text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
Αριθμός 1480/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δημητρούλα Υφαντή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δημήτριο Κράνη-Εισηγητή και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση των εκκαλούντων-εκζητουμένων: 1)... και 2)... που δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, κατά της υπ'αριθμ. 573/2010 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως των ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Γεωργίας .
Κατά της αποφάσεως αυτής οι εκζητούμενοι και τώρα εκκαλούντες, άσκησαν την με αριθμό και ημερομηνία 4/4-6-2010 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 784/2010. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα ο οποίος αναφέρθηκε στις από 22-6-2010 και με αριθμούς 5/2010 και 6/2010 δύο εκθέσεις παραίτησης των ως άνω εκζητουμένων με τις οποίες αυτοί δηλώνουν ότι παραιτούνται από την από 4 Ιουνίου 2010 έφεση, πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση ως απαράδεκτη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρ. 451§1 ΚΠΔ, η οποία, σύμφωνα με το άρθρ. 22 της από 13.12.1957 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης, που κυρώθηκε με το ν. 4165/1961 από την Ελλάδα, αλλά και από τη Γεωργία, έχει εφαρμογή και στη διαδικασία έκδοσης αλλοδαπού, ρυθμιζόμενης κατά τα λοιπά από τη Σύμβαση αυτή, επιτρέπεται στον εκζητούμενο και στον Εισαγγελέα να ασκήσουν κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών σε υπόθεση έκδοσης αλλοδαπού εγκληματία έφεση ενώπιον του Αρείου Πάγου μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη δημοσίευση της απόφασης, συντάσσεται δε για την έφεση έκθεση από το γραμματέα εφετών και αποφαίνεται γι' αυτή ο Άρειος Πάγος μέσα σε προθεσμία οκτώ ημερών, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρ. 475§1 ΚΠΔ, που επίσης εφαρμόζεται στη διαδικασία έκδοσης, αφού δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει, με δήλωση που γίνεται αυτοπροσώπως ή από διορισμένο νομίμως αντιπρόσωπό του (άρθρ. 465§1 σε συνδυασμό με άρθρ. 96§2 και 46§2εδάφ. Β και γ ΚΠΔ) και απευθύνεται στα οριζόμενα στο άρθρ. 474§1 ΚΠΔ πρόσωπα, συντάσσεται δε για τη δήλωση παραίτησης έκθεση, που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει και από εκείνον που τη δέχεται. Η παραίτηση από την έφεση έχει ως συνέπεια την απόρριψή της ως απαράδεκτης και την καταδίκη του εκκαλούντος στα αντίστοιχα δικαστικά έξοδα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρ.476§1 σε συνδυασμό και με το άρθρ. 583§1 ΚΠΔ. ΚΠΔ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτουν από τα έγγραφα της δικογραφίας τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθ. 573/2010 απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης στις δικαστικές αρχές της Γεωργίας των εκζητούμενων υπηκόων Γεωργίας ... και .... Την απόφαση αυτή προσέβαλαν εμπρόθεσμα οι εκζητούμενοι με έφεση που άσκησε για λογαριασμό τους ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Ελευθέριος Μπλιώνας (βλ. τις σχετικές από 4.6.2010 εξουσιοδοτήσεις τους) με δήλωσή του στο γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης, για την οποία συντάχθηκε απ' αυτόν η υπ' αριθ. 4/4.6.2010 έκθεσή του. Όμως στη συνέχεια οι εκζητούμενοι παραιτήθηκαν έγκυρα από την ασκηθείσα έφεσή τους με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Δήμητρας Καραμούζη (βλ. τις σχετικές από 21.6.2010 εξουσιοδοτήσεις τους) στον αυτόν ως άνω γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, για την οποία αυτός συνέταξε τις υπ' αριθ. 5 και 6/22.6.2010 εκθέσεις του, μια αντίστοιχα για κάθε εκζητούμενο. Επομένως η έφεση των εκζητούμενων υπηκόων Γεωργίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας, όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμό έκθεσης 4/4.6.2010 έφεση των ... και ... κατά της υπ' αριθ. 573/2010 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης Και Καταδικάζει τους ως άνω εκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Σεπτεμβρίου 2010, όπου και δημοσιεύθηκε αυθημερόν σε δημόσια συνεδρίαση.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έφεση κατά απόφασης Συμβουλίου Εφετών που γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης των αλλοδαπών αναιρεσειόντων (αρθρ. 415 § 1 ΚΠΔ, που εφαρμόζεται κατά το αρθρ. 22 της από 13.12.1957 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης). Παραίτηση από τις αιτήσεις αναίρεσης. Περιεχόμενο της δήλωσης παραίτησης και συνέπειες. Απορρίπτει έφεση.
|
Παραίτηση
|
Παραίτηση, Έκδοση.
| 1
|
Αριθμός 1479/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Τίγγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα και Χριστόφορο Κοσμίδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του την 21η Ιουλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, για αναίρεση της 9002/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 172/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 163/3-5-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 25.1.2010 αίτηση (δήλωση) του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 9002/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462, 465 παρ. 1, 473 παρ. 1 και 3, 474 παρ. 1 και 2 και 507 παρ.1 εδ. α' του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως με δήλωση ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα από τον κατηγορούμενο ή από τον ειδικά εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του γίνεται μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών, η οποία αρχίζει από τότε που η απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, εφόσον ο δικαιούμενος ήταν παρών κατά την απαγγελία της, ενώ αν ο δικαιούμενος ήταν απών, αλλά γνωστής στην ημεδαπή διαμονής, η δεκαήμερη προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως (ΑΠ 1999/2009, ΑΠ 1010/2009, ΑΠ 1554/2005). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου, που πηγάζει από το άρθρο 255 ΑΚ, κατά την οποία ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, συνεπώς και της αναιρέσεως, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, μέσα όμως στη νόμιμη προθεσμία, που αρχίζει για την περίπτωση αυτή από τότε που θα παύσει ο λόγος της ανώτερης βίας ή θα εξαλειφθεί το ανυπέρβλητο κώλυμα. Στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από το άρθρο 474 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεώς του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση αυτού, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά τους, γιατί διαφορετικά, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 476 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο (ΑΠ 80/2010, ΑΠ 2190/2009). Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως. Ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο. (Ολ. ΑΠ 4/1995, ΑΠ 2099/2009, ΑΠ 2648/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, με την 9002/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, το οποίο δίκασε σε δεύτερο βαθμό, για υπεξαγωγή εγγράφων κατ' εξακολούθηση, υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση και ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση, σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι δύο (22) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε στις 6.11.2009, με παρόντα τον αναιρεσείοντα και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ στις 5.1.2010 με αριθμό καταχωρίσεως 6, όπως προκύπτει από τη συνημμένη από 25.1.2010 υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως του Εφετείου Αθηνών. Ο αναιρεσείων, άσκησε την ένδικη αίτηση για αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως, στις 25.1.2010, με δήλωση του έχοντος προς τούτο ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα Νικολάου Αγραφιώτη, δικηγόρου Αθηνών, στη γραμματέα του παραπάνω δικαστηρίου και συντάχθηκε για το λόγο αυτό η με αριθμό 22/2010 έκθεση αναιρέσεως. Όμως, ενόψει των όσων αναφέρθηκαν, η δεκαήμερη προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως, άρχισε στις 6.1.2010 και συμπληρώθηκε στις 16.1.2010 και στην εκπροθέσμως ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως δεν αναφέρονται καθόλου λόγοι ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, οι οποίοι να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της. Με τα δεδομένα αυτά, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε μετά την κατά τα άνω πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας είναι απαράδεκτη κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ και πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η με αριθμό 22/25.1.2010 αίτηση (δήλωση) του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 9002/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.- Αθήνα, 28 Απριλίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 462, 473 παρ. 1 έως 3, 474 παρ. 1 και 507 παρ. 1 του ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, εφόσον με ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζεται διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάστηκε, αν είναι ημεδαπός και παρών κατά την απαγγελία αυτής, είναι α) δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης, στην περίπτωση που ασκείται με αίτηση προς το γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή προς εκείνον που διευθύνει τη φυλακή, αν ο αναιρεσείων κρατείται ή β) είκοσι (20) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης, στην περίπτωση που ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η προθεσμία δεν αρχίζει πριν από την καταχώριση της τελεσίδικης απόφασης στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων, που τηρεί η γραμματεία του εκδόντος δικαστηρίου. Οι παραπάνω προθεσμίες αρχίζουν μετά την επίδοση της αποφάσεως μόνον όταν ο κατηγορούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία αυτής και δεν εκπροσωπήθηκε στη δίκη δια πληρεξουσίου δικηγόρου (ΚΠοινΔ 501 παρ. 3), εφόσον αυτή έγινε μετά την καταχώρηση της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο, διότι, άλλως, αν η επίδοση προηγήθηκε της καταχωρίσεως, η προθεσμία της αναίρεσης αρχίζει από την τελευταία. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, κατόπιν ειδοποίησης προ 24 ωρών από το γραμματέα της εισαγγελίας, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη του ασκήσαντος αυτό στα δικαστικά έξοδα. Εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 του ΚΠοινΔ έκθεση γίνεται επίκληση αφ' ενός περιστατικών, τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα και κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση και αφ' ετέρου των αποδεικτικών μέσων που τα επαληθεύουν.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 5-1-2010 υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα, η προσβαλλόμενη 9002/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, απαγγέλθηκε με τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα φυσικώς παρόντα και μετέχοντα στη δίκη και καταχωρίσθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του ως άνω δικαστηρίου την 5-1-2010 (ΚΠοινΔ 473 παρ. 3). Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με αίτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, η οποία έγινε προς τον αρμόδιο γραμματέα του Εφετείου Αθηνών την 25-1-2010, ήτοι την 20η ημέρα από την προηγηθείσα καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο. Έτσι, όμως, η άσκηση της έγινε μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας των δέκα (10) ημερών από της καταχωρίσεως της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο και, ως εκ τούτου, είναι εκπρόθεσμη.
3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και δεδομένου του ότι ο αναιρεσείων, αν και ειδοποιήθηκε νομίμως για να προσέλθει ενώπιον του δικαστηρίου, ουδόλως εμφανίσθηκε και ουδέν ισχυρίσθηκε ως προς την εκπρόθεσμη άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΚΠοινΔ 513 παρ.1 εδ.α') και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σ' αυτόν που την άσκησε (ΚΠοινΔ 476 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25-1-2010 αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 9002/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22α Ιουλίου 2010. -Και
ΕΚΔΟΘΗΚΕ στην Αθήνα, την 5η Αυγούστου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως καταδικαστικής αποφάσεως, ασκούμενη από εξουσιοδοτημένο δικηγόρο του κατηγορουμένου. Κηρύσσει απαράδεκτη την αίτηση, ως ασκηθείσα μετά την πάροδο της 10ήμερης προθεσμίας.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1477/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Δημήτριο Τίγγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα και Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 6η Ιουλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις δηλώσεις αναιρέσεως της 1307-1310/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων α) Χ1 και β) Χ2, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Αντωνιάδη (ΑΜ ΔΣΑ 17494).
Με πολιτικώς ενάγοντες τους α) Ψ1 και β) Ψ2, που δεν παραστάθηκαν.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφαση, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή. Οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεσή της, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 16-3-2010 δύο αυτοτελείς δηλώσεις αναιρέσεως, που καταχωρήθηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 473/2010.
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι δηλώσεις αναιρέσεως και να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ. γ' ΚΠοινΔ, "Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου". Κατά το άρθρο 515 παρ.2 εδ.α' ΚΠοινΔ, "Εάν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμη και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίσθηκε". Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα δύο αποδεικτικά επιδόσεως με ημερομηνία 21-5-2010, του ..., αρχιφύλακα του ΑΤ ..., οι πολιτικώς ενάγοντες α) Ψ1 και β) Ψ2 κλήθηκαν από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, πλην, όμως, ούτε εμφανίσθηκαν ούτε παραστάθηκαν με νόμιμο τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εκφώνηση της υποθέσεως. Κατά συνέπεια, η συζήτηση θα διεξαχθεί όπως αν και αυτοί ήταν παρόντες.
2.
Οι κρινόμενες δηλώσεις αναιρέσεως, που επιδόθηκαν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 16-3-2010, υποβάλλονται από τους κατηγορουμένους και στρέφονται κατά της 1307-1310/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ την 26-2-2010. Επομένως, έχουν ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (ΚΠοινΔ 465 παρ.1, 473 παρ.2 και 3, 474, 505 παρ.1, 509 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτών.
3.
Από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά α) τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, β) τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα εν λόγω περιστατικά και γ) οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, που για το σκοπό αυτό θεωρείται ότι αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ακόμη, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν αυτό δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι αποδεικνύονται, στη διάταξη που εφαρμόζει. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Τέλος, στο άρθρο 302 παρ.1 ΠΚ ορίζεται ότι "Όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Και στο άρθρο 28 ΠΚ ορίζεται ότι "Από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Πατρών, προκειμένου να καταλήξει σε καταδικαστική κρίση ως προς τους αναιρεσείοντες, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που είχαν τεθεί υπ' όψη του και που κατ' είδος προσδιορίζονται, δέχθηκε μεταξύ άλλων και τα εξής ουσιώδη: Ότι στην περιοχή της ... υφίσταται και λειτουργεί από ετών η ανδρώα Ιερά Μονή ..., η οποία στο πλαίσιο του κοινωνικού έργου, το οποίο επιτελεί παράλληλα προς την ησυχαστική και αγιαστική αποστολή της, διατηρεί κατασκήνωση την παραθαλάσσια τοποθεσία ..., όπου φιλοξενεί νέους κατά τη διάρκεια του θέρους, με παιδαγωγικό και ψυχαγωγικό πρόγραμμα. Ότι, κατά το έτος 2002, ηγούμενος της Μονής ήταν ο δεύτερος από τους αναιρεσείοντες, ιερομόναχος Χ2, ο οποίος ως εκ της θέσεώς του, σύμφωνα με τον κανονισμό εσωτερικής λειτουργίας της Μονής και τις παραδόσεις του μοναχικού πολιτεύματος, ήταν ο ρυθμιστής του προγράμματος και όλων των δραστηριοτήτων των μελών της αδελφότητας. Ότι, την 2-7-2002, στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων αυτών και εν όψει της νέας κατασκηνωτικής περιόδου, προγραμματίσθηκε να γίνει η επισκευή και συντήρηση μιας εξέδρας, η οποία βρισκόταν μέσα στη θάλασσα και χρησίμευε στην αναψυχή των κατασκηνωτών κατά τη διάρκεια του μπάνιου τους. Ότι η εξέδρα ήταν κατασκευασμένη από μεταλλικό σκελετό, εμπεπηγμένο στον πυθμένα της θαλάσσης και από σανίδια, τοποθετημένα οριζοντίως στο επάνω μέρος του σκελετού. Ότι στο πλαίσιο της συντήρησης έπρεπε να γίνει και η ηλεκτροκόλληση των μεταλλικών μερών του σκελετού, στα σημεία που από την προηγούμενη χρήση ή τις καιρικές συνθήκες είχαν ξεκολλήσει. Ότι ο δεύτερος από τους αναιρεσείοντες ανέθεσε το έργο αυτό στον πρώτο από τους αναιρεσείοντες, μοναχό Χ1 (κατά κόσμο Χ1, ο οποίος στη δήλωση αναιρέσεως αναφέρεται ως ιερομόναχος), που είχε σχετική ικανότητα, αλλά δεν ήταν εφοδιασμένος με άδεια ηλεκτροσυγκολλητή (την έλαβε εκ των υστέρων). Ότι ο πρώτος από τους αναιρεσείοντες, προκειμένου να εκτελέσει το έργο (το ανατεθέν "διακόνημα", κατά τη μοναχική ορολογία), έλαβε ως βοηθό τον παθόντα Ζ, καθηγητή της μουσικής, ο οποίος ήταν τακτικός προσκυνητής της Μονής, στενά συνδεδεμένος με τα μέλη της αδελφότητας και πρόθυμος να προσφέρει σ' αυτά, ως εθελοντής, πάσης φύσεως τεχνικές υπηρεσίες (διότι "έπιαναν" τα χέρια του). Ότι ο δεύτερος από τους αναιρεσείοντες επέτρεψε στον πρώτο να χρησιμοποιήσει τη βοήθεια του παθόντος (έδωσε "ευλογία", κατά τη μοναχική ορολογία), αν και γνώριζε ότι ούτε ο παθών είχε άδεια ηλεκτροσυγκολλητή. Ότι πέραν τούτου, ο δεύτερος από τους αναιρεσείοντες, δίνοντας στον πρώτο την εντολή εκτέλεσης των εργασιών συντηρήσεως και συναινώντας στη συμμετοχή του δευτέρου σ' αυτές, δεν προέβλεψε τον κίνδυνο ηλεκτροπληξίας, τον οποίο ενείχε η χρήση ηλεκτρικού ρεύματος επί μετάλλων μέσα στο νερό, τον οποίο ως μέσος συνετός άνθρωπος και, μάλιστα, με την ιδιότητα που είχε, όφειλε και μπορούσε να προβλέψει. Ότι λόγω της μη πρόβλεψης του κινδύνου, ανέθεσε και επέτρεψε να γίνει η σχετική εργασία αφ' ενός με συσκευή ηλεκτροκόλλησης, της οποίας τα εξαρτήματα ήσαν φθαρμένα και κακώς συντηρημένα, με πιθανότητα να προκληθεί εξ αυτών διαρροή ηλεκτρικού ρεύματος και αφ' ετέρου χωρίς να είναι εφοδιασμένα τα πρόσωπα, που θα την εκτελούσαν, με προστατευτικά ενδύματα (κακούς αγωγούς της ηλεκτρικής ενέργειας), όπως δερμάτινο περίζωμα, περικνημίδες και χειρόκτια. Ότι την ίδια αμέλεια επέδειξε και ο πρώτος από τους αναιρεσείοντες, ο οποίος παίρνοντας ως εθελοντή βοηθό τον παθόντα, δεν προέβλεψε ότι με φθαρμένη συσκευή ηλεκτροκόλλησης και χωρίς προστατευτικά ενδύματα υπήρχε κίνδυνος ηλεκτροπληξίας τόσο για τον ίδιο όσο και για το βοηθό του. Ότι κατά τη διάρκεια των εργασιών συντήρησης της εξέδρας επήλθε, πράγματι, διαρροή ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία έπληξε τον παθόντα, του οποίου μέλη του σώματος βρίσκονταν σε επαφή με μεταλλικά μέρη της εξέδρας, μέσα στο νερό. Ότι η τάση που δέχθηκε το σώμα του παθόντος ήταν υψηλή και εκ του λόγου αυτού και μόνο έπαθε καρδιακή ανακοπή, εκ της οποίας απεβίωσε ακαριαία. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ενόχους και τους δύο αναιρεσείοντες για ανθρωποκτονία σε βάρος του Ζ, τελεσθείσα από μη συνειδητή αμέλεια (ΠΚ 302 παρ.1 σε συνδυασμό με 28 περ.α') και επέβαλε στον καθένα από αυτούς ποινή φυλακίσεως 8 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τα όσα δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την κατά νόμο πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εξέθεσε χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά την αμελή συμπεριφορά των αναιρεσειόντων και το εξ αιτίας αυτής επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, που στοιχειοθετεί αντικειμενικά και υποκειμενικά την ως άνω πράξη και εφάρμοσε σωστά τις ουσιαστικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Το γεγονός ότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται δεκτό ότι ο θάνατος του παθόντος επήλθε καθ' ο χρόνο ο μοναχός Χ1 χρησιμοποιούσε τη συσκευή ηλεκτροκόλλησης και ο παθών κρατούσε κάποια μεταλλικά μέρη της εξέδρας μέσα στο νερό, για να τον διευκολύνει, ενώ στο διατακτικό αυτής αναφέρεται ότι η ηλεκτροπληξία έγινε σε χρόνο που ο ίδιος παθών χρησιμοποιούσε τη συσκευή για να κολλήσει, μόνο φαινομενικά συνιστά αντίφαση και δεν είναι ικανό να δημιουργήσει κενό ή ασάφεια, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Διότι, σε κάθε περίπτωση, η βασική παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας είναι ότι ο παθών πέθανε από ηλεκτροπληξία, ενώ πρόσφερε εθελοντική υπηρεσία στη Μονή, με τη συναίνεση του ηγουμένου και ως βοηθός του μοναχού που είχε αναλάβει την εκτέλεση του έργου, επειδή από αμέλεια αμφοτέρων των αναιρεσειόντων χρησιμοποιήθηκε προβληματική συσκευή ηλεκτροκόλλησης και δεν χορηγήθηκαν αντιηλεκτροπληξιακά ενδύματα στον παθόντα. Επομένως, ο μοναδικός και ταυτόσημος λόγος αμφοτέρων των δηλώσεων αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες των άρθρων 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος.
4.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσία οι από 16-3-2010 δύο αυτοτελείς δηλώσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων (ΚΠοινΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις από 16-3-2010 δηλώσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων α) Χ1 και β) Χ2, περί αναιρέσεως της 1307-1310/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον καθένα από τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22α Ιουλίου 2010. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Αυγούστου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Οι επισημαινόμενες διαφορές μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού δεν συνιστούν πραγματικές αντιφάσεις και δεν δημιουργούν ασάφεια ως προς τη βασική παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας. Απορρίπτει τις αιτήσεις αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1476/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Δημήτριο Τίγγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα και Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 6η Ιουλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση αναιρέσεως της 4377/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Διονυσίου Σιούτα (ΑΜ ΔΣΑ 9082).
Με συγκατηγορουμένους τους α) ... και β) ....
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφαση, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεσή της, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30-12-2009 αίτηση αναιρέσεως, που καταχωρήθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 445/2010.
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, που κατατέθηκε στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση την 30-12-2009, υποβάλλεται για τον κατηγορούμενο από συνήγορο με ειδική πληρεξουσιότητα και στρέφεται κατά της 4377/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ την 22-3-2010. Επομένως, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (ΚΠοινΔ 465 παρ.1, 473 παρ.1 και 3, 474, 505 παρ.1, 509 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.
2.
Από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά α) τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, β) τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα εν λόγω περιστατικά και γ) οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, που για το σκοπό αυτό θεωρείται ότι αποτελούν ενιαίο σύνολο. Κατ' άρθρο 211Α ΚΠοινΔ, όμως, για την καταδίκη του κατηγορουμένου δεν είναι αρκετή μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη. Ακόμη, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν αυτό δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι αποδεικνύονται, στη διάταξη που εφαρμόζει. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον με τον ισχυρισμό αυτό πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, στο άρθρο 386 παρ.1 ΠΚ ορίζεται ότι "Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται... αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Και στο άρθρο 222 ΠΚ ορίζεται ότι "Όποιος με σκοπό να βλάψει άλλον αποκρύπτει, βλάπτει ή καταστρέφει έγγραφο του οποίου δεν είναι κύριος... ή που άλλος έχει δικαίωμα, κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου, να ζητήσει την παράδοσή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών". Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, προκειμένου να καταλήξει σε καταδικαστική κρίση ως προς τον αναιρεσείοντα, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που είχαν τεθεί υπ' όψη του και που κατ' είδος προσδιορίζονται, δέχθηκε μεταξύ άλλων και τα εξής ουσιώδη: Ότι, κατά μήνα Αύγουστο του έτους 2002, ο μηνυτής ... ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "... ΟΕ", η οποία αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα χρηματοδότησης από τράπεζες, διότι είχε καταχωρηθεί ως αφερέγγυα στο διατραπεζικό, ηλεκτρονικό σύστημα "Τειρεσίας". Ότι ο αναιρεσείων, επωφελούμενος από τη δύσκολη θέση του μηνυτή, παρέστησε σ' αυτόν ότι ο ίδιος είχε τρόπο να μεσολαβήσει και να επιτύχει τη διαγραφή της εν λόγω εταιρίας από το σύστημα "Τειρεσίας", εάν ο μηνυτής δεχόταν να του καταβάλει σε μετρητά το ποσό των 25.000 ευρώ. Ότι η παράσταση αυτή ήταν ψευδής, διότι καμιά σχετική δυνατότητα δεν είχε ο αναιρεσείων, αλλά ο μηνυτής πείσθηκε σ' αυτήν και κατέβαλε στον αναιρεσείοντα το ποσό των 25.000 ευρώ. Ότι ο αναιρεσείων, που ούτε είχε τη δυνατότητα να προβεί ούτε και προέβη σε κάποια ενέργεια για να εξαλείψει τη δυσμενή εικόνα της ως άνω εταιρίας, ωφελήθηκε παρανόμως κατά το ποσό των 25.000 ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του μηνυτή, που είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Ότι παράλληλα, ο αναιρεσείων προθυμοποιήθηκε να εφοδιάσει το μηνυτή με μετρητά, παίρνοντας στην κατοχή του επιταγές ευκολίας, τις οποίες διέθετε ο τελευταίος. Ότι προς το σκοπό ατό, ο μηνυτής παρέδωσε τον αναιρεσείοντα τέσσερις επιταγές, προκειμένου να λάβει τα χρήματα που αντιστοιχούσαν στη συνολική αξία τους (περίπου 48.000 ευρώ), με τη συμφωνία να του επιστραφούν όταν ο ίδιος θα ήταν σε θέση να αποδώσει στον αναιρεσείοντα το ποσό που θα έπαιρνε. Ότι ο αναιρεσείων έλαβε τις επιταγές, αλλά δεν έδωσε τα αντίστοιχα χρήματα στο μηνυτή και όταν ο τελευταίος ζήτησε να πάρει πίσω τις επιταγές, ο αναιρεσείων δεν τις επέστρεψε, αλλά παρέδωσε τη μία εξ αυτών στους συγκατηγορουμένους του (που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική δίκη) και τις υπόλοιπες σε πρόσωπα που δεν αποκαλύφθηκαν. Ότι με τον τρόπο αυτό ο αναιρεσείων είχε σκοπό να βλάψει και πράγματι έβλαψε το μηνυτή, ο οποίος απώλεσε τις επιταγές χωρίς να διευκολυνθεί οικονομικά εξ αυτών. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για απάτη και υπεξαγωγή εγγράφων και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή 2 ετών και 3 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική. Με τα όσα δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την κατά νόμο πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εξέθεσε χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, που στοιχειοθετεί αντικειμενικά και υποκειμενικά τις ως άνω πράξεις και εφάρμοσε σωστά τις ουσιαστικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Και ακόμη, για τις ουσιαστικές παραδοχές του δεν αξιολόγησε κάποια κατάθεση ή απολογία συγκατηγορουμένου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αφού ούτε μεταξύ των εγγράφων που διαβάσθηκαν στο ακροατήριο συγκαταλέγεται τέτοια ούτε ενώπιον του δικαστηρίου απολογήθηκαν οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι δεν είχαν φυσική παρουσία, διότι εκπροσωπήθηκαν νομίμως από εξουσιοδοτημένο συνήγορο. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες των άρθρων 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος προβάλλονται απαραδέκτως, διότι με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την περί τα πράγματα, αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας.
3.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και μετά την παραίτηση του αναιρεσείοντος από τον πρώτο λόγο, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί ως αβάσιμη και ο αναιρεσείων να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων (ΚΠοινΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-12-2009 αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., περί αναιρέσεως της 4377/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22α Ιουλίου 2010. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Αυγούστου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη και υπεξαγωγή εγγράφων, ορθή εφαρμογή των σχετικών διατάξεων και επαρκής αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαγωγή εγγράφων.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1475/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Δημήτριο Τίγγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα και Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 6η Ιουλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση αναιρέσεως της 21-24/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Οικονόμου (ΑΜ ΔΣΘ 3998).
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφαση, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεσή της, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19-3-2010 αίτηση αναιρέσεως, που καταχωρήθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 434/2010.
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, που κατατέθηκε στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση την 19-3-2010, υποβάλλεται από τον κατηγορούμενο και στρέφεται κατά της 21-24/2010 καταδικαστικής αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ την 9-3-2010. Επομένως, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (ΚΠοινΔ 465 παρ.1, 473 παρ.1 και 3, 474, 505 παρ.1, 509 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.
2.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου αυτού, ο αναιρεσείων παραπονείται για το ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, διότι επέβαλε σ' αυτόν ποινή, χωρίς προηγουμένως να τον κηρύξει ένοχο για την πράξη, για την οποία ήταν κατηγορούμενος και ότι αυτό συνάγεται από το γεγονός ότι από την περί ενοχής διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το πρόσωπο που κηρύχθηκε ένοχος δεν ήταν ο κατηγορούμενος, αλλά κάποιος τρίτος, ονόματι .... Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, μετά την παράθεση της επί της ενοχής αιτιολογίας και υπό τη συνήθη φράση "Για τους λόγους αυτούς", κατά την περιγραφή του τρόπου με τον οποίο ο κατηγορούμενος πήρε μέρος στη δευτεροβάθμια δίκη, αναφέρεται η φράση "Δικάζοντας με παρόντα τον κατηγορούμενο ..., που γεννήθηκε στο ... το έτος 1972, κάτοικο ..., οδός ..., ... και ήδη κρατούμενο στο ΓΚΚ Γρεβενών". Κατόπιν ακολουθεί η φράση "Κηρύσσει αυτόν ομόφωνα ένοχο του ότι" κλπ. Τα ως άνω στοιχεία ταυτότητας δεν αντιστοιχούν στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, αλλά σε πρόσωπο άσχετο προς τη συγκεκριμένη ποινική διαδικασία. Από τα ίδια πρακτικά, όμως, προκύπτει ότι ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης κατηγορούμενος ήταν ο Χ κλπ, δηλαδή ο αναιρεσείων, του οποίου τα λοιπά στοιχεία αναφέρονται λεπτομερώς (βλ. το προοίμιο της προσβαλλόμενης απόφασης). Επίσης, αμέσως παρακάτω, στη συνέχεια των πρακτικών, αναφέρεται ότι το πρόσωπο με τα στοιχεία που αναγράφονται στο προοίμιο εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου και επιβεβαίωσε την ταυτότητά του. Ακόμη, προκύπτει ότι το πρόσωπο αυτό, δηλαδή ο αναιρεσείων, διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο για να τον υπερασπισθεί και συμμετέσχε ενεργά σε όλα τα στάδια της δευτεροβάθμιας δίκης. Και τέλος, στις διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης που έπονται της ως άνω διατάξεως περί της ενοχής, αναγράφεται ότι το πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται στις στερητικές της ελευθερίας ποινές για τις πράξεις που κηρύχθηκε ένοχος, το πρόσωπο σε βάρος του οποίου γίνεται ο καθορισμός συνολικής ποινής και το πρόσωπο υπέρ του οποίου χορηγείται το ευεργέτημα της αναστολής της επιβληθείσας συνολικής ποινής είναι ο Χ, δηλαδή ο αναιρεσείων και τότε μοναδικός κατηγορούμενος. Επομένως, καθίσταται βέβαιο το ότι τα στοιχεία του τρίτου προσώπου, που αναφέρονται στη διάταξη περί ενοχής, παρέμειναν γραμμένα εκεί αφ' ενός από παραδρομή του γραμματέα της έδρας, που προφανώς χρησιμοποίησε ως ηλεκτρονικό σχέδιο για τη σύνταξη των πρακτικών κάποια προηγούμενη απόφαση και λησμόνησε, μόνο στο σημείο εκείνο, να τα αντικαταστήσει με αυτά του αναιρεσείοντος και αφ' ετέρου από παραδρομή του προέδρου εφετών που έκανε τη θεώρηση των πρακτικών και δεν αντιλήφθηκε την εν λόγω διαφορά ως προς στα στοιχεία ταυτότητας. Η βεβαιότητα αυτή ενισχύεται και εκ του ότι οι πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, είναι αυτές για τις οποίες πράγματι ήταν κατηγορούμενος και στις οποίες πράγματι αναφέρεται η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης. Ως εκ τούτου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επέβαλε στον αναιρεσείοντα ποινές για πράξεις, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος.
3.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον με τον ισχυρισμό αυτό πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, προκειμένου να καταλήξει σε καταδικαστική κρίση, δέχθηκε μεταξύ άλλων και τα εξής ουσιώδη: Ότι ο αναιρεσείων είχε κτηματικές και άλλες διαφορές με τον παθόντα ... και ως εκ τούτου είχαν δημιουργηθεί μεταξύ τους επανειλημμένοι διαπληκτισμοί, υποβολή εκατέρωθεν μηνύσεων κλπ. Ότι την 9-10-2002, ο αναιρεσείων, φέροντας μαζί το κυνηγετικό του όπλο, παραφύλαξε τον παθόντα και όταν τον συνάντησε, από απόσταση περίπου 25 ως 30 μέτρων, πυροβόλησε μια φορά εναντίον του. Ότι ο παθών, που είδε τον αναιρεσείοντα και αντιλήφθηκε τον κίνδυνο, έφερε ενστικτωδώς τα χέρια του μπροστά στο πρόσωπο κατά τη στιγμή του πυροβολισμού. Ότι συνεπεία του πυροβολισμού εκ μέρους του αναιρεσείοντος και της προστατευτικής κινήσεως εκ μέρους του παθόντος, ο τελευταίος δέχθηκε 14 σφαιρίδια (σκάγια) στην εσωτερική επιφάνεια της αριστερής παλάμης του και 1 σφαιρίδιο στην αριστερή μετωποβρεγματική χώρα, τα οποία προκάλεσαν τις αντίστοιχες κακώσεις. Ότι ο αναιρεσείων δεν είχε ανθρωποκτόνο πρόθεση, πράγμα που είχε γίνει δεκτό ήδη πρωτοδίκως, όπου η αρχική κατηγορία για απόπειρα ανθρωποκτονίας μεταβλήθηκε σε επικίνδυνη σωματική βλάβη, αλλά επιδίωκε να προκαλέσει μόνο σωματική κάκωση στον παθόντα. Ότι η βλάβη που προκλήθηκε, ως εκ του μέσου που χρησιμοποιήθηκε (κυνηγετικό όπλο) και του μέρους του σώματος προς το οποίο έγινε η σκόπευση (κεφαλή του παθόντος), φέρει το χαρακτηρισμό της επικίνδυνης, διότι μπορούσε να επιφέρει βαριά σωματική βλάβη, όπως μόνιμη αναπηρία στους οφθαλμούς, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση αποφεύχθηκε με την ως άνω προστατευτική κίνηση του παθόντος, που είχε ως αποτέλεσμα το να βρουν τα 14 σκάγια την παλάμη και όχι το πρόσωπό του. Κατόπιν αυτών, το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για επικίνδυνη σωματική βλάβη (επίσης: παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία, πράξεις για τις οποίες δεν διατυπώνεται ιδιαίτερο παράπονο του αναιρεσείοντος) και επέβαλε συνολική ποινή 16 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τα όσα δέχθηκε, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο διέλαβε την κατά νόμο πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εξέθεσε χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, που στοιχειοθετεί αντικειμενικά και υποκειμενικά τις ως άνω πράξεις. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τις οποίες δεν πυροβόλησε αυτός τον παθόντα και, σε κάθε περίπτωση, ο πυροβολισμός δεν μπορούσε να εμβάλει σε μόνιμο ή μακροχρόνιο κίνδυνο την υγεία εκείνου, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την περί τα πράγματα, αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας.
4.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 παρ.1 και 369 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας αποδεικτική αξιολόγηση εγγράφων, που δεν ανεγνώσθησαν, παραβιάζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Ως εκ τούτου, στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης πρέπει να αναφέρονται τα έγγραφα, τα οποία ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο, με τρόπο που να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους σε βαθμό αποκλεισμού της αμφιβολίας ως προς το αν συγκεκριμένο έγγραφο αποτέλεσε αντικείμενο ανάγνωσης ή όχι. Εάν πρόκειται για φωτογραφίες, η περιγραφή της απεικονίσεως της καθεμιάς από αυτές είναι δυσχερής. Εφ' όσον, λοιπόν, αυτές κατά κυριολεξία δεν αναγιγνώσκονται, ώστε να ακουσθεί το περιεχόμενό τους, αλλά επισκοπούνται από τα μέλη του δικαστηρίου και τους διαδίκους, δια περιφοράς μεταξύ αυτών, η αναγραφή στα πρακτικά της συνεδριάσεως ότι μεταξύ των εγγράφων που ανεγνώσθησαν περιλαμβάνεται και ορισμένος αριθμός φωτογραφιών έχει την έννοια ότι αυτές τέθηκαν υπ' όψη όλων των παραγόντων της διαδικασίας. Και μόνο εάν προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο η επισκόπηση συγκεκριμένης φωτογραφίας και ότι ο διευθύνων τη συζήτηση αρνήθηκε να την επιδείξει, ανακύπτει ζήτημα παραβίασης του δικαιώματος υπεράσπισης και εντεύθεν ακυρότητας (ΑΠ 1227/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, στο ακροατήριο, μεταξύ των λοιπών εγγράφων της δικογραφίας και υπό τον αντιστοίχως αναφερόμενο αύξοντα αριθμό καταλόγου, ανεγνώσθησαν "11. επτά φωτογραφίες" και "19. τέσσερις φωτογραφίες". Η περιγραφή αυτή υπήρξε επαρκής και, εφ' όσον ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι αγνοούσε το περιεχόμενο των φωτογραφιών, ότι ζήτησε την εκ μέρους αυτού επισκόπησή τους και ότι ο διευθύνων τη συζήτηση την αρνήθηκε, ουδεμία επήλθε ακυρότητα. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος.
5.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί ως αβάσιμη και ο αναιρεσείων να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων (ΚΠοινΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19-3-2010 αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως της 21-24/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22α Ιουλίου 2010. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Αυγούστου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η εκ παραδρομής αναφορά λανθασμένων στοιχείων ταυτότητας του κατηγορουμένου σε μια από τις διατάξεις της αποφάσεως δεν επιφέρει ακυρότητα, όταν από το λοιπό περιεχόμενο αυτής συνάγεται το ορθό. Προσδιορισμός φωτογραφιών που επισκοπήθηκαν. Επικίνδυνη σωματική βλάβη, επαρκής αιτιολογία. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Σωματική βλάβη επικίνδυνη.
| 0
|
Αριθμός 1481/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δημητρούλα Υφαντή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δημήτριο Κράνη και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 και 6 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση
του εκκαλούντος-εκζητουμένου Χ, ... υπηκόου, κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που εμφανίσθηκε στο ακροατήριο αυτοπροσώπως χωρίς δικηγόρο, κατά της υπ'αριθμ. 65/2010 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε για την εκτέλεση του με αριθμό F-109/09 από 29-5-2010 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης της Εισαγγελίας των Βρυξελλών.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 91/15-7-2010 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 989/2010. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα ο οποίος αναφέρθηκε στην από 23-7-2010 και με αριθμό 587/2010 έκθεση παραίτησης του ως άνω εκζητουμένου με την οποία αυτός δηλώνει ότι παραιτείται από την από 15 Ιουλίου 2010 αίτηση εφέσεως, πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση ως απαράδεκτη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 451 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ., η οποία έχει εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν.3251/2004, και στη διαδικασία εκτελέσεως του Ευρωπαϊκού Εντάλλματος Συλλήψεως, κατά της οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών (επί εκδόσεως αλλοδαπού υπηκόου) επιτρέπεται στον εκζητούμενο και στο Εισαγγελέα να ασκήσουν έφεση ενώπιον του Αρείου Πάγου μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως, για την έφεση δε αυτή, συντάσσεται έκθεση από το γραμματέα εφετών και επ'αυτής, όπως ορίζει η παρ.2 του ιδίου άρθρου αποφαίνεται ο Άρειος Πάγος μέσα σε οκτώ ημέρες. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 475 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, που επίσης εφαρμόζεται και στην ανωτέρω διαδικασία, ελλείψει ειδικής ρυθμίσεως, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει, με δήλωση η οποία υποβάλλεται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 474 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ. ήτοι ειδικώς επί κρατουμένου στη Φυλακή, με δήλωση σε εκείνον που τη διευθύνει, και για την οποία συντάσσεται έκθεση, που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει και από εκείνον που τη δέχεται. Στην περίπτωση που έγινε τέτοια παραίτηση, το ασκηθέν ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο, κατά το άρθρο 476 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ. και αυτός που το άσκησε καταδικάζεται στα έξοδα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την υπ'αριθ.65/15-7-2010 απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του υπ'αριθ.F-109/2009 από 29-5-2010 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Βρυξελλών Βελγίου κατά του Χ, ... υπηκόου. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εκζητούμενος με την υπ'αριθ.91/15-7-2010 έφεση ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, από την οποία, όμως παραιτήθηκε με την από 23 Ιουλίου 2010 δήλωση του ενώπιον του αναπληρωτού του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης ..., όπου προσωρινά κρατείται, περί της οποίας συντάχθηκε η υπ'αριθ.587/23-7-2010 έκθεση παραιτήσεως από το ένδικο μέσο. Επομένως, η έφεση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ'αριθ.91/15-7-2010 έφεση του Χ κατά της υπ'αριθ.65/15-7-2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Σεπτεμβρίου 2010 όπου και δημοσιεύθηκε αυθημερόν σε δημόσια συνεδρίαση.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση αλλοδαπού. Παραίτηση από την έφεση. Απαράδεκτη η έφεση.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
Αριθμός 1484/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νκόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου, για αναίρεση της 852/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Χίου. Το Τριμελές Πλημ/κείο Χίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1759/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των αρ.4, παρ.4 και παρ.1 εδ.α'του Ν.456/1976 "περί φωτοβολίδων και πυροτεχνημάτων" απαγορεύεται η εμπορία και κατοχή κροτίδων, όπως δε ορίζεται στις διατάξεις του αρ.1 παρ.2 του νόμου αυτού ως "κροτίδες" νοούνται πυροτεχνουργικά κατασκευάσματα διαφόρων τύπων (τρακατρούκες, βαρελότα κ.λπ.), τα οποία διά τριβής, εναύσματος, κρούσεως ή εκτοξεύσεώς των, τη βοηθεία ειδικής συσκευής ή μη, εκρήγνυνται επί του εδάφους είτε εις τον αέρα και παράγουν ισχυρόν κρότον". Οι παραβάτες τιμωρούνται με τις ποινές του αρ.6 του ίδιου νόμου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1α του ιδίου νόμου απαγορεύεται απολύτως και καθ'άπασαν την Επικράτειαν η κατοχή και η χρησιμοποίησις παρ'οιουδήποτε κροτίδων τυποποιημένων ή αυτοσχεδίων, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.2 η παραπάνω παράνομη πράξη τιμωρείται με φυλάκιση έως ενός έτους και χρηματική ποινή, εάν δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για ανυπαρξία καταλογισμού ή ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό ή για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 852/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χίου που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, κατοχής κροτίδων και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) έτη. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Πλημ/κείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη, τα εξής : "κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της κατοχής απαγορευμένων κροτίδων που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο , ήτοι του ότι στη ..., στην οδό ..., στις 17-4-2008, κατελήφθη να κατέχει εντός της οικίας της πεθεράς του Δ, 35.000 τυποποιημένες κροτίδες χρώματος κόκκινου, τύπου ... προέλευσης Ιταλίας, 880 τυποποιημένες κροτίδες χρώματος μαύρου Κινέζικης προέλευσης και άλλες αγνώστου τύπου Κινέζικης προέλευσης, ενώ η κατοχή παρ' οιουδήποτε κροτίδων τυποποιημένων ή αυτοσχεδίων απαγορεύεται απολύτως καθ' άπασαν την Επικράτεια. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την ως άνω πράξη που του αποδίδεται σύμφωνα με το κατηγορητήριο. " Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξεως της παράνομης κατοχής κροτίδων και ειδικότερα του ότι: "Ο κατηγορούμενος, στη ..., στην ..., στις 17-4-2008, κατελήφθη να κατέχει εντός της οικίας της πεθεράς του Δ, 35.000 τυποποιημένες κροτίδες χρώματος κόκκινου, τύπου ... προέλευσης ..., 880 τυποποιημένες κροτίδες χρώματος μαύρου Κινέζικης προέλευσης και άλλες αγνώστου τύπου Κινέζικης προέλευσης, ενώ η κατοχή παρ' οιουδήποτε κροτίδων τυποποιημένων ή αυτοσχεδίων απαγορεύεται απολύτως καθ' άπασαν την Επικράτεια."
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναίρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1,ΠΚ και 1 και 2β, 5 παρ.1 το Ν.456/76, σε συνδυασμό με αρθρ.6 παρ.2 Ν.456/76, όπως αντ/κε με αρθρ.30 παρ.2 εδ.β'Ν.2168/93, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χίου τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένους, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας , Μ1 και υπερασπίσεως, Μ2. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1)Όπως προκύπτει από το σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ο αναιρεσείων κατεδικάσθηκε για κατοχή τυποποιημένων κροτίδων, ενώ ο νόμος (άρθρον 5 παρ. 1 ν.456/1976, ως νυν ισχύει) τυποποιεί ως ποινικό αδίκημα, όχι αυτοτελώς την κατοχή αλλά την συνύπαρξη συμπλεκτικώς της κατοχής και της χρήσεως των κροτίδων. Έτσι
όμως, το δίκασαν δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την προδιαληφθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και αναιρετέα κατέστησε την προσβαλλομένη απόφασή του. Όμως, η κατοχή και η χρήση κροτίδων, αποτελούν αυτοτελή εγκλήματα και όχι σωρευτικά και αναγκαίως συνυπάρχοντα πραγματικά περιστατικά, όπως Αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται, 2) Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της αποφάσεως, με αυτή γίνεται δεκτό ότι κατείχε εντός της οικίας της πεθεράς του, Δ, 35.000 τυποποιημένες κροτίδες χωρίς όμως να αιτιολογείται ποσώς πώς είναι δυνατόν να κατέχει τα ως άνω πυροτεχνήματα εντός ξένης οικίας χωρίς την συνδρομή της ιδιοκτήτριας της οικίας ταύτης, στερούμενη έτσι η απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αβάσιμα όμως, καθόσον η συνδρομή ή μη της ιδιοκτήτριας της οικίας πεθεράς του, εντός της οποίας (οικίας)βρέθηκαν οι κροτίδες, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται στην απόφαση, αφού αυτή (συνδρομή) δεν είναι στοιχείο της κατοχής κροτίδων, η οποία είναι, κατά τα άνω πλήρως αιτιολογημένη, και 3) ότι απολογούμενος ισχυρίστηκε ότι κατά τον χρόνο της πράξεως τελούσε σε πραγματική πλάνη, καθόσον αγνοούσε ότι τα συγκεκριμένα πυροτεχνήματα ήσαν απαγορευμένα, το μεν εξ αιτίας των διαβεβαιώσεων του πωλητή, το δε από το γεγονός ότι αυτός εξέδωσε και του παρέδωσε σχετικό τιμολόγιο, πλην όμως το δικαστήριο απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό του σιγή και άνευ της παραμικρής αιτιολογίας, καταστήσαν έτσι αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αβάσιμα όμως, διότι όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ειδικότερα, από την περιεχόμενη σε αυτά απολογία του αναιρεσείοντος, αυτός κατά το φερόμενο ως χρόνο τελέσεως της πράξεώς του, γνώριζε τα περιστατικά που συνιστούν την παραπάνω αξιόποινη πράξη και αναζητούσε τρόπο να μην έχει οικονομική απώλεια από τη μη διάθεση των κροτίδων, για την κατοχή των οποίων κηρύχθηκε ένοχος.
Επομένως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Νοεμβρίου 2009 (υπ'αριθμ.πρωτ.9373/3-12-2009 ενώπιον του Εισαγγελέα Αρείου Πάγου) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 852/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατοχή κροτίδων. Κατοχή και χρήση αποτελούν αυτοτελή εγκλήματα. Δεν είναι απαραίτητη η αιτιολογία στην απόφαση για τη συνδρομή ή μη του κυρίου της οικίας, μέσα στην οποία βρέθηκαν οι κροτίδες, αφού αυτή (συνδρομή) δεν είναι στοιχείο του εγκλήματος της κατοχής κροτίδων. Ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός για πραγματική πλάνη του κατηγορουμένου, αφού αυτός όταν τέλεσε την πράξη, γνώριζε τα περιστατικά που συνιστούν τον παράνομο χαρακτήρα αυτής. Ουσιαστικά αβάσιμοι λόγοι της αιτήσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως για κατοχή κροτίδων. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλάνη πραγματική, Κροτίδων κατοχή.
| 0
|
Αριθμός 1488/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις
των αναιρεσείουντων-κατηγορουμένων: 1)Χ1 και 2)Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Διονά, για αναίρεση της 2329/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/νίκης. Το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσ/νίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 4 Σεπτεμβρίου 2009 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1333/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσείοντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 4-9-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: α)Χ1 και β)Χ2 αντίστοιχα, κατά της υπ'αριθμ.2329/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσ/νίκης, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 1 του α.ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν ως οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1995, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε καταστάσεις διαθεσιμότητας.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παραλείψεως, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλες φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση, είτε από το νόμο ή το έθιμο είτε από διοικητικές πράξεις. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη α2329/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι παραβάσεως ΑΝ 690/45 (όπως ισχύει), κατ'εξακολούθηση και τους επιβλήθηκε ποινή Φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, σε καθέναν, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική και ορίστηκε το ποσό των πέντε (5) ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως για καθέναν, καθώς και χρηματική ποινή οκτώ χιλιάδων ευρώ, κάθε κατηγορούμενος. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Πλημ/κείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: " οι κατηγορούμενοι στη ..., κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-2002 έως 31-12-2005, με περισσότερες από μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, εργοδότες όντες και δη ως συνεκμεταλλευόμενοι υπαίθριο χώρο στάθμευσης επί της οδού ..., δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα, δηλαδή μέχρι και της παραπάνω χρονολογίας σ'αυτόν που απασχολήθηκε απ' αυτούς με μισθό, τις οφειλόμενες από τη σχέση εργασίας αποδοχές και χορηγίες που καθορίσθηκαν από τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας αφενός, του αρθρ.5 παρ.7 Α.Ν.539/45 περί αδείας, του αρθρ.3 παρ.16 Ν.4504/66 περί επιδόματος αδείας, και της υπ'αριθμ.19040/81 απόφασης Υπουργού Οικονομικών και Εργασίας "περί χορηγήσεως επιδόματος εορτών, Χριστουγέννων, Πάσχα" αφετέρου και συγκεκριμένα δεν κατέβαλαν στον ..., που απασχόλησαν από 1-11-2002 έως 31-12-2005 σαν νυκτοφύλακα, με μισθό 450 €, το ποσό των 30.308,28 Ευρώ, που προέρχεται από: Α)Διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών 12.186,84 €, ήτοι 1)από 1-11-2002 έως 1-7-2003:3.421,28 €
2) από 2-7-2003 έως 7-7-2003 :102,64 €
3)από 8-7-2003 έως 8-9-2004 :6.268,00 €
4)από 9-9-2004 έως 28-9-2004:341,24 €
5)από 29-9-2004 έως 31-1-2005:2.035,68 €
Β) Μη καταβολή επιδομάτων εορτών 2.927,10 €
1) αναλογία επιδόματος δώρου Χριστουγέννων 2002: 180,00€
2)επίδομα Πάσχα 2003:438,83 €
3)επίδομα Χριστουγέννων 2003:899,55 €
4)επίδομα Πάσχα 2004:449.80 €
5)επίδομα Χριστουγέννων 2004:958,92 €
Γ) Μη καταβολή αποδοχών αδειών και αποζημιώσεις επιδομάτων : 4.646,17 €
1)επίδομα αδείας 2003: 449,77 €
2)επίδομα αδείας 2004: 479,46 €
3)αποδοχές αδείας 2003: 1.799,10 €
4)αποδοχές αδείας 2004: 1.917,84 €
Δ)Μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-2-2005 έως 31-12-2005, λόγω άσκησης δικαιώματος επισχέσεως εργασίας του απασχολούμενου, το ποσό των 10.548,12 € ( 958,92 Χ 11 μήνες) Ήτοι συνολικά το ποσό των 30.308,28 €. (12.186,84 € + 2.927,10 + 4 646 17 +10.548,12).
Τα παραπάνω προκύπτουν κυρίως από τις μετά λόγου γνώσεως καταθέσεις τόσο του παραπάνω εργαζομένου όσο και της συζύγου του, που με τρόπο απόλυτα πειστικό καταθέτουν για τις οφειλές των κατηγορουμένων και δεν αναιρούνται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο και μάλιστα από την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης ..., επίσης εργαζομένου στην επιχείρηση των κατηγορούμενων, που δεν αμφισβητεί ότι ο κατηγορούμενος οφείλει τα παραπάνω αναφερόμενα ποσά. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της πράξης της παράβασης του ΑΝ 690/45 όπως αντικ. από το άρθρο 8 του Ν.2336/95 κατ' εξακολούθηση, για την οποία κατηγορούνται και της οποίας πληρούται τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση. Στους κατηγορουμένους δεν πρέπει να αναγνωρισθεί κάποια ελαφρυντική περίσταση και μάλιστα εκείνες "της ειλικρινούς μεταμέλειας, της καλής συμπεριφοράς αυτών μετά την τέλεση της πράξης τους και της πρόθεσης τους να άρουν τις συνέπειες της άδικης πράξης", που ζητούν, καθώς δεν συντρέχουν οι νόμιμες προς τούτο προϋποθέσεις και ειδικότερα επειδή παρά την πάροδο πολλών ετών κανένα απολύτως ποσό από τα παραπάνω δεν έχουν καταβάλει στον παραπάνω εργαζόμενο τους" Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες της προαναφερόμενης αξιόποινης πράξης και ειδικότερα του ότι :
"Στη ..., κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-2002 έως 31-12-2005, με περισσότερες από μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, εργοδότες όντες και δη ως συνεκμεταλλευόμενοι υπαίθριο χώρο στάθμευσης επί της οδού ..., δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα, δηλαδή μέχρι και της παραπάνω χρονολογίας, σ' αυτόν που απασχολήθηκε απ' αυτούς με μισθό, τις οφειλόμενες από τη σχέση εργασίας αποδοχές και χορηγίες που καθορίσθηκαν από τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας αφενός, του αρθρ. 5§7 Α.Ν. 539/45 περί αδείας ,του αρθρ. 3§16 Ν. 4504/66 περί επιδόματος αδείας, και της υπ' αριθμ. 19040/81 απόφασης Υπουργού Οικονομικών και Εργασίας "περί χορηγήσεως επιδόματος εορτών, Χριστουγέννων, Πάσχα" αφετέρου και συγκεκριμένα δεν κατέβαλαν στον ..., κάτοικο ..., που απασχόλησαν από 1-11-2002 έως 31-12-2005 σαν νυκτοφύλακα, με μισθό 450 €, το ποσό των 30.308,28 Ευρώ, που προέρχεται από:
Α) Διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών 12.186,84 €, ήτοι
1)από 1 -11 -2002 έως 1 -7-2003 :3.421,28 €
2)από 2-7-2003 έως 7-7-2003 :102,64 €
3)από 8-7-2003 έως 8-9-2004 :6,268,00 €
4)από 9-9-2004 έως 28-9-2004:341,24 €
5)από 29-9-2004 έως 31-1-2005:2.035,68 €
Β) Μη καταβολή επιδομάτων εορτών
2.927,10 €
1)αναλογία επιδόματος δώρου Χριστουγέννων 2002:180,00 €
2)επίδομα Πάσχα 2003: 438 83 €
3)επίδομα Χριστουγέννων 2003:899,55 €
4)επίδομα Πάσχα 2004:449.80 €
5)επίδομα Χριστουγέννων 2004:958,92 €
Γ) Μη καταβολή αποδοχών αδειών και αποζημιώσεις επιδομάτων : 4.646,17 €
1)επίδομα αδείας 2003:449,77 €
2)επίδομα αδείας 2004:479,46 €
3)αποδοχές αδείας 2003:1.799,10 €
4)αποδοχές αδείας 2004:1.917,84 €
Δ) Μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-2-2005 έως 31-12-2005, λόγω άσκησης δικαιώματος επισχέσεως εργασίας του απασχολούμενου, το ποσό των 10.548,12 € (958,92 Χ 11 μήνες)Ήτοι συνολικά το ποσό των 30.308,28 €. (12.186,84 € + 2.927,10 + 4.646,17 + 10.548,12)." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε κάθε αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98 ΠΚ και άρθρο μόνο παρ.1 του ΑΝ 690/1945, όπως αντ/κε με αρθρ.8 παρ.1 Ν.2336/95 και αρθρ.5 παρ.7 ΑΝ 539/45, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 2329/09 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα-εκπροσωπήθηκαν οι κατηγορούμενοι), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: 1)... και 2) ... και του μάρτυρα υπερασπίσεως ....
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτοί καταδικάστηκαν οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις κάθε αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: Το Δικαστήριο της ουσίας δεν παρέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, την οποία απαιτούν τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ. Ειδικότερα:
1) Δεν προσδιορίζονται σ' αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, ούτε στο σκεπτικό, αλλά ούτε και στο διατακτικό της, ποιες ήταν οι δικαιούμενες τακτικές μηνιαίες ή επί άλλης βάσεως υπολογιζόμενες αποδοχές του πιο πάνω εργαζομένου, έτσι ώστε με την αφαίρεση του καταβαλλομένου μηνιαίου ποσού των 450 ευρώ από το σύνολο των δικαιουμένων, να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο.
2)Δεν καθορίζεται, ενόψει της αναφερόμενης στην απόφαση συνολικής διάρκειας απασχόλησης του εργαζομένου, ο χρόνος κατά τον οποίο τα μερικότερα κονδύλια έπρεπε να καταβληθούν και αν ο χρόνος καταβολής τους καθορίζεται από την ατομική σύμβαση εργασίας, νόμο, συλλογική σύμβαση κλπ..
3)Δεν καθορίζεται ή άλλως καθορίζεται ασαφώς και αντιφατικώς, αν οι οφειλές αυτές στηρίζονταν σε έγκυρη σύμβαση εργασίας ή σε απλή σχέση εργασίας, αφού τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλομένης αναφέρονται αντιφατικά και τα δύο, δηλ. αναφέρεται επί λέξει ότι "... δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα, .... τις οφειλόμενες από τη σχέση εργασίας αποδοχές και χορηγίες που καθορίσθηκαν από τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας".
4) Δεν περιλαμβάνει, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η ακριβής ιδιότητα τους, αφού τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλομένης αναφέρεται επί λέξει ότι: "...εργοδότες όντες και δη ως συνεκμεταλλευόμενοι υπαίθριο χώρο στάθμευσης ...". Δηλαδή δεν αναφέρει αν συνεκμεταλλεύονταν γιατί υπήρχε εταιρεία και ποια ήταν η νομική μορφή αυτής, ποια η ιδιότητα μου σε αυτήν, αν ήταν οι νόμιμοι εκπρόσωποι της, διευθυντές ή επιτετραμμένοι αυτής. Ακόμη δεν αναφέρει αν δεν υπήρχε εταιρεία, υπό ποία ιδιότητα συνεκμεταλλεύονταν τον υπαίθριο χώρο στάθμευσης, έτσι ώστε να έχουν υποχρέωση καταβολής των οφειλομένων αποδοχών του εργαζομένου. Αβάσιμα όμως, καθόσον το άνω Δικαστήριο έχει περιλάβει με κάθε λεπτομέρεια και χωρίς αντιφάσεις, απαντήσεις σε όλα τα πιο πάνω ερωτήματα-αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ώστε να παρίσταται περιττή η επανάληψή τους για μια ακόμα φορά. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 4 Σεπτεμβρίου 2009 (υπ'αριθμ.πρωτ.6861 και 6862/8-9-2009 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αιτήσεις των: 1)Χ1 και 2)Χ2, αντίστοιχα, αιτήσεις για αναίρεση της με αριθμό 2329/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση άρθρου μόνου ΑΝ 690/45 (όπως ισχύει). Λόγοι αιτήσεων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσεως προσβαλλόμενης αποφάσεως. Οι αναιρεσείοντες, ως εργοδότες, δεν κατέλαβαν τις νόμιμες αποδοχές στον προσληφθέντα από αυτούς και εργαζόμενό τους για συγκεκριμένο χρόνο, επιδόματα άδειας και εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα. Απορρίπτει αιτήσεις αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
| 0
|
Αριθμός 1471/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Τίγγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Ιουλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.318/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Με συγκατηγορούμενη την Κ.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 572/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου, με αριθμό 221/8-6-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 8/2010 έκθεση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 318/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κατερίνης με το υπ'αριθμ. 71/2009 βούλευμά του παρέπεμψε την Κ, ... υπήκοο, στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, για να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις α) της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, β) της παράνομης οπλοφορίας και γ) της οπλοχρησίας στην ανθρωποκτονία με πρόθεση ( άρθρα 94 παρ. 1, 299 παρ. 1 Π.Κ. και άρθρα 1 παρ. 2β, 10 παρ. 1, 13β και 14 Ν. 2168/93 ), ενώ αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου Χ για τις αξιόποινες πράξεις α) της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά συναυτουργία, β) της παράνομης οπλοφορίας κατά συναυτουργία, γ) παράνομης κατοχής όπλου κατά συναυτουργία και δ) της οπλοχρησίας κατά συναυτουργία. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν οι πολιτικώς ενάγοντες α)ΞΙ και β) Ξ2, συζ. Ξ1, την υπ'αριθμ. 3/10-12-2009 έφεσή τους και δη ως την παραπάνω απαλλακτική του διάταξη που αναφέρεται στο Χ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού της δικογραφίας, υποστηρίζοντας ότι εάν σωστά ερμήνευε και εφάρμοζε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και σωστά εκτιμούσε τις αποδείξεις το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κατερίνης, έπρεπε να παραπέμψει και τον κατηγορούμενο Χ στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου, προκειμένου να δικασθεί για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις που του αποδόθηκαν. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 318/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης το οποίο δέχθηκε εν μέρει τυπικά δεκτή και ως βάσιμη κατ'ουσία την ανωτέρω υπ'αριθμ. 3/10-12-2009 έφεση των ανωτέρω πολιτικώς εναγόντων κατά του υπ'αριθμ. 71/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κατερίνης και δη ως προς την αποδιδόμενη στον Χ, αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση κατά συναυτουργία, εξαφάνισε εν μέρει κατά τούτο το εκκαλούμενο βούλευμα και παρέπεμψε αυτόν να δικασθεί για την πράξη αυτή στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, ενώ κήρυξε απαράδεκτη την έφεση αυτή ως προς τις αποδιδόμενες στον Χαξιόποινες πράξεις α) παράνομης κατοχής όπλου κατά συναυτουργία, β) της παράνομης οπλοφορίας κατά συναυτουργία και γ) της οπλοχρησίας κατά συναυτουργία. Κατά του παραπάνω εφετειακού βουλεύματος άσκησε ο κατηγορούμενος Χ την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς, αφού ασκήθηκε από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης την 1η Απριλίου 2010 και η επίδοση του προσβαλλομένου βουλεύματος σ' αυτόν έγινε στις 23-3-2010 και περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης και δη αυτούς της έλλειψης της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής των άρθρων 47 παρ. 1 και 299 παρ. 1 Π.Κ. Κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 299 Π.Κ. όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίσθηκε και εκτελέσθηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Από τη διατύπωση της δεύτερης, παραγράφου του πιο πάνω άρθρου 299 του Π,Κ. προκύπτει ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση κατά την έννοια της διάταξης απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση, είτε κατά την εκτέλεση της πράξης, ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης, να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ.2 του άρθρου 299 Π.Κ. για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης- Για την ύπαρξη του στοιχείου βρασμού ψυχικής ορμής στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φθάσει σε ψυχική κατάσταση τέτοια που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα στάθμισης των αιτιών που κινούν στην πράξη ή απωθούν από αυτή [Α.Π. 205/2007 Ποινική Νομολογία Αρείου Πάγου 2007 σελ. 72, ΝΟΜΟΣ 429058] . Κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ.1 Π.Κ., όποιος εκτός από την περίπτωση της παρ.1 στοιχ. β του προηγούμενου άρθρου παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη [άρθρο 83]. Από τον συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 299 Π.Κ. προκύπτει ότι απλός συνεργός σε τετελεσμένη ανθρωποκτονία με πρόθεση ή σε απόπειρα ανθρωποκτονίας, είναι όποιος με θετική ή αποθετική του ενέργεια με πρόθεση παρέχει στον αυτουργό, πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης την οποία ο τελευταίος τελεί, οποιαδήποτε υλική ή ψυχική συνδρομή, η οποία χωρίς να είναι άμεση συντελεί στην τέλεση της πράξης από τον αυτουργό. Ο δόλος του απλού συνεργού συνίσταται στη γνώση του για την τέλεση, από τον αυτουργό, ορισμένης άδικης πράξης που αντικειμενικά συνιστά έγκλημα [όπως ανθρωποκτονία με πρόθεση] και στη βούληση να συμβάλει στην τέλεση αυτής από τον αυτουργό. Η συνδρομή του απλού συνεργού δύναται να είναι είτε υλική, είτε ψυχική. Η ψυχική συνδρομή δύναται να παρασχεθεί με την ενεργό παρουσία του απλού συνεργού στον τόπο της πράξης, με την ενίσχυση της απόφασης που ο αυτουργός είχε πάρει για την τέλεση της πράξης και με την ενθάρρυνση αυτού κατά οποιονδήποτε τρόπο, όπως με την ενθάρρυνση που γίνεται με φωνές, χειρονομίες, με παρότρυνση για την τέλεση της πράξης ή με την παροχή υπόσχεσης για συγκάλυψη του εγκλήματος με την εξάλειψη των ιχνών του [Α.Π. 807/2008 σε Συμβούλιο Ποινική Νομολογία Αρείου Πάγου 2008 σελ. 157, Ποιν.Λογ. 2008 σελ. 524, ΝΟΜΟΣ 459819]. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 318/19-3-2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, με δικές του σκέψεις, δέχθηκε ότι από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε τόσο κατά την αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση όσο και κατά την κύρια ανάκριση και, ειδικότερα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ξ1, Ξ2, συζ. Ξ1, Ε .., Α1, Α2, Β, Α3, Α4, Α5, Α5, Α7 και Α8, από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν και επισυνάφθηκαν στη δικογραφία και από τις απολογίες των κατηγορουμένων, προκύπτουν τα εξής: Oι δύο κατηγορούμενοι δηλαδή 1] η Κ [γεν. το ...], υπήκοος και κάτοικος ... και προσωρινά διαμένουσα στην ... και 2] ο Χ ( γεν το 1981), κάτοικος ..., συνήψαν ερωτικό δεσμό από τον Δεκέμβριο του 2008 και κατά τη διάρκεια αυτού εκδήλωναν μεταξύ τους έντονα αισθήματα ζήλειας. Ο κατηγορούμενος Χ εργαζόταν, μαζί με τον δίδυμο αδελφό του Β, σε κομμωτήριο που διατηρούσε ο τελευταίος στην .... Ο Ν, ... ετών, κάτοικος όσο ζούσε ..., γνωστός και των δύο κατηγορουμένων αλλά και του Β, σε επίσκεψή του στο κομμωτήριο του τελευταίου ισχυρίσθηκε στον Β ότι συνευρίσκονταν ερωτικά με τη "...", όπως αποκαλούσαν την Κ, εκφράζοντας ταυτόχρονα και την απορία του πως είναι δυνατό ο αδελφός του Β, δηλαδή ο κατηγορούμενος Χ, να διατηρεί ερωτική σχέση με την Κ. Ο Β κατά τις αρχές Φεβρουαρίου 2009 μετέφερε τα όσα του είπε ο Ν στον αδελφό του Χ. Κατόπιν αυτού οι δύο κατηγορούμενοι έλαβαν την πρωτοβουλία και συναντήθηκαν με τον Β και τον Ν και κατά τη συνάντηση αυτή ο τελευταίος επανέλαβε ότι είχε συνευρεθεί ερωτικά με την κατηγορούμενη Κ. Η τελευταία διέψευδε τους ισχυρισμούς του Ν και τόσο κατά την πιο πάνω συνάντηση όσο και μετά από αυτήν εκστόμισε ύβρεις κατά του Ν και μάλιστα έλεγε ότι θα τον σφάξει. Την 1-5-2009 oι δύο κατηγορούμενοι διαπληκτίστηκαν και πάλι μεταξύ τους με αφορμή τους πιο πάνω ισχυρισμούς του Ν και αποφάσισαν να τον συναντήσουν, προκειμένου να διευκρινισθεί αν οι ισχυρισμοί που είχε διατυπώσει ανταποκρίνονταν ή όχι στην πραγματικότητα. Επικοινώνησαν λοιπόν τηλεφωνικά με τον αδελφό του Ν, Ε, από τον οποίο και πληροφορήθηκαν τον αριθμό κινητού τηλεφώνου του Ν. Κατόπιν επανειλημμένων τηλεφωνικών κλήσεων από τους κατηγορουμένους προς τον Ν, συμφώνησαν τελικά να συναντηθούν και oι τρεις το βράδυ της ίδιας ημέρας κάτω από την οικία του Ν επί της οδού .... Σημειωτέον ότι ο Ν ενημέρωσε τον αδελφό του κατηγορουμένου Β, τηλεφωνικά, περί ώρα 15.00 με 16.00 της 1-5-2009 ότι του τηλεφώνησαν oι κατηγορούμενοι και ότι επιθυμούν εκ νέου συνάντηση μαζί του. Ο Β αμέσως μετά τηλεφώνησε στον αδελφό του, κατηγορούμενο Χ, προκειμένου να πληροφορηθεί τον λόγο για τον οποίο αυτός και η φίλη του Κ επιθυμούν συνάντηση με τον Ν. Εκείνος απάντησε ότι θέλει να ακούσει και πάλι τον Ν να λέει ότι συνευρέθηκε με τη φίλη του και με αυτόν τον τρόπο να πεισθεί για να χωρήσει από αυτήν. Πράγματι περί την 21.00 ώρα της 1-5-2009 ο Ν μετέβη στο σημείο που συμφώνησαν και συναντήθηκε με τους κατηγορουμένους. Oι τελευταίοι μετέβησαν στο σημείο συνάντησης, με το υπ' αριθμ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο μάρκας VOLKSWAGEN τύπου ..., ιδιοκτησίας του Β και στάθμευσαν το όχημα επί της οδού ..., δεξιά κατά την κατεύθυνση των οχημάτων στην οδό αυτή [μονόδρομος] και δίπλα στο πεζοδρόμιο. Oι δύο κατηγορούμενοι δεν βγήκαν από το αυτοκίνητο αλλά παρέμειναν σ' αυτό, ο μεν Χ στη θέση του οδηγού, η δε Κ στη θέση του συνοδηγού. Ο Ν μπήκε στο αυτοκίνητο από την πίσω δεξιά πόρτα και κάθισε στο πίσω δεξιό κάθισμα, δηλαδή πίσω από το κάθισμα της Κ. Την ώρα εκείνη ο Ν βρισκόταν κάτω από την επήρεια οινοπνεύματος και κατασταλτικών σκευασμάτων [βλ. υπ' αριθμ. ... έκθεση τοξικολογικής εξέτασης Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών] . Όταν η Κ ρώτησε τον Ν εάν πράγματι αυτός είχε συνευρεθεί ερωτικά μαζί της κατά το παρελθόν, αυτός απάντησε θετικά, γεγονός που αυτός ισχυριζόταν και ενώπιον τρίτων και το οποίο είχαν πληροφορηθεί και οι δύο κατηγορούμενοι. Μετά από αυτή την απάντηση του Ν η Κ άρχισε να εξυβρίζει τον Ν και ταυτόχρονα πήρε στο δεξί της χέρι ένα μαχαίρι σουγιά που έφερε επάνω της και στηριζόμενη στα γόνατα της στη θέση του συνοδηγού με μέτωπο προς το πίσω κάθισμα και πλάτη προς τον εμπρόσθιο υαλοπινάκα του οχήματος, κατάφερε ένα και μόνο πλήγμα, αλλά καίριο, με δύναμη και οργή με το μαχαίρι στην πρόσθια αριστερή θωρακική χώρα παραστερνικά [προκάρδια χώρα μεταξύ της 4ης και 5ης πλευράς], του Ν, προξενώντας του ανοιχτό θλαστικό τραύμα μήκους 2,2 εκατοστών και βάθους 9,3 εκατοστών, αιφνιδιάζοντας το θύμα, που είχε και μειωμένα αντανακλαστικά λόγω του ότι τελούσε υπό την επήρεια κατασταλτικών σκευασμάτων και οινοπνεύματος. Από το διαμπερές τραύμα της καρδιάς με παρουσία τραύματος στη δεξιά κοιλία [πρόσθια επιφάνεια] προκλήθηκε αιμοπερικάρδιο με συνέπεια τον θάνατο του Ν, μετά από μία ώρα περίπου στο Γενικό Νοσοκομείο ..., παρά τις επίμονες προσπάθειες των ιατρών με όλα τα επιστημονικώς ενδεδειγμένα μέσα και μεθόδους να διασώσουν τη ζωή του θύματος. Ο κατηγορούμενος Χ, ο οποίος κατά τη στιγμή που η κατηγορούμενη Κ κινήθηκε εναντίον του Ν καθόταν στη θέση του οδηγού, όχι μόνο δεν απέτρεψε αυτήν από την πράξη στην οποία προέβη, αλλά γνωρίζοντας την ειλημμένη ήδη απόφαση της να σκοτώσει τον ..., αφενός μεν επέτρεψε σ' αυτήν να πάρει στο χέρι. της το μαχαίρι που εν γνώσει του έφερε επάνω της και να πλήξει θανάσιμα το θύμα, αφετέρου δε παραμένοντας θεατής των όσων συνέβαιναν και σε ελάχιστη απόσταση από αυτήν, ενθάρρυνε με την παρουσία του αυτήν στην πράξη της, δεδομένου ότι γνώριζε τον χαρακτήρα της και την συναισθηματική φόρτισή της και δεν την εμπόδισε, ενώ είχε τη δυνατότητα με μία απλή κίνηση των χεριών του και κάνοντας χρήση των υπέρτερων σωματικών του δυνάμεων έναντι αυτής να της πιάσει το χέρι και να της αφαιρέσει το μαχαίρι, παρέχοντας παράλληλα σ' αυτήν αυξημένο αίσθημα ασφάλειας υποστηρίζοντας με την παρουσία του τον τρόπο διαφυγής της. Η κατηγορούμενη Κ προέβη στην πράξη της ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, καθόσον ο παθών Ν επανέλαβε απλώς, για μία ακόμη φορά, τον ισχυρισμό του περί σεξουαλικών σχέσεων τους, όπως είχε κάνει και στο παρελθόν. Επομένως δεν συντρέχει περίπτωση βρασμού ψυχικής ορμής της κατηγορουμένης Κ , αφού δεν υπήρξε αιφνίδια υπερδιέγερση συναισθήματος οργής και θυμού, αλλά ο θυμός από τον οποίο διακατεχόταν έναντι του Ν είχε προκληθεί και συνέχιζε να υφίσταται από μακρού χρόνου και δεν ήταν δυνατόν να οδηγήσει αυτήν σε ψυχική κατάσταση τέτοια που να αποκλείει την δυνατότητά της να σταθμίσει τα αίτια που κινούν στην πράξη της ανθρωποκτονίας, δηλαδή στην αφαίρεση της ζωής του άλλου, ή που απωθούν από αυτήν την πράξη. Η κατηγορούμενη Κ στην προανακριτική της απολογία ομολόγησε την πράξη της, ότι δηλαδή έπληξε με μαχαίρι στο στήθος τον Ν, ισχυρίσθηκε δε ότι έπραξε αυτό χωρίς. να είναι παρών ο συγκατηγορούμενός της Χ, ο οποίος δήθεν βγήκε από το αυτοκίνητο και πήγε στο κατάστημα ψιλικών που υπήρχε κοντά στο σημείο εκείνο για να αγοράσει τσιγάρα, ενώ αποδέχθηκε αυτή και το γεγονός ότι μετέφεραν και oι δύο το θύμα με το αυτοκίνητο έως την είσοδο του Γενικού Νοσοκομείου ..., όπου και το εγκατέλειψαν αιμόφυρτο σε άγνωστους παρευρισκόμενους, σπεύδοντας να απομακρυνθούν για να μην έχουν περαιτέρω εμπλοκή. Κατά την απολογία της ενώπιον της Ανακρίτριας ... την 6-5-2009 η ανωτέρω κατηγορούμενη ισχυρίσθηκε ότι ο Ν την εξύβρισε με τις φράσεις "καριόλα, πουτάνα, τσουλί", ότι τότε αυτή θύμωσε, σηκώθηκε, έβαλε τα γόνατα της στο κάθισμα, γύρισε προς το μέρος του και του έδωσε μία "σφαλιάρα", ότι ακολούθησε συμπλοκή μεταξύ αυτής και του θύματος, στην οποία συμμετείχε και ο συγκατηγορούμενός της Χ, ο οποίος, γονατιστός και αυτός στο κάθισμα του οδηγού, χτυπούσε το θύμα, ότι τότε αυτή κατάφερε στο θύμα ένα πλήγμα χωρίς να θυμάται σε ποιο σημείο, ότι στη συνέχεια εγκατέλειψε το μαχαίρι στο κάθισμα του οδηγού, ότι πήρε το μαχαίρι ο συγκατηγορούμενός της Χ και χτύπησε το θύμα, χωρίς αυτή να θυμάται πόσες φορές και σε ποια σημεία. Κατά την συμπληρωματική απολογία της ενώπιον της ίδιας Ανακρίτριας την 14-5-2009 η ανωτέρω κατηγορούμενη ισχυρίσθηκε ότι ο συγκατηγορούμενός της Χ πετάχθηκε προς το μέρος του θύματος κρατώντας μαχαίρι με το αριστερό του χέρι και χτύπησε το θύμα πρώτα στο στήθος και μετά πολλές φορές σε όλο του το σώμα με το ίδιο μαχαίρι, ενώ εκείνη δεν έπιασε μαχαίρι, ούτε προκάλεσε στο θύμα κάποιο τραύμα. Ο κατηγορούμενος Χ τόσο στην προανακριτική όσον και στην ενώπιον της Ανακριτρίας απολογία του ισχυρίσθηκε ότι η συγκατηγορούμενη του έπληξε με μαχαίρι τον ..., όταν ο τελευταίος επανέλαβε τα περί σεξουαλικών σχέσεων με την κατηγορουμένη ενώπιον του. Σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση, ο θανών Ν επλήγη μόνο μία φορά με μαχαίρι και προξενήθηκε σ' αυτόν ανοιχτό θλαστικό τραύμα μήκους 2,2 εκατοστών και βάθους 9,3 εκατοστών στην πρόσθια αριστερή θωρακική χώρα μεταξύ της 4ης και 5ης πλευράς. Όλα τα υπόλοιπα ευρήματα, κατά την ιατροδικαστική έκθεση, είναι ιατρογενή και αυτά είναι: ένα ιατρογενές κατά την περικαρδιοκέντιση ανοιχτό θλαστικό τραύμα μήκους 0,2 εκατοστών στην ξιφοειδή απόφαση, δύο σεσημασμένοι νυγμοί εκατέρωθεν του δευτέρου θλαστικού τραύματος ιατρογενούς τοιούτου, ιατρογενείς φλεβονυγμοί, εκχυμώσεις όπισθεν δεξιού ωτός αυχενικής χώρας και δεξιάς ωμοπλατιαίας χώρας, ενώ η φορά του θανατηφόρου τραύματος της καρδιάς είναι από επάνω προς τα κάτω σε σχέση με τον ανατομικό άξονα του κορμού. Από τα ευρήματα της ιατροδικαστικής έκθεσης, από την έκθεση αυτοψίας και αναπαράστασης του εγκλήματος που διενεργήθηκε από την Ανακρίτρια ... την 14-5-2009, καθώς και από όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα [μαρτυρικές καταθέσεις - έγγραφα] ανατρέπεται παντελώς ο ισχυρισμός της κατηγορούμενης, τον οποίο αυτή προέβαλε στην τρίτη απολογία της, ότι δηλαδή αυτή δεν είχε καμμία συμμετοχή στην ανωτέρω πράξη και ότι ο συγκατηγορούμενός της έπληξε πολλές φορές το θύμα και εδραιώνεται η πεποίθηση ότι εκείνη έπληξε το θύμα θανάσιμα, έχοντας σ' αυτή την πράξη της και την ψυχική συνδρομή του παραπλεύρως αυτής ευρισκόμενου συγκατηγορουμένου της. Τόσο τα αντικειμενικά ευρήματα που προαναφέρθηκαν όσο και η ύπαρξη κινήτρου για την τέλεση της πράξης, οδηγούν στο συμπέρασμα αυτό. Ειδικότερα, το μίσος που αισθανόταν για τον Ν λόγω της προσβολής της τιμής και υπόληψης της, την οδήγησε σ' αυτή την πράξη, για την εκτέλεση της οποίας είχε βέβαια, όπως ήδη αναφέρθηκε, και την ψυχική συνδρομή του συγκατηγορουμένου της. Ακόμη, το μοναδικό ανοιχτό θλαστικό τραύμα του θύματος, που προκλήθηκε από πλήγμα που αυτό δέχθηκε με μαχαίρι, σε συνδυασμό και με την ενώπιον της Ανακρίτριας παραδοχή της κατηγορούμενης ότι έπληξε το θύμα με μαχαίρι, ελλειπόντων άλλων τραυμάτων πλην των ιατρογενών, καταρρίπτουν τον οψιγενή ισχυρισμό της κατηγορούμενης περί πολλαπλών πληγμάτων κατά του θύματος από τον συγκατηγορούμενό της και οδηγούν ευθέως στο συμπέρασμα ότι αυτουργός του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε βάρος του Ν, είναι η ανωτέρω κατηγορούμενη Κ και ότι απλός συνεργός στην ίδια πράξη είναι ο κατηγορούμενος Χ. Σύμφωνα με όσα ήδη κατατέθηκαν, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κατερίνης, που με το εκκαλούμενο βούλευμα αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του Χ για την αποδιδόμενη σ' αυτόν συμμετοχή στην κακουργηματική πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου, δεδομένου ότι υφίστανται επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του πιο πάνω κατηγορουμένου για την παραπομπή του στο ακροατήριο και, επομένως, αφενός μεν πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει εν μέρει δεκτή και ως κατ' ουσία βάσιμη και να εξαφανισθεί κατά το μέρος τούτο το εκκαλούμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8, 109, 122 παρ.1 , 309 παρ.1 περ.ε, 313 Κ.Π.Δ., στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφερείας του Εφετείου Θεσσαλονίκης που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθεί, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της αποδιδόμενης σ' αυτόν κακουργηματικής πράξης [ως προς την μορφή συμμετοχής του] για απλή συνεργεία σε ανθρωποκτονία με πρόθεση, πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26 παρ.1, 27 παρ.1, 47 παρ.1, 51, 52, 60, 63, 65, 79, 83, 299 παρ.1 Ποινικού Κώδικα, αφετέρου δε πρέπει, η κρινόμενη έφεση να κηρυχθεί εν μέρει ως απαράδεκτη, για τους λόγους που ήδη εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας, όσον αφορά τις αποδιδόμενες στον πιo πάνω κατηγορούμενο Χ πλημμεληματικές πράξεις της παράνομης κατοχής όπλου κατά συναυτουργία, της παράνομης οπλοφορίας κατά συναυτουργία και της οπλοχρησίας κατά συναυτουργία [άρθρα 45, 94 παρ.1 Π.Κ., 1 παρ.2β, 7 παρ.1-8α, 10 παρ.1-13β, 14 Ν. 2168/1993] και να επικυρωθεί κατά το μέρος τούτο το εκκαλούμενο βούλευμα. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη της απλής συνέργειας στην ανθρωποκτονία με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, που διέπραξε η συγκατηγορούμενή του Κ, διέλαβε στο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, τα οποία ορθώς υπήγαγε στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 47 παρ. 1 και 299 παρ. 1 του Π.Κ. και οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε το Συμβούλιο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο για να δικασθεί για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη.
Συνεπώς οι αντίθετοι, προσβαλλόμενοι ισχυρισμοί και αναιρετικοί λόγοι της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο προσβαλλόμενο βούλευμα και της εσφαλμένης εφαρμογής των άρθρων 47 παρ. 1 και 299 παρ. 1 του Π.Κ., είναι αβάσιμοι και πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως ουσία αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ. ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί κατ'ουσία η υπ'αριθμ. 8/1-4-2010 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ'αριθμ. 318/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 31-5-2010 Ο ΑΝΤΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΥΡΟΣ"
Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ.1 Π.Κ. όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και κατά τη διάταξη του άρθρου 27 του ιδίου Κώδικα με πρόθεση πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης και επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν τα αυτά περιστατικά και τα αποδέχεται. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν αφαίρεση ανθρώπινης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη οφειλομένης από το νόμο ενεργείας υποκειμενικώς δε δόλος, άμεσος ή ενδεχομενος. Ο μεν άμεσος δόλος συνιστάται στη γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της θανάτωσης του άλλου, ο δε ενδεχόμενος στην αποδοχή του ενδεχομένου αποτελέσματος του άλλου, από το δράστη που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως ενδεχόμενη συνέπεια της ενέργειας ή της παραλείψεως του και το αποδέχεται.
Κατά δε την παράγραφο 2 του άρθρου 299 ΠΚ αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του άνω άρθρου του ΠΚ προκύπτει, ότι για την ποινικής μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Και στη μεν πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, στη δεύτερη δε περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας. Αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά δεν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής της παραγράφου 2 του άρθρου 299 Π.Κ. Εξ άλλου κατά το άρθρο 47 παρ.Π.Κ. που έχει τον υπότιτλο "απλός συνεργός" όποιος εκτός από την περίπτωση της παρ.1 στοιχ.β' του προηγουμένου άρθρου παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικου πράξεως που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (αρθρ.83). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική η αποθετική, η οποία παρέχεται στον αυτουργό (χωρίς να είναι άμεση) εφ'οσον εκείνος που την παρέχει γνωρίζει ότι ο αυτουργός διαπράττει ορισμένο έγκλημα. Για την πράξη της απλής συνέργειας υποκειμενικά απαιτείται δόλος του συνεργού, ο οποίος συνίσταται στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης και στη βούληση ή αποδοχή να συμβάλει με τη συνδρομή του, στην πραγμάτωσή της. Η συνδρομή του απλού συνεργού όπως αναφέρθηκε δύναται να είναι είτε υλική είτε ψυχική πρέπει δε η συνδρομή να συνδέεται αιτιωδώς με την πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Η ψυχική συνδρομή δύναται να παρασχεθεί με την ενεργό παρουσία του απλού συνεργού στον τόπο της πράξεως, με την ενίσχυση της αποφάσεως που ο αυτουργός έχει λάβει για την τέλεση της πράξεως καθώς και η ενθάρρυνση αυτού καθ'οιονδήποτε τρόπο, όπως αυτή που γίνεται με φωνές, χειρονομίες, με την παρότρυνση για την τέλεση της πράξεως ή την παροχή υποσχέσεως για συγκάλυψη του εγκλήματος με την εξάλειψη των ιχνών του. Η συνδρομή του απλού συνεργού συνίσταται σε πράξεις δευτερεύουσας σημασίας και δύναται να παρασχεθεί μόνον κατά την εκτέλεση της άδικης πράξεως ή και πριν από αυτήν ουδέποτε δε μετά από αυτήν εκτός εάν αναλαμβάνει ο συνεργός να προεξασφαλίσει έναντι του αυτουργού την εξάλειψη των ιχνών του εγκλήματος ή τη ματαίωση διώξης του δράστη.
Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ'του ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ'αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το αποδιδόμενο σε αυτόν έγκλημα, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται αυτά γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα, απαιτείται όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι κατ'επιλογή μερικά από αυτά.
Εξάλλου λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β' του Κ.Ποιν.Δ. συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος και αναφέρεται στα στοιχεία του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικώς ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του και με δικές του σκέψεις από τις οποίες οι νομικές είναι όμοιες με αυτές που παρατίθενται στην αρχή της παρούσης και μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων σ'αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορούμενη Κ αλβανίδα υπήκοος κάτοικος ..., προσωρινώς διαμένουσα στην ..., που δεν έχει ασκήσει αναίρεση και ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ, κάτοικος ..., συνδέθηκαν ερωτικώς από μηνός Δεκεμβρίου 2008, κατά τη διάρκεια του οποίου εξεδήλωναν μεταξύ των έντονα αισθήματα ζηλοτυπίας. Στο κατάστημα κομμωτηρίου που διατηρούσε στην ... ο δίδυμος αδελφός του Β εργαζόταν μαζί του ο αναιρεσείων κατηγορούμενος. Ο γνωστός αμφοτέρων των κατηγορουμένων αλλά και του Β, Ν, ετών ..., όσο ζούσε διέμενε στην ... και είχε ισχυρισθεί στον Β σε επίσκεψη στο κομμωτήριό του ότι συνευρίσκετο ερωτικά με την "Κ" όπως αποκαλούσαν την Κ, εκφράζοντας ταυτόχρονα και την απορία του πως είναι δυνατό ο αδελφός του Β να διατηρεί ερωτική σχέση με την άνω κατηγορούμενη. Από τον Β μεταφέρθηκαν τα όσα του είπε ο Ν στον αδελφό του ήδη αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο κατά τις αρχές μηνός Φεβρουαρίου 2009 και κατόπιν αυτού οι δύο κατηγορούμενοι με πρωτοβουλία τους συναντήθηκαν με τον Β και τον Ν και κατά την συνάντηση αυτή ο τελευταίος επανέλαβε ότι είχε συνδεθεί ερωτικά με την κατηγορούμενη Κ. Από την τελευταία διεψεύσθηκαν αυτοί οι ισχυρισμοί του Ν και τόσο κατά την άνω συνάντηση όσο και μετά από αυτήν εκστομίζονταν ύβρεις κατά του Ν και μάλιστα έλεγε ότι θα τον σφάξει. Την 1-5-2009 οι δύο κατηγορούμενοι διαπληκτίσθηκαν και πάλι μεταξύ τους με αφορμή τους άνω ισχυρισμούς του Νκαι αποφάσισαν να τον συναντήσουν, προκειμένου να διευκρινισθεί, αν αυτοί οι ισχυρισμοί που είχε διατυπώσει ανταποκρίνονταν ή όχι στην πραγματικότητα. Έτσι επικοινώνησαν τηλεφωνικά με τον αδελφό του Ν, Ε και πληροφορήθηκαν από αυτόν τον αριθμό κινητού τηλεφώνου του Ν. Ακολούθως μετά από επανειλημμένες τηλεφωνικές κλήσεις από μέρους των κατηγορουμένων προς τον Ν, συμφώνησαν τελικά να συναντηθούν και οι τρείς το βράδυ της ίδιας ημέρας κάτω από την οικία του Ν επί της οδού .... Από τον Ν ενημερώθηκε ο Β τηλεφωνικά μεταμεσημβρινή ώρα της 1-5-2009 ότι του είχαν τηλεφωνήσει οι κατηγορούμενοι και ζητούσαν να συναντηθούν εκ νέου μαζί του και τηλεφώνησε ακολούθως ο Β στον κατηγορούμενο αδελφό του Χ προκειμένου να πληροφορηθεί για ποιο λόγο αυτός και η φίλη του Κ ήθελαν να συναντήσουν τον Ν. Ο Χ απάντησε ότι θέλει να ακούσει και πάλι τον Ν να λέει ότι συνευρέθηκε με τη φίλη του και έτσι να πεισθεί για να χωρίσει από αυτήν. Περί ώρα 21.00 της 1-5-2009 ο Ν μετέβη στο σημείο που συμφώνησαν και συναντήθηκε με τους κατηγορούμενους. Οι τελευταίοι μετέβησαν στο σημείο συνάντησης με το υπ'αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ. επιβατηγό αυτοκίνητο εργοστασίου VOLKSWAGEN τύπου ..., ιδιοκτησίας του Β και στάθμευσαν το όχημα επι της οδού ..., δεξιά κατά την κατεύθυνση των οχημάτων στην μονής κατευθύνσεως άνω οδό και δίπλα από το πεζοδρόμιο. Οι δύο κατηγορούμενοι δεν εξήλθαν από το αυτοκίνητο αλλά παρέμειναν σ'αυτό ο μεν Χ στη θέση του οδηγού, η δε Κ στη θέση του συνοδηγού. Ο Ν εισήλθε στο αυτοκίνητο από την πίσω δεξιά θύρα και κάθισε στο πίσω δεξιό κάθισμα, πίσω από τη θέση που καθόταν η Κ. Την ώρα εκείνη ο Ν τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος και κατασταλτικών σκευασμάτων (βλ.υπ'αριθμό ... έκθεση τοξικολογικής εξετάσεως Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών). Σε ερώτηση της Κ αν πράγματι είχε αυτός συνευρεθεί ερωτικά μαζί της κατά το παρελθόν ο Ναπάντησε θετικά, όπως ισχυριζόταν και ενώπιον τρίτων και είχαν πληροφορηθεί σχετικά περί του εν λόγω ισχυρισμού του και οι δύο κατηγορούμενοι. Μετά από αυτή την απάντηση του η Κ άρχισε να εξυβρίζει τον Ν και συγχρόνως πήρε με το δεξί της χέρι ένα μαχαίρι-σουγιά που έφερε επάνω της στηριζόμενη δε στα γόνατα της στο κάθισμα του συνοδηγού με μέτωπο προς τις πίσω θέσεις και με την πλάτη της προς τον εμπρόσθιο υαλοπίνακα του αυτοκινήτου, κατάφερε ένα και μόνο πλήγμα αλλά καίριο, με δύναμη και οργή με το μαχαίρι στην πρόσθια αριστερή θωρακική χώρα παραστερνικά (προκάρδια χώρα μεταξύ της τέταρτης και πέμπτης πλευράς), του Ν, προξενώντας σ'αυτόν ανοιχτό θλαστικό τραύμα μήκους 2,2 εκατοστών και βάθους 9,3 εκατοστών, αιφνιδιάζοντας το θύμα, που είχε και μειωμένα αντανακλαστικά λόγω του ότι τελούσε υπό την επήρεια κατασταλτικών σκευασμάτων και οινοπνεύματος. Από το διαμπερές τραύμα της καρδιάς με παρουσία τραύματος στη δεξιά κοιλία (πρόσθια επιφάνεια) προκλήθηκε αιμοπερικάρδιο με συνέπεια το θάνατο του Ν, μετά από μία ώρα περίπου στο Γενικό Νοσοκομείο ..., παρά τις επίμονες προσπάθειες των ιατρών με όλα τα επιστημονικώς ενδεδειγμένα μέσα και μεθόδους να διασώσουν τη ζωή του θύματος. Ο κατηγορούμενος Χ, ο οποίος κατά τη στιγμή που η κατηγορούμενη Κ κινήθηκε εναντίον του Ν καθόταν στη θέση του οδηγού, όχι μόνον δεν απέτρεψε αυτήν από την πράξη στην οποία προέβη, αλλά γνωρίζοντας την ειλημμένη ήδη απόφασή της να σκοτώσει τον Ν, αφενός μεν επέτρεψε σ'αυτήν να πάρει στο χέρι της το μαχαίρι που έφερε επάνω της και να πλήξει θανάσιμα το θύμα, αφετέρου δε παραμένοντας θεατής των όσων συνέβαιναν και σε ελάχιστη απόσταση από αυτήν, ενθάρρυνε με την παρουσία του αυτήν στην πράξη της, δεδομένου ότι γνώριζε τον χαρακτήρα της και την συναισθηματική φόρτισή της και δεν την εμπόδισε, ενώ είχε την δυνατότητα με μία απλή κίνηση των χεριών του και κάνοντας χρήση των υπέρτερων σωματικών του δυνάμεων έναντι αυτής να της πιάσει το χέρι και να της αφαιρέσει το μαχαίρι, παρέχοντας παράλληλα σ'αυτήν αυξημένο αίσθημα ασφαλείας υποστηρίζοντας με την παρουσία του τον τρόπο διαφυγής της. Η κατηγορούμενη Κ προέβη στην πράξη της ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση καθόσον ο παθών Ν επανέλαβε απλώς, για μία ακόμη φορά, τον ισχυρισμό του περί σεξουαλικών σχέσεών τους, όπως είχε κάνει και στο παρελθόν. Επομένως δεν συντρέχει περίπτωση βρασμού ψυχικής ορμής της κατηγορουμένης Κ, αφού δεν υπήρξε αιφνίδια υπερδιέγερση συναισθήματος οργής και θυμού, αλλά ο θυμός από τον οποίο διακατεχόταν έναντι του Ν είχε προκληθεί και συνέχιζε να υφίσταται από μακρού χρόνου και δεν ήταν δυνατό να οδηγήσει αυτήν σε ψυχική κατάσταση τέτοια που να αποκλείει την δυνατότητά της να σταθμίσει τα αίτια που κινούν στην πράξη της ανθρωποκτονίας ή που απωθούν από την πράξη της αφαίρεσης της ζωής του άλλου. Στην προανακριτική της απολογία η κατηγορουμένη Κ ομολόγησε την πράξη της ότι εκείνη έπληξε με μαχαίρι στο στήθος τον Ν, ισχυρίσθηκε δε ότι έπραξε αυτό χωρίς να είναι παρών ο συγκατηγορούμενος της Χ, ο οποίος δήθεν βγήκε από το αυτοκίνητο και πήγε σε κατάστημα ψιλικών που ήταν εκεί κοντά για να αγοράσει τσιγάρα, ενώ αποδέχθηκε αυτή και το γεγονός ότι και οι δύο μαζί μετέφεραν το θύμα με το αυτοκίνητο έως την είσοδο του Γενικού Νοσοκομείου ... όπου και τον εγκατέλειψαν αιμόφυρτο σε άγνωστους παρευρισκόμενους σπεύδοντας να απομακρυνθούν για να μην έχουν περαιτέρω εμπλοκή. Κατά την ενώπιον της Ανακρίτριας ... απολογία της την 6-5-2009 η ανωτέρω κατηγορούμενη ισχυρίσθηκε ότι ο Ν την εξύβρισε με τις λέξεις "Καριόλα, πουτάνα, τσουλί", ότι τότε αυτή θύμωσε, σηκώθηκε, έβαλε τα γόνατά της στο κάθισμα, γύρισε προς το μέρος του και του έδωσε μία "σφαλιάρα" ότι ακολούθησε συμπλοκή μεταξύ αυτής και του θύματος, στην οποία συμμετείχε και ο συγκατηγορούμενος της Χ, ο οποίος, γονατιστός και αυτός στο κάθισμα του οδηγού, χτυπούσε το θύμα, ότι τότε αυτή κατέφερε στο θύμα ένα πλήγμα χωρίς να θυμάται σε ποιο σημείο, ότι στη συνέχεια εγκατέλειψε το μαχαίρι στο κάθισμα του οδηγού, ότι πήρε το μαχαίρι ο συγκατηγορούμενος της Χ και χτύπησε το θύμα, χωρίς αυτή να θυμάται πόσες φορές και σε ποια σημεία. Κατά τη συμπληρωματική απολογία της ενώπιον της ίδιας Ανακρίτριας την 14-5-2009 η ανωτέρω κατηγορουμένη ισχυρίσθηκε ότι ο συγκατηγορούμενός της Χ πετάχθηκε προς το μέρος του θύματος κρατώντας μαχαίρι με το αριστερό του χέρι και χτύπησε το θύμα πρώτα στο στήθος και μετά πολλές φορές σε όλο του το σώμα με το ίδιο μαχαίρι, ενώ εκείνη δεν έπιασε μαχαίρι, ούτε προκάλεσε στο θύμα κάποιο τραύμα. Ο κατηγορούμενος Χ τόσο στην προανακριτική όσον και στην ενώπιον της Ανακρίτριας απολογία του ισχυρίσθηκε ότι η συγκατηγορούμενή του έπληξε με μαχαίρι τον Ν, όταν ο τελευταίος επανέλαβε τα περί σεξουαλικών σχέσεων με την κατηγορουμένη ενώπιόν του. Σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση, ο θανών Ν επλήγη μόνο μία φορά με μαχαίρι και προξενήθηκε σ'αυτόν ανοιχτό θλαστικό τραύμα 2,2 εκατοστών και βάθους 9,3 εκατοστών στην πρόσθια αριστερή θωρακική χώρα μεταξύ της 4ης και 5ης πλευράς. Όλα τα υπόλοιπα ευρήματα κατά την ιατροδικαστική έκθεση είναι ιατρογενή και αυτά είναι: ένα ιατρογενές κατά την περικαρδιοκέντηση ανοικτό θλαστικό τραύμα μήκους 0,2 εκατοστών στην ξιφοειδή απόφυση, δύο σεσημασμένοι νυγμοί εκατέρωθεν του δευτέρου θλαστικού τραύματος ιατρογενούς τοιούτου, ιατρογενείς φλεβονυγμοί, εκχυμώσεις όπισθεν δεξιού ωτός αυχενικής χώρας και δεξιάς ωμοπλατιαίας χώρας, ενώ η φορά του θανατηφόρου τραύματος της καρδιάς είναι από επάνω προς τα κάτω σε σχέση με τον ανατομικό άξονα του κορμού. Από τα ευρήματα της ιατροδικαστικής έκθεσης, από την έκθεση αυτοψίας και αναπαράστασης του εγκλήματος που διενεργήθηκε από την Ανακρίτρια ... την 14-5-2009, καθώς και από όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις-έγγραφα) ανατρέπεται παντελώς ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης, τον οποίο αυτή προέβαλε στην τρίτη απολογία της, οτι δηλαδή αυτή δεν είχε καμία συμμετοχή στην ανωτέρω πράξη και οτι ο συγκατηγορούμενός της έπληξε πολλές φορές το θύμα και εδραιώνεται η πεποίθηση οτι εκείνη έπληξε το θύμα θανάσιμα, έχοντας σ'αυτή την πράξη της και την ψυχική συνδρομή του παραπλεύρως αυτής ευρισκομένου συγκατηγορουμένου της. Τόσο τα αντικειμενικά ευρήματα που προαναφέρθηκαν όσο και η ύπαρξη κινήτρου για την τέλεση της πράξης οδηγούν στο συμπέρασμα αυτό. Ειδικότερα, το μίσος που αισθανόταν για τον Ν, λόγω της προσβολής της τιμής και υπόληψης της, την οδήγησε σ'αυτήν την πράξη, για την εκτέλεση της οποίας είχε βέβαια, όπως ήδη αναφέρθηκε, και την ψυχική συνδρομή του συγκατηγορουμένου της. Ακόμη, το μοναδικό ανοιχτό θλαστικό τραύμα του θύματος, που προκλήθηκε από πλήγμα που αυτό δέχθηκε με μαχαίρι, σε συνδυασμό και με την ενώπιον της Ανακρίτριας παραδοχή της κατηγορουμένης οτι έπληξε το θύμα με μαχαίρι, ελλειπόντων άλλων τραυμάτων πλήν των ιατρογενών, καταρρίπτουν τον οψιγενή ισχυρισμό της κατηγορουμένης περί πολλαπλών πληγμάτων κατά του θύματος από τον συγκατηγορούμενό της και οδηγούν ευθέως στο συμπέρασμα οτι αυτουργός του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε βάρος του Ν, είναι η ανωτέρω κατηγορουμένη Κ και ότι απλός συνεργός στην ίδια πράξη είναι ο κατηγορούμενος Χ. Με τις άνω σκέψεις και παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς (σοβαρές) ενδείξεις σε βάρος του άνω κατηγορουμένου προς παραπομπή του σε δίκη με την προκειμένη κατηγορία και κατά παραδοχή της εφέσεως των πολιτικώς εναγόντων κατ'ουσία εξαφάνισε το 71/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κατερίνης κατά το μέρος που είχε αποφανθεί να μη γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου Χ για συμμετοχή του στην κακουργηματική πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση κατά συναυτουργία, ακολούθως δε παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του αρμόδιου Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης για να δικασθεί για την πράξη της απλής συνέργειας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, αναφορικά με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντααξιόποινη πράξη που προαναφέρθηκε, την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δικ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτούς στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16,17,18, 26 παρ.9, 27 παρ.1, 47 παρ.1, 83, 299 παρ.1 Ποινικού Κώδικα, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα και σε σχέση με τις επιμέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος παρατηρείται ότι το Συμβούλιο Εφετών περιγράφει τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία η συγκατηγορούμενη του αναιρεσείοντος διέπραξε το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση τραυματίζοντας θανάσιμα με μαχαίρι το θύμα Ν και ότι ο αναιρεσείων συμμετείχε ως απλός συνεργός σ'αυτήν την εγκληματική πράξη της άνω συγκατηγορουμένης, εξειδικεύοντας δε με λεπτομέρεια τα περιστατικά τα οποία συγκροτούν τη μορφή αυτή της συμμετοχικής δράσεως του και προσδιορίζεται ο τρόπος κατά τον οποίο παρασχέθηκε η συνδρομή του στην φυσική αυτουργό κατά την υπό της τελευταίας τέλεση της ανθρωποκτονίας. Εκτίθενται ακόμη στο προσβαλλόμενο βούλευμα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η γνώση του αναιρεσείοντος για την από την συγκατηγορουμένη του αυτουργό τέλεση του εγκλήματος που αυτή διέπραξε, δηλαδή η γνώση του Χ περί της ανθρωποκτόνου επιδιώξεως καθώς και η βούλησή του να συμβάλει με τη συμπεριφορά του στην τέλεση της πράξεως αυτής από την αυτουργό Κ.
Κατά τις παραδοχές του Συμβουλίου που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα η Κ μετά την προηγούμενη συνάντηση αυτής και του αναιρεσείοντος παρουσία και του αδελφού του Β με τον Ν, κατά την οποία είχε επαναλάβει ο τελευταίος ότι είχε συνευρεθεί ερωτικά μαζί της, εκτός από τις ύβρεις που εκστόμισε κατά του Ν, είχε πει γι'αυτόν ότι θα τον σφάξει. Περαιτέρω δέχεται το Συμβούλιο Εφετών ότι ο αναιρεσείων που ήταν στη θέση του οδηγού εντός του αυτοκινήτου δίπλα από την συγκατηγορούμενη του τη νύκτα της 1-5-2009 όταν αυτή από τη θέση του συνοδηγού κινήθηκε εναντίον του Ν, ενώ γνώριζε την απόφαση της άνω συγκατηγορουμένης του να φονεύσει τον Ν, επέτρεψε σ'αυτήν να πάρει στο χέρι της το μαχαίρι το οποίο γνώριζε ο αναιρεσείων ότι έφερε επάνω της και να πλήξει το θύμα θανάσιμα και δεν αντέδρασε για να παρεμποδίσει την συγκατηγορουμένη του αυτουργό που ήταν δίπλα του εντός του άνω Ι.Χ. επιβατηγού αυτοκινήτου στο να διαπράξει την ανθρωποκτονία σε βάρος του Ν.
Στις παραδοχές του Συμβουλίου Εφετών πέραν της παρουσίας του ήδη αναιρεσείοντος εντός του αυτοκινήτου και της ενθάρρυνσης με αυτή τη στάση του της αυτουργού να πλήξει θανάσιμα το θύμα με το μαχαίρι που γνώρισε ο αναιρεσείων ότι έφερε αυτή επάνω της και έτσι αποδεχόταν το ενδεχόμενο της θανατηφόρου εξελίξεως αυτής της επιθέσεως της αυτουργού με το άνω όπλο κατά του Ν, δεν γίνονται δεκτά ως αποδεικνυόμενα αλλα περιστατικά δηλωτικά του ότι η επίθεση της αυτουργού στο θύμα ήταν αιφνιδιαστική και αποτέλεσμα μη δυνάμενης να προβλεφθεί συναισθηματικής φόρτισης της αυτουργού. Αντίθετα δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών ότι με την παρουσία του στον τόπο όπου έγινε η ανθρωποκτόνος επίθεση της αυτουργού, αφού είχε εισέλθει το θύμα εντός του αυτοκινήτου οδηγός του οποίου ήταν ο άνω αναιρεσείων, παρείχε αυτός στην δράστη της ανθρωποκτονίας εχέγγυα ασφαλείας και υποστήριξε τον τρόπο διαφυγής της όπως αναφέρεται στο βούλευμα στη συνέχεια και ειδικότερα ότι και οι δύο κατηγορούμενοι μετέφεραν με το άνω αυτοκίνητο μέχρι την είσοδο του Γενικού Νοσοκομείου ... τον θανασίμως τραυματισθέντα όπου τον εγκατέλειψαν σπεύδοντας να απομακρυνθούν για να μην έχουν περαιτέρω εμπλοκλή. Κατ'ακολουθίαν αυτών των περιστατικών που εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα και από τα οποία προκύπτει ότι ενίσχυσε με την παρουσία του και διευκόλυνε ο ήδη αναιρεσείων την αυτουργό της ανθρωποκτονίας κατά τη διάπραξη της εν λόγω αξιοποίνου πράξεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι από το άρθρο 484 παρ.1 εδαφ.δ' και β'Κ.Ποιν.Δικ. λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της περί απλής συνεργείας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 47 Π.Κ.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (αρθρ.583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δικ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1 Απριλίου 2010 αίτηση του Χ, για αναίρεση του 318/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουλίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Αυγούστου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία από πρόθεση. Αίτηση αναιρέσεως κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών που παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα για την άνω πράξη κατά παραδοχή εφέσεως των πολιτικώς εναγόντων κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών που είχε αποφανθεί να μη γίνει κατηγορία εναντίον του για ανθρωποκτονία με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά συναυτουργία κλπ. Απορρίπτεται τόσο ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσο και ο λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της περί απλής συνέργειας στην άνω πράξη ως αβάσιμοι. Αιτιολογείται επαρκώς στο προσβαλλόμενο βούλευμα η ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων για παραπομπή του κατηγορουμένου για την άνω πράξη ως απλού συνεργού με βάση τα περιστατικά της μορφής της συμμετοχικής δράσεως του αναιρεσείοντος και ο τρόπος κατά τον οποίο παρείχε τη συνδρομή του στη φυσική αυτουργό κατά την τέλεση από την τελευταία της πράξεως της ανθρωποκτονίας, όπως και η γνώση του αναιρεσείοντος για την ανθρωποκτόνο πρόθεση και η βούλησή του να συμβάλει με τη συμπεριφορά του στην τέλεση της πράξεως από την αυτουργό γνωρίζοντας ότι η δράστης είχε μαχαίρι που έφερε επάνω της και αποδεχόμενος το ενδεχόμενο της θανατηφόρου εξελίξεως της επιθέσεώς της κατά του θύματος με όπλο εντός του αυτοκινήτου στο οποίο ήταν οδηγός ο αναιρεσείων και συνεπιβαίνουσα η αυτουργός, και στο οποίο είχε επιβιβασθεί και το θύμα, και παρέχοντας επίσης στην αυτουργό της πράξεως εχέγγυο ασφαλείας και υποστηρίξεως του τρόπου διαφυγής της μετά την μεταφορά έξω από την είσοδο του Νοσοκομείου του θανασίμως τραυματισθέντος, τον οποίο εγκατέλειψαν και έσπευσαν να απομακρυνθούν προς αποφυγή περαιτέρω εμπλοκής. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Συνέργεια.
| 0
|
Αριθμός 1467/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων: 1)Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Κρέστο και 2)Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Αλεξανδρή, περί αναιρέσεως της 340/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ανδρέα Χαρλαύτη. Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 30 Νοεμβρίου 2009 και 8 Δεκεμβρίου 2009 αιτήσεις αναίρεσης και στους από 29 Μαρτίου 2010 προσθέτους λόγους του Χ2, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 46/2010.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι: 1. από 30-11-2009 Αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του Χ1. Και 2. από 8-12-2009 Αίτηση (δήλωση) του Χ2 και ο από 29-3-2010 πρόσθετος λόγος αυτής στρέφονται κατά της αυτής 340/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Ιωαννίνων, με την οποία κηρύχθηκαν οι αναιρεσείοντες ένοχοι ψευδούς βεβαιώσεως κατ εξακολούθηση (ο α'), άμεση συνέργεια σ αυτή (ο β') και από κοινού κατ εξακολούθηση απάτης, ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (473 παρ. 2 και 3, 509 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ).
Συνεπώς, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συναφείας, πρέπει να συνεκδικασθούν.
ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 242 παρ. 1 και 3 του Π.Κ., για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης (διανοητικής πλαστογραφίας), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13α' και 263 Α του Π.Κ., αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπο για την σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, υπάλληλος, κατά την ανωτέρω έννοια τυγχάνει και ο ιατρός του Ε.Σ.Υ. β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 γ' του Π.Κ και δη δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του Κ.Πολ.Δ., δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο και έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη έναντι όλων για κάθε γεγονός που βεβαιώνεται σ' αυτό, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης και δ) δόλος του δράστη που συνίσταται στη γνώση και στη θέλησή του να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά. Δράστης του εγκλήματος αυτού μπορεί να είναι και γιατρός του ΕΣΥ, ο οποίος συμπλήρωνε λευκές συνταγές ασφαλισμένων στο Δημόσιο, ΟΓΑ, ή άλλο ασφαλιστικό φορέα, στις οποίες βεβαίωνε, ψευδώς, ότι είχε δήθεν εξετάσει τους ασφαλισμένους κατόχους των ασφαλιστικών βιβλιαρίων από τα οποία προέρχονταν οι συνταγές και ότι έπασχαν από συγκεκριμένες ασθένειες και είχαν δήθεν ανάγκη των φαρμακευτικών σκευασμάτων που τους συνταγογραφούσε, τις συνταγές δε αυτές στη συνέχεια παρέδιδε σε φαρμακοποιό μετά του οποίου τελούσε σε συνεννόηση, προκειμένου να τις υποβάλλει στην αρμόδια υπηρεσία του ασφαλιστικού φορέα, και να εισπράξει την αξία των φαρμάκων, τα οποία ουδέποτε είχε χορηγήσει στους ασφαλισμένους, που τελούσαν σε άγνοια της όλης μεθοδεύσεως (ΑΠ 696/2002). Περαιτέρω κατά το αρθρ. 46 § 1 β` ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κυρίας πράξης. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας σε έγκλημα άλλου, βάσει της αρχής του περιορισμένου παρακολουθηματικού χαρακτήρα της συμμετοχής που καθιερώνει το άρθρο 48 ΠΚ, απαιτείται, αφενός μεν ο άλλος (ο αυτουργός) να διαπράξει ή να αποπειραθεί να διαπράξει την άδικη πράξη, η οποία δεν καλύπτεται από κάποιο λόγο που να αίρει το άδικο αυτής, δηλ. πράξη που συνιστά τέλεση ή απόπειρα τέλεσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αφετέρου δε ο συνεργός να τελέσει πράξη υποστηρικτική της κυρίας πράξης του αυτουργού, με άμεσα συνδεδεμένη με αυτή βοηθητική ενέργεια, σε τρόπο ώστε χωρίς αυτή δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η τέλεση του εγκλήματος με τις περιστάσεις που έχει διαπραχθεί. Για τη στοιχειοθέτηση περαιτέρω της άμεσης συνέργειας, απαιτείται, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, δόλος, δηλαδή ηθελημένη παροχή συνδρομής στον αυτουργό, εν γνώσει του ότι αυτή παρέχεται κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης και ότι χωρίς τη βοήθεια αυτή, δεν θα ήταν δυνατή η διάπραξη με βεβαιότητα του εγκλήματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 98 του Π.Κ. προκύπτει ότι, κατ` εξακολούθηση έγκλημα, είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Έτσι επί απάτης, κατά το άρθρο 386 του Π.Κ, τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ` εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα τελείται μία πράξη απάτης, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσης πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δική του δράση με εκείνη των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Αρκεί δε στην καταδικαστική απόφαση να αναφέρεται ότι οι δράστες της απάτης ενήργησαν με κοινό δόλο, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και να εξειδικεύονται οι επί μέρους υλικές ενέργειες του καθενός από αυτούς για την από κοινού πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και δεν δημιουργείται έλλειψη νόμιμης βάσης από τη μη εξειδίκευση αυτή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και όχι μερικά από αυτά κατ` επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, κατά πλειοψηφία, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τις αποδιδόμενες στους αναιρεσείοντες, πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης κατ εξακολούθηση (πρώτος), άμεσης συνέργειας σ αυτήν (δεύτερος) και από κοινού και κατ εξακολούθηση απάτης (και οι δύο): "Κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι από 1-3-2002 μέχρι 31-10-2002, ο πρώτος των κατηγορουμένων (Χ1), ιατρός παθολόγος, υπηρετούσε και ως Διευθυντής του Κέντρου Υγείας ..., στα καθήκοντα του οποίου ήταν η ιατρική εξέταση των ασθενών ασφαλισμένων (και μη ασφαλισμένων), η σύνταξη και η έκδοση ιατρικών συνταγών για χορήγηση φαρμακευτικών σκευασμάτων σ' αυτούς που είχαν τη σχετική ανάγκη σε ειδικά έντυπα (συνταγολόγια) και η συμπλήρωση στην ειδική στήλη του ασφαλιστικού βιβλιαρίου του κάθε ασφαλισμένου στον Ο.Γ.Α. ασθενή της διάγνωσης και των φαρμάκων που αναφέρονται στις συνταγές. Λόγω της ιδιότητας του αυτής γνωρίστηκε και απέκτησε σχέσεις με το δεύτερο των κατηγορουμένων (Χ2), ο οποίος διατηρούσε φαρμακείο στην ως άνω περιοχή επί 32 συναπτά έτη και με τον οποίο συνεργάστηκε, μετά από κοινή συναπόφαση, στην παρακάτω περιγραφόμενη παράνομη δραστηριότητα. Στις 19-11-2002, μετά από έλεγχο των ελεγκτών του Ο.Γ.Α. (πολιτικώς ενάγοντος) στο φαρμακείο του 2ου κατηγορουμένου αλλά και στους ασφαλισμένους, πλην των λοιπών παρατυπιών, διαπιστώθηκε ότι, κατά το παραπάνω ελεγχόμενο χρονικό διάστημα (1-3-2002 μέχρι 31-10-2002), ο 1ος κατηγορούμενος, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του, είχε συνταγογραφήσει 281 συνταγές που βρέθηκαν ότι έλειπαν από 143 συνταγολόγια των ασφαλισμένων του Ο.Γ.Α., οι οποίες καταγράφονται αναλυτικά σε πίνακα που περιλαμβάνεται στην 936/14-10-2003 απόφαση του Υποδιοικητή του Ο.Γ.Α, στο 1032/13-10-2003 έγγραφο του Ο.Γ.Α. προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πρέβεζας και βεβαίως στο διατακτικό της παρούσας απόφασης. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ασθενείς της ως άνω περιοχής-ασφαλισμένοι του Ο.Γ.Α που έπασχαν από χρόνια νοσήματα και επισκέπτονταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα τους ιατρούς του Κέντρου Υγείας ..., τους αγροτικούς ή άλλους ιατρούς για τη συνταγογράφηση των φαρμάκων τους, μετέβαιναν για την εκτέλεση των (κανονικών) συνταγών τους στο φαρμακείο του 2ου των κατηγορουμένων. Εκμεταλλευόμενος το γεγονός αυτό, ο τελευταίος (2ος των κατηγορουμένων) αφαίρεσε από 143 συνταγολόγια ασφαλισμένων του Ο.Γ.Α., πελατών του, οι οποίοι προσήλθαν στο φαρμακείο του για την εκτέλεση των κανονικών συνταγών τους, τεχνηέντως και εν αγνοία τούτων, την επόμενη ή τις επόμενες της κανονικής συνταγές και συνολικά 281 (λευκές ασυμπλήρωτες) συνταγές, που αναφέρονται κατωτέρω, αποκόπτοντας και τα τρία αποκόμματα τους (στελέχη), ήτοι το μπλε, το οποίο παρακρατείται από το συνταγογράφο ιατρό, το λευκό, το οποίο παρακρατείται από το φαρμακοποιό και υποβάλλεται στο αντίστοιχο ταμείο προς πληρωμή καθώς και το κίτρινο, το οποίο πρέπει να παραμένει στο συνταγολόγιο. Με τον τρόπο αυτό, δηλαδή αποκόπτοντας και το τρίτο (κίτρινο) στέλεχος, ο εν λόγω κατηγορούμενος επετύγχανε να μη γίνεται αντιληπτή η ενέργεια του από τον κάτοχο του συνταγολογίου, ακόμη και εκ των υστέρων. Ο τελευταίος αρνήθηκε ότι απέκοπτε το κίτρινο στέλεχος των επιδίκων συνταγολογίων, ισχυρίστηκε δε ότι τούτο πιθανόν να οφείλεται σε ενέργειες κάποιων και κυρίως ανταγωνιστών συναδέλφων του, που ήθελαν να τον ενοχοποιήσουν, αλλά και στη συνδικαλιστική του δράση. Ο έωλος και αόριστος αυτός ισχυρισμός δεν κρίνεται πειστικός από την πλειοψηφούσα άποψη του Δικαστηρίου, καθόσον δεν ενισχύεται από αποδεικτικά στοιχεία. Εξάλλου, ο εν λόγω κατηγορούμενος διατηρεί το φαρμακείο του στη συγκεκριμένη περιοχή επί 32 έτη ακωλύτως, ενώ εξελέγη και πρόεδρος του Συλλόγου Φαρμακοποιών .... Στη συνέχεια, ο ίδιος (2ος κατηγορούμενος) παρέδιδε τις συνταγές αυτές στον Ιο κατηγορούμενο (Χ1), ο οποίος, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του, τις συμπλήρωνε, συνταγογραφώντας φάρμακα, χωρίς να έχει εξετάσει τους ασφαλισμένους (κατόχους του αντίστοιχου συνταγολογίου) ή να έχει στη διάθεση του για συνταγογράφηση το σχετικό συνταγολόγιο, χωρίς οι ασφαλισμένοι αυτοί να έχουν ανάγκη τη φαρμακευτική αγωγή που αναφέρεται σε κάθε αντίστοιχη συνταγή, χωρίς αυτοί να γνωρίζουν τη συνταγογράφηση αυτή και χωρίς να έχει προβεί σε σχετική σημείωση στα βιβλιάρια υγείας τους, τελικά δε χωρίς αυτοί να πάρουν τα φάρμακα αυτά. Οι συνταγές αυτές (επίδικες), με τα ονόματα του κατόχου του συνταγολογίου-ασφαλισμένου, τους αριθμούς των συνταγολογίων, τον αύξοντα αριθμό και την ημερομηνία έκδοσης τους, τη συνολική αξία κάθε φαρμακευτικού σκευάσματος, τη συμμετοχή του ασφαλιστικού φορέα και το πληρωτέο ποσό είναι οι κάτωθι:
Ονοματεπώνυμο ασφαλισμένου - Αριθ. Συνταγολογιου - Άυξ. Αριθ.Συνταγης - Ημερομ. έκδοσης - ΑΞΙΑ ΣΥΝΤΑΓΗΣ ... ... 34 13/8/200 6,18 1,5 ... ... 32 21/7/200 7,71 1,9 5,78 ... ... 11 16/4/200 6,35 1,5 4,76 ... 17 27/6/002 9,99 2,0 7,49 ... 21 12/8/2002 13,5 3,3 10,12 ... 23 9/8/2002 72,32 7,2 65,09 ... 27 23/9/2002 68,24 6,82 61,42 ... 29 1/10/2Ρ02 9,17 1,02 8,15 ... 34 18/10/2002 11 1,48 9,52 ... ... 10/9/2002 5,65 1.4 4,24 ... 5 25/9/2002 8,61 2,15 6,46 ... 8 21/10/2002 12,39 1,82 10,57 ... ... 38 14/5/2002 4,08 1,02 3,06 ...40 8/8/2002 8.51 2,13 6,38 ...42 2/10/2002 7,92 0,71 7,21 ... ... 10 4/7/2002 8,45 2,11 6,33 ... 12 23/7/2002 11,78 2,95 8,83 ... 14 2/8/2002 7,84 1,96 5,88 ... 17 10/9/2002 21,09 5,27 15,82 ... 19 6/9/2002 72,23 7,22 65,01 ... 21 25/9/2002 13,9 3,48 ΐσ,42 ... 24 21/10/2002 69,53 6,96 62,57 ... ... 38 23/4/2002 11,51 1,15 10,36 ... 40 9/7/2002 11,74 2,94 8,8 ... ... 3 15/4/2002 61,12 0 61,12 ... 6 18/6/2002 14,43 3,61 10,82 ... 8 17/7/2002 4,61 1,15 3,46 ... 11 24/7/2002 12,26 3,07 9,19 ... 13 12/8/2002 5,82 1,46 4,36 ... 15 21/9/2002 19,91 0 19,91 ... 17 30/10/2002 59,99 0 59,99 ... ... 6 3/5/2002 74,65 18,7 55,99 ...12 27/5/2002 16,46 4,12 12,34 ...15 29/8/2002 15,08 3,83 11,97 ... 19 26/8/2002 10,43 2,61 7,82 ... 25 30/10/2002 118,1 0 118,17 ... ... 31 29/3/2002 5,7 1,43 4,27 ... 39 20/6/2002 41,03 10,3 30,77 ... ... 25 28/3/2002 12,81 3,2 9,61 ... ...4 2/10/2002 11,69 2,92 8,77 ... 8 24/10/2002 76,2 19,1 57,15 ... ... 19 22,16 2,22 19,94 ...22 11,01 2,75 8,26 ... 24 11,86 2,9 8,89 ... 27 12,58 3,1 9,43 ... 30 46,23 Π, ... 33 25/6/2002 11,15 2,7 8,36 ... 35 25/7/2002 17,72 4,43 13,29 ... 38 23/8/2002 16,65 4,16 12,49 ... ... 18 1/3/2002 17,2 4,3 12,90 ... 21 8/4/2002 17,5 4,38 13,12 ... 23 24/4/2002 130,0 13 117,03 ... 27 10/5/2002 72,68 10,2 62,53 ... 30 19/6/2002 15 3,75 11,25 ...33 16/8/2002 73,14 7,31 65,83 ... 36 19/8/2002 17.76 4.44 13,32 ...39 20/9/2002 13,59 3,4 10,19 ... ....12 17/4/2002 148,2 14,8 133,40 ... 14 20/8/2002 63,02 6.3 56,72 ... ... 27 26/3/2002 50,34 0 50,34 ... 29 12/4/2002 68,49 0 68,49 ... 32 29/4/2002 38.51 0 38,51 ...39 1/7/2002 65,92 0 65,92 ... ... 36 7/8/2002 6,47 1,62 4,85 ... ... 20 20/6/2002 14,22 3,56 10,66 ... 26 25/7/2002 12,06 3.02 9,04 ... ... 30 13/9/2002 18,19 1,82 14,37 ... ... 11/7/2002 8,03 2,01 6,02 ... ... 41 22/4/2002 131,3 13,1 1.18,10 ...46 11/9/2002 7,65- 1,91 5,74 ... ... 38 22/4/2002 11,89 2,97 1 8,92 ...46 11/9/2002 63,02 6,3 56,72 ... ... 40 4/7/2002 11,34 2,84 8,50 ... ... 41 8/7/2002 2,86 0,6 2,26 .... ... 29 1/5/2002 10,67 2,67 8 ... ...33 23/7/2002 131,3 13,1 118,30 ... 34 26/9/2002 72.23 7.22 65,01 ... 36 23/10/2002 43,33 4,33 39 ... ...41 9/4/2002 3,08 0,77 2,31 ... ... 0 0 0 ... ... 34 6/9/2002 36,48 0 36,48 ... ... 42 25/7/2002 9,99 2.5 7,49 ... ... 22 9/5/2002 14,17 3,54 10,63 ...28 26/9/2002 11.05 2,76 8,29 ... ...11 16/10/2002 73,52 7,36 66,16 ... ... 24/9/2002 15,74 3,94 11,80 ...10 18/10/2002 68,24 6,82 61,42 ... ... 9 2/9/2002 44,09 0 44,09 ...12 25/9/200 41,34 0 41,34 ... 16 24/10/200 70,34 0 70,34 .... 19 29/10/200 25,28 0 25,28 ... ... 23 19/8/2002 6,7 1,68 5,02 ... 26 6/9/2002 12,71 12,71 ... 31 17/10/2002 77,13 7,71 69,42 ...33 24/10/2002 14,73 3.68 11,05 ... ... 31 19/4/2002 7,15 0,72 6,43 ... 36 30/7/2002 9,78 2,45 7,33 ... ... 39 16/9/2002 12,81 3,2 9,61 ... ... 25 25/6/2002 58 5.8 52,2 ... 22 1/4/2002 9,57 2.39 7,18 ... ... 24 12/4/2002 16,1 10.9 85,23 ... 27 1/5/2002 27,48 0 27,48 ... 32 16/7/2002 134,0 0 134,09 ... 35 6/9/2002 9,44 2,36 7,08 ... ... 18 8/7/2002 12,04 3,01 9,03 ... 20 5/8/2002 13,3 3,33 9,97 ... ... 28 12/4/2002 12,42 3.11 9,31 ... 30 15/5/2002 26,07 6.52 19,55 ... 32 27/6/2002 14,14 3,54 10,6 ... 36 24/10/2002 7,82 1,96 5,86 ... ... 31 1/4/2002 23,41 5.85 17,56 ... ... 24 29/3/2002 42.01 0 42,01 ... 30 28/6/2002 44,09 0 44,09 ... 34 7/8/2002 22,58 0 22,58 ... 36 1/10/2002 23,41 0 23,41 ... 39 21/10/2002 79,16 0 79,16 ... ... 16 28/3/2002 150,2 15 135,24 ... 22 13/5/2002 4,56 1,14 3,42 ... 26 19/6/2002 13,08 3.27 9,81 ... 30 25/4/2002 10,68 2.67 8,01 ... 34 17/5/2002 10,08 2.52 7,56 ... 36 10/9/2002 33,92 0 33,92 ... ... 19 21/3/2002 8,13 2.03 6,1 ... ... 22 19/4/2002 16,75 4,19 12,56 ... ... 25 15/5/2002 84,64 0 84,64 ... 31 16/7/2002 19,94 4,99 14,95 ... 35 279/2002 16,59 4,15 12,44 ... ... 13 12/4/2002 15,84 1,36 14,48 ... 15 19/4/2002 74,12 7,41 66,71 ... 20 26/6/2002 14,64 3,66 10,98 ... 23 19/8/2002 67,01 6,7 60,31 ... 26 90,18 0 90,18 ... ...9 28/3/2002 8,09 1,9 6,19 ...11 12/4/2002 9,19 2,3 6,89 ... 13 13/5/2002 9,91 2,36 7,55 ... 16 26/6/2002 17,69 4,42 13,27 ... 18 1/7/2002 8,09 2,02 6,07 ... 21 6/8/2002 10,65 2,66 7,99 ... 24 24/9/2002 8.35 2,09 6,26 ... ... 14 15/5/2002 87,18 8,72 78,46 ...19 30/8/2002 8,18 2,05 6,13 ... 22 13/8/2002 81.83 8,18 73,65 ...25 19/9/20,02 8,81 2,2 6,61 ... ... 42 9/4/2002 8,31 2,08 6,23 ... ... 44 15/4/2002 8.73 2,18 6,55 ... ... 36 14/8/2002 12,17 3.04 9,13 ... ... 6 1/7/2002 36,03 8.38 27,65 ... 8 13/8/2002 10,27 2.54 7,63 ... ... 7 4/7/2002 7,93 1.98 5,95 ... 9 22/8/2002 10.67 0 10,67 ... ... 9 14/8/2002 13.14 3.29 9,85 ...13 15/10/2002 9.25 2.31 6,94 ... ... 29 3/5/2002 16.45 4,11 12,34 ... 33 25/6/2002 4,58 1,15 3,43 ... 36 8/7/2002 16,87 4,22 12,65 ... 38 6/8/2002 12.8 3,2 9,6 ... 40 2/9/2002 9.4 2.35 7,05 ... 43 23/10/2002 8,95 0,96 7,99 ... ... 2 16/9/2002 12,03 3,01 9,02 ...6 18/10/2002 10,87 2,72 8,15 ... ...3 23/9/2002 48,59 12.2 36,44 ...5 17/10/2002 44,95 0 44,95 ... ... 2 21/8/2002 67,01 6,7 60,31 ... 4 10/9/2002 10,2 2,55 7,65 ... ... 39 17/5/2002 6,69 1,67 5,02 ... 41 22/7/2002 10,87 2,72 8,15 ...43 2/9/2002 22,75 5,69 17 ,06 ... ... 40 24/4/2002 7,47 1,87 5,6 ... ... 24 9/8/2002 128,1 12,8 115,33 ... ... 36 28/3/2002 16,4 4,1 12,3 ... 38 13/5/2002 8,37 2,09 6,28 ... 41 4/7/2002 14,37 3,59 10,78 ... ... 37 16/4/2002 6,83 1,71 5,12 ... 39 3/5/2002 23,41 5,85 17,56 41 19/6/2002 4,77 1,19 3,58 ...43 22/7/2002 12,18 2,84 9,74 ... 45 26/8/2002 12,63 3,16 9,47 ... ... 35 9/4/2002 10,6 2.65 7,95 ... ... 39 21/6/2002 11,72 2,93 8,79 ... 37 9/7/2002 19,6 4,9 14,7 ... ... 36 1/4/2002 79,38 7,94 71,44 ... 40 28/6/2002 4,73 1,18 3,55 ... ... 33 23/10/2002 73,14 7,31 65,83 ... ...40 18/4/2002 21,39 5,35 16,04 ... ... 41 29/4/2002 54,9 5,49 49,41 ... ... 35 2274/2002 12,89 3.22 9,67 ... ... 41 27/6/2002 24,93 6.23 18,7 ... 43 14/8/20Ρ2 5.48 1.37 4,11 ... ... 32 24/4/3002 8,82 2,21 6,61 ... ... 14 5/4/2002 49.43 0 49,43 ... ... 31 12/8/2002 22.53 0 22,58 ... 38 19/7/2002 13,04 3,2 9,78 ... ... 42 11/8/2002 20,82 2,0 18,74 ... ... 44 15/4/2002 6,43 1,6 4,82 ... ... 32 15/4/2002 6,08 1,52 4,56 ... ... 29 28/3/2002 71,56 0 71,56 ... 31 10/4/2002 15,16 3,79 11,37 ...43 23/8/2002 11,69 2,92 8,77 ...34 10/5/2002 9,92 0 9,92 39 6/8/2002 12,47 3,12 9,35 ... ... 39 10/4/2002 18,16 0 18,16 ... 41 10/5/2002 9,23 2,31 6,92 ...45 6/8/2002 5,69 1,42 4,27 ... ... 18 9/4/2002 5,91 1,48 4,43 21 9/5/2002 12,3 3,08 9,22 ... 24 19/6/2002 8,5 1,73 6,77 ... 27 16/7/2002 21,06 5.27 15,79 ... 29 20/8/2002 19,44 4,86 14,58 ... 33 25/9/2002 76,93 7,69 69,24 ... ... 44 19/4/2002 6,06 1,52 4,54 ... ... 5 29/8/2002 126,5 0 126,59 ... 8 7/8/2002 71,11 0 71,11 ...13 20/9/2002 127.0 0 127,07 ... ... 35 22/4/2002 12,19 3,05 9,14 ... ... 36 25/4/2002 17,23 4,31 12,92 ...40 2/4/2002 5,1 1,28 3,82 ...42 12/7/2002 6,81 1,7 5,11 ...45 11/9/2002 12,24 3,06 9,18 ... ... 35 1/3/2002 6,16 1,04 4,12 ...40 15/5/2002 5,8 1,45 4,35 ...44 13/8/2002 15,52 3,88 11,64 ... ... 19 1/3/2002 9,69 2,42 7,27 ... 25 14/9/2002 9,25 2,31 6,94 ... ... 40 19/4/2002 14.95 3,74 11,21 ... ... 42 6/9/2002 7,74 1.94 5,8 ... ... 20 1/5/2002 27,71 6,93 20,78 ... 25 26/6/2002 130.7 13,1 117,64 ... 27 8/7/2002 8,62 2,16 6,46 ... 31 20/9/2002 30,22 7,44 22,78 ... ... 41 28/6/2002 12,31 3,18 2,23 ... 45 7/8/2002 9,05 2,26 6,79 ... ... 36 17/10/2002 12,15 1,76 10,39 ... 38 31/10/2002 68,24 6,82 61,42 ... ... 31 21/6/2002 126,0 12,6 113,43 ... ... 8 2/7/2002 3,95 0,99 2,96 ...9 11/4/2002 5,91 1,48 4,43 Τις ανωτέρω συνταγές, συμπληρωμένες, ο 1ος κατηγορούμενος παρέδιδε στο συγκατηγορούμενό του-φαρμακοποιό, ο οποίος και υπέβαλε στην αρμόδια υπηρεσία του Ο.Γ.Α. το λευκό στέλεχος αυτών (συνταγών) για πληρωμή, χωρίς βεβαίως να εκτελέσει τις συνταγές και να χορηγήσει φάρμακα που αναγράφονταν στις συνταγές, εισπράττοντας αχρεωστήτως τα ποσά που αντιστοιχούσαν στη συμμετοχή του ασφαλιστικού φορέα επί της αγοραστικής αξίας κάθε φαρμάκου και τα οποία ανέρχονται στην επίδικη περίπτωση στο συνολικό ποσό των 6.769,35 ευρώ, ζημιώνοντας αντιστοίχως κατά το ποσό αυτό τον ανωτέρω ασφαλιστικό οργανισμό (πολιτικώς ενάγοντα). Ο 1ος κατηγορούμενος, δια των συνηγόρων του, ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε προέβη στις ανωτέρω ενέργειες, ότι πάντοτε συνταγογραφούσε αφού προηγουμένως εξέταζε τους ασθενείς-ασφαλισμένους και ότι οι όποιες αταξίες οφείλονται στο φόρτο εργασίας και στην τακτική του ιδίου, όπως και των λοιπών ιατρών του Κ.Υ...., να εξυπηρετεί τους ασφαλισμένους, οι οποίοι, λόγω ηλικίας ή σοβαρής ασθένειας, αδυνατούσαν να προσέλθουν οι ίδιοι για συνταγογράφηση των φαρμάκων που ελάμβαναν και να δέχεται να συνταγογραφεί ακόμη και όταν τα συνταγολόγια προσκόμιζαν συγγενείς των ασφαλισμένων. Πλην όμως, οι προεκτεθείσες παράνομες ενέργειες του κατηγορουμένου ιατρού δεν δικαιολογούνται από την τακτική αυτή, η οποία αντιβαίνει, άλλωστε, στις θεμελιώδεις υποχρεώσεις του, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι οι δύο κατηγορούμενοι, σε αγαστή συνεργασία, επιδίδονταν στις παραπάνω παράνομες ενέργειες κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα (από 1-3-2002/31-10-2002) -χωρίς να αποκλείεται να εκτείνεται η παράνομη δραστηριότητα τους και σε άλλα χρονικά διαστήματα, που δεν έχουν ακόμη ελεγχθεί, όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας, υπάλληλοι του Ο.Γ.Α.- με συνέπεια την παραπλάνηση του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού (Ο.Γ.Α.), ο οποίος, πεισθείς ότι τα στις επίδικες συνταγές φαρμακευτικά σκευάσματα είχαν χορηγηθεί στους ασφαλισμένους, κατέβαλε αχρεωστήτως το παραπάνω ποσό στο δεύτερο κατηγορούμενο. Το πως διανεμόταν το ως άνω αθεμίτως εισπραχθέν ποσό μεταξύ τους δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων που τέλεσαν οι κατηγορούμενοι, δεδομένου ότι αρκεί ο σκοπός τους για τον πορισμό τούτου, κατά τα στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτιθέμενα. Δεν ασκεί, εξάλλου, έννομη συνέπεια ούτε επηρεάζει την κρίση του Δικαστηρίου, όπως αποτυπώνεται στην πλειοψηφούσα άποψη, σε ποίους (μη ασφαλισμένους ή άτομα που δεν προσκόμιζαν ασφαλιστικά βιβλιάρια ή αλλοδαπούς κλπ) οι κατηγορούμενοι διέθεσαν περαιτέρω τα φάρμακα που αναγράφονταν στις παραπάνω επιλήψιμες συνταγές, εισπράττοντας την αγοραστική τους αξία, καθόσον δεν προσδιορίστηκε το ύψος του αθέμιτου οφέλους από την εντεύθεν διάθεση των φαρμάκων αυτών και δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, για το έγκλημα της απάτης, αρκεί ο σκοπός πορισμού παράνομου οφέλους, έστω και αν δεν προσπόρισε τέτοιο ο δράστης. Αντίθετα, είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι οι επίδικες συνταγές συνετάγησαν μόνον από τον 1° κατηγορούμενο, παρότι υπήρχαν και άλλοι ιατροί στο εν λόγω Κέντρο Υγείας με την ίδια ειδικότητα και φέρονται ότι εκτελέστηκαν από το 2°, παρότι στην περιοχή ... υπήρχαν πέντε (5) φαρμακεία. Από το διενεργηθέντα, άλλωστε, έλεγχο, δεν διαπιστώθηκαν άλλες επιλήψιμες συνταγογραφήσεις των άλλων ιατρών του Κ. Υ. ..., γεγονός, το οποίο καταρρίπτει τους παραπάνω υπερασπιστικούς ισχυρισμούς των κατηγορουμένων. Εξάλλου, από τα συνταγολόγια, από τα οποία αφαιρέθηκαν οι επίδικες συνταγές, εμφαίνεται ένας ασφαλισμένος να έχει εξετασθεί κανονικά από ιατρό (του Κέντρου Υγείας ή άλλον), ο οποίος και συνταγογράφησε φάρμακα για την πάθηση του, την επομένη δε ο ίδιος (ασφαλισμένος) φέρεται να έχει εξετασθεί από τον 1° κατηγορούμενο, ο οποίος και συνέταξε συνταγή με άλλα φαρμακευτικά σκευάσματα. Περαιτέρω, η παράνομη δραστηριότητα των κατηγορουμένων ενισχύεται από τα κάτωθι: α) στις παραπάνω (επίδικες) 281 συνταγές, ο 1ος κατηγορούμενος δεν είχε συμπληρώσει, ως όφειλε σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις και όπως θα έπραττε αν είχε στη διάθεση του τα συνταγολόγια και τα ασφαλιστικά βιβλιάρια, τα πλήρη στοιχεία των ασφαλισμένων επί των εντύπων των συνταγών, καθόσον ο αριθμός μητρώου των ασφαλισμένων, ο κωδικός μονάδας και το έτος γέννησης συμπληρώθηκαν εκ των υστέρων από το 2° κατηγορούμενο (φαρμακοποιό), ο οποίος είχε στη διάθεση του τα σχετικά στοιχεία. Το γεγονός αυτό συνομολογούν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι το απέδωσαν σε παράλειψη άνευ σημασίας, ο 1ος δε εξ αυτών σε συνήθη πρακτική του ίδιου, όπως ο ίδιος κατέθεσε κατά το διενεργηθέντα έλεγχο από ελεγκτές του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (βλ. την ... έκθεση ελέγχου). Πλην όμως, από τον έλεγχο που έλαβε χώρα σε λευκά αποκόμματα συνταγών του έτους 2002 (πλην των επιδίκων), οι οποίες είχαν συνταγογραφηθεί από τον 1° κατηγορούμενο και είχαν υποβληθεί προς πληρωμή στον Ο.Γ.Α από το 2° καθώς και σε μπλε αποκόμματα συνταγών του πρώτου τριμήνου του έτους 2003, που βρέθηκαν στο Κ.Υ. ... και είχαν συνταγογραφηθεί επίσης από τον 1° κατηγορούμενο διαπιστώθηκε ότι, σε αντίθεση με τις επίδικες συνταγές, ο εν λόγω ιατρός συμπλήρωνε πάντα στις συνταγές των ασφαλισμένων τα πέντε πρώτα ψηφία του αριθμού μητρώου τους. β)Σε εννέα (9) περιπτώσεις γράφηκαν ονόματα άλλου ατόμου και όχι του κατόχου του συνταγολογίου. Τούτο συνέβη: 1) στην 25/28-3-2002 συνταγή του .... συνταγολογίου του ασφαλισμένου ..., στην οποία ανεγράφη το όνομα ...', 2) στη 12/27-6-2002 συνταγή του ... συνταγολογίου του ..., στην οποία ανεγράφη το όνομα ...', 3) στη 17/27-6-2002 συνταγή του ... συνταγολογίου της ..., στην οποία ανεγράφη το όνομα ...', 4) στη 41/22-7-2002 συνταγή του ... συνταγολογίου της ... ανεγράφη το όνομα '...', 5) στη 43/22-7-2002 συνταγή του ... συνταγολογίου της ... ανεγράφη το όνομα ...', 6) στη 42/6-9-2002 συνταγή του ...συνταγολογίου της ... ανεγράφη το όνομα '...α', 7) στη 19/6-9-2002 συνταγή του ... συνταγολογίου της ...η ανεγράφη το όνομα ...', 8) στην 26/6-9-2002 συνταγή του ... συνταγολογίου της ... ανεγράφη το όνομα '...' και 9) στην 35/6-9-2002 συνταγή του ... συνταγολογίου της ... ανεγράφη το όνομα '...'. γ)Σε έξι (6) περιπτώσεις, συνταγές με μεγαλύτερο αύξοντα αριθμό είχαν εκδοθεί και φέρονται να έχουν εκτελεστεί χρονικά ενωρίτερα από άλλες συνταγές με μικρότερο αύξοντα αριθμό και συγκεκριμένα: 1) οι 21/12-8-2002 και 23/9-8-2002 συνταγές του ... συνταγολογίου της ασφαλισμένης ..., 2) οι 17/10-9-2002 και 19/6-9-2002 συνταγές του ... συνταγολογίου της ασφαλισμένης ..., 3) οι 15/29-8-2002 και 19/26-8-2002 συνταγές του ... συνταγολογίου του ασφαλισμένου ..., 4) οι 19/30-8-2002 και 22/13-8-2002 συνταγές του ... συνταγολογίου του ασφαλισμένου ..., 5) οι 5/29-8-2002 και 8/7-8-2002 συνταγές του ... συνταγολογίου της ασφαλισμένης ... και 6) οι 37/9-7-2002 και 39/21-6-2002 συνταγές του ... συνταγολογίου της ασφαλισμένης .... Τα παραπάνω δεν δικαιολογούνται από το γεγονός ότι πολλές φορές οι ασφαλισμένοι δίνουν στο γιατρό το συνταγολόγιο διπλωμένο, όπως ισχυρίστηκε ο 2ος κατηγορούμενος, καθόσον και σε μια τέτοια (υποθετική) περίπτωση, ο ιατρός που συνταγογραφεί ανοίγει το συνταγολόγιο για να προβεί στο στοιχειώδη έλεγχο των στοιχείων του ασφαλισμένου (ονοματεπώνυμο, αριθμό μητρώου κλπ) καθώς και των φαρμάκων που λαμβάνει, σε περιπτώσεις χρονιών νοσημάτων. δ) Κάθε ιατρείο του Κέντρου Υγείας ... τηρούσε Βιβλίο Κίνησης, στο οποίο κάθε ιατρός καταγράφει, κατά σειρά προσέλευσης, όλους τους ασθενείς που προσέρχονται για εξέταση ή συνταγογράφηση φαρμάκων, τη σχετική διάγνωση και τη ημερομηνία, ενώ συγχρόνως παρακρατεί το σχετικό στέλεχος των συνταγολογίων. Από τον έλεγχο που διενεργήθηκε από τους Επιθεωρητές του ΣΕΥΥΠ διαπιστώθηκε ότι το σχετικό βιβλίο στο ιατρείο του ως άνω κατηγορουμένου τηρούσαν, όχι αυτός, αλλά οι νοσηλεύτριες, στο γραφείο των οποίων βρέθηκε, οι οποίες δεν κατέγραφαν τους προσερχόμενους στο ιατρείο ασθενείς (ασφαλισμένους όλων των ασφαλιστικών ταμείων, ιδιώτες, αλλοδαπούς κλπ), αλλά, κατ' εντολήν του ιατρού, μόνον τα ονόματα των ασφαλισμένων του Ο.Γ.Α. Τους τελευταίους μάλιστα καταχωρούσαν, εκ των υστέρων, από τα μπλε αποκόμματα του συνταγολογίου, τα οποία τοποθετούσε ο κατηγορούμενος σε ένα κουτί, με βάση την ημερομηνία έκδοσης των συνταγών. Από τον προαναφερθέντα έλεγχο μάλιστα διαπιστώθηκε, πλην των ανωτέρω, ότι από τις 281 επίδικες συνταγές, μόνον οι 46 είχαν καταχωρηθεί στο Βιβλίο Κίνησης του έτους 2002. Αντίθετα, είχαν καταχωρηθεί όλες οι κανονικές συνταγές του ίδιου έτους καθώς και αυτές του έτους 2003, που είχαν συνταγογραφηθεί από τον κατηγορούμενο ιατρό. (ε) Ευθύς ως ενημερώθηκε για το διενεργούμενο έλεγχο, ο 10ς κατηγορούμενος, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του, συγκρότησε την από 17-1-2003 τριμελή επιτροπή του Κέντρου Υγείας, η οποία προέβη στην καταστροφή των συνταγολογίων των ετών 1992-2002 (των μπλε αποκομμάτων των συνταγών), επικαλούμενος ότι αυτά αποτελούσαν εστία μόλυνσης. Στην εσπευσμένη αυτή ενέργεια προέβη ο κατηγορούμενος, με το παραπάνω πρόσχημα, παρότι γνώριζε ότι διενεργείτο έρευνα και όφειλε, ως εκ τούτου να διαφυλάξει τα απαραίτητα έγγραφα μέχρι το τέλος αυτής, πολλώ δε μάλλον όταν αυτά θα αποδείκνυαν τους ισχυρισμούς του περί κανονικής συνταγογράφησης. Σκοπός του εν λόγω κατηγορουμένου ήταν να παρεμποδίσει τη διαπίστωση της παράνομης δραστηριότητας του, όπως αυτή προεξετέθη και (στ)οι ασφαλισμένοι, των ονόματα των οποίων είναι αναγεγραμμένα στις επίδικες συνταγές αρνούνται ότι εξετάσθηκαν από τον 1° κατηγορούμενο, τις επίδικες τουλάχιστον ημερομηνίες καθώς και ότι πάσχουν από τις αναγραφόμενες στις συνταγές ασθένειες ή ότι έλαβαν τα συγκεκριμένα φάρμακα. Επισημαίνεται, επίσης, ότι, κατ' εφαρμογήν των προαναφερθεισών διατάξεων, με την 936/14-10-2003 απόφαση του Υποδιοικητή του Ο.Γ.Α καταλογίστηκε στον πρώτο των κατηγορουμένων (Χ1) το ποσό των 6.769,35 ευρώ. Ύστερα από όσα προαναφέρθηκαν, αποδείχθηκε, κατά την άποψη που πλειοψήφησε, ότι οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας με δόλια προαίρεση, τέλεσαν τα εγκλήματα, για τα οποία κατηγορούνται. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι: (α) ο 1ος κατηγορούμενος, ενεργώντας εξακολουθητικά, κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2002 μέχρι τις 31-10-2002, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του, τέλεσε το έγκλημα της ψευδούς βεβαιώσεως σε βαθμό πλημμελήματος και συγκεκριμένα ότι βεβαίωσε ψευδώς στις επίδικες συνταγές ότι οι αναφερόμενοι σ' αυτές ασφαλισμένοι του Ο.Γ.Α., έπασχαν από τις σ' αυτές (συνταγές) αναγραφόμενες παθήσεις, συνταγογραφώντας και τα ενδεικνυόμενα φάρμακα, ενώ στην πραγματικότητα οι εν λόγω ασφαλισμένοι, οι οποίοι δεν γνώριζαν τις ενέργειες του εν λόγω κατηγορουμένου, δεν εξετάσθηκαν απ' αυτόν στις συγκεκριμένες ημερομηνίες, δεν έπασχαν από τα αναγραφόμενα νοσήματα και δεν παρέλαβαν τα αναγραφόμενα στις συνταγές αυτές φάρμακα. Οι ενέργειες αυτές του κατηγορουμένου και με την εντεύθεν συνδρομή του συγκατηγορουμένου του, ο οποίος υπέβαλε τις συνταγές στις αρμόδιες υπηρεσίες του Ο.Γ.Α., είχαν ως έννομη συνέπεια να πειστεί ο εν λόγω ασφαλιστικός φορέας ότι είχαν χορηγηθεί τα φάρμακα αυτά και να καταβάλει αχρεωστήτως το ποσό συμμετοχής του ασφαλισμένου επί της αγοραστικής αξίας κάθε φαρμακευτικού σκευάσματος, που συνολικά ανέρχεται σε 6.769,35 ευρώ, κατά το οποίο και ζημιώθηκε, (β) ο 2ος κατηγορούμενος, ενεργώντας κατ' εξακολούθηση κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, εν γνώσει του παρείχε στον ανωτέρω συγκατηγορούμενό του άμεση συνδρομή κατά την υπ' αυτού τέλεση του προαναφερθέντος εγκλήματος και κατά τη διάρκεια τέλεσης του. Ειδικότερα, ότι αυτός, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, αφαίρεσε από 143 συνταγολόγια ασφαλισμένων του Ο.Γ.Α., οι οποίοι προσήρχοντο στο φαρμακείο του για την εκτέλεση κανονικών συνταγών, τις παραπάνω 281 συνολικά συνταγές, και δη και τα τρία στελέχη τούτων, τα οποία παρέδιδε στον συγκατηγορούμενό του ιατρό, ο οποίος και προέβαινε στη σύνταξη των παραπάνω ψευδών συνταγών και στη συνέχεια ο ίδιος υπέβαλε στις αρμόδιες υπηρεσίες του Ο.Γ.Α τις συνταγές αυτές ως δήθεν εκτελεσθείσες υπ' αυτού, με συνέπεια ο εν λόγω ασφαλιστικός φορέας να καταβάλει τα αντίστοιχα ποσά, όπως προαναφέρθηκε και (γ) αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού και κατ' εξακολούθηση, τέλεσαν το έγκλημα της απάτης σε βάρος του προαναφερθέντος ασφαλιστικού φορέα, σε βαθμό πλημμελήματος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα." Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ενόχους, κατά πλειοψηφία, τους αναιρεσείοντες των ανωτέρω πράξεων και επέβαλε στον καθένα συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών, την οποία και ανέστειλε επί 3ετία. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 α, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 46 παρ. 1 β, 94, 242 παρ. 1, 386 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων των πράξεων για τις οποίες κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες. Συγκεκριμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι ο πρώτος αναιρεσείων, ιατρός του ΕΣΥ, διευθυντής επί σειρά ετών του Κ.Υ. ..., σε συνεννόηση με τον δεύτερο αναιρεσείοντα, ιδιοκτήτη φαρμακείου στην ανωτέρω πόλη, από πολλών ετών, αφού λάμβανε απ αυτόν και τα τρία ασυμπλήρωτα αντίτυπα (λευκό, μπλέ και κίτρινο) των συνταγών που είχε αφαιρέσει από τα συνταγολόγια ασφαλισμένων του ΟΓΑ, συνταγές των οποίων είχε εκτελέσει προηγουμένως, τα συμπλήρωνε, αναγράφοντας ότι δήθεν έπασχαν από τις αναγραφόμενες ασθένειες και ότι έπρεπε να τους χορηγηθούν τα φάρμακα που συνταγογραφούσε. Τις συνταγές δε αυτές συμπληρωμένες τις παρέδιδε στη συνέχεια στον φαρμακοποιό, προκειμένου, όπως είχαν συμφωνήσει, να τις υποβάλλει κάθε μήνα και δη στο πρώτο 10ήμερο αυτού και καθόλο το αναγραφόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση χρονικό διάστημα, στην αρμόδια υπηρεσία του ΟΓΑ, παριστάνοντας έτσι ψευδώς στους υπαλλήλους αυτής, τα ονόματα των οποίων δεν ήταν αναγκαίο, αλλά ούτε και δυνατόν, να προσδιορίζονται στην απόφαση για την πληρότητα της αιτιολογίας της, ότι είχε χορηγήσει στους ασφαλισμένους τα φάρμακα που αναγράφονταν στις συνταγές, οι οποίες παρατίθενται αναλυτικά, κατά ημερομηνία, αύξοντα αριθμό, ασφαλισμένο, αξία φαρμάκων, στην απόφαση και έτσι τους έπειθε να του καταβάλουν την αξία τους, η οποία ανήλθε, για όλο το χρονικό διάστημα που εξακολουθητικά συνέχισαν οι αναιρεσείοντες την συντονισμένη παράνομη δραστηριότητά τους, στο ποσό των 6.769,35 €, το οποίο θα ήταν πολύ μεγαλύτερο αν δεν διενεργούταν ο έλεγχος που κατέληξε στην αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητας τους, ποσό, κατά το οποίο και ζημίωσαν την περιουσία του οργανισμού, με αντίστοιχο δικό τους παράνομο περιουσιακό όφελος και όχι με εκείνο που θα απέμενε μετά την αφαίρεση της συμμετοχής του ασφαλισμένου από 25%, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο πρώτος αναιρεσείων. Τούτο δε διότι, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, οι ασφαλισμένοι τελούσαν σε άγνοια της δραστηριότητας αυτής των αναιρεσειόντων, ο δε εξ αυτών φαρμακοποιός, ουδέποτε είχε χορηγήσει τα συνταγογραφούμενα φάρμακα και έτσι σε συνεννόηση με τον συναυτουργό του γιατρό, δεύτερο αναιρεσείοντα, οφελήθηκαν παρανόμως ολόκληρη την αξία τους και δεν ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρει η απόφαση κατά ποιο ποσοστό διαμοιράσθηκαν τα χρήματα αυτά μεταξύ τους και ποιο ποσό καρπώθηκε ο καθένας, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο πρώτος αναιρεσείων-γιατρός, αφού, όπως λέχθηκε, τούτο δεν αποτελεί στοιχείο του εν λόγω εγκλήματος, που μπορεί να τελεσθεί και όταν δεν επιτεύχθηκε το παράνομο περιουσιακό όφελος. Η προσβαλλομένη, για την πληρότητα της αιτιολογίας της, παραθέτει την ανωτέρω σειρά επιχειρημάτων, τα οποία συνήγαγε με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο σκεπτικό της, προέκυψαν δε από την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, που κατ είδος αναφέρει, στο προοίμιό της και επιστηρίζουν την καταδικαστική κρίση της, δίνοντας έτσι απάντηση στα ερωτήματα που θέτει ο πρώτος αναιρεσείων, κατά τρόπο όμως που πλήττει, απαραδέκτως, κατά ανωτέρω, την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Ορθώς δε η προσβαλλομένη, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, δέχθηκε ότι οι επίμαχες συνταγές των ασφαλισμένων, που παρατίθενται αναλυτικώς στο σκεπτικό και διατακτικό της, αποτελούν δημόσια έγγραφα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 242 ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το Δικαστήριο και ούτε περαιτέρω χρειαζόταν να αιτιολογείται ειδικώς το ζήτημα αυτό, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο δεύτερος αναιρεσείων, αφού αποδεικνύουν, έναντι τρίτων, όπως είναι και οι φαρμακοποιοί και όχι μόνον μεταξύ των υπηρεσιών παροχής ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης του ΟΓΑ και των οποιωνδήποτε ασφαλιστικών φορέων, για να αποτελούν έγγραφα προοριζόμενα για εσωτερική μόνον κυκλοφορία, ότι ο ασθενής εξετάσθηκε από τον εκδίδοντα αυτές θεράποντα ιατρό, βρέθηκε να πάσχει από το αναφερόμενο νόσημα, για την θεραπεία του οποίου απαιτούνται τα φάρμακα, που συνταγογράφησε ο τελευταίος, καθορίζοντας και τη δοσολογία χορηγήσεως τους, τα οποία και στη συνέχεια, με βάση και μόνον τα στοιχεία αυτά, χορηγεί ο φαρμακοποιός, συμμορφούμενος πλήρως προς το περιεχόμενό της. Περαιτέρω, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ο δεύτερος αναιρεσείων-φαρμακοποιός παρείχε συνδρομή στον πρώτο απ αυτούς, άνευ της οποίας, όπως γνώριζε, δεν θα μπορούσε να τελεσθεί απ αυτόν η πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως, όπως περιγράφεται αναλυτικά στην απόφαση, συνιστάμενη στο ότι του παρέδιδε, κατ επανάληψη, τα μη συμπληρωμένα τρία αντίτυπα, που είχε αφαιρέσει από τα συνταγολόγια που του προσκόμιζαν οι ασφαλισμένοι για να εκτελέσει κανονικές συνταγές, προκειμένου αυτός να τα συμπληρώνει κατά τον εκτιθέμενο στο σκεπτικό τρόπο, στην συνέχεια δε, όταν του τα παρέδιδε συμπληρωμένα ο τελευταίος, αυτός συμπλήρωνε τα ελλείποντα στοιχεία του αριθμού μητρώου του ασφαλισμένου, τα οποία δεν ήταν σε θέση να αναγράψει ο ιατρός, αφού οι συνταγές δεν συνοδεύονταν από τα βιβλιάρια ασθενείας των ασφαλισμένων, στοιχείο που ήταν απαραίτητο, προκειμένου να μπορέσει στη συνέχεια να τις υποβάλλει, μεταξύ των λοιπών κανονικών συνταγών που είχε εκτελέσει, περιοδικώς, κατά μήνα και δη στο πρώτο 10ημερο του επομένου μηνός, στην αρμοδία προς πληρωμή της αξίας των φαρμάκων υπηρεσία του ΟΓΑ.
Συνεπώς η ανωτέρω συνδρομή του παρασχέθηκε, όχι μόνον πριν την τέλεση της πράξεως, αλλά και κατά την τέλεσή της, σε τρόπο ώστε να συνιστά άμεση, κατά την ανωτέρω έννοια, συνέργεια στην πράξη της ψευδούς βεβαίωσης του πρώτου αναιρεσείοντος και όχι απλή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει αυτός. Ούτε περαιτέρω, όσον αφορά το αδίκημα της από κοινού απάτης, ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να εξειδικεύονται οι κατ ιδίαν πράξεις στις οποίες προέβησαν οι συναυτουργοί-αναιρεσείοντες προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, αλλ αρκεί η αναφορά ότι ενήργησαν με κοινό δόλο. Ούτε απαιτούνταν να αναφέρεται το φυσικό πρόσωπο του ΟΓΑ προς το οποίο γινόταν, κάθε φορά και δη το πρώτο 10ημερο κάθε μήνα, που υποβάλλονταν, στο χρονικό διάστημα από 1/5-31/10/2002, οι καταστάσεις με τις συνταγές που είχαν εκτελεσθεί τον προηγούμενο μήνα, στις οποίες περιλαμβάνονταν και οι επίμαχες, οι ψευδείς παραστάσεις περί κανονικότητας των συνταγών αυτών και περί χορηγήσεως των αναγραφομένων φαρμάκων, στους αντίστοιχους ασφαλισμένους, δικαιούχους των συνταγολογίων, από τα οποία είχαν αφαιρεθεί τα ασυμπλήρωτα φύλλα, με εξαίρεση τις αναφερόμενες περιπτώσεις λανθασμένης αναγραφής των στοιχείων του ''ασθενούς'', με αποτέλεσμα να εμφανισθούν ως ''ασθενείς'' διαφορετικά πρόσωπα των δικαιούχων των συνταγολογίων, κατόπιν των οποίων (ψευδών παραστάσεων) παραπλανήθηκαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι και του κατέβαλαν την αξία κάθε συνταγής, όπως αυτή προσδιορίζεται στους αναλυτικούς πίνακες που παρατίθενται στο σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης, που ανήλθε στο συνολικό ποσό των 6.769,35 €. Ειδικότερα, από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως, σαφώς προκύπτει ότι οι ψευδείς αυτές παραστάσεις έγιναν προς την αρμοδία για την καταβολή της αξίας των συνταγών υπηρεσία του ΟΓΑ, και δεν απαιτούνταν ούτε ήταν δυνατός ο προσδιορισμός του φυσικού προσώπου που παραλάμβανε κάθε φορά τις οικείες καταστάσεις με τις εκτελεσθείσες, κατά τη διάρκεια του μήνα συνταγές, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και οι επίμαχες, που αποτελούν το αντικείμενο του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως, ο δε αντίθετος ισχυρισμός του δεύτερου αναιρεσείοντος τυγχάνει αβάσιμος. Αβασίμως επίσης ισχυρίζεται ο αυτός αναιρεσείων ότι, κατ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 386 παρ. 1 και 98 ΠΚ, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η πράξη της απάτης τελέσθηκε κατ εξακολούθηση. Τούτο δε διότι, από τις παραδοχές της αποφάσεως, προκύπτει με σαφήνεια ότι δεν υπήρξε παράσταση ψευδών γεγονότων και πρόκληση εξ αυτής πλάνης στους αρμοδίους υπαλλήλους του ΟΓΑ, άπαξ, συνεπεία της οποίας προέβησαν σε περισσότερες περιουσιακές διαθέσεις, που προκάλεσαν την ανωτέρω συνολική περιουσιακή ζημία στον Οργανισμό και την αντίστοιχη παράνομη ωφέλεια των αναιρεσειόντων, αλλά πλείονες ψευδείς παραστάσεις του ανωτέρω περιεχομένου και δη στο πρώτο 10ημερο κάθε μήνα όταν, κατά την Υ.Α. 400/326/1983, όπως ισχύει, υποβάλλονταν, όπως λέχθηκε, κατόπιν συνεννοήσεως και κοινής αποφάσεως, από τον δεύτερο αναιρεσείοντα-φαρμακοποιό, οι καταστάσεις των συνταγών που είχαν εκτελεσθεί τον προηγούμενο μήνα, στις οποίες περιλαμβάνονταν και οι επίμαχες, κατόπιν των οποίων (ψευδών παραστάσεων) και παραπλανήθηκαν οι εν λόγω υπάλληλοι και κατέβαλαν την αξία των φαρμάκων που είχε συνταγογραφήσει, τελώντας την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης, ο πρώτος αναιρεσείων - ιατρός, προκαλώντας κατά τον τρόπο αυτό, ισόποση περιουσιακή ζημία στον ΟΓΑ, η οποία ανήλθε για όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, κατά το οποίο εξακολουθητικά προέβησαν οι αναιρεσείοντες στις του ανωτέρω περιεχομένου και με τον ως άνω τρόπο, ψευδείς παραστάσεις, στο προαναφερθέν ποσό, συνολικά.
Συνεπώς ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το Δικαστήριο τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 98 και 386 παρ. 1 και δεν τις παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Από τις παραδοχές αυτές της αποφάσεως προκύπτουν οι συγκεκριμένοι χρόνοι τελέσεως, τόσον της πράξεως της κατ εξακολούθηση ψευδούς βεβαιώσεως από τον πρώτο αναιρεσείοντα, όσον και της υλοποιηθείσης με τους προαναφερθέντες τρόπους, άμεσης συνέργειας σ αυτήν από τον δεύτερο, αλλά και της πράξεως της κατ εξακολούθηση απάτης που τελέσθηκε από κοινού από τους αναιρεσείοντες, τα δεν υποστηριζόμενα περί του αντιθέτου από τον δεύτερο αναιρεσείοντα τυγχάνουν αβάσιμα. Κατ ακολουθία τούτων οι από το άρθρο 510 παρ.1 Δ'και Ε' πρώτος έως και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως (δηλώσεως) του πρώτου αναιρεσείοντος, αλλά και οι 1ος έως και 5ος λόγοι του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως (δηλώσεως) του δευτέρου αναιρεσείοντος, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών, υπό την επίφαση της ελλείψεως πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες.
ΙΙΙ. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου, που περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά, είναι άκυρο, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ. Η ακυρότητα όμως αυτή είναι σχετική, ως αναγόμενη σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, γι' αυτό και πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 του ΚΠΔ, να προταθεί εωσότου εκδοθεί για την κατηγορία η οριστική σε τελευταίο βαθμό, απόφαση, πριν από την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή την όρκιση του πρώτου μάρτυρα, αλλιώς καλύπτεται, κατ άρθρο 174 παρ. 1 του ίδιου κώδικα. Κατά την παραγ. 2 του ίδιου άρθρου η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος καλύπτεται αν ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στην δίκη και δεν προβάλλει εναντίωση στην πρόοδό της προτείνοντας την ακυρότητα. Αν προταθεί εγκαίρως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η ακυρότητα και η εκ του λόγου αυτού αντίρρηση προόδου της διαδικασίας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την απορρίψει, ο κατηγορούμενος, αν εμμένει σ αυτήν, πρέπει να επαναφέρει την πρόταση της ακυρότητας και την αντίρρηση κατά της προόδου της διαδικασίας, διαλαμβάνοντας στην έφεση του ειδικό λόγο περί τούτου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ.2 του ΚΠΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει για εκείνα μόνο τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης στα οποία αναφέρονται οι λόγοι της έφεσης και αν δεν πράξει τούτο και δεν αποφανθεί, όπως έχει υποχρέωση, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, επί του εκκληθέντος αυτού κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως, υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παράγραφος 1 περίπτωση Η' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Τούτο όμως προϋποθέτει ότι ο ισχυρισμός προβλήθηκε ορισμένως και παραδεκτώς στο πρωτόδικο δικαστήριο, διότι σε αντίθετη περίπτωση τούτο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, για τον ίδιο λόγο, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και το εφετείο στον σχετικό λόγο της εφέσεως, διότι αυτός, ως εκ του περιεχομένου του, τυγχάνει απαράδεκτος. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υποθέσεως, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν με το από 20-12-2006 κλητήριο θέσπισμα ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κειου Πρέβεζας για να δικασθούν ως υπαίτιοι των ανωτέρω πράξεων. Η υπόθεση εισήχθη προς εκδίκαση κατά την δικάσιμο της 19-11-2007 μετά από αναβολή κατά την αρχική δικάσιμο της 22-2-2007. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο ο δεύτερος αναιρεσείων υπέβαλε, μέσω των συνηγόρων του, ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, για λόγους, οι οποίοι αναφέρονται στην μη ακριβή περιγραφή των πράξεων ως υπαίτιοι των οποίων παραπέμπονταν για να δικασθούν αυτός και ο συγκατηγορούμενος του (321 παρ. 1 δ ΚΠΔ), την οποία και ανέπτυξαν προφορικά. Ειδικότερα οι συνήγοροί του επικαλέσθηκαν προς θεμελίωση της ενστάσεως του, τα ακόλουθα, που δόθηκαν και εγγράφως και καταχωρήθηκαν αυτούσια στα πρακτικά, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου: "Α. ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟΔΙΔΟΜΕΝΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΨΕΥΔΟΥΣ ΒΕΒΑΙΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΜΕΣΗΣ ΣΥΝΕΡΓΕΙΑΣ Σ' ΑΥΤΗ 1. Σύμφωνα με το άρθρο 321 περ. δ του Κ.Π.Δ. το κλητήριο θέσπισμα θα πρέπει να αναφέρει τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άνω άρθρου επιβάλλεται, με ποινή ακυρότητας του κλητήριου θεσπίσματος, να υπάρχει ο ακριβής καθορισμός της πράξης, δηλαδή ακριβής καθορισμός όλων των πραγματικών περιστατικών, τα οποία στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Για το λόγο αυτό είναι άκυρο το κλητήριο θέσπισμα όταν από τις περισσότερες πράξεις ενός εγκλήματος περιγράφονται ενδεικτικά μόνο ορισμένες (ad hoc Α.Π. 1496/1990, Ποιν.Χρον. 1991,661).
Περαιτέρω, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης απαιτείται μεταξύ άλλων, βεβαίωση στο έγγραφο ψευδών περιστατικών που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες, ήτοι να αποδεικνύει την παραγωγή, ύπαρξη, διατήρηση, μεταβολή δικαιώματος ή μιας έννομης σχέσης.
Εν προκειμένω και αναφορικά με την αποδιδόμενη κατηγορία της ψευδούς βεβαίωσης στον συγκατηγορούμενό μου Χ1, στην οποία φέρομαι ως άμεσος συνεργός, το κρινόμενο κλητήριο θέσπισμα, με βάση όσα προαναφέρονται, δεν προβαίνει σε πλήρη και ακριβή καθορισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του βασικού εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης, καθόσον ενώ γίνεται λόγος ότι, το σύνολο των συνταγών, στις οποίες βεβαιώνονται ψευδή γεγονότα αριθμεί στις διακόσιες ογδόντα μία (281), δεν εκτίθεται ειδικά και ορισμένα ποιο είναι το ψευδές γεγονός το οποίο βεβαιώνεται σε κάθε μία από αυτές (τις συνταγές) και ποια η ειδικότερη έννομη συνέπεια του γεγονότος αυτού. Αντιθέτως, στο κρινόμενο κλητήριο θέσπισμα γενικά και αόριστα αναφέρεται ότι αφαίρεσα και παρέδωσα 281 συνταγές στον συγκατηγορούμενό μου επί των οποίων αυτός:
α) ανέγραφε σε συνταγές παθήσεις από τις οποίες δεν έπασχαν οι ασθενείς, παραπέμποντας σε ένα πίνακα που αφορά μόνο 12 ασθενείς και 87 συνταγές, εκ των οποίων μόνο οι τριάντα εννέα (39) φέρονται ως αφαιρεθείσες!! β) ανέγραφε σε αυτές φάρμακα για άλλο ασθενή από τον δικαιούχο του συνταγολογίου παραθέτοντας πίνακα 9 ασθενών και συνταγών !! γ) συνταγογραφούσε συνταγές με μεγαλύτερο αύξοντα αριθμό παραθέτοντας πίνακα με 6 ασθενείς και 11 συνταγές! ήτοι γίνεται μία εντελώς ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ, συνοπτική και περιληπτική αναφορά σε 107 συνολικά συνταγές παραλείποντας να αναφέρει έστω και ενδεικτικά ποιο είναι το ψευδές γεγονός στκ υπόλοιπες 174 συνταγές, δεδομένου ότι η κατηγορία αφορά 281 συνταγές!! Δεδομένου δε ότι η κατηγορία αφορά προφανώς μόνο τις 39 συνταγές, που φέρονται ως αφαιρεθείσες (όχι τι χαρακτηριζόμενες ως κανονικές) λείπει από τις "αφαιρεθείσες" το χορηγηθέν φάρμακο και η αξία αυτού, στοιχείο απαραίτητο για τον προσδιορισμό της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως αλλά και της απάτης, όπως εκτίθεται κατωτερω(υπο Β).
Σε επίρρωση μάλιστα των ανωτέρω, στο κρινόμενο κλητήριο θέσπισμα γίνεται "χαρακτηριστικά" παραπομπή σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ( 10 ασθενείς και 50 συνταγές), στις οποίες αναφέρονται και πάλι όχι με κάθε λεπτομέρεια, τα δήθεν ψευδή βεβαιούμενα γεγονότα, σε αντιπαραβολή με τα δήθεν αληθή ήτοι: "α) της ..., με αριθμ. ..., αριθμ. συνταγολογίου ..., στις, με αρθ. 3 και 5 συνταγές, φέρεται να συνταγογραφήθηκε αντιγριπικό εμβόλιο vaxigrip του 1 mg, ... των 30 mg procef των 500 mg, ενώ η ίδια ουδέποτε είχε κάνει αντιγριπικό; εμβόλιο ούτε έλαβε ποτέ τα φάρμακα αυτά, απλά είχε εξεταστεί μόνο μια φορά τον Οκτώβριο του ..., συνταγογραφήθηκε η με α/α 8 και έλαβε τα φάρμακα που αυτή αναγράφει, β) ... με Α.Μ. ...,-. αριθμ. συνταγολογίου ..., από το οποίο έλειπαν τρεις συνταγές οι με α.α 2, 6, 8, ο ίδιος δε δεν έλαβε ποτέ τα φάρμακα που αυτές αναγράφουν, γ) ..., με Α. Μ 39031/81, αριθ. συνταγολογίου ..., από το οποίο έλειπαν οι με α.α 6, 8, 15 και 18 συνταγές, στην δε 18 που αναφέρονται τα φάρμακα ... των 150 mg και .... η ίδια ή άλλος με εντολή της, δεν έλαβε ποτέ τα φάρμακα αυτά, δ) ..., με Α. Μ 39040/89, με αριθ. συνταγολογίου 27842, από το οποίο έλειπαν οι με α.α 2, 6, 8, 12, -19, 22, 26, 29, 33, 34 και 36 συνταγές, στην δε 36 συνταγή που περιείχε τα φάρμακα ... των 500 mg, αυτή δεν εξετάστηκε ποτέ ούτε πήρε τα εν λόγω φάρμακα, ε) Οι ..., οι οποίος δεν έπασχαν από τις ασθένειες που αναγράφονταν στις συνταγές, ούτε ποτέ πήραν τα αναγραφόμενα σ' αυτές φάρμακα" .
Εν προκειμένω λοιπόν προκύπτει ότι στο κρινόμενο κλητήριο θέσπισμα γίνεται αναφορά - όχι ακριβής καθορισμός της πράξης της ψευδούς βεβαίωσης( π.χ. λείπει η αξία του φαρμάκου που χορηγήθηκε)- μόνο σε δέκα (10) ασθενείς, επί συνόλου ογδόντα εννέα (89), στους οποίους αντιστοιχούν πενήντα (50) συνταγές επί συνόλου διακοσίων ογδόντα ενός (281) και συνεπώς για το λόγο αυτό κρινόμενο κλητήριο θέσπισμα θα πρέπει να ακυρωθεί λόγω παράβαση της διάταξης του άρθρου 321 περ.δ, 2. Περαιτέρω, πλημμέλεια του κλητήριου θεσπίσματος ως προς τον ακριβή καθορισμό της ημέρας ή και ώρας τελέσεως των αποδιδόμενων στον κατηγορούμενο πράξεων, συνιστά σχετική ακυρότητα καλυπτόμενη εάν δεν προταθεί υπό του έχοντος συμφέρον διάδικου μέχρι επί της κατηγορίας οριστικής σε τελευταίο βαθμό απόφασης (Α.Π. 1056/1976, Ποιν.Χρον. .1977,358, Α.Π. 228/1976, Ποιν Χρον. 1976,665).
Εν προκειμένω, και όσον αφορά την αντικειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης σε μένα άμεσης συνέργειας σε ψευδή βεβαίωση του πρώτου συγκατηγορούμενού μου, το κρινόμενο κλητήριο θέσπισμα αναφέρει: "Ο δεύτερος κατηγορούμενος, τους υπό στοιχείο σ' ειδικότερους επιμέρους χρόνους, εκ προθέσεως κατ' εξακολούθηση παρείχε άμεση συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο κατά την διάρκεια και στην εκτέλεση της παραπάνω υπό στοιχείο επιμέρους (α) πράξεως του που αυτός τέλεσε. Συγκεκριμένα, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, οι ασφαλισμένοι του ΟΓΑ στην περιοχή του δήμου ..., που έπασχαν από χρόνια/νοσήματα (πίεση -υπέρταση-υπόταση-, σακχαρώδη διαβήτη, οστεοπόρωση, άσθμα, χρόνια βρογχίτιδα, αλλεργική ρινίτιδα, αλλεργίες κλπ), επισκέπτονταν κατά τακτικά διαστήματα τους ιατρούς του Κ.Υ ..., μετά από την προβλεπόμενη εξέταση τους, οι θεράποντες ιατροί τους συνταγογραφούσαν τα ανάλογα φάρμακα. Για την εκτέλεση των συνταγών αυτών, οι ασφαλισμένοι μετέβαιναν στο φαρμακείο του εν λόγω κατηγορουμένου, ο οποίος τους έδινε τα φάρμακα που οι συνταγές ανέγραφαν στα συνταγολόγια που του προσκόμιζαν, αλλά αφαιρούσε την επόμενη ή τις επόμενες κατ' αύξοντα αριθυό συνταγές (τρία στελέχη το λευκό που κρατάει ο φαρμακοποιός, το μπλε που κρατά ο συνταγογράφος: ιατρός και το, κίτρινο πού παραμένει στο συνταγολόγιο). Τα στελέχη των συνταγών αυτών που είχε αφαιρέσει, παρέδιδε την επόμενη ή τις επόμενες ημέρες στον 1° κατηγορούμενο ιατρό Χ1, ο οποίος πάντοτε εκτός του Κ. Υ, προέβαινε στην σύνταξη των ανωτέρω υπό στοιχείο Α' συνταγών με τα ψευδή περιστατικά που αυτές περιέχουν (ασθένειες, φάρμακα, δικαιούχους κλπ). Στην συνέχεια δε, ο 10ς κατηγορούμενος παρέδιδε τις συνταγές αυτές στον 2° κατηγορούμενο φαρμακοποιό, ο οποίος τις συμπεριλάμβανε στους λογαριασμούς του για να εισπράξει τα αντίστοιχα ποσά από τον ΟΓΑ, παρότι οι ασφαλισμένοι δεν έπαιρναν από το φαρμακείο του τα αναγραφόμενα φάρμακα, όπως ειδικότερα προκύπτει από τον άνω υπό στοιχ Α' σχετικό πίνακα, στον οποίο εμφαίνονται τα ονόματα των ασφαλισμένων, ο αριθμός του συνταγολογίου, ο αύξων αριθμός της συνταγής, η ημερομηνία έκδοσης, η αξία της συνταγής (η συνολική, η συμμετοχή, το πληρωτέο ποσό). Τα αναγραφόμενα αυτά ποσά (συνολικά 6.769,35 Ευρώ) εισέπραττε αχρεωστήτως ο 2ος κατηγορούμενος, ενώ από τις ενέργειες αυτές των ανωτέρω, ζημιώνονταν αντίστοιχα ο ασφαλιστικός οργανισμός (Ο.Γ.Α)".
Έτσι όμως, το κλητήριο θέσπισμα πάσχει από ακυρότητα, καθόσον νια τον χρονικό προσδιορισμό της δήθεν πράξης τη< άμεσης συνέργειας σε ψευδή βεβαίωση (κατηγορία την οποία ρητά και κατηγορηματικά αρνούμαι), παραπέμπει στον πίνακα με τις ... συνταγές που αφορά το χρονικό διάστημα 01.03.2002 - 31.10.2002. Πλην όμως, τον εν λόγω χρονικό διάστημα, αναφέρεται αποκλειστικά στην ημερομηνία συντάξεως των συνταγών από τον πρώτο κατηγορούμενο και όχι στον χρόνο α) της δήθεν αφαιρέσεως εκάστου τριπλότυπου συνταγών από τα συνταγολόγια και β) της δήθεν παραδόσεως τους στον α' κατηγορούμενο που συνιστούν δήθεν την πράξη της άμεσης συνέργειας σε ψευδή βεβαίωση.
Συνεπώς, με βάση τα προεκτεθέντα δεν αναφέρεται στο κρινόμενο κλητήριο θέσπισμα ο χρόνος τέλεσης της δήθεν άνω πράξης και συνεπώς αυτό (το κλητήριο θέσπισμα) θα πρέπει να ακυρωθεί λόγω παράβασης του άρθρου 321 περ. δ του Κ.Π.Δ.
Β. ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟΔΙΔΟΜΕΝΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ 1. Για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης απαιτείται μεταξύ άλλων η ρητή παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών και η πρόκληση πλάνης στον πλανώμενο. Ειδικότερα, όσον αφορά την πλάνη, αυτή πρόκειται για διεργασία που εκδηλώνεται στο εξωτερικό κόσμο με την αντίδραση του πλανώμενου. Χωρίς τέτοια εξωτερίκευση, χωρίς να υπάρχει κάποια ελάχιστη νοητική επικοινωνία μεταξύ δράστη και διαθέτοντος με την οποία προκαλείται στη συνέχεια αιτιωδώς η πλανημένη εντύπωση στο πρόσωπο του τελευταίου, δεν υπάρχει πλάνη (βλ. Α.Π.462/1997, Ποιν.Χρον 1998,63, Πλημμ.Χιου12/2006, Ποιν.Δνη 2006,1253, ΔΣΤΡ. Θεσσ 262/2001, Ποιν.Δνη 2001/609, Μυλωνόπουλος Ποινικό Δίκαιο, Ειδικό μέρος, 2001, σελ. 457 εττ.).
Ως χρόνος τέλεσης της απάτης είναι ο χρόνος της παραστάσεως των ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή ο χρόνος κατά τον οποίο ο δράστης όφειλε να ανακοινώσει τα αληθινά γεγονότα αλλά αθέμιτα απέκρυψε αυτά δηλ, ο χρόνος ολοκλήρωσης της απατηλής συμπεριφοράς (Α.Π. 806/1994 Ποιν.Χρον. ΜΔ 783), ενώ τόπος τέλεσης είναι αυτός στον οποίο έλαβε χώρα η ψευδής παράσταση γεγονότων όσο και αυτός στον οποίο επήλθε η παραπλάνηση ή η περιουσιακή διάθεση ή η ζημιά του παθόντος (Α.Π. 1080/1995 Ποιν.Χρον. ΜΣΤ', 203). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 και 2 της Υ.Α 400/326/1983, όπως αυτή ισχύει, "οι συμβεβλημένοι φαρμακοποιοί υποβάλλουν είτε απευθείας, είτε μέσω των φαρμακευτικών συλλόγων στις κατά τόπο αρμόδιες Υπηρεσίες Υγιεινής, το πρώτο δεκαήμερο κάθε μήνα τις συνταγές, τις οποίες έχουν εκτελέσει τον αμέσως προηγούμενο μήνα μαζί με συγκεντρωτική κατάσταση του λογαριασμού σε δυο (2) αντίγραφα, για την εκκαθάριση και απόδοση της δαπάνης των φαρμάκων. Ο τύπος της καταστάσεως αυτής ορίζεται με αποφάσεις του Διοικητού του Ο.Γ.Α. Οι λογαριασμοί των φαρμακείων δεν δύνανται να αφορούν μεγαλύτερο ή μικρότερο χρονικό διάστημα του ενός μηνός. Το ένα αντίγραφο από τα δύο της συγκεντρωτικής καταστάσεως του λογαριασμού του μηνός επιστρέφεται από την Υπηρεσία Υγιεινής στον φαρμακοποιό, αφού βεβαιωθεί σ' αυτήν, μετά από πρόχειρο λογιστικό έλεγχο, ότι πράγματι το φαρμακείο κατέθεσε για εκκαθάριση κ.λ.π. τις συνταγές που γράφονται στη κατάσταση αυτή. Η επιστροφή της καταστάσεως στον φαρμακοποιό γίνεται την ημέρα της καταθέσεως του λογαριασμού του μηνός στην Υπηρεσία Υγιεινής. Το αντίγραφο της καταστάσεως που επιστρέφεται στο φαρμακοποιό αποστέλλεται από τον ίδιο στη Διοίκηση του Ο.Γ.Α. Με βάση την κατάσταση αυτή καταβάλλεται στο φαρμακείο προκαταβολή με πράξη του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Φαρμακευτικής περιθάλψεως της Διοικήσεως του Ο.Γ.Α. Η προκαταβολή ορίζεται στο 95% του ποσού που οφείλεται στον φαρμακοποιό με βάση τα στοιχεία που υπέβαλε αυτός και μετά από τον πρόχειρο λογιστικό έλεγχο που γίνεται στις Υπηρεσίες Υγιεινής. Η προκαταβολή καταβάλλεται μέσα σε 30 ημέρες από την ημερομηνία που το αντίγραφο του λογαριασμού φαρμάκων θα περιέλθει στη Διοίκηση του ΟΓΑ.....".
2.
Εν προκειμένω με το κρινόμενο κλητήριο θέσπισμα η κατηγορία εισάγεται ως εξής: Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος, έχοντας σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας κάποιο σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Συγκεκριμένα, ο πρώτος ιατρός, δντής του Κ. Υ ..., ο 2ος φαρμακοποιός στο ...ι, συντάσσοντας ο 1ος τις 281 συνταγές και βεβαιώνοντας σ' αυτές ψευδή περιστατικά καθ' ο τρόπο αναφέρονται ανωτέρω υπό στοιχείο Α', τις οποίες στη συνέχεια παρέδιδε στον 2° φαρμακοποιό, ο οποίος τις περιελάμβανε στους μηνιαίους λογαριασμούς του φαρμακείου, του, παρίσταναν κάθε φορά ψευδώς στον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ), ότι οι συνταγές αυτές είχαν εκδοθεί νόμιμα για τους αναγραφόμενους δικαιούχους, για τις αιτίες που αυτές ανέγραφαν, ότι παραδόθηκαν τα φάρμακα που σ' αυτές αναγράφονταν, έπρεπε δε να καταβληθούν εκ μέρος του οργανισμού τα αναλογούντα ποσά που περιγράφονται στον τελευταίο υπό στοιχείο Α' πίνακα. Μ' αυτό τον τρόπο έπειθαν τον οργανισμό να καταβάλει τα αναγραφόμενα ποσά αυτά, ενώ εάν γνώριζε πως αυτά ήταν αναληθή και δη ότι οι ασφαλισμένοι δεν είχαν εξετάστηκαν τις αναγραφόμενες στις συνταγές ημερομηνίες, δεν έπασχαν από τα αναγραφόμενα νοσήματα, ούτε ποτέ πήραν τα αναγραφόμενα στις συνταγές αυτές φάρμακα, δεν θα κατέλαβε κάθε φορά τα αναγραφόμενα ποσά. Από τις πράξεις δε αυτές ο οργανισμός απώλεσε τουλάχιστον τα αναγραφόμενα στην κατάσταση, ποσά (συνολικά περίπου το ποσό των 6.769,35 Ευρώ), με αντίστοιχο περιουσιακό όφελος αυτών."Εν πρώτοις θα πρέπει να επισημάνουμε ότι και εδώ δεν προκύπτει σε τι συνίσταται η "παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών" και ειδικότερα ποια είναι τα ψευδή γεγονότα για κάθε μία ειδικότερη πράξη. Η παραπομπή στο κλητήριο θέσπισμα στην πρώτη κατηγορία για τη στοιχειοθέτηση της δεύτερης "...υπό ψευδή περιστατικά καθ' ο τρόπο αναφέρονται ανωτέρω υπό στοιχείο Α.." βεβαίως δεν θεραπεύει την αοριστία και τούτο για τους λόγους που επισημαίνονται ανωτέρω (υπό Α), στους οποίους και αναφέρομαι προς αποφυγή επαναλήψεων. ( Άραγε σε ποιες συνταγές αναφέρεται η αποδιδόμενη κατηγορία; Ποια συγκεκριμένα φάρμακα παραδόθηκαν στους ασφαλισμένους; Ποια η αξία κάθε φαρμάκου;) Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα εξετέθησαν στην μείζονα σκέψη του παρόντος, δεν υφίσταται στο κλητήριο θέσπισμα ο ακριβής χρονικός και τοπικός καθορισμός της πράξης της απάτης αφού σε κανένα σημείο του δεν αναφέρεται ούτε εμμέσως ο χρόνος και ο τόπος που έλαβαν χώρα οι περιγραφόμενες πράξεις, αλλά μόνο ο τρόπος.
Συγκεκριμένα, δεν προσδιορίζεται πότε εξωτερικεύτηκε χρονικά η πράξη της παραπλάνησης. Έτσι, εάν ήθελε υποτεθεί (πράγμα που κατηγορηματικά αρνούμαι) ότι εγώ πράγματι είχα δόλο να παραπλανήσω τον Ο.Γ.Α. και να αποκομίσω παράνομο περιουσιακό όφελος, τότε η πράξη εξαπάτησης θα συνέπιπτε χρονικά με την αποστολή κάθε φορά των συνταγών και της συγκεντρωτικής κατάστασης στις κατά τόπον αρμόδιες Υπηρεσίες Υγιεινής ή έστω κατά τον χρόνο επιστροφής του αντιγράφου της άνω κατάστασης σε εμένα. Πλην όμως, το κρινόμενο κλητήριο θέσπισμα δεν αναφέρει α) τον χρόνο κατά τον οποίο απέστελλα τις συνταγές και τις συγκεντρωτικές καταστάσεις ή τουλάχιστον ελάμβανα, κατά τα ανωτέρω, το αντίγραφο των καταστάσεων, προκείμενου να υπάρχει η δυνατότητα χρονικού υπολογισμού για την έναρξη της παραγραφής της πράξης, Περαιτέρω όμως το κλητήριο θέσπισμα πάσχει ακυρότητας καθόσον δεν αναφέρει τον τόπο τέλεσης της πράξης, η οποία σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα, έλαβε χώρα, έστω και υπό τη μορφή της απόπειρας, ενώπιον της κατά τόπον αρμόδιας Υπηρεσίας Υγιεινής, στην οποία απεστάλησαν οι συνταγές και οι συγκεντρωτικές καταστάσεις.
Εν όψει λοιπόν όλων των ανωτέρω, αναμφίβολα δεν πληρούται η προϋπόθεση της περ. δ του άρθρου 321 του Κ.Π.Δ. και για το λόγο αυτό το Δικαστήριο Σας θα πρέπει να κηρύξει την ακυρότητα του κλητηρίου Θεσπίσματος (αρ.321 παρ.4 του Κ.Π.Δ.)>>.
Το δικαστήριο με την 718/2007 απόφαση απέρριψε την ένσταση ως αβάσιμη και στη συνέχεια κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους. Κατά της αποφάσεως αυτής οι αναιρεσείων άσκησε την με αριθμό εκθέσεως 73/15-11-2007 έφεση, στην οποία περιέλαβε και εκτενή λόγο με τον οποίο, επανέλαβε τους λόγους ακυρότητας που αποτελούσαν περιεχόμενο του αυτοτελούς ισχυρισμού (ενστάσεως ακυρότητας), και παραπονέθηκε διότι το πρωτόδικο δικαστήριο, παρά τον νόμο, απέρριψε την ένστασή του. Το 3μελές εφετείο, που δίκασε κατ έφεση και εξέδωσε την αναιρεσειβαλλομένη απόφαση, κήρυξε και πάλι ενόχους τους κατηγορούμενους, χωρίς να εξετάσει τον ανωτέρω λόγο της εφέσεως, που δεν αναπτύχθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δεύτερου αναιρεσείοντος, ο οποίος και δεν επανέφερε τον ισχυρισμό αυτό (ένσταση) στο, κατά τα ανωτέρω, προσήκον διαδικαστικό σημείο, ούτε συμπλήρωσε ή διευκρίνισε το περιεχόμενο του σχετικού λόγου της εφέσεως, που, όπως λέχθηκε, αποτελούσε στην ουσία και το περιεχόμενο του αυτοτελούς ισχυρισμού. Σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν ανωτέρω ο με το ως άνω περιεχόμενο αυτοτελής ισχυρισμός (ένσταση) του αναιρεσείοντος τύγχανε απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της ανακριβούς περιγραφής των πράξεων για τις οποίες παραπέμφθηκαν αυτός και ο συγκατηγορούμενος του, προβλήθηκαν αρνητικοί των κατηγοριών που τους βάρυναν, όπως περιγράφονταν στο κατηγορητήριο, ισχυρισμοί, τόσον ως προς τον χρόνο και τόπο τελέσεως των πράξεων που τους αποδίδονταν, όσον και ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως αυτών, οι οποίοι αποτελούν στην ουσία άρνηση της βασιμότητάς τους, επί των οποίων ισχυρισμών θα απαντούσε το Δικαστήριο με την απόφασή του επί της ενοχής ή μη των κατηγορουμένων, όπως και έκανε. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί και το ότι η παράλειψη μνείας των στοιχείων αυτών, αν δεν συνάπτεται με την αρμοδιότητα ή την παραγραφή ή δεν προκαλεί σύγχυση με τις άλλες κατηγορίες και κάτι τέτοιο δεν επικαλέσθηκε ο εν λόγω αναιρεσείων, ή η αναφορά λανθασμένου χρόνου τέλεσης της πράξης, ως και η ουσιαστική ανακρίβεια της περιγραφής της πράξης, που θα κριθεί από το δικαστήριο, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, δεν ασκούν έννομη επιρροή στο κύρος του κλητηρίου θεσπίσματος. Το πρωτόδικο δικαστήριο, εκ του λόγου αυτού, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό, ούτε να διαλάβει αιτιολογία επ αυτού, ως εκ περισσού δε διέλαβε την αναφερόμενη στα πρακτικά αιτιολογία της απορριπτικής αυτού αποφάσεως. Ούτε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως λέχθηκε ανωτέρω, είχε υποχρέωση να εξετάσει τον ως άνω λόγο εφέσεως, αφού αυτός αποτελούσε επανάληψη του απαράδεκτου αυτοτελούς ισχυρισμού και εκ του λόγου αυτού τύγχανε απαράδεκτος, προϋπόθεση δε της υποχρεώσεως του δικαστηρίου για έρευνα του λόγου εφέσεως, αποτελεί να είναι παραδεκτός.
Συνεπώς, μη ερευνώντας τον, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας και δεν ιδρύθηκε ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 Η ΚΠΔ, όπως υποστηρίζεται με τον μοναδικό λόγο του δικογράφου των προσθέτων της αιτήσεως αναιρέσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος, ο οποίος και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του, κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αν δεν αναφέρεται το συγκεκριμένο έγγραφο στο οικείο σημείο των πρακτικών, όπου γίνεται μνεία των αναγνωσθέντων εγγράφων, προκύπτει όμως από το σκεπτικό της αποφάσεως και από το όλο περιεχόμενό της, ότι το έγγραφο αναγνώσθηκε και έτσι ο κατηγορούμενος είχε την δυνατότητα να ασκήσει τα κατά τα άνω δικαιώματά του, πληρούται ο σκοπός των ανωτέρω διατάξεων και δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, το δικαστήριο, προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή των αναιρεσειόντων έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων και την 936/14-10-2003 απόφαση του Υποδιοικητή του ΟΓΑ, την οποία ρητώς αναφέρει στο σκεπτικό της, ως έγγραφο στο οποίο περιλαμβάνονται οι καταστάσεις με τις 281 επίμαχες συνταγές, οι οποίες αναφέρονται και στο ... έγγραφο του ΟΓΑ προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πρέβεζας, αλλά και παρατίθενται στο σκεπτικό και το διατακτικό της (σελ. 24), όπως επίσης και για την αιτιολόγηση της σκέψης της περί καταλογισμού σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος ιατρού, διευθυντού του Κ.Υ. ... του ποσού των 6.769,35 € της προκληθείσης περιουσιακής ζημίας σε βάρος του ΟΓΑ (σελ. 38). Στο οικείο σημείο των πρακτικών, όπου παρατίθενται τα αναγνωσθέντα έγγραφα (βλ. σελ. 12), αναφέρεται μεν το ... έγγραφο, όχι όμως και η 936/2003 απόφαση του Υποδιοικητή του ΟΓΑ. Εκ της μη παραθέσεως όμως της αποφάσεως αυτής μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων δεν προκύπτει ότι δεν αναγνώσθηκε, αλλ αντιθέτως, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης, συνάγεται σαφώς ότι αναγνώσθηκε, αφού γίνεται αναφορά στα δύο ως άνω τμήματα του σκεπτικού του ανωτέρω περιεχομένου της και συνακόλουθα ο δεύτερος αναιρεσείων, αλλά και ο πρώτος, είχαν την δυνατότητα να ασκήσουν το κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαίωμά τους.
Συνεπώς δεν ιδρύθηκε ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως και ο υποστηρίζων τα αντίθετα 6ος λόγος του δικογράφου των κυρίων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. V. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις, ως και ο πρόσθετος λόγος της δεύτερης, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), όπως και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος που παραστάθηκε (176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, τις: 1. από 30-11-2009 Αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του Χ1. και 2. από 8-12-2009 Αίτηση (δήλωση) του Χ2 και τον από 29-3-2010 πρόσθετο λόγο αυτής, περί αναιρέσεως της 340/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Ιωαννίνων. Και.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι (220) € και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος από πεντακόσια (500) €.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 30 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής βεβαίωση. Έννοια. Στοιχεία. Έννοια δημοσίου εγγράφου. Συνιστά και η συνταγή που συντάσσει ο γιατρός του ΕΣΥ. Απάτη. Έννοια. Στοιχεία. Πότε τελείται κατ' εξακολούθηση. Ένσταση ακυρότητας κλητηρίου θεσπίσματος. Χρόνος και τρόπος προβολής της. Πρέπει να αποτελεί ειδικό λόγο της εφέσεως. Πρέπει να είναι παραδεκτός. Αν δεν προτείνονται συγκεκριμένοι λόγοι ακυρότητας κατ' άρθρο 321 ΚΠΔ, αλλά υπό την επίφαση της μη περιγραφής της πράξεως προβάλλονται ισχυρισμοί αρνητικοί της κατηγορίας, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει επί της ενστάσεως, αφού, επί των ισχυρισμών αυτών, απαντά με την απόφαση επί της ενοχής. Λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε Απόλυτη ακυρότητα. Πότε. Από κοινού τέλεση. Αιτιολογία αποφάσεως. Αφαίρεση από φαρμακοποιό ασυμπλήρωτων φύλλων συνταγών από συνταγολόγια ασφαλισμένων ΟΓΑ, παράδοση σε γιατρό ΕΣΥ που τα συμπλήρωσε αναγράφοντας δήθεν ασθένειες και φάρμακα τα οποία δεν έπαιρναν, τις παρέδιδε στον φαρμακοποιό που τις υπέβαλε στον ΟΓΑ και εισέπραττε την αξία τους. Στοιχειοθέτηση των ανωτέρω πράξεων. Απόρριψη δύο αιτήσεων (δηλώσεων) αναιρέσεως και πρόσθετων λόγων της μιας εξ αυτών.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Συναυτουργία, Ψευδής βεβαίωση, Πρόσθετοι λόγοι.
| 0
|
Αριθμός 1466/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπουλούκο, περί αναιρέσεως της 351/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Απριλίου 2009 αίτηση αναιρέσεως , η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 647/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων και βουλευμάτων πρέπει στη έκθεση ή δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί βουλευμάτων, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας ( ΟλΑΠ 2/2002 και 19/2001). Τέλος κατά την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, ή ασκήθηκε εκπροθέσμως, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην κρινόμενη περίπτωση η κρινόμενη με αριθμό εκθέσεως 75/14-4-2009 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 351/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε σε Συμβούλιο και απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, την με αριθμό εκθέσεως 1480/20-11-2008 έφεση του αναιρεσείοντος ... κατά της 4790/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος των πράξεων: 1) Απόπειρας απάτης (42, 386 παρ. 1 και 3 α ΠΚ), 2) πλαστογραφίας με χρήση (216 παρ. 1 και 3 β ΠΚ), 3) υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως (220 παρ. 1 ΠΚ), 4) ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης (22 παρ. 6 Ν. 1599/1986 και 5) ηθικής αυτουργίας σε ψευδή αναφορά στην αρχή (46 παρ. 1 α, 225 παρ. 2 α ΠΚ) και του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως 8 ετών και 9 μηνών. Ως λόγοι αναιρέσεως αναφέρονται στην ανωτέρω έκθεση κατά λέξη: " α) Έλλειψη επαρκούς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ) και β) έκδοση απόφασης καθ υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 Θ'-ορθό Η'- ΚΠΔ), καθώς το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε την ως άνω ασκηθείσα έφεση ως εκπρόθεσμη, όπερ θα έπρεπε να κριθεί από το Δικαστήριο της ουσίας (Εφετείο), ως προς το παραδεκτό της άσκησής της". Με την διατύπωση αυτή, ο μεν πρώτος λόγος τυγχάνει αόριστος, διότι περιορίζεται να επαναλάβει την διατύπωση του νόμου και να παραθέσει την σχετική διάταξη, ο δε δεύτερος τυγχάνει μη νόμιμος και εκ τούτου απαράδεκτος, αφού η προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε από το αρμόδιο προς τούτο Πενταμελές Εφετείο, που συνεδρίασε σε Συμβούλιο, όπως ρητά προβλέπει η ανωτέρω διάταξης του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, και όχι από το Συμβούλιο Εφετών, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων. Κατ ακολουθία τούτων, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό εκθέσεως 75/14-4-2009 αίτηση του ... για αναίρεση της με αριθ. 351/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (Σε Συμβούλιο). Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 30 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως 5μελούς Εφετείου (σε συμβούλιο) που απέρριψε έφεση ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της. Πρέπει να περιέχει λόγους ορισμένους και παραδεκτούς, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Λόγος εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ. Τι πρέπει να περιέχει για να είναι ορισμένος. Αοριστία πρώτου λόγου που περιορίζεται στην επανάληψη της διατυπώσεως του άρθρου 510 παρ. 1 εδαφ. Δ' και παράθεση του άρθρου, μη νόμιμος δεύτερος λόγος για υπέρβαση εξουσίας (510 παρ. 1 Η ΚΠΔ). Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 1465/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Μπρεάνο, περί αναιρέσεως της 999-1000/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση αναιρέσεως και στους από 23 Μαρτίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 355/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η ακυρότητα του άρθρου 171 παρ. 1 β ΚΠΔ, που αφορά την κίνηση της ποινικής διώξεως από τον εισαγγελέα αναφέρεται στην προδικασία και πρέπει κατ άρθρο 173 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα να προταθεί μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η παραπομπή. Η διαδικασία του άρθρου 3 παρ. 2 α και 4 εδαφ. β' Ν. 3213/2003 ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης που υποχρεούνται, κατά το άρθρο 1 περ. ια' του ίδιου νόμου, να υποβάλλουν οι δικαστικοί λειτουργοί, από την επιτροπή της παρ. 2 β'του ίδιου άρθρου καταλήγει στην υποβολή της οικείας εκθέσεως, όταν κρίνεται ότι πρέπει να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του υποχρέου, στον αρμόδιο για την άσκηση της ποινικής δίωξης εισαγγελέα, που είναι, εν προκειμένω, κατ άρθρο 5 του ίδιου νόμου, ο εισαγγελέας εφετών (Όμοια και η διάταξη του άρθρου 26 παρ. 6 Ν. 2429/1996, που προέβλεπε, σε τέτοια περίπτωση, την αποστολή του πορίσματος ελέγχου της δηλώσεως από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου στον εισαγγελέα εφετών). Η υποβολή της εκθέσεως αποτελεί ειδική δικονομική προϋπόθεση για την έγκυρη άσκηση της ποινικής διώξεως (βλ. υπό ισχύ Ν. 2429/1996 ΑΠ 839/2001). Αν δεν τηρηθεί η διαδικασία αυτή δεν μπορεί να ασκηθεί ποινική δίωξη και η τυχόν ασκηθείσα πάσχει από απόλυτη ακυρότητα (171 παρ. 1 β ΚΠΔ), η οποία αφορά την προδικασία και πρέπει, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 173 παρ. 2 ΚΠΔ, να προτείνεται μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η παραπομπή, δηλαδή, είτε κατά τη διάρκεια της ανάκρισης που διενεργείται από εφέτη, είτε κατά τη διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών που αποφαίνεται επί της κατηγορίας, είτε με λόγο αναιρέσεως κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών (άρθρο 5 παρ. 1 Ν. 3213/2003, όπως είχε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 1 παρ. 5 Ν. 3849/2010), διαφορετικά καλύπτεται και η προβολή της το πρώτον στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, τυγχάνει απαράδεκτη. Κατ ακολουθία τούτων, εφόσον η προσβαλλομένη απόφαση, με την αυτή ως άνω αιτιολογία, απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για απόλυτη ακυρότητα της ασκηθείσης σε βάρος της ποινικής διώξεως, λόγω μη τηρήσεως της ως άνω διαδικασίας, που συνιστά, όπως λέχθηκε, την απαραίτητη προς τούτο δικονομική προϋπόθεση, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Α σε συνδυασμό με 171 παρ. 1 β ΚΠΔ μοναδικός λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως (δηλώσεως) αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 24 του ν. 2429/1996, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 § 1 του Ν. 2836/2000, διατάχθηκε δε η εξακολούθηση της ισχύος της, καθώς και των άλλων διατάξεων των άρθρων 24, 25, 26, 27 και 28 του ίδιου νόμου (2429/1996), με το άρθρο 9 § 5 του Ν. 3213/2003, όπως η παρ.5 προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 13 § 4 εδ. β' του Ν. 3242/2004, και αναριθμήθηκε ως άρθρο 15 με το άρθρο 1 παρ. 5 Ν. 3849/2010, "υποχρεούνται να υποβάλλουν δήλωση της περιουσιακής τους κατάστασης, του ή της συζύγου τους και των ανηλίκων τέκνων τους, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 25: α) ... β) ... γ) ... ιβ) Οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί", κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου ως άνω άρθρου, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 13 § 1 του Ν. 2836/2000, "η δήλωση της παραγράφου 1 υποβάλλεται από τους υπόχρεους μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την ορκωμοσία ή την ανάληψη των καθηκόντων τους ή την απόκτηση της άδειας κ.λπ. ...Επίσης, η δήλωση αυτή επανυποβάλλεται κάθε χρόνο κατά το διάστημα της θητείας, της άσκησης δραστηριότητας ή της διατήρησης της ιδιότητας των υπόχρεων και επί τρία (3) χρόνια μετά την απώλεια ή τη λήξη της, το αργότερο μέσα σε τριάντα ημέρες από την πάροδο της εκάστοτε προβλεπόμενης μακρότερης προθεσμίας για την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων. ..". Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του ιδίου ως άνω Ν 2429/1996, "Η δήλωση περιουσιακής κατάστασης περιέχει λεπτομερώς τα υφιστάμενα κατά τον χρόνο της υποβολής περιουσιακά στοιχεία. Ως περιουσιακά στοιχεία δηλώνονται: α) Τα ακίνητα, καθώς και τα εμπράγματα δικαιώματα σε αυτά, με ακριβή προσδιορισμό τους. β) Τα πλωτά μέσα, τα εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και τα κάθε χρήσης οχήματα. γ) Η συμμετοχή σε κάθε είδους επιχείρηση. δ) Τα χρεόγραφα και οι καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα. ε) Τα εισοδήματα και οι οικονομικές ενισχύσεις από κάθε πηγή κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος. Η δήλωση υποβάλλεται από τον υπόχρεο και υπογράφεται από τον ίδιο, αν σε αυτή αναγράφονται μόνο δικά του περιουσιακά στοιχεία, από τη σύζυγό του, αν αναγράφονται μόνο δικά της περιουσιακά στοιχεία, και από αμφότερους τους συζύγους, αν αναγράφονται περιουσιακά στοιχεία και των δύο ή των ανηλίκων τέκνων τους. Ακόμη, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του αυτού ως άνω άρθρου 25 του ν. 2429/1996, "Οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των προσώπων, που αναφέρονται στις περιπτώσεις α' έως και ε' της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου, υποβάλλονται στην Επιτροπή του άρθρου 19 του νόμου αυτού, ενώ οι δηλώσεις των άλλων υποχρέων υποβάλλονται στον κατά το επόμενο άρθρο (26) αρμόδιο Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου". Τέλος, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 27 του ιδίου ως άνω νόμου 2429/1996, "Ελεγχόμενος που παραλείπει να υποβάλει την κατά τα άρθρα 24 και 25 δήλωση ή υποβάλλει εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή. Στον υπαίτιο επιβάλλεται και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων από ένα (1) έως τέσσερα (4) έτη. Αν η πράξη τελέσθηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση έξι (6) μηνών έως δύο (2) ετών. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει ότι η προβλεπόμενη από την παράγραφο 3 του άρθρου 27 του παραπάνω νόμου (2429/1996) αξιόποινη πράξη στοιχειοθετείται και στην περίπτωση κατά την οποία δεν υποβάλλει ο ελεγχόμενος τη σχετική δήλωση περιουσιακής κατάστασης μέσα στην οριζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 24 § 2 του ίδιου νόμου προθεσμία είτε από πρόθεση, είτε από αμέλεια (ΑΠ 330/2007). Ομοίου κατά βάση περιεχομένου τυγχάνουν ως προς την υποχρέωση υποβολής δηλώσεως από τους δικαστικούς λειτουργούς τον τρόπο υποβολής τους το περιεχόμενο τους, με μόνη διαφοροποίηση ως προς τον έλεγχό τους, οι διατάξεις των άρθρων 1 περ. ια, 2, 3 και 4 Ν. 3213/2003. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και όχι μερικά από αυτά κατ` επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με την αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα, πράξη της από πρόθεση υποβολής ανακριβούς κατά περιεχόμενο, ως εκ του ότι δεν περιλήφθηκαν σ αυτήν χρηματικά ποσά που διακινήθηκαν στον τραπεζικό λογαριασμό καταθέσεων της, δηλώσεως περιουσιακής κατάστασης: "Η κατηγορούμενη, δικαστική λειτουργός, κατά τους χρόνους και τύπους που θα αναφερθούν στη συνέχεια με περισσότερες πράξεις, που συνεπώς εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος από πρόθεση αρνήθηκε να συμπεριλάβει στις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης που αφορούσαν τα έτη 2002, 2003, 2004, ως αρμοδίως είχε υποβάλει λόγω της ιδιότητάς της ως αναφέρθηκε, τις οικονομικές ενισχύσεις που έλαβε από τρίτα πρόσωπα και τα προηγούμενα της υποβολής των δηλώσεων αυτών έτη και που ανέρχονται σε 86.233.96 ευρώ. Ειδικότερα αυτή στη δηλώση περιουσιακής κατάστασης που υπέβαλε εκπροθέσμως για το έτος 2002 στην ... την 30-5-2005 απέφυγε να δηλώσει το χρηματικό ποσό των 250.000 δρχ. (733,68 ευρώ) που είχε λάβει από τον Ζ την 20-3-2001. Στη δήλωση περιουσιακής κατάστασης που υπέβαλε το έτος 2003 στη ... την 25-6-2003 απέφυγε να δηλώσει το ποσό των 3000 ευρώ που έλαβε από τον ίδιο την 3-9-2002 και το χρηματικό ποσό των 2000 ευρώ που έλαβε από την "ΑΕ ΣΑΛΙΚΟΜ" την 7-8-2002 και επίσης το χρηματικό ποσό των 2000 ευρώ που πήρε από τον Ζ την 16-7-2002. Η ίδια κατηγορουμένη στη δήλωση περιουσιακής κατάστασης του έτους 2004 που εκπρόθεσμα υπέβαλε στην ... την 30-5-2005 απέφυγε να δηλώσει τα παρακάτω χρηματικά ποσά: α)5000,98 ευρώ που έλαβε την 7-5-2003 από τον ... τραπεζικό λογαριασμό β)12.000 ευρώ που έλαβε την 15-4-2003 από τον ... τραπεζικό λογαριασμό γ)24000 ευρώ που έλαβε την 8-4-2003 από τον ... τραπεζικό λογαριασμό δ)9.500 ευρώ που έλαβε την 7-4-2003 από τον ... τραπεζικό λογαριασμό ε)1000 ευρώ που έλαβε την 14-3-2003 από τον Ζ και στ)27000 ευρώ που έλαβε την 9-1-2003 από τον ... τραπεζικό λογαριασμό. Η κατηγορούμενη, η οποία απολογούμενη συνομολογεί το ύψος των παραπάνω ποσών, γνώριζε ότι αυτά ήταν κατατεθειμένα στον προσωπικό της λογαριασμό και ως εκ τούτου όφειλε να τα συμπεριλάβει στις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης. Ισχυρίζεται βέβαια ότι τα παραπάνω χρηματικά ποσά ανήκαν στον Ζ και αυτή τα διαχειριζόταν κατ'εντολή της. Ο ισχυρισμός της αυτός, έστω και αν κριθεί ουσιαστικά βάσιμος δε στοιχειοθετεί συγγ.........., εφόσον αυτή ως δικαστική λειτουργός γνώριζε ότι εφόσον υπήρξε διακίνηση χρημάτων στον προσωπικό της λογαριασμό, όφειλε να συμπεριλάβει το ποσό αυτό στις σχετικές δηλώσεις. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχη για την πράξη που λεπτομερειακά αναφέρεται στο διατακτικό" Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο την αναιρεσείουσα της ανωτέρω πράξεως και αφού της αναγνώρισε τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ της επέβαλε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, την οποία και ανέστειλε επί 3ετία. Ειδικότερα την κήρυξε ένοχο του ότι: "Στη ... και στην ..., στις 25-6-2003 και στις 30-5-2005, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και ειδικότερα από πρόθεση απέφυγε να συμπεριλάβει στις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των ετών 2002, 2003 και 2004, που αρμοδίως είχε υποβάλει λόγω της ιδιότητας της ως δικαστικής λειτουργού, τις οικονομικές ενισχύσεις που έλαβε από τρίτα πρόσωπα και τα προηγούμενα της υποβολής των δηλώσεων αυτών έτη και που ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 86.233,96 ευρώ, παρά το γεγονός ότι τελούσε εν γνώσει των καταβολών αυτών και της σχετικής υποχρέωσης που είχε προς τούτο από το νόμο (άρθρο 25 παρ. 1ε Ν. 2429/96 και 2 παρ. 1α Ν. 3213/2003) συγκεκριμένα: Α) στη δήλωση περιουσιακής κατάστασης που υπέβαλε εκπροθέσμως για το έτος 2002, στην ..., στις 30-5-2005, απέφυγε να δηλώσει το χρηματικό ποσό των 250.000 δραχμών (733,68 ευρώ) που είχε λάβει από τον Ζ στις 20-3-2001, Β) στη δήλωση περιουσιακής κατάσταση που υπέβαλε το έτος 2003 (στη ..., στις 25-6-2003) απέφυγε να δηλώσει 1) το χρηματικό ποσό των 3.000 ευρώ που έλαβε από τον Ζ στις 3-9-2002, 2) το χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ που έλαβε από την "ΣΑΛΙΚΟΜ ΑΕ" τις 7-8-2002 και 3) το χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ που έλαβε από τον Ζ στις 16-7-2002, Γ) στη δήλωση περιουσιακής κατάσταση για το έτος 2004, που υπέβαλε εκπροθέσμως στην ..., στις 30-5-2005, απέφυγε να δηλώσει τα εξής ποσά: 1) το ποσό των 5.000,28 ευρώ, που έλαβε στις 7-5-2003 από τον υπ' αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό, 2) το ποσό των 12.000 ευρώ που έλαβε στις 15-4-2003 από την υπ' αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό, 3) το ποσό των 24.000 ευρώ που έλαβε στις 8-4-2003 από τον υπ' αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό, 4) το ποσό των 9.500 ευρώ που έλαβε στις 7-4-2003 από τον υπ' αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό, 5) το ποσό των 1.000 ευρώ που έλαβε στις 14-3-2003 από τον Ζ και 6) το ποσό των 27.000 ευρώ που έλαβε στις 9-1-2003 από τον υπ' αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό".
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 98 του ΠΚ, 24, 25 και 27 παρ. 3 Ν. 2429/1996, 1, 9 παρ. 5 Ν. 3213/2003, 13 παρ. 4 β Ν. Ν. 3242/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο την αναιρεσείοσα. Συγκεκριμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα από πρόθεση παρέλειψε να περιλάβει στις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των ετών που αναφέρει τα χρηματικά ποσά που κατατέθηκαν στον τραπεζικό λογαριασμό της απορρίπτοντας αιτιολογημένα και τον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό της ότι τα χρήματα αυτά ήταν του κατονομαζομένου συντρόφου της και τα διαχειρίζονταν απλώς κατ εντολή του, χωρίς να διαλάβει αντιφατικές αιτιολογίες επί του ζητήματος αυτού, ή να υφίσταται αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, διότι, σαφώς προκύπτει από τις παραδοχές της, ότι τα χρήματα αυτά αποτελούσαν χορηγίες του συντρόφου της και της αναφερομένης Α.Ε. προς την ίδια και είχαν περιέλθει στην κυριότητά της και δια τον πρόσθετο λόγο ότι είχαν κατατεθεί στον τραπεζικό λογαριασμό της και μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις δια μεταφοράς από τους αναφερόμενους τραπεζικούς λογαριασμούς και έπρεπε να τα περιλάβει στην δήλωσή της. Ούτε περαιτέρω είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να αιτιολογήσει ειδικώς τον δόλο της αναιρεσείουσας, αφού ο νόμος για την στοιχειοθέτηση υποκειμενικώς της πράξεως δεν απαιτεί άμεσο δόλο, αλλά αρκείται και σε ενδεχόμενο. Κατ ακολουθία τούτων οι από το άρθρο 510 παρ. 1Δ'ΚΠΔ, πρόσθετοι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως τυγχάνουν αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών, υπό την επίφαση της ελλείψεως πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες.
ΙΙΙ. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση (δήλωση), ως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 17-11-2009 Αίτηση (δήλωση) της Χ και τον από 23-3-2010 πρόσθετο λόγο αυτής, περί αναιρέσεως της 999-1000/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 30 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ακυρότητα άρθρου 171 παρ. 1 β ΚΠΔ που αφορά την κίνηση της ποινικής διώξεως από τον εισαγγελέα αναφέρεται στην προδικασία και πρέπει κατ' άρθρο 173 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα να προταθεί μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η παραπομπή. Η διαδικασία του άρθρου 3 παρ. 2 α και 4 εδαφ. β' Ν. 3213/2003 ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης που υποχρεούνται, κατά το άρθρο 1 περ. ια' του ίδιου νόμου, να υποβάλλουν οι δικαστικοί λειτουργοί, από την επιτροπή της παρ. 2 β' του ίδιου άρθρου καταλήγει στην υποβολή της οικείας εκθέσεως όταν κρίνεται ότι πρέπει να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του υπόχρεου στον αρμόδιο για την άσκηση της ποινικής δίωξης εισαγγελέα που είναι εν προκειμένω κατ' άρθρο 5 του ίδιου νόμου ο εισαγγελέας εφετών (Όμοια και η διάτα-ξη του άρθρου 26 παρ. 6 Ν. 2429/1996). Η υποβολή της εκθέσεως αποτελεί ειδική δικονομική προϋπόθεση για την έγκυρη άσκηση της ποινικής διώξεως (βλ. υπό ισχύ Ν. 2429/1996). Αφορά την προδικασία και πρέπει να προτείνεται μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η παραπομπή, διαφορετικά καλύπτεται. Προβολή του σχετικού ισχυρισμού το πρώτον στο ακροατήριο τυγχάνει απαράδεκτη. Πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία χωρίς αντιφάσεις. Απορρίπτονται αίτηση και πρόσθετους λόγους αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα σχετική, Πόθεν έσχες.
| 2
|
Αριθμός 1464/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων : 1)... και 2)..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ναούμ Τζίφρα, περί αναιρέσεως της 23339/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Ιουλίου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1244/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι: 1. από 14-7-2009 Αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του ... και 2. από 14-7-2009 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του ... στρέφονται κατά της αυτής 23339/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κειου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκαν οι αναιρεσείοντες ένοχοι φοροδιαφυγής που τελέσθηκε με την υποβολή ανακριβών δηλώσεων εισοδήματος (άρθρο 17 Ν. 2423/1997), ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (473 παρ. 2 και 3, 509 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ).
Συνεπώς, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συναφείας, πρέπει να συνεκδικασθούν.
ΙΙ. Ο Ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις" τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) τη μη υποβολή ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18) και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19). Ειδικότερα, το άρθρο 17 παρ. 1, 2α του πιο πάνω νόμου, ορίζει ότι: "1. Αδίκημα φοροδιαφυγής στη φορολογία εισοδήματος διαπράττει, όποιος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, παραλείπει να υποβάλλει δήλωση, ή υποβάλλει ανακριβή δήλωση, αποκρύπτοντας καθαρά εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή εισοδήματος ........... 2. Ο δράστης του αδικήματος αυτού τιμωρείται: α) με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή 15.000 € και β) με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) ετών, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) δραχμών ή 150.000 €...". Στην ως άνω διάταξη, περιγράφεται με σαφήνεια η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος φοροδιαφυγής που τελείται με τη μορφή της παράλειψης υποβολής δήλωσης ή με την υποβολή ανακριβούς δήλωσης. Ειδικότερα, περιγράφεται η υποκειμενική υπόσταση του οικείου εγκλήματος, κατά την οποία η παράλειψη υποβολής ή η υποβολή ανακριβούς δήλωσης στοιχειοθετείται μόνο, αν ο φορολογούμενος ενήργησε "προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος", τιμωρείται δε με την ανωτέρω ποινή εάν ο φόρος που απέφυγε να καταβάλλει ο δράστης υπερβαίνει ορισμένο ποσό (ΑΠ 1678/2008). Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής. Προκύπτει λοιπόν ότι περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής που προβλέπονται από τις ανωτέρω διατάξεις, από την έναρξη της ισχύος αυτού, η οποία κατά το άρθρο 38 αρχίζει από 1-1-98 επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για την νομότυπη δίωξη των υπό των διατάξεων αυτών και μόνον προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσης φορολογικής του παράβασης, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης. Η έλλειψη δε της προϋπόθεσης αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής δίωξης και καθιστά αυτή σε περίπτωση άσκησής της απαράδεκτη (ΑΠ 608/2009). Στην παράγραφο δε 10 του αυτού άρθρου ορίζεται: '' 10. Η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος Νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο. (Το δεύτερο εδάφιο προστέθηκε με την παρ.8 άρθρ.2 Ν.2954/2001,ΦΕΚ Α 255/2.11.2001). Κατά το άρθρο 24 παρ. 5 του ίδιου νόμου, οι εκκρεμείς κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του, ποινικές υποθέσεις (και ως εκκρεμείς ρητά ορίζεται ότι νοούνται και εκείνες για τίς οποίες δεν είχε ασκηθεί μέχρι τότε ποινική δίωξη) εκδικάζονται με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις, εκτός αν εισάγεται ευμενέστερη ρύθμιση με τις διατάξεις του ν. 2523/1997. Εξάλλου, κατά το άρθρο 31 παρ. 1 α Ν. 1591/1986: 1. Αδίκημα φοροδιαφυγής διαπράττει: "α) Όποιος δεν υποβάλλει δηλώσεις ή υποβάλλει ανακριβείς δηλώσεις για φόρους, τέλη ή εισφορές που σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις υποχρεούται να παρακρατεί και να αποδίδει στο Δημόσιο ή για το φόρο προστιθέμενης αξίας ή για το φόρο κύκλου εργασιών ή την ειδική εισφορά ειδών πολυτελείας της υποπερίπτωσης β` της περίπτωσης Ζ` της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του ν. 4169/1961 (ΦΕΚ Α` 81), εφ όσον το συνολικό ποσό των παραπάνω φόρων, τελών και εισφορών που είχε υποχρέωση να δηλώσει και να αποδώσει στο Δημόσιο, από συναλλαγές ή άλλες πράξεις που πραγματοποιήθηκαν σε διάστημα ενός ημερολογιακού εξαμήνου υπερβαίνει το ποσό των εξακοσίων χιλιάδων (600.000) δραχμών ή το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών για διάστημα ενός ημερολογιακού έτους. (Η περ. α` αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ.1 του άρθρου 19 του Ν. 1828/1989), β) Όποιος δεν υποβάλλει δήλωση φορολογίας εισοδήματος, εφόσον για το ποσό του εισοδήματος που δε δηλώθηκε, οφείλεται κύριος φόρος πάνω από τριακόσιες χιλιάδες (300.000) δραχμές. Κατά την παράγραφο 2 εδαφ. β' του αυτού άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 41 παρ. 4 Ν. 1884/1990, ο δράστης των ποινικών αδικημάτων, που προβλέπονται στις περιπτώσεις α` και β` της προηγουμένης παραγράφου, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Και στην περίπτωση λοιπόν του προηγούμενου αυτού νόμου η πράξη της φοροδιαφυγής που τελείται με τον άνω τρόπο έχει την αυτή υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση και τιμωρείται επίσης με την ανωτέρω ποινή αν φόρος που απέφυγε να καταβάλλει ο δράστης υπερβαίνει ορισμένο ποσό. Εξάλλου, κατά το άρθρο 32 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με την Υ.Α. 1105135/9049/0009/1989 (ΦΕΚ Β 74), η οποία κυρώθηκε με το εδάφ. β` της παρ. 2 του άρθρ.51 του Ν.1882/1990 (Α 43): "1. Η ποινική δίωξη για τα αδικήματα του άρθρου 31 του παρόντος ασκείται μετά από μηνυτήρια αναφορά που υποβάλλεται υποχρεωτικώς από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ) στην Εισαγγελική Αρχή εντός μηνός από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αναστελλομένης, μέχρι λήξεως της προθεσμίας αυτής της παραγραφής του αδικήματος. Επί οριστικοποιήσεως επελθούσης προ της δημοσιεύσεως της παρούσας, η ως άνω προθεσμία άρχεται από της δημοσιεύσεως αυτής. Τις ίδιες ακριβώς ρυθμίσεις, ως προς την συγκεκριμένη πράξη φοροδιαφυγής περιέλαβαν και οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 93 παρ. 1 α και β και 6 Ν. 2238/1994. Οι ανωτέρω προϊσχύσασες του Ν. 2523/1997 διατάξεις ρυθμίζουν, κατά τον ίδιο τρόπο, το ζήτημα της αναστολής της παραγραφής και ενάρξεως του χρόνου αυτής, στην περίπτωση φοροδιαφυγής που τελείται με την μη υποβολή ή υποβολή ανακριβούς δηλώσεως φόρου εισοδήματος και συνεπώς δεν γεννάται ζήτημα εφαρμογής, κατ άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, της ευμενέστερης για τον κατηγορούμενο διατάξεως. Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 112 ΠΚ η προθεσμία της παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως. Στην δε διάταξη του άρθρου 12 ΠΚ ορίζεται ότι οι διατάξεις του γενικού μέρους του ΠΚ εφαρμόζονται και σε αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται σε ειδικούς νόμους, αν οι νόμοι αυτοί δεν ορίζουν διαφορετικά με ρητή διάταξή τους. Ορίζεται δε άλλως στις ανωτέρω διατάξεις, ως προς το αδίκημα της φοροδιαφυγής, που προβλεπόταν και τιμωρούταν τόσον από το άρθρο 31 παρ. 1 α, β,Ν.1591\1986 όσον και 93 παρ. 1 α και β του Ν. 2238/1994, προβλέπεται δε και από το άρθρο 17 Ν. 2523/1997, δηλαδή σε όλους τους νόμους που ίσχυσαν από το έτος 1986 και τον τελευταίο Ν. 2523/1997, ο οποίος, όσον αφορά το συγκεκριμένο αδίκημα της φοροδιαφυγής, κατά την διάταξη του άρθρου 38 παρ. 4 εφαρμόζεται επί των πράξεων που τελέσθηκαν μετά την 1-1-1998. Συγκεκριμένα σύμφωνα με όλες τις ανωτέρω διατάξεις η παραγραφή αναστέλλεται μέχρι να υποβληθεί η μηνυτήρια αναφορά από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., κατά μεν τις προϊσχύσασες του Ν. 2523/1997 ως άνω διατάξεις, εντός μηνός από την οριστικοποίηση της φορολογικής γραφής, η οποία επέρχεται κατά τους ανωτέρω τρόπους, κατά δε την διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 Ν. 2523/1997, από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη ασκήσεως από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της.
Συνεπώς στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή αρχίζει από τα ανωτέρω χρονικά σημεία και όχι από την τέλεση της πράξεως. Διαφορετικός είναι ο χρόνος ενάρξεως της παραγραφής επί φοροδιαφυγής του άρθρου 19 Ν. 2523/1997, που δεν ενδιαφέρει στην κρινόμενη περίπτωση (ΑΠ 271/2009 και 1427/2009, για την περίπτωση φοροδιαφυγής όμως του άρθρου 19 Ν. 2523/1997). Από τις ανωτέρω διατάξεις, που ίσχυσαν από τον χρόνο που φέρεται τελεσθείσα η πράξη για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι με την προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρεσείοντες (29-4-1991 και 11-5-1992), μέχρι την κατά τα ανωτέρω ισχύ του νόμου 2523/1997, ευνοϊκότερες τυγχάνουν οι διατάξεις του Ν. 2523/1997, αφού μειώνουν, κατά ένα μήνα, τον χρόνο της παραγραφής, δεδομένου ότι η μηνυτήρια αναφορά, μέχρι της υποβολής της οποίας αναστέλλεται η παραγραφή, υποβάλλεται αμέσως μετά την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής και όχι εντός μηνός από αυτήν, όπως προβλεπόταν από τις προϊσχύσασες ως άνω διατάξεις. Διαφορετική λύση, ως προς το ζήτημα της παραγραφής, προσήκει στην περίπτωση της πράξεως φοροδιαφυγής, λόγω μη απόδοσης του ΦΠΑ (άρθρο 18 Ν. 2523/1997), στην οποία η προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 95 παρ. 10 Ν. 2238/1994 όριζε χρόνο ενάρξεως το τέλος του έτους κατά το οποίο τελέσθηκε η πράξη, η οποία είναι ευμενέστερη του άρθρου 21 παρ. 10 Ν. 2523/1997 που ορίζει μεταγενέστερο χρόνο ενάρξεως, επιμηκύνοντας έτσι τον χρόνο της παραγραφής (ΑΠ 578/2007).
Συνεπώς οι ανωτέρω διατάξεις του Ν. 2523/1997 τυγχάνουν εφαρμοστέες, ως ευνοϊκότερες, κατά την γενική διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ και στις πράξεις που τελέσθηκαν πριν την 1-1-1998, η δε εφαρμογή τους αυτή δεν κωλύεται από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 38 παρ. 4 του νόμου αυτού, ούτε από το άρθρο 12 ΠΚ. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ` αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημ/κειο Αθηνών, που δίκασε κατ έφεση δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 23339/2009 απόφασή του (συνδυασμός αιτιολογικού και σκεπτικού της) και τα πρακτικά της, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: " Οι κατηγορούμενοι έχουν τελέσει την πράξη που τους αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι. Ειδικότερα, "κατά το άρθρο 21 παρ. 10 Ν. 2523/1997, η παραγραφή των αδικημάτων του νόμου αυτού αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Κατά δε το άρθρο 32 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Ν. 1591/1986, η ποινική δίωξη για τα αδικήματα του άρθρου 31 του νόμου αυτού ασκείται μετά από μηνυτήρια αναφορά που υποβάλλεται υποχρεωτικώς από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) στην Εισαγγελική Αρχή εντός μηνός από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αναστελλομένης, μέχρι λήξεως της προθεσμίας αυτής, της παραγραφής του αδικήματος. Από την αντιπαραβολή των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι εκείνη του άρθρου 21 παρ. 10 Ν. 2523/1997 είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 32 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Ν. 1591/1986, όσον αφορά την παραγραφή του αδικήματος της φοροδιαφυγής, καθόσον προσδιορίζει την έναρξη αυτής σε χρόνο κατά ένα μήνα προγενέστερο του αντίστοιχου προβλεπόμενου με την προϊσχύσασα διάταξη.
Στην προκειμένη περίπτωση ασκήθηκε κατά των κατηγορουμένων ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 17 παρ. 1, 2α' Ν. 2523/1997, κατόπιν της υπ' αριθ. πρωτ. 591/17-3-2003 μηνυτήριας αναφοράς του Προϊσταμένου του 10ου Τ.Ε.Κ. Αθηνών, που υποβλήθηκε εντός μηνός από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής για το κατωτέρω αναφερόμενο αδίκημα φοροδιαφυγής, η οποία (οριστικοποίηση) έλαβε χώρα στις 24-2-2003 (βλ. σχετικώς τα συνημμένα στην έκθεση ελέγχου από 3-12-2002 δύο αποδεικτικά επίδοσης προς του κατηγορουμένους του υπ' αριθ. πρωτ. 1601/2-12-2002 σημειώματος ελέγχου). Δεδομένου δε ότι το υπ' αριθ. ΙΑ03/4511 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών επιδόθηκε στον πρώτο κατηγορούμενο στις 12-2-2004 και στον δεύτερο στις 26-1-2004 (βλ. τα σχετικά αποδεικτικά επίδοσης των επιμελητών της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ... και ..., αντίστοιχα), ήτοι πριν από τη συμπλήρωση πενταετίας από την τέλεση του αδικήματος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός αυτών περί παραγραφής.
Από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ειδικότερα ότι : Οι κατηγορούμενοι, στη ..., υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστών της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία " ... Ε.Π.Ε.", με αντικείμενο εργασιών διαφημίσεις και έδρα επί της οδού ..., υπέβαλαν στο 10° Τ.Ε.Κ. Αθηνών ανακριβείς δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, που αφορούν τις χρονικές περιόδους από 1-1-1990 έως 31-12-1990 και από 1-1-1991 έως 31-12-1991, καθόσον σύμφωνα με την από 17-12-2002 έκθεση ελέγχου που συνέταξαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της πιο πάνω υπηρεσίας, προέκυψαν διαφορές που αφορούν υπαρκτά έσοδα της ανωτέρω επιχείρησης, τα οποία δεν δηλώθηκαν στις υποβληθείσες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των αντίστοιχων ετών. Κατόπιν των ως άνω διαφορών που διαπιστώθηκαν στα ακαθάριστα έσοδα της εν λόγω επιχείρησης, τα υποκείμενα σε φόρο εισοδήματος ακαθάριστα έσοδα αυτής ανέρχονται για τη χρήση 1990 στο ποσό των 680.000.000 δραχμών και για τη χρήση 1991 στο ποσό των 1.300.000.000 δραχμών, ενώ τα κέρδη αυτής προσδιορίζονται για τη χρήση 1990 στο ποσό των 104.720.000 δραχμών και για τη χρήση 1991 στο ποσό των 200.200.000 δραχμών, με αποτέλεσμα να μην έχει αποδοθεί στο Δημόσιο φόρος εισοδήματος 14.885.735 δραχμών για τη χρήση 1990 και 29.367.718 δραχμών για τη χρήση 1991, ποσά κατά τα οποία και ζημιώθηκε τούτο. Η φορολογική εγγραφή για τα ανωτέρω ποσά οριστικοποιήθηκε στις 24-2-2003 με την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας άσκησης προσφυγής, όπως πιο πάνω αναφέρεται".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε ως αβάσιμους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αλλά και εξαλείψεως του αξιοποίνου δια παραγραφής, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες - κατηγορούμενους της ανωτέρω πράξεως που προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1, 2 α Ν. 2523/1997 και επέβαλε στον καθένα ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών, την οποία και ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημ/κειο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ 1, ΠΚ και 17 παρ. 1, 2 α Ν.2523/1997, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο, με τις ανωτέρω πλήρεις εμπεριστατωμένες και ορθές αιτιολογίες, δέχθηκε ότι εφαρμοστέες ήταν, κατ άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, παρότι η πράξη τελέσθηκε πριν την 1-1-1998, ως ευνοϊκότερες εκείνων του Ν. 1591/1986, που ίσχυαν κατά τον χρόνο τελέσεως της, οι διατάξεις του Ν 2523/1997 και ειδικότερα οι διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 10 του ίδιου νόμου, που ρυθμίζουν τον χρόνο έναρξης της παραγραφής, όψει των ορισμών του οποίου, δεν άρχισε η παραγραφή από τον χρόνο τελέσεως της πράξεως (112 ΠΚ), αλλά από τον χρόνο που δέχθηκε της οριστικοποιήσεως της φορολογικής εγγραφής (24-2-2003) και από τότε και μέχρι τις ημερομηνίες που αναφέρει επιδόσεως των κλητηρίων θεσπισμάτων στους αναιρεσείοντες (12-2-2004 και 26-1-2004, αντιστοίχως) δεν είχε παρέλθει 5ετία, με βάση δε τις παραδοχές αυτές, έκρινε ότι η πράξη δεν είχε υποκύψει σε παραγραφή και απέρριψε ως αβάσιμη την οικεία ένσταση των αναιρεσειόντων και κατ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, τους κήρυξε ενόχους, χωρίς να υπερβεί εκ του λόγου αυτού την δικαιοδοσία του, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες. Επίσης ορθώς παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες με το κλητήριο θέσπισμα για να δικασθούν ως υπαίτιοι της ανωτέρω πράξεως φοροδιαφυγής, κατ εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του Ν. 2523/1997, και ορθώς απέρριψε και τον παραδεκτώς προβληθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, διότι παραπέμφθηκαν να δικασθούν με βάση τις διατάξεις του ανωτέρω νόμου, που δεν τύγχαναν εφαρμογής εν προκειμένω, αφού η πράξη είχε τελεσθεί προ της 1-1-1998 και έτσι εφαρμοστέες τύγχαναν οι προγενέστερες διατάξεις του άρθρου 31 Ν. 1591/1986 και διότι δεν αναφερόταν σ αυτό, δυνάμει ποιας διατάξεως επήλθε αναστολή της παραγραφής μέχρι 24-2-2003, ούτε για ποιο λόγο τύγχαναν εφαρμογής οι διατάξεις του Ν. 2523/1997, με αποτέλεσμα να παραχθεί απόλυτη ακυρότητα κατ άρθρο 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ και 6 παρ. 3 και 7 της ΕΣΔΑ, που ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.
Συνεπώς οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος και δεύτερος από το άρθρο 510 παρ. 1 Α, Ε και Η ΚΠΔ, αλλά και ο αυτεπαγγέλτως ερευνώμενος του εδαφ. Δ' της αυτής διατάξεως λόγοι των αιτήσεων αναιρέσεως, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι.
ΙΙΙ. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, τις: 1. από 14-7-2009 Αίτηση (δήλωση) του ... και 2. από 14-7-2009 αίτηση (δήλωση) του ... για αναίρεση της με αριθμ. 23339/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κειου Αθηνών Και.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Φοροδιαφυγή. Έννοια. Στοιχεία κατ' άρθρο 17 Ν. 2523/1997. Εφαρμοστέες διατάξεις όταν η πράξη φέρεται τελεσθείσα πριν από την ισχύ του Ν. 2523/1997 (1-1-1998). Προϊσχύσαν δίκαιο άρθρου 31 παρ. 1 α και 32 παρ. 1 Ν. 1591/1986 και άρθρου 93 παρ. 1 α και 6, 95 Ν. 2238/1994. Επιεικέστερες και εφαρμοστέες οι διατάξεις του Ν. 2523/1997. Αιτιολογία πλήρης και εμπεριστατωμένη. Πότε υπάρχει. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, εκ πλαγίου παράβαση. Πότε. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 1459/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 167-168/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δεν παρέστη στο συμβούλιο. Το Μικτό ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1576/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα, με αριθμό 89/1.3.10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω την υπ' αριθμ. 4/2-11-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ και της Χ1, 44 ετών, κατοίκου ... και συγκεκριμένα κατοίκου ... της Επαρχίας ..., που ασκήθηκε μέσω του πληρεξουσίου του Δικηγόρου Ηλία Ευαγγέλου Σουρουρογιάννη, κατοίκου ..., με Α.Μ. του Δ.Σ...., δυνάμει της από 20-10-2009 εξουσιοδοτήσεως, κατά της υπ' αριθμ. 167-168/18-9-2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η από 9-6-2009 αίτησή του που υποβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 16 του Ν. 3727/18-12-2008 προς το ανωτέρω Δικαστήριο με αίτημα την μετατροπή σε χρηματική ποινή της ποινής φυλακίσεως των τεσσάρων (4) ετών, η οποία του επιβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 97-102/3-4-2009 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης για την πράξη της καταχρήσεως σε ασέλγεια (άρθρο 338 παρ.1) για την οποία κηρύχθηκε αμετακλήτως ένοχος με την ως άνω απόφαση με τα ελαφρυντικά του προηγούμενου έντιμου βίου και του ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (άρθρο 84 παρ.2 (α) και (ε) του ΠΚ), αιτούμενος να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 167-168/18-9-2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης λόγω ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ.1Δ ΚΠΔ), προκειμένου να συζητηθεί εκ νέου από το ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές η από 9-6-2009 αίτησή του για μετατροπή σε χρηματική ποινή της ποινής φυλακίσεως των τεσσάρων (4) ετών που του επιβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 97-102/3-4-2009 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Εν προκειμένω όπως προκύπτει από την παράγραφο 1 του άρθρου 16 του Ν. 3727/18-12-2008 όπως αντικαταστάθηκε το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του ανωτέρω άρθρου με την παράγραφο 2 του άρθρου 14 του Ν 3772/10-7-2009, η οποία αντικατάσταση ισχύει όπως ρητά ορίζεται από τον χρόνο που ίσχυσε η παράγραφος 1 του άρθρου 16 του Ν. 3727/18-12-2008 (άρθρο 2 παρ.1 Π.Κ.), δηλαδή από τις 18 Δεκεμβρίου του έτους 2008, ο καταδικασθείς είτε πρωτοδίκως είτε τελεσιδίκως σε ποινή φυλακίσεως ή καθείρξεως μέχρι και πέντε (5) έτη, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο που του επέβαλε ποινή σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα να μετατραπεί σε χρηματική ποινή και σε περίπτωση που δεν γίνει δεκτό το εν λόγω αίτημά μου, μπορεί να επανέλθει με δεύτερη αίτηση μετά πάροδο έξι (6) μηνών από την απόρριψη της πρώτης. Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα συνάγεται σαφέστατα ότι ο καταδικασθείς σε περίπτωση που απορριφθεί το αίτημά του για μετατροπή της επιβληθείσης στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ποινή, μπορεί να επανέλθει με νέα αίτησή του μετά παρέλευση έξι (6) μηνών από την απόρριψη της πρώτης αιτήσεως, η οποία εξετάζεται σε κάθε περίπτωση είτε πρόκειται για πρώτη είτε για δεύτερη κ.λ.π. αίτηση σύμφωνα με την διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 145 παρ.1 και 2 του Κ.Π.Δ. που εφαρμόζεται εν προκειμένω αναλόγως αφού πρόκειται εν τοις πράγμασι περί αιτήσεως για διόρθωση αποφάσεως. Επομένως δεν συγχωρείται σε αυτόν (καταδικασθέντα) να ασκήσει οποιοδήποτε ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως που απέρριψε σχετικό αίτημά του. Οπωσδήποτε δεν συγχωρείται αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως που απορρίπτει αίτημα περί μετατροπής επιβληθείσης στερητικής της ελευθερίας ποινής έως και πέντε (5) έτη σε χρηματική, αφενός διότι δεν προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ.1 του Ν. 3727/18-12-2008 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.2 του Ν. 3772/10-7-2009, αφετέρου δε διότι δεν υφίσταται έρεισμα σε οποιαδήποτε από τις διατάξεις του άρθρου 504 Κ.Π.Δ. Μόνο στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου παρέχεται η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως κατά τέτοιας αποφάσεως σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 505 Κ.Π.Δ. και μέσα στη προθεσμία της παραγράφου 2 του άρθρου 479 και με τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ., πράγμα για το οποίο δεν πρόκειται εν προκειμένω. Ως εκ τούτου η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως εφόσον στρέφεται κατά αποφάσεως για την οποία δεν προβλέπεται από το νόμο, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 476 παρ.1 Κ.Π.Δ. να απορριφθεί κηρυσσομένη απαράδεκτη και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα ο αναιρεσείων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ:
1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 4/2-11-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ και της Χ1, 44 ετών, κατοίκου ... και συγκεκριμένα κατοίκου ...της Επαρχίας ... , οδός ...), κατά της υπ' αριθμ. 167-168/18-9-2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η από 9-6-2009 αίτησή του για μετατροπή της επιβληθείσης με την υπ' αριθμ. 97-102/3-4-2009 απόφαση ιδίου ως άνω δικαστηρίου στερητικής της ελευθερίας ποινής των τεσσάρων (4) ετών σε χρηματική ποινή για την πράξη της καταχρήσεως σε ασελγείς για την οποία έχει καταδικασθεί αμετακλήτως με την ως άνω απόφαση διότι δεν προβλέπεται από τον νόμο.
2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα 15/1/2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το αρ. 504 παρ. 1 ΚΠΔ όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (αρ. 370). Η απόφαση όμως με την οποία το δικαστήριο αποφαίνεται για τη μετατροπή ή μη της ποινής του επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο μετά την κήρυξη της ενοχής του, είτε εκδίδεται στην ίδια δίκη είτε σε μεταγενέστερη κατόπιν αιτήσεως του κατηγορουμένου ή του εισαγγελέα, σύμφωνα με το άρ. 82 παρ. 13 ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με το άρ. 2 παρ. 2 του Ν. 2479/1997, δεν είναι τελειωτική επί της κατηγορίας, ούτε υπάγεται σε κάποια από τις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στις παρ. 2 και 3 του άρ. 504 ΚΠΔ, ή σε άλλη ειδική διάταξη νόμου που επιτρέπει την αναίρεση. Εξάλλου, με το άρθρο 14 2 του Ν. 3772/2009, που δημοσιεύθηκε στις 10-7-2009 και από τότε ισχύει, ορίζονται τα ακόλουθα: Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του ν. 3727/2008 (ΦΕΚ 257 Α') αντικαθίσταται από τότε που ίσχυσε ως εξής: "Η στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία έχει καταγνωσθεί ή καταγιγνώσκεται εντός εννέα μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος και δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη, συμπεριλαμβανομένης και της πενταετούς κάθειρξης, μετατρέπεται, με αίτηση του καταδικασθέντος, σε χρηματική. Η προθεσμία για την άσκηση τυχόν προβλεπομένων κατά της καταδικαστικής αποφάσεως ενδίκων μέσων αναστέλλεται κατά το διάστημα από της υποβολής της ανωτέρω αιτήσεως μέχρι της εκδόσεως αποφάσεως του δικαστηρίου περί της μετατροπής ή μη της ποινής. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, το τυχόν ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής αποφάσεως θεωρείται ως μη ασκηθέν. Δεύτερη αίτηση επιτρέπεται μετά την πάροδο έξι μηνών από την απόρριψη της πρώτης". Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 2-11-2009 ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (αρ. 4/2009) αίτησή του ο αναιρεσείων, Χ, στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 167-168/18-9-2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η από 9-6-2009 αίτηση του που υποβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 16 του Ν. 3727/18-12-2008 προς το ανωτέρω Δικαστήριο με αίτημα την μετατροπή σε χρηματική ποινή της ποινής φυλακίσεως των τεσσάρων (4) ετών, η οποία του επιβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 97-102/3-4-2009 απόφαση του (Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης) για την πράξη της καταχρήσεως σε ασέλγεια (άρθρο 338 παρ. 1 ΠΚ) για την οποία κηρύχθηκε αμετακλήτως ένοχος με την ως άνω απόφαση με τα ελαφρυντικά του προηγούμενου έντιμου βίου και του ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (άρθρο 84 παρ.2 (α) και (ε) του ΠΚ) και ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την παραπομπή της υποθέσεως για νέα συζήτηση στο δικάσαν Δικαστήριο με σκοπό να γίνει αυτή (αίτηση) δεκτή. Όμως, δεν συγχωρείται σε αυτόν (καταδικασθέντα) να ασκήσει οποιοδήποτε ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως που απέρριψε το άνω αίτημά του. Οπωσδήποτε δε, δεν συγχωρείται αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως που απορρίπτει αίτημα περί μετατροπής επιβληθείσης στερητικής της ελευθερίας ποινής έως και πέντε (5) έτη σε χρηματική, αφενός διότι δεν προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ.1 του Ν. 3727/18-12-2008 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.2 του Ν. 3772/10-7 2009, αφετέρου, διότι δεν υφίσταται έρεισμα σε οποιαδήποτε από τις διατάξεις του άρθρου 504 Κ.Π.Δ.
Μόνο στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου παρέχεται η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως κατά τέτοιας αποφάσεως σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 505 Κ.Π.Δ. και μέσα στην προθεσμία της παραγράφου 2 του άρθρου 479 και με τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ., πράγμα για το οποίο δεν πρόκειται εν προκειμένω.
Ως εκ τούτου η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως εφόσον στρέφεται κατά αποφάσεως για την οποία δεν προβλέπεται από το νόμο, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 476 παρ.1 Κ.Π.Δ. αφού ειδοποιήθηκε προς τούτο ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αιτούντος, σύμφωνα με την, επί του φακέλλου της δικογραφίας, σχετική επισημείωση του γραμματέα του Δικαστηρίου αυτού, να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Νοεμβρίου 2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της 167-168/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντ5α στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση για μετατροπή ποινής φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών που έχει επιβληθεί τελεσίδικα, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 16 του Ν.3727/2009. Απόρριψη αιτήσεως μετατροπής. Δεν υπόκειται η απόφαση σε αναίρεση. Απόρριψη αιτήσεως ως απαράδεκτη.
|
Ποινής μετατροπή
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Ποινής μετατροπή.
| 0
|
Αριθμός 1457/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Ζορμπά, περί αναιρέσεως της 2174-2175/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 251/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και να κηρυχθεί αθώος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον απ6 άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 2174-2175/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, συκοφαντικής δυσφήμησης κατά πλειοψηφία και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμέλες Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "στις 22-4-2002 ο κατηγορούμενος με πρόθεση ισχυρίσθηκε ψευδές γεγονός το οποίο ηδύνατο να βλάψει την υπόληψη του μηνυτή .... Ειδικότερα κατά την διάρκεια εκσκαφής οικοδομικών εργασιών σε οικόπεδο ιδιοκτησίας της κόρης του μηνυτή ενώπιον του εργολάβου ..., ισχυρίσθηκε ότι εξαπατά τις δημόσιες υπηρεσίες και βγάζει άδεια οικοδομής σε ξένο οικόπεδο. Το γεγονός αυτή ήταν ψευδές και ο μηνυτής ουδέποτε είχε προβεί σε τέτοιου είδους ενέργειες. Κατά συνέπεια πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως όπως στο διατακτικό αναφέρεται." Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο, κατά πλειοψηφία, τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης και ειδικότερα, του ότι : "στην ... στις 22-4-2002 με πρόθεση ισχυρίσθηκε για κάποιον άλλον γεγονός ψευδές το οποίο δύναται να βλάψει τη τιμή και την υπόληψη του μηνυτή ... και συγκεκριμένα κατά την διάρκεια εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών σε οικόπεδο ιδιοκτησίας της θυγατέρας του (μηνυτή) ενώπιον του εργολάβου ..., ισχυρίστηκε ψευδώς για τούτον ότι "είναι απατεώνας και ότι εξαπατά τις δημόσιες υπηρεσίες και βγάζει άδεια οικοδομής σε ξένο οικόπεδο". Τα γεγονότα αυτά είναι ψευδή καθ' όσον ο μηνυτής ουδέποτε προέβη σε τέτοιου είδους ενέργειες. Στην ενέργεια δε αυτή προέβη ο κατηγορούμενος καίτοι γνώριζε ότι τα ισχυριζόμενα είναι κατάλληλα όπως βλάψουν τη τιμή και την υπόληψη του μηνυτή και είχε θέληση να ισχυρισθεί τα βλαπτικά αυτά γεγονότα".
Όμως, το δικάσαν Δικαστήριο, τόσο στο σκεπτικό του όσο και στο διατακτικό του, που το συμπληρώνει, δεν διαλαμβάνει ουδεμία αιτιολογική σκέψη και ουδεμία αναφορά στα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του αδικήματος ή στις αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά. Επίσης η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει ούτε διατυπώνει καμμία κρίση ούτε καν ένα συλλογισμό με τον οποίο έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Δ'ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι και κατ'ουσίαν βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατά τα αρ. 111,112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών (3) ετών. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρ. 310 παρ. 1 εδ. β', 370 εδ. β', 511 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρ. 50 παρ. 5 του Ν. 3160/2003) και 514 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, που εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας ακόμα και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, εφόσον διαπιστώσει τη συμπλήρωση της, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και κριθεί βάσιμος ένας λόγος αυτής, οφείλει, μετά την εντεύθεν αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως ήδη σημειώθηκε ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για συκοφαντική δυσφήμηση (αρ.363-362 ΠΚ) και ειδικότερα για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, που φέρεται ότι τελέστηκε στις 22 Απριλίου 2002. Το αξιόποινο όμως, της πράξεως αυτής που είναι πλημμέλημα και φέρεται να έχει τελεστεί στις 22-4-2002 έχει εξαλειφθεί με παραγραφή, αφού από τον ως άνω χρόνο τέλεσης της παραπάνω πράξης, μέχρι τη διάσκεψη (15-6-2010) της παρούσας απόφασης συμπληρώθηκε ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής και της τριετούς αναστολής αυτής. Επομένως, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα, έγινε δεκτός ως βάσιμος ο από το αρ.510 παρ.1 στοιχ.Δ'ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει το Δικαστήριο τούτο να παύσει οριστικά λόγω παραγραφής, την εναντίον του κατηγορουμένου ποινική δίωξη για την πιο πάνω πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, που φέρεται να έχει τελεστεί στις 22-4-2002.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 2174-2175/9 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Πατρών.
Κρατεί και δικάζει κατ'ουσίαν την υπόθεση αυτή.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου, ..., για συκοφαντική δυσφήμηση, πράξη που φέρεται ότι τελέστηκε στην ... στις 22 Απριλίου 2002.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμηση. Λόγοι αιτήσεως, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας. Κατ' ουσία βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως. Χρόνος τελέσεως της πράξεως που υπερβαίνει την οκταετία της τιμωρούμενης σε βαθμό πλημμελήματος αυτής πράξεως. Η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξεως που εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως. Αναιρεί την απόφαση, κρατεί και δικάζει το ίδιο παύει οριστικά την ποινική δίωξη.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Δυσφήμηση συκοφαντική.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1458/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή και Παναγιώτη Ρουμπή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας -κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1396/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους 1. Χ2 και 2.Χ3.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενή ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1326/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 34/22.1.10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι)Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32§§1+4, 138§2β, 485§1 K.Π.Δ. την υπ' αρ. 165/11-9-2009 αίτηση αναιρέσεως (που ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως Τμήματος Βουλευμάτων Εφετείου Αθηνών) της Χ1 κατοίκου ... κατά του υπ' αρ. 1396/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τ' ακόλουθα :
ΙΙ) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αρ. 2953/2006 βούλευμά του παρέπεμψε την κατηγορουμένη (καθώς και τους Χ2, Χ3, Χ4, Χ5, Χ6) στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών όπως να δικασθούν για απάτη κατά συναυτουργία από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή 14.673,5 ευρώ κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια.
Κατά του ανωτέρω βουλεύματος ασκήθηκαν εφέσεις από την κατηγορουμένη Χ1 και τους Χ5, Χ6, Χ4 οι οποίες απερρίφθησαν με το υπ' αρ. 1858/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Ασκηθείσης κατ' αυτού αναιρέσεως με το υπ' αρ. 2521/2008 βούλευμα Αρείου Πάγου έγινε δεκτή η αναίρεση της Χ1 και απερρίφθησαν οι αναιρέσεις των λοιπών. Ακολούθως Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το (νυν προσβαλλόμενο) υπ' αρ. 1396/2009 βούλευμά του (με αντίθετη - απαλλακτική εισαγγελική πρόταση) απέρριψε την υπ' αρ. 480/2006 έφεση της Χ1 κατά του πρωτοδίκου υπ' αρ. 2953/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Το ως άνω 1396/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών επεδόθη στην αντίκλητο δικηγόρο την 1-9-2009 και στην κατηγορουμένη την 16-9-2009 (δείτε αποδεικτικά επιμ. Δικ/ρίων Εισαγγ. Εφ. Αθηνών..., αντιστοίχως). Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι εμπρόθεσμη αφού ασκήθηκε από την κατηγορουμένη την 11-9-2009 (αρ.473§1, 474§1 Κ.Π.Δ.) και νομότυπη διότι στρέφεται κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση (αρ. 482§1α Κ.Π.Δ.) και περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως (αρ. 474§2 Κ.Π.Δ.). Οι προσβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι : Α) Απόλυτη ακυρότητα αρ. 171§1 - 484§1 α Κ.Π.Δ. και δη μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου, την άσκηση δικαιωμάτων του, διότι το προσβαλλόμενο βούλευμα συνεχίζει να αξιοποιεί αποδεικτικά εις βάρος της τις πορισματικές αναφορές του ΣΔΟΕ που περιελάμβαναν αυτολεξεί και αξιοποιούσαν αποδεικτικά πέντε ένορκες μαρτυρικές εξετάσεις της που δόθηκαν ενώπιον των υπαλλήλων του ΣΔΟΕ κατά την διενέργεια προκαταρκτικής έρευνας, πριν της αποδοθεί οιαδήποτε κατηγορία. Με το νυν προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπήρξε συμμόρφωση προς το υπ' αρ. 2521/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Α.Π., αφού το Συμβούλιο Εφετών χρησιμοποιεί σχεδόν αυτολεξεί την ίδια αιτιολογία το ίδιο σκεπτικό και την ίδια γραμματική και λεκτική διατύπωση με το αναιρεθέν βούλευμα του ιδίου δικαστηρίου, μη μπαίνοντας στον κόπο να κρίνει την υπόθεση σύμφωνα με τις παραδοχές του υπ' αρ. 2521/2009 βουλεύματος της Α.Π. Ενώ αναφέρει ότι δεν λαμβάνει υπ' όψη τις πορισματικές εκθέσεις του ΣΔΟΕ και τις επιλήψιμες ένορκες εξετάσεις της, στην πραγματικότητα τις αξιοποιεί αποδεικτικά και τις λαμβάνει υπόψη του διότι χρησιμοποιεί τις ίδιες σκέψεις και αιτιολογίες με το αναιρεθέν υπ' αρ. 1858/07 βούλευμα του ίδιου δικαστηρίου, χωρίς να υφίσταται λεκτικά και νοητικά. Επίσης δεν αναφέρει διόλου ποια η τύχη των πορισματικών αναφορών και των επιλήψιμων ενόρκων καταθέσεών της που υπάρχουν στην σχηματισθείσα ποινική δικογραφία. Β) Έλλειψη ειδικής αιτιολογίας : Αναιτιολόγητα δέχεται ότι γνώριζε την παράνομη δραστηριότητα της εργοδότριας εταιρείας HEDLEY, αναιτιολόγητα δέχεται το υποκειμενικό στοιχείο και συγκεκριμένα της γνώσης της περί ουσιαστικής ανυπαρξίας του αμοιβαίου GOLDSMITH FUND και των παρανόμων δραστηριοτήτων των εργοδοτών της Χ6. και Χ5. Το προσβαλλόμενο αξιοποιεί αποδεικτικά τα επιλήψιμα πορίσματα αποδεικνύεται από το ότι αναφέρει ως ενδείξεις ενοχής της κάποια πραγματικά γεγονότα τα οποία δεν προκύπτουν από κανένα άλλο στοιχείο της δικογραφίας εκτός από τα ανωτέρω επιλήψιμα πορίσματα τα οποία περιλαμβάνουν σχετική αναφορά. Δεν γίνεται εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση της συνδρομής του υποκειμενικού στοιχείου. Δεν αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά μέσα που συγκεντρώθηκαν με αντίστοιχη εκτίμηση του καθενός από αυτά ξεχωριστά και με την αξιολογική συσχέτισή τους με τα υπόλοιπα. Δεν ελήφθη υπόψη η απολογία και το απολογητικό της υπόμνημα.
ΙΙΙ) α) Κατά το άρθρο 105 ΚΠΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 2 του ν. 2408/1996, όταν ενεργείται προανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ. 2 ΚΠΔ, η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 κι εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104. Η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα άλλα εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31. Στο τελευταίο αυτό εδάφιο που αναφέρεται στην προκαταρκτική εξέταση (όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3160/2003) ορίζεται ότι "αν όμως έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δε μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της Εισαγγελίας". Με την αντικατάσταση αυτή του άρθρου 105 Κ.Π.Δ. με τον παραπάνω Ν. 2408/1996 σκοπήθηκε, όπως από την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού προκύπτει, να τερματισθεί το απαράδεκτο καθεστώς της παραβιάσεως των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου στη διάρκεια της αυτεπάγγελτης (αστυνομικής) προανακρίσεως ή της αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής εξετάσεως, η οποία μετά την ισχύ του Ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση, που συνίσταται κυρίως στην απαγόρευση της επικοινωνίας του με συνήγορο πριν από την εξέταση του ως "μάρτυρα", γεγονός που θάλπει, κατά την κοινή πείρα, την πρακτική αυθαιρέτων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και δημιουργεί αρνητική προδιάθεση σε βάρος των αστυνομικών οργάνων. Έτσι με την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού καθίσταται πλέον υποχρεωτικό εκείνος που έχει συλληφθεί, ως δράστης η σε βάρος του οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στην πράξη για την οποία διεξάγεται προανάκριση χωρίς προηγούμενη Εισαγγελική παραγγελία, να εξετάζεται σύμφωνα με ό,τι ισχύει για την εξέταση κάθε κατηγορουμένου, ώστε να αποκλείεται το τέχνασμα της "μαρτυροποίησης" και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενώ με τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου ορίζεται ρητά ότι η κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου εξέταση του δράστη που έχει συλληφθεί ή του υπόπτου, είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη, εφαρμοζόμενης κατά τα άλλα της παραπάνω διατάξεως του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 31 Κ.Π.Δ. Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 β1 του Κ.Π.Δ. ναι μεν δεν απαγγέλλει ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν, είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής εξέτασης, η οποία μετά την ισχύ του ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, εφόσον μετά την λήψη αυτών στο ανακριτικό στάδιο προέκυψαν τυχόν ενδείξεις ενοχής κατά του προσώπου που κατέθεσε αρχικώς ως μάρτυρας, ως δράστης της διωχθείσας πράξεως. Όμως, η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Π.Δ. δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περιπτ. δ' και 481 παρ. 1 περιπτ. β' Κ.Π.Δ., διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και το δικαίωμα του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Π.Δ. να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεση του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής (Ολ. ΑΠ 1/2004 και 2/1999, Α.Π. 2521/2008). Β) Στο παραπεμπτικό βούλευμα υπάρχει η από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου προσώπου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται το περιεχόμενο κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προκύπτει απ' αυτό και να προσδιορίζονται οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. (ΑΠ 1303/2002 σε Συμβούλιο Π.Χρ. ΝΓ/496, ΑΠ 1425/2002 σε Συμβούλιο Π.Χρ. ΝΓ/510). IV) Η διάταξη του άρθρου 386 §1 Π.Κ. ορίζει ότι. "Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Κατά δεν την §3α ιδίου άρθρου αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000 Ευρώ). Από την διάταξη της παραγράφου 1 προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας (ζημία), n οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες και ψευδείς διαβεβαιώσεις του δράστη (Α.Π. 430/2000 Ποιν. Δικ/σύνη 7/2000 σελ. 790, Α.Π. 985/2000 Π.Χρ. ΝΑ/232, Α.Π. 1034/2000 Π.Χρ. ΝΑ/253). Η βλάβη αποτελεί προϋπόθεση τελέσεως της απάτης (Α.Π. 1924/97 Π.Χρ. ΜΜ/648), ως τέτοια νοείται η χειροτέρευση της περιουσίας, έστω και αν υπάρχει ενεργός αξίωση προς ανόρθωση της βλάβης (Α.Π 79/2001 Π.Χρ. ΝΑ/891). Ως γεγονότα κατά την έννοια του άρ. 386 Π.Κ. νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή τα αναγόμενα στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή πραγματική κατάσταση ή δυνατότητα του δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε υπάρχει γεγονός που θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης (Α.Π. σε Συμβ. 5/2001 Π.Χρ. ΝΑ/591 Α.Π. 2228/2007 Π.Χρ. ΝΗ/809). Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που υπάρχει, όταν ο δράστης γνωρίζει ουσιαστικά περιστατικά της πράξης και θέλει να τα παραγάγει. Πρέπει ο δόλος να περιλαμβάνει όχι μόνο όλα τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που προαναφέρθηκαν, αλλά και την μεταξύ τους αιτιώδη σχέση. Η διατύπωση της διατάξεως "εν γνώσει" υποδηλώνει υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση και δεν επιτρέπει την παραδοχή ενδεχόμενου δόλου ως προς το ψευδές της παραστάσεως αποκρύψεως ή παρασιωπήσεως, ενώ ως προς τα λοιπά στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως αρκεί και ενδεχόμενος δόλος (ΑΠ. 172/2002 Ποιν. Δικ/σύνη 2002/844 που αποκλείει τον ενδεχόμενο δόλο, ενώ αντιθέτως ... Ερμ. Π.Κ. υπ' αρ. 386, αρ. 26 δέχονται ενδεχόμενο δόλο ως προς όλα τα στοιχεία). Από την διάταξη του αρ. 13 στοιχ. στ' Π.Κ. προκύπτει ότι για την συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, δηλαδή τέλεση του εγκλήματος περισσότερες από μία φορά, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Δεν απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το έγκλημα αυτό. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένη τελέσεως προκύπτει ο άνω σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος (Α.Π. 480/98 Π.Χρ. ΜΜ/1093, Α.Π. 372/99 Π.Χρ. Ν/26, Α.Π. 1307/2002 Π.Χρ. ΝΓ/497). Δεν είναι αναγκαίο ο δράστης να έχει διαπράξει περισσότερες πράξεις (Α.Π. 1166/91 Π.Χρ. ΜΒ/130, Α.Π. 1375/89 Π.Χρ. Μ/649), δεν πρέπει όμως να ενήργησε ευκαιριακά, αλλά με βάση σχέδιο. V) Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αναφορά στα αποδεικτικά μέσα στο συνδυασμό της έγκλησης της ανωμοτί κατάθεσης της εγκαλούσας (πολιτικής ενάγουσας) των ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων, τα έγραφα μεταξύ των οποίων οι πορισματικές αναφορές του ΣΔΟΕ με ημερομηνίες 27-4-2004, 27-5-2004 και του 15-12-2004, με την επισήμανση ότι δεν ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο όσον αφορούσε την κρίση του για τις αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στην εκκαλέσασα Χ1 οι ένορκες καταθέσεις της ενώπιον των υπαλλήλων του ΣΔΟΕ που δόθηκαν κατά το στάδιο της προκαταρκτικής έρευνας και να περιέχονται στην πορισματική αναφορά με ημερομηνία 27-4-2004 καθώς και οι από 8-5-2003 και 21-10-2003 ένορκες καταθέσεις της που επισυνάπτονται στην δικογραφία σε φωτοτυπικό αντίγραφο, τα υπομνήματα όλων των αντιδίκων πλευρών, της απολογίας του κατηγορουμένου Χ4 και των εγγράφων εξηγήσεων του κατηγορουμένου Χ2, προέκυψαν (όπως αυτά έγιναν δεκτά με το 2953/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατά το μέρος που κατέστη αμετάκλητο ως προς τους Χ5, Χ6, Χ4, Χ2) τα εξής: "Ο κατηγορούμενος Χ6 το έτος 1991, ήρθε στην Ελλάδα, διωκόμενος από τις αρχές των Η.Π.Α., για απάτες και άλλες (κακουργηματικές) πράξεις και με την συμμετοχή του αδελφού του, επίσης κατηγορουμένου Χ5, κατάφερε να συγκροτήσει μία ομάδα εμπείρων, περί τα χρηματοοικονομικά, ατόμων, μέσω δε διαφόρων εταιρειών και οι δύο σχεδίασαν έντεχνα δραστηριότητες τις οποίες και υλοποίησαν, με πυρήνα την ίδρυση και λειτουργία της "παρατράπεζας", "HEDLEY FINANCE LTD" και των δορυφόρων εταιρειών της, εμπλέκοντας στον ιστό τους, μεγάλο αριθμό ανυποψίαστων επενδυτών - πελατών, τους οποίους με μεθόδους και τέλειους μηχανισμούς εξαπάτησαν, διαθέτοντας ως αμοιβαίο κεφάλαιο το "GOLDSMITH INVESTMENT FUND", με τις εγγυημένες αποδόσεις, όπως διαβεβαίωναν. Από το έτος 1997 και έκτοτε, επεκτείνοντας μεθοδικά τους στόχους των, συνεργάζονται άμεσα με τους κατηγορουμένους Χ2, Χ4 και το φυγόδικο Χ3 (εκτός των άλλων ατόμων) και επιτυγχάνουν να εξαπατήσουν ανυποψίαστους πελάτες, σε μεγάλο αριθμό, οι οποίοι δελεάζοντο από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις, τις υψηλές και εγγυημένες (δήθεν) αποδόσεις των χρημάτων τους, την πληθώρα εντύπων και ενημερωτικών φυλλαδίων, την δήθεν συνεργασία με φερέγγυα και αξιόπιστα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τα ψευδή ενημερωτικά δελτία κίνησης, τα οποία αποστέλλονταν στους πελάτες-επενδυτές. Για την πραγματοποίηση των σχεδίων τους έθεσαν σε λειτουργία ανύπαρκτα χρηματοοικονομικά προϊόντα (GOLDSMITH και GLOBELEX), τα οποία με τη βοήθεια κυρίως της O.V.B. HELLAS, που λειτουργούσε ως "τροφοδότης" και "πυρήνας", καθώς και άλλων συνεργατών, τα προώθησαν κυρίως στην Ελληνική αγορά, και έτσι αποκόμισαν τεράστια ποσά, χωρίς να είναι δυνατόν να προσδιορισθεί επακριβώς το ύψος αυτών. Στη συνέχεια, αφού οι κατηγορούμενοι αυτοί (Χ6. και Χ5), δημιούργησαν δεκάδες εταιρείες υπεράκτιες και μη, με κύρια και κεντρική επιχείρηση την εταιρεία "HEDLEY FINANCE LTD", άνοιξαν δεκάδες λογαριασμούς, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό, και κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα δαιδαλώδες εντυπωσιακό δίκτυο, μέσω του οποίου, τα χρήματα των επενδυτών, μετά από περιπλανήσεις από τράπεζα σε τράπεζα, κατέληξαν στους προσωπικούς λογαριασμούς των εν λόγω κατηγορουμένων και των συνεργατών, οι οποίοι τα ενθυλάκωναν για ίδιο όφελος. Εγκαθιστούν και λειτουργούν τα γραφεία των εταιρειών σε πολυτελή κτίρια, διαθέτουν ακριβό και σύγχρονο εξοπλισμό, χρησιμοποιούν πολυδάπανη και ισχυρή διαφήμιση και όλα αυτά ως "προκάλυμμα", με το σκοπό να μπορούν να διαλύουν τις όποιες ενδεχόμενες υπόνοιες εγείροντο από τυχόν δύσκολους πελάτες. Η εταιρεία "HEDLEY FINANCE LTD", είχε τα γραφεία της στη ..., εδήλωνε δε έδρα της και δραστηριότητα στις ..., από τους πλέον φορολογικούς παραδείσους και αντιπροσώπευε τα αμοιβαίο κεφάλαιο στην Ελλάδα. Αυτή λειτουργούσε χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις του Α.Ν.86/67, παραβιάζοντας και τη σχετική άδεια που είχε λάβει από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας (πρωτ. ΙΕ/53145/2345/11384/21-3-1997), δεδομένου ότι η εν λόγω εταιρεία μπορούσε να ασχολείται αποκλειστικά με τον συντονισμό, την εποπτεία, τον έλεγχο, την παρακολούθηση και την προώθηση των εκτός Ελλάδος δραστηριοτήτων της εταιρείας και απαγορευόταν ρητά να πραγματοποιεί εμπορική δραστηριότητα στον Ελλαδικό χώρο. Για την πραγματοποίηση του σχεδίου των, κατασκεύασαν και προώθησαν με δίκτυο πωλητών (OFFSHORE εταιριών), ένα χρηματοοικονομικό προϊόν, τύπου αμοιβαίου κεφαλαίου, με την ονομασία GOLDSMITH FUND, από την αντίστοιχη OFFSHORE εταιρεία GOLDSMITH INVESTMENT LIMITED, τα γραφεία της οποίας ήσαν στην ίδια ως άνω οδό στη .... Για την προώθηση και διάθεση του ανύπαρκτου αυτού προϊόντος, χρησιμοποίησαν τις υπηρεσίες υπαλλήλων και συνεργατών, μεταξύ των οποίων και οι συγκατηγορούμένοι, Χ4 και Χ1 (νυν εκκαλούσα), εξ αυτών δε των συνεργατών, άλλοι μεν εν γνώσει των συμμετείχαν στην απάτη και στην ενθυλάκωση του χρήματος και άλλοι δε εν αγνοία τους εκτελούσαν εντολές των Χ6 και Χ5, αποτελούντες έτσι την ανθρώπινη υποδομή, για την επίτευξη των στόχων τους. Έτσι, βασικό στέλεχος της εταιρείας "HEDLEY FINANCE LIMITED", ήταν και ο κατηγορούμενος Χ4, ο οποίος είχε αναλάβει ηγετικό ρόλο στη διάθεση του ανωτέρω προϊόντος, γνωρίζοντας ότι αυτό ήταν ανύπαρκτο, και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο. Επίσης ο εν λόγω εμφανιζόταν ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας "TALADIAN ΑΕΛΔΕ", συμφερόντων των αδελφών Χ5 και Χ6, με σκοπό ίδρυσης να "παίξουν" με το χρηματιστήριο, ιδιαίτερα δε ο Χ4 συμμετείχε ενεργά και εν γνώσει του στις παράνομες δραστηριότητες των Χ5 και Χ6, έχοντας μάλιστα αναλάβει και το μεγαλύτερο μέρος της διάθεσης των μετοχών της "NATIONAL ENERGY HOLDIN GS UK LIMITED", περιφερόμενος σε όλη την Ελλάδα, όπου προσέλκυε πελάτες για αγορά μετοχών της εν λόγω εταιρείας και γνωρίζοντας εκ των προτέρων για την τύχη των επενδύσεων αυτών .... Προκειμένου να επιτύχουν οι κατηγορούμενοι Χ6. και Χ5, μεγαλύτερη αύξηση και προσέλκυση πελατών, συνεργάσθηκαν με το παράρτημα της γερμανικής ασφαλιστικής εταιρείας "O.V.B", στην Ελλάδα, οι οποίοι χρησιμοποίησαν το δίκτυο των ασφαλιστών της, για την προώθηση του αμοιβαίου κεφαλαίου. Νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της "O.V.B." ήτο ο Χ2, μέσω του οποίου διοχετεύθηκε ο μεγαλύτερος όγκος των χρημάτων προς τα κεντρικά πρόσωπα της παρατράπεζας, από την διάθεση των χρηματοοικονομικών προϊόντων (GOLDSMITH και GLOBELEX), είχε δε ως αντικείμενο τη διαμεσολάβηση για τραπεζικά, ασφαλιστικά και επενδυτικά προϊόντα. Για την προώθηση του ανύπαρκτου αυτού προϊόντος χρησιμοποίησαν πολυδάπανη διαφήμιση, πληθώρα εντύπων, ορισμένα εκ των οποίων έφεραν το διακριτικό OVB και ενημερωτικά φυλλάδια, που εμφάνιζαν το ανωτέρω αμοιβαίο κεφάλαιο, ότι αποτελούσε μοναδική ευκαιρία επένδυσης, με ελάχιστο επενδυτικό ρίσκο, ότι ή ως άνω εταιρεία HEDLEY είναι οικονομικός κολοσσός με παγκόσμια εμβέλεια και διεθνές κύρος και συνεργάζεται με εταιρείες διεθνούς φήμης, ότι τόσο αυτή, όσο και η OVB είχαν νόμιμη άδεια για τη διάθεση του ανωτέρω αμοιβαίου κεφαλαίου GOLDSMITH FUND, ότι η αποδοτικότητα και η ασφάλεια του επενδυτικού αυτού προϊόντος ήταν αναμφισβήτητες, διότι εκτός από το εγγυημένο ετήσιο, ιδιαίτερα υψηλό επιτόκιο, τουλάχιστον 10%, το εν λόγω πρόγραμμα παρείχε και ασφάλιση, τόσο του επενδυμένου κεφαλαίου, όσο και των τόκων αυτού από την ασφαλιστική εταιρεία LLOYDS του ... και ότι θεματοφύλακας του ως άνω προϊόντος ήταν η Τράπεζα της Αγγλίας ROYAL BANK OF SCOTLAND. Οι ψευδείς αυτές παραστάσεις ήσαν το περιεχόμενο και των συναντήσεων που οργάνωναν με τους υποψήφιους επενδυτές στα πολυτελή γραφεία της εταιρείας, καθώς και σε διάφορα πολυτελή ξενοδοχεία των Αθηνών, όπου, επεδείκνυαν το ικανότατο στελεχιακό δυναμικό των επιχειρήσεων τους, διαβεβαιώνοντας για την υψηλή αποδοτικότητα του χρηματοοικονομικού προϊόντος και το εξασφαλισμένο του κεφαλαίου της επένδυσης. Έτσι, πείσθηκαν εκατοντάδες επενδυτές, μεταξύ των οποίων και η εγκαλούσα Ψ, η οποία ενημερώθηκε για το ανωτέρω επενδυτικό πρόγραμμα από τον ασφαλιστή εργαζόμενο στην OVB, Ε, με τον οποίο, τον Ιούλιο του 2001, μετέβη στα γραφεία της "HEDLEY", όπου ήλθε σε επαφή με την Χ1, η οποία την διαβεβαίωσε για την αποδοτικότητα και την ασφάλεια του ως άνω επενδυτικού προγράμματος, με αποτέλεσμα να πεισθεί η εγκαλούσα και να προβεί, την 27η-7-2001, σε προθεσμιακή για ένα έτος επένδυση κεφαλαίου ύψους 52.631,58 USD στο ανωτέρω αμοιβαίο κεφάλαιο GOLDSMITH, με εγγυημένο επιτόκιο 8%. Έτσι η εγκαλούσα παρέδωσε στην εν λόγω κατηγορουμένη, παρουσία και του κατηγορουμένου Χ4, τρεις επιταγές νομίμως οπισθογραφημένες, τις υπ' αριθμ.: ... της Εθνικής Τράπεζας, ποσού 3.000.000 δρχ. η κάθε μία, και την υπ' αριθμ. ... της Τράπεζας Κύπρου, ποσού 14.000.000 δρχ. Μετά ταύτα, η ίδια κατηγορουμένη παρέδωσε στην εγκαλούσα μερίδια μετοχών, που αντιστοιχούσαν στο ποσό της επένδυσης της. Μέχρι και τον Απρίλιο 2002 η εγκαλούσα ελάμβανε τακτικές ενημερωτικές επιστολές, στις οποίες αναγραφόταν το ύψος της επένδυσης και οι υποσχεθείσες αποδόσεις του κεφαλαίου, μάλιστα εισέπραξε και τους συμφωνηθέντες τόκους μέχρι τον Ιούλιο 2002, με συνέπεια και λόγω του ότι η επένδυση της φαινόταν να αποδίδει ικανοποιητικά, να μη ζητήσει ρευστοποίηση του κεφαλαίου της, το οποίο την 27η-7-2002 επανεπενδύθηκε αυτόματα για ένα ακόμα έτος με επιτόκιο τουλάχιστον 7%, η δε κατηγορουμένη Χ1, την 17η-9-2002, της παρέδωσε τραπεζική επιταγή ποσού 1.800 ευρώ, προκαταβάλλοντας τους συμφωνηθέντες τόκους του πρώτου εξαμήνου της επανεπένδυσης της (Ιούλιος 2002-Ιανουάριος 2003), ενθαρρύνοντας και προτρέποντας αυτή να υπογράψει την αίτηση επανεπένδυσης. Ενώ η εγκαλούσα ανέμενε την αποστολή των σχετικών ενημερωτικών επιστολών, τον Ιανουάριο 2003 οι κατηγορούμενοι Χ6. και Χ5, έκλεισαν τα γραφεία της εταιρείας στη ... και εξαφανίσθηκαν, όπως και οι συνεργάτες-συμμέτοχοι Χ2 και Χ4, ιδιοποιούμενοι παράνομα τα χρήματα εκατοντάδων επενδυτών, μεταξύ των οποίων και της νυν εγκαλούσας, τα οποία δεν έχουν αποδώσει μέχρι σήμερα. Έτσι, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας του Σ.Δ.Ο.Ε., τα χρήματα που απέκτησαν από την διάθεση του φερομένου ως αμοιβαίου κεφαλαίου με την ονομασία GOLDSMITH, ανήλθαν στο ποσό 48.477.262,52 ευρώ, χωρίς και να αποκλείεται πολύ μεγαλύτερο ποσό, κατά τον συνημμένο αναλυτικό πίνακα στην από 15-12-2004 πορισματική αναφορά του εν λόγω σώματος δίωξης. Αρχές Φεβρουαρίου του 2003, ήρθαν στο φως της δημοσιότητας τα πρώτα στοιχεία της τεράστιας απάτης, την οποία εμπνεύσθηκαν, οργάνωσαν και υλοποίησαν οι κατηγορούμενοι Χ6. και Χ5, με καθοδηγητή και κορυφαίο στην ιεραρχία τον πρώτο,ενώ ακολουθούν κατά σειρά ιεραρχίας οι Χ5, Χ4 και Χ2, μαζί βέβαια και με άλλους ήδη ποινικά εμπλεκόμενους. Στην πραγματικότητα οι OFFSHORE εταιρείες HEDLEY FINANCE LIMITED και GOLDSMITH INVESTMENT LIMITED, όπως και πλήθος παρόμοιων εταιρειών CANYON FINANEE, HAVERFORD, CARMEL, MATRIX, MATRIX ASSET, GLOBELEX, ROYALIS SHIP), ήσαν εταιρείες "μαϊμού", δημιουργήματα των παραπάνω τεσσάρων κατηγορουμένων, με πρωτεργάτη τον Χ6, μέσω αυτών δε των εταιρειών, ακολουθώντας μεθοδολογία εξειδικευμένη για την απόκρυψη και μετατροπή των πάσης φύσεως κεφαλαίων σε "νόμιμες" επενδύσεις, μέσα από δαιδαλώδεις διαδρομές και διαδικασίες, για να επιτύχουν την ολίσθηση των κεφαλαίων των θυμάτων, στα ειδικά των θυλάκια, κατόρθωσαν, να εξαπατήσουν εκτός από φυσικά πρόσωπα και εταιρείες, δήμους, φιλανθρωπικά ιδρύματα, εξαπλώνοντας το δίκτυο και σε όλες σχεδόν τις μεγάλες πόλεις της Ελλάδος. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, της εγκαλούσας Ψ, προέβαλαν απατηλά επενδυτικά προϊόντα, όπως το GOLDSMITH FUND, τύπου αμοιβαίου κεφαλαίου της αντίστοιχης OFFSHORE! εταιρείας GOLDSMITH INVESTMENT LIMITED, το, οποίο ήταν ανύπαρκτο, χωρίς ενσωματωμένο δικαίωμα και χωρίς αντίκρυσμα, διαβεβαίωσαν την εν λόγω παθούσα ότι η ως άνω εταιρεία είναι οικονομικός κολοσσός με παγκόσμια εμβέλεια και διεθνές κύρος, και συνεργάζεται με εταιρείες διεθνούς φήμης, ότι είχαν τις νόμιμες άδειες, όπως και η O.V.B. για τη διάθεση του αμοιβαίου κεφαλαίου GOLDSMITH FUND, ότι η ασφάλεια του επενδυτικού αυτού προϊόντος ήτο αναμφισβήτητη και ότι θεματοφύλακας του εν λόγω προϊόντος, ήτο η Τράπεζα της Αγγλίας ROYAL BANK OF SCOTLAND ..... Τα έγγραφα που παραδόθηκαν στην μηνύτρια, ήσαν ψευδή και κατασκευασμένα από τους ως άνω κατηγορούμενους, οι δε τηλεφωνικές γραμμές δήθεν στο ..., που δίδονταν από την εταιρεία HEDLEY FINANCE στους επενδυτές, εκτρέπονταν στα γραφεία της εταιρείας στη ... και οι απαντήσεις στις ερωτήσεις των επενδυτών, εγένοντο από τους ίδιους τους υπαλλήλους της εταιρείας, μάλιστα στις αναγραφόμενες, στα έγγραφα, διευθύνσεις του ... επρόκειτο όχι για γραφεία, αλλά οικόπεδο, η εταιρεία "HEDLEY" δεν ήτο φερέγγυα και απαγορευόταν να έχει οποιαδήποτε δραστηριότητα στην Ελλάδα, γι' αυτό και ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της τον Ιούλιο 2002, ενώ επιβλήθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, (με την υπ' αριθμό 9/228/25-10-2001 απόφαση της), πρόστιμο 10.000.000 δρχ., στην εταιρεία O.V.B. ΕΛΛΑΣ, για την παράνομη διακίνηση του αμοιβαίου κεφαλαίου GOLDSMITH FUND". Περαιτέρω με το αμετάκλητο, ως προς τους ανωτέρω κατηγορουμένους, υπ' αριθμ. 2953/06 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών "Την πράξη αυτή ετέλεσαν εκείνοι από κοινού, με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις, όπως προαναφέρθηκε, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία της παθούσης που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή 14.673,5 ευρώ, ενήργησε δε ο καθένας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, έχοντας ριζωμένη την ροπή προς τις απάτες, διαμορφωμένη δε υποδομή και ετοιμότητα διάπραξης τέτοιων εγκλημάτων. Ιδιαίτερα προς τούτο, επισημαίνεται και αξιολογείται ο προεκτεθείς οργανωμένος, συστηματικός, επιτήδειος και αριστοτεχνικός τρόπος συγκρότησης του όλου μηχανισμού για την εξαπάτηση εκατοντάδων Ελλήνων επενδυτών, μεταξύ των οποίων και η εγκαλούσα, η καλοστημένη επιχείρηση της "παρατράπεζας", με δήθεν διεθνείς διασυνδέσεις, η προβολή διαφημιστικών φυλλαδίων, ο δελεασμός με πληθώρα εντύπων και ενημερωτικών φυλλαδίων, τα ψευδή ενημερωτικά δελτία κίνησης που αποστέλλοντο στους πελάτες-επενδυτές, η θέση σε λειτουργία ανύπαρκτων χρηματοοικονομικών προϊόντων, η δημιουργία δεκάδων υπεράκτιων εταιρειών, το άνοιγμα δεκάδων λογαριασμών, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό, με πυρήνα την "HEDLEY", η δημιουργία δαιδαλώδους εντυπωσιακού δικτύου, μέσω του οποίου τα κεφάλαια των επενδυτών, αφού χάνονταν, "ξεπλένονταν" και κατέληγαν στα θυλάκια των ως άνω κατηγορουμένων, η εκτροπή των τηλεφωνημάτων από Έλληνες επενδυτές στο εξωτερικό, στα τηλέφωνα, στα γραφεία της ..., τα πλαστά ασφαλιστήρια συμβόλαια των LLOYD'S του ..., η έκδοση του περιοδικού Foreign Policy από τον Χ6, η λειτουργία γραφείων σε πολυτελή κτίρια, που διέθεταν ακριβό και σύγχρονο εξοπλισμό, η πολυδάπανη και ισχυρή διαφήμιση, ως "προκάλυμμα" για την διάλυση υπονοιών στους δύσκολους υποψήφιους πελάτες, η οργάνωση σεμιναρίων σε πολυτελή ξενοδοχεία, η οργάνωση δικτύου υπαλλήλων-πωλητών, σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Ελλάδος. Αξιοσημείωτο εξ άλλου είναι και το γεγονός ότι προκειμένου να ανεύρουν χρήματα για να ικανοποιήσουν τους πελάτες του ανύπαρκτου αμοιβαίου κεφαλαίου GOLDSMITH FUND, οι οποίοι είχαν αρχίσει να πιέζουν για ρευστοποίηση των επενδύσεων τους, προσπάθησαν να διαθέσουν στην αγορά με τον ίδιο τρόπο, άλλο ανύπαρκτο χρηματοοικονομικό προϊόν, με την ονομασία GLOBELEX, εξαπατώντας τους ανυποψίαστους επενδυτές, μάλιστα ο Χ6, την 13-1-2003 ίδρυσε άλλη μια εταιρεία την NATIONAL ENERGY SA, προκειμένου με την βοήθεια των υπόλοιπων κατηγορουμένων να υφαρπάξει τα χρήματα των ανυποψίαστων επενδυτών, με τον ίδιο τρόπο, που είχαν χρησιμοποιήσει με τα ανωτέρω ανύπαρκτα χρηματοοικονομικά προϊόντα. Κατ' ακολουθία αυτών, συνάγεται η εμμονή και η ανεξάντλητη ροπή των στην προεκτεθείσα εγκληματική δράση, για πολλά έτη, αναμφίβολα κατ' επάγγελμα προς πορισμό σταθερού και διαρκούς εισοδήματος". Πέραν των ανωτέρω, όσον αφορά την κατηγορουμένη Χ1, από το προαναφερθέν αποδεικτικό υλικό, (χωρίς όπως παραπάνω επισημάνθηκε να λαμβάνονται υπόψη οι ένορκες καταθέσεις της ενώπιον των υπαλλήλων του ΣΔΟΕ που δόθηκαν κατά το στάδιο της προκαταρκτικής έρευνας και περιέχονται στην πορισματική αναφορά με ημερομηνία 27-4-2004 καθώς και οι από 8-5-2003 και 21-10-2003 ένορκες καταθέσεις της που επισυνάπτονται στη δικογραφία σε φωτοτυπικό αντίγραφο), προέκυψε η ενεργός συμμετοχή της στην προώθηση του ανύπαρκτου χρηματοοικονομικού προϊόντος τύπου αμοιβαίου κεφαλαίου με την ονομασία "GOLDSMITH FUND", καθόσον με την ιδιότητα της ως προϊσταμένης υπαλλήλου στο λογιστήριο της εταιρίας "HEDLEY FINANCE LIMITED" στα γραφεία της στη ..., προμήθευε τους υποψήφιους επενδυτές με ενημερωτικά φυλλάδια, που εμφάνιζαν το ανωτέρω αμοιβαίο κεφάλαιο ότι αποτελούσε μοναδική ευκαιρία επένδυσης με ελάχιστο επενδυτικό ρίσκο, ότι η HEDLEY είναι οικονομικός κολοσσός στο εξωτερικό παγκοσμίου εμβέλειας και διεθνούς κύρους, ότι συνεργάζεται με εταιρίες διεθνούς κύρους, όπως η O.V.B. ..., ότι η αποδοτικότητα και η ασφάλεια αυτού του επενδυτικού προϊόντος ήταν απολύτως εξασφαλισμένη, ότι θεματοφύλακας του ως άνω προϊόντος ήταν η Τράπεζα Αγγλίας ROYAL BANK OF SCOTLAND, ενώ συστηματικά καθησύχαζε τους επενδυτές ως προς την καλή πορεία της επένδυσης, ακόμη και μετά την εμφάνιση των προβλημάτων που ανέκυψαν με τις ελληνικές Αρχές που οδήγησαν στην αποκάλυψη της απάτης σε βάρος μεγάλου αριθμού επενδυτών. Οι ψευδείς αυτές παραστάσεις ήταν το περιεχόμενο και των ενημερωτικών συναντήσεων που οργάνωναν οι κατηγορούμενοι (στις οποίες συμμετείχε και η εκκαλούσα Χ1) με τους υποψήφιους επενδυτές στα πολυτελέστατα γραφεία της εταιρίας καθώς και σε πολυτελέστατα ξενοδοχεία των ..., όπου διαβεβαίωναν τους υποψήφιους επενδυτές για την υψηλή αποδοτικότητα του προϊόντος αυτού και το εξασφαλισμένο του κεφαλαίου της επένδυσης. Έτσι και στην προκειμένη περίπτωση πείστηκε και η εγκαλούσα Ψ, η οποία ενημερώθηκε για το επενδυτικό πρόγραμμα από τον ασφαλιστή - συνεργαζόμενο με την OVB Ελλάδας Ε, με τον οποίο, τον Ιούλιο του 2001, μετέβη στα γραφεία της εταιρίας HEDLEY FINANCE LIMITED, όπου ήρθε σε επαφή με την κατηγορουμένη Χ1, η οποία την διαβεβαίωσε για την αποδοτικότητα και την ασφάλεια του ως άνω επενδυτικού προγράμματος, με αποτέλεσμα να πεισθεί η παθούσα και να προβεί στις 27-7-01 σε προθεσμιακή για ένα έτος επένδυση κεφαλαίου ύψους 52.631,58 USD στο ανωτέρω αμοιβαίο κεφάλαιο GOLDSMITH, με εγγυημένο επιτόκιο στην περίπτωση της 8%, η απόκλιση δε αυτή από το επιτόκιο 20% που παρουσιαζόταν ως η ελάχιστη εγγυημένη απόδοση του αμοιβαίου κεφαλαίου δικαιολογήθηκε από την ίδια κατηγορουμένη ως απότοκος της κρίσης των χρηματαγορών τη χρονική εκείνη περίοδο. Έτσι η εγκαλούσα την ανωτέρω ημερομηνία παρέδωσε στην ως άνω κατηγορουμένη Χ1 παρουσία και του συγκατηγορουμένου της Χ4, τρεις επιταγές νομίμως οπισθογραφημένες, ήτοι τις υπ' αριθμ. ... επιταγές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ποσού 3.000.000 δρχ. έκαστη και την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Κύπρου ποσού 14.000.000 δρχ. Στη συνέχεια η ίδια κατηγορουμένη παρέδωσε στην εγκαλούσα μερίδια μετοχών που αντιστοιχούσαν στο ποσό της επένδυσης της, ενώ λίγες ημέρες αργότερα η τελευταία έλαβε επιστολή επιβεβαίωσης της επένδυσης της από την εταιρία GOLDSMITH INVESTMENT, αρχικά δε έως και τον Απρίλιο του 2002 λάμβανε τακτικές ενημερωτικές επιστολές στις οποίες αναφερόταν το ύψος της επένδυσης και οι υποσχεθείσες αποδόσεις του κεφαλαίου, μάλιστα εισέπραξε και τους συμφωνηθέντες τόκους μέχρι τον Ιούλιο του 2002, με συνέπεια και λόγω του ότι η επένδυση της φαινόταν να αποδίδει ικανοποιητικά να μη ζητήσει ρευστοποίηση του κεφαλαίου της, το οποίο στις 27-7-02 επανεπενδύθηκε αυτόματα για ένα ακόμη έτος με επιτόκιο τουλάχιστον 7%, η δε κατηγορουμένη στις 17-9-02 της παρέδωσε τραπεζική επιταγή ποσού 1.800 €, προκαταβάλλοντας τους συμφωνηθέντες τόκους του πρώτου εξαμήνου της επανεπένδυσης της (Ιούλιος 2002-Ιανουάριος 2003), ενθαρρύνοντας και προτρέποντας την έτσι να υπογράψει την αίτηση επανεπένδυσης. Ενώ η εγκαλούσα ανέμενε την αποστολή των σχετικών ενημερωτικών επιστολών, τον Ιανουάριο του 2003 οι κατηγορούμενοι και η εκκαλούσα έκλεισαν τα γραφεία της εταιρίας στη ... και εξαφανίστηκαν, ιδιοποιούμενοι παράνομα τα χρήματα εκατοντάδων επενδυτών μεταξύ των οποίων και της εγκαλούσας, τα οποία δεν έχουν αποδώσει μέχρι σήμερα, αρχές δε Φεβρουαρίου του 2003 ήρθαν στο φως της δημοσιότητας τα πρώτα στοιχεία της τεράστιας απάτης που έστησαν οι αδελφοί Χ6 και Χ5 με τη βοήθεια των ανωτέρω συνεργατών και συγκατηγορουμένων τους, μεταξύ των οποίων η εκκαλούσα Χ1, δηλαδή, στην πραγματικότητα, όπως προεκτέθηκε, οι Offshore εταιρίες HEDLEY FINANCE LIMITED και GOLDSMITH INVESTMENT LIMITED, όπως και πλήθος παρόμοιων εταιριών, ήταν δημιουργήματα των κατηγορουμένων Χ5 και Χ6, οι οποίοι μέσω αυτών προέβησαν Η Εισηγήτρια στην εξαπάτηση των επενδυτών με την προβολή απατηλών επενδυτικών προϊόντων, όπως το GOLDSMITH FUND, τύπου αμοιβαίου κεφαλαίου, της αντίστοιχης Offshore εταιρίας GOLDSMITH INVESTMENT LIMITED, το οποίο ήταν ανύπαρκτο, χωρίς ενσωματωμένο δικαίωμα και χωρίς αντίκρισμα, όλα τα ανωτέρω παραδοθέντα στην εγκαλούσα έγγραφα ήταν ψευδή και κατασκευασμένα από τους κατηγορούμενους, οι δε τηλεφωνικές γραμμές στο ..., που δίδονταν από την εταιρία HEDLEY FINANCE στους επενδυτές, εκτρέπονταν στα γραφεία της εταιρίας, στη ... και οι απαντήσεις στις ερωτήσεις των επενδυτών εγένοντο από τους ίδιους τους υπαλλήλους της εταιρίας, η οποία ασφαλώς δεν ήταν φερέγγυα και απαγορευόταν να έχει οποιαδήποτε δραστηριότητα στην Ελλάδα γι' αυτό και ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της τον Ιούλιο του 2002, ενώ επιβλήθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με την υπ' αριθμ. 9/228/25-10-01 απόφαση της, πρόστιμο 10.000.000 δρχ. στην εταιρία OVB ΕΛΛΑΣ για την παράνομη διακίνηση του αμοιβαίου κεφαλαίου GOLDSMITH FUND. Η ενεργός συμμετοχή της εκκαλούσας μετά των λοιπών κατηγορουμένων στην παραπλάνηση της εγκαλούσας προκύπτει εκτός από την κατάθεση της τελευταίας και των εγγράφων που προσκόμισε, από τις ένορκες καταθέσεις του ..., αδελφού της εγκαλούσας, ο οποίος παραβρέθηκε σε δύο συναντήσεις της αδελφής του με την κατηγορουμένη στα γραφεία της HEDLEY και επιβεβαιώνει τα όσα η εγκαλούσα καταγγέλλει και του Ε, επενδυτικού πράκτορα της OVB Ελλάς, ο οποίος συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις της εγκαλούσας με την κατηγορουμένη κατά τη συγκεκριμένη επένδυση, αλλά κυρίως από τις πορισματικές αναφορές του ΣΔΟΕ, στις οποίες (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ένορκες καταθέσεις της εκκαλούσας που περιέχονται σ' αυτές) γίνεται λεπτομερής ανάλυση του τρόπου δράσης και της εμπλοκής των κατηγορουμένων και της εκκαλούσας στη διωκόμενη αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία από την οποία το συνολικό όφελος των δραστών και η αντίστοιχη ζημία της παθούσας υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή των 14,673,5 ευρώ, την οποία μάλιστα οι κατηγορούμενοι (και η εκκαλούσα Χ1) τέλεσαν από κοινού ενεργούντες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, έχοντας ριζωμένη τη ροπή προς τις απάτες, διαμορφωμένη δε ροπή και ετοιμότητα διάπραξης τέτοιων εγκλημάτων, ήτοι με τον προεκτεθέντα οργανωμένο, συστηματικό, επιτήδειο και αριστοτεχνικό τρόπο σε βάρος εκατοντάδων Ελλήνων επενδυτών, μεταξύ των οποίων και η εγκαλούσα. Το δε γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι (και η εκκαλούσα Χ1) προκειμένου να ανεύρουν χρήματα για να ικανοποιήσουν τους πελάτες του ανύπαρκτου αμοιβαίου κεφαλαίου GOLDSMITH FUND, οι οποίοι είχαν αρχίσει να πιέζουν για τη ρευστοποίηση των επενδύσεων τους προσπάθησαν να διαθέσουν στην αγορά με τον ίδιο τρόπο άλλο ανύπαρκτο χρηματοοικονομικό προϊόν με την ονομασία GLOBELEX εξαπατώντας τους ανυποψίαστους επενδυτές, μαρτυρεί εμμονή και έντονη ροπή αυτών στην παραπάνω εγκληματική δράση αναμφίβολα κατ' επάγγελμα προς πορισμό εισοδήματος. Οι ισχυρισμοί της εκκαλούσας ότι ήταν μία απλή υπάλληλος της HEDLEY, η οποία γνώριζε, ούτε μπορούσε να γνωρίζει τις έκνομες δραστηριότητες των συγκατηγορουμένων της και δεν συμμετείχε εν γνώσει της σ' αυτές, ούτε είχε ίδιο όφελος, αφού η μόνη της απολαβή ήταν αυτή του μισθού της ύψους 120.000 δραχμών (352,16 6) ο δε ρόλος της ήταν διεκπεραιωτικός των επενδυτικών προγραμμάτων, δεν ευσταθούν, αφού πέραν των όσων εκτέθηκαν παραπάνω σχετικά με την ενεργό και καθοριστική συμβολή της στην προώθηση του ανύπαρκτου ως άνω αμοιβαίου κεφαλαίου και την σχέση της με τη HEDLEY, συμμετείχε και σε άλλες ύποπτες επενδυτικές δραστηριότητες των αδελφών Χ5 και Χ6, δηλαδή ως μέτοχος και συνιδρύτρια στην εταιρία ΤΗΡΕΑΣ Α.Ε., με βασικό μέτοχο το Χ6, η οποία, κατά την από 27-4-2004 πορισματική αναφορά του ΣΔΟΕ, συγκαταλέγεται στις εταιρίες "ξεπλύματος των χρημάτων των εξαπατημένων επενδυτών", ενώ σε πολλές περιπτώσεις εκπροσωπούσε άλλες εταιρίες των αδελφών Χ5 και Χ6. Είναι χαρακτηριστικό δε ότι πολλοί από τους εξαπατηθέντες εντάσσουν την κατηγορουμένη στους συνεργούς της "καλοστημένης" απάτης (βλ. αναφορά των καταθέσεων Β1 μέχρι και Β5 στην ανωτέρω πορισματική αναφορά), ενώ και ο συγκατηγορούμενός της Χ5 την αναφέρει ως "δεξί χέρι" του αδελφού του Χ6. Μάλιστα στην από 15-12-2004 πορισματική αναφορά δεν αποκλείεται η εν γνώσει συμμετοχή, ορισμένων υπαλλήλων στις παράνομες δραστηριότητες των Χ5 και Χ6 και των λοιπών συνεργατών τους. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι η κατηγορουμένη είχε αναπτύξει ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης και στενής συνεργασίας με τους συγκατηγορούμενούς της και ιδιαίτερα με το Χ6, πρωτεργάτη και ιθύνοντα νου του όλου εγχειρήματος, ώστε να εδραιώνεται η άποψη ότι και γνώση και βούληση συμμετοχής στα τεκταινόμενα με τις εταιρίες Χ5 και Χ6 είχε και καθοριστική δράση σ' αυτές, οπότε σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος της υπάρχουν για την πράξη για την οποία' κατηγορείται. Επομένως και το εκκαλούμενο βούλευμα, που κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα και παρέπεμψε την κατηγορουμένη Χ1 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για την από κοινού με τους λοιπούς παραπεμφθέντες κατηγορούμενους τέλεση της κακουργηματικής απάτης που της αποδόθηκε, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και κατ' ακολουθίαν η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς τις διατάξεις του που αναφέρονται στην κατηγορουμένη. VI) Ως προς την προβαλλόμενη ακυρότητα: Με τις ανωτέρω παραδοχές το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν πάσχει από ακυρότητα (αρ. 484§1α - 171§1δ Κ.Π.Δ.), δηλαδή, δεν παρεβίασε υπερασπιστικά δικαιώματα της κατηγορουμένης, αφού κατ' επανάληψη κάνει αναφορά (φύλλο 25 σελ. α, φύλλο 31 σελ. α και φύλλο 33 σελ. β.) ότι για τον σχηματισμό της κρίσεώς του το Συμβούλιο Εφετών δεν έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις που είχε δώσει η κατηγορουμένη ενώπιον των υπαλλήλων ΣΔΟΕ κατά το στάδιο της προκαταρκτικής έρευνας και περιέχονται στην πορισματική αναφορά με ημερομηνίες 27-4-04, 8-5-2003, 21-10-2003 και είναι σαφές πως το Συμβούλιο τις εξήρεσε και ουδόλως στηρίχθηκε σ' αυτές. Περαιτέρω η τυχόν παραμονή των καταθέσεων στην δικογραφία (σε φωτοαντίγραφα στην πορισματική έκθεση) δεν παράγει ακυρότητα, δεδομένου ότι από το ίδιο το βούλευμα προκύπτει πως δεν ελήφθησαν υπόψη (Α.Π. 610/2004 Π.Χρ. ΝΕ/219, Α.Π. 599/2003, Α.Π. 622/2003 Π.Χρ. ΝΑ/131). Επίσης το Συμβούλιο (φύλλο 33 σελ. α) αναφέρει πως η ενεργός συμμετοχή της εκκαλούσας μετά των λοιπών κατηγορουμένων στην παραπλάνηση της εγκαλούσας προκύπτει εκτός από την κατάθεση της τελευταίας και των εγγράφων που προσεκόμισε από τις ένορκες καταθέσεις του ..., αδελφού της που παραυρέθηκε σε δύο συναντήσεις αυτής με την κατηγορουμένη στα γραφεία της HEDLEY και επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς της εγκαλούσας και τον Ε επενδυτικού πράκτορα της O.V.B. Ελλάς, ο οποίος συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις της εγκαλούσας με την κατηγορουμένη κατά την συγκεκριμένη επένδυση και τις πορισματικές αναφορές του ΣΔΟΕ με ρητή παρατήρηση (φύλλο 33 σελ.8) "χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ένορκες καταθέσεις της εκκαλούσας που περιέχονται σ' αυτές".
VII) Ως προς την αιτιολογία : Από τα εκτεθέντα (παραγρ. V) σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που εδέχθη και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος (2953/2006) του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του αρ. 386§§1+3 α ' σε συνδυασμό με 13 στ', 45 Π.Κ. την οποία ορθώς ερμήνευσε, εφήρμοσε χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα ως προς τον προβαλλόμενο, με την αίτηση αναιρέσεως, ισχυρισμό ότι δεν ελήφθη υπόψη ως ίδιο αποδεικτικό μέσο η απολογία και το υπόμνημα της κατηγορουμένης, παρατηρούμε πως είναι αβάσιμος για τους ακολούθως λόγους: Ναι μεν στο φύλλο 25 σελ. α όπου εκτίθενται τα αποδεικτικά μέσα δεν γίνεται ρητή μνεία της απολογίας πλην όμως προκύπτει σαφώς πως ελήφθη υπόψη το υπόμνημά της αφού αναφέρεται (στ. 12-13) "των υπομνημάτων όλων των αντιδίκων πλευρών" και, περαιτέρω, από τις σκέψεις του βουλεύματος και ιδία φύλλο 33 σελ. β στο τέλος και φύλλο 34 σελ. α όπου γίνεται αναφορά στους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς της κατηγορουμένης: ότι ήταν μία απλή υπάλληλος της HEDLEY η οποία δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να γνωρίζει τις έκνομες δραστηριότητες των συγκατηγορουμένων της και δεν συμμετείχε εν γνώσει της σ' αυτές, ούτε είχε ίδιο όφελος, αφού μόνη της απολαβή ήταν αυτή του μισθού της 120.000 δρχ. (352,16€) ο δε ρόλος της ήταν διεκπεραιωτικός ..., και στην συνέχεια το Συμβούλιο Εφετών προέβη σε αντίκρουση των ισχυρισμών της.
Συνεπώς είναι απολύτως σαφές ότι ελήφθη υπόψη και αξιολογήθηκε (μαζί με όλα τα αποδεικτικά μέσα) η απολογία και το υπόμνημα της κατηγορουμένης. Επίσης στο βούλευμα αιτιολογείται ειδικά (φύλλο 33 σελ.β) η κρίση περί κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως (Α.Π. 1789/87 Π.Χρ. ΛΗ/310, Α.Π. 1082/2000 Λ.Χρ. ΝΑ/333), ενώ δεν προέκυψε η κατά παράνομο τρόπο αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων αφού ως ήδη ανεφέρθη δεν ελήφθησαν υπόψη οι κατά την προκαταρκτική εξέταση ληφθείσες από το ΣΔΟΕ καταθέσεις της.
Κατ' ακολουθία όλων όσων έχουν ήδη εκτεθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως θα πρέπει ν' απορριφθεί κατ' ουσίαν και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας (αρ. 583§1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Α) Να αποριφθεί η υπ' αρ. 165/2009 (ενώπιον της Γραμματέως Εφετείου Αθηνών) αίτηση αναιρέσεως της Χ1 κατοίκου ... κατά του υπ' αρ. 1396/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Β) Να επιβλήθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας. Αθήνα 8-12-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος- Εμμανουήλ Παπαδάκης.
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται προς συζήτηση η υπ' αριθμ. 165/11-9-2009 αίτηση αναιρέσεως (που ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέα Τμήματος Βουλευμάτων Εφετείου Αθηνών) της Χ1, κατοίκου ..., κατά του υπ' αρ. 1396/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε η έφεσή της κατά του 2953/06 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και με το οποίο παραπέμφθηκε η κατηγορουμένη (καθώς και οι Χ2, Χ3, Χ4, Χ5,Χ6) στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθούν για απάτη κατά συναυτουργία από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή 14.673,5 ευρώ, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Πρέπει να σημειωθεί ότι η παρούσα υπόθεση φέρεται για εκ νέου κρίση μετά από προηγούμενη αναίρεση του Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και ειδικότερα, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο με το 2521/2008 βούλευμά του, αναίρεσε το προσβληθέν βούλευμα μόνο ως προς την αναιρεσείουσα Χ1, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι το εν λόγω βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για την παραπομπή της κατηγορουμένης Χ1, τις καταθέσεις της, κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης που δόθηκαν ενώ ακόμη δεν είχε αποκτήσει την ιδιότητα της κατηγορουμένης και παρέπεμψε μόνο ως προς αυτήν την υπόθεση ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου, συντιθέμενου από άλλους δικαστές.
Από τις διατάξεις του άρθρου 386 §§ 1, 3 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίζει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Περαιτέρω, ως γεγονότα, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, νοούνται το πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης. Για τη στοιχειοθέτηση περαιτέρω της απάτης και για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, το ουσιώδες είναι η πρόκληση της παραπλανήσεως και δεν απαιτείται η παραπλανητική ενέργεια του δράστη να είναι η μοναδική αιτία της πλάνης. Γι' αυτό, είναι γενικά αδιάφορο αν ο απατώμενος μπορούσε, καταβάλλοντας τη συνήθη επιμέλεια και προσοχή, να αποφύγει την πλάνη. Εξ άλλου, κατά το άρ. 45 ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς, σύμπραξη κατά την εκτέλεση της κύριος πράξης και υποκειμενικώς, κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο καθένας συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του δια-πραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με το δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και να θέλει ή να αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Η σύμπραξη κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται στο ότι ο καθένας πραγματώνει με την επί μέρους πράξη του την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στη δικαστική απόφαση και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. ε ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τη διεξαχθείσα ανάκριση ή προανάκριση, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο με αριθμό 1396/2009 βούλευμά του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανεξέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων της δικογραφίας και ειδικότερα, με αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, στο συνδυασμό της έγκλησης της ανωμοτί κατάθεσης της εγκαλούσας (πολιτικώς ενάγουσας), των ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων, στα έγραφα μεταξύ των οποίων οι πορισματικές αναφορές του ΣΔΟΕ με ημερομηνίες 27-4-2004, 27-5-2004 και της 15-12-2004, με την επισήμανση ότι δεν ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο όσον αφορούσε την κρίση του για τις αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στην εκκαλέσασα Χ1 οι ένορκες καταθέσεις της, ενώπιον των υπαλλήλων του ΣΔΟΕ που δόθηκαν κατά το στάδιο της προκαταρκτικής έρευνας και περιέχονται στην πορισματική αναφορά με ημερομηνία 27-4-2004 καθώς και οι από 8-5-2003 και 21-10-2003 ένορκες καταθέσεις της που επισυνάπτονται στην δικογραφία σε φωτοτυπικό αντίγραφο, τα υπομνήματα όλων των αντιδίκων πλευρών της απολογίας του κατηγορουμένου Χ4 και των εγγράφων εξηγήσεων του κατηγορουμένου Χ2, προέκυψαν (όπως αυτά έγιναν δεκτά με το 2953/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατά το μέρος που κατέστη αμετάκλητο ως προς τους Χ5, Χ6, Χ4, Χ2), κατά λέξη από το προσβαλλόμενο βούλευμα τα εξής: "Ο κατηγορούμενος Χ6 το έτος 1991, ήρθε στην Ελλάδα, διωκόμενος από τις αρχές των Η.Π.Α., για απάτες και άλλες (κακουργηματικές) πράξεις και με την συμμετοχή του αδελφού του, επίσης κατηγορουμένου Χ5, κατάφερε να συγκροτήσει μία ομάδα εμπείρων, περί τα χρηματοοικονομικά, ατόμων, μέσω δε διαφόρων εταιρειών και οι δύο σχεδίασαν έντεχνα δραστηριότητες τις οποίες και υλοποίησαν, με πυρήνα την ίδρυση και λειτουργία της "παρατράπεζας", "HEDLEY FINANCE LTD" και των δορυφόρων εταιρειών της, εμπλέκοντας στον ιστό τους, μεγάλο αριθμό ανυποψίαστων επενδυτών - πελατών, τους οποίους με μεθόδους και τέλειους μηχανισμούς εξαπάτησαν, διαθέτοντας ως αμοιβαίο κεφάλαιο το "GOLDSMITH INVESTMENT FUND", με τις εγγυημένες αποδόσεις, όπως διαβεβαίωναν. Από το έτος 1997 και έκτοτε, επεκτείνοντας μεθοδικά τους στόχους των, συνεργάζονται άμεσα με τους κατηγορουμένους Χ2, Χ4 και το φυγόδικο Χ3 (εκτός των άλλων ατόμων) και επιτυγχάνουν να εξαπατήσουν ανυποψίαστους πελάτες, σε μεγάλο αριθμό, οι οποίοι δελεάζοντο από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις, τις υψηλές και εγγυημένες (δήθεν) αποδόσεις των χρημάτων τους, την πληθώρα εντύπων και ενημερωτικών φυλλαδίων, την δήθεν συνεργασία με φερέγγυα και αξιόπιστα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τα ψευδή ενημερωτικά δελτία κίνησης, τα οποία αποστέλλονταν στους πελάτες-επενδυτές. Για την πραγματοποίηση των σχεδίων τους έθεσαν σε λειτουργία ανύπαρκτα χρηματοοικονομικά προϊόντα (GOLDSMITH και GLOBELEX), τα οποία με τη βοήθεια κυρίως της O.V.B. HELLAS, που λειτουργούσε ως "τροφοδότης" και "πυρήνας", καθώς και άλλων συνεργατών, τα προώθησαν κυρίως στην Ελληνική αγορά, και έτσι αποκόμισαν τεράστια ποσά, χωρίς να είναι δυνατόν να προσδιορισθεί επακριβώς το ύψος αυτών. Στη συνέχεια, αφού οι κατηγορούμενοι αυτοί (Χ6 και Χ5), δημιούργησαν δεκάδες εταιρείες υπεράκτιες και μη, με κύρια και κεντρική επιχείρηση την εταιρεία "HEDLEY FINANCE LTD", άνοιξαν δεκάδες λογαριασμούς, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό, και κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα δαιδαλώδες εντυπωσιακό δίκτυο, μέσω του οποίου, τα χρήματα των επενδυτών, μετά από περιπλανήσεις από τράπεζα σε τράπεζα, κατέληξαν στους προσωπικούς λογαριασμούς των εν λόγω κατηγορουμένων και των συνεργατών, οι οποίοι τα ενθυλάκωναν για ίδιο όφελος. Εγκαθιστούν και λειτουργούν τα γραφεία των εταιρειών σε πολυτελή κτίρια, διαθέτουν ακριβό και σύγχρονο εξοπλισμό, χρησιμοποιούν πολυδάπανη και ισχυρή διαφήμιση και όλα αυτά ως "προκάλυμμα", με το σκοπό να μπορούν να διαλύουν τις όποιες ενδεχόμενες υπόνοιες εγείροντο από τυχόν δύσκολους πελάτες. Η εταιρεία "HEDLEY FINANCE LTD", είχε τα γραφεία της στη ...), εδήλωνε δε έδρα της και δραστηριότητα στις ..., από τους πλέον φορολογικούς παραδείσους και αντιπροσώπευε τα αμοιβαίο κεφάλαιο στην Ελλάδα. Αυτή λειτουργούσε χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις του Α.Ν.86/67, παραβιάζοντας και τη σχετική άδεια που είχε λάβει από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας (πρωτ. ΙΕ/53145/2345/11384/21-3-1997), δεδομένου ότι η εν λόγω εταιρεία μπορούσε να ασχολείται αποκλειστικά με τον συντονισμό, την εποπτεία, τον έλεγχο, την παρακολούθηση και την προώθηση των εκτός Ελλάδος δραστηριοτήτων της εταιρείας και απαγορευόταν ρητά να πραγματοποιεί εμπορική δραστηριότητα στον Ελλαδικό χώρο. Για την πραγματοποίηση του σχεδίου των, κατασκεύασαν και προώθησαν με δίκτυο πωλητών (OFFSHORE εταιριών), ένα χρηματοοικονομικό προϊόν, τύπου αμοιβαίου κεφαλαίου, με την ονομασία GOLDSMITH FUND, από την αντίστοιχη OFFSHORE εταιρεία GOLDSMITH INVESTMENT LIMITED, τα γραφεία της οποίας ήσαν στην ίδια ως άνω οδό στη .... Για την προώθηση και διάθεση του ανύπαρκτου αυτού προϊόντος, χρησιμοποίησαν τις υπηρεσίες υπαλλήλων και συνεργατών, μεταξύ των οποίων και οι συγκατηγορούμενοι, Χ4 και Χ1 (νυν εκκαλούσα), εξ αυτών δε των συνεργατών, άλλοι μεν εν γνώσει των συμμετείχαν στην απάτη και στην ενθυλάκωση του χρήματος και άλλοι δε εν αγνοία τους εκτελούσαν εντολές των Χ6 και Χ5, αποτελούντες έτσι την ανθρώπινη υποδομή, για την επίτευξη των στόχων τους. Έτσι, βασικό στέλεχος της εταιρείας "HEDLEY FINANCE LIMITED", ήταν και ο κατηγορούμενος Χ4, ο οποίος είχε αναλάβει ηγετικό ρόλο στη διάθεση του ανωτέρω προϊόντος, γνωρίζοντας ότι αυτό ήταν ανύπαρκτο, και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο. Επίσης ο εν λόγω εμφανιζόταν ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας "TALADIAN AΕΛΔΕ", συμφερόντων των αδελφών Χ5 και Χ6, με σκοπό ίδρυσης να "παίξουν" με το χρηματιστήριο, ιδιαίτερα δε ο Χ4 συμμετείχε ενεργά και εν γνώσει του στις παράνομες δραστηριότητες των Χ5 και Χ6, έχοντας μάλιστα αναλάβει και το μεγαλύτερο μέρος της διάθεσης των μετοχών της "NATIONAL ENERGY HOLDIN GS UK LIMITED", περιφερόμενος σε όλη την Ελλάδα, όπου προσέλκυε πελάτες για αγορά μετοχών της εν λόγω εταιρείας και γνωρίζοντας εκ των προτέρων για την τύχη των επενδύσεων αυτών... Προκειμένου να επιτύχουν οι κατηγορούμενοι Χ6 και Χ5, μεγαλύτερη αύξηση και προσέλκυση πελατών, συνεργάσθηκαν με το παράρτημα της γερμανικής ασφαλιστικής εταιρείας "Ο.V.Β", στην Ελλάδα, οι οποίοι χρησιμοποίησαν το δίκτυο των ασφαλιστών της, για την προώθηση του αμοιβαίου κεφαλαίου. Νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της "Ο.V.Β." ήτο ο Χ2, μέσω του οποίου διοχετεύθηκε ο μεγαλύτερος όγκος των χρημάτων προς τα κεντρικά πρόσωπα της παρατράπεζας, από την διάθεση των χρηματοοικονομικών προϊόντων (GOLDSMITH και GLOBELEX), είχε δε ως αντικείμενο τη διαμεσολάβηση για τραπεζικά, ασφαλιστικά και επενδυτικά προϊόντα. Για την προώθηση του ανύπαρκτου αυτού προϊόντος χρησιμοποίησαν πολυδάπανη διαφήμιση, πληθώρα εντύπων, ορισμένα εκ των οποίων έφεραν το διακριτικό ΟVΒ και ενημερωτικά φυλλάδια, που εμφάνιζαν το ανωτέρω αμοιβαίο κεφάλαιο, ότι αποτελούσε μοναδική ευκαιρία επένδυσης, με ελάχιστο επενδυτικό ρίσκο, ότι ή ως άνω εταιρεία HEDLEY είναι οικονομικός κολοσσός με παγκόσμια εμβέλεια και διεθνές κύρος και συνεργάζεται με εταιρείες διεθνούς φήμης, ότι τόσο αυτή, όσο και η ΟVΒ είχαν νόμιμη άδεια για τη διάθεση του ανωτέρω αμοιβαίου κεφαλαίου GOLDSMITH FUND, ότι η αποδοτικότητα και η ασφάλεια του επενδυτικού αυτού προϊόντος ήταν αναμφισβήτητες, διότι εκτός από το εγγυημένο ετήσιο, ιδιαίτερα υψηλό επιτόκιο, τουλάχιστον 10%, το εν λόγω πρόγραμμα παρείχε και ασφάλιση, τόσο του επενδυμένου κεφαλαίου, όσο και των τόκων αυτού από την ασφαλιστική εταιρεία LLOYD'S του ... και ότι θεματοφύλακας του ως άνω προϊόντος ήταν η Τράπεζα της Αγγλίας ROYAL BANK OF SCOTLAND. Οι ψευδείς αυτές παραστάσεις ήσαν το περιεχόμενο και των ενημερωτικών συναντήσεων που οργάνωναν με τους υποψήφιους επενδυτές στα πολυτελή γραφεία της εταιρείας, καθώς και σε διάφορα πολυτελή ξενοδοχεία των Αθηνών, όπου, επεδείκνυαν το ικανότατο στελεχιακό δυναμικό των επιχειρήσεών τους, διαβεβαιώνοντας για την υψηλή αποδοτικότητα του χρηματοοικονομικού προϊόντος και το εξασφαλισμένο του κεφαλαίου της επένδυσης. Έτσι, πείσθηκαν εκατοντάδες επενδυτές, μεταξύ των οποίων και η εγκαλούσα Ψ, η οποία ενημερώθηκε για το ανωτέρω επενδυτικό πρόγραμμα από τον ασφαλιστή εργαζόμενο στην ΟVΒ, Ε, με τον οποίο, τον Ιούλιο του 2001, μετέβη στα γραφεία της "HEDLEY", όπου ήλθε σε επαφή με την Χ1, η οποία την διαβεβαίωσε για την αποδοτικότητα και την ασφάλεια του ως άνω επενδυτικού προγράμματος, με αποτέλεσμα να πεισθεί η εγκαλούσα και να προβεί, την 27η-7-200Ι, σε προθεσμιακή για ένα έτος επένδυση κεφαλαίου ύψους 52.631,58 USD στο ανωτέρω αμοιβαίο κεφάλαιο GOLDSMITH, με εγγυημένο επιτόκιο 8%. Έτσι η εγκαλούσα παρέδωσε στην εν λόγω κατηγορουμένη, παρουσία και του κατηγορουμένου Χ4, τρεις επιταγές νομίμως οπισθογραφημένες, τις υπ' αριθμ.: ... της Εθνικής Τράπεζας, ποσού 3.000.000 δρχ. η κάθε μία, και την υπ' αριθμ. ... της Τράπεζας Κύπρου, ποσού 14.000.000 δρχ. Μετά ταύτα, η ίδια η κατηγορουμένη παρέδωσε στην εγκαλούσα μερίδια μετοχών, που αντιστοιχούσαν στο ποσό της επένδυσής της. Μέχρι και τον Απρίλιο 2002 η εγκαλούσα ελάμβανε τακτικές ενημερωτικές επιστολές, στις οποίες αναγραφόταν το ύψος της επένδυσης και οι υποσχεθείσες αποδόσεις του κεφαλαίου, μάλιστα εισέπραξε και τους συμφωνηθέντες τόκους μέχρι τον Ιούλιο 2002, με συνέπεια και λόγω του ότι η επένδυση της φαινόταν να αποδίδει ικανοποιητικά, να μη ζητήσει ρευστοποίηση του κεφαλαίου της, το οποίο την 27η-7-2002 επανεπενδύθηκε αυτόματα για ένα ακόμα έτος με επιτόκιο τουλάχιστον 7%, η δε κατηγορουμένη Χ1, την 17η-9-2002, της παρέδωσε τραπεζική επιταγή ποσού 1.800 ευρώ, προκαταβάλλοντας τους συμφωνηθέντες τόκους του πρώτου εξαμήνου της επανεπένδυσής της (Ιούλιος 2002-Ιανουάριος 2003), ενθαρρύνοντας και προτρέποντας αυτή να υπογράψει την αίτηση επανεπένδυσης. Ενώ η εγκαλούσα ανέμενε την αποστολή των σχετικών ενημερωτικών επιστολών, τον Ιανουάριο 2003 οι κατηγορούμενοι Χ6 και Χ5, έκλεισαν τα γραφεία της εταιρείας στη ... και εξαφανίσθηκαν, όπως και οι συνεργάτες-συμμέτοχοι Χ2 και Χ4, ιδιοποιούμενοι παράνομα τα χρήματα εκατοντάδων επενδυτών, μεταξύ των οποίων και της νυν εγκαλούσας, τα οποία δεν έχουν αποδώσει μέχρι σήμερα. Έτσι, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας του Σ.Δ.Ο.Ε., τα χρήματα που απέκτησαν από την διάθεση του φερομένου ως αμοιβαίου κεφαλαίου με την ονομασία GOLDSMITH, ανήλθαν στο ποσό 48.477.262,52 ευρώ, χωρίς και να αποκλείεται πολύ μεγαλύτερο ποσό, κατά τον συνημμένο αναλυτικό πίνακα στην από 15-12-2004 πορισματική αναφορά του εν λόγω σώματος δίωξης. Αρχές Φεβρουαρίου του 2003, ήρθαν στο φως της δημοσιότητας τα πρώτα στοιχεία της τεράστιας απάτης, την οποία εμπνεύσθηκαν, οργάνωσαν και υλοποίησαν οι κατηγορούμενοι Χ6 και Χ5, με καθοδηγητή και κορυφαίο στην ιεραρχία τον πρώτο, ενώ ακολουθούν κατά σειρά ιεραρχίας οι Χ5, Χ4 και Χ2, μαζί βέβαια και με άλλους ήδη ποινικά εμπλεκόμενους. Στην πραγματικότητα οι OFFSHORE εταιρείες HEDLEY FINANCE LIMITED και GOLDSMITH INVESTMENT LIMITED, όπως και πλήθος παρόμοιων εταιρειών (CANYON FINANEE, HAVERFORD, CARMEL, MATRIX, MATRIX ASSET, GLOBELEX, ROYALIS SHIP), ήσαν εταιρείες "μαϊμού", δημιουργήματα των παραπάνω τεσσάρων κατηγορουμένων, με πρωτεργάτη τον Χ6, μέσω αυτών δε των εταιρειών, ακολουθώντας μεθοδολογία εξειδικευμένη για την απόκρυψη και μετατροπή των πάσης φύσεως κεφαλαίων σε "νόμιμες" επενδύσεις, μέσα από δαιδαλώδεις διαδρομές και διαδικασίες, για να επιτύχουν την ολίσθηση των κεφαλαίων των θυμάτων, στα ιδικά των θυλάκια, κατόρθωσαν, να εξαπατήσουν εκτός από φυσικά πρόσωπα και εταιρείες, δήμους, φιλανθρωπικά ιδρύματα, εξαπλώνοντας το δίκτυο και σε όλες σχεδόν τις μεγάλες πόλεις της Ελλάδος. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, της εγκαλούσας Ψ, προέβαλαν απατηλά επενδυτικά προϊόντα, όπως το GOLDSMITH FUND, τύπου αμοιβαίου κεφαλαίου της αντίστοιχης OFFSHORE, εταιρείας GOLDSMITH INVESTMENT LIMITED, το οποίο ήταν ανύπαρκτο, χωρίς ενσωματωμένο δικαίωμα και χωρίς αντίκρυσμα, διαβεβαίωσαν την εν λόγο: παθούσα ότι η ως άνω εταιρεία είναι οικονομικός κολοσσός με παγκόσμια εμβέλεια και διεθνές κύρος, και συνεργάζεται με εταιρείες διεθνούς φήμης, ότι είχαν τις νόμιμες άδειες, όπως και η Ο.V.Β. για τη διάθεση του αμοιβαίου κεφαλαίου GOLDSMITH FUND, ότι η ασφάλεια του επενδυτικού αυτού προϊόντος ήτο αναμφισβήτητη και ότι θεματοφύλακας του εν λόγω προϊόντος, ήτο η Τράπεζα της Αγγλίας ROYAL BANK OF SCOTLAND. Τα έγγραφα που παραδόθηκαν στην μηνύτρια, ήσαν ψευδή και κατασκευασμένα από τους ως άνω κατηγορούμενους, οι δε τηλεφωνικές γραμμές δήθεν στο ..., που δίδονταν από την εταιρεία HEDLEY FINANCE στους επενδυτές, εκτρέπονταν στα γραφεία της εταιρείας στη ... και οι απαντήσεις στις ερωτήσεις των επενδυτών, εγένοντο από τους ίδιους τους υπαλλήλους της εταιρείας, μάλιστα στις αναγραφόμενες, στα έγγραφα, διευθύνσεις του ... επρόκειτο όχι για· γραφεία, αλλά οικόπεδο, η εταιρεία "HEDLEΥ" δεν ήτο φερέγγυα και απαγορευόταν να έχει οποιαδήποτε δραστηριότητα στην Ελλάδα, γι' αυτό και ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της τον Ιούλιο 2002, ενώ επιβλήθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, (με την υπ' αριθμό 9/228/25-10-2001 απόφασή της), πρόστιμο 10.000.000 δρχ., στην εταιρεία Ο.V.Β. ΕΛΛΑΣ, για την παράνομη διακίνηση ι:ου αμοιβαίου κεφαλαίου "GOLDSMITH FUND". Περαιτέρω με το αμετάκλητο, ως προς τους ανωτέρω κατηγορουμένους, υπ' αριθμ. 2953/06 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών "Την πράξη αυτή ετέλεσαν εκείνοι από κοινού, με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις, όπως προαναφέρθηκε, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία της παθούσης που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή 14.673,5 ευρώ, ενήργησε δε ο καθένας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, έχοντας ριζωμένη την ροπή προς τις απάτες, διαμορφωμένη δε υποδομή και ετοιμότητα διάπραξης τέτοιων εγκλημάτων. Ιδιαίτερα προς τούτο, επισημαίνεται και αξιολογείται ο προεκτεθείς οργανωμένος, συστηματικός, επιτήδειος και αριστοτεχνικός τρόπος συγκρότησης του όλου μηχανισμού για την εξαπάτηση εκατοντάδων Ελλήνων επενδυτών, μεταξύ των οποίων και η εγκαλούσα, η καλοστημένη επιχείρηση της "παρατράπεζας", με δήθεν διεθνείς διασυνδέσεις, η προβολή διαφημιστικών φυλλαδίων, ο δελεασμός με πληθώρα εντύπων και ενημερωτικών φυλλαδίων, τα ψευδή ενημερωτικά δελτία κίνησης που αποστέλλοντο στους πελάτες-επενδυτές, η θέση σε λειτουργία ανύπαρκτων χρηματοοικονομικών προϊόντων, η δημιουργία δεκάδων υπεράκτιων εταιρειών, το άνοιγμα δεκάδων λογαριασμών, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό, με πυρήνα την "HEDLEY", η δημιουργία δαιδαλώδους εντυπωσιακού δικτύου, μέσω του οποίου τα κεφάλαια των επενδυτών, αφού χάνονταν, "ξεπλένονταν" και κατέληγαν στα θυλάκια των ως άνω κατηγορουμένων, η εκτροπή των τηλεφωνημάτων από Έλληνες επενδυτές στο εξωτερικό, στα τηλέφωνα, στα γραφεία της ..., τα πλαστά ασφαλιστήρια συμβόλαια των LLOYD'S του Λονδίνου, η έκδοση του περιοδικού Foreign Policy από τον Χ6, η λειτουργία γραφείων σε πολυτελή κτίρια, που διέθεταν ακριβό και σύγχρονο εξοπλισμό, η πολυδάπανη και ισχυρή διαφήμιση, ως "προκάλυμμα" για την διάλυση υπονοιών στους δύσκολους υποψήφιους πελάτες, η οργάνωση σεμιναρίων σε πολυτελή ξενοδοχεία, η οργάνωση δικτύου υπαλλήλων-πωλητών, σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Ελλάδος. Αξιοσημείωτο εξ άλλου είναι και το γεγονός ότι προκειμένου να ανεύρουν χρήματα για να ικανοποιήσουν τους πελάτες του ανύπαρκτου αμοιβαίου κεφαλαίου GOLDSMITH FUND, οι οποίοι είχαν αρχίσει να πιέζουν για ρευστοποίηση των επενδύσεών τους, προσπάθησαν να διαθέσουν στην αγορά με τον ίδιο τρόπο, άλλο ανύπαρκτο χρηματοοικονομικό προϊόν, με την ονομασία GLOBELEX, εξαπατώντας τους ανυποψίαστους επενδυτές, μάλιστα ο Χ6, την 13-1-2003 ίδρυσε άλλη μια εταιρεία την NATIONAL ENERGY SA, προκειμένου με την βοήθεια των υπόλοιπων κατηγορουμένων να υφαρπάξει τα χρήματα των ανυποψίαστων επενδυτών, με τον ίδιο τρόπο, που είχαν χρησιμοποιήσει με τα ανωτέρω ανύπαρκτα χρηματοοικονομικά προϊόντα. Κατ' ακολουθία αυτών, συνάγεται η εμμονή και η ανεξάντλητη ροπή των στην προεκτεθείσα εγκληματική δράση, για πολλά έτη, αναμφίβολα κατ' επάγγελμα προς πορισμό σταθερού και διαρκούς εισοδήματος".
Πέραν των ανωτέρω, όσον αφορά την κατηγορουμένη Χ1, από το προαναφερθέν αποδεικτικό υλικό, (χωρίς όπως παραπάνω επισημάνθηκε να λαμβάνονται υπόψη οι ένορκες καταθέσεις της ενώπιον των υπαλλήλων του ΣΔΟΕ που δόθηκαν κατά το στάδιο της προκαταρκτικής έρευνας και περιέχονται στην πορισματική αναφορά με ημερομηνία 27-4-2004 καθώς και οι από 8-5-2003 και 21-10-2003 ένορκες καταθέσεις της που επισυνάπτονται στη δικογραφία σε φωτοτυπικό αντίγραφο), προέκυψε η ενεργός συμμετοχή της στην προώθηση του ανύπαρκτου χρηματοοικονομικού προϊόντος τύπου αμοιβαίου κεφαλαίου με την ονομασία "GOLDSMITH FUND", καθόσον με την ιδιότητά της ως προϊσταμένης υπαλλήλου στο λογιστήριο της εταιρίας "HEDLEY FINANCE LIMITED" στα γραφεία της στη ..., προμήθευε τους υποψήφιους επενδυτές με ενημερωτικά φυλλάδια. που εμφάνιζαν το ανωτέρω αμοιβαίο κεφάλαιο ότι αποτελούσε μοναδική ευκαιρία επένδυσης με ελάχιστο επενδυτικό ρίσκο, ότι η HEDLEY είναι οικονομικός κολοσσός στο εξωτερικό παγκοσμίου εμβέλειας και διεθνούς κύρους, ότι συνεργάζεται με εταιρίες διεθνούς κύρους, όπως η Ο.V.Β. ..., ότι η αποδοτικότητα και η ασφάλεια αυτού του επενδυτικού προϊόντος ήταν απολύτως εξασφαλισμένη, ότι θεματοφύλακας του ως άνω προϊόντος ήταν η Τράπεζα Αγγλίας ROYAL BANK OF SCOTLAND, ενώ συστηματικά καθησύχαζε τους επενδυτές ως προς την καλή πορεία της επένδυσης, ακόμη και μετά την εμφάνιση των προβλημάτων που ανέκυψαν με τις ελληνικές Αρχές που οδήγησαν στην αποκάλυψη της απάτης σε βάρος μεγάλου αριθμού επενδυτών. Οι ψευδείς αυτές παραστάσεις ήταν το περιεχόμενο και των ενημερωτικών συναντήσεων που οργάνωναν οι κατηγορούμενοι (στις οποίες συμμετείχε και η εκκαλούσα Χ1) με τους υποψήφιους επενδυτές στα πολυτελέστατα γραφεία της εταιρίας καθώς και σε πολυτελέστατα ξενοδοχεία των Αθηνών, όπου διαβεβαίωναν τους υποψήφιους επενδυτές για την υψηλή αποδοτικότητα του προϊόντος αυτού και το εξασφαλισμένο του κεφαλαίου της επένδυσης. Έτσι και στην προκειμένη περίπτωση πείστηκε και η εγκαλούσα Ψ, η οποία ενημερώθηκε για το επενδυτικό πρόγραμμα από τον ασφαλιστή - συνεργαζόμενο με την ΟVΒ Ελλάδας Ε, με τον οποίο, τον Ιούλιο του 2001, μετέβη στα γραφεία της εταιρίας HEDLEY FINANCE LIMITED, όπου ήρθε σε επαφή με την κατηγορουμένη Χ1, η οποία την διαβεβαίωσε για την αποδοτικότητα και την ασφάλεια του ως άνω επενδυτικού προγράμματος, με αποτέλεσμα να πεισθεί η παθούσα και να προβεί στις 27-7-01 σε προθεσμιακή για ένα έτος επένδυση κεφαλαίου ύψους 52.631,58 USD στο ανωτέρω αμοιβαίο κεφάλαιο GOLDSMITH, με εγγυημένο επιτόκιο στην περίπτωσή της 8%, η απόκλιση δε αυτή από το επιτόκιο 20% που παρουσιαζόταν ως η ελάχιστη εγγυημένη απόδοση του αμοιβαίου κεφαλαίου δικαιολογήθηκε από την ίδια κατηγορουμένη ως απότοκος της κρίσης των χρηματαγορών τη χρονική εκείνη περίοδο. Έτσι η εγκαλούσα την ανωτέρω ημερομηνία παρέδωσε στην ως άνω κατηγορουμένη Χ1 παρουσία και του συγκατηγορουμένου της Χ4, τρεις επιταγές νομίμως οπισθογραφημένες, ήτοι τις υπ' αριθμ. ... επιταγές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ποσού 3.000.000 δρχ. έκαστη και την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Τράπεζας Κύπρου ποσού 14.000.000 δρχ. Στη συνέχεια η ίδια κατηγορουμένη παρέδωσε στην εγκαλούσα μερίδια μετοχών που αντιστοιχούσαν στο ποσό της επένδυσης της, ενώ λίγες ημέρες αργότερα η τελευταία έλαβε επιστολή επιβεβαίωσης της επένδυσης της από την εταιρία GOLDSMITH INVESTMENT, αρχικά δε έως και τον Απρίλιο του 2002 λάμβανε τακτικές ενημερωτικές επιστολές στις οποίες αναφερόταν το ύψος της επένδυσης και οι υποσχεθείσες αποδόσεις του κεφαλαίου, μάλιστα εισέπραξε και τους συμφωνηθέντες τόκους μέχρι τον Ιούλιο του 2002, με συνέπεια και λόγω του ότι η επένδυσή της φαινόταν να αποδίδει ικανοποιητικά να μη ζητήσει ρευστοποίηση του κεφαλαίου της, το οποίο στις 27-7-02 επανεπενδύθηκε αυτόματα για ένα ακόμη έτος με επιτόκιο τουλάχιστον 7%, η δε κατηγορουμένη στις 17-9-02 της παρέδωσε τραπεζική επιταγή ποσού 1.800 6, προκαταβάλλοντας τους συμφωνηθέντες τόκους του πρώτου εξαμήνου της επανεπένδυσης της (Ιούλιος 2002-Ιανουάριος 2003), ενθαρρύνοντας και προτρέποντάς την έτσι να υπογράψει την αίτηση επανεπένδυσης. Ενώ η εγκαλούσα ανέμενε την αποστολή των σχετικών ενημερωτικών επιστολών, τον Ιανουάριο του 2003 οι κατηγορούμενοι (και η εκκαλούσα) έκλεισαν τα γραφεία της εταιρίας στη ... και εξαφανίστηκαν, ιδιοποιούμενοι παράνομα τα χρήματα εκατοντάδων επενδυτών μεταξύ των οποίων και της εγκαλούσας, τα οποία δεν έχουν αποδώσει μέχρι σήμερα, αρχές δε Φεβρουαρίου του 2003 ήρθαν στο φως της δημοσιότητας τα πρώτα στοιχεία της τεράστιας απάτης που έστησαν οι αδελφοί Χ6 και Χ5 με τη βοήθεια των ανωτέρω συνεργατών και συγκατηγορουμένων τους, μεταξύ των οποίων και η εκκαλούσα Χ1. Δηλαδή, στην πραγματικότητα, όπως προεκτέθηκε, οι Offshore εταιρίες HEDLEY FINANCE LIMITED και GOLDSMITH INVESTMENT LIMITED, όπως και πλήθος παρόμοιων εταιριών, ήταν δημιουργήματα των κατηγορουμένων Χ5 και Χ6, οι οποίοι μέσω αυτών προέβησαν στην εξαπάτηση των επενδυτών με την προβολή απατηλών επενδυτικών προϊόντων, όπως το GOLDSMITH FUND, τύπου αμοιβαίου κεφαλαίου, της αντίστοιχης Offshore εταιρίας GOLDSMITH INVESTMENT LIMITED, το οποίο ήταν ανύπαρκτο, χωρίς ενσωματωμένο δικαίωμα και χωρίς αντίκρισμα, όλα τα ανωτέρω παραδοθέντα στην εγκαλούσα έγγραφα ήταν ψευδή και κατασκευασμένα από τους κατηγορούμενους, οι δε τηλεφωνικές γραμμές στο ..., που δίδονταν από την εταιρία HEDLEY FINANCE στους επενδυτές, εκτρέπονταν στα γραφεία της εταιρίας, στη ... και οι απαντήσεις στις ερωτήσεις των επενδυτών εγένοντο από τους ίδιους τους υπαλλήλους της εταιρίας, η οποία ασφαλώς δεν ήταν φερέγγυα και απαγορευόταν να έχει οποιαδήποτε δραστηριότητα στην Ελλάδα γι' αυτό και ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της τον Ιούλιο του 2002, ενώ επιβλήθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με την υπ' αριθμ. 9/228/25-10-01 απόφασή της, πρόστιμο 10.000.000 δρχ στην εταιρία ΟVΒ ΕΛΛΑΣ για την παράνομη διακίνηση του αμοιβαίου κεφαλαίου GOLDSMITH FUND.
Η ενεργός συμμετοχή της εκκαλούσας μετά των λοιπών κατηγορουμένων στην παραπλάνηση της εγκαλούσας προκύπτει εκτός από την κατάθεση της τελευταίας και των εγγράφων που προσκόμισε, από τις ένορκες καταθέσεις του ..., αδελφού της εγκαλούσας, ο οποίος παραβρέθηκε σε δύο συναντήσεις της αδελφής του με την κατηγορουμένη στα γραφεία της HEDLEY και επιβεβαιώνει τα όσα η εγκαλούσα καταγγέλλει και του Ε, επενδυτικού πράκτορα της OVB Ελλάς, ο οποίος συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις της εγκαλούσας με την κατηγορουμένη κατά τη συγκεκριμένH επένδυση, αλλά κυρίως από τις πορισματικές αναφορές του ΣΔΟΕ, στις οποίες (χωρίς να:λαμβάνονται υπόψη οι ένορκες καταθέσεις της εκκαλούσας που περιέχονται σ' αυτές) γίνεται λεπτομερής ανάλυση του τρόπου δράσης και της εμπλοκής των κατηγορουμένων και της εκκαλούσας στη διωκόμενη αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία από την οποία το συνολικό όφελος των δραστών και η αντίστοιχη ζημία της παθούσας υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή των 14.673,5 ευρώ, την οποία μάλιστα οι κατηγορούμενοι (και η εκκαλούσα Χ1) τέλεσαν από κοινού ενεργούντες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, έχοντας ριζωμένη τη ροπή προς τις απάτες, διαμορφωμένη δε ροπή και ετοιμότητα διάπραξης τέτοιων εγκλημάτων, ήτοι με τον προεκτεθέντα οργανωμένο, συστηματικό, επιτήδειο και αριστοτεχνικό τρόπο σε βάρος εκατοντάδων Ελλήνων επενδυτών, μεταξύ των οποίων και η εγκαλούσα. Το δε γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι (και η εκκαλούσα Χ1) προκείμενου να ανεύρουν χρήματα για να ικανοποιήσουν τους πελάτες του ανύπαρκτου αμοιβαίου κεφαλαίου GOLDSMITH FUND, οι οποίοι είχαν αρχίσει να πιέζουν για τη ρευστοποίηση των επενδύσεων τους προσπάθησαν να διαθέσουν στην αγορά με τον ίδιο τρόπο άλλο ανύπαρκτο χρηματοοικονομικό προϊόν με την ονομασία GLOBELEX εξαπατώντας τους ανυποψίαστους επενδυτές, μαρτυρεί εμμονή και έντονη ροπή αυτών στην παραπάνω εγκληματική δράση αναμφίβολα κατ' επάγγελμα προς πορισμό εισοδήματος. Οι ισχυρισμοί της εκκαλούσας ότι ήταν μία απλή υπάλληλος της HEDLEY, η οποία δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να γνωρίζει τις έκνομες δραστηριότητες των συγκατηγορουμένων της και δεν συμμετείχε εν γνώσει της σ' αυτές, ούτε είχε ίδιο όφελος, αφού η μόνη της απολαβή ήταν αυτή του μισθού της ύψους 120.000 δραχμών (352,16 €) ο δε ρόλος της ήταν διεκπεραιωτικός των επενδυτικών προγραμμάτων, δεν ευσταθούν, αφού πέραν των όσων εκτέθηκαν παραπάνω σχετικά με την ενεργό και καθοριστική συμβολή της στην προώθηση του ανύπαρκτου ως άνω αμοιβαίου κεφαλαίου και την σχέση της με τη HEDLEY, συμμετείχε και σε άλλες ύποπτες επενδυτικές δραστηριότητες των αδελφών Χ5 και Χ6, δηλαδή ως μέτοχος και συνιδρύτρια στην εταιρία ΤΗΡΕΑΣ Α.Ε., με βασικό μέτοχο το Χ6, η οποία, κατά την από 27-4-2004 πορισματική αναφορά του ΣΔΟΕ, συγκαταλέγεται στις εταιρίες "ξεπλύματος των χρημάτων των εξαπατημένων επενδυτών", ενώ σε πολλές περιπτώσεις εκπροσωπούσε άλλες εταιρίες των αδελφών Χ5 και Χ6. Είναι χαρακτηριστικό δε ότι πολλοί από τους εξαπατηθέντες εντάσσουν την κατηγορουμένη στους συνεργούς της "καλοστημένης" απάτης (βλ. αναφορά των καταθέσεων Β1 μέχρι και Β5 στην ανωτέρω πορισματική αναφορά), ενώ και ο συγκατηγορούμενός της Χ5 την αναφέρει ως "δεξί χέρι" του αδελφού του Χ6. Μάλιστα στην από 15-12-2004 πορισματική αναφορά δεν αποκλείεται η εν γνώσει συμμετοχή, ορισμένων υπαλλήλων στις παράνομες δραστηριότητες των Χ5 και Χ6 και των λοιπών συνεργατών τους. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι η κατηγορουμένη είχε αναπτύξει ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης και στενής συνεργασίας με τους συγκατηγορούμενούς της και ιδιαίτερα με το Χ6, πρωτεργάτη και ιθύνοντα νου του όλου εγχειρήματος, ώστε να εδραιώνεται η άποψη ότι και γνώση και βούληση συμμετοχής στα τεκταινόμενα με τις εταιρίες Χ5 και Χ6 είχε και καθοριστική δράση σ' αυτές, οπότε σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος της υπάρχουν για την πράξη για την οποία κατηγορείται. Επομένως και το εκκαλούμενο βούλευμα, που κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα και παρέπεμψε την κατηγορουμένη Χ1 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για την από κοινού με τους λοιπούς παραπεμφθέντες κατηγορούμενους τέλεση της κακουργηματικής απάτης που της αποδόθηκε, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και κατ' ακολουθίαν η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς τις διατάξεις του που αναφέρονται στην κατηγορουμένη".
Ενόψει αυτών, έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις κατά της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος ή συνολική ζημία, που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ΕΥΡΩ που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 13 στ', 386 παρ. 1-3α (όπως ισχύει) ΠΚ.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, με το οποίο το Συμβούλιο Πλημ/κών παρέπεμψε αυτήν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων) για να δικαστεί για την άνω κακουργηματική απάτη, επικυρώνοντας έτσι το πρωτόδικο βούλευμα, ως προς την παραπομπή της κατηγορουμένης, άνω διάταξή του, διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης για την οποία παραπέμφθηκε η κατηγορουμένη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστεί, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ανωτέρω παρατεθείσες διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το ότι η αναιρεθείσα-κατηγορουμένη είχε σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος, ότι εν γνώσει της παρέστησε ψευδή γεγονότα ως αληθινά στην εγκαλούσα παρασιωπώντας αληθινά γεγονότα και ότι με τις παραπλανητικές αυτές ενέργειές της, όπως παραπάνω στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρονται, επέφερε βλάβη στην περιουσία της εγκαλούσας που ανέρχεται στο ποσό. των 52.631,58 (δολλ. ΗΠΑ) δηλαδή, υπερβαίνουσα το ποσό των 15.000 ΕΥΡΩ. Έτσι, υπάρχει ειδική αιτιολογία, για την κακουργηματική κατά τα άνω τέλεση από την κατηγορουμένη, σε βάρος της εγκαλούσας της εν λόγω αξιόποινης πράξεως της απάτης κατά συναυτουργία, αφού αναφέρονται στο βούλευμα με κάθε λεπτομέρεια τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 45 και 386 §§ 1, 3 ΠΚ για τη συγκρότηση των παραπάνω εννοιών, στοιχεία. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα ότι: α) επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, με τη μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου, την άσκηση δικαιωμάτων του, διότι το προσβαλλόμενο βούλευμα αξιοποιεί αποδεικτικά εις βάρος της τις πορισματικές αναφορές του ΣΔΟΕ που περιελάμβαναν αυτολεξεί και αξιοποιούσαν αποδεικτικά πέντε ένορκες μαρτυρικές εξετάσεις της που δόθηκαν ενώπιον των υπαλλήλων του ΣΔΟΕ κατά την διενέργεια προκαταρκτικής έρευνας, πριν της αποδοθεί οιαδήποτε κατηγορία. Όμως, το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν παραβίασε υπερασπιστικά δικαιώματα της κατηγορουμένης, αφού κατ' επανάληψη κάνει αναφορά ότι για το σχηματισμό της κρίσεώς του το Συμβούλιο Εφετών δεν έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις που είχε δώσει η κατηγορουμένη ενώπιον των υπαλλήλων του ΣΔΟΕ κατά το στάδιο της προκαταρκτικής έρευνας και περιέχονται στην πορισματική αναφορά με ημερομηνίες 27-4-04, 8-5-2003 και 21-10-2003 και είναι σαφές ότι το Συμβούλιο δεν στηρίχτηκε σε αυτές. Η δε παραμονή των άνω καταθέσεων στη δικογραφία (σε φωτοαντίγραφα στην πορισματική έκθεση), δεν παράγει ακυρότητα. β) Το προσβαλλόμενο βούλευμα πάσχει ειδικής αιτιολογίας, διότι αξιοποιεί αποδεικτικά τα επιλήψιμα πορίσματα, όπως αποδεικνύεται από το ότι αναφέρει ως ενδείξεις ενοχής της κάποια πραγματικά γεγονότα τα οποία δεν προκύπτουν από κανένα άλλο στοιχείο της δικογραφίας εκτός από τα ανωτέρω επιλήψιμα πορίσματα τα οποία περιλαμβάνουν σχετική αναφορά. Έτσι, δεν γίνεται εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση της συνδρομής του υποκειμενικού στοιχείου. Επίσης, δεν αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά μέσα που συγκεντρώθηκαν με αντίστοιχη εκτίμηση του καθενός από αυτά ξεχωριστά και με την αξιολογική συσχέτιση τους με τα υπόλοιπα. Εξάλλου, προσπαθώντας να αντιπαρέλθει τους δίκαιους υπερασπιστικούς της ισχυρισμούς για έλλειψη γνώσης της, καταφεύγει αποκλειστικά στις από 27-4-2004 και 15-12-2004 πορισματικές αναφορές του ΣΔΟΕ, στο περιεχόμενο των οποίων αναφέρεται επανειλημμένα και αξιολογεί ως μοναδικό στοιχείο για το σχηματισμό του εσφαλμένου πορίσματός του περί συνδρομής του υποκειμενικού στοιχείου στο πρόσωπό της. Όμως, ο Άρειος Πάγος δεν είναι δικαστήριο - συμβούλιο ουσίας έτσι ώστε να μπορεί να ελέγχει την ουσιαστική πλευρά της υπόθεσης, αλλά θεωρεί ως δεδομένα, ότι δηλ. όντως απεδείχθησαν αυτά που δέχεται ότι απεδείχθησαν το συμβούλιο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του. Έτσι δεν συνιστά λόγο αναίρεσης για κακή εκτίμηση των εκ της ανακρίσεως προκυψάντων πραγματικών περιστατικών ή αντικρούων την υπό του βουλεύματος δεκτή γινομένη ύπαρξη αυτών, είναι απαράδεκτος. Και δ) Τέλος η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη ως ίδιο αποδεικτικό μέσο η απολογία και το υπόμνημά της στον ανακριτή. Όμως, προκύπτει σαφώς ότι λήφθηκε υπόψη το υπόμνημά της, χωρίς να γίνεται ρητή μνεία της απολογίας της, από τις σκέψεις δε του προσβαλλόμενου βουλεύματος που γίνεται αναφορά στους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς της κατηγορουμένης, προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη και η απολογία της.
Επίσης, το Συμβούλιο Εφετών, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίαζε, αφού δεν έδωσε σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί η αναιρεσείουσα. Ούτε επίσης εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων.
Κατόπιν αυτών, τα παράπονα που διατυπώνει η αναιρεσείουσα, ότι εσφαλμένα με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έγινε με αυτό δεκτή η έφεσή της κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, είναι αβάσιμα. Ακολούθως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα, αλλά και ο από το αυτό άρθρο στοιχ. δ', για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Οι λοιπές δε αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, με την επίκληση του άνω λόγου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση της Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1396/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα παραπεμπτικό. Απάτη κατά συναυτουργία από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Ευρώ, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια - πρα-γματικά περιστατικά αναγόμενα στο παρελθόν - έννοια όρων. Λόγοι αιτήσεως, απόλυτη ακυρότητα, γιατί παραβιάσθηκαν υπερασπιστικά δικαιώματα της κατηγο-ρούμενης διότι λήφθηκαν υπόψη μαρτυρικές εξετάσεις της στο ΣΔΟΕ. Έλλειψη επαρκούς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1456/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο- Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ΓΕΩΡΓΙΟΥ ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Πέτρου, περί αναιρέσεως της 18122/2009 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 184/10.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη με αριθμό 84/3-11-2009 ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Δημήτριο Λυμπέρη, του κατηγορουμένου, ..., κατά της 18.122/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην αυτού και απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη έφεσή του κατά της 91.792/06 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία (απόφαση Τριμελούς) καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 30-3-09 και η επίδοσή της στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα έγινε στις 13-11-2009 με θυροκόλληση παρουσία μάρτυρα, καθώς και στην αντίκλητο δικηγόρο του, Βασιλική Κωλέτση, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, πριν από κάθε επίδοση στον ίδιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και πρέπει να ερευνηθεί. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 500 εδ. γ και 501 παρ. 1 του Κ.Π.Δ αν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, εφόσον διαπιστώνεται ότι ο εκκαλών κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Η απόφαση αυτή προσβάλλεται μόνο με αίτηση αναιρέσεως για οποιοδήποτε λόγο από τους μνημονευόμενους στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ, οι οποίοι πρέπει να αναφέρονται σε πλημμέλειες της ανωτέρω εφετειακής αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη και όχι σε πλημμέλειες της πρωτοδίκου αποφάσεως ή σε άλλα άσχετα με την απορριπτική αυτή κρίση του Εφετείου θέματα. Έτσι, στην περίπτωση που ο εκκαλών κλητεύθηκε με κλήση προς συζήτηση της εφέσεώς του, αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη, η μνεία του αποδεικτικού κλητεύσεώς του και η ημερομηνία τούτου, ώστε να προκύπτει η εμπρόθεσμη κλήτευση του κατά το άρθρο 166 Κ.Π.Δ. Αν ο εκκαλών κατηγορούμενος δεν έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως και δεν εμφανισθεί στο ακροατήριο κατά την ορισμένη δικάσιμο, το δικαστήριο πρέπει να κηρύξει απαράδεκτη την συζήτηση και να μην απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη, γιατί διαφορετικά υπερβαίνει την εξουσία του και υποπίπτει στην παράβαση του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 18.122/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη λόγω μη εμφανίσεως του η με αριθμό 12.470/15-10-2007 έκθεση εφέσεως του εκκαλούντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αριθμό 91.792/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία αυτός είχε καταδικαστεί ερήμην, για την πράξη της παραβάσεως του άρθρου 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικάσαν ως Εφετείο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, απέρριψε ως ανυποστήρικτη την παραπάνω έφεση, με την εξής κατά λέξη αιτιολογία: "Από τα αποδεικτικά επιδόσεως των επιμελητών Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών από 26/1/2009 της ... και από 10-2-2009 της ..., που βρίσκονται στη δικογραφία, προκύπτει ότι ο προαναφερόμενος κατηγορούμενος (και ο αντίκλητος Δικηγόρος του) κλητεύθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως να εμφανιστεί σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και να υποστηρίξει την έφεση που έχει ασκήσει κατά της 91792/06 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Δεδομένου ότι δεν παρουσιάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 326, 340 και 501 του Κ.Ποιν.Δ να απορριφθεί η έφεσή του ως ανυποστήρικτη". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης, απορριπτικής της εφέσεως ως ανυποστήρικτης αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή σε αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν και είναι αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της κλητεύσεως τον εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος να παραστεί κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως και τα αποδεικτικά από τα οποία αυτή προκύπτει τα οποία δεν διακρίνονται με την καταχώριση αριθμού. Ο αναιρεσείων, με το μοναδικό λόγο της αιτήσεώς του ισχυρίζεται ότι "το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δικάσαν ως Εφετείο, δεν διέλαβε διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν μνημονεύει τους αριθμούς των αποδεικτικών κλητεύσεως και την ημερομηνία αυτών, ώστε να συνάγεται η εμπρόθεσμη κλήτευση του και έτσι πρέπει να αναιρεθεί κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ., ενώ παράλληλα δεν ανεγνώσθη η αναβλητική απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία ανεβλήθη αορίστως κατά τη δικάσιμο της 28 Μαΐου 2008 η υπόθεση, λόγω τηρήσεως υπό του Γραμματέως του ωραρίου". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, κατά μεν το πρώτο σκέλος του διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ρητά αναφέρεται τόσο η 26-1-2009 ως ημεροχρονολογία κλητεύσεως του αναιρεσείοντος (με θυροκόλληση παρουσία μάρτυρα), όσο και η 10-2-2009 ως ημεροχρονολογία επιδόσεως της κλήσεως στη διορισμένη με την έφεση αντίκλητο δικηγόρο του, κατά δε το δεύτερο σκέλος του, διότι, όπως και ο αναιρεσείων διατείνεται, η υπόθεση είχε αναβληθεί αορίστως και, η αναβλητική αυτή απόφαση δεν ασκούσε οποιαδήποτε επιρροή για την κλήτευση του αναιρεσείοντος στη δικάσιμο που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα, για ελλιπή αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ,.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθ. 84/3-11-2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της με αριθμό 18.122/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη εμφάνιση εγκαλούντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, νομίμως και εμπροθέσμως για τη συζήτηση της εφέσεως του. Απορρίπτεται αυτή ως ανυποστήρικτη. Για να έχει η απορριπτική απόφαση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται στο σκεπτικό της να αναφέρει το χρόνο και το αποδεικτικό επιδόσεως της κλήσεως προς συζήτηση της εφέσεως. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1472/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Δημήτριο Τίγγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα και Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 21η Ιουλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις αναιρέσεως της 4632/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων α) Χ1, κατοίκου ... και β) Χ2, κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Βίκτωρα Τσιλώνη (ΑΜ ΔΣΘ 7848). Με συγκατηγορουμένους τους α) Χ3 και β) Χ4.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφαση, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή. Οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεσή της, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 27-4-2010 δύο αυτοτελείς αιτήσεις αναιρέσεως, που καταχωρήθηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 617/2010.
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση του δευτέρου και να γίνει δεκτή η αίτηση του πρώτου από τους αναιρεσείοντες.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, που κατατέθηκαν στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση την 27-4-2010, υποβάλλονται για τους κατηγορουμένους εκ μέρους συνηγόρου με ειδική πληρεξουσιότητα και στρέφονται κατά της 4632/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ την 23-4-2010. Επομένως, έχουν ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (ΚΠοινΔ 465 παρ.2, 473 παρ.1 και 3, 474, 505 παρ.1, 509 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτών.
2. Στο άρθρο 4 παρ.1 εδ.α' του ν. 3037/2002 με τον τίτλο "απαγόρευση παιγνίων" ορίζεται ότι "Όσοι εκμεταλλεύονται ή διευθύνουν κέντρα ή άλλους χώρους της παρ.1 του άρθρου 2, στα οποία διενεργούνται ή εγκαθίστανται παίγνια απαγορευμένα κατά τις διατάξεις των προηγουμένων άρθρων, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 5.000 ευρώ". Στο άρθρο 2 παρ.1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "Απαγορεύεται η διεξαγωγή των υπό στοιχεία β', γ' και δ' του άρθρου 1 παιγνίων, περιλαμβανομένων και των [δια] υπολογιστών [διεξαγομένων], σε δημόσια, γενικά, κέντρα, όπως ξενοδοχεία, καφενεία κλπ". Τέλος, στο άρθρο 1 στοιχείο δ' του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "Ηλεκτρονικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου, εκτός των υποστηρικτικών ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών και άλλων μηχανισμών, απαιτείται η ύπαρξη και εκτέλεση λογισμικού (προγράμματος)" [που είναι εγκατεστημένο σε ηλεκτρονικό υπολογιστή]. Κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών, η απαγόρευση της διεξαγωγής ηλεκτρονικών παιγνίων, με τη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών, σε δημόσια κέντρα και η εκ του λόγου αυτού τιμωρία όσων εκμεταλλεύονται ή διευθύνουν τα κέντρα αυτά, αναφέρεται μόνο στα τυχερά παιγνίδια, σε όσα δηλαδή η έκβαση εξαρτάται προεχόντως εκ της τύχης και αποφέρει οικονομικό όφελος είτε στον παίκτη, όταν κερδίζει είτε στο διοργανωτή του παιγνίου (ή στον εκμεταλλευόμενο κλπ το κέντρο), όταν ο παίκτης χάνει. Το ότι σκοπός του ν. 3037/2002 υπήρξε "ο αποτελεσματικός αποκλεισμός του παράνομου τζόγου και των παράνομων εσόδων που αυτός αποφέρει και, συνακόλουθα, η επίλυση των μεγάλων κοινωνικών προβλημάτων που ο τζόγος αυτός δημιουργεί" και όχι η απαγόρευση των τεχνικών, ψυχαγωγικών παιγνίων, ακόμη και αν διεξάγονται με λογισμικό που είναι εγκατεστημένο σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, διευκρινίσθηκε με σχετική ανακοίνωση του Υπουργείου Οικονομικών (βλ. υπό το άρθρο 1 του ν. 3037/2002, στην ΤραπΝομΠληρ ΝΟΜΟΣ και ΑΠ 1672/2009). Η ως άνω ερμηνεία επιβεβαιώνεται από τη διατήρηση σε ισχύ των άρθρων 4 εδ.α' και 7 παρ.1 στοιχ. α' του β.δ. 29/1971 (με το άρθρο 11 του ν. 3037/2002 καταργήθηκαν μόνο τα άρθρα 5 και 6 παρ.3 του β.δ. 29/1971), σύμφωνα με τις διατάξεις των οποίων τα τυχερά παίγνια απαγορεύονται σε όλη την ελληνική επικράτεια και "Οι εκμεταλλευόμενοι ή διευθύνοντες κέντρα, επιτρέποντες την διενέργειαν εν αυτοίς τυχηρών παιγνίων, τιμωρούνται δια χρηματικής ποινής και φυλακίσεως μέχρι δύο ετών κλπ" (βλ. ΑΠ 1547/2009). Ως εκ τούτου, το ζήτημα της συμφωνίας ή μη των διατάξεων του ν. 3037/2002, καθ' ο μέρος θεωρήθηκε ότι απαγορεύουν γενικώς τη διενέργεια ηλεκτρονικών παιγνίων με τη χρήση λογισμικού που είτε είναι εγκατεστημένο σε ηλεκτρονικό υπολογιστή είτε τίθεται στη διάθεση του χρήστη με απ' ευθείας σύνδεση στο διαδίκτυο (internet), προς τη σχετική νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (που υπερισχύει του εσωτερικού δικαίου κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος) και της εντεύθεν συνταγματικότητας αυτών, δεν υφίσταται στην περίπτωση της διενέργειας τυχερών παιγνίων με ηλεκτρονικό υπολογιστή, αφού η εν λόγω νομοθεσία δεν αποβλέπει στην προστασία του παράνομου τζόγου (βλ. ΑΠ 547/2008).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.1 στοιχείο δ', 2 παρ.1 και 4 παρ.1 εδ.α' του ν. 3037/2002 (εκ παραδρομής προστέθηκε στην οικεία θέση των πρακτικών και το άρθρο 3 εδ.β' του ίδιου νόμου, για το οποίο τέθηκε βάσιμα ζήτημα αντισυνταγματικότητας, βλ. ΣτΕ 246/2004, αλλά το οποίο δεν έχει σχέση με τη στοιχειοθέτηση της συγκεκριμένης πράξεως), συνιστάμενη στο ότι με την ιδιότητα και υπό τις επί μέρους περιστάσεις που αναφέρονται στη συνέχεια (βλ. παρακάτω, αρ.3), σε καφετέρια, είχαν εγκαταστήσει και θέσει σε λειτουργία ένδεκα ηλεκτρονικούς υπολογιστές, ελεγχόμενους από κεντρικό υπολογιστικό σύστημα που διέθετε το προσήκον λογισμικό, στους οποίους ισάριθμοι πελάτες του καταστήματος έπαιζαν το ηλεκτρονικό παιγνίδι "φρουτάκια", η έκβαση του οποίου ήταν εξαρτημένη αποκλειστικά εκ της τύχης και είχε άμεσες οικονομικές συνέπειες (κέδρος ή ζημία) τόσο για τους παίκτες όσο και για τους κατηγορουμένους. Με τον πρώτο λόγο των αιτήσεων αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες παραπονούνται για το ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως ή, άλλως, με ελλιπή αιτιολογία απέρριψε τον ενώπιον εκείνου προβληθέντα ισχυρισμό αυτών ότι οι διατάξεις του ν. 3037/2002, με βάση τις οποίες είχαν παραπεμφθεί και καταδικασθεί πρωτοδίκως, έρχονται σε αντίθεση προς την κοινοτική νομοθεσία, "όπως άλλωστε κρίθηκε με την C-65/05 απόφαση του ΔΕΚ από 26-10-2006, εκδοθείσα επί προσφυγής της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ελλάδος, κατά την οποία η Ελληνική Δημοκρατία, εισάγοντας με το ν. 3037/2002 την απαγόρευση εγκαταστάσεως και λειτουργίας όλων των ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών και ηλεκτρονικών παιγνίων, συμπεριλαμβανομένων όλων των παιγνίων για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σε κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, εκτός των καζίνο, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 28, 30, 43 και 49 ΕΚ, καθώς και από το άρθρο 8 της Οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22 Ιουνίου 1998, όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 98/48/ΕΚ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20 Ιουλίου 1998". Ο λόγος αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς, διότι η πιο πάνω κρίση του ΔΕΚ αναφέρεται στην εκδοχή της γενικής απαγόρευσης των ηλεκτρονικών κλπ παιγνίων (την οποία, όπως προαναφέρθηκε, απέκλεισε το Υπουργείο Οικονομικών με τη διευκρινιστική ανακοίνωση που εκ των υστέρων εξέδωσε) και όχι στη διεξαγωγή των παράνομων, τυχερών ηλεκτρονικών παιγνίων, της οποίας το αξιόποινο δεν έρχεται σε αντίθεση με την κοινοτική νομοθεσία και η οποία αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης. Επομένως, ο εξεταζόμενος πρώτος λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
3. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, προκειμένου να καταλήξει σε καταδικαστική κρίση ως προς το δεύτερο από τους αναιρεσείοντες, δέχθηκε μεταξύ άλλων και τα εξής ουσιώδη: Ότι ο δεύτερος από τους αναιρεσείοντες είχε την ιδιότητα του εκμεταλλευτή και διευθύνοντος ενός καταστήματος, που λειτουργούσε στη ..., επί της οδού ... αρ.4-6, ως καφετέρια με το διακριτικό τίτλο "...". Ότι, με την ιδιότητα αυτή (ενεργώντας από κοινού με τον πρώτο από τους αναιρεσείοντες, για τον οποίο γίνεται λόγος στην επόμενη σκέψη της παρούσας, βλ. παρακάτω, αρ.4), είχε εγκαταστήσει στο εν λόγω κατάστημα 15 ηλεκτρονικούς υπολογιστές, οι οποίοι ήσαν συνδεδεμένοι με κεντρικό ηλεκτρονικό υπολογιστή, ελεγχόμενο από τον ίδιο ή τους υπαλλήλους του (ως τέτοιοι καταδικάσθηκαν οι συγκατηγορούμενοι Χ3 και Χ4, που δεν έχουν ασκήσει αίτηση αναιρέσεως) και στους οποίους λειτουργούσε λογισμικό (πρόγραμμα) που επέτρεπε τη διεξαγωγή του τυχερού παιγνίου "φρουτάκια", με ηλεκτρονικό τρόπο. Ότι στην οθόνη εκάστου υπολογιστή εμφανίζονταν σε διαρκή κίνηση διάφορα μικροαντικείμενα (φρουτάκια, ζωάκια κλπ) και ο αντίστοιχος παίκτης είχε τη δυνατότητα, δίνοντας τη σχετική εντολή με το πληκτρολόγιο του υπολογιστή, να ακινητοποιήσει προς στιγμή την εικόνα, προς το σκοπό να επιτύχει την εκ συμπτώσεως εμφάνιση επί της αυτής σειράς τριών ίδιων αντικειμένων (τρίλιζα), οπότε κέρδιζε. Ότι ο κάθε παίκτης κατέθετε προκαταβολικά στο ταμείο του καταστήματος το χρηματικό ποσό, με το οποίο επιθυμούσε να συμμετάσχει στο παιγνίδι και, στη συνέχεια, κάθε φορά που κέρδιζε, πιστωνόταν με τις σχετικές μονάδες, ενώ κάθε φορά που έχανε, χρεωνόταν αντιστοίχως. Ότι η έκβαση του παιγνιδιού ήταν εξαρτημένη αποκλειστικά από την τύχη, χωρίς ο παίκτης να μπορεί να συμβάλει με τις δικές του ικανότητες στη διαμόρφωση του αποτελέσματος που επιθυμούσε. Ότι κατά το χρόνο του ελέγχου του καταστήματος σε 11 από τους υπολογιστές αυτούς έπαιζαν το εν λόγω τυχερό παιγνίδι ισάριθμοι πελάτες του καταστήματος. Και, τέλος, ότι το παιγνίδι σε όλους τους υπολογιστές διακόπηκε αυτόματα, με χειρισμό που έγινε μέσω του κεντρικού υπολογιστή, γεγονός που επιβεβαιώνει την κρίση ότι οι πελάτες δεν έπαιζαν στο διαδίκτυο, αλλά με χρήση του λογισμικού που ήταν εγκατεστημένο στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές του καταστήματος. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το εφετείο κήρυξε ένοχο το δεύτερο από τους αναιρεσείοντες για την αξιόποινη πράξη που προαναφέρθηκε. Με τα όσα δέχθηκε, σε συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της αποφάσεώς του, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε την κατά νόμο πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εξέθεσε χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά ότι ο αναιρεσείων, με την ιδιότητα του εκμεταλλευτή και διευθύνοντος την καφετέρια, εγκατέστησε σ' αυτήν ηλεκτρονικούς υπολογιστές που διέθεταν το κατάλληλο πρόγραμμα διεξαγωγής μέσω αυτών του παιγνιδιού "φρουτάκια", το οποίο είναι απαγορευμένο ως τυχερό, διότι στην έκβασή του δεν μπορούν να επιδράσουν οι ικανότητες του παίκτη και το οποίο παιζόταν στη συγκεκριμένη περίπτωση από 11 πελάτες του καταστήματος, με την επιδίωξη οικονομικού οφέλους τόσο γι' αυτούς όσο και για την επιχείρηση. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως του δευτέρου από τους αναιρεσείοντες, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, η αιτίαση του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με την οποία οι πελάτες έπαιζαν στο διαδίκτυο και δεν ήταν δυνατό να ελεγχθούν από τον ίδιο ή τους υπαλλήλους του, προβάλλεται απαραδέκτως, διότι με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττει την περί τα πράγματα, αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας.
4. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν ο δικαστής, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Στις περιπτώσεις αυτές ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση επέρχεται εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που γίνονται δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας ή, κατά την έκθεση αυτών, εμφιλοχωρεί αντίφαση, ώστε να μη είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Εν προκειμένω, ως προς τον πρώτο από τους αναιρεσείοντες, από την επισκόπηση του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, προκειμένου να καταλήξει σε καταδικαστική κρίση, δέχθηκε, πέραν των όσων έχουν αναφερθεί στην προηγούμενη σκέψη, ότι αυτός ήταν ιδιοκτήτης του καταστήματος, που λειτουργούσε στη ..., επί της οδού ... αρ.4-6, ως καφετέρια με το διακριτικό τίτλο "..." και ότι ενεργούσε από κοινού με το δεύτερο από τους αναιρεσείοντες. Η παραδοχή αυτή ενέχει σημαντική αντίφαση. Διότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 του ν. 3037/2002 (βλ. παραπάνω, αρ.2), ποινική ευθύνη υπέχει αυτός που εκμεταλλεύεται ή διευθύνει κέντρο ή άλλο χώρο, όπου διενεργούνται ή εγκαθίστανται απαγορευμένα παίγνια και όχι ο ιδιοκτήτης αυτών. Κατά συνέπεια, εάν πρόκειται περί "ψιλού" ιδιοκτήτου του ακινήτου ή της επιχειρήσεως που ασκείται σ' αυτό, ο οποίος δεν έχει καμιά συμμετοχή στην εκμετάλλευση ή στη διεύθυνση του καταστήματος, η αξιόποινη πράξη, για την οποία γίνεται λόγος, δεν στοιχειοθετείται. Εάν, όμως, ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης συμμετέχει παράλληλα στην εκμετάλλευση ή στη διεύθυνση αυτής, τότε προέχουσα δεν θεωρείται η ιδιότητα του ιδιοκτήτη, αλλά εκείνη του εκμεταλλευτή ή διευθυντή, διότι αυτή είναι ποινικώς αξιόλογη. Ως εκ τούτου, η αντίφαση των παραδοχών του εφετείου έχει ως συνέπεια το ότι ο πρώτος από τους αναιρεσείοντες ως ιδιοκτήτης του καταστήματος δεν είναι αξιόποινος, ενώ ως από κοινού ενεργών με τον εκμεταλλευόμενο και διευθύνοντα αυτό, καθίσταται και αυτός εν μέρει εκμεταλλευτής και διευθύνων και υπέχει ποινική ευθύνη. Επομένως, με τα όσα δέχθηκε το εφετείο ως προς τον πρώτο από τους αναιρεσείοντες παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη που αναφέρθηκε και κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του, ως προς αυτόν, σύμφωνα με την εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ αιτίαση που διατυπώνεται στο δεύτερο από τους λόγους της δικής του αιτήσεως αναιρέσεως, όπως συμπληρώνεται από τον τρίτο.
5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει η αίτηση του δευτέρου από τους αναιρεσείοντες, στην οποία δεν υπάρχει άλλος λόγος, να απορριφθεί ως αβάσιμη και αυτός να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων (ΚΠοινΔ 583 παρ.1). Αντιθέτως, πρέπει η αίτηση του πρώτου από τους αναιρεσείοντες να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς αυτόν και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΕΤΑΙ την από 27-4-2010 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της 4632/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΑΝΑΙΡΕΙ την προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς αυτόν.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ ως προς αυτόν την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-4-2010 αίτηση του Χ2, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της 4632/ 2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εν λόγω αναιρεσείοντα στην πληρωμή διακοσίων είκοσι (220) ευρώ για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 22α Ιουλίου 2010. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 5η Αυγούστου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παίγνια σε ηλεκτρονικό υπολογιστή. Συνταγματική η διάταξη που απαγορεύει τη διενέργεια τυχερών παιγνίων. Αιτιολογημένη η καταδίκη του διευθύνοντος και εκμεταλλευόμενου το κατάστημα. Αναιρεί για ασαφή αιτιολογία ως προς το εάν ο έτερος κατηγορούμενος, εκτός του ότι ήταν ιδιοκτήτης της επιχείρησης, ήταν και εκμεταλλευτής αυτής.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναίρεση μερική, Παίγνια τυχερά.
| 0
|
Αριθμός 1454/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Τσαλικίδη, περί αναιρέσεως της 10257/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 255/10.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των αρ. 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα όσα έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.). χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η κατά το άρ. 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα απ' αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρ. 183 ΚΠΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερόμενη διάταξη του άρ. 178 ΚΠΔ, πρέπει δε για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το Δικαστήριο (μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα), να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν μνημονεύεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, υπάρχει αβεβαιότητα για το αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και την πραγματογνωμοσύνη, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα, και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Η αβεβαιότητα δε αυτή επιτείνεται, όταν το Δικαστήριο κατέληξε με το αποδεικτικό του πόρισμα, μάλιστα χωρίς αναφορά, άμεση ή έμμεση, στο περιεχόμενο της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, σε συμπεράσματα διαφορετικά εκείνων του πορίσματος της τελευταίας. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 10257/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (αρ. 302 ΠΚ) σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διστακτικού της, αναφέρεται σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του "...την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά (ως αναγνωσθέντα) και την όλη αποδεικτική διαδικασία". Όμως δεν αναφέρεται καθόλου το Δικαστήριο και στην από 3-3-2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού, ..., ο οποίος είχε πραγματογνώμονας με το υπ' αριθμ. 429/7-12-2005 έγγραφο του 6ου προανακριτικού Τμήματος του Πταισματοδικείου Αθηνών και είχε συντάξει την αναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Εφετείου, αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Η έκθεση δε αυτή πραγματογνωμοσύνης δεν μνημονεύεται και δεν και δεν αξιολογείται ούτε σε άλλο σημείο της αιτιολογίας (εκτός εκείνου της αναφοράς των αποδεικτικών μέσων), μολονότι μάλιστα καταλήγει σε πόρισμα (ανυπαρξία ζωνών ασφαλείας) το οποίο είναι αντίθετο με αυτά που, ως αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος κατέληξε το Δικαστήριο, ώστε να δύναται να συναχθεί, έστω και εμμέσως, ότι το Δικαστήριο την έλαβε υπόψη του. Έτσι δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, όπως υποχρεούτο, το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, αφού δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του και το αποδεικτικό αυτό μέσο. Επομένως, οι από το αρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως του δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως με τον οποίο προβάλλεται η ελλιπής αιτιολογία της απόφασης, σε σχέση με την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, είναι βάσιμος και, εφόσον η αναίρεση είναι παραδεκτή, πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί δε η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο όμως από άλλους Δικαστές, εκτός από αυτούς που την είχαν δικάσει προηγουμένως (άρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 10257/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός αποδεικτικών μέσων. Η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν είναι απαραίτητη η ιδιαίτερη αξιολόγηση αυτής. Πρέπει όμως να προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, όχι μόνο μερικώς, αλλά όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων, περιλαμβάνεται κατά το άρθρο 178 περ. γ ΚΠΔ και η πραγματογνωμοσύνη. Από το όλο της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν συνάγεται ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε το αποδεικτικό αυτό μέσο. Δεκτός ο σχετικός για έλλειψη αιτιολογίας από το άρθρο 510 § 1 περ.Δ΄ ΚΠΔ λόγο της αιτήσεως. Αναιρεί προσβαλλόμενη απόφαση. Παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο για νέα εκδίκαση.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Πραγματογνωμοσύνη.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1453/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο- Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευής Ουρανού περί αναιρέσεως της 477/2009 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1368/09.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 473 ηαρ. 1 εδαφ. α' και β' ΚΠΔ όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 6 παρ. 6 του ν. 1653/1986 "όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα (10) ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα (30) ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης". Το ένδικο μέσο που ασκείται μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας απορρίπτεται ως απαράδεκτο, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεως του, σε περίπτωση δε που το αρμόδιο για το ένδικο μέσο, και ειδικότερα για την έφεση δικαστήριο το απορρίψει ως απαράδεκτο παρά το νόμο, ενώ ώφειλε να εξετάσει την ουσία της υποθέσεως, υποπίπτει στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας και γι' αυτό ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου1 510 παρ. 1 ΚΠΔ. Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 ΚΠΔ προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπον της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς εκείνον γίνεται ως άγνωστης διαμονής μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδάφ. α' προσώπων, προς τον δήμαρχον ή τον αρμόδιον δημοτικό υπάλληλο που όρισε σ δήμαρχος της τελευταίος κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, γνωστή στο πλαίσιο του δικαιϊκού συστήματος των επιδόσεων είναι η κατοικία ή διαμονή η οποία είναι γνωστή στην αρχή η οποία εξέδωσε το επιδοτέο έγγραφο ή στην αρχή που παρήγγειλε την επίδοση του. Έτσι η τελευταία γνωστή στην Εισαγγελία που παραγγέλλει την επίδοση της καταδικαστικής απόφασης κατοικία η διαμονή του αποδέκτη της επίδοσης είναι εκείνη η οποία έχει γνωστοποιηθεί με οποιοδήποτε τρόπο- στην Εισαγγελία. Εάν ο αποδέκτης της επίδοσης απουσιάζει από την τελευταία αυτή κατοικία του, χωρίς να προκύπτει άλλη διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του νεώτερη αλλά άγνωστη διαμονής στην αρχή η οποία παραγγέλει την επίδοση αυτή γίνεται προς τα αναφερόμενα πρόσωπα και εάν δεν βρεθεί κανένα απ' αυτά, στον δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας ή τον ιερέα της ενορίας της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του. Ειδικότερα εάν πρόκειται για επίδοση ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως προς κατηγορούμενον, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 273 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ. 4 του ν. 2173/1993 και ισχύει από 16 Δεκεμβρίου 1993, δήλωσε ενώπιον του ανακριτή ή Εισαγγελέα, ή του πταισματοδίκη ή ειρηνοδίκη κατά την προανάκριση την διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής του, η επίδοση ωσότου η απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεσθεί γίνεται σύμφωνα με το εδάφιο γ' της ίδιας παραγράφου, στη δηλωθείσα αυτή διεύθυνση, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν δήλωσε εγγράφως στον Εισαγγελέα, που άσκησε την ποινική δίωξη μεταβολή της κατοικίας ή διαμονής του. Στην περίπτωση αυτή εάν ο κατηγορούμενος απουσιάζει από την δηλωθείσα με τον τρόπο αυτό κατοικία και είναι πλέον άγνωστη η διαμονή, διότι μετέβαλε κατοικία ή διαμονή, χωρίς να δηλώσει αρμοδίως την μεταβολή αυτή, η επίδοση της απόφασης γίνεται προς αυτόν ως γνωστής διαμονής στην αρχικώς δηλωθείσα διεύθυνση της κατοικίας του, όπου κατά νόμο θεωρείται ότι διαμένει, ακόμη και εάν έχει αλλάξει τόπο κατοικίας ή διαμονής. Αντίθετα, όμως αν η ως άνω δήλωση από τον κατηγορούμενο, κατά τη προανάκριση, της διεύθυνσης της κατοικίας ή διαμονής του δεν γίνει ενώπιον του πταισματοδίκη ή ειρηνοδίκη αλλά ενώπιον του ανακριτικού υπαλλήλου της αστυνομίας δεν ισχύει και δεν εφαρμόζεται η, μετά την κατά τα ανωτέρω αντικατάσταση από 16-12-1993 του άρθρου 273 παρ. 1 ΚΠΔ προβλεπομένη ρύθμιση. Έτσι στην τελευταία αυτή περίπτωση, κατά την οποία η δήλωση από τον κατηγορούμενο της διεύθυνσης της κατοικίας ή διαμονής του γίνεται ενώπιον αστυνομικού υπαλλήλου, που ενεργεί προανάκριση, ο κατηγορούμενος πρέπει να αναζητηθεί στην διεύθυνση αυτή και εάν απουσιάζει από τον τόπον της κατοικίας του αυτής και η διαμονή του είναι άγνωστη η επίδοση θα γίνει προς αυτόν όχι ως γνωστής διαμονής αλλά ως άγνωστης διαμονής κατά το άρθρο 156 ΚΠΔ. Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 476 και 513 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο, το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως ή βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση (αρθρ. 476 παρ. 2 ΚΠΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της έφεσης ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο της επίδοσης της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εκείνον της ασκήσεως του ενδίκου μέσου καθώς και το αποδεικτικά από το οποίο προκύπτει η επίδοση. Σε περίπτωση όμως που με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος της κατοικίας εκείνου που το ασκεί και το άγνωστο της διαμονής του ως και η εντεύθεν αδυναμία γνώστης της επιδόσεως, πρέπει να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, άλλως ιδρύεται ο κατ* άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε ως εκπρόθεσμη και ως εκ τούτου απαράδεκτη την έφεση της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά την ερήμην αυτής εκδοθείσης υπ' αριθ. 2070/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικών Χανίων, που την είχε καταδικάσει για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών. Για να στηρίξει την απορριπτική κρίση του το Τριμελές Εφετείο Κρήτης περιέλαβε την αιτιολογία ότι: από το με ημεροχρονολογία 28-8-2002 αποδεικτικό επιδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης του Ανθ/μου Τ.Α ... προκύπτει ότι η τελευταία επιδόθηκε στην εκκκαλούσα ως αγνώστου διαμονής στις 28-8-2002. Η εκκαλούσα όμως άσκησε την επίδικη έφεση στις 5-9-2008 ήτοι μετά την εκπνοή της προθεσμίας του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ. Ακολούθως η κρινομένη έφεση πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ. Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω δικαστήριο διέλαθε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την ειδική η εμπεριστατωμένη αιτιολογία που επιβάλλεται γη την απόρριψη της εφέσεως ως εκπρόθεσμης, αφού παραθέτει τον χρόνο την επιδόσεως της εκκαλουμένης στην κατηγορουμένη ως άγνωστης διαμονής και δη, επιδόσεως προδήλως με το, υπό την αυτήν ημερομηνία αποδεικτικό επιδόσεως χωρίς να είναι απαραίτητος ο ειδικότερος προσδιορισμός αυτού ή μνεία των στοιχείων εγκυρότητος της επιδόσεως, επιπλέον δε η απόφαση ανάφερα και τον χρόνον ασκήσεως της εφέσεως. Βεβαίως η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα με την έκθεση εφέσεως, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεώς της ισχυρίστηκε ότι η έφεση είναι εκπρόθεσμη. Δια το λόγο ότι ποτέ δεν έλαβε γνώση ούτε της κλητεύσεώς της για τη δικάσιμο της 14-6-02 (κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση), ούτε και της εκκαλουμένης αποφάσεως. Επίσης, κατά την εκδίκαση της εφέσεώς της, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, προέβαλε, δια του εκπροσωπήσαντος αυτή δικηγόρου, τον ισχυρισμό ότι: η επίδοση της παραπάνω αποφάσεως είναι άκυρη για δύο λόγους, α) κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση, δήλωσε διεύθυνση στην αλλοδαπή. Επειδή όμως δεν δήλωσε αντίκλητο δικηγόρο και μάλιστα στην έδρα του πλημμελειοδικείου Χανίων (διότι δεν την ενημέρωσαν ότι έπρεπε έτσι να πράξει), η επίδοση της αποφάσεως κατ' άρθρο 273 ε ΚΠΔ έπρεπε να γίνει στο γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Χανίων και αυτός με τη σειρά του έπρεπε να τοποθετήσει την απόφαση σε ειδικά από αυτόν τηρούμενο φάκελο.
Συνεπώς η επίδοση που έγινε ως άγνωστης διαμονής στις 28.8.2002 είναι άκυρη και έτσι δεν άρχισε να τρέχει η 10ήμερη προθεσμία για άσκηση εφέσεως. Και β) Ακόμη και στην περίπτωση που το Δικαστήριο αυτό κρίνει ότι νομίμως έπρεπε να γίνει επίδοση με τη διαδικασία του άρθρου 156 ΚΠΔ (άγνωστης διαμονής), το αποδεικτικό έπρεπε να αναφέρει συγκεκριμένη διεύθυνση (οδό και αριθμό) όπου ο δικαστικός επιμελητής πήγε και δεν βρήκε κανένα από τα άτομα που αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο, και εν συνεχεία εφάρμοσε όσα ορίζοντα στην παρ. 2 του άρθρου αυτού (επίδοση στο Δήμαρχο κλπ), πλην όμως το αποδεικτικό αυτό αναφέρει στη θέση της οδού την κεντρική οδό των ... και συγκεκριμένα την οδό ... χωρίς όμως να αναφέρει συγκεκριμένο αριθμό στον οποίο μετέβη ο επιδόσας και στον οποίο δεν βρήκε κανένα από τα πρόσωπα που αναφέρονται στη παρ. 1 του άρθρου αυτού. Οι ισχυρισμοί της όμως αυτοί, από τους οποίους προβληθέντες στο Δικαστήριο, στρέφονται κατά το κύρος της επιδόσεως, δεν είναι σαφείς και ορισμένοι, διότι κατά πρώτο λόγο, ούτε και κατά το χρόνο εκείνο καθορίζεται ο τόπος διαμονής της εκκαλούσας. Μάλιστα δε, όπως προκύπτει από το 14-2-2002 έγγραφο του γενικού προξένου της Ελλάδος στις ..., που υπάρχει στη δικογραφία και απευθύνεται στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Χανίων, αναφέρει ότι δεν επέδωσε στην κλήση στην άνω αναιρεσείουσα, διότι σύμφωνα με τις αρμόδιες Βελγικές αρχές, "διεγράφη από 12-12/01 και αγνοείτε η νέα της κατοικία". Επίσης, όπως προκύπτει από την από 18-12-2008 βεβαίωση της Επιμελήτριας Δικαστηρίου, ..., που υπάρχει στη δικογραφία, η άνω κατηγορουμένη, δεν υπάρχει στη διεύθυνση ...(που δήλωσε με την έφεση), λόγω μετοικήσεώς της σε άγνωστη διεύθυνση. Σημειώνεται ότι το άρθρο 156 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το όρθρο 6 παρ. 6 του ν. 1683/1986, αν το πρόσωπο στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση απουσιάζει από τον τόπον της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, η επίδοση γίνεται στο σύζυγο του ή, αν δεν υπάρχει σύζυγος σε έναν από τους γονείς ή τους αδελφούς ή σε άλλους συγγενείς του, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτον βαβμόν. Αν δεν βρεθεί κανείς από τους παραπάνω στον τόπον κατοικίας του αποδέκτη της επίδοσης, αυτή γίνεται στον δήμαρχο ή τον δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του αποδέκτη της επίδοσης, ο οποίος φροντίζει για την τοιχοκόλληση του εγγράφου που του επιδόθηκε σε ένα από τη δημόσια σημεία και γιο την αποστολή σχετικής βεβαιώσεως στην αρχή που παρήγγειλε την επίδοση. Κατά δε το άρθρο 154 παρ. 2 ιδίου Κώδικα, αν δεν τηρηθούν σι παραπάνω διατάξεις του άρθρου 156 η επίδοση είναι άκυρη. Τέλος, με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα παραπονείται γιατί το Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του και απέρριψε ως εκπρόθεσμη την έφεσή της, παρά το ότι αυτή δεν είχε επιδοθεί στο Γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Χανίων, αφού αυτή είχε δηλώσει ότι ήταν κάτοικος Βελγίου. Όμως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι το Δικαστήριο έκρινε ορθώς και αιτιολογημένα ότι: 1) η πρωτόδικη απόφαση επιδόθηκε στις 28-8-2002 στο Δήμαρχο ... για λογαριασμό της ήδη αναιρεσείουσας και τότε εκκαλούσας ως άγνωστης διαμονής, δοθέντος ότι η δήλωση κατοικίας στο Βέλγιο, που έδωσε όταν εξετάσθηκε από την Αστυνομία κατά την προανάκριση και την ανύπαρκτη, δεν έγινε ενώπιον πταισματοδίκη ή Ειρηνοδίκη ή τον Εισαγγελέα κατά την ισχύουσα τότε διάταξη της 273 παρ. 1 α ΚΠΔ, ώστε να γίνει επίδοση ως γνωστής διαμονής στην άνω διεύθυνση, ενώ η τελευταία και μόνη γνωστή κατοικία και διαμονή της ήταν η πόλη των ..., όπου τέλεσε το έγκλημα για το οποίο καταδικάστηκε. Εξάλλου, αυτό δεν σημαίνει ότι η αναιρεσείουσα, κατά πλάσμα δικαίου διέμενε στις ... ώστε να γίνει η επίδοση εκεί ως γνωστής διαμονής, καθόσον η σχετική νομοθετικά ρύθμιση της ΚΠΔ 273 παρ. 1 α με το Ν. 3160/2003, που προβλέπεται αυτό, ισχύει για δηλώσεις κατοικίας που έγιναν μετά την ισχύ (30-6-2003) της διατάξεως αυτής. 2) Η έφεση ασκήθηκε στις 5-9-2008 και δήλωσε κατοικία της στην ... στην οποία, κατά τα άνω, ήταν άγνωστη, όταν μάλιστα αυτή γνώριζε τις εγκλήσεις σε βάρος της και όφειλε και δηλώσει νομότυπα πραγματική διεύθυνση κατοικίας και όχι ανύπαρκτη. Κατόπιν των παραπάνω εκτεθέντων, η προαναφερόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν ήταν αναγκαίο να επεκταθεί και επί των προβληθέντων στο ακροατήριο του Εφετείου και αφορώντων το κύρος της επιδόσεως ισχυρισμών και επομένως, το δικάσαν Δικαστήριο με το να κηρύξει στη συνέχεια απαράδεκτη την έφεση της αναιρεσείουσας δεν υπερέβη την εξουσία του. Κατά συνέπεια, οι αντίθετοι από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η' σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται η πλημμέλεια της υπερβάσεως δικαιοδοσίας, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Ιουλίου 2009 (υπ' αριθ. 112/09 ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών) αίτηση της Χ, για αναίρεση της με αριθμό 477/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη έφεση της αναιρεσείουσας κατ' αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, που είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως για πλημμέλημα. Αν πρόκειται για επίδοση ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως προς κατηγορούμενο, που δήλωνε σύμφωνα με άρθρ. 273 § 1α, όπως αντ. με άρθρ. 34 § 4 Ν. 2172/1993 και ίσχυε από 16-12-1993 ενώπιον του ανακριτή ή Εισαγγελέα ή Πταισματοδίκη ή Ειρηνοδίκη κατά την προανάκριση τη διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής του, η επίδοση θα γίνει σύμφωνα με το εδ. γ' της ιδίας παραγράφου, εφόσον δεν δήλωσε εγγράφως στον Εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη μεταβολή κατοικίας. Αν απουσιάζει από τη διεύθυνση που δήλωσε και είναι πλέον άγνωστη η διαμονή του, χωρίς να δηλώσει αρμοδίως τη μεταβολή αυτή, η επίδοση γίνεται προς αυτόν ως γνωστής διαμονής, στην αρχικώς δηλωθείσα διεύθυνση κατοικίας τους, όπου κατά νόμο θεωρείται ότι διαμένει, ακόμα και αν έχει αλλάξει τόπο κατοικίας. Αντίθετα, αν η άνω δήλωση κατά την προανάκριση δεν γίνει ενώπιον Πταισματοδίκη αλλά ενώπιον αστυνομικού υπαλλήλου που ενεργεί προανάκριση και απουσιάζει από την κατοικία του, η επίδοση θα γίνει προς αυτόν κατ' άρθρ. 156 ΚΠΔ, ως άγνωστης διαμονής. Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη από το αρμόδιο Δικαστήριο του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου. Απόρριψη αιτήσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1449/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Τίγγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιουλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη περί αναιρέσεως της 9839/2010 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "WILCKENS FARBEN GMBH" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 778/10.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Η κρινόμενη από 7-6-2010 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 9839/2010 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω.
2.- Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 α του Ν.2408/4-6-1996 ή ποινική δίωξη για την ποινικώς κολάσιμη αδικοπραγία, που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 79 παρ.1 του Ν.5960/1933, ήτοι της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, ασκείται μόνον ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε, ενώ κατά το άρθρο 117 παρ.1 ΠΚ "όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της". Η τρίμηνη προθεσμία για την υποβολή της εγκλήσεως είναι ανεξάρτητη από την κατά το άρθρο 111 ΠΚ παραγραφή των εγκλημάτων και, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 243 εδ. β' ΑΚ και 145 παρ.2 ΚΠολΔ, οι οποίες έχουν εφαρμογή και εν προκειμένω, για την ενότητα της έννομης τάξης, λήγει μόλις περάσει η ημέρα του τελευταίου μήνα, που αντιστοιχεί σε αριθμό με την ημέρα που άρχισε, δηλαδή με την ημέρα κατά την οποία ο δικαιούμενος σε υποβολή εγκλήσεως έλαβε γνώση της τελέσεως της πράξεως και του προσώπου που την τέλεσε ή κάποιου από τους συμμέτοχους. Έτσι από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι επί του εγκλήματος της ακάλυπτης επιταγής η τρίμηνη προθεσμία της εγκλήσεως για την άσκηση της ποινικής διώξεως εναντίον του υπαιτίου, αρχίζει από την ημέρα, κατά την οποία ο κομιστής της εν λόγω επιταγής, γνωρίζοντας τον εκδότη της, ο οποίος προκύπτει από το κείμενο του τίτλου, έλαβε γνώση της ελλείψεως αντικρίσματος προς πληρωμή της και τούτο συμβαίνει όταν, μολονότι εμφάνισε εμπροθέσμως την επιταγή προς πληρωμή, η τελευταία δεν πληρώνεται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Τέτοια δικαιοδοσία ασκεί το δικαστήριο και όταν καταδικάζει για έγκλημα για το οποίο δεν υπεβλήθη η απαιτουμένη έγκληση εμπροθέσμως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, ενεργώντας ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "CASCO Marine Paints & Coatings S.A.", με πρόθεση, εξέδωσε κατά τις κατωτέρω ημεροχρονολογίες τις κατωτέρω αναφερόμενες επιταγές, γνωρίζοντας ότι δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στους λογαριασμούς του ιδίου και της ως άνω εταιρείας κατά το χρόνο έκδοσης και πληρωμής εκάστης και συγκεκριμένα εξέδωσε τις ακόλουθες επιταγές, συρόμενες εκ του υπ'αριθ....λογαριασμού του ιδίου τηρουμένου στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και του υπ'αριθ.... λογαριασμού της ανωτέρω εταιρείας τηρουμένου στην τράπεζα "The Royal Bank of Scotland pic":1) με αριθμό ... με ημεροχρονολογία εκδόσεως τις 18-8-2002 ποσού 13.000.000 δραχμών και ήδη 38.151,13 ευρώ, συρόμενη εκ του ανωτέρω τηρουμένου στην Εθνική Τράπεζα λογαριασμού, 2) με αριθμό ... με ημεροχρονολογία εκδόσεως τις 28-8-2002 ποσού 13.250.000 δραχμές και ήδη 38.884,81 ευρώ, συρόμενη εκ του ανωτέρω τηρουμένου στην Εθνική Τράπεζα λογαριασμού, και 3) με αριθμό ... με ημεροχρονολογία εκδόσεως τις 20-6-2002 ποσού 80.000 DM, συρόμενη εκ του ανωτέρω τηρουμένου στην τράπεζα "The Royal Bank of Scotland pic" λογαριασμού, πληρωτέες οι δύο πρώτες από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και η τρίτη από την τράπεζα "The Royal Bank of Scotland pic" σε διαταγή της εταιρείας με την επωνυμία "CASCO Marine Coatings S.A." οι υπό στοιχεία 1 και 2 επιταγές και σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "WILCKENS FARBEN GMBH" η υπό στοιχείο 3 επιταγή, οι οποίες όταν εμφανίστηκαν προς πληρωμή από την νόμιμη κομίστρια αυτών (εξ οπισθογραφήσεως για τις υπό στοιχεία 1 και 2 επιταγές) εγκαλούσα εταιρεία στις 23-8-2002, στις 3-9-2002 και στις 25-6-2002, αντίστοιχα, δεν πληρώθηκαν από τις ανωτέρω πληρώτριες τράπεζες γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα, λόγω έλλειψης διαθεσίμων αντιστοίχων κεφαλαίων". Περαιτέρω το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δέχθηκε ότι η δίωξη για το πιο πάνω έγκλημα της έκδοσης των τριών (3) επίδικων ακάλυπτων επιταγών ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών δυνάμει της από 2-9-2002 εγκλήσεως της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "WILCKENS FARBEN GMBH" (A.B.M.-A02/2213), η οποία υποβλήθηκε στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών στις 4-9-2002 και όχι δυνάμει της από 4-4-2006 μεταγενέστερης έγκλησης της ίδιας εγκαλούσας, όπως ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε. Με βάση την παραδοχή αυτή και ενόψει του ως άνω χρόνου εμφανίσεως των επίδικων επιταγών προς πληρωμή δέχθηκε ότι η έγκληση ήταν εμπρόθεσμη και απέρριψε το σχετικό (αυτοτελή) ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί εξαλείψεως του αξιοποίνου λόγω εκπρόθεσμης υποβολής της έγκλησης.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των ως άνω εγκλήσεων (από 2-9-2002 και 4-4-2006), που υπάρχουν στη δικογραφία, η πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "WILCKENS FARBEN GMBH" με την πρώτη από αυτές εγκαλεί τον κατηγορούμενο για τις αξιόποινες πράξεις της απάτης και της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών κατά συρροή. Στην εν λόγω έγκληση αναφέρονται, εκτός των άλλων επιταγών, και οι ως άνω τρεις (3) επίδικες. Στις 4-4-2006 η ίδια εγκαλούσα υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και την από 4- 4- 2006 έγκλησή της την οποία τιτλοφορεί "συμπληρωματική έγκληση". Με τη συμπληρωματική αυτή έγκληση αναφέρεται στην προηγούμενη (από 2-9-2002) έγκληση και κάνει πάλι μνεία για το έγκλημα της έκδοσης των τριών επίδικων ακάλυπτων επιταγών.
Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω, ορθώς η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ότι για την αξιόποινη πράξη της εκδόσεως των επίδικων ακάλυπτων επιταγών υφίστατο εμπρόθεσμη έγκληση, δηλαδή η πρώτη από 2-9-2002, η οποία υποβλήθηκε στις 4-9-2002, δηλαδή εντός της προαναφερόμενης τρίμηνης προθεσμίας από την ημέρα που η δικαιούχος εγκλήσεως εταιρεία έλαβε γνώση των πράξεων που τελέστηκαν σε βάρος της και του υπαιτίου αυτών και απέρριψε το σχετικό αντίθετο ισχυρισμό του κατηγορουμένου. Για την έγκυρη δε υποβολή της ως άνω έγκλησης δεν ήταν απαραίτητο να προσκομιστεί αντίγραφο της οπίσθιας όψης των επιταγών, στην οποία υπήρχε η βεβαίωση μη πληρωμής της, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, καθόσον το ζήτημα αυτό δεν άπτεται της τυπικής εγκυρότητας της έγκλησης, αλλά της ουσιαστικής βασιμότητας των όσων με αυτή καταγγέλονται. Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, διότι καταδικάστηκε για έγκλημα για το οποίο δεν είχε υποβληθεί εμπρόθεσμη έγκληση. 3.- Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50 παρ. 1 και 2 εδ. α' του ΚΠΔ, κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις που ορίζονται ρητά στον ποινικό κώδικα ή σε άλλους νόμους, η ποινική δίωξη γίνεται με έγκληση του παθόντος αλλά αφότου υποβληθεί η έγκληση, η ποινική δίωξη προχωρεί όπως και στα εγκλήματα που διώκονται αυτεπαγγέλτως. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στην παραπάνω περίπτωση, η υποβολή της εγκλήσεως από τον παθόντα που θέλει να ζητήσει τη δίωξη της αξιόποινης πράξης, γίνεται απευθείας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ή και στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους είτε από τον ίδιο είτε από ειδικό πληρεξούσιο, οπότε το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της εγκλήσεως. Με την πληρεξουσιότητα πρέπει να παρέχεται η ειδική εντολή όπως ο πληρεξούσιος υποβάλλει έγκληση για ορισμένο έγκλημα το οποίο πρέπει να εξατομικεύεται κατά τρόπο που να μη καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητα της πράξης και τη βούληση του εντολέα για τη δίωξη του εγκλήματος που τελέσθηκε σε βάρος του και δεν αρκεί η γενική και αόριστη εντολή να καταθέσει μήνυση. Εξάλλου, η από το Σύνταγμα και το νόμο επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή, αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς είναι απαράδεκτοι οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος περί απαραδέκτου της ασκηθείσης ποινικής δίωξης λόγω μη νομότυπης υποβολής της απαιτούμενης έγκλησης. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση με αυτήν έγινε δεκτό ότι η υποβληθείσα στις 4-9-2002, από τον δυνάμει ειδικού πληρεξουσίου εξουσιοδοτηθέντα προς τούτο Ρ, έγκληση της εταιρείας με την επωνυμία "WILCKENS FARBEN GMBH" (πολιτικώς ενάγουσας) υπεβλήθη νομοτύπως, για το λόγο ότι στο από 7-6-2002 πρακτικό συνεδριάσεως του διοικητικού συμβουλίου της, επίσημη μετάφραση του οποίου προσαρτήθηκε στην έκθεση κατάθεσης της έγκλησης, με το οποίο δόθηκε εγγράφως πληρεξουσιότητα στον Ρ να υποβάλει έγκληση κατά του κατηγορουμένου, περιλαμβανόταν εντολή για υποβολή έγκλησης και για την τέλεση σε βάρος της εγκαλούσας του εγκλήματος των (επίδικων) ακάλυπτων επιταγών (αναφερόμενο κατά την νομική ορολογία του), τις οποίες ανέφερε συγκεκριμένα στο εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο. Με βάση την παραδοχή αυτή απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί απαραδέκτου υποβολής της από 4-9-2002 εγκλήσεως λόγω ελλείψεως ειδικής εντολής και πληρεξουσιότητας προς υποβολή της για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών. Έτσι, που αποφάνθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις, στις οποίες στηρίχθηκε το άνω Δικαστήριο για να οδηγηθεί στην προεκτεθείσα κρίση του για απόρριψη του άνω περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου. Η αιτίαση του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος ότι το δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την ύπαρξη ή μη εξουσιοδότησης για την υποβολή της από 4-9-2002 εγκλήσεως, δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιολόγησε την προσκομισθείσα από αυτόν (αναιρεσείοντα) υπ' αριθμ. ...-επίσημη μετάφραση του από 7-6-2002 πρακτικού συνεδριάσεως της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας WILKENS FARBEN G.M.B.H είναι αβάσιμη, γιατί από την επισκόπηση των πρακτικών δεν προκύπτει ότι αυτός (δια του συνηγόρου του που τον εκπροσωπούσε), ζήτησε την ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου και το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος του αυτού ή αρνήθηκε να το αναγνώσει, οπότε θα θεμελιωνόταν στην περίπτωση αυτή ο αναιρετικός λόγος της έλλειψης ακρόασης. Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίον ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση για αναιτιολόγητη απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού του. 4.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, αν, κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Στ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει, να συντρέχουν α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προσκλήθηκε από αυτή. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, η από το Σύνταγμα και το νόμο επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος περί υπάρξεως δεδικασμένου που προβλέπεται από το άρθρο 57 παρ. 1 του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την εκτίμηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης με αυτήν έγιναν δεκτά, εκτός των ανωτέρω, και τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: Δυνάμει της από 2-9-2002 εγκλήσεως της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "WILCKENS FARBEN GMBH" (A.B.M.-A02/2213) ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις της κακουργηματικής απάτης και της πλημμεληματικής έκδοσης ακάλυπτων επιταγών κατά συρροή. Στην ανωτέρω έγκληση περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων επιταγών εκδόσεως του κατηγορουμένου, και οι επίδικες τρεις (3) και συγκεκριμένα: 1) η με αριθμό ... με ημερομηνία εκδόσεως 18-8-2002 ποσού 13.000.000 δραχμών και ήδη 38.151,13 ευρώ, 2) η με αριθμό ... με ημερομηνία εκδόσεως 28-8-2002 ποσού 13.250.000 δραχμών και ήδη 38.884,81 ευρώ και 3) η με αριθμό ... με ημερομηνία εκδόσεως 20-6-2002 ποσού 80.000 DM. Μετά τη διενέργεια κύριας ανάκρισης εκδόθηκε το υπ'αριθ.3722/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για την αξιόποινη πράξη της απάτης, ενώ για το πλημμέλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγών κατά συρροή έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη, λόγω εκπροθέσμου υποβολής εγκλήσεως. Με το βούλευμα αυτό έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη όχι για τις ανωτέρω τρεις (3) επιταγές, αλλά για άλλες επιταγές εκδόσεως του κατηγορουμένου, που περιλαμβάνονταν και αυτές στην ανωτέρω έγκληση και συγκεκριμένα τις με αριθμούς: .... Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως του κατηγορουμένου κατά του ανωτέρω βουλεύματος εξεδόθη το υπ'αριθ.732/2005 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο εξαφάνισε το πρωτοβάθμιο βούλευμα και απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του κατηγορουμένου για το έγκλημα της κακουργηματικής απάτης. Σχετικά με τις επίδικες τρεις επιταγές ήτοι τις προαναφερόμενες υπ' αριθ. ..., ... και ... δεν περιελήφθη, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διάταξη στο υπ' αριθ.3722/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών το οποίο κατέστη αμετάκλητο, διότι το συμβούλιο απεφάνθη μόνο επί των συρρεουσών πράξεων ακάλυπτων επιταγών, οι οποίες είχαν εισαχθεί σ' αυτό με πρόταση του εισαγγελέα (στην οποία δεν συμπεριλαμβάνονταν οι επίδικες). Ως εκ τούτου, όπως στη συνέχεια δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη της έκδοσης των επίδικων τριών (3) ακάλυπτων επιταγών δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο που παράγεται από το ανωτέρω βούλευμα, αφού η υπόθεση ως προς τις επιταγές αυτές δεν έχει περαιωθεί είτε με βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου είτε με απόφαση του δικαστηρίου και ορθώς ο κατηγορούμενος ως προς αυτές παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών απέρριψε την ένσταση δεδικασμένου που ο κατηγορούμενος πρόβαλε ενώπιόν του, ζητώντας να κηρυχθεί απαράδεκτη η κατ' αυτού ποινική δίωξη για το λόγο αυτόν. Έτσι, που αποφάνθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις, στις οποίες στηρίχθηκε το άνω Δικαστήριο για να οδηγηθεί στην προεκτεθείσα κρίση του για απόρριψη του άνω περί απαραδέκτου λόγω δεδικασμένου της ποινικής δίωξης ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου. Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση για αναιτιολόγητη απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού του. Επίσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠοινΔ, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Δικαστήριο της ουσίας την αιτίαση, ότι υπερέβη την εξουσία του, αφού δεν κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη, δεδομένου η υπόθεση, αναφορικά με τις επίδικες επιταγές μόνο με επανεισαγωγή της στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο μπορούσε να γίνει. Τούτο διότι, εφόσον το ως άνω βούλευμα κατέστη αμετάκλητο και η υπόθεση ως προς το έγκλημα της έκδοσης των επίδικων ακάλυπτων επιταγών, όπως προεκτέθηκε, δεν έχει περαιωθεί είτε με βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου είτε με απόφαση του δικαστηρίου, ορθώς αυτή εισήχθη, λόγω του πλημμεληματικού χαρακτήρα του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για εκδίκαση με απ' ευθείας κλήση, με βάση την ασκηθείσα δίωξη δυνάμει της από 4-9-2002 νομότυπης και εμπρόθεσμης (σύμφωνα με τα παραπάνω) εγκλήσεως. 5.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/1997, "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, οι ποινές των οποίων δεν υπερβαίνουν συνολικά το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82, είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια, ότι το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να αποφασίσει σχετικά και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του και ότι αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το ανωτέρω δικαστήριο, αφού επέβαλε στον αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, μετέτρεψε αυτή σε χρηματική ποινή προς 10 ευρώ την ημέρα, χωρίς προηγουμένως να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής της ποινής, όπως όφειλε, ανεξάρτητα της μη υποβολής σχετικού αιτήματος από τον παριστάμενο πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, και χωρίς καμία αιτιολογία που να δικαιολογεί τη μη αναστολή της ποινής. Έτσι, όμως, το δικαστήριο με το να μην ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της άνω ποινής, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ., που προβάλλεται με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Συνεπώς, κατά μερική παραδοχή της αιτήσεως, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί εν μέρει και μόνο κατά τη διάταξη αυτής περί μετατροπής της επιβληθείσας στον κατηγορούμενο ποινής φυλακίσεως των 12 μηνών, παραπεμφθεί δε κατά τούτο και μόνο η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 9839/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και μόνο κατά τη διάταξη αυτής περί μετατροπής της επιβληθείσας στον κατηγορούμενο Χ κατοίκου ... ποινής φυλακίσεως των δώδεκα (12) μηνών. Και
Παραπέμπει κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος, την υπόθεση αυτή για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογημένη καταδίκη αναιρεσείοντος για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Αιτιολογημένη απόρριψη ισχυρισμών περί μη εμπροθέσμου υποβολής έγκλησης, περί μη υπάρξεως εντολής για κατάθεση της έγκλησης και περί υπάρξεως δεδικασμένου. Υπέρβαση εξουσίας διότι το δικαστήριο προέβη σε μετατροπή της ποινής, χωρίς να αποφασίσει επί της αναστολής. Δεκτή εν μέρει αναίρεση ως προς τη σχετική με τη μετατροπή διάταξη της απόφασης. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή, Τραπεζική επιταγή.
| 0
|
Αριθμός 1448/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Τίγγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιουλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων: 1)Χ, κατοίκου ..., και 2)Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Παπαγερμανό, περί αναιρέσεως της 4974/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Μαΐου 2010 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 667/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειουσών, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπ' αριθμό 26/10.5.2010 και 27/10.5.2010 αιτήσεις των αναιρεσειουσών Χ και Χ2 στρεφόμενες κατά της ίδιας υπ' αριθμό 4974/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης είναι συναφείς και συνεκδικάζονται.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364, 369 Κ.ΠοινΔ., σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος από τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του και να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, που είναι σχετικές με αυτό το αποδεικτικό μέσο. Το έγγραφο που έχει αναγνωσθεί στο Δικαστήριο είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται έτσι ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητα αναγνωσθέντος και ληφθέντος υπόψη εγγράφου και να προκύπτει σε ποιο έγγραφο στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του περί ενοχής, του κατηγορουμένου έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στα πρακτικά της κατ' έφεση δίκης ως αναγνωσθέντα κατά την ακροαματική διαδικασία έγγραφα ήτοι: α) την έκθεση συλλήψεως, β) την έκθεση κατασχέσεως και μεσεγγυήσεως και γ) την έκθεση κατασχέσεως. Σε σχέση με τα παραπάνω ληφθέντα υπόψη και αναγνωσθέντα έγγραφα επικαλούνται αμφότερες οι αναιρεσείουσες ότι δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδική μνεία των αναγκαίων στοιχείων για τον καθορισμό της ταυτότητας, του περιεχομένου και του σκοπού των ανωτέρω εγγράφων (ημερομηνία εκδόσεως των, ονόματα αυτών που τα έχουν συντάξει ούτε το πρόσωπο που αφορά η έκθεση συλλήψεως, εν όψει του ότι ήταν δύο οι κατηγορούμενες με συνέπεια να παραβιάζοντα τα από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. νόμιμα δικαιώματα των ως άνω κατηγορούμενων και να συντρέχει λόγω παραβιάσεως διατάξεως που αφορά στην υπεράσπισή των απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από το μέρος αυτής που αφορά στην επικύρωση και δήμευση των κατασχεθέντων προκύπτει ότι προσδιορίζονται οι αναγνωσθείσες εκθέσεις κατασχέσεως από τις οποίες η μία έκθεση κατασχέσεως συντάχθηκε στις 14/11/2002 (ημέρα τελέσεως της πράξεως για την οποία το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχες τις κατηγορούμενες) από αστυνομικό του Αστυνομικού Τμήματος ... και αφορούσε την κατάσχεση ενός τηλεχειριστηρίου, μιάς ημερολογιακής ατζέντας, ενός τηλεφωνικού ευρετηρίου και δύο τετραδίων σπιράλ, καθώς και χρηματικού ποσού εκατόν δέκα (110) ευρώ και ή άλλη έκθεση κατασχέσεως και αποδόσεως υπό μεσεγγύηση συντάχθηκε επίσης στις 14/11/2002 από αστυνομικούς του ιδίου άνω Αστυνομικού Τμήματος ... και αφορούσε την κατάσχεση επτά (7) ηλεκτρονικών υπολογιστών, οι οποίοι αποτελούνταν από κεντρική μονάδα, οθόνη, πληκτρολόγιο και ποντίκι με αριθμούς ... SIEMBRES FYJITSA και 40Α 2029-689-9Α - ΝΑ τύπου VIBRANT. Με την αναφορά αυτή των πιο πάνω εκθέσεων κατασχέσεως των αστυνομικών του Α/Τ ... Υπαστυνόμου ... και Αρχιφύλακα ... και δοθέντος ότι δεν προκύπτει ότι στη δικογραφία υπήρχαν και άλλα έγγραφα που να έφεραν τον ίδιο τίτλο και ημερομηνία με τα ανωτέρω ούτε άλλη έκθεση συλλήψεως με διαφορετικό περιεχόμενο, καθώς και ότι τα ίδια έγγραφα εκτός από την κατ' έφεση δίκη είχαν αναγνωσθεί και στη δίκη στον πρώτο βαθμό κατά τα επίσης αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ως αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης επί της οποίας, εκδόθηκε η 6724/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης ήταν δυνατό να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκαν τα συγκεκριμένα έγγραφα και οι ήδη αναιρεσείουσες γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα αυτών των εγγράφων είχαν την ευχέρεια να ασκήσουν τα από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. παρεχόμενα σ' αυτές υπερασπιστικά δικαιώματά των στη δίκη στον δεύτερο βαθμό, χωρίς να απαιτείται για την άσκηση των άνω δικαιωμάτων τους να αναγράφονται στα πρακτικά της κατ' έφεση δίκης τα έγγραφα αυτά που αναγνώσθηκαν με περισσότερα προσδιοριστικά στοιχεία ούτε είναι απαραίτητο περαιτέρω να αναγράφεται για κάθε έγγραφο που αναγιγνώσκεται στα πρακτικά της δίκης και το περιεχόμενό του. Είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις που προβάλλονται από τις αναιρεσείουσες για το ότι δεν προσδιορίζονταν επακριβώς, ώστε να καθορίζεται η ταυτότητά των τα άνω αναγνωσθέντα έγγραφα και ότι θίγονταν έτσι αυτές ως προς την άσκηση υπερασπιστικών τους δικαιωμάτων και έτσι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως και των δύο αιτήσεων για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1 εδάφ. δ' Κ.Ποιν.Δ. είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 1 περ. δ' του ν. 3037/2002 "απαγόρευση παιγνίων", ηλεκτρονικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου, εκτός των υποστηρικτικών ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών και άλλων μηχανισμών, απαιτείται η ύπαρξη και εκτέλεση λογισμικού (προγράμματος). Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του αυτού νόμου απαγορεύεται η διεξαγωγή, εκτός άλλων, και των ανωτέρω ηλεκτρονικά διεξαγόμενων παιγνίων, καθώς και η εγκατάσταση των παιγνίων αυτών, σε δημόσια γενικά κέντρα (όπως ξενοδοχεία, καφενεία, αίθουσες αναγνωρισμένων σωματείων κάθε φύσεως), και σε κάθε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου τιμωρούνται με φυλάκιση τουλά-χιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 5000 ευρώ όσοι εκμεταλλεύονται ή διευθύνουν κέντρα ή άλλους χώρους της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του νόμου αυτού, στα οποία διενεργούνται ή εγκαθίστανται παίγνια απαγορευμένα κατά τις διατάξεις των προηγούμενων άρθρων. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστα-τωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης η επιβαλλομένη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου, ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως εκτός αν ο ισχυρισμός αυτός δεν προβάλλεται κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε αλλά αρνητικός της κατηγορίας. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ιδιαίτερα και αιτιολογημένα σε απαράδεκτο ή αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό. Περαιτέρω εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που συνιστούν λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ. υπάρχουν η πρώτη όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε και η δεύτερη όταν το δικαστήριο αποδίδει στην ουσιαστική ποινική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις κατά την ακροαματική διαδικασία αντίστοιχα ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης δέχθηκε αυτό, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορούμενη Χ διατηρούσε κατά το μήνα Νοέμβριο 2002 κατάστημα καφετέριας στη Θεσσαλονίκη. Την 14η Νοεμβρίου 2002, η ίδια ως ιδιοκτήτρια και η κατηγορούμενη Χ2 ως διευθύντρια και υπεύθυνη του καταστήματος, τοποθέτησαν στο κατάστημα και έθεσαν σε λειτουργία οκτώ ηλεκτρονικούς υπολογιστές οι οποίοι αποτελούνταν από μία κεντρική μονάδα, οθόνη, πληκτρολόγιο και ποντίκι που ήταν σε λειτουργία, στις οθόνες των οποίων εμφανίζονταν "πεταλούδες" και μονάδες πονταρίσματος, στα οποία έπαιζαν θαμώνες του καταστήματος απαγορευμένα τυχηρά παίγνια. Ειδικότερα ο καθένας παίκτης κατέβαλε στην υπεύθυνη του καταστήματος ένα χρηματικό ποσό και η τελευταία του διέθετε αντίστοιχα με τα καταβληθέντα χρήματα μονάδες καταχωρημένες στον υπολογιστή για να παίξει το παιγνίδι. Ο παίκτης έπαιζε το παιγνίδι πατώντας ένα κουμπί του υπολογιστή και με κάθε πάτημα εμφανίζονταν στην οθόνη, φρουτάκια-ζωάκια ανά τρία στη σειρά. Στόχος του παίκτη ήταν να επιτευχθεί τρίλιζα, δηλαδή να εμφανισθούν στην οθόνη του υπολογιστή τρία όμοια ζωάκια ή φρουτάκια στην ίδια σειρά. Τότε ο παίκτης κέρδιζε τα συμφωνημένα χρήματα. Αν μετά από κάθε κτύπημα δεν εμφανιζόταν τρίλιζα μειωνόταν ο αριθμός των μονάδων με τις οποίες είχε πιστωθεί ο παίκτης καταβάλλοντας τα χρήματα και όταν οι μονάδες μηδενίζονταν ο παίκτης είχε χάσει τα χρήματα που διέθεσε. Το αποτέλεσμα του παιγνίου, το οποίο διεξάγεται στους υπολογιστές που διαθέτουν ανάλογο λογισμικό, όπως οι ως άνω που είχαν εγκαταστήσει οι κατηγορούμενες στο κατάστημα εξαρτάται αποκλειστικά από την τύχη, χωρίς ο παίκτης να μπορεί να επιτύχει με τη δική του ικανότητα το αποτέλεσμα που θα ήθελε. Κατά την ως άνω ημέρα αστυνομικοί που επισκέφθηκαν για έλεγχο το κατάστημα του κατηγορουμένου βρήκαν σε λειτουργία 4 υπολογιστές στους οποίους ισάριθμοι θαμώνες διενεργούσαν το ανωτέρω τυχερό παίγνιο χωρίς άδεια της αρχής, ενώ η προσωρινά υπεύθυνη του καταστήματος, κατ' εντολή και εν γνώσει της κατηγορουμένης ιδιοκτήτριας, είχε επιτρέψει τη διεξαγωγή του παιγνίου και έλεγχε μέσω του κεντρικού υπολογιστή τους εν λειτουργία υπολογιστές, και όταν αντελήφθη τους αστυνομικούς άλλαξε το πρόγραμμα των υπολογιστών, ώστε να μη μπορούν οι αστυνομικοί να επιβεβαιώσουν τη διεξαγωγή του παράνομου παιχνιδιού, με την κατάσχεσή τους κατά το χρόνο που με το ανάλογο λογισμικό διεξαγόταν το ως άνω τυχηρό παίγνιο. Επομένως, οι κατηγορούμενες τέλεσαν την πράξη για την οποία κατηγορούνται και πρέπει να κηρυχθούν ένοχες και ν' απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που προέβαλαν με τους οποίους υποστηρίζουν τ' αντίθετα....". Με τις σκέψεις αυτές το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ενόχους τις κατηγορούμενες του ότι: "Στη ... στις 14.11.2002 και περί ώρα 12.00 στην οδό ... η μεν Χ ως ιδιοκτήτης, η δε Χ2 ως διευθύντρια καταλήφθηκαν να εκμεταλλεύονται και λειτουργούν κατάστημα "καφετέρια" και έχουν εγκαταστήσει εντός αυτού και θέσει σε λειτουργία 8 ηλεκτρονικούς υπολογιστές οι οποίοι αποτελούνταν από μία κεντρική μονάδα, οθόνη, πληκτρολόγιο και ποντίκι που ήταν σε λειτουργία, στις οθόνες των οποίων εμφανίζονταν "πεταλούδες" και μονάδες πονταρίσματος, στα οποία έπαιζαν θαμώνες του καταστήματος απαγορευμένα τυχερά παίγνια, των οποίων Η/Υ απαγορεύεται απολύτως τόσον η εγκατάσταση όσον και η διεξαγωγή παιγνίων μέσω αυτών κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3037/2002, σε δημόσια γενικά κέντρα". Στη συνέχεια το άνω Εφετείο, αφού αναγνώρισε υπέρ της κατηγορουμένης Χ2 συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως από το άρθρο 84 παρ. 2 εδαφ. α' Π.Κ. καταδίκασε την άνω κατηγορουμένη σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών ανασταλείσα επί τριετία και την κατηγορουμένη Χ σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική και σε χρηματική ποινή 5000 ευρώ για την άνω πράξη για την οποία κήρυξε αυτές ένοχες και η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 1 περ. δ., 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 ν. 3037/2002 σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 12, 14, 26, 27, 51, 53, 94 Π.Κ. Με αυτές τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, το δικάσαν Εφετείο διέλαβε στην εν λόγω απόφαση την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκαν οι κατηγορούμενες αναιρεσείουσες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των ανωτέρω άρθρων 1, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 του ν. 3037/2002. Ως προς τις αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειουσών παρατηρούνται τα εξής: Δεν υπάρχει αντίφαση ή ασάφεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την παραδοχή που έγινε δεκτό ότι προέκυψε από την εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με την ιδιότητα της αναιρεσείουσας Χ ως ιδιοκτήτριας της επιχείρησης καφετέριας και της αναιρεσείουσας Χ2 ως διευθύντριας της ίδιας επιχείρησης στην οδό ..., στην οποία είχε γίνει η εγκατάσταση των άνω ηλεκτρονικών υπολογιστών με το λογισμικό πρόγραμμα από αυτές και ότι έτσι ήταν δυνατή η διενέργεια του περιγραφόμενου τυχηρού παιγνίου που δεν εξαρτάτο όσον αφορά την επίτευξη του αποτελέσματος εμφανίσεως τριών ιδίων σχημάτων σε σειρά από τη δυνατότητα κάθε παίκτη να πετύχει με δική του ικανότητα το αποτέλεσμα που ήθελε αλλά μόνον από την τύχη και περιγράφονται και οι συνέπειες που θα είχε η εμφάνιση στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή των ίδιων από τα απεικονιζόμενα σχήματα και τα ποσά που θα έχανε ο κάθε παίκτης σε περίπτωση αποτυχίας επίτευξης τέτοιου αποτελέσματος. Ακόμη αναφέρεται στην απόφαση ότι ο έλεγχος της διεξαγωγής αυτών των τυχηρών παιγνίων επιτυγχάνονταν μέσω της κεντρικής μονάδος του ηλεκτρονικού υπολογιστή που είχε εγκατασταθεί στο άνω κατάστημα καφετέριας και διευκρινίζεται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι αμφότερες οι αναιρεσείουσες εκμεταλλεύονταν υπό τις αναφερόμενες ιδιότητές των το άνω κατάστημα στο οποίο είχαν εγκαταστήσει αυτούς τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές με το λογισμικό πρόγραμμα που επέτρεπε τη διεξαγωγή του άνω τυχηρού παιγνίου και είναι αβάσιμα αυτά που από την πλευρά των αναιρεσειουσών προβάλλονται ότι δεν παρατίθενται στην απόφαση οι κατά το νόμο ιδιότητές των υπό τις οποίες να δικαιολογείται η καταδίκη των για την πράξη που αποδίδεται σε κάθε μία. Εξ άλλου όσον αφορά τον δόλο των αναιρεσειουσών κατηγορουμένων που ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος δεν απαιτείτο ιδιαίτερη αιτιολογία υπό τα γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το ότι κατελήφθησαν έχουν προέλθει σε εγκατάσταση και λειτουργία στο κατάστημα που εκμεταλλεύονταν στην οδό ... των αναφερομένων ηλεκτρονικών υπολογιστών και των με τα επί μέρους στοιχεία από τα οποία αποτελούνταν και τις μονάδες πονταρίσματος στα οποία έπαιζαν θαμώνες απαγορευμένα τυχερά παίγνια, των οποίων η διεξαγωγή μέσα ηλεκτρονικών υπολογιστών σε δημόσια κέντρα απαγορεύονταν και εμπεριέχετο αιτιολογία για το άνω υποκειμενικό στοιχείο στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή των και τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή δεν επρόκειτο δε η αποδιδόμενη στις αναιρεσείουσες αξιόποινη πράξη για αδίκημα που να τελείται με ενδεχόμενο δόλο ή για το αξιόποινο της πράξεως να απαιτούνται εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία είτε σκοπός επελεύσεως ορισμένου προσθέτου αποτελέσματος οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν το στοιχείο της πρόβλεψης του εγκληματικού αποτελέσματος και της αποδοχής του επί ενδεχομένου δόλου και στην γνώση των συγκεκριμένων γεγονότων και του πρόσθετου σκοπού στην περίπτωση του άμεσου δόλου ή των εγκλημάτων με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, στα οποία δεν ανήκει η παράβαση των άνω διατάξεων του ν. 3037/2002 για την οποία κηρύχθηκαν ένοχες οι αναιρεσείουσες. Είναι αβάσιμοι οι λόγοι αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς ουσιώδη στοιχεία της αποδιδόμενης αξιοποίνου πράξεως και επιπροσθέτως όσον αφορά την αναιρεσείουσα Χ την γνώση και συμμετοχή αυτής και ιδιοκτήτριας στην τέλεση της αξιοποίνου πράξεως μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών εγκατεστημένων στην άνω επιχείρησή της. Ό
σον αφορά τον έτερο ισχυρισμό των αναιρεσειουσών που προβλήθηκε και αναπτύχθηκε και προφορικά από τον συνήγορο που τις εκπροσώπησε στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως καταχωρήθηκε στα πρακτικά της δίκης "ότι η πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε από τις κατηγορούμενες και τιμωρείται από τα παραπάνω άρθρα δεν δύναται να στοιχειοθετήσουν πλέον ποινικό αδίκημα βάσει της Εθνικής Νομοθεσίας (ν. 3037/2002) η δε ασκηθείσα βάσει αυτών εναντίον τους ποινική δίωξη να κηρυχθεί από το παρόν Δικαστήριο απαράδεκτη άλλως να παύσει αυτή" ήταν απορριπτέος ως αόριστος και δεν υπεχρεούτο το Δικαστήριο να απαντήσει ιδιαίτερα και αιτιολογημένα σε τέτοιο απαράδεκτο ισχυρισμό. Εκ περισσού δε διέλαβε το Δικαστήριο της ουσίας στο σκεπτικό του αιτιολογία ότι ήταν απορριπτέοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που προεβλήθησαν από την πλευρά των ήδη αναιρεσειουσών και με τους οποίους υποστήριζαν τα αντίθετα από αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο ότι τέλεσαν την αξιόποινη πράξη για την οποία κατηγορούνται. Δεν διελάμβανε ο άνω προβληθείς ισχυρισμός γιατί οι νομοθετικές ρυθμίσεις του ν.3037/2002 απέκλειαν την επιβολή ποινικών κυρώσεων σε βάρος των διευθυνόντων και εκμεταλλευομένων τα κέντρα ή τους άλλους χώρους εγκαταστάσεως και λειτουργίας απαγορευμένων ηλεκτ-ρονικών παιγνίων διεξαγόμενων με εκτέλεση υπάρχοντος λογισμικού προγράμματος η απαγόρευση εγκαταστάσεως και διενέργειας των όποιων προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρον 1 στοιχ. δ', 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του εν λόγω νόμου, από τις οποίες κατά τα προαναφερθέντα έγινε από το Δικαστήριο της ουσίας δεκτό ότι προβλέπεται και τιμωρείται η άνω αξιόποινη πράξη για την οποία κηρύχθηκαν ένοχες και καταδικάσθηκαν οι ήδη αναιρεσείουσες. Ούτε επικαλέσθηκαν εξ άλλου αυτές δια του συνηγόρου που τις εκπροσώπησε άλλη έλλειψη του Ν. 3037/2002 ή αντίθεσή του σε άλλο υπερισχύον νομοθέτημα που να καθιστά αυτόν ανενεργό ως προς την ποινική ευθύνη των διευθύνοντων και εκμεταλλευομένων τα κέντρα και τους χώρους των περί ων πρόκειται. Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως με την αιτίαση για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την απόρριψη του άνω αναφερόμενου ότι υπεβλήθη αυτοτελούς ισχυρισμού των. Περαιτέρω όσον αφορά τις αιτιάσεις των αναιρεσειουσών ότι το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου άλλως καθ' υπέρβαση της εξουσίας του ότι η πράξη για την οποία κηρύχθηκαν ένοχες προβλέπεται και τιμωρείται εκτός από τις άνω αναφερόμενες διατάξεις του ν. 3037/2002 και από εκείνες του άρθρου 10 ΒΔ 29/1971 55 της ΑΒ/8577/83 Υγειονομικής Διατάξεως και άρθρου 11 παρ. 10 ν. 2307/1995, ενώ από την απόφαση 6724/2006 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης που ανεγνώσθη προέκυπτε ότι στην δίκη για την ίδια υπόθεση στον πρώτο βαθμό είχε παύσει κατ' άρθρο 31 ν. 3346/2005 η ποινική δίωξη για τις παραβάσεις του άρθρου 10 ΒΔ 29/1971, 55 της Α,Β/8577/83 ΥΔ και άρθρου 11 παρ. 10 ν. 2307/95 παρατηρούνται τα εξής: Το δικάσαν Εφετείο έκρινε ότι οι αναιρεσείουσες υπό τα πραγματικά περιστατικά που έγινε δεκτό ότι αποδείχθηκαν τέλεσαν την πράξη της εγκαταστάσεως και λειτουργίας σε δημόσια κέντρο (καφετέρια) που εκμεταλλεύονταν και οι δύο, ηλεκτρονικών υπολογιστών με λογισμικό πρόγραμμα για την διεξαγωγή μέσω τέτοιου προγράμματος που ελεγχόταν μέσω τηλεχειριστηρίου από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή από τον υπεύθυνο του καταστήματος που ενεργούσε εν γνώσει και κατ' εντολή της ιδιοκτήτριας, τυχηρών παιγνίων μη επιτρεπόμενων, δηλαδή πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1 περ. δ', 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του ν. 3037/2002 που παρατίθενται στην προσβαλλόμενη ως εφαρμοσθείσες προκειμένου να κρίνει περί της ενοχής των ήδη αναιρεσειουσών. Δεν έγινε δεκτό από το Εφετείο με την άνω απόφασή του ότι οι αναιρεσείουσες τέλεσαν πράξη που να είναι αξιόποινη κατά τις διατάξεις των άρθρων 10 ΒΔ 29/1971, 55 της αναφερόμενης υγειονομικής διατάξεως και του άρθρου 11 παρ. 10 του ν. 2307/1995. Προφανώς από παραδρομή το δικάσαν Εφετείο δεν απάλειψε από την απόφαση αυτός τις διατάξεις των άνω ένδικων ποινικών νόμων, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1β' ΠΚ που αναφέρονταν στο κατηγορητήριο και αφορούσαν σε άλλες πράξεις για τις οποίες το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά τα αναφερόμενα στην αναγνωσθείσα 6724/2006 απόφασή του είχε παύσει υφ'όρο την ποινική δίωξη κατά των βαρυνομένων με αυτές σύμφωνα με το άρθρο 31 ν. 3346/2005 κατά τη δίκη στον πρώτο βαθμό. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και οι λόγοι αναιρέσεως αμφοτέρων των κρινόμενων αιτήσεων από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε και Η του Κ.Ποιν.Δ. για εσφαλμένη από το Δικαστήριο της ουσίας εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που δεν μπορούσαν να εφαρμοσθούν και για υπέρβαση εξουσίας από εφαρμογή τέτοιων ποινικών διατάξεων ή βάσει των οποίων ποινική δίωξη είχε παύσει. Μετά τα ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθεί κάθε μία από τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Μαίου 2010 υπ' αριθμό 26 αίτηση της Χ και την από 10 Μαίου 2010 υπ' αριθμό 27 αίτηση της Χ2 για αναίρεση της 4974/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει κάθε μία από τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαγόρευση παιγνίων μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών. Δύο ξεχωριστές αιτήσεις αναιρέσεως από την ιδιοκτήτρια καφετέριας και από τη διευθύντρια του εν λόγω καταστήματος στο οποίο εγκαταστάθηκαν τα μηχανήματα με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές μέσω των οποίων διενεργούνταν τα τυχερά παίγνια. Απόρριψη των λόγων αναιρέσεως για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως. Γίνεται σαφής έκθεση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την πράξη για την οποία καταδικάστηκαν και δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία για τον δόλο των κατηγορουμένων και υπό την ισχύ του Ν. 3037/2002 ποινικές κυρώσεις επιβάλλονται και κατά των διευθυνόντων καταστήματα στα οποία έχουν εγκατασταθεί και λειτουργούν με λογισμικό προγράμματα για ηλεκτρονικώς διεξαγόμενα τυχερά παίγνια. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και υπέρβαση εξουσίας διότι από παραδρομή δεν απάλειψε το δικαστήριο της ουσίας από το περί ποινής μέρος της καταδικαστικής αποφάσεως τις διατάξεις του ΒΔ 29/1971 και του άρθρου 11 § 10 Ν. 2307/1995 και αφορούσαν πράξεις για τις οποίες το πρωτοδίκως δικάσαν δικαστήριο είχε παύσει υφ' όρο την ποινική δίωξη. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας διότι τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν αναφέρονται ως αναγνωσθέντα και στην πρωτόδικη δίκη και αρκεί ότι στα πρακτικά της κατ' έφεση δίκης αναφέρονται ως αναγνωσθέντα και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης για να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο και να μπορούν οι αναιρεσείοντες να ασκήσουν υπερασπιστικά των δικαιώματα σε σχέση με αυτά και στην κατ' έφεση δίκη.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Παίγνια τυχερά.
| 0
|
Αριθμός 1446/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Τίγγα, Προεδρεύων Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιουλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαο Παντελή και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Νίκα, περί αναιρέσεως της 1928/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 5 Ιουλίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 518/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 220 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιτυγχάνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα από τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και της χρήσεως υφαρπαγείσης ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται α) αναληθής βεβαίωση σε δημόσιο κατά την έννοια των άρθρων 438 και 439 Κ.Πολ,Δ., έγγραφο, για περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή μπορεί να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης, β) η αναληθής βεβαίωση να προκλήθηκε με οποιοδήποτε απατηλό μέσο δια του οποίου παρασύρθηκε ο υπάλληλος, έστω και από αμέλεια, ή ευπιστία, στην παροχή της βεβαιώσεως και γ) δόλος που εμπεριέχει τη γνώση, ότι το βεβαιούμενο στη δημόσιο έγγραφο γεγονός είναι αναληθές και μπορεί να έχει τις συνέπειες αυτές, είτε για τον εαυτό του είτε για άλλον τρίτο αλλά και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου με οποιονδήποτε τρόπο ή για να χρησιμοποιήσει την ψευδή βεβαίωση με σκοπό να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το αναληθώς βεβαιούμενο περιστατικό. Δημόσιο έγγραφο κατά το άρθρο 438 Κ,Πολ,Δ, που έχει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο, γιατί το άρθρο 13 περ. γ' του ΠΚ δεν προσδιορίζει την έννοια του, είναι εκείνο που έχει συνταχθεί από καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη, έναντι πάντων κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδαφ. α' ΠΚ, "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν, αντικειμενικώς, α) πρόκληση στον αυτουργό της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση) με παραινέσεις (συμβουλές κλπ.), με πειθώ ή φορτικότητα ή με εκμετάλλευση της επιβολής στον φυσικό αυτουργό, λόγω υπηρεσιακής εξαρτήσεως, υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, που περιλαμβάνει α) συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παρήγαγε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση για την διάπραξη από αυτόν της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος β) συνείδηση της συγκεκριμένης πράξεως στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ1 είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1928/2010 απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα χρήσης υφαρπαγείσας ψευδούς βεβαιώσεως και ηθικής αυτουργίας σε υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως, πράξεις που τέλεσε με την ελαφρυντική περίσταση του ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τις πράξεις του, και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 6 μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκε ότι: Στις 30-9-2002 η αρχικά κατηγορούμενη Φ, που διατηρούσε γραφείο εξυπηρετήσεως πελατών για ανεύρεση νερού με γεωτρήσεις, τις οποίες πραγματοποιούσε ο σύζυγος της με το γεωτρύπανό του, προσήλθε στη Δ/νση Ανατολικής Αττικής τμήμα ΤΥΔΚ και χωρίς να έχει ειδικό πληρεξούσιο αλλά φερόμενη ως νόμιμη εκπρόσωπος, υπέβαλε αίτηση με τα απαραίτητα δικαιολογητικά, για τη χορήγηση αδείας γεωτρήσεως προς αντικατάσταση παλαιάς με καινούργια. Η αίτηση περιείχε και τα τρία ονόματα, ήτοι του Ψ, Ξ. και Χ, στα ονόματα των οποίων είχε χορηγηθεί αρχικά η ...άδεια ανορύξεως υδρογεωτρήσεως στη θέση...Η αίτηση για τη χορήγηση νέας αδείας υποβλήθηκε χωρίς να έχει καμία γνώση ο εγκαλών Ψ, ούτε να έχει ρωτηθεί και εγκρίνει την κατάθεση αυτής, μάλιστα δε η αντίθεση του ήτο γνωστή στους Ξ και Χ, γιατί δεν του είχαν δώσει νερό από την πρώτη άδεια και ευρίσκοντο σε δικαστικούς αγώνες από μία άλλη δραστηριότητα των. Η ως άνω Φ. υπέβαλε την αίτηση κατόπιν εντολής που της έδωσε ο κατηγορούμενος Χ., ο οποίος της παρέδωσε τα σχετικά έγγραφα καθώς και την υδρογεωτρητική μελέτη του ... όπως σαφώς αναφέρει ο εγκαλών, αλλά παραδέχεται και η ίδια η οποία αναφέρει στην κατάθεση της ότι ανέφερε σ'αυτόν και στο Ξ ότι θα πρέπει να κάνουν αντικατάσταση της άδειας της παλαιάς με νέα και ότι οι δύο μόνοι τους δεν μπορούσαν να βγάλουν άδεια και τούτο διότι δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις όχι λόγω εκτάσεως των ακινήτων τους (2000 + 3000 τ. μ.) αλλά λόγω αποστάσεων. Και τούτο διότι με το πρακτικό 20/84/2001 της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αττικής επιτρέπεται η άδεια γεωτρήσεως εφόσον η ελάχιστη αρδευόμενη έκταση των χώρων πρασίνου είναι 1500 τ. μ. και η ελάχιστη απόσταση από υφιστάμενες εν λειτουργία νόμιμες ιδιωτικές υδροληψίες είναι 250 μέτρα με απόκλιση 5%, πράγμα που δεν υφίστατο στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις πλευρικές διαστάσεις των ακινήτων όπως αναφέρονται στα συμβόλαια κτήσεως εκάστου των τριών εμπλεκομένων ιδιοκτητών σε συνδυασμό με τη θέση της αρχικής γεωτρήσεως, που είχε θέση εντός της ιδιοκτησίας Ξ 10 μέτρα από τα πλάγια όρια της ιδιοκτησίας του. Η ως άνω Φ. υπέβαλε την αίτηση με το όνομα και του εγκαλούντος επισυνάπτοντας και υπεύθυνη δήλωση του, χωρίς όμως αυτός να έχει υπογράψει τέτοια δήλωση και χωρίς να έχει χορηγήσει τέτοια εντολή. Με το να υποβάλει όλα τα παραπάνω έγγραφα συντεταγμένα επέτυχε αυτή με εξαπάτηση των αρμοδίων υπαλλήλων να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και δη επέτυχε την έκδοση της νέας άδειας εκτελέσεως έργου και χρήσεως νερού, σε αντικατάσταση της παλαιάς, που η τελευταία είχε εκδοθεί στο όνομα και των τριών. Ο ήδη κατηγορούμενος με πρόθεση προκάλεσε στις 24-4-2002 και στις 30-9-2002 στην .. στην ως άνω συγκατηγορουμένη του Φ. την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως κατόπιν ασκήσεως πειθούς και φορτικότητας σ" αυτήν, ώστε να παρακάμψει τις αντιρρήσεις της, αφού αυτή αρχικά του γνωστοποίησε ότι δεν μπορούσε να εκδοθεί νέα άδεια στο όνομα των δύο μόνο (Χ και Ξ) και έπρεπε να τεθεί και το όνομα του Ψ, ο οποίος όμως δεν είχε καμία γνώση και μάλιστα δεν είχε υπογράψει καμία αίτηση. Ούτε βεβαίως δύναται να υποστηριχθεί σοβαρά ότι (πράγμα που άλλωστε και η ίδια η Φ αρνείται) ότι μόνη της και εξ ιδίας πρωτοβουλίας ανέλαβε να θέσει και το όνομα του τρίτου (Ψ) αφού αυτή γνώριζε ότι δεν μπορούν να εκδώσουν νέα άδεια μόνο οι δύο και ο κατηγορούμενος της υπέδειξε να θέσει και το όνομα του τρίτου, αφού αυτός ενδιαφερόταν κυρίως για την απόκτηση νερού. Άλλωστε αυτός κατέβαλε και την αμοιβή της, στοιχείο που επιβεβαιώνει ότι αυτός προκάλεσε την απόφαση σ' αυτήν να τελέσει την άδικη πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Ο κατηγορούμενος τελών εν γνώσει ότι η άδεια περιέχει ψευδές περιστατικό, έκανε χρήση του εγγράφου αυτού στις 12-11-2002 ενώπιον του Α.Τ ... και ειδικότερα επέδειξε την ως άνω νέα άδεια την 30-9-2002, εμφανίζοντας αυτήν ως νομίμως εκδοθείσα, όταν κλήθηκε στο ΑΤ, ενώ αυτή είχε εκδοθεί κατά τον ως άνω μη νόμιμο τρόπο. Μάλιστα δε επεδίωξε την έναρξη εργασιών της γεωτρήσεως στις 12-11-2002, γνωρίζοντας ότι την επομένη (13-11-2002) ο μηνυτής είχε κληθεί ως μάρτυρας στο Α' Μονομελές Πλημ/κείο Αθηνών και ως εκ τούτου δεν θα ευρίσκετο στην περιοχή, αφού δεν διαμένει μονίμως εκεί αλλά στη ..., ώστε να βρεθεί προ τετελεσμένης καταστάσεως, αφού η όλη εργασία με περιστροφικό γεωτρύπανο και για βάθος έως 130 μέτρα αρκούσαν το πολύ δύο μέρες. Επίσης από τον τρόπο που επέδειξε την άδεια στους αστυνομικούς, προσπαθώντας να αποκρύψει το όνομα του Ψ., δείχνει ότι αυτός γνώριζε ότι δεν έπρεπε να είναι το όνομα αυτού στη νέα άδεια, αφού είχε κατά τ ανωτέρω εκδοθεί χωρίς τη γνώση και συγκατάθεση του. Με τη νέα γεώτρηση, που πράγματι έγινε και βρέθηκε αρκετή ποσότητα νερού, χωρίς να καταργηθεί η παλαιά, επήρχετο βλάβη στα συμφέροντα του μηνυτή, αφού πλέον αυτός στερείτο της δυνατότητας να προβεί σε ανόρυξη γεωτρήσεως στο ακίνητο του αυτοτελώς, διότι καίτοι είχε εμβαδόν 1500 τ.μ. δεν μπορούσε να του δοθεί άδεια λόγω πλευρικών αποστάσεων, εκτός του ότι από το φάκελο της Γενικής Δ/νσης υδάτων εφέρετο ότι έχει άδεια, η ισχύς της οποίας ισχύει έως το Σεπτέμβριο του 2012 (...) και έτσι μειώνετο η αξία του ακινήτου αυτού σε περίπτωση μεταβιβάσεως του, υφισταμένης αμέσου πλέον ζημίας εις αυτόν. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος και των δύο πράξεων...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της χρήσης υφαρπαγείσας ψευδούς βεβαιώσεως και της ηθικής αυτουργίας σε υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως, για τα οποία πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος έκανε χρήση στο ΑΤ ... εγγράφου (της ειρημένης αδείας γεωτρήσεως), στο οποίο είχε αναληθώς βεβαιωθεί περιστατικό (ότι αυτή είχε εκδοθεί κατόπιν αιτήσεως - δηλώσεως, στην οποία είχε συμπεριληφθεί ο εγκαλών, εν αγνοία του) που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Διαλαμβάνεται, ακόμη, αιτιολογία και για το δόλο του κατηγορουμένου. Επίσης, αιτιολογείται η ύπαρξη της ηθικής αυτουργίας και συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος με πρόθεση προκάλεσε στην αρχική συγκατηγορουμένη του Φ. την απόφαση να εκτελέσει την πράξη της υφαρπαγής της ως άνω ψευδούς βεβαιώσεως, κάμπτοντας, με πειθώ και φορτικότητα, τις αντιρρήσεις που αυτή είχε στην αρχή, αφού η ίδια του είχε γνωστοποιήσει ότι νέα άδεια δεν μπορούσε να εκδοθεί στο όνομα μόνο του ιδίου και του Ξ, αλλά έπρεπε να τεθεί και το όνομα του εγκαλούντος. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως και οι πρόσθετοι λόγοι που κατατέθηκαν εμπρόθεσμα (την 5.7.2010) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509§2 του ΚΠΔ), είναι δε παραδεκτοί ενόψει του ότι το κυρίως δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως περιέχει ορισμένους λόγους αναιρέσεως (της ελλείψεως αιτιολογίας και της απόλυτης ακυρότητας), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 21 ΙΑ του ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2§8 του ν. 2408/1996, "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 §1 εδάφ. δ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποιήσεως για την καταδίκη του κατηγορουμένου της μαρτυρικής καταθέσεως ή της απολογίας συγκατηγορουμένου, καθώς και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία ως μοναδική πηγή της πληροφόρησης τους έχουν τον συγκατηγορούμενο. Δεν παραβιάζεται, όμως, η ανωτέρω διάταξη, όταν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεως του για την ενοχή του κατηγορουμένου δεν στηρίζεται αποκλειστικώς στη μαρτυρική κατάθεση ή στην ομολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά, συνδυαστικά, τόσο στη μαρτυρική κατάθεση ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου, όσο και σε καταθέσεις των μαρτύρων και τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, λόγο της αιτήσεως, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι το Τριμελές Εφετείο στήριξε την καταδικαστική του κρίση στην από 6.1.2003 ένορκη κατάθεση της (αρχικής) συγκατηγορουμένης του Φ, η οποία έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, την οποία (κατάθεση) ανέγνωσε στο ακροατήριο. Όμως, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την καταδικαστική του κρίση όχι μόνο στην ως άνω κατάθεση της Φ, αλλά και στα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα) και, επομένως, από τη λήψη υπόψη της καταθέσεως της τελευταίας, για την ανάγνωση της οποίας, σημειωτέον, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών, δεν προέβαλε αντίρρηση, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 211 Α ΚΠοινΔ. Κατά συνέπειαν, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 171 του ΚΠοινΔ, όπως ισχύει, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου επέρχεται απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη. Η ακυρότητα όμως αυτή, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, επέρχεται μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 του ιδίου Κώδικα ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής και όχι άλλες πλημμέλειες. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 63, 82 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 68 παρ. 1 και 2, 83, 84, 87 του ιδίου Κώδικα, και 914, 932 του ΑΚ προκύπτει ότι για να είναι νόμιμη η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής, που γίνεται είτε στην προδικασία, είτε ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, πρέπει εκείνος που προβαίνει σ' αυτή, να έχει υποστεί από την τέλεση της εγκληματικής πράξεως ζημία, από την οποία διατηρεί αξίωση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Τέτοια αξίωση υφίσταται σε εκείνον που ζημιώθηκε άμεσα από την άδικη πράξη με την οποία προσβλήθηκαν έννομα αγαθά αυτού, ο οποίος, ως μόνος ενεργητικά νομιμοποιούμενος, μπορεί να προβεί σε δήλωση παραστάσεως ως πολιτικώς ενάγων. Δηλαδή, απαιτείται να αντλεί το δικαίωμα αποζημιώσεως ευθέως και αμέσως από "προσωπικό βίωμα" της εγκληματικής προσβολής και όχι από κάποια ενδιάμεση σχέση ή αντανακλαστικά και έμμεσα. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 220 ΠΚ προστατεύονται, εκτός από το γενικό συμφέρον της πίστεως προς τα δημόσια έγγραφα, και τα ιδιωτικά συμφέροντα εκείνων που υφίστανται τις έννομες συνέπειες των ψευδώς βεβαιωθέντων περιστατικών, οι οποίοι, ως αμέσως ζημιούμενοι, δικαιούνται να παρασταθούν ως πολιτικώς ενάγοντες ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προέβαλε, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, τον ισχυρισμό ότι έπρεπε να αποβληθεί η πολιτική αγωγή, γιατί προστατευόμενο, με το άρθρο 220 ΠΚ, έννομο αγαθό είναι μόνο η ασφάλεια των συναλλαγών και όχι τα ιδιωτικά συμφέροντα μεμονωμένων ατόμων, ο δε εγκαλών δεν έχει υποστεί άμεση ζημία από τις ένδικες πράξεις. Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία ότι: "...από τη δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος σε συνδυασμό προς την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, προκύπτει ότι αυτός νομιμοποιείται ενεργητικά να ασκήσει στο Δικαστήριο τούτο την πολιτική αγωγή κατά του κατηγορουμένου, καθόσον είναι αυτός που έχει υποστεί, κατά τα αναφερόμενα στη δήλωση, άμεση βλάβη υλική και ηθική από το έγκλημα, καθώς είναι και ο παθών εκ του εγκλήματος. Άλλωστε κατά το άρθρο 220 ΠΚ προστατεύονται εκτός από το γενικό συμφέρον της πίστης προς τα δημόσια έγγραφα και τα ιδιωτικά συμφέροντα εκείνων που υφίστανται τις έννομες συνέπειες των βεβαιωθέντων περιστατικών, όπως συμβαίνει και στην προκείμενη περίπτωση". Η αιτιολογία αυτή συμπληρώνεται και με το βασικό σκεπτικό, όπου, κατά τα προεκτεθέντα, αναφέρεται και σε τι συνίστατο η άμεση ζημία του εγκαλούντος από τις αξιόποινες πράξεις που τέλεσε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος. Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και ορθά, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το Δικαστήριο της ουσίας αποφάνθηκε ότι με το άρθρο 220 ΠΚ προστατεύονται και τα ιδιωτικά συμφέροντα των ατόμων που υφίστανται τις έννομες συνέπειες από τις ψευδείς βεβαιώσεις, όπως είναι ο εγκαλών, και ο δεύτερος, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α και Δ ΚΠοινΔ, λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση μετά του προσθέτου αυτής λόγου και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31 Μαρτίου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ.2586/2010) αίτηση του Χ μετά των από 5.7.2010 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1928/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για χρήση υφαρπαγείσας ψευδούς βεβαιώσεως και ηθική αυτουργία σε υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως. Στοιχεία εγκλημάτων. Απόρριψη λόγων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απόρριψη λόγου για απόλυτη ακυρότητα από τη λήψη υπόψη καταθέσεως της συγκατηγορουμένης του αναιρεσείοντος (211Α ΚΠΔ), γιατί το δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική του κρίση όχι μόνο στην κατάθεση αυτής, αλλά και στα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα). Με τη διάταξη του άρθρου 220 ΠΚ προστατεύονται, εκτός από το γενικό συμφέρον της πίστεως προς τα δημόσια έγγραφα, και τα ιδιωτικά συμφέροντα εκείνων που υφίστανται τις έννομες συνέπειες των ψευδώς βεβαιωθέντων περιστατικών, οι οποίοι, ως αμέσως ζημιούμενοι, δικαιούνται να παρασταθούν ως πολιτικώς ενάγοντες ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου. Απόρριψη λόγου για απόλυτη ακυρότητα για κακή παράσταση ως πολιτικώς ενάγοντος του εγκαλούντος και για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του σχετικού ισχυρισμού. Απόρριψη αιτήσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Ηθική αυτουργία, Πολιτική αγωγή.
| 2
|
Αριθμός 1443/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Τίγγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιουλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Χ1 που δεν παρέστη και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο, περί αναιρέσεως της 1829-1830/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 29 Μαρτίου 2010 και 26 Μαρτίου 2010 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 461/10.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 29 Μαρτίου 2010 αίτηση αναίρεσης της πρώτης αναιρεσείουσας καθώς και να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης του δεύτερου αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται για συζήτηση οι από 29-3-2010 και 26-3-2010 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, αντίστοιχα, για αναίρεση της 1829-1830/2009 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Α.- Ως προς την αναίρεση της Χ1.
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠοινΔ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 27-5-2010 αποδεικτικό επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πατρών ... η αναιρεσείουσα Χ1 κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ).
Β.- Ως προς την αναίρεση του Χ2.
Η ως άνω αναίρεση του ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω. 1.- Κατά τη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 171 του ΚΠΔ αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη. Η ακυρότητα όμως αυτή, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ επέρχεται μόνον, όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος και όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 του ίδιου Κώδικα ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής και όχι για άλλες πλημμέλειες. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 63, 64, 68, 82, 84 και 87 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος στην ποινική διαδικασία αποκτά εκείνος που δικαιούται κατά το αστικό δίκαιο να ζητήσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη. Τέτοιο δικαίωμα ειδικότερα για χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ έχει όποιος (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) υπέστη αμέσως ηθική βλάβη από την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και όχι αυτός που ζημιώθηκε έμμεσα από την πράξη αυτή. Εξάλλου ναι μεν επί της ρυθμιζόμενης από τα άρθρα 939 επ. του ΑΚ καταδολιεύσεως το δικαίωμα του δανειστή εξαντλείται στη διάρρηξη της γενομένης προς βλάβη του απαλλοτριώσεως, πλην όμως ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει και είναι δυνατή η εφαρμογή των περί αδικοπραξιών διατάξεων, όταν συντρέξουν στοιχεία επί πλέον εκείνων που απαιτούνται για την εφαρμογή των περί καταδολιεύσεως των δανειστών του άρθρου 939 ΑΚ τοιούτων, όπως λ.χ. όταν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 397 του ΠΚ. Επίσης, για τη δημιουργία ευθύνης προς αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 914 και 939 του ΑΚ απαιτείται υπαίτια (εκ δόλου ή εξ αμελείας) και παράνομη συμπεριφορά του ζημιώσαντος συνισταμένη σε πράξη ή παράλειψη αυτού και περιέχουσα παράνομη επέμβαση σε αλλότριο δικαίωμα ή συμφέρον που προστατεύεται από την παραβιασθείσα διάταξη. Με αυτή την έννοια παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά που προσβάλλει δικαίωμα και δημιουργεί αξίωση προς αποζημίωση κατά το άρθρο 914 ΑΚ ή αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, συνιστά και η πράξη του οφειλέτη, ο οποίος, σκοπεύοντας να ματαιώσει την ικανοποίηση απαιτήσεως του πιστωτή του προβαίνει σε απαλλοτρίωση της περιουσίας του χωρίς ισότιμο ή αξιόχρεο αντάλλαγμα. Έτσι, επί εγκλήματος καταδολιεύσεως δανειστών, που προβλέπεται από το προαναφερόμενο άρθρο 397 του ΠΚ άμεσα ζημιουμενος και εντεύθεν νομιμοποιούμενος να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, είναι προεχόντως ο δανειστής του οφειλέτη εκείνου, από την ενέργεια του οποίου με την παράνομη και υπαίτια απαλλοτρίωση της περιουσίας του ματαιώθηκε ολικά ή εν μέρει η ικανοποίηση της περιουσίας του (ΑΠ 5/2008). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 468 παρ. 1 περ. α' ΚΠΔ, ο πολιτικώς ενάγων μπορεί να προσβάλλει την απόφαση με το ένδικο μέσο που του χορηγεί ο νόμος αν ο κατηγορούμενος καταδικασθεί (σε οποιαδήποτε ποινή) μόνο σε ό,τι αφορά τις απαιτήσεις του για αποζημίωση, όταν είτε του επιδικάσθηκε αυτή είτε απορρίφθηκε η αγωγή του επειδή δεν στηριζόταν στο νόμο. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 488 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ο πολιτικώς ενάγων που παρέστη κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η καταδικαστική για τον κατηγορούμενο απόφαση, δικαιούται να την προσβάλλει με έφεση, ανεξάρτητα από το ύψος της ποινής που τελικά καταγνώσθηκε, αν με την απόφαση απορρίφθηκε η πολιτική αγωγή ως μη στηριζόμενη στο νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι ο εγκαλών Ψ, ο οποίος πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας εμφανίστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου Τριμελούς Πρωτοδικείου Πατρών και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων και ζήτησε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης ποσού 44 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από τις αποδιδόμενες στους κατηγορουμένους αξιόποινες πράξεις της καταδολίευσης δανειστών και άμεσης συνέργειας σε καταδολίευση δανειστών νομιμοποιείται ενεργητικώς να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων, σύμφωνα με τη διαλαμβανομένη στη σελίδα 3 των πρακτικών αυτής (απόφασης) αιτιολογία. Με βάση την παραδοχή αυτή δέχθηκε και κατ' ουσίαν την ασκηθείσα, κατ' άρθρο 488 ΚΠοινΔ, υττ' αριθμ. 53/2008 έφεση του εγκαλούντος-πολιτικώς ενάγοντος Ψ κατά της πρωτοβάθμιας καταδικαστικής 207/2008 απόφασης (και της συνεκαλουμένης μη οριστικής 3657/2007 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου), ως προς τη διάταξη με την οποία απορρίφθηκε η πολιτική αγωγή ως μη στηριζομένη στο νόμο και επέτρεψε την παράσταση του εγκαλούντος ως πολιτικώς ενάγοντος, στον οποίο και επιδίκασε την αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση ποσού 44 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από τις αξιόποινες πράξεις της καταδολίευσης δανειστών και της άμεσης συνέργειας σ' αυτήν. Ενόψει τούτων, εφόσον, όπως προκύπτει από το σκεπτικό τόσο της πρωτόδικης, όσο και της προσβαλλόμενης απόφασης, οι επίμαχες πράξεις της καταδολίευσης δανειστών για την οποία κηρύχθηκε ένοχη η πρώτη κατηγορουμένη Χ1 και της άμεσης συνέργειας σ' αυτήν, για τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι Ξ και Χ2 (αναιρεσείων), τελέστηκαν σε βάρος του εγκαλούντος Ψ παρέπεται ότι ως αμέσως από τις πράξεις αυτές ζημιωθείς ενομιμοποιείτο ο τελευταίος να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων και η σχετική δήλωση του ήταν σύννομη.
Συνεπώς ορθώς το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του εγκαλούντος πολιτικώς ενάγοντος, αφού η πρωτόδικη απόφαση ήταν εκκλητή, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ως προς τη σχετική με την αποβολή της πολιτικής αγωγής διάταξη της και δέχθηκε την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ2, που στηρίζεται, ως εκ του περιεχομένου του, στην πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί ο ως άνω εγκαλών παρέστη παρά το νόμο ως πολιτικώς ενάγων, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.
2.- Κατά το άρθρο 397 παρ.1 και 3 του ΠΚ ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 117 παρ.1 του ΠΚ, όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται, αν ο δικαιούχος δεν υπέβαλε την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμέτοχους της. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, προκύπτει, ότι η καταδικαστική απόφαση επί εγκλήματος κατ' έγκληση διωκομένου, εφόσον η έγκληση υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεση του, πρέπει να διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς το χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούμενος σε έγκληση έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε ή για έναν από τους συμμέτοχους της. Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, αν, δηλαδή στην απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 117 παρ.1 ΠΚ, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπου ο αναιρεσείων Χ2 καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη 1829-1830/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, σε δεύτερο βαθμό, για άμεση συνεργεία στην καταδολίευση δανειστών τελεσθείσα στις 3-11-2002, σε βάρος του Ψ, η ποινική δίωξη ασκήθηκε κατόπιν εγκλήσεως του εν λόγω παθόντος. Η έγκληση αυτή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της, φέρει χρονολογία 28-5-2003 και υποβλήθηκε κατά τη χρονολογία αυτή, ήτοι μετά την πάροδο τριμήνου από τον ανωτέρω χρόνο τελέσεως των πράξεων της καταδολίευσης δανειστών και της άμεσης συνέργειας σ' αυτήν. Το δίκασαν Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, την οποία στήριξε στα κατ' είδος λεπτομερώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, αναγνωσθέντα έγγραφα και πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, απολογία δευτέρου κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος), ότι ο ανωτέρω εγκαλών έλαβε γνώση των συγκεκριμένων αξιόποινων πράξεων και των δραστών τους, φυσικού αυτουργού και συνεργού του, (ήδη αναιρεσείοντος) κατά μήνα Μάρτιο 2003, όταν δια των αρμοδίων οργάνων διενεργήθηκε έλεγχος στο υποθηκοφυλακείο Πατρών, προκειμένου να εξασφαλίσει εμπραγμάτως την πιο κάτω αναφερόμενη απαίτηση του και ως εκ τούτου η έγκληση αυτού, η οποία υπεβλήθη στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πατρών στις 28-5-2003, είναι εμπρόθεσμη. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε εμπρόθεσμη την έγκληση και απέρριψε κατ' ουσίαν τον αντίθετο, περί εκπρόθεσμης υποβολής της εγκλήσεως, ισχυρισμό του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος Χ2. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τα εκτεθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με το χρόνο γνώσεως από τον εγκαλούντα των ως άνω σε βάρος του πράξεων της καταδολιεύσεως δανειστών και της άμεσης συνέργειας σ' αυτήν και του προσώπου της αυτουργού και του συνεργού της-αναιρεσείοντος. Επομένως, είναι αβάσιμος ο αντίθετος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Χ2 και πρέπει να απορριφθεί. Η αιτίαση που περιέχεται στον ίδιο αυτόν λόγο, ότι από τις αποδείξεις προκύπτει χρόνος γνώσεως του εγκαλούντος προγενέστερος πέραν των τριών μηνών από την υποβολή της εγκλήσεως, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και, επομένως, είναι απαράδεκτη.
3.-.Από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 397 παρ.1 του ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καταδολίευσης δανειστών απαιτείται υποκειμενικώς μεν πρόθεση, δηλαδή, δόλος που περιέχει τη γνώση ότι ορισμένος δανειστής του δράστη έχει αξίωση, κατ' αυτού από συγκεκριμένη νομική αιτία και τη θέληση να ματαιώσει την ικανοποίηση αυτού, ολικώς ή μερικώς, από τα περιουσιακά στοιχεία, αντικειμενικώς δε ματαίωση της ικανοποίησης του δανειστή, ολικώς ή μερικώς, με μία από τις ρητώς και περιοριστικώς οριζόμενες στην ανωτέρω διάταξη ενέργειες που αποτελούν διαφορετικούς τρόπους τελέσεως του εγκλήματος τούτου, μεταξύ των οποίων είναι και η απαλλοτρίωση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη, χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα. Η ματαίωση ικανοποίησης του δανειστή επέρχεται, όταν ο οφειλέτης κατά το χρόνο της ενέργειας του δεν έχει άλλα περιουσιακά στοιχεία, που να επαρκούν για την ικανοποίηση του δανειστή του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 46 παρ.1 περ.β' του ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται, όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της άδικης πράξης και στην εκτέλεση της πράξης αυτής (κύριας πράξης), Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας απαιτείται α) δόλος του άμεσου συνεργού, δηλαδή, ηθελημένη παροχή συνδρομής στον πράττοντα εν γνώσει ότι αυτή παρέχεται κατά την εκτέλεση της άδικης πράξης και β) παροχή άμεσης συνδρομής κατά την τέλεση και κατά τη διάρκεια εκτελέσεως της κύριας πράξης. Εξάλλου, η απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται σα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Πατρών που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος λεπτομερώς αναφέρει αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εγκαλών Ψ είχε απαίτηση λόγω αδικοπραξίας κατά της πρώτης κατηγορουμένης Χ1 ποσού 47.395,52 ευρώ, για την απαίτηση του μάλιστα ο εγκαλών είχε ασκήσει κατά της κατ/νης Χ1 την από 14-2-2002 αγωγή του που της επέδωσε την 15-2-2002 και εκκρεμούσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Κατά τη διάρκεια της αντιδικίας τους στα πολιτικά δικαστήρια και ενώ παράλληλα ήταν εκκρεμής και ποινική δίκη κατά της κατηγορουμένης για υπεξαίρεση του ως άνω ποσού σε βάρος του εγκαλούντος, αυτή ενεργώντας με προφανή σκοπό και θέληση να ματαιώσει την ικανοποίηση της άνω απαίτησης του εγκαλούντος εναντίον της, αφού γνώριζε ότι δεν έχει άλλο περιουσιακό στοιχείο και άλλη περιουσία ικανή για την ικανοποίηση της ως άνω απαίτησης του εγκαλούντος, προέβη χωρίς αντάλλαγμα σε μεταβίβαση ακίνητου και συγκεκριμένα με το υπ' αριθμόν ... συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή, της συμβολαιογράφου Πατρών Ανδριάνας Βίτσα, που μεταγράφηκε, νόμιμα μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα το ιδανικό ποσοστό αυτής 1/2 επί ενός διαμερίσματος 45,79 τ.μ. στον τέταρτο όροφο οικοδομής στη θέση "..." και στη διασταύρωση των οδών ..., ... και ... στην ..., αντικειμενικής αξίας 4600 ευρώ στην ανήλικη ανιψιά της ..., τέκνο των Ξ και Χ2, δεύτερης και τρίτου των κατηγορουμένων, αντίστοιχα που εκπροσώπησαν την ανήλικη στη δικαιοπραξία αυτή. Το ιδανικό ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου αποτελούσε το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο, από το οποίο θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απαίτηση του εγκαλούντος, ενώ με τη χαριστική χωρίς αντάλλαγμα μεταβίβαση του η πρώτη κατηγορουμένη αποσκοπούσε στη ματαίωση της ικανοποίησης της απαιτήσεως του εγκαλούντος, αφού ήταν το μόνο περιουσιακό στοιχείο της κατά του οποίου μπορούσε να στραφεί με εκτέλεση ενώ η υπόλοιπη περιουσία της κατ/νης, κάποια εμπορεύματα-είδη δώρων επιχείρησης που λειτουργούσε αυτή σε μισθωμένο κατάστημα στο ..., ήταν ασήμαντης αξίας. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η δεύτερη κατ/νη αδελφή της πρώτης και ο τρίτος γαμβρός της, σύζυγος της δεύτερης εκτός του ότι συμμετείχαν στην ως άνω χαριστική δικαιοπραξία, εκπροσωπώντας το ανήλικο τέκνο τους αυτοί γνώριζαν την οφειλή της πρώτης κατηγορουμένης προς τον εγκαλούντα και της συμπαρίσταντο στην όλη αντιδικία μαζί του. Μάλιστα η δεύτερη κατ/νη είχε εξεταστεί ως μάρτυρας στις πολιτικές δίκες με τον εγκαλούντα που είχε η πρώτη κατ/νη αδελφή της, και στη δίκη ασφαλιστικών επί της 26-4-2002 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων που είχε ασκήσει ο εγκαλών και, επικαλούμενος την ελαττωμένη περιουσιακή κατάσταση της πρώτης κατ/νης, ζητούσε ως ασφαλιστικό μέτρο την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης προς εξασφάλιση της ίδιας ως άνω απαίτησης του επί του προαναφερομένου μοναδικού ακινήτου (διαμερίσματος) της πρώτης κατ/νης. Στη δίκη εκείνη η δεύτερη κατ/νη διαβεβαίωσε το Δικαστήριο ότι η πρώτη κατ/νη αδελφή της δεν προτίθεται να μεταβιβάσει το ακίνητο -διαμέρισμα της και έτσι η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του εγκαλούντος απορρίφθηκε με την 3048/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Όμως λίγο αργότερα από την απόρριψη των ασφαλιστικών μέτρων στις 13-11-2002 η πρώτη κατ/νη μεταβίβασε λόγω δωρεάς το ποσοστό της επί του διαμερίσματος προς την ανήλικη θυγατέρα των δύο άλλων κατ/νων, οι οποίοι γνώριζαν την περιουσιακή κατάσταση της, δηλαδή ότι το ακίνητο αυτό ήταν το μοναδικό από το οποίο μπορούσε να ικανοποιηθεί η απαίτηση του εγκαλούντος καθώς επίσης γνώριζαν και το σκοπό που επεδίωκε η πρώτη κατ/νη να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησης του εγκαλούντος, αφού η υπόλοιπη περιουσία της πρώτης κατ/νης δεν αρκούσε προς τούτο...Επίσης δεν αποδείχτηκε ότι η μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος (1/2) από την πρώτη κατ/νη στην ανήλικη θυγατέρα των λοιπών, έγινε προς εξόφληση χρέους από δάνειο 6000000 δραχμών που είχε χορηγήσει η δεύτερη κατ/νη προς την πρώτη κατ/νη αδελφή της. Αντίθετα η μεταβίβαση έγινε χαριστικά και χωρίς αντάλλαγμα από την πρώτη με σκοπό ματαίωσης της απαίτησης του εγκαλούντος, οι δε λοιποί κατ/νοι της παρείχαν άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της πράξης αυτής με το να δεχθούν για λογαριασμό της ανήλικης κόρης τους τη δωρεά αυτή εν γνώσει του ως άνω σκοπού που απέβλεπε η πρώτη και ότι η υπόλοιπη περιουσία της δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης του εγκαλούντος...". Ακολούθως με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους Χ1, Ξ και Χ2 (αναιρεσείοντα), για την αξιόποινη πράξη της καταδολίευσης δανειστών την πρώτη και της άμεσης συνέργειας σ' αυτήν τους άλλους δύο, επιβάλλοντας ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών στον καθένα. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της άμεσης συνέργειας σε καταδολίευση δανειστών, (για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων), τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς, επίσης, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή του στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 397 παρ.1 και 46 παρ.1 περ.β' του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή αιτιολογία. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' τρίτος λόγος της αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ2, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νόμιμης βάσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Όλες σι λοιπές αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στο λόγο αυτό, πλήττουν την αναιρετικως ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατ' ακολουθιαν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει, να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση στο σύνολο της και να καταδικαστεί οι αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 29-3-2010 και από 26-3-2010 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, αντίστοιχα για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1829-1830/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδολίευση δανειστών. Δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής- Χρόνος έγκλησης. Αιτιολογία απόφασης και ορθή εφαρμογή νόμου από Δικαστήριο της ουσίας. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για παράνομη παράσταση πολιτικής αγωγής, μη εμπρόθεσμη υποβολή έγκλησης, έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή νόμου.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πολιτική αγωγή, Καταδολίευση δανειστών.
| 0
|
Αριθμός 1442/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Τίγγα, Προεδρεύων Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιουλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Παναγιωτόπουλο, περί αναιρέσεως της 1309/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Θεμιστοκλή Σοφό και Θεόδωρο Χρόνη. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαρτίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 414/2010.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η δε χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας με τη μορφή της νοθεύσεως εγγράφου απαιτείται αντικειμενικώς μεν η νόθευση εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του με μεταβολή του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη, εξάλειψη ή αντικατάσταση λέξεων, αριθμών ή σημείων του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες είναι δυνατόν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτον, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Υπό τη μορφή αυτή της νοθεύσεως, η πλαστογραφία διαπράττεται και από τον ίδιο τον εκδότη του γνησίου εγγράφου, όταν αυτός μεταβάλλει το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα, σε χρόνο κατά τον οποίο το έγγραφο είχε λάβει θέση, σύμφωνα με τον προορισμό του, σε κάποια έννομη σχέση ή άλλος απέκτησε δικαίωμα στη διατήρηση του αρχικού του κειμένου, υπό την προϋπόθεση, όμως, πάντοτε, ότι η νόθευση του εγγράφου έγινε με σκοπό την παραπλάνηση άλλου για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Το έγγραφο στη διάταξη αυτή αναφέρεται με την έννοια που προσδιορίζει το άρθρο 13 περ. γ' ΠΚ, κατά το οποίο έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, ως τέτοιο δε γεγονός νοείται εκείνο, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ1 αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 1309/2009 απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα πλαστογραφίας (νοθεύσεως) εγγράφου με χρήση, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 5 μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η κατηγορουμένη τέλεσε την πράξη που της αποδίδεται και θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχη σχετικά, καθόσον αυτή στην ... την 28-11-02, ως υπάλληλος της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Πίστη ΑΕΓΑ" συμπλήρωσε το έντυπο της υπ αριθ. 1708485 κάρτας διεθνούς ασφάλισης που ήταν χρεωμένη στην παραπάνω εταιρεία από το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης, με χρόνο διαρκείας από 28-11-02 έως 28-11-03 για λογαριασμό του πελάτη της εταιρείας Τ (που επιθυμούσε να καλύψει την αστική του ευθύνη από την κυκλοφορία αυτοκινήτου του), εισπράττοντας απ' αυτόν ετήσια ασφάλιστρα ύψους 540 ευρώ (45 ευρώ/μήνα επί 12 μήνες), στη συνέχεια νόθευσε το κάτω από το πρωτότυπο της κάρτας αντίγραφο, αναγράφοντας διάρκεια της παραπάνω ασφάλισης από 28-11-02 έως 27-11-02, δηλαδή μηνιαία διάρκεια, στη συνέχεια δε έκανε χρήση του παραπάνω νοθευμένου εγγράφου, το οποίο και απέστειλε στα κεντρικά γραφεία της πολιτικώς ενάγουσας στο ..., στην πράξη της δε αυτή προέβη για να παραπλανήσει την πολιτικώς ενάγουσα ότι δήθεν η παραπάνω ασφάλιση είχε διάρκεια ενός μηνός και όχι ενός έτους, όπως ήταν στην πραγματικότητα, αποδίδοντας έτσι ασφάλιστρα ενός μηνός σ'αυτήν και όχι ετήσια, ως όφειλε. Η πράξη αυτή της κατηγορουμένης αποκαλύφθηκε το καλοκαίρι του 2003 συμπτωματικά και συγκεκριμένα όταν προσήλθε ο ανωτέρω Τ στα γραφεία της ασφαλιστικής εταιρίας για τροποποίηση της συγκεκριμένης κάρτας διεθνούς ασφάλισης, λόγω μεταβολής κυκλοφορίας του ασφαλισμένου αυτοκινήτου (...). Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι η παραπάνω διαφοροποίηση στη χρονική διάρκεια μεταξύ πρωτοτύπου και αντιγράφου στην κάρτα οφείλεται σε παραδρομή δεν ευσταθεί, εφόσον κατά την κοινή λογική, εάν αυτή διόρθωνε το αντίγραφο ως προς τη λήξη της διάρκειας της κάλυψης του αυτοκινήτου θα έπρεπε ταυτόχρονα να κάνει τούτο και στο πρωτότυπο, ώστε να εναρμονίζονται μεταξύ τους. Ακόμη ο αυτοτελής ισχυρισμός και το συναφές αίτημα της κατηγορουμένης περί μετατροπής της κατηγορίας που της αποδίδεται σ" εκείνη για πλαστογραφία πιστοποιητικού του άρθ. 217 του ΠΚ, ..., θα πρέπει ν'απορριφθεί...".
Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο Θράκης διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη, από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι η αναιρεσείουσα τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της νοθεύσεως εγγράφου με χρήση, για το οποίο πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, εκτίθεται ότι η ίδια η αναιρεσείουσα, η οποία ήταν και εκείνη που συμπλήρωσε το γνήσιο έντυπο της ένδικης κάρτας διεθνούς ασφάλισης, νόθευσε το αντίγραφο αυτού, θέτοντας επ'αυτού διαφορετική (μηνιαία) χρονική διάρκεια της ασφαλίσεως, χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα, σε χρόνο κατά τον οποίο το γνήσιο έντυπο είχε περιέλθει, σύμφωνα με τον προορισμό του, στον πελάτη της παθούσας εταιρίας. Εκτίθεται, ακόμη, ότι είχε σκοπό αυτή να παραπλανήσει την παθούσα εταιρία ότι η ασφάλιση είχε μηνιαία και όχι ετήσια διάρκεια, ότι το γεγονός αυτό είχε έννομες συνέπειες, αφού η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη θα απέδιδε στην εταιρία ασφάλιστρα ενός μηνός αντί των πραγματικών που είχε εισπράξει για χρονικό διάστημα ενός έτους, και ότι έκανε χρήση του νοθευμένου εγγράφου, αποστέλλοντας το στα κεντρικά γραφεία της πολιτικώς ενάγουσας. Επομένως, ο μοναδικός, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 216§§1 και 2 ΠΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η αιτίαση ότι από την ακροαματική ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου διαδικασία προέκυψε ότι ουδέποτε έλαβε χώρα νόθευση, αλλά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, ενδεχομένως, επιτρέπουν τέλεση πλαστογραφίας με τη μορφή της καταρτίσεως, δεδομένου ότι το αντίγραφο δεν συμπληρώθηκε παράλληλα με το πρωτότυπο, αλλά συμπληρώθηκε από μόνο του στη συνέχεια, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5 Μαρτίου 2010 (υπ' αριθ. Πρωτ.1731/2010) αίτηση της Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1309/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΙΊΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για νόθευση εγγράφου με χρήση. Στοιχεία του εγκλήματος. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1438/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Δημήτριο Τίγγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα και Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 21η Ιουλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση κατά της 543/27-5-2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης,
του εκκαλούντος - εκζητούμενου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Θεσσαλονίκης, ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφαση, αποφάσισε υπέρ της εκδόσεως του εκκαλούντος στις αρμόδιες δικαστικές αρχές της .... Ο εκκαλών - εκζητούμενος άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 3/28-5-2010 έφεση, ενώπιον του γραμματέα του ως άνω Συμβουλίου, με την οποία ζητεί τη μη έκδοσή του και η οποία καταχωρήθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 739/2010.
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση και να συμπληρωθεί οίκοθεν το διατακτικό της 543/27-5-2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Από τις διατάξεις των άρθρων 9 και 18 του ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης κλπ" (στο εξής: ΕΕΣ) συνάγεται ότι αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της αποφάσεως περί εκτελέσεως του ΕΕΣ, αν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο Κράτος έκδοσης του εντάλματος, είναι το Συμβούλιο Εφετών στην περιφέρεια του οποίου αυτός διαμένει ή συλλαμβάνεται. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 22 του ίδιου νόμου συνάγεται ότι κατά της οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, μέσα σε προθεσμία 24 ωρών από τη δημοσίευσή της, επιτρέπεται στον εκζητούμενο ή στον εισαγγελέα η άσκηση εφέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 451 ΚΠοινΔ, με τη σύνταξη εκθέσεως ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα εφετών. Ο Άρειος Πάγος, σε Συμβούλιο, αποφαίνεται εντός οκτώ ημερών από την άσκηση της εφέσεως, μετά από κλήτευση του εκζητούμενου, αυτοπροσώπως ή μέσω του αντικλήτου του, 24 ώρες πριν από τη συζήτηση, με φροντίδα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 ΚΠοινΔ. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η έφεση κατά της αποφάσεως για την εκτέλεση του ΕΕΣ σε περίπτωση μη συγκαταθέσεως του εκζητούμενου αποτελεί ένδικο μέσο, με συνέπεια να εφαρμόζονται αναλόγως και επ' αυτής οι διατάξεις των άρθρων 462 επ. ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και αυτή του άρθρου 501 παρ.1 ΚΠοινΔ, κατά την οποία, αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης δεν εμφανισθεί ο εκκαλών αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη (ΑΠ 1404/2010, 105/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 7-6-2010 αποδεικτικό επιδόσεως της ..., υπαλλήλου του ΓΚΚ Θεσσαλονίκης, ο εκκαλών, που κρατείται εκεί, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Μετά ταύτα διατάχθηκε νομίμως η μεταγωγή του (βλ. την από 7-6-2010 παραγγελία του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου και τη συνημμένη σ' αυτήν αλληλογραφία). Εν τούτοις, ο εκκαλών ούτε εμφανίσθηκε ούτε παραστάθηκε με νόμιμο τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εκφώνηση της υποθέσεως. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση ως ανυποστήρικτη και να επιβληθούν στον εκκαλούντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
2.Στο άρθρο 11 του ν. 3251/2004 ορίζεται ότι η δικαστική αρχή, που αποφασίζει την εκτέλεση του ΕΕΣ, οφείλει να αρνηθεί την εκτέλεση αυτού, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν (η) το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ΕΕΣ προς το σκοπό της δίωξης, είναι ημεδαπός και διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη. Αν δεν διώκεται, το ΕΕΣ εκτελείται αν διασφαλιστεί ότι, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στο Ελληνικό Κράτος, ώστε να εκτίσει σ' αυτό τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο Κράτος έκδοσης του εντάλματος.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στο φάκελο της υποθέσεως, ο εκζητούμενος είναι ημεδαπός και δεν διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη, αλλά για άλλη παρεμφερή που είχε τελεσθεί προηγουμένως. Ως εκ τούτου, η εκτέλεση του ΕΕΣ διατάχθηκε να γίνει μετά την ολοκλήρωση της σχετικής ποινικής διαδικασίας στο Ελληνικό Κράτος και την έκτιση της ποινής που τυχόν θα του επιβληθεί κατ' αυτήν (άρθρο 28 παρ.1 του ν. 3251/2004). Περαιτέρω, όμως, λόγω της ελληνικής ιθαγένειας του εκζητούμενου, θα έπρεπε στη διάταξη περί εκτελέσεως του ΕΕΣ να τεθεί και ο προαναφερθείς όρος του άρθρου 11 περ. η' του ν. 3251/2004, ο οποίος εκ παραδρομής δεν τέθηκε από το επιληφθέν Συμβούλιο Εφετών. Επομένως, με αυτεπάγγελτη ενέργεια του Δικαστηρίου, η οποία αποβαίνει υπέρ του εκκαλούντος - εκζητούμενου, πρέπει να διαταχθεί η προσήκουσα συμπλήρωση του διατακτικού της 543/27-5-2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-5-2010 έφεση του εκκαλούντος - εκζητούμενου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Θεσσαλονίκης, κατά της 543/27-5-2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΕΙ οίκοθεν την πρώτη διάταξη του διατακτικού της 543/27-5-2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης με την προσθήκη του όρου "αν διασφαλιστεί ότι, μετά από ακρόασή του, ο εκζητούμενος θα αναμεταχθεί στο Ελληνικό Κράτος προκειμένου να εκτίσει σ' αυτό τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που τυχόν θα απαγγελθεί εναντίον του από τις αρμόδιες δικαστικές αρχές της Γερμανίας, μετά την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης".- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εκκαλούντα στην πληρωμή διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και εκδόθηκε στην ..., σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 22α Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση ημεδαπού υπηκόου, σε εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Μη εμφάνιση εκκαλούντος. Απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη. Συμπληρώνει οίκοθεν το εφετειακό βούλευμα με την προσθήκη του όρου να διασφαλισθεί η αναμεταγωγή του εκζητούμενου στην Ελλάδα, προκειμένου να αποτιθεί στην ημεδαπή η ποινή που τυχόν θα επιβληθεί στο Κράτος εκδόσεως του εντάλματος.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
Αριθμός 1439/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Τίγγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Τσόλα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιουλίου 2010 και στις 22 Ιουλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση
του εκκαλούντος-εκζητουμένου Χ, ... υπηκόου, κατοίκου Τουρκίας ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο αυτοπροσώπως χωρίς δικηγόρο, κατά της υπ'αριθμ. 81/2010 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με την ως άνω απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του με αριθμό 2031 JS 95300/07 από 22.3.2010 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης των Γερμανικών Αρχών - Εισαγγελίας του Ανόβερου.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 33/17-6-2010 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Δωδεκανήσου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 844/10. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον αυτοπροσώπως παραστάντα εκκαλούντα-εκζητούμενο, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή του και να μην εκδοθεί και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκδοθεί αυτός στο κράτος της Γερμανίας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 17-6-2010 με αριθμ. κατάθεσης 33/2010 έφεση του Χ κατά της υπ' αριθ. 81/2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, με την οποία εκείνο αποφάσισε την εκτέλεση του υπ' αριθ. 2031 Js 65107.2001 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης του Εισαγγελέα Ανόβερου Γερμανίας, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί κατ'ουσίαν.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του άνω Ν. 3251/2004, το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα (12) μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων (4) μηνών, κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α' του νόμου τούτου, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 αυτού, το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα (12)μηνών, όπως επίσης εκτελείται, κατά το στοιχ. β' της άνω παρ. 1 του άρθρου 10, εφόσον τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων (4) μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή κακούργημα. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 10 η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου για τις αναφερόμενες στην παρ. 2 αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών (3) ετών. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου με την προσβαλλόμενη απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του με στοιχεία 2031 JS 65107/01 από 26-6-2009 Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης του Εισαγγελέα Ανόβερου Γερμανίας που εκδόθηκε κατά του εκκαλούντος ... υπηκόου Χ. Το ως άνω Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε με βάση την από 28-8-2002 απόφαση του Πρωτοδικείου του Ανόβερου Γερμανίας, προκειμένου να προσαχθεί ο εκζητούμενος στην αρμόδια ... Δικαστική Αρχή για να εκτίσει υπόλοιπο ποινής φυλάκισης 182 ημερών από την ποινή φυλάκισης ενός έτους που του έχει επιβληθεί με την ανωτέρω απόφαση για τις κατωτέρω αξιόποινες πράξεις, οι οποίες τελέσθηκαν στο ... κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Φεβρουάριο έως τον μήνα Ιούλιο του έτους 2001 και προσδιορίζονται στο ένταλμα ως εξής: " Μαζί με τον ξεχωριστά διωκόμενο Ζ, εγκαταστάθηκε ο εκζητούμενος τον Φεβρουάριο 2001 στο ξενοδοχείο Courtyard στο .... προκειμένου να αποκτήσουν με απάτη μεγάλα χρηματικά ποσά από την 18χρονη σύντροφο του ΖΑ. Βάσει ενός κοινού σχεδίου εξαπάτησε ο ξεχωριστά διωκόμενος Ζ τέλη Φεβρουαρίου 2001 την ζημιωθείσα Λ ώστε αυτή να αγοράσει σε ευνοϊκή τιμή ένα καινούργιο Ι.Χ. μάρκας Β.Μ.W. και να το μεταπωλήσει δήθεν με κέρδος σε ένα υπάρχοντα ενδιαφερόμενο. Προς αυτό το σκοπό όφειλε αυτή να τον δανείσει 70.000 ΓΜ για να της τα επιστρέψει σε λίγες ημέρες αργότερα συν μια συμμετοχή κέρδους. Η αγοραπωλησία του αυτοκινήτου δεν ήταν εκ των προτέρων σχεδιασμένη, πολύ περισσότερο ήθελαν ο Ζ και ο Π να παρακρατήσουν τα χρήματα για τον εαυτό τους. Η ζημιωθείσα Λ παρέδωσε τις 70.000 ΓΜ στον καταζητούμενο Π. Για τους ίδιους λόγους παρίστανε ο Ζ εν γνώσει του ψευδώς στις 9 Μαρτίου 2001 στη ζημιωθείσα Λ ότι αυτός συνελήφθη στην Ανδόρα και χρειάζεται μια εγγύηση ύψους 80.000 ΓΜ. Η ζημιωθείσα Λ έδωσε στον καταζητούμενο Π στις 12 Μαρτίου 2001 τις 80.000 ΓΜ και επιπρόσθετα 2.500 ΓΜ για ένα εισιτήριο. Στην πραγματικότητα δεν έλαβε χώρα καμία σύλληψη. Μέσα Μαρτίου εξαπάτησαν ο καταζητούμενος Π και ο Ζ την Λ από το τηλέφωνο αναφέροντας ότι πρέπει να εκτίσουν ποινές στην ... εάν δεν πλήρωναν 220.000 ΓΜ. Η Λ ήθελε να διαθέσει τα χρήματα, εντούτοις δεν έλαβε χώρα η πληρωμή των χρημάτων επειδή κάποιος συνεργάτης της τράπεζας παρεμπόδισε την καταβολή χρημάτων". Οι ανωτέρω πράξεις χαρακτηρίζονται ως απάτη και απόπειρα απάτης από το άρθρο 263 του Ποινικού Κώδικα ..., τιμωρούνται δε με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ανώτατο όριο είναι μέχρι 3 χρόνια και είναι αξιόποινες και κατά το ελληνικό δίκαιο ( άρθρο 42 παρ.2, 386 παρ. 1 και 3 β'Π.Κ.), τιμωρούμενες σε βαθμό κακουργήματος, ανεξάρτητα από το ότι κατά το άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 3251/2004 η εκτέλεση του εντάλματος επιτρέπεται χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου και στην περίπτωση της απάτης, εφόσον αυτή τιμωρείται στο κράτος έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας, το ανώτατο όριο του οποίου είναι τουλάχιστον τριών ετών, προϋπόθεση που συντρέχει εν προκειμένω. Για τις πράξεις αυτές καταδικάσθηκε ο εκζητούμενος με την από 28-8-2002 απόφαση του Πρωτοδικείου του Ανόβερου σε μία ποινή ενός έτους. Εντεύθεν συντρέχουν, οι κατά τα άρθρα 5 και 10 παρ.1α του Ν. 3251/2004 προϋποθέσεις του διττού αξιοποίνου για την εκτέλεση του ενδίκου ευρωπαϊκού εντάλματος. Περαιτέρω, το ένδικο Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, το οποίο φέρει ημεροχρονολογία έκδοσης, ονοματεπώνυμο και υπογραφή του δικαστή που το εξέδωσε και περιέχει όλα τα στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 2 του Ν. 3251/2004 (ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητούμενου, όνομα, διεύθυνση και λοιπά στοιχεία της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, μνεία της αποφάσεως στην οποία βασίστηκε η έκδοση αυτού σύλληψης, η φύση και ο νομικός χαρακτηρισμός των αξιoποίνων πράξεων που αποδίδονται στον εκζητούμενο, οι περιστάσεις τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων, η τελεσιδικία της απόφασής και η εκτελεστότητά της, πληροί τις προϋποθέσεις και τους όρους της τυπικής νομιμότητάς του κατά το Ν. 3251/2004. Η καταδικαστική απόφαση αρκεί να είναι τελεσίδικη κατά το δίκαιο του κράτους που εξέδωσε το ένταλμα σύλληψης και δεν απαιτείται να είναι αμετάκλητη (A.Π. 1594/2007), παρά το γράμμα της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 στοιχ. στ', που οφείλεται στην ανακριβή μεταφορά στην ελληνική γλώσσα της ενσωματωθείσης στην ελληνική έννομη τάξη αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 1 στοιχ. στ. της υπ' αριθ. 584/2002 απόφασης πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που δημοσιεύθηκε στην επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (φύλλο 190/1/18-7-2002), η οποία αναφέρει ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων, "την επιβληθείσα ποινή αν πρόκειται για τελεσίδικη απόφαση". Τέλος, δεν συντρέχει καμία από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 11 και 12 του ίδιου νόμου περιπτώσεις απαγορεύσεως της εκτελέσεως ή δυνατότητας, αντιστοίχως, να απαγορευθεί η εκτέλεσή του, για τις προαναφερόμενες πράξεις. Έλεγχος της παραγραφής της ποινής κατά το δίκαιο της ... δεν ελέγχεται επί ευρωπαϊκού εντάλματος. Κατά συνέπεια, συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ενδίκου ευρωπαϊκού εντάλματος, το δε Συμβούλιο Εφετών το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι συντρέχουν οι νόμιμοι όροι για την εκτέλεση αυτού, δεν έσφαλε, η δε έφεση με την οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος ( άρθρο 583 ΚΠΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσία την από 17 Ιουνίου 2010 και με αριθ. 3/2010 έφεση του Χ κατά της υπ' αριθμ. 81/2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι ( 220 ) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, που εκδόθηκε από τις δικαστικές αρχές Γερμανίας κατά υπηκόου της, για έκτιση υπολοίπου ποινής. Απάτη και απόπειρα απάτης σε βαθμό κακουργήματος. Καταδίκη σε φυλάκιση ενός έτους. Έφεση κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών που διέταξε την εκτέλεση του εντάλματος. Δεν ελέγχεται το διττό αξιόποινο. Η απόφαση που επέβαλε την ποινή αρκεί να είναι τελεσίδικη. Ισχυρισμός περί παραγραφής της ποινής κατά το δίκαιο της Γερμανίας. Η παραγραφή της ποινής δεν ελέγχεται επί ευρωπαϊκού εντάλματος. Κρίση ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την εκτέλεση του εντάλματος. Απορρίπτει έφεση.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 1
|
Αριθμός 1447/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Τίγγα, Προεδρεύων Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιουλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Πρατικάκη, περί αναιρέσεως της 10801/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 577/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Η κρινόμενη από 8-4-2010 αίτηση του Χ, για αναίρεση της 10801/2009 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω.
2.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) Ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέταση του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέτει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη αυτού του εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς αναληθή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε. Θεωρείται δε αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό που κατατίθεται, όχι μόνον όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή από διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου γνώριζε. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ συνάγεται, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται διάδοση ή ισχυρισμός από τον υπαίτιο, ενώπιον άλλου, για τρίτον γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τρίτου αυτού, το γεγονός να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να είχε γνώση της αναλήθειάς του. Ως γεγονός, κατά την έννοια του νόμου, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά ή έκφραση γνώμης ή κρίσης ή χαρακτηρισμού που σχετίζεται με γεγονός, αναφέρεται στο παρόν ή στο παρελθόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική ή την ευπρέπεια. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ1 αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει στην αληθινή έννοια του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 10801/2009 απόφασης του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι εγκαλούντες Ψ, Ξ και Θ, μητέρα και τέκνα αντίστοιχα, ήταν γείτονες με τον κατηγορούμενο Χ, πλην όμως οι σχέσεις τους είχαν διαταραχθεί και υπήρχαν μακροχρόνιες αντιδικίες μεταξύ τους, οι οποίες είχαν να κάνουν με κτηματικές διαφορές. Η ΑΨ διατηρούσε στην οικία της στα ... παράνομα οίκο ευγηρίας και φιλοξενούσε, έναντι αμοιβής, ηλικιωμένα άτομα, μεταξύ των οποίων τη Κ και την ..., θεία του Ζ, ο οποίος είχε και αυτός μηνυθεί από τους εγκαλούντες για συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος τους και ήταν κατηγορούμενος στο πρωτόδικο δικαστήριο, αλλά έπαυσε οριστικώς η εναντίον του ποινική δίωξη λόγω του επισυμβάντος θανάτου του. Οι συνθήκες διαβίωσης, όπως διαπιστώθηκε από την επιληφθείσα αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχίας Αθηνών ήταν "απαράδεκτες", όπως αναφέρει στο από 12-9-1995 έγγραφο της προς την Εισαγγελία Αθηνών και με την υπ'αριθ. 1838/28-8-1995 απόφαση του Νομάρχη Αττικής απαγορεύτηκε η λειτουργία του. Σε βάρος του ως άνω Ζ καθώς και του Φ, κατηγορουμένου και αυτού ως ηθικού αυτουργού στην ψευδορκία του Χ και αθωωθέντος με την εκκαλούμενη απόφαση, αλλά και άλλων ασκήθηκε ποινική δίωξη για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης που τέλεσαν σε βάρος της ως άνω πρώτης εγκαλούσας Ψ στις 23-1-1997 και 24-1-1997 στα πλαίσια εκπομπής στον τηλεοπτικό σταθμό "...", η οποία είχε ως θέμα τη λειτουργία του παραπάνω παράνομου οίκου ευγηρίας, και με καταγγελόμενα μεταξύ άλλων από τους Ζ και Φ για κακομεταχείριση των φιλοξενουμένων ηλικιωμένων εκεί από τη μάρτυρα Ψ και τα τέκνα της Ξ και Θ. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στις 15-11-2002 εξεταζόμενος ο κατηγορούμενος Χ ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι "...εμένα η κα Ψ μου είχε πετάξει κεραμίδια και στο γαμπρό μου τούβλα ...Ξέρω όμως για την κα Κ. Είχε βγει έξω μια μέρα, ήταν μία πολύ αδύνατη κυρία και τα παιδιά της Ψ πήγαν να τη βάλουν μέσα και στο δρόμο είδα ότι την τσίμπησαν και εκείνη φώναζε .... Ακόμα είχα ακούσει φωνές γυναικών από το σπίτι από την κακομεταχείριση. Μου έχουν κάνει μηνύσεις, επιθέσεις και μου χρωστούν... Γνωρίζω από παλιά το σπίτι της κας Ψ. Μέχρι το 1995 λειτουργούσε επιχείρηση περιθάλψεως γηραιών ατόμων στο σπίτι. Ακούγονταν φωνές γερόντων και ο Φ το άκουγε γιατί έμεινε δίπλα...Ένα διάστημα είχε 4-5 γέροντες. Την δ' κατηγορουμένη την είχα δει στο κανάλι της επιτέθηκε η κα Ψ (εννοεί την ...). Είδα το βίντεο του ξυλοδαρμού της ...". Επί της ως άνω υποθέσεως εκδόθηκε η με αριθμό 9899/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο εκεί β' κατηγορούμενος (Ζ) και ένοχος εξύβρισης ο γ' κατηγορούμενος (Φ). Από τα παραπάνω κατατεθέντα στη δίκη εκείνη από τον κατηγορούμενο, τα όσα αφορούν σε κακομεταχείριση των γυναικών που εφιλοξενούντο στον οίκο ευγηρίας εκ μέρους των εγκαλούντων (μητέρας και τέκνων), τη μία εκ των οποίων (γυναικών) την Κ την τσιμπούσαν τα παιδιά της Ψ στο δρόμο και αυτή φώναζε είναι αναληθή όπως και τα όσα κατέθεσε για δήθεν φωνές από την κακομεταχείριση των γερόντων που άκουγε ο Φ και τα κατέθεσε ο κατηγορούμενος εν γνώσει της αναληθείας (ο ίδιος στην απολογία του κατέθεσε ότι δεν είδε να τη τσιμπάνε, δεν είδα να κακομεταχειρίζεται τους γέρους) και με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων και πράγματι έβλαψε, αφού τους εμφάνιζε ενώπιον τρίτων ήτοι δικαστών, γραμματέως του παραπάνω δικαστηρίου και δικηγόρων που παρευρίσκοντο στην αίθουσα του δικαστηρίου, ως άτομα ανάλγητα και αδίστακτα, τα οποία προέβαιναν σε κακομεταχείριση αδύναμων ηλικιωμένων ατόμων, τα οποία δεν μπορούσαν να προστατεύσουν τον εαυτό τους, επιδεικνύοντας βάναυση και βίαιη συμπεριφορά απέναντι τους. Επίσης αναληθή είναι και τα όσα κατέθεσε ότι η Ψ επιτέθηκε στη δ' κατηγορουμένη (...)·σε τηλεοπτική εκπομπή και ούτε υπήρχε βίντεο που να παρουσιάζει την Ψ να βιαιοπραγεί κατά της παραπάνω, τα κατέθεσε δε αν και γνώριζε ότι είναι ψευδή με σκοπό να βλάψει ως άνω την τιμή και υπόληψη της Ψ ενώπιον των ως άνω προσώπων. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, την οποία ανέστειλε για μία τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε οι αναιρεσείων-κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς και τις σκέψεις και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 224 παρ. 2 και 363 σε συνδυασμό με το άρθρο 362 του ΠΚ τις οποίες, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του αυτή, αφού έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, καθώς και την απολογία του κατηγορουμένου, δεν υπάρχει δε καμία αντίφαση μεταξύ των ως άνω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον όσα αναφέρονται στο σκεπτικό της σε σχέση με τις συνθήκες λειτουργίας του οίκου ευγηρίας, που διατηρούσαν οι μηνυτές στα ..., δεν ταυτίζονται με τα όσα κατέθεσε ο αναιρεσείων ενόρκως ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 15-11-2002, τα οποία κρίθηκαν ότι ήταν ψευδή και συκοφαντικά για τους εγκαλούντες Ψ, Ξ και Θ. Ακόμη το δικαστήριο αιτιολογεί τον άμεσο δόλο του κατηγορούμενου σε σχέση με τα εγκλήματα για τα οποία τον καταδίκασε, της γνώσης του δηλαδή από προσωπική του αντίληψη, ότι όσα κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών κατά την δικάσιμο της 15-11-2002 ήταν ψευδή, τα κατέθεσε δε εν γνώσει του ψεύδους τους με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη των πιο πάνω εγκαλούντων. Επομένως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία της αποφάσεως και εκ πλαγίου παραβιάσεως ουσιαστικής ποινικής διατάξεως λόγω των άνω πλημμελειών. Πρέπει, συνεπώς, η αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους, να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-4-2010 αίτηση του Χ για αναίρεση της 10.801/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδορκία μάρτυρα. Συκοφαντική δυσφήμηση. Αναίρεση με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει την αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 1455/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο -Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 162-163/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών.
Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 821/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανασίος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 246/13-7-09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1, περ. 2, 527 παρ. 1, 3 και 528 ΚΠΔ, την από 19/1/2009 αίτηση του Χ, με την οποία αυτός ζητάει την επανάληψη προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της με αριθμό 162-163/2007 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης 6 ετών και χρηματική ποινή 3.000 € για την αξιόποινη πράξη της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών από τοξικομανή και υπότροπο, καθώς την αναστολή της ποινής που του επιβλήθηκε μέχρι την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου Σας επί της αιτήσεως αυτής και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο παραπάνω άρθρο και όταν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις, θεωρούνται εκείνες, οι οποίες ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστε σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας δικαστήριο, σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων, νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικάσαν δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο με εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ'αντιθέτως απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατ'αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 1222/08, ΑΠ 1126/08, ΑΠ 1513/07). Στην κρινόμενη περίπτωση, η προαναφερθείσα με αριθμό 162-163/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, είναι αμετάκλητη, δεδομένου ότι με την με αριθμό 2071/2007 απόφαση του Δικαστηρίου Σας, απορρίφθηκε η εναντίον της ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης από τον αιτούντα την επανάληψη της διαδικασίας. Με την απόφαση αυτή ο Χ καταδικάσθηκε για τις αξιόποινες πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών ως τοξικομανής και υπότροπος που συνίσταται στο ότι: Α) Την 21-10-2005 και περί ώρα 22:10', στο 72° χλμ της Ε.Ο. ..., κατείχε ως τοξικομανής και υπότροπος ναρκωτικές ουσίες από αυτές που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και ειδικότερα, στον ως άνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, κατείχε δύο νάϋλον σακούλες κλεισμένες αεροστεγώς με αποξηραμένη ακατέργαστη ινδική κάνναβη, μικτού βάρους (31,2) γραμμαρίων και (10,7) γραμμαρίων αντίστοιχα, μία νάϋλον μικροσυσκευασία με ηρωίνη μικτού βάρους (0,3) γραμμαρίων και μία νάϋλον μικροσυσκευασία με ηρωίνη μικτού βάρους (0,3) γραμμαρίων, καθώς και μία νάϋλον μικροσυσκευασία με κοκαΐνη μικτού βάρους (0,3) γραμμαρίων. Τις παραπάνω ποσότητες τις απέρριψε ο Χ, εντός της λεκάνης τουαλέτας πρατηρίου υγρών καυσίμων, προς την οποία κατευθύνθηκε τρέχοντας, όταν του έγινε γνωστό ότι μετά τον ανεφοδιασμό του αυτοκινήτου στο παραπάνω πρατήριο υγρών καυσίμων, όπου είχε σταθμεύσει, θα επακολουθούσε αστυνομικός έλεγχος. Επίσης, εντός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, το οποίο είχαν μισθώσει από την εταιρία "..." με έδρα τη ... και συγκεκριμένα στο ταμπλό αυτού βρέθηκε να κατέχει έναν ηλεκτρονικό ζυγό ακριβείας, καθώς και ένα πακέτο τσιγάρων, εντός του οποίου υπήρχε ένα αυτοσχέδιο τσιγαριλίκι, αποτελούμενο από καπνό και αποξηραμένη ακατέργαστη ινδική κάνναβη. Κατείχε δε τις ως άνω ποσότητες ναρκωτικών ουσιών ως τοξικομανής και υπότροπος, με σκοπό την εμπορία. Β) Στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, αγόρασε και κατείχε ως τοξικομανής και υπότροπος ναρκωτικές ουσίες από αυτές που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και ειδικότερα: 1) Στις 10-10-2005 και σε άγνωστο τόπο, αγόρασε από άγνωστα άτομα αλβανικής καταγωγής, αποξηραμένη ακατέργαστη ινδική κάνναβη βάρους (810) γραμμαρίων με το περιτύλιγμα της, ηρωίνη βάρους (11) γραμμαρίων με το περιτύλιγμα της και κοκαΐνη βάρους (4) γραμμαρίων με το νάϋλον περιτύλιγμα της, αντί του χρηματικού ποσού των τετρακοσίων πενήντα (450) € καθώς και δύο νάϋλον σακούλες με αποξηραμένη ακατέργαστη ινδική κάνναβη, μικτού βάρους (31,2) γραμμαρίων και (10,7) γραμμαρίων αντίστοιχα, μία νάϋλον μικροσυσκευασία με ηρωίνη μικτού βάρους (0,3) γραμμαρίων και μία νάϋλον μικροσυσκευασία με κοκαΐνη μικτού βάρους (0,3) γραμμαρίων. Αγόρασε δε τις ανωτέρω ποσότητες ναρκωτικών ουσιών ως τοξικομανής και υπότροπος, με σκοπό την μεταπώληση τους σε άγνωστα τρίτα πρόσωπα, έναντι αγνώστου ανταλλάγματος. 2) Στη ..., στις 22-10-2005, βρέθηκε να κατέχει τις ως άνω (υπό στοιχ. Β1) ποσότητες ναρκωτικών ουσιών και ειδικότερα κατείχε αποξηραμένη ακατέργαστη ινδική κάνναβη βάρους (810) γραμμαρίων με το περιτύλιγμα της, ηρωίνη βάρους (11) γραμμαρίων με το περιτύλιγμα της και κοκαΐνη βάρους (4) γραμμαρίων με το νάϋλον περιτύλιγμα της. Κατείχε δε τις ως άνω ναρκωτικές ουσίες ως τοξικομανής και υπότροπος με σκοπό την εμπορία. Το δικαστήριο στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του κατέληξε στηριζόμενο στις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ένορκα, την ανάγνωση των εγγράφων και των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και στην απολογία του κατηγορούμενου. Ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας, ως νέο γεγονός και απόδειξη για την ευδοκίμηση της αίτησής του προσκομίζει μία υπεύθυνη δήλωση του ..., συνταχθείσα κατά τις διατάξεις του Ν. 1599/86, με την οποία ο τελευταίος δηλώνει, ότι στις 21/10/2005 σταμάτησε σε βενζινάδικο της ΕΤΕΚΑ που βρίσκεται μετά το ... και είδε αστυνομικούς να προβαίνουν σε σωματική έρευνα του Χ και ότι είδε ένα κύριο με πολιτικά και ένα αστυνομικό να κατευθύνεται προς τους υπολοίπους αστυνομικούς κρατώντας μία νάϋλον σακκούλα και ότι αυτοί δεν βγήκαν από την τουαλέτα αλλά έρχονταν από το πίσω μέρος όπου εκεί βρίσκεται το φρεάτιο της τουαλέτας.
Η κατάθεση-δήλωση αυτή όμως, προδήλως δεν συνιστά νέο γεγονός το οποίο αν γνώριζαν οι δικαστές που εξέδωσαν την πιο πάνω απόφαση, θα κατέληγαν σε αντιφατική για τον αιτούντα απόφαση ή θα του επέβαλαν μικρότερη ποινή, δεδομένου ότι οι εξετασθέντες στο ακροατήριο μάρτυρες περιγράφουν λεπτομερώς την αξιόποινη συμπεριφορά του, ο ίδιος δε ο αιτών αποδέχθηκε τις κατηγορίες ισχυριζόμενος μόνο ότι κατείχε τις ναρκωτικές ουσίες για δική του χρήση και όχι για εμπορία.
Κατ'ακολουθίαν των προεκτεθέντων η κρινόμενη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί, να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος και να απορριφθεί η αίτησή του για αναστολή εκτελέσεως της με αριθμό 162-163/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών.
Για τους λόγους αυτούς ------------------------
Π ρ ο τ ε ί ν ω: Ι. Να απορριφθεί η από 19/1/2009 αίτηση του Χ για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την με αριθμό 162-163/2007 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών.
ΙΙ. Να επιβληθούν σε βάρος του ανωτέρω τα δικαστικά έξοδα και
ΙΙΙ. Να απορριφθεί η αίτηση αναστολής της πιο πάνω απόφασης. Αθήνα 19 Ιουνίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται προς συζήτηση η από 19/1/2009 αίτηση του Χ, με την οποία αυτός ζητεί την επανάληψη προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της με αριθμό 162-163/2007 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης 6 ετών και χρηματική ποινή 3.000 € για την αξιόποινη πράξη της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών από τοξικομανή και υπότροπο, καθώς την αναστολή της ποινής που του επιβλήθηκε μέχρι την έκδοση της απόφασης του άνω Δικαστηρίου. Ο αιτών εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στο Συμβούλιο αυτό και ζήτησε αναβολή χωρίς όμως να γίνει δεκτό το αίτημα αυτό. Όμως, παρά τη μη προσήκουσα με πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα συζήτηση παράστασή του εφόσον κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επιδόσεως από 3 Μαρτίου 2010 του Επιμελητή των Δικαστηρίων Εισ. Πρωτοδικών Λευκάδας, ..., για επίδοση της κλήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με παράδοση στα χέρια του (εκ περισσού έγινε τέτοια επίδοση και προς την αντίκλητο δικηγόρο του), το Συμβούλιο αυτό θα εξετάσει τις αιτήσεις του, σα να ήταν και αυτός παρόν. Κατά το άρθρο 525 § 1 περ. 2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις, όροι που κατά τη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημοι, είναι εκείνα που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση η ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομίσει στο δικαστήριο, που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν, αμέσως ή εμμέσως, και Απορρίφθηκαν, έστω και λόγω εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, ή δεν άσκησαν επιρροή στο σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Τέλος, δεν θεωρούνται άγνωστα γεγονότα, εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της καταδικαστικής απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπ' όψη τους οι δικαστές, που εξέδωσαν την απόφαση, διότι η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας στρέφεται κατ' αμετάκλητης αποφάσεως και δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε αμετακλήτως με την έκδοση της υπ' αριθ. 278/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία αυτός καταδικάστηκε για απάτη κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερέβαινετο ποσόν των 5.000.000 δραχμών (αρθρ. 386 §§ 1 και 3 περ. α, 98 ΠΚ) σε ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών, για το λόγο ότι μετά την καταδίκη του προέκυψαν νέα γεγονότα και νέες αποδείξεις, (α, β, γ, δ), άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν, από τις οποίες γίνεται φανερό (όπως διατείνεται), ότι καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που τέλεσε, είναι. νόμιμη, στηριζόμενη στην αναφερθείσα διάταξη του αρθρ. 525 § 1 περ. 2 του ΚΠΔ, αρμοδίως δε εισαγόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τα άρθρα 527 § 3 και 528 § 1 ΚΠΔ, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία προκύπτει, ότι ο αιτών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 162-163/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, η οποία κατέστη αμετάκλητη αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα αναίρεση απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 2.071/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, κηρύχθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών ως τοξικομανής και υπότροπος και ειδικότερα, του ότι: Α) Την 21-10-2005 και περί ώρα 22:10", στο 72° χλμ της Ε.Ο. ..., κατείχε ως τοξικομανής κα· υπότροπος ναρκωτικές ουσίες από αυτές που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και ειδικότερα, στον ως άνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, κατείχε δύο νάϋλον σακούλες κλεισμένες αεροστεγώς με αποξηραμένη ακατέργαστη ινδική κάνναβη, μικτού βάρους (31,2) γραμμαρίων και (10,7) γραμμαρίων αντίστοιχα, μία νάϋλον μικροσυσκευασία με ηρωίνη μικτού βάρους (0,3) γραμμαρίων και μία νάϋλον μικροσυσκευασία με ηρωίνη μικτού βάρους (0,3) γραμμαρίων, καθώς και μία νάϋλον μικροσυσκευασία με κοκαΐνη μικτού βάρους (0,3) γραμμαρίων. Τις παραπάνω ποσότητες τις απέρριψε ο Χ, εντός της λεκάνης τουαλέτας πρατηρίου υγρών καυσίμων, προς την οποία κατευθύνθηκε τρέχοντας, όταν του έγινε γνωστό ότι μετά τον ανεφοδιασμό του αυτοκινήτου στο παραπάνω πρατήριο υγρών καυσίμων, όπου είχε σταθμεύσει, θα επακολουθούσε αστυνομικός έλεγχος. Επίσης, εντός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, το οποίο είχαν μισθώσει από την εταιρία "..." με έδρα τη ... και συγκεκριμένα στο ταμπλό αυτού βρέθηκε να κατέχει έναν ηλεκτρονικό ζυγό ακριβείας, καθώς και ένα πακέτο τσιγάρων, εντός του οποίου υπήρχε ένα αυτοσχέδιο τσιγαριλίκι, αποτελούμενο από καπνό και αποξηραμένη ακατέργαστη ινδική κάνναβη. Κατείχε δε τις ως άνω ποσότητες ναρκωτικών ουσιών ως τοξικομανής και υπότροπος, με σκοπό την εμπορία. Β) Στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, αγόρασε και κατείχε ως τοξικομανής και υπότροπος ναρκωτικές ουσίες από αυτές που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και ειδικότερα: 1) Στις 10-10-2005 και σε άγνωστο τόπο, αγόρασε από άγνωστα άτομα αλβανικής καταγωγής, αποξηραμένη ακατέργαστη ινδική κάνναβη βάρους (810) γραμμαρίων με το περιτύλιγμα της, ηρωίνη βάρους (11) γραμμαρίων με το περιτύλιγμα της και κοκαΐνη βάρους (4) γραμμαρίων με το νάϋλον περιτύλιγμα της, αντί του χρηματικού ποσού των τετρακοσίων πενήντα (450) € καθώς και δύο νάϋλον σακούλες με αποξηραμένη ακατέργαστη ινδική κάνναβη, μικτού βάρους (31,2) γραμμαρίων και (10,7) γραμμαρίων αντίστοιχα, μία νάϋλον μικροσυσκευασία με ηρωίνη μικτού βάρους (0,3) γραμμαρίων και μία νάϋλον μικροσυσκευασία με κοκαΐνη μικτού βάρους (0,3) γραμμαρίων. Αγόρασε δε τις ανωτέρω ποσότητες ναρκωτικών ουσιών ως τοξικομανής και υπότροπος, με σκοπό την μεταπώληση τους σε άγνωστα τρίτα πρόσωπα, έναντι αγνώστου ανταλλάγματος. 2) Στη ..., στις 22-10-2005, βρέθηκε να κατέχει τις ως άνω (υπό στοιχ. Β1) ποσότητες ναρκωτικών ουσιών και ειδικότερα κατείχε αποξηραμένη ακατέργαστη ινδική κάνναβη βάρους (810) γραμμαρίων με το περιτύλιγμα της, ηρωίνη βάρους (11) γραμμαρίων με το περιτύλιγμα της και κοκαΐνη βάρους (4) γραμμαρίων με το νάϋλον περιτύλιγμα της. Κατείχε δε τις ως άνω ναρκωτικές ουσίες ως τοξικομανής και υπότροπος με σκοπό την εμπορία. Με την κρινόμενη αίτησή του ισχυρίζεται ότι μετά την άνω καταδίκη του προέκυψαν και ανακαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές γεγονότα, τα οποία σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Ειδικότερα δε: ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας, ως νέο γεγονός και απόδειξη για την ευδοκίμηση της αίτησης του προσκομίζει μία υπεύθυνη δήλωση του ..., συνταχθείσα κατά τις διατάξεις του Ν. 1599/86, με την οποία ο τελευταίος δηλώνει, ότι στις 21/10/2005 σταμάτησε σε βενζινάδικο της ΕΤΕΚΑ που βρίσκεται μετά το ... και είδε αστυνομικούς να προβαίνουν σε σωματική έρευνα του Χ και ότι είδε ένα κύριο με πολιτικά και ένα αστυνομικό να κατευθύνεται προς τους υπολοίπους αστυνομικούς κρατώντας μία νάϋλον σακκούλα και ότι αυτοί δεν βγήκαν από την τουαλέτα αλλά έρχονταν από το πίσω μέρος όπου. εκεί βρίσκεται το φρεάτιο της τουαλέτας. Η κατάθεση-δήλωση αυτή όμως, προδήλως δεν συνιστά νέο γεγονός το οποίο αν γνώριζαν οι δικαστές που εξέδωσαν την πιο πάνω απόφαση, θα κατέληγαν σε αντιφατική για τον αιτούντα απόφαση ή θα του επέβαλαν μικρότερη ποινή, δεδομένου ότι οι εξετασθέντες στο ακροατήριο μάρτυρες περιγράφουν λεπτομερώς την αξιόποινη συμπεριφορά του, ο ίδιος δε ο αιτών αποδέχθηκε τις κατηγορίες ισχυριζόμενος μόνο ότι κατείχε τις ναρκωτικές ουσίες για δική του χρήση και όχι για εμπορία. Κατ'ακολουθίαν των προεκτεθέντων η κρινόμενη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος. Για τον ίδιο λόγο, πρέπει επίσης να απορριφθεί και η αίτησή του για αναστολή εκτελέσεως της με αριθμό 162-163/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει η από 19-1-2009 αίτηση του Χ για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τη με αριθμό 162-163/2007 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, καθώς και αίτηση αναστολής της ποινής.
Επιβάλλει σε βάρος του αιτούντος τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας. Αναστολή της ποινής που του επιβλήθηκε. Αυτοπρόσωπη εμφάνιση. Δικάζεται ωσεί παρόν. Επικαλείται στοιχεία, με βάση τα οποία, ισχυρίζεται καταδικάστηκε για αδίκημα βαρύτερο από αυτό που τέλεσε. Υπεύθυνη δήλωση τρίτου προσώπου. Δεν αποτελεί νέο στοιχείο κατ' άρθρο 525 ΚΠΔ που να καθιστά φανερό ότι καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από αυτό που τέλεσε. Απορρίπτει αίτηση επανάληψης διαδικασίας, καθώς και αίτηση αναστολής της ποινής.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 1
|
Αριθμός 1436/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών (σε Συμβούλιο) -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Τίγγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 21 και 22 Ιουλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου ....υπηκόου Ιταλίας, κατοίκου ..., κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Μπουλούκο, κατά της υπ' αριθμ. 54/2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του με αριθμό 1369/2008 SIEP-712/08 CUM από 19.4.2010 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης των Ιταλικών Αρχών-Εισαγγελίας της Δημοκρατίας της Napoli.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό 64 και ημερομηνία 18 Μαΐου 2010 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 700/10.
Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε
τον πληρεξούσιο του εκκαλούντος -εκζητουμένου, που δήλωσε ότι παραιτούνται από την 18 Μαΐου 2010 έφεση και την από 8 Ιουνίου 2010 αίτηση για αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση ως απαράδεκτη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1 και 475 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει, εκτός των οριζομένων στο πρώτο των ως άνω άρθρων περιπτώσεων, και με δήλωσή του στο ακροατήριο πριν αρχίσει η συζήτηση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδρίασης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ......καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι όλες οι προαναφερόμενες περιπτώσεις, που αυτή προβλέπει, όπως εί-ναι και η νόμιμη παραίτηση από το ένδικο μέσο, ισοτίμως επάγονται την ίδια έννομη συνέπεια, την απόρριψη δηλαδή του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ο εκκαλών - εκζητούμενος από τις Ιταλικές Δικαστικές Αρχές ... υπήκοος Ιταλίας, ο οποίος γεννήθηκε στις 12.6.1946 στο ..., ήδη κρατούμενος προσωρινά στο Κατάστημα Κράτησης ..., και δήλωσε ότι παραιτείται από την υπ` αριθ. 64/18 Μαΐου 2010 έφεσή του κατά της υπ' αριθ. 54/2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία γνωμοδότησε αυτό ότι πρέπει να εκδοθεί αυτός (εκκαλών) στις Ιταλικές Δικαστικές Αρχές, που ζητούν την έκδοσή του για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν, η δήλωσή του δε αυτή καταχωρίσθηκε στα ως άνω πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη, η ένδικη έφεση είναι απαράδεκτη, λόγω της νομότυπης παραίτησης του εκκαλούντος από αυτήν, και έτσι παρέλκει η περαιτέρω έρευνά της. Ύστερα από όλα αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση, να διαταχθεί η εκτέλεση της εκκαλουμένης αποφάσεως και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Η αίτηση του εκζητουμένου για άρ-ση της προσωρινής του κρατήσεως ή αντικατάσταση αυτής με περιοριστικούς όρους θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε, γιατί αυτός, με την αυτή δήλωσή του, παραιτήθηκε και από αυτήν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ` αριθ. 64/18 Μαΐου 2010 έφεση του ... κατά της υπ' αριθμ. 54/2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως αυτής. Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2010
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έφεση κατά αποφάσεως Συμβουλίου Εφετών περί εκδόσεως Ιταλού υπηκόου στις Ιταλικές Δικαστικές Αρχές. Απόρριψη ως απαράδεκτης λόγω παραιτήσεως με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά.
|
Παραίτηση
|
Παραίτηση, Έκδοση.
| 1
|
Αριθμός 1435/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Τίγγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιουλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σπηλιόπουλο, περί αναιρέσεως της 595/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 796/10.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου σ' αυτές εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλον, "γεγονότος" που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του και είναι ψευδές, ο δε υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Στην έννοια του "γεγονότος", εντάσσεται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, εμπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, η οποία προσάπτεται σε ορισμένο πρόσωπο, με συνέπεια να επέρχεται εμφανής υποτίμηση της τιμής ή της υπόληψής του. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, απαιτείται άμεσος δόλος, συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον του τρίτου του ψευδούς γεγονότος εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και δεν αρκεί απλός δόλος. Ο ισχυρισμός ή διάδοση του δυσφημιστικού γεγονότος μπορεί να γίνει και δια του τύπου, οπότε υπάρχει για τους υπεύθυνους του εντύπου έγκλημα συκοφαντικής δυσφημήσεως (ή απλής δυσφημήσεως), δια του τύπου, εγκλήματα τα οποία μετά την κατάργηση με το άρθρο μόνο του ν. 2243/1994 (που ισχύει από 30-10-1994) όλων των ειδικών περί τύπου ποινικών διατάξεων συντελούνται κατά περίπτωση, υπό τις ίδιες ακριβώς προϋποθέσεις που απαιτούνται και για τη κοινή συκοφαντική δυσφήμηση ή απλή δυσφήμηση. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 368 παρ. 1 ΠΚ, στις περιπτώσεις των άρθρων 361, 362, 363 ... η ποινική δίωξη ασκείται μόνον ύστερα από έγκληση. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του αδικήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαία. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένων περιστατικών στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, η ύπαρξη δηλαδή άμεσου δόλου, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή με παράθεση των περιστατικών που την δικαιολογούν.
Περαιτέρω λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, από τις οποίες η πρώτη υπάρχει όταν αποδίδεται στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει. Εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά στη διάταξη που εφαρμόστηκε ή όταν αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι δεν εκτίθενται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο τα πραγματικά περιστατικά είτε κατά την έκθεσή τους υπάρχει ασάφεια ή αντίφαση ή λογικό κενό με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή ή μη του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 595/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου (Πλημμελημάτων), που δίκασε κατόπιν της 194/27-5-2008 εφέσεως του κατηγορουμένου της υπ' αριθμό 2160/27-5-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου και μετά την 95/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η 642/12-5-2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, κατεδικάσθη ο αναιρεσείων για συκοφαντική δυσφήμηση (δια του τύπου) και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών ανασταλείσα επί τριετία ενώ τον υποχρέωσε να καταβάλει στον πολιτικώς ενάγοντα Ψ ως ανάλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσό 15 ευρώ. Το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο με μνεία των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος με έγκλησή του κατά του ΑΑ ισχυριζόταν ότι ο τελευταίος αγόρασε, με συμβόλαια αγοραπωλητήρια της συμβολαιογράφου Κορίνθου Δ. Καβέτσα νόμιμα μεταγεγραμμένα, δύο οικόπεδα άρτια και οικοδομήσιμα εκτάσεως 4567 τ.μ. και 2502 τ.μ. αντιστοίχως, ευρισκόμενα στη θέση "... ή ..." εντός οικισμού ...αντί τιμήματος 94.990 και 115.092 ευρώ αντιστοίχως, των οποίων η συνολική πραγματική αξία, κατά τα εκτιθέμενα στην έγκληση του κατηγορουμένου ήταν 413.000 ευρώ και έτσι ο ΑΑ έβλαψε το Ελληνικό Δημόσιο μη καταβάλλοντας, τον επί πλέον φόρο μεταβίβασης, ανερχόμενο σε 200.000 ευρώ περίπου. Επίσης με την έγκληση αυτή ισχυριζόταν ότι ο ΑΑ τον κατήγγειλε ψευδώς στην Εφορία ... και εν γνώσει της αναληθείας του, ότι έλαβε από αυτόν μία τραπεζική επιταγή ποσού 15.000 ευρώ ως μεσιτική αμοιβή, ότι αυτό ποτέ δεν έγινε όπως επίσης ποτέ δεν ζήτησε (ο νυν κατηγορούμενος) συμπληρωματική αμοιβή 3.000 ευρώ, τα ανωτέρω δε αποτελούν συκοφαντική δυσφήμηση του τελευταίου. Εξ άλλου ο κατηγορούμενος για την ανωτέρω αποφυγή φόρου μεταβιβάσεως έκανε καταγγελία τόσο στη ΔΟΥ ... όσο και στο Υπουργείο Οικονομικών (Επιτροπή Αξιολογήσεως Καταγγελιών). Λόγω των καταγγελιών αυτών εξεδόθη από τον τότε Διευθυντή της ΔΟΥ ... εντολή ελέγχου, διενεργήθηκε αυτός και συνετάχθη η σχετική έκθεση ελέγχου, στην οποία αναγράφεται ότι το πρώτο ακίνητο ευρίσκεται σε απόσταση 60-70 μέτρων από τη θάλασσα δεδομένου ότι παρεμβάλλεται μεταξύ αυτού και της θάλασσας οικόπεδο εμβαδού 500 τ.μ. και ότι το δεύτερο ευρίσκεται σε απόσταση 150 μ. από τη θάλασσα και είναι εξ ολοκλήρου αγροτεμάχιο. Βάσει αυτών οι αξίες των δύο οικοπέδων προσδιορίστηκαν πάλι από τη ΔΟΥ σε 83.000 ευρώ και 47.295 ευρώ αντιστοίχως δηλαδή σαφώς μικρότερες από αυτές για τις οποίες έγινε η καταγγελία και η προαναφερθείσα έγκληση του νυν κατηγορουμένου, ο δε ΑΑ δεν δικαιούτο λόγω της νέας εκτιμήσεως επιστροφής του ήδη καταβληθέντος φόρου. Η έγκληση του νυν κατηγορουμένου απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. ΑΒΜ τ/89/11-11-07 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημ/των Κορίνθου, κατ' αυτής άσκησε προσφυγή ο νυν κατηγορούμενος η οποία απορρίφθηκε ως προς τη μη καταβολή φόρου μεταβίβασης με την υπ' αριθμό 14/20-2-08 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου. Επί πλέον στον κατηγορούμενο κατόπιν καταγγελιών του ΑΑ επιβλήθηκαν από την ΔΟΥ ... την 23-1-07, την 13-2-07 και την 13-2-07, όταν διευθυντής αυτής ήταν ο εγκαλών Ψ πρόστιμα διότι 1) δεν υπέβαλε δήλωση μεταβολών προκειμένου να δηλώσει επέκταση δραστηριοτήτων, 2) δεν προσκόμισε μετά από πρόσκληση τα τηρούμενα βιβλία και στοιχεία κατά παράβαση του άρθρου 26 παρ. 1 του ΠΔ 186/1992. Κατόπιν τούτων ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι ιδιοκτήτης, εκδότης και διευθυντής της μηνιαίας εφημερίδας με τον τίτλο "..." που εκδίδεται στη ... και διανέμεται εντός του νομού ..., σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα ημερομηνία εντός του μηνός Μαρτίου 2007 συνέταξε το άρθρο με τίτλο "Ποιοι τα ... "πιάνουν" στην ...", το οποίο δημοσιεύθηκε στη σελίδα 4 του υπ' αριθμό 23 φύλλου μηνός Μαρτίου, όπως αυτό αναλυτικά αναγράφεται στο διατακτικό της απόφασης, με το οποίο ισχυρίσθηκε ψευδώς ενώπιον του κοινού το οποίο ανέγνωσε το άρθρο αυτό, για τον εγκαλούντα Ψ, διευθυντή της ΔΟΥ ..., χωρίς να τον κατονομάζει ρητώς ότι "καταγγέλουμε την παράδοξη και περίεργη κάλυψη φοροδιαφυγής, με τις "ευλογίες" των υπεύθυνων, της διευθύνσεως αυτής της υπηρεσίας, παρά τις έγγραφες καταγγελίες μας. Καταγγέλουμε τη σκανδαλώδη κινητοποίηση του μηχανισμού της διεύθυνσης της ΔΟΥ ... προς κάλυψη ύποπτης ανταλλαγής υπαλλήλων της και φορολογουμένων. Καταγγέλουμε τον υπαινιγμό της διεύθυνσης της ΔΟΥ Κορίνθου για τον έλεγχο των δραστηριοτήτων μας, στην περίπτωση που επιμένουμε στις καταγγελίες μας, που εκθέτουν υπαλλήλους της ΔΟΥ ... και την Υπηρεσία γενικά, και το έπραξαν (εκδικητικός)...αυτά και άλλα ενδεικτικά, που οδηγούν στη βεβαιότητα ύποπτης συναλλαγής, υπάρχουν στη διάθεση εισαγγελέως και των αρμοδίων υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών αλλά και για κατάθεση (σ)την οποιαδήποτε ακροαματική διαδικασία, που μπορούν έτσι να δώσουν απάντηση στο ερώτημα του δημοσιεύματός μας "Ποιοι τα πιάνουν στη ΔΟΥ ...", δηλαδή με το άρθρο αυτό, χωρίς να τον κατανομάζει ρητώς, αναφερόταν ρητώς στη διεύθυνση της ΔΟΥ ... και ισχυριζόταν ότι ο Ψ με την ιδιότητα του διευθυντή της ΔΟΥ ... συγκαλύπτει υποθέσεις φοροδιαφυγής και ύποπτες συναλλαγές υπαλλήλων της υπηρεσίας και φορολογουμένων, ότι στην περίπτωση που συνεχισθούν οι καταγγελίες του κατηγορουμένου θα διενεργηθεί οικονομικός έλεγχος στις δραστηριότητές του και όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που αποδεικνύουν την ύποπτη συναλλαγή βρίσκονται στη διάθεση των αρμοδίων αρχών και ότι όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και εγνώριζε τούτο ο κατηγορούμενος. Με τον ισχυρισμό των ανωτέρω ενώπιον τρίτων μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος Ψ, δοθέντος ότι τα αληθή είναι ότι ο τελευταίος με την ιδιότητα του διευθυντή της ΔΟΥ ... δεν παρείχε συγκάλυψη σε υποθέσεις φοροδιαφυγής ή ύποπτες συναλλαγές μεταξύ υπαλλήλων της υπηρεσίας και φορολογουμένων ούτε προειδοποίησε τον κατηγορούμενο ότι θα διενεργηθεί οικονομικός έλεγχος στις δραστηριότητές του, εφόσον συνεχισθούν οι καταγγελίες του, εν συνδυασμό με το γεγονός ότι στο εν λόγω άρθρο ο κατηγορούμενος δεν αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά αδιαφανών διαδικασιών με τη συμμετοχή του εγκαλούντος ή άλλων υπαλλήλων της ΔΟΥ ... . Το γεγονός ότι ήταν ψευδή τα όσα αναφέρονται σε κάλυψη φοροδιαφυγής με "ευλογίες των υπευθύνων στη διεύθυνση της ΔΟΥ ..." προκύπτει από τα προαναφερθέντα και ότι ουδέν συγκριτικό στοιχείο προσκόμισε ο κατηγορούμενος. Τα περί υπαινιγμού της διεύθυνσης ΔΟΥ ... για τον έλεγχο των δραστηριοτήτων του κατηγορουμένου σε περίπτωση που επιμένει στις καταγγελίες του είναι ψευδές, δεδομένου ότι δεν προέκυψε τούτο από οποιοδήποτε στοιχείο της δικογραφίας. Το ότι δεν έπραξαν εκδικητικά τον έλεγχο εις βάρος του κατηγορουμένου, δηλαδή τον έλεγχο ως προς το ότι ήταν και μεσίτης προκύπτει από την έγκληση του ΑΑ, από το γεγονός ότι κατ' επανάληψη δημοσιεύονταν αγγελίες στην εφημερίδα του για ενοικίαση καταστημάτων στο ..., στη ... (βλ. προσκομιζόμενα και αναγνωσθένα φύλλα της ανωτέρω εφημερίδας Οκτωβρίου του 2005, Μαρτίου του έτους 2007, με σημείωση ότι οι ενδιαφερόμενοι για πληροφορίες πρέπει να πάρουν τηλέφωνο στον αριθμό τηλεφώνου της εφημερίδας και αναγνωσθείσες φωτογραφίες ακινήτου με ταμπέλα "πωλείται το παρόν τηλ. ..., δηλαδή ξανά το τηλέφωνο της εφημερίδας" και έτσι (είναι) μεν αληθές ότι ο κατηγορούμενος με την απολογία του και οι μάρτυρες ΒΒ και ΓΓ αναφέρουν ότι με το άρθρο αυτό δεν αναφερόταν ο κατηγορούμενος στον Ψ, ο δε κατηγορούμενος διασάφισε ότι αναφερόταν στον προηγούμενο διευθυντή της ΔΟΥ ..., ΔΔ. Όμως, όπως κατηγορούμενο (εν. κατηγορηματικά) και μετά λόγου γνώσεως κατέθεσε ο εγκαλών Ψ, αυτός ήταν που κοινοποίησε στον κατηγορούμενο τις 3 αποφάσεις προστίμων τον Μάρτιο του έτους 2007, το επίδικο δημοσίευμα έγινε μετά την επιβολή προστίμων, ο κατηγορούμενος εγνώριζε ότι αυτός (Ψ) ήταν ο διευθυντής και μάλιστα ο τελευταίος του έδωσε ευκαιρίες να κάνει ανάκληση των δημοσιευμάτων αλλά αυτός δεν το έκανε. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι ο Ψ ήταν διευθυντής της ΔΟΥ, από την 13.11.2006. Ας σημειωθεί ότι τόσο ο α' μάρτυρας όσο και ο β' μάρτυρας αναφέρουν ότι ο κόσμος που διάβασε το δημοσίευμα γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος εννοούσε τον κ. Ψ που ήταν εκείνο το διάστημα στη ΔΟΥ ... . Τ' ανωτέρω δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων ΒΒ και ΓΓ, οι οποίοι αναφέρουν αορίστως ότι ο κατηγορούμενος μπορεί να αναφέρονταν σε άλλους αλλά δεν ξέρουν ποιους ή ότι το δημοσίευμα αφορούσε την καταγγελία του έτους 2005 που δεν ήταν διευθυντής ο πολιτικώς ενάγων.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος όπως στο διατακτικό". Ακολούθως το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αξιοποίνου πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του τύπου με το ακόλουθο διατακτικό "Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι" στην ... σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα ημέρα εντός του μηνός Μαρτίου 2007, δια του τύπου ως οργάνου, γραπτώς ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον ψευδές γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, ενώ γνώριζε ότι αυτό ήταν ψευδές. Ειδικότερα, ως ιδιοκτήτης, εκδότης και διευθυντής της μηνιαίας εφημερίδας με τον τίτλο "..." που εκδίδεται στην ... και διανέμεται εντός του Νομού ..., συνέταξε άρθρο με τον τίτλο "ΠΟΙΟΙ ΤΑ ... "ΠΙΑΝΟΥΝ" ΣΤΗ ΔΟΥ ..." το οποίο δημοσιεύθηκε στη σελίδα 4 του υπ' αριθμ. 23 φύλλου μηνός Μαρτίου 2007 της ανωτέρω εφημερίδας, αναγράφοντας - μεταξύ των άλλων - τα κάτωθι "καταγγέλουμε την παράδοξη όσο και περίεργη κάλυψη φοροδιαφυγής, με τις "ευλογίες" των υπευθύνων της διεύθυνσης αυτής της υπηρεσίας, παρά τις έγγραφες καταγγελίες μας - καταγγέλουμε την σκανδαλώδη κινητοποίηση του μηχανισμού της διεύθυνσης της ΔΟΥ ... προς κάλυψη ύποπτης συναλλαγής των υπαλλήλων της και φορολογούμενων καταγγέλουμε τον υπαινιγμό της διεύθυνσης της ΔΟΥ ...για τον έλεγχο των δραστηριοτήτων μας, στην περίπτωση που επιμένουμε στις καταγγελίες μας, που εκθέτουν υπαλλήλους της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας ... και την Υπηρεσία γενικά και το έπραξαν (εκδικητικά) ... αυτά και άλλα ενδεικτικά στοιχεία που οδηγούν στη βεβαιότητα ύποπτης συναλλαγής, υπάρχουν στη διάθεση Εισαγγελέως και των αρμόδιων υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομίας αλλά και για κατάθεση σε οποιαδήποτε ακροαματική διαδικασία που μπορούν έτσι να δώσουν απάντηση στο ερώτημα του δημοσιεύματος μας: ΠΟΙΟΙ ΤΑ ΠΙΑΝΟΥΝ ΣΤΗ ΔΟΥ ...;" με το οποίο ισχυρίσθηκε ψευδώς ενώπιον του κοινού, το οποίο ανέγνωσε το εν λόγω άρθρο, (για) τον εγκαλούντα Ψ, Διευθυντή της ΔΟΥ ..., χωρίς μεν να κατονομάσει ρητώς αναφερόμενος όμως στη "διεύθυνση της ΔΟΥ ...", ότι ο τελευταίος με την ιδιότητα του διευθυντή της ΔΟΥ ..., συγκαλύπτει υποθέσεις φοροδιαφυγής και ύποπτες συναλλαγές μεταξύ υπαλλήλων της υπηρεσίας και των φορολογουμένων, ότι στην περίπτωση που συνεχισθούν οι καταγγελίες του κατηγορουμένου θα διενεργηθεί έλεγχος στις δραστηριότητες του, καθώς και ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που αποδεικνύουν την ύποπτη συναλλαγή βρίσκονται στη διάθεση των αρμοδίων αρχών, ενώ ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα ανωτέρω ήταν ψευδή και ότι με τον ισχυρισμό του ενώπιον τρίτων μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος Ψ, δοθέντος ότι τα επί αυτών αληθή ήταν ότι ο προμνημονευόμενος εγκαλών, με την ιδιότητα του Διευθυντή της ΔΟΥ ..., δεν παρείχε ουδεμία συγκάλυψη σε υποθέσεις φοροδιαφυγής ή ύποπτες συναλλαγές μεταξύ υπαλλήλων της υπηρεσίας και φορολογουμένων, ούτε δε προειδοποίησε τον κατηγορούμενο ότι θα διενεργηθεί φορολογικός έλεγχος στις δραστηριότητες του εφόσον συνεχισθούν οι καταγγελίες του, τα ανωτέρω δε σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στο εν λόγω άρθρο ο κατηγορούμενος δεν αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά αδιαφανών διαδικασιών με τη συμμετοχή του εγκαλούντος Ψ ή άλλων υπαλλήλων της ΔΟΥ ...". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε την απαιτούμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση. Δεν εκτίθενται στην απόφαση με θετικό τρόπο συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι από πρόθεση τέλεσε την αποδιδόμενη αξιόποινη πράξη που ανήκει στα εγκλήματα με υπερχειλή δόλο και περαιτέρω τα περιστατικά από τα οποία να συνάγεται η γνώση του ήδη αναιρεσείοντος για την αναλήθεια των γεγονότων στα οποία αφορά η συκοφαντική δυσφήμηση που έγινε δια του άνω δημοσιεύματος εφόσον δεν ερευνήθηκε η συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου στον αναιρεσείοντα σε περίπτωση που αφορούσε το επίμαχο κείμενο έτερο άτομο, το οποίο ως διευθυντής της ΔΟΥ ..., καταγγελόταν για συγκάλυψη σε υποθέσεις φοροδιαφυγής ή ύποπτες συναλλαγές μεταξύ των υπαλλήλων αυτής της υπηρεσίας και φορολογούμενων και για προειδοποίηση του κατηγορούμενου ότι θα διενεργηθεί οικονομικός έλεγχος στις δραστηριότητές του εφόσον συνεχισθούν οι καταγγελίες του. Εν όψει αυτών δεν αρκούσε για το δόλο του κατηγορουμένου και τη γνώση του για την αναλήθεια των καταγγελομένων με το επίμαχο δημοσίευμα η παραδοχή του δικάσαντος εφετείου ότι στο κείμενο του άρθρου αυτού που δημοσιεύτηκε δεν αναφέρει ο κατηγορούμενος συγκεκριμένα περιστατικά αδιαφανών διαδικασιών με τη συμμετοχή του εγκαλούντος ή άλλων υπαλλήλων. Δεν είναι επίσης σαφείς οι παραδοχές της αποφάσεως ότι ο κατηγορούμενος με τις καταγγελίες που περιέχονταν στο άνω δημοσίευμα εννοούσε τον εγκαλούντα εν όψει του ότι οι συγκεκριμένα παρατιθέμενες ενέργειες ελέγχου της ΔΟΥ ...επί καταγγελιών για τις οποίες γίνεται λόγος στο παραπάνω δημοσίευμα και στις οποίες είχε προέλθει ο κατηγορούμενος για φοροδιαφυγή σε σχέση με την αγορά των δύο ακινήτων στην περιοχή ... από τον ΑΑ με συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Κορίνθου Δ. Καβέτσου και σε σχέση με τον έλεγχο στην επιχείρηση του κατηγορουμένου ως προς τις μεσιτικές του δραστηριότητες είχαν λάβει χώρα πριν από την 13/11/2006 αφότου όπως δέχεται το εφετείο ανέλαβε ο εγκαλών διευθυντής στην άνω ΔΟΥ όταν διευθυντής στη ΔΟΥ ... δεν ήταν ο εγκαλών αλλά ο προηγουμένως κατέχων την θέση αυτή ΔΔ, που εξετάσθηκε ως μάρτυρας στο ακροατήριο του Εφετείου. Κατά τις παραδοχές δε της προσβαλλομένης αποφάσεως μετά τις καταγγελίες που είχαν γίνει από τον ήδη αναιρεσείοντα στη ΔΟΥ ... και στην Επιτροπή Αξιολόγησης Καταγγελιών του Υπουργείου Οικονομικών ο τότε διευθυντής της ΔΟΥ ... πριν δηλαδή αναλάβει διευθυντής από 13-11-2006 στην άνω ΔΟΥ ο εγκαλών εξέδωσε εντολή ελέγχου, διενεργήθηκε αυτός και συντάχθηκε η σχετική έκθεση ελέγχου με το αναφερόμενο στο σκεπτικό της άνω περιεχόμενο. Εν όψει αυτών των ασαφών αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως σε σχέση με όσα δέχθηκε ότι δια των όσων ισχυρίσθηκε με το επίμαχο δημοσίευμα ο κατηγορούμενος εννοούσε τον εγκαλούντα παρά το ότι δεν τον κατονόμαζε ρητώς και ακόμη από το γεγονός ότι οι διενέξεις για τις οποίες προέβη ο ήδη αναιρεσείων σε καταγγελίες και με το άνω δημοσιευθέν κείμενο είχαν αρχίσει από την αρχή του έτους 2006 σε χρόνο κατά τον οποίο έτερο πρόσωπο ήταν διευθυντής στην άνω Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία και των ελλιπών αιτιολογιών ως προς τη συνδρομή των στοιχείων της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος είναι βάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' για έλλειψη της επιβαλλομένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πρέπει παρελκούσης της έρευνας των άλλων λόγων να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για να συζητηθεί εκ νέου στο ίδιο δικαστήριο το οποίο είναι δυνατόν να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Ποιν.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 595/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου (Πλημμελημάτων) .
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου. Αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου για την άνω πράξη. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή των λόγων αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, διότι δεν εκτίθενται στην απόφαση του Εφετείου συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι από πρόθεση τέλεσε ο κατηγορούμενος την αξιόποινη πράξη και περιστατικά από τα οποία να συνάγεται η γνώση του αναιρεσείοντος για την αναλήθεια των γεγονότων στα οποία αφορά η συκοφαντική δυσφήμηση που έγινε με το συγκεκριμένο δημοσίευμα ως προς την περίπτωση να αφορούσε το επίμαχο κείμενο όχι τον εγκαλούντα αλλά έτερο άτομο το οποίο ως διευθυντής ΔΟΥ καταγγελόταν για συγκάλυψη σε υποθέσεις φοροδιαφυγής ή ύποπτες συναλλαγές μεταξύ υπαλλήλων αυτής της υπηρεσίας και φορολογουμένων και για προειδοποίηση του κατηγορουμένου ότι αν συνέχιζε τις καταγγελίες του θα διενεργηθεί οικονομικός έλεγχος στις δραστηριότητες. Επίσης είναι ασαφείς οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με όσα δέχθηκε ότι με όσα ισχυριζόταν στο επίμαχο δημοσίευμα ο κατηγορούμενος εννοούσε αν και δεν τον κατονόμαζε ρητώς τον εγκαλούντα, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλομένης ότι μετά τις καταγγελίες που είχαν γίνει από τον ήδη αναιρεσείοντα στη ΔΟΥ και σε αρμόδια επιτροπή του Υπουργείου Οικονομικών, ο τότε διευθυντής της ΔΟΥ - πριν αναλάβει ως διευθυντής ο εγκαλών - εξέδωσε εντολή ελέγχου και διενεργήθηκε αυτός και συντάχθηκε η σχετική έκθεση και με το περιεχόμενο που αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σε βάρος του κατηγορουμένου.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Δυσφήμηση συκοφαντική, Τύπος.
| 0
|
Αριθμός 1433/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Τίγγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιουλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 127/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με κατηγορούμενο τον X1, που δεν παρέστη και πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σούφη.
Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 22 και ημερομηνία 21 Ιουνίου 2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 826/10.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους με κλήση που επιδίδεται, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν ζητεί την αναίρεση ο εισαγγελέας, αυτός δεν κλητεύεται αλλά εκπροσωπείται από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από ...αποδεικτικό επιδόσεως του ... Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας του Πρωτοδικείου Πειραιά, ο κατηγορούμενος κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 21/7/2010, ενώπιον του Αρείου Πάγου. Εφόσον όμως ο ανωτέρω κατηγορούμενος, (αναιρεσίβλητος) δεν εμφανίσθηκε, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, ενώπιον του Δικαστηρίου, πρέπει η συζήτηση να χωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με τα άρθρα 513 παρ. 3 και 515 παρ. 2 ΚΠ.Δ 1.-Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης ποινικού δικαστηρίου μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε 30 ημέρες από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο από το άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προς το σκοπό επανορθώσεως τυχόν εσφαλμένων αποφάσεων, δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως αθωωτικής ή καταδικαστικής και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και για έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενες ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά δε προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά της πράξεως και οι λόγοι από τους οποίους το δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πραγματώθηκε από τον κατηγορούμενο η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται. Επομένως, δεν αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της αθωωτικής αποφάσεως μόνη η σκέψη ότι προέκυψαν αμφιβολίες για την ενοχή του κατηγορουμένου ή ότι δεν πείσθηκε το δικαστήριο, εκτός αν δεν προσκομίστηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο ούτε εξετάστηκε μάρτυρας. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την 127/2010 απόφασή του, που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 3-6-2010, κήρυξε αθώο τον X1 των κατηγοριών της ψευδορκίας μάρτυρα και της ψευδούς καταμήνυσης (άρθρα 224 παρ. 2 και 229 παρ. 1 Π.Κ). Στο σκεπτικό της αθωωτικής για τον κατηγορούμενο αποφάσεως, αφού παρατίθενται στην αρχή κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη (ανώμοτη κατάθεση πολιτικώς ενάγουσας, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένη), στη συνέχεια παρατίθεται, κατά λέξει, η ακόλουθη αιτιολογία: "Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος φέρεται ότι στις 7-9-2002, στο ..., εν γνώσει του καταμήνυσε ψευδώς την Ψ1, αν και γνώριζε δηλαδή ότι η προαναφερόμενη δεν είχε διαπράξει τις αποδιδόμενες σ' αυτήν αιτιάσεις, ήτοι ότι μήνυσε την σύζυγο του ..., ότι έχει στη νομή της ένα σκύλο (λυκόσκυλο), ότι ο σκύλος αυτός ενίοτε περιφέρεται ελεύθερος, ότι δεν έλαβε τα στοιχειώδη προστατευτικά μέτρα τοποθετώντας του φίμωτρο στο στόμα, ότι ο σκύλος αυτός χωρίς οποιαδήποτε πρόκληση της επιτέθηκε και την δάγκωσε, ότι υπέστη ακατάσχετη αιμορραγία εξαιτίας του δαγκώματος και ότι ήταν αναγκαία η πλαστική εγχείρηση. Όμως από την όλη αποδεικτική διαδικασία προέκυψαν αμφιβολίες ως προς το αν πράγματι γνώριζε ότι τα ανωτέρω ήταν ψευδή, γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί αθώος (της πράξεως της ψευδούς καταμήνυσης) ... για τον ίδιο δε λόγο πρέπει να κηρυχθεί αθώος για το ότι εξεταζόμενος ως μάρτυρας στον ως άνω τόπο και χρόνο, κατά την εγχείρηση της πιο πάνω μήνυσης από τους αστυνομικούς του Α.Τ ... και ..., κατέθεσε ότι το περιεχόμενο της ήταν αληθές, ενώ ήταν ψευδές". Η αιτιολογία όμως αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη με την παραπάνω έννοια, αφού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά της ακροαματικής διαδικασίας και δεν αιτιολογείται γιατί δεν πείσθηκε το δικαστήριο για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αναφερόμενα στην απόφασή του και τα πρακτικά αποδεικτικά στοιχεία. 3.- Είναι συνεπώς βάσιμος ο μοναδικός λόγος της, ασκηθείσας νομοτύπως και εμπροθέσμως, αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο για νέα κρίση, το οποίο θα συντεθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 127/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία ο κατηγορούμενος X1, κηρύχθηκε αθώος για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης για ψευδορκία μάρτυρα και ψευδή καταμήνυση για έλλειψη αιτιολογίας. Ερημοδικία κατηγορουμένου. Δεκτή η αναίρεση. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική.
| 2
|
Αριθμός 1432/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παρασκευόπουλο-Κόλλια, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 13-14/2006 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1488/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη με αριθμό 78/18-2-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω κατά τα άρθρα 527 παρ. 3 εδ. Β και 528 παρ. 1 εδ. Α ΚΠΔ την από 27/10/2009 αίτηση του Χ περί επαναλήψεως προς το συμφέρον αυτού της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 13-14/2-2-2006 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης με την οποία αυτός καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και σε φυλάκιση δύο ετών και χρηματική ποινή 900 ευρώ για τις πράξεις της παράνομης κατοχής κυνηγητικού όπλου, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας και εκθέτω τα ακόλουθα : 1) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ "Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις εξής περιπτώσεις : 1....2) αν ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, απεκαλύφθησαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες που δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν. Την κρίση αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για την επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης και από τα έγγραφα. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες των προηγουμένως εξετασθέντων συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που τον καταδίκασε καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα σε βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθησαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 1769/2006 ΑΠ 759/2003 Ποιν. Δικ. 2004/1048 ΑΠ 557/2002 Π.Χ. ΝΓ/37) 2) Στην προκειμένη περίπτωση, η πιο πάνω καταδικαστική απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης είναι αμετάκλητη, αφού η αίτηση αναίρεσης του καταδικασθέντος κατά της αποφάσεως αυτής απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1920/ 2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας Χ, καταδικάσθηκε με την παραπάνω απόφαση για το ότι "στις 2/8/2002 και περί ώρα 08:00, στην αγροτική περιοχή ... του δήμου ... με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, που τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα : Α) Με πρόθεση σκότωσε άλλον και συγκεκριμένα, μετά από φιλονικία για κτηματικές διαφορές, έχοντας αποφασίσει να σκοτώσει-διατελώντας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση που του επέτρεπε τη σκέψη-τον αδελφό του Ψ, επιτέθηκε εναντίον του και από απόσταση 25-30 μέτρων, τον πυροβόλησε δύο φορές με ένα δίκαννο κυνηγητικό όπλο, με αριθμό ... μάρκας EIBAR, Ισπανικής κατασκευής, διαμετρήματος 12 CAL, με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει θανάσιμα στη δεξιά περιοχή του θώρακα, προκαλώντας του ρήξη δεξιού πνεύμονα, προερχόμενη από βολή σκαγιών, από την οποία, ως μόνη ενεργό αιτία επήλθε ο θάνατος του Β) Κατείχε παράνομα όπλα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 παρ. 1 Ν 2168/93 και συγκεκριμένα κατείχε ένα δίκαννο κυνηγητικό όπλο, με αριθμό ... μάρκας EIBAR, Ισπανικής κατασκευής, διαμετρήματος 12 CAL, χωρίς άδεια της αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας του Γ) έφερε παράνομα όπλα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 παρ. 1 Ν 2168/93 και συγκεκριμένα, έφερε ένα δίκαννο κυνηγητικό όπλο, με αριθμό ... μάρκας EIBAR, Ισπανικής κατασκευής, διαμετρήματος 12 CAL, χωρίς άδεια της αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας του Δ) Με χρήση όπλου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 παρ. 1 Ν 2168/93 διέπραξε κακούργημα και συγκεκριμένα, με τη χρήση ενός δίκαννου κυνηγητικού όπλου, με αριθμό ... μάρκας ΕΙBAR, Ισπανικής κατασκευής, διαμετρήματος 12 CAL, διέπραξε το προαναφερόμενο στο υπό στοιχείο ΑΙ κεφάλαιο κακούργημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση". 3) Ήδη αιτείται ο καταδικασθείς την επανάληψη της διαδικασίας διατεινόμενος ότι από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 7953/6-10-2009 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κρήτης Ολυμπίας Μενελάου Κατζαγιαννάκη, της μητέρας του θύματος και του καταδικασθέντος Ζ, σε συνδυασμό και με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν στο ΜΟΔ και ΜΟΕ κατά την εκδίκαση της υπόθεσης του προκύπτει ότι κατά την τέλεση της ανθρωποκτονίας δεν ήταν σε ήρεμη κατάσταση αλλά σε βρασμό ψυχικής ορμής και συνεπώς, καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε και για το λόγο αυτό θα πρέπει να εξαφανιστεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα εκδίκαση. Πλην όμως, και αληθούς υποτιθεμένου του ισχυρισμού του αιτούντος, το έγκλημα της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση για το οποίο καταδικάστηκε ο αιτών, προβλεπόμενο και τιμωρούμενο από το άρθρο 299 εδάφ. α του ΠΚ με την ποινή της ισοβίου καθείρξεως, δεν είναι βαρύτερο από εκείνο της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως σε βρασμό ψυχικής ορμής, που ισχυρίζεται ότι τέλεσε ο αιτών και τιμωρείται από το εδάφ. β του αυτού άρθρου 299 του Π Κ με ποινή πρόσκαιρου καθείρξεως 5 έως 20 ετών, αφού δεν τροποποιείται ουσιωδώς ο χαρακτήρας της πράξεως ως ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως και δε μεταβάλλεται το είδος αυτής αλλά απλώς προβλέπεται η επιβολή μικρότερης ποινής και γι' αυτό ο λόγος της υπό κρίση αίτησης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (ΑΠ 1630/2003 ΑΠ 1222/1997 ΠΧ ΜΗ/ 454 ΑΠ 736/1999 ΠΧ Ν/271). Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι και επί της ουσίας η προσκομιζόμενη και επικαλούμενη υπ' αριθμ. 7953/6-10-2009 ένορκη βεβαίωση της μητέρας του θύματος και του αιτούντος που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Ολυμπίας Μενελάου Κατζαγιαννάκη στην οποία βεβαιώνονται και τα εξής : "... δε θέλω όμως να πιστέψω ότι είχε τίποτα κακό στο μυαλό του ο μεγάλος αδελφός για τον μικρό αυτό το αποκλείω εγώ η μάνα που ξέρει τα παιδιά της, καθώς επίσης θέλω να πω ότι μάλωναν συνέχεια και ο ένας απειλούσε τον άλλον για τα ζώα τους και φταίνε και οι δυό για το κακό που έγινε. Δεν θέλω να θυμάμαι τίποτε, το μόνο που ξέρω και πιστεύω σαν μάνα που ξέρει τα παιδιά της είναι ότι για το κακό που έγινε φταίνε και οι δύο γιατί και οι δύο αρπάζονταν με το παραμικρό, ήσαν και οι δύο αράθυμοι...", δεν περιέχει παρά προσωπικές εκτιμήσεις της μητέρας του θύματος και του αιτούντος και όχι γεγονότα, ικανά μάλιστα να καταστήσουν "πρόδηλο" ότι ο δράστης τόσο κατά το χρόνο λήψεως της απόφασης του να σκοτώσει το θύμα όσο και κατά την πραγματοποίηση της απόφασης του βρισκόταν σε βρασμό ψυχικής ορμής (ΑΠ 1630/2003 ΑΠ 816 και 226/1999 ΠΧ Ν/243 και ΜΘ/1007). 4) Παραιτέρω αιτείται ο καταδικασθείς την επανάληψη της διαδικασίας διατεινόμενος ότι από την προσκομιζόμενη ως άνω ένορκη βεβαίωση της Ζ ενώπιον της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κρήτης Ολυμπίας Μενελάου Κατζαγιαννάκη, της μητέρας του θύματος και του αιτούντος, σε συνδυασμό και με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν στο ΜΟΔ και ΜΟΕ, προκύπτει ότι ο αιτών ευρίσκετο σε κατάσταση άμυνας η οποία θα είχε ως συνέπεια να απαλλαγεί του αδίκου χαρακτήρα της πράξης σύμφωνα με το άρθρο 22 του Π Κ. Το παραπάνω όμως στοιχείο που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών δεν αποτελεί νέο στοιχείο και απόδειξη που να δικαιολογεί την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ αυτού διότι η ως άνω μητέρα θύματος και αιτούντος εκθέτει στην ένορκη βεβαίωση της προσωπικές εκτιμήσεις και όχι γεγονότα, ικανά μάλιστα να καταστήσουν πρόδηλο ότι ο δράστης κατά το χρόνο της εγκληματικής ενεργείας του ευρίσκετο σε κατάσταση άμυνας. Μάλιστα την ίδια θέση είχε διατυπώσει απολογούμενος ο κατηγορούμενος που δεν έγινε δεκτή. Δηλαδή ο αιτών επιχειρεί να ανατρέψει χωρίς νέα στοιχεία, απλά προβάλλοντας έμμεσα ως εσφαλμένη την ουσιαστική κρίση σε βάρος του, πράγμα το οποίο όπως παραπάνω εκτέθηκε είναι δικονομικά ανεπίτρεπτο.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο ως άνω ισχυρισμός του ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επίσης, ο αιτών ζητεί την αυτοπρόσωπο εμφάνιση του στο Συμβούλιό σας, πλην όμως το αίτημα του αυτό είναι άνευ αντικειμένου ενόψει της διατάξεως του άρθρου 528 παρ. 1 εδ. α' Κ.Π.Δ., δεδομένου ότι υποχρεωτικά κλητεύεται αυτεπαγγέλτως ο αιτών ενώπιον του Συμβουλίου. Τέλος, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του αιτούντος για αναστολή εκτελέσεως της παραπάνω αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης (άρθρο 529 ΚΠΔ) επειδή, ενόψει των ανωτέρω, κρίνεται ότι δεν θα ευδοκιμήσει η παραπάνω αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, που είναι προϋπόθεση ικανοποίησης του αιτήματος αυτού (ΑΠ 177/2007). Μετά από όλα αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας ως αβάσιμη και να επιβληθούν στον αιτούντα τα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω 1) Να απορριφθεί η από 27/10/2009 αίτηση του Χ, περί επαναλήψεως της διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 13-14/02-02-2006 αμετάκλητη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης και 2) Να απορριφθεί το αίτημα του αιτούντος περί αναστολής εκτελέσεως της παραπάνω αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης και 3) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον παραπάνω αιτούντα. Αθήνα 14-1-2010 Ο Αντεισαγγελεας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης".
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περιπ. 2 ΚΠοινΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων, που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Υπάρχει δε βαρύτερο έγκλημα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, όταν τροποποιείται ουσιωδώς ο χαρακτήρας της πράξεως και μεταβάλλεται το είδος αυτής, όχι δε όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχειρίσεως του υπαίτιου, λόγω συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ή άλλου λόγου μειώσεως της ποινής. Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 299 του Π.Κ., όποιος με πρόθεση θανατώσει άλλον, τιμωρείται με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίσθηκε και εκτελέσθηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει, ότι δεν θεσπίζονται με αυτές και δεν πρόκειται για δύο διαφορετικά εγκλήματα, αλλά απλώς με την παρ. 2, χωρίς να μεταβάλλεται το είδος της πράξεως της παρ. 1, γίνεται απλώς διάκριση της μορφής του δόλου. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για την ίδια πράξη, κατά τα πραγματικά περιστατικά που την απαρτίζουν, η οποία όμως τιμωρείται επιεικέστερα, στην περίπτωση της παρ. 2 . Έτσι εκείνος που καταδικάσθηκε για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, δεν μπορεί να ζητήσει επανάληψη της διαδικασίας, επικαλούμενος ότι σύμφωνα με τα νέα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του και προσκομίζει, έπρεπε να γίνει δεκτό ότι η ανθρωποκτονία τελέσθηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία παραδεκτά εισάγεται, κατ' ορθά 528 § 1 εδ. α' και 527 παρ. 3 ΚΠοινΔ, ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), ζητεί ο αιτών την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ' αριθ. 13-14/2006 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης και με την οποία καταδικάσθηκε για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, της παράνομης κατοχής κυνηγετικού όπλου, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας, σε ποινή ισόβιας κάθειρξης για την πρώτη πράξη και ποινή φυλακίσεως δύο ετών και χρηματική ποινή εννιακοσίων (900) ευρώ για τις λοιπές πράξεις, επικαλούμενες ως νέο γεγονός, άγνωστο στους δικαστές που τον κατεδίκασαν, την υπ' αριθ. 7953/6-10-2009 ένορκη βεβαίωση της μητέρας του Ζ που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κρήτης Ολυμπίας Μενελάου Κατζαγιαννάκη η οποία (δήλωση) κατά περιεχόμενο έχει ως εξής: "Από την αρχή που έμαθα για το φόνο αυτό δεν ήθελα να καταθέσω στη δίκη που έγινε, αφού η καρδιά μου έσπασε στα δύο μαθαίνοντας το κακό που με βρήκε εμένα σα μάνα (χαροκαμένη για δεύτερη φορά) το ένα μου παιδί να σκοτώσει το άλλο. Όμως νιώθω την ανάγκη να πω μόνο δυο λόγια, που είναι η αλήθεια και αυτή είναι η εξής: Δεν ξέρω πώς έγινε αυτό το μεγάλο κακό, που μούφερε τη συμφορά. Δεν θέλω όμως να πιστέψω ότι είχε τίποτα κακό από καιρό στο μυαλό του ο μεγάλος αδελφός (εννοεί τον κατηγορούμενο) για τον μικρό, αυτό το αποκλείω εγώ η μάνα που ξέρει τα παιδιά της, καθώς επίσης θέλω να πώ ότι μάλωναν συνέχεια και ο ένας απειλούσε τον άλλο για τα ζώα τους και φταίνε και οι δυο για το κακό που έγινε. Δεν θέλω να θυμάμαι τίποτε, το μόνο που ξέρω και πιστεύω σα μάνα που ξέρει τα παιδιά της είναι ότι για το κακό που έγινε φταίνε και οι δυο γιατί και οι δυο αρπάζονταν με το παραμικρό, ήσαν και οι δυο αράθυμοι" και ότι, όπως διατείνεται αυτός (αιτών) είχε τελέσει και έπρεπε να καταδικασθεί για την πράξη της ανθρωποκτονίας σε βρασμώ ψυχικής ορμής, άλλως, συντρέχοντος λόγου αποκλεισμού του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, λόγω αμύνης ήταν αθώος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση που καταδικάσθηκε. Σύμφωνα όμως, με όσα στην μείζονα σκέψη εκτέθηκαν, η πράξη της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, δεν αποτελεί βαρύτερο έγκλημα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 525 § 1 ΚΠοινΔ, από εκείνο της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως εν βρασμώ ψυχικής ορμής, και επομένως δεν συντρέχει, εν προκειμένω, καταδίκη για βαρύτερο έγκλημα, από εκείνο για το οποίο ο αιτών υποστηρίζει με το πρώτο σκέλος της αιτήσεώς του, ότι έπρεπε να είχε καταδικασθεί.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση κατά το πρώτο σκέλος της ως απαράδεκτη. Κατά τα λοιπά είναι νόμιμη και πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: με την υπ' αριθ. 13-14/2.2.2006 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης, η κατά της οποίας αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 1920/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο αιτών καταδικάσθηκε αμετακλήτως για: ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, παράνομη κατοχή κυνηγετικού όπλου, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία και του επιβλήθηκαν οι προαναφερθείσες ποινές. Καταδικάσθηκε συγκεκριμένα για το ότι: "Στις 2-8-2002 και περί ώρα 08.00, στην αγροτική περιοχή ... του δήμου .., με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, που τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα: Α) Με πρόθεση σκότωσε άλλον και συγκεκριμένα, μετά από φιλονικία για κτηματικές διαφορές, έχοντας αποφασίσει να σκοτώσει- διατελώντας σε ήρεμη ψυχικά κατάσταση που του επέτρεπε τη σκέψη- τον αδελφό του Ψ, επιτέθηκε εναντίον του και από απόσταση 25-30 μέτρων, τον πυροβόλησε δύο φορές με ένα δίκαννο κυνηγετικό όπλο, με αριθμό ... μάρκας ΕΙΒΑR, ισπανικής κατασκευής, διαμετρήματος 12 CAL, με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει θανάσιμα στη δεξιά περιοχή του θώρακα, προκαλώντας του ρήξη δεξιού πνεύμονα, προερχόμενη από βολή σκαγιών, από την οποία, ως μόνη ενεργό αιτία, επήλθε ο θάνατός του. Β) Κατείχε παράνομα όπλα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 §1 Ν.2168/93 και συγκεκριμένα κατείχε ένα δίκαννο κυνηγετικό όπλο, με αριθμό ... μάρκας ΕΙΒΑR, Ισπανικής κατασκευής, διαμετρήματος 12 CAL, χωρίς άδεια της αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας του. Γ) Έφερε παράνομα όπλα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 §1 Ν.2168/93 και συγκεκριμένα, έφερε ένα δίκαννο κυνηγετικό όπλο, με αριθμό ... μάρκας ΕΙΒΑR, Ισπανικής κατασκευής, διαμετρήματος 12 CAL, χωρίς άδεια της αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας του. Δ) Με χρήση όπλου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 §1 Ν.2168/93, διέπραξε κακούργημα και συγκεκριμένα, με τη χρήση ενός δίκαννου κυνηγετικού όπλου, με αριθμό ... μάρκας ΕΙΒΑR, Ισπανικής κατασκευής, διαμετρήματος 12 CAL, διέπραξε το προαναφερόμενο στο υπό στοιχείο Α1 κεφάλαιο κακούργημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση". Ήδη επιδιώκων ο αιτών την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε κατά τα προεκτεθέντα, με την υπ' αριθ. 13-14/2006 απόφαση του Μικτού ορκωτού Εφετείου Κρήτης, επικαλείται και προσκομίζει ως "νέα απόδειξη" την ως υπ' αριθ. 7953/2009 ένορκη βεβαίωση της μητέρας του Ζ. Το έγγραφο αυτό, όπως υποστηρίζει ο αιτών με την ένδικη αίτηση, ήταν άγνωστο στους δικαστές που τον κατεδίκασαν, οι οποίοι, αν το γνώριζαν, θα εδέχοντο ότι συνέτρεχε λόγος αποκλεισμού του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως λόγω αμύνης, και θα τον κήρυσσαν αθώο. Εντούτοις, το εν λόγω έγγραφο, προσκομιζόμενο ως μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο για τη θεμελίωση της αιτήσεως, τόσον από μόνο το, όσον και συνεκτιμώμενο με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί και ληφθεί υπόψη από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης, που δίκασε την υπόθεση, δεν καθιστά φανερό ότι ο αιτών βρισκόταν σε άμυνα, ώστε να αρθεί ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε, και συνακόλουθα ήταν αθώος αυτής, διότι στο έγγραφο αυτό (ένορκη βεβαίωση) εκτίθενται μόνο απόψεις της μητέρας του αιτούντος και όχι νέα γεγονότα, τον δε άνω αυτοτελή ισχυρισμό είχε προβάλει και ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης, ο οποίος και απορρίφθηκε. Κατ' ακολουθίαν ο επικαλούμενος κατά το δεύτερο σκέλος της αιτήσεως λόγος επαναλήψεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, καθώς και το συνεισαγόμενο αίτημα του αιτούντος για αναστολή εκτελέσεως της ποινής, που εκτίει αυτός με βάση την ανωτέρω καταδικαστική απόφαση και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Το αίτημά του να εμφανισθεί αυτοπροσώπως για να παράσχει διευκρινήσεις είναι άνευ αντικειμένου αφού αυτός κλητεύθηκε και εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο (κατ' άρθρο 528 § 1 εδ. α' ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Οκτωβρίου 2009 αίτηση του καταδικασμένου Χ, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ' αριθ. 13-14/2006 καταδικαστική απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης, καθώς και το αίτημα του ιδίου για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που εκτίει με την ανωτέρω απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουλίου 2010.- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επίκληση "νέου γεγονότος". Το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση για το οποίο καταδικάστηκε ο αιτών, δεν είναι βαρύτερο, κατ' άρθρο 525 ΚποινΔ, της ανθρωποκτονίας που τελέσθηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 1431/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Βαγενά, περί συμπληρώσεως της 1609/2009 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Το Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών του Αρείου Πάγου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την συμπλήρωση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαρτίου αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 447/10.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 469 του ΚΠοινΔ, "Αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους. Στην περίπτωση της συνάφειας (άρθρ.128 και 131) ισχύει ο ίδιος κανόνας, μόνο αν οι λόγοι που προβάλλονται με το ένδικο μέσο αφορούν παραβάσεις της διαδικασίας και δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο εκείνου που το άσκησε. Για τη συζήτηση του ένδικου μέσου δεν είναι αναγκαία η κλήτευση των ωφελούμενων κατηγορουμένων, οι οποίοι όμως μπορούν να εμφανισθούν και να συμμετάσχουν στη δίκη. Σε περίπτωση που το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί για το επεκτατικό αποτέλεσμα του ένδικου μέσου, μπορεί μετά από αίτηση αυτών ή του εισαγγελέα, να επιληφθεί εκ νέου προς συμπλήρωση της αποφάσεώς του". Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμετόχους, γενικές προϋποθέσεις για όλες τις άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι: α) να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που εδικαιούτο να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικώς στο πρόσωπό του και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν, αλλά δεν το άσκησαν εντός της νομίμους προθεσμίας ή το άσκησαν, και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Δηλαδή καθιερώνεται υπέρ του συγκατηγορουμένου, έστω και αν δεν χορηγείται σε αυτόν από τον ΚΠοινΔ το ένδικο μέσο, τόσον της εφέσεως, όσον και της αναιρέσεως, επέκταση της ευνοϊκής κρίσεως του ανώτερου δικαστηρίου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί, με απόφαση ή βούλευμα, δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο τελικά έγινε δεκτό και ως βάσιμο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφ' όσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνον για αντικειμενικούς λόγους, που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο, όπως είναι το μη αξιόποινο της πράξεως, το κατ' ουσίαν ανύπαρκτο της κατηγορίας κλπ. και όχι για λόγους προσωπικούς. Οι ωφελούμενοι κατά τα παραπάνω από το επεκτατικό αποτέλεσμα, δικαιούνται: α) να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι, κατά τη συζήτηση του ενδίκου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σε αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλουν άλλους ίδιους λόγους, κύριους ή πρόσθετους και β) αν δε συμμετείχαν στη διαδικασία ή στη δίκη επί του ενδίκου μέσου του άλλου ή αν το δικαστήριο δεν επεξέτεινε και σε αυτούς αυτεπαγγέλτως, όπως μπορούσε, το ευεργετικό αποτέλεσμα, να ασκήσουν μεταγενέστερα αυτοτελή αίτηση στο δικάσαν το ένδικο μέσο και να ζητήσουν συμπλήρωση της εκδοθείσας αποφάσεως ή του βουλεύματος, ώστε να ωφεληθούν από το τυχόν ευεργετικό αποτέλεσμα που προέκυψε από το ένδικο μέσο του άλλου. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για την εξέταση της βασιμότητας της κρινόμενης αιτήσεως συμπληρώσεως αποφάσεως, προκύπτουν τα εξής: Με την 302/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, κηρύχθηκαν ένοχοι κατά πλειοψηφία, σε δεύτερο βαθμό, για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή, δύο προώρως γεννηθέντων από την πολιτικώς ενάγουσα νεογνών, οι κατηγορούμενοι ιατροί Ζ, γυναικολόγος και ο αιτών Χ, ανειδίκευτος ιατρός απλώς πτυχιούχος Ιατρικής Σχολής, στους οποίους επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως 15 μηνών σε καθένα, αφού δέχθηκε το Δικαστήριο, ως προς την αμέλεια κάθε κατηγορουμένου στις ίδιες πράξεις ανθρωποκτονίας, ότι, από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν, σύμφωνα με τις προσωπικές τους ικανότητες και με τους κανόνες που ρυθμίζουν την άσκηση του επαγγέλματός τους και τις κρατούσες συνθήκες στον οικείο τομέα δραστηριότητάς τους και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που επέφερε η πράξη τους. Ειδικότερα δέχθηκε το δικάσαν Εφετείο στο αιτιολογικό της 302/2009 αποφάσεώς του, κατά πλειοψηφία, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: ""Η πολιτικώς ενάγουσα Ψ στο παρελθόν είχε μία εξωμήτριο κύηση και της είχαν αφαιρέσει μία σάλπιγγα. Αυτή ήθελε να μείνει έγκυος και για το σκοπό αυτό επισκέφτηκε τον πρώτο κατηγορούμενο Ζ, καθηγητή της γυναικολογίας, καθόσον αυτός θεωρούνταν καλός γιατρός. Πράγματι, αυτή με τη φροντίδα του κατηγορουμένου αυτού έμεινε έγκυος. Αυτός τον Ιούλιο του 2001 της έκανε περίδεση της μήτρας, διότι παρουσίασε αιμορραγία και είχε δίδυμη κύηση. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος αυτός παρέμπεμψε την πολιτικώς ενάγουσα Ψ στο δεύτερο κατηγορούμενο Χ, πτυχιούχο της Ιατρικής και τον συνέστησε ως συνεργάτη του και της είπε ότι μπορεί να τον επισκέπτεται, όταν ο ίδιος απουσιάζει. Στις αρχές Οκτωβρίου 2001 η παραπάνω πολιτικώς ενάγουσα εμφάνισε προβλήματα στην εγκυμοσύνη της. Αυτή επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον πρώτο κατηγορούμενο Ζ, ο οποίος της είπε να πάει στο Π.Π.Γ.Ν. .... Εκεί αυτή δε συνάντησε καθόλου τον κατηγορούμενο αυτόν, αλλά μόνο το δεύτερο κατηγορούμενο Χ. Ο τελευταίος την επισκέφθηκε τόσο στην αίθουσα τοκετού, όπου την εισήγαγαν για την αντιμετώπιση του προβλήματος στην εγκυμοσύνη της όσο και στην εντατική, όπου τη μετέφεραν μετά το τοκετό. Ενόψει αυτών η παραπάνω πολιτικώς ενάγουσα δεν είχε την άμεση και συνεχή παρακολούθηση του πρώτου κατηγορουμένου Ζ, ο οποίος ήταν ο προσωπικός της γιατρός. Η παρακολούθηση αυτή ήταν αναγκαία λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης της εγκυμονούσας πολιτικώς ενάγουσας ώστε σε περίπτωση που διαπιστωνόταν ότι αυτή θα οδηγούνταν σε πρόωρο τοκετό που θα ενείχε κίνδυνο για τη ζωή των εμβρύων, να αφαιρούνταν τα έμβρυα με καισαρική τομή που θα μείωνε τον κίνδυνο θανάτου αυτών λόγω αναπνευστικής ανεπάρκειας και περί γεννητικής ασφυξίας. Πλην όμως η παραπάνω πολιτικώς ενάγουσα οδηγήθηκε στο χειρουργείο στις 14-10-2001 με μεγάλη καθυστέρηση, ενώ είχε εξέλθει το άκρο του ποδιού του ενός εμβρύου. Αυτό συνέβη λόγω των πελατειακών σχέσεων που είχε οργανώσει ο πρώτος κατηγορούμενος Ζ που κάποιες ασθενείς τις αναγόρευσε σε προσωπικές του ασθενείς και τις μεταχειριζόταν ως πελάτισσές του και ενώ αυτές βρίσκονταν σε δημόσιο νοσοκομείο, δεν υπήρχε εύκολα δυνατότητα παρέμβασης στις περιπτώσεις αυτές άλλων γιατρών της Γυναικολογικής Κλινικής. Έτσι, κατά το χρονικό διάστημα που η παραπάνω πολιτικώς ενάγουσα εισήλθε στη Γυναικολογική Κλινική με σοβαρό πρόβλημα ρήξης θυλακίου και απουσίαζε ο πρώτος κατηγορούμενος Ζ λόγω προβλημάτων υγείας, δεν επιλήφθηκε του περιστατικού αυτού της παραπάνω πολιτικώς ενάγουσας κανένας άλλος γιατρός εκτός από το δεύτερο κατηγορούμενο Χ που απλά ήταν πτυχιούχος της Ιατρικής Σχολής, εμφανιζόταν μεν ότι πραγματοποιούσε κάποια διδακτορική διατριβή στη Μαιευτική Γυναικολογία με θέμα τη μελέτη της παραγωγικότητας, υπογονιμότητας και της ενδομητρίωσης κυστών στις μήτρες των γυναικών, αλλά στην πραγματικότητα ενεργούσε ως όργανο του πρώτου κατηγορουμένου Ζ στο χώρο της Γυναικολογικής Κλινικής. Μετά την απουσία του παραπάνω κατηγορουμένου που εφάρμοζε τη συγκεκριμένη τακτική στη Γυναικολογική Κλινική και την έλλειψη γνώσης και εμπειρίας από το δεύτερο κατηγορούμενο Χ που ενεργούσε παράνομα κατ' εντολή του πρώτου κατηγορουμένου Ζ, αφού δεν ήταν γυναικολόγος, δεν υπήρχε η παρακολούθηση που έπρεπε, η διάγνωση της σοβαρότητας της περίπτωσης αυτής ούτε σχεδιασμός αντιμετώπισης αυτής σε περίπτωση πρόωρου τοκετού. Έτσι, δε διαγνώστηκε έγκαιρα ο επερχόμενος τοκετός ούτε το γεγονός ότι το πρώτο εξερχόμενο έμβρυο είχε λάβει θέση εξόδου από τη μήτρα ανάποδα με τα πόδια, γεγονός που σε συνδυασμό με ότι τα έμβρυα ήταν δίδυμα αύξανε τον κίνδυνο και ιατρικά πλέον ασφαλής ήταν η αφαίρεση των εμβρύων με καισαρική τομή. Ασφαλώς, εάν η παραπάνω πολιτικώς ενάγουσα γνώριζε την πραγματική κατάσταση ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ δεν ήταν γυναικολόγος δε θα εμπιστευόταν σ' αυτόν την παρακολούθησή της. Αποτέλεσμα ήταν, όταν ο τοκετός επήλθε πρόωρα με εμφανή σημεία από νωρίς το απόγευμα της 14ης-10-2001 με πόνο στη μέση που δεν μπορούσε να εκτιμήσει η παραπάνω πολιτικώς ενάγουσα για τον οποίο παραπονέθηκε σε ειδικευόμενο γιατρό της Γυναικολογικής Κλινικής που πραγματοποίησε επίσκεψη στο θάλαμό της και παράλληλα αυτή εμφάνιζε μεγάλη απώλεια αμνιακού υγρού για τα οποία συμπτώματα κλήθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ και επιλήφθηκε αυτών, ο τελευταίος από έλλειψη γνώσεων δεν μπόρεσε να προβεί σε ορθή εκτίμηση της κατάστασης της πολιτικώς ενάγουσας που επέβαλε την άμεση μεταφορά της στο χειρουργείο και την εφαρμογή της καισαρικής τομής. Αντίθετα, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ παρέμεινε προς παρακολούθηση της παραπάνω πολιτικώς ενάγουσας και την καθησυχάζει ώστε να μην ανησυχεί και ότι το πρόβλημα της αντιμετωπίζεται σωστά. Έτσι, υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση 6-7 ωρών, κατά τη διάρκεια των οποίων τα έμβρυα ήταν εκτεθειμένα σε σοβαρό κίνδυνο ασφυξίας από την έλλειψη οξυγόνου. Η εισαγωγή της πολιτικώς ενάγουσας στην αίθουσα τοκετού του χειρουργείου ήταν αναπόφευκτη, στην οποία υποχρεώθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ, όταν είδε να εξέρχεται από τα γεννητικά όργανα της το άκρο του ποδιού του ενός εμβρύου. Τότε για πρώτη φορά ειδοποιήθηκε ο εφημερεύων γυναικολόγος ..., ο οποίος επιλήφθηκε του περιστατικού, χωρίς από την ένορκη κατάθεση του ίδιου ή από άλλο αποδεικτικό μέσο να προκύπτει ότι υπήρξε προηγούμενη ενασχόληση αυτού με τη συγκεκριμένη περίπτωση. Πλέον η κατάσταση της παραπάνω πολιτικώς ενάγουσας ήταν αρκετά επιβαρυμένη, δεδομένου ότι αυτή εμφάνιζε εμετούς προφανώς από την τοκολυτική αγωγή που της χορηγούνταν από το στόμα και έντονη ανησυχία, για το λόγο αυτό της έγινε νάρκωση που δε συνηθίζεται σε φυσιολογικούς τοκετούς και μετά τον τοκετό οδηγήθηκε στη μονάδα εντατικής θεραπείας. Ανάλογα επιβαρημένη ήταν και η κατάσταση των εμβρύων που επί πολλές ώρες παρέμειναν εκτεθειμένα στην έλλειψη οξυγόνου μετά την έναρξη του τοκετού και την απώλεια μεγάλης ποσότητας αμνιακού υγρού. Έτσι, η εφαρμογή της καισαρικής τομής και μάλιστα μετά την έξοδο του ενός εμβρύου από τα γεννητικά όργανα της παραπάνω πολιτικώς ενάγουσας ήταν αδύνατη και υποχρεωτικά ακολουθήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση φυσιολογικός τοκετός με τον αυξημένο κίνδυνο που αυτός ενείχε. Τελικά, τα έμβρυα επιβίωσαν μία εβδομάδα περίπου μετά τη γέννηση τους και μεταφέρθηκαν στην Παιδιατρική Κλινική του ίδιου νοσοκομείου, όπου παρέμειναν νοσηλευόμενα, ενώ σύμφωνα με τα ιατρικά πιστοποιητικά ο θάνατος τους οφειλόταν σε προωρότητα, σε περιγεννητική ασφυξία, σε ΙΣΑΔ, σε αναπνευστική ανεπάρκεια και σε εγκεφαλική αιμορραγία. Γεγονός είναι ότι τα έμβρυα γεννήθηκαν πρόωρα την 27η εβδομάδα της κύησης πλην όμως ο θάνατος αυτών δεν οφείλεται στην προωρότητα, αφού σύμφωνα με τα επιστημονικό δεδομένα τα έμβρυα είναι βιώσιμα, ακόμα και αν γεννιούνται μετά την 24η εβδομάδα της κύησης, οπότε αν υπάρχει δυνατή αντιμετώπιση της κάθε περίπτωσης, υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες επιβίωσης αυτών σε ποσοστά για τα οποία έχουν διατυπωθεί διαφορετικές επιστημονικές απόψεις. Ενόψει όσων εκτέθηκαν παραπάνω ο πρώτος κατηγορούμενος Ζ από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε σύμφωνα με τους κανόνες που ρυθμίζουν την άσκηση του επαγγέλματός του και τις κρατούσες συνήθειες στον οικείο τομέα δραστηριότητάς του και μπορούσε να καταβάλει σύμφωνα με τις προσωπικές του ικανότητες, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που επέφερε η πράξη του. Ειδικότερα, αυτός ευθύνεται για το θάνατο των δυο νεογνών, διότι ως θεράπων γιατρός της παραπάνω πολιτικώς ενάγουσας και έχοντος την εποπτεία της Μαιευτικής Κλινικής του Π.Π.Γ.Ν, ... παρέλειψε να εποπτεύσει προσωπικά την πορεία της κύησης αυτής τόσο κατά την εισαγωγή αυτής στο νοσοκομείο όσο και κατά τον τοκετό, με αποτέλεσμα να μην καταστεί δυνατή η επιτυχής ιατρική αντιμετώπισή του, αλλά ανέθεσε στο δεύτερο κατηγορούμενο Χ την παρακολούθησή της, τον οποίο συνέστησε ως συνεργάτη του και ο οποίος ήταν ανειδίκευτος γιατρός και δεν μπορούσε να παρακολουθεί ένα τόσο σοβαρό περιστατικό, ούτε καν ορθή τοκολυτική αγωγή ακολούθησε, αφού τη χορήγησε από το στόμα και όχι ενδοφλεβίως με αποτέλεσμα την παραπάνω σοβαρή διαταραχή της παραπάνω πολιτικώς ενάγουσας. Έτσι, η τελευταία οδηγήθηκε σε πρόωρο τοκετό κατά τη διάρκεια του οποίου απουσίαζε ο πρώτος κατηγορούμενος Ζ και δεν ήταν πλέον δυνατή η καισαρική τομή σ'αυτή. Εξαιτίας των παραπάνω παραλείψεων του πρώτου κατηγορουμένου Ζ τα δύο έμβρυα κατά τη γέννηση τους παρουσίασαν περιγεννητική ασφυξία, οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια και εγκεφαλική αιμορραγία και από τις οποίες επήλθε ο θάνατός τους στις 20 και 21-10-2001 αντίστοιχα, ο οποίος δεν θα επερχόταν αν είχε λάβει χώρα προσεκτική ιατρική παρακολούθηση και θεραπεία της παραπάνω πολιτικώς ενάγουσας. Επίσης, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε σύμφωνα με τους κανόνες που ρυθμίζουν την άσκηση ορισμένου επαγγέλματος και τις κρατούσες συνθήκες στον οικείο τομέα δραστηριότητάς του και μπορούσε να καταβάλει σύμφωνα με τις προσωπικές ικανότητες, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προξένησε η πράξη του. Ειδικότερα, αυτός ευθύνεται για το θάνατο των δύο νεογνών, διότι ανέλαβε την παρακολούθηση της παραπάνω πολιτικώς ενάγουσας και την αντιμετώπιση των προβλημάτων της εγκυμοσύνης της κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στο παραπάνω νοσοκομείο, χωρίς να είναι γιατρός γυναικολόγος, αλλά πτυχιούχος της Ιατρικής και υποψήφιος διδάκτορας στη Μαιευτική Γυναικολογία, χωρίς δηλαδή να έχει τις εξειδικευμένες γνώσεις και ικανότητες, με συνέπεια να μην μπορεί να διαγνώσει τη σοβαρότητα της κατάστασης της παραπάνω πολιτικώς ενάγουσας και να ενημερώσει για την ακριβή κατάσταση της κύησης τον παραπάνω πρώτο κατηγορούμενο, θεράποντα γιατρό της, ο οποίος απουσίαζε, ώστε αυτή να τύχει της ενδεδειγμένης ιατρικής αντιμετώπισης και να οδηγηθεί σε πρόωρο τοκετό και σε θάνατο των νεογνών. Επομένως, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή για την οποία κατηγορούνται". Κατόπιν αιτήσεως αναιρέσεως του πρώτου καταδικασθέντος ιατρού Ζ, εκδόθηκε, χωρίς συμμετοχή του νυν αιτούντος συγκαταδικασθέντος, η 1609/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, δυνάμει της οποίας αναιρέθηκε εν μέρει, ως προς τον ασκήσαντα την αναίρεση ως άνω κατηγορούμενο ιατρό, κατά παραδοχή ως βασίμων, σχετικών από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγων αναιρέσεως αυτού και δη για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και ασάφειες της αιτιολογίας της αποφάσεως, όσον αφορά τις άνω παραδοχές της αποφάσεως για την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος ιατρού, την οποία και μόνον έκρινε ο Άρειος Πάγος, λόγω μη ασκήσεως αναιρέσεως εκ μέρους του νυν αιτούντος κατηγορουμένου. Επί πλέον, με την παραπάνω 1609/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, όπως από το αιτιολογικό αυτής προκύπτει, αναιρέθηκε, η εν λόγω προσβληθείσα απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, και για τον προβληθέντα λόγο (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ) ότι, γίνεται δεκτό από το δικάσαν εφετείο στο αιτιολογικό του, 1) "λόγω της ιδιότητας της πολιτικώς ενάγουσας, "ως προσωπικής ασθενούς του αναιρεσείοντος", δεν επιλήφθηκε του περιστατικού αυτού κανένας άλλος γιατρός, εκτός από το δεύτερο κατηγορούμενο Χ, ο οποίος απλά ήταν πτυχιούχος της Ιατρικής σχολής και συνεργάτης του πρώτου", 2) "ο Χ, επισκέφθηκε την πολιτικώς ενάγουσα, τόσο στην αίθουσα του τοκετού, όπου την εισήγαγαν για την αντιμετώπιση του προβλήματος στην εγκυμοσύνη της, όσο και στην εντατική, όπου τη μετέφεραν μετά τον τοκετό...", δίχως να διευκρινίζεται αν οι ενέργειες αυτές έγιναν με την εντολή του εφημερεύοντος ή κάποιου γιατρού της μαιευτικής κλινικής, από αυτούς που την είχαν στελεχώσει και βρισκόταν σ' αυτήν, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ή άλλου προσώπου και στην τελευταία περίπτωση αν είχαν ενημερωθεί οι υπηρετούντες στην κλινική αυτή γιατροί (εφημερεύοντες κλπ), για την κρισιμότητα του περιστατικού και ο λόγος για τον οποίο δεν επιλήφθηκαν αυτού, εγκαίρως, όπως είχαν υποχρέωση, λόγω της ιδιότητας των", και 3) "ότι τα έμβρυα γεννήθηκαν πρόωρα την 27η εβδομάδα της κύησης, πλην όμως ο θάνατος αυτών δεν οφείλεται στην προωρότητα, αφού, σύμφωνα με τα επιστημονικά δεδομένα, τα έμβρυα είναι βιώσιμα, ακόμη και αν γεννιούνται μετά την 24η εβδομάδα της κύησης, οπότε, αν υπάρχει δυνατή αντιμετώπιση της κάθε περίπτωσης, υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες επιβίωσης αυτών σε ποσοστά για τα οποία έχουν διατυπωθεί διαφορετικές απόψεις" : Πλέον συγκεκριμένα, η εν λόγω απόφαση του Εφετείου Πατρών αναιρέθηκε και για το λόγο ότι "δεν παρατίθενται στην απόφαση οι επιστημονικές απόψεις, οι οποίες, κατά την κρίση του Εφετείου, ταυτίζονται με τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση, ως προς την δυνατότητα επιβίωσης των πρόωρα γεννηθέντων βρεφών και δεν διευκρινίζεται αν στην προκειμένη περίπτωση υπήρχαν οι προϋποθέσεις που τάσσονται από τις επιστημονικές απόψεις, που προεκτέθηκαν, για την επιβίωση των παραπάνω βρεφών, εφόσον είχε επιτευχθεί η γέννησή τους με καισαρική τομή, αν υπήρχε δυνατότητα αντιμετώπισης της κατάστασης των πρόωρων βρεφών και τέλος αν οι αναφερόμενες "σοβαρές πιθανότητες επιβίωσης" των βρεφών πλησίαζαν τα όρια της βεβαιότητας, στην περίπτωση που η πολιτικώς ενάγουσα είχε γεννήσει με καισαρική τομή".
Με την κρινόμενη αίτηση, ο μη συμμετασχών στην άνω δίκη του Αρείου Πάγου δεύτερος συγκαταδικασθείς κατηγορούμενος ιατρός Χ, ζητεί τη συμπλήρωση της ανωτέρω αποφάσεως, ώστε εφαρμοζομένου, κατ'άρθρο 469 ΚΠοινΔ, του επεκτατικού αποτελέσματος, να αναιρεθεί η 302/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και ως προς αυτόν, ενόψει μάλιστα και του ότι μετά την άνω 1609/2009 αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου και την παραπομπή της υποθέσεως στο εκδόν δικαστήριο, εκδόθηκε ήδη η προσκομιζόμενη 1330/2-9-2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, σύμφωνα με την οποίαν, αθωώθηκε των άνω κατηγοριών ο συγκατηγορούμενός του ιατρός Ζ, για το λόγο ότι ο θάνατος των δύο νεογνών δεν οφειλόταν στην αμελή συμπεριφορά των θεραπόντων ιατρών, αλλά σε "προωρότητα κάτω των 28 βδομάδων, σε περιγεννητική ασφυξία, σε ΙΣΑΔ, σε αναπνευστική ανεπάρκεια και σε εγκεφαλική αιμορραγία".
Σύμφωνα με αυτά που προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη και τις παραπάνω παραδοχές των ανωτέρω αποφάσεων 302/2009 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και 1609/2009 του Αρείου Πάγου : 1) τα περιστατικά αμελείας που αποδίδονται στον καταδικασθέντα αιτούντα ιατρό Χ, δεν ταυτίζονται με εκείνα που αποδίδονται στο συγκαταδικασθέντα συγκατηγορούμενό του αναιρεσείοντα ιατρό. Από τον Άρειο Πάγο, κρίθηκε με την 1609/2009 απόφαση ότι υπάρχει ελλιπής και ασαφής αιτιολογία της προσβληθείσας αποφάσεως μόνον ως προς την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα ιατρό αμέλεια και δεν κρίθηκε ταυτόχρονα και η σε διαφορετικά περιστατικά αποδιδόμενη αμέλεια του αιτούντος ιατρού. Άρα ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, όπως προβλήθηκε και έγινε δεκτός από τον Άρειο Πάγο, αφορά αποκλειστικά και προσωπικά στον αναιρεσείοντα ιατρό και επειδή δε νοείται συμμετοχή στην αμέλεια, ούτε συγκαταδικάσθηκαν οι δύο κατηγορούμενοι ιατροί για συμμετοχή του ενός στην αμέλεια του άλλου, το επωφελές αποτέλεσμα του ενδίκου μέσου αναιρέσεως που μόνος άσκησε ο πρώτος κατηγορούμενος, δε μπορεί να επεκταθεί και στον αιτούντα συγκαταδικασθέντα ιατρό. Αντίθετα όμως, κατά το δεύτερο σκέλος της αιτιολογίας αναιρέσεως, ο Άρειος Πάγος με την άνω 1609/2009 απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε κατά τα παραπάνω, προβληθείσες με την αίτηση αναιρέσεως, εκτός από ασάφειες και έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της προσβληθείσας αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, ως προς τα στοιχεία της προαναφερθείσας αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ιατρού Ζ, ασάφειες και αντιφάσεις και ως τα αίτια του επελθόντος μετά 7 ημέρες θανάτου των δύο προώρως, χωρίς καισαρική τομή, γεννηθέντων νεογνών της πολιτικώς ενάγουσας, (προωρότητα ή περιγεννητική ασφυξία ή οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια και εγκεφαλική αιμορραγία, κατά τις παραδοχές του Εφετείου), δημιουργουμένης αμφισβητήσεως, ως προς τα ακριβή αίτια αυτά και ιδία ως προς τη δυνατότητα αντιμετωπίσεως της καταστάσεως της προωρότητας και τις σοβαρές πιθανότητες επιβίωσης που είχαν τα δύο νεογνά, μέχρι βεβαιότητας, αν η γέννησή τους είχε επιτευχθεί με καισαρική τομή, στην οποία κατηγορούνται ότι δεν προέβησαν οι κατηγορούμενοι. Ο κατά το ανωτέρω σκέλος λόγος αναιρέσεως, που έγινε δεκτός, δεν αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος πρώτου κατηγορουμένου ιατρού. Το Δικαστήριο όμως του Αρείου Πάγου παρέλειψε ν' αποφανθεί για το επεκτατικό αποτέλεσμα του ως άνω ασκηθέντος ενδίκου μέσου της αναιρέσεως και στον μη ασκήσαντα αναίρεση και μη παρεμβάντα στη δίκη αιτούντα. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, το επωφελές για τον αναιρεσείοντα αποτέλεσμα του ενδίκου μέσου της από 16-4-2009 αιτήσεως αναιρέσεως, που μόνος άσκησε ο πρώτος κατηγορούμενος ιατρός, πρέπει, κατ'άρθρο 469 του ΚΠοινΔ, να επεκταθεί και στον αιτούντα, μη ασκήσαντα αναίρεση, συγκατηγορούμενο και συγκαταδικασθέντα ιατρό Χ. Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση συμπληρώσεως, να γίνει δεκτό, ότι ο ήδη μη αναιρεσείων αιτών κατηγορούμενος, ωφελείται από την ασκηθείσα και γενόμενη δεκτή από 16-4-2009 αίτηση αναιρέσεως του συγκατηγορουμένου του Ζ.
Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει τώρα, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται, για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όμως όχι πέρα των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδάφ. β', 370 στοιχ. β' και 511 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας την συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλομένη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή, για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, και περιέχεται σ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ. 2 και 509, ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την αναιρεθείσα ως άνω 302/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή για την οποία καταδικάσθηκε και ο αιτών φέρεται ότι τελέσθηκε στις 20 και 21-10-2001. Από το χρόνο, όμως, αυτό της τελέσεως της πράξεως μέχρι την έκδοση της παρούσας αποφάσεως, παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της οκταετίας, δηλαδή ο πενταετής χρόνος της παραγραφής πλημμελημάτων και εκείνος της αναστολής της, που είναι τριετής. Έτσι το αξιόποινο της ανωτέρω πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, κατά συρροή, που είναι κατ'άρθρο 302 ΠΚ πλημμέλημα, έχει εξαλειφθεί λόγω παραγραφής. Πρέπει συνεπώς, μετά την εφαρμογή του παραπάνω αναιρετικού επεκτατικού αποτελέσματος της ως άνω αποφάσεως του Αρείου Πάγου, να μην παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο δικάσαν Τριμελές Εφετείο Πατρών, αλλά να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αιτούντος κατηγορουμένου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συμπληρώνει την 1609/2009 απόφασή του.
Επεκτείνει το αναιρετικό αποτέλεσμα της ανωτέρω αποφάσεως και στον καταδικασθέντα αιτούντα Χ.
Παύει οριστικά την κατά του Χ ποινική δίωξη για το ότι: στην ... στις 20 και 21-10-2001, από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε σύμφωνα με τους κανόνες που ρυθμίζουν την άσκηση ορισμένου επαγγέλματος και τις κρατούσες συνθήκες, στον οικείο τομέα δραστηριότητας του και μπορούσε να καταβάλει σύμφωνα με τις προσωπικές του ικανότητες, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προξένησε η πράξη του και προξένησε το θάνατο άλλων. Ειδικότερα, αυτός, ως πτυχιούχος ιατρικής, έμμισθος μεταπτυχιακός υπότροφος και υποψήφιος διδάκτορας στην Πανεπιστημιακή Γυναικολογική Κλινική του ΠΠΓΝ ..., ευθύνεται για το θάνατο των δύο διδύμων νεογνών της εγκαλούσας Ψ, διότι τελών υπό την εποπτεία και τις εντολές του Διευθυντή της άνω κλινικής γυναικολόγου καθηγητή ιατρού Ζ, ανέλαβε την παρακολούθηση της παραπάνω εγκύου και την αντιμετώπιση των προβλημάτων της εγκυμοσύνης της κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στο παραπάνω νοσοκομείο, χωρίς να έχει λάβει ακόμα την ειδικότητα γιατρού γυναικολόγου και άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, αλλά όντας απλώς πτυχιούχος της Ιατρικής, χωρίς δηλαδή να έχει εξειδικευμένες γνώσεις και ικανότητες, με συνέπεια να μην μπορεί να διαγνώσει τη σοβαρότητα της κατάστασης της παραπάνω πολιτικώς ενάγουσας και να ενημερώσει για την ακριβή κατάσταση της κύησης τον παραπάνω πρώτο κατηγορούμενο, θεράποντα ιατρό της, ο οποίος απουσίαζε, ώστε αυτή να τύχει της ενδεδειγμένης ιατρικής αντιμετώπισης, με αποτέλεσμα η ανωτέρω έγκυος να οδηγηθεί σε πρόωρο τοκετό και τα γεννηθέντα προώρως κατά την 14-10-2001 δύο νεογνά, να παρουσιάσουν σοβαρά προβλήματα και κυρίως οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια, συνεπεία των οποίων επήλθε ο θάνατός τους κατά την 20 και 21-10-2001 αντίστοιχα, τα οποία όμως εάν είχε λάβει χώρα η προσεκτική ιατρική παρακολούθηση και θεραπεία της εγκαλούσας, θα είχαν αποφευχθεί και έτσι δεν θα επερχόταν ο θάνατος αυτών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση συμπληρώσεως αποφάσεως, λόγω εφαρμογής επεκτατικού αποτελέσματος. 469 ΚΠΔ. 1) Ο λόγος αναιρέσεως, όπως προβλήθηκε και έγινε δεκτός από τον Άρειο Πάγο, κατά το πρώτο σκέλος του, ελλιπούς αιτιολογίας ως προς την αμέλεια του αναιρεσείοντος στις αποδοθείσες δύο ανθρωποκτονίες από αμέλεια, δεν είναι αντικειμενικός, αλλ' αφορά αποκλειστικά και προσωπικά στον αναιρεσείοντα ιατρό και επειδή δε νοείται συμμετοχή στην αμέλεια, ούτε συγκαταδικάσθηκαν οι δύο κατηγορούμενοι ιατροί για συμμετοχή του ενός στην αμέλεια του άλλου, το επωφελές για τον αναιρεσείοντα αποτέλεσμα του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της αναιρέσεως που μόνος άσκησε, δε μπορεί να επεκταθεί στον αιτούντα συγκαταδικασθέντα ιατρό. 2) Ο λόγος όμως αναιρέσεως, που έγινε δεκτός, κατά το σκέλος του αιτιώδους συνδέσμου και των αιτίων του θανάτου των δύο νεογνών, δεν αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος πρώτου κατηγορουμένου ιατρού, αλλά είναι αντικειμενικός. Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου παρέλειψε ν' αποφανθεί για το επεκτατικό αποτέλεσμα του ως άνω ασκηθέντος από τον συγκατηγορούμενό του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως και στον μη ασκήσαντα αναίρεση και μη παρεμβάντα στη δίκη αιτούντα. Επομένως, το επωφελές για τον αναιρεσείοντα αποτέλεσμα του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως που μόνος άσκησε ο πρώτος κατηγορούμενος, πρέπει, κατ' άρθρο 469 του ΚΠΔ, να επεκταθεί και στον αιτούντα, μη ασκήσαντα αναίρεση, συγκατηγορούμενό και συγκαταδικασθέντα ιατρό. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση συμπληρώσεως, να γίνει δεκτό ότι ο ήδη μη αναιρεσείων αιτών κατηγορούμενος, ως συμμέτοχος στην τέλεση των άνω πράξεων δύο ανθρωποκτονιών από αμέλεια, ωφελείται από την ασκηθείσα και γενόμενη δεκτή αίτηση αναιρέσεως του συγκατηγορουμένου του και να αναιρεθεί και ως προς αυτόν η καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς και μετά, λόγω παρόδου μέχρι σήμερα οκταετίας, να μην παραπεμφθεί η υπόθεση, αλλά να παύσει οριστικά η κατ' αυτού ποινική δίωξη.
|
Επεκτατικό αποτέλεσμα
|
Αποφάσεως διόρθωση, Επεκτατικό αποτέλεσμα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1430/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Σωτηρίου και Αναστάσιο Γκούσκο περί αναιρέσεως της 3095/2009 αποφάσεως Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 436/10.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 380 παρ.1 του ΠΚ, "όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της ληστείας, με το οποίο προσβάλλεται η προσωπική ελευθερία, συγχρόνως δε και η ιδιοκτησία, απαιτείται η άσκηση παράνομης βίας κατά προσώπου ή η εκδήλωση απειλών ενωμένων με άμεσο κίνδυνο κατά του σώματος ή της ζωής και ταυτόχρονη αφαίρεση κινητού πράγματος ολικώς ή μερικώς ξένου ή, εναλλακτικώς, ο εξαναγκασμός προς παράδοση του πράγματος με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση Είναι έγκλημα σύνθετο, αποτελούμενο από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής και της παράνομης βίας, η οποία, ως μέσον, άγει στην ικανοποίηση του σκοπού. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 308 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική
κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση τριών ετών. Αν η κάκωση ή η βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι εντελώς ελαφρά, τιμωρείται με φυλάκιση το πολύ έξι μηνών ή με χρηματική ποινή, και να είναι ασήμαντη τιμωρείται με κράτηση ή πρόστιμο". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της απλής σωματικής βλάβης διαβαθμίζεται, αναλόγως της σπουδαιότητάς της, σε απλή, σε εντελώς ελαφρά, η οποία χωρίς να είναι εντελώς επουσιώδης, έχει όλως επιπόλαιες συνέπειες, και σε ασήμαντη, η οποία είναι αυτή που έχει ήπιες συνέπειες. Τέλος κατά μεν το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 2168/1993 "όπλα θεωρούνται επίσης τα αντικείμενα που είναι πρόσφορά για επίθεση ή άμυνα και ιδιαίτερα... β) μαχαίρια κάθε είδους, εκτός εκείνων που η κατοχή τους δικαιολογείται για οικιακή ή επαγγελματική ή εκπαιδευτική χρήση, τέχνη, θήρα, αλιεία ή άλλη συναφή χρήση", κατά δε το άρθρο 10 παρ. 3 και 13 β του ίδιου νόμου, τιμωρείται με την στην άνω διάταξη προβλεπόμενη ποινή, όποιος φέρει όπλο (οπλοφορία) χωρίς την άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής του.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 23 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Ποιν.Δ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του εφαρμόσθηκε, Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε κάθε παραδοχή, Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3095/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, κηρύχθηκε ένοχος για ληστεία από κοινού, απλή σωματική βλάβη από κοινού και παράνομη οπλοφορία και του επεβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και τεσσάρων (4) μηνών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 20.30 ώραν περίπου της 10ης Μαρτίου 2002 και ενώ η Ρωσικής υπηκοότητας μάρτυς ... ευρίσκετο στην επί της οδού ... του ... κειμένην οικίαν της, η οποία είναι ισόγειο διαμέρισμα πολυκατοικίας, μαζί με τον συνεργάτη και φίλο της ..., εκτύπησε το κουδούνι του διαμερίσματός της και όταν αυτή άνοιξε την πόρτα, εισέβαλαν εντός του διαμερίσματος ο κατηγορούμενος και 2 φίλοι του, εκ των οποίων ο ένας ονομάζεται ... και ο άλλος ..., αγνώστων λοιπών στοιχέιων και άρχισαν με την απειλή μαχαιριού το οποίο έφερε ο κατηγορούμενος παρανόμως και χωρίς την άδεια της αρμόδιας Αστυνομικής Αρχής, να ζητούν από την ... και τον φίλον της ..., να τους δώσουν όσα χρήματα είχαν. Όταν δε οι 2 τελευταίοι απήντησαν ότι δεν είχαν χρήματα, τότε ο κατηγορούμενος και οι 2 φίλοι του επετέθησαν στον ..., τον εκτύπησαν με γροθιές στο πρόσωπο, με αποτέλεσμα να προκαλέσουν τραύμα στο αριστερό μάτι του και με την χρήση της εν λόγω βίας αφήρεσαν από την κατοχή του ιδίου και ειδικότερα από την τσέπη του υποκαμίσου του το χρηματικό ποσόν των 3000€, το οποίο ιδιοποιήθηκαν παρανόμως και έσπευσαν να εξαφανισθούν. Περίοικοι όμως, αντιληφθέντες το επεισόδιο, συνεκράτησαν τον αριθμό, ..., του ΙΧΕ αυτοκινήτου με το οποίο διέφυγαν οι δράστες και τον έδωσαν στην .... Αυτή κατήγγειλε το γεγονός στην Αστυνομία την ίδιαν ημέραν, ανέφερε και τον αριθμό του αυτοκινήτου, το οποίο ανήκε στην μητέρα του κατηγορουμένου και εν τέλει, όταν ο κατηγορούμενος συνελήφθη την 8ην Ιουλίου 2002, κληθείσα η ... την επομένην ημέραν στην Υπο/νση Ασφ. Δυτ. Αττικής, ανεγνώρισε με απόλυτη βεβαιότητα, μεταξύ των τεσσάρων υποδειχθέντων σε εκείνην προσώπων, τον κατηγορούμενον ως τον δράστην των διωκομένων στην προκειμένην περίπτωση εγκλημάτων". Με αυτά που δέχθηκε το άνω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες, ως άνω, ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Η ειδικότερη αντίθεση αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκτίθενται τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προέκυψαν και από τα οποία επείσθη το Δικαστήριο ότι ετελέσθη η πράξη της ληστείας, είναι αβάσιμη, διότι από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική κρίση του, αφού έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα αναγνωσθέντα πρακτικά και απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά (του κατηγορουμένου εκπροσωπουμένου δια συνηγόρου μη απολογηθέντος), προκύπτουν σαφώς τα αποδεικτικά αυτά μέσα στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, δεν απαιτείτο δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, μνεία από ποία εξ αυτών προέκυψε η κάθε παραδοχή. Με τις λοιπές αιτιάσεις προβάλλεται αντίθεση αποδεικτικού μέσου (καταθέσεως μάρτυρα) προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αποφάσεως, οι οποίες όμως, δεν αποτελούν αναιρετική πλημμέλεια, αλλά υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι εντεύθεν απορριπτέες ως απαράδεκτες, Επομένως ο πρώτος κατά το αντίθετο προς τα' ανωτέρω μέρος του, λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Ποιν.Δ, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την κρίση για την ενοχή του αναιρεσείοντος και ως προς τα αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 82 παρ.2 εδ. τελευταίο του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 13 παρ.1 του Ν.2721/1999, η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα τρία, μπορεί, με απόφαση του δικαστηρίου ειδικά αιτιολογημένη, να μετατραπεί σε χρηματική, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η μετατροπή αρκεί για να απότρεψε ι το δράστη από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων. Εξάλλου, αν υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον κατηγορούμενο και το δικαστήριο της ουσίας απορρίψει αυτό, πρέπει να αιτιολογήσει την απόρριψη ειδικώς και εμπεριστατωμένως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, διαφορετικά, αν αναιτιολόγητα απορρίψει το ως άνω αίτημα, ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος. Πρέπει, όμως, το ως άνω αίτημα να προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του, ήτοι εκείνα εκ των οποίων προκύπτει ότι αρκεί η μετατροπή για να απότρεψει το δράστη από την τέλεση άλλων πράξεων και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την μετατροπή ή ο χαρακτηρισμός, με τον οποίο είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ο συνήγορος που εκπροσωπούσε τον κατηγορούμενο, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου ζήτησε "να επιβληθεί στον κατηγορούμενο το ελάχιστο της ποινής και την μετατροπή της". Το αίτημα αυτό μετατροπής της ποινής έτσι που προβλήθηκε, χωρίς την επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών, από τα οποία, αν προκύπτει ότι η μετατροπή της ποινής αρκεί για να αποτρέψει τον κατηγορούμενο από την τέλεση αξιοποίνων πράξεων, ήταν αόριστο το δε Δικαστήριο δεν υποχρεούτο να απαντήσει σ' αυτό. Παρά ταύτα το Δικαστήριο μετά την επιβολή της προαναφερθείσης ποινής, εξέτασε το αίτημα και το απέρριψε με την εξής αιτιολογία. "Επειδή κατά την κρίση του Δικαστηρίου η χρηματική ποινή δεν αρκεί για να αποτρέψει του κατηγορούμενο από την τέλεση άλλων αξιόποινών πράξεων, επομένως το αίτημα αυτό περί μετατροπής της ποινής του σε χρηματική, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο".
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Ποιν.Δ πρώτος κατά το αντίθετο προς τα' ανωτέρω μέρος του λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος για την μετατροπή της ποινής φυλακίσεως σε χρηματική ποινή, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369 παρ. 1 και 3 και 371 παρ. 3 εδ, β' Κ.Ποιν.Δ σαφώς προκύπτει ότι μετά την κήρυξη ενόχου του κατηγορουμένου γίνεται αμέσως συζήτηση περί της ποινής και της μετατροπής, κατά την οποία ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να λάβει το λόγο τελευταίος, άλλως επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ'του Κ.Ποιν.Δ, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την περί ενοχής απόφαση του Δικαστηρίου, δόθηκε από τον Πρόεδρο, ο λόγος στον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να επιβληθούν στον κατηγορούμενο, για τις πράξεις που κηρύχθηκε ένοχος, η ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών για τη ληστεία, πέντε (5) μηνών για την απλή σωματική βλάβη και πέντε (5) μηνών για την παράνομη οπλοφορία. Μετά ταύτα, δόθηκε ο λόγος από τον Πρόεδρο στο συνήγορο που εκπροσωπούσε τον κατηγορούμενο, ο οποίος "ζήτησε να επιβληθεί στον κατηγορούμενο το ελάχιστο της ποινής και την μετατροπή της". Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ δεύτερος, κατά το ένα μέρος του, λόγος της ένδικης αιτήσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα με την ειδικότερη αιτίαση ότι δεν δόθηκε τελευταία ο λόγος στον συνήγορο του αναιρεσείοντος πριν αποφασίσει το δικαστήριο για την μετατροπή ή μη της ποινής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος και κατά το έτερο μέρος του πρέπει να απορριφθεί ο άνω δεύτερος λόγος αναιρέσεως, διότι απαραδέκτως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω ελλείψεως ακροάσεως του Εισαγγελέα ως προς την μετατροπή ή μη της ποινής διότι δεν του παρέχεται τέτοιο δικαίωμα, να προβάλει δηλαδή λόγο αναιρέσεως για τυχόν μη ακρόαση του Εισαγγελέα, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 171 παρ. 1 εδ. δ Κ.Ποιν.Δ. Άλλωστε, κατά τα προεκτεθέντα δεν υποβλήθηκε κατά τρόπο ορισμένο αίτημα μετατροπής της ποινής, το δε Δικαστήριο εκ περισσού ασχολήθηκε με τη μη μετατροπή της ποινής που επιβλήθηκε. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-1-2010 αίτηση του ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 3095/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ληστεία, σωματική βλάβη και παράνομη οπλοφορία, Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και απόλυτης ακυρότητας για παράβαση των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορούμενου και των δικαιωμάτων που του παρέχονται από τα άρθρα 369 § 3 και 371 § 3 εδ. β ΚΠΔ. Απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως για ακύρωση εκ της μη ακροάσεως του Εισαγγελέως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ληστεία, Οπλοφορία, Σωματική βλάβη απλή.
| 2
|
Αριθμός 1429/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Συμπεθέρου, περί αναιρέσεως της 1171/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αγρινίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, μετά των από 26 Απριλίου 2010 προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 382/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 358 ΠΚ, "όποιος κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής, που του την έχει επιβάλει ο νόμος και έχει αναγνωρίσει, έστω και προσωρινά, το δικαστήριο, με τρόπο τέτοιο, ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκαστεί να δεχθεί βοήθεια άλλων, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβίασης της υποχρεώσεως για διατροφή απαιτείται δεδηλωμένη παράλειψη του φερόμενου ως υπόχρεου προς διατροφή, προβλεπόμενη από το νόμο και αναγνωρισμένη με δικαστική απόφαση, έστω και προσωρινώς που διατηρεί την ισχύ της και οφειλόμενη σε κακοβουλία, δηλαδή στην ενδιάθετη βούληση μη συμμορφώσεως του δράστη προς την υποχρέωση, από κακεντρέχεια ή κακή θέληση, παρότι είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει το χρηματικό ποσό που επιδικάσθηκε για την κάλυψη των αναγκών επιβιώσεως του δικαιουμένου προσώπου για το προσδιορισμένο χρονικό διάστημα. Στο δόλο του δράστη περιλαμβάνεται και η γνώση της περί διατροφής υποχρεώσεως βάσει δικαστικής αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και τυπική επίδοση σε αυτόν της αποφάσεως με δικαστικό επιμελητή και γνώση ότι ο δικαιούχος θα περιέλθει σε στερήσεις ή θα αναγκασθεί να δεχθεί τη βοήθεια άλλων για τη διατροφή του. Η οικονομική δυνατότητα του υπόχρεου κρίνεται εν αναφορά προς την οικονομική κατάσταση και την επαγγελματική δραστηριότητά του. Η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου δεσμεύει το ποινικό δικαστήριο περί της υπάρξεως υποχρεώσεως διατροφής, πλην όμως τούτο ερευνά το κύρος και την ισχύ της αποφάσεως κατά το άρθρο 60 παρ.1 του ΚΠοινΔ, σε συνάρτηση με το χρόνο της παραβιάσεως της υποχρεώσεως διατροφής, όχι όμως και την ορθότητα της.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ, η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, δηλαδή, δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωση του, ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων μεταξύ τους καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚποινΔ. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1171/2009 απόφαση, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για από κακοβουλία παραβίαση της υποχρεώσεως διατροφής, και την μ'αυτήν συμπροσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφαση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αγρινίου, που την εξέδωσε, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, ως προς την ουσία της υποθέσεως, ως προς τους προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς και τα υποβληθέντα αιτήματα του κατηγορουμένου, ότι από την εκτίμηση των μνημονευομένων σε αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Κατά το άρθρο 171 παρ. Ιβ' ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει και η μη τήρηση των διατάξεων που αφορούν την κίνηση της ποινικής διώξεως. Κατά δε το άρθρο 173 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας, μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο ενώ κατά το επόμενο άρθρο 174 παρ.1 και 2, ακυρότητα του κλητήριου θεσπίσματος στο ακροατήριο που δεν προτάθηκε από τον κατηγορούμενο που εμφανίστηκε, καλύπτεται. Κατά το άρθρο 176 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο -και της κύριας και της προπαρασκευαστικής- το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, συνάγεται ότι, προταθείσα δι' ενστάσεως η απόλυτη ακυρότητα του κλητήριου θεσπίσματος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κριθείσα δε και απορριφθείσα, καλύπτεται δια της κρίσεως επ' αυτής, ώστε η επαναφορά του ζητήματος ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έχει ανάγκη λόγου εφέσεως κατά της πρωτόδικης απορριπτικής αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αρ. 3681/2005 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ισχυρισμό (ένσταση) ακυρότητας της διαδικασίας και του κατ' αυτού κλητήριου θεσπίσματος για τους αναφερόμενους λόγους. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε με την ως άνω απόφαση. Κατά της ως άνω αποφάσεως ο κατηγορούμενος άσκησε την προαναφερόμενη υπ' αρ. 353/18-11-2005 έφεση ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα στην οποία δεν προέβαλε με λόγο εφέσεως την ακυρότητα της διαδικασίας και του κλητήριου θεσπίσματος. Τον επανέφερε δε στο παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο ακροατήριο προσθέτοντας και άλλους λόγους. Κατ' ακολουθίαν εφόσον δεν προέβαλε με λόγο εφέσεως την ακυρότητα της διαδικασίας και του κλητήριου θεσπίσματος, ο σχετικός ισχυρισμός (ένσταση) πρέπει να απορριφθεί ως απαραδέκτως προβληθείς. Περαιτέρω όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας εμφανίστηκε η Ψ, η οποία ως ασκούσα την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων της, δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα και ζήτησε να της επιδικαστεί το ποσό των σαράντα τεσσάρων ευρώ με επιφύλαξη κάθε άλλου δικαιώματος της, πέραν του ως άνω ποσού, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπραξία του κατηγορουμένου για την οποία κατηγορείται.
Συνεπώς άσκησε την πολιτική αγωγή ως ασκούσα την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων τους και για λογαριασμό αυτών. Κατά της παράστασης της πολιτικής αγωγής δεν προβλήθηκε καμία αντίρρηση. Στη συνέχεια εξετάστηκε η ίδια ως μάρτυρας και ο κατηγορούμενος υποχρεώθηκε να της καταβάλει (προφανώς έστω και εάν δεν το μνημονεύει ρητά η προσβαλλόμενη απόφαση με την ιδιότητα με την οποία παρέστη) ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 44 ευρώ. Στην παρούσα δικάσιμο εμφανίστηκε η ίδια ως άνω Ψ και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα, όπως και πρωτοδίκως, ζητώντας να της επιδικαστεί το ποσό των σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ με επιφύλαξη κάθε άλλου δικαιώματος της, πέραν του ως άνω ποσού, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπραξία του κατηγορουμένου για την οποία κατηγορείται αυτός. Διόρισε δε πληρεξούσιο δικηγόρο της τον παρόντα εν ενεργεία δικηγόρο, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αγρινίου, Παναγιώτη Παπαχρήστο. Έτσι η εγκαλούσα παρίσταται με την ιδιότητα της ως ασκούσα την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων της και με αυτή την ιδιότητα της θα κριθεί η πολιτική αγωγή που άσκησε. Περαιτέρω το δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 68 παρ. 2 ΠΚ, αφού με την υπ' αρ. 1636/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η υπ' αρ. 1029/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως (προκείμενη περίπτωση).
Συνεπώς, εκτός άλλων, δεν πρόκειται για αθωωτική ή καταδικαστική απόφαση προκειμένου να ερευνηθεί εάν πρέπει να διαταχθεί η δημοσίευσή της. Κατόπιν τούτου πρέπει να απορριφθούν οι προβαλλόμενες σχετικές ενστάσεις (ισχυρισμοί) του κατηγορουμένου.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στο ... ο κατηγορούμενος κατά το παρακάτω αναφερόμενο χρονικό διάστημα με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα που τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές. Συγκεκριμένα με την υπ' αρ. 9/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου (Ειδική Διαδικασία) που εκδόθηκε επί της από 25-2-2003 (αρ. εκ. καταθ. 115/2003) αγωγής, ο κατηγορούμενος υποχρεώθηκε να καταβάλει στην τότε ενάγουσα και νυν εγκαλούσα Ψ για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων τους, ... και ..., το συνολικό ποσό των επτακοσίων είκοσι (720) ευρώ μηνιαίως, για διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής, προκαταβαλλόμενο εντός των πρώτων πέντε ημερών κάθε μήνα, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση της κάθε παροχής. Το ως άνω δε δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου) κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως ο κατηγορούμενος άσκησε την από 6-2-2004 (αρ. εκ. καταθ. 32/2004) έφεση του επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 296/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία το δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, δέχθηκε και εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο και νυν κατηγορούμενο να καταβάλει στην ενάγουσα και νυν εγκαλούσα, ως οριστική διατροφή των ανήλικων τέκνων τους ... και ..., το ποσό των 350 ευρώ το μήνα για το πρώτο από αυτά και το ποσό των 330 ευρώ το μήνα για το δεύτερο από αυτά, μέσα στο πρώτο πενθήμερο, εκτός άλλου και για το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 5-7-2004 έως 5-3-2005. Το παρόν δικαστήριο δεσμεύεται από τις ως άνω αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων ως προς την ύπαρξη υποχρέωσης της διατροφής, πλην όμως ερευνά, κατ' άρθρο 60 ΚΠΔ, το κύρος αυτών, αφού αυτές αποτελούν στοιχείο των αποδιδόμενων στον κατηγορούμενο πράξεων, όχι όμως και την ορθότητα των τελευταίων. Περαιτέρω ακριβές αντιπεφωνημένο αντίγραφο του πρώτου απογράφου εκτελεστού της προαναφερόμενης υπ' αρ.9/2004 αποφάσεως με την κάτωθι αυτού επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε στον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος όμως, ενώ έλαβε γνώση και της προαναφερόμενης εφετειακής αποφάσεως δεν κατέβαλε την οφειλόμενη κατά τα ως άνω διατροφή για το χρονικό διάστημα από 5 Ιουλίου 2004 έως 5 Μαρτίου 2005, αφού η υποχρέωση προς διατροφή δεν παύει και η παραβίαση της από μέρους του υπόχρεου πληροί την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της παραβιάσεως της υποχρεώσεως προς διατροφή και στην περίπτωση που κατόπιν ασκήσεως εφέσεως και εξαφανίσεως της πρωτόδικης απόφασης του πολιτικού δικαστηρίου, μειώνεται απλώς το ύψος της οφειλόμενης διατροφής για το επίδικο χρονικό διάστημα. Συγκεκριμένα δεν κατέβαλε το συνολικό ποσό των 6.120 (= 9 μήνες Χ 350 + 9 μήνες Χ 330 ευρώ) ευρώ, υποχρεώνοντας τα δικαιούμενα της διατροφής-τέκνα του να υποστούν στερήσεις σε σχέση με τις συνθήκες της καθημερινής τους ζωής, αφού μετακόμισαν σε μικρότερη οικία, και να αναγκασθούν να ζητήσουν δια της νομίμου εκπροσώπου τους-μητέρα τους και να δεχθούν την οικονομική βοήθεια του πάππου τους από τη μητρική γραμμή και φίλων της οικογένειας. Ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε την πιο πάνω διατροφή, καθ' οιονδήποτε νόμιμο τρόπο, παρότι είχε, κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα, την οικονομική δυνατότητα προς τούτο, αφού είναι πολιτικός μηχανικός και αναλάμβανε τεχνικά έργα στο ..., στο ... και στη ..., είχε δική του επιχείρηση (κουφώματα-μονωτικά υλικά) στην οποία απασχολούσε προσωπικό, και δεν αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, ώστε δεν μπορεί να αποδοθεί η μη καταβολή σε οικονομική του αδυναμία. Συγκεκριμένα είχε 4 φορτηγά αυτοκίνητα, ένα ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο, ένα ελαιοστάσιο και το ετήσιο εισόδημα του ανερχόταν σε ποσό ανώτερο των 27.000 ευρώ. Το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για την υπό κρίση υπόθεση από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και συνεπώς δεν συντρέχει λόγος αναβολής της υπόθεσης για κρείσσονες αποδείξεις. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, απορριπτόμενων των ισχυρισμών του κατηγορουμένου, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος (ο κατηγορούμένος) των αποδιδόμενων σ' αυτόν με το κλητήριο θέσπισμα πράξεων, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας".
Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της παραβιάσεως της υποχρεώσεως προς διατροφή κατά συρροή, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27, 94, 98, 358 ΠΚ, τις οποίες εφήρμοσε ορθά χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος στην αιτιολογία της αποφάσεως : 1) Προσδιορίζεται με πληρότητα και σαφήνεια, α) η μη καταβολή στα δύο ανήλικα τέκνα του κατηγορουμένου βεβαιωμένης δικαστικά διατροφής από το νόμο για το επίδικο χρονικό διάστημα, β) η μη καταβολή της διατροφής, παρότι ο κατηγορούμενος είχε την οικονομική δυνατότητα, γ) ότι τα ανήλικα τέκνα, από τη μη καταβολή της διατροφής τους, υπέστησαν στερήσεις σε σχέση με τις συνθήκες της καθημερινής ζωής τους και αναγκάσθηκαν να ζητήσουν και να δεχθούν οικονομική βοήθεια από τον από μητέρα παππού τους και από άλλους φίλους της οικογένειας τους, δ) ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος σε βάρος των δύο ανηλίκων τέκνων του. κατηγορουμένου, 2) Αιτιολογείται επαρκώς η από το νόμο υποχρέωση του κατηγορουμένου προς διατροφή των δύο ανηλίκων τέκνων του, η αναγνώριση της υποχρεώσεως και η καταδίκη του κατηγορουμένου να καταβάλλει ως διατροφή τα αναφερόμενα στην απόφαση κατά μήνα χρηματικά ποσά, για το χρονικό διάστημα, από 5-7-2004 έως 5-3-2005, με βάση την 9/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, που είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή και είχε επιδοθεί αντίγραφο πρώτου απογράφου εκτελεστού αυτής στον κατηγορούμενο (στις 22-1-2004) και με βάση την 296/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών, που μετά εξαφάνιση της άνω πρωτόδικης αποφάσεως, υποχρέωσε τον εναγόμενο - κατηγορούμενο να καταβάλλει για το άνω αγωγικό διάστημα μικρότερα κατά μήνα ποσά, από 720 ευρώ σε 680 ευρώ ( 350+ 330 αντίστοιχα για κάθε τέκνο), ποσά για τα οποία και καταδικάστηκε, χωρίς να σημαίνει ότι, λόγω δημοσιεύσεως της άνω αποφάσεως του Εφετείου Πατρών στις 31-3-2005, δε θεμελιώνεται το ανωτέρω αδίκημα για τον άνω προγενέστερο χρόνο, αφού η παραπάνω πρωτόδικη απόφαση, πριν εξαφανισθεί, παρήγαγε ενέργεια και υποχρέωση του κατηγορουμένου σε καταβολή, ως κηρυχθείσα προσωρινά εκτελεστή και μη ανασταλείσα. Με τις παραδοχές δε στο αιτιολογικό περί οφειλής και μη καταβολής των ανωτέρω επιδικασθέντων ποσών διατροφής στα ανήλικα τέκνα, εμμέσως αιτιολογείται εκ του πράγματος και απορρίφθηκε ο προβληθείς, με την απολογία του, αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός του κατηγορουμένου, περί υπερκαλύψεως και εξοφλήσεως δια πλειστηριασμού ακινήτου του των οφειλομένων ποσών διατροφής, κατατεθέντος του πλειστηριάσματος με γραμμάτια που παρέλαβε η μητέρα των ανηλίκων. 3) Κατά τις άνω παραδοχές, ο κατηγορούμενος, από κακοβουλία δεν κατάβαλε την επίδικη διατροφή έχων την οικονομική δυνατότητα, ούτε έχει εξοφλήσει με οποιοδήποτε τρόπο (με πλειστηριασμό ακινήτου του) το επιδικασθέν ποσό, καίτοι αυτός (εναγόμενος - κατηγορούμενος), έλαβε γνώση και της 296/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών και δεν απαιτείτο και τυπική επίδοση σε αυτόν της αποφάσεως με δικαστικό επιμελητή, για να ανακύψει η υποχρέωση του διατροφής και να πραγματωθεί το αδίκημα αυτό, αφού του είχε επιδοθεί πρώτο απόγραφο εκτελεστό της πρωτόδικης προσωρινά εκτελεστής αποφάσεως, ενώ το ποινικό Δικαστήριο δεν είχε εξουσία να ερευνήσει την ορθότητα ή μη των άνω αποφάσεων των πολιτικών δικαστηρίων. 4) Με ειδική και επαρκή αιτιολογία απαντήθηκε και απορρίφθηκε (βλ. φύλλο 97 β πρακτικών), το εκ μέρους του κατηγορουμένου υποβληθέν αίτημα (βλ. φύλλο 3 και 4 πρακτικών), να ζητήσει το Δικαστήριο και να λάβει, κατ'άρθρο 681 Γ παρ.3 του Κώδ. Πολιτ. Δικονομίας, "την άποψη των δύο ανηλίκων τέκνων του", ορθά εκτιμηθέν ως αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις, αφού η κατά το άνω άρθρο 681 Γ παρ.3 του Κώδ. Πολιτ. Δικονομίας διαδικασία λήψεως υπόψη της γνώμης των ανηλίκων τέκνων, προβλέπεται μόνο στην πολιτική δίκη αναθέσεως της γονικής μέριμνας- επιμέλειας των τέκνων και από καμία διάταξη δεν προβλέπεται στην ποινική δίκη παραβιάσεως της υποχρεώσεως προς διατροφή των ανηλίκων τέκνων. 5) Ορθά καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος κατά συρροή, (άρθρο 94 ΠΚ), για δύο αξιόποινες πράξεις παραβίασης υποχρεώσεως διατροφής, μία για κάθε ανήλικο τέκνο του και εξειδικεύονται στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικός σαφήνεια κατά χρόνο (από 5-7-2004 έως 5-3-2005) και κατά ποσά οφειλόμενης μηνιαίας διατροφής (350 ευρώ για την ανήλικη κόρη τους ... και 330 ευρώ για τον ανήλικο υιό τους ...), οι δύο αυτές αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε και τιμωρήθηκε με ποινές φυλακίσεως 3 μηνών για καθεμία. 6) Το Δικαστήριο απάντησε και δη πλήρως αιτιολογημένα (βλ. φύλλο 93 β πρακτικών) και ορθά απέρριψε ως μη νόμιμο το παρά του κατηγορουμένου υποβληθέν στο ακροατήριο αίτημα - ισχυρισμό, να δημοσιευθεί κατά το άρθρο 68 παρ.2 του ΠΚ η απόφαση 1636/2008 του Αρείου Πάγου, με την οποία ακυρώθηκε η προηγούμενη 1029/2007 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου και να διαταχθεί η διαγραφή των επιβληθεισών σε αυτόν ποινών από το Ποινικό του Μητρώο, καθόσον , σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 68 παρ.2 του ΠΚ, η εν λόγω προβλεπόμενη δημοσίευση αποφάσεως, μπορεί να διαταχθεί μόνο επί καταδικαστικής ή αθωωτικής αποφάσεως, ενώ η 1636/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου απλώς αναίρεσε την καταδικαστική απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα συζήτηση. Άλλωστε η δημοσίευση της αναιρετικής αποφάσεως στον ημερήσιο τύπο μπορεί να διαταχθεί, κατ'άρθρο 524 μόνο από τον Άρειο Πάγο, μετά από αίτημα του αναιρεσείοντος και με δαπάνη αυτού. Όσον αφορά την αιτηθείσα διαγραφή των ποινών της αναιρεθείσας αποφάσεως από το συνταγέν Δελτίο Ποινικού Μητρώου του αναιρεσείοντος, αρμοδιότητα, κατά τα άρθρα 578 παρ. 2 και 580 του ΚΠοινΔ, δεν είχε το Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα και την προσβαλλόμενη μετ'αναίρεση απόφαση, αλλά οι Υπηρεσίες που τηρούν το ποινικό μητρώο και σε περίπτωση αρνήσεως ή οιασδήποτε αμφισβητήσεως σχετικά με τη διαγραφή, αρμόδιος ήταν ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών του τόπου γεννήσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και όχι το δικάζον Δικαστήριο. 7) Η εν λόγω αξιόποινη πράξη του άρθρου 358 ΠΚ, διώκεται αυτεπάγγελτα και επομένως το Δικαστήριο, δεν υπερέβη την εξουσία του που καταδίκασε τον κατηγορούμενο για την πράξη λόγω μη υποβολής εγκλήσεως από τα ανήλικα τέκνα του, ενόψει του ότι η πράξη είχε καταμηνυθεί αρμοδίως με την από 24-3-2005 μήνυση της μητέρας των ανηλίκων, ως ασκούσας την επιμέλεια αυτών.
Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β', Δ', Ε' και Η' του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, ( 5 ος, 8 ος, 9 ος, 10 ος και 11 ος του κύριου δικογράφου) και ( 1 ος, 3 ος και 4 ος του δικογράφου των προσθέτων λόγων), για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, για σχετική ακυρότητα μη καλυφθείσα, για έλλειψη ακροάσεως, για υπέρβαση εξουσίας από την καταδίκη για αξιόποινες πράξεις που δεν στοιχειοθετούνται και για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Όσον αφορά τους λοιπούς ειδικότερους λόγους αναιρέσεως: 1). Είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου, εκ του ότι η προεδρεύουσα του Δικαστηρίου Πρόεδρος Πρωτοδικών, ήταν τρίτη κατά αρχαιότητα Πρόεδρος που υπηρετούσε στο Πρωτοδικείο Αγρινίου, ενώ προβλέπονται σε αυτό δύο οργανικές θέσεις Προέδρων Πρωτοδικών, καθόσον η με τη συμμετοχή της άνω Προέδρου Πρωτοδικών σύνθεση του Δικαστηρίου, ήταν νόμιμη σύμφωνα με το άρθρο 5 του ΚΠοινΔ και 4 του ΚΟΔΚΔΛ και ουδεμία παράβαση επέρχεται αν σε ένα δικαστήριο υπηρετεί και συμμετέχει δικαστής καθ' υπέρβαση του προβλεπόμενου σε αυτό οργανικού αριθμού δικαστών. 2). Είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι δεν είχε εκτελεστεί η προηγούμενη αναιρετική 1289/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου και δεν είχαν επιστραφεί στον κατηγορούμενο τα επιβληθέντα με την αναιρεθείσα, από την ετέρα 1636/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, 1029/2007 (όχι 1030/2007) απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου δικαστικά έξοδα, καθόσον οι ανωτέρω αιτιάσεις δεν συνάπτονται με συγκεκριμένες πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως και δε συνιστούν ουδένα από τους περιοριστικά προβλεπόμενους στη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 λόγους αναιρέσεως αποφάσεως. 3). Είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας, εκ του ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αγρινίου, στις 25-2-2009 ανέβαλλε την υπόθεση λόγω πέρατος του ωραρίου για την 29-4-2009 και μετά από αλλεπάλληλες διακοπές συνεδριάσεων για 11-5-2009 και 12-5-2009, έγινε τελικά μόνη η δίκη του αναιρεσείοντος τελευταία, χωρίς ακροατές, χωρίς αντίρρηση του Γραμματέα για το ωράριο, καθόσον ο αιτών δεν επικαλείται ότι η δίκη αυτή έγινε κεκλεισμένων των θυρών, από δε τα επισκοπούμενα πρακτικά συνεδριάσεως προκύπτει άλλωστε ότι η συνεδρίαση και η δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως έγινε κατ'άρθρο 329 ΚΠοινΔ δημόσια και όχι κεκλεισμένων των θυρών, είναι δε αδιάφορο το γεγονός αν έγινε η υπόθεση τελευταία και χωρίς την παρουσία ακροατών, αν δεν προκύπτει ότι η δίκη έγινε κεκλεισμένων των θυρών και ότι παρεμποδίζετο η προσέλευση οιουδήποτε στην αίθουσα συνεδριάσεως. 4). Είναι απορριπτέος ως αόριστος ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου, έλλειψη ακροάσεως και υπέρβαση εξουσίας, για το λόγο ότι ο αναιρεσείων διώχθηκε και καταδικάστηκε δύο φορές για την ίδια πράξη, με δύο κλητήρια θεσπίσματα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αγρινίου και με τις αποφάσεις 1171/2009(προσβαλλόμενη) και 1172/2009 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου του Αγρινίου αντίστοιχα, επικαλεσθείς "δεδικασμένο λόγω εκκρεμοδικίας", καθόσον δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει κατά τρόπο, χρόνο και τόπο ορισμένο η καταδίκη αυτού δύο φορές για την ίδια πράξη και η ύπαρξη δεδικασμένου ή εκκρεμοδικίας, προκειμένου να κριθεί αν υπήρξε παραβίαση, ενώ εξάλλου αορίστως κατά τον ίδιο τρόπο είχε υποβληθεί και στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ( φύλλο 29 και 38- 39 πρακτικών), με επί πλέον αιτίαση ότι δεν συμμετείχε νόμιμα στη δίκη η σύζυγος του Ψ, στην οποία δεν οφείλει χρήματα, ότι δεν υπάρχει έγκυρη δικαστική απόφαση και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 358 Π Κ και επομένως δεν είχε το δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο υποχρέωση να απαντήσει σε τέτοιο αόριστο ισχυρισμό εκκρεμοδικίας. 5). Είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο έκτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για σχετική ακυρότητα της διαδικασίας μη καλυφθείσα, για το λόγο ότι το Δικαστήριο απέρριψε υποβληθείσα σε αυτό ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, που είχε υποβάλλει ο κατηγορούμενος και στο πρωτόδικο Δικαστήριο, επειδή από τη μήνυση δεν προέκυπτε, ούτε και αποδείχθηκε, η προϋπόθεση της ποινικής του διώξεως για παραβίαση της διατροφής ότι τα δύο ανήλικα τέκνα του υπέστησαν στερήσεις, διότι, από την παραδεκτή επισκόπηση της με αριθμ. 352/18-11-2005 εκθέσεως εφέσεως του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι δεν εμπεριέχεται σε αυτή σχετικά ως ειδικός λόγος εφέσεως του κατηγορουμένου, η προταθείσα και απορριφθείσα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, πράγμα που ήταν κατά νόμο αναγκαίο ώστε να κριθεί από το Εφετείο, στα πλαίσια εφαρμογής του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, της διατάξεως του αρθ. 502 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και επομένως η τυχόν ακυρότητα καλύφθηκε και δε μπορούσε να προταθεί το πρώτον στο εφετείο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα, δημιουργείται και όταν δεν νομιμοποιείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠοινΔ, ενεργητικώς ή παθητικώς, ο παριστάμενος ως πολιτικώς ενάγων. Επί πλέον, από το ίδιο άρθρο 63 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να ασκηθεί μόνο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό, κατά τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ, δηλαδή από εκείνα που ζημιώθηκαν αμέσως από το αδίκημα. Έτσι, στο έγκλημα της παραβιάσεως της υποχρεώσεως για διατροφή δικαιούμενος σε παράσταση πολιτικής αγωγής, είναι εκείνος που στερήθηκε την διατροφή, αποκλειομένου, εκτός άλλων, και του τρίτου που ζημιώθηκε, επειδή αναγκάσθηκε να καταβάλει εκείνος την διατροφή. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της πρωτόδικης 3680/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου προκύπτει ότι η ως άνω μητέρα των ανηλίκων τέκνων Ψ, "δήλωσε, ως ασκούσα την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της, ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα και ζήτησε να της επιδικαστεί το ποσό των 44 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπραξία του κατηγορουμένου", και της επιδικάστηκε, με αιτιολογικό ότι η πολιτικώς ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη από την αδικοπραξία του κατηγορουμένου για την οποία καταδικάστηκε αυτός, το ίδιο ποσό των 44 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης αυτής. Στο διατακτικό δε της άνω πρωτόδικης αποφάσεως ορίζεται ότι το Δικαστήριο " υποχρεώνει τον κατηγορούμενο να πληρώσει στην πολιτικώς ενάγουσα το ποσό των 44 ευρώ". Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 1171/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου, με την οποία ο εκκαλών κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, κακόβουλης παραβιάσεως της υποχρεώσεως του για διατροφή των δύο ανηλίκων τέκνων του, που του είχε επιβάλει η 296/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών, προκύπτει ότι προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, "παρουσιάσθηκε η Ψ η οποία δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα στην δίκη αυτή κατά του παραπάνω κατηγορουμένου, όπως και πρωτοδίκως και ζήτησε να της επιδικαστεί το ποσό των 44 ευρώ με επιφύλαξη κάθε άλλου δικαιώματος της, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη από την αδικοπραξία του κατηγορουμένου για την οποία κατηγορείται αυτός ". Το ανωτέρω ίδιο ποσό επιδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου στην εν λόγω Ψ, μητέρα των δύο ανηλίκων τέκνων αυτής και του κατηγορουμένου, ... και ..., τα οποία ανήλικα τέκνα και μόνον ήταν, βάσει της ανωτέρω δικαστικής αποφάσεως, όπως από αυτή προκύπτει, δικαιούχοι της επιδικασθείσας και μη καταβληθείσας διατροφής από τον αναιρεσείοντα πατέρα τους και αμέσως παθόντες από την παραβίαση της άνω προς διατροφή υποχρεώσεως τούτου (αναιρεσείοντος). Επίσης στο επί της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ειδικό αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 1171/2009 αποφάσεως(100ο φύλλο), σημειώνεται ".....από τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει......και πρέπει να επιδικασθεί στην πολιτικώς ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 44 ευρώ", ποσό το οποίο και επιδικάστηκε σε αυτήν. Στο προεκτεθέν ειδικό αιτιολογικό του, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτει προβληθείσα ένσταση του κατηγορουμένου περί αποβολής της πολιτικής αγωγής της Ψ, ως παριστάμενης παρανόμως ατομικά, δεχθέν ότι η δήλωση πολιτικής αγωγής έγινε από την μητέρα, όπως και πρωτοδίκως, ως ασκούσας την επιμέλεια και για λογαριασμό των άνω παθόντων δύο ανηλίκων τέκνων της και όχι ατομικά. Από όλα τα παραπάνω προκύπτουν τα εξής: Η εκ μέρους της Ψ παράσταση πολιτικής αγωγής έγινε, στο μεν πρώτο βαθμό, όχι ατομικά, αλλά για λογαριασμό των δύο μόνων ενεργητικά νομιμοποιουμένων ανηλίκων τέκνων της, ως ασκούσα την επιμέλεια αυτών, όπως ρητά δηλώθηκε υπ'αυτής και όταν το Δικαστήριο στο αιτιολογικό του, αλλά και στο διατακτικό του κρίνει την παράσταση και επιδικάζει στην πολιτικώς ενάγουσα χρηματική ικανοποίηση ποσού 44 ευρώ, λόγω ηθικής βλάβης, νοείται ότι επιδικάζει σε αυτήν, ενεργούσα όχι ατομικά, αλλά ως εκπρόσωπο και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της. Στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δηλώθηκε παράσταση πολιτικής αγωγής από την μητέρα των ανηλίκων τέκνων, "όπως και πρωτοδίκως", για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης αυτής. Ενόψει δε και του ότι σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως από τον κατηγορούμενο, στο δεύτερο βαθμός κρίνεται η πολιτική αγωγή στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό, συνάγεται σαφώς, ότι η Ψ παρέστη στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως πολιτικώς ενάγουσα παραδεκτά και νόμιμα, ενεργούσα όχι ατομικά, αλλά για λογαριασμό και ως νόμιμος εκπρόσωπος των δύο ανηλίκων τέκνων της, για παραβίαση της διατροφής των οποίων και μόνον κατηγορείτο και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων πατέρας τους, όπως δέχθηκε άλλωστε ορθά και το δίκασαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με ίδιο αιτιολογικό απέρριψε προβληθείσα εκ μέρους του κατηγορουμένου σχετική ένσταση αποβολής της δηλωθείσας πολιτικής αγωγής. Επομένως και οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, 7ος του κυρίου δικογράφου και 2ος των προσθέτων, εκ του άρθρου 510 παρ 1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω κακής παρά το νόμο παραστάσεως της πολιτικής αγωγής και μη αποβολή αυτής, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, με την επίκληση κατ' επίφαση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμηση αυτών, είναι απαράδεκτες και ως τέτοιες, πρέπει να απορριφθούν.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, ούτε άλλος βάσιμος λόγος από τους ερευνούμενους αυτεπαγγέλτως, κατ'άρθρο 511 ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μετά των προσθέτων λόγων αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Φεβρουαρίου 2010 αίτηση - δήλωση αναιρέσεως του Χ μετά των από 26 Απριλίου 2010 προσθέτων λόγων αυτής, περί αναιρέσεως της 1171/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραβίαση Υποχρέωσης Διατροφής ανηλίκων τέκνων ( άρθρ. 358 ΠΚ). 1) Κατά την έννοια του άρθρου 358 ΠΚ, στο δόλο του δράστη περιλαμβάνεται και η γνώση της περί διατροφής υποχρεώσεως βάσει δικαστικής αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και τυπική επίδοση στον κατηγορούμενο της αποφάσεως με δικαστικό. Η οικονομική δυνατότητα του υπόχρεου κρίνεται εν αναφορά προς την οικονομική κατάσταση και την επαγγελματική δραστηριότητα του κατηγορουμένου. Η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου δεσμεύει το ποινικό δικαστήριο περί της υπάρξεως υποχρεώσεως διατροφής , πλην όμως τούτο ερευνά το κύρος και την ισχύ της αποφάσεως κατά το άρθρο 60 παρ. 1 του ΚΠΔ, σε συνάρτηση με το χρόνο της παραβιάσεως της υποχρεώσεως διατροφής, όχι όμως και την ορθότητα της. 2) Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β', Δ', Ε' και Η' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, κύριοι (5ος, 7ος, 8ος, 9ος, 10ος και 11ος) και πρόσθετοι (1ος, 3ος και 4ος) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, για σχετική ακυρότητα μη καλυφθείσα, για έλλειψη ακροάσεως, για υπέρβαση εξουσίας από την καταδίκη για αξιόποινες πράξεις που δεν στοιχειοθετούνται και για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. 3) Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, 7ος του κυρίου δικογράφου και 2ος των προσθέτων, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω κακής παρά το νόμο παραστάσεως της πολιτικής αγωγής και μη αποβολή αυτής, διότι η πολιτικώς ενάγουσα παραδεκτά παρέστη ως ασκούσα την επιμέλεια και για λογαριασμό των δύο ανηλίκων τέκνων της. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ε.Σ.Δ.Α., Πολιτική αγωγή, Ακροάσεως έλλειψη, Πρόσθετοι λόγοι, Διατροφής υποχρέωση.
| 0
|
Αριθμός 1427/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Χ1 και 2)Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξιο Αθανασόπουλο, περί αναιρέσεως της 779/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαΐου 2009 μετά των από 26 Απριλίου 2010 προσθέτων λόγων και στην από 15 Μαΐου 2009 μετά των από 21 Απριλίου 2010 προσθέτων λόγων, δύο χωριστών αιτήσεων αναιρέσεως, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1259/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως και οι επ'αυτών πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά της αυτής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (υπ'αριθ. 779/2009), οι υπό κρίση, από 13-5-2009 και από 15-5-2009, δύο αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2, καθώς και οι παραδεκτώς ασκηθέντες από αυτούς, με τα από 26-4-2010 και 21-4-2010 αντίστοιχα δικόγραφα, πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 187 παρ. 3 α του ΠΚ, " όποιος ενώνεται με άλλον για να διαπράξει κακούργημα(συμμορία), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών",κατά δε τη διάταξη του άρθρου 207 εδ.α'ΠΚ όποιος παραποιεί ή νοθεύει μεταλλικό νόμισμα ή χαρτονόμισμα οποιουδήποτε κράτους ή εκδοτικής αρχής, είτε κατά είτε πριν από το χρόνο νόμιμης κυκλοφορίας του, είτε κατά το διάστημα κατά το οποίο γίνεται δεκτό προς ανταλλαγή από τους αρμόδιους φορείς, με σκοπό να το θέσει σε κυκλοφορία σαν γνήσιο καθώς και όποιος προμηθεύεται, αποδέχεται, εισάγει, εξάγει, μεταφέρει ή κατέχει τέτοιο νόμισμα με τον ίδιο σκοπό, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 351 παρ. 1,2,4 εδ. γ, δ, ε του ΠΚ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 8 του ν. 3064/2002 "όποιος με τη χρήση βίας, απειλής ή άλλου εξαναγκαστικού μέσου ή την επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας, προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της επικράτειας, κατακρατεί, υποθάλπει, παραδίδει, με ή χωρίς αντάλλαγμα, σε άλλον ή παραλαμβάνει από άλλον, πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος, στη γενετήσια εκμετάλλευση του, τιμωρείται με κάθειρξη, μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή, δέκα χιλιάδων (10.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ "(παρ.1). Με την ποινή της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται ο υπαίτιος αν, για να πετύχει τον ίδιο σκοπό, αποσπά τη συναίνεση προσώπου με τη χρήση απατηλών μέσων, ή το παρασύρει, εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του με υποσχέσεις, δώρα, πληρωμές ή παροχή άλλων ωφελημάτων" ( παρ.2). "Με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ, τιμωρείται ο υπαίτιος, αν η πράξη, .. γ) συνδέεται με την παράνομη είσοδο, παραμονή ή έξοδο του παθόντος από τη χώρα, δ) τελείται κατ' επάγγελμα, ε) τελείται από υπάλληλο ο οποίος κατά την άσκηση της υπηρεσίας του ή επωφελούμενος από την ιδιότητα του αυτή, διαπράττει ή συμμετέχει με οποιοδήποτε τρόπο στην πράξη".(παρ.4 εδ. γ, δ, ε).
Κατά το άρθρο 5 παρ.1 εδ. β' και ζ' του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.2161/1993 ( άρθρο 20 παρ.1 περ. β' και ζ' του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- Ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2.900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, κατέχει, πωλεί, και διαθέτει ναρκωτικά. Ως πώληση και αγορά ναρκωτικών θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοση τους αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά, ενώ, ως διακίνηση νοείται η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, εκτός εκείνων που ρητώς μνημονεύονται στον νόμο (πώληση, παρακαταθήκη), διακίνηση της ναρκωτικής ουσίας από τον κάτοχο της σε άλλον. Κατά το άρθρο 8 του ίδιου νόμου ( ήδη άρθρο 23 ΚΝΝ), ο δράστης των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή από 1.000.0000 δρχ μέχρι 200.000.000 δρχ. (ήδη 29.412 μέχρι 588.235 ευρώ, αντίστοιχα), αν, εκτός των άλλων, ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Η έννοια των περιστάσεων αυτών ορίζεται, αντίστοιχα, στις διατάξεις του άρθρου 13 εδ. στ' και ζ', κατά τις οποίες, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ ιδιαίτερα επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης όταν, από τη βαρύτητα της πράξεως, τον τρόπο και τις συνθήκες τελέσεως της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητα του, μαρτυρείται αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του προς διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), όπως και στο έγκλημα της σωματεμπορίας, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο σκοπό αυτό. Στα μικτά εγκλήματα, όπως είναι και η σωματεμπορία, πρέπει να αναφέρεται στην αιτιολογία και ο συγκεκριμένος τρόπος, με τον οποίο τελέσθηκε η πράξη. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στις παρεμπίπτουσες αποφάσεις, όπως είναι και η περί απορρίψεως αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου ή οποιουδήποτε αιτήματος αυτού περί αναβολής της δίκης ή περί κατ' αντιπαράσταση εξετάσεως μαρτύρων. Η κατά το άρθρο 178 του ΚΠοινΔ, απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 του ΚΠοινΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 178 του ΚΠοινΔ, πρέπει δε, για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως.
Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 779/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, οι δύο αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι, α) συμμορίας και οι δύο από κοινού με άλλους, β) σωματεμπορίας από κοινού, κατ'εξακολούθηση και κατ'επάγγελμα, γ) πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών από κοινού, μόνος ο Χ1 κατοχής και διαθέσεως ναρκωτικών ουσιών, πράξεις που τέλεσαν και οι δύο κατ' επάγγελμα και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι, δ) μόνος ο Χ1 προμήθειας και εισαγωγής παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων, κατ' εξακολούθηση, και ε) μόνος ο Χ2 παράνομης κατοχής όπλων και πυρομαχικών. Αναγνωρίστηκαν δε σε αυτούς οι ελαφρυντικές περιστάσεις, του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α και ε ΠΚ στον πρώτο Χ1 και του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α και γ του ΠΚ στο δεύτερο Χ2. Περαιτέρω, στην κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δέχθηκε το δίκασαν Πενταμελές Εφετείο ότι, από τα αναφερόμενα σε αυτή κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: "Κατά το φθινόπωρο του έτους 2003 περιήλθαν στην αρμοδίαν Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες, ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ1, ο οποίος ήτο συνοριακός φύλακας και υπηρετούσε στο Τμήμα Διώξεως Λαθρομεταναστών, επεδείκνυε παράνομη δραστηριότητα σχετικά με εμπορίαν ναρκωτικών ουσιών, προμήθειαν και θέση σε κυκλοφορίαν παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων και σωματεμπορίαν. Έτσι, ενημερώθηκε ο εποπτεύων την Υπηρεσίαν αυτήν Εισαγγελεύς Εφετών, ο οποίος με την υπ'αριθ.39/16-12-2003 παραγγελία του διέταξε την διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως. Κατά την διάρκειαν της προκαταρκτικής εξετάσεως και προκειμένου να αποκαλυφθεί η εγκληματική συμπεριφορά του Χ1, από τον προϊστάμενον της Διευθύνσεως Εσωτερικών Υποθέσεων του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας επελέγη ο συνοριακός φύλακας και μάρτυς Ψ, ο οποίος ήτο γνωστός του πρώτου κατηγορουμένου, προκειμένου εκείνος να προσπαθήσει να πλησιάσει τον πρώτον κατηγορούμενον και να καταστεί "συμμέτοχος", κατά τον όρον του άρθρου 5 παρ.1 Ν.2713/1999, στην παράνομη δράση του ιδίου κατηγορουμένου. Προς τούτο εξεδόθη η από την προηγουμένην διάταξη απαιτούμενη σχετική υπ'αριθ.6004/15/1508-α/17-12-2004 πράξη του Προϊσταμένου της ως άνω Υπηρεσίας και ο Ψ τοποθετήθηκε ως συνοδός στο περιπολικό αυτοκίνητο της Αστυνομίας, το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος Χ1. Έτσι, ο Ψ, σύμφωνα με τις οδηγίες των προϊσταμένων του, κατόρθωσε να αποκτήσει την εμπιστοσύνη του Χ1, ο οποίος μετά πάροδον ολίγου χρόνου απεκάλυψε στον Ψ, ότι διέθετε παραχαραγμένα χαρτονομίσματα euro και επρότεινε στον ίδιον να του προμηθεύσει παραχαραγμένα χαρτονομίσματα συνολικού ποσού 3.000 € αντί τιμήματος 600 €, από τα οποία το 1/2 (300 €) θα κατεβάλετο ως προκαταβολή και το υπόλοιπον θα κατεβάλετο κατά την παράδοση των πλαστών χαρτονομισμάτων. Επί πλέον, κατά τις απογευματινές ώρες της 24ης Ιανουαρίου 2004, ο Ψ αντελήφθη τον κατηγορούμενον Χ1, να επικοινωνεί μέσω του κινητού του τηλεφώνου, το οποίον είχε αριθμόν κλήσεως ..., στην ... και να παραγγέλνει στον φυγόδικο ... παραχαραγμένα χαρτονομίσματα των 50, 100 και 500 €, συνολικής αξίας 15.000 €, προς τούτο δε, απέστειλε στον ίδιον και σχετικό χρηματικό ποσόν με την εταιρίαν ταχυμεταφορών "...", όπως προκύπτει από το σχετικό παραστατικό. Ο μάρτυς Ψ ενημέρωσε περί των ανωτέρω τους προϊσταμένους του και κατόπιν τούτου η Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας εζήτησε από τον εποπτεύοντα την Υπηρεσίαν αυτήν Εισαγγελέα Εφετών, να άρθει το τηλεφωνικό απόρρητο του ως άνω κινητού τηλεφώνου του Χ1, καθώς και ενός ακόμη κινητού τηλεφώνου, το οποίο εχρησιμοποιούσε ο ίδιος κατηγορούμενος, με αριθμόν κλήσεως ..., να επιτραπεί η καταγραφή των επικοινωνιών, οι οποίες θα εγίνοντο μέσω των τηλεφώνων αυτών, σε υλικό φορέα και να εφοδιασθεί ο μάρτυς Ψ με ειδικά διαμορφωμένη κινητή τηλεφωνική συσκευή, η οποία θα επέτρεπε την άμεση συνακρόαση από την έδρα της ιδίας Υπηρεσίας. Τα αιτήματα αυτά έγιναν δεκτά με την υπ'αριθ.3404/30-1-2004 διάταξη του εποπτεύοντος την Υπηρεσίαν Εισαγγελέως Εφετών και με τα υπ'αριθ.322/3-2-2004 και 652/2004 βουλεύματα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το δεύτερο των οποίων συνεπληρώθη το πρώτον και επετράπη η ανακριτική διείσδυση του μάρτυρος Ψ στην διαφαινομένη εγκληματική οργάνωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 253 Α Κ.Ποιν.Δ. και 187 Π.Κ. Ακολούθως, ο προϊστάμενος της ως άνω Υπηρεσίας επέτρεψε σχετικώς στον Ψ και αυτός συνήναισε στην αναφερθείσα πρόταση του πρώτου κατηγορουμένου για την προμήθεια των παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων, σε συνάντηση την οποίαν είχαν στο κατάστημα με τον τίτλο "...", το οποίον κείται στην οδόν ..., όπου ο Ψ παρέδωσε στον πρώτον κατηγορούμενον την συμφωνηθείσαν προκαταβολήν των 300 € με χαρτονομίσματα προσημειωμένα από την Υπηρεσίαν και όπου παρευρίσκετο κατ'εντολήν της Υπηρεσίας και η μάρτυς αστυνομικός ..., προσποιούμενη την πελάτιδα του καταστήματος. Τα διαμοιφθέντα μεταξύ των δύο ανδρών κατά την συνάντηση αυτήν κατεγράφησαν στην Υπηρεσία του Ψ μέσω της αναφερθείσης ανωτέρω ειδικής τηλεφωνικής συσκευής, με την οποίαν είχε εφοδιασθεί ο Ψ. Την 6ην Φεβρουαρίου 2004 ακολούθησε νέα συνάντηση μεταξύ Ψ και Χ1 στην οδόν ..., όπου ο κατηγορούμενος Χ1 προσήλθε με το υπ'αριθ.κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο μάρκας ALFA ROMEO και με συνεπιβάτιδα την .... Κατά την συνάντηση αυτήν, η οποία παρηκολουθείτο από τον αστυνομικόν ..., ο Ψ εισήλθε στο αυτοκίνητο του εν λόγω κατηγορουμένου και του παρέδωσε και το υπόλοιπον του τμήματος εκ 300€, με προσημειωμένα επίσης χαρτονομίσματα, για την αγορά των παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων euro. Όμως, κατά την συνάντηση αυτήν, ο κατηγορούμενος έφερε και παρέδωσε στον Ψ μόνον ένα πλαστό χαρτονόμισμα των 500€, δικαιολογηθείς ότι έπρεπε να ικανοποιήσει συγχρόνως πολλές παραγγελίες. Η πλαστότητα του χαρτονομίσματος διεπιστώθη αργότερα από την Υπηρεσία του Ψ, η οποία είχε παρακολουθήσει και την νέα συνομιλία του με τον Χ1, μέσω της ιδίας, ως άνω αναφερθείσης ειδικής τηλεφωνικής συσκευής. Ο Χ1 ενημέρωσε τον Ψ, ότι επρόκειτο να παραλάβει από τον δεύτερον κατηγορούμενον Χ2 νέαν ποσότητα παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων, από την παρακολούθηση δε του τηλεφώνου του πρώτου κατηγορουμένου διεπιστώθη από την Αστυνομίαν ότι εγένετο τηλεφωνικές επαφές μεταξύ των 2 πρώτων κατηγορουμένων, τα τηλέφωνα των οποίων είχαν, του μεν Χ1 τον αναφερθέντα αριθμόν ..., του δε Χ2 τον αριθμόν .... Κατόπιν τούτου, εξεδόθη νομίμως το υπ'αριθ.534/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίον επετράπη η άρση του απορρήτου των ως άνω αριθμών. Την νύκτα της 4ης Μαρτίου 2004 οι Ψ και Χ1 μετέβησαν στο επί της οδού ... νυκτερινό κέντρο διασκεδάσεως "...", όπου ο δεύτερος εγνώρισε στον πρώτον τον κατηγορούμενον Ζ και ένα ακόμη άνδρα με το όνομα ..., όλοι δε μαζί την νύκτα της 9ης Μαρτίου 2004 μετέβησαν με το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου Ζ στο κέντρο διασκεδάσεως "..." επί της λεωφόρου ..., όπου παρηκολούθησαν πρόγραμμα "στριπτήζ". Εκεί, ο κατηγορούμενος Χ1 επρότεινε στον Ψ να του πωλήσει κοκαΐνη, προκειμένου ο τελευταίος να την μεταπωλήσει σε τρίτους, ο δε Ψ επεφυλάχθη να απαντήσει. Μετά από το κέντρο διασκεδάσεως "...", η παρέα των τεσσάρων ατόμων μετέβη στο επί της οδού ... club "...". Στο club αυτό εισήλθαν ύστερα από συνθηματικό τηλεφώνημα, κατά την διάρκειαν δε της παραμονής των ο μάρτυς Ψ διεπίστωσε, ότι εκεί υπήρχαν αλλοδαπές εκδιδόμενες γυναίκες, τις οποίες μετέφεραν για ερωτικά "ραντεβού" σε προκαθορισμένα με πελάτες σημεία οδηγοί, οι οποίοι κατά την επιστροφήν των παρέδιδαν τα χρησιμοποιούμενα από τους ιδίους κινητά τηλέφωνα, ως και τις εισπράξεις από τα ερωτικά "ραντεβού" των γυναικών στον τρίτον κατηγορούμενον Ζ, του οποίου ο "ρόλος" περιορίζετο στην συγκέντρωση των χρημάτων αυτών και στην παράδοσή των ακολούθως στον κατά τα ανωτέρω φέροντα το όνομα "...". Σχετικά με τις αλλοδαπές γυναίκες, από την παρακολούθηση του μάρτυρος Ψ και από τις έρευνες της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας προέκυψαν τα εξής: Ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ1, ο οποίος όπως ελέχθη ήτο συνοριακός φύλακας, μαζί με τον κατηγορούμενο Χ2, τον φυγόδικο ..., τον "..." και ενδεχομένως και άλλα πρόσωπα, επρομηθεύοντο από το εξωτερικό προερχόμενες αλλοδαπές ενήλικες γυναίκες, οι οποίες εισήρχοντο στην Ελλάδα παρανόμως και εκμεταλλευόμενοι την ευάλωτη θέση των γυναικών αποσπούσαν την συναίνεσή των, υποσχόμενοι σε αυτές πληρωμές, δώρα και παροχές άλλων ωφελημάτων και τις παρέσυραν στην πορνεία, δηλαδή στο να έρχονται σε εξώγαμη συνουσία με πελάτες, από τους οποίους εκείνες εισέπρατταν κάθε φορά το ποσόν των 60 έως 100 €, από το οποίον οι ίδιες κρατούσαν 15 € και τα υπόλοιπα τα απέδιδαν στους κατηγορούμενους. Μάλιστα, όπως κατετέθη από τους μάρτυρες Ψ και ..., τμηματάρχην της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων της Αστυνομίας, ο κατηγορούμενος Χ1 διέθετε φωτογραφίες των εκδιδομένων γυναικών, τις οποίες επεδείκνυε σε πελάτες, προκειμένου οι τελευταίοι να επέλεγαν όποια γυναίκα προτιμούσαν και να εκλείνοντο τα "ραντεβού", τούτο δε έπραξε ο εν λόγω κατηγορούμενος και την 5ην ή 6ην Μαρτίου 2004, ότι οδηγών περιπολικό αυτοκίνητο της Αστυνομίας και έχων συνεπιβάτην τον μάρτυρα Ψ, σταμάτησε στην οδόν ... και ετηλεφώνησε σε κάποιον ονόματι ..., ο οποίος προσήλθε στο σημείον εκείνο και ο κατηγορούμενος του επέδειξε τις φωτογραφίες, προκειμένου ο ... να επιλέξει ερωτικήν σύντροφο. Επί πλέον, ο ίδιος κατηγορούμενος διατηρούσε διαμέρισμα στην οδόν ... της περιοχής του ..., το οποίον διέθετε για την συνεύρεση των ως άνω γυναικών με "πελάτες επιφανείας". Τέλος, εν σχέσει προς το ίδιο έγκλημα, απεδείχθη, ότι μεταξύ των αλλοδαπών γυναικών τις οποίες παρέσυραν στην πορνεία, περιελαμβάνοντο και οι ..., ..., ..., ... και ..., τις οποίες οι κατηγορούμενοι είχαν εγκαταστήσει στο επί της λεωφόρου ... ξενοδοχείον "..." και για τις οποίες ο κατηγορούμενος Χ2 κατέβαλλε την οφειλομένην δαπάνην για την διαμονήν των.
Εξ άλλου, σχετικά με την πρόταση του κατηγορουμένου Χ1 προς τον μάρτυρα Ψ, η οποία κατά τα ως άνω έγινε την 4ην Μαρτίου 2004, για την προμήθεια της ναρκωτικής ουσίας κοκαΐνης, προέκυψαν τα εξής: Ο συνοριακός φύλακας και μάρτυς Ψ ενημέρωσε τους προϊσταμένους του, αυτοί δε του επέτρεψαν να αποδεχθεί την πρόταση, πράγμα, το οποίο και έγινε. Έτσι, ο Χ1, συνοδευόμενος από την αλλοδαπή ..., συνηντήθη την 13ην Μαρτίου 2004 με τον Ψ στο επί της πλατείας της ... κείμενο κατάστημα "...", όπου, καθ'υπόδειξη του κατηγορουμένου Χ1, η ... έβγαλε από τον κότσο των μαλλιών της ένα σακουλάκι περιέχον 0,7 γραμμάρια κοκαΐνης, την οποία παρέδωσε στον Ψ, προκειμένου να την εξετάσει και, εάν την εύρισκε καλής ποιότητας, να κατηρτίζετο η σχετική συμφωνία. Αφού το εν λόγω δείγμα εξετάσθηκε και διεπιστώθη ότι πράγματι ήτο κοκαΐνη, εδόθη η απάντηση στον Χ1, ότι δεν ήτο καλής ποιότητος. Κατόπιν τούτου, ο Χ1 επεφυλάχθη να προσκομίσει δείγμα καλλιτέρας ποιότητος κοκαΐνης. Έτσι, την 6ην Απριλίου 2004 και περί ώραν 12ην μεσημβρινήν, κατόπιν τηλεφωνικής κλήσεως του Χ1, συναντήθηκαν αυτός και ο Ψ έξω από την οικίαν του Χ1, αυτός δε παρέδωσε στον Ψ νέο δείγμα κοκαΐνης, βάρους 1,7 γραμμαρίων. Κατόπιν συνεννοήσεως και πάλι του Ψ με τους προϊσταμένους του, συνεφωνήθη μεταξύ Ψ και Χ1 ο πρώτος να αγοράσει από τον δεύτερον 600 γραμμάρια κοκαΐνης αντί τιμήματος 22.000 €. Ως τόπος συναντήσεως για την συναλλαγήν ορίσθηκε το κείμενο στην ... κατάστημα "..." και ώρα η 19.00. Πράγματι, ο Ψ, φέρων μαζί του 22.000€ με προσημειωμένα από την Υπηρεσία του χαρτονομίσματα, προσήλθε την καθορισμένην ώραν στο εν λόγω κατάστημα, όπου ευρήκε να τον αναμένουν ο Χ1 με την ..., καθήμενοι πλησίον ενός τραπεζιού, ενώ πλησίον διπλανού τραπεζιού εκάθητο ο κατηγορούμενος Χ2. Την εν λόγω συνάντηση παρακολουθούσαν, εν αγνοία βεβαίως των κατηγορουμένων και πολλοί αστυνομικοί, ευρισκόμενοι εντός του καταστήματος ως δήθεν πελάτες αλλά και εκτός αυτού, ενώ εκτός του καταστήματος ευρίσκοντο και 2 τουλάχιστον συνεργάτες των κατηγορουμένων, οι οποίοι έγιναν αντιληπτοί από τους αστυνομικούς, αλλά διέφυγαν. Όταν μπήκε στο κατάστημα ο Ψ, τόσον αυτός όσον και οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 κατήλθαν στις υπόγειες τουαλέττες του καταστήματος, όπου ο μεν Ψ παρέδωσε στους άλλους δύο το ως άνω ποσόν των 22.000 €, αυτοί δε, παρέδωσαν στον Ψ δέμα περιέχον 608 γραμμάρια κοκαΐνης. Όμως, μετά από την ολοκλήρωση της συμβάσεως της πωλήσεως της ναρκωτικής ουσίας επενέβησαν οι παρακολουθούντες αστυνομικοί, οι οποίοι συνέλαβαν στον υπόγειο χώρο του καταστήματος τους κατηγορουμένους, όπως δε κατέθεσε ο μάρτυς αστυνομικός ..., είδε τον μεν Ψ να κρατεί το δέμα με την κοκαΐνη, τον δε κατηγορούμενο Χ2 να κρατεί τον φάκελο με τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα των 22.000€, αυτός δε, δηλαδή ο Χ2, προκειμένου να παραπλανήσει τους αστυνομικούς και να αποσείσει τις ευθύνες του, "Αμέσως πέταξε τον φάκελο κάτω από μία πόρτα", κατά τον ίδιον μάρτυρα. Από την υποδομήν την οποίαν είχαν διαμορφώσει οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι και ειδικότερα, όσον αφορά τον Χ1, από το γεγονός ότι κατά την αναφερθείσαν συνάντησή του με τον Ψ την 13ην Μαρτίου 2004 στο επί της πλατείας της ... κείμενον κατάστημα "..." εφρόντισε να συνοδεύεται από την αλλοδαπή ..., στα μαλλιά της οποίας είχε κρύψει το αναφερθέν δείγμα κοκαΐνης βάρους 0,7 γραμ., ως και από το γεγονός ότι ο ίδιος κατηγορούμενος διέθεσε και δεύτερο δείγμα κοκαΐνης, βάρους 1,5 γραμ., στον Ψ, όσον αφορά δε αμφοτέρους τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2, από το γεγονός ότι κατείχαν και μετέφεραν στο κατάστημα "..." της ..., συνοδευόμενοι μάλιστα, κατά τα ανωτέρω, από 2 άγνωστα άτομα τα οποία παρέμειναν έξω από το κατάστημα, την ποσότητα των 608 γραμμαρίων κοκαΐνης, η οποία είναι μεγάλη και για την πώληση της οποίας έλαβαν από τον Ψ το επίσης μεγάλο τίμημα των 22.000 € προκύπτουν πρόθεση επανειλειμμένης τελέσεως της πράξεως σκοπός των κατηγορουμένων για πορισμό εισοδήματος από όλα δε τα ανωτέρω περιστατικά σε συνδυασμό 1)με το γεγονός ότι οι ίδιοι κατηγορούμενοι επώλησαν την εν λόγω μεγάλην ποσότητα κοκαΐνης, χωρίς να σταθμίσουν την τεράστια από την χρήση της ναρκωτικής ουσίας ζημίαν, την οποίαν θα προκαλούσαν κυρίως σε νέους ανθρώπους (Α.Π.1000/2005 Π.Λογ.2005.896, Α.Π.1243/2006 Π.Λογ.2006.1192), 2)με το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος Χ1 δεν εσεβάσθη την ιδιότητά του ως συνοριακού φύλακος και επομένως ως οργάνου της εννόμου τάξεως και 3)με το γεγονός ότι αμφότεροι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι επώλησαν την κοκαΐνη στον Ψ εν γνώσει τελούντες της ιδιότητός του ως συνοριακού φύλακος, προκύπτει, ότι οι κατηγορούμενοι αυτοί είναι αδίστακτοι και ιδιαιτέρως επικίνδυνοι.
Μετά από την σύλληψη των κατηγορουμένων ακολούθησε έρευνα στις οικίες των κατηγορουμένων και ευρέθησαν 1)ο Χ1 να κατέχει α)στην επί της οδού ... του ... κειμένην οικίαν του τα αναφερόμενα στο διατακτικό 50 πλαστά χαρτονομίσματα των 200€ έκαστον και β)στην επί της οδού ... της περιοχής ... οικίαν της Ξ, το ομοίως αναφερόμενο στο διατακτικό πλαστό χαρτονόμισμα των 200€. Τα εν λόγω πλαστά χαρτονομίσματα, όπως και το ανωτέρω αναφερθέν πλαστό χαρτονόμισμα των 500€ το οποίον ο ίδιος κατηγορούμενος παρέδωσε, κατά τα ανωτέρω, στον Ψ την 6ην Φεβρουαρίου 2004, ο Χ1, με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία σαν γνήσια, τα είχε προμηθευθεί κατά τα ανωτέρω από την .... 2)Ο Χ2 ευρέθη να κατέχει, παρανόμως και χωρίς την άδεια της αρμόδιας Αστυνομικής Αρχής, στην επί της οδού ... της ... οικίαν, τα αναφερόμενα στο διατακτικό 2 πιστόλια, ένα πιστόλι στυλό, ένα περίστροφο, ένα σιγαστήρα και εκατοντάδες σφαίρες και φυσίγγια.
Από τα ως άνω εκτεθέντα προκύπτουν τα εξής: 1)Ότι οι 2 πρώτοι κατηγορούμενοι, μαζί με την Ξ, δεν συγκρότησαν δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα υπό την εκτεθείσαν στην αρχή έννοιαν του άρθρου 187 παρ.1 Π.Κ., αλλά απλώς ενώθηκαν μεταξύ των (συμμορία) προς διάπραξη των αποδιδομένων σε εκείνους κακουργημάτων. Επομένως, κατ'επιτρεπτήν μεταβολήν της κατηγορίας, πρέπει οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της πράξεως του άρθρου 187 παρ.3 Π.Κ., κατά μερικήν παραδοχήν και του δευτέρου αυτοτελούς ισχυρισμού του πρώτου κατηγορουμένου. 2)Ότι ο μάρτυς και συνοριακός φύλακας Ψ δεν ενήργησε ως agent provocateur και δεν υπερέβη ποτέ τα όρια της επιτρεπομένης κεκαλυμμένης δράσεώς του, καθόσον ουδέποτε παρότρυνε τον κατηγορούμενο Χ1 να τελέσει τα αποδιδόμενα σε αυτόν εγκλήματα, αλλ'αντιθέτως ο εν λόγω κατηγορούμενος ενεργούσε πάντοτε με δική του πρωτοβουλία στα πλαίσια της εγκληματικής δραστηριότητός του, ο δε Ψ υπήρξε μόνον ο αποδέκτης των προτάσεων εκείνον (Α.Π.1000/2007 ΝοΒ 2007. 2474).
Συνεπώς ο πρώτος σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός του ιδίου κατηγορουμένου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
3)Ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι ετέλεσαν τις πράξεις της κατοχής, πωλήσεως και διαθέσεως ναρκωτικών ουσιών, όπως κάθε επί μέρους πράξη αποδίδεται σε έκαστον εξ αυτών και μάλιστα κατ'επάγγελμα και υπό περιστάσεις οι οποίες μαρτυρούν ότι εκείνοι είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνοι και συνεπώς οι σχετικοί τρίτος αυτοτελής ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου και πρώτος και δεύτερος αυτοτελείς ισχυρισμοί του δευτέρου κατηγορουμένου, με τους οποίους ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
4)Ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι ετέλεσαν την πράξη της σωματεμπορίας, με γυναίκες οι οποίες είχαν εισέλθει και παρέμεναν στην Ελλάδα παρανόμως, κατ'επάγγελμα και μάλιστα ο πρώτος κατηγορούμενος με την ιδιότητα του υπαλλήλου, όπως τα συγκροτούντα την πράξη αυτήν αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία ανελύθησαν ανωτέρω και συνεπώς οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες τέταρτος αυτοτελής ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου και τρίτος αυτοτελής ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
5)Ότι ο τρίτος κατηγορούμενος, Ζ, κατ'επιτρεπτήν μεταβολήν της κατηγορίας, ετέλεσε την πράξη της απλής συνέργειας στην τελεσθείσαν από τους 2 πρώτους κατηγορουμένους σωματεμπορίαν.
Ακολούθως, πρέπει οι κατηγορούμενοι, να κηρυχθούν ένοχοι των αποδιδομένων σε αυτούς πράξεων, όπως οι πράξεις αυτές προσδιορίσθηκαν ανωτέρω για κάθε ένα κατηγορούμενον και α)να αναγνωρισθούν στον πρώτον κατηγορούμενον οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ., η οποία ανεγνωρίσθη και πρωτοδίκως, ως και του άρθρου 84 παρ.2ε'Π.Κ., β)να αναγνωρισθούν στον δεύτερον κατηγορούμενον οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2δ Π.Κ., η οποία ανεγνωρίσθη και πρωτοδίκως, ως και του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ., να απορριφθεί δε ο αυτοτελής ισχυρισμός του περί αναγνωρίσεως και της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2ε Π.Κ. ως αβάσιμος κατ'ουσίαν, καθόσον από της συλλήψεώς του διαβιοί στην φυλακή, όπου κατ'ανάγκην συμμορφώνεται προς τους ισχύοντες στην φυλακή πειθαρχικούς κανόνες και γ)τέλος, να αναγνωρισθεί στον τρίτον κατηγορούμενον η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ., η οποία ανεγνωρίσθη και πρωτοδίκως, να απορριφθεί δε ο αυτοτελής ισχυρισμός του περί αναγνωρίσεως και της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2ε Π.Κ. ως μη αποδειχθείς. Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, τόσον ως προς την τέλεση εκ μέρους των αναιρεσειόντων των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, όσον και για την παραδοχή των επιβαρυντικών περιστάσεων υπό τις οποίες αυτές τελέσθηκαν, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε.
Όσον αφορά τις ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως των αναιρεσειόντων: α)Το αιτιολογικό δε συνιστά απλή αντιγραφή του διατακτικού, αλλά περιέχει και ίδιες σκέψεις και πλήρεις αιτιολογίες. β)Το αιτιολογικό δεν περιέχει επιλεκτική εκτίμηση ορισμένων μόνο αποδεικτικών στοιχείων, ενώ δεν ήταν αναγκαία ειδική αξιολόγηση, συσχετισμός ή αναφορά των επί μέρους αποδεικτικών μέσων, όπως των μαρτύρων, ούτε από ποία εξ αυτών προέκυψε η κάθε παραδοχή, η δε μη ειδική αναφορά στις καταθέτεις των μαρτύρων υπερασπίσεως δε σημαίνει ότι δε συνεκτιμήθηκαν και αυτές, γ) Επαρκώς αιτιολογείται η από κοινού τέλεση της πωλήσεως των ναρκωτικών ουσιών, 608 γραμμαρίων κοκαΐνης, με την παραδοχή, ότι μετά τη συμφωνία αγοραπωλησίας των 608 γραμμ. Κοκαΐνης, μεταξύ του μάρτυρος αστυνομικού και του κατηγορουμένου αστυνομικού Χ1, στο δοθέν ραντεβού παραδόσεως στο κατάστημα " ..." ..., όταν εισήλθε στο κατάστημα ο άνω αγοραστής, εκάθητο σε διπλανό τραπέζι ο κατηγορούμενος Χ2 και όταν ο εισελθών αγοραστής κατήλθε στις τουαλέτες του υπογείου του καταστήματος, τον ακολούθησαν και οι δύο κατηγορούμενοι, οι οποίοι είχαν μεταβεί μαζί στο κατάστημα συνοδευόμενοι και από άλλους δύο μη συλληφθέντες συνεργάτες τους, και εκεί, ο μεν αγοραστής παρέδωσε και στους δύο το συμφωνηθέν τίμημα των 22.000 ευρώ, οι δε πωλητές του παρέδωσαν δέμα περιέχον 608 γραμμ. κοκαϊνης, ενώ τη στιγμή της επεμβάσεως των αστυνομικών, ο μεν αγοραστής κρατούσε στα χέρια του το άνω δέμα, ο δε Χ2 κρατούσε το φάκελο με τα ανωτέρω χρήματα που αμέσως πέταξε κάτω. δ) Επαρκώς αιτιολογείται η από κοινού τέλεση και αναλυτικά ο τρόπος δράσεως εκάστου των κατηγορουμένων, όσον και ο δόλος και δη ο σκοπός τον οποίον επεδίωκαν με τη σύσταση συμμορίας και την σωματεμπορία, με τις παραδοχές "για επιμερισμό εργασιών - καθηκόντων, παρασύροντας στην πορνεία αλλοδαπές γυναίκες, εγκαθιστώντας αυτές σε ξενοδοχείο της Λεωφόρου ..., τη δαπάνη διαμονής των οποίων κατέβαλε ο δεύτερος αναιρεσείων". Ο πρώτος μάλιστα τούτων Χ1, κατά τις παραδοχές, όντας υπάλληλος συνοριακός φύλακας στο Τμήμα Δίωξης Λαθρομεταναστών των Αθηνών, ανεύρισκε πελάτες, επιδεικνύοντας σε αυτούς φωτογραφίες των διατιθεμένων αλλοδαπών γυναικών προς επιλογή και έκλεινε τα ραντεβού, ενώ και οι δύο, αποσπούσαν τη συναίνεση των αλλοδαπών στην πορνεία, με την υπόσχεση αμοιβής, δώρων και άλλων παροχών, εισπράττοντες για τον εαυτό τους το μεγαλύτερο ποσοστό από τα πραγματοποιούμενα από την πορνεία έσοδα, που ανέρχονταν σε 60 έως 100 ευρώ ανά πελάτη για σαρκική συνεύρεση, εκ των οποίων στις αλλοδαπές έδιδαν μόνο τα 15 ευρώ. ε) Στην αιτιολογία περί συνδρομής των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως της αξιοποίνου πράξεως της πωλήσεως ναρκωτικών και της σωματεμπορίας, ενυπάρχει εκ του πράγματος και η αιτιολογία ότι δεν πρόκειται για απόπειρα πωλήσεως ναρκωτικών, ούτε, αντίστοιχα, για διευκόλυνση αλλότριας ακολασίας, ούτε για πράξεις εκμετάλλευσης πόρνης, των άρθρων 348 και 350 του ΠΚ, όπως ζήτησε να μεταβληθεί η κατηγορία ο δεύτερος αναιρεσείων Χ2, ήτοι σιωπηρά απαντήθηκαν οι υπ'αυτου υποβληθέντες στο ακροατήριο σχετικοί ισχυρισμοί μεταβολής των κατηγοριών και δε συντρέχει έλλειψη ακροάσεως ή έλλειψη ειδικής αιτιολογίας απορρίψεως των ισχυρισμών αυτών. Ενόψει δε του ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί υποβλήθηκαν, από τον άνω αναίρεσείοντα Χ2, μετά την επί της ενοχής αγόρευση και πρόταση του εισαγγελέα της έδρας, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να δώσει εκ νέου το λόγο στον εισαγγελέα και από την παράλειψη του αυτή δε δημιουργείται καμία απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, αφού δεν πρόκειται για αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά και από τα επισκοπούμενα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο εισαγγελέας δε ζήτησε το λόγο για να δευτερολογήσει και να προτείνει επί των προβληθέντων ως άνω ισχυρισμών και ο διευθύνων τη συζήτηση αρνήθηκε να του δώσει το λόγο προς τούτο, στ) Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αναγνώσθηκε μεταξύ πολλών εγγράφων και η από 10-8-2004 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης. Αυτή, όπως από την επισκόπηση της προκύπτει, διενεργήθηκε από το Τμήμα Εργαστηρίων Διερεύνησης Παραχάραξης- Κιβδηλείας κλπ της Διευθύνσεως Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛΑΣ, κατόπιν παραγγελίας, όχι Ανακριτή ή Δικαστηρίου, αλλά προανακριτικού αστυνομικού υπαλλήλου, αφορά εργαστηριακή εξέταση επί κατασχεθέντων στην οικία του κατηγορουμένου Χ1 και της αρχικά συγκατηγορουμένης Ξ, υπό την κατοχή του πρώτου, ως πειστηρίων, 52 παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων. Από το προεκτεθέν αιτιολογικό και την παράθεση των αποδεικτικών στοιχείων προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε, προκειμένου να στηρίξει την ενοχή του αναιρεσείοντος Χ1 (και όχι του αναιρεσείοντος Χ2), για την αξιόποινη πράξη της προμήθειας και εισαγωγής παραχαραγμένων νομισμάτων, ότι τα κατασχεθέντα χαρτονομίσματα, ήταν παραχαραγμένα. Και ναι μεν στο αιτιολογικό δεν γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην ανωτέρω αναγνωσθείσα με αριθμό 3022/38/13219α, από 10-8-2004 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, της Διευθύνσεως Εγκληματικών Ερευνών της ΕΛΑΣ, όμως, η ανωτέρω έκθεση εξετάσεως των πλαστών χαρτονομισμάτων δεν θεωρείται ως ίδιο αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 178 περ. γ και 183 του ΚΠοινΔ, αλλά ως απλό έγγραφο του άρθρου 178 περ. στ του ΚΠοινΔ, το οποίο, όπως από τα πρακτικά προκύπτει, αλλά και ο αναιρεσείων ομολογεί, αναγνώσθηκε, άρα συνεκτιμήθηκε μαζί με όλα τα λοιπά αναγνωσθέντα έγγραφα. Επί πλέον τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, απαραδέκτως προβάλλει ο από τους αναιρεσείοντες Χ2,( λόγος II αρ.9 κύριου δικογράφου αναιρέσεως), αφού αυτός δεν καταδικάστηκε για προμήθεια και εισαγωγή παραχαραγμένων νομισμάτων, αλλά για άλλες αξιόποινες πράξεις, ζ) Το Δικαστήριο απάντησε και με επαρκή και ειδική αυτοτελή αιτιολογία απέρριψε, τον υποβληθέντα από τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1 αυτοτελή ισχυρισμό, να μην αξιοποιηθούν αποδεικτικά οι προανακριτικές καταθέσεις και η στο ακροατήριο κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας συνοριακού φύλακα -αστυνομικού Ψ, ως παρανόμων αποδεικτικών μέσων, για το λόγο ότι αυτός υπήρξε αξιόποινος ηθικός αυτουργός, με την έννοια του Ψ υπήρξε μόνον αποδέκτης των προτάσεων εκείνου, η) Αλυσιτελώς προβάλλεται από τον πρώτο αναιρεσείοντα Χ1, ότι συντρέχει ακυρότητα της διαδικασίας από έλλειψη ακροάσεως, γιατί το Δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε υποβληθέντα από αυτόν αυτοτελή ισχυρισμό, να μη ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, ως παρανόμως ληφθέντα αποδεικτικά μέσα, οι προανακριτικές καταθέσεις του συνοριακού φύλακα μάρτυρα Ψ, για το λόγο ότι είναι προϊόντα παράνομης διείσδυσης του μάρτυρος, κατ'άρθρο 253 Α παρ.3,5 ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 6 του ν. 2928/2001 και ισχύει από 27-6-2001, χωρίς τις εγγυήσεις σχετικού προηγούμενου βουλεύματος του αρμοδίου Δικαστικού Συμβουλίου Εφετών που θάπρεπε να εκδοθεί, καθόσον το Δικαστήριο, δεν είναι υπόχρεο να απαντά σε μη νόμιμους ισχυρισμούς, αφού, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως και από το ως άνω αιτιολογικό αυτής, προκύπτει ότι δεν αναγνώσθηκαν, ούτε συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο προανακριτικές καταθέσεις του συνοριακού φύλακα Ψ, που κατά τον αναιρεσείοντα Χ1 είναι παράνομα αποδεικτικά μέσα, ως προϊόντα παράνομης ανακριτικής διείσδυσης μάρτυρα. Τούτο δε, ανεξάρτητα από το ότι από το προεκτεθέν αιτιολογικό και από τα πρακτικά της αποφάσεως,από την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα αναφορά στη σελίδα 60 του αιτιολογικού, " από την παρακολούθηση του μάρτυρος Ψ και από τις έρευνες της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας", δε συνάγεται ότι το Δικαστήριο στηρίχτηκε και στις άνω προανακριτικές καταθέσεις μάρτυρος, αλλά ότι στηρίχτηκε και στις καταθέσεις των αστυνομικών μαρτύρων κατηγορίας Ψ και ... (Τμηματάρχη Εσωτερικών Υποθέσεων Ελληνικής Αστυνομίας), στο ακροατήριο, οι οποίοι κατέθεσαν, σχετικά με τις πληροφορίες που είχαν και την προηγηθείσα παρακολούθηση του υπόπτου κατηγορουμένου, θ) Επαρκώς αιτιολογείται η συνδρομή στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα τελέσεως των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων παραβάσεως της σωματεμπορίας μεγάλου αριθμού ενηλίκων αλλοδαπών γυναικών, οι οποίες είχαν εισέλθει παρανόμως στην Ελλάδα και του νόμου περί ναρκωτικών, από τις παραδοχές της αποφάσεως, ότι είχαν διαμορφώσει υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως των πράξεων αυτών, ήτοι 1)σωματεμπορίας γυναικών που είχαν εισέλθει και παρέμεναν παράνομα στη Χώρα και τις είχαν εγκαταστήσει σε ξενοδοχείο, για τη γενετήσια εκμετάλλευση αυτών, παρασύροντας αυτές σε πορνεία, εκμεταλλευόμενοι την ευάλωτη θέση αυτών με υποσχέσεις και πληρωμές και τη θέση του πρώτου κατηγορουμένου υπαλλήλου συνοριακού φύλακα, ως υπηρετούντος στο Τμήμα Δίωξης Λαθρομεταναστών Αθηνών, εισπράττοντας μεγάλο ως άνω μερίδιο αμοιβής από τους πελάτες που αυτοί και ο συνεργός τους Ζ εύρισκαν για εξώγαμη συνουσία με αυτές, διαθέτοντας άλμπουμ φωτογραφιών των διαθεσίμων για πορνεία γυναικών, αλλά και 2) της διακινήσεως ικανών ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, για πορισμό εισοδήματος, προκύπτουσα ιδίως από την ύπαρξη σχεδίου τελέσεως των ανωτέρω πράξεων, με χρησιμοποίηση και άλλων γνωστών και αγνώστων μη αποκαλυφθέντων συνεργών και με επικοινωνία μεταξύ τους, σε συνδυασμό με το ότι επρόκειτο για πολύ μεγάλη ποσότητα ναρκωτικής ουσίας,(608 γραμμ. κοκαΐνης κλπ), την οποίαν μάλιστα πούλησαν στον μάρτυρα Ψ, του οποίου την ιδιότητα ως ειδικού φρουρού - αστυνομικού γνώριζαν, ενώ δε στάθμισαν τη ζημία που θα προκαλείτο από τη χρήση της ποσότητας αυτής από τρίτους αγοραστές, έχοντας πάντα σκοπό τον πορισμό εισοδήματος. Επαρκώς αιτιολογείται, επίσης, η συνδρομή στο πρόσωπο των κατηγορουμένων και της επιβαρυντικής περιστάσεως της ιδιαίτερης επικινδυνότητας αυτών ως δραστών των εν λόγω πράξεων παραβάσεως του ν. περί ναρκωτικών, από τα παραπάνω και από την παραδοχή ότι οι στο αιτιολογικό εκτιθέμενες συνθήκες και οι περιστάσεις τελέσεως των συγκεκριμένων αξιοποίνων πράξεων,(χρησιμοποίηση και συνοδεία συνεργών, προφυλάξεις, χρησιμοποίηση ως τόπου συναλλαγής των υπογείων τουαλετών του καταστήματος "..."), μαρτυρούν ότι οι κατηγορούμενοι είναι αδίστακτοι και ιδιαίτερα επικίνδυνοι, αφού διακινούσαν ως άνω μεγάλη ποσότητα ναρκωτικής ουσίας κοκαΐνης, την οποίαν μάλιστα πούλησαν στον μάρτυρα Ψ, του οποίου την ιδιότητα ως συνοριακού φύλακα - αστυνομικού γνώριζαν, ι) Ως προς τις επιβληθείσες ποινές το Δικαστήριο, ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 79, 80, 83 και 84 του ΠΚ και έλαβε υπόψη του τα σε αυτές κριτήρια, μετά την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, στο πρόσωπο του δευτέρου αναιρεσείοντος Χ2 και του επέβαλε τις σημειούμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ποινές, μέσα στα πλαίσια που ορίζουν οι εφαρμοσθείσες αντίστοιχες ποινικές διατάξεις του ν. περί ναρκωτικών, με πλήρη και ειδική αιτιολογία και ορθά απορρίφθηκε ο παρά του αναιρεσείοντος αυτού προβληθείς ισχυρισμός περί εφαρμογής της έχουσας εφαρμογή στο εσωτερικό δίκαιο, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, Κοινοτικής διατάξεως του άρθρου 4 παρ.2 α, β , 9 της αποφάσεως- πλαίσιο με αριθ. 2004/757/ΔΕΥ του Συμβουλίου της ΕΕ, που ορίζει ότι " κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, ώστε τα εγκλήματα που αναφέρονται σε αυτή, που αφορούν ναρκωτικά και δη μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών, να επισύρουν μέγιστη στερητική της ελευθερίας ποινή, διάρκειας πέντε και δέκα ετών τουλάχιστον . .", αφού στον άνω αναιρεσείοντα επιβλήθηκε, για την άνω παράβαση του ν. περί ναρκωτικών, κάθειρξη δέκα ετών, μέσα στα όρια της εν λόγω αποφάσεως του Συμβουλίου της ΕΕ. Επομένως, οι περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου ανωτέρω ποινικών διατάξεων και περί απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας, για λήψη υπόψη παράνομων αποδεικτικών μέσων, για έλλειψη ακροάσεως κατηγορουμένων και εισαγγελέα (αρθρ. 510 παρ. Ι στοιχ. Α, Β, Δ, και Ε ΚΠοιν Δ) συναφείς λόγοι αναιρέσεως των αναιρεσειόντων, κύριοι και πρόσθετοι, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και καθό μέρος με αυτούς πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως απαράδεκτοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνωσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κλπ) η το παραπάνω έγγραφο που δεν αναγνωσθηκε αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, σε σχέση με τη συνδρομή περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Δεν είναι, όμως, αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο κατηγορούμενος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπιση του κατ' αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης 779/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής των αναιρεσειόντων, αναφέρονται ορισμένα έγγραφα, μεταξύ των οποίων δεν συμπεριλαμβάνεται και η με αριθ. 6004/15/1508-α/17-12-2004 πράξη του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας, με την οποία ο συνοριακός φύλακας Ψ τοποθετήθηκε ως συνοδός στο περιπολικό αυτοκίνητο της Αστυνομίας, του οποίου ήταν οδηγός ο κατηγορούμενος συνοριακός φύλακας Χ1. Με την πράξη, όμως, αυτή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για την έρευνα του προβαλλομένου σχετικού λόγου αναιρέσεως, ο μάρτυρας κατηγορίας συνοριακός φρουρός Ψ τοποθετήθηκε ως συνοδός στο περιπολικό αυτοκίνητο της Αστυνομίας, του οποίου ήταν οδηγός ο κατηγορούμενος Χ1, για ανακριτική διείσδυση μάρτυρος, ήτοι είναι διαδικαστικό έγγραφο και δεν ήταν αναγκαία η ανάγνωση της στο ακροατήριο, το έγγραφο αυτό δε αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, σε σχέση με τη συνδρομή περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Επί πλέον, το περιεχόμενο του άνω εγγράφου, δηλαδή η τοποθέτηση του μάρτυρα αστυνομικού δίπλα στο συνάδελφο του κατηγορούμενο για παρακολούθηση από το Τμήμα Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας προκύπτει από την ίδια την κατάθεση του μάρτυρα αυτού κατηγορίας Ψ στο ακροατήριο, αλλά και από τα αναγνωσθέντα 322/2004 και 652/2004 βουλεύματα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, δυνάμει των οποίων επετράπη, κατά το ν. 2225/1994, όπως αντικ. με το άρθρο 12 του ν. 3115/2003, η αστυνομική διείσδυση του συνοριακού φύλακα- αστυνομικού Ψ στην εγκληματική ομάδα που συμμετείχε ο συνάδελφος του αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ1. Ο άνω αναιρεσείων κατηγορούμενος είχε επί πλέον τη δυνατότητα να ζητήσει από τον διευθύνοντα τη συζήτηση και να λάβει γνώση του περιεχομένου αυτού, υπάρχοντος στη δικογραφία, οποτεδήποτε, πράγμα που δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε για να αντικρούσει την κατηγορία, προβάλλοντας τις τυχόν παρατηρήσεις του, δεν ήταν δε υποχρεωμένος ο διευθύνων τη συζήτηση, χωρίς αυτός να το ζητήσει, να επιδείξει ιδιαίτερα σε αυτόν το άνω διαδικαστικό έγγραφο. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, συναφής πρόσθετος λόγος αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος Χ1, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεως του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βεβαία η ταυτότητα και η ανάγνωση τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' του ΚΠοινΔ, γιατί στερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε να αναφέρεται το πρόσωπο που τα προσκόμισε. Είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία αυτά, δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του, με τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί με βεβαιότητα ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενο του, οπότε ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα του, έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ πιο πάνω δικαιώματα του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση του εγγράφου αυτού παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το περιεχόμενο του.(ΑΠ 137,343, 611/2010).Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το Πενταμελές Εφετείο στήριξε την κρίση του για την ενοχή των κατηγορουμένων, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και στα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων, προσδιοριζόμενα κατ' αύξοντα αριθμό, περιλαμβάνονται κα τα ακόλουθα με τους εξής τίτλους: "... 10)Το από 31-8-2004 έγγραφο 2 ου Τμήματος Εσωτερικών Υποθέσεων Ελληνικής Αστυνομίας με συνημμένα έγγραφα και φωτοτυπίες πλαστών εγγράφων, 11) Το από 10-5-2004 έγγραφο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών με συνημμένα έγγραφα κατασχεθέντων μοτοσυκλετών και έγγραφα εταιρειών κινητής τηλεφωνίας. 12)Το από 4-9-2004 έγγραφο με αρ. πρωτ. 6004/15/1508 ρσγ του 2ου τμήματος Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας με συνημμένα έγγραφα εταιρειών κινητής τηλεφωνίας, . . 27) Αποδεικτικά καταθέσεων της ΑΛΦΑ ΒΑΝΚ , . . 44) Η έκθεση νυχτερινής έρευνας και κατασχέσεως σε οικία παρόντος ενοίκου, χαρτονομισμάτων .., 45) Φωτοαντίγραφα πλαστών χαρτονομισμάτων, 46) Τετράδιο τύπου σπιράλ με ταμειακές σημειώσεις και 47) τρεις φωτογραφίες. Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, εφόσον, μάλιστα, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι υπήρχαν και άλλα έγγραφα, φέροντα τον ίδιο τίτλο, αριθμό και ημερομηνία με αυτά με διαφορετικό περιεχόμενο, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων για τον προσδιορισμό τους, αφού ειδικότερα με την ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενο τους σε όλους τους παράγοντες της δίκης, ενώ δε δημιουργείται καμία ασάφεια ως προς το ποία έγγραφα αναγνώσθηκαν και ποία έγγραφα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για να ενεργηθεί από τον Άρειο Πάγο ο αναιρετικός έλεγχος. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει αμφιβολία ποία έγγραφα αναγνώσθηκαν και συνεκτιμήθηκαν και το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του και τα ως άνω αναγνωσθέντα έγγραφα. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του Χ2, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, παραβίαση των αρχών προφορικότητας και δημοσιότητας της διαδικασίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτών, να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Μαΐου 2009 αίτηση - δήλωση του Χ1 και την από 15 Μαΐου 2009 αίτηση του Χ2, μετά των από 26 Απριλίου 2010 και 21 Απριλίου 2010 αντίστοιχων προσθέτων λόγων αυτών, περί αναιρέσεως της 779/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συμμορία ( Πλημμέλημα, άρθρ. 187 παρ. 3 ΠΚ (χρονική περίοδος αρχές-3-2001 έως 6-4-2004). Προμήθεια και Εισαγωγή παραχαραγμένων νομισμάτων (Κακούργημα - άρθρ. 207 παρ.1 ΠΚ). Σωματεμπορία κατ' επάγγελμα (Κακούργημα - 2004, άρθρ. 351 παρ.1, 4γ, δ, ε ΠΚ). Κατοχή, διάθεση και πώληση Ναρκωτικών κατ' επάγγελμα από ιδιαίτερα επικίνδυνους (Κακούργημα - άρθρ. 5 παρ. 1 α, β, ζ, 8 ν. 1729/1987 - 20 παρ.1 β, ζ, 23 ΚΝΝ). Κατοχή παράνομη όπλων και πυρομαχικών (Πλημμέλημα 6-4-2004, άρθρ. 1, 7 παρ. 1, 8, 8 α ν. 2168/1993). Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α, Β, Δ , Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως και πρόσθετοι λόγοι των δύο αναιρεσειόντων, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από λήψη υπόψη παράνομων αποδεικτικών μέσων (προανακριτικών καταθέσεων μάρτυρα αστυνομικού "agent provocateur") και παράνομα διεισδύσαντος στους κατ/νους μάρτυρος, κατ' άρθρο 253 Α παρ.3,5 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 6 του ν. 2928/2001, χωρίς τις εγγυήσεις σχετικού προηγούμενου βουλεύματος του αρμοδίου Δικαστικού Συμβουλίου Εφετών, για μη ειδική αναφορά και λήψη υπόψη αναγνωσθείσας εκθέσεως εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης και για λήψη υπόψη εγγράφων των οποίων δεν είναι βεβαία η ταυτότητα και η ανάγνωση τους, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για έλλειψη ακροάσεως κατ/νων και εισαγγελέα και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Οπλοκατοχή, Παραχάραξη, Ακροάσεως έλλειψη, Σωματεμπορία, Συμμορία.
| 0
|
Αριθμός 1426/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Μουτζούρη, περί αναιρέσεως της 27605/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Νοεμβρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1735/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 334 παρ.1 Π.Κ. "Όποιος εισέρχεται παράνομα ή παραμένει παρά τη θέληση του δικαιούχου στην κατοικία άλλου ή στο χώρο που αυτός χρησιμοποιεί για την εργασία του ή σε χώρο περικλεισμένο που αυτός κατέχει τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της διαταράξεως οικιακής ειρήνης απαιτείται παράνομη είσοδος ή παραμονή στην κατοικία άλλου ή στους άνω χώρους και δολία προαίρεση, ως παράνομη δε είσοδος νοείται η αυθαίρετος είσοδος στην κατοικία ή στους άνω χώρους της εργασίας του η τον περικλεισμένο που αυτός κατέχει. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 361 Π.Κ. "όποιος εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφημήσεως (άρθρα 362 και 363 Π.Κ.) προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξεως της εξυβρίσεως απαιτείται να διατυπωθούν από το δράστη γραπτώς ή προφορικώς για κάποιον άλλον λέξεις ή φράσεις που κατά κοινή αντίληψη περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του, είτε περιφρόνηση γιαυτόν από το δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι με μια τέτοια ενέργεια προσβάλλει την τιμή του άλλου. Δηλαδή στην εξύβριση ο όρος τιμή λαμβάνεται με ευρεία έννοια και σημαίνει στην αξίωση όπως το άτομο μη τυγχάνει από κάποιον άλλον αρνητικής αξιολογικής κρίσεως η μεταχειρίσεως τέτοιας, που δηλώνει έλλειψη εκτιμήσεως του δράστη προς τον παθόντα, σχετικά με τη συνολική αξία του, ηθική και κοινωνική.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 333 παρ.1 του Π.Κ. "όποιος προκαλεί σε άλλον τρόμο η ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απειλής, είναι η πρόκληση στον άλλον τρόμου ή ανησυχίας, με την απειλή βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης και όχι η άσκηση βίας ή άλλης παράνομης πράξης. Τρόμος είναι ο υπέρμετρος ή αιφνίδιος φόβος, ενώ ανησυχία, η ταραχή και αγωνία, σε σχέση με το αίσθημα ασφάλειας. Η απειλή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο (όπως με λόγια, με έγγραφα με νεύματα, κινήσεις κτλ) και κάθε πρόσφορο μέσο. Από άποψη υποκειμενικής υποστάσεως απαιτείται δόλος, ο οποίος προϋποθέτει γνώση του υπαιτίου ότι η απειλούμενη ενεργειά του συνιστά βία ή άλλη παράνομη πράξη και τη θέληση να προκαλέσει στον άλλο τρόμο ή ανησυχία.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου.Ειδικότερα για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής για τέλεση κατ'έγκληση διωκομένου εγκλήματος απόφασης, τότε μόνο απαιτείται όπως η αιτιολογία αυτή εκτείνεται και στο χρόνο γνώσης της πράξης και του προσώπου, που την τέλεσε, από μέρους του δικαιούχου στην υποβολή της έγκλησης, εφόσον αυτή υποβάλλεται μετά την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.27605/2008 απόφαση, με την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα για διατάραξη οικιακής ειρήνης, εξύβριση και απειλή σε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων μηνών, ανασταλείσα, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ'έφεση, δέχθηκε στο αιτιολογικό της, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα, κατά κατηγορία αποδεικτικά μέσα, ότι η κατηγορούμενη, στις 26-5-2006, στο ..., : "α)εισήλθε παράνομα στο επί της οδού ... περιφραγμένο οικόπεδο του εγκαλούντος ..., παρά τη θέληση αυτού, αφού άνοιξε την κλειστή πόρτα, διαταράσσοντας έτσι την οικιακή του ειρήνη. β)πρόσβαλε με λόγο την τιμή του παραπάνω εγκαλούντος με τις λέξεις "ρε καραγκιόζη" "Γαμώ το σπίτι σου" γ)απείλησε τον εγκαλούντα με την παράνομη πράξη της βίας λέγοντας του "θα σου δείξω εγώ τώρα τι θα σου κάνω" και έτσι του προκάλεσε τρόμο και ανησυχία".
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων της διατάραξης οικιακής ειρήνης, εξύβρισης και απειλής, για τις οποίες καταδικάσθηκε η κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε, των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 334 παρ.1 και 4, 361 παρ.1, 333 παρ.1, 2 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως η εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, παραθέτει στην απόφασή του τα στοιχεία της διατάραξης οικιακής ειρήνης με την παραδοχή ότι εισήλθε η κατηγορούμενη-αναιρεσείουσα, παρά την θέλησή του εγκαλούντος-παθόντος, στο περιφραγμένο οικόπεδό του, ανοίγοντας την κλειστή πόρτα. Επίσης αιτιολογείται πλήρως γιατί οι φράσεις "ρε καραγκιόζη" "Γαμώ το σπίτι σου" είναι εξυβριστικές, όπως και ότι δια της απειλής με την φράση "θα σου δείξω εγώ τι θα σου κάνω" προκάλεσε σ'αυτόν τρόμο και ανησυχία. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες α)αφού η απλή αντιγραφή των στοιχείων της κατηγορίας (διατακτικού) στο αιτιολογικό δεν αποτελεί έλλειψη αιτιολογίας, εφόσον το διατακτικό περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε η κατηγορουμένη, στο δε σκεπτικό, όποιος εν προκειμένω, αναφέρονται οι αποδείξεις από τις οποίες το δικαστήριο συνήγαγε τα γενόμενα απ'αυτό δεκτά περιστατικά. β)δεν απαιτείτο για την πληρότητα της αιτιολογίας ειδική αξιολόγηση συσχετισμός και συγκριτική στάθμιση των επιμέρους αποδεικτικών μέσων ούτε τι από κάθε επιμέρους αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε. γ)δεν ήταν αναγκαίο να αναφερθεί η ύπαρξη της αναγκαίας στη συγκεκριμένη περίπτωση εγκλήσεως του εγκαλούντος-παθόντος, ούτε αν αυτή είχε υποβληθεί εμπροθέσμως καθόσον, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως δεν απαιτείται να διαλαμβάνεται η διαπίστωση ότι υπάρχει έγκυρη και εμπρόθεσμη έγκληση, τη συνδρομή της οποίας, όπου αυτή απαιτείται, έρευνα αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο.
Επομένως, οι από το άρθρο 51 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με αυτούς πλήττεται, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου η περί τα πράγματα, αναιρετικώς ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Επίσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο πέμπτος και τελευταίος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως περί παραβιάσεως της αρχής της δικαίας δίκης κατ'άρθρο 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α. , αφού από τη διάταξη αυτή δεν δημιουργείται ιδιαίτερος λόγος αναιρέσεως, εκτός εάν η παραβασή του εντάσσεται σε έναν από τους στο άρθρο 510 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ. περι οριστικώς αναφερομένους λόγους, που εν προκειμένου δεν συμβαίνει.
Κατ'ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Νοεμβρίου 2009 αίτηση της ... περί αναιρέσεως της υπ'αριθ.27605/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακόσιων είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για διατάραξη οικιακής ειρήνης, εξύβριση, απειλή. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του Νόμου. Απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των αρχών της ΕΣΔΑ "περί δικαίας δίκης" εφόσον η παραβίαση του δεν εντάσσεται στους λόγους του άρθρου 510 § 1 ΚΠ.Δ.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ε.Σ.Δ.Α., Εξύβριση, Απειλή, Διατάραξη οικιακής ειρήνης.
| 2
|
Αριθμός 1424/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Αναστασόπουλο, περί αναιρέσεως της 203/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 165/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ.1 του άρθρου 476 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με την παρ.18 του άρθρου 2 του Ν.2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο(σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τον διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο όταν εμφανισθεί, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του ιδίου ή του αντικλήτου του, από το γραμματέα της Εισαγγελίας 24 ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι κατ' αρχήν δεκαήμερη, αρχομένη από τη δημοσίευση της αποφάσεως παρόντος του δικαιούχου, άλλως από τη νόμιμη επίδοση της στον δίκαιούμενο σε αναίρεση και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρηση της στο βιβλίο καθαρογεγραμμένων αποφάσεων της παρ.3 του άρθρου 473 ΚΠΔ. Κατά της καταδικαστικής όμως αποφάσεως, μπορεί να ασκηθεί αναίρεση από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ.2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω. Η τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση του, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου ή στη δήλωση του, γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που επιβεβαιώνουν τα περιστατικά αυτά, άλλως η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτως εξετάζει το δικαστήριο του Αρείου Πάγου για να διακριβώσει το παραδεκτό της αναίρεσης, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 203/4-5-2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων για καλλιέργεια, κατοχή και συγκομιδή ναρκωτικών ουσιών (φυτών ινδικής κάνναβης) σε κάθειρξη δέκα επτά (17) ετών και χρηματική ποινή 100.000 ευρώ. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν παρών στο ως άνω Δικαστήριο, με την από 28 Μαΐου 2009 αίτηση του ζήτησε, για τους εκτιθέμενους σ' αυτήν λόγους, από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου τον διορισμό, αυτεπαγγέλτως, Δικηγόρου, προκειμένου ο τελευταίος να ασκήσει για λογαριασμό του αίτηση αναιρέσεως κατά της ανωτέρω αποφάσεως. Η απόφαση καθαρογράφηκε και καταχωρήθηκε στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ ειδικό βιβλίο αποφάσεων στις 11 Νοεμβρίου 2009, αντίγραφο δε αυτής υποβλήθηκε αρμοδίως στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου στις 8 Δεκεμβρίου 2009. Ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθ. 176/9-12-2009 Πράξη του διόρισε ως δικηγόρο του αναιρεσείοντος τον Αναστάσιο Αναστασόπουλο, δικηγόρο Αθηνών, προκειμένου ο τελευταίος να ασκήσει αίτηση αναιρέσεως κατά της άνω αποφάσεως, η δε Πράξη αυτή παρελήφθη από τον ως άνω δικηγόρο αυθημερόν, ήτοι την 9η Δεκεμβρίου 2009. Ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων επέδωσε την κρινόμενη από 20-12-2009 αίτηση δήλωση-αναίρεση, η οποία συντάχθηκε από τον ανωτέρω δικηγόρο, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την ..., όπως προκύπτει από την πράξη επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., η οποία είναι καταχωρημένη στην άνω αίτηση-δήλωση. Η εν λόγω αίτηση-δήλωση ασκήθηκε εκπροθέσμως, αφού από την ημερομηνία παραδόσεως του διορισμού του στον ως άνω δικηγόρο, την 9-12-2009, μέχρι την 5-1-2010, παρήλθε η από το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠοινΔ εικοσαήμερη προθεσμία, χωρίς να επικαλείται και να αποδεικνύει ο αναιρεσείων, για τη διαδρομή του άνω χρονικού διαστήματος, λόγους ανωτέρας βίας ή άλλου ανυπερβλήτου κωλύματος, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση της. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση-δήλωση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-12-2009 αίτηση-δήλωση του Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 203/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμου ασκήσεως της.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 0
|
Αριθμός 1423/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 8016/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουνίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1182/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη με αριθμό 383/23-11-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο Συμβούλιό σας, κατά τα άρθρα 527 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ την από 27-7-2009 αίτηση του καταδικασμένου Χ, κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την 8016/19-9-03 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Τριμελούς) Πλημμελημάτων που τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα τριών μηνών (13) για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας μάρτυρα κατ'εξακολούθηση, συκοφαντικής δυσφήμησης και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα. Η αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την 8016/19-9-2003 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, η οποία έγινε αμετάκλητη γιατί κατ'αυτής δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της αναίρεσης (ίδετε το υπ'αριθμ. ... πιστοποιητικό του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου), στηρίζεται, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντα, σε νέα γεγονότα και αποδείξεις, από τα οποία καθίσταται φανερό ότι είναι αθώος για τις πράξεις που καταδικάστηκε και είναι νόμιμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 2 ΚΠΔ, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του δικαστηρίου σας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ και πρέπει να εξεταστεί κατ'ουσία. Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός από άλλες περιπτώσεις που απαριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο αυτό και όταν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε και έτσι ήσαν άγνωστες στους δικαστές. Την κρίση αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και από τα έγγραφα. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που καταδίκασε, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα (ΑΠ 680/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 8016/19-9-2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών ο αιτών καταδικάσθηκε με αυτή για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας μάρτυρα κατ'εξακολούθηση, συκοφαντικής δυσφήμησης και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, γιατί το δικαστήριο δέχθηκε ότι αυτός α) Στην ... στις 25-8-98 εν γνώσει καταμήνυσε άλλον ενώπιον αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη αυτού για την πράξη αυτή, ήτοι υπέβαλε μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών σε βάρος των μηνυτών Δ και του συζύγου της Ρ, στο περιεχόμενο της οποίας ρητά καταμήνυσε και κατήγγειλε αυτούς, ότι δήθεν τέλεσαν κατ'αυτού την αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού, ενώ γνώριζε ότι τα καταγγελόμενα αυτά γεγονότα ήσαν ψευδή. Συγκεκριμένα, αυτός στο περιεχόμενο της εν λόγω μηνύσεως κατήγγειλε δόλια τα παρακάτω ψευδή γεγονότα ότι δήθεν "ο δικηγόρος λόγω γνωριμιών του (βουλευτές) θα είχε τη δυνατότητα να μου έβγαζε ελληνική ταυτότητα και άδεια λειτουργίας από το δήμο Αθηναίων ..... Επίσης πλήρωσα στον κο Αμάραντο 60.000 δρχ. χωρίς απόδειξη (δεν μου έδωσε αν και ζήτησα) για την υπογραφή των συμβολαίων αγοράς του 40% της επιχείρησης, τα οποία υπογράψαμε εγώ η κα Δ και ο άντρας της Ρ. Όταν την επομένη ημέρα ζήτησα από τον κο Αμάραντο αντίγραφο του συμβολαίου όπου υπογράψαμε την προηγούμενη ημέρα και οι τρεις, μου έδωσε ένα χαρτί συμβολαίου με μόνο την υπογραφή της κας Δ λέγοντάς μου ότι δεν χρειάζεται να έχω το συμβόλαιο με τις τρεις υπογραφές αφού είναι το ίδιο και ότι θα το έχει αυτός στο φάκελό του. Μία εβδομάδα μετά την πληρωμή από μέρους μου των χρημάτων και ενώ μου είχαν υποσχεθεί ότι το 40% της επιχείρησης θα μου απέδιδε περίπου 500.000 δρχ. την εβδομάδα μου είπαν ότι σκέφθηκαν να κλείσουν το μαγαζί και με υποχρέωσαν για να μην τους πληρώνω ενοίκιο να τους υπογράψω άλλο χαρτί από μπλοκάκι ότι αποχωρώ από την καφετέρια (υποσχόμενοι να μου δώσουν πίσω τα χρήματά μου - πράγμα το οποίο δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα αν και μου υποσχέθηκαν ότι θα έκαναν σε μία εβδομάδα) και ότι το χαρτί αυτό θα είχε το νόημα απλώς και μόνο να μην πληρώνω το ενοίκιο στην εταιρία Δ..... Στην πράξη του δε αυτή προέβη με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη των ανωτέρω μηνυτών, β) ο ίδιος στον ίδιο τόπο την 25.8.98 και 21.9.98 αντίστοιχα τέλεσε το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, ήτοι ενώ εξετάσθηκε ένορκα την 25.8.98 ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμμελειοδικών Αθηνών και την 21.9.98 ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών ως μάρτυρας-μηνυτής, προκειμένου να βεβαιώσει και καταθέσει για το αληθές το περιεχομένου της μηνύσεώς του κατέθεσε εν γνώσει του ψευδή γεγονότα, γ) Την 11-2-98 ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκε και διέδωσε ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτών. Ήτοι συνέταξε και υπέβαλε προς το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών σε βάρος του Δικηγόρου Γεωργίου Αμάραντου έγγραφη καταγγελία στο περιεχόμενο της οποίας μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε και διέδωσε σε βάρος των μηνυτών Δ και Ρ ψευδή γεγονότα ότι δήθεν "μετά από μερικές ημέρες στην ίδια εφημερίδα που και εγώ είχα δε την αγγελία και είχα στηρίξει της ελπίδες για το μέλλον μου, διάβασα την 28-11-97 και την 12-12-97 δύο αγγελίες όπου το κατάστημα μας πωλούνταν με το ακίνητο ή χωρίς το ακίνητο. Τότε κατάλαβα πως όλα ήταν ένα καλοστημένο παιχνίδι για να μου αποσπάσουν χρήματα και συνειδητοποίησα ότι δεν θα έπαιρνα ποτέ πια πίσω τα λεφτά μου που με τόσες θυσίες μιας ζωής κατάφερα να μαζέψω. Η συνεταίρος μου και ο δικηγόρος αφού πρώτα με εξαπάτησαν και εισέπραξαν τα 8.000.000 δρχ., το μόχθο όλης της ζωής μου στράφηκαν σε νέα θύματα, σε άλλους ανθρώπους για να απομυζήσουν τους κόπους τους. Φάνηκε ότι είχαν στήσει μια μηχανή εξαπάτησης αθώων ανθρώπων με ιδιαίτερα τεχνάσματα" και δ) Την 21.9.98 στον ίδιο παραπάνω τόπο με πειθώ, φορτικότητα, προτροπές και παραινέσεις προκάλεσε στον συγκατηγορούμενό του Φ να διαπράξει το αδίκημα της ψευδομαρτυρίας σε βάρος των Δ και Ρ. Όλες οι παραπάνω κατηγορίες αποδείχθηκαν βάσιμες βάσει των καταθέσεων των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων και των αναγνωσθέντων εγγράφων ήτοι 1) της από 25.8.98 μήνυσης, 2) της από 25.9.98 ένορκης κατάθεσης μηνυτή, 3) των από 21.9.98 ενόρκων καταθέσεων Φ και ..., 4) της από 11-2-98 καταγγελίας στο Δ.Σ.Α., 5) της από ... αδείας λειτουργίας καταστήματος, 6) του από ... ιδιωτικού συμφωνητικού, 7) του από 29-10-97 ιδιωτικού συμφωνητικού και απόδειξης πληρωμής, 8) του από 30-10-97 εταιρικού συστάσεως ΕΕ, 9) του από 7-11-97 ιδιωτικού συμφωνητικού, 10) της από 7-11-97 απόδειξης πληρωμής 8.000.000 δρχ., 11) του από 10-11-97 διαλυτικού εταιρίας, 12) της από 14-11-97 λύσης συνεργασίας-απόδειξης πληρωμής, 13) της από 5-11-97 απόδειξης πληρωμής και 14) το υπ'αριθμ. 1003/99 αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται ο αιτών είναι α) η υπ'αριθμ. 2059/2009 απόφαση του Τριμελούς Πολιτικού Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε ότι η από 14-11-97 έγγραφη απόδειξη, η οποία φέρει τις υπογραφές των διαδίκων και στην οποία φέρεται η μεν εναγομένη να έχει καταβάλει στον ενάγοντα 8.000.000 δρχ. για εξόφληση Χ, ο δε ενάγων να δηλώνει ότι καμιά οικονομική απαίτηση δεν έχει από τη Δ, είναι πλαστή και στη συνέχεια έκανε δεκτή την αγωγή και β) την υπ'αριθμ. 51/2006 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του γραφολόγου ... με την οποία κρίνεται η πλαστότητα της επίδικης απόδειξης. Η παραπάνω περί μη εξοφλήσεως κρίση του δικαστηρίου δεν είναι απροσμάχητη γιατί αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης Ξ και από την ένορκη κατάθεση του Ρ, οι οποίοι επιβεβαιώνουν τον περί εξοφλήσεως προβαλλόμενο ισχυρισμό καταθέτοντας ο μεν πρώτος ότι ήμουν παρών όταν ο Χ (ενάγων) υπέγραψε το χαρτί και πήρε τα 8.000.000 δρχ., ο δε δεύτερος ότι "βεβαιώνω κατηγορηματικά ότι ο Χ έλαβε από τη σύζυγό μου το ποσό των 8.000.000 δρχ." Όμως, τα προσκομιζόμενα για την στήριξη της κρινόμενης αίτησης ως άνω νέα αποδεικτικά στοιχεία, εκτιμώμενα είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου προσκομιστεί ουδόλως ανατρέπουν την προαναφερθείσα κρίση και δεν κάνουν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε, ούτε ότι καταδικάσθηκε αυτός για εγκλήματα βαρύτερα απ'αυτά που πράγματι τέλεσε. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί η από 27-7-09 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., οδός ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ'αριθμ. 8016/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον παραπάνω αιτούντα. Αθήνα 3-11-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περιπ. 2 ΚΠοινΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ. 1 εδ. α' και 527 παρ. 3 ΚΠοινΔ, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη καταδικαστική γι'αυτόν, για πλημμελήματα, υπ'αριθ.8016/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, για το λόγο ότι, από τα αναφερόμενα στην αίτηση νέα και άγνωστη στους δικαστές που τον καταδίκασαν έγγραφα, υπ'αριθ.2059/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και από 11-2-2006 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ... (Ειδικού Δικαστικού γραφολόγου), γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι ήταν αθώος των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις. Πρέπει, μετά ταύτα, να ερευνηθεί κατ'ουσίαν. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής : Ο κατηγορούμενος-αιτών, τον Οκτώβριο 1997 συμφώνησε με τη Δ, η οποία διατηρούσε καφετέρια στην οδό ..., και το συζυγό της Ρ την από κοινού εκμετάλλευση της άνω καφετέριας. Προς τούτο συνέστησαν Ε.Ε. με την επωνυμία "Δ & Σία Ε.Ε." με ομόρρυθμο μέλος της την Δ και με ποσοστό στις κερδοζημίες 40% και 60% αντίστοιχα. Το ποσοστό 40%, συμμετοχής του κατηγορουμένου αποτιμήθηκε σε 10.000.000 δρχ. εκ των οποίων ο τελευταίος κατέβαλε στην Δ 8000.000 δρχ. Τη διαδικασία σύστασης της άνω Ε.Ε. ανέλαβε ο Γ.Αμάραντος, δικηγόρος Αθηνών. Η εκμετάλλευση, όμως, της καφετέριας δεν υλοποιήθηκε γι'αυτό ελύθη η εταιρία. Μετά ταύτα και αφού το ζεύγος Δ,Ρ δεν του απέδωσαν το ποσό των 8000.000 δρχ., ο κατηγορούμενος υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 25-8-1998 μήνυση, με την οποία κατεμήνυσε, πλην άλλων και το ζεύγος Δ,Ρ για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με τον ισχυρισμό ότι τον εξαπάτησαν και δεν του απέδωσαν το χρηματικό ποσό των 8000.000 δρχ. Επί της άνω μηνύσεως εκδόθηκε το υπ'αριθ.1003/99 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο απεφάνθη ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος των μηνυομένων για την άνω πράξη. Εν συνεχεία οι τελευταίοι κατέθεσαν μήνυση σε βάρος του κατηγορουμένου-αιτούντος για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα κατ'εξακολούθηση, συκοφαντική δυσφήμηση και ηθική αυτουργία στην ψευδορκία μάρτυρα. Με την υπ'αρ.801/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών ο αιτών κατηγορούμενος καταδικάσθηκε αμετακλήτως (μη ασκηθείσης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της άνω αποφάσεως) για τις άνω πράξεις ήτοι της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρα κατ'εξακολούθηση, συκοφαντικής δυσφημήσεως και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα τριών (13) μηνών. Καταδικάσθηκε συγκεκριμένα για το ότι: 1)Στην ..., στις 25-8-98, εν γνώσει ψευδώς καταμήνυσε άλλον ενώπιον της αρχής ότι ετέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη αυτού για την πράξη αυτή και συγκεκριμένα υπέβαλε μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθήνας σε βάρος των Δ και του συζύγου της Ρ, με την οποία κατεμήνυσε αυτούς, ότι δήθεν ετέλεσαν κατ'αυτού την αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού, ενώ γνώριζε οπωσδήποτε ότι τα καταγγελλόμενα αυτά γεγονότα ήταν ψευδή, συγκεκριμένα αυτός στο περιεχόμενο της εν λόγω μηνύσεως κατήγγειλε δόλια τα παρακάτω ψευδή γεγονότα ότι: "Όταν την επομένη μέρα ζήτησα από τον κ. Αμάραντο αντίγραφο του συμβολαίου όπου υπογράψαμε την προηγούμενη ημέρα και οι τρεις, μου έδωσε ένα χαρτί συμβολαίου με μόνο την υπογραφή της κας Δ, λέγοντας μου ότι δεν χρειάζεται να έχω το συμβόλαιο με τις τρεις υπογραφές αφού είναι το ίδιο και ότι θα το έχει αυτός στο φάκελο του. Μία εβδομάδα μετά την πληρωμή από μέρους μου των χρημάτων και ενώ μου είχαν υποσχεθεί ότι το 40% της επιχείρησης θα μου απέδιδε περίπου 500.000 δρχ. την εβδομάδα, μου είπαν ότι σκέφθηκαν να κλείσουν το μαγαζί και με υποχρέωσαν για να μην τους πληρώνω ενοίκιο (μιάς και έτσι προέβλεπε το συμφωνητικό -ΑΠΑΤΗ) να τους υπογράψω άλλο χαρτί από μπλοκάκι ότι αποχωρώ από την καφετέρια (υποσχόμενοι να μου δώσουν πίσω τα χρήματα μου-πράγμα το οποίο δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα αν και μου υποσχέθηκαν ότι θα το έκαναν σε μία εβδομάδα) και ότι το χαρτί αυτό θα είχε το νόημα απλώς και μόνο να μην πληρώνω το ενοίκιο στην εταιρία Δ ....Στην πράξη του δε αυτή προέβη με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη των ανωτέρω μηνυτών, β) ο ίδιος στον ίδιο τόπο την 25.8.98 και 21.9.98 αντίστοιχα τέλεσε το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, ήτοι ενώ εξετάσθηκε ένορκα την 25.8.98 ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμμελειοδικών Αθηνών και την 21.9.98 ενώπιον του Πταισματοδίκη του 26ου Τμήματος Αθηνών ως μάρτυρας-μηνυτής, προκειμένου να βεβαιώσει και καταθέσει για το αληθές του περιεχομένου της σε βάρος των Δ μηνύσεως του κατέθεσε εν γνώσει του τα άνω ψευδή γεγονότα, γ) Την 11-2-98, ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκε και διέδωσε ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτών. Ήτοι συνέταξε και υπέβαλε προς το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών σε βάρος του Δικηγόρου Γεωργίου Αμάραντου έγγραφη καταγγελία στο περιεχόμενο της οποίας, μεταξύ άλλων, ισχυρίστηκε και διέδωσε σε βάρος των μηνυτών Δ και Ρ ψευδή γεγονότα ότι δήθεν "μετά από μερικές ημέρες στην ίδια εφημερίδα που και εγώ είχα δει την αγγελία και είχα στηρίξει της ελπίδες γα το μέλλον μου, διάβασα την 28-11-97 και την 12-12-97 δύο αγγελίες όπου το κατάστημα μας πωλούνταν με το ακίνητο ή χωρίς το ακίνητο. Τότε κατάλαβα πως όλα ήταν ένα καλοστημένο παιχνίδι για να μου αποσπάσουν χρήματα και συνειδητοποίησα ότι δεν θα έπαιρνα ποτέ πια πίσω τα λεφτά μου που με τόσες θυσίες μιας ζωής κατάφερα να μαζέψω. Η συνεταίρος μου και ο δικηγόρος αφού πρώτα με εξαπάτησαν και εισέπραξαν τα 8.000.000 δρχ., το μόχθο όλης της ζωής μου στράφηκαν σε νέα θύματα, σε άλλους ανθρώπους για να απομυζήσουν τους κόπους τους. Φάνηκε ότι είχαν στήσει μια μηχανή εξαπάτησης αθώων ανθρώπων με ιδιαίτερα τεχνάσματα" και δ) Την 21.9.98 στον ίδιο παραπάνω τόπο με πειθώ, φορτικότητα, προτροπές και παραινέσεις προκάλεσε στον συγκατηγορούμενό του Φ να διαπράξει το αδίκημα της ψευδομαρτυρίας σε βάρος των Δ και Ρ, το οποίο και διέπραξε ήτοι εξετασθείς ο άνω Φ, ενόρκως ενώπιον του Πταισματοδίκου του 26ου Τμήματος ..., κατέθεσε ψευδώς εν γνώσει της αναληθείας ότι "οι μηνυόμενοι (Δ. και Ρ) εξαπάτησαν τον αδελφό μου (.). Του είπαν ότι θα γινόταν συνεταίρος στην καφετέρια που είχε η Δ, μαζί με τον άνδρα της. Πήραν από τον αδελφό μου 8000.000 δρχ....ο δικηγόρος είναι α'εξάδελφος με τους άλλους μηνυομένους και κοιτούσε μόνο το συμφέρον των συγγενών του....ο αδελφός μου πλήρωσε και άλλα χρήματα, για το ενοίκιο, για ποτά, για άδεια μουσικής κ.λπ. Μετά από μια εβδομάδα, οι μηνυόμενοι έκλεισαν το μαγαζί, άλλαξαν την κλειδαριά και υποχρέωσαν τον αδελφό μου να υπογράψει ένα χαρτί ότι αποχωρεί από την καφετέρια και υποσχέθηκαν ότι θα του επιστρέψουν τα χρήματα πράγμα που δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα".
Ήδη ο αιτών, επιδιώκοντας, κατά τα παραπάνω, την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την υπ'αριθ.8016/2003 απόφαση επικαλείται και προσκομίζει ως "νέες αποδείξεις" την υπ'αριθ.2059/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και την από ... έκθεση γραφολογικής παραγματογνωμοσύνης του ειδικού γραφολόγου .... Η άνω απόφαση του (Πολιτικού) Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε επί της από 30-11-1998 αγωγής του αιτούντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της Δ, με την οποία (αγωγή) ζητούσε από την τελευταία να του καταβάλει το ποσό των 8000.000 δρχ. το οποίο προκατέβαλε τον Οκτώβριο του έτους 1997 για την συμμετοχή του στην συσταθείσα Ε.Ε. και το οποίο η εναγόμενη Δπαρακρατούσε παράνομα, ιδιοποιηθείσα τούτο προς ζημία του. Η Δ κατά τη συζήτηση της αγωγής προέβαλε τον ισχυρισμό ότι κατέβαλε το άνω ποσό προσκομίσασα σχετικώς την από 14-11-1997 έγγραφη απόδειξη, η οποία φέρει τις υπογραφές των διαδίκων και κατά το περιεχόμενό της φέρεται η μεν εναγόμενη να έχει καταβάλει στον ενάγοντα "8000.000 δραχμές μετρητά για εξόφληση Χ", ο δε ενάγων να δηλώνει ότι "καμιά οικονομική απαίτηση δεν έχει από τον Δ". Ο ενάγων αντικρούοντας τον άνω ισχυρισμό προέβαλε πλαστότητα της απόδειξης αυτής, συνιστομένης στη νόθευση του περιεχομένου της με την κατάλληλη προσθήκη, εκ των υστέρων, των άνω κρισίμων φράσεων. Το Εφετείο Αθηνών με την υπ'αριθ.617/2006 μη οριστική απόφασή του, διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για το άνω θέμα, διορίζοντας πράγματογνώμονα τον ειδικό γραφολόγο .... Ο γραφολόγος αυτός με την από 11-2-2006 (αριθ.καταθ....) έκθεση πραγματογνωμοσύνης, γνωμοδότησε ότι οι επίμαχες φράσεις έχουν προστεθεί εκ των υστέρων ήτοι μετά την υπογραφή του άνω από 14-11-1997 συμφωνητικού. Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, ήχθη η υπόθεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών για την οριστική πλέον κατ'ουσίαν έρευνα της υποθέσεως. Το Εφετείο με την υπ'αριθ.2059/2009 απόφασή του, αφού έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα και πραγματογνωμοσύνη) δέχθηκε την αγωγή ως ουσία βάσιμη, δεχθέν ότι η από 14-11-1997 απόδειξη ήταν νοθευμένη κατά άνω στοιχεία της και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα (αιτούντα) το ποσό των 23.477,62 ευρώ (8000.000 δρχ.). Τα έγγραφα αυτά, όπως υποστηρίζει ο αιτών ήταν άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, οι οποίοι, εάν γνώριζαν την ύπαρξη τους θα τον κήρυσσαν αθώο. Πράγματι, τα άνω έγγραφα συνεκτιμόμενα με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί και ληφθεί υπόψη από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε την υπόθεση, καθιστούν φανερό σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα ότι ο αιτών είναι αθώος των άνω πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε. Το Τριμελές Εφετείο, που με την 8016/2003 απόφασή του καταδίκασε τον αιτούντα, στηρίχθηκε στις καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων και του μάρτυρος Ξ και στην άνω από 14-11-1997 απόδειξη η οποία, όμως, κατά τα κρίσιμα σημεία της, ως άνω, είναι πλαστή. Οι καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων και του άνω μάρτυρος δεν είναι απροσμάχητες. Η πολιτικώς ενάγουσα Δ, ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου αλλά και πρωτοδίκως κατέθεσε ότι τα χρήματα (8000.000 δρχ.) ο αιτών τα εισέπραξε και "τα έβαλε στις τσέπες του". Όμως, η κατάθεση αυτή δεν είναι πειστική αν ληφθεί υπόψη ότι είναι δυσχερής αν μη αδύνατη η μεταφορά τόσων χρημάτων κατ'αυτόν τον τρόπο. Επίσης ο πολιτικώς ενάγων Ρ κατέθεσε, ενώπιον του Εφετείου, ότι η σύζυγός του, μετά τη λύση της συνεργασίας της με τον αιτούντα, καταχώρησε αγγελία στην εφημερίδα για την πώληση της καφετέριας, γεγονός που επισήμανε ο αιτών στην από 11-2-1998 αναφορά του, απευθυνόμενη στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, αιτιώμενως εμπλοκή στην όλη υπόθεση και του δικηγόρου Αθηνών Γεωργίου Αμάραντου.
Κατόπιν των παραπάνω πρέπει να γίνει δεκτή η από 20-6-2009 (ημερομηνία καταθέσεως 27-7-2009) αίτηση του αιτούντος ως κατ'ουσίαν βάσιμη και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω, κατ'άρθρο 528 παρ.6 ΚΠοινΔ, η επανάληψη σύμφωνα με το άρθρο 525 διατάσσεται για όλους όσοι καταδικάσθηκαν, και όταν ένας μόνο τη ζήτησε, εκτός αν οι λόγοι για τους οποίους έχει ζητηθεί αρμόζουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση καταδικάσθηκε για ψευδορκία μάρτυρος σε βάρος της Δ και Ρ ο Φ.
Ειδικότερα ο Φ κηρύχθηκε ένοχος διότι: Στην ... στις 21-9-1998 εξετασθείς ενώπιον του 26ου Πταισματοδίκη του Τμήματος Αθηνών, κατέθεσε ψευδώς εν γνώσει της αναληθείας ότι "οι μηνυόμενοι (Δ και Ρ) εξαπάτησαν τον αδελφό μου (Χ). Του είπαν ότι θα γινόταν συνεταίρος στην καφετέρια που είχε η Δ, μαζί με τον άνδρα της. Πήραν από τον αδελφό μου 8000.000 δρχ.....ο δικηγόρος είναι εξάδελφος με τους άλλους μηνυομένους και κοιτούσε μόνο το συμφέρον των συγγενών του ....ο αδελφός μου πλήρωσε και άλλα χρήματα, για το ενοίκιο, για ποτά, για άδεια μουσικής κ.λπ. Μετά από μία εβδομάδα, οι μηνυόμενοι έκλεισαν το μαγαζί, άλλαξαν την κλειδαριά και υποχρέωσαν τον αδελφό μου να υπογράψει ένα χαρτί ότι αποχωρεί από την καφετέρια και υποσχέθηκαν ότι θα του επιστρέψουν τα χρήματα πράγμα που δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα". Επομένως, εφόσον ο άνω λόγος επανάληψης της διαδικασίας δεν αρμόζει αποκλειστικά και μόνο στον αιτούντα ο οποίος καταδικάσθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση για ηθική αυτουργία στην ψευδορκία του άνω Φ, πρέπει να διαταχθεί η επανάληψη της διαδικασίας και ως προς τον τελευταίο και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και γι'αυτόν.
Επειδή, οι πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρος, ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία μάρτυρος και συκοφαντικής δυσφημήσεως, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1α 98,46 παρ.1α, 229 παρ.1, 224 παρ.2,1, 363-362 ΠΚ, είναι πλημμελήματα, τα οποία φέρονται ότι τελέσθηκαν την 25-8-1998 το πρώτο, την 25-8-1998 και 21-9-1998 το δεύτερο, την 21-9-1998 το τρίτο και την 11-2-1998 το τέταρτο.
Συνεπώς έχουν υποπέσει στην παραγραφή, λόγω παρόδου, κατά το εν χρήσει ημερολόγιο, χρονικού διαστήματος πλέον της οκταετίας, το οποίο καλύπτει το χρόνο της παραγραφής για τα πλημμελήματα και το χρόνο αναστολής αυτής για το διάστημα που διαρκεί η κυρία διαδικασία (5 + 3 έτη), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.3, 112, 113 παρ.3 ΠΚ. Επομένως δεν συντρέχει λόγος επαναλήψεως της συζητήσεως στο ακροατήριο άλλου δικαστηρίου ομοιοβάθμου με αυτό που δίκασε την υπόθεση. Έτσι πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) να παύσει οριστικά την κατά του αιτούντος Χ και Φ ασκηθείσα ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες έχουν καταδικασθεί από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 20-6-2009 (ημ.καταθέσεως 27-7-2009) αίτηση του Χ.
Ι. Ακυρώνει την υπ'αριθ.8016/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αιτούντος Χ για το ότι: Στην ... και στους παρακάτω χρόνους με πρόθεση και με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα 1)εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι'αυτήν. Συγκεκριμένα εν γνώσει του καταμήνυσε ψευδώς με την από 25-8-1998 μήνυση που κατάθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθήνας την Δ και Ρ ότι τέλεσαν σε βάρος του την αξιόποινη πράξη της απάτης, πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε απ'αυτόν την 25-8-1998. 2)με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος κατέθεσε ενόρκως ενώπιον Αρχής ψευδή πραγματικά περιστατικά, εν γνώσει της αναληθείας αυτών και συγκεκριμένα βεβαίωσε ενόρκως ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθήνας το περιεχόμενο της σε βάρος των Δ και Ρ από 25-8-1998 μήνυση, επίσης κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Πταισματοδίκη του 26ου τμήματος Αθηνών ψευδή γεγονότα ως αληθή σχετικά με την άνω μήνυση, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε αυτός την 25-8-1998 και 21-9-1998. 3)Ενώπιον τρίτων ισχυρίσθηκε και διέδωσε εν γνώσει της αναληθείας ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη άλλου και συγκεκριμένα υπέβαλε στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών την από 11-2-1998 καταγγελία στην οποία, πλην άλλων, ισχυρίσθηκε και διέδωσε σε βάρος των μηνυτών Δ και Ρ, εν γνώσει του ψευδή γεγονότα ως αληθή τα οποία έλαβαν γνώση τρίτοι (μέλη του Δ.Σ. του Δικηγορικού Συλλόγου, κτλ) και τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη των μηνυτών, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε αυτός την 11-2-1998. 4)με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να τελέσει την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος, που τέλεσε, και συγκεκριμένα με προτροπές και παραινέσεις προκάλεσε στον συγκατηγορούμενό του Φ την απόφαση να τελέσει το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρος, όταν αυτός κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Πταισματοδίκη του 26ου Τμήματος Αθηνών, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε αυτός (Χ) την 21-9-1998.
ΙΙ. Διατάσσει την επανάληψη της διαδικασίας και ως προς τον μη ασκήσαντα αίτηση Φ.
Ακυρώνει την υπ'αριθ.8016/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και ως προς τον Φ.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του για το ότι κατέθεσε ενόρκως ενώπιον Αρχής ψευδή πραγματικά περιστατικά εν γνώσει της αναληθείας αυτών και συγκεκριμένα κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Πταισματοδίκη του 26ου Τμήματος Αθηνών ψευδή γεγονότα ως αληθή, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε αυτός την 21-9-1998, σε βάρος της Δ και Ρ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας. Παραδοχή αιτήσεως και οριστική παύση διώξεως λόγου παραγραφής των πράξεων. Επεκτατικό αποτέλεσμα και για μη ασκήσαντα αίτηση (άρθρο 528 § 6 ΚΠΔ).
|
Παύση οριστική ποινικής διώξεως
|
Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Επανάληψη διαδικασίας, Επεκτατικό αποτέλεσμα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1421/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 18η Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την δήλωση αναιρέσεως της 3202α, 3280/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών,
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σταύρου Χούρσογλου (ΑΜ ΔΣΑ 22588).
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Παπαστεργίου (ΑΜ ΔΣΑ 19533).
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφαση, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22-2-2010 δήλωση αναιρέσεως και στο από 12-4-2010 πρόσθετο δικόγραφο, που καταχωρήθηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 342/2010.
Αφού άκουσε τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη δήλωση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Η κρινόμενη δήλωση αναιρέσεως, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 22-2-2010, υποβάλλεται από τον κατηγορούμενο και στρέφεται κατά της 3202α, 3280/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ την 11-2-2010. Επομένως, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (ΚΠοινΔ 465 παρ.1, 473 παρ.2 και 3, 474, 505 παρ.1, 509 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής. Παραλλήλως, πρέπει να ερευνηθούν και οι πρόσθετοι λόγοι, οι οποίοι περιλαμβάνονται στο από 12-4-2010 ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (ΚΠοινΔ 509 παρ.2).
2.Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 παρ.1 και 369 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας αποδεικτική αξιολόγηση εγγράφων, που δεν ανεγνώσθησαν, παραβιάζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Ως εκ τούτου, στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης πρέπει να αναφέρονται τα έγγραφα, τα οποία ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο, με τρόπο που να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους σε βαθμό αποκλεισμού της αμφιβολίας ως προς το αν συγκεκριμένο έγγραφο αποτέλεσε αντικείμενο ανάγνωσης ή όχι. Προς το σκοπό αυτό αρκεί η αναγραφή του αριθμού ή της ημερομηνίας ή του εκδότη του εγγράφου, χωρίς να προσαπαιτείται η μνεία του περιεχομένου αυτού ή του προσώπου που το προσκόμισε στο δικαστήριο. Και όσο μεγαλύτερες πιθανότητες αμφιβολίας είναι δυνατό να ανακύψουν ως προς την ανάγνωση ή μη (διότι, ενδεχομένως, υφίστανται περισσότερα έγγραφα με κοινά στοιχεία), τόσο ειδικότερος πρέπει να είναι ο προσδιορισμός, με τη μνεία πλειόνων στοιχείων εξατομίκευσης (τα οποία, άλλως, είναι περιττά), προκειμένου με βεβαιότητα να συνάγεται ότι συγκεκριμένο έγγραφο ανεγνώσθη και ότι ο κατηγορούμενος είχε την ευχέρεια να διατυπώσει επ' αυτού παρατηρήσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, στο ακροατήριο (μεταξύ άλλων εγγράφων, για την ανάγνωση των οποίων δεν θέτει ζήτημα ο αναιρεσείων) ανεγνώσθησαν "μήνυση του Ψ κατά Χ" και "απολογητικά υπομνήματα του κατηγορουμένου προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών". Η περιγραφή των εγγράφων αυτών, εφ' όσον ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι στη δικογραφία υπήρχαν περισσότερες της μιας μηνύσεις του πολιτικώς ενάγοντος κατ' αυτού, για να προκληθεί αμφιβολία ως προς το ποία εξ αυτών ανεγνώσθη και εφ' όσον δεν είναι δυνατό να υποστηριχθεί σοβαρά ότι ο ίδιος αγνοούσε το περιεχόμενο των προσωπικών του απολογητικών υπομνημάτων, είναι επαρκής. Ως εκ τούτου, δεν ήταν απαραίτητη η περαιτέρω εξειδίκευση της ταυτότητας των ως άνω εγγράφων και ο πρώτος λόγος της δηλώσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος.
3.Στο άρθρο 170 παρ.2 ΚΠοινΔ ορίζεται ότι "Η ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται, επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα, που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση". Η ακυρότητα αυτή μπορεί να προταθεί με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ. Εξ άλλου, στο άρθρο 504 παρ.4 ΚΠοινΔ ορίζεται ότι "Αν ζητηθεί η αναίρεση σύμφωνα με τις παρ.1 και 2 [του ίδιου άρθρου] θεωρούνται ότι προσβάλλονται μαζί και οι προπαρασκευαστικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν πριν από αυτήν που προσβάλλεται". Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης και της πριν από αυτήν εκδοθείσας 1814/2009 αναβλητικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτουν τα εξής: Ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για εξύβριση του πολιτικώς ενάγοντος, η οποία τελέσθηκε με την προς τον δεύτερο αποστολή της από 25-9-2005 επιστολής του πρώτου, όπου περιλαμβάνονταν οι φράσεις "...παρά τα πολλά ψυχοπαθολογικά προβλήματα που γνωρίζω ότι ιδιαίτερα σε βασανίζουν..." και "Όλοι ενθυμούνται τη συμπεριφορά και την εικόνα σου κατά την ημέρα της κηδείας του πατέρα σου!", οι οποίες θεωρήθηκε ότι ενείχαν καταφρόνηση της προσωπικής αξίας του πολιτικώς ενάγοντος, ότι γράφηκαν από τον κατηγορούμενο με επίγνωση του προσβλητικού νοήματός τους και ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση προσέβαλαν την τιμή του παθόντος. Στην άμυνα του κατηγορουμένου περιλαμβανόταν ο ισχυρισμός ότι η επιστολή αυτή γράφηκε από τον ίδιο ως διαμαρτυρία προς τον πολιτικώς ενάγοντα για ένα τηλεφώνημα που εκείνος είχε πραγματοποιήσει την 11-9-2005 προς τη σύζυγο του κατηγορουμένου, σε ακατάλληλη, νυκτερινή ώρα, με υβριστικό περιεχόμενο για τον κατηγορούμενο, εξ αιτίας του οποίου ο τελευταίος είχε περιέλθει σε κατάσταση δικαιολογημένης αγανάκτησης (με επίκληση της ΠΚ 361 παρ.3 σε συνδυασμό με την ΠΚ 308 παρ.3). Ο πολιτικώς ενάγων, εξεταζόμενος ως μάρτυρας κατά τη δικάσιμο της 11-6-2009, κατέθεσε ότι το τηλεφώνημα, εξ αιτίας του οποίου ο κατηγορούμενος ισχυριζόταν ότι αγανάκτησε, είχε γίνει από αυτόν περί ώρα 19:00, από το σπίτι της θείας του, Γ και ότι ούτε η ώρα ήταν ακατάλληλη ούτε η παρουσία της θείας του επέτρεπε σ' αυτόν να εκφρασθεί με υβριστικό τρόπο. Τότε, ο συνήγορος του κατηγορουμένου προέβαλε το αίτημα να αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως, προκειμένου αφ' ενός να κληθεί ως μάρτυρας η Γ και αφ' ετέρου να ζητηθεί από τον αρμόδιο οργανισμό σταθερής τηλεφωνίας (ΟΤΕ) κατάλογος των κλήσεων που έγιναν την 11-9-2005 από την τηλεφωνική σύνδεση της εν λόγω, με αριθμό ..., για να ελεγχθεί η αξιοπιστία της καταθέσεως του πολιτικώς ενάγοντος. Το δικαστήριο της ουσίας, με την 1814 απόφαση, που εκδόθηκε την 16-6-2009, ύστερα από διακοπή της συνεδρίασης, δέχθηκε το αίτημα αναβολής της συζητήσεως για το λόγο που πρόβαλε η υπεράσπιση, ανέβαλε για την 9-12-2009 και διέταξε την κλήτευση της μάρτυρα που προτάθηκε. Το γεγονός ότι δεν διέταξε και την υποβολή καταλόγου των τηλεφωνικών κλήσεων, χωρίς να αιτιολογήσει τη σχετική άρνησή του, δεν υποδηλώνει έλλειψη ακροάσεως, αφού, εφ' όσον δεν υπήρχε συναίνεση της δικαιούχου της ως άνω τηλεφωνικής συνδέσεως, η άρση του απορρήτου της δι' αυτής πραγματοποιούμενης επικοινωνίας δεν θα μπορούσε να διαταχθεί για λόγο άλλο, εκτός από την ανάγκη διακρίβωση της τέλεσης κακουργήματος (άρθρο 4 του ν. 2225/1994), που δεν συνέτρεχε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επομένως, ουδεμία ακυρότητα επήλθε κατά την έκδοση της 1814/2009 αναβλητικής αποφάσεως, η προταθείσα μάρτυρας κλήθηκε, εμφανίσθηκε και εξετάσθηκε στη μετ' αναβολή συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση (βλ. τα σχετικά πρακτικά) και ο δεύτερος λόγος της δηλώσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται σ' αυτήν η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος.
4.Στο άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ ορίζεται ότι "Δεν αποτελούν άδικη πράξη [μεταξύ άλλων περιπτώσεων που δεν ενδιαφέρουν ενταύθα και] οι εκδηλώσεις που γίνονται για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον" και περαιτέρω, στην παρ.2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται [μεταξύ άλλων και] όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης". Οι ορισμοί αυτοί εφαρμόζονται και όταν στον κατηγορούμενο αποδίδεται η πράξη της εξύβρισης. Οπότε, όταν αυτός επικαλεσθεί τις κατά το άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ προϋποθέσεις άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεως που του αποδίδεται, γεννάται αντίστοιχη υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει και να αιτιολογήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, τη δικαιοδοτική του κρίση. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, ως κατηγορούμενος κατά την ενώπιον εκείνου διαδικασία, είχε ισχυρισθεί ότι οι επίμαχες εκφράσεις (βλ. παραπάνω, αρ.3) περιλαμβάνονταν σε πολυσέλιδη επιστολή, την οποία είχε απευθύνει μόνο προς τον πολιτικώς ενάγοντα προκειμένου α) να εξηγήσει προς εκείνον τις μετά του προσφάτως [τότε] αποβιώσαντος πατρός του σχέσεις και δοσοληψίες του κατηγορουμένου, εκ των οποίων απέρρεε και αξίωση του τελευταίου να λάβει δικηγορική αμοιβή και β) να διαμαρτυρηθεί για το περιεχόμενο της τηλεφωνικής συνομιλίας του πολιτικώς ενάγοντος με τη σύζυγο του κατηγορουμένου, το οποίο ο τελευταίος είχε θεωρήσει άδικο και προσβλητικό. Απαντώντας το δικαστήριο της ουσίας επί του ως άνω ισχυρισμού, που απέβλεπε στην αναγνώριση της κατά το άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, η οποία αποδιδόταν στον κατηγορούμενο, δέχθηκε [μεταξύ άλλων και] τα εξής ουσιώδη: Ότι, πράγματι, τις βραδινές ώρες της 11-9-2005 ο πολιτικώς ενάγων τηλεφώνησε στο σπίτι του κατηγορουμένου και, μιλώντας με τη σύζυγο αυτού, εξέφρασε εντόνως τα παράπονά του για τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου έναντι του ήδη αποβιώσαντος πατρός του και, ιδίως, για την αξίωσή του να εισπράξει ως δικηγορική αμοιβή ποσοστό 15% επί αξίας ενός υπό αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου που ανήκε στην περιουσία του πατέρα του. Ότι κατά τη διάρκεια της ίδιας τηλεφωνικής συνομιλίας ζήτησε από τη σύζυγο του κατηγορουμένου να μην παραστούν, αυτή και ο σύζυγός της, στο μνημόσυνο της μητέρας του, που θα γινόταν την επόμενη μέρα. Ότι μετά την πάροδο αρκετών ημερών από το ως άνω τηλεφώνημα, ο κατηγορούμενος έγραψε και απέστειλε προς τον πολιτικώς ενάγοντα την από ... επιστολή, έκτασης οκτώ (8) δακτυλογραφημένων σελίδων. Ότι στην επιστολή περιλαμβάνονται και οι φράσεις που ήδη αναφέρθηκαν (βλ. παραπάνω, αρ.3). Ότι με τις φράσεις αυτές προκλήθηκε μείωση της προσωπικότητας του πολιτικώς ενάγοντος και εντεύθεν προσβολή της τιμής του, αφού αυτός εμφανίζεται ως ψυχοπαθολογικό άτομο με διαταραγμένο ψυχικό κόσμο και συμπεριφορά. Ότι το αποτέλεσμα αυτό δεν αποκλείεται από την ένταξη των επίμαχων εκφράσεων στο όλο περιεχόμενο της επιστολής και από τη συνεκτίμησή του. Ότι οι εν λόγω φράσεις και οι χαρακτηρισμοί που υπονοούνταν με αυτές δεν ήταν αναγκαίο να προστεθούν στο υπόλοιπο περιεχόμενο της επιστολής για την υπεράσπιση των συμφερόντων του κατηγορουμένου (όπως τα επικαλέσθηκε κατά τη διατύπωση του ισχυρισμού του, βλ. παραπάνω, στην παρούσα σκέψη). Κατόπιν αυτών, το Πενταμελές Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικώς αβάσιμο τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, που του αποδόθηκε, λόγω της εκ μέρους αυτού επιδίωξης της προστασίας δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και κήρυξε τον ένοχο για εξύβριση, όπως και πρωτοδίκως. Με τα όσα δέχθηκε, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε πλήρη αιτιολογία κατά την απόρριψη του προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού και δεν ήταν αναγκαίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αναφέρει με ποιες άλλες, μη προσβλητικές, εκφράσεις θα ήταν δυνατό να εξυπηρετηθεί το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του κατηγορουμένου, αφού αυτό είχε γίνει με όλο το υπόλοιπο περιεχόμενο της επιστολής, από το οποίο θα μπορούσαν, απλώς, να λείπουν οι επίμαχες εκφράσεις. Επομένως, ο πρώτος λόγος του προσθέτου δικογράφου, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος.
5.Στο άρθρο 361 παρ.1 ΠΚ ορίζεται ότι "Όποιος... προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται...". Από την εν λόγω διάταξη συνάγεται [μεταξύ άλλων] ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εξυβρίσεως είναι απαραίτητο όπως ο λόγος, που μπορεί να είναι και γραπτός ή το έργο κλπ, με τον οποίο φέρεται ότι επήλθε η προσβολή της τιμής του άλλου, είναι πρόσφορος, κατά την κοινή αντίληψη και υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να επιφέρει το αποτέλεσμα αυτό. Εξ άλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 501 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα Χ για την αξιόποινη πράξη της εξυβρίσεως, η οποία τελέσθηκε σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος Ψ. Για την κατάφαση της ενοχής του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης 3280/2009 απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής ουσιώδη: Ότι ο κατηγορούμενος, στην από 25-9-2005 επιστολή, την οποία συνέταξε και απέστειλε προς τον πολιτικώς ενάγοντα, διέλαβε μεταξύ του υπολοίπου, εκτενούς κειμένου, τις φράσεις "...παρά τα πολλά ψυχοπαθολογικά προβλήματα που γνωρίζω ότι ιδιαίτερα σε βασανίζουν..." και "Όλοι ενθυμούνται τη συμπεριφορά και την εικόνα σου κατά την ημέρα της κηδείας του πατέρα σου!". Και ότι οι φράσεις αυτές ενείχαν καταφρόνηση της προσωπικής αξίας του πολιτικώς ενάγοντος, ότι γράφηκαν από τον κατηγορούμενο με επίγνωση του προσβλητικού νοήματός τους και ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση προσέβαλαν την τιμή του παθόντος. Με αυτά που δέχθηκε, το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 361 παρ.1 ΠΚ και δεν την παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού με σαφήνεια προσδιόρισε τις επιλήψιμες εκφράσεις και καλώς δέχθηκε ότι με την αναγραφή τους ο πολιτικώς ενάγων, στον οποίο αναφέρονται οι φράσεις αυτές, εμφανίζεται ως ψυχοπαθολογικό άτομο με διαταραγμένο ψυχικό κόσμο και συμπεριφορά. Επομένως, ο δεύτερος λόγος του προσθέτου δικογράφου, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 501 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος. Κατά τη γνώμη, όμως, ενός μέλους του δικαστηρίου και συγκεκριμένα του εισηγητή αρεοπαγίτη Χριστόφορου Κοσμίδη, οι επίμαχες φράσεις, ενταγμένες σε ένα πολυσέλιδο κείμενο που είχε συνταχθεί από ηλικιωμένο πρόσωπο και απευθυνόταν στον κατά πολύ νεότερο υιό αποβιώσαντος φίλου και συνεργάτη του, άσχετα προς το αν υπονοούσαν κάποια ψυχική διαταραχή του αποδέκτη (όχι απίθανη για σημαντική μερίδα του πληθυσμού και όχι κατ' ανάγκη επαίσχυντη), δεν ήσαν ικανές, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να προσβάλουν την τιμή του τελευταίου. Διότι γράφηκαν με κόσμιο τρόπο, οργανικά ενταγμένες στο όλο κείμενο και στήριζαν το παράπονο του συντάκτη για την προ ολίγων ημερών εκδηλωθείσα πρόθεση του αποδέκτη της επιστολής, εκφρασθείσα υπό το κράτος έντασης, να διακόψει οποιαδήποτε σχέση μαζί του και, μάλιστα, να απαγορεύσει σ' αυτόν ακόμη και τη συμμετοχή στο μνημόσυνο της μητέρας του, που είχε υπάρξει οικογενειακή φίλη του συντάκτη της επιστολής και της συζύγου του. Γι' αυτό, σύμφωνα με τη μειοψηφούσα γνώμη, οι φράσεις αυτές δεν θα έπρεπε να υπαχθούν στη διάταξη του άρθρου 361 παρ.1 ΠΚ, η οποία εσφαλμένως εφαρμόσθηκε.
6.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, κύριος ή πρόσθετος, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η κρινόμενη δήλωση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠοινΔ 583 παρ.1) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (ΚΠοινΔ 371 παρ.1, 373).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-2-2010 δήλωση περί αναιρέσεως της 3202α, 3280/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και τους πρόσθετους λόγους, του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, δικηγόρου, κατοίκου ....- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα και πεντακοσίων (500) ευρώ για τη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Ιουνίου 2010. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 19η Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατά την αναγραφή στα πρακτικά των εγγράφων που ανεγνώσθησαν αρκούν τόσα στοιχεία, όσα απαιτούνται για την άρση της αμφιβολίας ως προς την ανάγνωσή τους. Αιτιολογημένη καταδίκη δικηγόρου για εξύβριση, με φράσεις που περιλαμβάνονται σε επιστολή προς τον εγκαλούντα. Κατά τη μειοψηφία, οι επίμαχες φράσεις, υπό τις περιστάσεις κατά τις οποίες έγινε δεκτό ότι διατυπώθηκαν, δεν στοιχειοθετούν εξύβριση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εξύβριση, Μειοψηφική γνώμη.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1420/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - πολιτικώς εναγόντων 1. Χ, κατοίκου ... και 2. Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Τ.Α.Β. ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ Α.Ε.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παραστάθηκαν, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2568/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Με κατηγορούμενους τους 1. Ψ1, κατοίκου ... και 2. Ψ2, κατοίκου ....
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες -πολιτικώς ενάγοντες ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19 Φεβρουαρίου 2010 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 339/10.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 160/28.4.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι) Το συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 2919/2009 βούλευμά του αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων Ψ1 και Ψ2 για τις αναφερόμενες πράξεις. Κατά του βουλεύματος αυτού ο Χ άσκησε με την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος την υπ'αριθμ. 482/29-9-2009 έφεση και το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 2568/2009 βούλευμά του κήρυξε αυτή απαράδεκτη διότι δεν ήταν "αμέσως" παθών, ήτοι διότι δεν νομιμοποιείτο ως πολιτικώς ενάγων. Κατά του βουλεύματος αυτού (όπως και κατά του πρωτοδίκου) ο ανωτέρω Χ άσκησε στις 19-2-2010 (από προφανή παραδρομή η υπ'αριθμ. 27 φέρει στην πρώτη σελίδα 19-2-2009) τις υπ'αριθμ. 27 και 26/2010 αναιρέσεις ενώπιον του γραμματέα του Τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών - και για τους αναφερόμενους στις οικείες εκθέσεις λόγους αναίρεσης.
ΙΙ) Επειδή τα βουλεύματα τα οποία υπόκεινται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης και οι δικαιούχοι αυτής ορίζονται περιοριστικά στα άρθρα 482, 483 ΚΠΔ στα οποία δεν περιλαμβάνεται ο πολιτικώς ενάγων. Εξ άλλου κατά το άρθρο 463 εδ. α ΚΠΔ "ένδικο μέσο (Επομένως και αναίρεση - άρθρο 462 ΚΠΔ) μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα". Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 ΚΠΔ - όπως ισχύει μετά την αντικ. με το άρθρο 38 ν. 3160/2003 - "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Προηγούμενα η άνω διάταξη είχε ως εξής "Κατά της απορριπτούσης ως απαράδεκτο το ένδικον μέσον αποφάσεως ή βουλεύματος επιτρέπεται μόνον αίτησις αναίρεσης". 'Ετσι με την άνω αντικατάσταση διεγράφη το "ή βουλεύματος". Επομένως βούλευμα με το οποίο απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο δεν υπόκειται σε αναίρεση από τον ασκήσαντα αυτό (ένδικο μέσο) πολιτικώς ενάγοντα -βλ. ΑΠ 200/2006 ΠΧρ. 2006 σελ. 802, ΑΠ 1279/2008 ΠΧρ 2009 σελ. 450 ΑΠ 1345/2008 ΠΧρ 2009 σελ. 455, ΑΠ 209/2005 ΠοινΔ 2005 σελ. 1268, ΑΠ 641/2007 ΠΧρ 2008 σελ. 147 κ.α.). Ενόψει των ανωτέρω οι υπόκρίση αναιρέσεις ασκήθησαν από πρόσωπο που δεν δικαιούται σε αναίρεση και κατά βουλευμάτων που δεν υπόκεινται σ'αυτή. 'Ετσι είναι απαράδεκτες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω να κηρυχθούν απαράδεκτες οι υπ'αριθμ. 26 και 27/2010 αναιρέσεις του Χ κατά του υπ'αριθμ. 2568/2010 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών και του 2919/2009 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 12 Μαρτίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος των αναιρεσειόντων-πολιτικώς εναγόντων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγοντας ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) οι υπ' αριθ. 26 και 27/2010 αιτήσεις αναιρέσεως του Χ και της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Τ.Α.Β ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ Α.Ε.Ε" οι οποίες, κατ' εκτίμησην, στρέφονται κατά του υπ' αριθ. 2568/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και οι οποίες, ως συναφείς, πρέπει να συνεκδικασθούν. Με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, ο οποίος ισχύει από 30.6.2003, αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 482 ΚΠοινΔ, που συγκατέλεγε και τον πολιτικώς ενάγοντα μεταξύ των δικαιουμένων να ασκήσουν αναίρεση κατά βουλεύματος και από της ανωτέρω χρονολογίας ο πολιτικώς ενάγων δεν έχει πλέον τέτοιο δικαίωμα. Εξάλλου κατά το άρθρο 463 ΚΠοινΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 475 § 2 ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε, από 30.6.2003, με το άρθρο 38 του ίδιου ως άνω Ν. 3160/2003 "κατά της αποφάσεως που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, από της ανωτέρω χρονολογίας, αναίρεση επιτρέπεται μόνον εναντίον αποφάσεως, όχι και βουλευμάτων, που απορρίπτουν το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Τέλος κατά το άρθρο 476 § 1 ΚΠοινΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Στην προκειμένη περίπτωση, με τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως ο Χ και η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Τ.Α.Β. ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΑΕΕ" νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον Χ, προσβάλλουν το υπ' αριθ. 2568/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο, όπως απ' αυτό προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η υπ' αριθ. 489/2009 έφεση του Χ κατά του υπ' αριθ. 2919/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διότι ο εν λόγω εκκαλών δεν ενομιμοποιείτο ως πολιτικώς ενάγων αφού δεν ήταν "αμέσως" παθών. Οι αιτήσεις αναιρέσεως αυτές, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις, είναι απαράδεκτες, αφ' ενός ως στρεφόμενες κατά βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, μετά την 30-6-2003, αναίρεση, αφετέρου ως ασκηθείσες από πρόσωπα που δεν έχουν δικαίωμα αναιρέσεως κατά του προβαλλομένου βουλεύματος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως αυτές και να καταδικαστεί έκαστος των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 § 1 και 583 § 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις υπ' αριθ. 26 και 27/19-2-2010 αιτήσεις του Χ και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ""Τ.Α.Β ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ Α.Ε.Ε" αντιστοίχως, περί αναιρέσεως του υπ' αριθ. 2568/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει έκαστο αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεχτη αίτηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος α) ασκηθείσα από πολιτικώς ενάγοντα β)στρεφόμενη κατά βουλεύματος που απέρριψε ένδικο μέσο ως απαράδεκτο Απορρίπτει αίτηση.
|
Πολιτική αγωγή
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 1
|
Αριθμός 1419/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 46/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας. Το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1729/09. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη, με αριθμό 136/14-4-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο δικαστήριό σας, σύμφωνα με τα άρθρα 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την υπ' αριθμ. 5/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατά του υπ' αριθμ. 46/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας, και εκθέτω τα ακόλουθα: 1) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κερκύρας με το υπ' αριθμ. 154/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε ενώπιον του ΜΟΔ περιφερείας Εφετείου Κερκύρας που θα οριστεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Κερκύρας τον πιο πάνω κατηγορούμενο αναιρεσείοντα προκειμένου να δικαστεί για σωματεμπορία κατ' επάγγελμα. Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 36/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση αυτού. Ακολούθως, το τελευταίο αυτό βούλευμα αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 974/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου αφενός μεν διότι, παρά το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου δεν κλήθηκε να λάβει γνώση της Εισαγγελικής προτάσεως την οποία θα υπέβαλε ο Εισαγγελέας Εφετών στο Συμβούλιο Εφετών, αφετέρου δε διότι απορρίφθηκε σιγή το αίτημά του να κληθεί και παραστεί ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, προκειμένου να παράσχει εξηγήσεις και διευκρινίσεις επί της εις βάρος του κατηγορίας και έτσι παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα κρίση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών που θα συνεκροτείτο από άλλους δικαστές. Επί της εφέσεως που άσκησε ο παραπάνω αναιρεσείων κατηγορούμενος εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 46/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση αυτού και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά του ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Επειδή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι νομότυπη και εμπρόθεσμη (άρθρα 473 παρ. 1 και 474 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) αφού ασκήθηκε την 30-11-2009 ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα είχε επιδοθεί στον αναιρεσείοντα την 4-12-2009 δια θυροκολλήσεως και στον αντίκλητο αυτού την 20-11-2009. Επί πλέον ασκήθηκε η αναίρεση από δικαιούμενο σε άσκηση αυτής πρόσωπο (άρθρα 463, 482 Κ.Π.Δ.) και περιέχει ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την απόλυτη ακυρότητα του βουλεύματος. 2) Από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την από τις διατάξεις αυτές απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και του τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (Α.Π. 1705/2008 Π.Χρ. ΝΘ', 651, Α.Π. 492/2007 Π.Χρ. ΝΗ'130 και Α.Π. 18/2008 Π.Χρ. ΝΗ, 831). Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των παρ. 1,2,4 περ. δ' του άρθρου 351 Π.Κ., όπως έχει αντικατασταθεί με την διάταξη του άρθρου 8 του Νόμου 3064/2002 "1. Όποιος με τη χρήση βίας, απειλής ή άλλου εξαναγκαστικού, μέσου ή την επιβολή ή την κατάχρηση εξουσίας προσλαμβάνει μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της επικρατείας, κατακρατεί, υποθάλπει, παραδίδει με ή χωρίς αντάλλαγμα σε άλλον ή παραλαμβάνει από άλλον, πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος στη γενετήσια εκμετάλλευσή του τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως πενήντα χιλιάδων ευρώ. 2. Με την ποινή της προηγουμένης παραγράφου τιμωρείται ο υπαίτιος αν, για να πετύχει τον ίδιο σκοπό, αποσπά τη συναίνεση προσώπου με τη χρήση απατηλών μέσων ή το παρασύρει, εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του, με υποσχέσεις, δώρα, πληρωμές ή παροχή άλλων ωφελημάτων. 4. Με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή πενήντα έως εκατό χιλιάδων ευρώ τιμωρείται ο υπαίτιος σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους αν η πράξη α)..... β)..... γ)..... δ)..... τελείται κατ' επάγγελμα. Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων ενεργητικό ή παθητικό υποκείμενο του εγκλήματος μπορεί να είναι άνδρας ή γυναίκα. Η πράξη αυτή είναι αξιόποινη όταν ο δράστης ενεργεί με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος στη γενετήσια εκμετάλλευση κάποιου προσώπου, προς επίτευξη δε του σκοπού αυτού ο υπαίτιος είτε αποσπά τη συναίνεση του προσώπου αυτού, με τη χρήση απατηλών μέσων, είτε το παρασύρει εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του με υποσχέσεις, δώρα, πληρωμές ή παροχή άλλων ωφελημάτων. Η έννοια της απόσπασης της συναίνεσης με απατηλά μέσα δίδεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου σε σχέση με το αδίκημα της μαστροπείας και εφαρμόζεται εν προκειμένω αναλογικά ως "παραπλάνηση" της εργαζομένης. Ως απατηλά μέσα νοούνται εκείνα που είναι ικανά να δημιουργήσουν στο θύμα πλάνη ως προς το σκοπό της προσλήψεως (βλ. Γάφος Τεύχος Ε' σελ. 77-78, Μπουρόπουλος Ερμ. Ποιν. Κώδικος Τόμος Β' 619). Ως τοιαύτα νοούνται "και οσάκις η ενήλικος γυνή προσληφθεί προς άσκηση δήθεν επαγγέλματος εντίμου ή εις θέσιν μη υποχρεούσαν αυτήν εις την πορνείαν". Το θύμα συχνότατα πιστεύει στις περιπτώσεις αυτές ότι θα εργασθεί λ.χ. ως χορεύτρια ή τραγουδίστρια κ.λ.π. Παρασύρει σημαίνει ενέργειες που αποσκοπούν να πείσουν ένα πρόσωπο να επιδοθεί στην πορνεία που πιθανότατα δεν θα προέβαινε άνευ των ενεργειών αυτών. Κατά δε τους Γάφο - Μπουρόπουλο ως ανωτέρω, παρασύρει σημαίνει το να μετατοπίζει το θύμα από τον τόπο της κατοικίας του ή διαμονής του σε άλλον τόπο (ημεδαπής ή αλλοδαπής) όπου πρόκειται να ασκήσει το επάγγελμα της πόρνης. Όσον αφορά τις έννοιες "εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του" πρέπει να λεχθούν τα εξής: Με τον όρο "εκμετάλλευση" ο νομοθέτης αποσκοπεί στη συμπεριφορά εκείνη, η οποία αποβλέπει στην αποστέρηση από το εκμεταλλευόμενο πρόσωπο της δυνατότητας αυτοκαθορισμού των συνθηκών εργασίας και διαβίωσης προκειμένου το πρόσωπο που προβαίνει στην εκμετάλλευση να αποκομίσει σε βάρος του οφέλη. Για δε την "ευάλωτη θέση" η ερμηνεία της θα πρέπει να γίνει προς την κατεύθυνση που είχε ακολουθήσει το τμήμα νομοτεχνικής επεξεργασίας σχεδίων και προτάσεων νόμων της διεύθυνσης επιστημονικών μελετών της Βουλής κατά την επεξεργασία του σχεδίου του Ν. 3064/2002. Στην εκεί σχετική έκθεσή του αναφέρεται ότι "περισσότερο επιτυχής ήταν η προγενέστερη διατύπωση του κειμένου της διάταξης, σύμφωνα με την οποία ο υπαίτιος τιμωρείται με την ποινή της προηγούμενης παραγράφου αν, για να πετύχει τον ίδιο σκοπό αποσπά τη συναίνεση προσώπου που βρίσκεται σε ανάγκη, με υποσχέσεις, δώρα κ.λ.π.". Έτσι σε ευάλωτη θέση θα μπορούσε να αναφερθεί ότι βρίσκονται (ενδεικτικώς) ιδίως τα πρόσωπα εκείνα τα οποία αντιμετωπίζουν πρωτίστως οικονομικά αλλά και οικογενειακά ή προσωπικά προβλήματα και εν γένει βρίσκονται σε ένδεια. Τα πρόσωπα που έρχονται στη χώρα μας από ξένες χώρες, αλλοδαπές κυρίως γυναίκες στερούμενες κυριολεκτικά ακόμα και τα απολύτως αναγκαία προς το ζην, που θέλουν να εργαστούν ευπρεπώς και αξιοπρεπώς και όχι να διενεργούν ασελγείς πράξεις, πρόσωπα τα οποία έρχονται με την ελπίδα και προσδοκία μιας καλύτερης ζωής, αλλά αγνοούν παντελώς την ελληνική γλώσσα και ως εκ τούτου είναι δύσκολη η ανεύρεση εργασίας, προσέτι δε αγνοούν τις συνθήκες ζωής και εν γένει την ελληνική πραγματικότητα. Σε σχέση με την αρχική της μορφή η νέα διάταξη του άρθρου 351 Π.Κ. έχει ευρύτερο εκείνης περιεχόμενο, καθόσον προβλέπει και άλλες νομοτυπικές μορφές του εγκλήματος οι οποίες σε συγκεκριμένη περίπτωση δεν αποκλείεται να συντρέχουν ή να εναλλάσσονται, ενώ διεύρυνε το σκοπό του δράστη, τον οποίο δεν περιορίζει μόνο στην πορνεία, αλλά επεκτείνει γενικότερα στην εκμετάλλευση της γενετήσιας ζωής. Η κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος της σωματεμπορίας αποτελεί διακεκριμένη περίπτωση αυτής (Α.Π. 2003/08 Π.Χρ. ΝΘ/803). Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Κερκύρας που το εξέδωσε, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο ορθώς παρέπεμψε τον παραπάνω αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στο ακροατήριο του ΜΟΔ περιφερείας του Εφετείου Κερκύρας, που θα προσδιοριστεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Κερκύρας για να δικαστεί για το έγκλημα της σωματεμπορίας κατ' επάγγελμα (άρθρο 351 παρ. 1,2,4 στοιχ. δ' και 6 Π.Κ.). Δέχθηκε δηλαδή το Συμβούλιο Εφετών, ότι από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, που υπάρχουν στη δικογραφία και συγκεντρώθηκαν κατά την κύρια ανάκριση και την αστυνομική προανάκριση που προηγήθηκε αυτής και συγκεκριμένα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν νόμιμα, από τα δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα σε συνδυασμό με την εξέταση του κατηγορούμενου ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων και την απολογία του, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος είναι ιδιοκτήτης καταστήματος σνακ-μπαρ με την επωνυμία "...", που βρίσκεται στην ... και ειδικότερα επί της οδού ... στην περιοχή που είναι γνωστή ως "Εμπορικό Κέντρο". Στην Υποδιεύθυνση Ασφάλειας ... είχαν περιέλθει πληροφορίες ότι ο κατηγορούμενος, ενεργών κατ' επάγγελμα και εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση αλλοδαπών γυναικών που εργάζονταν στο κατάστημα του ως σερβιτόρες, προωθούσε αυτές στην πορνεία με πελάτες του καταστήματος. Μετά απ' αυτά οργανώθηκε και υλοποιήθηκε επιχείρηση της Ασφάλειας, η οποία προσημείωσε τέσσερα χαρτονομίσματα των 50 ευρώ και συγκεκριμένα τα με αριθμ. ..., ..., ... και ... χαρτονομίσματα, συνολικής αξίας 200 ευρώ. Ακολούθως τις πρώτες πρωινές ώρες της 12ης Νοεμβρίου 2006 ο ..., αστυνομικός της ανωτέρω υπηρεσίας, μετέβη στο προαναφερόμενο κατάστημα του κατηγορούμενου και προσποιούμενος τον πελάτη παρήγγειλε ένα ποτό, το οποίο του σέρβιρε ο εργαζόμενος ως μπάρμαν, .... Εντός ελάχιστου χρόνου μία εκ των εργαζόμενων στο κατάστημα γυναικών και συγκεκριμένα η ..., ρωσικής υπηκοότητας, πλησίασε τον αστυνομικό, του συστήθηκε ως ... και του ζήτησε να της κεράσει ένα ποτό, όπως και έγινε. Ακολούθως και αφού η μεν αλλοδαπή είχε ήδη καταναλώσει συνολικά τρία ποτά ο δε αστυνομικός δύο, ο τελευταίος ζήτησε από την πρώτη να συνευρεθούν ερωτικά εκτός του καταστήματος. Η εργαζόμενη αποκρίθηκε πως για το ζήτημα αυτό έπρεπε να συνεννοηθεί με τον κατηγορούμενο και ιδιοκτήτη του καταστήματος, τον οποίο και του υπέδειξε. Πράγματι ο τελευταίος ζήτησε την άδεια του κατηγορούμενου για να συνευρεθεί ερωτικά με τη γυναίκα πού εργαζόταν στο κατάστημα του, αφού δε έγιναν οι σχετικές συνεννοήσεις, ζήτησε να μάθει τι αντάλλαγμα έπρεπε να καταβάλει αφενός για τα ποτά που κατανάλωσε ο ίδιος και η ανωτέρω εργαζόμενη, αφετέρου για την επικείμενη ερωτική τους συνεύρεση. Ο κατηγορούμενος ζήτησε το συνολικό ποσό των 200 ευρώ εκ των οποίων το ποσό των 55 ευρώ αντιστοιχούσε στα καταναλωθέντα από τον αστυνομικό (2x5=10) και από την εργαζόμενη (3x15=45) ποτά ενώ το υπόλοιπο ποσό των 145 ευρώ αντιστοιχούσε στο αντάλλαγμα της ερωτικής τους συνεύρεσης. Έτσι, ο αστυνομικός κατέβαλε για τις παραπάνω αιτίες τα τέσσερα προσημειωμένα χαρτονομίσματα των 50 ευρώ. Ακολούθως, του ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο να αποχωρήσει και να αναμένει την εργαζόμενη στο αυτοκίνητο του έξω από τα καταστήματα. Προτού εξέλθει του καταστήματος ο αστυνομικός περιέγραψε στον κατηγορούμενο το αυτοκίνητο του, προκειμένου να του στείλει εκεί την κοπέλα με την οποία επρόκειτο να συνευρεθεί ερωτικά ενώ ο ίδιος (αστυνομικός) εισήλθε στην τουαλέτα από όπου και ενημέρωσε τηλεφωνικά την υπηρεσία του για την εξέλιξη της επιχείρησης. Αμέσως μετά εξήλθε του καταστήματος κατευθύνθηκε προς το όχημα του όπου και κατέφθασε εντός ολίγου και η προαναφερθείσα εργαζόμενη, η οποία ενημερώθηκε άμεσα για την ιδιότητα του και οδηγήθηκε στην Υποδιεύθυνση Ασφάλειας .... Μετά την αποχώρηση του ανωτέρω αστυνομικού εισήλθαν στο κατάστημα αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας και συνέλαβαν τον κατηγορούμενο στην κατοχή του οποίου, μετά από τη διενεργηθείσα σωματική έρευνα, βρέθηκαν τα τέσσερα προσημειωμένα χαρτονομίσματα των 50 ευρώ, που του είχε καταβάλει ο προσποιούμενος τον πελάτη αστυνομικός προκειμένου να συνευρεθεί ερωτικά με την εργαζόμενη στο κατάστημά του αλλοδαπή. Μάλιστα η τελευταία στην ένορκη κατάθεση της αναφέρει ότι στο παρελθόν και συγκεκριμένα κατά το τελευταίο δεκαήμερο του Οκτωβρίου του 2006, μετά από πληροφορίες που είχε λάβει στην ... από άλλη αλλοδαπή που γνώριζε τη δραστηριότητα του κατηγορούμενου, πήγε για να εργασθεί στο κατάστημα του τελευταίου με τη συμφωνία να κρατάει συντροφιά σε πελάτες του καταστήματος του (κονσομασιόν) έναντι αμοιβής, που θα ανερχόταν στο ποσό των 10 ευρώ για κάθε ποτό που θα την κερνούσε ο εκάστοτε πελάτης. Επιπλέον, από τις ένορκες καταθέσεις και των άλλων τεσσάρων εργαζόμενων στο κατάστημα του κατηγορούμενου γυναικών προέκυψε, ότι την ίδια συμφωνία, ως προς το είδος των υπηρεσιών και ως προς το ύψος της αμοιβής τους, είχαν κάνει και οι τελευταίες με τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω προέκυψε ότι η "παρέα" που προσέφεραν οι ανωτέρω εργαζόμενες στους πελάτες του κατηγορούμενου με την κατανάλωση των ποτών αποσκοπούσε στη σεξουαλική διέγερση των τελευταίων ενώ επιπλέον προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος παρείχε σ' αυτές και στέγη σε μισθωμένα από τον ίδιο διαμέρισμα στην περιοχή ... της ... έναντι ιδιαίτερα χαμηλού υπομισθώματος ύψους 5 ευρώ ημερησίως. Ακολούθως, από την κατάθεση ανωτέρω αλλοδαπής προέκυψε ότι αυτή διέκοψε για λίγες μέρες την προπεριγραφόμενη εργασία της και μετέβη στην ... όπου είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον κατηγορούμενο προκειμένου να επανέλθει προς εργασία στο κατάστημα του στη .... Στην επικοινωνία τους αυτή ο κατηγορούμενος της κατέστησε σαφές ότι για την επανασχόλησή της στο κατάστημα του θα έπρεπε αυτή να συνευρίσκεται ερωτικά με θαμώνες του καταστήματος, οι οποίοι, αφού θα είχαν προηγουμένως συνεννοηθεί προς τούτο με τον ίδιο, θα του κατέβαλαν ακολούθως και το σχετικό οικονομικό αντάλλαγμα, μέρος του οποίου θα απέδιδε αυτός στην ως άνω αλλοδαπή. Ο τελευταίος όρος έγινε αποδεκτός από την προαναφερόμενη αλλοδαπή λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης στην οποία αυτή βρισκόταν, σε γνώση της οποίας εξάλλου τελούσε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Επιπλέον, από την ίδια κατάθεση προέκυψε ότι, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια του τελευταίου δεκαημέρου του Οκτωβρίου του 2006, και οι λοιπές εργαζόμενες τότε στο κατάστημα του κατηγορούμενου αλλοδαπές συνευρίσκονταν ερωτικά με θαμώνες του καταστήματος οι οποίοι κατέβαλαν το σχετικό προς τούτο οικονομικό αντάλλαγμα στον κατηγορούμενο. Ο ίδιος στην απολογία του αρνείται την κατηγορία και ισχυρίζεται ότι οι αλλοδαπές γυναίκες που εργάζονται στο κατάστημα του προσφέρουν μόνο την συντροφιά τους στους πελάτες και για τον λόγο αυτό αμοίβονταν. Επίσης στην έφεση του υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη αλλοδαπή (παθούσα), επειδή ήθελε να κερδίζει περισσότερα χρήματα πλησίαζε τους πελάτες του καταστήματος και ερχόταν με αυτούς σε ερωτική επαφή με αμοιβή εκτός του καταστήματος και εν αγνοία αυτού. Οι ισχυρισμοί του αυτοί όμως, δεν κρίνονται πειστικοί δοθέντος ότι βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στα χέρια του τα χρήματα που ο δήθεν πελάτης αστυνομικός είχε καταβάλει για την ερωτική του συνεύρεση με την ως άνω αλλοδαπή (παθούσα). Τα παραπάνω περιστατικά καταδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος απασχολούσε πολλές αλλοδαπές γυναίκες ως σερβιτόρες στο κατάστημα του τις οποίες είχε εγκαταστήσει και διέμεναν σε μισθωμένα από αυτόν διαμερίσματα έναντι πολύ χαμηλού μισθώματος (5 ευρώ ημερησίως). Η συμπεριφορά αυτή όπως προειπώθηκε, φανερώνει την πρόθεση του να έχει τις κοπέλες αυτές υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του, ώστε να μπορεί να τις χρησιμοποιεί όπως αυτός ήθελε, εν προκειμένω να εκδίδονται και με τους πελάτες του καταστήματος του, γεγονός που φανερώνει τον σκοπό του για πορισμό εισοδήματος από την πράξη αυτή, η οποία με τον τρόπο που τελέσθηκε φέρει την επιβαρυντική μορφή του εγκλήματος της σωματεμπορίας κατ' επάγγελμα. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Κερκύρας, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την αξιούμενη από τις διατάξεις των αρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε, ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 351 παρ. 1,2,4 εδ. δ' και 6 Π.Κ. όπως το τελευταίο άρθρο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 3064/2002, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Αβασίμως υποστηρίζεται ότι το βούλευμα δεν έχει αιτιολογία, για το λόγο ότι το Συμβούλιο στο σκεπτικό και στο διατακτικό του διαλαμβάνει την εισαγγελική πρόταση αφού, η αναφερόμενη πρόταση, εκθέτει με σαφήνεια κα πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συναφείς συλλογισμοί με τους οποίους κρίνεται ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, και ως εκ τούτου επιτρεπτώς συντάσσεται με αυτή και η κρίση του Συμβουλίου. Εξάλλου, επαρκώς αιτιολογείται η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως για την οποία παραπέμπεται, με την αναφορά στο βούλευμα πραγματικών περιστατικών από τα οποία το Συμβούλιο άγεται σε κρίση για τη συνδρομή της ως άνω επιβαρυντικής περίστασης. Με βάση τις σκέψεις αυτές, οι λόγοι αναίρεσης εκ του άρθρου 484 παρ. 1 δ' Κ.Π.Δ., για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας του βουλεύματος πρέπει, ως αβάσιμοι, να απορριφθούν. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 δ' Κ.Π.Δ., που προέβλεπε λόγο αναίρεσης του βουλεύματος για παράλειψη αναγραφής του σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου καταργήθηκε με την παρ. [1] του άρθρου 42 του Ν. 3160/2003 (από 30-6-2003). Εντεύθεν, ο συναφής λόγος αναίρεσης για τη μη παράθεση στο βούλευμα του άρθρου του Π.Κ., με βάση το οποίο παραπέμπεται ο αναιρεσείων στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ανεξαρτήτως του ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα που επικύρωσε το πρωτόδικο δεν είχε υποχρέωση να παραθέσει την ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία εν πάση περιπτώσει περιέχεται στο πρωτόδικο παραπεμπτικό. Τέλος, ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι παραβιάσθηκε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ που προβλέπει την αρχή της δίκαιης δίκης, διότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν παραθέτει τη συγκεκριμένη ποινική διάταξη που ο αναιρεσείων παραβίασε, είναι απαράδεκτος, διότι η παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης που καθιερώνεται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης του βουλεύματος, πέρα από τους περιοριστικούς λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 484 Κ.Π.Δ. (ολ. Α.Π. 464/1992), εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους στο άρθρο αυτό λόγους, πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, αφού η παράλειψη αναγραφής του σχετικού άρθρου δεν συνιστά λόγο αναίρεσης και εν πάση περιπτώσει περιέχεται στο πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Μετά από όλα αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Ι) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 5/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατά του υπ' αριθμ. 46/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας Και
ΙΙ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον παραπάνω αναιρεσείοντα. Αθήνα 22-3-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης"
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 351 του ΠΚ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 8 του Ν. 3064/2002 "Όποιος με τη χρήση βίας, απειλής ή άλλου εξαναγκαστικού μέσου ή την επιβολή ή την κατάχρηση εξουσίας προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της επικράτειας, κατακρατεί, υποθάλπει, παραδίδει με η χωρίς αντάλλαγμα σε άλλον ή παραλαμβάνει από άλλον πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος σε γενετήσια εκμετάλλευσή του, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως πενήντα χιλιάδων ευρώ". Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου "με την ποινή της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται ο υπαίτιος αν, για να πετύχει το σκοπό του, αποσπά τη συναίνεση προσώπου με τη χρήση απατηλών μέσων ή το παρασύρει εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του με υποσχέσεις, δώρα, πληρωμές ή παροχή άλλων ωφελημάτων". Κατά δε την παράγραφο 4 του ίδιου "με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ τιμωρείται ο υπαίτιος, αν η πράξη: δ) τελείται κατ' επάγγελμα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του εδαφ. στ' του άρθρου 13 ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρ. 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από τη υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, για την συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του Ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχέτίσης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος όπως σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, όπως και στο έγκλήμα της σωματεμπορίας του ως άνω άρθρου 351 ΠΚ. Β) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και γ) είναι επιτρεπτή η εξ' ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα Εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής και στην πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών που έχει ενσωματωθεί στο πρωτόδικο βούλευμα, στο οποίο συμπληρωματικά αναφέρεται, στην οποία (πρόταση) εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 46/2009 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στο άνω βούλευμα αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος είναι ιδιοκτήτης καταστήματος σνακ-μπαρ με την επωνυμία "...", που βρίσκεται στην ... και ειδικότερα επί της οδού ... στην περιοχή που είναι γνωστή ως "Εμπορικό Κέντρο". Στην Υποδιεύθυνση Ασφάλειας ... είχαν περιέλθει πληροφορίες ότι ο κατηγορούμενος, ενεργών κατ' επάγγελμα και εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση αλλοδαπών γυναικών που εργάζονταν στο κατάστημα του ως σερβιτόρες, προωθούσε αυτές στην πορνεία με πελάτες του καταστήματος. Μετά απ' αυτά οργανώθηκε και υλοποιήθηκε επιχείρηση της Ασφάλειας, η οποία προσημείωσε τέσσερα χαρτονομίσματα των 50 ευρώ και συγκεκριμένα τα με αριθμ. ...,..., ... και ... χαρτονομίσματα, συνολικής αξίας 200 ευρώ. Ακολούθως τις πρώτες πρωινές ώρες της 12ης Νοεμβρίου 2006 ο ..., αστυνομικός της ανωτέρω υπηρεσίας, μετέβη στο προαναφερόμενο κατάστημα του κατηγορούμενου και προσποιούμενος τον πελάτη παρήγγειλε ένα ποτό, το οποίο του σέρβιρε ο εργαζόμενος ως μπάρμαν, .... Εντός ελάχιστου χρόνου μία εκ των εργαζόμενων στο κατάστημα γυναικών και συγκεκριμένα η ..., ρωσικής υπηκοότητας, πλησίασε τον αστυνομικό, του συστήθηκε ως ... και του ζήτησε να της κεράσει ένα ποτό, όπως και έγινε. Ακολούθως και αφού η μεν αλλοδαπή είχε ήδη καταναλώσει συνολικά τρία ποτά ο δε αστυνομικός δύο, ο τελευταίος ζήτησε από την πρώτη να συνευρεθούν ερωτικά εκτός του καταστήματος. Η εργαζόμενη αποκρίθηκε πως για το ζήτημα αυτό έπρεπε να συνεννοηθεί με τον κατηγορούμενο και ιδιοκτήτη του καταστήματος, τον οποίο και του υπέδειξε. Πράγματι ο τελευταίος ζήτησε την άδεια του κατηγορούμενου για να συνευρεθεί ερωτικά με τη γυναίκα πού εργαζόταν στο κατάστημα του, αφού δε έγιναν οι σχετικές συνεννοήσεις, ζήτησε να μάθει τι αντάλλαγμα έπρεπε να καταβάλει αφενός για τα ποτά που κατανάλωσε ο ίδιος και η ανωτέρω εργαζόμενη, αφετέρου για την επικείμενη ερωτική τους συνεύρεση. Ο κατηγορούμενος ζήτησε το συνολικό ποσό των 200 ευρώ εκ των οποίων το ποσό των 55 ευρώ αντιστοιχούσε στα καταναλωθέντα από τον αστυνομικό (2x5=10) και από την εργαζόμενη (3x15=45) ποτά ενώ το υπόλοιπο ποσό των 145 ευρώ αντιστοιχούσε στο αντάλλαγμα της ερωτικής τους συνεύρεσης. Έτσι, ο αστυνομικός κατέβαλε για τις παραπάνω αιτίες τα τέσσερα προσημειωμένα χαρτονομίσματα των 50 ευρώ. Ακολούθως, του ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο να αποχωρήσει και να αναμένει την εργαζόμενη στο αυτοκίνητο του έξω από τα καταστήματα. Προτού εξέλθει του καταστήματος ο αστυνομικός περιέγραψε στον κατηγορούμενο το αυτοκίνητο του, προκειμένου να του στείλει εκεί την κοπέλα με την οποία επρόκειτο να συνευρεθεί ερωτικά ενώ ο ίδιος (αστυνομικός) εισήλθε στην τουαλέτα από όπου και ενημέρωσε τηλεφωνικά την υπηρεσία του για την εξέλιξη της επιχείρησης. Αμέσως μετά εξήλθε του καταστήματος κατευθύνθηκε προς το όχημα του όπου και κατέφθασε εντός ολίγου και η προαναφερθείσα εργαζόμενη, η οποία ενημερώθηκε άμεσα για την ιδιότητα του και οδηγήθηκε στην Υποδιεύθυνση Ασφάλειας .... Μετά την αποχώρηση του ανωτέρω αστυνομικού εισήλθαν στο κατάστημα αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας και συνέλαβαν τον κατηγορούμενο στην κατοχή του οποίου, μετά από τη διενεργηθείσα σωματική έρευνα, βρέθηκαν τα τέσσερα προσημειωμένα χαρτονομίσματα των 50 ευρώ, που του είχε καταβάλει ο προσποιούμενος τον πελάτη αστυνομικός προκειμένου να συνευρεθεί ερωτικά με την εργαζόμενη στο κατάστημά του αλλοδαπή. Μάλιστα η τελευταία στην ένορκη κατάθεση της αναφέρει ότι στο παρελθόν και συγκεκριμένα κατά το τελευταίο δεκαήμερο του Οκτωβρίου του 2006, μετά από πληροφορίες που είχε λάβει στην ... από άλλη αλλοδαπή που γνώριζε τη δραστηριότητα του κατηγορούμενου, πήγε για να εργασθεί στο κατάστημα του τελευταίου με τη συμφωνία να κρατάει συντροφιά σε πελάτες του καταστήματος του (κονσομασιόν) έναντι αμοιβής, που θα ανερχόταν στο ποσό των 10 ευρώ για κάθε ποτό που θα την κερνούσε ο εκάστοτε πελάτης. Επιπλέον, από τις ένορκες καταθέσεις και των άλλων τεσσάρων εργαζόμενων στο κατάστημα του κατηγορούμενου γυναικών προέκυψε, ότι την ίδια συμφωνία, ως προς το είδος των υπηρεσιών και ως προς το ύψος της αμοιβής τους, είχαν κάνει και οι τελευταίες με τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω προέκυψε ότι η "παρέα" που προσέφεραν οι ανωτέρω εργαζόμενες στους πελάτες του κατηγορούμενου με την κατανάλωση των ποτών αποσκοπούσε στη σεξουαλική διέγερση των τελευταίων ενώ επιπλέον προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος παρείχε σ' αυτές και στέγη σε μισθωμένα από τον ίδιο διαμέρισμα στην περιοχή ... της ... έναντι ιδιαίτερα χαμηλού υπομισθώματος ύψους 5 ευρώ ημερησίως. Ακολούθως, από την κατάθεση ανωτέρω αλλοδαπής προέκυψε ότι αυτή διέκοψε για λίγες μέρες την προπεριγραφόμενη εργασία της και μετέβη στην ... όπου είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον κατηγορούμενο προκειμένου να επανέλθει προς εργασία στο κατάστημα του στη .... Στην επικοινωνία τους αυτή ο κατηγορούμενος της κατέστησε σαφές ότι για την επανασχόλησή της στο κατάστημα του θα έπρεπε αυτή να συνευρίσκεται ερωτικά με θαμώνες του καταστήματος, οι οποίοι, αφού θα είχαν προηγουμένως συνεννοηθεί προς τούτο με τον ίδιο, θα του κατέβαλαν ακολούθως και το σχετικό οικονομικό αντάλλαγμα, μέρος του οποίου θα απέδιδε αυτός στην ως άνω αλλοδαπή. Ο τελευταίος όρος έγινε αποδεκτός από την προαναφερόμενη αλλοδαπή λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης στην οποία αυτή βρισκόταν, σε γνώση της οποίας εξάλλου τελούσε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Επιπλέον, από την ίδια κατάθεση προέκυψε ότι, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια του τελευταίου δεκαημέρου του Οκτωβρίου του 2006, και οι λοιπές εργαζόμενες τότε στο κατάστημα του κατηγορούμενου αλλοδαπές συνευρίσκονταν ερωτικά με θαμώνες του καταστήματος οι οποίοι κατέβαλαν το σχετικό προς τούτο οικονομικό αντάλλαγμα στον κατηγορούμενο. Ο ίδιος στην απολογία του αρνείται την κατηγορία και ισχυρίζεται ότι οι αλλοδαπές γυναίκες που εργάζονται στο κατάστημα του προσφέρουν μόνο την συντροφιά τους στους πελάτες και για τον λόγο αυτό αμοίβονταν. Επίσης στην έφεση του υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη αλλοδαπή (παθούσα), επειδή ήθελε να κερδίζει περισσότερα χρήματα πλησίαζε τους πελάτες του καταστήματος και ερχόταν με αυτούς σε ερωτική επαφή με αμοιβή εκτός του καταστήματος και εν αγνοία αυτού. Οι ισχυρισμοί του αυτοί όμως, δεν κρίνονται πειστικοί δοθέντος ότι βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στα χέρια του τα χρήματα που ο δήθεν πελάτης αστυνομικός είχε καταβάλει για την ερωτική του συνεύρεση με την ως άνω αλλοδαπή (παθούσα). Τα παραπάνω περιστατικά καταδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος απασχολούσε πολλές αλλοδαπές γυναίκες ως σερβιτόρες στο κατάστημα του τις οποίες είχε εγκαταστήσει και διέμεναν σε μισθωμένα από αυτόν διαμερίσματα έναντι πολύ χαμηλού μισθώματος (5 ευρώ ημερησίως). Η συμπεριφορά αυτή όπως προειπώθηκε, φανερώνει την πρόθεση του να έχει τις κοπέλες αυτές υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του, ώστε να μπορεί να τις χρησιμοποιεί όπως αυτός ήθελε, εν προκειμένω να εκδίδονται και με τους πελάτες του καταστήματος του, γεγονός που φανερώνει τον σκοπό του για πορισμό εισοδήματος από την πράξη αυτή, η οποία με τον τρόπο που τελέσθηκε φέρει την επιβαρυντική μορφή του εγκλήματος της σωματεμπορίας κατ' επάγγελμα". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Κερκύρας, απορρίπτοντας την, από τον κατηγορούμενο ασκηθείσα, κατά του υπ' αριθ 154/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κερκύρας έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό, με σαφήνεια , πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και αστυνομική προανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και στις σκέψεις, με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. στ', 351 παρ. 1, 2, 4δ του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς έτσι, να στερήσει το βούλευμα από νόμιμη βάση, κρίνοντας ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του αναιρεσειόντος στο ακροατήριο. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες αφού α) το σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος δεν είναι αντιγραφή της προτάσεως του Εισαγγελέως, ανεξάρτητα από ότι είναι επιτρεπτή η εξ' ολοκλήρου η συμπληρωματική αναφορά του Συμβουλίου στην πρόταση του Εισαγγελέως. Β) αναφέρεται σαφώς ο τρόπος τον οποίο μετήλθε ο αναιρεσείων για να παρασύρει την παθούσα αλλοδαπή γυναίκα ... (όπως και τις άλλες αλλοδαπές γυναίκες), εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση της, με την παραδοχή ότι έθεσε ο αναιρεσείων ως όρο για την πρόσληψη της στην εργασία του, την συνεύρεσή της, αντί αμοιβής, με πελάτες του καταστήματός του, όπως και τον επιδιωκόμενο περαιτέρω σκοπό του, συνιστάμενο στην γενετήσια εκμετάλλευση της άνω γυναικός, γ) αναφέρονται στην αιτιολογία του βουλεύματος τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία κατηγορουμένου) τα οποία το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του για να μορφώσει την άνω κρίση του, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο ανάγκη, αναφοράς και του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο. Δ) αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα η συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξεως, την κρίση του δε αυτή στηρίζει το Συμβούλιο, στην υποδομή που είχε διαμορφώσει με την εποπτεία και έλεγχο που ασκούσε στην άνω παθούσα, (και τις λοιπές αλλοδαπές γυναίκες), και τη διαμονή της σε υπομισθωμένο διαμέρισμα, χαμηλού μισθώματος, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, και από την οποία προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος. Οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο, λόγους της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών και γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ του Κ.Ποιν.Δ, πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, λόγοι αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επίσης οι πέμπτος και έκτος, λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, διότι η μη παράθεση στο βούλευμα του άρθρου του ΠΚ βάσει του οποίου παραπέμπεται ο αναιρεσείων στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, μετά την κατάργηση του υπό στοιχείο δ' του άρθρου 484 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ, λόγου αναιρέσεως (με το άρθρο 50 παρ. 4 του Ν. 3160/30-6-2003), εξ αυτού δε του λόγου δεν θεμελιώνεται παράβαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, και εντεύθεν λόγοι αναιρέσεως του βουλεύματος.
Κατ' ακολουθίαν, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξόδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ 5/30-11-2009 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθ. 46/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουλίου 2010 H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό βούλευμα για σωματεμπορία κατ' επάγγελμα άρθρου 351 § 1, 2, 4δ ΠΚ. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Σωματεμπορία.
| 0
|
Αριθμός 1422/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της 20950/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1595/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Ο Ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) τη μη υποβολή ή τη υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18), και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19). Ειδικότερα το άρθρο 19 παρ.1 του πιο πάνω νόμου (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 40 παρ.1 του ν.3220/2004), ορίζει ότι. "1. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. ...2. Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου. 3...... 4. Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία....". Κατά το άρθρο δε 20 παρ 1β του άρθρου 20 του ίδιου νόμου "Στα νομικά πρόσωπα ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται: α)......., β) Στις εταιρίες ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες, οι ομόρρυθμοι εταίροι ή διαχειριστές αυτών και στις περιορισμένης ευθύνης εταιρίες, οι διαχειριστές αυτών και όταν ελλείπουν ή απουσιάζουν αυτοί, ο κάθε εταίρος". Κατά την παράγραφο δε 6 του ίδιου άρθρου. "Οι ανωτέρω αυτουργοί και συνεργοί τιμωρούνται, εφόσον κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος είχαν την ιδιότητα αυτή και εφόσον γνώριζαν ή από την ιδιότητά τους και εν όψει των συγκεκριμένων περιστάσεων γίνεται φανερό ότι γνώριζαν για τις πράξεις ή παραλείψεις, με τις οποίες εκπληρώθηκαν οι όροι των αδικημάτων του παρόντος". Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. γ του ίδιου νόμου, όπως το τρίτο εδάφιο αντικαταστάθηκε με την παρ.3 άρθρ.12 Ν.2753/1999 "...Κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/1995. Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα (1) μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου (Α.Ε.Π.) του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ.), ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται αντικειμενικώς έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί νοθεύσεως της γνησιότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση η αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων στοιχείων. Η αυτή ως άνω γνώση της πλαστότητας ή εικονικότητας πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου, όπως είναι και η ΕΠΕ, όταν το νομικό πρόσωπο εξέδωσε ή αποδέχθηκε τα εικονικά φορολογικά στοιχεία. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ.1 περ. η' του Ν.1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Από τις αυτές διατάξεις προκύπτει περαιτέρω ότι, στις περιπτώσεις που το αδίκημα της φοροδιαφυγής τελείται με τους ανωτέρω τρόπους (έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, αποδοχή εικονικών ή νόθευση), η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν έχει ως προϋπόθεση την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής, όπως ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο της αυτής διατάξεως, για τις λοιπές περιπτώσεις φοροδιαφυγής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου. Υπάρχει, όμως, και στην περίπτωση που απαιτείται η ειδική αιτιολόγηση του υποκειμενικού στοιχείου, η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, η γνώση του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου, ή πράξη ή παράλειψή του, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών (ΑΠ 2044/2007). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Πλημ/κειο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων: "Στις 15-3-2005 στην Αθήνα, θεωρήθηκε η από 8.3.2005 έκθεση ελέγχου του διενεργήσαντος τον έλεγχο ΣΔΟΕ .... Με αυτή την έκθεση ελέγχου διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος με την ιδιότητά του ως διαχειριστής της εταιρίας με την επωνυμία "ΨΗΦΙΑΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΠΕ" ζήτησε, έλαβε και καταχώρησε στα βιβλία της ανωτέρω επιχείρησης τα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως αναφερόμενα φορολογικά στοιχεία, όλα εκδόσεως της επιχείρησης "ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", τα οποία είναι όλα εικονικά, επειδή εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές, πράγμα το οποίο εγνώριζε ο κατηγορούμενος, διότι αυτός ήταν ο διαχειριστής της εταιρίας "ΨΗΦΙΑΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΠΕ", που εφέρετο ως συναλλαγείσα με την "ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ". Εν γνώσει δε της εικονικότητας απεδέχθη και τα κατεχώρησε, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Οι περισσότερες πράξεις συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος και αφορούν εγγραφές του χρονικού διαστήματος από 12.3.2002 έως 30.10.2002. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο της ανωτέρω πράξεως και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, την οποία μετέτρεψε προς πέντε (5) € ημερησίως. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημ/κειο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 27 ΠΚ και 19 παρ. 1 Ν.2523/1997, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Συγκεκριμένα αναφέρει το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της αναφερομένης ΕΠΕ και με την ιδιότητα του αυτή αποδέχθηκε και καταχώρησε στα βιβλία της ΕΠΕ τα εικονικά φορολογικά στοιχεία που αναφέρονται λεπτομερώς στο διατακτικό, στο οποίο και κατά τούτο γίνεται παραπομπή από το διατακτικό, δεν πάσχει δε από έλλειψη αιτιολογίας η προσβαλλομένη εκ του λόγου αυτού, ως εκ περισσού δε αναφέρεται στην απόφαση, ότι με τον τρόπο αυτό σκόπευε ο αναιρεσείων να αποκρύψει φορολογητέα ύλη, αφού αυτό δεν απαιτείται πλέον για την στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος ο δε ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι πάσχει από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι γίνεται παραπομπή στο διατακτικό, σε τρόπο ώστε να υπάρχει ταύτιση μεταξύ τους, ανεξάρτητα του ότι, κατά τα ανωτέρω, δεν πάσχει εκ του λόγου αυτού η απόφαση από έλλειψη αιτιολογίας, όταν το διατακτικό περιέχει, πέραν των τυπικών στοιχείων της πράξεως, για την οποία και κηρύχθηκε ένοχος, και πραγματικά περιστατικά, όπως εν προκειμένω, τυγχάνει αβάσιμος, αφού στο σκεπτικό περιέχονται και πρόσθετα πραγματικά περιστατικά εκείνων του διατακτικού. Ούτε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, χρειαζόταν να παραθέσει το Δικαστήριο και άλλα πραγματικά περιστατικά προς αιτιολόγηση της εικονικότητας των ανωτέρω φορολογικών στοιχείων, αφού δέχεται ότι αφορούσαν ανύπαρκτες στο σύνολό τους συναλλαγές, όπως διαπιστώθηκε από το πόρισμα ελέγχου του ΣΔΟΕ ... που αναφέρεται, η παραδοχή δε αυτή τα καθιστά άνευ ετέρου εικονικά, κατά την ανωτέρω έννοια της διατάξεως του άρθρου 19 παρ. 4 Ν. 2523/1997, τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία. Περαιτέρω το Δικαστήριο, με βάση τις παραδοχές της αποφάσεως, αιτιολογεί πλήρως και την γνώση εκ μέρους του αναιρεσείοντος της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων, αφού δέχθηκε ότι, με την ανωτέρω ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου, αποδέχθηκε και καταχώρησε στα βιβλία της εταιρίας, κατ εξακολούθηση, κατά το χρονικό διάστημα από 12-3-2001 μέχρι 30-10-2002, τα αναφερόμενα αναλυτικά στο διατακτικό κατ αριθμό ημερομηνία έκδοσης και αξία, δελτία αποστολής -τιμολόγια (Δ.Α-Τ) συνολικής αξίας εκατομμυρίων δραχμών, τα οποία είχαν εκδοθεί από την αναφερόμενη επίσης ΕΠΕ και ήσαν εικονικά, αφού αφορούσαν στο σύνολό τους ανύπαρκτες συναλλαγές, η γνώση του δε, ως νομίμου εκπροσώπου της ΕΠΕ, της εικονικότητάς τους, ενόψει της παραδοχής ότι αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές και η εταιρία του ήταν η φερομένη ως άμεσα συναλλαγείσα μετά της εκδότριας των εικονικών Δ.Α.-Τ, είναι, κατά τα ανωτέρω, δεδομένη και δεν χρειαζόταν η παράθεση στην απόφαση και άλλων, πέραν των ανωτέρω, πραγματικών περιστατικών για την αιτιολόγηση της γνώσεως του, όπως αβάσιμα υποστηρίζει.
Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών, υπό την επίφαση της ελλείψεως πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 5-11-2009 αίτηση (δήλωση) του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 20950/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Έννοια. Στοιχεία κατ' άρθρο 19 Ν. 2523/1997. Αιτιολογία πλήρης και εμπεριστατωμένη. Πότε υπάρχει. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας όταν το σκεπτικό αναφέρεται στο διατακτικό. Έννοια άρθρου 20 παρ. 6 Ν. 2523/1997. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, εκ πλαγίου παράβαση. Πότε. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 2
|
Αριθμός 1425/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μαντά, περί αναιρέσεως της 70/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Το Πενταμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 444/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 8 του Ν. 1729/1987 "καταπολέμηση της διάδοσης των ναρκωτικών κ.λ.π." (άρθρο 23 κώδικα νόμων για τα ναρκωτικά), όπως έχει αντικατασταθεί και ίσχυε κατά το χρόνο που ενδιαφέρει επί του προκειμένου (Δεκμέβριος 2006 και Ιανουάριος 2007), με τις προβλεπόμενες σ' αυτό (βαρύτερες) ποινές τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7 του ίδιου νόμου αν (εκτός άλλων περιπτώσεων) ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Κατά δε το άρθρο 13 στοιχ. στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.
Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως είναι και οι προαναφερθείσες των άρθρων 8 του Ν 1729/1987 και 13 στοιχ. στ' ΠΚ, και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, αναφορά των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοια τους. Ιδιαίτερα, επίσης, πρέπει να αιτιολογείται η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, ήτοι εκείνων που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Όταν δε, συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, κατά την επιμέτρηση της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, θεωρούνται και (υπό δ') "το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεως του" και (υπό ε1) "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Για την πρώτη από τις περιστάσεις αυτές (υπό δ'), πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε, ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεως του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης. Για τη δεύτερη (υπό ε') πρέπει η καλή συμπεριφορά να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στη φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή και συνεπώς η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, ως τοξικομανής, αγοράς και κατοχής δεκατεσσάρων χιλιογράμμων και εκατόν πενήντα τριών γραμμαρίων (14,153 gr) αποξηραμένης ινδικής κάνναβης, με την επιβάρυντική περίπτωση της κατ'επάγγελμα τελέσεως των πράξεων και του επιβλήθηκε (ενιαία) κοινή καθείρξεως επτά (7) ετών και χρηματική δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, αφού απορρίφθηκε ο προβληθείς παραδεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του περί συνδρομής στο προσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεως της ειλικρινούς μεταμέλειας και της, μετά τις πράξεις του, καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα (άρθρο 84 παρ.2 εδ.δ'και Ε'Π.Κ.). Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα κατ'είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: " Στο τμήμα δίωξης ναρκωτικών ... περιήλθε ανώνυμη τηλεφωνική πληροφορία ότι ο κατηγορούμενος κατείχε μεγάλη ποσότητα αποξηραμένης ινδικής κάνναβης. Από τις έρευνες του άνω τμήματος και την παρακολούθηση που διήρκεσε αρκετές ημέρες διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος επισκεπτόταν τακτικά μία μισθωμένη από τον ίδιο οικία, που βρίσκεται στην περιοχή "..." .... Κατόπιν αυτού κρίθηκε απαραίτητη η διενέργεια νομότυπων ερευνών που πραγματοποιήθηκαν στις 29-1-2007. Ο κατηγορούμενος βρέθηκε στην οικία του στον ... (...) και η εκεί έρευνα απέβη άκαρπη. Όταν ρωτήθηκε για τη δεύτερη οικία και κλήθηκε από τα αστυνομικά όργανα να τα οδηγήσει σ' αυτήν, αρνήθηκε επίμονα την ύπαρξη της, παρότι τα εν λόγω όργανα γνώριζαν ότι υπήρχε. Έτσι περισυνελέγησαν όσα κλειδιά υπήρχαν στην πρώτη οικία του για να διαπιστωθεί αν κάποιο από αυτά άνοιγε την πόρτα της δεύτερης οικίας και του γνωστοποιήθηκε η πρόθεση των αστυνομικών να το ερευνήσουν. Καθ' οδόν προς τη δεύτερη μισθωμένη οικία ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε την ύπαρξη της και ανέφερε ότι εκεί απέκρυπτε μεγάλη ποσότητα ινδικής κάνναβης. Με κλειδί που βρισκόταν κρεμασμένο στο μπρελόκ με τα κλειδιά του κατηγορουμένου, απασφαλίσθηκε η θύρα εισόδου της οικίας αυτής και εν συνεχεία με άλλο κλειδί, που ο ίδιος υπέδειξε, απασφαλίσθηκε η πόρτα του μπάνιου, όπου είχε αποκρύψει δύο μεγάλους ταξιδιωτικούς σάκους, μέσα στους οποίους υπήρχαν 14 νάιλον σακούλες που περιείχαν ισάριθμες ανισοβαρείς ποσότητες αποξηραμένης-ακατέργαστης κάνναβης σε φούντα, συνολικού μεικτού βάρους 14.153 κιλών. Ο κατηγορούμενος είχε αποκρύψει τις εννέα πρώτες συσκευασίες βάρους 1019, 1053, 1060, 1047, 1045, 1042, 1036, 1048 και 1053 γραμμαρίων στον ένα σάκο και τις υπόλοιπες πέντε βάρους 778, 1215, 1033, 742 και 984 γραμμαρίων στον άλλο. Μέσα στους ίδιου σάκους υπήρχαν και δύο σακούλες κενές περιεχομένου, που ανέδιδαν έντονη μυρωδιά κάνναβης. Πάνω στον πάγκο της κουζίνας βρέθηκε μια ζυγαριά, μάρκας "ΥΑΜΑΤΟ", χρώματος πρασίνου, με δυνατότητα ζύγισης από 100 γραμμάρια έως 4 κιλά, η οποία κατασχέθηκε. Ο κατηγορούμενος αγόρασε την παραπάνω ποσότητα ινδικής κάνναβης στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από 1-12-2006 έως 29-1-2007, από άγνωστο πρόσωπο, κατείχε δε αυτήν, με την έννοια της φυσικής εξουσιάσεως, έτσι ώστε να γνωρίζει οποιαδήποτε στιγμή πού βρίσκεται και να την διαθέτει σύμφωνα με την ελεύθερη θέληση του, εντός της μισθωμένης οικίας του. Ο κατηγορούμενος είναι τοξικομανής εξαρτημένος από ναρκωτικές ουσίες (ηρωίνη, κοκαΐνη, ινδική κάνναβη). Η εξάρτηση του προκύπτει ιδίως από την έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ..., που διορίστηκε Πραγματογνώμονας δυνάμει της υπ' αριθμ. 11/07 διάταξης του Ανακριτή Καλαμάτας, βάσει της οποίας ο κατηγορούμενος "έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης των ναρκωτικών ουσιών, μη δυνάμενος να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις και χρήζοντας εκ τούτου ειδικής θεραπευτικής αντιμετώπισης". Τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών ο.....κατηγορούμενος τέλεσε κατ'επάγγελμα, με σκοπό δηλαδή τον πορισμό σταθερού εισοδήματος. Αυτό αποδεικνύεται ιδιαίτερα από τη μεγάλη ποσότητα της ινδικής κάνναβης που κατείχε (14,153 κιλά) και το γεγονός ότι κατείχε μία ζυγαριά ακριβείας κατάλληλη για ζύγιση ναρκωτικών, ενώ την ποσότητα αυτή είχε επιμερίσει σε 14 νάιλον συσκευασίες και είχε αποκρύψει εντός της μισθωμένης οικίας. Είναι βέβαια αλήθεια ότι η ζυγαριά αυτή ζύγιζε από 100 γραμ. μέχρι 4 κιλά. Το ότι η ζυγαριά αυτή δεν ζύγιζε ποσότητα μικρότερη των 100 γραμμαρίων δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος την είχε για να ζυγίζει τις ποσότητες που θα πωλούσε, διότι η προς πώληση ποσότητα ήταν ινδική κάνναβη και όχι ηρωίνη ή κοκαΐνη, για την πώληση των οποίων σε μικροποσότητες απαιτείται ζυγαριά που να ζυγίζει και ποσότητες μικρότερες του γραμμαρίου. Ούτε δε δικαιολογείται η ύπαρξη ζυγαριάς στο ως άνω σπίτι, στο οποίο δεν κατοικούσε μόνιμα ο κατηγορούμενος, ούτε χρησιμοποιούσε την κουζίνα του για την παρασκευή φαγητού, για την οποία ενδεχομένως η ζυγαριά να ήταν απαραίτητη. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το ότι από την επιχείρηση του κέντρου διασκεδάσεως που ασκεί ο κατηγορούμενος κερδίζει αρκετά χρήματα [150.000-200.000 ευ ρω, όπως ισχυρίζεται] ώστε να μην έχει ανάγκη να καταφεύγει σε πώληση ναρκωτικών, καθώς και από το ότι στην οικία αυτή διέμενε ενίοτε ο γιος του, όταν τον επισκεπτόταν συνήθως κατά τους θερινούς μήνες, καθόσον ο τελευταίος διέμενε στον όροφο του οικίας και όχι στο ισόγειο, στην τουαλέτα της οποίας ο κατηγορούμενος είχε κλειδωμένες τις ναρκωτικές ουσίες. Ο κατηγορούμενος δεν ομολόγησε εξαρχής τις πράξεις του όπως ο ίδιος διατείνεται. Εξάλλου δε διευκόλυνε τους αστυνομικούς στην ανεύρεση των ναρκωτικών στην ως άνω οικία, όταν πλέον αντιλήφθηκε ότι οι αστυνομικοί γνώριζαν την ύπαρξη της μισθωμένης αυτής οικίας, στην οποία αυτοί ήδη κατευθύνονταν ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος για μακρό χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της ως άνω πράξεως (Νοέμβριος 2006) συμπεριφέρθηκε καλώς, αφού μετά την τέλεση των πράξεων αυτών οδηγήθηκε στις φυλακές και ως εκ τούτου δεν διήγε υπο καθεστώς ελευθερίας και ήταν αναγκασμένος να συμμορφώνεται με τους κανόνες των φυλακών".
Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τόσο ως προς την παραδοχή της κατ'επάγγελμα τελέσεως των πράξεων, όσον και ως προς την απόρριψη των ελαφρυντικών περιστάσεων στο πρόσωπό του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα αιτιολογείται πλήρως, από τις ανωτέρω παραδοχές της αποφάσεως η κατ'επάγγελμα τέλεση των πράξεων, ήτοι τη μεγάλη ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών που αγόρασε και κατείχε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων κατανεμημένη σε 14 συσκευασίες, την ύπαρξη ζυγαριάς ακριβείας, τη μίσθωση άλλης οικίας από αυτή που κατοικούσε, στην οποία βρέθηκε η ζυγαριά ακριβείας και η ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών, κλειδωμένη στην τουαλέτα του ισογείου, παραδοχές που αιτιολογούν την διαμόρφωση υποδομής με πρόθεση τελέσεως των πράξεων προς πορισμό εισοδήματος. Επίσης αιτιολογείται πλήρως και η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, με την παραδοχή ότι δεν ομολόγησε εξ'αρχής τις πράξεις του, επιδεικνύοντας έτσι ειλικρινή μετάνοια, ούτε συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, με την παραδοχή ότι μόνη η εντός των φυλακών καλή συμπεριφορά δεν αρκεί.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του Κ.Ποιν.Δ, λόγοι της ένδικης αιτήσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στους ίδιους λόγους, ότι το πόρισμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι αντίθετο προς τις επισημαινόμενες μαρτυρικές καταθέσεις, πλήττουν, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι ως εκ τούτου απορριπτέες ως απαράδεκτες. Τέλος, από καμία διάταξη του νόμου δεν αποκλείεται η παραδοχή επιβαρυντικής περιστάσεως από αυτές του ως άνω άρθρου 8 του Ν.1729/1987 στο πρόσωπο του τοξικομανούς δράστη, των πράξεων του άρθρου 5 του ίδιου νόμου και συνεπώς, από το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την επιβαρυντική περίσταση της κατ'επάγγελμα τελέσεως των πράξεων από τον αναιρεσείοντα ενώ ταυτοχρόνως έκρινε τούτον ως τοξικομανή, δεν υπέπεσε σε καμία πλημμέλεια, όπως αντιθέτως προβάλλεται, κατ'εκτίμηση, με την ένδικη αίτηση.
Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα. Πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11 Μαρτίου 2009 αίτηση του ... περί αναιρέσεως της υπ'αριθ.70/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακόσιων είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών, από τοξικομανή, με την επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα τελέσεως των πράξεων. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά την επιβαρυντική περίπτωση και την απόρριψη ελαφρυντικών περιπτώσεων.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ναρκωτικά.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1428/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Τσόλια, περί αναιρέσεως της 130/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον .... Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 328/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ.1 ΠΚ, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 374 του ίδιου Κώδικα, που αναφέρεται στις διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής, η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, μεταξύ των άλλων σ'αυτό αναφερομένων περιπτώσεων και δ) όταν η κλοπή τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες και ε) αν η πράξη τελέστηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές ή ληστείες κατ' επάγγελμα η κατά συνήθεια. Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης τέλεσης του εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα, από την επανειλημμένη τέλεση του, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το έγκλημα αυτό. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής. Εξάλλου κατ' επάγγελμα τέλεση υπάρχει και όταν η πράξη τελείται το πρώτον, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά με βάση σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως απαιτείται η αντικοινωνικότητα και ροπή του δράστη προς διάπραξη άλλων εγκλημάτων στο μέλλον να θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 130/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, κατά πλειοψηφία, για διεκακριμένες κλοπές από κοινού, κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένες και σε απόπειρα, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "Από τις αρχές Ιανουαρίου του 2007 σημειώθηκαν κλοπές σε βάρος ιδιοκτητών διαμερισμάτων και μονοκατοικιών σε διάφορες περιοχές των ... και της βορειοανατολικής ... με χαρακτηριστικό τρόπο δράσης συνιστάμενο στο ότι οι δράστες εισέρχονταν στις οικίες τις νυκτερινές ώρες, ακόμη και όταν οι ένοικοι βρίσκονταν μέσα στις οικίες τους, παραβιάζοντας τον ομφαλό της κλειδαριάς της πόρτας εισόδου και αφαιρούσαν χρήματα τιμαλφή, ηλεκτρονικά και ηλεκτρικά είδη, καθώς και τα κλειδιά Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτων, τα οποία στη συνέχεια χρησιμοποιούσαν για τη διαφυγή τους, αλλά και για τη μετάβαση τους σε άλλες οικίες προς διάπραξη νέων κλοπών, εγκαταλείποντας αυτά στα σημεία που διέπρατταν τις νέες κλοπές κατά τις οποίες αφαιρούσαν με τον ίδιο τρόπο άλλα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητα. Πλέον συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, ενεργώντας κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο από κοινού με το δεύτερο κατηγορούμενο αδελφό του, στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με πρόθεση αφαίρεσαν από την κατοχή των παρακάτω αναφερομένων προσώπων τα επίσης παρακάτω αναφερόμενα ξένα ολικά κινητά πράγματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, καθώς επίσης στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, έχοντας αποφασίσει να αφαιρέσουν από την κατοχή του παρακάτω αναφερομένου προσώπου τα επίσης παρακάτω αναφερόμενα ξένα ολικά κινητά πράγματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, επιχείρησαν πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος αυτού, χωρίς να ολοκληρώσουν την εκτέλεση αυτού όχι από δική τους θέληση, αλλά από λόγους εξωτερικούς και ανεξαρτήτους από τη θέληση τους. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού και με τον παραπάνω σκοπό: Στην ... στις 27-2-2007 και περί ώρα 04.00' παραβίασαν την κλειδαριά της κύριας εισόδου της επί της οδού ... κειμένης οικίας του ... και αφού εισήλθαν σ' αυτή αφήρεσαν από την κατοχή μεν αυτού ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ 6680, χρώματος ασημί με ΙΜΕΙ ..., μία τσάντα αυτού, που περιείχε ένα φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή και χίλια δολάρια Αμερικής, από την κατοχή δε της συζύγου του ... μία τσάντα που περιείχε 800 ευρώ, πιστωτικές κάρτες των Τραπεζών Πειραιώς, Πίστεως Alpha, Eurobank, καθώς και διάφορα προσωπικά της έγγραφα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν όλα αυτά παράνομα. 2) Στα ... στις 11-1-2007 και από τις ώρες 01:00 έως 06.30' διέρρηξαν την κλειδαριά της μπαλκονόπορτας της επί της οδού ... οικίας του ... και αφού εισήλθαν σ' αυτή αφήρεσαν από την κατοχή του το χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ, μία ψηφιακή φωτογραφική μηχανή εργοστασίου κατασκευής SONY, τύπου Cyber - Shot DSC 943, αξίας 250 ευρώ, μία βιντεοκάμερα εργοστασίου κατασκευής SONY, τύπου HANDYCAM DVD 202 Ε, αξίας 850 ευρώ, ένα φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή τύπου Turbo - Χ, αξίας 1.500 ευρώ, καθώς και τα κλειδιά του υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου αυτού, εργοστασίου κατασκευής OPEL, τύπου CORSA, το οποίο και αφήρεσαν κατά την αποχώρηση τους, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν όλα αυτά παράνομα. 3) Στα ... στις 11-1-2007 και από τις ώρες 01:00' έως 06.30' εισήλθαν από ανασφάλιστο παράθυρο στην επί της οδού ... ισόγειο οικία του ... και αφήρεσαν από την κατοχή του το χρηματικό ποσό των 800 ευρώ και ένα κινητό τηλέφωνο εργοστασίου κατασκευής SONY ERICSSON με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν όλα αυτά παράνομα, 4) Στα ... στις 11-1-2007 και από τις ώρες 01:00' έως 06.30', έχοντας αποφασίσει να αφαιρέσουν από την κατοχή του ... τα ευρισκόμενα στην επί της οδού ... οικία του κινητά πράγματα, έσπασαν τον ομφαλό της κλειδαριάς της κεντρικής εξωτερικής πόρτας της οικίας του και επιχείρησαν να εισέλθουν σ' αυτή, για να αφαιρέσουν τα εντός αυτής ευρισκόμενα κινητά πράγματα, τα οποία ανήκαν στην ιδιοκτησία του, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους όχι από δική τους θέληση, αλλά από λόγους εξωτερικούς και ανεξαρτήτους από τη θέληση τους, γιατί τελικά δεν κατάφεραν να ανοίξουν την πόρτα της οικίας, για να εισέλθουν σ' αυτή. 5) Στα ... στις 11-1-2007 και από τις ώρες, 01:00' έως 06.30' έσπασαν τον ομφαλό της κλειδαριάς της πόρτας της κουζίνας της επί της οδού ... οικίας του ... και αφού εισήλθαν σ' αυτή, αφήρεσαν από την κατοχή του το χρηματικό ποσό των 700 ευρώ, ένα κινητό τηλέφωνο εργοστασίου κατασκευής SONY ERICSSON, χρώματος ασημί, τύπου Ρ - 990i με ΙΜΕΙ ..., καθώς και τα κλειδιά του υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου αυτού, εργοστασίου κατασκευής VOLKSWAGEN, τύπου GOLF, χρώματος λευκό, το οποίο και αφήρεσαν κατά την αποχώρηση τους, με τα ευρισκόμενα μέσα σ' αυτό κινητά πράγματα και συγκεκριμένα μία δερμάτινη τσάντα που περιείχε ένα φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή εργοστασίου κατασκευής "Sony Vaio", έναν εξωτερικό σκληρό δίσκο, μία κάρτα ασύρματης σύνδεσης και δύο μονάδες αποθήκευσης, μία δερμάτινη τσάντα εργοστασίου κατασκευής "Lancel" που περιείχε προσωπικά του έγγραφα, τρεις πιστωτικές κάρτες της Τράπεζας Alpha, τρεις πιστωτικές κάρτες της "SPAR kasse", δύο κάρτες ανάληψης της "USB" και το χρηματικό ποσό των 5.000 ευρώ και τέλος διάφορα προσωπικά του έγγραφα που ήσαν επίσης στο αυτοκίνητο και ένα κιβώτιο με υλικά οφθαλμολογικού χειρουργείου αξίας 3.500 ευρώ που ήσαν στο πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν όλα αυτά παράνομα.
6) Στην ... στις 19-1-2007 και από τις ώρες 00.30' έως 07.00' έσπασαν τον ομφαλό της κλειδαριάς της πόρτας της κυρίας εισόδου της επί της οδού ... οικίας (μαιζονέτας) του ... και αφού εισήλθαν σ' αυτή αφήρεσαν από την κατοχή του το χρηματικό ποσό των 600 ευρώ, καθώς και τα κλειδιά του υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου αυτού, εργοστασίου κατασκευής MERCEDES, τύπου COMPRESSOR C, το οποίο και αφήρεσαν κατά την αποχώρηση τους, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν όλα αυτά παράνομα, 7) Στα ... την 1-2-2007 και από τις ώρες 06.30' έως 07.40' έσπασαν τον ομφαλό της κλειδαριάς της πόρτας της κυρίας εισόδου της επί της οδού ... οικίας του ... και αφού εισήλθαν σ' αυτή αφήρεσαν από την κατοχή του το χρηματικό ποσό των 2.400 δολαρίων Αμερικής, 400 ευρώ, δύο κινητά τηλέφωνα, καθώς και τα κλειδιά του υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου αυτού, εργοστασίου κατασκευής BMW, τα κλειδιά του υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου αυτού, εργοστασίου κατασκευής MERCEDES και τα κλειδιά του υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου αυτού, εργοστασίου κατασκευής VOLKSWAGEN, τύπου GOLF, τα οποία και αφήρεσαν κατά την αποχώρηση τους με τα ευρισκόμενα μέσα σ' αυτά κινητά πράγματα και συγκεκριμένα διάφορα προσωπικά του έγγραφα, ένα μπλοκ επιταγών, πιστωτικές κάρτες και ένα κινητό τηλέφωνο, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν όλα αυτά παράνομα. 8) Στη ... στις 23-2-2007 και από τις ώρες 01.30' έως 06.45' διέρρηξαν το παράθυρο της κουζίνας της επί της οδού ... και ... οικίας της ... και αφού εισήλθαν σ' αυτή αφήρεσαν από την κατοχή της το χρηματικό ποσό των 320 ευρώ, ένα κινητό τηλέφωνο εργοστασίου κατασκευής Nokia Sigoro, ένα γυναικείο ρολόι εργοστασίου κατασκευής PANERAI, αξίας 5.000 ευρώ, καθώς και τα κλειδιά του υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου αυτής, εργοστασίου κατασκευής PORSCE τύπου CAYEENE, χρώματος μαύρο, το οποίο και αφήρεσαν κατά την αποχώρηση τους με τα ευρισκόμενα μέσα σ' αυτό κινητά πράγματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν όλα αυτά παράνομα. Όλα τα παραπάνω αποδείχθηκαν κατά τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και στο Δικαστήριο τούτο, όσο και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι το κινητό τηλέφωνο που οι κατηγορούμενοι είχαν αφαιρέσει από τον ... ενεργοποιήθηκε με την υπ' αριθμ. ... σύνδεση της COSMOTE από 14-1-2007 και από αυτό και προς αυτό γίνονταν τηλεφωνικές κλήσεις από τα κινητά τηλέφωνα των δύο κατηγορουμένων. Το κινητό αυτό τηλέφωνο χρησιμοποιούσε η σύζυγος του πρώτου κατηγορουμένου. Ο τελευταίος αρνείται ότι έκλεψε τη συσκευή αυτή, ισχυριζόμενος ότι την αγόρασε από το ... και τη δώρισε στη σύζυγο του. Ο ισχυρισμός του αυτός δεν αποδείχθηκε ότι ανταποκρίνεται προς την αλήθεια, αφού αυτός δεν προσκόμισε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο προς απόδειξη του, η κρίση δε αυτή ενισχύεται και από το ότι στην έρευνα που έγινε στην οικία του βρέθηκε να κατέχει 5 ακόμη συσκευές κινητών τηλεφώνων, χωρίς να αποδείξει αυτός τη νόμιμη κατοχή τους. Έτσι οι αστυνομικοί που είχαν αναλάβει την διερεύνηση των κλοπών οδηγήθηκαν στους κατηγορούμενους και στις 27-2-2007 και περί ώρα 06.40' εντόπισαν τον πρώτο κατηγορούμενο και κατά τη σωματική έρευνα που του έγινε βρέθηκε στην κατοχή του το κινητό τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ 6680, χρώματος ασημί με ΙΜΕΙ ..., που είχαν αφαιρέσει οι κατηγορούμενοι λίγες ώρες ενωρίτερα από την κατοχή του .... Περαιτέρω κατά την κατ' οίκον έρευνα που έγινε στην οικία που διέμεναν οι κατηγορούμενοι μαζί με τη σύζυγο του πρώτου κατηγορουμένου βρέθηκε το γυναικείο ρολόι που είχαν αφαιρέσει αυτοί από την .... Επίσης αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι διέφυγαν από την οικία του ... με το κλεμμένο αυτοκίνητο της ..., ότι στην οικία του ... εγκατέλειψαν το κλεμμένο αυτοκίνητο του ..., ότι στην οικία του ... εγκατέλειψαν το κλεμμένο αυτοκίνητο του ... και ότι στην οικία της ... εγκατέλειψαν το κλεμμένο αυτοκίνητο του .... Τέλος αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι είχαν ενωθεί προς διάπραξη κλοπών και απόπειρες κλοπών. Επίσης αποδείχθηκε ότι αυτοί διαπράττουν κλοπές και απόπειρες κλοπών κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτοί προς διάπραξη των πράξεων αυτών είχαν διαμορφώσει υλικοτεχνική υποδομή με την προμήθεια ειδικών διαρρηκτικών εργαλείων προς διάρρηξη οικιών και αυτοκινήτων και οργάνωση, δρούσαν δε βάσει σχεδίου και με εξειδικευμένη μεθοδολογία, από την υποδομή δε αυτή και από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της κλοπής και της απόπειρας κλοπής συνάγεται ότι αυτοί είχαν σκοπό με την τέλεση των πράξεων αυτών τον πορισμό εισοδήματος, ενώ από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της κλοπής και της απόπειρας κλοπής προκύπτει και ότι αυτοί είχαν αποκτήσει σταθερή ροπή προς διάπραξη των συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας τους".
Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την εκ των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και τέλεσε, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 42, 45, 98, 372 σε συνδυασμό με 374 στοιχ. δ και ε'και 13 περ. στ' του ΠΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Επειδή, η, κατά το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ, απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 του Κ.Π.Δ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 178 του Κ.Π.Δ, πρέπει δε, για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα και ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ λόγος αναιρέσεως.
Εν προκειμένω, από τα πρακτικά της αποφάσεως, που παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι μεταξύ των εγγράφων του αναγνώσθηκαν συμπεριλαμβάνεται και η από 30-10-2008 (αριθ. πρωτ. 3022/9/3703-α) έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε κατά το στάδιο της προανακρίσεως από την Διεύθυνση Εγκληματολογικών ερευνών της ΕΛΛΑΣ. Από αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, αφού έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, τις εκθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, τις εκθέσεις που αναφέρθηκε ότι αναγνώσθηκαν στο δικαστήριο (μεταξύ των οποίων και η ως άνω έκθεση) τα έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και τις απολογίες των κατηγορουμένων, προκύπτει με βεβαιότητα ότι ελήφθη υπόψη, αξιολογήθηκε και συνεκτιμήθηκε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, και η ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Επομένως, η αντίθεση αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι δηλαδή το Δικαστήριο (πλειοψηφούσα γνώμη) δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιολόγησε αποδεικτικά την άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης και σε κάθε περίπτωση δε παρέθεσε ειδική αιτιολογία αντικρούοντας το αντίθετο πόρισμα της, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Οι λοιπές αιτιάσεις, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Ποιν.Δ, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την κρίση για την ενοχή του αναιρεσείοντος και ως προς τα αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-2-2010 αίτηση του ... περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 130/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για διακεκριμένες κλοπές. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Η πραγματογνωμοσύνη αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, εάν διατάσσεται από ανακριτικό υπάλληλο ή Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Κλοπή, Πραγματογνωμοσύνη.
| 0
|
Αριθμός 1418/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημακόπουλο, περί αναιρέσεως της 3689/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, σύζυγος ..., κάτοικος ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πλάτωνα Νιάδη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 10 Φεβρουαρίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1435/09.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρο των παραπάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 362 ΠΚ, όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ εάν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει, ότι για την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη, γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, η οποία προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοίνωσης που γίνεται από άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή παρελθόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Το γεγονός πρέπει να είναι κατάλληλο, δηλαδή πρόσφορο ως αντιτιθέμενο στην ηθική και στην ευπρέπεια, να προσβάλλει, είτε την τιμή κάποιου ( δηλ. την εκτίμηση που του αποδίδεται σύμφωνα με την ηθική και νομική συμπεριφορά του), είτε την υπόληψη του ( δηλ. την εκτίμηση που αποδίδεται σ' αυτό, σύμφωνα με την εκπλήρωση της ιδιαίτερης κοινωνικής συμπεριφοράς του). Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Για τη θεμελίωση αυτού του εγκλήματος απαιτείται, εκτός των ως άνω στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία την ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης και τη γνώση ότι με τον τρόπο αυτό δύναται να βλάψει την τιμή και υπόληψη εκείνου στον οποίο αποδίδεται, ακόμη δε τη γνώση ότι το διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές. Η ύπαρξη τέτοιου άμεσου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, όπως συμβαίνει στην ανωτέρω περίπτωση της συκοφαντικής δυσφημίσεως, οπότε, όπως λέχθηκε, απαιτείται αιτιολόγησή του. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, σχετικά με το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου, ή πράξη ή παράλειψή του, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών (ΑΠ 2044/2007). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως: "Ο κατηγορούμενος Χ με την από 16-1-2004 παρέμβαση του που κατέθεσε στις 19-1-2004 ενώπιον του Γ' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας σε δίκη επί της από 10-10-2002 αίτησης ακύρωσης της επιλογής του ως Γενικού Διευθυντή του Γενικού Χημείου του Κράτους, που άσκησε η εγκαλούσα και συνυποψήφια του για την ίδια θέση Ψ, επικαλέστηκε εν γνώσει του ψευδώς ότι στον υπηρεσιακό φάκελο της εγκαλούσας υπήρχε η από 13-3-1991 πορισματική έκθεση του Λ, με την οποία διαπιστώθηκε η τέλεση από αυτή των πειθαρχικών αδικημάτων α) ότι παρέστη ως εισηγήτρια 2 φορές σε συνεδρία συλλογικού οργάνου συγχρόνως με τον σύζυγό της, ο οποίος εκπροσωπούσε ιδιωτικά συμφέροντα β) ότι χρησιμοποίησε κομματικές διασυνδέσεις και γνωριμίες για να επιλεγεί αναπληρώτρια προϊσταμένη της Κεντρικής Διεύθυνσης του Γ.Χ.Κ. σε βάρος άλλων συναδέλφων της που είχαν περισσότερα προσόντα και γ) ότι χρησιμοποίησε την υπαλληλική της ιδιότητα, για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του συζύγου της. Ενώ η αλήθεια ήταν ότι η εν λόγω πορισματική έκθεση είχε τεθεί στο αρχείο, επειδή τα σχετικά παραπτώματα είχαν παραγραφεί και δεν αποτελούσε αυτή στοιχείο του υπηρεσιακού φακέλου της εγκαλούσας, αφού δεν είχε ασκηθεί πειθαρχική δίωξη, ούτε επιβλήθηκε πειθαρχική ποινή σε βάρος της. Ο δε κατηγορούμενος γνώριζε ότι η επίμαχη πορισματική έκθεση είχε αρχειοθετηθεί και δεν αποτελούσε στοιχείο του υπηρεσιακού φακέλου της εγκαλούσας, επειδή η πορισματική έκθεση αυτή αποτέλεσε στοιχείο ποινικής δικογραφίας σε βάρος του κατά το έτος 1996, όπως θα γίνει ειδικότερα λόγος παρακάτω, αλλά και επειδή ο ίδιος κατά την άσκηση της από 16-1-2004 παρέμβασης ήταν ιεραρχικός και πειθαρχικός προϊστάμενος της εγκαλούσας και λόγω της ιδιότητας του είχε άμεση πρόσβαση στα στοιχεία του αρχείου και του υπηρεσιακού φακέλου της. Δηλαδή ο κατηγορούμενος, διαλαμβάνοντας στην παρέμβαση του και εμφανίζοντας ενώπιον του ΣΤΕ σαν δήθεν αδιάσειστο στοιχείο του υπηρεσιακού φακέλου της εγκαλούσας την επίμαχη πορισματική έκθεση με παράθεση και του περιεχομένου της, διέδωσε εν γνώσει του ψευδές γεγονός, το οποίο είναι μειωτικό για την εγκαλούσα ανεξάρτητα από τη βασιμότητα ή όχι του περιεχομένου της". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της ανωτέρω πράξεως και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι: "Στην Αθήνα την 19/1/2004 τέλεσε τα ακόλουθα εγκλήματα που τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές: Με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίστηκε για κάποιον άλλο ψευδές γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του γνωρίζοντας ότι το γεγονός αυτό ήταν ψευδές και ειδικότερα κατέθεσε ενώπιον του Γ' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας την από 16/1/2004 παρέμβασή του κατά της εγκαλούσας Ψ και υπέρ της Διοικήσεως και των προσβαλλόμενων με την από 10/10/2002 αίτηση ακυρώσεως της τελευταίας διοικητικών πράξεων - του υπ' αριθμ. 78/6-6-2002 πρακτικού του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου του άρθρου 158 του Ν. 2683/99 και της υπ' αριθμ. 3012496/6559/25-6-2002 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, δυνάμει των οποίων αυτός (κατηγορούμενος)- είχε προαχθεί στο βαθμό του Γενικού Διευθυντή του Γενικού Χημείου του Κράτους κατά παράλειψη της ως άνω εγκαλούσας συνυποψήφιάς του), στο δικόγραφο της οποίας -παρεμβάσεως- ανέφερε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα:... Στοιχεία αδιάσειστα των ατομικών φακέλων της αιτούσας... τα οποία ενισχύουν την κρίση του ειδικού υπηρεσιακού συμβουλίου και τα οποία μπορούν να εκτιμηθούν από τον ακυρωτικό δικαστή, είναι τα εξής: 1..2. Η από 13.03.1991 πορισματική έκθεση του Λ επί διενεργηθεισών ενόρκων διοικητικών ανακρίσεων σε βάρος της χημικού του ΓΧΚ Ψ σύμφωνα με την οποία η αιτούσα υπέπεσε στα εξής πειθαρχικά παραπτώματα: α. παρέστη σαν εισηγήτρια τουλάχιστον δύο φορές σε συνέδρια συλλογικού οργάνου -ΑΕΤΑ- συγχρόνως με τον σύζυγό της ο οποίος εκπροσωπούσε ιδιωτικά συμφέροντα. β. χρησιμοποιώντας τις κομματικές διασυνδέσεις της και γνωριμίες κατάφερε να επιλεγεί αναπληρώτρια προϊσταμένη ενώ δεν είχε τα προσόντα σε σύγκριση με πολλούς άλλους συναδέλφους της γ. χρησιμοποίησε την υπαλληλική ιδιότητα για να εξυπηρετήσει τα ιδιωτικά συμφέροντα του συζύγου της, στέλνοντας τους πελάτες για να εξυπηρετηθούν είτε από την ίδια είτε μέσω των τηλεφωνικών-κλητήρων του ΓΧΚ... Το ως άνω εκτιθέμενο γεγονός, ότι δηλαδή η από 13/3/1991 πορισματική έκθεση του Λ αποτελούσε στοιχείο του ατομικού υπηρεσιακού φακέλου της παραπάνω εγκαλούσας, ήταν ψευδές, καθόσον δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον της για τα μνημονευόμενα στην εν λόγω έκθεση πειθαρχικά αδικήματα λόγω παραγραφής τους, αυτός δε (κατηγορούμενος) το ισχυρίστηκε κατά τον προπεριγραφέντα τρόπο ενώπιον των Δικαστηρίων του Γ. Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας τελώντας σε γνώση της αναλήθειάς του και βλάπτοντας έτσι την τιμή και την υπόληψή της ". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 362, 363 και 27 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το δυσφημιστικό γεγονός που ισχυρίσθηκε, κατά τον ανωτέρω τρόπο, ο αναιρεσείων για την πολιτικώς ενάγουσα ήταν ότι στον υπηρεσιακό της φάκελο υπήρχε η αναφερόμενη στο σκεπτικό πορισματική αναφορά με την οποία διαπιστώθηκε η τέλεση από αυτήν των παρατιθέμενων στη απόφαση πειθαρχικών αδικημάτων. Το γεγονός αυτό ήταν ψευδές και το ψεύδος γνώριζε ο αναιρεσείων, για τους λόγους που δέχεται, με πλήρη αιτιολογία, η απόφαση, αφού η πορισματική αυτή αναφορά δεν αποτελούσε στοιχείο του υπηρεσιακού φακέλου της πολιτικώς ενάγουσας, αφού είχε αρχειοθετηθεί, λόγω του ότι τα πειθαρχικά αδικήματα είχαν παραγραφεί. Το ψευδές αυτό γεγονός, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης (συνδυασμός σκεπτικού-διατακτικού) όχι μόνον ήταν ικανό να βλάψει την τιμή και την υπόληψή της, αλλά και την έβλαψε. Δέχθηκε λοιπόν το δικαστήριο συνδρομή και του στοιχείου αυτού (πρόσφορο του συκοφαντικού γεγονότος να βλάψει τιμή και υπόληψη, κατά την ανωτέρω έννοια, του θύματος), το οποίο είναι απαραίτητο για την στοιχειοθέτηση της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα και έτσι δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ. Τούτο δε διότι, από τις παραδοχές της αποφάσεως, σαφώς προκύπτει ότι, με το να εμφανίζεται ως υπάρχουσα στον υπηρεσιακό φάκελο της πολιτικώς ενάγουσας η εν λόγω πορισματική έκθεση, που της απέδιδε τέλεση σοβαρών πειθαρχικών αδικημάτων, την βασιμότητα ή όχι της οποίας δεν είχε την δυνατότητα να ερευνήσει το Δικαστήριο και ορθώς δεν την ερεύνησε, και έτσι ήταν δυνατόν να της ασκηθεί πειθαρχική δίωξη γι αυτά, προσβλήθηκε η τιμή και υπόληψή της ως ατόμου και υπαλλήλου του Γ.Χ. του Κράτους, η οποία μάλιστα ήταν υποψήφια για την θέση του Γενικού Διευθυντού της εν λόγω Υπηρεσίας, θέση την οποία και, ενόψει της πειθαρχικής αυτής εκκρεμότητας, δεν είχε τα προσόντα να καταλάβει, αβασίμως δε ζητούσε την ακύρωση της αποφάσεως, με την οποία επιλέχθηκε για την θέση αυτή ο αναιρεσείων, όπως ο τελευταίος ισχυρίσθηκε με την παρέμβαση που άσκησε στο ΣτΕ, κατά τη συζήτηση της αιτήσεως ακυρώσεως στην απόρριψη της οποίας στόχευε με την προβολή του ψευδούς αυτού ισχυρισμού.
Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η αναιρεσειβαλλομένη για ψευδή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών, υπό την επίφαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας και τυγχάνουν απαράδεκτες.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 του ΚΠΔ, "όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα ή τους εισαγγελείς (άρθρο 32 παρ. 2), έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο", ενώ, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι είναι υποχρεωτικό να δοθεί ο λόγος από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση στον Εισαγγελέα και στους διαδίκους, σύμφωνα με την παραπάνω κανονισμένη σειρά, στο δε κατηγορούμενο ή στον συνήγορό του, στο τέλος, και αν τούτο δεν ζητηθεί. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, ειδικά όταν πρόκειται για τον κατηγορούμενο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ, γιατί αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται σε αυτόν και ρητά θεσπίζονται από το νόμο, για την οποία (παράβαση) ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ. Η ίδια ακυρότητα που ιδρύει τον αυτό ως άνω λόγο αναιρέσεως επέρχεται και όταν ο Εισαγγελέας ζήτησε και έλαβε τον λόγο για να δευτερολογήσει και στην συνέχεια δεν δόθηκε ο λόγος στο συνήγορο του κατηγορουμένου, έστω και αν δεν τον ζήτησε, αφού ο κατηγορούμενος έχει πάντα τον λόγο τελευταίος. Δεν ισχύει τούτο όμως όταν ο εισαγγελέας ζήτησε και του δόθηκε ο λόγος για να προτείνει επί των αυτοτελών ισχυρισμών που υπέβαλε ο συνήγορος του κατηγορουμένου κατά την αγόρευση του, δηλαδή μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, καθόσον τούτο δεν συνιστά δευτερολογία του εισαγγελέως (ΑΠ 634/1996), αλλά την απαιτούμενη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ.1, 138 παρ.2 και 3, 171 παρ.1 στοιχ. β' ΚΠΔ πρότασή του, πριν από την έκδοση αποφάσεως επί των υποβληθέντων ισχυρισμών (ΑΠ 993/2001). Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο Πρόεδρος αφού κήρυξε το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας έδωσε τον λόγο στον Εισαγγελέα, ο οποίος ανέπτυξε την κατηγορία και ζήτησε να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, στην συνέχεια έλαβε τον λόγο ο συνήγορος της πολιτικής αγωγής και ζήτησε να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος. Οι συνήγοροι του κατηγορουμένου αφού έλαβαν τον λόγο από τον Πρόεδρο ανάπτυξαν την υπεράσπιση και ζήτησαν την απαλλαγή του κατηγορουμένου και υπέβαλαν γραπτώς προς καταχώρηση στα πρακτικά αυτοτελείς ισχυρισμούς, που καταχωρήθηκαν, τους οποίους και ανέπτυξαν προφορικά. Κατόπιν δόθηκε ο λόγος εκ νέου στο συνήγορο της πολιτικής αγωγής και τέλος στους συνηγόρους υπεράσπισης και πάλι. Στη συνέχεια δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των συνηγόρων υπεράσπισης. Τέλος ο Πρόεδρος, αφού ρώτησε τον κατηγορούμενο αν έχει να προσθέσει κάτι προς υπεράσπισή του και έλαβε αρνητική απάντηση, κήρυξε το πέρας της συζήτησης. Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω ο λόγος δόθηκε, μετά τις αγορεύσεις των συνηγόρων του κατηγορουμένου και την υποβολή κατά την διάρκεια αυτών των αυτοτελών ισχυρισμών, στον Εισαγγελέα, για να προτείνει επί αυτών, ο οποίος και πρότεινε την απόρριψή τους και δεν δευτερολόγησε.
Συνεπώς, κατά τα ανωτέρω δεν υπήρχε υποχρέωση να δοθεί ο λόγος στους συνηγόρους του κατηγορουμένου μετά την εν λόγω πρόταση του Εισαγγελέα και δεν παρήχθη εκ του λόγου αυτού, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Α σε συνδυασμό με 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ, μοναδικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων πρόσθετος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. IV. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση ως και ο πρόσθετος λόγος αυτής πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, η οποία παραστάθηκε (176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 28-9-2009 αίτηση (δήλωση) και τον από 10-2-2010 πρόσθετο λόγο αυτής του Σ για αναίρεση της με αριθμ. 3689/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) € και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας από πεντακόσια (500) €.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 15 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμιση. Έννοια Στοιχεία. Τελείται με ισχυρισμό ή διάδοση ψευδών γεγονότων που μπορούν να βλάψουν τιμή και υπόληψη. Έννοια αμφοτέρων, έννοια γεγονότος. Αιτιολογία ειδική και εμπεριστατωμένη. Πότε Εσφαλμένη ερμηνεία εφαρμογή εκ πλαγίου παράβαση. Πότε. Απόλυτη ακυρότητα όταν δεν δοθεί ο λόγος στον συνήγορο του κατηγορουμένου για να απαντήσει σε δευτερολογία του Εισαγγελέα της έδρας. Δεν συντρέχει η περίπτωση αυτή όταν στον Εισαγγελέα δόθηκε ο λόγος μετά την αγόρευση του συνηγόρου υπερασπίσεως για να προτείνει επί των αυτοτελών ισχυρισμών που υπέβαλε κατά την αγόρευση του. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δυσφήμηση συκοφαντική.
| 0
|
Αριθμός 1417/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Δημητρακόπουλο, περί αναιρέσεως της 49/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 17 Μαρτίου 2009 και 17 Ιουλίου 2009 δύο αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1049/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 514 εδ. γ ΚΠΔ, δεύτερη αίτηση αναίρεσης, κατά της ίδιας αποφάσεως, δεν επιτρέπεται. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, προϋπόθεση για την απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αν τέτοια κρίση δεν έχει προηγηθεί, παραδεκτά ασκείται, μέσα στη νόμιμη προθεσμία, δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι συμπληρωματική της πρώτης και συνεξετάζεται με αυτή (ΑΠ 420/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα δικόγραφα της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, άσκησε, στις 18/3/2009 και 17/7/2009, δύο αιτήσεις αναιρέσεως, με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο 473 παρ.2 ΚΠΔ), κατά της 49/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Συνεπώς, εφόσον δεν έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως, η δεύτερη αίτηση επιτρεπτώς ασκείται εντός της νόμιμης προθεσμίας, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο τηρούμενο από το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση ειδικό προς τούτο βιβλίο στις 3/7/2009, και πρέπει οι αιτήσεις, που αλληλοσυμπληρώνονται, να συνεκδικασθούν. Με την δεύτερη αίτηση ο αναιρεσείων παραιτήθηκε του πρώτου λόγου της πρώτης, ο οποίος, δεδομένης της αυτοτέλειας κάθε λόγου αναιρέσεως που σωρευτικώς διατυπώνονται στο ίδιο δικόγραφο, τυγχάνει απαράδεκτος (476 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 ζ' Κώδικα Νόμων για τα ναρκωτικά (Ν. 3459/2006), με τις προβλεπόμενες σ` αυτό ποινές καθείρξεως και χρηματική τιμωρείται όποιος, εκτός άλλων, κατέχει και μεταφέρει ναρκωτικά, κατά δε το άρθρο 29 παρ. 1 του Ν. 3459/2006, όπως είχε, πριν προστεθεί τρίτο εδάφιο με το άρθρο 15 Ν. 3727/2008 και στη συνέχεια τροποποιηθεί το εδάφιο αυτό με το άρθρο 16 Ν. 3772/2009, όποιος, για δική του αποκλειστικά χρήση, προμηθεύεται ή κατέχει με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε ποσότητα, που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες ή κάνει χρήση τους ή καλλιεργεί φυτά κάνναβης σε αριθμό ή έκταση που δικαιολογούνται μόνο για δική του αποκλειστική χρήση, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός (1) έτους. Η διαπίστωση της εξυπηρέτησης της δικής του αποκλειστικά ανάγκης για τη συγκεκριμένη ουσία γίνεται με συνεκτίμηση του είδους, της ποσότητας και της καθαρότητας της ουσίας, καθώς και των διαγνωστικών στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 30. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μπορεί να προσδιορίζονται τα όρια ποσότητας της κάθε επί μέρους ναρκωτικής ουσίας, που θεωρείται ότι καλύπτει τις ανάγκες ενός χρήστη, έστω και εξαρτημένου, για ορισμένο χρόνο. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός βλαπτικότητας της κάθε ναρκωτικής ουσίας και ιδιαίτερα η κατηγορία, στην οποία ανήκει. Ως κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από το δράστη, κατά τρόπο που να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και να τα διαθέτει κατά τη βούλησή του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 25 του Ν. 3459/2006, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) ετών και με χρηματική ποινή είκοσι εννέα (29) μέχρι είκοσι εννέα χιλιάδων (29.000) ευρώ, καθώς και με στέρηση τουλάχιστον για δύο (2) έτη της άδειας οδήγησης ή του οικείου διπλώματος ή του πτυχίου τιμωρείται όποιος οδηγεί ή κυβερνά οποιοδήποτε πλωτό, χερσαίο ή εναέριο μεταφορικό μέσο υπό την επίδραση ναρκωτικών. Αν από την πράξη αυτή προέκυψε κοινός κίνδυνος ζωής ανθρώπων, επιβάλλεται ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ` αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά και ως προς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή περιλαμβάνουν τα στοιχεία που κατά την οικεία διάταξη νόμου τους απαρτίζουν. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και εκείνος ότι ο κατηγορούμενος προμηθεύθηκε ή κατείχε τα ναρκωτικά για δική του αποκλειστικά χρήση (άρθρο 29 παρ. 1 Ν. 3459/2006). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, που δίκασε κατ έφεση δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 49/2009 απόφασή του (συνδυασμός αιτιολογικού και σκεπτικού της) και τα πρακτικά της, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Α) στο 47ο Χ/Μ της Ε.Ο ..., στις 9-9-2005 και περί ώρα 23.00' κατείχε και μετέφερε εν γνώσει του, με οποιοδήποτε τρόπο μέσα στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας ναρκωτικές ουσίες, με σκοπό την περαιτέρω διάθεση και συγκεκριμένα κατελήφθη5 κατά γενόμενο αστυνομικό έλεγχο, 1) να κατέχει, υπό την προεκτεθείσα σχετικώς έννοια, στην μεν αριστερή τσέπη του παντελονιού του που φορούσε, ένα σωληνάριο περιέχον ποσότητα κοκαΐνης καθαρού βάρους ενός γραμμαρίου και ογδόντα ενός εκατοστών του γραμμαρίου (1,81gr), εντός δε του σακβουαγιάζ του, που μετέφερε με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, που οδηγούσε ο ίδιος, α) ποσότητα αποξηραμένων φυτικών αποσπασμάτων ακατέργαστης ινδικής καννάβεως, καθαρού βάρους τριών γραμμαρίων και πενήντα ενός εκατοστών του γραμμαρίου (3,51gr) συσκευασμένη σε μια συσκευασία, β) ποσότητα κοκαΐνης καθαρού βάρους επτά γραμμαρίων και πενήντα πέντε εκατοστών του γραμμαρίου (7,55gr) εντός μιας νάϋλον συσκευασίας, γ) δύο αυτοσχέδια τσιγαριλίκια περιέχοντα καπνό και αποξηραμένη ινδική κάνναβη καθαρού βάρους δέκα οκτώ εκατοστών του γραμμαρίου (0,18gr) το ένα και τριάντα πέντε εκατοστών του γραμμαρίου (0,35gr) το άλλο, δ) ποσότητα κοκαΐνης καθαρού βάρους ενός χιλιοστού του γραμμαρίου (0,001gr) εντός πλαστικού σωληναρίου και ε) ποσότητα κοκαΐνης καθαρού βάρους δέκα τριών εκατοστών του γραμμαρίου (0,13gr). Ήτοι συνολικώς κατείχε εντός των θυλακίων του και των αποσκευών του εννέα γραμμάρια και τετρακόσια ενενήντα ένα χιλιοστά του γραμμαρίου (9,491gr) κοκαΐνης και τέσσερα γραμμάρια και τέσσερα εκατοστά του γραμμαρίου (4,04gr) ινδικής καννάβεως. Τις ποσότητες αυτές των εν λόγω ναρκωτικών ουσιών τις μετέφερε, επίσης υπό την προεκτεθείσα σχετικώς έννοια, με το ανωτέρω αυτοκίνητο του που ο ίδιος οδηγούσε από την ... που ήταν ο προορισμός του. Κατείχε δε και μετέφερε τα ναρκωτικά αυτά με σκοπό την περαιτέρω διάθεση τους σε τρίτους. Β) Στην ..., στις 10 Σεπτεμβρίου 2005, κατά γενόμενη νομοτύπως αστυνομική έρευνα στην εκεί κειμένη και επί της οδού ... οικία του, κατελήφθη να κατέχει υπό την ειρημένη έννοια 1) ποσότητα κοκαΐνης συσκευασμένη σε σακουλάκι, καθαρού βάρους είκοσι ενός γραμμαρίων και τεσσάρων δεκάτων του γραμμαρίου (21,4gr), 2) ποσότητα φυτικών αποσπασμάτων ινδικής καννάβεως συσκευασμένη σε νάϋλον σακουλάκι, συνολικού καθαρού βάρους πέντε γραμμαρίων και επτά δεκάτων του γραμμαρίου (5,7gr) και 3) ποσότητα υπολειμμάτων κοκαΐνης μη προσδιορισθέντος βάρους σε γυάλινο πιάτο. Και τις ανωτέρω ποσότητες ναρκωτικών, τις κατείχε με σκοπό την περαιτέρω διάθεση σε τρίτους. Συνολικώς, επομένως, κατείχε προς τον ρηθέντα σκοπό (διάθεση σε τρίτους) ο εν λόγω κατηγορούμενος τριάντα γραμμάρια και οκτακόσια ενενήντα ένα χιλιοστά του γραμμαρίου (30,891gr) και πλέον κοκαΐνης και εννέα γραμμάρια και εβδομήντα τέσσερα εκατοστά του γραμμαρίου (9,74gr) ινδικής καννάβεως. Και Γ) στο 47° χιλιομετρικό σημείο της ΕΟ ..., στις 9-9-2005 και περί ώρα 23.00', κατελήφθη κατά γενόμενο αστυνομικό έλεγχο να οδηγεί το χερσαίο μεταφορικό μέσο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του ευρισκόμενος υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών, όπως αποδεικνύεται από την εξέταση των αμέσως μετά την σύλληψη του ληφθέντων ούρων του στην οποίαν επίσης αμέσως μετά την σύλληψη του υποβλήθηκε και το υπ' αριθμ. 2595/2005 αποτέλεσμα αυτής του Εργαστηρίου Τοξικολογίας και Φάρμακο κινητικής του ΓΝ Πατρών, και συγκεκριμένως υπό την επίδραση κοκαΐνης, σε συγκέντρωση μεγαλύτερη των 5000 ng/ml ούρων και ινδικής καννάβεως σε συγκέντρωση μεγαλύτερη των 300 ng/ml ούρων. Ότι ο κατηγορούμενος αυτός τέλεσε τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις της κατοχής και μεταφοράς των ως άνω ναρκωτικών ουσιών και της οδηγήσεως του ρηθέντος μεταφορικού μέσου υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών αποδεικνύεται, καθ' όσον μεν αφορά τις δύο πρώτες αυτών, από την εύρεση και κατάσχεση των ως άνω ποσοτήτων ναρκωτικών στα θυλάκια των ενδυμάτων, που κατά την σύλληψη του έφερε ο κατηγορούμενος, στις αποσκευές του, που μετέφερε κατά την μετάβαση του από την οικία του στην ...στην ... και στην οικία του επί της οδού ... στην .... Καθ' όσον δ' αφορά την τρίτη των πράξεων αυτών αποδεικνύεται από την υπ' αριθμ. ... έκθεση τοξικολογικής εξετάσεων των ληφθέντων κατά την σύλληψη του ούρων του, του Εργαστηρίου Τοξικολογίας και Φαρμακοκινητικής του ΓΝ Πατρών. Αποδεικνύεται επίσης από το ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος παραδέχθηκε, απολογούμενος επ' ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την κατοχή των ως άνω ποσοτήτων κοκαΐνης και ινδικής καννάβεως, την μεταφορά των ειρημένων ποσοτήτων τους και επίσης την υπ' αυτού οδήγηση του ως άνω αυτοκινήτου όντας υπό την επίδραση αυτών (ινδικής καννάβεως και κοκαΐνης), κατά την επίσης ειρημένη έννοια τους. Ότι ο εν προκειμένω κατηγορούμενος κατείχε και μετέφερε τις ποσότητες αυτές ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την διάθεση τους εν όλω ή εν πάση περιπτώσει μέρους τους σε τρίτους, ήτοι προς εμπορία κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης σκέψεως έννοια των εκεί αναφερομένων διατάξεων και αιτιολογιών, αποδεικνύεται από τη μεγάλη ποσότητα κοκαΐνης που μετέφερε καθώς και από το γεγονός ότι όπως αποδεικνύεται ο κατηγορούμενος δεν είναι εξαρτημένος από την χρήση των ναρκωτικών ουσιών ή "βαρύς" χρήστης αυτών, και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε να έχει ανάγκη τόσων μεγάλων ποσοτήτων των ναρκωτικών αυτών και εξ αυτού του λόγου να μπορεί να δικαιολογηθεί η υπ' αυτού κατοχή και η μεταφορά των εν λόγω μεγάλων ποσοτήτων τους. Η κρίσις αυτή δεν αναιρείται ούτε εκ της αποδεικνυόμενης μεγάλης κινητής και ακινήτου περιουσίας και οικονομικής επιφανείας του κατηγορουμένου, αφού και η διάθεση των ναρκωτικών, ακόμη και άνευ ανταλλάγματος, δεν αποκλείει ουδ' αίρει τον χαρακτηρισμό της ως πράξεως εμπορίας, κατά την προεκτεθείσα έννοια του νόμου, ούτε και η επίσης αποδεικνυόμενη χρήσις υπ' αυτού ναρκωτικών ουσιών, αφού και αυτή ωσαύτως δεν αποκλείει την τοιαύτη απαγορευόμενη διάθεσή της.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των πράξεων κατοχής και μεταφοράς κοκκαϊνης και ινδικής κάνναβης και οδήγησης χερσαίου μεταφορικού μέσου (ΙΧΕ αυτοκινήτου) υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών και, αφού του αναγνώρισε τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α και ε' ΠΚ, επέβαλε σ αυτόν συνολική ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών και έξι (6) μηνών. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1 ΠΚ και 4 παρ. 1,3 πιν. Α 6 και Β 3, 20 παρ. 1 ζ και 2, 25 Ν. 3459/2006, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, που προκύπτουν από την αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων των πράξεων, για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Περαιτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη είναι η αιτιολόγηση της απορρίψεως του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, στην οποία (αιτιολόγηση) προέβη το δικαστήριο, μολονότι ο ισχυρισμός αυτός, όπως διατυπώθηκε, κατά την αγόρευση των συνηγόρων του που τον εκπροσώπησαν, " ..περί ιδίας χρήσης..", ήτοι χωρίς επίκληση του στοιχείου "για δική του αποκλειστικά χρήση", το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 29 παρ. 1 του Ν. 3459/2006, της επιεικέστερης ποινικής μεταχειρίσεώς του, ήταν αόριστος (ΑΠ 759/2006). Ανεξάρτητα της αοριστίας του, το Δικαστήριο, ως προς τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό, δέχθηκε ότι πρόκειται για μεγάλη ποσότητα κοκαΐνης η οποία δεν προοριζόταν για αποκλειστικά δική του χρήση, ενόψει και του ότι δεν αποδείχθηκε ότι είναι εξαρτημένος, κατά την έννοια του νόμου, από την χρήση ναρκωτικών ουσιών και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε να έχει ανάγκη τόσο μεγάλων ποσοτήτων των ναρκωτικών αυτών και εξ αυτού του λόγου να μπορεί να δικαιολογηθεί η υπ αυτού κατοχή και μεταφορά των εν λόγω μεγάλων ποσοτήτων τους. Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει με σαφήνεια ότι το Δικαστήριο, για τον χαρακτηρισμό την ποσότητας ως μεγάλης, που δεν δικαιολογεί την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως, αναφέρεται σε ολόκληρη την ποσότητα που βρέθηκε επάνω του και στο ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε, κατανεμημένη μάλιστα σε μικροποσότητες, αλλά και εκείνη που βρέθηκε και κατασχέθηκε στην οικία του, η οποία ανέρχονταν συνολικά σε 30,891 γραμ. και όχι μόνον σε εκείνη των 9,491 γρ. που μετέφερε με το αυτοκίνητό του και δεν μπορεί να συναχθεί το αντίθετο συμπέρασμα εκ του ότι αναφέρεται στο σκεπτικό το ρήμα ''μετέφερε'' , όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αφού το Δικαστήριο στην ίδια σκέψη κάνει αναφορά σε μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών που όχι μόνο μετέφερε, αλλά και κατείχε. Δεν πάσχει δε η αιτιολογία της αποφάσεως, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, εκ του ότι το Δικαστήριο στήριξε την απορριπτική κρίση του μόνον στο μέγεθος της ποσότητας που βρέθηκε και κατασχέθηκε και δεν αξιολόγησε, αφού δεν προέκυψαν εκ της αποδεικτικής διαδικασίας, τα γεγονότα του ότι η σύλληψή του ήταν συμπτωματική, δεν απασχόλησε τις διωκτικές αρχές για διάθεση ναρκωτικών, δεν υπήρχαν πληροφορίες σε βάρος του για διακίνηση ναρκωτικών, ότι δεν βρέθηκαν στο σπίτι του ζυγαριά ή υλικά συσκευασίας (σακουλάκια) ναρκωτικών, ούτε χρήματα. Πάντως το Δικαστήριο αξιολόγησε, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, τον ισχυρισμό του ότι είναι ευκατάστατος και κύριος μεγάλης ακίνητης περιουσίας και δεν είχε ανάγκη χρημάτων για να προβαίνει σε διάθεση ναρκωτικών ουσιών αντί τιμήματος και το απέρριψε με την προαναφερθείσα πλήρη ειδική αιτιολογία. Ούτε το Δικαστήριο, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, για να καταλήξει στην απορριπτική του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού κρίση, συνέδεσε την εξάρτηση από τις ναρκωτικές ουσίες με την κατοχή αυτών από τον δράστη προς δική του αποκλειστικά χρήση, αλλά η ανωτέρω αναφορά που έκανε στο ζήτημα αυτό σκοπούσε να καταδείξει την έλλειψη ανάγκης να κατέχει τόσο μεγάλες ποσότητες στο ΙΧΕ αυτοκίνητό του και στην οικία του της ναρκωτικής ουσίας κοκαΐνη. Υπέρ της απόψεως που δέχθηκε το Δικαστήριο ότι κριτήριο για την κατάφαση ή μη της κατοχής ναρκωτικών προς δική του αποκλειστική χρήση του κατέχοντος, αποτελεί το μέγεθος της ποσότητας που βρέθηκε στην κατοχή του συνηγορεί και το ότι ο νομοθέτης με το άρθρο 15 του Ν. 3727/2008 προσέθεσε στη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ως άνω ΚΝΝ το ακόλουθο εδάφιο: ""Ειδικά για τις ναρκωτικές ουσίες της ηρωίνης, κοκαΐνης και κατεργασμένης και ακατέργαστης κάνναβης, θεωρείται, εκτός εάν το δικαστήριο κρίνει άλλως, ότι καλύπτει τις ανάγκες ενός χρήστη, έστω και εξαρτημένου, όταν το όριο της κατασχεθείσης ποσότητας κάθε επί μέρους ναρκωτικής ουσίας, ανεξαρτήτως καθαρότητας, δεν υπερβαίνει το μικτό με την άμεση συσκευασία βάρος του ενός και ημίσεως (1/2) γραμμαρίου ηρωίνης ή κοκαΐνης, των είκοσι (20) γραμμαρίων ακατέργαστης κάνναβης και των δύο και ημίσεως (2 1/2) γραμμαρίων κατεργασμένης κάνναβης. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Δικαιοσύνης μπορεί να καθορίζεται και για τις υπόλοιπες ναρκωτικές ουσίες, που αναφέρονται στο άρθρο 1 του παρόντος Κώδικα, το όριο της ως άνω ελάχιστης ποσότητας που καλύπτει τις ανάγκες ενός χρήστη, έστω και εξαρτημένου, για ορισμένο χρόνο." Μετά την αντικατάσταση του εδαφ. αυτού με το άρθρο 16 Ν. 3772/2009 οι ανωτέρω ποσότητες, όσον αφορά την ακατέργαστη και κατεργασμένη ινδική κάνναβη αυξήθηκαν σε 50 και 5 γραμ αντίστοιχα. Μετά την τέλεση των ανωτέρω πράξεων λοιπόν ο νομοθέτης, προκειμένου να υφίσταται ασφαλές αντικειμενικό κριτήριο, όρισε ότι, για να χαρακτηρισθεί η ποσότητα, μεταξύ των άλλων και της κοκαΐνης, που κατείχε ο δράστης, ως προοριζόμενη για δική του αποκλειστικά χρήση, δεν πρέπει αυτή να υπερβαίνει τα 1,5 γραμ., μη κωλυομένου βέβαια του δικαστηρίου να κρίνει διαφορετικά, αλλά πρέπει στην περίπτωση αυτή να αιτιολογήσει ειδικώς την απόφασή του. Και ο νομοθέτης λοιπόν, όπως και προηγουμένως, χρησιμοποιεί το ποσοτικό κριτήριο, το οποίο με την τελευταία αυτή παρέμβαση, οριοθέτησε ως άνω. Περαιτέρω πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία διέλαβε το Δικαστήριο και ως προς την πράξη της οδήγησης από τον αναιρεσείοντα του αυτοκινήτου υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών και δεν στερείται νόμιμης βάσης, κατά την ανωτέρω έννοια, η προσβαλλομένη απόφαση, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, διότι, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει, στηρίζει την σχετική κρίση της μόνον στην σχετική ομολογία του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ενώ, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτόδικης αποφάσεως, το γεγονός που ομολόγησε ήταν ότι πριν ξεκινήσει από την ... για την ... με το ΙΧΕ αυτοκίνητο έκανε χρήση ναρκωτικών (κοκαΐνης και ινδικής κάνναβης). Το Δικαστήριο όμως, όπως προκύπτει από το ανωτέρω σκεπτικό της αποφάσεως του, στήριξε την περί τούτου κρίση του στο αποτέλεσμα που παραθέτει της εξετάσεως των ούρων του αναιρεσείοντος, τα οποία λήφθηκαν αμέσως μετά την σύλληψή του και πλεοναστικώς ανέφερε και την κατά τα άνω ομολογία του, η οποία έχει την έννοια της με το ανωτέρω περιεχόμενο παραδοχής του, η οποία βέβαια δεν αρκούσε για την καταδικαστική κρίση, αν δεν υπήρχε το αποτέλεσμα που παρατίθεται στην απόφαση της εξετάσεως των ούρων που αποτελεί και την επιστημονικώς παραδεδεγμένη μέθοδο ανιχνεύσεως ναρκωτικών ουσιών στον οργανισμό του ατόμου και μόνον εφόσον το αποτέλεσμα υπερβαίνει το όριο που τάσσει ο νόμος, όπως εν προκειμένω, τελείται η εν λόγω αξιόποινη πράξη.
Συνεπώς ο 2ος λόγος της πρώτης αιτήσεως, όπως συμπληρώθηκε με τον πρώτο λόγο της δεύτερης και ο δεύτερος λόγος της τελευταίας, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά την απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού και εκ πλαγίου παράβαση της διατάξεως του άρθρου 25 του Ν. 3459/2006, αντίστοιχα (510 παρ. 1 Δ και Ε ΚΠΔ), τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. I
ΙΙ. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, τις από 19-3-2009 και 17-7-2009 αιτήσεις (δηλώσεις) του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 49/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Ιουλίου 2010
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατοχή, μεταφορά κοκαΐνης και χασίς. Οδήγηση ΙΧΕ αυτοκινήτου υπό την επήρεια ναρκωτικών. Κατοχή προς ιδίαν χρήση. Κριτήρια εφαρμογής σχετικής διατάξεως. Κατοχή 31 γραμ. κοκαΐνης εντός ΙΧΕ αυτοκινήτου με το οποίο μεταφέρονταν, στην οικία του αναιρεσείοντος. Αυτοτελής ισχυρισμός κατοχής προς ιδίαν αποκλειστική χρήση. Απόρριψη. Πλήρης αιτιολογία. Δύο αιτήσεις αναιρέσεως. Πότε επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης που συμπληρώνει την πρώτη. Οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών. Ορθή ερμηνεία εφαρμογή. Όχι εκ πλαγίου παράβαση. Απόρριψη των αιτήσεων.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά.
| 0
|
Αριθμός 1416/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη- Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δεμερτζή, περί αναιρέσεως της 1831/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ζ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Σαμπάνη.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 219/10.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των παραπάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 362 ΠΚ, όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ εάν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει, ότι για την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη, γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να εγνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, η οποία προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοίνωσης που γίνεται από άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή παρελθόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Έτσι, για τη θεμελίωση αυτού του εγκλήματος απαιτείται, εκτός των ως άνω στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία την ηθελημένη ενέργεια της διάδοσης και τη γνώση ότι η τέτοια διάδοση δύναται να βλάψει την τιμή και υπόληψη εκείνου στον οποίο αποδίδεται, ακόμη δε τη γνώση ότι το διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές. Η ύπαρξη τέτοιου άμεσου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα ότι η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη το σύνολο αυτών, εκ του ότι δε δόθηκε διαφορετική αποδεικτική αξία σε ορισμένα από αυτά, δεν συνάγεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη ούτε εκτιμήθηκαν τα άλλα. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, όπως συμβαίνει στην ανωτέρω περίπτωση της συκοφαντικής δυσφημίσεως, οπότε, όπως λέχθηκε, απαιτείται αιτιολόγησή του. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, σχετικά με το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου, ή πράξη ή παράλειψή του, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών (ΑΠ 2044/2007). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως απλής και δια του τύπου: "Στις 12-1-2007 ο κατηγορούμενος, πρώην Δήμαρχος P, συνέταξε, υπέγραψε και διέμεινε στο χώρο συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου P, στους παρευρισκόμενους δημοτικούς συμβούλους, δημότες και δημοσιογράφους, την εξής γραπτή καταγγελία: "ΕΝΟΤΗΤΑ: Ανεξάρτητη Κίνηση Δήμου P. ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ. Η ΕΝΟΤΗΤΑ καταγγέλλει την "μεθόδευση" για δημοπράτηση του έργου Αποχέτευσης δευτερεύοντος δικτύου Δήμου P, ο διαγωνισμός του οποίου θα γίνει την 13η Φεβρουαρίου 2007 στο Δημαρχείο. Ιστορικό: Ο Δήμος P έτυχε χρηματοδοτήσεις ύψους 16 εκατομμύρια ευρώ από το Ταμείο Συνοχής, αφού διέθετε τη σχετική μελέτη. Τα συνοδεύοντα την χρηματοδότηση έγγραφα, για άγνωστους λόγους δεν δόθηκαν όλα στη δημοσιότητα (; ; ;). Ο απερχόμενος τότε Δήμαρχος (Z), λίγες ημέρες πριν τη λήξη της θητείας του τον Δεκέμβριο του 2006, δημοσιεύει διακήρυξη για δημοπρασία η οποία θα γίνει στις 13/2/2007, δηλαδή μετά την ανάληψη των καθηκόντων της νέας Δημοτικής Αρχής (Κ). Για να καταστεί δυνατή η επιλογή του ΑΝΑΔΟΧΟΥ, προτιμήθηκε το "αμαρτωλό" σύστημα μελέτη-κατασκευή, που δεν είναι τίποτε άλλο από μια μορφή απευθείας ανάθεσης. Για να αιτιολογηθεί το σύστημα μελέτης κατασκευής, ανακαλύφθηκε η αναρρόφηση VACUUM, με το πρόσχημα ότι δήθεν είναι αδύνατη η συμβατική κατασκευή και πρέπει να μειωθούν τα βάθη!!! Το έργο χωρίζεται σε δύο μέρη, το βαρυτικό (13,200 εκατομμύρια ευρώ) και το της αναρρόφησης VACUUM (11,000 εκατομμύρια ευρώ). Με αυτόν τον τρόπο, ο προϋπολογισμός του έργου εκτινάσσεται στα 24 εκατομμύρια ευρώ!!! ΑΜΕΙΛΙΚΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ - ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ. 1. Με ποιο δικαίωμα ο απερχόμενος Δήμαρχος (Z) δεσμεύει τον Δήμο με μια διακήρυξη ενός τόσο σημαντικού και πανάκριβου έργου, με αδιαφανή τρόπο δημοπράτησης (ΜΕΛΕΤΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ) λίγες ημέρες πριν εγκαταλείψει τον Δήμο; Με ποια αφέλεια (;;;) ο νέος Δήμαρχος (Κ) δέχεται να γίνει ο διαγωνισμός την 13η Φεβρουαρίου 2007, χωρίς να εξετάσει τις δύσκολες παραμέτρους και παγίδες του σημαντικότατου για τη P έργου; 2. Γιατί χρειάστηκε να αλλάξει η αρχική μελέτη και να προταθεί το σύστημα αναρρόφησης VACUUM, αφού στην ίδια περιοχή το πρωτεύον δίκτυο (Νομαρχία - ΕΥΔΑΠ), έγινε με τον συμβατικό τρόπο; 3. Έχει παρατηρήσει ο νέος Δήμαρχος (Κ), ότι στα τεύχη Δημοπράτησης που αφορούν το τμήμα αποχέτευσης με το βαρυτικό σύστημα, οι τιμές έχουν υπερκοστολογηθεί κατά 150%!!!. Εάν αυτό συμβαίνει στις τιμές που είναι φανερές, τι θα συμβεί στο τμήμα αναρρόφησης που τις τιμές του τιμολογίου τις καθορίζει ο μελετητής Ανάδοχος; Αυτός είναι ο λόγος που ο προϋπολογισμός του έργου εκτινάσσεται στα 24 εκατομμύρια ευρώ. Αλήθεια, έχουν αναλογιστεί οι μηχανικοί του Δήμου τι υπέγραψαν; 4. Η απάντηση ότι το έργο θα τύχει σημαντικής εκπτώσεως είναι "λαθεμένη". Ο νέος Νόμος αποθαρρύνει τις μεγάλες εκπτώσεις, διότι θεωρεί ότι οι Μελέτες έχουν συνταχθεί με φυσιολογικές τιμές. Άλλωστε με το σύστημα Μελέτη-Κατασκευή ποτέ δεν δίνονται μεγάλες εκπτώσεις (συνήθως 2-3% για τα μάτια !!!). Εάν αυτό συμβεί, τότε ποιος θα πληρώσει την διαφορά από την υπάρχουσα χρηματοδότηση των 16,3 εκατομμυρίων ευρώ;. 5. Eάν ισχυριστεί κανείς ότι η βιασύνη, η πρεμούρα και οι μεθοδεύσεις οφείλονται στο ενδιαφέρον για να μην χαθούν τα Ευρωπαϊκά Χρήματα, τότε κινδυνεύουμε, η εμπορική και η γενικότερη ζωή της πόλης να πνιγεί μέσα στα χαντάκια της Αποχέτευσης απλά και μόνο για να εισπράξει ο εκλεκτός Ανάδοχος τα λεφτά μέσα σε 20 μήνες!!! Πάγια και επιτυχημένη τακτική της Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι τέτοια έργα να εκτελούνται τμηματικά και ποτέ από έναν και μόνο εργολάβο. 6. Επειδή το παρασκήνιο των Δημοτικών εκλογών είναι ακόμη πρόσφατο, προκύπτει το αμείλικτο ερώτημα, μήπως στην συμφωνία "πακέτο" μεταξύ των δύο Z και Κ, για να στηρίξει ο πρώτος (με δελτίο τύπου) τον δεύτερο, περιλαμβάνεται και η αδιαφανής, μετά τα παραπάνω, διαδικασία διακήρυξης και δημοπρασίας της Αποχέτευσης. Μετά από όλα αυτά ζητάμε να ματαιωθεί ο διαγωνισμός της 13ης Φεβρουαρίου 2007 και το όλο θέμα να επανέλθει προς συζήτηση στο νέο Δημοτικό Συμβούλιο που είναι και το κυρίαρχο όργανο να αποφασίσει. Ο επικεφαλής της ΕΝΟΤΗΤΑΣ ... πρώην Δήμαρχος P". Με τον τρόπο αυτό ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε, ρητά και έμμεσα για τον πολιτικώς ενάγοντα πρώην Δήμαρχο P, ενώπιον των άνω παρευρισκομένων στη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου και όσων έλαβαν γνώση της καταγγελίας η οποία ακολούθως κυκλοφόρησε στους κατοίκους της P, και δημοσιεύτηκε στον τοπικό τύπο, ότι αυτός, ως απερχόμενος Δήμαρχος P, "μεθόδευσε" τη δημοπράτηση του έργου αποχέτευσης δευτερεύοντος δικτύου Δήμου P, ότι τα έγγραφα που συνόδευαν τη χρηματοδότηση δεν δόθηκαν όλα στη δημοσιότητα, προκειμένου να καλυφθούν παράνομες ενέργειες, ότι επελέγη το σύστημα μελέτης-κατασκευής για να καταστεί δυνατή η επιλογή του αναδόχου, ότι η αναρρόφηση VACUUM προτιμήθηκε για να αιτιολογηθεί το "αμαρτωλό" αυτό σύστημα ότι ο τρόπος δημοπράτησης ήταν αδιαφανής, ότι οι τιμές που αφορούν το τμήμα αποχέτευσης με το βαρυτικό σύστημα έχουν υπερκοστολογηθεί κατά 150% και υπάρχει πρόθεση οι τιμές στο τμήμα αναρρόφησης να υπερκοστολογηθούν ακόμη περισσότερο, ότι προέβη "σε συμφωνία-πακέτο", με το νέο Δήμαρχο Κ, στην οποία περιλαμβάνεται η αδιαφανής διαδικασία διακήρυξης και δημοπρασίας της αποχέτευσης και γενικά, ότι πίσω από τη διαδικασία αυτή υποκρύπτονταν ύποπτη συνδιαλλαγή και ενδεχομένως τέλεση αξιόποινων πράξεων. Τα παραπάνω γεγονότα, που, με τον προαναφερόμενο τρόπο ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος για τον πολιτικώς ενάγοντα, καθώς και οι άμεσα συνδεόμενοι και σχετιζόμενοι με αυτά χαρακτηριστικά και αξιολογικές κρίσεις που υπάγονται έτσι στην έννοια του γεγονότος (βλ. ΑΠ 469/1998 ΠΧ ΜΗ, 1084) και αναφέρονται σ' αυτή με τους όρους "μεθόδευση" για τη δημοπράτηση, "βιασύνη, πρεμούρα και μεθοδεύσεις, ώστε να εισπράξει ο εκλεκτός ανάδοχος τα χρήματά του σε 20 μήνες", "παρασκήνιο των δημοτικών εκλογών και συμφωνία-πακέτο μεταξύ των δύο", "αδιαφανής διαδικασία", "προτιμήθηκε το αμαρτωλό σύστημα μελέτη-κατασκευή" ήταν ψευδής, η δε αλήθεια, την οποία γνώριζε ο κατηγορούμενος (πρώην δήμαρχος P επί σειρά ετών και από την ιδιότητά του αυτή), ήταν ότι: Η τροποποίηση της αρχικής και εγκεκριμένης από την ΕΥΔΑΠ σύμφωνα με το νόμο που ίσχυε τότε - με την υπ' αριθ. 13690/2002 απόφαση του ΔΣ αυτής, μελέτης κατασκευής του επίμαχου έργου (που πρόβλεπε την εκτέλεσή του με το βαρυτικό σύστημα) και η αντικατάστασή του με το σύστημα (κατά ορισμένα τμήματα) αναρρόφησης κενού (VACUUM SUSTEM) και συνακόλουθα η τροποποίηση των τευχών δημοπράτησης έργου, ώστε τμήμα αυτού που αφορούσε συγκεκριμένα τμήματα, κατασκευής με το άνω σύστημα, να δημοπρατηθεί με το (χαρακτηριζόμενο ως αμαρτωλό από τον κατηγορούμενο) σύστημα μελέτη-κατασκευή και το υπόλοιπο ως είχε, κατασκευαζόμενο με το βαρυτικό σύστημα, εγκρίθηκε (η προμελέτη και οικονομοτεχνική μελέτη) με την 280/22.11.2006 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου P, στη συνέχεια δε, αποφασίστηκα ομόφωνα με την 310/19.12.2006 απόφαση αυτού, η δημοπράτηση του έργου με το μεικτό κατά τα άνω, σύστημα υποβολής προσφορών με αναμόρφωση του προϋπολογισμού κατασκευής στο ποσό των 2433550 € με τον ΦΠΑ), δεν ήταν αποτέλεσμα "μεθοδεύσεων" του πολιτικώς ενάγοντος, Δημάρχου (τότε) της P, όπως αναφέρεται στην καταγγελία, αλλά στο ότι: Με την Ε (205) 5752/16.12.2005 απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που ενέκρινε πρόταση προς το Ταμείο Συνοχής του Δήμου P για χρηματοδότηση του εν λόγω έργου σε ποσοστό 75% (με προϋπολογισμό τότε 16.385.000 €) προβλέφθηκε ως αναγκαίος όρος για την εκτέλεσή του, η πρόσληψη συμβούλου διαχείρισης του έργου (Progect manager), ο οποίος θ' αποτελούσε τον ενδιάμεσο μεταξύ του Δήμου P και του Ταμείου Συνοχής και θα είχε την αρμοδιότητα και ευθύνη για τον προσδιορισμό των τεχνικών προδιαγραφών του έργου προκειμένου αυτό να καταστεί λειτουργικό, την επίβλεψη εκτέλεσης των εργασιών και την παρακολούθηση της προόδου του έργου, αυτός δε που ανέλαβε, κατόπιν σύμβασης με το Δήμο P, ως σύμβουλος διαχείρισης (η εταιρεία BUNG) κατά τον έλεγχο της οριστικής μελέτης και ύστερα από πραγματοποίηση γεωτεχνικών ερευνών, εξέφρασε, με έγγραφό του προς το Δήμο, ενστάσεις για την καταλληλότητα του βαρυτικού συστήματος σε τμήματα του δικτύου, προτείνοντας την αντικατάστασή του με το σύστημα VACUUM και αντίστοιχα την τροποποίηση των τευχών δημοπράτησης του έργου, προτάσεις που έγιναν δεκτές, όπως έχει εκτεθεί, με τις προαναφερόμενες ομόφωνες αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου P, και στη συνέχεια, ο εν λόγω Δήμος προχώρησε στη δημοπράτηση του έργου με το σύστημα (κατά τμήματα) μελέτη - κατασκευή, με νόμιμα δημοσιευμένη διακήρυξη, χωρίς να λάβει προηγουμένως έγκριση από την ΕΥΔΑΠ, αφού μετά την ισχύ του ν. 3481/2006 (από 2.8.2006), δεν είχε τέτοια υποχρέωση (βλ. και υπ' αριθ. 0019/2008 πράξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου που αναγνώσθηκε). Κατά το διαγωνισμό που διενεργήθηκε στις 13.2.2007 αναδείχθηκε μειοδότρια η εταιρία "ΓΗΓΕΡΤΟΝ ΑΕ", στην οποία κατακυρώθηκε το έργο, έναντι 20.245.500 €, πλέον ΦΠΑ και εκτελέστηκε - ήδη κατά ποσοστό 90% - στο χρόνο θητείας του νέου Δημάρχου P. Με τα περιστατικά που προαναφέρθηκαν και αποδείχθηκαν, δεν προέκυψε "μεθόδευση" για την επιλογή και εφαρμογή του συστήματος μελέτης - επίβλεψης στην κατασκευή του έργου, ούτε "αδιαφανείς διαδικασίες" και "συμφωνία πακέτο", δηλαδή συνδιαλλαγή σχετικά με τη δημοπράτηση του επίμαχου έργου, πράγμα που και ο κατηγορούμενος δέχεται απολογούμενος στο Δικαστήριο, σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζεται στην άνω καταγγελία, ο οποίος, από την προαναφερόμενη ιδιότητά του γνώριζε, ότι κατά την εκτέλεση τέτοιου έργου και δη επιδοτούμενου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η όλη διαδικασία ήταν υπό την συνεχή εποπτεία και τον έλεγχο των αρμόδιων αρχών και υπηρεσιών (Υπουργείων Εσωτερικών, ΠΕΧΩΔΕ, Οικονομικών Ευρωπαϊκής, Ένωσης, Ταμείου Συνοχής και ειδικών επιτροπών) και δεν διαπιστώθηκε καμία παρατυπία, και από τον έλεγχο που διενέργησαν επιθεωρητές του σώματος επιθεωρητών-ελεγκτών δημόσιας διοίκησης, πλην εκείνης της μη συμμετοχής στις διαδικασίες και μη έγκρισης των τροποποιήσεων στο σύστημα κατασκευής του έργου από την ΕΥΔΑΠ, η οποία όμως, όπως έχει εκτεθεί, δεν ήταν αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση. Παρόλα αυτά, ο κατηγορούμενος περιέλαβε στην καταγγελία του τα παραπάνω, τα οποία ως γεγονότα ήταν ψευδή, όπως γνώριζε και ως απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί που τα συνοδεύουν, στο σύνολό τους, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος-πολιτικώς ενάγοντος, και πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος της πράξη που του αποδίδεται της συκοφαντικής δυσφήμησης (απλής και δια του τύπου), σε βάρος του τελευταίου. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της ανωτέρω πράξεως και, αφού του αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 362, 363 και 27 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων των πράξεων για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο, με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δέχθηκε ανελέγκτως ότι ο αναιρεσείων ήταν αυτός που συνέταξε, υπέγραψε και διένειμε στα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου P, στους παρευρισκόμενους δημοτικούς συμβούλους, δημότες και δημοσιογράφους, την αναφερόμενη καταγγελία του δημοτικού συνδυασμού "ΕΝΟΤΗΤΑ" του οποίου και τύγχανε επικεφαλής.
Συνεπώς, ανεξαρτήτως του ότι η καταγγελία την οποίας το κείμενο παρατίθεται αυτούσιο στο σκεπτικό, φέρεται προερχόμενη από τον ανωτέρω δημοτικό συνδυασμό, υποκείμενο της πράξεως της με τον ως άνω τρόπο (προβολή ισχυρισμού) τελεσθείσης συκοφαντικής δυσφημίσεως, τυγχάνει ο αναιρεσείων, όπως, κατ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, δέχθηκε η προσβαλλομένη, αφού, όπως και ο ίδιος παραδέχεται, αυτός ήταν ο συντάκτης του εγγράφου που διένειμε στα ανωτέρω παριστάμενα άτομα, κατά τη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου, μέλος του οποίου αποτελούσε και ο ίδιος, αφού, όπως δέχεται το Δικαστήριο, ανήκε στην αντιπολίτευση, έχοντας χρηματίσει στο παρελθόν και επί σειρά ετών Δήμαρχος του εν λόγω Δήμου, το κείμενο δε αυτό κυκλοφόρησε στη συνέχεια μεταξύ των δημοτών και δημοσιεύθηκε στον τοπικό τύπο, ολοκληρωθείσης έτσι της, με τον ανωτέρω τρόπο, τελέσεως της πράξεως και δια του τύπου. Δεν χρειαζόταν δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η δική του συμμετοχή στην τέλεση της πράξης αυτής, αφού καθίσταται σαφές ότι κηρύχθηκε ένοχος ως αυτουργός της πράξεως και δεν γεννάται ζήτημα οποιασδήποτε συμμετοχής του σ αυτήν και συνακόλουθα αιτιολογήσεως της, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Άλλωστε η πράξη τελέσθηκε από τον αναιρεσείοντα και με μόνη την διανομή του γραπτού κειμένου στα ανωτέρω άτομα που παρευρίσκονταν κατά την συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου, η οποία συνιστά, κατά τα ανωτέρω προβολή ισχυρισμού με περιεχόμενο τα ψευδή, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του Εφετείου, γεγονότα. Αβασίμως δε ισχυρίζεται ό αναιρεσείων ότι την προβολή του ισχυρισμού την έκανε ο δημοτικός συνδυασμός "ΕΝΟΤΗΤΑ", εφόσον απ αυτόν (συνδυασμό) προερχόταν η καταγγελία και ότι αυτός απλώς υπέγραψε το κείμενο με την ιδιότητα του επικεφαλής του συνδυασμού, αφού, κατά τις παραδοχές του Δικαστηρίου, ανεξάρτητα του ότι δράστης αξιόποινης πράξης είναι το φυσικό πρόσωπο, που ενεργεί με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου, αυτός συνέταξε υπέγραψε και διένειμε το γραπτό κείμενο (καταγγελία) στα αναφερόμενα στο σκεπτικό πρόσωπα, το ίδιο δε κείμενο στη συνέχεια δημοσιεύθηκε στον τοπικό τύπο και συνεπώς το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 1 ΠΚ, ούτε πάσχει κατά τούτο η απόφαση από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι η αλλαγή του τρόπου εκτέλεσης του έργου, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της δαπάνης του αναφερομένου στην καταγγελία έργου προτάθηκε από τον ορισθέντα, κατόπιν υποδείξεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σύμβουλο διαχείρισης του έργου, χωρίς τον ορισμό του οποίου δεν θα γινόταν η χρηματοδότηση της εκτελέσεως του. Η μεταβολή αυτή, η οποία μετέβαλε και τον αρχικό προϋπολογισμό και δη προκάλεσε αύξηση αυτού, εγκρίθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο με την αναφερόμενη ομόφωνη απόφαση, στην λήψη της οποίας μετείχε ως μέλος αυτού και ο αναιρεσείων, το οποίο στη συνέχεια με την επίσης αναφερόμενη ομόφωνη απόφαση ενέκρινε τη δημοπράτηση του έργου με το σύστημα υποβολής προσφορών που ακολούθησε ο πολιτικός αινάγων, εφαρμόζοντας τις αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως λοιπόν δεν ήταν ο πολιτικώς ενάγων εκείνος που προέβη αυτοβούλως και από ιδιοτελή κίνητρα στην μεταβολή του τρόπου εκτελέσεως του έργου, όπως του καταμαρτυρούσε ο αναιρεσείων με την καταγγελία που αναφέρθηκε, αποδίδοντάς του μεθοδεύσεις με τον επόμενο Δήμαρχο, κατόπιν συμφωνίας "πακέτο", αλλά επρόκειτο, για ομόφωνες αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου στη λήψη των οποίων συμμετείχε και ο αναιρεσείων, ως επικεφαλής του ανωτέρω συνδυασμού της αντιπολιτεύσεως, προς τις οποίες συμμορφώθηκε ο πολιτικώς ενάγων. Η παραδοχή αυτή της προσβαλλομένης, στηρίζει και την κρίση της περί της γνώσεως εκ μέρους του αναιρεσείοντος της αναλήθειας των ισχυρισμών του, αφού στην λήψη των ανωτέρω αποφάσεων, οι οποίες είναι προγενέστερες του χρόνου τελέσεως της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, δεδομένου ότι οι αποφάσεις αυτές είχαν προηγηθεί της καταγγελίας, τις οποίες και ουδόλως ανέφερε σ αυτήν, συμμετείχε και ο ίδιος και συνακόλουθα γνώριζε την αναλήθεια των όσων με τον τρόπο αυτό ισχυρίσθηκε. Δεν στηρίχθηκε λοιπόν η απόφαση για να αιτιολογήσει το στοιχείο του άμεσου δόλου του αναιρεσείοντος σε μεταγενέστερα της τελέσεως της πράξεως γεγονότα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτός. Ούτε περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 363 σε συνδυασμό με 362 ΠΚ, αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, με την οποία προστατεύεται η ελευθερία της έκφρασης (βλ. "Η προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου στην Ευρώπη", Έκδοση Δ.Σ.Α. με επιμέλεια ... σελ 140 επομ., όπου και παράθεση σχετικής νομολογίας, σχετική και η διάταξη του άρθρου 14 του Συντάγματος), ούτε το Εφετείο, κρίνοντας ένοχο του αναιρεσείοντα, παραβίασε την ως άνω διάταξη και εκείνη του άρθρου 14 του Συντάγματος, όπως αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται, καθόσον το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης, που θεσπίζουν οι εν λόγω διατάξεις, πρέπει να ασκείται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, όπως είναι και η ανωτέρω διάταξη του ΠΚ και, κατά την άσκησή του, δεν είναι ανεκτή η διάπραξη αξιόποινης πράξης, ως η προαναφερθείσα, η οποία αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 367 ΠΚ, τις διατάξεις του οποίου επιχειρεί ο αναιρεσείων να περιγράψει με επίκληση του άρθρου 10 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, καθόσον το ΕΔΔΑ δέχθηκε, ενόψει και των επιτρεπτών περιορισμών της παραγ. 2 της εν λόγω διατάξεως, κατά την άσκηση του δικαιώματος αυτού, ότι, κατ επίκληση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, μπορεί κάποιος να απευθύνει κατά δημοσίων προσώπων σκληρές και υπερβολικά δυσμενείς αξιολογικές κρίσεις και χαρακτηρισμούς και όχι να προβάλλει πραγματικά περιστατικά δεκτικά εμπειρικής αποδείξεως, τα οποία θεμελιώνουν ισχυρισμούς, που συνιστούν αξιόποινες πράξεις, όπως εν προκειμένω, η της απιστίας από τον πολιτικώς ενάγοντα τότε Δήμαρχο Αίγινας, την οποία, κατά το περιεχόμενο της καταγγελίας, από ιδιοτελείς κομματικούς και πολιτικούς σκοπούς, φερόταν να έχει τελέσει ο πολιτικώς ενάγων σε βάρος του Δήμου, αν βέβαια αλήθευαν τα όσα του καταμαρτυρούσε ο αναιρεσείων, όπως αυτά αναφέρονται στο σκεπτικό της αποφάσεως, τα οποία, όπως, δέχθηκε με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, το Δικαστήριο, ήσαν ψευδή και ο αναιρεσείων, για όλους τους ανωτέρω λόγους, που προκύπτουν από τις παραδοχές της προσβαλλομένης, τελούσε σε γνώση του ψεύδους των, ήσαν δε ικανά να πλήξουν την τιμή και την υπόληψή του ως ατόμου και ειδικότερα δημάρχου, ο οποίος είναι ταγμένος να προασπίζεται το συμφέρον του Δήμου και όχι να ενεργεί ενάντια σ αυτό, όπως ψευδώς ισχυρίσθηκε ο αναιρεσείων. Οι χαρακτηρισμοί δε και οι αξιολογικές κρίσεις που περιλαμβάνονται στην καταγγελία, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, συνδέονται άμεσα και σχετίζονται με τα ψευδή πραγματικά περιστατικά, που αναφέρει η προσβαλλομένη και, κατά τα ανωτέρω, εμπίπτουν στην έννοια του γεγονότος, όπως, κατ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, δέχθηκε το Δικαστήριο, αβασίμως δε υποστηρίζει τα αντίθετα ο αναιρεσείων. Ειδικότερα τέτοια ψευδή γεγονότα, με τα οποία συνδέονται και αξιολογικές κρίσεις, οι οποίες, κατά τα ανωτέρω, δεν παύουν να αποτελούν γεγονότα και δεν συνιστούν αξιολογήσεις επί αληθών γεγονότων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, συνιστούν, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του Εφετείου, τα ακόλουθα: "Τα συνοδεύοντα την χρηματοδότηση έγγραφα για άγνωστους λόγους δεν δόθηκαν στη δημοσιότητα", "για να καταστεί δυνατή η επιλογή του αναδόχου προτιμήθηκε το "αμαρτωλό" σύστημα μελέτη-κατασκευή, που δεν είναι τίποτε άλλο από μια μορφή απευθείας ανάθεσης", "για να αιτιολογηθεί το σύστημα μελέτης - κατασκευής ανακαλύφθηκε η αναρρόφηση VACUUM με το πρόσχημα ότι δήθεν ήταν αδύνατη η συμβατική κατασκευή και πρέπει να μειωθούν τα βάθη έχουν υπερκοστολογηθεί οι τιμές κατά 150%", "η βιασύνη, πρεμούρα και μεθοδεύσεις γίνονται μόνον κα μόνον για να εισπράξει ο εκλεκτός ανάδοχος τα λεφτά μέσα σε 20 μήνες" και "αδιαφανή διαδικασία διακήρυξης και δημοπρασίας του έργου της αποχέτευσης που εντάσσεται σε "συμφωνία πακέτο" ανάμεσα σε Z και Κ". Κατ' ακολουθία τούτων είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ και Ε πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως που υποστηρίζουν τα αντίθετα. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες. I
ΙΙ. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος παραστάθηκε (176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την με αριθμό 17/1-2-2010 αίτηση του X για αναίρεση της με αριθμ. 1831/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) € και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος από πεντακόσια (500) €.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμιση απλή και δια του τύπου. Έννοια Στοιχεία. Τελείται με ισχυρισμό ή διάδοση ψευδών γεγονότων που μπορούν να βλάψουν τιμή υπόληψη. Έννοια αμφοτέρων, έννοια γεγονότος. Αιτιολογία ειδική και εμπεριστατωμένη. Πότε Εσφαλμένη ερμηνεία εφαρμογή εκ πλαγίου παράβαση. Πότε. Άρθρο 10 ΕΣΔΑ που καθιερώνει ελευθερία έκφρασης. Έννοια περιεχόμενο (Απόφαση ΕΔΔΑ από 6-12-2007 σε υπόθεση Κατράμης κατά Ελλάδος, ΑΠ 735/2010). Διανομή σε συνεδρίαση Δημοτικού Συμβουλίου από αναιρεσείοντα επικεφαλής συνδυασμού της αντιπολίτευσης πρώην Δήμαρχο έγγραφης καταγγελίας ψευδούς εν γνώσει του ψεύδους, σε βάρος του Δημάρχου η οποία δημοσιεύθηκε και στον τοπικό τύπο. Συκοφαντική δυσφήμιση. Απορρίπτει λόγους από 510 παρ. 1 Δ και Ε ΚΠΔ.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δυσφήμηση συκοφαντική, Τύπος.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1412/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ- ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Τίγγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Ιουλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 57/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 698/10.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 211/31.5.10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 452 παρ. 3 Κ.Π.Δ., η οποία προσετέθη με το άρθρο 12 του Ν. 1897/1990, κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση σχετικά με την κράτηση του εκζητουμένου, επιλύεται από το αρμόδιο για την έκδοση Συμβούλιο Εφετών, ύστερα από κλήτευσή του προ 24 ωρών, κατά δε του εκδιδομένου βουλεύματος επιτρέπεται στον Εισαγγελέα και στον εκζητούμενο το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Εξ άλλου, κατά το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, όπως και αυτή προσετέθη με το άρθρο 12 του Ν. 1897/1990, "Σε κάθε περίπτωση ο εκζητούμενος απολύεται, αν περάσουν δύο έτη από την ημέρα της συλλήψεώς του, η οποία προθεσμία δύναται να παραταθεί με απόφαση του Δικαστικού Συμβουλίου κατά έξι ακόμη μήνες". Εκ των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει, πρώτον, ότι οι κατά τα άνω αμφιβολίες ή αντιρρήσεις σχετικώς με την κράτηση του εκζητουμένου, δέον να αφορούν μόνο τη συμπλήρωση του ρηθέντος ανωτάτου ορίου κρατήσεως των δύο ετών ή μετά από παράταση των δύο ετών και έξι μηνών και, δεύτερον, ότι αρμόδιο για την παράταση της κρατήσεως είναι το αρμόδιο για την έκδοση Συμβούλιο Εφετών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ... υπήκοος Χ, συνελήφθη στην Ελλάδα στις 10.5.2008 κατόπιν αιτήματος των Δικαστικών Αρχών των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, για να εκδοθεί σ'αυτές, για να δικαστεί για τις αναφερόμενες στην αίτηση αξιόποινες πράξεις. Το αρμοδίως επιληφθέν Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το υπ'αριθμ. 67/2008 βούλευμά του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως αυτού. Κατά του εν λόγω βουλεύματος ο εκζητούμενος άσκησε έφεση, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή με την έκδοση από τον 'Αρειο Πάγο της υπ'αριθμ. 2097/2008 αποφάσεώς του. Με την απόφαση αυτή ο 'Αρειος Πάγος γνωμοδότησε για την έκδοση αυτού στις ΗΠΑ, για να δικαστεί για τις αξιόποινες πράξεις της δολοπλοκίας εξαπατήσεως σε πρώτο βαθμό, κλοπής σε πρώτο και δεύτερο βαθμό κ.τ.λ. Επακολούθησε η έκδοση της υπ'αριθμ. πρωτ. 29095 ΦΕΑ 1209/15-6-2009 αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης, με την οποία διετάσσετο η έκδοση του ανωτέρω στις δικαστικές αρχές της Κομητείας της . Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, επικειμένης της συμπληρώσεως διετίας κρατήσεως του εκζητουμένου, εξέδωσε το υπ'αριθμ. 57/5-5-2010 βούλευμα, με το οποίο παρέτεινε για έξι ακόμη μήνες την κράτηση αυτού, ήτοι μέχρι τις 10-11-2010. Η 10η ημέρα είναι η νόμιμος προθεσμία (άρθρο 243 Αστ. Κώδικος), η οποία είναι αντίστοιχος της ημέρας συλλήψεως. Κατά του προαναφερθέντος βουλεύματος, ο εκζητούμενος, δια του εξουσιοδοτηθέντος πληρεξουσίου του δικηγόρου, άσκησε την από 14-5-2010 αίτηση αναιρέσεως, δια της οποίας μεταξύ άλλων προβάλλει, ότι αναρμοδίως απεφάνθη επί της παρατάσεως το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, υποστηρίζοντας ότι αρμόδιο ήτο το Συμβούλιο Εφετών του τόπου κρατήσεως, ήτοι το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς. Σύμφωνα, όμως, με τα ήδη εκτεθέντα, αρμόδιο ήταν το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, ως αρμόδιο για την έκδοση του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο περί υπερβάσεως εξουσίας τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, ο ίδιος (5ος) λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το εξάμηνο της παρατάσεως έχει ως όριο λήξεως την 10-11-2010, αντί του ορθού 9-11-2010, δια τους ήδη αναφερθέντες λόγους είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, η προβλεπομένη από τη διάταξη του άρθρου 452 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο του Κ.Π.Δ. παράταση της κρατήσεως κατά έξι μήνες, δεν εξαρτάται από τη συνδρομή εξαιρετικών περιστάσεων, όπως συμβαίνει με την εξακολούθηση ή παράταση της κατά τις διατάξεις του άρθρου 287 Κ.Π.Δ. προσωρινής κρατήσεως. Αρκεί για την παράταση κρατήσεως του εκζητουμένου η μη παράδοση και παραλαβή αυτού στο διάστημα των δύο ετών από της συλλήψεώς του. Επομένως, για την παράταση των έξι μηνών, το Συμβούλιο δεν υποχρεούται εις ιδιαίτερη αιτιολογία. Για την πληρότητα αυτής αρκεί η μνεία στο σχετικό βούλευμα, ότι κατόπιν αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών ή κατόπιν εφέσεως του Αρείου Πάγου, είχε διαταχθεί η έκδοση του εκζητουμένου και η μη υλοποίηση αυτής εντός της διετίας από της συλλήψεώς του. Επομένως, οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες, 1ος, 2ος και 3ος λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Ο 6ος λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ακροάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός δεν συμπεριλαμβάνεται στους προβλεπομένους από το άρθρο 484 Κ.Π.Δ. λόγους αναιρέσεως κατά βουλεύματος. Ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, διότι το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, δια του προσβαλλομένου βουλεύματος απεφάνθη δια την παράταση της κρατήσεως του εκζητουμένου κατά έξι μήνες, δια την οποία δεν προβλέπεται προηγούμενη κλήτευση αυτού, όπως προβλέπεται επί αμφιβολιών ή αντιρρήσεων σχετικών με την κράτηση αυτού, δηλαδή περί της συμπληρώσεως ή όχι του ανωτάτου ορίου κρατήσεως του υπό έκδοση συλληφθέντος. Οι αιτιάσεις υπό τους 7ο και 8ο λόγους αναιρέσεως, δεν εμπίπτουν σε κάποιον από τους περιοριστικούς λόγους αναιρέσεως του άρθρου 484 Κ.Π.Δ. και, επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Είναι, όμως, και αβάσιμες, διότι κατά το άρθρο 306 Κ.Π.Δ. οι συνεδριάσεις των δικαστικών συμβουλίων δεν είναι δημόσιες και κατά συνέπεια τα βουλεύματα αυτών δεν δημοσιεύονται σε δημόσια συνεδρίαση. Επίσης, η πρόταση του Αντ/λέως Εφετών προς το Συμβούλιο Εφετών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, έχει ημεροχρονολογία την 3.5.2010. Κατ'ακολουθίαν πάντων των ανωτέρω. Προτείνομεν α) Να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 4/14-5-2010 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατά του υπ'αριθμ. 57/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, και β) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος.
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 452 παρ. 3 η οποία προσετέθη με το άρθρο 12 παρ. 9 του ν. 1897/1990 ¨κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση σχετικά με την κράτηση του εκζητουμένου επιλύεται από το αρμόδιο για την έκδοση συμβούλιο εφετών ύστερα από κλήτευσή του προ 24 ωρών. Κατά του βουλεύματος επιτρέπεται στον εισαγγελέα και στον εκζητούμενο το ένδικο μέσο της αναιρέσεως". Εξάλλου κατά το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του ίδιου άνω άρθρου του Κ.Ποιν.Δ, όπως προσετέθη με το άρθρο 12 παρ. 9 του ν. 1897/1990. "Σε κάθε περίπτωση ο εκζητούμενος απολύεται αν περάσουν δύο έτη από την ημέρα της συλλήψεώς του, η οποία προθεσμία δύναται να παραταθεί με απόφαση του δικαστικού συμβουλίου κατά έξι ακόμη μήνες. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται υποχρέωση να αποφασίζει ο Υπουργός Δικαιοσύνης για την έκδοση ή όχι μέσα σε ορισμένο διάστημα προς διασφάλιση των δικαιωμάτων του εκζητουμένου η δε προθεσμία των δύο ετών (και σε περίπτωση παρατάσεώς της των δύο ετών και έξι μηνών) δεν έχει χαρακτήρα προσωρινής κρατήσεως του άρθρου 287 Κ.Ποιν.Δ ενόψει όσων ορίζονται στο άρθρο 452 για τη δυνατότητα του Υπουργού Δικαιοσύνης να διατάξει την έκδοση του εκζητουμένου στην περίπτωση κατά την οποία το αρμόδιο συμβούλιο γνωμοδοτήσει αμετακλήτως καταφατικά για την έκδοση οπότε μέχρι να αποφανθεί ο Υπουργός Δικαιοσύνης για την έκδοση ή όχι ή μέχρι να γίνουν όσα πρέπει για την υλοποίηση της περί εκδόσεως σχετικής αποφάσεως ο εκζητούμενος που παραμένει στο Ελληνικό έδαφος κρατείται οριστικώς. Από αυτές τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 452 Κ.Ποιν.Δ που προσετέθησαν με το άρθρο 12 παρ. 7 και 8 του ν. 18967/1990 προκύπτει ακόμη ότι οι προβλεπόμενες στην τελευταία αμφιβολίες και αντιρρήσεις σχετικά με τη κράτηση του εκζητουμένου δεν μπορεί να αφορούν παρά μόνον στη συμπλήρωση ή όχι του προβλεπόμενου ανωτάτου ορίου της προθεσμίας εντός της οποίας από της συλλήψεως του εκζητουμένου στην Ελλάδα ως Κράτους από το οποίο ζητείται η έκδοσή του πρέπει να γίνει η παράδοσή του στο Κράτος που ζητεί την έκδοσή του ή η απόλυση του προσώπου για το οποίο ήδη έχει γνωμοδοτήσει το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο τελεσιδίκως να εκδοθεί και όχι σε άλλους λόγους και ισχυρισμούς του εκζητουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση ο ... υπήκοος Χ, που γεννήθηκε στις ... στο ... συνελήφθη στην Ελλάδα στις 10.5.2008 κατόπιν αιτήματος των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής για να εκδοθεί σ' αυτές για τις αναφερόμενες στην αίτηση αξιόποινες πράξεις. Το αρμόδιο να επιληφθεί Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου με την 67/2008 απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ τη εκδόσεως του ανωτέρω εκζητουμένου ... υπηκόου. Κατά της εν λόγω αποφάσεως ο εκζητούμενος άσκησε έφεση η οποία έγινε δεκτή εν μέρει από τον Άρειο Πάγο με την 2097/2008 απόφασή του. Με αυτή την απόφαση ο Άρειος Πάγος κατά μερική παραδοχή της αιτήσεως εκδόσεως γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις δικαστικές Αρχές της Κομητείας της Νέας Υόρκης των ΗΠΑ για να δικαστεί για τις αξιόποινες πράξεις της δολοπλοκίας εξαπατήσεως σε πρωτόβαθμο της κλοπής σε πρώτο και σε δεύτερο βαθμό και για άλλες αναφερομένες πράξεις. Επίσης ο Άρειος Πάγος με την 243/2009 απόφασή του απέρριψε έφεση του εκζητουμένου κατά της 89/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου που είχε γνωμοδοτήσει υπέρ της εκδόσεως του ίδιου άνω ουκρανού υπηκόου για άλλες αξιόποινες πράξεις στις δικαστικές Αρχές της Νότιας Περιφερείας Φλόριντα των Η.Π.Α. Ακολούθως με την υπ' αριθμ. πρωτ. 2905ΦΕΑ1209/15.6.2009 απόφαση το Υπουργού Δικαιοσύνης διετάχθη η έκδοση αυτού του εκζητουμένου στις άνω δικαστικές Αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Στη συνέχεια εισήχθη από τον Εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου αίτημα να αποφανθεί το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκάνησου, που είχε γνωμοδοτήσει επί της εκδόσεως του ανωτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 452 παρ. 2 εδαφ. γ' Κ.Ποιν.Δ για την παράταση κατ' εξαίρεση κατά έξι (6) μήνες της κρατήσεως του εκζητουμένου και το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου με το προσβαλλόμενο 57/5.5.2010 βούλευμά του παρέτεινε για έξι ακόμη μήνες την κράτηση του άνω εκζητουμένου κατά του οποίου στρέφεται η ένδικη από 14.5.2010 αίτηση αναιρέσεως που άσκησε ο εκζητούμενος δια του υπογράφοντος αυτήν εξουσιοδοτημένου πληρεξουσίου του δικηγόρου. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η παράταση με το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου κατά έξι μήνες της προθεσμίας εντός της οποίας έπρεπε από της ημέρας συλλήψεως του εκζητουμένου στην Ελλάδα να πραγματοποιηθεί η διαταχθείσα από τον Υπουργό Δικαιοσύνης αλλά με έχουσα μέχρι τότε εκπληρωθεί έκδοση του ανωτέρω, έγινε κατ' εφαρμογή του άρθρου 452 παρ. 2 εδ. γ' του άρθρου 452 Κ.Ποιν.Δ που καθιερώνει τέτοια δυνατότητα παρατάσεως χωρίς άλλη προϋπόθεση και ειδικότερα προηγουμένη κλήτευση του εκζητουμένου. Έδαφος εφαρμογής της παρ. 3 του άνω άρθρου 452 για να αποφανθεί το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου στη συγκεκριμένη περίπτωση για την παράταση κατά έξι μήνες δεν υφίσταται διότι δεν προεβλήθη από τον εκζητούμενο αμφιβολία ή αντίρρηση κατά της κρατήσεώς του μετά την έκδοση της άνω αποφάσεως του Αρείου Πάγου και εκείνης του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου που γνωμοδοτούσαν υπέρ της εκδόσεώς του σε δικαστικές Αρχές των Η.Π.Α. και μετά την έκδοση του 57/2010βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου περί παρατάσεως της προθεσμίας των δύο ετών εντός των οποίων έπρεπε να απολυθεί ή να εκδοθεί κατά έξι μήνες και το οποίο βούλευμα επιδόθηκε στον εκζητούμενο στις 7/5/2010, όπως προκύπτει από υπάρχον στη δικογραφία από 7/5/2010 αποδεικτικό επιδόσεως βουλεύματος του Γραμματέα του Καταστήματος Κράτησης ... .... Επομένως, το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν ήταν από εκείνα κατά των οποίων να επιτρέπεται άσκηση αναιρέσεως κατ' εφαρμογή όσων ορίζονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 452 Κ.Ποιν.Δ. Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται.. ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη εκείνου που το άσκησε στα δικαστικά έξοδα. Ο εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο να εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις ώρες τουλάχιστον πριν την εισαγωγή της υποθέσεως στο δικαστήριο (συμβούλιο). Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της εισαγγελίας με οποιοδήποτε μέσο πριν από την εισαγωγή της υποθέσεως στο δικαστήριο (συμβούλιο) (και προφορικώς και τηλεφωνικώς) στην αναγραφόμενη στο ένδικο μέσο διεύθυνση και σημειώνει τούτο στο φάκελο της δικογραφίας. Ενόψει των ανωτέρω, σχετικά με το ότι η ένδικη αίτηση ασκήθηκε κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση με συνεπεια να είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη αυτή το παρόν Συμβούλιο αποφαίνεται ότι πρέπει να απόσχει από την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προκειμένου, σύμφωνα με το άρθρο 476 Κ.Ποιν.Δ να κληθεί ο αναιρεσείων που δεν έχει ειδοποιηθεί και να εκθέσει τις απόψεις του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απέχει να αποφανθεί επί της από 14 Μαΐου 2010 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ, κρατουμένου στο κατάστημα κράτησης ..., προκειμένου να κληθεί ο αναιρεσείων, με επιμέλεια της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ενώπιον του Συμβουλίου αυτού και να εκθέσει τις απόψεις του.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης εκζητουμένου περί της εκδόσεως του οποίου έχει αμετακλήτως γνωμοδοτήσει ήδη το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο και για την έκδοση του οποίου στις αρμόδιες δικαστικές αρχές των ΗΠΑ έχει ήδη αποφασίσει ο υπουργός Δικαιοσύνης, χωρίς να έχει εντός δύο ετών από την ημέρα συλλήψεώς του υλοποιηθεί η περί εκδόσεώς του απόφαση κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, που ήταν αρμόδιο για την έκδοση περί παρατάσεως κατά έξι μήνες της προθεσμίας εντός της οποίας από της συλλήψεως του εκζητουμένου έπρεπε να γίνει η παράδοσή του στο Κράτος από το οποίο ζητείται η έκδοση. Απέχει να αποφανθεί το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου επί της άνω αιτήσεως αναιρέσεως διότι κρίθηκε ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν ήταν από αυτά κατά των οποίων επιτρέπεται άσκηση αναιρέσεως διότι προεβλήθη από τον εκζητούμενο αμφιβολία μετά την περί εκδόσεώς του απόφαση του αρμόδιου συμβουλίου ή μετά την έκδοση του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών περί παρατάσεως της προθεσμίας των δύο ετών από της συλλήψεώς του, εντός της οποίας έπρεπε να γίνει η έκδοσή του ή να απολυθεί, κατά έξι μηνών και εν όψει του απαραδέκτου του ενδίκου μέσου έπρεπε κατ' άρθρο 476 § 1 ΚΠΔ να κληθεί από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο διάδικος που άσκησε το ένδικο αυτό μέσο ή ο αντίκλητος δικηγόρος του προ 24 ωρών να εκθέσει τις απόψεις του και δεν προκύπτει από τη δικογραφία ότι έγινε τέτοια ειδοποίηση.
|
Έκδοση
|
Έκδοση, Αποχή αποφάσεως.
| 2
|
Αριθμός 1409/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' Ποινικό Τμήμα Διακοπών (σε συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Τίγγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Τσόλα και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 6 και 13 Ιουλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Χ, ... υπηκόου και ήδη κρατουμένου Κατάστημα Κράτησης..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο χωρίς δικηγόρο, κατά της υπ' αριθμ. 59/2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 59/2010 απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις δικαστικές αρχές της Πολωνίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό 71 και ημερομηνία 17.6.2010 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 863/10.
Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον εκκαλούντα-εκζητούμενο, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή του και να μην εκδοθεί και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
H κρινόμενη από 17-6-2010 με αριθμ. κατάθεσης 71/2010 έφεση του Χ κατά της υπ' αριθ. 59/2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία εκείνο γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης του εκζητουμένου εκκαλούντος στις δικαστικές αρχές της ..., έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί κατ'ουσίαν.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του άνω Ν. 3251/2004, το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα (12) μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων (4) μηνών, κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α' του νόμου τούτου, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 αυτού, το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα (12)μηνών, όπως επίσης εκτελείται, κατά το στοιχ. β' της άνω παρ. 1 του άρθρου 10, εφόσον τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων (4) μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή κακούργημα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του διέταξε την εκτέλεση του με στοιχεία III KOP 26/08 από 18-2-2008 Eυρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης του Περιφερειακού Δικαστηρίου τoυ Πόζναν Πολωνίας που εκδόθηκε κατά του εκκαλούντος ... Υπηκόου και κατοίκου .... Χ. Το ως άνω Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε με βάση την υπ' αριθ. 111314/1993 από 9-1-1995 απόφαση του δικαστηρίου Poznan Πολωνίας, προκειμένου να προσαχθεί ο εκζητούμενος στην αρμόδια Πολωνική Δικαστική Αρχή για να εκτίσει ποινή φυλάκισης δύο ετών που του έχει επιβληθεί με την ανωτέρω απόφαση για την κατωτέρω αξιόποινη πράξη, η οποία προσδιορίζεται στο ένταλμα ως εξής: "Στις 14 Ιουλίου του έτους 1993, στο Πόζναν, (ο εκζητούμενος), δρώντας από κοινού και σε συνεννόηση με έναν ακαθόριστο δράστη συμμετείχε στην αρπαγή ενός αυτοκινήτου μάρκας ... 300 SE Αριθ. κυκλοφορίας ... που αποτελεί ιδιοκτησία του ..., αξίας περίπου 800.000.000 ζλοτ". Η ανωτέρω πράξη είναι έγκλημα κατά το άρθρο 203 παρ.2 του Ποινικού Κώδικα Πολωνίας, τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ανώτατο όριο είναι μέχρι 10 χρόνια και είναι αξιόποινη και κατά το ελληνικό δίκαιο (άρθρο 372 Π.Κ.), εντεύθεν δε συντρέχουν, οι κατά τα άρθρα 5 και 10 παρ.1α του Ν. 3251/2004 προϋποθέσεις του διττού αξιοποίνου για την εκτέλεση του ενδίκου ευρωπαϊκού εντάλματος. Περαιτέρω, το ένδικο Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, το οποίο φέρει ημεροχρονολογία έκδοσης, ονοματεπώνυμο και υπογραφή του δικαστή που το εξέδωσε και περιέχει όλα τα στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 2 του Ν. 3251/2004 (ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητούμενου, όνομα, διεύθυνση και λοιπά στοιχεία της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, μνεία της αποφάσεως στην οποία βασίστηκε η έκδοση αυτού σύλληψης, η φύση και ο νομικός χαρακτηρισμός των αξιoποίνων πράξεων που αποδίδονται στον εκζητούμενο, οι περιστάσεις τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων, πληροί τις προϋποθέσεις και τους όρους της τυπικής νομιμότητάς του κατά το Ν. 3251/2004. Τέλος, δεν συντρέχει καμία από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 11 και 12 του ίδιου νόμου περιπτώσεις απαγορεύσεως της εκτελέσεως ή δυνατότητας, αντιστοίχως, να απαγορευθεί η εκτέλεσή του, για τις προαναφερόμενη πράξη. Ειδικότερα, δεν συντρέχει η επικαλούμενη από τον εκζητούμενο περίπτωση του άρθρου 11 εδ. δ' του Ν. 3251/2004 της παραγραφής της ποινής κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, διότι η συνδρομή της περίπτωσης αυτής προϋποθέτει την υπαγωγή της αξιόποινης πράξης στην αρμοδιότητα των ελληνικών διωκτικών αρχών σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, περίπτωση που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση. Κατά συνέπεια, συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ενδίκου ευρωπαϊκού εντάλματος, το δε Συμβούλιο Εφετών το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι συντρέχουν οι νόμιμοι όροι για την εκτέλεση αυτού, δεν έσφαλε, η δε έφεση με την οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί. Ο εκκαλών πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, λόγω της ήττας του (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσία την από 17 Ιουνίου 2010 και με αριθ. 71/2010 έφεση του Χ κατά της υπ' αριθμ. 59/2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Aθηνών.
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 13 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, που εκδόθηκε από τις δικαστικές αρχές της Πολωνίας κατά υπηκόου της, για έκτιση ποινής. Κλοπή αυτοκινήτου στην Πολωνία. Καταδίκη σε ποινή φυλάκισης δύο ετών. Έφεση κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών που διέταξε την εκτέλεση του εντάλματος. Διττός έλεγχος του αξιοποίνου. Λόγος έφεσης ότι απαγορεύεται η εκτέλεση του εντάλματος, λόγω παραγραφής της ποινής κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους (άρθρο 11 εδ. δ' του ν. 3251/2004 ). Αβάσιμος, διότι ο έλεγχος της παραγραφής της ποινής κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους προϋποθέτει την υπαγωγή της αξιόποινης πράξης στην αρμοδιότητα των ελληνικών διωκτικών αρχών, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Κρίση ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την εκτέλεση του εντάλματος. Δέχεται τυπικά και απορρίπτει αίτηση στην ουσία.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1413/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Παπαηλιού) και Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 20η Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις από 19-6-2008 δηλώσεις αναιρέσεως προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, οι οποίες στρέφονται κατά των με αριθμό 1149, 1199, 1265, 1299/2007 αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που αφορούν στην ίδια υπόθεση, καθώς και καθ' όλων των λοιπών προπαρασκευαστικών ή άλλων αποφάσεων του ιδίου Δικαστηρίου, που εκδόθηκαν και πάλι επί της αυτής υποθέσεως, των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων:
1. Χ1 κατοίκου ...και ήδη κρατουμένου στις Γυναικείες Φυλακές ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιπποκράτη Μυλωνά.
2. X2, κατοίκου ..., κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Ουρανίας Καραμπλιάνη, Κωνσταντίνου Παπαδόπουλου και Δημητρίου Λούβρη.
3. Χ5, κατοίκου ...και ήδη κρατουμένου στις Γυναικείες Φυλακές ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιπποκράτη Μυλωνά.
4. X6 και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Αναστασίας Χριστοδουλοπούλου.
5. Χ7, κρατουμένου στο Νοσοκομείο της Δικαστικής Φυλακής ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Πρωτέκδικου.
6. Χ8, κατοίκου ...και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλειου Κουνέλη.
7. Χ3 , κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Γερασιμούλας Σιμωνετάτου.
8. Χ4, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Φραγκίσκου Ραγκούση και Νικολάου Μαυρομάτη.
Επίσης, για να δικάσει και τους πρόσθετους λόγους, που κατέθεσαν εμπροθέσμως με αυτοτελές δικόγραφο οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος από τους ως άνω αναιρεσείοντες.
Με συγκατηγορουμένους τους:
1. Φ1,,2. Φ2,3. Φ3,4. Φ4,5. Φ5,6. Φ7,7. Φ8,8. Φ6,9. Φ9.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους:
1. Ψ1, που δεν παραστάθηκε.
2. ...., κάτοικο Η.Π.Α., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Αναγνωστόπουλου.
3. ..., κάτοικο ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Ιωάννη Γιαννίδη και Αριστομένη Τζαννετή.
4. Ψ2, 5. Ψ3, που δεν παραστάθηκαν.
6. ..., χήρα Θ1, κάτοικο Μεγάλης Βρετανίας, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Αναγνωστόπουλου.
7. Ψ4, 8. Ψ5, που δεν παραστάθηκαν.
9. ..., κάτοικο ...Η.Π.Α. που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Αναγνωστόπουλου.
10. Ψ7, που δεν παραστάθηκε.
11. ..., ατομικώς και για λογαριασμό ανήλικης κόρης, κάτοικο ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Ιωάννη Γιαννίδη και Αριστομένη Τζαννετή.
12. ..., χήρα Θ2, κάτοικο ....Η.Π.Α. που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Αναγνωστόπουλου.
13. Ψ8, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.
14. ..., κάτοικο Η.Π.Α. που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Αναγνωστόπουλου.
15. Ψ9,16. Ψ10,17. Σ1,18. Ψ11,19. Ψ12, 20. Ψ13,21. Ψ16 θυγατέρα Θ5,22. Ψ14, που δεν παραστάθηκαν.
23. ...θυγατέρα Θ6, που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη.
24. Ψ17, 25. Ψ18 χήρα Θ7,26. Ψ6,27. Ψ27 χήρα Θ8,28. Ψ19, 29. Ψ20, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκαν.
30. Θ9, που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη.
31. ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καπελλάκη.
32.Ψ21,33. Ψ22 ...,34. Ψ23, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκαν.
35. ... κάτοικο Αθηνών, που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Παπαδιαμάντη. 36. Θ11 ,37. Ψ25,38. Ψ28 θυγατέρα. Θ8, που δεν παραστάθηκαν. 39. ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη.
40. ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καπελλάκη.
41. ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καπελάκη.
42. ...., που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη.
43. Ψ24 χήρα Θ10, κάτοικο ..., 44. ...χήρα Θ5,45. Θ12,46. Ψ26 θυγατέρα Θ5, που δεν παραστάθηκαν.
47. ...., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καπελλάκη.
48. Ψ15 χήρα Θ4,49. Ψ29,50. Ψ30, που δεν παραστάθηκαν.
51. ...πρώην χήρα Θ6, που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη.
52. Ψ31, 53. Ψ33, κάτοικο ..., 54. Ψ32, 55. Ψ34, 56. Ψ35, κάτοικο ..., 57. Ψ36, 58. Θ3,59. Ψ37, 60. Ψ38, κάτοικο ..., 61. Ψ39, που δεν παραστάθηκαν.
62. ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη.
63. ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Ελένης Τζούλη.
64. Ψ40, που δεν παραστάθηκε.
65. ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη.
66. Ψ41, που δεν παραστάθηκε.
67. Ν.Π.Δ.Δ. ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ "ΕΛΤΑ" που εδρεύει στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Εμμανουήλ Καπετανάκη.
68. Ψ43, 69. Ψ44, που δεν παραστάθηκαν.
70. ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ελευθερίου Μοίρα.
71. ..., κάτοικο ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Νεκταρίας Μυγιάκη.
72. Ψ45, κάτοικο ...., που δεν παραστάθηκε.
73. ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καπελλάκη.
74. ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη.
75. Ψ46,76. Ψ47, 77. Ψ48, κάτοικος ....
78. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ...ΑΕ, όπως εκπροσωπείται νομίμως.
79. Ψ49, που δεν παραστάθηκαν.
80. ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καπελλάκη.
81. Θ14, 82. Ψ50, που δεν παραστάθηκαν.
83. ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Τριανταφύλλου.
84. Ψ52, που δεν παραστάθηκε.
85. ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Τριανταφύλλου.
86. Ψ42, 87. Ψ53 κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκαν.
88. Ψ51, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Τριανταφύλλου.
89. Ψ54, 90. Ψ55, που δεν παραστάθηκαν.
91. ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καπελλάκη.
92. Ψ56, που δεν παραστάθηκε.
93. ..., κάτοικο ..., Η.Π.Α., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Αναγνωστόπουλου.
94. Ψ57,95. Ψ58,96. Ψ59 και 97. ..., που δεν παραστάθηκαν.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με τις ως άνω αποφάσεις του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές. Οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση των αποφάσεων αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19-6-2008 δηλώσεις αναιρέσεως και στα συναφή δικόγραφα των προσθέτων λόγων, που καταχωρήθηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1255/2008. Η συζήτηση συνεχίσθηκε κατά την 21η, 22α, 23η, 26η και 27η Οκτωβρίου 2009 και κατά τη διάρκειά της εκδόθηκαν οι παρεμπίπτουσες 2015 και 2016/20-10-2009 αποφάσεις του παρόντος τμήματος του Αρείου Πάγου.
Αφού άκουσε
τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ανέπτυξαν τους προτεινόμενους λόγους και ζήτησαν την παραδοχή τους, τους πληρεξουσίους δικηγόρους των παρισταμένων εκ των πολιτικώς εναγόντων, που ζήτησαν την απόρριψη των δηλώσεων αναιρέσεως και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε την παραδοχή των δηλώσεων μόνο ως προς την αναγνώριση μέτρων επιείκειας και την απόρριψή τους κατά τα λοιπά.
Μετά τη δευτερολογία όσων από τους πληρεξουσίους των αναιρεσειόντων υπέβαλαν σχετικό αίτημα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ. γ' ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 ΚΠοινΔ. Κατά το άρθρο 515 παρ.1 ΚΠοινΔ, εάν η συζήτηση αναβληθεί σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή, χωρίς νέα κλήτευση, ακόμα και αν δεν ήσαν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής απόφασης. Τέλος, κατά το άρθρο 515 παρ.2 εδ.α' ΚΠοινΔ, εάν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμη και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, οι όπως προκύπτει από τα αποδεικτικά επιδόσεως που αναφέρονται στη συνέχεια, παραπλεύρως του ονόματος του πολιτικώς ενάγοντος στον οποίο το καθένα αφορά, αυτοί κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση της 3-2-2009, κατά την οποία, με την 305/2009 παρεμπίπτουσα απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η συζήτηση αναβλήθηκε ρητώς για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής (20-10-2009). Κατά τη νέα δικάσιμο, όμως, οι πολιτικώς ενάγοντες που αναφέρονται στη συνέχεια, ούτε εμφανίσθηκαν ούτε παραστάθηκαν με νόμιμο τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκφώνηση της υποθέσεως. Κατά συνέπεια, η συζήτηση θα διεξαχθεί όπως αν και αυτοί ήσαν παρόντες. Ειδικότερα, η κλήτευση έγινε προς τα εξής πρόσωπα (με μνεία του ονοματεπωνύμου ενός εκάστου από τους πολιτικώς ενάγοντες που δεν παραστάθηκαν και, εντός παρενθέσεως, της ημερομηνίας του αντίστοιχου αποδεικτικού επιδόσεως και του ονοματεπωνύμου του υπαλλήλου που διενήργησε την επίδοση): Ψ1 (13-10-2008, της Π2, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ2 (ομοίως), Ψ3 (ομοίως), Ψ4 (ομοίως), Ψ5(ομοίως), Ψ7 (ομοίως), Ψ8 (ομοίως), Ψ9 (5-11-2008, του ..., αρχ/κα του ΑΤ Τροχαίας ...), Ψ10 (24-10-2008, του Π1, επιμελητή ΕισΠρΠατρών), Σ1 (15-10-2008, του Π4, επιμελητή ΕισΑΠ), Ψ11 (24-10-2008, του Π1, επιμελητή ΕισΠρΠατρών), Ψ12 (17-12-2008, του ...., αστ/κα του ΑΤ ...), Ψ13 (22-10-2008, του Π4, επιμελητή ΕισΑΠ), Ψ16 (15-10-2008, του Π4, επιμελητή ΕισΑΠ), Ψ14 (14-10-2008, της Π3, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ17 (13-10-2008, της Π2, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ18 (14-10-2008, της Π3, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ6 (27-10-2008, της Π3, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ27 (17-10-2008, της Π2, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ19 (31-10-2008, του Π4, επιμελητή ΕισΑΠ), Ψ20 (2-12-2008, του ...., αστ/κα του ΑΤ ....), Ψ21 (21-10-2008, της Π3, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ22 (23-10-2008, του ..., ανθ/μου της ΑΔ ...), Ψ23 (23-10-2008, του ..., αστ/κα του ΑΣ ...), Θ11 (16-10-2008, της Π2, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ25 (17-10-2008, του Π4, επιμελητή ΕισΑΠ), Ψ28 (17-10-2008, της Π2, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ24 (24-10-2008, του ...., επιμελητή ΕισΑΠ), ... (13-10-2008, της Π2, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Θ12 (24-10-2008, της Π3, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ26 (17-11-2008, του ...., επιμελητή ΕιρΚρωπίας), Ψ15 (14-10-2008, της Π3, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ29 (20-11-2008, του ..., ΕΦ του ΑΤ ...), Ψ30 (14-10-2008, της ..., επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ31 (20-10-2008, του Π4, επιμελητή ΕισΑΠ), Ψ33 (17-10-2008, του Π4, επιμελητή ΕισΑΠ), Ψ32 (23-10-2008, του ..., Υ/Β' της ΔΑΚΑ/ΥΜΕΤ), Ψ34 (24-10-2008, της ...., αστ/κα της ΑΔ ...), Ψ35 (17-10-2008, του Π4, επιμελητή ΕισΑΠ), Ψ36 (3-11-2008, του ..., αρχ/κα του ΑΤ ...), Θ3 (15-10-2008, του Π4, επιμελητή ΕισΑΠ), Ψ37 (26-10-2008, του ..., αρχ/κα του ΤΜΔ ...), Ψ38 (13-11-2008, του ..., αστ/κα του ΑΤ ...), Ψ39 (25-11-2008, του ..., αστ/κα του ΑΤ ...), Ψ40 (6-11-2008, του Π4, επιμελητή ΕισΑΠ), Ψ41 (21-10-2008, της Π3, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ43 (29-10-2008, του ..., ανθ/μου του ΑΤ ...), Ψ44 (20-10-2008 του ..., επιμελητή ΕισΠρΑγρινίου), Ψ45 (18-10-2008, του ..., υπ/μου της ΔΑΕΑ), Ψ46 (22-10-2008, του Π4, επιμελητή ΕισΑΠ), Ψ47 (21-10-2008, της Π3, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ48(18-10-2008, του ...., Α/Β' του ΑΤ ...), "Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις ...ΑΕ" (15-10-2008, του Π4, επιμελητή ΕισΑΠ), Ψ49 (20-10-2008, του Π4, επιμελητή ΕισΑΠ), Θ14(14-10-2008, της Π2, επιμελήτριας ΕισΑΠ, προς χήρα κληρονόμο), Ψ50 (17-10-2008, του Π4, επιμελητή ΕισΑΠ), Ψ52 (22-10-2008, του ..., αρχ/κα της ΥΠΕ/4), Ψ42 (16-10-2008, της Π2, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ53 (4-11-2008, του ...., ανθ/μου της Σχολής ΜΕΒΕ), Ψ54 (23-10-2008, του ...., αστ/κα του ΑΤ ...), Ψ55 (23-10-2008, της Π3, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ56 (12-12-2008, του Π5, αρχ/κα της ΔΑΕΕΒ), Ψ57 (12-12-2008, του Π5, αρχ/κα της ΔΑΕΕΒ), Ψ58 (27-10-2008, της ..., ανθ/μου Α' ΤΤ αυτ/μων ...), Ψ59 (17-10-2008, της Π2, επιμελήτριας ΕισΑΠ) και Ψ60 (30-10-2008, του .., αρχ/κα του ΤΑΕ ...).
2.Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 469 ΚΠοινΔ, "Αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους". Και περαιτέρω, "Για τη συζήτηση του ενδίκου μέσου δεν είναι αναγκαία η κλήτευση των ωφελούμενων κατηγορουμένων, οι οποίοι, όμως, διατηρούν το δικαίωμα να εμφανισθούν και να συμμετάσχουν στη δίκη". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η συμμετοχή στην έκκλητη δίκη κατηγορουμένου, που ωφελείται από την άσκηση εφέσεως συγκατηγορουμένου του, είναι δικαίωμα. Εφ' όσον το εν λόγω δικαίωμα ασκηθεί, ο ωφελούμενος κατηγορούμενος, παρά το γεγονός ότι δεν είχε ασκήσει ο ίδιος έφεση, με τη συμμετοχή του στη δίκη λαμβάνει τη θέση που έχει και ο εκκαλών. Ως εκ τούτου, αποκτά και το δικαίωμα της προσβολής της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με αίτηση αναιρέσεως, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 504 ΚΠοινΔ. Εάν, όμως, ο ωφελούμενος κατηγορούμενος δεν πάρει προσηκόντως μέρος στην έκκλητη δίκη, τότε, ανεξαρτήτως του ότι τα ευνοϊκά αποτελέσματα της εφέσεως του συγκατηγορουμένου του θα πρέπει πάλι να επέλθουν και στο δικό του πρόσωπο, αυτός δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του διαδίκου και δεν δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση της αποφάσεως που θα εκδοθεί (ΑΠ 41/2003). Εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 497 παρ. 7 ΚΠοινΔ, η απόφαση, που εκδίδεται ύστερα από αίτηση του καταδικασθέντος κατηγορουμένου με αίτημα την αναστολή εκτέλεσης της εκκαλουμένης αποφάσεως, δεν είναι τελειωτική επί της κατηγορίας κατά την έννοια του άρθρου 504 παρ. 1 ΚΠοινΔ, ούτε υπάγεται σε κάποιο από τα άλλα είδη αποφάσεων, που αναφέρονται περιοριστικά στις παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου ή σε άλλη, ειδική διάταξη νόμου που επιτρέπει την αναίρεση. Έτσι, αν κατά της απόφασης που απορρίπτει αίτηση αναστολής εκτελέσεως ασκηθεί αναίρεση, αυτή είναι απαράδεκτη, ως στρεφόμενη κατ' αποφάσεως που δεν υπόκειται σε αναίρεση και απορρίπτεται σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠοινΔ, ο δε αναιρεσείων καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα (ΑΠ 516/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στην από 19-6-2008 δήλωση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ3 ενώπιον του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου (ΚΠοινΔ 473 παρ.2), αλλά και σύμφωνα με τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα του παραδεκτού ή μη της δηλώσεως αναιρέσεως, προκύπτουν τα εξής : Με τη 1136/23-12-2003 δήλωσή του ενώπιον του Γραμματέα του Γ' Τριμελούς Εφετείου [κακουργημάτων] Αθηνών, το οποίο [μεταξύ άλλων] εξέδωσε τις 3244 και 3395/2003 καταδικαστικές αποφάσεις, ο κατηγορούμενος Χ3 παραιτήθηκε, νομοτύπως (ΚΠοινΔ 474 παρ.1 και 475 παρ.1, ΑΠ 1255/2002), από το δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτών. Εκ των υστέρων, κατά των εν λόγω αποφάσεων, άσκησε, εκπροθέσμως, την 343/16-3-2005 έφεση. Κατόπιν τούτων, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που συνεδρίασε ως Συμβούλιο, με την 823/2005 απόφασή του κήρυξε την ασκηθείσα έφεση του Χ3 απαράδεκτη και διέταξε αφ' ενός την εκτέλεση των αποφάσεων που είχαν προσβληθεί και αφ' ετέρου την καταδίκη του [τότε] εκκαλούντος στα έξοδα (ΚΠοινΔ 476 παρ.1). Η εκδοθείσα 823/2005 απόφαση κατέστη αμετάκλητη, διότι ο Χ3 δεν άσκησε εναντίον της αίτηση αναιρέσεως (ΚΠοινΔ 476 παρ. 2). Όταν, αργότερα, άρχισε ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών η εκδίκαση των εφέσεων που είχαν ασκήσει οι συγκατηγορούμενοι του Χ3, αυτός, χωρίς να εμφανισθεί αυτοπροσώπως στο δικαστήριο, αλλά εκπροσωπούμενος από συνήγορο με περιορισμένη εντολή και πληρεξουσιότητα, υπέβαλε τα εξής αιτήματα : α) να γίνει τυπικά δεκτή η ως άνω 343/16-3-2005 έφεσή του και β) να διαταχθεί εκ μέρους του δικαστηρίου η εισαγωγή του σε κατάλληλο νοσηλευτικό ίδρυμα, προκειμένου να αποκατασταθεί η υγεία του και να καταστεί ικανός για αυτοπρόσωπη εμφάνιση και συμμετοχή στην έκκλητη δίκη. Επί του πρώτου (α) αιτήματος, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών απάντησε ότι στερείται δικαιοδοσίας να ασχοληθεί εκ νέου με το τύποις παραδεκτό της εφέσεως, δοθέντος ότι η απόφαση περί κηρύξεως αυτής ως απαράδεκτης είχε καταστεί αμετάκλητη. Επί του δευτέρου (β) αιτήματος το ίδιο δικαστήριο απάντησε ότι η φροντίδα της υγείας του κατηγορουμένου, ως κρατουμένου σε δημόσιο σωφρονιστικό κατάστημα, δεν εμπίπτει στο δικαιοδοτικό του έργο, αλλά στην αρμοδιότητα της διοίκησης. Με τις σκέψεις αυτές απέρριψε αμφότερα τα αιτήματα, αναγνώρισε ρητώς, όμως, το δικαίωμα του κατηγορουμένου να παραστεί ενώπιον αυτού στο πλαίσιο λειτουργίας του επεκτατικού αποτελέσματος των εφέσεων που είχαν ασκήσει οι συγκατηγορούμενοί του (βλ. την 2363/2.12.2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών). Στη συνέχεια, ο δικηγόρος, που ως εκπρόσωπος του Χ3 είχε θέσει στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών τα ως άνω αιτήματα, δήλωσε ότι α) ο ίδιος δεν έχει εντολή και πληρεξουσιότητα για να παραστεί κατά την ουσιαστική εκδίκαση της υποθέσεως, β) ο κατηγορούμενος Χ3 αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα όρασης και ακοής, τα οποία καθιστούν αδύνατη την εκ μέρους αυτού αυτοπρόσωπη παρακολούθηση της δίκης και γ) ο κατηγορούμενος Χ3 δεν επιθυμεί τον εξ επαγγέλματος διορισμό συνηγόρου για την εκπροσώπησή του προς συμμετοχή στη δίκη με το επεκτατικό αποτέλεσμα των εφέσεων των συγκατηγορουμένων του, διότι, κατά την άποψή του, "δεν είναι δυνατόν να υπάρξει δικηγόρος που να μπορεί, υποκαθιστώντας [τον], να [τον] εκπροσωπήσει επαρκώς" (βλ. σελ. 60 της δηλώσεως αναιρέσεως). Κατόπιν αυτών, ο Χ3 δεν συμμετέσχε στην έκκλητη δίκη. Ως εκ τούτου, παρά το γεγονός ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφάρμοσε υπέρ αυτού το επεκτατικό αποτέλεσμα των εφέσεων των συγκατηγορουμένων του, ο ίδιος δεν απέκτησε την ιδιότητα του εκκαλούντος και απώλεσε τη δυνατότητα να ζητήσει την αναίρεση των ήδη προσβαλλόμενων αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Παράλληλα, ο [τότε] εμφανισθείς δικηγόρος είχε υποβάλει για λογαριασμό του Χ3, ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατ' άρθρο 497 παρ.7 ΚΠοινΔ, αίτηση αναστολής εκτελέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου [κακουργημάτων] Αθηνών, δυνάμει της οποίας ήταν κρατούμενος. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών απέρριψε την αίτηση ως αβάσιμη, διότι, εκτός των άλλων, δεν υπήρχε εκκρεμής έφεση του αιτούντος, ως θετική προϋπόθεση για τη χορήγηση της αναστολής (βλ. την 115/19-1-2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών). Όπως προαναφέρθηκε, κατά της εν λόγω απορριπτικής αποφάσεως δεν επιτρεπόταν αίτηση αναιρέσεως. Επομένως, η από 19-6-2008 δήλωση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ3, η οποία αφ' ενός ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το σχετικό δικαίωμα (κατά το μέρος, με το οποίο πλήττεται η επί της κατηγορίας κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου) και αφ' ετέρου κατά αποφάσεως μη δεκτικής αιτήσεως αναιρέσεως (κατά το μέρος, με το οποίο πλήττεται η απόρριψη της αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως της πρωτοβαθμίου αποφάσεως), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ενώ ο ίδιος πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (ΚΠοινΔ 476 παρ.1 και 513 παρ.1 εδ. α'), καθώς και στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης όσων από τους πολιτικώς ενάγοντες παραστάθηκαν στην αναιρετική δίκη.
3.Οι από 19-6-2008 (ημερομηνία επίδοσης) δηλώσεις αναιρέσεως προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ΚΠοινΔ 473 παρ.2), οι οποίες έγιναν από τους καταδικασθέντες κατηγορουμένους α) Χ1, β) Χ2, γ) Χ5, δ) Χ6, ε) Χ7, στ) Χ8 και ζ) Χ4 και στρέφονται κατά των με αριθμό 1149, 1199, 1265, 1299/2007 αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που αφορούν στην ίδια υπόθεση, καθώς και καθ' όλων των λοιπών προπαρασκευαστικών ή άλλων αποφάσεων του ιδίου Δικαστηρίου, που εκδόθηκαν και πάλι επί της αυτής υποθέσεως (ΚΠοινΔ 504 παρ.4), έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, δεδομένου ότι η καταχώρηση των προσβαλλόμενων αποφάσεων στο ειδικό βιβλίο του εν λόγω Δικαστηρίου συντελέσθηκε την 30-5-2008. Επομένως, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης συνάφειας που υφίσταται μεταξύ τους, προκειμένου να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτών. Με τις δηλώσεις αναιρέσεως πρέπει να συνεκδικασθούν και οι πρόσθετοι λόγοι, που κατέθεσαν εμπροθέσμως με αυτοτελές δικόγραφο οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος από τους ως άνω αναιρεσείοντες ΚΠοινΔ 509 παρ.2).
4.Στο άρθρο 97 παρ.1 εδ.α' του Συντάγματος ορίζεται ότι "Τα κακουργήματα και τα πολιτικά εγκλήματα δικάζονται από τα μικτά ορκωτά δικαστήρια, που συγκροτούνται από τακτικούς δικαστές και ενόρκους, όπως νόμος ορίζει". Περαιτέρω, όμως, στην παρ.2 εδ.α' του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι "Κακουργήματα και πολιτικά εγκλήματα, που με συντακτικές πράξεις, ψηφίσματα και ειδικούς νόμους έχουν υπαχθεί έως την ισχύ του Συντάγματος στη δικαιοδοσία των εφετείων, εξακολουθούν να δικάζονται από αυτά, εφόσον δεν υπαχθούν με νόμο στην αρμοδιότητα των μικτών ορκωτών δικαστηρίων". Και ακόμη, στην παρ.2 εδ.β' του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι "Με νόμο μπορεί να υπαχθούν στη δικαιοδοσία των ίδιων εφετείων και άλλα κακουργήματα". Σε συμφωνία προς τις διατάξεις αυτές, στο άρθρο 109 ΚΠοινΔ ορίζεται ότι "Το μικτό ορκωτό δικαστήριο δικάζει σε πρώτο βαθμό : α) τα κακουργήματα, εκτός από εκείνα που ανήκουν στην αρμοδιότητα των πενταμελών [ήδη: τριμελών] εφετείων και β) τα πολιτικά πλημμελήματα". Και στο άρθρο 111 αρ.5 ΚΠοινΔ, όπως ίσχυσε μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 4 του ν. 2928/2001, ορίζεται ότι "Το δικαστήριο των εφετών δικάζει [μεταξύ άλλων περιπτώσεων και] τα κακουργήματα που προβλέπονται στην παρ.1 του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και τα συναφή με αυτά πλημμελήματα και κακουργήματα, έστω και αν τα τελευταία τιμωρούνται βαρύτερα από τα ως άνω κύρια κακουργήματα". Η διάταξη αυτή καταλαμβάνει και πράξεις που είχαν τελεσθεί πριν από την έναρξη της ισχύος της, διότι, ως ρυθμιστική της αρμοδιότητας, είναι δικονομικού περιεχομένου, αποσκοπεί στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης και δεν προσκρούει στο άρθρο 2 ΠΚ (πρβλ. ΟλΑΠ 390/1992). Τέλος, στο άρθρο 187 παρ.1 ΠΚ, όπως ίσχυσε μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 2928/2001, ορίζεται ότι "Με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) και επιδιώκει τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων που προβλέπονται [μεταξύ άλλων περιπτώσεων και] στα άρθρα 270 (έκρηξη), 272 (παραβάσεις σχετικές με τις εκρηκτικές ύλες), 299 (ανθρωποκτονία με πρόθεση), 310 (βαριά σωματική βλάβη), 374 (διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής) και 380 (ληστεία)". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, προκειμένου να θεμελιωθεί καθ' ύλη αρμοδιότητα του μικτού ορκωτού δικαστηρίου, πρέπει να πρόκειται είτε για πολιτικό έγκλημα είτε για κακούργημα, εκτός από εκείνα τα οποία, κατ' εξαίρεση, έχουν υπαχθεί στην αρμοδιότητα του τριμελούς εφετείου. Νομοθετικός ορισμός της έννοιας του πολιτικού εγκλήματος δεν έχει διατυπωθεί. Ερμηνευτικώς, συνάγεται ότι ως πολιτικό έγκλημα θεωρείται εκείνο, το οποίο στρέφεται άμεσα εναντίον της συνταγματικής τάξεως της Χώρας και επιδιώκει την ανατροπή ή, έστω, την αλλοίωσή της. Η επιδίωξη αυτή, όμως, δεν αρκεί να αναφέρεται, υποκειμενικώς, ως στόχος της πολιτικής ιδεολογίας του δράστη, αλλά απαιτείται, πέραν αυτού, να αναδύεται, αντικειμενικώς, από την πραγματική συμβολή, την οποία η εκάστοτε εγκληματική συμπεριφορά είχε ή θα μπορούσε να έχει στην προσβολή της κατεστημένης εξουσίας. Και περαιτέρω, ως συναφές προς πολιτικό έγκλημα θεωρείται εκείνο, το οποίο, με την προσβολή που επιφέρει σε κάποιο άλλο έννομο αγαθό, έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την προπαρασκευή των μέσων για την τέλεση πολιτικού εγκλήματος με την ως άνω έννοια. Για την κατάφαση της συνάφειας αυτής, το πολιτικό έγκλημα πρέπει να έχει συντελεσθεί. Υπό την έννοια αυτή, ως πολιτικό έγκλημα νοείται μόνο η εσχάτη προδοσία και οι προπαρασκευαστικές πράξεις αυτής (ΠΚ 134 επ.). Αντιθέτως, η συγκρότηση δομημένης ομάδας με διαρκή δράση ή η συμμετοχή σ' αυτήν με σκοπό τη διάπραξη διαφόρων εγκλημάτων του κοινού ποινικού δικαίου, μη δυναμένων να επηρεάσουν τη συνταγματική τάξη της Χώρας και στρεφομένων κατά προσώπων ή πραγμάτων διαφορετικών από αυτά, τα οποία αναφέρονται στα άρθρα 134 επ. ΠΚ, δεν συνιστά πολιτικό έγκλημα, ασχέτως προς τον τρόπο, με τον οποίο οι φερόμενοι ως δράστες προσδιορίζουν ιδεολογικά τις ενέργειες αυτές.Εν προκειμένω, ύστερα από τις ως άνω νομικές παραδοχές, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 2661/20-12-2005 παρεμπίπτουσα απόφαση, δέχθηκε ότι, σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα, οι ενώπιον αυτού εκκαλούντες κατηγορούμενοι είχαν παραπεμφθεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, μετά την καταδίκη τους από εκείνο, δικάζονταν ενώπιον αυτού ως υπαίτιοι του ότι με περισσότερες πράξεις διέπραξαν, υπό διάφορες μορφές συμμετοχικής δράσης, τα εγκλήματα της ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, της κατοχής εκρηκτικών υλών και πυροβόλων όπλων, της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, της ληστείας, της εκρήξεως κλπ. Ότι οι πράξεις αυτές δεν συνιστούν πολιτικά εγκλήματα ή συναφή προς αυτά, αλλά εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου, διότι, άσχετα προς τον εκ μέρους των κατηγορουμένων πολιτικό προσδιορισμό της αποδιδόμενης αξιόποινης συμπεριφοράς ως "αυτοδιαχειριζόμενο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, με στοιχεία άμεσης δημοκρατίας", τα επιλεγέντα μέσα επιδίωξης του επικαλούμενου σκοπού ήσαν καταφανώς απρόσφορα προς χρήση σε μια συντεταγμένη, δημοκρατική κοινωνία. Κατόπιν αυτών, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ότι οι πράξεις που αποδίδονται στους κατηγορουμένους υπάγονται στην καθ' ύλη αρμοδιότητα του τριμελούς εφετείου (ΚΠοινΔ 111 αρ.5) και απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό τους ότι αυτοί θα έπρεπε να είχαν παραπεμφθεί σε πρώτο βαθμό ενώπιον του μικτού ορκωτού δικαστηρίου. Με αυτά που δέχθηκε, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών αφ' ενός διέλαβε στην απόφασή του την εκ του νόμου ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και αφ' ετέρου δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας. Επομένως, ο πρώτος λόγος (με στοιχείο Γ1) του αναιρετηρίου και ο τρίτος λόγος (με στοιχείο Β7) του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ2, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου του αναιρεσείοντος Χ4 και ο ενδέκατος λόγος του αναιρετηρίου του αναιρεσείοντος Χ8, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι.
5.Στο άρθρο 93 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Οι συνεδριάσεις κάθε δικαστηρίου είναι δημόσιες, εκτός εάν το δικαστήριο κρίνει με απόφασή του ότι η δημοσιότητα πρόκειται να είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη ή ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι προστασίας της ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής των διαδίκων". Ομοίως, αλλά με λεπτομερέστερο τρόπο, στο άρθρο 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής: ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν. δ. 53/1974 και, έκτοτε, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο με την αυξημένη τυπική ισχύ του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος της Ελλάδος, ορίζεται ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή [μεταξύ άλλων εγγυήσεων που δεν ενδιαφέρουν στο σημείο αυτό] δημοσία" και ότι "Η απόφασις δέον να εκδοθή δημοσία, η είσοδος όμως εις την αίθουσαν των συνεδριάσεων δύναται να απαγορευθεί εις τον τύπον και το κοινόν καθ' όλην ή μέρος της διαρκείας της δίκης προς το συμφέρον της ηθικής, της δημοσίας τάξεως ή της εθνικής ασφαλείας εν δημοκρατική κοινωνία, όταν τούτο ενδείκνυται υπό των συμφερόντων των ανηλίκων ή της ιδιωτικής ζωής των διαδίκων ή εν τω κρινομένω υπό του Δικαστηρίου ως απολύτως αναγκαίω μέτρω, όταν υπό ειδικάς συνθήκας η δημοσιότης θα ηδύνατο να παραβλάψει τα συμφέροντα της δικαιοσύνης". Στην ποινική διαδικασία, οι εγγυήσεις αυτές εξειδικεύονται στις διατάξεις των άρθρων 329 και 330 ΚΠοινΔ, όπου μεταξύ άλλων ορίζεται ότι "Η συζήτηση στο ακροατήριο, καθώς και η απαγγελία της απόφασης, γίνονται δημόσια σε όλα τα ποινικά δικαστήρια και επιτρέπεται στον καθένα να παρακολουθεί ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις". Παρά ταύτα, "Απαγορεύεται η παρουσία στο ακροατήριο προσώπων που, κατά την ελεύθερη κρίση εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση, δεν συμπλήρωσαν το 17ο έτος της ηλικίας τους", ενώ "Αν πρόκειται για δίκες που είναι πιθανό να προσελκύσουν μεγαλύτερο αριθμό ακροατών από το συνηθισμένο, οι οποίοι μπορεί εξαιτίας της ανεπάρκειας του χώρου στον οποίο διεξάγεται η δίκη να εμποδίσουν την ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας, ο πρόεδρος του δικαστηρίου σε συνεννόηση με τον εισαγγελέα ορίζουν τον αριθμό των ακροατών, οπότε επιτρέπεται χωρίς διάκριση η είσοδος στον καθένα, ωσότου συμπληρωθεί αυτός ο αριθμός". Και, ακόμη, καθορίζονται οι προϋποθέσεις της κατ' εξαίρεση διεξαγωγής κάποιας δίκης ή μέρους αυτής με πλήρη αποκλεισμό της δημοσιότητας, οπότε η σχετική διαδικασία προσδιορίζεται εννοιολογικά με το νομοτεχνικό όρο "συζήτηση κεκλεισμένων των θυρών". Από το σύνολο των διατάξεων αυτών αναδύεται η επιθυμία της ισόρροπης προστασίας αφ' ενός του ατομικού δικαιώματος του κατηγορουμένου να δικασθεί δημόσια, για την πληρέστερη διαφύλαξη των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων και αφ' ετέρου του γενικού συμφέροντος του λαού να απονεμηθεί η δικαιοσύνη όχι μόνο με διαφάνεια, αλλά και με εύρυθμο τρόπο, χωρίς βλάβη ούτε ως προς τα ήθη ή τα δικαιώματα των κοινωνών ούτε ως προς την ουσιαστική ανακάλυψη της αλήθειας (ΕΔΔΑ: De Biagi κατά Αγίου Μαρίνου της 15-7-2003). Στο πλαίσιο μιας τέτοιας προστασίας, ο πλήρης αποκλεισμός της δημοσιότητας αποτελεί ένα έκτακτο και εξαιρετικό μέτρο, του οποίου η λήψη πρέπει να αιτιολογείται ειδικά. Η θέσπιση, όμως, περιορισμών, όπως η εκ του νόμου προβλεπόμενη απαγόρευση της παρουσίας στο ακροατήριο ανηλίκων ή ατόμων περισσότερων από όσα μπορούν να εισέλθουν σ' αυτό χωρίς να διαταραχθεί η ευταξία της συνεδρίασης, δεν θεωρείται μέτρο που επηρεάζει αρνητικά το δημόσιο χαρακτήρα της διαδικασίας. Ομοίως, η διεξαγωγή της δίκης σε χώρο, του οποίου οι πύλες κλείνουν ύστερα από την είσοδο ή την έξοδο κάθε ενδιαφερόμενου, για λόγους ευταξίας της συνεδρίασης, δεν καταλύει τη δημοσιότητα, αφού γνώρισμα της ύπαρξής της δεν είναι η ανοικτή θύρα, στην κυριολεξία, αλλά η παροχή της δυνατότητας εισόδου στην αίθουσα του ακροατηρίου, χωρίς διακρίσεις. Για την προστασία των ίδιων δικαιωμάτων, η διεξαγωγή μιας δίκης σε χώρο, που δεν είναι ο συνήθης τόπος των συνεδριάσεων ενός δικαστηρίου, αλλά επιλέγεται, διότι ελαχιστοποιεί τις πιθανότητες μιας τρομοκρατικής ενέργειας ή η ανάγκη εφοδιασμού των προσερχόμενων ακροατών με ειδικό δελτίο εισόδου κατόπιν προσωρινής παραδόσεως του δελτίου της αστυνομικής τους ταυτότητας αποτελούν δικαιολογημένα μέτρα ασφάλειας σε μια δημοκρατική κοινωνία, όταν υπάρχουν, λόγω της φύσεως της υποθέσεως όπως αυτή περιγράφεται στο εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, σοβαρές ενδείξεις διακινδύνευσης. Η εφαρμογή των μέτρων αυτών, παρά το γεγονός ότι υποβάλλει σε πρόσθετες διατυπώσεις τους προσερχόμενους ακροατές, δεν καταλύει τη δημοσιότητα της διαδικασίας, εφ' όσον αφορά σε όλους τους προσερχόμενους, χωρίς διάκριση και εξυπηρετεί τον υπέρτερο σκοπό της αδιατάρακτης απονομής της δικαιοσύνης. Στην προκειμένη περίπτωση προσάπτεται ως πλημμέλεια στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών το ότι, χωρίς να εκδώσει ιδιαίτερη απόφαση και χωρίς να διαλάβει ειδική αιτιολογία στις προσβαλλόμενες αποφάσεις του, ανέχθηκε τη διεξαγωγή της δίκης κατά των αναιρεσειόντων σε ειδικώς διαμορφωμένο χώρο των Γυναικείων Φυλακών ...., όπου, προκειμένου να διαβούν οι προσερχόμενοι ακροατές την κλειστή και φυλασσόμενη πύλη της Φυλακής, ήσαν υποχρεωμένοι κατά μεν την έλευσή τους να παραδίδουν στον αρμόδιο υπάλληλο το δελτίο της αστυνομικής τους ταυτότητας και να παραλαμβάνουν ειδικό δελτίο εισόδου, κατά δε την αποχώρησή τους να υποβάλλονται στην ακριβώς αντίθετη διαδικασία, με άμεσο αποτέλεσμα, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, να δυσχεραίνεται η παρακολούθηση της δίκης από τον καθένα και, εμμέσως, να καταλύεται η δημοσιότητα αυτής. Η προσαπτόμενη πλημμέλεια, κατά το μέρος με το οποίο αναφέρεται στην έλλειψη αποφάσεως ή ειδικής αιτιολογίας περί του ζητήματος αυτού, είναι απαράδεκτη, ως αόριστη, αφού δεν συνοδεύεται από επίκληση του ότι είχε υποβληθεί τέτοιο παράπονο στο ως άνω δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά το μέρος που αναφέρεται στην παραβίαση της αρχής της δημοσιότητας καθ' εαυτή, δεν βρίσκει επαρκές νομικό έρεισμα, διότι, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις και τις προκύπτουσες από την επισκόπηση των πρακτικών της κατ' έφεση δίκης περιστάσεις, τόσο οι συνεδριάσεις όσο και οι απαγγελίες των αποφάσεων του Δικαστηρίου έγιναν δημόσια, στην ως άνω αίθουσα του ακροατηρίου. Η αίθουσα αυτή βρισκόταν, πράγματι, εντός του συγκροτήματος των Γυναικείων Φυλακών ...και όχι στο δικαστικό κατάστημα του Εφετείου Αθηνών, αλλά η επιλογή της είχε γίνει κατά νόμο από τη Διοίκηση και γι' αυτό δεν χρειάσθηκε να προηγηθεί απόφαση του Δικαστηρίου. Πράγματι, στο άρθρο 18 παρ.1 του ν. 1756/88 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάσταση Δικαστικών Λειτουργών" (στο εξής: ΚΟΔΚαΔΛ) ορίζεται ότι "Ο Υπουργός Δικαιοσύνης με απόφασή του ορίζει τα δικαστικά καταστήματα". Υπό το προηγούμενο, όμοιο νομοθετικό καθεστώς, είχε εκδοθεί η 88008/19-10-1984 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 754/24-10-1984) με την οποία είχε ορισθεί ως τόπος συνεδριάσεως του Εφετείου Αθηνών με οποιαδήποτε σύνθεση, εκτός από τους ήδη προσδιορισμένους χώρους του οικείου δικαστικού καταστήματος και η, καταλλήλως διαμορφωμένη, ισόγεια αίθουσα της βόρειας πλευράς των Γυναικείων Φυλακών ..., στην οποία έκτοτε μπορούν να συνεδριάζουν, νομίμως, όλα τα τμήματα του Εφετείου Αθηνών (ΑΠ 542/1988). Ο εφοδιασμός των προσερχόμενων με ειδικό δελτίο εισόδου ενέπιπτε, επίσης, στις διοικητικές διατυπώσεις της επίσκεψης φυλασσόμενων χώρων και, όπως δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσείοντες, γινόταν χωρίς διάκριση προσώπων. Και, τέλος, η επιλογή των μέτρων αυτών είχε γίνει, προδήλως, λόγω του ότι οι αναιρεσείοντες, τόσο κατά το παραπεμπτικό βούλευμα όσο και κατά την [τότε] προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, φέρονταν ως μέλη εγκληματικής οργάνωσης με σκοπό την τέλεση πράξεων τρομοκρατίας [χωρίς αυτό να υποδηλώνει κατάφαση της ιδιότητας αυτής πριν από την έκδοση απόφασης επί των εφέσεων που είχαν ασκήσει], περιστατικό το οποίο, υποτιθέμενο αληθές, επέβαλε για προληπτικούς λόγους τη λήψη αυξημένων, διοικητικών μέτρων που θα εξασφάλιζαν την ακώλυτη και ακίνδυνη διεξαγωγή της δίκης για όλους τους παράγοντες αυτής. Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου του αναιρεσείοντος Χ1, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου του αναιρεσείοντος Χ5 και ο δεύτερος λόγος (με στοιχείο Β6) του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ2, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Γ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι.
6.Στο άρθρο 171 παρ.1 περ.α' ΚΠοινΔ ορίζεται ότι "Ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται : 1. Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν [μεταξύ άλλων και] α) τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων". Η διάταξη αυτή, της οποίας η παραβίαση ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' λόγο αναιρέσεως, αποτελεί εκδήλωση του δικαιώματος επί του "φυσικού δικαστού", το οποίο θεμελιώνεται τόσο στο άρθρο 8 εδ.α' του Συντάγματος, όπου ορίζεται ότι "Κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος" όσο και στο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, όπου ορίζεται ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή [μεταξύ άλλων εγγυήσεων που δεν ενδιαφέρουν στο σημείο αυτό] υπό δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος". Περαιτέρω, στο άρθρο 17 τμήμα Β' παρ.1 του ν. 1756/1988 (ΚΟΔΚαΔΛ), όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 5 του ν. 1868/1989 και αντικαταστάθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 4 παρ.2 του ν. 2172/1993, ορίζεται ότι "Σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε (15) τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση". Εξ αντιδιαστολής, συνάγεται ότι σε όλες τις υπόλοιπες δικαστικές υπηρεσίες, όπου οι υπηρετούντες δικαστικοί λειτουργοί είναι ολιγότεροι των δεκαπέντε (15), ο καθορισμός των δικαστικών συνθέσεων γίνεται με πράξη του δικαστή που διευθύνει την οικεία υπηρεσία και έχει υπέρ αυτού το τεκμήριο της αρμοδιότητας για όσα ζητήματα της εύρυθμης λειτουργίας αυτής δεν ρυθμίζονται ειδικά από τον αντίστοιχο Κανονισμό ή τον ΚΟΔΚαΔΛ (άρθρο 7 του ν. 1756/1988, ως ισχύει). Ακόμη, στο άρθρο 17 τμήμα Β' παρ.3 του ΚΟΔΚαΔΛ, όπως αντικαταστάθηκε αλληλοδιαδόχως με το άρθρο 14 παρ.3 του ν. 3038/2002 και με το άρθρο 11 παρ.1 του ν. 3090/2002, ορίζεται ότι "Ο δικαστής ή ο πρόεδρος του [τριμελούς] συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο... καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα:...Στο Εφετείο: α) Των αρχαιότερων προέδρων εφετών μέχρι του αναγκαίου αριθμού, ανάλογα με τις ανάγκες του δικαστηρίου, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των μικτών ορκωτών εφετείων και των πενταμελών εφετείων. β) Των νεότερων προέδρων εφετών και των αρχαιότερων εφετών, μέχρι του αναγκαίου αριθμού, ανάλογα με τις ανάγκες του δικαστηρίου, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των τριμελών εφετείων κακουργημάτων και των τριμελών εφετείων πλημμελημάτων. γ) Όλων των υπόλοιπων εφετών, από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη των μικτών ορκωτών εφετείων, των πενταμελών εφετείων και των τριμελών εφετείων". Σύμφωνα με τους ορισμούς της εν λόγω παρ.3, η κλήρωση δεν διενεργείται μεταξύ όλων των υπηρετούντων δικαστών αδιακρίτως, αλλά σε συνδυασμό με την αρχαιότητα αυτών και τις ανάγκες της υπηρεσίας. Ακόμη, στο άρθρο 17 τμήμα Β' παρ.4 του ΚΟΔΚαΔΛ, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 5 του ν. 1868/1989 και αντικαταστάθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 4 παρ.2 του ν. 2172/1993, προβλέπεται ότι "Δικαστικοί λειτουργοί, οι οποίοι κατά τη διάρκεια του ίδιου δικαστικού έτους έχουν κληρωθεί κατ' επανάληψη, έχουν δικαίωμα να ζητήσουν με προσφυγή στο τριμελές συμβούλιο... την εξαίρεσή τους από την κλήρωση του επόμενου μήνα" και ότι "Στην κληρωτίδα δεν τίθενται τα ονόματα των δικαστικών λειτουργών που έχουν συμπληρώσει την ανάλογη μηνιαία υπηρεσία". Σύμφωνα με τους ορισμούς της εν λόγω παρ.4, η προηγούμενη υπηρεσιακή επιβάρυνση εισάγεται ως κριτήριο εξαίρεσης συγκεκριμένου δικαστή από την επόμενη κλήρωση. Τέλος, στο άρθρο 17 τμήμα Β' του ΚΟΔΚαΔΛ προστέθηκε παρ.7Α με το άρθρο 11 παρ.2 του ν. 3090/2002, στην οποία ορίζεται ότι "Σε υποθέσεις που έχουν παραπεμφθεί αρμοδίως για να εκδικαστούν στο τριμελές εφετείο κακουργημάτων και λόγω της σοβαρότητας και του αντικειμένου τους πρόκειται να διαρκέσουν επί μακρό χρόνο, η ολομέλεια του δικαστηρίου των εφετών, που συνέρχεται μετά από πρόσκληση του διευθύνοντος το δικαστήριο δέκα τουλάχιστον ημέρες πριν από την κλήρωση της συνθέσεως, ορίζει από μεν τους προέδρους εφετών αριθμό δεκαπλάσιο, από δε τους εφέτες αριθμό δεκαπενταπλάσιο του απαιτούμενου για τη συγκρότηση του δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων θα κληρωθούν ο πρόεδρος του δικαστηρίου από τους προέδρους εφετών και τα σύνεδρα μέλη του δικαστηρίου από τους εφέτες, οι οποίοι με τους αναπληρωτές τους, έναν πρόεδρο εφετών και δύο εφέτες, που κληρώνονται από τον ίδιο αριθμό δικαστών και συμπαρεδρεύουν (άρθρο 9 παρ. 3 ΚΠοινΔ), θα συγκροτήσουν το δικαστήριο του τριμελούς εφετείου κακουργημάτων". Και, επίσης, ότι "Η απόφαση της ολομέλειας ισχύει από τη δημοσίευσή της. Τα οριζόμενα στα προηγούμενα εδάφια ισχύουν και για τη συγκρότηση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου στην περίπτωση που οι υποθέσεις αυτές αχθούν ενώπιόν του. Ο εισαγγελέας της έδρας και ο αναπληρωτής του, ο οποίος συμπαρίσταται, κληρώνονται από δέκα εισαγγελείς εφετών που έχουν οριστεί από την ολομέλεια της οικείας εισαγγελίας με την ίδια διαδικασία, ενώ κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως όσα προβλέπονται στα προηγούμενα εδάφια. Η κλήρωση για τη συγκρότηση του δικαστηρίου γίνεται την πρώτη ημέρα συνεδρίασης του προηγούμενου της δικασίμου μήνα από το Α' τριμελές εφετείο πλημμελημάτων σε δημόσια συνεδρίαση. Οι κληρωθέντες συμμετέχουν σε κάθε τυχόν επόμενη μετ` αναβολή δικάσιμο, εκτός εάν παύσουν για οποιονδήποτε λόγο να ανήκουν στη δύναμη του δικαστηρίου, οπότε τη θέση τους καταλαμβάνει το αντίστοιχο αναπληρωματικό μέλος. Στην περίπτωση αυτή, στη θέση του αναπληρωματικού, εφόσον εξακολουθεί να συντρέχει ο λόγος αναπλήρωσης, ορίζεται με την ίδια διαδικασία από την ολομέλεια νέο μέλος". Η εν λόγω παρ.7Α του άρθρου 17 τμήμα Β' του ΚΟΔΚαΔΛ έχει προδήλως δικονομικό χαρακτήρα, αποβλέπει στην εύρυθμη απονομή της ποινικής δικαιοσύνης και, ως εκ τούτου, εκτός από τις μέλλουσες, καταλαμβάνει ακόμη και τις εκκρεμείς υποθέσεις ως προς το ατέλεστο μέρος της ποινικής διαδικασίας. Οι σχετικές διατάξεις έχουν ως στόχο την κατάρτιση των συνθέσεων, που πρόκειται να δικάσουν υποθέσεις ιδιαίτερης βαρύτητας, με τρόπο που συνδυάζει το πλεονέκτημα της κληρώσεως, ήτοι την ανάδειξη ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστή, με την ανάγκη πραγματικής επιλογής δικαστή απαλλαγμένου από υπαίτιους ή ανυπαίτιους λόγους, οι οποίοι θα ήταν πιθανό να τον καταστήσουν μη αποτελεσματικό ως προς την εκπλήρωση των καθηκόντων του σε μια ιδιαιτέρως βαριά υπόθεση. Και είναι αληθές ότι στις διατάξεις αυτές προσδιορίζεται μόνο η φύση των υποθέσεων, επί των οποίων αυτές πρέπει να τύχουν εφαρμογής, χωρίς να αναφέρονται ευθέως τα κριτήρια της προεπιλογής ή του αντίστοιχου αποκλεισμού συγκεκριμένων δικαστικών λειτουργών προς διενέργεια της κληρώσεως. Ως προς τον προσδιορισμό της φύσεως των υποθέσεων, επί των οποίων πρέπει να γίνει η εν λόγω προεπιλογή, ορίζεται ρητώς ότι πρόκειται για υποθέσεις των οποίων η εκδίκαση προβλέπεται να διαρκέσει επί μακρό χρόνο, λόγω της σοβαρότητας και του αντικειμένου αυτών. Ως αντικείμενο, υπονοείται ερμηνευτικώς το είδος και η βαρύτητα των εγκληματικών πράξεων που πρόκειται να εκδικασθούν, σύμφωνα με την περιγραφή τους στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και τις αποχρώσες ενδείξεις, που καθορίζονται στην απ' ευθείας κλήση ή στο παραπεμπτικό βούλευμα. Ως σοβαρότητα, υπονοείται ερμηνευτικώς η ένταση της προσβολής του προστατευόμενου έννομου αγαθού, ο κοινωνικός αντίκτυπος από αυτήν και οι αναμενόμενες διαδικαστικές δυσχέρειες της εκδίκασης στο ακροατήριο. Υπό τα δεδομένα αυτά, αποσαφηνίζεται ερμηνευτικώς ότι η προεπιλογή των δικαστικών λειτουργών, των οποίων τα ονόματα θα τεθούν στην κληρωτίδα, πρέπει να γίνει μεταξύ εκείνων, οι οποίοι αφ' ενός δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα υπηρεσιακής επιβάρυνσης (βλ. την εξαίρεση που προβλέπεται στην παρ.4 του άρθρου 17 τμήμα Β' του ΚΟΔΚαΔΛ) ή αδυναμίας και αφ' ετέρου έχουν την πέραν της συνήθους σωματική αντοχή, την οποία απαιτεί μια μακροχρόνια και κατά τεκμήριο δυσχερής επ' ακροατηρίου διαδικασία (πρβλ. την ήδη ισχύουσα μορφή της παρ.7 του άρθρου 17 τμήμα Β' του ΚΟΔΚαΔΛ, όπου η ασθένεια ή η ανυπέρβλητη υπηρεσιακή ή προσωπική ανάγκη του κληρωθέντος μέλους αποτελεί λόγο αντικατάστασης αυτού). Η αντικειμενικότητα της προεπιλογής εξασφαλίζεται από τις εγγυήσεις που παρέχει η λειτουργία της ολομέλειας του οικείου δικαστηρίου. Η έλλειψη επιβολής ειδικής αιτιολογίας στην απόφαση της ολομέλειας είναι δικαιολογημένη στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αποβλέπει στην προστασία προσωπικών δεδομένων των αποκλειόμενων δικαστικών λειτουργών, όπως τα ζητήματα υγείας, τα οποία ενδέχεται να μη θέλουν να αποκαλύψουν ευρέως οι ενδιαφερόμενοι ή υπηρεσιακής αδυναμίας (π.χ. υπερβολική καθυστέρηση στη διεκπεραίωση της δικαστικής εκκρεμότητας), περί της οποίας έχουν απλή γνώση οι συγκροτούντες την ολομέλεια, χωρίς, όμως, να υφίσταται επίσημη, υπηρεσιακή διάγνωση, ώστε να γίνει δημόσιος λόγος για ανεπάρκεια. Τέλος, είναι πρόδηλο ότι η πρόσφατη ρύθμιση της παρ.7Α του άρθρου 17 τμήμα Β' του ΚΟΔΚαΔΛ, παρά το γεγονός ότι εισήχθη σε χρόνο που αναμενόταν σε πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας η εκδίκαση της κατηγορίας κατά των αναιρεσειόντων, δεν αφορά μόνο στη συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά σε ευρύτερη κατηγορία υποθέσεων που συγκεντρώνουν τα ίδια χαρακτηριστικά. Ως εκ τούτου, η ρύθμιση αυτή δεν αντιβαίνει ούτε στη συνταγματική διάταξη περί του "φυσικού δικαστή" ούτε στον αντίστοιχο ορισμό της ΕΣΔΑ. Αποτελεί μια νόμιμη πρόβλεψη του ΚΟΔΚαΔΛ, στην οποία παραπέμπει εμμέσως η ΚΠοινΔ 171 παρ.1 περ.α' και η οποία ισχύει παράλληλα αφ' ενός προς τη γενική αρμοδιότητα του δικαστή που διευθύνει τα μικρά δικαστήρια, να συγκροτεί ο ίδιος τις δικαστικές συνθέσεις και αφ' ετέρου προς τη συνήθη διαδικασία της κληρώσεως στα μεγάλα δικαστήρια (πρβλ. και άρθρο 2 του μεταγενέστερου ν. 3346/2005, με το οποίο προβλέπεται ήδη στην παρ.1 του άρθρου 17 τμήμα Β' του ΚΟΔΚαΔΛ ότι "Στα πρωτοδικεία και εφετεία Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, προκειμένου να επιτευχθεί η επιτάχυνση της ποινικής δίκης, ορίζονται για μια διετία από την ολομέλεια των δικαστηρίων αυτών δικαστές, που θα προεδρεύουν αποκλειστικά στα ποινικά δικαστήρια, με δυνατότητα ανανέωσης της θητείας τους για ένα έτος. Στους πίνακες που καταρτίζονται, περιλαμβάνονται τα ονόματα μόνον των ανωτέρω οριζομένων ως προεδρευόντων μεταξύ των οποίων γίνεται η κλήρωση"). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών την πλημμέλεια ότι δίκασε τις εφέσεις τους με σύνθεση, η οποία είχε προκύψει δια κληρώσεως, αλλά κατ' εφαρμογή των διατάξεων της παρ.7Α του άρθρου 17 τμήμα Β' του ΚΟΔΚαΔΛ, η οποία ίσχυσε εν όψει εκδικάσεως της συγκεκριμένης υποθέσεως και εφαρμόσθηκε με αδιαφανή διαδικασία και με αποκλεισμό του μεγαλυτέρου αριθμού των προέδρων εφετών και των εφετών που υπηρετούσαν κατά τον κρίσιμο χρόνο στο Εφετείο Αθηνών, χωρίς καθορισμό των κριτηρίων προεπιλογής ή αποκλεισμού των υπηρετούντων δικαστικών λειτουργών και χωρίς ειδική αιτιολογία επί των ζητημάτων αυτών. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η διάταξη της παρ.7Α του άρθρου 17 τμήμα Β' του ΚΟΔΚαΔΛ δεν είναι αντίθετη με τις διατάξεις του άρθρου 8 εδ.α' του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και η εφαρμογή της, στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την Ολομέλεια του Εφετείου Αθηνών δεν κατέλυσε την αρχή του "φυσικού δικαστή" για τους κατηγορουμένους και δεν δημιούργησε ακυρότητα. Επομένως, ο εικοστός λόγος του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ1, ο δέκατος τέταρτος λόγος του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ5 και ο πρώτος λόγος (με στοιχείο Β1) του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ2, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι.
7.Στο άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' ΚΠοινΔ ορίζεται ότι "Ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται : 1. Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν [μεταξύ άλλων και] δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος". Μεταξύ των δικαιωμάτων αυτών συγκαταλέγεται και το δικαίωμα στη χρηστή απονομή της δικαιοσύνης (ή δικαίωμα σε "δίκαιη δίκη"), οι εκδηλώσεις του οποίου περιγράφονται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Στην παρ.1 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή [μεταξύ άλλων εγγυήσεων που δεν ενδιαφέρουν στο σημείο αυτό] υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου". Και περαιτέρω, στην παρ.2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του". Η παραβίαση των δικαιωμάτων αυτών δημιουργεί την ακυρότητα που αναφέρθηκε, η οποία είναι απόλυτη και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ. Σύμφωνα με την ερμηνεία που έχει δοθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ), η υποχρέωση αμεροληψίας αναφέρεται όχι μόνο στο δικαστήριο, ως δικαιοδοτικό όργανο, αλλά και στα μέλη που το συγκροτούν, ως φυσικά πρόσωπα στα οποία είναι ανατεθειμένη η συγκεκριμένη λειτουργία. Η αμεροληψία οικοδομεί την εμπιστοσύνη, την οποία πρέπει ένα δικαστήριο να εμπνέει στους πολίτες μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Η εμπιστοσύνη κλονίζεται, όταν υπάρχουν δεδομένα που μπορούν να θέσουν σε αμφισβήτηση την αμεροληψία. Η έλλειψη αμεροληψίας ενδέχεται να είναι είτε "υποκειμενική", όπως όταν κάποιο μέλος του δικαστηρίου εξέφρασε δημοσίως προσωπικές απόψεις επί της ουσίας της υποθέσεως πριν από την ολοκλήρωση της δίκης (ΕΔΔΑ: Lavents κατά Λεττονίας της 28-11-2002) είτε "αντικειμενική", όπως όταν κάποιο μέλος του δικαστηρίου συμμετείχε σε προηγούμενα στάδια της διαδικασίας και προέβη σε διαδικαστικές ενέργειες, οι οποίες προϋπέθεταν τη διαμόρφωση δικανικής πεποίθησης σε έκταση που εκ των πραγμάτων προκαλεί εντυπώσεις προκατάληψης (ΕΔΔΑ: Perote Pellon κατά Ισπανίας της 25-7-2002, Piersack κατά Βελγίου της 1-10-1982). Εξ άλλου, το τεκμήριο της αθωότητας έχει την έννοια ότι η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης της ενοχής του κατηγορουμένου, ο οποίος, σε περίπτωση αμφιβολίας, πρέπει να κηρυχθεί αθώος. Η αρχή αυτή παραβιάζεται, όταν τα μέλη του δικαστηρίου, κατά τη διάρκεια της δίκης και πριν από την ολοκλήρωση αυτής, προβαίνουν σε δηλώσεις ή παραδοχές που προϋποθέτουν το ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την αξιόποινη πράξη, για την οποία κατηγορείται (ΕΔΔΑ: Minelli κατά Ελβετίας της 25-3-1983). Στην προκειμένη περίπτωση προσάπτεται ως πλημμέλεια στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών το ότι, κατά τη διατύπωση και απαγγελία της 2795/2006 παρεμπίπτουσας απόφασής του, με την οποία απέρριψε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί ακυρότητας της απολογίας αυτών ενώπιον του [τότε] αρμοδίου ανακριτή του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, λόγω ασκήσεως ψυχολογικής βίας σε βάρος τους ως εκ της παρουσίας ενόπλων αστυνομικών εντός του ανακριτικού γραφείου, προέβη σε σκέψεις με τις οποίες δέχθηκε εκ προοιμίου ότι αυτοί [τότε εκκαλούντες] είχαν την ιδιότητα των μελών της εγκληματικής οργάνωσης με τον τίτλο "Επαναστατική Οργάνωση 17 Νοέμβρη" (στο εξής: "ΕΟ 17Ν"), ενώ το περιστατικό αυτό αποτελούσε στοιχείο της εναντίον αυτών κατηγορίας για παράβαση του άρθρου 187 παρ.1 ΠΚ, η οποία βρισκόταν ακόμη υπό διερεύνηση. Και ότι με τον τρόπο αυτό το Πενταμελές Εφετείο αφ' ενός παραβίασε το τεκμήριο της αθωότητας και αφ' ετέρου κατέλυσε την εμπιστοσύνη τους ως προς την αμεροληψία του. Περαιτέρω, την έλλειψη αμεροληψίας ο αναιρεσείων Χ1 επιχειρεί να θεμελιώσει και επί του ότι οι δικαστές, που συγκρότησαν το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, αρνήθηκαν χωρίς αιτιολογία ή, άλλως, χωρίς νόμιμη και επαρκή αιτιολογία να του επιτρέψουν, σε μέρος της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, να έχει τη συμπαράσταση από συνήγορο της επιλογής του. Και ακόμη, ο αναιρεσείων Χ6 επιχειρεί να θεμελιώσει την έλλειψη αμεροληψίας και επί του ότι οι ίδιοι δικαστές, κατά την αποδεικτική διερεύνηση του ισχυρισμού του, ότι κατά το χρόνο της ανθρωποκτονίας του Θ6, που του αποδόθηκε, αυτός βρισκόταν στον τόπο της εργασίας του και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατό να έχει συμμετοχή στην εν λόγω ενέργεια, έθεσαν στην αιτιολογία της αποφάσεως τη λέξη "άλλοθι" σε εισαγωγικά, υποδηλώνοντας εκ προοιμίου ότι θεωρούν τον ισχυρισμό του αβάσιμο. Από την επισκόπηση των πρακτικών της δευτεροβάθμιας δίκης και ειδικότερα από το περιεχόμενο της 2795/2006 παρεμπίπτουσας απόφασης προκύπτει ότι το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, απαντώντας στον ισχυρισμό των [τότε] εκκαλούντων ως προς το ανεπίτρεπτο της παρουσίας ενόπλων αστυνομικών εντός του ανακριτικού γραφείου κατά το χρόνο απολογίας αυτών, δέχθηκε κατά λέξη [μεταξύ άλλων και] τα εξής ουσιώδη: "Είναι φανερό ότι όλοι θεώρησαν ότι υπό τις συνθήκες της συγκεκριμένης υπόθεσης, την ελλειμματική ασφάλεια που παρέχει ο χώρος του γραφείου της ανακρίτριας (σε αντίθεση με το χώρο του γραφείου του εφέτη - ειδικού ανακριτή, όπου υπάρχουν συνθήκες πλήρους ασφάλειας, λ.χ. αλεξίσφαιρα τζάμια κλπ.), την επικινδυνότητα των συλληφθέντων και την άγνωστη τότε δικτύωση της ΕΟ 17Ν, της οποίας ήδη είχαν βρεθεί τα κρησφύγετα με τα όπλα και τις ρουκέτες και την υφέρπουσα υπόνοια περί ύπαρξης ασύλληπτων, επικίνδυνων μελών της Οργάνωσης, που θα μπορούσαν να επιχειρήσουν κάποια απόπειρα θανάτωσης ή απόσπασης των συντρόφων τους από τα χέρια της Αρχής". Αυτή η περικοπή προβάλλεται αποσπασματικά από τους αναιρεσείοντες ως θεμελιωτική της παραβίασης του τεκμηρίου της αθωότητάς τους, κατά τα προαναφερθέντα. Στην ίδια απόφαση, πριν και μετά από την επίμαχη περικοπή του κειμένου, αποσαφηνίζεται πλήρως ότι οι αναιρεσείοντες είχαν συλληφθεί "φερόμενοι" ως μέλη της εγκληματικής οργάνωσης "ΕΟ 17Ν", ότι η μεγάλη δημοσιότητα που είχε δοθεί στο γεγονός "παρουσίαζε" τους συλληφθέντες "ως" πολύ επικίνδυνους τρομοκράτες, ότι μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης "απαγγέλθηκαν κατηγορίες" [μεταξύ άλλων και] για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση και ότι, έκτοτε, για λόγους προστασίας τόσο των ιδίων των συλληφθέντων όσο και των δικαστικών ή των λοιπών προσώπων που συνέπρατταν στην προδικασία, λαμβάνονταν αυξημένα μέτρα ασφάλειας, τα οποία, μεταξύ άλλων, προέβλεπαν την παρουσία ενόπλων φρουρών και εντός του ανακριτικού γραφείου. Και περαιτέρω, το δικαστήριο, αφού επισημαίνει ότι για την παρουσία των ενόπλων φρουρών δεν αντέλεξαν οι [τότε] απολογούμενοι, οι οποίοι είχαν παρασταθεί με συνήγορο της επιλογής τους, καταλήγει στο ότι "η απλή παρουσία των αστυνομικών οργάνων, κατά την ανάκριση, για λόγους ασφάλειας είναι απόλυτα συμβατή με αυτή που αναμένεται από τα όργανα μιας δημοκρατικής κοινωνίας σε τέτοιες καταστάσεις πολύ επικίνδυνων ύποπτων ως τρομοκρατών μιας ομάδας με περισσή αιματηρή δράση 27ετίας και με πιθανότητες απόπειρας εξόντωσης ή απελευθέρωσης" αυτών. Από το σύνολο της περιγραφής αυτής προκύπτει, σαφώς, ότι το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, στο σημείο αυτό, ασχολείται πρωτίστως με το ζήτημα της παρουσίας των ενόπλων φρουρών στο ανακριτικό γραφείο και αποφαίνεται ότι αυτή ήταν δικαιολογημένη εν όψει των περιστάσεων και δεν επέφερε παραβίαση των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων. Όλες οι υπόλοιπες αναφορές γίνονται ως προσπάθεια περιγραφής του κλίματος εκείνων των ημερών, όπου οι κατηγορούμενοι χαρακτηρίζονται, απλώς, ως "ύποπτοι", κατά των οποίων υφίστανται "υπόνοιες" συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση και οι οποίοι σύμφωνα με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα "φέρονται ως" επικίνδυνοι. Όλα αυτά, όμως, καταγράφονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ιστορικώς και όχι ως παραδοχές του δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, από το περιεχόμενο της 2795/2006 παρεμπίπτουσας απόφασης ούτε το τεκμήριο αθωότητας παραβιάσθηκε ούτε έλλειψη αμεροληψίας του δικαστηρίου προέκυψε. Το ζήτημα της ελλείψεως αμεροληψίας, εκ του ότι το δικαστήριο δεν είχε επιτρέψει προσωρινώς στον αναιρεσείοντα Χ1 να τύχει υπερασπίσεως από συνήγορο της επιλογής του, συνδέεται με το αν η άρνηση αυτή ήταν ή όχι δικαιολογημένη στη συγκεκριμένη περίπτωση και εξετάζεται στην οικεία θέση (βλ. παρακάτω, αρ.11). Τέλος, η τοποθέτηση μιας λέξης σε εισαγωγικά μπορεί να γίνει για διάφορους λόγους, οπότε καθ' εαυτή δεν είναι δυνατό να εκληφθεί ως προκατάληψη σε βάρος του αναιρεσείοντος Χ6, κατά την έρευνα του ισχυρισμού του για άλλοθι στην υπόθεση της ανθρωποκτονίας του Θ6. Επομένως, ο ενδέκατος λόγος του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ1 ως προς το α' σκέλος αυτού, ο δέκατος ένατος λόγος του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ5, ο πρώτος λόγος (με στοιχείο Β4) του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ2 και ο δεύτερος λόγος (με στοιχείο 2Δ) του αναιρετηρίου του αναιρεσείοντος Χ6, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι.
8.Όπως αναφέρθηκε ήδη (βλ. παραπάνω, αρ.7), απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ.1 ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, επέρχεται [μεταξύ άλλων περιπτώσεων και] όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που εξασφαλίζουν την αποτελεσματική υπεράσπιση του κατηγορουμένου, είτε αυτές περιλαμβάνονται στο εθνικό δίκαιο είτε στις διεθνείς συμβάσεις, που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα και αποκτήσει την ισχύ του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος. Μεταξύ των διατάξεων αυτών συγκαταλέγονται και όσες κατοχυρώνουν το δικαίωμα σε "δίκαιη δίκη", οι εκδηλώσεις του οποίου περιγράφονται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Στην παρ.3 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι "Ειδικώτερον, πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα [μεταξύ άλλων] β) όπως διαθέτη τον χρόνον και τας αναγκαίας ευκολίας προς προετοιμασίαν της υπερασπίσεώς του". Σύμφωνα με την ερμηνεία που έχει δοθεί από το ΕΔΔΑ στην εν λόγω διάταξη, προκειμένου να κριθεί εάν σε συγκεκριμένη περίπτωση παρασχέθηκαν στον κατηγορούμενο οι αναγκαίες ευκολίες για την υπεράσπισή του, πρέπει να εξετάζεται το σύνολο της διαδικασίας, για την οποία πρόκειται (ΕΔΔΑ: Sipavicius κατά Λιθουανίας της 21-2-2002). Έτσι, ενδεχόμενες δυσχέρειες ως προς την επικοινωνία ενός κατηγορουμένου με το συνήγορο της επιλογής του κατά την προδικασία δεν καταλύουν την έννοια της "δίκαιης δίκης", εάν μπορούν να δικαιολογηθούν στη συγκεκριμένη περίπτωση και εάν, σε μεταγενέστερα στάδια της διαδικασίας, ο ίδιος κατηγορούμενος είχε κάθε άνεση να επικοινωνήσει με το συνήγορό του, ώστε να προετοιμάσουν από κοινού και αποτελεσματικά την υπεράσπιση (πρβλ. ΕΔΔΑ: Ocalan κατά Τουρκίας της 12-3-2003). Και ακόμη, το γεγονός ότι σε μια δίκη, που συνεχίζεται επί μακρό χρονικό διάστημα, οι συνεδριάσεις του δικαστηρίου προσδιορίζονται σε καθημερινή βάση, δεν αποστερεί άνευ ετέρου το συνήγορο από τον αναγκαίο χρόνο προετοιμασίας, εάν η ημερήσια διάρκεια αυτών δεν υπερβαίνει το σύνηθες ωράριο λειτουργίας του δικαστηρίου και αν αυτές διακόπτονται κάθε φορά που ο υπερασπιστής προβάλλει κάποια ανάγκη ή κώλυμα (πρβλ. ΕΔΔΑ: Makhfi κατά Γαλλίας της 19-10-2004, Craxi κατά Ιταλίας της 5-12-2002). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Χ5 προβάλλει το παράπονο ότι τόσο στην προδικασία όσο και στο ακροατήριο δεν είχε τον απαραίτητο χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες για την υπεράσπισή του, εν όψει του ότι α) κατά τη διάρκεια της προσωρινής κράτησής του η επικοινωνία με τον τότε συνήγορό του γινόταν σε συγκεκριμένο χρόνο, σε επιτηρούμενο χώρο, με την παρεμβολή γυάλινου χωρίσματος, δια τηλεφώνου, χωρίς δυνατότητα σωματικής επαφής και ανταλλαγής εγγράφων και με την παρουσία τρίτων προσώπων και β) κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας στην κατ' έφεση δίκη, παρά την κατ' επανάληψη υποβολή αιτήματος εκ μέρους του συνηγόρου του να γίνονται δύο ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, τρεις συνεδριάσεις εβδομαδιαίως, το δικαστήριο ενέμεινε στην απόφασή του να συνεδριάζει σε καθημερινή βάση. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, όμως, προκύπτουν τα εξής: Οι προβαλλόμενοι περιορισμοί στην επικοινωνία του αναιρεσείοντος με το συνήγορό του κατά τη διάρκεια της προσωρινής του κράτησης ήσαν δικαιολογημένοι εκ του ότι η επικοινωνία αυτή αφ' ενός γινόταν εντός φυλακής και ρυθμιζόταν από τους κανόνες ασφαλείας του συγκεκριμένου σωφρονιστικού καταστήματος και αφ' ετέρου αφορούσε σε ύποπτο για συμμετοχή σε άκρως επικίνδυνη τρομοκρατική οργάνωση με συνέπεια, όπως και για τους λοιπούς κατηγορουμένους στην ίδια υπόθεση, να υπόκειται σε πρόσθετες διατυπώσεις. Παρά ταύτα, σε εκείνη τη χρονική περίοδο, με τις οδηγίες του αναιρεσείοντος και ύστερα από μελέτη της δικογραφίας, ο τότε συνήγορός του συνέταξε υπόμνημα προς το Συμβούλιο Εφετών, στο οποίο εξέθεσε τις θέσεις του πελάτη του και έγκληση προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, με την οποία προέβαλε τους ισχυρισμούς του περί βασανιστηρίων (βλ. παρακάτω, αρ.15). Μετά ταύτα, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, η οποία είχε ιδιαιτέρως μακρά διάρκεια, ο αναιρεσείων είχε τη δυνατότητα πλήρους, άμεσης και ελεύθερης επικοινωνίας με τον εκάστοτε συνήγορο της επιλογής του, πράγμα που επιβεβαιώνεται από το ότι ουδέν παράπονο προβάλλει σχετικώς. Περαιτέρω, το Πενταμελές Εφετείο επέλεξε, πράγματι, ως αρχή το να συνεδριάζει σε ημερήσια βάση. Παρά ταύτα, από τα πρακτικά των 247 συνεδριάσεων αυτού, που έγιναν από την 2-12-2005 μέχρι την 14-5-2007, προκύπτει ότι κάθε φορά που προβαλλόταν κάποιο κώλυμα ή άλλη ανάγκη ενός ή πλειόνων κατηγορουμένων ή των υπερασπιστών αυτών, το δικαστήριο είτε διέκοπτε τη συνεδρίαση για άλλη ημέρα (βλ. π.χ. την παρεμπίπτουσα απόφαση 128/17-1-2007) είτε παρείχε με συναινετικό τρόπο όλες τις δυνατές διευκολύνσεις (π.χ. την αναπλήρωση των προσωρινώς κωλυομένων συνηγόρων, από άλλους παρόντες εξ αυτών). Άλλωστε, από το γεγονός ότι οι 247 συνεδριάσεις διεξήχθησαν σε συνολικό χρονικό διάστημα 523 ημερών, συνάγεται ότι, ανεξάρτητα από το αρχικό πρόγραμμα του δικαστηρίου, στην πραγματικότητα αυτό δεν συνεδρίαζε πάντοτε καθημερινώς, αλλά συχνά, μεταξύ των συνεδριάσεών του, παρεμβάλλονταν μία ή και περισσότερες ημέρες διακοπής αυτών. Επομένως, με καθολική επισκόπηση της ποινικής διαδικασίας, δεν επήλθε περιορισμός του χρόνου ή των ευκολιών προς προετοιμασία της υπεράσπισης και γι' αυτό οι τρίτος λόγος του αναιρετηρίου και δέκατος όγδοος λόγος του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ5, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην παρεμπίπτουσα 1512/8-6-2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι.
9.Όπως αναφέρθηκε ήδη (βλ. παραπάνω, αρ.7), απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ.1 ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, επέρχεται [μεταξύ άλλων περιπτώσεων και] όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που εξασφαλίζουν την αποτελεσματική υπεράσπιση του κατηγορουμένου, είτε αυτές περιλαμβάνονται στο εθνικό δίκαιο είτε στις διεθνείς συμβάσεις, που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα και αποκτήσει την ισχύ του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος. Μεταξύ των διατάξεων αυτών συγκαταλέγεται το δικαίωμα στη χρηστή απονομή της δικαιοσύνης, που παραβιάζεται [μεταξύ άλλων και] όταν δεν δοθεί στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να "πληροφορηθεί εν τη βραχυτέρα προθεσμία, εις γλώσσαν την οποίαν εννοεί και εν λεπτομερεία, την φύσιν και τον λόγον της εναντίον του κατηγορίας (άρθρο 6 παρ.3 στοιχ. α' της ΕΣΔΑ). Για την κατάφαση της παραβίασης, όμως, πρέπει να προκύπτει από το σύνολο της διαδικασίας ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε σε κανένα στάδιο αυτής τη δυνατότητα να πληροφορηθεί με επάρκεια την κατηγορία (ΕΔΔΑ: Sipavicius κατά Λιθουανίας της 21-2-2002, Dallοs κατά Ουγγαρίας της 1-3-2001). Εκδήλωση του δικαιώματος αυτού στο εθνικό δίκαιο αποτελεί η διάταξη του άρθρου 321 παρ.1 ΚΠοινΔ, στην οποία ορίζεται ότι το κλητήριο θέσπισμα ή η κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχει και "δ) τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει". Όταν η παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο γίνεται με παραπεμπτικό βούλευμα, για την πληρότητα της κλήσεως είναι αρκετή η αναφορά αυτής στο βούλευμα, αφού με την προηγούμενη επίδοσή του θεωρείται ότι ο κατηγορούμενος έχει λάβει γνώση της κατηγορίας που τον βαρύνει και της διάταξης του ποινικού νόμου που την προβλέπει (ΚΠοινΔ 314, 315 παρ.3 και 4 και 320 παρ.1). Αυτό προϋποθέτει, βέβαια, το ότι στο παραπεμπτικό βούλευμα γίνεται, πράγματι, ακριβής καθορισμός της πράξης κλπ. Η μη τήρηση της διατύπωσης αυτής επάγεται ακυρότητα (ΚΠοινΔ 321 παρ.4), η οποία, ως αναγόμενη σε πράξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, είναι σχετική και καλύπτεται εάν δεν προταθεί εγκαίρως (ΚΠοινΔ 173 παρ.1 και 174 παρ.2). Εάν η ακυρότητα δεν έχει καλυφθεί, ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των απολογιών που έδωσε ο αναιρεσείων Χ5 στην προδικασία, του παραπεμπτικού 2869/2002 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και της κλήσεως που αναφέρεται σ' αυτό, των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των πρακτικών του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών που συνδέονται με την έκδοση της προσβαλλόμενης 210/6-2-2006 παρεμπίπτουσας απόφασης προκύπτουν τα εξής: Στον αναιρεσείοντα απαγγέλθηκε κατηγορία [μεταξύ άλλων και] για την αξιόποινη πράξη της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του έτους 1985 μέχρι τη σύλληψή του, που έγινε περί τα μέσα Ιουλίου 2002. Ειδικότερα, αποδόθηκε σ' αυτόν το ότι εντάχθηκε στην εγκληματική ομάδα "ΕΟ 17Ν", η οποία είχε ήδη συγκροτηθεί από τους Χ1, Φ8, Φ5, Φ6 και κάποια γυναίκα αγνώστων στοιχείων με το ψευδώνυμο "Άννα" και ήταν ιεραρχικά δομημένη, προορισμένη να έχει διαρκή δραστηριότητα με σκοπό τη διάπραξη εκρήξεων, ανθρωποκτονιών, βαριών σωματικών βλαβών, ληστειών κλπ. Και το ότι αυτός, μετά την ένταξη και τη συμμετοχή του σε αρκετές από τις ενέργειες, των οποίων την ευθύνη ανέλαβε δημοσίως η ομάδα κατά τα έτη 1985 ως 1992 [ορισμένες από τις οποίες περιγράφονται στη συνέχεια της παρούσας, κατά την έρευνα των αντίστοιχων λόγων αναιρέσεως], εξακολούθησε να παραμένει σ' αυτήν μέχρι τη σύλληψή του. Τα περιστατικά αυτά αποτελούν επαρκή περιγραφή της κατηγορίας για παράβαση του άρθρου 187 παρ.1 ΠΚ, όπως ίσχυσε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 2928/2001, η οποία χαρακτηρίζεται ως έγκλημα διαρκές, υπό την έννοια ότι η τέλεσή του παρατείνεται και εξακολουθεί από τη συγκρότηση της ομάδας ή από την ένταξη κάποιου σ' αυτήν μέχρι τη διάλυσή της ή την αποχώρηση του δράστη. Ο αναιρεσείων αμφισβήτησε την πληρότητα της ως άνω περιγραφής της πράξεως, αλλά η περί τούτου ένσταση απορρίφθηκε ως αβάσιμη τόσο από το πρωτοβάθμιο όσο και από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι ο ίδιος είχε αποχωρήσει από την ομάδα κατά το έτος 1992, διότι δημιούργησε οικογένεια ή, άλλως, κατά το έτος 1993, διότι τότε είχε προσαχθεί και εξετασθεί από τις αστυνομικές αρχές, ως ύποπτος, με συνέπεια να επισημανθεί από αυτές και να αποφεύγει έκτοτε την έκθεσή του σε παράνομη δραστηριότητα, συνιστά μερική άρνηση της κατηγορίας. Με το χαρακτηρισμό αυτό, ο εν λόγω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος αποτελούσε αντικείμενο ουσιαστικής διερεύνησης, αλλά όχι στοιχείο της κατηγορίας, αφού η παράταση της ένταξης στην εγκληματική οργάνωση δεν προϋπέθετε και συμμετοχή στις αξιόποινες πράξεις, στις οποίες αυτή συνέχισε να προβαίνει και μετά το έτος 1992, μέχρι την εξάρθρωσή της κατά το έτος 2002. Ως εκ τούτου, στο παραπεμπτικό βούλευμα [το οποίο στο διατακτικό του, συνδυαζόμενο με τις αιτιολογίες του, διέλαβε τα ως άνω πραγματικά περιστατικά και, επί πλέον, απάντησε επί του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, κατά την εκ μέρους αυτού ανέλεγκτη, σε επίπεδο ενδείξεων, αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, ότι δεν είχε προκύψει κάποιο γεγονός, το οποίο να υποδηλώνει πλήρη και οριστική αποχώρηση αυτού από την ομάδα στο χρονικό διάστημα από το 1992 μέχρι τη σύλληψή του] δεν υπήρχε λόγος να περιλαμβάνονται πρόσθετα περιστατικά, που να καταδεικνύουν ενεργό συμμετοχή του αναιρεσείοντος και μετά το έτος 1992. Ο αναιρεσείων είχε εξ αρχής τη δυνατότητα να πληροφορηθεί με επάρκεια την κατηγορία και το λόγο αυτής και, πράγματι, την πληροφορήθηκε τόσο στην ανάκριση όσο και με την επίδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος. Επομένως, ο δέκατος τρίτος λόγος του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ5, με τον οποίο προβάλλεται σχετική ή σε κάθε περίπτωση απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω ελλιπούς περιγραφής στο παραπεμπτικό βούλευμα της πράξεως της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση και στέρησης του δικαιώματος επαρκούς ενημέρωσης ως προς την εκκρεμούσα κατηγορία και προσάπτονται στην παρεμπίπτουσα 210/6-2-2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' έφεση τις ίδιες αιτιάσεις, οι πλημμέλειες του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Β' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος.
10.Όπως αναφέρθηκε ήδη (βλ. παραπάνω, αρ.7), απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ.1 ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, επέρχεται [μεταξύ άλλων περιπτώσεων και] όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που εξασφαλίζουν την αποτελεσματική υπεράσπιση του κατηγορουμένου, είτε αυτές περιλαμβάνονται στο εθνικό δίκαιο είτε στις διεθνείς συμβάσεις, που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα και αποκτήσει την ισχύ του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος. Μεταξύ των διατάξεων αυτών συγκαταλέγονται και όσες κατοχυρώνουν το δικαίωμα στη χρηστή απονομή της δικαιοσύνης, που καταλύεται [μεταξύ άλλων και] όταν δεν δοθεί στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να χρησιμοποιήσει για την υπεράσπισή του νομικό συμπαραστάτη, είτε της δικής του επιλογής είτε διορισμένο εξ επαγγέλματος δωρεάν, όταν αυτό ενδείκνυται από το συμφέρον της δικαιοσύνης (άρθρο 6 παρ.1 και 3 στοιχ. γ' της ΕΣΔΑ, 20 παρ.1 του Συντάγματος). Το δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου να έχει αποτελεσματική υπεράσπιση από συνήγορο της επιλογής του εντάσσεται στα θεμελιώδη στοιχεία της δίκαιης δίκης (ΕΔΔΑ: Karatas και Sari κατά Γαλλίας της 16-5-2002). Ο τρόπος άσκησης του δικαιώματος αυτού, όμως, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της διαδικασίας και από τις περιστάσεις που έχουν διαμορφωθεί στο πλαίσιο της εκδίκασης συγκεκριμένης υπόθεσης (ΕΔΔΑ: Berlinski κατά Πολωνίας της 20-6-2002, Lagerblom κατά Σουηδίας της 14-1-2003, Yurttas κατά Τουρκίας της 27-5-2004). Σε κάθε περίπτωση, προκειμένου να κριθεί εάν ο περιορισμός της δυνατότητας του κατηγορουμένου να έχει συνήγορο επέδρασε αρνητικά επί του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη, πρέπει να εξετάζεται το σύνολο της διαδικασίας, στην οποία τίθεται τέτοιο ζήτημα (ΕΔΔΑ: Mamac και άλλοι κατά Τουρκίας της 20-4-2004, Sarikaya κατά Τουρκίας της 22-4-2004). Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 344 παρ.1 εδ. γ' ΚΠοινΔ "Σε δίκες για κακούργημα ο πρόεδρος πρέπει πάντοτε να διορίζει στον κατηγορούμενο, που αποχώρησε για οποιοδήποτε λόγο, συνήγορο για να παρίσταται αντί γι' αυτόν στη δίκη, αν αποχώρησε και ο συνήγορός του, που είχε αρχικά διοριστεί". Η διάταξη αυτή δημιουργεί υποχρέωση για το δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο και αντίστοιχο δικαίωμα του κατηγορουμένου που αποχωρεί, το οποίο ανάγεται στην υπεράσπισή του. Ως δικαίωμα, όμως, είναι δεκτικό μη άσκησης, πράγμα που συμβαίνει όταν ο κατηγορούμενος εκδηλώνει απερίφραστα την άρνησή του να έχει υπεράσπιση από συνήγορο διορισμένο εξ επαγγέλματος. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτουν τα ακόλουθα: Για τη διεξαγωγή της ποινικής διαδικασίας στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας έγιναν συνολικώς 247 συνεδριάσεις, που κατανεμήθηκαν στο χρονικό διάστημα από την 2-12-2005 μέχρι την 14-5-2007. Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης της 2-11-2006, ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ4 [ήδη αναιρεσείων], διαμαρτυρόμενος για τον τρόπο διεξαγωγής της δίκης, δήλωσε ότι αποχωρεί από τη διαδικασία και ανακαλεί την εντολή προς υπεράσπιση, την οποία είχε δώσει προς τους μέχρι τότε συνηγόρους της επιλογής του. Κατόπιν αυτού, αποχώρησαν και οι εν λόγω συνήγοροι. Μετά την εξέλιξη αυτή (ΚΠοινΔ 344 παρ.1 εδ. γ'), ο πρόεδρος του Πενταμελούς Εφετείου, με την 9/2-11-2006 διάταξή του, διόρισε αυτεπαγγέλτως ως συνηγόρους υπερασπίσεως του Χ4, τους δικηγόρους Αθηνών Ιωάννη Δημητριάδη, Παναγιώτη Δημάκο και Δημήτριο Δερβέντη, που επιλέχθηκαν από τον ισχύοντα πίνακα του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου (ΚΠοινΔ 96 παρ.1, 340 παρ.1). Ταυτόχρονα, με την 2448/2-11-2006 απόφαση, το δικαστήριο διέκοψε τη δίκη για την επομένη ημέρα, προκειμένου να κληθούν και αναλάβουν τα καθήκοντά τους οι ως άνω συνήγοροι. Την 3-11-2006, εμφανίσθηκαν και αποδέχθηκαν το διορισμό τους οι συνήγοροι Ιωάννης Δημητριάδης και Δημήτριος Δερβέντης, στη διάθεση των οποίων τέθηκε η δικογραφία και κάθε πρόσθετη γραμματειακή υποστήριξη, με αντίστοιχο ηλεκτρονικό υλικό. Ο δικηγόρος Παναγιώτης Δημάκος δεν εμφανίσθηκε. Γι' αυτό, ο πρόεδρος με την 10/3-11-2006 διάταξη διέταξε την κλήση του εν λόγω συνηγόρου για την 6-11-2006. Ταυτόχρονα, με την 2449/3-11-2006 απόφαση, το δικαστήριο διέκοψε τη δίκη για την εν λόγω δικάσιμο. Κατά τη δικάσιμο αυτή, ο αρχικά αποδεχθείς το διορισμό, δικηγόρος Δημήτριος Δερβέντης, κατέθεσε στο δικαστήριο την από 6-11-2006 δήλωσή του και μεταξύ άλλων ανέφερε ότι, όπως διαπίστωσε, ο Χ4 αποστρέφεται το πρόσωπό του, δεν τον εμπιστεύεται και δεν τον αναγνωρίζει ως υπερασπιστή. Κατόπιν αυτών, δήλωσε ότι κωλύεται να αντεπεξέλθει στα καθήκοντα του συνηγόρου υπερασπίσεως του εν λόγω κατηγορουμένου, αποποιήθηκε το διορισμό του και αποχώρησε. Επίσης, αποποιήθηκε το διορισμό του και ο συνήγορος Παναγιώτης Δημάκος, παρά το γεγονός ότι κατ' άρθρο 47 παρ.4 του ν. δ. 3026/1954 "περί Κώδικος των Δικηγόρων" ο εν λόγω διορισμός είναι υποχρεωτικός. Ακολούθως, με την 11/6-11-2006 διάταξη του προέδρου, διορίσθηκαν αυτεπαγγέλτως, ως συνήγοροι του Χ4, οι δικηγόροι Αθηνών Απόστολος Βαϊνάς και Άγγελος Βαρουτσής, οι οποίοι κλήθηκαν να εμφανιστούν την 7-11-2006. Ταυτόχρονα, με την 2486/6-11-2006 απόφαση, το δικαστήριο διέκοψε τη δίκη για την εν λόγω δικάσιμο. Κατ' αυτή, ο δικηγόρος Απόστολος Βαϊνάς, ενώ κατ' αρχήν απεδέχθη και για λόγους δεοντολογίας θέλησε να αναζητήσει τον Χ4, στη συνέχεια ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν δέχθηκε να τον συναντήσει και του διεμήνυσε ότι δεν τον αποδέχεται ως συνήγορο. Ως εκ τούτου, δήλωσε ότι δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του στη δίκη αυτή χωρίς τη συναίνεση του κατηγορουμένου και, αφού αποποιήθηκε το διορισμό του, αποχώρησε. Ομοίως, αποποιήθηκε το διορισμό του και ο έτερος συνήγορος Άγγελος Βαρουτσής και αποχώρησε. Τότε, με την 2550/7-11-2006 απόφαση, το δικαστήριο διέταξε να αποσταλεί απόσπασμα των προχείρων πρακτικών στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, για τον πειθαρχικό έλεγχο των ως άνω δικηγόρων, που αρνήθηκαν να ασκήσουν τα καθήκοντά τους. Μετά απ' αυτά, με την 12/7-11-2006 διάταξη του προέδρου, διορίσθηκαν αυτεπαγγέλτως, ως συνήγοροι του Χ4, οι δικηγόροι Αθηνών Ανδρέας Ανδρεάδης και Κωνσταντίνος Αϊβαλιώτης, οι οποίοι κλήθηκαν να εμφανιστούν την 8-11-2006. Ταυτόχρονα, με την 2550/7-11-2006 (ταυτάριθμη) απόφαση, το δικαστήριο διέκοψε τη δίκη για την εν λόγω δικάσιμο. Κατ' αυτήν, και πάλι ουδείς από τους ως άνω ανέλαβε την υπεράσπιση του Χ4 και το δικαστήριο, με την 2555/8-11-2006 απόφαση, διαβίβασε απόσπασμα των προχείρων πρακτικών στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, για τη διενέργεια των νομίμων. Ακολούθως, με την 13/8-11-2006 διάταξη του προέδρου, διορίσθηκαν αυτεπαγγέλτως, ως συνήγοροι του Χ4, οι δικηγόροι Αθηνών Γεωργία Αντωνέλλου και Μιχαήλ Ασημαντώνης, οι οποίοι κλήθηκαν να εμφανιστούν την 9-11-2006. Ταυτόχρονα, με την 2556/8-11-2006 απόφαση, το δικαστήριο διέκοψε τη δίκη για την εν λόγω δικάσιμο. Κατ' αυτή, η συνήγορος Γεωργία Αντωνέλλου αποδέχθηκε το διορισμό της και το δικαστήριο έθεσε στη διάθεσή της τη δικογραφία και κάθε γραμματειακή υποστήριξη, με ηλεκτρονικό υλικό. Ο έτερος δικηγόρος αποποιήθηκε το διορισμό του και αποχώρησε. Το δικαστήριο, με την 2583/9-11-2006 απόφαση διαβίβασε και πάλι απόσπασμα των πρακτικών στο Δικηγορικό Σύλλογο. Ακολούθως, με την 14/9-11-2006 διάταξη του προέδρου, διορίσθηκε αυτεπαγγέλτως, ως συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, η δικηγόρος Αθηνών Σοφία Σιμινή, η οποία κλήθηκε να εμφανιστεί την 10-11-2006. Ταυτόχρονα, με την 2583/9-11-2006 ταυτάριθμη απόφαση, το Δικαστήριο διέκοψε τη δίκη για την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία η ως άνω συνήγορος αποδέχθηκε το διορισμό της. Ακολούθως, με την 2585/10-11-2006 απόφαση, στους τελικώς αποδεχθέντες τον εξ επαγγέλματος διορισμό συνηγόρους Ιωάννη Δημητριάδη, Γεωργία Αντωνέλλου και Σοφία Σιμινή χορηγήθηκε προθεσμία μέχρι την 27-11-2006, προκειμένου να μελετήσουν τη δικογραφία, η οποία και τέθηκε αμέσως στη διάθεσή τους. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. 2722/27-11-2006 απόφαση και κατόπιν αιτήματος των εν λόγω συνηγόρων, χορηγήθηκε νέα προθεσμία προετοιμασίας μέχρι την 4-12-2006. Κατ' αυτήν, όμως, η εκ των άνω συνηγόρων Σοφία Σιμινή πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι, σε γενομένη επίσκεψή της στον κρατούμενο Χ4, αυτός της δήλωσε ότι δεν την αποδέχεται ως συνήγορο, διότι δεν τη θεωρεί ικανή να τον υπερασπισθεί και ότι σχετικώς της έχει αποστείλει εξώδικη δήλωση. Γι' αυτό παραιτήθηκε από τα καθήκοντα που της ανατέθηκαν και αποχώρησε. Κατόπιν αυτού, η διαδικασία προχώρησε και ο Χ4 είχε εκπροσώπηση από τους δικηγόρους Γεωργία Αντωνέλλου και Ιωάννη Δημητριάδη. Κατά τη συνεδρίαση της 4-1-2007, η εξ αυτών Γεωργία Αντωνέλλου κατέθεσε στο δικαστήριο την από 1-12-2006 εξώδικη δήλωση του Χ4, που απευθυνόταν στους τρεις συνηγόρους οι οποίοι είχαν αποδεχθεί τον αυτεπάγγελτο διορισμό και υπογραφόταν από τον εντολοδόχο δικηγόρο του δηλούντος, Γεώργιο Γκουντούνα, το περιεχόμενο της οποίας καταχωρήθηκε αυτούσιο στα πρακτικά. Στη δηλωση αυτή ο αναιρεσείων ανέφερε ότι αρνείται να έχει εκπροσώπηση στη δίκη τόσο από τους συγκεκριμένους συνηγόρους όσο και από οποιοδήποτε άλλο και κατέληγε με τις φράσεις: "Υπεράσπιση κατηγορούμενου κόντρα στη βούλησή του είναι αδιανόητη. Γι' αυτό κι όταν αυτός ρητά αρνείται την εκπροσώπησή του από τους αυτεπαγγέλτως διορισθέντες, είτε αρνείται το διορισμό οιουδήποτε δικηγόρου..., δεν μπορεί κανείς και με καμία πρόφαση να αγνοήσει τη βούλησή του και να τον εκπροσωπήσει με το ζόρι". Παρά ταύτα, οι δύο εξ επαγγέλματος συνήγοροι συνέχισαν να ασκούν τα καθήκοντά τους. Αργότερα, στη συνεδρίαση της 12-1-2007, ο εξ αυτών Ιωάννης Δημητριάδης κατέθεσε στο δικαστήριο αντίγραφο της από 11-1-2006 έγκλησης του Χ4 εναντίον αυτού και της Γεωργίας Αντωνέλλου, με την οποια ο αναιρεσείων είχε ζητήσει την ποινική τους δίωξη για απιστία δικηγόρου, στοιχειοθετούμενη, κατά την άποψή του, από τον τρόπο που είχαν ασκήσει μέχρι τότε τα καθήκοντά τους ως εξ επαγγέλματος υπερασπιστές αυτού. Για το λόγο αυτό, και οι ως άνω δικηγόροι, παρά την αρχική επιθυμία τους να συμμορφωθούν προς τη δικαστική επιταγή, δήλωσαν ότι παραιτούνται από τα καθήκοντά τους, γιατί κατά τη γνώμη τους δεν ήταν δυνατό να υπερασπίζονται ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου ένα κατηγορούμενο, με τον οποίο επρόκειτο να έχουν ποινική αντιδικία σε άλλη υπόθεση. Κατόπιν, αποχώρησαν από το ακροατήριο. Ύστερα από τα προσκόμματα αυτά και αφού είχε καταναλωθεί ένα σημαντικό χρονικό διάστημα, κατά το οποίο είχαν διορισθεί αυτεπαγγέλτως δέκα δικηγόροι ως συνήγοροι του κατηγορουμένου Χ4, χωρίς να δυνηθούν να αναλάβουν την υπεράσπισή του λόγω της απολύτου αρνήσεώς του να τους δεχθεί και της καταμηνύσεως των τελευταίων εξ αυτών, το Πενταμελές Εφετείο, με την παρεμπίπτουσα 48/12-1-2006 απόφασή του, έκρινε ότι η δίκη θα έπρεπε να συνεχισθεί χωρίς τη φυσική παρουσία του Χ4, ο οποίος είχε αποχωρήσει εκουσίως και χωρίς την εκπροσώπησή του από συνήγορο ούτε της επιλογής του, διότι είχε ανακαλέσει την υπερασπιστική εντολή προς τους αρχικώς διορισθέντες από τον ίδιο ούτε αυτεπαγγέλτως διορισμένο, διότι είχε αντιταχθεί σταθερά σε οποιονδήποτε είχε επιλέξει από τον οικείο κατάλογο, νομίμως, ο πρόεδρος του δικαστηρίου. Υπό τις περιστάσεις που αναφέρθηκαν, αξιολογούμενες συνολικά, το γεγονός ότι ο Χ4 δεν είχε εκπροσώπηση από συνήγορο μετά την 12-1-2007 και μέχρι την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, δεν κατέλυσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το δίκαιο χαρακτήρα της δίκης ως προς αυτόν. Διότι η στέρηση συνηγόρου υπεράσπισης δεν μπορεί να αποδοθεί σε άρνηση ή ολιγωρία του δικαστηρίου, αλλά σε συνειδητή επιλογή του ιδίου του κατηγορουμένου, ο οποίος με την όλη συμπεριφορά του (και ρητώς, με την εξώδικη δήλωση που προαναφέρθηκε και αξιολογήθηκε από το δικαστήριο της ουσίας) απεμπόλησε το σχετικό δικαίωμα. Πράγματι, ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που επέλεξε να αποχωρήσει από τη διαδικασία στο ακροατήριο και να ανακαλέσει την εντολή εκπροσώπησης από τους συνηγόρους, που ο ίδιος είχε διορίσει κατά την έναρξή της. Όταν αποχώρησαν και οι συνήγοροι της επιλογής του, το δικαστήριο έσπευσε να διορίσει νέους, εξ επαγγέλματος, τηρώντας τη νόμιμη διαδικασία. Όταν οι διορισμένοι συνήγοροι, αποδοκιμαζόμενοι από τον κατηγορούμενο, αποποιήθηκαν το διορισμό τους και αποχώρησαν από το ακροατήριο, το δικαστήριο διαβίβασε τα πρακτικά της δίκης αρμοδίως για την κίνηση της προσήκουσας πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον τους. Και μόνο όταν ο κατηγορούμενος, κατ' επανάληψη, αρνήθηκε να δεχθεί την υπεράσπισή του από τους διορισμένους συνηγόρους, όχι μόνο με απλά λεκτικό, αλλά και με δικονομικά επιθετικό τρόπο (με το να τους καταμηνύσει για αξιόποινη πράξη και να δημιουργήσει ζήτημα δεοντολογίας), το δικαστήριο παρέκαμψε την προσπάθειά του για παρέλκυση της δίκης και προχώρησε στη διαδικασία με τον τρόπο που αναφέρθηκε. Τα αντίθετα, που ο αναιρεσείων τώρα υποστηρίζει, περί παραβιάσεως του δικαιώματός του να εκπροσωπηθεί από συνήγορο, ελέγχονται ως αντιφατικά προς την προηγούμενη δική του συμπεριφορά. Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου του αναιρεσείοντος Χ4, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με το οποίο προβάλλεται η ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω της, μετά την αποχώρησή του, προόδου της δίκης απόντος αυτού και χωρίς να εκπροσωπείται από συνήγορο (ΚΠοινΔ 171 παρ.1 στοιχ. δ' και 510 παρ.1 στοιχ. Α'), είναι αβάσιμος. Ομοίως, αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος και ως προς το δεύτερο σκέλος αυτού, με το οποίο προβάλλεται η εκ των αυτών διατάξεων ακυρότητα λόγω του ότι, με την 126/17-1-2007 παρεμπίπτουσα απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου, ο αναιρεσείων προσήχθη βιαίως για να υποβληθεί σε ερωτήσεις από συγκατηγορουμένους, σε βάρος των οποίων είχε καταθέσει στην προδικασία. Πράγματι, το μέτρο αυτό δεν απαγορεύεται (πρβλ. ΚΠοινΔ 344 παρ.2) στο βαθμό που εξυπηρετεί το υπερασπιστικό δικαίωμα των συγκατηγορουμένων (βλ. παρακάτω, αρ.13), με την προϋπόθεση ότι σε κάθε περίπτωση πρέπει να γίνει σεβαστό το δικαίωμα σιωπής του βιαίως προσαγομένου κατηγορουμένου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των οικείων πρακτικών, το δικαστήριο της ουσίας επέτρεψε εκ νέου στον αναιρεσείοντα να αποχωρήσει, όταν, μετά την εκτέλεση της βίαιης προσαγωγής του, βεβαιώθηκε ως προς την επιμονή του να μην απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση, από οπουδήποτε και αν προερχόταν.
11.Όπως αναφέρθηκε ήδη (βλ. παραπάνω, αρ.7), απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ.1 ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, επέρχεται [μεταξύ άλλων περιπτώσεων και] όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που εξασφαλίζουν την αποτελεσματική υπεράσπιση του κατηγορουμένου, είτε αυτές περιλαμβάνονται στο εθνικό δίκαιο είτε στις διεθνείς συμβάσεις, που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα και αποκτήσει την ισχύ του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος. Μεταξύ των διατάξεων αυτών συγκαταλέγονται και όσες κατοχυρώνουν το δικαίωμα στη χρηστή απονομή της δικαιοσύνης, που παραβιάζεται [μεταξύ άλλων και] όταν δεν δοθεί στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να χρησιμοποιήσει για την υπεράσπισή του νομικό συμπαραστάτη της δικής του επιλογής (άρθρο 6 παρ.1 και 3 στοιχ. γ' της ΕΣΔΑ). Το δικαίωμα αυτό εντάσσεται στα θεμελιώδη στοιχεία της δίκαιης δίκης. Ο τρόπος άσκησής του εξαρτάται από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της διαδικασίας και από τις περιστάσεις που έχουν διαμορφωθεί στο πλαίσιο της εκδίκασης συγκεκριμένης υπόθεσης. Το δικαίωμα αυτό απεμπολείται όταν ο κατηγορούμενος αποχωρεί από τη διαδικασία και ανακαλεί την εντολή, που κατά την έναρξή της είχε δώσει σε συνήγορο της επιλογής του, αφού στην περίπτωση αυτή είναι υποχρεωμένος να αποδεχθεί το συνήγορο που αυτεπαγγέλτως θα διορίσει ο πρόεδρος του δικαστηρίου (ΚΠοινΔ 344 παρ.1). Σε κάθε περίπτωση, προκειμένου να κριθεί εάν ο περιορισμός της δυνατότητας του κατηγορουμένου να έχει συνήγορο της επιλογής του επέδρασε αρνητικά επί του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη, πρέπει να εξετάζεται το σύνολο της διαδικασίας, στην οποία τίθεται τέτοιο ζήτημα (βλ. παραπάνω, αρ.10). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτουν τα ακόλουθα: Για τη διεξαγωγή της ποινικής διαδικασίας στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας έγιναν συνολικώς 247 συνεδριάσεις, που πραγματοποιήθηκαν στο χρονικό διάστημα από την 2-12-2005 μέχρι την 14-5-2007. Κατά τη 10η συνεδρίαση της 20-12-2005, ο αναιρεσείων Χ1, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, αμφισβήτησε την ανεξαρτησία του δικαστηρίου και ισχυρίσθηκε ότι αυτό "ακολουθεί τις οδηγίες της ημεδαπής εκτελεστικής εξουσίας, όπως υπαγορεύονται από ισχυρούς αλλοδαπούς παράγοντες". Κατόπιν, αποχώρησε από τη διαδικασία, λέγοντας ότι το κάνει "για να μη νομιμοποιήσει με την παρουσία του την προαποφασισμένη καταδίκη του". Παράλληλα, ανακάλεσε την εντολή υπεράσπισης, την οποία είχε δώσει κατά την έναρξη της δίκης σε δύο δικηγόρους της επιλογής του. Γι' αυτό, αποχώρησαν και οι συνήγοροί του. Η δίκη διεκόπη. Μετά την εξέλιξη αυτή (ΚΠοινΔ 344 παρ.1 εδ. γ'), κατά την 11η συνεδρίαση της 21-12-2005, ο πρόεδρος του Πενταμελούς Εφετείου, με την 1/21-12-2005 διάταξή του, διόρισε αυτεπαγγέλτως ως συνηγόρους υπερασπίσεως του Χ1 τους δικηγόρους Αθηνών Ιωάννη Ραχιώτη και Κωνσταντίνο Χρυσικόπουλο, που ήσαν οι ίδιοι, οι οποίοι υπεράσπιζαν τον κατηγορούμενο κατ' επιλογή του, μέχρι την προηγούμενη ημέρα. Οι εν λόγω δικηγόροι επικαλέσθηκαν ζήτημα δεοντολογίας, λόγω της προηγηθείσας ανάκλησης της εντολής του Χ1 προς το πρόσωπό τους, αποποιήθηκαν το διορισμό και αποχώρησαν από το ακροατήριο. Η δίκη διεκόπη και πάλι. Κατά τη 12η συνεδρίαση της 22-12-2005, ο πρόεδρος, με την 2/22-12-2005 διάταξη, διόρισε ως συνηγόρους υπερασπίσεως του Χ1τους δικηγόρους Αθηνών Ευστάθιο Βλαντή, Κωνσταντίνο Ζαχαράκη και Ιωάννη Ηλιάδη, τους οποίους κάλεσε να προσέλθουν στο ακροατήριο την 3-1-2006, για να αναλάβουν τα καθήκοντά τους. Και οι τρεις επικαλέσθηκαν λόγους υγείας, αποποιήθηκαν το διορισμό και αποχώρησαν. Στη συνέχεια, κατά τη 13η συνεδρίαση της 3-1-2006, ο πρόεδρος, με την 3/3-1-2006 διάταξη, διόρισε ως συνηγόρους υπερασπίσεως του Χ1τους δικηγόρους Αθηνών Θεόδωρο Αγγελή, Γεώργιο Κάβουρα και Θεόδωρο Θεοχάρη, τους οποίους κάλεσε να προσέλθουν στο δικαστήριο την 4-1-2006, για να ασκήσουν τα καθήκοντά τους. Αυτοί ανέλαβαν την υπεράσπιση και το δικαστήριο, κατά τη 14η συνεδρίαση της 4-1-2006, με την 4/4-1-2006 απόφαση, διέκοψε τη δίκη για την 19-1-2006, προκειμένου να λάβουν γνώση της δικογραφίας. Έκτοτε, από τη 15η συνεδρίαση της 19-1-2006, τον αποχωρήσαντα κατηγορούμενο Χ1 υπεράσπιζαν οι εξ επαγγέλματος διορισμένοι συνήγοροι. Μετά την πάροδο περίπου ενός έτους από την αποχώρησή του, κατά την 175η συνεδρίαση της 27-11-2006, ο κατηγορούμενος επέστρεψε στη διαδικασία και δήλωσε ότι εξακολουθεί μεν να εμμένει στους λόγους, για τους οποίους είχε αποχωρήσει από τη διαδικασία την 20-12-2005, αλλ' ότι, προκειμένου να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της άσκησης προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (άρθρο 35 παρ.1 της ΕΣΔΑ), επανέρχεται στο ακροατήριο και διορίζει ως συνηγόρους υπεράσπισης τους δικηγόρους Ιπποκράτη Μυλωνά και Antoine Comte. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την 2721/27-11-2006 παρεμπίπτουσα απόφαση, εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 96 παρ.1 ΚΠοινΔ, η οποία προσδιορίζει σε τρεις το μέγιστο αριθμό των συνηγόρων που μπορεί να έχει ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 340 παρ.1 και 344 παρ.1 του ίδιου κώδικα, του άρθρου 47 παρ.4 του ν. δ. 3026/1954 "περί του κώδικος των δικηγόρων" και του άρθρου 25 παρ.3 του Συντάγματος, που δεν επιτρέπει την καταχρηστική άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων, αρνήθηκε να ανακαλέσει τον αυτεπάγγελτο διορισμό των συνηγόρων Θεοδώρου Αγγελή, Γεωργίου Κάβουρα και Θεοδώρου Θεοχάρη και, κατ' επέκταση, αρνήθηκε να επιτρέψει την επί πλέον αυτών παράσταση των προτεινόμενων δικηγόρων Ιπποκράτη Μυλωνά και Antoine Comte, ως συνηγόρων της επιλογής του Χ1. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της 2721/27-11-2006 απόφασης, το δικαστήριο της ουσίας αξιολόγησε την προηγούμενη στάση του κατηγορουμένου, την εκ μέρους του, χωρίς εύλογη αιτία, ανάκληση της εντολής προς τους αρχικώς επιλεγέντες συνηγόρους, την καθυστέρηση, την οποία είχε προκαλέσει στη διαδικασία η προσπάθεια αυτεπάγγελτου διορισμού συνηγόρων και την αβεβαιότητα ως προς το αν η επιθυμία του κατηγορουμένου να μετάσχει στη διαδικασία ήταν σπουδαία ή αν, εν όψει και της δηλώσεως που είχε κάνει κατά την επάνοδό του, θα μεταβαλλόταν εκ νέου, πριν από την περάτωση της δίκης. Κατά την 178η συνεδρίαση της 14-12-2006, ο αναιρεσείων επανέφερε το αίτημα ανακλήσεως του αυτεπάγγελτου διορισμού συνηγόρων, θεμελιώνοντάς το στον ισχυρισμό ότι οι δικηγόροι που είχαν διορισθεί δεν ήσαν επαρκείς για να του προσφέρουν μια αποτελεσματική υπεράσπιση, διότι δεν είχαν ιδιαίτερη εμπειρία στο χειρισμό ποινικών υποθέσεων, δεν γνώριζαν αγγλικά και γαλλικά για να έχουν πρόσβαση στη νομολογία του ΕΔΔΑ και δεν είχαν ταυτόχρονη και συνεχή παρουσία στο ακροατήριο. Στην επόμενη συνεδρίαση, το δικαστήριο, με την 2957/15-12-2006 παρεμπίπτουσα απόφαση, απέρριψε το αίτημα ως αβάσιμο, αφού δέχθηκε ότι, παρά την άρνηση του κατηγορουμένου να συνεργασθεί με τους διορισμένους συνηγόρους, τουλάχιστον ένας ή δύο από αυτούς, εκ περιτροπής, παρευρίσκονταν πάντοτε στη διαδικασία επί ένα έτος, παρενέβαιναν υπέρ αυτού διατυπώνοντας αρνήσεις και ενστάσεις, ζητώντας την ανάγνωση εγγράφων ή εξετάζοντας μάρτυρες και, γενικώς, ασκούσαν την υπεράσπιση με επιμέλεια, που αναδείκνυε γνώση της δικογραφίας και ενδιαφέρον για τα συμφέροντα του κατηγορουμένου που εκπροσωπούσαν. Κατόπιν αυτού, ο αναιρεσείων Χ1,από την 175η συνεδρίαση της 27-11-2006 μέχρι την 182η συνεδρίαση της 27-12-2006, παρέστη στη διαδικασία έχοντας ως υπερασπι στές τους ως άνω αυτεπαγγέλτως διορισμένους συνηγόρους και όχι εκείνους που ήθελε ο ίδιος. Κατά τη συνεδρίαση της 27-12-2006, ο εκ των διορισμένων συνηγόρων Θεόδωρος Θεοχάρης υπέβαλε αίτημα να απαλλαγεί από το καθήκον της υπεράσπισης για λόγους υγείας. Το αίτημα έγινε δεκτό και με την 16/27-12-2006 διάταξη του προέδρου ανακλήθηκε ο διορισμός του εν λόγω δικηγόρου. Στη συνέχεια, από την 183η συνεδρίαση της 3-1-2007 μέχρι την 185η συνεδρίαση της 8-1-2007 ο Χ1 είχε ως υπερασπιστές τους αυτεπαγγέλτως διορισμένους συνηγόρους Θεόδωρο Αγγελή και Γεώργιο Κάβουρα, χωρίς να θέσει ζήτημα υποκατάστασης του ανακληθέντος συνηγόρου από άλλον της επιλογής του. Κατά την 186η συνεδρίαση της 9-1-2007, το ζήτημα αυτό τέθηκε και το δικαστήριο, με την 20/9-1-2007 παρεμπίπτουσα απόφαση, κατά πλειοψηφία, επέτρεψε την παράλληλη υπεράσπιση του κατηγορουμένου τόσο από τους ως άνω δύο διορισμένους συνηγόρους όσο και από το συνήγορο της επιλογής του, Ιπποκράτη Μυλωνά, που ήταν παρών. Κατά την 192η συνεδρίαση της 19-1-2007, ο αναιρεσείων ζήτησε και πάλι την ανάκληση του αυτεπάγγελτου διορισμού των απομεινάντων δύο συνηγόρων. Το δικαστήριο, με την 156/19-1-2007 παρεμπίπτουσα απόφαση ενέμεινε στην παράλληλη υπεράσπιση, κατά τα προαναφερθέντα και απέρριψε το αίτημα. Τέλος, κατά την 194η συνεδρίαση της 23-1-2007, ο ως άνω συνήγορος επιλογής του Χ1 γνωστοποίησε προς το δικαστήριο ότι μαζί με αυτόν συμπαρίσταται και ο γάλλος δικηγόρος Antoine Comte, ο οποίος τότε δεν βρισκόταν στην Ελλάδα, αλλά επρόκειτο να έλθει προσεχώς για να αγορεύσει και να κάνει κάποιες δηλώσεις, στον κατάλληλο χρόνο. Από τα προαναφερθέντα συνάγεται ότι ο αναιρεσείων Χ1δεν ε ίχε συνήγορο της επιλογής του από την 175η συνεδρίαση της 27-11-2006 μέχρι την 182η συνεδρίαση της 27-12-2006, δηλαδή κατά τη διάρκεια οκτώ (8) συνεδριάσεων του δικαστηρίου επί συνόλου διακοσίων σαράντα επτά (247). Κατά τις επόμενες τρεις (3) συνεδριάσεις θα μπορούσε να έχει, παραλλήλως, συνήγορο της επιλογής του, αλλά δεν το ζήτησε. Οι περιστάσεις, υπό τις οποίες αποχώρησε και επανήλθε ο Χ1 οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στην κρίση ότι δεν θα έπρεπε να ανακαλέσει τους συνηγόρους που είχαν διορισθεί αυτεπαγγέλτως, προ έτους, για την υπεράσπισή του, αφού στο ενδεχόμενο νέας αποχώρησης αυτού και νέας ανάκλησης της εντολής από τους δικηγόρους της επιλογής του θα ήταν ιδιαίτερα δυσχερής ο αυτεπάγγελτος διορισμός άλλων. Μόλις το δικαστήριο πείσθηκε για τη σπουδαιότητα της προθέσεως του Χ1 να παραμείνει στη διαδικασία, αξιοποίησε το υποβληθέν αίτημα απαλλαγής του ενός από τους διορισμένους συνηγόρους και, αποδεχόμενο το μετά τρεις συνεδριάσεις υποβληθέν αίτημα του κατηγορουμένου, επέτρεψε στη θέση του αποχωρήσαντος την υποκατάσταση του συνηγόρου της επιλογής του, ο οποίος ως συνήγορος και ετέρου κατηγορουμένου (του Χ5) ήταν ενημερωμένος τόσο για τη δικογραφία όσο και για την προηγηθείσα διαδικασία. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το γεγονός ότι ο Χ1δεν ε ίχε εκπροσώπηση από συνήγορο της επιλογής του για χρονικό διάστημα ιδιαιτέρως βραχύ σε σχέση αφ' ενός με τη συνολική διάρκεια της δίκης και αφ' ετέρου με το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο ίδιος αδιαφόρησε για την υπεράσπισή του (απουσίασε επί 165 συνεδριάσεις, κατά τις οποίες είχε ανακαλέσει τους συνηγόρους της επιλογής του και εκπροσωπούταν από τους αυτεπαγγέλτως διορισμένους δικηγόρους, με τους οποίους αρνιόταν να επικοινωνήσει) δεν κατέλυσε το δίκαιο χαρακτήρα της δίκης ως προς αυτόν ούτε και αποτέλεσε μεροληψία του δικαστηρίου σε βάρος αυτού, αφού ο ίδιος απεμπόλησε το σχετικό δικαίωμα με την αποχώρησή του από τη διαδικασία. Επομένως, οι τρίτος λόγος του αναιρετηρίου και δέκατος λόγος του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ1 καθώς και ο ενδέκατος λόγος του προσθέτου δικογράφου ως προς το β' σκέλος αυτού, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στις παρεμπίπτουσες 2721/27-11-2006, 2957/15-12-2006, 20/9-1-2007 και 156/19-1-2007 αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι.
12.Προκειμένου να έχει η καταδικαστική απόφαση την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, της οποίας η έλλειψη ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πρέπει, πέραν των άλλων, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, το καθένα στο σύνολό του και όχι μόνο ορισμένα από αυτά ή κάποιο από αυτά αποσπασματικά. Για τη βεβαιότητα αυτή, όμως, αρκεί η κατ' είδος, προεισαγωγική μνεία των κατά το άρθρο 178 ΚΠοινΔ αποδεικτικών μέσων (π.χ. καταθέσεις μαρτύρων, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), τα οποία χρησιμοποιήθηκαν σε συγκεκριμένη περίπτωση, χωρίς την ανάγκη αναφοράς ενός εκάστου ή του περιεχομένου αυτού στις επί μέρους αιτιολογίες της αποφάσεως. Και ακόμη, το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα στις επί μέρους αιτιολογίες της αποφάσεως δεν υποδηλώνει χωρίς άλλο το ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα υπόλοιπα, για τα οποία δεν υπήρξε λόγος ιδιαίτερης επισήμανσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών εξέδωσε επί της ενοχής των αναιρεσειόντων την 1149/3-5-2007 απόφαση, στην οποία, μετά την απάντηση σε συγκεκριμένα διαδικαστικά ζητήματα και την παράθεση των αναγκαίων νομικών σκέψεων, αναφέρει προεισαγωγικά ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε (ακολουθεί κατά λέξη μεταφορά του κειμένου, εντός εισαγωγικών, από την προσβαλλόμενη απόφαση στην παρούσα σκέψη) "από τις καταθέσεις όλων ανεξαιρέτως των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν νομίμως στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, από τις καταθέσεις όλων ανεξαιρέτως των μαρτύρων που αναγνώσθηκαν χωρίς αντίρρηση των διαδίκων και των συνηγόρων τους και γενικά όλων ανεξαιρέτως των καταθέσεων των μαρτύρων που αναγνώσθηκαν νομίμως (στις οποίες όμως δεν συγκαταλέγονται και δεν αξιολογούνται αποδεικτικά εκείνες των μαρτύρων ... και ... στην υπόθεση έκρηξη στο ...καθόσον δεν δόθηκε η ευκαιρία εξετάσεώς τους σε κανένα στάδιο της διαδικασίας), καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και αναγνώσθηκαν από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, ως τμήμα αυτών, όπως λεπτομερώς όλες οι ανωτέρω καταθέσεις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσας, από τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν όπως όλα λεπτομερώς αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσας στα οποία περιλαμβάνονται και οι προκηρύξεις της ΕΟ 17Ν, τα πειστήρια τετράδια που βρέθηκαν στα κρησφύγετα της ΕΟ 17Ν και αναφέρονται στα οικονομικά της, τα δημοσιεύματα εφημερίδων, περιοδικών, εντύπων, το προβληθέν στο ακροατήριο, κατόπιν των σχετικών παρεμπιπτουσών αποφάσεων 1922, 1932 και 2314/06 του Δικαστηρίου αυτού, σε δύο μέρη, αντίγραφο της βιντεοκασέτας DVD, που περιέχει τα κεντρικά δελτία ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού ...αναφορικά με την περιεχόμενη σ' αυτά τηλεφωνική συνέντευξη του Χ3 προς τους αναφερόμενους σ' αυτά δημοσιογράφους, απ' όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα του τμήματος Εξερευνήσεων και των τμημάτων όλων ανεξαιρέτως των Εργαστηρίων της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών και των Υποδιευθύνσεών της καθώς και όλων ανεξαιρέτως των Τμημάτων της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας και των Δ/νσεων και Υποδ/νσεων Ασφαλείας αυτής, όπως όλα λεπτομερώς αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσας, από όλες ανεξαιρέτως τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και εκείνες των νομίμως διορισθέντων Τεχνικών Συμβούλων, που αναγνώσθηκαν, επίσης, και λεπτομερώς αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσας από όλες ανεξαιρέτως τις εκθέσεις αυτοψίας και τις λοιπές εκθέσεις (νεκροψίας-νεκροτομής, ιατροδικαστικές, τοξικολογικές, εργαστηριακές, έρευνας, ανευρέσεως, παραδόσεως, κατασχέσεων, αποδόσεως κατασχεθέντων, κατ' οίκον έρευνας, σωματικών ερευνών, ρούχων, ακρόασης, απομαγνητοφώνησης, εξετάσεως πειστηρίων, απόρρητες εκθέσεις, εγχειρήσεως, δοκιμής κλειδιών, γραφολογικές, όπλων, πυρομαχικών, εκρηκτικών) που όλες αυτές επίσης αναγνώσθηκαν και λεπτομερώς, επίσης, αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσας, τις επισκοπηθείσες φωτογραφίες, σκίτσα και σχεδιαγράμματα που λεπτομερώς, επίσης, αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσας, από τις δηλώσεις των κατηγορουμένων που περιέχονται λεπτομερώς στα πρακτικά της παρούσας, από τις απολογίες των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, τόσο κατά το μέρος τους που περιέχουν ομολογίες ή αρνήσεις της κατηγορίας, όσο και κατά το μέρος που περιέχουν επιβαρυντικά ή ευνοϊκά στοιχεία για άλλους συγκατηγορουμένους, από τις εκθέσεις απολογιών (και των συνοδευόντων αυτές υπομνημάτων) της προδικασίας που αναγνώσθηκαν και λεπτομερώς, επίσης, αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσας κατόπιν των σχετικών παρεμπιπτουσών αποφάσεων του Δικαστηρίου αυτού, που λεπτομερώς επίσης προμνημονεύθηκαν, του ήδη καταδικασθέντος με την πρωτόδικη απόφαση Χ3 και των κατηγορουμένων Χ4, Χ5, Χ2, Φ3, Φ7, Φ6 κατόπιν, επίσης, παρεμπίπτουσας αποφάσεως του Δικαστηρίου αυτού, των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, κατά το μέρος που περιέχουν τις αναφερθείσες και στα πρακτικά της παρούσας περικοπές από την απολογία του κατηγορουμένου Φ4 και περιέχουν παρόμοια, ως άνω στοιχεία, από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν στο σύνολό τους και από όλη την εν γένει περί την απόδειξη διαδικασία". Στη συνέχεια, όταν το Δικαστήριο αναφέρεται στις επί μέρους πράξεις, οι οποίες αποδίδονται στον καθένα από τους κατηγορουμένους, δεν επαναλαμβάνει κάθε φορά την ως άνω εκτενή περικοπή, αλλά είτε αρκείται στην προηγηθείσα αναφορά της είτε μνημονεύει συνδυαστικά συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία είχαν ιδιαίτερη σημασία για τη διαμόρφωση του επί μέρους αποδεικτικού πορίσματος. Η εν λόγω αναφορά στα αποδεικτικά μέσα είναι επαρκής και δεν αποστερεί την προσβαλλόμενη απόφαση από την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου του αναιρεσείοντος Χ1 και ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου του αναιρεσείοντος Χ5, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι.
13.Όπως αναφέρθηκε ήδη (βλ. παραπάνω αρ.7), απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ.1 ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, επέρχεται [μεταξύ άλλων περιπτώσεων και] όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που εξασφαλίζουν την αποτελεσματική υπεράσπιση του κατηγορουμένου, είτε αυτές περιλαμβάνονται στο εθνικό δίκαιο είτε στις διεθνείς συμβάσεις, που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα και αποκτήσει την ισχύ του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος. Μεταξύ των διατάξεων αυτών συγκαταλέγονται και όσες κατοχυρώνουν το δικαίωμα σε "δίκαιη δίκη", οι εκδηλώσεις του οποίου περιγράφονται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Στην παρ.3 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι "Ειδικώτερον, πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα [μεταξύ άλλων] δ) να εξετάση ή ζητήση όπως εξετασθώσιν οι μάρτυρες κατηγορίας ή επιτύχη την πρόσκλησιν και εξέτασιν των μαρτύρων υπερασπίσεως υπό τους αυτούς όρους ως των μαρτύρων κατηγορίας" (ΑΠ 23/2001). Σύμφωνα με την ερμηνεία που έχει δοθεί από το ΕΔΔΑ στην εν λόγω διάταξη, ως μάρτυρας κατηγορίας για την εφαρμογή της ΕΣΔΑ θεωρείται κάθε πρόσωπο, του οποίου οι δηλώσεις επιβαρύνουν τον κατηγορούμενο, τίθενται υπ' όψη του δικαστηρίου και αξιολογούνται αποδεικτικά από αυτό. Υπό την έννοια αυτή, ως μάρτυρας κατηγορίας θεωρείται και ο συγκατηγορούμενος, στην έκταση που οι δηλώσεις, τις οποίες κάνει στο πλαίσιο της απολογίας του, αποβαίνουν σε βάρος του κατηγορουμένου (ΚΠοινΔ 211Α, ΕΔΔΑ: Luca κατά Ιταλίας της 27-5-2001, ΑΠ 1133/2007). Η άσκηση του δικαιώματος της εξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας εκ μέρους του κατηγορουμένου αποβλέπει στη διερεύνηση αφ' ενός της ακρίβειας των γεγονότων που εξιστορούνται και αφ' ετέρου της αξιοπιστίας του προσώπου που κάνει την εξιστόρηση (ΕΔΔΑ: Van Mechelen και άλλοι κατά Ολλανδίας της 23-4-1997). Γι' αυτό, αποκτά ιδιαίτερη σημασία η προσήλωση στις αρχές της αμεσότητας, της προφορικότητας και της κατ' αντιδικία διεξαγωγής της δίκης, προς τις οποίες δεν συνάδει η επ' ακροατηρίου ανάγνωση των γραπτών καταθέσεων της προδικασίας, ιδίως όταν το πρόσωπο που τις έχει δώσει δεν συμμετέχει στη δίκη (ΚΠοινΔ 333 παρ.2, 357 παρ.3 και 4, 358). Εν τούτοις, υπάρχουν περιπτώσεις, στις οποίες οι εν λόγω αρχές υποχωρούν και το δικαίωμα του κατηγορουμένου να εξετάσει τους μάρτυρες κατηγορίας υπόκειται σε περιορισμούς (ΚΠοινΔ 365 παρ.1, ΕΔΔΑ: Laukkanen και Manninen κατά Φινλανδίας της 3-2-2004). Η ανάγνωση των καταθέσεων της προδικασίας στο ακροατήριο δεν θεωρείται καθ' εαυτή αντίθετη προς το άρθρο 6 παρ.3 στοιχ. δ' της ΕΣΔΑ, εφ' όσον η αποδεικτική τους χρησιμοποίηση συμπορεύεται με τα δικαιώματα της υπεράσπισης (ΕΔΔΑ: Craxi κατά Ιταλίας της 5-12-2002, Unterpertinger κατά Αυστρίας της 24-11-1986). Αυτό συμβαίνει όταν είχε δοθεί στον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του η πρόσφορη και επαρκής δυνατότητα να απευθύνει ερωτήσεις και να αντικρούσει το μάρτυρα κατηγορίας, είτε όταν εκείνος κατέθετε στην προδικασία είτε σε κάποιο ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας, πριν από τη συζήτηση στο ακροατήριο, κατά την οποία γίνεται η ανάγνωση εν απουσία του μάρτυρα (ΚΠοινΔ 97 παρ.1 και 219 παρ.2, ΕΔΔΑ: Kostovski κατά Ολλανδίας της 20-11-1989). Από τη χρήση της δυνατότητας αυτής, βέβαια, ο κατηγορούμενος μπορεί να παραιτηθεί (ΕΔΔΑ: Pullar κατά Ηνωμένου Βασίλειου της 10-6-1996). Όπως, επίσης, μπορεί να παραιτηθεί και από το δικαίωμα της εναντίωσης στην ανάγνωση των καταθέσεων της προδικασίας στο ακροατήριο (ΑΠ 1727/2005, 23/2001). Στις περιπτώσεις αυτές, εφ' όσον η παραίτηση του κατηγορουμένου προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΕΔΔΑ: Sadak και άλλοι κατά Τουρκίας της 17-7-2001), δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων. Περαιτέρω, όταν ο κατηγορούμενος, χωρίς να έχει παραιτηθεί με αναμφίβολο τρόπο, αφ' ενός δεν είχε ποτέ τη δυνατότητα να απευθύνει ερωτήσεις στο μάρτυρα κατηγορίας που απουσιάζει από το ακροατήριο και αφ' ετέρου έχει εναντιωθεί στην ανάγνωση των καταθέσεων της προδικασίας, τότε, για την κατάφαση παραβίασης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων απαιτείται, επί πλέον, α) η αποστέρηση του κατηγορουμένου από τη δυνατότητα υποβολής ερωτήσεων στο μάρτυρα κατηγορίας κατά την προδικασία ή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο να οφείλεται σε ολιγωρία [αμέλεια] των αστυνομικών ή των δικαστικών αρχών (ΕΔΔΑ: Ferrandelli και Santangelo κατά Ιταλίας της 7-8-1996) και β) η περί ενοχής κρίση του δικαστηρίου, που ανέγνωσε και έλαβε υπ' όψη τις προανακριτικές καταθέσεις, να στηρίζεται αποκλειστικά ή σε καθοριστικό βαθμό στην κατάθεση που έχει αναγνωσθεί (ΕΔΔΑ: Kollcaku κατά Ιταλίας της 8-2-2007, ΑΠ 1133/2007). Όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, ακυρότητα δεν υφίσταται.Εν προκειμένω, από την επισκόπηση αφ' ενός των προσβαλλόμενων αποφάσεων και των συνημμένων σε αυτές πρακτικών των δημοσίων συνεδριάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και αφ' ετέρου των αποφάσεων και των πρακτικών των δημοσίων συνεδριάσεων του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που είχε κρίνει την ίδια υπόθεση στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, προκύπτουν τα εξής: Μεταξύ των κατηγορουμένων, στους οποίους αποδόθηκε η δραστηριότητα της εγκληματικής οργάνωσης "ΕΟ 17Ν" και η συμμετοχή σ' αυτή, συγκαταλέγεται ο Χ3 (βλ. παραπάνω, αρ.2, ως προς το απαράδεκτο της δηλώσεως αναιρέσεως που άσκησε). Αυτός, που είχε τραυματισθεί σοβαρά την 29-6-2002, κατά την τοποθέτηση εκρηκτικού μηχανισμού σε στόχο της οργάνωσης και έκτοτε νοσηλευόταν υπό φρούρηση στο κρατικό νοσοκομείο "...." της Αθήνας, εξετάσθηκε προανακριτικά ως κατηγορούμενος (ΚΠοινΔ 105, 243 παρ.2), μέσα στο νοσοκομείο, παρουσία του εισαγγελέως πρωτοδικών Ιωάννη Διώτη, που επόπτευε την προανάκριση και του υποστράτηγου ..., που ήταν προϊστάμενος της αρμόδιας αστυνομικής (αντιτρομοκρατικής) υπηρεσίας. Η εξέτασή του, που είχε τη νομική φύση και τον τύπο της απολογίας (ΚΠοινΔ 273, 274), υπήρξε εκτενής και διεκόπη επανειλημμένα, προκειμένου να παρέχεται σ' αυτόν η δυνατότητα αφ' ενός να αναπαύεται και αφ' ετέρου να υποβάλλεται, περιοδικώς, στην ενδεδειγμένη νοσηλεία. Για την προανακριτική απολογία του Χ3 συντάχθηκαν, διαδοχικά, οι εκθέσεις εξέτασης κατηγορουμένου με τις ημερομηνίες α) 11-7-2002, β) 20-7-2002, γ) 21-7-2002, δ) 22-7-2002 και ε) 27-7-2002. Στις εκθέσεις αυτές γίνεται ειδική μνεία ότι στον κατηγορούμενο εξηγήθηκαν όλα τα υπερασπιστικά δικαιώματα, μεταξύ των οποίων και η δυνατότητα να έχει τη συμπαράσταση συνηγόρου και ότι αυτός δήλωσε πως δεν επιθυμεί την άσκησή τους. Ακολούθησε η απολογία του Χ3 ενώπιον του εφέτη ειδικού ανακριτή Λεωνίδα Ζερβομπεάκου, που δόθηκε, επίσης, στο νοσοκομείο "..." κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του. Εν όψει της ανακριτικής απολογίας, ο κατηγορούμενος την 9-8-2002 ζήτησε και έλαβε προθεσμία για να προετοιμασθεί και την 11-8-2002 απολογήθηκε, έχοντας ως νομικό συμπαραστάτη το δικηγόρο Αθηνών Γεώργιο Αγιοστρατίτη. Στην απολογία αυτή ο Χ3 δήλωσε ότι έχει γνώση του περιεχομένου όλων των εγγράφων της ανακρίσεως και κατόπιν, αφού επιβεβαίωσε ρητώς όλες τις προηγηθείσες, προανακριτικές απολογίες του, έδωσε όσες διευκρινίσεις ζήτησε ο ανακριτής, χωρίς να ανασκευάσει τίποτε. Στο πλαίσιο των απολογιών αυτών, ο κατηγορούμενος δήλωσε μετανοημένος για τη συμμετοχή του στην εγκληματική οργάνωση, ομολόγησε και περιέγραψε τη σύμπραξή του σε ένα μεγάλο αριθμό από τις δραστηριότητές της και υπέδειξε ως συνεργάτες ή καθοδηγητές του διάφορα πρόσωπα, άλλοτε μόνο με το ψευδώνυμο, με το οποίο εκείνα συμμετείχαν στην οργάνωση και άλλοτε, επιπλέον, με το πραγματικό τους όνομα. Με τον τρόπο αυτό, επιβάρυνε κάποιους από τους συγκατηγορουμένους του. Όταν η κατάσταση της υγείας του σταθεροποιήθηκε, την 2-9-2002, ο κατηγορούμενος, ως προσωρινά κρατούμενος, μετήχθη από το νοσοκομείο "..." στις φυλακές .... Την 27-10-2002, ο Χ3 κλήθηκε προς συμπληρωματική απολογία ενώπιον του αυτού εφέτη ανακριτή. Μετά τη λήψη προθεσμίας, απολογήθηκε την 31-10-2002, με την παρουσία του ως άνω δικηγόρου, οπότε κατέθεσε ταυτόχρονο υπόμνημα. Με το υπόμνημα αυτό αποκήρυξε όλα, όσα είχε καταθέσει προηγουμένως, τα οποία προσέβαλε ως αναληθή κατά περιεχόμενο. Δήλωσε ότι οι προανακριτικές και η πρώτη ανακριτική απολογία του στον εφέτη ανακριτή ήσαν αποτέλεσμα της άθλιας σωματικής και ψυχολογικής καταστάσεως, στην οποία είχε περιέλθει λόγω του τραυματισμού του, της νοσηλείας του στη μονάδα εντατικής θεραπείας, της αναγκαίας φαρμακευτικής αγωγής, την οποία ελάμβανε σύμφωνα με τις οδηγίες των θεραπόντων ιατρών και της πρόσθετης χορήγησης ψυχοτρόπων ουσιών, η οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, γινόταν με εντολές της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας και προκαλούσε σ' αυτόν παραισθήσεις και ανικανότητα να αντιλαμβάνεται τη σημασία των ερωτήσεων που δεχόταν και των απαντήσεων που έδινε. Στις ερωτήσεις που του έκανε ο εφέτης ανακριτής επί του απολογητικού υπομνήματος, ο Χ3 είπε ότι κατά το χρονικό διάστημα που εξακολουθούσε να βρίσκεται στο νοσοκομείο, φοβόταν να ανασκευάσει τις απολογίες του για να μην προκαλέσει την εκδικητική αντίδραση των οργάνων της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας και ότι κατά το χρονικό διάστημα από την αρχή της κράτησής του στις φυλακές ...μέχρι την κατάθεση του απολογητικού υπομνήματος, ήθελε να συνεννοηθεί με το δικηγόρο του. Επί της ουσίας της υποθέσεως αρνήθηκε να απαντήσει, δηλώνοντας ότι επιφυλάσσεται να μιλήσει στο Δικαστήριο και ότι δεν πρόκειται να επιβαρύνει στο εξής τους λοιπούς κατηγορουμένους. Σε όλες τις φάσεις της εξέτασής του στην προδικασία, οι λοιποί κατηγορούμενοι δεν είχαν τη δυνατότητα να παρευρίσκονται, ούτε αυτοπροσώπως ούτε δια συνηγόρου. Ως εκ τούτου δεν μπόρεσαν να υποβάλουν ερωτήσεις στο Χ3. Η στέρηση της δυνατότητας αυτής δεν οφείλεται σε ολιγωρία των ανακριτικών αρχών. Πράγματι, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, ο κατηγορούμενος δεν έχει το δικαίωμα να παρίσταται στην εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας ή του συγκατηγορουμένου, παρά μόνο κατ' εξαίρεση, όταν πιθανολογείται η αδυναμία της εμφάνισης αυτών στην επ' ακροατηρίου διαδικασία (ΚΠοινΔ 97 παρ.1, 219 παρ.2). Τέτοια πιθανολόγηση, όμως, δεν μπορούσε να γίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι δεν υπήρχαν προβλέψιμοι, αντικειμενικοί λόγοι που θα καθιστούσαν ανέφικτη την παρουσία του Χ3 στη δίκη, όπως και, πράγματι, δεν ανέκυψαν στη συνέχεια. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, ο Χ3 έθεσε ζήτημα ακυρότητας των προανακριτικών και της πρώτης ανακριτικής απολογίας του, οφειλόμενης, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, στις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν, οι οποίες συνιστούσαν γι' αυτόν "βασανιστήρια και προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας". Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών ερεύνησε τον ισχυρισμό του και τον απέρριψε ως ουσιαστικώς αβάσιμο (βλ. την 2164/28-7-2003 απόφαση). Σε ένδειξη διαμαρτυρίας, ο Χ3 αποχώρησε από τη διαδικασία, αφού δήλωσε ότι ανακαλεί, ως ανακριβή, τα όσα είχε πει στην προδικασία και ότι αρνείται να απολογηθεί και να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση επί της ουσίας, από όπου και αν προέρχεται. Μετά την αποχώρησή του, τέθηκε εκ μέρους του εισαγγελέως της έδρας ζήτημα βίαιης προσαγωγής του, προκειμένου να υποβληθεί σε ερωτήσεις. Όταν οι λοιποί κατηγορούμενοι και οι συνήγοροι υπερασπίσεως ρωτήθηκαν από το Δικαστήριο, δήλωσαν ότι σέβονται το δικαίωμα σιωπής του συγκατηγορουμένου και δεν επιθυμούν τη βίαιη προσαγωγή του. Είπαν, επίσης, ότι υπό άλλες συνθήκες θα είχαν να του κάνουν ερωτήσεις, αλλά ότι λόγω της αποχώρησής του αποδέχονται το ανέφικτο της άσκησης του δικαιώματος αυτού. Διευκρίνισαν, πάντως, ότι αντιλέγουν στην ανάγνωση των απολογιών, που είχε δώσει στην προδικασία. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών ανέγνωσε δημόσια τις απολογίες του Χ3 και τις αξιολόγησε μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία (βλ. την 2165/29-7-2003 απόφαση). Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, ο Χ3, που δεν είχε ασκήσει παραδεκτή έφεση, δεν συμμετείχε στη δίκη, παρά το γεγονός ότι θα μπορούσε να το κάνει κατ' άρθρο 469 ΚΠοινΔ, ως συγκατηγορούμενος ωφελούμενος από τις εφέσεις των λοιπών κατηγορουμένων. Όταν τέθηκε πάλι ζήτημα ανάγνωσης των απολογιών που είχε δώσει στην προδικασία, οι λοιποί κατηγορούμενοι αντέλεξαν. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέταξε την ανάγνωση των απολογιών αυτών (βλ. την 10/3-1-2007 απόφαση και τα σχετικά πρακτικά, όπου έχει καταχωρηθεί αυτούσιο το περιεχόμενο των σχετικών εκθέσεων). Τότε, οι λοιποί κατηγορούμενοι ζήτησαν να κληθεί ο Χ3, για να αποκτήσουν τη δυνατότητα να του υποβάλουν ερωτήσεις. Το Δικαστήριο διέταξε την κλήτευσή του (βλ. την 14/4-1-2007 απόφαση), αλλά ο Χ3 αρνήθηκε να εμφανισθεί. Κατόπιν, οι κατηγορούμενοι και οι συνήγοροι υπερασπίσεως ζήτησαν να διαταχθεί η βίαιη προσαγωγή του, για να του υποβάλουν ερωτήσεις, αλλά το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα με την προέχουσα αιτιολογία ότι αυτός, ως κατηγορούμενος κατ' άρθρο 469 ΚΠοινΔ, είχε το δικαίωμα της σιωπής και δεν έπρεπε να εξαναγκασθεί να καταθέσει (βλ. την 16/8-1-2007 απόφαση). Ανεξαρτήτως αυτού, όμως, από το σύνολο της συζήτησης που είχε προηγηθεί, τόσο ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου όσο και πρωτοδίκως, σχετικά με το ζήτημα της εξέτασης του Χ3 στο ακροατήριο, προέκυπτε με βεβαιότητα ότι η εκτέλεση της βίαιης προσαγωγής του, ακόμη και αν ήθελε διαταχθεί, θα απέβαινε άσκοπη (EΔΔΑ: Kucera κατά Αυστρίας της 3-10-2002), αφού αυτός είχε εκδηλώσει εμπράκτως τη σταθερή θέλησή του να απόσχει από τη δίκη και να μην απαντήσει σε ερωτήσεις. Κατόπιν αυτού, διαπιστώνεται ότι η αποστέρηση των λοιπών κατηγορουμένων από τη δυνατότητα υποβολής ερωτήσεων στο συγκατηγορούμενο Χ3 κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία οφείλεται στην αρνητική στάση εκείνου και δεν μπορεί να αποδοθεί σε ολιγωρία ούτε του Τριμελούς ούτε του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Μετά την ολοκλήρωση της αποδεικτικής διαδικασίας, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να θεμελιώσει την ουσιαστική κρίση του, χρησιμοποίησε και τις απολογίες που ο Χ3 είχε δώσει στην προδικασία, αφού, προηγουμένως, είχε δεχθεί, αιτιολογημένα, την εγκυρότητά τους (βλ. την 2795/4-12-2006 απόφαση και παρακάτω, αρ.14). Όπως συνάγεται, όμως, από τη γενική αναφορά των αποδεικτικών μέσων στην αρχή των επί της ενοχής αιτιολογιών του δικαστηρίου και από την ιδιαίτερη επίκληση ορισμένων από αυτά στην επί μέρους αιτιολόγηση μιας εκάστης των κατ' ιδίαν πράξεων (βλ. παραπάνω, αρ.12), οι επίμαχες απολογίες του Χ3 ούτε το μόνο αποδεικτικό μέσο ήσαν ούτε καθοριστική βαρύτητα είχαν στη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησης, αφού μόνο σε συνδυασμό με τις καταθέσεις άλλων μαρτύρων και κατηγορουμένων και με τα υπόλοιπα ευρήματα της ανακριτικής έρευνας απέκτησαν αποδεικτική αξία. Ειδικότερα, κατά τις απολογίες του, ο Χ3 αναφέρθηκε στη δράση ενός στελέχους της εγκληματικής οργάνωσης με το ψευδώνυμο "Λάμπρος", του οποίου δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει το πραγματικό όνομα. Το ότι το ψευδώνυμο αυτό αντιστοιχούσε στον Χ1 προέκυψε από τις απολογίες του Χ4 και του Χ5, που αναγνώρισαν τον "Λάμπρο" ο πρώτος εκ του φυσικού και ο δεύτερος σε φωτογραφία, η οποία απεικόνιζε τον Χ1. Ομοίως, αναφέρθηκε στη δράση ενός μέλους της οργάνωσης με το ψευδώνυμο "Χάρης", του οποίου το όνομα προέκυψε από φωτογραφία, στην οποία τον αναγνώρισε ο Χ5 και η οποία απεικόνιζε τον Χ6. Οι πληροφορίες που έδωσε για τους Χ5 και Χ2 επιβεβαιώθηκαν από αυτούς τους ίδιους. Υπό τα δεδομένα αυτά, η ανάγνωση στο ακροατήριο των απολογιών που ο Χ3 είχε δώσει στην προδικασία, παρά την εναντίωση των λοιπών κατηγορουμένων και χωρίς αυτοί να έχουν τη δυνατότητα να του απευθύνουν ερωτήσεις, δεν παραβίασε στη συγκεκριμένη περίπτωση το υπερασπιστικό δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ.3 στοιχ. δ' της ΕΣΔΑ, αφού αφ' ενός η στέρηση της εν λόγω δυνατότητας δεν μπορεί να αποδοθεί σε ολιγωρία των ανακριτικών ή δικαστικών αρχών και αφ' ετέρου το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δεν στήριξε την κρίση του αποκλειστικά ή σε καθοριστικό βαθμό επί των απολογιών αυτών. Πέραν τούτου, οι λοιποί κατηγορούμενοι ουδέποτε διευκρίνισαν επαρκώς το έννομο συμφέρον τους να υποβάλουν ερωτήσεις στο Χ3 (ΕΔΔΑ: Perna κατά Ιταλίας της 6-5-2003), με δεδομένο το ότι αυτός είχε ήδη δηλώσει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι ανακαλεί τις απολογίες της προδικασίας στο μέτρο που τους ενοχοποιούν και ότι τις καταγγέλλει ως προϊόν "βασανιστηρίων και προσβολής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας" (είναι διαφορετικό το ζήτημα ότι το δικαστήριο έκρινε, αιτιολογημένα, ως προσχηματική τη δήλωση αυτή, βλ. παρακάτω, αρ.14). Το περιστατικό της ανάκλησης των απολογιών του είχε γίνει γνωστό ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου από την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, όπου διαλαμβάνεται η εκτενής συζήτηση που τότε είχε διεξαχθεί επί του θέματος αυτού, με συμμετοχή του Χ3 (πριν από την αποχώρησή του) και όλων των λοιπών κατηγορουμένων και της υπερασπίσεως αυτών. Επομένως, ο πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου του αναιρεσείοντος Χ1 ο εικοστός λόγος του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ5, ο πρώτος λόγος (με στοιχείο Β5) του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ2 και οι δεύτερος λόγος (με στοιχείο 2Β) του αναιρετηρίου και δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγοι του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ6, με τους οποίους προβάλλεται η ακυρότητα της διαδικασίας λόγω στέρησης του δικαιώματος υποβολής ερωτήσεων στο συγκατηγορούμενο Χ3 και προσάπτεται στις παρεμπίπτουσες 10/3-1-2007, 14/4-1-2007 και 16/8-1-2007 αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι.
14.Όπως αναφέρθηκε ήδη (βλ. παραπάνω αρ.7), απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ.1 ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, επέρχεται [μεταξύ άλλων περιπτώσεων και] όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που εξασφαλίζουν την αποτελεσματική υπεράσπιση του κατηγορουμένου, είτε αυτές περιλαμβάνονται στο εθνικό δίκαιο είτε στις διεθνείς συμβάσεις, που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα και αποκτήσει την ισχύ του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος. Μεταξύ των διατάξεων αυτών συγκαταλέγονται και όσες κατοχυρώνουν το δικαίωμα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που καταλύεται όταν ο κατηγορούμενος, κατά τη διάρκεια της εξέτασής του, ακόμη και ως υπόπτου για την τέλεση αξιόποινης πράξης, καθίσταται αντικείμενο σωματικής ή ψυχολογικής βίας (άρθρα 7 παρ.2 του Συντάγματος και 3 της ΕΣΔΑ). Το δικαίωμα αυτό παραβιάζεται και όταν το περιεχόμενο της εξέτασης είναι αποτέλεσμα εκμετάλλευσης του "ελλειπτικού επιπέδου συνείδησης" του κατηγορουμένου, το οποίο είτε προϋπήρχε, οφειλόμενο σε λόγους άσχετους προς την εξέταση είτε δημιουργήθηκε εν όψει αυτής. Η έκθεση μιας τέτοιας εξέτασης, που συντάσσεται με στόχο την αθέμιτη λήψη είτε ομολογιών σε βάρος του κατηγορουμένου είτε δηλώσεων αυτού σε βάρος άλλων κατηγορουμένων, είναι άκυρη και δεν μπορεί να έχει αποδεικτική ισχύ. Η ακυρότητα της έκθεσης έχει προβλεφθεί πρωτίστως υπέρ του κατηγορουμένου που έχει εξετασθεί, διότι οι εγγυήσεις, υπό τις οποίες επιβάλλεται να διενεργηθεί η εξέταση, αποβλέπουν στην προστασία του δικαιώματός του να σιωπήσει και να μην αναφερθεί σε περιστατικά, που τον ενοχοποιούν (άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με ΚΠοινΔ 223 παρ. 4, ΟλΑΠ 2/1999, ΑΠ 2521/2008). Περαιτέρω, η άνευ των ως άνω εγγυήσεων εξέταση ενός κατηγορουμένου δεν επιτρέπεται να αξιολογηθεί αποδεικτικώς ούτε και σε βάρος άλλου κατηγορουμένου, διότι η αποστέρηση του πρώτου από την άσκηση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων καθιστά την εξέταση αμφίβολη ως προς την αξιοπιστία και ανεπιτήδεια να στηρίξει αποκλειστικά ή σε καθοριστικό βαθμό την καταδίκη του δευτέρου, που αντιλέγει στην ανάγνωσή της. Η κρίση του δικαστηρίου ως προς τη συνδρομή ή την ανυπαρξία λόγου που επηρεάζει το κύρος της εξέτασης, κατά τα προαναφερθέντα και την καταλληλότητα αυτής να τύχει αποδεικτικής αξιοποίησης πρέπει να αιτιολογείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ. Η παράλειψη ή η ανεπάρκεια της αιτιολόγησης ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών των προσβαλλόμενων αποφάσεων, ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών τέθηκε, εκ μέρους αφ' ενός του κατηγορουμένου Χ3 και αφ' ετέρου του αναιρεσείοντος Χ6, ζήτημα ότι οι προανακριτικές και η πρώτη ανακριτική απολογίες του πρώτου δόθηκαν υπό καθεστώς εκμετάλλευσης του "ελλειπτικού επιπέδου συνείδησης", στο οποίο αυτός βρισκόταν κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο νοσοκομείο "...", αφ' ενός λόγω της καταστάσεως της υγείας του καθ' εαυτή και αφ' ετέρου λόγω της σκόπιμης χορήγησης ψυχοτρόπων ουσιών. Επί του ζητήματος αυτού, το Πενταμελές Εφετείο, αφού διεξήγαγε αποδείξεις και άκουσε τις τοποθετήσεις των κατηγορουμένων και των συνηγόρων τους, απάντησε λεπτομερώς με την παρεμπίπτουσα 2795/4-12-2006 απόφασή του. Συγκεκριμένα, το δικαστήριο, διερευνώντας τους ισχυρισμούς ως προς την ψυχολογική κατάσταση του Χ3 κατά το χρόνο που είχε δώσει τις προανακριτικές και την πρώτη από τις ανακριτικές απολογίες, δέχθηκε ότι "Το απόγευμα της 5ης Ιουλίου κλήθηκαν από τους θεράποντες ιατρούς του, η Διευθύντρια του Ψυχιατρικού Τμήματος του ίδιου Θεραπευτηρίου ... και ο Αναπληρωτής Καθηγητής της Ψυχιατρικής ..., οι οποίοι προσήλθαν στο Νοσοκομείο και, αφού εξέτασαν τον Χ3 επί 15-20' της ώρας, διαπίστωσαν ότι αυτός είχε ικανοποιητικό επίπεδο συνείδησης, όπως το τελευταίο επιβεβαίωσε και πάλιν η ως άνω μάρτυρας, εξεταζόμενη ενόρκως ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου". Και, ακόμη, ότι "Ο μάρτυρας Μ1, ιατρός, εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, με σαφήνεια βεβαίωσε μεταξύ άλλων ότι, μετά την αποσωλήνωση του Χ3, στις 4-7-2002 και τη μεταφορά του από τη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας [ΜΕΘ] του 3ου ορόφου, στο 10ο όροφο του εν λόγω Θεραπευτηρίου, ο ίδιος, το βράδυ εκείνο, κατά το οποίο είχε εφημερία μέχρι το πρωί της 5-7-2002, διαπίστωσε ότι ο Χ3, επικοινωνούσε πλήρως. Την Τρίτη 9-7-2002, τον ρώτησε ο Χ3 αν υπήρχαν αστυνομικοί, καθώς επίσης τον ρώτησε για τον προσανατολισμό του δωματίου του, αν βλέπει δηλαδή το ΧΙΛΤΟΝ ή το Λυκαβηττό, από το οποίο ευλόγως υποδηλώνεται ανησυχία και του ίδιου και φόβος για ενδεχόμενο κτύπημα κατά της ζωής του. Είχε πλήρη επικοινωνία, ήξερε να προφυλαχθεί και είχε επίπεδο συνείδησης 15 που σημαίνει 100% συνείδηση. Επίσης, κατέθεσε ότι για τα ιατρικά προβλήματα κουβέντιαζαν με τις ώρες, κάθε μέρα και, μάλιστα, με λεπτομέρειες. Δηλαδή, ζητούσε να μάθει και το παραμικρό και, προσέθεσε ο μάρτυρας αυτός, με ξετίναζε και έπρεπε να πάω να διαβάσω, για να τον αντιμετωπίσω. Ήταν ένας άνθρωπος συνεπής, εκτελούσε τα πάντα με ακρίβεια. Στις 11-7-2002, οι πνευματικές του λειτουργίες ήταν τέλειες". Κατόπιν, το δικαστήριο, αφού διερεύνησε το ενδεχόμενο της χορήγησης φαρμακευτικών ουσιών, που θα μπορούσαν να έχουν επηρεάσει τις ψυχικές και νοητικές λειτουργίες του Χ3, δέχθηκε ότι "Τούτο αποκλείσθηκε με βεβαιότητα από τους ιατρούς του ...(βλ. αναγνωσθείσα έκθεση για τις συνθήκες νοσηλείας του) και τον θεράποντα ιατρό της ΜΕΘ Μ1 πράγμα που επιβεβαιώνει και η νοσηλεύτρια ...". Επίσης, ότι "Στις 12-7-2002 και επειδή είχαν δημοσιευθεί δηλώσεις της συντρόφου του Ζ1, απεστάλη δείγμα αίματος του Χ3 στο Εργαστήριο του εν λόγω Θεραπευτηρίου, με εντολή να μετρηθούν τα επίπεδα όλων τυχόν των ψυχοφαρμάκων που μπορούσε να μετρήσει το Εργαστήριο, αλλά το αποτέλεσμα της εξέτασης αυτής απέβη αρνητικό". Για να καταλήξει στο πόρισμα αυτό, το δικαστήριο αξιολόγησε και τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέσθηκε κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης ο ίδιος ο Χ3. Στην αιτιολογία του διέλαβε ότι "Ο ψυχίατρος Μ3, της επιλογής του Χ3, που τον εξέτασε στις φυλακές του ...μεταγενέστερα, δηλαδή στις 5-4-2003, κατέθεσε ότι κατά την εκτίμησή του οι ομολογίες δεν ήσαν αποτέλεσμα επίδρασης φαρμακευτικών ουσιών, αλλά οφείλονται στην εμφάνιση του συνδρόμου της ΜΕΘ [αισθητηριακή απομόνωση]. Ο ιατρός Μ1, όμως, και οι ως άνω δύο ψυχίατροι που τον εξέτασαν κατά τα ανωτέρω αποκλείουν την εμφάνιση του συνδρόμου αυτού. Σε ενίσχυση των ανωτέρω, έρχεται και το περιεχόμενο της προαναφερθείσας, από 8-9-2002, συνέντευξης που έδωσε ο Χ3, στο δημοσιογράφο Δ1 και ειδικότερα οι αναφορές που κάνει ο ίδιος 1) για το πώς εκτίμησε ότι βρισκόταν στην Ελλάδα, [δηλαδή] από τις κόρνες των αυτοκινήτων και [μάλιστα] στον ...από το ότι τα μηχανάκια κατέβαιναν με φρένο μηχανής, δηλαδή την [οδό] ..., αφού κανένα άλλο Νοσοκομείο δεν έχει τέτοια κατηφόρα, 2) για τις οδηγίες που έδωσε για να βρεθεί το μηχανάκι του στο ..., 3) για το λόγο που χτύπησαν τους Θ8 και Θ14 και ταυτίζεται με το περιεχόμενο των σχετικών προκηρύξεων και την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως ..... Κατά την κρίση του δικαστηρίου, η κατάθεση του Ψυχιάτρου Μ3 περί του αντιθέτου δεν είναι πειστική, καθ' όσον πρόκειται για εκτίμηση στην οποία κατέληξε όταν εξέτασε τον Χ3 στις φυλακές ..., κατόπιν [προσ]κλήσεως του ίδιου, πολλούς μήνες μετά την έξοδό του από τη ΜΕΘ και τη λήψη των απολογιών του. Τα αυτά δέον να λεχθούν και ως προς τις αναγνωσθείσες εκθέσεις των ψυχιάτρων [τεχνικών συμβούλων] ... και ...., οι οποίοι προσπαθούν να αναπαράγουν μια πραγματικότητα του απώτερου παρελθόντος, με υποθετικές εκτιμήσεις. Ας σημειωθεί ότι στις εκθέσεις τους αυτές οι εν λόγω ψυχίατροι ουδόλως βεβαιώνουν ότι δόθηκαν φάρμακα που μπορεί να θεωρηθούν ότι επέδρασαν στη συνείδηση του Χ3, κατά το κρίσιμο διάστημα που λήφθηκαν οι προσβαλλόμενες απολογίες". Με τις σκέψεις αυτές, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών απάντησε προσηκόντως και απέρριψε με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τους ισχυρισμούς περί του ότι οι κατά την προδικασία απολογίες του Χ3 ήσαν αποτέλεσμα εκμετάλλευσης του "ελλειπτικού επιπέδου συνείδησης", στο οποίο [δήθεν] βρισκόταν λόγω αφ' ενός της κακής υγείας του και της προηγηθείσας νοσηλείας του στη ΜΕΘ και αφ' ετέρου της σκόπιμης χορήγησης ψυχοτρόπων ουσιών προς αυτόν. Επομένως, ο δεύτερος λόγος (με στοιχείο 2Γ) του αναιρετηρίου και ο πρώτος (ως προς το δεύτερο σκέλος του) λόγος του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ6, με τους οποίους προβάλλεται η ακυρότητα της διαδικασίας λόγω της αποδεικτικής αξιοποίησης των εν λόγω απολογιών και η έλλειψη αιτιολογίας ως προς την παραδοχή του κύρους τους (ΚΠοινΔ 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Δ'), είναι αβάσιμοι.
15.Όπως αναφέρθηκε ήδη (βλ. παραπάνω αρ.7), απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ.1 ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, επέρχεται [μεταξύ άλλων περιπτώσεων και] όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που εξασφαλίζουν την αποτελεσματική υπεράσπιση του κατηγορουμένου, είτε αυτές περιλαμβάνονται στο εθνικό δίκαιο είτε στις διεθνείς συμβάσεις, που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα και αποκτήσει την ισχύ του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος. Μεταξύ των διατάξεων αυτών συγκαταλέγονται και όσες κατοχυρώνουν το δικαίωμα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που καταλύεται όταν ο κατηγορούμενος, κατά τη διάρκεια της εξέτασής του, καθίσταται αντικείμενο βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, σωματικής ή ψυχολογικής βίας (άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και 7 παρ.2 του Συντάγματος). Επίσης, συγκαταλέγεται το δικαίωμα στη χρηστή απονομή της δικαιοσύνης, που καταλύεται [μεταξύ άλλων και] όταν δεν δοθεί στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να χρησιμοποιήσει νομικό συμπαραστάτη για την υπεράσπισή του (άρθρο 6 παρ.1 και 3 στοιχ. γ' της ΕΣΔΑ και 100 ΚΠοινΔ). Η δυνατότητα άσκησης των δικαιωμάτων αυτών πρέπει να παρέχεται και στην περίπτωση που διενεργείται αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση επί αυτοφώρου εγκλήματος, οπότε και πάλι ο κατηγορούμενος πρέπει να εξετάζεται με τις εγγυήσεις που παρέχει η κυρία ανάκριση (ΚΠοινΔ 105 εδ. α', όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 2 παρ.2 του ν. 2408/1996, με παραπομπή στις ΚΠοινΔ 273, 274), με σεβασμό του δικαιώματός του να σιωπήσει και να μην αποκαλύψει περιστατικά, τα οποία τον ενοχοποιούν (ΕΔΔΑ: Allan κατά Ηνωμένου Βασίλειου της 5-11-2002, ΟλΑΠ 2/1999). Η παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων καθιστά άκυρη την εξέταση του κατηγορουμένου και επιβάλλει την αφαίρεση της σχετικής έκθεσης από τη δικογραφία (ΚΠοινΔ 31 παρ.2 εδ. β', όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με τα άρθρα 2 παρ.1 του ν. 3160/2003 και 5 του ν. 3346/2005, ΚΠοινΔ 105 εδ. β' και γ'). Η άκυρη εξέταση δεν επιτρέπεται να αξιοποιηθεί αποδεικτικώς σε βάρος του κατηγορουμένου, εκτός εάν ισχυροποιηθεί με την επιβεβαίωση ή την επανάληψή της σε μεταγενέστερη απολογία, που θα ληφθεί ελευθέρως, με δυνατότητα άσκησης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων (ΑΠ 645/2004, 710/2003). Άλλη εκδήλωση του δικαιώματος στη χρηστή απονομή της δικαιοσύνης είναι η παροχή στον κατηγορούμενο της δυνατότητας να εξετάσει με τους ίδιους όρους τους μάρτυρες κατηγορίας και υπερασπίσεως (άρθρο 6 παρ.3 στοιχ. δ' της ΕΣΔΑ). Η άρνηση της δυνατότητας αυτής, εφ' όσον σε συγκεκριμένη περίπτωση και σε συνδυασμό με το σύνολο των δεδομένων της ποινικής διαδικασίας δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, καταλύει το δίκαιο χαρακτήρα της δίκης και δημιουργεί, επίσης, την ως άνω ακυρότητα. Σε κάθε περίπτωση, η απόρριψη του αιτήματος για την κλήτευση και την εξέταση μαρτύρων πρέπει να αιτιολογείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ. Η παράλειψη ή η ανεπάρκεια της αιτιολόγησης ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών των προσβαλλόμενων αποφάσεων, ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών τέθηκε εκ μέρους του αναιρεσείοντος Χ5 το ζήτημα ότι, στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης, η από 18-7-2002 απολογία αυτού, κατά την οποία προβαίνει σε ομολογίες που τον επιβαρύνουν, δόθηκε αφ' ενός χωρίς να παρασχεθεί σ' αυτόν η δυνατότητα χρησιμοποίησης συνηγόρου υπεράσπισης και αφ' ετέρου υπό καθεστώς τόσο σωματικής βίας, συνιστάμενης σε άμεσες σωματικές κακώσεις, σε υπέρμετρη σωματική καταπόνηση από πολύωρη στέρηση ύπνου και τροφής και σε χορήγηση ψυχοτρόπων ουσιών όσο και ψυχολογικής βίας, συνιστάμενης σε απειλές σε βάρος της ζωής του ιδίου και της σωματικής ακεραιότητας της ανήλικης θυγατέρας του. Και ότι η επιβεβαίωση του περιεχομένου αυτής κατά την από 23-7-2002 απολογία του ενώπιον του τακτικού ανακριτή, όπου χρησιμοποίησε συνήγορο υπεράσπισης, δεν ήταν, επίσης, αυθόρμητη και ειλικρινής, διότι επηρεάσθηκε από την παρουσία ενόπλων αστυνομικών μέσα στο γραφείο του ανακριτή, οι οποίοι υπενθύμιζαν, σιωπηρώς, τα δεινά που είχε υποστεί στην αστυνομία και το ενδεχόμενο της επανάληψής τους μόλις θα επέστρεφε εκεί. Επί του ζητήματος αυτού, το Πενταμελές Εφετείο, αφού διεξήγαγε αποδείξεις και άκουσε τις τοποθετήσεις του κατηγορουμένου και της υπεράσπισής του, απάντησε λεπτομερώς με την παρεμπίπτουσα 2795/4-12-2006 απόφασή του. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι (ακολουθεί η διατύπωση του εφετείου) "Ο κατηγορούμενος Χ5 εξετάσθηκε για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση ενώπιον της προανακρίνουσας Αστυνομικής Αρχής στις 18-7-2002, όπου σε πολυσέλιδη κατάθεσή του αποδέχεται μέρος της κατηγορίας. Την επομένη ημέρα οδηγήθηκε ενώπιον της 4ης Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Αθηνών, όπου ζήτησε να του παρασχεθεί πενθήμερη προθεσμία και διόρισε ως συνήγορό του τη δικηγόρο Αννίτα Πολιτάκη. Στις 23-7-2002 εμφανίσθηκε ενώπιον της εν λόγω Ανακρίτριας και, αφού ανακάλεσε την παραπάνω συνήγορο, διόρισε ως νέους συνηγόρους του τους δικηγόρους Τεντολούρη και Κούρκουλο και στη συνέχεια απολογήθηκε. Εν μέρει βελτίωσε υπέρ αυτού τη θέση του, χωρίς να αρνηθεί τελείως τη συμμετοχή του και ζήτησε την υπέρ αυτού εφαρμογή της ευνοϊκής ρύθμισης του νόμου, διότι, κατ' αυτόν, συνέβαλε ουσιαστικά στην εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης. Ουδένα λόγο, όμως, έκανε περί βασανιστηρίων, απειλών ή κακομεταχείρισής του (ιδίως για απειλή απαγωγής, βιασμού της θυγατέρας του και κακομεταχείρισης του ίδιου με ύπουλο σφίξιμο των χειροπεδών). Την 29-7-2002 οδηγήθηκε στις φυλακές .... [ως προσωρινώς κρατούμενος] και ακολούθως, την 23-10-2002 εμφανίστηκε χωρίς δικηγόρο ενώπιον του Επίκουρου Εφέτη Ανακριτή, ο οποίος του απήγγειλε νέες κατηγορίες, πήρε δε προθεσμία προς απολογία για την 30-10-2002. Την ημέρα αυτή ο κατηγορούμενος, παρισταμένου και του νέου συνηγόρου του Κων. Παπαδάκη, απολογήθηκε ενώπιον του αυτού ως άνω Ανακριτή και, αφού ανακάλεσε τις δύο προηγούμενες απολογίες του, προέβαλε - για πρώτη φορά - ότι αυτές λήφθηκαν κατόπιν ξυλοδαρμών και απειλών σε βάρος αυτού και της οικογενείας του, που συνιστούν βασανισμό του και προσβολές της αξιοπρέπειάς του, με τον τρόπο δε αυτό επιδείνωσαν και τη βαριάς μορφής δισκοπάθεια από την οποία πάσχει. Επίσης, ισχυρίσθηκε στον πιο πάνω Ανακριτή ότι στις ομολογίες του, που προαναφέρθηκαν, συνετέλεσε και η επίδραση ενδεχόμενων ουσιών που τον έκαναν να βλέπει με συμπάθεια τους βασανιστές του και ότι τα ανωτέρω δεν τα είπε νωρίτερα επισήμως, αλλά περίμενε να εμφανισθεί ενώπιόν του για να τα εκθέσει. Αν, όμως, πράγματι η προανακριτική απολογία του κατηγορούμενου Χ5 είχε ληφθεί υπό τις συνθήκες που ισχυρίζεται, δεν δικαιολογείται [το] ότι δεν ανέφερε το γεγονός αυτό στην Τακτική Ανακρίτρια ούτε στις 19-7-2002, που ζήτησε και έλαβε προθεσμία ούτε στις 23-7-2002, που απολογήθηκε με την παρουσία των δικηγόρων Τεντολούρη και Κούρκουλου. Ο ισχυρισμός του ότι φοβόταν, επειδή θα επέστρεφε στην Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία, η οποία τον είχε προειδοποιήσει να μην αλλάξει κάτι, δεν ευσταθεί, διαφορετικά δεν δικαιολογείται η παράστασή του με τους πιο πάνω δικηγόρους. Πέραν τούτων, ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν στις φυλακές ... από 29-7-2002 και είχε ξεφύγει από τα χέρια της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας, δεν ανέφερε τα περί βασανιστηρίων, παρά μόνο στις 30-10-2002 ενώπιον του Επίκουρου Εφέτη Ανακριτή, δηλαδή μετά πάροδο, περίπου, δυόμισι [ορθό: τρεισήμισι] μηνών και ενώ ήδη είχε εμφανιστεί ο συγκατηγορούμενός του Φ2, θέλοντας, προδήλως, με τον τρόπο αυτό και την ανάκληση των απολογιών του να δικαιολογήσει την [αρχική] συνεργασία του με τις Αρχές". Το Πενταμελές Εφετείο, όμως, δεν περιορίσθηκε στο να εξαγάγει συμπεράσματα από την καθυστέρηση του X5 να καταγγείλει τις συνθήκες της προανακριτικής απολογίας του. Εξέτασε επί του ζητήματος αυτού τους μάρτυρες που πρότεινε ο καταγγέλλων και τους λοιπούς κατηγορουμένους και δέχθηκε ότι "Την ίδια εποχή από τις φυλακές ...ο Χ3 έδινε τηλεφωνικές συνεντεύξεις προς δημοσιογράφο, πράγμα που υποδηλώνει ελευθερία [της] προς τα έξω πληροφόρησης και, μάλιστα, για ένα τόσο σοβαρό συμβάν, [για το οποίο], κατά τον κατηγορούμενο, υπήρχαν και εμφανή σημάδια. Αλλά και στον εν λόγω [Εφέτη] Ανακριτή δεν ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος ότι υπήρχαν στο σώμα του ίχνη από την κακομεταχείριση που προβάλλει, ενώ το πλέον εύλογο θα ήταν να επιδείξει τα σημάδια που επικαλείται και να ζητήσει την άμεση εξέτασή του από ιατροδικαστή, καθώς και τη δίωξη των υπαιτίων, πράγμα που έκανε μόλις περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2002 υποβάλλοντας σχετική μήνυση. Ούτε κάποιος ιδιώτης ιατρός της επιλογής του κατηγορούμενου αυτού ή μέλος του προσωπικού των φυλακών κλήθηκε από τον ίδιο να επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό του για την ύπαρξη εμφανών σημείων κακοποίησής του, όπως λ.χ. μελανά σημεία στα πλευρά του. Οι αόριστες δηλώσεις των συγκατηγορουμένων του περί βασανισμού του δεν ανταποκρίνονται προς την αλήθεια. Ενδεικτικά, ενώ αυτός ισχυρίζεται ότι ο Χ4 είχε δει από ανοιχτό παράθυρο να τον κτυπούν, ο τελευταίος αναφέρει ότι δεν είδε ότι τον κτυπούσαν. Ο Χ2 καταθέτει ότι έβλεπε κάποιον να βγαίνει αγριεμένος από το Γραφείο της Αντιτρομοκρατικής, όπου είχαν τον κατηγορούμενο, να σκουπίζει τα ματωμένα χέρια του και να ξαναμπαίνει μέσα, ενώ ούτε ο ίδιος ο X5 ισχυρίσθηκε ότι από τον ξυλοδαρμό του είχαν προκληθεί πληγές που αιμορραγούσαν". Πρέπει να τονισθεί στο σημείο αυτό ότι από την επισκόπηση του δικογράφου των προσθέτων λόγων προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ομιλεί μόνο περί ρινορραγίας, η οποία, κατά την κοινή πείρα, δεν είναι απαραίτητο να οφείλεται σε κτύπημα, αλλά μπορεί να προέλθει και από συναισθηματική ένταση, όπως αυτή που μπορεί να αισθανθεί κάποιος που προδίδει τους πρώην συντρόφους του. Και συνεχίζει η αιτιολογία του Πενταμελούς Εφετείου "Ομοίως, δεν είναι αληθείς και οι διαβεβαιώσεις των στενώς με αυτόν συνδεόμενων προσώπων (αδελφής του, συντρόφου του) που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, αφού δεν υπάρχει κάποιο αντικειμενικό στοιχείο που να τις επιστηρίζει. Τεκμήριο εναντίον αυτών που ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος X5 θα πρέπει να θεωρηθεί και το ότι βασικοί κατηγορούμενοι, όπως οι Χ1 και Φ2, κατέθεσαν ότι καμία σοβαρή απειλή ή κάποια έστω και ασήμαντη σωματική κάκωση ή χρήση φαρμακευτικών ουσιών ασκήθηκε εναντίον τους και δεν προέκυψε ότι υπήρχε κάποιος βάσιμος λόγος διαφορετικής μεταχείρισης του εν λόγω κατηγορουμένου, όταν μάλιστα το παγκόσμιο ενδιαφέρον ήταν κριτικά στραμμένο προς την ενεργούμενη τότε προανακριτική έρευνα και κάθε τέτοια δήλωση κατηγορουμένου θα είχε εγείρει θύελλα διαμαρτυριών. Ο ισχυρισμός αυτού ότι τούτο οφείλεται σε λόγους εκδίκησης των ανδρών της Αντιτρομοκρατικής, διότι, όταν τον είχαν συλλάβει κατά το έτος 1993, δεν κατάφεραν να στοιχειοθετήσουν σε βάρος του κατηγορία, είναι μη πειστικός, αφού ανατρέπει τον κυρίως προβαλλόμενο, δηλαδή ότι ο ξυλοδαρμός του σκοπό είχε τον εξαναγκασμό του να προβεί στις επίμαχες απολογίες. Άλλωστε δεν δικαιολογείται γιατί η Αντιτρομοκρατική δεν ενήργησε με ανάλογο τρόπο και έναντι άλλων κατηγορουμένων, που φέρονται, επίσης, ότι την είχαν εκθέσει επί πολλά έτη, παραμένοντας ασύλληπτοι. Επί πλέον, δεν αποδείχθηκε ότι, κατά την απολογία του ενώπιον της 4ης Ανακρίτριας, αστυνομικά όργανα, εντεταλμένα για τη φύλαξη αυτής, του Εισαγγελέα, της Γραμματέως και του ίδιου, τον στόχευαν με τα όπλα τους (με ακτίνες) ούτε ότι η παρουσία τους επηρέασε καθοιονδήποτε τρόπο την ελεύθερη έκφραση αυτού και την εν γένει άσκηση των δικαιωμάτων του. Ενόψει όλων τούτων κρίνεται από το δικαστήριο ότι οι προσβαλλόμενες απολογίες του κατηγορούμενου X5 δεν υπήρξαν αποτέλεσμα βασανιστηρίων, απειλών ή προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, αλλά, αντιθέτως, ήσαν αυθεντικές και αυθόρμητες". Και ακόμη, το Πενταμελές Εφετείο, για να ενισχύσει την κρίση του, περί του ότι η επιβεβαίωση της προανακριτικής απολογίας ενώπιον του τακτικού ανακριτή, παρουσία συνηγόρου, υπήρξε ελεύθερη και ειλικρινής, προέβη σε συγκριτική στάθμιση του περιεχομένου αυτής προς το περιεχόμενο της ανακριτικής απολογίας και κατέληξε στο ότι "Περιλαμβάνονται σ' αυτές και θετικά γι' αυτόν στοιχεία, όπως λ.χ. ότι ενώ στην προανακριτική του απολογία έλεγε ότι ήταν μέλος της επαναστατικής οργάνωσης μέχρι την ημέρα της σύλληψής του, στην ενώπιον της Ανακρίτριας απολογία του ισχυρίστηκε ότι παρέμεινε στην ομάδα μέχρι το 1992. Σε άλλο δε σημείο αυτής ότι έπαυσε να συμμετέχει στην ομάδα μετά τις 16/5/1993, που συνελήφθη από τυχαίο γεγονός από την Αντιτρομοκρατική. Επίσης, στην ίδια ανακριτική απολογία του, καταθέτοντας ευνοϊκά γι' αυτόν και σε αντίθεση με όσα είχε καταθέσει προανακριτικά, ισχυρίστηκε ότι αυτός δεν χειριζόταν όπλα και συνήθως οδηγούσε μηχανές. Ευνοϊκές για τον ίδιο είναι και οι δηλώσεις που περιέχονται στην ανακριτική του κατάθεση, ότι δεν συμφωνεί με φράσεις που αναφέρονται στην προανακριτική, διότι αφορούν το παρελθόν και σήμερα δεν συμφωνεί με αυτές. Ότι είναι στη διάθεση της Ανακρίτριας να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση για τη διαλεύκανση της υπόθεσης. Ότι από την αρχή συνέβαλε ουσιαστικά στην εξάρθρωση της εγκληματικής αυτής οργάνωσης, όπως τη χαρακτήρισε. Και ότι ζητεί να υπαχθεί στην ευνοϊκή ρύθμιση του Νόμου. Αλλά και υπέρ συγκατηγορουμένων του έχει καταθέσει ευνοϊκότερα, αφού ενώπιον της Ανακρίτριας ισχυρίστηκε ότι δεν είδε ποτέ ποιος πυροβολούσε, [πράγμα] που έρχεται σε αντίθεση με την προανακριτική του κατάθεση". Καταλήγοντας, για να αποκλείσει τον ισχυρισμό περί στερήσεως της δυνατότητας να έχει δικηγόρο στην προανάκριση, το Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε ότι "Ο εν λόγω κατηγορούμενος δεν στερήθηκε των υπερασπιστικών δικαιωμάτων που απορρέουν από τα άρθρο 100, 101, 102, 103, 104 επ. ΚΠοινΔ. Αντιθέτως, μάλιστα, αποδείχθηκε ότι, όταν κατά την προανάκριση έλαβε γνώση τούτων, αυτός, προτιθέμενος να συνεργασθεί με τις Αρχές, αρνήθηκε να κάνει χρήση τούτων. Όπως δε προαναφέρθηκε και προκύπτει και από το κείμενο της ανακριτικής του απολογίας, όταν εμφανίσθηκε ενώπιον της Ανακρίτριας διόρισε δικηγόρους και αφού ζήτησε και έλαβε προθεσμία απολογήθηκε με την παρουσία τους. Κατ' ακολουθία, η ένσταση περί ακυρότητας της προανακριτικής και της ανακριτικής απολογίας του κατηγορούμενου X5 πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη". Η προαναφερθείσα αιτιολογία είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, αφού από το περιεχόμενό της συνάγονται σαφώς δύο, ουσιώδεις παραδοχές. Πρώτα, το ότι στην αστυνομική προανάκριση ο αναιρεσείων δεν είχε χρησιμοποιήσει συνήγορο υπεράσπισης, διότι παραιτήθηκε από το σχετικό δικαίωμα και ότι σε κάθε περίπτωση, ακόμη δηλαδή και αν η παραίτηση αυτή δεν ήταν εκούσια, η προανακριτική του απολογία επιβεβαιώθηκε ενώπιον του τακτικού ανακριτή, με την παρουσία δύο συνηγόρων υπεράσπισης. Και έπειτα, το ότι ο ισχυρισμός περί χρήσεως, κατά την προανάκριση, σωματικής και ψυχολογικής βίας, της οποίας η επίδραση εξακολουθούσε μετά πενθήμερο, κατά την κυρία ανάκριση, υπήρξε αβάσιμος αφ' ενός διότι προβλήθηκε καθυστερημένα, όταν ο αναιρεσείων δέχθηκε εντός της φυλακής τον έλεγχο των συγκρατουμένων του, τους οποίους είχε καταδώσει ως μέλη της ίδιας οργάνωσης και υποχρεώθηκε να προσλάβει νέο συνήγορο και να μεταβάλει την υπερασπιστική του γραμμή και αφ' ετέρου διότι δεν επιβεβαιώθηκε με ευθύ και αδιάσειστο τρόπο εκ μέρους των μαρτύρων που ο ίδιος είχε προτείνει και των συγκατηγορουμένων που είχαν εξετασθεί παρεμπιπτόντως. Από την επισκόπηση του δικογράφου των προσθέτων λόγων, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μίλησε περί βασανισμού για πρώτη φορά την 30-10-2002, ενώπιον του επίκουρου, ειδικού εφέτη ανακριτή. Τότε, δεν είπε τίποτε για παραμένοντα σημάδια στο σώμα του και δεν επικαλέσθηκε μαρτυρίες τρίτων. Ανέφερε, μόνο, ότι οι συγκατηγορούμενοι Χ4 και ... του είχαν πει ότι αντιλήφθηκαν την κακομεταχείριση, που είχε υποστεί στην αστυνομία. Κατά συνέπεια, ο εφέτης ανακριτής δεν είχε αφορμή για να διατάξει ιατροδικαστική εξέταση. Μετά από δύο μήνες, ο αναιρεσείων υπέβαλε την από 30-12-2002 έγκληση κατά παντός υπευθύνου, με την οποία κατήγγειλε βασανισμό και ζήτησε τη διενέργεια ιατροδικαστικής διάγνωσης και την εξέταση μαρτύρων. Στην προκαταρκτική έρευνα που ακολούθησε, εξετάσθηκαν οι προταθέντες μάρτυρες. Ιατροδικαστική διάγνωση δεν έγινε, διότι μετά την πάροδο εξαμήνου από την ημέρα του καταγγελλόμενου βασανισμού δεν ήταν πιθανό να υπάρχουν αντικειμενικά ευρήματα. Οι αναφερόμενες μελανιές στη μέση του αναιρεσείοντος, ακόμη και αν διαπιστώνονταν, δεν θα ήταν δυνατό να χρονολογηθούν με ακρίβεια, για να διαγνωσθεί αν είχαν γίνει την 18-7-2002 κατά την αστυνομική προανάκριση ή αργότερα, κατά την προσωρινή κράτησή του και για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Η παράλειψη αυτή, συνεπώς, δεν μπορεί να αποδοθεί σε ολιγωρία των ανακριτικών αρχών, αλλά σε αμέλεια του ίδιου του αναιρεσείοντος, που δεν προέβαλε τον ισχυρισμό του εγκαίρως. Επί της εγκλήσεως εκδόθηκε απορριπτική διάταξη του αρμόδιου εισαγγελέα πρωτοδικών, η οποία, κατόπιν ασκήσεως προσφυγής εκ μέρους του αναιρεσείοντος, επικυρώθηκε με διάταξη του εισαγγελέα εφετών Αθηνών. Περαιτέρω, από την αυτή επισκόπηση προκύπτει ότι ο αναιρεσείων επανέφερε το ζήτημα του βασανισμού του, επανειλημμένα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου. Εκεί, ζήτησε τρεις φορές να κληθούν και να εξετασθούν ως μάρτυρες αφ' ενός οι αστυνομικοί υπάλληλοι .... και ...., που είχαν συμπράξει στη λήψη της από 18-7-2002 προανακριτικής απολογίας του και αφ' ετέρου ο αστυνομικός υπάλληλος ..., στο πρόσωπο του οποίου ισχυρίσθηκε ότι αναγνώρισε ένα από τους βασανιστές του. Το Πενταμελές Εφετείο απέρριψε το αίτημα αυτό, με τις 415/23-2-2006, 2151/21-9-2006 και 2373/17-10-2006 παρεμπίπτουσες αποφάσεις, στις οποίες επανέλαβε την ίδια αιτιολογία. Συγκεκριμένα, δέχθηκε ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αιτούντος την εξέταση, οι δύο πρώτοι από τους προτεινόμενους μάρτυρες είχαν ασκήσει στην ίδια υπόθεση προανακριτικά καθήκοντα και ο τρίτος από αυτούς φερόταν ως αυτουργός αξιόποινης πράξης (ΠΚ 137Α). Ως εκ τούτου, οι δύο πρώτοι είχαν καταστεί ανεπιτήδειοι μάρτυρες (ΚΠοινΔ 211 περ. α') και ο τρίτος δεν ήταν δυνατό να υποχρεωθεί να καταθέσει περιστατικά, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για βασανιστήρια (ΚΠοινΔ 223 παρ.4). Κατά συνέπεια, η κλήτευση και επ' ακροατηρίου εξέταση των ως άνω αστυνομικών υπαλλήλων δεν θα ήταν πρόσφορη για την απόδειξη των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος. Κατόπιν αυτών, το Πενταμελές Εφετείο με επαρκή αιτιολογία κατέληξε στο πόρισμα ότι δεν έπρεπε να διατάξει την κλήτευση των προσώπων που ζητούσε ο αναιρεσείων και ότι δεν είχε εμφιλοχωρήσει ακυρότητα της προανακριτικής απολογίας αυτού. Επομένως, οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι του αναιρετηρίου και ο δέκατος έβδομος λόγος του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος X5, με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας και ακυρότητα της διαδικασίας λόγω χρήσεως παρανόμου αποδεικτικού μέσου και στέρησης του δικαιώματος εξέτασης μαρτύρων και προσάπτονται στις παρεμπίπτουσες 415/23-2-2006, 2151/21-9-2006, 2373/17-10-2006 και 2795/4-12-2006 αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών οι πλημμέλειες του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Δ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι.
16.Όπως αναφέρθηκε ήδη (βλ. παραπάνω αρ.7), απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ.1 ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, επέρχεται [μεταξύ άλλων περιπτώσεων και] όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που εξασφαλίζουν την αποτελεσματική υπεράσπιση του κατηγορουμένου, είτε αυτές περιλαμβάνονται στο εθνικό δίκαιο είτε στις διεθνείς συμβάσεις, που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα και αποκτήσει την ισχύ του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος. Μεταξύ των διατάξεων αυτών συγκαταλέγονται και οι εγγυήσεις των άρθρων 100 επ. ΚΠοινΔ, ήτοι η δυνατότητα του κατηγορουμένου να παρασταθεί με συνήγορο με τον οποίο μπορεί να επικοινωνεί, να μελετήσει τα έγγραφα της ανάκρισης είτε αυτοπροσώπως είτε δια του συνηγόρου του, να λάβει αντίγραφα αυτών και να ζητήσει προθεσμία για να προετοιμάσει την απολογία του. Με το άρθρο 2 παρ. 2 εδ. α' του ν. 2408/1996, που αντικατέστησε το άρθρο 105 ΚΠοινΔ, οι εγγυήσεις αυτές επεκτάθηκαν και στην προανάκριση. Ειδικότερα, ορίσθηκε ότι "Όταν ενεργείται προανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ. 2 του παρόντος, η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104. Η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα άλλα, εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31". Η άκυρη εξέταση δεν επιτρέπεται να αξιοποιηθεί αποδεικτικώς σε βάρος του κατηγορουμένου, εκτός εάν ισχυροποιηθεί με την επιβεβαίωση ή την επανάληψή της σε μεταγενέστερη απολογία, που θα ληφθεί με δυνατότητα άσκησης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων (ΑΠ 645/2004, 710/2003). Για το παραδεκτό του ως άνω αναιρετικού λόγου, πέραν του ότι η ως άκυρη αποκρουόμενη εξέταση του κατηγορουμένου αναγνώσθηκε στο ακροατήριο παρά την εναντίωσή του, πρέπει να εκτίθενται επαρκώς σ' αυτόν αφ' ενός οι περιστάσεις που οδήγησαν στην ακυρότητα (δηλαδή, οι συγκεκριμένες, μία ή περισσότερες παραβιάσεις των υπερασπιστικών δικαιωμάτων), ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητας του ισχυρισμού και της ενδεχόμενης αποκατάστασης των ελλείψεων της προσβαλλόμενης πράξης σε μεταγενέστερη εξέταση και αφ' ετέρου τα σημεία του περιεχομένου της εξέτασης που αξιοποιήθηκαν αποδεικτικώς και έβλαψαν τον αναιρεσείοντα, ώστε να καθίσταται εφικτή η στάθμιση της έντασης (δηλαδή, της αποκλειστικότητας, του καθοριστικού βαθμού ή του συνδυασμού με άλλα, ισοδύναμα αποδεικτικά στοιχεία), με την οποία η άκυρη εξέταση αξιοποιήθηκε σε βάρος του. Μόνο υπό αυτές τις προϋποθέσεις δικαιολογείται το έννομο συμφέρον του κατηγορουμένου να προτείνει ως λόγο αναίρεσης την παραπάνω ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ενώ, διαφορετικά, ο περί αυτής λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και, ως εκ τούτου, απαράδεκτος (ΑΠ 1824/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Χ2 παραπονείται με το αναιρετήριο (δεύτερος λόγος, υπό στοιχείο Γ2) και με το δικόγραφο των προσθέτων (πρώτος λόγος, υπό στοιχείο Β2) για ακυρότητα λόγω παραβίασης της αρχής της δίκαιης δίκης, επελθούσης από την σε βάρος του αποδεικτική χρησιμοποίηση της από 17-7-2002 προανακριτικής και της από 21-7-2002 ανακριτικής απολογίας του ιδίου, οι οποίες, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, ήσαν άκυρες, λόγω της κατά τη λήψη τους στέρησης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων αυτού, ως κατηγορουμένου. Ουδέν προσδιορίζει, όμως, τόσο στο αναιρετήριο όσο και στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων, ούτε ως προς το λόγο της επικαλούμενης ακυρότητας των απολογιών αυτών (ποιο δικαίωμα παραβιάσθηκε και με ποιο τρόπο) ούτε ως προς τα σημεία του περιεχομένου τους, που κατά την άποψή του ήσαν αναληθή και τον έχουν επιβαρύνει. Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι του αναιρετηρίου και του δικογράφου των προσθέτων του αναιρεσείοντος Χ2 είναι αόριστοι και, ως εκ τούτου, προεχόντως απαράδεκτοι. Παρά ταύτα, από την επισκόπηση των πρακτικών των προσβαλλόμενων αποφάσεων, προκύπτει ότι το Πενταμελές Εφετείο ερεύνησε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί παραβιάσεως των υπερασπιστικών δικαιωμάτων και δέχθηκε ότι "Ο κατηγορούμενος Χ2 εξετάσθηκε ενώπιον της προανακρίνουσας Αστυνομικής Αρχής στις 17-7-2002. Την επομένη ημέρα οδηγήθηκε ενώπιον της 4ης Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Αθηνών, όπου ζήτησε και έλαβε προθεσμία για την 21-7-2002. Κατά την ημέρα αυτή εμφανίσθηκε ενώπιον της εν λόγω Ανακρίτριας και αφού αναφέρθηκε στην προανακριτική του απολογία, της οποίας επιβεβαίωσε το περιεχόμενο, απολογήθηκε χωρίς δικηγόρο. Δεν αποδείχθηκε, όμως, ότι κατά τη λήψη των εν λόγω απολογιών ο κατηγορούμενος στερήθηκε των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων εκ των άρθρων 100, 101, 102, 103, 104 επ. ΚΠοινΔ. Αντιθέτως, μάλιστα, όπως προκύπτει και από τα κείμενα των απολογιών του, τα δικαιώματα αυτά του γνωστοποιήθηκαν, πλην επέλεξε να συνεργαστεί με τις Αρχές και ζήτησε την προστασία της σωματικής ακεραιότητας του ίδιου και των μελών της οικογενείας του. Επίσης, δήλωσε, ότι μετανοεί για τις αξιόποινες πράξεις που έκανε και ζήτησε γι' αυτές συγγνώμη, καθώς και την υπαγωγή του στην ευνοϊκή ρύθμιση του νόμου για την εξάρθρωση της ΕΟ 17Ν. Ακόμη, προκύπτει ότι ο προανακρίνων και η Ανακρίτρια, με απόλυτη πληρότητα και σαφήνεια, εξέθεσαν στον κατηγορούμενο τις πράξεις για τις οποίες του απήγγειλαν την κατηγορία, όλα δε όσα κατέθεσε αυτός και καταχωρήθηκαν στις εκθέσεις των απολογιών του σχετίζονται με τις εν λόγω κατηγορίες. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω απολογίες του ήσαν αυθεντικές και αυθόρμητες και δεν ήσαν αποτέλεσμα ούτε προσβολής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνεπεία λ.χ. σωματικής κάκωσης, βλάβης της υγείας, άσκησης παράνομης σωματικής ή ψυχολογικής βίας, ούτε βασανιστηρίων, εξαιτίας π.χ. μεθοδευμένης πρόκλησης έντονου σωματικού πόνου ή εξάντλησης επικίνδυνης για την υγεία, αϋπνίας, ταλαιπωρίας, ψυχικού πόνου ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη, απομόνωσης, απειλών σε βάρος του ίδιου ότι θα ξαναγυρίσει στην Αντιτρομοκρατική και μελών της οικογενείας του, καθώς και χρησιμοποίησης χημικών, ναρκωτικών ή άλλων φυσικών ή τεχνικών μέσων με σκοπό να κάμψουν τη βούλησή του". Και ακόμη, το Πενταμελές Εφετείο, για να ενισχύσει την κρίση του, περί του ότι και οι δύο απολογίες υπήρξαν ελεύθερες και ειλικρινείς, προέβη σε συγκριτική στάθμιση του περιεχομένου αυτών προς τα υπόλοιπα στοιχεία της δικογραφίας και κατέληξε στο ότι "Τούτο ενισχύεται και εκ του ότι στις προσβαλλόμενες απολογίες περιλαμβάνονται λεπτομέρειες προσωπικών δεδομένων και χρησιμοποιούνται εκφράσεις που δεν είναι δυνατόν να αποδοθούν σε τρίτα πρόσωπα και ιδίως στους ανακρίνοντες. Έτσι λ.χ. ως προς το ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσε, καταθέτει ότι η επιλογή του αφέθηκε στον ίδιο και αυτός επέλεξε ως τέτοιο το Παναής, δίνει δε την εξήγηση ότι το προτίμησε σκεφτόμενος τη γνωστή φράση μην τον είδατε [τον Παναή]. Προσδιορίζει ως τόπο συναντήσεώς του με τα κατονομαζόμενα απ' αυτόν μέλη της Οργάνωσης, τις αναφερόμενες απ' αυτόν καφετέριες του ..., ...και .... Αναφορικά με την ανθρωποκτονία Θ13 καταθέτει ότι, πριν από την ενέργεια, αυτός, ο Χ3 και ο Φ2 είχαν συναντηθεί στον ..., στην πλατεία που είναι απέναντι από το Δημοτικό Θέατρο και ότι εκεί είδε το "Λουκά" να κοιτάζει επίμονα έναν άντρα, προς τον οποίο και κατευθύνθηκε, δίνοντάς του την εντύπωση ότι τον γνωρίζει. Στην συνέχεια κάνει την περιγραφή του αγνώστου και λέει ότι έκτοτε δεν τον ξαναείδε ούτε έμαθε ποτέ αν είχε οποιαδήποτε σχέση με την Οργάνωση. Επίσης, καταθέτει για κάποιο κρησφύγετο της ΕΟ 17Ν στον ...(που δεν αποκαλύφθηκε), το οποίο βρισκόταν στο σημείο όπου, μετά τη δολοφονία Θ13, εγκατέλειψαν το αυτοκίνητο διαφυγής. Ειδικότερα, καταθέτει ότι το σπίτι αυτό πιθανότατα το είχε νοικιάσει ο Χ3 (ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΜΙΚΡΟ ΟΝΟΜΑ), χωρίς, όμως, να γνωρίζει με ποιο όνομα. Το συγκεκριμένο σπίτι είχε επισκεφθεί μαζί με το Χ3 (ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΜΙΚΡΟ ΟΝΟΜΑ πριν από την ενέργεια εναντίον του Θ13, μια ή δυο φορές, δε θυμάται, όμως, την ακριβή διεύθυνση, αλλά θυμάται αρκετά προσδιοριστικά στοιχεία, τα οποία και καταθέτει, όπως ότι μάλλον ήταν στον 1ο όροφο τετραώροφης πολυκατοικίας που βρισκόταν σε παράλληλη οδό προς αυτήν που άφησαν το αυτοκίνητο KADETT, κοντά σε ένα παλιό νεοκλασικό κτίριο με κάγκελα και με μεγάλο κήπο, με λουλούδια, δέντρα και πρασινάδα, που μπορεί να το υποδείξει. Ακολούθως, καταθέτει ότι στο παραπάνω κρησφύγετο κρύβονταν όπλα, ρουκέτες, εκρηκτικά και άλλα αντικείμενα και υλικά της Οργάνωσης και ότι σε σχέση με αυτό έχει να δηλώσει ότι το φθινόπωρο του 99, μετά από εντολή του Λουκά που του μετέφερε ο Χ3 (ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΜΙΚΡΟ ΟΝΟΜΑ), άρχισε να ψάχνει για καινούργιο σπίτι στην περιοχή ...και κατέληξε σ' εκείνο της ... όπου και μεταφέρθηκαν τα αντικείμενα από το σπίτι του .... Πρόσθεσε δε ότι η μετακόμιση αυτή έγινε, διότι θα παντρευόταν ο γιός του εκμισθωτή και χρειαζόταν το σπίτι. Επίσης, καταθέτει για τη γνωριμία του με μία βοηθό της Ζ1, συντρόφου του Χ3, της οποίας προσδιορίζει το όνομα, καταγωγή και την απασχόληση των γονέων της. Αναφέρει ότι μετά τη ληστεία συγκεκριμένης Τράπεζας, κατά τη διαφυγή τους με μηχανάκι, ο Χ3 κρατούσε το τσουβάλι με τα λεφτά σαν τον Άγιο Βασίλη. Ομιλεί για το θάνατο της φίλης του ..., προσδιορίζει την αιτία του θανάτου της και συνδέει το γεγονός αυτό με την απόφασή του να φύγει από την Αθήνα. Πέραν, όμως, τούτων, στις προσβαλλόμενες απολογίες περιέχονται και περιστατικά με τα οποία επιχειρείται απομείωση της ποινικής ευθύνης συγκατηγορουμένων του, όπως π.χ. του αδερφού του Χ3 (ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΜΙΚΡΟ ΟΝΟΜΑ), για τον οποίο καταθέτει ότι πυροβολούσε πάντα χαμηλά και προσεκτικά για να μην σκοτώσει κάποιον άνθρωπο". Και αφού το Πενταμελές Εφετείο δέχεται ότι οι εξιστορήσεις αυτές δεν μπορεί να είναι υποβολιμαίες, διότι μόνο κάποιος που είχε ζήσει τα συμβάντα θα μπορούσε να τις κάνει, απαντά και στους λοιπούς ισχυρισμούς για ακυρότητες εκθέτοντας ότι "Η προβληθείσα από τον κατηγορούμενο Χ2 αιτίαση, κατά την οποία το κατασκευασμένο και ως εκ τούτου άκυρο και πλαστό της προανακριτικής απολογίας του προκύπτει και από το ότι είναι αντιγραφή, άλλως φωτοτυπία, προηγουμένης καταθέσεώς του ως υπόπτου, είναι αβάσιμη, πολύ περισσότερο, μάλιστα, αφού στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επιβεβαιώθηκε από τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα ότι η οποιαδήποτε αντιγραφή από την ένορκη αυτή κατάθεση που επικαλείται έγινε χωρίς τη θέλησή του. Συνακολούθως, αβάσιμη είναι και η αιτίαση αυτού κατά την οποία η ανακριτική απολογία του, με την οποία αναφέρθηκε στην από 17-7-2002 προανακριτική απολογία, και επιβεβαίωσε το περιεχόμενό της είναι άκυρη, ως εξαρτωμένη από τις -κατ' αυτόν- άκυρες και πλαστές πράξεις της προανάκρισης, αφού -κατά τα προεκτεθέντα- δεν αποδείχθηκε ακυρότητα τούτων. Επί πλέον, δεν αποδείχθηκε ότι, κατά την απολογία του ενώπιον της 4ης Ανακρίτριας, αστυνομικά όργανα, εντεταλμένα για τη φύλαξη αυτής, του Εισαγγελέα, της Γραμματέως και του ίδιου, τον στόχευαν με τα όπλα τους, ούτε ότι, η παρουσία τους επηρέασε καθ' οιονδήποτε τρόπο την ελεύθερη έκφραση αυτού και την εν γένει άσκηση των δικαιωμάτων του. Τέλος, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κρατήθηκε παρανόμως, κατά παραβίαση του άρθρου 279 παρ. 1 ΚΠοινΔ, αφού από την 16-7-2002, οπότε συνελήφθη στη ..., μεταφέρθηκε στον αρμόδιο Εισαγγελέα στην Αθήνα την επομένη". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων ελευθέρως παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να χρησιμοποιήσει συνήγορο υπερασπίσεως στην προδικασία, διότι τότε είχε επιλέξει την οδό της συνεργασίας με τις Αρχές, προκειμένου να έχει τα σχετικά ωφελήματα. Και ότι οι αιτιάσεις περί παραβίασης του δικαιώματος αυτού, περί ψυχολογικής βίας και περί ακυροτήτων επινοήθηκαν εκ των υστέρων, όταν ο αναιρεσείων δέχθηκε εντός της φυλακής τον έλεγχο των συγκρατουμένων του, τους οποίους είχε καταδώσει ως μέλη της ίδιας οργάνωσης και υποχρεώθηκε να μεταβάλει την υπερασπιστική του γραμμή. Επομένως, και αν ακόμη ήθελαν θεωρηθεί επαρκώς ορισμένοι, ο δεύτερος λόγος (με στοιχείο Γ2) του αναιρετηρίου και ο πρώτος λόγος (με στοιχείο Β2) του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ2, με τους οποίους προβάλλεται η ακυρότητα της διαδικασίας λόγω της αποδεικτικής αξιοποίησης των εν λόγω απολογιών και η έλλειψη αιτιολογίας ως προς την παραδοχή του κύρους τους (ΚΠοινΔ 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Δ'), θα είχαν κριθεί αβάσιμοι.
17.Όπως αναφέρθηκε ήδη (βλ. παραπάνω αρ.7 και 14), απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ.1 ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, επέρχεται [μεταξύ άλλων περιπτώσεων και] όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που εξασφαλίζουν την αποτελεσματική υπεράσπιση του κατηγορουμένου, είτε αυτές περιλαμβάνονται στο εθνικό δίκαιο είτε στις διεθνείς συμβάσεις, που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα και αποκτήσει την ισχύ του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος. Μεταξύ των διατάξεων αυτών συγκαταλέγονται και όσες κατοχυρώνουν το δικαίωμα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που καταλύεται όταν ο κατηγορούμενος, κατά τη διάρκεια της εξέτασής του, καθίσταται αντικείμενο σωματικής ή ψυχολογικής βίας (άρθρα 7 παρ.2 του Συντάγματος και 3 της ΕΣΔΑ). Το δικαίωμα αυτό παραβιάζεται και όταν το περιεχόμενο της εξέτασης είναι αποτέλεσμα εκμετάλλευσης του "ελλειπτικού επιπέδου συνείδησης" του κατηγορουμένου, το οποίο είτε προϋπήρχε, οφειλόμενο σε λόγους άσχετους προς την εξέταση είτε δημιουργήθηκε εν όψει αυτής. Η έκθεση μιας τέτοιας εξέτασης, που γίνεται με στόχο την αθέμιτη λήψη είτε ομολογιών σε βάρος του κατηγορουμένου είτε δηλώσεων αυτού σε βάρος άλλων κατηγορουμένων, δεν μπορεί να έχει αποδεικτική ισχύ και αποκλείεται απολύτως από τη χρησιμοποίησή της ως μέσου αναζήτησης της αλήθειας, αφού τα βασανιστήρια αναιρούν την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου (ΑΠ 611/2006). Επίσης, μεταξύ των ως άνω δικαιωμάτων συγκαταλέγονται και οι εγγυήσεις των άρθρων 100 επ. ΚΠοινΔ, ήτοι η δυνατότητα του κατηγορουμένου να παρασταθεί με συνήγορο με τον οποίο μπορεί να επικοινωνεί, να μελετήσει τα έγγραφα της ανάκρισης είτε αυτοπροσώπως είτε δια του συνηγόρου του, να λάβει αντίγραφα αυτών και να ζητήσει προθεσμία για να προετοιμάσει την απολογία του. Όλα αυτά αποτελούν εκδηλώσεις της αξίωσης για χρηστή απονομή της δικαιοσύνης (άρθρο 6 παρ.1 και 3 της ΕΣΔΑ). Με το άρθρο 2 παρ. 2 εδ. α' του ν. 2408/1996, που αντικατέστησε το άρθρο 105 ΚΠοινΔ, οι εγγυήσεις αυτές επεκτάθηκαν και στην προανάκριση. Ειδικότερα, ορίσθηκε ότι "Όταν ενεργείται προανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ. 2 του παρόντος, η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104. Η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα άλλα, εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31". Η κρίση του δικαστηρίου ως προς τη συνδρομή ή την ανυπαρξία λόγου που επηρεάζει το κύρος της εξέτασης, κατά τα προαναφερθέντα και την καταλληλότητα αυτής να τύχει αποδεικτικής αξιοποίησης πρέπει να αιτιολογείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ. Η παράλειψη ή η ανεπάρκεια της αιτιολόγησης ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Χ4 παραπονείται με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και για έλλειψη αιτιολογίας κατά την εκ μέρους του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών απόρριψη των ισχυρισμών του περί ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, επελθούσης από την σε βάρος του αποδεικτική χρησιμοποίηση της από 17-7-2002 προανακριτικής και της από 21-7-2002 ανακριτικής απολογίας του ιδίου, οι οποίες, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, είχαν ληφθεί κατόπιν ασκήσεως σωματικής και ψυχολογικής βίας, χρήσεως ψυχοτρόπων ουσιών που κατέστησαν ελλειπτικό το επίπεδο της συνείδησής του και στέρησης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων αυτού, ως κατηγορουμένου. Από την επισκόπηση των πρακτικών των προσβαλλόμενων αποφάσεων, προκύπτει ότι το Πενταμελές Εφετείο ερεύνησε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί παραβιάσεως των υπερασπιστικών δικαιωμάτων και με την 2795/4-12-2006 παρεμπίπτουσα απόφασή του δέχθηκε ότι κατά την αστυνομική προανάκριση είχαν γνωστοποιηθεί τα εν λόγω δικαιώματα, αλλά αυτός, δηλώνοντας μετανοημένος και προτιθέμενος να συνεργαστεί με τις ανακριτικές αρχές, παραιτήθηκε ρητά από την άσκησή τους. Και κατόπιν, απολογούμενος ενώπιον της 4ης Ανακρίτριας του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ύστερα από προθεσμία την οποία ζήτησε και έλαβε για να ενημερωθεί επί της κατηγορίας και της δικογραφίας, εκουσίως δεν χρησιμοποίησε συνήγορο υπεράσπισης, διότι ζήτησε να υπαχθεί στις ευνοϊκές γι' αυτόν διατάξεις του ν. 2928/2001. Περαιτέρω, διερευνώντας τον ισχυρισμό περί βασανιστηρίων, το Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε ότι, παρά τα αντίθετα που είχε υποστηρίξει ο αναιρεσείων ενώπιόν του, οι ως άνω απολογίες είχαν δοθεί ελευθέρως, χωρίς να ασκηθεί σε βάρος του σωματική ή ψυχολογική βία. Ειδικότερα, για το στάδιο της προανάκρισης στην αστυνομία, δέχθηκε ότι δεν ασκήθηκε σε βάρος του άμεση σωματική βία (ούτε αυτός, άλλωστε, ισχυρίσθηκε κάτι τέτοιο) και ότι η σωματική ταλαιπωρία, την οποία υπέστη κατά την πολύωρη διάρκειά της, ήταν ανάλογη προς τις διαστάσεις της υποθέσεως και, ως εκ τούτου, δικαιολογημένη, αφού η προανακριτική του απολογία φέρει ως χρόνο έναρξης την 05:50' ώρα της 17-7-2002 και η μεταγωγή του στον τακτικό ανακριτή, όπου ζήτησε και έλαβε προθεσμία, έγινε την 16:20' ώρα της 18-7-2002. Ακόμη, το Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε ότι η προανακριτική απολογία δεν ήταν "αποτέλεσμα μεθοδευμένης πρόκλησης έντονου ψυχικού ή σωματικού πόνου (ιδίως λόγω στέρησης ύπνου, φαγητού, επικοινωνίας με τους οικείους του και τους συνηγόρους του και απειλών σχετικών με τη ζωή του αδελφού του Χ3 ή άλλων μελών της οικογενείας (Χ2-Χ3-Χ4) ή συνεπεία συνεχών φωνασκιών...) ικανού να επιφέρει εξάντληση επικίνδυνη για την υγεία του ή ψυχικού πόνου ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη αυτού, ούτε αποδείχτηκε παράνομη χρησιμοποίηση οποιουδήποτε μέσου προκειμένου να καμφθεί η βούλησή του (ιδίως με τη χορήγηση υπόπτων χημικών ουσιών σε πορτοκαλάδες που ισχυρίζεται ότι του προσφέρθηκαν...) ούτε κάποιας μορφής προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας". Για το στάδιο της ανακριτικής απολογίας, η οποία μετά την προθεσμία δόθηκε την 21-7-2002, το δικαστήριο δέχθηκε ότι "πλησίον της θύρας και των παραθύρων του γραφείου της [Ανακρίτριας] παρίσταντο αστυνομικά όργανα εντεταλμένα για τη φύλαξη αυτής, του Εισαγγελέα, της Γραμματέως και του ίδιου του κατηγορουμένου, δεν αποδείχτηκε όμως ότι οι εν λόγω αστυνομικοί στόχευαν με τα όπλα τους (με ακτίνες LASER) τον κατηγορούμενο ή ότι η παρουσία τους επηρέασε καθ' οιονδήποτε τρόπο την ελεύθερη έκφραση αυτού και την εν γένει άσκηση των δικαιωμάτων του". Και με προηγούμενη απόφασή του (βλ. παραπάνω αρ.7) είχε κρίνει ότι η λήψη έκτακτων μέτρων ασφαλείας σε εκείνη τη χρονική στιγμή ήταν απολύτως δικαιολογημένη, είχε εφαρμοσθεί για όλους κατηγορούμενους στην ίδια υπόθεση και, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να ερμηνευθεί ως προσπάθεια εξαναγκασμού του αναιρεσείοντος να επιβεβαιώσει τις προανακριτικές απολογίες του. Τέλος, το Πενταμελές Εφετείο, για να ενισχύσει την κρίση του, περί του ότι και οι δύο απολογίες υπήρξαν ελεύθερες και ειλικρινείς, προέβη και σε συγκριτική στάθμιση του περιεχομένου αυτών προς τα υπόλοιπα στοιχεία της δικογραφίας και κατέληξε στο ότι ο [τότε] απολογούμενος "αναφέρει πραγματικά περιστατικά τα οποία, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής ή μη βασιμότητάς τους, δεν ήταν μέχρι τότε γνωστά στην Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία (π.χ. τη διεύθυνση κατοικίας του στην οδό ..., περιοχής ..., τον τρόπο διαφυγής των δραστών στην ενέργεια κατά Θ10-Θ4, [όπου] αναφέρει χρήση μοτοσυκλετών, μιας μάρκας HONDA και μιας άλλης τύπου ΒΕΣΠΑ, ενώ από τη δικογραφία προκύπτει ότι οι δράστες διέφυγαν με κλεμμένο αυτοκίνητο, τις εξηγήσεις για τη μη συμμετοχή του στην ενέργεια κατά Θ11, γιατί είχε πρόβλημα με τη μέση του), καθώς και ενέργειες τις οποίες μέχρι τότε κανείς εκ των συγκατηγορουμένων του δεν είχε αναφέρει (π.χ. υποθέσεις Θ20, Θ19, Θ10, ληστεία ...), αλλά και θετικά για την υπεράσπισή του περιστατικά (διακοπή δραστηριότητάς του στην Οργάνωση εδώ και δέκα χρόνια από την, κατά τη 17/7/2002 προανακριτική απολογία του), ενώ παράλληλα στις εν λόγω απολογίες του υπάρχουν κενά μνήμης και εκφράζονται αμφιβολίες αναφορικά με τη συμμετοχή και το ρόλο των λοιπών μελών της Οργάνωσης στις επιμέρους ενέργειες (βλ. ενέργεια κατά Θ20, ΜΑΤ Καισαριανής, Θ2, Θ9, ΜΑΤ Εξαρχείων, Σεπολίων και Θ3). Ειδικότερα, στην υπόθεση Θ18 εκφράζεται αμφιβολία και κενό μνήμης, αν είχε ανατεθεί ρόλος ειδοποίησης στον Λάμπρο ή το Νικήτα. Στην υπόθεση ΜΑΤ Καισαριανής εκφράζεται, επίσης, αμφιβολία και κενό μνήμης για το ποιος πυροδότησε το καλώδιο και για τη συμμετοχή ενός ατόμου που δεν θυμάται. Επίσης, στην υπόθεση Θ2 εκφράζονται αμφιβολίες και κενό μνήμης για το ποιος τοποθέτησε τα εκρηκτικά εντός του αυτοκινήτου. Στην υπόθεση Θ9, επίσης, εκφράζεται αμφιβολία και παρουσιάζεται κενό μνήμης ως προς το εάν το μπουτόν το πάτησε ο Χ3 (ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΜΙΚΡΟ ΟΝΟΜΑ)ή ο Λουκάς. Στην υπόθεση ΜΑΤ Εξαρχείων ότι υπήρχε τοιχίο 2,5 μ. αντί 3,5 μ.. Στην υπόθεση ΣΕΠΟΛΙΩΝ, ότι ή ο Άρης ή ο Χ3 (ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΜΙΚΡΟ ΟΝΟΜΑ)έριξε χειροβομβίδα προς το περιπολικό και στην υπόθεση Θ3-Θ15 εκφράζεται επίσης αμφιβολία και κενό μνήμης ως το ποιος πάτησε το μπουτόν. Ούτε, άλλωστε, αποδεικνύεται κάτι το αντίθετο από το ύφος, τον τρόπο έκφρασης και την επικαλούμενη έλλειψη πολιτικού λόγου σ' αυτές, αφού έχουν αποτυπωθεί όχι καθ' υπαγόρευση αυτή καθ' αυτή του κατηγορουμένου και έχουν συνταχθεί μέσα στα στενά χρονικά πλαίσια που επέβαλε η τήρηση συνταγματικά προβλεπόμενων προθεσμιών αναφορικά με τη διάρκεια της προανάκρισης. Επί πλέον και παρά την ύπαρξη των προαναφερθέντων στενών χρονικά πλαισίων, στο τέλος της εν λόγω προανακριτικής υπάρχει επίκληση και πολιτικού λόγου, αφού σ' αυτήν αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι όλο αυτό το διάστημα, που δραστηριοποιείτο πολιτικά σ' αυτήν την Οργάνωση, πίστευε ότι έκανε το σωστό και ότι θα ωθούσε τον κόσμο σε μια αλλαγή. Επίσης, από τη δήλωση του ίδιου του Χ4 ότι, στην Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία, είπε στο συνήγορό του Παπαδάκη, που έφθασε εκεί, φύγε συνεργάζομαι, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του περί στερήσεως του δικαιώματος επικοινωνίας με το συνήγορό του". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων ελευθέρως απολογήθηκε και παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να χρησιμοποιήσει συνήγορο υπερασπίσεως στην προδικασία, διότι τότε είχε επιλέξει την οδό της συνεργασίας με τις Αρχές, προκειμένου να έχει τα σχετικά ωφελήματα. Και ότι οι αιτιάσεις περί παραβίασης του δικαιώματος αυτού, περί ψυχολογικής βίας και περί ακυροτήτων επινοήθηκαν εκ των υστέρων, όταν ο αναιρεσείων δέχθηκε εντός της φυλακής τον έλεγχο των συγκρατουμένων του, τους οποίους είχε καταδώσει ως μέλη της ίδιας οργάνωσης και υποχρεώθηκε να μεταβάλει την υπερασπιστική του γραμμή. Επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου του αναιρεσείοντος Χ4, με τον οποίο προβάλλεται η ακυρότητα της διαδικασίας λόγω της αποδεικτικής αξιοποίησης των εν λόγω απολογιών και η έλλειψη αιτιολογίας ως προς την παραδοχή του κύρους τους (ΚΠοινΔ 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Δ'), είναι αβάσιμος.
18.Όπως προαναφέρθηκε (βλ. παραπάνω, αρ.14 και 15), η έκθεση εξέτασης συγκατηγορουμένου, κατά την οποία αυτός δεν είχε τη δυνατότητα να ασκήσει τα υπερασπιστικά δικαιώματα που προβλέπονται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και στις διατάξεις των άρθρων 100 επ. ΚΠοινΔ, δεν επιτρέπεται να αξιοποιηθεί αποδεικτικώς τόσο σε βάρος αυτού του ιδίου όσο και σε βάρος άλλου κατηγορουμένου, διότι η αποστέρηση του πρώτου από την άσκηση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων καθιστά την εξέταση αμφίβολη ως προς την αξιοπιστία και ανεπιτήδεια να στηρίξει αποκλειστικά ή σε καθοριστικό βαθμό την καταδίκη του δευτέρου, που αντιλέγει στην ανάγνωσή της. Άλλως, δημιουργείται ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' ΚΠοινΔ, η οποία είναι απόλυτη και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ. Για το παραδεκτό, όμως, του αναιρετικού λόγου, πέραν του ότι η ως άκυρη αποκρουόμενη εξέταση του συγκατηγορουμένου αναγνώσθηκε στο ακροατήριο παρά την εναντίωση του αναιρεσείοντος, πρέπει να εκτίθενται επαρκώς σ' αυτόν αφ' ενός οι περιστάσεις που οδήγησαν στην ακυρότητα (δηλαδή, οι συγκεκριμένες, μία ή περισσότερες παραβιάσεις των υπερασπιστικών δικαιωμάτων), ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητας του ισχυρισμού και της ενδεχόμενης αποκατάστασης των ελλείψεων της προσβαλλόμενης πράξης σε μεταγενέστερη εξέταση και αφ' ετέρου τα σημεία του περιεχομένου της εξέτασης που αξιοποιήθηκαν αποδεικτικώς και έβλαψαν τον αναιρεσείοντα, ώστε να καθίσταται εφικτή η στάθμιση της έντασης (δηλαδή, της αποκλειστικότητας, του καθοριστικού βαθμού ή του συνδυασμού με άλλα, ισοδύναμα αποδεικτικά στοιχεία), με την οποία η άκυρη εξέταση αξιοποιήθηκε σε βάρος του. Εξειδίκευση των περιστάσεων αυτών με γενική παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα δεν συγχωρείται. Μόνο υπό αυτές τις προϋποθέσεις δικαιολογείται το έννομο συμφέρον του κατηγορουμένου να προτείνει ως λόγο αναίρεσης την παραπάνω ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ενώ, διαφορετικά, ο περί αυτής λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και, ως εκ τούτου, απαράδεκτος (ΑΠ 1824/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Χ6 παραπονείται με το αναιρετήριο (δεύτερος λόγος, υπό στοιχείο 2Α) για ακυρότητα λόγω παραβίασης της αρχής της δίκαιης δίκης, επελθούσης από την σε βάρος του αποδεικτική χρησιμοποίηση των απολογιών των συγκατηγορουμένων Χ3, Χ4, X5, Φ4 και Φ7, οι οποίες, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, ήσαν άκυρες, λόγω της κατά τη λήψη τους στέρησης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων αυτών, ως κατηγορουμένων. Στη συνέχεια, στο δικόγραφο των προσθέτων (πρώτος λόγος), αφού επισημαίνει 20 απολογίες της προδικασίας, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερθείσες, των οποίων αμφισβητεί το κύρος για τον ίδιο λόγο, παραπονείται για έλλειψη ακροάσεως, συνιστάμενη στο ότι, παρά την υποβολή σχετικής ενστάσεως εκ μέρους του τόσο στην κυρία ανάκριση όσο και στο ακροατήριο, αυτές δεν αφαιρέθηκαν από τη δικογραφία, αλλά αναγνώσθηκαν και στήριξαν αποδεικτικά την καταδίκη του. Ουδέν προσδιορίζει, όμως, ούτε ως προς το λόγο της επικαλούμενης ακυρότητας των απολογιών αυτών (ποιο δικαίωμα παραβιάσθηκε και με ποιο τρόπο) ούτε ως προς τα σημεία του περιεχομένου τους, που κατά την άποψή του τον επιβαρύνουν. Παρομοίως, ο αναιρεσείων Χ2 παραπονείται στο δικόγραφο των προσθέτων (πρώτος λόγος, με στοιχείο Β3), για ακυρότητα λόγω παραβίασης της αρχής της δίκαιης δίκης, επελθούσης από την σε βάρος του αποδεικτική χρησιμοποίηση των απολογιών των συγκατηγορουμένων Χ4 και Φ7, οι οποίες, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, ήσαν άκυρες, λόγω της κατά τη λήψη τους στέρησης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων αυτών, ως κατηγορουμένων. Ούτε αυτός, όμως, συγκεκριμενοποιεί το λόγο της επικαλούμενης ακυρότητας των απολογιών αυτών και τα σημεία του περιεχομένου τους, που κατά την άποψή του τον επιβαρύνουν. Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι του αναιρετηρίου και του δικογράφου των προσθέτων των αναιρεσειόντων Χ6 και Χ2 είναι αόριστοι και, ως εκ τούτου, απαράδεκτοι.
19.Όπως αναφέρθηκε ήδη (βλ. παραπάνω, αρ.13), απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ.1 ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, επέρχεται [μεταξύ άλλων περιπτώσεων και] όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που εξασφαλίζουν την αποτελεσματική υπεράσπιση του κατηγορουμένου, είτε αυτές περιλαμβάνονται στο εθνικό δίκαιο είτε στις διεθνείς συμβάσεις, που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα και αποκτήσει την ισχύ του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος. Μεταξύ των διατάξεων αυτών συγκαταλέγονται και όσες κατοχυρώνουν το δικαίωμα σε "δίκαιη δίκη", οι εκδηλώσεις του οποίου περιγράφονται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Στην παρ.3 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι "Ειδικώτερον, πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα [μεταξύ άλλων] δ) να εξετάση ή ζητήση όπως εξετασθώσιν οι μάρτυρες κατηγορίας ή επιτύχη την πρόσκλησιν και εξέτασιν των μαρτύρων υπερασπίσεως υπό τους αυτούς όρους ως των μαρτύρων κατηγορίας". Σε αρμονία προς τη διάταξη αυτή βρίσκεται η διάταξη του άρθρου 327 παρ.2 ΚΠοινΔ, η οποία ορίζει ότι "Ο κατηγορούμενος, εκτός από τους μάρτυρες που προσκαλούνται από τον ίδιο με δικές του δαπάνες, έχει δικαίωμα να ζητήσει από την αρμόδια αρχή να κλητεύσει υποχρεωτικά" τουλάχιστον δύο μάρτυρες της εκλογής του "αν κατηγορείται για κακούργημα" (όπως στην προκειμένη περίπτωση). Και περαιτέρω, στην ίδια διάταξη ορίζεται ότι "Η αίτηση είναι απαράδεκτη, αν δεν αναφέρει την ακριβή διεύθυνση των μαρτύρων που προτείνονται, καθώς και το θέμα για το οποίο κυρίως θα γίνει η εξέταση". Για την κατάφαση της παραβίασης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη επισκοπείται το σύνολο της διαδικασίας, στην οποία φέρεται ότι έλαβε χώρα η παραβίαση. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα εξιστορούμενα στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων του αναιρεσείοντος Χ1 και από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 2151/21-9-2006 παρεμπίπτουσας απόφασης και των συνημμένων σε αυτήν πρακτικών των δημοσίων συνεδριάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτουν τα εξής: Κατά την 143η συνεδρίαση της 19-9-2006, εν όψει της ενώπιον του δικαστηρίου εξετάσεως των μαρτύρων υπερασπίσεως των κατηγορουμένων, οι παριστάμενοι συνήγοροι του Χ1 υπέβαλαν κατάλογο 26 προσώπων, των οποίων ζήτησαν να διαταχθεί η κλήτευση προκειμένου να καταθέσουν ως μάρτυρες υπερασπίσεως αυτού. Ο κατάλογος αυτός περιελάμβανε μόνο ονόματα, πολλά από τα οποία παρέπεμπαν σε αλλοδαπούς. Δεν περιελάμβανε τα στοιχεία της κατοικίας ή διαμονής των ανθρώπων αυτών ούτε προσδιόριζε τα θέματα, επί των οποίων θα ήσαν επιτήδειοι να καταθέσουν. Και ακόμη, δεν προσδιόριζε τα δύο πρόσωπα, στα οποία περιοριζόταν η υποχρέωση του δικαστηρίου να διατάξει την κλήτευση υπηρεσιακώς. Η παράλειψη αυτή οφειλόταν, προδήλως, στο γεγονός ότι, κατά το χρόνο υποβολής του καταλόγου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ο Χ1δεν συμμ ετείχε στη διαδικασία και αρνιόταν να έχει επικοινωνία με τους αυτεπαγγέλτως διορισμένους συνηγόρους του.
Συνεπώς, η παράλειψη δεν ήταν εφικτό να συμπληρωθεί από τους υπερασπιστές του, οι οποίοι περιορίσθηκαν να χρησιμοποιήσουν κατάλογο που υπήρχε στη δικογραφία από την εκδίκαση στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας. Για το ενδεχόμενο που το δικαστήριο δεν θα δεχόταν το ως άνω, κύριο αίτημα, οι συνήγοροι διατύπωσαν το επικουρικό αίτημα να αναγνωσθούν από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης οι καταθέσεις όσων από τα πρόσωπα αυτά είχαν εξετασθεί τότε. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε το κύριο αίτημα, με την αιτιολογία ότι δεν είχαν τηρηθεί οι όροι της διάταξης του άρθρου 327 παρ.2 ΚΠοινΔ, που προαναφέρθηκαν. Έκανε δεκτό, όμως, το επικουρικό αίτημα και ανέγνωσε τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως από τα πρακτικά της εκκαλουμένης αποφάσεως. Με τον τρόπο αυτό δεν στέρησε τον αναιρεσείοντα από το δικαίωμα να εξετάσει μάρτυρες υπερασπίσεως, αφού το δικαίωμα αυτό είχε ασκηθεί από τον ίδιο στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, όπου παρίστατο και το αποτέλεσμα της εξέτασης εκείνης έγινε γνωστό στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, από την ανάγνωση των πρακτικών της εκκαλουμένης αποφάσεως, σε χρόνο που αυτός δεν παρίστατο, διότι είχε αποχωρήσει εκουσίως από τη διαδικασία και δεν συνεργαζόταν με τους δικηγόρους που είχαν διορισθεί αυτεπαγγέλτως. Επομένως, ο δέκατος τρίτος λόγος του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ1με τον οποίο προβάλλεται η ακυρότητα της διαδικασίας λόγω στέρησης του δικαιώματος εξετάσεως μαρτύρων υπερασπίσεως και προσάπτεται στην παρεμπίπτουσα 2151/21-9-2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος.
20.Στο άρθρο 170 παρ.2 ΚΠοινΔ ορίζεται ότι "Η ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται, επίσης, και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση". Η ακυρότητα αυτή ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ, ως έλλειψη ακροάσεως. Εξ άλλου, κατά την ερμηνεία που έχει δοθεί από το ΕΔΔΑ στο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, η αρχή της προστασίας του δικαιώματος στη χρηστή απονομή της δικαιοσύνης δημιουργεί σε κάθε δικαστήριο την υποχρέωση να προβαίνει σε ουσιαστικό και αποτελεσματικό έλεγχο όλων των αποδεικτικών μέσων που επικαλούνται οι διάδικοι (ΕΔΔΑ: Perez κατά Γαλλίας της 12-2-2004). Η επίκληση, όμως, των αποδεικτικών μέσων εκ μέρους των διαδίκων και η αντίστοιχη υποχρέωση του δικαστηρίου να τα ερευνήσει αποτελεσματικά προκαθορίζεται από τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες. Σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ.1 ΚΠοινΔ, στο ακροατήριο διαβάζονται [μεταξύ άλλων] τα έγγραφα που υποβάλλονται στο δικαστήριο από τους διαδίκους, κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 368 ΚΠοινΔ, η αποδεικτική διαδικασία περατώνεται με την απολογία του κατηγορουμένου και την ενδεχόμενη συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση εφ' όλων των αποδεικτικών μέσων που ήδη έχουν χρησιμοποιηθεί. Κατόπιν, ο δικαστής που διευθύνει τη συζήτηση κηρύσσει τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και, σύμφωνα με το άρθρο 369 παρ.1 ΚΠοινΔ, δίνει το λόγο στον εισαγγελέα και στους διαδίκους, προκειμένου να αγορεύσουν. Κατά τη διάρκεια των αγορεύσεων δεν είναι, κατ' αρχήν, επιτρεπτή η υποβολή νέων αποδεικτικών μέσων, διότι θα οδηγούσε σε παρέλκυση της διαδικασίας. Παρά ταύτα, κατ' εξαίρεση, με το άρθρο 335 παρ.1 ΚΠοινΔ, δίδεται η ευχέρεια στο δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση "αν το κρίνει δικαιολογημένο, να επιτρέψει σε εξαιρετικές περιπτώσεις να επανορθωθεί πριν από το τέλος της διαδικασίας κάποια παράλειψη, στην οποία υπέπεσε ο εισαγγελέας... ή ένας από τους διαδίκους". Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων Χ1 αποχώρησε από την ακροαματική διαδικασία κατά τη 10η συνεδρίαση της 20-12-2005 και επανήλθε σ' αυτήν κατά την 175η συνεδρίαση της 27-11-2006 (βλ. παραπάνω, αρ.11), όταν είχε αρχίσει η φάση των απολογιών των κατηγορουμένων. Ο Χ1 απολογήθηκε στη 203η συνεδρίαση της 6-2-2007. Είπε ότι αμφισβητεί την ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, αρνήθηκε γενικώς την κατηγορία, διακήρυξε ότι δεν υπάρχει κανένα αντικειμενικό στοιχείο που να αποδεικνύει τη συμμετοχή του στις πράξεις του κατηγορητηρίου και αρνήθηκε να απαντήσει σε όσες ερωτήσεις του υποβλήθηκαν. Ειδικότερα, όταν του ζητήθηκε να τοποθετηθεί επί των συμπερασμάτων που αναφέρονταν στις εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που είχε συνταχθεί επί πειστηρίων, στα οποία ο γραφικός χαρακτήρας αποδιδόταν σ' αυτόν, αρνήθηκε και πάλι να απαντήσει. Δεν έκανε ουδεμία αναφορά σε γραφολογική έκθεση, η οποία είχε συνταχθεί με δική του εντολή και, τυχόν επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον ίδιο, θα μπορούσε να συνεκτιμηθεί με αυτές που είχαν συνταχθεί με φροντίδα των ανακριτικών αρχών και αναγνωσθεί στο ακροατήριο. Ούτε ο παριστάμενος συνήγορος της επιλογής του, Ιπποκράτης Μυλωνάς, ο οποίος παρενέβη και ζήτησε την ανάγνωση της απολογίας που ο πελάτης του είχε δώσει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, επικαλέσθηκε ιδιωτική γραφολογική έκθεση. Αργότερα, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, στην 229η συνεδρίαση της 22-3-2007, ο γάλλος συνήγορος του αναιρεσείοντος, Antoine Comte, επικαλέσθηκε την από 12-5-2006 γραφολογική έκθεση της γαλλίδας γραφολόγου .... Ισχυρίσθηκε ότι η έκθεση αυτή είχε περιέλθει στην κατοχή του σε χρόνο που ο πελάτης του δεν συμμετείχε στη διαδικασία, με συνέπεια να λησμονήσει ο ίδιος την ύπαρξή της και να μην ενημερώσει σχετικώς ούτε τον συμπαριστάμενο συνάδελφό του, Ιπποκράτη Μυλωνά. Και ότι τώρα, που θυμήθηκε την ύπαρξη της έκθεσης αυτής με αφορμή κάποια αναφορά περί του γραφικού χαρακτήρα του Χ1 επιφυλασσόταν να τη θέσει υπ' όψη του δικαστηρίου μόλις μεταφραζόταν στα ελληνικά. Παρά ταύτα, στο πλαίσιο της αγόρευσής του αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της εν λόγω γραφολογικής έκθεσης και είπε ότι η γαλλίδα γραφολόγος είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι "Οι διαφορές μεταξύ του πειστηρίου και του κειμένου του κ. Χ1 που φαίνεται να μην έχουν μεγάλες διαφορές, παρόλα αυτά αφήνουν περιθώριο αμφιβολιών, αμφιβολίες κατά πόσον μπορούμε να καταλήξουμε σε ένα ασφαλές, σίγουρο πόρισμα". Το γαλλικό πρωτότυπο της έκθεσης αυτής, με μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, προσκομίσθηκε στο δικαστήριο κατά την 241η συνεδρίαση της 18-4-2007 από το συνήγορο Ιπποκράτη Μυλωνά, που ζήτησε την ανάγνωσή της. Το δικαστήριο, κατά την επόμενη συνεδρίαση, με την 1016/19-4-2007 παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε το αίτημα με την αιτιολογία ότι, αν και το εν λόγω αποδεικτικό στοιχείο είχε παραχθεί με πρωτοβουλία του κατηγορουμένου πολύ ενωρίτερα, εν τούτοις δεν είχε προσκομισθεί κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και γι' αυτό δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί αποδεικτικώς σε εκείνη τη χρονική στιγμή. Άλλωστε, όπως δέχθηκε το δικαστήριο, ούτε η παράλειψη αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί δικαιολογημένη ούτε οι κατ' ιδίαν περιστάσεις συνιστούσαν εξαιρετική περίπτωση, για να επιτραπεί κατά παρέκκλιση η συμπλήρωσή της. Η αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε σε παρέλκυση της δίκης, αφού θα επανέφερε τη διαδικασία στο στάδιο των αποδείξεων με συνέπεια την υποχρέωση νέας τοποθετήσεως του εισαγγελέα και νέας απαντήσεως των διαδίκων επί της προτάσεως αυτού. Με την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως το Πενταμελές Εφετείο απάντησε επί του προβληθέντος αιτήματος. Η άρνησή του να ικανοποιήσει το αίτημα δεν αποτέλεσε έλλειψη ακροάσεως, διότι υπήρξε σύμφωνη προς τους δικονομικούς κανόνες που προαναφέρθηκαν και δεν συνιστούσε απροθυμία του δικαστηρίου ως προς την αποτελεσματική διερεύνηση των αποδεικτικών μέσων. Αντίθετα, η όψιμη επίκληση της γραφολογικής εκθέσεως οφειλόταν σε αμέλεια του κατηγορουμένου, που είχε επιστρέψει στη δίκη προ πενταμήνου χωρίς να αναφερθεί σ' αυτήν. Και σε κάθε περίπτωση, το περιεχόμενο της εκθέσεως αυτής είχε εκτεθεί ενώπιον του δικαστηρίου στο πλαίσιο της αγορεύσεως του συνηγόρου υπερασπίσεως. Επομένως, ο έκτος λόγος του αναιρετηρίου του αναιρεσείοντος Χ1με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην παρεμπίπτουσα 1016/19-4-2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφ ετείου Αθηνών η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος.
21.Στο άρθρο 93 παρ.3 εδ. α' του Συντάγματος ορίζεται ότι "Κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη και απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση". Σε δημόσια απαγγελία των αποφάσεων αναφέρεται και η διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 εδ. β' της ΕΣΔΑ. Στο κοινό δίκαιο, εξειδικεύεται η μεν υποχρέωση αιτιολόγησης των ποινικών αποφάσεων στο άρθρο 139 παρ.1 ΚΠοινΔ, η δε υποχρέωση της δημόσιας απαγγελίας αυτών στο άρθρο 371 παρ.1 ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, όμως, στο άρθρο 144 παρ.1 ΚΠοινΔ ορίζεται ότι "Η απόφαση και οι διατάξεις, που εκδίδονται κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, συντάσσονται γραπτώς και υπογράφονται μέσα σε οκτώ ημέρες σύμφωνα με το άρθρο 142 παρ.2". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται σαφώς ότι γίνεται διάκριση ως προς τη μορφή αφ' ενός της αποφάσεως που εκδίδεται και απαγγέλλεται προφορικώς κατά τη διάρκεια της δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου και αφ' ετέρου εκείνης που εκ των υστέρων συντάσσεται γραπτώς και υπογράφεται προσηκόντως. Μετά την υπογραφή, η απόφαση (και τα πρακτικά που τη συνοδεύουν) προσλαμβάνει την οριστική της μορφή, καταχωρείται στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ για την κίνηση της προθεσμίας αιτήσεως αναιρέσεως και αποκτά τη δυνατότητα της κυκλοφορίας της σε αντίγραφα, πρωτίστως μεταξύ των διαδίκων και των εχόντων έννομο συμφέρον (ΚΠοινΔ 147), αλλά δια μέσου αυτών και προς κάθε τρίτο. Ως εκ τούτου, η υποχρέωση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης αναφέρεται στη γραπτή μορφή της αποφάσεως, που οριστικοποιείται εκ των υστέρων και όχι στην προφορική μορφή που απαγγέλλεται στο ακροατήριο (ΑΠ 542/1988). Κατά την απαγγελία της αποφάσεως στο ακροατήριο, ο όρος της δημοσιότητας πληρούται με τη συνοπτική αναφορά στα πορίσματα της διασκέψεως του δικαστηρίου (στο διατακτικό της αποφάσεως, πρβλ. ΑΠ 1606/2003). Η απαγγελία πλήρους προφορικής ή γραπτής αιτιολογίας στο ακροατήριο, προϋποθέτει ιδιαίτερες ικανότητες ή μακρά προετοιμασία, η συνδρομή των οποίων δεν είναι πάντοτε δεδομένη. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης 1149/3-5-2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτουν τα εξής: Κατά τη 243η συνεδρίαση της 3-5-2007, οι τακτικοί δικαστές, ύστερα από πολυήμερη διάσκεψη, κατάρτισαν την επί της ουσίας απόφασή τους, την οποία ο πρόεδρος του δικαστηρίου απάγγειλε σε δημόσια συνεδρίαση. Κατά τη διάρκεια της απαγγελίας δηλώθηκε ότι αναλυτική μνεία [των όσων απαγγέλλονται προφορικά και συνοπτικά] θα γίνει στο σκεπτικό και στο διατακτικό της [γραπτής μορφής της] αποφάσεως. Όπως και, πράγματι, έγινε εκ των υστέρων (με καθυστέρηση περίπου ενός έτους, λόγω του ότι η συνολική έκταση των πρακτικών και της πληθώρας των κυρίων και παρεμπιπτουσών αποφάσεων ξεπέρασε τις 8.200 σελίδες), οπότε συντάχθηκαν γραπτές αιτιολογίες εκτάσεως περίπου 740 σελίδων. Κατά την προφορική απαγγελία της αποφάσεως, ο πρόεδρος αναφέρθηκε μόνο στις πράξεις (που ξεπερνούσαν τις 70) και στα πρόσωπα των κατηγορουμένων (που ήσαν 17), οι οποίοι για κάθε μια από αυτές κηρύσσονταν αθώοι ή ένοχοι, προσδιορίζοντας συνοπτικά την αιτία της απαλλαγής τους (π.χ. λόγω αμφιβολιών) ή τη μορφή της συμμετοχής τους (π.χ. ηθική αυτουργία ή απλή συνέργεια). Το ότι η απαγγελία της αποφάσεως έγινε με τον τρόπο αυτό, συνάγεται από τα πρακτικά του δικαστηρίου, όπου, πριν από την παράθεση των αιτιολογιών, αναφέρεται η φράση "με τη μνεία ότι το επ' αυτής αναλυτικό σκεπτικό θα συνταχθεί εγγράφως". Κατά συνέπεια, ζήτημα πλαστότητας των πρακτικών δεν μπορεί να τεθεί βασίμως, όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων Χ1 . Περαιτέρω, όμως, και πραγματικό ζήτημα ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν υφίσταται εκ μόνου του γεγονότος ότι το αναλυτικό σκεπτικό συντάχθηκε εγγράφως και κατέστη προσιτό στους ενδιαφερόμενους εκ των υστέρων (το ενδεχόμενο της ελλείψεως αιτιολογίας στα επί μέρους θέματα εξετάζεται στη συνέχεια, κατά την έρευνα των σχετικών λόγων αναιρέσεως). Όσον δε αφορά στη μεγάλη χρονική διάρκεια, που απαιτήθηκε για τη σύνταξη του εν λόγω σκεπτικού, αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται εύλογη, εκ του όγκου της όλης υποθέσεως. Επομένως, ο δωδέκατος λόγος του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ1με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην επί της ενοχής 1149/3-5-2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφ ετείου Αθηνών η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος.
22.Από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πρέπει να αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που για το σκοπό αυτό θεωρείται ότι αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, στο άρθρο 187 παρ.1 ΠΚ, όπως ίσχυσε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 2928/2001, ορίζεται ότι "Με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) και επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται [μεταξύ άλλων και] στα άρθρα 270 (έκρηξη), 272 (παραβάσεις σχετικές με τις εκρηκτικές ύλες), 299 (ανθρωποκτονία με πρόθεση), 310 (βαριά σωματική βλάβη), 374 (διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής), 380 (ληστεία), όπως, επίσης, στη νομοθεσία περί όπλων, εκρηκτικών υλών [κλπ]". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος, που είναι υπαλλακτικώς μικτό, απαιτούνται : Α) Η εξ αρχής δημιουργία [για την εγκληματική μορφή της "συγκρότησης"] ή η προηγούμενη ύπαρξη [για την εγκληματική μορφή της "ένταξης"] ομάδας με δράση διαρκή, ήτοι ενός συνόλου προσώπων που έχει ως σκοπό την ανάπτυξη δραστηριότητας σε βάθος χρόνου και όχι με τρόπο ευκαιριακό ή παροδικό. Β) Η συμμετοχή κάποιου στην ίδρυση της ομάδας ή η εκ των υστέρων ένταξή του σ' αυτή, ως μέλους. Γ) Τα μέλη της ομάδας να είναι τουλάχιστον τρία. Δ) Η ομάδα να έχει εσωτερική διάρθρωση και ιεραρχική δομή, με την έννοια ότι τα νεότερα ή κατώτερα μέλη υποτάσσουν τη βούλησή τους στα παλιότερα ή ανώτερα και όλοι μαζί, αδιαφόρως αν αυτό επιτυγχάνεται ελεύθερα ή με την καλλιέργεια σχέσεων επιβολής - υποταγής, διαμορφώνουν μια νέα, ενιαία βούληση, αυτήν της οργάνωσης, που κατευθύνεται στην επίτευξη ενός κοινού σκοπού. Ε) Ο κοινός σκοπός, που μπορεί να έχει οποιοδήποτε κίνητρο (όχι μόνο οικονομικό, αλλά και ιδεολογικό ή άλλο), να αναφέρεται στην τέλεση κάποιου ή κάποιων από τα κακουργήματα που απαριθμούνται περιοριστικά στην ΠΚ 187 παρ.1 και Στ) Τα κακουργήματα αυτά, που δεν χρειάζεται να είναι εκ των προτέρων καθορισμένα ως προς το είδος ή τις λεπτομέρειες και, κυρίως, ως προς το αντικείμενο εκάστης πράξεως, να προβλέπονται με τρόπο που η αφηρημένη επιδίωξή τους αφ' ενός χαρακτηρίζει τη συγκρότηση ή τη λειτουργία της ομάδας και αφ' ετέρου εμπίπτει στη γνώση και στη θέληση ενός εκάστου από αυτούς που τη συγκροτούν ή εντάσσονται σ' αυτήν. Ακόμη, από την ίδια διάταξη συνάγεται ερμηνευτικώς ότι για να γίνει ή να παραμείνει κάποιος μέλος της ομάδας απαιτείται και αρκεί η εκ μέρους αυτού αποδοχή του σκοπού της, χωρίς να είναι αναγκαία και η προσωπική συμμετοχή του σε επί μέρους πράξεις, οι οποίες άγουν στην επίτευξη του σκοπού. Και ότι για την αποχώρησή του από την ομάδα απαιτείται η εξωτερίκευση βούλησης αντίθετης, από εκείνη που είχε εκδηλωθεί κατά τη συγκρότησή της ή την ένταξη σ' αυτήν. Διότι, με δεδομένο το ότι πρόκειται για έγκλημα διαρκές (βλ. παραπάνω, αρ.9), η αξιόποινη συμπεριφορά παρατείνεται από την αρχική εκδήλωσή της, κατά τη συγκρότηση της ομάδας ή την ένταξη σ' αυτήν, μέχρι την εξάρθρωση της ομάδας ή τη με κάποιον εμφανή τρόπο προηγούμενη διάλυσή της ή αποχώρηση μέλους από αυτήν. Ως εκ τούτου, η μη συμμετοχή ενός μέλους, από κάποιο χρονικό σημείο και μετά, στην τέλεση συγκεκριμένων εγκληματικών ενεργειών, στις οποίες προέβη η οργάνωση και για τις οποίες ανέλαβε την ευθύνη, δεν υποδηλώνει άνευ ετέρου και αποχώρηση του μέλους από αυτήν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ύστερα από την αναιρετικώς ανέλεγκτη αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων που τέθηκαν υπό την κρίση του και προαναφέρθηκαν (βλ. παραπάνω, αρ. 12) δέχθηκε επί της κατηγορίας για συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης, που αποδόθηκε στον αναιρεσείοντα Χ1, ότι μετά την αποκατάσταση του δημοκρατικού καθεστώτος στην Ελλάδα, κατά το έτος 1974, ακολούθησε μια σειρά από τρομοκρατικές ενέργειες για τις οποίες ανέλαβε την ευθύνη, με αντίστοιχες προκηρύξεις, μια άγνωστη, μέχρι τότε, ομάδα με την ονομασία "Επαναστατική Οργάνωση 17 Νοέμβρη" (ή ΕΟ 17Ν). Ότι η παράνομη δραστηριότητα της ομάδας αυτής συνεχίστηκε έκτοτε για πολλά χρόνια, με τη διάπραξη ανθρωποκτονιών, εκρήξεων, ληστειών, κλοπών και άλλων εγκλημάτων, χωρίς οι διωκτικές αρχές να μπορέσουν να την εξαρθρώσουν ή έστω να συγκεντρώσουν σημαντικά ενοχοποιητικά στοιχεία για κάποιο από τα μέλη της, ώστε να προβούν στη σύλληψή του. Ότι πολύ αργότερα, μετά τη δολοφονία του βρετανού ταξίαρχου Θ1(7-6-2000), οι ελληνικές διωκτικές υπηρεσίες συνεργάσθηκαν στενότερα με τις αντίστοιχες βρετανικές και, έπειτα από συνδυαστική αξιοποίηση των στοιχείων που είχαν συγκεντρωθεί μέχρι εκείνη την εποχή για όλες τις τρομοκρατικές ενέργειες της εν λόγω οργάνωσης, μπόρεσαν να καταλήξουν σε κάποιες πιο συγκεκριμένες διαπιστώσεις. Ότι η διαλεκτική, η γλωσσική διατύπωση και γενικά το ύφος των προκηρύξεων, που είχε κυκλοφορήσει η οργάνωση, παρέπεμπαν σε πρόσωπα του χώρου της επαναστατικής αριστεράς, τα οποία κατά το Μάη του 1968 και κατά τα αμέσως επόμενα χρόνια είχαν πολιτική δραστηριότητα στο Παρίσι. Ότι όταν άρχισε η συλλογή πληροφοριών για πρόσωπα με την ιδιότητα αυτή, σε συνεργασία και με τις γαλλικές αστυνομικές αρχές, αφού για πολλούς αποκλείσθηκαν οι υπόνοιες, διότι ήδη είχαν γνωστή κατοικία και εμφανείς δραστηριότητες, διαπιστώθηκε ότι για κάποιον Χ1, πρώην δραστήριο και ταλαντούχο μέλος της ένωσης ελλήνων φοιτητών στο Παρίσι, υπήρχε παντελής απουσία στοιχείων για την μετά το 1974 ζωή και δράση του. Ότι οι διωκτικές αρχές ενέτειναν τις έρευνες ως προς την ύπαρξη και τις τυχόν παράνομες δραστηριότητες του προσώπου αυτού, μέχρις ότου συνέβη κάποιο τυχαίο γεγονός, που αποδείχθηκε καταλυτικό. Στη συνέχεια, το Πενταμελές Εφετείο δέχεται κατά λέξη ότι "Η ΕΟ 17Ν... είχε σχεδιάσει την ενέργεια έκρηξης στα εκδοτήρια εισιτηρίων της εταιρίας HELLAS FLYING DOLPHINS στην προβλήτα Αργοσαρωνικού του Λιμένα Πειραιώς. Το βράδυ του Σαββάτου της 29-6-2002 και ώρα 22:30', από κακό υπολογισμό, ο αυτόματος ωρολογιακός εκρηκτικός μηχανισμός μέσα σε πλαστική τσάντα, που ο Χ3 επιχειρούσε να τοποθετήσει στον άνω χώρο, εξερράγη με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του... Επειδή από τις συνθήκες του τραυματισμού του προέκυψαν εμφανείς ενδείξεις ότι επρόκειτο για αποτυχούσα τρομοκρατική ενέργεια, επιλήφθηκε αμέσως της υπόθεσης η αντιτρομοκρατική υπηρεσία. Στις τσέπες του πολυτραυματία βρέθηκαν διάφορα κλειδιά... Η φωτογραφία του Χ3 προβλήθηκε στα ΜΜΕ και αμέσως οι ένοικοι της πολυκατοικίας της οδού ... αναγνώρισαν σ' αυτήν το πρόσωπο του νεαρού ατόμου που επισκεπτόταν τακτικά διαμέρισμα της πολυκατοικίας τους. Ειδοποιήθηκε η Αστυνομική Αρχή και όταν με τα κλειδιά του Χ3 άνοιξε το διαμέρισμα, οι αστυνομικοί βρέθηκαν έκπληκτοι προ πληθώρας όπλων και πυρομαχικών, εγγράφων και λοιπών στοιχείων, που από την πρώτη ματιά μαρτυρούσαν ότι στα χέρια τους είχαν την ΕΟ 17Ν. Το εν λόγω διαμέρισμα της οδού ... το είχε νοικιάσει ο ίδιος ο Χ3 πριν από 10 χρόνια, με το ψευδές όνομα Γρηγόρης Πουφτσής... Όπως ανέφερε ο Χ3 στην από 22-7-02 προανακριτική του απολογία, που ανεγνώσθη, λίγες ημέρες πριν από την προαναφερθείσα έκρηξη στον Πειραιά ο Χ1, ενόψει αναχώρησής του στους ..., μετέφερε στο κρησφύγετο της οδού ... μια τσάντα με χειρόγραφα χαρτιά. Αργότερα εντοπίσθηκε και ένα δεύτερο κρησφύγετο στην οδό ....". Όπως προκύπτει από την επισκόπηση άλλου σημείου της αποφάσεως, ο Χ3, που δεν γνώριζε το πραγματικό όνομα του Χ1 αναφέρθηκε σ' αυτόν ως "Λάμπρο". Από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, που αναφέρονται στη συνέχεια, συνδέθηκε το ψευδώνυμο με το όνομα. Τα όσα είπε, όμως, ο Χ3, συνδυαζόμενα και με τα όσα είπαν άλλοι κατηγορούμενοι, όπως, επίσης, αναφέρονται στη συνέχεια, οδήγησαν το Πενταμελές Εφετείο στην παραδοχή ότι ο Χ1 υπήρξε εκ των ιδρυτικών στελεχών της οργάνωσης, μαζί με τον Φ6, μια γυναίκα με το όνομα ή ψευδώνυμο "Άννα" και κάποιους ακόμη, των οποίων τα στοιχεία δεν αποκαλύφθηκαν. Για το ζήτημα της δομής της οργάνωσης, το Πενταμελές Εφετείο, αξιοποιώντας αποδεικτικά ένα έγγραφο που βρέθηκε στο κρησφύγετο της οδού ... και είχε τη μορφή του καταστατικού της οργάνωσης, αντιγράφοντας διάφορες περικοπές από αυτό, δέχθηκε ότι "Το οργανωτικό σχήμα της Οργάνωσης βασίζεται στην αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού και ειδικότερα σε μια δημοκρατική παραλλαγή του, όπως λειτούργησε στο μπολσεβίκικο κόμμα μέχρι το 1920. Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός σημαίνει κατ' αρχή πλατειά και πλήρη δημοκρατική συζήτηση σ' όλη την Οργάνωση για τις βασικές πολιτικό- ιδεολογικές κατευθύνσεις της. Αυτή η πλατειά συζήτηση... θεμελιώνει το συγκεντρωτισμό... Η Οργάνωση δεν είναι όμιλος συζητήσεων, αλλά μαχητική Οργάνωση επαναστατικής πάλης και σαν τέτοια είναι απαραίτητο να υπάρχει, για λόγους στοιχειώδους αποτελεσματικότητας αυτής της πάλης, ένα Κέντρο Εξουσίας της Οργάνωσης, όπου θα υπάρχει μια στοιχειώδης συγκέντρωση πληροφοριών για τα αδύνατα και τα δυνατά σημεία της Οργάνωσης, τους καμένους, αυτούς που γνωρίζονται μεταξύ τους, τα υλικά, τις ανάγκες, για να γίνει ένας στοιχειώδης καταμερισμός των δυνάμεων και των δουλειών, μια αποτελεσματική στεγανοποίηση, κάποιο κράτημα εφεδρειών, περισσότερα μέτρα ασφαλείας για ορισμένους, γενικά μια τακτική πάλης. Αυτό το κέντρο χρειάζεται να είναι παρόν στην καθημερινή δουλειά, να' ναι ευέλικτο, δηλαδή ολιγομελές, ώστε να μπορεί ν' αποφασίζει γρήγορα. Χωρίς αυτό το κέντρο δεν μπορεί να γίνει καμιά σοβαρή ένοπλη δράση, με τους κανόνες του λαϊκού αντάρτικου και η πείρα δείχνει [ότι] όταν δεν υπάρχει δημιουργείται από μόνο του, στα κρυφά, απ' τις ίδιες τις ανάγκες της συνωμοτικότητας". Συνεχίζοντας την άντληση στοιχείων από το καταστατικό έγγραφο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως προς τις σχέσεις των μελών με την οργάνωση, δέχθηκε ότι "Μία από τις βασικότερες αρχές της Οργάνωσης είναι ότι δεν δέχεται μέλη που θέλουν να δουλέψουν μόνο σ' ένα τομέα ή σε μια δραστηριότητα π.χ. πολιτική και όχι στρατιωτική. Τα μέλη δέχονται στην αρχή ότι μπορούν να δουλέψουν οπουδήποτε χρειαστεί. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν τομείς δραστηριοτήτων για ορισμένα χρονικά διαστήματα και συγκεκριμένες υπευθυνότητες. Ούτε ότι δεν λαμβάνονται υπόψη οι αδυναμίες, η απειρία, τα προσόντα και οι προτιμήσεις του κάθε συντρόφου. Κάθε μέλος οφείλει να βρίσκει τρόπους για να συνδυάζει σωστά την επαγγελματική, προσωπική, οικογενειακή του ζωή με την επαναστατική του δραστηριότητα στην Οργάνωση, έτσι ώστε από τη μια να μη δημιουργεί υπόνοιες στο περιβάλλον του, αλλά και στους "μπάτσους", για τις απουσίες του και από την άλλη να μην παραμελεί τη δουλειά του στην Οργάνωση. Πρέπει να παρουσιάζεται προς τα έξω με καθαρή και αθώα δραστηριότητα που να' χει μια λογική εξήγηση για τους έξω και ακόμη να βρίσκει διάφορες λεζάντες - ιστορίες λογικές, που μερικές φορές να διαδίδει για να καλύψει μερικώς αυτήν την εικόνα". Πρέπει να επισημανθεί το γεγονός ότι στην ως άνω φράση του καταστατικού η χρήση της λέξεως "λεζάντα" γίνεται με την προέχουσα σημασία που αυτή έχει στη γαλλική γλώσσα (=μύθος) και όχι με αυτήν που συνήθως χρησιμοποιείται στην ελληνική (=επεξήγηση). Ακόμη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι "Τα μέλη της Οργάνωσης δουλεύουν σε πυρήνες των 3-5 συντρόφων. Ο πυρήνας εκλέγει έναν υπεύθυνο [του] πυρήνα. Οι επαφές ανάμεσα στους πυρήνες γίνονται μέσω των υπευθύνων. Στις διάφορες δουλειές μέσα στους πυρήνες υποχρεώνονται να τηρούν με σχολαστικότητα και αυστηρότητα τα μέτρα ασφάλειας που απορρέουν από την αναγκαιότητα της παρανομίας και της συνωμοτικότητας. Ειδικότερα το μέλος δεν αναφέρει τίποτα για την επαναστατική του δραστηριότητα σε κανένα απολύτως κι ούτε αφήνει να εννοηθεί κάτι τέτοιο, ακόμη και στα πιο στενά και αγαπημένα του πρόσωπα. Τα μέλη του πυρήνα συζητάνε για τη γενική πολιτική κατάσταση, την πολιτική γραμμή της Οργάνωσης και την εν γένει δραστηριότητά της και κάνουν συγκεκριμένες προτάσεις. Οι προτάσεις αυτές για να μετατραπούν σε αποφάσεις, εκτός από τις δευτερεύουσες βοηθητικές ενέργειες, πρέπει ή να αποφασιστούν σε συνδιάσκεψη ή να ακολουθηθεί η περιγραφόμενη σ' αυτό διαδικασία μεταφοράς στην Εκτελεστική Γραμματεία. Αυτή κατεβάζει την πρόταση στους πυρήνες για να υπάρξει ένας συλλογικός προβληματισμός και η άποψη του κάθε πυρήνα, κατά τα διαλαμβανόμενα σ' αυτό, ξαναγυρίζει στην Εκτελεστική Γραμματεία που αποφασίζει, λαβαίνοντας υπόψη τις μερικές απόψεις και τον προβληματισμό, αλλά χωρίς αυτές να αποτελούν επιτακτική εντολή". Επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές τις προσβαλλόμενης απόφασης, στο ίδιο το καταστατικό της οργάνωσης γίνεται λόγος άλλοτε για "κέντρο εξουσίας" και άλλοτε για "εκτελεστική γραμματεία", ως όργανο ιεραρχικώς προϊστάμενο, σε αντιδιαστολή προς τους "πυρήνες" αυτής, που λειτουργούν ως υφιστάμενες ομάδες δράσης. Στη συνέχεια, το Πενταμελές Εφετείο, αντιγράφοντας το καταστατικό, αποσαφηνίζει ότι "Η Εκτελεστική Γραμματεία είναι το όργανο που εκπροσωπεί την Οργάνωση τόσο προς τα έξω όσο και προς τα μέσα στο χρονικό διάστημα ανάμεσα στις συνδιασκέψεις. Είναι πολιτικό όργανο με εκτελεστικές αρμοδιότητες. Ακόμα είναι το κέντρο εξουσίας που αποφασίζει για οποιοδήποτε σοβαρό ζήτημα δημιουργηθεί". Το δικαστήριο, δηλαδή, δέχεται ότι η εκτελεστική γραμματεία δεν είναι διαφορετικό όργανο από το κέντρο εξουσίας. Και περαιτέρω, ως προς το ότι όσοι είχαν εντοπισθεί από τις αρχές, αποσύρονταν μεν από την ενεργό δράση, δεν έπαυαν, όμως, να είναι μέλη της οργάνωσης, δέχεται ότι "Οι καμένοι (οι σύντροφοι που έχουν εντοπισθεί κατά οποιοδήποτε τρόπο) πρέπει να δουλεύουν όσο το δυνατόν λιγότερο, στις δευτερεύουσες βοηθητικές ενέργειες. Συμμετέχουν σαν κανονικά μέλη, αλλά οι επαφές δεν πρέπει να γίνονται απευθείας με τους καθαρούς, αλλά ή μέσω τρίτων ενδιαμέσων ή μέσω γραπτών κειμένων που μεταφέρονται από τρίτους ή αφήνονται σε σημείο. Οι επαφές αυτές πρέπει να' ναι όσο το δυνατό πιο αραιές και προσεγμένες ανάλογα με το βαθμό καψίματος". Σχετικά με την εφαρμογή των ως άνω καταστατικών αρχών στην πράξη, το δικαστήριο δέχθηκε ότι "ναι μεν... γίνεται λόγος για δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, πλην όμως τούτο δεν αποδείχθηκε ότι ήταν δυνατό να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού οι δύο αυτές έννοιες προδήλως δεν συνάδουν και όπου υπάρχει συγκεντρωτισμός, απουσιάζει η δημοκρατία. Επίσης, είναι μεν αλήθεια ότι με το εν λόγω Καταστατικό, κατά την κατάρτιση του, αντιμετωπίσθηκαν και ρυθμίσθηκαν μεγαλεπήβολες προσδοκίες, ιδίως ως προς το οργανωτικό σχήμα της Οργάνωσης και συγκεκριμένα τη δημιουργία περισσότερων Τομέων, αποτελουμένων από 3 - 5 πυρήνες, την περιγραφείσα λειτουργία της Συνδιάσκεψης, συγκροτούμενης από 1 - 2 αντιπροσώπους από κάθε πυρήνα (ανάλογα αν ήταν 3μελής ή 5μελής), οι οποίες δεν αποδείχθηκε ότι ανταποκρίθηκαν στην πραγματικότητα, στην έκταση που προβλέφθηκε και ρυθμίσθηκε αρχικά με το ως άνω Καταστατικό της Οργάνωσης. Ανεξαρτήτως, όμως, των ανωτέρω, όπως με σαφήνεια δήλωσε ο Φ2 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά τη συνεδρίαση της 27-5-2003, το πνεύμα και οι βασικές αρχές του κειμένου αυτού, χαρακτηρισθέντος από τον ίδιο ως "ιστορικού", ίσχυσαν στην Οργάνωση... Με βάση τα προεκτεθέντα και την ως άνω δήλωση του Φ2, καθίσταται σαφές ότι αρχές και ρυθμίσεις του ως άνω Καταστατικού ίσχυσαν, με αποκλίσεις βεβαίως, ως προς εκείνα τα οποία αποδείχθηκε στην πράξη ότι δεν μπορούσαν να εφαρμοσθούν, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Στα πλαίσια αυτά, αποδείχθηκε, επίσης, ότι η πρόβλεψη με το Καταστατικό ενός Κέντρου Εξουσίας και οι σχετικές με αυτό ρυθμίσεις, βρήκαν πράγματι πεδίο εφαρμογής. Και τούτο διότι, όπως αναφέρεται και στο Καταστατικό, η Οργάνωση, ως μαχητική οργάνωση επαναστατικής πάλης, ήταν απαραίτητο να έχει για λόγους στοιχειώδους αποτελεσματικότητας ένα τέτοιο Κέντρο Εξουσίας που να είναι παρόν στην καθημερινή δουλειά και να είναι ευέλικτο, δηλαδή ολιγομελές, ώστε να μπορεί να αποφασίζει γρήγορα... Είναι χαρακτηριστικό, άλλωστε, και πρέπει να αναφερθεί ότι ο Χ8, κατά την απολογία του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δήλωσε ότι στην πράξη, πέραν από τις πολύ ωραίες θεωρίες που δεν εφαρμόσθηκαν ποτέ, κέντρο εξουσίας ήταν ο Χ1 και ο Φ2, ενώ, κατά την απολογία του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δέχθηκε, μεταξύ άλλων ότι μεταξύ του Φ2 και εκείνου, υπήρχε ο Χ1 πιο ψηλά στην ιεραρχία". Ως προς τη σχέση των ως άνω δύο μελών του κέντρου εξουσίας προς τα υπόλοιπα μέλη της οργάνωσης, το Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε ότι "Τα στρατολογούμενα μέλη ήσαν... ευεπίφορα σε χειραγώγηση από τις πιο ισχυρές φυσιογνωμίες της οργάνωσης, που, όπως εκτέθηκε, αποτελούσαν το Κέντρο Εξουσίας... μεταξύ των οποίων κυρίαρχη ηγετική θέση κατείχε ο Χ1 ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, είχε το ιδεολογικό υπόβαθρο, αλλά επιπλέον και την πνευματική υπεροχή, την ανωτερότητα, που του παρείχε η εκπαίδευση στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο του Παρισιού, η αλλοδαπή κουλτούρα και η άριστη γνώση δύο ξένων γλωσσών, το χάρισμα του λόγου, τη δυνατότητα διείσδυσης σε διάφορους κύκλους και κοινωνικές ομάδες, την ικανότητα μελέτης και αποκωδικοποίησης των τεκταινομένων στην ελληνική κοινωνία και εντεύθεν την ικανότητα στην εξατομίκευση των στόχων της οργάνωσης. Η ατομική κρίση και συμπεριφορά των λοιπών μελών, μόλις εντάσσονταν και άρχιζαν να λειτουργούν στο σύνολο της οργάνωσης, επηρεάζονταν σοβαρά από το ήδη, κατά τα άνω, διαμορφωμένο πνεύμα της ομάδας. Αποκτούσαν ευκολότερα την ψευδαίσθηση του απρόσβλητου, που οδηγούσε σε υπερβολική αισιοδοξία και ανάληψη υπερβολικού κινδύνου και πίστευαν ότι ο επιλεγείς στόχος είναι η υπόσταση του κακού... Η οργάνωση 17Ν κατά την 27ετή δράση της διέπραξε σωρεία εγκλημάτων βίας για να δικαιώνει την ύπαρξή της και για να την καθιστά διαρκώς παρούσα στα πράγματα της ελληνικής κοινωνίας. Το Κέντρο Εξουσίας... αισθανόμενο την ανάγκη αυτή, σχεδίαζε συνεχώς πράξεις, ώστε τα μέλη της να μπορούν να επιβεβαιώνουν, σε δεδομένη στιγμή, την ταυτότητά τους και να αποδεσμεύουν την επιθετική τους ενέργεια... Στη συνέχεια, μυήθηκαν και εντάχθηκαν στην οργάνωση, με τον αυτό ως άνω σκοπό, οι κατηγορούμενοι: 1) Φ8 το έτος 1979, 2) Φ2 από το έτος 1983, 3) Χ8 από το έτος 1983 έως το έτος 1988, 4) Χ4 από το τέλος του έτους 1983, 5) X5 από τις αρχές του έτους 1985, 6) Χ3 από το έτος 1986 έως το 2002, 7) Χ6 από το τέλος του έτους 1987, 8) Φ7 από Μάϊο του έτους 1988, 9) Χ7 από το έτος 1988 έως το 1992, 10) Φ4 από το έτος 1989, μέχρι 1-9-1994, 11) Φ9 από το έτος 1990 έως το Φεβρουάριο του 1996, 12) Χ2 από το έτος 1996 και 13) Φ3 από το φθινόπωρο του έτους 1997. Η ΕΟ 17Ν λειτούργησε, κατά τα προεκτεθέντα, με ιεραρχική δομή, με κατανομή καθηκόντων και αρμοδιοτήτων μεταξύ των μελών της κατά την προετοιμασία και επιχείρηση των κατ' ιδίαν τρομοκρατικών ενεργειών, με σταθερή υποδομή και διατήρηση κρησφύγετων και χώρων αποθήκευσης όπλων, εκρηκτικών υλών και μηχανημάτων και άλλων πολεμικών υλικών και με τη θέσπιση εσωτερικών, συνωμοτικών κανόνων λειτουργίας της, που υπαγόρευαν στα μέλη την αποδοχή των αποφάσεων του Κέντρου Εξουσίας και των προσκλήσεών του για να συνδράμουν την οργάνωση στην πραγματοποίηση των σκοπών της... Στα πλαίσια των κανόνων αυτών λειτουργίας της οργάνωσης, τα μέλη διέθεταν διάφορα ψευδώνυμα. Έτσι, οι κατηγορούμενοι ήσαν γνωστοί και αποκαλούνταν μεταξύ τους με το ακόλουθο ο καθένας ψευδώνυμο : α) ο Χ1 αρχικά ως "Πέτρος" και στη συνέχεια "Λάμπρος", β) ο Φ8 ως "Νικήτας", γ) ο Φ6 ως "Βαγγέλης"" και μετέπειτα "Νικήτας", δ) ο Φ2 αρχικά ως "Τάκης" και στη συνέχεια ως "Λουκάς", ε) ο Χ4 ως "Μανόλης", στ) ο Χ3 ως "Μιχάλης" και ως "Σπύρος", ζ) ο X5 ως "Σταμάτης", η) ο Χ8 ως "Αλέκος", θ) ο Χ6 ως "Χάρης", ι) ο Χ7 ως "Μάρκος", ια) ο Φ7 ως "Στέλιος", ιβ) ο Φ4 ως "Στάθης", ιγ) ο Φ9 ως "Άρης", ιδ) ο Χ2 ως "Παναής" και ιε) ο Φ3 ως "Αλέξης". Όλοι... παρέμειναν στην Οργάνωση και ο κάθε ένας από αυτούς διατήρησε τη σταθερή βούλησή του συμμετοχής σ' αυτή μέχρι τη χρονολογία που αναφέρεται κατωτέρω για τον καθένα, ανεξάρτητα αν μετείχε ή όχι και σε συγκεκριμένες πράξεις της οργάνωσης". Μετά τις ως άνω γενικές παραδοχές σχετικά με τη σύσταση, τη δομή και τη λειτουργία της οργάνωσης και τη συμμετοχή των κατηγορουμένων σ' αυτήν, το Πενταμελές Εφετείο αξιολόγησε, ειδικότερα, τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε για τον καθένα από τους κατηγορουμένους, προκειμένου να καταλήξει με ασφάλεια στις επί μέρους παραδοχές του. Για την κατάφαση του ρόλου του αναιρεσείοντος Χ1 στην οργάνωση, το Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε ότι "Η κήρυξη της δικτατορίας του 1967 τον βρήκε στο Παρίσι, όπου σπούδαζε οικονομικά στο Πανεπιστήμιο. Αναμείχθηκε αμέσως στην ανθούσα στο Παρίσι φοιτητική ένωση των εκεί Ελλήνων, ως γενικός γραμματέας και απέκτησε δημοφιλές προφίλ μεταξύ των μελών της φοιτητικής κοινότητας, αφού άλλωστε πολλά παλαιά μέλη της προσήλθαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κατέθεσαν ως μάρτυρες υπεράσπισής του, ανεγνώσθησαν δε οι καταθέσεις τους στο παρόν Δικαστήριο, και όπως βεβαίωσαν, είχαν χάσει την επαφή μαζί του για περισσότερα από τριάντα χρόνια. Ο Χ1 στο στάδιο αυτό της ζωής του έλαβε την απόφαση να δράσει κατά της δικτατορίας, ήλθε κρυφά στην Ελλάδα και μετέσχε στην αντιστασιακή οργάνωση ΛΕΑ, στην οποία αποδίδεται και η τοποθέτηση κροτίδας... στο υπόγειο του κτιρίου της Αμερικανικής Πρεσβείας των Αθηνών. Την πατρότητα της ενέργειας διεκδικεί προσωπικώς ο Χ1 χωρίς όμως να ενθυμείται και τον ακριβή χρόνο που την τοποθέτησε. Επακολούθησε σύλληψη ορισμένων από τα μέλη της ΛΕΑ και καταδίκη τους από το Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης σε μακροχρόνιες ποινές στερητικές της ελευθερίας. Μεταξύ των καταδικασθέντων περιλαμβάνεται στην απόφαση του στρατοδικείου και το όνομα Υ1, το οποίο ο Χ1 ισχυρίζεται ότι ανήκε στον ίδιο και ο οποίος καταδικάσθηκε για παράβαση πλημμεληματικού χαρακτήρα". Είναι χαρακτηριστικό το ότι σε προηγούμενο σημείο του σκεπτικού του, το δικαστήριο είχε δεχθεί ότι "Επίσης, στο κρησφύγετο της οδού ..., βρέθηκε και κατασχέθηκε και το με αριθμ. Π 277-α2 πειστήριο, που αφορά κείμενο εσωτερικού Κανονισμού της ΛΕΑ - αντιστασιακής Οργάνωσης που έδρασε στα χρόνια της δικτατορίας, μέλος της οποίας δέχθηκε, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι υπήρξε ο Χ1"Και η προηγούμενη σκέψη ολοκληρώνεται ως εξής "Μετά τη μεταπολίτευση ο Χ1, αφού ίδρυσε, όπως προεκτέθηκε, μαζί με τα λοιπά ως άνω πρόσωπα την ΕΟ 17Ν, αποφάσισε να ζήσει στη σκιά, υπό το ψευδές όνομα Μιχαήλ Οικονόμου. Ο Χ1 είναι γιος του ...επιφανούς μέλους της Δ' Διεθνούς. Έχει πολύ καλή εμφάνιση και παράσταση, γνωρίζει άπταιστα τη γαλλική και αγγλική γλώσσα, ασκεί επιρροή στους γύρω του και διαθέτει, επίσης, μια βαθιά μαρξιστική - λενινιστική συγκρότηση, αλλά και γενικότερη κλασική λογοτεχνική παιδεία". Στη συνέχεια, πέραν των όσων είχαν αναφερθεί γι' αυτόν από άλλα πρόσωπα, μάρτυρες ή συγκατηγορουμένους, το δικαστήριο αξιολόγησε πειστήρια, επί των οποίων ο γραφικός χαρακτήρας ή τα ανευρεθέντα δακτυλικά αποτυπώματα ταυτοποιήθηκαν με τα αντίστοιχα δικά του. Ως προς τα δακτυλικά αποτυπώματα, το δικαστήριο δέχθηκε μεταξύ άλλων και ότι "Στο διαμέρισμα - κρησφύγετο της οδού ...ταυτοποιήθηκαν τα δακτυλικά του αποτυπώματα σε διάφορα έγγραφα, τα οποία βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στο διαμέρισμα αυτό και συγκεκριμένα: Σε φύλλο οδηγιών κινητής τηλεφωνίας (πειστήριο με αριθμό 33) βρέθηκαν δύο τμήματα δακτυλικών αποτυπωμάτων και ένα τμήμα παλαμικού αποτυπώματος, τα οποία ταυτίζονται με τα αποτυπώματα αριστερού μεσαίου - παράμεσου και δεξιάς παλάμης αυτού. Στην 20η σελίδα εντύπου οδηγιών χρήσης κινητού τηλεφώνου GF768 μάρκας ERICSON (πειστήριο με αριθμό 35) βρέθηκε ένα τμήμα δακτυλικού αποτυπώματος, το οποίο ταυτίζεται με το αποτύπωμα αριστερού αντίχειρα αυτού. Στο πίσω εξώφυλλο εγχειριδίου οδηγιών συσκευής ασυρμάτου επικοινωνίας με τις ενδείξεις "SONY ICF - PRO 70/ICF -PRO 80 PLL - SYNTHESIZED RECEIVER" (πειστήριο με αριθμό 157) βρέθηκε ένα τμήμα δακτυλικού αποτυπώματος, το οποίο ταυτίζεται με το αποτύπωμα αριστερού αντίχειρα αυτού. Στη 16η σελίδα και στην 93η σελίδα βιβλίου με τίτλο "SPECIAL FORCES" (πειστήριο με αριθμό 190-β) βρέθηκαν δύο τμήματα δακτυλικών αποτυπωμάτων, τα οποία ταυτίζονται με τα αποτυπώματα δεξιού αντίχειρα και δεξιού δείκτη αυτού. Στην 94η σελίδα βιβλίου με τίτλο "WHO'S WHO της αλλαγής" (πειστήριο με αριθμό 190-η) βρέθηκε ένα τμήμα δακτυλικού αποτυπώματος, το οποίο ταυτίσθηκε με το αποτύπωμα δεξιού δείκτη αυτού. Σε βιβλίο διαστάσεων 24Χ17 εκ. με τίτλο "ΟΔΗΓΟΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ και ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ και ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ" (πειστήριο με αριθμό 190-ιγ), βρέθηκαν α) τέσσερα τμήματα δακτυλικών αποτυπωμάτων του στις σελίδες 22η, 23η, 34η, 128η αυτού, τα οποία ταυτίσθηκαν με αποτυπώματα αριστερού αντίχειρα, δεξιού αντίχειρα, αριστερού αντίχειρα, αριστερού παράμεσου, αντίστοιχα, αυτού και β) ένα τμήμα παλαμικού αποτυπώματος στην 25η σελίδα του ίδιου βιβλίου, το οποίο ταυτίσθηκε με αποτύπωμα δεξιάς παλάμης αυτού. Σε δύο φύλλα χάρτου με χειρόγραφο κείμενο (που αναφέρεται σε μεθόδους και οδηγίες κατασκευής και τοποθέτησης εκρηκτικών μηχανισμών) με μαύρα γράμματα, τα οποία αριθμούνται στην πάνω αριστερή γωνία τους με λατινική γραφή (Ι) και (ΙΙ) (πειστήριο με αριθμό 277-β) βρέθηκαν α) στο φύλλο με την ένδειξη Ι του οποίου η πρώτη σελίδα αρχίζει με τη φράση "ΑΝΤΙΑΡΜΑΤΙΚΗ ΧΕΙΡΟΒΟΜΒΙΔΑ ΤΟΥ ΧΕΡΙΟΥ Παίρνουμε 2 κουτιά από κονσέρβες διαμέτρου 73 χιλ." και τελειώνει "στα 80 χιλ.", η δε δεύτερη αρχίζει με τη φράση "περνάμε τώρα στην κατασκευή του πυροκροτητή" και τελειώνει με τη φράση "ρίχνουμε τη χειρ." βρέθηκε ένα τμήμα δακτυλικού αποτυπώματος, το οποίο ταυτίζεται με το αποτύπωμα αριστερού μεσαίου του ανωτέρω και β) στο φύλλο με την ένδειξη ΙΙ που αρχίζει με τη φράση "βομβίδα πάνω στο τανκ" και τελειώνει με τη φράση "και άσφαλτο βλ. χώμα" δύο τμήματα δακτυλικών αποτυπωμάτων, τα οποία ταυτίζονται με τα αποτυπώματα αριστερού αντίχειρα και αριστερού μεσαίου αυτού. Σε τέσσερα φύλλα χάρτου αριθμημένα από 1 έως 8 με το χειρόγραφο κείμενο που προεκτέθηκε και το οποίο αναφέρεται σε "Μέτρα ασφαλείας" (πειστήριο με αριθμό 277-ι) βρέθηκαν α) τμήμα δακτυλικού αποτυπώματος στην υπ' αριθμ. 8 σελίδα, η οποία αρχίζει με τη φράση "κάθε σύντροφος πρέπει να έχει τρία σημεία" και τελειώνει με τη φράση "που δε γνωρίζει το προηγούμενο το παίρνει στις 10" το οποίο ταυτίζεται με το αποτύπωμα του αριστερού δείκτη αυτού και β) τμήμα δακτυλικού αποτυπώματος στην υπ' αριθμ. 7 σελίδα, η οποία αρχίζει με τη φράση "Β στο επίπεδο του πυρήνα. Κάθε σύντροφος πρέπει να' χει 3 σημεία επαφής για συναντήσεις με" και τελειώνει με τη φράση "μόλις του χρειαστεί", το οποίο ταυτίζεται με το αποτύπωμα αριστερού αντίχειρα αυτού. Στην πρώτη σελίδα φύλλου χάρτου (πειστήριο 277-ια), με χειρόγραφο κείμενο και στις δύο πλευρές του (το οποίο έχει ως περιεχόμενο πληροφορίες του συντάκτη αντλούμενες από δημοσιεύματα εφημερίδων ..., ..., .... περιόδου 1981 για τα αναφερόμενα σ' αυτό πρόσωπα με πολιτική, στρατιωτική, δικαστική, αστυνομική ιδιότητα, με περιγραφή, επισημάνσεις προσώπων, αυτοκινήτων, διευθύνσεις), το οποίο αρχίζει στην πρώτη σελίδα με τη φράση ".... 18-11-1981 ...: Οδηγός του αυτοκινήτου του Θ11 Υφ/γού Εθν. Αμ. ....." και τελειώνει στη δεύτερη σελίδα με τη φράση "Πιο κάτω έψαχνε ο μουστάκιας, με άσπρα κατσαρά, λίγο καράφλας 40άρης μ' ένα παλιό μπεζ κοντό παλτό ή μακρύ μπουφάν", βρέθηκε ένα τμήμα δακτυλικού αποτυπώματος, το οποίο ταυτίζεται με το αποτύπωμα του αριστερού αντίχειρα αυτού. Σε φύλλο χάρτη εκτυπωτή (πειστήριο 365) με εκτυπωμένο κείμενο προκήρυξης και πρόσθετες χειρόγραφες διορθώσεις, το οποίο αρχίζει με τη φράση "Μέσης Ανατολής τοποθετώντας σαν χωροφύλακα σου τον υπερεξοπλισμένο από εσένα Τούρκο" και τελειώνει με τη φράση "για το μείζον, οι πατριώτες αυτοί θάπρεπε να καλέσουν σήμερα" βρέθηκε τμήμα δακτυλικού αποτυπώματος, το οποίο ταυτίζεται με το αποτύπωμα δεξιού αντίχειρα αυτού. Σε φύλλο εκτυπωτή (πειστήριο με αριθμό 368), στο οποίο έχει εκτυπωθεί κείμενο προκήρυξης 51 σειρών, που αρχίζει με τη φράση "τον ελληνικό λαό σε μποϋκοτάζ" και τελειώνει με τη φράση "η Τουρκία καταλαμβάνει στρατιωτικά αυτό το" βρέθηκε τμήμα δακτυλικού αποτυπώματος, το οποίο ταυτίζεται με το αποτύπωμα δεξιού αντίχειρα αυτού. Σε τέσσερις σελίδες χάρτου εκτυπωτή μη αποκολλημένες μεταξύ τους (πειστήριο με αριθμό 160) με περιεχόμενο πανομοιότυπο κατά το πλείστο, με το περιεχόμενο της προκήρυξης που στάλθηκε 29/5/1997 μετά τη δολοφονία του εφοπλιστή Θ13, στο οποίο περιλαμβάνονται χειρόγραφες σημειώσεις καθώς και ορθογραφικές - συντακτικές διορθώσεις και πρόσθετες χειρόγραφες φράσεις, μέρος από τις οποίες αυτούσιες επισημάνθηκαν στην προκήρυξη αυτή, βρέθηκαν πέντε τμήματα δακτυλικών αποτυπωμάτων, τα οποία ταυτίζονται με τα αποτυπώματα του αριστερού δείκτη, αριστερού μεσαίου (δύο φορές), αριστερού αντίχειρα και δεξιού αντίχειρα. Επί του πειστηρίου με αριθμό 277-ιγ, που αφορά μία χειρόγραφη σελίδα, η οποία αρχίζει με τη φράση "Όταν λέμε αυθορμητισμό, δεν εννοούμε" και τελειώνει με τη φράση "να τον εμβαθύνουμε για να... του αγώνα", βρέθηκε ένα αποτύπωμα του δεξιού αντίχειρα". Λόγω του ότι ο κατηγορούμενος είχε αμφισβητήσει τη γνησιότητα των αποτυπωμάτων που αποδόθηκαν σ' αυτόν, το δικαστήριο αξιολόγησε την κατάθεση ειδικού μάρτυρα και δέχθηκε ότι "Τα ανωτέρω συνολικά δακτυλικά αποτυπώματα, που ανήκουν στην κατηγορία των ιδρωτικών αποτυπωμάτων, παραμένουν στο χαρτί για πολλά χρόνια, [πράγμα] το οποίο αγνοούσαν όλοι οι κατηγορούμενοι και γι' αυτό δεν έλαβαν καμία σχετική προφύλαξη (γάντια, αποφυγή να αγγίσουν), όπως συνέβη κατά κανόνα επί των λοιπών κινητών και των συστατικών των ακινήτων, λ.χ. των τοίχων, θυρών κλπ. των διαμερισμάτων. Η ταυτοποίηση των αποτυπωμάτων αυτών έγινε στο Τμήμα Εξερευνήσεων της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛΑΣ, από δείγματα δακτυλικών αποτυπωμάτων που λήφθηκαν από το Χ1 νόμιμα, αμέσως μετά τη σύλληψή του και την προσαγωγή του στην αντιτρομοκρατική υπηρεσία τις πρώτες πρωινές ώρες της 18-7-2002. Ο εμφανισθείς και ενόρκως εξετασθείς στο ακροατήριο μάρτυρας Μ8 βεβαίωσε με λόγο γνώσης και απόλυτη πειστικότητα το Δικαστήριο ότι ο Χ1 προσήχθη από τους ...στις 17-7-2002 το βράδυ, δακτυλοσκοπήθηκε τις πρώτες ώρες, δηλαδή 17/7 προς 18/7 στις 3-4 ώρα το πρωί και διαπιστώθηκε ότι η ταυτότητα που έφερε μαζί του ήταν πλαστή και ήδη [με τη χρήση της] είχε καταστεί δράστης αξιόποινης πράξης. Δεν υπήρχε πριν δελτίο στο όνομά του, αλλά υπήρχε φάκελος στο όνομα Υ1. Κατέθεσε, επίσης, ότι έγινε και άλλη δακτυλοσκόπηση του εν λόγω κατηγορουμένου στις 19-7-2002, από το Γραφείο Συνοδειών του Τμήματος Δακτυλοσκοπίας, καθώς και ότι τα αποτυπώματα κάθε ανθρώπου, όποτε τα πάρεις, μένουν ίδια, δεν αλλάζουν. Κατ' ακολουθία, η εκ μέρους του αυτεπαγγέλτως διορισθέντος συνηγόρου του εν λόγω κατηγορουμένου Γ. Κάβουρα, υποβληθείσα ένσταση, σύμφωνα με την οποία ο Χ1 δακτυλοσκοπήθηκε στις 19-7-2002 και η προσβαλλομένη από αυτόν Έκθεση ... που ταυτίζει τα δακτυλικά αποτυπώματα του κατηγορουμένου αυτού έγινε το βράδυ της 18-7-2002 και επομένως είναι αναληθής κατά περιεχόμενο, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, αφού κατά τα προεκτεθέντα αποδείχθηκε πλήρως ότι ο Χ1 δακτυλοσκοπήθηκε το πρώτον τις πρωινές ώρες της 18-7-2002. Επίσης, περί της ορθότητας των μεθόδων ταυτοποίησης και της ακεραιότητας της διερεύνησης στη συγκεκριμένη περίπτωση, με σαφήνεια και έχοντας ιδία αντίληψη, κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, ο προαναφερθείς μάρτυρας Μ8. Ο ίδιος μεταξύ άλλων σαφώς κατέθεσε ότι δεν είναι δυνατή η πλαστότητα αποτυπώματος, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση τα αποτυπώματα είναι πρωτογενή, το χαρτί έχει απορροφήσει τα συστατικά της κινητικότητας των δακτύλων και δεν υπάρχει τεχνικός τρόπος που να μπορεί κάποιος να τοποθετήσει, ειδικά πάνω σε χαρτί, λανθάνοντα αποτυπώματα. Κατέθεσε, επίσης, ότι στο Πειστήριο Π-160 υπάρχουν αποτυπώματα μόνο του Χ1 και των δύο χεριών... Τα αποτυπώματα στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι πρωτογενή. Το λανθάνον αποτύπωμα (που γίνεται ορατό) παράγεται κατά την διαδικασία επαφής των χεριών του ανθρώπου από τον ιδρώτα που εκβάλλεται από τις απολήξεις των ιδρωτοποιών αδένων, ανάλογα με τους καρδιακούς παλμούς και την έκκριση αδρεναλίνης. Η πλαστογράφηση ή η μεταφορά δακτυλικών αποτυπωμάτων, δεν είναι δυνατή, ιδίως μάλιστα πάνω στα συγκεκριμένα πειστήρια. Τεχνικά είναι αδύνατο κάτι τέτοιο, όπως με σαφήνεια κατέθεσε. Σε κάθε δε περίπτωση, ακόμη και αν μπορούσε να γίνει, θα διαπιστώνετο αμέσως στο συντριπτικό ποσοστό των 99,99%. Και τούτο, διότι το δακτυλικό αποτύπωμα σχηματίζεται από την επαφή του ιδρώτα με μια επιφάνεια και όταν εξετάζεται το δακτυλικό αποτύπωμα στο μικροσκόπιο, φαίνονται οι πόροι του δέρματος. Εάν υπήρχε περίπτωση μεταφοράς δακτυλικού αποτυπώματος τούτο θα γινόταν αμέσως αντιληπτό, διότι δεν θα εμφανίζονταν οι εν λόγω πόροι. Είναι αδύνατο να προσδοθεί η κινητικότητα του πόρου... Ο κατηγορούμενος Χ1 δεν δικαιολογεί τα αποτυπώματα αυτά επί των άνω ευρημάτων και πώς βρέθηκαν στο ως άνω κρησφύγετο της οργάνωσης. Αρκείται στην καθολική άρνηση της ταυτότητας των αποτυπωμάτων που βρέθηκαν με τα δικά του και επί πλέον ισχυρίζεται ότι αποτελεί σε βάρος του σκευωρία η "κατασκευή" των εκθέσεων, δια της μεταφοράς αποτυπωμάτων του με κατάρτιση "σφραγίδων" από τα γνήσια αποτυπώματά του, μετά τη δακτυλοσκόπησή του από τις Αρχές. Πέραν του ότι ο εξετασθείς μάρτυρας με απόλυτη βεβαιότητα απέκλεισε κατά τα προεκτεθέντα την πραγματική δυνατότητα μεταφοράς ιδρωτικών αποτυπωμάτων, και μάλιστα πάνω στα πειστήρια αυτά, μια διωκτική αρχή που (κατά παράβαση καθήκοντος) θα επιθυμούσε κάτι τέτοιο, δεν υπήρχε λόγος να "μεταφέρει" αποτυπώματα σε βιβλία και άλλα έγγραφα, αφού είχε ήδη στα χέρια της το βαρύτατο οπλισμό της ΕΟ 17Ν όπου, από την άποψη εντυπώσεων τουλάχιστον, θα ήταν πιο επιβαρυντικό για τον κατηγορούμενο, να έχει "μεταφέρει" αποτυπώματα. Αλλά και ακόμη περισσότερο θα μπορούσαν να έχουν "μεταφέρει" αποτυπώματα πάνω σε συστατικά του ακινήτου του κρησφύγετου, λ.χ. τοίχους, πόρτες κλπ. Ο ίδιος ο Χ1 αποφεύγει εξάλλου να τοποθετηθεί στο θέμα της ύπαρξης κοινών αποτυπωμάτων στα πειστήρια υπ' αριθ. 277-ι (με Χ8), 190-ιγ (με Φ8 και Χ3), 190-η (με X5 και Χ3). Ως προς την αμφισβήτηση της ταυτοποίησης των αποτυπωμάτων, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο Χ1, παρά τη σοβαρότητα των διαπιστώσεων που προκύπτουν από τα εν λόγω πειστήρια, ουδόλως κατέφυγε κατά το μακρύ χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από της διαπιστώσεως των ανωτέρω και περιελεύσεως σε γνώση του, αλλά και καθ' όλη τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης και μέχρι πέρατος της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου σε κάποιον ειδικό... [για] να ζητήσει μια δική του έκθεση, την οποία να προσκομίσει μέχρι το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας προς συνεκτίμηση στο Δικαστήριο, αλλά περιορίσθηκε στον ισχυρισμό περί κατασκευασμένων στοιχείων και στη στείρα άρνησή του". Στη συνέχεια, το Πενταμελές Εφετείο αξιολόγησε γραφολογικά ευρήματα και δέχθηκε ότι "Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω μνημονευόμενες εκθέσεις κατ' οίκον έρευνας των δύο διαμερισμάτων (κρησφύγετων), που ανεγνώσθησαν, βρέθηκαν προκηρύξεις της ΕΟ 17Ν με χειρόγραφη γραφή επ' αυτών. Μάλιστα, εντοπίσθηκε η προαναφερθείσα προκήρυξη, που είχε συνταχθεί μετά τη δολοφονία του Θ13 (πειστήριο με αριθμό Π160), στην οποία ταυτοποιήθηκαν τα πέντε δακτυλικά αποτυπώματα που προαναφέρθηκαν και από τα δύο χέρια του, τυπωμένη, με χειρόγραφες διορθώσεις στην πρόσθια σελίδα και συμπληρώσεις. Επίσης, χειρόγραφες προσθήκες και σημειώσεις του ίδιου εντοπίσθηκαν στην οπίσθια σελίδα, μέρος από τις οποίες σε νέα εκτύπωση της προκήρυξης περιλήφθηκαν σ' αυτή, δηλ. σε εκείνη που τελικά στάλθηκε στην εφημερίδα ...(βλ. κατωτ. ανάπτυξη επί της υποθέσεως δολοφονίας Θ13). Διατάχθηκε από τον ανακριτή η διενέργεια γραφολογικής γνωμοδότησης. Ο ειδικός δικαστικός γραφολόγος... στην από ... έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης αποφαίνεται ότι η χειρόγραφη γραφή στα έγγραφα αυτά έχει χαραχθεί από τον Χ1 και είναι γνήσια γραφή του, φυσιολογικής εξέτασης. Ομοίως, οι γραφολόγοι Μ4 και Μ9 με την από 27-9-2002 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης αποφαίνονται ότι οι χειρόγραφες συμπληρώσεις επί του δακτυλογραφημένου εγγράφου (προκήρυξη τεσσάρων σελίδων) συμπεριλαμβανομένης και της μικρής έκτασης αμιγούς γραφής στην πίσω όψη του δευτέρου και τρίτου φύλλου του ιδίου εγγράφου και η συνεχόμενη γραφή μιας και μισής σελίδας του εγγράφου που αρχίζει με τη φράση ".... 18.11.91" και τελειώνει με τη φράση "κοντό παλτό ή μακρύ μπουφάν" (πειστήριο 277-ια) (στο οποίο κατά τα προεκτεθέντα ταυτοποιήθηκε και αποτύπωμα του αριστερού αντίχειρα του Χ1) έχουν γραφεί από το ίδιο πρόσωπο, που είναι ο Χ1. Η διορισθείσα τεχνική σύμβουλος των πολιτικώς εναγόντων, ..., στην από 7-10-2002 έκθεσή της αναφέρει ότι η από 27-9-2002 πραγματογνωμοσύνη των Μ4 και Μ9 είναι απόλυτα επιστημονικά τεκμηριωμένη και συμφωνεί ότι η γραφή προέρχεται από τον Χ1. Επίσης, η γραφή του Χ1 ταυτοποιήθηκε και στα ακόλουθα χειρόγραφα κείμενα - πειστήρια, που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν κατά τη διάρκεια κατ' οίκον έρευνας στο διαμέρισμα - κρησφύγετο της οδού .... Συγκεκριμένα, στο πειστήριο με αριθμό Π 277 Α4, που αφορά δακτυλογραφημένο κείμενο με χειρόγραφες διορθώσεις και τίτλο "Η αλλαγή της 24ης Ιούλη", στο πειστήριο με αριθμό Π 277-β που αφορά χειρόγραφο κείμενο με τίτλο "ΑΝΤΙΑΡΜΑΤΙΚΗ ΧΕΙΡΟΒΟΜΒΙΔΑ (ΤΟΥ ΧΕΡΙΟΥ)", στο πειστήριο με αριθμό Π 277-ι που αφορά χειρόγραφο κείμενο για τα "Μέτρα Ασφάλειας", στο πειστήριο με αριθμό Π 277-ια που αφορά χειρόγραφο κείμενο με πληροφορίες, κατά τα προεκτεθέντα, για διάφορα πρόσωπα από τις εφημερίδες..., στο πειστήριο με αριθμ. Π 277-ιγ που είναι χειρόγραφο κείμενο με επαναλαμβανόμενες θέσεις της ΕΟ 17Ν, στο πειστήριο με αριθμ. Π 279 που αφορά χειρόγραφο κείμενο, στο πειστήριο με αριθμό Π 364 που αφορά απόσπασμα προκήρυξης από εκτυπωτή με χειρόγραφες σημειώσεις, στο πειστήριο με αριθμ. Π 365 και Π 367 που αφορούν αποσπάσματα προκηρύξεων με χειρόγραφες, επίσης, διορθώσεις. Στα πειστήρια με αριθμ. Π 438-α και Π 438-β που αφορούν χειρόγραφες σημειώσεις και σ' αυτά περιέχονται διευθύνσεις και πληροφορίες για διάφορα πρόσωπα, κυρίως για εφοπλιστές, τις κατοικίες τους, τις επιχειρήσεις τους, για πλοία τους, περιγραφή των αυτοκινήτων τους και εκεί περιέχεται και το όνομα του εφοπλιστή Θ13". Για την ενίσχυση της ως άνω κρίσεως, το δικαστήριο επικαλείται και την κατάθεση του μάρτυρα Μ5, της οποίας το περιεχόμενο παραθέτει στην αιτιολογία του, για να καταλήξει στο ότι "Κατόπιν αυτών, ο ισχυρισμός του Χ1, (ο οποίος επίσης επί μακρό χρονικό διάστημα, δηλαδή μέχρι το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου δεν προσκόμισε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη από πραγματογνώμονα της επιλογής του), σύμφωνα με τον οποίον οι διωκτικές αρχές σκευώρησαν σε βάρος του σε σχέση με τα ανωτέρω πειστήρια είναι αβάσιμος και απορριπτέος". Ακόμη, το δικαστήριο δέχεται ότι "Στο κρησφύγετο της οδού ... βρέθηκε και κατασχέθηκε μια κάσα μεταξοτυπίας που φέρει εντυπώματα του υδατογραφήματος και των σφραγίδων της πλαστής ταυτότητας του Χ1 με το όνομα Μιχαήλ Οικονόμου. Την εν λόγω ταυτότητα κατασκεύασε ο Χ3, όπως ο ίδιος δήλωσε στη συνέντευξη που έδωσε στο δημοσιογράφο Δ1. Επίσης, στην ίδια κάσα μεταξοτυπίας υπάρχουν εντυπώματα των σφραγίδων του υπ' αριθ. ... πλαστού γαλλικού διεθνούς διπλώματος οδήγησης που είχε ο Χ1, με το γαλλικό όνομα Hοns Christian και το οποίο κατασχέθηκε σε διενεργεθείσα σωματική έρευνα αυτού, ενώ τα στοιχεία (Hοns Christian, 2/1/1940, VICHY 03, 26 rue de Meru...Paris, 7/2/64 Police) είχαν δακτυλογραφεί στη γραφομηχανή που κατασχέθηκε από την οικία της συντρόφου του ..., στην οδό ....". Και ακόμη ότι στο εν λόγω διαμέρισμα "βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τρία κλειδιά, τα οποία είχαν σχέση με τρία από τα 17 κλειδιά που βρέθηκαν πάνω στο Χ3, στην έκρηξη στον Πειραιά και τα οποία άνοιγαν την είσοδο της πολυκατοικίας της οδού ..., όπου το κρησφύγετο, καθώς και την είσοδο του τελευταίου. Ο μάρτυρας ...που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, με σαφήνεια, μεταξύ άλλων, κατέθεσε ότι η πιθανότητα να έτυχε να έχει ο Χ1 ίδιου τύπου κλειδιά που ν' ανοίγουν την είσοδο και το διαμέρισμα - κρησφύγετο της οδού ... είναι 1: 432 δηλαδή 0,23%. Με βάση τα προεκτεθέντα, ο επαναλαμβανόμενος εκ μέρους του Χ1 ισχυρισμός, περί σκευωρίας των διωκτικών Αρχών σε βάρος του, καθόσον αφορά όλα τα ανωτέρω, παρουσιάζεται ενόψει των πολλών και συντριπτικών σε βάρος αυτού ως άνω πειστηρίων, εκθέσεων που ανεγνώσθησαν και μαρτυρικών καταθέσεων αβάσιμος και απορριπτέος". Και τέλος, το Πενταμελές Εφετείο, για την κατάφαση της παραμονής του Χ1 στην εγκληματική οργάνωση μέχρι την εξάρθρωσή της, τον Ιούλιου 2002, δέχθηκε ότι "Από το έτος 1974 και μετέπειτα εξαφανίσθηκε ως Χ1 Κυκλοφορούσε με πλαστά προσωπικά έγγραφα, δηλαδή με πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας ως Μιχάλης Οικονόμου και με πλαστή άδεια οδηγήσεως ως Hοns Christian, κατά τα προεκτεθέντα..., δεν είχε καμιά επαφή με την εδώ κατοικούσα αδελφή του (πράγμα εντελώς ασύμβατο με τα κρατούντα στην ελληνική οικογένεια και κοινωνία, πολύ περισσότερο αφού δεν προέκυψε οποιαδήποτε διαφορά ή διένεξη μεταξύ αυτών), αλλά ούτε και με τους πρώην στενούς φίλους από το Παρίσι και τα φοιτητικά του χρόνια..., αλλά συναναστρεφόταν με ανθρώπους που γνώρισε μεταγενέστερα, κυρίως του επαγγελματικού περιβάλλοντος της συντρόφου του. Ο ισχυρισμός του ότι κυκλοφορούσε με άλλο όνομα τόσα χρόνια, προστατεύοντας τον εαυτό του από τους Αμερικανούς, εξαιτίας της αντιστασιακής δράσης που είχε αναπτύξει ως μέλος της ΛΕΑ και της ενέργειας σε βάρος της Αμερικανικής Πρεσβείας το έτος 1972..., δεν παρουσιάζεται πειστικός, ενόψει των συντριπτικών σε βάρος αυτού, ως άνω αποδεικτικών μέσων, αλλά και για τον πρόσθετο λόγο ότι, μετά την πτώση της δικτατορίας και την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας, θα ήταν προς έπαινο και τιμή η επίκληση και απόδειξη αντιστασιακής δράσης. Ομοίως, ο ισχυρισμός του ότι κυκλοφορούσε με πλαστά προσωπικά έγγραφα διότι δεν είχε εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, δεν είναι πειστικός και πρέπει να απορριφθεί, αφού λόγω της ηλικίας του προδήλως κανένα κίνδυνο δεν διέτρεχε να στρατευθεί ως ανυπότακτος". Σύμφωνα με όλα, όσα έχουν παρατεθεί στην παρούσα σκέψη, το Πενταμελές Εφετείο παρέθεσε με περισσή επάρκεια τα αποδεικτικά μέσα, τα εξ αυτών προκύψαντα πραγματικά περιστατικά και τους συλλογισμούς, δια των οποίων κατέληξε στην παραδοχή ότι η ΕΟ 17Ν ήταν δομημένη οργάνωση με διαρκή δράση, ότι συνεστήθη το 1975 από τρία τουλάχιστον πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο Χ1 ότι είχε ως σκοπό την τέλεση κακουργημάτων από αυτά που αναφέρονται στην ΠΚ 187 παρ.1, τα οποία, πράγματι, τελέσθηκαν και για τα οποία η ίδια η οργάνωση ανέλαβε την ευθύνη με προκηρύξεις, στα σχέδια των οποίων εντοπίσθηκε ο γραφικός χαρακτήρας του Χ1 ότι η δραστηριότητα της οργάνωσης έφθασε μέχρι την απόπειρα του Ιουνίου 2002 και το εξ αυτής ατύχημα και ότι λίγες μέρες πριν από αυτό ο Χ1 είχε παρακαταθέσει στο κρησφύγετο της οδού ... ένα χαρτοφύλακα με έγγραφα της οργάνωσης, εν όψει της αναχώρησής του για διακοπές. Επομένως, διέλαβε επαρκή αιτιολογία ως προς την κατάφαση της εκ μέρους του αναιρεσείοντος Χ1 συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης κατά το έτος 1974 και μετά ταύτα συμμετοχής σε αυτήν μέχρι τη σύλληψή του κατά τον Ιούλιο 2002 και ο τέταρτος λόγος της δηλώσεως αναιρέσεως του ιδίου, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο (υπό το έννομο συμφέρον να χαρακτηρισθεί η πράξη ως πλημμέλημα, λόγω εφαρμογής του προ του νόμου 2928/2001 νομικού καθεστώτος, με τις εντεύθεν υπέρ αυτού συνέπειες είτε της παραγραφής είτε του επιεικέστερου ποινικού κολασμού) και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών η πλημμέλεια της ΚΠοινΔ 510 παρ.1 στοιχ. Δ', είναι αβάσιμος.
23.Σε συνέχεια των όσων αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη (βλ. παραπάνω, αρ.22), το Πενταμελές Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασης αυτού σε συνδυασμό με το διατακτικό του, σχετικά με το ζήτημα της συμμετοχής του αναιρεσείοντος X5 στην εγκληματική οργάνωση από το 1985 μέχρι το 2002, δέχθηκε κατά λέξη ότι "Ο X5 γεννήθηκε το 1955 στο ..., όπου διέμεινε μέχρι την ηλικία των 17 ετών και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε με την πατρική του οικογένεια, διαδοχικά, σε άλλες περιοχές... Στα πλαίσια [πολιτικών] κινητοποιήσεων και διεκδικήσεων, σε συναντήσεις που πήγαινε και ο ίδιος, μέσω του κοινού φίλου ..., γνώρισε τον Χ4. Αφού έκαναν παρέα, μετά από [κάποιο] χρονικό διάστημα, [περί τις] αρχές του 1985 ο Χ4 του πρότεινε να κάνουν κάτι με βόμβες, η κουβέντα σταμάτησε εκεί, αλλά μετά από κάποιες ημέρες του πρότεινε να γίνει μέλος της ΕΟ 17Ν, το οποίο και αποδέχτηκε αυτός. Ο Χ4 του γνώρισε άλλο μέλος, το οποίο του σύστησε ως "Λουκά". Τον ίδιο δε (X5) συνέστησε σε εκείνον ως "Σταμάτη". Τα ανωτέρω με σαφήνεια προκύπτουν από την αναγνωσθείσα από 18-7-2002 προανακριτική απολογία του X5, στην οποία με λεπτομέρεια αναφέρεται στην προαναφερθείσα στρατολόγησή του στην οργάνωση, καθώς και στη συμμετοχή του σε σωρεία εγκληματικών ενεργειών της οργάνωσης... Αναφέρει ότι από την ημέρα που δραστηριοποιήθηκε, μέχρι την ημέρα της εν λόγω απολογίας του (18-7-2002) είναι μέλος της ΕΟ 17Ν, αλλά από το έτος 1992 δεν είχε πάρει μέρος σε καμία ενέργεια και παρέμενε ανενεργό μέλος, γιατί είχε προσαχθεί στην αστυνομία. Κατά την απολογία του στην 4η τακτική ανακρίτρια Θεώνη Μπούρη, στις 23-7-2002 (που ανεγνώσθη), όπου παρίστατο με δύο δικηγόρους, αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της από 18-7-2002 προανακριτικής απολογίας του και επιβεβαίωσε αυτό, δήλωσε ότι έχει αποκηρύξει αυτή την ιδεολογία και ζήτησε να υπαχθεί στην ευνοϊκή μεταχείριση του νόμου 2928/2001. Κατά την απολογία του στον εφέτη επίκουρο ειδικό ανακριτή Πάνο Πετρόπουλο, στις 23-10-2003 μεταθέτει το χρόνο ένταξής του στην Οργάνωση, τον οποίο τοποθετεί από 1985-1986, ενώ στην προανακριτική του είχε ειδικά αναφερθεί στις αρχές του έτους 1985. Αναφέρει ότι ο Χ4 τον γνώρισε στον Φ2 και στον Χ3, ενώ δεν είχε κάνει τέτοια αναφορά περί γνωριμίας στο αρχικό στάδιο της ένταξής του, στην προανακριτική απολογία του. Αναφέρει ότι ο ρόλος του ήταν βοηθητικός και περιοριζόταν στην κλοπή 2-3 αυτοκινήτων και 3-4 πινακίδων και τη μετακίνηση αυτοκινήτων και ότι συμμετείχε στην οργάνωση μέχρι το έτος 1992, διότι δημιούργησε οικογένεια. Ανακάλεσε δε τις ομολογίες της προανακριτικής του απολογίας, ως προϊόν βασανισμού και άσκησης ψυχολογικής βίας. Ο X5 αναφέρεται στην απολογία του αυτή σε γνωριμία με τον Χ3 από την αρχή της ένταξής του, προκειμένου να ισχυροποιήσει το νεότερο ισχυρισμό του περί ένταξής του το 1985-1986 και τούτο γιατί όπως έχει κριθεί ο Χ3 έχει χρόνο ένταξής του στην οργάνωση το τέλος του έτους 1986. Τούτο δε έγινε από αυτόν, προφανώς, για να υποστηρίξει το αβάσιμο κατηγοριών σε βάρος του, που αναφέρονται στο προηγούμενο αυτό χρονικό διάστημα. Ο X5, γνωρίζοντας ότι ένα καμένο μέλος δεν μπορεί μεν να λαμβάνει μέρος, με πρωταγωνιστικό ρόλο, σε ενέργειες της οργάνωσης, αλλά το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει κάποιον να εξακολουθεί να είναι μέλος, ενώ στην προανακριτική του κατάθεση είχε ισχυριστεί ότι από το έτος 1992 δεν έλαβε μέρος σε ενέργεια, λόγω προσαγωγής του στην Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία (ας σημειωθεί ότι αυτός προσήχθη το 1993 [και] προφανώς από παραδρομή ανέφερε το έτος 1992), είναι όμως μέλος της και από της ως άνω προσαγωγής του παρέμεινε ενεργό μέλος, στην ενώπιον του εφέτη επίκουρου ειδικού ανακριτή απολογία του δεν κάνει καμία αναφορά σ' αυτό, επικαλούμενος οικογενειακούς λόγους και μη συμφωνίας του πλέον με τις ενέργειες της Οργάνωσης. Τούτο έγινε από αυτόν, προκειμένου να στηρίξει στη συνέχεια ισχυρισμό ότι ήταν μέλος μέχρι το 1992, αφού δεν υπάρχουν ενέργειες αποδιδόμενες σε αυτόν μετά το έτος αυτό. Πράγματι, ο X5 στις 15-5-1993 προσήχθη στην αντιτρομοκρατική υπηρεσία, επειδή καταγγέλθηκε από άγνωστο ότι [βρισκόταν] ύποπτα έξω από το σπίτι αμερικάνου διπλωμάτη στην ..., κινούμενος με δίκυκλη μοτοσικλέτα, στην οποία επέβαινε και άλλο άτομο. Ο X5 κατάφερε τότε να παραπλανήσει τους αστυνομικούς ότι δεν έχει καμία σχέση με την ΕΟ 17Ν και αφέθηκε ελεύθερος. Μετά από αυτό το γεγονός, ο X5 δεν μπορούσε να λαμβάνει μέρος σε ενέργειες, αφού ήταν καμένο μέλος της οργάνωσης. Όμως, αυτό δεν τον εμπόδισε και να λαμβάνει γνώση των ενεργειών της οργάνωσης και να συναντιέται με μέλη της, αλλά και να λαμβάνει από το ταμείο της οργάνωσης μεγάλα ποσά. Μέχρι τον Μάιο του 1997, που εμφανίζουν τα τετράδια αυτά έξοδα, έχουν γίνει πάρα πολλές καταχωρήσεις, με τη σημείωση "Στα" που, κατά την περιεχόμενη στην από 20-7-2002 απολογία του Χ3 [επεξήγηση], η ένδειξη "Στα" σημαίνει "Σταμάτης", που ήταν το κωδικό όνομα του X5. Περί του τελευταίου κατέθεσε, επί πλέον, απολογούμενος και ο Χ8. Η συμμετοχή του X5 στην Οργάνωση, τεκμηριώνεται και από τις καταθέσεις των συγκατηγορούμενών του, Χ4, Φ4, Φ7, που περιέχονται στις αναγνωσθείσες απολογίες τους, αλλά και των συγκατηγορουμένων του Χ7 και Χ8 στο ακροατήριο του παρόντος και του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι οποίοι, κατά την απολογία τους, βεβαιώνουν την συμμετοχική δράση του X5, όπως στην υπόθεση Θ8, Θ16, Θ3. Επίσης, στο κρησφύγετο της Οργάνωσης της οδού ... βρέθηκαν δακτυλικά αποτυπώματά του στο βιβλίο "Who is Who της αλλαγής" (Π 190-η) και συγκεκριμένα δύο τμήματα δακτυλικών αποτυπωμάτων που βρέθηκαν στην 100η σελίδα του βιβλίου αυτού και ταυτίζονται με τα αποτυπώματα του αριστερού παράμεσου του εν λόγω κατηγορουμένου. [Επίσης], σε πηλίκιο θερινής αστυνομικής στολής Ανθυπαστυνόμου, φέροντος και χειρόγραφη ένδειξη στην εσωτερική του πλευρά, τα αρχικά "ΓΣ", (Πειστήριο 572-δ), που είχε αφαιρεθεί κατά τη ληστεία στο ΙΘ' Α/Τ ..., βρέθηκε ένα τμήμα δακτυλικού αποτυπώματος που ταυτίζεται με αποτύπωμα δεξιού αντίχειρα του X5. Επί πλέον, στο ως άνω πειστήριο Π 190-η, επισημάνθηκαν ταυτιζόμενα από κοινού αποτυπώματα των Χ1, X5, Χ3, όπως τα ανωτέρω προκύπτουν από το αναγνωσθέν με αριθμό πρωτ. ...από 21-10-2002 απόρρητο έγγραφο της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών -Τμήμα Εξερευνήσεων της ΕΛΑΣ, με θέμα "Εξερεύνηση Χώρων-Πειστήρια και παραβολή λανθανόντων αποτυπωμάτων" και την ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ένορκη εξέταση του μάρτυρα Μ8, που επιβεβαίωσε την ορθότητα, το παραδεδεγμένο, την ακρίβεια των μεθόδων που ακολουθήθηκαν και το περιεχόμενο, στο σύνολό του, του εν λόγω εγγράφου, παρέχοντας προς τούτο, τις απαιτούμενες εξηγήσεις και διευκρινίσεις. Δείγμα γραφής του X5 συσχετίσθηκε επίσης γραφολογικά με γραφή χειρόγραφων σημειώσεών του, σχετικά με συνδεσμολογία ηλεκτρολογικών κυκλωμάτων που βρέθηκαν σε δύο φύλλα χάρτου (Πειστήριο Π 57) στο κρησφύγετο της οδού .... Τα ανωτέρω με σαφήνεια προκύπτουν, από την αναγνωσθείσα με αριθμό πρωτ. ..... της 16/5/2003 Έκθεσης Γραφολογικής Πραγματογνωμοσύνης του Αστυνόμου Μ5, δικαστικού γραφολόγου, Υπαστυνόμου Α' ..., δικαστικού γραφολόγου και Υπαστυνόμου Α' ..., δικαστικού γραφολόγου του Εργαστηρίου Γραφολογίας, Τμήματος Εργαστηρίων της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου της ΕΛΑΣ, το περιεχόμενο της οποίας με σαφήνεια επιβεβαίωσε και ο εξετασθείς ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, μάρτυρας Μ5. Ο X5 δεν αποχώρησε από την Οργάνωση ούτε κατά το έτος 1992, ούτε κατά το έτος 1993, που εντοπίστηκε από τις αρχές ως ύποπτος, αλλά ούτε και μεταγενέστερα. Λάμβανε, μετά τον εντοπισμό του, γνώση από τους συντρόφους του για τις ενέργειες. Πριν από την τέλεση των πράξεων, συναντάτο με αυτούς, απολάμβανε των οικονομικών παροχών από τις ληστείες της Οργάνωσης και ουδέποτε απέκοψε το δεσμό του με την Οργάνωση, [αλλά] εξακολουθούσε να ανήκει σ' αυτή, όπως άλλωστε είχε συνομολογήσει ο ίδιος ευθέως και σαφώς με την προανακριτική απολογία του. Επίσης, όπως κατέθεσε απολογούμενος ο Χ8, δεν γνώρισε περιφερειακά μέλη ή βοηθητικά στην ΕΟ 17Ν. Αλλά κατά το προαναφερθέν Καταστατικό, μια από τις βασικότερες αρχές της Οργάνωσης ήταν ότι δεν δεχόταν μέλη που ήθελαν να δουλέψουν μόνο σε ένα τομέα, απορριπτομένου εντεύθεν ως αβασίμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του κατηγορουμένου X5". Σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, στην παρούσα σκέψη, αλλά και στην προηγηθείσα με αρ.22, το Πενταμελές Εφετείο παρέθεσε με επάρκεια τα αποδεικτικά μέσα, τα εξ αυτών προκύψαντα πραγματικά περιστατικά και τους συλλογισμούς, δια των οποίων κατέληξε στην παραδοχή ότι η ΕΟ 17Ν ήταν δομημένη οργάνωση με διαρκή δράση, ότι αποτελείτο από τρία τουλάχιστον πρόσωπα, ότι είχε ως σκοπό την τέλεση κακουργημάτων από αυτά που αναφέρονται στην ΠΚ 187 παρ.1, τα οποία, πράγματι, τελέσθηκαν και για τα οποία η ίδια η οργάνωση ανέλαβε την ευθύνη με προκηρύξεις, ότι ο X5, εν γνώσει του ως άνω σκοπού και με τη θέληση να συμβάλει στην επιδίωξή του, είχε ενταχθεί σ' αυτήν περί τις αρχές του 1985 και ότι η παραμονή του σ' αυτήν, παρά την εκ των πραγμάτων έλλειψη συμμετοχής σε στρατιωτική δραστηριότητα της οργάνωσης μετά το έτος 1993, λόγω της επισήμανσής του από την αστυνομική αρχή, παρατάθηκε μέχρι τη σύλληψή του τον Ιούλιο 2002, διότι διατηρούσε την επαφή με τα υπόλοιπα ενεργά μέλη και επιδοκίμαζε τις ενέργειές τους, χωρίς ποτέ να εκδηλώσει πρόθεση αποχώρησης. Επομένως, διέλαβε επαρκή αιτιολογία ως προς την κατάφαση της, εκ μέρους του αναιρεσείοντος X5, συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση για ολόκληρο το ως άνω χρονικό διάστημα και ο έκτος λόγος της δηλώσεως αναιρέσεως του ιδίου, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο (υπό το έννομο συμφέρον να χαρακτηρισθεί η πράξη ως πλημμέλημα, λόγω εφαρμογής του προ του νόμου 2928/2001 νομικού καθεστώτος, με τις εντεύθεν υπέρ αυτού συνέπειες είτε της παραγραφής είτε του επιεικέστερου ποινικού κολασμού) και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών η πλημμέλεια της ΚΠοινΔ 510 παρ.1 στοιχ. Δ', είναι αβάσιμος.
24.Σε συνέχεια των όσων έχουν ήδη αναφερθεί (βλ. παραπάνω, αρ.22), το Πενταμελές Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασης αυτού σε συνδυασμό με το διατακτικό του, σχετικά με το ζήτημα της συμμετοχής του αναιρεσείοντος Χ2 στην εγκληματική οργάνωση για το μετά το έτος 1996 και μέχρι το έτος 2002 χρονικό διάστημα, δέχθηκε κατά λέξη ότι "Ο Χ2 γεννήθηκε στην ...το έτος 1972. Το έτος 1996 ήλθε στην ...και φιλοξενήθηκε από τον αδελφό του Χ3 (ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΜΙΚΡΟ ΟΝΟΜΑ), αρχικά για λίγες ημέρες, στη μονοκατοικία που αυτός διατηρούσε στο .... Επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, όπου ήταν η κατοικία του και επανήλθε μετά εξάμηνο περίπου στην Αθήνα, όπου φιλοξενήθηκε και πάλι από τον αδελφό του Χ3 (ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΜΙΚΡΟ ΟΝΟΜΑ), σε μονοκατοικία που διατηρούσε στο .... Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο σπίτι του αδελφού του Χ3 (ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΜΙΚΡΟ ΟΝΟΜΑ), το έτος 1996, ο Χ2 μυήθηκε από τον αδελφό του στην Οργάνωση 17Ν. Ο Χ3 του γνώρισε τον Φ2 και έλαβε αυτός το κωδικό όνομα "Παναής", το οποίο επέλεξε ο ίδιος. Στην από 17-7-2002 προανακριτική απολογία του, ο Χ2 δέχεται ότι ήταν μέλος της Οργάνωσης και ότι συμμετείχε σε πολλές ενέργειες, τις οποίες περιγράφει. Δήλωσε μετάνοια για τις πράξεις που διέπραξε και ζήτησε από την Πολιτεία την προστασία της σωματικής ακεραιότητας αυτού και της οικογενείας του, καθώς, επίσης, συγγνώμη από όποιον έχει βλάψει όλη αυτή την περίοδο και αυτούς που ξέρει και αυτούς που δεν ξέρει. Στην από 21-7-2002 ανακριτική απολογία του, ενώπιον της 4ης τακτικής ανακρίτριας, επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της προανακριτικής απολογίας του. Δήλωσε και πάλι μετάνοια για τις πράξεις του και ζήτησε την εφαρμογή των ευνοϊκών διατάξεων του νόμου 2928/2001, για τη συμβολή του στην εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης. Μετά, όμως, την εμφάνιση και παράδοση στις Αρχές του Φ2, ο Χ2 κατά την απολογία του ενώπιον του εφέτη ειδικού ανακριτή στις 23-10-2002 ανακάλεσε και αυτός, όπως και οι άλλοι, τόσο την προανακριτική, όσο και την ανακριτική απολογία του, ισχυριζόμενος ότι έχουν κατασκευασθεί από την Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία και αποτελούν προϊόν άσκησης ψυχολογικής βίας. Οι ισχυρισμοί του, όμως, αυτοί, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, για τους λόγους που έχουν λεπτομερώς εκτεθεί στην προαναφερθείσα με αριθμό 2795/2006 παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, στην οποία και πάλι το Δικαστήριο εξ ολοκλήρου αναφέρεται καθ' όσον αφορά στο συγκεκριμένο κατηγορούμενο και ενσωματώνει στην παρούσα, προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων. Πρέπει, άλλωστε, να σημειωθεί ότι ο Χ2, παρά την ως άνω γενομένη απ' αυτόν ανάκληση των εν λόγω απολογιών της προδικασίας, κατά την απολογία του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δέχθηκε ότι είχε κάποια σχέση με την Οργάνωση 17Ν, χωρίς να δώσει άλλες διευκρινίσεις. Ο Χ2, μετά τη φιλοξενία από τον αδελφό του Χ3 (ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΜΙΚΡΟ ΟΝΟΜΑ), που όπως προεκτέθηκε δεν είχε μονιμότητα, γιατί πηγαινοερχόταν από τη Θεσσαλονίκη, το Φεβρουάριο 1997 ήλθε και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, όπου παρέμεινε ορισμένα χρόνια. Το ότι η εγκατάσταση του στην Αθήνα έγινε το έτος 1997 και όχι το 1998, όπως τώρα υποστηρίζει, προκύπτει από την από 17-7-2002 προανακριτική απολογία του και την από 23-10-2002 απολογία του, ενώπιον του εφέτη ειδικού ανακριτή, στις οποίες αναφέρει σχετικά με τον συγκατηγορούμενό του Φ3 ότι συγκατοικούσαν στην ...για δύο περίπου χρόνια, σε σπίτι που είχαν νοικιάσει μαζί και ότι αυτό έγινε από τα μέσα του 1997 μέχρι τα τέλη του 1999. Επίσης, στην από 17-7-2002 προανακριτική απολογία του, ο Χ2 αναφέρει ότι μετά την ενέργεια κατά του Θ13, η οποία σημειωτέον έγινε 28-5-1997, ενοικίασε σπίτι στο ... στην οδό ..., στο οποίο μετά από δύο-τρεις μήνες, ήλθε και συγκατοίκησε μαζί του ο Φ3. Ο Φ3 στην από 22-10-2002 απολογία του, ενώπιον του εφέτη ειδικού ανακριτή, αναφέρει ότι ο Χ2 (ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΜΙΚΡΟ ΟΝΟΜΑ) έφυγε για την Αθήνα όταν αυτός απολύθηκε από το στρατό. Ο Φ3 απολύθηκε από το στρατό τον Ιανουάριο 1997. Ο μάρτυρας υπεράσπισης του Χ2, ..., κατέθεσε στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου: "Κάποια στιγμή, ίσως τέλος 97, ξέρω ότι δούλεψε με ένα συνάδελφο και φίλο μου, τον ..., ο οποίος είναι τεχνικός κινηματογράφου". Κατέθεσε, επίσης "Ο Χ3 (ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΜΙΚΡΟ ΟΝΟΜΑ)την εποχή εκείνη, αρχές του 97, νοίκιασε την αποθήκη στην ...και θυμάμαι ότι ο Χ2 (ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΜΙΚΡΟ ΟΝΟΜΑ)μόλις είχε έλθει". Επίσης, ο Χ2, στην προανακριτική του απολογία αναφέρει "Μετά τη ληστεία του Ταχυδρομείου του ...και την επιστροφή μου στην Θεσσαλονίκη, ξαναγύρισα στην Αθήνα, περί τα τέλη Φεβρουαρίου 1997, προκειμένου να εγκατασταθώ για κάποια χρόνια". Ας σημειωθεί ότι η ληστεία στα ΕΛΤΑ ...έγινε 27-1-97. Η συμμετοχή του Χ2 στην Οργάνωση επιβεβαιώνεται και από την από 20-7-2002 κατάθεση του Φ7, που περιλαμβάνεται στην προανακριτική απολογία του, με την οποία αναφέρεται σε συμμετοχή αυτού σε συγκεκριμένη ενέργεια (ληστεία ΟΤΕ ..., περί της οποίας κατωτέρω) υπό τον κωδικό "Παναής". Αναφέρει δε ότι το πρόσωπο με το κωδικό όνομα "Παναής", το οποίο έχει γνωρίσει αυτός στην Οργάνωση, είναι ο Χ2. Επίσης, η συμμετοχή του στην Οργάνωση επιβεβαιώνεται από την αναγνωσθείσα με αριθ. πρωτ. ... από 15-10-2002 Έκθεση Εργαστηριακής Πραγματογνωμοσύνης των Αστυνόμων Α', Δρ ... - Βιολόγου και ... - Βιολόγου του Τμήματος Χημείου της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών, από το οποίο προκύπτει ότι από την εργαστηριακή εξέταση των δειγμάτων αίματος των κατηγορουμένων προέκυψε ότι ο γενικός τύπος τρίχας, που βρέθηκε στο κρησφύγετο της οδού ...ταυτίζεται με αυτόν του Χ2. Σημειώνεται ότι ο Χ2, στην προανακριτική απολογία του, έχει αναφέρει ότι είχε πολλές φορές επισκεφθεί το κρησφύγετο της οδού ..., μαζί με τον αδελφό του Χ3 (ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΜΙΚΡΟ ΟΝΟΜΑ). Περί τα μέσα του έτους 2001 επέστρεψε αυτός στη Θεσσαλονίκη, όμως, με εντολή του αδελφού του Χ3 (ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΜΙΚΡΟ ΟΝΟΜΑ)και του Φ2 [επανερχόταν] στην Αθήνα και λάμβανε μέρος σε ενέργειες, σύμφωνα με όσα θα εκτεθούν στις κατ' ιδίαν πράξεις". Σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, στην παρούσα σκέψη, αλλά και στην προηγηθείσα με αρ.22, το Πενταμελές Εφετείο παρέθεσε με επάρκεια τα αποδεικτικά μέσα, τα εξ αυτών προκύψαντα πραγματικά περιστατικά και τους συλλογισμούς, δια των οποίων κατέληξε στην παραδοχή ότι η ΕΟ 17Ν ήταν δομημένη οργάνωση με διαρκή δράση, ότι αποτελείτο από τρία τουλάχιστον πρόσωπα, ότι είχε ως σκοπό την τέλεση κακουργημάτων από αυτά που αναφέρονται στην ΠΚ 187 παρ.1, τα οποία, πράγματι, τελέσθηκαν και για τα οποία η ίδια η οργάνωση ανέλαβε την ευθύνη με προκηρύξεις, ότι ο Χ2, εν γνώσει του ως άνω σκοπού και με τη θέληση να συμβάλει στην επιδίωξή του, είχε ενταχθεί σ' αυτήν κατά το έτος 1996 και ότι η παραμονή του σ' αυτήν, παρά το ότι από το έτος 2001 κατοικούσε στη Θεσσαλονίκη, παρατάθηκε μέχρι τη σύλληψή του τον Ιούλιο 2002, διότι διατηρούσε την επαφή με τα υπόλοιπα μέλη και επανερχόταν στην Αθήνα, όποτε τον καλούσαν, για να παίρνει μέρος στις συναντήσεις ή τις ενέργειές τους, χωρίς ποτέ να εκδηλώσει πρόθεση αποχώρησης. Επομένως, διέλαβε επαρκή αιτιολογία ως προς την κατάφαση της, εκ μέρους του αναιρεσείοντος Χ2, συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση για ολόκληρο το ως άνω χρονικό διάστημα και ο τέταρτος λόγος της δηλώσεως αναιρέσεως του ιδίου, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο (υπό το έννομο συμφέρον να χαρακτηρισθεί η πράξη ως πλημμέλημα, λόγω εφαρμογής του προ του νόμου 2928/2001 νομικού καθεστώτος, με τις εντεύθεν υπέρ αυτού συνέπειες είτε της παραγραφής είτε του επιεικέστερου ποινικού κολασμού) και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών η πλημμέλεια της ΚΠοινΔ 510 παρ.1 στοιχ. Δ', είναι αβάσιμος.
25.Σε συνέχεια των όσων έχουν ήδη αναφερθεί (βλ. παραπάνω, αρ.22), το Πενταμελές Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασης αυτού σε συνδυασμό με το διατακτικό του, σχετικά με το ζήτημα της συμμετοχής του αναιρεσείοντος Χ6 στην εγκληματική οργάνωση για το μετά το έτος 1991 ή, έστω, 1996 χρονικό διάστημα και μέχρι το έτος 2002, δέχθηκε κατά λέξη ότι "Ο Χ6 γεννήθηκε στην ...στις 29-4-1966. Αρνείται από την αρχή ότι έχει οποιαδήποτε συμμετοχή στην Οργάνωση 17Ν. Ενώπιον της Δ' ανακρίτριας πλημ/κών Αθηνών, περιορίσθηκε αρνηθείς τις αποδιδόμενες σ' αυτόν κατηγορίες, αναφέρθηκε στο με ημερομηνία 21-7-2002 Υπόμνημά του με δικονομικές ενστάσεις, διετύπωσε επιφύλαξη ότι θα απολογηθεί ενώπιον του εφέτου ειδικού ανακριτού, καθώς και ότι δεν έχει να δηλώσει τίποτε, σχετικά με τις προανακριτικές απολογίες συγκατηγορουμένων του, που τον ενοχοποιούν. Τόσο δε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, όσο και του πρωτοβαθμίου, αρνήθηκε κάθε συμμετοχή στην Οργάνωση αυτή. Όπως, όμως, αποδείχθηκε ο Χ6 εντάχθηκε στην ΕΟ 17Ν περί τα τέλη 1987 και παρέμεινε μέλος της μέχρι τη σύλληψή του, με το κωδικό όνομα "Χάρης". Οι συγκατηγορούμενοί του Φ7, Φ4, Χ4 και Χ3, αναφέρουν αυτόν ως μέλος της Οργάνωσης με το κωδικό όνομα "Χάρης". Ο Φ7, στην αναγνωσθείσα από 20-7-2002 προανακριτική απολογία του, καταθέτει ότι ο Χ6, ο οποίος ήταν φίλος του από τα μαθητικά τους χρόνια και κουμπάρος του... είναι αυτός που τον στρατολόγησε στην Οργάνωση. Ειδικότερα, περιγράφει με λεπτομέρειες τον τρόπο, με τον οποίο του γνώρισε ο Χ6 τον "Λουκά" και τον "Μιχάλη", δηλαδή τους Φ2 και Χ3 κατά τα ως άνω αποδειχθέντα και λεπτομερώς στο οικείο κεφάλαιο αναφερθέντα, τους οποίους άκουσε να αποκαλούν τον Χ6 "Χάρη" και όταν τον ρώτησε αργότερα, γιατί τον αποκαλούν "Χάρη", του απάντησε ότι "θα κάνουμε κάποιους αγώνες και γι' αυτό πρέπει να παίρνουμε κάποιες προφυλάξεις". Επίσης, κατέθεσε ότι σε μεταγενέστερη συνάντησή τους οι τρεις αυτοί του αποκάλυψαν ότι είναι μέλη της 17Ν και ότι είχαν σχεδιάσει να εισβάλουν στο Αστυνομικό Τμήμα του Βύρωνα για να πάρουν όπλα για την Οργάνωση. Καταθέτει σαφώς ότι και ο Χ6 μετείχε στην προηγηθείσα παρακολούθηση του χώρου και εξακρίβωση των μέτρων φύλαξης αυτού, τη συγκεκριμένη θέση του, κατά την εισβολή και κατά την αποχώρησή τους. Ο ίδιος περιγράφει συναντήσεις που ακολούθησαν, στις οποίες μετείχε και ο Χ6 στις οποίες είχαν πει "ότι θα κάνουμε ένα βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας και για το ....". Στο τέλος δε, της εν λόγω προανακριτικής κατάθεσης, επιβεβαίωσε, μεταξύ άλλων, σαφώς, ότι ο "Χάρης" είναι ο κουμπάρος μου Χ6, τον οποίο γνωρίζω από τα παιδικά μου χρόνια. Είναι, εξ άλλου, χαρακτηριστικό και πρέπει ν' αναφερθεί ότι, παρόλα αυτά, οι δύο αυτοί συγκατηγορούμενοι, διατηρούν τις σχέσεις τους και μέσα στη φυλακή. Ο Φ4, επίσης, πατριώτης και σύνοικος για ένα διάστημα με τον Χ6 στις περιεχόμενες στην προανακριτική του απολογία από 22-7-2002 και στην ανακριτική του απολογία από 22-7-2002, αναγνωσθείσες περικοπές των καταθέσεών του που δεν ανακάλεσε, ανέφερε ότι τον στρατολόγησε στην Οργάνωση ο Χ6. Επίσης, στην προανακριτική του απολογία κατέθεσε χαρακτηριστικά ότι ο Χ6 τον ρώτησε, εάν ήθελε να συμμετάσχει μαζί με αυτόν, τον Φ7) και άλλους στον αγώνα που κάνουνε για την καλυτέρευση της κοινωνίας και ο ίδιος συμφώνησε. Ότι σε συνάντηση που ακολούθησε, τον Χ6 τον αποκαλούσαν "Χάρη" και ο Χ6 του είπε ότι εκείνον (Φ4) θα τον αποκαλούν "Στάθη" για λόγους ασφάλειας, καθώς επίσης πληροφορήθηκε από τον Χ6, ότι τον Φ7 τον αποκαλούσαν στην ομάδα "Στέλιο". Ως "Χάρη" αναφέρει και ο ίδιος στην προανακριτική του απολογία καθόσον αφορά την αφαίρεση όπλων από το ..., τον Χ6 αναφερόμενος σε εκεί συμμετοχή του. Ο δε Χ4, στην περιεχόμενη στην αναγνωσθείσα από 17-7-2002 προανακριτική του απολογία - κατάθεση, αναφέρεται σε συμμετοχή και του "Χάρη" στην ενέργεια στο Α.Τ. .... Στην δε υπόθεση "ανθρωποκτονία Θ6", αναφέρει ότι πληροφορήθηκε ότι συμμετείχε σ' αυτήν και ο "Χάρης". Επίσης, στην αναγνωσθείσα από 21-7-2002 ανακριτική απολογία του, με την οποία αναφέρθηκε στην από 17-7-2002 ως άνω προανακριτική του απολογία και επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της, κατέθεσε με σαφήνεια ότι: έχω αναφέρει ήδη ότι γνώριζα άτομο με το ψευδώνυμο "Χάρης", το πραγματικό όνομα του οποίου είναι Χ6 (ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΜΙΚΡΟ ΟΝΟΜΑ) και κατάγεται από την Ήπειρο. Ισχυρίσθηκε ο Χ6, αλλά και ο Χ4 ότι είχαν προσαχθεί μαζί στην ανακρίτρια και αφού ο Χ6 ήταν έξω από τον χώρο όταν κατέθετε ο Χ4 γιατί δεν τον επέδειξε. Όμως, ο Χ4 οπωσδήποτε δεν θα ήθελε να γίνει εκείνη τη στιγμή αντιληπτό από τον Χ6 ότι τον καταδίδει. Ο X5 στην περιεχόμενη στην αναγνωσθείσα από 18-7-2002 προανακριτική του απολογία, κατάθεση ταυτίζει τον "Χάρη" που αναφέρει ότι συμμετείχε σε ενέργειες όπως στην υπόθεση Θ6, με τον εικονιζόμενο στην επιδειχθείσα φωτογραφία, Χ6. Επί πλέον, αποδεικνύεται η συμμετοχή του Χ6 στην Οργάνωση από τις απολήψεις, που γίνονταν από το ταμείο της Οργάνωσης. Στα πρόχειρα τετράδια εσόδων - εξόδων της Οργάνωσης που τηρούσε ο Φ2 υπάρχουν επανειλημμένες καταχωρήσεις με τη σημείωση "Χα", που σημαίνει "Χάρης". Υπάρχουν, επίσης, καταχωρήσεις για απολήψεις, μαζί με τους συμπατριώτες του Φ7, Φ4, Φ6 με τις σημειώσεις "Στε", "Σταθ", "Βαγγ", που αντιστοιχούν σύμφωνα με τα αποδειχθέντα και λεπτομερώς προαναφερθέντα στα κωδικά ονόματα εκείνων "Στέλιος", "Στάθης", "Βαγγέλης", όπως τα ανωτέρω πλήρως αποδείχθηκαν, από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα και για τα οποία (ψευδώνυμα- αντιστοιχίες με τους κατηγορουμένους και συντμήσεις των εν λόγω ψευδωνύμων) έγινε λεπτομερής αναφορά στο προηγούμενο οικείο κεφάλαιο περί ένταξης και συμμετοχής, στα οποία και πάλι το Δικαστήριο αναφέρεται, προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων (βλ. ιδίως την αναγνωσθείσα από 22-7-2002 προανακριτική απολογία του Χ3). Ας σημειωθεί, ότι υπάρχει εγγραφή για απόληψη ποσού 50.000 δραχμών για έπιπλα, κατά το χρονικό διάστημα που συμπίπτει με την έναρξη συγκατοίκησής του με τη νυν σύζυγό του. Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο Χ6 είχε κατά την, ως κατωτέρω χρονική διάρκεια, ως μέλος της ΕΟ 17Ν, προσωπική συμμετοχή στη δράση της Οργάνωσης, όπως ειδικότερα θα αναφερθεί κατωτέρω, όπου γίνεται λόγος για τις κατ' ιδίαν πράξεις. Ο Χ6, επομένως, αποδείχθηκε ότι ήταν μέλος της Οργάνωσης ΕΟ 17Ν από το τέλος του 1987 μέχρι 20-7-2002 που συνελήφθη είχε δε στην Οργάνωση αυτή το κωδικό όνομα "Χάρης"". Σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, στην παρούσα σκέψη, αλλά και στην προηγηθείσα με αρ.22, το Πενταμελές Εφετείο παρέθεσε με επάρκεια τα αποδεικτικά μέσα, τα εξ αυτών προκύψαντα πραγματικά περιστατικά και τους συλλογισμούς, δια των οποίων κατέληξε στην παραδοχή ότι η ΕΟ 17Ν ήταν δομημένη οργάνωση με διαρκή δράση, ότι αποτελείτο από τρία τουλάχιστον πρόσωπα, ότι είχε ως σκοπό την τέλεση κακουργημάτων από αυτά που αναφέρονται στην ΠΚ 187 παρ.1, τα οποία, πράγματι, τελέσθηκαν και για τα οποία η ίδια η οργάνωση ανέλαβε την ευθύνη με προκηρύξεις, ότι ο Χ6 είχε ενταχθεί σ' αυτήν κατά το έτος 1987 και ότι η παραμονή του σ' αυτήν παρατάθηκε μέχρι τη σύλληψή του τον Ιούλιο 2002, διότι διατηρούσε την επαφή με τα υπόλοιπα μέλη και συμφωνούσε με τις ενέργειές τους, χωρίς ποτέ να εκδηλώσει πρόθεση αποχώρησης. Επομένως, διέλαβε επαρκή αιτιολογία ως προς την κατάφαση της, εκ μέρους του αναιρεσείοντος Χ6, συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση για ολόκληρο το ως άνω χρονικό διάστημα και ο πρώτος λόγος της δηλώσεως αναιρέσεως του ιδίου, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο (υπό το έννομο συμφέρον να χαρακτηρισθεί η πράξη ως πλημμέλημα, λόγω εφαρμογής του προ του νόμου 2928/2001 νομικού καθεστώτος, με τις εντεύθεν υπέρ αυτού συνέπειες είτε της παραγραφής είτε του επιεικέστερου ποινικού κολασμού) και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών η πλημμέλεια της ΚΠοινΔ 510 παρ.1 στοιχ. Δ', είναι αβάσιμος.
26.Στη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 περ. α' ΠΚ ορίζεται ότι "Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται, επίσης, όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Από τον εν λόγω, γενικό ορισμό συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας πρέπει να συντρέξουν α) η εκ μέρους του ηθικού αυτουργού πρόκληση σε κάποιον άλλο της απόφασης να διαπράξει συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη, β) η διάπραξη της πράξεως αυτής από τον άλλο, ακόμη και σε απόπειρα και γ) ο δόλος του ηθικού αυτουργού, άμεσος ή ενδεχόμενος. Ο "άλλος" θα είναι κατά κανόνα ο φυσικός αυτουργός, αλλά όχι οπωσδήποτε μόνο αυτός. Ενδέχεται να είναι και κάποιος που θα έχει διαφορετικής μορφής συμμετοχή στην άδικη πράξη, στην τέλεση της οποίας αποβλέπει η ηθική αυτουργία, όπως ο άμεσος ή ο απλός συνεργός ή και κάποιος ενδιάμεσος ηθικός αυτουργός, ο οποίος μεσολαβεί μεταξύ του πρώτου και του άλλου, που δεν είναι πάντοτε αναγκαίο (ιδίως σε εξελιγμένες μορφές οργανωμένης εγκληματικής δράσης) να έχουν προσωπική επαφή. Εν όψει του ότι ο νόμος δεν προκαθορίζει τον τρόπο, με τον οποίο θα πρέπει να προκληθεί η απόφαση στον άλλο για να τελέσει συγκεκριμένη άδικη πράξη, έπεται ότι οποιαδήποτε συμπεριφορά, πρόσφορη στο να οδηγήσει άλλον στην απόφαση να εκτελέσει την πράξη αυτή, μπορεί να αποτελέσει ηθική αυτουργία, με την προϋπόθεση ότι συμβάλλει καθοριστικά στη λήψη της αποφάσεως. Ως εκ τούτου, δεν είναι πάντοτε αναγκαίο το να είχε ο ηθικός αυτουργός άμεση επικοινωνία με το φυσικό αυτουργό και να επενέργησε στην απόφασή του με συνεχείς ή φορτικές προτροπές και παραινέσεις, όπως πολλές φορές συμβαίνει. Η καθοριστική συμβολή του ηθικού αυτουργού στη διαμόρφωση της αποφάσεως του φυσικού μπορεί να πραγματοποιηθεί και με απλή συμβουλή ή απειλή, με υπόσχεση αμοιβής ή ετέρου ανταλλάγματος, με εκμετάλλευση της ψυχικής ορμής, της ανάγκης ή της πλάνης του άλλου, με χρησιμοποίηση της πάσης φύσεως υπεροχής του ηθικού αυτουργού κλπ. Ακόμη, σε περιπτώσεις που η άδικη πράξη, για την τέλεση της οποίας διερευνάται η ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, εντάσσεται στις δραστηριότητες εγκληματικής οργάνωσης, στην οποία η συμμετοχή προϋποθέτει την αποδοχή της τέλεσης ενός αορίστου αριθμού αδίκων πράξεων, από αυτές που μνημονεύονται στο άρθρο 187 παρ.1 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 2928/2001 (βλ. παραπάνω, αρ.22), είναι νοητή η ηθική αυτουργία και με τη μορφή της υπόδειξης του στόχου κάποιας εγκληματικής ενέργειας. Διότι έκαστο μέλος της οργάνωσης, παρά το γεγονός ότι με την είσοδό του σ' αυτήν έχει διαμορφώσει εσωτερικά και εκφράσει εξωτερικά τη βούληση της διάπραξης περισσοτέρων κακουργημάτων, στην πραγματικότητα δεν έχει λάβει, ακόμη, καμιά απόφαση σχετικώς, μέχρις ότου εκείνοι, που έχουν τη σχετική εξουσία στην ιεραρχική δομή της οργάνωσης, καθορίσουν το συγκεκριμένο στόχο και δώσουν το έναυσμα της πραγματοποίησης συγκεκριμένης ενέργειας. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο ρόλος και ο δόλος του ηγετικού στελέχους ως ηθικού αυτουργού εξατομικεύεται στη γνώση και επιδίωξη της συγκεκριμένης εγκληματικής δράσης και στη συνειδητοποίηση ότι τα λοιπά μέλη της οργάνωσης περιμένουν την εκ μέρους του υπόδειξη του στόχου της δράσης αυτής, για να αποφασίσουν τη διάπραξη και να επιχειρήσουν την εκτέλεσή της. Η αντίθετη εκδοχή, σύμφωνα με την οποία επί προσώπων προαποφασισμένων να τελέσουν αόριστο αριθμό εγκλημάτων δεν χωρεί ηθική αυτουργία, θα άφηνε ατιμώρητη τη συμπεριφορά εκείνων, οι οποίοι, χωρίς ποτέ να έχουν εμφανή συμμετοχή, δίδουν εκ του ασφαλούς εντολές για τη διάπραξη αξιοποίνων πράξεων. Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, προϋπόθεση της κατάφασης της ηθικής αυτουργίας είναι η διαπίστωση αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του φερομένου ως ηθικού αυτουργού και της άδικης πράξης, που φέρεται ότι τέλεσε ο φυσικός αυτουργός ή κάποιος άλλος συμμέτοχος.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ύστερα από την αναιρετικώς ανέλεγκτη αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων που τέθηκαν υπό την κρίση του και επί πλέον των παραδοχών που ήδη αναφέρθηκαν σχετικά με τη δομή και λειτουργία της ΕΟ 17Ν (βλ. παραπάνω, αρ. 22), δέχθηκε επί του ζητήματος της ηθικής αυτουργίας, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων Χ1 και τα εξής ουσιώδη: Ότι στη δομή της οργάνωσης υπήρξε ένα "κέντρο εξουσίας" (ή, κατ' άλλη διατύπωση, "εκτελεστική γραμματεία"), στο οποίο κυρίαρχη θέση είχε ο Χ1 και στο οποίο μετείχε, επίσης, ο Φ2. Ότι προκειμένου να αποφασισθεί κάποια δραστηριότητα, η οποία εξυπηρετούσε τους σκοπούς της οργάνωσης, το κέντρο εξουσίας μετέφερε τις απόψεις του στα κατώτερα μέλη και ζητούσε να ακούσει τη γνώμη εκείνων. Ότι η διαδικασία αυτή γινόταν κατά τη διάρκεια συναντήσεων, οι οποίες, συνήθως, εμφάνιζαν εξωτερικώς τη μορφή συνεστίασης (π.χ. σε "ρεμπετάδικα", όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά) και στις οποίες μετείχαν μόνο μέλη της οργάνωσης (όχι κατ' ανάγκη όλα, αλλά οπωσδήποτε ουδείς "άσχετος"). Ότι στις συναντήσεις αυτές κυρίαρχο ρόλο έπαιζε ο Χ1 τον οποίο τα άλλα μέλη γνώριζαν με το ψευδώνυμο "Λάμπρος" ή, όταν αυτός δεν μετείχε, ο Φ2, που ήταν ο στενότερος συνεργάτης του. Ότι οι προτάσεις των μελών δεν ήσαν δεσμευτικές για το κέντρο εξουσίας. Ότι ο Χ1 όταν άκουγε μια πρόταση, έλεγε ότι θα σκεφθεί σχετικώς, αλλά στη συνέχεια, εάν είχε διαφορετική άποψη, αποσιωπούσε το ζήτημα. Ότι, τελικώς, το είδος της εκάστοτε ενέργειας, που επρόκειτο να γίνει και ο στόχος, που επρόκειτο να πληγεί με αυτήν, ως απόφαση του κέντρου εξουσίας, υποδεικνυόταν πάντοτε στα υπόλοιπα μέλη είτε απ' ευθείας από τον Χ1, όταν αυτός μετείχε προσωπικώς στις συναντήσεις είτε από το Φ2, ο οποίος μετέφερε στα κατώτερα μέλη την περί αυτής υπόδειξη του Χ1. Ότι η προέλευση της υπόδειξης προέκυπτε από το εκάστοτε περιεχόμενο, το ύφος και το γραφικό χαρακτήρα της προκήρυξης, που επρόκειτο να δοθεί στη δημοσιότητα, διότι όλα αυτά παρέπεμπαν στο "Λάμπρο". Ότι με την εν λόγω υπόδειξη, η οποία συνδυαζόταν με την πνευματική υπεροχή και την πειθώ, που διέθετε ο X1 με την ιδεολογική θεμελίωση της εκάστοτε ενέργειας και με τη σταθερή παροχή χρημάτων από το κοινό ταμείο προς αντιμετώπιση των οικονομικών τους αναγκών, τα μέλη της οργάνωσης πείθονταν ως προς την αναγκαιότητα αυτής και την ορθότητα επιλογής του στόχου. Ότι μόνο μετά τη δημιουργία της πεποίθησης αυτής, τα μέλη έπαιρναν την τελική απόφαση να εκτελέσουν συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη. Και, τέλος, ότι η υπόδειξη αυτή λειτουργούσε και έναντι του Φ2, ο οποίος είχε μεν καθοριστικό ρόλο στην εκτέλεση των επιχειρήσεων, αλλά, αν και συμμέτοχος στο κέντρο εξουσίας, δεν αποφάσιζε αυτόνομα ως προς το είδος και το στόχο αυτών. Ύστερα από τις παραδοχές αυτές, οι οποίες με πολύ εκτενέστερο τρόπο και με επίκληση και σχολιασμό των κατ' ιδίαν αποδεικτικών στοιχείων παρατίθενται σε όλες τις επί μέρους πράξεις, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο ηθικής αυτουργίας σε 55 περιπτώσεις, υπό την έννοια ότι σε άλλες από αυτές ο ίδιος υπέδειξε το στόχο της εγκληματικής ενέργειας στους φυσικούς αυτουργούς ή τους συνεργούς τους και σε άλλες προέβη στην υπόδειξη αυτή δια μέσου του Φ2, τον οποίο, επίσης, έπεισε περί του πράγματος αυτού. Με τον τρόπο αυτό, το Πενταμελές Εφετείο αφ' ενός ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς τις ουσιαστικές διατάξεις περί ηθικής αυτουργίας στο πλαίσιο της λειτουργίας εγκληματικής οργάνωσης και αφ' ετέρου διέλαβε στην απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την πράξη αυτή. Επομένως, οι έβδομος και όγδοος λόγοι της δηλώσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος X1 και οι δέκατος τέταρτος και δέκατος πέμπτος λόγοι του προσθέτου δικογράφου του ιδίου, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών οι πλημμέλειες του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι.
27.Στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ ορίζεται ότι ως λόγος αναιρέσεως μπορεί να προταθεί και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στη διάταξη του άρθρου 470 εδ. α' ΚΠοινΔ ορίζεται ότι, σε περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, το δικαστήριο δεν μπορεί να κάνει χειρότερη τη θέση του κατηγορουμένου ούτε να ανακαλέσει τα ευεργετήματα, που δόθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η χειροτέρευση είναι δυνατό να επέλθει με οποιονδήποτε τρόπο, είτε άμεσα είτε και έμμεσα. Για τη διαπίστωσή της γίνεται, κατ' αρχήν, σύγκριση του περιεχομένου του διατακτικού αφ' ενός της αποφάσεως, που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφ' ετέρου αυτής, που εκδίδεται από το δικαστήριο του ενδίκου μέσου. Οπότε, η χειροτέρευση ενδέχεται να είναι είτε πραγματική, όπως όταν κατά την εκδίκαση του ενδίκου μέσου επαυξάνονται οι ποινικές κυρώσεις σε βάρος του κατηγορουμένου είτε νομική, όπως όταν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή αυτού από εκείνη που είχε γίνει αποδεκτή πρωτοδίκως (ΑΠ 1408/2007). Είναι δυνατό να προκύψει και από τη σύγκριση των αιτιολογιών των δύο αποφάσεων, όταν με αυτήν που εκδίδεται κατά την εκδίκαση του ενδίκου μέσου προσδίδεται στην πράξη μείζων αντικειμενική απαξία, η οποία επηρεάζει δυσμενώς την κρίση του δικαστηρίου ως προς το ύψος της ποινής, που πρέπει να επιβληθεί κατ' άρθρο 79 παρ. 1 ΚΠοινΔ (ΑΠ 180/2008). Σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για χειροτέρευση, όταν το δικαστήριο του ενδίκου μέσου προβαίνει σε απλή συμπλήρωση ή διευκρίνιση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την πράξη, χωρίς να προκύπτει ότι με τον τρόπο αυτό επέρχεται κάποια βλαπτική συνέπεια για τον κατηγορούμενο (ΑΠ 517/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της εκκαλουμένης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την οποία ο αναιρεσείων X1επικαλείται, ο εν λόγω καταδικάσθηκε για ηθική αυτουργία σε 55 εγκλη ματικές πράξεις, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας είχαν γίνει δεκτά [μεταξύ άλλων και] τα εξής ουσιώδη: Ότι ο X1 μετείχε στην ιδρυτική ομάδα της εγκληματικής οργάνωσης ΕΟ 17Ν, στη δομή της οποίας λειτουργούσε μια "εκτελεστική γραμματεία". Ότι η συγκεκριμενοποίηση των επί μέρους δραστηριοτήτων της οργάνωσης γινόταν από την εκτελεστική γραμματεία, στην οποία, επίσης, συμμετείχε ο X1 και τις αποφάσεις της οποίας μετέφερε αυτός προς τους πυρήνες και τα μέλη της οργάνωσης. Ότι τα κατώτερα μέλη ήσαν ευεπίφορα σε χειραγώγηση από τις ηγετικές φυσιογνωμίες της οργάνωσης, μεταξύ των οποίων προέχουσα θέση κατείχε ο X1. Ότι ο ίδιος, μέχρι τη σύλληψή του, ασχολήθηκε αποκλειστικά με την ιδεολογική καθοδήγηση, τη σχεδίαση, την πρόκληση των αποφάσεων τέλεσης και την παρακολούθηση της εκτέλεσης όλων των παρανόμων πράξεων της οργάνωσης. Και ότι αυτός ήταν το πρόσωπο που μετέφερε προσωπικώς στους επικεφαλής των πυρήνων, στα λοιπά μέλη της οργάνωσης και, κυρίως, στο Φ2 τις εντολές, με τις οποίες καθοριζόταν κάθε φορά ο στόχος συγκεκριμένης ενέργειας και που έπειθε τους εν λόγω για την εκτέλεση όσων είχε αποφασίσει η εκτελεστική γραμματεία. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ύστερα από την αναιρετικώς ανέλεγκτη αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων που τέθηκαν υπό την κρίση του και επί πλέον των παραδοχών που ήδη αναφέρθηκαν σχετικά με τη δομή και λειτουργία της ΕΟ 17Ν (βλ. παραπάνω, αρ. 22), δέχθηκε επί του ζητήματος της ηθικής αυτουργίας, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων X1 [μεταξύ άλλων και] τα εξής ουσιώδη: Ότι από το καταστατικό της εγκληματικής οργάνωσης ΕΟ 17Ν, που αξιολογήθηκε από το δικαστήριο, προέκυπτε η λειτουργία ενός οργάνου λήψεως αποφάσεων, το οποίο αναφερόταν άλλοτε ως "εκτελεστική γραμματεία" και άλλοτε ως "κέντρο εξουσίας". Ότι ο X1 είχε εξέχουσα θέση στο όργανο αυτό, του οποίου έτερο, γνωστό μέλος μεταξύ των κατηγορουμένων ήταν ο Φ2. Ότι προκειμένου να αποφασισθεί κάποια δραστηριότητα, η οποία εξυπηρετούσε τους σκοπούς της οργάνωσης, το κέντρο εξουσίας μετέφερε τις απόψεις του στα κατώτερα μέλη και ζητούσε να ακούσει τη γνώμη εκείνων (για τη σχετική διαδικασία, βλ. περισσότερα παραπάνω, αρ.26). Ότι, τελικώς, το είδος της εκάστοτε ενέργειας, που επρόκειτο να γίνει και ο στόχος, που επρόκειτο να πληγεί με αυτήν, ως απόφαση του κέντρου εξουσίας, υποδεικνυόταν πάντοτε στα υπόλοιπα μέλη είτε απ' ευθείας από τον X1, όταν αυτός μετείχε προσωπικώς στις σχετικές συναντήσεις είτε, εν απουσία του, από το Φ2, ο οποίος μετέφερε στα κατώτερα μέλη τη συναφή υπόδειξη του X1. Ότι η προέλευση της υπόδειξης προέκυπτε από το εκάστοτε περιεχόμενο, το ύφος και το γραφικό χαρακτήρα της προκήρυξης, που επρόκειτο να δοθεί στη δημοσιότητα, διότι όλα αυτά παρέπεμπαν στον X1. Ότι με την εν λόγω υπόδειξη, η οποία συνδυαζόταν με την πνευματική υπεροχή και την πειθώ, που διέθετε ο X1 με την ιδεολογική θεμελίωση της εκάστοτε ενέργειας και με τη σταθερή παροχή χρημάτων, τα μέλη της οργάνωσης πείθονταν ως προς την αναγκαιότητα αυτής και την ορθότητα επιλογής του στόχου. Ότι μόνο μετά τη δημιουργία της πεποίθησης αυτής τα μέλη έπαιρναν την τελική απόφαση να εκτελέσουν συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη. Και, τέλος, ότι η υπόδειξη αυτή λειτουργούσε και έναντι του Φ2, ο οποίος, συμμετέχοντας στο κέντρο εξουσίας, δεν αποφάσιζε αυτόνομα ως προς το είδος και το στόχο εκάστης ενέργειας, αλλά συνέπραττε στη διαμόρφωση των επιλογών επηρεασμένος από το κύρος του X1. Από τη σύγκριση των παραδοχών αυτών συνάγεται ότι τόσο το πρωτοβάθμιο όσο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκαν κυρίαρχο ρόλο του αναιρεσείοντος στην επιλογή του στόχου των εκάστοτε ενεργειών της οργάνωσης και στην επί τη βάσει της επιλογής αυτής διαμόρφωση της απόφασης των κατώτερων μελών να προβούν στην τέλεση των αδίκων πράξεων, για τις οποίες κατηγορήθηκαν και καταδικάσθηκαν. Κατά συνέπεια, το Πενταμελές Εφετείο ουδόλως μετέβαλε την κατηγορία, δεν απέδωσε στον αναιρεσείοντα δυσμενέστερη συμπεριφορά, από εκείνη που του είχε αποδοθεί πρωτοδίκως και οι όποιες διαφοροποιήσεις στην αιτιολογία του αποτέλεσαν απλές διευκρινίσεις, χωρίς αρνητική επίπτωση ούτε στην υπεράσπισή του ούτε στην ποινική του μεταχείριση. Επομένως, οι δέκατος έκτος και δέκατος έβδομος λόγοι του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος X1, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι.
28.Όπως αναφέρεται στην κατάληξη της προηγούμενης νομικής σκέψης (βλ. παραπάνω, αρ.27), δεν μπορεί να γίνει λόγος για χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου και, εντεύθεν, για υπέρβαση της εξουσίας του δικαστηρίου που δικάζει το ένδικο μέσο (ΚΠοινΔ 470 εδ. α', 510 παρ.1 στοιχ. Η'), όταν αυτό προβαίνει σε απλή συμπλήρωση ή διευκρίνιση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την πράξη, για την οποία ο κατηγορούμενος καταδικάζεται, χωρίς να προκύπτει ότι με τον τρόπο αυτό επέρχεται κάποια βλαπτική συνέπεια για τον ίδιο. Στην προκειμένη περίπτωση και σε αναφορά προς τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων του αναιρεσείοντος X1, από την επισκόπηση της εκκαλουμένης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την οποία αυτός επικαλείται, προκύπτει ότι ο εν λόγω καταδικάσθηκε [μεταξύ άλλων και] για προμήθεια και κατοχή εκρηκτικών υλών (ΠΚ 272 παρ.1), προς στοιχειοθέτηση της οποίας είχαν γίνει δεκτά [μεταξύ άλλων και] τα εξής ουσιώδη: Ότι οι κατηγορούμενοι Φ2, Χ3, Χ4, X5, Φ7, Χ6 και Φ4, ενεργώντας από κοινού κατά το από 25-12-1989 μέχρι του μηνός Ιουλίου του έτους 2002 χρονικό διάστημα, με πρόθεση είχαν προμηθευτεί εκρηκτικές ύλες και εκρηκτικές βόμβες (κατά την εκεί ειδικότερη περιγραφή), με σκοπό να τις χρησιμοποιήσουν για να προξενήσουν κοινό κίνδυνο σε ξένα πράγματα και κίνδυνο σε άνθρωπο. Ότι αντικείμενο της πράξεως αυτής ήταν αφ' ενός ό,τι είχε βρεθεί και κατασχεθεί στα δύο κρησφύγετα της εγκληματικής οργάνωσης ΕΟ 17Ν, σε διαμερίσματα επί των οδών ... και .... και αφ' ετέρου ό,τι είχε αναλωθεί στις κατ' ιδίαν εγκληματικές ενέργειες, στις οποίες η οργάνωση είχε προβεί εντός του αυτού χρονικού διαστήματος. Ότι οι κατηγορούμενοι Φ2, Χ3 και X1, ενεργούντες από κοινού και με πρόθεση, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και στα ίδια κρησφύγετα της οργάνωσης, κατείχαν αφ' ενός τις ανωτέρω ποσότητες των εκρηκτικών υλών και βομβών και αφ' ετέρου πολεμικά τυφέκια, αυτόματα, πολυβόλα, πιστόλια, περίστροφα, χειροβομβίδες, πυρομαχικά και λοιπά είδη πολεμικού υλικού, με σκοπό τον παράνομο εφοδιασμό της οργάνωσης. Ότι οι ίδιοι κατηγορούμενοι Φ2, Χ3 και X1, με πρόθεση και για τον ίδιο σκοπό, μαζί με τα προαναφερόμενα όπλα, πυρομαχικά και εκρηκτικές ύλες, κατείχαν και τις εκρηκτικές ύλες, βόμβες κλπ, που τις νυχτερινές ώρες της 24 προς 25-12-1989 είχαν κλέψει στο ...., από τις αποθήκες στρατιωτικής μονάδας. Ότι το μεγαλύτερο μέρος του ως άνω οπλισμού της ΕΟ 17Ν προερχόταν από την εν λόγω κλοπή (μεγάλος αριθμός ρουκετών 2,36'' και 3,5'', φυσίγγια διαφόρων διαμετρημάτων, πυροκροτητές και άλλα πυρομαχικά). Και, τέλος, ότι ο ηθικός αυτουργός της πράξης της προμήθειας των εκρηκτικών υλών ήταν ο X1. Ύστερα από τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές, οι οποίες πολύ αναλυτικότερα παρατίθενται στο σκεπτικό του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έκρινε ότι για τις πράξεις της προμήθειας και κατοχής εκρηκτικών υλών θα πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι ως εξής: α) οι Χ4, X5, Φ7, Χ6 και Φ4, μόνο για προμήθεια, β) οι Φ2 και Χ3 τόσο για προμήθεια όσο και για κατοχή και γ) ο X1 αφ' ενός για ηθική αυτουργία σε προμήθεια και αφ' ετέρου για φυσική αυτουργία σε κατοχή. Ως αντικείμενο των πράξεων αυτών θεωρήθηκαν όλα τα πράγματα (όπλα, πυρομαχικά ή εκρηκτικές ύλες και πάσης φύσεως παρελκόμενα), τα οποία είτε είχαν αναφερθεί ως κλαπέντα από την παθούσα στρατιωτική υπηρεσία είτε είχαν ανευρεθεί στα ανακαλυφθέντα κρησφύγετα της οργάνωσης. Κατά τη διατύπωση του διατακτικού του, όμως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον X1 για προμήθεια εκρηκτικών υλών από κοινού με όλους τους ως άνω κατηγορουμένους και για κατοχή εκρηκτικών υλών από κοινού με τους κατηγορουμένους Φ2 και Χ3, πράξεις τελεσθείσες κατά το χρονικό διάστημα από 25-12-1989 μέχρι του μηνός Ιουλίου του έτους 2002. Σε αντίθεση, δηλαδή, προς τις αιτιολογίες του, παρέλειψε να διευκρινίσει ως προς τον X1 ότι η συμμετοχή στην πράξη της προμήθειας εκρηκτικών υλών ήταν αυτή του ηθικού αυτουργού. Εκτός από την πράξη της παράνομης κατοχής εκρηκτικών υλών, τον κήρυξε ένοχο και για την πράξη της παράνομης και διακεκριμένης οπλοκατοχής, που αναφερόταν σε διαφορετικά αντικείμενα. Κατά την επιμέτρηση των ποινών επέβαλε στον καταδικασθέντα X1 ποινές κάθειρξης 15 ετών για την πράξη της προμήθειας και κατοχής εκρηκτικών υλών και 15 ετών για την πράξη της διακεκριμένης οπλοκατοχής. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ύστερα από την αναιρετικώς ανέλεγκτη αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων που τέθηκαν υπό την κρίση του, δέχθηκε επί του ζητήματος της προμήθειας και κατοχής εκρηκτικών υλών, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων X1 [μεταξύ άλλων και] τα εξής ουσιώδη: Ότι οι κατηγορούμενοι Φ2, Χ4, X5, Χ6 και Φ4, ενεργώντας από κοινού (μαζί με τον ήδη καταδικασθέντα με την πρωτόδικη απόφαση και μη εκκαλούντα Χ3), τις νυκτερινές ώρες της 24/25-12-1989, με πρόθεση προμηθεύτηκαν εκρηκτικές ύλες και εκρηκτικές βόμβες με σκοπό να τις χρησιμοποιήσουν για να προξενήσουν κοινό κίνδυνο σε ξένα πράγματα και κίνδυνο για άνθρωπο. Ότι, ειδικότερα, στο ... μετά από προηγηθείσα συστηματική παρακολούθηση του εκεί στρατοπέδου του Ελληνικού Στρατού (....Προχωρημένη Αποθήκη Πυρομαχικών), εισήλθαν κρυφά και διέρρηξαν αποθήκες στρατιωτικού υλικού, επιτυγχάνοντας να προμηθευτούν εκρηκτικές ύλες και εκρηκτικές βόμβες (όπως ειδικότερα περιγράφονται), με σκοπό να χρησιμοποιήσουν τα αντικείμενα αυτά, μέρος από τα οποία βρέθηκε και κατασχέθηκε στα ανακαλυφθέντα κρησφύγετα της οργάνωσης, για να προξενήσουν κοινό κίνδυνο σε ξένα πράγματα και κίνδυνο για άνθρωπο. Και ότι η τελική απόφαση για την ενέργεια αυτή προκλήθηκε στους ως άνω αυτουργούς από τον X1 με τον τρόπο που προαναφέρθηκε (βλ. παραπάνω, αρ.26) και, ειδικότερα, αρχικά στον Φ2 και δι' αυτού στα κατώτερα μέλη της οργάνωσης. Κατόπιν αυτών, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, προς αποκατάσταση της αντίφασης που είχε παρατηρηθεί μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου, έκρινε ότι ο X1 έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος ως ηθικός αυτουργός της προμήθειας μόνο των εκρηκτικών υλών και βομβών που βρέθηκαν στα ως άνω κρησφύγετα και προέρχονταν από την κλοπή που είχε διαπραχθεί σε βάρος της 651 ΠΑΠ. Και ακόμη, έκρινε ότι για όλα τα λοιπά αντικείμενα (εκρηκτικές ύλες, βόμβες κλπ), που περιλαμβάνονταν στο καταδικαστικό σκέλος του διατακτικού της εκκαλουμένης αποφάσεως ως συνιστώντα το έγκλημα της παράνομης προμήθειας εκρηκτικών υλών, ο X1 έπρεπε να κηρυχθεί αθώος, όπως και οι λοιποί κατηγορούμενοι, αφ' ενός διότι πολλά από αυτά δεν ενέπιπταν στην έννοια των εκρηκτικών υλών, οπότε η προμήθειά τους δεν συνιστούσε άδικη πράξη και αφ' ετέρου διότι ως προς την προμήθεια των λοιπών αντικειμένων (που ενέπιπταν στην έννοια των εκρηκτικών υλών, αλλά δεν είχαν προέλθει από την κλοπή σε βάρος της στρατιωτικής αποθήκης στο ...) υπήρχαν αμφιβολίες σχετικά με τις περιστάσεις τέλεσης και τον τρόπο συμμετοχής οιουδήποτε εκ των κατηγορουμένων. Περαιτέρω, ως προς την εκ μέρους του X1 συμμετοχή στην κατοχή των εκρηκτικών υλών και του λοιπού πολεμικού υλικού, που βρέθηκε στα δύο κρησφύγετα, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής: Ότι η δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας επ' αυτών αποδεικνύεται από την ανεύρεση στην οικία του κλειδιών, τα οποία άνοιγαν την κεντρική είσοδο της οικοδομής και την εξώπορτα του διαμερίσματος στην οδό .... Ότι για την ανεύρεση και τη συσχέτιση των κλειδιών αυτών υπήρξε έκθεση της αστυνομικής αρχής, που διαβάστηκε στο ακροατήριο και επιβεβαιώθηκε από την κατάθεση μάρτυρα αστυνομικού. Ότι περί του ιδίου θέματος έγινε αναφορά από το Χ3, σε συνέντευξη που αυτός είχε παραχωρήσει προς δημοσιογράφο, όπου ανέφερε ότι ο ίδιος είχε βγάλει αντίγραφα των κλειδιών και τα έδωσε στον X1. Και τέλος, ότι η διαχειρίστρια της πολυκατοικίας της οδού ... αναγνώρισε τον X1 μετά τη σύλληψή του, ως το πρόσωπο που είχε δει να επισκέπτεται το κρησφύγετο της οργάνωσης στην οικοδομή αυτή, μαζί με το Χ3. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον X1 για ηθική αυτουργία σε παράνομη προμήθεια εκρηκτικών υλών με σκοπό να χρησιμοποιηθούν για να προξενήσουν κοινό κίνδυνο σε ξένα πράγματα ή κίνδυνο για άνθρωπο, με αντικείμενο μόνο τα πράγματα που είχαν αφαιρεθεί από τη στρατιωτική μονάδα στο ....και για κατοχή εκρηκτικών υλών με τον ίδιο σκοπό, με αντικείμενο μόνο τα πράγματα που είχαν ανευρεθεί στα δύο κρησφύγετα της οργάνωσης. Για τις ίδιες πράξεις, με αντικείμενο όλα τα υπόλοιπα πράγματα που συμπεριλαμβάνονταν σ' αυτές σύμφωνα με το διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης, τον κήρυξε αθώο. Επί πλέον, τον κήρυξε ένοχο και για την πράξη της παράνομης και διακεκριμένης οπλοκατοχής, που αναφερόταν σε διαφορετικά πράγματα. Κατά την επιμέτρηση των ποινών επέβαλε στον καταδικασθέντα X1 ποινές κάθειρξης 12 ετών για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε προμήθεια και της κατοχής εκρηκτικών υλών και 12 ετών για την πράξη της διακεκριμένης οπλοκατοχής. Από τη σύγκριση των αιτιολογιών, των διατακτικών και της επιμέτρησης των ποινών των δύο αποφάσεων, συνάγεται ότι το Πενταμελές Εφετείο διευκρίνισε ότι η συμμετοχή του αναιρεσείοντος X1 στην αξιόποινη πράξη της προμήθειας εκρηκτικών υλών ήταν αυτή του ηθικού αυτουργού, όπως είχε δεχθεί και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στο σκεπτικό του και όχι αυτή του από κοινού ενεργούντος, όπως με γενικό τρόπο και φαινομενική αντίφαση είχε διαλάβει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στο διατακτικό του. Ακόμη, συνάγεται ότι το Πενταμελές Εφετείο περιόρισε την εν λόγω πράξη ως προς το αντικείμενο αυτής και επέβαλε στον κατηγορούμενο μικρότερη ποινή, από εκείνη που είχε επιβληθεί πρωτοδίκως. Ως εκ τούτου, ούτε ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας ούτε χειροτέρευση της θέσεώς του επήλθε. Και ως προς την παράνομη κατοχή των εκρηκτικών υλών, που προέκυπτε από τη διατήρηση της δυνατότητας ελέγχου και εξουσίασης των χώρων, στους οποίους αυτές αποκρύπτονταν, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με παράθεση των αποδεικτικών μέσων (πέραν της καταθέσεως του συγκατηγορουμένου Χ3, ΚΠοινΔ 211Α) επί των οποίων στήριξε την κρίση του. Επομένως, οι δέκατος όγδοος και δέκατος ένατος λόγοι του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος X1 με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών οι πλημμέλειες του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι.
29.Από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ.2, 486 παρ. 3 και 498 ΚΠΔ συνάγεται ότι η έκθεση, που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης πρέπει, κατ' αρχήν, να περιέχει ένα ορισμένο λόγο. Εάν ο λόγος αυτός αναφέρεται σε παράπονο ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, αρκεί να διατυπώνεται γενικώς. Όταν, όμως, πρόκειται για έφεση του εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, η άσκησή της πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η αιτιολόγηση, στην περίπτωση αυτή, αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ένδικου μέσου και πρέπει να περιλαμβάνει με σαφήνεια και πληρότητα τις πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες, που αποδίδονται εκ μέρους του εισαγγελέως στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Εάν, παρά την έλλειψη της αιτιολογίας αυτής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεχθεί τυπικά την έφεση, υπερβαίνει την εξουσία του και δημιουργεί το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ.Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της επί της ουσίας 3244/8-12-2003 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και της προσβαλλόμενης 2453/7-12-2005 παρεμπίπτουσας απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων Χ8 είχε αθωωθεί πρωτοδίκως για την πράξη της απλής συνέργειας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας σε βάρος του αμερικανού πολίτη Θ18, τελεσθείσα την 3-4-1984. Κατά της εν λόγω αθωωτικής αποφάσεως, ο αρμόδιος εισαγγελέας άσκησε έφεση. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκανε τυπικά δεκτή την έφεση, ερεύνησε εκ νέου την υπόθεση, αλλά, τελικώς, έπαυσε οριστικώς την ασκηθείσα ποινική δίωξη λόγω της εν τω μεταξύ συμπληρώσεως του χρόνου παραγραφής. Η εξέλιξη αυτή υπήρξε δυσμενής για τον κατηγορούμενο και θεμελίωσε το έννομο συμφέρον αυτού για την υποβολή της δηλώσεως αναιρέσεως. Στην έκθεση εφέσεως του εισαγγελέως, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ως προς τον Χ8 (και ως προς το Φ8, παραλλήλως, για τον οποίο συνέτρεχε η αυτή νομική αιτία), διαλαμβάνονται κατά λέξη, τα εξής: "Και οι δύο υπήρξαν ενεργά μέλη της ΕΟ 17Ν γι' αυτό, άλλωστε, με άλλη διάταξη της εκκαλούμενης απόφασης καταδικάσθηκαν για την ένταξή τους σ' αυτή. Τη δράση και συμμετοχή τους στη συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη [υπονοεί, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, σε βάρος του Θ18] περιγράφει λεπτομερώς ο συγκατηγορούμενός τους Χ4 που καταδικάσθηκε ως άμεσος συνεργός στην απόπειρα ανθρωποκτονίας, αφού το [πρωτοβάθμιο] δικαστήριο δέχθηκε ότι ήταν ο οδηγός της μοτοσυκλέτας που πλησίασε το όχημα του παθόντος και, έτσι, βρήκε την ευκαιρία ο επιβάτης της να πυροβολήσει το θύμα χωρίς επιτυχία, λόγω της έγκαιρης αντίδρασής του. Ο Χ4 περιγράφει ότι πλησίον τους υπήρχε και δεύτερη μοτοσικλέτα με οδηγό τον Χ8 και συνεπιβάτη τον Φ2, ενώ ο Φ8 ειδοποίησε τηλεφωνικώς τους υπόλοιπους για την ώρα εκκίνησης του παθόντος από τον τόπο της εργασίας του. Με βάση αυτή την περιγραφή της δράσης των μελών της οργάνωσης που έλαβαν μέρος στο σχεδιασμό της ενέργειας και την εκτέλεσή της, προκύπτει σαφέστατα ότι οι Φ8 και Χ8 υπήρξαν απλοί συνεργοί στην απόπειρα ανθρωποκτονίας. Είναι δε χαρακτηριστικό το ότι με βάση την περιγραφή του Χ4 κηρύχθηκε ένοχος με άλλη διάταξη της εκκαλουμένης για απλή συνέργεια ο Φ2, επιβάτης της δεύτερης μοτοσικλέτας, που μένει χωρίς οδηγό με την αθώωση του Χ8". Τα ως άνω περιστατικά και οι συλλογισμοί που τα συνδέουν και τα αξιολογούν συνιστούν πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της εφέσεως του εισαγγελέως, αφού περιγράφουν τον τρόπο συμμετοχής του Χ8, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτή προκύπτει και το λόγο για τον οποίο η αθωωτική κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ήταν εσφαλμένη. Το γεγονός ότι η αναφορά σε καταδίκη του αναιρεσείοντος εκ μέρους του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για συμμετοχή στην εγκληματική οργάνωση ήταν ανακριβής, ενώ το αληθές ήταν ότι ως προς αυτόν το Τριμελές Εφετείο είχε δεχθεί, κατά πλειοψηφία, συμμετοχή μόνο μέχρι το έτος 1988, με αποτέλεσμα να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη για την εν λόγω πράξη [τιμωρούμενη τότε σε βαθμό πλημμελήματος] λόγω παραγραφής, δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού ούτως ή άλλως, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξεως σε βάρος του Θ18 [3-4-1984], αυτός μετείχε στην οργάνωση. Κατόπιν αυτών, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο κατά την έρευνα του τύποις παραδεκτού της εφέσεως αυτής δέχθηκε ότι με τις ως άνω αναφορές ήταν ειδικώς αιτιολογημένη η εισαγγελική έφεση, επαρκώς αιτιολόγησε και τη δική του, παρεμπίπτουσα 2453/7-12-2005 απόφαση και ορθώς δεν απάγγειλε απαράδεκτο της εφέσεως. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της δηλώσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ8, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην εν λόγω απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ'), είναι αβάσιμος.
30.Στο άρθρο 299 παρ. 1 ΠΚ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 33 παρ. 1 του ν. 2172/1993, με το οποίο καταργήθηκε η ποινή του θανάτου, ορίζεται ότι "Όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με... ισόβια κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ.1 ΠΚ, εάν υπήρξε αρχή εκτέλεσης, αλλά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα δεν επήλθε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση του δράστη, πρόκειται για απόπειρα, η οποία τιμωρείται με ποινή ελαττωμένη. Περαιτέρω, στο άρθρο 47 παρ. 1 ΠΚ και υπό τον τίτλο "απλός συνεργός", ορίζεται ότι "Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β' του προηγουμένου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως που [ο άλλος] διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, την απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή, υλική ή ψυχική, η οποία, χωρίς να είναι άμεση, παρέχεται στον αυτουργό με γνώση της εκ μέρους του τέλεσης ορισμένης άδικης πράξης και με θέληση ή αποδοχή του συνεργού να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωσή της. Ψυχική συνδρομή αποτελεί και η ενίσχυση της αποφάσεως του αυτουργού για τέλεση της πράξεως και η ενθάρρυνση αυτού, η οποία μπορεί να παρασχεθεί με οποιοδήποτε τρόπο, ακόμα και με την απλή παρουσία του συνεργού στον τόπο της πράξεως. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι η καταδικαστική απόφαση πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ (βλ. παραπάνω, αρ.22).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, ο αναιρεσείων Χ8 καταδικάσθηκε για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία από πρόθεση, τετελεσμένη και σε απόπειρα, κατά συρροή, στις παρακάτω περιπτώσεις. Για την κατάφαση της ενοχής του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε [μεταξύ άλλων και] τα εξής ουσιώδη: Α) Ως προς τη συμμετοχή του αναιρεσείοντος στην ανθρωποκτονία του αστυνομικού υπαλλήλου Θ19. Ότι προκειμένου η ΕΟ 17Ν να εξεύρει οικονομικά μέσα για την προώθηση των σκοπών της, αποφάσισε την πραγματοποίηση ληστείας, την 24-12-1984, στο κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στα .... Ότι στην απόφαση αυτή περιλαμβανόταν και η θέληση της θανάτωσης του ένοπλου αστυνομικού - φύλακα της τράπεζας Θ19, την παρουσία του οποίου (ακόμη και το μικρό του όνομα) γνώριζαν οι δράστες από την προηγηθείσα παρακολούθηση, σε περίπτωση που αυτός αντιστεκόταν κατά τη διάπραξη της ληστείας. Ότι στην ενέργεια αυτή, σύμφωνα με το σχεδιασμό της, έλαβαν μέρος, μεταξύ άλλων, οι Φ2, Χ4 και Χ8. Ότι στην Τράπεζα εισήλθε πρώτος ο Φ2, ντυμένος με στολή αστυνομικού, κρατώντας στα χέρια ένα κουτί γλυκά (για να τα προσφέρει στο Θ19, εν όψει της γιορτής του και να τον αιφνιδιάσει), συνοδευόμενος από το Χ4. Ότι ο Χ8, οπλισμένος, παρέμεινε στην κυρία είσοδο της Τράπεζας, εντός αυτής, για να παρακολουθεί την κίνηση των πελατών. Ότι ο Φ2, όταν δεν κατόρθωσε να πείσει τον αστυνομικό, με την απειλή των όπλων που κρατούσαν αυτός και ο Χ4 και με τη σωματική βία που άσκησαν επάνω του, ώστε να καθίσει ήσυχος για να διαπραχθεί ακωλύτως η ληστεία, τον πυροβόλησε εξ επαφής στην αριστερή κροταφική χώρα και επέφερε αμέσως το θάνατό του. Ότι ο Χ8, απολογούμενος ενώπιον του δικαστηρίου, επιβεβαίωσε με σαφήνεια όλα τα ανωτέρω και, μάλιστα, την προηγηθείσα παρακολούθηση των συνθηκών λειτουργίας και των μέτρων ασφαλείας της τράπεζας, την επισήμανση της παρουσίας του συγκεκριμένου ένοπλου αστυνομικού, για την οποία ο ίδιος ενημέρωσε το Φ2 και τη συμμετοχή του στην πραγματοποίηση του εκπονηθέντος σχεδίου. Ότι ο Χ8, γνωρίζοντας ότι ο Φ2 επρόκειτο να θανατώσει τον ένοπλο αστυφύλακα -φρουρό Θ19, σε περίπτωση αντιστάσεώς του, με πρόθεση και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, παρέσχε στο Φ2, κατά την εκτέλεση της εκ προθέσεως ανθρωποκτονίας, οποιαδήποτε [απλή] συνδρομή, θέλοντας να συμβάλει και στην εκτέλεση της ανθρωποκτονίας, ως ενέργεια προαπαιτούμενη της επιτυχούς ολοκλήρωσης της ληστείας. Και τέλος, ότι η συνδρομή αυτή συνίσταται στο ότι συνόδευσε ένοπλος το φυσικό αυτουργό στην τράπεζα, παρέμεινε στην είσοδό της για να ελέγχει τους προσερχόμενους πελάτες και να αποκλείει την έξοδο των εντός αυτής ευρισκομένων, ενθάρρυνε με την παρουσία του τον ως άνω δράστη και ήταν έτοιμος για να παράσχει όποια βοήθεια χρειαζόταν και να εξασφαλίσει την αποχώρηση όλων, προσφέροντας με τον τρόπο αυτό και ψυχική συνδρομή. Β) Ως προς τη συμμετοχή του αναιρεσείοντος στην ανθρωποκτονία των Θ10 και Θ4. Ότι η ΕΟ 17Ν είχε αποφασίσει να θανατώσει τον εκδότη της εφημερίδας "...", Θ10 και τον οδηγό του αυτοκινήτου του, Θ4. Ότι η ενέργεια αυτή έλαβε χώρα την 21-2-1985. Ότι σ' αυτή πήραν μέρος οι Φ2, Χ4, Χ8 και X5. Ότι λίγες ημέρες νωρίτερα έγινε συνάντηση των προαναφερθέντων με τον X1, ο οποίος τους διάβασε χειρόγραφο κείμενο προκήρυξης με τα επιχειρήματα, που δικαιολογούσαν, κατά την άποψή του, την εν λόγω ενέργεια. Ότι κατά των ως άνω στόχων της οργάνωσης, που βρίσκονταν μέσα σε αυτοκίνητο, τύπου Mercedes, του οποίου την κίνηση ανέκοψε σκοπίμως η αιφνίδια παρεμβολή ετέρου αυτοκινήτου, τύπου Fiat, που οδηγούσε ο X5, πυροβόλησαν κατ' επανάληψη οι αυτουργοί Φ2 και Χ4, ευρισκόμενοι στο αριστερό μέρος της Mercedes (υπό τις ειδικότερες περιστάσεις που αναφέρονται στην αιτιολογία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω). Ότι ο Χ8, που εν τω μεταξύ είχε μεταβεί στο δεξιό μέρος της Mercedes, από όπου κατόπτευε το χώρο, μόλις αντιλήφθηκε τον Θ4 να γέρνει, μετά τα πρώτα πλήγματα, προς τα δεξιά, υπολαμβάνοντας ότι αυτός προσπαθεί να πάρει κάποιο όπλο από το ντουλαπάκι του συνοδηγού του αυτοκινήτου, για να τον αποτρέψει από τούτο, πυροβόλησε μία φορά προς εκφοβισμό του με το πιστόλι που κρατούσε, χωρίς η σφαίρα να χτυπήσει τον παθόντα. Ότι τα τραύματα, που προκάλεσαν οι πυροβολισμοί των φυσικών αυτουργών, είχαν ως αποτέλεσμα να αποβιώσουν ο μεν Θ10 την ίδια ημέρα (21-2-1985), ο δε Θ4 την 3-3-1985. Ότι η συμμετοχή των δραστών επιβεβαιώθηκε από το συνδυασμό των απολογιών τινών εκ των κατηγορουμένων (αναφέρονται και σχολιάζονται ειδικώς στην αιτιολογία), μεταξύ των οποίων και αυτή του Χ8. Ότι ο Χ8, γνωρίζοντας ότι ο Φ2 και ο Χ4 επρόκειτο να θανατώσουν τους ανωτέρω, με πρόθεση και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, παρέσχε σ' αυτούς, κατά την εκτέλεση των δύο εκ προθέσεως ανθρωποκτονιών, οποιαδήποτε [απλή] συνδρομή, θέλοντας να συμβάλει στην πραγματοποίησή τους. Και τέλος, ότι η συνδρομή αυτή συνίσταται στο ότι τους συνόδευσε ένοπλος στον προκαθορισμένο τόπο του εγκλήματος, παρέμεινε στη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου των θυμάτων για να ενθαρρύνει τους δράστες με την παρουσία του, πυροβόλησε κατά του Θ4 όταν θεώρησε επικίνδυνη την προς τα δεξιά κίνησή του εντός του αυτοκινήτου και ήταν έτοιμος για να παράσχει όποια βοήθεια χρειαζόταν και να εξασφαλίσει την αποχώρηση όλων, προσφέροντας με τον τρόπο αυτό και ψυχική συνδρομή. Γ) Ως προς τη συμμετοχή του αναιρεσείοντος στην ανθρωποκτονία του Θ7. Ότι η ΕΟ 17Ν είχε αποφασίσει να θανατώσει το Θ7, που κατοικούσε στο ... και ήταν κύριος μέτοχος και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της "ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΚΗ ΑΕ". Ότι η ενέργεια αυτή έλαβε χώρα την 8-4-1986. Ότι σ' αυτή πήραν μέρος οι Χ4, Χ8, Φ2 και X5. Ότι ο Χ4, τελώντας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και θέλοντας να θανατώσει το Θ7, σε χρόνο που θα μετέβαινε πεζός από το σπίτι στο γραφείο του, τον ανέμενε ένοπλος στην οδό ..., όπου είχε φθάσει με δίκυκλη μοτοσικλέτα, την οποία οδηγούσε ο Χ8. Ότι όταν ο στόχος πλησίασε, ο δράστης τον πυροβόλησε και με τα τραύματα που του προξένησε, επέφερε το θάνατό του (υπό τις ειδικότερες περιστάσεις που αναφέρονται στην αιτιολογία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω). Ότι η συμμετοχή των δραστών επιβεβαιώθηκε από το συνδυασμό των απολογιών τινών εκ των κατηγορουμένων (αναφέρονται και σχολιάζονται ειδικώς στην αιτιολογία), μεταξύ των οποίων και αυτή του Χ8. Ότι ο Χ8, γνωρίζοντας ότι ο Χ4 επρόκειτο να θανατώσει τον ανωτέρω, με πρόθεση και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, παρέσχε σ' αυτόν, κατά την εκτέλεση της εκ προθέσεως ανθρωποκτονίας, οποιαδήποτε [απλή] συνδρομή, θέλοντας να συμβάλει στην πραγματοποίησή της. Και τέλος, ότι η συνδρομή αυτή συνίσταται στο ότι τον μετέφερε, ένοπλος, με μοτοσικλέτα, στον προκαθορισμένο τόπο του εγκλήματος, παρέμεινε στην απέναντι πλευρά του δρόμου, σε σχέση με την πορεία του θύματος και τη θέση του φυσικού αυτουργού, προκειμένου να δώσει σήμα στον τελευταίο για την προσέγγιση του πρώτου και να ενθαρρύνει το δράστη με την παρουσία του και, γενικά, ήταν έτοιμος για να παράσχει όποια βοήθεια χρειαζόταν και να εξασφαλίσει την αποχώρηση του Χ4 με την ίδια μοτοσικλέτα, προσφέροντας με τον τρόπο αυτό, εκτός της υλικής και ψυχική συνδρομή. Δ) Ως προς τη συμμετοχή του αναιρεσείοντος στις 22 απόπειρες ανθρωποκτονίας με άμεσο δόλο, κατά των επιβατών στρατιωτικού λεωφορείου στην περιοχή ..... Ότι τον Απρίλιο του 1987, η ΕΟ 17Ν αποφάσισε να προκαλέσει έκρηξη και να κτυπήσει στρατιωτικό λεωφορείο, που μετέφερε αλλοδαπούς και ημεδαπούς υπαλλήλους από τη Στρατιωτική Βάση της ...στη Βάση του .., με σκοπό να θανατωθούν όλοι οι επιβαίνοντες σ' αυτό, ως "δύναμη κατοχής" (κατά την ορολογία της σχετικής προκήρυξης της οργάνωσης). Ότι μέλη της οργάνωσης παρακολούθησαν την κίνηση του λεωφορείου, μελέτησαν τα δρομολόγιά του και κατάρτισαν σχέδιο δράσης, το οποίο εκτελέσθηκε το απόγευμα της 24-4-1987. Ότι στην ενέργεια πήραν μέρος οι Χ3, Φ2, Χ4, X5 και Χ8. Ότι από την έκρηξη, παρά την προσπάθεια των δραστών, δεν επήλθε το επιθυμητό αποτέλεσμα, αλλά τραυματίσθηκαν οι περισσότεροι από τους 22 επιβάτες του λεωφορείου (υπό τις ειδικότερες περιστάσεις που αναφέρονται στην αιτιολογία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω) και ο ..., που ήταν οδηγός διερχόμενου ΙΧΕ αυτοκινήτου. Ότι η συμμετοχή των δραστών επιβεβαιώθηκε από το συνδυασμό των απολογιών τινών εκ των κατηγορουμένων (αναφέρονται και σχολιάζονται ειδικώς στην αιτιολογία), μεταξύ των οποίων και αυτή του Χ8. Ότι ο Χ8, γνωρίζοντας ότι ο Χ4 πρόκειται να προκαλέσει την έκρηξη, με την εξ αποστάσεως πυροδότηση της εκρηκτικής ύλης που χρησιμοποιήθηκε και με το σκοπό που προαναφέρθηκε, παρέσχε σ' αυτόν, με πρόθεση και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κατά την εκτέλεση της εκ προθέσεως πολλαπλής ανθρωποκτονίας που παρέμεινε στο στάδιο της απόπειρας, οποιαδήποτε [απλή] συνδρομή, θέλοντας να συμβάλει στην πραγματοποίησή της. Και τέλος, ότι η συνδρομή αυτή συνίσταται στο ότι τον μετέφερε, ένοπλος, με κλειστό ΙΧΦ αυτοκίνητο, στον προκαθορισμένο τόπο του εγκλήματος, παρέμεινε σ' αυτόν προκειμένου να ενθαρρύνει το δράστη με την παρουσία του και, γενικά, ήταν έτοιμος για να παράσχει όποια βοήθεια χρειαζόταν και να εξασφαλίσει την αποχώρηση του Χ4 (όπως και των υπολοίπων δραστών), με το ίδιο αυτοκίνητο, προσφέροντας με τον τρόπο αυτό, εκτός της υλικής και ψυχική συνδρομή. Και Ε) Ως προς τη συμμετοχή του αναιρεσείοντος στην ανθρωποκτονία του Θ2. Ότι η ΕΟ 17Ν είχε αποφασίσει να θανατώσει το ναυτικό ακόλουθο της αμερικανικής Πρεσβείας στην Αθήνα, Θ2, την 28-6-1988, με την πρόκληση ισχυρής έκρηξης. Ότι στην ενέργεια έλαβαν μέρος οι Χ3, Χ8, X5, Χ4 και Φ2. Ότι η έκρηξη προκλήθηκε με παγιδευμένο, κλεμμένο αυτοκίνητο, που προετοίμασαν με τα εκρηκτικά και τα λοιπά αναγκαία πράγματα οι Χ3 και X5. Ότι ο Χ8 οδήγησε το παγιδευμένο αυτοκίνητο στον προεπιλεγέντα τόπο, απ' όπου ο στόχος θα περνούσε με το αυτοκίνητό του, επί της οδού .... Ότι τα εκρηκτικά πυροδότησε από απόσταση ο Χ4, τον οποίο κάλυπτε ο Φ2. Ότι από την έκρηξη που προκλήθηκε, διαλύθηκε το αυτοκίνητο του στόχου και ο ίδιος θανατώθηκε. Ότι η συμμετοχή των δραστών επιβεβαιώθηκε από το συνδυασμό των απολογιών τινών εκ των κατηγορουμένων (αναφέρονται και σχολιάζονται ειδικώς στην αιτιολογία), μεταξύ των οποίων και αυτή του Χ8. Ότι ο Χ8, γνωρίζοντας ότι ο Χ4 πρόκειται να προκαλέσει την έκρηξη, με την εξ αποστάσεως [από την απέναντι ακατοίκητη οικία] πυροδότηση της εκρηκτικής ύλης που χρησιμοποιήθηκε και με το σκοπό που προαναφέρθηκε, παρέσχε σ' αυτόν, με πρόθεση και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, πριν από την εκτέλεση της έκρηξης και της ανθρωποκτονίας, οποιαδήποτε [απλή] συνδρομή, συνιστάμενη στο ότι οδήγησε το παγιδευμένο αυτοκίνητο στον προκαθορισμένο τόπο του εγκλήματος. Κατόπιν αυτών, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ως απλό συνεργό, στις μεν περιπτώσεις με στοιχείο Α, Β, Γ και Δ υπό την έννοια της παροχής τόσο υλικής όσο και ηθικής συνδρομής, στη δε περίπτωση με στοιχείο Ε υπό την έννοια της παροχής μόνο υλικής συνδρομής. Με τα όσα δέχθηκε, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασή του πλήρη και αναλυτική αιτιολογία, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αναφορά στα κατ' ιδίαν αποδεικτικά μέσα και με συσχέτιση αυτών, επί πλέον δε και με παράθεση συλλογισμών ως προς την αξιολόγησή τους, για τη συμμετοχή του Χ8 στις πράξεις που αναφέρθηκαν. Επομένως, οι τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγοι της δηλώσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ8, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην εν λόγω απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ', είναι αβάσιμοι.
31.Σε συνέχεια των όσων αναφέρονται παραπάνω (βλ. αρ.22) ως προς την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, παρατηρείται ότι οι απλές ασυνταξίες του κειμένου ή οι προφανείς παραδρομές στη χρήση όρων ή ονομάτων δεν αξιολογούνται ως λογικά κενά ή αντιφάσεις, όταν από την επισκόπηση του συνόλου και το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού της αποφάσεως δεν προκαλείται αμφιβολία ως προς το αληθινό περιεχόμενο αυτής και το ηθελημένο πόρισμα του δικαστηρίου.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, ο αναιρεσείων Χ8 καταδικάσθηκε για απλή συνέργεια σε ληστεία και σε απόπειρα ανθρωποκτονίας και για συναυτουργία σε ληστεία, στις παρακάτω δύο περιπτώσεις. Για την κατάφαση της ενοχής του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε [μεταξύ άλλων και] τα εξής ουσιώδη: Α) Ως προς τη συμμετοχή του αναιρεσείοντος στη ληστεία και την απόπειρα ανθρωποκτονίας που έγινε στα ΕΛΤΑ .... Ότι η πράξη αυτή [ανεξαρτήτως του ότι στην παρατιθέμενη επικεφαλίδα προσδιορίζεται με τις λέξεις "ΕΛΤΑ ...- Θ17", στην πραγματικότητα, όπως προκύπτει χωρίς αμφιβολία από το όλο περιεχόμενο της αιτιολογίας] αναφέρεται ως τελεσθείσα αφ' ενός ως ληστεία σε βάρος του καταστήματος του Ταχυδρομικού Ταμιευτήριου στον ..., που στεγάζεται στο ισόγειο πολυώροφης οικοδομής επί της οδού ... και αφ' ετέρου ως απόπειρα ανθρωποκτονίας σε βάρος του αστυνομικού Θ17, που κατά το χρόνο της ληστείας εκτελούσε υπηρεσία φρούρησης του καταστήματος αυτού. Και Β) Ως προς τη συμμετοχή του αναιρεσείοντος στη ληστεία που έγινε σε βάρος του Αστυνομικού Τμήματος .... Ότι η ΕΟ 17Ν είχε αποφασίσει να αφαιρέσει με βία και να ιδιοποιηθεί όπλα και εφόδια από το...' Αστυνομικό Τμήμα ...και το αντίστοιχο Τμήμα Ασφάλειας, που στεγάζονταν σε γωνιακό διώροφο κτίριο, στη συμβολή των οδών ...και .... Ότι μέλη της οργάνωσης παρακολούθησαν επί μακρόν τη λειτουργία και τους όρους ασφάλειας του εν λόγω αστυνομικού τμήματος. Ότι αποφασίσθηκε η ενέργεια να γίνει την 14-8-1988 (παραμονή του Δεκαπενταύγουστου) και κατά τις μεσημβρινές ώρες, που τα μέτρα ασφάλειας θα ήσαν χαλαρά και η κίνηση των πολιτών περιορισμένη, πράγμα που θα διευκόλυνε τους δράστες. Ότι στην ενέργεια πήραν μέρος οι Φ2, Χ3, Χ4, X5, Χ8, Φ7 και Χ6, ενώ ο X1 τους κάλυπτε, φορώντας κουκούλα και περιμένοντας οπλισμένος σε αυτοκίνητο. Ότι η ληστεία, με σωματική βία και απειλές σε βάρος των αστυνομικών υπαλλήλων που βρίσκονταν εντός του καταστήματος κατά τον κρίσιμο χρόνο, εκτελέσθηκε με επιτυχία (υπό τις ειδικότερες περιστάσεις που αναφέρονται στην αιτιολογία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω). Ότι η συμμετοχή των δραστών επιβεβαιώθηκε από το συνδυασμό των απολογιών τινών εκ των κατηγορουμένων (αναφέρονται και σχολιάζονται ειδικώς στην αιτιολογία), μεταξύ των οποίων και αυτή του Χ8, σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων, αστυνομικών υπαλλήλων. Ότι ο Χ8, γνωρίζοντας το σκοπό της οργάνωσης να διαπράξει τη ληστεία και θέλοντας να συμβάλει σ' αυτόν, συμμετείχε στην επιχείρηση, ένοπλος, από κοινού με όλους τους άλλους, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε. Κατόπιν αυτών, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, στη μεν περίπτωση με στοιχείο Α ως απλό συνεργό, στη δε περίπτωση με στοιχείο Β ως συναυτουργό. Με τα όσα δέχθηκε, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε πλήρη και αναλυτική αιτιολογία, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αναφορά στα κατ' ιδίαν αποδεικτικά μέσα και με συσχέτιση αυτών, επί πλέον δε και με παράθεση συλλογισμών ως προς την αξιολόγησή τους, για τη συμμετοχή του Χ8 στις πράξεις που αναφέρθηκαν. Στην περίπτωση με στοιχείο Α δεν υπάρχει ουσιαστική ασάφεια ως προς την ταυτότητα του στόχου της ενέργειας. Και στην περίπτωση με στοιχείο Β δεν ήταν απαραίτητη η περαιτέρω εξειδίκευση του ρόλου του στην από κοινού επιχείρηση της πράξεως, αφού προέκυπτε σαφώς ότι επρόκειτο για βίαιη ενέργεια που έγινε από περισσότερους ένοπλους, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων, οι οποίοι ενήργησαν ταυτόχρονα και αιφνιδιαστικά εναντίον πλειόνων προσώπων. Επομένως, οι όγδοος και ένατος λόγοι της δηλώσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ8, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην εν λόγω απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ', είναι αβάσιμοι.
32.Στο άρθρο 299 παρ. 1 ΠΚ ορίζεται ότι "Όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με... ισόβια κάθειρξη" (βλ. πλείονα παραπάνω, αρ.30). Περαιτέρω, στο άρθρο 46 παρ. 1 περ. β' ΠΚ και υπό τον τίτλο "άμεσος συνεργός", ορίζεται ότι "Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται, επίσης:... β) όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, άμεση συνέργεια συνιστά η κατά τη διάρκεια τέλεσης της κύριας πράξης παροχή στο φυσικό αυτουργό υλικής βοήθειας τόσο απαραίτητης, ώστε να συνάγεται με βεβαιότητα ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, η διάπραξη του εγκλήματος δεν θα ήταν δυνατή χωρίς τη συμβολή του άμεσου συνεργού. Για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας απαιτείται δόλος, που συνίσταται στην εκ μέρους του άμεσου συνεργού γνώση του ότι η βοήθεια παρέχεται κατά την εκτέλεση άδικης πράξης και θέληση του ότι με την παροχή αυτή επιδιώκεται η ολοκλήρωση του εγκλήματος που τελεί ο φυσικός αυτουργός. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι η καταδικαστική απόφαση πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ (βλ. παραπάνω, αρ.22). Τέλος, στη διάταξη του άρθρου 211Α ΚΠοινΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2408/1996 ορίζεται ότι "Μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Από αυτήν προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν μπορεί να θεμελιώσει καταδικαστική κρίση αποκλειστικά και μόνο σε μαρτυρία συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, εκτός εάν η μαρτυρία αυτή συνδυάζεται με πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία. Άλλως, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (ΑΠ 1545/2006, βλ. πλείονα παρακάτω, αρ.34).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, ο αναιρεσείων X5 καταδικάσθηκε για άμεση συνέργεια σε ανθρωποκτονία από πρόθεση, κατά συρροή, στην περίπτωση των Θ10 και Θ4. Για την κατάφαση της ενοχής του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε [μεταξύ άλλων και] τα εξής ουσιώδη: Ότι η ΕΟ 17Ν είχε αποφασίσει να θανατώσει τον εκδότη της εφημερίδας "..", Θ10 και τον οδηγό του αυτοκινήτου του, Θ4. Ότι η ενέργεια αυτή έλαβε χώρα την 21-2-1985. Ότι σ' αυτή πήραν μέρος οι Φ2, Χ4, Χ8 και X5. Ότι λίγες ημέρες νωρίτερα έγινε συνάντηση των προαναφερθέντων με τον X1, ο οποίος τους διάβασε χειρόγραφο κείμενο προκήρυξης με τα επιχειρήματα, που δικαιολογούσαν, κατά την άποψή του, την εν λόγω ενέργεια. Ότι κατά των ως άνω στόχων της οργάνωσης, που βρίσκονταν μέσα σε αυτοκίνητο, τύπου Mercedes, του οποίου την κίνηση ανέκοψε σκοπίμως η αιφνίδια παρεμβολή ετέρου, κλεμμένου αυτοκινήτου, τύπου Fiat, χρώματος μπλε, με κλεμμένες πινακίδες, που οδηγούσε ο X5, πυροβόλησαν κατ' επανάληψη οι αυτουργοί Φ2 και Χ4, ευρισκόμενοι στο αριστερό μέρος της Mercedes (υπό τις ειδικότερες περιστάσεις που αναφέρονται στην αιτιολογία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω). Ότι τα τραύματα, που προκάλεσαν οι πυροβολισμοί, είχαν ως αποτέλεσμα να αποβιώσουν ο μεν Θ10 την ίδια ημέρα (21-2-1985), ο δε Θ4 την 3-3-1985. Ότι μετά την επιτυχία του σκοπού τους, οι τρεις δράστες επιβιβάστηκαν στο ως άνω μπλε αυτοκίνητο, που τους ανέμενε με οδηγό το X5, ένοπλο και αυτόν και κινούμενοι δια των οδών ...και ..., όπου το εγκατέλειψαν, εξαφανίστηκαν. Ότι η συμμετοχή των ως άνω δραστών στην ενέργεια επιβεβαιώθηκε από το συνδυασμό των απολογιών των τριών εξ αυτών, πλην του Φ2, σε συνδυασμό με την έκθεση αυτοψίας και τις καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων. Ότι, ειδικότερα, τη δράση του καθενός περιγράφει ο Χ8, στις απολογίες του τόσο στην προδικασία όσο και ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Κατόπιν αυτών, λόγω του ότι ο αναιρεσείων αντέτεινε ότι ο Χ8 δεν ήταν βέβαιος για τα όσα κατέθεσε σε βάρος του, ενώ ο ίδιος ισχυρίσθηκε ότι δεν ήταν οδηγός του παρεμβληθέντος αυτοκινήτου, αλλ' ότι η συμμετοχή του συνίστατο, απλώς, στο να δώσει στους φυσικούς αυτουργούς το σήμα της αναχώρησης του αυτοκινήτου των θυμάτων από την κατοικία του Θ10 προς το σημείο της ενέδρας, περιστατικό που θα μπορούσε να διαφοροποιήσει το νομικό χαρακτηρισμό των πράξεών του, το Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε κατά λέξη τα εξής : "Ο Χ8, κατά την απολογία του στο παρόν Δικαστήριο διατήρησε ορισμένες αμφιβολίες σχετικά με το αν ο X5 ήταν ο οδηγός του Fiat, ισχυριζόμενος ότι, αν δεν ήταν ο οδηγός, θα μπορούσε να είναι το ευρισκόμενο πιο κοντά στο σημείο της ενέργειας άτομο, που έδωσε το σήμα στους δράστες για την άφιξη του αυτοκινήτου και ότι, ίσως, οδηγός να ήταν ο ..., τον οποίο όμως κανείς εκ των συγκατηγορουμένων του δεν αναφέρει. Ο ίδιος, όμως, ο Χ8 δήλωσε περαιτέρω ότι σίγουρα δεν ήταν αυτός, ο Φ2 ή ο Χ4 οδηγός του Fiat, καθώς και ότι είναι βέβαιος ότι είδε τον X5 στον τόπο της ενέργειας και, μάλιστα, να οδηγεί το ίδιο αυτοκίνητο κατά τη διαφυγή τους, ενώ δεν είδε ποιός έδωσε το σήμα για την άφιξη του αυτοκινήτου των θυμάτων, δήλωση που αναιρεί τους παραπάνω ενδοιασμούς του, διότι, αν πράγματι ο X5 ήταν αυτός που έδωσε το σήμα, δεν θα έπρεπε να τον έχει δει (ενώ κατηγορηματικά καταθέτει ότι τον είδε), με αποτέλεσμα να ενισχύεται έτσι σε μεγάλο βαθμό η εντύπωσή του ότι οδηγός του αυτοκινήτου ήταν ο X5 και το δικαστήριο να οδηγείται στην κρίση ότι ανταποκρινόμενη προς την αλήθεια είναι η, σύμφωνη και με την προανακριτική, περιεχόμενη στην απολογία του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατάθεση, κατά την οποία "εκτός από εμάς τους τέσσερεις, εμένα, τον X5, Φ2και Χ4 (ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΜΙΚΡΟ ΟΝΟΜΑ), στην ομάδα δεν ήταν άλλος παρών... δεν ήταν κανένας άλλος... είμαι βέβαιος ότι οδηγούσε ο X5, θυμάμαι ότι αυτός ήταν στη θέση του οδηγού, αλλά καμιά φορά, άνθρωπος είμαι, μπορεί να κάνω κάποιο λάθος, αλλά σχεδόν είμαι βέβαιος ότι ήταν αυτός, οπωσδήποτε εγώ δεν οδηγούσα, ούτε ο Φ2, ούτε ο Χ4, ο δε X1 δεν ήταν καθόλου στη φάση αυτή". Ο ίδιος ο X5 στην αναγνωσθείσα από 18-7-2002 προανακριτική του απολογία δέχεται την παρουσία του στον ανωτέρω τόπο του εγκλήματος καθώς και ότι, απλώς, έδωσε σήμα με το χέρι του μόλις είδε να έρχεται το αυτοκίνητο των θυμάτων, ομολογία, όμως, η οποία, με βάση όλα όσα ήδη αναφέρθηκαν, δεν κρίνεται ειλικρινής, αλλά ως γενομένη προς ελάφρυνση της θέσεώς του. Την προαναφερθείσα κατάθεση του Χ8 αναφορικά με την παρεμβολή του Fiat στην πορεία του αυτοκινήτου των θυμάτων ενισχύει η αναγνωσθείσα από ... έκθεση αυτοψίας, δεχόμενη τον αυτό τρόπο εξέλιξης του συμβάντος, ο οποίος είναι σύμφωνος και με τη λογική, αφού, διαφορετικά, η επιτυχία της ενέργειας θα αφηνόταν στην τύχη, πράγμα το οποίο ουδέποτε αποδέχτηκαν τα μέλη της ΕΟ 17Ν. Και ναι μεν οι περισσότεροι μάρτυρες τοποθετούν το μπλε Fiat στο μέσο περίπου της διασταυρώσεως των οδών ...και ..., τούτο, όμως, οφείλεται στο γεγονός ότι αντιλαμβάνονται και αρχίζουν να παρακολουθούν την εξέλιξη του συμβάντος μετά τη ρίψη των πυροβολισμών, οπότε και το Fiat έχει, ως ελέχθη, μετακινηθεί για να εξασφαλίσει την ασφαλή διαφυγή των δραστών. Η προπεριγραφείσα συμμετοχική δράση του X5 φέρει τον χαρακτήρα της άμεσης και όχι της απλής, ως ούτος αβάσιμα ισχυρίζεται, συνέργειας, αφού η τελευταία παρασχέθηκε αφ' ενός μεν κατά την εκτέλεση της πράξης των αυτουργών (ταυτόχρονος αποκλεισμός της πορείας του αυτοκινήτου των θυμάτων και ρίψη πυροβολισμών κατ' αυτών), αφ' ετέρου δε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, χωρίς τη βοήθεια αυτού, με βεβαιότητα δεν θα ήταν δυνατή η διάπραξη του εγκλήματος των αυτουργών κάτω από τις προαναφερθείσες περιστάσεις". Πέραν αυτών, σε άλλο σημείο της αιτιολογίας το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι ο Χ4 ανέφερε στη δική του απολογία ότι το ρόλο για την ειδοποίηση της ομάδας ότι ο στόχος ξεκίνησε από το σπίτι του είχε αναλάβει ο X1 περιστατικό που αποκλείει το να είχε τον ίδιο ρόλο και ο X5. Και τέλος, σε άλλο σημείο της αιτιολογίας το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι ο συνήθης ρόλος του αναιρεσείοντος, κατά τη συμμετοχή του στην οργάνωση και σύμφωνα με τη δική του ομολογία, ήταν το να οδηγεί και να μετακινεί οχήματα. Με τα όσα δέχθηκε, το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασή του πλήρη και αναλυτική αιτιολογία, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αναφορά στα κατ' ιδίαν αποδεικτικά μέσα και με συσχέτιση αυτών, επί πλέον δε και με παράθεση συλλογισμών ως προς την αξιολόγησή τους, για τη συμμετοχή του X5 στις ανθρωποκτονίες των θυμάτων που αναφέρθηκαν. Και δεν στήριξε την κρίση του μόνο στα όσα κατέθεσε ο συγκατηγορούμενος για την ίδια πράξη, Χ8, αλλά στο συνδυασμό αυτών με τα όσα προέκυπταν από τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, ο έβδομος λόγος της δηλώσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος X5, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην εν λόγω απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ', είναι αβάσιμος.
33.Στο άρθρο 299 παρ. 1 ΠΚ ορίζεται ότι "Όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με... ισόβια κάθειρξη" (βλ. πλείονα παραπάνω, αρ.30). Περαιτέρω, στο άρθρο 46 παρ. 1 περ. β' ΠΚ ορίζεται ότι "Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται, επίσης:... β) όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης" (βλ. πλείονα παραπάνω, αρ.32). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχεται ως αποδειχθέντα, στη διάταξη που εφαρμόζει. Συντρέχει, όμως, και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού και διατακτικού αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, ο αναιρεσείων X5 καταδικάσθηκε για άμεση συνέργεια σε ανθρωποκτονία από πρόθεση, σε βάρος του Θ5. Για την κατάφαση της ενοχής του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε [μεταξύ άλλων και] τα εξής ουσιώδη: Ότι η ΕΟ 17Ν είχε αποφασίσει να θανατώσει το βιομήχανο Θ5, που κατοικούσε στην ...και, καθημερινώς, μετέβαινε με δικό του αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ίδιος, στα γραφεία της επιχείρησης που εκπροσωπούσε, στο κέντρο της Αθήνας, ακολουθώντας σταθερή διαδρομή μέσω της Λεωφόρου Κηφισίας. Ότι η ενέργεια έγινε την 1-3-1988 και σ' αυτήν έλαβαν μέρος, ένοπλοι, οι Φ2 και X5. Ότι αυτοί, με κλεμμένη δίκυκλη μοτοσικλέτα που έφερε, επίσης, κλεμμένες πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας, την οποία οδηγούσε ο X5 με συνεπιβάτη το Φ2, ακολούθησαν το αυτοκίνητο του στόχου. Ότι περί ώρα 07:55, όταν ο Θ5 είχε διακόψει την πορεία του οχήματός του σε σηματοδότη, ο X5 οδήγησε τη μοτοσικλέτα στο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου και την ακινητοποίησε με τέτοιο τρόπο, ώστε ο επιβάτης αυτής να βρίσκεται δίπλα στο δεξιό, μπροστινό παράθυρο του αυτοκινήτου. Ότι ο Φ2, τελώντας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με πρόθεση να σκοτώσει τον Θ5, πυροβόλησε πέντε φορές εναντίον του, από μικρή απόσταση, με αποτέλεσμα να τον πλήξει σε καίρια σημεία του σώματός του και να επιφέρει εκ της αιτίας αυτής το θάνατό του. Ότι αμέσως μετά τους πυροβολισμούς, η μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο X5, ξεκίνησε πάλι και, αφού προ του φωτεινού σηματοδότη ο Φ2 έριξε στο οδόστρωμα αντίτυπα της σχετικής προκήρυξης, ανέπτυξε ταχύτητα και εξαφανίσθηκε. Ότι η συμμετοχή των ως άνω δραστών στην ενέργεια επιβεβαιώθηκε από το συνδυασμό της απολογίας του X5 με τις καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων (αναφέρονται και σχολιάζονται ειδικώς στην αιτιολογία). Ότι ο X5, που δεν αμφισβητεί τη συμμετοχή του, αλλά μόνο το νομικό χαρακτηρισμό αυτής, γνώριζε το σχεδιασμό της ενέργειας και την πρόθεση του Φ2 να σκοτώσει τον Θ5. Ότι τελώντας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση θέλησε να προσφέρει βοήθεια στο φυσικό αυτουργό προκειμένου να επιτευχθεί η ανθρωποκτονία. Και ότι η βοήθεια αυτή συνίστατο, προεχόντως, στο να μεταφέρει, με τη μοτοσικλέτα που οδηγούσε, το φυσικό αυτουργό ακριβώς δίπλα στο αυτοκίνητο του στόχου, προκειμένου να του δώσει τη δυνατότητα να πυροβολήσει με επιτυχία και, δευτερευόντως, στο να τον απομακρύνει, αμέσως, με το ίδιο μέσο, από τον τόπο του εγκλήματος, προκειμένου να εξασφαλίσει τη διαφυγή του. Κατόπιν αυτών, το Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε ότι η αξιόποινη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος φέρει το νομικό χαρακτηρισμό της άμεσης συνέργειας [και όχι της απλής, όπως αυτός διατείνεται], διότι, χωρίς την προσφερθείσα βοήθεια, ο φυσικός αυτουργός δεν θα ήταν σε θέση να διαπράξει με βεβαιότητα την ανθρωποκτονία, κάτω από τις προαναφερθείσες συνθήκες. Με τα όσα δέχθηκε στην προσβαλλόμενη 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε προσηκόντως τις διατάξεις των άρθρων 46 παρ.1 περ. β' και 299 παρ.1 ΠΚ και, με πλήρη και αναλυτική αιτιολογία, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, δεν τις παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, ο δέκατος λόγος της δηλώσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος X5, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην εν λόγω απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε', είναι αβάσιμος.
34.Στο άρθρο 380 παρ. 1 ΠΚ ορίζεται ότι "Όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο [ολικά ή εν μέρει] κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη". Περαιτέρω, στο άρθρο 45 ΠΚ ορίζεται ότι "Αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός αυτής". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, κοινός δόλος υπάρχει όταν ο κάθε δράστης θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι υπόλοιποι ενεργούν με τον ίδιο δόλο (ΑΠ 103/2006). Για την αιτιολόγηση του κοινού δόλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ (βλ. παραπάνω, αρ.22), είναι αρκετή η αναφορά των περιστατικών εκτέλεσης της πράξεως κατά συναυτουργία, χωρίς να απαιτείται και η εξειδίκευση της δράσεως ενός εκάστου των αυτουργών που ενεργούν από κοινού (ΟλΑΠ 50/1990), εκτός εάν υπάρχει ισχυρισμός για διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό της συμμετοχής κάποιου από αυτούς. Τέλος, στη διάταξη του άρθρου 211Α ΚΠοινΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2408/1996 ορίζεται ότι "Μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Από αυτήν, με την οποία τίθεται κανόνας αξιολογήσεως των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1331/2004), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν μπορεί να θεμελιώσει καταδικαστική κρίση αποκλειστικά και μόνο σε μαρτυρία προσώπου, που κατηγορείται για την ίδια πράξη. Εάν το κάνει, στηρίζεται σε κατά νόμο μη επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και ιδρύει λόγο αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (ΑΠ 1545/2006, 1368/2002). Αντιθέτως, εφ' όσον η περί ενοχής κρίση του δικαστηρίου στηρίζεται και σε άλλες αποδείξεις, η απλή συνεκτίμηση της μαρτυρικής κατάθεσης ή απολογίας συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη [του οποίου, μάλιστα, την εξέταση με υποβολή ερωτήσεων ο κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να επιχειρήσει ή, αν δεν την είχε, αυτό δεν οφειλόταν σε ολιγωρία των αρμοδίων αρχών, βλ. περισσότερα παραπάνω, αρ.13] δεν δημιουργεί έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως. Ως άλλη απόδειξη, πλην των λοιπών επωνύμων αποδεικτικών μέσων, νοείται και η απολογία του κατηγορουμένου που επικαλείται την εφαρμογή της ΚΠοινΔ 211Α. Εάν οι άλλες αποδείξεις είναι και αυτές μαρτυρίες ετέρων προσώπων που κατηγορούνται για την ίδια πράξη, η εφαρμογή του εν λόγω κανόνα αξιολόγησης εξαρτάται από την ποιότητά τους. Από το αν, δηλαδή, περιέχουν στοιχεία αντικειμενικότητας ή, αντιθέτως, αποβλέπουν στο να μετακυλήσουν την ποινική ευθύνη από το συγκατηγορούμενο που μαρτυρεί, προς τον κατηγορούμενο που ενοχοποιείται. Στην πρώτη περίπτωση, ο συνδυασμός τους οδηγεί στην υπέρβαση του περιορισμού που θέτει η ΚΠοινΔ 211Α, χάριν της ουσιαστικής αναζήτησης της αλήθειας. Στη δεύτερη, πρέπει να θεωρηθούν διαβλητές και να αγνοηθούν στο σύνολό τους, με εμμονή στην εφαρμογή του κανόνα.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, ο αναιρεσείων X5 καταδικάσθηκε για συναυτουργία σε ληστεία, στις παρακάτω δύο περιπτώσεις. Για την κατάφαση της ενοχής του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε [μεταξύ άλλων και] τα εξής ουσιώδη: Α) Ως προς τη συμμετοχή του αναιρεσείοντος στη ληστεία σε βάρος του καταστήματος της Τράπεζας Εργασίας .... Ότι προκειμένου η ΕΟ 17Ν να εξεύρει οικονομικά μέσα για την προώθηση των σκοπών της, αποφάσισε την πραγματοποίηση ληστείας, την 29-6-1989, στην τράπεζα αυτή. Ότι στην ενέργεια πήραν μέρος οι Φ2, Χ3, Χ4, X5 και Χ7. Ότι οι ανωτέρω, πλην του τελευταίου που υπαναχώρησε, εισέβαλαν ένοπλοι και ελαφρώς μεταμφιεσμένοι (με ψεύτικα μουστάκια, γυαλιά) στο κατάστημα της τράπεζας, απείλησαν με τα όπλα τους (πιστόλια και περίστροφα) τους εκεί ευρισκόμενους υπαλλήλους και πελάτες και αφαίρεσαν από την κατοχή των υπαλλήλων το χρηματικό ποσό των 23.570.014 δραχμών, συνάλλαγμα αξίας 1.860.249 δραχμών και ταξιδιωτικές επιταγές, που ανήκαν στην κυριότητα της τράπεζας, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα (όπως με λεπτομέρειες αναφέρεται στην αιτιολογία, χωρίς η σχετική περιγραφή να έχει εν προκειμένω σημασία). Ότι οι δράστες ενήργησαν με κοινό δόλο, διότι ο καθένας από αυτούς ήθελε και αποδεχόταν την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως της ληστείας, γνωρίζοντας ότι και οι υπόλοιποι ενεργούν με την ίδια θέληση και τον ίδιο σκοπό. Ότι ως προς το X5, που αμφισβητεί την παρουσία του, η συμμετοχή αποδεικνύεται από τις εις βάρος αυτού μαρτυρίες των συγκατηγορουμένων Χ3 και Χ4, οι οποίες περιέχονται στις απολογίες της προδικασίας που είχαν αναγνωσθεί στο ακροατήριο (βλ. παραπάνω, αρ.13, 14 και 17). Ότι με τις μαρτυρίες αυτές, οι απολογούμενοι επιβαρύνουν, πρωτίστως, τον εαυτό τους και, χωρίς να μετακυλύουν το βάρος της δικής τους ευθύνης στον αναιρεσείοντα, καταθέτουν, απλά, ότι και αυτός είχε λάβει μέρος μαζί τους στην εν λόγω ληστεία. Ότι για τη συμμετοχή του X5 κατέθεσε, επίσης και ο Χ7. Και ότι έτσι, οι εν λόγω επιβαρυντικές καταθέσεις, διασταυρούμενες μεταξύ τους και επιβεβαιούμενες, κατέστησαν αξιόπιστες. Β) Ως προς τη συμμετοχή του αναιρεσείοντος στη ληστεία σε βάρος του καταστήματος της Τράπεζας Εργασίας .... Ότι προκειμένου η ΕΟ 17Ν να εξεύρει οικονομικά μέσα για την προώθηση των σκοπών της, αποφάσισε την πραγματοποίηση ληστείας, την 18-7-1990, στην τράπεζα αυτή. Ότι στην ενέργεια πήραν μέρος οι Φ2, Χ3, Χ4, X5 και Φ4. Ότι όλοι οι ανωτέρω, εισέβαλαν ένοπλοι και μεταμφιεσμένοι στο κατάστημα της τράπεζας και, απειλώντας ότι θα σκοτώσουν τους εκεί ευρισκόμενους υπαλλήλους και πελάτες, αφαίρεσαν από την κατοχή των υπαλλήλων το χρηματικό ποσό των 46.752.913 δραχμών, το οποίο ανήκε στην κυριότητα της τράπεζας, με σκοπό να το ιδιοποιηθούν παράνομα (όπως με λεπτομέρειες αναφέρεται στην αιτιολογία, χωρίς η σχετική περιγραφή να έχει εν προκειμένω σημασία). Ότι οι δράστες ενήργησαν με κοινό δόλο, διότι ο καθένας από αυτούς ήθελε και αποδεχόταν την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως της ληστείας, γνωρίζοντας ότι και οι υπόλοιποι ενεργούν με την ίδια θέληση και τον ίδιο σκοπό. Ότι ως προς το X5, που αμφισβητεί την παρουσία του, η συμμετοχή αποδεικνύεται από τις εις βάρος αυτού μαρτυρίες των συγκατηγορουμένων Χ3 και Φ4, οι οποίες περιέχονται στις απολογίες της προδικασίας που είχαν αναγνωσθεί στο ακροατήριο. Ότι με τις μαρτυρίες αυτές, οι απολογούμενοι επιβαρύνουν, πρωτίστως, τον εαυτό τους και, χωρίς να μετακυλύουν το βάρος της δικής τους ευθύνης στον αναιρεσείοντα, καταθέτουν, απλά, ότι και αυτός είχε λάβει μέρος μαζί τους στην εν λόγω ληστεία. Ότι οι μαρτυρίες αυτές ενισχύονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και περιγράφουν τη συγκεκριμένη ληστεία και τον τρόπο που ενήργησαν οι δράστες. Και ότι έτσι, οι εν λόγω επιβαρυντικές καταθέσεις των συγκατηγορουμένων, διασταυρούμενες μεταξύ τους και με τις καταθέσεις των μαρτύρων, κατέστησαν αξιόπιστες. Με τα όσα δέχθηκε, το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασή του πλήρη και αναλυτική αιτιολογία, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αναφορά στα κατ' ιδίαν αποδεικτικά μέσα και με συσχέτιση αυτών, επί πλέον δε και με παράθεση συλλογισμών ως προς την αξιολόγησή τους, για τη συμμετοχή του X5 στις πράξεις που αναφέρθηκαν. Και δεν στήριξε την κρίση του μόνο στα όσα κατέθεσε ένας συγκατηγορούμενος για την ίδια πράξη, αλλά στο συνδυασμό αυτών με τα όσα κατέθεσαν και άλλοι, τα οποία αιτιολογημένα χαρακτήρισε ως αντικειμενικά και αξιόπιστα. Επομένως, οι όγδοος και ένατος λόγοι της δηλώσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος X5, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην εν λόγω απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ', είναι αβάσιμοι.
35.Στο άρθρο 299 παρ. 1 ΠΚ ορίζεται ότι "Όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με... ισόβια κάθειρξη". Περαιτέρω, στο άρθρο 47 παρ. 1 ΠΚ και υπό τον τίτλο "απλός συνεργός", ορίζεται ότι "Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β' του προηγουμένου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως που [ο άλλος] διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη" (βλ. πλείονα παραπάνω, αρ.30). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι η καταδικαστική απόφαση πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ (βλ. παραπάνω, αρ.22).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, ο αναιρεσείων Χ2 καταδικάσθηκε για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία από πρόθεση, κατά συρροή, στις παρακάτω δύο περιπτώσεις. Για την κατάφαση της ενοχής του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε [μεταξύ άλλων και] τα εξής ουσιώδη: Α) Ως προς τη συμμετοχή του αναιρεσείοντος στην ανθρωποκτονία του Θ13. Ότι η ΕΟ 17 Ν είχε επιλέξει ως ανθρώπινο στόχο τον επιχειρηματία - εφοπλιστή Θ13, τον οποίο αποφάσισε να θανατώσει με πυροβόλο όπλο. Ότι στην ενέργεια έλαβαν μέρος ο Χ3, ως φυσικός αυτουργός και οι Φ2 και Χ2, ως απλοί συνεργοί. Ότι πριν από την ενέργεια, που έγινε την 28-5-1997, στον ..., παρακολουθήθηκαν οι κινήσεις του στόχου και διαπιστώθηκε ότι κυκλοφορούσε αφύλακτος. Ότι κατά την εκτέλεση, ενώ ο Θ13 βάδιζε πεζός από τα γραφεία της εταιρείας του προς το χώρο στάθμευσης του αυτοκινήτου του, ο Χ3, τελώντας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με πρόθεση να τον σκοτώσει, τον πλησίασε και πυροβόλησε εναντίον του τέσσερεις φορές, με αποτέλεσμα να τον πλήξει σοβαρά και να επιφέρει το θάνατό του, λόγω των τραυμάτων που του προκάλεσε ως μόνης ενεργού αιτίας. Ότι ο δράστης, μετά την πράξη του, κινούμενος πεζή, συναντήθηκε με το συνεργό Φ2 και μαζί βάδισαν προς ένα κλειστό, φορτηγό αυτοκίνητο Mitsubishi L 300, τύπου VΑΝ, όπου στη θέση του οδηγού τους ανέμενε ο άλλος συνεργός, Χ2. Ότι όταν τους αντιλήφθηκε ο αστυνομικός .... ο οποίος με προτεταμένο το υπηρεσιακό του περίστροφο τους κάλεσε να παραδοθούν, ο Χ2 πυροβόλησε προς εκφοβισμό και όλοι κατόρθωσαν να διαφύγουν (υπό τις ειδικότερες περιστάσεις που αναφέρονται στην αιτιολογία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω). Ότι η συμμετοχή του Χ2 επιβεβαιώθηκε από τη μαρτυρία του συγκατηγορουμένου Χ3, σε συνδυασμό με τις καταθέσεις πολλών αυτοπτών μαρτύρων (αναφέρονται και σχολιάζονται ειδικώς στην αιτιολογία) και την απολογία του αναιρεσείοντος. Ότι ο Χ2, γνωρίζοντας ότι ο Χ3 επρόκειτο να θανατώσει τον ανωτέρω, ως εκ των συζητήσεων και του σχεδιασμού που είχε προηγηθεί, με πρόθεση και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, παρέσχε σ' αυτόν, πριν και κατά την εκτέλεση της εκ προθέσεως ανθρωποκτονίας, οποιαδήποτε [απλή] συνδρομή, θέλοντας να συμβάλει στην πραγματοποίησή της. Και, τέλος, ότι η συνδρομή αυτή συνίσταται στο ότι πριν από την πράξη μετέφερε με το ως άνω VΑΝ το Χ3 και το Φ2 στον προκαθορισμένο τόπο του εγκλήματος και κατά τη διάρκεια της πράξης παρέμεινε ένοπλος εντός του αυτοκινήτου και ήταν έτοιμος για να παράσχει όποια βοήθεια χρειαζόταν, ώστε να αισθάνονται ήσυχοι οι άλλοι δύο και να έχουν εξασφαλισμένη τη διαφυγή τους, προσφέροντας με τον τρόπο αυτό τόσο υλική όσο και ψυχική συνδρομή. Β) Ως προς τη συμμετοχή του αναιρεσείοντος στην ανθρωποκτονία του Θ1. Ότι η ΕΟ 17Ν είχε αποφασίσει να θανατώσει τον εν λόγω αλλοδαπό, που ήταν στρατιωτικός ακόλουθος της Βρετανικής Πρεσβείας στην Αθήνα και κατοικούσε στη .... Ότι η ενέργεια αυτή έλαβε χώρα την 8-6-2000, κατά τη μετάβαση του στόχου από την κατοικία του προς την Πρεσβεία. Ότι σ' αυτή πήραν μέρος οι Χ3, Φ2 και Χ2. Ότι οι δύο πρώτοι, ως συναυτουργοί, διέπραξαν την ανθρωποκτονία, πλησιάζοντας με μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο Χ3, το αυτοκίνητο του στόχου, ενώ αυτό έβαινε επί της λεωφόρου Κηφισίας και πυροβολώντας αμφότεροι κατ' αυτού, από μικρή απόσταση (υπό τις περιστάσεις που αναφέρονται ειδικότερα στην αιτιολογία και δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω). Ότι η συμμετοχή του Χ2 επιβεβαιώθηκε από τη μαρτυρία του συγκατηγορουμένου Χ3, σε συνδυασμό με την απολογία του αναιρεσείοντος. Ότι ο Χ2, γνωρίζοντας ότι οι άλλοι δύο επρόκειτο να θανατώσουν τον ανωτέρω, διότι είχε προηγηθεί μακροχρόνια παρακολούθηση και κατάστρωση λεπτομερούς σχεδίου, στην οποία και ο ίδιος μετείχε, με πρόθεση και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, παρέσχε σ' αυτούς, κατά την εκτέλεση της εκ προθέσεως ανθρωποκτονίας, οποιαδήποτε [απλή] συνδρομή, θέλοντας να συμβάλει στην πραγματοποίησή της. Και, τέλος, ότι η συνδρομή αυτή συνίσταται στο ότι τους μετέφερε, ένοπλος, κοντά στον προκαθορισμένο τόπο του εγκλήματος, με κλειστό φορτηγό αυτοκίνητο, με το οποίο μετέφερε ταυτόχρονα τα όπλα και τη μοτοσικλέτα που χρησιμοποίησαν οι δράστες κατά τη διάπραξη της ανθρωποκτονίας. Κατόπιν αυτών, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ως απλό συνεργό και στις δύο περιπτώσεις, υπό την έννοια της παροχής τόσο υλικής όσο και ηθικής συνδρομής στην πρώτη και μόνο υλικής συνδρομής στη δεύτερη. Με τα όσα δέχθηκε, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασή του πλήρη και αναλυτική αιτιολογία, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αναφορά στα κατ' ιδίαν αποδεικτικά μέσα και με συσχέτιση αυτών, επί πλέον δε και με παράθεση συλλογισμών ως προς την αξιολόγησή τους, για τη συμμετοχή του Χ2 στις πράξεις που αναφέρθηκαν. Επομένως, οι πέμπτος και έβδομος (υπό στοιχεία Γ5 και Γ7) λόγοι της δηλώσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ2, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην εν λόγω απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ', είναι αβάσιμοι.
36.Στη διάταξη του άρθρου 98 παρ.1 ΠΚ ορίζεται ότι "Αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρησή της, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή, που έχει θεσπισθεί με σκοπό την επιεικέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι μία ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς, πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου και της εμφάνισης των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως, όπως αυτά επαναλαμβάνονται από τον ίδιο δράστη. Στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο μπορεί, αντί να καταγνώσει στον ένοχο πλείονες ποινές και, κατά τον καθορισμό συνολικής ποινής, να επαυξήσει τη βαρύτερη από αυτές με μέρος κάθε μιας από τις συντρέχουσες, να επιβάλει εξ αρχής μία, ενιαία ποινή, λαμβάνοντας υπ' όψη το περιεχόμενο όλων των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια ποινής του οικείου εγκλήματος. Η επιλογή του ενός ή του άλλου συστήματος καθορισμού της ποινής στην περίπτωση της εν λόγω ομοειδούς, πραγματικής συρροής, το αν δηλαδή θα εφαρμοσθεί η ΠΚ 98 παρ.1 για το κατ' εξακολούθηση έγκλημα ή η ΠΚ 94 παρ.1 για την πραγματική συρροή, ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1534/2008, 2295/2007).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, ο αναιρεσείων Χ2 καταδικάσθηκε για απλή συνέργεια σε έκρηξη κατά συρροή. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απαντώντας στον ισχυρισμό του ότι έπρεπε να καταδικασθεί για το ίδιο έγκλημα, με το νομικό χαρακτηρισμό ότι οι πλείονες πράξεις είχαν τελεσθεί κατ' εξακολούθηση, δέχθηκε τα εξής : "...οι συνήγοροι του κατηγορουμένου Χ2 αιτούνται όπως, ως προς αυτόν, οι εκρήξεις κατά των στόχων Mac Donald's (3-2-1998), Detroit Motors (19-2-1988), Chrysler Opel (12-3-1998), Citibank (7-4-1998), ΠΑΣΟΚ (31-3-1999), Chase Manhattan Midland Bank National De Paris (5-5-1999) και οικία του γερμανού πρέσβη (16-5-1999) θεωρηθούν ως ένα κατ' εξακολούθηση έγκλημα ούτως ώστε να του επιβληθεί μια και μόνο ποινή κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 98 παρ.1 ΠΚ. Ενόψει, όμως, του ότι οι εν λόγω ενέργειες ήσαν πρωτίστως ενέργειες της ΕΟ 17Ν, με την ιδιότητα του μέλους της οποίας και έλαβε μέρος σ' αυτές ο εν λόγω κατηγορούμενος, το γεγονός της μη ύπαρξης τοπικής εγγύτητας μεταξύ αυτών, της χρονικής μεταξύ τους απόστασης και της μεσολάβησης άλλων ομοειδών και μη πράξεων της ίδιας Οργάνωσης (όπως η ληστεία στην ΕΤΕ ...(17-12-1998), η έκρηξη στην οικία του ολλανδού πρέσβη (7-5-1999), στην πρώτη από τις οποίες συμμετείχε, μάλιστα, ο ως άνω κατηγορούμενος, διασπά, εν προκειμένω, την αναγκαία για την ύπαρξη κατ' εξακολούθηση εγκλήματος ενότητα του δόλου και αποδομεί την ταυτότητα της απόφασης του δράστη, που εξ αρχής πρέπει να καταλαμβάνει το σύνολο των επί μέρους πράξεων αυτού, ούτως ώστε στη συγκεκριμένη περίπτωση να μην μπορεί να γίνει λόγος περί κατ' εξακολούθηση εγκλήματος". Κατόπιν αυτών, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο κατά συρροή. Με τα όσα δέχθηκε, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφάρμοσε σωστά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ.1 ΠΚ και διέλαβε στην προσβαλλόμενη 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασή του επαρκή αιτιολογία, ως προς την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί του ότι οι πλείονες πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, δεν είχαν τελεσθεί κατ' εξακολούθηση. Επομένως, ο τρίτος (υπό στοιχείο Γ3) λόγος της δηλώσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ2, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην εν λόγω απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ', είναι αβάσιμος.
37.Στη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 1 ΠΚ ορίζεται ότι "Η ποινή μειώνεται, επίσης, κατά το μέτρο που προβλέπει το προηγούμενο άρθρο και στις περιπτώσεις που το δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις". Στη συνέχεια, στην παρ.2 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι "Ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται ιδίως [μεταξύ άλλων]: α) το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, για να συντρέξει η ως άνω ελαφρυντική περίσταση πρέπει ο έντιμος βίος του υπαιτίου να ανάγεται σ' όλες τις αναφερόμενες σ' αυτή μορφές συμπεριφοράς (ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και, γενικά, κοινωνική ζωή) και να αποδεικνύεται από θετικές ενέργειες. Έτσι, όπως δεν είναι αρκετή για τον αποκλεισμό της εντιμότητας μια καταδίκη για πράξη που έγινε περιστασιακά και δεν είχε σοβαρή κοινωνική απαξία, δεν είναι εξ ίσου αρκετή για την κατάφασή της η εκ συμπτώσεως έλλειψη προηγουμένων ποινικών καταδικών. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (βλ. πλείονα παραπάνω, αρ.33).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 1199/7-5-2007 επί των ελαφρυντικών απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, στον αναιρεσείοντα X5 δεν αναγνωρίσθηκε το ελαφρυντικό του προηγούμενου έντιμου βίου κατά την επιμέτρηση της ποινής που, τελικώς, του επιβλήθηκε. Για την απόρριψη του σχετικού αιτήματος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε [πέραν των όσων είχε δεχθεί παρεμπιπτόντως στα πλαίσια των αιτιολογιών του επί της ενοχής και] τα εξής : "... από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, το δικαστήριο δεν πείστηκε ότι συντρέχει στο πρόσωπο αυτού η ως άνω ελαφρυντική περίσταση. Και τούτο, διότι, μόνον από το προσκομιζόμενο αντίγραφο ποινικού μητρώου, όπου απεικονίζεται το λευκό ποινικό παρελθόν του, δεν αποδεικνύεται, χωρίς τη συνεπικουρία άλλων αποδεικτικών μέσων, πρότερος έντιμος βίος του, που να καλύπτει όλες τις προμνημονευθείσες μορφές συμπεριφοράς. Ειδικότερα και μόνον η ένταξη και συμμετοχή του κατηγορουμένου σε οργάνωση που τελούσε εγκληματικές πράξεις επί σειρά ετών, πέραν των όσων τελέσθηκαν με την προσωπική του συμμετοχή, όπως ανωτέρω λεπτομερώς αναφέρθηκαν, αποκλείει στην προκειμένη περίπτωση την παραδοχή συνδρομής στο πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου. Η επικαλούμενη έντιμη οικογενειακή διαβίωσή του, ως εγγάμου και γονέως ανηλίκου τέκνου, ουδόλως αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα πριν την ένταξή του στην ΕΟ 17Ν, αλλά, αντιθέτως, μετά απ' αυτήν ή παράλληλα με αυτήν. Ομοίως, η επικαλούμενη έντιμη επαγγελματική ενασχόλησή του δεν προσεπιβεβαιώθηκε με πειστικότητα ότι έλαβε χώρα πριν την ένταξή του στην ΕΟ 17Ν, εν όψει και του ότι κατά το χρόνο εντάξεώς του βρισκόταν σε νεαρή ηλικία, πράγμα το οποίο δεν είχε επιτρέψει την προηγούμενη ανάπτυξη επαγγελματικού βίου. Σε κάθε περίπτωση, όπως λεπτομερώς ανωτέρω αναφέρθηκε, για την παραδοχή της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου, πρέπει ο έντιμος βίος του υπαιτίου να εκδηλώνεται με θετική συμπεριφορά, η οποία να ανάγεται σε όλες τις αναφερόμενες στη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ μορφές και η οποία... στην προκειμένη περίπτωση, για το προ του έτους 1985 χρονικό διάστημα, δεν αποδείχθηκε... Τα ανωτέρω, άλλωστε, δεν είναι δυνατό να μεταβληθούν από την επικαλουμένη μονιμότητα της διαμονής του". Πέραν των ανωτέρω, τα οποία περιλαμβάνονται στο τμήμα της απόφασης, όπου αιτιολογείται η απόρριψη του αιτήματος για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου υπέρ του αναιρεσείοντος και των συγκατηγορουμένων αυτού Χ8, Χ2 και Φ7, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε άλλο σημείο των αιτιολογιών του δέχεται ότι ο X5 [σύμφωνα και με τα όσα είχε εκθέσει στην απολογία του, την οποία επικαλέσθηκε ο συνήγορός του για τη θεμελίωση της προηγούμενης έντιμης οικογενειακής και εν γένει κοινωνικής ζωής], πριν από την ένταξή του στην εγκληματική οργάνωση, συμμετείχε ενεργά σε δραστηριότητες του ακραίου αριστερού χώρου και ήταν τόσο έντονα αντίθετος προς το ισχύον κοινωνικό σύστημα, ώστε, όταν ο Χ4, τον οποίο μέσω κοινού φίλου γνώρισε στο πλαίσιο των εν λόγω δραστηριοτήτων, του πρότεινε "να κάνουν κάτι με βόμβες", αυτός χωρίς πολλές συζητήσεις δέχθηκε να ενταχθεί στην ΕΟ 17Ν. Οι εν λόγω παραδοχές του Πενταμελούς Εφετείου αποτελούν αφ' ενός ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της ΠΚ 84 παρ.2 στοιχ. α' και αφ' ετέρου πλήρη αιτιολογία της απόρριψης του υποβληθέντος αιτήματος αναγνώρισης ελαφρυντικού προτέρου εντίμου βίου, αφού η σχετική κρίση δεν στηρίχθηκε στις περιστάσεις της εγκληματικής συμπεριφοράς, για την οποία επήλθε η καταδίκη, αλλά, αντιθέτως, στην έλλειψη θετικών και στην ύπαρξη αρνητικών μορφών άλλης, προηγούμενης συμπεριφοράς, όπως η έντονα εχθρική στάση του κατηγορουμένου προς το κοινωνικό σύστημα εντός του οποίου ζούσε και το οποίο, πριν από την ένταξή του στην ΕΟ 17Ν, ήταν έτοιμος να πολεμήσει με όπλα και αιματοχυσία. Επομένως, ο ενδέκατος λόγος της δηλώσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος X5, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην εν λόγω απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε', είναι αβάσιμος.
38.Στη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 4 ΠΚ ορίζεται ότι "Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή υπονοεί τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με τα οποία "Κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψη: α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεσθεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπ' όψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Το δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως τα περί αυτών δεδομένα προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά με την προηγηθείσα απόφαση για την ενοχή του (ΑΠ 1155/2000). Υποχρέωση επανάληψης των περιστατικών αυτών στην περί της ποινής απόφαση δεν υφίσταται. Η τελευταία αποκτά την κατά νόμο αιτιολογία με την απλή επανάληψη του περιεχομένου των διατάξεων του άρθρου 79 ΠΚ και τη δια μέσου αυτών, σιωπηρή έστω, επίκληση των όσων ήδη έγιναν δεκτά με την απόφαση επί της ενοχής. Επομένως, ο ένατος λόγος της δηλώσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος X1,ο δωδέκατος λόγος της δηλώσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος X5 και ο δεύτερος λόγος της δηλώσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ7, με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας της 1265/9-5-2007 περί ποινής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με τον ισχυρισμό ότι αρκέσθηκε σε απλή παράθεση του περιεχομένου του άρθρου 79 ΠΚ και δεν προέβη σε πρόσθετες παραδοχές και με τους οποίους προσάπτεται στην εν λόγω απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ', είναι αβάσιμος, διότι οι περί της προσωπικότητας των κατηγορουμένων και της βαρύτητας των πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκαν, σκέψεις του δικαστηρίου διαλαμβάνονται στις αιτιολογίες της 1149/3-5-2007 επί της ενοχής αποφάσεώς του.
39.Στο άρθρο 27 παρ. 1 ΠΚ ορίζεται ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης [και] επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Στη διάταξη αυτή διακρίνονται δύο μορφές δόλου, ο "άμεσος" και ο "ενδεχόμενος". Με άμεσο δόλο ενεργεί εκείνος, ο οποίος είτε θέλει (με την έννοια του "επιδιώκει"), την παραγωγή ενός εγκληματικού αποτελέσματος είτε δεν το επιδιώκει μεν, αλλά το προβλέπει ως αναγκαία συνέπεια της ενέργειάς του και δεν απέχει από αυτήν (ΑΠ 1269/2006). Με ενδεχόμενο δόλο ενεργεί εκείνος, ο οποίος προβλέπει ως πιθανό (με την έννοια όχι της αναγκαίας, αλλά της "ενδεχόμενης" συνέπειας) ένα εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται (ΑΠ 1999/2006). Ως αποδοχή δεν νοείται ούτε η επιδίωξη του ενδεχόμενου αποτελέσματος ούτε η πρόβλεψη της αναγκαιότητάς του (διότι, τότε, ο δόλος θα ήταν άμεσος), αλλά ο εσωτερικός συμβιβασμός με την πιθανότητα της επέλευσής του (ή, κατ' άλλη διατύπωση, η "επιδοκιμασία" του). Η έννοια του δόλου, γενικώς, συντίθεται από το γνωστικό και το βουλητικό στοιχείο του εγκληματικού αποτελέσματος. Τα στοιχεία αυτά είναι στενώς συνδεδεμένα και ισότιμα μεταξύ τους. Για την ύπαρξη ενδεχόμενου δόλου δεν αρκεί μόνον η εκ μέρους του δράστη διάγνωση του κινδύνου επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος (γνωστικό στοιχείο). Επί πλέον, απαιτείται η διαπίστωση ότι ο δράστης, κατά την κρίσιμη χρονική στιγμή, δεν απώθησε από τη συνείδησή του την επέλευση του αποτελέσματος, αλλά το επιδοκίμασε (βουλητικό στοιχείο). Εάν απώθησε από τη συνείδησή του το αποτέλεσμα (αν πίστεψε ότι αυτό δεν θα επερχόταν), δεν υπάρχει ενδεχόμενος δόλος, αλλά ενσυνείδητη αμέλεια (ΠΚ 28 περ. β'). Η κατάφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων αυτών είναι ζήτημα αποδείξεως. Η αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος δεν τεκμαίρεται ούτε από το βαθμό της πιθανότητας, με την οποία αυτό είχε προβλεφθεί ούτε από τη διαπίστωση ότι ο δράστης, μολονότι το προείδε ως δυνατό, προχώρησε στην ενέργειά του, χωρίς να λάβει υπ' όψη το ενδεχόμενο της επέλευσής του (ΑΠ 1335/2007, ΑΠ 1880/2005). Τα δεδομένα αυτά συνεκτιμώνται (ΑΠ 1530/2008), αλλά για την κατάφαση ή μη του βουλητικού στοιχείου αναζητούνται και αξιολογούνται, επιπροσθέτως (ως θετικοί ή αρνητικοί "ενδείκτες", δεδομένου του ότι η ουσιαστική διάγνωση της βουλήσεως, που δεν έχει εξωτερικευθεί ρητώς, παραμένει δυσχερής), τα αίτια, τα οποία ώθησαν το δράστη και ο σκοπός, τον οποίο αυτός επιδίωξε, σε συνδυασμό με τις επί μέρους περιστάσεις, υπό τις οποίες ενήργησε (όπως το αντικείμενο της επιθυμητής και της μη επιθυμητής πράξης, το μέσο που χρησιμοποιήθηκε, ο τρόπος της ενέργειας, η αυτοπροστασία ή αυτοδιακινδύνευση του δράστη, η τυχόν προσπάθεια αποτροπής του μη επιθυμητού αποτελέσματος κλπ). Από τη στάθμιση όλων αυτών, θα κριθεί, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν υπήρξε ή όχι εσωτερικός ("ψυχολογικός") συμβιβασμός του δράστη με την επέλευση ενός εγκληματικού αποτελέσματος, που βρίσκεται έξω από τον άμεσο δόλο του. Περαιτέρω, στο άρθρο 42 παρ. 1 ΠΚ, υπό τον τίτλο "έννοια και ποινή της απόπειρας", ορίζεται ότι "Όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (ΠΚ 83)". Ως αρχή εκτελέσεως ενός εγκλήματος θεωρείται οποιαδήποτε ενέργεια του δράστη, με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως αυτού ή η οποία τελεί σε τόσο άμεση και οργανική σχέση με την εγκληματική πράξη, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται ως μέρος αυτής και να οδηγεί ευθέως και αναμφισβητήτως στην ολοκλήρωσή της, αν δεν ανακοπεί για οποιονδήποτε λόγο (ΑΠ 1449/2007). Η απόπειρα είναι δυνατό να τελεσθεί όχι μόνο με άμεσο, αλλά και με ενδεχόμενο δόλο, όταν συντρέξουν οι προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν. Σε ακολουθία προς τα ανωτέρω, εάν σε συγκεκριμένη περίπτωση αποδεικνύεται ότι ο δράστης επιχείρησε αρχή εκτελέσεως ενός εγκλήματος με άμεσο δόλο, ενώ συγχρόνως γνώριζε ότι από την ενέργειά του, εν όψει των περιστάσεων υπό τις οποίες αυτή τελείται, είναι ενδεχόμενο να επέλθει αποτέλεσμα διαφορετικό σε σχέση με το επιδιωκόμενο (ικανό είτε να προσδώσει στην πράξη βαρύτερο νομικό χαρακτηρισμό είτε να στοιχειοθετήσει πρόσθετο, αληθώς συρρέον έγκλημα) και συμβιβάσθηκε με την επέλευσή του, τότε πρέπει να αποδοθεί σ' αυτόν η εγκληματική πράξη της οποίας στοιχείο αποτελεί το εν λόγω διαφορετικό αποτέλεσμα (ή και αυτή, εφ' όσον συρρέει αληθώς με την πράξη της οποίας στοιχείο αποτελεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα). Και αν μεν το διαφορετικό αποτέλεσμα επήλθε πράγματι, η πράξη θα χαρακτηρισθεί ως τετελεσμένη με ενδεχόμενο δόλο. Εάν δε το διαφορετικό αποτέλεσμα δεν επήλθε, η πράξη θα χαρακτηρισθεί ως τελεσθείσα σε απόπειρα με ενδεχόμενο δόλο, ανεξάρτητα από το ποια υπήρξε η ηθελημένη πράξη ή το πράγματι επελθόν αποτέλεσμα.
40.Σε συνέχεια των όσων αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη (βλ. παραπάνω αρ. 39), από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες X5 και Χ7 καταδικάσθηκαν, αντιστοίχως, για αυτουργία και απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο, σε βάρος του Θ8. Για την κατάφαση της ενοχής τους, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε [μεταξύ άλλων και] τα εξής ουσιώδη: Ότι η ΕΟ 17Ν είχε αποφασίσει να τραυματίσει στα πόδια το εν λόγω πρόσωπο, που ήταν εισαγγελέας πρωτοδικών, διότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του κέντρου εξουσίας της οργάνωσης, είχε υποβάλει, μεροληπτικά, ευνοϊκή πρόταση προς το συμβούλιο πλημμελειοδικών, σε σοβαρή υπόθεση με κοινωνικές προεκτάσεις. Ότι η ενέργεια αυτή, ύστερα από συστηματική παρακολούθηση των κινήσεων του Θ8, αποφασίσθηκε να γίνει το πρωί της 10-1-1989, κοντά στο σπίτι, όπου κατοικούσε, στην περιοχή ... Αττικής, την ώρα που αυτός θα επιβιβαζόταν στο αυτοκίνητό του για να μεταβεί στην εργασία του. Ότι στην ενέργεια πήραν μέρος οι X5, Φ2 και Χ7. Ότι μόλις ο Θ8 κάθισε στη θέση του οδηγού, πριν ακόμη προλάβει να κλείσει την πόρτα, οι δύο πρώτοι, μεταμφιεσμένοι με περούκες και φορώντας γάντια, πλησίασαν στο αυτοκίνητο, ο Φ2 κράτησε ανοικτή την πόρτα και ο X5, με το 38άρι περίστροφο που κατείχε, πυροβόλησε τον εισαγγελέα έξι φορές στα πόδια, έχοντας αποφασίσει και θέλοντας να τον τραυματίσει. Ότι την ίδια στιγμή, ο Χ7, μεταμφιεσμένος με μεγάλο, ψεύτικο μουστάκι, βρισκόταν στο πεζοδρόμιο, σχεδόν απέναντι από το αυτοκίνητο του θύματος και επόπτευε το χώρο μέχρι να ολοκληρωθεί η ενέργεια, για να παράσχει βοήθεια στους άλλους, αν χρειαζόταν και για να εξασφαλίσει τη διαφυγή τους. Ότι αμέσως μετά, αφού ο Φ2 βεβαιώθηκε για την επιτυχία της ενέργειας, απομακρύνθηκαν και οι τρεις μαζί, με αργό ρυθμό, επιβιβάσθηκαν σε κλεμμένο αυτοκίνητο που είχαν σταθμεύσει σε απόσταση περίπου 100 μέτρων και εξαφανίσθηκαν. Ότι παρά τις χειρουργικές επεμβάσεις, στις οποίες υποβλήθηκε και τη νοσηλεία, την οποία δέχθηκε, ο Θ8 αποβίωσε την 10-2-1989, λόγω του βαρύτατου τραυματισμού του (υπήρξε τρώση της ιγνυακής αρτηρίας) και των εξ αυτού επιπλοκών, ως μόνης ενεργού αιτίας. Ότι σύμφωνα με τις προκηρύξεις, τις οποίες κυκλοφόρησε η ΕΟ 17Ν και με τις οποίες ανέλαβε την ευθύνη της ενέργειας, επιδίωξη των δραστών ήταν να τραυματίσουν σοβαρά τον εισαγγελέα, πυροβολώντας τον στα πόδια. Ότι οι δράστες, που είχαν εμπειρία από τη χρήση όπλων σε προηγούμενες τρομοκρατικές ενέργειες, είχαν προβλέψει ότι ήταν ενδεχόμενο, από το βαρύ τραυματισμό που θα προκαλούσαν με τους επανειλημμένους πυροβολισμούς στα πόδια, όπου διέρχονται όχι μόνο ασήμαντα, αλλά και μεγάλα αιμοφόρα αγγεία, να επέλθει ο θάνατος του στόχου της ενέργειας. Ότι, παρά την πρόβλεψη, οι δράστες συμβιβάσθηκαν με την επέλευση του θανατηφόρου αποτελέσματος, έστω και αν δεν το επιδίωκαν, διότι είχε γι' αυτούς μεγαλύτερη σημασία η επιτυχία της ενέργειας από τη ζωή του θύματος. Ότι αυτό προέκυπτε αφ' ενός από το ότι σε προηγούμενες ενέργειες της οργάνωσης οι δράστες είχαν επιδιώξει άμεσα και επιτύχει τη θανάτωση προσώπων (πράγμα που σημαίνει ότι η αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής, γενικώς, δεν ήταν πράξη απόβλητη από τη βούλησή τους) και αφ' ετέρου από το ότι, σε μεταγενέστερη προκήρυξη, η οργάνωση είχε διευκρινίσει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση σκοπός της ήταν ο τραυματισμός του Θ8, "προς παραδειγματισμό" και όχι ο θάνατός του "όχι γιατί δεν το άξιζε, αλλά για άλλους λόγους" (πράγμα που σημαίνει ότι ως ενδεχόμενο ο θάνατος δεν είχε απωθηθεί). Ότι η συμμετοχή του X5 ως φυσικού αυτουργού αποδεικνύεται από την κατάθεση του Χ7 στο ακροατήριο και ενισχύεται από τις καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων ..., ... και ..., που περιέγραψαν τον τύπο του σώματος και τις κινήσεις των δραστών, καθώς και από την προανακριτική απολογία του συγκατηγορούμενου (για άλλες πράξεις) Χ4. Ότι η συμμετοχή του Χ7 ως απλού συνεργού, με την έννοια ότι παρείχε ψυχική συνδρομή στον φυσικό αυτουργό κατά την τέλεση της πράξης, αποδεικνύεται αφ' ενός από την ομολογία του ιδίου, που δεν αμφισβητεί την παρουσία του στον τόπο του εγκλήματος, εν γνώσει του σκοπού και του τρόπου της ενέργειας (αλλά την υποβαθμίζει, ισχυριζόμενος αβάσιμα ότι βρισκόταν εκεί χωρίς τη θέλησή του, ως απλός θεατής) και αφ' ετέρου από τις καταθέσεις των ως άνω αυτοπτών μαρτύρων και του Χ3. Κατόπιν αυτών, το Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε ότι η αξιόποινη συμπεριφορά των αναιρεσειόντων φέρει το νομικό χαρακτηρισμό της ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο και της απλής συνέργειας σε αυτήν, διότι οι δράστες, παρά το γεγονός ότι δεν επιδίωκαν το επελθόν αποτέλεσμα, γνώριζαν το ενδεχόμενο της επέλευσής του και είχαν συμβιβασθεί με αυτό. Για την κατάφαση του βουλητικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου, το δικαστήριο της ουσίας, όπως συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών του, αξιολόγησε τα αίτια των δραστών (αντίδραση προς το δικαστικό σύστημα), το σκοπό τους (εντυπωσιασμός της κοινής γνώμης), τον τρόπο τέλεσης της πράξης (επανειλημμένοι πυροβολισμοί σχεδόν εξ επαφής, ενώ θα αρκούσε μόνο ένας), την έλλειψη προσπάθειας αποφυγής του μη επιθυμητού αποτελέσματος (οι πυροβολισμοί ρίχθηκαν μεν στα κάτω άκρα, χωρίς, όμως, προσπάθεια περιορισμού της βλάβης που θα προκαλούσαν) και τη φροντίδα αυτοπροστασίας των δραστών (με τη μεταμφίεση δεν εκτέθηκαν σε αναγνώριση και με το κλεμμένο αυτοκίνητο είχαν έτοιμη τη διαφυγή τους). Σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με τα όσα δέχθηκε στην προσβαλλόμενη 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασή του, ερμήνευσε και εφάρμοσε προσηκόντως τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ.1, 47 παρ.1 και 299 παρ.1 ΠΚ και, με πλήρη και αναλυτική αιτιολογία, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, δεν τις παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, ο δέκατος έκτος λόγος του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος X5 και ο δεύτερος λόγος του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ7, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην εν λόγω απόφαση οι πλημμέλειες των άρθρων 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε', είναι αβάσιμοι.
41.Σε συνέχεια των όσων αναφέρθηκαν προηγουμένως (βλ. παραπάνω αρ. 39), από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων Χ2 καταδικάσθηκε για απλή συνέργεια σε έκρηξη με άμεσο δόλο και σε απόπειρα ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο, σε βάρος του πρέσβη της Γερμανίας στην Ελλάδα ... και της συζύγου του ..... Για την κατάφαση της ενοχής του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε [μεταξύ άλλων και] τα εξής ουσιώδη: Ότι η ΕΟ 17Ν είχε επιλέξει να διαπράξει τρομοκρατική ενέργεια σε βάρος της κατοικίας του πρέσβη της Γερμανίας στην Ελλάδα, που τότε βρισκόταν εντός οικοπέδου, εκτάσεως περίπου έξι (6) στρεμμάτων, επί της οδού ... και φυλασσόταν από ένοπλο αστυνομικό, σε 24ωρη βάση. Ότι, ύστερα από λεπτομερή σχεδιασμό, αποφασίσθηκε η ενέργεια να γίνει κατά τις βραδινές ώρες της 16-5-1999, με την εκτόξευση αντιαρματικού βλήματος (ρουκέτας) κατά του κτιρίου της πρεσβευτικής κατοικίας. Ότι η εκτόξευση του βλήματος έγινε με τη χρήση αυτοσχέδιου εκτοξευτήρα, κατασκευασμένου από πλαστικό σωλήνα αποχέτευσης. Ότι στην ενέργεια έλαβαν μέρος ο Χ3, ως φυσικός αυτουργός και οι Φ2 και Χ2, ως απλοί συνεργοί. Ότι στον τόπο του εγκλήματος οι δράστες μετέβησαν με κλεμμένο από αυτούς αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Φ2. Ότι ο Χ3, από το χώρο έμπροσθεν πολυκατοικίας επί της οδού ..., που βρίσκεται σε απόσταση 128 μέτρων διαγωνίως της άνω πρεσβευτικής κατοικίας, εκτόξευσε τη ρουκέτα κατ' αυτής και με πρόθεση προκάλεσε έκρηξη, από την οποία καταστράφηκε τμήμα της μετώπης και της στέγης του πρώτου ορόφου της οικοδομής. Ότι, με τον τρόπο αυτό, δημιούργησε κοινό κίνδυνο σε ξένα πράγματα και δη στην εν λόγω οικία, σε παρακείμενα κτίρια και σε διερχόμενα ή σταθμευμένα αυτοκίνητα, καθώς και κίνδυνο σε ανθρώπους, όπως ο πρέσβης, η σύζυγός του και οι λοιποί, εντός της οικίας ευρισκόμενοι. Ότι, παράλληλα, αν και από την προηγηθείσα παρακολούθηση γνώριζε ότι στην κατοικία αυτή είχε εγκατασταθεί και ζούσε με τη σύζυγο του ο ως άνω πρέσβης της Γερμανίας και ότι κατά το χρόνο της ενέργειας τα πρόσωπα αυτά βρίσκονταν στο σπίτι (υπήρχε φωτισμός σε κάποιο δωμάτιο) και ως εκ τούτου ήταν πολύ πιθανό να πληγούν από τα θραύσματα της ρουκέτας, με ενδεχόμενο να θανατωθούν, πράγμα που μπορούσε να προβλέψει από τη συμμετοχή του σε προηγούμενες δραστηριότητες της οργάνωσης, εν τούτοις αποδέχθηκε το θανατηφόρο αυτό αποτέλεσμα επί των εν λόγω ανθρώπων, συμβιβάστηκε με αυτό προκειμένου να έχει επιτυχία η συγκεκριμένη τρομοκρατική ενέργεια και προκάλεσε την έκρηξη που προαναφέρθηκε, πλην, όμως, δεν επήλθε το θανατηφόρο αποτέλεσμα ούτε και κάποιος τραυματισμός, για λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους από τη θέλησή του και, ειδικότερα, διότι υπήρξε μικρή απόκλιση της φοράς του βλήματος προς τα επάνω (λόγω διαρραγής του αυτοσχέδιου εκτοξευτήρα), με συνέπεια αυτό να μην εισέλθει στο σπίτι. Ότι ο Χ3, με την αναγνωσθείσα από 20-7-2002 προανακριτική απολογία του (το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαίωσε ενώπιον του εφέτη ανακριτή, την 11-8-2002, παρουσία του συνηγόρου του), αφού πρώτα επιβάρυνε τον εαυτό του και μάλιστα ως αυτουργό της εν λόγω ενέργειας, χωρίς να μετακυλήσει το βάρος της ευθύνης του σε άλλους, πρόσθεσε ότι στην επιχείρηση αυτή πήραν μέρος, εκτός από τον ίδιο, ο αδελφός του Χ2 και ο "Λουκάς", για τον οποίο πλήρως αποδείχθηκε από άλλα αποδεικτικά στοιχεία ότι ήταν ο Φ2. Ότι ο Φ2, κατά το χρόνο εκτόξευσης της ρουκέτας, βρισκόταν δίπλα στον Χ3 και επέβλεπε τους γύρω χώρους. Ότι, κατά τον ίδιο χρόνο, ο Χ2 είχε παραμείνει δίπλα στο κλεμμένο αυτοκίνητο, με το οποίο είχαν μεταβεί στον τόπο της ενέργειας και με το οποίο επρόκειτο να διαφύγουν και κρατούσε "τσίλιες". Ότι η συμμετοχή του Χ2 στην ενέργεια επιβεβαιώθηκε από την απολογία του ιδίου. Ότι ο τρόπος της δράσης του αυτουργού, τα αποτελέσματα της έκρηξης και η έκταση της διακινδύνευσης επιβεβαιώθηκαν από την έκθεση αυτοψίας και τα ευρήματα που περιγράφονται σ' αυτήν, σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα ..., που ήταν οδηγός του πρεσβευτικού αυτοκινήτου και διέμενε σε οικίσκο εντός του ιδίου οικοπέδου. Ότι οι Φ2 και Χ2 με πρόθεση πρόσφεραν στο Χ3 πριν από την εκτέλεση και κατά την εκτέλεση από αυτόν της άδικης πράξης της έκρηξης και των δι' αυτής δύο αποπειρών ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο, οποιαδήποτε (απλή) συνδρομή, η οποία συνίσταται στο ότι, γνωρίζοντας την από αυτόν επιχείρηση της έκρηξης με το ως άνω ενδεχόμενο και θέλοντας να συμβάλουν στην εκτέλεσή της από τον αυτουργό, μετέβησαν μαζί του ένοπλοι με πιστόλια στον τόπο του εγκλήματος και τον ενθάρρυναν, παραμένοντας πλησίον του μέχρι την αποπεράτωση της ενέργειας και επιτηρώντας το γύρω χώρο, για να του παράσχουν βοήθεια, αν χρειαζόταν, για να αποτρέψουν οποιοδήποτε ενδεχόμενο παρεμπόδισής του και για να εξασφαλίσουν την ασφαλή απομάκρυνσή του, παρέχοντας σ' αυτόν ψυχική συνδρομή. Κατόπιν αυτών, το Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε ότι η αξιόποινη συμμετοχή του αναιρεσείοντος στην ενέργεια αυτή φέρει το νομικό χαρακτηρισμό της απλής συνέργειας α) σε έκρηξη, από την οποία μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα και κίνδυνος για άνθρωπο, με άμεσο δόλο και β) σε απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συρροή, με ενδεχόμενο δόλο, διότι οι δράστες, ως προς την απόπειρα ανθρωποκτονίας ειδικά, παρά το γεγονός ότι δεν την επιδίωκαν, γνώριζαν το ενδεχόμενο της επέλευσής της και είχαν συμβιβασθεί με αυτό, προκειμένου να επιτύχει η τρομοκρατική ενέργεια σε βάρος της κατοικίας του πρέσβη. Για την κατάφαση του βουλητικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου, το δικαστήριο της ουσίας, όπως συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών του, αξιολόγησε τα αίτια των δραστών (αντίδραση προς την εξωτερική πολιτική της συγκεκριμένης ξένης Χώρας), το σκοπό τους (εντυπωσιασμός της κοινής γνώμης), τον τρόπο τέλεσης της πράξης (ρίψη βλήματος μεγάλης ισχύος), την έλλειψη προσπάθειας αποφυγής του μη επιθυμητού αποτελέσματος (στόχευση επί κατοικίας, με παρουσία των ενοίκων της) και τη φροντίδα αυτοπροστασίας των δραστών (ενήργησαν σε συνθήκες φυσικού σκότους και με το κλεμμένο αυτοκίνητο είχαν έτοιμη τη διαφυγή τους). Σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη (βλ. παραπάνω, αρ.39), το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με τα όσα δέχθηκε στην προσβαλλόμενη 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασή του, ερμήνευσε και εφάρμοσε προσηκόντως τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ.1, 42 παρ.1, 47 παρ.1, 270 και 299 παρ.1 ΠΚ και, με πλήρη και αναλυτική αιτιολογία, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, δεν τις παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, ο έκτος λόγος (με στοιχείο Γ6) της δηλώσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ2, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην εν λόγω απόφαση οι πλημμέλειες των άρθρων 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε', είναι αβάσιμος.
42. Μεταβολή της κατηγορίας στην προδικασία, η οποία επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. β' και δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν η πράξη για την οποία παραπέμπεται ο κατηγορούμενος είναι ουσιωδώς διαφορετική κατά τόπο, χρόνο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις, από εκείνη για την οποία έχει ασκηθεί η ποινική δίωξη και έχει απαγγελθεί η κατηγορία, επί της οποίας κλήθηκε να απολογηθεί ο κατηγορούμενος, ώστε κατ' αντικείμενο να αποτελεί διαφορετικό έγκλημα. Αντιθέτως, δεν υπάρχει τέτοια μεταβολή, όταν με το παραπεμπτικό βούλευμα είτε προσδιορίζονται σαφέστερα τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την πράξη, είτε προσδίδεται σ' αυτά διαφορετικός νομικός χαρακτηρισμός, χωρίς να επηρεάζεται η ταυτότητα της πράξεως ως ιστορικού γεγονότος (ΑΠ 1340/2005). Στην πρώτη περίπτωση, η εξουσία του δικαστικού συμβουλίου να καθορίσει διαφορετικό χρόνο τέλεσης της πράξεως, περιορίζεται μόνο από την τυχόν υπάρχουσα παραγραφή, την οποία δεν δικαιούται να αποκλείσει (ΑΠ 492/2003). Στη δεύτερη περίπτωση, προβαίνοντας το συμβούλιο στον, κατά την κρίση του, ορθό νομικό χαρακτηρισμό και παραπέμποντας τον κατηγορούμενο για βαρύτερο έγκλημα, χωρίς να μεταβάλλει κατ' αντικείμενο τα πραγματικά περιστατικά (ΚΠοινΔ 313), δεν δεσμεύεται ούτε από την τυχόν επελθούσα παραγραφή του ηπιότερου εγκλήματος, για το οποίο είχε ασκηθεί η ποινική δίωξη (ΚΠοινΔ 36, 43 παρ.1) και απαγγελθεί η κατηγορία (ΚΠοινΔ 270 παρ.1), εάν για το βαρύτερο έγκλημα, για το οποίο χωρεί η παραπομπή, δεν έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής (πρβλ. ΑΠ 831/1982). Και τούτο, διότι αυτό που μεταβάλλεται είναι μόνο η νομική υπαγωγή και όχι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ο κατηγορούμενος εξ αρχής είχε τη δυνατότητα να πληροφορηθεί και για τα οποία κλήθηκε να απολογηθεί, χωρίς βλάβη των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων (εκ της ορθής νομικής υπαγωγής και μόνο, υπό την προϋπόθεση ότι δεν επήλθε παραβίαση αυτών από άλλη αιτία).
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση του 2869/2002 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και της προσβαλλόμενης 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και σε σχέση με τους αναιρεσείοντες Χ7 και X5, προκύπτουν τα εξής: Α) Στον πρώτο από αυτούς και στους Φ2, Χ4, Χ3 και X5 αποδόθηκε η τρομοκρατική ενέργεια της ΕΟ 17Ν σε βάρος του υπουργού Θ3, η οποία έλαβε χώρα την 14-7-1992 (βλ. για τις επί μέρους περιστάσεις παρακάτω, αρ.43) και κατά την οποία τραυματίσθηκαν τέσσερις διερχόμενοι πεζοί. Για την πράξη αυτή ασκήθηκε ποινική δίωξη για σωματική βλάβη σε πλημμεληματική μορφή, η οποία υπόκειται σε πενταετή παραγραφή (ΠΚ 111 παρ.3) και Β) Στο δεύτερο από αυτούς και στους συνεργούς του Φ2 και Χ8 αποδόθηκε η τρομοκρατική ενέργεια της ΕΟ 17Ν σε βάρος του ιατρού Θ16, η οποία έλαβε χώρα την 4-2-1987 (βλ. για τις επί μέρους περιστάσεις παρακάτω, αρ.44). Για την πράξη αυτή ασκήθηκε ποινική δίωξη για βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη (ΠΚ 310 παρ.3), η οποία, ως κακούργημα που επισύρει ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα ετών, υπόκειται σε δεκαπενταετή παραγραφή (ΠΚ 111 παρ.2 περ. β'). Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το 2869/2002 παραπεμπτικό βούλευμα (ημερομηνία έκδοσης 30-12-2002), χωρίς να προβεί σε μεταβολή των πραγματικών περιστατικών με βάση τα οποία είχε ασκηθεί η ποινική δίωξη, χαρακτήρισε τις ίδιες πράξεις ως απόπειρα ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο (ΠΚ 27 παρ.1, 42 παρ.1, 299 παρ.1), η οποία, ως κακούργημα που επισύρει ποινή ισόβιας κάθειρξης (χωρίς να υπολογίζεται η, λόγω της απόπειρας, κατ' άρθρο 83 περ. α' ΠΚ ελάττωση της ποινής που απειλείται για το τετελεσμένο έγκλημα, ΟλΑΠ 18/2001), υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή (ΠΚ 111 παρ.2 περ. α'). Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το γεγονός ότι κατά την έκδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος είχε συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής του ηπιότερου εγκλήματος, για το οποίο είχε ασκηθεί η ποινική δίωξη, δεν εμπόδιζε το Συμβούλιο Εφετών να προσδώσει στις ως άνω πράξεις τον κατά την κρίση του ορθό νομικό χαρακτηρισμό (σε συμφωνία προς αυτόν που είχε δοθεί σε άλλες πράξεις, τελεσθείσες υπό παρόμοιες περιστάσεις), αφού για τα ίδια περιστατικά είχε ασκηθεί ποινική δίωξη και είχαν απολογηθεί οι κατηγορούμενοι. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ίδια και δεν απάγγειλε ακυρότητα για ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, εφάρμοσε σωστά τις ως άνω διατάξεις και δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του. Επομένως, ο πρώτος λόγος του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ7 και ο εικοστός δεύτερος λόγος του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος X5, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην εν λόγω απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η', είναι αβάσιμοι.
43. Σε συνέχεια των όσων προαναφέρθηκαν (βλ. παραπάνω, αρ. 39), από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων Χ7 καταδικάσθηκε για απλή συνέργεια σε έκρηξη με άμεσο δόλο, σε απόπειρα ανθρωποκτονίας με άμεσο δόλο κατά συρροή, σε τετελεσμένη ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο και σε απόπειρα ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο κατά συρροή, σε βάρος των προσώπων που κατέστησαν παθόντες στην ενέργεια κατά του Θ3. Για την κατάφαση της ενοχής του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε [μεταξύ άλλων και] τα εξής ουσιώδη: Ότι, κατά το έτος 1992, η ΕΟ 17Ν είχε επιλέξει ως στόχο τον τότε Υπουργό Οικονομικών Θ3, τον οποίο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του κέντρου εξουσίας της οργάνωσης, θεωρούσε υπεύθυνο του ισχύοντος, άδικου, φορολογικού συστήματος. Ότι η ενέργεια αποφασίσθηκε να γίνει κατά τρόπο εντυπωσιακό, στο κέντρο της Αθήνας, με την εκτόξευση αντιαρματικού βλήματος κατά του θωρακισμένου αυτοκινήτου του υπουργού. Ότι ύστερα από λεπτομερή παρακολούθηση και σχεδιασμό, η ενέργεια πραγματοποιήθηκε την 14-7-1992, περί ώρα 16:00, όταν ο υπουργός έφευγε από το γραφείο του για να επιστρέψει στην κατοικία του. Ότι στην ενέργεια πήραν μέρος ο Φ2, ως αυτουργός, διότι με τηλεχειρισμό ενεργοποίησε το μηχανισμό εκτόξευσης της ρουκέτας και οι Χ4, Χ3, X5 και Χ7, ως απλοί συνεργοί. Ότι η ρουκέτα είχε τοποθετηθεί σε ακατοίκητο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της πολυκατοικίας επί της οδού ... αρ. 14, από όπου, με τη χρήση αυτοσχέδιου εκτοξευτήρα, μπορούσε να πλήξει το αυτοκίνητο του υπουργού κατά τη στιγμή που αυτό θα έστριβε στη διασταύρωση των οδών ... και .... Ότι από λανθασμένο υπολογισμό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι κατά την ημέρα εκείνη οδήγησε το αυτοκίνητο ο ίδιος ο υπουργός, που πήρε λίγο πιο ανοικτά τη στροφή και όχι ο αστυνομικός συνοδός του, η ρουκέτα εξερράγη στο έδαφος, λίγο μπροστά από το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου, όπου δημιούργησε κρατήρα διαστάσεων 0,30 Χ 0,40 μ και βάθους 0,10 μ. Ότι, λόγω της αστοχίας, οι επιβάτες του αυτοκινήτου, ήτοι ο υπουργός Θ3, ο αρχιφύλακας Ψ50, η σύζυγος του υπουργού Σ1 και η ..., δεν θανατώθηκαν. Ότι από τα θραύσματα της ρουκέτας θανατώθηκε ο πεζός Θ15 και τραυματίσθηκαν σε διάφορα σημεία του σώματός τους οι διερχόμενοι Μ6, Ψ59, Ψ13 και Μ7. Ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, στοιχειοθετήθηκαν οι αξιόποινες πράξεις α) της έκρηξης, από την οποία μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα και συγκεκριμένα στο αυτοκίνητο του υπουργού και σε άλλα παρακείμενα οχήματα (προσδιορίζονται), καθώς και κίνδυνος σε ανθρώπους, όπως όλοι οι προαναφερθέντες και ο Ψ55, που τραυματίσθηκε σοβαρά στο αριστερό μάτι, η οποία τελέσθηκε με άμεσο δόλο, β) της απόπειρας ανθρωποκτονίας με άμεσο δόλο, κατά συρροή, σε βάρος του υπουργού και των λοιπών προσώπων που βρίσκονταν μέσα στο υπουργικό αυτοκίνητο, των οποίων ο θάνατος επιδιωκόταν αφ' ενός ευθέως (για τον υπουργό) και αφ' ετέρου ως αναγκαία συνέπεια της έκρηξης της ρουκέτας επί του αυτοκινήτου (για τους λοιπούς επιβαίνοντες, των οποίων η παρουσία ήταν εμφανής, λόγω του ότι το αυτοκίνητο είχε διαφανείς υαλοπίνακες), που επιχειρήθηκε, αλλά δεν επέφερε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, λόγω της μικρής απόκλισης της βολής (4 πράξεις), γ) της τετελεσμένης ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο σε βάρος του Θ15, υπό την έννοια ότι αν και οι δράστες γνώριζαν ότι, από τα θραύσματα της ρουκέτας, τα εκλυόμενα αέρια και τα λοιπά αδρανή υλικά που τυχόν θα εκτοξευθούν, είναι ενδεχόμενο να πληγούν διερχόμενοι πεζοί, ενόψει του ότι η ενέργεια έλαβε χώρα στις παρυφές της Πλατείας Συντάγματος, δηλαδή στο πολυσύχναστο κέντρο της Αθήνας, με εμφανή παρουσία και κίνηση πολλών τρίτων κατά την ώρα της έκρηξης και να τραυματιστούν σε καίρια μέρη του σώματος με πιθανή συνέπεια το θάνατό τους (που επήλθε στην περίπτωση του Θ15), εν τούτοις αποδέχθηκαν το θανατηφόρο αποτέλεσμα επί των εν λόγω ανθρώπων και αδιαφόρησαν για την επέλευσή του, έστω και αν δεν την επιθυμούσαν, προκειμένου να επιτύχει η προσχεδιασθείσα τρομοκρατική ενέργεια και δ) της απόπειρας ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο κατά συρροή, σε βάρος των πεζών Μ6, Ψ59, Ψ13 και Μ7, υπό τις αυτές περιστάσεις, χωρίς, όμως, να επέλθει το ενδεχόμενο αποτέλεσμα, διότι αυτοί δεν τραυματίστηκαν σε καίρια μέρη του σώματός τους και έτυχαν αμέσου ιατρικής περιθάλψεως (4 πράξεις). Ότι η απλή συνέργεια του αναιρεσείοντος συνίσταται στο ότι αυτός, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, μετέβη, ένοπλος, μαζί με τον αυτουργό και τους λοιπούς συμμετόχους, αρχικά στο διαμέρισμα όπου είχε τοποθετηθεί ο αυτοσχέδιος εκτοξευτήρας με τη ρουκέτα, συμβάλλοντας στην προετοιμασία και στη συνέχεια στον τόπο, όπου ο Φ2 περίμενε το σήμα για να κάνει την πυροδότηση. Ότι με την παρουσία του αυτή ενθάρρυνε τον αυτουργό στην εκτέλεση της πράξης του, παραμένοντας πλησίον του μέχρι την αποπεράτωσή της και επιτηρώντας το γύρω χώρο, για να του παράσχει βοήθεια, αν χρειαζόταν, για να αποτρέψει οποιοδήποτε ενδεχόμενο παρεμπόδισής του και για να του εξασφαλίσει την απομάκρυνση, παρέχοντας με τον τρόπο αυτό όχι μόνο υλική, αλλά και ψυχική συνδρομή. Ότι ο Χ7 γνώριζε το αντικείμενο της ενέργειας και τον τρόπο της εκτέλεσης, περιστατικό που συνάγεται από το ότι είχε προβάλει αντιρρήσεις λόγω της επικινδυνότητας του εγχειρήματος, ως εκ της συχνής διελεύσεως περαστικών, οι οποίες κάμφθηκαν με τη διαβεβαίωση ότι όλα έχουν σχεδιασθεί καλά. Ότι η επί των περιστατικών αυτών κρίση του δικαστηρίου στηρίχθηκε στα όσα ανέφεραν απολογούμενοι στην προδικασία οι Χ3, Χ4 και X5, σε συνδυασμό με τα όσα κατέθεσαν οι αυτόπτες μάρτυρες ή παθόντες μεταξύ των οποίων οι Θ3, Ψ50 και Ψ51, καθώς και ο ίδιος ο Χ7. Κατόπιν αυτών, το Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε ότι η αξιόποινη συμμετοχή του αναιρεσείοντος στην ενέργεια αυτή φέρει το νομικό χαρακτηρισμό της απλής συνέργειας α) σε έκρηξη με άμεσο δόλο, από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος σε ξένα πράγματα και κίνδυνος ανθρώπου, β) σε απόπειρα ανθρωποκτονίας με άμεσο δόλο κατά συρροή, γ) σε τετελεσμένη ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο και δ) σε απόπειρα ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο κατά συρροή, σε βάρος των προσώπων που προαναφέρθηκαν. Για την κατάφαση του βουλητικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου ως προς την απόπειρα ανθρωποκτονίας, το δικαστήριο της ουσίας, όπως συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών του, αξιολόγησε τα αίτια των δραστών (αντίδραση προς την οικονομική πολιτική της Κυβέρνησης), το σκοπό τους (εντυπωσιασμός της κοινής γνώμης), τον τρόπο τέλεσης της πράξης (ρίψη βλήματος μεγάλης ισχύος επί θωρακισμένου αυτοκινήτου), την έλλειψη προσπάθειας αποφυγής του μη επιθυμητού αποτελέσματος (επιλογή τόπου και χρόνου με μεγάλη κυκλοφορία τρίτων) και τη φροντίδα αυτοπροστασίας των δραστών (ενήργησαν με διασπορά εντός πλήθους και με μεγάλο καταμερισμό ρόλων). Σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη (βλ. παραπάνω, αρ.39), το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με τα όσα δέχθηκε στην προσβαλλόμενη 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασή του, ερμήνευσε και εφάρμοσε προσηκόντως τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ.1, 42 παρ.1, 47 παρ.1, 270 και 299 παρ.1 ΠΚ και, με πλήρη και αναλυτική αιτιολογία, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, δεν τις παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, ο δεύτερος λόγος του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ7, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην εν λόγω απόφαση οι πλημμέλειες των άρθρων 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε', είναι αβάσιμος.
44.Σε συνέχεια των όσων προαναφέρθηκαν (βλ. παραπάνω, αρ. 39), από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες X5 και Χ8 καταδικάσθηκαν, αντιστοίχως, για αυτουργία και απλή συνέργεια σε απόπειρα ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο, σε βάρος του Θ16. Για την κατάφαση της ενοχής τους, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε [μεταξύ άλλων και] τα εξής ουσιώδη: Ότι η ΕΟ 17Ν είχε αποφασίσει να τραυματίσει στα πόδια το εν λόγω πρόσωπο, που ήταν ιατρός, επιστημονικός διευθυντής και κύριος μέτοχος μεγάλου διαγνωστικού κέντρου στο ..., διότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του κέντρου εξουσίας της οργάνωσης, ήταν υπεύθυνος για την υποβαθμισμένη παροχή υγειονομικών υπηρεσιών και τη στυγνή εκμετάλλευση του έλληνα ασφαλισμένου. Ότι η ενέργεια αυτή, ύστερα από συστηματική παρακολούθηση των κινήσεων του Θ16, αποφασίσθηκε να γίνει το βράδυ της 4-2-1987, έξω από το ιατρείο του, την ώρα που αυτός θα επιβιβαζόταν στο αυτοκίνητό του για να επιστρέψει στην οικία του. Ότι στην ενέργεια πήραν μέρος οι X5, ως αυτουργός και οι Φ2 και Χ8, ως απλοί συνεργοί, οι οποίοι έφθασαν στον τόπο του εγκλήματος με κλεμμένο αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο τελευταίος. Ότι μόλις ο Θ16 κατέβηκε από το ιατρείο, μαζί με τη σύζυγό του Μ2 και κατευθύνθηκαν προς το δικό τους αυτοκίνητο, πλησίασε ο X5, ακολουθούμενος από τον Φ2 και, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με το 38άρι περίστροφο που κρατούσε πυροβόλησε πέντε φορές εναντίον του ιατρού, από απόσταση περίπου 1 μέτρου, στοχεύοντας τα πόδια του, με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει σοβαρά. Ότι ο Φ2 ένοπλος, τον συνόδευσε μέχρι το αυτοκίνητο του θύματος και στάθηκε λίγο πίσω από αυτόν, μέχρι την ολοκλήρωση της εγκληματικής πράξης. Ότι, την ίδια στιγμή, ο Χ8, ένοπλος, παρέμενε στη θέση του οδηγού του κλεμμένου αυτοκινήτου, επιτηρώντας το γύρω χώρο και αναμένοντας τους άλλους δύο, προκειμένου να εξασφαλίσει τη διαφυγή τους. Ότι, σύμφωνα με την προκήρυξη, την οποία κυκλοφόρησε η ΕΟ 17Ν και με την οποία ανέλαβε την ευθύνη της ενέργειας, επιδίωξη των δραστών ήταν να τραυματίσουν σοβαρά τον ιατρό, πυροβολώντας τον στα πόδια. Ότι οι δράστες, που είχαν εμπειρία από τη χρήση όπλων σε τρομοκρατικές ενέργειες, είχαν προβλέψει ότι ήταν ενδεχόμενο, από το βαρύ τραυματισμό που θα προκαλούσαν με τους επανειλημμένους πυροβολισμούς στα πόδια, όπου διέρχονται όχι μόνο ασήμαντα, αλλά και μεγάλα αιμοφόρα αγγεία, να επέλθει ο θάνατος του στόχου της ενέργειας. Ότι, παρά την πρόβλεψη, οι δράστες συμβιβάσθηκαν με την επέλευση του θανατηφόρου αποτελέσματος, έστω και αν δεν το επιδίωκαν, διότι είχε γι' αυτούς μεγαλύτερη σημασία η επιτυχία της ενέργειας από τη ζωή του θύματος. Ότι, τελικά, δεν επήλθε ο θάνατος του Θ16, διότι, συμπτωματικά, δεν πλήχθηκε η ιγνυακή αρτηρία και χορηγήθηκε έγκαιρη και αποτελεσματική ιατρική βοήθεια στον τραυματία. Ότι η συμμετοχή του X5, που δεν αμφισβητεί την παρουσία του στην ενέργεια, αλλά την υποβαθμίζει με τον αβάσιμο ισχυρισμό ότι δεν πυροβόλησε ο ίδιος, αποδεικνύεται από τα όσα κατάθεσε σχετικώς ο συγκατηγορούμενος (για άλλες πράξεις) Χ4, στην προδικασία και ο Χ8, στο ακροατήριο, καθώς και από τις περιγραφές της μάρτυρα Μ2, που αναφέρθηκε στα γενικά χαρακτηριστικά και στη συμπεριφορά των δραστών, στοιχεία από τα οποία συνάγεται ότι αυτός ήταν ο φυσικός αυτουργός (η εν λόγω μάρτυρας αναγνώρισε το Φ2 ως το συμμέτοχο που δεν πυροβόλησε, οπότε, με δεδομένο το ότι ο Χ8 είχε παραμείνει στο αυτοκίνητο και το ότι ο X5 συμμετείχε στην ενέργεια, συνάγεται ότι ο δράστης που πυροβόλησε ήταν ο τελευταίος). Ότι η συμμετοχή του Χ8 ως απλού συνεργού, με την έννοια ότι παρείχε ψυχική συνδρομή στον φυσικό αυτουργό κατά την τέλεση της πράξης, αποδεικνύεται αφ' ενός από την ομολογία του ιδίου και αφ' ετέρου από την προανακριτική απολογία του X5. Κατόπιν αυτών, το Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε ότι η αξιόποινη συμπεριφορά των αναιρεσειόντων φέρει το νομικό χαρακτηρισμό της απόπειρας ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο και της απλής συνέργειας σε αυτήν. Για την κατάφαση του βουλητικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου ως προς την απόπειρα ανθρωποκτονίας, το δικαστήριο της ουσίας, όπως συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών του, αξιολόγησε τα αίτια των δραστών (αντίδραση προς το ισχύον σύστημα υγειονομικής περίθαλψης), το σκοπό τους (εντυπωσιασμός της κοινής γνώμης), τον τρόπο τέλεσης της πράξης (ρίψη πέντε πυροβολισμών, ενώ θα αρκούσε μόνο ένας), την έλλειψη προσπάθειας αποφυγής του μη επιθυμητού αποτελέσματος (επιλογή των κάτω άκρων, χωρίς προσπάθεια περιορισμού της βλάβης, αφού μια βολίδα έπληξε τη λαγόνια περιοχή) και τη φροντίδα αυτοπροστασίας των δραστών (ο αυτουργός ενήργησε με κάλυψη δύο συνεργών και με εξασφαλισμένη την οδό διαφυγής). Σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη (βλ. παραπάνω, αρ.39), το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με τα όσα δέχθηκε στην προσβαλλόμενη 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασή του, ερμήνευσε και εφάρμοσε προσηκόντως τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ.1, 42 παρ.1, 47 παρ.1 και 299 παρ.1 ΠΚ και, με πλήρη και αναλυτική αιτιολογία, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, δεν τις παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, ο δέκατος πέμπτος λόγος του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος X5 και ο δέκατος λόγος της δηλώσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ8, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην εν λόγω απόφαση οι πλημμέλειες των άρθρων 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε', είναι αβάσιμοι.
45. Σε συνέχεια των όσων προαναφέρθηκαν (βλ. παραπάνω, αρ. 39), από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων X5 καταδικάσθηκε για συναυτουργία σε απόπειρα ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο, σε βάρος του Θ12. Για την κατάφαση της ενοχής του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε [μεταξύ άλλων και] τα εξής ουσιώδη: Ότι η ΕΟ 17Ν είχε αποφασίσει να τραυματίσει στα πόδια το εν λόγω πρόσωπο, που ήταν βουλευτής, διότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του κέντρου εξουσίας της οργάνωσης, είχε εξέχουσα θέση στην κοινοβουλευτική ομάδα του τότε κυβερνώντος κόμματος και, ως εκ τούτου, προσωπική ευθύνη για την πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων που εφαρμοζόταν εκείνη την εποχή. Ότι η ενέργεια αυτή, ύστερα από συστηματική παρακολούθηση των κινήσεων του Θ12, αποφασίσθηκε να γίνει το πρωί της 21-12-1992, ημέρα κατά την οποία συζητείτο ο προϋπολογισμός του Κράτους, σε ώρα που αυτός θα οδηγούσε το αυτοκίνητό του για να μεταβεί από την κατοικία του στη Βουλή. Ότι στην ενέργεια πήραν μέρος οι X5 και Χ3, ως συναυτουργοί και ο Φ2, ως άμεσος συνεργός, οι οποίοι έφθασαν στον τόπο του εγκλήματος με κλεμμένο, κλειστό φορτηγό αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο τελευταίος. Ότι ενώ ο Θ12 διερχόταν με το αυτοκίνητο την οδό ..., ο Φ2 παρενέβαλε το φορτηγό αυτοκίνητο στην πορεία του και τον υποχρέωσε να σταματήσει. Ότι, τότε, βγήκαν από το φορτηγό αυτοκίνητο οι δύο συναυτουργοί και πλησίασαν πεζοί στο αυτοκίνητο του στόχου, ο X5 από την αριστερή και ο Χ3 από τη δεξιά πλευρά αυτού, οπότε πυροβόλησαν τρεις φορές ο πρώτος με 38άρι περίστροφο και μια φορά ο δεύτερος με 45άρι πιστόλι εναντίον του βουλευτή, από μικρή απόσταση, με αποτέλεσμα να τον τραυματίσουν σοβαρά, στα πόδια (υπέστη δύο διαμπερή τραύματα στο αριστερό γόνατο και δύο διαμπερή τραύματα στο δεξιό γόνατο, ένα από τα οποία απείχε μόνο μισό εκατοστό από την ιγνυακή αρτηρία). Ότι ο Φ2 παρέμεινε στο φορτηγό αυτοκίνητο, στο οποίο, μετά την ολοκλήρωση της εγκληματικής πράξης, επιβιβάσθηκαν οι δύο συναυτουργοί και όλοι μαζί διέφυγαν. Ότι, σύμφωνα με την προκήρυξη, την οποία κυκλοφόρησε η ΕΟ 17Ν και με την οποία ανέλαβε την ευθύνη της ενέργειας, επιδίωξη των δραστών ήταν να τραυματίσουν σοβαρά τον βουλευτή, πυροβολώντας τον στα πόδια. Ότι οι δράστες, που είχαν εμπειρία από τη χρήση όπλων σε τρομοκρατικές ενέργειες, είχαν προβλέψει ότι ήταν ενδεχόμενο, από το βαρύ τραυματισμό που θα προκαλούσαν με τους επανειλημμένους πυροβολισμούς στα πόδια, όπου διέρχονται όχι μόνο ασήμαντα, αλλά και μεγάλα αιμοφόρα αγγεία, να επέλθει ο θάνατος του στόχου της ενέργειας (όπως είχε ήδη συμβεί στην περίπτωση του Θ8, βλ. παραπάνω, αρ.40). Ότι, παρά την πρόβλεψη, οι δράστες συμβιβάσθηκαν με την επέλευση του θανατηφόρου αποτελέσματος, έστω και αν δεν το επιδίωκαν, διότι είχε γι' αυτούς μεγαλύτερη σημασία η επιτυχία της ενέργειας από τη ζωή του θύματος. Ότι, τελικά, δεν επήλθε ο θάνατος του Θ12, διότι, συμπτωματικά, δεν επλήγη η ιγνυακή αρτηρία και χορηγήθηκε έγκαιρη και αποτελεσματική ιατρική βοήθεια στον τραυματία. Ότι η συμμετοχή του X5 ως συναυτουργού αποδεικνύεται από την προανακριτική και πρώτη ανακριτική απολογία του ιδίου σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες του συγκατηγορούμενου Χ3, καθώς και από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης και τις περιγραφές των αυτοπτών μαρτύρων ... και ..., ο οποίος, μάλιστα, αναγνώρισε τον αναιρεσείοντα και κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία. Κατόπιν αυτών, το Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε ότι η αξιόποινη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος φέρει το νομικό χαρακτηρισμό της απόπειρας ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο. Για την κατάφαση του βουλητικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου ως προς την απόπειρα ανθρωποκτονίας, το δικαστήριο της ουσίας, όπως συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών του, αξιολόγησε τα αίτια των δραστών (αντίδραση προς την εκ μέρους της Βουλής νομοθετική επικύρωση συγκεκριμένης κυβερνητικής πολιτικής), το σκοπό τους (εντυπωσιασμός της κοινής γνώμης), τον τρόπο τέλεσης της πράξης (ρίψη τεσσάρων πυροβολισμών, από δύο πλευρές, ενώ θα αρκούσε μόνο ένας), την έλλειψη προσπάθειας αποφυγής του μη επιθυμητού αποτελέσματος (επιλογή των κάτω άκρων, χωρίς προσπάθεια περιορισμού της βλάβης) και τη φροντίδα αυτοπροστασίας των δραστών (οι συναυτουργοί ενήργησαν με εξασφαλισμένο τον τρόπο διαφυγής). Σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη (βλ. παραπάνω, αρ.39), το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με τα όσα δέχθηκε στην προσβαλλόμενη 1149/3-5-2007 επί της ενοχής απόφασή του, ερμήνευσε και εφάρμοσε προσηκόντως τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ.1, 42 παρ.1, 45 και 299 παρ.1 ΠΚ και, με πλήρη και αναλυτική αιτιολογία, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, δεν τις παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, ο εικοστός πρώτος λόγος του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος X5, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην εν λόγω απόφαση οι πλημμέλειες των άρθρων 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε', είναι αβάσιμος.
46.Κατά το χρόνο εκδικάσεως της υποθέσεως ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, τα ζητήματα της συγκρότησης τρομοκρατικής οργάνωσης ή της ένταξης σε τέτοια οργάνωση ή της τέλεσης εγκληματικών πράξεων που χαρακτηρίζονται στο νόμο ως τρομοκρατικές, ρυθμίζονταν από τις διατάξεις του άρθρου 187Α ΠΚ, με τον τίτλο "τρομοκρατικές πράξεις", όπως προστέθηκε με το άρθρο 40 παρ.1 του ν. 3251/2004. Με την ίδια διάταξη, το μέχρι τότε άρθρο 187Α ΠΚ, με τον τίτλο "μέτρα επιείκειας", όπως προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 2928/2001, έλαβε τον αριθμό 187Β, ενώ, παραλλήλως, συμπληρώθηκε με το άρθρο 40 παρ. 2 του ν. 3251/2004, προκειμένου συμπεριλάβει στις ρυθμίσεις του (που δεν μεταβλήθηκαν) και τους παραβάτες του νέου άρθρου 187Α ΠΚ για τις τρομοκρατικές πράξεις. Το νέο άρθρο 187Α ΠΚ δεν εφαρμόσθηκε εν προκειμένω, γιατί η ποινική δίωξη για συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης ή για συμμετοχή σε τέτοια οργάνωση είχε ασκηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 187 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2928/2001, που ήσαν ηπιότερες. Εφαρμόσθηκε, όμως, όπως και πρωτόδικα, το άρθρο 187Β ΠΚ (τότε, ως άρθρο 187Α) για τα μέτρα επιείκειας, στο οποίο [μεταξύ άλλων] ορίζεται ότι: "Αν κάποιος από τους υπαίτιους των πράξεων της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης ή συμμορίας ή της συμμετοχής σε αυτές κατά τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 187 ή της συγκρότησης τρομοκρατικής οργάνωσης ή της συμμετοχής σε αυτήν κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 187Α καταστήσει δυνατή με αναγγελία στην αρχή την πρόληψη της διάπραξης ενός από τα σχεδιαζόμενα εγκλήματα ή με τον ίδιο τρόπο συμβάλει ουσιωδώς στην εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης ή της συμμορίας ή της τρομοκρατικής οργάνωσης, απαλλάσσεται από την ποινή για τις πράξεις αυτές" (παρ.1 εδ.α'). Και, ακόμη, ορίζεται ότι "Αν στην περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου ο υπαίτιος έχει τελέσει κάποιο από τα επιδιωκόμενα εγκλήματα των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 187 ή έχει τελέσει κάποιο από τα εγκλήματα της παραγράφου 1 του άρθρου 187Α, το δικαστήριο επιβάλλει σε αυτόν ποινή ελαττωμένη κατά το άρθρο 83. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις το δικαστήριο, εκτιμώντας όλες τις περιστάσεις και ιδίως την επικινδυνότητα της εγκληματικής οργάνωσης, της συμμορίας ή της τρομοκρατικής οργάνωσης, την έκταση της συμμετοχής του υπαιτίου σε αυτήν και το βαθμό της συμβολής του στην εξάρθρωσή της, μπορεί να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής για τρία έως δέκα έτη, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των άρθρων 99 έως 104" (παρ.2). Κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών, τα μέτρα επιείκειας αποτελούν προσωπικό λόγο μείωσης της ποινής και ενίοτε απαλλαγής από αυτή ή αναστολής αυτής, η νομοθετική πρόβλεψη του οποίου αποσκοπεί, προεχόντως, στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος προς καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας. Ως προϋποθέσεις για την εφαρμογή των μέτρων αυτών υπέρ συγκεκριμένου προσώπου, το οποίο φέρεται ως υπαίτιος πράξεων από τις αναφερόμενες στα άρθρα 187 και 187Α ΠΚ, τίθενται, διαζευκτικώς, είτε η πρόληψη της διάπραξης ενός από τα εγκλήματα που σχεδίαζε να τελέσει η εγκληματική οργάνωση, είτε η εξάρθρωση αυτής. Τόσο η πρόληψη όσο και η εξάρθρωση πρέπει να έχουν επιτευχθεί με αναγγελία, η οποία έγινε από τον υπαίτιο προς την αρχή. Ως αναγγελία πρέπει να νοηθεί οποιαδήποτε παροχή πληροφορίας ή άλλης μορφής συνεργασία προς ή με οποιαδήποτε αρχή, άρα και την εισαγγελική ή δικαστική. Για την, κατά την ανωτέρω αναγγελία δεν τίθεται χρονικός περιορισμός, πράγμα, που σημαίνει ότι αυτή αξιολογείται ακόμη και αν γίνει ενώπιον του δικαστηρίου, μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της υποθέσεως. Για να επιφέρει την εφαρμογή μέτρων επιείκειας, όμως, η αναγγελία πρέπει να είναι αποτελεσματική, δηλαδή, είτε να οδηγήσει στην πρόληψη της τέλεσης ενός από τα σχεδιαζόμενα εγκλήματα, είτε να συμβάλει στην εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης. Η συμβολή στην εξάρθρωση δεν αρκεί να είναι οποιαδήποτε, αλλά απαιτείται να είναι ουσιώδης. Ουσιώδης θεωρείται η συμβολή όταν η παρεχόμενη πληροφορία ή η συνεργασία προσθέτει νέα στοιχεία, σ' αυτά που μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή είχε στη διάθεσή της η αρχή ή ενδυναμώνει σε αποφασιστικό βαθμό τα ήδη υπάρχοντα, τα οποία μόνα δεν αρκούν για την εξάρθρωση. Όταν οι πληροφορίες είναι περισσότερες της μιας και προέρχονται από διαφορετικά πρόσωπα, αξιόλογη είναι πάντοτε η πληροφορία που προηγείται και έχει προσθετική αξία, έναντι εκείνης που έπεται και δεν έχει τέτοια αξία. Το πότε η συμβολή είναι ουσιώδης δεν μπορεί να καθορισθεί εκ των προτέρων και θα πρέπει να κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από το δικαστήριο της ουσίας. Ως εξάρθρωση δεν πρέπει να νοηθεί μόνο ο εντοπισμός και η σύλληψη όλων των μελών ή τόσων μελών της εγκληματικής οργάνωσης ώστε να εξουδετερώνεται η επιχειρησιακή ικανότητα προς επιδίωξη των σκοπών της, αλλά και η εξασφάλιση αποδεικτικών στοιχείων επαρκών για να θεμελιωθεί η παραπομπή τους σε δίκη και αποφασιστικών για να επιτευχθεί η καταδίκη τους, έτσι, ώστε να εκλείψει η δυνατότητα της περαιτέρω δράσεως αυτής.
Συνεπώς μπορούν οι ως άνω ευεργετικές διατάξεις να τύχουν εφαρμογής και στην περίπτωση που το δικαστήριο κρίνει ότι δεν θα ήταν δυνατή η στοιχειοθέτηση των κατηγοριών σε βάρος των συλληφθέντων μελών της Ε.Ο. και η καταδικαστική γι αυτά κρίση, χωρίς την συμβολή του συγκεκριμένου κατηγορουμένου με την παροχή ουσιωδών αποδεικτικών στοιχείων, είτε κατά την ανάκριση, είτε κατά την αποδεικτική διαδικασία και μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης. Η εφαρμογή των μέτρων επιείκειας, ως εκ της νομικής φύσεως αυτών, είναι δυνατό να αποφασισθεί και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφ' όσον, από την ενώπιον αυτού διαδικασία, έχει προκύψει η συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων. Ως προς την εφαρμογή μέτρων επιείκειας είχε ισχύσει στο παρελθόν το άρθρο 17 του ν. 1916/1990 "για την προστασία της κοινωνίας από το οργανωμένο έγκλημα", το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 35 παρ.1 του ν. 2172/1993. Στις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 1916/1990 οριζόταν ότι: "Όποιος διέπραξε εγκλήματα που αναφέρονται στον παρόντα νόμο ή άλλα συναφή προς αυτά απαλλάσσεται από κάθε ποινή, αν πριν ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του αποχωρήσει από την ομάδα ή την οργάνωση και δώσει πληροφορίες για τα πρόσωπα, την οργανωτική δομή και τη δραστηριότητά τους και κατ' αυτόν τον τρόπο συντελέσει στην εξάρθρωσή τους. Σε περίπτωση που δεν συντελεσθεί η εξάρθρωση της ομάδας ή της οργάνωσης ή οι πληροφορίες συντέλεσαν μόνο στη ματαίωση σχεδιαζόμενης εγκληματικής πράξης, το προβλεπόμενο στο νόμο ανώτατο όριο ποινής μειώνεται στο ήμισυ, επί δε ισόβιας κάθειρξης επιβάλλεται ποινή κάθειρξης μέχρι 15 ετών, μη αποκλειόμενης της εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 84 του Ποινικού Κώδικα. Μπορεί, όμως, το δικαστήριο, εκτιμώντας τη μεταμέλεια, τις ειδικές περιστάσεις και την προσωπικότητα του δράστη να τον κρίνει ατιμώρητο" (παρ.1). Και, ακόμη, οριζόταν ότι "Οι διατάξεις του πρώτου και του δευτέρου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος μετά την άσκηση της ποινικής διώξεως και μέχρι να καταδικασθεί αμετακλήτως, έδωσε τις ανωτέρω πληροφορίες" (παρ.2). Σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, τόσο η τελευταία διάταξη του καταργηθέντος ν. 1916/1990, όσον και εκείνη του άρθρου 187Α (ήδη 187Β ΠΚ), όπως προστέθηκε και τροποποιήθηκε, κατά τα ανωτέρω, απαιτούν για την, κατ εφαρμογή τους, ως άνω σημαντική επιεική ποινική μεταχείριση αυτού που συνέβαλε στην εξάρθρωση εγκληματικής οργάνωσης, κατά την ανωτέρω έννοια, θετική συμπεριφορά (παροχή πληροφοριών, στον ως άνω χρόνο, που συνέβαλε ουσιωδώς στην εξάρθρωση της), η οποία, εφόσον δεν εκδηλώθηκε, δεν μπορεί να γίνει λόγος για εφαρμογή της διατάξεως. Συνακόλουθα, η θετική αυτή συμπεριφορά και οι έννομες συνέπειες της θα κριθούν με βάση τις διατάξεις που ισχύουν κατά τον χρόνο που εκδηλώθηκε, την ενεργοποίηση των οποίων και προκαλεί. Όταν δε η διάταξη αυτή ίσχυσε για περιορισμένο χρονικό διάστημα, όπως συνέβη, στην περίπτωση του άρθρου 17 του ν. 1916/1990, αν η θετική αυτή συμπεριφορά δεν έλαβε χώρα κατά το χρόνο ισχύος της και ο κατηγορούμενος, που μπορούσε, με την παροχή των κατά τα ανωτέρω πληροφοριών, να συμβάλει ουσιωδώς στην εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης, δεν επωφελήθηκε από το κίνητρο που του παρέσχε ο νομοθέτης, δεν είναι νοητή η, σε μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο εκδηλώθηκε η θετική, κατά την ανωτέρω έννοια, συμπεριφορά, επίκληση της εν λόγω διατάξεως, η οποία ουδέποτε μέχρι τότε ενεργοποιήθηκε από τον ενδιαφερόμενο, λόγω μη πληρώσεως της προϋποθέσεως που τάσσει για την εφαρμογή της, αλλά, αν και ποιας ευνοϊκής ποινικής μεταχείρισης θα τύχει, θα κριθεί με βάση τις νομοθετικές διατάξεις που ισχύουν κατά τον χρόνο που εκδηλώθηκε η θετική αυτή συμπεριφορά, η οποία και τις ενεργοποιεί και βεβαίως δεν μπορεί να γίνει προσφυγή στην προγενέστερη ουδέποτε ενεργοποιηθείσα και καταργηθείσα διάταξη, έστω και αν αυτή προβλέπει ευνοϊκότερη ποινική μεταχείριση του ενεργήσαντος κατά τον τρόπο αυτό. Τούτο καθίσταται πλέον σαφές σε περίπτωση που, όταν εκδηλώθηκε η θετική αυτή συμπεριφορά, δεν υφίστατο σχετική νομοθετική πρόβλεψη εφαρμογής μέτρων επιείκειας, οπότε στο άτομο αυτό δεν θα εφαρμοσθούν τέτοια μέτρα, αλλά οι γενικές διατάξεις του ΠΚ περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων (ελαφρυντικές περιστάσεις τα χαρακτηρίζει και η διάταξη του άρθρου 17 Ν. 1916/1990) και δεν θα γίνει αναδρομή στο παρελθόν και αναζήτηση τυχόν ισχύσασας σχετικής διάταξης, περιέχουσας ευνοϊκότερες σε σχέση με άλλη ισχύσασα από την τέλεση της πράξεως που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, όπως και αυτή του άρθρου 17 ν. 1916/1990, και η ενεργοποίησή της, με βάση την εκδηλωθείσα στο χρονικό αυτό σημείο εν λόγω θετική συμπεριφορά, η οποία όμως ουδέποτε έλαβε χώρα κατά το χρονικό διάστημα ισχύος της, με αποτέλεσμα να παραμείνει ανεφάρμοστη. Η περίπτωση αυτή, όπως είναι ευνόητο, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη δύο ή περισσοτέρων νόμων για πράξη αξιόποινη. Συνεπής προς τον σκοπό θεσπίσεως των μέτρων επιείκειας, ενόψει των ειδικών συνθηκών που ίσχυαν κατά τον χρόνο που έγινε τούτο και της πολιτικής, που παγίως ακολουθείται, για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και της εξαρθρώσεως των τρομοκρατικών οργανώσεων, οι οποίες και ισχυρή υλικοτεχνική υποδομή στο πλείστον των περιπτώσεων διαθέτουν και ειδικούς αυστηρούς κανόνες που διέπουν τη λειτουργία τους (κλειστή ομάδα περιορισμένου αριθμού προσώπων, εναλλαγή ρόλων, ανανέωση μελών, κώδικας σιωπής) εφαρμόζουν, είναι η άποψη ότι η με το ανωτέρω περιεχόμενο θετική συμπεριφορά θα κριθεί με βάση το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο εκδηλώσεως της. Τούτο δε διότι ο υπαίτιος των εγκληματικών πράξεων που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 187 ή 187Α ΠΚ, ο οποίος δεν προέβη σε αναγγελία κατά τη διάρκεια της ισχύος του παλαιότερου νόμου και δεν συνέβαλε τότε στην προστασία της κοινωνίας από το οργανωμένο έγκλημα ή την τρομοκρατία, δεν δικαιούται, μετά την ισχύ αυτού, να επικαλεσθεί τις διατάξεις του, που συμβαίνει να είναι ευμενέστερες από αυτές που ισχύουν κατά το χρόνο εκδήλωσης της διάθεσης για συνεργασία του με την αρχή. Στην περίπτωση λοιπόν αυτή, όπως ήδη λέχθηκε, δεν μπορεί να γίνει λόγος για προσφυγή στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ και εφαρμογή του επιεικέστερου μεταξύ των περισσοτέρων νόμων που τυχόν ίσχυσαν από την τέλεση της πράξεως μέχρι την αμετάκλητη εκδίκασή της. Κατ ακολουθία των ανωτέρω κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο άποψη, κρίσιμος για την επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου, προκειμένου να διαγνωσθεί εάν συντρέχει ή όχι νόμιμη περίπτωση προς αναγνώριση μέτρων επιείκειας υπέρ συγκεκριμένου προσώπου, είναι ο χρόνος κατά τον οποίο το πρόσωπο αυτό προέβη στην αναγγελία προς την αρχή και επέδειξε την απαιτούμενη θετική συμπεριφορά συνεργασίας προς το σκοπό που αναφέρθηκε. Κατά τη γνώμη, όμως, ενός μέλους του δικαστηρίου, οι διατάξεις περί μέτρων επιείκειας είναι ουσιαστικές, διότι η εφαρμογή τους άγει είτε στην πλήρη απαλλαγή του κατηγορουμένου, είτε στη μείωση της επιβλητέας ποινής, είτε στην αναστολή αυτής, δηλαδή ασκεί καθοριστικό ρόλο στην επί της ουσίας δικαιοδοτική κρίση ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου και τα ποινικά επακόλουθα αυτής, για συγκεκριμένες εγκληματικές πράξεις. Ως εκ τούτου, ο γενικός κανόνας του άρθρου 2 παρ.1 ΠΚ πρέπει να ισχύσει και στην περίπτωση της αναγνώρισης μέτρων επιείκειας, με συνέπεια, αν από την τέλεση της πράξεως που αποδίδεται στον κατηγορούμενο μέχρι την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, που ρυθμίζουν το ζήτημα των μέτρων επιείκειας, να πρέπει να εφαρμοσθεί εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, εκ μέρους των αναιρεσειόντων Χ8 και Χ7 προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι αυτοί αποχώρησαν από την εγκληματική οργάνωση κατά τα έτη 1988 και 1992, αντιστοίχως και έδωσαν πληροφορίες για τη δραστηριότητα και τα μέλη της κατά μήνα Ιούλιο 2002, όταν παραδόθηκαν στην αστυνομική αρχή και έκτοτε επανέλαβαν σταθερά τις πληροφορίες αυτές τόσο στην προδικασία όσο και στην επ' ακροατηρίου διαδικασία και με τον τρόπο αυτό συνέβαλαν στην εξάρθρωση της ΕΟ 17Ν. Κατόπιν, υπέβαλαν διαδοχικά τα εξής αιτήματα: α) να απαλλαγούν από κάθε ποινή ή άλλως να επιβληθεί σ' αυτούς ποινή ελαττωμένη για συγκεκριμένες εγκληματικές πράξεις, οι οποίες είχαν τελεσθεί από μέλη της εγκληματικής οργάνωσης κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1984 - 1988, ως προς τον πρώτο και 1989 - 1992, ως προς τον δεύτερο και για τις οποίες αποδίδονταν σ' αυτούς απλή συνέργεια, κατ' εφαρμογή του άρθρου 17 του ν. 1916/1990 ή άλλως του άρθρου 187Β ΠΚ και (μετά την απόρριψη του ως άνω αιτήματος) β) να ανασταλεί η εκτέλεση της ποινής που είχε επιβληθεί στους ίδιους για τις εν λόγω πράξεις, κατ' εφαρμογή του άρθρου 187Β ΠΚ. Επί των αιτημάτων αυτών εκδόθηκαν, αντιστοίχως, οι προσβαλλόμενες 1199/7-5-2007 (επί των ελαφρυντικών και των μέτρων επιείκειας) και 1301/14-5-2007 (επί της αναστολής της ποινής) αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες οι προαναφερθείσες διατάξεις εφαρμόσθηκαν ως αλληλοσυμπληρούμενες και τα εν λόγω αιτήματα απορρίφθηκαν στο σύνολό τους. Ειδικότερα, με την 1199/7-5-2007 απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι: "...παρότι μετά την αποχώρηση [των αιτούντων την εφαρμογή των μέτρων επιείκειας] από την οργάνωση, τα μέλη της εξακολουθούσαν να διαπράττουν αποτρόπαια εγκλήματα, αυτοί παρέμειναν αδρανείς, χωρίς να κάνουν κάποια ενέργεια που θα ανέστειλε τη δράση της. Ούτε, άλλωστε, ...οι εν λόγω κατηγορούμενοι με πληροφορίες που τυχόν έδωσαν στα καταδιωκτικά όργανα, συντέλεσαν στην εξάρθρωση της ως άνω οργάνωσης ή στην πρόληψη ή ματαίωση σχεδιαζόμενης εγκληματικής πράξης αυτής. Επίσης, ...δεν προέκυψε ότι η συμβολή τους υπήρξε ουσιώδης στην εξάρθρωση της ΕΟ 17Ν, αφού, όσα κατέθεσαν αυτοί, τα κατέθεσαν όταν πλέον η οργάνωση είχε στην ουσία εξαρθρωθεί, καθ' όσον είχαν συλληφθεί και ομολογήσει οι πλείστοι των λοιπών κατηγορουμένων. Αμφότεροι δε συμμετείχαν στην τέλεση βαρύτατων αξιόποινων πράξεων". Και με την 1301/14-5-2007 απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι "δεν αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι - εκκαλούντες Χ8 και Χ7 προέβησαν σε κάποια θετική ενέργεια, που ανέστειλε την δράση της εγκληματικής οργάνωσης ΕΟ 17Ν. Ακόμη, δεν αποδείχθηκε ότι οι ίδιοι, με οποιαδήποτε πληροφόρηση προς τα διωκτικά όργανα, συντέλεσαν στην εξάρθρωση της οργάνωσης ή στην πρόληψη ή ματαίωση κάποιας εγκληματικής πράξης που σχεδιάσθηκε από αυτήν, αλλά, αντιθέτως, παρέμειναν αδρανείς, παρότι η εν λόγω οργάνωση εξακολουθούσε να διαπράττει τα εγκλήματα που λεπτομερώς αναφέρθηκαν σε άλλα σημεία της παρούσας. Κατ' ακολουθία και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά με την προηγηθείσα υπ' αριθ. 1199/7-5-2007 ...απόφαση, στις σκέψεις και αιτιολογίες της οποίας το δικαστήριο και πάλι αναφέρεται προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων και ενσωματώνει στην παρούσα, δεν συντρέχουν οι όροι ...περί αναστολής της εκτέλεσης της ποινής που τους επιβλήθηκε". Σύμφωνα, λοιπόν, με τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο και με δεδομένο το ότι, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του Εφετείου, οι αναιρεσείοντες Χ8 και Χ7 παραδόθηκαν στην αστυνομική αρχή και επέδειξαν διάθεση συνεργασίας με αυτήν κατά μήνα Ιούλιο 2002, για την αναγνώριση μέτρων επιείκειας σ' αυτούς ήσαν εφαρμοστέες, ως εκ του χρόνου κατά τον οποίο έλαβε χώρα η αναγγελία προς την αρχή και εκδηλώθηκε η απαιτούμενη από τις τότε και νυν ισχύουσες ως άνω διατάξεις θετική συμπεριφορά οι διατάξεις του άρθρου 187Β ΠΚ. Και για την κατάφαση ή τον αποκλεισμό της αναγνώρισης των μέτρων αυτών το δικαστήριο της ουσίας έπρεπε να διαγνώσει και να αιτιολογήσει με σαφήνεια εάν οι αναιρεσείοντες είχαν συμβάλει ή όχι ουσιωδώς στην εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης, με τον τρόπο και υπό την έννοια που προαναφέρθηκαν στην αρχή της σκέψης αυτής. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όμως, εφάρμοσε εσφαλμένως τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και διέλαβε ασαφή και αντιφατική αιτιολογία, διότι α) εφάρμοσε παραλλήλως τόσο τις διατάξεις του άρθρου 187Β ΠΚ, όσο και εκείνες του προϊσχύσαντος άρθρου 17 του ν. 1916/1990, ενώ εφαρμοστέες ήσαν μόνο αυτές του άρθρου 187Β ΠΚ, β) απαίτησε για την αναγνώριση των μέτρων επιείκειας και τη συμβολή στην πρόληψη της τελέσεως εγκληματικών πράξεων, ενώ το αίτημα των αναιρεσειόντων στηριζόταν μόνο σε συμβολή στην εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης και γ) ενώ σε πλείστα όσα σημεία του σκεπτικού του και της κρίσεως περί της ενοχής ή της αθωότητας των λοιπών κατηγορουμένων επικαλέσθηκε τις καταθέσεις των αναιρεσειόντων Χ8 και Χ7, χωρίς την αξιοποίηση των οποίων δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε ασφαλές αποδεικτικό πόρισμα (βλ. την 1149/3-5-2007 απόφασή του και παραπάνω στις οικείες θέσεις), δεν απάντησε με σαφήνεια εάν δέχθηκε ως αποφασιστικές τις σχετικές πληροφορίες και γιατί η με τον τρόπο αυτό εκδηλωθείσα συμβολή δεν υπήρξε ουσιώδης στην εξάρθρωση της Ε.Ο, η οποία (εξάρθρωση) κατά τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές της, έλαβε χώρα. Περαιτέρω το Δικαστήριο δέχθηκε μη συμβολή στην εξάρθρωση της Ε.Ο., χωρίς να αιτιολογεί γιατί, παρά τα ανωτέρω, δεν υπήρξε τέτοια συμβολή και στη συνέχεια εντελώς αντιφατικά δέχεται ότι υπήρξε μεν συμβολή, πλην όμως αυτή δεν τύγχανε ουσιώδης. Ούτε περαιτέρω το Δικαστήριο εκθέτει, για την πληρότητα της αιτιολογίας του, ποιοι άλλοι εκ των συγκατηγορουμένων και πότε, για να κριθεί, αν πριν ή μετά, έδωσαν ομοίας με αυτές των αναιρεσειόντων βαρύτητας και δυνατότητας αξιολόγησης αποδεικτικώς, ως και αποτελεσματικής συμβολής, κατά την ανωτέρω έννοια, στην εξάρθρωση της Ε.Ο., πληροφορίες, και κατ ακολουθία αν η συμβολή τους υπήρξε ή όχι ουσιώδης. Επομένως, σύμφωνα, με την πλειοψηφούσα γνώμη, ο πρώτος, από τις διατάξεις του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, λόγος των δηλώσεων αναιρέσεως των αναιρεσειόντων Χ8 και Χ7, με τον οποίο, όπως εκτιμάται, πλήττονται οι προσβαλλόμενες ως άνω αποφάσεις για εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του άρθρου 187Β ΠΚ και 17 ν. 1916/1990, αλλά και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατόπιν αυτού, πρέπει να αναιρεθούν μόνο οι προσβαλλόμενες 1199/7-5-2007 και 1301/14-5-2007 επί των ελαφρυντικών και της αναστολής της ποινής, αντιστοίχως, αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και μόνο ως προς τους εν λόγω αναιρεσείοντες, ως προς τους οποίους ερευνήθηκε η συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής των μέτρων επιεικείας και το δικαστήριο κατέληξε σε αποφατική κρίση. Λόγω της αναίρεσης της 1199/7-5-2007 αποφάσεως ως προς τους Χ8 και Χ7 πρέπει να αναιρεθούν μόνο ως προς τους ίδιους και οι 1265/9-5-2007 και 1299/14-5-2007 αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, για την επιμέτρηση της ποινής και τον καθορισμό συνολικώς εκτιτέας ποινής. Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, μόνο ως προς τα αναιρούμενα κεφάλαια και ως προς τους εν λόγω κατηγορουμένους, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠοινΔ 519), προκειμένου να εφαρμοσθεί η αρμόζουσα ως άνω διάταξη και κριθεί, με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, χωρίς αντιφάσεις, εάν οι εν λόγω κατηγορούμενοι, με τις πληροφορίες που έδωσαν στην προδικασία και με τη στάση που κράτησαν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας συνέβαλαν ουσιωδώς ή όχι στην εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης, υπό την έννοια που προαναφέρθηκε. Σύμφωνα, όμως, με τη γνώμη της μειοψηφίας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 παρ.1 ΠΚ, από τη συσχέτιση των διατάξεων του άρθρου 17 του ν. 1916/1990 και του άρθρου 187Β ΠΚ, συνάγεται ότι οι πρώτες από αυτές ήσαν για τον κατηγορούμενο ευμενέστερες από τις δεύτερες. Πράγματι, για την εφαρμογή των μέτρων επιείκειας κατά την ΠΚ 187Β απαιτείται ο συνεργαζόμενος με την αρχή να έχει συμβάλει ουσιωδώς στην εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης, ενώ κατά την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 17 του ν. 1916/1990 αρκούσε το να έχει συντελέσει [απλώς] στην εξάρθρωση. Και ακόμη, κατά την ΠΚ 187Β έννομη συνέπεια της εφαρμογής των μέτρων επιείκειας είναι η πλήρης απαλλαγή από την ποινή μόνο για τις πράξεις της συγκρότησης εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή της συμμετοχής σ' αυτήν, που αποδίδονται στον συνεργαζόμενο με την αρχή. Για τις τυχόν από τον ίδιο τελεσθείσες εγκληματικές πράξεις που επιδίωκε η οργάνωση, η εφαρμογή των μέτρων επιείκειας δεν έχει ως συνέπεια την απαλλαγή από κάθε ποινή, αλλά, κατά κανόνα, την επιβολή ελαττωμένης ποινής (ΠΚ 83) και, κατ' εξαίρεση, την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής (ΠΚ 99 ως 104). Ενώ, κατά την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 17 του ν. 1916/1990 έννομη συνέπεια της εφαρμογής των μέτρων επιείκειας ήταν πάντοτε η πλήρης απαλλαγή του συνεργαζόμενου από κάθε ποινή, είτε επρόκειτο για τη συγκρότηση της εγκληματικής οργάνωσης ή τη συμμετοχή σ' αυτήν, είτε για άλλη πράξη, που προβλεπόταν στο νόμο ως επιδιωκόμενος σκοπός της οργάνωσης και είχε τελεσθεί από τον κατηγορούμενο στο πλαίσιο της συμμετοχής του σ' αυτήν. Με δεδομένο, λοιπόν, το ότι οι διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 1916/1990 ήσαν ευμενέστερες και ίσχυσαν από το χρόνο τέλεσης των πράξεων που αποδίδονται στους αναιρεσείοντες μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση αυτών, θα έπρεπε να εφαρμοσθούν αυτές κατ' αποκλεισμό των διατάξεων του νέου άρθρου 187Β ΠΚ. Το Πενταμελές Εφετείο, όμως, τις εφάρμοσε παραλλήλως, ως αλληλοσυμπληρούμενες. Έτσι, δέχθηκε ότι βασική προϋπόθεση εφαρμογής των μέτρων επιείκειας είναι, διαζευκτικώς, είτε η με χρησιμοποίηση των πληροφοριών του κατηγορουμένου πρόληψη της τέλεσης κάποιου από τα εγκλήματα που επιδίωκε η εγκληματική οργάνωση είτε η ουσιώδης συμβολή αυτού στην εξάρθρωσή της, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί ότι προϋποθέσεις εφαρμογής ήσαν η προηγούμενη αποχώρηση του κατηγορουμένου και η απλή συμβολή αυτού στην εξάρθρωση της οργάνωσης. Και στη συνέχεια, το Πενταμελές Εφετείο, παρά το γεγονός ότι δέχθηκε α) ότι οι αναιρεσείοντες είχαν αποχωρήσει από την εγκληματική οργάνωση πριν από την άσκηση της ποινικής δίωξης εναντίον τους, β) ότι οι αναιρεσείοντες είχαν δώσει πληροφορίες τόσο στην προδικασία όσο και στην επ' ακροατηρίου διαδικασία στις οποίες το δικαστήριο αναφέρθηκε κατ' επανάληψη για τη θεμελίωση των ουσιαστικών του παραδοχών (βλ. την 1149/3-5-2007 απόφαση) και γ) ότι η εγκληματική οργάνωση είχε εξαρθρωθεί, κατέληξε στην απόρριψη του αιτήματος αναγνώρισης μέτρων επιείκειας με την αιτιολογία ότι η δια των πληροφοριών των αναιρεσειόντων συμβολή στην εξάρθρωση, με την έννοια που προαναφέρθηκε, δεν υπήρξε ουσιώδης, ενώ ήταν αρκετή η κατάφαση απλής συμβολής. Με τα όσα δέχθηκε, όμως, το Πενταμελές Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως τις ως άνω διατάξεις περί μέτρων επιείκειας, διότι τις θεώρησε αλληλοσυμπληρούμενες, ενώ έπρεπε να αποκλείσει την εφαρμογή της δυσμενέστερης από αυτές (του άρθρου 187Β ΠΚ) και να διερευνήσει τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της ευμενέστερης (του άρθρου 17 του ν. 1916/1990), ήτοι μόνο το αν οι εν λόγω κατηγορούμενοι είχαν αποχωρήσει από την εγκληματική οργάνωση πριν από την άσκηση της ποινικής δίωξης και το αν είχαν συντελέσει με οποιοδήποτε τρόπο (ήτοι, όχι οπωσδήποτε ουσιωδώς) στην εξάρθρωσή της. Επομένως, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, θα έπρεπε να αναιρεθούν μεν οι ίδιες αποφάσεις (αυτές που πρέπει να αναιρεθούν και κατά την πλειοψηφία του δικαστηρίου), αλλά μόνο για εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 2 παρ.1 ΠΚ και 17 του ν. 1916/1990, κατά παραδοχή του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε'. Και μετά ταύτα, αφού από το σύνολο των παραδοχών του Πενταμελούς Εφετείου προέκυπτε ότι αυτό είχε αναγνωρίσει τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής των μέτρων επιείκειας [αμέσως ανωτέρω, υπό (α), (β) και (γ)], θα έπρεπε ο Άρειος Πάγος, κατ' άρθρο 518 παρ.1 ΚΠοινΔ, να κρατήσει την υπόθεση, να εφαρμόσει την προσήκουσα διάταξη του άρθρου 17 του ν. 1916/1990 και να κηρύξει τους αναιρεσείοντες Χ8 και Χ7 αθώους των εγκληματικών πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκαν.
47.Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 469 ΚΠοινΔ, για να υπάρξει περίπτωση αυτεπάγγελτης εφαρμογής του επεκτατικού αποτελέσματος της αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε κάποιος κατηγορούμενος, υπέρ συγκατηγορουμένου ο οποίος δεν έχει ζητήσει την αναίρεση ή τη ζήτησε μεν, αλλά δεν συμπεριέλαβε το λόγο που ευδοκίμησε κατά την έρευνα της αιτήσεως του πρώτου, πρέπει να υφίσταται απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, δυσμενής για τον δυνάμενο να ωφεληθεί από την ευδοκίμηση της αιτήσεως αναιρέσεως του πρώτου, με συνδρομή, βέβαια, και των λοιπών προϋποθέσεων της ωφέλειας αυτής.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των 1199/7-5-2007 και 1301/14-5-2007 επί των ελαφρυντικών και της αναστολής της ποινής αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, αυτές, ως προς το ζήτημα της εφαρμογής των μέτρων επιείκειας (βλ. παραπάνω, αρ. 46), υφίστανται μόνο έναντι των αναιρεσειόντων Χ8 και Χ7, οι οποίοι είχαν προβάλει σχετικό αίτημα και έτυχαν αρνητικής απαντήσεως εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας. Η ευδοκίμηση των δηλώσεων των εν λόγω αναιρεσειόντων και η συνεπεία ταύτης αναίρεση των ως άνω αποφάσεων ως προς αυτούς θα μπορούσε να ωφελήσει και τους λοιπούς κατηγορουμένους, μόνον εφ' όσον οι αναιρούμενες αποφάσεις (ή τυχόν κάποιες άλλες, εκδοθείσες για την ίδια πραγματική και νομική αιτία) θα υφίσταντο και θα είχαν έννομες συνέπειες έναντι των λοιπών κατηγορουμένων ως προς το ζήτημα της εφαρμογής των μέτρων επιείκειας. Η προϋπόθεση αυτή, όμως, δεν υφίσταται, διότι κανένας από τους λοιπούς κατηγορουμένους και, μάλιστα, τους καταδικασθέντες Χ2, X5, Χ3 και Χ4 (υπέρ των οποίων ο εισαγγελέας πρότεινε την κατάφαση του επεκτατικού αποτελέσματος) δεν είχε υποβάλει αίτημα εφαρμογής των μέτρων επιείκειας και δεν είχε λάβει εκ μέρους του Πενταμελούς Εφετείου απόφαση επί του ζητήματος αυτού. Επομένως, έδαφος αυτεπάγγελτης εφαρμογής του επεκτατικού αποτελέσματος της ευδοκίμησης των δηλώσεων των αναιρεσειόντων Χ8 και Χ7, ως προς αυτούς, δεν υφίσταται. Τέλος, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το δικαστήριο έχει ευχέρεια αυτεπάγγελτης ενέργειας, όπως εν προκειμένω για την εφαρμογή των μέτρων επιείκειας, η οποία αποβλέπει πρωτίστως στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, εάν παραλείψει την άσκηση της ευχέρειας αυτής δεν υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Διότι η δημιουργία του αναιρετικού λόγου του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ (που είναι δυνατό να ερευνηθεί και αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 511 ΚΠοινΔ, όπως και πάλι, επικουρικώς, πρότεινε ο εισαγγελέας) προϋποθέτει υποχρέωση του δικαστηρίου να ενεργήσει, όπως όταν αυτό επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή ζητείται από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου της ουσίας ή από κάποιο διάδικο και όχι διακριτική ευχέρεια αυτού. Επομένως, ούτε εκ του λόγου τούτου τίθεται βασίμως ζήτημα αναιρέσεως των 1265/9-5-2007 και 1299/14-5-2007 αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, για την επιμέτρηση της ποινής και τον καθορισμό συνολικώς εκτιτέας ποινής, αντιστοίχως, ως προς τους καταδικασθέντες Χ2, X5, Χ3 και Χ4, οι οποίοι κατά την έναρξη της προδικασίας είχαν εκδηλώσει επιθυμία συνεργασίας με την αρχή και είχαν ζητήσει την εφαρμογή μέτρων επιείκειας υπέρ αυτών, αλλά στη συνέχεια και, μάλιστα, στο ακροατήριο, τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, είτε ρητώς είτε με την όλη στάση και συμπεριφορά τους, αποκήρυξαν την ιδιότητα του συνεργαζόμενου και ανακάλεσαν το αίτημα εφαρμογής των μέτρων επιείκειας υπέρ αυτών.
48.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει α) να γίνουν δεκτές οι δηλώσεις αναιρέσεως των αναιρεσειόντων Χ8 και Χ7, σην έκταση που αναφέρεται στο διατακτικό, β) να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι δηλώσεις αναιρέσεως των ιδίων, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι του Χ7 και γ) να απορριφθούν στο σύνολό τους οι δηλώσεις αναιρέσεως των αναιρεσειόντων X1, Χ2, X5, Χ6 και Χ4, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι των τεσσάρων πρώτων από αυτούς. Πέραν του Χ3 (βλ. παραπάνω, αρ.2), οι αναιρεσείοντες X1, Χ2, X5, Χ6, και Χ4, ως ηττώμενοι, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή των εξόδων και τελών της αναιρετικής διαδικασίας (ΚΠοινΔ 373, 583 παρ.1), καθώς και στην εις ολόκληρο (ΚΠολΔ 180 παρ.3) πληρωμή της δικαστικής δαπάνης όσων από τους πολιτικώς ενάγοντες παραστάθηκαν στην αναιρετική δίκη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως απαράδεκτη την από 19-6-2008 δήλωση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ3.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως αβάσιμες τις από 19-6-2008 δηλώσεις αναιρέσεως των αναιρεσειόντων X1, Χ2, X5, Χ6 και Χ4, καθώς και τους πρόσθετους λόγους των τεσσάρων πρώτων από αυτούς.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει τις από 19-6-2008 δηλώσεις αναιρέσεως των αναιρεσειόντων Χ7 και Χ8 ως προς την εφαρμογή των διατάξεων περί μέτρων επιείκειας.
ΑΝΑΙΡΕΙ τις 1199/7-5-2007 και 1301/14-5-2007 αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, επί των ελαφρυντικών και της αναστολής της ποινής, αντιστοίχως, μόνο ως προς τους αναιρεσείοντες Χ7 και Χ8 και μόνο ως προς το κεφάλαιο περί της εφαρμογής του νόμου και της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής υπέρ αυτών μέτρων επιείκειας, καθώς και τις 1265/9-5-2007 και 1299/14-5-2007 αποφάσεις του ιδίου δικαστηρίου, επί της επιμετρήσεως της ποινής και του καθορισμού συνολικώς εκτιτέας ποινής, αντιστοίχως, και πάλι ως προς μόνο τους αναιρεσείοντες Χ7 και Χ8.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, μόνο ως προς το αναιρεθέν μέρος και ως προς τους αναιρεσείοντες Χ7 και Χ8, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως, είναι εφικτή.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως αβάσιμες κατά τα λοιπά τις από 19-6-2008 δηλώσεις αναιρέσεως των αναιρεσειόντων Χ7 και Χ8, καθώς και τους πρόσθετους λόγους του πρώτου από αυτούς.-Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες X1, Χ2, X5, Χ6, Χ3 και Χ4 να πληρώσουν διακόσια είκοσι (220) ευρώ έκαστος για τα έξοδα και τέλη της αναιρετικής διαδικασίας, καθώς και πεντακόσια (500) ευρώ εις ολόκληρο για τη δικαστική δαπάνη ενός εκάστου από τους πολιτικώς ενάγοντες που παραστάθηκαν στην αναιρετική δίκη.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 26η Ιανουαρίου, 17η Φεβρουαρίου, 2α Μαρτίου, 15η και 20η Απριλίου, 3η, 9η, 10η και 29η Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Ιουλίου 2010, από τους ως άνω δικαστές και τη γραμματέα, πλην του αρεοπαγίτη Γεωργίου Μπατζαλέξη, ο οποίος αποχώρησε από την υπηρεσία την 30-6-2010 λόγω ορίου ηλικίας και αντικαταστάθηκε από την αρεοπαγίτη Κυριακούλα Γεροστάθη. Τον κωλυόμενο εισαγγελέα της έδρας αντικατέστησε ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δεν δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση ο μη διάδικος στην έκκλητη δίκη. Οι εγκληματικές πράξεις που τελούνται από τρομοκράτες δεν συνιστούν πολιτικά εγκλήματα. Η δημοσιότητα της δίκης δεν καταλύεται από τη διεξαγωγή της στην ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα των Γυναικείων Φυλακών Κορυδαλλού και από τον προληπτικό έλεγχο των προσερχόμενων ακροατών, για λόγους ασφαλείας. Η ειδική διαδικασία κλήρωσης των συνθέσεων επί σοβαρών υποθέσεων που θα διαρκέσουν πολύ χρόνο δεν καταλύει την αρχή του φυσικού δικαστή. Αμερόληπτος δικαστής και τεκμήριο αθωότητας. Διάθεση αναγκαίων ευκολιών προς υπεράσπιση. Εγκληματική οργάνωση, πληρότητα περιγραφής της πράξεως συμμετοχής σ' αυτήν και κύρος της κλήσεως στο ακροατήριο. Το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη δεν καταλύεται από την έλλειψη εκπροσώπησης κατηγορουμένου από συνήγορο διορισμένο εξ επαγγέλματος, μετά την εκούσια αποχώρησή του από τη διαδικασία, όταν αυτός αρνείται επίμονα να αποδεχθεί τους διοριζόμενους. Ομοίως, δεν καταλύεται από την παροδική στέρηση της δυνατότητας να εκπροσωπηθεί από συνήγορο της επιλογής του, εν όψει της προηγούμενης στάσης του κατηγορουμένου και της συνολικής διάρκειας της δίκης. Επαρκής αναφορά στα αποδεικτικά μέσα προς διαμόρφωση των επί της ουσίας παραδοχών. Προϋποθέσεις αποδεικτικής αξιοποίησης της απολογίας συγκατηγορουμένου, χωρίς την παροχή δυνατότητας εξέτασής του από τους κατηγορουμένους που επιβαρύνει. Δικαιώματα κατηγορουμένου στην προδικασία και αιτιολογία ως προς το κύρος και την αποδεικτική αξιοποίηση προανακριτικών και ανακριτικών απολογιών. Για το παραδεκτό του αναιρετικού λόγου εκ της αποδεικτικής αξιοποίησης απολογιών συγκατηγορουμένων, των οποίων το κύρος αμφισβητήθηκε, πρέπει αναφέρονται οι περιστάσεις που οδήγησαν στην ακυρότητα και τα σημεία που ενοχοποιούν τον αναιρεσείοντα. Δικαίωμα εξετάσεως μαρτύρων υπερασπίσεως και δίκαιη δίκη. Σύννομη η μη ανάγνωση ιδιωτικής γραφολογικής έκθεσης, που προσκομίσθηκε μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας. Συνοπτική απαγγελία αιτιολογιών στο ακροατήριο, η εκ των υστέρων σύνταξη εκτενών γραπτών αιτιολογιών δεν συνιστά πλαστότητα των πρακτικών. Εγκληματική οργάνωση, αιτιολογία ως προς τον ιδρυτικό ρόλο, την ένταξη και την παραμονή των κατηγορουμένων σ' αυτήν. Ηθική αυτουργία στην τέλεση πράξεων τρομοκρατίας, μορφές εκδήλωσης και αιτιολογία ως προς την υπαγωγή τους στον κανόνα δικαίου. Μη χειροτέρευση της θέσεως του εκκαλούντος κατηγορουμένου από παραδοχές που συμπληρώνουν ή διορθώνουν την περιγραφή της πράξεως, χωρίς να μεταβάλλουν την ταυτότητά της. Αιτιολογία σε έφεση εισαγγελέως. Ανθρωποκτονία και ληστεία, άμεση και απλή συνέργεια. Μαρτυρία συγκατηγορουμένου, προϋποθέσεις εφαρμογής ΚΠΔ 211Α. Προηγούμενος έντιμος βίος, περιστατικά που αξιολογούνται. Επαρκής αιτιολογία ως προς επιμέτρηση ποινών, κατά ΠΚ 79. Απόπειρα και ενδεχόμενος δόλος, ενδείκτες διερεύνησης της συνδρομής του βουλητικού στοιχείου. Μέτρα επιείκειας υπέρ συνεργαζόμενων τρομοκρατών, έννοια "εξάρθρωσης" της εγκληματικής οργάνωσης. Εφαρμόζεται ο νόμος που ισχύει κατά το χρόνο εκδήλωσης της διάθεσης προς συνεργασία. Κατά τη μειοψηφία, εφαρμόζεται ο ηπιότερος νόμος, από την τέλεση της πράξεως μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση. Απορρίπτει ως απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης του 7ου αναιρεσείοντα. Απορρίπτει ως αβάσιμες τις αιτήσεις των 1ου, 2ου, 3ου, 4ου και 8ου αναιρεσειόντων. Δέχεται εν μέρει τις αιτήσεις των 5ου και 6ου αναιρεσειόντων ως προς την εφαρμογή των διατάξεων περί επιεικείας. Αναιρεί τις 1199/2007 και 1301/2007 αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου επί των ελαφρυντικών και της αναστολής της ποινής μόνο ως προς τους 5ο και 6ο αναιρεσείοντες περί εφαρμογής μέτρων επιεικείας καθώς και τις 1265/2007 και 1299/2007 απόφαση για επιμέτρηση ποινής και τον καθορισμό εκτιτέας ποινής ως προς τους 5ο και 6ο αναιρεσείοντες. Παραπέμπει ως προς το αναιρούμενο μέρος. Απορρίπτει ως αβάσιμες κατά τα λοιπά τις αιτήσεις των 5ου και 6ου των αναιρεσειόντων.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ποινή, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αναίρεση μερική, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Συνέργεια, Ληστεία, Οργάνωση εγκληματική.
| 0
|
Αριθμός 1408/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Τίγγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Ιουλίου 2010 και 13 Ιουλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Χ, Ρουμάνου υπηκόου, κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο αυτοπροσώπως χωρίς δικηγόρο, κατά της υπ' αριθμ. 60/10 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στο κράτος της Ρουμανίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 72/17-6-2010 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 862/10. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον αυτοπροσώπως παραστάντα εκκαλούντα-εκζητούμενο, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή του και να μην εκδοθεί και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκδοθεί αυτός στο κράτος της Ρουμανίας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 22 παρ.1 Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης", "σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου επιτρέπεται, η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκ-ζητούμενο ή τον Εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα του άρθρου 451 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών". Στη έφεση αυτή πρέπει να διατυπώνονται οι λόγοι για τους οποίους ασκείται.
Συνεπώς, η κρινομένη υπ' αριθμ. 72/17 Ιουνίου 2010 έφεση κατά της υπ' αριθμ. 60/2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αυτό απεφάσισε την εκτέλεση του υπ' αριθ. 21/13.4.2010 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που εκδόθηκε από το Πρωτοδικείο του 4ου Τομέα Βουκουρεστίου κατά του εκκαλούντος Χ, Ρουμάνου υπηκόου, παραπονούμενου για τον σ' αυτήν λόγο, νομίμως και εμπροθέσμως ασκήθηκε ενώπιον της αρμοδίας γραμματέως του Εφετείου Αθηνών κατά την ημέρα που δημοσιεύθηκε η άνω απόφαση και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του άνω Ν. 3251/2004, "το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη, ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία". Κατά δε την παρ. 2 εδαφ. α' του ιδίου άρθρου, "η εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών που διατυπώνονται στο ισχύον Σύνταγμα και στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση". Περαιτέρω, στο άρθρο 2 του ιδίου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: "α) ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της". Στο άρθρο 9 παρ.3 ίδιου νόμου ορίζεται ότι "όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το συμβούλιο εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος". Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, "το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών", κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α' του νόμου τούτου, "υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του παρόντος το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον α) η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών", όπως επίσης εκτελείται, κατά το στοιχ. β' της άνω παρ.1 του άρθρου 10 εφόσον "τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή ως κακούργημα", ενώ κατά την παρ. 2 του αμέσως ανωτέρω άρθρου 10, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή (2) αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών (3) ετών, ειδικότερα δε μεταξύ των άλλων και για εκβίαση (στοιχ. κα). Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να αναφέρεται είτε σε αλλοδαπούς, είτε σε ημεδαπούς, με βάση δε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να συλλαμβάνεται και να παραδίδεται από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άλλο μέρος αυτής κάθε υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα που αναφέρονται στις άνω διατάξεις του Ν. 3251/2004, ακόμη και αν αυτός είναι πολίτης του κράτους από το οποίο ζητείται η παράδοσή του, εφ' όσον βέβαια συντρέχουν οι σχετικές θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι σχετικές υποχρεωτικές ή δυνητικές απαγορεύσεις (άρθρα 10, 11 και 12 Ν. 3251/2004). Τέλος, κατά το άρθρο 28§1 του ίδιου νόμου, "η αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί, αφού αποφασίσει την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, να αναβάλει την προσαγωγή του εκζητουμένου, ώστε να διωχθεί στο Ελληνικό Κράτος ή, αν έχει ήδη καταδικασθεί, να εκτίσει στο ελληνικό έδαφος καταγνωσθείσα ποινή για έγκλημα διαφορετικό από εκείνο για το οποίο εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης". Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι οι εκκρεμείς δίκες στο Ελληνικό Κράτος δεν εμποδίζουν την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος συλλήψεως, αλλά είναι δυνητική η αναβολή της εκτελέσεως αυτού μόνο στις περιπτώσεις που ο εκζητούμενος είτε πρόκειται να διωχθεί για κάποια πράξη είτε έχει ήδη καταδικασθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε ο εκζητούμενος στο Συμβούλιο Εφετών ως και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, προέκυψαν τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, διέταξε την εκτέλεση του υπ' αριθ. 21/13.4.2010 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης του Πρωτοδικείου του 4ου Τομέα Βουκουρεστίου που εκδόθηκε κατά του Χ, Ρουμάνου υπηκόου, τώρα εκκαλούντος, προκειμένου να προσαχθεί αυτός στην αρμόδια Ρουμανική Δικαστική Αρχή για να εκτίσει την στερητική της ελευθερίας ποινή τριών (3) ετών, από την οποία αφαιρείται περίοδος από 28.3.2006 μέχρι 30.11.2006, που του επιβλήθηκε για εκβίαση με την υπ' αριθ. 3592/14.12.2006 ποινική απόφαση του πρωτοδικείου του Τομέα 4ου Βουκουρεστίου, που έγινε οριστική στις 2.3.2009 με την υπ' αριθ. 318/2.3.2009 ποινική απόφαση των Εφετών Βουκουρεστίου Α' Ποινικού Τμήματος. Ειδικότερα, ο εκζητούμενος καταδικάσθηκε γιατί με επανειλημμένες πράξεις του που έγιναν στην αρχή Μαρτίου 2005 και μέχρι 23.3.2005, με την απειλή βίας και σκοτώματος, μεταδιδόμενες κατευθείαν ή μέσω των λοιπών δύο κατηγορουμένων ΑΑ και ΒΒ, κατανάγκασε το βλαπτόμενο μέρος ΓΓ να δώσει διαφορετικά ποσά χρημάτων και απόκτησε με τον τρόπο αυτό το ποσό των 2.000.000 ROL από αυτόν. Το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης το οποίο φέρει ημεροχρονολογία εκδόσεως, ονοματεπώνυμο και υπογραφή του Δικαστή ΝΤΑΝΙΕΛ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝ ΜΟΤΟΪ που το εξέδωσε και περιέχει όλα τα στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 2 Ν. 3251/2004 (ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, όνομα, διεύθυνση και λοιπά στοιχεία του Δικαστή, φύση και νομικό χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο εκζητούμενος, την απόφαση με την οποία καταδικάσθηκε αυτός και την ποινή που του επιβλήθηκε) πληροί τις προϋποθέσεις και τους όρους της τυπικής νομιμότητάς του κατά τον Ν. 3251/2004. Η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ο εκκαλών και για την οποία ζητείται η προσαγωγή του στην αρμόδια Ρουμανική Δικαστική Αρχή, χαρακτηρίζεται ως εκβιασμός επανειλημμένης μορφής, προβλεπόμενη από το άρθρο 194 (1) του Ρουμανικού Ποινικού Κώδικα με την εφαρμογή του άρθρου 41 (2) του ΠΚ, για την οποία κατά το άρθρο 10 παράγρ. 2 περίπτ. κα' Ν. 3251/2004 επιτρέπεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου και με μόνη προϋπόθεση να τιμωρείται στο κράτος εκδόσεως του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας τουλάχιστον τριών (3) ετών, ως προς το ανώτατο όριό της, περίπτωση η οποία συντρέχει εν προκειμένω. Άλλωστε, η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα (άρθρο 385).
Συνεπώς, συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του άνω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ενώ δεν συντρέχει περίπτωση υποχρεωτικής ή δυνητικής μη εκτελέσεως αυτού, οι οποίες περιπτώσεις προβλέπονται στα άρθρα 11 και 12 Ν. 3251/2004. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος (μοναδικός λόγος της εφέσεως) ότι δεν έπρεπε να αποφασισθεί η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, γιατί εκκρεμεί στην Ελλάδα η εκδίκαση άλλης υποθέσεως σε βάρος του είναι μη νόμιμος, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η εκκρεμής δίκη δεν εμποδίζει την εκτέλεση του εντάλματος.
Μετά από αυτά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο διέταξε την εκτέλεση του εν λόγω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης προς το σκοπό προσαγωγής του εκκαλούντος στην αρμόδια Ρουμανική Δικαστική Αρχή για να εκτίσει την ανωτέρω ποινή του, δεν έσφαλε και πρέπει η κρινομένη έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, να καταδικασθεί δε ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 72/17 Ιουνίου 2010 έφεση του Χ κατά της υπ' αριθμ. 60/2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220 ευρώ).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2010.
Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης Ν.3251/2004. Έφεση κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών που απεφάσισε την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Προϋποθέσεις εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος. Πότε εκτελείται το ευρωπαϊκό ένταλμα. Οι εκκρεμείς δίκες στο Ελληνικό Κράτος δεν εμποδίζουν την εκτέλεση του εντάλματος. Ένταλμα της Δικαστικής Αρχής της Ρουμανίας κατά υπηκόου της, προκειμένου να εκτιθεί η στερητική της ελευθερίας ποινή που του επιβλήθηκε για εκβίαση. Επιτρέπεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, με μόνη προϋπόθεση ότι τιμωρείται από το κράτος της εκδόσεως του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον 3 ετών ως προς το ανώτατο όριό της. Απορρίπτει έφεση.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
Αριθμός 1407/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Τίγγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Ιουλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την από 20 Μαΐου 2010 δήλωση αποχής της Αρεοπαγίτη Βιολέττας Κυτέα από την άσκηση των καθηκόντων της κατά την εκδίκαση των υπ' αριθ. 181/8-10-2009 και 187/14-10-2009
αιτήσεων αναιρέσεως των Χ και Ζ, η οποία (δήλωση αποχής) καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 743/10.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής, μετά και το από 269/7-6-10 έγγραφο του Προέδρου του Αρείου Πάγου με το οποίο διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου η ως άνω δήλωση αποχής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη, με αριθμό 223/8-6-10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω
Ι) Η Αρεοπαγίτης Βιολέττα Κυττέα υπέβαλε στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου την από 20-5-2010 δήλωση αποχής, στην οποία αναφέρει ότι: Κατά τη δικάσιμο της 30-4-2010 κατά τη συζήτηση των υπ' αριθμ. 181/8-10-2009 και 187/14-10-2009 αιτήσεων αναιρέσεως των Χ και Ζ, κατά του 1492/09 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (δια του οποίου παραπέμπονται μετ' απόρριψη των εφέσεών τους για κακουργηματική απάτη) συμμετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου και μάλιστα ορίστηκε ως Εισηγήτρια επί των ως άνω αιτήσεων αναιρέσεως. Επειδή όμως ο συνήγορος του αναιρεσείοντος Χ, ο οποίος άσκησε την αναίρεση ως πληρεξούσιος του και υπέβαλε σχετικώς υπόμνημα, είναι ο δικηγόρος Αθηνών Κωνσταντίνος Μ. Χρυσικόπουλος, με τον οποίο και στο γραφείο του η θυγατέρα της Κ συνειργάζετο μέχρι και προ τινών μηνών ως δικηγόρος επί δύο και ήμισυ έτη, προέβη στην ως άνω δήλωση και ζητάει εκ σοβαρών λόγων ευπρεπείας να εξαιρεθεί του χειρισμού της εν λόγω δικογραφίας.
II) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.3 ΚΠΔ τα δικαστικά πρόσωπα δεν δύνανται να ασκήσουν τα δικαιοδοτικά τους καθήκοντα και όταν υπάρχει σοβαρός λόγος ευπρεπείας, ήτοι οσάκις μπορεί να τεθεί σε αμφιβολία η ελεύθερη κρίση ή το απροκατάληπτον αυτής (ΑΠ 2651/2008, ΑΠ 1919/2008 κ.α., Μπουρόπουλος Ερμ. ΚΠΔ Τομ.Α' σελ.40), πράγμα που μπορεί να συμβεί και στην προκειμένη περίπτωση. Ενόψει των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται η αλήθεια του αναφερόμενου λόγου, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση δήλωση αποχής.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να γίνει δεκτή η από 20.5.2010 δήλωση αποχής της Αρεοπαγίτου Βιολέττας Κυττέα και απόσχει της ασκήσεως των καθηκόντων της επί των υπ' αριθμ. 181/8-10-2009 και 187/14-10-2009 αιτήσεων αναιρέσεως των Χ και Ζ κατά του 1492/09 Βουλεύματος Συμβ. Εφ. Αθηνών. Αθήνα 8 Ιουνίου 2010 Ο Αντεισαγγελεας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης".
Αφού άκουσε τον ως άνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην προαναφερθείσα εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 20.5.2010 δήλωση της Αρεοπαγίτη Βιολέττας Κυτέα, η οποία απευθύνθηκε στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, με την οποία φρονεί ότι σοβαροί λόγοι ευπρέπειας της επιβάλλουν να απόσχει από την άσκηση των καθηκόντων της κατά την εκδίκαση των υπ` αριθ. 181/8.10.2009 και 187/14.10.2009 αιτήσεων αναιρέσεως των Χ και Ζ κατά του υπ' αριθμ. 1492/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που συνεδριάζει ως συμβούλιο κατά το άρθρο 23 παρ. 4 Κ.Ποιν.Δ., και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσίαν. Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ., εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 14 του ιδίου Κώδικα λόγων αποκλεισμού, με τη συνδρομή κάποιου από τους οποίους τα δικαστικά πρόσωπα που αναφέρονται σ' αυτό δεν δύνανται να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, ως και του αναφερόμενου στο άρθρο 15 εδ. α του Κ.Ποιν.Δ. λόγου εξαιρέσεως, που επιβάλλει επίσης την αποχή αυτών από την ενάσκηση των καθηκόντων τους σε ορισμένη υπόθεση, περίπτωση τέτοιας αποχής εμφανίζεται, επίσης, και όταν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας επιβάλλουν αυτήν. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, σοβαρός λόγος αποχής συντρέχει, οσάκις τίθενται σε αμφιβολία η ελεύθερη κρίση του δικαστή ή το απροκατάληπτο αυτού.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι μετά την κατά τη δικάσιμο της 30.4.2010 συζήτηση ενώπιον του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου των υπ` αριθ. 181/8.10.2009 και 187/14.10.2009 αιτήσεων αναιρέσεως των Χ και Ζ κατά του υπ' αριθμ. 1492/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, η Αρεοπαγίτης Βιολέττα Κυτέα υπέβαλε προς τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου την από 20 Μαΐου 2010 δήλωση αποχής. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της δηλώσεως, η δικαστική αυτή λειτουργός, που ορίστηκε εισηγήτρια των υποθέσεων, μετά τη συζήτηση των ως άνω αιτήσεων αναιρέσεως, κατά τη μελέτη τους, διαπίστωσε ότι υφίστανται στο πρόσωπό της σοβαροί λόγοι ευπρέπειας, που επιβάλουν την αποχή της από την εκδίκαση των υποθέσεων αυτών. Συγκεκριμένα, οι λόγοι που επικαλείται συνίστανται στο γεγονός ότι ο συνήγορος του αναιρεσείοντος Χ, ο οποίος άσκησε την αναίρεση ως πληρεξούσιός του και υπέβαλε σχετικώς υπόμνημα, είναι ο δικηγόρος Αθηνών Κωνσταντίνος Μ. Χρυσικόπουλος, με τον οποίο και στο γραφείο του η κόρη της Κ συνεργαζόταν ως δικηγόρος επί δυόμισι έτη. Εξαιτίας της σχέσεως αυτής της κόρης της πιο πάνω Αρεοπαγίτη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ανωτέρω αναιρεσείοντος, κατ' αντικειμενική κρίση, ο θιγόμενος διάδικος ευλόγως μπορεί να θεωρήσει ότι η κρίση της δικαστικής αυτής λειτουργού δεν ήταν αποτέλεσμα απροκατάληπτης και αδιάβλητης κρίσης και, επομένως, το συμφέρον της δικαιοσύνης και η διασφάλιση του κύρους αυτής επιβάλλει την αποχή αυτής, για σοβαρό λόγο ευπρέπειας, από την ενάσκηση των καθηκόντων της στις προαναφερόμενες υποθέσεις.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση δήλωση αποχής, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 20 Μαΐου 2010 δήλωση αποχής της Αρεοπαγίτη Βιολέττας Κυτέα. Και Αποφαίνεται ότι η ανωτέρω δικαστική λειτουργός πρέπει να απέχει από την άσκηση των καθηκόντων της ως μέλους της σύνθεσης του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που εκδίκασε τις υπ` αριθ. 181/8.10.2009 και 187/14.10.2009 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ και Ζ κατά του υπ' αριθμ. 1492/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2010 Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση εξαιρέσεως. Δήλωση αποχής Δικαστή από την αναιρετική διαδικασία. Παραδοχή σχετικής δήλωσης.
|
Αποχής δήλωση
|
Αποχής δήλωση.
| 0
|
Αριθμός 1406/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Τίγγα Προεδρεύοντα Αρεπαγίτη, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιο Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Ιουλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.75/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Με αναιρεσείοντες - πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1 και 2) Ψ2, κατοίκους ..., που δεν παραστάθηκαν στο συμβούλιο. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Χ2, 2) Χ3 και 3) Χ4.
Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23 Απριλίου 2010 και 3 Μαΐου 2010 δυο αιτήσεις του, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 580/10. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη, με αριθμό 213/1-6-10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι. Εισάγοντας ενώπιόν Σας, 485 παρ.1 ΚΠΔ τις με αριθμ. εκθέσεων : 4/23-4-2010 και 5/3-5-2010 του γραμματέα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, αιτήσεις αναιρέσεως, των α) Χ1 και β) Ψ2 και Ψ1, κατά του με αριθμ. 75/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης εκθέτουμε τα ακόλουθα:
ΙΙ. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κρήτης με το υπ' αριθμ. 109/2010 βούλευμά του - εκτός των άλλων - παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ1, στο ακροατήριο του ΜΟΔ, περιφερείας Εισαγγελίας Εφετών Κρήτης, για να δικαστεί ως υπαίτιος για τις αξιόποινες πράξεις: α) της ανθρωποκτονίας με πρόθεση β) της απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συρροή γ) της παράνομης οπλοφορίας δ) της παράνομης κατοχής όπλου και πυρομαχικών και ε) οπλοχρησίας (αρθρ. 1, 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1, 42 παρ.1, 94 παρ.1, 299 παρ.1 ΠΚ, 1 παρ.1α, δ, 7 παρ.1, 8α, 10 παρ.1 - 13α, 14 Ν 2168/1993). Επίσης το ίδιο Συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος των κατηγορουμένων: 1) Χ4 για τις αξιόποινες πράξεις : α) της απόπειρας ανθρωποκτονίας από κοινού και κατά συρροή β)της ανθρωποκτονίας από κοινού γ) της παράνομης κατοχής όπλου και πυρομαχικών δ) της παράνομης οπλοφορίας και ε) της οπλοχρησίας, 2) Χ2 για τις αξιόποινες πράξεις: α) της απόπειρας ανθρωποκτονίας από κοινού και κατά συρροή β) της ανθρωποκτονίας από κοινού γ) της παράνομης κατοχής πυροβόλου όπλου δ) της παράνομης οπλοφορίας πυροβόλου όπλου και ε) της οπλοχρησίας 3) Χ3 για τις αξιόποινες πράξεις: α) της απόπειρας ανθρωποκτονίας από κοινού και κατά συρροή β) της παράνομης κατοχής πυροβόλου όπλου γ) της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας πυροβόλου όπλου 4) Χ4 για τις αξιόποινες πράξεις : α) της παράνομης κατοχής πυροβόλου όπλου και πυρομαχικών, β) της παράνομης οπλοφορίας πυροβόλου όπλου και γ) της οπλοχρησίας. Στη συνέχεια οι αναιρεσείοντες, ο μεν Χ1 ως κατηγορούμενος οι δε Ψ1 και Ψ2, ως πολιτικώς ενάγοντες, ήσκησαν τις υπ' αριθμ. 2/12-3-2010 και 5/15-3-2010 εφέσεις τους αντίστοιχα κατά του ανωτέρω βουλεύματος, πλην όμως αυτές απορρίφθηκαν ως αβάσιμες στην ουσία τους από το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, με το υπ' αριθμ. 75/2010 βούλευμά του. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον ίδιο τον κατηγορούμενο Χ1 στις 15/4/2010 και αυτός (δια του νομοτύπως ορισθέντος πληρεξουσίου του δικηγόρου Χανίων Ιωάννη Σφακιωτάκη) άσκησε στις 23/4/2010 - δηλαδή εντός της προβλεπόμενης δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση (αρθρ. 373 παρ.1 ΚΠΔ) - την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ζητώντας την αναίρεση του προαναφερθέντος βουλεύματος, για τους παρακάτω εκτιθέμενους λόγους. Επίσης το εν λόγω βούλευμα επιδόθηκε και στους έχοντας την ιδιότητα των πολιτικώς εναγόντων Ψ1 και Ψ2 στις 23/4/2010 και αυτοί άσκησαν στις 3/5/2010 την υπό κρίση αναίρεσής τους ζητώντας να αναιρεθεί κατά το απαλλακτικό του μέρος. Όμως η αίτηση αναίρεσης των πολιτικώς εναγόντων, αν και ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως τυγχάνει απαράδεκτη, καθόσον δεν προβλέπεται δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως στους πολιτικώς ενάγοντες στο βούλευμα αυτό κατ' άρθρο 482 παρ.1 ΚΠΔ (μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 41 παρ.1 Ν. 3160/2003), και ως τούτου θα πρέπει η ασκηθείσα εξ' αυτών αίτηση αναιρέσεως ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ. Αντίθετα η αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1, είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή, διατυπώνονται δε σ' αυτήν οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε, και ειδικότερα: 1) η απόλυτη ακυρότητα, 2) η υπέρβαση εξουσίας και 3) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ως εκ τούτου η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί η βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων αναιρέσεως.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 299 παρ.1 ΠΚ, όπως ισχύει μετά την κατάργηση της ποινής του θανάτου με το άρθρο 33 παρ.1 του ν. 2172/1993 "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη", ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου "αν η πράξη αποφασίσθηκε και εκτελέσθηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση αφαίρεσης ζωής άλλου ανθρώπου. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 299 Π.Κ. προκύπτει ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως γένεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης, ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής τόσο κατά τη λήψη της αποφάσεως όσο και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας γιατί, αν λείπει, ο βρασμός ψυχικής ορμής σ' ένα απ' αυτά τα στάδια, δεν συντρέχουν οι όροι της παρ.2 του άρθρου 299 Π.Κ. για επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη (ΑΠ 347/2009 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΑΠ 1536/2006, ΑΠ 1061/1997). Βρασμός ψυχικής ορμής είναι κάθε ψυχική υπερδιέγερση από την απότομη και αιφνίδια υπερένταση κάποιου συναισθήματος ή πάθους, όπως π.χ. οργής, φόβου, μίσους, κ.λ.π. η οποία ψυχική υπερδιέγερση αποκλείει την σκέψη, δηλαδή τη στάθμιση των αιτιών που ωθούν στην τέλεση της πράξης και συγκρατούν από αυτή, χωρίς όμως να φθάνει μέχρι τη διατάραξη της συνείδησης αποκλείουσα ή μειώνουσα την ικανότητα του δράστη προς καταλογισμό (ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 1239/2005, ΑΠ 2292/2003). Κατά την διάταξη του άρθρου 27 παρ.1 ΠΚ, με δόλο πράττει, όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια αξιόποινης πράξεως. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν τα περιστατικά αυτά τα αποδέχεται. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι με άμεσο δόλο ενεργεί εκείνος που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και αυτός που δεν το επιδιώκει, αλλά προβλέπει ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και δεν αφίσταται αυτής, με ενδεχόμενο δε δόλο πράττει εκείνος, ο οποίος προβλέπει ως δυνατό το εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται (ακολουθούμενη από τον Ποινικό Κώδικα θεωρία της εγκληματικής επιδοκιμασίας). Όμως, η συνδρομή του στοιχείου της αποδοχής είναι ζήτημα αποδείξεως και δεν προκαθορίζεται μόνο από το βαθμό της πιθανότητας με την οποία προβλέφθηκε το εγκληματικό αποτέλεσμα, ούτε από τη διαπίστωση ότι ο δράστης, μολονότι είδε τούτο ως δυνατό προχώρησε στην πράξη του (ΑΠ 1661/2004 ΠοινΔνη 2005/117, ΑΠ 1304/2003 Ποιν.Λογ. 2003.1474, ΑΠ 1584/2001 Ποιν.Χρ. ΝΒ/620 με σχόλ. Βαθιώτη, ΑΠ 1206/2000 ΠοινΧρ ΝΑ/415). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42 παρ.1 και 299 παρ.1 ΠΚ συνάγεται, ότι απόπειρα ανθρωποκτονίας υπάρχει, όταν αυτός που αποφάσισε να σκοτώσει άλλον επιχειρεί, με πρόθεση πραγματώσεως του σκοπού αυτού, πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως του εν λόγω εγκλήματος. Ως τέτοια θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία, αποτελώντας τμήμα της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, οδηγεί ευθέως στην πραγμάτωση του, ή τελεί αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται ως τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο. Η ανθρωποκτόνος πρόθεση του δράστη δεν είναι πάντοτε εμφανής και κατά το πλείστον προκύπτει από την καταγραφή και εκτίμηση διαφόρων αντικειμενικών στοιχείων, όπως οι προηγούμενες σχέσεις δράστη - θύματος, το είδος του μέσου που χρησιμοποιήθηκε, η κατεύθυνση του πλήγματος ή της βολής, ο αριθμός των πληγμάτων, η απόσταση της βολής, το μέρος του σώματος που τυχόν επλήγη, οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η πράξη, η μεταγενέστερη συμπεριφορά του δράστη κ.ο.κ. (ΑΠ 110/2006 Ποιν.Λογ. 2006/103, ΑΠ 954/2004 ΠοινΧρ ΝΕ/430, ΑΠ 2450/2003 Ποιν.Λογ. 2003/2605, ΑΠ 864/2003 Ποιν.Λογ. 2003/964, ΑΠ 35/2003 Ποιν.Λογ. 2003/68, ΑΠ 219/2002 Ποιν.Λογ. 2002/184, ΑΠ 989/1999 Ποιν.Χρ. Ν/500). Επίσης, γίνεται δεκτό ότι απόπειρα ανθρωποκτονίας, σε αληθινή συρροή με τετελεσμένη ανθρωποκτονία, υφίσταται και στις περιπτώσεις "διαζευκτικού" δόλου, όταν δηλαδή ο δράστης κατευθύνει την εγκληματική του ενέργεια στην πραγμάτωση περισσοτέρων αδίκων αποτελεσμάτων ενώ ένα μόνο από αυτά μπορεί να επέλθει (λ.χ. πυροβολεί μία φορά μόνο εναντίον δύο προσώπων, Ι. Μανωλεδάκης Ποινικό Δίκαιο σελ. 171-174) ή στις παραπλήσιες περιπτώσεις της "αστοχίας βολής" aberratio ictus), όταν προέβλεπε ότι μπορούσε να πλήξει τον πλησίον ιστάμενο αντί εκείνου που στόχευε (ΟλΑΠ 1099/1976 ΠοινΧρ ΚΖ/423, Μπουρόπουλος Α' σελ.96). Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 στοιχ.α' του ν. 2168/1993 "όπλο είναι κάθε μηχάνημα, το οποίο, με ωστική δύναμη που παράγεται με οποιονδήποτε τρόπο, εκτοξεύει βλήμα... και μπορεί να επιφέρει κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπα... και ιδίως κάθε πυροβόλο όπλο...που μπορεί να προκαλέσει με οποιονδήποτε τρόπο τα ανωτέρω αποτελέσματα". Από το συνδυασμό της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 1 παρ.1 στοιχ. α' προς τις διατάξεις των άρθρων 7, 10, παρ.1, 13 στοιχ. α' και 14 του ν. 2168/93 κατά τις οποίες αφενός απαγορεύεται να κατέχονται, αλλά και να φέρονται όπλα ή άλλα είδη που προβλέπονται στο άρθρο 1 του ίδιου νόμου, αφετέρου δε "όποιος με χρήση όπλου ή άλλου αντικειμένου αναφερόμενου στον παρόντα νόμο διαπράξει κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο ή αμέλεια και καταδικασθεί, ανεξάρτητα από την ποινή που επιβάλλεται γι' αυτό τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών", προκύπτει ότι για να τιμωρηθεί κάποιος για παράνομη οπλοκατοχή, οπλοφορία και οπλοχρησία πρέπει να κατέχει, να φέρει μαζί του όπλο, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής και να τα χρησιμοποιήσει σύμφωνα με τον ειδικό λειτουργικό προορισμό του (ΑΠ 60/1995 ΠοινΧρ ΜΕ/331, ΑΠ 760/1988 ΠοινΧρ ΛΗ/877, ΑΠ 1201/1986 ΠοινΧρ ΛΣΤ/102 Εφ. Θες. 1163/1996 ΠοινΧρ ΜΣΤ/1710). Τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 7 και 10 του ανωτέρω νόμου εγκλήματα της παράνομης οπλοκατοχής και παράνομης οπλοφορίας είναι διαρκή εγκλήματα (ΑΠ 403/1996 ΠοινΧρ ΜΖ/42, Γ. Μπέκα: Όπλα - πυρομαχικά - εκρηκτικά σελ.146) και συρρέουν αληθώς, εφόσον η κατοχή τελείται σε χρόνο διαφορετικό και σαφώς διακεκριμένο εκείνου της οπλοφορίας (ΑΠ 1583/1991 ΠοινΧρ ΜΒ/285, ΑΠ 1134/1988 ΠοινΧρ ΛΘ/89). Εξ άλλου, ως χρήση του όπλου, κατά την έννοια του άρθρου 14 ίδιου νόμου, νοείται η χρησιμοποίηση αυτού σύμφωνα με τον ειδικό λειτουργικό προορισμό του. Επομένως, προκειμένου περί πυροβόλου όπλου δεν αρκεί η προβολή του αλλά απαιτείται πυροβολισμός για τη στοιχειοθέτηση της χρήσεως αυτού (βλ. ΑΠ Ολ. 760/1988 ΠοινΧρ ΛΗ/877, ΑΠ 2445/2003 Ποιν. Λογ. 2003/2595, ΑΠ 1223/1992 ΠοινΧρ ΜΒ/852, ΕφΘεσ/κης 895/2001 Ποιν.Δ/νη 2001/1231). Τελείται δε ένα έγκλημα παράνομης κατοχής ή οπλοφορίας όταν κατέχονται ή φέρονται από τον δράστη περισσότερα όπλα ή, από κοινού, ένα όπλο μαζί με πυρομαχικά, χωρίς να συντρέχει αληθινή συρροή εγκλημάτων, αφού προσβάλλεται το ίδιο έννομο αγαθό, που είναι η δημόσια τάξη, επιβαλλομένης, στην περίπτωση αυτή, της βαρύτερης από τις προβλεπόμενες για κάθε όπλο ποινής-εξαιρουμένων, όμως, των κυνηγετικών όπλων, η κατοχή των οποίων αποτελεί αυτοτελές έγκλημα (Πεντ. Εφ. Πειρ. 38/2001 ΠρΛογ 2001/334, ΠοινΧρ ΝΑ/644, Εφ.Πειρ. 6/2000 ΝοΒ 2000/857, Αρμεν. 2000/682). Η κατοχή δε του όπλου με την οπλοφορία συρρέουν αληθινά μόνο όταν οι χρόνοι τέλεσης τους είναι διαφορετικοί και διακριτοί(ΕφΚρ 308/1975 ΠοινΧρ ΚΣΤ/165).
ΙV) Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (Ολ.ΑΠ 1/2005 ΠΛογ 2005.49, Ολ.ΑΠ 2/2004 ΠΛογ 2004.1015, ΑΠ 1560/2002 ΠΧ' 2003.536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧ' 2001.244). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράληψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 2095/2008, ΑΠ 2253/2002 ΠΧ' 2003.795, ΑΠ 911/1995 ΠΧ' 1995.1440, ΑΠ 459/1992 ΠΧ' 1992.545).
V) Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και τα υπόλοιπα έγγραφα, προέκυψαν - σε σχέση με τα αποδιδόμενα στον αναιρεσείοντα εγκλήματα - τα ακόλουθα ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Μεταξύ των οικογενειών Ψ1 και Χ2 υφίσταται χρόνια διαμάχη και αντιπαλότητα οφειλόμενη σε κτηματικές διαφορές, αλλά κυρίως στο έθιμο της αντεκδίκησης ("βεντέτας"), καθόσον στις 28-11-1987 ο ΩΩ, μακρινός συγγενής του Ψ1, σκότωσε τον ΑΑ, αδερφό του Χ2. Στις 14-3-2009 ο ΣΤ, βρισκόταν σε αγρόκτημα της οικογένειάς του στην περιοχή "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δ.Δ. ... του Δήμου ... μαζί με τον φίλο του ΔΔ και έναν αλλοδαπό εργάτη, αλβανικής υπηκοότητας, τον ΕΕ, τον οποίο αποκαλούσαν "..." ή "...", απασχολούμενος με το κλάδεμα των νεόφυτων ελαιόδεντρων ("μουρέλων") του αγροκτήματος και με την καύση των υπολειμμάτων της ξυλείας. Μετά δε από τη μεσημβρινή τους ανάπαυλα, το απόγευμα της αυτής ημέρας ο ΣΤ με τον ως άνω φίλο του ΔΔ μετέβησαν και συνέχισαν την ίδια εργασία στα κτήματα του τελευταίου, ενώ οι γονείς του, Ψ1 και Ψ2, μαζί με τον ανωτέρω αλλοδαπό εργάτη και το δεκαεξάχρονο εγγόνι τους παρέμειναν στον αυτό τόπο και συνέχισαν την καύση των κλαδιών. Κατά τον ίδιο χρόνο, σε πλαϊνό αγρόκτημα βρίσκονταν ο Χ2 μαζί με τους δύο γιους του, ΑΑ και Χ2 και έβοσκαν τα πρόβατα τους. Επειδή δε η φωτιά, καίτοι δεν είχε επεκταθεί στο χωράφι τους, τους ενόχλησε, ο πρώτος εξ αυτών πλησίασε τον Ψ2 και την Ψ1 και με προκλητικό τρόπο άρχισε να τους προπηλακίζει, να εξυβρίζει την Ψ2 και να εκστομίζει απειλές κατά της ζωής τους, αιτιώμενος ότι η φωτιά του κατέστρεψε τη χορτονομή ("ταή") των προβάτων του. Στη συνέχεια δε άρπαξε μία ευμεγέθη πέτρα από το έδαφος και, όπως στεκόταν πίσω από το συρματόπλεγμα που διαχώριζε τα δύο κτήματα, την εκσφενδόνισε προς το κεφάλι της Ψ2 πλήττοντας αυτήν στο μέτωπο και προκαλώντας της διάσχιση του δέρματος και αιμορραγία. Αντικρίζοντας τη σύζυγο του τραυματισμένη ο Ψ1 την αποτράβηξε σε ενδότερο σημείο του χωραφιού τους για να προστατευθεί και να σταματήσει με κάποιο πρόχειρο τρόπο την αιμορραγία, ενώ ο Χ2 , από κοινού πλέον με το γιο του Χ4, που παρίστατο εξ αρχής στο άνω επεισόδιο, καθώς και με τον έτερο γιο του ΑΑ και τις δύο νύφες του, ΒΒ συζ. Χ4 και ΓΓ συζ. Χ3, που προσήλθαν μετά τον τραυματισμό της Ψ2 στο σημείο του συμβάντος, συνέχισαν για λίγα λεπτά, όλοι μαζί, να καταφέρονται (λεκτικά) εναντίον της οικογένειας Ψ. Στη συνέχεια, οι μεν άνδρες αποχώρησαν προς τα αυτοκίνητά τους και οι γυναίκες παραμέρισαν λίγα μέτρα πιο πέρα. Αιμόφυρτη και ταραγμένη, εν τω μεταξύ, όπως ήταν η Ψ2, βλέποντας ότι ο Χ2 και οι γιοι του απομακρύνθηκαν από το συγκεκριμένο χώρο και μην μπορώντας να διανοηθεί τι επρόκειτο να ακολουθήσει, κάλεσε από το κινητό της τηλέφωνο τον γιο της ΣΤ και, παραπονούμενη, τον ενημέρωσε για όσα είχαν διαδραματισθεί κατά την απουσία του. Ως ήταν δε αναμενόμενο ο γιος της αναστατώθηκε και, προφανώς κυριευμένος από θυμό, αφού, αρχικά, μετέβη μαζί με το φίλο του ΕΕ και με το αυτοκίνητο του τελευταίου στο σπίτι του στο χωριό ... για να παραλάβει, για προστασία, το κυνηγετικό του όπλο, έσπευσε, ακολούθως και έφτασε εντός ενός μισάωρου περίπου, στην άνω αγροτική περιοχή. Στη θέα της αιματοκυλισμένης μητέρας του, ως ήταν απολύτως φυσιολογικό, σοκαρίστηκε και αφού περιήλθε σε έξαλλη κατάσταση πλησίασε τις δύο ως άνω γυναίκες της οικογένειας Χ και διαπληκτίστηκε φραστικά με αυτές εκφράζοντας την αγανάκτησή του για την άνανδρη ενέργεια του πεθερού τους να τραυματίσει την μητέρα του. Η λεκτική αυτή αντιπαράθεση διήρκησε λίγα λεπτά και, ακολούθως, καθώς οι δύο γυναίκες άρχισαν να απομακρύνονται από κοντά του, ο ΣΤ σταμάτησε να ασχολείται μαζί τους και επέστρεψε στο σημείο που βρισκόταν η τραυματισμένη μητέρα του για να την επιβιβάσει στο Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητό τους, μάρκας "Nissan Navara" και να την μεταφέρει στο Κέντρο Υγείας ... . Καθώς δε επέστρεφε προς αυτήν ξεκρέμασε το κυνηγετικό του όπλο από το δέντρο όπου το είχε κρεμάσει ο φίλος του ΕΕ - ο οποίος του το είχε αποσπάσει πριν πλησιάσει τις δύο ως άνω γυναίκες - και το έδωσε, ακολούθως, στη μητέρα του για να το κρατάει, μέχρι να ετοιμαστούν για να αναχωρήσουν. Ενώ, όμως, ανηφόριζαν προς το αμπέλι τους, απ' όπου θα επιβιβάζονταν στα αυτοκίνητά τους, πλην του αλλοδαπού εργάτη που είχε απομακρυνθεί από τους υπόλοιπους, κατέφτασε με ταχύτητα στο σημείο που βρίσκονταν οι ανωτέρω δύο γυναίκες της οικογένειας Χ, ένα σκουρόχρωμο Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο 4Χ4 με οδηγό τον Χ3 και συνοδηγό τον Χ1. Το αυτοκίνητο δε αυτό διενεργώντας ένα απότομο ελιγμό τροχοπέδησε έμπροσθεν του, σταθμευμένου στον ίδιο τόπο, λευκού αγροτικού αυτοκινήτου που χρησιμοποιούσε η ΒΒ, με το παρπρίζ του στραμμένο κατά το μέτωπο προς το σημείο που βρίσκονταν τα μέλη της οικογένειας Ψ. Στο άκουσμα του οχήματος η μόνη αντίδραση του ΣΤ ήταν να στραφεί και να κοιτάξει προς αυτό, αναφωνώντας "ήρθανε μωρέ!", εκφράζοντας δηλαδή την έκπληξή του για το θράσος που επιδείκνυαν τα μέλη της οικογένειας Χ, μετά από αυτό που είχαν πράξει, να επανεμφανίζονται στον τόπο του συμβάντος. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, ενώ τα μένη της οικογένειας Ψ παρακολουθούσαν το άνω όχημα, όντας ανυποψίαστα και μη δυνάμενα να προβλέψουν τι θα επακολουθούσε, μέσα από την καμπίνα του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου και από τη θέση του συνοδηγού, ο Χ1 πυροβόλησε εναντίον τους με ένα πιστόλι διαμετρήματος 9 mm, αγνώστων λοιπών στοιχείων, το οποίο παρανόμως έφερε μαζί του, αδιαφορώντας ποιον εξ αυτών θα έπληττε. Αποτέλεσμα της ως άνω πράξης του Χ1 ήταν να δεχθεί ο ΣΤ ένα πλήγμα από βολίδα πυροβόλου όπλου, η οποία διαπέρασε το θώρακά του, από τη δεξιά πλευρά προς την αριστερή, και διατρύπησε και τους δύο πνεύμονές του, τον δεξιό λοβό του ήπατος, και τον θόλο του στομαχιού του. Από τη θέση δε του αυτοκινήτου, που ήταν σε χαμηλότερο επίπεδο, υπήρχε καλύτερη ορατότητα και τα ανωτέρω θύματα του ήταν εύκολος στόχος απ' ότι από τη θέση των τελευταίων, τα οποία λόγω των φυλλωμάτων του ελαιώνα έπρεπε να σκύψουν ή να πέσουν στο έδαφος για να διακρίνουν τις κινήσεις του. Δεχόμενος το πλήγμα ο ΣΤ έπεσε σφαδάζοντας στο έδαφος, πλην όμως, δεν απώλεσε αμέσως τις αισθήσεις του, ούτε εξέπνευσε ακαριαία, αλλά ανασηκώθηκε και, με τις μειωμένες πλέον δυνάμεις του, πιέζοντας με το αριστερό του χέρι την πληγή κάτω από τη δεξιά του μασχάλη, με το δεξιό του χέρι κράτησε την καραμπίνα και, χωρίς να μπορεί λόγω του τραύματος του να σημαδέψει, πυροβόλησε δύο φορές προς την πλευρά του αυτοκινήτου απ' όπου ο ίδιος είχε βληθεί. Ο Χ1, παρότι, προφανώς, είδε ότι είχε πλήξει και είχε ήδη τραυματίσει τον ΣΤ, εξακολούθησε να πυροβολεί εναντίον των μελών της οικογένειας Ψ, ρίπτοντας τουλάχιστον άλλους δύο πυροβολισμούς. Ο ΕΕ διαπιστώνοντας ότι ο φίλος του ΣΤ τραυματίσθηκε από τα πυρά, χωρίς να υπολογίσει τον κίνδυνο - που ήδη, ούτως ή άλλως, είχε διατρέξει αφού μία από τις σφαίρες είχε καρφωθεί στο έδαφος μπροστά στα πόδια του - έτρεξε προς αυτόν και υποβαστάζοντάς τον, τον μετέφερε μέχρι το Ι.Χ.Φ. αγροτικό τους αυτοκίνητο, που ήταν σταθμευμένο λίγο ψηλότερα, δίπλα στο αμπέλι, και οδηγώντας το ο ίδιος τον διακόμισε χωρίς καθυστέρηση στο Κέντρο Υγείας ..., ενώ ο Ψ1 και Ψ2, μαζί με τον αλλοδαπό εργάτη τους ΕΕ, επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητο του ΔΔ, ένα παλιό αυτοκίνητο, μάρκας "Fiat Panda", χωρίς πινακίδες κυκλοφορίας, αφού πέρασαν πρώτα από το σπίτι τους, στα ..., που απείχε 5 λεπτά περίπου, για ν'αλλάξουν αυτοκίνητο, μετέβησαν και εκείνοι στο Κέντρο Υγείας ..., όπου ήδη είχαν συγκεντρωθεί περί τα τριάντα άτομα, φίλοι του θύματος και συγγενείς της οικογένειας Ψ, όπως ο ΖΖ, ο ΗΗ, η ΘΘ και ο γαμπρός (επ' αδελφή) του θύματος ΚΚ με τη σύζυγο του ΛΛ. Από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα από τις εμπειρικά παρατηρήσιμες ενδείξεις προκύπτει εναργώς ο ανθρωποκτόνος δόλος του εκκαλούντος κατηγορουμένου Χ1 και συγκεκριμένα προκύπτει από το μέσον που χρησιμοποιήθηκε (πυροβόλο όπλο-πιστόλι), τη ρίψη τουλάχιστον τριών πυροβολισμών από κοντινή απόσταση, το ζωτικό μέρος που ετρώθη ( δεξιά μασχαλιαία χώρα), ο απόλυτος αιφνιδιασμός του θύματος, καθόσον οι πυροβολισμοί ρίφθηκαν μέσα από το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος Χ3 και από τον συνοδηγό αυτού, συνθήκες που μαρτυρούν ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος, ειδοποιηθείς προφανώς από τις συζύγους των αδελφών του, είτε από την ΒΒ συζ. Χ4 είτε από την ΓΓ συζ. Χ3, σχετικά με την άφιξη του φέροντος κυνηγετική καραμπίνα ΣΤ στον τόπο του συμβάντος, ως και του φραστικού επεισοδίου που είχε αυτός με τις προαναφερόμενες γυναίκες, προσήλθε στο χώρο με αποκλειστικό σκοπό τη θανάτωση του τελευταίου, την οποία είχε σχεδιάσει και αποφασίσει ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κρίση η οποία ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος δεν μετείχε σε προγενέστερο χρόνο σε κάποιο επεισόδιο με το θύμα, αλλά προσήλθε στο τόπο των συμβάντων έχοντας αναλάβει το ρόλο του εκτελεστή.
Επίσης, από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται πλήρως η υπόσταση του εγκλήματος της απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συρροή διότι: α) ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ1, όντας συνοδηγός στο με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, πυροβόλησε διαδοχικά με πυροβόλο όπλο (πιστόλι) από μικρή απόσταση τουλάχιστον τρείς φορές εναντίον μιας ομάδας τεσσάρων ατόμων (ΣΤ, ΔΔ, Ψ1, Ψ2), οι οποίοι βάδιζαν δίπλα-δίπλα, β) η ενέργειά του αυτή ήταν πρόσφορη και κατάλληλη να επιφέρει το θάνατο οιουδήποτε εκ των τεσσάρων ατόμων, δεδομένου ότι επέφερε το θάνατο του ΣΤ, και συνιστά όχι μόνο κατά τη φυσική αντίληψη των πραγμάτων αρχή εκτέλεσης της πράξης αλλά στοιχειοθετεί και την αρχή πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και, σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης, οδηγεί σ'αυτή, γ) ο εκκαλών κατηγορούμενος γνώριζε ότι με τέτοια κίνηση (ρίψη τουλάχιστον τριών πυροβολισμών από κοντινή απόσταση, ήταν κατά την κοινή πείρα δυνατό να επέλθει ο θάνατος ενός μέλους της οικογένειας Ψ ή του ΔΔ και παρόλα αυτά δεν απέφυγε την ενέργεια αυτή και έτσι αποδέχθηκε το θάνατό τους. Το αποτέλεσμα του θανάτου όμως, πλην του ΣΤ, δεν επήλθε για τους ΔΔ, Ψ1 και Ψ2 από λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του καθόσον αφενός μεν ο θανάσιμα τραυματισθείς ΣΤ πρόλαβε και πυροβόλησε με την κυνηγετική καραμπίνα κατά του αυτοκινήτου με αποτέλεσμα να τραυματίσει έστω και εντελώς ελαφρά του επιβαίνοντες σ'αυτό, αφετέρου δε οφείλεται σε αστοχία του εκκαλούντος κατηγορουμένου, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η οικογένεια Ψ και ο ΔΔ αποτραβήχτηκαν στο εσωτερικό του ελαιώνα. Επομένως, ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ1 απεφάσισε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, που επιτρέπει τη σκέψη να σκοτώσει οποιονδήποτε από την οικογένεια Ψ ή τον φίλο της οικογένειας ΔΔ και επιχείρησε με πρόθεση προς τον ανθρωποκτόνο αυτό σκοπό όλες τις προαναφερόμενες ενέργειές του.
Ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ1 διατείνεται ότι το εκκαλούμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων έσφαλε στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, καθόσον τον παρέπεμψε να δικαστεί για τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας με πρόθεση και της απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συρροή, καθώς επίσης διατείνεται ότι προσήλθε στο τόπο του συμβάντος όντας αμέριμνος και μη γνωρίζοντας ότι εκεί βρισκόταν ο ΣΤ οπλισμένος με κυνηγετική καραμπίνα και ότι καθ'ον χρόνο αποβιβαζόταν από το αυτοκίνητο του Χ4 δέχθηκαν καταιγιστικά πυρά εκ μέρους του θύματος με αποτέλεσμα να τραυματισθούν αμφότεροι και ο ίδιος πέφτοντας στο έδαφος για να καλυφθεί πυροβόλησε αμυνόμενος προς το μέρος του ΣΤ, ισχυρισμοί οι οποίοι είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ειδικότερα, οι ως άνω ισχυρισμοί επιβεβαιώνονται μόνον εκ μέρους των συγγενικών του προσώπων και αυτόπτων μαρτύρων ΒΒ συζ. Χ4 και ΓΓ συζ. Χ3, ενώ δεν διαψεύδονται μόνον εκ μέρους των συγγενικών προσώπων και φίλου του θύματος και μαρτύρων Ψ1, Ψ2 και ΔΔ, αλλά κυρίως διαψεύδονται εκ μέρους του μάρτυρα ΕΕ, o οποίος με την από 15.3.2010 ένορκη κατάθεσή του, εκτός των άλλων κατέθεσε ότι "... Καθώς ετοιμαζόμασταν να φύγουμε και να πάμε την Ψ2 στο Νοσοκομείο, προκειμένου να της παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες, εμφανίστηκε ξαφνικά ένα Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, 4Χ4, μάλλον σκούρου χρώματος και σταμάτησε πλησίον του σημείου που βρισκόταν προηγουμένως ο ΣΤ με τις δύο (2) γυναίκες. Από το αυτοκίνητο δεν κατέβηκε κανένας επιβάτης και ούτε είδα πόσα άτομα ήταν μέσα σ'αυτό. Εκείνη τη στιγμή ο ΣΤ με τους γονείς του βρισκόταν μέσα στον ελαιώνα, ενώ εγώ ήμουν λίγα μέτρα μακρύτερα. Ξαφνικά άρχισαν να ρίχνονται πυροβολισμοί από το σημείο που βρισκόταν το αυτοκίνητο προς το σημείο που ήταν ο ΣΤ με τους γονείς του. Αρχικά έριξαν ένα (1) πυροβολισμό και εγώ είδα τον ΣΤ να πέφτει κάτω, βγάζοντας μια κραυγή. Αμέσως κατάλαβα ότι τον είχαν χτυπήσει. Ο ΣΤ σηκώθηκε κρατώντας με το χέρι του το σημείο κάτω από την δεξιά του μασχάλη. Προφανώς εκεί είχε χτυπηθεί και πίεζε το τραύμα του. Αμέσως άρπαξε το όπλο από τα χέρια της μητέρας του, η οποία βρισκόταν δίπλα του και πυροβόλησε μία (1) φορά προς το μέρος του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου. Το όπλο κατά την στιγμή που πυροβόλησε το κρατούσε μόνο με το δεξί του χέρι καθώς με το άλλο χέρι πίεζε την πληγή του. Αμέσως έπεσαν άλλοι δύο (2) πυροβολισμοί μέσα από το προαναφερόμενο Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, με κατεύθυνση προς το σημείο που βρισκόταν ο ΣΤ με τους γονείς του. Εγώ κατάλαβα ότι έριχναν προς το μέρος τους, επειδή τα βλήματα, καθώς χτυπούσαν στο έδαφος σήκωναν σκόνη ...". Περαιτέρω, η ως άνω κατάθεση του μάρτυρα ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατέβηκαν από το αυτοκίνητο, αλλά αιφνιδίασαν το θύμα, ενισχύεται και από το γεγονός της μορφής των τραυμάτων από τους χόνδρους ( σκάγια ) κυνηγετικού όπλου που έφεραν αμφότεροι και τα οποία τραύματα, ως προαναφέρεται, περιορίζονται στα ακάλυπτα μέρη των σωμάτων τους, ήτοι πρόσωπο και χέρια, καθώς επίσης ορισμένοι εξ αυτών (χόνδρων) έπληξαν το αυτοκίνητο, λόγω της διασποράς τους. Κατ' ακολουθίαν όσων εκτέθηκαν, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χανίων, το οποίο, με το προσβαλλόμενο με αριθμό 109/2010 βούλευμά του, αποφάνθηκε με τις ίδιες παραδοχές και κατ' εφαρμογή των άρθρων 309 παρ. 1 στοιχ. α' και ε', 310 παρ. 1 και 313 Κ.Π.Δ., την παραπομπή του εκκαλούντος κατηγορουμένου Χ1 στο ακροατήριο αρμοδίου Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου (άρθρα 96 και 97 Συντάγματος και 1, 8 παρ. 1α, 109 περ. α' , 119 παρ. 1 και 122 Κ.Π.Δ.), για τις αξιόποινες πράξεις: α) ανθρωποκτονίας με πρόθεση, β) απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συρροή, γ) παράνομης οπλοφορίας, δ) παράνομης κατοχής όπλου και πυρομαχικών και ε) οπλοχρησίας, δεν έσφαλε, αλλά προέβη σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν απορριπτομένων ως κατ'ουσία αβασίμων των αντιθέτως υποστηριζομένων. Κατά συνέπεια οι υπ' αριθμ. 2/12-3-2010 έφεση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου Χ1 πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.
VI. To βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κρήτης, έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει: α) με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση, β) τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, γ) τις αποχρώσες ενδείξεις ενοχής που δικαιολογούν την παραπομπή στο ακροατήριο και δ) τις σκέψεις με τις οποίες έχει υπαγάγει ορθά τα πραγματικά αυτά περιστατικά στις ποινικές διατάξεις που αυτός παραβίασε, χωρίς να παραβιάσει τις διατάξεις ούτε ευθέως ούτε πλαγίως.
VII. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας, ειδικότερα δε ότι το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης αγνόησε παντελώς το σχετικό αίτημα, του να λάβει γνώση της προτάσεως του Εισαγγελέα και να γνωστοποιηθεί σ'αυτόν, ή στον συνήγορό του, ο χρόνος συνεδρίασής του για να αποφανθεί επί της εφέσεώς του, με συνέπεια να μη εκπροσωπηθεί κατ'αυτής ούτε και υπέβαλε έστω υπόμνημα όπως είχε ζητήσει. Η αιτίασή του όμως αυτή είναι αβάσιμη, καθόσον - όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 23/3/2010 βεβαίωση της Διευθύντριας της Γραμματείας της Εισαγγελίας Εφετών Κρήτης ... - οι συνήγοροι του, Ιωαν. Σφακιωτάκης και Ιωαν. Ντερμανάκης, ειδοποιήθηκαν για την υποβληθείσαν εισαγγελική πρόταση, προσήλθαν στην Εισαγγελίαν και ενυπογράφως έλαβαν γνώση αυτής. Επομένως μπορούσε, εφόσον επιθυμούσε να υποβάλει υπόμνημα για να υποστηρίξει τις θέσεις του απέναντι στην αποδιδόμενη σ'αυτόν κατηγορία, ή να ζητήσει να εμφανισθεί ενώπιον του Συμβουλίου, γεγονός που δεν συνέβη για δικούς του λόγους. Με τον δεύτερον λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το πληττόμενο βούλευμα πάσχει απόλυτης ακυρότητας κατ' άρθρο 171δ Κ.Π.Δ. καθόσον: α) "η με ημερομηνία 21/12/2009 ένορκη εξέταση της Ψ2 έχει ληφθεί σε χρονικό διάστημα πολύ μεταγενέστερο της απολογίας του Χ2 και Χ4 και τούτο έγινε για να εμπλέξει τον δεύτερο απ'αυτούς στις πράξεις της ανθρωποκτονίας και της απόπειρας ανθρωποκτονίας και β) με ημερομηνία 16/12/2009 και 14/1/2010 έχουν συμπεριληφθεί κατά παράβαση του Ν. 2472/97 στην εν λόγω δικογραφία (42) αντίγραφα από το Β.Α.Σ. ... τα οποία αναφέρονται σε καταγγελίες, μηνύσεις κ.λ.π., και ανάγονται στο χρονικό διάστημα 2006 έως και σήμερα, αφορούν δε κατά το πλείστον διαφορές μεταξύ ατόμων τα οποία ουδεμία ανάμειξη έχουν στην εν λόγω υπόθεση, ήτοι δεν είναι ούτε μηνυτές ούτε κατηγορούμενοι ούτε μάρτυρες π.χ. ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... κ.τ.λ. Η συγκέντρωση των παραπάνω εγγράφων από τα οποία ένα ή δύο, μόνο αφορούν την ένδικη υπόθεση, έγινε με αίτημα και πρωτοβουλία της Πολιτικής Αγωγής, προκειμένου να συσχετισθούν με την εκκρεμή ενώπιον του Ανακριτή Ποινική υπόθεση, για να προκληθεί σύγχυση και εξαχθεί αρνητική εικόνα σε βάρος των δύο κατηγορουμένων Χ2 και Χ4 ...". Η υπό στοιχ. α' αιτίαση απαραδέκτως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα, καθόσον η "μεταγενεστέρως ληφθείσα κατάθεση της Ψ2 στοχεύει τον Χ2" και όχι αυτόν. Εξ άλλου από την ληφθείσα υπό τον ανακριτή στις 21/12/2009 κατάθεση της ανωτέρω δεν προκύπτει κάποια ακυρότης της προδικασίας, αφού οι κατηγορούμενοι ενημερώθηκαν συννόμως για το πέρας της ανάκρισης στις 18/1/2009 και πληροφορηθέντες την εν λόγω κατάθεση προσέφυγαν με την από 18/1/2009 αίτησή τους στον Ανακριτή και στη συνέχεια στις 25/3/2009 ενώπιον του Συμβουλίου Πλημ/κών Χανίων όπου εξέθεσαν τις απόψεις τους (ιδ. το σχετικό πρακτικό του Συμβουλίου τούτου). Σε κάθε περίπτωση όμως, υπό την επίκληση του λόγου αυτού της αναιρέσεως - αναφορικά με την κατάθεση της Ψ2 (που χαρακτηρίζεται "ως στερουμένη κάθε αξιοπιστίας") πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων εκ μέρους του Συμβουλίου. Αλλά και η υπό στοιχ. β αιτίαση απαραδέκτως προβάλλεται καθόσον από την επισκόπηση της δικογραφίας δεν υπάρχουν εντός αυτής τα (42) αντίγραφα εγγράφων για τα οποία γίνεται λόγος και μάλιστα κατά αόριστο τρόπο αφού τα εν λόγω "έγγραφα" δεν προσδιορίζονται ακριβώς ποια είναι. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας (άρθρ. 484 παρ.1 στ' σε συνδ. προς άρθρ. 309, 310 και 313 του Κ.Π.Δ.) γιατί δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Συμβούλιο Εφετών συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα αλλά έλαβε υπόψη του μερικά μόνο απ' αυτά ενώ όφειλε για να κρίνει αν υπάρχουν ή όχι αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος - να συνεκτιμήσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν. Ειδικότερα σημειώνεται ότι το Συμβούλιο αγνόησε α) ότι ο θανατωθείς χρησιμοποίησε όπλο, β) ότι έρριξε και εκείνος μερικούς πυροβολισμούς με την καραμπίνα του, γ) η απόσταση που ο αναιρεσείων έρριψε τους πυροβολισμούς είναι η ίδια ακριβώς από την οποία και ο θανάσιμα τραυματισθείς ΣΤ έρριψε τους δικούς του πυροβολισμούς εναντίον του, δ) δεν ετρώθη μόνο ο ΣΤ σε ζωτικό μέρος του σώματός του αλλά και ο αναιρεσείων ... δεν υπήρξε αιφνιδιασμός του θύματος ... . Πλην όμως οι αιτιάσεις είναι αβάσιμες, γιατί το Συμβούλιο κατά την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, αναφέρει ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμηση όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, δεν ήταν δε απαραίτητη η ειδική αναφορά σε κάθε ένα από αυτά. Με το πρόσχημα δε του λόγου της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας, πλήττεται η επί της ουσίας, ανέλεγκτη αναιρετική κρίση του Συμβουλίου Εφετών, που για τον λόγο αυτό είναι και απαράδεκτος. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το βούλευμα στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 139 Κ.Π.Δ. ήτοι για παράβαση του άρθρου 484 παρ. ιδ Κ.Π.Δ. Ειδικότερα προβάλλεται η αιτίαση ότι από την έκθεση των αποδεικτικών μέσων στο Βούλευμα "... από το αποδεικτικό υλικό ... και συγκεκριμένα από τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων ..." δημιουργείται ασάφεια για το αν έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα, όπως π.χ. τα υπομνήματα των κατηγορουμένων, τα σχετικά αιτήματα περί εξετάσεως των μαρτύρων και αφαιρέσεως του παράνομα ενσωματωθέντος υλικού διότι έτσι εμφανίζεται ότι, περιορίζεται μόνο στα κρίσιμα έγγραφα χωρίς να μπορεί να συναχθεί ποια και γιατί δεν είναι κρίσιμα, τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη". Πλην όμως αβασίμως προβάλλεται η αιτίαση αυτή, καθόσον το Συμβούλιο κατά την έκθεση των αποδεικτικών μέσων αναφέρει ότι έλαβε υπόψη του "τα έγγραφα της δικογραφίας" και όχι τα "κρίσιμα" έγγραφα της δικογραφίας οπότε και θα δημιουργείτο ασάφεια. Περαιτέρω ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει συγκεκριμένως, ποια είναι εκείνα τα έγγραφα, ή, ποία υπομνήματα και ποιών κατηγορουμένων, δεν έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο. (Μάλιστα από την επισκόπηση της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι υπέβαλε υπόμνημα ο αναιρεσείων). Οι λοιπές αιτιάσεις που αναφέρονται στην αίτηση αναιρέσεως σε σχέση με ότι το Συμβούλιο αναιτιολόγητα απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του ότι - όταν πυροβόλησε - βρισκόταν σε βρασμό και σε κατάσταση άμυνας -, είναι αβάσιμος δεδομένου ότι το Συμβούλιο Εφετών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν του αναιρεσείοντος. Σε κάθε όμως περίπτωση οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, καθ'ο μέρος τους αναφέρονται στην εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των εγγράφων και των αποδείξεων εν γένει, πλήττουν υπό το πρόσχημα της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την επί της ουσίας ανέλεγκτη - αναιρετικά - κρίση του Συμβουλίου Εφετών και για τον λόγο αυτό είναι απαράδεκτες. Με βάση τα δεδομένα αυτά η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου είναι αβάσιμη και για τον λόγο αυτό πρέπει ν' απορριφθεί και να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα ( άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., σε συνδ. προς άρθρ. 55 παρ. 1 Ν. 3160/2003, σε συνδ, με αρθρ. 3 παρ. 3 Ν. 773-1977 και την 58553/19/28-6-2006 ΑΥ Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνουμε: Α) Ν' απορριφθεί η 4/23.4.2010 αίτηση του Χ1, κατοίκου ... και ήδη προσωρινά κρατουμένου, κατά του υπ'αριθμ. 75/2010 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Β) Ν' απορριφθεί η 5/3-5-2010 αίτηση αναίρεσης των Ψ2 και Ψ1, κατοίκων ..., κατά του προαναφερθέντος βουλεύματος. Γ) Να επιβληθούν σε βάρος των παραπάνω τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 25-05-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κ. Μπόμπολης"
Αφού άκουσε
Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 463 ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο μπορεί να το ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά το δικαίωμα αυτό. Μετά δε την αντικατάσταση του άρθρου 482 παρ. 1 ΚΠοινΔ με το άρθρο 41 παρ. 1 Ν. 3160/2003, που ισχύει, κατά το άρθρο 61 αυτού, από 30.6.2003, ο πολιτικώς ενάγων δεν δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος που παύει προσωρινά ή οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου ή αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του ή κηρύσσει την ποινική δίωξη απαράδεκτη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προ-βλέπεται ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί ...". Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως των πολιτικώς εναγόντων Ψ2 και Ψ1 προσβάλλεται το υπ' αριθ. 75/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, κατά τη διάταξή του περί απορρίψεως της υπ` αριθ. 5/15.3.2010 εφέσεώς τους κατά του υπ' αριθ. 109/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων ως προς τις απαλλακτικές του διατάξεις για τους κατηγορουμένους Χ2 και Χ4. Σύμφωνα, όμως, με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 482§1 ΚΠοινΔ, όπως ισχύει, το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπόκειται σε αναίρεση. Πρέπει, επομένως, και αφού ο αντίκλητος των αναιρεσειόντων, όπως προκύπτει από την επί του φακέλου της δικογραφίας επισημείωση του αρμοδίου Γραμματέα, ειδοποιήθηκε στις 3-6-2010 να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και δεν εμφανίσθηκε, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 299 §1 ΠΚ, όπως ισχύει μετά την κατάργηση της ποινής του θανάτου με το άρθρο 33§1 του ν. 2172/1993, "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη", ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου, "αν η πράξη αποφασίσθηκε και εκτελέσθηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση αφαίρεσης ζωής άλλου ανθρώπου. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 299 Π.Κ. προκύπτει ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως γένεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης, ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής τόσο κατά τη λήψη της αποφάσεως όσο και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας γιατί, αν λείπει, ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από αυτά τα στάδια, δεν συντρέχουν οι όροι της παρ.2 του άρθρου 299 Π.Κ. για επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη. Βρασμός ψυχικής ορμής είναι κάθε ψυχική υπερδιέγερση από την απότομη και αιφνίδια υπερένταση κάποιου συναισθήματος ή πάθους, όπως π.χ. οργής, φόβου, μίσους, κ.λπ., η οποία ψυχική υπερδιέγερση αποκλείει την σκέψη, δηλαδή τη στάθμιση των αιτιών που ωθούν στην τέλεση της πράξης και συγκρατούν από αυτή, χωρίς όμως να φθάνει μέχρι τη διατάραξη της συνείδησης αποκλείουσα ή μειώνουσα την ικανότητα του δράστη προς καταλογισμό. Κατά τη διάταξη του άρθρου 27 παρ.1 ΠΚ, με δόλο πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια αξιόποινης πράξεως. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν τα περιστατικά αυτά τα αποδέχεται. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι με άμεσο δόλο ενεργεί εκείνος που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και αυτός που δεν το επιδιώκει, αλλά προβλέπει ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και δεν αφίσταται αυτής, με ενδεχόμενο δε δόλο πράττει εκείνος, ο οποίος προβλέπει ως δυνατό το εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται. Όμως, η συνδρομή του στοιχείου της αποδοχής είναι ζήτημα αποδείξεως και δεν προκαθορίζεται μόνο από το βαθμό της πιθανότητας με την οποία προβλέφθηκε το εγκληματικό αποτέλεσμα, ούτε από τη διαπίστωση ότι ο δράστης, μολονότι είδε τούτο ως δυνατό προχώρησε στην πράξη του. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42 παρ.1 και 299 παρ.1 ΠΚ συνάγεται, ότι απόπειρα ανθρωποκτονίας υπάρχει, όταν αυτός που αποφάσισε να σκοτώσει άλλον επιχειρεί, με πρόθεση πραγματώσεως του σκοπού αυτού, πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως του εν λόγω εγκλήματος. Ως τέτοια θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία, αποτελώντας τμήμα της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, οδηγεί ευθέως στην πραγμάτωσή του ή τελεί αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται ως τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο. Η ανθρωποκτόνος πρόθεση του δράστη δεν είναι πάντοτε εμφανής και κατά το πλείστον προκύπτει από την καταγραφή και εκτίμηση διαφόρων αντικειμενικών στοιχείων, όπως οι προηγούμενες σχέσεις δράστη - θύματος, το είδος του μέσου που χρησιμοποιήθηκε, η κατεύθυνση του πλήγματος ή της βολής, ο αριθμός των πληγμάτων, η απόσταση της βολής, το μέρος του σώματος που τυχόν επλήγη, οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η πράξη, η μεταγενέστερη συμπεριφορά του δράστη κ.ο.κ. Επίσης, γίνεται δεκτό ότι απόπειρα ανθρωποκτονίας, σε αληθινή συρροή με τετελεσμένη ανθρωποκτονία, υφίσταται και στις περιπτώσεις "διαζευκτικού" δόλου, όταν δηλαδή ο δράστης κατευθύνει την εγκληματική του ενέργεια στην πραγμάτωση περισσοτέρων αδίκων αποτελεσμάτων, ενώ ένα μόνο από αυτά μπορεί να επέλθει (λ.χ. πυροβολεί μία φορά μόνο εναντίον δύο προσώπων) ή στις παραπλήσιες περιπτώσεις της "αστοχίας βολής", όταν προέβλεπε ότι μπορούσε να πλήξει τον πλησίον ιστάμενο αντί εκείνου που στόχευε.
Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484§ 1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικές σκέψεις με βάση τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται πιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται μερικώς ή εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, δέχθηκε, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα ειδικώς μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα (τις χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων - αναιρεσείοντος και συγκατηγορουμένων του - κατά την προανάκριση και την κυρία ανάκριση) προέκυψαν, επί λέξει, τα εξής: "Μεταξύ των οικογενειών Ψ1 και Χ2 υφίσταται χρόνια διαμάχη και αντιπαλότητα οφειλόμενη σε κτηματικές διαφορές, αλλά κυρίως στο έθιμο της αντεκδίκησης ("βεντέτας"), καθόσον στις 28-11-1987 ο ΩΩ, μακρινός συγγενής του Ψ2, σκότωσε τον ΑΑ, αδερφό του Χ4. Στις 14-3-2009 ο ΣΤ, βρισκόταν σε αγρόκτημα της οικογένειάς του στην περιοχή "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δ. Δ. ... του Δήμου ... μαζί με τον φίλο του ΔΔ και έναν αλλοδαπό εργάτη, αλβανικής υπηκοότητας, τον ΕΕ, τον οποίο αποκαλούσαν "..." ή "...", απασχολούμενος με το κλάδεμα των νεόφυτων ελαιόδεντρων ("μουρέλων") του αγροκτήματος και με την καύση των υπολειμμάτων της ξυλείας. Μετά δε από τη μεσημβρινή τους ανάπαυλα, το απόγευμα της αυτής ημέρας ο ΣΤ με τον ως άνω φίλο του ΔΔ μετέβησαν και συνέχισαν την ίδια εργασία στα κτήματα του τελευταίου, ενώ οι γονείς του, Ψ2 και Ψ1, μαζί με τον ανωτέρω αλλοδαπό εργάτη και το δεκαεξάχρονο εγγόνι τους παρέμειναν στον αυτό τόπο και συνέχισαν την καύση των κλαδιών. Κατά τον ίδιο χρόνο, σε πλαϊνό αγρόκτημα βρίσκονταν ο Χ2 μαζί με τους δύο γιους του, ΑΑ και Χ4 και έβοσκαν τα πρόβατα τους. Επειδή δε η φωτιά, καίτοι δεν είχε επεκταθεί στο χωράφι τους, τους ενόχλησε, ο πρώτος εξ αυτών πλησίασε τον Ψ2 και την Ψ1 και με προκλητικό τρόπο άρχισε να τους προπηλακίζει, να εξυβρίζει την Ψ1 και να εκστομίζει απειλές κατά της ζωής τους, αιτιώμενος ότι η φωτιά του κατέστρεψε τη χορτονομή ("την ταή") των προβάτων του. Στη συνέχεια δε άρπαξε μία ευμεγέθη πέτρα από το έδαφος και, όπως στεκόταν πίσω από το συρματόπλεγμα που διαχώριζε τα δύο κτήματα, την εκσφενδόνισε προς το κεφάλι της Ψ2 πλήττοντας αυτήν στο μέτωπο και προκαλώντας της διάσχιση του δέρματος και αιμορραγία. Αντικρίζοντας τη σύζυγό του τραυματισμένη ο Ψ1 την αποτράβηξε σε ενδότερο σημείο του χωραφιού τους για να προστατευθεί και να σταματήσει με κάποιο πρόχειρο τρόπο την αιμορραγία, ενώ ο χ2, από κοινού πλέον με τον γιο του Χ4, που παρίστατο εξ αρχής στο άνω επεισόδιο, καθώς και με τον έτερο γιο του ΑΑ και τις δύο νύφες του, ΒΒ συζ. Χ4 και ΓΓ συζ. Χ3, που προσήλθαν μετά τον τραυματισμό της Ψ1 στο σημείο του συμβάντος, συνέχισαν για λίγα λεπτά, όλοι μαζί, να καταφέρονται (λεκτικά) εναντίον της οικογένειας Ψ. Στη συνέχεια, οι μεν άνδρες αποχώρησαν προς τα αυτοκίνητά τους και οι γυναίκες παραμέρισαν λίγα μέτρα πιο πέρα. Αιμόφυρτη και ταραγμένη, εν τω μεταξύ, όπως ήταν η Ψ1, βλέποντας ότι ο Χ2 και οι γιοι του απομακρύνθηκαν από το συγκεκριμένο χώρο και μην μπορώντας να διανοηθεί τι επρόκειτο να ακολουθήσει, κάλεσε από το κινητό της τηλέφωνο τον γιο της ΣΤ και, παραπονούμενη, τον ενημέρωσε για όσα είχαν διαδραματισθεί κατά την απουσία του. Ως ήταν δε αναμενόμενο ο γιος της αναστατώθηκε και, προφανώς κυριευμένος από θυμό, αφού, αρχικά, μετέβη μαζί με το φίλο του ΔΔ και με το αυτοκίνητο του τελευταίου στο σπίτι του στο χωριό ... για να παραλάβει, για προστασία, το κυνηγετικό του όπλο, έσπευσε, ακολούθως και έφτασε εντός ενός μισάωρου περίπου, στην άνω αγροτική περιοχή. Στη θέα της αιματοκυλισμένης μητέρας του, ως ήταν απολύτως φυσιολογικό, σοκαρίστηκε και αφού περιήλθε σε έξαλλη κατάσταση πλησίασε τις δύο ως άνω γυναίκες της οικογένειας Χ και διαπληκτίστηκε φραστικά με αυτές εκφράζοντας την αγανάκτησή του για την άνανδρη ενέργεια του πεθερού τους να τραυματίσει την μητέρα του. Η λεκτική αυτή αντιπαράθεση διήρκησε λίγα λεπτά και, ακολούθως, καθώς οι δύο γυναίκες άρχισαν να, απομακρύνονται από κοντά του, ο ΣΤ σταμάτησε να ασχολείται μαζί τους και επέστρεψε στο σημείο που βρισκόταν η τραυματισμένη μητέρα του για να την επιβιβάσει στο Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο τους μάρκας "Nissan Navara" και να την μεταφέρει στο Κέντρο Υγείας ... . Καθώς δε επέστρεφε προς αυτήν ξεκρέμασε το κυνηγετικό του όπλο από το δέντρο όπου το είχε κρεμάσει ο φίλος του ΔΔ- ο οποίος του το είχε αποσπάσει πριν πλησιάσει τις δύο ως άνω γυναίκες - και το έδωσε, ακολούθως, στη μητέρα του για να το κρατάει, μέχρι να ετοιμαστούν για να αναχωρήσουν. Ενώ, όμως, ανηφόριζαν προς το αμπέλι τους, απ' όπου θα επιβιβάζονταν στα αυτοκίνητα τους, πλην του αλλοδαπού εργάτη που είχε απομακρυνθεί από τους υπόλοιπους, κατέφτασε με ταχύτητα στο σημείο που βρίσκονταν οι ανωτέρω δύο γυναίκες της οικογένειας Χ, ένα σκουρόχρωμο Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο 4X4 με οδηγό τον Χ3 και συνοδηγό τον Χ1. Το αυτοκίνητο δε αυτό διενεργώντας ένα απότομο ελιγμό τροχοπέδησε έμπροσθεν του, σταθμευμένου στον ίδιο τόπο, λευκού αγροτικού αυτοκινήτου που χρησιμοποιούσε η ΒΒ, με το παρμπρίζ του στραμμένο κατά μέτωπο προς το σημείο που βρίσκονταν τα μέλη της οικογένειας Ψ. Στο άκουσμα του οχήματος η μόνη αντίδραση του ΣΤ ήταν να στραφεί και να κοιτάξει προς αυτό, αναφωνώντας "ήρθανε μωρέ!", εκφράζοντας δηλαδή την έκπληξή του για το θράσος που επιδείκνυαν τα μέλη της οικογένειας Χ, μετά από αυτό που είχαν πράξει, να επανεμφανίζονται στον τόπο του συμβάντος. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, ενώ τα μέλη της οικογένειας Ψ παρακολουθούσαν το άνω όχημα, όντας ανυποψίαστα και μη δυνάμενα να προβλέψουν τι θα επακολουθούσε, μέσα από την καμπίνα του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου και από τη θέση του συνοδηγού, ο Χ1 πυροβόλησε εναντίον τους με ένα πιστόλι διαμετρήματος 9 mm, αγνώστων λοιπών στοιχείων, το οποίο παρανόμως έφερε μαζί του, αδιαφορώντας ποιον εξ αυτών θα έπληττε. Αποτέλεσμα της ως άνω πράξης του Χ1 ήταν να δεχθεί ο ΣΤ ένα πλήγμα από βολίδα πυροβόλου όπλου, η οποία διαπέρασε το θώρακά του, από τη δεξιά πλευρά προς την αριστερή, και διατρύπησε και τους δύο πνεύμονές του, τον δεξιό λοβό του ήπατος, και τον θόλο του στομάχου του. Από τη θέση δε του αυτοκινήτου, που ήταν σε χαμηλότερο επίπεδο, υπήρχε καλύτερη ορατότητα και τα ανωτέρω θύματα του ήταν εύκολος στόχος απ' ότι από τη θέση των τελευταίων, τα οποία λόγω των φυλλωμάτων του ελαιώνα έπρεπε να σκύψουν ή να πέσουν στο έδαφος για να διακρίνουν τις κινήσεις του. Δεχόμενος το πλήγμα ο ΣΤ έπεσε σφαδάζοντας στο έδαφος, πλην όμως, δεν απώλεσε αμέσως τις αισθήσεις του, ούτε εξέπνευσε ακαριαία, αλλά ανασηκώθηκε και, με τις μειωμένες πλέον δυνάμεις του, πιέζοντας με το αριστερό του χέρι την πληγή κάτω από τη δεξιά του μασχάλη, με το δεξιό του χέρι κράτησε την καραμπίνα και, χωρίς να μπορεί λόγω του τραύματός του να σημαδέψει, πυροβόλησε δυο φορές προς την πλευρά του αυτοκινήτου απ' όπου ο ίδιος είχε βληθεί. Ο Χ1, παρότι, προφανώς, είδε ότι είχε πλήξει και είχε ήδη τραυματίσει τον ΣΤ, εξακολούθησε να πυροβολεί εναντίον των μελών της οικογένειας Ψ, ρίπτοντας τουλάχιστον άλλους δύο πυροβολισμούς. Ο ΔΔ διαπιστώνοντας ότι ο φίλος του ΣΤ τραυματίσθηκε από τα πυρά, χωρίς να υπολογίσει τον κίνδυνο - που ήδη, ούτως ή άλλως, είχε διατρέξει αφού μία από τις σφαίρες είχε καρφωθεί στο έδαφος μπροστά στα πόδια του - έτρεξε προς αυτόν και υποβαστάζοντάς τον, τον μετέφερε μέχρι το Ι.Χ.Φ. αγροτικό τους αυτοκίνητο, που ήταν σταθμευμένο λίγο ψηλότερα, δίπλα στο αμπέλι, και οδηγώντας το ο ίδιος τον διακόμισε χωρίς καθυστέρηση στο Κέντρο Υγείας ..., ενώ οι Ψ1 και Ψ2, μαζί με τον αλλοδαπό εργάτη τους ΕΕ, επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητο του ΔΔ, ένα παλιό αυτοκίνητο, μάρκας "Fiat Panda", χωρίς πινακίδες κυκλοφορίας, αφού πέρασαν πρώτα από το σπίτι τους, στα ..., που απείχε 5 λεπτά περίπου, για ν' αλλάξουν αυτοκίνητο, μετέβησαν και εκείνοι στο Κέντρο Υγείας ..., όπου ήδη είχαν συγκεντρωθεί περί τα τριάντα άτομα, φίλοι του θύματος και συγγενείς της οικογένειας Ψ, όπως ο ΖΖ, ο ΗΗ, η ΘΘ και ο γαμπρός (επ' αδερφή) του θύματος ΚΚ με τη σύζυγό του ΛΛ. Ενόσω δε οι γιατροί προσέφεραν τις πρώτες βοήθειες στον τραυματισμένο ΣΤ, ο οποίος βρισκόταν σε κρίσιμη κατάσταση, και τον ετοίμαζαν για άμεση διακομιδή με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο ..., για να εισαχθεί στο χειρουργείο, εμφανίστηκαν στο ίδιο Κέντρο Υγείας, ο Χ1, όντας εντελώς ελαφρά τραυματισμένος από ένα (1) χόνδρο (σκάγι) στο δεξί του χέρι, τρία (3) στο αριστερό του χέρι και ένα (1) στην αριστερή κροταφοβρεγματική χώρα, μαζί με τον αδελφό του Χ3, ο οποίος τον είχε μεταφέρει με το αυτοκίνητό του για να του προσφερθούν οι πρώτες βοήθειες, μη γνωρίζοντας, προφανώς, ότι στο ίδιο Κέντρο Υγείας είχε ήδη μεταφερθεί ο ΣΤ τραυματισμένος θανάσιμα και, ως ήταν φυσικό, προκάλεσαν την οργή των παρευρισκομένων συγγενών και φίλων της οικογένειας Ψ, οι οποίοι τους επιτέθηκαν, έριξαν τον Χ3 στο δάπεδο, και προσπάθησαν να τους εκδιώξουν έξω από το κτήριο του Κέντρου Υγείας ... . Ο τελευταίος δε Χ3, αν και τελούσε δυνάμει του υπ' αριθμ. 365/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων υπό καθεστώς υφ' όρον απόλυσης, λόγω προγενεστέρου φόνου (εν βρασμώ ψυχικής ορμής), τους εξόργισε ιδιαίτερα, διότι γρονθοκόπησε την Ψ2 στο πρόσωπο και την εξύβρισε λέγοντας της: "εσύ πουτάνα φταις για όλα". Στη συνέχεια, καίτοι προς στιγμήν ο εν λόγω κατηγορούμενος φάνηκε ότι εξερχόταν από το διάδρομο του Κέντρου Υγείας ... και ότι εγκατέλειπε το χώρο, αιφνιδιαστικά, επέστρεψε και με ορμή επιτέθηκε με ένα σουγιά, με λάμα μήκους επτά (7) εκατοστών περίπου, εναντίον του ΚΚ πλήττοντας αυτόν στη ράχη, στην κοιλιακή χώρα, στην αριστερή θηλή, στην αριστερή πλευρά του θώρακα του καθώς και στο αριστερό του χέρι, προκαλώντας του τραύματα "... 1) στη ραχιαίο, χώρα αριστερά ... τομής ... μήκους περί το. 2,5 εκατοστά με κάθετη φορά ... 2) στην αριστερή κοιλιακή χώρα τομής ... δύο χειρουργικών ραμμάτων ... 3) επί της θηλής αριστερά ... μήκους περί το 1 εκατοστό 4) στην αριστερή θωρακική χώρα ... τομής ... μήκους περί τα 1,5 εκατοστά (και) 5) στον αντίχειρα ... του αριστερού χεριού ... (τομής έξι ραμμάτων) ...", σύμφωνα με την υπ αρ. πρωτ. .../16-3-2009 ιατροδικαστική έκθεση του Ιατροδικαστή ... . Από την σφοδρότητα των κτυπημάτων, την πολλαπλότητα αυτών, ως και των σημείων που ετρώθησαν, προκύπτει ότι πρόθεσή του ήταν να του επιφέρει καίριο θανατηφόρο πλήγμα κυρίως γύρω από την καρδιακή χώρα, πλην όμως, δεν το κατόρθωσε αφενός μεν γιατί ο παθών ΚΚ αμύνθηκε με τα χέρια του και, μάλιστα, έκοψε τον αντίχειρα του στην προσπάθεια του να αποκρούσει και νέο χτύπημα στο στήθος (βλ. ανωτέρω το υπό στοιχείο 5 τραύμα, το οποίο είναι "αμυντικού τύπου"), αφετέρου δε γιατί φοβήθηκε από την επίθεση του πλήθους που έσπευσε να προστατεύσει τον παθόντα. Όταν δε το πλήθος φίλων και συγγενών της οικογένειας Ψ τον εξανάγκασε να εξέλθει από το Κέντρο Υγείας στο προαύλιο, επιχείρησε εκ νέου να επιτεθεί κατά του ανωτέρω παθόντα καθώς, όμως, η Ψ2 εισχώρησε ανάμεσά τους για να προστατέψει το γαμπρό της, στράφηκε εναντίον αυτής και, πριν εξοβελιστεί από το πλήθος, πρόλαβε να την πλήξει με το μαχαίρι ελαφρώς στο πρόσωπο και βαρύτερα στην κοιλιακή χώρα προκαλώντας της "... 1) (αφορά το τραύμα που της προκάλεσε ο Χ2 με την ρίψη πέτρας), 2) τραύμα τομής ... τριών χειρουργικών ραμμάτων στην αριστερή υπογνάθια χώρα, 3) ... στην αριστερή κοιλιακή χώρα ... τραύμα τομής μήκους περί τα 6 εκατοστά ... 4) στην κοιλιακή χώρα δεξιά ... τραύμα τομής μήκους περί τα δύο εκατοστά ... (και) τρώση του περιτόναιου αριστερά ...,", σύμφωνα με την υπ' αριθμ. πρωτ. .../16-3-2009 ιατροδικαστική έκθεση του Ιατροδικαστή ... . Από το είδος των τραυμάτων και ειδικότερα το μέσο που χρησιμοποίησε (μαχαίρι-σουγιά), ως και τα μέρη που έτρωσε προκύπτει ότι μπορούσε, προφανώς, να προκαλέσει στην ανωτέρω παθούσα Ψ2 κίνδυνο για τη ζωή της και βαριά σωματική βλάβη, καθόσον ήταν δυνατόν να πλήξει κάποιο ζωτικό της όργανο ή να της προκαλέσει αιμορραγία από την τρώση κάποιας κεντρικής αρτηρίας. Μετά, εξάλλου, και το δεύτερο αυτό επεισόδιο που έλαβε χώρα στο Κέντρο Υγείας και την αποχώρηση των αδερφών ΑΑ και Χ3, και αφού είχε παρέλθει ένα μισάωρο περίπου από τη στιγμή που ο ΣΤ είχε μεταφερθεί, στο εν λόγω Κέντρο Υγείας (...), ο τελευταίος διεκομίσθη με ασθενοφόρο στο Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο ..., όπου και, τελικώς, λόγω της πολλαπλής τρώσης των ζωτικών του οργάνων και της επακόλουθης αιμορραγικής καταπληξίας που υπέστη, εξέπνευσε (...). Επίσης, ... ο Χ4 έφερε τρία (3) τραύματα από χόνδρους (σκάγια) κυνηγετικού όπλου και συγκεκριμένα ένα (1) στην αριστερή παρειακή χώρα, ένα (1) στο ωλένιο χείλος του αριστερού άκρου χεριού και ένα στη μεσότητα της ωλένιας επιφάνειας του μέσου δακτύλου του αριστερού άκρου χεριού. Έπειτα από το θάνατο του ΣΤ οι αστυνομικές αρχές επιδόθηκαν στην αναζήτηση και στη σύλληψη των δραστών, οι οποίοι φυγοδικούσαν, και στα πλαίσια των ενεργειών τους, πραγματοποίησαν αυθημερόν έρευνες στις κατοικίες των μελών της οικογένειας Χ στα ... του Δήμου ... από τις οποίες προέκυψε ότι ο μεν Χ3 κατείχε παράνομα, εντός της οικίας του, είκοσι δύο (22) κάλυκες φυσιγγίων πιστολιού, διαμετρήματος 9 mm, καθώς και επτά (7) κάλυκες φυσιγγίων στρατιωτικού τυφεκίου τύπου "Kalashnikov", διαμετρήματος 7,62 Χ39 mm, ο δε πατέρας του Χ2, εντός της δικής του κατοικίας, ένα κυνηγετικό όπλο, δίκαννο, ρωσικής προέλευσης, μάρκας "Baikal", διαμετρήματος 12 cal, με αριθμό σειράς ..., χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής καθώς και είκοσι δύο (22) φυσίγγια του αυτού διαμετρήματος. Από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα από τις εμπειρικά παρατηρήσιμες ενδείξεις προκύπτει εναργώς ο ανθρωποκτόνος δόλος του εκκαλούντος κατηγορουμένου Χ1 και συγκεκριμένα προκύπτει από το μέσον που χρησιμοποιήθηκε (πυροβόλο όπλο-πιστόλι),τη ρίψη τουλάχιστον τριών πυροβολισμών από κοντινή απόσταση, το ζωτικό μέρος που ετρώθη (δεξιά μασχαλιαία χώρα), ο απόλυτος αιφνιδιασμός του θύματος, καθόσον οι πυροβολισμοί ρίφθηκαν μέσα από το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος Χ3 και από τον συνοδηγό αυτού, συνθήκες που μαρτυρούν ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος, ειδοποιηθείς προφανώς από τις συζύγους των αδερφών του, είτε από την ΒΒ συζ. Χ4 είτε από την ΓΓ συζ. Χ3, σχετικά με την άφιξη του φέροντος κυνηγετική καραμπίνα ΣΤ στον τόπο του συμβάντος, ως και του φραστικού επεισοδίου που είχε αυτός με τις προαναφερόμενες γυναίκες, προσήλθε στο χώρο με αποκλειστικό σκοπό τη θανάτωση του τελευταίου, την οποία είχε σχεδιάσει και αποφασίσει ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κρίση η οποία ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος δεν μετείχε σε προγενέστερο χρόνο σε κάποιο επεισόδιο με το θύμα, αλλά προσήλθε στο τόπο των συμβάντων έχοντας αναλάβει το ρόλο του εκτελεστή. Επίσης, από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται πλήρως η υπόσταση του εγκλήματος της απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συρροή διότι: α) ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ1, όντας συνοδηγός στο με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, πυροβόλησε διαδοχικά με πυροβόλο όπλο (πιστόλι) από μικρή απόσταση τουλάχιστον τρεις φορές εναντίον μιας ομάδας τεσσάρων ατόμων (ΣΤ, ΔΔ, Ψ1, Ψ2), οι οποίοι βάδιζαν δίπλα - δίπλα, β) η ενέργειά του αυτή ήταν πρόσφορη και κατάλληλη να επιφέρει το θάνατο οιουδήποτε εκ των τεσσάρων ατόμων, δεδομένου ότι επέφερε το θάνατο του ΣΤ, και συνιστά όχι μόνο κατά τη φυσική αντίληψη των πραγμάτων αρχή εκτέλεσης της πράξης αλλά στοιχειοθετεί και την αρχή πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και, σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης, οδηγεί σ' αυτή, γ) ο εκκαλών κατηγορούμενος γνώριζε ότι με τέτοια κίνηση (ρίψη τουλάχιστον τριών πυροβολισμών από κοντινή απόσταση) ήταν κατά την κοινή πείρα δυνατό να επέλθει ο θάνατος ενός μέλους της οικογένειας Ψ ή του ΔΔ και παρόλα αυτά δεν απέφυγε την ενέργεια αυτή και έτσι αποδέχθηκε το θάνατο τους. Το αποτέλεσμα του θανάτου όμως, πλην του ΣΤ, δεν επήλθε για τους ΔΔ, Ψ1 και Ψ2 από λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του καθόσον αφενός μεν ο θανάσιμα τραυματισθείς ΣΤ πρόλαβε και πυροβόλησε με την κυνηγετική καραμπίνα κατά τους αυτοκινήτου με αποτέλεσμα να τραυματίσει έστω και εντελώς ελαφρά τους επιβαίνοντες σ' αυτό, αφετέρου δε οφείλεται σε αστοχία του εκκαλούντος κατηγορουμένου, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η οικογένεια Ψ και ο ΔΔ αποτραβήχθηκαν στο εσωτερικό του ελαιώνα. Επομένως, ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ1 απεφάσισε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, που επιτρέπει τη σκέψη να σκοτώσει οποιονδήποτε από την οικογένεια Ψ ή τον φίλο της οικογένειας ΔΔ και επιχείρησε με πρόθεση προς τον ανθρωποκτόνο αυτό σκοπό όλες τις προαναφερόμενες ενέργειες του. Άλλωστε δεν μπορεί να θεωρηθεί αντιφατική η σκέψη στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με διαζευκτικό δόλο της θανάτωσης ή του τραυματισμού των παθόντων, γιατί και πάλι ευθύνεται αυτός κατά την προαναφερόμενη περίπτωση ως υπαίτιος του βαρύτερου εγκλήματος δηλ. της απόπειρας ανθρωποκτονίας, εφόσον η υποκειμενική υπόσταση αυτής μπορεί να στηρίζεται και επί ενδεχομένου δόλου, που υφίσταται οπωσδήποτε στη συγκεκριμένη περίπτωση ... . Ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ1 διατείνεται ότι το εκκαλούμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων έσφαλε στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, καθόσον τον παρέπεμψε να δικαστεί για τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας με πρόθεση και της απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συρροή, καθώς επίσης διατείνεται ότι προσήλθε στο τόπο του συμβάντος όντας αμέριμνος και μη γνωρίζοντας ότι εκεί βρισκόταν ο ΣΤ οπλισμένος με κυνηγετική καραμπίνα και ότι καθ' ον χρόνο αποβιβαζόταν από το αυτοκίνητο του Χ4 δέχθηκαν καταιγιστικά πυρά εκ μέρους του θύματος με αποτέλεσμα να τραυματισθούν αμφότεροι και ο ίδιος πέφτοντας στο έδαφος για να καλυφθεί πυροβόλησε αμυνόμενος προς το μέρος του ΣΤ, ισχυρισμοί οι οποίοι είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ειδικότερα, οι ως άνω ισχυρισμοί επιβεβαιώνονται μόνον εκ μέρους των συγγενικών του προσώπων και αυτόπτων μαρτύρων ΒΒ συζ. Χ4 και ΓΓ συζ. Χ3, ενώ δεν διαψεύδονται μόνον εκ μέρους των συγγενικών προσώπων και φίλου του θύματος και μαρτύρων Ψ1, Ψ2 και ΔΔ, αλλά κυρίως διαψεύδονται εκ μέρους του μάρτυρα ΕΕ, ο οποίος με την από 15-3-2010 ένορκη κατάθεσή του, εκτός των άλλων κατέθεσε ότι "... Καθώς ετοιμαζόμασταν να φύγουμε και να πάμε την Ψ2 στο Νοσοκομείο, προκειμένου να της παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες, εμφανίστηκε ξαφνικά ένα Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, 4X4, μάλλον σκούρου χρώματος και σταμάτησε πλησίον του σημείου που βρισκόταν προηγουμένους ο ΣΤ με τις δυο (2) γυναίκες. Από το αυτοκίνητο δεν κατέβηκε κανένας επιβάτης και ούτε είδα πόσα άτομα ήταν μέσα σε αυτό. Εκείνη τη στιγμή ο ΣΤ με τους γονείς του βρισκόταν μέσα στον ελαιώνα, ενώ εγώ ήμουν λίγα μέτρα μακρύτερα. Ξαφνικά άρχισαν να ρίχνονται πυροβολισμοί από το σημείο που βρισκόταν το αυτοκίνητο προς το σημείο που ήταν ο ΣΤ με τους γονείς του. Αρχικοί έριξαν ένα (1) πυροβολισμό και εγώ είδα τον ΣΤ να πέφτει κάτω, βγάζοντας μια κραυγή. Αμέσως κατάλαβα ότι τον είχαν χτυπήσει. Ο ΣΤ σηκώθηκε κρατώντας με το χέρι του το σημείο κάτω από την δεξιά του μασχάλη. Προφανώς εκεί είχε χτυπηθεί και πίεζε το τραύμα του. Αμέσως άρπαζε το όπλο από τα χέρια της μητέρας του, η οποία βρισκόταν δίπλα του και πυροβόλησε μία (1) φορά προς το μέρος του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου. Το όπλο κατά την στιγμή που πυροβόλησε το κρατούσε μόνο με το δεξί του χέρι καθώς με το άλλο χέρι πίεζε την πληγή του. Αμέσως έπεσαν άλλοι δύο (2) πυροβολισμοί μέσα από το προαναφερόμενο Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, με κατεύθυνση προς το σημείο που βρισκόταν ο ΣΤ με τους γονείς του. Εγώ κατάλαβα ότι έριχναν προς το μέρος τους, επειδή τα βλήματα, καθώς χτυπούσαν στο έδαφος σήκωναν σκόνη ... . Περαιτέρω, η ως άνω κατάθεση του μάρτυρα ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατέβηκαν από το αυτοκίνητο, αλλά αιφνιδίασαν το θύμα, ενισχύεται και από το γεγονός της μορφής των τραυμάτων από τους χόνδρους (σκάγια) κυνηγετικού όπλου που έφεραν αμφότεροι και τα οποία τραύματα, ως προαναφέρεται, περιορίζονται στα ακάλυπτα μέρη των σωμάτων τους, ήτοι πρόσωπο και χέρια, καθώς επίσης ορισμένοι εξ αυτών (χόνδρων) έπληξαν το αυτοκίνητο, λόγω της διασποράς τους ...".
Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, της απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συρροή, της παράνομης οπλοφορίας, της παράνομης κατοχής όπλου και πυρομαχικών και της οπλοχρησίας και για το λόγο αυτό απέρριψε την από αυτόν ασκηθείσα, κατά του υπ' αριθμ. 109/2010 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων, έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα.
Με αυτά που δέχθηκε, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26§1, 27§1, 42§1, 94§1, 299§1 του Π.Κ., 1 παρ. 1α, δ, 7 παρ. 1, 8α, 10 παρ. 1 - 13α, 14 του ν. 2168/1993, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθεται ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, χωρίς να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και έχοντας αποφασίσει να θανατώσει τον ΣΤ, τον στόχευσε και τον πυροβόλησε, με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει θανάσιμα, προέβλεπε δε ως ενδεχόμενο αποτέλεσμα ότι, πυροβολώντας κατ` αυτού, μπορούσε να φονεύσει τους γονείς του Ψ1 και Ψ2 ή το φίλο του ΔΔ, που βάδιζαν δίπλα του, γεγονός που αποδέχθηκε, συνέχισε δε να πυροβολεί εναντίον τους και μετά το θανάσιμο τραυματισμό του πρώτου. Αιτιολογείται, ακόμη, ότι η πράξη της ανθρωποκτονίας των τελευταίων παρέμεινε στο στάδιο της απόπειρας, γιατί οι βολές του εναντίον τους αστόχησαν. Τέλος, αιτιολογεί και την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι βρισκόταν σε νόμιμη άμυνα, ότι, δηλαδή, κατά το χρόνο που αποβιβαζόταν από το αυτοκίνητο του Χ4, δέχθηκε καταιγιστικά πυρά από το θύμα, με αποτέλεσμα να τραυματισθούν αμφότεροι (ο αναιρεσείων και ο Χ4) και, πέφτοντας στο έδαφος για να καλυφθεί, πυροβόλησε, αμυνόμενος, προς το μέρος του θύματος. Επομένως, ο τέταρτος, από το άρθρο 484§1 στοιχ. δ ΚΠοινΔ, λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ιδίως ως προς το υποκειμενικό στοιχείο του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας και την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι όταν πυροβόλησε βρισκόταν σε βρασμό ψυχικής ορμής και σε κατάσταση άμυνας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η μερικότερη αιτίαση ότι από την αναφορά στο βούλευμα ότι "από το αποδεικτικό υλικό που συγκέντρωσε αρχικά η αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση και, στη συνέχεια, η κυρία ανάκριση, η οποία περατώθηκε νομότυπα, και συγκεκριμένα από τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων" δημιουργείται ασάφεια για το αν λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα της δικογραφίας (υπομνήματα κατηγορουμένων κ.λπ.), γιατί εμφανίζεται ότι το Συμβούλιο περιορίστηκε μόνο στα "κρίσιμα" έγγραφα, είναι αβάσιμη, γιατί στο βούλευμα αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα και όχι τα "κρίσιμα" (οπότε και μόνο θα υπήρχε ασάφεια), ενώ, από την επισκόπηση της δικογραφίας, δεν προκύπτει ότι υπέβαλε υπόμνημα ο αναιρεσείων, ο οποίος, άλλωστε δεν προσδιορίζει ποια είναι τα έγγραφα, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, δεν έλαβε υπόψη το Συμβούλιο. Κατά το άρθρο 308 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 20 παρ. 2 του ν. 3160/2003, οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον εισαγγελέα και πριν καταρτίσει την πρότασή του, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενό της. Ο εισαγγελέας οφείλει σ' αυτή την περίπτωση να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το δικαίωμα αυτό, αν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά τον αντίκλητο που έχει διορίσει στην έδρα αυτή, για να προσέλθει και λάβει γνώση της πρότασής του, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες. Η ειδοποίηση αυτή μπορεί να γίνει και προφορικά ή τηλεφωνικά οπότε αποδεικνύεται με βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα της εισαγγελίας, που επισυνάπτεται στη δικογραφία. Αν ο διάδικος δεν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου και δεν διόρισε αντίκλητο, δεν ειδοποιείται, χωρίς πάντως να εμποδίζεται από το λόγο αυτό να γνωρίσει την πρόταση του εισαγγελέα και μετά την υποβολή της στο συμβούλιο. Για το σκοπό αυτό κατατίθεται στο γραμματέα της εισαγγελίας αντίγραφο της πρότασης. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται όχι μόνο στη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου πλημμελειοδικών, αλλά και στη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου εφετών και του Αρείου Πάγου (άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠοινΔ), η παραβίαση δε αυτής, όταν εκείνος που ζήτησε να λάβει γνώση της πρότασης του εισαγγελέα πριν να υποβληθεί στο συμβούλιο και δεν ειδοποιήθηκε να λάβει γνώση, είναι ο κατηγορούμενος, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ) που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠοινΔ. Το εν λόγο αίτημα των διαδίκων ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενο της εισαγγελικής προτάσεως προς το δικαστικό συμβούλιο, μπορεί να υποβληθεί και με την έφεση λόγω του ότι δεν πρέπει να τηρηθεί κάποιος τύπος και με τον τρόπο αυτό περιέρχεται άμεσα σε γνώση του εισαγγελέα, ο οποίος προ της καταρτίσεως της προτάσεώς του λαμβάνει γνώση της εφέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠοινΔ, λόγο της αιτήσεως, πλήττει το προσβαλλόμενο βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα, κατ` άρθρο 171§1 περ. δ' ΚΠοινΔ, η οποία συνίσταται στο ότι, αν και, με την έφεσή του κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, όρισε αντίκλητο (το δικηγόρο Χανίων Ιω. Σφακιωτάκη) και ζήτησε να λάβει γνώση της εισαγγελικής προτάσεως, το Συμβούλιο Εφετών αγνόησε το αίτημά του και δεν γνωστοποίησε ούτε στον ίδιο ούτε στον αντίκλητό του το χρόνο συνεδριάσεώς του για να αποφανθεί επί της εφέσεως ούτε τον κλήτευσε και, κατά συνέπειαν, αυτός δεν εκπροσωπήθηκε ούτε υπέβαλε υπόμνημα, όπως είχε ζητήσει. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, όπως προκύπτει από την από 23.3.2010 βεβαίωση της Διευθύντριας της Γραμματείας της Εισαγγελίας Εφετών Κρήτης ..., οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος Ιω. Σφακιωτάκης και Ιω. Ντερμανάκης ειδοποιήθηκαν για την υποβληθείσα εισαγγελική πρόταση και ενυπογράφως έλαβαν γνώση αυτής. Πλην, από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ούτε υπόμνημα υπέβαλε ούτε ζήτησε την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, οπότε ορθώς δεν κλητεύθηκε κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του.
Με τον δεύτερο, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠοινΔ, λόγο της αιτήσεως, ο αναιρεσείων προσβάλλει το προσβαλλόμενο βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα, κατ` άρθρο 171§1 περ. δ' ΚΠοινΔ, η οποία συνίσταται στο ότι: "α) Η με ημερομηνία 21/12/2009 ένορκη εξέταση της Ψ2 έχει ληφθεί σε χρονικό διάστημα πολύ μεταγενέστερο της απολογίας του Χ2 και Χ4 και τούτο έγινε για να εμπλέξει τον δεύτερο απ' αυτούς στις πράξεις της ανθρωποκτονίας και της απόπειρας ανθρωποκτονίας. Και β) με ημερομηνία 16/12/2009 και 14/1/2010 έχουν συμπεριληφθεί κατά παράβαση του Ν. 2472/97 στην εν λόγω δικογραφία (42) αντίγραφα από το Β.Α.Σ. ... τα οποία αναφέρονται σε καταγγελίες, μηνύσεις κ.λπ., και ανάγονται στο χρονικό διάστημα 2006 έως και σήμερα, αφορούν δε κατά το πλείστον διαφορές μεταξύ ατόμων τα οποία ουδεμία ανάμειξη έχουν στην εν λόγω υπόθεση, ήτοι δεν είναι ούτε μηνυτές ούτε κατηγορούμενοι ούτε μάρτυρες, π.χ. ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... κ.τ.λ. Η συγκέντρωση των παραπάνω εγγράφων από τα οποία ένα ή δύο, μόνο αφορούν την ένδικη υπόθεση, έγινε με αίτημα και πρωτοβουλία της Πολιτικής Αγωγής, προκειμένου να συσχετισθούν με την εκκρεμή ενώπιον του Ανακριτή ποινική υπόθεση, για να προκληθεί σύγχυση και εξαχθεί αρνητική εικόνα σε βάρος των δύο κατηγορουμένων Χ2 και Χ4 ...". Οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες και πρέπει να απορριφθούν. Συγκεκριμένα, η υπό στοιχ. α' αιτίαση είναι απαράδεκτη, γιατί η μεταγενεστέρως ληφθείσα κατάθεση της Ψ2 στοχεύει τον Χ2 και όχι τον αναιρεσείοντα, ανεξαρτήτως του ότι από την ληφθείσα στις 21.12.2009 κατάθεση της ανωτέρω δεν προκύπτει κάποια ακυρότητα της προδικασίας, αφού οι κατηγορούμενοι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, ενημερώθηκαν συννόμως για το πέρας της ανάκρισης στις 18.1.2009 και, πληροφορηθέντες την εν λόγω κατάθεση, προσέφυγαν με την από 18.1.2009 αίτησή τους στον Ανακριτή και, στη συνέχεια, στις 25.3.2009 ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων, όπου εξέθεσαν τις απόψεις τους. Σε κάθε περίπτωση, όμως, υπό την επίκληση του λόγου αυτού της αναιρέσεως - αναφορικά με την κατάθεση της Ψ2 (που χαρακτηρίζεται "ως στερούμενη κάθε αξιοπιστίας") πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων εκ μέρους του Συμβουλίου. Η δε υπό στοιχ. β αιτίαση είναι, επίσης, απαράδεκτη, καθόσον στη δικογραφία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, δεν υπάρχουν τα (42) αντίγραφα εγγράφων, για τα οποία γίνεται λόγος και μάλιστα κατά αόριστο τρόπο, αφού τα εν λόγω "έγγραφα" δεν προσδιορίζονται ακριβώς ποια είναι.
Ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, πλήττει το προσβαλλόμενο βούλευμα για αρνητική υπέρβαση εξουσίας, γιατί δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Συμβούλιο Εφετών συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, αλλά έλαβε υπόψη του μερικά μόνο από αυτά, ενώ όφειλε, για να κρίνει αν υπάρχουν ή όχι επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του, να συνεκτιμήσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν. Ειδικότερα, αιτιάται το πληττόμενο βούλευμα ότι δέχθηκε: "α) Ότι προκύπτει εναργώς ο ανθρωποκτόνος δόλος του αναιρεσείοντος από το μέσον που χρησιμοποίησε, β)την ρίψη τουλάχιστον τριών πυροβολισμών από κοντινή (;;) απόσταση, γ)το ζωτικό μέρος που ετρώθει το θύμα, και, δ)ο απόλυτος αιφνιδιασμός του θύματος, πλην όμως το βούλευμα αυτό αγνόησε παντελώς το αναμφισβήτητο γεγονός ότι, 1) και ο θανατωθείς χρησιμοποίησε όπλο, 2) και εκείνος έριξε μερικούς πυροβολισμούς με την καραμπίνα του, την οποία πριν από ελάχιστο χρόνο είχε φέρει στον τόπο του συμβάντος, αφού είχε προς τούτο μεταβεί στην οικία του, 3)η απόσταση που ο αναιρεσείων έρριψε τους πυροβολισμούς είναι η ίδια ακριβώς απόσταση από την οποία και ο θανάσιμα τραυματισθείς ΣΤ έρριψε τους δικούς του πυροβολισμούς εναντίον του αναιρεσείοντα, 4) δεν ετρώθει μόνο ο ΣΤ σε ζωτικό μέρος του σώματός του, αλλά και ο αναιρεσείων βλήθηκε στο πρόσωπο και σε άλλα σημεία του σώματος του, λόγος για τον οποίο αιμόφυρτος μεταφέρθηκε στο Κέντρο Υγείας ..., και, βέβαια, αν οι βολές του ενός υπήρξαν πλέον αποτελεσματικές από εκείνες του άλλου, αυτό αφευατού δεν μπορεί να καταδείξει ανθρωποκτόνο δόλο στον ένα και κανένα δόλο στον άλλο. 5) Ακόμα, δεν υπήρξε αιφνιδιασμός του θύματος, όταν έχει προηγηθεί η ασυγκράτητη αναζήτηση από το θύμα με την καραμπίνα στο χέρι των μελών της οικογένειας Χ2, όταν το ίδιο το θύμα φέρεται από τους παρόντες μάρτυρες να είπε τη φράση: "Ήρθανε μωρέ", εννοώντας τους Χ, αφού άπαντες είχαν δει και ακούσει το ερχόμενο αγροτικό αυτ/το με αναμφισβήτητο θόρυβο και ταχύτητα να κινείται στην ανωφέρεια προς τον τόπο του συμβάντος, στοιχεία τα οποία ουδόλως αξιολόγησε το βούλευμα, αφού δέχτηκε, ότι υπήρξε ... απόλυτος αιφνιδιασμός του θύματος. Προσέτι, δέχτηκε το βούλευμα ότι, ο αναιρεσείων προσήλθε στο χώρο με αποκλειστικό σκοπό την θανάτωση του ΣΤ, την οποία είχε σχεδιάσει και αποφασίσει σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, και, ότι είχε αναλάβει το ρόλο του εκτελεστή, παραδοχές, οι οποίες ενώ καταρχήν είναι αβάσιμες και ατεκμηρίωτες καταδεικνύουν ενταυτώ ότι δεν αξιολογήθηκαν, ούτε σταθμίστηκαν όλα τα στοιχεία της δικογραφίας, και δη το αναμφισβήτητο γεγονός ότι, - το θύμα ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από την μητέρα του Ψ2 και προσέτρεξε στον τόπο του συμβάντος από άλλο χωριό στο οποίο εργαζόταν -τουλάχιστον μισή ώρα απόσταση- έφτασε δε εκεί με εμφανέστατο ανθρωποκτόνο δόλο, αφού είχε περάσει προηγούμενα από την οικία, του και παρέλαβε, παρά τις αντιρρήσεις του φίλου του ΔΔ την καραμπίνα του, μετέβη δε στον τόπο του συμβάντος σε τέτοιο βαθμό εξοργισμένος και αποφασισμένος, όπως κατέθεσαν ο φίλος του ΔΔ και η μητέρα του, ώστε αδυνατούσαν να του αφαιρέσουν την καραμπίνα από το χέρι (ιδ. καταθέσεις Ψ2 και ΔΔ). Έτσι, από τις ίδιες τις καταθέσεις της μητέρας και του φίλου του αναδύεται αβίαστα ο πράγματι ανθρωποκτόνος δόλος τον οποίο επωμίστηκε το ατυχές θύμα, ενώ από κανένα απολύτως στοιχείο της δικογραφίας προκύπτει η ανάληψη τέτοιου ρόλου εκ μέρους του αναιρεσείοντος, όπως αβάσιμα δέχεται το βούλευμα. Περαιτέρω, το πληττόμενο βούλευμα ούτε αξιολόγησε, ούτε στάθμισε το γεγονός ότι, όταν το θύμα έπαυσε να πυροβολεί κατά των επιβατών του αυτ/του, τότε και ο αναιρεσείων έπαυσε να πυροβολεί κατ' αυτού, και, δεν συνέχισε να πυροβολεί κατά των λοιπών (πατέρα, μητέρα και φίλου του θύματος) που βρισκόταν δίπλα του, όπως θα έπραττε, αν πράγματι είχε ανθρωποκτόνο πρόθεση και κατ' αυτών. Γιατί άραγε δεν συνέχισε ο αναιρεσείων την ανθρωποκτόνο δραστηριότητά του, αφού στο βούλευμα δεν αναφέρεται κανένας εξωτερικός παράγοντας εξαιτίας του οποίου αυτός έπαυσε να πυροβολεί θέλοντας να φονεύσει και τους λοιπούς. Αφού είχε ήδη εξουδετερώσει τον μόνο, ο οποίος οπλοφορούσε, δηλ το θύμα, γιατί να μην συνεχίσει ανενόχλητα να φονεύει και τους λοιπούς ανυπεράσπιστους που βρίσκονταν στην ίδια απόσταση, ακάλυπτοι;; Προέκυψε άραγε ότι ο αναιρεσείων δε διέθετε άλλες σφαίρες;;". Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος με το οποίο υποστηρίζεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, είναι αόριστος και απορριπτέος, γιατί δεν προσδιορίζεται ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη. Κατά δε το μέρος, με το οποίο πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί, με την επίφαση της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου της ουσίας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση του κατηγορουμένου Χ1 και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ α) την υπ` αριθ. 5/3 Μαΐου 2010 αίτηση των Ψ2 και Ψ1 και β) την υπ` αριθ. 4/23 Απριλίου 2010 αίτηση του Χ, για αναίρεση του υπ` αριθ. 75/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2010
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα συμβουλίου εφετών που απορρίπτει εφέσεις κατηγορουμένου ως προς παραπεμπτικές διατάξεις βουλεύματος συμβουλίου πλημμελειοδικών και πολιτικώς εναγόντων ως προς απαλλακτικές διατάξεις. Αίτηση αναιρέσεως πολιτικώς εναγόντων απαράδεκτη. Παραπεμπτικό βούλευμα για ανθρωποκτονία από πρόθεση και απόπειρες ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο. Στοιχειοθέτηση εγκλημάτων. Έννοια "διαζευκτικού" δόλου. Επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση. Η αιτίαση ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα αποδεικτικά μέσα είναι απαράδεκτη, γιατί πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας. Αιτιολογημένη απόρριψη ισχυρισμού για βρασμό ψυχικής ορμής και νόμιμη άμυνα. Απόρριψη λόγου για απόλυτη ακυρότητα συνισταμένη στο ότι δεν γνωστοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα ή στον αντίκλητο του ο χρόνος συνεδριάσεως του συμβουλίου εφετών. Απόρριψη λόγου ότι δεν συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα. Απόρριψη αιτήσεως κατηγορουμένου στο σύνολο της.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Άμυνα, Βρασμός ψυχικής ορμής.
| 2
|
Αριθμός 1403/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Τίγγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Τσόλα και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Ιουλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κορμπάκη, περί αναιρέσεως της 11694/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 654/10.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ 1325/1972, μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α' του ν. 2408/1996, εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Σε σχέση με την υποβολή της εγκλήσεως επί της επιταγής ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 Κ.Ποιν.Δ., στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 του άρθρου 42, η έγκληση γίνεται απευθείας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αλλά και στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα, είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο.. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της εγκλήσεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ, 1 του ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το ΒΔ 174/1963, ορίζεται ότι "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει ότι εν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρείαν, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ, 1 ότι "το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν' αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν, 2339/1995, "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του., διευθυντές της εταιρίας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα Δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρείας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται (18 παρ, 1) το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο (22 παρ. 1) είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ, 2 και 22 παρ, 3 του άνω ν. 2190/1920, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκαταστάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσωπήσεως της ΑΕ. Επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρίας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν (δικαστικώς ή εξωδίκως) την εταιρία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχειρίσεως όσο και την εκπροσώπηση της εταιρίας. Αντίθετα, όμως, προς το άρθρο 18 παρ. 2, το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη, με την οποία το καταστατικό, προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ, 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασισθεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3 μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του ΔΣ ή διευθυντές της εταιρίας. Προϋποθέτει, όμως, σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας (Ολ.ΑΠ 1096/1976). Υποκατάσταση του Διοικητικού Συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο, προς το οποίο το όργανο της εταιρίας, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατο του Διοικητικού Συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης, αντίστοιχα, πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του Διοικητικού Συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρίας, δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδοτήσεως και βεβαιώσεως του γνησίου της υπογραφής των μελών του ΔΣ, όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή της εγκλήσεως ή για τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση, όμως, που το Διοικητικό Συμβούλιο Ανώνυμης Εταιρίας για την υλοποίηση σχετικής αποφάσεώς του, αναθέσει σε τρίτον, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22.παρ. 3 του ν. 2190/1920, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξεως που τελέσθηκε σε βάρος της εταιρίας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος-εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠοινΔ (Ολ.ΑΠ 5/2006, 6/2006). Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμο όροι. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων υπέβαλε ενώπιον του Εφετείου τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι "στο υποβληθέν φερόμενο ως ακριβές αντίγραφο του υπ' αριθ. ... πρακτικού συνεδρίασης του ΔΣ της εγκαλούσας εταιρίας, με το οποίο εξουσιοδοτείται, ως εντολοδόχος, ο δικηγόρος Αθανάσιος Πήττας, δεν υπάρχουν υπογραφές των μελών του ΔΣ παρά μόνον η βεβαίωση, από τον ανωτέρω δικηγόρο, του γνησίου της υπογραφής του αντιπροέδρου του ΔΣ, ο οποίος πιστοποιεί ότι πρόκειται για ακριβές αντίγραφο από το βιβλίο πρακτικών του ΔΣ, χωρίς όμως να προκύπτει από το προσκομισθέν πρακτικό ότι είναι όντως και δεόντως υπογεγραμμένο και χωρίς να υπάρχει και σχετική βεβαίωση ότι τέθηκαν οι υπογραφές των υπολοίπων μελών του ΔΣ. Ως εκ τούτου η ένδικη έγκληση δεν υπεβλήθη νομοτύπως και κακώς ασκήθηκε η ποινική δίωξη ". Από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για τον αναιρετικό έλεγχο, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος X1 καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη 11694/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, για το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, σε ποινή φυλακίσεως επτά μηνών και χρηματική ποινή 500 ευρώ, μετά από υποβολή της σχετικής από 26-11-2002 εγκλήσεως της φερόμενης ως παθούσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ ", κομίστριας της επίδικης επιταγής. Την ανωτέρω έγκληση υπέβαλε η εν λόγω παθούσα εταιρία δια του πληρεξουσίου της Αθανασίου Πήττα, δικηγόρου και κατοίκου Αθηνών, δυνάμει του συνημμένου υπ' αριθ. .... πρακτικού του Δ.Σ αυτής. Από το πρακτικό αυτό, που προσκομίσθηκε σε ακριβές αντίγραφο από το βιβλίο πρακτικών του Δ.Σ, προκύπτει ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας κατά τη συνεδρίαση της 22-11-2002, στην οποία συμμετείχαν ο Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος και ένα μέλος αποφάσισε και έδωσε την εντολή στον ειρημένο Δικηγόρο Αθηνών Αθανάσιο Πήττα να εμφανισθεί ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και να καταθέσει για λογαριασμό της εταιρίας έγκληση κατά του κατηγορουμένου για το έγκλημα της εκδόσεως της αναφερόμενης στην έγκληση ακάλυπτης επιταγής. Την ακρίβεια του αντιγράφου των πρακτικών βεβαιώνει ο Αντιπρόεδρος της εγκαλούσης εταιρίας ...., τη γνησιότητα της υπογραφής του οποίου βεβαιώνει ο δικηγόρος Αθανάσιος Πήττας. Από το από 24-8-2001 καταστατικό της εγκαλούσης ανώνυμης εταιρίας προκύπτει ότι με το άρθρο 19 αυτού παρέχεται η δυνατότητα στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας να αναθέτει, με γενική ή ειδική εξουσιοδότηση, την εκπροσώπηση της εταιρίας και σε τρίτους, καθορίζοντας και την έκταση της εκπροσώπησης, ενώ με το άρθρο 20 ορίζεται ότι αντίγραφα και αποσπάσματα των πρακτικών του ΔΣ επικυρώνονται από τον Πρόεδρο ή τον αναπληρωτή του, που είναι ο αντιπρόεδρος ( άρθρο 16). Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο δικηγόρος Αθανάσιος Πήττας που υπέβαλε την έγκληση ενήργησε ως υποκατάστατο όργανο της εταιρίας και το πρακτικό που προσάρτησε στην έγκληση δεν ήταν αναγκαίο, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής των μελών του ΔΣ της εταιρίας. Το Εφετείο που δέχθηκε τα ίδια δεν καταδίκασε τον κατηγορούμενο για το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής χωρίς την υποβολή της απαιτούμενης έγκλησης και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, ο δε από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρο 583 ΚΠΔ ) στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-4-2010 αίτηση του X1 περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 11694/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, της οποίας νόμιμη κομίστρια ήταν η εγκαλούσα πολιτικώς ενάγουσα ΑΕ. Εκπροσώπηση της τελευταίας κατά την υποβολή της σχετικής εγκλήσεως από υποκατάστατο όργανο του Δ.Σ. Δεν είναι αναγκαία η βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής των μελών του ΔΣ. Νόμιμη υποβολή της εν λόγω εγκλήσεως. Απορρίπτεται ο μοναδικός λόγος από το άρθρο 510 § 1 Η' ΚΠΔ.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση, Ανώνυμη εταιρία.
| 0
|
Αριθμός 1402/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Τίγγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Ιουλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πιτταρά, περί αναιρέσεως της 2352/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 628/10.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 § 1 Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" (κατά την αρχική του διατύπωση και προ της αντικαταστάσεως του με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972) "εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα, επί πληρωτή παρά τω οποίω, δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών". Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.δ. 1325/1972 και ορίσθηκε ότι "εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Από τη διάταξη αυτή, από την οποία απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγούμενης ρύθμισης, προκύπτει ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτηση του απαιτείται αντικειμενικά μεν 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, στη θέση υπογραφής του εκδότη αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου και εταιρείας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρείας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, τόσο κατά το χρόνο έκδοσης όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξης, της έκδοσης δηλαδή επιταγής, που είναι ακάλυπτη. Με τη νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τελέσεως της πράξεως. Περαιτέρω από την διάταξη του άνω άρθρου 79 § 1 Ν. 5960/1933, η οποία θεσπίσθηκε για την προστασία όχι μόνο του δημοσίου, αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ. ΑΚ προκύπτει ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει. Η αξίωση προς αποζημίωση από το άρθρο 914 και επ. ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή από τα άρθρα 40-47 του Ν. 5960/1933 και απόκειται στο δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει. Δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι όχι μόνο ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφανίσεως της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτήν. Σημειώνεται, ότι το δικαίωμα αναγωγής του (τελευταίου) κομιστή κατά του εκδότη και των προγενέστερων υπογραφέων της επιταγής, παρέχεται από τις διατάξεις του Ν. 5960/1933 (άρθρο 44), σε οποιοδήποτε υπογραφέα της επιταγής, ο οποίος την πλήρωσε. Ο οπισθογράφος δε που πλήρωσε την επιταγή, δύναται επιπλέον να διαγράψει την οπισθογράφησή του, καθώς και τις οπισθογραφήσεις των επόμενων οπισθογράφων με συνέπεια να εμφανίζεται και ως τελευταίος κομιστής που στηρίζει το δικαίωμα του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων (άρθρα 19 και 47 παρ. 2 του Ν. 5960/1933). Αντίθετη άποψη, ότι δηλ. δικαιούχος της αποζημιώσεως από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής αυτής, δεν συνάγεται ούτε από τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, που είχε προστεθεί με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, και κατά την οποία η ποινική δίωξη (για την πράξη της παρ. 1) ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Τούτο δε διότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής χρησιμοποιείται στην παραπάνω διάταξη μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή. Κατά συνέπεια, ως "κομιστής" θεωρείται κατά τη διάταξη αυτή και ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής της. Εξάλλου, η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε ήδη από το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006 και ορίζεται πλέον ρητώς, ότι δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως έχουν τόσο ο κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όσο και ο εξ αναγωγής υπόχρεος ο οποίος εξόφλησε την επιταγή και έγινε κομιστής της. Στην ίδια διάταξη προστέθηκε με το παραπάνω άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006, για την άρση κάθε αμφισβήτησης, ότι ο εξ αναγωγής υπόχρεος ο οποίος εξόφλησε την επιταγή δικαιούται να λάβει αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 επ.-ΟλΑΠ 25, 29/2007 Πολιτ, ΑΠ 441/2009). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει στην αληθινή έννοια του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 2352/2010 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ1 με την ιδιότητα του ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "ΙΤCC ΑΕ", στην Αθήνα εξέδωσε σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΙΑΣ ΕΠΕ", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από τον .... τις ακόλουθες επιταγές: 1) στις 15-8-2002 την με αριθμό ...επιταγή της τράπεζας Αττικής, ποσού 3.485,70 ευρώ, την οποία η νόμιμη κομίστρια εταιρεία δια του νομίμου εκπροσώπου της, εμφάνισε εμπροθέσμως προς πληρωμή στις 23-8-2002, στην πληρώτρια τράπεζα Αττικής, 2} στις 15-10-2002 την με αριθμό... επιταγή της τράπεζας Πειραιώς, ποσού 1.574,86 ευρώ, την οποία η νόμιμη κομίστρια εταιρεία δια του νομίμου εκπροσώπου της, εμφάνισε εμπροθέσμως προς πληρωμή στις 23-10-2002, στην πληρώτρια τράπεζα Πειραιώς. Προέκυψε δε, ότι οι ανωτέρω επιταγές, οι οποίες εμφανίστηκαν νομίμως και εμπροθέσμως προς πληρωμή από την ως άνω νόμιμη κομίστρια "ΤΡΙΑΣ ΕΠΕ", δεν πληρώθηκαν γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα. Μετά ταύτα κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο για το έγκλημα της εκδόσεως με πρόθεση ακάλυπτης επιταγής και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την απαιτουμένη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμένος, τις αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκαμε την υπαγωγή τους στην αναφερομένη ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 § 1 Ν. 5960/1933, όπως έχει αντικατασταθεί, την οποία εφήρμοσε. Δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας, η αναφορά "της σειράς των οπισθογραφήσεων των επίδικων επιταγών", αλλά αρκεί η παραδοχή ότι αυτές εμφανίστηκαν στην πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή από τη νόμιμη κομίστρια πιο πάνω εταιρεία (δια του νομίμου εκπροσώπου της), η οποία και υπέβαλε τη σχετική έγκληση. Το γεγονός δε ότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται, από προφανή παραδρομή, ότι οι επίδικες επιταγές εμφανίστηκαν προς πληρωμή "από τη νόμιμη κομίστρια ανώνυμη εταιρεία δια του νομίμου εκπροσώπου της", αντί του ορθού "από τη νόμιμη κομίστρια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης", δε στερεί αυτήν νόμιμης βάσης, αφού από το όλο περιεχόμενο της σαφώς προκύπτει ότι ως κομίστρια που εμφάνισε τις επίδικες επιταγές φέρεται η εγκαλούσα "ΤΡΙΑΣ ΕΠΕ".
Συνεπώς τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους σχετικούς λόγους αναιρέσεως, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ για ελλιπή αιτιολογία της αποφάσεως και εκ πλαγίου παραβιάσεως ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, λόγω των άνω πλημμελειών, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Οι περαιτέρω δε ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, (που περιέχονται στο αναιρετήριο), ότι τις επίδικες επιταγές δεν τις εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα η εν λόγω εταιρεία "ΤΡΙΑΣ ΕΠΕ", (όπως αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση), αλλά έτερα πρόσωπα προς τα οποία αυτές οπισθογραφήθηκαν και ότι η τελευταία (ως πληρώσασα τις επίδικες επιταγές) είναι εξ αναγωγής υπόχρεη και, επομένως, δεν είχε δικαίωμα υποβολής της σχετικής εγκλήσεως, είναι απορριπτέοι, ο πρώτος ως απαράδεκτος διότι πλήττει την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου και ο δεύτερος, διότι και αληθής υποτιθέμενος δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού κατά αναφερόμενα στην αρχή η ποινική δίωξη κατά του εκδότη ακάλυπτης επιταγής ασκείται ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε και είναι αδιάφορο, αν αυτός ήταν ο τελευταίος εξ οπισθογραφήσεως κομιστής που εμφάνισε την επιταγή προς πληρωμή, ή αν αυτός έγινε κομιστής αυτής, αφού πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών η κρινομένη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-4-2010 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2352/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογημένη καταδίκη αναιρεσείοντος για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Δικαιούχος εγκλήσεως είναι και ο εξ αναγωγής κομιστής της επιταγής. Αιτιολογημένη καταδίκη για ακάλυπτη επιταγή. Απόρριψη αίτησης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.
| 2
|
Αριθμός 1401/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Τίγγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Ιουλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μοσχοβάκο, περί αναιρέσεως της 6442/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 576/10.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 308 και 309 του ΠΚ, αν η σωματική βλάβη τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται στον υπαίτιο φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης συνίσταται στην πρόκληση της κατά το άρθρο 308 παρ. 1 σωματικής βλάβης κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη, όπως ενδεικτικά αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 310 παρ. 2 του ΠΚ. Η σωματική κάκωση προκαλείται είτε με άμεση σωματική επίδραση είτε με έμμεση με τη χρήση μηχανήματος ή με τη χρησιμοποίηση άγριου ζώου. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτείται δόλος, δηλαδή, γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση του υπαίτιου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη εξειδίκευση του δόλου, αρκεί να προκύπτει από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τη θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη δε της άνω αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά πλειοψηφία, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 24.7.2002 και περί ώρα 17.40' η εγκαλούσα ..., δικαστική επιμελήτρια μετέβη στην οικία του κατηγορουμένου, που βρίσκεται επί της οδού ..., στα ... προκειμένου να επιδώσει σ' αυτόν ένα δικόγραφο. Το οικόπεδο, στο οποίο βρίσκεται η εν λόγω οικία, περιβάλλεται από συρματόπλεγμα στην εξωτερική δε θύρα του οικοπέδου υπάρχει κουδούνι και αναρτημένη πινακίδα με την ένδειξη "ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΚΥΛΟΣ". Η εγκαλούσα, αφού δεν έλαβε απάντηση μετά το χτύπημα του κουδουνιού και επειδή θεώρησε ότι είναι αδύνατον να θυροκολλήσει το δικόγραφο στην εξωτερική θύρα, εισήλθε στον προαύλειο χώρο και έφθασε στην εσωτερική - κύρια πόρτα της οικίας, της οποίας κτύπησε το κουδούνι, με σκοπό να διαπιστώσει την ύπαρξη ή μη του κατηγορουμένου και να προχωρήσει, αν χρειαζόταν, σε θυροκόλληση. Τη στιγμή εκείνη εμφανίσθηκε ο κατηγορούμενος μαζί με ένα μεγάλο λυκόσκυλο και η εγκαλούσα του δήλωσε την ταυτότητά της και το σκοπό της επισκέψεώς της. Ο κατηγορούμενος υψώνοντας τον τόνο της φωνής του της είπε "τι θέλεις πάλι εδώ, σήκω να φύγεις όπως ήλθες" και αρνήθηκε να παραλάβει το δικόγραφο, της πρότεινε δε να θυροκολλήσει το δικόγραφο στην εξωτερική πόρτα ή να το αφήσει στο γραμματοκιβώτιο, που ήταν δίπλα σ'αυτή. Η τελευταία του απάντησε ότι αυτό δε γίνεται και ότι νομίζει ότι η θυροκόλληση πρέπει να γίνει στην πόρτα της οικίας του. Ο σκύλος, που στο διάστημα αυτό τον κοιτούσε στα μάτια και δεν είχε κάνει καμία κίνηση, αλλά βρισκόταν σε στάση αναμονής, διότι τον κρατούσε από το περιλαίμιο ο κύριός του, μετά από νεύμα και ώθησή του από τον τελευταίο επιτέθηκε στην εγκαλούσα. Συγκεκριμένα, ο σκύλος, υπακούοντας στην παρότρυνση του κατηγορουμένου, επιτέθηκε στην εγκαλούσα και την τραυμάτισε προκαλώντας της ημικυκλική εκχύμωση 0,5 εκατ κείμενη στην έξω επιφάνεια του δεξιού αντιβραχίου, μικρή εκχύμωση στην έσω επιφάνεια του δεξιού βραχίονα και δύο μικρά κυκλικά τραύματα στην έσω επιφάνεια της δεξιάς κνήμης (κάτω τριτημόριο). Από τα παραπάνω προκύπτει ότι σκοπός του κατηγορουμένου ήταν να δαγκώσει ο σκύλος του την εγκαλούσα. Η δε πράξη αυτή με τον τρόπο που τελέστηκε από τον τελευταίο μπορούσε να προκαλέσει στην παθούσα βαριά σωματική βλάβη. Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, κατά πλειοψηφία, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πιο πάνω αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 309 σε συνδυασμό με 308 του Π.Κ.. Περαιτέρω, ο προβληθείς από τον κατηγορούμενο, στο δικαστήριο της ουσίας, ισχυρισμός ότι η ανωτέρω πράξη συνιστά όχι επικίνδυνη σωματική βλάβη, αλλά όλως ελαφρά σωματική βλάβη από αμέλεια είναι αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής. Άλλωστε, η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογεί επαρκώς την απόρριψη του ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί μεταβολής της κατηγορίας σε όλως ελαφρά σωματική βλάβη από αμέλεια και στη συνέχεια την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 31 του Ν.3346/2005, με την παραδοχή ότι αυτός τέλεσε το ως άνω έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται, ότι τα ως άνω κρίσιμα περιστατικά που (κατά πλειοψηφία) δέχθηκε το Εφετείο δεν αποδείχθηκαν από τα αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και ειδικότερα ότι εσφαλμένα αυτό δέχθηκε ότι οι θλαστικές κακώσεις στο δεξιό βραχίονα της εγκαλούσας προξενήθηκαν από δήγμα σκύλου, αφού από το αναγνωσθέν υπ' αριθ. 6652/2006 έγγραφο της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Αθηνών προέκυπτε το αντίθετο, είναι απαράδεκτος, διότι πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει, να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-3-2010 αίτηση του ... για αναίρεση της 6442/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία καθορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογημένη καταδίκη αναιρεσείοντος για επικίνδυνη σωματική βλάβη που προκλήθηκε με τη χρησιμοποίηση ζώου. Απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη επικίνδυνη.
| 0
|
Αριθμός 1410/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Τίγγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου και Κωνσταντίνο Τσόλα και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 6 και 13 Ιουλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Χ, υπηκόου Σερβίας, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γρηγόριο Κατσάνο και Ευάγγελο Βασιλακάκη, κατά της υπ' αριθμ. 409/2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθμ. 409/2010 απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Σερβίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 2/23-4-2010 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν και συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 637/10.
Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τους πληρεξούσιους δικηγόρους του εκκαλούντος - εκζητουμένου, που ζήτησαν να γίνει δεκτή η έφεσή του και να μην εκδοθεί και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ο οποίος ζήτησε να απορριφθεί η προκείμενη έφεση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 451 παρ. 1 του Κ.ποιν.Δ κατά της οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών με την οποία αυτό γνωμοδοτεί επί αιτήσεως εκδόσεως, επιτρέπεται σ' αυτόν για τον οποίο ζητείται η έκδοση και στον Εισαγγελέα να ασκήσουν έφεση στο Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση από το γραμματέα Εφετών στην οποία πρέπει διατυπώνονται οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Επομένως η κρινόμενη έφεση του εκκαλούντος - εκζητούμενου Χ, σέρβου υπηκόου, κατά της υπ' αριθ. 409/22-4-2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του στις Αρχές του Κράτους της Σερβίας, ασκηθείσα νομίμως και εμπροθέσμώς την 23-4-2010, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσίαν ως προς τα προσβαλλόμενα με τους λόγους εφέσεως κεφάλαια της εκκαλουμένης αποφάσεως και της μεταβιβάσεως της υποθέσεως κατ' αυτά εκ της εκτάσεως του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 502 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ) στο παρόν Δικαστήριο (σε συμβούλιο). Κατά τη διάταξη του άρθρου 436 Κ.Ποιν.Δ οι όροι και η διαδικασία εκδόσεως αλλοδαπών εγκληματικών ρυθμίζονται, αν υπάρχει διεθνείς σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Πολιτείας και του εκζητούντος Κράτους, από τις διατάξεις της σύμβασης αυτής και συμπληρωματικά από τις διατάξεις των άρθρων 437 επ. του ιδίου Κώδικα, εφόσον αυτές δεν αντιτίθενται, σ' εκείνες της συμβάσεως ή για ζητήματα για τα οποία δεν προβλέπει η σύμβαση. Τα Κράτη της Ελλάδος και της Σερβίας έχουν υπογράψει και αποδεχθεί και τα δύο την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως που υπογραφήκε στις 13-12-1957 στο Παρίσι και κυρώθηκε από την Ελλάδα (με επιφυλάξεις για τις οποίες δεν πρόκειται) το έτος 1961 με το ν. 4165/1961 και από την Σερβία από 29-12-2002 με το νόμο περί της διεθνούς συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις της Δημοκρατίας Σερβίας. Δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο στο φάκελο και από αυτά που προσκόμισε ο εκζητούμενος ότι δεν έχει ίσχυε κατά τον χρόνο υποβολής της ένδικης αίτησης έκδοσης στο εν λόγω κράτος η άνω Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως και είναι απορριπτέος ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός που προβλήθηκε από τον εγκαλούντα - εκζητούμενο. Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 της Σύμβασης αυτής η έκδοση ενεργείται για πράξεις κολάσιμες από τους νόμους του αιτούντος Μέρους, καθώς και του Μέρους παρά του οποίου ζητείται η έκδοση, οι οποίες τιμωρούνται με ποινή στερητική της ελευθερίας ή μέτρο ασφαλείας ανωτάτου ορίου τουλάχιστον ενός έτους, ενώ κατά το άρθρο 12 η αίτηση εκδόσεως διατυπώνεται εγγράφως και υποβάλλεται δια της διπλωματικής οδού, προς υποστήριξη της δε προσάγονται α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο είτε εκτελεστή καταδικαστικής απόφασης, είτε εντάλματος συλλήψεως ή ετέρας τινός πράξεως έχουσα την ίδια ισχύ, εκδιδόμενης κατά του τύπους που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος μέρους, β) έκθεση των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και του χρόνου τελέσεως τους, του κατά νόμο χαρακτηρισμού τους και της παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις πουν έχουν εφαρμογή και οι οποίες πρέπει να εμφαίνονται κατά το δυνατό ακριβέστερα και για αντίγραφο των διατάξεων που προβλέπουν την πράξη και αν αυτό δεν είναι εφικτό δήλωση περί του εφαρμοστέου δικαίου, ως και ο κατά το δυνατό ακριβέστερος χαρακτηρισμός του καταζητούμενου ατόμου και πάσα ετέρα πληροφορία δυνάμενη να καθορίσει την ταυτότητα και την εθνικότητα αυτού. Τέλος κατά τις διατάξεις των άρθρων 3, 4, 5, 6 και 10 της Σύμβασης η έκδοση είναι ανεπίτρεπτη, αν πρόκειται για πολιτικές πράξεις και συναφείς με τέτοιες πράξεις παραβάσεις, αν η σχετική αίτηση αποβλέπει στη δίωξη του εκζητουμένου για τα πολιτικά, φυλετικά ή θρησκευτικά του ή εθνικά φρονήματα ή αν η θέση του ατόμου διατρέχει κίνδυνο να επιδεινωθεί, εξ αιτίας κάποιου από τους παραπάνω λόγους, αν αφορά στρατιωτικές ή φορολογικές παραβάσεις (με το ν. 2514/1997 με τον οποίο κυρώθηκε από την Ελλάδα η Διεθνής Σύμβαση "ΣΕΓΚΕΝ" είναι δυνατή η έκδοση για ορισμένες φορολογικές παραβάσεις αν αναφέρεται σε υπηκόους του κράτους παρά του οποίου ζητείται η έκδοση και αν κατά την νομοθεσία της αιτούσας χώρας ή εκείνης προς την οποία υποβάλλεται η αίτηση, χώρησε παραγραφή της πράξεως. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες ενόψει και του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερισχύουν κάθε αντίθετης διατάξεως του ημεδαπού δικαίου, συνάγεται με σαφήνεια, ότι σε περίπτωση εκδόσεως αλλοδαπού, κατά τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως ως κατηγορούμενου, πρέπει τα εγκλήματα για τα οποία αυτός διώκεται να είναι αξιόποινα, τόσο κατά το νόμο του αιτούντος κράτους όσο και κατά το νόμο του Κράτους παρά του οποίου ζητείται η έκδοση και να τιμωρούνται με ποινή, στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον ενός έτους. Αποδεικτικά στοιχεία της ενοχής του εκζητουμένου δεν είναι αναγκαίο να προσκομίζονται, αφού τα στοιχεία αυτά δεν διαλαμβάνονται στην αναφερόμενη διάταξη, ούτε το συμβούλιο που επιλαμβάνεται της σχετικής αιτήσεως, έχει τη εξουσία να ερευνήσει τη βασιμότητα της κατηγορίας. Εξ άλλου κατά το άρθρο 450 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ το Συμβούλιο γνωμοδοτεί αιτιολογημένα για την αίτηση της εκδόσεως και αποφαίνεται, για το αν εκείνος που έχει συλληφθεί και δικάζεται, είναι το ίδιο πρόσωπο με εκείνο του οποίου ζητείται η έκδοση, υπάρχουν τα απαιτούμενα για την έκδοση δικαιολογητικά έγγραφα το έγκλημα που αποδίδεται στον εκζητούμενο ή για το οποίο αυτός έχει καταδικασθεί είναι από αυτά για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση και να έχει προκύπτει λόγος που εμποδίζει την δίωξη ή την εκτέλεση της ποινής ή αποκλείει ή εξαλείφει το αξιόποινο. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης γνωμοδότησε με την προσβαλλόμενη 409/2010 απόφασή του κατά παραδοχή αιτήματος του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Σερβίας που υποβλήθηκε με το υπ' αριθ. .../2010-88 από 16-3-2010 έγγραφο και απεστάλη στο Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδος με την υπ' αριθμό .../2010 και 24-3-2010 ρηματική διακοίνωση της Πρεσβείας της Σερβίας στην Αθήνα. Από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, στο οποίο διαβιβάσθηκε από το Υπουργείο Εξωτερικών με το υπ' αριθ. Φ. .../29-3-2010 έγγραφο του το άνω αίτημα έκδοσης μαζί με τα συνημμένα σ' αυτό έγγραφα επίσημα μεταφρασμένα στην Ελληνική εστάλησαν στο Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης τα έγγραφα με την υπ' αριθ. 36246 ΦΕΑ 1290 από 12-4-2010 παραγγελία του. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης γνωμοδότησε με την εκκαλούμενη απόφαση υπέρ της εκδόσεως του εκζητούμενου, που είναι ιερωμένος και συνελήφθη στην Ελλάδα από αστυνομικούς του Α/Τ ... κατόπιν της από 4-3-2010 εντολής προσωρινής συλλήψεως του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης μετά το υπ' αριθ. DIF ... από 24-2-2010 έγγραφο της INTERPOLL Σερβίας στις αρμόδιες Δικαστικές Αρχές της Σερβίας κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του κράτους αυτού, ως διωκόμενου με την Κι.Br.1161/01 απόφαση (ένταλμα συλλήψεως) του Ανακριτή του Ανωτέρου Δικαστηρίου του Βελιγραδίου. Το ένταλμα αυτό εκδόθηκε προκειμένου να διευκολυνθεί η έρευνα που διενεργείται για ποινικό αδίκημα για το οποίο υπάρχει βάσιμη υποψία ότι διέπραξε ο εκζητούμενος κατά συναυτουργία και για το οποίο προβλέπεται ποινή φυλακίσεως διάρκειας άνω των δέκα ετών και ειδικότερα για την αξιόποινη σύμφωνα με το άρθρο 359 παρ. 4 σε συνδυασμό με το άρθρο 33 του Ποινικού Κώδικα της Σερβίας πράξη της καταχρήσεως εξουσίας. Συγχρόνως το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης αποφάνθηκε α) ότι αυτός που εμφανίσθηκε και είχε συλληφθεί είναι το ίδιο πρόσωπο με εκείνο για το οποίο ζητείται η έκδοση β) ότι υπάρχουν όλα τα δικαιολογητικά έγγραφα που απαιτούνται από τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως της 13-12-1957, γ) ότι το έγκλημα για το οποίο κατηγορείται ο εκζητούμενος είναι από εκείνα για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση και δ) ότι δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 438 στοιχ. γ'και δ'Κ.Ποιν.Δ. Από όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται από το κράτος που υποβάλλει την αίτηση και εκείνα που προσκομίζονται από τον εκζητούμενο (από τα οποία για τα αλλοδαπά όσα είναι μεταφρασμένα στην ελληνική) και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εκζητουμένου που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου όπως και από όσα εξέθεσαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο ο ίδιος ο εκζητούμενος όσο και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του προφορικώς και εγγράφως προέκυψαν τα εξής: Η έκδοση του ήδη εκκαλούντος Χ, σέρβου υπηκόου, γεννημένου στο ... στις 11-1-1963 ζητείται προκειμένου σε σχέση με ασκηθείσα κατ' αυτού και εναντίον άλλων προσώπων ποινική δίωξη να υποβληθεί σε ανάκριση για το αδίκημα της συμμετοχής στην αξιόποινη πράξη της κατάχρησης εξουσίας που τιμωρείται, με βάση το άρθρο 359 παρ. 3 σε συνδυασμό προς τις παραγράφους 1 και 4 του ίδιου άρθρου και προς το άρθρο 33 παρ. 1 του Σερβικού Ποινικού Κώδικα, με στερητική της ελευθερίας ποινή από 2 έως 12 ετών. Το αποδιδόμενο έγκλημα συνίσταται στο ότι κατά το χρονικό διάστημα από 8-8-2004 έως 9-11-2008 στο ... ο εκζητούμενος ως υπεύθυνος πρόσωπο, αρμόδιο για την εκπροσώπηση της Επαρχίας (Επισκοπής) ... στο ... και ... και ο ΑΑ ως ιδιοκτήτης και διευθυντής της εταιρείας "EPARCHY CENTER RADE NEIMAR" καταχρώμενοι της εξουσίας τους προσπόρισαν στον εαυτό τους κέρδη συνολικού ποσού 27.640.125,00 (349,857 ευρώ). Ειδικότερα ο εκζητούμενος κατηγορείται ότι κατέβαλε χρήματα τοις μετρητοίς στον συναυτουργό του ΑΑ, δίνοντας εντολή στην ταμία της άνω επαρχίας (Επισκοπής) ... να καταβάλει στα χέρια του ΑΑ διάφορα χρηματικά ποσά που συμποσούνται σε 349857 ευρώ για πλασματικές εικονικές επισκευές ιερών Μονών της Επαρχίας ... . Έτσι ο πιο πάνω ταμίας μετά από εντολή του εκζητουμένου εξέδωσε 18 συνολικά αποδείξεις για χρήματα που εκταμίευσε και παρέδωσε στο κατηγορούμενο ΑΑ, τα οποία ο τελευταίος δεν δικαιολόγησε με προσωρινά ή οριστικά τιμολόγια ούτε τα κατέβαλε στο ταμείο της εταιρείας. Η πράξη αυτή είναι επίσης αξιόποινη κατά την ελληνική νομοθεσία χαρακτηριζόμενη ως κακουργηματική απάτη από το ότι το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενεθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ τιμωρούμενη με βάση το άρθρο 386 παρ. 1-3 εδαφ. β Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 2721/1999 με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, ο δε χρόνος παραγραφής της κατά το άρθρο 111 παρ. 2β του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα είναι 15 έτη από την τέλεση της πράξεως. Για το παραδεκτό αυτής της αιτήσεως εκδόσεως και προς υποστήριξη της εισαχθείσης ενώπιον του αρμοδίου καθ' ύλη κατά τόπο (άρθρα 443 παρ. 2 και 448 Κ.Ποιν.Δ) συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης προς συζήτηση και στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 2, 12, 22 και 23 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως σε συνδυασμό με τα άρθρα 436 επ. Κ.Ποιν.Δ συνυπεβλήθησαν τα κατά νόμο απαιτούμενα έγγραφα με μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα και συγκεκριμένα: α) το πρωτότυπο καθώς και επίσημη μετάφραση του υπ' αριθ. πρωτ. .../2010-88 16-3-2010 εγγράφου του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Δημοκρατίας της Σερβίας που περιελάμβανε το αίτημα εκδόσεως του άνω εκζητούμενου για ποινικό αδίκημα από αυτά για τα οποία προβλέπεται σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως εκδόσεως υποχρέωση εκδόσεως, β) το πρωτότυπο και σε επίσημη μετάφραση της υπ' αριθμό Κ1.Β2 1161/2010 αποφάσεως του Ανακριτή του Ανωτέρω Δικαστηρίου Βελιγραδίου από 22-2-2010 για διεξαγωγή έρευνας, ορισμό προφυλάκισης και ένταλμα σύλληψης του εκζητουμένου για το άνω ποινικό αδίκημα για το οποίο ζητείται η έκδοση του με ενσωματωμένη έκθεση υπό τον τίτλο "επιχειρηματολογία" των πραγματικών περιστατικών διαπράξεως του και των εφαρμοστέων για το χαρακτηρισμό του διατάξεων του Σερβικού Ποινικού Κώδικα γ) σε απόσπασμα τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα της Σερβίας, με τις οποίες προβλέπεται και τιμωρείται η άνω αξιόποινη πράξη με επίσημη μετάφραση στην Ελληνική, δ) πιστοποίηση με όλα τα στοιχεία από αντίγραφο εντύπου που συμπληρώνεται για την έκδοση δελτίου ταυτότητας με μετάφραση στην Ελληνική μαζί με φωτογραφία του εκζητούμενου που μπορούσαν να χρησιμεύουνγια την διακρίβωση της ταυτότητας και της εθνικότητάς του. Μετά την προσωρινή σύλληψη του και δυνάμει της 190/10/12-3-2010 εντολής του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης για προσωρινή κράτηση του φυλακίσθηκε ο εκζητούμενος αλλά στη συνέχεια με βάση το 328/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης έγινε δεκτή αίτηση του εκζητούμενου και αντικαταστάθηκε η προσωρινή κράτηση του με την προϋπόθεση τηρήσεως των περιοριστικών όρων της εμφάνισης του στο Α'Αστυνομικό Τμήμα ... την 1η και 14η εκάστου μηνός, της απαγόρευσης εξόδου του από τη χώρα και της καταβολής εγγυοδοσίας ποσού 3000 ευρώ μέχρι την έκδοση αποφάσεως για την εκτέλεση του από 22-2-2010 εντάλματος συλλήψεως του Ανακριτή του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Βελιγραδίου.
Εφόσον η πράξη για την οποία ζητείται η έκδοση του άνω σέρβου υπηκόου είναι αξιόποινη τόσο κατά τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα της Σερβίας όσο και κατά της διατάξεις του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα, συμπεριλαμβάνεται στα αδικήματα που αναφέρει η άνω Ευρωπαϊκή Συνθήκη για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση και η νομοτυπική μορφή της στο Ελληνικό Κώδικα καλύπτει την τέλεση της πράξεως της απάτης κακουργηματικού χαρακτήρα είναι απορριπτέες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του εκκαλούντος που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο εφέσεως ότι δεν εμπίπτει η αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη ούτε στις διατάξεις των άρθρων 359 σε συνδυασμό με το άρθρο 33 του Σερβικού Ποινικού Κώδικα ούτε στις περί απάτης διατάξεις του Ελληνικού Ποινικού δικαίου και ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 2 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως περί του διττού αξιοποίνου και της κατ' ελάχιστον απειλής στερητικής της ελευθερίας ποινής. Εξάλλου βεβαιώθηκε επαρκώς κατά την εμφάνιση του εκζητούμενου μετά την προσωρινή σύλληψη του στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης αλλά και στο Συμβούλιο εφετών Θεσσαλονίκης όπως και στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου σε Συμβούλιο ότι ο ανωτέρω εκζητούμενος ταυτίζεται με το πρόσωπο του οποίου ζητείται η έκδοση μη προβληθείσης ουδεμία αμφισβητήσεως για την ταυτότητα του. Έτσι δεν απαιτείται η προσκόμιση επικυρωμένων αντιγράφων ως προς τα λοιπά στοιχεία και τις πληροφορίες που έπρεπε να προσαχθούν και με βάση τις οποίες να είναι δυνατό να καθορισθεί η ταυτότητα και η εθνικότητα του εκζητούμενου. Δεν διαλαμβάνει περαιτέρω η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων στο άρθρο 12 αυτής δικαιολογητικών που πρέπει να συνοδεύουν την αίτηση εκδόσεως και τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτουν ενδείξεις ενοχής του εκζητούμενου. Δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω η διάταξη του άρθρου 450 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ κατά την οποία το Συμβούλιο Εφετών εξετάζει (αν δεν κωλύεται από τη Συνθήκη) αν υπάρχουν ενδείξεις για τη βασιμότητα της κατηγορίας που αποδίδεται σε εκείνον που έχει συλληφθεί με βάση επίσημα αποδεικτικά στοιχεία από το κράτος που ζητεί την έκδοση και αποφαίνεται αν αυτά θα επέτρεπαν τη σύλληψη και την παραπομπή του σε δίκη στην Ελλάδα, αν το έγκλήμα είχε τελεσθεί σε ελληνικό έδαφος. Είναι απορριπτέες κατόπιν αυτών οι αιτιάσεις που προβάλλονται από τον εκκαλούντα εκζητούμενο με τον τρίτο λόγο εφέσεως ότι εσφαλμένως δεν έγινε δεκτό από το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης το αίτημα του να αναβληθεί η δίκη προκειμένου να προσκομισθεί έκθεση περί των αξιοποίνων πράξεων που του αποδίδονται από τις άνω Δικαστικές Αρχές του Κράτους που ζητεί την έκδοση και προκειμένου τα έγγραφα που συνοδεύουν την αίτηση εκδόσεως να προσκομισθούν σε πρωτότυπο ή σε επίσημο αντίγραφο για να είναι έγκυρη η διαδικασία έκδοσης του. Επίσης απορριπτέες είναι και οι αιτιάσεις που προβάλλονται από τον εκκαλούνται - εκζητούμενο με τον δεύτερο λόγο εφέσεως ότι εσφαλμένως απερρίφθη από το Συμβούλιο Εφετών το αίτημα του για αναβολή εκδικάσεως της αιτήσεως εκδόσεως του προκειμένου να προσκομισθούν από το εκζητούν Κράτος συμπληρωματικές πληροφορίες αναφορικά με το χαρακτήρα της αποδιδόμενης αξιοποίνου πράξεως της ιδιότητας, υπό την οποία φέρεται ότι τέλεσε την πράξη αυτή καθώς και με το χρόνο και τις συνθήκες τελέσεως κάθε επί μέρους πράξεως αυτού του εγκλήματος ως κατ' εξακολούθηση τελεσθέντος όπως και για την παροχή προσθέτων πληροφοριών σχετικά με τις διατάξεις που ισχύουν στο εκζητούν μέρος ως προς την παραγραφή, την οποία επικαλείται ως λόγος εξάλειψης του αξιοποίνου επί μέρους πράξεων του κατ' εξακολούθηση αδικήματος εντός των ετών 2004 και 2005 συνέπεια παρόδου κατά τους ισχυρισμούς του πενταετίας. Ως προς τον τελευταίο αυτό ισχυρισμό του εκκαλούντος προκύπτουν τα ακόλουθα από το περιεχόμενο στη δικογραφία ΣΗΜΑ ΤΕΛΕΦΑΞ του Τμήματος Διεθνών Οργανισμών/ΙΝΤΕΡΠΟΛ της Διευθύνσεως Αστυνομικής Συνεργασίας του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας με αριθμό πρωτοκ. ...-6246/10 (ΓΚΙΟΥ) υπό ημερομηνία 2-3-2010 προς το Α.Τ ... και το συνημμένο σε αυτό από 24-2-2010 έγγραφο της ΙΝΤΕΡΠΟΛ ΣΕΡΒΙΑΣ - Αγγελία Διεθνών Αναζητήσεων προς την ΙΝΤΕΡΠΟΛ ΕΛΛΑΔΟΣ. Στο εν λόγω συνημμένο έγγραφο αναφέρονται τα στοιχεία του εκζητούμενου ως αναζητούμενου από την ΙΝΤΕΡΠΟΛ ΣΕΡΒΙΑΣ με σκοπό την σύλληψη και έκδοσή του στην Σερβία, οι αποδιδόμενες κατηγορίες, οι διατάξεις του νόμου από τις οποίες προβλέπεται το ανώτατο όριο ποινής γι' αυτές και ότιι χρονικά όρια για την δίωξη και ημερομηνία λήξης του εντάλματος συλλήψεως ή της δικαστικής απόφασης με την ίδια ισχύ είναι η 9-11-2038 καθώς και η αρμόδια δικαστική αρχή του Βελιγραδίου που είχε εκδώσει το ένταλμα συλλήψεως που αναφέρεται με τον αριθμό του. Ο εκζητούμενος εξεταζόμενος στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της εφέσεώς του ισχυρίστηκε όπως και ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, ο ίδιος προσωπικά και δια των συνηγόρων υπεράσπισής του, ότι δεν επιθυμεί να γίνει η έκδοσή του στη Σερβία, διότι η δίωξή του για την προαναφερόμενη πράξη είναι προσχηματική και δεν θα τύχει δικαίας δίκης ανέπτυξε δε στη συνέχεια τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία, όπως υποστηρίζει, προκύπτει ότι είναι αθώος και ότι οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η έκδοσή του είναι πολιτικοί και θρησκευτικοί. Ο εκζητούμενος είναι ιερομόναχος και διετέλεσε στενός συνεργάτης του εξετασθέντος ως μάρτυρα Επισκόπου ..., ΒΒ στο ... ο οποίος ετέθη σε διαθεσιμότητα από την Ιερά Σύνοδο της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας από 13/2/2010 ενώ αργότερα από την Διαρκή Σύνοδο της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας κρίθηκε ότι έπρεπε να απομακρυνθεί οριστικώς και να συνταξιοδοτηθεί. Ο εκζητούμενος ήταν προσωπικός γραμματέας του Επισκόπου ... από το έτος 2002, διορίστηκε ως ηγούμενος της Μονής ... από το έτος 2003, προχειρίστηκε σε αρχιμανδρίτη το Νοέμβριο του έτους 2009 και από το ίδιο έτος διορίσθηκε αναπληρωτής της Επισκοπής ... . Ήδη ο εκζητούμενος ύστερα από απόφαση του Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου της Μητροπόλεως ... στη συνεδρίασή του στις 22.5.2010 έχει καθαιρεθεί, αποσχιματισθεί και έγινε λαϊκός με το κοσμικό όνομα ΒΒ-1 και για διάστημα 3 ετών αφορίστηκε από την Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία. Ο εκζητούμενος έχει σπουδάσει στην Ανώτατη Οικονομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου και στη Θεολογική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Από το πανεπιστημιακό έτος 2005-2006 έχει εγγραφεί στο άνω Πανεπιστήμιο στη Θεσσαλονίκη για μεταπτυχιακές σπουδές στον κλάδο Συστηματικής Θεολογίας (Δογματική). Αυτός διατηρούσε κατά το ακαδημαϊκό έτος 2009-2010 τη φοιτητική ιδιότητα τελώντας στο στάδιο εκπόνησης της διπλωματικής εργασίας με θέμα Η ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-ΣΠΟΥΔΗ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ ΑΠΌ ΤΟ 1054 ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΤΟΝ 19Ο ΑΙΩΝΑ (ΓΣΕΣ ΑΡΙΘΜ. .../20.12.2007) και είχε λάβει άδεια παραμονής στην Ελλάδα λόγω αυτών των μεταπτυχιακών σπουδών του από 2.7.2009 έως 1.7.2010 από την Γενική Διεύθυνση Περιφερείας Κεντρικής Μακεδονίας. Υπήρχαν διαφωνίες και αντιπαραθέσεις μεταξύ Ιεραρχών της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και του εκζητούμενου, ο οποίος είχε προέλθει σε μετάφραση θεολογικών κειμένων στη σερβική γλώσσα αρθρογραφούσε σε περιοδικά και καταχωρούσε κείμενα αντιοικουμενικού περιεχομένου, είχε συμμετάσχει σε συνεδρία στην χώρα του και στο εξωτερικό για θέματα που σχετίζονταν με την κατάσταση στο ... και είχε εκπονήσει μελέτες και προέβαινε από τα μέσα μαζικής ενημερώσεως και από την ιστοσελίδα της Επισκοπής ... για θέματα θεολογικά, γεωπολιτικής και προστασίας της πολιτιστικής κληρονομίας. Εθεωρείτο η δράση του εκζητούμενου από άλλους επισκόπους στη Σερβία σε ζήτημα θρησκευτικά σχέσεων με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και διεθνών σχέσεων καθώς και σε εθνικά θέματα ότι απηχούσαν ακραίες θέσεις του Επισκόπου ... ΒΒ που ενεργούσε σαν να ήταν ο βασικός υπερασπιστής της Ορθοδοξίας και των Σέρβων στην περιοχή του ... και ως εκφραστής του σωστού ορθόδοξου και παραδοσιακού μοναχισμού. Μετά την προσωρινή απαλλαγή του Επισκόπου ΒΒ από την διοίκηση της άνω Επισκοπής το Φεβρουάριο του έτους 2010 διέφυγε ο εκζητούμενος από εκεί κατά την άποψη των αντίπαλων του στη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία και ήλθε στην Ελλάδα, ενώ ο εκζητούμενος και ο επίσκοπος ... ΒΒ ισχυρίζονται ότι με κανονικό απολυτήριο απεχώρησε από την άνω επισκοπή ο εκζητούμενος αλλά εκ των ύστερων από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας κρίθηκε ακύρως εκδοθέν το απολυτήριο αυτό. Ο εξετασθείς ως μάρτυρας στο ακροατήριο άνω Επίσκοπος απέδωσε ότι οι ενέργειες των αντιτιθεμένων με τις απόψεις του κατευθύνονται εναντίον του και εναντίον του εκζητουμένου ως στενοτέρου συνεργάτη του επειδή αντιδρούν και αντιτίθενται στην αναγνώριση του ... ως ανεξαρτήτου από τη Σερβία Κράτους παρά το ότι το ... έχει ιδιαίτερη σημασία από ιστορική και θρησκευτική άποψη για τους Σέρβους και ότι άλλοι σκοποί υποκρύπτονται υπό την έρευνα που διετάχθη και ενεργείται και κατά του εκζητουμένου. Ο ίδιος Επισκόπος εξεταζόμενος στο ακροατήριο του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης έκανε λόγο σχετικά με τα χρήματα των οποίων κατά την αποδιδομένη κατηγορία έγινε κατάχρηση στην οποία συμμετείχε και ο κατηγορούμενος ότι διετέθησαν για τα έργα για τα οποία έπρεπε να δοθούν για αποκατάσταση κατεστραμμένων εκκλησιών και μοναστηρίων. Μεταξύ των εγγράφων που προσκομίσθηκαν από τον εκζητούμενο περιλαμβάνεται και αντίγραφό του από 31.3.2010 πρακτικού περί ακροάσεως ως μάρτυρα ενώπιον του Ανακριτή του Ανωτέρου Δικαστηρίου στο Βελιγράδι του ΓΓ που είχε εργασθεί ως ταμίας στη Μητρόπολη ... με έδρα στη ... και ενεργούσε ταμιολογιστικές εργασίες και χρηματοοικονομικές καταχωρήσεις από το έτος 2003. Όσον αφορά τις εργασίες για την κατασκευή και ανοικοδόμηση χωρών της Επισκοπής αυτής ανέφερε ο άνω μάρτυρας ότι είχαν ανατεθεί στην ιδρυθείσα επαρχιακή εταιρεία (κέντρο) "ΡΑΝΤΕ ΝΕΪΜΑΡ" με υπεύθυνο τον ΑΑ μετά από απόφαση του Επισκόπου ΒΒ ότι για τα ανατεθέντα έργα που έπρεπε να πληρωθούν σε δηνάρια από το λογαριασμό της Μητρόπολης δηλαδή από χρήματα που διέθετε - το αρμόδιο Υπουργείο της Σερβίας για το συγκεκριμένο σκοπό στην Επισκοπή εκείνη καταρτίζονταν γραπτές συμβάσεις με τον ΑΑ. Όσον αφορά τα έργα που έπρεπε να πληρωθούν στον εργολάβο σε συνάλλαγμα ανέφερε ο μάρτυρας ότι δεν γίνονταν γραπτές συμβάσεις μεταξύ της Επισκοπής και του ΑΑ αλλά γίνονταν ανεπίσημα με προφορικές συμφωνίες μεταξύ του Επισκόπου ΒΒ και του εκπροσώπου της εργολήπτριας αυτές οι εργασίες και οι προϋπολογισμοί. Ότι οι εργασίες αυτές χρηματοδοτήθηκαν από το Ταμείο Εισφορών που σχηματίσθηκε από εθελοντικές εισφορές που συγκέντρωσε ο επίσκοπος ΒΒ από επισκέψεις του στο εξωτερικό και από πιστούς της διασποράς. Ο ίδιος μάρτυρας στην παραπάνω ενώπιον του Ανακριτή του Ανωτέρου δικαστηρίου του Βελιγραδίου κατάθεσή του ανέφερε ότι σε σχέση με τις εργασίες κατασκευής και ανοικοδόμησης χώρων της Επισκοπής κατέβαλε στον ΒΒ περί τις 350.000 ευρώ κατόπιν προηγούμενης εκ μέρους του Επισκόπου ΒΒ προφορικής ενημερώσεώς του ότι για συγκεκριμένη κατασκευή ή ανοικοδόμηση πρέπει να καταβάλει στον ΑΑ ένα ορισμένο χρηματικό ποσό και ότι ο μάρτυρας ανέγραψε στην απόδειξη το ποσό των χρημάτων και σύντομη αιτιολογία για το σκοπό της καταβολής αυτών των χρημάτων και ότι την υπέγραψε κατόπιν της πληρωμής στον ΑΑ των χρημάτων και την καταχωρούσε λογιστικά χωρίς να λαμβάνει για τις χρηματικής καταβολές από το άνω ταμείο που τηρούσε εντολές από τον εκζητούμενο ΧΧ, που δεν είχε κατά την άποψη του μάρτυρα εξ όσων γνώριζε ο τελευταίος καμιά σχέση με τις πληρωμές σε συνάλλαγμα. Παραδέχθηκε ακόμη ο άνω μάρτυρας ότι με βάση τελευταία αναθεώρηση που έγινε το Φεβρουάριο 2010 σε σχέση με το λογαριασμό της επισκοπής σε δηνάρια από τον οποίο γίνονταν πληρωμές για τα έργα κατασκευών και ανοικοδομήσεων επέστρεψε ο ΑΑ 1.150.000 δηνάρια χωρίς να γνωρίζει ο μάρτυρας να αναφέρει ακριβέστερα για την αιτία της πληρωμής αυτής. Ακόμη παραδέχθηκε ο ίδιος μάρτυρας ότι τον Φεβρουάριο του έτους 2010 συγκροτήθηκε από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας επιτροπή από την οποία γίνεται έλεγχος που είναι σε εξέλιξη και επίσης ότι στις 5/1/2010 και στις 29/1/2010 κατέβαλε στον ΑΑ ποσό 68.600 ευρώ κάθε φορά κατόπιν εντολής του εκζητούμενου ως πρωτοσύγγελου της Επισκοπής χωρίς προηγουμένως να επικοινωνήσει με τον ίδιο τον Επίσκοπο ΒΒ για αυτές τις καταβολές και έγιναν αυτές οι καταβολές αυτές αντί μισθού στον ΑΑ καθόσον από 15/1/2010 είχε διορίσει αυτόν ο επίσκοπος ΒΒ ως υπεύθυνο του γραφείου για οικονομική δραστηριότητα της Επισκοπής. Συνεκτιμάται για το επιτρεπτό ή μη της εκδόσεως το αυθύπαρκτο και αυτόνομο στοιχείο της προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου που εκφράζεται μέσω της ρήτρας διακρίσεως και έχει στόχο την αποτροπή δυσμενούς και μεροληπτικής μεταχειρίσεως του εκζητουμένου εκ μέρους των Αρχών του εκζητούντος κράτους. Η ρήτρα αυτή έχει προβλεφθεί στην συνάδουσα και προς το άρθρο 5 παρ. 2 του Συντάγματος καθώς και στο άρθρο 6 παρ. 1 της υπερνομοθετικής ισχύος Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του Ανθρώπου, διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως. Κατά τη γνώμη που επικράτησε στο παρόν Δικαστήριο σε συμβούλιο συνδέεται με τις αιτιάσεις των Ιεραρχών της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας κατά του εκζητουμένου για οικονομικές ατασθαλίες η κατηγορία που ερευνάται από τον Ανακριτή του Ανωτέρου δικαστηρίου του Βελιγραδίου για κατάχρηση εξουσίας στην οποία κατηγορείται ότι συμμετείχε ο άνω εκζητούμενος ως εκπρόσωπος της επαρχίας (Επισκοπής) ... .
- Κατά την πλειοψηφούσα γνώμη θα πρέπει να μην εκδοθεί ο εκζητούμενος διότι υπάρχουν σοβαροί λόγοι ότι η αίτηση εκδόσεως με την αιτιολογία της τελέσεως από αυτόν εγκλήματος κατά περιουσιακού δικαιώματος έχει υποβληθεί για να επιδεινωθεί η θέση του εκζητούμενου λόγω των θρησκευτικών και εθνικών του φρονημάτων κατά τρόπο και σε βαθμό τέτοιο ώστε σε περίπτωση εκδόσεώς του να κινδυνεύει να υποστεί κατάφωρη προσβολή του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη στο εκζητούν κράτος. Ειδικότερα ενώ από τα στοιχεία στη δικογραφίας προκύπτει ότι ο εκζητούμενος κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο 2004-2008 ως άμεσος συνεργάτης του Επισκόπου ... στην περιοχή ... ΒΒ, υπό την ιδιότητα του υπευθύνου εκπροσώπου για την άνω Επισκοπή φέρεται ότι συμμετείχε σε περιουσιακής φύσεως έγκλημα και διέμενε από τα καθήκοντά του στην ίδια περιοχή, εν τούτοις στο υπ' αριθμό KiBr 1161/2010 απόφαση-ένταλμα συλλήψεως του Ανακριτή του Ανωτέρω Δικαστηρίου του Βελιγραδίου φέρεται ότι κατά την ίδια χρονική περίοδο 8/8/2004 έως 9/11/2008 τέλεσε αυτήν την αποδιδόμενη αξιόποινη πράξη στο ... . Επί πλέον ως προς τον έχοντα την αποφασιστική αρμοδιότητα και ευθύνη για τη διαχείριση των χρημάτων που προορίζονταν για τα έργα αναστήλωση των καταστραφέντων χριστιανικών μνημείων στο ... επίσκοπο ΒΒ δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη ούτε από αμέλεια για το ίδιο αδίκημα μολονότι κατά το Σερβικό Ποινικό Κώδικα προβλέπεται επί συμμετοχής περισσοτέρων προσώπων στη διάπραξη του ως άνω ποινικού αδικήματος είτε από πρόθεση είτε από αμέλεια ότι κάθε συνεργός θα τιμωρείται με ποινή που προβλέπεται για αυτό το είδος του αδικήματος. Ακόμη επιδιώκεται η περιέλευση του εκζητούμενου σε δυσχερή θέση με την διατυπωθείσα εναντίον του άνω κατηγορία και την αίτηση έκδοσης του για να υποβληθεί σε ανάκριση υπό τις συνθήκες που ορίζονται στην KiBr 1161/01 απόφαση-ένταλμα του Ανακριτή του Ανωτέρω Δικαστηρίου του Βελιγραδίου προκειμένου να επιτευχθεί η καταστολή των αντιδράσεων του εκζητουμένου και η έκφραση δημοσίως των αντιθέτως απόψεών του σε ζητήματα θεολογικά, θρησκευτικής γλώσσας και σε ζητήματα που αφορούν την προστασία των Σερβών στην περιοχή του ... καθώς και σε θέματα προστασίας των σερβικών ορθόδοξων εκκλησιών και μοναστηριών στην ίδια περιοχή ως στοιχείων της πολιτιστικής κληρονομίας του Σερβικού λαού και η εναντίωσή του στις πρωτοβουλίες της αλβανικής διοίκησης στο ... όσον αφορά την υλοποίηση διεθνούς προγράμματος για την επισκευή και αναστήλωση ορθόδοξων χριστιανικών μνημείων που καταστράφηκαν κατά τις συγκρούσεις του έτους 2004, που απηχούν και τις απόψεις του απομακρυνθέντος Επισκόπου ... ΒΒ. Κατ' ακολουθίαν μετά τη διαπίστωση ότι συντρέχει η από το άρθρο 3 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως άνω αρνητική προϋπόθεση δεν μπορεί να χωρήσει η έκδοση του ήδη ακκαλούντος στο εκζητούν κράτος. Επομένως, η πρωτόδικη απόφαση που γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του εκζητουμένου στις δικαστικές αρχές της Σερβίας για να δικασθεί για την ποινικά κολάσιμη πράξη της κατάχρησης εξουσίας κρίνοντας ότι η εναντίον του δίωξη δεν έπασχε και ότι δήθεν συνέτρεχε ο λόγος που να εμποδίζει την έκδοση του έσφαλε και πρέπει κατά παραδοχή του σχετικού τέταρτου λόγου εφέσεως κατά πλειοψηφία να εξαφανισθεί αυτή και να γνωμοδοτήσει το παρόν συμβούλιο ότι δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση να εκδοθεί ο εκζητούμενος στο άνω κράτος, διαταχθεί δε περαιτέρω η απόδοση της καταβληθείσης εγγυήσεως ποσού 3.000 ευρώ σε εκείνον που την κατέβαλε.
Κατά τη γνώμη όμως δύο μελών του Συμβουλίου ήτοι των αρεοπαγιτών Χρυσόστομου Ευαγγέλου και Κωνσταντίνου Τσόλα από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, στο οποίο περιλαμβάνεται και η μαρτυρική κατάθεση που περιέχεται στα ταυτάριθμα πρακτικά, προέκυψε ότι δε συντρέχουν λόγοι και μάλιστα σοβαροί, που να αποδεικνύουν τον χωρίς επίκληση συγκεκριμένων στοιχείων ισχυρισμό του εκκαλούντος, ότι η αίτηση εκδόσεώς του για το παραπάνω (οικονομικό) έγκλημα είναι προσχηματική και ότι αυτή επιδιώκεται προκειμένου να διωχθεί ή να τιμωρηθεί για τα θρησκευτικά ή εθνικά φρονήματα του, ούτε ότι η θέση του εκζητούμενου διατρέχει κίνδυνο να επιδεινωθεί με οποιοδήποτε τρόπο και να μη τύχει έτσι δίκαιης δίκης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται, κατά πλειοψηφία, την έφεση.
Εξαφανίζει την 409/2010 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Γνωμοδοτεί, κατά πλειοψηφία, κατά της εκδόσεως στο Κράτος της Σερβίας του εκζητουμένου Χ, που γεννήθηκε στις 11.1.1963 στο ... και διώκεται με την KiBr.I 161/10 από 22.2.2010 απόφαση (ένταλμα συλλήψεως του Ανακριτή του Ανωτέρου Δικαστηρίου Βελιγραδίου προκειμένου να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της κατάχρησης εξουσίας, που διέπραξε από κοινού με τον ΑΑ στο ... κατά το χρονικό διάστημα από 8.8.2004 έως 9.11.2008.
Διατάσσει την απόδοση στον καταβαλόντα της εγγυήσεως ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, η καταβολή της οποίας διατάχθηκε με το 328/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και έγινε με το 157736/2010 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων για την κατάθεση του οποίου αρμοδίως συντάχθηκε η υπ' αριθμό 119/24.3.2010 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 13 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έφεση κατά αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών που γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του εγκαλούντος αλλοδαπού στις δικαστικές αρχές της Σερβίας. Γίνεται δεκτή κατά πλειοψηφία η έφεση του εκζητουμένου διότι υπάρχουν σοβαροί λόγοι ότι η αίτηση εκδόσεως για τέλεση από αυτόν εγκλήματος κατά περιουσιακού δικαιώματος με βάση την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως της 13/12/1957 υπεβλήθη για επιδείνωση της θέσεως του εκζητουμένου λόγω των θρησκευτικών και εθνικών του φρονημάτων κατά τρόπο και σε βαθμό ώστε σε περίπτωση εκδόσεως του να κινδυνεύει να υποστεί κατάφωρη προσβολή του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη στο εκζητούν Κράτος και κατ' εφαρμογή της τιθέμενης από το άρθρο 3 § 2 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Εκδόσεως ρήτρας διακρίσεως που συνάδει προς το άρθρο 5 § 2 του Συντάγματος και προς το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ γνωμοδοτεί το Συμβούλιο του Άρειου Πάγου κατά της εκδόσεως του εκζητουμένου να δικασθεί για κατάχρηση εξουσίας στο Κράτος της Σερβίας.
|
Μειοψηφική γνώμη
|
Έκδοση, Μειοψηφική γνώμη.
| 1
|
Αριθμός 1399/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Τίγγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Τσόλα και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Ιουλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σπανό, περί αναιρέσεως της 214/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 492/10.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 214/2010 τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 17-3-2010, ασκήθηκε δια δηλώσεως του καταδικασθέντος στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 29-3-2010, ημέρα Δευτέρα. Επομένως, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 168 παρ. 1, 473 παρ. 1 και 3, 476 παρ. 1 και 507 παρ. 1 ΚΠΔ).
2. Από τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 Π.Κ., η οποία ορίζει ότι όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται, εκτός άλλων, όπως το κινητό πράγμα, που αποτελεί αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ξένο, ολικά ή μερικά, Τέτοιο δε είναι εκείνο που βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη κυριότητα όπως αυτή διαπλάσσεται από το Αστικό Δίκαιο. Έτσι επί συμβάσεως έργου η καταβολή ή προκαταβολή μέρους ή όλης της αμοιβής επιφέρει μεταβίβαση της κυριότητας των χρημάτων που δίδονται προς τον πωλητή, ο οποίος καθίσταται κύριος τούτων και μόνο ενοχική υποχρέωση έχει προς απόδοση του τμήματος που έλαβε σε περίπτωση ματαίωσης της σύμβασης (Α.Π. 425/2010, Α.Π. 1353/2000. Α.Π. 54/2000). Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναίρεσης υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, από την αποδεικτική στο ακροατήριο διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής ή μη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά έχουν υπαχθεί στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ ιδρύεται και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη, ήτοι όταν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο υπήχθησαν εσφαλμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠΔ, αν ασκηθεί αναίρεση επειδή έχει γίνει εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ο Άρειος Πάγος δεν παραπέμπει την υπόθεση, αλλά εφαρμόζει ή παραθέτει αυτός το σωστό άρθρο του ποινικού νόμου και, αν δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη, κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο. 3.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, κήρυξε τον αναιρεσείοντα Χ ένοχο υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση με την εξής αιτιολογία "Δυνάμει της από 15.2.2002 σύμβασης που καταρτίστηκε μεταξύ του μηνυτή, Ψ, ο οποίος διατηρεί επιχειρήσεις γρήγορης εστίασης, καφέ και delivery Chinese food σε κεντρικά σημεία της ευρύτερης περιοχής της Νομαρχίας ... και του κατηγορουμένου, υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου της διαφημιστικής εταιρείας "UNIQUE PUBLICATIONS S.Α.", η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση της διαφημιστικής κάλυψης των επιχειρήσεων του μηνυτή, η οποία συνίστατο στην από 1.3.2002 και ανά 15ήμερο υποχρέωση να του παραδίδει 15.000 διαφημιστικά κουπόνια, κάθε φορά με διαφορετικό σπόνσορα και να τα διανείμει σε οργανισμούς και υπηρεσίες των νοτιοδυτικών προαστίου της Αττικής, να παράγει τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο του 2002, 500.000 έντυπα - καταλόγους διαφήμισης των καταστημάτων του και να τα διανείμει στις περιοχές ..., ..., ..., ..., ... και ..., καθώς επίσης και να τα τοποθετήσει σε 50 σημεία outdoor στις άνω περιοχές το δεύτερο 15ήμερο των μηνών Απριλίου έως και Αυγούστου 2002. Έναντι του ανωτέρω ανατεθέντος έργου, ο μηνυτής κατέβαλε σταδιακά στον κατηγορούμενο έναντι συνολικής αμοιβής του που συμφωνήθηκε σε 306.500,00 ΕΥΡΩ, το άνω ποσό των 25.000,00 ΕΥΡΩ και του παρέδωσε ως εγγύηση δύο επιταγές της Εθνικής Τράπεζας, ήτοι τη με αριθμό ..., εκδόσεως 31.1.2003, ποσού 121.000,00 ΕΥΡΩ και τη με αριθμό ... εκδόσεως 31.12.202 ποσού 120.000,00 ΕΥΡΩ, υπό τον συμβατικό όρο να του επιστραφούν σε περίπτωση αδυναμίας εκτελέσεως της σύμβασης και να μη χρησιμοποιηθούν από τον κατηγορούμενο για κανένα άλλο λόγο, πλην αυτού για τον οποίο εξεδόθηκαν, ήτοι μόνο στην περίπτωση αδυναμίας εξόφλησης εκ μέρους του μηνυτή των παραπάνω προϊόντων και υπηρεσιών. Όμως αν και ο μηνυτής τήρησε τις απορρέουσες από την άνω σύμβαση υποχρεώσεις του, ο κατηγορούμενος, του οποίου η διαφημιστική εταιρεία όταν ανέλαβε την διεκπεραίωση της διαφημιστικής κάλυψης των επιχειρήσεων του μηνυτή ευρίσκετο σε δυσμενή οικονομική κατάσταση, και όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος "... η σύμβαση με το Ψ θα τους ξελάσπωνε ...", δεν του παρείχε καμιά από τις συμφωνηθείσες ως άνω υπηρεσίες, παρά τις προς τούτο οχλήσεις του μηνυτή. Ειδικότερα, όπως ο ίδιος ομολογεί "... ήμασταν με προβλήματα ... δεν παραγόταν τίποτα ...". Ο μηνυτής αναγκάστηκε να του ζητήσει την επιστροφή του ποσού των 25.000,000 ΕΥΡΩ, καθώς και των προαναφερθεισών επιταγών. Μάλιστα, ΤΟΥ απέστειλε και την από 19.12.202 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία του, η οποία του κοινοποιήθηκε στις 20.12.20002 με την οποία τον καλούσε όπως εντός 3 ημερών του επιστρέψει τις άνω επιταγές και το χρηματικό ποσό. Ο κατηγορούμενος, καίτοι αποδείχθηκε ότι δεν είχε εξ αρχής πρόθεση να ιδιοποιηθεί τόσο την καταβληθείσα εκ μέρους του μηνυτή προκαταβολή, όσο και τις ως άνω επιταγές, στη συνέχεια δεν του τα επέστρεψε, αλλά αντίθετα με πρόθεση παρανόμου ιδιοποιήσεως τα κράτησε για τον εαυτό του, ενσωματώνοντας τα χωρίς δικαίωμα στην περιουσία του. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος ενώ γνώριζε το Μάϊο του 2002 ότι δεν ηδύνατο να παράξει το έργο που είχε αναλάβει "... το Μάιο του 2002 ήδη είχε έρθει η καταστροφή ...", όπως ο ίδιος καταθέτει, δεν επέστρεψε τα ληφθέντα, αντιθέτως χρησιμοποίησε τα εν λόγω χρήματα και τις τραπεζικές επιταγές όχι για να κλείσει χώρους, να νοικιάσει χώρους και γενικά για την παραγωγή του έργου που είχε αναλάβει, αλλά για τον εαυτό του, ενσωματώνοντας τα χωρίς δικαίωμα στην περιουσία του, αφού τα χρησιμοποίησε για να εφοδιάσει την επιχείρησή του με εξοπλισμό (μηχανήματα, έπιπλα κλπ) με σκοπό να την πουλήσει. Συγκεκριμένα τις προαναφερθείσες επιταγές, αποδείχθηκε, ότι ο κατηγορούμενος τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση, ως εγγύηση, χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα στην "ΑΤΕ LEASING Α.Ε.", με την οποία συνήψε την από 13.6.2020 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης αξίας 254.441,00 ΕΥΡΩ. Στη συνέχεια και ενώ προβλεπόταν στη σύμβαση αυτή με την "ΑΤΕ LEASING Α.Ε." ότι οι επιταγές αυτές θα αντικαθίσταντο πριν τη λήξη τους με άλλες ισόποσες επιταγές, ο κατηγορούμενος, ο οποίος γνώριζε όταν μεταβίβαζε τις εν λόγω επιταγές στην ως άνω "ΑΤΕ LEASING Α.Ε." την αδυναμία του να τις αντικαταστήσει, δεν προσέφερε άλλες ισόποσες. Αυτές δεν πληρώθηκαν κατά την εμφάνιση τους από την "ΑΤΕ LEASING Α.Ε." στην πληρώτρια Τράπεζα, με αποτέλεσμα αυτή να υποβάλει έγκληση κατά του μηνυτή για έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, πράξη για την οποία και καταδικάσθηκε σε φυλάκιση δυο (2) ετών. Ενόψει των προεκτεθέντων, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, ότι ο κατηγορούμενος τις ευρισκόμενες στην κατοχή του επιταγές του μηνυτή διέθεσε σαν να ήταν κύριος αυτών, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, γεγονός που και ο ίδιος ο κατηγορούμενος, εμμέσως πλην σαφώς, παραδέχεται, υπεραμυνόμενος της μη προθέσεως ιδιοποιήσεως. Πλην όμως ο δόλος του κατηγορουμένου για να ενσωματώσει στην περιουσία του τα ευρισκόμενα στην κατοχή του ξένα πράγματα (επιταγές), έστω και ενδεχόμενος, που εν προκειμένω αρκεί, καταδηλώνεται από την πιο πάνω περιγραφείσα συμπεριφορά του. Το γεγονός δε ότι ο κατηγορούμενος έχει επιστρέψει στο μηνυτή το ποσό των 25.000,00 ΕΥΡΩ, καθώς και ότι έχει στραφεί δικαστικά εναντίον της "ΑΤΕ LEASING Α.Ε" για την επιστροφή των άνω επιταγών δεν αναιρεί ούτε αίρει τον δόλο του για παράνομη ιδιοποίηση αυτών. Κατ' ακολουθία τούτων, στοιχειοθετείται πλήρως η πράξη της υπεξαιρέσεως που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, των ανωτέρω ποσών που κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, ήταν, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών και την κοινή πείρα, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως αυτής, θα πρέπει όμως να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ, κατά τον βάσιμο ισχυρισμό του, καθόσον πληρούται στο πρόσωπο του η προϋπόθεση που τάσσει η διάταξη αυτή, αφού μέχρι το χρόνο τελέσεως της ως άνω αξιόποινης πράξεως έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνικά ζωή, κατά το διατακτικό. Περαιτέρω, σύμφωνα με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος του ότι "Στην ... σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ των μηνών Αυγούστου-Δεκεμβρίου 2002 που δεν εξακριβώθηκαν ειδικότερα κατά την προανάκριση και στις 23-12-2002 με περισσότερα από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο το δε αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Πιο συγκεκριμένα: Μολονότι υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου της ανώνυμης εταιρίας διαφήμισης "UNIQUE PUBLICATIONS S.Α." ανέλαβε με την από 15-2-2002 σχετική σύμβαση που συνήψε με τον μηνυτή Ψ, ο οποίος διατηρεί επιχειρήσεις γρήγορων καφέ και delivery Chinese food (κινέζικη κουζίνα) σε κεντρικά σημεία της ευρύτερης περιοχής της Νομαρχίας ... (..., ..., ..., ..., ...) την από 1-3-2002 διακπεραίωση διαφημιστικής κάλυψης των προαναφερθεισών επιχειρήσεων η οποία συνίστατο στην από 1-3-2002 ανά δεκαπενθήμερο υποχρέωση του κατηγορουμένου παράδοσης στον μηνυτή 15.000 διαφημιστικών κουπονιών κάθε φορά με διαφορετικό σπόνσορα καθώς και στη διανομή αυτών από τον κατηγορούμενο σε οργανισμούς και υπηρεσίες της περιοχής των νοτιοδυτικών προαστίων της ... και ενώ παράλληλα είχε αναλάβει (ο κατηγορούμενος) και την υποχρέωση κατά τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο 2002 να παράγει 500.000 έντυπα-καταλόγους διαφήμισης που αφορούν τα καταστήματα του μηνυτή και να τα διανείμει στις περιοχές ..., ..., ..., ..., ... και ... καθώς επίσης και να τοποθετήσει σε 50 σημεία outdoor στις περιοχές ..., ..., ..., ..., ... και ... καθώς επίσης και να τοποθετήσει σε 50 σημεία outdoor στις περιοχές ..., ..., ..., ..., ... και ... το δεύτερο δεκαπενθήμερο των μηνών Απριλίου, Μαΐου, Ιουνίου και Αυγούστου του 2002, τα οποία διαφημιστικά outdoor θα προέβαλαν τα καταστήματα του μηνυτή και μολονότι εγνώριζε πολύ καλά ότι εάν δεν ετηρούντο οι δεσμεύσεις του μηνυτή προς τους εκάστοτε σπόνσορες (coca cola, Αθηναϊκή ζυθοποιΐα κ.λ.π) θα απέβαινε καταστρεπτικό γι' αυτόν. Ταυτόχρονα δε είχε παραλάβει έναντι του ανωτέρω αναληφθέντος έργου σταδιακά από τον μηνυτή ως προκαταβολή το ποσό των 25.000 ευρώ και καλή τη πίστη ως εγγύηση και μόνο του είχε επίσης παραδώσει τις επιταγές του της Εθνικής Τράπεζας με αριθμό ... λήξεως 31-1-2002 ποσού 121.000 ευρώ και Εθνικής τράπεζας με αριθμό ... λήξεως 31-12-2002 ποσού 120.000 ευρώ υπό το συμβατικό όρο να του επιστραφούν σε περίπτωση αδυναμίας εκτέλεσης της σύμβασης και κατά τη διάρκεια της σύμβασης να μην μπορούν να χρησιμοποιηθούν για άλλο λόγο παρά μόνο για αυτόν που εκδόθηκαν και παρά το γεγονός ότι ο μηνυτής τήρησε στο έπακρο της εν γένει υποχρεώσεώς του απέναντι στον κατηγορούμενο ο τελευταίος αντίθετα δεν ήταν συνεπής σε καμμία συμβατική του υποχρέωση και ειδικότερα δεν του παρέδωσε τα αντιστοιχούντα στην προκαταβολή έντυπα και δεν του παρείχε καμμία συμφωνημένη υπηρεσία παρά δε τις επανειλειμένες οχλήσεις του προς αυτόν, οι οποίες εγένοντο διαρκείς και πιεστικότερες, με τελευταία την από 19-12-2002 εξώδικη δήλωση πρόσκληση-διαμαρτυρία του με την οποία ο μηνυτής έθετε στον κατηγορούμενο προθεσμία τριών ημερών για την επιστροφή των προαναφερθεισών επιταγών και των χρημάτων που είχε λάβει ως προκαταβολή για την εκτέλεση των ανατεθεισών σ' αυτόν εργασιών ο κατηγορούμενος αδιαφόρησε για μία ακόμη φορά ιδιοποιούμενος παρανόμως τόσον τις προαναφερθείσες επιταγές τις οποίες εντωμεταξύ έδοσε σε εγγύηση και προς διευκόλυνσή του στο τμήμα Leasing της Αγροτικής Τράπεζας όσο και το χρηματικό ποσό των 25.000 ευρώ, το οποίο ουδέποτε παρέδωσε στο μηνυτή. Η αξία του αντικειμένου υπεξαίρεσης κρίνεται ως ιδιαίτερα μεγάλη". Έτσι που έκρινε, το Εφετείο, όσον αφορά μεν την πράξη της υπεξαίρεσης των τραπεζικών επιταγών, διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του περί συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της υπεξαίρεσης ξένου κινητού πράγματος ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας (άρθρο 372 παρ. 1 εδ. β'ΠΚ), οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Επομένως, είναι αβάσιμος κατά τούτο ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1στοιχ. Δ λόγος αναίρεσης. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που πλήττει την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτος. Όσον αφορά, όμως, την μερικότερη πράξη της υπεξαίρεσης του ποσού των 25.000 ευρώ, η οποία συναπαρτίζει το κατ' εξακολούθηση έγκλημα, σύμφωνα με την κατηγορία, τις παραδοχές του Εφετείου και το ανωτέρω διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τούτο έλαβε ο αναιρεσείων από τον παθόντα ως προκαταβολή της αμοιβής του για την υπ' αυτού εκτέλεση του έργου διαφήμισης των καταστημάτων του παθόντος και επομένως περιήλθε στον αναιρεσείοντα κατά κυριότητα και δεν αποτελούσε ξένο πράγμα, ώστε η άρνηση αποδόσεώς του, λόγω μη εκτέλεσης της σύμβασης, να συνιστά υπεξαίρεση. Επομένως, το Εφετείο που κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα και για την μερικότερη πράξη της υπεξαίρεσης του ποσού των 25.000 ευρώ, η οποία δεν αποτελεί αξιόποινη πράξη, εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 375 παρ. 1 Π.Κ. κατά τον βάσιμο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε λόγο αναίρεσης, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα και πρέπει να κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων της παραπάνω πράξεως κατ' άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή, για νέα επιμέτρηση της ποινής όσον αφορά τη μερικότερη πράξη της υπεξαίρεσης των τραπεζικών επιταγών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό την υπ' αριθ. 214/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο Χ του ότι στην ... το χρονικό διάστημα από τον μήνα Αύγουστο έως και 23-12-2002, ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένο κινητό πράγμα, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και ειδικότερα: Μολονότι υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου της ανώνυμης εταιρίας διαφήμισης "UNIQUE PUBLICATIONS S.A." ανέλαβε με την από 15-2-2002 σχετική σύμβαση που συνήψε με τον μηνυτή Ψ, ο οποίος διατηρεί επιχειρήσεις γρήγορων καφέ και delivery Chinese food (κινέζικη κουζίνα) σε κεντρικά σημεία της ευρύτερης περιοχής της Νομαρχίας ..., την από 1-3-2002 διεκπεραίωση διαφημιστικής κάλυψης των προαναφερθεισών επιχειρήσεών του, η οποία συνίστατο στην από 1-3-2002 ανά δεκαπενθήμερο υποχρέωση του κατηγορουμένου παράδοσης στον μηνυτή 15.000 διαφημιστικών κουπονιών κάθε φορά με διαφορετικό σπόνσορα καθώς και στη διανομή αυτών από τον κατηγορούμενο σε οργανισμούς και υπηρεσίες της περιοχής των νοτιοδυτικών προαστίων της ... και ενώ παράλληλα είχε αναλάβει και την υποχρέωση κατά τους μήνες Μάρτιο , Απρίλιο και Μάιο έως Ιούνιο 2002 να παράγει 500.000 έντυπα - καταλόγους διαφήμισης που αφορούν καταστήματα του μηνυτή και να τα διανείμει στις περιοχές ..., ..., ..., ..., ... και ..., καθώς επίσης και να τοποθετήσει σε 50 σημεία οutdoor στις περιοχές ..., ..., ..., ..., ... και ... το δεύτερο δεκαπενθήμερο των μηνών Απριλίου, Μαΐου, Ιουνίου, Ιουλίου και Αυγούστου 2002, τα οποία διαφημιστικά έντυπα θα προέβαλαν τα καταστήματα του μηνυτή και μολονότι είχε παραλάβει έναντι του ανωτέρω αναληφθέντος έργου σταδιακά από τον μηνυτή ως προκαταβολή το ποσό των 25.000 ευρώ, παρά το γεγονός ότι ο μηνυτής τήρησε τις εν γένει υποχρεώσεις του απέναντι στον κατηγορούμενο, ο τελευταίος αντίθετα δεν ήταν συνεπής σε καμία συμβατική του υποχρέωση και ειδικότερα δεν του παρέδωσε τα αντιστοιχούντα στην προκαταβολή έντυπα και δεν του παρείχε καμία συμφωνημένη υπηρεσία, παρά δε τις επανειλημμένες οχλήσεις του προς αυτόν, οι οποίες εγένοντο διαρκείς και πιεστικότερες με τελευταία την από 19-12-2002 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση-διαμαρτυρία του με την οποία ο μηνυτής έθετε στον κατηγορούμενο προθεσμία τριών ημερών για την επιστροφή των χρημάτων που είχε λάβει ως προκαταβολή για την εκτέλεση των ανατεθεισών σ' αυτόν εργασιών ο κατηγορούμενος αδιαφόρησε για μια ακόμη φορά, ιδιοποιούμενος παρανόμως το χρηματικό ποσό των 25.000 ευρώ, το οποίο ουδέποτε παρέδωσε στον μηνυτή.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, όσον αφορά την επιμέτρηση της ποινής για την μερικότερη πράξη υπεξαίρεσης των επιταγών, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για υπεξαίρεση. Ξένο κινητό πράγμα δεν είναι το χρηματικό ποσό που δόθηκε ως προκαταβολή στον εργολάβο για την εκτέλεση σύμβασης έργου που δεν εκτέλεσε. Αναιρεί εν μέρει. Κηρύσσει αθώο. Παραπέμπει.
|
Υπεξαίρεση
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
| 2
|
Αριθμός 1396/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Βολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Σιδηρόπουλο, για αναίρεση της 19917/2009 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδου-Κουδρόγλου. Το Α'Τριμελές Πλημ/κείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιανουαρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 264/2010.
Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την .αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά , στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Επί ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, ήτοι να εκτίθεται στην απόφαση ότι ο κατηγορούμενος με συνεχείς παραινέσεις και προτροπές , που έγιναν με πειθώ και φορτικότητα, έπεισε τον φυσικό αυτουργό να τελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της μέχρι τις τελευταίες λεπτομέρειες, από απόψεως τόπου, τρόπου και χρόνου τέλεσης της πράξεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 19917/2009 απόφαση του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται και λαμβάνονται ως ενιαίο σύνολο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα στο σκεπτικό κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορουμένη Χ που ήταν ασφαλιστική σύμβουλος, όπως και ο σύζυγος της Ζ, στη ..., κατά μήνα Ιούνιο του έτους 2004, μέσα σε μια καφετέρια στην περιοχή ..., παρέδωσαν στον εγκαλούντα Ψ την υπ' αριθμ. ... επιταγή, ποσού 80.000 ευρώ, σε διαταγή του εγκαλούντα προς την Eurobank (Υποκατάστημα ...), η οποία έφερε ως ημερομηνία εκδόσεως την 20/7/2004. Η εν λόγω επιταγή δόθηκε στον εγκαλούντα ως εγγύηση για το ποσό που ο τελευταίος έδωσε σ' αυτούς για να το επενδύσουν σε χρηματιστηριακές συναλλαγές. Η επίδικη επιταγή εμφανίσθηκε προς πληρωμή από τον εγκαλούντα στις 14/6/2004 και δεν πληρώθηκε γιατί στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της κατηγορουμένης δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια. Η υπογραφή που έχει τεθεί στο σώμα της επιταγής δεν ανήκει στην κατηγορουμένη, αλλά όπως η ίδια ισχυρίζεται στο σύζυγο της Ζ, ο οποίος είναι και ο αυτουργός της πράξης. Η κατηγορουμένη γνώριζε τη συγκεκριμένη συναλλαγή του συζύγου της με τον εγκαλούντα, αφού τον συνόδευσε και ήταν παρούσα στην παράδοση της επιταγής. Οι ισχυρισμοί της περί υπεξαίρεσης της επιταγής και εν αγνοία της πλαστογραφία της υπογραφής της δεν αποδείχθηκαν. Ενισχυτικό στοιχείο του αβασίμου των ισχυρισμών της είναι το γεγονός ότι ενώ για τους ανωτέρω λόγους στράφηκε ποινικά κατά του συζύγου της, με τον οποίο η έγγαμη συμβίωση διασπάσθηκε το καλοκαίρι του 2004, παρόλα αυτά στο στάδιο της ποινικής προδικασίας υπαναχώρησε των θέσεων της, με αποτέλεσμα να απαλλαχθεί ο σύζυγος της των κατηγοριών αυτών, ενώ η ίδια δήλωσε τότε ότι ανέλαβε από κοινού με τον σύζυγο της την αστική ευθύνη που προέκυψε από την εν λόγω επιταγή, αλλά και από άλλες όμοιες. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η κατηγορουμένη έδωσε εντολή στο σύζυγο της για την από αυτόν έκδοση της επίδικης επιταγής στα πλαίσια της μεταξύ τους οικογενειακής ζωής και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, σύμφωνα με όσα αναφέρονται, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της αρχικά ασκηθείσας σε βάρος της κατηγορίας της αυτουργού της πράξης αυτής, ως ηθικός αυτουργός της πράξης που περιγράφεται παραπάνω, καθόσον αφ' ενός μεν έδωσε την εντολή για την έκδοση, αφ' ετέρου δε γνώριζε ότι τόσο κατά το χρόνο παράδοσης όσο και κατά το χρόνο της εμφάνισης της επιταγής ότι δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια. Με βάση τα παραδοχές αυτές το ως άνω δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα ηθικής αυτουργίας στην τέλεση από τον προαναφερόμενο σύζυγο της ως αυτουργού της αξιόποινης πράξης της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της αρχικά ασκηθείσας σε βάρος της κατηγορίας της αυτουργού της πράξης αυτής, δεχόμενο στο διατακτικό του ότι στη ... την 14/6/2004 με πρόθεση προκάλεσε στο σύζυγο της την απόφαση να εκδώσει ακάλυπτη επιταγή και συγκεκριμένα του έδωσε την εντολή να εκδώσει την υπ' αριθμ. ... επιταγή , ποσού 80.000 ευρώ, σε διαταγή του Ψ, η οποία εμφανισθείσα την 14/6/2004 στην πληρώτρια Τράπεζα δεν πληρώθηκε γιατί στον λογαριασμό της δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, και ακολούθως της επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ( 18) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, και χρηματική ποινή 5.000ευρώ. Όμως η αιτιολογία αυτή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, που ταυτίζεται με το διατακτικό της, δεν συνιστά την κατά τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον δεν αναφέρει τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία πειστικά και φορτικά η κατηγορουμένη- αναιρεσείουσα προκάλεσε την απόφαση στον φυσικό αυτουργό-σύζυγό της να τελέσει τι]ν αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, και δεν αρκεί η αναφορά ότι εκείνος ενήργησε κατ' εντολή της. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ λόγο αναιρέσεως, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το άρθρο 519του ΚΠΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 19917/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποβιωσάσης της Γραμματέως, σύμφωνα με το άρθρο 142 του ΚΠΔ,
η παρούσα υπόθεση καθαρογράφηκε από τη γραμματέα
Αικατερίνη Φωτοπούλου και υπογράφεται από τον αναπληρούντα την
προϊσταμένη του Ποινικού Τμήματος, γραμματέα Γεώργιο Σωφρονιάδη
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ηθική αυτουργία σε έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Αναιρείται η απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον δεν αναφέρει τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία πιεστικά και φορτικά η κατηγορουμένη προκάλεσε την απόφαση στον φυσικό αυτουργό να τελέσει την αξιόποινη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ηθική αυτουργία, Τραπεζική επιταγή.
| 0
|
Αριθμός 1397/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά- Εισηγήτρια και Βασίλειο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Γκάνια, για αναίρεση της 1400/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ξάνθης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ... ο οποίος δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημ/κείο Ξάνθης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 186/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 381 παρ. 1 του ΠΚ " όποιος με πρόθεση καταστρέφει ή βλάπτει ξένο ( ολικά ή εν μέρει ) πράγμα ή με άλλον τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών". Για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας απαιτείται αντικειμενικά μεν αλλοτριώτητα του πράγματος, η οποία κρίνεται κατά τις περί κυριότητας διατάξεις του Αστικού Κώδικα, υποκειμενικά δε θέληση ή αποδοχή τη ς καταστροφής κτλ... Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από έφεση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ξάνθης κατά της πρωτόδικης αθωωτικής αποφάσεως με την προσβαλλομένη 1400/2009 απόφαση του, με την οποία καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλάκισης δύο(2) μηνών με τριετή αναστολή για την αξιόποινη πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ότι " ο κατηγορούμενος στη δασική περιοχή ... την 26/11/2006, τα σκυλιά- τσομπανόσκυλα που διατηρεί στην περιοχή αυτή, επιτέθηκαν εναντίον σκύλου, 6 ετών, ράτσας " Ελληνικός ιχνηλάτης" , αξίας 3.500 ευρώ, ιδιοκτησίας Ψ, κατοίκου ..., τον οποίο τραυμάτισαν θανάσιμα και την επόμενη ημέρα επήλθε ο θάνατος αυτού. Από τα παραπάνω αναφερόμενα, όπως προέκυψαν από την όλη αποδεικτική διαδικασία κατά τρόπο που πείθει αντικειμενικά και δεν αναιρούνται από το περιεχόμενο της απολογίας του κατηγορουμένου, το δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση ότι στοιχειοθετείται τόσο η υποκειμενική όσο και η αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και του επέβαλε την ως άνω ποινή του ότι : Στην δασική περιοχή ... την 26/11/2006, από πρόθεση προξένησε φθορά σε ξένο στην ολότητα του πράγμα, και συγκεκριμένα τα σκυλιά( τσομπανόσκυλα) που διατηρεί στην παραπάνω περιοχή, επιτέθηκαν εναντίον σκύλου, 6 ετών, ράτσας "Ελληνικός ιχνηλάτης" αξίας 3.500 ευρώ, ιδιοκτησίας Ψ, κατοίκου ..., τον οποίο τραυμάτισαν θανάσιμα και την επόμενη ημέρα (27/11/2006 ) επήλθε ο θάνατος του.
Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον δεν αναφέρονται σ' αυτήν καθόλου τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων. Συγκεκριμένα, δεν αναφέρεται κανένα απολύτως πραγματικό περιστατικό που να ανάγεται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη οφειλομένης ενέργειας εκ μέρους του αναιρεσείοντος, η οποία να οδήγησε σε καταστροφή, βλάβη ή αχρήστευση του ξένου κυνηγετικού σκύλου. Ακόμη, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων προκάλεσε φθορά σε ξένο πράγμα, εννοώντας τον σκύλο του Ψ, εν τούτοις αναφέρεται ότι όχι ο αναιρεσείων, αλλά τα τσομπανόσκυλα που διατηρεί στην περιοχή επιτέθηκαν και τραυμάτισαν θανάσιμα τον ως άνω σκύλο, χωρίς καμία διασύνδεση, με αναφορά σε πραγματικά περιστατικά, της ενέργειας των τσομπανόσκυλων με κάποια συμπεριφορά, πράξη ή παράλειψη του αναιρεσείοντος, κατά τρόπο ώστε να γεννάται ασάφεια, είτε ως προς το εάν ο αναιρεσείων προκάλεσε την φθορά, ή απλώς και μόνον τα τσομπανόσκυλα προκάλεσαν αυτή, χωρίς οποιαδήποτε συμμετοχή του αναιρεσείοντος.
Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας της βασιμότητας των λοιπών λόγων της αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το άρθρο 519 του ΚΠΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές( άρθρο 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1400/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Αποβιωσάσης της Γραμματέως, σύμφωνα με το άρθρο 142 του ΚΠΔ, η παρούσα υπόθεση καθαρογράφηκε από τη γραμματέα Αικατερίνη Φωτοπούλου και υπογράφεται από τον αναπληρούντα την προϊσταμένη του Ποινικού Τμήματος, γραμματέα Γεώργιο Σωφρονιάδη
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για φθορά ξένης ιδιοκτησίας. Δεκτός ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (παρελκούσης της έρευνας των λοιπών). Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φθορά ξένης ιδιοκτησίας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1392/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 18η Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως της 12/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανασίου Αναγνωστόπουλου (ΑΜ ΔΣΑ 8252). Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφαση, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12-2-2010 δήλωση αναιρέσεως και στο από 28-4-2010 πρόσθετο δικόγραφο, που καταχωρήθηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 322/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη δήλωση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ. γ' ΚΠοινΔ "Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου". Κατά το άρθρο 515 παρ.2 εδ.α' ΚΠοινΔ, "Εάν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμη και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίσθηκε". Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επιδόσεως με ημερομηνία 23-3-2010, του ..., επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ο πολιτικώς ενάγων Ψ κλητεύθηκε από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, ο πολιτικώς ενάγων εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αλλά δήλωσε ότι δεν έχει διορίσει πληρεξούσιο δικηγόρο και, ως εκ τούτου, δεν παραστάθηκε με νόμιμο τρόπο (513 παρ.3 εδ.α' ΚΠοινΔ). Κατά συνέπεια, η συζήτηση θα διεξαχθεί όπως αν και αυτός ήταν παρών.
2. Η κρινόμενη δήλωση αναιρέσεως, που επιδόθηκε στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 12-2-2010, υποβάλλεται από τον κατηγορούμενο και στρέφεται κατά της 12/2010 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ την 28-1-2010. Επομένως, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (ΚΠοινΔ 465 παρ.1, 473 παρ.2 και 3, 474, 505 παρ.1, 509 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής. Παραλλήλως, πρέπει να ερευνηθεί ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης, που περιλαμβάνεται στο από 28-4-2010 δικόγραφο.
3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63, 64, 82, 83 παρ. 1 και 84 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι για να είναι παραδεκτή η άσκηση της πολιτικής αγωγής πρέπει η σχετική δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος ή η έγκλησή του, στην οποία περιλαμβάνεται η δήλωση αυτή, να περιέχει, πρωτίστως, συνοπτική έκθεση της υποθέσεως και τα στοιχεία της νομιμοποιήσεώς του, δηλαδή τους γενεσιουργούς λόγους του δικαιώματός του να αξιώσει, κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, την επιδίκαση αποζημιώσεως για την περιουσιακή ζημία ή χρηματικής ικανοποιήσεως για την ηθική βλάβη ή την ψυχική οδύνη, που υπέστη από την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Επιπλέον, η δήλωση αυτή πρέπει να διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή, βέβαιο και ανεπιφύλακτο, να μην τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία και να μην αναφέρεται στο μέλλον, αλλά στο παρόν. Σε αντίθετη περίπτωση, είναι απαράδεκτη και δεν προσδίδει στον δηλούντα την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος. Δεν είναι κατά νόμο απαραίτητη η χρήση συγκεκριμένου τρόπου εκφράσεως, αλλά αρκεί, από το όλο περιεχόμενο της δηλώσεως ή της εγκλήσεως που την περιέχει, να μη δημιουργείται αμφιβολία για τη νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος και να προκύπτει ότι το νόημα της δηλώσεως είναι η άμεση παράσταση αυτού κατά την προδικασία με σκοπό την απόκτηση των δικαιωμάτων που παρέχει ο νόμος στον πολιτικώς ενάγοντα (ΟλΑΠ 7/2006).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 1-8-2002 εγκλήσεως του Ψ, ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, η οποία στρέφεται "κατά παντός υπέχοντος ποινική ευθύνη", ο εγκαλών εκθέτει σ' αυτήν το ιστορικό της σύνταξης των ... και .../2002 συμβολαίων του [τότε] συμβολαιογράφου Μαραθώνος Χ [ήδη αναιρεσείοντος], διατυπώνει την πεποίθηση ότι αυτοί που τα συνέταξαν και τα υπέγραψαν ενήργησαν κατά παράβαση του νόμου, του .../1977 εργολαβικού συμβολαίου ανέγερσης πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, που αποτέλεσε τη βάση των επίμαχων δικαιοπραξιών και της 24/2001 διαιτητικής αποφάσεως, που είχε εκδοθεί προς επίλυση διενέξεως σχετικά με την εκτέλεση της εργολαβίας και, τέλος, ζητεί την ποινική δίωξη αυτών, για τους οποίους θα προκύψει η διάπραξη αξιοποίνων πράξεων. Παράλληλα, επικαλείται την ιδιότητά του ως ειδικού διαδόχου του ενός εκ των κληρονόμων του οικοπεδούχου (επί ποσοστού του εργολαβικού ανταλλάγματος, μέρος του οποίου, κατά τους ισχυρισμούς του, μεταβιβάσθηκε σε τρίτο, αγοραστή, άνευ δικαιώματος, βλ. περισσότερα παρακάτω, αρ.4) και δηλώνει ότι για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία προκάλεσε σ' αυτόν η σύνταξη των επίμαχων συμβολαίων, "θα παραστεί ως πολιτικώς ενάγων για χρηματική ικανοποίηση ποσού 44 ευρώ, με επιφύλαξη". Ακόμη, διορίζει ως αντίκλητο τον Παντελή Καφετζόπουλο, κάτοικο ..., οδός ... και επισυνάπτει στην έγκληση το 004184 γραμμάτιο παραβόλου πολιτικής αγωγής, περί της καταθέσεως του οποίου γίνεται ειδική μνεία από το γραμματέα που παρέλαβε την έγκληση, στο άνω μέρος της πρώτης σελίδας αυτής. Υπό τις περιστάσεις αυτές δεν παραμένει καμιά αμφιβολία για την σαφή και άμεση πρόθεση του εγκαλούντος να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του αρμοδίου ποινικού δικαστηρίου, ασκών ήδη από την προδικασία τα δικαιώματα που του προσδίδει η ιδιότητα αυτή. Το γεγονός ότι η έγκληση στρέφεται κατά παντός υπέχοντος ποινική ευθύνη και όχι ονομαστικώς κατά του αναιρεσείοντος, δεν δημιουργεί ασάφεια ως προς την παθητική νομιμοποίηση αυτού, αφού και ο αναιρεσείων κατονομάζεται μεταξύ των προσώπων συνέπραξαν στην κατάρτιση των επίμαχων συμβολαίων (ήταν ο συμβολαιογράφος) και, εφ' όσον από την ανακριτική έρευνα ήθελε προκύψει ποινική ευθύνη και γι' αυτόν, το δεδομένο αυτό θα είχε ως επακόλουθο και την αστική του ευθύνη. Ως εκ τούτου, η από 1-8-2002 δήλωση παραστάσεως του εγκαλούντος ως πολιτικώς ενάγοντος υπήρξε ισχυρή και υποβλήθηκε πριν περάσουν έξι μήνες από την ημέρα κατάρτισης (και πολύ περισσότερο από την ημέρα γνώσεως του πολιτικώς ενάγοντος περί αυτής, βλ. ΟλΑΠ 20/2000, ΑΠ 400/2001) των επίμαχων, από 26-2-2002 συμβολαίων. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται το πρώτον ότι η εν λόγω δήλωση ήταν ατελής και δεν επήγαγε έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα, όταν επαναλήφθηκε εγκύρως κατά την εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος ενώπιον του ανακριτή, την 23-6-2004, να επιχειρηθεί απαραδέκτως, λόγω παρόδου της εξάμηνης αποκλειστικής προθεσμίας του άρθρου 73 παρ.5 του ΕισΝΚΠολΔ, που προβλέπεται για την άσκηση των αγωγών κακοδικίας κατά συμβολαιογράφων κλπ και με περαιτέρω συνέπεια τη δημιουργία απόλυτης ακυρότητας λόγω παράνομης παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο (ΚΠοινΔ 171 παρ.2, 510 παρ.1 στοιχ. Α'), είναι αβάσιμος.
4. Από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά α) τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, β) τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα εν λόγω περιστατικά και γ) οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, που για το σκοπό αυτό θεωρείται ότι αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος για ψευδή βεβαίωση και παράβαση καθήκοντος (ΠΚ 242 παρ.1 και 259) και την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού αυτού περί συγγνωστής νομικής πλάνης (ΠΚ 31 παρ.2), δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι με το .../1977 προσύμφωνο μεταβιβάσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό συμβόλαιο του [τότε] συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρέα Καλλιτεράκη, ο ΑΑ (παππούς του πολιτικώς ενάγοντος) ανέθεσε στον υιό του και εργολάβο οικοδομών ΒΒ την κατασκευή πολυώροφης οικοδομής επί οικοπέδου ιδιοκτησίας του, με το σύστημα της αντιπαροχής. Ότι, σύμφωνα με το εν λόγω προσύμφωνο, ο οικοπεδούχος ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στον εργολάβο ή τρίτους αγοραστές, ως αμοιβή για την κατασκευή της οικοδομής, ποσοστό 800,38 χιλιοστών επί του οικοπέδου, που αντιστοιχούσε σε διαιρετούς χώρους της νέας οικοδομής, ενώ θα παρακρατούσε για τον εαυτό του το εναπομένον ποσοστό 199,62 χιλιοστών, που αντιστοιχούσε, επίσης, σε διαιρετό χώρο αυτής. Ότι η εκ μέρους του οικοπεδούχου μεταβίβαση των 800,38 χιλιοστών προς τον εργολάβο θα γινόταν σταδιακά, ανάλογα προς την πρόοδο των οικοδομικών εργασιών, όπως ειδικότερα καθορίσθηκε στο προσύμφωνο. Ότι για τη μεταβίβαση αυτή ο οικοπεδούχος παρέσχε στον εργολάβο σχετική εντολή και πληρεξουσιότητα, η οποία θα ίσχυε και μετά το θάνατο του οικοπεδούχου, να ενεργήσει και με αυτοσύμβαση, υπογράφοντας αφ' ενός για τον εαυτό του και αφ' ετέρου ως αντιπρόσωπος του οικοπεδούχου, υπό την αίρεση της ανάλογης προόδου των οικοδομικών εργασιών και ύστερα από προηγούμενη πρόσκληση του οικοπεδούχου και σύνταξη της οικείας πράξεως μη εμφανίσεως αυτού. Ότι με το προσύμφωνο δεν είχε δοθεί στον εργολάβο δικαίωμα να υποκαταστήσει άλλον στην πληρεξουσιότητα που είχε αποκτήσει εκ μέρους του οικοπεδούχου. Ότι στη συνέχεια, μετά τη νομότυπη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας στην υπό ανέγερση οικοδομή, ο οικοπεδούχος μεταβίβασε λόγω δωρεάς στον πολιτικώς ενάγοντα (εγγονό του) την ψιλή κυριότητα του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου, στο οποίο αντιστοιχούσε το παρακρατηθέν ποσοστό των 199,62 χιλιοστών επί του οικοπέδου, ενώ ο ίδιος διατήρησε την επικαρπία. Ότι ο οικοπεδούχος αποβίωσε το έτος 1985 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα δύο τέκνα του, το ΒΒ (εργολάβο) και τον ΓΓ (πατέρα του πολιτικώς ενάγοντος). Ότι με τη διαδοχή αυτή, στους κληρονόμους περιήλθαν κατ' ισομοιρία τα 800,38 χιλιοστά του οικοπέδου και η ενοχική υποχρέωση να τα μεταβιβάσουν προς τον εργολάβο ή τους τρίτους αγοραστές, ανάλογα προς την πρόοδο των οικοδομικών εργασιών. Ότι ο εργολάβος, με τα ... και .../1994 προσύμφωνα της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Φωτοπούλου, υποσχέθηκε να πωλήσει και μεταβιβάσει προς τον αγοραστή ΔΔ (ήδη αποβιώσαντα) ποσοστό 523,92 χιλιοστών επί του οικοπέδου, που αντιστοιχούσε σε διαιρετούς χώρους της οικοδομής. Ότι για την οριστική εκτέλεση των προσυμφώνων αυτών, ο εργολάβος παραχώρησε στον αγοραστή εντολή και πληρεξουσιότητα να προβεί στη μεταβίβαση της κυριότητας με αυτοσύμβαση, ενεργώντας τόσο για τον εαυτό του όσο και για λογαριασμό του εργολάβου. Ότι, κατά το έτος 1996, ο εργολάβος, ισχυριζόμενος ότι είχε εκπληρώσει τις εκ του προσυμφώνου υποχρεώσεις του, απαίτησε δικαστικώς εκ μέρους του αδελφού του την προς αυτόν ή τους τρίτους αγοραστές μεταβίβαση των 400,19 χιλιοστών του εργολαβικού ανταλλάγματος, που αντιστοιχούσε στην κληρονομική του μερίδα (για το ποσοστό που αντιστοιχούσε στη δική του κληρονομική μερίδα, είχε επέλθει ταύτιση της ιδιότητας του δικαιούχου και του υποχρέου στο πρόσωπο του ΒΒ). Ότι σχετικώς εκδόθηκε η 24/2001 διαιτητική απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι ο εργολάβος είχε εκτελέσει έργο, το οποίο υποχρέωνε τους κληρονόμους του οικοπεδούχου σε μεταβίβαση μόνο 350,38 χιλιοστών επί του οικοπέδου, εκ των οποίων στη μερίδα του ΓΓ αντιστοιχούσε το ήμισυ, ήτοι 175,19 χιλιοστά. Ότι ο ΓΓ, με γονική παροχή που έγινε κατά το έτος 2000 και διορθώθηκε κατά το έτος 2002 (μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης), μεταβίβασε προς τον υιό του (πολιτικώς ενάγοντα) το εναπομείναν στην κυριότητά του ποσοστό της κληρονομικής του μερίδας (ήτοι 225 χιλιοστά). Ότι στο διάστημα αυτό ο ΒΒ αποβίωσε και κληρονομήθηκε από τη θυγατέρα του, ΕΕ. Ότι, κατόπιν, ο αγοραστής ΔΔ, προκειμένου να επιτύχει την προς τον εαυτό του οριστική πώληση και μεταβίβαση των διαιρετών χώρων που είχε προσυμφωνήσει να αγοράσει, εμφανίσθηκε στον αναιρεσείοντα, που τότε ήταν συμβολαιογράφος στο Μαραθώνα, και ζήτησε την κατάρτιση των ... και .../2002 συμβολαίων, στα οποία ενήργησε αφ' ενός για τον εαυτό του, ως εκ προσυμφώνου αγοραστής και αφ' ετέρου ως εντολοδόχος και πληρεξούσιος όχι μόνο του εργολάβου, που πράγματι ήταν, αλλά και του αποβιώσαντος οικοπεδούχου, που δεν ήταν. Ότι για τη μεταβίβαση των 350,38 χιλιοστών, τα οποία, σύμφωνα με τη διαιτητική απόφαση, είχε δικαίωμα να λάβει ο εργολάβος και, μάλιστα, για το 1/2 αυτών (ήτοι 175,19 χιλιοστά) που είχε υποχρεωθεί να μεταβιβάσει στον εργολάβο ο ΓΓ, δεν χρειαζόταν πληρεξουσιότητα του οικοπεδούχου, αφού ίσχυε η διαιτητική απόφαση. Ότι από το υπόλοιπο ποσοστό, που αντιστοιχούσε στους διαιρετούς χώρους που είχε προσυμφωνήσει να αγοράσει ο ΔΔ, ήτοι (523,92 μείον 350,38 =) 173,54 χιλιοστά, στη μερίδα του ΓΓ και, στη συνέχεια, του εκ γονικής παροχής δικαιούχου πολιτικώς ενάγοντος, αναλογούσε ποσοστό (173,54 δια 2 =) 86,77 χιλιοστών. Ότι το ποσοστό αυτό ούτε ο οικοπεδούχος ούτε οι δικαιοδόχοι του είχαν υποχρέωση να μεταβιβάσουν προς τον εργολάβο ή τον αγοραστή (διότι δεν είχε εκτελεσθεί το ανάλογο τμήμα του έργου), ούτε κανένας από αυτούς είχε δώσει στον αγοραστή πληρεξουσιότητα να ενεργήσει για λογαριασμό του με αυτοσύμβαση. Ότι, παρά ταύτα, ο αναιρεσείων, ως υπάλληλος στον οποίο ήταν ανατεθειμένη η σύνταξη συμβολαιογραφικών πράξεων, κατάρτισε τα ως άνω συμβόλαια, στα οποία βεβαίωσε αναληθώς και κατά παράβαση του καθήκοντος που επέβαλε σ' αυτόν την αποχή από την επιχείρηση μη νομίμων πράξεων, ότι ο εμφανισθείς ΔΔ, κατά τη σύμπραξή του σ' αυτά, είχε εντολή και πληρεξουσιότητα [όχι μόνο του αποβιώσαντος εργολάβου, αλλά και] του οικοπεδούχου ΑΑ. Ότι με τον τρόπο αυτό, ο ΔΔ επέτυχε την προς τον εαυτό του μεταβίβαση και του επί πλέον ποσοστού των 86,77 χιλιοστών, το οποίο ο οικοπεδούχος και οι δικαιοδόχοι αυτού δεν είχαν εισέτι υποχρέωση να μεταβιβάσουν. Ότι ο αναιρεσείων γνώριζε την έλλειψη πληρεξουσιότητας εκ μέρους του ΑΑ προς τον ΔΔ, διότι αυτό προέκυπτε χωρίς αμφιβολία από το περιεχόμενο του εργολαβικού συμβολαίου, των πωλητηρίων προσυμφώνων του εργολάβου προς τον αγοραστή και της διαιτητικής αποφάσεως, τα οποία, ως έγγραφα θεμελιωτικά των δικαιοπραξιών που αυτός κατάρτισε, είχαν τεθεί υπ' όψη του και επισυναφθεί στα επίμαχα συμβόλαια. Ότι το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών ήταν σαφές και δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνείας ή αμφισβητήσεων ως προς το ζήτημα της μεταπληρεξουσιότητας, διότι το δικαίωμα του πληρεξουσίου να υποκαταστήσει τρίτο στην εξουσία που χορηγήθηκε σ' αυτόν από τον αντιπροσωπευόμενο αποκλείεται κατά κανόνα και γίνεται αποδεκτό μόνο κατ' εξαίρεση, υπό προϋποθέσεις, οι οποίες δεν συνέτρεχαν στην προκείμενη περίπτωση. Ότι, ειδικότερα, ο οικοπεδούχος δεν είχε δώσει τέτοιο δικαίωμα στον εργολάβο, η πληρεξουσιότητα που είχε δοθεί δεν απέβλεπε αποκλειστικά στο συμφέρον του εργολάβου, αλλά και στο συμφέρον του οικοπεδούχου (να μεταβιβάζει τα ποσοστά ανάλογα προς την πρόοδο των οικοδομικών εργασιών, γι' αυτό και είχε προβλεφθεί η προηγούμενη κλήτευση του οικοπεδούχου και η σύνταξη πράξεως μη εμφανίσεως αυτού, πριν επιχειρηθεί αυτοσύμβαση εκ μέρους του εργολάβου) και, σε κάθε περίπτωση, δεν ήταν συνήθης στις συναλλαγές αυτού του είδους η χορήγηση δικαιώματος μεταπληρεξουσιότητας. Ότι υπό τις συνθήκες αυτές, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, περί συγγνωστής νομικής πλάνης αυτού, ήταν αβάσιμος. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές (και όλες τις λοιπές κατά νόμο, οι οποίες δεν αμφισβητούνται από τον αναιρεσείοντα), το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις πράξεις που αναφέρθηκαν, με το ελαφρυντικό της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης 22 μηνών με τριετή αναστολή. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο α) έλαβε υπ' όψη και εκτίμησε προσηκόντως, χωρίς να παρερμηνεύσει το περιεχόμενό της, την 24/2001 διαιτητική απόφαση, β) απάντησε αιτιολογημένα στον περί συγγνωστής νομικής πλάνης αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και γ) δεν υπέπεσε σε αντίφαση ως προς τον προσδιορισμό του ποσοστού επί του οικοπέδου, το οποίο σύμφωνα με τη διαιτητική απόφαση έπρεπε να μεταβιβασθεί στον εργολάβο και του ποσοστού, το οποίο επί πλέον αυτού επέτυχε να μεταβιβάσει ο αγοραστής προς τον εαυτό του, με τις επίμαχες αυτοσυμβάσεις, καίτοι ο οικοπεδούχος και οι διάδοχοί του δεν είχαν εισέτι υποχρέωση να μεταβιβάσουν, λόγω του ότι ο εργολάβος δεν είχε αποπερατώσει την οικοδομή. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της δηλώσεως αναιρέσεως, ως προς αμφότερα τα σκέλη αυτού, καθώς και ο μοναδικός λόγος του προσθέτου δικογράφου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι.
5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η κρινόμενη δήλωση και ο πρόσθετος λόγος και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠοινΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-2-2010 δήλωση περί αναιρέσεως της 12/2010 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και τον από 28-4-2010 πρόσθετο λόγο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ....- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 23η Ιουνίου 2010. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα την 9η Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής βεβαίωση και παράβαση καθήκοντος από συμβολαιογράφο. Προϋποθέσεις κύρους της δηλώσεως παραστάσεως πολιτικής αγωγής στην προδικασία. Επαρκής αιτιολογία. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Πολιτική αγωγή, Παράβαση καθήκοντος, Ψευδής βεβαίωση.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1391/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 18η Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως της 8805/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών,
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρίστου Μανιάτη (ΑΜ ΔΣΑ 2991).
Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Αφοί Ψ, Πλοιοτεχνική ΑΕΒΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στο ... και δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο (πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφαση, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1-2-2010 δήλωση αναιρέσεως, που καταχωρήθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 222/2010.
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη δήλωση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ. γ' ΚΠοινΔ, "Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου". Κατά το άρθρο 515 παρ.2 εδ.α' ΚΠοινΔ, "Εάν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμη και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίσθηκε". Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επιδόσεως με ημερομηνία 8-3-2010, του Θ, επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, η πολιτικώς ενάγουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Αφοί Ψ, Πλοιοτεχνική ΑΕΒΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στο ..., κλητεύθηκε από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, πλην, όμως, ούτε εμφανίσθηκε ούτε παραστάθηκε με νόμιμο τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εκφώνηση της υποθέσεως. Κατά συνέπεια, η συζήτηση θα διεξαχθεί όπως αν και αυτή ήταν παρούσα.
2.Η κρινόμενη δήλωση αναιρέσεως, που επιδόθηκε στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 1-2-2010, ημέρα Δευτέρα, υποβάλλεται από τον κατηγορούμενο και στρέφεται κατά της 8805/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Αθηνών, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ την 11-1-2010. Επομένως, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (ΚΠοινΔ 465 παρ.1, 473 παρ.2 και 3, 474, 505 παρ.1, 509 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.
3.Στη διάταξη του άρθρου 211 περ.α' ΚΠοινΔ ορίζεται ότι "Με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο: α) όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση...". Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, ως άσκηση ανακριτικών καθηκόντων νοείται η διενέργεια οποιασδήποτε ανακριτικής ή προανακριτικής πράξης από τακτικό ή ειδικό ανακριτή ή γενικό ή ειδικό προανακριτικό υπάλληλο, κατά τη διάρκεια κυρίας ανάκρισης ή προανάκρισης. Ανακριτική πράξη που δημιουργεί ανεπιτηδειότητα του μάρτυρα συνιστά και η συμμετοχή αυτού ως ανακριτικού υπαλλήλου στη σύνταξη της εκθέσεως συλλήψεως του κατηγορουμένου, από τη συντέλεση της οποίας αυτός θεωρείται κρατούμενος (ΚΠοινΔ 275 παρ.1, 281, ΑΠ 101/2006). Αντιθέτως, δεν αποτελεί άσκηση ανακριτικού καθήκοντος η συμμετοχή αστυνομικού ή άλλου υπαλλήλου στην υλική πράξη του εντοπισμού και της προσαγωγής ενός προσώπου ως υπόπτου για τη διάπραξη συγκεκριμένου εγκλήματος, παρά το γεγονός ότι στην καθημερινή πρακτική ενίοτε αποκαλείται "σύλληψη" και η ενέργεια αυτή (ΑΠ 928/2008). Η παρά την απαγόρευση της ΚΠοινΔ 211 περ.α' εξέταση ενός ανεπιτήδειου μάρτυρα στο ακροατήριο δημιουργεί ακυρότητα, η οποία είναι σχετική και καλύπτεται αν δεν προταθεί μέχρις ότου εκδοθεί για την κατηγορία οριστική απόφαση σε τελευταίο βαθμό (ΚΠοινΔ 173 παρ.1 και 174 παρ.1). Εάν δεν καλυφθεί, όμως, δημιουργεί το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ (ΑΠ 828/2008, 568/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο αναιρεσείων, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, είχε προβάλει τον αυτοτελή ισχυρισμό περί μη εξετάσεως του μάρτυρα αστυνομικού Α, για το λόγο ότι αυτός είχε ασκήσει, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, προανακριτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση, με το να προβεί στη σύλληψη αυτού ως υπόπτου. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό και επέτρεψε την εξέταση του μάρτυρα, με την αιτιολογία ότι η από 23-10-2006 έκθεση συλλήψεως του αναιρεσείοντος είχε συνταχθεί από τον προανακριτικό υπάλληλο Φ, ανθυπαστυνόμο, με σύμπραξη ως β' ανακριτικού υπαλλήλου τηςΠ, αστυφύλακα, ενώπιον των οποίων είχε εμφανισθεί ο αστυφύλακας Α, ο οποίος προσήγαγε προς σύλληψη τον αναιρεσείοντα, μετά την εκ μέρους αυτού διαπίστωση της ως αξιόποινης καταγγελθείσας συμπεριφοράς του τελευταίου (περί της οποίας γίνεται λόγος παρακάτω, αρ.4) και ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, ο Α δεν είχε ενεργήσει ως προανακριτικός υπάλληλος και δεν είχε καταστεί ανεπιτήδειος μάρτυρας. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά τις διατάξεις που αναφέρθηκαν και δεν προκάλεσε ακυρότητα. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β', είναι αβάσιμος.
4.Στο άρθρο 235 ΠΚ, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του ν. 2802/2000 και πριν από την εκ νέου αντικατάσταση με το άρθρο δεύτερο παρ.1 του ν. 3666/2008, οριζόταν ότι "Τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ο υπάλληλος, ο οποίος κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με την μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο, ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο ίσχυσε και το οποίο καταλαμβάνει την πράξη που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα και φέρεται τελεσθείσα την 25-9-2006, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας) ήταν απαραίτητο τα δώρα ή ανταλλάγματα, τα οποία ζητούσε ή λάμβανε ο δράστης ή των οποίων εξασφάλιζε την υπόσχεση καταβολής, να απέβλεπαν σε μελλοντική ενέργεια ή παράλειψη αυτού. Εάν επρόκειτο για ήδη τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψη, η πράξη ήταν ανέλεγκτη (έτσι ΑΠ 675/2007, 2282/2003, ενώ ήδη, μετά τη νέα αντικατάσταση της ΠΚ 235, τα δώρα μπορεί να αποβλέπουν τόσο σε μελλοντική όσο και σε τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψη). Περαιτέρω, μεταβολή της κατηγορίας, η οποία επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. β' και δ' ΚΠοινΔ και ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν η πράξη για την οποία καταδικάζεται ο κατηγορούμενος είναι ουσιωδώς διαφορετική κατά τόπο, χρόνο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις, από εκείνη για την οποία έχει ασκηθεί η ποινική δίωξη και έχει απαγγελθεί η κατηγορία, ώστε κατ' αντικείμενο να αποτελεί διαφορετικό έγκλημα. Αντιθέτως, δεν υπάρχει τέτοια μεταβολή, όταν από το δικαστήριο της ουσίας προσδιορίζονται σαφέστερα τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την πράξη, χωρίς να επηρεάζεται η ταυτότητα αυτής ως ιστορικού γεγονότος (ΑΠ 1340/2005). Η εξουσία του δικαστηρίου να καθορίσει διαφορετικό χρόνο τέλεσης της πράξεως, περιορίζεται μόνο από την τυχόν υπάρχουσα παραγραφή, την οποία δεν δικαιούται να αποκλείσει (ΑΠ 492/2003). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά α) τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, β) τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα εν λόγω περιστατικά και γ) οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, που για το σκοπό αυτό θεωρείται ότι αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος για παθητική δωροδοκία (ΠΚ 235), δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ύστερα από συνεκτίμηση όλων των υπ' όψη αυτού τεθέντων αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία κατ' είδος μνημονεύει στην αρχή του σκεπτικού, τα εξής ουσιώδη: Ότι, κατά το έτος 2006, ο αναιρεσείων ήταν υπάλληλος του ΙΚΑ στο υποκατάστημα του Ότι με την ιδιότητα αυτή ήταν αρμόδιος για τη διενέργεια ελέγχου ασφαλιστικής ενημερότητας στις επιχειρήσεις της περιοχής ευθύνης του υποκαταστήματος, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Αφοί Ψ, Πλοιοτεχνική ΑΕΒΕ". Ότι, κατά το μήνα Ιούνιο 2006, η εταιρία αυτή υπέβαλε στον αναιρεσείοντα, δια χειρός του εξουσιοδοτημένου υπαλλήλου της Ζ, τα απαραίτητα δικαιολογητικά, προκειμένου να διενεργήσει τον κατά νόμο έλεγχο της αρμοδιότητάς του. Ότι, περί τα τέλη Ιουνίου 2006, ο αναιρεσείων επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον ως άνω υπάλληλο και του είπε ότι από τον πρόχειρο έλεγχο, που είχε κάνει μέχρι την ώρα εκείνη, προέκυπταν παραβάσεις που επέσυραν την επιβολή προστίμου. Ότι, την 11-9-2006, ο αναιρεσείων τηλεφώνησε για δεύτερη φορά στον υπάλληλο και του είπε ότι το πρόστιμο, για τις διαπιστωθείσες παραβάσεις, θα ήταν περίπου 15.000 ευρώ, αλλά με την καταβολή κάποιας αμοιβής στον ίδιο θα μπορούσε να περιορισθεί σημαντικά. Ότι, την 25-9-2006, ο ως άνω υπάλληλος, ύστερα από εντολή του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας, επισκέφθηκε τον αναιρεσείοντα στο γραφείο του, όπου ο τελευταίος του ζήτησε 3.000 ευρώ, προκειμένου να μειώσει το πρόστιμο σε 1.657 ευρώ. Ότι, την ίδια μέρα, ο υπάλληλος, έχοντας τη συναίνεση του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας, αποδέχθηκε τη συναλλαγή, υποσχέθηκε να πληρώσει το απαιτηθέν χρηματικό δώρο εκ μέρους της εταιρίας και υπέγραψε κάποια υπηρεσιακά έγγραφα, που του επέδειξε και εν συνεχεία κράτησε ο αναιρεσείων. Ότι, κατά το χρονικό διάστημα που ακολούθησε, ο αναιρεσείων συνέχισε να τηλεφωνεί στον ίδιο υπάλληλο και να ζητεί την εκπλήρωση της συμφωνίας. Ότι, την 23-10-2006, ο Ζ πήγε στο γραφείο του αναιρεσείοντος, αφού προηγουμένως είχε ενημερώσει την αρμόδια αστυνομική αρχή, η οποία προσημείωσε χαρτονομίσματα συνολικού ποσού 2.000 ευρώ και απέστειλε, μαζί με τον υπάλληλο, τον αστυφύλακα Α, για να διαπιστώσει τα όσα επρόκειτο να συμβούν. Ότι εκεί ο αναιρεσείων, με τρόπο που υπέδειξε στον εξουσιοδοτημένο υπάλληλο της εταιρίας, παρέλαβε το φάκελο με τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα και παρέδωσε σ' αυτόν τις πράξεις ελέγχου με το μειωμένο πρόστιμο, οι οποίες έφεραν ημερομηνία εκδόσεως 19-9-2006. Ύστερα από τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο καθόρισε ως χρόνο τέλεσης της πράξης την 25-9-2006 (ενώ, κατά την εισαγωγή της υποθέσεως στο ακροατήριο, ως χρόνος τέλεσης φερόταν η 23-10-2006, που είχε διορθωθεί ήδη με την τότε εκκαλουμένη 12544/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου), ήτοι την ημέρα κατά την οποία ο μεν αναιρεσείων προσδιόρισε το ύψος του χρηματικού δώρου που ζητούσε, ο δε εξουσιοδοτημένος υπάλληλος αποδέχθηκε την καταβολή του για λογαριασμό της εταιρίας και δήλωσε ικανοποιημένος από τη μείωση του προστίμου. Κατόπιν, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο χαρακτήρισε την 23-10-2006 ως τον άνευ νομικής σημασίας χρόνο καταβολής του ήδη απαιτηθέντος δώρου και απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ανεγκλήτου της αποδιδόμενης πράξης ως αφορώσης [δήθεν] σε ήδη τελειωμένη ενέργεια, με την αιτιολογία ότι η ημερομηνία 19-9-2006, που αναγραφόταν στις πράξεις ελέγχου, δεν ήταν "αποδεδειγμένη", προκειμένου να θεωρηθεί ως ο αληθής χρόνος της ολοκλήρωσής τους. Τέλος, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για παθητική δωροδοκία, αναγνώρισε υπέρ αυτού το ελαφρυντικό του προηγούμενου έντιμου βίου και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών με τριετή αναστολή. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να προβεί σε ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας και με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόρισε ως χρόνο τέλεσης της πράξης την 25-9-2006 και θεώρησε ως μη σημαντική την ημερομηνία 19-9-2006, που αναγραφόταν στις πράξεις του ελέγχου, αφού άσχετα προς την ημερομηνία αυτή, που θα μπορούσε να μεταβληθεί οποτεδήποτε από τον αναιρεσείοντα, εν όσω οι πράξεις δεν είχαν πρωτοκολληθεί, η τελική διαμόρφωση του περιεχομένου των πράξεων ελέγχου και επιβολής προστίμου ήταν εξαρτημένη από την εκ μέρους της υπόχρεης εταιρίας αποδοχή της απαίτησης του αναιρεσείοντος προς καταβολή του χρηματικού δώρου, η οποία έλαβε χώρα την 25-9-2006. Ως εκ τούτου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέδωσε στον αναιρεσείοντα δωροληψία όχι για τελειωμένη, αλλά για μελλοντική ενέργεια, η οποία είχε μεν προετοιμασθεί από τον ίδιο, αλλά ολοκληρώθηκε μετά την εκ μέρους του εξουσιοδοτημένου υπαλλήλου της υπόχρεης εταιρίας αποδοχή της προτάσεως του αναιρεσείοντος να δωροδοκηθεί. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της δηλώσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Δ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι.
5.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η κρινόμενη δήλωση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠοινΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-2-2010 δήλωση περί αναιρέσεως της 8805/ 2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 15η Ιουνίου 2010. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 9η Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανεπιτήδειοι μάρτυρες. Ο συλλαβών επιχειρεί υλική πράξη και δεν είναι ανακριτικός υπάλληλος κατά την 211α' ΚΠΔ διάταξη. Παθητική δωροδοκία για μελλοντική ενέργεια. Επαρκής αιτιολογία. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Δωροδοκία.
| 0
|
Αριθμός 1390/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Χριστόφορο Κοσμίδη και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Νάστο, περί αναιρέσεως της 974/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1360/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 9-7-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 974/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Η ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση όλων των εγγράφων της δικογραφίας από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, εκδόθηκε μετ' αναίρεση με την υπ' αρ. 1512/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, της υπ' αριθμ. 3488/2007 προγενέστερης αποφάσεως του Τριμελές Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταδικασθεί ο αναιρεσείων για το έγκλημα του άρθρου μόνον ΑΝ 690/1945 κατ' εξακολούθηση σε φυλάκιση τεσσάρων (4) μηνών, που έχει ανασταλεί η εκτέλεσή της για τρία (3) έτη.
Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστα-τωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενική κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά μόνο απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ ΑΠ 1/2005). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση του δικαιώματος αυτού συγκατηγορούμενο ή δεν απαντήσει, τότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. β' και 170 παρ. 2 ΚΠΔ. Η έλλειψη όμως ακρόασης προϋποθέτει υποβολή έγγραφης ή προφορικής αίτησης ή πρότασης, που συνοδεύεται με την άσκηση του δικαιώματος αυτού που παρέχεται στον κατηγορούμενο από το νόμο, η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται προσβολή τους για πλαστότητα ή διορθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 ΚΠΔ (ΑΠ 786/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 974/2009 απόφασής τους τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισα, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των εγγράφων που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, των μαρτυριών των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι: "Ο κατηγορούμενος, κατά τα χρονικά διαστήματα από Οκτώβριος έως και Δεκέμβριο του 2003 και από 1-1-2004 έως 31-5-2004 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ως πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρίας "ΟΛΥΜΠΙΑ ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ... - ΚΑΛΑΘΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα στον εργαζόμενο Ζ, τον οποίο απασχόλησε ως καλαθοσφαιριστή με μισθό, τις οφειλόμενες από τη μεταξύ τους σχέση εργασίας αποδοχές και χορηγίες, που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 26.760 ευρώ και συγκεκριμένα δεν κατέβαλε το υπόλοιπο των δεδουλευμένων αποδοχών του μηνός Δεκεμβρίου 2003, που ανέρχεται στο ποσό των 2.944 ευρώ, αντίστοιχα, καθώς και τις δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου του 2004, που ανήρχοντο στο ποσό των (4.800,00 ευρώ Χ 5 μήνες)= 24.052,00 ευρώ και συνολικά το ποσό των (2.944,00 ευρώ + 24.025,00)=26.969,00 ευρώ, καθόσον είχε συμφωνηθεί να καταβληθούν από την πρώτη στον μηνυτή σε δέκα ισόποσες δόσεις αρχής γενομένης από τον μήνα Αύγουστο και μάλιστα το πρώτο 15νήμερο κάθε μηνός και είχαν καταβληθεί οι δόσεις μέχρι το Δεκέμβριο πλην των ανωτέρω ποσών για τους μήνες αυτούς και δεν κατεβλήθησαν οι ανωτέρω δεδουλευμένες αποδοχές για τους υπόλοιπους μήνες που ανερχόταν στα ανωτέρω ποσά που συμφωνήθηκαν. Επομένως ο κατηγορούμενος, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως και πρωτοδίκως, για παράβαση του άρθρου μόνον του ΑΝ 690/1945, που είναι γνήσιο έγκλημα παραλείψεως και τελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει στο δικαιούχο την οφειλόμενη αμοιβή της εργασίας".
Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για το προαναφερόμενο έγκλημα που δέχθηκε ότι τελούσε κατ' εξακολούθηση και με την παραδοχή του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί της συνδρομή στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ του επέβαλε ποινή φυλάκισης την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη.
Με βάση όμως τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε ούτε στο σκεπτικό ούτε και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων και ειδικότερα δεν προκύπτει αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συναξιολόγησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία την από 11-8-2007 σύμβαση παροχής αθλητικών υπηρεσιών που είχε καταρτισθεί μεταξύ του εργαζομένου - καλαθοσφαιριστή Ζ και της εκπροσω-πούμενης από τον αναιρεσείοντα εργοδότριας εταιρίας "ΟΛΥΜΠΙΑ ΣΩΜΑΤΕΙΑ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ... - ΚΑΛΑΘΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, που επικυρώθηκε από τις υποκειμενικές της εργοδότριας αθλητικές αρχές (έγγραφο που προσκόμισε στο Δικαστήριο της ουσίας και ζήτησε την ανάγνωσή του ο αναιρεσείων) ή έλαβε υπόψη του μόνο το ταυτόχρονο (από 11-8-2003) ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων, που δεν κατατέθηκε όμως στα αρμόδια αθλητικά όργανα και δεν επικυρώθηκε από αυτά, όντας, κατά τις παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας ανίσχυρο, αλλά παρέχον δικαίωμα στον ως άνω καλαθοσφαιριστή για πρόσθετες αμοιβές, πλέον εκείνων που αναφέρονται στο πρώτο έντυπο επικυρωμένο - επίσημο συμφωνητικό που χρησιμοποιείται για την κατάρτιση τέτοιων συμβάσεων. Έτσι το Δικαστήριο της ουσίας προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, χωρίς να δικαιολογεί τη μη λήψη υπόψη ετέρων και μάλιστα με διαφορετικό περιεχόμενο εγγράφων και με ενισχυμένη αποδεικτική δύναμη, που στην προκειμένη περίπτωση έχει το από 11-8-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβασης εργασίας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Β και Δ λόγοι αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακρόασης του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να γίνουν δεκτοί ως κατ' ουσίαν βάσιμοι. Ύστερα από όλα αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί (εκ νέου) η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο ου την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 974/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση ΑΝ 690/1945. Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού. Αιτιολογία της απόφασης. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας λόγω μη ανάγνωσης και λήψης υπόψη από το Δικαστήριο κρισίμου εγγράφου προσκομισθέντος από τον κατηγορούμενο. Αναίρεση καταδικαστικής απόφασης και παραπομπή υπόθεσης για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Έγγραφα, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
| 0
|
Αριθμός 1389/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Χριστόφορο Κοσμίδη και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Νάστο, περί αναιρέσεως της 973/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1359/09.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 9-7-2009 αίτηση του..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 973/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Η ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση όλων των εγγράφων της δικογραφίας από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, εκδόθηκε μετ' αναίρεση με την υπ' αρ. 1817/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου- της υπ' αριθμ. 3487/2007 προγενέστερης αποφάσεως του Τριμελές Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταδικασθεί ο αναιρεσείων για το έγκλημα του άρθρου μόνον ΑΝ 690/1945 κατ' εξακολούθηση σε φυλάκιση τεσσάρων (4) μηνών, που έχει ανασταλεί η εκτέλεσή της για τρία (3) έτη.
Έλλειψή της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστα-τωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενική κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά μόνο απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ ΑΠ 1/2005). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση του δικαιώματος αυτού συνκατηγορούμενο ή δεν απαντήσει, τότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. β' και 170 παρ. 2 ΚΠΔ. Η έλλειψη όμως ακρόασης προϋποθέτει υποβολή έγγραφης ή προφορικής αίτησης ή πρότασης, που συνοδεύεται με την άσκηση του δικαιώματος αυτού που παρέχεται στον κατηγορούμενο από το νόμο, η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται προσβολή τους για πλαστότητα ή διορθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 ΚΠΔ (ΑΠ 786/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 973/2009 απόφασής τους τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισα, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των εγγράφων που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, των μαρτυριών των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι: "Ο κατηγορούμενος, κατά τα χρονικά διαστήματα από Οκτώβριος έως και Δεκέμβριο του 2003 και από 1-1-2004 έως 31-5-2004 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ως πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρίας "ΟΛΥΜΠΙΑ ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ - ΚΑΛΑΘΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα στον εργαζόμενο ...., τον οποίο απασχόλησε ως καλαθοσφαιριστή με μισθό, τις οφειλόμενες από τη μεταξύ τους σχέση εργασίας αποδοχές και χορηγίες, που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 26.760 ευρώ και συγκεκριμένα δεν κατέβαλε το υπόλοιπο των δεδουλευμένων αποδοχών Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου 2003, που ανέρχεται στο ποσό των 940 ευρώ και 2.345 ευρώ, αντίστοιχα, καθώς και τις δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου του 2004, που ανέρχονται στο ποσό των 4.695 ευρώ μηνιαίως, καθόσον είχε συμφωνηθεί να καταβληθούν από την πρώτη στον μηνυτή σε δέκα ισόποσες δόσεις αρχής γενομένης από τον μήνα Αύγουστο και μάλιστα το πρώτο 15νήμερο κάθε μηνός και είχαν καταβληθεί οι δόσεις μέχρι το Δεκέμβριο πλην των ανωτέρω ποσών για τους μήνες αυτούς και δεν κατεβλήθησαν οι ανωτέρω δεδουλευμένες αποδοχές για τους υπόλοιπους μήνες που ανερχόταν στα ανωτέρω ποσά που συμφωνήθηκαν. Το γεγονός ότι το ποσό των 27.000 ευρώ είχε συμφωνηθεί με ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο δεν επικυρώθηκε από το αρμόδιο αθλητικό όργανο, καθιστά μεν άκυρη ως προ το ποσό αυτό την εργασιακή σχέση, πλην όμως δεν απαλλάσσει την εργοδότρια από την ευθύνη της για την καταβολή του ποσού αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, άλλωστε είναι κανόνας της κοινής πείρας ότι με τον τρόπο αυτό λειτουργούν τα αθλητικά σωματεία (ΚΑΕ και ΠΑΕ) στις συμφωνίες τους με τους αθλητές. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως και πρωτοδίκως, για παράβαση του άρθρου μόνον του ΑΝ 690/1945, που είναι γνήσιο έγκλημα παραλείψεως και τελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο την οφειλόμενη αμοιβή της εργασίας".
Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για το προαναφερόμενο έγκλημα που δέχθηκε ότι τελούσε κατ' εξακολούθηση και με την παραδοχή του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί της συνδρομή στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ του επέβαλε ποινή φυλάκισης την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη.
Με βάση όμως τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε ούτε στο σκεπτικό ούτε και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων και ειδικότερα δεν προκύπτει αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συναξιολόγησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία την από 11-8-2007 σύμβαση παροχής αθλητικών υπηρεσιών που είχε καταρτισθεί μεταξύ του εργαζομένου - καλαθοσφαιριστή ... και της εκπροσωπούμενης από τον αναιρεσείοντα εργοδότριας εταιρίας "ΟΛΥΜΠΙΑ ΣΩΜΑΤΕΙΑ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ - ΚΑΛΑΘΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, που επικυρώθηκε από τις υποκειμενικές της εργοδότριας αθλητικές αρχές (έγγραφο που προσκόμισε στο Δικαστήριο της ουσίας και ζήτησε την ανάγνωσή του ο αναιρεσείων) ή έλαβε υπόψη του μόνο το ταυτόχρονο (από 11-8-2003) ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων, που δεν κατατέθηκε όμως στα αρμόδια αθλητικά όργανα και δεν επικυρώθηκε από αυτά, όντας, κατά τις παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας ανίσχυρο, αλλά παρέχον δικαίωμα στον ως άνω καλαθοσφαιριστή για πρόσθετες αμοιβές, πλέον εκείνων που αναφέρονται στο πρώτο έντυπο επικυρωμένο - επίσημο συμφωνητικό που χρησιμοποιείται για την κατάρτιση τέτοιων συμβάσεων. Έτσι το Δικαστήριο της ουσίας προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, χωρίς να δικαιολογεί τη μη λήψη υπόψη ετέρων και μάλιστα με διαφορετικό περιεχόμενο εγγράφων και με ενισχυμένη αποδεικτική δύναμη, που στην προκειμένη περίπτωση έχει το από 11-8-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβασης εργασίας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Β και Δ λόγοι αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακρόασης του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να γίνουν δεκτοί ως κατ' ουσίαν βάσιμοι. Ύστερα από όλα αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί (εκ νέου) η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο ου την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 973/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείο Λάρισας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση ΑΝ 690/1945. Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού. Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας λόγω μη ανάγνωσης και λήψης υπόψη από το Δικαστήριο κρισίμου εγγράφου προσκομισθέντος από τον κατηγορούμενο. Αναίρεση καταδικαστικής απόφασης και παραπομπή υπόθεσης για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Έγγραφα, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
| 0
|
Αριθμός 1388/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή- Εισηγητή, Χριστόφορο Κοσμίδη και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ράπτη, περί αναιρέσεως της 2035-2036/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 18 Φεβρουαρίου 2010 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 268/10.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι δύο κρινόμενες υπ' αρ. 6/18-2-2010 και 5/18-2-2010 αιτήσεις αναίρεσης του Χ1 και του Χ2, κατοίκων ..., κατά της υπ' αριθμ. 2035-2036/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτές και πρέπει συνεκδικαζόμενες, λόγω της μεταξύ τους συνάφεια, να εξετασθούν περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 259 του ΠΚ, υπάλληλος που με υπόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη. Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της υπηρεσίας της, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, αυτουργός του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α' και 263 Α του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται: α) παράβαση, όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του υπαλλήλου, το οποίο καθορίζεται από το νόμο ή τη διοικητική πράξη ή τις ιδιαίτερες οδηγίες, της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας, β) δόλος του δράστη, συνιστάμενος, αφενός μεν στη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας) της παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας και αφετέρου, στη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να παραβεί το καθήκον του και γ) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλο παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, αδιαφόρου όντος, αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε ή όχι. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος της (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των υποθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η περίληψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πατρών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2035-2036/2009 απόφασή του κήρυξε αμφότερους τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους ενόχους του αποδιδόμενου σ' αυτούς εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος. Για να στηρίζει την καταδικαστική του κρίση, διέλαβε ως αιτιολογία ότι, από την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο, από τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και τις απολογίες των κατηγορουμένων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 κατά το χρονικό διάστημα από 26-4-2002 έως 28-3-20Θ3 ήταν προϊστάμενος τής Πολεοδομίας Μεσολογγίου και ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, ήταν αναπληρωτής προϊστάμενος της ίδιας υπηρεσίας, προσέτι δε ο τελευταίος διετέλεσε και προϊστάμενος της υπηρεσίας αυτής από 29-3-2003 έως 28-5-2003. Η εγκαλούσα Μ άρχισε μαζί με τον σύζυγο της Τ να αναγείρει, με νόμιμη οικοδομική άδεια είχε εκδοθεί επ' ονόματι και των δύο, πενταόροφη οικοδομή σε οικόπεδο ιδιοκτησίας της επί της οδού ..., η οποία είναι όμορη με την προς τα δυτικά αυτής ιδιόκτητη οικοδομή της Ζ και την προς τα ανατολικά αυτής ιδιόκτητη οικοδομή της Β. Η εξ' αυτών Ζ, πρώην συνάδελφος των κατηγορουμένων και ήδη συνταξιοδοτηθείσα υπάλληλος του Πολεοδομικού Γραφείου Μεσολογγίου, διατηρεί στενή φιλική σχέση με τον δεύτερο εξ αυτών Π. Κατά τον Αύγουστο 2002 και ενώ είχαν ολοκληρωθεί οι εργασίες της κατασκευής του φέροντος οργανισμού της, το κτίσιμο των πλινθοδομών, τα επιχρίσματα και οι πλακοστρώσεις στην οικοδομή της εγκαλούσας, έγιναν καταγγελίες από τις ως άνω όμορες ιδιοκτήτριες προς το Πολεοδομικό Γραφείο Μεσολογγίου, με τον ισχυρισμό ότι οι οικοδομές τους υπέστησαν βλάβες οφειλόμενες στην κατασκευή της οικοδομής της Μ και συγκεκριμένα η πρώτη καταγγελία έγινε από την Β στις 12-8-2002 και η δεύτερη από την Ζ στις 30-8-2002. Ακολούθησε η διεξαγωγή αυτοψιών και στις δύο οικοδομές από τους αρμόδιους υπαλλήλους του Πολε-οδομικού Γραφείου όπου διαπιστώθηκαν: α) για την οικοδομή της Β μικρορηγματώσεις ακίνδυνες καθώς και η ύπαρξη υπογείου που δεν αναγράφεται στην οικοδομική άδεια και διαστάσεις διαφορετικές από την άδεια, συντάχθηκε δε προς τούτο η ... έκθεση αυτοψίας και β) για την οικοδομή της Ζ, ρωγμές σε φέροντα στοιχεία αυτής, που είχαν σαν αποτέλεσμα την άμεση διακοπή των εργασιών της νεοανεγειρόμενης οικοδομής της Μ (εγκαλούσας), κατά τον μήνα Σεπτέμβριο 2002 και την επιβολή προστίμου αυθαιρέτων κατασκευών σ' αυτήν (εγκαλούσα) με την 3007/2002 έκθεση αυτοψίας. Αμέσως μετά την κοινοποίηση της παραπάνω έκθεσης αυτοψίας υποβλήθηκε στην Πολεοδομία Μεσολογγίου η από 1-10-2002 αίτηση του Τ (συζύγου της εγκαλούσας) με την οποία, εκτός άλλων, ζήτησε να πληροφορηθεί εάν εν τω μεταξύ είχε αναζητηθεί και ανευρεθεί ο φάκελος της όμορης οικοδομής της Ζ, τον οποίο είχε αναζητήσει και κατά το παρελθόν, καθώς και πλήρη πολεοδομικό έλεγχο των ομόρων οικοδομών των καταγγελλουσών (Β και Ζ) προκειμένου να διακριβωθεί εάν οι βλάβες που παρατηρήθηκαν επ' αυτών είναι απόρροια δικών τους υπερβάσεων. Επί της αιτήσεως του αυτής έλαβε την ... απάντηση που υπογράφει ο πρώτος κατηγορούμενος, με την οποία όσον αφορά το ζήτημα της ανεύρεσης του φακέλου της οικοδομής Ζ τον παρέπεμπε στο ... προηγούμενο έγγραφό του, το οποίο επίσης τον παρέπεμπε σε προηγούμενη από 23-3-2001 υπηρεσιακή βεβαίωση, σύμφωνα με την οποία ο φάκελος της οικοδομής Ζ δεν είχε ανευρεθεί στην υπηρεσία τους, ενώ σχετικά με τον έλεγχο των ομόρων ιδιοκτησιών τον πληροφορούσαν ότι ο έλεγχος θα πραγματοποιηθεί όταν η Υπηρεσία θα έχει συγκεντρώσει τα απαραίτητα στοιχεία. Ακολούθησε δεύτερη καταγγελία - υπόμνημα από τον Τ προς το Πολεοδομικό Γραφείο Μεσολογγίου στις 20-11-2002 , για την οποία έλαβε την .. απάντηση που υπογράφει ο δεύτερος κατηγορούμενος Π, ότι "θα του κοινοποιηθούν οι εκθέσεις αυτοψίας για τυχόν πολεοδομικές παραβάσεις από τους ελέγχους που θα πραγματοποιήσει η Υπηρεσία στις όμορες οικοδομές, ιδιοκτησιών Ζ και Β". Και ενώ η καθ' ύλην αρμόδια υπηρεσία (Πολεοδομικό Γραφείο Μεσολογγίου) της οποίας προϊσταντο οι προαναφερθέντες δύο κατηγορούμενοι έδωσε την παραπάνω απάντηση στον σύζυγο της εγκαλούσας, ο τελευταίος, ενόψει του ότι είχαν διακοπεί οι εργασίες στην οικοδομή της συζύγου του για τον λόγο που προαναφέρθηκε και δεν διαφαινόταν πρόθεση άμεσου ελέγχου της νομιμότητας των οικοδομών Ζ και Β ώστε από τον ολοκληρωμένο έλεγχο και των τριών οικοδομών να προκύψει επακριβώς η αιτία της πρόκλησης των προαναφερθεισών βλαβών, προκάλεσε με δύο αιτήσεις του στις 4-10-2002 και στις 11-12-2002 προς το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας (Τμήμα Νομού ...) την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από πραγματογνώμονες-πολιτικούς μηχανικούς που όρισε το ΤΕΕ. Από την διενεργηθείσα στις 2-2-2003 αυτοψία από τους ως άνω πραγματογνώμονες προέκυψε αφ' ενός μεν ότι οι παρατηρηθείσες ρηγματώσεις είναι ακίνδυνες και οι οικοδομές Β και Ζ δεν διατρέχουν κανένα κίνδυνο από την συνέχιση των εργασιών για την αποπεράτωση της οικοδομής Τ, αφ' ετέρου, όσον αφορά την νομιμότητα των οικοδομών Β και Ζ, διαπιστώθηκε ότι: α) στην μεν οικοδομή Β υπήρχαν διαφοροποιήσεις στις διαστάσεις σε σχέση με αυτές που αναγράφονταν στα εγκεκριμένα σχέδια καθώς και η ύπαρξη υπογείου το οποίο δεν αναφερόταν στην οικοδομική άδεια, όπως ήδη είχε διαπιστωθεί με την ... έκθεση αυτοψίας και β) στην δε οικοδομή Ζ η οποία έχει ανεγερθεί σε οικόπεδο 210 τμ., το σύνολο των εμβαδών του ισογείου μετά τεσσάρων ορόφων ανέρχεται σε 499 τ.μ. και θα πρέπει να διεξαχθεί έλεγχος από την Υπηρεσία (εννοεί το Γραφείο Πολεοδομίας Μεσολογγίου), με εμβαδομέτρηση όλων των ορόφων ώστε να διαπιστωθεί αν το σύνολο της κατασκευής πληροί τους όρους δόμησης της περιοχής. Η παραπάνω διαπίστωση των πραγματογνωμόνων έγινε με βάση τα στοιχεία που τους παραδόθηκαν από τον Τ, δηλαδή φωτοαντίγραφα των περιγραφών ακινήτου ανά όροφο από το κτηματολόγιο και την ... άδεια νέας διώροφης οικοδομής μετά δώματος που είχε υποστεί δύο αναθεωρήσεις τα έτη 1994 και 1999 εκ των οποίων η πρώτη (1994) αναφερόταν σε αύξηση όγκου, διότι οι ίδιοι δεν μπόρεσαν να επισκεφθούν την οικοδομή στο σύνολό της παρά μόνο τον 2° και 3° όροφο αυτής. Η έκθεση αυτή πραγματογνωμοσύνης που συντάχθηκε τον Ιούλιο 2003 κατατέθηκε από τον σύζυγο της εγκαλούσας Τ στην Πολεοδομία Μεσολογγίου. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι ο συντελεστής δόμησης για την εν λόγω περιοχή ήταν 2, και το εμβαδόν του οικοπέδου ήταν 210 τμ., η καλυπτόμενη επιφάνεια δεν μπορούσε να υπερβαίνει τα 420 τμ., όμως σύμφωνα με την δήλωση της ιδιοκτήτριας στο κτηματολόγιο, η εν λόγω οικοδομή είχε 5 ορόφους και η καλυφθείσα επιφάνεια ανερχόταν σε 499 τ.μ., δηλαδή 79 τμ. περισσότερη από την επιτρεπόμενη με τον συντελεστή δόμησης, παρεκτός του ότι η υπέρβαση της άδειας ήταν οφθαλμοφανής από απλή θεώρηση της οικοδομής και ανάγνωση της οικοδομικής άδειας αφού σύμφωνα με την άδεια που αφορούσε διώροφη οικοδομή μετά δώματος, είχαν καλυφθεί συνολικά από το ισόγειο κατάστημα και έναν όροφο 288,98 τμ. και απέμεναν 132,02 τμ. για επιτρεπόμενη κάλυψη και αντί της διώροφης οικοδομής είχε ανεγερθεί πενταόροφη. Και ναι μεν είχε αναθεωρηθεί η άδεια το 1994 ως προς την αύξηση όγκου αυτής, ωστόσο η Ζ είχε καλύψει ανεπιτρέπτως επιφάνεια μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη από τον συντελεστή δόμησης, ανεγείροντας 2 εισέτι ορόφους, έχοντας μεν λάβει άδεια ως προς τον όγκο κάλυψης υπερβάλλοντας όμως την επιτρεπόμενη κάλυψη κατά 79 τμ., σύμφωνα με την δήλωση της ίδιας στο κτηματολόγιο. Όμως παρά τις διαπιστώσεις αυτές από τους διορισθέντες από το ΤΕΕ πραγματογνώμονες και τα επανειλημμένα αιτήματα της εγκαλούσας και του συζύγου της περί διενέργειας ελέγχου στην οικοδομή Ζ και σύνταξης έκθεσης αυτοψίας αυθαιρέτου και επιβολής προστίμου σε βάρος της τελευταίας, οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι ουδέποτε έδωσαν εντολή υπό την προαναφερθείσα υπαλληλική ιδιότητά τους στους υφισταμ-ένους τους για να διενεργήσουν έλεγχο. Αντιθέτως, έχοντας ως δικαιολογία την απώλεια του φακέλου της άδειας της οικοδομής της Ζ, χωρίς μάλιστα να ασχοληθούν επιμελώς και επιμόνως με την ανασύσταση του φακέλου αυτού με πρόσκληση της ιδιοκτήτριας για να προσκομίσει τα στοιχεία που είχε στην κατοχή της και απαιτούνταν για να ολοκληρωθεί ο φάκελος της οικοδομής της και εν τέλει να αναζητήσουν και ευθύνες στην υπηρεσία τους για την κατά περίεργο τρόπο απώλειά του, αρκούμενοι μόνο σε μία πρόσκληση της Ζ για ανασύσταση του φακέλου στις 16-12-2002 με το 3947 έγγραφο τους και μια εκ νέου υπενθύμιση αυτής μετά την πάροδο σχεδόν δύο ετών με το ... έγγραφό τους, παρέλειπαν δολίως, κατά το χρονικό διάστημα που αναφέρθηκε και υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά τους, το καθήκον που είχαν από την υπηρεσία τους να εκδώσουν σχετική εντολή προς τους υφισταμένους τους για να διενεργήσουν έλεγχο στην εν λόγω οικοδομή και να συντάξουν έκθεση αυτοψίας αυθαιρέτου και επιβολής προστίμου, με μοναδικό σκοπό να προσπορίσουν παράνομοι όφελος στην Ζ, πρώην συνάδελφό τους και συνδεόμενη με στενό φιλικό δεσμό με τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος μάλιστα είχε ασχοληθεί προσωπικά και λάβει μέρος και σε οικοδομικές εργασίες που διενεργούνταν στην στέγη αυτής. Το παράνομο όφελος που προσπόριζαν στην Ζ συνίστατο στην αποφυγή επιβολής προστίμου σε βάρος της ή άλλων νομίμων μέτρων προς κατεδάφιση των 2 αυθαιρέτων ορόφων της οικοδομής. Από τα παραπάνω στοιχεία που αποδείχθηκαν δεν προέκυψε καθ' οιονδήποτε τρόπο άμεση ζημία της εγκαλούσας που να δικαιολογεί την παράστασή της στην παρούσα υπόθεση ως πολιτικώς ενάγουσας προς υποστήριξη της κατηγορίας και μόνο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην νομική σκέψη της αποφάσεως και γι' αυτό πρέπει να διαταχθεί η αποβολή της, περαιτέρω δε, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι (Χ1 και Χ2) για την παραπάνω πράξη τους της παράβασης καθήκοντος...".
Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε αμφοτέρους τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους για το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος και επέβαλε σε καθένα αναιρεσείοντα ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) χρόνια.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 259 και 263 α ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης. Ειδικότερα οι αιτιάσεις αμφοτέρων των αναιρεσειόντων για τη μη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος που καταδικάσθηκαν, αφού η ιδιόκτητη οικοδομή της Ζ στο ..., όμορη της οικοδομής της μηνύτριας Μ, ενώ έγινε καθ' υπέρβαση της αρμόδιας οικοδομικής άδειας (...) και των δύο αναθεωρήσεων της κατά τα έτη 1994 και 1999, σε σχέση με το συντελεστή δόμησης, από το Γραφείο Πολεοδομίας Μεσολογγίου, όπου υπηρετούσαν οι αναιρεσείοντες και ενώ η ως άνω μηνύτρια ζητούσε τη διενέργεια ελέγχου προς διαπίστωση των παραβάσεων αυτών ενόψει του ότι και αυτής είχαν διακοπεί οι οικοδομικές εργασίες λόγω καταγγελιών προς την Πολεοδομία εκ μέρους της Β και της Ζ, ιδιοκτητριών ορόφων οικοδομών, με την επισήμανση ότι η δεύτερη καταγγέλουσα είναι πρώην συνάδελφος των αναιρεσειόντων και διατηρούσε στενή φιλική σχέση με το δεύτερο εξ αυτών (ΧΧ2), δεν ευσταθούν, καθόσον σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης οι αναιρεσεί-οντες με διάφορες αιτιολογίες εκάστοτε απέφευγαν τη διενέργεια του ελέγχου στην οικοδομή της Ζ, να συνάξουν έκθεση αυτοψίας αυθαίρετου (λόγω υπέρβασης της συνολικής επιφάνσεις που μπορούσε να καλύψει κτίζοντας στο οικόπεδό της κατά 79 τ.μ.) και επιβολής προστίμου, με μοναδικό σκοπό να προσπορίσουν παράνομο όφελος στην Ζ. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το μέρος δε που με τον λόγο αυτόν πλήττεται η απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο που την εξέδωσε, είναι απαράδεκτος, καθόσον με τον τρόπο αυτό πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσία.
Μετά από όλα τα ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος παραδεκτός για αναίρεση, πρέπει να απορριφθούν αμφότερες οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 183 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 18 Φεβρουαρίου 2010 αιτήσεις: 1) Του Χ1 και 2) του Χ2, κατοίκων αμφοτέρων ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2035-2036/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών.
Απορρίπτει τις πιο πάνω αιτήσεις αναιρέσεως. Και
Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση καθήκοντος. Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού και με παράλειψη του αρμόδιου υπαλλήλου (προϊσταμένου Γραφείου Πολεοδομίας). Καταδικαστική απόφαση. Αίτηση αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Απόρριψη του λόγου αυτού ως αβασίμου. Απόρριψη σχετικών αιτήσεων αναίρεσης ως αβασίμων.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Παράβαση καθήκοντος.
| 1
|
Αριθμός 1387/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή- Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσοβόλα, περί αναιρέσεως της 10310/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους 1. Χ2 και 2. Χ3.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιανουαρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 177/10.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 25-1-2010 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10310/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελη-μάτων) Αθηνών ασκήθηκε νομότυπα είναι εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2 και 474 ΚΠΔ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση επί τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και ο σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον και γεγονός του μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί η παράδοση, ως και η αποστολή του πλαστού εγγράφου σε τρίτους, ανεξαρτήτως αν αυτό έγινε με αμοιβή ή όχι, για να παραπλανηθεί άλλος με τη χρήση του σε γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η χρησιμοποίηση του πλαστού εγγράφου με γνώση της πλαστότητας από τον τρίτο τιμωρείται με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου. Τέλος, το έγκλημα αυτό μπορεί να τελεσθεί και από περισσότερους του ενός κατά συναυτουργία, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, κατά την αληθινή έννοια του οποίου η δράση των συναυτουργών μπορεί να είναι ταυτόχρονη ή διαδοχική αρκεί η ύπαρξη γνώσης του ενός συναυτουργού για την πρόθεση του άλλου να τελέσει την πράξη και η θέληση να συμπράξει με αυτόν, ενώ η καταδικαστική απόφαση που δέχεται τη συνδρομή των όρων αυτών αρκεί να αναφέρει, για την πληρότητα της αιτιολογίας της, την πράξη που τελέσθηκε και τον κοινό δόλο των συναυτουργών, χωρίς να απαιτείται και μνεία των επί μέρους ενεργειών καθενός από αυτούς (ΟλΑΠ 50/1990 και ΑΠ 1827/2003). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 242 παρ. 1 του ΠΚ "υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύναξη δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει ψευδώς περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. α του ίδιου Κώδικα, "υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου". Τέλος, έγγραφο είναι, κατά την περίπτ. γ' εδ. α' του ίδιου άρθρου "κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός". Ακόμη συστατικός όρος-υλικό αντικείμενο του ανωτέρω εγκλήματος είναι η αρμοδιότητα του υπαλλήλου για έκδοση ορισμένων δημοσίων εγγράφων από εκείνα τα οποία, σύμφωνα με τα άρθρα 438, 440 και 441 του ΚΠολΔ, που συμπληρώνουν το κενό του άρθρου 13 εδ. γ' του ΠΚ, συντάσσονται κατά τους νομικούς τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αρμόδιο καθόλη και κατά τόπο για την σύνταξη ή την έκδοσή τους και το οποίο ενεργεί μέσα στα όρια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 10310/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (όσον αφορά την αναιρεσείουσα αλλά και τους λοιπούς δύο συγκατηγορούμενούς της για το έγκλημα της πλαστογραφίας με χρήση κατά συναυτουργία).
Στις 25-2-2002 εμφανίστηκαν στην Α' ΔΟΥ ..., όπου υπηρετούσε ως Προϊσταμένη στο Τμήμα Αυτοκινήτων η πρώτη κατηγορούμενη Χ1, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, ιδιοκτήτης του με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Φ αυτοκινήτου και η κόρη του Χ3, τρίτη κατηγορούμενη, καθώς και ο ΑΑ, ως εκπρόσωπος του πατέρα του ΒΒ, προκειμένου να προβούν στη διαδικασία της μεταβίβασης του παραπάνω φορτηγού αυτοκινήτου στο ΒΒ, στον οποίο το εν λόγω αυτοκίνητο είχε πωληθεί από το Χ2. Κατά τη διαδικασία αυτή και οι τρεις κατηγορούμενοι, αποφάσισαν από κοινού, με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους υπάλληλους της ως άνω ΔΟΥ ... και τη ΔΟΥ αυτή ως υπηρεσία, ότι πληρώθηκε ο φόρος υπεραξίας για τη μεταβίβαση του παραπάνω αυτοκινήτου και έθεσαν στη βεβαίωση ή σημείωμα υπολογισμού επιβαρύνσεων για τη μεταβίβαση αυτοκινήτου οχήματος, στο τέλος και αριστερά αυτής τη σημείωση: "ΕΙΣΟΔΗΜΑ Ν.2579/88 ΑΡΘ.10. ... 25/2/02. Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΔΟΥ ..." και δυσανάγνωστη υπογραφή, η πρώτη δε από αυτούς, υπάλληλος της ως άνω ΔΟΥ, έθεσε τη στρογγυλή σφραγίδα της υπηρεσίας της, έτσι ώστε να εμφανίζεται ότι η υπάλληλος της ίδιας υπηρεσίας ΓΓ, βεβαίωνε ότι καταβλήθηκε το ποσό του φόρου υπεραξίας, που ανερχόταν σε 1760,82 ευρώ, χωρίς τη γνώση ή την εντολή της τελευταίας.
Στην κατάρτιση της ως άνω πλαστής βεβαίωσης προέβησαν όλοι οι κατηγορούμενοι από κοινού, με σκοπό να παραπλανήσουν την Υπηρεσία της Α' ΔΟΥ ..., ως αρμόδια για την είσπραξη του φόρου υπεραξίας, σχετικά με το αναληθές γεγονός ότι πληρώθηκε ο φόρος αυτός, ώστε να προχωρήσει η διαδικασία της μεταβίβασης του παραπάνω αυτοκινήτου, χωρίς την καταβολή του φόρου. Στη συνέχεια έκαναν χρήση της εν λόγω πλαστής βεβαίωσης, διότι με βάση αυτή προέβησαν στη διαδικασία της μεταβίβασης του οχήματος, χωρίς να, πληρώσουν το φόρο υπεραξίας στην ως άνω ΔΟΥ, όπως απαρχής αποσκοπούσαν.
Περαιτέρω προέκυψε ότι η πρώτη κατηγορουμένη, υπάλληλος της ως άνω υπηρεσίας της Α' ΔΟΥ ..., κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της και εντός της ανατεθειμένης σ' αυτήν υπηρεσίας, με πρόθεση βεβαίωσε στο παραπάνω δημόσιο έγγραφο, ήτοι τη βεβαίωση ή σημείωμα υπολογισμού επιβαρύνσεων για τη μεταβίβαση του παραπάνω οχήματος, ψευδές περιστατικό, που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα ως Προϊσταμένη της ανωτέρω ΔΟΥ, βεβαίωσε στο ως άνω έγγραφο ότι είχε καταβληθεί ο φόρος υπεραξίας για τη μεταβίβαση του με αριθμό κυκλοφορίας ...ΔΧΦ, που ανερχόταν στο ποσό των 1760,82 ευρώ, θέτοντας ημερομηνία 25/2/02, τη σφραγίδα της Υπηρεσίας και το ονοματεπώνυμο της, εν γνώσει της ότι ο φόρος αυτός δεν πληρώθηκε καθόλου, με συνέπεια να γίνει η μεταβίβαση του παραπάνω οχήματος, χωρίς να καταβληθεί ο φόρος υπεραξίας.
Οι κατηγορούμενοι αρνούνται τις πράξεις που τους αποδίδονται ισχυριζόμενοι η μεν πρώτη ότι δεν γνωρίζει τους λοιπούς και ότι δεν χειρίστηκε το φάκελο του παραπάνω οχήματος και ότι με την υπογραφή της στο επίμαχο έγγραφο, ήτοι στη βεβαίωση ή σημείωμα υπολογισμού επιβαρύνσεων για τη μεταβίβαση αυτοκινήτου οχήματος, βεβαίωνε ότι ακολουθήθηκε η διαδικασία για τη μεταβίβαση του οχήματος, θεωρώντας δεδομένο ότι πληρώθηκε ο φόρος υπεραξίας, αφού υπήρχε η υπογραφή της υπαλλήλου ΓΓ στο ως άνω έγγραφο. Επίσης η δεύτερη κατηγορουμένη αρνείται ότι μετέβη στις 25-2-2002 στη ΔΟΥ ... και ότι συμμετείχε στη διαδικασία για τη μεταβίβαση του παραπάνω οχήματος, ενώ τους ισχυρισμούς της αυτούς επιβεβαιώνει και ο δεύτερος κατηγορούμενος, που είναι πατέρας της, ο οποίος αναφέρει ότι κατά τον ως άνω χρόνο η κόρη του ήταν στην ..., όπου διορίστηκε ως αγροτικός γιατρός. Όμως και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, προέκυψε ότι η τρίτη κατηγορουμένη ανέλαβε υπηρεσία στο Νοσοκομείο Χανίων Κρήτης (τρίμηνη υποχρεωτική εκπαίδευση) στις 22-3-2002, οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν ευσταθούν και αναιρούνται από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων ΔΔ και ΑΑ, που δόθηκαν στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και στην Επιθεωρήτρια ΕΕ, από τις οποίες με σαφήνεια προκύπτει η παρουσία της τρίτης κατ/νης στις 25-2-2002 στην Α' ΔΟΥ ..., στο τμήμα αυτοκινήτων, όπου υπηρετούσε η πρώτη κατ/νη, καθώς και η από προηγούμενο χρόνο γνωριμία των πρώτης και τρίτης κατ/νων και επίσης η ενασχόληση της πρώτης κατ/νης με τη διαδικασία της μεταβίβασης του παραπάνω οχήματος, την οποία ανέλαβε προσωπικά. Έτσι και με δεδομένο ότι ο φόρος υπεραξίας δεν καταβλήθηκε κατά τη διαδικασία της μεταβίβασης του οχήματος, η δε υπογραφή της υπαλλήλου ΓΓ, που βεβαιώνει δήθεν ότι ο φόρος αυτός καταβλήθηκε είναι πλαστή, γεγονότα, τα οποία εμμέσως, πλην σαφώς ομολογούνται από τους κατ/νους και ότι έννομο συμφέρον από την πλαστογραφία αυτή είχε ο δεύτερος κατ/νος με την ιδιότητα του πωλητή του οχήματος, ο οποίος ήταν υποχρεωμένος, σύμφωνα με το νόμο, να καταβάλει το φόρο υπεραξίας, και ο οποίος, καθώς και η κόρη του δεύτερη κατ/νη, η οποία τον συνόδευσε κατά τη μετάβασή του στην Εφορία, προκειμένου να τον εξυπηρετήσει, λόγω της γνωριμίας της με την πρώτη κατ/νη, δεν θα μπορούσαν μόνοι τους να προβούν στην πλαστογραφία, δεν καταλείπεται αμφιβολία στο Δικαστήριο αφενός, ότι και οι τρείς κατ/νοι προέβησαν από κοινού στην πράξη της πλαστογραφίας και στη χρησιμοποίηση του πλαστού εγγράφου, κατά τα ανωτέρω, και αφετέρου ότι η πρώτη κατ/νη, τελώντας εν γνώσει του γεγονότος ότι ο φόρος υπεραξίας για τη μεταβίβαση του παραπάνω οχήματος δεν είχε καταβληθεί, βεβαίωσε με την υπογραφή της ψευδές γεγονός, ήτοι ότι ο φόρος αυτός καταβλήθηκε.
Συνεπώς πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι, όπως κατηγορούνται, να αναγνωριστεί όμως ότι συντρέχουν στο πρόσωπο τους οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 περ.α ΠΚ, διότι μέχρι και το χρόνο που έγιναν οι πράξεις έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική".
Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα των αποδιδομένων σ' αυτήν αξιοποίνων πράξεων της πλαστογραφίας με χρήση του πλαστού κατά συναυτουργία και της ψευδούς βεβαίωσης και της επέβαλε συνολική ποινή έξι (6) ποινών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (χρόνια).
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση τα άνω εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγής τους, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 84 παρ. 2α, 94 παρ. 1, 216 παρ. 1 και 242 παρ. 1 του ΠΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένων) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, στις οποίες περιλαμβάνονται των μαρτύρων-συναδέλφων της αναιρεσείουσας ΓΓ και ΔΔ. Ακόμα το Δικαστήριο έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την τέλεση από κοινού (κατά συναυτουργία) της πράξης της πλαστογραφίας και χρήσης του πλαστού εγγράφου (της από 25-2-2002 βεβαίωσης της ΔΥΟ Α' ... υπολογισμού επιβαρύνσεων για τη μεταβίβαση αυτοκινήτου οχήματος), χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρει και τον τρόπο συμμετοχής καθενός των συναυτουργών. Επίσης το ίδιο Δικαστήριο με πλήρη αιτιολογία κατέληξε στην ενοχή της αναιρεσείουσας και για το έγκλημα της ψευδούς βεβαίωσης, αφού στο κρίσιμο ως άνω έγγραφο βεβαιώνει ψευδώς ως Προϊσταμένη, ΔΟΥ ότι είχαν καταβληθεί ο φόρος υπεραξίας, ύψους 1760,32 ευρώ του αυτοκινήτου του Χ2 και μπορούσε τούτο να μεταβιβασθεί στο ΒΒ, χωρίς να ελέγξει αν πράγματι έγινε και καταβολή του ως άνω φόρου και υπήρχε σχετικό διπλότυπο για την καταβολή αυτή, που έπρεπε να είχε εκδώσει ο αρμόδιος υπάλληλος, περιστατικά που υπόκεινταν τότε στον υπηρεσιακό έλεγχο της ως καθ' ύλην και κατά τόπο αρμοδίας υπαλλήλου. Επομένως οι σχετικές περί του αντιθέτου των ανωτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείας είναι απορριπτέες ως αβάσιμες και οι από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, κατά το μέρος που με τον πρώτο των ως άνω λόγων πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι έτσι προσβάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, παραβιάζει την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, προκύπτει από άλλα αποδεικτικά στοιχεία και το έγγραφο αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της απόφασης, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. σελ. 29 της απόφασης αυτής), το Δικαστήριο για να αποκρούσει τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της κατ' αυτής κατηγορίας για τις πράξεις της από κοινού πλαστογραφίας με χρήση του πλαστού και της ψευδούς βεβαίωσης, αναφέρει ότι "οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ευσταθούν και αναιρούνται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτυριών ΔΔ και ΑΑ, που δόθηκαν στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και στην επιθεωρήτρια ΕΕ". Περαιτέρω, όμως όπως προκύπτει από τα πρακτικά της ίδιας (προσβαλλόμενης) απόφασης- βλ. σελ. 18 αυτής, αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο τόσο η πρωτοβάθμια απόφαση (υπ' αριθμ. 32746/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών) όσο και τα πρακτικά αυτής, όπου περιέχονται οι δύο ως άνω μαρτυρικές καταθέσεις. Επίσης αναγνώσθηκε και η πορισματική έκθεση της επιθεωρήτριας ΕΕ (η οποία είχε αναγνωσθεί και πρωτοδίκως), στην οποία γίνεται αναφορά των καταθέσεων των ίδιων ως άνω μαρτύρων. Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι οι ίδιοι ως άνω μάρτυρες εξετάσθηκαν ενώπιον και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (βλ. σελ. 7 έως 14 και 15-16 αντίστοιχα), όπου κάθε διάδικος άσκησε τα εκ του άρθρου 358 ΚΠΔ δικαιώματά του (βλ. σελ'. 21 της προσβαλλόμενης απόφασης).
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγου της λήψης υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας και των δύο ως άνω μαρτυρικών καταθέσεων που δόθηκαν στην Επιθεωρήτρια ΕΕ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μια ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιους αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η υποβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχ. ε, ήτοι όταν ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική αυτή περίσταση, πρέπει η συμπεριφορά του δράστη να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονική κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη, που καταδικά-σθηκε ως δημόσια υπάλληλος για τα εγκλήματα της πλαστογραφίας με χρήση του πλαστού και ψευδή βεβαίωση (για να ωφελήσει παράνομα τον συγκατηγορούμενό της, μη καταβάλλοντας αρχικά (όπως επιδιωκόταν από την αναιρεσείουσα και τους συγκατηγορουμένους της), το ποσό των 1760,82 ευρώ ως φόρο υπεραξίας για τη μεταβίβαση Δ.Χ. φορτηγού αυτοκινήτου του), με αυτοτελή ισχυρισμό, που κατέθεσε εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, ζήτησε να αναγνωρισθεί στο πρόσωπό της η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2ε του ΠΚ, εκτός εκείνης του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ (η οποία έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη), εκθέτοντας σχετικά τα παρακάτω: "όσον αφορά στο ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2ε' του ΠΚ επισημαίνεται ότι μετά την δήθεν τέλεση των πράξεων που κακώς μου αποδίδονται, που έλαβαν χώρα στις 25-2-2002, μέχρι σήμερα, ζώντας σε ελεύθερη στην κοινωνία διαβίωση και υπηρετώντας στο Υπουργείο Οικονομικών (σε διάφορες ΔΟΥ), επέδειξα εξαίσια και άριστη συμπεριφορά, δεν απασχόλησα τις διοικητικές και δικαστικές αρχές, επιδεικνύοντας εργατικότητα, προθυμία και συνεπεία και διήγα άρτιο, κοινωνικό, ατομικό, οικογενειακό και επαγγελματικό βίο, καθώς εργάζομαι ακόμα και σήμερα στην ίδια θέση στην οποία εργαζόμουν και παλαιέστερα ως εφοριακός". Τα ως άνω περιστατικά μόνα τους και αληθινά υποτιθέμενα δεν είναι αρκετά για να θεμελιώσουν την ως άνω ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ. Ειδικότερα η διέλευση επτά (7) ετών και εννέα (9) μηνών από το χρόνο τέλεσης των εγκλημάτων που τέλεσε η αναιρεσείουσα (25-2-2002) έως και την εκδίκαση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (26.11.2009) διάγοντας έντιμη, ατομική και οικογενειακή ζωή και εκτελώντας ως υπάλληλος το υπηρεσιακό της καθήκον, χωρίς την επίκληση επιπλέον περιστατικών που παρέχουν αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους της και της κοινωνικής προδιάθεσής της, ως θα ήταν οι "εξαιρετικές επιδόσεις, στο κριτήριο της αξιολόγησής της ως υπάλληλος του Δημοσίου σε ευαίσθητο τομέα ή περιστατικά κοινωνικής δραστηριότητας με εμφανή στοιχεία ανιδιοτέλειας, αμετά-βλητου ήθους και ακεραιότητας του χαρακτήρα της. Πρέπει να επισημανθεί ότι η κατηγορούμενη ακόμη και κατά τη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα πρακτικά συνεδρίασης των Δικαστηρίων εκείνων με την απολογία και των εν γένει στάση της συνδρομής ουδαμός συνέβαλε στην ανεύρεση της αλήθειας, αποκρύπτοντας την ταυτότητα των προσώπων που εμφανίσθηκαν ενώπιόν της για την φορολογική ρύθμιση της υποθέσεώς τους.
Συνεπώς το Δικαστήριο της ουσίας που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε σιωπηρά του ως άνω αόριστο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί της συνδρομής στο πρόσωπό της, της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ δεν έσφαλε, καθόσον το Δικαστήριο εκείνο δε υποχρεούταν να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα κατά τον ως άνω αόριστου ισχυρισμού της. Επομένως οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β και Δ λόγοι αναίρεσης, που περιέχονται στον υπ' αρ. 4 λόγο της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη ακρόασής της κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Μετά από όλα τα ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Ιανουαρίου 2010 αίτηση της Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10310/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία με χρήση κατά συναυτουργία. Ψευδής βεβαίωση. Στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών. Ισχυρισμός περί συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 § 2ε ΠΚ. Λήψη υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Όχι ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο όταν το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών προκύπτει από άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως και για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Απόρριψη όλων των λόγων αίτησης ως αβασίμων.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Ψευδής βεβαίωση.
| 0
|
Αριθμός 1386/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Νικόλαο Κωνσταντοπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 641/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαΐου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 754/09. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη, με αριθμό 298/17-9-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατ' άρθρ. 485 §1 Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 98/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά του υπ' αριθμ. και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, Επισκόπου, κατά του υπ' αριθμ. 641/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο, μετά από απόρριψη της υπ' αριθμ. 231/7-5-07 εφέσεως του υπ' αριθμ. 1037/07 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα και παραπέμφθηκε ο ήδη αναιρεσείων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων), κατηγορούμενος για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες με βασικό έγκλημα την υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση σε βάρος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου από την οποία το όφελος που πέτυχε ο δράστης και η ζημία που προξενήθηκε στο νομικό πρόσωπο υπερβαίνουν το ποσό των 150.000 ευρώ (άρθρ. 13 στ, 26 §1α, 27 §1, 258γ, 263Α Π.Κ. και άρθρ. 1 §1 Ν. 1608/50, σε συνδ. με τα άρθρ. 1 στοιχ. α' και 2 §1 Ν. 2331/95, όπως τα δύο τελευταία αντικαταστάθηκαν με άρθρ. 2 § 1 και 3 §1 Ν. 3424/05 και εκθέτω τ' ακόλουθα: Α) Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρ. 473 §1, 474 και 482 §§1,3 Κ.Π.Δ., με τη δήλωση αναίρεσης του έχοντος ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα Δικηγόρου Αθηνών Αλέξιου Αθανασόπουλου, για την οποία συντάχθηκε από το Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών η προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 98/2009 από 15-5-09 έκθεση ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα είχε επιδοθεί στις 6-5-09. Περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης α) την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, άλλως εκ πλαγίου παράβαση αυτής, γ) της απόλυτης ακυρότητας, δ) την παραβίαση του δεδικασμένου (άρθρ. 57) και ε) την υπέρβαση εξουσίας, όπως οι λόγοι αυτοί προβλέπονται στο άρθρ. 484 §1 στοιχ. α', β', γ'. δ' και στ' Κ.Π.Δ.
Συνεπώς η αίτηση αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία. Β) 1) Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος παραπέμφθηκε για την προαναφερθείσα πράξη με το υπ' αριθμ. 1037/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. 2) Μετά από έφεση που άσκησε κατά του βουλεύματος αυτού ο κατηγορούμενος, εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 2118/2007 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε κατ' ουσία την έφεσή του και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα αφού προηγουμένως διόρθωσε και αναδιατύπωσε το διατακτικό του ως προς το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, από το εσφαλμένο "αρχές του έτους 1995 μέχρι 2 Ιανουαρίου 1998" στο ορθό "από 24-8-1995 έως 2 Ιανουαρίου 1998". 3) Κατά του παραπάνω εφετειακού βουλεύματος ο κατηγορούμενος άσκησε αναίρεση και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1148/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) με την οποία αναιρέθηκε το βούλευμα αυτό, για έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο (Εφετών Αθηνών). 4) Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως, εξέδωσε το προσβαλλόμενο, υπ' αριθμ. 641/2009 βούλευμά του με το οποίο απέρριψε και πάλι ως κατ' ουσία αβάσιμη την υπ' αριθμ. 231/7-5-2007 έφεση του κατηγορουμένου και επικύρωσε το παραπεμπτικό πρωτόδικο βούλευμα, αφού προέβη στη διόρθωση του χρόνου τέλεσης της πράξης, όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Γ) Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ' άρθρ. 93 §3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τ' αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, ενώ Δ) εσφαλμένη μεν ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ιδρύουσα λόγον αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από αυτήν που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν δεν υπάγει ορθώς σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π. 259/2006 Ποιν. Χρ. ΝΣΤ' 811, Α.Π. 252/2004, Α.Π. 2200/02 Ποιν. Χρ. ΝΓ' 762). Ε) Οι λόγοι της απόλυτης ακυρότητας αναφέρονται στο άρθρ. 171 αριθμ. 1 Κ.Π.Δ. και αφορούν τόσο την προδικασία όσο και την διαδικασία ενώπιον των συμβουλίων. ΣΤ) Για την ύπαρξη δεδικασμένου, η παραβίαση του οποίου συνιστά λόγο αναίρεσης, το άρθρ. 57 Κ.Π.Δ. αξιώνει α) αμετάκλητη απόφαση καταδικαστική ή αθωωτική ή που παύει τη δίωξη ή την κηρύσσει απαράδεκτη (τυπικό δεδικασμένο), β) ταυτότητα προσώπων και γ) ταυτότητα πράξης. Ο παραπάνω λόγος είναι αόριστος, αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η επικαλούμενη απόφαση είναι αμετάκλητη και ποιο είναι το περιεχόμενό της, δηλαδή αν δεν εκτίθενται οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ή βουλεύματος, βάσει των οποίων δεν γίνεται δεκτό το δεδικασμένο (Α.Π. 2093/2003). Ο ισχυρισμός περί δεδικασμένου είναι αυτοτελής και πρέπει να έχει προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας άλλως η προβολή του για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο είναι απαράδεκτη. Ζ) Υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτεί ο νόμος για την άσκησή της (θετική υπέρβαση) ή όταν παραλείπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος καίτοι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις (Ολ. Α.Π. 9/2001). Η) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα, ειδικά δε αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, η οποία μνημονεύει όλα, κατ' είδος, τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπ' όψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε κατά την κυρία ανάκριση, που διενεργήθηκε και περατώθηκε νόμιμα και συγκεκριμένα από το Ε.Π 111/05 από 8/4/2005 έγγραφο του φορέα του άρθρου 7 του ν. 2331/95, την 2104/2006 απόφαση και πρακτικά του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και ιδίως τις περιεχόμενες σ' αυτά καταθέσεις των ..., ..., ..., ..., ... και ..., το υπ' αριθ. πρωτ. 0505. 48151. 00291/10.5.2005 απόρρητο έγγραφο της Τράπεζας Eurobank, το 5/01.12.05 εμπιστευτικό έγγραφο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, το 2234/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και εν γένει το σύνολο των εγγράφων της δικογραφίας σε συνδυασμό με την απολογία (κύρια και συμπληρωματική) και τα υπομνήματα γενικά του κατηγορουμένου προέκυψαν τα εξής: Ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ, με την υπ' αριθμόν 2104/2006 απόφαση του Γ - Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών κηρύχθηκε ένοχος υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση, σε βάρος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου εκ της οποίας το όφελος που πέτυχε ο δράστης και η ζημία που προξενήθηκε στο νομικό πρόσωπο υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ., ανερχόμενο σε 66.500.000 δρχ., αξιόποινη πράξη που συνίσταται στο ότι στη ... κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του έτους 1995 μέχρι και την 2-1-1998, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, υπάλληλος τυγχάνων, στον οποίο είχε ανατεθεί η άσκηση υπηρεσίας σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ιδιοποιήθηκε παράνομα χρήματα, τα οποία είχε λάβει στην κατοχή του λόγω της παραπάνω ιδιότητάς του, τέλεσε δε την πράξη του αυτή υπό την επιβαρυντική περίσταση της νομοθεσίας περί καταχραστών του Δημοσίου, καθόσον η πράξη του στρεφόταν κατά νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, το δε επιτευχθέν απ' αυτόν όφελος και η ζημία που προξενήθηκε στο νομικό πρόσωπο υπερβαίνουν το ποσό των 50.000.000 δρχ. και ανέρχονται στο ποσό των 66.500.000 δρχ. Συγκεκριμένα, κληρικός τυγχάνων της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, φέρων τον βαθμό του Επισκόπου και κατέχων τη θέση του Μητροπολίτη ..., ιδιοποιήθηκε, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, παράνομα το συνολικό ποσό των 66.500.000 δρχ. σε βάρος της περιουσίας της Ιεράς Μονής ..., η οποία, ως θρησκευτικό καθίδρυμα κατά τις διατάξεις του Ν. 590/77 περί του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, προστατευόμενο από τις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας περί καταχραστών του δημοσίου. Ειδικότερα, εκμεταλλευόμενος τη θέση του και την ιδιότητά του ως επιχώριου Μητροπολίτη και την ως εκ τούτου δυνατότητά του προς επιβολή επί της υπέργηρης (ηλικίας 84 ετών) Ηγουμένης και αφού αφενός υπόσχονταν σ' αυτήν ότι θα προωθήσει το ζήτημα Αγιοκατάταξης του Οσίου ... και αφετέρου την απειλούσε ότι θα την έσερνε στα εκκλησιαστικά δικαστήρια και θα την εξόριζε, παρέλαβε απ' αυτήν, χωρίς νόμιμο δικαίωμα και χωρίς τη συγκατάθεση της Ιεράς Μοναστικής Αδελφότητας και του Ηγουμενοσυμβουλίου, τα αναφερόμενα παρακάτω χρηματικά ποσά προκειμένου να τα διαθέσει για τις ανάγκες του ποιμαντικού έργου της Μητροπόλεως ..., πράγμα το οποίο δεν έπραξε ούτε επέστρεψε στη Μονή τα χρήματα, αλλά τα ενσωμάτωσε στην περιουσία του και τα ιδιοποιήθηκε έτσι παράνομα: Α) Κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του έτους 1995 μέχρι και την 2-1-1998 ο κατηγορούμενος, ως Μητροπολίτης ..., παρέλαβε από την Ηγουμένη της Ιεράς Μονής ...: 1) το ποσό των 500.000 δρχ. για κάθε επίσκεψή του, η οποία ελάμβανε χώρα μία φορά ανά δεκαπέντε (15) ημέρες 2) το ποσό των 500.000 δρχ. τρεις φορές το χρόνο και δη κατά την ακολουθία του Μεγάλου Απόδειπνου κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, κατά την ακολουθία του Νυμφίου κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα και κατά το Μεγάλο Ευχέλαιο της Μεγάλης Τετάρτης 3) το ποσό των 1.500.000 δρχ. δύο φορές το χρόνο κατά την 5η Μαΐου, ημέρα της εορτής του οσίου ... και την 3η Ιανουαρίου, ημέρα ανευρέσεως των ιερών λειψάνων του Οσίου ... και 4) το ποσό των 1.500.000 δρχ. την 2-1-1998. Συνολικά κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος παρέλαβε από την τότε Ηγουμένη το ποσό των 51.000.000 δρχ. (36.000.000 και 4.500.000 και 9.000.000 και 1.500.000 δρχ.) το οποίο και ιδιοποιήθηκε παράνομα. Β) Κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του έτους 1995 μέχρι και το Φεβρουάριο 1996, υπό την ίδια ιδιότητα και περιστάσεις παρέλαβε από την Ηγουμένη ..., μέσω του απ' αυτόν εντεταλμένου πρωτοπρεσβύτερου Ξ, που υπηρετούσε ως γραμματέας στο ιδιαίτερο γραφείο του, το συνολικό ποσό των 15.500.000 δρχ. και δη το ποσό των 500.000 δρχ. ανά εικοσαήμερο και το ποσό των 5.000.000 δρχ. σε άγνωστη ακριβή ημερομηνία, πάντως μέσα στο θέρος του έτους 1995. Τα ποσά αυτά τα παραλάμβανε από την Ηγουμένη για λογαριασμό του κατηγορουμένου ο Ξ και τα παρέδιδε στον κατηγορούμενο εντολέα του, ο οποίος τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε κάθειρξη οχτώ (8) ετών και απεφάνθη όπως η έφεση που θα ασκήσει ο κατηγορούμενος έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα ως προς την εκτέλεση της ποινής που του επιβλήθηκε με τους περιοριστικούς όρους της καταβολής 30.000 ευρώ ως χρηματική εγγύηση και της απαγορεύσεως εξόδου του από την χώρα. Εν τω μεταξύ μετά από έρευνα της Επιτροπής του άρθρου 7 του ν. 2331/95 και κατόπιν του από 8/4/2005 εγγράφου αυτής σύμφωνα με το οποίο ο κατηγορούμενος είχε καταθέσει στον με αριθμό ... λογαριασμό που τηρούσε στην EUROBANK, το εκ 94.000.000 δρχ. προϊόν της κακουργηματικής υπεξαίρεσης για την οποία είχε ήδη παραπεμφθεί στο Ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών επιχειρώντας μ' αυτόν τον τρόπο να συγκαλύψει την αληθινή προέλευσή τους δια του χρηματοοικονομικού συστήματος, ασκήθηκε κατ' αυτού η προκειμένη ποινική δίωξη και διενεργήθηκε κυρία ανάκριση. Κατά την διάρκεια αυτής η Ανακρίτρια του 11ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος εξέδωσε την υπ' αριθμόν 185/26.4.2005 Διάταξη, μετά από σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέως, με την οποία απαγόρευσε την κίνηση του υπ' αριθμόν ... λογαριασμού, που τηρούσε στην Τράπεζα EUROBANK ο κατηγορούμενος, όπως και κάθε λογαριασμού που αυτός τηρούσε στην Ελλάδα και σε οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό έστω και από κοινού με άλλο πρόσωπο, καθώς και το άνοιγμα των θυρίδων θησαυροφυλακίου, έστω και κοινών με έτερα πρόσωπα. Μετά την έκδοση της Διατάξεως αυτής, της οποίας ο κατηγορούμενος ζήτησε αμέσως την άρση με βάση τη διάταξη του άρθρου 5 του ν. 2331/95, αποδυόμενος σε μία εμφανή προσπάθεια να δυσχεράνει την έρευνα που διεξαγόταν σε βάρος του, εκδόθηκαν δε σχετικά το 2234/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (με το οποίο απορρίφθηκε αμετάκλητα η από 9/5/2005 αίτησή του) και το 4000/2005 βούλευμα του ίδιου Συμβουλίου (με το οποίο έγινε δεκτή εν μέρει η από 21/11/2005 όμοια αίτηση του κατηγορουμένου και ανακλήθηκε η ανωτέρω Διάταξη εν μέρει, συγκεκριμένα δε επετράπη η κίνηση του 180/952745-12 κοινού λογαριασμού ταμιευτηρίου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας επ' ονόματι του κατηγορουμένου και της Φ, μόνον ως προς τα χρηματικά ποσά που αφορούσαν τη μισθοδοσία του κατηγορουμένου), ο Διευθυντής της Διεύθυνσης COMPLIANCE της ανωτέρω Τράπεζας, στον οποίο διαβιβάστηκε, εκτελώντας αυτήν, με το υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου 0505-48151-00291/10.5.2005 έγγραφο γνωστοποίησε στην 11η Τακτική Ανακρίτρια ότι μέχρι την 27.4.2005 ο κατηγορούμενος ήταν δικαιούχος ή και συνδικαιούχος με συγγενικά του πρόσωπα των λογαριασμών που παρουσίαζαν υπόλοιπο και ιδίως: 1) ... - λογαριασμός ταμιευτηρίου, που είχε ανοιχθεί από τον ίδιο στο όνομά του, με υπόλοιπο, την 27.4.2005, ποσό 10,96 ευρώ 2) ... - λογαριασμός ταμιευτηρίου, που είχε ανοιχθεί από τον ίδιο στο όνομά του με συνδικαιούχο την αδελφή του Φ, με υπόλοιπο, την 27.4.2005, ποσό 72.785,63 ευρώ 3) ... - λογαριασμός ταμιευτηρίου σε ξένο συνάλλαγμα, που είχε ανοιχθεί από τον ίδιο στο όνομά του με συνδικαιούχους τους Ν και Μ, με υπόλοιπο, την 27.4.2005, ποσό 831,30 δολαρίων ΗΠΑ 4) ... λογαριασμός - μερίδα χαρτοφυλακίου, που είχε ανοιχθεί από τον ίδιο στο όνομά του και στο όνομα των Ν και Μ, με υπόλοιπο, την 27.4.2005, ποσό 246.439,63 ευρώ 5) ... - λογαριασμός όψεως, που είχε ανοιχθεί στο όνομα της off-shore εταιρείας με την επωνυμία "... Ltd", του οποίου λογαριασμού ο κατηγορούμενος είναι κατά δήλωσή του δικαιούχος του κεφαλαίου (Beneficial Owner) της εταιρείας αυτής, με υπόλοιπο, την 27.4.2005, ποσό 258.818,18 ευρώ 6) ... - λογαριασμός όψεως, που είχε ανοιχθεί στο όνομα της off-shore εταιρείας με την επωνυμία ... Ltd, του οποίου λογαριασμού - μερίδας ο κατηγορούμενος κατά δήλωσή του είναι δικαιούχος του κεφαλαίου (Beneficial Owner) της εταιρείας αυτής, με υπόλοιπο, την 27.4.2005, ποσό 9.756,86 δολάρια ΗΠΑ 7) ... λογαριασμός μερίδος χαρτοφυλακίου που είχε ανοιχθεί στο όνομα της off-shore εταιρείας με την επωνυμία "... Ltd" της οποίας μερίδας ο κατηγορούμενος κατά δήλωσή του είναι δικαιούχος του κεφαλαίου (Beneficial Owner) της εταιρείας αυτής, με υπόλοιπο, την 27.4.2005, ποσό 3.539.644,29 ευρώ. Επιπλέον, σε εκτέλεση της ανωτέρω ανακριτικής διατάξεως η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος με το υπ' αριθμόν 615/1.12.2005 έγγραφό της γνωστοποιεί ότι ο κατηγορούμενος είναι δικαιούχος του υπ' αριθμόν ... λογαριασμού, με υπόλοιπο, την 17.11.2005, ποσό 1251,98 ευρώ. Από τα ανωτέρω έγγραφα προκύπτει επομένως ότι ο κατηγορούμενος ήταν κάτοχος των αναφερομένων σ' αυτά προσωπικών, κοινών και εταιρικών λογαριασμών ταμιευτηρίου και μερίδων χαρτοφυλακίου του κεφαλαίου Beneficial Owner της υπεράκτιας εταιρείας με την επωνυμία ... Ltd, στους οποίους είχε καταθέσει υπέρογκα ποσά μεριμνώντας για την επωφελή τοποθέτηση και εκμετάλλευσή τους. Για την ορθή αξιολόγηση του γεγονότος αυτού πρέπει να συνεκτιμηθεί η δίκη που αφορά το έγκλημα της "υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση σε βάρος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επιβαρυντική περίσταση των καταχραστών του Δημοσίου", για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και η οποία έχει βαρύνουσα σημασία για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων ως προς το αν αυτός (ο κατηγορούμενος) διέπραξε την αξιόποινη πράξη της "νομιμοποίησης εσόδων από την ανωτέρω εγκληματική δραστηριότητα", την κακουργηματική δηλ. υπεξαίρεση, η οποία αποτελεί εν προκειμένω το "βασικό έγκλημα". Έτσι, σύμφωνα με όσα δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, στηριζόμενο στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων και ιδίως στις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ..., ..., ..., ..., ... και ... η εγκληματική δραστηριότητα του κατηγορουμένου αρχίζει από την εποχή που ενώ ασκούσε de facto παράλληλα με τον τοποτηρητή Επίσκοπο τη διοίκηση της Μητροπόλεως ... αναμένοντας τη δημοσίευση του διορισμού του στη Μητρόπολη αυτή, με διάφορα προσκόμματα δεν επέτρεπε τη σύνταξη Κανονισμού Λειτουργίας της Ιεράς Μονής ... για να μπορεί να διαχειρίζεται τα οικονομικά της. Μάλιστα δε αρνήθηκε να προωθήσει προς έγκριση στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος τον Κανονισμό Λειτουργίας που κατήρτισε το Τριμελές Ηγουμενοσυμβούλιο ισχυριζόμενος ότι η Ιερά Μονή έχει τάσεις αυτονομήσεως και φαλκιδεύσεως των κανονικών δικαιωμάτων και αρμοδιοτήτων του οικείου Μητροπολίτη. Έτσι δημιουργήθηκε και συντηρήθηκε από τον κατηγορούμενο η εκκρεμής κατάσταση ως προς την διοικητική και οικονομική διαχείριση της Ιεράς Μονής για να μπορεί ο ίδιος να διαχειρίζεται προς όφελός του τα οικονομικά της. Για να κάμψει δε την αντίσταση της τότε Ηγουμένης ..., γνωρίζοντας ότι η διακαής επιθυμία της ήταν η Αγιοκατάταξη του Οσίου ... και ότι για αυτό έπρεπε ο ίδιος να εισηγηθεί θετικά στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, με την άσκηση αφενός ψυχολογικής πίεσης σ' αυτήν για να προωθήσει την Αγιοκατάταξη, με την απειλή αφετέρου ότι θα την σύρει στα Εκκλησιαστικά Δικαστήρια και θα την εξορίσει, κατάφερε να της αποσπάσει διάφορα χρηματικά ποσά για να τα διαθέσει δήθεν για το ποιμαντικό έργο της Μητροπόλεως. Εξάλλου με την ανάληψη των καθηκόντων του ζήτησε και έλαβε με απόδειξη και με απόφαση του Ηγουμενοσυμβουλίου ως δωρεά το ποσό των 1.500.000 δρχ. για να καλύψει τις ανάγκες επίπλωσης των γραφείων της Μητροπόλεως και τα έξοδα της δικαστικής διαμάχης με τον πρώην Μητροπολίτη ... ..., τη στιγμή που η Μητρόπολη ... είχε την υποχρέωση και την οικονομική δυνατότητα να καλύψει τις παραπάνω δαπάνες. Στη συνέχεια δε ελάμβανε υπό την ιδιότητα του Μητροπολίτη ... μεγάλα χρηματικά ποσά, χωρίς να χορηγεί αποδείξεις, είτε προσωπικά ο ίδιος κατά τις εορτές που ιερουργούσε στη Μονή και σε άλλες μέρες που μετέβαινε προς τούτο στη Μονή μετά από τηλεφωνική ειδοποίηση της Ηγουμένης να του ετοιμάσει συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, είτε δια του πρεσβυτέρου Ξ, στον οποίο είχε αναθέσει την τέλεση του εσπερινού της Κυριακής στη Μονή και ο οποίος ζητούσε από την Ηγουμένη συγκεκριμένα χρηματικά ποσά κατ' εντολή και για λογαριασμό του κατηγορουμένου (βλ. 2104/2006 πρακτικά και απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών). Από τη συνεκτίμηση των στοιχείων αυτών είναι προφανές ότι ο κατηγορούμενος προσπαθώντας να αποκρύψει και να συγκαλύψει την αλήθεια όσον αφορά τη φύση, την προέλευση και την κυριότητα επί του ποσού των 66.500.000 δρχ. (195.157,74 ευρώ), που ιδιοποιήθηκε παράνομα κατά τα προεκτεθέντα σε βάρος της Ιεράς Μονής ... (που ως θρησκευτικό καθίδρυμα αποτελεί Ν.Π.Δ.Δ), διοχέτευσε το ποσό αυτό, σύμφωνα με όσα είχε προσχεδιάσει, στο νόμιμο οικονομικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα του εσωτερικού, μέσω της μεταμφίεσής του σε συνήθεις μορφές χρηματοοικονομικών αξιών. Οι εγκληματικές δηλ. ενέργειες του κατηγορουμένου υπάκουαν σε ένα οργανωμένο σχέδιο που αφετηρία είχε την παράνομη απόκτηση χρημάτων και πέρας την απόκρυψή τους δια μέσου μιας συστηματικής μεθόδευσης συναλλαγών. Ενισχύει δε την εκτίμησή μας ότι διέπραξε προσχεδιασμένα βάσει ενός γενικότερου εγκληματικού σχεδιασμού, τόσο το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων, όσο και το βασικό έγκλημα της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, το γεγονός ότι ήδη από το χρόνο τέλεσης του βασικού εγκλήματος είχε πλήρη γνώση της τεχνικής ξεπλύματος των ιδιοποιηθέντων χρημάτων με την κατ' αρχήν τοποθέτησή τους κατ' ευθείαν στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας και κυρίως με τη μεταφορά τους σε υπεράκτια χρηματοπιστωτικά κέντρα (off shore financial centers), όπου διατηρούσε και το μεγαλύτερο μέρος του υπέρογκου ποσού που εμφαίνεται ότι κατείχε κατά κυριότητα, το οποίο είχε συσσωρεύσει στους υπ' αριθ. 1) ..., 2) ... λογαριασμούς όψεως και 3) ... λογαριασμό μερίδας χαρτοφυλακίου, που είχαν ανοιχθεί στο όνομα της Off-shore εταιρείας με την επωνυμία "... Ltd". Να σημειωθεί ότι το αποκτηθέν παρανόμως ανωτέρω χρηματικό ποσό των 66.500.000 δρχ. δεν είναι το μοναδικό υλικό αντικείμενο της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, αφού παράγει με την χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και ιδίως δια μέσου υπεράκτιων εταιρειών και άλλα παράνομα ωφελήματα, από την κατάθεση σε έντοκο τραπεζικό λογαριασμό, από την κεφαλαιοποίηση των τόκων και από την επωφελή επένδυση και εκμετάλλευση των παραχθέντων περιουσιακών στοιχείων, που πλέον αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο και απαρτίζουν την έννοια της περιουσίας, κατά την διάταξη του άρθρου 1γ του ν. 2331/2005. Περαιτέρω είναι προφανές ότι το Συμβούλιο έκρινε ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι αυτός της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία. Η κρίση αυτή δεν είναι ορθή το μεν διότι ταυτίζει τις δύο πράξεις από πλευράς χρόνου τελέσεως, ενώ ευρίσκονται σε σχέση προηγούμενης και επόμενης, το δε διότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει με σαφήνεια ο χρόνος κατά τον οποίο τα παράνομα έσοδα, μέσω του χρηματοπιστωτικού συστήματος και με την μορφή της κατάθεσης κατέληγαν και αναπαράγονταν σε τραπεζικούς λογαριασμούς και διοχετεύονταν σε υπεράκτια χρηματοπιστωτικά κέντρα. Ο κατηγορούμενος προς την κατεύθυνση αυτή ουδέν συνεισφέρει πλην του υπολογισμού των τόκων των τραπεζικών λογαριασμών του. Αντιθέτως εκμεταλλευόμενος την προφανή αυτή παραδρομή και μάλιστα με την υπόμνηση ότι ο Ν. 2331/95 ίσχυσε από την 23.8.1995, προβαίνει σε μία αλυσιτελή αφαιρετική διαδικασία των, κατ' αυτόν, ποσών που δεν μπορούν να υπολογιστούν στο συνολικό ποσό των 50.000.000 δρχ., αρνούμενος πάντα ότι τέλεσε την πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, αφού τα ποσά αυτά αφορούν και σχετίζονται με την υπό κρίση χρονική περίοδο των αρχών του έτους 1995 και μέχρι την 23.8.1995. Κι αυτό διότι λογαριάζοντας τα ποσά του ανωτέρω χρονικού διαστήματος (υπό την προϋπόθεση, κατά την άποψή του, ότι μπορούσε να γίνει η άθροιση, που δεν μπορεί να γίνει), στο συνολικό ποσό των 23.500.000 δρχ., δια της αφαιρέσεως, καταλήγει σε ποσό μικρότερο των 50.000.000 δρχ., με συνέπεια και αφού οι μερικότερες πράξεις υπολείπονται του ποσού των 15.000 ευρώ να μην μπορεί να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 1, στοιχείο α, ιι Ν. 2331/95, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 παρ.1 Ν. 3424/2005. Όμως το Συμβούλιό Σας, μπορεί να διορθώσει το, εκ παραδρομής, σφάλμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών και να ορίσει ως χρόνο τελέσεως της πράξεως κείμενο εντός των χρονικών ορίων εφαρμογής του Ν. 2331/95, χωρίς να μειωθεί το χρηματικό ποσό των 66.500.000 δρχ., που αποτελεί το αντικείμενο της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία και κατ' επέκταση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Από τις διατάξεις των άρθρων 313, 317, 318, 319, 463, 469, 481 και 482 συνάγεται ότι σε κάθε περίπτωση που το Συμβούλιο Εφετών επιλαμβάνεται της υποθέσεως κατόπιν εφέσεως κάποιου από τους διαδίκους της ποινικής διαδικασίας δεν δεσμεύεται από τις διατάξεις του άρθρου 470 ΚΠΟΙΝΔ, το οποίο δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση ενδίκου μέσου κατά βουλευμάτων και έχει την εξουσία ακόμα και να χειροτερεύσει τη θέση του κατηγορουμένου και να προσδώσει στην αξιόποινη πράξη, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, τον ορθό χαρακτηρισμό, υπό την προϋπόθεση ότι δεν επέρχεται μεταβολή της κατηγορίας. Μεταβολή της κατηγορίας υπάρχει όταν η πράξη για την οποία παραπέμπεται ο κατηγορούμενος είναι ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη για την οποία έχει ασκηθεί η ποινική δίωξη και έχει απαγγελθεί η κατηγορία, επί της οποίας κλήθηκε να απολογηθεί ο κατηγορούμενος, κατά τόπο, χρόνο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις, ώστε να αποτελεί νέο έγκλημα αντικειμενικά διαφορετικό. Αντιθέτως δεν υπάρχει τέτοια μεταβολή, όταν με το βούλευμα συμπληρώνονται και προσδιορίζονται σαφέστερα τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την πράξη, όπως και όταν καθορίζεται μεν διαφορετικός χρόνος τέλεσης της πράξης, αρκεί τούτο να μην επηρεάζει την ταυτότητα της πράξης ή να μην αποκλείει υπάρχουσα παραγραφή. Ώστε το Συμβούλιο Εφετών, επιλαμβανόμενο έφεσης του κατηγορουμένου, μπορεί στα πλαίσια της λειτουργικής αρμοδιότητάς του να προβεί με το βούλευμα, που εκδίδει, σε ορθό χαρακτηρισμό της πράξης και στον προσδιορισμό του χρόνου τέλεσης αυτής, εφόσον έτσι δεν αποκλείεται υπάρχουσα παραγραφή ή δεν επηρεάζεται η ταυτότητα της πράξης (ΑΠ 492/2003 ΝΟΒ-2003-1708). Επιπλέον, από την διάταξη του άρθρου 317 παρ.2 ΚΠΟΙΝΔ προκύπτει ότι σκοπός της θεώρησης της κατηγορίας είναι να διορθώσει και να θεραπεύσει κάθε ατέλεια ή πλημμέλεια ή αταξία του πρωτοδίκου βουλεύματος είτε ουσιαστική είτε δικονομική πριν να έλθει η υπόθεση στο Δικαστήριο, επανεξεταζομένης πλήρως της υποθέσεως, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 318 ΚΠΟΙΝΔ, το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο, ελέγχοντας το πρωτόδικο βούλευμα έχει αρμοδιότητα να διατάσσει ό,τι και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών. Επομένως το Συμβούλιό σας πρέπει να ορίσει ως χρόνο τελέσεως της πράξεως της νομιμοποίησης εσόδων το χρονικό διάστημα από την 24.8.1995 και εντεύθεν, εφόσον η εγκληματική δράση του κατηγορουμένου είχε εκδηλωθεί και κατ' αυτό το χρόνο, μέχρι και την 2.1.1998. Ισχυρίζεται περαιτέρω ο κατηγορούμενος ότι "όσα ποσά υπάρχουν ή και υπήρξαν στους τραπεζικούς λογαριασμούς του ανήκουν στην οικογένειά του και σ' αυτόν και προέρχονται από νόμιμη δραστηριότητά τους" και ότι "όταν ο δράστης (ειδικώς δε αν πρόκειται για μεμονωμένο πρόσωπο) καταθέτει τα χρήματα, που φέρεται να έχει αποκτήσει (δήθεν) από εγκληματική του πράξη, σε δικό του, προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό, η ενέργειά του ναι μεν ενδέχεται να συνιστά μία πράξη αποκρύψεως, πλην όμως, μόνη αυτή, δεν του προσδίδει νόμιμο τίτλο για τα φερόμενα παράνομα έσοδά του". Οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορουμένου είναι αβάσιμοι, αναπόδεικτοι και μετέωροι. Και τούτο διότι η αόριστη αναφορά περί της προέλευσης από νόμιμη δραστηριότητα των ποσών που υπάρχουν στους λογαριασμούς, χωρίς η δραστηριότητα αυτή να κατονομάζεται ή να περιγράφεται ή ακόμη να υποστηρίζεται από νομιμοποιητικά έγγραφα δεν αρκεί για να καταδείξει την νόμιμη προέλευση των καταθέσεων. Οι μισθοί και τα τυχερά του κατηγορουμένου λόγω της θέσεώς του ως Μητροπολίτη επί τριάντα και πλέον έτη με τον ασαφή χαρακτηρισμό "αμφότερα σημαντικού ύψους", που δεν προσδιορίζεται ούτε αποδεικνύεται, δεν επαρκούν για να καλύψουν τα χρήματα που βρέθηκαν στους λογαριασμούς, ούτε και "η περιουσία" που δεν προσδιορίζεται σε ποιόν ανήκει ούτε και τα εισοδήματα των αδελφών του, που δεν αναλύονται. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος προβάλλει τον ισχυρισμό ότι αφού έχει προσδιοριστεί το υλικό αντικείμενο του βασικού εγκλήματος στο ποσό των 66.500.000 δρχ., οποιοδήποτε επιπλέον ποσό βρέθηκε στους λογαριασμούς του δεν μπορεί νομικώς και ουσιαστικώς να αποτελέσει υλικό αντικείμενο της αποδιδομένης πράξεως ώστε δεν μπορεί να είναι πλέον δεσμευμένο. Και το αίτημα να αρθεί, κατά το επιπλέον ποσό, η διάταξη δεσμεύσεως κινήσεων των τραπεζικών λογαριασμών του. Επί του ζητήματος αυτού ρητέα τα εξής: Η 11η Τακτική Ανακρίτρια με την υπ' αριθμόν 185/26.4.2005 Διάταξη, κατόπιν συμφώνου γνώμης του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών απαγόρευσε την κίνηση του με αριθμό ... λογαριασμού που τηρούσε ο κατηγορούμενος στην Τράπεζα EUROBANK ως και κάθε λογαριασμού που αυτός τηρούσε στην Ελλάδα και σε οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό έστω και από κοινού με άλλο πρόσωπο, καθώς και το άνοιγμα θυρίδων θησαυροφυλακίου, έστω και κοινών με έτερα πρόσωπα. Ο κατηγορούμενος με την από 9.5.2005 αίτησή του και τις από 21.11.2005 και 29.1.2006 αιτήσεις του με όμοιο περιεχόμενο τις οποίες επαναφέρει και επικαλείται στην έκθεση εφέσεως, ζήτησε (και ζητά) την άρση της ανωτέρω διατάξεως. Η αίτησή του αυτή κρίθηκε από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το υπ' αριθμόν 2234/2005 βούλευμα απεφάνθη για την απόρριψή της ως ουσιαστικά αβάσιμης. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 5 παρ.4 Ν. 2331/95 ο κατηγορούμενος και ο τρίτος δικαιούνται να ζητήσουν την άρση της διάταξης του Ανακριτή ή την ανάκληση του βουλεύματος με αίτηση που απευθύνεται προς το Δικαστικό Συμβούλιο και κατατίθεται στον Ανακριτή ή τον Εισαγγελέα, μέσα σε δέκα μέρες από την επίδοση σ' αυτόν της διάταξης ή του βουλεύματος. Το Συμβούλιο στο οποίο δεν μετέχει ο Ανακριτής αποφαίνεται αμετακλήτως μέσα σε πέντε ημέρες. Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διάταξης ή του βουλεύματος. Η διάταξη ή το βούλευμα ανακαλείται αν προκύψουν νέα στοιχεία. Από την ανωτέρω διάταξη νόμου συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος ή ο τρίτος με τον οποίο ο κατηγορούμενος διατηρούσε κοινό λογαριασμό, σε περίπτωση που εκδόθηκε διάταξη του Ανακριτή, κατ' άρθρον 5 παρ.1 Ν. 2331/95, έχει δύο δυνατότητες 1) η πρώτη είναι η αυτοτελής αίτηση με αίτημα την άρση της διατάξεως του Ανακριτή που απευθύνεται στο Δικαστικό Συμβούλιο και κατατίθεται στον Ανακριτή ή τον Εισαγγελέα εντός προθεσμίας δέκα ημερών, που αρχίζει από την επομένη της επίδοσης της διατάξεως. Το Δικαστικό Συμβούλιο αποφαίνεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας πέντε ημερών αμετακλήτως δηλαδή δεν επιτρέπεται η άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως ή της αναιρέσεως σε βάρος του βουλεύματος που αποφαίνεται για την τύχη της αιτήσεως 2) η δεύτερη είναι η ανάκληση της διατάξεως του Ανακριτή ή του βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου αν προκύψουν νέα στοιχεία. Η ευχέρεια αυτή χορηγείται στον Ανακριτή, όταν διενεργείται κυρία ανάκριση και στο Δικαστικό Συμβούλιο, στην περίπτωση που διενεργείται προκαταρκτική εξέταση και η απαγόρευση κινήσεως λογαριασμών επιβλήθηκε με βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου. Η ανάκληση διενεργείται αυτεπαγγέλτως αλλά και κατόπιν αιτήσεως του κατηγορουμένου.
Συνεπώς η από 9.5.2005 αίτηση του κατηγορουμένου, που επαναφέρεται προς κρίση, για την άρση της με αριθμό 185/26.4.2005 διατάξεως της 11ης Τακτικής Ανακρίτριας, η τύχη της οποίας κρίθηκε με το υπ' αριθμόν 2234/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αμετακλήτως, καθώς και οι από 21.11.2005 και από 29.1.2006 αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Επειδή με τα δεδομένα αυτά, νομικά και πραγματικά, ορθώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών με το υπ' αριθμόν 1037/2007 Βούλευμα έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του κατηγορουμένου για το προαναφερόμενο έγκλημα και τον παρέπεμψε να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η έφεση του κατηγορουμένου, που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και να επικυρωθεί το εν λόγω βούλευμα, αφού διορθωθεί μόνο ο χρόνος, που αναφέρεται στο διατακτικό του, ως χρόνος τελέσεως της πράξεως, από το εσφαλμένο "αρχές του έτους 1995 μέχρι τις 2.1.1998" στο ορθό "από την 24 Αυγούστου 1995 μέχρι τις 2 Ιανουαρίου 1998", να απορριφθεί δε η από 9.5.2005 αίτηση μαζί με τις από 21.11.2005 και 29.1.2006 αιτήσεις για την άρση της υπ' αριθμόν 185/26.4.2005 Διατάξεως της 11ης Τακτικής Ανακρίτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών. Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε από την κύρια ανάκριση, η οποία διενεργήθηκε για την υπόψη περίπτωση και ειδικότερα από το Ε.Π. 111/05 από 8-4-2005 έγγραφο του Προέδρου της Επιτροπής του άρθρου 7 του Ν. 2331/1995, Γεωργίου Παντελή, την υπ' αριθμ. 2104/2006 απόφαση και πρακτικά συνεδρίασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία ο εκκαλών - κατηγορούμενος Χ, κηρύχθηκε ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση, η οποία τελέστηκε σε βάρος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και το όφελος που πέτυχε ο δράστης και η ζημία που προξενήθηκε στο νομικό πρόσωπο υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών, ανερχόμενο σε 66.500.000 δραχμές (άρθρα 98, 258 παρ. 1α' και β', 375 παρ. 1 του Π.Κ., και 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950), πράξη την οποία τέλεσε στη ... κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του έτους 1995 έως και την 2-1-1998, και καταδίκασε τον κατηγορούμενο που κηρύχθηκε ένοχος σε κάθειρξη οκτώ (8) ετών, από τις περιεχόμενες στην ως άνω απόφαση καταθέσεις των ..., ..., ..., ..., ... και ..., από το υπ' αριθμ. πρωτ. 0505. 48151. 00291/10-5-2005 απόρρητο έγγραφο της τράπεζας EUROBANK, το υπ' αριθμ. 5/1-12-2005 εμπιστευτικό έγγραφο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, το υπ' αριθμ. 2234/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και εν γένει απ' όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επισυνάφθηκαν αυτεπαγγέλτως ή με επιμέλεια του κατηγορουμένου στη δικογραφία, σε συνδυασμό και με την απολογία (κύρια και συμπληρωματική) του κατηγορουμένου και το από 17-2-2006 υπόμνημα απολογίας του, τους λόγους έφεσης που περιέχονται στην από 7-5-2007 έκθεση έφεσης, την από 9-5-2005 αίτηση που υπέβαλε στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, την από 21-11-2005 αίτηση που υπέβαλε στον Ανακριτή που διενήργησε την ανάκριση και το από 29-1-2006 υπόμνημα - αίτηση που υπέβαλε στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, προέκυψαν και κατά την κρίση του Συμβουλίου, τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται αναλυτικά στην εισαγγελική πρόταση στην οποία το Συμβούλιο αναφέρεται καθ' ολοκληρία προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων. Κατέληξε δε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών ότι ορθά ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε με το πρωτόδικο βούλευμα για την παραπάνω πράξη. Θ) Αναφορικά με την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, προέβη στις εξής παραδοχές: Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 του ν. 2331/95, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 3 παρ.1 του ν. 3424/2005, με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών τιμωρείται ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Το άρθρο 1 στοιχείο α του Ν. 2331/95, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 3424/2005, ορίζει την έννοια της εγκληματικής δραστηριότητος στην οποία εντάσσονται δύο κατηγορίες εγκλημάτων: η πρώτη περιλαμβάνει δεκαέξι βασικά εγκλήματα, που τυποποιούνται ως πράξεις συνιστώσες εγκληματική δραστηριότητα ενώ η δεύτερη, κάθε αξιόποινη πράξη που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι μηνών και από την τέλεσή της προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 ευρώ, επομένως και το έγκλημα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, όταν τελέστηκε σε βάρος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και το όφελος που πέτυχε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε στο νομικό πρόσωπο υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, αφού τιμωρείται με ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης και εξ αυτού δημιουργήθηκε περιουσία υπερβαίνουσα τις 15.000 ευρώ. Για τις προγενέστερες δε της ισχύος του Ν. 3424/2005 διαπραχθείσες πράξεις ρητέα τα εξής: Ύστερα από αλλεπάλληλες προσθήκες είχαν καταχωρηθεί στον κατάλογο του άρθρου 1 παρ. α του Ν. 2331/95, ως εγκλήματα που συνιστούν εγκληματική δραστηριότητα, εικοσιτέσσερις κατηγορίες εγκλημάτων μεταξύ των οποίων (με ένδειξη αιβ) της παραγράφου 1 του άρθρου 1 Ν. 1608/50 "περί αυξήσεως των ποινών των προβλεπομένων για τους καταχραστάς του δημοσίου", όπως ισχύει. Ο Ν. 1608/50 δεν θεσπίζει νέα αδικήματα κατά του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου αλλά αναβιβάζει το πλαίσιο ποινής (πρόσκαιρη κάθειρξη) για πράξεις που προβλέπονται ήδη στον Ποινικό Κώδικα, όταν αυτές στρέφονται κατά του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στο νομικό πρόσωπο υπερβαίνει της 150.000 ευρώ. Αν μία πράξη από αυτές που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του άρθρου 1 παρ.1 Ν. 1608/50, όπως ισχύει, δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο του άρθρου 1 περ. α Ν. 2331/95, όπως ίσχυσε, δεν σημαίνει ότι η πράξη αυτή κείται εκτός της εννοίας της εγκληματικής δραστηριότητας, εφόσον σ' αυτήν εμπεριέχεται, ως συνιστώσα εγκληματική δραστηριότητα, η παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 1608/50, όπως ισχύει.
Συνεπώς το έγκλημα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, που είναι ένα εκ των εγκλημάτων της παρ. 1 του άρθρου 1 Ν. 1608/50, όπως ισχύει, όταν τελείται σε βάρος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και το όφελος που πέτυχε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε στο νομικό πρόσωπο υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, εντάσσεται στην έννοια της εγκληματικής δραστηριότητας, όπως περιγραφόταν στο νόμο. Με την επελθούσα νομοθετική μεταβολή και την εντεύθεν ισχύ του Ν. 3424/2005 επανακαθορίστηκε η έννοια της εγκληματικής δραστηριότητας, χωρίς στον κατάλογο των βασικών εγκλημάτων να καταχωρηθούν ούτε το έγκλημα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία ως ανεξάρτητη πράξη ούτε τα εγκλήματα που προβλέπονται από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 1608/50, όπως ισχύει. Ωστόσο η υπόθεση του ενδεχομένου να αχρηστεύθηκαν νομοθετικά οι προβλεπόμενες στο άρθρο 1 του ν. 2331/95 πράξεις σε βαθμό κακουργήματος δεν έχει έρεισμα στο νόμο. Και τούτο διότι με την προσθήκη της δεύτερης κατηγορίας βασικών εγκλημάτων και την ένταξη σ' αυτήν συγκεκριμένων αξιοποίνων πράξεων (ποινή στερητική της ελευθερίας κατ' ελάχιστο όριο έξι μηνών, και, σωρευτικά, περιουσία που δημιουργήθηκε τουλάχιστον 15.000 ευρώ) που τυποποιούνται, αδιακρίτως, στον Ποινικό Κώδικα και στους ειδικούς ποινικούς νόμους, διευρύνεται η έννοια του βασικού εγκλήματος και συνακόλουθα το πεδίο εφαρμογής της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Επομένως το έγκλημα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, που τελέστηκε σε βάρος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και το όφελος που πέτυχε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε στο νομικό πρόσωπο υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, εντάσσεται στη δεύτερη κατηγορία, ως προαπαιτούμενο έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Περαιτέρω για την εφαρμογή του Ν. 1608/50 είναι αδιάφορο εάν το όφελος των 150.000 ευρώ επετεύχθη με τις μερικότερες κατ' εξακολούθηση πράξεις (ΑΠ 466/2002, ΠΧ-ΝΓ-15) και τούτο διότι κατά την διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 Ν.Δ 2576/4-4/9/1953 "οσάκις εις τας περιπτώσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1608/50 το έγκλημα επράχθη κατ' εξακολούθησιν δια πολλών μερικότερων πράξεων, δια τον κατά το αυτόν άρθρον προσδιορισμόν του επιτευχθέντος η επιδιωχθέντος οφέλους του πράξαντος ή της προσγενομένης ή της οπωσδήποτε απειληθείσης ζημίας, καθώς επίσης δια τον προσδιορισμόν του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπ' όψιν το όλον περιεχόμενον των μερικότερων πράξεων". Η ανωτέρω δε διάταξη δεν καταργήθηκε σιωπηρά από την διάταξη του άρθρου 52 παρ. 4 Ν. 2721/99 κατά την οποία "από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου (2721/95) καταργείται κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού ήκατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν", όπως δέχονται και οι υπ' αριθμ. 466/2002 και 1191/2001 αποφάσεις του Αρείου Πάγου (Ποινικά Χρονικά ΝΓ-15 και ΝΒ-422, αντίστοιχα). Επίσης το στοιχείο β του άρθρου 1 Ν. 2331/95 καταργήθηκε, από το άρθρο 2 παρ. 5 Ν. 3424/2005 και προστέθηκε με το ίδιο άρθρο στοιχείο β με τίτλο "νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες" που προβλέπει ότι συνιστούν νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα οι ακόλουθες εκ προθέσεως τελούμενες πράξεις: -η μετατροπή ή μεταβίβαση περιουσίας, εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες, με σκοπό την απόκρυψη ή τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της ή την παροχή συνδρομής σε οποιονδήποτε εμπλέκεται στις δραστηριότητες αυτές, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεών του. -η απόκρυψη ή συγκάλυψη της αλήθειας όσον αφορά τη φύση, προέλευση, διάθεση ή διακίνηση περιουσίας ή τον τόπο όπου αυτή ευρίσκεται ή αποκτήθηκε ή την κυριότητα επί περιουσίας ή σχετικών με αυτή δικαιωμάτων, εν γνώσει του γεγονότος ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα. -η απόκτηση, κατοχή ή χρήση περιουσίας, εν γνώσει, κατά το χρόνο της κτήσης, του γεγονότος ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες, -η συμμετοχή σε μία από τις πράξεις που αναφέρουν οι προηγούμενες περιπτώσεις, η σύσταση οργάνωσης για τη διάπραξή της, η απόπειρα διάπραξης, η υποβοήθηση, η υποκίνηση, η παροχή συμβουλών σε τρίτο για τη διάπραξή της ή η διευκόλυνση τέλεσης της πράξης. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 1 στοιχείο γ του ν. 2331/95 ως "περιουσία" ορίζονται περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, ενσώματα ή ασώματα, κινητά ή ακίνητα, υλικά ή άϋλα, καθώς και τα νομικά έγγραφα ή στοιχεία που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων. Από τη διατύπωση των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα ("ξέπλυμα βρώμικου χρήματος") προϋποθέτει αντικειμενικά μεν (εναλλακτικά) μετατροπή ή μεταβίβαση, απόκτηση, κατοχή ή χρήση περιουσίας που προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα, απόκρυψη ή συγκάλυψη της αλήθειας όσον αφορά τη φύση, την προέλευση και την κυριότητα τέτοιας περιουσίας, συμμετοχή σε μία από τις ανωτέρω πράξεις, σύσταση οργάνωσης για τη διάπραξή της κλπ, υποκειμενικά δε δόλο, έστω και ενδεχόμενο και περαιτέρω σκοπό συγκάλυψης της αληθούς προέλευσης της περιουσίας αυτής ή παροχής συνδρομής σε άλλον, που εμπλέκεται στις δραστηριότητες αυτές, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεών του. Πρόκειται επομένως για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό και με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, έγκλημα δηλαδή σκοπού, ο οποίος συνίσταται στην επιδίωξη συγκάλυψης της προέλευσης περιουσίας ή παροχής σε άλλον συνδρομής για συγκάλυψη. Προϋποθέτει επίσης, την τέλεση ενός άλλου βασικού (καλούμενου) εγκλήματος (που συνιστά την εγκληματική δραστηριότητα), εκ του οποίου κάποιος (υπαίτιος ή άλλος) αποκόμισε παράνομα έσοδα (περιουσία) και το οποίο, όταν αυτουργός της πράξεως είναι το ίδιο πρόσωπο, συρρέει με εκείνο πραγματικά, αφού πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά κατά τα στοιχεία τους εγκλήματα, με διακεκριμένη και διαφορετική καθένα απαξία. Κατ' εξοχήν δε ο νόμος τιμωρεί τις πράξεις συγκάλυψης της αληθούς προέλευσης, εκείνου που απόκτησε ο ίδιος περιουσία από εγκληματικές δραστηριότητες, ενώ τον άλλον (εκτός από τον αποκτήσαντα) τον θεωρεί συνεργό και τον τιμωρεί ως αυτουργό της πράξεως. Η τέλεση του βασικού εγκλήματος, αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων. Τα εγκλήματα αυτά, καλούμενα όπως αναφέρθηκε βασικά, προσδιορίζονται στο νόμο (άρθρο 1 παρ. α' ν. 2331/95, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 παρ.1 του ν. 3424/2005) περιοριστικά, περιλαμβάνεται δε υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, όταν τελέστηκε σε βάρος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και το όφελος που πέτυχε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε στο νομικό πρόσωπο υπερβαίνει το ποσό των 150.000. Η βασική δε αυτή εγκληματική δραστηριότητα, η οποία·αναγκαίως ερευνάται παρεμπιπτόντως, δεν πρέπει να εικάζεται ή πιθανολογείται αλλά πρέπει να προσδιορίζεται επαρκώς και να εξατομικεύεται ως προς το χρόνο και τους δράστες αυτής έστω και αν δεν έχουν κατηγορία (βλ. ΑΠ 570/2006, Α' Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 351/2003, NOB 2003/1668, ΑΠ 372/2002, NOB 2002/1525 και Ποινικό Δίκαιο Νικ. Χωραφά, έκδοση 1978, τόμος πρώτος, σελ. 172, 173). Εξάλλου με την προσθήκη του εδαφίου δ (βάσει του άρθρου 3 Ν. 3424/2005) στην 1η παράγραφο του άρθρου 2 Ν. 2331/95 η ποινική ευθύνη για το βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία του υπαιτίου για τις πράξεις των στοιχείων α, β, γ της παραγράφου αυτής, δηλονότι των πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, υπό την προϋπόθεση όμως ότι αυτή η νομιμοποίηση εντάσσεται στο συνολικό σχεδιασμό δράσης του υπαιτίου. Έτσι για να τιμωρηθεί κάποιος και για τα δύο εγκλήματα δηλαδή τόσο για το προαπαιτούμενο όσο και για την μεταγενέστερη νομιμοποίηση πρέπει και τα δύο εγκλήματα να αποτελούν τμήματα ή μέρη ενός καθολικού σχεδίου, ως συστηματική σειρά ενεργειών που καθορίζεται από την σχέση ηγουμένου προς επόμενο, με την έννοια ότι το προαπαιτούμενο έγκλημα ή άλλως "βασικό" συντελείται για να επακολουθήσει η αυτοτελής εγκληματική συμπεριφορά που συνιστά νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Το ανωτέρω νέο εδάφιο δ του άρθρου 2 παρ.1 Ν. 2331/95 περιλαμβάνει, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, την πρόβλεψη ορίου επιβολής ανώτατης ποινής για την νομιμοποίηση εσόδων, αν εχώρησε καταδίκη του υπαιτίου για βασικό έγκλημα, που είναι η επιβληθείσα ποινή για διάπραξη του βασικού εγκλήματος. Είναι πρόδηλο ότι ο νόμος 3424/2005 εμπεριέχει ευμενέστερες για τους υπαιτίους πράξεων νομιμοποίησης από εγκληματικές δραστηριότητες διατάξεις και ως τέτοιος εφαρμόζεται, κατ' άρθρο 2 παρ.1 ΠΚ, για τις προγενέστερες της ισχύος του, διαπραχθείσες πράξεις. Εξ άλλου ο ανωτέρω νόμος είναι επιεικέστερος και από τον ήδη ισχύοντα ν. 3691/2008, αφού α) στο άρθρο 3 στοιχείο ιη του νεώτερου αυτού νόμου ορίζεται ως εγκληματική δραστηριότητα - "βασικό αδίκημα", "κάθε άλλο αδίκημα που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι μηνών και από το οποίο προκύπτει περιουσιακό όφελος" (ανεξαρτήτως δηλ. ποσού, ενώ το άρθρο 1 στοιχείο α περ.ιι του ν. 2331/95, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ.1 του ν. 3424/2005, προέβλεπε ποσό τουλάχιστον 15.000 ευρώ) και β) στο άρθρο 45 παρ.1α του ν. 3691/2008 που ορίζει τις ποινικές κυρώσεις προβλέπεται ότι "με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και με χρηματική ποινή από είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ, έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ τιμωρείται ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες" (προβλέπεται δηλ. εκτός από τη στερητική της ελευθερίας ποινή που απειλούσε ο ν. 3424/2005 και χρηματική ποινή). I) Με τις παραπάνω παραδοχές, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο ο αναιρεσείων κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο, τ' αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ: α) Τόσο στην ενσωματωμένη στο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών εισαγγελική πρόταση, στην οποία το Συμβούλιο αναφέρεται, όσο και στο σκεπτικό του βουλεύματος γίνεται σαφής μνεία ότι ελήφθησαν υπ' όψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που συγκεντρώθηκαν κατά την προδικασία και όσα ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε με την έφεσή του και γίνεται ακόμη και ειδική μνεία του απολογητικού υπομνήματος του κατηγορουμένου, παρ' ότι αυτό δεν είναι αναγκαίο αφού αρκεί, για την πληρότητα της αιτιολογίας, η κατ' είδος αναφορά των αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 1472/06 Ποιν. Δ. 2007.352) και στην προκειμένη περίπτωση έχει εμφαντικά τονιστεί ότι ελήφθησαν υπ' όψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επισυνάφθηκαν αυτεπαγγέλτως ή με επιμέλεια του κατηγορουμένου κ.λ.π." (βλ. φύλλο 15 σελ. β' του βουλεύματος). Είναι αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντα για έλλειψη αιτιολογίας επειδή στο προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται ειδική αναφορά στις καταθέσεις έξι (6) μαρτύρων, που περιέχονται στα πρακτικά της υπ' αριθμ. 2104/06 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, αντίγραφο της οποίας υπάρχει στην προκείμενη δικογραφία και δεν γίνεται μνεία και των λοιπών είκοσι (20) καταθέσεων, που επίσης διαλαμβάνονται στην παραπάνω απόφαση, αφού η έξαρση μερικών από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και τα λοιπά (Α.Π. 1558/2003 Ποιν. ΧΡ. ΝΔ' 441). Εξ' άλλου, στην προκειμένη περίπτωση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί η μνεία του συγκεκριμένου εγγράφου που προέρχεται από άλλη δίκη (πρακτικά και απόφαση υπ' αριθμ. 2104/06 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών) και στο οποίο περιέχονται όλες οι καταθέσεις, χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά στο περιεχόμενό του. β) 1. Η αξιόποινη πράξη για την οποία παραπέμπεται ο αναιρεσείων ("υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση, σε βάρος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εκ της οποίας το όφελος που πέτυχε ο δράστης και η ζημία που προξενήθηκε στο νομικό πρόσωπο υπερβαίνουν το ποσό των 150.000 ευρώ", δηλαδή η παράβαση των άρθρ. 258γ, 263Α Π.Κ. σε συνδ. με άρθρ. 1 Ν. 1605/50), εμπίπτει στην έννοια της "εγκληματικής δραστηριότητας", όπως η έννοια αυτή προσδιορίζεται στο Νόμο 2331/95, τόσο πριν όσο και μετά την τροποποίησή του από το Νόμο 3424/05. Πριν από την παραπάνω τροποποίηση, οριζόταν από το άρθρ. 1 στοιχ. αιβ' Ν. 2331/95 ότι στην έννοια αυτή υπάγονται τα προβλεπόμενα στην παρ. 1 του άρθρ. 1 Ν. 1608/50 εγκλήματα. Μετά την τροποποίηση, στο άρθρ. Ι στοιχ.
ΙΙ του Ν. 2331/95 ορίζεται ότι στην έννοια της εγκληματικής δραστηριότητας εμπίπτει "κάθε αξιόποινη πράξη που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι μηνών και από την τέλεσή της προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 Ευρώ". Από την τελευταία αυτή διατύπωση σαφώς προκύπτει ότι το καθοριζόμενο ποσό "τουλάχιστον 15.000 ευρώ" δεν απαιτείται να προβλέπεται νομοτυπικά ως δεδομένο στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του βασικού εγκλήματος, αλλά αρκεί το ότι στην in concreto περίπτωση προέκυψε από την τέλεση του εγκλήματος. Παραπέρα προκύπτει επίσης, από τη χρήση του όρου "περιουσία", ότι δεν υπολογίζεται μόνο το εν στενεί εννοία "προϊόν εγκλήματος", αλλά πρέπει να συνυπολογίζονται και τα ωφελήματα που προέκυψαν απ' αυτό (π.χ. τόκοι). Είναι δηλαδή δυνατό το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος του "ξεπλύματος" να διαφοροποιείται ποσοτικά από το υλικό αντικείμενο του βασικού εγκλήματος και να υπολογίζεται σ' αυτό η πρόσθετη αξία των ωφελημάτων που τυχόν προέκυψαν και επαύξησαν το αρχικό εγκληματικό προϊόν. Ενώ για τη συγκρότηση της έννοιας της "εγκληματικής δραστηριότητας" αρκεί και η εφ' άπαξ τέλεση ενός από τα βασικά εγκλήματα, η έννοια αυτή εμπεριέχει τις έννοιες της κατ' εξακολούθηση πράξης και της επανειλημμένης τέλεσης ενός (βασικού) εγκλήματος και γι' αυτό στον υπολογισμό της νομιμοποιούμενης περιουσίας πρέπει να λαμβάνεται υπ' όψη το συνολικό εγκληματικό προϊόν και τα εξ αυτού προελθόντα ωφελήματα.
2. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του "ξεπλύματος" δεν απαιτείται προηγούμενη καταδίκη για κάποιο από τα "βασικά" εγκλήματα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, άλλωστε, κάτι τέτοιο είναι από τα πράγματα ανέφικτο, όπως για παράδειγμα όταν έχει χωρίσει παραγραφή του βασικού εγκλήματος. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του "ξεπλύματος" αρκεί να βεβαιώνεται, κατά τρόπο που μπορεί να επιστηρίξει "δικανική κρίση", ότι η περιουσία, της οποίας επιχειρείται η νομιμοποίηση, προέρχεται από "εγκληματική δραστηριότητα". 3. Το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα ("ξέπλυμα") τυποποιήθηκε, το πρώτον, με το Νόμο 2331/95 που ίσχυσε από 24-8-1995 και συνεπώς οποιαδήποτε πράξη έλαβε χώρα πριν από την παραπάνω ημεροχρονολογία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συγκροτεί το έγκλημα αυτό. Ουδόλως όμως εμποδίζεται η συγκρότηση της έννοιας του εγκλήματος του "ξεπλύματος" από το γεγονός ότι το "βασικό έγκλημα" τελέστηκε πριν από τις 24-8-1995, αρκεί η πράξη νομιμοποίησης του εγκληματικού προϊόντος να επιχειρήθηκε μετά την παραπάνω ημεροχρονολογία. Κατά συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα ότι στο υλικό αντικείμενο του εγκλήματος "ξεπλύματος" για το οποίο παραπέμφθηκε, δεν πρέπει να συνυπολογιστούν ποσά τα οποία κρίθηκε ότι υπεξαίρεσε πριν από την 24-8-1995. 4. Η βούληση του Έλληνα Νομοθέτη να περιλάβει στην έννοια του ενεργητικού υποκειμένου του εγκλήματος του "ξεπλύματος" κάθε πρόσωπο, χωρίς να αποκλείει κανέναν ούτε το δράστη ενός από τα βασικά εγκλήματα, εκφράστηκε καθαρά από την πρώτη τυποποίηση του εγκλήματος αυτού στο άρθρ. 2 §1 Ν. 2331/95. Παρά την κάποια τροποποίηση των όρων κάτω από τους οποίους μπορεί να συμβεί αυτό, την οποία προσωρινά επέφερε ο νόμος 3424/05, ο δράστης ενός "βασικού" εγκλήματος μπορεί να είναι και δράστης του "ξεπλύματος" ("self lauderer", όπως έχει επικρατήσει να λέγεται διεθνώς), από τις 24-8-1995 και μέχρι σήμερα. Με την τροποποίηση που επέφερε ο Ν. 3424/05 ο δράστης ενός "βασικού" εγκλήματος μπορεί και πάλι να είναι και δράστης του "ξεπλύματος", απαιτείται όμως να συντρέχει και το πρόσθετο στοιχείο του συνολικού σχεδιασμού δράσης. Η ρύθμιση αυτή είναι σαφώς πιο επιεικής, αφού για την ύπαρξη ποινικής ευθύνης απαιτείται το προαναφερθέν πρόσθετο στοιχείο και θα εφαρμοστεί και για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του Ν. 3424/06, δηλαδή πριν τις 13-12-2005 (βλ. Α.Π.1231/2004 Ν.Ο.Β. 2005 32β, Α.Π. 2458/2005 Ποιν. Χρ. ΝΣΤ' 623, Α.Π. 570/2006 Πρ. Λογ. 2006/572, Α.Π. 1611/2007 Ποιν. Χρ. ΝΗ' 527, Α.Π. 1057/2008 Ποιν. Χρ. ΝΗ' 788). 5. Τα αναφερόμενα στο άρθρ. 1 Ν. 2331/95 εγκλήματα ("βασικά εγκλήματα") τελούν σε αληθινή πραγματική συρροή με τα αναφερόμενα στο άρθρ. 2 του ίδιου νόμου, 2331/95 εγκλήματα "ξεπλύματος", με εξαίρεση μόνο την περίπτωση της παροχής συνδρομής σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα και δεν ισχύει η αρχή της επικουρικότητας, αφού δεν πρόκειται για περισσότερες μορφές συμμετοχής στο ίδιο αδίκημα, αλλά περί τελέσεως δύο αυθύπαρκτων διακριτών μεταξύ τους αδικημάτων το καθ' ένα από τα οποία συγκροτείται από ιδιαίτερα στοιχεία (βλ. Α.Π. 1611/2007 Ποιν.Χρ. ΝΗ' 527). Η διαφορετικότητα μεταξύ των "βασικών" εγκλημάτων και των εγκλημάτων "ξεπλύματος" εντοπίζεται πλην άλλων και στη διαφορά του προστατευόμενου - προσβαλλόμενου έννομου αγαθού, σε κάθε περίπτωση. Έτσι, για παράδειγμα, το προστατευόμενο από τη νομοθεσία "περί ναρκωτικών" έννομο αγαθό είναι αυτό της δημόσιας υγείας. Ουδόλως όμως μπορεί να υποστηριχθεί ότι είναι το ίδιο έννομο αγαθό που προσβάλλεται με το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων προερχομένων από την εμπορία ναρκωτικών. Αλλά και στις περιπτώσεις που ένα "βασικό" έγκλημα στρέφεται κατά της περιουσίας ή κατά της ιδιοκτησίας και όπου θα μπορούσε κατ' αρχή να υποστηριχθεί ότι και το ξέπλυμα των προσόδων από το έγκλημα αυτό στρέφεται κατά του ίδιου έννομου αγαθού, είναι σαφές ότι διαφέρει ο βαθμός και η ένταση προσβολής του αφού με την επιχειρούμενη νομιμοποίηση του εγκληματικού προϊόντος απόλυται για τον φορέα του έννομου αγαθού ακόμη και η ελπίδα ανάκτησής του, η οποία δεν μπορεί να αποκλειστεί στο στάδιο πριν από τη νομιμοποίηση. Επίσης στην προκειμένη περίπτωση όπου "βασικό" έγκλημα είναι αυτό της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, του άρθρ. 258 Π.Κ., με το οποίο προστατεύεται η καλή λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας, είναι φανερό ότι είναι διάφορο από το έννομο αγαθό που θίγεται με το έγκλημα του "ξεπλύματος" για το οποίο παραπέμπεται ο αναιρεσείων. Κατά συνέπεια το Συμβούλιο Εφετών ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και αβάσιμες είναι οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντα. Κ) Κατά το άρθρ. 243 §2 Κ.Π.Δ., "αν από την καθυστέρηση απειλείται άμεσος κίνδυνος ή αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα, όλοι οι κατά τα άρθρ. 33 και 34 ανακριτικοί υπάλληλοι είναι υποχρεωμένοι να επιχειρούν όλες τις ανακριτικές πράξεις που είναι αναγκαίες για να βεβαιωθεί η πράξη και να ανακαλυφθεί ο δράστης, έστω και χωρίς προηγούμενη παραγγελία του εισαγγελέα".
Δεν πάσχουν ακυρότητα οι ανακριτικές πράξεις που έγιναν χωρίς προηγούμενη παραγγελία του εισαγγελέα, επί αυτοφώρου εγκλήματος ή που κατά την ανέλεγκτη κρίση των ανακρινόντων, υπήρχε άμεσος κίνδυνος από την καθυστέρηση (Α.Π. 666/2001, Α.Π. 2090/1985 Ποιν. Χρ. ΛΣΤ' 381). Μετά την περάτωση του προανακριτικού έργου από τους υπαλλήλους της "Εθνικής Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες" και την υποβολή σχετικού πορίσματος στον Εισαγγελέα, νομίμως ασκείται απ' αυτόν η ποινική δίωξη, εφ' όσον κρίνεται ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την άσκησή της και δεν απαιτείται προηγούμενη κλήση του καθ' ου η δίωξη για να παράσχει εξηγήσεις. Αντιθέτως μάλιστα από τα άρθρ. 4-8 του Ν. 2331/95 καθιερώνονται διαδικασίες που διέπονται από την αρχή της εμπιστευτικότητας - μυστικότητας και έχουν επείγοντα χαρακτήρα, προκειμένου να επιτευχθεί η βεβαίωση του εγκλήματος, αλλά και η δέσμευση του εγκληματικού προϊόντος, κάτι που ασφαλώς θα δυσχεραινόταν, αν δεν ματαιωνόταν, από την προηγούμενη ενημέρωση του καθ' ου διεξάγεται η διαδικασία. Κατά συνέπεια ουδεμία προκλήθηκε ακυρότητα από την άσκηση ποινικής δίωξης χωρίς προηγούμενη κλήση του αναιρεσείοντα και παραπέρα το Συμβούλιο Εφετών ουδόλως υπερέβη την εξουσία του με το να παραπέμψει τον κατηγορούμενο παραλείποντας να κηρύξει άκυρη την προδικασία, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Λ) Η απλή αναφορά του άρθρ. 484 §1 στοιχ. γ' του Κ.Π.Δ., που γίνεται στη σελίδα 22 του αναιρετηρίου εγγράφου, χωρίς την επίκληση οιουδήποτε άλλου στοιχείου, είναι ασαφής και αόριστη και καθιστά απαράδεκτο τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης για παραβίαση δεδικασμένου. Σε κάθε περίπτωση, η σχετική αιτίαση είναι ουσιαστικά αβάσιμη.
Ομοίως δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 1149/2005) και η παράλειψη της, μεταξύ τους, αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων (Α.Π. 472/2004). Εξ άλλου προκύπτει από τα εκτεθέντα παραπάνω ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης και όχι ορισμένα μόνον απ' αυτά. Κατ' ακολουθία είναι αβάσιμες οι αντίθετες σχετικές αιτιάσεις. Μ) Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ 1ον) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 98/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατά του υπ' αριθμ. 641/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2ον) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του παραπάνω αναιρεσείοντα. Αθήνα 25-6-2009 Παναγιώτης Ε. Νικολούδης Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου".
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται προς συζήτηση στο Συμβούλιο αυτό, η αίτηση αναίρεσης του Χ, κατά του υπ' αριθμ. 641/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο (μετά από απόρριψη της υπ' αριθμ. 231/7-5-07 εφέσεώς του κατά του υπ' αριθμ. 1037/07 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών), επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα και παραπέμφθηκε ο ήδη αναιρεσείων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων), κατηγορούμενος για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες με βασικό έγκλημα την υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση σε βάρος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, από την οποία το όφελος που πέτυχε ο δράστης και η ζημία που προξενήθηκε στο νομικό πρόσωπο υπερβαίνουν το ποσό των 150.000 ευρώ (άρθρ. 13 στ, 28 §1α, 27 §1, 258γ, 263Α ΠΚ και άρθρο 1 §1 Ν.1608/50, σε συνδυασμό με τα άρθρ. 1 στοιχ. Α' και 2 §1 Ν.2331/95, όπως τα δύο τελευταία αντικαταστάθηκαν με άρθρ. 2 §1 και §3 Ν.3424/05.
Με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ν. 2331/1995, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 3 §1 Ν.3424/2005, ορίζονται τα εξής:
"1.α Με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών τιμωρείται ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες,
β. Ο υπαίτιος των πράξεων του στοιχείου α' τιμωρείται με κάθειρξη αν έδρασε ως υπάλληλος των νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 2α παράγραφος 1 και με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών αν ασκεί τέτοιου είδους πράξεις κατ' επάγγελμα ή είναι υπότροπος ή έδρασε στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ή τρομοκρατικής ομάδας ή οργάνωσης.
γ. Με ποινή φυλάκισης μέχρι δύο (2) ετών τιμωρείται όποιος υπάλληλος των προσώπων του άρθρου 2α παράγραφος 1 ή όποιο άλλο υπόχρεο προς αναφορά υπόπτων συναλλαγών πρόσωπο, παραλείπει από πρόθεση να αναφέρει αρμοδίως ύποπτες ή ασυνήθεις συναλλαγές ή παρουσιάζει ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία, κατά παράβαση των σχετικών νομοθετικών, διοικητικών και κανονιστικών διατάξεων και κανόνων.
δ. Η ποινική ευθύνη για βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία του υπαιτίου και για τις πράξεις των ανωτέρω στοιχείων α', β' και γ' της παραγράφου αυτής. Όμως, στις περιπτώσεις αυτές, ο υπαίτιος τιμωρείται και ως αυτουργός ή ως ηθικός αυτουργός των πράξεων των ανωτέρω στοιχείων α', β' και γ', αν η τέλεσή τους από τον ίδιο ή από άλλον εντάσσεται στο συνολικό σχεδιασμό δράσης. Εάν το βασικό έγκλημα τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος, ο ανωτέρω υπαίτιος ή τρίτος τιμωρείται, για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Αν εχώρησε καταδίκη του υπαιτίου για βασικό έγκλημα, η τυχόν ποινή κατ' αυτού ή τρίτου για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων που προέκυψαν από αυτό το βασικό έγκλημα δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιβληθείσα ποινή για διάπραξη του βοσκού εγκλήματος. Αν επιβάλλονται διαφορετικές ποινές σε δυο ή περισσότερους υπαιτίους για το ίδιο βασικό έγκλημα, ή τυχόν ποινή εκάστου υπαιτίου για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων που προέκυψαν από αυτό το βασικό έγκλημα δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιβληθείσα κατ' αυτού ποινή για διάπραξη του βασικού εγκλήματος. Εάν, στην περίπτωση αυτή, τρίτος διέπραξε ή συμμετείχε στο αδίκημα της νομιμοποίησης από εγκληματικές δραστηριότητες, η ποινή κατ* αυτού για το αδίκημα αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει την υψηλότερη ποινή που επιβλήθηκε κατά υπαιτίου για διάπραξη του βασικού εγκλήματος. Οι ανωτέρω διατάξεις του παρόντος στοιχείου δ' ισχύουν με την επιφύλαξη των διατάξεων του στοιχείου β'. Σε περίπτωση εξάλειψης του αξιοποίνου ή απαλλαγής του υπαιτίου για το βασικό έγκλημα, αν αυτό τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος, αίρεται το αξιόποινο ή απαλλάσσεται αντίστοιχα ο υπαίτιος και για τις πράξεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 στοιχείο β'". Σημειώνεται ότι ο Ν. 2331/1995 αναφέρεται στην πρόληψη και στην καταστολή της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή στο "ξέπλυμα του βρώμικου χρήματος", όπως έχει επικρατήσει να περιγράφεται το φαινόμενο της νομιμοποιήσεως εσόδων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, συνήθως βαρειάς μορφής, με τον όρο δε αυτόν περιγράφεται ή διαδικασία, μέσω της οποίας αποκρύπτεται η ύπαρξη, η παράνομη πηγή ή η παράνομη χρήση εσόδων, τα οποία, στη συνέχεια, μεταμφιέζονται με τέτοιο τρόπο, ώστε η προέλευσή τους να εμφανίζεται ως νόμιμη. Για να μπορεί να γίνει λόγος να νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, απαιτείται να έχει προηγηθεί μία άλλη εγκληματική δραστηριότητα, γεγονός που σημαίνει ότι δημιουργείται έτσι μία σχέση κύριας και επόμενης πράξεως, στην οποία κύρια πράξη (βασικό έγκλημα) υπάγονται τα εγκλήματα, τα οποία περιοριστικώς αναφέρονται στο άρ. 1 του Ν.2331/1995. Έτσι, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, αφού ο νόμος δεν διακρίνει και, επιπλέον, χρησιμοποιεί την έκφραση "όποιος", ενεργητικό υποκείμενο του αδικήματος του άρ. 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995 μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, ακόμη και ο αυτουργός ενός από τα βασικά εγκλήματα, τα οποία αναφέρονται στο άρ. 1 του νόμου αυτού. Τούτο, καθόσον, τα αναφερόμενα στο άρ. 1 του Ν. 2331/1995 αδικήματα τελούν σε πραγματική συρροή με τα αναφερόμενα στο άρ. 2 ίδιου νόμου αδικήματα και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι αναφερόμενες στο άρ. 2 αξιόποινες ενέργειες αποτελούν μη τιμωρητές ύστερες πράξεις, όταν μάλιστα αυτές τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος, ενώ πολλές βασικές αξιόποινες πράξεις τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος. Εκτός αυτού, δεν τίθεται θέμα επικουρικότητας των προβλεπομένων από τις διατάξεις του άρ. 2 του Ν. 2331/1995 αδικημάτων, σε σχέση με τα αδικήματα που προβλέπονται από το άρ. 1 του νόμου αυτού, αφού δεν πρόκειται για περισσότερες μορφές συμμετοχής στο ίδιο αδίκημα, αλλά περί τελέσεως δύο αυθύπαρκτων, διακρινομένων μεταξύ τους, αδικημάτων, το κάθε ένα από τα οποία συγκροτείται από ιδιαίτερα στοιχεία. Ούτε, όμως, περί απορροφήσεως αδικήματος προβλεπομένου από το άρ. 2 του Ν. 2331/1995 από αδίκημα προβλεπόμενο από το άρ. 1 του νόμου αυτού μπορεί να γίνει λόγος και αυτό, γιατί εφαρμογή της αρχής της απορροφήσεως υπάρχει, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η ύστερη πράξη συνάπτεται σε ενότητα προς άλλη προηγούμενη, συνιστώσα απλώς εξασφάλιση ή χρησιμοποίηση του, με την προηγούμενη πράξη, κτηθέντος, χωρίς, όμως, να προσβάλλει άλλα έννομα αγαθά του ίδιου ή άλλου προσώπου ή της κοινωνικής ολότητας, γιατί μόνο σ' αυτή την περίπτωση μπορεί να υποστηριχθεί, ότι η εφαρμογή της πρώτης προβλέψεως καλύπτει όλη την απαξία, αντικειμενική και υποκειμενική, της εγκληματικής δράσεως του υπαιτίου. Τα αδικήματα, όμως, του άρ. 1 του Ν.2331/1995, πολλά εκ των οποίων είναι πλημμελήματα, δεν καλύπτουν την όλη "απαξία των αδικημάτων του άρ. 2 του νόμου αυτού, τα οποία είναι όλα κακουργήματα, ούτε έχουν ιστορική ενότητα μεταξύ τους. Ειδικότερα, το άρθρο 1 στοιχείο α' του Ν.2331/95, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 3424/2005, ορίζει την έννοια της εγκληματικής δραστηριότητος στην οποία εντάσσονται δύο κατηγορίες εγκλημάτων: η πρώτη περιλαμβάνει δεκαέξι βασικά εγκλήματα, που τυποποιούνται ως πράξεις συνιστώσες εγκληματική δραστηριότητα ενώ η δεύτερη, κάθε αξιόποινη πράξη που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι μηνών και από την τέλεση της προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 ευρώ, επομένως και το έγκλημα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, όταν τελέστηκε σε βάρος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και το όφελος που πέτυχε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε στο νομικό πρόσωπο υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, αφού τιμωρείται με ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης και εξ αυτού δημιουργήθηκε περιουσία υπερβαίνουσα τις 15.000 ευρώ. Για τις προγενέστερες δε της ισχύος του Ν.3424/2005 διαπραχθείσες πράξεις ρητέα τα εξής: Ύστερα από αλλεπάλληλες προσθήκες είχαν καταχωρηθεί στον κατάλογο του άρθρου 1 παρ. α του Ν.2331/95, ως εγκλήματα που συνιστούν εγκληματική δραστηριότητα, εικοσιτέσσερις κατηγορίες εγκλημάτων μεταξύ των οποίων (με ένδειξη αιβ) της παραγράφου 1 του άρθρου 1 Ν.1608/50 "περί αυξήσεως των ποινών των προβλεπομένων για τους καταχραστάς του δημοσίου", όπως ισχύει. Ο Ν.1608/50 δεν θεσπίζει νέα αδικήματα κατά του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου αλλά αναβιβάζει το πλαίσιο ποινής (πρόσκαιρη κάθειρξη) για πράξεις που προβλέπονται ήδη στον Ποινικό Κώδικα, όταν αυτές στρέφονται κατά του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στο νομικό πρόσωπο υπερβαίνει τις 150.000 ευρώ. Αν μία πράξη από αυτές που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του άρθρου 1 παρ.1 Ν.1608/50, όπως ισχύει, δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο του άρθρου 1 περ. α' Ν. 2331/95, όπως ίσχυσε, δεν σημαίνει ότι η πράξη αυτή κείται εκτός της εννοίας της εγκληματικής δραστηριότητας, εφόσον σ' αυτήν εμπεριέχεται, ως συνιστώσα εγκληματική δραστηριότητα, η παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν.1608/50, όπως ισχύει.
Συνεπώς το έγκλημα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, που είναι ένα εκ των εγκλημάτων της παρ. 1 του άρθρου 1 Ν.1608/50, όπως ισχύει, όταν τελείται σε βάρος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και το όφελος που πέτυχε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε στο νομικό πρόσωπο υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, εντάσσεται στην έννοια της εγκληματικής δραστηριότητας, όπως περιγραφόταν στο νόμο. Με την επελθούσα νομοθετική μεταβολή και την εντεύθεν ισχύ του Ν.3424/2005 επανακαθορίστηκε η έννοια της εγκληματικής δραστηριότητας, χωρίς στον κατάλογο των βασικών εγκλημάτων να καταχωρηθούν ούτε το έγκλημα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία ως ανεξάρτητη πράξη ούτε τα εγκλήματα που προβλέπονται από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 1608/50, όπως ισχύει. Ωστόσο η υπόθεση του ενδεχομένου να αχρηστεύθηκαν νομοθετικά οι προβλεπόμενες στο άρθρο 1 του ν. 2331/95 πράξεις σε βαθμό κακουργήματος δεν έχει έρεισμα στο νόμο. Και τούτο διότι με την προσθήκη της δεύτερης κατηγορίας βασικών εγκλημάτων και την ένταξη σ' αυτήν συγκεκριμένων αξιοποίνων πράξεων (ποινή στερητική της ελευθερίας κατ' ελάχιστο όριο έξι μηνών, και, σωρευτικά, περιουσία που δημιουργήθηκε τουλάχιστον 15.000 ευρώ) που τυποποιούνται, αδιακρίτως, στον Ποινικό Κώδικα και στους ειδικούς ποινικούς νόμους, διευρύνεται η έννοια του βασικού εγκλήματος και συνακόλουθα το πεδίο εφαρμογής της νομιμοποίησης
εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Επομένως το έγκλημα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, που τελέστηκε σε βάρος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και το όφελος που πέτυχε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε στο νομικό πρόσωπο υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, εντάσσεται στη δεύτερη κατηγορία, ως προαπαιτούμενο έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Περαιτέρω για την εφαρμογή του Ν.1608/50 είναι αδιάφορο εάν το όφελος των 150.000 ευρώ επετεύχθη με τις μερικότερες κατ' εξακολούθηση πράξεις. Και τούτο διότι κατά την διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 Ν.Δ 2576/4-4/9/1953 "οσάκις εις τας περιπτώσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1608/50 το έγκλημα επράχθη κατ' εξακολούθησιν δια πολλών μερικότερων πράξεων, δια τον κατά το αυτό άρθρο προσδιορισμόν του επιτευχθέντος ή επιδιωχθέντος οφέλους του πράξαντος ή της προσγενομένης ή της οπωσδήποτε απειληθείσης ζημίας, καθώς επίσης δια τον προσδιορισμόν του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπ' όψιν το όλον περιεχόμενον των μερικότερων πράξεων". Η ανωτέρω δε διάταξη δεν καταργήθηκε σιωπηρά από την διάταξη του άρθρου 52 παρ. 4 Ν. 2721/99 κατά την οποία "από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου (2721/95) καταργείται κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού ή κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν".
Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 1 στοιχείο γ' του ν. 2331/95 ως "περιουσία" ορίζονται περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, ενσώματα ή ασώματα, κινητά ή ακίνητα, υλικά ή άυλα, καθώς και τα νομικά έγγραφα ή στοιχεία που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων.
Από τη διατύπωση των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα ("ξέπλυμα βρώμικου χρήματος") προϋποθέτει αντικειμενικά μεν (εναλλακτικά) μετατροπή ή μεταβίβαση, απόκτηση, κατοχή, ή χρήση περιουσίας που προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα, απόκρυψη ή συγκάλυψη της αλήθειας όσον αφορά τη φύση, την προέλευση και την κυριότητα τέτοιας περιουσίας, συμμετοχή σε μία από τις ανωτέρω πράξεις, σύσταση οργάνωσης για τη διάπραξή της κλπ, υποκειμενικά δε δόλο, έστω και ενδεχόμενο και περαιτέρω σκοπό συγκάλυψης της αληθούς προέλευσης της περιουσίας αυτής ή παροχής συνδρομής σε άλλον, που εμπλέκεται στις δραστηριότητες αυτές, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεών του. Πρόκειται επομένως για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό και με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, έγκλημα δηλαδή σκοπού, ο οποίος συνίσταται στην επιδίωξη συγκάλυψης της προέλευσης περιουσίας ή παροχής σε άλλον συνδρομής για συγκάλυψη. Προϋποθέτει επίσης, την τέλεση ενός άλλου βασικού (καλούμενου) εγκλήματος (που συνιστά την εγκληματική δραστηριότητα), εκ του οποίου κάποιος (υπαίτιος ή άλλος) αποκόμισε παράνομα έσοδα (περιουσία) και το οποίο, όταν αυτουργός της πράξεως είναι το ίδιο πρόσωπο, συρρέει με εκείνο πραγματικά, αφού πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά κατά τα στοιχεία τους εγκλήματα, με διακεκριμένη και διαφορετική καθένα απαξία. Κατ' εξοχήν δε ο νόμος τιμωρεί τις πράξεις συγκάλυψης της αληθούς προέλευσης, εκείνου που απόκτησε ο ίδιος περιουσία από εγκληματικές δραστηριότητες, ενώ τον άλλον (εκτός από τον αποκτήσαντα) τον θεωρεί συνεργό και τον τιμωρεί ως αυτουργό της πράξεως. Η τέλεση του βασικού εγκλήματος, αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων. Τα εγκλήματα αυτά, καλούμενα όπως αναφέρθηκε βασικά, προσδιορίζονται στο νόμο (άρθρο 1 παρ. α' ν.2331/95, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 παρ.1 του ν.3424/2005) περιοριστικά, περιλαμβάνεται δε υπεξαίρεση στην υπηρεσία, όταν τελέστηκε σε βάρος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και το όφελος που πέτυχε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε στο νομικό πρόσωπο υπερβαίνει το ποσό των 150.000. Η βασική δε αυτή εγκληματική δραστηριότητα, η οποία αναγκαίως ερευνάται παρεμπιπτόντως, δεν πρέπει να εικάζεται ή πιθανολογείται αλλά πρέπει να προσδιορίζεται επαρκώς και να εξατομικεύεται ως προς το χρόνο και τους δράστες αυτής έστω και αν δεν έχουν κατηγορία. Εξάλλου με την προσθήκη του εδαφίου δ' (βάσει του άρθρου 3 Ν. 3424/2005) στην 1η παράγραφο του άρθρου 2 Ν. 2331/95 η ποινική ευθύνη για το βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία του υπαιτίου για τις πράξεις των στοιχείων α, β, γ της παραγράφου αυτής, δηλονότι των πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, υπό την προϋπόθεση όμως ότι αυτή η νομιμοποίηση εντάσσεται στο συνολικό σχεδιασμό δράσης του υπαιτίου. Έτσι για να τιμωρηθεί κάποιος και για τα δύο εγκλήματα δηλαδή τόσο για το προαπαιτούμενο όσο και για την μεταγενέστερη νομιμοποίηση πρέπει και τα δύο εγκλήματα να αποτελούν τμήματα ή μέρη ενός καθολικού σχεδίου, ως συστηματική σειρά ενεργειών που καθορίζεται από την σχέση ηγουμένου προς επόμενο, με την έννοια ότι το προαπαιτούμενο έγκλημα ή άλλως "βασικό" συντελείται για να επακολουθήσει η αυτοτελής εγκληματική συμπεριφορά που συνιστά νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.
Περαιτέρω έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. ε ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τη διεξαχθείσα ανάκριση ή προανάκριση, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου και λοιπών εγγράφων της δικογραφίας), δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από την εισαγγελική πρόταση:
"Ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ, με την υπ' αριθμόν 2104/2006 απόφαση του Γ-Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών κηρύχθηκε ένοχος υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση, σε βάρος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου εκ της οποίας το όφελος που πέτυχε ο δράστης και η ζημία που προξενήθηκε στο νομικό πρόσωπο υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ, ανερχόμενο σε 66.500.000 δρχ., αξιόποινη πράξη που συνίσταται στο ότι στη ... κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του έτους 1995 μέχρι και την 2-1-1998, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, υπάλληλος τυγχάνων, στον οποίο είχε ανατεθεί η άσκηση υπηρεσίας σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ιδιοποιήθηκε παράνομα χρήματα, τα οποία είχε λάβει στην κατοχή του λόγω της παραπάνω ιδιότητάς του, τέλεσε δε την πράξη του αυτή υπό την επιβαρυντική περίσταση της νομοθεσίας περί καταχραστών του Δημοσίου, καθόσον η πράξη του στρεφόταν κατά νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, το δε επιτευχθέν απ' αυτόν όφελος και η ζημία που προξενήθηκε στο νομικό πρόσωπο υπερβαίνουν το ποσό των 50.000.000 δρχ. και ανέρχονται στο ποσό των 66.500.000 δρχ. Συγκεκριμένα, κληρικός τυγχάνων της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, φέρων τον βαθμό του Επισκόπου και κατέχων τη θέση του Μητροπολίτη ..., ιδιοποιήθηκε, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, παράνομα το συνολικό ποσό των 66.500.000 δρχ. σε βάρος της περιουσίας της Ιεράς Μονής ..., η οποία, ως θρησκευτικό καθίδρυμα κατά τις διατάξεις του Ν.590/77 περί του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, προστατευόμενο από τις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας περί καταχραστών του δημοσίου. Ειδικότερα, εκμεταλλευόμενος τη θέση του και την ιδιότητα του ως επιχώριου Μητροπολίτη και την ως εκ τούτου δυνατότητά του προς επιβολή επί της υπέργηρης (ηλικίας 84 ετών) Ηγουμένης και αφού αφενός υπόσχονταν σ' αυτήν ότι θα προωθήσει το ζήτημα Αγιοκατάταξης του Οσίου ... και αφετέρου την απειλούσε ότι θα την έσερνε στα εκκλησιαστικά δικαστήρια και θα την εξόριζε, παρέλαβε απ' αυτήν, χωρίς νόμιμο δικαίωμα και χωρίς τη συγκατάθεση της Ιεράς Μοναστικής Αδελφότητας και του Ηγουμενοσυμβουλίου, τα αναφερόμενα παρακάτω χρηματικά ποσά προκειμένου να τα διαθέσει για τις ανάγκες του ποιμαντικού έργου της Μητροπόλεως ..., πράγμα το οποίο δεν έπραξε ούτε επέστρεψε στη Μονή τα χρήματα, αλλά τα ενσωμάτωσε στην περιουσία του και τα ιδιοποιήθηκε έτσι παράνομα:
Α) Κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του έτους 1995 μέχρι και την 2-1-1998 ο κατηγορούμενος, ως Μητροπολίτης ..., παρέλαβε από την Ηγουμένη της Ιεράς Μονής... :
1) το ποσό των 500.000 δρχ. για κάθε επίσκεψή του, η οποία ελάμβανε χώρα μία φορά ανά δεκαπέντε (15) ημέρες 2) το ποσό των 500.000 δρχ. τρεις φορές το χρόνο και δη κατά την ακολουθία του Μεγάλου Απόδειπνου κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, κατά την ακολουθία του Νυμφίου κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα και κατά το Μεγάλο Ευχέλαιο της Μεγάλης Τετάρτης 3) το ποσό των 1.500.000 δρχ. δύο φορές το χρόνο κατά την 5η Μαΐου, ημέρα της εορτής του οσίου ... και την 3η Ιανουαρίου, ημέρα ανευρέσεως των ιερών λειψάνων του Οσίου ... και 4) το ποσό των 1.500.000 δρχ. την 2-1-1998.
Συνολικά κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος παρέλαβε από την τότε Ηγουμένη το ποσό των 51.000.000 δρχ. (36.000.000 και 4.500.000 και 9.000.000 και 1.500.000 δρχ.) το οποίο και ιδιοποιήθηκε παράνομα.
Β) Κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του έτους 1995 μέχρι και το Φεβρουάριο 1996, υπό την ίδια ιδιότητα και περιστάσεις παρέλαβε από την Ηγουμένη ..., μέσω του απ' αυτόν εντεταλμένου πρωτοπρεσβύτερου Ξ, που υπηρετούσε ως γραμματέας στο ιδιαίτερο γραφείο του, το συνολικό ποσό των 15.500.000 δρχ. και δη το ποσό των 500.000 δρχ. ανά εικοσαήμερο και το ποσό των 5.000.000 δρχ. σε άγνωστη ακριβή ημερομηνία, πάντως μέσα στο θέρος του έτους 1995. Τα ποσά αυτά τα παραλάμβανε από την Ηγουμένη για λογαριασμό του κατηγορουμένου ο Ξ και τα παρέδιδε στον κατηγορούμενο εντολέα του, ο οποίος τα ιδιοποιήθηκε παράνομα.
Το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε κάθειρξη οχτώ (8) ετών και απεφάνθη όπως η έφεση που θα ασκήσει ο κατηγορούμενος να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα ως προς την εκτέλεση της ποινής που του επιβλήθηκε με τους περιοριστικούς όρους της καταβολής 30.000 ευρώ ως χρηματική εγγύηση και της απαγορεύσεως εξόδου του από την χώρα.
Εν τω μεταξύ μετά από έρευνα της Επιτροπής του άρθρου 7 του ν. 2331/95 και κατόπιν του από 8/4/2005 εγγράφου αυτής σύμφωνα με το οποίο ο κατηγορούμενος είχε καταθέσει στον με αριθμό ... λογαριασμό που τηρούσε στην EUROBANK, το εκ 94.000.000 δρχ. προϊόν της κακουργηματικής υπεξαίρεσης για την οποία είχε ήδη παραπεμφθεί στο Ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών επιχειρώντας μ' αυτόν τον τρόπο να συγκαλύψει την αληθινή προέλευση τους δια του χρηματοοικονομικού συστήματος, ασκήθηκε - κατ' αυτού η προκειμένη ποινική δίωξη και διενεργήθηκε κυρία ανάκριση. Κατά την διάρκεια αυτής η Ανακρίτρια του 11ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος εξέδωσε την υπ' αριθμόν 185/26.4.2005 Διάταξη, μετά από σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέως, με την οποία απαγόρευσε την κίνηση του υπ' αριθμόν ... λογαριασμού, που τηρούσε στην Τράπεζα EUROBANK ο κατηγορούμενος, όπως και κάθε λογαριασμού που αυτός τηρούσε στην Ελλάδα και σε οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα η χρηματοπιστωτικό οργανισμό έστω και από κοινού με άλλο πρόσωπο, καθώς και το άνοιγμα των θυρίδων θησαυροφυλακίου, έστω και κοινών με έτερα πρόσωπα.
Μετά την έκδοση της Διατάξεως αυτής, της οποίας ο κατηγορούμενος ζήτησε αμέσως την άρση με βάση τη διάταξη του άρθρου 5 του ν. 2331/95, αποδυόμενος σε μία εμφανή προσπάθεια να δυσχεράνει την έρευνα που διεξαγόταν σε βάρος του, εκδόθηκαν δε σχετικά το 2234/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (με το οποίο απορρίφθηκε αμετάκλητα η από 9/5/2005 αίτηση του) και το 4000/2005 βούλευμα του ίδιου Συμβουλίου (με το οποίο έγινε δεκτή εν μέρει η από 21/11/2005 όμοια αίτηση του κατηγορουμένου και ανακλήθηκε η ανωτέρω Διάταξη εν μέρει, συγκεκριμένα δε επετράπη η κίνηση του 180/952745-12 κοινού λογαριασμού ταμιευτηρίου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας επ' ονόματι του κατηγορουμένου και της Φ, μόνον ως προς τα χρηματικά ποσά που αφορούσαν τη μισθοδοσία του κατηγορουμένου), ο Διευθυντής της Διεύθυνσης COMPLIANCE της ανωτέρω Τράπεζας, στον οποίο διαβιβάστηκε, εκτελώντας αυτήν, με το υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου 0505-48151-00291/10.5.2005 έγγραφο γνωστοποίησε στην 11η Τακτική Ανακρίτρια ότι μέχρι την 27.4.2005 ο κατηγορούμενος ήταν δικαιούχος η και συνδικαιούχος με συγγενικά του πρόσωπα των λογαριασμών που παρουσίαζαν υπόλοιπο και ιδίως:
1) ...-λογαριασμός ταμιευτηρίου, που είχε ανοιχθεί από τον ίδιο στο όνομά του, με υπόλοιπο, την 27.4.2005, ποσό 10,96 ευρώ 2) ...-λογαριασμός ταμιευτηρίου, που είχε ανοιχθεί από τον ίδιο στο όνομά του με συνδικαιούχο την αδελφή του Φ, με υπόλοιπο, την 27.4.2005, ποσό 72.785,63 ευρώ 3) ...-λογαριασμός ταμιευτηρίου σε ξένο συνάλλαγμα, που είχε ανοιχθεί από τον ίδιο στο όνομά του με συνδικαιούχους τους Ν και Μ, με υπόλοιπο, την 27.4.2005, ποσό 831,30 δολαρίων ΗΠΑ 4) ... λογαριασμός-μερίδα χαρτοφυλακίου, που είχε ανοιχθεί από τον ίδιο στο όνομά του και στο όνομα των Ν και Μ, με υπόλοιπο, την 27.4.2005, ποσό 246.439,63 ευρώ 5) ...-λογαριασμός όψεως, που είχε ανοιχθεί στο όνομα της off-shore εταιρείας με την επωνυμία "... Ltd", του οποίου λογαριασμού ο κατηγορούμενος είναι κατά δήλωσή του δικαιούχος του κεφαλαίου (Beneficial Owner) της εταιρείας αυτής, με υπόλοιπο, την 27.4.2005, ποσό 258.818,18 ευρώ 6) ...-λογαριασμός όψεως, που είχε ανοιχθεί στο όνομα της off-shore εταιρείας με την επωνυμία High Sky Trading Ltd, του οποίου λογαριασμού-μερίδας ο κατηγορούμενος κατά δήλωσή του είναι δικαιούχος του κεφαλαίου (Beneficial Owner) της εταιρείας αυτής, με υπόλοιπο, την 27.4.2005, ποσό 9.756,86 δολάρια ΗΠΑ 7) ... λογαριασμός μερίδος χαρτοφυλακίου που είχε ανοιχθεί στο όνομα της off-shore εταιρείας με την επωνυμία "... Ltd" της οποίας μερίδας ο κατηγορούμενος κατά δήλωσή του είναι δικαιούχος του κεφαλαίου (Beneficial Owner) της εταιρείας αυτής, με υπόλοιπο, την 27.4.2005, ποσό 3.539.644,29 ευρώ.
Επιπλέον, σε εκτέλεση της ανωτέρω ανακριτικής διατάξεως η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος με το υπ' αριθμόν 615/1.12.2005 έγγραφό της γνωστοποιεί ότι ο κατηγορούμενος είναι δικαιούχος του υπ' αριθμόν ... λογαριασμού, με υπόλοιπο, την 17.11.2005, ποσό 1251,98 ευρώ.
Από τα ανωτέρω έγγραφα προκύπτει επομένως ότι ο κατηγορούμενος ήταν κάτοχος των αναφερομένων σ' αυτά προσωπικών, κοινών και εταιρικών λογαριασμών ταμιευτηρίου και μερίδων χαρτοφυλακίου του κεφαλαίου Beneficial Owner της υπεράκτιας εταιρείας με την επωνυμία ... Ltd, στους οποίους είχε καταθέσει υπέρογκα ποσά μεριμνώντας για την επωφελή τοποθέτηση και εκμετάλλευσή τους. Για την ορθή αξιολόγηση του γεγονότος αυτού, πρέπει να συνεκτιμηθεί η δίκη που αφορά το έγκλημα της "υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση σε βάρος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επιβαρυντική περίσταση των καταχραστών του Δημοσίου", για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και η οποία έχει βαρύνουσα σημασία για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων ως προς το αν αυτός (ο κατηγορούμενος) διέπραξε την αξιόποινη πράξη της "νομιμοποίησης εσόδων από την ανωτέρω εγκληματική δραστηριότητα", την κακουργηματική δηλ. υπεξαίρεση, η οποία αποτελεί εν προκειμένω το "βασικό έγκλημα". Έτσι, σύμφωνα με όσα δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, στηριζόμενο στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων και ιδίως στις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ..., ..., ..., ..., ... και ... η εγκληματική δραστηριότητα του κατηγορουμένου αρχίζει από την εποχή που ενώ ασκούσε de facto παράλληλα με τον τοποτηρητή Επίσκοπο τη διοίκηση της Μητροπόλεως ... αναμένοντας τη δημοσίευση του διορισμού του στη Μητρόπολη αυτή, με διάφορα προσκόμματα δεν επέτρεπε τη σύνταξη Κανονισμού Λειτουργίας της Ιεράς Μονής ... για να μπορεί να διαχειρίζεται τα οικονομικά της. Μάλιστα δε αρνήθηκε να προωθήσει προς έγκριση στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος τον Κανονισμό Λειτουργίας που κατήρτισε το Τριμελές Ηγουμενοσυμβούλιο ισχυριζόμενος ότι η Ιερά Μονή έχει τάσεις αυτονομήσεως και φαλκιδεύσεως των κανονικών δικαιωμάτων και αρμοδιοτήτων του οικείου Μητροπολίτη. Έτσι δημιουργήθηκε και συντηρήθηκε από τον κατηγορούμενο η εκκρεμής κατάσταση ως προς την διοικητική και οικονομική διαχείριση της Ιεράς Μονής για να μπορεί ο ίδιος να διαχειρίζεται προς όφελος του τα οικονομικά της. Για να κάμψει δε την αντίσταση της τότε Ηγουμένης ..., γνωρίζοντας ότι η διακαής επιθυμία της ήταν η Αγιοκατάταξη του Οσίου ... και ότι για αυτό έπρεπε ο ίδιος να εισηγηθεί θετικά στην Ιερά Σύνοδο της Εκλλησίας της Ελλάδος, με την άσκηση αφενός ψυχολογικής πίεσης σ' αυτήν για να προωθήσει την Αγιοκατάταξη, με την απειλή αφετέρου ότι θα την σύρει στα Εκκλησιαστικά Δικαστήρια και θα την εξορίσει, κατάφερε να της αποσπάσει διάφορα χρηματικά ποσά για να τα διαθέσει δήθεν για το ποιμαντικό έργο της Μητροπόλεως. Εξάλλου με την ανάληψη των καθηκόντων του ζήτησε και έλαβε με απόδειξη και με απόφαση του Ηγουμενοσυμβουλίου ως δωρεά το ποσό των 1.500.000 δρχ. για να καλύψει τις ανάγκες επίπλωσης των γραφείων της Μητροπόλεως και τα έξοδα της δικαστικής διαμάχης με τον πρώην Μητροπολίτη ... ..., τη στιγμή που η Μητρόπολη ... είχε την υποχρέωση και την οικονομική δυνατότητα να καλύψει τις παραπάνω δαπάνες. Στη συνέχεια δε ελάμβανε υπό την ιδιότητα του Μητροπολίτη ... μεγάλα χρηματικά ποσά, χωρίς να χορηγεί αποδείξεις, είτε προσωπικά ο ίδιος κατά τις εορτές που ιερουργούσε στη Μονή και σε άλλες μέρες που μετέβαινε προς τούτο στη Μονή μετά από τηλεφωνική ειδοποίηση της Ηγουμένης να του ετοιμάσει συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, είτε δια του πρεσβυτέρου Ξ, στον οποίο είχε αναθέσει την τέλεση του εσπερινού της Κυριακής στη Μονή και ο οποίος ζητούσε από την Ηγουμένη συγκεκριμένα χρηματικά ποσά κατ1 εντολή και για λογαριασμό του κατηγορουμένου (βλ. 2104/2006 πρακτικά και απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών). Από τη συνεκτίμηση των στοιχείων αυτών είναι προφανές ότι ο κατηγορούμενος προσπαθώντας να αποκρύψει και να συγκαλύψει την αλήθεια όσον αφορά τη φύση, την προέλευση και την κυριότητα επί του ποσού των 66.500.000 δρχ. (195.157,74 ευρώ), που ιδιοποιήθηκε παράνομα κατά τα προεκτεθέντα σε βάρος της Ιεράς Μονής ... (που ως θρησκευτικό καθίδρυμα αποτελεί Ν.Π.Δ.Δ), διοχέτευσε το ποσό αυτό, σύμφωνα με όσα είχε προσχεδιάσει, στο νόμιμο οικονομικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα του εσωτερικού, μέσω της μεταμφίεσης του σε συνήθεις μορφές χρηματοοικονομικών αξιών. Οι εγκληματικές δηλ. ενέργειες του κατηγορουμένου υπάκουαν σε ένα οργανωμένο σχέδιο που αφετηρία είχε την παράνομη απόκτηση χρημάτων και πέρας την απόκρυψη τους δια μέσου μιας συστηματικής μεθόδευσης συναλλαγών. Ενισχύει δε την εκτίμηση μας ότι διέπραξε προσχεδιασμένα βάσει ενός γενικότερου εγκληματικού σχεδιασμού, τόσο το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων, όσο και το βασικό έγκλημα της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, το γεγονός ότι ήδη από το χρόνο τέλεσης του βασικού εγκλήματος είχε πλήρη γνώση της τεχνικής ξεπλύματος των ιδιοποιηθέντων χρημάτων με την κατ' αρχήν τοποθέτησή τους κατ' ευθείαν στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας και κυρίως με τη μεταφορά τους σε υπεράκτια χρηματοπιστωτικά κέντρα (off shore financial centers), όπου διατηρούσε και το μεγαλύτερο μέρος του υπέρογκου ποσού που εμφαίνεται ότι κατείχε κατά κυριότητα, το οποίο είχε συσσωρεύσει στους υπ' αριθ. 1) ..., 2) ... λογαριασμούς όψεως και 3) 4/762895 λογαριασμό μερίδας χαρτοφυλακίου, που είχαν ανοιχθεί στο όνομα της Off-Shore εταιρείας με την επωνυμία "... Ltd". Να σημειωθεί ότι το αποκτηθέν παρανόμως ανωτέρω χρηματικό ποσό των 66.500.000 δρχ. δεν είναι το μοναδικό υλικό αντικείμενο της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, αφού παράγει με την χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και ιδίως δια μέσου υπεράκτιων εταιρειών και άλλα παράνομα ωφελήματα, από την κατάθεση σε έντοκο τραπεζικό λογαριασμό, από την κεφαλαιοποίηση των τόκων και από την επωφελή επένδυση και εκμετάλλευση των παραχθέντων περιουσιακών στοιχείων, που πλέον αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο και απαρτίζουν την έννοια της περιουσίας, κατά την διάταξη του άρθρου 1γ του ν.2331/2005.
Περαιτέρω είναι προφανές ότι το Συμβούλιο έκρινε ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι αυτός της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία.
Η κρίση αυτή δεν είναι ορθή το μεν διότι ταυτίζει τις δύο πράξεις από πλευράς χρόνου τελέσεως, ενώ ευρίσκονται σε σχέση προηγούμενης και επόμενης, το δε διότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει με σαφήνεια ο χρόνος κατά τον οποίο τα παράνομα έσοδα, μέσω του χρηματοπιστωτικού συστήματος και με την μορφή της κατάθεσης κατέληγαν και αναπαράγονταν σε τραπεζικούς λογαριασμούς και διοχετεύονταν σε υπεράκτια χρηματοπιστωτικά κέντρα.
Ο κατηγορούμενος προς την κατεύθυνση αυτή ουδέν συνεισφέρει πλην του υπολογισμού των τόκων των τραπεζικών λογαριασμών του.
Αντιθέτως εκμεταλλευόμενος την προφανή αυτή παραδρομή και μάλιστα με την υπόμνηση ότι ο Ν. 2331/95 ίσχυσε από την 23.8.1995, προβαίνει σε μία αλυσιτελή αφαιρετική διαδικασία των, κατ' αυτόν, ποσών που δεν μπορούν να υπολογιστούν στο συνολικό ποσό των 50.000.000 δρχ., αρνούμενος πάντα ότι τέλεσε την πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, αφού τα ποσά αυτά αφορούν και σχετίζονται με την υπό κρίση χρονική περίοδο των αρχών του έτους 1995 και μέχρι την 23.8.1995.
Κι αυτό διότι λογαριάζοντας τα ποσά του ανωτέρω χρονικού διαστήματος (υπό την προϋπόθεση, κατά την άποψη του, ότι μπορούσε να γίνει η άθροιση, που δεν μπορεί να γίνει), στο συνολικό ποσό των 23.500.000 δρχ., δια της αφαιρέσεως, καταλήγει σε ποσό μικρότερο των 50.000.000 δρχ., με συνέπεια και αφού οι μερικότερες πράξεις υπολείπονται του ποσού των 15.000 ευρώ να μην μπορεί να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 1, στοιχείο α, ιι Ν. 2331/95, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 2 παρ.1 Ν. 3424/2005.
Όμως το Συμβούλιό Σας, μπορεί να διορθώσει το, εκ παραδρομής, σφάλμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών και να ορίσει ως χρόνο τελέσεως της πράξεως κείμενο εντός των χρονικών ορίων εφαρμογής του Ν. 2331/95, χωρίς να μειωθεί το χρηματικό ποσό των 66.500.000 δρχ., που αποτελεί το αντικείμενο της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία και κατ' επέκταση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Από τις διατάξεις των άρθρων 313, 317, 318, 319, 463, 469, 481 και 482 συνάγεται ότι σε κάθε περίπτωση που το Συμβούλιο Εφετών επιλαμβάνεται της υποθέσεως κατόπιν εφέσεως κάποιου από τους διαδίκους της ποινικής διαδικασίας δεν δεσμεύεται από τις διατάξεις του άρθρου 470 ΚΠΟΙΝΔ, το οποίο δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση ενδίκου μέσου κατά βουλευμάτων και έχει την εξουσία ακόμα και να χειροτερεύσει τη θέση του κατηγορουμένου και να προσδώσει στην αξιόποινη πράξη, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, τον ορθό χαρακτηρισμό, υπό την προϋπόθεση ότι δεν επέρχεται μεταβολή της κατηγορίας.
Μεταβολή της κατηγορίας υπάρχει όταν η πράξη για την οποία παραπέμπεται ο κατηγορούμενος είναι ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη για την οποία έχει ασκηθεί η ποινική δίωξη και έχει απαγγελθεί η κατηγορία, επί της οποίας κλήθηκε να απολογηθεί ο κατηγορούμενος, κατά τόπο, χρόνο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις, ώστε να αποτελεί νέο έγκλημα αντικειμενικά διαφορετικό.
Αντιθέτως δεν υπάρχει τέτοια μεταβολή, όταν με το βούλευμα συμπληρώνονται και προσδιορίζονται σαφέστερα τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την πράξη, όπως και όταν καθορίζεται μεν διαφορετικός χρόνος τέλεσης της πράξης, αρκεί τούτο να μην επηρεάζει την ταυτότητα της πράξης ή να μην αποκλείει υπάρχουσα παραγραφή.
Ώστε το Συμβούλιο Εφετών, επιλαμβανόμενο έφεσης του κατηγορουμένου, μπορεί στα πλαίσια της λειτουργικής αρμοδιότητας του να προβεί με το βούλευμα, που εκδίδει, σε ορθό χαρακτηρισμό της πράξης και στον προσδιορισμό του χρόνου τέλεσης αυτής, εφόσον έτσι δεν αποκλείεται υπάρχουσα παραγραφή η δεν επηρεάζεται η ταυτότητα της πράξης. (ΑΠ 492/2003 ΝΟΒ-2003-1708).
Επιπλέον, από την διάταξη του άρθρου 317 παρ.2 ΚΠΟΙΝΔ προκύπτει ότι σκοπός της θεώρησης της κατηγορίας είναι να διορθώσει και να θεραπεύσει κάθε ατέλεια η πλημμέλεια η αταξία του πρωτοδίκου βουλεύματος είτε ουσιαστική είτε δικονομική πριν να έλθει η υπόθεση στο Δικαστήριο, επανεξεταζομένης πλήρως της υποθέσεως, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 318 ΚΠΟΙΝΔ, το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο, ελέγχοντας το πρωτόδικο βούλευμα έχει αρμοδιότητα να διατάσσει ό,τι και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών.
Επομένως το Συμβούλιο πρέπει να ορίσει ως χρόνο τελέσεως της πράξεως της νομιμοποίησης εσόδων το χρονικό διάστημα από την 24.8.1995 και εντεύθεν, εφόσον η εγκληματική δράση του κατηγορουμένου είχε εκδηλωθεί και κατ'. αυτό το χρόνο, μέχρι και την 2.1.1998.
Ισχυρίζεται περαιτέρω ο κατηγορούμενος ότι "όσα ποσά υπάρχουν ή και υπήρξαν στους τραπεζικούς λογαριασμούς του ανήκουν στην οικογένειά του και σ' αυτόν και προέρχονται από νόμιμη δραστηριότητά τους" και ότι "όταν ο δράστης (ειδικώς δε αν πρόκειται για μεμονωμένο πρόσωπο) καταθέτει τα χρήματα, που φέρεται να έχει αποκτήσει (δήθεν) από εγκληματική του πράξη, σε δικό του, προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό, η ενέργεια του ναι μεν ενδέχεται να συνιστά μία πράξη αποκρύψεως, πλην όμως, μόνη αυτή, δεν του προσδίδει νόμιμο τίτλο για τα φερόμενα παράνομα έσοδά του".
Οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορουμένου είναι αβάσιμοι, αναπόδεικτοι και μετέωροι. Και τούτο διότι η αόριστη αναφορά περί της προέλευσης από νόμιμη δραστηριότητα των ποσών που υπάρχουν στους λογαριασμούς, χωρίς η δραστηριότητα αυτή να κατονομάζεται η να περιγράφεται η ακόμη να υποστηρίζεται από νομιμοποιητικά έγγραφα δεν αρκεί για να καταδείξει την νόμιμη προέλευση των καταθέσεων.
Οι μισθοί και τα τυχερά του κατηγορουμένου λόγω της θέσεως του ως Μητροπολίτη επί τριάντα και πλέον έτη με τον ασαφή χαρακτηρισμό "αμφότερα σημαντικού ύψους", που δεν προσδιορίζεται ούτε αποδεικνύεται, δεν επαρκούν για να καλύψουν τα χρήματα που βρέθηκαν στους λογαριασμούς, ούτε και "η περιουσία" που δεν προσδιορίζεται σε ποιόν ανήκει ούτε και τα εισοδήματα των αδελφών του, που δεν αναλύονται".
Ενόψει αυτών, έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις κατά του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, με βασικό έγκλημα την υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση, σε βάρος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εκ της οποίας το όφελος που πέτυχε ο δράστης και η ζημία που προξενήθηκε στο νομικό πρόσωπο υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών ή 150.000 ευρώ, ανερχόμενο σε 66.500.000 δραχμές, για την οποία ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, με το οποίο το εν λόγω Συμβούλιο παρέπεμψε αυτόν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), για να δικαστεί για την άνω κακουργηματική πράξη, επικυρώνοντας στη συνέχεια το πρωτόδικο βούλευμα, ως προς την παραπομπή του κατηγορουμένου, άνω διάταξή του, διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης για την οποία παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστεί, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ανωτέρω παρατεθείσες διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει ειδική αιτιολογία και συγκεκριμένα:
α) Τόσο στην ενσωματωμένη στο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών εισαγγελική πρόταση, στην οποία το Συμβούλιο αναφέρεται, όσο και στο σκεπτικό του βουλεύματος, αφού γίνεται σαφής μνεία ότι ελήφθησαν υπ' όψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που συγκεντρώθηκαν κατά την προδικασία και όσα ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε με την έφεση του και γίνεται ακόμη και ειδική μνεία του απολογητικού υπομνήματος του κατηγορουμένου, παρ' ότι αυτό δεν είναι αναγκαίο αφού αρκεί, για την πληρότητα της αιτιολογίας, η κατ' είδος αναφορά των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα, κ.λ.π.) και στην προκειμένη περίπτωση έχει εμφαντικά τονιστεί ότι ελήφθησαν υπ' όψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επισυνάφθηκαν αυτεπαγγέλτως ή με επιμέλεια του κατηγορουμένου κ.λ.π.".
β) Η αξιόποινη πράξη για την οποία παραπέμπεται ο αναιρεσείων ("υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση, σε βάρος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εκ της οποίας το όφελος που πέτυχε ο δράστης και η ζημία που προξενήθηκε στο νομικό πρόσωπο υπερβαίνουν το ποσό των 150.000 ευρώ", δηλαδή η παράβαση των άρθρ. 258γ, 263Α ΠΚ σε συνδυασμό με άρθρ. 1 Ν.1605/50), εμπίπτει στη έννοια της "εγκληματικής δραστηριότητας", όπως η έννοια αυτή προσδιορίζεται στο Νόμο 2331/95, τόσο πριν όσο και μετά την τροποποίησή του από το Νόμο 3424/05. Πριν από την παραπάνω τροποποίηση, οριζόταν από το άρθρ. 1 στοιχ. αιβ' Ν.2331/95, ότι στην έννοια αυτή υπάγονται τα προβλεπόμενα στην παρ. 1 του άρθρ. 1 Ν.1608/50 εγκλήματα. Μετά την τροποποίηση, στο άρθρ. 1 στοιχ.
ΙΙ του Ν.2331/95 ορίζεται ότι στην έννοια της εγκληματικής δραστηριότητας, εμπίπτει "κάθε αξιόποινη πράξη που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι μηνών και από την τέλεσή της προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 Ευρώ". Εξάλλου, από την τελευταία αυτή διατύπωση σαφώς προκύπτει ότι το καθοριζόμενο ποσό "τουλάχιστον 15.000 ευρώ" δεν απαιτείται να προβλέπεται νομοτυπικά ως δεδομένο στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του βασικού εγκλήματος, αλλά αρκεί το ότι στην in concreto περίπτωση προέκυψε από την τέλεση του εγκλήματος. Παραπέρα προκύπτει επίσης, από τη χρήση του όρου "περιουσία", ότι δεν υπολογίζεται μόνο το εν στενεί εννοία "προϊόν εγκλήματος", αλλά πρέπει να συνυπολογίζονται και τα ωφελήματα που προέκυψαν απ' αυτό (π.χ. τόκοι). Είναι δηλαδή δυνατό το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος του "ξεπλύματος" να διαφοροποιείται ποσοτικά από το υλικό αντικείμενο του βασικού εγκλήματος και να υπολογίζεται σ' αυτό η πρόσθετη αξία των ωφελημάτων που τυχόν προέκυψαν και επαύξησαν το αρχικό εγκληματικό προϊόν. Επίσης, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του "ξεπλύματος" δεν απαιτείται προηγούμενη καταδίκη για κάποιο από τα "βασικά" εγκλήματα, Σε ορισμένες περιπτώσεις, άλλωστε, κάτι τέτοιο είναι από τα πράγματα ανέφικτο, όπως για παράδειγμα όταν έχει χωρίσει παραγραφή του βασικού εγκλήματος. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του "ξεπλύματος" αρκεί να βεβαιώνεται, κατά τρόπο που μπορεί να επιστηρίξει "δικανική κρίση", ότι η περίουσία, της οποίας επιχειρείται η νομιμοποίηση, προέρχεται από "εγκληματική δραστηριότητα". Σημειώνεται επίσης, ότι το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα ("ξέπλυμα") τυποποιήθηκε, το πρώτον, με το Νόμο 2331/95 που ίσχυσε από 24-8-1995 και συνεπώς οποιαδήποτε πράξη έλαβε χώρα πριν από την παραπάνω ημεροχρονολογία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συγκροτεί το έγκλημα αυτό. Ουδόλως όμως εμποδίζεται η συγκρότηση της έννοιας του εγκλήματος του "ξεπλύματος" από το γεγονός ότι το "βασικό έγκλημα" τελέστηκε πριν από τις 24-8-1995, αρκεί η πράξη νομιμοποίησης του εγκληματικού προϊόντος να επιχειρήθηκε μετά την παραπάνω ημεροχρονολογία. Υπάρχει επίσης ειδική αιτιολογία για το ότι ο δράστης ενός "βασικού" εγκλήματος μπορεί να είναι και δράστης του "ξεπλύματος βρώμικου χρήματος", όπως έχει επικρατήσει να λέγεται, από τις 24-8-1990 και μέχρι σήμερα. Με την τροποποίηση που επέφερε ο Ν.3424/05 ο δράστης ενός "βασικού" εγκλήματος μπορεί και πάλι να είναι και δράστης του "ξεπλύματος", απαιτείται όμως να συντρέχει και το πρόσθετο στοιχείο του συνολικού σχεδιασμού δράσης. Η ρύθμιση αυτή είναι σαφώς πιο επιεικής, αφού για την ύπαρξη ποινικής ευθύνης απαιτείται το προαναφερθέν πρόσθετο στοιχείο και θα εφαρμοστεί και για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του Ν.3424/06, δηλαδή πριν τις 13-12-2005. Επίσης, ότι τα αναφερόμενα στο άρθρ. 1 Ν.2331/95 εγκλήαμτα ("βασικά εγκλήματα") τελούν σε αληθινή πραγματική συρροή με τα αναφερόμενα στο άρθρ. 2 του ίδιου νόμου, 2331/95 εγκλήματα "ξεπλύματος", με εξαίρεση μόνο την περίπτωση της παροχής συνδρομής σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα και δεν ισχύει η αρχή της επικουρικότητας, αφού δεν πρόκειται για περισσότερες μορφές συμμετοχής στο ίδιο αδίκημα, αλλά περί τελέσεως δύο αυθύπαρκτων διακριτών μεταξύ τους αδικημάτων το καθένα από τα οποία συγκροτείται από ιδιαίτερα στοιχεία. Είναι αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος για έλλειψη αιτιολογίας επειδή στο προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται ειδική αναφορά στις καταθέσεις έξι (6) μαρτύρων, που περιέχονται στα πρακτικά της υπ' αριθμ. 2104/06 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, αντίγραφο της οποίας υπάρχει στην προκείμενη δικογραφία και δεν γίνεται μνεία και των λοιπών είκοσι (20) καταθέσεων, που επίσης διαλαμβάνονται στην παραπάνω απόφαση, αφού η έξαρση μερικών από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, όπως αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται. Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί η μνεία του συγκεκριμένου εγγράφου που προέρχεται από άλλη δίκη (πρακτικά και απόφαση υπ' αριθμ. 2104/06 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών) και στο οποίο περιέχονται όλες οι καταθέσεις, χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά στο περιεχόμενό του. Επίσης, είναι αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας για το λόγο ότι η ποινική δίωξη ασκήθηκε χωρίς τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης και χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αυτοφώρου εγκλήματος, καθώς και ότι το Συμβούλιο Εφετών, με το να απορρίψει την έφεσή του και να τον παραπέμψει στο ακροατήριο, παραλείποντας να κηρύξει άκυρη τη διαδικασία, υπερέβη την εξουσία του. Όμως, κατά τις διατάξεις του άρθρου 243 §2 Κ.Π.Δ., "αν από την καθυστέρηση απειλείται άμεσος κίνδυνος ή αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα, όλοι οι κατά τα άρθρ. 33 και 34 ανακριτικοί υπάλληλοι είναι υποχρεωμένοι να επιχειρούν όλες τις ανακριτικές πράξεις, που είναι αναγκαίες για να βεβαιωθεί η πράξη και να ανακαλυφθεί ο δράστης, έστω και χωρίς προηγούμενη παραγγελία του εισαγγελέα". Έτσι, δεν πάσχουν ακυρότητας οι ανακριτικές πράξεις που έγιναν χωρίς προηγούμενη παραγγελία του εισαγγελέα, επί αυτοφώρου εγκλήματος ή που κατά την ανέλεγκτη κρίση των ανακρινόντων, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Επίσης, οι αιτιάσεις ότι: α) η παράβαση της ΠΚ 258γ' (υπεξαίρεση στην υπηρεσία) δεν περιλαμβάνεται στα εγκλήματα του άρθρου 1 Ν.2331/95 και, κατά συνέπεια, η ποινική δίωξη είναι νόμω αβάσιμη, και β) ο Ν.1608/1950 δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση, αφού δεν αναφέρεται στο Ν.3424/05 και, έτσι η εφαρμογή του εδώ είναι αυθαίρετη, είναι αβάσιμες για τους προεκτεθέντες λόγους και πρέπει να απορριφθούν. Πρέπει τέλος, να σημειωθεί, ότι ο Άρειος Πάγος δεν είναι δικαστήριο - συμβούλιο ουσίας έτσι ώστε να μπορεί να ελέγχει την ουσιαστική πλευρά της υπόθεσης, αλλά θεωρεί ως δεδομένα, ότι δηλ. όντως απεδείχθησαν αυτά που δέχεται ότι απεδείχθησαν το συμβούλιο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του. Έτσι δεν συνιστά λόγον αναίρεσης για κακή εκτίμηση των εκ της ανακρίσεως προκυψάντων πραγματικών περιστατικών ή αντικρούων την υπό του βουλεύματος δεκτή γινομένη ύπαρξη αυτών, είναι απαράδεκτος. Τέλος, είναι αβάσιμη και η αιτίαση για παραβίαση δεδικασμένου καθόσον η απλή αναφορά του αρθρ. 484 §1 στοιχ. γ' του Κ.Π.Δ., που γίνεται στη σελίδα 22 του αναιρετηρίου εγγράφου, χωρίς την επίκληση οιουδήποτε άλλου στοιχείου, είναι ασαφής και αόριστη και καθιστά απαράδεκτο τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης για παραβίαση δεδικασμένου. Εξάλλου, το Συμβούλιο Εφετών, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθώ ο αναιρεσείων. Ούτε επίσης εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων. Κατόπιν αυτών, τα παράπονα που διατυπώνει ο αναιρεσείων ότι εσφαλμένα με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έγινε με αυτό δεκτή η έφεση του κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, είναι αβάσιμα. Ακολούθως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα, αλλά και ο από το αυτό άρθρο στοιχ. δ', για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, όπως επίσης οι από το αυτό άρθρο ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, περ. α' (απόλυτης ακυρότητας), στ' (υπέρβασης εξουσίας) και γ' (παραβίαση δεδικασμένου), ως αβάσιμοι πρέπει να απορριφθούν. Οι λοιπές δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, με την επίκληση του άνω λόγου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15ης Μαΐου 2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 641/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (ξέπλυμα βρώμικου χρήματος) με βασικό έγκλημα την υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση, σε βάρος ΝΠΔΔ (μονής) με όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 150.000 €. Βασικό έγκλημα και επόμενη πράξη επί νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, τελούν σε πραγματική συρροή. Η ποινική ευθύνη για το βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία του υπαιτίου και για τις πράξεις της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Δράστης μπορεί να είναι το αυτό πρόσωπο και των δύο εγκλημάτων αρκεί να συντρέχει το στοιχείο του συνολικού σχεδιασμού δράσης. Ενεργητικό υποκείμενο του άρθρου 2 § 1 Ν. 2331/1995 μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, ακόμα και ο αυτουργός ενός από τα βασικά εγκλήματα. Στην έννοια της εγκληματικής δραστηριότητας που ορίζεται στο άρθρο 2 § 1 Ν. 2331/1995 εντάσσονται δύο κατηγορίες εγκλημάτων. Η πρώτη που περιλαμβάνει τα βασικά, ενώ η δεύτερη είναι κάθε αξιόποινη πράξη που τιμωρείται με στερητική ποινή ελευθερίας άνω των 6 μηνών και ζημία ή όφελος άνω των 15.000 €, όταν τελέστηκε σε βάρος ΝΠΔΔ. Ο Ν. 1608/50 δεν θεσπίζει νέα αδικήματα κατά του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ, αλλά αναβιβάζει το πλαίσιο ποινής για πράξεις, όταν αυτές στρέφονται κατά του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ και το όφελος που πέτυχε ο δράστης ή η ζημία υπερβαίνει τις 150.000 €. Το έγκλημα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, εντάσσεται στη β' κατηγορία εγκλημάτων, ως προαπαιτούμενο της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στο βούλευμα, όταν γίνεται αναφορά σε καταθέσεις ορισμένων μαρτύρων. Ούτε επίσης απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας για το λόγο ότι δεν διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση ή χωρίς κλήση του κατηγορουμένου, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αυτοφώρου εγκλήματος, αφού έγινε δεκτό ότι υπήρχε άμεσος κίνδυνος από την καθυστέρηση. Τέλος δεν υπάρχει υπέρβαση εξουσίας με το να παραπέμψει το Συμβούλιο τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο, παραλείποντας να κηρύξει άκυρη την ποινική δίωξη, όπως αβάσιμα ο αναιρεσείων αιτιάται. Ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση του δεδικασμένου, χωρίς την επίκληση άλλου στοιχείου είναι ασαφής και αόριστος και καθιστά απαράδεκτο το σχετικό λόγο. Η ποινική δίωξη ασκήθηκε για το ποσό των 66.500.000 δρχ και όχι για το ποσό των 56.000.000 δρχ. που καταδικάστηκε για υπεξαίρεση ο αναιρεσείων. Ο Ν. 1608/50 εφαρμόζεται και στην παρούσα περίπτωση. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπέρβαση εξουσίας, Δεδικασμένο, Νομιμοποίηση εσόδων, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία, Καταχραστές Δημοσίου.
| 0
|
Αριθμός 1385/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νικολιδάκη, περί αναιρέσεως της 7685/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Φυτράκη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 220/10.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28, 302§1 ΠΚ συνάγεται ότι η αντικειμενική υπόσταση, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια συνίσταται στην πρόκληση θανάτου άλλου. Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης απαιτείται να βεβαιώνονται όλα τα στοιχεία της αμέλειας, όπως αυτά περιγράφονται στο άρθρο 28 ΠΚ ως προς την πρόκληση του θανάτου. Ακόμη απαιτείται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειάς του. Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης και για τον καταλογισμό μιας τελικά άδικης ανθρωποκτονίας σε ενοχή του δράστη απαιτείται, όπως λέχθηκε, να υπάρχει αμέλεια, κατά την έννοια του άρθρου 28 ΠΚ. Η διάταξη αυτή ορίζει ότι, όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από τη διάταξη συνάγεται ότι η ποινική αμέλεια διακρίνεται σε συνειδητή και μη συνειδητή, συνειδητή δε είναι αν ο υπαίτιος πρόβλεψε ότι από τη συμπεριφορά του ήταν δυνατό να προέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά πίστεψε ότι δεν θα επερχόταν, ενώ μη συνειδητή αμέλεια υπάρχει αν ο υπαίτιος δεν πρόβλεψε το αποτέλεσμα, καίτοι όφειλε και μπορούσε να το προβλέψει, εφόσον είχε καταβάλει την προσήκουσα προσοχή, που κατ' αντικειμενική κρίση απαιτείται. Ενόψει της διακρίσεως αυτής το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιο από τα δύο είδη αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι, αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 28 ΠΚ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια: "Ο κατηγορούμενος, στις 8-12-2004 και ώρα 22:10 περίπου, οδηγώντας το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, τύπου τζιπ, της ιδιοκτησίας του και κινούμενος, με κατεύθυνση προς ..., στη Λεωφόρο ... που βρίσκεται στην ..., καταλαμβάνοντας τμήμα της αριστερής και τμήμα της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας της ως άνω Λεωφόρου, πλησίαζε στον ισόπεδο οδικό κόμβο της ως άνω Λεωφόρου από δεξιά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου του, με την οδό ..., η οποία είναι διπλής κατεύθυνσης, με πλάτος οδοστρώματος καθενός των δύο ρευμάτων πορείας έχει πλάτος 6,20 μέτρων και από αριστερά, πάλι σε σχέση με την πορεία του ίδιου αυτοκινήτου, με την οδό ..., που είναι μονής κατεύθυνσης, με πλάτος οδοστρώματος 8 μέτρων. Σημειώνεται ότι όπως προκύπτει από την από ... έκθεση αυτοψίας που αναφέρεται παραπάνω και αναγνώστηκε, η Λεωφόρος ... είναι ευθεία οριζόντια οδός, διπλής κατεύθυνσης, με διαχωριστική νησίδα πλάτους 4 μέτρων μεταξύ των δύο ρευμάτων της (προς ...) τα οποία έχουν πλάτος οδοστρώματος 10.50 μέτρων, το καθένα και από τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, που χωρίζονται με διακεκομμένες γραμμές. Για τη ρύθμιση δε της κυκλοφορίας οχημάτων και πεζών στον παραπάνω οδικό κόμβο υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες που κατά τον προαναφερόμενο χρόνο λειτουργούσαν κανονικά, όπως τούτο αποδεικνύεται από το από 7-12-2006 έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ, (περί της λειτουργίας της συγκεκριμένης σηματοδοτικής εγκατάστασης), ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στην Λεωφόρο ... καθορίζεται με ρυθμιστική πινακίδα και ορίζεται σε 60 χλμ/ώρα. Κατά τον ως άνω χρόνο ήταν νύκτα, αλλά υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, η δε κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρή και η κίνηση των οχημάτων κανονική. Την ίδια ως άνω ημέρα και ώρα, ο Ψ, ηλικίας τότε 23 ετών, οδηγώντας την υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του πατέρα του, κινείτο στην οδό ..., με κανονική ταχύτητα, δηλαδή όχι ανώτερη του αναφερόμενου παραπάνω επιτρεπομένου ορίου, με κατεύθυνση προς τη Λεωφόρο ... και με σκοπό να διασχίσει αυτή, κινούμενος από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου και εισερχόμενος στην οδό ... να κατευθυνθεί προς τη Λεωφόρο .... Όταν ο οδηγός Ψ πλησίασε στη διασταύρωση της οδού ... με τη Λεωφόρο ..., ο φωτεινός σηματοδότης για την πορεία του έδειξε πράσινο φως και εκείνος συνεχίζοντας κανονικά την πορεία του, διέσχισε το πλάτους 10.50 μέτρων ρεύμα της ... προς ..., καθώς και τη διαχωριστική νησίδα των δύο ρευμάτων πορείας της Λεωφόρου, η οποία έχει πλάτος 4 μέτρα. Τη στιγμή δε που αυτός είχε ήδη εισέλθει, με τη μοτοσυκλέτα του, στο οδόστρωμα του ρεύματος πορείας προς ..., στο οποίο όπως προαναφέρθηκε κινείτο οδηγώντας το όχημα του ο κατηγορούμενος, ο τελευταίος, αν και ο φωτεινός σηματοδότης της Λεωφόρου ... έδειχνε ερυθρό φως για τα οχήματα που κινούνταν προς ... (όπως το όχημα του), ευρισκόμενος σε κατάσταση μέθης, αφού το ποσοστό οινοπνεύματος στο αίμα του ήταν ανώτερο του ενός γραμμαρίου κατά λίτρο αίματος (1γρ/λίτρο) και κινούμενος με υπερβολική ταχύτητα, η οποία δεν διαπιστώθηκε επακριβώς, κατά πολύ ανώτερη όμως του επιτρεπόμενου ορίου των 60χιλ/ώρα, φθάνοντας στο ύψος της ως άνω διασταύρωσης δεν σταμάτησε, όπως όφειλε το όχημα του, αλλά συνέχισε την πορεία του, επιδιώκοντας να διασχίσει γρήγορα αυτή, ενώ λόγω της κατάστασης του (μέθης) ούτε καν είχε αντιληφθεί τη κινούμενη κανονικά δίκυκλη μοτοσυκλέτα του Ψ, που εκείνη ακριβώς τη στιγμή είχε εισέλθει στο ρεύμα πορείας του και στην λωρίδα κυκλοφορίας που αυτός κινείτο (εν μέρει στην αριστερή και εν μέρει στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος της Λεωφόρου ... προς .... Η απόλυτα αμελής αυτή οδηγική συμπεριφορά του κατηγορούμενου είχε ως αποτέλεσμα να παρεμβληθεί, με το όχημα του στην πορεία της μοτοσυκλέτας και αιφνιδιάζοντας τον οδηγό της, να προσκρούσει με σφοδρότητα στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα αυτής με την εμπρόσθια αριστερή γωνία του αυτοκινήτου του, να ωθήσει με δύναμη τη μοτοσυκλέτα προς τα πίσω, με συνέπεια αυτή συρόμενη διαγωνίως στο οδόστρωμα του ρεύματος πορείας της Λεωφόρου ... προς ...τοποιηθεί τελικά πάνω σ' αυτό, σε απόσταση 23,40 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης. Ο δε οδηγός της μοτοσυκλέτας, Ψ, λόγω της σφοδρότητας της πρόσκρουσης των οχημάτων και της ώθησης που δέχτηκε η μηχανή του εκτινάχθηκε, κατά την πορεία του ΙΧΕ αυτοκινήτου του κατηγορούμενου και στη συνέχεια κατέπεσε στο οδόστρωμα του ρεύματος πορείας προς ... της ..., σε απόσταση 16 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης. Από το αυτοκινητικό αυτό ατύχημα ο Ψ, τραυματίστηκε θανάσιμα αφού υπέστη βαρείες κακώσεις κεφαλής και θώρακα, από τις οποίες επήλθε αμέσως ο θάνατος του, όπως αποδεικνύεται και από την υπ' αριθ. ... ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του Ιατροδικαστή Γ, η οποία αναγράφεται παραπάνω και αναγνώστηκε στο ακροατήριο.
Από την εκτίμηση όλων των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι το επίδικο ατύχημα και ο θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, Ψ οφείλονται αποκλειστικά στην αμελή συμπεριφορά του κατηγορούμενου, οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, Χ ο οποίος από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει όπως κάθε μέσος συνετός οδηγός, επέφερε με το όχημα του και κατά την οδήγηση του το θάνατο του ως άνω οδηγού, χωρίς να προβλέψει όπως όφειλε το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παραπάνω πράξη του. Συγκεκριμένα, η αμέλεια του κατηγορούμενου συνίσταται στο ότι αυτός αν και ήταν υποχρεωμένος να σταματήσει το όχημα του πριν εισέλθει στη διασταύρωση της Λεωφόρου ... με τις οδούς ... και ..., αφού ο φωτεινός σηματοδότης έδειχνε ερυθρό κυκλικό φώς για τα οχήματα που κινούνταν με πορεία όπως το δικό του (προς ...), αυτός συνέχισε την πορεία του και εισήλθε στη διασταύρωση, (άρθρο 6 § 1 β του Ν. 2696/1999), με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία της κανονικά κινούμενης μοτοσυκλέτας του ως άνω θανόντος και να επιφέρει τις αναφερόμενες παραπάνω τραγικές συνέπειες. Αντίθετα, δεν αποδείχτηκε ότι ο θανών οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας επέδειξε οποιαδήποτε, έστω και ελαφρά αμέλεια κατά την οδήγηση της, δεδομένου ότι όταν αυτός πλησίασε με το όχημά του στη διασταύρωση της οδού ... στην οποία κινείτο με την Λεωφόρο ... ο εκεί φωτεινός σηματοδότης έδειξε πράσινο φως για την πορεία του και συνεπώς αυτός ορθά συνέχισε την πορεία του ενώ η ταχύτητα με την οποία κινείτο ήταν επίσης κανονική.
Η παραπάνω δικαστική κρίση θεμελιώνεται και ενισχύεται από το σύνολο των αναφερόμενων παραπάνω αποδεικτικών μέσων και ιδιαίτερα : α) από το υπ' αριθ. πρωτ. ... έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ (Γεν. Γραμ. Δημ. Έργων Δ/νση ΚΕΣΟ) το οποίο αφορά τη λειτουργία της σηματοδοτικής εγκατάστασης του κόμβου ..., από το οποίο αποδεικνύεται με σαφήνεια η σειρά εναλλαγής των ενδείξεων των φωτεινών σηματοδοτών του αναφερόμενου παραπάνω οδικού κόμβου και συγκεκριμένα καταδεικνύεται από το έγγραφο αυτό ότι όταν ο φωτεινός σηματοδότης του ρεύματος προς ... της ... (δηλαδή, εκείνος της πορείας του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου) δείξει κόκκινο φως, την ίδια χρονική στιγμή ο φωτεινός σηματοδότης της οδού ... ( δηλαδή, εκείνος της πορείας της μοτοσυκλέτας) δείχνει πράσινο φως. Από αυτό συνάγεται ότι η μόνη περίπτωση να συναντηθούν στην παραπάνω διασταύρωση δύο οχήματα κατά την εναλλαγή των ενδείξεων των φωτεινών σηματοδοτών, είναι να περάσει με κόκκινο το κινούμενο στη ..., δηλαδή, στη κρινόμενη περίπτωση, το ΙΧΕ αυτοκίνητο και με πράσινο το εξερχόμενο από την οδό ..., δηλαδή η μοτοσυκλέτα. Αντίθετα όταν ανάβει πράσινο φως για τα οχήματα πους ρεύματος προς ... της ..., δεν υπάρχει ταυτόχρονη εναλλαγή σε κόκκινο στους άλλους σηματοδότες του οδικού κόμβου. Εξάλλου, πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι τα όσα αναφέρει στην από 8-12-2004 προανακριτική κατάθεση του ο φερόμενος στην έκθεση αυτοψίας ως αυτόπτης μάρτυρας, Δ, λέγοντας κατά λέξη : "...Ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας παραβίασε ερυθρό σηματοδότη που είχε στην πορεία του ,,.", οφείλονται αφενός μεν στο γεγονός το οποίο ο ίδιος ανέφερε στην ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατάθεση του, ότι δεν είχε δεί τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ούτε το φανάρι της οδού ..., αλλά ούτε και το κρεμαστό φανάρι της Λεωφόρου ..., αλλά όντας πεζός κινούμενος από το ένα πεζοδρόμιο της οδού ... προς το άλλο, είδε το φανάρι που αφορούσε τη δική του πορεία ως πεζού, το οποίο έδειχνε πράσινο για τους πεζούς και κόκκινο για τα οχήματα και έτσι αγνοώντας ότι η οδός ... είναι μονής κατεύθυνσης σε αντίθεση με την οδό ... και ότι όταν το φανάρι της οδού ... του ενός ρεύματος πορείας αυτής, εκείνου προς ..., δείχνει κόκκινο φως, το φανάρι του άλλου ρεύματος πορείας της οδού αυτής προς ... και συνεπώς και εκείνο της οδού ..., είναι πράσινο, οδηγήθηκε συμπερασματικά και όχι εμπειρικά στην παραπάνω θέση του, ότι δηλαδή ο θανών πέρασε με κόκκινο, ενώ το αληθές είναι ότι όταν το φανάρι της οδού ..., έχει πράσινο για τα οχήματα, το φανάρι της οδού ... έχει επίσης πράσινο φως για τα οχήματα του ρεύματος πορείας αυτής προς .... Το εσφαλμένο του ως άνω αρχικού συμπεράσματος του, παραδέχτηκε και ο ίδιος ο ως άνω μάρτυρας στην ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ένορκη κατάθεση του. β) από το υπ' αριθ. πρωτ. ... έγγραφο της ΕΛΑΣ (Τμήμα Χημικών και Φυσικών εξετάσεων) από το οποίο αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο του επιδίκου ατυχήματος βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, αφού προκύπτει από το έγγραφο αυτό ότι κατά τη λήψη αίματος από τον κατηγορούμενο, που έγινε μετά από τέσσερεις περίπου ώρες (3 ώρες και 58 λεπτά) από το χρόνο του ατυχήματος, διαπιστώθηκε περιεκτικότητα οινοπνεύματος στο αίμα του 0,60 γραμμαρίων κατά λίτρο. Τούτο, με βάση τον κοινά αποδεκτό συντελεστή ελάττωσης του οινοπνεύματος στους άνδρες, σε περίπτωση που κατά τη στιγμή του ατυχήματος είχε αρχίσει ο μεταβολισμός της αιθανόλης από τον οργανισμό του κατηγορουμένου, τότε κατά τον επίδικο χρόνο, εκείνο του ατυχήματος, η περιεκτικότητα σε οινόπνευμα στο αίμα του κυμαινόταν μεταξύ 1,14 γρ/λίτρο, δηλαδή ο κατηγορούμενος τελούσε σε κατάσταση μέθης.
Συνεπώς, ενόψει των προαναφερομένων στοιχειοθετείται πλήρως η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω πράξης στο πρόσωπο του κατηγορούμενου και επομένως πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικο". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της ανωτέρω πράξεως και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι : "Στην ..., στις 8-12-2004, από αμέλεια του, δηλαδή από την έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, επέφερε με το όχημα του και κατά την οδήγηση του, τον θάνατο σε άλλον, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παρακάτω πράξη του. Συγκεκριμένα, οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο και κινούμενος στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της λεωφόρου ..., με κατεύθυνση από λεωφόρο ..., δεν είχε τον επιβαλλόμενο πλήρη έλεγχο του οχήματος ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς δεδομένου ότι ανιχνεύθηκε στον οργανισμό του ποσότητα αλκοόλ σε ποσοστό 0,60%, δια της μεθόδου της αιμοληψίας, με αποτέλεσμα φθάνοντας στην διασταύρωση της άνω λεωφόρου με την οδό ... να μην αντιληφθεί εγκαίρως, ώστε, με κατάλληλους αποφευκτικούς ελιγμούς να αποφύγει την υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Ψ, κινούμενος επί της οδού ..., με κατεύθυνση προς την λεωφόρο ... με συνέπεια να συγκρουσθεί με την άνω μοτοσυκλέτα και να τραυματισθεί θανάσιμα ο οδηγός αυτής Ψ που υπέστη διάσπαρτες εκχυμώσεις και εκδορές-μικροδιασχίσεις, σε διάφορες ανατομικές περιοχές (τριχωτό κεφαλής, οπίσθια χώρα δεξιού αγκώνος, ραχιαία χώρα δεξιάς άκρας χειρός, πρόσθιες χώρες γονάτων, αριστερά τροχαντήριος χώρα, έξω σφυρών), τραυματικό υποδόριο κεφαλαιμάτωμα, γραμμοειδές κάταγμα δεξιού λιθοειδούς οστού, γραμμοειδές κάταγμα αριστερού λιθοειδούς οστού, 2,5 εκατ., προσπονδυλικό αιμάτωμα αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, αιμάτωμα μαλθακών μορίων, τραυματική διάσχιση της αορτής, στην ανατομική θέση του αορτικού ισθμού και συνεπόμενης διαφυγής - εξαγγειώσεως αίματος και δημιουργίας αιμοθώρακος και εστιακές θλάσεις σε αμφότερους τους πνεύμονες, εκ των ως άνω κακώσεων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος αυτού ".
Με αυτά, τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, όπως προκύπτει από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά την χωρίς συνείδηση αμέλεια που δέχθηκε ότι επέδειξε ο αναιρεσείων κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του, η οποία και προκάλεσε το τροχαίο ατύχημα που περιγράφεται στο σκεπτικό, κατά το οποίο προκλήθηκε ο συνδεόμενος αιτιωδώς με αυτό θανάσιμος τραυματισμός του Ψ, γιού του πολιτικώς ενάγοντος. Ειδικότερα το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, δέχθηκε ότι, ναι μεν το αίμα του αναιρεσείοντος, κατά τον χρόνο που έγινε η αιμοληψία, περιείχε αλκοόλη σε ποσότητα 0,60/λίτρο, όπως αναφέρεται στο διατακτικό, πλην όμως, με δεδομένο ότι αυτή διενεργήθηκε μετά πάροδο 4 περίπου ωρών από του ατυχήματος και λαμβανομένης υπόψη της απορροφήσεως της αιθανόλης από τον οργανισμό του, η ποσότητα που περιείχε κατά την στιγμή του ατυχήματος ανερχόταν σε 1,14 γρ./λίτρο, με αποτέλεσμα να τελεί αυτός σε κατάσταση μέθης, η οποία επηρεάζει την ικανότητα προς οδήγηση και την ικανότητα αντίδρασης του οδηγού και έτσι, ως προς το ζήτημα αυτό, δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ διατακτικού και σκεπτικού, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Περαιτέρω όμως το Δικαστήριο δέχθηκε στο σκεπτικό ότι η χωρίς συνείδηση αμέλεια του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ατυχήματος, στην σύγκρουση κατ αυτό των δύο οχημάτων και στον θανάσιμο τραυματισμό του θύματος οδηγού της μοτοσυκλέτας, συνίστατο στο ότι παραβίασε την ερυθρά ένδειξη, ως προς την πορεία του, του φωτεινού σηματοδότη παραβαίνοντας έτσι τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 β του ΚΟΚ (Ν 2696/1999), εισήλθε παράνομα στη διασταύρωση της λεωφόρου ..., στο ρεύμα πορείας της οποίας με κατεύθυνση προς την ...ης αποφάσεως, εκινείτο, με τις οδούς ..., με αποτέλεσμα να αποκόψει την πορεία του κανονικά εισελθόντος στην διασταύρωση οδηγού της μοτοσυκλέτας, αφού ο σηματοδότης επί της οδού ..., στην οποία εκινείτο, είχε πράσινη ένδειξη, με αποτέλεσμα να συγκρουσθούν τα δύο οχήματα και να τραυματισθεί ο οδηγός της που υπέστη τις λεπτομερώς αναφερόμενες στο διατακτικό πολλαπλές σωματικές κακώσεις, συνεπεία των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε αμέσως ο θάνατός του. Στο διατακτικό όμως το Δικαστήριο δεν εξειδικεύει την ασυνείδητη, κατά την ανωτέρω έννοια, αμέλεια του αναιρεσείοντος στην παραβίαση της ερυθράς ενδείξεως του προς την κατεύθυνση του ερυθρού σηματοδότη, αλλ αντιθέτως την εντοπίζει στο ότι δεν ασκούσε, κατά την οδήγηση, τον επιβαλλόμενο έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διενεργήσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, με αποτέλεσμα, φθάνοντας στην διασταύρωση της λεωφόρου .... με την οδό ... να μη αντιληφθεί εγκαίρως την δίκυκλη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε το θύμα κινούμενο επί της οδού ..., ώστε με τους κατάλληλους αποφευκτικούς ελιγμούς να την αποφύγει, με συνέπεια να συγκρουσθούν τα δύο οχήματα και να τραυματισθεί θανάσιμα ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, δηλαδή του αποδίδει παράβαση του άρθρου 19 παρ. 1 ΚΟΚ. Η ασάφεια των αιτιολογιών και η αντιφατικότητα μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, αλλά και οι ελλιπείς κατά τα κατωτέρω αιτιολογίες, ως προς το περιεχόμενο της ασυνείδητης αμέλειας που, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, βαρύνει τον αναιρεσείοντα για την σύγκρουση των δύο οχημάτων, δημιουργεί αβεβαιότητα ως το τι δέχθηκε τελικά το Δικαστήριο, αναφορικά με την αμελή συμπεριφορά, που επέδειξε ο αναιρεσείων κατά την οδήγηση του ΙΧΕ αυτοκινήτου του, η οποία και συνδέεται αιτιωδώς με την σύγκρουση, δηλαδή αυτή προκλήθηκε από την παραβίαση της ερυθράς ενδείξεως του προς την κατεύθυνση πορείας του φωτεινού σηματοδότη και την παράνομη είσοδό του στην διασταύρωση των ως άνω οδών, στην οποία βρισκόταν νομίμως η μοτοσυκλέτα την πορεία της οποίας και ανέκοψε, ή από την μη άσκηση του δέοντος ελέγχου επί του αυτοκινήτου του, ενώ πλησίαζε στην διασταύρωση, για να μπορέσει να διενεργήσει τους κατάλληλους και ενδεικνυόμενους από τις κυκλοφοριακές συνθήκες αποφευκτικούς ελιγμούς, με αποτέλεσμα να μη αντιληφθεί, λόγω και της καταστάσεως μέθης στην οποία τελούσε, εγκαίρως την μοτοσυκλέτα, να μη μπορέσει να διενεργήσει τους ενδεδειγμένους αποφευκτικούς ελιγμούς, προκειμένου να την αποφύγει, με συνέπεια, ενόψει και της μεγάλης ταχύτητας, όπως δέχθηκε, με την οποία εκινείτο, το ακριβές ύψος της οποίας και δεν προσδιορίζεται, να επέλθει η σύγκρουση, με τα ανωτέρω αποτελέσματα. Δεν προσδιορίζεται επίσης σε ποιο σημείο βρισκόταν η μοτοσυκλέτα όταν ο αναιρεσείων πλησίαζε στην διασταύρωση και αν η απόσταση που χώριζε τα δύο οχήματα του επέτρεπε να διενεργήσει τον κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό και μάλιστα με επιτυχές αποτέλεσμα. Κατ ακολουθία τούτων η απόφαση στερείται της, κατά τα ανωτέρω, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Συνεπώς ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, τυγχάνει βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 500, 502 παρ. 2 και 486 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση αθωώσεως του κατηγορουμένου και ασκήσεως εφέσεως από τον Εισαγγελέα, αυτός που νομίμως παρέστη ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του Πλημμελειοδικείου που δίκασε σε πρώτο βαθμό, δικαιούται να παρασταθεί με την αυτήν ιδιότητα και στην κατ' έφεση δίκη, αλλά μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας και της ενοχής του κατηγορουμένου, από την οποία απορρέουν οι πολιτικές απαιτήσεις του, την επιδίκαση των οποίων όμως δεν μπορεί να επιδιώξει στο Εφετείο. Τούτο δε διότι, η έφεση του Εισαγγελέως προσβάλλει το ποινικό μέρος της υποθέσεως, ως προς το οποίο μόνο μεταβιβάζεται η υπόθεση στο Εφετείο. Εάν, παρά ταύτα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προβεί στην επιδίκαση της απαιτήσεως του πολιτικώς ενάγοντος, υπερβαίνει την εξουσία του και η απόφασή του καθίσταται αναιρετέα, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, πλην, η παραδοχή του λόγου τούτου δεν επάγεται την αναίρεση της αποφάσεως στο σύνολό της, αφού ο πολιτικώς ενάγων νομίμως μετέσχε στην δίκη μέχρι την κήρυξη της ενοχής του κατηγορουμένου και προς υποστήριξη αυτής, αλλά μόνο ως προς τη διάταξή της περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως στον πολιτικώς ενάγοντα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, σε συνδυασμό προς την 71372/2008 πρωτόδικη, το Εφετείο, καίτοι επιλήφθηκε της υποθέσεως, συνεπεία εφέσεως του Εισαγγελέως Πλημ/κων κατά της αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, Αθηνών, επιδίκασε στον πρωτοδίκως παραστάντα ως πολιτικώς ενάγοντα πατέρα του θύματος της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας που αποδιδόταν στον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα και νομίμως παρέστη με την ίδια ιδιότητα και στο δεύτερο βαθμό προς υποστήριξη της κατηγορίας, σαράντα τέσσαρα (44) Ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ψυχικής οδύνης (εσφαλμένα αναφέρεται ηθικής βλάβης) που υπέστη από την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του αναιρεσείοντος σε βάρος του γιού του. Έτσι όμως το Εφετείο, χωρίς να υπάρχει νόμιμη προς τούτο παράσταση της πολιτικής αγωγής, υπερέβη την εξουσία του, με το να επιδικάσει την εν λόγω χρηματική απαίτηση και γι' αυτό, κατά μερική παραδοχή του τρίτου από το άρθρο 510 παρ. 1 Η ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως, θα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση εν μέρει, και όχι καθολοκληρία, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ήτοι μόνο κατά την περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως διάταξή της. Λόγω όμως της, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη, αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά παραδοχή του από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και της παραπομπής της υποθέσεως, κατ άρθρο 519 ΚΠΔ, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση για εκ νέου συζήτηση, δεν συντρέχει λόγος απάλειψης από το παρόν Δικαστήριο της διατάξεως της προσβαλλομένης αποφάσεως περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως, αφού και η διάταξη αυτή εξαφανίζεται και ο πολιτικώς ενάγων θα μπορεί να παραστεί κατά την μετά την παραπομπή εκδίκαση της υποθέσεως προς υποστήριξη της κατηγορίας.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 66 παρ.1 ΚΠΔ, η πολιτική αγωγή, που έχει ασκηθεί σε πολιτικό δικαστήριο, μπορεί να εισαχθεί στο ποινικό δικαστήριο, αν δεν εκδόθηκε οριστική απόφαση με την πολιτική διαδικασία. Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 63, 64, 65 και 68 του ίδιου Κώδικα, καθώς και των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, συνάγεται, ότι στην περίπτωση, κατά την οποία ο δικαιούχος από αδικοπραξία χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης άσκησε ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου αγωγή, με την οποία ζήτησε να του επιδικασθεί το μεγαλύτερο μέρος της απαίτησής του αυτής, επιφυλαχθείς να εισαγάγει και ένα μέρος της στο ποινικό δικαστήριο, είναι παραδεκτή η εις το τελευταίο παράσταση του δικαιούχου, ως πολιτικώς ενάγοντος, για το μέρος της απαίτησής του, το οποίο δεν εισήχθη στο πολιτικό δικαστήριο, έστω και αν, πριν ή μετά την δήλωση της ως πολιτικώς ενάγοντος παράστασής του στο ποινικό δικαστήριο, εκδόθηκε οριστική ή και τελεσίδικη απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, με την οποία τούτο, κρίνοντας επί του καταχθέντος ενώπιόν του μέρους της απαίτησης αυτής και τελώντας εν γνώσει, ότι μέρος της αξίωσης αυτής θα εισαγόταν στο ποινικό δικαστήριο, επιδίκασε, είτε ολόκληρο το αιτηθέν ποσό, είτε μικρότερο του αιτηθέντος ή απέρριψε την αγωγή, αφού, για το μέρος της απαίτησης του δικαιούχου αυτής, το οποίο, εξαιτίας της γενομένης επιφυλάξεως, δεν εισήχθη στο πολιτικό δικαστήριο, δεν έχει εκδοθεί απόφαση του τελευταίου (ΑΠ 2258/2004). Αν η αγωγή ασκήθηκε χωρίς να γίνει η κατά τα άνω επιφύλαξη, και επ αυτής είχε εκδοθεί απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου και παρά ταύτα ο δικαιούχος χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, παραστάθηκε ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα (171 παρ. 2 ΚΠΔ), που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ, μόνον αν προβληθεί αντίρρηση ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου για το λόγο αυτό ή αν από τα τεθέντα υπόψη του δικαστηρίου περιστατικά προκύπτει ότι η παράσταση δεν ήταν νόμιμη, αφού άλλως το Δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να ερευνήσει και να λάβει υπόψη στοιχεία που καθιστούν παράνομη την παράσταση εφόσον αυτά δεν προκύπτουν από τη διαδικασία (ΑΠΟλ 1282/1992). Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των πρακτικών της προσβαλλομένης, αλλά και των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως, προκύπτει ότι ο πολιτικώς ενάγων, πατέρας του θανατωθέντος από την αμέλεια του αναιρεσείοντος, κατά το ανωτέρω τροχαίο ατύχημα, ο οποίος είχε παραστεί και πρωτοδίκως, άσκησε μετά των άλλων δικαιούχων αγωγή με την οποία ζήτησε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης. Επί της αγωγής αυτής, ως και της αντίθετης του αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η 3144/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του πολιτικώς ενάγοντος και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος, καθόσον το δικαστήριο έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος κατά το οποίο επήλθε ο θάνατός του ήταν ο γιός του πολιτικώς ενάγοντος. Η απόφαση αυτή αναγνώσθηκε, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλομένης και της πρωτόδικης αποφάσεως τόσον πρωτοδίκως, όσον και στο Εφετείο. Στην αγωγή όμως εκείνη, ο πολιτικώς ενάγων επιφυλάχθηκε για το ποσό των 44 €, προκειμένου να το ασκήσει ενώπιον του αρμοδίου ποινικού δικαστηρίου, για το ποσό δε αυτό παραστάθηκε, ως πολιτικώς ενάγων, κατά τη δικάσιμο της 5-11-2008, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δηλώσας ότι ασκεί την αξίωση αυτή με επιφύλαξη. Το δικαστήριο εκείνο, με την 71372/2008 απόφασή του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα, κατά πλειοψηφία, αθώο. Για το ίδιο ποσό δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής και στο Εφετείο μετά την άσκηση εφέσεως από τον Εισαγγελέα Πλημ/κων. Εφόσον λοιπόν είχε επιφυλαχθεί με την αγωγή που απορρίφθηκε, κατά τα άνω, ως αβάσιμη, η αξίωση αυτή δεν είχε κριθεί από το πολιτικό δικαστήριο και νομίμως παρέστη στο πρωτόδικο δικαστήριο και κατ ακολουθία, όπως λέχθηκε στην αμέσως προηγούμενη σκέψη και στο Εφετείο προς υποστήριξη της κατηγορίας και δεν παρήχθη εκ του λόγου αυτού απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω κακής παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 Α, σε συνδυασμό με 171 παρ. 2 ΚΠΔ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά τα δύο μέρη του τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθία τούτων πρέπει να γίνουν δεκτοί ο πρώτος καθολοκληρία και ο τρίτος εν μέρει ως άνω λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για εκ νέου συζήτηση στο αυτό Δικαστήριο, το οποίο είναι δυνατόν να συντεθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7685/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για εκ νέου συζήτηση, στο αυτό δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν, προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πολιτική αγωγή. Έφεση Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών κατά αθωωτικής αποφάσεως. Ο πρωτοδίκως παραστάς πολιτικώς ενάγων μπορεί να παραστεί στο Εφετείο μόνον προς υποστήριξη της κατηγορίας, όχι και για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Αν παρά ταύτα επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση υπάρχει υπέρβαση εξουσίας του Εφετείου μόνον όμως για το επιδικασθέν ποσό. Αναιρείται εν μέρει η απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό δεν απαλείφεται η διάταξη περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω αναιρέσεως της αποφάσεως για άλλο λόγο από το άρθρο 510 § 1 Δ ΚΠΔ. Άσκηση αγωγής στο πολιτικό δικαστήριο. Εφόσον υπήρξε επιφύλαξη για την απαίτηση των 44 € για την οποία δηλώθηκε παράσταση πολιτικής αγωγής, δεν επιδρά στο νόμιμο της παραστάσεως η απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης και δεν παράγεται απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 § 2 ΚΠΔ. Αντιφατικές αιτιολογίες αντίφαση μεταξύ σκεπτικού διατακτικού. Αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και παραπομπή.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Πολιτική αγωγή, Απόφαση αθωωτική.
| 2
|
Αριθμός 1384/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γραμματικό, περί αναιρέσεως της 20363/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 9 Απριλίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 313/10.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι πρόσθετοι επ'αυτής λόγοι αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Έλλειψη, της κατά τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Όταν δεν αναφέρονται κατ είδος τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν για τον σχηματισμό της κρίσεως περί της ενοχής του κατηγορουμένου, αλλά γίνεται αναφορά στην πρωτόδικη απόφαση και τα πρακτικά της, με τον τρόπο αυτό καλύπτεται η μη αναφορά των αναγνωσθέντων εγγράφων, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, εφόσον αυτά αναφέρονται στα πρακτικά της πρωτόδικης αποφάσεως που αναγνώσθηκαν, δεν καλύπτεται όμως η μη αναφορά κάποιου εγγράφου που το πρώτον αναγνώσθηκε σε δεύτερο βαθμό. Αν από το σύνολο της αποφάσεως δεν καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη και αξιολογήθηκε και το έγγραφο αυτό τότε η απόφαση πάσχει από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς τα αποδεικτικά μέσα και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και τα πρακτικά της, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, το Τριμελές Πλημ/κειο, που δίκασε κατ έφεση, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο του ότι: " Στη ... στις 27-5-2009 οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ευρισκόμενος υπό την επήρεια οινοπνεύματος και με ποσοστό αλκοόλης 1,10 χιλιοστών του γραμμαρίου ανά λίτρο αίματος (πιθανομολογούμενη μέτρηση καθότι αρνήθηκε να υποβληθεί σε εξέταση αλκοτέστ), ενώ γνώριζε ότι αυτό απαγορεύεται". Για να καταλήξει στην καταδικαστική αυτή κρίση το Δικαστήριο, όπως βεβαιώνει στην αρχή του σκεπτικού, έλαβε υπόψη τα πρακτικά και την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, τα οποία και αναγνώσθηκαν. Άλλα αποδεικτικά μέσα δεν μνημονεύει το Δικαστήριο. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της 20363/2009 πρωτόδικης απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κειου Θεσσαλονίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται, εξετάσθηκαν ένας μάρτυρας κατηγορίας και ένας υπερασπίσεως, οι καταθέσεις των οποίων και περιέχονται στα πρακτικά και αναγνώσθηκαν τέσσερα (4) έγγραφα και δη έκθεση σύλληψης, έκθεση άρνησης ελέγχου, δελτίο οδικού τροχαίου ατυχήματος και άδεια κυκλοφορίας. Με την βεβαίωση αυτή του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν για τον σχηματισμό της περί ενοχής κρίσεως όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία (μαρτυρικές καταθέσεις αναγνωσθέντα έγγραφα), άλλωστε τα τρία πρώτα από τα ανωτέρω έγγραφα αναγνώσθηκαν και στο ως Εφετείο δικάσαν Τριμελές Πλημ/κειο. Στο δευτεροβάθμιο όμως Δικαστήριο αναγνώσθηκε για πρώτη φορά και η από 2-12-2009 υπεύθυνη δήλωση της Φ. Το έγγραφο αυτό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο αποτελεί επανάληψη του διατακτικού, δεν καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη και αξιολογήθηκε από το Δικαστήριο, αφού ουδεμία γίνεται αναφορά στο περιεχόμενό του, το οποίο, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων επιβεβαιώνει τον υπερασπιστικό ισχυρισμό του ότι δεν οδηγούσε αυτός το ανωτέρω αυτοκίνητο, τον οποίο πρόβαλε απολογούμενος στο πρωτόδικο δικαστήριο, ούτε σχολιάζεται από το Δικαστήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, ούτε αιτιολογείται από ποιο αποδεικτικό στοιχείο κατέληξε στο ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα και ειδικότερα ότι ο αναιρεσείων όντως ήταν αυτός που οδηγούσε και υποχρεούταν να υποβληθεί στην εξέταση (αλκοτέστ), όπως του ζητήθηκε από τα αστυνομικά όργανα και αρνήθηκε, συνταγείσης της οικίας εκθέσεως που αναγνώσθηκε, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι το αίμα του περιείχε την ανωτέρω ποσότητα αλκοόλης, να τεκμηριώνεται η κρίση ότι οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος και να υποπέσει στην παράβαση που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 1 και 7 γ ΚΟΚ (Ν. 2696/1999), όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 43 παρ. 2 Ν. 2963/2001, σε συνδυασμό με την κατ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσα 43500/5961/12-8-2002 Κ.Υ.Α. (ΦΕΚ Β 1044/12-8-2002). Η ανωτέρω όμως αιτιολογία δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά τα εκτεθέντα στην νομική σκέψη, ως προς τα αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα δεν προκύπτει, από το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και αξιολόγησε την ανωτέρω αναγνωσθείσα υπεύθυνη δήλωση, αφού ούτε μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που εκτίμησε την αναφέρει, ούτε περαιτέρω κάνει μνεία αυτής στο σκεπτικό, για να καθίσταται βέβαιο ότι την έλαβε υπόψη και την αξιολόγησε για να καταλήξει στην κρίση ότι ο αναιρεσείων οδηγούσε το αναφερόμενο εκεί ΙΧΕ αυτοκίνητο και κατά συνέπεια ήταν υποχρεωμένος να υποστεί τον έλεγχο της υπάρξεως αλκοόλης στο αίμα του με τη μέθοδο εκπνεόμενου αέρα (αλκοτέστ), με αποτέλεσμα, εφόσον αρνήθηκε, να θεωρείται ότι περιείχε την ανωτέρω ποσότητα, που οδηγούσε σε εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 42 ΚΟΚ, που αναφέρθηκαν. Κατά συνέπεια, αφού γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο μοναδικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων της αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος παραδεκτώς ασκήθηκε, αφού το κύριο δικόγραφο περιέχει έναν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως και με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσειβαλλομένη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ.1 Δ' του ΚΠΔ), παρελκούσης της έρευνας του λόγου του κυρίου δικογράφου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθ. 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 20363/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογία αποφάσεως. Ειδική και εμπεριστατωμένη. Ειδικότερα ως προς τα αποδεικτικά μέσα. Πότε υπάρχει. Οδήγηση υπό την επίδραση οινοπνεύματος. Μη αναφορά των αναγνωσθέντων εγγράφων μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, αλλά παραπομπή στην πρωτόδικη απόφαση και τα πρακτικά της, όπου παρατίθενται τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Η παραπομπή αυτή δεν καλύπτει την ανάγνωση ενός εγγράφου το πρώτο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Από το αιτιολογικό δεν προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και αξιολόγησε και το έγγραφο αυτό. Έλλειψη αιτιολογίας. Δεκτός ο πρόσθετος λόγος. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Κ.Ο.Κ..
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1383/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Δημητρακόπουλο, περί αναιρέσεως της 1841/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Χ2 και 2) Χ3.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 193/10.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Στο άρθρο 17 παρ.2 του ν.1729/1987, ορίζεται ότι για αλλοδαπούς που καταδικάζονται για παράβαση του νόμου αυτού σε ποινή καθείρξεως, το Δικαστήριο διατάσσει την ισόβια απέλασή τους από τη Χώρα, εκτός αν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, ιδίως οικογενειακοί, που δικαιολογούν την παραμονή τους, οπότε ισχύουν και γι' αυτούς οι ρυθμίσεις της παρ.1 του άρθρου αυτού. Για την εκτέλεση της απέλασης εφαρμόζεται το άρθρο 74 του Ποινικού Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η προβλεπόμενη ισόβια απέλαση αλλοδαπού, που έχει καταδικασθεί για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών (ν. 1729/1987, όπως ισχύει), αποτελεί παρεπόμενη ποινή και είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο, εκτός αν για την παραμονή του στη χώρα συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, ιδίως οικογενειακοί, τους οποίους, ως εξαίρεση του υποχρεωτικού κανόνα, ο καταδικασθείς οφείλει κατά τρόπο ορισμένο να επικαλεσθεί πριν από την απόφαση για την επιβολή της εν λόγω παρεπόμενης ποινής (ΑΠ 903/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της ένδικης αιτήσεώς του (δηλώσεως) αναιρέσεως αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι, χωρίς αιτιολογία, διέταξε την απέλασή του, παρά το ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό του σοβαροί οικογενειακοί λόγοι, που επέβαλαν την παραμονή του στη χώρα, χωρίς να προκύπτει από τις παραδοχές της ότι είναι αλλοδαπός και δη Αλβανός υπήκοος. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, η Πρόεδρος του 5μελούς Εφετείου, επειδή ο αναιρεσείων και οι συγκατηγορούμενοι μιλούσαν την αλβανική γλώσσα τους διόρισε διερμηνέα, αλλά και στο σκεπτικό της αποφάσεως του το Δικαστήριο δέχεται ότι ο αναιρεσείων είναι Αλβανός υπήκοος και συνεπώς, εφόσον καταδικάσθηκε για κατοχή από κοινού με τον μη ασκήσαντα αίτηση αναιρέσεως Χ3 ναρκωτικών (ινδικής κάνναβης) τύγχανε εφαρμογής στην συγκεκριμένη περίπτωση η ανωτέρω διάταξη του Ν. 1729/1987 (ήδη 35 Κ.Ν.Ν.). Ο αναιρεσείων δεν επικαλέσθηκε σπουδαίους οικογενειακούς λόγους που να δικαιολογούν την παραμονή του στη Χώρα, ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν είχε υποχρέωση, εφαρμόζοντας την ανωτέρω διάταξη και επιβάλλοντας υποχρεωτικά την παρεπόμενη ποινή της ισόβιας απελάσεως, να διαλάβει στην απόφασή του αιτιολογία περί μη συνδρομής σπουδαίων λόγων για την παραμονή του αναιρεσείοντος στη Χώρα. Κατ ακολουθία τούτων, ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, ως άνω λόγος της αιτήσεως (δηλώσεως) αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 του ν. 2171/1993 (ήδη άρθρο 37 Κ.Ν.Ν), σε περίπτωση καταδίκης για παράβαση των άρθρων 5 έως και 9 το δικαστήριο, με την επιφύλαξη του τελευταίου εδαφίου, περί του οποίου δεν πρόκειται, διατάσσει τη δήμευση όλων των πραγμάτων τα οποία προήλθαν από την πράξη, του τιμήματός τους, των κινητών και ακινήτων που αποκτήθηκαν, με το τίμημα αυτό, καθώς και των μεταφορικών μέσων και όλων των αντικειμένων τα οποία χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την τέλεση της πράξης, είτε αυτά ανήκουν στον αυτουργό, είτε σε οποιονδήποτε από τους συμμετόχους ή ακόμα και σε τρίτους, που δεν συμμετείχαν στο έγκλημα, εφόσον γνώριζαν ότι τα αντικείμενα αυτά προορίζονταν για την τέλεση του εγκλήματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η απαίτηση προς επιβολή της δήμευσης των ως άνω μεταφορικών μέσων με την καταδικαστική απόφαση, εφόσον τα δημευτέα ανήκουν στην ιδιοκτησία του αυτουργού ή των συμμετόχων των προβλεπομένων στο άρθρο αυτό αξιόποινων πράξεων, καθιστά τη δήμευση παρεπόμενη ποινή, η οποία επιβάλλεται από το νόμο υποχρεωτικά σε περίπτωση καταδίκης του κυρίου τους, η εν λόγω δε διάταξη, ως ειδική ειδικού νόμου, κατισχύει των γενικών διατάξεων του άρθρου 76 ΠΚ. Αν βέβαια τα μεταφορικά μέσα ανήκουν στην κυριότητα τρίτου, ο οποίος δεν γνώριζε το σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιήθηκαν αυτά, διατάσσεται με την απόφαση η προς τούτον απόδοσή τους, κατά το άρθρο 373 ΚΠοινΔ. Εξάλλου, η απόφαση που διατάσσει τη δήμευση του μεταφορικού μέσου κατά τη μνημονευθείσα διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του Ν. 1729/1987, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον διαλαμβάνεται σ' αυτήν ότι το μεταφορικό μέσο που δημεύθηκε και προσδιορίζεται κατά τα στοιχεία του, χρησιμοποιήθηκε για την τέλεση των προβλεπομένων στο άνω άρθρο αξιόποινων πράξεων και ανήκει στην κυριότητα του αυτουργού ή των συμμετόχων που καταδικάστηκαν για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, σε περίπτωση δε που αυτό (μεταφορικό μέσο) ανήκει στην κυριότητα τρίτου ότι ο τελευταίος γνώριζε το σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιήθηκε αυτό (ΑΠ 1558/2007). Στην κρινόμενη περίπτωση, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως το κατασχεθέν με την από 20-10-2005 έκθεση κατασχέσεως ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ήταν ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος και χρησιμοποιήθηκε για την μεταφορά της ποσότητας των 1900 γραμμαρίων ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, την οποία είχε τοποθετηθεί σε νάϋλον σακούλα, την οποία ο αναιρεσείων, αφού την παρέλαβε από την σύζυγό του και συγκατηγορούμενη στην υπόθεση, η οποία αθωώθηκε από το 5μελές Εφετείο, την τοποθέτησε εντός του αυτοκινήτου του, στο οποίο συνοδηγός ήταν και ο ως άνω συγκατηγορούμενός του, που δεν άσκησε αίτηση αναιρέσεως και αφού κινήθηκαν με το αυτοκίνητο επί αρκετή ώρα, παρακολουθούμενοι από τα αστυνομικά όργανα, λαμβάνοντας προφυλάξεις, την εναπέθεσαν δίπλα σε κάδο απορριμάτων και απομακρύνθηκαν, όταν δε αντιλήφθηκαν ότι τους παρακολουθούσαν οι αστυνομικοί προσπάθησαν να διαφύγουν, πλην όμως το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε και οι ίδιοι συνελήφθησαν, η ως άνω ναρκωτική ουσία κατασχέθηκε, στην επακολουθήσασα δε έρευνα στην οικία του αναιρεσείοντος βρέθηκε και κατασχέθηκε, επιμελώς κρυμμένη σε διάφορα σημεία και κατανεμημένη σε συσκευασίες, τις οποίες αναφέρει η προσβαλλομένη απόφαση, συνολική ποσότητα 39.470 γραμμαρίων της αυτής ως άνω ναρκωτικής ουσίας και ένα πιστόλι. Κατ ακολουθία των παραδοχών αυτών το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, πέραν της παράνομης κατοχής του αναφερόμενου όπλου και των πυρομαχικών και κατοχής, από κοινού με τον ως άνω συγκατηγορούμενό του, εντός του ανωτέρω ΙΧΕ αυτοκινήτου του, της ποσότητας των 1.900 γραμμ. ινδικής κάνναβης, και εντός της οικίας του συνολικής ποσότητας 39.470 γραμμ. της αυτής ναρκωτικής ουσίας. Εφόσον λοιπόν ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος της κατοχής εντός του ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου του της ως άνω ποσότητας ινδικής κάνναβης, κατ ορθή εφαρμογή της προαναφερθείσης διατάξεως το Δικαστήριο, διέταξε, όπως υποχρεούταν, την δήμευση του κατασχεθέντος αυτοκινήτου του, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για την τέλεση της πράξεως για την οποία, κατά τα ανωτέρω, κηρύχθηκε ένοχος. Από το σύνολο δε των παραδοχών της αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή περιέχει την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που απαιτεί η εν λόγω περί δημεύσεως διάταξη.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ, της αιτήσεως (δηλώσεως) αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Η κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, την οποία πρέπει να περιέχει η καταδικαστική απόφαση, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το μέτρο του άρθρου 83 ΠΚ, ποινής, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Πρέπει όμως οι ισχυρισμοί αυτοί να προτείνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους, και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία. Διαφορετικά, αν έχουν προταθεί κατά τρόπο αόριστο, δεν υποχρεούται το δικαστήριο να απαντήσει ούτε να περιλάβει ειδική αιτιολογία για την απόρριψή τους. Ελαφρυντική περίσταση τυγχάνει και η του εδαφ. α της παραγράφου 2 του άρθρου 84 ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Για το ορισμένο του στηριζομένου στην παραπάνω διάταξη ισχυρισμού δεν αρκεί η επίκληση λευκού ποινικού μητρώου, αλλά απαιτείται η επίκληση θετικών στοιχείων, με αναφορά σε πραγματικά περιστατικά, που να είναι ικανά, αληθή υποτιθέμενα, να χαρακτηρίσουν τον δράστη έντιμο, δηλαδή να καταδεικνύουν θετική συμπεριφορά του δράστη στην κοινωνία. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της απορριπτικής του εν λόγω ισχυρισμού του κατηγορουμένου αποφάσεως πρέπει να εκτίθενται σ αυτήν συγκεκριμένα αρνητικά πραγματικά περιστατικά, που καταδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος δεν έζησε ως τον χρόνο του εγκλήματος έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για την πράξη που προαναφέρθηκε, κατέθεσε εγγράφως μεταξύ των άλλων και τον πιο κάτω ισχυρισμό, για την αναγνώριση σ' αυτόν της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ, τον οποίο ανέπτυξε και προφορικώς: "ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΕΛΕΣΕΩΣ ΤΩΝ ΑΠΟΔΙΔΟΜΕΝΩΝ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΜΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ, ΕΝΤΙΜΗΣ ΑΤΟΜΙΚΗΣ, ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ, ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ (άρθρο 84 παρ. 2 α' Π.Κ.). Από την είσοδο, μου στην χώρα μέχρι τη σύλληψη μου, εργαζόμουν ανελλιπώς, κυρίως σε οικοδομικές εργασίες Καθ' όλο αυτό το διάστημα εργαζόμουν σκληρά, έχοντας αναπτύξει σταθερή επαγγελματική δραστηριότητα, τα δε έσοδα από την δουλειά μου αποτελούσαν το μοναδικό μου πόρο.
Επιπλέον, όλο αυτό το διάστημα διαμένω νόμιμα στην χώρα, επιδεικνύω ζωηρό ενδιαφέρον για τα δρώμενα στον επαγγελματικό και κοινωνικό μου κύκλο. Είμαι παντρεμένος με την Χ2, με την οποία έχουμε αποκτήσει δύο τέκνα ηλικίας σήμερα 7 και 11 ετών, τα οποία φοιτούν στην Α' και Ε' αντίστοιχα τάξη του 2ου Δημοτικού Σχολείου ..., όπως εμφαίνεται και από τις αντίστοιχες βεβαιώσεις (σχετ...). Τόσο εγώ όσο και η σύζυγος μου είμαστε ιδιαίτερα αφοσιωμένοι στην ανατροφή των τέκνων μας και στην γαλούχηση τους με τις ελληνικές οικογενειακές αξίες και αρχές, δεδομένων και των ιδιαιτέρων δεσμών που έχουν ήδη αναπτύξει με την Ελλάδα λόγω της από μακρού παραμονής τους στην χώρα αυτή αλλά και της φοίτησης τους στα ελληνικά σχολεία. Ο νεότερος δε εξ αυτών, γεννηθείς την 2-8-2002 στην Αθήνα, έχει αποκτήσει την Ελληνική υπηκοότητα και ως εκ τούτου συνδέεται με την χώρα αυτή πλέον και της χώρας γέννησης των γονιών του, την Αλβανία.
Μέχρι τη σύλληψη μου υπήρξα, κατ' ομολογία τόσο του φιλικού, όσο και του ευρύτερου οικογενειακού μου περιβάλλοντος, άψογος πολίτης, όπως άλλωστε, επιβεβαιώνουν με τον καλύτερο τρόπο, τα λευκά ποινικά μητρώα μου, ήτοι το Ελληνικό και το Αλβανικό, Ειδικότερα, πέραν των αποδιδόμενων κατηγοριών, ουδείς μέχρι σήμερον έχει προσάψει εναντίον μου την οποιαδήποτε κατηγορία, οι δε πράξεις, που μου αποδίδονται σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αμφισβητήσουν τον πρότερο έντιμο βίο μου, ο οποίος αποδεικνύεται από τα ως άνω έγγραφα, που προσκομίζω. Κατόπιν τούτων, η τέλεση των εγκλημάτων, που μου αποδίδονται, αν, παρ' ελπίδα, κριθώ ένοχος γι' αυτά, δεν μπορεί παρά να εκτιμηθούν, ως περιστατικό, που κανείς δεν μπορούσε να περιμένει, ομοιάζοντας με λαμπερή αστραπή, που όμως έσβησε αμέσως και ουδέποτε επανεμφανίσθη, ώστε να καθίσταται επιβεβλημένη η απόφαση του Δικαστηρίου Σας για την αναγνώριση της συνδρομής αυτής της ελαφρυντικής περιστάσεως". Τον ισχυρισμό του αυτό, που ήταν σαφής και ορισμένος, το Δικαστήριο απέρριψε με την αιτιολογία: "... καθόσον μόνη η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου δεν σημαίνει ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος είχε ζήσει μέχρι την τέλεση των πιο πάνω πράξεων έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή ...". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής του εν λόγω αυτοτελούς ισχυρισμού, δεν είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, αφού το Δικαστήριο περιορίσθηκε να αναφέρει και αξιολογήσει μόνον το λευκό ποινικό μητρώο του αναιρεσείοντος, χωρίς να παραθέσει αρνητικά πραγματικά περιστατικά, που να αναιρούν τα επικληθέντα από αυτόν ως άνω πραγματικά περιστατικά θετικής κοινωνικής συμπεριφοράς και να δικαιολογούν τη μη συνδρομή στο πρόσωπό του της ανωτέρω ελαφρυντικής περιστάσεως.
Συνεπώς και ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως (δηλώσεως) αναιρέσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού για αναγνώριση στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ χωρίς πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία είναι βάσιμος. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον όσον αφορά την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού και ως προς την περί ποινής διάταξη της (όχι όμως και ως προς την περί ενοχής), να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠΔ 519).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την με αριθ. 1841/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και δη κατά το κεφάλαιο της περί απορρίψεως του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' ΠΚ., καθώς και ως προς τη διάταξη της για επιβολή σ αυτόν ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το παραπάνω μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδίκη σε κάθειρξη αλλοδαπού για κατοχή ναρκωτικών. Δήμευση κατά νόμο του αυτοκινήτου που χρησιμοποιήθηκε για την μεταφορά των ναρκωτικών. Απέλαση ισοβίως κατά νόμο, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί οικογενειακοί λόγοι που πρέπει να επικαλεσθεί ο καταδικασθείς. Ελλιπής αιτιολογία της απορριπτικής του αυτοτελούς ισχυρισμού για αναγνώριση στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 § 2α ΠΚ. Δεκτός ο πρώτος λόγος απορρίπτονται οι λοιποί. Αναιρεί εν μέρει κατά το κεφάλαιο αυτό και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική.
| 0
|
Αριθμός 1393/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή- Εισηγητή, Χριστόφορο Κοσμίδη και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Σφήκα, περί αναιρέσεως της 1651/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1753/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 23-11-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αρ. 1651/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2 και 474 ΚΠΔ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαίτιου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφληση του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεως του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεως τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Επίσης, με τη νέα αυτή ρύθμιση του άρθρου 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεως του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου πόσου συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεως τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 1651/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κερκύρας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (όσον αφορά την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας) : "Σε βάρος του κατηγορουμένου βεβαιώθηκαν: 1) Με την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση της Α' Δ.Ο.Υ. ..., ποσό 3.005,13 ευρώ, ως πρόστιμο αμέσων φόρων, του οικονομικού έτους 1997, το οποίο ανήκει στην κατηγορία των λοιπών φόρων και χρεών γενικών, κατέστη ληξιπρόθεσμο εφάπαξ στις 30-9-1997, με συνέπεια η συνολική οφειλή του για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενης προσαύξησης εκπρόθεσμης καταβολής ποσού 3.290,62 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 6.295,75 ευρώ, κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών, 2) Ομοίως με την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση της Α' Δ.Ο.Υ. ..., ποσό 3.349,34 ευρώ, ως φόρο κληρονομιάς, που ανήκει στην κατηγορία των λοιπών φόρων και χρεών γενικών, του οικονομικού έτους 1986, το οποίο ήταν καταβλητέο σε οκτώ (8) τριμηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη κατέστη ληξιπρόθεσμη στις 30-06-1998 και η τελευταία στις 31-12-1999, με συνέπεια η συνολική οφειλή του για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενης προσαύξησης εκπρόθεσμης καταβολής ποσού 3.010,99 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 6.360,33 ευρώ, κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών, 3) Ομοίως με την υπ' αριθμ.... βεβαίωση της Α' Δ.Ο.Υ. ..., ποσό 105,78 ευρώ, ως τέλη κυκλοφορίας, που ανήκουν στην κατηγορία των λοιπών φόρων και χρεών γενικών, του οικονομικού έτους 2000, το οποίο ήταν καταβλητέο σε δύο (2) εξαμηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη κατέστη ληξιπρόθεσμη στις 31-03-2000 και η τελευταία στις 29-09-2000, με συνέπεια η συνολική οφειλή του για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενης προσαύξησης εκπρόθεσμης καταβολής ποσού 50,85 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 156,78 ευρώ, κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών, 4) Ομοίως με την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση της Α' Δ.Ο.Υ. ..., ποσό 105,70 ευρώ, ως τέλη κυκλοφορίας( κατηγορία των λοιπών φόρων και χρεών γενικών) του οικονομικού έτους 2001, το οποίο ήταν καταβλητέο σε δύο (2) εξαμηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη κατέστη ληξιπρόθεσμη στις 31-03-2000 και η τελευταία στις 28-09-2001, με συνέπεια η συνολική οφειλή του για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενης προσαύξησης εκπρόθεσμης καταβολής ποσού 31,77 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 137,70 ευρώ, κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών, 5) Με την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση της Α' Δ.Ο.Υ. ..., ποσό 1.387.953,94 ευρώ, ως πρόστιμο ΚΒΣ-απόφαση περαίωσης, το οποίο ανήκει στην κατηγορία των λοιπών φόρων και χρεών γενικών, του οικονομικού έτους 1999, το οποίο κατέστη ληξιπρόθεσμο εφάπαξ στις 31-12-2001, με συνέπεια η συνολική οφειλή του για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενης προσαύξησης εκπρόθεσμης καταβολής ποσού 324.781,23 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 1.712.735,17 ευρώ, κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών, 6) Με την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση της Α' Δ.Ο.Υ. ..., ποσό 836 ευρώ, ως φόρο κληρονομιάς, που ανήκει στην κατηγορία των λοιπών φόρων και χρεών γενικών, του οικονομικού έτους 2002, το οποίο ήταν καταβλητέο σε δύο (2) μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη κατέστη ληξιπρόθεσμη στις 29-04-2002 και η τελευταία στις 31-7-2002, με συνέπεια η συνολική οφειλή του για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενης προσαύξησης εκπρόθεσμης καταβολής ποσού 94,08 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 930,05 ευρώ, κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών, 7) Με την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση της Α' Δ.Ο.Υ. ..., ποσό 130 ευρώ, ως βεβαίωση από ποινικά (λοιποί φόροι και χρέη γενικά) του οικονομικού έτους 2002, το οποίο κατέστη ληξιπρόθεσμο εφάπαξ στις 31-07-2002. με συνέπεια η συνολική οφειλή του για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενης προσαύξησης εκπρόθεσμης καταβολής ποσού 16,77 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 146,77 ευρώ, κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών, 8) Με την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση της Α' Δ.Ο.Υ. ..., ποσό 134 ευρώ, ως βεβαίωση από ποινικά (λοιποί φόροι και χρέη γενικά) του οικονομικού έτους 2002, το οποίο κατέστη ληξιπρόθεσμο εφάπαξ στις 30-09-2002, με συνέπεια η συνολική οφειλή του για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενης προσαύξησης εκπρόθεσμης καταβολής ποσού 13,77 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 147,31 ευρώ, κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών, 9) Με την υπ' αριθμ. ...Α' Δ.Ο.Υ. ..., ποσό 346 ευρώ, ως βεβαίωση από ποινικά(λοιποί φόροι και χρέη γενικά) του οικονομικού έτους 2002, το οποίο κατέστη ληξιπρόθεσμο εφάπαξ στις 29-11-2002, με συνέπεια η συνολική οφειλή του για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενης προσαύξησης εκπρόθεσμης καταβολής ποσού 23,87 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 369,87 ευρώ, κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών, 10) Με την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση της Α' Δ.Ο.Υ. ...ς, ποσό 419,17 ευρώ, ως έξοδα διοικητικής εκτέλεσης (λοιποί φόροι και χρέη γενικά) του οικονομικού έτους 2002, το οποίο κατέστη ληξιπρόθεσμο εφάπαξ στις 29-11-2002, με συνέπεια η συνολική οφειλή του για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενης προσαύξησης εκπρόθεσμης καταβολής ποσού 18,86 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 438,03 ευρώ, κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών, 11) Με την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση της Α' Δ.Ο.Υ. ..., ποσό 313,29 ευρώ, ως βεβαίωση από ποινικά (λοιποί φόροι και χρέη γενικά) του οικονομικού έτους 2002, το οποίο κατέστη ληξιπρόθεσμο εφάπαξ στις 31-12-2002, με συνέπεια η συνολική οφειλή του για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενης προσαύξησης εκπρόθεσμης καταβολής ποσού 16,92 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 330,21 ευρώ, κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών, 12) Με την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση της Α' Δ.Ο.Υ. ..., ποσό 445.647,30 ευρώ, ως πρόστιμο από ΦΠΑ το οποίο ανήκει στην κατηγορία των παρακρατούμενων-επιρριπτόμενων φόρων, του οικονομικού έτους 2002. το οποίο κατέστη ληξιπρόθεσμο εφάπαξ στις 31-1-2003, με συνέπεια η συνολική οφειλή του για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενης προσαύξησης εκπρόθεσμης καταβολής ποσού 6.684,71 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 452.332,01 ευρώ, κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών και 13) Με την υπ' αριθμ. ...βεβαίωση της Α' Δ.Ο.Υ. ..., ποσό 1.244.302,98 ευρώ, ως ΦΠΑ, που ανήκει στην κατηγορία των παρακρατούμενων-επιρριπτόμενων φόρων, του οικονομικού έτους 2002, το οποίο κατέστη ληξιπρόθεσμο εφάπαξ στις 31-1-2003, με συνέπεια η συνολική οφειλή του για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενης προσαύξησης εκπρόθεσμης καταβολής ποσού 18.664.54 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 1.262.967,52 ευρώ, κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών. Αυτός όμως ηθελημένα δεν τα κατέβαλε.... Όμως για τις λοιπές μερικότερες πράξεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο και αφορούν τα υπ' αριθμ. (5), (12) και (13) παραπάνω χρέη, αυτός πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο, εκτός των μέτρων που έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος λόγω παραγραφής του εγκλήματος για μερικότερα χρέη και της κήρυξης του αθώου για άλλα μερικότερα χρέη λόγω του ότι η πράξη γι' αυτό κατέστη ανέλεγκτη, κήρυξε ένοχο αυτόν για τα χρέη που αναφέρονται στις υπ' αριθμ. ... βεβαιώσεις της Α' ΔΟΥ ... και του επέβαλε μετ' απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α, δ και ε του ΠΚ, ποινή φυλάκισης 20 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία τριετία.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία τόσο ως προς το ύψος την χρεών και το χρόνο που κατέστησαν αυτά ληξιπρόθεσμα (31-12-2001 και 31-1-2003) και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση το άνω έγκλημα για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 94 παρ. 1 και 98 του ΠΚ, 25 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 1882/1990 όπως αντικαταστάθηκε με το 23 παρ. 1 και 2 του ν. 2523/1997, σε συνδυασμό με τα άρθρα 3 και 5 του ν. 2943/2001 και 34 του 3220/2004 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρας και έγγραφα) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την κατάθεση της μάρτυρα κατηγορίας Κ, υπαλλήλου της Α' ΔΟΥ .... Επομένως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 548 ΚΠΔ, η προπαρασκευαστική απόφαση εκτελείται μόλις απαγγελθεί. Το Δικαστήριο μπορεί πάντοτε να ανακαλεί αυτές τις αποφάσεις του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Δικαστήριο της ουσίας ανακάλεσε την υπ' αρ. 30/2009 προηγούμενη προπαρασκευαστική-αναβλητική απόφασή του με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον ειδικότερα ως προς μεν τις προσφυγές του ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών δικαστηρίων δεν υπήρξε καμμία πρόοδος ως προς την εξέλιξη των υποθέσεων αυτών, επιδεικνύοντας σχετική αδράνεια ο κατηγορούμενος για την επίσπευση της συζήτησης αυτών, ως προς δε την εκκρεμή υπόθεση στο Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών με κατηγορούμενους, εκτός άλλων, και τον αναιρεσείοντα, η δίκη εκείνη αφορούσε το έγκλημα της απάτης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ως και το έγκλημα της έκδοσης εικονικών και πλαστών τιμολογίων ενώ στην προκείμενη δίκη το έγκλημα είναι η καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το δημόσιο που προήλθαν από διάφορες αιτίες και το αποτέλεσμα της δίκης εκείνης δεν αποτελούσε πρόδηλα αναγκαίο προδικαστικό ζήτημα για την προκείμενη δίκη (Βλ. 3η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης). Επομένως ο σχετικός λόγος της κρινόμενης αίτησης περί ανάκλησης της παρεμπίπτουσας απόφασης που είχε διαταχθεί η αναβολή της δίκης από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για κρείσσονες αποδείξεις, κατά παράβαση των άρθρων 59 παρ. 1 και 171 παρ. 1 γ του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα, αλλά και χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για τέλεση της πράξεως της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε βρασμό ψυχικής ορμής ή για ανυπαρξία καταλογισμού ή ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό ή για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου της ουσίας, ο εκπροσωπών τον αναιρεσείοντα-τότε εκκαλούντα συνήγορός του, μετά την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου, ζήτησε κατά λέξη "να αναγνωριστούν στον εντολέα του τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 α, δ και ε του ΠΚ" (Βλ. σελ. 12 της προσβαλλόμενης απόφασης), χωρίς κάποια αναφορά περιστατικών που μπορούσαν να θεμελιώσουν τους ισχυρισμούς αυτούς του κατηγορουμένου ούτε και με αναφορά στα έγγραφα που προσκόμισε και αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Το Δικαστήριο της ουσίας με ιδιαίτερη αιτιολογία ως προς την αοριστία και εντεύθεν το απαράδεκτο των αυτοτελών αυτών ισχυρισμών, τους απέρριψε με ξεχωριστή διάταξη. Έτσι ενεργώντας το Δικαστήριο της ουσίας δεν έσφαλε και ο σχετικός λόγος του αναιρεσείοντος περί ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την απόρριψη των ως άνω αορίστων αυτοτελών ισχυρισμών του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από όλα τα ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενης αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Νοεμβρίου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1651/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κερκύρας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση. Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού διαχρονικά. Ανάκληση προπαρασκευαστικής απόφασης. Απόρριψη ισχυρισμού κατηγορούμενου για ελαφρυντικές περιστάσεις. Αίτηση αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και για αναιτιολόγητη απόρριψη ισχυρισμών κατηγορουμένου και ανάκληση προπαρασκευαστικής απόφασης του Δικαστηρίου. Απόρριψη όλων των λόγων αυτών ως αβασίμων.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής.
| 1
|
Αριθμός 1400/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Τίγγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Ιουλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Στασινόπουλο, περί αναιρέσεως της 2183/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νικάκη.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 5310/10.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των παραπάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι υπαίτιος της αξιόποινης πράξης της ψευδούς καταμήνυσης καθίσταται εκείνος που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτή. Έτσι για τη θεμελίωση αυτού του εγκλήματος απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόστασή του και άμεσος δόλος που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) Ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέτει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη αυτού του εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς αναληθή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε. Θεωρείται δε αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό που κατατίθεται, όχι μόνον όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή από διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου γνώριζε. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ συνάγεται, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται διάδοση ή ισχυρισμός από τον υπαίτιο, ενώπιον άλλου, για τρίτον γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τρίτου αυτού, το γεγονός να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να είχε γνώση της αναλήθειάς του. Ως γεγονός, κατά την έννοια του νόμου, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά ή έκφραση γνώμης ή κρίσης ή χαρακτηρισμού που σχετίζεται με γεγονός, αναφέρεται στο παρόν ή στο παρελθόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική ή την ευπρέπεια. Τέλος, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά η ύπαρξη της προαναφερόμενης μορφής του δόλου, που αφορά και τις τρεις μνημονευθείσες αξιόποινες πράξεις, απαιτεί την αναφορά στο σκεπτικό της καταδικαστικής απόφασης ειδικής και αναλυτικής αιτιολογίας, συντελούμενης με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών, που δικαιολογούν την διαληφθείσα γνώση. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 8205/2008 απόφασής του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την 2321/1999 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του ΑΑ κατά της ανώνυμης εταιρείας "ΛΕΥΚΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με έδρα την ..., αναγνωρίσθηκε ο αιτών νομέας ενός μεταχειρισμένου ανυψωτικού μηχανήματος (κλαρκ), μάρκας NISSAN με τα αναφερόμενα στοιχεία και διατάχθηκε η απόδοση του μηχανήματος σ' αυτόν. Ο ΑΑ, υστέρα από έρευνα που πραγματοποίησε, πληροφορήθηκε ότι το ως άνω μηχάνημα βρισκόταν στη μάνδρα οικοδομικών υλικών του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος Χ, που αυτός διατηρούσε στο ... . Στη συνέχεια ανέθεσε στον εγκαλούντα δικαστικό επιμελητή ... Ψ, να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση της πιο πάνω δικαστικής απόφασης με αφαίρεση του μηχανήματος στα χέρια του κατηγορουμένου ως τρίτου κατέχοντος το μηχάνημα για λογαριασμό και στο όνομα της ως άνω εταιρείας. Για το σκοπό αυτό ο εγκαλών δικαστικός επιμελητής στις 19-7-2002 μετέβη στην ως άνω μάνδρα συνοδευόμενος και από τον επισπεύδοντα και συνέταξε την υπ' αριθμ. .../19-7-2002 έκθεσή του αφαίρεσης κινητού μηχανήματος, ενώ παρέλαβε ως μάρτυρα για την εκτέλεση την ήδη μάρτυρα κατηγορίας ΒΒ. Εκεί ο κατηγορούμενος ενώπιον όλων δήλωσε ότι το μηχάνημα ανήκε στην κυριότητά του, και ότι αυτό το είχε αγοράσει ως καλόπιστος τρίτος, χωρίς να γνωρίζει την αντιδικία μεταξύ της ως άνω πωλήτριας εταιρείας και του παρισταμένου επισπεύδοντος και ότι διέθετε νόμιμο τιμολόγιο για την αγορά του. Αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί ένταση μεταξύ του επισπεύδοντος και του κατηγορουμένου, προς τον οποίο ο επισπεύδων είπε ότι το τιμολόγιο που επικαλείται είναι πλαστό και το έχει και ο ίδιος και τα όσα επικαλείται ότι αγόρασε το μηχάνημα ως καλόπιστος τρίτος δεν ευσταθούν. Κατόπιν αυτού ο εγκαλών δικαστικός επιμελητής ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του επιδείξει το τιμολόγιο με το οποίο, όπως ισχυρίζεται, είχε αγοράσει το μηχάνημα. Προς τούτο όλοι οι παρευρισκόμενοι ανέμεναν τον κατηγορούμενο επί δύο περίπου ώρες μέχρι 11:50 ώρα, στο οποίο διάστημα αυτός αναζήτησε το τιμολόγιο με το λογιστή του, χωρίς όμως να ανεύρει αυτό για να το επιδείξει στον εγκαλούντα δικαστικό επιμελητή. Μάλιστα στο ίδιο διάστημα ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε την αρωγή πληρεξουσίου δικηγόρου του, ο οποίος τον συμβούλεψε και ζήτησε να τεθεί παραπομπή στην έκθεση αναγκαστικής αφαίρεσης του μηχανήματος που είχε συντάξει ο εγκαλών, πράγμα που δεν αρνήθηκε ο τελευταίος και έτσι σε παραπομπή ανέγραψε ότι ο καθού η εκτέλεση- κατηγορούμενος δήλωσε ότι "το μηχάνημα το έχει αγορασμένο με το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο από την οφειλέτιδα καθής η εκτέλεση ως άνω ανώνυμη εταιρεία και έτσι έχει νόμιμα στην κυριότητά του και η αφαίρεση του μηχανήματος είναι παράνομη διότι ανήκει στη δική του κυριότητα". Έτσι στη δήλωση αυτή που έθεσαν σε παραπομπή άφησαν κενά τα στοιχεία του τιμολογίου, μέχρι να ανεύρει αυτό ο κατηγορούμενος και να το επιδείξει στον εγκαλούντα δικαστικό επιμελητή. Επειδή όμως μετά δίωρη αναζήτηση αυτός δεν άνευρε τέτοιο τιμολόγιο προς απόδειξη του ισχυρισμού του, ο εγκαλών δήλωσε προς τον καθού η εκτέλεση κατηγορούμενο ότι δεν μπορούσε να αναμείνει αυτόν άλλο χρόνο, γι' αυτό στην ως άνω σε παραπομπή δήλωση, στο κενό που είχε αφήσει για την καταχώρηση των στοιχείων του τιμολογίου, ανέγραψε με συνεπτυγμένα γράμματα "το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο που δεν μου έδειξε μέχρι το πέρας της εκτέλεσης" και παρακάτω προς το τέλος της παραπομπής εκεί που αναγραφόταν, η αφαίρεση του μηχανήματος είναι παράνομη, συμπλήρωσε ανάμεσα στις γραμμές τις λέξεις "κατ' αυτόν", και έτσι πλέον ανεγράφη η φράση "η αφαίρεση του μηχανήματος κατ' αυτόν είναι παράνομη". Κατόπιν αυτού όλοι οι παρόντες και συμπράττοντες στην αναγκαστική εκτέλεση υπέγραψαν την 1430/2002 έκθεση αφαίρεσης κινητού μηχανήματος, δηλαδή και ο καθού η εκτέλεση κατηγορούμενος σε όλα τα σημεία της ακόμη και στην ως άνω παραπομπή και παρέλαβε αντίγραφό της. Στη συνέχεια ο εγκαλών δικαστικός επιμελητής παρέλαβε το αφαιρεθέν μηχάνημα και αποχώρησε από την επιχείρηση του κατηγορουμένου, ενώ ο τελευταίος επιφυλάχθηκε να προσβάλει το κύρος της αναγκαστικής εκτέλεσης ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, πράγμα το οποίο εν συνεχεία έπραξε. Ενώ όμως ήταν έτσι τα πράγματα ο κατηγορούμενος - καθού η εκτέλεση με την από 6-8-2002 (αριθμ. Α2002/6-8-2002) έγκλησή του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αγρινίου και το Α2003/413 υπόμνημά του στη συνέχεια καταμήνυσε τον εγκαλούντα δικαστικό επιμελητή για τις πράξεις της παράβασης καθήκοντος, πλαστογραφίας και συκοφαντικής δυσφήμησης Συγκεκριμένα ισχυρίσθηκε ότι ο εγκαλών δικαστικός επιμελητής κατά παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος του, όντας υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13α Π.Κ., με σκοπό να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό όφελος στον ως άνω επισπεύδοντα ΑΑ, προέβη σε παράνομη αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του και αφαίρεση του ως άνω μηχανήματος, καίτοι γνώριζε ότι κύριος του μηχανήματος αυτού ήταν ο ίδιος ο κατηγορούμενος, αφού είχε αγοράσει το κινητό μηχάνημα ως καλόπιστος τρίτος με νόμιμο τιμολόγιο και ενώ τον είχε παρακαλέσει να περιμένει για λίγο μέχρι να ανεύρει το τιμολόγιο και να του επιδείξει αυτό, ο εγκαλών δεν ανέμεινε, αλλά ψευδώς ισχυρίσθηκε και συκοφάντησε ενώπιον τρίτων αυτόν ότι το τιμολόγιο είναι πλαστό που έλαβε σε συμπαιγνία με την ως άνω πωλήτρια εταιρεία για να εμποδίσει την αναγκαστική εκτέλεση και κατόπιν προχώρησε σε αναγκαστική εκτέλεση και αφαίρεσε το μηχάνημα καίτοι τελικά αυτός άνευρε το τιμολόγιο και του το επέδειξε όταν ο δικαστικός επιμελητής του επέδωσε την έκθεση αφαιρέσεως. Επίσης ο κατηγορούμενος- καθού η εκτέλεση καταμήνυσε τον εγκαλούντα δικαστικό επιμελητή ότι αυτός εκ των υστέρων νόθευσε την έκθεση αναγκαστικής αφαίρεσης του μηχανήματος και ενώ αυτός την είχε υπογράψει, εκ των υστέρων και χωρίς τη θέληση του ιδίου ο δικαστικός επιμελητής έθεσε στα ενδιάμεσα κενά της παραπομπής τις λέξεις "τιμολογίου ..., που δεν μου επέδειξε μέχρι το πέρας της εκτέλεσης", "η αφαίρεση κατ' αυτόν είναι παράνομη", προκειμένου να παραπλανήσει με τη χρήση της έκθεσης αυτής αφαίρεσης μηχανήματος ότι η αναγκαστική εκτέλεση ήταν νόμιμη. Τα ως άνω όμως που ο κατηγορούμενος-καθού η εκτέλεση καταμήνυσε τον εγκαλούντα δικαστικό επιμελητή ήσαν ψευδή, των οποίων την αναλήθεια γνώριζε, αφού τα αληθή είναι τα ως άνω που έλαβαν χώρα ενώπιόν του και ο δικαστικός επιμελητής όταν πληροφορήθηκε το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να έχει αγοράσει το προς αφαίρεση μηχάνημα ανέμενε αυτόν επί δύο ολόκληρες ώρες, προκειμένου να ανεύρει το τιμολόγιο και ουδέποτε ο ίδιος εξέφρασε γνώμη περί πλαστότητας του τιμολογίου που εκδόθηκε σε συμπαιγνία κατηγορουμένου και της ως άνω φερόμενης ως πωλήτριας εταιρείας. Στη δε ολοκλήρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης προέβη αφού η ανεύρεση του τιμολογίου κατέστη αδύνατη, γι' αυτό ενώπιον των παρευρισκομένων ανέγραψε στα ενδιάμεσα της παραπομπής ότι το τιμολόγιο αγοράς που επικαλείτο ο κατηγορούμενος δεν του επιδείχθηκε μέχρι το πέρας της εκτέλεσης και ότι η αφαίρεση του μηχανήματος είναι παράνομη "κατ' αυτόν" δηλαδή κατά τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου που επιφυλάχθηκε να προσβάλει την αναγκαστική εκτέλεση. Τα ως άνω που ανέγραψε ο δικαστικός επιμελητής στα κενά της παραπομπής ήσαν τα αληθή που πράγματι συνέβησαν, γι' αυτό και στη συνέχεια η έκθεση αφαιρέσεως του μηχανήματος υπογράφηκε από όλους τους συμπράττοντες και τον κατηγορούμενο καθού η εκτέλεση. Σημειωτέον ο εγκαλών επιμελητής, κατά του οποίου με βάση την ως άνω έγκληση του κατηγορουμένου-καθού η εκτέλεση ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις πράξεις της παράβασης καθήκοντος, πλαστογραφίας και συκοφαντικής δυσφήμησης, αθωώθηκε με την 1857/2006, ήδη αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου, ενώ η δίκη, κατά την οποία ο καθού η αναγκαστική εκτέλεση προσέβαλε το κύρος της εκτελέσεως και αφαιρέσεως του μηχανήματος, τελικά απέβη υπέρ του επισπεύδοντος- πελάτη του εγκαλούντος δικαστικού επιμελητή, ενώ ο κατηγορούμενος απολογούμενος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου τελικά παραδέχεται ότι ο εγκαλών έκανε τη δουλειά του και σε καμιά περίπτωση δεν είχε δόλο να τον βλάψει, ενώ ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην υποβολή της έγκλησής του προέβη κατόπιν υποδείξεως του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Κατόπιν αυτού όμως ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα της ψευδούς καταμηνύσεως με την υποβολή της ως άνω ψευδούς μήνυσης του, της ψευδορκίας μάρτυρα με το να βεβαιώνει ενόρκως το περιεχόμενό της ως άνω εγκλήσεώς του κατά την κατάθεση της ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αγρινίου, ενώ γνώριζε ότι ήταν ψευδής και της συκοφαντικής δυσφήμησης, αφού ισχυρίσθηκε ενώπιον του ως άνω Εισαγγελέα Αγρινίου και των υπαλλήλων της Εισαγγελίας τα ως άνω ψευδή γεγονότα για τον εγκαλούντα εν γνώσει της αναληθείας τους, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Πατρών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, την οποία ανέστειλε για μία τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε οι αναιρεσείων-κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς και τις σκέψεις και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1, 224 παρ. 2 και 363 σε συνδυασμό με το άρθρο 362 του ΠΚ, τις οποίες, ορθώς, εφάρμοσε. Οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, τις οποίες προβάλλει με το μοναδικό λόγο αναίρεσης ότι α) στην πληττόμενη απόφαση δεν αναφέρονται συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα από τα οποία να προκύπτει η γνώση του για το ψευδές των περιστατικών για τα οποία καταδικάστηκε και β) δεν περιέχεται καμία αιτιολογία αναφορικά με τον προβληθέντα ισχυρισμό του ότι στην υποβολή της έγκλησης κατά του δικαστικού επιμελητή ΑΑ προέβη κατόπιν συμβουλών του πληρεξουσίου δικηγόρου του είναι αβάσιμες. Τούτο διότι, αναφορικά με την πρώτη αιτίαση, επαρκώς αιτιολογείται η γνώση του κατηγορουμένου για την αναλήθεια των ψευδών περιστατικών, η οποία ενυπάρχει στο πρόσωπό του, ενόψει του ότι, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, συνέβησαν ενώπιόν του και, συνεπώς, είχε ιδία αντίληψη και αναφορικά με τη δεύτερη αιτίαση δεν απαιτείτο για τη νομική πληρότητα της απόφασης σχετική αιτιολογία για τη μη λήψη υπόψη του πιο πάνω ισχυρισμού, δεδομένου ότι και αληθής υποτιθέμενος δεν απαλλάσσει τον κατηγορούμενο της ευθύνης του, αφού εν γνώσει της αναλήθειας κατέθεσε, ισχυρίστηκε και διέδωσε τα ως άνω ψευδή περιστατικά σε βάρος του εγκαλούντος. Επομένως είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ. ΚΠοινΔ. Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-4-2010 αίτηση του Χ για αναίρεση της 2183/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα, συκοφαντική δυσφήμηση. Πλήρης και σαφής αιτιολογία του άμεσου δόλου. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα, Δόλος.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1382/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νταλαχάνη και 2) Χ2, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Κούρτοβικ, περί αναιρέσεως της 4220/2009 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ3.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Σεπτεμβρίου 2009 και 28 Μαΐου 2009 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως καθώς και στο από 22 Φεβρουαρίου 2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων του δεύτερου κατηγορουμένου, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1198/09.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσείοντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι: 1. από 3-9-2009 Αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του Χ1 και 2. με αριθμό εκθέσεως 216/28-5-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ2 και οι από 22-2-2010 πρόσθετοι λόγοι αυτής στρέφονται κατά της αυτής 4220/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκαν οι αναιρεσείοντες ένοχοι πλαστογραφίας (κατάρτισης) από κοινού κατ εξακολούθηση και παράνομης κατοχής ξένων διαβατηρίων, ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (473 παρ. 2 και 3, 509 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ). Συνεπώς, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συναφείας, πρέπει να συνεκδικασθούν.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη το άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται, αντικειμενικά μεν, η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ) από τον υπαίτιο, είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα, είτε με τη θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη, είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνον την υπογραφή τρίτου) που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε, δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης. Αμέσως ζημιούμενος από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύθηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Εξάλλου, το έγκλημα της πλαστογραφίας μπορεί να τελεσθεί και από περισσότερους του ενός κατά συναυτουργία, σύμφωνα με το άρθρο 45 ΠΚ. Όρος της συναυτουργίας, κατά την έννοια του νόμου, είναι η γνώση του συναυτουργού για την πρόθεση του άλλου να τελέσει την πράξη και η θέληση να συμπράξει με αυτόν (κοινός δόλος). Αρκεί δε στην καταδικαστική απόφαση να αναφέρεται ότι οι δράστες της πλαστογραφίας ενήργησαν με κοινό δόλο, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και να εξειδικεύονται οι επί μέρους υλικές ενέργειες του καθενός από αυτούς για την από κοινού πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αρκεί δηλαδή να αναφέρεται ότι από κοινού έθεσαν εν αγνοία και κατ απομίμηση του φερομένου ως υπογράφοντος το πλαστό έγγραφο την υπογραφή του, ή κατάρτησαν από την αρχή το πλαστό έγγραφο, χωρίς ειδικότερη εξειδίκευση για τον κάθε ένα συναυτουργό, των ενεργειών του για την πραγμάτωση της πράξεως και δεν δημιουργείται έλλειψη νόμιμης βάσης από τη μη εξειδίκευση αυτή (ΟλΑΠ 50/1990, ΑΠ 2041/2009). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 54 παρ. 7 του νόμου 2910/2001, όποιος παράνομα κατέχει ή χρησιμοποιεί γνήσιο διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο άλλου προσώπου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον πεντακοσίων χιλιάδων δραχμών ή 1.500 €. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος παρακρατεί διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο άλλου προσώπου ή αρνείται να παραδώσει τούτο στην αρμόδια υπηρεσία. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος κατέχει ή χρησιμοποιεί πλαστό διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο. Ο νόμος αυτός τέθηκε σε ισχύ ένα μήνα μετά τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, σύμφωνα με το ακροτελεύτιο άρθρο του 81, δηλαδή την 2-5-2001, εξαιρέσει των ρητώς αναφερομένων σ' αυτό διατάξεων, η ισχύς των οποίων άρχισε αμέσως με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και ίσχυε κατά τον χρόνο τελέσεως της κατωτέρω αξιόποινης πράξεως (πριν από 16-4-2004). Βέβαια, μετά την τέλεση της πράξεως και κατά την εκδίκασή της πρωτόδικα, τέθηκε σε ισχύ ο Ν. 3386/2005 (ΦΕΚ Α 212/23-8-2005), το άρθρο 87 παρ. 7 του οποίου προβλέπει και τιμωρεί τις αυτές ως άνω πράξεις, πλην όμως δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, κατ άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, διότι είναι αυστηρότερος, αφού απειλεί ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον 6 μηνών και ΧΠ τουλάχιστον 3.000 €. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ' αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
ΙΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ' έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τις αποδιδόμενες στους αναιρεσείοντες, αλλά και στον μη ασκήσαντα αίτηση αναιρέσεως Χ3, πράξεις της από κοινού και κατ εξακολούθηση πλαστογραφίας και παράνομης κατοχής ξένων διαβατηρίων: "Στην ...: Α) περί τον Απρίλιο 2004 από κοινού ενεργώντας ο κατηγορούμενος και με κοινό δόλο, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός καίτοι αυτού εγκλήματος, κατάρτισαν εφ' υπαρχής πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με κοινή χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα κατάρτισαν τα εξής πλαστά έγγραφα: 1) τις άδειες οδήγησης, .../28-7-2002 Πακιστάν, .../2-7-2003 Πακιστάν διεθνείς με τα στοιχεία του πρώτου κατηγορουμένου, την με αριθμό ... διεθνή άδεια Πακιστάν με στοιχεία ..., με αριθμό .../2-7-2003 διεθνή άδεια Πακιστάν με στοιχεία ..., 2) την με αριθμό .../28-12-2001 άδεια εργασίας Αλλοδαπού φερόμενη ως εκδοθείσα από την Νομαρχία Αθηνών με τα στοιχεία του α'κατηγορούμενου δύο έντυπα αδειών εργασίας της Νομαρχίας Αθηνών με εντύπωμα κρατικής σφραγίδας, ένα έντυπο άδειας εργασίας της Νομαρχίας Αρκαδίας με εντύπωμα κρατικής σφραγίδας, ένα έντυπο άδειας εργασίας με στρογγυλή σφραγίδα της Διεύθυνσης Εργασίας της Νομαρχίας Αθηνών 3) την από 16-3-2004 βεβαίωση ανεργίας τον ΟΑΕΔ ΝΕΑΣ ΙΩΝΙΑΣ με στοιχεία ..., 4) την με αριθμό .../ άδεια παραμονής Αλλοδαπού με στοιχεία ... φερομένης εκδοθείσα από το τμήμα Αλλοδαπών Αθηνών. Ενώ δεν πρέπει να συμπεριληφθούν στα πλαστά έγγραφα, και τα τρία δίφυλλα εσωτερικών σελίδων άδειας οδήγησης Πακιστάν, αφού αυτά δεν αποτελούν πλαστά έγγραφα με την παραπάνω έννοια (περ 8ου κατ/ρίου/ κατά παραδοχή σχετικού ισχυρισμού των κατ/νων. Στις παραπάνω πράξεις ο κατ/νος προέβησαν με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση των εγγράφων αυτών, τους υπαλλήλους των αρμοδίων αρχών ότι τα έγγραφα αυτά είναι γνήσια και οι αναφερόμενοι σ' αυτά, νόμιμος κάτοχος αυτών. Β) στις 15-4-2004 ο κατ/νοι από κοινού ενεργώντας στα επί της οδού ... αριθ. 10 και ... αρ. 58 γραφεία - καταστήματα, που διατηρεί ο α' κατ/νος και στην, επί της οδού ... αριθ. 26 οικία που διαμένουν οι δεύτερος και τρίτος, παράνομα κατείχαν διαβατήρια άλλων προσώπων. Συγκεκριμένα κατείχαν: 1) το με αριθμό .../98 διαβατήριο Μπαγκλαντές του οποίου δικαιούχος ήταν ο ..., 2) το με αριθμό .../10-5-99 διαβατήριο Πακιστάν του οποίου δικαιούχος ήταν ο ..., 3) το με αριθμό ... διαβατήριο Πακιστάν του οποίου δικαιούχος ήταν ο ... . Οι κατ/νοι δεν προέβαλαν πειστική δικαιολογία πως βρέθηκαν στα χέρια τους τα παραπάνω πλαστά έγγραφα αφ' ενός και αφ' ετέρου τα προαναφερόμενα διαβατήρια ξένων προσώπων. Ειδικότερα: ο πρώτος κατ/νος ..., Πακιστανός υπήκοος ασκούσε στην ... επιχειρηματική δραστηριότητα και συγκεκριμένα διατηρούσε φωτογραφείο και επιχείρηση εμπορίας εκπτωπτικών τηλεφωνικών καρτών επί της οδού ... αριθ. 58, εξέδιδε δε και μια πακιστανική εφημερίδα στο ισόγειο και στον 4ο όροφο πολυκατοικίας επί της οδού ... αρ. 10. Εδώ δε απασχολούνταν οι δυο συγκατηγορούμενοι του. Σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε νομότυπα στους ανωτέρω χώρους, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τα προαναφερόμενα έγγραφα. Ο πρώτος κατ/νος, χρησιμοποιώντας τους ανωτέρω επαγγελματικούς χώρους κατόπιν συναποφασίσεως και με κοινή δράση και κοινό δόλο με τους συγκατηγορούμενους του, δέχονταν παραγγελίες για κατάρτιση πλαστών εγγράφων από Αλλοδαπούς κυρίως ομοεθνείς τους οι οποίοι δεν ήταν εφοδιασμένοι με νομιμοτυτηπικά έγγραφα. Τα πλαστά δε έγγραφα κατάρτιζαν με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή και πλαστών σφραγίδων. Για τις παραπάνω πράξεις δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία ότι τελέσθηκαν από τους κατ/νους οι οποίοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι στο διατακτικό". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες των ανωτέρω πράξεων και, αφού τους αναγνώρισε τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ, επέβαλε στον καθένα συνολική ποινή φυλακίσεως τριάντα και ενός (31) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς δέκα (10) € ημερησίως. Ειδικότερα τους κήρυξε ενόχους του ότι : " α) Σε άγνωστο χρόνο, αμέσως όμως προγενέστερο της 16ης Απριλίου 2004, ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο, με περισσότερες πράξεις του συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, κατήρτισαν εξ υπαρχής πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, δηλ. τα εξής πλαστά έγγραφα: 1) Την με αριθ. .../28-7-2002 διεθνή πακιστανική άδεια οδήγησης με τα στοιχεία του πρώτου κατηγορουμένου (...). 2) την με αριθ. .../2-7-2003 διεθνή πακιστανική άδεια οδηγήσεως με τα άνω στοιχεία του πρώτου κατηγορουμένου 3) την με αριθ. .../28-12-2001 άδεια εργασίας αλλοδαπού που φέρεται ότι εξεδόθη από τη Νομαρχία Αθηνών με τα στοιχεία του πρώτου κατηγορουμένου 4) την με αριθ. ... διεθνή άδεια οδήγησης Πακιστάν επ ονόματι ..., 5) δύο έντυπα αδειών εγρασίας της Νομαρχίας Αθηνών, κενά, φέροντα εντύπωμα στρογγυλής κρατικής σφραγίδας καθώς και εντύπωμα του υπαλλήλου της Νομαρχίας ..., 6) ένα έντυπο αδείας εργασίας της Νομαρχίας Αρκαδίας κενό, το οποίο έφερε το εντύπωμα στρογγυλής σφραγίδας ως και εντύπωμα με στοιχεία "...", 7) την με αριθ. ... άδεια παραμονής αλλοδαπού με στοιχέια ..., φερομένη ως εκδοθείσα από τον Τμήμα Αλλοδαπών Αθηνών, 8) έντυπο άδειας εργασίας αλλοδαπού ασυμπλήρωτο επί του οποίου υπήρχε στρογγυλήσφραγίδα της Διεύθυνσης Εργασίας της Νομαρχίας Αθηνών. 9) την με αριθ. .../2-7-2003 διεθνή Πακιστανική άδεια οδήγησης με στοιχεία ... 10) την από 16-3-2004 βεβαίωση ανεργίας του ΟΑΕΔ ... με στοιχεία ... . Στις ανωτέρω εξακολουθητικώς τελεσθείσες πράξεις οι κατηγορούμενοι προέβησαν με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση των εγγράφων αυτών τους υπαλλήλους των αρμοδίων αρχών ότι τα ανωτέρω έγγραφα είναι γνήσια. και ότι οι αναγραφόμενοι σε αυτά είναι δήθεν νόμιμοι κάτοχοι και δικαιούχοι των. β) Στις 15-4-2004 από κοινού ενεργώντας, στο επί της οδού ... αριθ. 10 και ... αριθ. 58 κείμενα γραφεία - καταστήματα που διατηρεί ο πρώτος κατηγορούμενος και στην επί της οδού ... αριθ. 26 οικία που διαμένουν οι δεύτερος κι τρίτος, παράνομα κατείχαν διαβατήρια άλλων προσώπων ήτοι α) το με αριθ. .../98 διαβατήριο Μπαγκλαντές, του οποίου δικαιούχος ήταν ο ..., 2) το με αριθ. .../10-5-99 διαβατήριο Πακιστάν, του οποίου δικαιούχος ήταν ο ..., 3) το με αριθ. ... διαβατήριο Πακιστάν, του οποίου δικαιούχος ήταν ο ..., 4) το με αριθ. ... διαβατήριο Πακιστάν, του οποίου δικαιούχος ήταν ο ...".
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 και 2, 45, 94, 98, 216 παρ. 1 ΠΚ και 54 παρ. 7 του Ν. 2910/2001, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεχθέν κατ εξακολούθηση τέλεση των ανωτέρω πράξεων και αληθινή συρροή αυτών μεταξύ τους, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσειβαλλομένης, που προκύπτουν από την αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων των πράξεων, για τις οποίες κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες. Συγκεκριμένα αιτιολογεί το δικαστήριο όπως υποχρεούταν, κατά τα ανωτέρω, ότι οι κατηγορούμενοι, με την χρήση των πλαστών εγγράφων, που παραθέτει, σκόπευαν να παραπλανήσουν τους αρμοδίους υπαλλήλους για το ότι τα έγγραφα ήσαν γνήσια και ότι τα αναγραφόμενα σ αυτά, ως κομιστές τους, πρόσωπα είναι νόμιμοι κάτοχοι και δικαιούχοι αυτών, δηλαδή για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, κατά την προεκτεθείσα έννοια, αφού έτσι εφοδιάσθηκαν με επίσημα έγγραφα που ήταν πρόσφορα να νομιμοποιήσουν την παραμονή, επαγγελματική δραστηριότητα και κίνησή στην Ελλάδα, είτε των ιδίων (πρώτος αναιρεσείων), είτε τρίτων ατόμων. Δεν απαιτούνταν δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρεται και σκοπός επιδιώξεως οφέλους, αφού η καταδίκη δεν αφορούσε πράξη της παραγράφου 3 του άρθρου 216 ΠΚ, ούτε περαιτέρω, ως προς την από κοινού τέλεση της πράξεως, έπρεπε να εξειδικεύονται οι πράξεις στις οποίες προέβη ο καθένας απ αυτούς, προς πραγμάτωση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, αρκεί που γίνεται δεκτό ότι ενήργησαν κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο. Περαιτέρω δεν απαιτούνταν, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρει η απόφαση ποια συγκεκριμένα από τα απαριθμούμενα δέκα (10) πλαστά έγγραφα, τα οποία κατά τις παραδοχές του Δικαστηρίου, δεν ήταν απλά φωτοτυπημένα αντίγραφα, όπως αβάσιμα υποστηρίζει για τα επικαλούμενα απ αυτόν έγγραφα ο δεύτερος αναιρεσείων, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στον επαγγελματικό χώρο του πρώτου αναιρεσείοντος και ποια στο διαμέρισμα των δύο άλλων κατηγορουμένων (δευτέρου αναιρεσείοντος και μη ασκήσαντος αναίρεση). Δεν χρειαζόταν δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, όσον αφορά την δεύτερη πράξη να αιτιολογεί το Δικαστήριο τον παράνομο χαρακτήρα της κατοχής των ξένων διαβατηρίων από τους αναιρεσείοντες, αφού αυτός ενυπάρχει στην, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, κατοχή τους, ενώ δεν ήταν νόμιμοι δικαιούχοι τους, αλλά ανήκαν στα τρίτα κατονομαζόμενα πρόσωπα, οι ίδιοι δε, όπως δέχεται το Δικαστήριο, δεν πρόβαλαν κάποιο λόγο που να αιτιολογεί την κατοχή τους απ αυτούς, ούτε χρειαζόταν η ιδιαίτερη αιτιολόγηση του δόλου τους, αφού δεν απαιτείται άμεσος, αλλ αρκεί και ενδεχόμενος, ούτε χρειαζόταν να αναφέρεται ποιος ήταν και να αιτιολογείται ο σκοπός της παράνομης κατοχής τους από τους αναιρεσείοντες, αφού δεν απαιτείται το στοιχείο αυτό για την στοιχειοθέτηση της εν λόγω πράξεως.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως του Χ1 και ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου, ανεξαρτήτως της αοριστίας του και ο υπό στοιχείο Ζ λόγος του δικογράφου των προσθέτων της δευτέρας αιτήσεως αναιρέσεως του Χ2, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ), ως και οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ και Ε δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως του πρώτου αναιρεσείοντος, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη για έλλειψη αιτιολογίας, εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 45 ΠΚ, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών των αιτήσεων αναιρέσεως, αλλά και ο υπό στοιχείο Η του δικογράφου των προσθέτων της δευτέρας αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες.
ΙV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. δ', 329, 331, 364 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ συνάγεται ότι, τότε μόνο επέρχεται η ιδρύουσα τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου έλαβε υπόψη του μη δημοσίως αναγνωσθέντα έγγραφα, πλην όμως τέτοια ακυρότητα δεν συνεπάγεται η μη ανάγνωση στο ακροατήριο εγγράφων και η λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο για την αναγκαία κρίση του, τα οποία συνιστούν στοιχεία του κατηγορητηρίου και συνεπώς αναπόσπαστο μέρος της εις βάρος του κατηγορουμένου ποινικής διώξεως για κάποιο έγκλημα, αφού αυτός, προς αντίκρουση των εγγράφων τούτων, μπορεί κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ να εκθέσει τις απόψεις του και να δώσει τις περί αυτών αναγκαίες εξηγήσεις (ΑΠ 835/2007). Επομένως, ο υπό στοιχείο ΣΤ' λόγος του δικογράφου των προσθέτων της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος, περί ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία επήλθε από το ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του επί της ενοχής των κατηγορουμένων έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση δέκα (10) πλαστά έγγραφα και τέσσερα (4) διαβατήρια ξένων, αν και τα έγγραφα αυτά δεν αναγνώσθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί τα ως άνω έγγραφα αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου για τα αποδιδόμενα στους αναιρεσείοντες ως άνω εγκλήματα και οι τελευταίοι μπορούσαν, γνωρίζοντας το περιεχόμενό τους, να προβούν σχετικά με αυτά στις αναγκαίες δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις.
V. Έλλειψη ακροάσεως, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1Β ΚΠΔ, υφίσταται, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ιδίου Κώδικος, όταν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 100 παρ. 1α ΠΚ, αν κάποιος καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως μεγαλύτερη των δύο και μέχρι τριών ετών και συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 99 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο μπορεί με την απόφασή του να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για διάστημα από τρία έως πέντε έτη. Από τη διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι στην εν λόγω περίπτωση, αντιθέτως προς όσα ισχύουν για την προβλεπόμενη από το άρθρο 99 παρ. 1 ΠΚ αναστολή εκτέλεσης της ποινής, το δικαστήριο δεν υποχρεούται, αυτεπαγγέλτως, να αποφασίσει, πριν από την μετατροπή της ποινής, για την αναστολή της, αλλά μόνον κατόπιν αιτήσεως του καταδικασθέντος, επί της οποίας και πρέπει να απαντήσει αιτιολογημένα, αν όμως δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα και το δικαστήριο αποφασίσει την μετατροπή της ποινής χωρίς να κρίνει προηγουμένως περί αναστολής ή μη αυτής, ούτε την εξουσία του υπερβαίνει, ούτε και είναι απαραίτητο να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την περί μη χορηγήσεως της αναστολής κρίση του (ΑΠ 847/2007).
Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο συνήγορος του δευτέρου αναιρεσείοντος, όπως και οι συνήγοροι των λοιπών κατηγορουμένων, όταν τους δόθηκε ο λόγος επί της ποινής, ζήτησαν να επιβληθεί το ελάχιστο όριο και να μετατραπεί σε χρηματική η ποινή που θα επιβαλλόταν. Ο λόγος λοιπόν δόθηκε στους συνηγόρους όλων των κατηγορουμένων και συνεπώς και του αναιρεσείοντος, επί του ζητήματος της επιβλητέας ποινής και της μετατροπής ή αναστολής αυτής, αμέσως μετά, όπως γίνεται πολλές φορές, έστω και χωρίς την τήρηση της δικονομικής τάξης, την ενιαία πρόταση της Εισαγγελέως της έδρας περί επιβλητέων ποινών, μετατροπής αυτών, παρεπομένων ποινών (δημεύσεις κατασχεθέντων κλπ) και δεν υπέβαλαν, όπως προϋποθέτει η προαναφερόμενη διάταξη, αίτημα, περί χορηγήσεως αναστολής εκτέλεσης της ως άνω ποινής, αλλά ζήτησαν την μετατροπή.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου οι υπό στοιχείο Α' και Β' λόγοι του δικογράφου προσθέτων της αίτησης αναίρεσης του ως άνω δευτέρου αναιρεσείοντος, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β', Η' και Δ' ΚΠΔ ότι ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου δεν έδωσε τον λόγο στον συνήγορό του επί της αναστολής της ποινής και παραβιάσθηκε το δικαίωμά του ακροάσεως, σε κάθε όμως περίπτωση, το Δικαστήριο όφειλε να χορηγήσει, αυτεπαγγέλτως, την αναστολή εκτελέσεως της επιβληθείσης σ αυτόν συνολικής ποινής των τριάντα και ενός (31) μηνών και παρόλα ταύτα προέβη και μάλιστα χωρίς να αιτιολογήσει την σχετική απόφαση, σε μετατροπή αυτής αντί δέκα (10) € την ημέρα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω ο εν λόγω αναιρεσείων με τον υπό στοιχείο Α' λόγο του δικογράφου των προσθέτων προβάλλει τον ισχυρισμό ότι, από προφανή παραδρομή της γραμματέως της έδρας, καταχωρήθηκε στα πρακτικά η ως άνω δήλωση των συνηγόρων τους, παρότι δεν τους δόθηκε ο λόγος για να προτείνουν σχετικώς. Προσβάλλει δε, επικουρικά, για πλαστότητα τα πρακτικά, κατά το σημείο αυτό. Ειδικότερα επικαλείται τα ακόλουθα: "Η ως άνω φράση δε ανταποκρίνεται στην αλήθεια και έχει εμφιλοχωρήσει στο κείμενο από προφανές λάθος της γραμματέως του δικαστηρίου και για τον λόγο αυτό προσβάλλω τα πρακτικά της ένδικης απόφασης για ΠΛΑΣΤΟΤΗΤΑ, υπό την έννοια της ψευδούς βεβαίωσης, η οποία οφείλεται σε ενέργεια (προφανώς αμέλεια) της κατά τα άνω δακτυλογράφου, και επικαλούμαι προς τούτο τα ακόλουθα: -η ως άνω φράση φέρεται να αποδίδεται στους συνηγόρους και των τριών κατηγορούμενων σε στάδιο στο οποίο δε αποτελεί αντικείμενο διερεύνησης από το Δικαστήριο, καθόσον αποφασίζεται στο στάδιο αυτό το ύψος της ποινής, ακολουθεί το στάδιο της κρίσης επί της αναστολής, στην οποία θα υπεισέλθει εφόσον συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του 99 ή 100 ΠΚ και έπεται αυτό της μετατροπής της ποινής, -μια τυχόν τέτοια πρόταση από πλευράς των συνηγόρων, πέραν του ότι θα αποτελούσε σοβαρό λάθος και θα μαρτυρούσε μεγάλη άγνοια και απειρία, θα σήμαινε παράκαμψη του σταδίου της συζήτησης της αναστολής προς βλάβη των εντολέων τους, πράγμα που δεν είναι δυνατό να δεχθούμε ότι συνέβαινε και ούτε το Δικαστήριο μπορούσε να το δεχθεί, - πολύ περισσότερο και αν ακόμα ήθελε θεωρηθεί ότι συνέβη εκ λάθους ενός νέου και απείρου συνηγόρου υπεράσπισης, τούτο φέρεται να προτείνεται από όλους (τους 4) συνηγόρους υπεράσπισης που βρίσκονται στο ακροατήριο και οι οποίοι όλοι είναι έμπειροι συνήγοροι με εμπειρία πολλών δεκαετιών. Ως εκ τούτου προκύπτει με βεβαιότητα, ότι δεν θα μπορούσε να έχει υποπέσει σε ένα τέτοιο λάθος σύσσωμη η υπεράσπιση και των 3 διαφορετικών κατηγορούμενων. Εξάλλου η σχετική απόφαση του Δικαστηρίου αποτέλεσε λόγο αναίρεσης που πρότεινα ευθύς αμέσως με την κατάθεση αναίρεσης ενός δεκαημέρου από την δημοσίευση της απόφασης. Από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η εγγραφή αυτή στα πρακτικά της ένδικης απόφασης δε ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Γι' αυτό και προσβάλλω την σχετική εγγραφή για πλαστότητα υπό την έννοια της ψευδούς βεβαίωσης επί δημοσίου εγγράφου περί πραγματικού περιστατικού, εκ προφανούς λάθους και αμελείας". Ο με το ανωτέρω περιεχόμενο εν λόγω ισχυρισμός τυγχάνει αόριστος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται πραγματικά περιστατικά που να τον θεμελιώνουν, αλλά περιορίζεται σε λογικές διεργασίες, με βάση τις οποίες καταλήγει, συμπερασματικώς, στην κρίση ότι η γραμματέας από αμέλεια της καταχώρησε στα πρακτικά την ως άνω ανακριβή κατά περιεχόμενο δήλωση των συνηγόρων, με αποτέλεσμα, από τα πρακτικά, τα οποία δεν προσβλήθηκαν, παραδεκτώς, για πλαστότητα, να αποδεικνύεται (141 παρ. 3 ΚΠΔ), η αβασιμότητα των εν ως άνω λόγων αναιρέσεως (ΑΠ 640/2006).
VI. Οι διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ περί αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως αναφέρονται όχι στη δημοσίευση της αποφάσεως που γίνεται προφορικά κατ άρθρο 371 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα σε δημόσια συνεδρίαση, αλλά στην επακολουθούσα με βάση τα πρακτικά της δίκης έγγραφη διατύπωση αυτής που στη συνέχεια υπογράφεται από το δικαστή, ο οποίος διεύθυνε συζήτηση και το γραμματέα μέσα στην προθεσμία του άρθρου 144 παρ. 1 του ΚΠΔ. Γι αυτό και η μη απαγγελία των αιτιολογιών της αποφάσεως, κατά την δημοσίευση αυτής, που γίνεται προφορικά στο ακροατήριο, έστω και συνοπτικά, ούτε παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 371 του ΚΠΔ, ούτε της διατάξεως του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, που να συνεπάγεται ακυρότητα συνιστά, ούτε λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 Α ή Δ του ίδιου Κώδικα ιδρύει.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως του δευτέρου ως άνω αναιρεσείοντος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
VIΙ. Κατά το άρθρο 82 παρ.3 του ΠΚ, το ποσό της μετατροπής της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο (κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του ίδιου άρθρου) καθορίζεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, αφού ληφθεί υπόψη η οικονομική κατάσταση του καταδικασμένου. Το ποσό της μετατροπής της παραπάνω ποινής καθορίζεται, ως προς το κατώτατο και το ανώτατο όριό του από την ίδια διάταξη, σύμφωνα δε με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, μπορεί να αυξομειώνονται τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 3 ποσά μετατροπής των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών. Κατ' εξουσιοδότηση της προμνησθείσας διάταξης, είχαν εκδοθεί κατά το παρελθόν οι υπ' αριθμ. 134423 α οικ/8-12-1992 και 58554/19-6-2006 κοινές αποφάσεις των ως άνω Υπουργών, με τις οποίες αναπροσαρμόσθηκαν, αντίστοιχα, τα ποσά της μετατροπής κάθε ημέρας φυλάκισης σε 1500 έως 20.000 δρχ και σε 4,40 έως 59,00 ευρώ, αντίστοιχα.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 50492/2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 1112/Β/13-6-2008), με τίτλο "Αναπροσαρμογή των ποσών της μετατροπής των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών", που άρχισε να ισχύει μετά 15νθήμερο, δηλαδή από τις 28-6-2008, και με την οποία αναπροσαρμόσθηκε το ποσό της μετατροπής κάθε ημέρας ποινής φυλάκισης σε δέκα (10) έως εξήντα (60) ευρώ. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τη μετατροπή της επιβληθείσας ποινής των τριάντα ενός (31) μηνών στους αναιρεσείοντες, διέλαβε την εξής αιτιολογία κατά τα ουσιώδη μέρη της: Από την έρευνα του χαρακτήρα των κατηγορουμένων, που κηρύχθηκε ένοχοι και τις άλλες περιστάσεις το Δικαστήριο κρίνει ότι η χρηματική ποινή αρκεί να τους αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων. Συντρέχει επομένως νόμιμη περίπτωση (άρθρο 82 ΠΚ) να μετατραπεί η παραπάνω ποινή σε χρηματική. Αν ληφθούν υπόψη για τον προσδιορισμό του ποσού και οι οικονομικοί όροι των κατηγορουμένων που κηρύχθηκαν ένοχοι, πρέπει κάθε ημέρα φυλάκισης να υπολογισθεί προς δέκα (10) €. Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω αιτιολογίες της αποφάσεως η ποινή που αφορά πράξεις που τελέσθηκαν προ της 16-4-2004, κατ' εφαρμογή της ως άνω 50492/2008 κοινής, ως άνω, απόφασης των αναφερθέντων Υπουργών, σε συνδυασμό με το άρθρο 82 παρ.3 του ΠΚ, μετατράπηκε προς το κατά τα άνω ελάχιστο όριο των δέκα (10) ευρώ ημερησίως. Η ως άνω όμως κοινή απόφαση περιέχει, ως προς το σημείο αυτό, δυσμενέστερες για τους αναιρεσείοντες διατάξεις, αφού, για το χρονικό διάστημα που προαναφέρθηκαν, ίσχυαν οι ήδη τροποποιηθείσες ευμενέστερες διατάξεις των υπ' αριθ. 134. 423α ΟΙΚ/8-12-1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993) και 58554/19-6-2006 (ΦΕΚ Β 776/28-6-2006) κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, με τις οποίες ορίζονται ότι το ελάχιστο όριο του ποσού της μετατροπής της ποινής αυτής ήταν, αντίστοιχα, οι 1500 δραχμές και τα 4,40 ευρώ ημερησίως, και όχι αυτό των 10 ευρώ που όρισε η προσβαλλομένη (ΑΠ 836/2009). Δεν κωλυόταν βέβαια το Δικαστήριο και υπό το κράτος ισχύος των τελευταίων κοινών υπουργικών αποφάσεων να ορίσει το ποσό της μετατροπής στα δέκα (10) €, ημερησίως, αφού αυτό βρίσκεται μέσα στα ανωτέρω πλαίσια του ποσού μετατροπής (4,40 - 59 €), πλην όμως, στην περίπτωση αυτή, αφού υπερβαίνει το ελάχιστο κατά νόμο όριο της μετατροπής, έπρεπε να διαλάβει, στην σχετική απόφασή του, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επί του ζητήματος αυτού και τέτοια δεν συνιστά η προαναφερθείσα, η οποία επαναλαμβάνει την διατύπωση του νόμου. Προεχόντως λοιπόν το Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων που ρυθμίζουν την μετατροπή της ποινής και το ημερήσιο ποσό αυτής, σε κάθε δε περίπτωση στέρησε την σχετική περί αυτής απόφασή του της κατά τις ανωτέρω διατάξεις ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας Είναι, επομένως, βάσιμοι ο τέταρτος από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος και οι υπό στοιχεία Δ' και Ε' από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε και Δ' ΚΠΔ, λόγοι του δικογράφου των προσθέτων της αίτησης αναίρεσης του δευτέρου αναιρεσείοντος, οπότε παρέλκει η έρευνα των 4ου και 5ου λόγων του κυρίου δικογράφου και του υπό στοιχείο Γ' λόγου του δικογράφου προσθέτων της αυτής αιτήσεως, που αναφέρονται στο αυτό ζήτημα, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της αυτό, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 2 παρ.1 και 82 παρ.3 και 4 του ΠΚ, σε συνδυασμό προς τις προαναφερθείσες 134.423α ΟΙΚ/8-12-1992 και 58554/19-6-2006 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Κατ ακολουθία τούτων πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ποσό της μετατροπής, για κάθε ημέρα φυλάκισης της επιβληθείσας στους αναιρεσείοντες ποινής των τριάντα ενός (31) μηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το σημείο αυτό, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 4220/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και συγκεκριμένα ως προς τη διάταξή της, που αφορά στο ποσό της μετατροπής της επιβληθείσας στους αναιρεσείοντες 1. Χ1, 2. Χ2 ποινής φυλάκισης τριάντα και ενός (31) μηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, τις: 1. από 3-9-2009 Αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του Χ1 και 2. με αριθμό εκθέσεως 216/28-5-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ2 και τους από 22-2-2010 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της αυτής ως άνω αποφάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία (κατάρτιση) διαβατηρίων. Έννοια στοιχεία υποκειμενικής αντικειμενικής υποστάσεως. Παράνομη κατοχή ξένων διαβατηρίων. Έννοια, στοιχεία. Τέλεση από κοινού. Έννοια. Δεν χρειάζεται να αναφέρονται οι κατ' ιδίαν πράξεις των συναυτουργών. Αιτιολογία πλήρης και εμπεριστατωμένη. Πότε. Εσφαλμένη ερμηνεία, εφαρμογή. Έννοια. Όταν η επιβληθείσα ποινή υπερβαίνει τα δύο έτη για την αναστολή απαιτείται αίτημα του κατηγορουμένου. Αν αυτό δεν υποβληθεί, όχι υπέρβαση εξουσίας του δικαστηρίου που μετέτρεψε. Μετατροπή της ποινής αντί του ελαχίστου ορίου των 10 € ημερησίως έναντι των 5 € που ίσχυε κατά τον χρόνο τελέσεως, χωρίς ειδική αιτιολόγηση της αποφάσεως περί μετατροπής σε ποσό μεγαλύτερο του ελαχίστου. Έλλειψη αιτιολογίας εσφαλμένη ερμηνεία εφαρμογή. Δύο αιτήσεις αναιρέσεως και πρόσθετοι λόγοι της δεύτερης. Απορρίπτει όλους εκτός αφορώντες μετατροπή ποινής προς 10 € αντί των 4,40 €. Αναιρεί κατά το κεφάλαιο περί μετατροπής. Παραπέμπει κατά το μέρος αυτό.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αναίρεση μερική, Πρόσθετοι λόγοι, Ποινής μετατροπή.
| 0
|
Αριθμός 1381/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Βασίλειο Φράγγο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση
του αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.93/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου.
Με συγκατηγορούμενο τον Ψ.
Με πολιτικώς ενάγουσα την ΑΤΕ με την επωνυμία "ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1414/09. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή, με αριθμό 87/23-2-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ, την με αριθμό 1/18-9-2009 αίτηση αναίρεσης της Χ, κατοίκου ..., την οποία άσκησε αυτοπροσώπως και στρέφεται κατά του με αριθμό 93/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου και εκθέτω τα ακόλουθα:
I. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου, με το με αριθμό 93/2009 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου την αναιρεσείουσα και τον συγκατηγορούμενό της Ψ, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι κακουργηματικής απάτης και κακουργηματικής πλαστογραφίας από κοινού. Κατά του βουλεύματος αυτού στρέφεται με την κρινόμενη αίτησή της, η αναιρεσείουσα, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα νομότυπα και παραδεκτά. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα κατηγορουμένη με θυροκόλληση στις 24 Αυγούστου 2009 και στον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κ. Τσέλιο στις 24/9/2009 και αυτή άσκησε την αναίρεσή της, στις 18/9/2009 (μετά την πάροδο της προθεσμίας της έφεσης) ενώπιον του Γραμματέα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, συνετάγη δε από εκείνον η με αριθμό 1/2009 έκθεση στην οποία διατυπώνεται αναλυτικά ο λόγος για τον οποίο το ένδικο αυτό μέσο ασκήθηκε και συγκεκριμένα η υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 484 παρ.1 εδ. α' ΚΠΔ) κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθεί η βασιμότητα του προβαλλομένου αναιρετικού λόγου.
II. Υπέρβαση εξουσίας, ως λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. στ ΣΤ, υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία που δε του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται κατά νόμο για την άσκησή της στην συγκεκριμένη περίπτωση (θετική υπέρβαση) ή όταν παραλείπει (αρνητική υπέρβαση) να ασκήσει τη δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, καίτοι συντρέχουν οι απαιτούμενες για την άσκησή της προϋποθέσεις (βλ. Ολ. ΑΠ. 19/2001, ΑΠ 294/08, ΑΠ 235/07).
III. Στην προκειμένη περίπτωση κατόπιν των από 22/9/2004 εγκλήσεων της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Λαϊκή Τράπεζα ΑΕ" ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος της αναιρεσείουσας και του συγκατηγορουμένου της για κακουργηματική απάτη και κακουργηματική πλαστογραφία από κοινού (άρθρα 216 παρ.3α - 386 παρ3β ΠΚ) και διενεργήθηκε κυρία ανάκριση η οποία νομότυπα περατώθηκε. Ακολούθως η δικογραφία με πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου εισήχθη στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου, το οποίο με το με αριθμό 46/2007 βούλευμά του αποφάνθηκε την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, προκειμένου να δικασθούν για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις. Κατά του βουλεύματος αυτού η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε το με αριθμό 94/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, το οποίο διέταξε την διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανάκρισης από τον Ανακριτή του Α' Τμήματος Πλημμελειοδικών Ρόδου. Μετά την ολοκλήρωση της περαιτέρω κυρίας ανάκρισης όμως, αντί η δικογραφία να επιστραφεί στο Συμβούλιο Εφετών, το οποίο μετά την πρόταση του Εισαγγελέα θα αποφαινόταν για την ουσία της σε βάρος της αναιρεσείουσας κατηγορίας, σύμφωνα με την έφεσή του την οποία αυτή είχε ασκήσει, η σχετική δικογραφία με πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου εισήχθη στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου, το οποίο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του αποφάνθηκε την παραπομπή της αναιρεσείουσας και του συγκατηγορουμένου της στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, προκειμένου αυτοί να δικασθούν για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις. Έτσι όμως το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου, με την έκδοση του με αριθμό 93/2009 βουλεύματός του, υπερέβη την εξουσία του αφού άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρείχε ο νόμος, αλλά ανήκε στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Ως εκ τούτου βάσιμη παρίσταται η αιτίαση της αναιρεσείουσας. Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει και κατ' ουσίαν δεκτή, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, το οποίο αφού ακυρώσει το ατάκτως, κατά παράβαση της δικονομικής τάξης εκδοθέν προσβαλλόμενο βούλευμα, αποφανθεί επί της ουσίας της σε βάρος της αναιρεσείουσας κατηγορίας.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
1) Να γίνει δεκτή, η με αριθμό 1/18-9-2009 αίτηση αναίρεσης της Χ, κατοίκου ..., κατά του με αριθμό 93/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου.
2) Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό και
3) να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, το οποίο μετά πρόταση του αρμόδιου Εισαγγελέα, θα ακυρώσει το προσβαλλόμενο βούλευμα και θα αποφανθεί για την αιτία της σε βάρος της αναιρεσείουσας κατηγορίας. Αθήνα 1/12/2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής".
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. στ'του Κ.Ποιν.Δ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από την διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος υπάρχει, όταν το δικαστικό συμβούλιο, ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο, ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς και όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμο όροι. Στην έννοια της υπέρβασης εξουσίας υπάγεται και η υπέρβαση της αρμοδιότητας του Συμβουλίου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 318 α του Κ.Ποιν.Δ, το συμβούλιο Εφετών, αποφασίζοντας επί εφέσεως, έχει δικαίωμα να διατάσει ότι και το συμβούλιο Πλημμελειοδικών, κατά τα άρθρα 309 έως και 315. Επομένως, το συμβούλιο Εφετών, μπορεί να διατάξει και περαιτέρω ανάκριση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 319 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ αν έχει διαταχθεί συνέχιση της ανάκρισης, ο Εισαγγελέας Εφετών στέλνει χωρίς αναβολή τα έγγραφα στον αρμόδιο ανακριτή του Πλημμελειοδικείου ή στον Εφέτη στον οποίο έχει ανατεθεί με βούλευμα η συνέχιση της ανάκρισης. Αφού γίνει η ανάκριση, το συμβούλιο Εφετών αποφασίζει κατά το άρθρο 318 και όταν ακόμη περιλαμβάνεται στη δίωξη και πρόσωπο για το οποίο δεν είχε κρίνει το Πρωτόδικο συμβούλιο. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επισκοπούνται παραδεκτώς από τον Αρειο Πάγο, για την έρευνα της βασιμότητος αναιρετικού λόγου, προκύπτουν τα εξής: Κατόπιν των από 22-9-2004 δύο εγκλήσεων της ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Λαϊκή Τράπεζα ΑΕ", ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος της αναιρεσείουσας και του συγκατηγορουμένου της Ψ για απάτη και πλαστογραφία από κοινού σε βαθμό κακουργήματος (άρθρα 386 παρ. 3β και 216 παρ. 3α ΠΚ) και διενεργήθηκε κυρία ανάκριση από τον Ανακριτή του Α'Τμήματος Πλημμελειοδικών Ρόδου. Μετά τη νόμιμη περάτωση της ανακρίσεως, εισήχθη η υπόθεση, με πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου, ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου το οποίο, με το υπ' αριθ. 46/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε τους άνω κατηγορουμένους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, για να δικασθούν για τις άνω αποδιδόμενες σ' αυτούς αξιόποινες πράξεις. Κατά του βουλεύματος αυτού η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε το υπ' αριθ. 94/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, το οποίο διέταξε περαιτέρω κυρία ανάκριση από τον ίδιο Ανακριτή. Μετά την περάτωση της περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως, η υπόθεση αντί να επιστρέψει στο Συμβούλιο Εφετών, το οποίο, μετά από πρόταση του αρμοδίου Εισαγγελέα, θα αποφαινόταν για την ουσία της σε βάρος της αναιρεσείουσας - εκκαλούσας κατηγορίας, σύμφωνα με την έφεση που αυτή είχε, κατά τα ανωτέρω, ασκήσει, εισήχθη με πρόταση του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Ρόδου στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου, το οποίο με το προσβαλλόμενο βούλευμα του παρέπεμψε την κατηγορουμένη, αναιρεσείουσα και τον συγκατηγορούμενο της και πάλι στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου για να δικασθούν για τις προαναφερόμενες πράξεις. Έτσι, όμως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου, επιληφθέν της άνω υποθέσεως και εκδόσαν το προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 93/2009 βούλευμά του υπερέβη την εξουσία του θετικώς, αφού άσκησε εξουσία που δεν του παρείχε ο νόμος αλλά ανήκε στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Επομένως, είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. στ' του Κ.Ποιν.Δ μοναδικός λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, το αποτέλεσμα δε αυτό πρέπει να επεκταθεί και στον μη ασκήσαντα αναίρεση ως άνω συγκατηγορούμενο της αναιρεσείουσας και συμπαραπεμφθέντα με αυτή ως συναυτουργό, ενόψει του ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δεν αρμόζει αποκλειστικά στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας (άρθρο 469 Κ.Ποιν.Δ) Ακολούθως η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, κατ' άρθρο 485 παρ. 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 516 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ, ενώπιον του αρμοδίου Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, στο οποίο εκκρεμεί, κατά τα άνω, η έφεση της αναιρεσείουσας κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθ. 46/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το υπ' αριθ. 93/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, καθό μέρος αφορά την αναιρεσείουσα Χ.
Επεκτείνει το αποτέλεσμα της, κατά την αμέσως προηγούμενη διάταξη, αναιρέσεως και στον Ψ.
Παραπέμπει την υπόθεση προς την κρίση στο Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Και
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2010
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών για υπέρβαση εξουσίας για αναιρεσείουσα. Επεκτείνει για συγκατηγορούμενο. Παραπέμπει.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπέρβαση εξουσίας, Επεκτατικό αποτέλεσμα.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1379/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων -κατηγορουμένων 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1368/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Σεπτεμβρίου 2009 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1298/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή με αριθμό 2/4.1.2020, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ, τις υπ' αριθμ. 163/10-9-2009 και 164/10-9-2009 αντίστοιχες αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2, κατοίκων ..., κατά του υπ' αριθμ. 1368/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω τα ακόλουθα: Ι) Το Συμβούλιο πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 515/2009 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους Χ2 και Χ1, προκειμένου να δικαστούν: α) ο πρώτος από αυτούς για πλαστογραφία μετά χρήσεως από κοινού, με σκοπό το περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ δια της προκλήσεως αντίστοιχης βλάβης σε τρίτο, απάτη ενώπιον δικαστηρίου, με σκοπό το περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, με την πρόκληση αντίστοιχης ζημίας σε τρίτο και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα, και β) ο δεύτερος από αυτούς για πλαστογραφία μετά χρήσεως από κοινού με σκοπό το περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, δια της προκλήσεως αντίστοιχης ζημίας σε τρίτο, άμεση συνέργεια σε απάτη ενώπιον δικαστηρίου με σκοπό τον πορισμό περιουσιακού οφέλους συνολικά ανώτερου των 73.000 ευρώ με την πρόκληση αντίστοιχης ζημίας σε τρίτο και ψευδορκία μάρτυρα. Εναντίον του παραπάνω βουλεύματος άσκησαν εφέσεις αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, οι οποίες απορρίφθηκαν εν μέρει με το υπ' αριθμ. 1368/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Ειδικότερα με το ως άνω βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, επικυρώθηκε το πρωτοβάθμιο βούλευμα ως προς τις παραπεμπτικές για τους εκκαλούντες κατηγορουμένους διατάξεις του για τις κακουργηματικές πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού, της κακουργηματικής απάτης ενώπιον δικαστηρίου και της άμεσης συνέργειας σ' αυτήν(σε βαθμό κακουργήματος), ενώ έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής την ασκηθείσα σε βάρος τους ποινική δίωξη για ψευδορκία μάρτυρα και ηθική αυτουργία σ' αυτήν. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφονται πλέον οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ1 με τις κρινόμενες υπ' αριθμ. 164/2009 και 163/2009 αντίστοιχες αιτήσεις αναιρέσεως , οι οποίες ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε και στους δύο κατηγορουμένους με θυροκόλληση την 31-7-2009 και στον αντίκλητο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Βασιλάκη την 4-8-2009, οι δε αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν εμπροθέσμως την 10-9-2009, αφού κατά το άρθρο 473 παρ. 4 από 1 έως 31 Αυγούστου ανεστάλη η σχετική προθεσμία. Οι περί ων ο λόγος αναιρέσεις ασκήθηκαν ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών από την δικηγόρο Ζωή Κωνσταντοπούλου, δυνάμει των αντίστοιχων υπ' αριθμ. ... και ... ειδικών πληρεξουσίων της συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Συνοδινού τα οποία και προσκομίστηκαν, συντάχθηκαν δε γι' αυτές οι αντίστοιχες υπ' αριθμ. ... εκθέσεις στις οποίες διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι άσκησής τους και ειδικότερα: α) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, γ) η απόλυτη ακυρότητα και δ) η υπέρβαση εξουσίας. Εξάλλου το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τους αναιρεσείοντες για κακουργήματα. Κατόπιν των ανωτέρω, οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και, ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
ΙΙ) Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 386§1 του Π.Κ όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν δεν επιτεύχθηκε τούτο, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου, το οποίο προβαίνει σε πράξη παράλειψη ή ανοχή. Το παραπλανώμενο πρόσωπο δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με το βλαπτόμενο άλλ' αρκεί να μπορεί να προβεί στην επιζήμια για το τελευταίο πράξη ή παράλειψη (Α.Π. 411/2007 Ποιν. Χρον ΝΗ 61). Λόγω της μη αναγκαίας ταύτισης παραπλανώμενου και βλαπτόμενου προσώπου, απάτη μπορεί να τελεσθεί και με παραπλάνηση του δικαστή, ο οποίος δικάζει σε πολιτική δίκη, όταν ο υπαίτιος, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, προβαίνει εν γνώσει του σε ψευδείς ισχυρισμούς, οι οποίοι υποστηρίζονται με την προσαγωγή και επίκληση ψευδών αποδεικτικών μέσων, παραπλανώντας έτσι τον δικαστή σε έκδοση ευνοϊκής γι' αυτόν αποφάσεως προς βλάβη της περιουσίας του αντιδίκου του (Α.Π. 1452/2006 Ποιν. Χρον.NZ 629) και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, με την έννοια της μειώσεως της υφισταμένης περιουσιακής καταστάσεως του βλαπτομένου, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Πρέπει δηλαδή η περιουσιακή βλάβη να είναι το αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής του υπαιτίου (Α.Π. 2098/2007 Ποιν Χρον ΝΗ 743). Στην περίπτωση της απάτης με παραπλάνηση του δικαστή, ως βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 386 του Π.Κ θεωρείται η μείωση της πραγματικής αξίας της περιουσίας του βλαπτόμενου διαδίκου, η οποία οφείλεται στην προκαλούμενη από την έκδοση της αποφάσεως αβεβαιότητα της κυριότητας ή άλλου δικαιώματός του επί της περιουσίας του, καθώς και η δικαστική δαπάνη στην οποία θα υποβληθεί αυτός για την δικαστική άρση της αβεβαιότητας αυτής (Α.Π 1531/1995 σε συμβ. Ποιν. Χρον. ΜΣΤ 872). Στην περίπτωση αυτή, δεν αρκεί να παρατίθεται στο βούλευμα ή την απόφαση το ποσό της βλάβης, αλλ' απαιτείται να προσδιορίζεται αν το ποσό αυτό παριστάνει την μείωση της αγοραίας αξίας της περιουσίας εξ αιτίας της αμφισβήτησης της κυριότητας του πραγματικού κυρίου, ή την δαπάνη στην οποία ασφαλώς θα υποβληθεί αυτός για την δικαστική άρση της αμφισβήτησης αυτής (Α.Π. 10/1991 Ποιν Χρον. ΜΑ 811). Εξάλλου, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του ιδίου πιο πάνω άρθρου, όπως αυτή αντικ. αρχικά με το άρθρο 1§11 του Ν 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§4 του Ν 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ή 73.000 ευρώ. Στην περίπτωση μάλιστα κατά την οποία η βλάβη συνίσταται σε κίνδυνο της περιουσίας, όπως συμβαίνει και στην απάτη που τελείται ενώπιον δικαστηρίου, είναι επιβεβλημένη η ακριβής ποσοτική αποτίμηση της βλάβης που προκάλεσε η διακινδύνευση, προκειμένου να μπορεί να κριθεί αν αυτή υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ, οπότε η πράξη είναι κακούργημα, ή όχι, οπότε είναι πλημμέλημα (Μυλωνόπουλος, εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας, έκδοση β σελίδα 511). Ο σκοπός του παράνομου περιουσιακού οφέλους στο έγκλημα της απάτης, είναι υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου και συγκροτεί την έννοια του υπερχειλούς ή άμεσου δόλου α βαθμού , ο οποίος πρέπει να αιτιολογείται(Α.Π 737/2007 Ποιν. Χρον. ΝΗ 226). Ακόμη, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216§1 Π.Κ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον με τη χρήση του σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, ενώ σύμφωνα με το εδάφιο α της παραγράφου 3 του αυτού ως άνω άρθρου, όπως αυτό τροποποιήθηκε αρχικά με το άρθρο 1§7α Ν 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§2α του Ν 2721/1999, αν ο υπαίτιος των πράξεων αυτών (των παρ. 1 και 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ. Από την διάταξη της παραγ.1 του άρθρου 216 του Π.Κ, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση των πραγματικών περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει άλλον με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο. Ως έγγραφο, εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει τέτοιο γεγονός (Α.Π. 180/1990 σε ολομέλεια Ποιν Χρον. Μ 1002). Για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής μορφής της πλαστογραφίας κατά το εδάφιο α της τρίτης παραγράφου του άρθρου 216 του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίηση και συμπλήρωσή του με το άρθρο 14§2 εδάφιο β του Ν 2721/1999, απαιτείται, εκτός από τα στοιχεία που ήδη αναφέρθηκαν για την θεμελίωση του βασικού εγκλήματος, ο επιπρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος ανώτερο των 73.000 ευρώ ή σκοπός αυτού να βλάψει άλλον κατά το αυτό ως άνω ποσό, αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε ή όχι (ολομ Α.Π 855/1978 Ποιν Χρον. ΚΘ 43). Στην περίπτωση αυτή, δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να συνδέεται άμεσα με την πλαστογραφία, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία, έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου, διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επόμενων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία (ολομ Α.Π 3/2008 Ποιν Χρον ΝΗ 404). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 45 του Π.Κ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο από κοινού νοείται ο κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι ενεργούν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς αναγκαία να αναφέρονται στην απόφαση ή το βούλευμα και οι επιμέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς (Α.Π. 156/2004 , Α.Π. 967/2004). Για την πληρότητα της αιτιολογίας στην περίπτωση αυτή, πρέπει να αναφέρονται στο βούλευμα ή την απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το συμβούλιο ή το δικαστήριο, δέχεται ότι ο υπαίτιος συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός (ολομ Α.Π 50/1990 Ποιν. Χρον. Μ.949).
ΙΙ) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ή έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ δ του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει μη λήψη υπόψη των άλλων. Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π 544/2005 Ποιν Χρον ΝΣΤ 19, Α.Π 114/2004 Ποιν Χρον. ΝΔ 29). β) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, όταν το τελευταίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (Α.Π 286/2006 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 819, Α.Π 345/2006 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 829), και γ) είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (Α.Π 1071/2005 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 135, Α.Π 1364/2006). Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ .β του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει , εσφαλμένη δε εφαρμογή όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμά του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης μπορεί να προέλθει και από την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή διατάξεων του αστικού δικαίου, όταν αυτές αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή της ποινικής διάταξης (Α.Π 1281/1985 σε συμβούλιο Ποιν. Χρον. ΛΣΤ 272, Α.Π 918/1988 Ποιν. Χρον. ΛΘ 40, Αργ. Καρρά, η αναίρεση στην ποινική δίκη, σελίδα 219, σύμφωνα με τον οποίο η περίπτωση αυτή συνιστά μορφή "εκ πλαγίου παράβασης" ουσιαστικής ποινικής διάταξης). Εξάλλου, απόλυτη ακυρότητα που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ α Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων του άρθρου 171§§1 και 2 Κ.Π.Δ, υπάρχει και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ Κ.Π.Δ). IV) Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, δέχθηκε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων τα έγγραφα της δικογραφίας, την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα γραφολόγου Γ, τις εκθέσεις γραφολογικών γνωμοδοτήσεων των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων (κατηγορουμένων και εγκαλούντων), τις έγγραφες εξηγήσεις τις απολογίες και τα απολογητικά υπομνήματα των κατηγορουμένων, προέκυψαν κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 7-6-2002 απεβίωσε στην ..., ένθα και διαβιούσε προ του θανάτου της , η Φ, θεία των νυν εγκαλούντων Β, κατοίκου ..., Ξ, κατοίκου ..., Ν, κατοίκου ..., Θ, κατοίκου ... και Π2συζύγου Π, κατοίκου ... Στην κληρονομική διαδοχή της ειρημένης θανούσης υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικού κληρονομητηρίου της Γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι προαναφερθέντες εγκαλούντες κατά ποσοστά 4/24, 4/24, 4/24, 6/24 και 6/24 εξ αδιαιρέτου, αντιστοίχως, έκαστος τούτων. Μετά ταύτα, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... πράξεως αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Ιωάννου Σιδέρη, οι προμνησθέντες εγκαλούντες αποδέχθηκαν την εις αυτήν(πράξη αποδοχής) μνημονευόμενη κληρονομιαία περιουσία της αποβιωσάσης Λ. Ενώ, όμως, έτσι είχαν τα πράγματα, δύο περίπου έτη μετά τον θάνατο της κληρονομουμένης Λ και δη την 18-6-2004, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εδημοσιεύθη, κατόπιν αιτήσεως του υπό στοιχ. α' κατηγορουμένου, η από ... ιδιόγραφη διαθήκη της αυτής ως άνω θανούσης Λ. Με την ιδιόγραφη αυτή διαθήκη εγκαθίστατο ως μοναδικός κληρονόμος στην περιουσία της ειρημένης κληρονομουμένης ο υπό στοιχ. α' των κατηγορουμένων, αποκλειομένων ούτω των εγκαλούντων απάντων εκ της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής και κατά τα δι' ένα έκαστον τούτων προαναφερθέντα ποσοστά συμμετοχής των στην κληρονομιαία περιουσία. Περαιτέρω την 18-6-2004, ωσαύτως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, τμήμα διαθηκών, κατόπιν αιτήσεως του υπό στοιχ. α' κατηγορουμένου, εκήρυξε ως κυρία την προαναφερθείσα από 10-11-2001, φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη της φερόμενης ως διαθέτιδος Λ, αφού προηγουμένως ο υπό στοιχ. β' των κατηγορουμένων, ενώπιον του ειρημένου δικαστηρίου εξετασθείς ως μάρτυς, εβεβαίωσεν ενόρκως την γνησιότητα της περί ης ο λόγος διαθήκης. Με την υπ' αριθμ. πρωτ. ... διάταξη της 15ης τακτικής ανακρίτριας Αθηνών που διεξήγαγε την κυρία ανάκριση, διετάχθη η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, εν σχέσει προς την γνησιότητα ή μη της κρισίμου φερομένης ως ιδιογράφου διαθήκης της θανούσης Λ, με ορισθέντα συναφώς πραγματογνώμονα τον ειδικό δικαστικό γραφολόγο Γ, κατά τον οποίο " ...η από ... ιδιόγραφη διαθήκη, φερομένη ως της διαθέτιδας Λ, δεν έχει γραφεί και υπογραφεί δια χειρός της και αποτελεί προϊόν πλαστογραφίας". Εις το αυτό ως άνω τελικό συμπέρασμα καταλήγει και η τεχνική σύμβουλος των νυν εγκαλούντων δικαστική γραφολόγος Τ, κατά την οποία επίσης "η από 10-11-2001 ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία φέρεται ως διαθήκη της Λ, δεν έχει συνταχθεί και δεν έχει υπογραφεί με το χέρι αυτής, οδηγώντας έτσι ευθέως, ασφαλώς και σε βαθμό πλήρους γραφολογικής πεποιθήσεως, σε διάφορο της Λ, γραφικό φορέα". Βεβαίως, επί τη βάσει των υφισταμένων αποδεικτικών δεδομένων, δεν δύναται να υιοθετηθούν οι θέσεις των τεχνικών συμβούλων του υπό στοιχ. α' κατηγορουμένου, περί αυθεντικότητας της υπό κρίσιν ιδιογράφου διαθήκης και της κάτωθι αυτής υπογραφής. Επισημαίνεται απλώς ενταύθα η μεταξύ των τεχνικών τούτων συμβούλων εμφανιζομένη αντίφαση θέσεων και απόψεων, αφού κατά μεν τον εκ τούτων Α, το κείμενο της διαθήκης δεν εγράφη δια της χειρός της φερομένης ως διαθέτιδος, αλλά φέρει την γνησία υπογραφή αυτής (διαθέτιδος), ενώ κατά τον ... "το πρόσωπο που έγραψε τις ως άνω επιστολές (πιθανώς η διαθέτις), έγραψε και το κείμενο της υπό έλεγχο διαθήκης". Ούτε, βεβαίως, δύναται εν προκειμένω να υιοθετηθεί το ως ενδεχόμενο διατυπούμενο από τον τεχνικό σύμβουλο του υπό στοιχ. α' κατηγορουμένου Α "να είχε υπαγορευθεί (το κείμενο της διαθήκης), όπως ισχυρίζεται ο Χ2 εις την Ελληνίδα νοσοκόμο της, η οποία φρόντιζε ταύτην εις το Γηροκομείο ..., όπου αυτή διέμενε, αφού τόσο ο πραγματογνώμων δικαστικός γραφολόγος Γ, όσον και η δικαστική γραφολόγος - τεχνική σύμβουλος των εγκαλούντων Τ συμπίπτουν, δια των εκθέσεών τους, ότι το κείμενο και η υπογραφή στην περί ης πρόκειται διαθήκη, έχουν γραφεί από το ίδιο πρόσωπο. Ως προς δε την κατηγορία τέλος, της συναυτουργικής συμμετοχής, εις την διωκομένη κακουργηματική πλαστογραφία του υπό στοιχ. β' των κατηγορουμένων, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, γραφολογικώς, ναι μεν "δεν εντοπίζονται κοινά χαρακτηριστικά ως προς την δομή των γραμμάτων, την κλίση, την ταχύτητα και το γραφοκινητικό επίπεδο", με συνέπεια " να εκτιμάται ότι ο κ Χ1 δεν είναι ο συντάκτης του κειμένου της διαθήκης", πλην όμως "μεταξύ του υπογραφικού τύπου του κ Χ1 και της υπογραφής της διαθήκης, εντοπίζεται κοινό αρκτικό τμήμα και προσομοιάζουσα δομή του γράμματος Ε κεφαλαίο (1), (2), (1), (2)" (βλ. σχετ. έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης Γ, σελίδα 28 και 29 αυτής). Και ναι μεν ο αυτός ως άνω πραγματογνώμων, στην αυτή ως άνω έκθεσή του, χαρακτηρίζει "τα κοινά αυτά γραφολογικά ευρήματα ιδιαιτέρως περιορισμένα", με αποτέλεσμα να μη "δύναται να στοιχειοθετηθεί συσχετισμός μεταξύ της υπό έλεγχο υπογραφής και της υπογραφής του κ Χ1", ουχ' ήττον όμως η γραφολογικώς κατά τα προεκτεθέντα, διαπιστωμένη ύπαρξη κοινών γραφολογικών ευρημάτων, συνδυαζόμενη με την διατύπωση σχετικής επιφυλάξεως του ιδίου ως άνω πραγματογνώμονος, εν σχέσει προς τον γραφολογικόν συσχετισμόν της γραφής και υπογραφής του υπό στοιχ. α' κατηγορουμένου προς την γραφήν και υπογραφήν της κρισίμου διαθήκης, καθιστά φρονούμε, αναγκαία και επιβεβλημένη την παραπομπή επ' ακροατηρίω, ως συναυτουργών της πλαστογραφίας, αμφοτέρων των υπό κρίσιν κατηγορουμένων, εις τρόπον ώστε να υφίσταται η δυνατότητα πλήρους και ουσιαστικής εξιχνιάσεως της υποθέσεως και ως προς την διωκομένη αξιόποινο πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας. Ισχυρίζεται και προβάλλει ο υπό στοιχ. α' των κατηγορουμένων ως λόγο εφέσεως, την εκ μέρους του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών εσφαλμένη υιοθέτηση της θέσεως των εγκαλούντων , περί της αξίας των περιουσιακών στοιχείων της επιδίκου διαθήκης ως τοιαύτης, υπερβαινούσης το ποσό των 73.000 ευρώ. Γεγονός είναι ότι η επίδικη διαθήκη περιλαμβάνει δέκα τον αριθμό ακίνητα, όπως ειδικώτερον αυτά αποτυπούνται και προσδιορίζονται εις το διατακτικόν του εκκαλουμένου βουλεύματος. Με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Ιωάννου Σίδερη, επωλήθη στους εις αυτό (συμβόλαιο) αγοραστές το υπό στοιχ. 10, στην υπό στοιχ. Α1 του διατακτικού του εκκαλουμένου πράξη, μνημονευόμενο ακίνητο, με τίμημα αγοραπωλησίας ύψους 118.116 ευρώ, κατά το σύστημα αντικειμενικής εκτιμήσεως ακινήτων προσδιορισθέν. Με δεδομένο, όμως, ότι ένα και μόνο εκ των ακινήτων που συνιστούν αντικείμενο της επιδίκου διαθήκης, υπερβαίνει κατ' αξία το ποσόν των 73.000 ευρώ, όπως ειδικώτερον προεξετέθη, παρέλκει πάσα ειδικωτέρα ενασχόληση με το ακριβές ύψος της χρηματικής αξίας και των δέκα (10) συνολικώς ακινήτων της κρισίμου διαθήκης, αρκούντος εν προκειμένω του γεγονότος και μόνον ότι αυτά (ακίνητα), υπερβαίνουν προδήλως και αυτονοήτως, κατ' αξία, το κρίσιμο χρηματικό ποσό. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ο υπό στοιχ. α' των κατηγορουμένων, ως στοιχείο καταλυτικό των εις βάρος του κατηγοριών "ότι με την ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Κωφόπουλου, αποδέχθηκε μόνο το μερίδιο της αποβιώσασας που είχε στο ακίνητο - αγρό στη θέση "..." του Δήμου ..., ότι αυτό που αποδέχθηκε είχε ήδη πωληθεί από τους κατηγόρους του στις 18-12-2003 με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Σιδέρη, δηλαδή ένα χρόνο πριν από την δική του αποδοχή....". Επί της ως άνω θέσεως θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι, τα όσα προεκτεθέντα αναφέρει, έλαβαν χώρα μετά την καταμήνυσή του (16-11-2004) αφ' ενός, (παρά ταύτα απεδέχθη, πάντως το ακριβότερο, ως φαίνεται ακίνητο της διαθήκης), ενώ, αφ' ετέρου προς στοιχειοθέτηση των βαρυνουσών αυτόν αξιοποίνων πράξεων, αρκεί, η "επί σκοπώ προσπορίσεως αποκομίσεως περιουσιακού οφέλους", ενέργεια του δράστου, υπό τοιούτου δε σκοπού διεκατείχοντο οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι και όταν κατήρτισαν την επίμαχον διαθήκην, και όταν ενεφάνισαν αυτήν προς δημοσίευση και κήρυξή της ως κυρίας στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αλλά και όταν ο υπό στοιχ. α' κατηγορούμενος, απεδέχθη το αξίας 118.116 ευρώ, εκ των δέκα ακινήτων της περί ης ο λόγος διαθήκης". V) Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί : α) δεν διαλαμβάνεται σ' αυτό καμία αιτιολογία για την από κοινού τέλεση της πράξης της πλαστογραφίας από τους αναιρεσείοντες κατηγορούμενους, αφού σε κανένα σημείο του δεν γίνεται λόγος για τον κοινό δόλο (συναπόφαση) που ήταν απαραίτητος για την μορφή αυτή συμμετοχής στο έγκλημα, ούτε παρατίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η κατά συναπόφαση τέλεση της πράξης αυτής. Μάλιστα δεν αναφέρεται καν ότι οι κατηγορούμενοι συναποφάσισαν και συνεκτέλεσαν την πράξη, παραδοχή βέβαια η οποία δεν ήταν αρκετή από μόνη της, για την αιτιολόγηση της από κοινού τέλεσης (Α.Π 1000/1990 Ποιν Χρον ΜΑ 314). β) δεν καθίσταται σαφές τι δέχεται το βούλευμα σε σχέση με την κατάρτιση της επίμαχης διαθήκης. Ειδικότερα απορρίπτεται από το Συμβούλιο η εκδοχή την οποία διατύπωσε ο τεχνικός σύμβουλος του πρώτου αναιρεσείοντος Α, να εγράφη (καθ' υπαγόρευση)το κείμενο της διαθήκης από την νοσοκόμο της Λ και η τελευταία να την υπέγραψε, γιατί όπως εκτίθεται σ' αυτό (8ο φύλλο του βουλεύματος) ο δικαστικός γραφολόγος Γ και η τεχνική σύμβουλος των εγκαλούντων Τ, δικαστική γραφολόγος επίσης,"συμπίπτουν δια των εκθέσεων τους ότι το κείμενο και η υπογραφή στην περί ης πρόκειται διαθήκη, έχουν γραφεί από το ίδιο πρόσωπο". Από το απόσπασμα αυτό προκύπτει ότι το Συμβούλιο υιοθετεί την άποψη του πραγματογνώμονα Γ ότι η επίμαχη διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί από ένα και μόνο πρόσωπο. Στη συνέχεια αφού δέχεται (8ο και 9ο φύλλο του βουλεύματος) ότι από την πραγματογνωμοσύνη του Γ διαπιστώνεται "προσομοιάζουσα δομή" μεταξύ του υπογραφικού τύπου του δευτέρου αναιρεσείοντος Χ1, με τη υπογραφή της διαθήκης ως προς το αρκτικό γράμμα Ε κεφαλαίο και παραθέτει αποσπάσματα από την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ιδίου πραγματογνώμονα, με τα οποία αυτός εκφράζει επιφυλάξεις διότι "τα κοινά αυτά γραφολογικά ευρήματα είναι ιδιαιτέρως περιορισμένα" με αποτέλεσμα να "μη μπορεί να στοιχειοθετηθεί συσχετισμός μεταξύ της υπό έλεγχο υπογραφής και της υπογραφής του Χ1", εν τέλει παραπέμπει αμφότερους τους κατηγορούμενους, δεχόμενο ότι "η γραφολογικώς κατά τα προεκτεθέντα, διαπιστωμένη ύπαρξη κοινών γραφολογικών ευρημάτων, συνδυαζόμενη με την διατύπωση σχετικής επιφυλάξεως του ιδίου ως άνω πραγματογνώμονος, εν σχέσει προς τον γραφολογικό συσχετισμό της γραφής και υπογραφής του υπό στοιχ. α' κατηγορουμένου προς την γραφή και υπογραφή της κρισίμου διαθήκης, καθιστά, αναγκαία και επιβεβλημένη την παραπομπή επ' ακροατηρίω, ως συναυτουργών της πλαστογραφίας, αμφοτέρων των υπό κρίσιν κατηγορουμένων ....". Οι παραδοχές όμως αυτές είναι ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές, γιατί ενώ το Συμβούλιο δέχεται κατ' αρχήν ότι η επίμαχη διαθήκη καταρτίστηκε και υπογράφηκε από ένα και μόνο πρόσωπο, στη συνέχεια όμως παραπέμπει αμφότερους τους αναιρεσείοντες ως από κοινού καταρτίσαντες αυτήν. Έτσι όμως καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της περί συναυτουργίας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 45 του Π.Κ και συνεπώς το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης ως προς την από κοινού τέλεση της πράξης της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος. γ) ως προς την πράξη της απάτης, θεωρεί ότι η βλάβη την οποία υπέστησαν οι πραγματικοί κληρονόμοι από την παραπλάνηση του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δημοσίευσε και κήρυξε κυρία την φερόμενη ως πλαστή διαθήκη, είναι ίση με την αντικειμενική αξία των ακινήτων της κληρονομίας, υπολαμβάνοντας έτσι ότι με τις ενέργειες αυτές (δημοσίευση της διαθήκης και κήρυξή της ως κυρίας), οι πραγματικοί κληρονόμοι απώλεσαν την κυριότητα επί των κληρονομιαίων ακινήτων. Για να καταλήξει δε στην κρίση ότι η βλάβη αυτή υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, αρκείται στην παράθεση της αξίας ενός και μόνο ακινήτου και δη εκείνου που επωλήθη με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Ιωάννου Σίδερη στην τιμή των 118.116 ευρώ, παραλείποντας να ασχοληθεί με τα υπόλοιπα. Κρίνοντας όμως έτσι το Συμβούλιο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1769 έως 1780 του Α.Κ και 808 του Κ. Πολ. Δικ, που αποτελούν στην προκειμένη περίπτωση προϋπόθεση για την εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 του Π.Κ περί απάτης, αφού υπό τα γενόμενα από το Συμβούλιο δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν επήλθε απώλεια της κυριότητας των κληρονόμων επί των ακινήτων της κληρονομιάς. Ειδικότερα με την δημοσίευση και κήρυξη της ιδιόγραφης διαθήκης ως κυρίας, δεν επήλθαν, ούτε ήταν δυνατόν να επέλθουν, άμεσες περιουσιακές μετακινήσεις ακινήτων της κληρονομιάς από τους πραγματικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους, στον εμφανιζόμενο ως κληρονόμο δυνάμει της ιδιόγραφης διαθήκης, διότι οι δικαστικές αυτές αποφάσεις, δεν έχουν καταψηφιστικό ή διαπλαστικό χαρακτήρα. Η δημοσίευση της διαθήκης έχει ως δικονομική συνέπεια δεσμευτική αποδεικτική δύναμη σε σχέση με το περιεχόμενο και τα εξωτερικά ελαττώματα της διαθήκης και ως ουσιαστική συνέπεια την κίνηση της προθεσμίας απόσβεσης του δικαιώματος κήρυξης της ακυρότητάς της (άρθρο 1788 Α.Κ) και της προθεσμίας για την κήρυξη κληρονομικής αναξιότητας , ενώ η κήρυξή της ως κύριας δημιουργεί μαχητό τεκμήριο γνησιότητάς της, αν επί μία πενταετία δεν αμφισβητηθεί αυτή σε δίκη μεταξύ του τετιμημένου και του τρίτου που βλάπτεται από την ύπαρξή της (άρθρο 1777 Α.Κ). Για την κτήση κυριότητας από τον κληρονόμο σε ακίνητο της κληρονομιαίας περιουσίας, απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1846,1193 και 1198 του Α.Κ μεταγραφή της πράξης αποδοχής ή του κληρονομητηρίου, ενέργειες οι οποίες προϋποθέτουν έγκυρο κληρονομικό τίτλο (τον νόμο στην περίπτωση της εξ αδιαθέτου διαδοχής ή την γνήσια και έγκυρη διαθήκη σε κάθε άλλη περίπτωση) και όχι βέβαια πλαστό τίτλο, όπως την πλαστή διαθήκη. Η βλάβη την οποία υπέστησαν κατά ταύτα οι πραγματικοί κληρονόμοι, συνίσταται στην μείωση της πραγματικής αξίας των ακινήτων που περιήλθαν σ' αυτούς εξ αδιαθέτου, η οποία οφείλεται στην αβεβαιότητα και την αμφισβήτηση της κυριότητάς τους επί των ακινήτων αυτών, που δρομολογήθηκε από τις ανωτέρω δικαστικές ενέργειες, ενώ πρόσθετη βλάβη αυτών αποτελεί και η δαπάνη στην οποία θα υποβληθούν για την δικαστική άρση της αβεβαιότητας αυτής. Εξάλλου η περιουσιακή βλάβη, αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, το οποίο είναι τετελεσμένο αφ' ης στιγμής επέρχεται αυτή, είναι δε αδιάφορο το εάν επήλθε και η πραγμάτωση του περιουσιακού οφέλους στο οποίο αποσκοπούσε ο υπαίτιος (Α.Π 236/1986 Ποιν Χρον. ΛΣΤ 565). Ο σκοπός περιουσιακού οφέλους στο έγκλημα της απάτης, είναι υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου και συγκροτεί την έννοια του υπερχειλούς δόλου που εξετάζεται μετά την διαπίστωση ότι πληρούνται τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης και πριν από τους λόγους άρσης του αδίκου (βλ. Μυλωνόπουλο τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας, έκδοση 2001 σελίδα 508). Η παραδοχή συνεπώς του βουλεύματος ότι για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής απάτης και πλαστογραφίας που βάρυνε τους κατηγορούμενους, αρκούσε η "επί σκοπώ προσπορίσεως, αποκομίσεως περιουσιακού οφέλους", ενέργεια αυτών, από σκοπό δε να προσπορίσουν στους εαυτούς τους περιουσιακό όφελος ανώτερο των 73.000 ευρώ διακατέχονταν όταν κατήρτισαν, δημοσίευσαν και κήρυξαν κυρία την επίμαχη διαθήκη (βλ. την σχετική παράγραφο), αποτελεί αιτιολογία του υπερχειλούς δόλου των κατηγορουμένων, που καλύπτει αμφότερα τα εγκλήματα, τα οποία είναι εγκλήματα σκοπού. Ενώ όμως η αιτιολογία αυτή είναι αρκετή για την κατά το νόμο θεμελίωση και ολοκλήρωση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, για την οποία δεν απαιτείται ούτε πραγματική επίτευξη του επιδιωχθέντος οφέλους , ούτε η πρόκληση της βλάβης που σκοπήθηκε (ολομ Α.Π 855/1978 Ποιν Χρον. ΚΘ 43), δεν ήταν αρκετή για το έγκλημα της απάτης, για την θεμελίωση και ολοκλήρωση του οποίου ήταν απολύτως απαραίτητη η ποσοτική αποτίμηση της βλάβης, αφού αυτή αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής και όχι της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού. Εξάλλου αβάσιμος είναι ο τέταρτος λόγος περί υπέρβασης εξουσίας που προβάλλουν αμφότεροι οι αναιρεσείοντες, ότι δηλαδή δεν διευκρινίζεται εάν το Συμβούλιο δέχεται την συνδρομή η μη επαρκών ενδείξεων ενοχής σε βάρος τους που δικαιολογούν την παραπομπή τους στο ακροατήριο, γιατί από την ανάγνωση και εκτίμηση της σχετικής παραγράφου της προτάσεως του εισαγγελέως (βλ. 9Ο φύλλο του βουλεύματος) την οποία υιοθέτησε εξ ολοκλήρου το Συμβούλιο, καθίσταται σαφές ότι το Συμβούλιο δέχεται ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος αμφοτέρων των τότε εκκαλούντων, οι οποίες επέβαλαν την παραπομπή τους στο ακροατήριο. Μετά ταύτα και κατ' αποδοχή ως βάσιμων των πρώτου, δεύτερου, τέταρτου και εν μέρει του πέμπτου, των προβαλλόμενων λόγων αναιρέσεως, πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί στο σύνολό του και να παραπεμφθεί για νέα κρίση στο ίδιο συμβούλιο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, αφού προηγουμένως απορριφθεί το αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης των αναιρεσειόντων ενώπιον του Συμβουλίου σας προς παροχή διευκρινίσεων, καθόσον με όσα εκθέτουν στις εκτενέστατες και αναλυτικότατες εκθέσεις αναιρέσεως, έχουν περισσότερο από επαρκώς καταστήσει γνωστές τις θέσεις τους, με συνέπεια να μη χρειάζεται καμία διευκρίνιση γι' αυτές(Α.Π 1724/2007 Ποιν Χρον. ΝΗ 550).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω :
α) Να γίνουν δεκτές οι με αριθμούς 163/10-9-2009 και 164/10-9-2009 αντίστοιχες αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2, κατοίκων ..., κατά του υπ' αρ. 1368/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. β) Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό στο σύνολό του, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, χωρίς την συμμετοχή των ίδιων δικαστών. Αθήνα 30 Δεκεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπό κρίση από 10.9.2009 αιτήσεις αναιρέσεως των 1. Χ1 και 2. Χ2 κατά του 1368/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών είναι προδήλως συναφείς και συνεκδικάζονται. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν συνιστά επιβαρυντική περίπτωση. Από τις διατάξεις αυτές, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται η εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατασκευή) από τον αυτουργό, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή και με τα δύο, λέξεων, αριθμών ή σημείων, για την υποκειμενική δε θεμελίωσή του απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας) των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και επιπλέον το σκοπό του δράστη (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, δημοσίας ή ιδιωτικής φύσεως, αδιαφόρου όντος αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Κατά την παράγραφο 3 εδαφ. α του άρθρου 216, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7 περ. α' του ν. 2408/1996 και διαμορφώθηκε εκ νέου με το άρθρο 14 παρ. 2β του ν. 2721/1999, το οποίο άρχισε να ισχύει από 3/6/1999 η πιο πάνω πράξη της πλαστογραφίας προσλαμβάνει τη μορφή κακουργήματος, αν ο υπαίτιος των πιο πάνω πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το παράνομο όφελος που επιδίωξε ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ ή 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη αντίστοιχα, που καθορίστηκε με το άρθρο 5 του ν. 2943/2001. Ο τρίτος, με βλάβη του οποίου επιδιώκεται το περιουσιακό όφελος, όσο και ο άλλος τον οποίο σκόπευε να βλάψει ο δράστης καθώς και η βλάβη του τρίτου πρέπει να μνημονεύονται ειδικώς στο παραπεμπτικό βούλευμα ή την καταδικαστική απόφαση ή να εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία σαφώς να συνάγεται τούτο. Ως περιουσιακό όφελος νοείται η βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της περιουσίας του ωφελούμενου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηνη της μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία από μόνη της αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 25.000.000 δραχμές. Ζημιούμενος αμέσως από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Περαιτέρω κατά το άρθρο 386 παρ. 1 Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της όπως και η απειλή ή ο κίνδυνος της περιουσίας στο μέλλον λόγω εμπλοκής σε δαπανηρό δικαστικό αγώνα προς άρση της αμφισβήτησης της κυριότητας. Το πρόσωπο που παραπλανήθηκε, δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακώς βλάπτεται, αρκεί να μπορεί από το νόμο ή από τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο δράστης, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτόμενου, στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Πρέπει, δηλαδή ανάμεσα στη βλάβη της ξένης περιουσίας και στο όφελος που επεδίωξε ο δράστης, να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότητα από την οποία προκύπτει φανερά ο χαρακτήρας του εγκλήματος της απάτης, ως εγκλήματος περιουσιακής μετατοπίσεως. Αποτέλεσμα του ότι εκείνος που εξαπατήθηκε δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με αυτόν που ζημιώθηκε είναι ότι απάτη μπορεί να τελεσθεί και με την παραπλάνηση του δικαστηρίου σε πολιτική δίκη όταν υποβάλλεται σ' αυτό ψευδής ισχυρισμός, υποστηριζόμενος με προσαγωγή εν γνώσει αναληθών αποδεικτικών μέσων, από τα οποία παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει απόφαση που συνεπάγεται βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου του δράστη. Απάτη στο δικαστήριο διαπράττεται και όταν η δίκη διεξάγεται κατά ειδική διαδικασία στην οποία δεν δεσμεύεται το δικαστήριο από αποδεικτικούς κανόνες, ως προς τα αποδεικτικά μέσα και την αποδεικτική τους δύναμη, όπως συμβαίνει επί εκουσίας δικαιοδοσίας και ασφαλιστικών μέτρων. Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν, με τους ψευδείς ισχυρισμούς και με την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών μέσων, εκδίδεται απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη της απάτης και σε βάρος του αντιδίκου του. Υπό την έννοια αυτή τελεί απάτη στο δικαστήριο και εκείνος, ο οποίος, αφού καταρτίσει πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη, πετύχει να κηρυχθεί αυτή κυρία από το αρμόδιο δικαστήριο, κατά το άρθρο 808 Κ.Πολ.Δ ώστε να εμφανισθεί αυτός ως μόνος εκ διαθήκης κληρονόμος προς βλάβη των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του διαθέτη. Εξ άλλου κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 386 Π.Κ., όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, όπως οριζόταν και στην περίπτωση α' της διατάξεως αυτής πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 του ν. 2408/1996. Η παράγραφος 3 του ως άνω άρθρου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999 ως εξής: Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) εάν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ) η β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εικοσιπέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ). Επίσης κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο από κοινού αντικειμενικώς νοείται σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος με την έννοια ότι κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του αυτού εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 του Π.Κ. πρέπει στην απόφαση ή στο βούλευμα να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά επί τη βάση των οποίων το δικαστήριο ή το συμβούλιο δέχεται ότι στην τέλεση του εγκλήματος συμμετείχε ο δράστης ως συναυτουργός. Συναυτουργία είναι δυνατή και στην κατάρτιση πλαστού εγγράφου, χωρίς ν' απαιτείται αναφορά των επιμέρους ενεργειών καθενός εκ των συναυτουργών, αλλ' αρκεί η αναφορά στην απόφαση των πραγματικών περιστατικών βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδαφ. β' Π.Κ. με την ποινή του αυτουργού, τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξεως και στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι άμεσος συνεργός είναι εκείνος που με πρόθεση, παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την εκτέλεση και κατά τη διάρκεια της κυρίας πράξεως κατά τέτοιο τρόπο ώστε χωρίς αυτήν τη συνδρομή δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκε, ενώ ο δόλος του αμέσου συνεργού περιλαμβάνει τη θέληση ή αποδοχή για άμεση υποστήριξη του εκτελούντος την κυρία πράξη και τη γνώση της συγκεκριμένης πράξεως στην οποία παρέσχε τη συνδρομή του, καθώς και ότι η τελευταία παρέχεται κατά την εκτέλεση της ίδιας πράξεως. Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το αποδιδόμενο σε αυτόν έγκλημα, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται αυτά γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα, απαιτείται όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι κατ' επιλογή μερικά από αυτά. Εξ άλλου λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Ποιν.Δ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν, το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος και αναφέρεται στα στοιχεία του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμό 1368/2009 βούλευμά του, με αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση και με δικές του σκέψεις, δέχθηκε ότι από τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση και τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει μεταξύ των οποίων και η έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την από 6.12.2007 διάταξη της 15ης Τακτικής Ανακρίτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών πραγματογνώμονα γραφολόγου Γ και οι εκθέσεις γραφολογικών γνωμοδοτήσεων των τεχνικών συμβούλων των κατηγορουμένων και των εγκαλούντων και οι έγγραφες εξηγήσεις και απολογίες των κατηγορουμένων καθώς και τα απολογητικά αυτών υπομνήματα προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 7.6.2002 απεβίωσε στην ..., όπου διέμενε πριν από το θάνατό της, όπως βεβαιώνεται από τον γενικό πατριαρχικό Επίτροπο του Πατριαρχείου ... και πάσης ... στο υπ' αριθμό ... πιστοποιητικό θανάτου της η Φ, η οποία ήταν θεία των νυν εγκαλούντων Β, κατοίκου ..., Ξ, το γένος ..., κατοίκου ..., Ν, κατοίκου ..., Θ, κατοίκου ... και Π2 συζύγου Π, κατοίκου .... Για το κληρονομικό δικαίωμα των άνω εγκαλούντων και τη μερίδα καθενός επί της κληρονομίας της άνω θανούσης θείας των ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων αυτής, μετά την υπ' αριθμό 1347/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που διέτασσε την παροχή του σε αυτούς, εξεδόθη από το Γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το υπ' αριθμό ... πιστοποιητικό κληρονομητηρίου στο οποίο αναφερόταν ότι η κληρονομική μερίδα καθενός των τριών πρώτων των εγκαλούντων ήταν 4/24 εξ αδιαιρέτου και η κληρονομική μερίδα καθενός των τετάρτου και πέμπτου των εγκαλούντων ήταν 6/24 εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομίας της αποβιωσάσης. Στη συνέχεια οι άνω εγκαλούντες απεδέχθησαν την κληρονομιαία περιουσία της θείας των Λ, όπως τα ακίνητα αυτής περιγράφονταν στην ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Σιδέρη συνταχθείσα ... πράξη αποδοχής κληρονομίας. Μετά πάροδο διετίας από το θάνατο της άνω κληρονομουμένης μετά από αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ2 το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη συνεδρίασή του της 18/6/2004 δημοσίευσε με το υπ' αριθμό ... πρακτικό του την από ... φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη της αυτής ως άνω αποβιωσάσης Λ και την κήρυξε κυρία με την 1410/18.6.2004 απόφασή του αφού εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας περί της γνησιότητος αυτής της διαθήκης ο έτερος των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων Χ1. Με την εν λόγω ιδιόγραφη διαθήκη εγκαθίστατο ο αναιρεσείων Χ2 ως μοναδικός κληρονόμος της Λ στην περιουσία της και έτσι αποκλείονταν οι άνω εγκαλούντες από την συμμετοχή των ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι κατά τα προαναφερθέντα για τον καθένα ποσοστά συμμετοχής των στην κληρονομιαία περιουσία αυτής. Μετά την άσκηση ποινικής διώξεως με βάση τη μηνυτήρια αναφορά που υπέβαλαν στις 16/11/2004 οι άνω εγκαλούντες στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών κατά των ήδη αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, διετάχθη στα πλαίσια της κυρίας ανακρίσεως η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης σε σχέση προς τη γνησιότητα ή όχι της άνω φερόμενης ως ιδιόγραφου διαθήκης της αποβιωσάσης Λ. Ο διορισθείς από την Ανακρίτρια του Πρωτοδικείου Αθηνών ως πραγματογνώμονας ειδικός γραφολόγος Γ που διεξήγαγε την διαταχθείσα πραγματογνωμοσύνη κατέληξε στο συμπέρασμα που αναφέρει στην έκθεσή του ότι η από ... ιδιόγραφη διαθήκη που φερόταν ότι ήταν της Λ δεν έχει γραφεί και υπογραφεί δια χειρός της και αποτελεί προϊόν πλαστογραφίας. Στο ίδιο τελικό συμπέρασμα είχε οδηγηθεί και η ειδική δικαστική γραφολόγος Τ που ενεργούσε για λογαριασμό των άνω εγκαλούντων και αναφέρει στις εκθέσεις-γνωμοδοτήσεις της ότι η από 10.11.20001 ιδιόγραφη διαθήκη η οποία φέρεται ως διαθήκη της Λ δεν είναι γνήσια αλλά πλαστή σε όλη της την έκταση δεδομένου ότι δεν έχει συνταχθεί και δεν έχει υπογραφεί με το χέρι αυτής οδηγώντας έτσι ευθέως ασφαλώς και σε βαθμό πλήρους γραφολογικής πεποιθήσεως σε διάφορο της Λ γραφικό φορέα. Δεν γίνονται δεκτές από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών οι θέσεις των τεχνικών συμβούλων του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ2 περί αυθεντικότητας της υπό έλεγχο ιδιογράφου διαθήκης και της κάτωθι αυτής υπογραφής με την επισήμανση της αντιφάσεως των θέσεων και απόψεων αυτών καθόσον κατά μεν τον τεχνικό σύμβουλο Α το κείμενο της διαθήκης δεν εγράφη δια χειρός της φερόμενης ως διαθέτιδος αλλά φέρει την γνησία υπογραφή αυτής κατά δε τον τεχνικό σύμβουλο ... το πρόσωπο που έγραψε τις αναφερόμενες επιστολές (πιθανώς η διαθέτις) έγραψε και το κείμενο της υπό έλεγχο διαθήκης. Δεν γίνεται δεκτή επίσης από το Συμβούλιο Εφετών η εκ μέρους του τεχνικού συμβούλου Α διατυπούμενη άποψη να είναι ενδεχόμενο να είχε υπαγορευθεί το κείμενο της διαθήκης (όπως ισχυρίζεται ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ2) στην Ελληνίδα νοσοκόμο η οποία εφρόντιζε την Φ στο Γηροκομείο ... όπου αυτή διέμενε καθόσον και ο πραγματογνώμων δικαστικός γραφολόγος Γ και η δικαστική γραφολόγος (τεχνική σύμβουλος των εγκαλούντων) Τ τα ίδια αναφέρουν στις εκθέσεις των ότι δηλαδή τόσο το κείμενο όσο και η υπογραφή στην περί ως πρόκειται διαθήκη έχουν γραφεί και τεθεί από το ίδιο πρόσωπο. Ως προς την συναυτουργική συμμετοχή στην διωκόμενη κακουργηματική πλαστογραφία του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ1επισημαίνονται ορισμένες διαπιστώσεις και εκτιμήσεις από αυτές που αναφέρει ο πραγματογνώμονας Γ στην έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης αυτού, όπως ότι γραφολογικώς "δεν εντοπίζονται κοινά χαρακτηριστικά ως προς τη δομή των γραμμάτων, την κλίση, την ταχύτητα και το γραφολογικό επίπεδο" με συνέπεια "να εκτιμάται ότι ο άνω κατηγορούμενος δεν είναι ο συντάκτης του κειμένου της διαθήκης" πλην όμως "Μεταξύ του υπογραφικού τύπου του Χ1 και της υπογραφής της διαθήκης εντοπίζεται κοινό αρκτικό τμήμα και προσομοιάζουσα δομή του γράμματος Ε κεφαλαίου (1), (2), (ι'), (ζ'). "Ακόμη επισημαίνεται από το Συμβούλιο Εφετών από την ίδια έκθεση του άνω πραγματογνώμονα το από τις άνω παρατιθέμενες διαπιστώσεις συναγόμενο επί μέρους συμπέρασμα ότι "τα κοινά αυτά γραφολογικά ευρήματα χαρακτηρίζονται ως ιδιαίτερα περιορισμένα" με αποτέλεσμα να μην "δύναται να στοιχειοθετηθεί συσχετισμός μεταξύ της υπό έλεγχο υπογραφής και της υπογραφής του Χ1" καθώς επίσης και όσα αναφέρει ο ίδιος πραγματογνώμονας στην από 21.1.2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης ότι η γραφολογική διερεύνηση μεταξύ της γραφής και της υπογραφής της κατηγορουμένης ως πλαστής διαθήκης με το γραφολογικό χαρακτήρα και τον υπογραφικό τύπο των ήδη αναιρεσειόντων κατηγορουμένων ανέδειξε κοινά γραφολογικά χαρακτηριστικά με το γραφικό χαρακτήρα του Χ2 ωστόσο όμως η ύπαρξη γραφολογικού συσχετισμού μεταξύ των δύο γραφών για λόγους επιστημονικής δεοντολογίας διατυπώνεται με επιφύλαξη. Με βάση τις παραπάνω διαπιστώσεις, δηλαδή την ύπαρξη κοινών γραφολογικών ευρημάτων, την διατύπωση σχετικής επιφυλάξεως του άνω γραφολόγου πραγματογνώμονα σε σχέση με τον συσχετισμό γραφολογικώς της γραφής και υπογραφής του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ2 προς την γραφή και υπογραφή της υπό έλεγχο διαθήκης δέχεται το Συμβούλιο Εφετών, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα υιοθετώντας και τα εκτιθέμενα στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ως αναγκαία και επιβεβλημένη την παραπομπή στο ακροατήριο ώστε να υφίσταται η δυνατότητα προς εξιχνίαση της υποθέσεως αμφοτέρων των κατηγορουμένων συναυτουργών της διωκομένης κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως. Περαιτέρω ως προς τον προβληθέντα και ως λόγο εφέσεως από τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ2 ισχυρισμό για εσφαλμένη υιοθέτηση από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών όσων οι εγκαλούντες υποστηρίζουν ως προς την αξία των περιουσιακών στοιχείων της υπό έλεγχο διαθήκης, ότι δηλαδή ήταν μεγαλύτερη του ποσού των 73.000 ευρώ, δέχεται το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αφ' ενός ότι η διαθήκη της άνω αποβιωσάσης αφορούσε σε δέκα επί μέρους ακίνητα όπως αυτά περιγράφονται και προσδιορίζονται στο διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος και ακόμη δέχεται ότι όσον αφορά το υπό στοιχείο 10, από τα μνημονευόμενα στο υπό Α1 μέρος του διατακτικού εκείνου του βουλεύματος" ακίνητο, δυνάμει του υπ' αριθμό ... συμβόλαιου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Ιωάν. ΣΙΔΕΡΗ, επωλήθη στους αναφερόμενους σ' αυτό αγοραστές με τίμημα αγοραπωλησίας από 118.116 ευρώ, που συνέπιπτε με την κατά το σύστημα αντικειμενικής εκτιμήσεως προσδιοριστέα αξία του. Το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι παρήλκε κάθε περαιτέρω ειδική ενασχόληση ως προς το ακριβές ύψος της αξίας των δέκα ακινήτων που αφορούσε η υπό έλεγχο διαθήκη δεχόμενο ότι εφόσον ένα μόνο από τα ακίνητα στα οποία αφορούσε αυτή η διαθήκη υπερβαίνει κατ' αξία το ποσό των 73.000 ευρώ προέκυπτε ότι τα ακίνητα αυτά υπερβαίνουν προδήλως και αυτονοήτως. Κατ' αξία το χρηματικό ποσό των 73.000 ευρώ που ήταν κρίσιμο όσον αφορά τον κακουργηματικό χαρακτήρα των πράξεων που αποδίδονταν στους κατηγορουμένους. Σε σχέση με τον έτερο αρνητικό σε βάρος του κατηγοριών ισχυρισμό του ιδίου αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ2 ότι με την 7078.8.12.2004 πράξη αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Κωφοπούλου, αποδέχθηκε μόνο το μερίδιο που είχε η άνω αποβιώσασα στο ακίνητο-αγρό στη θέση "..." του Δήμου ... και ότι αυτό που αποδέχθηκε είχε ήδη πωληθεί από όσους τον κατηγόρησαν στις ... με το υπ' αριθμό ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Σιδέρη, ένα έτος δηλαδή πριν τη δική του αποδοχή, το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε τα εξής: α) ότι τα προαναφερόμενα ότι έγιναν από τον άνω κατηγορούμενο διαδραματίσθηκαν μετά την υποβολή στις 16.11.2004 της εναντίον του μηνύτριας αναφοράς και παρά ταύτα προήλθε αυτός στην αποδοχή του εμφανιζομένου ως ακριβότερου από τα ακίνητα της διαθήκης και β) ότι αρκεί για την στοιχειοθέτηση των βαρυνουσών αυτού αξιοποίνων πράξεων η επί σκοπώ προσπορισμού-αποκομίσεως περιουσιακού οφέλους ενέργεια του δράστου και ότι τέτοιο σκοπό είχαν οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι και όταν κατήρτισαν την άνω διαθήκη και όταν την εμφάνισαν προς δημοσίευση και κήρυξή της ως κυρίας αλλά και όταν ο εξ αυτών Χ2 απεδέχθη το αξίας 118.116 ευρώ από τα δέκα ακίνητα της εν λόγω διαθήκης. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών, ακολούθως, κατά μερική παραδοχή ως ουσιαστικά βασίμων των εφέσεων των κατηγορουμένων και εξαφάνισαν του πρωτοδίκου βουλεύματος ως προς τις διατάξεις που αφορούσαν τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και της ψευδορκίας μάρτυρα αντίστοιχα, για τις οποίες έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων λόγω παραγραφής, έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την στήριξη δημόσια κατηγορίας στο ακροατήριο κατά αμφοτέρων των κατηγορουμένων για πλαστογραφία κατά συναυτουργία μετά χρήσεως με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους δια βλάβης τρίτου, που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και κατά του κατηγορουμένου Χ2 για την πράξη της απάτης ενώπιον δικαστηρίου με σκοπό προσπορισμού παρανόμου περιουσιακού οφέλους και αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία που υπέρβαιναν το ποσό των 73000 ευρώ επίσης δε κατά του κατηγορουμένου Χ1για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη επί δικαστηρίου με σκοπό προσπορισμού παρανόμου περιουσιακού οφέλους και αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73000 ευρώ και απέρριψε κατ' ουσία τις εφέσεις που είχαν αυτοί ασκήσει κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος κατά το μέρος που αφορούσε την παραπομπή τους για τις πράξεις αυτές στο ακροατήριο του Τριμελούς εφετείου Αθηνών για κακούργημα.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα, την κατά τα προαναφερθέντα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν την κύρια ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής των κατηγορουμένων για τις αποδιδόμενες αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους, που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73000 ευρώ, δια της προκλήσεως αντιστοίχου ζημίας σε τρίτους για το οποίο παραπέμπονται αμφότεροι οι ήδη αναιρεσείοντες ως συναυτουργοί όσο και του εγκλήματος της απάτης ενώπιον δικαστηρίου με σκοπό το περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, με την πρόκληση αντίστοιχης ζημίας σε τρίτο για το οποίο ο εκ των αναιρεσειόντων Χ2 παραπέμπεται ως αυτουργός και ο έτερος αναιρεσείων Χ1 ως άμεσος συνεργός, ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου καθώς και οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά όπως και οι νομικοί συλλογικοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 αρ. 1, 45, 216 παρ. 1, 3 α, 386 παρ. 1, 3β ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση αναφέρονται σχέση με την πράξη πλαστογραφίας α) ή κατά συναυτουργία από τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες κατάρτισης της αναφερόμενης πλαστής διαθήκης, το ποσό στο οποίο ανερχόταν το σκοπούμενο παράνομο οικονομικό όφελος αυτών (118166 ευρώ τουλάχιστον) και επίσης, σε σχέση με την πράξη της απάτης στο δικαστήριο, προσδιορίζεται τόσο η αξιόποινη συμπεριφορά του υπαιτίου ως αυτουργού αυτής αναιρεσείοντος όσο και εκείνη του παραπεμπόμενου ως αμέσου συνεργού του παραπεμπόμενου ως αμέσου συνεργού ετέρου αναιρεσείοντος καθώς και ότι η αντίστοιχη προς το επιδιωχθέν από τον αυτουργό της απάτης αυτής συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος ζημία ανερχόταν τουλάχιστον στο άνω ποσό που αντιστοιχούσε στο σύνολο της ζημίας των εγκαλούντων κληρονόμων εξ αδιαθέτου της αποβιώσασης Λ και υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ. Ειδικότερα σε σχέση με τις αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ως προς τη συμμετοχή αμφοτέρων ως συναυτουργών στην τέλεση της πλαστογραφίας γίνεται μνεία στο προσβαλλόμενο βούλευμα για την ύπαρξη ενδείξεων από τις επισημαινόμενες στα πορίσματα της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που διενήργησε ο ορισθείς ως πραγματογνώμων με διάταξη της τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών που διεξήγαγε την κύρια ανάκριση ομοιότητες με τη γραφή και υπογραφή του εκ των κατηγορουμένων Χ2 και με την υπογραφή του ετέρου κατηγορουμένου ..., ότι την φερόμενη ως πλαστή διαθήκη κατήρτισαν από κοινού οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι. Δεν ήταν αναγκαίο να εξειδικευθούν και αναφερθούν στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι επί μέρους συγκεκριμένες πράξεις που ενήργησε καθένας των αναιρεσειόντων, δοθέντος ότι η πλαστογραφία δεν είναι πολύπρακτο ή σύνθετο εν στενή εύνοια έγκλημα, στα οποία είναι επιβεβλημένη τέτοια αναφορά. Αιτιολογείται δε ο κοινός δόλος των ήδη αναιρεσειόντων στην τέλεση της πράξεως της πλαστογραφίας με χρήση από την παραδοχή του Εφετείου ότι, με βάση τις άνω ικανές και επαρκείς ενδείξεις ενήργησαν αυτοί από κοινού στον αυτό τόπο και χρόνο όσον αφορά στην κατάρτιση της φερόμενης ως πλαστής ιδιόγραφης διαθήκης της αποβιωσάσης Λ που χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών για να γίνει η δημοσίευση της και να κηρυχθεί κυρία, εμπεριέχεται δε στην παραδοχή αυτή και το ότι καθένας από τους αναιρεσείοντες γνώριζε ακριβώς τις ενέργειες και το δόλο του άλλου να τελέσει την ίδια με αυτόν πράξη και ήθελε την εν λόγω σύμπραξη με εκείνον. Ως προς την πράξη της απάτης στο Δικαστήριο, η συμπεριφορά του εκ των αναιρεσειόντων Χ2 να υποβάλει στο Τμήμα Διαθηκών του άνω Μονομελούς Πρωτοδικείου την αίτηση για τη δημοσίευση αυτής της φερόμενης ως πλαστής ιδιογράφου διαθήκης της αποβιωσάσης Λ με την οποία εγκαθίστατο αυτός ως μοναδικός κληρονόμος της, έτσι ώστε να αποκλείονται όλοι οι εγκαλούντες της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής της άνω κληρονομουμένης και κατά το για τον καθένα από αυτούς προαναφερθέν ποσοστό συμμετοχής στην κληρονομιαία περιουσία και, ακόμη, η κατόπιν αιτήσεως του ίδιου αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου προς το Μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών κήρυξη κυρίας της άνω ιδιογράφου διαθήκης της φερόμενης ως διαθέτιδος με την 1410/18-6-2004 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου. Προσδιορίζει επί πλέον και η συμπεριφορά του ετέρου αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, ως προς την παροχή αμέσως συνδρομής κατά τη διάρκεια της τέλεσης της απάτης, με το να δεχθεί να καταθέσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ότι αυτή η ιδιόγραφη διαθήκη που προσκομίσθηκε ήταν γνήσια ήτοι κατά τέτοιο τρόπο ώστε χωρίς τη συνδρομή αυτή να μην είναι με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση της άνω αξιοποίνου πράξεως υπό τις περιστάσεις που φέρεται ότι τελέσθηκε. Δεν ήταν να αναγκαίο να γίνει ιδιαίτερη μνεία στο βούλευμα ως προς το ότι από την δημοσίευση της άνω ιδιογράφου διαθήκης και την κήρυξη της ως κύριας επήλθε ζημία στην περιουσία των εγκαλούντων. Είναι αυτονόητο ότι με την κήρυξη της άνω δημοσιευθείσης διαθήκης κυρίας από το Μονομελές Πρωτοδικείο εδημιουργούντο οι προϋποθέσεις υπέρ του φερομένου κατ' αυτήν ως μοναδικού κληρονόμου της άνω αποβιωσάσης - αυτουργού της απάτης Χ2 να διεκδικήσει τα κληρονομιαία ακίνητα σε βάρος των εγκαλούντων με βλάβη της περιουσίας των. Στις παραδοχές του βουλεύματος ότι κατά την τέλεση των αξιοποίνων πράξεων αμφότεροι οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες με σκοπό προσπορισμού και αποκομίσεως περιουσιακού οφέλους και κατά την κατάρτιση της επίμαχης διαθήκης και κατά την εμφάνιση προς δημοσίευση και για να κηρυχθεί ως κύρια στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εμπεριέχεται και παραδοχή ότι ο εκ των αναιρεσειόντων Χ1 εγνώριζε και ήθελε να παράσχει άμεση υποστήριξη στο συγκατηγορούμενο του ως αυτουργό της απάτης στο δικαστήριο κατά την τέλεση αυτής, με σκοπό το παράνομο περιουσιακό όφελος αντίστοιχο με την αξία των ακινήτων της κληρονομιαίας περιουσίας της αποβιωσάσης Λ. Ως προς τον χαρακτήρα των άνω αξιοποίνων πράξεων ως κακουργηματικών από το άνω του ορίου των 73000 ευρώ μέγεθος της πραξενηθείσης από την απάτη ζημίας και του σκοπούμενου με αυτήν και με την πλαστογραφία με χρήση να προσπορισθεί στον εκ των αναιρεσειόντων Χ2 περιουσιακού οφέλους, δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορισθεί ειδικότερα η αξία καθενός από τα δέκα ακίνητα στη ... από τα οποία κατά τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος απαρτιζόταν η περιουσία της άνω αποβιωσάσης. Αρκούν όσα δέχεται το Συμβούλιο Εφετών ότι κατά το χρόνο που φέρονται ότι τελέσθηκαν οι άνω πράξεις ήτοι από 7-6-2002 έως 18-6-2004 όσον αφορά την πλαστογραφία και στις 18-6-2004 όσον αφορά την απάτη στο δικαστήριο το δέκατο από αυτά τα ακίνητα ήταν το ακίνητο - αγρός στη θέση ... του Δήμου ... είχε αξία 118.116 ευρώ, που ήταν και το τίμημα αντί του οποίου πωλήθηκε αυτό με το ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας ΣΙΔΕΡΗ σε τρίτους προς αιτιολόγηση του ότι η αξία των κληρονομιαίων ακινήτων της περιουσίας που κατέλιπε η αποβιώσασα Φ και στα οποία αφορούσε και η επίμαχη φερόμενη ως πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη υπερέβαινε το όριο των 73000 ευρώ. Κατ' ακολουθίαν είναι απορριπτέοι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ Κ.Ποιν.Δ ομοίου περιεχομένου λόγοι καθεμιάς των αιτήσεων των αναιρεσειόντων ότι στερείται το προσβαλλόμενο βούλευμα της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Δεν υπάρχει τέτοια έλλειψη στην προκειμένη περίπτωση από το γεγονός ότι το Συμβούλιο εκτός από τις δικές του σκέψεις, αναφέρθηκε και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση η οποία αποτελεί αναπόστατο τμήμα του ίδιου βουλεύματος και στην οποία περιέχονται οι ανωτέρω διαλαμβανόμενες αναγκαίες αναφορές. Επίσης απορριπτέοι είναι και οι ομοίου περιεχομένου λόγοι καθεμίας των αιτήσεων των αναιρεσειόντων για την κατ' εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 45 και 216 καθώς και του άρθρου 386 ΠΚ παραπομπή των κατά συναυτουργία για την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση και για την πράξη της κακουργηματικής απάτης στο δικαστήριο και άμεση συνέργεια σ' αυτήν. Δεν έχει παραβιασθεί κανένα υπερασπιστικό δικαίωμα καθενός των αναιρεσειόντων κατά την προσδικασία, αφού περιέχονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία παραπέπονται αυτοί να δικασθούν στο ακροατήριο του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου και να είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ ομοίου περιεχομένου καθεμιάς από τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων για απόλυτη ακυρότητα λόγω μη τηρήσεως διατάξεων σχετικών με τα υπερασπιστικά δικαιώματα κάθε κατηγορουμένου ως προς τη διατύπωση σαφώς και ακριβώς της εναντίον του κατηγορίας κατά την προδικασία κάθε πράξη. Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι τέλος και ο έτερος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ. Κ.Ποιν.Δ λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας που προβάλλεται από καθένα από τους αναιρεσείοντες καθόσον το Συμβούλιο Εφετών δέχεται αξιολογημένα ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής που δικαιολογούν των για τις αξιόποινες πράξεις που τους αποδίδονται στο ακροατήριο και δεν στηρίχθηκε σε αποδεικτικά μέσα από τα οποία τα περιστατικά που προέκυπταν να μην πιθανολογούν σοβαρά την ενοχή των κατηγορουμένων ή να είναι τέτοια που να αποδυνάμωναν τις ενδείξεις που υπάρχουν είτε να οδηγούσαν σε εκτίμηση ότι το ανάλογο με την αξία των ακινήτων της περιουσίας της αποβιωσάσης περιουσιακό όφελος που επιδιώχθηκε από τον υπαίτιο της απάτης επί δικαστηρίου με την άμεση συνέργεια του συγκατηγορουμένου του και το σκοπούμενο όφελος δια βλάβης των εγκαλούντων από την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού ήταν τέτοιου μεγέθους ώστε τα αποδιδόμενα εγκλήματα να είναι πλημμεληματικού χαρακτήρα και ως εκ του αναφερόμενου χρόνου τελέσεως των να έχει συμπληρωθεί η προθεσμία παραγραφής των.
Εξάλλου αυτά που επικαλέσθηκε ο εκ των αναιρεσειόντων Χ2, ότι δηλαδή με την ... πράξη αποδοχής του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Κωφόπουλου αποδέχθηκε μόνο το μερίδιο της αποβιωσάσας που είχε στο ακίνητο αγρό στη θέση ... του Δήμου ... ενώ ήδη αυτό είχε πωληθεί από τους κατηγόρους του στις 18-12-2003 αφορούν μεταγενέστερα της τελέσεως των πράξεων για τις οποίες παραπέμπεται περιστατικά που δεν έχουν εν προκειμένω επιρροή. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις υπ' αριθ. 163/10-9-2009 και 164/10-9-2009 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 για την αναίρεση του 1368/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
α) Πλαστογραφία μετά χρήσεως από κοινού με σκοπό οφέλους δια βλάβης τρίτων άνω των 73.000 € (αμφότεροι οι αναιρεσείοντες). Β) Απάτη επί Δικαστηρίου με σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους και αντίστοιχη ζημία άνω των 73.000 € (ο πρώτος αναιρεσείων) και άμεση συνέργεια στην άνω κακουργηματική απάτη (ο β΄ αναιρεσείων). Δύο ξεχωριστές αιτήσεις αναιρέσεως κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών των αναιρεσειόντων κατά του Πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως: α) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι περιέχονται στο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών τα στοιχεία υποκειμενικής και αντικειμενικής υποστάσεως ως προς τη συμμετοχή καθενός των παραπεμπομένων τόσο για την πράξη της καταρτίσεως της πλαστής διαθήκης όσο και ως την κακουργηματική απάτη επί δικαστηρίου και λαμβάνεται υπόψη και η έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που διετάχθη και διενεργήθηκε κατά την κύρια ανάκριση και οι λοιπές γραφολογικές εκθέσεις ως έγγραφα και αξιολογούνται, β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου διότι προσδιορίζεται επαρκώς το σκοπούμενο ως προς την πλαστογραφία όφελος και ο επιδιωκόμενος σκοπός με την κατάρτιση της πλαστής ιδιόγραφης διαθήκης και το επιδιωκόμενο παράνομο περιουσιακό όφελος με την εμφάνιση της προς δημοσίευση στο Μονομελές Πρωτοδικείο και την κήρυξη της διαθήκης αυτής κυρίας, γ) για απόλυτη ακυρότητα λόγω μη τηρήσεως διατάξεων σχετικά με τα υπερασπιστικά δικαιώματα των κατηγορουμένων κατά την προδικασία (Η διατύπωσή της κατηγορίας εναντίον καθενός κατηγορουμένου ήταν σαφής και προέκυπτε και η αξία των ακινήτων που αφορούσε η πλαστή διαθήκη ότι υπερέβαινε τα 73.000 € και ότι ήταν κακουργηματικού χαρακτήρα οι πράξεις. Απορρίπτονται αιτήσεις.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Συναυτουργία, Συνέργεια.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1378/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ χήρας Ζ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσένε, περί αναιρέσεως της 4061/2008 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1η Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1468/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 474 §1, 2 και 509 §1 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι στην έκθεση με την οποία ασκείται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως πρέπει, εκτός των άλλων, να διατυπώνονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο και οι οποίοι πρέπει να είναι από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 §1 του ίδιου Κώδικα. Οι αόριστοι και ασαφείς αναιρετικοί λόγοι απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Ειδικότερα, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγου αναιρέσεως, για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, αν δηλαδή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, ως προς όλα ή ως προς συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, ή αν η υπάρχουσα είναι ελλιπής και ποιες είναι, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, οι ελλείψεις ή οι ασάφειες ή οι αντιφάσεις της υπάρχουσας αιτιολογίας, ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 2/2002). Εξάλλου, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, η μη αξιολογική συσχέτιση αυτών μεταξύ τους και η μη αναφορά από ποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσως, πλήττεται η υπ' αριθμ. 4061/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα, σε δεύτερο βαθμό, παράβασης του άρθρου 25 Ν.1882/1990, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 34 Ν.3220/2004, και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών η οποία μετετράπη σε χρηματική, προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως, διότι ειδικότερα "στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 30-12-2003 έως 1-5-2006, ως νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "Κατασκευαστική Εμπορ. Τεχνική Μ.Α.Ε." με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ούσα οφειλέτρια του Δημοσίου υπό την ανωτέρω ιδιότητά της, και ενώ τα χρέη κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν.3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, το οποίο ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα 10.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της, υπό την ανωτέρω ιδιότητά της από την Β' Δ.Ο.Υ. ... χρέη προς το Δημόσιο που έπρεπε να καταβάλει, εφάπαξ και σε ρυθμισμένες εξαμηνιαίες δόσεις κατά τα αναφερόμενα στο συνημμένο πίνακα χρεών, κατά το χρονικό διάστημα από 29-8-2003 έως 30-12-2005, συνολικού ποσού 17.479,88 ευρώ, όπως ακριβώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αριθμός ειδικού βιβλίου 30/2006) που συνοδεύεται από την από 17-5-2006 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της παραπάνω Δ.Ο.Υ. και ο οποίος (πίνακας χρεών) αποτελεί ενιαίο και αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος κλητηρίου θεσπίσματος, ηθελημένα δεν κατέβαλε το ποσό των 17.479,88 ευρώ συνολικά που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτής, υπό την άνω ιδιότητά της, προς το Δημόσιο". Ως μοναδικό λόγο αναιρέσεως προβάλλει η αναιρεσείουσα, κατ' εκτίμηση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας, χωρίς όμως να προσδιορίζει σε τι ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις της αιτιολογίας της αποφάσεως σε σχέση με τις παραδοχές της, σε ποια κεφάλαιά της ανάγονται και ποια συγκεκριμένα περιστατικά δεν περιέχονται στην αιτιολογία αυτή, προβάλλονται μόνο αιτιάσεις με τις οποίες πλήττεται η εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη κατά τα προεκτεθέντα και δη "... φέρομαι ως ιδρυτικό μέλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κατασκευαστική - Εμπορική - Τεχνική - μεταλλική - μεταλλικοτεχνική Ανώνυμη Εταιρία" που είχε έδρα την ...., ιδρύθηκε το έτος 1996 ... φέρομαι κατά την ίδρυση να κατέχω 13500 μετοχές ... εκ του συνόλου 15000. Επρόκειτο περί συνέχειας της επιχειρήσεως του συζύγου μου Ζ .... Κανένα από τα ιδρυτικά μέλη δεν εγνώριζε ούτε είχε σχέση με τις κατασκευές ... το πρώτο διοικητικό συμβούλιο απαρτίζετο από εμένα, Πρόεδρο και Διευθύνουσα Σύμβουλο, τον Δ Αντιπρόεδρο και Φ μέλος, με την παραίτηση την 30-6-1998 του Φ από μέλος του ΔΕ και τη μη αναπροσαρμογή του κεφαλαίου της εταιρίας σε 20.000.000 δρχ. τυπικά η εταιρία έπαυσε να λειτουργεί από το έτος 1998 ... απώλεσα κάθε ιδιότητα από τον Ιούνιο του 1998 όχι νόμιμα αναφέρομαι ως διαχειρίστρια εφόσον δεν έχω καμία σχέση με τη διοίκηση της ανωνύμου εταιρίας και δεν τυγχάνω πρόσωπο της §2 εδ. α' του άρθρου 23 Ν.2523/1997 ... Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν αντέκρουσε τα υποβληθέντα στοιχεία και ενστάσεις μου. Και ειδικά ότι το κατηγορητήριο δεν συμπίπτει με την μηνυτήρια αναφορά, ούτε το διατακτικό της πρωτόδικης απόφασης με το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά δεν τυγχάνω οφειλέτης κανενός ποσού ούτε ατομικά, διότι δεν άσκησα ατομικό επάγγελμα, ούτε ως νόμιμος εκπρόσωπος ανωνύμου εταιρίας, αφού δεν είχα αυτή την ιδιότητα ούτε κατά το χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, αλλά ούτε και κατά το χρόνο που αυτά αντιστοιχούν ...".
Η αίτηση αυτή, όμως, στην οποία δεν προβάλλεται κανένας λόγος αναιρέσεως κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ούτε εκείνος της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλ' υπό την επίφαση της τελευταίας πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 2/1-6-2009 αίτηση της Χ χήρα Ζ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4061/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2010. Και
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για φοροδιαφυγή. Άρθρο 25 § 1 Ν. 1882/1990, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 23 § 1 Ν. 2523/1997 και 34 Ν. 3220/2004. Απορρίπτει λόγο αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ως αόριστο, καθότι πλήττεται η εσφαλμένη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου ουσίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Φοροδιαφυγή.
| 1
|
Αριθμός 1376/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Φουρφουλάκη, περί αναιρέσεως της 1705/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1604/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 και 498 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης πρέπει καταρχήν να περιέχει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά, προκειμένου για έφεση του εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19β του Ν. 2408/1996, "η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθ. 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από τη διατύπωση αυτή προκύπτει, ότι η αξιούμενη αιτιολόγηση της έφεσης που ασκείται από τον εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και αξιώνει από τον εισαγγελέα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων της έφεσης, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Μόνη δε η παράθεση στην έκθεση έφεσης των αποδεικτικών στοιχείων, από τα οποία προκύπτει ενοχή του κατηγορουμένου και εντεύθεν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν αρκεί κατά το νόμο για την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της έφεσης του εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης, εφόσον δεν αντικρούει με συλλογισμούς και σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά μέσα την κρίση του δικαστηρίου περί της αθωότητος του κατηγορουμένου. Αν η έφεση δεν έχει τέτοια αιτιολογία και παρά ταύτα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την κρίνει παραδεκτή και εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης καταλήγει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθ. 1664/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, κηρύχθηκε αθώος ο ήδη αναιρεσείων - κατηγορούμενος για την πράξη της φοροδιαφυγής κατ' εξακολούθησιν (παράβαση 25 § 1γ του Ν. 1882/1990). Κατά της αθωωτικής αυτής αποφάσεως, άσκησε έφεση ο εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ρεθύμνης, την οποία δέχθηκε τυπικά το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, το οποίο στη συνέχεια, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο με την προσβαλλόμενη 1705/2009 απόφασή του, για την άνω πράξη και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών. Στην έκθεση που συντάχθηκε για την ανωτέρω έφεση στον αρμόδιο γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, με αριθμό 128/13-4-2009, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα του προβαλλόμενου με την αίτηση λόγου αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, αναφέρεται ότι ο εν λόγω εισαγγελέας ασκεί έφεση "Επειδή το Δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και τον κήρυξε αθώο για την ανωτέρω πράξη. Ειδικότερα από το προανακριτικό υλικό, αλλά και την στο ακροατήριο εξέταση του μάρτυρα και ανάγνωση των εγγράφων, αποδείχθηκε ότι ο ως άνω κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από την 1-4-2004 μέχρι 1-8-2007 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ενώ ήταν νόμιμος εκπρόσωπος (διευθύνων σύμβουλος) της εδρεύουσας στο ... εταιρίας με την επωνυμία "Χ - Ζ ΑΕ" καθυστέρησε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών την καταβολή χρεών της ως άνω εταιρίας προς το Δημόσιο συνολικού ύψους 31.086,84 ευρώ τα οποία ήταν βεβαιωμένα στη ΔΟΥ .... Περαιτέρω προέκυψε ότι ο ως άνω κατηγορούμενος κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης με την υπ' αριθμόν 4/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, η οποία όρισε ως ημέρα παύσης πληρωμών την 20-8-2003. Από τα παραπάνω προκύψαντα γεγονότα το Δικαστήριο έπρεπε να αχθεί σε καταδικαστική απόφαση σε βάρος του Χ, τουλάχιστον με τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ. Παρά ταύτα τον αθώωσε για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της παράβασης του άρθρου 25 § 1α ν. 1882/1990 κατ' εξακολούθηση ως ισχύει μολονότι θεμελιώθηκε η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω αδικήματος". Έτσι όπως διατυπώθηκε η έφεση αυτή, ενόψει και του λόγου απαλλαγής του κατηγορουμένου με την πρωτόδικη απόφαση, η οποία όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, δέχθηκε έλλειψη δόλου του κατηγορουμένου, με την αιτιολογία ότι αυτός κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως πριν από το χρόνο βεβαίωσης των άνω χρεών, περιέχει την απαιτούμενη για το παραδεκτό της, κατά τη διάταξη του άρθρου 486 § 3 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του προβαλλομένου λόγου της, αφού εκτίθεται σ' αυτήν η συγκεκριμένη περί την εκτίμηση των αποδείξεων πλημμέλεια της εκκαλούμενης αθωωτικής αποφάσεως και προσδιορίζονται οι λόγοι, για τους οποίους το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο, κατά τον εκκαλούντα Εισαγγελέα, πόρισμα και στην απαλλαγή του κατηγορουμένου. Επομένως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης, με το να κρίνει τυπικά δεκτή την ανωτέρω έφεση και να επιληφθεί, στη συνέχεια, της κατ' ουσίαν έρευνάς της, δεν υπερέβη την εξουσία του, ο δε περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με το ανωτέρω άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεσή του, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. Ειδικότερα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις όπως τόκοι και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξαρτήτως του είδους του χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για την μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου (25 Ν. 1882/1990), οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 επιβάλλονται, προκειμένου για ημεδαπές ΑΕ, στους Προέδρους του ΔΣ, στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές αυτών. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 επ. του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Επίσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος "στο .... κατά το χρονικό διάστημα από την 1-4-2004 μέχρι και την 1-8-2007 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, καθυστέρησε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών την καταβολή των κατωτέρω -βεβαιωμένων σε δημόσια οικονομική υπηρεσία- χρεών του προς το Δημόσιο συνολικού ύψους -συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων- μεγαλύτερου των 10.000 ευρώ, και συγκεκριμένα καθυστέρησε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών την καταβολή των αναφερομένων στον κατωτέρω πίνακα χρεών του προς το Δημόσιο συνολικού ύψους 31.086,84 ευρώ, τα οποία ήταν βεβαιωμένα στην ΔΟΥ ..., τα οποία αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, κατά παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 34 Ν. 3220/2004, ήτοι ότι "στο ... κατά το χρονικό διάστημα από την 1-4-2004 μέχρι και την 1-8-2007, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, καθυστέρησε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών την καταβολή των κατωτέρω -βεβαιωμένων σε δημόσια οικονομική υπηρεσία- χρεών του προς το Δημόσιο, συνολικού ύψους -συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων- μεγαλύτερου των 10.000 ευρώ, και συγκεκριμένα ενώ ήταν νόμιμος εκπρόσωπος (διευθύνων σύμβουλος) της εδρεύουσας στο ... εταιρίας με την επωνυμία "Χ - Ζ ΑΕ", καθυστέρησε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών την καταβολή των αναφερομένων στον κατωτέρω πίνακα χρεών της εταιρίας αυτής προς το Δημόσιο συνολικού ύψους 31.086,84 ευρώ, τα οποία ήταν βεβαιωμένα στην ΔΟΥ ..., ήτοι δεν κατέβαλε ποτέ τα εξής χρέη: 1) στις 10-11-2003 το ποσό των 712,71 ευρώ, μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι ήταν καταβλητέο σε 2 μηνιαίες δόσεις, 2) στις 10-11-2003 το ποσό των 712,71 ευρώ, μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι ήταν καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις, 3) στις 10-11-2003 το ποσό των 777,55 ευρώ, μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι ήταν καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις, 4) στις 18-11-2003 το ποσό των 1396,30 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι ήταν καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις, 5) στις 21-11-2003 το ποσό των 567,42 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι ήταν καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις, 6) στις 21-11-2003 το ποσό των 777,51 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι ήταν καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις, 7) στις 8-12-2003, το ποσό των 5533,23 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι ήταν καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις, 8) στις 17-12-2003 το ποσό των 672,15 ευρώ, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι ήταν καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις, 9) στις 30-2-2004, το ποσό των 826,65 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι ήταν καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις, 10) στις 12-11-2004, το ποσό των 18.640,25 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι ήταν καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις, 11) στις 20-1-2005, το ποσό των 6,12 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι η λήξη του χρόνου της εφάπαξ καταβολής του ήταν στις 28-2-2005, 12) στις 20-11-2005 το ποσό των 57,85 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι η λήξη του χρόνου της εφάπαξ καταβολής του ήταν στις 30-12-2005, 13) στις 21-11-2005 το ποσό των 57,85 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι η λήξη του χρόνου της εφάπαξ καταβολής του ήταν στις 30-12-2005, 14) στις 21-11-2005 το ποσό των 30,84 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι η λήξη του χρόνου της εφάπαξ καταβολής του ήταν στις 30-12-2005, 15) στις 21-11-2005 το ποσό των 57,85 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι η λήξη του χρόνου της εφάπαξ καταβολής του ήταν στις 30-12-2005, 16) στις 17-3-2006 το ποσό των 74,77 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι η λήξη του χρόνου της εφάπαξ καταβολής του ήταν στις 28-4-2006, 17) στις 17-3-2006 το ποσό των 37,39 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι η λήξη του χρόνου της εφάπαξ καταβολής του ήταν στις 28-4-2006, 18) στις 17-3-2006 το ποσό των 37,39 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι η λήξη του χρόνου της εφάπαξ καταβολής του ήταν στις 28-4-2006, 19) στις 7-2-2007 το ποσό των 71,74 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι η λήξη του χρόνου της εφάπαξ καταβολής του ήταν στις 30-3-2007, ήτοι συνολικά το ποσό των 31.086,84 ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη της εταιρίας με την επωνυμία "Χ - Ζ ΑΕ", της οποίας διευθύνων σύμβουλος ήταν ο παρών κατηγορούμενος, προς το Δημόσιο". Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 25 § 1, 2 Ν. 1882/1990, όπως η παράγραφος 1 ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 34 § 1 Ν. 3220/2004, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι προκύπτει ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως του αδικήματος ήτοι από ποιο σημείο και εντεύθεν προσετέθη το τετράμηνο της καθυστέρησης που στοιχειοθετεί την ποινική του ευθύνη και ότι εσφαλμένως δεν εφαρμόσθηκε η επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, εκ της εφαρμογής της οποίας οι επί μέρους πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος από 1 έως 6 και 8 ήταν μη αξιόποινες πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες για τους εξής λόγους. Η διάταξη του άρθρου 34 του Ν. 3220/2004, αναφορικά με το χρόνο τελέσεως του εν λόγω ποινικού αδικήματος, ο οποίος είναι εκείνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, άσχετα αν η καταβολή των χρεών γίνεται εφάπαξ ή με δόσεις, είναι ευμενέστερη της προηγούμενης ρύθμισης του άρθρου 23 ν. 2523/1997, η οποία προέβλεπε, προκειμένου για χρέος που έχει ρυθμισθεί να καταβληθεί σε δόσεις, να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και προκειμένου για χρέος καταβαλλόμενο εφάπαξ, να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως το επί μέρους πρώτο χρέος (σε δόσεις) έπρεπε να καταβληθεί την 10-11-2003 τα δε λοιπά χρέη μεταγενέστερα. Ο χρόνος συμπληρώσεως του τετραμήνου, οπότε αρχίζει η ποινική του ευθύνη είναι η 10-3-2004 και εντεύθεν. Η αναγραφείσα στην αρχή του σκεπτικού και διατακτικού ημερομηνία 1-4-2004 ως ημέρα ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του αναιρεσείοντος αντί της 11-3-2004 προδήλως εκ παραδρομής ετέθη, η οποία όμως δεν επηρεάζει τον χρόνο παραγραφής της πράξεως. Όσον αφορά την δεύτερη αιτίαση, κατά τη διάταξη του άρθρου 34 Ν. 3220/2004 λαμβάνεται υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους που υπερβαίνει τα 10.000 ευρώ και όχι το ύψος του κάθε επί μέρους χρέους. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', κατ' εκτίμησιν και Ε' του ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 § 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου που αναγνώσθηκε δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία, εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως αναγνωσθέν στο ακροατήριο έγγραφο, το οποίο έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, αναφέρεται, μεταξύ άλλων και το από τον αριθμό 5 "απόσπασμα της 369/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης". Ο κατ' αυτόν τον τρόπο προσδιορισμός του άνω εγγράφου είναι επαρκής και δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι αυτό το έγγραφο αναγνώσθηκε, ο δε κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να υποβάλει τις επ' αυτού παρατηρήσεις και απόψεις του. Επομένως, ο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ τρίτος και τελευταίος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την ειδικότερη αιτίαση ότι καταλείπεται αμφιβολία για το εάν το ανωτέρω έγγραφο αναγνώσθηκε, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τα διά του αυτού λόγου προβαλλόμενα, ότι το συγκεκριμένο έγγραφο φέρεται στα πρακτικά της δίκης, με τον αριθμό 5, μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν και "αναφέρονται στο τέλος του κατηγορητηρίου και του εισαγωγικού της έφεσης", μολονότι αυτό δεν αποτελούσε αναγνωστέο έγγραφο ούτε του κατηγορητηρίου ούτε του εισαγωγικού της έφεσης, ούτε της πρωτόδικης αποφάσεως, είναι χωρίς έννομη επιρροή, αφού κρίσιμο σχετικώς είναι το ότι το εν λόγω έγγραφο αναγνώσθηκε, η δε παράθεσή του στα πρακτικά μεταξύ των ως άνω εγγράφων, οφειλόμενη σε προφανή παραδρομή, δεν δημιουργεί, αντίθετη προς τα υπό του αναιρεσείοντος υποστηριζόμενα, οποιαδήποτε ασάφεια ή λογικό κενό. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 2/12 Νοεμβρίου 2009 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1705/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 25 § 1 Ν. 1882/1990 όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 34 Ν. 3220/2004). Έφεση Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και απόλυτη ακυρότητα διότι έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για την ενοχή του κατηγορουμένου έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 1375/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... Θεσσαλονίκης, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Νικηφοράκη, περί αναιρέσεως της 3860/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Ψ1 και 2. Ψ2, κάτοικοι ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Πλιάτσικα. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 45/10.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των παραπάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 28 παρ. 1α', 2 και 5 του Ν.1650/1986, με φυλάκιση τριών μηνών έως δύο έτη και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη παράλειψη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού των κατ' εξουσιοδότησή του εκδιδομένων διαταγμάτων και υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων, στις περιπτώσεις δε τέλεσης των εγκλημάτων της παρ. 1 από αμέλεια επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ένα έτος. Οι πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων, οι εντεταλμένοι ή διευθύνοντες σύμβουλοι ανώνυμων εταιρειών, οι διαχειριστές εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, ο πρόεδρος του διοικητικού και του εποπτικού συμβουλίου συνεταιρισμών, καθώς και τα πρόσωπα που ασκούν την διοίκηση ή τη διαχείριση άλλων νομικών προσώπων του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα έχουν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να μεριμνούν για την τήρηση των διατάξεων που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος. Για κάθε πράξη ή παράλειψη του νομικού προσώπου που εμπίπτει στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, τα πρόσωπα αυτά τιμωρούνται ως αυτουργοί ανεξάρτητα από την τυχόν ποινική ευθύνη άλλου φυσικού προσώπου και την αστική ευθύνη του νομικού προσώπου, εφόσον από πρόθεση ή από αμέλεια δεν τήρησαν την ιδιαίτερη νομική τους υποχρέωση να μεριμνούν για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του νόμου.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.2 του ίδιου νόμου οι βασικοί στόχοι αυτού είναι, μεταξύ άλλων, και η αποτροπή της ρύπανσης και γενικότερα της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, η λήψη όλων των αναγκαίων, για το σκοπό αυτό, προληπτικών μέτρων και η διασφάλιση της ανθρώπινης υποβάθμισης του περιβάλλοντος και ειδικότερα από τη ρύπανση και τις οχλήσεις. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 του ίδιου νόμου, ως περιβάλλον νοείται το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα της ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες. Ρύπανση δε είναι η παρουσία στο περιβάλλον ρύπων, δηλαδή κάθε είδους ουσιών, θορύβου, ακτινοβολίας ή άλλων μορφών ενέργειας, σε ποσότητα, συγκέντρωση ή διάρκεια που μπορούν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, στους ζωντανούς οργανισμούς και στα οικοσυστήματα, ή υλικές ζημιές και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του. Τέλος, ως υποβάθμιση νοείται η πρόκληση από ανθρώπινες δραστηριότητες ρύπανσης ή οποιασδήποτε άλλης μεταβολής στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες.
Εξάλλου, η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στήριξαν την κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών, που αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3860/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών ανασταλείσα. Ειδικότερα κηρύχθηκε ένοχος διότι: "Α) Στο ... κατά το χρονικό διάστημα από 15-7-2003 έως τον Οκτώβριο του 2003 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος, με την κάτωθι αναφερόμενη ιδιότητά του, με πρόθεση προκάλεσε- με πράξη που αντιβαίνει στις διατάξεις του Ν. 1650/86 -υποβάθμιση του περιβάλλοντος ως τέτοιου νοουμένου του συνόλου των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα της ζωής, την υγεία ίων κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες. Ειδικότερα με την ιδιότητα του Προέδρου - Διευθύνοντος Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Χ- ΚΡΕΑΤΑ Ανώνυμος Βιοτεχνική Εμπορική Εταιρία", που εδρεύει στο ... και διατηρεί βιομηχανικό σφαγείο κρεάτων -τυποποιητηρίου - εργοστασίου επεξεργασίας υποπροϊόντων σφαγής, δεν προέβη στην ενδεδειγμένη διαχείριση των ζωικών αποβλήτων του σφαγείου και δη οργισμένες φορές αποτέφρωνε τα στερεά απόβλητα του σφαγείου σε αποτεφρωτικό κλίβανο ζωικών αποβλήτων (για τον οποίο δεν είχε εκδοθεί ακόμη η απαιτούμενη άδεια λειτουργίας) ο οποίος δε διέθετε τα απαιτούμενα φίλτρα με αποτέλεσμα να υπάρχει έντονη οσμή καμένης σάρκας που διαχέονταν στο περιβάλλον, άλλες φορές πέταγε κεφάλια και άλλα μέλη των σφαγιασθέντων ζώων, εντός του προαυλίου χώρου του σφαγείου όπου βρίσκονταν και περιφερόμενα ελεύθερα σκυλιά και άλλοτε έσκαβε σε χώρους δίπλα από τη χωματερή του ...λάκκους όπου πέταγε διάφορα ζωικά απόβλητα τα οποία ακολούθως άφηνε ακάλυπτα, παρότι απαγορεύεται η ανεξέλεγκτη απόρριψη στερεών αποβλήτων εντός ή εκτός αστικών περιοχών και σε οποιοδήποτε φυσικό αποδέκτη και περαιτέρω προέβαινε σε επιφανειακή διάθεση των υγρών αποβλήτων του σφαγείου σε ένα αυτοσχέδιο κανάλι με αποτέλεσμα την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, η οποία ήταν πιθανό να είχε αρνητικές επιπτώσεις, στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες.
Στο ... κατά το χρονικό διάστημα οπό 15-7-2003 έως τον Ιούνιο 2004 προκάλεσε ρύπανση και υποβάθμισε το περιβάλλον και άσκησε δραστηριότητα υπερβαίνοντας τα όρια της άδειας που του έχει χορηγηθεί και συγκεκριμένα ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία "Αφοι Χ Κρέατα ΑΒΕ : ", η οποία διατηρούσε μονάδα βιομηχανικού σφαγείου, επεξεργασίας τυποποίησης και εμπορίας κρεάτων στο 2° χιλιόμετρο της Επαρχιακής Οδού ..., προέβη στη λειτουργία της μονάδας αυτής κατά παράβαση όμως των περιβαλλοντικών όρων λειτουργίας της και ειδικότερα : Δεν μερίμνησε ώστε να γίνει κατάλληλης πυκνότητας δενδροφύτευση στα όρια του ακινήτου όπου ασκείτο η επιχείρηση και σε ελεύθερους χώρους του σφαγείου, όπως είχε επιβληθεί με τον- όρο 3,14 της υπ' αριθμ. πρωτ. 5020/2003 απόφασης της Διεύθυνσης Προστασίας Περιβάλλοντος και Χωροταξίας Θεσσαλονίκης αλλά αντίθετα η δενδροφύτευση που είχε πραγματοποιήσει ήταν εντελώς ανεπαρκής, καθώς συνίστατο σε πολύ μικρά δένδρα λίγων εκατοστών.
Διοχέτευε κατ' επανάληψη τα υγρά απόβλητα της ως άνω επιχείρησης σε χώρους μέσα στο ακίνητο της επιχείρησης κατά τρόπον ώστε αυτά (υγρά απόβλητα, μεταξύ των οποίων υπήρχε και αίμα των σφαγίων) να διαρρέουν προς γειτονικά ακίνητα (ιδίως προς το ακίνητο του Ψ2, όπου στέγαζε την επιχείρησή του) και προς την παρακείμενη οδό, κατά παράβαση των υπ' αριθμ. 3.3 και 3.7 όρων της υπ' αριθμ. πρωτ.5020/2003 απόφασης της Διεύθυνσης Προστασίας Περιβάλλοντος και Χωροταξίας Θεσσαλονίκης.
Διοχέτευε κατ' επανάληψη (μέσω φορτηγών αυτοκινήτων της ως άνω επιχείρησης) τα λύματα που προέκυπταν από τον σφαγιασμό των ζώων και την επεξεργασία των κρεάτων σε παρακείμενο χείμαρρο, όπως επίσης και προέβη κατ' επανάληψη στην εναπόθεση ζωικών αποβλήτων ανεπεξέργαστων σε παρακείμενο αγροτεμάχιο, κατά παράβαση των υπ' αριθμ. 3.4 και 3.5 όρων της υπ' αριθμ. πρωτ. 5020/2003 απόφασης της Διεύθυνσης Προστασίας Περιβάλλοντος και Χωροταξίας Θεσσαλονίκης. Τοποθετούσε κατ' επανάληψη ποσότητες από την κοπριά των ζώων χωρίς καμία επεξεργασία σε παρακείμενο αγροτεμάχιο, κατά παράβαση του υπ' αριθμ. 3.9 όρου της υπ' αριθμ. πρωτ. 5020/2003 απόφασης της Διεύθυνσης Προστασίας Περιβάλλοντος και Χωροταξίας Θεσσαλονίκης.- Δεν φρόντιζε για τον τακτικό και καθημερινό καθαρισμό του χώρου σταυλισμού των ζώων, όπως επιβάλλεται, από τον υπ' αριθμ. 3.12 όρο της υπ' αριθμ. πρωτ. 5020/2003 απόφασης της Διεύθυνσης Προστασίας Περιβάλλοντος και Χωροταξίας Θεσσαλονίκης, αλλά αντίθετα οι χώροι αυτοί δεν ήταν καθαροί, ήταν δε συχνά ανοικτοί, με αποτέλεσμα η δυσοσμία από τα ζώα να είναι έντονη και να γίνεται αντιληπτή από τους περιοίκους.
Εξαιτίας όλων των ανωτέρω ενεργειών του προκάλεσε ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος, καθόσον το μεν από τη διάθεση, με τους τρόπους που αναφέρθηκαν των λυμάτων και των υγρών αποβλήτων της ανωτέρω επιχείρησης προκαλούνταν στους παρακείμενους χώρους (ήτοι στα γειτονικά ακίνητα και στους γειτονικούς κοινόχρηστους χώρους) συσσώρευση λυμάτων και υγρών αποβλήτων, στα οποία περιλαμβάνονταν κυρίως ζωικά απόβλητα και αίματα ζώων το δε από την παρουσία αυτών των ρύπων στην περιοχή προκαλούνταν έντονες δυσοσμίες. Επιπλέον προκάλεσε και χειροτέρευση της αισθητικής εικόνας του περιβάλλοντος από την παρουσία τέτοιων ρύπων και την εκπομπή δυσοσμίας που ήταν πολύ πιθανό να είχε αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, όπως και στην ποιότητα ζωής και την υγεία των κατοίκων, δοθέντος ότι πλησίον της ανωτέρω επιχείρησης βρίσκονταν και άλλες επιχειρήσεις Β] με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα αδικήματα και δη: 1) Στο ... την 12-12-2003 με πρόθεση προκάλεσε υποβάθμιση στο περιβάλλον ως τέτοιου νοουμένου του συνόλου των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα της ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες και κατά παράβαση του Ν. 1650/86. Ειδικότερα, με την ιδιότητα του ως νομίμου εκπροσώπου και δη ως προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας με την επωνυμία "Χ - ΚΡΕΑΤΑ -ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στο ... και που διατηρεί βιομηχανικό σφαγείο κρεάτων, δεν φρόντισε για τη σωστή λειτουργία και ρύθμιση του καυστήρα του αποτεφρωτικού κλιβάνου ζωικών αποβλήτων του παραπάνω σφαγείου, με αποτέλεσμα να παρουσιάζονται κατά τον έλεγχο που διενήργησε η διεύθυνση προστασίας περιβάλλοντος η μεν εσωτερική θερμοκρασία του ως άνω καυστήρα χαμηλότερη από την επιτρεπόμενη ελάχιστη θερμοκρασία των 850°C η δε τιμή του μονοξειδίου του άνθρακα (CO) υψηλότερη (>300 ppm) από τα επιτρεπόμενα όρια που προβλέπονται στην υπ' άριθμ. 90393/12-3-2002, όπως τροποποιήθηκε με την υπ'αρ. 5020/1-12-2003 απόφαση περιβαλλοντικών όρων, και δη υψηλότερη από 50 ppm (mg/m3)και κατ' επέκταση να προκαλείται έτσι υποβάθμιση του περιβάλλοντος, η οποία έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων της περιοχής. 2)Στο 2° χιλιόμετρο της επ. οδού ... την 16η και 17η Απριλίου 2004 εκ προθέσεως προκάλεσε ρύπανση και υποβάθμισε το περιβάλλον με πράξη και παράλειψη, που αντιβαίνουν στις διατάξεις του νόμου 1650/86. Ειδικότερα ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανωνύμου εταιρίας βιομηχανικών σφαγείων "ΑΦΟΙ Χ - ΚΡΕΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" υπέχων ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να μεριμνά για την τήρηση των διατάξεων που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος, διοχέτευσε μεγάλη ποσότητα υγρών λυμάτων προερχόμενα από τη λειτουργία των σφαγείων στον αύλειο χώρο της επιχείρησης ως και σε παρακείμενη χωμάτινη αγροτική οδό και δεν λειτούργησε τον βιολογικό καθαρισμό της επιχείρησης προκαλέσας έτσι ρύπανση δια της παρουσίας στο περιβάλλον ρύπων, ήτοι υγρών αποβλήτων ως και υποβάθμιση, δια της αφόρητης δυσοσμίας που προεκλήθη και καθιστούσε αδύνατη την παραμονή και εργασία στις λοιπές βιοτεχνικές επιχειρήσεις της περιοχής, μεταξύ των οποίων το ξυλουργικό εργοστάσιο του Ψ2 και τη βιοτεχνία εύκαμπτων αεραγωγών του Ψ1". Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα κατά κατηγορία αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα: "ο κατηγορούμενος είναι Πρόεδρος και Διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία: "ΑΦΟΙ Χ - ΚΡΕΑΤΑ Ανώνυμος Βιοτεχνική Εμπορική Εταιρία" που εδρεύει στο ... και διατηρεί βιομηχανικό σφαγείο κρεάτων - τυποποιητήριον εργοστάσιου επεξεργασίας υποπροϊόντων σφαγής. Στο χρονικό διάστημα από 15-7-2003 μέχρι τον Οκτώβριο του 2003 με την παραπάνω ιδιότητά του προκάλεσε με πρόθεση την υποβάθμιση του περιβάλλοντος μη προβαίνοντας στην ενδεδειγμένη διαχείριση των ζωικών αποβλήτων του σφαγείου του. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ορισμένες φορές αποτέφρωνε τα στερεά απόβλητα του σφαγείου σε αποτεφρωτικό κλίβανο ζωικών αποβλήτων, ο οποίος δεν διέθετε τα απαιτούμενα φίλτρα με αποτέλεσμα να υπάρχει έντονη δυσοσμία καμένης σάρκας. Άλλες φορές πετούσε μέλη των σφαγιασθέντων ζώων μέσα στο προαύλιο του σφαγείου, όπου περιφέρονταν διάφορα σκυλιά, ενώ έσκαβε και λάκκους δίπλα από τη χωματερή του ... στους οποίους πετούσε διάφορα ζωικά απόβλητα, τα οποία άφηνε ακάλυπτα. Περαιτέρω και κατά το χρονικό διάστημα από 15-7-2003 έως τον Ιούνιο 2004 δεν μερίμνησε να γίνει κατάλληλης πυκνότητας δενδροφύτευση στα όρια της επιχείρησής του, διοχέτευε δε κατ' επανάληψη τα υγρά απόβλητα του σφαγείου του σε χώρους μέσα στο ακίνητο της επιχείρησης του με αποτέλεσμα αυτά τα υγρά απόβλητα (στα οποία συμπεριλαμβάνονταν και αίμα) να διαρρέουν προς τα γειτονικά ακίνητα. Ούτε φρόντιζε για τον τακτικό καθαρισμό του χώρου του σταυλισμού των ζώων με αποτέλεσμα να είναι στους περίοικους έντονα αντιληπτή η δυσοσμία, τοποθετούσε δε επανειλημμένα ποσότητες από την κοπριά των ζώων χωρίς επεξεργασία σε παρακείμενο του σφαγείου του αγροτεμάχιο. Επίσης ο κατηγορούμενος δεν φρόντισε για τη σωστή ρύθμιση και λειτουργία του καυστήρα του αποτεφρωτικού κλιβάνου ζωικών αποβλήτων με αποτέλεσμα να παρουσιάζονται κατά τον σχετικό έλεγχο που δι ενήργησε η διεύθυνση προστασίας περί βάλλοντος, η μεν εσωτερική θερμοκρασία του καυστήρα να είναι χαμηλότερη από την επιτρεπόμενη ελάχιστη θερμοκρασία των 850°C, η δε τιμή του μονοξειδίου του άνθρακα (CO) υψηλότερη από τα επιτρεπόμενα όρια. Έτσι προκαλούνταν υποβάθμιση του περιβάλλοντος με αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων της περιοχής. Περαιτέρω την 16 και 17 Απριλίου 2004 υπέχων με την προαναφερθείσα ιδιότητα του ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να μεριμνά για την τήρηση των διατάξεων που αφορούν στ ην προστασία του περιβάλλοντος, διοχέτευε μεγάλη ποσότητα υγρών λυμάτων που προέρχονταν από τη λειτουργία του σφαγείου στην αυλή της επιχείρησής του καθώς και σε παρακείμενη χωμάτινη οδό και λειτουργώντας το βιολογικό καθαρισμό της επιχείρησής του. Με τις παραπάνω πράξεις και παραλείψεις του προκάλεσε υποβάθμιση του περιβάλλοντος η οποία είναι πιθανόν να είχε αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, την ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων καθώς και στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες, με την αφόρητη δε δυσοσμία που προκλήθηκε καθιστούσε αδύνατη την παραμονή και εργασία στις λοιπές βιοτεχνικές επιχειρήσεις της περιοχής μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται το ξυλουργικό εργοστάσιο του Ψ2 και η βιοτεχνία εύκαμπτων αεραγωγών του Ψ1".
Με αυτά που, κατ' αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, δέχθηκε το ανωτέρω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ρύπανσης και υποβάθμισης του περιβάλλοντος για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1 ΠΚ και 28 παρ. 1 α, 5, του ν. 1650/1986, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα οι προεκτεθείσες παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας που περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποτελούν "επανάληψη του διατακτικού" της τελευταίας, όπως αιτιάται ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι μόνη η επανάληψη στο σκεπτικό του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εφόσον τούτο περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αν στο σκεπτικό αναφέρονται, όπως στην προκειμένη περίπτωση οι αποδείξεις, από τις οποίες το δικαστήριο συνήγαγε τα γενόμενα απ' αυτό δεκτά περιστατικά. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και με την ειδικότερη αιτίαση ότι το αιτιολογικό είναι απλή αντιγραφή του κατηγορητηρίου (διατακτικού) της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις πλήττουν, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 80/21 Δεκεμβρίου 2009 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 3860/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Απορρίπτει λόγο αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας με την αιτίαση ότι το σκεπτικό είναι επανάληψη του διατακτικού.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Περιβαλλοντος ρύπανση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1374/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στην Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριάννα Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της 762-763/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαΐου 2009αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1316/09.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 511 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 § 5 του ν. 3160/2003, "αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης και εμφανιστεί εκείνος που την άσκησε (άρθρο 515), ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στα στοιχεία Α', Γ1, Δ', Ε', ΣΤ' και Η' της παραγράφου 1 του άρθρου 510. Δεν επιτρέπεται, όμως, να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Αρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και, αν κριθεί και ένας βάσιμος λόγος, και την παραγραφή που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της". Περαιτέρω, κατ' άρθρο 171 Κ.Π.Δ., ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Αρειο Πάγο προκαλείται: 1) αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν α) τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων ... για ακυρότητα εξ αιτίας κακής συνθέσεως του, κατά δε το άρθρο 510 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, λόγος για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθεί Α) η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171). Κατά δε το άρθρο 14 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, που συνάδει και προς το άρθρο 1 της ΕΣΔΑ, ο δικαστής που έχει συμπράξει στην έκδοση απόφασης, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση ή αναίρεση, αποκλείεται να δικάσει στις δύο τελευταίες περιπτώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 762-763/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για αγορά, κατοχή, διάθεση ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση και παράνομη απλά κατοχή σε συνολική ποινή καθείρξεως δώδεκα (12) ετών και τεσσάρων (4) μηνών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3500) ευρώ. Το άνω δικαστήριο συγκροτήθηκε από τους "Ανέστη Μηλιόπουλο, Πρόεδρο Εφετών, Παναγιώτη Αγγελόπουλο, Μαρία Παπαγρηγοράκη, Σουλτάνα Ανθή, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη Εφέτες και Ειρήνη Αποστόλου Εισαγγελέα Εφετών". Όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση της πρωτόδικης υπ' αριθ. 702/2006 αποφάσεως του Τριμελούς εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συγκροτήθηκε από τους "Αθανάσιο Σκούρτη, Προεδρεύοντα Εφέτη, παναγιώτη Αγγελόπουλο, Ελένη Καλογήρου, Εφέτες". Ο Εφέτης, λοιπόν, Παναγιώτης Αγγελόπουλος (μη υπηρετούντος άλλου με αυτό το όνομα στο Εφετείο Θεσσαλονίκης), που συμμετείχε στην έκδοση της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, συμμετείχε και στη σύνθεση του Δικαστηρίου, το οποίο δίκασε την έφεση του κατηγορουμένου και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να προκληθεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, λόγω κακής συνθήκης αυτού, που καθιστά την απόφασή του αναιρετέα, λαμβάνεται δε υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Αρειο Πάγο. Κατά συνέπεια, εφόσον η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχει παραδεκτώς εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Ποιν.Δ, λόγους αναιρέσεως, ο δε αναιρεσείων εμφανίσθηκε στο ακροατήριο (εκπροσωπούμενος από πληρεξούσιο Δικηγόρο), πρέπει, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα κατά τα εκτεθέντα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ), παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λόγων αναιρέσεως που προβάλλει ο αναιρεσείων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 762-763/2009 απόφαση του Πενταμελούς εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2010. Και Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου. Εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως περιέχει παραδεκτούς λόγους και εμφανισθεί ο αναιρεσείων στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου. Παραπέμπει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Δικαστηρίου σύνθεση.
| 0
|
Αριθμός 1373/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου .., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 11297/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 181/10.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 515 παρ.1 εδ. α του ΚΠοινΔ, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του Εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την 497/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι η υπόθεση που είχε προσδιορισθεί αρχικά για τη δικάσιμο της 10-3-2010, αναβλήθηκε, μετά από αίτημα του εμφανισθέντος αναιρεσείοντος, επικαλεσθέντος ασθένεια του απουσιάζοντος πληρεξουσίου δικηγόρου του, για τη ρητή δικάσιμο της 12-5-2010. Επομένως, το υποβαλλόμενο σήμερα από τον εμφανισθέντα αυτοπροσώπως αναιρεσείοντα, νέο αίτημα αναβολής της δίκης, για το λόγο ότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να διορίσει δικηγόρο προς υποστήριξη της υποθέσεώς του, ανεξαρτήτως του ότι η αδυναμία του αναιρεσείοντος πληρωμής της αμοιβής δικηγόρου του δεν συνιστά ιδιαίτερα εξαιρετική περίπτωση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο για τον ανωτέρω λόγο. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το από 19-2-2010 αποδεικτικό επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στην αρχική συνεδρίαση της 10-3-2010, που είχε προσδιορισθεί η κρινόμενη με αριθ. εκθ. ... αίτησή του. Κατά την παραπάνω συνεδρίαση, με την προμνησθείσα 497/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναβλήθηκε η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως και ο αναιρεσείων, κατά το άρθρο 515 παρ.1 εδ.β του ΚΠοινΔ, όφειλε να εμφανισθεί μετά ή δια πληρεξουσίου δικηγόρου, χωρίς νέα κλήτευση. Ο αναιρεσείων, όμως, του οποίου απορρίφθηκε ως ανωτέρω το αίτημα αναβολής και δεν παραστάθηκε κατ'αυτή, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, μετά ή δια πληρεξουσίου δικηγόρου, θεωρούμενος δικονομικά απών (άρθρο 513 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ) πρέπει να δικασθεί ερήμην και κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεώς του, πρέπει, κατά το άρθρο 514 εδ. α ΚΠοινΔ, να απορριφθεί και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 542 /28 - 12 -2009 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της 11297/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών . Και.
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτο, κατ' άρθρο 515 § 1 εδ. α΄ ΚΠΔ, αίτημα αναβολής της δίκης στον Άρειο Πάγο για δεύτερη φορά. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω μη παράστασης, μετά ή δια πληρεξουσίου δικηγόρου, του νόμιμα κληθέντος και αυτοπροσώπως εμφανισθέντος αναιρεσείοντος.
|
Αναιρέσεως ανυποστήρικτο
|
Αναιρέσεως ανυποστήρικτο.
| 2
|
Αριθμός 1372/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Παπαγεωργίου, περί αναιρέσεως της 1342/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 413/10.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται: α) να μη καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να είχε αυτός τη δυνατότητα, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσης προσοχής, είτε δεν πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική δίωξη που εφαρμόστηκε. Η επανάληψη του διατακτικού στο αιτιολογικό δεν συνιστά έλλειψη της κατά τα άνω αιτιολογίας, εφόσον αυτά περιέχουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την αιτιολογία. Ειδικώς προκειμένου περί αντιφάσεως, αυτή μπορεί να υπάρχει είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, ενώ προκειμένου να κριθεί η ύπαρξη αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1342/2009 απόφασή του δέχτηκε κατά πλειοψηφίαν, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα εξής: "Αποδείχθηκε αναφορικά με την κατηγορουμένη ότι στη ..., την 15-1-2003 από αμέλεια, ως μηχανικός ασφαλείας του έργου κατασκευής "ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΑΡΣΗΣ ΒΑΡΩΝ ..." που είχε αναληφθεί από την εταιρεία "Ι&Ρ ΑΒΑΞ Α.Ε.", παρέλειψε, αν και όφειλε, να λάβει και να υποδείξει μέτρα ασφαλείας που θα απέτρεπαν την πτώση και τον τραυματισμό του εκεί εργαζόμενου μηχανολόγου-ηλεκτρολόγου μηχανικού Μ. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια τοποθέτησης των μόνιμων κιγκλιδωμάτων των κλιμάκων του κτιρίου, δεν είχαν τοποθετηθεί προσωρινό κιγκλιδώματα, ύψους ενός μέτρου, που θα απέτρεπαν των πτώση στο κενό των εκεί εργαζομένων. Αντίθετα, παρέμενε χωρίς την ανωτέρω εξασφάλιση, κενό, πλάτους 45 εκατοστών, που είχε δημιουργηθεί μεταξύ του πλατύσκαλου μιας μόνιμης κλίμακας και του κάθετου εξωτερικού τοίχου του κτιρίου, με συνέπεια ο παθών Μ, επιβλέπων του έργου από την κοινοπραξία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΑ ΕΡΓΑ", προσεγγίζοντας το ανωτέρω σημείο να χάσει την ισορροπία του και να πέσει στο κενό. Κατά την πτώση του διέγραψε πορεία περίπου 5,40 μ., χτυπώντας αρχικό με το σώμα του στο επάνω μέρος του προβόλου που σχημάτιζε η είσοδος του κλιμακοστασίου και στη συνέχεια στο δάπεδο του κτιρίου και υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κατάγματα αριστερού ιγμόρειου ζυγωματικού, αριστερής κοτύλης και επιγονατίδας. Ο τραυματισμός του ανωτέρω εργαζόμενου θα είχε αποτραπεί εάν η κατηγορουμένη Χ, ως μηχανικός ασφαλείας, είχε εντοπίσει τον κίνδυνο που δημιουργείτο από το υπάρχον κενό για τους απασχολούμενους στο εργοτάξιο, είχε υποδείξει τρόπο για τη συνεχή εξασφάλισή του με πρόχειρα κιγκλιδώματα μέχρι την τοποθέτηση των μόνιμων κιγκλιδωμάτων στην κλίμακα και είχε ελέγξει την τοποθέτησή τους, τα οποία τοποθετήθηκαν αμέσως μετά το ατύχημα του εργαζομένου Μ. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχη". Ακολούθως στο διατακτικό της αποφάσεώς του όρισε τα εξής: "Κηρύσσει την Χ ένοχη κατά πλεοψηφία του ότι, στη ..., την 15-1-2003 από αμέλεια, δηλ. από έλλειψη της προσοχής την οποία λόγω του επαγγέλματός της όφειλε και κατά τις περιστάσεις μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα των παραλείψεών της και προκάλεσε σωματική κάκωση άλλου. Συγκεκριμένα, ως μηχανικός ασφαλείας του έργου κατασκευής "ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΑΡΣΗΣ ΒΑΡΩΝ ..." που είχε αναληφθεί από την εταιρεία "I&P ΑΒΑΞ Α.Ε.", παρέλειψε, ως όφειλε, να λάβει και να υποδείξει μέτρα ασφαλείας που θα απέτρεπαν την πτώση και τον τραυματισμό του εκεί εργαζόμενου μηχανολόγου-ηλεκτρολόγου μηχανικού Μ. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια τοποθέτησης των μόνιμων κιγκλιδωμάτων των κλιμάκων του κτιρίου, δεν είχαν τοποθετηθεί προσωρινά κιγκλιδώματα, ύψους ενός μέτρου, που θα απέτρεπαν των πτώση στο κενό των εκεί εργαζομένων. Αντίθετα, παρέμενε χωρίς την ανωτέρω εξασφάλιση κενό, πλάτους 35 εκατοστών, που είχε δημιουργηθεί μεταξύ του πλατύσκαλου μιας μόνιμης κλίμακας και του κάθετου εξωτερικού τοίχου του κτιρίου, με συνέπεια ο εργαζόμενος μηχανολόγος-ηλεκτρολόγος μηχανικός Μ, ο οποίος είχε οριστεί ως επιβλέπων του έργου από την κοινοπραξία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΑ ΕΡΓΑ", προσεγγίζοντας το ανωτέρω σημείο να χάσει την ισορροπία του και να πέσει στο κενό. Κατά την πτώση του διέγραψε πορεία περίπου 5,40 μ., χτυπώντας αρχικά με το σώμα του στο επάνω μέρος του προβόλου που σχημάτιζε η είσοδος του κλιμακοστασίου και στη συνέχεια στο δάπεδο του κτιρίου και υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κατάγματα αριστερού ιγμόρειου ζυγωματικού, αριστερής κοτύλης και επιγονατίδας. Ο τραυματισμός του ανωτέρω εργαζόμενου θα είχε αποτραπεί εάν η κατηγορουμένη Χ, ως μηχανικός ασφαλείας, είχε εντοπίσει τον κίνδυνο που δημιουργείτο από το υπάρχον κενό για τους απασχολούμενους στο εργοτάξιο, είχε υποδείξει τρόπο για τη συνεχή εξασφάλιση του με πρόχειρα κιγκλιδώματα μέχρι την τοποθέτηση των μόνιμων κιγκλιδωμάτων στην κλίμακα και είχε ελέγξει την τοποθέτησή τους τα οποία τοποθετήθηκαν αμέσως μετά το ατύχημα του εργαζομένου Μ". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε την κατηγορουμένη που κηρύχθηκε ένοχη σε ποινή φυλακίσεως οχτώ (8) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν.
Από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικάσαν Τριμελές Εφετείο διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, για το οποίο καταδίκασε την κατηγορουμένη, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 314 παρ. 1α του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε. Ειδικότερα αναφέρει: α) τα περιστατικά που συνιστούν την εξωτερική αμέλεια της κατηγορουμένης, η οποία συνίσταται στο ότι, ως μηχανικός ασφαλείας του έργου κατασκευής του συγκεκριμένου κτιρίου, δεν φρόντισε να τοποθετηθούν στο πλατύσκαλο προσωρινά κιγκλιδώματα, με αποτέλεσμα να παραμείνει χωρίς εξασφάλιση το κενό που σχηματιζόταν μεταξύ του πλατύσκαλου και του κάθετου εξωτερικού τοίχου του κτιρίου, το οποίο κενό είχε μήκος όσο και το μήκος της προς τον τοίχο παρειάς του πλατύσκαλού και πλάτος, το οποίο στο μεν σκεπτικό αναφέρεται 45 εκατοστά, στο δε διατακτικό (και στο κατηγορητήριο) αναφέρεται 35 εκατοστά, β) τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της ανωτέρω παραλείψεως της κατηγορουμένης και του επελθόντος αποτελέσματος της πτώσης του παθόντος από το ως άνω κενό και του τραυματισμού του και γ) την από μέρους της κατηγο-ρουμένης μη πρόβλεψη του επελθόντος αποτελέσματος, η οποία οφείλεται στη μη καταβολή της προσοχής που όφειλε ως εκ της ανωτέρω ιδιότητάς της και μπορούσε να καταβάλει, την οποία αν κατέβαλε, θα μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει το εν λόγω αποτέλεσμα. Η παραδοχή του Δικαστηρίου ότι ο παθών έπεσε από το κενό στο δάπεδο του κτιρίου και τραυματίστηκε, αφορά εκτίμηση πραγμάτων και δεν ελέγχεται αναιρετικά, δεν είναι δε αυθαίρετη ως προς το αν μπορούσε να περάσει το σώμα του παθόντος από κενό πλάτους 35 εκατοστών, αλλά στηρίχθηκε στην περιεχόμενη στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης κατάθεση του Επιθεωρητή Εργασίας .... Επομένως, το αν το πλάτος του κενού ήταν 45 ή 35 εκατοστά, δεν ασκεί επιρροή, αφού έγινε δεκτό ότι πέρασε από αυτό το σώμα του παθόντος και έτσι η μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού αντίφαση ως προς το πλάτος του κενού δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας. Επίσης δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας η επανάληψη του διατακτικού στο σκεπτικό, αφού αυτά περιέχουν, κατά τα άνω, όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος.
Συνεπώς ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-2-2010 αίτηση της Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1342/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Στοιχεία του εγκλήματος. Αιτιολογημένη καταδίκη για το έγκλημα αυτό της κατηγορουμένης, η οποία δεν έλαβε μέτρα ασφαλείας που θα απέτρεπαν την πτώση εργαζομένου από υπάρχον κενό. Η μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού αντίφαση ως προς το πλάτος του κενού, δεν ασκεί επιρροή στην αιτιολογία, ενόψει της αναιρετικά ανέλεγκτης παραδοχής του Δικαστηρίου ότι ο παθών έπεσε από το ως άνω κενό και τραυματίστηκε. Η επανάληψη του διατακτικού στο σκεπτικό δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογία, εφόσον αυτά περιέχουν τα απαραίτητα στοιχεία για τη θεμελίωση του εγκλήματος. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1371/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
της αναιρεσείοουσας - κατηγορουμένης Χ1 συζ. Χ2 κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παλαιολόγο, περί αναιρέσεως της 388/2009 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1 και 2) Ψ2 συζ Ψ1 κατοίκους ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν. Το Τριμελές Εφετείου Δωδεκανήσου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Μαρτίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 372/10.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠοινΔ απόλυτη ακυρότητα που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α'του ιδίου κώδικα επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠοινΔ ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠοινΔ. Περαιτέρω κατά το άρθρο 63 εδ. α' του ιδίου κώδικα η πολιτική αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 ΚΠοινΔ εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο ποινικό Δικαστήριο ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία χωρίς έγγραφη προδικασία. Όμως, απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠοινΔ προκύπτει από την παρά το νόμο παράσταση της πολιτικής αγωγής στη διαδικασία του ακροατηρίου, εφόσον αυτή έλαβε χώρα ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη με αναίρεση απόφαση.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 502 ΚΠοινΔ όταν εμφανισθεί ο εκκαλών στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το κεφάλαιο της αποφάσεως για τις πολιτικές απαιτήσεις που προσβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή από τον εισαγγελέα εξετάζεται από το Εφετείο, όχι μόνον όταν ο πολιτικώς ενάγων απουσιάζει αλλά και όταν ο ίδιος εμφανίζεται ενώπιον του Εφετείου με την ιδιότητα του μάρτυρα, αλλά δεν δηλώνει παράσταση πολιτικής αγωγής, χωρίς όμως να παραιτείται με σχετική δήλωση από τις απαιτήσεις του για αποζημίωση ή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που προβαίνει στην κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως χωρίς την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος, που είχε παρασταθεί μόνο στον πρώτο βαθμό, αν εσφαλμένως επιδικάσει σε αυτόν το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό χρηματικής ικανοποίησης παρά το ότι μη νομίμως είχε παραστεί αυτός ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως πολιτικώς ενάγων, καθ' υπέρβαση της εξουσίας του επιδικάζει χρηματική ικανοποίηση στον μη νομίμως παραστάντα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πολιτικώς ενάγοντα. Αυτή η εσφαλμένη ως προς το εν λόγω κεφάλαιο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν προσβάλλεται με τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του ΚΠοινΔ αλλά με τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η' του ίδιου κώδικα για υπέρβαση εξουσίας, που, αν γίνει δεκτός, συνεπάγεται την απάλειψη της σχετικής διατάξεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως για νέα συζήτηση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) ο σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και γ) η βλάβη ξένης περιουσίας που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις δόλιες παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για ανόρθωσή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα, που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή ανάγονται στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν οι τελευταίες συνοδεύονται και με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων αναφερομένων στο παρόν ή στο παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζομένη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Για τη στοιχειοθέτηση περαιτέρω της απάτης και την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως το ουσιώδες είναι η πρόκληση της παραπλανήσεως και δεν απαιτείται η παραπλανητική ενέργεια του δράστη να είναι η μοναδική αιτία της πλάνης. Είναι γενικά αδιάφορο αν ο απατώμενος μπορούσε, καταβάλλοντας τη συνήθη επιμέλεια και προσοχή, να αποφύγει την πλάνη. Η τυχόν αμέλεια του απατηθέντος δεν αίρει τον αιτιώδη σύνδεσμο και δεν επηρεάζει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης αλλά μπορεί να συναξιολογηθεί στη δικαστική επιμέτρηση της ποινής. Περαιτέρω κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του ΠΚ αν περισσότερες από μία πράξεις του ιδίου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος το δικαστήριο αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, μπορεί να επιβάλει μια και μόνο ποινή για δε την επιμέτρηση το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Έτσι, επί απάτης τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις που, αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος που προηγήθηκε, από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου και τότε κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 98 ΠΚ όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2721/1999 η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό και προσδιορίζεται ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που επήλθε ή σκοπήθηκε. Αντίθετα τελείται μία πράξη απάτης, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσης πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Κατά το άρθρο 17 ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 5 του ν. 2331/1995 ως χρόνος τελέσεως της πράξεως θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει ενώ είναι αδιάφορος ο χρόνος κατά τον οποίο ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει ενώ είναι αδιάφορος ο χρόνος κατά τον οποίο επήλθε το αποτέλεσμα, εκτός αν άλλως ορίζεται στο νόμο. Χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις συνεπεία των οποίων παραπλανήθηκε (πείσθηκε) ο παθών ή τρίτος. Είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας του παθόντος με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του θύματος, δεδομένου ότι δεν ορίζεται άλλως στο νόμο. Περαιτέρω κατά τα άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 6 ν. 2408/1996, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη, αναστέλλεται δε η προθεσμία για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών επί πλημμελημάτων.
Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης μνείας του τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαιρούνται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων μαρτύρων και η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά, όπως και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό διατακτικού προς το αιτιολογικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ασάφειες ή αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 474 παρ. 2, 502 παρ. 1 και 2 και 470 ΚΠοινΔ το Εφετείο έχει την εξουσία, ερευνώντας σε δεύτερο βαθμό την υπόθεση, μέσα στα πλαίσια της κατηγορίας που έχει απαγγελθεί στον κατηγορούμενο, από τον οποίο έχει ασκηθεί έφεση κατά ολόκληρης της καταδικαστικής αποφάσεως και έχει καθολικό μεταβιβαστικό αποτέλεσμα, να καταλήξει, από την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, στην κρίση ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος έχει διαπράξει έγκλημα βαρύτερης μορφής από εκείνο για το οποίο καταδικάσθηκε, αρκεί να μην επέρχεται μεταβολή της κατηγορίας. Δεσμεύεται το Εφετείο από την αρχή που θεσπίζεται από το άρθρο 470 ΚΠοινΔ που δεν επιτρέπει τη χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου και δεν έχει εξουσία ούτε να κηρύξει τον κατηγορούμενο ένοχο για το βαρύτερης μορφής αυτό έγκλημα, ούτε να του επιβάλλει δυσμενέστερη ποινή. Δηλαδή, οφείλει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο για το έγκλημα που πρωτόδικα καταδικάσθηκε και να μην του επιβάλλει δυσμενέστερη ποινή, γιατί αν πράξει αντίθετα, διαπράττει υπέρβαση εξουσίας, που είναι λόγος αναιρέσεως. Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το Εφετείο από την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων καταλήγει στην κρίση ότι ο κατηγορούμενος έχει διαπράξει βαρύτερης μορφής έγκλημα από εκείνο που πρωτόδικα έχει καταδικασθεί και δεσμευόμενο από την αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως για να μην την καταστήσει πραγματικά χειρότερη, τον κηρύσσει ένοχο για το έγκλημα αυτό με τη μορφή που πρωτόδικα έχει καταδικασθεί. Το διατακτικό της αποφάσεώς του στηρίζεται στην αιτιολογία, με την οποία έκρινε ότι ετέλεσε το βαρύτερης μορφής έγκλημα και όχι σε εκείνη την οποία ενδεχόμενα και προφανώς εντελώς περιττά εκφέρει για να αιτιολογήσει την πρωτόδικη καταδίκη του. Κατά συνέπεια μόνον ελαττώματα και ελλείψεις ως προς την κύρια αιτιολογία της αποφάσεως αυτής του Εφετείου είναι δυνατόν να στηρίξουν λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό μετά από νομικές σκέψεις όμοιες με αυτές που αναφέρονται στην αρχή της παρούσης δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Περί τα τέλη του 2001, οι εγκαλούντες, οι οποίοι διατηρούν κατάστημα εμπορίας νωπών κρεάτων και κατεψυγμένων προϊόντων επί της οδού ..., γνώρισαν μέσω κοινού γνωστού τους, την ήδη αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, η οποία εμφανίστηκε σ' αυτούς ως εκπρόσωπος μεγάλου λογιστικού γραφείου με έδρα την ..., το οποίο αναλαμβάνει την εκπόνηση οικονομικών μελετών σε επιχειρήσεις, κυρίως της περιφέρειας, για την ένταξη των επιχειρήσεων αυτών σε υπάρχοντα αναπτυξιακά προγράμματα του Υπουργείου Γεωργίας, με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους χρηματοδότησης. Στις αρχές του 2002 η κατηγορουμένη επισκέφθηκε το κατάστημα των εγκαλούντων στη ... και τους διαβεβαίωσε ότι είχε τη δυνατότητα να εκπονήσει για λογαριασμό τους μια οικονομικοτεχνική μελέτη προκειμένου να ενταχθούν αυτοί σε ένα πρόγραμμα του Υπουργείου Γεωργίας για την τυποποίηση, επεξεργασία και διανομή κρέατος, με ύψος επιδότησης 1.000.000 ευρώ και ότι είχε τη δυνατότητα η ίδια και οι συνεργάτες της να προωθήσουν τη σχετική μελέτη ώστε να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Μετά την πρώτη αυτή συνάντηση επακολούθησαν και άλλες συναντήσεις και συζητήσεις μεταξύ των εγκαλούντων και της κατηγορουμένης, η οποία προέβαινε στις ίδιες ως άνω διαβεβαιώσεις και επί πλέον τους διαβεβαίωνε ότι έχουν όλες τις προϋποθέσεις για να ενταχθούν στο παραπάνω πρόγραμμα και ότι σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί η ένταξή τους αυτή θα τους επέστρεφε τα χρήματα που θα είχαν καταβάλει. Επίσης τους προέτρεψε να συστήσουν να συστήσουν μονοπρόσωπες Ε.Π.Ε. προκειμένου, όπως τους διαβεβαίωσε, να χρηματοδοτηθεί κάθε μία χωριστά. Οι διαβεβαιώσεις αυτές συνεχίστηκαν μέχρι και τις 18-3-2002, οπότε ολοκληρώθηκε η απατηλή συμπεριφορά της κατηγορουμένης, καθόσον οι εγκαλούντες πείστηκαν πλέον ότι η κατηγορουμένη είχε την πρόθεση και τη δυνατότητα να τους εντάξει στο προαναφερόμενο πρόγραμμα του Υπουργείου Γεωργίας και ότι σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί η ένταξή τους θα τους επέστρεφε τα χρήματα που θα είχαν καταβάλει. Έτσι οι εγκαλούντες στις 19-3-2002 κατέβαλαν στο λογαριασμό της κατηγορουμένης το ποσό των 2.935 ευρώ, ενώ μέχρι την 18-2-2003 είχαν καταβάλει τμηματικά σ' αυτήν το συνολικό ποσό των 17.775 ευρώ και συγκεκριμένα την 3-10-2002, 5.870 ευρώ, την 3-10-2002 1.470 ευρώ, την 31-12-2002 1.500 ευρώ, την 31-12-2002 1.000 ευρώ, την 31-1-2003 1.500 ευρώ, την 7-2-2003 1.500 ευρώ και την 18-2-2003 2.000 ευρώ. Στο διάστημα αυτό παρέδωσαν στην κατηγορουμένη τα οικονομικά στοιχεία της επιχείρησής τους, τοπογραφικό διάγραμμα του ακινήτου τους στο Δ.Δ ..., επί του οποίου θα στεγαζόταν η προτεινόμενη επένδυση, καθώς και όλα τα αναγκαία δικαιολογητικά και στοιχεία, που τους ζήτησε η κατηγορουμένη προκειμένου να συμπληρωθεί ο φάκελλος, που, όπως τους διαβεβαίωσε, θα υπέβαλε στο Υπουργείο Γεωργίας, περί το μήνα Δεκέμβριο του 2002 δε, συνέστησαν και τις δύο μονοπρόσωπες Ε.Π.Ε., όπως τους είχε προτρέψει η κατηγορουμένη. Επίσης, αποδείχθηκε ότι μετά το Φεβρουάριο του 2003, οπότε έγινε η τελευταία καταβολή χρηματικού ποσού στην κατηγορουμένη από τους εγκαλούντες και ενώ οι τελευταίοι ανέμεναν πλέον την ένταξή τους στα προαναφερόμενα προγράμματα του Υπουργείου Γεωργίας, η κατηγορουμένη διέκοψε κάθε επαφή με αυτούς. Οι εγκαλούντες προσπάθησαν επανειλημμένα να επικοινωνήσουν μαζί της τηλεφωνικά χωρίς όμως αποτέλεσμα, ο πρώτος δε από αυτούς μετέβη δύο φορές στην ... και την αναζήτησε στην οικία της στη ..., αλλά ματαίως, καθόσον αυτή είχε εξαφανισθεί. Κατόπιν αυτών οι εγκαλούντες τον Νοέμβριο του 2003 επικοινώνησαν με το αρμόδιο τμήμα του Υπουργείου Γεωργίας, από όπου πληροφορήθηκαν ότι δεν υπήρχε το πρόγραμμα στο οποίο τους είχε διαβεβαιώσει η κατηγορουμένη ότι θα ενταχθούν, ούτε είχε υποβάλει αυτή οποιαδήποτε μελέτη ή έγγραφο, μέχρι σήμερα δε δεν τους έχει επιστρέψει το χρηματικό ποσό που της κατέβαλαν. Όλες οι προαναφερόμενες διαβεβαιώσεις της κατηγορουμένης ήσαν ψευδείς, αφού αυτή δεν είχε την πρόθεση ούτε τη δυνατότητα να προωθήσει συγκεκριμένη μελέτη ώστε να επιτευχθεί η ένταξη των εγκαλούντων σε αναπτυξιακό πρόγραμμα του Υπουργείου Γεωργίας ούτε επίσης είχε την πρόθεση να επιστρέψει τα χρήματα. Με αυτές τις ψευδείς διαβεβαιώσεις της κατηγορουμένης, η οποία σκόπευε να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, πείστηκαν οι εγκαλούντες και προέβησαν στις ως άνω καταβολές, η συνολική δε ζημία που υπέστησαν με αντίστοιχο όφελος της κατηγορουμένης είναι ανώτερη του ποσού των 15.000 ευρώ. Περαιτέρω αναφέρεται στο σκεπτικό της αποφάσεως ότι χρόνος τέλεσης της αξιόποινης πράξης της απάτης, που τελέσθηκε από την κατηγορουμένη, είναι ο χρόνος που αυτή ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά της προς τους εγκαλούντες και πείστηκαν αυτοί να προβούν στην πρώτη καταβολή δηλαδή η 19 Μαρτίου 2002 και ότι κατ' ακολουθία αυτών πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση που προέβαλε η κατηγορουμένη περί παραγραφής της αξιόποινης πράξης. Κατά τα περαιτέρω αναφερόμενα στο σκεπτικό της ίδιας άνω αποφάσεως του Εφετείου οι μεταγενέστερες επιζήμιες ενέργειες στις οποίες προέβησαν οι εγκαλούντες με την τμηματική καταβολή των προαναφερόμενων χρηματικών ποσών δεν συνιστούν κατ' εξακολούθηση τέλεση του αδικήματος της απάτης, αφού κάθε ζημιογόνος ενέργεια δεν είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης των εγκαλούντων που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά της κατηγορουμένης, αλλά είναι συνέπεια εφάπαξ επελθούσας στις 18-3-2002 πλάνης των εγκαλούντων και έτσι το δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι η πράξη της απάτης τελέστηκε κατά συρροή, αφού από την απατηλή συμπεριφορά της κατηγορουμένης πλανήθηκαν και οι δύο εγκαλούντες. Ενόψει όμως του ότι η τιμώρηση του δράστη είναι επιεικέστερη στα εγκλήματα κατ' εξακολούθηση, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη για την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση. Με τις σκέψεις αυτές η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη για απάτη (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 386 παρ. 1 εδαφ. α' και β' ΠΚ) και ειδικότερα του ότι "στη Ρόδο στις 19-3-2002 με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας άλλους με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών και ειδικότερα, παρέστησε στους εγκαλούντες Ψ1 καθώς και στη Ψ2 σύζυγο Ψ1, το γένος ..., ότι είχε τη δυνατότητα εκπόνησης, για λογαριασμό τους οικονομικοτεχνικών μελετών για την ένταξή τους σε υπάρχοντα αναπτυξιακά προγράμματα του Υπουργείου Γεωργίας, με σκοπό την ίδρυση από αυτούς μονάδος για την τυποποίηση, επεξεργασία και διακίνηση νωπού κρέατος, με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους χρηματοδότησης και μεγάλο ποσοστό επιδοτήσεων διαβεβαιώνοντας περαιτέρω τους ως άνω ότι η υπόθεση αυτή θα είχε τη σκοπούμενη κατάληξη γι' αυτούς, ότι η ίδια μέσω των συνεργατών της, είχε τις δυνατότητες προώθησης των συγκεκριμένων μελετών, για την επίτευξη του επιδιωκομένου αποτελέσματος και ότι σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό θα τους επέστρεφε τα χρήματα που θα της είχαν καταβάλει, ενώ όλα αυτά ήταν αναληθή. Με τον τρόπο αυτό πείστηκαν οι εγκαλούντες και προς επίτευξη του ως άνω αναφερομένου σκοπού κατέθεσαν, σε κοινό λογαριασμό της κατηγορουμένης με τον TRABOULAY ERIC ASHTON στην Εθνική Τράπεζα το συνολικό ποσό των 17.775 ευρώ και ειδικότερα ο μεν πρώτος των εγκαλούντων το ποσό των 9.840 ευρώ με τις από 3-10-2002, 3-10-2002, 31-12-2002 και 31-1-2003 τμηματικές καταθέσεις του, η δε δεύτερη από αυτούς το ποσό των 7.935 ευρώ με τις από 19-3-2002, 31-12-2003, 7-2-2003 και 18-2-2003 τμηματικές καταθέσεις της, με αποτέλεσμα να λάβει η κατηγορουμένη παράνομο περιουσιακό όφελος κατά αντίστοιχη ζημία των εγκαλούντων Ψ1 και Ψ2ς συζ. Ψ1, το γένος ..., το ύψος του οποίου ανέρχεται στο ποσό των 17.775 ευρώ". Για την πράξη της δε αυτή καταδικάστηκε η ήδη αναιρεσείουσα κατηγορουμένη από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, η οποία μετετράπη σε χρηματική. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ορθώς ερμηνευθείσες και εφαρμοσθείσες άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Κατά τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο ψευδείς ήταν όχι μόνο οι διαβεβαιώσεις που δόθηκαν από την ήδη αναιρεσείουσα για αναγόμενα στο μέλλον περιστατικά όπως οι διαβεβαιώσεις της προς τους εγκαλούντες ότι είχε αυτή τη δυνατότητα να εκπονήσει μελέτη και να φροντίσει μέσω συνεργατών της για την υπαγωγή της σε προγράμματα του Υπουργείου Γεωργίας με ευνοϊκούς όρους και μεγάλο ποσοστό επιδοτήσεων, αλλά και οι συνοδεύουσες τις διαβεβαιώσεις αυτές ψευδείς παραστάσεις της ίδιας ότι υπήρχε τέτοιο αναπτυξιακό πρόγραμμα του Υπουργείου Γεωργίας κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως στο οποίο θα υπαγόταν η μονάδα που οι εγκαλούντες ήθελαν να ιδρυθεί για τυποποίηση επεξεργασίας και διακίνησης νωπού κρέατος δηλαδή για πραγματικά περιστατικά αναγόμενα στο παρόν και κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργείται στους απατηθέντες η εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως από την κατηγορουμένη τις αναληφθείσες υποχρεώσεις της για τις οποίες είχε εκ των προτέρων αποφασίσει αυτή να μην τις εκπληρώσει. Γίνεται ακόμη μνεία στην άνω απόφαση ότι εξαιτίας των ψευδών αυτών διαβεβαιώσεων της ήδη αναιρεσείουσας και των ψευδών περιστατικών που παρέστησε αυτή προς τους εγκαλούντες πείσθηκαν οι τελευταίοι από τις επαναλαμβανόμενες ψευδείς παραστάσεις της στις 19-3-2002 και τότε επήλθε η παραπλάνησή των για το ότι είχε η αναιρεσείουσα δυνατότητα εκπόνησης για λογαριασμό τους οικονομοτεχνικών μελετών για την ένταξή τους σε υπάρχοντα αναπτυξιακά προγράμματα του Υπουργείου Γεωργίας με σκοπό την ίδρυση από αυτούς μονάδος για την τυποποίηση, επεξεργασία και διακίνηση νωπού κρέατος με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους χρηματοδότησης και μεγάλο ποσοστό επιδοτήσεων και τις διαβεβαιώσεις της κατηγορουμένης προς τους ανωτέρω ότι η υπόθεση αυτή θα είχε τη σκοπούμενη κατάληξη γι' αυτούς όπως και ότι η ίδια μέσω των συνεργατών της είχε τις δυνατότητες προώθησης των συγκεκριμένων μελετών για την επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος και ότι σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό θα τους επέστρεφε τα χρήματα που θα της είχαν καταβάλει, μετά δε από την επελθούσα άπαξ τότε παραπλάνησή των προήλθαν καθένας των εγκαλούντων στις επιζήμιες γι' αυτούς χρηματικές καταβολές στον τραπεζικό λογαριασμό καταθέσεων συνδικαιούχος στον οποίο ήταν η κατηγορουμένη η οποία αποσκοπούσε να προσπορίσει στον εαυτό της ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος. Το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε το διατακτικό περί ενοχής της ήδη αναιρεσείουσας στις παραδοχές του αιτιολογικού ότι από τις ψευδείς παραστάσεις της κατηγορουμένης παραπλανήθηκαν αμφότεροι οι εγκαλούντες, ότι η επιδιωκόμενη παραπλάνηση καθενός από αυτούς επήλθε εφάπαξ στις 19-3-2002 και ότι κάθε επιζήμια τμηματική χρηματική καταβολή από κάθε εγκαλούντα επακολούθησε του χρόνου τελέσεως της απάτης και δεν ήταν αποτέλεσμα χωριστής πλάνης των εγκαλούντων. Δεν δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση στην προσβαλλόμενη απόφαση μεταξύ του διατακτικού και της κύριας αιτιολογίας της από τις άνω παραδοχές και εκείνη περί τελέσεως της απάτης κατά συρροή από την κατηγορουμένη λόγω παραπλανήσεως αμφοτέρων των εγκαλούντων με την απατηλή συμπεριφορά της. Για να μη καταστήσει χειρότερη τη θέση της ήδη αναιρεσείουσας δέχθηκε το Εφετείο κατά τα αναφερόμενα στο τέλος του σκεπτικού της αποφάσεώς του ότι έπρεπε να κηρυχθεί ένοχη για απάτη κατ' εξακολούθηση και την καταδίκασε σε μια ποινή. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα και η ενιαία ποινή που αντιστοιχεί σ' αυτό αποτελεί πάντοτε απέναντι στην πραγματική συρροή εγκλημάτων και στη συνολική ποινή που αντιστοιχεί σε αυτά επιεικέστερη λύση για την κατηγορουμένη. Όπως δε αναφέρθηκε και παραπάνω, το Εφετείο όταν δικάζει έφεση του κατηγορουμένου ή υπέρ αυτού μπορεί την ομοειδή πραγματική συρροή εγκλημάτων να την μεταβάλλει επιτρεπτώς σε κατ' εξακολούθηση έγκλημα, αν δεν μεταβάλλονται τα όρια της πρωτόδικης ποινής στο δυσμενέστερο ενώ το αντίθετο αποτελεί χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου και είναι ανεπίτρεπτο. Εξάλλου με την, περιλαμβανόμενη στα έγγραφα που αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση ως αναγνωσθέντα και ληφθέντα υπόψη από το Εφετείο και επιτρεπτώς επισκοπούμενη, πρωτόδικη καταδικαστική για την ήδη αναιρεσείουσα απόφαση 1378/2009 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, είχε κριθεί ότι έπρεπε να κηρυχθεί ένοχη της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση η εν λόγω κατηγορουμένη και είχε καταδικασθεί και τότε σε μια ενιαία ποινή φυλάκισης.
Συνεπώς, δεν ήταν υποχρεωμένο το δικάσαν κατ' έφεση δικαστήριο να αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ειδικότερα την ύπαρξη περισσότερων πράξεων απάτης ώστε να δικαιολογείται η κατ' εξακολούθηση τέλεση της απάτης από το ίδιο πρόσωπο με διακρινόμενες χρονικώς μεταξύ τους ομοειδείς πράξεις, που να συνδέονται με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ως προς την αιτίαση της αναιρεσείουσας για το ότι χωρίς δήλωση των αναφερομένων ως εμφανισθέντων ενώπιον του Εφετείου δύο μαρτύρων κατηγορίας για παράστασή των ως πολιτικώς εναγόντων επιδικάσθηκε κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως από το εκδόσαν αυτήν δικαστήριο άνευ υποβολής σχετικού αιτήματος το αναφερόμενο ποσό για χρηματική ικανοποίηση καθενός από αυτούς παρατηρούνται τα εξής: Από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα έγγραφα προκύπτει ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου με την 1378/2009 απόφασή του είχε επιδικάσει στους παραστάντες πρωτοδίκως ως πολιτικώς ενάγοντες Ψ1 και Ψ2 σύζυγο Ψ1, ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των πενήντα (50) ευρώ στον καθένα λόγω ηθικής βλάβης από την αξιόποινη πράξη της κατηγορουμένης για την οποία καταδικάστηκε αυτή. Ακολούθως το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου με την προσβαλλόμενη απόφασή του υποχρέωσε την ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει το ποσό των πενήντα (50) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση σε καθένα από τους πολιτικώς ενάγοντες, οι οποίοι όμως κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στην κατ' έφεση δίκη δεν παρέστησαν ενώπιον του δικαστηρίου με την ιδιότητα των πολιτικώς εναγόντων, αλλά εξετάσθηκαν μόνον ενόρκως ως μάρτυρες. Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς επιδίκασε κατ' επιταγή του άρθρου 502 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο ΚΠοινΔ την μνημονεθείσα χρηματική ικανοποίηση σε καθένα από τους μη παραστάντες ενώπιόν του με την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος παθόντες, οι οποίοι δεν παραιτήθηκαν με δήλωσή τους από την πολιτική αγωγή για την χρηματική ικανοποίηση για την οποία είχαν παραστεί πρωτοδίκως και δεν υπερέβη την εξουσία του το Εφετείο, από το οποίο η εξέταση της πολιτικής αγωγής έγινε εντός των ορίων της πρωτόδικης γενομένης δηλώσεως και επιδικάσεως υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως επιτρεπτώς, χωρίς δήλωση για παράσταση πολιτικής αγωγής στην δίκη κατ' έφεση.
Συνεπώς, ο πιρί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η ΚΠοινΔ απορρέων σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι εσφαλμένως απερρίφθη με την προσβαλλόμενη απόφαση ο προβληθείς στην δίκη κατ' έφεση ισχυρισμός της περί παραγραφής της αποδιδόμενης σ' αυτήν πλημμεληματικού χαρακτήρα αξιοποίνου πράξεως είναι ωσαύτως απορριπτέες. Είναι ανέλεγκτη η κρίση του Εφετείου ότι με βάση τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προέκυπταν από αυτά χρόνος τελέσεως της απάτης από την ήδη αναιρεσείουσα ήταν εκείνος κατά τον οποίο αυτή ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά της με τις ψευδείς διαβεβαιώσεις της προς τους εγκαλούντες, δηλαδή η 19-3-2002, οπότε και πείσθηκαν αυτοί και κατέβαλαν για πρώτη φορά χρήματα στον τραπεζικό λογαριασμό συνδικαιούχος του οποίου ήταν η κατηγορουμένη.
Κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 3, 112 και 113 παρ. 1, 2, 3 ΠΚ εφόσον ήταν πλημμεληματικού χαρακτήρα η πράξη της απάτης που αποδιδόταν στην κατηγορουμένη έγινε δεκτό ότι από τον άνω χρόνο τέλεσης αυτής μέχρι την εκδίκαση κατ' έφεση της υποθέσεως ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου στη συνεδρίαση της 9-12-2009 μετά διακοπή από την δικάσιμο της προηγούμενης ημέρας δεν είχε παρέλθει η πενταετής προθεσμία παραγραφής της άνω πλημμεληματικής πράξεως με συνυπολογισμό και της τριετίας αναστολής της παραγραφής πλημμελημάτων κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας κατά τους οποίους από τις επικαλούμενες αποδείξεις προέκυπτε ότι ο χρόνος τελέσεως της αποδιδόμενης σ' αυτήν πράξεως ενέπιπτε.εντός του έτους 2001 είναι απαράδεκτοι διότι επιχειρείται με αυτούς συναγωγή διαφόρων συμπερασμάτων μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και των πραγματικών περιστατικών κατά διαφορετικό τρόπο από την εκτίμησή των από το δικαστήριο της ουσίας. Όμως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων και η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών αποδείξεων και η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως χωριστά κάθε αποδεικτικού μέσου όπως και η μη αναφορά από ποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-3-2010 αίτηση της Χ1 συζ. Χ2 περί αναιρέσεως της 388/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (Πλημμελημάτων). Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2010. Και
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη κατ' εξακολούθηση. Αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης κατά της καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης διότι εκτίθενται τα περιστατικά στην καταδικαστική απόφαση για ψευδείς διαβεβαιώσεις της κατηγορουμένης προς τους εκκαλούντες για περιστατικά όχι μόνο αναγόμενα στο μέλλον αλλά και για ψευδή περιστατικά που παρέστησε αναγόμενα στο παρόν και κατά τρόπο ώστε να δημιουργείται στους παραπλανηθέντες η εντύπωση μελλοντικής εκπληρώσεως από την κατηγορουμένη αναληφθεισών υποχρεώσεων που από πριν είχε αποφασίσει να μην εκπληρώσει αυτή. Ακόμη γίνεται δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι προέκυψε από τα αποδεικτικά μέσα ότι οι εγκαλούντες πείσθηκαν από τις επαναλαμβανόμενες παραστάσεις της στις 19/3/2002 και τότε επήλθε εφάπαξ η παραπλάνησή των και προήλθαν στις επιζήμιες για αυτούς χρηματικές καταβολές σε λογαριασμό καταθέσεων συνδικαιούχος στον οποίο ήταν η κατηγο4ρουμένη και οι επόμενες του χρόνου τέλεσης της απάτης καταβολές από κάθε εκκαλούντα δεν ήταν αποτέλεσμα χωριστής πλάνης αυτών. Δεν ήταν υποχρεωμένο το Εφετείο να αναφέρει στο σκεπτικό την ύπαρξη περισσοτέρων επιμέρους πράξεων απάτης διακρινόμενων μεταξύ των χρονικά και συνδεόμενων με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως διότι το διατακτικό της αποφάσεώς του στηρίζεται στην αιτιολογία με την οποία έκρινε ότι τέλεσε το βαρύτερης μορφής έγκλημα ως κατά συρροή, και μόνο ελαττώματα και ελλείψεις ως προς την κύρια αιτιολογία της αποφάσεως αυτής του Εφετείου δύνανται να στηρίξουν λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ και όχι όσα επιπλέον αναφέρει το Εφετείο για να δικαιολογήσει την πρωτόδικη καταδίκη. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας του (άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η΄ ΚΠΔ) από το Εφετείο με το να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση υπέρ των παθόντων καίτοι αυτοί δεν παρέστησαν με την ιδιότητα των πολιτικώς εναγόντων στην κατ' έφεση δίκη διότι εφάρμοσε το άρθρο 501 § 1 εδ. τελευταίο ΚΠΔ, δοθέντος ότι αυτοί είχαν δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για χρηματική ικανοποίησης που τους είχε επιδικασθεί και στην δίκη κατ' έφεση δεν παραιτήθηκαν από την πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση, η δε εξέταση από το Εφετείο της πολιτικής αγωγής έγινε εντός των ορίων της πρωτοδίκως γενόμενης δηλώσεως των και επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως με την εκκαλουμένη απόφαση των πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Απόρριψη ως απαραδέκτου του λόγου αναίρεσης ότι προέκυπτε χρόνος τέλεσης της απάτης εντός του 2001 και είχε αποσβεσθεί λόγω παραγραφής η αξίωση για ποινική τιμώρηση της υπαιτίου, διότι αφορούσε στην κρίση του Εφετείου επί της ουσίας ως προς το χρόνο τελέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Υπέρβαση εξουσίας, Χρηματική ικανοποίηση.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1370/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λαζανά περί αναιρέσεως της 71572/2009 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1η Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 238/10.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως για παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ιδρύεται όταν όχι μόνο η συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο αλλά και η απαγγελία της αποφάσεως δεν έγινε δημόσια, υπό την έννοια ότι δεν ήταν δυνατή η ελεύθερη είσοδος στην αίθουσα συνεδριάσεως του δικαστηρίου και η κατά τρόπο ανεμπόδιστο παρακολούθηση της διαδικασίας στο ακροατήριο στον καθένα που επιθυμούσε αυτό κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 93 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος και 329 του Κ.Ποιν.Δ. Επομένως κρίσιμο στοιχείο της έννοιας της δημοσιότητας δεν είναι αν είναι ανοικτές οι θύρες της αίθουσας του ακροατηρίου, αφού υπάρχει δημοσιότητα της συνεδριάσεως, όταν οι θύρες είναι κλειστές, όχι όμως κλειδωμένες, αρκεί να μπορεί να τις ανοίξει οποιοσδήποτε και να εισέλθει στην αίθουσα όπου συνεδριάζει το δικαστήριο. Αντίθετα δεν υπάρχει δημοσιότητα, όταν οι θύρες είναι ανοικτές, αλλά δεν είναι επιτρεπτή η είσοδος του κοινού στο ακροατήριο. Από όσα αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, από τα οποία και πρέπει να αποδεικνύεται η τήρηση των κανόνων περί δημοσιότητας, προκύπτει ότι η απαγγελία της αποφάσεως έγινε δημόσια στο ακροατήριο του δικάζοντος κατ' έφεση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών μετά το πέρας της συζητήσεως. Δεν ήταν απαραίτητο να γίνει αναφορά στα πρακτικά της δίκης και την άνω απόφαση και άλλων στοιχείων ως προς την βεβαίωση τηρήσεως των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο ούτε για το εάν ήταν κλειστές ή όχι οι θύρες της αίθουσας συνεδριάσεως όταν γίνεται η απαγγελία της αποφάσεως, περιστατικό που δεν είναι κρίσιμο για την ύπαρξη δημοσιότητας κατά τα προαναφερθέντα παρά τα όσα περί αντιθέτου αβασίμως υποστηρίζονται από τον αναιρεσείοντα. Ο τελευταίος υπέχει υποχρέωση να διασαφηνίσει σε τι ακριβώς αφορούσε η παραβίαση της δημοσιότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και κατά ποιόν τρόπο συνετελέσθη κατά την απαγγελία της αποφάσεως, όμως στην κρινόμενη αίτησή του δεν αναφέρει περιστατικά για τα οποία να προκύπτει κατά ποιο τρόπο έγινε αυτή η παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 93 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος και 329 του Κ.Ποιν.Δ. Κατ' ακολουθίαν είναι απορριπτέος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και ειδικότερα για το ότι η απαγγελία της αποφάσεως δεν έγινε δημόσια και κατά τρόπο που να επιτρέπει στον καθένα να παρακολουθήσει ανεμπόδιστα τη διαδικασία.
Από το συνδυασμό των διατάξεων 329, 331 εδαφ. β', 333 και 358 Κ.Ποιν.Δ. σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα, συνάγεται ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να δώσει το λόγο στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις των μαρτύρων που έγιναν στο ακροατήριο, διότι έτσι ο κατηγορούμενος στερείται του υπερασπιστικού δικαιώματός του . Η σχετική παράβαση του δικαστηρίου πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλομένη απόφαση πρακτικά, γίνεται μνεία σ' αυτά ότι, μετά από την εξέταση κάθε μάρτυρα και πριν από την έκδοση κάθε αποφάσεως, δινόταν ο λόγος κατά σειρά, σε όλους τους παράγοντες της δίκης και τελευταία πάντοτε στον πληρεξούσιο δικηγόρο που εκπροσώπησε τον κατηγορούμενο. Έτσι ο ήδη αναιρεσείων δια του συνηγόρου του, που τον εκπροσώπησε στη δίκη κατ' έφεση, έχοντας τελευταίος τον λόγο κατά το στάδιο εξετάσεως των μαρτύρων, είχε την δυνατότητα να σχολιάσει τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και να προβεί σε δηλώσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν και έτσι δεν προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Επί πλέον από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι από τον συνήγορο του ήδη αναιρεσείοντος ζητήθηκε να του δοθεί η άδεια για να προβεί μετά την κατάθεση κάθε μάρτυρα σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις των μαρτύρων κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. και ότι, μετά την άρνηση της διευθύνουσας τη συζήτηση να ικανοποιήσει το σχετικό δικαίωμα έγινε προσφυγή στο δικαστήριο και αυτό την απέρριψε παρά το νόμο ή δεν αποφάνθηκε επ' αυτής.
Συνεπώς ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1. στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με επίκληση παραλείψεως από τον πρόεδρο του δικαστηρίου να δώσει το λόγο, μετά την εξέταση των μαρτύρων, στον πληρεξούσιο δικηγόρο που εκπροσωπούσε τον αναιρεσείοντα για να ασκήσει τα από τις αναφερόμενες ανωτέρω διατάξεις δικαιώματά του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 Κ.Ποιν.Δ. σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1. στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βεβαία η ανάγνωσή τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, από την οποία, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητος, να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με αυτό το αποδεικτικό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του ποινικού δικαστηρίου που εκδίδει την απόφαση δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα σχετικά από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί χωρίς αμφιβολία ότι το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Η εξατομίκευση του εγγράφου ως άνω είναι αναγκαία για τη δημιουργία βεβαιότητος ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη. 'Ετσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, συνάγεται ότι παρεσχέθη και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το περιεχόμενο του αποδεικτικού αυτού μέσου εν όψει του ότι η δυνατότητα αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά αλλά από το αν αναγνώσθηκε .
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά της δίκης τα Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση, σε σχέση με τα έγγραφα που βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και στα οποία μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων στήριξε το δικαστήριο την κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, αναφέρεται ότι έγινε ανάγνωση της απόφασης με τα έγγραφα της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και οι καταθέσεις των μαρτύρων ... και ... όπως και η υπ' αριθμό 150/01 απόφαση της Αρχής Προστασίας δεδομένων και η υπ' αριθμό 523 απόφαση της Αρχής Προστασίας δεδομένων.
Συνεπώς, στα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση βεβαιώνεται ότι αναγνώσθηκαν η 48995/2007 απόφαση μετά των πρακτικών του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών επί της οποίας κατ' έφεση εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφασης, στην αρχή των πρακτικών της οποίας αναφέρεται ο αριθμός της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου επί της οποίας κατόπιν εφέσεως του καταδικασθέντος κατηγορουμένου επελήφθη το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών. Επίσης από όσα αναφέρονται στα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι εκτός από την απόφαση και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης αναγνώσθηκαν και τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της 48995/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ότι αναγνώσθηκαν. Από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης εκείνης στο άνω Μονομελές Πλημμελειοδικείο προκύπτει ότι τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο του έγγραφα ήταν α) αντίγραφο αδείας ιδρύσεως και λειτουργίας αρχείου με ευαίσθητα δεδομένα β) το από 12.5.1999 έγγραφο του Β προς την Εθν. Ασφαλιστική γ) απόδειξη λιανικής πωλήσεως από τις εκδόσεις "Χ", δ) το από 4/10/2004 έγγραφο προς Νομική Υπηρεσία "Β", ε) το υπ' αριθμό 827 πρακτικό Δ.Σ Β, στ) η υπ' αριθμ. 150/2001 απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων καθώς και οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου . Εξάλλου προσδιορίζονται με επάρκεια κατά τα στοιχεία εξατομικεύσεως των τα αναφερόμενα στα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση λοιπά επιπλέον αναγνωσθέντα στη δίκη κατ' έφεση έγγραφα. Δεν προκύπτει ότι υπήρχαν στη δικογραφία και άλλα έγγραφα με τον ίδιο τίτλο, αριθμό και ημερομηνία των αναγνωσθέντων αλλά με διαφορετικό περιεχόμενο. Κατ' ακολουθίαν αυτών ήταν γνωστά στον ήδη αναιρεσείοντα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στη δίκη στον πρώτο βαθμό και αναφέρονται στα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών μαζί με την πρωτόδικη απόφαση και τα πρακτικά εκείνης και για τα έγγραφα αυτά και τα λοιπά επί πλέον αναγνωσθέντα κατά την ακροαματική διαδικασία στη δίκη κατ' έφεση δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά προσθέτων στοιχείων για τον προσδιορισμό τους και ο συνήγορος που εκπροσώπησε τον ήδη αναιρεσείοντα στην δίκη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο γνώριζε τα αναγνωσθέντα έγγραφα όπως προσδιορίζονται και μπορούσε να προβεί σε δηλώσεις εξηγήσεις και παρατηρήσεις κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. η λήψη δε αυτών των εγγράφων από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση για τη διαμόρφωση της κρίσεως του επί της ουσίας δεν επέφερε ακυρότητα της διαδικασίας. Οι αντίθετες αιτιάσεις που προβάλλει ο αναιρεσείων για μη επαρκή προσδιορισμό της ταυτότητας των εγγράφων που αναγνώσθηκαν έτσι ώστε να μη προκύπτει ποια συγκεκριμένα έγγραφα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για να κρίνει περί της ενοχής του δεν συνιστούν λόγο αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όπως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται κατ' εκτίμηση τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ. Για απόλυτη ακυρότητα που είναι, όμως, απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 1 του Ν. 2472/1997 "Προστασία ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" αντικείμενο αυτού του νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Κατά το άρθρο 2 εδαφ. α', β', γ', δ', και ε' αυτού νόμου για τους σκοπούς αυτού νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα" κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων, β) "ευαίσθητα δεδομένα", τα δεδομένα που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή, καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες (με την παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 3471/2006 ρυθμίσθηκαν οι περιπτώσεις όπου ειδικά για τα σχετικά με τις ποινικές διώξεις ή καταδίκες δύναται να επιτραπεί η δραστηριοποίηση μόνο από την εισαγγελική αρχή), γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας 'η βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ') "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή ε)"αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" το σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία αποτελούν ή μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας και τα οποία τηρούνται είτε από το δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 2472/1997, οι διατάξεις αυτού εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο. Κατά το άρθρο 22 παρ. 4 του ιδίου νόμου "όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση ή χρηματική ή ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι οι κυρώσεις που προβλέπονται στον ν. 2472/1997 εν όψει της ιδιάζουσας βαρύτητας των, προβλέπονται όχι γενικώς και αορίστως για κάθε παράβαση των διατάξεών του, αλλά μόνο για συγκεκριμένες ειδικά περιγραφόμενες σοβαρές παραβάσεις. Κοινό συνδετικό γνώρισμα των ειδικών ποινικών προβλέψεων του άρθρου 22 του ν. 2472/1997 που προσδίδει βαρύτητα στις σχετικές πράξεις είναι η αναφορά τους στην τήρηση αρχείων προσωπικών δεδομένων.
Συνεπώς, για την αντικειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται : α) ύπαρξη δεδομένων που περιλαμβάνονται σε "αρχείο" δηλαδή κατ' άρθρο 2 περ ε σύνολο προσωπικών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας και τηρούνται κατά τα οριζόμενα στην άνω διάταξη, β) υποκείμενο των δεδομένων, δηλαδή το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί και γ) να πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτά ορίζονται με τις πιο πάνω διατάξεις. Έτσι, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες, των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν εις γνώση του, χωρίς να προκύπτει αυτός σε κάποιο αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υποστάσεως. Από τη διατύπωση του άρθρου 22 παρ. 4, 5 και 6 του ως άνω νόμου, προκύπτει ότι οι ποινικές κυρώσεις που προβλέπονται από αυτές επιβάλλονται σε περίπτωση παράνομου επεμβάσεως σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή αυθαίρετης χρησιμοποίησης του προϊόντος τέτοιας επεμβάσεως και όχι στην περίπτωση που έγινε τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα δεδομένα από μόνος του, καθόσον σε τέτοια περίπτωση δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς το εν λόγω έγκλημα. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με τα διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ των αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και τα πρακτικά της, το δίκασαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δέχθηκε στο αιτιολογικό του (μετά από παράθεση νομικών σκέψεων ομοίων προς τις ανωτέρω παρατιθέμενες ως προς τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2472/1997) τα εξής: Από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και κατηγορίας, που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο και από την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως προέκυψε και το δικαστήριο πείσθηκε ότι ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι: "Η μηνύτρια ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Β Μαιευτικό -Γυναικολογικό- Χειρουργικό- Διαγνωστικό- Θεραπευτικό Κέντρο Α.Β.", στο πλαίσιο παρεχομένων υπ' αυτής υπηρεσιών υγείας διαθέτει μαιευτήριο στην .... Προς εκπλήρωση του σκοπού της περί παροχής υπηρεσιών υγείας η μηνύτρια εταιρεία διατηρεί αρχείο προσωπικών δεδομένων για τις ασθενείς (λεχωίδες) στο οποίο περιλαμβάνονται τα προσωπικά τους στοιχεία και συγκεκριμένα ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, τηλέφωνο, στοιχεία χορηγήσεως φαρμάκων και ιατρικό ιστορικό, βάσει της υπ'αριθ.... αδείας χορηγηθείσας κατ' άρθρο 7 του ν.2472/1997 από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύεται ατομική επιχείρηση έκδοσης και εμπορίας βιβλίων (γενικού περιεχομένου) με την επωνυμία "Χ", που εδρεύει στην οδό .... Για την προώθηση των βιβλίων του στο καταναλωτικό κοινό ο κατηγορούμενος απασχολεί πωλητές αμειβόμενους με ποσοστά επί των πωλήσεων οι οποίοι επισκέπτονται τους πελάτες στις κατοικίες τους. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας προωθητικής διαδικασίας των προϊόντων του ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από 28-2-2004 μέχρι 4-11-2004 επενέβη με άγνωστο τρόπο, χωρίς να έχει δικαίωμα προς τούτο, στο αρχείο προσωπικών δεδομένων που νόμιμα, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, τηρεί το προαναφερόμενο μαιευτήριο "Β" και πληροφορήθηκε τα ονοματεπώνυμα, τις διευθύνσεις κατοικίας, τα τηλέφωνα και το ιατρικό ιστορικό λεχωίδων, οι οποίες είχαν γεννήσει στο εν λόγω μαιευτήριο, βάσει δε αυτών των στοιχείων απέστειλε απασχολούμενους κατά τον ανωτέρω τρόπο υπαλλήλους του, στις οικίες των λεχωίδων για να επιτύχουν πωλήσεις βιβλίων σχετικών με την φροντίδα και την υγεία των νεογνών. Συγκεκριμένα, υπάλληλος του κατηγορουμένου, επισκέφθηκε στις 28-2-2004 στην οικία της την Λ, η οποία είχε γεννήσει στο μαιευτήριο "Β" στις 30-1-2004 την οποία αναζήτησε με το επώνυμο του συζύγου της και κυρίως γνώριζε την ηλικία του νεογνού της, στοιχεία γνωστά μόνο στο εν λόγω, μαιευτήριο, της πούλησε δε δύο σειρές βιβλίων μία εγκυκλοπαίδεια με θέματα που αφορούσαν το παιδί και μία σειρά παιδικών παραμυθιών. Περί τα τέλη του μηνός Μαΐου και αρχές του μηνός Ιουνίου του έτους 2004 υπάλληλος του κατηγορουμένου επισκέφθηκε, για να της πωλήσει εγκυκλοπαίδεια σχετικά με το παιδί με τίτλο "ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΜΗΤΕΡΑ", δύο φορές στην οικία της την Ε, η οποία είχε γεννήσει στις 29-5-2004 στο ως άνω μαιευτήριο, προσφωνώντας την με το επώνυμο του συζύγου της, το οποίο δεν χρησιμοποιούσε στις συναλλαγές και επομένως δεν μπορούσε να το έχει πληροφορηθεί ο κατηγορούμενος από άλλη πηγή πλην του μαιευτηρίου στο οποίο μόνο το είχε δηλώσει η εν λόγω λεχωίδα. Στις 1-10-2004 η Φ, υπάλληλος του κατηγορουμένου, αφού προηγουμένως επικοινώνησε τηλεφωνικά, ακολούθως επισκέφθηκε, αυθημερόν, στην οικία της την Ρ, η οποία είχε γεννήσει στο ανωτέρω μαιευτήριο. Παρούσα στην προαναφερόμενη επίσκεψη της υπαλλήλου του κατηγορουμένου ήταν η Δ, υποδιευθύντρια του μαιευτηρίου "Β", το οποίο είχε ειδοποιήσει μετά το ανωτέρω τηλεφώνημα η λεχωίδα παραπονούμενη για την ενόχληση της, ενώπιον αυτής δε, η ανωτέρω υπάλληλος του κατηγορουμένου πούλησε στην Ρ βιβλία (σύγχρονη ιατρική και παραμύθια) που αφορούσαν το παιδί αξίας 295 ευρώ και στην οποία έδωσε την υπ'αριθ.172/1-10-2004 απόδειξη είσπραξης του εν λόγω ποσού, όπου ανεγράφοντο τα στοιχεία του κατηγορουμένου και της επιχείρησης του. Το τηλέφωνο της Ρ δεν θα μπορούσε ο κατηγορούμενος να το πληροφορηθεί από τον ΟΤΕ ή από άλλη πηγή, διότι ήταν απόρρητο και η εν λόγω λεχωίδα του είχε δηλώσει μόνο στο μαιευτήριο. Στις αρχές Νοεμβρίου του έτους 2004 η Σ, η οποία είχε γεννήσει στο μαιευτήριο "Β" στις 23-8-2004 δέχθηκε σειρά τηλεφωνημάτων από υπαλλήλους του κατηγορουμένου, οι οποίοι δήλωναν υπάλληλοι των εταιρειών των βιβλίων "ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΕΠΙΜΟΡΦΩΤΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ" ή "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ" ή "ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΜΗΤΕΡΑ", σε αριθμό τηλεφώνου που ήταν απόρρητος και η λεχωίδα είχε δηλώσει μόνο στο εν λόγω μαιευτήριο (βλ. την από 9-2-2005 αναγνωσθείσα προανακριτική κατάθεση του Τ). Το ότι ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση παράνομα των προσωπικών δεδομένων των ανωτέρω λεχωίδων από το αρχείο του μαιευτηρίου Β, προκύπτει από το γεγονός ότι οι γυναίκες αυτές οχλήθηκαν στο αμέσως μεταγενέστερο της εξόδου τους από το μαιευτήριο "Β" χρονικό διάστημα, στο οποίο είχαν δώσει, πέραν της διευθύνσεως της κατοικίας τους, το απόρρητο τηλέφωνο τους το οποίο δεν θα μπορούσε ο κατηγορούμενος να πληροφορηθεί από τον ΟΤΕ, αλλά και από το γεγονός ότι οι υπάλληλοι του κατηγορουμένου απευθύνθηκαν προς αυτές χρησιμοποιώντας το επώνυμο του συζύγου τους, και όχι το οικογενειακό τους επώνυμο, το οποίο χρησιμοποιούσαν στις συναλλαγές, όπως θα ήταν αναμενόμενο, αν η πηγή των πληροφοριών του βρισκόταν εκτός του μαιευτηρίου Β, δεδομένου ότι μόνο στο μαιευτήριο η καταχώρηση των στοιχείων τόσο των λεχωίδων όσο και των νεογνών γίνεται με το επώνυμο του συζύγου τους. Εξάλλου, η ανωτέρω κρίση ενισχύεται, σε συνδυασμό και προς τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, από τις ένορκες καταθέσεις στο ακροατήριο κατά την ανωτέρω δικάσιμο τόσο της μάρτυρα υπεράσπισης ..., η οποία αν και βεβαιώνει ότι εργάζεται, στην εταιρεία του κατηγορουμένου επί 22 έτη και επομένως γνωρίζει τον τρόπο προώθησης των προϊόντων της (βιβλίων), δεν μπόρεσε να προσδιορίσει με ποιο συγκεκριμένο τρόπο, πλην του ίδιου του μαιευτηρίου "Β", πληροφορήθηκε ο κατηγορούμενος τα απόρρητα τηλέφωνα των προαναφερομένων λεχωίδων, όσο και του μάρτυρα υπεράσπισης ..., αδελφού του κατηγορουμένου, ο οποίος δηλώνει ότι ήταν τυχαία η πώληση των βιβλίων στις προαναφερόμενες λεχωίδες κατά την αναζήτηση πελατών από τους υπαλλήλους του αδελφού του με το σύστημα πωλήσεως πόρτα-πόρτα, χωρίς να καταθέτει γεγονός σχετικά με τον τρόπο ανεύρεσης από τον κατηγορούμενο των προαναφερομένων απορρήτων αριθμών τηλεφώνων, ουδείς δε εκ των προαναφερθέντων μαρτύρων καταθέτει αρνητικά ως προς το γεγονός της προώθησης των προϊόντων του κατηγορουμένου με τον προεκτιθέμενο τρόπο προς τις ανωτέρω αναφερόμενες λεχωίδες. Πρέπει, όμως, να αναγνωρισθεί η συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 εδ.β του ΠΚ, διότι ωθήθηκε στην πράξη του όχι από ταπεινά αίτια, αλλά για να αντιμετωπίσει πιεστικές οικονομικές ανάγκες του. Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδαφ. β' του Π.Κ. του ότι: Στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 28-2-2004 έως 4/11/2004 χωρίς δικαίωμα επενέβη με οποιοδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και έλαβε γνώση των δεδομένων αυτών. Ειδικότερα κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο πληροφορήθηκε χωρίς να έχει σχετικό δικαίωμα από το αρχείο που νομίμως τηρείται στην Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "Β Μαιευτικό - Γυναικολογικό - Χειρουργικό - διαγνωστικό - Θεραπευτικό και Ερευνητικό Κέντρο Α.Ε" όπως νομίμως εκπροσωπείται τα ονοματεπώνυμα και τις διευθύνσεις τα τηλέφωνα και το ιατρικό ιστορικό διαφόρων ασθενών και λεχωίδων που είχαν γεννήσει στο ανωτέρω Μαιευτήριο τις οποίες επισκέφθηκε για να προωθήσει την πώληση βιβλίων σχετικών με την φροντίδα των νεογνών. Περαιτέρω το δικάσαν δικαστήριο κατεδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως εξι (6) μηνών την οποία ανάστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω ποινικού αδικήματος οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 Π.Κ και 22 παρ. 4 ν. 2472/1997. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει στην προσβαλλομένη απόφαση και στο διατακτικό αυτής περιστατικά επέμβασης του στο αρχείο δεδομένων του Μαιευτικού Θεραπευτικού Κέντρου που λειτουργούσε με μορφή ανώνυμης εταιρείας και για ασάφειες και ελλείψεις όσον αφορά την πρόσβασή του σε αρχείο προσωπικών δεδομένων υπό την έννοια του άρθρου 2 εδαφ. ε του ν. 2472/1997 είναι αβάσιμες. Κατά τα γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνέτρεξε περίπτωση παράνομης επεμβάσεως του ήδη αναιρεσείοντος στο νομίμως τηρούμενο, από την ανώνυμη εταιρεία που διατηρούσε το μαιευτικό - γυναικολογικό χειρουργικό κέντρο στο ... , αρχείο προσωπικών δεδομένων με τα στοιχεία ταυτότητας, επώνυμο συζύγου διεύθυνση κατοικίας - τηλέφωνο και λοιπές πληροφορίες ιατρικού ιστορικού και φαρμακευτικής αγωγής για τις γυναίκες που είχαν γεννήσει πρόσφατα στο μαιευτήριο Β τέκνο και την αυθαίρετη εκμετάλλευση των στοιχείων αυτών τα οποία έγινε δεκτό ότι τα πληροφορήθηκε ο αναιρεσείων από το αρχείο του άνω μαιευτηρίου για την προώθηση της πωλήσεως βιβλίων σχετικών με την φροντίδα των νεογνών και γενικότερα για το παιδί που εμπορευόταν η ατομική εκδοτική επιχείρηση του προς τις άνω γυναίκες, τις οποίες προσέγγισαν συνεργαζόμενες με τον αναιρεσείοντα πωλήτριες που αμείβονταν από αυτόν με ποσοστά επί της αξίας των πωλουμένων βιβλίων. Παρατίθενται ακόμη στο αιτιολογικό της αποφάσεως πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έγινε από τους συνεργάτες του αναιρεσείοντος στην προσπάθεια να πωλήσουν βιβλία στις αναφερόμενες γυναίκες που είχαν πρόσφατα γεννήσει τα τέκνα των στο μαιευτήριο Β χρήση στοιχείων από δεδομένα που δεν έχουν προέλθει από άλλη πηγή εκτός από το μαιευτήριο Β όπου είχε γίνει καταχώρησή των και ειδικότερα αφ' ενός ως προς το επώνυμο του συζύγου των γυναικών αυτών που είχαν γεννήσει στο μαιευτήριο αυτό, ενώ χρησιμοποιούσαν οι ίδιες το οικογενειακό τους επώνυμο στις συναλλαγές και η ηλικία του νεογνού και αφ' ετέρου ως προς τον αριθμό κλήσεως της σταθερής τηλεφωνικής παροχής της κατοικίας των που ήταν απόρρητος. Επίσης στην προσβαλλόμενη απόφαση μετά από αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν γίνεται δεκτό ότι μόνον μετά από επέμβαση που έγινε στο αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του εν λόγω μαιευτηρίου από τον ήδη αναιρεσείοντα έλαβε αυτός τις άνω πληροφορίες για τα άνω στοιχεία των γυναικών που είχαν δηλώσει αυτά όταν έγινε ο τοκετός των νεογνών τους εκεί και ότι δεν γνώριζαν κατά άλλον τρόπο και από άλλη πηγή τα άνω στοιχεία των αναφερομένων γυναικών που είχαν γεννήσει πρόσφατα οι συνεργαζόμενοι με τον αναιρεσείοντα πωλητές που εμφανίσθηκαν και πώλησαν βιβλία στις εν λόγω γυναίκες. Είναι επαρκείς οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως από άποψη παραθέσεως των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης στον αναιρεσείοντα παράνομης επεμβάσεως σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που ετηρείτο νόμιμα σύμφωνα με όσα ορίζονταν στο άρθρο 2 περ. ε του ν. 2472/1997 από την αποτελούσα νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου άνω ανώνυμη εταιρεία ανεξάρτητα από το εάν παρέμεινε άγνωστος όπως αναφέρεται στην αιτιολογία της αποφάσεως ο ειδικότερος τρόπος επεμβάσεως του στο αρχείο αυτό προσωπικών δεδομένων. Όσον αφορά την από δόλο τέλεση της αποδιδόμενης στον αναιρεσείοντα παραβάσεως του άρθρου 22 παρ. 4 ν. 1472/1997, για την υποκειμενική συγκρότηση της οποίας αρκεί οποιαδήποτε μορφή δόλου, δεν απαιτείτο ιδιαίτερη αιτιολόγησή του. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως η επέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος στο τηρούμενο στο μαιευτήριο της ανώνυμης εταιρείας αρχείο προσωπικών δεδομένων έγινε για να εκμεταλλευθεί αυτός τα αναφερόμενα στοιχεία προκειμένου να προωθήσει μέσω των συνεργατών του που ενεργούσαν τις πωλήσεις την διάθεση βιβλίων για το παιδί και την φροντίδα και υγεία των νεογνών που εμπορευόταν η επιχείρηση του σε γυναίκες που πρόσφατα είχαν γεννήσει στο άνω μαιευτήριο. Από αυτές τις παραδοχές υποδηλώνεται ότι ο ήδη αναιρεσείων ενήργησε με την θέληση και γνώση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούσαν την αντικειμενική υπόσταση της άνω αξιοποίνου πράξεως. Διαλαμβάνεται συνεπώς περί του δόλου του κατηγορουμένου αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία της αποφάσεως για την ενοχή του για την πράξη που του αποδίδεται και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σε αυτήν. Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλομένης από το Σύνταγμα και το νόμο αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως. Μετά από αυτά ελλείψει ετέρου λόγου προς έρευνα η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-2-2010 δήλωση - αίτηση του Χ για αναίρεση της 71572/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2010. Και
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραβίαση προσωπικών δεδομένων. Αίτηση αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως του δικάζοντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Πλημμελειοδικείου. Απορρίπτεται ο λόγος από το άρθρ. 510 § 1 στοιχ. Γ΄ ΚΠΔ για παράβαση των διατάξεων για δημοσιότητα της διαδικασίας, διότι η απαγγελία της αποφάσεως έγινε δημόσια στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου μετά το πέρας της συζητήσεως και δεν απαιτείτο να αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης και άλλα στοιχεία ως προς τη βεβαίωση τηρήσεως των διατάξεων για δημοσιότητα της συνεδρίασης. Απορρίπτεται ο λόγος για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ ως προς το ότι δεν εδίδετο ο λόγος στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις ύστερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων διότι γίνεται μνεία στα πρακτικά ότι εδίδετο μετά από τις καταθέσεις των μαρτύρων με τη σειρά ο λόγος σε όλους τους παράγοντες της δίκης και δεν ζήτησε ο συνήγορος του κατηγορουμένου το λόγο να προβεί μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα σε δηλώσεις και ότι, μετά την άρνηση του διευθύνοντος τη συζήτηση να ικανοποιήσει τέτοιο αίτημα, έγινε προσφυγή στο δικαστήριο που να απέρριψε παρά το Νόμο ή να μην αποφάνθηκε επί του αιτήματος. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας ως προς το ότι δεν γινόταν επαρκώς προσδιορισμός της ταυτότητας των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στην κατ' έφεση δίκη, διότι προέκυπτε από τα πρακτικά της συνεδριάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ποια έγγραφα αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, μεταξύ των οποίων και η απόφαση με τα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που προσδιορίζονταν επαρκώς ως προς τα στοιχεία εξατομικεύσεως των. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για ασάφειες και ελλείψεις όσον αφορά την πρόσβασή του στο αρχείο δεδομένων της κλινική, όπου ετηρούντο, διότι αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και από τα οποία προκύπτει ότι έγινε επέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος στο αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για γυναίκες που πρόσφατα είχαν γεννήσει στο μαιευτήριο και για τον τρόπο εκμετάλλευσης των πληροφοριών που λήφθηκαν και διαλαμβάνεται και αιτιολογία για το δόλο του κατηγορουμένου. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Προσωπικού χαρακτήρα δεδομένα.
| 2
|
Αριθμός 1369/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελής (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γεωργόγλου, περί αναιρέσεως της 920/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την "ATTICABANK A.T.E.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παρέστη. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 27 Ιανουαρίου 2010 προσθέτους λόγους αναιρέσεως, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1352/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ.α ν.1608/1950 ("για τους καταχραστές του Δημοσίου κ.λ.π.") στον ένοχο των αδικημάτων που διαλαμβάνονται στη διάταξη αυτή, μεταξύ των οποίων και εκείνα των άρθρων 216 και 386 Π.Κ., εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263 Α Π.Κ. (μεταξύ των οποίων και οι τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή κατά το νόμο ή το καταστατικό τους, σύμφωνα με την περ. β του πιο πάνω άρθρου) και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών, επιβάλλεται η ποινή της καθείρξεως και αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας καθείρξεως. Στην περίπτωση δηλαδή αυτή, τα εγκλήματα των άρθρων 216 παρ.3 και 386 παρ.3 Π.Κ. τιμωρούνται με πρόσκαιρη κάθειρξη το ανώτατο όριο της οποίας είναι είκοσι έτη (άρθρο 52 Π.Κ.), χωρίς δηλαδή τον περιορισμό, σε σχέση με το ανώτατο όριο ποινής, των δέκα ετών των άρθρων 216 παρ.3 και 386 παρ.3 Π.Κ. Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.7 ν.2943/2001, με την οποία προβλέπεται, μετά την εισαγωγή του ευρώ, η μετατροπή των δραχμών σε ευρώ (και κατά την οποία το ποσό σε ευρώ που προκύπτει από τη μετατροπή των δραχμών σε ευρώ, αναπροσαρμόζεται, αν το ποσό που προκύπτει σε ευρώ είναι μεγαλύτερο των 100.000 και μικρότερο του 1.000.000 ευρώ, στην πλησιέστερη ανώτερη ή κατώτερη δεκάκις χιλιάδα ευρώ αναλόγως του αν τα τέσσαρα τελευταία ακέραια ψηφία του προκύπτοντος ποσού σε ευρώ είναι μεγαλύτερα ή μικρότερα του αριθμού 5.000), το ποσό των 50.000.000 δραχμών αναπροσαρμόστηκε σε 150.000 ευρώ και όχι σε 147.000 ευρώ, αφού το ακριβές ποσό από τη μετατροπή είναι 146.735 ευρώ και η αναπροσαρμογή γίνεται στην πλησιέστερη δεκάκις χιλιάδα. Η ρύθμιση αυτή είναι επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο από την προηγούμενη, αφού καθιερώνει, για την εφαρμογή της επιβαρυντικής περιστάσεως του άρθρου 1 παρ.1 ν.1608/1950, μεγαλύτερο ποσό ωφέλειας ή ζημίας (150.000 ευρώ αντί του ισόποσου των 50.000.000 δραχμών, ήτοι των 146.735 ευρώ) και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 Π.Κ. και επί των εγκλημάτων που έχουν τελεσθεί προ της ισχύος του ν.2943/2001, ήτοι προ της 12ης Σεπτεμβρίου 2001. Τέλος επί εγκλήματος που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση προ της ισχύος του ν.2721/1999, ήτοι προ της 3ης Ιουνίου 1999, για τον υπολογισμό του ποσού των 50.000.000 δραχμών (ήδη 150.000 ευρώ), λαμβανόταν υπόψη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ.2 ν.δ.2756/1953 "για τους σεισμόπληκτους των νήσων" (που ίσχυε σε όλες τις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 1 παρ.1 ν.1608/11950 και όχι μόνο επί σεισμοπλήκτων και κατά την οποία οσάκις στις περιπτώσεις του άρθρου 1 παρ.1 ν.1608/1950 το έγκλημα επράχθη κατ' εξακολούθηση με πολλές μερικότερες πράξεις, για τον προσδιορισμό του οφέλους που επιτεύχθηκε ή επιδιώχθηκε ή της ζημίας που επήλθε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε, καθώς επίσης και για τον προσδιορισμό του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων), το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία που επιδιώχθηκε ή επιτεύχθηκε ή επήλθε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε και όχι το όφελος ή η ζημία από κάθε μερικότερη πράξη. Δεν είχε δε στην περίπτωση αυτή εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 98 Π.Κ. όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση της (και την προσθήκη παραγράφου 2) με το άρθρο 14 παρ.1 ν.2721/1999, κατά την έννοια της οποίας επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση λαμβάνονταν υπόψη, ενόψει της αυτοτέλειας των μερικότερων πράξεων, το όφελος ή η ζημία από κάθε μερικότερη πράξη, αφού κατίσχυε η ειδικότερη αυτή διάταξη του άρθρου 16 παρ.2 ν.δ.2576/1953. Η τελευταία αυτή διάταξη δεν καταργήθηκε από της ισχύος του ν.2721/1999, ήτοι από τις 3 Ιουνίου 1999, με τη διάταξη του άρθρου 52 παρ.4 του πιο πάνω νόμου και την προσθήκη, με το άρθρο 14 παρ.1 του ίδιου νόμου, στο άρθρο 98 Π.Κ. παραγράφου 2 (κατά την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνεται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό), γιατί η διάταξη του άρθρου 16 παρ.2 ν.δ.2576/1953 είναι ειδική, αφορά τους καταχραστές του δημόσιου τομέα και κατισχύει της γενικής διατάξεως του άρθρου 98 παρ.2 Π.Κ. Σε περίπτωση επομένως εγκλήματος κατ' εξακολούθηση με εφαρμογή του άρθρου 1 παρ.1 ν.1608/1950 δεν ανακύπτει ζήτημα επιεικέστερου νόμου, αφού, στην περίπτωση αυτή ισχύει και μετά την 3-6-1999, η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Ν.Δ. 2576/1953 και όχι εκείνη του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλου σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιάς του, με μεταβολή του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω, σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλου για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Τα ανωτέρω εγκλήματα της απάτης και της πλαστογραφίας συρρέουν αληθώς. Περαιτέρω κατά την έννοια της διάταξης του άρ. 45 ΠΚ, συναυτουργία είναι η σύγχρονη ή διαδοχική σύμπραξη δύο ή περισσοτέρων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή με συναπόφασή τους την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεσή της, ώστε καθένας τους θέλει ή αποδέχεται την τέλεσή της και γνωρίζει ότι και ο άλλος απ' αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δεν αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια και είναι δυνατόν να πραγματώνεται αυτό με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συναυτουργών ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στο βούλευμα του συμβουλίου ή στην απόφαση του δικαστηρίου και οι επιμέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Είναι δε δυνατή η συναυτουργία περισσότερων προσώπων και στην κατάρτιση πλαστού ή στη νόθευση εγγράφου, χωρίς να απαιτείται αναφορά των επιμέρους υλικών ενεργειών του καθενός. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αυτή αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά να περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος (θετική υπέρβαση) ή αρνείται να ασκήσει τη δικαιοδοσία την οποία έχει από το νόμο, παρόλο ότι συντρέχουν οι όροι άσκησής της.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 920/2009 απόφασή του, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η αναγνωρισθείσα έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Π1, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Με την 104/13-5-1994 σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, η οποία συνήφθη μεταξύ του υποκαταστήματος ... Αττικής της μηνύτριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Αττικής Α.Ε." (ήδη "ΑΤTICΑ ΒΑΝΚ Α.Τ.Ε"), που έχει την έδρα της στην ... αφενός, και της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑSCΟΤ Είδη Υγιεινής - Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης", η οποία είχε την έδρα της στην Αθήνα και εκπροσωπούνταν από την πρώτη κατηγορουμένη X2, νόμιμη εκπρόσωπο και διαχειρίστρια της αφετέρου, η πρώτη από τις πιο πάνω εταιρείες (μηνύτρια) χορήγησε στη δεύτερη πίστωση μέχρι του ποσού των 10.000.000 δραχμών, με τους όρους και της συμφωνίες που αναφέρονταν στη σύμβαση αυτή και με την έγγραφη εγγύηση της πρώτης κατηγορουμένης και του δευτέρου κατηγορουμένου X1, συζύγου της πρώτης και μέλους της ανωτέρω εταιρείας, ευθυνόμενων αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την πιστούχο εταιρεία. Στη συνέχεια με τις 104/1/5-1-1995, 104/2/11-12-1995, 104/3/13-2-1996 και 104/4/11-6-1996 διαδοχικές πρόσθετες πράξεις μεταβολής ύψους πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό που καταρτίστηκαν μεταξύ των ίδιων πιο πάνω συμβαλλομένων, αυξήθηκε το ύψος της πιστώσεως σε 25.000.000, 32.000.000, 40.000.000 και 50.000.000 δραχμές αντίστοιχα, με την έγγραφη εγγύηση των κατηγορουμένων, ευθυνόμενων αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την πιστούχο εταιρεία. Προκειμένου να πείσουν τα αρμόδια όργανα της μηνύτριας Τράπεζας να συμβληθούν και να υπογράψουν την τελευταία πρόσθετη πράξη μεταβολής ύψους πιστώσεως (104/4/11-6-1996), με την οποία το πιστοδοτικό όριο αυξήθηκε στο ποσό των 50.000.000 δραχμών αλλά και να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν την ανωτέρω πιστούχο εταιρεία, οι εδώ κατηγορούμενοι κατά το χρονικό διάστημα από τις 11-4-1996 μέχρι και τις 17-2-1997, από κοινού με τον αρχικά συγκατηγορούμενό τους και ήδη αποβιώσαντα X3 (γιο του δευτέρου από αυτούς, ο οποίος συνεργαζόταν στενά με αυτούς, αντλώντας συμφέροντα από την ανωτέρω οικογενειακή τους εταιρεία), με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, παρέστησαν στους αρμοδίους υπαλλήλους της μηνύτριας ότι δήθεν η πιστούχος εταιρεία τους ήταν φερέγγυα και δεν είχε καμία οφειλή προς άλλες Τράπεζες αλλά και ότι δήθεν αυτή διέθετε επαρκή εξασφαλιστικά στοιχεία για τους ανειλημμένους κινδύνους χάριν των χρηματοδοτήσεων της, ήτοι επαρκή αριθμό αξιόγραφων (συναλλαγματικών) αποδοχής πελατών της. Προς ενίσχυση των ισχυρισμών τους, εκτός των ανωτέρω συναλλαγματικών, τις οποίες εκχώρησαν στη μηνύτρια, προσκόμισαν στους αρμοδίους υπαλλήλους της τελευταίας παραστατικά των δήθεν συναλλαγών τους με τρίτους πελάτες της (τους φερόμενους ως αποδέκτες των συναλλαγματικών), έγγραφες δηλώσεις των ιδίων (των εδώ κατηγορουμένων) ότι η πιστούχος δεν είχε οφειλές προς άλλες Τράπεζες, ισολογισμούς χρήσεως των ετών 1991, 1992, 1994 και 1995 και γενικό ισοζύγιο της πιστούχου της 31-7-1996. Με τις πιο πάνω παραστάσεις τους έπεισαν τα αρμόδια όργανα της μηνύτριας να συμβληθούν με την πιστούχο εταιρεία τους, υπογράφοντας την 104/4/11-6-1996 πρόσθετη αυξητική σύμβαση πιστώσεως, με την οποία το πιστοδοτικό όριο της τελευταίας αυξήθηκε κατά 10.000.000 δραχμές και ανήλθε τελικά στο συνολικό ποσό των 50.000.000 δραχμών και έτσι να συνεχίζουν να τη χρηματοδοτούν μέσα στο πιο πάνω εγκεκριμένο όριο, τα ποσά δε της χρηματοδοτήσεως να συνεχίζουν να χρεώνονται στον τηρούμενο για την εξυπηρέτηση της πιστώσεως λογαριασμό με τον αριθμό 1400.1414.10000.01, ο οποίος στις 21-2-1997 (οπότε και κλείστηκε λόγω μη εκπληρώσεως, εκ μέρους της πιστούχου αλλά και των ιδίων ως εγγυητών, των υποχρεώσεων τους για πληρωμή του υπολοίπου, που απέρρεαν από τις προαναφερθείσες συμβάσεις), εμφάνιζε συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 51.452.443 δραχμών. Όπως όμως διαπιστώθηκε εκ των υστέρων οι πιο πάνω παραστάσεις και διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων και του αρχικά συγκατηγορουμένου τους προς τους αρμόδιους υπαλλήλους της μηνύτρίας ήταν ψευδείς και η αλήθεια, την οποία αυτοί γνώριζαν, αφού επρόκειτο για γεγονότα των οποίων είχαν ιδία αντίληψη λόγω των προαναφερθεισών σχέσεών τους με την πιστούχο εταιρεία, ήταν ότι η τελευταία δεν ήταν φερέγγυα και η καθαρή της θέση στην αγορά ήταν αρνητική διότι είχε οφειλές και σε άλλες Τράπεζες και δεν είχε υπαρκτές απαιτήσεις κατά των εμφανιζομένων ως δήθεν πελατών της, όλα δε τα στοιχεία που είχαν προσκομίσει στη μηνύτρια (ήτοι τα παραστατικά των δήθεν συναλλαγών της με τρίτους πελάτες της, οι δηλώσεις των ιδίων των κατηγορουμένων περί μη οφειλής σε άλλες Τράπεζες, οι ισολογισμοί χρήσεως των ετών 1991, 1992, 1994 και 1995 και το γενικό ισοζύγιο της πιστούχου της 31-7-1996) ήταν εντελώς ψευδή κατά περιεχόμενο, ενώ οι συναλλαγματικές που της είχαν εκχωρήσει ήταν καθ' ολοκληρίαν πλαστές και συνεπώς δεν μπορούσαν να παράσχουν εγγυήσεις, όχι μόνο για να εξασφαλίσουν περαιτέρω χρηματοδότηση της εταιρείας τους αλλά ούτε για να καλύψουν τις ήδη αναληφθείσες υποχρεώσεις της τελευταίας από τις προηγούμενες κατά τ' ανωτέρω χρηματοδοτήσεις της. Στην έγκριση και χορήγηση της προαναφερόμενης χρηματο-δοτήσεως όχι μόνο δεν θα προέβαινε η πιστοδότρια Τράπεζα αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση, όπως αυτή προεκτέθηκε, αλλά αντίθετα, ενόψει των χορηγήσεων στις οποίες είχε προβεί κατά το προηγούμενο της αυξήσεως του πιστοδοτικού ορίου της πιστούχου χρονικό διάστημα, θα λάμβανε έγκαιρα μέτρα, προστατευτικά και αποτρεπτικά της ζημίας της. Με τις ενέργειες τους δε αυτές, που συστηματικά και μεθοδευμένα επέλεξαν ως σχέδιο εξαπατήσεως της μηνύτρίας, το οποίο και υλοποίησαν, επιδίωκαν να αποκομίσουν οι ίδιοι και η ανωτέρω πιστούχος παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στα ποσά των χρηματοδοτήσεων που αντλούσαν από τον παραπάνω αλληλόχρεο λογαριασμό και εκαρπούντο και τα οποία ανήλθαν τελικά σε συνολικό ποσό που υπερβαίνει τα 50.000.000 δραχμών και συγκεκριμένα στο ποσό των 60.300.000 δραχμών, (αφού το παραπάνω ποσό των 51.452.443 δραχμών επιβαρύνθηκε με τόκους και δικαστικά έξοδα) με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας της μηνύτριας..... Εξάλλου οι κατηγορούμενοι στον ίδιο πιο πάνω τόπο και χρόνο, από κοινού με τον ανωτέρω αρχικά συγκατηγορούμενό τους, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατάρτισαν εξ' υπαρχής τις αναλυτικά περιγραφόμενες στο διατακτικό 190 πλαστές συναλλαγματικές, στις οποίες έθεσαν την υπογραφή των φερόμενων ως δήθεν αποδεκτών τους και τα ποσά των φερόμενων ως δήθεν οφειλών τους προς τη φερόμενη ως δήθεν εκδότρια ανωτέρω εταιρεία τους, συνολικού ύψους 70.400.000 δραχμών, γνωρίζοντας ότι στην πραγματικότητα τόσο οι αποδέκτες όσο και οι εμφανιζόμενες απαιτήσεις τους ήταν ανύπαρκτοι. Των πιο πάνω πλαστών εγγράφων στη συνέχεια έκαναν χρήση παραδίδοντας τα προς εκχώρηση στους αρμοδίους υπαλλήλους της μηνύτριας. Με τις εν λόγω πράξεις τους σκόπευαν να παραπλανήσουν τους ανωτέρω υπαλλήλους, εμφανίζοντας σ' αυτούς ότι είχαν δήθεν επιδιώξιμες χρηματικές απαιτήσεις και μπορούσαν να παρέχουν επαρκείς εξασφαλίσεις για τις εκάστοτε χρηματοδοτήσεις της πιστούχου εταιρείας, επιδιώκοντας έτσι να πειστούν οι τελευταίοι και να τους εγκρίνουν τη χορήγηση των αιτηθεισών χρηματοδοτήσεων, μέσω της ανωτέρω ανοιγείσης συμβάσεως πιστώσεως αλληλόχρεου (ανοικτού) λογαριασμού και των αυξητικών πράξεων αυτής και να προσπορίσουν οι ίδιοι (δηλαδή οι εδώ κατηγορούμενοι και ο αρχικά συγκατηγορούμενός τους) και η ανωτέρω πιστούχος εταιρεία τους παράνομο περιουσιακό όφελος από τη λήψη των εν λόγω χρηματοδοτήσεων, χωρίς νόμιμο δικαίωμα, που ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των 51.452.443 δραχμών, το οποίο ποσό οφείλουν και δεν έχουν αποδώσει στην πιστοδότρια Τράπεζα, με ανάλογης αξίας ζημία της τελευταίας, η οποία μαζί με τους αναλογούντες μέχρι τις 30-9-1997 τόκους και έξοδα .στα οποία έχει υποβληθεί, υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών (150.000 ευρώ), ανερχόμενη συνολικά στο ποσό των 60.300.000 δραχμών. Με την από 27-2-1997 αίτησή της προς το δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η μηνύτρια πέτυχε την έκδοση της 4099/1997 διαταγής πληρωμής του πιο πάνω δικαστή, με την οποία υποχρεώθηκαν οι κατηγορούμενοι και η πιστούχος εταιρεία να της καταβάλουν το ποσό των 51.452.443 δραχμών, το οποίο στις 30-9-1997, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα, διαμορφώθηκε στο ποσό των 60.300.000 δραχμών περίπου. Σαφείς και κατηγορηματικές για όλα τα πιο πάνω είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Μ1 και Μ2, οι οποίες δεν αναιρούνται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ενόψει και του ότι η παρούσα πρώτη κατηγορουμένη, με την απολογία της, δεν έδωσε εύλογες και πειστικές εξηγήσεις για τις πιο πάνω πράξεις της. Αντίθετα οι καταθέσεις των πιο πάνω μαρτύρων κατηγορίας ενισχύονται από τα αναγνωσθέντα έγγραφα και ιδίως την 104/13-5-1994 σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, τις ... διαδοχικές πρόσθετες πράξεις μεταβολής ύψους πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, την 4099/1997 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τις από 13-5-1994, 10-10-1994, 7-11-1994, 5-1-1995, 26-6-1995, 4-12-1995, 14-2-1996, 16-7-1996 και 2342-1996 υπεύθυνες δηλώσεις της πρώτης κατηγορουμένης, τα σώματα των πλαστών συναλλαγματικών και τα πινάκια, εκχωρήσεώς τους προς την μηνύτρια, καθώς και τους ισολογισμούς χρήσεως των ετών 1991, 1992, 1994 και 1995 και γενικό ισοζύγιο της πιστούχου εταιρείας της 31-7-1996. Ειδικά ως προς τη συμμετοχή του δευτέρου κατηγορουμένου στις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις, την οποία αυτός αμφισβητεί, ισχυριζόμενος ότι απλώς παρίστατο και ότι η απλή παρουσία δεν συνιστά αναγκαίως ούτε καν απλή συνεργεία, πρέπει να λεχθεί ότι παρά τους ανωτέρω ισχυρισμούς του, αυτός εμφανιζόταν στο ανωτέρω κατάστημα της μηνύτριας, διαβεβαιώνοντας για την καλή οικονομική της κατάσταση και την έλλειψη χρεών της προς άλλες Τράπεζες, επί πλέον δε, εκτός της πρώτης κατηγορουμένης και του ανωτέρω αρχικά συγκατηγορουμένου τους, και ο ίδιος προσκόμιζε στο ανωτέρω κατάστημα τις πλαστές συναλλαγματικές. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι με την αναγνωσθείσα από 5-9-1999 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της νομίμως διορισθείσης πραγματογνώμονος Π1, η τελευταία γνωμοδότησε ότι οι υπογραφές στη θέση του εκδότη και του οπισθογράφου των ένδικων συναλλαγματικών έχουν τεθεί από την πρώτη κατηγορουμένη, δεδομένου ότι αυτή αρχικά αμφισβήτησε ότι τις είχε υπογράψει, ισχυριζόμενη ότι είχαν πλαστογραφηθεί από τους υπαλλήλους της μηνύτριας. Και ναι μεν στην ανωτέρω πραγματογνώμονα δεν τέθηκε το ερώτημα της προελεύσεως των υπογραφών των φερόμενων ως εκδοτών των συναλλαγματικών, πλην όμως δεν υπάρχει αμφιβολία για το ότι, ανεξάρτητα από το ποιος έθεσε τις υπογραφές αυτές, οι πλαστές συναλλαγματικές είναι προϊόν κοινού δόλου των κατηγορουμένων και του προαναφερθέντος αρχικά συγκατη-γορουμένου τους, οι οποίοι γνώριζαν ότι οι φερόμενοι ως αποδέκτες ήταν πρόσωπα ανύπαρκτα, με τα οποία δεν είχαν οποιαδήποτε συναλλαγή". Μετά από αυτά το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο και τον δεύτερο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για τις πράξεις: α) της απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινόν και κατ' εξακολούθηση με σκοπό το όφελος, σε βάρος Τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή, από τις οποίες πράξεις το όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών και ήδη των 150.000 ευρώ και καταδίκασε αυτόν σε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών (3 ετών για κάθε πράξη).
Με αυτά που δέχτηκε το Πενταμελές Εφετείου Αθηνών, Διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων για τα οποία καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 386 παρ. 1, 216 παρ. 1 και 3 του Π.Κ., 16 παρ. 2 του ΝΔ 2576/1953 και 1 παρ. 1α του Ν. 1608/1950, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει: α) τα στοιχεία της συναυτουργίας στην τέλεση των πράξεων, δηλαδή τον κοινό δόλο, τη συναπόφαση και τη σύμπραξη των κατηγορουμένων και δεν ήταν αναγκαίο, ούτε και για την πλαστογραφία, να αναφέρονται οι υλικές ενέργειες του καθενός και β) τη ζημία της Τράπεζας και το αντίστοιχο όφελος των κατηγορουμένων, τα οποία προσδιόρισε κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση στο ποσό των 51.452.443 δραχμών ή 150.997,63 ευρώ, ποσό το οποίο εφελκύει την εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 1α του Ν. 1608/1950 και για τα δύο ως άνω εγκλήματα, τα οποία εξ αυτού του λόγου έχουν κακουργηματική μορφή. Επίσης ορθά το Δικαστήριο δέχτηκε ότι τα εν λόγω εγκλήματα συρρέουν αληθώς μεταξύ τους και ότι ενόψει του χρόνου τελέσεως αυτών, δεν εφαρμόζεται η γενική διάταξη του άρθρου 98 του ΠΚ όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999, αλλά οι προαναφερθείσες διατάξεις του Ν. 1608/1950 και του 2576/1953, ως ειδικές. Επομένως είναι αβάσιμες οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, καθώς και οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως του κύριου δικογράφου και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ που στηρίζονται στις αιτιάσεις αυτές. Ως προς τις λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος λεκτέα τα εξής: α) η αιτίαση ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την από 5-9-1999 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Π1, είναι αβάσιμη, γιατί αφενός αναφέρεται η έκθεση αυτή μεταξύ των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων, όπως αναφέρθηκε και αφετέρου γίνεται και ειδική εκτίμηση αυτής στο σκεπτικό, β) η αιτίαση ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα τον καταδίκασε για κακουργήματα, χωρίς να δεχτεί ότι οι προϋποθέσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως που δέχτηκε για τη συγκατηγορουμένη του συντρέχουν και στο πρόσωπό του, είναι αβάσιμη, γιατί στηρίζεται στην ανακριβή προϋπόθεση ότι καταδικάστηκε αυτός ως συνεργός, ενώ καταδικάστηκε ως συναυτουργός στα ως άνω κακουργήματα με εφαρμογή του Ν. 1608/1950 και γ) η αιτίαση ότι το Δικαστήριο χειροτέρευσε τη θέση του γιατί τον καταδίκασε για κακουργηματική απάτη, ενώ με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχε καταδικαστεί για πλημμεληματική απάτη, είναι αβάσιμη, γιατί όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της υπ' αριθ. 476/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για την ίδια κακουργηματική απάτη και του επιβλήθηκε γι' αυτήν ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών. Επομένως είναι αβάσιμοι και οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως του κύριου δικογράφου και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ, Ε και Η του ΚΠΔ που στηρίζονται στις αιτιάσεις αυτές. Από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 139 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για περισσότερες αποδείξεις με σκοπό να προσκομιστούν νέες αποδείξεις. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται, μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεώς του να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του, αλλιώς ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, ενώ η μη απάντηση σ' αυτό, καθώς και η μη απάντηση σε οποιοδήποτε άλλο αίτημα που αφορά σε άσκηση δικαιώματος που ρητά παρέχεται από το νόμο, συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ου ίδιου Κώδικα και ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα. Αν περαιτέρω το δικαστήριο, χωρίς προηγουμένως να απαντήσει ή να απορρίψει αιτιολογημένα το αίτημα της αναβολής, προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη του κατηγορουμένου ή στην απόρριψη της έφεσης ως ανυποστήρικτης ή απαράδεκτης, υποπίπτει στην πλημμέλεια της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος των κατηγορουμένων υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης προκειμένου να προσκομιστούν δύο κινήσεις λογαριασμού της εταιρίας των κατηγορουμένων και δύο ηλεκτρονικές σελίδες του κεντρικού υπολογιστή της Τράπεζας. Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό των κατηγορουμένων με τη ακόλουθη αιτιολογία: "Το αίτημα των κατηγορουμένων για αναβολή της δίκης προκειμένου να προσκομισθούν τα αναφερόμενα σ' αυτό έγγραφα πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, κυρίως διότι υποβάλλεται παρελκυστικά μετά δώδεκα και πλέον έτη από το φερόμενο ως χρόνο τελέσεως των αποδιδόμενων στους κατηγορουμένους αξιόποινων πράξεων και ενώ ήδη έχει αναβληθεί η δίκη στον παρόντα βαθμό πέντε φορές για κάθε αιτούντα κατηγορούμενο με την επίκληση σημαντικών αιτίων κυρίως στα πρόσωπα των ιδίων και των συνηγόρων τους, εν πάση δε περιπτώσει διότι υπάρχουν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, τα κατωτέρω αναφερόμενα, για τη μόρφωση πλήρους δικανικής πεποιθήσεως επί της προκειμένης υποθέσεως". Η ανωτέρω αιτιολογία με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα της αναβολής είναι ειδική και εμπεριστατωμένη κατά την προαναφερθείσα έννοια, αφού αναφέρει τους λόγους της απόρριψης και ως προς τα υπάρχοντα επαρκή αποδεικτικά στοιχεία παραπέμπει στο προαναφερθέν αιτιολογικό της αποφάσεώς του, ενώ με την ανωτέρω απόρριψη δεν παραβιάστηκε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Περαιτέρω από τα ίδια πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν υπέβαλε αίτημα για μετατροπή της επιβληθείσης σ' αυτόν συνολικής ποινής των τεσσάρων (4) ετών, ούτε αίτημα αναστολής αυτής (ποινής) υπό επιτήρηση. Υπέβαλε μόνο αίτημα αναστολής της ποινής, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 1 του ΠΚ, το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμο, αφού η συνολική ποινή που του επιβλήθηκε υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. Επομένως είναι αβάσιμες οι αιτιάσεις του για αναιτιολόγητη απόρριψη των αιτημάτων του για αναβολή της δίκης, για μετατροπή της ποινής και για αναστολή αυτής (ποινής), σύμφωνα με τα άρθρα 100 παρ. 1 και 100 Α του ΠΚ και είναι επίσης αβάσιμοι και οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως του κύριου δικογράφου και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Η του ΚΠΔ, που στηρίζονται στις αιτιάσεις αυτές. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απαράδεκτες, γιατί με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού αναφέρονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-9-2009 αίτηση και τους από 27-1-2010 πρόσθετους λόγους του X1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 920/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη και πλαστογραφία μετά χρήσεως κατά συναυτουργία σε βάρος τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή με ζημία άνω των 50.000.000 δρχ και ήδη 150.000 € (άρθρ. 1 § 1 Ν. 1608/1950). Στοιχεία των εγκλημάτων. Η διάταξη του άρθρου 16 § 2 ΝΔ 2756/1953, ως ειδική, εφαρμόζεται και για τις πράξεις που έχουν τελεσθεί πριν από την 3-6-1999 και επί κατ' εξακολούθηση εγκλήματος λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των μερικότερων πράξεων. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για τα ανωτέρω εγκλήματα του αναιρεσείοντος. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής της δίκης για περισσότερες αποδείξεις. Για τη μετατροπή ποινής ανώτερης των δύο ετών απαιτείται αίτημα. Για την αναστολή εκτελέσεως κατ' άρθρο 100 § 1 ΠΚ υπολογίζεται η τυχόν επιβληθείσα συνολική ποινή και όχι οι επιμέρους ποινές. Απορρίπτεται η αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Ποινής αναστολή, Συναυτουργία, Αναβολής αίτημα, Καταχραστές Δημοσίου.
| 1
|
Αριθμός 1367/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Αλβανό, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 3530/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 240/10.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 109/17.3.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι. Εισάγω στο Συμβούλιο Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 525 παρ. 1 αριθ. 2, 527 παρ. 1 και 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ , την από 5-2-2010 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., που ασκήθηκε στις 12-2-2010 από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γ. Παπαδόγιαννη ο οποίος προσκόμισε το .../10-2-2010 πληρεξούσιο του της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευαγγελίας Γεωρτζόγλου - Γεωργιάδη, με την οποία ζητάει την επανάληψη της διαδικασίας προς το συμφέρον του της 3530/30-10-2007 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση δεκαπέντε μηνών με τριετή αναστολή για ανθρωποκτονία από αμέλεια, και εκθέτω τα ακόλουθα :
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 525 παρ. 1 αριθ. 2 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για πλημ/μα επαναλαμβάνεται μετά από αίτηση του καταδικασθέντος προς όφελος του αν, εκτός των άλλων, μετά την καταδίκη αποκαλυφθούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις , που ήσαν άγνωστα στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, από τα οποία προκύπτει φανερά ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις, που είναι ταυτόσημες έννοιες, είναι εκείνα που είτε προϋπήρχαν της καταδίκης αλλά ήσαν άγνωστα είτε ανακαλύφθηκαν μετά την καταδίκη. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται καταθέσεις νέων μαρτύρων ή συμπληρωματικές και διευκρινιστικές καταθέσεις όσων έχουν καταθέσει, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως τα οποία (νέα στοιχεία) είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με όσα προϋπήρχαν είναι βέβαιο και όχι πιθανό ότι οδηγούν στην αθώωση του κατ/νου. Αν όμως τα νέα γεγονότα ή αποδείξεις υποβλήθηκαν ρητά ή έμμεσα στην κρίση του δικαστηρίου που καταδίκασε τον αιτούντα και απορρίφθηκαν από αυτό έστω και εσφαλμένα τότε δεν θεωρούνται νέα και κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποτελέσουν την βάση για επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 1300/2009, ΑΠ 444/2009, ΑΠ 263/2009 στην ιστοσελίδα του Α.Π., ΑΠ 1094/2006 ΠΧ 2007.411, ΑΠ 1139/2003 ΠΔ 2004.1325, Π. Τσιρίδης "Η επανάληψη της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασθέντος "Νοβ. 44. 778 και επ., Δαλακούρας "Περί των νέων και άγνωστων γεγονότων ή αποδείξεων στην επανάληψη της διαδικασίας" Υπερ. 1995.673, Δασκαλόπουλος "Περί της εννοίας του εν άρθρω 525 παρ.1 αριθ. 2 ΚΠΔ όρου άγνωστον τω καταδικασθέντι δικαστή" ΠΧ! ΙΓ! 1, Δαλακούρας "Η επανάληψη διαδικασίας 2007. σελ. 214 και 215). Δεν συνιστούν νέα γεγονότα τυχόν δικονομικά σφάλματα που επικαλείται ο αιτών και επιδιώκουν να γίνουν δεκτές ή να απορριφθούν διάφορες δικονομικές πράξεις (Ολ. ΑΠ 66/1991 ΠΧ! 1991.833, ΑΠ 56/1985 ΠΧ! 1985.661, Δαλακούρας Η επανάληψη διαδικασίας 2007. 190). Τέλος είναι ανεπίτρεπτη μέσω της διαδικασίας της επαναλήψεως της διαδικασίας η επιδίωξη του καταδικασθέντος να υπάρξει απλά ένας νέος ουσιαστικός επανέλεγχος της κατηγορίας (ΑΠ 2482/2008, ΑΠ 460/2008 στην ιστοσελίδα του ΑΠ). Αρμόδιο για την αξιολόγηση τέτοιας αιτήσεως επαναλήψεως από τον καταδικασθέντα για πλημμέλημα από το Τριμελές Εφετείο είναι, σύμφωνα με τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο.
ΙΙΙ. Με την παραπάνω 3530/30-10-2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ο αιτών καταδικάστηκε για ανθρωποκτονία από αμέλεια και συγκεκριμένα για το ότι στις 23-3-2001 στο 40 χιλ. της Εθνικής οδού ...-... οδηγώντας ΙΧΕ αυτ/το με κατεύθυνση προς ...από έλλειψη της απαιτούμενης προσοχής και υπό την επήρεια οινοπνεύματος (0,95 0/00) εισήλθε ανεπίτρεπτα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όπου και συγκρούστηκε με το ΙΧΦ αυτ/το που οδηγούσε ο ΑΑ με αποτέλεσμα να τραυματισθεί θανάσιμα ο τελευταίος. Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο (αρθρ. 473 παρ. 3 του ΚΠΔ) στις 28-1-2008 και είναι αμετάκλητη αφού εναντίον της δεν ασκήθηκε αναίρεση, όπως προκύπτει από το 204/10/12-2-2010 Πιστοποιητικό της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Το Τριμελές Εφετείο κατέληξε στην καταδικαστική αυτή απόφαση αφού δέχθηκε ότι "Ο κατηγορούμενος στο 40 χιλ. της ΕΟ ...-... την 23-3-2001 από αμέλειά του προκάλεσε τον θάνατο του ΑΑ, κατοίκου εν ζωή ... . Ειδικότερα ενώ ήταν οδηγός του κατωτέρω οχήματος από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που πραγματοποιήθηκε από την πράξη του και συγκεκριμένα ενώ οδηγούσε το υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του και κινούμενος στην ΕΟ ...-... με κατεύθυνση από ... προς ...,δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος με ποσοστό 95 0/00 και ενώ κινούνταν σε οδόστρωμα διπλής κατεύθυνσης κατέλαβε το οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνση του κυκλοφορία με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο ο ΑΑ και κινούνταν στην ίδια οδό και στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς ... . Από την σύγκρουση αυτή τραυματίστηκε ο τελευταίος ο οποίος υπέστη βαριά θλάση, αιμορραγία εγκεφάλου και κατάγματα κρανίου συνεπεία των οποίων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός του".
ΙV. Ο αιτών με την παραπάνω αίτησή του ζητά την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του επειδή μετά την καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα γεγονότα και αποδείξεις που ήσαν άγνωστα στους δικαστές και οδηγούν στην απαλλαγή του. Τα νέα γεγονότα που αυτός επικαλείται είναι: α) το .../10/352-ι/23-9-2009 έγγραφο της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών Βορείου Ελλάδος σύμφωνα με το οποίο ελήφθησαν από αυτόν δύο φιαλίδια αίματος στις 21-3-2001, δηλ. δύο ημέρες πριν το παραπάνω τροχαίο ατύχημα, πράγμα που σημαίνει ότι το αίμα που εξετάστηκε δεν ήταν το δικό του το οποίο ελήφθη στις 24-3-2001 και περί ώραν 13.00 β) το ότι δεν του επιδόθηκε η πραγματική έκθεση εξέτασης του αίματός του από το Τμήμα Χημείου της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών Βορείου Ελλάδος αλλά του επιδόθηκε αντίστοιχη έκθεση του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, το οποίο ουδέποτε εξέτασε δικό του αίμα όπως προκύπτει από τα από 5-3-2009 και 8-4-2009 έγγραφά του και γ) η πραγματογνωμοσύνη του ... σύμφωνα με την οποία το παραπάνω ατύχημα δεν οφείλεται στην μέθη του αλλά οφείλεται σε πλημμελή σήμανση της οδού.
V. Όλα τα παραπάνω στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών κατηγορούμενος δεν αποτελούν νέα στοιχεία και αποδείξεις που δικαιολογούν την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του. Συγκεκριμένα για κάθε ένα από τους παραπάνω λόγους επαναλήψεως προέκυψαν αντίστοιχα τα ακόλουθα: Α) Από τον κατηγορούμενο ελήφθη αίμα στις 24-3-2001, δηλ. μετά το τροχαίο ατύχημα (βλ. το πρωτόκολλο αιμοληψίας) και αυτό αφού εξετάστηκε από το Τμήμα Χημείου της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών Βορείου Ελλάδος έδωσε την αναφερόμενη στην απόφαση περιεκτικότητα σε αλκοόλη. Η έκθεση που συνέταξε η υπηρεσία αυτή στις 30-3-2001 αναγνώστηκε στο δικαστήριο (σχετ. 7) και ελήφθη υπόψη από αυτό. Η έκθεση αυτή σε κανένα στάδιο της διαδικασίας δεν αμφισβητήθηκε από τον καταδικασθέντα. Οι απόψεις που διατυπώνονται στο επικαλούμενο από τον καταδικασθέντα έγγραφο της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών Βορείου Ελλάδος δεν αναιρούν τα παραπάνω στοιχεία που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο και δεν αποτελούν νέο γεγονός που δικαιολογεί την επανάληψη της διαδικασίας. Β) Η επίδοση της εκθέσεως αυτής έγινε στον καταδικασθέντα νομότυπα και από παραδρομή (μη διόρθωση υπάρχοντος εντύπου) αναφέρεται ότι αυτή έγινε από το Τμήμα Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του ΑΠΘ παρά το ότι το Τμήμα αυτό δεν εξέτασε το αίμα αυτό και φυσικά δεν εξέδωσε και σχετική έκθεση. Η επίδοση αυτή ήταν γνωστή στον καταδικασθέντα και σε καμιά φάση της διαδικασίας αυτός δεν πρόβαλε ακυρότητα της σχετικής εκθέσεως παρά το ότι είχε και νομικούς παραστάτες. Ο λόγος αυτός δεν αποτελεί νέο γεγονός που δικαιολογεί την επανάληψη της διαδικασίας. Γ) Οι απόψεις που διατυπώνει μετά την καταδίκη ο πραγματογνώμονας ... δεν αποτελούν νέο γεγονός που δικαιολογεί την επανάληψη επειδή αυτός ερμηνεύει απλά τα ευρήματα και τις συνθήκες του ατυχήματος τα οποία σε κάθε περίπτωση έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το δικαστήριο. Tέλος και εντελώς επικουρικά πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η βασική αιτία του τροχαίου ατυχήματος από αμέλεια του αιτούντα (είσοδος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας) όχι μόνο δεν προσβάλλεται αλλά και ούτε αναιρείται από προσκομιζόμενα στοιχεία δηλ. σε καμιά περίπτωση η αποδοχή της αιτήσεως επαναλήψεως δεν οδηγεί στην απαλλαγή του αιτούντα που απλά επιδιώκει μόνο τον ουσιαστικό επανέλεγχο της κατηγορίας που τον βαρύνει. Με βάση τα δεδομένα αυτά και όσα παραπάνω (ΙΙ) εκτέθηκαν, οι θέσεις αυτές του κατ/νου δεν συνιστούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις που να δικαιολογούν την επανάληψη της διαδικασίας που ζητά και την μετά βεβαιότητας αθώωσή του και για το λόγο αυτό πρέπει η παραπάνω αίτησή του να απορριφθεί και να επιβληθούν σε αυτόν τα σχετικά δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως αυτό αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992 και 58553/2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η από 5-2-2010 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., με την οποία ζητάει την επανάληψη της διαδικασίας προς το συμφέρον του της 3530/30-10-2007 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση δεκαπέντε μηνών με τριετή αναστολή για ανθρωποκτονία από αμέλεια και Β) Να επιβληθούν σ' αυτόν τα σχετικά δικαστικά έξοδα από 220 Ευρώ. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης".
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ.1 περ. 2 του ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνα που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Τα νέα, άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις, πρέπει να αφορούν τα πραγματικά στοιχεία της υποθέσεως, τα οποία συγκροτούν το συλλογισμό του δικαστηρίου με τον οποίο δέχεται ότι συντρέχουν οι αντικειμενικοί ή υποκειμενικοί όροι τελέσεως ορισμένου εγκλήματος. Αντιθέτως, δεν περιλαμβάνονται στα άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές γεγονότα, α) όσα είχαν τεθεί υπόψη ρητά ή εμμέσως στο δικαστήριο και απορρίφθηκαν από αυτό, ή δεν εκτιμήθηκαν προσηκόντως και β) όσα αναφέρονται στο μέρος εκείνο του συλλογισμού του δικαστηρίου, το οποίο αφορά στην ερμηνεία και την εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία καθιερώνει τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους του εγκλήματος. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ.1 εδ. α' και 527 παρ. 3 ΚΠοινΔ, αρμόδιο ν' αποφασίσει επί της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη 3530/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, δια της οποίας κηρύχθηκε αυτός ως οδηγός αυτοκινήτου ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, ανθρωποκτονίας από αμέλεια, άλλου συγκρουσθέντος με αυτόν οδηγού αυτοκινήτου και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών, για το λόγο ότι, από τα αναφερόμενα σε αυτή (αίτηση) νέα και άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν έγγραφα στοιχεία, αφορώντα στη μη συνδρομή αμέλειας, από τη μη ύπαρξη αλκοόλης στο αίμα αυτού σε ποσοστό 0,95%ο κατά το χρόνο του επισυμβάντος τροχαίου ατυχήματος, όπως εσφαλμένα του αποδόθηκε και καταδικάστηκε, γίνεται φανερό, ότι είναι αθώος της άνω πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται στο Δικαστήριο τούτο (σε Συμβούλιο) κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ'ουσίαν. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την αμετάκλητη 3530/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως από αυτή και τα ταυτάριθμα πρακτικά της προκύπτει, ο αιτών, από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες και αναγνωσθέντα έγγραφα), κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, ως υπαίτιος ανθρωποκτονίας από αμέλεια, με το εξής αιτιολογικό: "Από την ανωμοτί εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας που αναγνώστηκαν και από την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν τα εξής : Ο κατηγορούμενος στο 40° χιλ. της Ε.Ο. ...-..., την 23-3-2001 και περί ώρα 21.50 από αμέλεια του προκάλεσε τον θάνατο του ΑΑ, κατοίκου εν ζωή ... . Ειδικότερα ενώ ήταν οδηγός του κατωτέρω οχήματος, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που πραγματοποιήθηκε από την πράξη του και, συγκεκριμένα ενώ οδηγούσε το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, και κινούμενος στην Ε.Ο. ...-... με κατεύθυνση από ... προς ..., δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,95 ‰ και ενώ κινούνταν σε οδόστρωμα διπλής κατεύθυνσης, κατέλαβε το οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνση του κυκλοφορία, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ΑΑ και κινούνταν στην ίδια οδό και στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς ... . Από τη σύγκρουση αυτή τραυματίσθηκε ο τελευταίος, ο οποίος υπέστη βαριά θλάση, αιμοραγία εγκαφάλου και κατάγματα κρανίου, συνεπεία των οποίων ως μόνης ενεργούς αιτίας, επήλθεν ο θάνατός του". Από το προεκτεθέν αιτιολογικό και από τα πρακτικά της υπό ακύρωση αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο προχώρησε σε καταδίκη του αιτούντος την επανάληψη της διαδικασίας οδηγού, για ανθρωποκτονία από αμέλεια, στηριχθέν : 1) στις καταθέσεις της πολιτικώς ενάγουσας χήρας του θανόντος οδηγού ΑΑ και δύο μαρτύρων που κατέθεσαν, α) η πρώτη, ότι ο κατηγορούμενος οδηγός αυτοκινήτου οδηγούσε μεθυσμένος, έπεσε σε υπάρχουσες επί της διαχωριστικής νησίδος πινακίδες έργων και εισήλθε και συγκρούστηκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας που εκινείτο ο σύζυγός της, που έκανε ελιγμό για να τον αποφύγει, β) ο δεύτερος μάρτυρας (ΒΒ) που ενήργησε ως πραγματογνώμονας, κατ'εντολή του κατηγορουμένου, ότι ερεύνησε εκ των υστέρων τις συνθήκες του ατυχήματος και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εταιρεία που κατασκεύαζε το έργο δεν είχε πάρει τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας, ότι οι πινακίδες ήταν στη διπλή διαχωριστική γραμμή και ο κατηγορούμενος μπορούσε να αντιληφθεί τις πινακίδες, αλλά μπορούσε και να παραπλανηθεί από αυτές και γ) ο τρίτος μάρτυρας ΓΓ που κατέθεσε ότι υπήρχαν 2-3 πινακίδες και 2) σε 15 αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και η από 30-3-2001 έκθεση εξέτασης αίματος. Ο αιτών, ως λόγο της επιδιωκόμενης με την κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, προβάλλει, ότι ανακύπτουν τα παρακάτω νέα στοιχεία επί των συνθηκών του άνω τροχαίου ατυχήματος και δη ότι αυτός οδηγούσε το αυτοκίνητό του την ώρα του ατυχήματος χωρίς την επήρεια οινοπνεύματος, η δε ληφθείσα ως άνω έκθεση εξετάσεως αίματος αφορά άλλη δικογραφία και εξέταση αίματος άλλου οδηγού και όχι αυτού. Τα νέα αυτά στοιχεία είναι τα παρακάτω τέσσερα έγγραφα, που δεν συνεκτιμήθηκαν από το άνω δικάσαν δικαστήριο: 1) το με αρ.πρωτ. .../10/352-ι/23-3-2009 έγγραφο της Υποδιεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών Βόρειας Ελλάδος, 2) το από 24-3-2001 πρωτόκολλο αιμοληψίας του Γενικού Νοσοκομείου Παπανικολάου, 3) η από 26-4-2001 έκθεση επιδόσεως σε αυτόν της από 19-4-2001 εκθέσεως εξετάσεως αίματος του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του ΑΠΘ, δηλαδή του αποτελέσματος προσδιορισμού αλκοόλης στο αίμα του και 4) η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα ... . Από τα επικαλούμενα αυτά, τέσσερα νέα αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτουν τα παρακάτω: α) από το πρώτο έγγραφο .../10/352 ι'/23-3-2009 της Διευθύνσεως Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛΑΣ, προκύπτει μεν ότι σύμφωνα με το διαβιβαστικό έγγραφο του ΤΟΤΑ απεστάλησαν δύο φιαλίδια αίματος προς έλεγχο, στις 21-3-2001, ήτοι δύο ημέρες πριν γίνει στις 23-3-2001 το ατύχημα αυτό, πλην όμως σαφώς αναφέρεται στο απαντητικό έγγραφο αυτό της ΕΛΑΣ, ότι εντοπίστηκε τυπογραφικό λάθος και διορθώθηκε άμεσα η ημερομηνία στο σχετικό έγγραφο σε 24-3-2001. Άλλωστε από την .../10/352α/30-3-2001 έκθεση εξετάσεως δείγματος αίματος της Διευθύνσεως Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛΑΣ, που αναγνώσθηκε στο δικάσαν δικαστήριο με αύξοντα αριθμό 7, προκύπτει ότι, ύστερα από την .../19 Α/11 α/24-3-2001 (όχι 21-3-2001) αναφορά του ΤΟΤΑ ..., με την οποία ζητήθηκε η εξέταση αίματος του Χ, η εργαστηριακή εξέταση έγινε σε δύο φιαλίδια στις 29-3-2001 και προέκυψε περιεκτικότητα του αίματος σε οινόπνευμα 0,95 χιλιοστά, β) από το επικαλούμενο από 24-3-2001 πρωτόκολλο αιμοληψίας του Γενικού Νοσοκομείου Παπανικολάου, προκύπτει μεν ότι η αιμοληψία για ανίχνευση αλκοόλης στο αίμα του κατηγορουμένου οδηγού έγινε στις 24-3-2001 και ώρα 13.00, ενώ το ατύχημα έγινε στις 23-3-2001 και ώρα 21.50, και όχι στις 21-3-2001, η δε εξέταση έγινε από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών Βορείου Ελλάδος και έδωσε αποτέλεσμα 0,95 χιλιοστά ποσοστό αλκοόλης, όπως προκύπτει από την έκθεση που συνέταξε η Υπηρεσία αυτή στις 30-3-2001, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και συνεκτιμήθηκε από το Δικαστήριο. γ) από την από 26-4-2001 έκθεση επιδόσεως του Αστυφύλακα ..., προκύπτει ότι επιδόθηκε στην ΔΔ, η .../9/1082/19-4-2001 έκθεση εξετάσεως αίματος του Χ, του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με ποσοστό οινοπνεύματος 0,95 χιλιοστά. Όμως από το υπάρχον στη δικογραφία με τον παραπάνω αριθμό διαβιβαστικό έγγραφο του Τμήματος Τροχαίας ... προς το ΑΤ ..., το οποίο διενήργησε την άνω επίδοση, προκύπτει ότι διαβιβάζεται προς επίδοση η από 30-3-2001 έκθεση εξετάσεως αίματος και το άνω επιδόσαν όργανο, προφανώς από παραδρομή, αναφέρει ότι επέδωσε την .../9/1088/19-4-2001 έκθεση εξετάσεως, που είναι απλώς ο αριθμός του διαβιβαστικού αυτού εγγράφου της Τροχαίας και όχι του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ενώ την εξέταση αίματος διενήργησε, όχι το παραπάνω Πανεπιστήμιο, αλλά τα εργαστήρια της Διευθύνσεως Εγκληματολογικών Ερευνών, σύμφωνα με το πραναφερθέν από 24-3-2001 πρωτόκολλο αιμοληψίας του Νοσοκομείο Παπανικολάου και την αναγνωσθείσα στο Δικαστήριο από 30-3-2001 έκθεση εξετάσεως αίματος της Υπηρεσίας αυτής της ΕΛΑΣ, και δ) από την χωρίς ημερομηνία έκθεση πραγματογνωμοσύνης, του εξετασθέντος και ως μάρτυρος, τεχνικού πραγματογνώμονος ..., προκύπτει ότι αυτός μετά από μελέτη και εξέταση των στοιχείων του σχετικού φακέλου της ποινικής δικογραφίας και αυτοψία του τόπου του ατυχήματος, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι βασικά στοιχεία του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος είναι: "1) ότι ο οδηγός του Α οχήματος Χ, υπό την επήρεια αλκοόλ κινήθηκε, λόγω της επίδρασης του αλκοόλ, παρότι διήλθε και κινήθηκε σε διαδρομή με αρκετές στροφές και ιδιορρυθμίες, διαπιστώνεται ότι το ποσοστό αλκοόλης δεν αποτέλεσε αποκλειστικό αίτιο προκλήσεως του ατυχήματος, 2) η αφετηρία εξελίξεως του ατυχήματος βρίσκεται στην αφετηρία της σημάνσεως των εκτελούμενων έργων και 3) ο λόγος περιστροφής και εκτροπής του Α οχήματος είναι η πρόσκρουση του εμπροσθίου δεξιού τροχού στην τσιμεντένια βάση στήριξης του σήματος, η οποία δεν είχε αντανακλαστικό χρωματισμό". Όμως, από τα άνω επικαλούμενα ως νεότερα έγγραφα στοιχεία, αποτελούντα κατά τον αιτούντα νέα άγνωστα στοιχεία στους δικαστές που τον καταδίκασαν, από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία, που είχαν προσκομισθεί και συνεκτιμηθεί προηγουμένως από τους δικαστές στο δικάσαν το εν λόγω θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα Δικαστήριο, που συνέβη στις 23-3-2001, δε γίνεται φανερό ότι ο καταδικασθείς αιτών, είναι αθώος και καταδικάστηκε επομένως άδικα για την άνω αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, του οδηγού ΑΑ, την οποία πραγματικά δεν τέλεσε, όπως ισχυρίζεται, ήτοι δεν προέκυψε ότι ο καταδικασθείς αιτών την επανάληψη της διαδικασίας, δεν οδηγούσε υπό την επίδραση στο αίμα του υπερβολικού ποσοστού οινοπνεύματος ως άνω 0,95 χιλιοστών. Πλέον τούτου, στον αιτούντα αποδόθηκε, εκτός της οδηγήσεως υπό την επίδραση οινοπνεύματος και γενικώς αμελής συμπεριφορά κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του, ήτοι οδήγηση χωρίς σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, πτώση στην τσιμεντένια ρυθμιστική των έργων πινακίδα σημάνσεως και κατάληψη του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας, ως αίτια που προκάλεσαν από αμέλειά του το εν λόγω θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα, για τα οποία ουδέν το αντίθετο αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα νέα στοιχεία, ούτε αποδεικνύεται ότι αποκλειστικά υπαιτία του τροχαίου αυτού ατυχήματος είναι η κατασκευάστρια των έργων της οδού εταιρεία, όπως ισχυρίζεται ο αιτών. Κατά το λοιπό περιεχόμενό της η κρινόμενη αίτηση περιλαμβάνει ασαφή επιχειρήματα κατά της αξιολογήσεως των αποδείξεων από το Δικαστήριο, που όμως δε συνιστούν λόγους επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας, Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Φεβρουρίου 2010 αίτηση του Χ περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την έκδοση της αμετάκλητης 3530/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2010.-
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας ως αβάσιμης κατ' ουσία.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 1368/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα-Σε συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ... που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2361/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιανουαρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 217/10.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη με αριθμό 153/19.4.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ την από 18 Ιανουαρίου 2010 αίτηση αναίρεσης της Χ κατοίκου ... επί της οδού τέρμα ... και στρέφεται κατά του υπ' αρίθμ. 2361/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση της κατά του υπ' αρίθμ. 223/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας ως απαράδεκτη και εκθέτω τα ακόλουθα : Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 476 ΚΠΔ όπως αυτή αντικ. από το άρθρο 38 Ν. 3160 2003 η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευση του στην εφημερίδα της κυβέρνησης, δηλ. την 30/6/2003 "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν παρέχεται πλέον η δυνατότητα άσκησης αναίρεσης από τους διαδίκους κατά βουλεύματος, το οποίο απέρριψε την έφεση τους κατά του πρωτόδικου βουλεύματος ως απαράδεκτη (ΑΠ 2652/08, ΑΠ 805/08). Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο εκτός των άλλων και όταν ασκήθηκε εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η αιτούσα με την υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου ... αίτηση της ζήτησε να εξαιρεθούν από το χειρισμό των δικογραφιών με ΑΒΜ Η 08/1235, Α 08/3718, Γ 08/1196, Α 09/535 και 536, Δ 09/31 και 32 οι υπηρετούντες στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Χαλκίδας Αντεισαγγελείς Πρωτοδικών Μαργαρίτης Κωστίμπας και Δημήτρης Νομικός. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 223/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η παραπάνω αίτηση εξαίρεσης των εν λόγω Εισαγγελικών λειτουργών. Κατά του βουλεύματος αυτού, η αιτούσα άσκησε την υπ' αριθμ. 39/7 Σεπτεμβρίου 2009 έφεση της η οποία όμως απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με το υπ' αρίθμ. 2361/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του βουλεύματος αυτού, η αιτούσα άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία κατά τα προαναφερθέντα δεν προβλέπεται από το νόμο. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1-583 παρ.1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω
1) Να απορριφθεί η από 18 Ιανουαρίου 2010 αίτηση αναίρεσης της Χ, κατοίκου ... επί της οδού τέρμα ... κατά του υπ' αριθμ. 2361/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και
2) Να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα, 19/4/2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε η ίδια η αναιρεσείουσα
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στη διάταξη του άρθρου 463 εδ. α' ΚΠοινΔ, ορίζεται ότι "το ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα", ενώ στη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 476 ΚΠοινΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, ορίζεται ότι "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι δεν παρέχεται πλέον η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως από τους διαδίκους κατά βουλεύματος, το οποίο απέρριψε την έφεσή τους κατά του πρωτόδικου βουλεύματος ως απαράδεκτη. Δηλαδή αναίρεση επιτρέπεται πλέον μόνο κατά αποφάσεως, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο και όχι και κατά βουλεύματος που επίσης απορρίπτει αυτό ως απαράδεκτο. Το αντίθετο δεν συνάγεται από το ότι κατά το άρθρο 138 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ΚΠοινΔ, "η απόφαση του δικαστικού συμβουλίου ονομάζεται βούλευμα", αφού η πιο πάνω παράγραφος 2 του άρθρου 476 ΚΠοινΔ, πριν αντικατασταθεί κατά τα προεκτιθέμενα, όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση" και έτσι, με την αντικατάσταση αυτή, εκφράσθηκε ρητά η βούληση του νομοθέτη για αποκλεισμό της αναιρέσεως κατά βουλεύματος, που απορρίπτει το κατ' αυτού ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 2408/1996, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται... Ο Εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις ώρες τουλάχιστον πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, με το με αριθ. 223/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 20-7-2009 αίτηση εξαιρέσεως της κατηγορουμένης- νυν αναιρεσείουσας, κατά των σε αυτή Εισαγγελικών Λειτουργών της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Χαλκίδας .Κατά του εν λόγω βουλεύματος η κατηγορουμένη άσκησε έφεση, η οποία όμως, με το προσβαλλόμενο 2361/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, αφού η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση του οικείου γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου επί του φακέλου της δικογραφίας, ειδοποιήθηκε η ιδία από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 εδ. β του ΚΠοινΔ, για να εκθέσει τις απόψεις της περί του άνω απαραδέκτου, στο Δικαστήριο (Συμβούλιο) τούτο, κατά την ορισθείσα αρχική δικάσιμο της 12-5-2010, ότε, μετά από αίτησή της, με την 972/2010 απόφαση αναβλήθηκε η υπόθεση, για τη σημερινή δικάσιμο, κατά την οποία αυτή δεν παραστάθηκε, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Η αιτούσα, πρέπει να καταδικασθεί και στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Ιανουαρίου 2009 αίτηση της Χ, για αναίρεση του 2361/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2010.-
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη έφεση της κατηγορουμένης- νυν αναιρεσείουσας, κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη αίτηση εξαιρέσεως, κατά των σε αυτή Εισαγγελικών Λειτουργών, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι από την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 ΚΠΔ, προκύπτει ότι δεν παρέχεται πλέον η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως από τους διαδίκους κατά βουλεύματος, το οποίο απέρριψε την έφεση τους κατά του πρωτόδικου βουλεύματος ως απαράδεκτη. Δηλαδή αναίρεση επιτρέπεται πλέον μόνο κατά αποφάσεως, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο και όχι και κατά βουλεύματος που επίσης απορρίπτει αυτό ως απαράδεκτο.
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 1
|
Αριθμός 1377/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Φουρφουλάκη, περί αναιρέσεως της 1698/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1605/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 και 498 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης πρέπει καταρχήν να περιέχει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά, προκειμένου για έφεση του εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ.3, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ.19β του Ν. 2408/1996, "η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθ. 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από τη διατύπωση αυτή η αξιούμενη αιτιολόγηση της έφεσης που ασκείται από τον εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και αξιώνει από τον εισαγγελέα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων της έφεσης, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Μόνη δε η παράθεση στην έκθεση έφεσης των αποδεικτικών στοιχείων, από τα οποία προκύπτει ενοχή του κατηγορουμένου και εντεύθεν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν αρκεί κατά το νόμο για την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της έφεσης του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης, εφόσον δεν αντικρούει με συλλογισμούς και σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά μέσα την κρίση του δικαστηρίου περί της αθωότητος του κατηγορουμένου. Αν η έφεση δεν έχει τέτοια αιτιολογία και παρά ταύτα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την κρίνει παραδεκτή και εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης κατάληγε στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθ. 1668/2009 απόφαση το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης κηρύχθηκε αθώος ο ήδη αναιρεσείων-κατηγορούμενος για την πράξη της φοροδιαφυγής κατ' εξακολούθησιν (παράβαση 25 1γ του Ν. 1882/1990). Κατά της αθωωτικής αυτής αποφάσεως, άσκησε έφεση ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ρεθύμνης, την οποία δέχθηκε τυπικά το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, το οποίο στη συνέχεια αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο με την προσβαλλόμενη 1698/2009 απόφασή του, για την άνω πράξη και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών. Στην έκθεση που συντάχθηκε για την ανωτέρω έφεση στον αρμόδιο γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, με αριθμό 127/13-4-2009, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα του προβαλλόμενου με την αίτηση λόγου αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ αναφέρεται ότι ο εν λόγω Εισαγγελέας ασκεί έφεση "επειδή το Δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και τον κήρυξε αθώο για την ανωτέρω πράξη. Ειδικότερα από το προανακριτικό υλικό, αλλά και την στο ακροατήριο εξέταση του μάρτυρα και ανάγνωση των εγγράφων, αποδείχθηκε ότι ο ως άνω κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από την 1-11-2003μέχρι και την 1-9-2007 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ενώ ήταν νόμιμος εκπρόσωπος (διευθύνων σύμβουλος) της εδρεύουσας στο ... εταιρίας με την επωνυμία "Χ-Ζ ΑΕ" καθυστέρησε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών την καταβολή χρεών της ως άνω εταιρίας προς το Δημόσιο συνολικού ύψους 144.806,45 ευρώ τα οποία ήταν βεβαιωμένα στη ΔΟΥ .... Περαιτέρω προέκυψε ότι ο ως άνω κατηγορούμενος κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης με την υπ' αριθμόν 4/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, η οποία όρισε ως ημέρα παύσης πληρωμών την 20-8-2003. Από τα παραπάνω προκύψαντα γεγονότα το Δικαστήριο έπρεπε να αχθεί σε καταδικαστική απόφαση σε βάρος του Χ τουλάχιστον με τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ. Παρά ταύτα τον αθώωσε για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της παράβασης του άρθρου 25 § 1 α ν. 1882/1990 κατ' εξακολούθηση ως ισχύει μολονότι θεμελιώθηκε η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω αδικήματος". Έτσι όπως διατυπώθηκε η έφεση αυτή, ενόψει και του λόγου απαλλαγής του κατηγορουμένου με την πρωτόδικη απόφαση, η οποία, όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, δέχθηκε έλλειψη δόλου του κατηγορουμένου, με την αιτιολογία ότι αυτός κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως πριν από το χρόνο βεβαίωσης των άνω χρεών, περιέχει την απαιτούμενη για το παραδεκτό της, κατά τη διάταξη του άρθρου 486 § 3 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του προβαλλομένου λόγου της, αφού εκτίθεται σ' αυτήν η συγκεκριμένη περί την εκτίμηση των αποδείξεων πλημμέλεια της εκκαλούμενης αθωωτικής αποφάσεως και προσδιορίζονται οι λόγοι, για τους οποίους το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο, κατά τον εκκαλούντα Εισαγγελέα, πόρισμα και στην απαλλαγή του κατηγορουμένου. Επομένως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης, με το να κρίνει τυπικά δεκτή την ανωτέρω έφεση και να επιληφθεί, στη συνέχεια, της κατ' ουσίαν έρευνάς της, δεν υπερέβη την εξουσία του, ο δε περί του αντιθέτου, έκτου άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της Ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου χρέους και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης από τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ήτοι αυτή της μη καταβολής του χρέους που η εξόφληση του έχει ρυθμισθεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Ετσι για την καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές απαιτούνται διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2.523/11-9-1997 αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 και, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του ποσού, το οποίο, όταν οφείλεται, καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του και έτσι οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέγκλητες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το όριο του 1.000.000 δρχ. προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτάμενους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2.523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμία από τις ως άνω δύο κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Τέλος, με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με το ανωτέρω άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του τελευταίου, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιωθείς, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς τον χρόνο διάπραξης του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτάμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση εξοφλήσεως ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους, πρέπει να εφαρμοσθούν ως ευμενέστερες οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2.523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠολΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε ή υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοίχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος "στο ... κατά το χρονικό διάστημα από την 1-11-2003 μέχρι και την 1-9-2007 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, καθυστέρησε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών την καταβολή των κατωτέρω-βεβαιωμένων σε δημόσια οικονομική υπηρεσία-χρεών του προς το Δημόσιο συνολικού ύψους- συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων - μεγαλύτερου των 10.000 ευρώ, και συγκεκριμένα καθυστέρησε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, την καταβολή των αναφερομένων στον κατωτέρω πίνακα χρεών του προς το Δημόσιο συνολικού ύψους 144.806,45 ευρώ, τα οποία ήταν βεβαιωμένα στην ΔΟΥ ..., τα οποία αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, κατά παράβαση του άρθρου 25 § 1 Ν.1882/90, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 34 Ν. 3220/2004 ήτοι ότι "στο ... κατά το χρονικό διάστημα από την 1-11-2003 μέχρι και την 1-9-2007, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, καθυστέρησε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών την καταβολή των κατωτέρω -βεβαιωμένων σε δημόσια οικονομική υπηρεσία-χρεών του προς το Δημόσιο, συνολικού ύψους -συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων- μεγαλύτερου των 10.000 ευρώ, και συγκεκριμένα καθυστέρησε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών την καταβολή των αναφερομένων στον κατωτέρω με αριθμ. 17/2008 πίνακα της Δ.Ο.Υ. ... χρεών του προς το Δημόσιο, συνολικού ύψους 144.806,45 ευρώ, τα οποία ήταν βεβαιωμένα στην Δ.Ο.Υ. .... Ειδικότερα, ηθελημένα δεν κατέβαλε: 1) στις 07-03-2003 το ποσό των 41.187,40 ευρώ, μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι ήταν καταβλητέο σε 12 μηνιαίες δόσεις, 2) στις 07-03-2003 το ποσό των 45.561,28 ευρώ, μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ...υ, μολονότι ήταν καταβλητέο σε 12 μηνιαίες δόσεις, 3) στις 07-03-2003 το ποσό των 56.222,54 ευρώ, μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι ήταν καταβλητέο σε 12μηνιαίες δόσεις, 4) στις 07-03-2003 το ποσό των 326,24 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι ήταν καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις, 5) στις 07-03-2003, το ποσό των 326,24 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι ήταν καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις, 6) στις 07-03-2003 το ποσό των 326,2,4 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι ήταν καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις, 7) στις 20-01-2004, το ποσό των 299,36 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι η λήξη του χρόνου της εφάπαξ καταβολής του ήταν στις 27-02-2004, 8) στις 20-01-2004 το ποσό των 207,53 ευρώ, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι η λήξη του χρόνου της εφάπαξ καταβολής του ήταν στις 27-02-2004 και 9) στις 01-03-2007, το ποσό των 349,62 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι η λήξη του χρόνου της εφάπαξ καταβολής του, ήταν στις 30-4-2007, ήτοι συνολικά το ποσό των 144.806,45 ευρώ, το οποίο, όπως προκύπτει και από τον συνημμένο πίνακα χρεών της ΔΟΥ ... (αριθ. ειδ. Βιβλίου 17/2008) που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής της υπ' αριθμό ... μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της ως άνω ΔΟΥ και αφορούν βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο".
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης, το οποίο δίκασε ως εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τις υπό στοιχεία 1,2,3,7,8 και 9 επί μέρους πράξεις του πιο πάνω κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1,27, 98 ΠΚ 25 § 1,7, 8 του Ν. 1882/1990 όπως η παράγραφος 1 ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 34 § 1 Ν. 3220/2004 τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Οι αντίθετες ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες για τους εξής λόγους: α) κατά το άρθρο 34 Ν. 3220/2004 οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής, κατά οφειλέτη, ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξαρτήτως του είδους του χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρρηπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κτλ), και συνεπώς δεν απαιτείτο να προσδιορισθεί το είδος των φόρων ή χρεών κτλ. Β) Όσον αφορά την αιτίαση ότι ενεφυλοχώρησαν ασάφειες και αντιφάσεις στην προσβαλλόμενη απόφαση διότι, ενώ το δικαστήριο στην αρχή του σκεπτικού και διατακτικού δέχεται ως χρόνο τελέσεως του εξακολουθούντος εγκλήματος από 1-11-2003 έως 1-9-2007 στις μερικότερες πράξεις που διαλαμβάνονται στο διατακτικό, δέχεται, ως εναρκτήρια ημερομηνία καταβολής των επί μέρους κονδυλίων των 7-3-2003 και καταληκτική της τελευταίας την 1-3-2007 πρέπει να απορριφθεί διότι ο χρόνος συμπληρώσεως του τετραμήνου, οπότε αρχίζει η ποινική ευθύνη του αναιρεσείοντος στην πρώτη πράξη είναι η 8-7-2003 (7-3-2003 και 4 μήνες) ενώ η αναγραφείσα στην αρχή του σκεπτικού και διατακτικού ημερομηνία 1-11-2003 ως ημέρα ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του αναιρεσείοντος, αντί της 8-7-2003, προδήλως εκ παραδρομής ετέθη, η οποία όμως δεν επηρεάζει το χρόνο παραγραφής της πράξεως, προς δε η τελευταία καταληκτική ημερομηνία είναι η 1-9-2007, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η λήξη του χρόνου της τελευταίας εφάπαξ καταβολής ήταν η 30-4-2007. Επομένως ο δεύτερος κατά το ένα σκέλος του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', κατ' εκτίμησιν, και Ε' του ΚΠοινΔ λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, ως προς τις ως άνω επί μέρους πράξεις είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Όμως, οι με τα στοιχεία, 4, 5 και 6 ως άνω αναφερόμενες επί μέρους πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, είναι πράξεις που φέρεται ότι τελέσθηκαν υπό την ισχύ του νόμου 2523/1997 (την 7-3-2003) και αφορούσαν χρέη ύψους 326,24 ευρώ εκάστη, δηλαδή ποσών μικροτέρων εκείνων, των οποίων η μη καταβολή ορίζεται ως αξιόποινη με τον άνω νόμο. Επομένως, το δικαστήριο, το οποίο εφήρμοσε τις δυσμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1, 2 το Ν. 3220/2004, λαμβάνοντας υπόψη ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επί μέρους χρέους, σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες στην προκείμενη περίπτωση επιεικέστερες αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 23 το Ν. 2523/1997, εσφαλμένα εφήρμοσε τις ουσιαστικές αυτές ποινικές διατάξεις, και συνεπώς, είναι βάσιμος ο δεύτερος κατά το έτερο σκέλος του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως. Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση και να κηρυχθεί αθώος, κατ' άρθρο 518 § 1 ΚΠοινΔ ο κατηγορούμενος για τις πράξεις αυτές. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 § 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεως του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου που αναγνώσθηκε δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία, εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε, Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενο του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως αναγνωσθέν στο ακροατήριο έγγραφο, το οποίο έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, αναφέρεται, μεταξύ άλλων και το υπό τον αριθμό 5 "απόσπασμα της 369/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης". Ο κατ' αυτόν τον τρόπο προσδιορισμός του άνω εγγράφου είναι επαρκής και δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι αυτό το έγγραφο αναγνώσθηκε, ο δε κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να υποβάλλει τις επ' αυτού παρατηρήσεις και απόψεις του. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, τέταρτος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο με την ειδικότερη αιτίαση ότι καταλείπεται αμφιβολία για το εάν αναγνώσθηκε, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τα δια του αυτού λόγου προβαλλόμενα, ότι το συγκεκριμένο έγγραφο φέρεται στα πρακτικά της δίκης, με τον αριθμό 5, μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν και "αναφέρονται στο τέλος του κατηγορητηρίου και του εισαγωγικού της έφεσης", μολονότι αυτό δεν αποτελούσε αναγνωστέο έγγραφο ούτε του κατηγορητηρίου, ούτε του εισαγωγικού της έφεσης, ούτε της πρωτόδικης αποφάσεως, είναι χωρίς έννομη επιρροή, αφού κρίσιμο σχετικώς είναι το ότι το εν λόγω έγγραφο αναγνώσθηκε, η δε παράθεσή του στα πρακτικά μεταξύ των ως άνω εγγράφων, οφειλόμενη σε προφανή παραδρομή, δεν δημιουργεί, αντιθέτως προς τα υπό του αναιρεσείοντος υποστηριζόμενα, οποιαδήποτε ασάφεια ή λογικό κενό. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού έχει αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων για τις ανωτέρω και στο διατακτικό αναφερόμενες πράξεις, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς την επιμέτρηση της ποινής αφού για τον καθορισμό αυτής, ελήφθησαν υπόψη και οι μερικότερες άνω πράξεις, όπως και ως προς την επιβολή συνολικής εκτιτέας ποινής, εκ των ποινών που επιβλήθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση και την υπ' αριθ. 1705/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, παρελκούσης της έρευνας του τρίτου λόγου της ένδικης αίτησης περί απόλυτης ακυρότητος στο ακροατήριο με την ειδικότερη αιτίαση ότι κατά τον καθορισμό της συνολικής εκτιτέας ποινής δεν εδόθη, μετά την πρόταση του Εισαγγελέως, ο λόγος στο συνήγορο του κατηγορουμένου και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα επιμέτρηση της ποινής και τον καθορισμό συνολικής εκτιτέας ποινής, στο ίδιο Δικαστήριο, ενόψει του ότι η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει κατά το σκεπτικό την υπ' αριθμ. 1698/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης.
Κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο Χ, κάτοικο ... για το ότι στο ..., καθυστέρησε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών την καταβολή των εξής χρεών προς το Δημόσιο τα οποία ήταν βεβαιωμένα στη ΔΟΥ ... ήτοι ηθελημένα δεν κατέβαλε:
α) στις 7-3-2003 το ποσό των 326,24 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις,
β) στις 7-3-2003, το ποσό των 326,24 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις
γ) στις 7-3-2003 το ποσό των 326,24 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις, φερόμενα στον υπ' αριθ. 17/2008 πίνακα χρεών της ΔΟΥ ... υπό τους αριθμούς 4, 5 και 6.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την υπ' αριθ. 1/12-11-2009 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1698/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, για νέα επιμέτρηση της ποινής που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα με την άνω απόφαση, όπως και τον καθορισμό νέας συνολικής εκτιτέας ποινής εκ της επιβληθησομένης και αυτής που επεβλήθη με την υπ' αριθ. 1705/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για φοροδιαφυγή. Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, άρθρο 25 § 1 Ν. 1882/1990, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 23 § 1 Ν. 2523/1997 και 34 Ν. 3220/2004). Έφεση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών. Παραδοχή λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικού ποινικού νόμου, εκ της μη εφαρμογής της επιεικέστερης ρύθμισης του άρθρου 23 § 1 Ν. 2523/1997, για μερικότερες εκ του κατ' εξακολούθησιν εγκλήματος πράξεις. Αναιρεί εν μέρει. Αθώος ο κατηγορούμενος για μερικότερες πράξεις. Παραπέμπει για επιμέτρηση ποινής.
|
Φοροδιαφυγή
|
Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Νόμος επιεικέστερος, Αναίρεση μερική, Εξακολουθούν έγκλημα.
| 0
|
Αριθμός 1380/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Καλαφάτη, περί αναιρέσεως της 8346/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Βρεττό. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1671/09.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιο δικηγόρους των παραπάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 28 § 1α, 2 και 5 του Ν. 1650/1986 με φυλάκιση τριών μηνών έως δύο έτη και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού, των κατ' εξουσιοδότησή του εκδιδομένων διαταγμάτων και υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων, στις περιπτώσεις δε τέλεσης των εγκλημάτων της παρ. 1 από αμέλεια επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ένα έτος. Οι πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων, οι εντεταλμένοι ή διευθύνοντες σύμβουλοι ανωνύμων εταιριών, οι διαχειριστές εταιριών περιορισμένης ευθύνης, ο Πρόεδρος του διοικητικού και εποπτικού συμβουλίου συναιτερισμών, καθώς και τα πρόσωπα που ασκούν την διοίκηση ή τη διαχείρηση άλλων νομικών προσώπων του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα έχουν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να μεριμνούν για την τήρηση των διατάξεων που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος. Για κάθε πράξη ή παράλειψη του νομικού προσώπου που εμπίπτει στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, τα πρόσωπα αυτά τιμωρούνται ως αυτουργοί ανεξάρτητα από την τυχόν ποινική ευθύνη άλλου φυσικού προσώπου και την αστική ευθύνη του νομικού προσώπου, εφόσον από πρόθεση ή από αμέλεια δεν τήρησαν την ιδιαίτερη νομική τους υποχρέωση να μεριμνούν για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του νόμου. Ενόψει αυτών, για να έχει η καταδικαστική, για παράβαση του ανωτέρω άρθρου 28, απόφαση την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται εκτός των άλλων να αναφέρεται σ' αυτήν το είδος της υπαιτιότητος του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό, αν δηλαδή, αυτός τέλεσε την πράξη από δόλο ή από αμέλεια. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 8346/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών ανασταλείσα. Ειδικότερα κηρύχθηκε ένοχος διότι "Στην ... την 3.7.2003 ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "Z και Σία Ο.Ε.". προκάλεσε ρύπανση υποβαθμίζοντας έτσι το περιβάλλον και συγκεκριμένα, μετέφερε και εναπόθεσε στη χωματερή... τρία βαρέλια προερχόμενα από την άνω επιχείρηση, στα οποία περιήχοντο τοξικά υγρά, προκαλώντας έτσι ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος". Στην αιτιολογία της αποφάσεωςαυτής δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικός περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα κατά κατηγορία αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα: "Η εταιρία με την επωνυμία "Z και Σια Ο.Ε" που έχει νόμιμο εκπρόσωπο τον κατηγορούμενο Χ λειτουργούσε στην οδό ..., εργοστάσιο φωτοπολυμερών στερεοτύπων (κλισέ) και μεταξύ άλλων χρησιμοποιούσε ως πρώτη ύλη το προϊόν με την επωνυμία Flexowash. Το προϊόν αυτό σύμφωνα με την από ... έκθεση του Γενικού Χημείου του Κράτους είχε ταξινομηθεί ως επιβλαβές (XnR 65), ήτοι προϊόν που μπορούσε να προκαλέσει βλάβη στους πνεύμονες σε περίπτωση κατάποσης, με σύσταση να αποφεύγεται η επαφή με το δέρμα καθώς και από αναθυμιάσεις, χωρίς όμως να είναι καρκινογόνο. Επίσης από την από Φεβρουαρίου 2004 τεχνική έκθεση του διπλωματούχου βιοχημικού Β προκύπτει ότι από τη λειτουργία της επιχείρησης αυτής είναι βέβαιο ότι παράγονται επικίνδυνα απόβλητα και ότι από τα στοιχεία που υπάρχουν δεν διασφαλίζεται η ορθολογική διαχείρηση του συνόλου των ως άνω επικίνδυνων αποβλήτων της επιχείρησης με αποτέλεσμα σημαντικές ποσότητες να διαχέονται στο περιβάλλον λειτουργίας της. Τα ίδια ως άνω αναφέρονται και στην από 15-5-2004 τεχνική έκθεση του Λ, Β καιΞ. Το ως άνω προϊόν που χρησιμοποιεί η επιχείρηση (Flexowash) είναι αναγκαίο να αποφεύγεται η διοχέτευσή του στις αποχετεύσεις, στους υπονόμους και στις διόδους του νερού, τάδε βαρέλια, πρέπει να είναι κλειστά να χειρίζονται οι εμπλεκόμενοι με προσοχή τα βαρέλια που έχουν ανοιχθεί, τα δε υπόλοιπα (κατάλοιπα) δεν πρέπει να ρίχνονται στις αποχετεύσεις και να χρησιμοποιούνται μόνο από αδειούχους μεταφορείς αποβλήτων. Παρά την ύπαρξη των ως άνω ρητών εντολών και απαγορεύσεων ο κατηγορούμενος στις 3-7-2003 είχε εναποθέσει σε χώρο δίπλα από το εργοστάσιο τρία (3) βαρέλια που περιείχαν το ως άνω υλικό Flexowash, τα οποία κάλεσε την υπηρεσία αποκομιδής του Δήμου ...και να τα μεταφέρει στη χωματερή, πράγμα που έγινε, αφού με όχημα του Δήμου, μεταφέρθηκαν και εναποτέθηκαν στη χωματερή, όμως την επομένη ημέρα κατόπιν έντονων διαμαρτυριών των κατοίκων της περιοχής τα επέστρεψε ο Δήμος στο ως άνω σημείο, εκτός του εργοστασίου. Με τον τρόπο αυτό προκλήθηκε ρύπανση του περιβάλλοντος και υποβάθμιση αυτού, λόγω των χημικών τοξικών υγρών που περιείχαν τα ως άνω τρία βαρέλια". Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το άνω Δικαστήριο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι, ενόψει του ότι το προαναφερθέν αδίκημα τιμωρείται όπως προεκτέθηκε και από αμέλεια, δεν αναφέρονται ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό περιστατικά που να στηρίζουν την κρίση του, ότι το έγκλημα αυτό τέλεσε ο αναιρεσείων από πρόθεση ή αμέλεια στερούμενη κατά τούτο η απόφαση και νομίμου βάσεως, αφού ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής της ανωτέρω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 28 του Ν. 1650/86 που εφαρμόσθηκε δεν είναι εφικτός. Επίσης, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και ως προς τον τρόπο που προκλήθηκε, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ή ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος, με μόνη την εναπόθεση των 3 βαρελιών στην χωματερή ... και της επαναφοράς τους την επομένη στο εργοστάσιο του κατηγορουμένου, ενόψει των παραδοχών ότι το περιεχόμενο των βαρελιών (Flexowash) είναι επιβλαβές μόνο με την άμεση επαφή με τον άνθρωπο (κατάποση) η με την διοχέτευση των υπολλειμάτων του (καταλοίπων) στις αποχετεύσεις. Επομένως, είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ μοναδικός λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως και ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, αυτεπαγγέλτως ερευνώμενος λόγος (άρθρο 511 ΚΠοινΔ) και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 8346/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Αποδοχή λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν αναφέρονται περιστατικά ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό, εάν το έγκλημα τέλεσε ο αναιρεσείων από δόλο ή αμέλεια. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Δόλος, Περιβαλλοντος ρύπανση.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1361/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Πατεράκη, περί αναιρέσεως της 229/2009 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πρεβέζης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μαλέσκο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πρέβεζας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 784/09.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 381 §1 ΠΚ, όποιος με πρόθεση καταστρέφει ή βλάπτει ξένο (ολικό ή εν μέρει) πράγμα ή με άλλον τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας απαιτείται το μεν αλλοτριότητα του φθειρομένου πράγματος, η οποία κρίνεται κατά τις περί κυριότητας διατάξεις του Αστικού Κώδικα, το δε φθορά του ξένου πράγματος και δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο και στη βούληση ή αποδοχή της καταστροφής ή της βλάβης του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 229/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πρέβεζας, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Στις 29-11-2002 απογευματινές ώρες, ο πολιτικώς ενάγων, Ψ, άφησε το σκαπτικό μηχάνημα (μπουλντόζα) ιδιοκτησίας του, στο οικόπεδο του ΑΑ στη θέση "..." ..., στο οποίο εκτελούσε χωματουργικές εργασίες. Το πρωί της επομένης 30-11-2002, περί ώρα 09.00' ο ίδιος (πολιτικώς ενάγων) μετέβη στον ίδιο χώρο μαζί με το γιο του και τον ΒΒ και εκεί διαπίστωσαν ότι το μηχάνημα είχε υποστεί δολιοφθορά, συγκεκριμένα δε είχαν τοποθετηθεί εντός της εξάτμισης, της δεξαμενής καυσίμου και του ψυγείου, ποσότητα λιπάσματος θειικής αμμωνίας και ζάχαρη, υλικά τα οποία προκαλούν ζημιές σε κινητήρες εσωτερικής καύσεως, επίσης δε είχε αποκοπεί και ένας ελαστικός σωλήνας τροφοδοσίας καυσίμου. Δίπλα στο μηχάνημα βρέθηκε και μία απόδειξη λιανικής πώλησης του καταστήματος ψιλικών του ΓΓ, που είχε εκδοθεί τη προηγουμένη (29-11-2002) στις 20.58' και αφορά την αγορά δύο ειδών, αξίας 1,90 € και 1,00 € αντίστοιχα. Σε ένορκη κατάθεση στο πλαίσιο αστυνομικής προανάκρισης την ίδια ημέρα (30-11-2002) ο ΓΓ, κατέθεσε ότι η άνω απόδειξη αφορούσε την αγορά περί ώρα 21.00' της προηγουμένης (29-11-2002) από τον κατηγορούμενο ενός κιλού ζάχαρης και πενήντα γραμμαρίων νες καφέ. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δράστης της προπεριγραφείσας δολιοφθοράς στο μηχάνημα έργων του εγκαλούντος είναι ο κατηγορούμενος, η κρίση δε αυτή στηρίζεται στα ακόλουθα: Το σημείο στο οποίο βρισκόταν το μηχάνημα ήταν ερημικό πολύ μακρυά από κάθε οικισμό και χωρίς να υπάρχουν εκεί οικίες ή άλλες εγκαταστάσεις.
Συνεπώς η ύπαρξη της απόδειξης στην ερημική εκείνη τοποθεσία, με ημερομηνία 29-11-2002 και λίγες ώρες πριν το γεγονός, εξηγείται μόνο αν την κατείχε το πρόσωπο που έκανε τη δολιοφθορά το οποίο ήταν και το πρόσωπο που είχε αγοράσει τα είδη της απόδειξης και δη τη ζάχαρη και το πρόσωπο το οποίο τα είχε αγοράσει, όπως προαναφέρθηκε, ήταν ο κατηγορούμενος. Βεβαίως ο καταστηματάρχης ΓΓ, στην κατάθεσή του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (βλ. πρακτικά της εκκαλουμένης), ανασκεύασε τα όσα είχε καταθέσει προανακριτικά, με το αβάσιμο και αναπόδεικτο επιχείρημα ότι δέχθηκε πιέσεις και απειλές στην αστυνομία (... "μου είπε [ο αστυνόμος] να βάλω μια υπογραφή σώνει και καλά αλλιώς δεν θα έφευγα. Δεν υπέγραψα με τη θέλησή μου"). Από αυτό δε που ο ίδιος κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συγκεκριμένα δηλαδή "όταν κατέθεσα [στην αστυνομία] δεν ήξερα γιατί κατηγορείται ο Χ" (κατηγ/νος), συνάγεται αβίαστα ότι το χρόνο κατάθεσής του στο Αστ. Τμήμα ήταν ειλικρινής, μη γνωρίζοντας ότι στον κατηγ/νο, με τον οποίο συνδέεται φιλικά, αποδιδόταν σοβαρή αξιόποινη πράξη. Ο κατηγορούμενος προέβαλε ίδια δικαιώματα στο ακίνητο του εγκαλούντος, το οποίο ο τελευταίος είχε αποκτήσει με δημοπρασία από τον οικείο Ο.Τ.Α.. Για την προβολή δικαιωμάτων στο ακίνητο αυτό εκ μέρους του κατηγορουμένου είναι σαφείς οι καταθέσεις του εγκαλούντος και του μάρτυρα ..., συνάγεται δε αυτό και από την απολογία του στο παρόν Δικαστήριο κατά την οποία παραδέχθηκε ότι ζήτησε τοπογραφικό της περιοχής από τον οικείο Δήμο, γεγονός που προκύπτει και από το προσκομισθέν αντίγραφο αποσπάσματος πρωτοκόλλου του Δήμου ... που αναγνώσθηκε, δικαιολογηθείς ότι έπραξε τούτο "γιατί κατηγορήθηκα ότι πήγα εγώ", δικαιολογία που δεν στέκει στην κοινή λογική. Περαιτέρω, όπως προέκυψε, λίγες ημέρες μετά το γεγονός ο αδελφός του κατηγορουμένου ΔΔ, επεδίωξε συνάντηση με τον πολιτικώς ενάγοντα και του πρότεινε να ξεκινήσει την επισκευή του μηχανήματος και αυτός θα καλύψει τη δαπάνη. Τη συνάντηση αυτή επιβεβαίωσε ο μάρτυρας ΒΒ που βρισκόταν μαζί με τον πολιτικώς ενάγοντα, χωρίς όμως να ακούσει ο ίδιος τη συνομιλία, αμέσως όμως μετά του είπε το περιεχόμενο της ο τελευταίος, ο οποίος επίσης το χρόνο εκείνο γνωστοποίησε το περιστατικό και στο μάρτυρα ΑΑ. Ενδεικτικό εξάλλου και ενισχυτικό της κρίσης περί ενοχής του κατηγορουμένου είναι και το γεγονός ότι ο ίδιος, απολογούμενος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ανέφερε ότι προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει τον εγκαλούντα στην αποκατάσταση της ζημίας, γεγονός που και ο τελευταίος επιβεβαίωσε, τούτο δε παρότι ο ίδιος (κατηγ/νος) ήταν ο κύριος ύποπτος για την πρόκληση της ζημίας, γεγονός που αντίκειται στην κοινή λογική. Εξάλλου, ενώ ο κατηγορούμενος κατά την απολογία του στο παρόν Β'/βάθμιο Δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι αναζήτησε αλλά δεν βρήκε το "Ζ" της ταμειακής μηχανής του καταστηματάρχη ΓΓ, απολογούμενος ο ίδιος στο Α'/βάθμιο Δικαστήριο είχε αναφέρει ότι το έχει στην κατοχή του, γεγονός που καταδεικνύει συνεννόηση και συνεργασία με τον ΓΓ για την απόκρυψη στοιχείων αναφορικά με την αγορά που είχε κάνει το βράδυ εκείνο ο κατηγ/νος. Από όλα τα ανωτέρω το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας σε βάρος του εγκαλούντος και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατά τα οριζόμενα περαιτέρω στο διατακτικό". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για το έγκλημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και του επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) έτη.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ* αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση τ' άνω εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1 και 381 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένη, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων ως και την ανώμοτη εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ.
Ειδικότερα αναφέρεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης από ποια αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις σε συνδυασμό με την από 29-11-2002 απόδειξη λιανικής πώλησης που βρέθηκε στον τόπο του εγκλήματος και συνδυάστηκε με την αγορά προϊόντος εκείνη την ημέρα από τον αναιρεσείοντα από το κατάστημα ψιλικών του ΓΓ) το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική κρίση για τον αναιρεσείοντα. Όλες δε οι λοιπές αιτιάσεις αυτού ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 §2 και 498 ΚΠΔ προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά, προκειμένου για έφεση Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 §3 του ΚΠΔ, που ισχύει από 4-6-1996, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498 ΚΠΔ), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι η αξιουμένη αιτιολογία της ασκουμένης από τον Εισαγγελέα έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθεται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Όταν η έφεση του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης δεν έχει την πιο πάνω απαιτουμένη αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν την απορρίπτει ως απαράδεκτη για έλλειψη αιτιολογίας, χωρίς να εξετάσει την ουσίας της υπόθεσης, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση της εξουσίας και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 9/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 229/2009 απόφαση και τα πρακτικά του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πρέβεζας, κηρύχθηκε αθώος για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας. Κατά της αθωωτικής αυτής απόφασης ο Αντιεισαγγελέας Πλημμελειοδικών Πρέβεζας (κωλυομένου του Εισαγγελέα της ίδιας Εισαγγελίας) άσκησε την υπ' αριθμ. 107/8-10-2006 έφεσή του. Στην έκθεση αυτή αναφέρονται, κατά λέξη τα ακόλουθα:
"Ειδικότερα, όπως προέκυψε από την διαδικασία στο ακροατήριο, α) στην περιοχή ..., πλησίον του μηχανήματος (φορτωτή) που υπέστη υλικές φθορές, ιδιοκτησίας του πολιτικώς ενάγοντος Ψ, βρέθηκε απόδειξη ταμειακής μηχανής ποσού 2,90 ευρώ με ημερομηνία 29-11-02 και ώρα 21.00 ενώ ο χρόνος τέλεσης της πράξης ήταν πρωινές ώρες τις 30-11-02, β) η απόδειξη, από το κατάστημα του ΓΓ, αναφερόταν σε αγορά ζάχαρης, υλικό που χρησιμοποιήθηκε για την φθορά στο μηχάνημα (πέραν της νατρικής αμμωνίας), γ) ο ΓΓ, καταστηματάρχης στην ..., στον οποίο απευθύνθηκαν πρώτα οι αστυνομικοί του ΑΤ ..., χωρίς να του εξηγήσουν τι ακριβώς είχε συμβεί, σε ερώτησή του πού πώλησε τα αντικείμενα που ανέφερε η απόδειξη, αυθόρμητα ανάφερε το όνομα του κατηγορουμένου, τον οποίο στο ακροατήριο θέλησε να υπερασπιστεί, δ) ο ίδιος ο αδερφός του κατηγορουμένου πληροφορηθείς το περιστατικό, εξεδήλωσε στον ιδιοκτήτη-πολιτικώς ενάγοντα 2-3 ημέρες μετά την πρόθεσή του να καλύψει μέρος της ζημιάς που προκάλεσε ο αδερφός του, ε) ο ίδιος ο κατηγορούμενος είχε λόγο να σταματήσει τις εργασίες στο ακίνητο, διότι το διεκδικούσε, είχε δε απειλήσει τους ιδιοκτήτες μηχανημάτων να μην προβούν σε χωματουργικές εργασίες (βλέπετε καταθέσεις πολιτικώς ενάγοντος και μάρτυρα ΑΑ), στ) ο ίδιος ο κατηγορούμενος, απολογούμενος, ανέφερε ότι προθυμοποιήθηκε να δώσει και ο ίδιος χρήματα για την αποκατάσταση της ζημιάς, επειδή λυπήθηκε τον ιδιοκτήτη του φορτωτή, παρόλο που ο ίδιος ήταν ο κύριος υπαίτιος για την πράξη αυτή και όλοι είχαν στραφεί εναντίον του. Ενόψει αυτών, η εκκαλουμένη απόφαση φρονούμε πως πρέπει να τύχει της κρίσης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας), μετά από έφεσή μας κατόπιν σχετικής αίτησης του πολιτικώς ενάγοντα".
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πρέβεζας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε την ως άνω έφεση παραδεκτή, γιατί περιέχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία από τη διάταξη του άρθρου 486 §3 ΚΠΔ και στη συνέχεια, εξετάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, κατά τα προεκτιθέμενα. Σύμφωνα με αυτά σωστά το Εφετείο εφήρμοσε την ισχυρή και μη αντίθετη στο άρθρο 6 §1 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) διάταξη του άρθρου 486 §3, για να καταλήξει σε ορθή κρίση, δεχόμενο ως παραδεκτή την έφεση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πρέβεζας, η οποία ασκήθηκε όπως απαιτούν οι γενικές διατάξεις των άρθρων 474 §2 και 498 εδ. α' ΚΠΔ. Συνακόλουθα, δεν έχει υποπέσει η προσβαλλόμενη απόφαση σε θετική υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 510 §1 στοιχ. Η' λόγο αναίρεσης. Γι' αυτό ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά από όλα τα παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 ΚΠΔ) ως και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Μαΐου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 229/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πρέβεζας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και στην εκ πεντακοσίων (500) ευρώ δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Φθορά ξένης ιδιοκτησίας. Θεμελίωση του εγκλήματος αυτού. Αθωωτική απόφαση. Έφεση από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών. Η έφεση αυτή πρέπει να είναι αιτιολογημένη, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Αιτιολογία της δευτεροβάθμιας καταδικαστικής απόφασης. Απαράδεκτες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντα ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων του Δικαστηρίου της ουσίας. Αίτηση αναίρεσης κατά της καταδικαστικής δευτεροβάθμιας απόφασης λόγω απαραδέκτου της έφεσης του Εισαγγελέα και για έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης. Απόρριψη της αίτησης αναίρεση ως κατ' ουσία αβάσιμης.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Φθορά ξένης ιδιοκτησίας, Απόφαση αθωωτική.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1360/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 18η Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση αναιρέσεως της 1641/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης, του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Πάσχου (ΑΜ ΔΣ Τρικάλων 65). Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Μαυρουδή Βορίδη (ΔΣΑ).
Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφαση, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24-3-2010 αίτηση αναιρέσεως, που καταχωρήθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 455/2010.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, που κατατέθηκε στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση την 24-3-2010, υποβάλλεται από τον κατηγορούμενο και στρέφεται κατά της 1641/ 2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ την 16-3-2010. Επομένως, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (ΚΠοινΔ 465 παρ.1, 473 παρ.1 και 3, 474, 505 παρ.1, 509 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.
2. Στο άρθρο 229 παρ.1 ΠΚ ορίζεται ότι "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη... με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση". Ακόμη, στο άρθρο 224 παρ. 2 ΠΚ, σε συνδυασμό με την παρ.1 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι "με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση ..., καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια". Τέλος, στο άρθρο 363 ΠΚ ορίζεται ότι "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" κλπ. Από τις εν λόγω διατάξεις συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, που προβλέπονται και τιμωρούνται από αυτές, απαιτείται υποκειμενικώς άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στην, εκ μέρους του φερομένου ως υπαιτίου, γνώση της αναλήθειας του γεγονότος, το οποίο, κατά περίπτωση, είτε καταμηνύεται με σκοπό την ποινική δίωξη του φερομένου ως παθόντος, είτε κατατίθεται και επιβεβαιώνεται ενόρκως, είτε διαδίδεται με δυνατότητα βλάβης της τιμής ή της υπόληψης αυτού. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά α) τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, β) τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα εν λόγω περιστατικά και γ) οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, που για το σκοπό αυτό θεωρείται ότι αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, η ύπαρξη του άμεσου δόλου στις προαναφερόμενες πράξεις πρέπει να αιτιολογείται με την παράθεση των αναγκαίων πραγματικών περιστατικών, από τα οποία συνάγεται η γνώση της αναλήθειας εκ μέρους του κατηγορουμένου, παράλληλα προς τις λοιπές περιστάσεις που συγκροτούν την εγκληματική υπόσταση της καθεμιάς από αυτές.
3. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα Χ για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, οι οποίες τελέσθηκαν σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος Ψ. Για την κατάφαση της ενοχής του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης 1641/2009 απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής ουσιώδη: Ότι, την 22-4-2002, ο Ψ είχε εξετασθεί ως μάρτυρας υπέρ του πατέρα του, ΑΑ, στο πλαίσιο διενεργούμενης προανάκρισης επί εγκλήσεως εκείνου κατά του Χ. Ότι στην κατάθεσή του είχε περιγράψει ένα επεισόδιο, το οποίο συνέβη την 20-12-2001 στην περιφερειακή οδό της ... και κατά τη διάρκεια του οποίου ο Χ, κινούμενος με αυτοκίνητο τύπου "τζιπ", συναντήθηκε με τον ΑΑ, που βάδιζε πεζός και, ύστερα από λογομαχία, λόγω και της κακής σχέσης που προϋπήρχε μεταξύ τους, ο πρώτος κατάφερε κτύπημα στο κεφάλι του δεύτερου με σιδηρολοστό και του προξένησε σωματική κάκωση. Ότι ο Ψ στην ίδια κατάθεση εξέφρασε τη γνώμη ότι ο Χ είχε πρόθεση να σκοτώσει τον πατέρα του, πράγμα το οποίο, κατά τις πληροφορίες που είχε λάβει, προέκυπτε από το ότι ο δράστης πρώτα είχε κτυπήσει τον παθόντα με το αυτοκίνητο που οδηγούσε και, τελικώς, μετά το κτύπημα με το σιδηρολοστό, τον εγκατέλειψε νομίζοντας ότι είχε πεθάνει. Ότι, την 10-12-2002, ο Ψ κατέθεσε εκ νέου ενώπιον του ανακριτή, για την ίδια υπόθεση, όπου είπε ότι ο Χ είχε κτυπήσει τον πατέρα του, ότι κατόπιν τον άφησε και έφυγε και ότι, κατά την προσωπική του πεποίθηση, ήθελε να τον σκοτώσει. Ότι μετά το επεισόδιο, ο Χ εγκατέλειψε τον παθόντα και για αρκετές ημέρες απουσίασε από το χωριό τους. Ότι για την ως άνω συμπεριφορά, που πράγματι έλαβε χώρα και, τελικώς, χαρακτηρίσθηκε ως επικίνδυνη σωματική βλάβη, ο Χ καταδικάσθηκε τελεσίδικα, με την 552/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης, σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών. Ότι μετά τις ως άνω καταθέσεις, ο Χ υπέβαλε αρμοδίως την από 20-12-2002 έγκληση κατά του Ψ, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι τα όσα ο Ψ είχε καταθέσει ενόρκως ήσαν ψευδή και ότι αυτός τα κατέθεσε εν γνώσει αφ' ενός της αναλήθειάς τους και αφ' ετέρου της καταλληλότητάς τους να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του. Ότι ο Χ, με την υποβολή της από 20-12-2002 εγκλήσεως, το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαίωσε ενόρκως ενώπιον του αρμοδίου εισαγγελέως, επιδίωκε την ποινική δίωξη του Ψ για ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμιση, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος γνώριζε ότι η μομφή, που με την έγκλησή του απέδιδε στον Ψ (δηλαδή ότι ψευδόρκησε και τον συκοφάντησε), ήταν αναληθής. Ότι αργότερα, με την από 12-5-2005 αγωγή εξ αδικοπραξίας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, ο Χ επανέλαβε την ίδια μομφή κατά του Ψ, εν γνώσει και πάλι της αναλήθειας και του διασυρμού του στον κύκλο των προσώπων, τα οποία έλαβαν γνώση του περιεχομένου της. Ότι, τέλος, κατόπιν όλων αυτών ο Ψ εγκάλεσε τον Χ για τις πράξεις, για τις οποίες ήδη κατηγορείται. Με τα όσα δέχθηκε, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του την εκ του νόμου απαιτούμενη αιτιολογία, αφού πέραν των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης των αποδιδόμενων πράξεων, για έλλειψη των οποίων δεν παραπονείται ο αναιρεσείων, το εφετείο εκθέτει σαφώς ότι αυτός, ισχυριζόμενος για τον Ψ ότι ψευδόρκησε και τον συκοφάντησε, γνώριζε ότι αυτό ήταν αναληθές και το καταμήνυσε, επιβεβαίωσε ενόρκως και διέδωσε εν γνώσει της αναλήθειας, με το σκοπό και τον κίνδυνο που προαναφέρθηκε, κατά περίπτωση. Ανάγκη μνείας περισσοτέρων περιστατικών, θεμελιωτικών της γνώσεως του αναιρεσείοντος, δεν υπήρχε, αφού αυτός, ως πρωταγωνιστής του επεισοδίου μεταξύ αυτού και του πατέρα του πολιτικώς ενάγοντος, γνώριζε την αλήθεια των όσων είχαν συμβεί και διαγνώσθηκαν τελεσιδίκως, αλλά παρά ταύτα, σε κίνηση αντιπερισπασμού κατά της ποινικής δίωξης που εκκρεμούσε σε βάρος του, προσπάθησε να τα εμφανίσει ως αναληθή. Το ότι ο αναιρεσείων, με αφορμή το επεισόδιο με τον πατέρα του πολιτικώς ενάγοντος, καταδικάσθηκε για επικίνδυνη σωματική βλάβη και όχι για απόπειρα ανθρωποκτονίας, δεν δημιουργεί αντίφαση προς το ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ως μη αποτελούσα, υποκειμενικώς, ψεύδος του πολιτικώς ενάγοντος την περικοπή της πρώτης εκ των καταθέσεών του περί του ότι ο αναιρεσείων, έχων πρόθεση ανθρωποκτονίας, κτύπησε τον πατέρα του και με το αυτοκίνητο που οδηγούσε. Διότι η περικοπή αυτή εξέφραζε αφ' ενός την πληροφόρηση που είχε δεχθεί ο πολιτικώς ενάγων από τον πατέρα του και αφ' ετέρου την προσωπική του κρίση ως προς την αξιολόγηση των συμβάντων. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 501 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε', είναι αβάσιμοι.
4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠοινΔ 583 παρ.1) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (ΚΠοινΔ 371 παρ.1, 373).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24-3-2010 αίτηση περί αναιρέσεως της 1641/ 2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης, του αναιρεσειόντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... . Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα και πεντακοσίων (500) ευρώ για τη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 23η Ιουνίου 2010. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 5η Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση, ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμηση. Επαρκής η αιτιολογία ως προς τον άμεσο δόλο του κατηγορουμένου. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 1358/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπαλέρμπα και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αγγελόπουλο, περί αναιρέσεως της 2194 και 3739/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους 1. Χ3 και 2. Χ4 και πολιτικώς ενάγον το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Αγγελική Καστανά.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 8 Μαΐου 2009 και 20 Νοεμβρίου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1722/09.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά της υπ' αριθμ. 2194/2009 και 3739/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, οι καταδικασθέντες συγκατηγορούμενοι Χ1 και Χ2, άσκησαν τις από 8-5-2009 και 20-11-2009 αιτήσεις αναίρεσης αντίστοιχα, με τις οποίες ζητούν την αναίρεση της ως άνω απόφασης. Οι ανωτέρω κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειες και να εξετασθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό της άσκησης αυτών και στη συνέχεια το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους.
Από τις διατάξεις των άρθρων 42 §2 εδάφ. β' και γ', 96 §2, 462, 465 §§1 και 2 εδάφ. α' και 476 §1 του ΚΠΔ προκύπτουν, εκτός άλλων και εξής: α) ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο (όπως είναι και η αναίρεση) που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 §2 του ίδιου Κώδικα (απλή έγγραφη δήλωση του εντολέα και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής αυτού από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο), β) το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του, προσαρτάται στη σχετική έκθεση, γ) το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής αποφάσεως που παρέχεται σ' εκείνον που καταδικάσθηκε μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από τον συνήγορο που είχε παραστεί στη συζήτηση, στην περίπτωση, όμως, αυτή στη σχετική έκθεση ή δήλωση περί ασκήσεως του ένδικου μέσου πρέπει να αναφέρεται η ιδιότητα αυτή και δ) αν ο αντιπρόσωπος ενήργησε χωρίς εντολή ή χωρίς να τηρήσει τις ως άνω διατάξεις, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη, από 20 Νοεμβρίου 2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ2 κατά της υπ' αρ. 2194/2009 και 3739/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 23-11-2009 από τον δικηγόρο Αθηνών Κωνσταντίνο Αγγελόπουλο του Χρίστου, με την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Χ2, χωρίς να προσαρτάται το σχετικό πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του στη δήλωση αναιρέσεως. Έτσι, όμως, η αίτηση αναιρέσεως χωρίς την τήρηση της εν λόγω διατυπώσεως, είναι απαράδεκτη και ως εκ τούτου απορριπτέα για το λόγο αυτό. Η έλλειψη αυτή δεν καλύπτεται εκ του ότι ο ως άνω συνήγορος ήταν ο παραστάς συνήγορος του αναιρεσείοντος κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής διότι η ιδιότητα αυτή έπρεπε να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ώστε να επικαλείται τεκμαιρόμενη πληρεξουσιότητα (ΑΠ 724/2007).
Συνεπώς η αίτηση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 ΚΠΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Ν. 5351/1932 "περί αρχαιοτήτων, σαφώς προκύπτει ότι όλα τα αρχαία κινητά και ακίνητα πράγματα που βρίσκονται στον Ελληνικό χώρο (δημόσια ή ιδιωτικά κτήματα, ποταμούς, λίμνες, θάλασσα κλπ) από των αρχαιοτάτων χρόνων και εφεξής είναι ιδιοκτησία του Κράτους. Ως αρχαία λογίζονται όλα ανεξαιρέτως τα έργα αρχιτεκτονικής, γλυπτικής, γραφικής και οποιασδήποτε καθόλου τέχνης, όπως εξειδικεύονται λεπτομερώς στο άρθρο 2 του νόμου αυτού. Και τα αντικείμενα τα αναγόμενα στους πρώιμους χρόνους του Χριστιανικού και του Μεσαιωνικού Ελληνισμού, δεν εξαιρούνται των ορισμών του νόμου. Έτσι, ειδικότερα, με τις ως άνω διατάξεις καθορίζεται η έννοια του "αρχαίου" που ανήκει στο Κράτος, αφενός μεν από το είδος αυτού και αφετέρου από τον τύπο της προελεύσεως και την εποχή στην οποίαν χρονολογείται η κατασκευή του, η οποία δυνατόν να ανάγεται από το απώτατο παρελθόν και να εξικνείται μέχρι την περίοδο του μεσαιωνικού Ελληνισμού, που έχει σαν κατάληξη, κατά την κοινώς γνωστή ιστορική οριοθέτηση, την κατά το έτος 1453 επελθούσα άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Και είναι, βέβαια, αλήθεια, ότι με άλλους νόμους όπως οι 401/1914 (άρθρα 4, 5, 6), 2674/1921 (άρθρα 6, 8 και 9), 216/1943 (αρθρ. 14) και 1469/1950 (αρθρ. 1 επ.) και τα, από άλλες μεταγενέστερες εποχές μέχρι του 1830, κατάλοιπα αντικείμενα ή εικόνες, που έχουν πολιτιστική σημασία, σύμφωνα με σχετικό χαρακτηρισμό που γίνεται με πράξη του Υπουργού Παιδείας και ήδη του Υπουργού Πολιτισμού, αποτέλεσαν και αποτελούν αντικείμενο μέριμνας προς τον σκοπό της συντηρήσεως τους ή της ματαιώσεως της εξαγωγής τους στην αλλοδαπή, πλην όμως αυτά δεν μπορούν να θεωρηθούν αρχαία κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 5351/1932 που προαναφέρθηκε, εφόσον έχουν φιλοτεχνηθεί μετά το 1453 (Ολ.ΑΠ 407/1972). Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι η, με οποιοδήποτε τρόπο και προς τον σκοπό παρανόμου ιδιοποιήσεως, αφαίρεση των αντικειμένων αυτών από την κατοχή του Δημοσίου, συνιστά κλοπή που τιμωρείται είτε κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 372 του ΠΚ είτε ως διακεκριμένη περίπτωση κλοπής, εάν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής του άρθρου 374 του ίδιου Κώδικα. Οι περί κλοπής διατάξεις, εφόσον αυτή αναφέρεται σε αντικείμενα εμπίπτοντα στο πεδίο εφαρμογής του άνω νόμου, δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού, ο οποίος δεν περιέχει αντίθετη ρύθμιση, ούτε αποκλείεται η εφαρμογή αυτών από τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του ίδιου νόμου οι οποίες, απλώς, επιβάλλουν την υποχρέωση και, σε περίπτωση παραλείψεως, απαγγέλλουν ποινή σε εκείνο που με οποιονδήποτε τρόπο έγινε κάτοχος αρχαίων να προβεί σε δήλωση κατοχής, χωρίς εκ τούτου να έπεται ότι ο κατά τις τελευταίες διατάξεις κάτοχος δεν μπορεί να είναι υποκείμενο της πράξης της κλοπής. Εις επίρρωση τούτων, ο νεότερος Ν. 3028/2002 στη διάταξη του άρθρου 53, έχει πλέον ρητούς ορισμούς για την κλοπή αρχαίων μνημείων. Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 46 εδαφ. α' του ίδιου Ν. 5351/1932, εκείνος ο οποίος χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργείου Παιδείας και χωρίς ειδοποίηση της αρμόδιας αρχαιολογικής αρχής ενεργεί ανασκαφές σε δικό του ή ξένο κτήμα για ανεύρεση αρχαιοτήτων, τιμωρείται με φυλάκιση ενός μηνός έως δύο ετών, κατά δε το άρθρο 49 εδαφ. α' αυτός που με πρόθεση καταστρέφει ή βλάπτει αρχαία τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και χρηματική ποινή 500 έως 10.000 δραχμών, σε ιδιαίτερα δε βαριές περιστάσεις με φυλάκιση μέχρι πέντε ετών και χρηματική ποινή 2.000 έως 20.000 δραχμών. Τέλος κατά το άρθρο 374 περ. δ' του ΠΚ, η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες. Κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως, για τη συνδρομή της άνω επιβαρυντικής περιστάσεως απαιτείται η ένωση δύο ή περισσοτέρων προσώπων με σκοπό τη διάπραξη απροσδιόριστης σειράς κλοπών ή ληστειών, κατ' εξακολούθηση ή όχι, γνώση καθενός από αυτούς ότι είναι ενωμένοι για τον ανωτέρω σκοπό και θέληση για τη διάπραξη κλοπών ή ληστειών. Ακόμη, κατά το άρθρο 98 §1 του ΠΚ αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 §1 του ίδιου Κώδικα, να επιβάλλει μία και μόνο ποινή για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης. Για την στοιχειοθέτηση περαιτέρω της άμεσης συνέργειας, απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 46 §1 εδ.β' ΠΚ, δόλος, δηλαδή ηθελημένη παροχή συνδρομής στον αυτουργό, εν γνώσει του ότι αυτή παρέχεται κατά την εκτέλεση της κυρίας πράξεως και παροχή της συνδρομής αυτής και την εκτέλεση της πράξεως, συνδεομένης προς αυτή κατά τρόπο ώστε χωρίς τη βοήθεια του αμέσου συνεργού, δεν θα ήταν δυνατή η διάπραξη με βεβαιότητα του εγκλήματος με τις περιστάσεις που έχει διαπραχθεί.
Έλλειψη της από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ1 αυτά κατ' επιλογή όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Η κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι και εκείνοι που ορισμένως και σαφώς προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητος καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, εφόσον παραδεκτά προβάλλεται, με τη κατάθεση και προφορική ανάπτυξη αυτού (Ολ.ΑΠ 2/2005), διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας.Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ' είδος μνημονευόμενων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Μετά από πληροφορίες που περιήλθαν στο Τμήμα Διώξεως Αρχαιοκαπηλίας της ΕΛ.ΑΣ. ότι ο γνωστός στις αρχές αυτές από προηγούμενη υπόθεση αρχαιοκαπηλίας κατηγορούμενος Χ3, ο οποίος διατηρούσε κατάστημα καφετέριας στην πλατεία ..., θα μεσολαβούσε για να πωληθεί από τον κατηγορούμενο Χ2 ένα αρχαίο χρυσό στεφάνι που κατείχε ο τελευταίος, αστυνομικά όργανα από του τέλους του μηνός Ιανουαρίου 2002, έθεσαν τον κατηγορούμενο Χ3 και όσους ύποπτους συναντούσε υπό παρακολούθηση επί μία περίπου εβδομάδα, κατά τη διάρκεια της οποίας διαπίστωσαν ότι ο κατηγορούμενος αυτός είχε επανειλημμένες συναντήσεις και συνομιλίες στο ανωτέρω κατάστημα του με τους συγκατηγορουμένους του Χ2 και Χ4, ότι στη συνέχεια αυτός έφευγε από το κατάστημα της καφετέριας και πήγαινε στην πλατεία ... στο ..., όπου συναντούσε σε καφενείο και συνομιλούσε με τον κατηγορούμενο Χ5, ο οποίος μετά τις επαφές του αυτές πήγαινε σε κατάστημα Προ-Πο απέναντι από τα Δικαστήρια της Σχολής Ευελπίδων, όπου συναντούσε και συνομιλούσε με τον κατηγορούμενο Χ1. Κατόπιν των διαπιστώσεων αυτών, τα αστυνομικά όργανα που βεβαιώθηκαν ότι η πληροφορία που είχαν ήταν αληθής, εμφανίστηκαν μαζί με ένα συνεργάτη τους στον κατηγορούμενο Χ1 χωρίς να αποκαλύψουν την ιδιότητά τους και προσποιήθηκαν ότι ενδιαφέρονται για να αγοράσουν το αρχαίο χρυσό στεφάνι που ήταν προς πώληση. Ο Χ1 ενημέρωσε τον Χ5 και αυτός δια του Χ4 τους Χ3 και Χ2, ότι βρέθηκε αγοραστής για το αρχαίο στεφάνι και ακολούθως ορίστηκε η συνάντηση του Χ1 και των υποψήφιων αγοραστών με τους πωλητές του αρχαίου στεφανιού τις πρωινές ώρες της 7-2-2002 στην καφετέρια "..." στην πλατεία ..., προκειμένου οι υποψήφιοι αγοραστές να δουν το αρχαίο χρυσό στεφάνι και να διαπραγματευθούν την αγοραπωλησία του. Πράγματι, το πρωί της εν λόγω ημέρας, ο κατηγορούμενος Χ2, οδηγώντας την υπ' αριθμ. ... μοτοσυκλέττα του και έχοντας μαζί του το αρχαίο χρυσό στεφάνι παρέλαβε από την καφετέρια του τον Χ3 και κατευθύνθηκαν προς την πλατεία ... . Κατά την πορεία τους αυτή ο κατηγορούμενος Χ4 είχε τηλεφωνική συνομιλία με χρήση κινητών τηλεφώνων με τον Χ3 και όρισαν ως τόπο συναντήσεως το χώρο έξω από το κατάστημα "...", επίσης στην πλατεία ..., προκειμένου να του παραδώσουν το αρχαίο στεφάνι για να το επιδείξει στους υποψήφιους αγοραστές και να διαπραγματευθεί με αυτούς την πώληση του. Περί ώρα 10:30 ο Χ1 με τους δήθεν αγοραστές, δηλαδή τον μάρτυρα αστυφύλακα ΒΒ και τον συνεργάτη της αστυνομίας, πήγαν στην καφετέρια "...", όπου προσήλθε συνοδευόμενος από τον Χ5 και ο Χ4, ο οποίος δήλωσε προς τους ως άνω υποψήφιους αγοραστές ότι το τίμημα της πωλήσεως του αρχαίου χρυσού στεφανιού ανέρχεται σε 150.000.000 δραχμές και ότι αυτό το φέρνουν οι πωλητές που έρχονται με μοτοσυκλέττα και στη συνέχεια έφυγε από την καφετηρία "...", συνοδευόμενος και πάλι από τον Χ5, για να πάει να φέρει το αρχαίο στεφάνι στους δήθεν αγοραστές. Όταν οι δύο τελευταίοι κατηγορούμενοι βγήκαν από την καφετέρια "...", ο μεν Χ5 παρέμεινε έξω απ' αυτήν, ο δε Χ4 έφυγε και πήγε έξω από το κατάστημα "..." της πλατείας ..., όπου τον περίμεναν με τη μοτοσυκλέττα οι συγκατηγορούμενοί του Χ3 και Χ2 και ο δεύτερος άνοιξε την μπαγαζιέρα της μοτοσυκλέττας και έβγαλε απ' αυτή και του παρέδωσε το αρχαίο στεφάνι, το οποίο ήταν τοποθετημένο σε μπλε χάρτινη κασετίνα μέσα σε μία νάιλον σακκούλα, για να το επιδείξει στους ως άνω υποψήφιους αγοραστές και να διαπραγματευθεί την πώληση του για λογαριασμό του. Ο Χ4 παρέλαβε το αρχαίο στεφάνι και κατευθύνθηκε προς την καφετέρια "...", πριν όμως φθάσει στην καφετέρια "..." και ενώ βρισκόταν καθ' οδόν προς αυτή, επενέβησαν άλλα αστυνομικά όργανα που τον παρακολουθούσαν και τον συνέλαβαν και κατάσχεσαν στα χέρια του το αρχαίο στεφάνι, τα αστυνομικά δε όργανα που παρακολουθούσαν του κατηγορουμένους συνέλαβαν έξω από το κατάστημα "..." και τους κατηγορουμένους Χ3 και Χ2 και έξω από το κατάστημα "..." τον κατηγορούμενο Χ5, ενώ ειδοποιήθηκε και ο μάρτυρας αστυνομικός ΒΒ που βρισκόταν εντός της καφετέριας "..." και συνέλαβε και τον κατηγορούμενο Χ1, ο οποίος, ενόσω βρισκόταν μαζί με τον ως άνω μάρτυρα αστυνομικό εντός της καφετέριας "..." και περίμεναν να έρθει το αρχαίο στεφάνι, άνοιξε ένα "σακ βουαγιάζ" που έφερε μαζί του και επέδειξε στον φερόμενο ως αγοραστή μάρτυρα αστυνομικό και άλλα αρχαία αντικείμενα και τον ρώτησε αν ενδιαφέρεται για να τα αγοράσει και αυτά και μετά τη σύλληψή του, βρέθηκαν στο "σακ βουαγιάζ" που κατείχε και κατασχέθηκαν τα εξής αντικείμενα: 1) Χάλκινο σπειρωτό βραχιόλι, αξίας 4.402 ευρώ, 2) χάλκινος αναθηματικός τροχός, αξίας 1.467 ευρώ, 3) δύο χάλκινοι σφηκωτήρες, αξίας 2.347 ευρώ, 4) χάλκινος σωληνίσκος, αξίας 586 ευρώ, 5) κεφαλή χάλκινης περόνης, αξίας 440 ευρώ, 6) χάλκινη περόνη, αξίας 440 ευρώ 7) πώμα μικρού αμφορέα - περιάπτου, αξίας 146 ευρώ, 8) πέντε χάλκινα δακτυλίδια, αξίας 586 ευρώ, 9) χάλκινο αναθηματικό κάτοπτρο, αξίας 880 ευρώ, 10) απότμημα χάλκινο έλασμα, αξίας 14 ευρώ 11) μελαμβαφής οινοχόη, αξίας 1.760 ευρώ, 12) μελαμβαφής κώθωνας, αξίας 1.467 ευρώ, 13) ενσφράγιστη αγνύθα, αξίας 293 ευρώ, 14) μαρμάρινο κεφάλι κριού, αξίας 586 ευρώ, 15) κορινθιακός αρύβαλλος (πάνθηρας), αξίας 1.027 ευρώ, 16) κορινθιακός αρύβαλλος (φτερωτό άλογο), αξίας 1.467 ευρώ, 17) πήλινο ειδώλιο νέου, αξίας 586 ευρώ και 18) άλλο πήλινο ειδώλιο νέου, αξίας 880 ευρώ. Όπως βεβαιώνεται με το αναγνωσθέν από 4-3-2002 πρακτικό εκτιμήσεως κατασχεθέντων αρχαίων της νομίμως ορισθείσας προς τούτο Επιτροπής, το ως άνω χρυσό στεφάνι που προοριζόταν προς πώληση, το οποίο αποτελείτο από χοινικίδα (κυλινδρικό στέλεχος), που κατά τους μάρτυρες αρχαιολόγους ΓΓ και ΔΔ δεν ήταν αρχαία αλλά κατασκευασμένη και από φύλλα και καρπούς δρυός, που ήταν κατά τους ως άνω μάρτυρες αρχαιολόγους μετά βεβαιότητας αρχαία φύλλα και καρποί δρυός από αρχαίο στεφάνι και η κατασκευή τους ανάγεται στους υστεροελληνιστικούς χρόνους, δηλαδή στον 3° με 2° π.χ. αιώνα και ο τόπος προελεύσεως τους μπορεί να είναι οποιοδήποτε μέρος του αρχαίου Ελληνικού χώρου, δεδομένου ότι τέτοια χρυσά στεφάνια συνόδευαν τους νεκρούς σε όλο τον αρχαίο Ελληνικό κόσμο, εμπίπτει ως αντικείμενο στην κατά το άρθρο 2 του Κ.Ν. 5351/1932 έννοια του "αρχαίου" κινητού πράγματος και ανήκει ως εκ τούτου στο Ελληνικό Δημόσιο. Η εμπορική του αξία λαμβάνοντας υπόψη την αρχαιολογική του αξία, την κατάσταση διατηρήσεως και τις τρέχουσες τιμές αναλόγων έργων στην εγχώρια και ξένη αγορά, ανέρχεται σε 19.999.980 δραχμές, δηλαδή σε 58.694 ευρώ. Το αρχαίο αυτό αντικείμενο είχε περιέλθει στην κατοχή του κατηγορουμένου Χ2 με άγνωστο τρόπο τα μέσα Ιανουαρίου του έτους 2002 που προσπαθούσε μέσω των συγκατηγορούμενών του να βρει αγοραστή για να το πωλήσει και γνωρίζοντας ότι πρόκειται περί "αρχαίου" αντικειμένου που ανήκει στο Δημόσιο, το κράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα, αντί να το δηλώσει ως αρχαίο και να το παραδώσει στο Ελληνικό Δημόσιο. Ο ισχυρισμός του ως άνω κατηγορουμένου ότι του είχε δώσει το αρχαίο χρυσό στεφάνι ο μάρτυρας ΕΕ από το έτος 1991 για να του εξοφλήσει ενοίκια που του χρωστούσε κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, αφού ο ίδιος ο μάρτυρας ΕΕ κατέθεσε ότι μίσθωνε διαμέρισμα από τον ΑΑ, αδελφό του κατηγορουμένου Χ2 και ότι όταν έφυγε από το μίσθιο δεν χρωστούσε κανένα μίσθωμα. Άλλωστε, η κατάθεση του μάρτυρα ΕΕ ότι αυτός έδωσε το αρχαίο στεφάνι στον ΑΑ κατά το έτος 1991, ενόψει του ότι ο μάρτυρας αυτός άλλα είχε καταθέσει προανακριτικά, κρίνεται αναξιόπιστη και δεν πείθει το Δικαστήριο. Την ιδιότητα του χρυσού στεφανιού ως "αρχαίου" που ανήκε στο Δημόσιο καθώς επίσης και ότι το είχε ιδιοποιηθεί παράνομα και προσπαθούσε να βρει αγοραστή για να το πωλήσει ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2 το γνώριζαν και όλοι οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, από τους οποίους μάλιστα ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ3 και τρίτος κατηγορούμενος Χ4, το είχαν δεχθεί και στην κατοχή τους από τον Χ2 με την εντολή του να το επιδείξουν στους υποψήφιους αγοραστές, ο πρώτος στο κατάστημα της καφετέριάς του στο ..., όπου το υπέδειξε σε άγνωστους υποψήφιους αγοραστές και το φωτογράφησε και ο δεύτερος στο Σύνταγμα για να το μεταφέρει στο "..." και να το επιδείξει κατά τα ανωτέρω στους φερόμενους αγοραστές, ενώ ο πέμπτος κατηγορούμενος Χ1 διαμεσολάβησε προς εξεύρεση αγοραστή για το αρχαίο χρυσό στεφάνι και έφερε σε επαφή τα αστυνομικά όργανα, που εμφανίστηκαν σ' αυτόν ως υποψήφιοι αγοραστές, με τους ως άνω συγκατηγορούμενούς του, που παρουσιάστηκαν ως πωλητές του αρχαίου χρυσού στεφανιού. Εξάλλου, όπως βεβαιώνεται με το προαναφερθέν από 4-3-2002 πρακτικό εκτιμήσεως κατασχεθέντων αρχαίων της νομίμως ορισθείσας προς τούτο Επιτροπής που αναγνώστηκε, τα ως άνω 18 αντικείμενα που βρέθηκαν εντός "σακ βουαγιάζ" στην κατοχή του πέμπτου κατηγορούμενου Χ1, αποτελούσαν αρχαία κινητά πράγματα έργα τέχνης, με τόπο προελεύσεως και χρόνο κατασκευής των μεν χάλκινων το βορειοελλαδικό χώρο από του 8ου π.χ. αιώνα μέχρι των αρχών και μέσων των ελληνιστικών χρόνων, των δε πήλινων την περιοχή της ... και της ... κατά τους αχαϊκούς και κλασικούς χρόνους και γι' αυτό εμπίπτουν ως αντικείμενα στην κατά το άρθρο 2 του Κ.Ν. 5351/1932 έννοια των "αρχαίων" κινητών πραγμάτων και ανήκουν ως εκ τούτου στο Ελληνικό Δημόσιο. Η εμπορική τους αξία λαμβάνοντας υπόψη την αρχαιολογική τους αξία, την κατάσταση διατηρήσεως και τις τρέχουσες τιμές αναλόγων έργων στην εγχώρια και ξένη αγορά, ανέρχεται συνολικά σε 18.934 ευρώ, δηλαδή σε 6.451.760 δραχμές. Τα αρχαία αυτά αντικείμενα είχαν περιέλθει στην κατοχή του κατηγορουμένου Χ1 με άγνωστο τρόπο στις αρχές Φεβρουαρίου του έτους 2002, λίγο πριν προσπαθήσει να τα πωλήσει στους υποψήφιους αγοραστές του αρχαίου χρυσού στεφανίου και γνωρίζοντας ότι πρόκειται περί "αρχαίων" αντικειμένων που ανήκουν στο Δημόσιο, τα κράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, αντί να τα δηλώσει ως αρχαία και να τα παραδώσει στο Ελληνικό Δημόσιο. Ο ισχυρισμός του πέμπτου κατηγορουμένου Χ1 ότι το "σακ βουαγιάζ" με τα ως άνω αρχαία αντικείμενα δεν το κατείχε αυτός αλλά το έβαλαν οι αστυνομικοί για να τον ενοχοποιήσουν κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος και τούτο διότι ο ίδιος υπέγραψε στην αναγνωσθείσα από 7-2-2002 έκθεση σωματικής έρευνας και κατασχέσεως ότι το "σακ βουαγιάζ" με τα ως άνω αρχαία αντικείμενα βρέθηκε στην κατοχή του και κατασχέθηκε, παραδέχθηκε δε ότι υπέγραψε την ως άνω έκθεση σωματικής έρευνας και κατασχέσεως και όταν ρωτήθηκε σχετικά στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υποθέσεως. Κατ' ακολουθία, αφού ο ως άνω ισχυρισμός του πέμπτου κατηγορουμένου Χ1 κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, το αίτημα του να διαταχθεί η προσέλευση ως μαρτύρων του Αστυνόμου της ΓΑΔΑ ΣΤ και του Ταξίαρχου της Αστυνομίας ΖΖ, για τους οποίους ισχυρίζεται ότι αυτοί εξήφαναν την σκευωρία σε βάρος του με τα αρχαία αντικείμενα που βρέθηκαν στο "σακ βουαγιάζ", πρέπει να απορριφθεί ως παρελκυστικό της δίκης, αφενός μεν διότι ο Αστυνόμος ΣΤ έχει ήδη αποβιώσει (βλ. την κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού ΒΒ στα πρακτικά), αφετέρου δε διότι ήδη με τα υφιστάμενα αποδεικτικά στοιχεία κρίνεται αβάσιμος ο ως άνω υπερασπιστικός ισχυρισμός του πέμπτου κατηγορουμένου περί πλεκτάνης και σκευωρίας σε βάρος του από μέρους των ως άνω αστυνομικών και δεν χρειάζεται να προσέλθει ο Ταξίαρχος ΖΖ για να καταθέσει ως μάρτυρας. Έτσι, ενόψει όλων των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι ... . Και 4) Ο πέμπτος κατηγορούμενος Χ1, ενεργώντας με πρόθεση, στην ... και στις 7-2-2002, συνήργησε σε μεταβίβαση πράγματος ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που προήλθε από αξιόποινη πράξη και συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και κατά τον ανωτέρω χρόνο, μετά από πρόταση των συγκατηγορουμένου του Χ4, δέχθηκε και διαμεσολάβησε προς εξεύρεση αγοραστή του προαναφερθέντος αρχαίου αντικειμένου, δηλαδή του χρυσού στεφανιού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας 19.999.980 δραχμών ή 58.693 ευρώ, το οποίο αυτός προόριζε προς πώληση για λογαριασμό του συγκατηγορουμένου του Χ2 και έφερε σε επαφή τον ως άνω συγκατηγορούμενό του Χ4 με τους εμφανισθέντες ως υποψήφιους αγοραστές αστυνομικούς, οι οποίοι ήταν άγνωστοι μεταξύ τους και συναντήθηκαν προς το σκοπό της πωλήσεως του ανωτέρω αρχαίου χρυσού στεφανιού στην πλατεία ..., όπου έκαναν τις σχετικές διαπραγματεύσεις, ενώ γνώριζε ότι το εν λόγω χρυσό στεφάνι ήταν "αρχαίο" κατά την έννοια του νόμου και ως εκ τούτου ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο και ότι το είχε υπεξαιρέσει ο πωλητής του. Επίσης, ο ίδιος κατηγορούμενος, στην ... και στις αρχές του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2002, ενεργώντας με πρόθεση, ιδιοποιήθηκε εξακολουθητικώς τα προαναφερθέντα δεκαοκτώ (18) αρχαία αντικείμενα, τα οποία είναι σπάνια, μοναδικά και αρχαιολογικής και εμπορικής αξίας που είναι ιδιαίτερα μεγάλη και που ανέρχεται συνολικά σε 6.451.760 δραχμές ή 18.934 ευρώ και τα οποία ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο και συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και κατά τον ανωτέρω χρόνο περιήλθαν αδικαιολόγητα στην κατοχή του τα προαναφερθέντα δεκαοκτώ (18) αρχαία αντικείμενα, τα οποία ιδιοποιήθηκε έχοντας σκοπό να τα πωλήσει σε τρίτους. Επομένως, ο πέμπτος κατηγορούμενος Χ1 πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των ως άνω αξιόποινων πράξεων. Όμως, ο τελευταίος αυτός κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος της κατοχής των ως άνω δεκαοκτώ (18) αρχαίων αντικειμένων για την οποία κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε πρωτόδικα διότι η κατοχή αυτή απορροφάται από την υπεξαίρεση των αρχαίων αντικειμένων, αφού η κατοχή τους αποτελεί προτέρα αναγκαία πράξη προς τέλεση της υπεξαίρεσής τους ...". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα Χ1 του ότι: "Α) Στην ... και στις 7-2-2002 ενεργώντας με πρόθεση συνήργησε σε μεταβίβαση πράγματος ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που προήλθε από αξιόποινη πράξη και συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και κατά τον ανωτέρω χρόνο, μετά από πρόταση του συγκατηγορουμένου του Χ4, δέχθηκε και διαμεσολάβησε προς εξεύρεση αγοραστή αρχαίου αντικειμένου, δηλαδή ενός χρυσού στεφανιού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας 19.999.980 δραχμών ή 58.693 ευρώ, το οποίο αυτός προόριζε προς πώληση για λογαριασμό του συγκατηγορουμένου του Χ2 και έφερε σε επαφή τον ως άνω συγκατηγορούμενό του Χ4με τους εμφανισθέντες ως υποψήφιους αγοραστές αστυνομικούς, οι οποίοι ήταν άγνωστοι μεταξύ τους και συναντήθηκαν προς το σκοπό της πωλήσεως του ανωτέρω αρχαίου χρυσού στεφανιού στην πλατεία ..., όπου έκαναν τις σχετικές διαπραγματεύσεις, ενώ γνώριζε ότι το εν λόγω χρυσό στεφάνι ήταν "αρχαίο" κατά την έννοια του νόμου και ως εκ τούτου ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο και ότι το είχε υπεξαιρέσει ο πωλητής του.- Και Β) Στην ... και στις αρχές του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2002, ενεργώντας με πρόθεση, ιδιοποιήθηκε εξακολουθητικώς δεκαοκτώ (18) αρχαία αντικείμενα, τα οποία είναι σπάνια μοναδικά και αρχαιολογικής και εμπορικής αξίας που είναι ιδιαίτερα μεγάλη και που ανέρχεται συνολικά σε 6.451.760 δραχμές ή 18.934 ευρώ και τα οποία ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο και συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και κατά τον ανωτέρω χρόνο περιήλθαν αδικαιολόγητα στην κατοχή του δεκαοκτώ (18) αρχαία αντικείμενα και ειδικότερα τα εξής: 1) Χάλκινο σπειρωτό βραχιόλι, αξίας 4.402 ευρώ, 2) χάλκινος αναθηματικός τροχός, αξίας 1.467 ευρώ, 3) δύο χάλκινοι σφηκωτήρες, αξίας 2.347 ευρώ, 4) χάλκινος σωληνίσκος, αξίας 586 ευρώ, 5) κεφαλή χάλκινης περόνης, αξίας 440 ευρώ, 6) χάλκινη περόνη, αξίας 440 ευρώ 7) πώμα μικρού αμφορέα - περιάπτου, αξίας 146 ευρώ, 8) πέντε χάλκινα δακτυλίδια, αξίας 586 ευρώ, 9) χάλκινο αναθηματικό κάτοπτρο, αξίας 880 ευρώ, 10) απότμημα χάλκινο έλασμα, αξίας 14 ευρώ 11) μελαμβαφής οινοχόη, αξίας 1.760 ευρώ, 12) μελαμβαφής κώθωνας, αξίας 1.467 ευρώ, 13) ενσφράγιστη αγνύθα, αξίας 293 ευρώ, 14) μαρμάρινο κεφάλι κριού, αξίας 586 ευρώ, 15) κορινθιακός αρύβαλλος (πάνθηρας), αξίας 1.027 ευρώ, 16) κορινθιακός αρύβαλλος (φτερωτό άλογο), αξίας 1.467 ευρώ, 17) πήλινο ειδώλιο νέου, αξίας 586 ευρώ και 18) άλλο πήλινο ειδώλιο νέου, αξίας 880 ευρώ, τα οποία ιδιοποιήθηκε έχοντας σκοπό να τα πωλήσει σε τρίτους", και του επέβαλε με την παραδοχή ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 §2ε του ΠΚ συνολική ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή, προς πέντε (5) ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά το μέρος που καταδίκασε τον αναιρεσείοντα και του επέβαλε την ως άνω ποινή, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 §1, 26 §1α, 27, 46 §1β, 84 §2ε, 94 §1 και 375 §1α του ΠΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1 και 2 του Ν. 5351/1932 (ενόψει τέλεσης των εγκλημάτων το Φεβρουάριο του 2002), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογίες ων παρόντων κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και οδηγήθηκε, εκτός των άλλων, στην καταδικαστική του κρίση για τον αναιρεσείοντα, ενώ δεν υπήρχε ανάγκη, κατά νόμο, να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ως προς την παραδοχή από το Δικαστήριο των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων που καταδικάσθηκε τόσο της άμεσης συνέργειάς του στην υπεξαίρεση του αρχαίου χρυσού στεφανιού όσο και της υπεξαίρεσης από τον ίδιο των 18 αρχαίων αντικειμένων, με ειδικότερη αναφορά περί χρησιμοποιήσεώς του δήθεν από την αστυνομία (Ταξίαρχο ΖΖ), πλήττουσες την αναιρετικώς ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Ακόμη με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβασίμους τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί της συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου του, της ωθήσεως της πράξεώς του από μη ταπεινά αίτια και της ειλικρινούς μεταμέλειάς του (άρθρο 84 §2α, β και δ του ΠΚ), καθόσον ουδόλως αποδείχθηκαν τα απαιτούμενα κατά το νόμο περιστατικά για ουσιαστική ευδοκίμηση των λόγων ισχυρισμού (βλ. σελ. 66 της προσβαλλόμενης απόφασης). Επομένως, οι από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του Χ1, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, (τόσο ως προς την καταδίκη του όσο και ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του περί ελαφρυντικών περιστάσεων), για έλλειψη νόμιμης βάσης και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης παραδεκτός για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του Χ1 και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 του ΚΠΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν αμφότεροι οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ. και 22 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 8 Μαΐου 2009 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., με την από 20 Νοεμβρίου 2009 αίτηση του Χ2, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2194/2009 και 3739/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Απορρίπτει αυτές, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την πρώτη αυτών και ως απαράδεκτη τη δεύτερη αυτών. και
Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, εκ τριακοσίων (300) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συνεκδίκαση αιτήσεων. Άμεση συνέργεια σε υπεξαίρεση αρχαίου αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Υπεξαίρεση αντικειμένων κατά το Ν. 5153/1932 (όχι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας). Καταδικαστική απόφαση. Αίτηση αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, νόμιμης βάσης και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απόρριψη ισχυρισμών για ελαφρυντικές περιστάσεις. Απόρριψη της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης λόγω άσκησης από δικηγόρο που παρέστη στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αλλά δεν το αναφέρει στην αίτηση αναίρεσης, ούτε προσκόμισε εγκαίρως πληρεξούσιο για την άσκησή της.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Υπεξαίρεση, Αρχαία.
| 0
|
Αριθμός 1354/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Χριστόφορο Κοσμίδη και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Χ1, 2. Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Φραγκάκη, περί αναιρέσεως της 1424/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ3 και πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 352/10.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων και των αυτοπροσώπως παραστάντα ως δικηγόρο πολιτικώς ενάγοντα, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 17-2-2010 κοινή αίτηση αναίρεσης των: 1) Χ2 και 2) Χ1, κατά της υπ' αρ. 1424/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την πραγμάτωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου για κάποιου άλλου γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη αυτού, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) άμεσος δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη θέλησή του να προβεί στην ενέργεια αυτή και στη γνώση ότι το γεγονός ήταν ψευδές και μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ, 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτέλεσε ι την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος και την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει, αφού ο νομός δεν ορίζει, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπές, με παρακίνηση ή παρόρμηση ή ενθάρρυνση και με παραινέσεις (δηλαδή με συμβουλές κλπ), με πειθώ και φορτικότητα ή με εκμετάλλευση της επιβολής στο φυσικό αυτουργό, λόγω υπηρεσιακής εξαρτήσεως. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με θέληση -και γνώση και αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά, με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας για την πληρότητα της αιτιολογίας πρέπει να αναφέρονται ο τρόπος και τα μέσα, με τα όποια ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση στον αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Ειδικώς, για το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης της ηθικής αυτουργίας, όταν για τη θεμελίωση του οικείου εγκλήματος αρκεί και ενδεχόμενος δόλος, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός το φυσικό αυτουργό, και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδήλωνε ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα τελευταία. Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη με την υπ' αριθμ. 1424/2009 απόφασή του, όπως προκύπτει από τα πρακτικά αυτής, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (αναφέρονται και εκείνα για τα οποία ο τρίτος συγκατηγορούμενος των αναιρεσειόντων Χ3 καταδικάσθηκε για το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης): "Το έτος 1992 ο πρώτος των κατηγορουμένων, Χ3, υπέστη τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα από ανασφάλιστο όχημα. Την υπόθεσή του αυτή την ανέθεσε στον εγκαλούντα, Δικηγόρο του Δ.Σ. Αθηνών, ο οποίος βρισκόταν σε συνεχή επικοινωνίας τόσο με τον ίδιο τον παθόντα και εντολέα τους, όσο και με τους άλλους δύο κατηγορούμενους. Η αμοιβή του συμφωνήθηκε σε ποσοστό 20% επί των χρηματικών ποσών, που θα εισπράττονταν συμπεριλαμβανομένων και των δικαστικών εξόδων, τα οποία (έξοδα) θα ελάμβανε ο εγκαλών, ο οποίος, όμως, θα κατέβαλε εξ ιδίων τα απαιτούμενα δικαστικά έξοδα των διαφόρων διαδικαστικών πράξεων, που θα διενεργούνταν, καθώς και των παραστάσεών του, όπως και για την εν γένει απασχόλησή του. Αξίζει να σημειωθεί, ότι τη συμφωνία αυτή επιβεβαίωσε πλήρως η Τρίτη των κατηγορουμένων σε ένορκη κατάθεσή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, η οποία είχε ασκηθεί εναντίον του εγκαλούντος. Ο τελευταίος από την ανάθεση της εντολής χειρίσθηκε την υπόθεση κατά τρόπο άψογο και επιτυχή. Ειδικότερα, άσκησε: α) την από 17-2-1993 αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 7221/1993 απόφαση, η οποία επιδίκασε στον παθόντα πελάτη του το χρηματικό ποσό των 1.941.610 δρχ, για το χρονικό διάστημα από 3.3.1993 έως 3.7.1993. Το συνολικό δε ποσό ανήλθε σε 2.353.473 δρχ., το οποίο εισέπραξε από το "Επικουρικό Κεφάλαιο". Μετ' αφαίρεση δε της αμοιβής του και της δικαστικής δαπάνης, που επιδικάσθηκε, το υπόλοιπο ποσό κατέθεσε αυθημερόν ο εγκαλών στον υπ' αριθ. ... τραπεζικό λογαριασμό του δευτέρου των κατηγορουμένων, που διατηρούσε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., β) την από 4.11.1993 αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του ίδιου πιο πάνω δικαστηρίου, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 25077/1993 απόφαση, που επιδίκασε το συνολικό ποσό τω 805.000 δρχ και αυτή τη φορά ο εγκαλών, μετ' αφαίρεση της αμοιβής του και της από 12.000 δρχ. δικαστικής δαπάνης, κατέθεσε αμέσως το υπόλοιπο χρηματικό ποσό. Είναι σαφές, ότι οι παραπάνω αιτήσεις ασκήθηκαν από τον εγκαλούντα στα πλαίσια λήψεως ασφαλιστικών μέτρων για την επιδίκαση στον πελάτη του προσωρινών απαιτήσεων, λόγω της άμεσης ανάγκης που είχε μέχρι την επιδίκαση των οριστικών απαιτήσεων επί της τακτικής αγωγής, η οποία, στο μεταξύ, είχε ασκηθεί. Επ' αυτής, εκδόθηκε κατ' αρχήν η υπ' αριθ. 4711/1994 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατ' έφεση η υπ' αριθ. 9928/1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη και, έτσι, επιδικάσθηκε στον παθόντα, κατά το δεύτερο αυτό στάδιο, το επιπλέον χρηματικό ποσό των 4.598.454 δρχ., το οποίο, σημειωτέον, ο εγκαλών εισέπραξε από το παραπάνω νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου" "Επικουρικό Κεφάλαιο" στις 6.11.1995. Μετ' αφαίρεση δε του ποσοστού της αμοιβής του και την παρακράτηση της δικαστικής δαπάνης, που επιδικάσθηκε, ο εγκαλών κατέθεσε και μάλιστα αυθημερόν το συνολικό ποσό των 3.558.864 δρχ. στον προαναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό του δεύτερου των κατηγορουμένων. Αποδεικνύεται, λοιπόν, ότι η ανατεθείσα στον εγκαλούντα υπόθεση δεν διεξήχθη από αυτόν μόνο επιτυχώς, αλλά -και το σημαντικότερο- με ταχύτατους ρυθμούς και ορθούς νομικούς χειρισμούς και με την άμεση καταβολή στον παθόντα πελάτη του όλων των εισπραχθέντων χρηματικών ποσών και μάλιστα εις το ακέραιον. Και ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, ο εγκαλών αντιμετώπισε μία σφοδρή επίθεση, που έλαβε χώρα εναντίον του από τον ως άνω πελάτη του και πρώτο των κατηγορουμένων. Κατ' αρχήν άσκησε κατ' αυτού την από 23.10.2003 αίτηση, με την οποία ζήτησε τη λήψη εναντίον του ασφαλιστικών μέτρων και, συγκεκριμένα, να διαταχθεί η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του, αμφισβητώντας ευθέως το ύψος της αποζημίωσης, που είχε λάβει. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 533/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αναλύοντας κατά τρόπο λεπτομερή τα επιδικασθέντα χρηματικά ποσά με τις παραπάνω δικαστικές αποφάσεις και αφαιρώντας τη συμφωνηθείσα αμοιβή, η οποία, σημειωτέον, δεν αμφισβητήθηκε, κατέληξε, ότι ο εγκαλών είχε καταβάλει στον πελάτη του την αποζημίωση, που δικαιούνταν, και μάλιστα, από πρόδηλη λογιστική παραδρομή, είχε καταβληθεί και επιπλέον ποσό. Έτσι, απορρίφθηκε η αίτηση ως ουσιαστική αβάσιμη, αφού δεν πιθανολογήθηκε η απαίτηση. Πέραν, όμως, της ανωτέρω ενέργειάς του. Εξάλλου, στις 2.7.2003 συντάχθηκε κατ' εντολή του η ακόλουθη εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία, η οποία αναφερόταν στον εγκαλούντα Δικηγόρο, επιδόθηκε σ' αυτόν στις 7.7.2003 με δικαστικό επιμελητή και είχε το εξής περιεχόμενο: "... πρόσφατα διαπίστωσα μετά μεγάλης εκπλήξεως και αγανακτήσεως, ότι εισπράξατε μεγάλα ποσά χρημάτων για λογαριασμό του τόσο από τον υπαίτιο οδηγό ΑΑ όσο και από το "Επικουρικό Κεφάλαιο", τα οποία παρακρατήσατε διαπράττοντας τα ποινικά αδικήματα της υπεξαιρέσεως και της απιστίας δικηγόρου ... . Σας προσκαλώ: Όπως ... ανακοινώσετε εγγράφως και μου παραθέσετε κατάλογο εσόδων και εξόδων ... και μου καταβάλετε νομιμοτόκως το υπόλοιπο των όσων έχετε εισπράξει, άλλως θέλω ασκήσει καθ' υμών πάν νόμιμο μέσο προβλεπόμενο υπό της αστικής και ποινικής νομοθεσίας". Το περιεχόμενο της ως άνω εξώδικης δήλωσης και διαμαρτυρίας αξιολογούμενο περιέχει δυσμενείς φράσεις για τον εγκαλούντα και συγχρόνως μειωτικές για την τιμή και την υπόληψή του. Εμφανίζουν έναν πληρεξούσιο δικηγόρο να αναλαμβάνει μία αστική υπόθεση, την οποία, αφού διεκπεραιώνει, να καρπούται παρανόμως μέρος της αποζημιώσεως, την οποία επιδίκασε το πολιτικό δικαστήριο. Πάντα, όμως, τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω εξώδικη διαμαρτυρία πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται, ότι ήσαν ψευδή και ότι υπήρχε πρόθεση στον πρώτο κατηγορούμενο με τη διάδοσή τους, την οποία με τον ανωτέρω τρόπο σκόπευε, να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος. Βέβαια η επίδοση της εν λόγω εξώδικης διαμαρτυρίας προηγήθηκε και ακολούθησε η παραπάνω αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, κατά την οποία με την εκδοθείσα δικαστική απόφαση ο εν θέματι κατηγορούμενος έλαβε μία σαφή απάντηση, ότι είχε λάβει αυτός αποζημίωση επιπλέον από όση δικαιούνταν να λάβει και, συνεπώς, ο εγκαλών πληρεξούσιος δικηγόρος του υπήρξε υπέρ το δέον συνεπής και έντιμος. Ακολούθως, αποδεικνύεται, ότι οι δεύτερος και τρίτη των κατηγορουμένων, Χ2 (αναιρεσείοντες) κατά την ανωτέρω τόπο και χρόνο, δηλαδή, στην ..., στις 7.7.2003, ενεργώντας με πρόθεση προκάλεσαν την απόφαση στον πρώτο συγκατηγορούμενό τους να εκτελέσει την άδικη πράξη που προαναφέρθηκε και διέπραξε. Η πρόκληση δε της αποφάσεως έγινε με προτροπές και παραινέσεις προς αυτόν. Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο το γεγονός, ότι πριν προβεί ο πρώτος κατηγορούμενος στις παραπάνω ενέργειές του τον έπεισαν να αναζητήσει το φάκελό του με όλα τα σχετικά έγγραφα από τον εγκαλούντα, προκειμένου να ανατεθεί σε άλλον δικηγόρο. Όπως δε κατατίθεται, αμφισβητούσαν τον εγκαλούντα και η τρίτη κατηγορουμένη είχε καταγγείλει αυτόν στις 5.2.2002 στο Πειθαρχικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, επ' ευκαιρία άλλης υποθέσεώς της.
3. Επειδή, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προεκτέθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει, πως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των αξιοποίνων πράξεων, οι οποίες τους αποδίδονται με το κατηγορητήριο. Ωστόσο, κρίνεται, πως πρέπει να αναγνωρισθεί στο πρόσωπό τους η ελαφρυντική περίσταση του αριθ. 84 παρ 2α' ΠοινΚ, δεδομένου, ότι και από τα αντίγραφα των ποινικών τους μητρώων, τα οποία επισυνάπτονται στη δικογραφία προκύπτει, ότι αυτοί μέχρι την τέλεση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες, χωριστά ο καθένας, κηρύχθηκαν ένοχοι, έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να επιβληθεί σε καθέναν από αυτούς μειωμένη ποινή, κατ' αρθ. 83 ΠοινΚ". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ενόχους αμφοτέρους τους αναιρεσείοντες για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε συκοφαντική δυσφήμηση, που τέλεσε ο τρίτος συγκατηγορούμενός τους, και επέβαλε στον καθένα ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) έτη. Με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας δι έλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27, 45, 46 παρ. 1α, 362 και 363 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, σε σχέση με τις περί του αντιθέτου προβαλλόμενες από τους αναιρεσείοντες αιτιάσεις, αναφέρονται στην αιτιολογία με σαφήνεια τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους (μάρτυρες και έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδήγησαν στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχαν, κατά νομό, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα μέσα και ο τρόπος που χρησιμοποίησαν οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι για να πείσουν το φυσικό αυτουργό Ψ (αδελφό της αναιρεσείουσας και κουνιάδο του αναιρεσείοντος αντίστοιχα) να διαπράξει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, ενεργώντας με πρόθεση από κοινού, με προτροπές και παραινέσεις τους προς εκείνον, εν γνώσει αυτών ότι τα υποστηριζόμενα για τον πολιτικώς ενάγοντα κατά το χειρισμό υπόθεσης αστικής φύσης, που εκείνος του είχε αναθέσει ήταν ψευδή γεγονότα και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος, σκοπό τον οποίο επεδίωκαν όλοι οι κατηγορούμενοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τον παραπάνω λόγο, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτόν απαράδεκτες. Ακόμη, κατά την διάταξη του άρθρου 364 παρά του Κ.Π.Δ. στο ακροατήριο διαβάζονται τα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά της. Διαβάζονται επίσης τα έγγραφα από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη στην οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη. Εξάλλου από την παραπάνω διάταξη και εκείνη του άρθρου 171 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι η ανάγνωση από το Δικαστήριο της ουσίας απόφασης πολιτικής ή ποινικής δίκης χωρίς να προκύπτει ότι είναι αμετάκλητη και χωρίς προηγουμένη απόφαση ότι ήταν κρίσιμη η ανάγνωση αυτής δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο Δικαστήριο.
Συνεπώς η λήψη υπόψη από το Δικαστήριο κατά το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσης για τους αναιρεσείοντες, εκτός των λοιπών εγγράφων, α) της αγωγής λογοδοσίας της ΒΒ, β) της εκδοθείσας επ' αυτής οριστικής και όχι αμετάκλητης υπ' αριθμ. 3473/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γ) και του κατηγορητηρίου για την υπ' αρ. ΒΔΕΓ 94-04/468 ποινική δικογραφία, επί της οποίας δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση, χωρίς μάλιστα να προβληθεί κάποια αντίρρηση από οιοδήποτε διάδικο (και τους αναιρεσείοντες), όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. 7η σελίδα αυτήν), δεν επάγεται κάποια ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και συνεπώς δεν θεμελιώνει η λήψη της υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α εδ. α του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο προβαλλόμενος ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης της κρινόμενης κοινής αίτησης αναιρέσεως.
Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 153 ΚΠΔ) ως και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 180 παρ. 2 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Φεβρουαρίου 2010 αίτηση των: 1) Χ2 και 2) Χ1, κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1424/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει καθένα των ως άνω αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και εις ολόκληρον τον καθένα αυτών στην εκ πεντακοσίων (500) ευρώ δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ηθική αυτουργία σε συκοφαντική δυσφήμηση. Αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης. Ανάγνωση με αμετάκλητων αποφάσεων χωρίς αντίρρηση κατηγορουμένου και λήψη υπόψη αυτών για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσης. Δεν συνιστά ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Αίτηση αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας και απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Απόρριψη αμφοτέρων των λόγων ως αβασίμων. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ηθική αυτουργία, Δυσφήμηση συκοφαντική.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1352/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 18η Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση αναιρέσεως της 126/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (αναστολών), του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που γεννήθηκε στη Ρουμανία το ..., πρώην κατοίκου ...και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Θωμά (ΑΜ ΔΣΑ 5318).
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών (αναστολών), με την ως άνω απόφαση, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεσή της, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιανουαρίου 2010 αίτηση αναιρέσεως, που καταχωρήθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 298/2010.
Αφού άκουσε
τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, που κατατέθηκε στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση την 22-1-2010, υποβάλλεται για τον κατηγορούμενο, εκ μέρους συνηγόρου που είχε ειδική πληρεξουσιότητα (εκ παραδρομής στην έκθεση αναφέρεται ως "παραστάς" στη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν παραστάθηκε, αλλά στο τέλος της εκθέσεως επισυνάπτεται η από 21-1-2010 εξουσιοδότηση) και στρέφεται κατά της 126/2010 συγχωνευτικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (αναστολών), που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ την 5-2-2010. Επομένως, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (ΚΠοινΔ 465 παρ.1, 473 παρ.1 και 3, 474, 505 παρ.1, 509 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου αυτής.
2.Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 97 ΠΚ και 551 ΚΠοινΔ, κατά τον καθορισμό συνολικώς εκτιτέας ποινής, προκειμένου να εκτελεσθούν περισσότερες, στερητικές της ελευθερίας ποινές σε βάρος του αυτού προσώπου, οι οποίες δεν έχουν αποτιθεί και συναντώνται κατά την εκτέλεση, ως βαρύτερη ποινή θεωρείται η κατ' είδος βαρύτερη και μόνο όταν πρόκειται για ποινές του αυτού είδους, ως βαρύτερη θεωρείται εκείνη με τη μεγαλύτερη χρονική διάρκεια. Η συνολική ποινή, που τυχόν έχει καθορισθεί προηγουμένως, λαμβάνεται υπόψη ως μία ποινή μόνο αν είναι βαρύτερη, υπό την ως άνω έννοια και αν πρόκειται να αποτελέσει τη βάση της νέας επιμέτρησης, οπότε δεν διασπάται. Άλλως, αν δηλαδή πρόκειται να συγχωνευθεί η προηγούμενη συνολική ποινή σε άλλη βαρύτερη, πρέπει να διασπασθεί και να ακολουθήσει νέα συγχώνευση των ποινών, από τις οποίες εκείνη είχε προκύψει. Κατά τον καθορισμό της νέας συνολικής ποινής, όμως, το δικαστήριο, που διενεργεί τη συγχώνευση, δεσμεύεται από την αρχή της αυτοτέλειας των επί μέρους ποινών που συγχωνεύονται εκ νέου (ΑΠ 1255/1998) και πρέπει να μην προσμετρήσει από εκάστη εξ αυτών χρόνο μεγαλύτερο από εκείνον, που είχε ληφθεί υπ' όψη προηγουμένως (ΑΠ 1602/2003, 286/1999). Ο ίδιος περιορισμός ισχύει και σε περίπτωση κάθε μεταγενέστερης συγχώνευσης. Οι διατάξεις, που αφορούν στον καθορισμό συνολικής ποινής, είναι ουσιαστικές και η παραβίασή τους ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ.
3.Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 126/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, των αποφάσεων, οι ποινές των οποίων συγχωνεύθηκαν με αυτήν και της 3760/2008 προηγούμενης, συγχωνευτικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που είχε αναγνωσθεί κατά την ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου διαδικασία, αυτό προέβη σε νέα συγχώνευση περισσοτέρων στερητικών της ελευθερίας ποινών, τις οποίες εξέτιε ο αναιρεσείων. Μεταξύ των ποινών, οι οποίες συγχωνεύθηκαν, ήσαν και οι ποινές που είχαν επιβληθεί στον αναιρεσείοντα με την 66439/1998 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ήτοι φυλάκιση πέντε (5) ετών και δέκα (10) μηνών και δέκα (10) μηνών, η οποία είχε συγχωνευθεί σε φυλάκιση πέντε (5) ετών και δέκα (10) μηνών. Το Πενταμελές Εφετείο διέσπασε τη συνολική ποινή της εν λόγω 66439/1998 αποφάσεως και προσμέτρησε, αντιστοίχως, φυλάκιση τριών (3) ετών και τεσσάρων (4) μηνών και τεσσάρων (4) μηνών. Κατά την προηγηθείσα συγχώνευση, όμως, η οποία είχε γίνει υπέρ του αναιρεσείοντος με την 3760/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, από τις ποινές της 66439/1998 απόφασης είχαν προσμετρηθεί φυλάκιση δύο (2) ετών και πέντε (5) μηνών και πέντε (5) μηνών. Ενώ, δηλαδή, κατά την προηγούμενη συγχώνευση, από τη συντρέχουσα ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών είχε προσμετρηθεί χρόνος φυλάκισης δύο (2) ετών, κατά τη νέα συγχώνευση, η οποία έγινε με την προσβαλλόμενη απόφαση, προσμετρήθηκε χρόνος φυλάκισης τριών (3) ετών, ήτοι μεγαλύτερος. Επομένως, το Πενταμελές Εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένως τις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του.
4.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΕΤΑΙ την από 22-1-2010 αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου...., που γεννήθηκε στη Ρουμανία το ..., πρώην κατοίκου ...και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή ...., περί αναιρέσεως της 126/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (αναστολών).
ΑΝΑΙΡΕΙ την προσβαλλόμενη απόφαση.- Και
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 15η Ιουνίου 2010. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 30η Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καθορισμός συνολικώς εκτιτέας ποινής. Εάν συντρέξει λόγος νέας συγχώνευσης ποινών, κατ' αυτήν δεν επιτρέπεται να προσμετρηθεί για την καθεμιά από τις συντρέχουσες ποινές χρόνος μεγαλύτερος από εκείνον που είχε προσμετρηθεί προηγουμένως. Αναιρεί για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
|
Ποινή συνολική
|
Ποινή συνολική, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1353/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 18η Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την δήλωση αναιρέσεως της 812/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Βρόντου (ΑΜ ΔΣΑ 249).
Με πολιτικώς ενάγον το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ)", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου Άγγελου Κουρτζή (ΑΜ ΔΣΑ 6303).
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, που δίκασε κατ' έφεση, με την ως άνω απόφαση, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεσή της, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουλίου 2009 δήλωση αναιρέσεως, που καταχωρήθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1113/2009.
Αφού άκουσε
τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη δήλωση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Η κρινόμενη δήλωση αναιρέσεως, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 10-7-2009, υποβάλλεται από τον κατηγορούμενο και στρέφεται κατά της 812/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, που δίκασε κατ' έφεση, η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ την 23-6-2009. Επομένως, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (ΚΠοινΔ 465 παρ.1, 473 παρ.2 και 3, 474, 505 παρ.1, 509 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.
2.Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331 παρ.2, 333, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου. 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο στήριξε την περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του σε έγγραφο, το οποίο δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, γιατί έτσι ο κατηγορούμενος στερείται του υπερασπιστικού δικαιώματος, που του παρέχει ο νόμος, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το έγγραφο αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας κήρυξε, κατ' έφεση, ένοχο τον αναιρεσείοντα για διατάραξη της ασφάλειας σιδηροδρόμων, από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, τελεσθείσα από αμέλεια (ΠΚ 291 παρ.1 περ.β' και παρ.2). Προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση και, συγκεκριμένα, για να θεμελιώσει ουσιαστικά την ιδιότητα του κατηγορουμένου ως έχοντος την ευθύνη της φύλαξης και της εποπτείας ενός ποιμνίου προβάτων, ιδιοκτησίας της συζύγου του, αξιολόγησε, μεταξύ όλων των υπολοίπων αποδεικτικών στοιχείων που μνημονεύονται κατ' είδος στην αρχή της αιτιολογίας του, την από 19-5-2005 ένορκη κατάθεση της ..., συζύγου αυτού, που είχε δοθεί κατά την προδικασία, ενώπιον του ανθ/μου ... του ΑΤ .... Η αξιολόγηση αυτή έγινε προκειμένου να ελεγχθεί η βασιμότητα του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, τον οποίο ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου είχε προσπαθήσει να επιβεβαιώσει και η ως άνω σύζυγός του, ότι αυτός κατά το χρόνο τέλεσης της πράξεως ήταν συνταξιούχος συνεταιριστικός υπάλληλος και δεν είχε καμιά σχέση ούτε με το ποίμνιο ούτε με τη φύλαξή του. Τόσο, όμως, στην οικεία θέση των πρακτικών, όπου μνημονεύονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, όσο και σε όλο το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτών (μεταξύ των καταθέσεων των μαρτύρων ή της απολογίας του κατηγορουμένου ή αλλαχού) δεν υπάρχει καταχώρηση της από 19-5-2005 ενόρκου καταθέσεως της ..., ως εγγράφου που διαβάστηκε κατά τη επ' ακροατηρίου διαδικασία. Τέτοια διαβεβαίωση δεν γίνεται ούτε στην αιτιολογία της αποφάσεως επί της ενοχής, από την οποία ούτε εμμέσως είναι δυνατό να συναχθεί εάν το συγκεκριμένο έγγραφο ανεγνώσθη. Ως εκ τούτου, δεν προκύπτει ούτε εάν δόθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να αντικρούσει το περιεχόμενό του ή να διατυπώσει παρατηρήσεις επ' αυτού. Επομένως, εκ του λόγου αυτού προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, είναι βάσιμος.
3.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). Η ουσιαστική έρευνα των υπολοίπων λόγων της αιτήσεως είναι περιττή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΕΤΑΙ την από 10-7-2009 δήλωση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., περί αναιρέσεως της 812/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας.
ΑΝΑΙΡΕΙ την προσβαλλόμενη απόφαση.- Και
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Ιουνίου 2010. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 30η Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διατάραξη ασφάλειας σιδηροδρόμων. Αναιρεί, διότι ελήφθη υπ' όψη έγγραφο που δεν ανεγνώσθη.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Διατάραξη ασφάλειας σιδηροδρόμων.
| 0
|
Αριθμός 1331/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Κωνσταντίνου Κούκλη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βιολέτα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Ιωάννη Γιαννακόπουλο (ορισθέντα για συμπλήρωση της συνθέσεως με Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Ε. Α. του Σ., ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χατζόπουλο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 6092/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαΐου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 743/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή με αριθμό 237/2-7-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 527 και 528 παρ.1 ΚΠΔ, α) την 4034/14-5-09 αίτηση του καταδικασμένου Ε. Α. του Σ., ..., για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της 6092/07 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που τον καταδίκασε, και β) την ταυτάριθμη αίτηση του ίδιου για αναστολή των συνεπειών του ποινικού του μητρώου στην επαγγελματική του δραστηριότητα, και εκθέτω τα ακόλουθα. 2-Η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας ασκήθηκε από τον καταδικασμένο δια του ειδικού πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Χατζόπουλου και στρέφεται κατά αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης, καθόσον δεν επιτρέπεται κατ' αυτής κανένα ένδικο μέσο, δοθέντος ότι η ασκηθείσα κατ' αυτής αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε κατ' ουσία με την 1829/08 απόφαση του Ε' Ποινικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Ο λόγος που ασκείται έγκειται στο ότι μετά την αμετάκλητη καταδίκη προέκυψαν νέα γεγονότα και αποδείξεις, από τα οποία, κατά τον αιτούντα, καθίσταται φανερό ότι είναι αθώος για τις πράξεις που καταδικάσθηκε. Επομένως, η αίτηση είναι νομότυπη, επιτρεπόμενη από το νόμο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.2,παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία, (βλ. Α.Π. 1097/1995 Π.ΧΡ. ΜΣΤ/1247, Α.Π. 127/2001 Π.Χρ. ΝΑ/896, Α.Π. 760/98 Ποιν. Δικ. 1998/660) 3-Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός από άλλες περιπτώσεις που αριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο αυτό, και όταν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές. Την κρίση αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και από τα έγγραφα. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης , υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που καταδίκασε, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα. Δεν αποτελούν όμως νέα γεγονότα η ανάκληση ομολογίας του κατηγορουμένου ή μαρτυρίας συγκατηγορουμένου του, διότι οι ανακλήσεις αυτές είναι προφανώς αναξιόπιστες και δεν καθιστούν πρόδηλη την αθωότητα του κατηγορουμένου. [Α.Π. 756/93 ΠΧΡ. 83/535, Α.Π. 216/98 ΠΧΡ. 98/801]. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία, [Α.Π. 230/05 ΠΟΙΝ. ΔΙΚ. 771/05, Α.Π.1139/03]. Ούτε επίσης νέα ερμηνευτικά επιχειρήματα ή εκδοχές σχετικά με την έννοια κλπ. του κανόνα που εφαρμόσθηκε [Α.Π.1894/87 ΠΧΡ. ΛΗ/407]. 4-Στο άρθρο 15 παρ.1 του Ν.1966/91 "Μεταγραφές, ΑΕΙ, ΤΕΙ, ΑΕΙ, ΔΕΠ, Σχολικοί σύμβουλοι κλπ συναφή", ορίζονται τα εξής: Όλα τα κατά την παρ. 2 του άρθρου 5 του από 9/9.10.1935 ν.δ. "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των κειμένων περί επαγγελματικής εκπαιδεύσεως διατάξεων" (ΦΕΚ 450 Α`), εργαστήρια ελευθέρων σπουδών υποχρεούνται να χρησιμοποιούν ολογράφως τόσο στις ιδρυτικές τους πράξεις όσο και στην με οποιονδήποτε τρόπο, μορφή ή μέσο εν γένει εμφάνισή τους προς τα έξω τον εξής, αποκλειστικά και μόνο, τίτλο: "Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών", με ισομεγέθη και ομοιόμορφα, απαραιτήτως στοιχεία. Κάτω από τον τίτλο αυτόν τίθενται τα δηλωτικά του παρεχομένου γνωστικού αντικειμένου και η επωνυμία του εργαστηρίου, με στοιχεία τα οποία δεν είναι δυνατό να υπερβαίνουν σε μέγεθος εκείνα του τίτλου. Οποιαδήποτε άλλη προσθήκη, αφαίρεση ή αλλοίωση στον καθιερούμενο με τα προηγούμενα εδάφια τύπο τίτλο, όπως ιδίως Πανεπιστήμιο, Κέντρο, Σχολή, Οργανισμός, Κολλέγιο, Ινστιτούτο, Ακαδημία, απαγορεύεται. Απαγορεύεται επίσης η καθ` οιονδήποτε τρόπο αναγραφή άλλης ονομασίας της χορηγούμενης μετά το πέρας σπουδών βεβαίωσης. Κατά το άρθρο 16 παρ.1 του ίδιου νόμου οι ιδιοκτήτες ή εκπρόσωποι εργαστηρίων ελευθέρων σπουδών, που παραβαίνουν με πρόθεση τις διατάξεις της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου ως προς τον τύπο τίτλου του εργαστηρίου ή προσθέτουν, αφαιρούν ή αλλοιώνουν αυτόν ή παραλείπουν καθ` οιονδήποτε τρόπο να χορηγήσουν στους εγγραφόμενους σπουδαστές την προβλεπόμενη από την παρ. 3 του προηγούμενου άρθρου έντυπη δήλωση ή χορηγούν ελλιπή ή παραπλανητική δήλωση, τιμωρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1 εδ.α του Ποινικού Κώδικα (απάτης). 5-Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αιτών καταδικάσθηκε για λειτουργία Εργαστηρίου Ελευθέρων Σπουδών με τη χρήση παραπλανητικού τίτλου ως Πανεπιστημίου, κατ' εξακολούθηση,[άρθρα 98,386 παρ.1 ΠΚ και 15 παρ.1,16 παρ.1 περ. α του Ν.1966/91], σε φυλάκιση έξι μηνών με τριετή αναστολή, με τις εξής σκέψεις: α-Η απόφαση. Από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος κατονομάζονται στην απόφαση, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2000 έως το Μάρτιο του 2001, σε ημερομηνίες που δεν κατέστη δυνατό να προσδιοριστούν επακριβώς με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ως νόμιμος εκπρόσωπος Εργαστηρίου Ελευθέρων Σπουδών με την επωνυμία "ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ - ΓΑΛΛΟΦΩΝΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ" και το διακριτικό τίτλο INSTITUTION D' ETUDES FRANCPHONES -PARIS NORD" "I.d'E.F." με πρόθεση παρέβη τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 15 Ν. 1966/1991 ως προς τον τύπο τίτλου του εργαστηρίου, •σύμφωνα με την οποία, όλα τα κατά την παρ. 2 του άρθρου 5 ν.δ. 9/9.1011935 εργαστήρια ελευθέρων σπουδών υποχρεούνται να χρησιμοποιούν ολογράφως τόσο στις ιδρυτικές τους πράξεις όσο και στην με οποιοδήποτε τρόπο, μορφή ή μέσο εν γένει εμφάνισης τους προς τα έξω τον εξής, αποκλειστικά και μόνο, τίτλο: Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών, με ισομεγέθη και ομοιόμορφα, απαραιτήτως στοιχεία, ενώ κάτω από τον τίτλο αυτόν τίθενται τα δηλωτικά του περιεχομένου γνωστικού αντικειμένου και η επωνυμία του εργαστηρίου με στοιχεία τα οποία δεν είναι δυνατό να υπερβαίνουν σε μέγεθος εκείνα του τίτλου. Οποιαδήποτε άλλη προσθήκη, αφαίρεση ή αλλοίωση στον καθιερούμενο με τα προηγούμενα εδάφια τύπο τίτλου, όπως, ιδίως Πανεπιστήμιο, Κέντρο, Σχολή, Οργανισμός, Κολλέγιο, Ινστιτούτο, Ακαδημία, απαγορεύεται, ενώ απαγορεύεται και η καθ' οιονδήποτε τρόπο αναγραφή άλλης ονομασίας της χορηγούμενης μετά το πέρας σπουδών βεβαίωσης. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος Εμμανουήλ Αμαργιανάκης υπό την αναφερθείσα ιδιότητά του νομίμου εκπροσώπου του Εργαστηρίου Ελευθέρων Σπουδών με την παραπάνω επωνυμία χρησιμοποιούσε σε διαφημιστικές καταχωρήσεις, που αφορούσαν το ανωτέρω εργαστήριο τον τίτλο Πανεπιστήμιο-Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών και στην πινακίδα που ήταν αναρτημένη στο κτίριο επί της οδού ...,όπου έχει την έδρα του το ανωτέρω εργαστήριο, τον τίτλο "ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ - ΓΑΛΛΟΦΩΝΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ" και το διακριτικό τίτλο INSTITUTION D' ETUDES FRANCOPHONES-PARIS NORD",η οποία μεταφράζεται στα ελληνικά Ινστιτούτο γαλλόφωνων σπουδών, ενώ η ονομασία "PARIS NORD" που είχε προστεθεί στον ανωτέρω τίτλο, είναι η ονομασία ομώνυμου γαλλικού πανεπιστημίου και, επίσης τον τίτλο "INSTITUTION D' ETUDES FRANCOPHONES" χρησιμοποιούσε και στην έντυπη δήλωση η οποία σύμφωνα με τον Ν. 1966/91 επιδιδόταν στους προσερχόμενους σπουδαστές συγχρόνως με την εγγραφή τους, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 15 παρ. 1 και 16 παρ. 1 Ν. 1966/1991, αφού, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, δεν χρησιμοποιούσε, στην προς τα έξω εμφάνιση του εργαστηρίου, αποκλειστικά και μόνο τον τίτλο Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών, όπως ήταν υποχρεωμένος εκ του νόμου, αλλά είχε προσθέσει στον τίτλο αυτό και τη λέξη Πανεπιστήμιο, καθώς επίσης και τη λέξη INSTΙΤUTION, στις έντυπες δηλώσεις καθώς και στην πινακίδα επί του κτιρίου της έδρας της εταιρίας, στην οποία επιπρόσθετα είχε προσθέσει την ονομασία του γαλλικού πανεπιστημίου "PARIS NORD", παρά το ότι αυτό απαγορευόταν. β-Η αίτηση. Με την εισαγόμενη αίτηση ο καταδικασμένος υποστηρίζει τα εξής: α) Το Κοινοτικό δίκαιο [άρθρα 39,43 και 49 Συνθ.ΕΟΚ και Οδηγία 89/48] προβλέπει τη δυνατότητα δευτερεύουσας εγκατάστασης Πανεπιστημίων άλλων κρατών μελών στη χώρα μας. β) Η δραστηριότητα του IDEF, βάσει της σύμβασης που έχουμε υπογράψει με το Πανεπιστήμιο 13 του Παρισιού συνιστά δευτερεύουσα εγκατάσταση του Πανεπιστημίου αυτού στην Ελλάδα η δραστηριότητά μας στην Ελλάδα τελεί υπό την πλήρη πρωτοβουλία και τον έλεγχο του Γαλλικού Πανεπιστημίου. γ) Η ελευθερία εγκατάστασης, ως θεμελιώδης αρχή του κοινοτικού δικαίου και της εσωτερικής αγοράς δε μπορεί να περιορίζεται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις για λόγους δημοσίου συμφέροντος. δ) Σε κάθε περίπτωση δεν είναι δυνατό να διώκεται ποινικά το φυσικό πρόσωπο το οποίο κάνει χρήση του δικαιώματος αυτού, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, συνδεόμενες με σοβαρή διακινδύνευση του δημοσίου συμφέροντος. Από τα παραπάνω σημεία, τα υπό α', γ' και δ' επιβεβαιώθηκαν πρόσφατα στις αποφάσεις του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) υπ' αριθμ. C-274/05, C-84/07 και C-151/07.Στις αποφάσεις αυτές καταδικάστηκε η Ελληνική Δημοκρατία - μεταξύ άλλων - για παράβαση της υποχρέωσής της να αναγνωρίσει το δικαίωμα παροχής σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα από εκπαιδευτικούς φορείς που συνιστούν δευτερεύουσα εγκατάσταση ευρωπαϊκών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και να αναγνωρίσει τους παρεχόμενους απ' αυτούς ακαδημαϊκούς τίτλους και τα αντίστοιχα επαγγελματικά δικαιώματα των κατόχων τους (ως προς το σημείο α, παραπάνω). Περαιτέρω, αναγνωρίστηκε ότι δεν τίθεται θέμα καταστρατήγησης του άρθρου 16 Σ και ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος προστασίας του δημοσίου συμφέροντος, τον οποίον δύναται να επικαλεστεί η Ελλάδα προκειμένου να επιβάλλει περιορισμούς στις σχετικές δραστηριότητες (ως προς το σημείο γ, παραπάνω - και ad minus majorem - και ως προς το σημείο δ). Επιπροσθέτως, με βάση τη ΔΙΑΤΑΞΗ του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-180/08 και C-186/08 (συνημμένο 6), που αφορούσαν Εθνικό Γαλλικό πτυχίο, "Οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους υποδοχής οφείλουν, δυνάμει του άρθρου 3 της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνωρίσεως των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διαρκείας τριών ετών, να επιτρέψουν σε υπήκοο κράτους μέλους, κάτοχο διπλώματος κατά την έννοια της ανωτέρω οδηγίας χορηγηθέντος από αρμόδια αρχή άλλου κρότους μέλους, να ασκεί το επάγγελμά του υπό τις αυτές προϋποθέσεις με εκείνες που ισχύουν για τους κατόχους εθνικών διπλωμάτων ακόμη και αν το ως άνω δίπλωμα - κατοχυρώνει εκπαίδευση παρασχεθείσα εν όλω ή εν μέρει από ίδρυμα κείμενο εντός του κράτους μέλους υποδοχής, το οποίο, κατά τη νομοθεσία του κράτους αυτού, δεν αναγνωρίζεται ως εκπαιδευτικό ίδρυμα, και - δεν αναγνωρίστηκε ως ομοταγές από τις αρμόδιες εθνικές αρχές." Συνεπώς, επιβεβαιώνεται απολύτως η σκέψη 16γ της υπ. αριθμ. 17346/2008 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθήνας (συνημμένο 7), σύμφωνα με την οποία,"κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από τα αναφερόμενα στην ανωτέρω απόφαση του Δ.Ε.Κ., σε συνδυασμό με τα οριζόμενα στα άρθρα 48 και 49 της ΣυνθΕΚ πρέπει να γίνει δεκτό ότι, και όσον αφορά την ουσιαστική αξία της εκπαίδευσης που πιστοποιείται με τα ανωτέρω διπλώματα, το όργανο αναγνώρισης ακαδημαϊκών τίτλων σπουδών, νυν Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π, πρώην ΔΙ.ΚΑ.ΤΣΑ., έχει την αρμοδιότητα να εξετάζει αν οι πραγματοποιηθείσες σπουδές είναι ισότιμου επιπέδου με τις σπουδές που πραγματοποιούνται στα ανώτατα ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, όχι, όμως, περαιτέρω, αν μέρος ή το σύνολο αυτών πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα, σε ιδιωτικό εκπαιδευτικό ίδρυμα, βάσει συμφωνίας δικαιόχρησης με Πανεπιστήμιο του εξωτερικού. Και τούτο, διότι οι σπουδές αυτές δεν κρίνεται ότι εντάσσονται στο σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης της χώρας μας, ώστε να απαιτείται η πραγματοποίηση τους σε δημόσιες ανώτατες σχολές, αλλά στο σύστημα εκπαίδευσης του κράτους μέλους που χορηγεί τα διπλώματα, κατά τρόπο όμοιο σε όλους τους σπουδαστές του, ύστερα από ομοειδείς σπουδές, ανεξαρτήτως του τόπου πραγματοποίησης αυτών. Εν όψει τούτου, το Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. (ακολουθώντας την τακτική που παλαιότερα παγίως ακολουθούσε το ΔΙ.ΚΑ.ΤΣΑ.), το οποίο αποφάσισε να μην κρίνει τους τίτλους σπουδών που απονέμονται από το U.P.13, λόγω μη αναφοράς, εκ μέρους του αλλοδαπού αυτού Πανεπιστημίου, του μέρους της φοίτησης που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα, στο IdEF (πρακτικά 381/23.4.1999 και 392/17.12.1999), μη νομίμως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, έπραξε τούτο." Η δεύτερη εφετειακή απόφαση, υπ' αριθμ. 6092/07 απόφαση του Δ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών έκρινε ότι το IdEF "δεν πρόκειται για Πανεπιστήμιο άλλου Κράτους εγκατεστημένου στην Ελλάδα ή για παράρτημα τέτοιου πανεπιστημίου που ουδόλως επηρεάζει την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων [άρθρων 15 και 16 ν. 1966/91 και 386(1)α ΠΚ]". Με δεδομένο ότι η μεταξύ των αποδείξεων που έλαβε υπόψη του το Εφετείο για να φτάσει στην ως άνω κρίση απαριθμείται και η υπογραφείσα σύμβαση μεταξύ του ΠΠ13 και του IdEF, το ως άνω συμπέρασμα του Δικαστηρίου έχει δύο πιθανές εξηγήσεις: ι) είτε το Εφετείο θεωρεί ότι το ζήτημα της "δευτερεύουσας εγκατάστασης /παραρτήματος" είναι πραγματικό, αλλά για κάποιον λόγο δεν έλαβε υπόψη του ως απόδειξη το σχετικό έγγραφο (σύμβαση) βέβαιης ημερομηνίας, ιι) είτε το Εφετείο θεωρεί ότι το ζήτημα της "δευτερεύουσας εγκατάστασης /παραρτήματος" είναι νομικό και κρίνει ότι οι επί μέρους όροι της σύμβασης δε στοιχειοθετούν "δευτερεύουσα εγκατάσταση /παράρτημα" - καμία αιτιολογία πάντως δεν δίνεται στην απόφαση για τον τρόπο με τον οποίο ελήφθη υπόψη και αξιολογήθηκε η σύμβαση nni3/IdEF.
Συνεπώς, ενώ τα στοιχεία α', γ' και δ' του παραπάνω γενικού συλλογισμού, τα οποία εκτενώς ανέπτυξα ενώπιον όλων των δικαστηρίων, έχουν πλέον επιβεβαιωθεί με τον πιο περίτρανο τρόπο από τρεις αποφάσεις του ΔΕΚ,το στοιχείο β' ουδέποτε εξετάστηκε από κανένα από τα δικαστήρια που επιλήφθηκαν της υπόθεσης μου. Αποτέλεσμα της κρίσης όλων των ποινικών δικαστηρίων που εξέτασαν την υπόθεση μου ήταν η αμετάκλητη καταδίκη μου σε φυλάκιση 6 μηνών με τριετή αναστολή για τα αδικήματα που προανέφερα. Σημειώνω ότι η καταδίκη μου βασίζεται στα αναχρονιστικά και παρωχημένα άρθρα 15 και 16 του ν.1966/1991, τα οποία α) βάσει των παραπάνω καταδικαστικών αποφάσεων του ΔΕΚ ήταν ανεφάρμοστα ήδη κατά την κρίσιμη περίοδο, ως παραβιάζοντα το κοινοτικό δίκαιο και β) καταργήθηκαν και αντικαταστάθηκαν μερικές ημέρες μετά την δημοσίευση της αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου Σας, με την έκδοση του ν. 3696/08 για τα Κολλέγια (βλ. ειδικότερα άρθρο 17). Σημειώνω επίσης, ότι σύμφωνα με την βεβαίωση αριθμ. πρωτ. 18 της 29/1/2009 του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (συνημμένο 8), η απόφαση του Δικαστηρίου (1829/2008) δόθηκε προς θεώρηση στον Εισηγητή στις 25/7/2008, μετά τις συνεδριάσεις της 22-23-24/7/2008 της Διαρκούς Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων στο σχέδιο νόμου του ΥΠΕΠΘ "Ίδρυση και λειτουργία Κολλεγίων και άλλες διατάξεις" (συνημμένο 9) και υπεγράφη από τον Πρόεδρο στις 7/8/2008, δηλαδή επτά μέρες μετά από την 1/8/2008 ημερομηνία ψήφισης του νόμου 3696/08 συνημμένο 10) για τα Κολλέγια, ο οποίος καταργεί τον ν.1966/1991 και αποποινικοποιεί τις δια δευτερευουσών εγκαταστάσεων συμπράξεις ως αυτή του IdEF με το ΠΠ13. Δεδομένου α) ότι προκύπτει από έγγραφα ότι το IdEF (συνημμένο 11) αποτελεί δευτερεύουσα εγκατάσταση του γαλλικού πανεπιστημίου Paris-13 στην Ελλάδα και β) ότι σύμφωνα με το ΔΕΚ η δραστηριότητα αυτή είναι καθόλα νόμιμη και ανεπίδεκτη περιορισμών, καθίσταται σαφής η αντίθεση όλων των καταδικαστικών εναντίον μου ποινικών αποφάσεων με τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου. Γεννάται συνεπώς το οξύμωρο, αφενός της πολλαπλής καταδίκης του Ελληνικού κράτους από το ΔΕΚ για παρεμπόδιση της ελευθερίας εγκατάστασης στη χώρα μας ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων και αφετέρου της δικής μου πολλαπλής καταδίκης, για ατιμωτικό αδίκημα, από το Ελληνικό κράτος, ακριβώς επειδή υλοποίησα την ως άνω αναγνωριζόμενη ελευθερία. Σας παραθέτω ένα μικρό ιστορικό και τις ενέργειες μου. 1).Στις 23 Οκτωβρίου εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση του ΔΕΚ εις βάρος της Ελλάδας στην υπόθεση C-274/05, στην οποία κρίθηκε ότι ήδη κάτω από το ισχύον νομικό καθεστώς οι σπουδές βάσει συμβάσεων δικαιόχρησης οφείλουν να αναγνωρίζονται στη χώρα μας. Το αυτό συμπέρασμα επιβεβαιώθηκε και σε δύο αποφάσεις της 4ης Δεκεμβρίου 2008, στις υποθέσεις C-84/07 και 151/07. 2).Στις 29/10/2008 η επιτροπή προσφεύγει κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας στο ΔΕΚ στην υπόθεση C-465/08 (συνημμένο 12) προκειμένου το Δικαστήριο "να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία μη θεσπίζοντας τις απαραίτητες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, προς συμμόρφωση με την οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005 σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, και εν πάση περιπτώσει μη ανακοινώνοντας τις εν λόγω διατάξεις στην Επιτροπή παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της οδηγίας αυτής" (ΕΕ L 255 της 30.9.2005) 3).Στις 11 Νοεμβρίου 2008 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με το MARKT/D.4/AK ARES(2008) 48637 απαντητικό της έγγραφο προς το IdEF τονίζει μεταξύ άλλων ότι "εάν ούτως έχουν τα πράγματα (δηλαδή το IdEF έχει συνάψει συμφωνίες δικαιόχρησης) σας καλούμε να αποταθείτε απευθείας στις ελληνικές αρχές βασίζοντας τους ισχυρισμούς σας στη νομολογία του ΔΕΚ (εννοεί τη C-274/05). Όπως προαναφέρθηκε θα εξακολουθήσουμε τη διαδικασία κατά της Ελλάδας βάσει του άρθρου 228 της Συνθήκης." 4).Με νέα απαντητική της επιστολή προς το IdEF την 19/12/2008 (συνημμένο 14),η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μας ενημερώνει ότι εξετάζει αναλυτικά το νόμο 3696/2008 αν συνάδει με το κοινοτικό δίκαιο σημειώνοντας ότι "Εν τω μεταξύ, σας επισημαίνουμε ότι, βάσει της πάγιας έννοιας της αποτελεσματικότητας του Κοινοτικού Δικαίου, όπως αυτή έχει αναπτυχθεί από το ΔΕΚ, τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να διασφαλίζουν την κατάλληλη εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου στις υποθέσεις που εισάγονται ενώπιον τους. Γι' αυτό μπορείτε να προσφύγετε για την υπόθεση σας στα δικαστήρια της χώρας σας ασκώντας παράλληλα, ενδεχομένως, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων." 5).Ακολουθώντας τις υποδείξεις της Επιτροπής υποβάλαμε, τον Δεκέμβριο του 2008, αίτηση ακύρωσης και αίτηση αναστολής κατά της Υπουργικής Απόφασης, που υιοθετήθηκε από τον πρώην Υπουργό κύριο Στυλιανίδη, για την εφαρμογή του νόμου - αίτηση η οποία εκκρεμεί. 6).Στις 21/1/2009 εκδόθηκε η απόφαση 17346/2008 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών IdEF κατά Ελληνικού Δημοσίου, η οποία κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή του IdEF και κρίνει ότι τόσο το ΣΑΕΙΤΤΕ όσο και ο ΔΟΑΤΑΠ δεν δύνανται να εξετάζουν το τόπο τέλεσης των σπουδών ως προϋπόθεση για την εξέταση της ουσιαστικής αξίας τίτλων σπουδών που χορηγούνται βάσει συμβάσεων δικαιόχρησης. 7).Εξεδόθη επίσης η ΔΙΑΤΑΞΗ του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 0180/08 και C-186/08, που αφορούσαν Εθνικό Γαλλικό πτυχίο, σύμφωνα με την οποία,"οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους υποδοχής οφείλουν, δυνάμει του άρθρου 3 της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνωρίσεως των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διαρκείας τριών ετών, να επιτρέψουν σε υπήκοο κράτους μέλους, κάτοχο διπλώματος κατά την έννοια της ανωτέρω οδηγίας χορηγηθέντος από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, να ασκεί το επάγγελμα του υπό τις αυτές προϋποθέσεις με εκείνες που ισχύουν για τους κατόχους εθνικών διπλωμάτων ακόμη και αν το ως άνω δίπλωμα -κατοχυρώνει εκπαίδευση παρασχεθείσα εν όλω ή εν μέρει από Ίδρυμα κείμενο εντός του κράτους μέλους υποδοχής, το οποίο, κατά τη νομοθεσία του κράτους αυτού, δεν αναγνωρίζεται ως εκπαιδευτικό ίδρυμα, και - δεν αναγνωρίστηκε ως ομοταγές από τις αρμόδιες εθνικές αρχές." 8).Στις 14/4/2009 η Commission με το ΙΡ/09/576 "αποφάσισε, δυνάμει του άρθρου 228 της συνθήκης ΕΚ, να αποστείλει προειδοποιητική επιστολή στην Ελλάδα, ζητώντας πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που έλαβε προκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 23.10.2008 (C-274/05)" επιβεβαιώνοντας την προειδοποίηση του MARKT/D.4/AK ARES(2008) 48637, και υπενθυμίζοντας ξανά στην Ελληνική Δημοκρατία, "ότι στο μεταξύ η οδηγία 89/48/ΕΟΚ αντικαταστάθηκε από την οδηγία 2005/36/ΕΚ σχετικό με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 20 Οκτωβρίου 2007 και εδραιώνει το νομικό πλαίσιο για τη ρύθμιση αυτού του θέματος βάσει της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ την οποία και διαδέχεται." Επιπροσθέτως, το ΔΕΚ στην απόφαση του, της 6/3/2007, C-338/04, Placanica, (τμήμα μείζονος συνθέσεως), έκρινε (σκ. 68 και 69) ότι "68 Καίτοι, η ποινική νομοθεσία εμπίπτει, κατ' αρχήν, στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, εντούτοις, κατά πάγια νομολογία, το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει περιορισμούς στην εν λόγω αρμοδιότητα, καθόσον η νομοθεσία αυτή δεν μπορεί να περιορίζει τις θεμελιώδεις ελευθερίες που διασφαλίζει το κοινοτικό δίκαιο (βλ. απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1999, C-348/96, Calf a, Συλλογή 1999, σ. 1-11, σκέψη 17). 69 Επιπλέον, από τη νομολογία προκύπτει ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επιβάλλει ποινικές κυρώσεις για τη μη εκπλήρωση προϋποθέσεως διοικητικής φύσεως, οσάκις το οικείο κράτος μέλος, κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου, αποκλείει ή καθιστό αδύνατη την εκπλήρωση αυτής της προϋποθέσεως (βλ., υπ' αυτή την έννοια, απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1983, 5/83, Rienks, Συλλογή 1983, σ. 4233, σκέψεις 10 και 11)," Και αποφάσισε ότι "4) Τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στο πλαίσιο των κύριων δικών, η οποία επιβάλλει ποινικές κυρώσεις σε πρόσωπα, όπως οι κατηγορούμενοι των κύριων δικών, για την άσκηση οργανωμένης δραστηριότητας συγκεντρώσεως στοιχημάτων ελλείψει της απαιτούμενης από την εθνική νομοθεσία παραχωρήσεως αδείας από τις αρμόδιες αρχές ή χορηγήσεως αδείας από την αστυνομία, στις περιπτώσεις που τα πρόσωπα αυτά δεν ήταν δυνατό να λάβουν τις σχετικές άδειες λόγω της κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου αρνήσεως του οικείου κράτους μέλους να τους τις παράσχει." Ομοίως, στην απόφαση του της 13/3/2007, C-432/05, Unibet, (τμήμα μείζονος συνθέσεως), σκ. 64, έκρινε ότι "64. ... Εάν, αντιθέτως, όπως ελέχθη στη σκέψη 62 της παρούσας αποφάσεως, αυτή (εννοεί την Unibet) αναγκαζόταν να εκτεθεί σε διοικητικές ή ποινικές διαδικασίες καθώς και σε εντεύθεν ενδεχόμενες κυρώσεις, ως μοναδικό μέσο ένδικης προστασίας προκειμένου να αμφισβητήσει τη συμφωνία των επίμαχων εθνικών διατάξεων με το κοινοτικό δίκαιο, τούτο δεν θα αρκούσε για να της διασφαλίσει μια τέτοια αποτελεσματική ένδικη προστασία." Σύμφωνα με την ίδια απόφαση C-432/05 υπόθεση Unibet "72. Όταν το παραδεκτό προσφυγής σκοπούσας στη διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων που ένας πολίτης αντλεί από το κοινοτικό δίκαιο δεν είναι βέβαιο δυνάμει του εθνικού δικαίου, εφαρμοζομένου κατά τρόπο σύμφωνο προς τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου, η αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας επιβάλλει να μπορεί ένα εθνικό δικαστήριο, ήδη από το στάδιο αυτό, να διατάσσει τα προσωρινά μέτρα που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση του σεβασμού των εν λόγω δικαιωμάτων." "79. Συναφώς, όπως, βεβαίως, προκύπτει από πάγια νομολογία, η αναστολή εφαρμογής εθνικής διατάξεως στηριζομένης στην κοινοτική νομοθεσία στο πλαίσιο διαφοράς εκκρεμούσας ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, μολονότι υπαγόμενη στους εθνικούς δικονομικούς κανόνες, υπόκειται εντός όλων των κρατών μελών σε προϋποθέσεις, όσον αφορά τη χορήγηση της, που είναι ομοιόμορφες και ανάλογες προς αυτές των αιτήσεων λήψεως προσωρινών μέτρων που υποβάλλονται ενώπιον του κοινοτικού δικαστή (αποφάσεις της 21ης Φεβρουαρίου 1991, C-143/88 και C-92/89, Zuckerfabrik Suderdithmarschen και Zuckerfabrik Soest, Συλλογή 1991, σ. 1-415, σκέψεις 26 και 27- της 9ης Νοεμβρίου 1995, C-465/93, Atlanta Fruchthandelsgesellschaft, Συλλογή 1995, σ. 1-3761, σκέψη 39, και της 6ης Δεκεμβρίου 2005, C-453/03, C-11/04, C-12/04 και C-194/04, ΑΒΝΑ κ.λπ., Συλλογή 2005, σ, 1-10423, σκέψη 104). Πάντως, η υπόθεση της κύριας δίκης είναι διαφορετική, στο μέτρο που η αίτηση της Unibet για προσωρινό μέτρα σκοπεί στην αναστολή όχι των αποτελεσμάτων εθνικής διατάξεως εκδοθείσας κατ' εφαρμογή κοινοτικής ρυθμίσεως της οποίας αμφισβητείται η νομιμότητα, αλλά των αποτελεσμάτων εθνικής νομοθεσίας της οποίας αμφισβητείται η συμφωνία με το κοινοτικό δίκαιο." Και το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφάσισε: "1) Η αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας των απονεμομένων στους πολίτες από το κοινοτικό δίκαιο δικαιωμάτων έχει την έννοια ότι δεν απαιτείται να υφίσταται, στην έννομη τάξη κράτους μέλους, αυτοτελής προσφυγή σκοπούσα, κυρίως, την εξέταση της συμβατότητας εθνικών διατάξεων με το άρθρο 49 ΕΚ, εφόσον άλλα αποτελεσματικά μέσα ένδικης προστασίας, που δεν είναι λιγότερο ευνοϊκά απ' ό,τι αυτά που διέπουν παρόμοιες εθνικού δικαίου προσφυγές, επιτρέπουν να εκτιμηθεί παρεμπιπτόντως μια τέτοια συμβατότητα, πράγμα που στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται να εξετάσουν. 2) Η αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας των απονεμομένων στους πολίτες από το κοινοτικό δίκαιο δικαιωμάτων έχει την έννοια ότι αυτή απαιτεί, στο πλαίσιο της εννόμου τάξεως κράτους μέλους, να είναι δυνατή η λήψη προσωρινών μέτρων, έως ότου το αρμόδιο δικαστήριο αποφανθεί επί της συμφωνίας εθνικών διατάξεων με το κοινοτικό δίκαιο, όταν η λήψη τέτοιων μέτρων είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της εκδοθησομένης δικαστικής αποφάσεως όσον αφορά την ύπαρξη τέτοιων δικαιωμάτων. 3) Η αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας των απονεμομένων στους πολίτες από το κοινοτικό δίκαιο δικαιωμάτων έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς τη συμφωνία εθνικών διατάξεων με το κοινοτικό δίκαιο, η τυχόν λήψη προσωρινών μέτρων προκειμένου να ανασταλεί η εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων έως ότου το αρμόδιο δικαστήριο αποφανθεί επί της συμφωνίας αυτών με το κοινοτικό δίκαιο διέπεται από τα κριτήρια που έχει ορίσει το εθνικό δίκαιο που εφαρμόζεται ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου, εφόσον αυτά τα κριτήρια δεν είναι λιγότερο ευνοϊκά απ' ό,τι αυτά που αφορούν παρόμοια αιτήματα εσωτερικής φύσεως και δεν καθιστούν αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή στην πράξη την προσωρινή ένδικη προστασία τέτοιων δικαιωμάτων." Κατόπιν των προπαρατεθέντων, και κατ' επίκληση της αρχής της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας των απονεμομένων στους πολίτες από το κοινοτικό δίκαιο δικαιωμάτων, αλλά και το γεγονός ότι ο εθνικός δικαστής είναι ο θεματοφύλαξ του κοινοτικού δικαίου στα κράτη μέλη,"ο εθνικός δικαστής στον οποίο έχει ανατεθεί, στο πλαίσιο της αρμοδιότητας του [ως οργάνου ενός κράτους μέλους], να εφαρμόζει τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, έχει την υποχρέωση να εξασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων αυτών, αφήνοντας εν ανάγκη κυριαρχικά ανεφάρμοστη κάθε αντίθετη διάταξη της εθνικής νομοθεσίας, έστω και μεταγενέστερη, χωρίς να υποχρεούται να ζητήσει ή να αναμείνει την προηγούμενη εξαφάνιση της είτε δια της νομοθετικής οδού είτε με οποιαδήποτε άλλη συνταγματική διαδικασία. (Απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Μαρτίου 1978, υπόθεση 106/77, Simmenthal)" Αιτούμαι την επανάληψη διαδικασίας (άρθρο 525 ΚΠοινΔ) της υπόθεσης μου, την απαλλαγή μου από κάθε κατηγορία, την αποκατάσταση του ποινικού μου μητρώου και μέχρι την έκδοση της αποφάσεως, την αναστολή των νομικών συνεπειών του ποινικού μητρώου στην επαγγελματική μου δραστηριότητα. γ-Κριτική αξιολόγηση των ισχυρισμών. Οι ανωτέρω όμως ισχυρισμοί του καταδικασμένου δεν συγκροτούν νέα γεγονότα και αποδείξεις, όπως αυτός εσφαλμένα τα χαρακτηρίζει, τα οποία μπορούν να θεμελιώσουν την αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας. Ο ισχυρισμός του ότι η Χώρα μας καταδικάσθηκε από το ΔΕΚ για παράβαση της υποχρέωσής της να αναγνωρίσει το δικαίωμα παροχής σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα από εκπαιδευτικούς φορείς που συνιστούν δευτερεύουσα εγκατάσταση ευρωπαϊκών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και να αναγνωρίσει τους παρεχόμενους απ' αυτούς ακαδημαϊκούς τίτλους και τα αντίστοιχα επαγγελματικά δικαιώματα των κατόχων τους, τούτο δεν επηρεάζει καθόλου τη ρύθμιση του άρθρου 15 του Ν.1966/91 για την επωνυμία των Εργαστηρίων Ελευθέρων Σπουδών και τις ποινικές κυρώσεις σε βάρος εκείνων που χρησιμοποιούν στον τίτλο τους και στις διαφημίσεις τους παραπλανητικές προσθήκες, αφαιρέσεις, αλλοιώσεις, όπως Πανεπιστήμιο, κέντρο, Σχολή κλπ. Και τούτο γιατί, σύμφωνα με την απόφαση του ΔΕΚ της 23ης Οκτωβρίου 2008 στη υπόθεση Ψ-274/05,κατά το γράμμα της Οδηγίας 89/48, για την αναγνώριση της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης που παρέχεται στις περιπτώσεις συμφωνίας δικαιόχρησης οι σπουδές δεν πρέπει οπωσδήποτε να έχουν πραγματοποιηθεί σε πανεπιστήμιο ή σε ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Η προϋπόθεση που θέτει η διάταξη του άρθρου 1 στοιχ. α της Οδηγίας δεν σκοπεί να διασφαλίσει ότι το εκπαιδευτικό ίδρυμα πληροί τυπικές προϋποθέσεις ως προς το νομικό καθεστώς του, αλλά αφορά κατ' ουσία το επίπεδο της παρεχόμενης εκπαιδεύσεως. Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι τα άρθρα 1 και 3 της Οδηγίας πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ένα κράτος μέλος υποδοχής υποχρεούται να αναγνωρίσει δίπλωμα που χορηγήθηκε από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, μολονότι με το δίπλωμα αυτό πιστοποιούνται σπουδές που έχουν πραγματοποιηθεί, εν όλω ή εν μέρει, στο κράτος μέλος υποδοχής και οι οποίες, κατά τη νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους, δεν αναγνωρίζονται ως σπουδές τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως. Τέλος, ο ισχυρισμός του ότι με το Νόμο 3696/08 "Ίδρυση και λειτουργία Κολλεγίων και άλλες διατάξεις (μεταπτυχιακές σπουδές)",που εκδόθηκε πριν να καταστεί αμετάκλητη η καταδίκη του καταργήθηκε το αξιόποινο της πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε, και επομένως όφειλε το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου κατά την εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως, που είχε ασκήσει κατά της εν λόγω καταδικαστικής απόφασης, να παύσει οριστικά την ποινική δίωξή του, είναι αβάσιμος. Πρώτο, το αξιόποινο της πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε, δεν καταργήθηκε με το νεότερο αυτό νόμο, ο οποίος ρυθμίζει το διαφορετικό από τα Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών θέμα της ίδρυσης και λειτουργίας Κολλεγίων, και επιπλέον οι ποινικές κυρώσεις του Ν.1996/91 εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την ισχύ του νόμου αυτού.[βλ. έκθεση της επιστημονικής επιτροπής της Βουλής].Και δεύτερο, ο νεότερος αυτός νόμος δημοσιεύθηκε μετά την επέλευση του αμετακλήτου της καταδικαστικής απόφασης, αφού η 1829/08 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως [της 6092/07 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών],δημοσιεύθηκε στις 11-7-2008,ενώ ο Ν.3696/08 δημοσιεύθηκε πολύ βραδύτερα και δη στις 25-8-2008. 5.-Κατ' ακολουθία, εφόσον με τα προσκομιζόμενα ως νέα αποδεικτικά στοιχεία δεν καθίσταται, κατά την έννοια του άρθρου 525 παρ.1 περ.2 ΚΠΔ, φανερό, ότι ο αιτών είναι αθώος του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε, ούτε ότι καταδικάστηκε αδίκως για εγκλήματα βαρύτερα από εκείνα που πραγματικά τέλεσε, πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αυτού για επανάληψη της διαδικασίας και για αναστολή των συνεπειών του ποινικού μητρώου του στην επαγγελματική του δραστηριότητα ως αβάσιμες και να καταδικαστεί τούτος στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ). Για τούτο προτείνω
Α-Να απορριφθεί α) η 4034/14-5-09 αίτηση του καταδικασμένου Ε. Α. του Σ., ..., για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της 6092/07 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και β) η ταυτάριθμη αίτηση του ίδιου για αναστολή των συνεπειών του ποινικού του μητρώου στην επαγγελματική του δραστηριότητα. Και Β-Να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 210 Ε.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν , γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που διέπραξε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής " νέα γεγονότα ή αποδείξεις", είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Ούτε επίσης νέα ερμηνευτικά επιχειρήματα ή εκδοχές σχετικά με την έννοια κτλ του κανόνα που εφαρμόσθηκε. Εξ άλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 του ίδιου κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορο του ή τον Εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο, και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, μεταξύ των οποίων και η καταδίκη από το Τριμελές Εφετείο, ο οποίος την εισάγει στο αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο ή το δικαστήριο( σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα. Κατά τις ίδιες διατάξεις, η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη.
Στο άρθρο 15 παρ.1 του Ν.1966/91 "Μεταγραφές, ΑΕΙ, ΤΕΙ, ΑΕΙ, ΔΕΠ, Σχολικοί σύμβουλοι κλπ συναφή", ορίζονται τα εξής: Όλα τα κατά την παρ. 2 του άρθρου 5 του από 9/9.10.1935 ν.δ. "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των κειμένων περί επαγγελματικής εκπαιδεύσεως διατάξεων" (ΦΕΚ 450 ΑΛ), εργαστήρια ελευθέρων σπουδών υποχρεούνται να χρησιμοποιούν ολογράφως τόσο στις ιδρυτικές τους πράξεις όσο και στην με οποιονδήποτε τρόπο, μορφή ή μέσο εν γένει εμφάνιση τους προς τα έξω τον εξής, αποκλειστικά και μόνο, τίτλο: "Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών", με ισομεγέθη και ομοιόμορφα, απαραιτήτως στοιχεία. Κάτω από τον τίτλο αυτόν τίθενται τα δηλωτικά του παρεχομένου γνωστικού αντικειμένου και η επωνυμία του εργαστηρίου, με στοιχεία τα οποία δεν είναι δυνατό να υπερβαίνουν σε μέγεθος εκείνα του τίτλου. Οποιαδήποτε άλλη προσθήκη, αφαίρεση ή αλλοίωση στον καθιερούμενο με τα προηγούμενα εδάφια τύπο τίτλο, όπως ιδίως Πανεπιστήμιο, Κέντρο, Σχολή, Οργανισμός, Κολλέγιο, Ινστιτούτο, Ακαδημία, απαγορεύεται. Απαγορεύεται επίσης η καθ' οιονδήποτε τρόπο αναγραφή άλλης ονομασίας της χορηγούμενης μετά το πέρας σπουδών βεβαίωσης. Κατά το άρθρο 16 παρ.1 του ίδιου νόμου οι ιδιοκτήτες ή εκπρόσωποι εργαστηρίων ελευθέρων σπουδών, που παραβαίνουν με πρόθεση τις διατάξεις της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου ως προς τον τύπο τίτλου του εργαστηρίου ή προσθέτουν, αφαιρούν ή αλλοιώνουν αυτόν ή παραλείπουν καθ' οιονδήποτε τρόπο να χορηγήσουν στους εγγραφόμενους σπουδαστές την προβλεπόμενη από την παρ. 3 του προηγούμενου άρθρου έντυπη δήλωση ή χορηγούν ελλιπή ή παραπλανητική δήλωση, τιμωρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1 εδ.α του Ποινικού Κώδικα (απάτης).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αιτών καταδικάσθηκε για λειτουργία Εργαστηρίου Ελευθέρων Σπουδών με τη χρήση παραπλανητικού τίτλου ως Πανεπιστημίου, κατ' εξακολούθηση,[άρθρα 98,386 παρ.1 ΠΚ και 15 παρ.1,16 παρ.1 περ. α του Ν.1966/91], σε φυλάκιση έξι μηνών με τριετή αναστολή, και συγκεκριμένα για το ότι στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2000 έως το Μάρτιο του 2001, σε ημερομηνίες που δεν κατέστη δυνατό να προσδιοριστούν επακριβώς με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ως νόμιμος εκπρόσωπος Εργαστηρίου Ελευθέρων Σπουδών με την επωνυμία "ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ -ΓΑΛΛΟΦΩΝΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ" και το διακριτικό τίτλο INSTITUTION D' ETUDES FRANCPHONES-PARIS NORD "Ι.d'Ε.F." με πρόθεση παρέβη τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 15 Ν. 1966/1991 ως προς τον τύπο τίτλου του εργαστηρίου, σύμφωνα με την οποία, όλα τα κατά την παρ. 2 του άρθρου 5 ν.δ. 9/9.1011935 εργαστήρια ελευθέρων σπουδών υποχρεούνται να χρησιμοποιούν ολογράφως τόσο στις ιδρυτικές τους πράξεις όσο και στην με οποιοδήποτε τρόπο, μορφή ή μέσο εν γένει εμφάνισης τους προς τα έξω τον εξής, αποκλειστικά και μόνο, τίτλο: Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών, με ισομεγέθη και ομοιόμορφα, απαραιτήτως στοιχεία, ενώ κάτω από τον τίτλο αυτόν τίθενται τα δηλωτικά του περιεχομένου γνωστικού αντικειμένου και η επωνυμία του εργαστηρίου με στοιχεία τα οποία δεν είναι δυνατό να υπερβαίνουν σε μέγεθος εκείνα του τίτλου. Οποιαδήποτε άλλη προσθήκη, αφαίρεση ή αλλοίωση στον καθιερούμενο με τα προηγούμενα εδάφια τύπο τίτλου, όπως, ιδίως Πανεπιστήμιο, Κέντρο, Σχολή, Οργανισμός, Κολλέγιο, Ινστιτούτο, Ακαδημία, απαγορεύεται, ενώ απαγορεύεται και η καθ1 οιονδήποτε τρόπο αναγραφή άλλης ονομασίας της χορηγούμενης μετά το πέρας σπουδών βεβαίωσης. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος Εμμανουήλ Αμαργιανάκης υπό την αναφερθείσα ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου του Εργαστηρίου Ελευθέρων Σπουδών με την παραπάνω επωνυμία χρησιμοποιούσε σε διαφημιστικές καταχωρήσεις, που αφορούσαν το ανωτέρω εργαστήριο τον τίτλο Πανεπιστήμιο-Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών και στην πινακίδα που ήταν αναρτημένη στο κτίριο επί της οδού ...,όπου έχει την έδρα του το ανωτέρω εργαστήριο, τον τίτλο "ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ - ΓΑΛΛΟΦΩΝΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ" και το διακριτικό τίτλο ΙΝSTITUTION D' ΕΤUDES FRANCOPHONES-PARIS NORD", η οποία μεταφράζεται στα ελληνικά Ινστιτούτο γαλλόφωνων σπουδών, ενώ η ονομασία "ΡΑRIS NORD" που είχε προστεθεί στον ανωτέρω τίτλο, είναι η ονομασία ομώνυμου γαλλικού πανεπιστημίου και, επίσης τον τίτλο "ΙΝSTITUTION D' ΕΤUDES FRANCOPHONES" χρησιμοποιούσε και στην έντυπη δήλωση η οποία σύμφωνα με τον Ν. 1966/91 επιδιδόταν στους προσερχόμενους σπουδαστές συγχρόνως με την εγγραφή τους, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 15 παρ. 1 και 16 παρ. 1 Ν. 1966/1991, αφού, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, δεν χρησιμοποιούσε, στην προς τα έξω εμφάνιση του εργαστηρίου, αποκλειστικά και μόνο τον τίτλο Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών, όπως ήταν υποχρεωμένος εκ του νόμου, αλλά είχε προσθέσει στον τίτλο αυτό και τη λέξη Πανεπιστήμιο, καθώς επίσης και τη λέξη ΙΝSTITUTION, στις έντυπες δηλώσεις καθώς και στην πινακίδα επί του κτιρίου της έδρας της εταιρίας, στην οποία επιπρόσθετα είχε προσθέσει την ονομασία του γαλλικού πανεπιστημίου "ΡΑRIS NORD", παρά το ότι αυτό απαγορευόταν. Με την κρινόμενη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας ο καταδικασμένος υποστηρίζει τα εξής: α)Το Κοινοτικό δίκαιο (άρθρα 39, 43 και 49 της Συνθήκης ΕΟΚ και οδηγία 89/48) προβλέπει τη δυνατότητα δευτερεύουσας εγκατάστασης Πανεπιστημίων άλλων κρατών μελών στη χώρα μας. β)η δραστηριότητα του IDEF, βάσει της σύμβασης που έχουμε υπογράψει με το Πανεπιστήμιο του Παρισιού συνιστά δευτερεύουσα εγκατάσταση του Πανεπιστημίου αυτού στην Ελλάδα η δραστηριότητα μας στην Ελλάδα τελεί υπό την πλήρη πρωτοβουλία και τον έλεγχο του Γαλλικού Πανεπιστημίου. γ) Η ελευθερία εγκατάστασης, ως θεμελιώδης αρχή του κοινοτικού δικαίου και της εσωτερικής αγοράς δε μπορεί να περιορίζεται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις για λόγους δημοσίου συμφέροντος. δ) Σε κάθε περίπτωση δεν είναι δυνατό να διώκεται ποινικά το φυσικό πρόσωπο το οποίο κάνει χρήση του δικαιώματος αυτού, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, συνδεόμενες με σοβαρή διακινδύνευση του δημοσίου συμφέροντος. Από τα παραπάνω σημεία, τα υπό α', γ' και δ' επιβεβαιώθηκαν πρόσφατα στις αποφάσεις του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) υπ' αριθμ. C-274/05, C-84/07 και C-151/07.Στις αποφάσεις αυτές καταδικάστηκε η Ελληνική Δημοκρατία - μεταξύ άλλων - για παράβαση της υποχρέωσης της να αναγνωρίσει το δικαίωμα παροχής σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα από εκπαιδευτικούς φορείς που συνιστούν δευτερεύουσα εγκατάσταση ευρωπαϊκών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και να αναγνωρίσει τους παρεχόμενους απ' αυτούς ακαδημαϊκούς τίτλους και τα αντίστοιχα επαγγελματικά δικαιώματα των κατόχων τους (ως προς το σημείο α, παραπάνω). Περαιτέρω, αναγνωρίστηκε ότι δεν τίθεται θέμα καταστρατήγησης του άρθρου 16 Σ και ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος προστασίας του δημοσίου συμφέροντος, τον οποίον δύναται να επικαλεστεί η Ελλάδα προκειμένου να επιβάλλει περιορισμούς στις σχετικές δραστηριότητες (ως προς το σημείο γ, παραπάνω - και ad minus majorem - και ως προς το σημείο δ).Επιπροσθέτως, με βάση τη ΔΙΑΤΑΞΗ του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-180/08 και C-186/08 (συνημμένο 6), που αφορούσαν Εθνικό Γαλλικό πτυχίο, "Οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους υποδοχής οφείλουν, δυνάμει του άρθρου 3 της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνωρίσεως των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διαρκείας τριών ετών, να επιτρέψουν σε υπήκοο κράτους μέλους, κάτοχο διπλώματος κατά την έννοια της ανωτέρω οδηγίας χορηγηθέντος από αρμόδια αρχή άλλου κρότους μέλους, να ασκεί το επάγγελμα του υπό τις αυτές προϋποθέσεις με εκείνες που ισχύουν για τους κατόχους εθνικών διπλωμάτων ακόμη και αν το ως άνω δίπλωμα - κατοχυρώνει εκπαίδευση παρασχεθείσα εν όλω ή εν μέρει από ίδρυμα κείμενο εντός του κράτους μέλους υποδοχής, το οποίο, κατά τη νομοθεσία του κράτους αυτού, δεν αναγνωρίζεται ως εκπαιδευτικό ίδρυμα, και -
δεν αναγνωρίστηκε ως ομοταγές από τις αρμόδιες εθνικές αρχές." Συνεπώς, επιβεβαιώνεται απολύτως η σκέψη 16γ της υπ. αριθμ. 17346/2008 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθήνας (συνημμένο 7), σύμφωνα με την οποία,"κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από τα αναφερόμενα στην ανωτέρω απόφαση του Δ.Ε.Κ., σε συνδυασμό με τα οριζόμενα στα άρθρα 48 και 49 της ΣυνθΕΚ πρέπει να γίνει δεκτό ότι, και όσον αφορά την ουσιαστική αξία της εκπαίδευσης που πιστοποιείται με τα ανωτέρω διπλώματα, το όργανο αναγνώρισης ακαδημαϊκών τίτλων σπουδών, νυν Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π, πρώην ΔΙ.ΚΑ.ΤΣΑ., έχει την αρμοδιότητα να εξετάζει αν οι πραγματοποιηθείσες σπουδές είναι ισότιμου επιπέδου με τις σπουδές που πραγματοποιούνται στα ανώτατα ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, όχι, όμως, περαιτέρω, αν μέρος ή το σύνολο αυτών πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα, σε ιδιωτικό εκπαιδευτικό ίδρυμα, βάσει συμφωνίας δικαιόχρησης με Πανεπιστήμιο του εξωτερικού. Και τούτο, διότι οι σπουδές αυτές δεν κρίνεται ότι εντάσσονται στο σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης της χώρας μας, ώστε να απαιτείται η πραγματοποίηση τους σε δημόσιες ανώτατες σχολές, αλλά στο σύστημα εκπαίδευσης του κράτους μέλους που χορηγεί τα διπλώματα, κατά τρόπο όμοιο σε όλους τους σπουδαστές του, ύστερα από ομοειδείς σπουδές, ανεξαρτήτως του τόπου πραγματοποίησης αυτών. Εν όψει τούτου, το Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. (ακολουθώντας την τακτική που παλαιότερα παγίως ακολουθούσε το ΔΙ.ΚΑ.ΤΣΑ.), το οποίο αποφάσισε να μην κρίνει τους τίτλους σπουδών που απονέμονται από το U.P.13, λόγω μη αναφοράς, εκ μέρους του αλλοδαπού αυτού Πανεπιστημίου, του μέρους της φοίτησης που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα, στο ΙdEF (πρακτικά 381/23.4.1999 και 392/17.12.1999), μη νομίμως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, έπραξε τούτο." Η δεύτερη εφετειακή απόφαση, υπ' αριθμ. 6092/07 απόφαση του Δ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών έκρινε ότι το ΙdEF "δεν πρόκειται για Πανεπιστήμιο άλλου Κράτους εγκατεστημένου στην Ελλάδα ή για παράρτημα τέτοιου πανεπιστημίου που ουδόλως επηρεάζει την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων [άρθρων 15 και 16 ν. 1966/91 και 386(1)α ΠΚ]". Με δεδομένο ότι η μεταξύ των αποδείξεων που έλαβε υπόψη του το Εφετείο για να φτάσει στην ως άνω κρίση απαριθμείται και η υπογραφείσα σύμβαση μεταξύ του Π Π1 3 και του ΙdEF, το ως άνω συμπέρασμα του Δικαστηρίου έχει δύο πιθανές εξηγήσεις: i) είτε το Εφετείο θεωρεί ότι το ζήτημα της "δευτερεύουσας εγκατάστασης /παραρτήματος" είναι πραγματικό, αλλά για κάποιον λόγο δεν έλαβε υπόψη του ως απόδειξη το σχετικό έγγραφο (σύμβαση) βέβαιης ημερομηνίας, ii) είτε το Εφετείο θεωρεί ότι το ζήτημα της "δευτερεύουσας εγκατάστασης /παραρτήματος" είναι νομικό και κρίνει ότι οι επί μέρους όροι της σύμβασης δε στοιχειοθετούν "δευτερεύουσα εγκατάσταση /παράρτημα" -καμία αιτιολογία πάντως δεν δίνεται στην απόφαση για τον τρόπο με τον οποίο ελήφθη υπόψη και αξιολογήθηκε η σύμβαση nni3/ldEF.
Συνεπώς, ενώ τα στοιχεία α', γ' και δ' του παραπάνω γενικού συλλογισμού, τα οποία εκτενώς ανέπτυξα ενώπιον όλων των δικαστηρίων, έχουν πλέον επιβεβαιωθεί με τον πιο περίτρανο τρόπο από τρεις αποφάσεις του ΔΕΚ, το στοιχείο β' ουδέποτε εξετάστηκε από κανένα από τα δικαστήρια που επιλήφθηκαν της υπόθεσης μου. Αποτέλεσμα της κρίσης όλων των ποινικών δικαστηρίων που εξέτασαν την υπόθεση μου ήταν η αμετάκλητη καταδίκη μου σε φυλάκιση 6 μηνών με τριετή αναστολή για τα αδικήματα που προανέφερα. Σημειώνω ότι η καταδίκη μου βασίζεται στα αναχρονιστικά και παρωχημένα άρθρα 15 και 16 του ν.1966/1991, τα οποία α) βάσει των παραπάνω καταδικαστικών αποφάσεων του ΔΕΚ ήταν ανεφάρμοστα ήδη κατά την κρίσιμη περίοδο, ως παραβιάζοντα το κοινοτικό δίκαιο και β) καταργήθηκαν και αντικαταστάθηκαν μερικές ημέρες μετά την δημοσίευση της αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου Σας, με την έκδοση του ν. 3696/08 για τα Κολλέγια (βλ. ειδικότερα άρθρο 17).
Σημειώνω επίσης, ότι σύμφωνα με την βεβαίωση αριθμ. πρωτ. 18 της 29/1/2009 του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (συνημμένο 8), η απόφαση του Δικαστηρίου (1829/2008) δόθηκε προς θεώρηση στον Εισηγητή στις 25/7/2008, μετά τις συνεδριάσεις της 22-23-24/7/2008 της Διαρκούς Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων στο σχέδιο νόμου του ΥΠΕΠΘ "Ίδρυση και λειτουργία Κολλεγίων και άλλες διατάξεις" (συνημμένο 9) και υπεγράφη από τον Πρόεδρο στις 7/8/2008, δηλαδή επτά μέρες μετά από την 1/8/2008 ημερομηνία ψήφισης του νόμου 3696/08 συνημμένο 10) για τα Κολλέγια , ο οποίος καταργεί τον ν.1966/1991 και αποποινικοποιεί τις δια δευτερευουσών εγκαταστάσεων συμπράξεις ως αυτή του ΙdEF με το ΠΠ13. Δεδομένου α) ότι προκύπτει από έγγραφα ότι το ΙdEF (συνημμένο 11) αποτελεί δευτερεύουσα εγκατάσταση του γαλλικού πανεπιστημίου Ρaris-13 στην Ελλάδα και β) ότι σύμφωνα με το ΔΕΚ η δραστηριότητα αυτή είναι καθόλα νόμιμη και ανεπίδεκτη περιορισμών, καθίσταται σαφής η αντίθεση όλων των καταδικαστικών εναντίον μου ποινικών αποφάσεων με τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου. Γεννάται συνεπώς το οξύμωρο, αφενός της πολλαπλής καταδίκης του Ελληνικού κράτους από το ΔΕΚ για παρεμπόδιση της ελευθερίας εγκατάστασης στη χώρα μας ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων και αφετέρου της δικής μου πολλαπλής καταδίκης, για ατιμωτικό αδίκημα, από το Ελληνικό κράτος, ακριβώς επειδή υλοποίησα την ως άνω αναγνωριζόμενη ελευθερία. Σας παραθέτω ένα μικρό ιστορικό και τις ενέργειες μου. 1). Στις 23 Οκτωβρίου εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση του ΔΕΚ εις βάρος της Ελλάδας στην υπόθεση C-274/05, στην οποία κρίθηκε ότι ήδη κάτω από το ισχύον νομικό καθεστώς οι σπουδές βάσει συμβάσεων δικαιόχρησης οφείλουν να αναγνωρίζονται στη χώρα μας. Το αυτό συμπέρασμα επιβεβαιώθηκε και σε δύο αποφάσεις της 4ης Δεκεμβρίου 2008, στις υποθέσεις C-84/07 και 151/07. 2).Στις 29/10/2008 η επιτροπή προσφεύγει κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας στο ΔΕΚ στην υπόθεση C-465/08 (συνημμένο 12) προκειμένου το Δικαστήριο "να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία μη θεσπίζοντας τις απαραίτητες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, προς συμμόρφωση με την οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005 σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, και εν πάση περιπτώσει μη ανακοινώνοντας τις εν λόγω διατάξεις στην Επιτροπή παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της οδηγίας αυτής" (ΕΕL 255 της 30.9.2005) 3).Στις 11 Νοεμβρίου 2008 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με το ΜΑRKT/D.4/AK ARES(2008) 48637 απαντητικό της έγγραφο προς το ΙdEF τονίζει μεταξύ άλλων ότι "εάν ούτως έχουν τα πράγματα (δηλαδή το ΙdEF έχει συνάψει συμφωνίες δικαιόχρησης) σας καλούμε να αποταθείτε απευθείας στις ελληνικές αρχές βασίζοντας τους ισχυρισμούς σας στη νομολογία του ΔΕΚ (εννοεί τη C-274/05). Όπως προαναφέρθηκε θα εξακολουθήσουμε τη διαδικασία κατά της Ελλάδας βάσει του άρθρου 228 της Συνθήκης." 4).Με νέα απαντητική της επιστολή προς το ΙdEF την 19/12/2008 (συνημμένο 14), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μας ενημερώνει ότι εξετάζει αναλυτικά το νόμο 3696/2008 αν συνάδει με το κοινοτικό δίκαιο σημειώνοντας ότι "Εν τω μεταξύ, σας επισημαίνουμε ότι, βάσει της πάγιας έννοιας της αποτελεσματικότητας του Κοινοτικού Δικαίου, όπως αυτή έχει αναπτυχθεί από το ΔΕΚ, τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να διασφαλίζουν την κατάλληλη εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου στις υποθέσεις που εισάγονται ενώπιον τους. Γι' αυτό μπορείτε να προσφύγετε για την υπόθεση σας στα δικαστήρια της χώρας σας ασκώντας παράλληλα, ενδεχομένως, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων." 5).Ακολουθώντας τις υποδείξεις της Επιτροπής υποβάλαμε, τον Δεκέμβριο του 2008, αίτηση ακύρωσης και αίτηση αναστολής κατά της Υπουργικής Απόφασης, που υιοθετήθηκε από τον πρώην Υπουργό κύριο Στυλιανίδη, για την εφαρμογή του νόμου - αίτηση η οποία εκκρεμεί. 6).Στις 21/1/2009 εκδόθηκε η απόφαση 17346/2008 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ΙdEF κατά Ελληνικού Δημοσίου, η οποία κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή του ΙdEF και κρίνει ότι τόσο το ΣΑΕΙΤΤΕ όσο και ο ΔΟΑΤΑΠ δεν δύνανται να εξετάζουν το τόπο τέλεσης των σπουδών ως προϋπόθεση για την εξέταση της ουσιαστικής αξίας τίτλων σπουδών που χορηγούνται βάσει συμβάσεων δικαιόχρησης. 7). Εξεδόθη επίσης η ΔΙΑΤΑΞΗ του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 0180/08 και 0-186/08, που αφορούσαν Εθνικό Γαλλικό πτυχίο, σύμφωνα με την οποία,"οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους υποδοχής οφείλουν, δυνάμει του άρθρου 3 της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνωρίσεως των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διαρκείας τριών ετών, να επιτρέψουν σε υπήκοο κράτους μέλους, κάτοχο διπλώματος κατά την έννοια της ανωτέρω οδηγίας χορηγηθέντος από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, να ασκεί το επάγγελμα του υπό τις αυτές προϋποθέσεις με εκείνες που ισχύουν για τους κατόχους εθνικών διπλωμάτων ακόμη και αν το ως άνω δίπλωμα -κατοχυρώνει εκπαίδευση παρασχεθείσα εν όλω ή εν μέρει από Ίδρυμα κείμενο εντός του κράτους μέλους υποδοχής, το οποίο, κατά τη νομοθεσία του κράτους αυτού, δεν αναγνωρίζεται ως εκπαιδευτικό ίδρυμα, και - δεν αναγνωρίστηκε ως ομοταγές από τις αρμόδιες εθνικές αρχές." 8).Στις 14/4/2009 η Commission με το ΙΡ/09/576 "αποφάσισε, δυνάμει του άρθρου 228 της συνθήκης ΕΚ, να αποστείλει προειδοποιητική επιστολή στην Ελλάδα, ζητώντας πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που έλαβε προκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 23.10.2008 (C-274/05)" επιβεβαιώνοντας την προειδοποίηση του ΜΑRKT/D.4/ΑΚ ΑRES(2008) 48637, και υπενθυμίζοντας ξανά στην Ελληνική Δημοκρατία, "ότι στο μεταξύ η οδηγία 89/48/ΕΟΚ αντικαταστάθηκε από την οδηγία 2005/36/ΕΚ σχετικό με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 20 Οκτωβρίου 2007 και εδραιώνει το νομικό πλαίσιο για τη ρύθμιση αυτού του θέματος βάσει της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ την οποία και διαδέχεται." Επιπροσθέτως, το ΔΕΚ στην απόφαση του, της 6/3/2007, C-338/04, Ρlacanica, (τμήμα μείζονος συνθέσεως), έκρινε (σκ. 68 και 69) ότι "68 Καίτοι, η ποινική νομοθεσία εμπίπτει, κατ' αρχήν, στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, εντούτοις, κατά πάγια νομολογία, το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει περιορισμούς στην εν λόγω αρμοδιότητα, καθόσον η νομοθεσία αυτή δεν μπορεί να περιορίζει τις θεμελιώδεις ελευθερίες που διασφαλίζει το κοινοτικό δίκαιο (βλ. απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1999, C-348/96, Calf a, Συλλογή 1999, σ. 1-11, σκέψη 17). 9). Επιπλέον, από τη νομολογία προκύπτει ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επιβάλλει ποινικές κυρώσεις για τη μη εκπλήρωση προϋποθέσεως διοικητικής φύσεως, οσάκις το οικείο κράτος μέλος, κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου, αποκλείει ή καθιστό αδύνατη την εκπλήρωση αυτής της προϋποθέσεως (βλ., υπ' αυτή την έννοια, απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1983, 5/83, Rienks, Συλλογή 1983, σ. 4233, σκέψεις 10 και 11)," Και αποφάσισε ότι "4)Τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στο πλαίσιο των κύριων δικών, η οποία επιβάλλει ποινικές κυρώσεις σε πρόσωπα, όπως οι κατηγορούμενοι των κύριων δικών, για την άσκηση οργανωμένης δραστηριότητας συγκεντρώσεως στοιχημάτων ελλείψει της απαιτούμενης από την εθνική νομοθεσία παραχωρήσεως αδείας από τις αρμόδιες αρχές ή χορηγήσεως αδείας από την αστυνομία, στις περιπτώσεις που τα πρόσωπα αυτά δεν ήταν δυνατό να λάβουν τις σχετικές άδειες λόγω της κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου αρνήσεως του οικείου κράτους μέλους να τους τις παράσχει." Ομοίως, στην απόφαση του της 13/3/2007, C-432/05, Unibet, (τμήμα μείζονος συνθέσεως), σκ. 64, έκρινε ότι "64. ... Εάν, αντιθέτως, όπως ελέχθη στη σκέψη 62 της παρούσας αποφάσεως, αυτή (εννοεί την Unibet) αναγκαζόταν να εκτεθεί σε διοικητικές ή ποινικές διαδικασίες καθώς και σε εντεύθεν ενδεχόμενες κυρώσεις, ως μοναδικό μέσο ένδικης προστασίας προκειμένου να αμφισβητήσει τη συμφωνία των επίμαχων εθνικών διατάξεων με το κοινοτικό δίκαιο, τούτο δεν θα αρκούσε για να της διασφαλίσει μια τέτοια αποτελεσματική ένδικη προστασία." Σύμφωνα με την ίδια απόφαση C-432/05 υπόθεση Unibet "72. Όταν το παραδεκτό προσφυγής σκοπούσας στη διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων που ένας πολίτης αντλεί από το κοινοτικό δίκαιο δεν είναι βέβαιο δυνάμει του εθνικού δικαίου, εφαρμοζομένου κατά τρόπο σύμφωνο προς τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου, η αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας επιβάλλει να μπορεί ένα εθνικό δικαστήριο, ήδη από το στάδιο αυτό, να διατάσσει τα προσωρινά μέτρα που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση του σεβασμού των εν λόγω δικαιωμάτων." "79. Συναφώς, όπως, βεβαίως, προκύπτει από πάγια νομολογία, η αναστολή εφαρμογής εθνικής διατάξεως στηριζομένης στην κοινοτική νομοθεσία στο πλαίσιο διαφοράς εκκρεμούσας ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, μολονότι υπαγόμενη στους εθνικούς δικονομικούς κανόνες, υπόκειται εντός όλων των κρατών μελών σε προϋποθέσεις, όσον αφορά τη χορήγηση της, που είναι ομοιόμορφες και ανάλογες προς αυτές των αιτήσεων λήψεως προσωρινών μέτρων που υποβάλλονται ενώπιον του κοινοτικού δικαστή (αποφάσεις της 21ης Φεβρουαρίου 1991, C-143/88 και C-92/89, Zuckerfabrik Suderdithmarschen και Zuckerfabrik Soest, Συλλογή 1991, σ. 1-415, σκέψεις 26 και 27- της 9ης Νοεμβρίου 1995, C-465/93, Αtlanta Fruchthandelsgesellschaft, Συλλογή 1995, σ. 1-3761, σκέψη 39, και της 6ης Δεκεμβρίου 2005, C-453/03, C-11/04, C-12/04 και C-194/04, ΑΒΝΑ κ.λπ., Συλλογή 2005, σ, 1-10423, σκέψη 104). Πάντως, η υπόθεση της κύριας δίκης είναι διαφορετική, στο μέτρο που η αίτηση της Unibet. για προσωρινό μέτρα σκοπεί στην αναστολή όχι των αποτελεσμάτων εθνικής διατάξεως εκδοθείσας κατ' εφαρμογή κοινοτικής ρυθμίσεως της οποίας αμφισβητείται η νομιμότητα, αλλά των αποτελεσμάτων εθνικής νομοθεσίας της οποίας αμφισβητείται η συμφωνία με το κοινοτικό δίκαιο." Και το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφάσισε: "1) Η αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας των απονεμομένων στους πολίτες από το κοινοτικό δίκαιο δικαιωμάτων έχει την έννοια ότι δεν απαιτείται να υφίσταται, στην έννομη τάξη κράτους μέλους, αυτοτελής προσφυγή σκοπούσα, κυρίως, την εξέταση της συμβατότητας εθνικών διατάξεων με το άρθρο 49 ΕΚ, εφόσον άλλα αποτελεσματικά μέσα ένδικης προστασίας, που δεν είναι λιγότερο ευνοϊκά απ' ό,τι αυτά που διέπουν παρόμοιες εθνικού δικαίου προσφυγές, επιτρέπουν να εκτιμηθεί παρεμπιπτόντως μια τέτοια συμβατότητα, πράγμα που στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται να εξετάσουν.
2)
Η αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας των απονεμομένων στους πολίτες από το κοινοτικό δίκαιο δικαιωμάτων έχει την έννοια ότι αυτή απαιτεί, στο πλαίσιο της εννόμου τάξεως κράτους μέλους, να είναι δυνατή η λήψη προσωρινών μέτρων, έως ότου το αρμόδιο δικαστήριο αποφανθεί επί της συμφωνίας εθνικών διατάξεων με το κοινοτικό δίκαιο, όταν η λήψη τέτοιων μέτρων είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της εκδοθησομένης δικαστικής αποφάσεως όσον αφορά την ύπαρξη τέτοιων δικαιωμάτων.
3)
Η αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας των απονεμομένων στους πολίτες από το κοινοτικό δίκαιο δικαιωμάτων έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς τη συμφωνία εθνικών διατάξεων με το κοινοτικό δίκαιο, η τυχόν λήψη προσωρινών μέτρων προκειμένου να ανασταλεί η εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων έως ότου το αρμόδιο δικαστήριο αποφανθεί επί της συμφωνίας αυτών με το κοινοτικό δίκαιο διέπεται από τα κριτήρια που έχει ορίσει το εθνικό δίκαιο που εφαρμόζεται ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου, εφόσον αυτά τα κριτήρια δεν είναι λιγότερο ευνοϊκά απ' ό,τι αυτά που αφορούν παρόμοια αιτήματα εσωτερικής φύσεως και δεν καθιστούν αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή στην πράξη την προσωρινή ένδικη προστασία τέτοιων δικαιωμάτων." Κατόπιν των προπαρατεθέντων, και κατ1 επίκληση της αρχής της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας των απονεμομένων στους πολίτες από το κοινοτικό δίκαιο δικαιωμάτων, αλλά και το γεγονός ότι ο εθνικός δικαστής είναι ο θεματοφύλαξ του κοινοτικού δικαίου στα κράτη μέλη,"ο εθνικός δικαστής στον οποίο έχει ανατεθεί, στο πλαίσιο της αρμοδιότητας του [ως οργάνου ενός κράτους μέλους], να εφαρμόζει τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, έχει την υποχρέωση να εξασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων αυτών, αφήνοντας εν ανάγκη κυριαρχικά ανεφάρμοστη κάθε αντίθετη διάταξη της εθνικής νομοθεσίας, έστω και μεταγενέστερη, χωρίς να υποχρεούται να ζητήσει ή να αναμείνει την προηγούμενη εξαφάνιση της είτε δια της νομοθετικής οδού είτε με οποιαδήποτε άλλη συνταγματική διαδικασία. (Απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Μαρτίου 1978, υπόθεση 106/77, Simmenthal)". Αιτούμαι την επανάληψη της διαδικασίας (άρθρο 525 του ΚΠΔ) της υπόθεσης μου, την απαλλαγή μου από κάθε κατηγορία, την απαλλαγή μου από κάθε κατηγορία, την αποκατάσταση του ποινικού μου μητρώου και μέχρι την έκδοση της αποφάσεως, την αναστολή των νομικών συνεπειών του ποινικού μητρώου στην επαγγελματική μου δραστηριότητα. Τα διαλαμβανόμενα όμως στην αίτηση ως νέα γεγονότα και αποδείξεις, είτε ληφθούν αυτοτελώς υπόψη, είτε σε συνδυασμό με τις άλλες αποδείξεις, δεν καθιστούν πρόδηλη την αθωότητα του αιτούντος και δεν μπορούν να θεμελιώσουν την αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας. Ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι η Χώρα μας καταδικάστηκε από το ΔΕΚ με τις προαναφερόμενες αποφάσεις για παράβαση της υποχρεώσεως της να αναγνωρίσει το δικαίωμα παροχής σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα από εκπαιδευτικούς φορείς που συνιστούν δευτερεύουσα εγκατάσταση Ευρωπαϊκών Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων και να αναγνωρίσει τους παρεχόμενους απ' αυτούς ακαδημαϊκούς τίτλους και τα αντίστοιχα επαγγελματικά δικαιώματα των κατόχων τους, αυτό δεν επηρεάζει καθόλου τη ρύθμιση του άρθρου 15 του Ν. 1966/1991 για την επωνυμία των Εργαστηρίων Ελευθέρων Σπουδών και τις ποινικές κυρώσεις σε βάρος εκείνων που χρησιμοποιούν στον τίτλο τους και στις διαφημίσεις τους παραπλανητικές προσθήκες, αφαιρέσεις, αλλοιώσεις, όπως Πανεπιστήμιο, Κέντρο, Σχολή κ.τ.λ. Και τούτο διότι, σύμφωνα με την απόφαση του ΔΕΚ της 23ης Οκτωβρίου 2008 στην υπόθεση 0274/05, κατά το γράμμα της Οδηγίας 89/48 ( η οποία οδηγία κρίθηκε ότι δεν αφορά την αναγνώριση ακαδημαϊκών τίτλων σπουδών, αλλά νομοθετικά κατωχυρομένα επαγγέλματα στα κράτη μέλη, προκειμένου να ενισχυθεί το δικαίωμα του Ευρωπαίου πολίτη να χρησιμοποιεί τις επαγγελματικές του γνώσεις σε ποιοδήποτε Κράτος- Μέλος της Ε.Ε.), για την αναγνώριση της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης που παρέχεται στις περιπτώσεις συμφωνίας δικαιόχρησης, οι σπουδές δεν πρέπει οπωσδήποτε να έχουν πραγματοποιηθεί σε Πανεπιστήμιο ή σε Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ιδρυμα. Η προϋπόθεση που θέτει η διάταξη του άρθρου 1, στοιχ. α' της Οδηγίας δεν σκοπεί να διασφαλίσει ότι το Εκπαιδευτικό Ιδρυμα πληροί τυπικές προϋποθέσεις ως προς το νομικό καθεστώς του, αλλά αφορά το ουσιαστικό επίπεδο της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τα άρθρα 1 και 3 της Οδηγίας 89/48 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ένα κράτος μέλος υποδοχής υποχρεούται να αναγνωρίσει δίπλωμα που χορηγήθηκε από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, μολονότι με το δίπλωμα αυτό πιστοποιούνται σπουδές που έχουν πραγματοποιηθεί, εν όλω ή εν μέρει, στο κράτος μέλος υποδοχής και οι οποίες , κατά τη νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους, δεν αναγνωρίζονται ως σπουδές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι με το Νόμο 3696/25/8/2008 " Ιδρυση και λειτουργία Κολλεγίων και άλλες διατάξεις (μεταπτυχιακές σπουδές) ", που εκδόθηκε πριν να καταστεί αμετάκλητη η καταδίκη του, καταργήθηκε το αξιόποινο της πράξης για την οποία καταδικάστηκε, και επομένως όφειλε το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου κατά την εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως, που είχε ασκήσει κατά της εν λόγω καταδικαστικής αποφάσεως, να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι, κατά πρώτο, το αξιόποινο της πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αιτών, δεν καταργήθηκε με το νεότερο αυτό νόμο, ο οποίος ρυθμίζει το διαφορετικό από τα Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών θέμα της ίδρυσης και λειτουργίας Κολλεγίων, και επί πλέον οι ποινικές κυρώσεις του Ν. 1966/2001 εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την ισχύ του νόμου αυτού. Και κατά δεύτερο, ο νεότερος αυτός νόμος δημοσιεύτηκε μετά την επέλευση του αμετακλήτου της καταδικαστικής απόφασης, αφού η υπ' αριθμ. 1829/2008 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την αίτηση αναιρέσεοος κατά της υπ' αριθμ. 6092/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως αβάσιμη στην ουσία, δημοσιεύτηκε στις 11/7/2008, ενώ ο Ν. 3696/2008 δημοσιεύτηκε αργότερα και συγκεκριμένα στις 25/8/2008.
Κατ' ακολουθίαν, εφόσον από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον αιτούντα ως νέα αποδεικτικά στοιχεία, είτε αυτά ληφθούν αυτοτελώς υπόψη, είτε σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος του ανωτέρω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε, ούτε ότι καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτού για επανάληψη της διαδικασίας, ως αβάσιμη, και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ), και συνακολούθως πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση του περί αναστολής των συνεπειών του ποινικού του μητρώου στην επαγγελματική του δραστηριότητα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 4034/14/5/2009 αίτηση καταδικασμένου Ε. Α. του Σ., ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 6092/2007 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως και το αίτημα του για αναστολή των συνεπειών του ποινικού του μητρώου στην επαγγελματική του δραστηριότητα. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι(220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Αποβιωσάσης της Γραμματέως, κατόπιν της υπ'αριθ.583/2010 πράξης του Προέδρου του Αρείου Πάγου η παρούσα απόφαση υπογράφεται από τη Γραμματέα Αικατερίνη Φωτοπούλου.
|
Επανάληψη διαδικασίας. Καταδικαστική απόφαση για λειτουργία Εργαστηρίου Ελευθέρων Σπουδών με τη χρήση παραπλανητικού τίτλου ως Πανεπιστημίου, κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98, 386 § 1 του ΠΚ και 15 § 1, 16 § 1 περ. Α΄ του Ν. 1966/1991). Απορρίπτεται ως αβάσιμη η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, διότι με τα επικαλούμενα ως νέα αποδεικτικά στοιχεία δεν καθίσταται φανερό, κατά την έννοια του άρθρου 525 §§ 1 και 2 του ΚΠΔ, ότι ο αιτών είναι αθώος του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε, ούτε ότι καταδικάστηκε αδίκως για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 1
|
Αριθμός 1332/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Κούκλη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1080/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους 1) Z1 και 2) Z2.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1074/09. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, με αριθμό 385/24-11-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω Ι) Το συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 674/2009 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου - για κακουργήματα - Αθηνών τους Z1, Z2 και X για να δικαστούν ως υπαίτιοι τελέσεως 1) απάτης τελεσθείσα από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση, 2) πλαστογραφίας με χρήση κατά συναυτουργία, 3) υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως κατ'εξακολούθηση και κατά συναυτουργία - 45, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1, 220 παρ. 1, 386 παρ. 1-3 Ποιν.Κ. Συγκεκριμένα, διότι: Α-1) Όλοι οι κατηγορούμενοι με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, και ενεργώντας από κοινού, ήτοι μετά από συναπόφαση και με κοινή δράση, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας άλλους σε πράξη, με τη σε γνώση τους παράσταση ψευδών γεγονότων, ως αληθινών, το δε περιουσιακό όφελος, που αποκόμισαν, και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία, που προξένησαν, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ, οι ίδιοι δε κρίνονται πρόσωπα, που διέπραξαν την παραπάνω πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Συγκεκριμένα στην ... κατά το χρονικό διάστημα από Ιούνιο του 2008 έως 29.8.2008, ενεργώντας από κοινού, παρέστησαν σε γνώση τους ψευδώς στους παρακάτω αναφερόμενους πωλητές, ότι η πρώτη κατηγορούμενη Z1, που παρουσιάζονταν με το όνομα Δ, διατηρούσε ατομική επιχείρηση λιανικού εμπορίου οχημάτων με την επωνυμία "EXECUTIVE CARS", με έδρα την οδό ..., που ήταν μια δυναμική, φερέγγυα, ανθηρή και με μεγάλο τζίρο επιχείρηση, με πολλά υποκαταστήματα σε όλη την Ελλάδα, που αγόραζε πολυτελή πάσης φύσεως οχήματα, εκδίδοντας για την αγορά τους επιταγές σε διαταγή των πωλητών, οι οποίες επιταγές είχαν κατά την έκδοση τους και κατά την πληρωμή τους επαρκή κάλυψη στις πληρώτριες Τράπεζες, και αποδεχόμενοι συναλλαγματικές, διαβεβαιώνοντας για την πληρωμή τους, και με τον τρόπο αυτό έπεισαν αυτούς (αντισυμβαλλόμενους πωλητές τους), να τους πωλήσουν τα παρακάτω αντικείμενα, τα οποία οι κατηγορούμενοι παρέλαβαν. Πιο συγκεκριμένα με τις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις τους: 1) στις 9.8.2008 έπεισαν τον ..., να τους πωλήσει και παραδώσει το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας .... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας MAZDA RX - 8, αντί τιμήματος 20.000 ευρώ, έναντι του οποίου του παρέδωσαν την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "GENIKI BANK", με ημερομηνία 11-8-2008, ποσού 20.000 ευρώ, σε διαταγή του, την οποία υπέγραψε, ως εκδότρια, η πρώτη κατηγορούμενη Z1, στη συνέχεια δε πώλησαν το αυτοκίνητο αυτό στην ... αντί τιμήματος 16.000 ευρώ, 2) στις 11.8.2008 έπεισαν τη ..., να τους πωλήσει και παραδώσει το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας DAIMLER CHRYSL WRANGLER, αντί τιμήματος 25.500 ευρώ, έναντι του οποίου του παρέδωσαν την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "GENIKI BANK", με ημερομηνία 13-8-2008, ποσού 25.500 ευρώ, σε διαταγή της πληρώτριας, την οποία επιταγή υπέγραψε, ως εκδότρια, η πρώτη κατηγορούμενη, στη συνέχεια δε πώλησαν το αυτοκίνητο αυτό στον ... αντί τιμήματος 24.000 ευρώ, (3) Στις 11.8.2008 έπεισαν την ... και τον ..., να τους πωλήσουν και παραδώσουν το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας VOLKSWAGEN TOUAREG, αντί τιμήματος 46.000 ευρώ, έναντι του οποίου του παρέδωσαν την υπ' αριθμ. ...επιταγή της Τράπεζας "GENIKI BANK", με ημερομηνία 12-6-2008, ποσού 46.000 ευρώ, σε διαταγή του ..., την οποία επιταγή υπέγραψε, ως εκδότρια, η πρώτη κατηγορούμενη, στη συνέχεια δε πώλησαν το αυτοκίνητο στη ... αντί τιμήματος 47.000 ευρώ, 4) στις 21.7.2008 έπεισαν τον ..., να τους πωλήσει και παραδώσει το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας PORSCHE 911 CARRERA S, αντί τιμήματος 120.000 ευρώ, έναντι του οποίου παρέδωσαν την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "GENIKI BANK", με ημερομηνία 14-8-2008, ποσού 50.000 ευρώ και την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "MILLENIUM BANK", με ημερομηνία 12-8-2008, ποσού 50.000 ευρώ, σε διαταγή του πωλητή, τις οποίες επιταγές υπέγραψε, ως εκδότρια, η πρώτη κατηγορούμενη, στη συνέχεια δε πώλησαν το παραπάνω αυτοκίνητο στον ... αντί τιμήματος 70.000 ευρώ, 5) στις 11.8.2008 έπεισαν τον ..., να τους πωλήσει και παραδώσει το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας MAZDA RX - 8, αντί τιμήματος 18.500 ευρώ, έναντι του οποίου του παρέδωσαν την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "GENIKI BANK", με ημερομηνία 11-8-2008, ποσού 18.500 ευρώ, σε διαταγή του, την οποία επιταγή υπέγραψε, ως εκδότρια, η πρώτη κατηγορούμενη, 6) στις 21.7.2008 έπεισαν το ..., να τους πωλήσει και παραδώσει το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας PORSCHE CAYENNE S, αντί τιμήματος 80.000 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "MILLENIUM BANK", με ημερομηνία 22-8-2008, ποσού 40.000 ευρώ, σε διαταγή του, και την υπ' αριθμ. ... επιταγή της τράπεζας "MILLENIUM BANK", με ημερομηνία 18-8-2008, ποσού 40.000 ευρώ, σε διαταγή του, τις οποίες παρέδωσαν στον πωλητή, 7) στις 20.6.2008 έπεισαν το ..., να τους πωλήσει και παραδώσει την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας SUZUKI GSXR 1000, αντί τιμήματος 9.800 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη αποδέχτηκε στις 20.6.2008 μια συναλλαγματική λήξεως την 8.8.2008, ποσού 7.800 ευρώ, σε διαταγή του, την οποία παρέδωσαν στον πωλητή, 8) στις 8.8.2008 έπεισαν την ..., να τους πωλήσει και παραδώσει το άνευ αριθμού κυκλοφορίας ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας RENAULT LAGUNA, αντί τιμήματος 20.000 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "GENIKI BANK", με ημερομηνία 8-8-2008, ποσού 20.000 ευρώ, σε διαταγή της "ARTIS ΕΚΔΟΧΕΙΣ Α.Ε.", την οποία παρέδωσαν στην πωλήτρια, 9) στις 25.6.2008 έπεισαν τον ..., να τους πωλήσει και παραδώσει την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας YAMAHA R-1, αντί τιμήματος 7.300 ευρώ, έναντι του οποίου τιμήματος η πρώτη κατηγορούμενη αποδέχτηκε στις 25.6.2008 μια συναλλαγματική, λήξεως την 11.8.2008, ποσού 7.300 ευρώ, σε διαταγή του πωλητή, την οποία παρέδωσαν σ' αυτόν, 10) στις 25.6.2008 έπεισαν το ..., να τους πωλήσει και παραδώσει το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας BMW 540, αντί τιμήματος 29.000 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή της τράπεζας "MILLENIUM BANK", με ημερομηνία 20-8-2008, ποσού 29.000 ευρώ, σε διαταγή του, την οποία του παρέδωσαν, στη συνέχεια δε πώλησαν το αυτοκίνητο αυτό στον ..., αντί τιμήματος 20.000 ευρώ, 11) στις 21.6.2008 έπεισαν τον ..., να τους πωλήσει και παραδώσει την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας HONDA CBR XX, αντί τιμήματος 8.900 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη αποδέχτηκε στις 25.6.2008 μια συναλλαγματική, λήξεως την 10.8.2008, ποσού 8.900 ευρώ, σε διαταγή του, την οποία παρέδωσαν στον πωλητή, 12) στις 8.7.2008 έπεισαν το ..., να τους πωλήσει και παραδώσει την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας KAWASAKI NINJA ΖΧ 10R, αντί τιμήματος 9.500 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη αποδέχτηκε στις 8.7.2008 μια συναλλαγματική, λήξεως την 12.8.2008, ποσού 9.000 ευρώ, σε διαταγή του, την οποία του παρέδωσαν, 13) στις 18.6.2008 έπεισαν τον ..., να τους πωλήσει και παραδώσει την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας HONDA CBR 600, αντί τιμήματος 4.500 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη αποδέχτηκε στις 8.7.2008 μια συναλλαγματική, λήξεως την 12.8.2008, ποσού 4.500 ευρώ, σε διαταγή του, την οποία του παρέδωσαν, 14) στις 21.6.2008 έπεισαν τον ..., να τους πωλήσει και παραδώσει την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας SUZUKI GSXR-1000, αντί τιμήματος 9.500 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη αποδέχτηκε στις 21.6.2008 μια συναλλαγματική, λήξεως την 11.8.2008, ποσού 7.000 ευρώ, σε διαταγή του, την οποία του παρέδωσαν, 15) στις 10.7.2008 έπεισαν τον ..., να τους πωλήσει και παραδώσει την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας ΜΝ AGUSTA, αντί τιμήματος 11.600 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη αποδέχθηκε στις 10.7.2008 μια συναλλαγματική, λήξεως την 8.8.2008, ποσού 11.600 ευρώ, σε διαταγή του, την οποία του παρέδωσαν, 16) στις 29.7.2008 έπεισαν τον ..., να τους πωλήσει και παραδώσει το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας MASERATI, αντί τιμήματος 85.000 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη υπέγραψε, ως εκδότρια, την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "GENIKI BANK", με ημερομηνία 25-8-2008, ποσού 75.000 ευρώ, σε διαταγή του πωλητή, την οποία του παρέδωσαν, 17) στις 2.7.2008 έπεισαν τον ..., να τους πωλήσει και παραδώσει το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας SWWRT ROADSTER, αντί τιμήματος 11.000 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη εξέδωσε και αποδέχτηκε μία συναλλαγματική, ποσού 9.500 ευρώ, σε διαταγή του πωλητή, και αγνώστων λοιπών στοιχείων, την οποία παρέδωσαν στον πωλητή, 18) στις 23.6.2008 έπεισαν τον ..., να τους πωλήσει και παραδώσει ανταλλακτικά του ΙΧΕ αυτοκινήτου του, ήτοι αμορτισέρ μάρκας BILSTEIN με ελατήρια μάρκας ELBACH, αντί τιμήματος 500 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη αποδέχτηκε στις 23.6.2008 μια συναλλαγματική, ποσού 500 ευρώ, λήξεως την 5.8.2008, σε διαταγή του πωλητή, την οποία του παρέδωσαν, 19) περί το τέλος Ιουνίου 2008 έπεισαν το ..., να τους πωλήσει και παραδώσει ένα φωτοαντιγραφικό μηχάνημα μάρκας UTAX 1042, αντί τιμήματος 1.100 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη αποδέχθηκε στις 23.6.2008 μια συναλλαγματική, ποσού 1.100 ευρώ, λήξεως την 8.8.2008, σε διαταγή του, την οποία του παρέδωσαν, 20)1 στις 21.6.2008 έπεισαν τον ..., να τους πωλήσει και παραδώσει την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας SUZUKI 2.4, αντί τιμήματος 9.800 ευρώ, έναντι του οποίου του παρέδωσαν την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ALPHA BANK, εκδόσεως ..., σε διαταγή του ιδίου του εκδότη, με ημερομηνία 25-8-2008, ποσού 9.800 ευρώ, 21) στις 10.7.2008 έπεισαν το ..., να τους πωλήσει και παραδώσει το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας MAZDA RX, αντί τιμήματος 22.000 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη εξέδωσε την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Τράπεζας "MILLENIUM BANK", με ημερομηνία 11-8-2008, ποσού 22.000 ευρώ, σε διαταγή του, την οποία του παρέδωσαν, 22) στις 13.8.2008 έπεισαν τον ..., να τους πωλήσει και παραδώσει το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας MERCEDES CLK, αντί τιμήματος 30.000 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "GENIKI BANK", με ημερομηνία 19-9-2008, ποσού 29.000 ευρώ, σε διαταγή του, την οποία του παρέδωσαν, 23) στις 24.6.2008 έπεισαν το ..., να τους πωλήσει και παραδώσει έναν φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή, μάρκας HP και σειριακό αριθμό CNF 73871 Η2, αντί τιμήματος 1.500 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη αποδέχτηκε αυθημερόν μια συναλλαγματική λήξεως την 4.8.2008, ποσού 1.500 ευρώ, σε διαταγή του, την οποία του παρέδωσαν και 24) στις 6.8.2008 έπεισαν τον Π, να τους πωλήσει και παραδώσει το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας ΚΑΙ τύπου ΤΖΙΠ, αντί τιμήματος 8.700 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη υπέγραψε, ως εκδότρια, την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "GENIKI BANK", με ημερομηνία 5-9-2008, ποσού 9.300 ευρώ, σε διαταγή του, την οποία παρέδωσαν στον πωλητή, κατά το ίδιο δε ως άνω χρονικό διάστημα η πρώτη κατηγορούμενη έπεισε τον ανωτέρω Π, να της παραδώσει -7- σκυλιά κουτάβια, καθαρόαιμης ράτσας, εισαγωγής από το εξωτερικό, συνολικής αξίας 3.400 ευρώ, έναντι του οποίου η ίδια υπέγραψε, ως εκδότρια, την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "MILLENIUM BANK", με ημερομηνία εκδόσεως 5-9-2008, ποσού 3.400 ευρώ, σε διαταγή του, την οποία στη συνέχεια παρέδωσε στον πωλητή. Οι παραπάνω όμως παραστάσεις τους ήταν ψευδείς, αφού οι κατηγορούμενοι δεν ήταν φερέγγυα πρόσωπα, δεν είχαν μεγάλη οικονομική επιφάνεια, η ατομική επιχείρηση δεν είχε μεγάλο τζίρο, δεν είχαν άλλα υποκαταστήματα, η πρώτη κατηγορούμενη δεν ονομάζονταν Δ αλλά Z1 , η παραπάνω επιχείρηση επί της οδού ... δημιουργήθηκε από τους κατηγορούμενους στο όνομα Δ, με αποκλειστικό σκοπό να παραλάβουν από τους ανωτέρω πωλητές τα οχήματα τους και τα άλλα αντικείμενα επί πιστώσει και στη συνέχεια να εξαφανιστούν, χωρίς να εξοφλήσουν την αξία των πωληθέντων και παραδοθέντων σ' αυτούς παραπάνω αντικειμένων, ούτε η πρώτη κατηγορούμενη είχε από την αρχή πρόθεση να εξοφλήσει το τίμημα για την αγορά των παραπάνω κουταβιών, αλλά να εξαφανιστεί μετά την παραλαβή τους, γεγονότα, που αν γνώριζαν από την αρχή οι πωλητές τους, δεν θα προέβαιναν στις πωλήσεις αυτές. Μ' αυτό τον τρόπο έπεισαν τους παραπάνω πωλητές, να τους πωλήσουν και παραδώσουν τα ανωτέρω αντικείμενα, ήτοι ΙΧΕ αυτοκίνητα, δίκυκλες μοτ/τες, ανταλλακτικά αυτοκικήτου, ένα φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή και το φωτογραφικό μηχάνημα και τα -7-κουτάβια, με πίστωση, χωρίς οι κατηγορούμενοι να προβούν στην άμεση εξόφληση τους, οι δε παραπάνω επιταγές, που εξέδωσε, ως εκδότρια η πρώτη κατηγορούμενη, δεν πληρώθηκαν, γιατί δεν είχαν τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, και οι συναλλαγματικές, που υπέγραψε, ως αποδέκτρια η ίδια, δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους. Αποτέλεσμα των παραπάνω ενεργειών τους ήταν, οι κατηγορούμενοι να αποκομίσουν συνολικά παράνομο περιουσιακό όφελος 550.300 ευρώ, που είναι η συνολική αξία των παραπάνω επιταγών και συν/κών, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη των παραπάνω πωλητών κατά το ποσό, που αναλογεί σε ένα έκαστο εξ' αυτών. Τις ανωτέρω πράξεις διέπραξαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, γιατί από την επανειλημμένη τέλεση αυτών και την υποδομή, που είχαν διαμορφώσει, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης της απάτης, προέκυψε σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος, οι ίδιοι δε είχαν σταθερή ροπή για τη διάπραξη του εγκλήματος της απάτης, ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Α-2| Όλοι οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού, δηλαδή μετά από συναπόφαση και με κοινό σχέδιο δράσης, κατάρτισαν με πρόθεση, πλαστό έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλους, σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, και στη συνέχεια έκαναν χρήση του. Συγκεκριμένα στην ... το χρονικό διάστημα από 1 μέχρι 5 Ιουνίου του 2008 με πρόθεση κατάρτισαν πλαστό πιστοποιητικό γεννήσεως για πρόσωπο με στοιχεία Δ του Δ1 και της Δ2, ημερομηνία γέννησης 5.7.1982, τόπος γέννησης ..., δημότης ..., α.δ...., και υπέγραψαν σ' αυτό, ως δήθεν αρμόδιοι Υπάλληλοι για την έκδοση του, ώστε να φαίνεται, δήθεν, ότι το πιστοποιητικό αυτό εκδόθηκε εγκύρως, όμως στην πραγματικότητα το πιστοποιητικό αυτό ήταν πλαστό, καθόσον δεν είχε εκδοθεί εγκύρως και επισήμως από κανένα Δήμο ή Κοινότητα του Ελληνικού Κράτους. Στη συνέχεια την 5-6-2008 στο ...έκαναν χρήση του πλαστού αυτού πιστοποιητικού, προσκομίζοντας το στο Τμήμα Ασφαλείας ..., με αίτηση, που υπέγραψε η πρώτη κατηγορούμενη, ως Δ, για έκδοση δελτίου ταυτότητας στο όνομα Δ του Δ1 και της Δ2. A-3) Όλοι οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού, δηλαδή μετά από συναπόφαση και με κοινό σχέδιο δράσης, και με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, πέτυχαν με εξαπάτηση, να βεβαιωθούν σε δημόσια έγγραφα αναληθώς περιστατικά, που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα στο ... στις 5.6.2008, προσκομίζοντας και καταθέτοντας το προαναφερόμενο πιστοποιητικό γέννησης στο Τμήμα Ασφαλείας ..., πέτυχαν αναληθώς, να εκδοθεί για την πρώτη κατηγορούμενη το υπ' αρ. ... δελτίο αστυνομικής ταυτότητας με τα παραπάνω στοιχεία, ήτοι Δ του Δ1 και της Δ2, ημερομηνία γέννησης 5.7.1982, τόπος γέννησης ..., δημότης ..., α.δ. 13102/3. Επίσης στο ... κατά το χρονικό διάστημα από 5-6-2008 μέχρι 11-6-2008 μετά από αίτηση, που υπέβαλλαν οι κατηγορούμενοι, και υπέγραψε με την ταυτότητα, ως Δ, η πρώτη κατηγορούμενη, πέτυχαν αναληθώς, ώστε να χορηγηθεί από τη Δ.Ο.Υ. ... στην πρώτη κατηγορούμενη ο αριθμός φορολογικού μητρώου - ...-, που αναφέρονταν στη Δ, και μετά την υποβολή της από 11-6-2008 δήλωσης φορολογίας εισοδήματος στη Δ.Ο.Υ. ... με τα στοιχεία Δ για το οικονομικό έτος 2008, που υπέγραψε, ως Δ, η πρώτη κατηγορούμενη, οι κατηγορούμενοι πέτυχαν αναληθώς, ώστε να εκδοθούν από τη Δ.Ο.Υ. ... δύο εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων για τη φορολογούμενη με στοιχεία Δ, ήτοι τα από 18-8-2008 και από 20-8-2008 εκκαθαριστικά σημειώματα, που αφορούσαν την πρώτη κατηγορούμενη. Σε όλα τα παραπάνω δημόσια έγγραφα ήτοι στο δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, τον αριθμό φορολογικού μητρώου και τα δύο εκκαθαριστικά σημειώματα, βεβαιώθηκε αναληθώς, ότι αφορούσαν τη Δ, ενώ στην πραγματικότητα αφορούσαν την πρώτη κατηγορουμένη Z1, τα δε περιστατικά αυτά είχαν έννομες συνέπειες, καθόσον με το όνομα Δ όλοι οι κατηγορούμενοι προέβησαν σε διάφορες συναλλαγές, ήτοι την ίδρυση της επιχείρησης "EXECUTIVE CARS", με νόμιμη εκπρόσωπο τη Δ, καθώς επίσης στην έκδοση των προαναφερομένων επιταγών και την αποδοχή των προαναφερομένων συν/κών, που υπέγραψε με τα στοιχεία Δ η πρώτη κατηγορούμενη. Κατά του άνω βουλεύματος ο κατηγορούμενος X άσκησε την υπ'αριθμ. 104/9-3-2009 έφεση, παραπονούμενος α) για εσφαλμένη -κατ'αυτόν - εκτίμηση των αποδείξεων από το άνω συμβούλιο σε σχέση με αυτόν (και ειδικώτερα ότι δεν εκτίμησε ορισμένα έγγραφά του, επιχειρήματά του), ότι θεώρησε ως αξιόπιστη την από 28-9-2008 μήνυση της συγκατηγορουμένης κλπ, β) ότι ζήτησε από την ανακρίτρια τη διενέργεια ορισμένων ανακριτικών πράξεων και δη εξέταση μαρτύρων κατ'αντιπαράσταση εξέταση κλπ και επειδή δεν έγιναν ζήτησε την περαιτέρω ανάκριση προς διενέργεια αυτών, και γ) ζήτησε, επίσης, να εμφανιστεί ενώπιον του συμβουλίου Εφετών προκειμένου να παράσχει τις αναγκαίες διευκρινίσεις. Το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 1080/2009 βούλευμά του - και με καθολική αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών -, απέρριψε την άνω έφεση ως κατ'ουσίαν αβάσιμη δεχόμενο ότι "από την εκτίμηση των προβαλλομένων λόγων εφέσεως σε συνδυασμό και με τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων...... από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν σε συνδυασμό με τις απολογίες όλων των κατηγορουμένων με βεβαιότητα συνάγεται ότι......" και αναφέρει ότι προέκυψαν τα δεκτά γενόμενα από το εκκαλούμενο πρωτόδικο βούλευμα πραγματικά περιστατικά, το οποίο δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, αντικρούει δε (το συμβούλιο Εφετών) τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος περί μη υπάρξεως κατ'αυτού, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, ενδείξεων ενοχής, και δη με σαφή παράθεση των πραγματικών γεγονότων και κρίσεων που στηρίζεται, δέχεται ότι δεν απαιτείται ούτε η διενέργεια των αναφερομένων ανακριτικών πράξεων, ούτε η περαιτέρω ανάκριση, ούτε η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του εκκαλούντος σ'αυτό. Ειδικότερα δε στο σημείο αυτό το βούλευμα του συμβουλίου εφετών για να απορρίψει το σχετικό αίτημα του εκκαλούντος δέχεται ότι "από την ανακριτική απολογία του συγκεκριμένου αιτούντος- κατηγορουμένου σαφέστατα συνάγεται ότι ο αιτών-κατηγορούμενος υποστήριξε επαρκώς τις απόψεις του κατά την κυρία ανάκριση, με τα σχετικά έγγραφα που προσκόμισε στην δικογραφία" συμπληρώνει δε στη συνέχεια ότι "Σημειωτέον επίσης ότι, μετά το πέρας της κυρίας ανάκρισης δεν δύναται να προσκομισθούν και να ληφθούν υπόψη νέα αποδεικτικά στοιχεία επί της ουσίας της υπόθεσης, καθόσον μάλιστα έχει γνωστοποιηθεί το νόμιμο πέρας τόσο στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο όσο και στους λοιπούς διαδίκους (πολιτική αγωγή και συγκατηγορουμένους του). Κατά συνέπεια η εμφάνιση του αιτούντος-κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου ουδέν περισσότερο πρόκειται να προσθέσει στην κρινόμενη υπόθεση, αφού αυτός έχει ήδη αναπτύξει επαρκώς τις απόψεις του και κάθε περαιτέρω επανάληψή των παρέλκει".
Τέλος, το αυτό συμβούλιο "κατά τα λοιπά νομικά και πραγματικά περιστατικά της κρινόμενης υποθέσεως αναφέρεται εξ ολοκλήρου στις ορθές και νομικέςς σκέψεις του 674/2009 βουλεύματος......" στο πρωτόδικο δε βούλευμα (σελίδα 19 στο τέλος περίπου) ρητά γίνεται πλήρης αιτιολογία του κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και δη από τον τρόπο που ενεργούσαν, ήτοι από τις επανειλημμένες φορές και με σκοπό πορισμού εισοδήματος για βιοπορισμό, επέδειξαν σταθερή ροπή στις πράξεις ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Να σημειωθεί εδώ ότι το ρηθέν βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Αθηνών -όπως και το εκκληθέν - δέχεται σαφώς και ρητά ότι τα ψευδή παρασταθέντα από τους κατηγορουμένους ως αληθή, γεγονότα που συνιστούν το έγκλημα της απάτης συνίστανται κυρίως στην εμφάνιση της από αυτούς Z1 ως Δ με τις εντεύθεν συνέπειες (=εταιρεία με οικονομική επιφάνεια κλπ). Το βούλευμα αυτό του συμβουλίου Εφετών επιδόθηκε στον εκκαλούντα στις 1-7-2009 και κατ'αυτού άσκησε ο ίδιος στις 10-7-2009 ενώπιον της γραμματέα του Εφετείου Αθηνών την υπ'αριθμ. 143/2009 αίτηση αναίρεσης προβάλλοντος ως λόγους αναίρεσης: α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αφενός σε σχέση με το αίτημα περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιον του συμβουλίου Εφετών "προς παροχή διασαφήσεων και διευκρινίσεων επί των αποδιδομένων σε βάρος του κατηγοριών", β) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι αφενός μεν αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην οικεία εισαγγελική πρόταση, δηλ. του Εισαγγελέα Εφετών αφετέρου το σκεπτικό του συμπίπτει με τις παραδοχές (αποτελεί αντιγραφή) τόσο του κατηγορητηρίου όσο και του 674/2009 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών αφετέρου. Επίσης ότι οι παραδοχές του είναι ελλιπείς και ασαφείς - όπως τούτο προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας και δη του υπομνήματός του, και των μνημονευομένων σ'αυτό εγγράφων, της εφέσεώς του και των εγγράφων που μνημονεύονται σ'αυτήν, της απολογίας του, τα επιχειρήματα που ανέπτυξε στην έφεσή του. Επίσης ότι δεν περιέχει προσωπική του συναλλαγή ή επικοινωνία με τα φερόμενα θύματα της απάτης και, πολύ λιγότερο ψευδών παραστάσεών του προς αυτά. Επίσης σε σχέση με τα εγκλήματα της πλαστογραφίας και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως δεν αναφέρει καθόλου περιστατικά δηλωτικά επαρκών ενδείξεων περί οποιασδήποτε συμμετοχής του στη διάπραξη αυτών.
Επίσης ότι η παραπεμπτική γι'αυτόν κρίση στηρίζεται αποκλειστικά στην από 29-8-2008 μήνυση της συγκατηγορουμένης του, το περιεχόμενο της οποίας το δέχεται ως αληθές παρά το ότι αντιφάσκει προς την από 1-9-2008 ανακριτική της απολογία - και συνεπώς έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων. Επίσης χωρίς αιτιολογία απέρριψε το αίτημα για περαιτέρω ανάκριση.
Επίσης διότι δεν αιτιολογεί την κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση.
Από τα παραπάνω συνάγεται - κατά τον αναιρεσείοντα - ότι δεν ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, ούτε έγινε συσχετισμός - συνεκτίμηση - συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων.
Τέλος διότι η παραπομπή του στηρίχθηκε αποκλειστικά στην από 29-8-2008 μήνυση της συγκατηγορουμένης του και συνεπώς παρεβιάσθη το άρθρο 211Α ΚΠοινΔ (=έλλειψη αιτιολογίας).
ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 309 παρ. 2 ΚΠΔ - "το συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του με την παρουσία και του Εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση.... Τότε μόνο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα..." - Η άνω διάταξη εφαρμόζεται και στο συμβούλιο Εφετών, όταν κρίνει έφεση (318 παρ. 1 ΚΠΔ). Από την άνω διάταξη συνάγεται σαφώς ότι η αίτηση του διαδίκου πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη και δη να αναφέρεται σε συγκεκριμένα περιστατικά που δικαιολογούν την εμφάνιση (βλ. ΑΠ 1724/2007, ΑΠ 816/98, ΑΠ 1664/84 κ.ά.), προκειμένου δε περί εφέσεως πρέπει να αναφέρεται στους λόγους αυτής (βλ. ΑΠ 85/2006), δεν υπάρχει δε λόγος ακυρότητας όταν η αίτηση απερρίφθη για ωρισμένους ειδικώς αναφερόμενους λόγους και δη ότι ο αιτών έχει ήδη αναπτύξει τις απόψεις του πχ σε υπόμνημα (χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται το περιεχόμενο αυτού βλ. ΑΠ 1506/2002), σε απολογία - έφεση κλπ (-βλ. ΑΠ 1683/2007, ΑΠ 1724/2007, ΑΠ 540/2006, ΑΠ 4/2001, ΑΠ 1226/2008, ΑΠ 628/2006 κ.ά.) πράγμα που είναι σύμφωνο και με την ΕυρΣΔΑ (βλ. ΑΠ 1226/2008).
-Στο σημείο αυτό να σημειώσουμε ότι επί δύο αιτιολογιών, όταν η μία στηρίζει την εξενεχθείσα κρίση, είναι αδιάφορο αν η δεύτερη είναι ορθή ή όχι (βλ. ΑΠ 1181/2005 στο τέλος ΑΠ 1466/88, ΑΠ 18/52 ολ, ΑΠ 329/99 στο τέλος κ.α.). Επειδή το συμβούλιο Εφετών παραδεκτά αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού στην περίπτωση αυτή η εισαγγελική πρόταση αποτελεί τμήμα του ίδιου του βουλεύματος, το οποίο και αυτό μετά από εκτίμηση των αυτών αποδεικτικών μέσων κατέληξε στην αυτή κρίση, η δε επανάληψη αυτής (κρίσης) και από το ίδιο είναι παντελώς ανώφελη, λαμβανομένης μάλιστα υπόψη και της ιδιότητας του Εισαγγελέα ως δικαστικού λειτουργού (άρθρο 87 Συντ.). Τ'ανωτέρω αποτελούν πάγια τακτική με καθολική νομολογιακή αποδοχή του Αρείου Πάγου -βλ. π.χ. ΑΠ 501/2006, ΑΠ 658/2006, ΑΠ 1141/2008, ΑΠ 2464/2005, ΑΠ 656/2007, ΑΠ 1762/2006 κ.α. που δεν αντίκειται στο άρθρο 6 παρ. 1 ΕυρΣΔΑ βλ. ΑΠ 2354/2003 κ.ά.- πράγμα άλλωστε που αυτός ο ίδιος ο 'Αρειος Πάγος πράττει (βλ. πχ. 1494/2005, ΑΠ 1379/2008 κ.α.) - Η αναφορά του βουλεύματος στην οικεία εισαγγελική πρόταση δεν είναι τυπική υπόθεση. Γίνεται κατόπιν επανεξέτασης της υπόθεσης από το συμβούλιο Εφετών, το οποίο και κατέληξε στο αυτό αποτέλεσμα. 'Άλλο είναι το ζήτημα όταν επί εφέσεως ο Εισαγγελέας Εφετών αναφέρεται αποκλειστικά στο πρωτόδικο βούλευμα. Στο σημείο αυτό να τονισθεί ότι η αιτιολογία του προσβαλλομένου βουλεύματος συμπληρώνεται σαφώς και από το πρωτόδικο το οποίο και επικυρώνει (βλ. και ΑΠ 429/86 κ.ά.).
Επειδή το άρθρο 484 ΚΠΔ καθορίζει περιοριστικά τους λόγους αναίρεσης κατά βουλεύματος που υπόκειται σ'αυτή. Έτσι και δεδομένου ότι ο 'Αρειος Πάγος δεν είναι τρίτου βαθμού δικαστήριο ουσίας, ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του προσβαλλομένου βουλεύματος, ως και την τήρηση ορισμένων δικονομικών διατάξεων, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της ανακρίσεως, τουτέστιν πραγματικών περιστατικών για τα οποία κρίνει κυριαρχικώς το συμβούλιο. 'Ετσι κάθε λόγος αναίρεσης που πλήττει το βούλευμα για κακή εκτίμηση των αποδείξεων ή αντικρούων την υπό του βουλεύματος δεκτή γενομένη ύπαρξη πραγματικών περιστατικών, η παράλειψη μνείας της μεταξύ των αποδεικτικών μέσων αξιολογήσεως-συσχετίσεως κλπ ΑΠ 1561/2007, είναι απαράδεκτος, βλ. ΑΠ 567/2006, ΑΠ 501/2006, ΑΠ 276/2007, ΑΠ 1573/2007, ΑΠ 455/2003, ΑΠ 1762/2006, ΑΠ 1468/2007 κ.ά. ΑΠ 829/2006, Μπουρόπουλο Ερμ ΚΠΔ τομ. β σελ. 195).
Σε σχέση δε με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η μνεία κατ'είδος αυτών (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται χωριστή αναφορά του καθενός από αυτά και τι από το καθένα συνήχθη (βλ. ΑΠ 540/2006, ΑΠ 1762/2006, ΑΠ 563/2008, ΑΠ 67/2006 κ.ά.). Δεν απαιτείται δε να διευκρινίζεται από ποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή (βλ. ΑΠ 2/2003 ολ κ.α.). ούτε να αιτιολογείται ειδικά ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της κρίσης και για ποιό λόγο έγινε πιστευτό ή περισσότερο πιστευτό ένα συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (βλ. ΑΠ 111/2004 κ.α.) και γιατί δεν έγινε περισσότερο πιστευτό ένα άλλο - αφού όλα τα παραπάνω ανάγονται σε εκτίμηση πραγμάτων. Αιτιολογία υπάρχει όταν στο οικείο σημείο του βουλεύματος γίνονται κρίσεις και συλλογισμοί με παράθεση πραγματικών περιστατικών. Επειδή η κατά τη διάταξη του άρθρου 312 ΚΠΔ διενέργεια περαιτέρω ανακρίσεως, και όταν ζητηθεί από τον κατηγορούμενο, ανήκει στην κρίση του οικείου συμβουλίου, η δε σχετική κρίση προκύπτει, και έτσι αιτιολογείται πλήρως, από το ότι αιτιολογείται η κρίση περί παραπομπής, όταν δηλ. προκύπτουν οι απαιτούμενες αποχρώσες ενδείξεις ενοχής από τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει (ΑΠ 1230/2007, ΑΠ 829/2006, ΑΠ 1317/2007 κ.ά. αλλά και ΑΠ 1141/2008 που δέχεται ότι η περαιτέρω ανάκριση κρίνεται από το συμβούλιο ανελέγκτως). Εξ άλλου η υποβολή αιτήσεως για διενέργεια ανακριτικής πράξεως δεν είναι επιτρεπτή στο συμβούλιο Εφετών που κρίνει την έφεση και συνεπώς τυχόν υποβολή τέτοιας αιτήσεως δεν δημιουργεί υποχρέωση απαντήσεως (βλ. ΑΠ 1724/2007). Υποχρέωση απαντήσεως και δη με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει μόνο επί αυτοτελών ισχυρισμών και όχι σε επιχειρήματα του κατηγορουμένου (βλ. ΑΠ 1281/1985 κ.α.) που άπτονται της ουσίας της υποθέσεως. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 211Α ΚΠΔ "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Η διάταξη αυτή καθιερώνει κανόνα αξιολογήσεως των αποδεικτικών στοιχείων, δεν καταλύει την αρχή της ηθικής αποδείξεως, δεν απαγορεύει όμως τη λήψη υπόψη απολογίας ή υπομνήματος συγκατηγορουμένου (βλ. ΑΠ 1226/2008), αλλά απλά απαγορεύει να ληφθεί υπόψη, να στηρίξει δηλ. μόνη αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου και δη για την αυτή πράξη. Επομένως η διάταξη αυτή προϋποθέτει απολογία ή μαρτυρία συγκατηγορουμένου που δόθηκε για την αυτή πράξη που κατηγορείται και ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, αφετέρου μόνη αυτή (μαρτυρία-απολογία) να στηρίζει την καταδίκη του τελευταίου.
Συνεπώς δεν ισχύει η ως άνω διάταξη όταν πρόκειται για παραπομπή κατά μείζονα δε λόγο όταν αυτή μόνη δεν στηρίζει την παραπομπή (βλ. ΑΠ 721/2005, ΑΠ 987/2006, ΑΠ 306/2006, ΑΠ 10/99, ΑΠ 673/2007, ΑΠ 560/2007, ΑΠ 306/2006, ΑΠ 854/2006, ΑΠ 2546/2005, ΑΠ 1226/2008 κ.ά.). Δεν νοείται δε αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου για να μη ληφθεί υπόψη μόνη η απολογία συγκατηγορουμένου (βλ. ΑΠ 721/2005). Τέλος για την παραπομπή του κατηγορουμένου για απάτη, πλαστογραφία, υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως κατά συναυτουργία δεν απαιτείται εξειδίκευση των επί μέρους ενεργειών εκάστου των συναυτουργών (βλ. ΑΠ 1693/2001, ΑΠ 944/2003, ΑΠ 150/2000 κ.α.), εκτός εάν τούτο απαιτείται εκ των περιστάσεων υπό τις οποίες φέρονται ότι τελέσθησαν τα άνω εγκλήματα π.χ. έκδοση επιταγής με μία υπογραφή. Από όλα τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι όλοι οι λόγοι αναίρεσης είναι είτε απαράδεκτοι είτε αβάσιμοι. Συγκεκριμένα αβάσιμοι είναι οι λόγοι που αναφέρονται στο ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει έλλειψη ή εσφαλμένη αιτιολογία σε σχέση με το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση αυτού ενώπιον του επίσης για το ότι αναφέρεται στην οικεία εισαγγελική πρόταση και ότι οι παραδοχές του συμπίπτουν με τις παραδοχές του κατηγορητηρίου και του πρωτοδίκου βουλεύματος (αφού όντως το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει κρίσεις, συλλογισμούς κλπ και δεν παραπέμπει στα άνω έγγραφα, το δε γεγονός εάν συμβαίνει να συμπίπτουν οι παραδοχές τους αυτό είναι γιατί όντως αυτές προκύπτουν), επίσης για το ότι δεν αιτιολογεί την κατεπάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση, επίσης ότι δεν περιέχει εξειδίκευση των ενεργειών του, επίσης ότι δεν διέταξε περαιτέρω ανάκριση και δη την εκτέλεση των αναφερομένων ανακριτικών πράξεων (ο λόγος αυτός είναι και απαράδεκτος, όπως ελέχθη), επίσης ότι δεν ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα και ότι η παραπομπή στηρίχθηκε αποκλειστικά στη μήνυση της συγκατηγορουμένης του. Ο τελευταίος αυτός λόγος είναι και απαράδεκτος διότι δεν πρόκειται για απολογία-κατάθεση για την αυτήν πράξη αλλά για "έγγραφο" που αναφέρεται σε άλλη πράξη, η οποία δεν κρίθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα, αφετέρου διότι το άρθρο 211Α ΚΠΔ δεν ισχύει εδώ, αφού αναφέρεται μόνο σε καταδίκη. Οι άλλοι λόγοι είναι απαράδεκτοι αφού αναφέρονται σε εκτίμηση πραγμάτων και με το πρόσχημα της έλλειψης αιτιολογίας αναφέρονται στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, ούτε άλλωστε ο αναιρεσείων επικαλέστηκε κάποιον αυτοτελή ισχυρισμό με την έφεση και το συμβούλιο Εφετών παρέλειψε να αποφανθεί επ'αυτού ή τον απέρριψε με εσφαλμένη αιτιολογία. Οι λόγοι εφέσεως όλοι αναφέρονταν σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Πρέπει επομένως να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως απορριφθεί η υπ'αριθμ. 143/2009 αίτηση αναίρεσης του X, κατά του υπ'αριθμ. 1080/2009 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, να επιβληθούν δε τα έξοδα σε βάρος του. Αθήνα 29 Ιουλίου 2009 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής"
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ'αριθμ. 143/2009 αίτηση αναιρέσεως του X, κατά του 1080/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση του κατά του 674/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί ,από κοινού με τους Z1 και Z2, για τις πράξεις της 1) απάτης τελεσθείσας από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση, 2) πλαστογραφίας με χρήση κατά συναυτουργία, και 3) υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία ( άρθρα 45, 94 παρ. 1, 98,216 παρ. 1,220 παρ.1, 386 παρΙ-3 του ΠΚ), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι' αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
Κατά το άρθρο 308 παρ. 2 του ΚΠΔ οι διάδικοι δικαιούνται να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον Εισαγγελέα πριν καταρτήσει την πρόταση του, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενο της. Ο Εισαγγελέας οφείλει σ' αυτή την περίπτωση να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το δικαίωμα αυτό, αν κατοικεί στην έδρα του Δικαστηρίου, διαφορετικά τον αντίκλητο που έχει διορίσει στην έδρα αυτή, για να προσέλθει και λάβει γνώση της πρότασης του, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες. Η ειδοποίηση αυτή μπορεί να γίνει και προφορικά ή τηλεφωνικά, οπότε αποδεικνύεται με βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα της Εισαγγελίας που επισυνάπτεται στη δικογραφία. Αν ο διάδικος δεν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου και δεν διόρισε αντίκλητο, δεν ειδοποιείται, χωρίς πάντως να εμποδίζεται από το λόγο αυτό να γνωρίσει την πρόταση του Εισαγγελέα και μετά την υποβολή της στο Συμβούλιο. Για το σκοπό αυτό κατατίθεται στο γραμματέα της Εισαγγελίας αντίγραφο της πρότασης. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται όχι μόνο στη διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, αλλά και στη διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών και του Αρείου Πάγου, η παραβίαση δε αυτής, όταν εκείνος που ζήτησε να λάβει γνώση της πρότασης του Εισαγγελέα πριν να υποβληθεί στο Συμβούλιο και δεν ειδοποιήθηκε να λάβει γνώση, είναι ο κατηγορούμενος, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. α'του ΚΠΔ) που ιδρύει τον' αναιρετικό λόγο του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. α'του ΚΠΔ. Κατ' ακολουθίαν παραδεκτά ο αναιρεσείων ζήτησε με την αίτηση αναίρεσης του να λάβει γνώση της υποβληθησόμενης από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προτάσεως του προς το Συμβούλιο, όπως δε προκύπτει από την υπογραφόμενη από την εξουσιοδοτημένη από τον αντίκλητο δικηγόρο του αναιρεσείοντα ... επί της υπ' αριθμ. 385/24/11/2009 πρότασης του Εισαγγελέως προς το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), έλαβε γνώση της πρότασης αυτής ο διορισθείς από τον αναιρεσείοντα με το αναιρετήριο αντίκλητος του ....
Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως , όταν εκτίθεται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι από τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αρκεί να αναφέρονται αυτά γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά ή να αξιολογούνται καθ' έκαστον ή να συσχετίζονται ειδικώς ή να συγκρίνονται μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα του καθενός. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει και όταν το παραπεμπτικό βούλευμα αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ίδιου του βουλεύματος, εφόσον αυτή περιέχει τις ανωτέρω διαλαμβανόμενες αναγκαίες αναφορές, έστω και αν στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών γίνεται εκ περισσού αναφορά και στην ενσωματωμένη στο Πρωτόδικο βούλευμα Εισαγγελική πρόταση. Η με τον τρόπο αυτό θεμελιούμενη αιτιολογία του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της δίκαιης δίκης που καθιερώνει το άρθρο 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α. που επικυρώθηκε με το Ν.Δ.53/1974 και υπερισχύει των Ελληνικών νόμων (άρθρο 28 παρ.3 του Συντάγματος), ούτε παραβιάζει το από το άρθρο 2 παρ.1 του έβδομου πρωτοκόλλου της ίδιας πιο πάνω Συμβάσεως που υπογράφηκε στο Στρασβούργο την 21/11/1984 και κυρώθηκε με τον Ν. 1705/1987 δικαίωμα αυτού που διώκεται για εγκληματική ενέργεια και προσφεύγει σε δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο, να μη αποστερηθεί της κρίσης του από εμπειρότερος δικαστές συγκροτούμενου δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ή δικαστικού συμβουλίου , αφού στην περίπτωση αυτή η αναφορά γίνεται στην ειδικά αιτιολογημένη πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, με την οποία αξιολογείται εκ νέου το αποδεικτικό υλικό που προέκυψε από την ανάκριση ή την προανάκριση.
Δεν ιδρύει όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στην περίπτωση αυτή, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου της ουσίας.
Σύμφωνα με το προαναφερθέν βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ο αναιρεσείων, και οι ως άνω συγκατηγορούμενοί του, παραπέμφθηκαν να δικαστούν για τις ως άνω πράξεις, και συγκεκριμένα, διότι: Α-1) Ολοι οι κατηγορούμενοι με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, και ενεργώντας από κοινού, ήτοι μετά από συναπόφαση και με κοινή δράση, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας άλλους σε πράξη, με τη σε γνώση τους παράσταση ψευδών γεγονότων, ως αληθινών, το δε περιουσιακό όφελος, που αποκόμισαν, και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία, που προξένησαν, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ, οι ίδιοι δε κρίνονται πρόσωπα, που διέπραξαν την παραπάνω πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Συγκεκριμένα στην ...κατά το χρονικό διάστημα από Ιούνιο του 2008 έως 29.8.2008, ενεργώντας από κοινού, παρέστησαν σε γνώση τους ψευδώς στους παρακάτω αναφερόμενους πωλητές, ότι η πρώτη κατηγορούμενη Z1, που παρουσιάζονταν με το όνομα Δ, διατηρούσε ατομική επιχείρηση λιανικού εμπορίου οχημάτων με την επωνυμία "EXECUTIVE CARS", με έδρα την οδό ..., που ήταν μια δυναμική, φερέγγυα, ανθηρή και με μεγάλο τζίρο επιχείρηση, με πολλά υποκαταστήματα σε όλη την Ελλάδα, που αγόραζε πολυτελή πάσης φύσεως οχήματα, εκδίδοντας για την αγορά τους επιταγές σε διαταγή των πωλητών, οι οποίες επιταγές είχαν κατά την έκδοση τους και κατά την πληρωμή τους επαρκή κάλυψη στις πληρώτριες Τράπεζες, και αποδεχόμενοι συναλλαγματικές, διαβεβαιώνοντας για την πληρωμή τους, και με τον τρόπο αυτό έπεισαν αυτούς (αντισυμβαλλόμενους πωλητές τους), να τους πωλήσουν τα παρακάτω αντικείμενα, τα οποία οι κατηγορούμενοι παρέλαβαν. Πιο συγκεκριμένα με τις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις τους: 1) στις 9.8.2008 έπεισαν τον ..., να τους πωλήσει και παραδώσει το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας MAZDA RX - 8, αντί τιμήματος 20.000 ευρώ, έναντι του οποίου του παρέδωσαν την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "GENIKI BANK", με ημερομηνία 11-8-2008, ποσού 20.000 ευρώ, σε διαταγή του, την οποία υπέγραψε, ως εκδότρια, η πρώτη κατηγορούμενη Z1, στη συνέχεια δε πώλησαν το αυτοκίνητο αυτό στην ... αντί τιμήματος 16.000 ευρώ, 2) στις 11.8.2008 έπεισαν τη ..., να τους πωλήσει και παραδώσει το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας DAIMLER CHRYSL WRANGLER, αντί τιμήματος 25.500 ευρώ, έναντι του οποίου του παρέδωσαν την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "GENIKI BANK", με ημερομηνία 13-8-2008, ποσού 25.500 ευρώ, σε διαταγή της πληρώτριας, την οποία επιταγή υπέγραψε, ως εκδότρια, η πρώτη κατηγορούμενη, στη συνέχεια δε πώλησαν το αυτοκίνητο αυτό στον ... αντί τιμήματος 24.000 ευρώ, (3) Στις 11.8.2008 έπεισαν την ... και τον ...., να τους πωλήσουν και παραδώσουν το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας VOLKSWAGEN TOUAREG, αντί τιμήματος 46.000 ευρώ, έναντι του οποίου του παρέδωσαν την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "GENIKI BANK", με ημερομηνία 12-6-2008, ποσού 46.000 ευρώ, σε διαταγή του ..., την οποία επιταγή υπέγραψε, ως εκδότρια, η πρώτη κατηγορούμενη, στη συνέχεια δε πώλησαν το αυτοκίνητο στη ... αντί τιμήματος 47.000 ευρώ, 4) στις 21.7.2008 έπεισαν τον ..., να τους πωλήσει και παραδώσει το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας PORSCHE 911 CARRERA S, αντί τιμήματος 120.000 ευρώ, έναντι του οποίου παρέδωσαν την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "GENIKI BANK", με ημερομηνία 14-8-2008, ποσού 50.000 ευρώ και την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "MILLENIUM BANK", με ημερομηνία 12-8-2008, ποσού 50.000 ευρώ, σε διαταγή του πωλητή, τις οποίες επιταγές υπέγραψε, ως εκδότρια, η πρώτη κατηγορούμενη, στη συνέχεια δε πώλησαν το παραπάνω αυτοκίνητο στον ... αντί τιμήματος 70.000 ευρώ, 5) στις 11.8.2008 έπεισαν τον ..., να τους πωλήσει και παραδώσει το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας MAZDA RX - 8, αντί τιμήματος 18.500 ευρώ, έναντι του οποίου του παρέδωσαν την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "GENIKI BANK", με ημερομηνία 11-8-2008, ποσού 18.500 ευρώ, σε διαταγή του, την οποία επιταγή υπέγραψε, ως εκδότρια, η πρώτη κατηγορούμενη, 6) στις 21.7.2008 έπεισαν το ..., να τους πωλήσει και παραδώσει το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας PORSCHE CAYENNE S, αντί τιμήματος 80.000 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη εξέδωσε την υπ' αριθμ. ...επιταγή της Τράπεζας "MILLENIUM BANK", με ημερομηνία 22-8-2008, ποσού 40.000 ευρώ, σε διαταγή του, και την υπ' αριθμ. ... επιταγή της τράπεζας "MILLENIUM BANK", με ημερομηνία 18-8-2008, ποσού 40.000 ευρώ, σε διαταγή του, τις οποίες παρέδωσαν στον πωλητή, 7) στις 20.6.2008 έπεισαν το ..., να τους πωλήσει και παραδώσει την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας SUZUKI GSXR 1000, αντί τιμήματος 9.800 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη αποδέχτηκε στις 20.6.2008 μια συναλλαγματική λήξεως την 8.8.2008, ποσού 7.800 ευρώ, σε διαταγή του, την οποία παρέδωσαν στον πωλητή, 8) στις 8.8.2008 έπεισαν την ..., να τους πωλήσει και παραδώσει το άνευ αριθμού κυκλοφορίας ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας RENAULT LAGUNA, αντί τιμήματος 20.000 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη εξέδωσε την υπ' αριθμ. ...επιταγή της Τράπεζας "GENIKI BANK", με ημερομηνία 8-8-2008, ποσού 20.000 ευρώ, σε διαταγή της "ARTIS ΕΚΔΟΧΕΙΣ Α.Ε.", την οποία παρέδωσαν στην πωλήτρια, 9) στις 25.6.2008 έπεισαν τον ..., να τους πωλήσει και παραδώσει την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας YAMAHA R-1, αντί τιμήματος 7.300 ευρώ, έναντι του οποίου τιμήματος η πρώτη κατηγορούμενη αποδέχτηκε στις 25.6.2008 μια συναλλαγματική, λήξεως την 11.8.2008, ποσού 7.300 ευρώ, σε διαταγή του πωλητή, την οποία παρέδωσαν σ' αυτόν, 10) στις 25.6.2008 έπεισαν το ..., να τους πωλήσει και παραδώσει το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας BMW 540, αντί τιμήματος 29.000 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή της τράπεζας "MILLENIUM BANK", με ημερομηνία 20-8-2008, ποσού 29.000 ευρώ, σε διαταγή του, την οποία του παρέδωσαν, στη συνέχεια δε πώλησαν το αυτοκίνητο αυτό στον ..., αντί τιμήματος 20.000 ευρώ, 11) στις 21.6.2008 έπεισαν τον ..., να τους πωλήσει και παραδώσει την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας HONDA CBR XX, αντί τιμήματος 8.900 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη αποδέχτηκε στις 25.6.2008 μια συναλλαγματική, λήξεως την 10.8.2008, ποσού 8.900 ευρώ, σε διαταγή του, την οποία παρέδωσαν στον πωλητή, 12) στις 8.7.2008 έπεισαν το ..., να τους πωλήσει και παραδώσει την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας KAWASAKI NINJA ΖΧ 10R, αντί τιμήματος 9.500 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη αποδέχτηκε στις 8.7.2008 μια συναλλαγματική, λήξεως την 12.8.2008, ποσού 9.000 ευρώ, σε διαταγή του, την οποία του παρέδωσαν, 13) στις 18.6.2008 έπεισαν τον ..., να τους πωλήσει και παραδώσει την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας HONDA CBR 600, αντί τιμήματος 4.500 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη αποδέχτηκε στις 8.7.2008 μια συναλλαγματική, λήξεως την 12.8.2008, ποσού 4.500 ευρώ, σε διαταγή του, την οποία του παρέδωσαν, 14) στις 21.6.2008 έπεισαν τον ..., να τους πωλήσει και παραδώσει την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας SUZUKI GSXR-1000, αντί τιμήματος 9.500 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη αποδέχτηκε στις 21.6.2008 μια συναλλαγματική, λήξεως την 11.8.2008, ποσού 7.000 ευρώ, σε διαταγή του, την οποία του παρέδωσαν, 15) στις 10.7.2008 έπεισαν τον ..., να τους πωλήσει και παραδώσει την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας ΜΝ AGUSTA, αντί τιμήματος 11.600 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη αποδέχθηκε στις 10.7.2008 μια συναλλαγματική, λήξεως την 8.8.2008, ποσού 11.600 ευρώ, σε διαταγή του, την οποία του παρέδωσαν, 16) στις 29.7.2008 έπεισαν τον ..., να τους πωλήσει και παραδώσει το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας MASERATI, αντί τιμήματος 85.000 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη υπέγραψε, ως εκδότρια, την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "GENIKI BANK", με ημερομηνία 25-8-2008, ποσού 75.000 ευρώ, σε διαταγή του πωλητή, την οποία του παρέδωσαν, 17) στις 2.7.2008 έπεισαν τον ..., να τους πωλήσει και παραδώσει το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας SWWRT ROADSTER, αντί τιμήματος 11.000 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη εξέδωσε και αποδέχτηκε μία συναλλαγματική, ποσού 9.500 ευρώ, σε διαταγή του πωλητή, και αγνώστων λοιπών στοιχείων, την οποία παρέδωσαν στον πωλητή, 18) στις 23.6.2008 έπεισαν τον ..., να τους πωλήσει και παραδώσει ανταλλακτικά του ΙΧΕ αυτοκινήτου του, ήτοι αμορτισέρ μάρκας BILSTEIN με ελατήρια μάρκας ELBACH, αντί τιμήματος 500 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη αποδέχτηκε στις 23.6.2008 μια συναλλαγματική, ποσού 500 ευρώ, λήξεως την 5.8.2008, σε διαταγή του πωλητή, την οποία του παρέδωσαν, 19) περί το τέλος Ιουνίου 2008 έπεισαν το ..., να τους πωλήσει και παραδώσει ένα φωτοαντιγραφικό μηχάνημα μάρκας UTAX 1042, αντί τιμήματος 1.100 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη αποδέχθηκε στις 23.6.2008 μια συναλλαγματική, ποσού 1.100 ευρώ, λήξεως την 8.8.2008, σε διαταγή του, την οποία του παρέδωσαν, 20)1 στις 21.6.2008 έπεισαν τον ..., να τους πωλήσει και παραδώσει την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας SUZUKI 2.4, αντί τιμήματος 9.800 ευρώ, έναντι του οποίου του παρέδωσαν την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ALPHA BANK, εκδόσεως ...., σε διαταγή του ιδίου του εκδότη, με ημερομηνία 25-8-2008, ποσού 9.800 ευρώ, 21) στις 10.7.2008 έπεισαν το ..., να τους πωλήσει και παραδώσει το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας MAZDA RX, αντί τιμήματος 22.000 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "MILLENIUM BANK", με ημερομηνία 11-8-2008, ποσού 22.000 ευρώ, σε διαταγή του, την οποία του παρέδωσαν, 22) στις 13.8.2008 έπεισαν τον ..., να τους πωλήσει και παραδώσει το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας MERCEDES CLK, αντί τιμήματος 30.000 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη εξέδωσε την υπ' αριθμ. ...επιταγή της Τράπεζας "GENIKI BANK", με ημερομηνία 19-9-2008, ποσού 29.000 ευρώ, σε διαταγή του, την οποία του παρέδωσαν, 23) στις 24.6.2008 έπεισαν το ..., να τους πωλήσει και παραδώσει έναν φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή, μάρκας HP και σειριακό αριθμό ...., αντί τιμήματος 1.500 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη αποδέχτηκε αυθημερόν μια συναλλαγματική λήξεως την 4.8.2008, ποσού 1.500 ευρώ, σε διαταγή του, την οποία του παρέδωσαν και 24) στις 6.8.2008 έπεισαν τον Π, να τους πωλήσει και παραδώσει το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας ΚΑΙ τύπου ΤΖΙΠ, αντί τιμήματος 8.700 ευρώ, έναντι του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη υπέγραψε, ως εκδότρια, την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "GENIKI BANK", με ημερομηνία 5-9-2008, ποσού 9.300 ευρώ, σε διαταγή του, την οποία παρέδωσαν στον πωλητή, κατά το ίδιο δε ως άνω χρονικό διάστημα η πρώτη κατηγορούμενη έπεισε τον ανωτέρω Π, να της παραδώσει -7- σκυλιά κουτάβια, καθαρόαιμης ράτσας, εισαγωγής από το εξωτερικό, συνολικής αξίας 3.400 ευρώ, έναντι του οποίου η ίδια υπέγραψε, ως εκδότρια, την υπ' αριθμ. ...επιταγή της Τράπεζας "MILLENIUM BANK", με ημερομηνία εκδόσεως 5-9-2008, ποσού 3.400 ευρώ, σε διαταγή του, την οποία στη συνέχεια παρέδωσε στον πωλητή. Οι παραπάνω όμως παραστάσεις τους ήταν ψευδείς, αφού οι κατηγορούμενοι δεν ήταν φερέγγυα πρόσωπα, δεν είχαν μεγάλη οικονομική επιφάνεια, η ατομική επιχείρηση δεν είχε μεγάλο τζίρο, δεν είχαν άλλα υποκαταστήματα, η πρώτη κατηγορούμενη δεν ονομάζονταν Δ αλλά Z1, η παραπάνω επιχείρηση επί της οδού ... δημιουργήθηκε από τους κατηγορούμενους στο όνομα Δ, με αποκλειστικό σκοπό να παραλάβουν από τους ανωτέρω πωλητές τα οχήματα τους και τα άλλα αντικείμενα επί πιστώσει και στη συνέχεια να εξαφανιστούν, χωρίς να εξοφλήσουν την αξία των πωληθέντων και παραδοθέντων σ' αυτούς παραπάνω αντικειμένων, ούτε η πρώτη κατηγορούμενη είχε από την αρχή πρόθεση να εξοφλήσει το τίμημα για την αγορά των παραπάνω κουταβιών, αλλά να εξαφανιστεί μετά την παραλαβή τους, γεγονότα, που αν γνώριζαν από την αρχή οι πωλητές τους, δεν θα προέβαιναν στις πωλήσεις αυτές. Μ' αυτό τον τρόπο έπεισαν τους παραπάνω πωλητές, να τους πωλήσουν και παραδώσουν τα ανωτέρω αντικείμενα, ήτοι ΙΧΕ αυτοκίνητα, δίκυκλες μοτ/τες, ανταλλακτικά αυτοκικήτου, ένα φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή και το φωτογραφικό μηχάνημα και τα -7-κουτάβια, με πίστωση, χωρίς οι κατηγορούμενοι να προβούν στην άμεση εξόφληση τους, οι δε παραπάνω επιταγές, που εξέδωσε, ως εκδότρια η πρώτη κατηγορούμενη, δεν πληρώθηκαν, γιατί δεν είχαν τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, και οι συναλλαγματικές, που υπέγραψε, ως αποδέκτρια η ίδια, δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους. Αποτέλεσμα των παραπάνω ενεργειών τους ήταν, οι κατηγορούμενοι να αποκομίσουν συνολικά παράνομο περιουσιακό όφελος 550.300 ευρώ, που είναι η συνολική αξία των παραπάνω επιταγών και συν/κών, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη των παραπάνω πωλητών κατά το ποσό, που αναλογεί σε ένα έκαστο εξ' αυτών. Τις ανωτέρω πράξεις διέπραξαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, γιατί από την επανειλημμένη τέλεση αυτών και την υποδομή, που είχαν διαμορφώσει, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης της απάτης, προέκυψε σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος, οι ίδιοι δε είχαν σταθερή ροπή για τη διάπραξη του εγκλήματος της απάτης, ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Α-2| Όλοι οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού, δηλαδή μετά από συναπόφαση και με κοινό σχέδιο δράσης, κατάρτισαν με πρόθεση, πλαστό έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλους, σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, και στη συνέχεια έκαναν χρήση του. Συγκεκριμένα στην ... το χρονικό διάστημα από 1 μέχρι 5 Ιουνίου του 2008 με πρόθεση κατάρτισαν πλαστό πιστοποιητικό γεννήσεως για πρόσωπο με στοιχεία Δ του Δ1 και της Δ2, ημερομηνία γέννησης 5.7.1982, τόπος γέννησης ..., δημότης ..., α.δ...., και υπέγραψαν σ' αυτό, ως δήθεν αρμόδιοι Υπάλληλοι για την έκδοση του, ώστε να φαίνεται, δήθεν, ότι το πιστοποιητικό αυτό εκδόθηκε εγκύρως, όμως στην πραγματικότητα το πιστοποιητικό αυτό ήταν πλαστό, καθόσον δεν είχε εκδοθεί εγκύρως και επισήμως από κανένα Δήμο ή Κοινότητα του Ελληνικού Κράτους. Στη συνέχεια την 5-6-2008 στο ... έκαναν χρήση του πλαστού αυτού πιστοποιητικού, προσκομίζοντας το στο Τμήμα Ασφαλείας ..., με αίτηση, που υπέγραψε η πρώτη κατηγορούμενη, ως ΣΔ, για έκδοση δελτίου ταυτότητας στο όνομα Δ Δ1 και της Δ2 A-3) Όλοι οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού, δηλαδή μετά από συναπόφαση και με κοινό σχέδιο δράσης, και με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, πέτυχαν με εξαπάτηση, να βεβαιωθούν σε δημόσια έγγραφα αναληθώς περιστατικά, που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα στο ... στις 5.6.2008, προσκομίζοντας και καταθέτοντας το προαναφερόμενο πιστοποιητικό γέννησης στο Τμήμα Ασφαλείας ..., πέτυχαν αναληθώς, να εκδοθεί για την πρώτη κατηγορούμενη το υπ' αρ. ... δελτίο αστυνομικής ταυτότητας με τα παραπάνω στοιχεία, ήτοι Δ του Δ1 και της Δ2, ημερομηνία γέννησης 5.7.1982, τόπος γέννησης ..., δημότης ..., α.δ. .... Επίσης στο ... κατά το χρονικό διάστημα από 5-6-2008 μέχρι 11-6-2008 μετά από αίτηση, που υπέβαλλαν οι κατηγορούμενοι, και υπέγραψε με την ταυτότητα, ως Δ, η πρώτη κατηγορούμενη, πέτυχαν αναληθώς, ώστε να χορηγηθεί από τη Δ.Ο.Υ. ... στην πρώτη κατηγορούμενη ο αριθμός φορολογικού μητρώου - ...-, που αναφέρονταν στη Δ, και μετά την υποβολή της από 11-6-2008 δήλωσης φορολογίας εισοδήματος στη Δ.Ο.Υ. ...με τα στοιχεία Δ για το οικονομικό έτος 2008, που υπέγραψε, ως Δ, η πρώτη κατηγορούμενη, οι κατηγορούμενοι πέτυχαν αναληθώς, ώστε να εκδοθούν από τη Δ.Ο.Υ. ...δύο εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων για τη φορολογούμενη με στοιχεία Δ, ήτοι τα από 18-8-2008 και από 20-8-2008 εκκαθαρισικά σημειώματα, που αφορούσαν την πρώτη κατηγορούμενη. Σε όλα τα παραπάνω δημόσια έγγραφα ήτοι στο δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, τον αριθμό φορολογικού μητρώου και τα δύο εκκαθαριστικά σημειώματα, βεβαιώθηκε αναληθώς, ότι αφορούσαν τη Δ, ενώ στην πραγματικότητα αφορούσαν την πρώτη κατηγορουμένη Z1, τα δε περιστατικά αυτά είχαν έννομες συνέπειες, καθόσον με το όνομα Δ όλοι οι κατηγορούμενοι προέβησαν σε διάφορες συναλλαγές, ήτοι την ίδρυση της επιχείρησης "EXECUTIVE CARS", με νόμιμη εκπρόσωπο τη Δ, καθώς επίσης στην έκδοση των προαναφερομένων επιταγών και την αποδοχή των προαναφερομένων συν/κών, που υπέγραψε με τα στοιχεία Δ η πρώτη κατηγορούμενη.
Κατά του άνω βουλεύματος ο κατηγορούμενος X άσκησε την υπ'αριθμ. 104/9-3-2009 έφεση, παραπονούμενος α) για εσφαλμένη -κατ'αυτόν - εκτίμηση των αποδείξεων από το άνω συμβούλιο σε σχέση με αυτόν (και ειδικώτερα ότι δεν εκτίμησε ορισμένα έγγραφά του, επιχειρήματά του), ότι θεώρησε ως αξιόπιστη την από 28-9-2008 μήνυση της συγκατηγορουμένης κλπ, β) ότι ζήτησε από την ανακρίτρια τη διενέργεια ορισμένων ανακριτικών πράξεων και δη εξέταση μαρτύρων κατ'αντιπαράσταση εξέταση κλπ και επειδή δεν έγιναν ζήτησε την περαιτέρω ανάκριση προς διενέργεια αυτών, και γ) ζήτησε, επίσης, να εμφανιστεί ενώπιον του συμβουλίου Εφετών προκειμένου να παράσχει τις αναγκαίες διευκρινίσεις.
Κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος ο κατηγορούμενος X άσκησε την υπ' αριθμ. 104/9/3/2009 έφεση, παραπόνου μένος 1) για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το ως άνω Συμβούλιο Πλημμελειοδικών σε σχέση με αυτόν (και ειδικότερα ότι δεν εκτίμησε ορισμένα έγγραφα του ), ότι θεώρησε ως αξιόπιστη την από 28/9/2008 μήνυση της συγκατηγορουμένης του Z1 , 2) ότι ζήτησε από την Ανακρίτρια τη διενέργεια ορισμένων ανακριτικών πράξεων, και δη την εξέταση μαρτύρων, κατ' αντιπαράσταση εξέταση, και επειδή δεν έγιναν, ζήτησε την περαιτέρω ανάκριση προς διενέργεια αυτών, και 3) ζήτησε, επίσης, την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου (Εφετών), προκειμένου να παράσχει τις αναγκαίες διευκρινήσεις. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 1080/2009 βούλευμα του, και με καθολική αναφορά του στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, απέρριψε την ως άνω έφεση ως κατ' ουσία αβάσιμη, και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα, δεχόμενο ότι " από την εκτίμηση των προβαλλομένων λόγων εφέσεως, σε συνδυασμό και με τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας, και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων..., από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν, σε συνδυασμό με τις απολογίες όλων των κατηγορουμένων, με βεβαιότητα συνάγεται ότι", και αναφέρει ότι προέκυψαν τα δεκτά γενόμενα από το εκκαλούμενο πρωτόδικο βούλευμα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν τις αποδιδόμενες στον εκκαλούντα παραπάνω αξιόποινες πράξεις, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες (σοβαρές) ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στις σχετικές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, το οποίο (Συμβούλιο Πλημμελειοδικών) δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων. Αντικρούει δε το Συμβούλιο Εφετών τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος περί μη υπάρξεως κατ' αυτού, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, ενδείξεων ενοχής, με σαφή παράθεση των πραγματικών γεγονότων και κρίσεων που στηρίζεται, ενώ δέχεται με την αιτιολογία που παραθέτει ότι δεν απαιτείται ούτε η διενέργεια των αναφερομένων ανακριτικών πράξεων, ούτε η περαιτέρω ανάκριση, ούτε η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του εκκαλούντος σ' αυτό, την οποία είχε ζητήσει αυτός προς παροχή διευκρινήσεων. Ειδικότερα δε στο σημείο αυτό το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών για να απορρίψει το σχετικό αίτημα του εκκαλούντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση δέχεται ότι "από τα στοιχεία της δικογραφίας και ειδικότερα τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, καθώς και από την ανακριτική απολογία του συγκεκριμένου αιτούντος-κατηγορουμένου σαφέστατα συνάγεται ότι ο αιτών-κατηγορούμενος υποστήριξε επαρκώς τις απόψεις του κατά την κυρία ανάκριση, με τα σχετικά έγγραφα που προσκόμισε στην δικογραφία", συμπληρώνει δε στη συνέχεια ότι "σημειωτέον επίσης ότι, μετά το πέρας της κυρίας ανάκρισης δεν δύναται να προσκομισθούν και να ληφθούν υπόψη νέα αποδεικτικά στοιχεία επί της ουσίας της υπόθεσης, καθόσον μάλιστα έχει γνωστοποιηθεί το νόμιμο πέρας τόσο στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο όσο και στους λοιπούς διαδίκους (πολιτική αγωγή και συγκατηγορούμένους του). Κατά συνέπεια, η εμφάνιση του αιτούντος-κατηγορουμένου ενώπιον του Συμβουλίου (Εφετών) ουδέν περισσότερο πρόκειται να προσθέσει στην κρινόμενη υπόθεση, αφού αυτός έχει ήδη αναπτύξει επαρκώς τις απόψεις του και κάθε περαιτέρω επανάληψη τους παρέλκει". Τέλος, το Συμβούλιο Εφετών "κατά τα λοιπά νομικά και πραγματικά περιστατικά της κρινόμενης υποθέσεως αναφέρεται εξ ολοκλήρου στις ορθές και νομικές σκέψεις του πρωτόδικου 674/2009 βουλεύματος, καθόσον η οποιαδήποτε παραπομπή σ' αυτά (δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά ή την νομική αξιολόγηση των λοιπών ισχυρισμών του κατηγορουμένου), θα κατέληγε αναπόφευκτα σε άσκοπη και ανεπίτρεπτη επανάληψη της λεπτομερέστατης και επαρκούς αιτιολογίας του εκκαλουμένου βουλεύματος", στο οποίο (πρωτόδικο βούλευμα) στη σελίδα 19 στο τέλος, ρητά γίνεται πλήρης αιτιολογία της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της πράξεως της απάτης, και μάλιστα από τον τρόπο που ενεργούσαν, ήτοι από τις επανειλημμένες φορές και με σκοπό πορισμού εισοδήματος για βιοπορισμό, επέδειξαν σταθερή ροπή στις πράξεις, ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Το βούλευμα αυτό ο αναιρεσείων το προσβάλλει με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως με τους εξής λόγους: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με το αίτημα περί αυτοπρόσωπου εμφανίσεως του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών προς παροχή διασαφήσεων και διευκρινίσεων επί των αποδιδόμενων σε βάρος του κατηγοριών, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι, αφ' ενός μεν αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην οικεία Εισαγγελική πρόταση, δηλαδή του Εισαγγελέα Εφετών, αφ' ετέρου το σκεπτικό συμπίπτει με τις παραδοχές (αποτελεί αντιγραφή) τόσο του κατηγορητηρίου, όσο και του πρωτοδίκου βουλεύματος. Επίσης ότι οι παραδοχές του είναι ελλιπείς και ασαφείς, όπως τούτο προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας και μάλιστα του υπομνήματος του και των μνημονευομένων σ' αυτό εγγράφων, της εφέσεως του και των εγγράφων που μνημονεύονται σ' αυτήν, της απολογίας του, και τα επιχειρήματα που ανέπτυξε στην έφεση του. Επίσης αιτιάται για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως της απάτης, αλλά και για την απόρριψη του αιτήματος για περαιτέρω ανάκριση. Ότι για τα εγκλήματα της απάτης, πλαστογραφίας και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, δεν εξειδικεύει τις επί μέρους ενέργειες του, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα και δεν έγινε συσχετισμός και αξιολόγηση μεταξύ τους και τέλος διότι η παραπομπή του στηρίχθηκε αποκλειστικά στην από 29/8/2008 μήνυση της συγκατηγορουμένης του Z1 και συνεπώς παραβιάστηκε το άρθρο 211Α του ΚΠΔ και δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα από το άρθρο 484 παρ. Ι περ. α'του ΚΠΔ.
Επί των λόγων αυτών αναιρέσεως εκτίθενται τα εξής:
Το Συμβούλιο Εφετών παραδεκτά αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η Εισαγγελική πρόταση αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ίδιου του βουλεύματος, το οποίο και αυτό μετά από επανεξέταση και εκτίμηση των ίδιων αποδεικτικών μέσων κατέληξε στην αυτή κρίση, λαμβανομένου υπόψη ότι η αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος συμπληρώνεται και από το πρωτόδικο, το οποίο επικυρώνει, η δε επανάληψη αυτής (κρίσης) και από το ίδιο (Συμβούλιο Εφετών), είναι παντελώς ανώφελη και άσκοπη. Εάν δε συμβαίνει οι παραδοχές του Συμβουλίου Εφετών να συμπίπτουν με τις παραδοχές του κατηγορητηρίου και του πρωτοδίκου βουλεύματος είναι γιατί όντως αυτές προκύπτουν μετά από την εκ νέου αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού που προέκυψε από την ανάκριση. Σε σχέση δε με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η μνεία κατ' είδος αυτών, χωρίς να απαιτείται χωριστή αναφορά του καθενός από αυτά και τι από το καθένα συνήχθη, ούτε απαιτείται να διευκρινίζεται από ποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή ,ούτε απαιτείται επί τελέσεως της πράξεως κατά συναυτουργία εξειδίκευση των επί μέρους ενεργειών εκάστου των συναυτουργών, εκτός εάν τούτο απαιτείται εκ των περιστάσεων υπό τις οποίες φέρονται ότι τελέσθηκαν τα εγκλήματα, προϋπόθεση που δεν συντρέχει επί του προκειμένου. Επομένως, τα αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους σχετικούς λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 309 παρ2 του ΚΠΔ "το συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνιση τους ενώπιον του με την παρουσία και του Εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση...Τότε μόνο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα..." Η άνω διάταξη εφαρμόζεται και στο Συμβούλιο Εφετών, όταν κρίνει έφεση(άρθρο 308 παρ.1 του ΚΠΔ). Από την ως άνω διάταξη συνάγεται σαφώς ότι η αίτηση του διαδίκου πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη και μάλιστα να αναφέρεται σε συγκεκριμένα περιστατικά που δικαιολογούν την εμφάνιση, προκειμένου δε περί εφέσεως πρέπει να αναφέρεται στους λόγους αυτής, δεν υπάρχει δε λόγος ακυρότητας όταν η αίτηση απορρίφθηκε για ορισμένους λόγους και δη όταν ο αιτών έχει αναπτύξει τις απόψεις του π.χ. με υπόμνημα.
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όπως αυτή παρατέθηκε παραπάνω και με καθολική αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, απέρριψε το αίτημα του εκκαλούντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του προς παροχή διευκρινήσεων, ενώ την απαιτούμενη αιτιολογία διέλαβε και για την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως της απάτης, όπως αυτή (αιτιολογία) παρατέθηκε ως άνω. Επομένως, τα αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον σχετικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Όπως προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 312 του ΚΠΔ η διενέργεια περαιτέρω ανακρίσεως, και όταν ζητηθεί από τον κατηγορούμενο, ανήκει στην κρίση του οικείου συμβουλίου, η δε σχετική κρίση προκύπτει, και έτσι αιτιολογείται πλήρως, από το ότι αιτιολογείται η κρίση περί παραπομπής του κατηγορουμένου, όταν δηλαδή προκύπτουν οι απαιτούμενες αποχρωσες ενδείξεις ενοχής από τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει.
Στην προκειμένη περίπτωση του Συμβούλιο Εφετών με παραδεκτή καθ' ολοκληρίαν αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση απέρριψε το αίτημα του εκκαλούντος προς περαιτέρω κυρία ανάκριση προς συλλογή αποδεικτικών στοιχείων (όπως κληθούν και καταθέσουν οι επικαλούμενοι από αυτόν μάρτυρες), δεχόμενο ότι " από όλα τα παραπάνω νομικά και πραγματικά περιστατικά, σαφέστατα συνάγεται ότι οι υπάρχουσες ενδείξεις κατά του εκκαλούντος- κατηγορουμένου είναι επαρκείς (εγγίζουν σχεδόν τα όρια της πλήρους βεβαιότητας για το ότι τέλεσε τις πράξεις που του αποδίδονται) και επιβάλλουν την παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, και κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα του περί διενέργειας περαιτέρω ανακρίσεως, η δε κατ' αντιπαράσταση εξέταση του με τους παθόντες της απάτης, ουδέν περισσότερο πρόκειται να προσθέσει στα πραγματικά περιστατικά της κρινόμενης υποθέσεως, εν όψει των επαρκών ενδείξεων ενοχής που υφίστανται εναντίον του, ούτε απαιτείται να διενεργηθεί περαιτέρω κυρία ανάκριση προκειμένου να κληθούν και καταθέσουν οι επικαλούμενοι από τον εκκαλούντα μάρτυρες, διότι δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι οι μάρτυρες αυτοί γνωρίζουν κάτι σχετικό για τα ερευνούμενα εγκλήματα......".
Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών χωρίς αιτιολογία απέρριψε το αίτημα του για διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανάκρισης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από το άρθρο 211Α του ΚΠΔ κατά το οποίο "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν αρκεί δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου", συνάγεται ότι η απαγόρευση αυτή ισχύει μόνο κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και συγκεκριμένα όταν το δικαστήριο άγεται σε καταδικαστική κρίση και ως μόνο αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο λαμβάνεται η μαρτυρία αυτή, δεν έχει δε εφαρμογή η απαγόρευση αυτή στο ενδιάμεσο στάδιο, κατά την εκτίμηση των στοιχείων περί παραπομπής του κατηγορουμένου σε δίκη. Εξ άλλου από καμία διάταξη του ΚΠΔ δεν απαγορεύεται και μάλιστα επί ποινή ακυρότητας η λήψη υπόψη ληφθεισών κατά την προδικασία απολογιών άλλων κατηγορουμένων ή υπομνήματος αυτών.
Συνεπώς, ορθώς το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του για την παραπομπή του αναιρεσείοντος την από 29/8.2008 μήνυση της συγκατηγορουμένης του Z1, την οποία άλλωστε, όπως προκύπτει από το σκεπτικό του βουλεύματος συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά στοιχεία της προδικασίας (και ανεξαρτήτως του ότι δεν πρόκειται για απολογία-κατάθεση, αλλά για " έγγραφο" που αναφέρεται σε άλλες πράξεις που φέρεται ότι ετέλεσε ο αναιρεσείων σε βάρος της, οι οποίες δεν κρίθηκαν με το προσβαλλόμενο βούλευμα). Επομένως ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. α'του ΚΠΔ για απόλυτη ακυρότητα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Οι λοιποί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος που επικαλείται αυτός ότι προβλήθηκαν στο Συμβούλιο Εφετών, το μεν δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς που απορρίφθηκαν εκ του πράγματος από το Συμβούλιο Εφετών με τις ως άνω παραδοχές του και δεν χρειαζόταν για την απόρριψη τους ειδική αιτιολογία, το δε αποτελούν αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών και γι' αυτό είναι απαράδεκτες. Συνακόλουθα δε, και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει, να απορριφθεί και η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10/7/2009 αίτηση του X για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1080/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2010
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών για κακουργηματική απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, άνω των 15.000 €, και πλημμεληματική πλαστογραφία με χρήση κι υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως, όλες κατά συναυτουργία, που επικυρώθηκε από το Συμβούλιο Εφετών. Οι λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, και συγκεκριμένα ότι το βούλευμα στερείται αιτιολογίας, επειδή αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, ότι δεν αιτιολογεί την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση, ότι αναιτιολόγητα το Συμβούλιο απέρριψε το αίτημα του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση προς παροχή διευκρινήσεων και για περαιτέρω ανάκριση (διότι υπάρχει πλήρης αιτιολογία για όλα τα παραπάνω), ότι δεν εξειδικεύονται οι επί μέρους ενέργειες εκάστου των συναυτουργών (διότι δεν απαιτείται τούτο). Επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, είναι ο λόγος περί απόλυτης ακυρότητας, διότι το Συμβούλιο για την παραπομπή του στηρίχθηκε στην μήνυση της συγκατηγορουμένης του (άρθρο 211Α ΚΠΔ), καθόσον η απαγόρευση ισχύει μόνο κατά την ακροαματική διαδικασία κι όχι στο ενδιάμεσο στάδιο, ανεξαρτήτως του ότι το βούλευμα συνεκτίμησε την μήνυση μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Οι λοιπές αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου κι είναι απαράδεκτες. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Πλαστογραφία, Συναυτουργία, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση.
| 0
|
Αριθμός 1329/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Κούκλη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Χ1 και 2.Χ2 συζύγου Χ1, το γένος ..., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Παναγιωτόπουλο, περί αναιρέσεως της 3053/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Δέσποινα Στειροπούλου.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Οκτωβρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1480/09.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των παραπάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 2 και 498 ΚΠΔ προκύπτει, ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο. Ειδικά, προκειμένου για έφεση εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 του ν.2408/ 1996 και ισχύει από 4-6-1996, "η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον εισαγγελέα έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση (Ολ ΑΠ 9/2005). Όταν η έφεση του εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης δεν έχει την πιο πάνω απαιτούμενη αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την κρίνει αιτιολογημένη και τη δέχεται τυπικά και στη συνέχεια προβαίνει στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης ενώ έπρεπε ως αναιτιολόγητη να την απορρίψει ως απαράδεκτη, υπερβαίνει θετικά την εξουσία του και έτσι ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση με την 1083/ 2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής οι αναιρεσείοντες αθωώθηκαν, η πρώτη της πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρος και ο δεύτερος της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης κατ' εξακολούθηση. Κατά της απόφασης αυτής, ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης άσκησε την υπ' αριθ. 75/ 5-11-2008 έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 3053/ 2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι των άνω πράξεων και επιβλήθηκε στην πρώτη τούτων ποινή φυλάκισης δύο μηνών στον δε δεύτερο ποινή φυλάκισης τριών μηνών. Το περιεχόμενο της εφέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης έχει το ακόλουθο περιεχόμενο "από το συνδυασμό των καταθέσεων των μαρτύρων Ψ, Μ1, Μ2, Μ3, Μ4 και Μ5, των εγγράφων της δικογραφίας και ιδία της υπ' αριθ. 8160/ 2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πολυγύρου, της υπ' αριθ. 933/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής, την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Π που διετάχθη με την υπ' αριθ. 1417/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πολυγύρου, την έκθεση αυτοψίας Κ με τοπογραφικό διάγραμμα και τα τοπογραφικά διαγράμματα της Κτηματικής Υπηρεσίας ... ετών 2000 και 2003, τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψε ότι δεν μετακινήθηκαν τα ορόσημα και ότι οι κατηγορούμενοι, προέβησαν στις καταθέσεις του αυτές κατόπιν προτροπών και πειθούς του γ' των κατηγορουμένων Χ1, ο οποίος καταθέτοντας εν γνώσει του ψευδώς ότι έγινε μετακίνηση των ορόσημων σε βάρος της περιουσίας του τέλεσε το αδίκημα της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης". Υπό το άνω όμως περιεχόμενο η έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης δεν περιέχει την απαιτούμενη από το άρθρο 486 παρ. 3 ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία διότι δεν εκτίθενται σε αυτή πλημμέλειες της εκκαλούμενης απόφασης ούτε πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στην ενοχή των κατηγορουμένων αφού δεν αρκεί για την αιτιολόγηση της έφεσης η παράθεση μόνο των αποδεικτικών στοιχείων ή η εσφαλμένη εκτίμηση αυτών. Έτσι, με το να δεχθεί τυπικά την έφεση αυτή το άνω δικαστήριο ουσίας και να προχωρήσει στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης ενώ λόγω του αναιτιολογήτου της εφέσεως έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη, υπερέβη θετικά τη δικαιοδοσία του, την οποία δεν είχε και συνεπώς υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Η' ΚΠΔ. Επομένως, ο πρώτος λόγος των αναιρέσεων κατά τον οποίο λόγω του αναιτιολογήτου έπρεπε να απορριφθεί η έφεση ως αναιτιολόγητη δια τον άνω λόγο είναι βάσιμος. Όθεν, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων ως αλυσιτελούς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς να παραπεμφθεί η υπόθεση σε νέα συζήτηση λόγω του ότι, ελλείψει εγκύρου εφέσεως, δεν υφίσταται στάδιο ουσιαστικής έρευνας της υπόθεσης και παραμένει πλέον σε ισχύ η πρωτόδικη αθωωτική απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3053/ 2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η έκθεση που περιέχει δήλωση άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο. Ειδικά η έφεση του εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα, άλλως απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Έτσι η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον εισαγγελέα έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου. Πρέπει ειδικότερα να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Όταν η έφεση αυτή δεν έχει τέτοια αιτιολογία και το Δικαστήριο την κρίνει αιτιολογημένη και προβαίνει στην έρευνα της ουσίας, υπερβαίνει θετικά την εξουσία του. Αναιρεί.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
Αριθμός 1328/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Κούκλη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Καλαφάτη, για αναίρεση της με αριθμό 1208/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Δημήτριος Κουράκος. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1427/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως και να παύσει οριστικώς η κατά του αναιρεσείοντος ασκηθείσα ποινική δίωξη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 222 του ΠΚ, το οποίο προβλέπει και τιμωρεί το έγκλημα της υπεξαγωγής εγγράφου, σε συνδυασμό με το άρθρο 27 παρ.2 του ίδιου κώδικα, συνάγεται ότι το έγκλημα αυτό είναι έγκλημα σκοπού, για το οποίο ως πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως του απαιτείται σκοπός του δράστη να βλάψει τρίτο πρόσωπο. Ο σκοπός αυτός συνίσταται στη γνώση και τη θέληση του δράστη ότι με την υπεξαγωγή του εγγράφου (δηλαδή την απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του) επέρχεται βλάβη σε τρίτο πρόσωπο, ως άμεση και απ' ευθείας συνέπεια της πράξεως της υπεξαγωγής και όχι άλλης ενέργειάς του, αδιάφορα αν επιτεύχθηκε ο σκοπός της βλάβης (η οποία μπορεί να είναι περιουσιακή ή ηθική), αφού το εν λόγω έγκλημα είναι απλής διακινδύνευσης που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου, ο σκοπός δε αυτός που συνιστά τον υπερχειλή δόλο, κατά το άρθρο 27 παρ.2 του ΠΚ, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών με την προσβαλλόμενη 1208/2009 απόφασή του καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε (15) μηνών για υπεξαγωγή εγγράφων, κατ' εξακολούθηση, "και συγκεκριμένα του ότι στην ... στις 23/5/2001 και στις 19/6/2001, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και με σκοπό να βλάψει άλλον, απέκρυψε έγγραφα των οποίων δεν ήταν κύριος και ειδικότερα, αφού παρέλαβε στις 23/5/2001 από το Υποκατάστημα ... της μηνύτριας, εδρεύουσας στην ..., Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ", τις ασυμπλήρωτες έντυπες αιτήσεις εκδόσεως επενδυτικού ομολόγου της μηνύτριας με τα στοιχεία ..., παρέδωσε το σύνολο αυτών στον πρώτο κατηγορούμενο ... καθιστώντας με τον τρόπο αυτό ανέφικτη τη χρήση τους από την μηνύτρια που διατηρούσε επ' αυτών δικαίωμα κυριότητας, την οποία σκόπευε να βλάψει". Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα του λόγου αναιρέσεως, και συγκεκριμένα στην σελίδα 19 αυτού, εκτίθεται κατά πιστή μεταφορά ότι "τις αιτήσεις αυτές ο δεύτερος κατηγορούμενος (πρόκειται περί του αναιρεσείοντος) τις παρέδωσε στον πρώτο στις 20/6/2001, καθιστώντας με τον τρόπο αυτό ανέφικτη την χρήση τους από την μηνύτρια, η οποία διατηρούσε επ' αυτών δικαίωμα κυριότητας και την οποία σκόπευε να βλάψει, κατά τον τρόπο που εκτίθεται κατωτέρω", περαιτέρω δε στην σελίδα 21 του σκεπτικού εκτίθεται ότι "χαρακτηριστικό του δόλου του δεύτερου κατηγορουμένου (αναιρεσείοντα), είναι το κατατιθέμενο από την μάρτυρα ... γεγονός, ότι και τις δύο φορές που παρέλαβε από αυτήν τις έντυπες ασυμπλήρωτες αιτήσεις (στις 23/5/2001 και στις 19/6/2001, της απέκρυψε ότι ήδη (στις 22/5/2001) είχε καταγγελθεί η σύμβαση του με την μηνύτρια προβάλλοντας αστήρικτες δικαιολογίες για την παραλαβή τόσο μεγάλου αριθμού αιτήσεων ("ότι κινείται καλά το προϊόν"). Πέραν της αιτιολογίας αυτής, άλλη αιτιολογία, περιλαμβάνουσα τον σκοπό του αναιρεσείοντος να προκαλέσει με την πράξη της υπεξαγωγής των εγγράφων, βλάβη στην μηνύτρια, δεν εμπεριέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε σχέση με τον υπερχειλή δόλο του αναιρεσείοντος, αφού δεν παρατίθενται σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ο σκοπός του να βλάψει, με την απόκρυψη των εγγράφων, την πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία " ΑΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ".
Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ) σχετικά με το υποκειμενικό στοιχείο του υπερχειλούς δόλου, ο οποίος απαιτείται για την κατά νόμο θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφων, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται, για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέρα των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 370 στοιχ. β και 511 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και στον Άρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας την συμπλήρωση της παραγραφής, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή, για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ. 2 και 509 του ΚΠΔ, ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναίρεσης από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ίδιου κώδικα, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος.
Στην προκειμένη περίπτωση από τον χρόνο τελέσεως της πράξεως (από 23/5/2001 έως 19/6/2001) για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, μέχρι σήμερα, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας, που συμπληρώθηκε μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης, και συνεπώς έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο της πράξεως, λόγω παραγραφής. Λαμβανομένου δε περαιτέρω υπόψη ότι η παραδεκτώς ασκηθείσα αναίρεση περιέχει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικά με το υποκειμενικό στοιχείο του υπερχειλούς δόλου, πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1208/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του Χ, για την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων, κατ' εξακολούθηση, που τελέστηκε από αυτόν στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 23/5/2001 έως 19/6/2001.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για υπεξαγωγή εγγράφων κατ' εξακολούθηση. Μοναδικός λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής κι εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σχετικά με το υποκειμενικού στοιχείο του υπερχειλούς δόλου (σκοπός βλάβης άλλου προσώπου). Δεκτός ο λόγος. Αναιρεί προσβαλλόμενη και παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Υπεξαγωγή εγγράφων.
| 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.