο δικόγραφο της αιτήσεώς της, ότι το Δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να αποφανθεί επι του βάσιμου και αληθούς ισχυρισμού της περί αοριστίας του κατηγορητηρίου σχετικά με την αποδιδόμενη σε αυτή κατηγορία της ψευδορκίας, αποτελεί άρνηση της κατηγορίας και δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ειδικά σε αυτόν το Δικαστήριο.
Επομένως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως των κρινόμενων αιτήσεων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, καθώς και οι προβαλλόμενοι από τους αναιρεσείοντες από το αυτό άρθρο και παράγραφο, περ.Α' και Β' της απόλυτης και της σχετικής ακυρότητας της διαδικασίας, λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις στο σύνολο τους, καθώς και οι από τον πρώτο αναιρεσείοντα ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστεί κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ583 παρ.1). Επίσης, πρέπει να καταδικαστούν αυτοί στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 28 Ιανουαρίου 2010 (υπ'αριθμ.πρωτ.739 και 738/1-2-2010) ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αιτήσεις, αντίστοιχα, των :1)Χ2 και 2)Χ1, αιτήσεις, καθώς και τους από 8-4-2010 με ξεχωριστό δικόγραφο από τον πρώτο (αναιρεσείοντα) ασκηθέντες, πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της με αριθμό 8606/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλ/των) Αθηνών. Και
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα, συκοφαντική δυσφήμηση. Δύο αυτοτελείς αιτήσεις αναιρέσεως και πρόσθετοι λόγοι. Δεν υπάρχει ακυρότητα από την παράλειψη στο ακροατήριο της απαγγελίας της κατηγορίας κατά την εκδίκαση της εφέσεως, διότι επί εφέσεως δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 343 ΚΠΔ. Δεν αποτελεί έλλειψη ακροάσεως η μη ανάγνωση εγγράφου που υπάρχει στη δικογραφία, αλλά δεν τηρήθηκε η ανάγνωση. Πλήρης και σαφής αιτιολογία τόσο ως προς την επί της κατηγορίας ενοχή όσο και ως προς την απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού για χορήγηση του ελαφρυντικού του πρότερου έντιμου βίου. Αβάσιμος επίσης και ο λόγος της αιτήσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αναιρέσεις και πρόσθετους λόγους αίτηση.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα, Ακροάσεως έλλειψη, Πρόσθετοι λόγοι.
| 2
|
Αριθμός 1485/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Παπαλόη, για αναίρεση της 261/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 99/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρ. 88 παρ. 1 του Ν. 3386/2005: "1. Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθηση τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη τιμωρούνται: α. Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο β. Με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν η μεταφορά ενεργείται κατ' επάγγελμα ή αν ο υπαίτιος είναι δημόσιος υπάλληλος ή τουριστικός ή ναυτιλιακός ή ταξιδιωτικός πράκτορας. γ. Με κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο. δ. Με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ, αν στην περίπτωση γ' επήλθε θάνατος". Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι θεσμοθετείται αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, τελούμενο με οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους τρόπους, από τα πρόσωπα τα οποία αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας, ή διευκολύνουν την μεταφορά ή την προώθησή τους, γνωρίζοντας τη αυθαίρετη είσοδο τούτων ως λαθρομεταναστών. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρ. 47 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ.β' του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρ. 83). Από το συνδυασμό της παραπάνω διατάξεως και εκείνης του άρ. 88 παρ. 1 του Ν. 3386/2005, προκύπτει ότι απλός συνεργός της πράξεως της διευκόλυνσης μεταφοράς στο εσωτερικό της χώρας αλλοδαπών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, κατ' επάγγελμα και με τρόπο που θα μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, είναι όποιος με θετική ή αποθετική του ενέργεια, με πρόθεση παρέχει στον αυτουργό πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως, την οποία ο τελευταίος τελεί, οποιαδήποτε υλική ή ψυχική συνδρομή, η οποία, χωρίς να είναι άμεση, συντελεί στην τέλεση της πράξεως από τον αυτουργό. Ο δόλος του απλού συνεργού συνίσταται στη γνώση του για την από τον αυτουργό τέλεση της πιο πάνω άδικης πράξεως, που αντικειμενικά συνιστά έγκλημα και τη βούληση να συμβάλει στην τέλεση αυτής από τον αυτουργό. Η συνδρομή του απλού συνεργού δύναται να είναι είτε υλική είτε ψυχική. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 261/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό. Ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, απλής συνέργειας σε παράνομη μεταφορά λαθρεπιβατών κατά συρροή και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως συνολική δεκαπέντε (15) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) έτη. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής : "Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2, γεννηθείς το έτος 1986 στο ..., αφού συνεννοήθηκε με άτομο Αλβανικής καταγωγής, που τον γνώριζε ως ..., να μεταφέρει με το αυτοκίνητο του, εργοστασίου κατασκευής SEΑΤ τύπου ..., με αριθ. κυκλοφορίας ..., χρώματος κόκκινου, συγκυριότητας αυτού και του πατέρα του Χ2, αλβανούς λαθρομετανάστες από την περιοχή της ..., μετέβη με το αυτοκίνητο του στην .... Εκεί τον πήρε τηλέφωνο στο κινητό του ο δεύτερος κατηγορούμενος και του ανέφερε ότι αυτός θα αποτελεί τη συνοδεία του κατά την επιστροφή του στα .... Αφού του υπέδειξε και το μέρος από το οποίο και επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητο του τέσσερις Αλβανοί υπήκοοι, τρεις άνδρες και μια γυναικά ήτοι οι Σ1 (ανήλικη), Σ2,Σ3 και Σ4, οι οποίοι είχαν εισέλθει στο Ελληνικό έδαφος από άγνωστη αφύλακτη συνοριακή διάβαση των Ελληνοαλβανικών συνόρων χωρίς να κατέχουν ταξιδιωτικά έγγραφα, ήτοι ισχύον διαβατήριο που να είχε εκδοθεί νόμιμα και θεώρηση εισόδου (VISΑ) και χωρίς να υποστούν έλεγχο κατά την είσοδο τους στη χώρα. Ο δεύτερος κατηγορούμενος οδηγώντας το με αριθ. κυκλοφορίας ... δημόσιας χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο (ΤΑΞΙ), ιδιοκτησίας του, προπορεύονταν του αυτοκινήτου του πρώτου κατηγορουμένου, προκειμένου να ελέγχει το δρόμο μέχρι τον προορισμό του και να τον ειδοποιεί για την ύπαρξη κατά τη διαδρομή μπλόκου των αστυνομικών και να αποφύγει έτσι τη σύλληψη του και να επιτευχθεί η μεταφορά των αλλοδαπών. Και πραγματικά ειδοποίησε τούτον για ύπαρξη αστυνομικών στην περιοχή ... και στο ..., όμως ο πρώτος κατηγορούμενος δεν συμμορφώθηκε προς τις υποδείξεις του για αποβίβαση των λαθρομεταναστών, για ακίνδυνη διέλευση από το χώρο αυτό και επιβίβαση τους εκ νέου μετά το μπλόκο, αλλά συνέχισε την πορεία του. Στο ... οι συνοριακοί φύλακες, ειδοποιηθέντες από τους συναδέλφους τους που στην .... είχαν αντιληφθεί το αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουμένου με τους επιβάτες και θεώρησαν τούτο ύποπτο και σταμάτησαν αυτό. Διαπιστώθηκε η μεταφορά των ανωτέρω αλλοδαπών που βρισκόταν παράνομα στη χώρα. Ο πρώτος κατηγορούμενος εξήγησε στους συνοριακούς φρουρούς όλα τα σχετικά με τη μεταφορά των αλλοδαπών και της βοήθειας που του παρείχε ο δεύτερος κατηγορούμενος στη μεταφορά και με υπόδειξη τους, επιχειρήθηκε να έλθει σε επαφή και να συμφωνηθεί συνάντηση μαζί του, προκείμενου να επιτευχθεί η σύλληψη αυτού. Τελικά ο πρώτος κατηγορούμενος, προφασίστηκε στο δεύτερο κατηγορούμενο ότι είχε πρόβλημα στα ελαστικά του αυτοκινήτου του και συμφώνησαν να συναντηθούν στο κέντρο "..." στα .... Ενώ συνοριακοί φρουροί ανέμεναν μέσα στο αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουμένου στον αύλειο χώρο του κέντρου, έφθασε στο χώρο αυτό ο δεύτερος κατηγορούμενος, όμως αντιλήφθηκε ότι ήταν εκεί συνοριακοί φρουροί και αναχώρησε χωρίς να σταματήσει το αυτοκίνητο του. Κατά την επιστροφή του στην ... συνελήφθη από συνοριακούς φρουρούς στην περιοχή .... Το γεγονός ότι και ο δεύτερος κατηγορούμενος συμμετείχε στη μεταφορά των λαθρομεταναστών με τον εκτεθέντα τρόπο, που αποτελεί τη μορφή της απλής συνδρομής στην πράξη του πρώτου κατηγορουμένου, την οποία παρείχε κατά την τέλεση της πράξης αυτού, προκύπτει αφενός μεν από τη μαρτυρία του συγκατηγορουμένου του, αφετέρου δε από το ότι με το δικό του τηλέφωνο κάλεσε τον πρώτο κατηγορούμενο, γεγονός που και αυτός ομολογεί, ανεξάρτητα από τον αβάσιμο ισχυρισμό του ότι το κινητό του τηλέφωνο παρέδωσε στον προαναφερόμενο Αλβανό υπήκοο που είχε οργανώσει τη μεταφορά, επειδή εκείνος του είπε ότι είχε πρόβλημα η μπαταρία του δικού του κινητού τηλεφώνου, αλλά και από το ότι εμφανίστηκε στο χώρο συνάντησης που προαναφέρθηκε στο κέντρο "...". Για το τελευταίο ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν δίδει πειστική απάντηση, αφού αναφέρει ότι ο Αλλοδαπός οργανωτής του είπε να πάει εκεί για να βοηθήσει ένα άτομο που είχε πρόβλημα στα ελαστικά του αυτοκινήτου του και ότι θα πληρώνονταν για τη βοήθεια του αυτή, όμως ενώ έφθασε στο χώρο δεν εξηγεί γιατί έφυγε χωρίς να παράσχει τη βοήθεια του, που ήταν η αιτία της μεταβάσεως του. Όμως, για τους δύο κατηγορούμενους δεν προέκυψε ότι αυτοί κατ' επάγγελμα τέλεσαν την πράξη αυτή που τους αποδίδεται, δεδομένου ότι δεν προέκυψε ούτε επανειλημμένη τέλεση της πράξης, ούτε συγκεκριμένη υποδομή με σκοπό την επανειλημμένη τέλεση αυτής, ούτε πορισμός εισοδήματος από την τέλεση της. Επομένως, οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι γνώριζαν, ενόψει και των συνθηκών τελέσεως της πράξεως, όπως αυτές προεκτέθηκαν, ότι οι μεταφερόμενοι βρισκόταν παράνομα στη χώρα, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι απλής μεταφοράς των αλλοδαπών ο πρώτος και απλής συνδρομής ο δεύτερος στην πράξη του πρώτου κατηγορουμένου. " Στη συνέχεια, το δικάσαν Εφετείο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο της αξιόποινης πράξεως της απλής συνέργειας σε παράνομη μεταφορά λαθρομεταναστών κατά συρροή και ειδικότερα, του ότι: "Στο ... , στις 14-1-2006 και ώρα 11:00', παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή κατά την τέλεση της άδικης πράξης της παράνομης μεταφοράς λαθρομεταναστών κατά συρροή κι ειδικότερα, παρείχε απλή συνδρομή στον πρώτο (1°) κατηγορούμενο (Χ2), ήτοι οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧΕ (ΤΑΞΙ) αυτοκίνητο του, προπορεύονταν του αυτοκινήτου εκείνου (ενεργούσε ως προπομπός) διευκολύνοντας αυτόν με επικοινωνία με το κινητό τηλέφωνο για την ύπαρξη αστυνομικού μπλόκου κατά τη διαδρομή, στο να αποφύγει τον αστυνομικό έλεγχο στην παράνομη λαθρομεταφορά που διενεργούσε ο ανωτέρω, ο οποίος με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του, επιβίβασε σ' αυτό τους με στοιχεία Σ1, Σ2, Σ3 και Σ4, αλλοδαπούς λαθρομετανάστες, υπηκόους Αλβανίας, οι οποίοι είχαν εισέλθει παράνομα στο Ελληνικό έδαφος και τους προώθησε στο εσωτερικό της χώρας, με προορισμό την ..., όμως έγινε αντιληπτός από άνδρες του Τ.Σ.Φ ... και συνελήφθη." Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο μετά την επιβολή της πιο πάνω ποινής στον κατηγορούμενο, διέταξε τη δήμευση του με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Ε. μάρκας DAIMLER CHRYSLER αυτοκινήτου.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1 ΠΚ και 88 παρ.1α Ν.3386/05, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 261/2009 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ... και ... και των μαρτύρων υπερασπίσεως, ....
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 88 παρ.1 Ν.3386/2005, το δικάσαν Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διέταξε τη δήμευση του αυτοκινήτου του παρά το γεγονός ότι δέχθηκε πως αυτό δεν χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά λαθρομεταναστών, αλλά μόνο για τη δική του μετακίνηση ως προπομπού, σε κάθε δε περίπτωση, η απόφαση είναι αναιρετέα λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης, διότι στο αιτιολογικό της δεν περιέχει παραδοχές περί του αν το δημευθέν όχημα χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά λαθρομεταναστών, με συνέπεια να παραβιαστεί εκ πλαγίου η άνω διάταξη. Επίσης, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη διάταξη αυτής, με την οποία διατάχθηκε η δήμευση του αυτοκινήτου του, είναι αναιρετέα και λόγω έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν περιέχει σκέψεις περί της χρησιμοποίησης αυτού για τη μεταφορά λαθρομεταναστών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν Δικαστήριο διέταξε τη δήμευση του Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου (ταξί) του αναιρεσείοντος, με την εξής κατά λέξη αιτιολογία: " κατά την διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1του Ν.3386/2005, τα μεταφορικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά προσώπων δημεύονται με την τελεσίδικη απόφαση του δικαστηρίου, εκτός αν ο κύριος των μέσων αποδείξει ότι δεν γνώριζε το σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιήθηκαν αυτά. Η ανωτέρω διάταξη ως ειδική κατισχύει των γενικών διατάξεων του άρθρου 76 ΠΚ. Στην προκείμενη περίπτωση, ο ανωτέρω κατηγορούμενος, όπως προαναφέρθηκε, οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΔΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής και μοντέλου DAIMLER CHRYSLER (MERCEDES), του οποίου ήταν κύριος, όπως προκύπτει από την άδεια κυκλοφορίας του και με σκοπό την ασφαλή μεταφορά των προαναφερόμενων παράνομων αλλοδαπών στον τόπο προορισμού από το συγκατηγορούμενό του, με την ειδοποίηση αυτού περί της ύπαρξης αστυνομικού ελέγχου κατά τη διαδρομή, συμμετείχε στην επιχείρηση της μεταφοράς, ως απλούς συνεργός με το ανωτέρω αυτοκίνητο του, το οποίο έτσι χρησιμοποίησε για την τέλεση της προβλεπόμενης κατά τα ανωτέρω, αξιόποινης πράξης της μεταφοράς, γνωρίζοντας το σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιείται, σύμφωνα με τις ειδικότερες σκέψεις που αναφέρονται στην παρατιθέμενη αιτιολογία για την τέλεση της πράξης. Επομένως, πρέπει, κατ' εφαρμογή της πιο πάνω σχετικής διάταξης να επικυρωθεί η κατάσχεση και να διαταχθεί η δήμευση του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου αυτού, το οποίο κατασχέθηκε με την από 14.1.2006 έκθεση κατασχέσεως του Αρχιφύλακα Α, ο δε αντίθετος ισχυρισμός του είναι αβάσιμος." Επομένως, το άνω Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 88 παρ.1 Ν.3386/2005, αφού δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος που συμμετείχε στην επιχείρηση της μεταφοράς (λαθρομεταναστών) ως απλός συνεργός με το ανωτέρω αυτοκίνητό του, το οποίο έτσι χρησιμοποίησε για την τέλεση της προβλεπόμενης κατά τα άνω αξιόποινης πράξης της μεταφοράς, γνωρίζοντας το σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιείται. Ούτε, εκ πλαγίου παραβιάστηκε η παραπάνω διάταξη, αφού στο άνω αιτιολογικό, καθώς και σε αυτό για την τέλεση της άνω πράξης, περιέχονται παραδοχές για τον τρόπο που χρησιμοποιήθηκε το δημευθέν όχημα για την άνω μεταφορά. Επίσης, δεν υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού περιέχονται σε αυτή σκέψεις για τη χρησιμοποίηση του εν λόγω οχήματος για τη μεταφορά λαθρομεταναστών. Εξάλλου, μετ'αυτεπάγγελτο έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για την ύπαρξη της, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αυτή δεν είναι αντιφατική και στερούμενη νόμιμης βάσης, από το γεγονός ότι, ενώ στο σκεπτικό της δέχεται ότι δεν προέκυψε ότι ο αναιρεσείων τέλεσε κατ'επάγγελμα την πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, στο διατακτικό της τον κήρυξε ένοχο για απλή συνέργεια στην τέλεση της άδικης πράξης της μεταφοράς λαθρομεταναστών κατ'επάγγελμα. Όμως, από προφανή παραδρομή, στο διατακτικό της αποφάσεως δεν έχει διαγραφεί η φράση "κατ'επάγγελμα", όπως ήταν το διατακτικό της πρωτόδικης απόφασης, αφού στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι "δεν προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι κατ'επάγγελμα τέλεσαν την πράξη αυτή", ενώ, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή, η άνω πράξη με τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης της κατ'επάγγελμα τέλεσης αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών, στον κατηγορούμενο με την άνω απόφαση χωρίς να του αναγνωριστούν ελαφρυντικά, επιβλήθηκε φυλάκιση δεκαπέντε (15) μηνών.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε'ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως αλλά και ο κατ'άρθρο 511 ΚΠΔ αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενος, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως κρίθηκε παραδεκτή και εμφανίστηκε εκείνος που την άσκησε, λόγος του αρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Δ'του αυτού Κώδικα, της ελλείψεως από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά με τον πρώτο από τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Δεκεμβρίου 2009 (υπ'αριθμ.πρωτ.9626/11-12-2009 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 261/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απλή συνέργεια σε παράνομη μεταφορά λαθρομεταναστών κατά συρροή. Ο αναιρεσείων οδηγώντας το αυτοκίνητο του και με σκοπό την ασφαλή μεταφορά των παράνομων λαθρομεταναστών, που επέβαιναν στο αυτοκίνητο του συγκατηγορούμενου του, με την ειδοποίηση αυτού περί της υπάρξεως αστυνομικού ελέγχου κατά τη διαδρομή, ως προπομπός, συμμετείχε στην επιχείρηση μεταφοράς ως απλός συνεργός και έτσι χρησιμοποίησε το αυτοκίνητο του για την τέλεση της άνω αξιόποινης πράξεως. Ορθά το Δικαστήριο κατ' εφαρμογή διατάξεως του νόμου, προέβη στη δήμευση του αυτοκινήτου του. Αβάσιμος ο λόγος της αιτήσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης αυτής και επικουρικά, για εκ πλαγίου παράβαση της αυτής διάταξης. Αβάσιμος επίσης ο αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενος λόγος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συνέργεια, Λαθρομεταναστών μεταφορά, Δήμευση.
| 0
|
Αριθμός 1483/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή και Παναγιώτη Ρουμπή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσείοντων-κατηγορουμένων: 1)Χ1 και 2)Χ2, κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1516/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την "ΣΥΣΤΕΓΑΣΜΕΝΑ ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ Β2 ΚΑΙ Β1 Ο.Ε" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Σεπτεμβρίου 2009 δύο αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1324/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη, με αριθμό 73/16-2-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω κατ' άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία τις υπ' αριθμ. 160/2009 και 161/2009 αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Χ2 και Χ1, κατοίκων ... κατά του υπ' αριθμ. 1516/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, οι οποίες ασκήθηκαν στο όνομα και για λογαριασμό τους από τη δικηγόρο Αθηνών Ροζίτα Αποστολάκη (ίδετε τις από 9.9.2009 εξουσιοδοτήσεις) με το οποίο απορρίφθηκαν στην ουσία ως αβάσιμες οι υπ' αριθμ. 56/6-2-2009 και 55/6-2-2009 εφέσεις των ανωτέρω κατηγορουμένων κατά του υπ' αριθμ. 170/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθούν ως υπαίτιοι της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 73.000 ευρώ, κατ' εξακολούθηση και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συναυτουργία με βλάβη άλλου και αντίστοιχο όφελος άνω των 73.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση, ο πρώτος κατηγορούμενος και της απλής συνέργειας σε υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 73.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συναυτουργία με βλάβη άλλου και αντίστοιχο όφελος άνω των 73.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση, ο δεύτερος κατηγορούμενος. Οι υπό κρίση αναιρέσεις ασκήθηκαν νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς από πρόσωπα δικαιούμενα προς τούτο και κατά Βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση (άρθρα 473, 474, 482 παρ. 1,3 ΚΠΔ), για τις οποίες συντάχθηκαν νόμιμα οι υπ' αριθμ. 160/2009 και 161/2009 εκθέσεις αναίρεσης ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών και συνεπώς είναι τυπικά δεκτές, με προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και την υπέρβαση εξουσίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ. "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από την προπαρατεθείσα ποινική διάταξη, με την οποία προστατεύεται η περί τα υπομνήματα δημόσια πίστη και η ασφάλεια των συναλλαγών, προκύπτει ότι, προς στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αρχήθεν κατάρτιση πλαστού εγγράφου εκ μέρους του υπαιτίου, που εμφανίζει ότι αυτό (έγγραφο) κατηρτίσθη δήθεν από άλλο πρόσωπο ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας και του περιεχομένου του, δυναμένη να γίνει δια της προσθήκης ή εξαλείψεως λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη, περιλαμβάνων τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των απαρτιζόντων το έγκλημα πραγματικών περιστατικών και σκοπός αυτού να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι ο σκοπός της παραπλάνησης (ΑΠ 431/07, ΑΠ 769/2003 Πχρ ΝΔ 150, ΑΠ 2170/2002 Πχρ ΝΓ 759). Κατά δε την παράγραφο 3 του ιδίου ως άνω άρθρου ο υπαίτιος πλαστογραφίας τιμωρείται με κάθειρξη έως 10 ετών, δηλαδή σε βαθμό κακουργήματος, εάν σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτους ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25000000 δραχμών ή 73000 ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5000000 δραχμών ή 15000 ευρώ. Από την προπαρατεθείσα διάταξη προκύπτει ότι προς θεμελίωση της κακουργηματικής μορφής της πλαστογραφίας απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, με ταυτόχρονη βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, αδιαφόρως της επιτεύξεως ή μη του σκοπού του υπό προϋπόθεση ότι το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25000000 δραχμών ή των 73000 ευρώ (ΑΠ 1753/03 ΠΧρ. ΝΔ 635). Εξάλλου, επί πλαστογραφίας για την ύπαρξη συναυτουργίας με την έννοια του άρθρου 45 ΠΚ αρκεί ότι περισσότεροι του ενός συναποφάσισαν να καταρτίσουν πλαστό έγγραφο και ανέθεσαν την ιδιόχειρη κατάρτιση σ' ένα εκ των συναυτουργών, δηλαδή από κοινού, χωρίς ειδικότερη εξειδίκευση για τον κάθε ένα συναυτουργό, όλοι δε τελούσαν σε γνώση της πρόθεσης του άλλου για την τέλεση του αδικήματος αυτού (Ολ. ΑΠ. 50/1990 ΠΧ Μ, 949, ΑΠ 144/92 ΠΧρ. ΜΒ, 400). Κατά τη διάταξη της πρώτης παραγράφου του άρθρου 375 Π.Κ. "όποιος ιδιοποιείται ξένο (ολικά ή μερικά) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73000 ευρώ ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Επί κατ' εξακολούθηση τελούμενης υπεξαιρέσεως, για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επιμέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 1317/2001 Π Χρ. ΝΒ, 435). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ.1 Π.Κ. "όποιος εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β' του προηγούμενου άρθρου παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 Π.Κ.). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο δόλος του απλού συνεργού συνίσταται στη γνώση του για την τέλεση από τον αυτουργό ορισμένης άδικης πράξης που αντικειμενικά συνιστά έγκλημα και τη βούληση του να συμβάλλει στην τέλεσή της από τον αυτουργό (ΑΠ 1676/2005 ΠΧρ. ΝΣΤ, 439). Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 ε' ΚΠΔ αναιρετικό λόγο υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν, από την προανάκριση ή την ανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις, που τα θεμελειώνουν, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες κρίθηκε, ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υφίσταται, που δημιουργεί τον από το άρθρο 484 παρ. 1 β' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει πραγματικά ή όταν δεν υπήγαγε σωστά τα από αυτόν δεχθέντα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα διάταξη και τέτοια περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του Βουλεύματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το Βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. ζ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν το συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται, κατά το νόμο, για την άσκησή της ή όταν παραλείπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενες, για την άσκησή της, προϋποθέσεις. Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο Βούλευμά του το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή καθολική αναφορά στο περιεχόμενο της ενσωματωμένης σ' αυτό πρότασης του Εισαγγελέα Εφετών, η οποία συμπληρωματικά αναφέρεται στο Πρωτόδικο Βούλευμα και δι' αυτού στην ενσωματωμένη εκεί Εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τις έγγραφες εξηγήσεις των κατηγορουμένων κατά την προκαταρκτική, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας, τις απολογίες των εκκαλούντων κατηγορουμένων, καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα υποβληθέντα μέχρι σήμερα υπομνήματα, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο Β2 και η Β1 δυνάμει του υπ' αριθμ. 10878/26-11-1991 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Κουτσαφάρου-Γιακουμάκη, νομίμως καταχωρημένου στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών, συνέστησαν Ομόρρυθμη Εμπορική Εταιρία με την επωνυμία "Συστεγασμένα Φαρμακεία Β2 και Β1 Ο.Ε." με έδρα το επί της οδού ...μισθωμένο κατάστημα-φαρμακείο. Ο πρώτος αναιρεσείων - κατηγορούμενος Χ2 εργαζόταν ως υπάλληλος στο συγκεκριμένο φαρμακείο από 13-1-1992. Η σχέση τους με τους ανωτέρω φαρμακοποιούς-διαχειριστές και νομίμους εκπροσώπους της μισθώτριας εταιρίας ήταν ομαλή επί σειρά ετών. Ο ως άνω αναιρεσείων-κατηγορούμενος απολάμβανε της πλήρους εμπιστοσύνης των ανωτέρω και πραγματοποιούσε για λογαριασμό τους παραγγελίες και αγορές φαρμάκων και παραφαρμακευτικών προϊόντων, πληρωμές και διάφορες άλλες εμπορικές πράξεις που αφορούσαν τη λειτουργία του φαρμακείου και γενικά της επιχείρησης (βλ. σχετ. και τις καταθέσεις του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας ''Φαρμακευτικός Σύνδεσμος Α.Ε.Ε.'' ... και της λογίστριας της μισθώτριας Θ στην Πταισματοδίκη Αθηνών). Από τον Ιανουάριο του 2002 όμως και μέχρι τα μέσα Μαΐου 2003 ο ως άνω αναιρεσείων-κατηγορούμενος εκμεταλλευόμενος την ελευθερία κινήσεων που είχε καθώς και το γεγονός ότι ο εκ των συνεταίρων της ομόρρυθμης εταιρίας Β2 αντιμετώπιζε σοβαρό οικογενειακό πρόβλημα και απουσίαζε διαρκώς τον τελευταίο καιρό από το φαρμακείο, η δε Β1 ήταν η ίδια ασθενής και αδυνατούσε να επιμεληθεί συστηματικά των υποθέσεων της εταιρίας αν και εμφανιζόταν τακτικά στο φαρμακείο, με τη βοήθεια του συμπατριώτη του και στενού του φίλου και συνεργάτη του φαρμακοποιού Χ1, δευτέρου αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, παρήγγειλε στην προμηθεύτρια εταιρία του φαρμακείου της μηνύτριας ''Φαρμακευτικός Σύνδεσμος Α.Ε.Ε.'' φάρμακα και λοιπά παραφαρμακευτικά προϊόντα, συνολικής αξίας περίπου 230000 ευρώ, χωρίς να έχει προηγουμένως συνεννοηθεί με κάποιον από τους διαχειριστές της μηνύτριας, χρεώνοντας βέβαια το λογαριασμό της τελευταίας στη φαρμακαποθήκη και ακολούθως μόλις γινόταν η παραλαβή των εμπορευμάτων στο φαρμακείο ο ως άνω αναιρεσείων-κατηγορούμενος έχοντας πλέον τη νόμιμη κατοχή τους ως υπάλληλος του φαρμακείου, αντί να τα πωλεί στους πελάτες της μηνύτριας τα παραλάμβανε σταδιακά λίγα λίγα, απομακρύνοντάς τα έτσι από τη σφαίρα εξουσίας της μηνύτριας και στη συνέχεια τα διοχέτευε στο φαρμακείο που διατηρούσε ο δεύτερος αναιρεσείων-κατηγορούμενος στους ..., ο οποίος πλέον και τα διέθετε προς πώληση στους πελάτες του φαρμακείου του, το δε τίμημα από την πώληση αυτών το μοιράζονταν οι δύο αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι και βέβαια δεν το απέδιδαν στην μηνύτρια (βλ. την από 6-12-2005 κατάθεση του εταίρου υπαλλήλου του φαρμακείου Φ, αλλά και την από 6-12-2005 κατάθεση του Μ, οι οποίοι και αντελήφθησαν αρκετές φορές τον πρώτο αναιρεσείοντα να μεταφέρει φάρμακα εκτός του φαρμακείου την κρίσιμη χρονική περίοδο, χωρίς να σκεφθούν τότε κάτι επιλήψιμο γι' αυτόν αφού ακόμα όλοι του είχαν απεριόριστη εμπιστοσύνη). Έτσι ο πρώτος αναιρεσείων Χ2 με την πράξη του αυτή συμπεριφέρθηκε απέναντι στα φάρμακα και λοιπά προϊόντα σαν κύριος, δηλαδή εκδήλωσε με την απομάκρυνσή τους από το χώρο του φαρμακείου, όπου η μηνύτρια ασκούσε σ' αυτά φυσική εξουσία ως κυρία και κάτοχος, τη θέληση του να τα ιδιοποιηθεί και να τα ενσωματώσει στην περιουσία του. Η πράξη του δευτέρου αναιρεσείοντος ο οποίος παραλάμβανε τα φάρμακα μετά την ιδιοποίησή τους από τον πρώτο αναιρεσείοντα, θα πρέπει να κριθεί ως απλή συνέργια προς τον τελευταίο, δράστη της κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεσης, αφού παρεσχέθη προς αυτόν κατά την τέλεση του εγκλήματος και μέχρι την ουσιαστική αποπεράτωση αυτού, δηλαδή έως ότου ο πρώτος αναιρεσείων προέβαινε στην τελευταία επιμέρους πράξη υπεξαιρέσεως. Κατά το μήνα Μάιο του 2003 οι διαχειριστές της μηνύτριας αντελήφθησαν τις παράνομες ενέργειες του πρώτου αναιρεσείοντος υπαλλήλου τους, αφού αυτός απέκρυπτε τις οχλήσεις της φαρμακαποθήκης για εξόφληση των οφειλομένων (ίδετε την υπ' αριθμ. ...' έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ...). Τότε ο πρώτος αναιρεσείων προ της εξελίξεως αυτής παρουσία και του συζύγου της Μ αναγνώρισε, ενώπιον των διαχειριστών της μηνύτριας, την ευθύνη του και υποσχέθηκε ότι με δικά του χρήματα θα εξοφλούσε τα οφειλόμενα, για τις υπεξαιρεθείσες ποσότητες φαρμάκων, ποσά στην προμηθεύτρια φαρμακαποθήκη. Προς τούτο παρέδωσε στην τελευταία στις 19-5-2003 τις υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας Πειραιώς, εκδόσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος Χ1 ποσού 66000 ευρώ η καθεμία, με ημερομηνία εκδόσεως 20-8-2003 και 20-9-2003 αντίστοιχα, συρόμενες στον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό των δύο αναιρεσειόντων στην ως άνω Τράπεζα. Στις 1-8-03 την μεταχρονολογημένη υπ' αριθμ. ... επιταγή της Alpha Bank εκδόσεως του ιδίου του πρώτου αναιρεσείοντος, ποσού 94.702,03 ευρώ, συρόμενη στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του στην ως άνω Τράπεζα με ημερομηνία εκδόσεως την 30-12-2003. Στις 16-1-2004 την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς εκδόσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος, ποσού 47000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως την 15-1-2004, συρόμενη στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του ιδίου στην ως άνω Τράπεζα (ίδετε τις υπ' αριθμ. ... και 18/04 αποδείξεις είσπραξης της εταιρίας '' Φαρμακευτικός Σύνδεσμος Α.Ε.Ε.''). Όμως στις παραπάνω επιταγές εκδόσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος στη θέση της δεύτερης οπισθογράφησης, οι δύο αναιρεσείοντες από κοινού ενεργούντες, έθεσαν τη σφραγίδα της μηνύτριας εταιρίας και με ελεύθερη χάραξη μία υπογραφή ώστε να εμφανίζεται έναντι των τρίτων ότι αυτή ανήκει σ' έναν από τους δύο διαχειριστές της μηνύτριας εταιρίας και στη συνέχεια ο μεν πρώτος αναιρεσείων Χ2 έκανε χρήση αυτών, παραδίδοντας τις επιταγές αυτές στην προμηθεύτρια εταιρία ''Φαρμακευτικός Σύνδεσμος Α.Ε.Ε.'' εν αγνοία των ομορρύθμων εταίρων της μηνύτριας εταιρίας, ώστε να παραπλανηθούν οι υπάλληλοι της προμηθεύτριας εταιρίας ότι οι επιταγές προέρχονται από την μηνύτρια και να δεχθούν αυτές προς εξόφληση δήθεν οφειλής της τελευταίας από την αγορά φαρμάκων και παραφαρμακευτικών προϊόντων ενώ, στην πραγματικότητα, τα προϊόντα αυτά είχαν παραγγελθεί από τον πρώτο αναιρεσείοντα και ακολούθως ιδιοποιήθηκαν παράνομα από τον ίδιο και, συνεπώς, η μηνύτρια εταιρία δεν όφειλε το ποσό των επιταγών στην προμηθεύτρια εταιρία, την δε αξία των ανωτέρω προϊόντων καρπώθηκαν οι δύο αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ο δε δεύτερος τούτων Χ1, στις 22-11-2006, έκανε χρήση των πλαστών αυτών επιταγών προσκομίζοντάς τες στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά την συζήτηση της υπ' αριθμ. 540090/05 αίτησής του κατά της εταιρίας ''Συστεγασμένα Φαρμακεία Β2 - Β1 ΟΕ'' και ατομικά κατά των δύο ομορρύθμων εταίρων της, με την οποία αίτηση ζητούσε να διαταχθεί η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας των καθ' ων γιατί ήταν επισφαλής η απαίτηση που είχε έναντι αυτών από δάνειο που τους είχε χορηγήσει με τις τρεις αυτές επιταγές που τους παρέδωσε. Με τις πράξεις τους αυτές οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη παράνομη βλάβη της περιουσίας της μηνύτριας εταιρίας, που υπερβαίνει το ποσό των 73000 ευρώ και συγκεκριμένα ανέρχεται στο ποσό των 179000 ευρώ για το οποίο εκδόθηκαν οι ως άνω επιταγές. Οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι από την πλευρά τους αρνούνται την κατηγορία. Ειδικότερα, ο πρώτος αναιρεσείων Χ2 ισχυρίζεται ότι μεταξύ αυτού και των νομίμων εκπροσώπων της μηνύτριας εταιρίας είχε συσταθεί αφανής εταιρία και συνεπώς αυτός είχε κάθε δικαίωμα να αγοράζει και να διαθέτει κατά βούληση οποιαδήποτε ποσότητα φαρμάκων και ότι είχε τη συναίνεση των ανωτέρω να θέτει την υπογραφή τους και τη σφραγίδα της μηνύτριας εταιρίας όπου ο ίδιος έκρινε. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε με το προσβαλλόμενο Βούλευμα ως ουσία αβάσιμος, δεδομένου ότι το από 26-11-91 ιδιωτικό συμφωνητικό που προσκομίζει προς απόδειξη της αφανούς εταιρίας είναι ανυπόγραφο κα δεν είναι δυνατόν να γίνει πιστευτή η εξήγησή του ότι η έλλειψη των υπογραφών των δύο άλλων συμβαλλομένων οφείλεται στο ότι αυτοί αμελούσαν να το υπογράψουν επί δώδεκα συνεχή έτη ενώ το αληθές είναι ότι οι συγκεκριμένοι απλώς δε συμφώνησαν τελικά στη σύσταση της αφανούς εταιρίας. Το ότι δε οι μάρτυρες καταθέτουν πως έβλεπαν τον πρώτο αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο συνεχώς στο φαρμακείο μια και δεν γνωρίζουν τίποτε άλλο για τις εσωτερικές σχέσεις αυτού και της μηνύτριας δεν οδηγεί άνευ άλλου τινός και στο συμπέρασμα ότι ο πρώτος αναιρεσείων - κατηγορούμενος συμμετείχε σε αφανή εταιρία με τους νομίμους εκπροσώπους της μηνύτριας εταιρίας. Όσον αφορά δε στο γεγονός ότι αυτός είχε για μεγάλο διάστημα ουσιαστικά τη διαχείριση και τη λειτουργία του φαρμακείου και τη συναίνεση των δύο φαρμακοποιών να υπογράφει αντ' αυτών σε απλές καθημερινές συναλλαγές της εταιρίας, δεν σημαίνει ότι του είχαν παραχωρήσει το δικαίωμα να επιβαρύνει τη μηνύτρια με δικαιοπραξίες χιλιάδων ευρώ χωρίς οι ίδιοι να έχουν προηγουμένως ενημερωθεί και ότι είχαν συναινέσει στο να υπογράφει εκείνος αντ' αυτών οποτεδήποτε και μάλιστα όχι πριν τον Απρίλιο του 2003 αλλά αργότερα, κατά τη χρονική εκείνη περίοδο που είχε αποκαλυφθεί η δράση του, είχε αυτός παραδεχτεί τις παράνομες πράξεις του και υποσχέθηκε να εξοφλήσει αυτός την οφειλή. Ο στενός δε σύνδεσμος μεταξύ των δύο αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων προκύπτει και από το γεγονός ότι αυτοί διέθεταν κοινό τραπεζικό λογαριασμό, ότι οι επίμαχες πλαστές επιταγές που δόθηκαν στην φαρμακαποθήκη για ένα αρκετά σεβαστό ποσό της τάξεως των 179000 ευρώ, ήταν εκδόσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος, ότι αυτός ήταν το πρόσωπο που κατέθεσε αγωγή και ζήτησε την συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας της μηνύτριας στηριζόμενος στις πλαστές αυτές επιταγές. Αναμφίβολα λοιπόν προκύπτει πως ο δεύτερος αναιρεσείων βοήθησε στην περαιτέρω διάθεση των φαρμάκων που ο πρώτος αναιρεσείων Χ2 υπεξαιρούσε από το φαρμακείο της μηνύτριας. Ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων πραγματικών περιστατικών και σκέψεων το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο Βούλευμά του έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις που στηρίζουν τις κατηγορίες εναντίον των αναιρεσειόντων για τις αξιόποινες πράξεις α)της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του, βλάπτοντας άλλον, περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73000 ευρώ - αμφότεροι - β) υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 73000 ευρώ κατ' εξακολούθηση - ο πρώτος - γ) της απλής συνέργιας σε υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 73000 ευρώ κατ' εξακολούθηση - ο δεύτερος, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 13γ, 14, 18, 26 παρ.1α, 27 παρ.1α, 45, 47 παρ.1, 94 παρ.1, 98, 216 παρ.1, 3α, 375 παρ.1β Π.Κ. και αφού απέρριψε ως αβάσιμες κατ' ουσίαν τις εφέσεις των αναιρεσειόντων, επικύρωσε το πρωτοβάθμιο υπ' αριθμ. 170/2009 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθούν για τις ως άνω πράξεις. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο Βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων για τα οποία κρίθηκαν παραπεμπτέοι οι ως άνω αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες έτσι ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Κατά συνέπεια, δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων ότι το προσβαλλόμενο Βούλευμα στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ότι δεν ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των ως άνω άρθρων και ότι το Συμβούλιο υπερέβη την εξουσία του. Κατά το μέρος βέβαια, που με τις υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης, επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή αμφισβητείται η κρίση του Συμβουλίου ως προς το τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό στοιχείο, περιέχουν αυτές ανεπίτρεπτη προσβολή της αναγομένης σε πράγματα κρίσης του Συμβουλίου και πρέπει γι' αυτό να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Μετά από όλα αυτά, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 585 παρ.1 ΚΠΔ).
Για τους ανωτέρω λόγους
Προτείνω:
1) Να απορριφθούν οι υπ' αριθμ. 160/9-9-2009 και 161/9-9-2009 αιτήσεις αναίρεσης των Χ2 και Χ1, αντίστοιχα, κατοίκων ..., κατά του υπ' αριθμ. 1516/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών Και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους παραπάνω αναιρεσείοντες. Αθήνα 17/12/2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης"
Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση οι υπ'αριθμ.160/2009 και 161/2009 αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Χ2 και Χ1, κατοίκων ... κατά του υπ' αριθμ. 1516/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν στην ουσία ως αβάσιμες οι υπ' αριθμ. 56/6-2-2009 και 55/6-2-2009 εφέσεις των ανωτέρω κατηγορουμένων κατά του υπ' αριθμ. 170/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθούν ως υπαίτιοι της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 73.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συναυτουργία με βλάβη άλλου και αντίστοιχο όφελος άνω των 73.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση, ο πρώτος κατηγορούμενος και της απλής συνέργειας σε υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 73.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συναυτουργία με βλάβη άλλου και αντίστοιχο όφελος άνω των 73.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση, ο δεύτερος κατηγορούμενος. Έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και, ως συναφείς, πρέπει να συνεκδικαστούν.
Κατά τη διάταξη της παρ.1 εδ.α'του άρθρου 375 ΠΚ "Οποίος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτούνται α) ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα, ώς τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε (ξένη) αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ) δολία προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση ή αποδοχή να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεώς του στον ιδιοκτήτη. Το προαναφερόμενο έγκλημα προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα: 1) Αν η συνολική αξία του αντικειμένου αυτής υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (τελευταίο εδάφιο της ίδιας ως άνω παραγράφου του άρθρου 375 ΠΚ) όπως τούτο προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α' του ν. 2721/1999 και ισχύει από 3-6-1999 και 2) το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω ανάγκης ή λόγω μίας από τις περιοριστικά αναφερόμενες ιδιότητες του δράστη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ιδιότητα του εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας (παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996 και το εδ. β' αυτής που ορίζει ότι "Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα εβδομήντα τρεις χιλιάδας (73.000) ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση" προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3β'του Ν. 2721/1999. Περαιτέρω, από την παρ. 1 του άρθρου 98 του Π.Κ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της αποφάσεως για την τέλεση τους και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Στην παραπάνω διάταξη , προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν 2721/1999 δεύτερη παράγραφος, σύμφωνα με την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ.1 Π.Κ. "όποιος εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β' του προηγούμενου άρθρου παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 Π.Κ.). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο δόλος του απλού συνεργού συνίσταται στη γνώση του για την τέλεση από τον αυτουργό ορισμένης άδικης πράξης που αντικειμενικά συνιστά έγκλημα και τη βούληση του να συμβάλλει στην τέλεση της από τον αυτουργό.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ. "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από την προπαρατεθείσα ποινική διάταξη με την οποία προστατεύεται η περί τα υπομνήματα δημόσια πίστη και η ασφάλεια των συναλλαγών, προκύπτει ότι, προς στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αρχήθεν κατάρτιση πλαστού εγγράφου εκ μέρους του υπαιτίου, που εμφανίζει ότι αυτό (έγγραφο) κατηρτίσθη δήθεν από άλλο πρόσωπο ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας και του περιεχομένου του, δυναμένη να γίνει δια της προσθήκης ή εξαλείψεως λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικούς δε δόλος του δράστη, περιλαμβάνων τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των απαρτιζόντων το έγκλημα πραγματικών περιστατικών και σκοπός αυτού να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι ο σκοπός της παραπλάνησης.
Κατά δε την παράγραφο 3 του ιδίου ως άνω άρθρου, ο υπαίτιος πλαστογραφίας τιμωρείται με κάθειρξη έως 10 ετών, δηλαδή σε βαθμό κακουργήματος, εάν σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτους ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 250.00000 δραχμών ή 73000 ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ. Από την προπαρατεθείσα διάταξη προκύπτει ότι προς θεμελίωση της κακουργηματικής μορφής της πλαστογραφίας απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, με ταυτόχρονη βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, αδιαφόρως της επιτεύξεως ή μη του σκοπού του υπό προϋπόθεση ότι το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή των 73000 ευρώ.
Εξάλλου, επί πλαστογραφίας για την ύπαρξη συναυτουργίας με την έννοια του άρθρου 45 ΠΚ αρκεί ότι περισσότεροι του ενός συναποφάσισαν να καταρτίσουν πλαστό έγγραφο και ανέθεσαν την ιδιόχειρη κατάρτιση σ' ένα εκ των συναυτουργών, δηλαδή από Κοινού, χωρίς ειδικότερη εξειδίκευση για τον κάθε ένα συναυτουργό, όλοι δε τελούσαν σε γνώση της πρόθεσης του άλλου για την τέλεση του αδικήματος αυτού.
Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. ζ' ΚΠΔ υπάρχει όταν το συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται, κατά το νόμο, για την άσκηση της ή όταν παραλείπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενες, για την άσκησή της, προϋπόθεσεις.
Περαιτέρω έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. ε ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τη διεξαχθείσα ανάκριση ή προανάκριση, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με δικές τους σκέψεις, και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ'αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα, του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε από την κύρια ανάκριση και την προηγηθείσα αυτής προκαταρκτική εξέταση και δη από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τις έγγραφες εξηγήσεις των κατηγορουμένων κατά την προκαταρκτική, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας, τις απολογίες των εκκαλούντων κατηγορουμένων, καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα υποβληθέντα μέχρι σήμερα υπομνήματα, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Ο Β2 και η Β1 δυνάμει του υπ' αριθμ.... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Κουτσαφάρου-Γιακουμάκη, νομίμως καταχωρημένου στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών, συνέστησαν Ομόρρυθμη Εμπορική Εταιρία με την επωνυμία "Συστεγασμένα Φαρμακεία Β2 και Β1 Ο.Ε." με έδρα το επί της οδού ... στην ... μισθωμένο κατάστημα-φαρμακείο. Ο πρώτος αναιρεσείων - κατηγορούμενος Χ2 εργαζόταν ως υπάλληλος στο συγκεκριμένο φαρμακείο από 13-1-1992. Η σχέση τους με τους ανωτέρω φαρμακοποιούς-διαχειριστές και νομίμους εκπροσώπους της μισθώτριας εταιρίας ήταν ομαλή επί σειρά ετών. Ο ως άνω αναιρεσείων-κατηγορούμενος απολάμβανε της πλήρους εμπιστοσύνης των ανωτέρω και πραγματοποιούσε για λογαριασμό τους παραγγελίες και αγορές φαρμάκων και παραφαρμακευτικών προϊόντων, πληρωμές και διάφορες άλλες εμπορικές πράξεις που αφορούσαν τη λειτουργία του φαρμακείου και γενικά της επιχείρησης (βλ. σχετ. και τις καταθέσεις του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας "Φαρμακευτικός Σύνδεσμος Α.Ε.Ε." ... και της λογίστριας της μισθώτριας Π στην Πταισματοδίκη Αθηνών).
Από τον Ιανουάριο του 2002 όμως και μέχρι τα μέσα Μαΐου 2003 ο ως άνω αναιρεσείων-κατηγορούμενος εκμεταλλευόμενος την ελευθερία κινήσεων που είχε καθώς και το γεγονός ότι ο εκ των συνεταίρων της ομόρρυθμης εταιρίας Β2 αντιμετώπιζε σοβαρό οικογενειακό πρόβλημα και απουσίαζε διαρκώς τον τελευταίο καιρό από το φαρμακείο, η δε Β1 ήταν η ίδια ασθενής και αδυνατούσε να επιμεληθεί συστηματικά των υποθέσεων της εταιρίας αν και εμφανιζόταν τακτικά στο φαρμακείο, με τη βοήθεια του συμπατριώτη του και στενού του φίλου και συνεργάτη του φαρμακοποιού Χ1, δευτέρου αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, παρήγγειλε στην προμηθεύτρια εταιρία του φαρμακείου της μηνύτριας "Φαρμακευτικός Σύνδεσμος Α.Ε.Ε." φάρμακα και λοιπά παραφαρμακευτικά προϊόντα, συνολικής αξίας περίπου 230000 ευρώ, χωρίς να έχει προηγουμένως συνεννοηθεί με κάποιον από τους διαχειριστές της μηνύτριας, χρεώνοντας βέβαια το λογαριασμό της τελευταίας στη φαρμακαποθήκη και ακολούθως μόλις γινόταν η παραλαβή των εμπορευμάτων στο φαρμακείο ο ως άνω αναιρεσείων-κατηγορούμενος έχοντας πλέον τη νόμιμη κατοχή τους ως υπάλληλος του φαρμακείου, αντί να τα πωλεί στους πελάτες της μηνύτριας τα παραλάμβανε σταδιακά λίγα λίγα, απομακρύνοντας τα έτσι από τη σφαίρα εξουσίας της μηνύτριας και στη συνέχεια τα διοχέτευε στο φαρμακείο που διατηρούσε ο δεύτερος αναιρεσείων-κατηγορούμενος στους ..., ο οποίος πλέον και τα διέθετε προς πώληση στους πελάτες του φαρμακείου του, το δε τίμημα από την πώληση αυτών το μοιράζονταν οι δύο αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι και βέβαια δεν το απέδιδαν στην μηνύτρια (βλ. την από 6-12-2005 κατάθεση του εταίρου υπαλλήλου του φαρμακείου Φ, αλλά και την από 6-12-2005 κατάθεση του Μ, οι οποίοι και αντελήφθησαν αρκετές φορές τον πρώτο αναιρεσείοντα να μεταφέρει φάρμακα εκτός του φαρμακείου την κρίσιμη - χρονική περίοδο, χωρίς να σκεφθούν τότε κάτι επιλήψιμο γι' αυτόν αφού ακόμα όλοι του είχαν απεριόριστη εμπιστοσύνη). Έτσι ο πρώτος αναιρεσείων Χ2 με την πράξη του αυτή συμπεριφέρθηκε απέναντι στα φάρμακα και λοιπά προϊόντα σαν κύριος, δηλαδή εκδήλωσε με την απομάκρυνση τους από το χώρο του φαρμακείου, όπου η μηνύτρια ασκούσε σ' αυτά φυσική εξουσία ως κυρία και κάτοχος, τη θέληση του να τα ιδιοποιηθεί και να τα ενσωματώσει στην περιουσία του. Η πράξη του δευτέρου αναιρεσείοντος ο οποίος παραλάμβανε τα φάρμακα μετά την ιδιοποίηση τους από τον πρώτο αναιρεσείοντα, θα πρέπει να κριθεί ως απλή συνεργεία προς τον τελευταίο, δράστη της κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεσης, αφού παρεσχέθη προς αυτόν κατά την τέλεση του εγκλήματος και μέχρι την ουσιαστική αποπεράτωση αυτού, δηλαδή έως ότου ο πρώτος αναιρεσείων προέβαινε στην τελευταία επιμέρους πράξη υπεξαιρέσεως.
Κατά το μήνα Μάιο του 2003 οι διαχειριστές της μηνύτριας αντελήφθησαν τις παράνομες ενέργειες του πρώτου αναιρεσείοντος υπαλλήλου τους, αφού αυτός απέκρυπτε τις οχλήσεις της φαρμακαποθήκης για εξόφληση των οφειλομένων (ίδετε την υπ' αριθμ. 11160/Γ' έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ...). Τότε ο πρώτος αναιρεσείων προ της εξελίξεως αυτής παρουσία και του συζύγου της Μ αναγνώρισε, ενώπιον των διαχειριστών της μηνύτριας, την ευθύνη του και υποσχέθηκε ότι με δικά του χρήματα θα εξοφλούσε τα οφειλόμενα, για τις υπεξαιρεθείσες ποσότητες φαρμάκων, ποσά στην προμηθεύτρια φαρμακαποθήκη.
Προς τούτο παρέδωσε στην τελευταία στις 19-5-2003 τις υπ' αριθμ. ...μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας Πειραιώς, εκδόσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος Χ1 ποσού 66000 ευρώ η καθεμία, με ημερομηνία εκδόσεως 20-8-2003 και 20-9-2003 αντίστοιχα, συρόμενες στον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό των δύο αναιρεσειόντων στην ως άνω Τράπεζα. Στις 1-8-03 την μεταχρονολογημένη υπ' αριθμ. ... επιταγή της Αlpha Bank εκδόσεως του ιδίου του πρώτου αναιρεσείοντος, ποσού 94.702,03 ευρώ, συρόμενη στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του στην ως άνω Τράπεζα με ημερομηνία εκδόσεως την 30-12-2003. Στις 16-1-2004 την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς εκδόσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος, ποσού 47000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως την 15-1-2004, συρόμενη στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του ιδίου στην ως άνω Τράπεζα (ίδετε τις υπ' αριθμ. ... αποδείξεις είσπραξης της εταιρίας " Φαρμακευτικός Σύνδεσμος Α.Ε.Ε.").
Όμως στις παραπάνω επιταγές εκδόσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος στη θέση της δεύτερης οπισθογράφησης, οι δύο αναιρεσείοντες από κοινού ενεργούντες, έθεσαν τη σφραγίδα της μηνύτριας εταιρίας και με ελεύθερη χάραξη μία υπογραφή ώστε να εμφανίζεται έναντι των τρίτων ότι αυτή ανήκει σ' έναν από τους δύο διαχειριστές της μηνύτριας εταιρίας και στη συνέχεια ο μεν πρώτος αναιρεσείων Χ2 έκανε χρήση αυτών, παραδίδοντας τις επιταγές αυτές στην προμηθεύτρια εταιρία "Φαρμακευτικός Σύνδεσμος Α.Ε,Ε." εν αγνοία των ομορρύθμων εταίρων της μηνύτριας εταιρίας, ώστε να παραπλανηθούν οι υπάλληλοι της προμηθεύτριας εταιρίας ότι οι επιταγές προέρχονται από την μηνύτρια και να δεχθούν αυτές προς εξόφληση δήθεν οφειλής της τελευταίας από την αγορά φαρμάκων και παραφαρμακευτικών προϊόντων ενώ, στην πραγματικότητα, τα προϊόντα αυτά είχαν παραγγελθεί από τον πρώτο αναιρεσείοντα και ακολούθως ιδιοποιήθηκαν παράνομα από τον ίδιο και, συνεπώς, η μηνύτρια εταιρία δεν όφειλε το ποσό των επιταγών στην προμηθεύτρια εταιρία, την δε αξία των ανωτέρω προϊόντων καρπώθηκαν οι δύο αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ο δε δεύτερος τούτων Χ1, στις 22-11-2006, έκανε χρήση των πλαστών αυτών επιταγών προσκομίζοντας τες στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά την συζήτηση της υπ' αριθμ. 540090/05 αίτησης του κατά της εταιρίας "Συστεγασμένα Φαρμακεία Β2 - Β1 τελικά στη σύσταση της αφανούς εταιρίας. Το ότι δε οι μάρτυρες καταθέτουν πως έβλεπαν τον πρώτο αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο συνεχώς στο φαρμακείο μια και δεν γνωρίζουν τίποτε άλλο για τις εσωτερικές σχέσεις αυτού και της μηνύτριας δεν οδηγεί άνευ άλλου τινός και στο συμπέρασμα ότι ο πρώτος αναιρεσείων κατηγορούμενος συμμετείχε σε αφανή εταιρία με τους νομίμους εκπροσώπους της μηνύτριας εταιρίας. Όσον αφορά δε στο γεγονός ότι αυτός είχε για μεγάλο διάστημα ουσιαστικά τη διαχείριση και τη λειτουργία του φαρμακείου και τη συναίνεση των δύο φαρμακοποιών να υπογράφει αντ' αυτών σε απλές καθημερινές συναλλαγές της εταιρίας, δεν σημαίνει ότι του είχαν παραχωρήσει το δικαίωμα να επιβαρύνει τη μηνύτρια με δικαιοπραξίες χιλιάδων ευρώ χωρίς οι ίδιοι να έχουν προηγουμένως ενημερωθεί και ότι είχαν συναινέσει στο να υπογράφει εκείνος αντ' αυτών οποτεδήποτε και μάλιστα όχι πριν τον Απρίλιο του 2003 αλλά αργότερα, κατά τη χρονική εκείνη περίοδο που είχε αποκαλυφθεί η δράση του, είχε αυτός παραδεχτεί τις παράνομες πράξεις του και υποσχέθηκε να εξοφλήσει αυτός την οφειλή. Ο στενός δε σύνδεσμος μεταξύ των δύο αναίρεσειόντων - κατηγορουμένων προκύπτει και από το γεγονός ότι αυτοί διέθεταν κοινό τραπεζικό λογαριασμό, ότι οι επίμαχες πλαστές επιταγές που δόθηκαν στην φαρμακαποθήκη για ένα αρκετά σεβαστό ποσό της τάξεως των 179000 ευρώ, ήταν εκδόσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος, ότι αυτός ήταν το πρόσωπο που κατέθεσε αγωγή και ζήτησε την συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας της μηνυτριας στηριζόμενος στις πλαστές αυτές Β1 ΟΕ" και ατομικά κατά των δύο ομορρύθμων εταίρων της, με την οποία αίτηση ζητούσε να διαταχθεί η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας των καθ' ων γιατί ήταν επισφαλής η απαίτηση που είχε έναντι αυτών από δάνειο που τους είχε χορηγήσει με τις τρεις αυτές επιταγές που τους παρέδωσε. Με τις πράξεις τους αυτές οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη παράνομη βλάβη της περιουσίας της μηνύτριας εταιρίας, που υπερβαίνει το ποσό των 73000 ευρώ και συγκεκριμένα ανέρχεται στο ποσό των 179000 ευρώ για το οποίο εκδόθηκαν οι ως άνω επιταγές.
Οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι από την πλευρά τους αρνούνται την κατηγορία. Ειδικότερα, ο πρώτος αναιρεσείων Χ2 ισχυρίζεται ότι μεταξύ αυτού και των νομίμων εκπροσώπων της μηνύτριας εταιρίας είχε συσταθεί αφανής εταιρία και συνεπώς αυτός είχε. κάθε δικαίωμα να αγοράζει και να διαθέτει κατά βούληση οποιαδήποτε ποσότητα φαρμάκων και ότι είχε τη συναίνεση των ανωτέρω να θέτει την υπογραφή τους και τη σφραγίδα της μηνύτριας εταιρίας όπου ο ίδιος έκρινε. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε με το προσβαλλόμενο Βούλευμα ως ουσία αβάσιμος, δεδομένου ότι το από 26-11-91 ιδιωτικό συμφωνητικό που προσκομίζει προς απόδειξη της αφανούς εταιρίας είναι ανυπόγραφο κα δεν είναι δυνατόν να γίνει πιστευτή η εξήγηση του ότι η έλλειψη των υπογραφών των δύο άλλων συμβαλλομένων οφείλεται στο ότι αυτοί αμελούσαν να το υπογράψουν επί δώδεκα συνεχή έτη ενώ το αληθές είναι ότι οι συγκεκριμένοι απλώς δε συμφώνησαν επιταγές. Αναμφίβολα λοιπόν προκύπτει πως ο δεύτερος αναιρεσείων βοήθησε στην περαιτέρω διάθεση των φαρμάκων που ο πρώτος αναιρεσείων Χ2 υπεξαιρούσε από το φαρμακείο της μηνύτριας.
Ενόψει αυτών, έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις κατά των αναιρεσειόντων-κατηγορούμένων για τις αξιόποινες πράξεις α)της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του, βλάπτοντας άλλον, περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73000 ευρώ - αμφότεροι- β) υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 73000 ευρώ κατ'εξακολούθηση - ο πρώτος - γ) της απλής συνέργιας σε υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 73000 ευρώ κατ'εξακολούθηση - ο δεύτερος, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 13γ, 14, 18, 26 παρ.1α, 27 παρ,1α, 45, 47 παρ.1, 94 παρ.1, 98, 216 τταρ.1, 3α, 375 παρ.1β Π.Κ. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις εφέσεις των ήδη αναίρεσειόντων κατηγορουμένων, και παρέπεμψε αυτούς ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), για να δικαστούν για τις άνω κακουργημοτικές αξιόποινες πράξεις, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, ως προς την παραπομπή των κατηγορουμένων άνω διάταξη του, διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες παραπέμφθηκαν οι κατηγορούμενοι, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστούν, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτό στις εφαρμοσθείσες ανωτέρω παρατεθείσες, διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το ότι κάθε αναιρεσείων-κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις που παραπέμπεται στο ακροατήριο. Σύμφωνα δε με τα προεκτεθέντα, στοιχειοθετείται η αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης κατά την υποκειμενική και την αντικειμενική αυτής υπόσταση, καθώς επίσης ότι η ζημία της εγκαλούσας επήλθε κατά τον αναφερόμενο στο βούλευμα χρόνο και με τον τρόπο που περιγράφεται, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος ως προς τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεώς της (υπεξαίρεσης) και ως προς την παράνομη ιδιοποίηση ξένων πραγμάτων, διότι περιέχονται με σαφήνεια και πληρότητα στο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, καθώς επίσης διότι δεν περιέχονται ασάφειες και αντιφατικές διατάξεις αφού προσδιορίζονται στο βούλευμα με πληρότητα τα περιστατικά της υπεξαίρεσης και μάλιστα, της κακουργηματικής, κατά την έννοια της ΠΚ 375 παρ.1-2α τελέσεως αυτής. Εξάλλου, υπάρχει ειδική αιτιολογία και ως προς την αξιόποινη πράξη της απλής συνέργειας, στην άνω πράξη, που κατηγορείται και παραπέμπεται ο δεύτερος αναιρεσείων. Επίσης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στοιχειοθετείται και η αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συναυτουργία, κατά την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση αυτής και δεν επιχειρείται να στηριχθεί σε επινόηση της μηνύτριας και οτι η ζημία της εγκαλούσας εταιρίας επήλθε κατά τον αναφερόμενο στο βούλευμα χρόνο και με τον τρόπο που περιγράφεται, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος ως προς τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της (πλαστογραφίας) και ως προς τον πορισμό περιουσιακού οφέλους, διότι περιέχονται με σαφήνεια και πληρότητα στο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση καθώς επίσης διότι δεν περιέχονται ασάφειες και αντιφατικές διατάξεις ως προς τον πορισμό του οφέλους, που ανέρχεται και για τους δύο (2) κατηγορούμενους στις 230.000 ευρώ, αφού προσδιορίζονται στο βούλευμα με πληρότητα, τόσο τα περιστατικά της πράξεως αυτής και μάλιστα, της κακουργηματικής πλαστογραφίας κατά την έννοια της ΠΚ 216 παρ.1-3α τελέσεως αυτής, όσο και ως προς τον πορισμό του οφέλους, που επήλθε από αυτή. Τέλος, οι αναιρεσείοντες με τις αιτήσεις τους, ισχυρίζονται κατά λέξη τα εξής: ότι "το συμβούλιο Εφετών υπερέβη και την εξουσία του, αφού με την αναφορά στην αιτιολογία, σε σχέση πάντα με την παραπομπή, ότι δήθεν "υφίστανται αποχρώσες ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων-κατηγορουμένων", δεν προκύπτει με βεβαιότητα, ότι αυτό αξίωσε για την παραπομπή των κατηγορούμενων στο ακροατήριο, τα στοιχεία που απαιτούνται από το νόμο και ειδικότερα από το άρθρο 310 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., δηλαδή "σοβαρές ενδείξεις ενοχής", αλλά αρκέσθηκε σε λιγότερα, δηλαδή στις ανωμοτί καταθέσεις των μηνυτών και στις ένορκες καταθέσεις δυο μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίες είναι καθ' όλα ψευδείς και συκοφαντικές, παραβλέποντας αξιόπιστες μαρτυρικές καταθέσεις και πληθώρα αποδεικτικών εγγράφων (όσα αναφέρονται λεπτομερώς ως άνω) τα οποία αποδεικτικά στοιχεία συνηγορούν προς υπεράσπιση μου". Αβάσιμα όμως, αφού κατά τα εκτιθέμενα στο προσβαλλόμενο βούλευμά, το άνω Συμβούλιο διαπίστωσε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο για να δικαστούν για τις άνω αξιόποινες πράξεις, την κρίση του δε αυτή σχημάτισε από το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας, που στο εν λόγω βούλευμα εκτίθενται.
Επίσης, το Συμβούλιο Εφετών, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση καθενός από τα πιο πάνω εγκλήματα, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθούν οι αναιρεσείοντες. Ούτε επίσης εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων.
Κατόπιν αυτών, τα παράπονα που διατυπώνει κάθε αναιρεσείων ότι εσφαλμένα με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έγινε με αυτό δεκτή η έφεση του κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, είναι αβάσιμα. Ακολούθως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β', ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα, αλλά και ο από το αυτό άρθρο στοιχ. δ', για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα, καθώς και ο από το αυτό άρθρο παρ.1, περ.στ', για υπέρβαση εξουσίας, λογός αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Οι λοιπές δε αιτιάσεις κάθε αναιρεσείοντος, που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου με την επίκληση των άνω λόγων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικαστεί κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 9 Σεπτεμβρίου 2009 (υπ'αριθμ.πρωτ.160 και 161/2009 ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα, των : Χ2 και Χ1, αιτήσεις για αναίρεση του με αριθμό 1.516/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.Και
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα παραπεμπτικό. Υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 73,000 Ευρώ, κατ' εξακολούθηση, ο πρώτος και της απλής συνέργειας σε υπεξαίρεση αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 73,000 Ευρώ κατ' εξακολούθηση ο δεύτερος, πλαστογραφία μετά χρήσεως από κοινού κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73,000 Ευρώ. Έννοια όρων. Παραπονιούνται κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος για απόρριψη εφέσεως τους κατά του πρωτόδικου βουλεύματος που τους παρέπεμψε να δικαστούν για τις άνω κακουργηματικές πράξεις στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου. Λόγοι των αιτήσεων, η εσφαλμένη ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, η έλλειψη εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η υπέρβαση εξουσίας. Ουσιαστικά αβάσιμοι οι λόγοι. Απορρίπτει αιτήσεις.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία, Συναυτουργία, Συνέργεια, Υπεξαίρεση, Εξακολουθούν έγκλημα.
| 0
|
Αριθμός 1482/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μπαλαφούτη, για αναίρεση της 8854/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 13/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρ. 286 παρ. 1 του ΠΚ όποιοι κατά την εκπόνηση μελέτης ή τη διεύθυνση ή την εκτέλεση οικοδομικού ή άλλου ανάλογου έργου ή μιας κατεδάφισης, με πρόθεση ή οπό αμέλεια ενεργεί παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες και έτσι προξενεί κίνδυνο για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι πρόκειται [για] έγκλημα συγκεκριμένα διακινδυνεύσεως και ανήκει στα εγκλήματα για την αντικειμενική υπόστασή των οποίων ως τετελεσμένων, απαιτείται κατά νόμο ως στοιχείο η επέλευση ορισμένου αποτελέσματος, ήτοι στην πρόκληση κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου. Στην έννοια της ενέργειας περιλαμβάνεται και η παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, διότι εκείνος που παραλείπει να ενεργήσει κάτι σύμφωνα με τους κανόνες, ενεργεί παρά τους κανόνες τους κοινώς αναγνωρισμένους, ήτοι τους τεχνικούς κανόνες που εφαρμόζονται και ακολουθούνται στη συγκεκριμένη περίπτωση από εκείνους που ασχολούνται με έργα οικοδομικά ή κατεδάφισης και τους οποίους τηρούν με την πεποίθηση ότι είναι σωστοί. Μεταξύ των υποκειμένων του εγκλήματος του άρ. 286 ΠΚ, είναι και ο διευθύνων το οικοδομικό έργο, όπως ο επιβλέπων μηχανικός ή αρχιτέκτων, ο συντάξας τους στατικούς υπολογισμούς, καθώς και εκείνος που διευθύνει την εκτέλεση του έργου και δίδει οδηγίες και διαταγές υποχρεωτικές για εκείνους που εκτελούν αυτές. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ,Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 8854/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρέσειων κηρύχθηκε ένοχος, παραβίασης κανόνων οικοδομικής από πρόθεση και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής : "Ο κατηγορούμενος στα ..., στις 19-5-2003, κατά την εκτέλεση κατεδάφισης, με πρόθεση, ενήργησε παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες και έτσι προξένησε κίνδυνο για την ζωή και την υγεία ανθρώπων και δη ως επιβλέπων μηχανικός κατά την εκτέλεση εργασιών κατεδάφισης του επί της οδού ...κτιρίου, δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα αντιστήριξης και ασφαλείας για τις όμορες ιδιοκτησίες με αποτέλεσμα να προκληθούν ρωγμές καθ' όλο το μήκος της μεσοτοιχίας της επί της οδού ... μονοκατοικίας ιδιοκτησίας της εγκαλούσας Ψ και να προκληθεί κίνδυνος για την ζωή και την υγεία της αφού υπήρξε σοβαρός κίνδυνος κατάρρευσης αυτής . Συγκεκριμένα , ο κατηγορούμενος αν και στην από 4-3-03 τεχνική έκθεση του σχετικά με την κατεδάφιση του άνω ακινήτου επί της οδού ... αναφέρει ότι <θα ληφθούν όλα τα απαραίτητα μέτρα αντιστήριξης για τις όμορες ιδιοκτησίες ...> κατά την 19-5-03 όταν άρχισαν οι εργασίες κατεδάφισης του ακινήτου αυτού ομόρου της ιδιοκτησίας της εγκαλούσας δεν είχαν ληφθεί τα προαναφερθέντα μέτρα αντιστήριξης και έτσι προκλήθηκαν ρωγμές σ'αυτή και δημιουργήθηκε κίνδυνος για τη ζωή και την υγεία προσώπων καθώς και κίνδυνος κατάρρευσης της οικίας αυτής. Το γεγονός ότι τα μέτρα αντιστήριξης ήταν αναγκαία για την ασφάλεια της όμορης οικοδομής αποδεικνύεται ιδίως τόσον από την παραπάνω έκθεση του κατηγορουμένου όσο και από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Β5 σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στη συνέχεια έγιναν μέτρα αντιστήριξης και δεν αναιρούνται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας. " Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξεως της παραβίασης κανόνων οικοδομικής από πρόθεση (ΠΚ 286 παρ.1), και ειδικότερα, του ότι: "Στα ..., στις 19-5-2003, κατά την εκτέλεση κατεδάφισης, με πρόθεση, ενήργησε παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες και έτσι προξένησε κίνδυνο για την ζωή και την υγεία ανθρώπων. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, ως επιβλέπων μηχανικός κατά την εκτέλεση εργασιών κατεδάφισης του επί της οδού ... κτιρίου, δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα αντιστήριξης και ασφαλείας για τις όμορες ιδιοκτησίες με αποτέλεσμα να προκληθούν ρωγμές καθ' όλο το μήκος της μεσοτοιχίας της επί της οδού ... μονοκατοικίας ιδιοκτησίας της εγκαλούσας Ψ και να προκληθεί κίνδυνος για την ζωή και την υγεία της αφού υπήρξε σοβαρός κίνδυνος κατάρρευσης αυτής." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1 και 286 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 8854/2009 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένoυ), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας : 1)Β4, 2)Β1, 3)Β5, 4)Β2 και 5)Β3, του μάρτυρα υπεράσπισης, Β6 και την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας,Ψ. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) το δικάσαν Δικαστήριο συνετέθη από τρείς εφέτες, χωρίς μάλιστα να αναφέρεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως του δικαστηρίου ότι σύμφωνα με τον οργανισμό των δικαστηρίων ο πρόεδρος εφετών η οι αρχαιότεροι του προεδρεύοντος εφέτου κωλύοντο στη συγκεκριμένη περίπτωση και έτσι επήλθε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (ΚΠΔ 171 περ.1 και θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 510 παρ.1 περ.Α'ΚΠΔ). Όμως, στο Εφετείο Αθηνών η σύνθεση των ποινικών δικαστηρίων γίνεται με κλήρωση και δεν ισχύει ο άνω περιορισμός (άρθρο 17 παρ.7 περ.Β'αριθ.1 του Ν.1756/1988-όπως ισχύει), κατά δε την παρ.10 του άνω άρθρου "η μη τήρηση των διατάξεων των παρ.2 έως 8, συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης", τέτοια όμως ακυρότητα πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης, δεν επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων, ούτε προκύπτει κάτι τέτοιο από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης. 2)Υπάρχει έλλειψη της απαιτούμενης από το αρθρ.93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινής διατάξεως του άρθρου 286 του ΠΚ διότι για να καταλήξει στην κρίση αυτή η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στηρίζεται μόνον στην κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Β5, παραβλέποντας τις καταθέσεις της ίδιας της μηνύτριας Ψ, του συζύγου της Β4, του Β1, αλλά κυρίως των υπαλλήλων της Πολεοδομίας Β2 και Β3, ταυτόχρονα δε παρερμηνεύοντας το περιεχόμενο κρισίμων αποδεικτικών εγγράφων, όπως την από ... έκθεση επικινδύνου οικοδομής του Τμήματος Αυθαιρέτων - Επικινδύνων της Πολεοδομίας Αθηνών, που συνέταξε ο Β2 και την από 29-4-2004 έκθεση επικινδύνου οικοδομής του Τμήματος Αυθαιρέτων-Επικινδύνων της Πολεοδομίας Αθηνών που συνέταξε η Β3.
Επομένως, και από το περιεχόμενο των καταθέσεων των μαρτύρων αυτών, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, σαφώς προκύπτει ότι δεν προκλήθηκε ο παραμικρός κίνδυνος για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου, όπως απαιτεί η ουσιαστική ποινική διάταξη (άρθρο 286 του Π.Κ.) για την θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης της πράξης της παραβίασης των κανόνων της οικοδομικής, η οποία είναι σαφές ότι παραβιάστηκε στη προκείμενη περίπτωση (2ος λόγος αναιρέσεως). Αβάσιμα όμως, διότι αφενός η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών εκφεύγει από την κρίση του παρόντος αναιρετικού Δικαστηρίου, αφετέρου υπάρχει ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προκείμενο κανόνα δικαίου, αφού το άνω έγκλημα, κατά τα παραπάνω εκτιθέμενα, είναι συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως και, κατά τις παραδοχές του δικάσαντος Δικαστηρίου, επήλθε υλική ζημία (πρόκληση ρωγμών) στην όμορη ιδιοκτησία της άνω παθούσας. Και 3) ότι από τις αντιφάσεις, ελλείψεις και ασάφειες, που αναφέρονται και στον παραπάνω λόγο, είναι σαφές ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας η οποία επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ, 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠολΔ κάργια το λόγο αυτό, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. Ι, στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Αβάσιμα όμως διότι, κατά τα προλεχθέντα, η εν λόγω απόφαση έχει την κατά νόμο απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, χωρίς να υπάρχουν σε αυτή αντιφάσεις, ελλείψεις και ασάφειες.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' , Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Δεκεμβρίου 2009 (υπ'αριθμ.πρωτ.9676/14-12-2009 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου), αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 8854/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραβίαση κανόνων οικοδομικής με πρόθεση (ΠΚ 281 § 1). Μεταξύ των υποκειμένων του εγκλήματος αυτού είναι και ο επιβλέπων μηχανικός ή αρχιτέκνων, καθώς και εκείνος που διευθύνει την εκτέλεση του έργου και δίδει οδηγίες και διαταγές υποχρεωτικές γι' αυτούς που τις εκτελούν. Δεν υπάρχει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από το ότι στα πρακτικά συνεδριάσεως δεν αναφέρεται ότι ο Πρόεδρος Εφετών ή οι αρχαιότεροι του προεδρεύοντος εφέτες, κωλύοντο στη συγκεκριμένη δίκη, όταν η σύνθεση του δικαστηρίου ορίζεται με κλήρωση, όπως στο Ποινικό τμήμα του Εφετείου Αθηνών. Η εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων και των εγγράφων, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Δικαστηρίου σύνθεση, Παραβίαση κανόνων οικοδομικής.
| 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.