text
stringlengths
2.14k
585k
summary
stringlengths
1
6.5k
case_category
stringclasses
399 values
case_tags
stringlengths
5
295
subset
float64
0
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1277/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλίου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αλέξανδρο Δημάκη και Νικόλαο Ανδρουλάκη, περί αναιρέσεως των αποφάσεων 206Α, 213, 231/2009 και 887, 904α, 1843, 1191, 1193/2009 αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με αναιρεσείουσα - πολιτικώς ενάγουσα την Ψ χήρα Ζ, κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Αναγνωστάκη. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από: α) 17 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση αναιρέσεως και στο από 15 Ιανουαρίου 2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου και β) την από 11 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας - πολιτικώς ενάγουσας, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1297/09. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρο των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης του Χ και να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης της Ψ. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά της υπ' αριθμ. 887, 904α, 1191, 1193 και 1843/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο κατηγορούμενος Χ, κάτοικος ..., άσκησε την από 17-9-2009 αίτηση αναίρεσής του με δήλωση που νόμιμα και εμπρόθεσμα επέδωσε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Μαζί με την ως άνω αίτηση αναίρεσης θα συνεξετασθεί και ο από 15-1-2010 πρόσθετος επ' αυτής λόγος αναίρεσης, που παραδεκτά ασκήθηκε με ιδιαίτερο δικόγραφο και σύμφωνα με τις οριζόμενες από το άρθρο 509 §2 ΚΠΔ προϋποθέσεις. Ακόμη μαζί με την ως άνω αίτηση και πρόσθετο επ' αυτής λόγο πρέπει να εξετασθεί και η από 11-9-2009 αίτηση αναίρεσης της αρχικά πολιτικώς ενάγουσας Ψ χήρας Ζ, που στρέφεται κατά την υπ' αρ. 206Α/2009, 213/2009, 887 και 904Α/2009 αποφάσεων του ιδίου ως άνω ποινικού δικαστηρίου, με τις οποίες αποβλήθηκε από τη δευτεροβάθμια δίκη της πολιτικώς ενάγουσας και δεν ανακλήθηκε η περί αναβολής της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας. Για καθεμία των ανωτέρω αιτήσεων αναίρεσης πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Α) όσον αφορά την αίτηση αναίρεσης του Χ και τον επ' αυτής πρόσθετο λόγο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 220 §1 περ. α' του ΠΚ, "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση, για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα, κατά τις διατάξεις, για την ηθική αυτουργία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν η, με εξαπάτηση του δημόσιου υπαλλήλου, με οποιαδήποτε, δηλαδή, απατηλή ενέργεια του δράστη, εξαιτίας της οποίας παρασύρεται ο υπάλληλος από ευπιστία ή και αμέλειά του, σε βεβαίωση ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη θέληση να προκαλέσει ο δράστης με οποιοδήποτε απατηλό μέσο την ψευδή βεβαίωση, και στη γνώση ότι το βεβαιούμενο σε δημόσιο έγγραφο περιστατικό είναι αναληθές και μπορεί να έχει έννομες συνέπειες για τον εαυτό του είτε για άλλον τρίτο, δηλαδή να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσεως. Ενώ δημόσιο έγγραφο, κατά το άρθρο 438 του Κ.Πολ.Δ., που έχει εφαρμογή και στην περιοχή του ποινικού δικαίου, για το άρθρο 13γ του ΠΚ που δεν προσδιορίζει την έννοιά του, είναι εκείνο που έχει συνταχθεί από τον καθύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή από πρόσωπο που ασκεί δημόσια λειτουργία και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη για όλους κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό, ότι έγινε από το πρόσωπο που συνέταξε ως άνω το έγγραφο ή ότι έγινε ενώπιόν του. Δεν τελείται δε η πράξη αυτή, αν ο υπάλληλος απλώς καταχωρεί τη δήλωση του εμφανισθέντος, χωρίς να βεβαιώνει κάτι επί πλέον τούτου διαπιστωτικά περί της αληθείας, όπως όταν ο συμβολαιογράφος στηρίχτηκε απλώς στη δηλωθείσα βούληση των εμφανισθέντων ενώπιόν του να συνάψουν κάποια αδικοπραξία. Ο δόλος συνίσταται στη γνώση του δράστη ότι, το βεβαιούμενο περιστατικό είναι αναληθές και μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, είτε για τον εαυτό του είτε για τρίτο και ότι η βεβαίωση αυτή γίνεται σε δημόσιο έγγραφο, ως και να υπάρχει πρόθεση εξαπατήσεως του υπαλλήλου, γιατί αν ο υπάλληλος τελεί εν γνώσει ότι βεβαιώνει ψευδώς, πρόκειται για το αδίκημα του άρθρου 242 του ΠΚ και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση. Η ως άνω πράξη στη βασική της μορφή τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 2 ετών. Αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 216 §3 του ΠΚ επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον 3 μηνών, που συμβαίνει αν ο υπαίτιος της πράξης σκόπευε να προσκομίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρο 5 του Ν.2943/2001, με το οποίο δόθηκε επίσημη αντιστοιχία της δραχμής σε ευρώ). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 386 §1 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και να πραγματοποιήσει το όφελος αυτό, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρουση ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία ως παραγωγή αίτιο παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος και η οποία (βλάβη) υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Περαιτέρω κατά την §3 του ίδιου άρθρου "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών ... β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ". Στην τελευταία περίπτωση, αν το έγκλημα της απάτης τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση λαμβάνεται υπόψη σύμφωνα με το άρθρο 98 §2 του ΠΚ χαρακτηρίζεται ως κακούργημα, όταν το σύνολο του από το δράστη σκοπουμένου όφελος ή της επελθούσας ζημίας τρίτου στην οποία απέβλεπε αυτός, υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικοτέρων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρου χρηματικού ποσού. Ακόμη, κατά το άρθρο 98 ΠΚ κατ' εξακολούθηση έγκλημα υπάρχει όταν αυτό τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που περιβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της υπό εκτέλεση πράξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που πρόεκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 §2 και 333 §2 Κ.Ποιν.Δ., και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης που αίρει τον καταλογισμό της πράξης στο δράστη (άρθρο 30 ΠΚ) ή για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 887, 904α, 1191, 1193 και 1843/2009 αποφάσεώς του, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει συνεκτίμησε και συναξιολόγησε με ιδιαίτερη μνεία τις εκθέσεις της διενεργηθείσης πραγματογνωμοσύνης από τους ψυχιάτρους Γ1 και Γ2 (άρθρο 178 περ. γ' ΚΠΔ) τις εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων και τα ιατρικά πιστοποιητικά - ιατρικές βεβαιώσεις που αφορούν τον Ζ, αποδέχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις αρχές του έτους 2000 και συγκεκριμένα στις 26-2-2000 ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων) που εμφανιζόταν ως επιχειρηματίας με βλέψεις αν ασχοληθεί με την πολιτική, μίσθωσε από τον Ζ, ηλικίας τότε 82 ετών, συνταξιούχο πολιτικό μηχανικό και πρώην βουλευτή (για τις περιόδους 1981-1985 και 1985-1989 με το ΠΑΣΟΚ), ο οποίος απεβίωσε μεταγενέστερα στις 1-8-2003, αφού ενδιαμέσως είχε τεθεί σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση με την 2280/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μία υπόγεια αίθουσα 162 τ.μ., ιδιοκτησίας του άνω εκμισθωτή στην πολυκατοικία που είχε κτισθεί από τον Ζ στα μέσα της δεκαετίας μετά το 1960, επί της οδού .... Κατά τα αναφερόμενα ως συμφωνηθέντα στο συνταχθέν από τον ίδιο τον Ζ σχετικό από 26-2-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό αυτή η υπόγεια αίθουσα μισθώθηκε για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών αντί μηνιαίου μισθώματος, που θα κατέβαλλε ο υπογράφων αυτό ως μισθωτής κατηγορούμενος από 250.000 δραχμές, του έδωσε και ένα μίσθωμα. Ο Ζ εμφάνιζε από τότε συμπτώματα γεροντικής άνοιας και έκπτωση των πνευματικών του λειτουργιών, καθόσον έπασχε από οργανικό ψυχοσύνδρομο αγγειακής αιτιολογίας. Η έκπτωση των πνευματικών λειτουργιών του άνω ηλικιωμένου συνίσταντο έκπτωση της μνήμης του (πρόσφατης και απώτερης), του προσανατολισμού του στο χώρο και στο χρόνο της προσοχής του, της συγκεντρώσεως και της αντιλήψεώς του. Έγινε αναφορά από τον εξετασθέντα πρωτοδίκως μάρτυρα Α, ανηψιό της Ψ, (συζύγου από το έτος 1979 του Ζ), και την εξετασθείσα τόσο πρωτοδίκως όσο και στο παρόν Δικαστήριο μάρτυρα Β αλλά και τον έτερο μάρτυρα Δ καθώς και του μάρτυρα που εξετάσθηκε πρωτοδίκως και στο παρόν Δικαστήριο Ε, που αναφέρθηκαν στην κατάσταση της υγείας του Ζ και στα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο Ζ στη μνήμη του και στην επαφή με το χρόνο και τα γεγονότα και ότι δεν πήγαινε μόνος του πουθενά χωρίς κάποιος να τον συνοδεύει και ότι αν κάποιος ενδιαφερόταν και προχωρούσε τη συζήτηση με τον Ζ μπορούσε να αντιληφθεί την κατάστασή του όπως και ότι ήταν η μνήμη, η βούλησή του και η αντίληψή του επηρεασμένη σε βαθμό που να μην επιτρέπει την παρακολούθηση του συνομιλητή του και να μη θυμάται πρόσωπα που είχε συναντήσει προσφάτως. Σχετικά με την κατάσταση του Ζ, ο πραγματογνώμων ψυχίατρος Γ1 που εξέτασε τον Φεβρουάριο του 2002, αναφέρει στην έκθεσή του υπό ημερομηνία 22-2-2002 ότι ο εξετασθείς, πάσχει από χρόνιο ψυχοσύνδρομο (γεροντική άνοια) και διαπίστωσε διαταραχές μνήμης βαρειάς μορφής τόσο της βραχείας όσο και της μνήμης μακράς διάρκειας, διαταραχές του προσανατολισμού στο χρόνο, στο χώρο και στα πρόσωπα, διαταραχές της αναιρετικής σκέψης και της κριτικής ικανότητας, διαταραχές της προσοχής και της ικανότητας για συγκέντρωση και διαταραχές του συναισθήματος με διαπίστωση ψευδοευφορίας και απάθειας. Επισημαίνει ο άνω ψυχίατρος πραγματογνώμων ότι οι κύριες εκδηλώσεις του ανωτέρω ψυχοσυνδρόμου, ήταν ενδεικτικές ψυχοδιανοητικής έκπτωσης και η ανοϊκή συνδρομή από την οποία έπασχε ο Ζ, είχε αρχίσει πριν από πολλά έτη (5 έως 10) για να οδηγηθεί στην κατάσταση της πλήρους άνοιας κατά την 23-10-2001 και συμπεραίνει ότι ο Ζ στον κρίσιμο αυτό χρόνο είχε διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών και της συνείδησης λόγω χρόνιου οργανικού ψυχοσυνδρόμου σε βαθμό που να μην είναι σε θέση να προβεί σε δικαιοπραξία. Ο νευρολόγος ψυχίατρος Γ2, στην από 26-2-2002 έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε σχετικά με την εκτίμηση της δικαιοπρακτικής ικανότητας του Ζ κατά την 21-10-2001, ως τεχνικός σύμβουλος της Θ, κατά την προδικασία στην προκείμενη υπόθεση και είχε παραστεί μαζί με άλλους συναδέλφους τεχνικούς συμβούλους στην εξέτασή του από τον άνω πραγματογνώμονα Γ1, ανέφερε ότι ο έλεγχος της μνήμης του Ζ, έδειξε σοβαρή εξασθένηση αυτής και για τα παλαιά και για τα πρόσφατα ιδίως γεγονότα αλλά ο εξεταζόμενος είχε σε μεγάλο βαθμό επίγνωση της εξασθενημένης μνήμης του και είχε δυνατότητα να αποφεύγει σε ερωτήματα μνήμης απαντήσεις χονδροειδώς λανθασμένες και ακόμη ότι παρουσίαζε και σοβαρές διαταραχές αυτός στον προσανατολισμό σε τόπο, χρόνο, συνθήκες του περιβάλλοντος καθώς και στην αναγνώριση προσώπων ακόμη δε ότι σε καλύτερη κατάσταση ευρισκόταν η δυνατότητα της προκλήσεως και της συντηρήσεως της προσοχής του ελεγχομένου καθώς και η ικανότητά του για πνευματική συγκέντρωση και για αφομοίωση αναγνώσματος ή ακούσματος ότι είχε άνεση στις μαθηματικές πράξεις, αυτός ότι όλες οι ψυχονοητικές λειτουργίες του Ζ ήταν εξασθενημένες άλλες λιγότερο και άλλες περισσότερο, ιδίως όσες επηρεάζονταν από τη μνήμη και ότι έπασχε ο Ζ από οργανικό ψυχοσύνδρομο το οποίο συνίστατο από συμπτώματα εκπτώσεως των ψυχοδιανοητικών λειτουργιών του, δηλαδή έπασχε από γεροντική άνοια. Επίσης, κατά την άποψη του νευρολόγου-ψυχιάτρου Γ2, τα συμπτώματα εκπτώσεως των πνευματικών λειτουργιών του και γεροντικής ανοίας, απέρρεαν από οργανικές αιτιολογίες, βλάβες του εγκεφάλου, συνδεόμενες με την προχωρημένη ηλικία του πάσχοντος και ήταν αγγειακής και εκφυλιστικής φύσεως κατά τα ευρήματα της μαγνητικής τομογραφίας εγκεφάλου, ο βαθμός της διανοητικής εκπτώσεως του εξετασθέντος, εξετιμάτο ως σημαντικός αλλά όχι ιδιαίτερα βαρύς, ότι ο Ζ κατά τον χρόνο εξέτασής του και συντάξεως της σχετικής εκθέσεως με την κλινική εικόνα που παρουσίαζε και με τον τρέχοντα βαθμό έκπτωσης των πνευματικών λειτουργιών του κρινόταν ανίκανος για δικαιοπραξία και πιθανολογούσε ότι με βάση αυτήν την κατάστασή του και την συνήθη πορεία ανάλογων περιπτώσεων της νόσου, ήταν ή θα μπορούσε να είναι ο Ζ και κατά τον κρίσιμο χρόνο (21-10-2001) εκτός αν αποδειχθεί ότι συνέτρεξαν και άλλοι λόγοι οι οποίοι κατά τον επίδικο χρόνο είχαν συμβάλλει να έχει παροδική διαύγεια στο νου του ο κρινόμενος είτε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε να επιδείνωσαν ουσιαστικά την κατάστασή του σε σχέση με εκείνη στην οποία τελούσε τον Οκτώβριο του έτους 2001, ενώ για την ανοϊκή διεργασία του Ζ ανέφερε ο άνω νευρολόγος-ψυχίατρος, ότι τα κλινικώς εμφανή, διαγνώσιμα και αξιολογήσιμα σημεία της ανοίας του εξετασθέντος πρέπει να παρατηρήθηκαν ένα έως δύο το πολύ έτη πριν από το χρόνο εξέτασής του από τον πραγματογνώμονα Γ1, στις 21-2-2002. Ο καθηγητής της Νευρολογικής Κλινικής του ... Νοσοκομείου, Ξ, στην από 13-5-2003 ιατρική βεβαίωσή του, αναφέρει ότι εξέτασε τον Ζ, ότι οι ανώτερες νοητικές λειτουργίες του εξετασθέντος (αντίληψη, μνήμη, προσοχή, συγκέντρωση, χωροχρονικός προσανατολισμός) πάσχουν προφανώς βαρύτατα και η έκπτωση των λειτουργιών αυτών ήταν τέτοιου βαθμού ώστε να είναι αδύνατο να οικοδομηθεί ένας στοιχειώδης έστω διάλογος, η κρίση του ήταν εντελώς ανύπαρκτη και βεβαιώνει ότι ο εξετασθείς έπασχε από γεροντική άνοια νόσο εκφυλιστικής αρχής και βραδέως προοδευτική, ο χρόνος έναρξης της οποίας είναι αδύνατο να καθορισθεί με ακρίβεια, αλλά θα πρέπει να τοποθετηθεί περί τα 10 έτη πριν από την νευρολογική εξέτασή του από τον άνω καθηγητή εν όψει και των ευρημάτων της προ ενός και ημίσεος έτους απεικόνισής της στην μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου. Ο αναπληρωτής καθηγητής Ψυχιατρικής ... στο υπ' αριθμ. πρωτ. ... ιατρικό πιστοποιητικό της Ψυχιατρικής Κλινικής του ... Αθηνών, βεβαιώνει ότι ο Ζ, εξετάσθηκε στα εξωτερικά ιατρεία της Ψυχιατρικής Κλινικής του άνω νοσοκομείου και διαπιστώθηκε ότι εμφάνιζε συμπτωματολογία οργανικού ψυχοσυνδρόμου με κυριότερα στοιχεία την έκπτωση των ανωτέρω νοητικών λειτουργιών κυρίως μνήμης (πρόσφατης και απώτερης), προσανατολισμού, προσοχής, συγκέντρωσης βούλησης και αντίληψης για την οποία υποβαλλόταν σε φαρμακευτική αγωγή και ότι η κατάστασή του φαινόταν να εμφανίζει πορεία προοδευτικής επιδείνωσης τουλάχιστον από δεκαετίας, επιβεβαιωνόταν δε η κλινική εικόνα από τα ευρήματα από το γενόμενο (31-12-2001) έλεγχο με μαγνητική τομογραφία (λευκοεγκεφαλοπάθεια μικροαγγειακής αιτιολογίας και ελαφρά υποφλοιώδη και φλοιώδη ατροφία, η οποία είναι πιο έντονη στους κροταφικούς λοβούς). Ο νευροχειρούργος ..., Διευθυντής της Νευροχειρουργικής Κλινικής του Νοσοκομείου ..., αναφέρει στην από 28-12-2003 ιατρική γνωμάτευσή του, μετά από μελέτη της εκθέσεως του ψυχιάτρου Γ1, των γνωματεύσεων των καθηγητών ψυχιάτρων-νευρολόγων ... και Ξ και τις γνωματεύσεις από 4-2-2002 του νευρολόγου-ψυχιάτρου ... και μετά από μελέτη των απεικονίσεων της μαγνητικής τομογραφίας, χωρίς να εξετάσει τον ασθενή ότι προέκυπτε ότι με βάση τα άνω στοιχεία και τα συμπτώματα μείωσης της μνήμης, της κριτικής ικανότητας, του προσανατολισμού, τις διαταραχές του λόγου και της ικανότητας προσοχής και συγκεντρώσεως, προέκυπτε ότι ο Ζ, έπασχε από γεροντική άνοια, εκφυλιστικό νόσημα του εγκεφάλου αγγειακής αιτιολογίας κατά την οποία ο εγκέφαλος παρουσιάζει διάχυτη ατροφία του φλοιού, που συνιστά βλάβη του εγκεφαλικού ιστού και διαπιστωνόταν από τα στοιχεία της μαγνητικής τομογραφίας (διεύρυνση του κοιλιακού συστήματος, διεύρυνση των υπαραχνοειδών χώρων, φλοιώδη ατροφία των αυλάκων του εγκεφάλου, έντονη στους κροταφικούς λοβούς, γλοίωση περικοιλιακώς, που είναι βαρεία βλάβη της λευκής ουσίας του εγκεφάλου, πολλαπλές εστίες βλαβών στην περιοχή των βασικών γαγγλίων και πολλαπλές στιήτες εστίες στα εγκεφαλικά ημισφαίρια. Στην από 4-2-2002 γνωμάτευση του ιατρού νευρολόγου-ψυχιάτρου ... αναφέρεται ότι ο Ζ παρουσίαζε έκπτωση των ανωτέρω ψυχικών λειτουργιών και αδυνατούσε να προβαίνει σε δικαιοπραξίες, εκτιμώντας ότι σύμφωνα με τη βαρύτητα της κατάστασής του κατά το χρόνο της γνωμάτευσης η αδυναμία προς δικαιοπραξία του ανωτέρω, εκτεινόταν σε διετία στο παρελθόν πριν από την 4-2-2002. στην από 20-2-2006 ψυχιατρική γνωμοδότηση του επί εγγράφων που αφορούσαν τον Ζ ο επίκουρος καθηγητής Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γ..., αναφέρει ότι ο Ζ έπασχε από ανοϊκή συνδρομή με περίοδο εμφανούς συμπτωματολογίας της νόσου από το έτος 1997 και έναρξη σε απροσδιόριστο προγενέστερο χρόνο και ότι τον Οκτώβριο του έτους 2001 η κλινική του εικόνα ήταν βαρεία με έκπτωση των ανώτερων νοητικών λειτουργιών, μνήμης, προσανατολισμού, προσοχής, βούλησης και αντίληψης. Δεν οδηγείται το Δικαστήριο σε διαφορετικό συμπέρασμα ως προς την κατά τον κρίσιμο χρόνο ανικανότητα του Ζ προς δικαιοπραξία από όσα ανέφεραν εξεταζόμενοι ως μάρτυρες οι ψυχίατροι νευρολόγοι ..., τεχνικός σύμβουλος του κατηγορουμένου κατά την πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε στο στάδιο της κύριας ανάκρισης για την κατάσταση του Ζ και τη δικαιοπρακτική του ικανότητα στις 21-10-2001, ..., που έχει εξετάσει τα έγγραφα που αφορούν την περίπτωση του Ζ αλλά δεν έχει εξετάσει τον τελευταίο ο ίδιος όσο ζούσε ούτε ήταν παρών κατά την εξέτασή του από τον πραγματογνώμονα Γ1, ..., που επίσης δεν είχε εξετάσει όσο ζούσε τον Ζ αλλά εξέφρασε τα συμπεράσματά του με βάση τις απαντήσεις που φέρεται ότι είχε δώσει ο Ζ στον πραγματογνώμονα Γ1. Οι εκτιμήσεις των ανωτέρω καθώς και όσων αναφέροουν ο νευρολόγος-ψυχίατρος ... στην από 6-2-2002 έκθεσή του ως ψυχιάτρου τεχνικού συμβούλου της κατά το στάδιο της κύριας ανάκρισης κατηγορουμένης συμβολαιογράφου ... και στην από 27-2-2002 ιατρική γνωμάτευσή του ο παραπάνω νευρολόγος-ψυχίατρος τεχνικός σύμβουλος του κατηγορουμένου για το ότι ο Ζ κατά τον κρίσιμο χρόνο συντάξεως στις ... πωλητηρίου συμβολαίου ακινήτου του από αυτόν στον κατηγορούμενο δεν ήταν ανοϊκός ως έχων επαρκή κρίση και μη παρουσιάζων σφαιρική έκπτωση της μνήμης και της κριτικής ικανότητας και ότι η κατάστασή του δεν υπερέβαινε αυτήν της ήπιας γνωστικής έκπτωσης που επέτρεπε σ' αυτόν να δικαιοπρακτεί ως μη έχων μειωμένες λειτουργίες κάτω του κρισίμου ορίου διαβάθμισης αλλά αργότερα εξελίχθηκε σε βαρεία γεροντική άνοια. Παραβλέπουν οι άνω ιατροί τις διαπιστώσεις και τα συμπτώματα που παρουσίαζε ο Ζ και ερμηνεύουν κατά διαφορετικό τρόπο τις αιτίες και τα δηλωτικά της νοητικής έκπτωσης του ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και δεν κρίνονται πειστικά τα συμπεράσματά τους για την κατάσταση της νοητικής νόσου του Ζ και την εξασθένηση των ψυχονοητικών λειτουργιών του. Εκθέτουν οι άνω ιατροί τις απόψεις των άλλοι μεν ως τεχνικοί σύμβουλοι στην κύρια ανάκριση υπέρ των εντολέων τους που ήσαν κατηγορούμενοι και ως μάρτυρες υπεράσπισης του κατηγορουμένου, παρουσιάζοντας την έκπτωση των ανωτέρω νοητικών λειτουργιών του Ζ, πιο ήπια και όχι σε αντιστοιχία προς τις διαπιστώσεις κατά την ψυχιατρική του εξέταση και τα αντικειμενικά ευρήματα και συμπτώματα και την εικόνα που παρουσίαζε ο κρινόμενος. Αυτή η διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών του Ζ, από την οποία περιοριζόταν η βούλησή του σε βαθμό τέτοιο ώστε να είναι ανίκανος προς δικαιοπραξία από διετίας προ της εκποίησης ακινήτων της περιουσίας του στον κατηγορούμενο δεν ήταν δυνατό να γίνει άμεσα αντιληπτή από τρίτο άτομο που δεν ήταν ειδικός ή δεν είχε συνεχή επαφή με τον Ζ. Ο τελευταίος είχε σε κάποιο βαθμό επίγνωση της καταστάσεώς του και προσπαθούσε να αποφεύγει να είναι εμφανής η αδυναμία της μνήμης του και της συντήρησης της προσοχής του και της πνευματικής συγκέντρωσής του με εκφράσεις ενδεικτικές αυτής της προσπάθειας και της αποφυγής κατά το δυνατόν ασυναρτησιών και χωρίς νόημα συμπερασμάτων, όπως προκύπτει και από όσα παρατηρεί ο νευρολόγος-ψυχίατρος Γ2 στην αναγνωσθείσα από 26-2-2002 έκθεσή του όπου αναφέρει ότι με βάση την εικόνα που παρουσίαζε ο Ζ κατά την εξέτασή του στις 21-2-2002 καθώς επίσης και κατά τον επίδικο χρόνο (21-10-2001) ένας τρίτος που δεν ήταν ειδικός και δεν προχωρούσε σε διερεύνηση της ψυχονοητικής συμπεριφοράς του Ζ και αρκέσθηκε σε απλή παράσταση και παρατήρηση της αυτόματης και αυθόρμητης συμπεριφοράς αυτού, ήταν πιθανό να μην αντιλαμβανόταν ότι είχε πρόβλημα από νοσηρή κατάσταση στις ψυχοπνευματικές λειτουργίες του και να ανακύπτει θέμα ανικανότητάς του να δικαιοπρακτεί. Οι εξετασθέντες ως μάρτυρες ... ως δικηγόρος συνεργαζόμενος με τον δικηγόρο Φακιδάρη στον οποίο είχε ανατεθεί ο έλεγχος στο υποθηκοφυλάκειο για το ακίνητο επί της οδού ... και θα μεταβιβαζόταν από τον Ζ στον κατηγορούμενο και συνάντησε επ ολίγον τον Ζ στο συμβολαιογραφείο της συμβ/φου Αθηνών Αγγελικής Φακιδάρη-Παναγοπούλοου, Ελένη Χατζάκη ως δικηγόρος που παρέστη για λογαριασμό του Ζ αλλά κατόπιν εντολής του κατηγορουμένου από τον οποίο και πληρώθηκε για τις υπηρεσίες της κατά την σύνταξη και υπογραφή τόσο του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της Συμβ/φου Πειραιώς Βασιλικής Ταγκάλη-Τζωρτζάκη που αφορούσε τη μεταβίβαση του ακινήτου του Ζ στον κατηγορούμενο, όσο και του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Φακιδάρη-Παναγοπούλου που αφορούσε την πώληση από τον Ζ στον κατηγορούμενο της αίθουσας των 162 τετραγωνικών μέτρων και των υπ' αριθμ. 7 και 14 θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων στο υπόγειο της επί της οδού ... πολυκατοικίας καθώς και ο δικηγόρος Δημήτριος Φακιδάρης που παρέστη κατά την υπογραφή του πωλητηρίου συμβολαίου για την υπόγεια αίθουσα στην οδό ... και των χώρων στάθμευσης από τον Ζ στον κατηγορούμενο αλλά και η συμβολαιογράφος Βασιλική Ταγκάλη όπως και η έτερη συμβολαιογράφος Αγγελική Φακιδάρη-Παναγοπούλου ανέφεραν ότι ήταν σε καλή σωματική κατάσταση ο Ζ και δεν διαφαινόταν από την συμπεριφορά του τότε που έγιναν τα παραπάνω συμβόλαια να είχε κάποιο πρόβλημα και είχε επίγνωση όσων συνέβαιναν και αυτών που υπέγραφε προφανώς από το ότι λόγω του περιορισμένου χρόνου συνάντησης και συνομιλίας με τον Ζ τότε που έγιναν αυτά τα συμβόλαια δεν αντιλήφθηκαν την διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών και την ψυχοδιανοητική έκπτωση του Ζ που μπορούσε να συντηρεί σε περιορισμένο βαθμό διάλογο με αυτόν που συζητούσε. Αυτήν την δυσδιάκριτη νοσηρότητα των ψυχοπνευματικών λειτουργιών του Ζ, δεν αντιλήφθησαν οι εξετασθέντες ως μάρτυρες πρωτοδίκως και στο παρόν Δικαστήριο που εργάσθηκαν στην επιχείρηση του κατηγορουμένου που λειτούργησε από τον Μάρτιο του 2001 στην υπόγεια αίθουσα της πολυκατοικίας της οδού ... και ο ..., που μερικούς μήνες κατόπιν υποδείξεως του κατηγορουμένου, είχε μεταβεί στο ακίνητο της οδού ... και εκτελούσε διάφορες υδραυλικές και άλλες εργασίες διαμορφώσεως του χώρου του υπογείου, πριν λειτουργήσει σ' αυτόν το εντευκτήριο του πολιτιστικού σωματείου με την επωνυμία ΑΘΗΝΑ 2000. Αυτό το σωματείο ιδρύθηκε από άλλους και τον κατηγορούμενο που ανήκε στην προσωρινή διοίκησή του μαζί με τη σύζυγό του και με τη μητέρα του. Προκειμένου ο κατηγορούμενος να ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα στον μίσθιο χώρο αυτού του υπογείου παρότι από τον κανονισμό της πολυκατοικίας δεν επιτρεπόταν να λειτουργεί κυλικείο, καφενείο ή μπαρ ή επισιτιστικού χαρακτήρα κατάστημα στις οριζόντιες ιδιοκτησίες και στους λοιπούς χώρους της, επιδίωξε για την εξυπηρέτηση των αναγκών των μελών του ιδρυθέντος άνω σωματείου να λάβει άδεια λειτουργίας κυλικείου που εκδόθηκε με αριθμό ... τελικά από τη Διεύθυνση Αδειών Λειτουργίας Καταστημάτων και Θεαμάτων του Δήμου Αθηναίων. Η άδεια αυτή εκδόθηκε μετά από υπεύθυνη δήλωση εντύπου του Ν.1509/1986 που απέσπασε από τον Ζ ο κατηγορούμενος και στην οποία αναληθώς βεβαιωνόταν από τον υπογράφοντα την δήλωση ως διαχειριστή πολυκατοικίας της οδού ... Ζ, (ενώ αυτός δεν είχε τέτοια ιδιότητα στις 22-10-2000 οπότε υπεγράφη η άνω υπεύθυνη δήλωση αλλά τότε και έπειτα ήταν διαχειριστής ο ...), ότι ο κανονισμός της πολυκατοικίας επέτρεπε την εγκατάσταση και λειτουργία κυλικείου αν και η μόνη χρήση που επιτρεπόταν για τον υπόγειο εκείνο χώρο ήταν αυτή του επαγγελματικού γραφείου ή της αίθουσας εκθέσεων. Ο κατηγορούμενος αντελήφθη αυτήν την σημαντική διανοητική έκπτωση του Ζ και την μείωση της ικανότητάς του για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας που επιδεινωνόταν από τότε που τον γνώρισε και έπειτα και τον καθιστούσε ανίκανο για δικαιοπραξία. Ο κατηγορούμενος συναντούσε τον Ζ συχνά μετά τη σύναψη της μισθώσεως για την υπόγεια αίθουσα στην πολυκατοικία της οδού .... Έγιναν εργασίες αλλαγής κλίσεως και για την απορροή των υδάτων και επισκευές στο υπόγειο της πολυκατοικίας για να παύσουν να εισέρχονται όμβρια ύδατα στο χώρο που μίσθωσε και να αποκατασταθούν διαρροή από σωληνώσεις των εγκαταστάσεων της πολυκατοικίας. Έγιναν επίσης εργασίες επισκευών και διαμορφώσεις στο εσωτερικό του μίσθιου χώρου και επιστρώσεις δαπέδων και κατασκευή μπαρ και μετά άρχισε να λειτουργεί ως αίθουσα πολιτιστικών εκδηλώσεων όπου γίνονταν συγκεντρώσεις κοσμικών, πολιτικών, δημοσιογράφων και άλλων μελών του πολιτιστικού σωματείου "ΑΘΗΝΑ 2000" και συνεστιάσεις. Πήγαινε και στον υπόγειο αυτόν μίσθιο χώρο ο Ζ όσο γίνονταν οι εργασίες αλλά και μετά την έναρξη λειτουργίας του εντευκτηρίου καθώς και στο διαμορφωμένο εντός αυτού του υπογείου σε γραφείο ξεχωριστό δωμάτιο. Ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι ήταν ευάλωτος και υπέκειτο σε υποβολή ο Ζ καθώς και ότι η σύζυγος του τελευταίου αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και δυσχέρειας στην έκφραση λόγου και στην επικοινωνία μετά από αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο που είχε υποστεί το έτος 1999 και φρόντισε και απέσπασε τη φιλία και την εμπιστοσύνη του Ζ, στέλνοντας φαγητό στο διαμέρισμα όπου έμενε με την σύζυγό του, στο ισόγειο της επί της οδού ... πολυκατοικίας όταν άρχισε να λειτουργεί το εντευκτήριο του εκπολιτιστικού συλλόγου που στεγαζόταν στον υπόγειο χώρο που είχε μισθώσει ο κατηγορούμενος από τον Ζ και φροντίζοντας να τον συνοδεύει στις εξόδους του και σε μεταβάσεις του στη Βουλή καθώς και όταν χρειάσθηκε να μεταβεί στο νοσοκομείο η σύζυγος του Ζ όταν είχε κτυπήσει, ακόμη δε έστειλε τον τεχνίτη που εκτελούσε υδραυλικές εργασίες στο χώρο του υπογείου, και επισκεύασε το θερμοσίφωνο στο διαμέρισμα του Ζ, όπως κατέθεσε εξεταζόμενος ο μάρτυρας ... που πρόσθεσε ότι τον πλήρωσε ο κατηγορούμενος γι' αυτές τις εργασίες. Επέτυχε έτσι ο κατηγορούμενος να τον θεωρεί πολύ οικείο του ο Ζ που δεν είχε δικά του τέκνα και δεν είχε στενές σχέσεις με άλλους εξ αίματος συγγενείς του. Έπεισε ο κατηγορούμενος τον Ζ και καταρτίσθηκε νέα σύμβαση μισθώσεως για την ίδια άνω υπόγεια αίθουσα στην πολυκατοικία της οδού ... υπό ημερομηνία 23-5-2000, το οποίο κατέθεσε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. και στο οποίο αναφερόταν διάρκεια μισθώσεων 25 ετών αντί της διετίας που ήταν η διάρκεια της αρχικής σύμβασης μισθώσεως και ως μηνιαίο μίσθωμα το ίδιο με το αρχικό, δηλαδή αυτό των δραχμών 250.000, χωρίς να καταβάλει τα χρήματα των επόμενων μισθωμάτων, αλλά φρόντισε και έλαβε ο κατηγορούμενος τον Οκτώβριο του έτους 2001 απόδειξη από τον Ζ ότι του είχε καταβάλει τα μισθώματα για την υπόγεια αίθουσα για το διάστημα από 23-5-2000 έως 14-10-2001, ενώ αντίθετα ο ίδιος ο κατηγορούμενος, όπως παραδέχθηκε πρωτοδίκως στην απολογία του έλαβε δύο φορές χρήματα από τον Ζ, τον οποίο συνόδευε όταν πήγαινε ο τελευταίος στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στο κτίριο της Βουλής και έκανε αναλήψεις. Υπήρξε αντίδραση εκ μέρους των άλλων συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας κατά του κατηγορουμένου που δεν ήθελαν να λειτουργεί στη μίσθια υπόγεια αίθουσα κυλικείο και κατετέθη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προσωρινής προστασίας νομής κατά του κατηγορουμένου από τους συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας της οδού ..., η οποία έγινε δεκτή από το Ειρηνοδικείο Αθηνών αλλά σε δεύτερο βαθμό κατόπιν εφέσεώς του απορρίφθηκε με την 209/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε ως ενεργητικά ανομιμοποίητη η αίτηση εκείνη. Έπαυσε να λειτουργεί το εντευκτήριο στην άνω υπόγεια αίθουσα της πολυκατοικίας της οδού ... από το Μάρτιο του έτους 2003 λόγω βιαίας αποβολής του κατηγορουμένου από το μίσθιο υπόγειο χώρο στην άνω πολυκατοικία σε εκτέλεση της υπ' αριθμό 8067/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία διορίσθηκε μεσεγγυούχος ο .... στον οποίο και αποδόθηκε. Ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύθηκε την γεροντική άνοια του Ζ που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του και τον καθιστούσε ανίκανο να προβεί σε δήλωση βούλησης για κατάρτιση δικαιοπραξίας και τον πήρε από την κατοικία του το πρωί της 21-10-2001 ημέρα Κυριακή και τον πήγε στον ... στο συμβολαιογραφείο της Βασιλικής Ταγκάλη-Τζωρτζάκη για να του μεταβιβάσει κατά κυριότητα λόγω πωλήσεως ένα ακίνητο που ανήκε κατά ποσοστό 954ο/οο εξ αδιαιρέτου στον Ζ και ήταν στη ..., αντί τιμήματος 110.000.000 δραχμών (322817,31 ευρώ) για το οποίο ανεγράφη στο συνταχθέν ... συμβόλαιο της άνω Συμβολαιογράφου Πειραιώς ότι δήθεν είχε καταβληθεί προηγουμένως εκτός του συμβολαιογραφείου, ενώ κανένα ποσό δεν δόθηκε στην πραγματικότητα αντί του άνω τιμήματος στον Ζ από τον κατηγορούμενο. Επίσης, ενεργώντας ομοίως, ο κατηγορούμενος, λίγες ημέρες αργότερα, πήγε και πήρε τον Ζ από την κατοικία του και τον πήγε στις 9-11-2001 στο Συμβολαιογραφείο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Φακιδάρη-Παναγοπούλου για να μεταβιβάσει ο Ζ σ' αυτόν (κατηγορούμενο) την άνω μίσθιας αίθουσας στον υπόγειο όροφο της πολυκατοικίας στην οδό ... με είσοδο από κοινόχρηστο χώρο της οικοδομής και συγκεκριμένα από την κάθοδο εισόδου στο υπόγειο γκαράζ, αποτελούμενη από ένα ενιαίο χώρο επιφάνειας 162 τ.μ. και των υπ' αριθμ. 7 και 14 θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων του υπογείου χώρου της άνω πολυκατοικίας, επιφανείας 12 και 14 τ.μ. αντίστοιχα, αντί αναφερομένου συνολικού τιμήματος από δραχμές 22.715.000 για το οποίο ανεγράφη στο συνταχθέν από την άνω συμβολαιογράφο ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της άνω συμβολαιογράφου ότι είχε καταβληθεί προηγουμένως εκτός του συμβολαιογραφείου, ενώ στην πραγματικότητα δεν δόθηκε από τον κατηγορούμενο οποιοδήποτε ποσό στον Ζ ως τίμημα για την αγορά των άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών στο υπόγειο της πολυκατοικίας επί της οδού .... Ο κατηγορούμενος είχε συνεννοηθεί προηγουμένως με την κάθε συμβολαιογράφο στο γραφείο της οποίας είχε προσκομίσει τα απαραίτητα έγγραφα για τη σύνταξη καθενός των άνω αγοραπωλητηρίων συμβολαίων, στα οποία ως πωλητής θα εμφανιζόταν ο Ζ και ως αγοραστής ο ίδιος ο κατηγορούμενος, όπως προέκυψε από όσα κατέθεσαν σχετικώς οι εξετασθείσες ως μάρτυρες άνω συμβολαιογράφοι και η υπάλληλος στο συμβολαιογραφείο της Αγγελικής Φακιδάρη-Παναγοπούλου, Παρασκευή Τσαγκαράκη, που είπε ότι κάποια κάτοψη του υπογείου έφερε την ημέρα υπογραφής του συμβολαίου ο κατηγορούμενος για την ακριβέστερη περιγραφή των ορίων. Αποδείχθηκε από τα παραπάνω ότι ο κατηγορούμενος, υπό την ιδιότητα του συμβαλλομένου αγοραστή, παρέλειψε σκόπιμα και αντίθετα προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να ενημερώσει τις συμβολαιογράφους που συνέταξαν τα άνω αγοραπωλητήρια συμβόλαια, την έλλειψη δικαιοπρακτικής ικανότητας του αντισυμβαλλομένου ως πωλητή σ' αυτά Ζ, την οποία αυτός είχε αντιληφθεί εφόσον εγνώριζε την έκπτωση των νοητικών λειτουργιών του από τότε, ενώ οι άνω συμβολαιογράφοι αγνοούσαν την κατάσταση της πνευματικής υγείας του άνω αντισυμβαλλομένου ως πωλητή στα συμβόλαια που συνέταξαν και δεν ήταν δυνατό να καταλάβουν από το ότι δεν ήταν ευχερής αντιληπτή η πνευματική νόσος του Ζ από μη έχοντες ειδικές γνώσεις όπως οι άνω δύο συμβολαιογράφοι που δεν είχαν συχνές κοινωνικές επαφές και συζητήσεις μαζί του. Οι άνω δύο συμβολαιογράφοι, έπρεπε να γνωρίζουν αν ο Ζ είχε ικανότητα προς κατάρτιση τέτοιων συμβάσεων και δικαιοπραξιών εν γένει για να μην προβούν στην σύνταξη των εν λόγω συμβολαίων και ευθύνεται ο κατηγορούμενος ως αγοραστής για την σύνταξη αυτών των συμβολαίων αγοράς των άνω ακινήτων του Ζ από τον ίδιο (Χ) διότι έπρεπε να θέσει υπόψη των συμβολαιογράφων αυτών ότι αντιμετώπιζε διαταραχές στην πνευματική του υγεία ο Ζ. Αποτέλεσμα της αθέμιτης παρασιώπησης εκ μέρους του κατηγορουμένου της πνευματικής νόσου του πωλητή Ζ, από την γεροντική άνοια από την οποία έπασχε ήταν να παραπλανηθούν τόσο η συμβολαιογράφος Πειραιώς Βασιλική Ταγκάλη συζ. ...όσο και η συμβολαιογράφος Αθηνών Αγγελική Φακιδάρη-Παναγοπούλου και να προχωρήσουν στη σύνταξη του υπ' αριθμό ... συμβολαίου η πρώτη και του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου η δεύτερη ως υπάλληλοι στα καθήκοντα των οποίων περιλαμβάνεται η σύνταξη δημοσίων εγγράφων όπως τα παραπάνω αγοραπωλητήρια συμβόλαια και να βεβαιωθούν σ' αυτά αναληθώς περιστατικά που έχουν έννομες συνέπειες, αφού με αυτά επήλθε η μεταβίβαση της κυριότητας των προαναφερομένων ακινήτων στον κατηγορούμενο. Ο τελευταίος ενήργησε ως άνω, αποσκοπώντας με την παραπλάνηση τρίτων δηλαδή των δύο άνω συμβολαιογράφων και την αποσιώπηση από αυτές της πνευματικής νόσου του αντισυμβαλλομένου του συνέπεια της οποίας αυτός ήταν ανίκανος προς δικαιοπραξία να επιτύχει την κατάρτιση των συμβολαίων πωλήσεως από τον Ζ σε αυτόν των παραπάνω ακινήτων του, χωρίς την καταβολή οποιουδήποτε τιμήματος εκ μέρους του ως αγοραστού και να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη του Ζ, στην περιουσία του οποίου επήλθε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία που υπερέβαινε το ποσό των 25.000.000 δρχ. (ευρώ 73.000) από κάθε μεταβίβαση δεδομένου ότι η πραγματική αξία του μεν μεταβιβασθέντος κατά ποσοστό 954/1000 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου στη ... επί της οδού ..., ήταν τριπλάσια και πλέον του αναγραφομένου τιμήματος στο ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Βασιλικής Ταγκάλη-Τζωρτζάκη, στο οποίο βεβαιώθηκε αναληθώς ότι δήθεν ο Ζ, ζήτησε από την άνω συμβολαιογράφο τη σύνταξη και υπογραφή του πιο πάνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου για την πώληση και μεταβίβαση κατά κυριότητα στον κατηγορούμενο του πιο πάνω ποσοστού εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου του στην ... και ότι καταβλήθηκε για τίμημα αγοράς του ποσό 110.000.000 δρχ. εκτός του συμβολαιογραφείου της άνω συμβολαιογράφου και η πραγματική αξία της υπογείου αίθουσας 162 τ.μ. στην πολυκατοικία επί της οδού ... και των δύο έτερων οριζοντίων ιδιοκτησιών επιφανείας 12 και 14 τ.μ. στον υπόγειο όροφο της ίδιας πολυκατοικίας, ήταν πενταπλάσια του ποσού που αναγραφόταν ως συνολικό συμφωνηθέν τίμημα πώλησης στο ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Φακιδάρη-Παναγοπούλου, στο οποίο βεβαιώθηκε αναληθώς, με υπαιτιότητα του κατηγορουμένου, ότι ο Ζ, ζήτησε από αυτήν την συμβολαιογράφο τη σύνταξη και υπογραφή του συγκεκριμένου συμβολαίου για τις πιο πάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες αντί συνολικού τιμήματος 22.715.000 δρχ και ότι καταβλήθηκε το τίμημα εκτός παρουσίας της συμβολαιογράφου. Πρέπει να σημειωθεί ότι μετά τις μεταβιβάσεις προς εκείνον των πιο πάνω ακινήτων, από τον Ζ, αγόρασε με το ... πωλητήριο συμβόλαιο ενώπιον της συμβ/φου Πειραιά Βασιλικής Τζωρτζάκη, αγόρασε από την αδερφή του Ζ ... τα 46/1000 εξ αδιαιρέτου του άνω οικοπέδου στην...επί της οδού ... και στη συνέχεια αυτός (κατηγορούμενος) προήλθε στην μεταβίβαση, λόγω πωλήσεως ολοκλήρου του άνω οικοπέδου στη ... κατά ποσοστό 40/100 εξ αδιαιρέτου σε καθένα των ... και κατά ποσοστό 20/100 εξ αδιαιρέτου στον ..., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Κυριακής Αγγελή Λαουλάκου, αντί συνολικού τιμήματος πλέον των 345.000.000 δρχ. Επίσης ο κατηγορούμενος, μετά την κατάρτιση του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Φακιδάρη-Παναγοπούλου, και την υφαρπαγή από αυτόν της ως άνω ψευδούς επ' αυτού βεβαιώσεως, έκανε χρήση του εν λόγω συμβολαίου και με την προσκόμισή του στις αρμόδιες υπηρεσίες της Τράπεζας Πειραιώς, συνήψε με αυτήν την ... σύμβαση δανείου ποσού 190.755,69 ευρώ, παραχώρησε δε δικαίωμα εγγραφής επί του μεταβιβασθέντος σ' αυτόν χώρου στο υπόγειο της πολυκατοικίας στην οδό ...προσημείωσης υποθήκης υπέρ τη δανείστριας τράπεζας για ποσό ισάξιο του ληφθέντος δανείου. Επί της από 10-3-2002 αγωγής της Ψ, ως προσωρινής δικαστικής συμπαραστάτριας του συζύγου της Ζ, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του κατηγορουμένου και κατά της Τράπεζας Πειραιώς και επί της από 26-2-2002 αγωγής της Ψ προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά του κατηγορουμένου και κατά των..., με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας των αναφερόμενων σ' αυτές δικαιοπραξιών λόγω ανυπαρξίας συνειδήσεως των πράξεων και στέρησης της χρήσης του λογικού του συζύγου της ενάγουσας και τη διεκδίκηση του ακινήτου στη ... κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των λοιπών πλην του κατηγορουμένου εναγομένων της από 26-2-2002 αγωγής, εκδόθηκαν αρχικά οι 7309/2002 και 7308/2002 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που έκαναν δεκτές τις άνω αγωγές. Επί εφέσεως του κατηγορουμένου κατά της πρώτης των άνω αποφάσεων, το Εφετείο Αθηνών με την 6429/2003 απόφασή του εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση 7309/2002, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και απέρριψε αίτημα του κατηγορουμένου ως εκκαλούντος για αντικατάσταση του μεσεγγυούχου που είχε κριθεί για την αίθουσα στο υπόγειο της πολυκατοικίας της οδού ..., ενώ με τη μεταγενέστερη 1366/2004 απόφασή του δέχθηκε την παραπάνω αγωγή. Επί εφέσεως του κατηγορουμένου ως εναγομένου, κατά της 7308/2002 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επί εφέσεως των λοιπών εναγομένων, κατά της αυτής αποφάσεως, εκδόθηκε από το Εφετείο Αθηνών, η 1365/2004 απόφαση με την οποία απερρίφθη η έφεση των λοιπών εκκαλούντων και εξαφανίσθηκε ως προς τον κατηγορούμενο η πρωτόδικη απόφαση και μετά εκδίκαση ως προς αυτόν της υποθέσεως έγινε δεκτή η από 26-2-2002 εναντίον του αγωγή. Επί αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά της 1366/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε η 178/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε σε αυτόν και παρέπεμψε εκ νέου προς εκδίκαση την υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών, ενώ επί αιτήσεων αναιρέσεων των εναγομένων κατά της 1365/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε η 180/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε αυτήν και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση. Από το Εφετείο Αθηνών, που συνεκδίκασε τις άνω υποθέσεις, εκδόθηκε η 4198/2006 απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η από 10-3-2002 αγωγή και αναγνωρίσθηκε ότι είναι άκυρη η δικαιοπραξία που φερόταν ότι καταρτίσθηκε με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Φακιδάρη-Παναγοπούλου, ενώ απορρίφθηκε το αίτημα του κατηγορουμένου περί ανακλήσεως του ασφαλιστικού μέτρου της δικαστικής μεσεγγυήσεως των οριζόντιων ιδιοκτησιών στο υπόγειο της πολυκατοικίας της οδού ... που είχε διαταχθεί με την 8067/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επίσης, με την ίδια απόφαση, απορρίφθηκε η έφεση των ... κατά της 7308/2002 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αναγνωρίσθηκε κατά παραδοχή της από 26-2-2002 αγωγής έναντι του κατηγορουμένου εναγομένου ότι ήταν άκυρη η δικαιοπραξία που φερόταν ότι καταρτίσθηκε με το υπ' αριθμό ... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Βασιλικής Ταγκάλη σύζ. ...ου κατηγορουμένου κατά της άνω αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε η 880/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που έκρινε ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ότι ο πωλητής Ζ, ευρίσκετο σε διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικώς τη λειτουργία της βουλήσεώς του με συνέπεια τη σημαντική μείωση της ικανότητάς του για τον αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας και για τη λειτουργία ολόκληρης της συνθέσεως των ψυχικών λειτουργιών του, καθόσον έπασχε από χρόνιο οργανικό ψυχοσύνδρομο (γεροντική άνοια) σε βαθμό που δεν του επέτρεπε να προβεί σε δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως και έτσι απέρριψε το Ακυρωτικό Δικαστήριο την αίτηση αναιρέσεως με την 880/2008 απόφασή του, που περιλαμβάνεται μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων. Το παρόν Δικαστήριο δεν οδηγείται σε διαφορετική κρίση για την πνευματική κατάσταση και τη δικαιοπρακτική ανικανότητα του Ζ κατά το χρόνο που καταρτίσθηκαν τα άνω αγοραπωλητήρια συμβόλαια για τα μεταβιβασθέντα στον κατηγορούμενο δύο ακίνητά του ούτε από την εικόνα του Ζ σε μαγνητοσκοπημένες ολιγόλεπτες συνεντεύξεις του σε χρόνο μεταγενέστερο της κατάρτισης των άνω συμβολαίων. Ο ψηφιακός δίσκος ήχου και εικόνας στον οποίο περιέχονταν οι εν λόγω συνεντεύξεις του Ζ προβλήθηκε κατά την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και οι απαντήσεις που έδινε είναι ενδεικτικές της αδυναμία μνήμης του και της δυσχερείας του να συνεννοηθεί. Μικρής εξ άλλου διαρκείας ήταν οι συναντήσεις της μάρτυρα Συμβολαιογράφο Σοφίας Κουσουλά που είχε μεταβεί στο διαμέρισμα κατοικίας του Ζ για κάποιο συμβόλαιο που έπρεπε να υπογράψει η Ψγια την πώληση κάποιου δικού της ακινήτου στην ... επί της οδού ...σε άλλον αγοραστή και είπε ότι ο Ζ φέρθηκε ευγενικά και φιλόξενα καθώς και η παρουσία της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Βασιλικής Ταγκάλη-Τζωρτζάκη στον διαμορφωμένο σε αίθουσα του σωματείου ΑΘΗΝΑ 2000 χώρο του υπογείου της πολυκατοικίας της οδού ... στις 21-6-2001 όπου έγινε η υπογραφή ένορκης βεβαίωσης από τέσσερις συνιδιοκτήτες οριζοντίων ιδιοκτησιών σ' αυτή την πολυκατοικία μεταξύ των οποίων και από τον Ζ περί αντιθέσεώς των στη λήψη μέτρων από τον διαχειριστή αυτής της πολυκατοικίας σε βάρος του κατηγορουμένου. Δεν μπορούσαν οι άνω συμβολαιογράφοι να διαγνώσουν κατά το διάστημα αυτών των επισκέψεων να συναγάγουν ασφαλώς αν ο Ζ ήταν ικανός προς δικαιοπραξία και ότι παρουσίαζε πνευματική διαταραχή ή όχι. Προβλήματα ενδεικτικά της γεροντικής ανοίας από την οποία έπασχε, είχε ο Ζ και κατά την ολιγόλεπτη εξέτασή του στις 20-11-2002 από την Ανακρίτρια του 7ου Τακτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού δεν θυμόταν να απαντήσει στην άνω ανακρίτρια που είχε μεταβεί στην κατοικία του για να τον εξετάσει ποια ήταν η διεύθυνση κατοικίας του ούτε ήταν σε θέση να προσδιορίσει τις πράξεις του κατηγορουμένου σε βάρος του, που συνιστούσαν εξαπάτησή του αναφερόμενος σε χρήματα από καταθέσεις του σε τραπεζικό λογαριασμό που περιήλθαν στον Χ, όπως περαιτέρω ανέφερε. Δεν αποδείχθηκε ότι ο Ζ οδηγούσε ο ίδιος κάποιο από τα δύο ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγά αυτοκίνητα που του ανήκαν κατά τα έτη 2000 και 2001 και δεν κρίνονται ακριβείς περί οδηγήσεως από τον ίδιο τον Ζ αυτοκινήτου εντός της άνω διετίας οι καταθέσεις του μάρτυρα ...ότι ο Ζ σταμάτησε να οδηγεί λίγο καιρό πριν αποβιώσει και ότι χρησιμοποιούσε και τα δύο αυτοκίνητα και του μάρτυρα ... ότι κάποια ημέρα του ζήτησε ο Ζ τη βοήθειά του για να θέσει σε κίνηση το ένα από τα αυτοκίνητά του και όταν τον βοήθησε ο μάρτυρας το πήρε και έφυγε καθώς και ότι ο Ζ οδηγούσε το 2001, χωρίς κανένα πρόβλημα, προφανώς δε αναφέρονται όσα είπαν για οδήγηση αυτοκινήτου από τον Ζ σε άλλα προγενέστερα χρονικά σημεία, ενώ ο έτερος μάρτυρας ..., που εργαζόταν στο παρακείμενο κτίριο όπου στεγάζονται τα γραφεία της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ που έκανε λόγο στην κατάθεσή του ότι κάποια φορά του είχε ζητήσει ο Ζ και έφερε καλώδια για να φορτισθεί η μπαταρία του αυτοκινήτου του Ζ, που δεν μπορούσε να ξεκινήσει, απέφυγε να αναφέρει πότε σταμάτησε να οδηγεί ο Ζ. Η αναθεώρηση της άδειας οδήγησης αυτοκινήτου του Ζ, είχε γίνει στις 25-1-1999 χωρίς να εξετασθεί αυτός στην οδήγηση ούτε προηγήθηκε έλεγχος της πνευματικής υγείας του πριν να γίνει η αναθεώρηση της αδείας. Η υποβολιμότητα που ήταν αποτέλεσμα της πνευματικής διαταραχής του Ζ, οδήγησε αυτόν να προέλθει καθ' υπόδειξη του κατηγορουμένου στην υπογραφή του στην άνω απόδειξη που βεβαιώθηκε και στην Αστυνομία για τη γνησιότητά της και να εκφράσει τη διαφωνία του σε πρακτικό της από 25-1-2001 γενικής συνελεύσεως των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας της οδού ..., όταν συνεζητήθη το πρόβλημα που είχε προκύψει από την μετατροπή του χώρου της υπόγειας αίθουσας που είχε μισθώσει ο κατηγορούμενος στην άνω πολυκατοικία σε χώρο συνεστιάσεων και λειτουργίας κυλικείου, που προσέφερε ποτά και φαγητό καθώς και να υπογράψει στην υπ' αριθμό 10770/21-6-2001 ένορκη βεβαίωση της Συμβολαιογράφου Πειραιά Βασιλικής Ταγκάλη-Τζωρτζάκη αλλά και στην εξουσιοδότηση που έδωσε ο Ζ προς τη δικηγόρο Ελένη Χατζάκη που ήταν γνωστή του κατηγορουμένου και είχε ενεργήσει ως δικηγόρος και σε άλλες υποθέσεις του κατηγορουμένου κατ' εντολή του τελευταίου όπως και στην περίπτωση της συστάσεως του σωματείου ΑΘΗΝΑ 2000, να παραστεί στο Ειρηνοδικείο Αθηνών για λογαριασμό του Ζ ως προσθέτως παρεμβαίνοντος στη δίκη μεταξύ συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας της οδού ... και του κατηγορουμένου. Την πνευματική διαταραχή του Ζ, και την ανικανότητά του προς δικαιοπραξία κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν αναιρούν η εκ μέρους του Ζ υπογραφή ως πωλητή στο ... συμβόλαιο με το οποίο έγινε μεταβίβαση στον ..., της υπ' αριθμό 6 θέσης σταθμεύσεως αυτοκινήτου στο υπόγειο της πολυκατοικίας της οδού ..., διότι είχε από πολλών ετών πριν παραχωρηθεί η θέση αυτή στάθμευσης στον άνω αγοραστή και είχε λάβει ο Ζ από τον αγοραστή το ποσό του ανταλλάγματος για αυτήν την παραχώρηση και έγινε το συγκεκριμένο συμβόλαιο χωρίς να τεθεί σε κατάσταση πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης προς αποφυγή ταλαιπωριών και μειώσεως της υστεροφημίας του, αλλά με την παρουσία και την συμπαράσταση της συζύγου του, παρά τα προβλήματα νοητικής διαταραχής που είχε. Ομοίως η εκ μέρους του Ζ υπογραφή ως πωλητή στο ... συμβόλαιο με το οποίο πωλήθηκε στον ... ακίνητό του στον Άγιο Νικόλαο ..., επιφανείας 632,50 τ.μ., έγινε χωρίς να τεθεί προηγουμένως υπό καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης αλλά προκρίθηκε να παραστεί στο συμβόλαιο με τον δικηγόρο του ο Ζ και με την παρουσία της συζύγου του για τους λόγους που προαναφέρθηκαν και εν όψει της ανάγκης κάλυψης δαπανών για αντιμετώπιση της ασθένειας της συζύγου του από το τίμημα που καταβλήθηκε με παράδοση επιταγής Τραπέζης ενώπιον του συμβολαιογράφου. Για την επίλυση περιουσιακής φύσεως αιτημάτων με άλλους δικαιούχους της οικογένειάς του εξ άλλου υπό την επίβλεψη και επιτήρηση της συζύγου του που είχε γνώση ότι έπρεπε να υπογραφούν οι σχετικές συμβολαιογραφικές πράξεις, προήλθε ο Ζ χωρίς να τεθεί προηγουμένως υπό δικαστική συμπαράσταση για τους λόγους που προαναφέρθηκαν στην υπογραφή στην ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς με την οποία αποδέχθηκε αυτός και οι δύο αδελφές του ... κατά το 1/3 καθένας την κληρονομιά της αδελφής των Ζ1, που απεβίωσε στις 21-1-2000 και αφορούσε ένα διαμέρισμα επιφανείας 74,50 τ.μ. καθώς και στο ... πληρεξούσιο ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Μάμουζια με το οποίο δινόταν η εντολή και πληρεξουσιότητα στον ανηψιό του ... οστού του Ζεπί του άνω κληρονομιαίου διαμερίσματος, το οποίο πωλήθηκε με το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Ελένης Κατσαφάδου-Γιακουμάκου. Υποδεικνυόταν εξάλλου από τη σύζυγό του ή τους συντάκτες αυτών, στον Ζ να υπογράψει στις δηλώσεις φόρου κληρονομιάς και ακίνητης περιουσίας στα πλαίσια ρυθμίσεων των υποχρεώσεών του ως φορολογούμενου ενώ και η εκ μέρους του Ζ σύνταξη και υπογραφή του από 25-2-2000 συμφωνητικού για τη μίσθωση της υπόγειας αίθουσας της πολυκατοικίας στην οδό ..., έγινε αφού ήταν γνωστή στην σύζυγό του Ψ η σύναψη της σύμβασης αυτής και δεν είχε αντίρρηση εκείνη, όπως προκύπτει από όσα ανέφερε η ίδια η Ψ, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου. Η κίνηση του ... κοινού λογαριασμού καταθέσεων του Ζ και τις άνω συζύγου του Ψ στο κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στο κτίριο της Βουλής, και οι καταχωρημένες σ' αυτόν από Μαρτίου 2000 έως τον Ιανουάριο 2002 πράξεις αγοράς χρεωγράφων και καταθέσεις επιταγών καθώς και η κατάθεση στον λογαριασμό αυτόν του προϊόντος από την πώληση χρεωγράφων δεν αποδείχθηκε ότι αφορά πράξεις όπως οι ανωτέρω που να έγιναν μόνον κατόπιν εντολών που να δόθηκαν από τον ίδιο τον Ζ και όχι από την συνδικαιούχο του κοινού λογαριασμού είτε κατόπιν προηγουμένως συνεννοήσεως αυτής για την διενέργειά των από τον σύζυγό της στους υπαλλήλους της Τράπεζας για αγορά ή ρευστοποίηση αξιογράφων. Είναι γεγονός το ότι αντιμετώπιζε νοητικές διαταραχές ο Ζ εντός του κρίσιμου διαστήματος που προέβη στη μεταβίβαση των άνω ακινήτων του στον κατηγορούμενο και η γεροντική άνοια από την οποία έπασχε ήταν εξελισσόμενη αλλά οι υπάλληλοι στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, για λίγα λεπτά συναντούσαν τον Ζ και τον εξυπηρετούσαν και ήταν αδύνατο να αντιληφθούν την νοητική διαταραχή του Ζ και ότι περιοριζόταν αποφασιστικά η βούλησή του αφού η κατάσταση αυτή της υγείας του Ζ δεν ήταν ευχερώς διακριτή από τρίτον μη ειδικό εκτός εάν είχε συχνή επαφή επί πολλές ημέρες με αυτόν, όπως είχε ο κατηγορούμενος που το είχε αντιληφθεί και τον συνόδευε και όταν πήγαινε μαζί με τον Ζ στην Τράπεζα στο κτίριο της Βουλής. Δεν αποδείχθηκαν από άλλα στοιχεία επιβεβαιωτικά δηλοποιήσεως της σχετικής θέλησης του Ζ προς τρίτους οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ότι θέλησε ο ίδιος ο Ζ να του μεταβιβάσει χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα το οικόπεδο στη ... κατά το ποσοστό που του ανήκε και τις οριζόντιες ιδιοκτησίες στο υπόγειο της πολυκατοικίας της οδού ... για να εκδηλώσει ο Ζ την αγάπη και την ευγνωμοσύνη του στον κατηγορούμενο για την καλή προς εκείνον συμπεριφορά του τελευταίου. Ούτε πάλι δικαιολογείται να προερχόταν ο Ζ αν δεν ήταν ανίκανος προς δικαιοπραξία από την γεροντική άνοια την οποία έπασχε στη μεταβατική χωρίς κανένα τίμημα καταβλητέο από τον αγοραστή το από 954/1000 εξ αδιαιρέτου ποσοστό ιδιοκτησίας του στο οικόπεδο στην ... στον κατηγορούμενο προκειμένου να αποκαταστήσει ζημία του κατηγορουμένου που ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι υπέστη από τις δαπάνες για τις εργασίες ανακαίνισης και διαρρύθμισης της μίσθιας υπόγειας αίθουσας και τα δάνεια που σύναψε ο κατηγορούμενος για τα χρήματα που έλαβε από τράπεζες για να καλύψει αυτές τις δαπάνες για τις άνω εργασίες. Η αρχιτέκτων μηχανικός ... και ο πολιτικός μηχανικός ... στην από 20/5/2002 τεχνική απολογιστική έκθεση γενομένων εργασιών ανακαίνισης στην υπόγεια αίθουσα στην πολυκατοικία οδού ...υπολογίζουν ότι ανήλθαν οι δαπάνες αυτών των εργασιών μαζί με τον εξοπλισμό κουζίνας-χώρου μπαρ, επίπλωση, σύστημα παροχής δικτύου DATA, δορυφορική σύνδεση του δικτύου με οθόνες και ηχητικό σύστημα μουσικής καθώς και δαπάνες νομιμοποιήσεως γενομένων προσθηκών στο ποσό των δραχμών 164.000.000 δρχ. Στο ίδιο ποσό αποτιμάται το κόστος των εργασιών που έγιναν στον υπόγειο χώρο της πολυκατοικίας που είχε μισθώσει ο κατηγορούμενος στην οδό ... από τον πολιτικό μηχανικό ...., που συνέταξε ξεχωριστή έκθεση για λογαριασμό του κατηγορουμένου. Δεν επισυνάπτονται στις άνω εκθέσεις τιμολόγια αγοράς υλικών ή παροχής υπηρεσιών σχετικά με αυτές τις δαπάνες ούτε έχει ο κατηγορούμενος τέτοια δικαιολογητικά στην κατοχή του. Ο κατηγορούμενος υπολογίζει ότι η ζημία του από τις δαπάνες για τις άνω εργασίες έφθανε σε 200.000.000 δρχ. χωρίς να προσκομίσει στοιχεία για το βάσιμο του άνω ισχυρισμού του. Όπως προέκυψε από τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου η πραγματική αγοραία αξία του ποσοστού συνιδιοκτησίας του Ζ στο οικόπεδο στην ... ήταν 345.000.000 δρχ. και επομένως δεν εδικαιολογείτο να μεταβιβάσει το εν λόγω ακίνητο στον κατηγορούμενο χωρίς να λάβει οποιοδήποτε ποσό για τίμημα από τον τελευταίο αφού οι δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε αυτός για την ανακαίνιση και διαρρύθμιση της μίσθιας αίθουσας στην οδό ... υπολείπονταν σημαντικά της αξίας του ακινήτου στη ... κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας του Ζ σ' αυτό. Επί πλέον δεν εξαπάτησε ο Ζ τον κατηγορούμενο ότι επιτρεπόταν από τον κανονισμό της πολυκατοικίας της οδού .... 16 να λειτουργεί στο χώρο του υπογείου κυλικείο. Μπορούσε ο κατηγορούμενος ενόψει των δαπανών στις οποίες επρόκειτο να υποβληθεί για την ανακαίνιση της μίσθιας αίθουσας στο υπόγειο της πολυκατοικίας να ελέγξει προηγουμένως τα βιβλία μεταγραφών στο υποθηκοφυλάκειο Αθηνών στα οποία είχε μεταγραφεί η πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και ο κανονισμός των σχέσεων των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας (πράξεις 21877/1968, 21878/1968 του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Κωστόπουλου, που είχαν μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, οπότε θα διαπίστωνε ποιες χρήσεις, όσον αφορά την μίσθια υπόγεια αίθουσα επιτρέπονταν από τον κανονισμό της πολυκατοικίας) αλλά ήθελε ο κατηγορούμενος να επιτύχει να του δοθεί άδεια για λειτουργία κυλικείου και γι' αυτό συνδύασε την λήψη αυτής με την στέγαση του σωματείου που φρόντισε να ιδρυθεί και να έχει την έδρα του στη μίσθια υπόγεια αίθουσα στην άνω πολυκατοικία και υπέδειξε στον Ζ να υπογράψει σχετική υπεύθυνη δήλωση ότι επιτρεπόταν η χρήση του υπογείου για κυλικείο. Εκτός του ανωτέρω κατά τα συνηθιζόμενα στις συναλλαγές που αφορούν μισθώσεις ακινήτων τα έξοδα για προσθήκες και βελτιώσεις που γίνονται στο χώρο τέτοιου ακινήτου επιβαρύνεται ο αγοραστής που προορίζει να χρησιμοποιήσει το μίσθιο για τη συμφωνηθείσα χρήση και δεν εδικαιολογείτο να επιβαρυνόταν ο Ζ ως εκμισθωτής με τις δαπάνες για προσθήκες και βελτιώσεις στο ακίνητο που μίσθωσε ο κατηγορούμενος. Επιπροσθέτως δεν υπήρχε σοβαρός λόγος να προβεί ο Ζ χωρίς τίμημα σε μεταβίβαση στον κατηγορούμενο της υπόγειας αίθουσας και των δύο χώρων στάθμευσης στην πολυκατοικία της οδού ... εφόσον ζούσε με την σύζυγό του Ψ την οποία είχε εγκαταστήσει μοναδική κληρονόμο του με την από ... ιδιόγραφη διαθήκη του. Η διαθήκη αυτή μετά τον θάνατο του Ζ στις 1/8/2003 δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με το 4338 πρακτικό στη συνεδρίασή του στις 19.9.2003 και κηρύχθηκε κύρια από το ίδιο Δικαστήριο με την 1629/2003 απόφαση. Αποδεικνύεται από τα παρακάτω ότι ο κατηγορούμενος στις 21/10/2001 παρέλειψε να ανακοινώσει στην Συμβολαιογράφο Πειραιά Βασιλική Τάγκαλη-Τζωρτζάκη αληθινά γεγονότα για τον Ζαπό τον οποίο ως πωλητή θα μεταβιβάζονταν στον κατηγορούμενο τα 954/1000 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου ιδιοκτησίας του Ζ στη ... και στις 9/11/2001 παρέλειψε να ανακοινώσει στη Συμβολαιογράφο Αθηνών Αγγελική Φακιδάρη-Παναγοπούλου αληθινά γεγονότα για τον Ζ υπό τον οποίο ως πωλητή επρόκειτο να μεταβιβασθούν στον κατηγορούμενο κατά κυριότητα η αίθουσα επιφάνειας 162 τ.μ. και οι δύο θέσεις στάθμευσης στο υπόγειο της πολυκατοικίας στην οδό .... Παρασιώπησε αθέμιτα ο κατηγορούμενος να ανακοινώσει στις άνω συμβολαιογράφους ότι ο Ζ έπασχε από πνευματική νόσο που περιόριζε αποφασιστικά τη βούλησή του και ότι ήταν ανίκανος προς δικαιοπραξία κα το οποίο γεγονός εγνώριζε ο κατηγορούμενος αλλά αγνοούσαν οι άνω συμβολαιογράφοι και δεν ήταν δυνατό να το αντιληφθούν κατά το διάστημα παρουσίας του Ζ στο γραφείο κάθε συμβολαιογράφου ενώ επιβαλλόταν από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να ανακοινώσει ο κατηγορούμενος το άνω γεγονός σε κάθε μια από τις άνω συμβολαιογράφους. Με αυτή τη συμπεριφορά του επέτυχε ο κατηγορούμενος να παραπλανήσει τις άνω συμβολαιογράφους οι οποίες προήλθαν στη σύνταξη του υπ' αριθμό ... η Βασιλική Τάγκαλη-Τζωρτζάκη και του υπ' αριθμ. ... η Αγγελική Φακιδάρη-Παναγοπούλου συμβολαίων πωλήσεως και βεβαιώθηκαν σ' αυτά τα συμβόλαια περιστατικά που είχαν έννομες συνέπειες δηλαδή τη μεταβίβαση των παραπάνω ακινήτων στον κατηγορούμενο και προκλήθηκε ζημία στον Ζ που ήταν ιδιαίτερα μεγάλη και υπερέβαινε για κάθε μια από τις άνω μεταβιβάσεις το ποσό των 25.000.000 δρχ. ανελθούσα σε 349.000.000 δρχ. σε σχέση με το πρώτο από τα άνω πωλητήρια συμβόλαια και σε 120.000.000 δρχ. σε σχέση με το δεύτερο από τα συμβόλαια αυτά, στην αθέμιτη αυτή δε παρασιώπηση ανακοίνωσης του άνω γεγονότος προς τις συμβολαιογράφους που συνέταξαν τα άνω συμβόλαια προήλθε σκόπιμα ο κατηγορούμενος για να πορισθεί αντίστοιχο με τη ζημία που υπέστη ο Ζ παράνομο περιουσιακό όφελος. Παράλληλα ο κατηγορούμενος με την άνω αθέμιτη παρασιώπηση της πνευματικής νόσου του Ζ και της ανικανότητάς του προς δικαιοπραξία επέτυχε με εξαπάτηση των προαναφερομένων συμβολαιογράφων ως άμισθων δημόσιων λειτουργών μεταξύ των καθηκόντων των οποίων είναι και η σύνταξη και φύλαξη εγγράφων συστατικών ή αποδεικτικών δικαιοπραξιών των ενδιαφερομένων να βεβαιωθεί σε δημόσια έγγραφα δηλαδή στα άνω πωλητήρια συμβόλαια αναληθής περιστατικά που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες κατά παραπλάνηση των άνω συμβολαιογράφων όπως ότι δήθεν ο Ζ ζήτησε από κάθε μια από τις συμβολαιογράφους αυτές την υπογραφή του κάθε πωλητηρίου συμβολαίου, ότι με το πρώτο συμβόλαιο θα πωλούσε στον κατηγορούμενο το ποσοστό εξ αδιαιρέτου ιδιοκτησίας του ... στο οικόπεδο στην οδό ... στη ... ότι με το δεύτερο συμβόλαιο θα πωλούσε στον κατηγορούμενος την αίθουσα 162 τ.μ. και τις θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτου υπ' αριθμούς 7 και 14 στο υπόγειο της πολυκατοικίας στην οδό ... και ότι το τίμημα πώλησης των άνω ακινήτων καταβλήθηκε στον Ζ εκτός του γραφείου κάθε μίας των άνω συμβολαιογράφων, ενώ λόγω της άνω πνευματικής νόσου δεν μπορούσε ο Ζ να προβεί σε δήλωση βουλήσεως για μεταβίβαση των προαναφερομένων ακινήτων ούτε να αντιληφθεί τις υποχρεώσεις που ανελάμβανε από την κατάρτιση των συμβολαίων αυτών μεταβιβάσεως της κυριότητος λόγω πώλησης. Ο κατηγορούμενος δε, στην πράξη αυτή υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως προήλθε με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους εαυτό του και στον Ζ επήλθε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία που υπερέβαινε τα 25.000.000 δρχ. για κάθε μεταβίβαση εν όψει της ανερχόμενης σε 345.000.000 δρχ. πραγματικής αξίας του ακινήτου στη ... κατά το χρόνο μεταβίβασής του και της ανερχόμενης σε 120.000.000 δραχμές πραγματικής αξίας των πωληθεισών οριζοντίων ιδιοκτησιών στον υπόγειο όροφο της πολυκατοικίας επί της οδού .... Κατά το άρθρο 98 Π.Κ. κατ' εξακολούθηση έγκλημα υπάρχει όταν αυτό τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεί ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση πράξεως. Ο κατηγορούμενος στις 21/10/2001 και στις 9/4/2001 με περισσότερες πράξεις συνδεόμενες με την ταυτότητα της απόφασης προς τέλεσή τους προέβη σε χωριστή παραπλάνηση κάθε μιας των συμβολαιογράφων που εξαπατήθηκαν και προήλθαν στη σύνταξη των άνω συμβολαίων στα οποία βεβαιώθηκαν τα αναφερόμενα παραπάνω ανακριβή περιστατικά, με επιζήμια για τον Ζ περιουσιακά αποτελέσματα. Επομένως οι ζημίες που υπέστη ο Ζ είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης της κάθε μίας από τις συμβολαιογράφους πρέπει να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος κατ' εξακολούθηση υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως άνω των 25.000.000 δρχ. τελεσθείσης στις 21/10/2001 και 9/11/2001 και ένοχος κατ' εξακολούθηση απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας το περιουσιακό όφελος από την οποία και η αντιστοίχως προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. (ευρώ 73.000)...Εν όψει περαιτέρω όσων αποδείχθηκαν για το ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε την κατάσταση Ζ. Κατά το χρόνο που έγιναν τα συμβόλαια μεταβίβασης του ακινήτου στη ... και της υπόγειας αίθουσας στην πολυκατοικία στην οδό ... και ότι από την πνευματική νόσο από την οποία έπασχε περιοριζόταν αποφασιστικά η βούλησή του και ήταν ανίκανος προς δικαιοπραξία κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος ο ισχυρισμός που προβλήθηκε από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου περί πραγματικής πλάνης του κατηγορουμένου ως προς την κατάσταση της υγείας του Ζ κατά τον χρόνο σύνταξης των συμβολαίων με τα οποία του μεταβίβασε στις 21/10/2001 και στις 9/11/2001 τα άνω ακίνητα και ότι έπασχε από πνευματική νόσο (γεροντική άνοια) και δεν ήταν ικανός προς δικαιοπραξία, με συνέπεια κατά τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου να είναι αδύνατον να διακρίνει και ο ίδιος ποια ήταν η πραγματική κατάσταση της ψυχικής υγείας του Ζ και ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν ανίκανος προς δικαιοπραξία και έτσι να μην καταλογίζονται στον κατηγορούμενο, λόγω άγνοιας περιστατικών που συνιστούσαν αυτές καμιά από τις πράξεις που του αποδίδονται κατ' άρθρο 30Π.Κ. Γίνεται δεκτός ο έτερος ισχυρισμός της υπεράσπισης του κατηγορουμένου και αναγνωρίζεται συνδρομή ελαφρυντικής περιστάσεως από το άρθρο 84 περ. 2 α Π.Κ. υπέρ αυτού. Δεν υπάρχει στο πρόσφατο αντίγραφο ποινικού μητρώου του, που ζητήθηκε διαρκούσης της διαδικασίας και προσαρτήθηκε στη δικογραφία από την Εισαγγελική Αρχή καταδίκη του κατηγορουμένου από ποινικό δικαστήριο για έγκλημα. Ο κατηγορούμενος είχε δημιουργήσει οικογένεια με την οποία ζούσε μαζί μέχρι την καταδίκη του από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αποτελούμενη από τη σύζυγό του Μ1 και τα δύο τέκνα του την Μ2 ηλικίας 26 ετών σήμερα, η οποία έχει σπουδάσει στο εξωτερικό εξετάσθηκε και ως μάρτυρας υπεράσπισης και τον ... ηλικίας 20 ετών, που είναι φοιτητής. Στο παρελθόν ο κατηγορούμενος που δεν κατόρθωσε να σπουδάσει σε σχολή στην Ανώτατη Εκπαίδευση εργαζόταν για να καλύπτει τις βιοτικές ανάγκες του και εκείνες της οικογένειάς του σε επιχείρηση ενοικιαζομένων δωματίων στην ...και σε εκμετάλλευση επιχείρησης γυψορυχείου στην ... που έχει περιέλθει ήδη στην εταιρεία ΑΓΕΤ, ενώ κατά διαστήματα είχε απασχοληθεί στην επιχείρηση του πατέρα της συζύγου του και ως αντιπρόσωπος στην εταιρεία EUROMEDICA. Είχε κατηγορηθεί για υπεξαίρεση ο κατηγορούμενος ως μεσεγγυούχος επιχειρήσεως γυψορυχείου στη ... και είχε πρωτοδίκως καταδικασθεί από το Τριμελές Εφετείο Κρήτης σε ποινή φυλάκισης αλλά απαλλάχθηκε με την 134/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης κατά της οποία δεν ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης από τον Εισαγγελέα όπως είχε ζητηθεί από τους μηνυτές. Κρίνεται από τα παραπάνω ότι ο κατηγορούμενο μέχρι το χρόνο τέλεση των πράξεων για τις οποίες πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ζούσε έντιμα από άποψη οικογενειακή, κοινωνική και επαγγελματική". Με βάση τις παραδοχές του αυτές το κατ' έφεση δικάσαν Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις αξιόποινες πράξεις: α) της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του όφελος βλάπτοντας τρίτο, που υπερέβαινε τις 73.000 ευρώ και β) της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση και με την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπο της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 α του ΠΚ (που δεν είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) του επέβαλε συνολική ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά στις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 13 περ. στ', 98, 220 παρ. 1 και 2 και 386 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασάφειες και αντιφατικές παραδοχές, ώστε να στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι με δόλο του που επαρκώς αιτιολογεί, με τις παραδοχές της τέλεσης απ' αυτόν των αποδιδόμενων στον ίδιο εγκλημάτων, πέτυχε να βεβαιωθούν σε συμβολαιογραφικά έγγραφα δηλώσεις πωλήσεως ακινήτων του Ζ προς αυτόν ενώ αυτός γνώριζε ότι ο τότε (κατά την 21-10-2001 και 9-11-2001) ηλικίας 83 ετών δικαιοπάροχός του ήταν ανίκανος προς δικαιοπραξία, λόγω χρόνιου οργανικού ψυχοσυνδρόμου που έπασχε, κατάσταση την οποία εκείνος γνώριζε και τη παρασιώπησε από τις συντάκτριες των επίμαχων συμβολαίων συμβολαιογράφους Βασιλική Τάγκαλη-Τζωρτζάκη και Αγγελική Φακιδάρη Παναγοπούλου, με σκοπό να επιτύχει υπέρ του εαυτού του παράνομο περιουσιακό όφελος αγοράζοντας τα ακίνητα αυτά σε πολύ μικρότερη τιμή εκείνης της πραγματικής-αντικειμενικής τους αξίας. Επίσης με πλήρη αιτιολογία απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί πραγματικής πλάνης του ως κατ' ουσίαν αβάσιμο (Βλ. τη σχετική αιτιολογία στην 300η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης). Όλες οι λοιπές σε σχέση με τους λόγους για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης στην προσβαλλόμενη απόφαση ως και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, διαλαμβανόμενες στο κύριο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και το δικόγραφο του πρόσθετου λόγου (περί έλλειψης αιτιολογίας) αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης και μόνος πρόσθετους επ' αυτής λόγους, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω κατά το άρθρο 15 του ΚΠΔ όλα τα δικαστικά πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου είναι εξαιρετέα αν συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού του άρθρου ή αν προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή αν υπάρχουν γεγονότα, που μπορούν να δικαιολογήσουν δυσπιστία για την αμεροληψία τους. Η τυχόν συνδρομή μόνο της τελευταίας περιπτώσεως δεν αποτελεί λόγο κακής συνθέσεως του δικαστηρίου, όπως αποτελεί η συμμετοχή σ' αυτό δικαστικών προσώπων, που στο πρόσωπό τους συντρέχει λόγος αποκλεισμού, κατά το άρθρο 14 του ΚΠΔ, από την άσκηση των καθηκόντων τους, αλλά λόγο εξαιρέσεως του δικαστικού προσώπου που προκάλεσε ή προκαλεί υπόνοιες μεροληψίας. Ο λόγος αυτός όμως πρέπει να προταθεί σύμφωνα με τα άρθρα 16 επ. ΚΠΔ πριν αρχίσει η συζήτηση, και μόνο αν γίνει αυτός δεκτός και παρά ταύτα συμμετάσχει ο δικαστής στη σύνθεση του δικαστηρίου, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η πλημμέλεια της κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, με ομόφωνη γνώμη των μελών του, λόγω του ότι συμμετέσχε σε αυτή ως μέλος η Εφέτης Ελένη Μετζιδάκη, η οποία είχε συμμετάσχει στη σύνθεση του 8ου Πολιτικού Τμήματος του Εφετείου Αθηνών και στην έκδοση της υπ' αριθμ. 4198/2006 απόφασης, η οποία αφορούσε το αστικό μέρος της ίδιας υπόθεσης (εγκυρότητα των μεταβιβάσεων ακινήτων από τον Ζ προς τον αναιρεσειόντα) και κατέληξε ομόφωνα στην αναγνώριση της ακυρότητας των εν λόγω με συμβολαιογραφικά έγγραφα καταρτισθεισών δικαιοπραξιών, και ως εκ τούτου συνέτρεχαν στο πρόσωπό της υπόνοιας μεροληψίας εκ της συμμετοχής της και στον ποινικό δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο λόγος όμως αυτός, ο οποίος προβάλλεται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί η συνδρομή ενός τέτοιου γεγονότος, δηλαδή της συμμετοχής της παραπάνω δικαστή στη σύνθεση του πολιτικού δικαστηρίου, που είχε επιληφθεί των αγωγών αναγνώρισης της ακυρότητας των επίμαχων εμπράγματων δικαιοπραξιών, ενώ στην ποινική διαδικασία διερευνήθηκε κύρια η ποινική ευθύνη ενός από τους συμβαλλόμενους σ' αυτήν (αναιρεσείοντος), δεν αποτελεί λόγους αποκλεισμού της ως άνω Εφέτη (άρθρο 14 ΚΠΔ), αλλά λόγο εξαίρεσης της, ο οποίος όμως δεν υποβλήθηκε με αίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 16 ΚΠΔ, από τον τότε εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα (Βλ. σχετικά την ΑΠ 613/2006). Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ο επ' αυτής πρόσθετος λόγος πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ. Β) Όσον αφορά την από 11-9-2009 αίτηση αναίρεσης της Ψ, της οποίας απορρίφθηκε η παράσταση της ως πολιτικώς ενάγουσας στην προκειμένη ποινική δίκη και το αίτημα περί ανάκλησης της απόφασης περί της ως άνω αποβολής της, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Από τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται, εκτός άλλων περιπτώσεων, κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης αν με αυτό το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία, κηρύσσοντας ένοχο ή αθώο τον κατηγορούμενο. Σύμφωνα δε με την παρ. 4 του ίδιου ως άνω άρθρου αν ζητηθεί η αναίρεση σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 θεωρούνται ότι προσβάλλονται μαζί και οι προπαρασκευαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν απ' αυτήν που προσβάλλεται τέτοια προπαρασκευαστική απόφαση, μεταξύ άλλων είναι και αυτή που διέταξε την αποβολή της πολιτικής αγωγής. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ. 1 περ. γ του ΚΠΔ ο πολιτικώς ενάγων μπορεί να ζητήσει την αναίρεση της καταδικαστικής απόφασης μόνο όμως για το τμήμα της που επιδικάζει σ' αυτόν αποζημίωση ή ικανοποίηση ή απορρίπτει την αγωγή του επειδή δεν στηρίζεται στο νόμο, όχι δε όταν αυτή απορρίπτεται επειδή θεμελίωσε την ενεργητική του νομιμοποίηση σε άλλα περιστατικά εκείνων που είχε επικαλεσθεί αρχικά με άλλη ιδιότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της κρινόμενης έκθεση αναίρεσης της Ψ, το γένος ..., αυτή δεν ζητεί την αναίρεση της οριστικής υπ' αριθμ. 1843/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, αλλά των υπ' αριθμ. 206 Α, 213, 887 ΚΑΙ 904 Α/2009 προπαρασκευαστικών αποφάσεων αυτού. Με την τρίτη από τις άνω μη οριστικές αποφάσεις επί της κατηγορίας του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, όπως προκύπτει από τις ενσωματωμένες στην υπ' αρ. 1843/2009 οριστική απόφασή του δύο τελευταίες των ως άνω αποφάσεων, απορρίφθηκαν τα αιτήματα της ανωτέρω, που δήλωσε στο Δικαστήριο παράσταση πολιτικής αγωγής: α) για ανάκληση περί διόρθωσης των προηγούμενων υπ' αρ. 206 Α και 213/2009 αποφάσεών του και β) για ανάκληση της περί αποβολής της πολιτικής αγωγής (Βλ. σελ. 73 της προσβαλλόμενη από τον κατηγορούμενο οριστικής απόφασης) ενώ με την τέταρτη αυτών (υπ' αρ. 904 Α/2009) απορρίφθηκε αίτημα του κατηγορουμένου για προσκόμιση εγγράφων του ΤΣΜΕΔΕ. Όλες από τις ανωτέρω αποφάσεις που αναφέρονται στο ζήτημα τις ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσείουσας Ψ προκλήθηκαν από τον τρόπο της αρχικής δήλωσής της ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα ατομικά για τον εαυτό της στη συνέχει όμως μετά το θάνατο αυτού (1-8-2003) η δήλωσή της αυτή φέρεται να προβλήθηκε πλέον από τους πληρεξούσιούς της δικηγόρους με την ιδιότητα ως κληρονόμος αυτής, με αποτέλεσμα, λόγω του ότι δεν αναφερόταν στο διατακτικό της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δηλονότι στην υπ' αριθμ. 3532/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών η ιδιότητα της ανωτέρω ως κληρονόμου του Ζ, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 206 Α/2009 απόφασή του την απέβαλε, κατά πλειοψηφία λόγω της διαφορετικής θέσης της ως προς την ιδιότητα που δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής και ανεπίτρεπτης κατά τις παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας μεταβολής της ιδιότητας αυτής για την ενεργητική νομιμοποίησή της ως πολιτικώς ενάγουσας, ενώ με τη δεύτερη των ανωτέρω αποφάσεων (υπ' αρ. 213/2009) απορρίφθηκε αίτημά της για διόρθωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης με σκοπό να προκύπτει απ' αυτό με σαφή και αναμφισβήτητο τρόπο η δήλωση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου περί της ενεργητικής νομιμοποίησής της ως πολιτικώς ενάγουσας με την ιδιότητά της ως μοναδικής κληρονόμου του υποστάντος την ηθική βλάβη και δικαιούμενου χρηματικής ικανοποίησης συζύγου της Ζ. Τέλος το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας με την υπ' αρ. 887/2009 απόφασή του απέρριψε το αίτημα της Ψ κατά πλειοψηφία, για ανάκληση της προηγούμενη περί αποβολής της πολιτικής αγωγής, με σκοπό να παραστεί στη συνέχεια ως πολιτικώς ενάγουσα, μετά την υποβολή των σχετικών από 16-3-2009 και 20-3-2009 εγγράφων αιτήσεων της. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης της Ψ, ως μη προσβάλλουσα και την οριστική απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέα. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 1 περ. γ του ΚΠΔ, ο πολιτικώς ενάγων μπορεί να ζητήσει την αναίρεση της καταδικαστικής απόφασης μόνο για το τμήμα της που επιδικάζει σ' αυτόν αποζημίωση ή ικανοποίηση ή απορρίπτει την αγωγή του επειδή δεν στηρίζεται στο νόμο, ενώ αυτό δεν συμβαίνει στην κρινόμενη υπόθεση που η Ψ αποβλήθηκε, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα ως πολιτικώς ενάγουσα, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησής της και δεν απορρίφθηκε η αγωγή της (περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης) ως μη στηριζόμενη στο νόμο εντεύθεν δε η κρινόμενη αίτησή της, ως ασκηθείσα από πρόσωπο που δεν δικαιούνταν να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο (αναίρεση), πρέπει να απορριφθεί γι' αυτό το λόγο ως απαράδεκτη (Βλ. σχ. 1108/2006). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στα δικαστικά έξοδα του παραστάντος καθού η αναίρεση αυτή-κατηγορουμένου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 17 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση με τον επ' αυτής από 15 Ιανουαρίου 2010 πρόσθετο λόγο του Χ, κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 887, 904 α, 119 Α, 1191, 1193 και 1843/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ως και την 11 Σεπτεμβρίου αίτηση της Ψ, θυγατέρας Φ1 και Φ2, κατοίκου ..., για αναίρεση των υπ' αρ. 206 Α, 213, 887 και 904 Α/2009 αποφάσεων του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου. Απορρίπτει αυτές στο σύνολό τους. Και Καταδικάζει: Α) τον αναιρεσείοντα Χ στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και Β) την αναιρεσείουσα Ψ στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ ως και στην εκ πεντακοσίων (500) ευρώ δικαστική δαπάνη του καθού η αναίρεση αυτής-κατηγορουμένου Χ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση. Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση με σκοπό προσπόριση οφέλους άνω των 73.000 €. Καταδικαστική απόφαση. Πρώτη αίτηση αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απόρριψη των λόγων αυτών ως αβασίμων. Δεν υπάρχει απόλυτη ακυρότητα από τη συμμετοχή στο Ποινικό Δικαστήριο ως μέλους του Δικαστή που είχε συμμετάσχει στη σύνθεση του πολιτικού Δικαστηρίου για το αστικό μέρος της υπόθεσης. Δεύτερη αίτηση αναίρεσης από πολιτικώς ενάγουσα που αποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Απαράδεκτο της αίτησης αυτής λόγω μη προσβολής της τελεσίδικης οριστικής απόφασης αυτού, αλλά μόνο της παρεμπίπτουσας. Απόρριψη αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεων.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Πολιτική αγωγή.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1276/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο και Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1541/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1452/09. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη με αριθμό 75/16.2.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο δικαστήριό σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ την υπ' αριθμ. 184/2009 αίτηση αναίρεσης της Χ κατά του υπ' αριθμ. 1541/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα : 1) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 1421/2009 βούλευμα του, παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών την πιο πάνω κατηγορουμένη αναιρεσείουσα προκειμένου να δικαστεί για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία της οποίας υπερβαίνουν το ποσό των 73000 ευρώ. Στη συνέχεια μετά από έφεση που άσκησε η παραπάνω αναιρεσείουσα κατηγορουμένη εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 1541/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση αυτής και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά του ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στρέφεται πλέον η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη με την υπό κρίση αίτησή της. "Επειδή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι νομότυπη και εμπρόθεσμη (άρθρα 473 παρ. 1 και 474 παρ. 1 ΚΠΔ) αφού ασκήθηκε την 12/10/2009 υπό του δικηγόρου Αθηνών Βασιλείου Χατζή Κωνσταντίνου δυνάμει εξουσιοδοτήσεως, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα είχε επιδοθεί στην αναιρεσείουσα κατηγορουμένη την 30/9/2009 και στον ως άνω αντίκλητο δικηγόρο την 2/10/2009. Επί πλέον ασκήθηκε η αναίρεση από δικαιούμενο σε άσκηση αυτής πρόσωπο (άρθρα 463, 482 ΚΠΔ) και περιέχει ως λόγους αναίρεσης απόλυτη ακυρότητα, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο προσβαλλόμενο βούλευμα και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. 2) Έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστικού Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που το θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο ή το Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όχι μόνο μερικά απ' αυτά (ΑΠ 1010/1997 ΠΧ ΜΗ/354, ΑΠ 108/2000, ΠΧ Ν/313 ΑΠ 1560/2002 ΠΧ Ν Γ/536). Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, καθώς συμπληρωματικά και στο πρωτόδικο βούλευμα (ΑΠ 711/2000 ΠΧ ΝΑ/55, ΑΠ 1608/2001 ΠΧ ΝΒ/ 623, ΑΠ 2253/2002 ΠΧ ΝΓ/795). Περαιτέρω όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 περ. β ΚΠΔ εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει την εφαρμοσθείσα διάταξη, υπάγει εσφαλμένως σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όπως συμβαίνει όταν στο βούλευμα εμφιλοχωρούν, κατά την έκθεση και ανάπτυξη πραγματικών περιστατικών, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (ΑΠ 1241/1998 ΠΧ ΜΘ/684, ΑΠ 418/ 1999 ΠΧ Ν/41). 2) Επειδή στην υπό κρίση περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, έκρινε ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο ορθώς παρέπεμψε την παραπάνω αναιρεσείουσα κατηγορουμένη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστεί για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία της οποίας υπερβαίνουν το ποσό των 73000 ευρώ. Δέχθηκε, δηλαδή το Συμβούλιο Εφετών, με αναφορά καθ' ολοκληρίαν στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και συγκεκριμένα από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε κατά τη διενέργεια της κυρίας ανάκρισης και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, σε συνδυασμό με όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και την απολογία της κατηγορουμένης προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ ήταν παντρεμένη με το μηνυτή Ψ ο οποίος γεννήθηκε στην .... Από το γάμο αυτό ο οποίος λύθηκε το έτος 1988, προήλθε η θυγατέρα τους Ζ, η οποία διέμενε με τη μητέρα της στη .... Επίσης η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη υπήρξε φαρμακοποιός (ήδη είναι συνταξιούχος) και διατηρούσε φαρμακείο στην ..., ενώ ο μηνυτής επίσης φαρμακοποιός, διατηρούσε φαρμακείο στο .... Η κατηγορουμένη καθό χρόνο λειτουργούσε το φαρμακείο της βρέθηκε σε οικονομικό αδιέξοδο εξαιτίας των χρεών που παρουσίασε κατά την άσκηση του επαγγέλματος της, αλλά και εκ του γεγονότος ότι υπήρξε καρκινοπαθής και είχε υποβληθεί σε μαστεκτομή, καθώς και σε χειρουργική επέμβαση στο έντερο με παρά φύσει έδρα. Μάλιστα δε με την υπ' αρίθμ. 105/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε σε πτώχευση και ορίστηκε ως χρόνος παύσης των πληρωμών της η 30/9/2004. Ο μηνυτής, τον Απρίλιο του έτους 2004 μετέβη στην ..., όπου παρέμεινε για διάστημα ενός μηνός και όπως συνήθιζε πριν την αναχώρηση του από τη χώρα μας, παρέδωσε στην κόρη τους Ζ, η οποία διέμενε με την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, όλα τα προσωπικά του έγγραφα μεταξύ των οποίων και το μπλοκ των επιταγών του. Η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη αντιλαμβανόμενη αυτό, αφήρεσε από την τσάντα όπου εφυλλάσοντο τα μπλοκ των επιταγών από την κόρη τους Ζ και εν αγνοία του μηνυτή συμπλήρωσε πέντε (5) απ' αυτές, θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του στη θέση του εκδότη, ως ημερομηνία αυτή που εκάστοτε την εξυπηρετούσε, σε διαταγή της ιδίας ως εξής : 1) Στις 23/7/ 2004 την υπ' αρίθμ. ... δίγραμμη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία εσύρετο από τον υπ' αρίθμ. ... λογαριασμό του μηνυτή, θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του μηνυτού στη θέση του εκδότη, καθώς και τη σφραγίδα του με τα στοιχεία "ΦΑΡΜΑΚΕΙΟΝ ..., τηλ.: ...", θέτοντας ως τόπο έκδοσης την ..., ως χρόνο έκδοσης την 23/7/2004 και ως ποσό αυτό των 25000 ευρώ σε διαταγή της ιδίας, 2) Στις 6/8/2004 την υπ' αριθμ. ... δίγραμμη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, η οποία εσύρετο από τον ίδιο ως άνω λογαριασμό του μηνυτή, θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του στη θέση του εκδότη, καθώς και τη σφραγίδα της επιχείρησης του, αναγράφοντας ως τόπο έκδοσης την ..., ως χρόνο έκδοσης την 6/8/2004 και ως ποσό αυτό των 25000 ευρώ σε διαταγή της ιδίας, 3) Στις 27/8/2004 την υπ' αριθμ. ... δίγραμμη επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας, η οποία εσύρετο από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του μηνυτού θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του στη θέση του εκδότη, καθώς και την ως άνω σφραγίδα της επιχείρησης του, αναγράφοντας ως τόπο έκδοσης την ..., ως χρόνο έκδοσης την 27/3/2004 και ως ποσό αυτό των 36763,70 ευρώ σε διαταγή της ιδίας, 4) Στις 19/8/2004 την υπ' αριθμ. ... δίγραμμη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, η οποία εσύρετο από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του μηνυτού, θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του στη θέση του εκδότη, καθώς και την ως άνω σφραγίδα της επιχείρησης του, αναγράφοντας ως τόπο έκδοσης την ..., ως χρόνο έκδοσης την 19/8/2004 και ως ποσό αυτό των 19738,20 ευρώ σε διαταγή της ιδίας και 5) Στις 28/7/2004 την υπ' αριθμ. ... δίγραμμη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, η οποία εσύρετο από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του μηνυτού, θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου στη θέση του εκδότη, καθώς και την ως άνω σφραγίδα της επιχείρησης του, αναγράφοντας ως τόπο έκδοσης την ..., ως χρόνο έκδοσης την 28/7/2004 και ως ποσό αυτό των 25000 ευρώ σε διαταγή της ιδίας. Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη έκανε χρήση των ανωτέρω πέντε επιταγών μεταβιβάζοντας αυτές με οπισθογράφηση στην Εμπορική Τράπεζα, της οποίας οι αρμόδιοι υπάλληλοι παραπλανηθέντες, τις έλαβαν ως ενέχυρο και παρείχαν πίστωση σ' αυτήν (κατηγορουμένη) ισόποση με την αξία των επιταγών (αξία λόγω ενεχύρου), δηλαδή ποσού 131501,90 ευρώ. Οι ως άνω πλαστές επιταγές εμφανίστηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή στις πληρώτριες τράπεζες πλην όμως δεν πληρώθηκαν ελλείψει επαρκούς διαθεσίμου υπολοίπου και σφραγίστηκαν νόμιμα. Κατόπιν τούτου η Εμπορική Τράπεζα βάσει των ανωτέρω πλαστών επιταγών, μετά από αίτηση της πέτυχε να εκδοθεί η υπ' αριθμ. 5702/2004 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος του μηνυτή με την οποία υποχρεούτο ο τελευταίος, πέραν των τόκων και δικαστικών εξόδων να καταβάλει στην παραπάνω τράπεζα το συνολικό ποσό των 131501,90 ευρώ. Ο μηνυτής κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής άσκησε ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατονομάζοντας ως πλαστογράφο την κατηγορουμένη πρώην σύζυγο του. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 72/2007 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία ακυρώθηκε η ανωτέρω διαταγή πληρωμής και κατ' εφαρμογή του άρθρου 38 ΚΠΔ διαβιβάστηκαν αντίγραφα της σχετικής δικογραφίας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ο οποίος άσκησε σε βάρος της κατηγορουμένης ποινική δίωξη διά το ως άνω αναφερόμενο ποινικό αδίκημα. Η κατηγορουμένη κατά την απολογία της στον ανακριτή αποδέχθηκε την ως άνω κατ' αυτής κατηγορία, αναφέροντας ότι εν αγνοία και χωρίς συναίνεση του παθόντος πρώην συζύγου της, προέβη στην κατάρτιση των ανωτέρω επιταγών, διότι αντιμετώπιζε τεράστια οικονομικά προβλήματα. 4) Επειδή, από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, ως αβάσιμη στην ουσία την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73000 ευρώ κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, το οποίο είχε παραπέμψει αυτήν στο ακροατήριο για την πράξη αυτή, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέα η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες έτσι ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ο λόγος δε αναίρεσης της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά το μέρος με το οποίο επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή αμφισβητείται η κρίση του Συμβουλίου, ως προς τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό στοιχείο, περιέχει ανεπίτρεπτη προσβολή της αναγόμενης στα πράγματα κρίσης του Συμβουλίου και πρέπει γι' αυτό να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Περαιτέρω ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης ότι το ως άνω βούλευμα έχει ελλιπείς και μη νόμιμες αιτιολογίες γιατί δεν απαντά στον ισχυρισμό της "ότι είχε την εκπεφρασμένη άλλως προκύπτουσα άλλως εικαζόμενη σύμφωνη γνώμη του πρώην συζύγου της για να χρησιμοποιήσει τις επιταγές που είχαν ήδη δοθεί. Εάν ο πρώην σύζυγος της δεν ήθελε να χρησιμοποιήσω τις επιταγές του δε θα άφηνε το μπλοκ των επιταγών στο σπίτι της στην απόλυτη διάθεση της" πρέπει να απορριφθεί γιατί κατά τα προεκτεθέντα αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων η οποία είναι ανέλεγκτος υπό του Αρείου Πάγου. Εξάλλου ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης ότι το ως άνω βούλευμα στερείται αιτιολογίας αφού δε διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά που αποδίδονται σ' αυτήν ότι το έγκλημα της πλαστογραφίας με χρήση τελέστηκε υπ' αυτής κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, πρέπει να απορριφθεί γιατί στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως. Και τούτο γιατί το έγκλημα για το οποίο παραπέμφθηκε είναι πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία της οποίας υπερβαίνουν το ποσό των 73000 ευρώ και δεν έχει καμία σχέση με την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση του αδικήματος αυτού. Τέλος, το αίτημα της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης για αυτοπρόσωπο εμφάνιση της στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών προς παροχή διευκρινίσεων και προφορική ανάπτυξη των ισχυρισμών της πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν, καθόσον η εκκαλούσα στην έκθεση της έφεσης της αναπτύσσει διεξοδικά και με πληρότητα τους ισχυρισμούς και τις απόψεις της, ώστε να μη συντρέχει λόγος να επαναλάβει αυτούς και προφορικά ενώπιον του ως άνω Συμβουλίου. Μετά από όλα αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης της αναίρεσείουσας κατηγορουμένης ως αβάσιμη και να επιβληθούν σ' αυτήν τα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω 1) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 184/2009 αίτηση αναίρεσης της Χ κατά του υπ' αριθμ. 1541/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην παραπάνω αναιρεσείουσα. Αθήνα, 14 Ιανουαρίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 12-10-2009 αίτηση της κατηγορουμένης Χ για αναίρεση του υπ' αριθμού 1541/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Από το άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ το οποίο ορίζει ότι "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικό με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ως καταρτισθέν παρ' ετέρου ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων. Η ίδια διάταξη ορίζει ότι "η χρήση του εγγράφου από αυτόν αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση". Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλου για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή σχετικό με τη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος προστατευομένου από το νόμο. Εξάλλου, σύμφωνα με την παραγρ. 3 εδ. α' του ίδιου άρθρου "αν ο υπαίτιος των πράξεων (παράγραφος 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ). Επίσης από το άρθρο 98 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινομένες χρονικά μεταξύ τους που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της αποφάσεως για την τέλεσή τους και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Στην παραπάνω διάταξη, προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2721/1999 δεύτερη παράγραφος, σύμφωνα με την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος. Εξάλλου, έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστικού Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που το θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο ή το Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όχι μόνο μερικά απ' αυτά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, καθώς συμπληρωματικά και στο πρωτόδικο βούλευμα. Περαιτέρω όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 περ. β ΚΠΔ εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει την εφαρμοσθείσα διάταξη, υπάγει εσφαλμένως σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όπως συμβαίνει όταν στο βούλευμα εμφιλοχωρούν, κατά την έκθεση και ανάπτυξη πραγματικών περιστατικών, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1541/2009 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, έκρινε ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο ορθώς παρέπεμψε την παραπάνω αναιρεσείουσα κατηγορουμένη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστεί για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία της οποίας υπερβαίνουν το ποσό των 73000 ευρώ. Δέχθηκε, δηλαδή το Συμβούλιο Εφετών, με αναφορά καθ' ολοκληρίαν στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και συγκεκριμένα από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε κατά τη διενέργεια της κυρίας ανάκρισης και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, σε συνδυασμό με όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και την απολογία της κατηγορουμένης προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) Χ ήταν παντρεμένη με το μηνυτή Ψ ο οποίος γεννήθηκε στην .... Από το γάμο αυτό ο οποίος λύθηκε το έτος 1988, προήλθε η θυγατέρα τους Ζ, η οποία διέμενε με τη μητέρα της στη .... Επίσης η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη υπήρξε φαρμακοποιός (ήδη είναι συνταξιούχος) και διατηρούσε φαρμακείο στην ..., ενώ ο μηνυτής επίσης φαρμακοποιός, διατηρούσε φαρμακείο στο .... Η κατηγορουμένη καθό χρόνο λειτουργούσε το φαρμακείο της βρέθηκε σε οικονομικό αδιέξοδο εξαιτίας των χρεών που παρουσίασε κατά την άσκηση του επαγγέλματος της, αλλά και εκ του γεγονότος ότι υπήρξε καρκινοπαθής και είχε υποβληθεί σε μαστεκτομή, καθώς και σε χειρουργική επέμβαση στο έντερο με παρά φύσει έδρα. Μάλιστα δε με την υπ' αρίθμ. 105/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε σε πτώχευση και ορίστηκε ως χρόνος παύσης των πληρωμών της η 30/9/2004. Ο μηνυτής, τον Απρίλιο του έτους 2004 μετέβη στην ..., όπου παρέμεινε για διάστημα ενός μηνός και όπως συνήθιζε πριν την αναχώρηση του από τη χώρα μας, παρέδωσε στην κόρη τους Ζ, η οποία διέμενε με την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, όλα τα προσωπικά του έγγραφα μεταξύ των οποίων και το μπλοκ των επιταγών του. Η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη αντιλαμβανόμενη αυτό, αφήρεσε από την τσάντα όπου εφυλλάσοντο τα μπλοκ των επιταγών από την κόρη τους Ζ και εν αγνοία του μηνυτή συμπλήρωσε πέντε (5) απ' αυτές, θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του στη θέση του εκδότη, ως ημερομηνία αυτή που εκάστοτε την εξυπηρετούσε, σε διαταγή της ιδίας ως εξής : 1) Στις 23/7/ 2004 την υπ' αρίθμ. ... δίγραμμη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία εσύρετο από τον υπ' αρίθμ. ... λογαριασμό του μηνυτή, θέτοντας κατ1 απομίμηση την υπογραφή του μηνυτού στη θέση του εκδότη, καθώς και τη σφραγίδα του με τα στοιχεία "ΦΑΡΜΑΚΕΙΟΝ ..., τηλ.: ...", θέτοντας ως τόπο έκδοσης την Αθήνα, ως χρόνο έκδοσης την 23/7/2004 και ως ποσό αυτό των 25000 ευρώ σε διαταγή της ιδίας, 2) Στις 6/8/2004 την υπ' αριθμ. ... δίγραμμη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, η οποία εσύρετο από τον ίδιο ως άνω λογαριασμό του μηνυτή, θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του στη θέση του εκδότη, καθώς και τη σφραγίδα της επιχείρησης του, αναγράφοντας ως τόπο έκδοσης την ..., ως χρόνο έκδοσης την 6/8/2004 και ως ποσό αυτό των 25000 ευρώ σε διαταγή της ιδίας, 3) Στις 27/8/2004 την υπ' αριθμ. ... δίγραμμη επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας, η οποία εσύρετο από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του μηνυτού θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του στη θέση του εκδότη, καθώς και την ως άνω σφραγίδα της επιχείρησης του, αναγράφοντας ως τόπο έκδοσης την ...., ως χρόνο έκδοσης την 27/3/2004 και ως ποσό αυτό των 36763,70 ευρώ σε διαταγή της ιδίας, 4) Στις 19/8/2004 την υπ' αριθμ. ... δίγραμμη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, η οποία εσύρετο από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του μηνυτού, θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του στη θέση του εκδότη, καθώς και την ως άνω σφραγίδα της επιχείρησης του, αναγράφοντας ως τόπο έκδοσης την ..., ως χρόνο έκδοσης την 19/8/2004 και ως ποσό αυτό των 19738,20 ευρώ σε διαταγή της ιδίας και 5) Στις 28/7/2004 την υπ' αριθμ. ... δίγραμμη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, η οποία εσύρετο από τον υπ1 αριθμ. ... λογαριασμό του μηνυτού, θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου στη θέση του εκδότη, καθώς και την ως άνω σφραγίδα της επιχείρησης του, αναγράφοντας ως τόπο έκδοσης την ...., ως χρόνο έκδοσης την 28/7/2004 και ως ποσό αυτό των 25000 ευρώ σε διαταγή της ιδίας. Στη συνέχεια η αναίρεσε ίου σα κατηγορουμένη έκανε χρήση των ανωτέρω πέντε επιταγών μεταβιβάζοντας αυτές με οπισθογράφηση στην Εμπορική Τράπεζα, της οποίας οι αρμόδιοι υπάλληλοι παραπλανηθέντες, τις έλαβαν ως ενέχυρο και παρείχαν πίστωση σ' αυτήν (κατηγορουμένη) ισόποση με την αξία των επιταγών (αξία λόγω ενεχύρου), δηλαδή ποσού 131501,90 ευρώ. Οι ως άνω πλαστές επιταγές εμφανίστηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή στις πληρώτριες τράπεζες πλην όμως δεν πληρώθηκαν ελλείψει επαρκούς διαθεσίμου υπολοίπου και σφραγίστηκαν νόμιμα. Κατόπιν τούτου η Εμπορική Τράπεζα βάσει των ανωτέρω πλαστών επιταγών, μετά από αίτηση της πέτυχε να εκδοθεί η υπ' αριθμ. 5702/2004 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος του μηνυτή με την οποία υποχρεούτο ο τελευταίος, πέραν των τόκων και δικαστικών εξόδων να καταβάλει στην παραπάνω τράπεζα το συνολικό ποσό των 131501,90 ευρώ. Ο μηνυτής κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής άσκησε ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατονομάζοντας ως πλαστογράφο την κατηγορουμένη πρώην σύζυγο του. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η υπ1 αριθμ. 72/2007 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία ακυρώθηκε η ανωτέρω διαταγή πληρωμής και κατ1 εφαρμογή του άρθρου 38 ΚΠΔ διαβιβάστηκαν αντίγραφα της σχετικής δικογραφίας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ο οποίος άσκησε σε βάρος της κατηγορουμένης ποινική δίωξη διά το ως άνω αναφερόμενο ποινικό αδίκημα. Η κατηγορουμένη κατά την απολογία της στον ανακριτή αποδέχθηκε την ως άνω κατ' αυτής κατηγορία, αναφέροντας ότι εν αγνοία και χωρίς συναίνεση του παθόντος πρώην συζύγου της, προέβη στην κατάρτιση των ανωτέρω επιταγών, διότι αντιμετώπιζε τεράστια οικονομικά προβλήματα για τους λόγους που ήδη αναφέραμε...". Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, ως αβάσιμη στην ουσία την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73000 ευρώ κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, το οποίο είχε παραπέμψει αυτήν στο ακροατήριο για την πράξη αυτή, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέα η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 98 και 216 παρ. 1 και 2 του ΠΚ τις οποίες έτσι ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ο λόγος δε αναίρεσης της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά το μέρος με το οποίο επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή αμφισβητείται η κρίση του Συμβουλίου, ως προς τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό στοιχείο, περιέχει ανεπίτρεπτη προσβολή της αναγόμενης στα πράγματα κρίσης του Συμβουλίου και πρέπει γι' αυτό να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Περαιτέρω ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης ότι το ως άνω βούλευμα έχει ελλιπείς και μη νόμιμες αιτιολογίες γιατί δεν απαντά στον ισχυρισμό της "ότι είχε την εκπεφρασμένη άλλως προκύπτουσα άλλως εικαζόμενη σύμφωνη γνώμη του πρώην συζύγου της για να χρησιμοποιήσει τις επιταγές που είχαν ήδη δοθεί. Εάν ο πρώην σύζυγος της δεν ήθελε να χρησιμοποιήσω τις επιταγές του δε θα άφηνε το μπλοκ των επιταγών στο σπίτι της στην απόλυτη διάθεση της" πρέπει να απορριφθεί γιατί κατά τα προεκτεθέντα αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων η οποία είναι ανέλεγκτος υπό του Αρείου Πάγου. Εξάλλου ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης ότι το ως άνω βούλευμα στερείται αιτιολογίας αφού δε διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά που αποδίδονται σ' αυτήν ότι το έγκλημα της πλαστογραφίας με χρήση τελέστηκε υπ' αυτής κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, πρέπει να απορριφθεί γιατί στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως. Και τούτο γιατί το έγκλημα για το οποίο παραπέμφθηκε είναι πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία της οποίας υπερβαίνουν το ποσό των 73000 ευρώ και δεν έχει καμία σχέση με την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση του αδικήματος αυτού. Τέλος ως το αίτημα της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης για αυτοπρόσωπο εμφάνιση της στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών προς παροχή διευκρινίσεων και προφορική ανάπτυξη των ισχυρισμών της, που απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, "καθόσον η εκκαλούσα με την απολογία της και τα αναφερόμενα στην έκθεση της έφεσής της αναπτύσσει διεξοδικά και με πληρότητα τους ισχυρισμούς και τις απόψεις της, ώστε να μη συντρέχει λόγος να επαναλάβει αυτούς και προφορικά ενώπιον του ως άνω Συμβουλίου", το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με επιτρεπτή αναφορά στην περιέχουσα ως προς το ζήτημα αυτό την ως άνω πλήρη αιτιολογία εισαγγελική πρόταση. Γι' αυτό και ως προς το ζήτημα αυτό η σχετική αιτίαση της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. α', β' και δ' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτό και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Οκτωβρίου 2009 αίτηση της Χ, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1541/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2010. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2010.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κακουργηματική πλαστογραφία λόγω ύψους ζημίας - οφέλους. Αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών που απέρριψε έφεση κατηγορουμένης κατά παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών με λόγους την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (απόρριψη αιτήματος αυτοπρόσωπης εμφάνισης κατηγορουμένης στο Συμβούλιο Εφετών) και έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Απορρίπτει αίτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση.
2
Αριθμός 1278/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Χριστόφορο Κοσμίδη και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καρακώστα, περί αναιρέσεως της ΒΤ6818/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 142/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν.1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους που η εξόφληση του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν.1882/1990 με το άρθρο 23 του ν.2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση : 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξης του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά διατάξεις του Ν. 2523/1997 (αρ. 23 παρ.1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιωμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους (και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών) του Ν. 3220/2004, που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004,που αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογές τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που Ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι : 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών ο νόμος εννοεί αυτόν που ορίζεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος παρ.3 και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας Ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 περ. Δ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά επίσης και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. ΒΤ 6818/2009 απόφασή του, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε όπως προκύπτει από τα σκεπτικό της σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής που αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου χρέους και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με την άνω διάταξη προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης από τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ήτοι αυτή της μη καταβολής του χρέους που η εξόφληση του έχει ρυθμιστεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Έτσι για την καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές απαιτούνται διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξεως. Με το όρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 που αντικατέστησε το ως άνω άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 και, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του ποσού, το οποίο, όταν οφείλεται, καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του και έτσι οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέγκλητες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το όριο του 1.000.000 δρχ. προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2.523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμία από τις ως άνω δύο κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Τέλος, με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με το ανωτέρω άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του τελευταίου, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς τον χρόνο διάπραξης του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση εξοφλήσεως ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και, συνεπώς, για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, πρέπει να εφαρμοστούν, ως ευμενέστερες γι' αυτούς, οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεως τους. Αντίθετα όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, υπερβαίνει δετό καθένα από αυτό το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2.523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, 19 και 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής που προβλέπονται από αυτές τις διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνο στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για την νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο διατάξεων προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσης φορολογικής του παράβασης, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης. Η έλλειψη δε της προϋπόθεσης αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής δίωξης και καθιστά αυτή σε περίπτωση άσκησης της απαράδεκτη. Η εν λόγω προϋπόθεση δεν απαιτείται προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και συνεπώς, για την δίωξη αυτών δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης, αλλά ούτε σε περιπτώσεις άσκησης προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου απόφαση. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, πρέπει, να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου, ΑΠ 179/2009 και 337/2008). Ο κατηγορούμενος είναι ο μοναδικός εταίρος και διαχειριστής της Μονοπρόσωπης ΕΠΕ "ΠΟΛΥΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΔΙΑΦΗΜΙΖΕΙΣ COSMOS LINK" με τον διακριτικό τίτλο "COSMOS LINK ΕΠΕ". Υπό την ιδιότητα του αυτή κατά το χρονικό διάστημα από 29-2-2004 έως 28-8-2006 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου αδικήματος καθυστέρησε να καταβάλει βεβαιωμένα στις αρμόδιες δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες χρέη προς το Δημόσιο, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, επιχειρήσεις και οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους. Ειδικότερα σε βάρος του κατηγορουμένου βεβαιώθηκαν από την Γ' ΔΟΥ Πειραιά τα ακόλουθα χρέη 1) με την 5643/1-10-2003 βεβαίωση της βεβαιώθηκε ποσό 880 ευρώ ως ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο για πρόστιμο ΚΒΣ -οριστική βεβαίωση και ποσό 430,32 ευρώ ως συνεισπραττόμενα, οικονομικού έτους 2003, τα οποία ορίστηκαν πληρωτέα σε τρεις μηνιαίες δόσεις λήξεως η πρώτη την 31-10-2003 και η τελευταία την 31-12-2003, 2) με την 5643/1-10-2003 βεβαίωση βεβαιώθηκε ποσό 1760 ευρώ ως ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο για την ίδια ως και άνω αιτία και ποσό 821,05 ευρώ ως συνεισπραττόμενα, οικονομικού έτους 2003, τα οποία ορίστηκαν πληρωτέα σε έξι μηνιαίες δόσεις ημερομηνίας λήξεως η πρώτη την 31-10-2003 και την 31-3-2003 η τελευταία, 3) με την 12/5-1-2004 βεβαίωση βεβαιώθηκε ποσό 451.943 ευρώ ως ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο για την ίδια και πάλι αιτία όπως και άνω και ποσό 183.714,82 ευρώ ως συνεισπραττόμενα, οικονομικού έτους 1999, τα οποία ορίστηκαν πληρωτέα σε έξι μηνιαίες δόσεις ημερομηνίας λήξεως η πρώτη την 27-2-2004 και την 30-7-2004 η τελευταία, 4) με την 5986/16-11-2004 βεβαίωση βεβαιώθηκε ποσό 30,33 ευρώ ως ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο για έξοδα διοικητικής εκτέλεσης και ποσό 8,19 ευρώ ως συνεισπραττόμενα, οικονομικού έτους 2004, τα οποία ορίστηκαν πληρωτέα εφάπαξ την 31-12-2004, 5) με την 1370/9-3-2006 βεβαίωση βεβαιώθηκε ποσό 37.027,42,00 ευρώ ως ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο για οριστική βεβαίωση εισοδήματος και ποσό 2.777,05 ευρώ ως συνεισπραττόμενα, οικονομικού έτους 1999, κατέστησαν δε απαιτητό σε έξι μηνιαίες δόσεις λήξεως η πρώτη την 28-4-2006 και την 29-9-2006 η τελευταία, 6) με την 1370/9-3-2006 βεβαίωση βεβαιώθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου ποσό 94.339,95 ευρώ ως ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο για οριστική βεβαίωση εισοδήματος και ποσό 7.075,50 ευρώ ως συνεισπραττόμενα, οικονομικού έτους 2000 τα οποία ορίστηκαν πληρωτέα σε 6 μηνιαίες δόσεις λήξεως η πρώτη την 28-4-2006 και η τελευταία την 29-9-2006, 7) με την ίδια ως και άνω (1370/9-3-2006) βεβαίωση, βεβαιώθηκε ποσό 18.546,74 ευρώ ως ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο για οριστική βεβαίωση εισοδήματος και ποσό 1.391,01 ευρώ ως συνεισπραττόμενα, οικονομικού έτους 2001, καταβλητέο σε έξι μηνιαίες δόσεις λήξεως η πρώτη την 28-4-2006 και η τελευταία την 31-5-2006, 8) με την 1487/14-3-2006 βεβαίωση βεβαιώθηκε ποσό 277.583,49 ευρώ ως ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο για οριστική βεβαίωση ΦΠΑ και ποσό 26.370,44 ευρώ ως συνεισπραττόμενα, οίκον έτους 1999 τα οποία ορίστηκαν πληρωτέα σε δύο μηνιαίες δόσεις λήξεως η πρώτη την 28-4-2006 και η τελευταία την 31-5-2006, 9) με την 1487/14-3-2006 βεβαίωση βεβαιώθηκε ποσό 72.451,18 ευρώ ως ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο για ΦΠΑ -οριστική βεβαίωση και ποσό 6.882,86 ευρώ ως συνεισπραττόμενα, οικονομικού έτους 2000 τα οποία ορίστηκαν πληρωτέα σε δύο μηνιαίες δόσεις λήξεως η πρώτη την 28-4-2006 και η τελευταία την 30-5-2006, 10) με την 1487/14-3-2006 βεβαίωση βεβαιώθηκε ποσό 131.533,05 ευρώ ως ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο για ΦΠΑ - οριστική βεβαίωση και ποσό 12.837,97 ευρώ ως συνεισπραττόμενα, οικονομικού έτους 1998 τα οποία ορίστηκαν πληρωτέα σε δύο μηνιαίες δόσεις λήξεως η πρώτη την 28-4-2006 και η τελευταία την 31-5-2006, 11) με την 1510/16-3-2006 βεβαίωση βεβαιώθηκε ποσό 122.025 ευρώ ως ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο και 11.982,25 ευρώ ως συνεισπραττόμενα που αφορούσαν πρόστιμο ΦΠΑ οικονομικού έτους 1999 πληρωτέα σε δύο μηνιαίες δόσεις λήξεως η πρώτη την 28-4-2006 και η τελευταία την 31-5-2006, 12) με την 1871/31-3-2006 βεβαίωση βεβαιώθηκε ποσό 2.640 ευρώ ως ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο και 261,36 ευρώ ως συνεισπραττόμενα που αφορούσαν πρόστιμο ΚΒΣ -οριστική βεβαίωση οικονομικού έτους 2000 και τα οποία ορίστηκαν πληρωτέα σε έξι μηνιαίες δόσεις λήξεως η πρώτη την 28-4-2006 και η τελευταία την 29-9-2006, τέλος 13) με την 1871/31-3-2006 βεβαίωση βεβαιώθηκε ποσό 1.760 ευρώ ως ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο και 183,05 ευρώ ως συνεισπραττόμενα που αφορούσαν οριστική βεβαίωση προστίμου ΚΒΣ οικονομικού έτους 2005 τα οποία ορίστηκαν πληρωτέα σε πέντε μηνιαίες δόσεις λήξεως αντίστοιχα την 28-4-2006 και την 31-8-2006. Συνολικά 1.467.256,03 ευρώ έναντι των οποίων ο κατηγορούμενος δεν έχει καταβάλλει κανένα ποσό, για αυτό, για τη μη καταβολή των παραπάνω χρεών συντάχθηκε από τον προϊστάμενο της Γ' Δ.Ο.Υ. Πειραιά ο 2/2007 πίνακας χρεών, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του κατηγορητηρίου και εμπεριέχεται στο διατακτικό της αποφάσεως, όπου και είναι γραμμένες όλες οι ανωτέρω με αριθμούς 1-13 καταχωρίσεις. Ωστόσο η εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 όπως ίσχυε σήμερα μετά την τροποπ. με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, θα είχε ως αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος και για μη καταβολή των ποσών με α/α 1, 2 και 4 του πίνακα χρεών προς το Δημόσιο συνολικού ύψους 3.929,89 ευρώ. Εφαρμόζοντας σύμφωνα με το άρθρο 2 Π.Κ., ως ευμενέστερη, τη διάταξη του άρθρ. 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 όπως ίσχυε κατά το χρόνο μη καταβολής των επί μέρους χρεών, δηλαδή όπως είχε αντικ. με άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, σε συνδυασμό με άρθρο 19 παρ. 2 του ν. 2948/2001, η μη καταβολή των άνω επί μέρους χρεών, με α/α 1, 2 και 4 του πίνακα χρεών τα οποία ανήκουν στην κατηγορία παρακρατούμενοι φόροι, δεν είναι αξιόποινη, αφού τα ποσά των κονδυλίων αυτών υπολείπονται του ποσού του 1.000.000 δρχ. και ήδη 3.000 ευρώ που ήταν το όριο θεμελίωσης ποινικής ευθύνης για μη καταβολή προς το Δημόσιο των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, με συνέπεια να πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος για τα επιμέρους αυτά χρέη και να κηρυχθεί ένοχος κατ' εξακολούθηση για από πρόθεση μη καταβολή στο Δημόσιο των υπόλοιπων με α/α 3 και 5 έως 13 χρέη του 2/2007 πίνακα χρεών συνολικού ποσού 1.463.326,14 ευρώ αφού καθυστέρησε την καταβολή τους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από τότε που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του α) περί πτωχεύσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθώς από τα προσκομισθέντα από τον ίδιο αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι η Μονοπρόσωπη ΕΠΕ που εκπροσωπεί νόμιμα δεν έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως αλλά μόνο ο ίδιος ως φυσικό πρόσωπο, τα δε ληξιπρόθεσμα και μη καταβληθέντα άνω χρέη είναι χρέη από τη δραστηριότητα της ΕΠΕ και όχι του ίδιου ατομικά β) περί απαιτούμενης οριστικοποίησης της φορολογικής εγγραφής ή τελεσίδικης κρίσης επί τυχόν ασκηθείσας είναι ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις όπως και ο ισχυρισμός του ότι απαιτείται για την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσια οικονομικής υπηρεσίας να συνοδεύεται αυτήν από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής". Κατ' ακουλουθίαν του αιτιολογικού αυτού, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, το οποίο δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. ΒΤ 1818/2009 απόφασή του κήρυξε τον κατηγορούμενο -αναιρεσείοντα αθώο μεν για τα υπ' αρ. 1, 2 και 4 χρέη του σχετικού πίνακα χρεών, συνολικού ποσού 3.299.85 ευρώ, ένοχο δε για τα λοιπά προς το Δημόσιο βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα χρέη του, συνολικού ποσού 1.463.326,14 ευρώ (άρθρα 26 παρ. 1, 27 και 98 ΠΚ, 28 παρ. 1 περ. γ και 2 περ. β του ν. 1882/1990), όπως αυτό ίσχυε κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τις μερικότερες πράξεις που καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, αφού εκθέτει σ' αυτόν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Επισημαίνεται ότι στους πίνακες χρεών που συνέταξε η Γ' ΔΟΥ Πειραιά κα αναφέρονται λεπτομερώς στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και κατά τη γενόμενη στο πιο πάνω σκεπτικό ρητή αναφορά στο διατακτικό και σκεπτικό αποτελούν ενιαίο σύνολο, διαλαμβάνονται όλα τα αναφερόμενα στην πιο πάνω σκέψη κρίσιμα στοιχεία, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Εξάλλου η περιεχόμενη στον υπό το στοιχ. Β' λόγο της κρινόμενης αναίρεσης περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω μη προσδιορισμού για τα χρέη που οφείλονταν από αυτόν προς το δημόσιο : 1) πόσα από αυτά κανονίστηκε να καταβληθούν σε δόσεις, 2) ποίο το ποσό της κάθε μίας δόσης και πότε κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και 3) ποίο ποσό ήταν καταβλητέο εφάπαξ και πότε έληξε η καταβολή του, είναι αβάσιμη, αφού όπως προκύπτει από τα αλληλοσυμπληρούμενα σκεπτικό και διατακτικό και ιδιαίτερα από τους διαλαμβανόμενους στο διατακτικό πίνακες χρεών, αναφέρονται λεπτομερών οι επί μέρους οφειλές του αναιρεσείοντος και ειδικότερα η αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών, το ύψος αυτών, ο τρόπος πληρωμής τους (εφάπαξ ή με δόσεις), ο ακριβής χρόνος καταβολής τους κλπ. επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. δ και ε του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, διότι το Δικαστήριο προέβη στην καταδίκη του παρά το ότι η μηνυτήρια σε βάρος του αναφορά ήταν ελλιπής, λόγω του ότι δεν συνοδευόταν : α) από επικυρωμένο απόγραφο της οικείας εκθέσεως φορολογικού ελέγχου, β) από επικυρωμένο αντίγραφο των καταλογιστικών πράξεων των ενδίκων φόρων και γ) επικυρωμένο αντίγραφο των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής και εντεύθεν η ασκηθείσα ποινική δίωξη ήταν απαράδεκτη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη για κάποια από τα εγκλήματα των άρθρων 17 έως 19 του ν. 2523/1997, οπότε θα απαιτείτο η συνυποβολή μαζί με την μηνυτήρια αναφορά και των ως άνω εγγράφων, αλλά για την παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 (καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο) για την οποία δεν προβλέπεται η συνυποβολή μαζί με τη μηνυτήρια αναφορά τέτοιων εγγράφων (Βλ. ΑΠ 5/2009), όπως ορθά έκρινε και ως προς το ζήτημα αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ. 1, 174 παρ. 2 και 321 παρ. 1 στοιχ. δ και ε και 4 του ΚΠΔ προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, τον αριθμό του, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του Εισαγγελέα. Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη, εμφανισθεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί τότε η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο με λόγο έφεσης κατά της εκκλητής απόφασης. Εφόσον η εν λόγο ακυρότητα δεν προταθεί ως λόγος έφεσης καλύπτεται. Αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β ΚΠΔ (ΑΠ 313/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. ΒΤ 6818/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 402/819-2-2009 έφεση του αναιρεσείοντος, που άσκησε κατά της υπ' αριθμ. ΑΜ 5751/2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που επιτρεπτώς επισκοπείται, προκειμένου να ερευνηθεί το παραδεκτό του ν λόγω (τέταρτου) λόγου αναιρέσεως, ο τελευταίος που στον πρώτο βαθμό δικάσθηκε ερήμην, ουδεμία αιτίαση προβάλλει με το δικόγραφο της ως άνω εφέσεως του όσο αφορά την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος που επιδόθηκε σ' αυτόν και μόνο κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του το πρώτον ο εκπροσωπών αυτόν λόγω της απουσίας του και πάλι πληρεξούσιος δικηγόρος του πρόβαλε εγγράφως και μόνο τέτοιο ισχυρισμό-ένσταση (Βλ. 5η σελίδα των πρακτικών της δευτεροβάθμιας δίκης), χωρίς να τον αναπτύξει και προφορικά. Συνεπώς η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος λόγω των από το άρθρο 321 παρ. 1 περ. δ και ε του ΚΠΔ αναφερομένων ελλείψεών του, αφού δεν προτάθηκε έγκαιρα και έγκυρα καλύφθηκε και ορθά το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συνέχισε τη διαδικασία, απορρίπτοντας σιωπηρά τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β ΚΠΔ τέταρτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης για σχετική ακυρότητα η οποία προκλήθηκε στο ακροατήριο, από την επικαλούμενη ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από όλα τα ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4 Ιανουαρίου 2010 αίτηση ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΒΤ 6818/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση της μη καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο. Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού ενόψει της ισχύος διαφόρων φορολογικών νόμων. Παραδεκτό ποινικής δίωξης για το ως άνω έγκλημα. Δεν χρειάζεται η μηνυτήρια αναφορά προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα να υποβάλλεται με άλλα έγγραφα που βεβαιώνουν τα χρέη. Πότε καλύπτεται η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος. Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, υπέρβαση εξουσίας και σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Απόρριψη όλων των λόγων αυτών ως αβασίμων.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Κλητήριο θέσπισμα, Ακυρότητα σχετική.
2
Αριθμός 1280/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κάρμη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία-Ειρήνη Γαννούζη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 2836/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 7178/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-4-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 15-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το κεφάλαιο 9 παρ. 1, 2, 3, 4, 6 και 7 του μέρους Β' "περί ειδικών διατάξεων του ιπταμένου προσωπικού" του Κανονισμού Εργασίας Προσωπικού της "Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε" (Κ.Ε.Π. Ο.Α.) ο οποίος κυρώθηκε με το ΒΔ 701/1964, που εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση δυνάμει του άρθρου 15 της με το ΝΔ 4262/1962 κυρωθείσας συμβάσεως περί αεροπορικών συγκοινωνιών κλπ και επέχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, όπως το κεφάλαιο αυτό ισχύει μετά τη με το άρθρο μόνο του Β.Δ. 744/1970 τροποποίησή του, η "Ολυμπιακή Αεροπορία Α.Ε." αναλαμβάνει την υποχρέωση να ασφαλίζει τους ιπταμένους από το προσωπικό της έναντι των κινδύνων ανακλήσεως του πιστοποιητικού ισχύος του πτυχίου τους και, ειδικότερα, και έναντι των κινδύνων της προσωρινής και οριστικής ανακλήσεως του πιστοποιητικού αυτού, λόγω ασθένειας, σε αναγνωρισμένη ασφαλιστική εταιρεία της εκλογής της και υπό τους όρους και εξαιρέσεις του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Σε περίπτωση ασθένειας ιπταμένου ή απαλλαγής αυτού από πτήσεις για λόγους ασθένειας κλπ, εφ' όσον αυτά βεβαιώνονται με γνωμάτευση της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής Αεροπορίας (ΑΥΕΑ) και δεν υπερβαίνουν το χρονικό διάστημα των 6 μηνών και των εν συνεχεία 104 εβδομάδων, δεν επέρχεται λύση της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους της εταιρίας, οι δε αποδοχές του ιπταμένου προσωπικού καθορίζονται για μεν τους 6 πρώτους μήνες σε πλήρη ποσά, κατά δε τις επόμενες 104 εβδομάδες στο λαμβανόμενο από τον ιπτάμενο, αντί μισθού, αναλόγως του βαθμού του, αναφερόμενο δε στην παράγραφο 2 του ίδιου κεφαλαίου (9), ποσό εβδομαδιαίως. Οποτεδήποτε επέλθει οριστική απώλεια του πτυχίου λόγω ασθένειας κλπ η σύμβαση εργασίας λύεται εκ μέρους του ιπταμένου άνευ άλλου τινός, εφ' όσον τα γεγονότα αυτά παρατείνονται πέρα του ως άνω χρονικού διαστήματος των 6 μηνών και 104 εβδομάδων. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις ο κατ' αυτόν τον τρόπο λύων τη σύμβαση ιπτάμενος δικαιούται κατ' επιλογή του να λάβει ή την αποζημίωση του Ν. 2112/1920 ή το ποσό για το οποίο είναι ασφαλισμένος. Τα ασφαλιστήρια συμβόλαια και όλες οι πρόσθετες πράξεις κοινοποιούνται στην ΕΧΠΑ και ΕΙΜ. Τα ασφάλιστρα για την κάλυψη των ανωτέρω καταβάλλονται κατά 80% από την εταιρεία και κατά 20% από τους ιπταμένους. Από τις άνω διατάξεις συνάγεται ότι η επέλευση του ασφαλιζόμενου κινδύνου επί οριστικής ή προσωρινής ανακλήσεως του πιστοποιητικού ισχύος πτυχίου ιπτάμενου χειριστή της Ολυμπιακής Αεροπορίας, λόγω ασθένειας κλπ, συμπίπτει χρονικά προς τη διαπίστωση του γεγονότος σε κάθε μια περίπτωση από την ΑΥΕΑ και όχι προς το χρόνο της ενάρξεως ή της εκδηλώσεως της ασθένειας, δοθέντος ότι κατά τον ενδιάμεσο χρόνο είναι ακόμη αβέβαιο αν θα εξακολουθήσει η ασθένεια του ιπταμένου, πολύ δε περισσότερο αν θα επέλθει τελικά οριστική ικανότητα αυτού, συνεπαγόμενη τη λύση της συμβάσεώς του βάσει περί τούτου κρίσεως της ΑΥΕΑ. Επί οριστικής, λοιπόν, ανικανότητας του ιπταμένου να συνεχίσει τΙς πτήσεις, λόγω ασθένειάς του, ασφαλιζόμενος κίνδυνος - κατά τις ως άνω διατάξεις - είναι η πρόωρη λύση της συμβάσεως εργασίας του βάσει γνωματεύσεως της ΑΥΕΑ και όχι απλώς η εμφάνιση της ασθένειας. Οι διατάξεις του ως άνω κεφαλαίου 9 του ΒΔ 744/1970 διατηρήθηκαν σε ισχύ με την παρ. 4 του άρθρου 3 του ν. 2271/1994, μετά τον οποίο επακολούθησε ο ν. 2602/1998 η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευση του στις 16-4-1998 και οι ρυθμίσεις του οποίου παρείχαν κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση αυτού την τελευταία δυνατότητα για την επιβίωση της Ολυμπιακής Αεροπορίας μετά την αποτυχία των στόχων που είχαν τεθεί με τον ν. 2271/1994 και είχαν σκοπό κατά το άρθρο πρώτο αυτού την ολοκλήρωση της εξυγίανσης και την ανάπτυξη της Ο.Α. προκειμένου να προστατευθεί το γενικότερο δημόσιο, οικονομικό και κοινωνικό συμφέρον που συνδέεται με τις αερομεταφορές και τον τουρισμό. Στις ρυθμίσεις του νόμου αυτού και ειδικότερα στο τμήμα Β' αυτού περιλαμβάνονται και εκείνες των άρθρων 8 και 9 με τις οποίες ορίζονται τα ακόλουθα: Στο άρθρο 8: Α) " Άρθρο 8. Προσωρινή ανάκληση του πιστοποιητικού ισχύος του πτυχίου Α) Σε περίπτωση πρόσκαιρης αδυναμίας του ιπταμένου να εκτελέσει τα πτητικά καθήκοντά του λόγω ασθενείας ή απαλλαγής του από τις πτήσεις για λόγους υγείας ή ατυχήματος ή συνεπεία μειώσεως των φυσικών ικανοτήτων του και καθόσον διάστημα διαρκεί αυτή, με την επιφύλαξη της παρακάτω διάταξης, καταβάλλεται προς αυτόν ο μέσος όρος (Μ.Ο) των πλήρων αποδοχών των τελευταίων 12 μηνών. Β) Η καταβολή των τακτικών αποδοχών προς ιπτάμενο, κατ' εφαρμογή της παραπάνω διάταξης, δεν μπορεί να υπερβεί συνολικά τους 30 μήνες. Γ) Κατά το διάστημα της πρόσκαιρης αδυναμίας του ιπταμένου να εκτελέσει τα πτητικά καθήκοντά του και μέχρι τη συμπλήρωση των 30 μηνών από την ημερομηνία που τέθηκε εκτός πτήσεων, η σύμβαση εργασίας του δεν λύνεται για το λόγο αυτόν. Μετά την συμπλήρωση 30 μηνών σε κατάσταση προσωρινής ανάκλησης του Π.Ι.Π., επέρχεται αυτοδίκαια και άνευ άλλου τινός οριστική λύση της σύμβασης εργασίας του ιπταμένου έστω και εάν δεν έχει επέλθει οριστική ανάκληση του Π.Ι.Π. Δ) Η πρόσκαιρη αδυναμία βεβαιώνεται από σχετική γνωμάτευση της Ανώτατης Υγειονομικής Υπηρεσίας Αεροπορίας. Άρθρο 9 .Ασφάλεια ζωής και πτυχίου 1. Η Εταιρεία αναλαμβάνει επίσης την υποχρέωση, όπως ασφαλίζει το Ιπτάμενο Προσωπικό της σε αναγνωρισμένη ασφαλιστική εταιρεία της επιλογής της για τις περιπτώσεις θανάτου (ασφάλεια ζωής) ή πλήρους διαρκούς ανικανότητας, με συνεχή 24ωρη κάλυψη στο ύψος των ασφαλιζομένων ποσών που ισχύουν σήμερα. 2. Τα ασφαλιζόμενα ποσά καθορίζονται και καταβάλλονται σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου .... 3. Σε κάθε περίπτωση καταβολής ασφαλιστικής αποζημιώσεως του παρόντος κεφαλαίου, από το ποσό αυτής εκπίπτουν και αποδίδονται στην εταιρία τυχόν προκαταβληθέντα στον παθόντα ή στους κληρονόμους του εκ της αιτίας αυτής χρηματικά ποσά από προκαταβολές ή από δάνεια. ..... 6. Τα ασφάλιστρα για την κάλυψη των παραπάνω καταβάλλονται από την Εταιρεία". Με το άρθρο τρίτο του κυρωθέντος με το ν. 2602/1998 πιο πάνω Κανονισμού Προσωπικού της Ο. Α ορίζεται ότι: "Από τη δημοσίευση του παρόντος παύει να εφαρμόζεται στο προσωπικό της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε. κάθε διάταξη νόμου, κανονισμού εργασίας με ισχύ νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, όροι επιχειρησιακών συλλογικών συμφωνιών, απόφαση της Διοίκησης της Εταιρείας ή των εντεταλμένων οργάνων της και πρακτική, οποιουδήποτε χαρακτήρα ή νομικής δεσμευτικότητας, που αντίκεινται στις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου". Ακολούθησε ο Ν.3185/2003,ΦΕΚ Α 229/26.9.2003, με τις διατάξεις του άρθρου 27 του οποίου επήλθε μετασχηματισμός του Ομίλου Ολυμπιακής Αεροπορίας με την σύμπτυξη των πτητικών τομέων των εταιρειών "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε." και "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΛΟΪΑ Α.Ε." σε ένα διάδοχο σχήμα ενός νέου αερομεταφορέα, ήτοι την αναιρεσίβλητη "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε.", με αποτέλεσμα η νέα αυτή εταιρεία ν' αρχίσει να λειτουργεί επίσημα την 12-12-2003 απορροφώντας το στόλο των αεροσκαφών και το ιπτάμενο προσωπικό των εταιρειών που διαδέχθηκε, ως προς όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις από τις ατομικές συμβάσεις εργασίας (βλ. σχ. Εισηγητική έκθεση του ν. 3185/2003 και ΑΠ 1668/2007 και 1674/2007, με σκοπό την εξυγίανση του ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας). Στα πλαίσια της ως άνω διαδικασίας μετασχηματισμού και πριν τη δημοσίευση του παραπάνω νόμου, καταρτίστηκε μεταξύ της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργανώσεως των χειριστών της Πολιτικής Αεροπορίας με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ (ΕΧΠΑ)" και του Δ.Σ. της "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ Α.Ε." το από 16-7-2003 πρακτικό συμφωνίας με το από 10-11-2003 παράρτημα του, στο οποίο αναφέρονται οι όροι υπό τους οποίους θα λειτουργούσε στο πτητικό της έργο η νέα εταιρεία. Ειδικότερα στο κεφάλαιο 3 του ως άνω πρακτικού που επιγράφεται "Κανονικές Άδειες - Ασθένειες" ορίστηκε ότι "η ΝΟΑ σε περίπτωση ασθένειας Ιπτάμενου Χειριστή θα καταβάλλει τις αποδοχές αυτού για διάστημα που δεν θα υπερβαίνει σωρευτικά τις 180 ημέρες ασθένειας εντός κυλιόμενου 12μηνου. Στις περιπτώσεις αυτές ο ασθενής Ιπτάμενος Χειριστής δεν θα δικαιούται το τμήμα των αποδοχών που αντιστοιχεί στη ρύθμιση της δεύτερης ενότητας του Β.2.α του παρόντος, καθώς και αναλογικά στη ρύθμιση του Β.2.γ. του παρόντος. Μετά τις 180 ημέρες και μέχρι τους 20 μήνες ο χειριστής θα εισπράττει μηνιαίως το ανωτέρω ποσό από την ασφαλιστική εταιρεία μέσω της ΝΟΑ, μειουμένου αντιστοίχως του ποσού της ασφαλιστικής αποζημίωσης που θα δικαιούται να λάβει σε περίπτωση απώλειας του πτυχίου του". Επίσης ρητά συμφωνήθηκε ότι μέχρι την έναρξη ισχύος των ασφαλιστικών συμβάσεων των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος σημείου, θα εξακολουθεί να ισχύει το υφιστάμενο σήμερα καθεστώς. Στη συνέχεια από 2-10-2003 τέθηκε σε ισχύ ο νέος Γενικός Κανονισμός Εργασίας Ιπταμένου Προσωπικού της Ολυμπιακής Αεροπορίας σε εκτέλεση της εξουσιοδοτικής διατάξεως της παρ. 10 του άρθ. 27 του ν. 3185/2003. Με τη τελευταία αυτή διάταξη ορίζεται ότι : " Το δεύτερο τμήμα Ειδικές Διατάξεις Ιπτάμενου Προσωπικού του Ν. 2602/1998, ως και κάθε άλλη διάταξη νόμου που ρυθμίζει θέματα εσωτερικού κανονισμού του ιπτάμενου προσωπικού θαλάμου διακυβέρνησης και θαλάμου επιβατών της Ολυμπιακής Αεροπορίας, καταργείται με την έκδοση κανονισμού που το αντικαθιστά και ο οποίος προτείνεται από το Δ.Σ. της εταιρείας και εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών και ισχύει για περίοδο οκτώ μηνών από της δημοσιεύσεως στο Φ.Ε.Κ. της υπουργικής απόφασης, εκτός εάν αντικατασταθεί νωρίτερα με επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας που καταρτίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 3 παρ. 5 και 6 και σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων με τη διαδικασία μεσολάβησης και διαιτησίας του Ν. 1876/1990". Σε εκτέλεση της εξουσιοδοτική αυτής διάταξης εκδόθηκε η 58069/595/2-10-2003 απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών με τα άρθρο 1 της οποίας εγκρίθηκε ο νέος Γενικός Κανονισμός Ιπταμένου Προσωπικού της Ολυμπιακής Αεροπορίας (ΦΕΚ Β' 1434/2-10-2003). Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του νέου αυτού Κανονισμού, ορίστηκαν τα εξής: "Άρθρο 18. Στις περιπτώσεις πρόσκαιρης αδυναμίας του Ιπτάμενου να εκτελεί τα πτητικά καθήκοντά του λόγω ασθενείας, απαλλαγής του από τις πτήσεις για λόγους υγείας ή ατυχήματος ή λόγω μειώσεως των φυσικών ικανοτήτων του, καταβάλλονται σ` αυτόν αποδοχές, σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής Νομοθεσίας. Ειδικώς σε περίπτωση ασθένειας, μέχρι την έναρξη της επιδοτήσεως του Ιπταμένου από τον ασφαλιστικό οργανισμό (διάστημα μέχρι 3 ημερών), η εταιρεία υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο μόνο το μισό του αναλογούντος μισθού". " Άρθρο 21. 1. Το προσωπικό, το οποίο λόγω ασθενείας απέχει από την εργασία του, υποχρεούται να ενημερώνει την Υπηρεσία του για την ασθένεια και με την επιστροφή του στην εργασία να υποβάλει τα σχετικά δικαιολογητικά ασθενείας από τον ασφαλιστικό του φορέα. Σε περίπτωση ανυπαιτίου κωλύματος για την παροχή εργασίας ή ασθένειας εφαρμόζεται η κείμενη νομοθεσία και ιδίως τα άρθρα 657 και 658 Αστικού Κώδικα. Ειδικώς σε περίπτωση ασθένειας, μέχρι την έναρξη της επιδοτήσεως του ιπταμένου από τον ασφαλιστικό οργανισμό (διάστημα μέχρι 3 ημερών), η εταιρεία υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο μόνο το μισό του αναλογούντος μισθού. Ο εργαζόμενος οφείλει αμέσως με την επάνοδό του στην εργασία να προσκομίζει τα κατά περίπτωση πρόσφορα μέσα αποδείξεως του ανυπαιτίου κωλύματός του και της διαρκείας αυτού. Επίσης, με το άρθρο δεύτερο της αυτής Υ.Α 58069/595/2-10-2003 ορίστηκε ότι "1. Η ισχύς της παρούσας απόφασης αρχίζει από την δημοσίευση της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ταυτόχρονα δε καταργείται το δεύτερο τμήμα Ειδικής Διάταξης Ιπταμένου Προσωπικού του ν. 2602/1998, ως και κάθε άλλη διάταξη νόμου που ρυθμίζει θέματα εσωτερικού κανονισμού του ιπτάμενου προσωπικού θαλάμου διακυβέρνησης και θαλάμου επιβατών της Ολυμπιακής Αεροπορίας. 2. Ο κανονισμός Ιπτάμενου Προσωπικού Ολυμπιακής Αεροπορίας, ο οποίος εγκρίνεται με την παρούσα απόφαση, θα παύει να ισχύει μετά πάροδο οκτώ (8) μηνών από την έναρξη ισχύος της παρούσας, δύναται δε να αντικατασταθεί ή τροποποιηθεί οποτεδήποτε με κανονισμό εργασίας που θα καταρτισθεί με επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1876/1990". Από τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 3185/2003 και της Υπουργικής Απόφασης, της οποίας την έκδοση ο νόμος αυτός προβλέπει, προκύπτει ότι από την έναρξη ισχύος τους , με τη συμπλήρωση των 15 ή 30 ημερών ανυπαιτίου κωλύματος, σύμφωνα με τις διακρίσεις των άρθρων 657 και 658 ΑΚ της κοινής εργατικής νομοθεσίας, παύει η υποχρέωση της Ολυμπιακής Αεροπορίας προς καταβολή αποδοχών. Η υποχρέωση αυτή της Ολυμπιακής Αεροπορίας παύει αυτοδικαίως είτε από 2-10-2003, εφόσον η συμπλήρωση των άνω χρονικών διαστημάτων συντελέσθηκε προ της 2-10-2003 οπότε και τέθηκε σε ισχύ ο νέος Κανονισμός, είτε από το τυχόν μεταγενέστερο της 2-10-2003 χρονικό σημείο στο οποίο επέρχεται η συμπλήρωση των εν λόγω χρονικών διαστημάτων, αν αυτά δεν είχαν συμπληρωθεί μέχρι την 2-10-2003. Η δυσμενέστερη αυτή ρύθμιση για το ιπτάμενο προσωπικό της Ολυμπιακής Αεροπορίας, σε σχέση με τις προηγούμενες ρυθμίσεις του Κανονισμού της Ο.Α. που είχε κυρωθεί με το ν.2602/1998, αιτίαν έχει την επιδιωκόμενη με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 3185/2003 διάσωση της Ολυμπιακής Εταιρείας και την αποτροπή του άλλως βεβαίως κλεισίματος αυτής. Τέλος, κατά τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ "ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες. Ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, το διαπλαστικό δικαίωμα της προτάσεως του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαιτήσεως έχει από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό. Με την πρόταση αυτού, που είναι αδιάφορο πότε θα γίνει, οι αμοιβαίες απαιτήσεις, εφόσον διατηρούνται κατά το χρονικό αυτό σημείο, εξαλείφονται αναδρομικώς, δηλαδή από το χρονικό σημείο που συνυπήρξαν. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με την από 13 Φεβρουαρίου 2006 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή του κατά της ήδη αναιρεσίβλητης ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ ΑΕ" και της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ" (πρώην ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΑΕ), ζήτησε την καταβολή ποσού 62.241,66 ευρώ ως υπόλοιπο οφειλής εκ της ασφαλιστικής αποζημιώσεως λόγω της οριστικής απώλειας (ανακλήσεως) του Πιστοποιητικού Ισχύος Πτυχίου Ιπταμένου Χειριστή, για λόγους υγείας. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2836/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την αγωγή, ως προς την ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία . Η τελευταία άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε την έφεση και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη. Ειδικότερα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής : "Ο ενάγων, ιπτάμενος χειριστής, προσλήφθηκε στις 1-12-1986 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, από τη δεύτερη αρχικώς εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε." για να προσφέρει τις υπηρεσίες του σ' αυτήν ως Ιπτάμενος Χειριστής αεροσκαφών, στις 11 Μαΐου 1987 δε, κατόπιν επιτυχούς περατώσεως σχετικής εκπαιδεύσεως, διατέθηκε σε καθήκοντα Συγκυβερνήτη αεροσκαφών Β737 και στις 5 Ιουνίου 1998 σε καθήκοντα Κυβερνήτη αεροσκαφών Β737-400. Στις 12-12-2003 μεταφέρθηκε και εντάχθηκε στην πρώτη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα εταιρεία, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παραγράφου αυτής, μαζί με όλο το Ιπτάμενο Προσωπικό. Στις 20-5-2003, και πριν τη μεταφορά και ένταξη του στην πρώτη εναγόμενη εταιρεία, λόγω ασθενείας ο ενάγων κρίθηκε από το Κέντρο Αεροπορικής Ιατρικής, το οποίο είναι αρμόδιο για την πιστοποίηση της ικανότητας των Ιπταμένων από απόψεως υγείας, προσωρινά ανίκανος προς εργασία, και ανακλήθηκε προσωρινά το ιατρικό πιστοποιητικό ισχύος πτυχίου, το οποίο είναι απαραίτητο για την ισχύ του αεροπορικού του Πτυχίου. Η προσωρινή αυτή ανικανότητα πιστοποιήθηκε με διαδοχικές αποφάσεις του ανωτέρω οργάνου (Κ.Α.Ι.) και διήρκεσε συνεχώς μέχρι την 16-11-2004 όταν με την υπ' αριθ. 2545/16-11-2004 απόφαση της Ανωτάτης Υγειονομικής Υπηρεσίας Αεροπορίας, (ΑΥΥΑ), η οποία αποτελεί το αρμόδιο όργανο σύμφωνα με το Π.Δ. 247/2002 για την κρίση της υγειονομικής καταλληλότητας των Ιπτάμενων Χειριστών, ο ενάγων κρίθηκε ανίκανος για Χειριστής αεροσκαφών Δημοσίων Μεταφορών και ανακλήθηκε οριστικά το πιστοποιητικό Ισχύος Πτυχίου (Π.Ι.Π.), πιστοποιητικό Υγείας Α' κατηγορίας, οπότε και λύθηκε η εργασιακή του σχέση με την εναγόμενη με την υπ' αριθ. 313/2-12-2004 διαπιστωτική πράξη του Προέδρου του Δ. Σ. αυτής, και διαγράφηκε ο ενάγων από το προσωπικό της εναγομένης, ενώ έπαυσε η τελευταία να του καταβάλει τις αποδοχές. Όπως προλέχθηκε για τον κίνδυνο αυτό (πλήρους διαρκούς ανικανότητας -οριστικής ανάκλησης του Π.Ι.Π.) η δεύτερη εναγόμενη είχε αναλάβει την υποχρέωση σύμφωνα με το αρθ. 1 της από 25-9-1992 ΕΣΣΕ μεταξύ αυτής και της ΕΧΠΑ, καθώς επίσης και σύμφωνα με το αρθ. 9 του ν. 2602/1998, που ίσχυε μέχρι την κατάργηση του με το αρθ. 27 του ν. 3185/2003, να ασφαλίζει τον ενάγοντα σε αναγνωρισμένη ασφαλιστική εταιρεία της επιλογής της, όπως και πράγματι έκανε μέχρι την 31-12-2002, ενώ από 1-1-2003 δεν ανανέωσε το σχετικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο του ενάγοντος και κατέστη έτσι η ίδια υπεύθυνη για την ανάληψη του εν λόγω κινδύνου, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις οι οποίες είχαν καταστεί μέρος της ατομικής σύμβασης εργασίας του και στην οποία υποχρέωση υπεισήλθε έτσι, μετά την 1-1-2003 η πρώτη εναγόμενη. Στις 14-12-2005 δηλαδή ένα έτος περίπου μετά τη διαγραφή του ενάγοντος από τη δύναμη του προσωπικού της πρώτης εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας εταιρείας, και τη διακοπή της μισθοδοσίας του, που έγινε όπως προαναφέρθηκε στις 2-12-2004, με την ως άνω Διαπιστωτική Πράξη, η πρώτη εναγόμενη με την από ... Εξώδικη Προσφορά - Πρόσκληση - Δήλωση τον κάλεσε κατ' εφαρμογή του αρθ. 6 της ΕΣΣΕ μεταξύ αυτής και της ΕΧΠΑ, να εισπράξει την ασφαλιστική αποζημίωση ποσού 165.754,38 Ευρώ, κατόπιν μετατροπής σε ευρώ του ποσού των 215.000 δολλαρίων ΗΠΑ, με βάση την ισοτιμία του δολλαρίου με το Ευρώ, κατά την ημέρα εκείνη της καταβολής, ενώ συγχρόνως η εργοδότρια εταιρεία του δήλωνε ότι προβαίνει σε σχετικό συμψηφισμό ληξιπροθέσμων αξιώσεων της κατ' αυτού, ποσού 47.702,44 Ευρώ, που αφορούσαν την καταβολή των μισθών του, κατά το χρονικό διάστημα που βρισκόταν σε πρόσκαιρη αδυναμία να εκτελέσει τα πτητικά του καθήκοντα, ήτοι από Οκτώβριο 2003 έως και Ιούλιο 2004, πλέον δώρων εορτών, και έτσι του προσέφερε το υπόλοιπο ποσό των 118.051,94 Ευρώ, ήτοι της διαφοράς των 165.754,38 - 47.702,44 Ευρώ. Ο ενάγων αρνήθηκε να το εισπράξει και έτσι κατατέθηκε από την πρώτη εναγόμενη στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, από όπου τελικά και το εισέπραξε, επιφυλασσόμενος για τη διεκδίκηση και είσπραξη και του υπολοίπου ποσού της ασφαλιστικής του αποζημίωσης. Με βάση τα παραπάνω αποδείχθηκε κατ' αρχήν ότι η πρώτη εναγόμενη εταιρεία και ήδη εκκαλούσα αναγνώρισε την υποχρέωσή της να ασφαλίζει τον ενάγοντα για τον κίνδυνο της ανακλήσεως του ΠΙΠ, καθώς και την υποχρέωση της να του καταβάλει την ασφαλιστική αποζημίωση, συνολικού ύψους 215.000 δολλαρίων ΗΠΑ, που θα έπρεπε να εισπράξει με βάση την ασφαλιστική σύμβαση, εάν αυτή ήταν σε ισχύ. Ο συμψηφισμός των παραπάνω καταβληθέντων, κατά τη διάρκεια της προσωρινής ανικανότητας του ενάγοντος, μισθών του, έγινε κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, νομίμως και με βάση το αριθ. 18 της αναφερόμενης στην αρχή της παραγράφου αυτής Υπουργικής Απόφασης με αριθ. 58069/595/2003, η οποία ήταν σε ισχύ κατά την περίοδο της αχρεώστητης αυτής καταβολής των μισθών αυτών (ήτοι από Οκτώβριο 2003 μέχρι Ιούλιο 2004), και με την οποία οριζόταν ότι: "στις περιπτώσεις πρόσκαιρης αδυναμίας του Ιπταμένου να εκτελεί τα πτητικά καθήκοντα του λόγω ασθενείας... καταβάλλονται σ' αυτόν αποδοχές σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής Νομοθεσίας". Κατά συνέπεια κατ' εφαρμογή των αρθ. 657 και 658 Α.Κ. αφού την 2-10-2003 είχε συμπληρωθεί χρονικό διάστημα πλέον του ενός μήνα από την έναρξη του κωλύματος προς παροχή εργασίας που ήταν στις 20-5-2003, έπρεπε να είχε διακοπεί οποιαδήποτε καταβολή αποδοχών προς τον ενάγοντα, κατ' εφαρμογή των ως άνω αναγκαστικού δικαίου διατάξεων της εν λόγω Υπουργικής Απόφασης. Όμως όπως η μάρτυρας της πρώτης εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας εταιρείας, ..., υπάλληλος του λογιστηρίου της, κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως, κατηγορηματικά, χωρίς ενδοιασμό και από δική της αντίληψη, λόγω της αταξίας που επικρατούσε στα μηχανογραφικά συστήματα μισθοδοσίας του ομίλου της "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ Α.Ε.", εξαιτίας του μετασχηματισμού της, συνεχίσθηκε εκ παραδρομής η καταβολή των αποδοχών του ενάγοντος και μετά την 2-10-2003, παρά την κατάργηση των διατάξεων του αρθ. 8 του ν. 2602/1998 με το αρθ. 27 παρ. 10 του ν. 3185/2003 και την εισαγωγή του άρθ. 18 της ως άνω Υπουργικής Απόφασης. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος, που πρωτοδίκως προέβαλε και νομίμως επανέφερε με τις γραπτές προτάσεις του, της παρούσας συζητήσεως, κατ' αρθ. 240 Κ.Πολ.Δ. ότι κατά το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, ήτοι κατά την οριστικοποίηση της ανικανότητας του και την ανάκληση του ΠΙΠ, στις 16-11-2004 είχε παύσει η ισχύς της ως άνω Υπουργικής Απόφασης, ήδη από 2-6-2004, λόγω παρόδου του οκταμήνου από τη δημοσίευση της, είναι αβάσιμος ουσιαστικά και χωρίς έννομη επιρροή, αφού η αχρεώστητη καταβολή των μισθών του ενάγοντος από την πρώτη εναγόμενη-εκκαλούσα, έγινε κατά την περίοδο που ίσχυε η Υπουργική αυτή Απόφαση και συνεπώς ο συμψηφισμός των μισθών αυτών με την ασφαλιστική αποζημίωση ήταν απόρροια της εφαρμογής της Απόφασης αυτής, κατά το χρόνο που δεν είχε παρέλθει η οριζόμενη από το αριθ. 27 παρ. 10 του ν. 3185/2003 οκτάμηνη διάρκειά της. Άλλωστε και ως εκ περισσού πρέπει να λεχθεί εν προκειμένω, ότι ακόμη και μετά την 2-6-2004 συνεχίστηκε μέχρι την αντικατάσταση από την Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας της 28-7-2004, που τέθηκε σε ισχύ από 8-9-2004 συγχρόνως με την κατάθεση της στην αρμόδια Υπηρεσία του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, η ισχύς και εφαρμογή του Κανονισμού Εργασίας του Ιπτάμενου Προσωπικού με βάση την υπ' αριθ. 58069/595/2003 ως άνω Υπουργική Απόφαση, κατόπιν κοινής συμφωνίας και πρακτικής της πρώτης εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας εταιρείας με τα συνδικαλιστικά σωματεία του Ιπτάμενου Προσωπικού θαλάμου διακυβέρνησης. Σε κάθε περίπτωση και η ίδια ως άνω Υπουργική Απόφαση προέβλεπε τη μείωση της αποζημίωσης λόγω απώλειας πτυχίου, με βάση το αρθ. 19 αυτής σύμφωνα με το οποίο ορίζεται: "Μετά την πάροδο των 180 ημερών και μέχρι 20 μήνες ο χειριστής θα συνεχίσει να εισπράττει κατά μήνα το παραπάνω μέρος των αποδοχών του από την ασφαλιστική εταιρεία, μειουμένου όμως αντιστοίχως του ποσού της ασφαλιστικής αποζημιώσεως που θα δικαιούται ο χειριστής σε περίπτωση απώλειας του πτυχίου του". Μετά από αυτά νομίμως η πρώτη εναγόμενη συμψήφισε τους αχρεωστήτως καταβληθέντες μισθούς του ενάγοντος με την οφειλόμενη σ' αυτόν ασφαλιστική αποζημίωση, και πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αγωγή του, ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση που άσκησε η ήδη αναιρεσίβλητη κατά της πρωτόδικης απόφασης, που έκρινε αντιθέτως και, αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, απέρριψε την αγωγή , ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων. Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά ερμηνεύοντας τις πιο πάνω διατάξεις δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων δικαιούται το ποσό των 165.754,38 ευρώ, ως αποζημίωση, ποσό που αυτός θα εισέπραττε ως ασφαλιστική αποζημίωση από την ασφαλιστική εταιρία αν η αναιρεσίβλητη είχε τηρήσει τη συμβατική της υποχρέωση που απορρέει από τις ως άνω διατάξεις, οι οποίες είχαν καταστεί μέρος της ατομικής σύμβασης εργασίας του ως προς την υποχρέωση της και μόνο να προβεί στην ασφάλιση του, έναντι του κινδύνου ανακλήσεως του πιστοποιητικού ισχύος του πτυχίου του, νομίμως δε η αναιρεσίβλητη κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη προέβη στην αφαίρεση του ποσού των 47.702,44 ευρώ, που αφορά ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της ίδιας, λόγω καταβολής στον αναιρεσείοντα μισθών που δεν δικαιούνταν (κατά το χρονικό διάστημα από Οκτώβριο 2003 έως Ιούλιο 2004, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 18 της Υ.Α. 58069/595/2003, η οποία είχε εφαρμογή στην κρινόμενη περίπτωση), αφού η ως άνω αποζημίωση δεν αποτελεί ασφαλιστική παροχή ή μισθό κατά την έννοια των άρθρων 451 ΑΚ και 982 του Κ.Πολ.Δ., αλλά αποζημίωση προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ο αναιρεσείων λόγω μη τηρήσεως από την αναιρεσίβλητη της συμβατικής υποχρέωσης της να προβεί στην ασφάλιση του κατά τα ως άνω εκτεθέντα . Επομένως, οι τρεις πρώτοι ,από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες, επάλληλες, αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας από τις αιτιολογίες αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, με επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό έκρινε ότι σε κάθε περίπτωση έχει εφαρμογή στην κρινόμενη περίπτωση η 58059/595/2003 Υπουργική απόφαση για τους λόγους που αναφέρει. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με όσα δέχτηκε στην επάλληλη (ως εκ περισσού) αιτιολογία του, περιέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την ισχύ ή μη της 58059/595/2003 Υπουργικής αποφάσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αλυσιτελής, αφού δεν πλήττεται επιτυχώς με κάποιο λόγο της αναιρέσεως η κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9-4-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της 7178/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ασφάλιση των ιπταμένων έναντι των κινδύνων ανακλήσεως του πιστοποιητικού ισχύος του πτυχίου τους και ειδικότερα , έναντι των κινδύνων της προσωρινής και οριστικής ανακλήσεως του πιστοποιητικού αυτού, λόγω ασθενείας. Ασφαλιζόμενος κίνδυνος. Μεταβολή του ευνοϊκότερου καθεστώτος με το άρθρο 27 του ν. 3185/2003 και του άρθρου 18 της Υ.Α την Υ.Α 58069/595/2-10-2003.Από την έναρξη ισχύος τους, με τη συμπλήρωση των 15 ή30 ημερών ανυπαιτίου κωλύματος, σύμφωνα με τις διακρίσεις των άρθρων 657 και 658 ΑΚ παύει η υποχρέωση της Ολυμπιακής Αεροπορίας προς καταβολή αποδοχών. Συμψηφισμός μισθών που καταβλήθηκαν χωρίς αιτία.Λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559. 1 και19. στηριζόμενοι στην εσφαλμένη προϋπόθεση της μη ισχύος των διατάξεων αυτών. Επάλληλες, αιτιολογίες. Αλυσιτελής λόγος. Απορρίπτονται όλοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως
null
null
0
Αριθμός 1283/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1)Χ1, κατοίκου ..., 2)Χ2., κατοίκου ..., 3)Χ3., κατοίκου ..., 4)Χ4, 5)Χ5 και 6)Χ6, κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιρένε Σόλτερμαν, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΕΛ.Γ.Α.), ο οποίος εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Κουτσάφτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις . Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 1686/2002 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 357/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-11-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 29-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος τους και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 656 εδάφ. β` ΑΚ, ο υπερήμερος εργοδότης έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από τον οφειλόμενο μισθό κάθε τι που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από την ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού. Από την διάταξη αυτή, προκύπτει ότι εκπεστέα από το μισθό είναι η ωφέλεια την οποία αποκόμισε ο εργαζόμενος με την χρησιμοποίηση του ελευθέρου χρόνου που του απέμεινε από την απόκρουση των υπηρεσιών του εκ μέρους του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας του μισθωτού. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτό διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να καθορίζεται, πλην άλλων, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζονται οι αντιφατικές παραδοχές της, ή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει να εκτίθεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια, ποιο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο που είναι αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών. Στην προκείμενη υπόθεση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: " Οι ενάγοντες είναι πτυχιούχοι γεωπόνοι της Ανωτάτης Γεωπονικής Σχολής, προσλαμβάνοντο δε, από το εναγόμενο, νομίμως εκπροσωπούμενο και απησχολούντο, ως γεωπόνοι, κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 12 ν. 1790/1988 (και, όπως ισχύει μετά το άρθρο 31 παρ. 6 ν. 2040/1992), στις πραγματογνωμοσύνες, σε διάφορες περιοχές της χώρας, των ζημιών από φυσικούς κινδύνους της φυτικής παραγωγής, με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (αρχική πρόσληψη, για τη Χ1 την 26.4.1993, για την Χ2 την 6.5.1993, για τη Χ3την 2.12.1994, για τη Χ4 την 13.12.1994, για τη Χ5 την 18.4.1994 και για τον Χ6 την 6.12.19931). Από την 21.12.1994, συνεπεία της πιο πάνω υπηρεσιακής σχέσεως τους με το εναγόμενο, εδικαιούντο να ενταχθούν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, σε Κλάδο αντίστοιχο της προσλήψεως τους και στην οικεία βαθμολογική κλίμακα. Εντάσσονται, εν τέλει, με την 91/20.10.1999 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου, αναδρομικώς από την 21.12.1994, σε κενές οργανικές θέσεις του Κλάδου ΠΕ - 1 Γεωπόνων, στον 7ο βαθμό. Κατά τον κρίσιμο χρόνο (1.1.1995 - 31.12.1995), το εναγόμενο κατέστη υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας τους, την οποία του προσέφεραν προσηκόντως και πραγματικώς, ενώ τους χορηγούσε την κανονική άδεια. Από τα πραγματικά περιστατικά, που αποδεικνύονται και το περιεχόμενο, ως άνω, της αγωγής, για την εξεύρεση τοιν αποδοχών υπερημερίας, που δικαιούνται οι ενάγοντες, αφαιρούνται οι αποδοχές των εναγόντων από την παροχή της εργασίας τους αλλού - "εκτός ΕΛ.Γ.Α.", ακόμη, αφαιρούνται οι αποδοχές από την παροχή της εργασίας τους στο εναγόμενο, πριν από την ένταξη στο τακτικό προσωπικό του, ήτοι η ημερήσια αποζημίωση για κάθε διανυκτέρευση εκτός έδρας και τα "εκτιμητικά", ενώ δεν υπολογίζονται ημερήσια αποζημίωση για κάθε διανυκτέρευση εκτός έδρας και "εκτιμητικά" μετά την ένταξη στο τακτικό προσωπικό, που δεν αποτελούν τακτικές αποδοχές και δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι οι ενάγοντες θα ορίζοντο αρμοδίως και θα τους ανετίθετο η εκτέλεση υπηρεσίας εκτός έδρας και προς διενέργεια τέτοιων πραγματογνωμοσυνών, στο κρίσιμο χρονικό διάστημα 1.1.1995 - 31.12.1995, απορριπτόμενων των σχετικών κονδυλίων, ως αβασίμων στην ουσία.... ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι , οι ενάγοντες Χ2, Χ5 και Χ6 δικαιούνται τις αναφερόμενες στην απόφαση διαφορές αποδοχών, ενώ ως προς τις ενάγουσες Χ1, Χ3 και Χ4, κρίθηκε ότι δεν προέκυψε οφειλόμενη διαφορά αποδοχών. Ακολούθως, αφού δέχθηκε την έφεση των εναγομένων και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή ως προς τις αναιρεσείουσες Χ1, Χ3 και Χ4, ενώ την δέχθηκε εν μέρει ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες , υποχρεώνοντας το εναγόμενο να καταβάλει σ' αυτούς τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά. Οι αναιρεσείοντες, με τον αρ. 1 και 19 του 559 του ΚΠολΔ, πρώτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλουν ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 656 εδ. β' Α.Κ., αφού δέχεται ότι από τις αποδοχές που αυτοί θα ελάμβαναν ως τακτικοί υπάλληλοι πρέπει να αφαιρεθούν, κατά παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού του αντιδίκου τους, οι αποδοχές που έλαβαν για ημερήσια αποζημίωση για την εκτός έδρας απασχόληση τους προς διενέργεια πραγματογνωμοσυνών και τα ποσά που αντιστοιχούν στην ημερήσια αποζημίωση και τα " εκτιμητικά". Είναι δε, κατά τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, η έκπτωση της ωφέλειας αυτής αντίθετη προς την πιο άνω διάταξη, διότι η αναιρεσιβαλλομένη αφαιρεί τα ποσά που έλαβαν απασχολούμενοι "σε εργασία άκρως κοπιαστική και εκτός έδρας". Επίσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι η παραπάνω αιτιολογία της είναι ανεπαρκής και αντιφατική, διότι, όπως αναφέρουν, " κρίνει συλλήβδην για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα ενιαία, χωρίς να διακρίνει τα χρονικά διαστήματα που εργαζόμαστε ως έκτακτοι στον αντίδικο από τα διαστήματα που δεν εργαζόμαστε, με αποτέλεσμα να καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα και για τις δύο περιπτώσεις, κατά τις οποίες δέχεται ως αποδειχθέντα διαφορετικά πραγματικά περιστατικά". Με το περιεχόμενο αυτό ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος ως προς το πρώτο μέρος αυτού και αόριστος ως προς το δεύτερο. Ειδικότερα είναι αβάσιμος, ως προς το πρώτο μέρος, διότι οι πάσης φύσεως αμοιβές που ελάμβαναν οι αναιρεσείοντες ( μεταξύ των οποίων και οι αποδοχές για την εκτός έδρας εργασία τους, ως εκτάκτων, προς διενέργεια πραγματογνωμοσύνης), αποτελούν την ωφέλεια αυτών από τη ματαίωση της εργασίας τους ως τακτικών υπαλλήλων, την οποία ο εργοδότης-αναιρεσίβλητος είχε το δικαίωμα να εκπέσει από το μισθό τους, ενώ, εξάλλου το Εφετείο δεν δέχθηκε, με τις πιο πάνω παραδοχές του, ότι οι αποδοχές των αναιρεσειόντων ως εκτάκτων υπαλλήλων ήταν για εργασία διαφορετική ή κοπιαστικότερη σε σχέση με την συνήθη εργασία των μονίμων υπαλλήλων, αλλά, αντιθέτως, ότι και η εργασία αυτή ήταν μεταξύ των καθηκόντων τους ως γεωπόνων. Ως προς το δεύτερο μέρος ο εξεταζόμενος λόγος είναι αόριστος διότι δεν εξειδικεύονται οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις και δεν προσδιορίζονται οι κρίσιμες παραδοχές και τα σφάλματα της προσβαλλόμενης απόφασης καθώς και η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του υπολογισμού της ωφέλειας που πρέπει να αφαιρεθεί, κατά την προταθείσα από το άρθρο 656β ΑΚ ένσταση του αναιρεσιβλήτου. Εξάλλου, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, προσδιορίζοντας συνολικά την ωφέλεια των αναιρεσειόντων καθόλο το διάστημα της υπερημερίας του αναιρεσιβλήτου, χωρίς να προσδιορίζει τα ακριβή χρονικά διαστήματα που εργάστηκαν σε αυτό, ως έκτακτοι υπάλληλοι αυτού, δεν διέλαβε ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τον προσδιορισμό της αφαιρετέας ωφέλειας, αφού αρκεί, για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας, η παραδοχή ότι η γενόμενη δεκτή από το Εφετείο ωφέλεια των αναιρεσειόντων, δηλαδή οι αποδοχές που έλαβαν εργαζόμενοι ως έκτακτοι υπάλληλοι, προήλθε από τη ματαίωση της εργασίας τους ως τακτικών υπαλλήλων και η ωφέλεια αυτή επήλθε κατά το ένδικο χρονικό διάστημα της υπερημερίας του αναιρεσιβλήτου, χωρίς να προκύπτει από τους γενόμενους υπολογισμούς αντίφαση και χωρίς, άλλωστε, να προσάπτεται συγκεκριμένη και σαφής αιτίαση, ότι εξ αυτών των υπολογισμών προκύπτουν για τους αναιρεσείοντες οι αιτούμενες μισθολογικές διαφορές. Περαιτέρω κατά την περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες, επάλληλες, αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας από τις αιτιολογίες αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσβάλλεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 και 3 Α.Ν. 539, 2 του Ν. 1082/80, σύμφωνα με τις οποίες ως τακτικές αποδοχές νοούνται όχι μόνο ο μισθός, αλλά και κάθε άλλη παροχή σε χρήμα ή σε είδος, υπό την προϋπόθεση ότι δίδεται σταθερώς και μονίμως ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, και συνεπώς οι εκτός έδρας αποδοχές τους για την παρεχόμενη εργασία των εκτιμήσεων, που ήταν και το αντικείμενο της απασχόλησής τους, είχαν τον χαρακτήρα μισθού, αφού καταβάλλονται σταθερώς και μονίμως, είναι απορριπτέες ως αλυσιτελείς, διότι το Eφετείο με την επάλληλη αιτιολογία του, κατά την οποία " δεν αποδεικνύεται από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού ότι οι ενάγοντες, εάν είχαν ενταχθεί στο τακτικό προσωπικό, θα ορίζονταν αρμοδίως και θα τους αναθέτονταν η εκτέλεση υπηρεσίας εκτός έδρας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα", δέχθηκε ανελέγκτως ότι οι αναιρεσείοντες δεν θα ελάμβαναν, ως τακτικοί υπάλληλοι την εν λόγω αμοιβή. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον αυτό λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις ότι ο αναιρεσίβλητος την εκτός έδρας αυτή εργασία θα την ανέθετε σ' αυτούς οπωσδήποτε διότι οι εκτιμήσεις των ζημιών αποτελούν αντικείμενο της εργασίας τους και συνεπώς οι εκτός έδρας αποζημιώσεις θα καταβάλλονταν σταθερώς και μονίμως, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι πλήττουν στην πραγματικότητα την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών περιστατικών. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και από τη μη λήψη υπόψη από το Δικαστήριο αποδεικτικού μέσου, μεταξύ των οποίων είναι και η ομολογία. Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση του αποδεικτικού αυτού μέσου κατά τη συζήτηση, μετά από την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Και τούτο γιατί, ναι μεν η δικαστική ομολογία περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λαμβάνονται αυτεπάγγελτα υπόψη από το Δικαστήριο, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται ότι την επικαλέσθηκε και να το αποδεικνύει, προσκομίζοντας τις προτάσεις του. Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, για μη λήψη υπόψη, από το Δικαστήριο, που δίκασε, ομολογίας του αναιρεσιβλήτου ο οποίος, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο αναιρετήριο, " με τις προτάσεις του ενώπιον των Δικαστηρίων της ουσίας ομολογεί ότι οι εκτιμήσεις στις διάφορες περιοχές της χώρας γίνονται από τους γεωπόνους του ΕΛ.Γ.Α. και εάν δεν επαρκούν προσλαμβάνουν από άλλους φορείς καθώς και εκτάκτους και ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα μας απασχόλησε διάφορα χρονικά διαστήματα τον καθένα τα οποία προσδιορίζει στους επισυναπτόμενους στις προτάσεις του πίνακες", χωρίς να αναφέρεται αν έγινε από τους αναιρεσείοντες επίκληση της ομολογίας αυτής, πρέπει προεχόντως, ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. Εξάλλου ουδεμία αντίφαση περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, από την παραδοχή της ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα οι αναιρεσείοντες απασχοληθήκαν κατά διαστήματα ως έκτακτοι στον ΕΛ.Γ.Α, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 12 του ν.1790/88, όπως ισχύει μετά το άρθρο 31 του ν.2040/92, προς διενέργεια πραγματογνωμοσυνών των ζημιών καλλιεργειών από εξαιρετικά καιρικά φαινομένα κλπ, με την παραδοχή ότι, δεν αποδείχθηκε ότι το αναιρεσίβλητο θα τους ανέθετε, με την ιδιότητα των μονίμων αυτού υπαλλήλων, την εκτέλεση υπηρεσίας εκτός έδρας προς διενέργεια πραγματογνωμοσυνών κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, αν και κατά την πιο πάνω διάταξη το έκτακτο προσωπικό γεωπόνων προσλαμβάνεται όταν δεν επαρκεί το τακτικό προσωπικό για την εργασία αυτή. Τούτο δε διότι, αφενός η μη επάρκεια του γεωτεχνικού προσωπικού που επιβάλλει την πρόσληψη των εκτάκτων αναφέρεται στα πάσης φύσεως καθήκοντα αυτών (και όχι μόνο στην διενέργεια πραγματογνωμοσυνών) και αφετέρου το Εφετείο δεν δέχθηκε (με την αναφορά μόνο ότι οι αναιρεσείοντες " προσλαμβάνοντο ....και απησχολούντο, ως γεωπόνοι, κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 12 ν. 1790/1988...") και το πραγματικό γεγονός ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση οι ενάγοντες προσελήφθησαν , διότι το μόνιμο προσωπικό δεν επαρκούσε να διενεργήσει τις εν λόγω πραγματογνωμοσύνες. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσεως, από το άρθρ. 559 αρ. 19. του ΚΠολΔ, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αρ.9 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται κάθε αίτηση που συνιστά ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δημιουργεί εκκρεμοδικία, άρα και κάθε μία από τις σωρευόμενες στο ίδιο δικόγραφο κατά το άρθρο 218 Κ.Πολ.Δ. περισσότερες αιτήσεις. Εξάλλου, "αδίκαστη" μένει μία αίτηση, όταν το δικαστήριο, καίτοι υπεχρεούτο, παρέλειψε να αποφανθεί επί αυτής, δηλαδή να την δεχθεί ή την απορρίψει. Η ίδρυση έτσι του αναιρετικού αυτού λόγου προϋποθέτει παντελή σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας, τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της αποφάσεώς του, επί αυτοτελούς αιτήσεως του διαδίκου. Στην προκείμενη υπόθεση οι αναιρεσείοντες με τον τελευταίο, από τη πιο πάνω διάταξη, λόγο αναιρέσεως προβάλλουν ότι το Εφετείο δεν δίκασε επί του αιτήματος της αγωγής " της αποζημίωσης λόγω μη χορηγηθείσης κανονικής άδειας". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο διέλαβε στο αιτιολογικό της στην προσβαλλόμενης απόφασής του σχετική αναφορά, δεχόμενο ότι στους αναιρεσείοντες το αναιρεσίβλητο " τους χορηγούσε κανονική άδεια". ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20-11-2008 αίτηση (αρ. καταθ.192/19-2-09 για αναίρεση της 357/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ο υπερημερος εργοδότης έχει δικαίμα να αφαιρέσει από τον οφειλόμενο μισθό κάθε τι που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τν ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού (656 εδαφ β΄ΑΚ) Λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559.1 και 19.Υπερημερία ΕΛ.Γ.Α από την μη αποδοχή της εργασίας των αναιρεσειόντων γεωπόνων, που τους είχε εντάξει αναδρομικά στο μόνιμο αυτού προσωπικό. Αφαίρεη της ωφελείας αυτών από τις πάσης φύσεως αμοιβές που εισέπραξαν ( μεταξύ των οποίων και για τις εκτός έδρας πραγματογνωμοσύνες για ζημιές σε καλλιέργειες),από τις δικαιούμενες τακτικές αποδοχές τους ως μονίμων. Μη υπολογισμός σε αυτές των αποζημιώσεων για τις εκτός έδρας πραγματογνωμοσύνες. Αλυσιτελής λόγος, εφόσον πλήττει επάλληλη αιτιολογία. Λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη ομολογάς του αναιρεσίοντος (559.11)Πρέπει ν'αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση του αποδεικτικού αυτού μέσου στο δικαστήριο της ουσίας. Λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ 9 ΚΠολΔ. Πότε θεωρείται " αδίστακτη" μία αίτηση. Προϋποθέτει "αδίκαστη"μία αίτηση.Πρϋποθέτει παντελή σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας.Απορρίπτεται η αίτηση.
null
null
1
Αριθμός 244/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 και 30 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στην Υποδιεύθυνση Μεταγωγών Θεσσαλονίκης, που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, κατά της υπ’ αριθ. 1404/2007 απόφασης (βουλεύματος) του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του (βούλευμά του), αποφάσισε την εκτέλεση του από 14-03-2007 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από την Εισαγγελία Ντύσσελντορφ Γερμανίας σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 04/23.11.2007 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ..... και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2007/2007. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και την πληρεξουσία δικηγόρο του που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση και να διαταχθεί η εκτέλεση του από 14-03-2007 Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης της Εισαγγελίας του Ντύσσελντορφ Γερμανίας εις βάρος του ανωτέρω έλληνα υπηκόου. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης...", κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, που διέταξε την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, δικαιούται να ασκήσει έφεση, στον Άρειο Πάγο, ο καθού το ένταλμα και ο Εισαγγελέας, εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών από τη δημοσίευση της αποφάσεως, συντασσομένης εκθέσεως από το γραμματέα εφετών. Επομένως, η από 23-11-2007 υπό κρίση έφεση, με αριθμό εκθέσεως 4/2007 του εκζητούμενου έλληνα υπηκόου Χ1, κατά της υπ’ αριθμ. 1404/22-11-2007 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία αποφασίσθηκε η εκτέλεση του κατ’ αυτού εκδοθέντος από 14-3-2007 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που εκδόθηκε από την Εισαγγελία Ντύσσελντορφ Γερμανίας, με βάση το με στοιχεία 151 Gs 832/07 από 7-3-2007 ένταλμα σύλληψης του Ειρηνοδικείου Ντύσσελντορφ, ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως, ενώπιον του Γραμματέα του ανωτέρω Εφετείου, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν. ΙΙ. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ως άνω Ν. 3251/2004, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους εκδόσεως του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που περιέχει ειδικότερα, α) ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής κ.λ.π. σύνδεσης της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της και, περαιτέρω, ορίζεται ότι το ένταλμα μεταφράζεται στην επίσημη γλώσσα του κράτους εκτελέσεώς της. Στο άρθρο 9 παρ. 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 11 περ. ζ’ του ίδιου νόμου, η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία θεωρείται κατά τον ελληνικό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδας ή σε εξομοιούμενο με αυτό τόπο. Εξάλλου, όπως προκύπτει, από το συνδυασμό των άρθρων 5, 16 και 386 παρ. 1 του Π.Κ., επί του εγκλήματος της απάτης, για την αντικειμενική υπόσταση της οποίας, σε τετελεσμένη μορφή, απαιτείται και η επέλευση βλάβης στον παθόντα, τόπος τελέσεώς της είναι τόσο ο τόπος όπου έγινε η παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, όσο και ο τόπος όπου επήλθε στον παθόντα η βλάβη, καθώς και ο τόπος όπου επήλθαν τα ενδιάμεσα αποτελέσματα, δηλαδή η πλάνη του παραπλανηθέντος και η περιουσιακή διάθεση. Κατά συνέπεια, η Ελλάδα είναι τόπος τελέσεως του εγκλήματος της απάτης και ακόμη και αν στην Ελλάδα έχει πραγματωθεί μόνο η αξιόποινη συμπεριφορά, δηλαδή η παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών ή μέρος αυτής ή επήλθε έστω και ένα από τα αποτελέσματα της πράξης. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του ίδιου νόμου, αν η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος κρίνει ότι οι πληροφορίες που διαβιβάστηκαν από το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος δεν αρκούν, ώστε να της επιτρέψουν να αποφασίσει για την προσαγωγή, ζητεί, μέσω του εισαγγελέα εφετών, την κατεπείγουσα προσκόμιση των απαραιτήτων συμπληρωματικών στοιχείων, ιδίως σε σχέση με τα άρθρα 2 και 11 έως 13 του παρόντος και μπορεί να τάξει προθεσμία για την παραλαβή τους, λαμβάνοντας υπόψη την υποχρέωση τήρησης των προθεσμιών που ορίζονται στο άρθρο 21 του παρόντος. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, εναντίον του Έλληνα υπηκόου Χ1, που γεννήθηκε στις 2-1-1978 στη Θεσσαλονίκη, εκδόθηκε από τον Εισαγγελέα Ντύσσελντορφ Γερμανίας το από 14-3-2007 Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, με το οποίο ζητείται η σύλληψη και προσαγωγή του ενώπιον της αυτής ως άνω αρχής, προκειμένου να ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη για την πράξη της κατ’ επάγγελμα απάτης σε 48 περιπτώσεις, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 263 παρ. 1 και 3 και 53 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα με στερητική της ελευθερίας ποινή έως δέκα (10) χρόνια. Το ως άνω Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης εκδόθηκε με βάση το με στοιχεία 151 Gs 832/07 7-3-2007 ένταλμα σύλληψης - προσωρινής κράτησης του Ειρηνοδικείου Ντύσσελντορφ, προκειμένου να ασκηθεί κατά του εκζητουμένου ποινική δίωξη για την προαναφερθείσα πράξη. Ειδικότερα, στο πιο πάνω ένταλμα σύλληψης - προσωρινής κράτησης, η πράξη της απάτης περιγράφεται ως εξής: "Εις βάρος του κατηγορουμένου Χ1 γεννηθέντος... υφίσταται σοβαρή υποψία, ότι κατά το χρονικό διάστημα από τις 17/07/2005 έως τις 14/09/2006 στο Ντύσσελντορφ και σε άλλα μέρη σε 48 νομικά αυτοτελείς περιπτώσεις με την πρόθεση να αποκτήσει για τον εαυτό του ή για τρίτους περιουσιακό όφελος, έβλαψε την περιουσία τρίτου προκαλώντας σύγχυση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ή την νόθευση ή απόκρυψη αληθών γεγονότων, ενεργώντας επαγγελματικά. Στις παρακάτω περιπτώσεις υποσχέθηκε ο κατηγορούμενος Χ1 μεταξύ άλλων, μέσω των εξής λογαριασμών του ηλεκτρονικού δημοπρατικού οίκου ebay α) ..... β) ....., γ) ......, δ) ....., ε) .... στ) ....., καθώς και μέσω των λογαριασμών ebay των καλόπιστων και μη εμπλεγμένων στις παράνομες δραστηριότητες του κατηγορουμένου Χ1 α) ....... (όνομα ebay: ......), β) .... (όνομα ebay: ......), γ) ..... (όνομα ebay: .....), δ) .... (όνομα ebay: ....) με πρόθεση και αναληθώς στους παρακάτω αναφερόμενους καλόπιστους αγοραστές του διαδικτύου τόπου ebay στην προμήθεια των παρακάτω αναφερόμενων αντικειμένων, τα οποία είχαν αγοράσει οι ζημιωθέντες από τον κατηγορούμενο, ενώ αυτός δεν σκόπευε ποτέ να παραδώσει τα αντικείμενα σ’αυτούς, αλλά ήθελε απλά να εισπράττει το τίμημα συν τα έξοδα αποστολής χωρίς καμία ανταπόδοση. Τις πράξεις αυτές διέπραττε ο κατηγορούμενος για την απόκτηση συνεχούς πηγής εισοδήματος μεγαλύτερης διάρκειας και έκτασης. Α/ΑΖημειωθείς Ημερομηνία πράξεωςΖημίαΑντικείμενο1. ......... 17.07.20053.614,00 €VIP WM Tickets2. ......... ............ ............ ............ 48. ....... 14.09.2006805,00 €ΣαξόφωνοΤα παραπάνω αποτελούν αξιόποινες πράξεις σύμφωνα με τις §§ 263 εδ. 1, εδ. 3, 53 του Γερμανικού Π.Κ. Του καταλογίζονται οι παραπάνω πράξεις βάσει των εισροών χρημάτων στους λογαριασμούς που είχε ανοίξει και βάσει των λοιπών αστυνομικών προανακρίσεων....". Από την αναφορά στο πιο πάνω ένταλμα συλλήψεως - προσωρινής κράτησης (και στο από 17-3-2007 Ευρωπαϊκό Ένταλμα Συλλήψεως του Εισαγγελέα Ντύσσελντορφ), ως τόπου εκτελέσεως των 48 αυτοτελών πράξεων της απάτης "στο Ντύσσελντορφ και σε άλλα μέρη" δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια ο τόπος τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων που φέρονται ότι τέλεσε ο εκζητούμενος, αν και ο τόπος είναι ένα από τα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (άρθρο 2 παρ. 1 περ. ε’ του ν. 3251/2004). Εντεύθεν ανακύπτει ανάγκη διευκρινήσεως της φράσης "και σε άλλα μέρη", δηλαδή αν τα άλλα μέρη ευρίσκονται εντός της Γερμανίας ή εντός της Ελλάδας. Το ζήτημα αυτό είναι κρίσιμο διότι αν ορισμένες από τις παραπάνω 48 μερικότερες πράξεις της απάτης έχουν τελεστεί από τον εκζητούμενο στην Ελλάδα εξολοκλήρου ή εν μέρει, δεν μπορεί αν επιτραπεί η εκτέλεση του παραπάνω Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης ως προς τις πράξεις αυτές. Ενόψει αυτών και του γεγονότος, ότι ο τρόπος που φέρεται ότι τελέσθηκαν οι μερικότερες αξιόποινες πράξεις από τον εκζητούμενο έγινε μέσω λογαριασμών του ηλεκτρονικού δημοπρακτικού οίκου ebay, είναι ανάγκη να προσδιοριστεί ο τόπος που έδρευε ο εν λόγω δημοπρατικός οίκος ebay κατά τον χρόνο τέλεσης των μερικοτέρων αξιοποίνων πράξεων της απάτης (από 17/07/2005 έως 14/09/2006). Περαιτέρω από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει αν η αξιόποινη πράξη της κατ’ επάγγελμα απάτης για την οποία ζητείται η εκτέλεση του προαναφερόμενου εντάλματος φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος ή κακουργήματος και ποιος είναι ο χρόνος παραγραφής αυτής, ενώ το υπάρχον στη δικογραφία από 07/03/07 ένταλμα συλλήψεως του Ειρηνοδικείου Ντύσσελντορφ δεν είναι σε επίσημο αντίγραφο. Ενόψει των παραπάνω ελλείψεων δεν μπορεί να κρίνει και αποφασίσει το Δικαστήριο την εκτέλεση του εντάλματος. Επομένως, πρέπει σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του ν. 3251/2004, και κατ’ αποδοχή σχετικού αιτήματος του εκκαλούντος, να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης επί της υπό κρίση εφέσεως και ζητηθούν και προσκομιστούν από το εκζητούν κράτος με επιμέλεια του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών συμπληρωματικές πληροφορίες σε σχέση με τα παραπάνω ζητήματα, όπως αυτά διατυπώνονται στο διατακτικό, οι οποίες (πληροφορίες) πρέπει να περιέλθουν στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου το αργότερο μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της παρούσας. ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 1-3 του ν. 3251/2004, μετά τη σύλληψη του εκζητουμένου και τη βεβαίωση της ταυτότητάς του, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών αποφασίζει εάν είναι αναγκαίο να τεθεί υπό κράτηση, ώστε να αποφευχθεί η διαφυγή ή να αφεθεί ελεύθερος με την επιβολή ή μη περιοριστικών όρων. Ο Εισαγγελέας Εφετών μπορεί να διατάξει την προσωρινή απόλυση του εκζητουμένου και την επιβολή περιοριστικών όρων. Οι περιοριστικοί όροι που επιβλήθηκαν στον εκζητούμενο μπορούν να αντικατασταθούν με κράτηση, αν ανακύψει κίνδυνος φυγής (παρ. 1). Σε περίπτωση που διατάχθηκε η κράτηση του εκζητουμένου ή η επιβολή περιοριστικών όρων, το πρόσωπο αυτό δικαιούται εντός δύο ημερών από την έκδοση της σχετικής διάταξης να προσφύγει στο συμβούλιο εφετών. Η προσφυγή κατατίθεται στη γραμματεία της εισαγγελίας εφετών και εισάγεται από τον εισαγγελέα στο συμβούλιο το οποίο ορίζει δικάσιμο εντός πέντε ημερών και αφού τον ακούσει, αποφασίζει αμέσως αμετάκλητα (παρ. 2). Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αποφαίνεται και για την κράτηση ή μη του εκζητουμένου ή την επιβολή περιοριστικών όρων (παρ. 3). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 291 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η οποία μπορεί να εφαρμοστεί αναλόγως και στην προκείμενη περίπτωση, συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος, όταν επιλαμβάνεται ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στα πλαίσια της εξουσίας του να αποφαίνεται και επί της προσωρινής κρατήσεως ή μη του εκζητουμένου ή για την επιβολή περιοριστικών όρων, μπορεί είτε με αίτηση, είτε και αυτεπαγγέλτως, να αντικαταστήσει την προσωρινή κράτηση με περιοριστικούς όρους ή και το αντίθετο, αν ανακύψει κίνδυνος φυγής. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο εκζητούμενος με εντολή του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης συνελήφθη στις 28-9-2007 και όταν προσήχθη ενώπιόν του στις 28-9-2007 αφέθηκε προσωρινά ελεύθερος με περιοριστικούς όρους με την υπ’ αριθμ. 714/2007 Διάταξή του, συνελήφθη δε στη συνέχεια και κρατείται σε εκτέλεση του εκκαλούμενου βουλεύματος, το οποίο διέταξε τη σύλληψη και προσωρινή του κράτηση. Περαιτέρω προέκυψε ότι ο εκζητούμενος είναι μόνιμος κάτοικος ....., επί της οδού ..... αρ. ..., όπου διαμένει από της γεννήσεώς του με την οικογένειά του, εργάζεται δε από το έτος 1977 ως ιδιωτικός υπάλληλος στην επιχείρηση ".....Α.Ε.". Ενόψει αυτών το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπάρχει κίνδυνος φυγής του εκζητούμενου, μπορεί δε αν εξασφαλιστεί η παρουσία του κατά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης με την επιβολή περιοριστικών όρων, όπως αυτοί εξειδικεύονται στο εφαρμοζόμενο και στην προκείμενη περίπτωση αναλόγως άρθρο 282 παρ. 2 ΚΠοινΔ. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ο αίτημα του εκκαλούντος το οποίο υποβάλλεται με την έφεση για αντικατάσταση της προσωρινής του κράτησης με τους αναφερόμενους στο διατακτικό περιοριστικούς όρους. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης επί της υπ’ αριθμ. 4/23-11-2007 εφέσεως του εκζητούμενου Χ1, προσωρινά κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού, κατά της υπ’ αριθμ. 1404/2007 απόφασης (βουλεύματος) του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Ζητεί συμπληρωματικές πληροφορίες που θα προσκομιστούν σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, με επιμέλεια του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, από το Κράτος που εξέδωσε το υπό εκτέλεση Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης και ειδικότερα: 1) Τη διευκρίνιση αν "τα άλλα μέρη" όπου φέρονται ότι έχουν τελεστεί οι 48 μερικότερες πράξεις της απάτης, οι οποίες περιλαμβάνονται στο παραπάνω από 07/03/07 ένταλμα σύλληψης του Ειρηνοδικείου Ντύσσελντορφ ευρίσκονται εντός του Κράτους της Γερμανίας ή εντός της Ελλάδας (σε καταφατική περίπτωση να προσδιοριστεί επακριβώς ο τόπος). 2) Τον προσδιορισμό του τόπου που έδρευε ο δημοπρατικός οίκος ebay κατά τον προαναφερόμενο χρόνο που φέρονται ότι τελέσθηκαν από τον εκζητούμενο οι 48 μερικότερες πράξεις της απάτης. 3) Την υποβολή ακριβούς αντιγράφου των διατάξεων των άρθρων 263 §§1 και 3 και 53 του Ποινικού Κώδικα της Γερμανίας. 4) Αν η διωκόμενη πράξη χαρακτηρίζεται ως κακούργημα ή πλημμέλημα κατά τις διατάξεις του Γερμανικού Π.Κ. 5) Την υποβολή ακριβούς αντιγράφου των σχετικών διατάξεων που προβλέπουν το χρόνο παραγραφής της συγκεκριμένης πράξης και 6) την υποβολή ακριβούς (επικυρωμένου) αντιγράφου του από 07/03/07 εντάλματος σύλληψης του Ειρηνοδικείου Ντύσσελντορφ. Τάσσει προθεσμία τριάντα (30) ημερών για να περιέλθουν οι πληροφορίες αυτές στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου από τη δημοσίευση της παρούσας. Αντικαθιστά την προσωρινή κράτηση του εκκαλούντος - εκζητούμενου Χ1 με τους περιοριστικούς όρους: α) της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα και 2) της εμφάνισης εκάστη Δευτέρα στο Αστυνομικό Τμήμα του τόπου της κατοικίας του επί της οδού ...... αρ.... στη Θεσσαλονίκη. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης. Ζητεί συμπληρωματικές πληροφορίες. Τάσσει προθεσμία τριάντα ημερών για να περιέλθουν οι πληροφορίες στο Συμβούλιο του Α.Π. Αντικαθιστά την προσωρινή κράτηση με περιοριστικούς όρους.
Έκδοση
Έκδοση.
0
Αριθμός 1275/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ζορμπά, περί αναιρέσεως της 548/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαρίσης. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Νοεμβρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1661/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προς ουσιαστική έρευνα η από 23-11-2009 αίτηση της ..., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 548/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 290/2010 αποφάσεως του Δικαστηρίου αυτού και την υποβολή της από 27-4-2010 σχετικής Εισαγγελικής πρότασης, όπως όρισε η ως άνω απόφασή του. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση όλων των εγγράφων της δικογραφίας, που είναι επιτρεπτή από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων αναίρεσης, προκύπτουν τ' ακόλουθα: Η κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα είχε κληθεί να δικασθεί αρχικά ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας για το έγκλημα της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατ' εξακολούθηση, που φέρεται να έχει τελέσει σε βάρος της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΤΡΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" ως εντολοδόχος της, το αντικείμενο δε της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ως ανερχόμενο συνολικά στο ποσό των 31.581,45 ευρώ. Το ως άνω Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 1527/12-12-2006 απόφασή του, κρίνοντας ότι η αποδιδόμενη στην κατηγορούμενη πράξη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα, με την παραδοχή ότι το φερόμενο ως υπεξαιρεθέν ποσό είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και η κατηγορούμενη ήταν εντολοδόχος της παθούσας εταιρίας κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας. Κατά της ως άνω απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας η προαναφερόμενη κατηγορούμενη άσκησε την από 18-12-2006, έφεση η οποία δικάσθηκε από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας. Το τελευταίο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 548/29-9-2009 απόφασή του, με την παραδοχή ότι πράγματι η αποδιδόμενη στην κατηγορούμενη-εκκαλούσα πράξη είναι κακούργημα (υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στην εκκαλούσα ως εντολοδόχου-άρθρο 375 παρ. 2 ΠΚ) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 18-12-2006 έφεση της κατηγορουμένης. Κατά της προαναφερόμενης απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας η κατηγορούμενη άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ζητεί, εκτός των άλλων λόγων, την αναίρεση αυτής για αρνητική υπέρβαση της εξουσίας του, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η του ΚΠΔ και ειδικότερα γιατί το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλειψε να παραπέμψει την υπόθεση στον Εισαγγελέα για να διατάξει κυρία ανάκριση και δέχθηκε (σιωπηρώς) ότι ορθά έχει εισαχθεί για εκδίκαση ενώπιόν του, χωρίς όμως να έχει διέλθει η υπόθεση από το στάδιο της ανάκρισης. Το Δικαστήριο αυτό με την υπ' αριθμ. 290/2010 απόφασή του δέχθηκε ότι προσβαλλόμενη απόφαση υπόκειται σε αναίρεση, παρά την αντίθετη εισαγγελική πρόταση, και επιφυλάχθηκε να εξετάσει περαιτέρω την κρινόμενη αίτηση αναίρεση μέχρι να υποβάλει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου επί της ουσίας της υποθέσεως (της αναίρεσης της κατηγορουμένης), για τους ορισμένους λόγους της αιτήσεως αναίρεσης (έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 120 παρ. 1 του ΚΠΔ το δικαστήριο οφείλει και αυτεπαγγέλτως να εξετάσει την καθύλην αρμοδιότητά του σε κάθε στάση της δίκης. Ήτοι πριν από την έναρξη της συζητήσεως εάν η εισαχθείσα σ' αυτό υπόθεση όπως εκτίθεται στο παραπεμπτικό βούλευμα ή όταν εισήχθη με απ' ευθείας κλήση στο κλητήριο θέσπισμα, υπάγεται κατά τα άρθρα 110 έως 115 ΚΠΔ στην καθύλην αρμοδιότητά του. Μετά την έναρξη της συζητήσεως η καθύλην αρμοδιότητα εξετάζεται με βάση τα δεδομένα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Έτσι, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, εάν κατά την πρόοδο της δίκης, από τα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, κατά την κρίση του, τελέσεως κακουργήματος, θα πράξει κατά το άρθρο 120 παρ. 2 ΚΠΔ ότι και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών. Άρα αν προκύπτουν στο ακροατήριο επαρκείς ενδείξεις προς στήριξη κατηγορίας για κακούργημα, χωρίς να δεσμεύεται από τον δοθέντα στην πράξη χαρακτηρισμό από τον Εισαγγελέα κατά την άσκηση της ποινικής διώξεως, θα χαρακτηρίσει την πράξη ως κακούργημα, θα κηρυχθεί αναρμόδιο και θα παραπέμψει την υπόθεση στο ΜΟΔ ή στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων. Εάν η πράξη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και δεν έχει διενεργηθεί κυρία ανάκριση πρέπει η υπόθεση να διαβιβασθεί στον Εισαγγελέα προκειμένου να παραγγελθεί κυρία ανάκριση, γιατί δεν νοείται παραπομπή κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για να δικασθεί για κακουργηματική πράξη, χωρίς να έχει προηγηθεί το στάδιο της κύριας ανάκρισης και την νομότυπη περάτωση αυτής μετά τη λήψη της απολογίας του κατηγορουμένου για την αποδιδόμενη σ' αυτόν βαρύτερη κακουργηματική πράξη (άρθρα 246 παρ. 3, 270 και 308 ΚΠΔ). Πρέπει δε να σημειωθεί ότι αποδοχή βαρύτερης μορφής της κατηγορηθείσας πράξης δεν συνιστά μεταβολή κατηγορίας, όταν μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και από την πράξη της υπεξαίρεσης σε βαθμό πλημμελήματος, στην αποδοχή της ίδιας πράξης αλλά σε βαθμό κακουργήματος (άρθρο 375 παρ. 1 εδ. α' και παρ. 2 του ίδιου άρθρου). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας μετά την ανάγνωση εγγράφων, μεταξύ των οποίων και η από 2-1-2005 κλήση προς την κατηγορουμένη να εμφανισθεί ενώπιόν του και να δικασθεί για το έγκλημα της υπεξαίρεσης, δέχθηκε ότι η αποδιδόμενη στην κατηγορουμένη αξιόποινη πράξη είναι κακουργηματικής μορφής, λόγω του ότι το αντικείμενο που φέρεται ότι η κατηγορουμένη υπεξαίρεσε είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και της ιδιότητας αυτής ως εντολοδόχου της παθούσας ασφαλιστικής εταιρίας και γι' αυτό έκρινε εαυτό καθύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων ως καθύλην αρμόδιο. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και ειδικότερα το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας επί της από 18-12-2006 έφεσης της κατηγορουμένης κατά της παραπεμπτικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δέχθηκε ότι ορθά, και αιτιολογημένα το τελευταίο Δικαστήριο παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιόν του και στη συνέχει αρκέσθηκε μόνο στην απόρριψη της ως άνω έφεσης κατ' ουσίαν, χωρίς να διαλάβει διάταξη για την ακολουθητέα περαιτέρω διαδικασία για την προκείμενη υπόθεση, με τα δεδομένα ότι δεν προηγήθηκε κυρία ανάκριση καίτοι η αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα αξιόποινη πράξη είναι κακούργημα. Έτσι όμως αποφασίζοντας το Δικαστήριο της ουσίας που έκρινε επί της εφέσεως της κατηγορουμένη υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του και κατέστησε για το λόγο αυτόν την προσβαλλόμενη απόφασή του αναιρετέα, σύμφωνα με τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, ο οποίος εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και περιέχει παραδεκτούς λόγους, όπως έχει δεχθεί το Δικαστήριο με την προηγούμενη υπ' αριθμ. 290/2010 απόφασή του και παραπάνω αναφέρεται. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει, παρελκούσης της εξέτασης των λοιπών προβαλλομένων λόγων αναίρεσης, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεση λόγω της αρνητικής υπέρβασης της εξουσίας του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να αναιρεθεί η τελευταία και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 548/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας. Και Παραπέμπει την παρούσα υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καθ' ύλη αρμοδιότητα. Υπόθεση για κακούργημα (κακουργηματική υπεξαίρεση) εισαχθείσα στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο. Παραπέμπεται στο καθ' ύλη αρμόδιο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων. Αν όμως δεν έχει διεξαχθεί κύρια ανάκριση παραπέμπεται στον αρμόδιο Εισαγγελέα για να διατάξει κύρια ανάκριση. Αν τούτο δεν ενήργησε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που δίκασε την έφεση του κατηγορουμένου κατά της παραπεμπτικής πρωτοβάθμιας απόφασης, τότε η δευτεροβάθμια απόφαση είναι αναιρετέα για αρνητική υπέρβαση της εξουσίας του. Παραδοχή αίτησης αναίρεσης και παραπομπή της υπόθεσης στο ίδιο Δικαστήριο.
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας, Υπεξαίρεση, Αρμοδιότητα καθ'ύλη.
0
Αριθμός 1274/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο και Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1359/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ετιαρεία με την πεωνυμία "ATHENS LOGISTICS ΕΠΕ" που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1378/09. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη, με αριθμό 77/18-2-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32§§1+4, 138§2β, 485§Κ.Π.Δ. την υπ' αρ. 176/24-9-2009 (ενώπιον του γραμματέως τμήματος Βουλευμάτων Εφετείου Αθηνών) αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατά του υπ' αρ. 1359/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τ' ακόλουθα: ΙΙ) Το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών με το υπ' αρ. 805/2009 βούλευμά του παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών όπως δικασθεί για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ' εξακολούθηση (αρ. 98,375§§1+2 Π.Κ.). Έπειτα από έφεση που άσκησε κατά του άνω βουλεύματος ο κατηγορούμενος εξεδόθη το 1359/09 (νυν προσβαλλόμενο) βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απερρίφθη η έφεσή του καθώς και το αίτημα αυτοπροσώπου εμφανίσεως ενώπιον του Συμβουλίου και επεκυρώθη το εκκληθέν. ΙΙΙ) Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι νομότυπη γιατί ασκήθηκε (αρ. 473§1, 474§1 Κ.Π.Δ.) από τον κατηγορούμενο ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Εφετείου Αθηνών την 24-9-09 και εμπρόθεσμη αφού η επίδοση του προσβαλλομένου βουλεύματος έλαβε χώρα στον ίδιο με θυροκόλληση την 15-9-09 (στον δε αντίκλητο δικηγόρο του την 17-9-09), περαιτέρω είναι παραδεκτή διότι περιέχει συγκεκριμένους λόγους (αρ. 474§2 Κ.Π.Δ.) και το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται σε αναίρεση (αρ. 482§1α' Κ.Π.Δ.). Λόγοι αναιρέσεως: α) Ακυρότητα της δ/σίας (αρ. 171§1δ, 484§1α Κ.Π.Δ.) διότι υπήρξε απόρριψη του αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου ενώπιον του συμβουλίου Εφετών καίτοι το ΕΔΔΑ με την υπ' αρ. Φ 092.22/5759 απόφασή του της 2-11-06 (Π. Σερίφης κατά Ελλάδος) έκρινε σε ανάλογη περίπτωση ότι υπήρξε παραβίαση του αρ. 5§4 της ΕΣΔΑ. Β) Έλλειψη ειδικής αιτιολογίας διότι απερρίφθη η έφεσή του με μη επιτρεπτή αναφορά στην εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα, δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση καθώς και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση στην εισαγγελική δε πρόταση γίνεται επιλεκτική αναφορά σε μαρτυρικές καταθέσεις, χωρίς να προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα και ιδία η υπ' αρ. 7482/09 αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. ΙV) α) Απόλυτη ακυρότητα κατ' αρ. 484§1α-171§1δ Κ.Π.Δ. υφίσταται στην περίπτωση μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Στην περίπτωση υποβολής αιτήματος από τον κατηγορούμενο για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου κατ' αρ. 309§2 Κ.Π.Δ., το συμβούλιο δεν είναι υποχρεωμένο να δεχθεί το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση, εάν με το υπόμνημα αναπτύχθηκαν επαρκώς οι ισχυρισμοί του. Στην περίπτωση όμως που θα απορρίψει το αίτημα του κατηγορουμένου οφείλει να απαντήσει ειδικά και αιτιολογημένα, ενώ αν το απορρίψει αναιτιολόγητα ή σιωπηρώς το βούλευμα είναι απόλυτα άκυρο (Α. Καρρά Ποιν. Δικον. Δίκαιο έκδοση 2006 σελ. 630-631, Α.Π. σε Συμβούλιο 546/2007 Πράξη και Λόγος Π.Δ. 2007/17, Α.Π. σε Συμβούλιο 1610/2001 Πράξη και Λόγος Π.Δ. 2001/464). Η παρουσία του εισαγγελέως στο συμβούλιο και η από αυτόν ανάπτυξη της προτάσεώς του, δεν δημιουργεί εκ τούτου και μόνο υποχρέωση του συμβουλίου να επιτρέψει στον διάδικο την παράσταση ενώπιόν του, διότι ο εισαγγελέας ενεργεί ως δικαστικός λειτουργός και όχι ως ιδιώτης και επομένως δεν παραβιάζεται το αρ. 6§1 της ΕΣΔΑ περί ισότητας των όπλων (Α.Π. 2125/2002 Π.Χρ. ΝΓ/134). β) Η απαιτούμενη από τα άρ. 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών (αποχρωσών) ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα που ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προέκυψαν οι αποχρώσες ενδείξεις (Α.Π. 1307/2004, Α.Π. 2090/2005, ΑΠ 1151/2006 Π. Χρ. ΝΖ/33, Α.Π. 1071/2005 Π. Χρ. ΝΣΤ/134). Το βούλευμα περιλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και όταν αναφέρεται στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, εφ' όσον η τελευταία διαλαμβάνει τα απαραίτητα στοιχεία (Συμβ. Α.Π. 96/2004 Π.Δ/σύνη 2004/617, Συμβ. Α.Π. 2168/05 Π.Δ/σύνη 2006/732, Α.Π. 1151/2006 Π.Χρ. ΝΖ/33). Επίσης το Συμβούλιο Εφετών μπορεί επίσης να αναφέρεται και συμπληρωματικά στο πρωτόδικο βούλευμα και στην εισαγγελική (πρωτόδικη) πρόταση (Α.Π. 59/2005, 1608/2001). V) Κατά την διάταξη του αρ. 375§§1 και 2α Π.Κ., (όπως η παρ. 1 συμπληρώθηκε με αρ. 14§3α Ν. 2721/99, και η §2 αντ. με αρ. 1§9 Ν, 2408/96), όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του, ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως της παραγρ. 2α άνω άρθρου απαιτείται αντικειμενικώς: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι κατά την φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β) να είναι αυτό ολικά ή εν μέρει ξένο με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον εκτός από τον δράστη (Α.Π. 1144/98 Π.Χρ. ΜΘ/662). Κινητό πράγμα είναι και τα χρήματα, και ξένο θεωρείται το κινητό το ευρισκόμενο σε ξένη, σε σχέση με τον δράστη κυριότητα όπως αυτή διαπλάσσεται κατά το δίκαιο (Α.Π. 728/2000 Π.Χρ. ΝΑ/64), γ) η κατοχή του πράγματος αυτού να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη (Α.Π. 728/2000) δ) παράνομη ιδιοποίηση από τον υπαίτιο που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νομίμου δικαιολογητικού λόγου (Α.Π. 1596/2000 Π.Χρ. ΝΑ/639, Α.Π. 134/98 Π.Χρ. ΜΗ/772), ε) το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και επί πλέον να συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικώς στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, μεταξύ των οποίων και του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Ιδιότητα του διαχειριστή υπάρχει, όταν αυτός ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέως, την οποία εξουσία μπορεί να έλκει είτε από τον νόμο είτε από την σύμβαση, επί πλέον το υπεξαιρεθέν να περιήλθε στην κατοχή του λόγω της άνω ιδιότητας (Α.Π. 289/2001 Π.Χρ. ΝΑ/334, Α.Π. 974/2001 Π.Χρ. ΝΑ/972). Ως διαχειριστής είναι και ο εν τοις πράγμασι (de facto) έχων την διαχείρηση (Α.Π. 46/98 Π.Χρ. ΜΗ/758 Α.Π. 1371/2007 Π.Χρ. ΝΗ/413, Α.Π. 793/2004 Π.Χρ. ΝΕ/309, Α.Π. 292/2003 Ποιν. Λογ. 2003/265). Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται εις την θέληση ή αποδοχή του δράστη να ενσωματώσει το ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα στην περιουσία του που δηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του με την οποία εκδηλώνεται η πρόθεσή του αυτή. Ενδεχόμενος δόλος αρκεί (Τούση-Γεωργίου Ερμ. Π.Κ. έκδοση δ υπ' αρ. 375 σελ. 1016§19, Γάφος ειδικό μέρος τεύχος ΣΤ σελ. 57 επομ.) Το κατ' εξακολούθηση έγκλημα απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις που κάθε μία περιέχει πλήρη στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, αλλά όλες συνδέονται με την ταυτότητα της αποφάσεως για την εκτέλεσή τους (Μπουροπούλου Ερμ. Κ.Π.Δ. Α'σελ. 257). Κατά την παράγραφο 2 του αρ. 98 Π.Κ. (ως αυτή προσετέθη με αρ. 14§1 Ν. 2721/99): Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. VI) Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση (Α.Π. 1151/2006 Π.Χρ. ΝΖ/33, Α.Π. 1071/2005 Π.Χρ. ΝΣΤ/134) η οποία καλύπτει και το στοιχείο μνείας των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρονται στην πρόταση αυτή (Α.Π. 1151/2006 Π.Χρ. ΝΖ/33, Α.Π. 861/2004 Π.Χρ. ΝΕ/408), αφού προσδιορίζει κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα που συγκεντρώθηκαν από την προκαταρκτική εξέταση, την κυρία ανάκριση και ειδικότερα τις καταθέσεις των μαρτύρων, τις έγγραφες εξηγήσεις του κατηγορουμένου και τα υπομνήματα αυτού, καθώς και τις ανωμοτί καταθέσεις του νομίμου εκπροσώπου της πολιτικώς ενάγουσας και το περιεχόμενο της μήνυσής της καθώς και τα έγγραφα, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του υπ' αριθ. ... καταστατικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιά, Αγγελικής Παπαγεωργαντά-Τσακαμή, το οποίο καταχωρήθηκε και δημοσιεύθηκε νομίμως στις 24/7/2001 στο οικείο τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και Ε.Π.Ε. της εφημερίδας της Κυβερνήσεως (με αριθμό ΦΕΚ 6483/25-7-01), συστήθηκε μεταξύ του Ψ και του εκκαλούντος εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ATHENS LOGISTICS EΠE". Σκοπός της εταιρείας αυτής υπήρξε μεταξύ των άλλων, η διενέργεια κάθε είδους μεταφορών χερσαίων, θαλάσσιων και αεροπορικών στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, η διανομή, αποθήκευση μετά ή άνευ αποταμιεύσεως, μεταφορά, ασφάλιση, συσκευασία, ανασυσκευασία και γενικά υπηρεσίες λογιστικής, καθώς και η διενέργεια εισπράξεων για λογαριασμό πελατών σε σχέση με τα ανωτέρω. Έδρα της εταιρείας αυτής ορίσθηκε ο Δήμος ... (οδός ...), ενώ διαχειριστής της ορίσθηκε ο Ψ, ο οποίος δια της υπογραφής του δέσμευε την εταιρεία. Στη συνέχεια οι ανωτέρω στα πλαίσια της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας και προς επίτευξη του σκοπού της εταιρείας τους μίσθωσαν την 29/6/2001 ένα κτίριο επιφανείας 1.500 τ.μ., κτισμένου εντός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 7.500 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... ή ... στη ..., όπου πραγματοποιούσαν τις αποθηκεύσεις κλπ. των εμπορευμάτων των πελατών τους, στο χώρο δε αυτό δραστηριοποιείται αποκλειστικά και ουσιαστικά η ανωτέρω επιχείρησή τους. Ωστόσο από την σύσταση ακόμη της εταιρείας "ATHENS LOGISTICS Ε.Π.Ε." συμφωνήθηκε μεταξύ των ως άνω εταίρων της ο κατηγορούμενος να αναλάβει τον εμπορικό τομέα αυτής και για το λόγο αυτό να εγκατασταθεί στο προαναφερόμενο ακίνητο-αποθήκη, όπου θα πραγματοποιούσε όλες τις απαραίτητες εμπορικές συναλλαγές, δηλαδή θα κατάρτιζε συμφωνίες με πελάτες, θα εξέδιδε τα απαραίτητα παραστατικά-τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, θα διενεργούσε εισπράξεις και πληρωμές για λογαριασμό της εταιρείας. Έτσι βάσει της προφορικής αυτής συμφωνίας ο κατηγορούμενος θα ασκούσε όχι απλώς υλικές, αλλά και νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως της εταιρείας και δυνατότητα ανάπτυξης πρωτοβουλίας, δηλαδή ανατέθηκε σ' αυτόν εν τοις πράγμασι η διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων. Όμως στην πορεία άρχισαν να διαφαίνονται οικονομικά προβλήματα τα οποία ο ως άνω διαχειριστής της εταιρείας, Ψ, δεν μπορούσε να δικαιολογήσει. Αρχικά ο τελευταίος θεωρούσε ότι η οικονομική εικόνα που παρουσιάζει η εταιρεία ήταν φυσική για μια νέα επιχείρηση, η οποία ξεκινούσε τις εργασίες της. Πλην όμως αργότερα η εξακολούθηση της ίδιας οικονομικής κατάστασης, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε προσήλθε να αποδώσει ταμείο και να τον ενημερώσει για την εν τοις πράγμασι διαχείρισή του, αλλά και διάφορα παράπονα πελατών της εταιρείας για την απώλεια των εμπορευμάτων τους, οδήγησαν τον Ψ να διορίσει, δυνάμει του με αριθμό 765/5-11-03 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Χαϊδαρίου, Μαρίας Σταματελοπούλου, ως ειδική πληρεξουσία, αντιπρόσωπο και αντίκλητό του την Ζ. Έτσι περί τα μέσα του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2003 η ως άνω εντολοδόχος εγκαταστάθηκε κατ' εντολή του στην ως άνω αποθήκη, προκειμένου να πραγματοποιεί έλεγχο στις εργασίες της επιχείρησης, οπότε και άρχισε σταδιακά να ανακαλύπτεται η παράνομη δραστηριότητα του κατηγορουμένου. Έτσι από τον έλεγχο που διενεργήθηκε διαπιστώθηκε ότι ο τελευταίος κατά τη διάρκεια άσκησης των ανωτέρω διαχειριστικών του καθηκόντων και συγκεκριμένα κατά το από 2/1/2003 έως 19/11/2003 χρονικό διάστημα, αν και εισέπραξε για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας το ποσό των 32.550 ευρώ και πραγματοποίησε πληρωμές συνολικού ποσού 22.536,53 ευρώ, ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 10.013,61 ευρώ που αποτελούσε τη διαφορά των ανωτέρω συναλλαγών, ενσωματώνοντας αυτό στην περιουσία του και μη αποδίδοντας αυτό, όπως είχε υποχρέωση, στην ως άνω εταιρεία. Πέραν του ποσού αυτού ο εκκαλών εκμεταλλευόμενος την απουσία του εκπροσώπου της εταιρείας, Ψ, και την εμπιστοσύνη, που ο τελευταίος είχε επιδείξει προς αυτόν, ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 3.231,28 ευρώ που εισέπραξε από διάφορους πελάτες της εταιρείας για εργασίες που αυτή πραγματοποίησε, ποσό που όπως προέκυψε κατατέθηκε καθ' υπόδειξή του σε ατομικούς του λογαριασμούς. Ειδικότερα με τον ανωτέρω τρόπο ιδιοποιήθηκε παράνομα τα παρακάτω ποσά: 1) Το ποσό των 1900 ευρώ που εισέπραξε τμηματικά από την εταιρεία DELTA TRANSPORT SERVICES και συγκεκριμένα: α) την 17/9/2003 το ποσό των 500 ευρώ β) την 26/9/2003 το ποσό των 500 ευρώ και γ) την 14/10/2003 το ποσό των 900 ευρώ, που κατατέθηκαν με αντίστοιχα εμβάσματα στον με αριθ. ... λογαριασμό που τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος. 2) Το ποσό των 1.000 ευρώ με δύο εμβάσματα των 500 ευρώ έκαστο, στις 24/9/2003 και 29/9/2003 αντίστοιχο, που κατατέθηκαν στο με αριθμό ... λογαριασμό του στην ALPHA BANK από την εταιρεία FORTRANS Ε.Π.Ε. 3) Το ποσό των 230,98 ευρώ που κατατέθηκε την 17/1/2003 στο με αριθμό ... λογαριασμό που τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος από την εταιρεία με την επωνυμία "TRIAENA INTL CARGO S.A." και 4) Το ποσό των 100,30 ευρώ που κατατέθηκε την 5/9/2003 στο με αριθμό ... λογαριασμό του που τηρούσε στην ALPHA BANK από τον .... Έτσι λοιπόν ο κατηγορούμενος με τις ανωτέρω ενέργειές του ιδιοποιήθηκε κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των 13.244,89 ευρώ, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Όμως αυτός με τις έγγραφες εξηγήσεις που έδωσε κατά τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση, αλλά και κατά την απολογία του στον Ανακριτή αρνείται την ως άνω σε βάρος του κατηγορία διατεινόμενος, αφενός μεν ότι ουδέποτε είχε την διαχείριση της εν λόγω αποθήκης, αλλά απλά είχε μόνο την ιδιότητα του αποθηκάριου, αφετέρου δε ότι ουδένα ποσό ιδιοποιήθηκε, αλλά όσα εισέπραξε από τους πελάτες της εγκαλούσας εταιρείας τα απέδωσε άμεσα στο νόμιμο εκπρόσωπό της, Ψ, χωρίς να έχει οποιαδήποτε απόδειξη στην κατοχή του, ισχυρισμούς που προβάλλει και στο επισυναπτόμενο στην υπό κρίση έφεση υπόμνημά του. Όμως τα ανωτέρω αναιρούνται από τα παραστατικά έγγραφα και τις αποδείξεις πληρωμών των προαναφερομένων Τραπεζών που προσκομίζει η εγκαλούσα εταιρεία, από τα οποία προκύπτει ότι τα ανωτέρω ποσά πράγματι ιδιοποιήθηκαν από τον εκκαλούντα, δεδομένου μάλιστα ότι μεγάλο μέρος αυτών κατατέθηκαν σε προσωπικούς λογαριασμούς του, χωρίς ο εκκαλών να προσκομίζει έστω και μια απλή απόδειξη από την οποία να προκύπτει η απόδοσή τους στην εγκαλούσα εταιρεία. Επιπρόσθετα ότι ο εκκαλών είχε αναλάβει εν τοις πράγμασι τη διαχείριση της τελευταίας σε σχέση με τις εργασίες και συναλλαγές της, που ελάμβαναν χώρα στην ως άνω αποθήκη που διατηρούσε αυτή στη ... και δεν ήταν ένας απλός αποθηκάριος, όπως αναληθώς διατείνεται, συνάγεται πέραν των όσων ήδη αναλυτικά εκθέσαμε και από τις ένορκες καταθέσεις, μεταξύ των άλλων μαρτύρων, των: α) Θ β) Ξ και γ) Ζ. Ειδικότερα ο Θ στην από 14/2/2007 κατάθεσή του αναφέρει μεταξύ των άλλων: "...Ο κ. Χ ήταν υπεύθυνος στην αποθήκη στη ... και ο κ. Ψ ήταν διαχειριστής, αλλά δεν ασχολούνταν με την αποθήκη στη ..... Αυτό που γνωρίζω είναι ότι εισπράξεις και πληρωμές έκανε και ο κ. Χ και είχε την αποκλειστική τιμολόγηση των πελατών της εταιρείας που γινόταν από τη ... ..." Ο Ξ στην από 23/2/07 κατάθεσή αναφέρει: "...Ο κ. Χ ήταν υπεύθυνος για τις πάσης φύσεως μεταφορές, πληρωμές και οτιδήποτε θέμα αφορούσε την αποθήκη...Γνωρίζω ότι ο κ. Χ διατηρούσε ατομικούς λογαριασμούς στους οποίους κάποιοι πελάτες κατέθεταν χρήματα. Επίσης εγώ ο ίδιος με την συναίνεση του κ. Χ έκανα κάποιες μεταφορές σε πελάτες και έκοβα τιμολόγια στο όνομα των πελατών αντί της αποθήκης...Με τον τρόπο αυτόν ο Χ λειτουργούσε ανταγωνιστικά μέσα στην ίδια του την εταιρεία...". Τέλος η μάρτυρας, Ζ την 23/2/2007 κατέθεσε μεταξύ των άλλων τα εξής:... "ουσιαστικός διαχειριστής ήταν ο Χ, ο οποίος ήταν και ο αποκλειστικός υπεύθυνος της αποθήκης στη .... Εκεί βρισκόταν όλα τα λογιστικά βιβλία της εταιρείας...". Προσέτι στην ανωτέρω ένορκη κατάθεσή της η εν λόγω μάρτυρας με σαφήνεια εκθέτει ότι κατά τον οικονομικό έλεγχο που διενήργησε στην εγκαλούσα εταιρεία διαπίστωσε ότι το έλλειμμα μεταξύ των αποδείξεων πληρωμής και είσπραξης ανερχόταν στο ως άνω ποσό των 10.000 ευρώ. Ωστόσο θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατόπιν της ίδιας με ημερομηνία 10/4/2004 ως άνω έγκλησης της ως άνω εταιρείας ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου και για τα αδικήματα: α) της απάτης β)της απιστίας γ) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση δ) της ψευδούς καταμήνυσης ε) της συκοφαντικής δυσφήμησης και στ) της ψευδορκίας μάρτυρα, για τα οποία συντάχθηκε το με στοιχεία ΑΒΜΧ 08/103-ΕΓ 152-08/154 κατηγορητήριο και παραπέμφθηκε ο εκκαλών να δικασθεί ενώπιον του ΣΤ' Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για τις πράξεις αυτές, καθόσον, λόγω της φύσεώς τους και ως πλημμελήματα, επίκειτο παραγραφή αυτών. Ήδη με την παρούσα έφεσή του ο εκκαλών προβάλλει την ένσταση εκκρεμοδικίας σε σχέση με τις υπό στοιχεία α και β πράξεις, της απάτης και απιστίας αντίστοιχα, διατεινόμενος ότι τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τις πράξεις αυτές είναι τα αυτά με τα οποία το συμβούλιο Πλημμελειοδικών θεμελίωσε την κατ' αυτού κατηγορία της κακουργηματικής υπεξαίρεσης του άρθρου 375§2 Π.Κ. Επί της ενστάσεως αυτής εκθέτομε τα ακόλουθα: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 36,43 και 57 Κ.Π.Δ., σαφώς συνάγεται ότι η ποινική δίωξη δεν ασκείται όταν υφίστανται δικονομικά κωλύματα μεταξύ των οποίων είναι και η εκκρεμοδικία, δηλαδή αν ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον κάποιου, ως υπαιτίου ορισμένου αδικήματος και δεν περατώθηκε αυτή με αμετάκλητο βούλευμα ή αμετάκλητη δικαστική απόφαση, πράγμα που σημαίνει ότι αν για την αυτή πράξη κατά αυτού προσώπου ασκήθηκαν δύο διαδοχικές ποινικές διώξεις, η δεύτερη από αυτές είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 Κ.Π.Δ. Περαιτέρω κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 57 Κ.Π.Δ. για την ύπαρξη της εκκρεμοδικίας απαιτείται εκτός των άλλων και ταυτότητα της πράξης η οποία υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά της στοιχεία και η προηγούμενη, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού που δόθηκε σε καθεμιά από αυτές (ΑΠ 447/2006 Π.Χ. ΝΣΤ 978, ΑΠ 187/2006 Π.Χ. ΝΣΤ 882, ΑΠ 628/2000 Π.Χ. ΝΔ 23, ΑΠ 2309/03 Π.Χ. ΝΔ 814). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το ανωτέρω κατηγορητήριο, ο εκκαλών φέρεται σε σχέση με την πράξη της απάτης ότι στην ... την 17/7/03 εμφανίσθηκε στους υπαλλήλους της εταιρείας "TELESTET- TIM" ως διαχειριστής της εγκαλούσας εταιρείας με το όνομα Ψ και δήλωσε εν αγνοία του εγκαλούντος τούτου τα πλήρη στοιχεία ταυτότητάς του και υπέβαλε αίτηση σύνδεσης με το εταιρικό πρόγραμμα της ως άνω εταιρείας και με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις έπεισε τους υπαλλήλους της ως άνω εταιρείας ότι τύγχανε ο διαχειριστής της εγκαλούσας και ότι είναι ο Ψ και συμβλήθηκαν μαζί του καταρτίζοντας σχετικές συμβάσεις για χρονικό διάστημα 12 μηνών, συνδέσεις που χρησιμοποίησε για δικές του αποκλειστικά ανάγκες έως την 5/9/2003, οπότε διακόπησαν, βλάπτοντας έτσι την εγκαλούσα με το ποσό των 1040,23 ευρώ, το οποίο δεν κατέβαλε στην ανωτέρω εταιρεία, με συνέπεια η εγκαλούσα να φέρεται ως οφειλέτης του εν λόγω ποσού, η οποία τελικώς υποχρεώθηκε να καταβάλει αυτό με αντίστοιχη ωφέλεια του εκκαλούντος-κατηγορουμένου. Η δε κατηγορία της απιστίας, σύμφωνα πάντα με το ως άνω κατηγορητήριο, συνίσταται στο ότι ο κατηγορούμενος στη ... κατά το από 17/7/2003 έως 5/11/2003 χρονικό διάστημα συνεβλήθη με την εταιρεία "ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΣ Ε.Π.Ε." και ανέβαλε για λογαριασμό της τη φορτοεκφόρτωση και εναπόθεση των εμπορευμάτων της τελευταίας για το ως άνω διάστημα, με τιμή 500 ευρώ το μήνα, ενώ τιμολόγηση για τις παρεχόμενες υπηρεσίες είχε συμφωνηθεί εκ των προτέρων προς όλους τους πελάτες να ανέρχεται στο ποσό των 1643 ευρώ για την αποθήκευση μηνιαίως, πλέον ΦΠΑ 18%, δηλαδή με γνώση του ζημίωσε την περιουσία της εγκαλούσας, καθόσον αυτή έπρεπε να εισπράξει 21.326 ευρώ ως αξία φορτοεκφόρτωσης και συνολικά το ποσό των 22.491 ευρώ. Με βάση όμως τα ανωτέρω εκτεθέντα είναι σαφές ότι δεν υπάρχει εν προκειμένω για την ύπαρξη εκκρεμοδικίας η απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 57§1 Κ.Π.Δ. ταυτότητα της πράξεως, καθόσον καθεμιά από τις πράξεις αυτές, και δη της απάτης , απιστίας και υπεξαίρεσης στηρίζεται σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά και ιστορικά γεγονότα και απαρτίζεται από διαφορετικά στοιχεία, ενώ καθεμιά από αυτές στρέφεται κατά διαφορετικού υλικού αντικειμένου. Συνεπώς δεν συντρέχει εν προκειμένου θέμα εκκρεμοδικίας και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο εν λόγω ισχυρισμός του κατηγορουμένου ως προς την πράξη της υπεξαίρεσης για την οποία κατηγορείται με το προσβαλλόμενο βούλευμα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω που εκθέσαμε θεμελιώνεται κατά την αντικειμενική και υποκειμενική του υπόσταση το έγκλημα της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που του είχαν εμπιστευτεί λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ' εξακολούθηση (άρθρα 26§1α,27§1,98,375§2 εδ.α - 1β Π.Κ.,όπως η παράγρ. 2 αντικατ. με άρθρο 1§9 του Ν. 2408/96) και υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του κατηγορουμένου για την πράξη αυτή και κατά συνέπεια η υπό κρίση έφεσή του θα πρέπει, κατά την άποψή μας, να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα ύψους 220 ευρώ στον εκκαλούντα. Όσον αφορά δε το αίτημα του κατηγορουμένου που διαλαμβάνεται στη σχετική έκθεση εφέσεώς του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Συμβούλιό Σας προς παροχή διασαφήσεως και προφορική ανάπτυξη των ισχυρισμών του εκθέτω τα εξής: Κατά το άρθρο 309§2 εδ. α έως και ε Κ.Π.Δ. το Συμβούλιο είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή των διαδίκων με την παρουσία του Εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Μπορεί ακόμη να επιτρέψει και στους συνηγόρους την προφορική ανάπτυξη της υπόθεσης. Το Συμβούλιο μπορεί να προβεί στις προηγούμενες ενέργειες και αυτεπαγγέλτως. Τότε μόνο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Το παραπάνω δικαίωμα της αυτοπρόσωπης εμφάνισης των διαδίκων στο Συμβούλιο για να αναπτύξουν τις απόψεις τους, που προβλέπεται από την ανωτέρω διάταξη και επί πλέον, κατοχυρώνεται με το άρθρο 20 του Συντάγματος είναι προφανές ότι αποβλέπει στη διεξοδική διατύπωση των απόψεών τους για τα νομικά και πραγματικά ζητήματα της υποθέσεως. Αν όμως οι απόψεις και οι ισχυρισμοί τους εκτίθενται διεξοδικά και αναλυτικά είτε στις καταθέσεις είτε στις απολογίες είτε στα υποβληθέντα από αυτούς υπομνήματα, τότε το Συμβούλιο μπορεί να κρίνει μη αναγκαία την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους και παρεπόμενα να αποφασίσει την απόρριψη της αίτησης των διαδίκων (Α.Π. 1104/95 ΠΧ ΜΣΤ 244, Α.Π. 1134/94 Π.Χ. ΜΔ 959, Α.Π. 491/81 ΠΧ ΛΑ 700). Στην προκειμένη περίπτωση το αίτημα του κατηγορούμενου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Σας προς παροχή διευκρινίσεων και προφορική ανάπτυξη των ισχυρισμών του είναι μεν νόμιμο, κατά τα άρθρα 309§2 και 318 Κ.Π.Δ., πλην όμως πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία, καθόσον ο εκκαλών με την απολογία το απολογητικό υπόμνημα και τις έγγραφες εξηγήσεις του, καθώς και το ενσωματωμένο στην έκθεση εφέσεως υπόμνημά του, αναπτύσσει διεξοδικά και με πληρότητα τους ισχυρισμούς και τις απόψεις του, ώστε να μην συντρέχει λόγος να επαναλάβει αυτούς και προφορικά ενώπιόν Σας. VII) Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που εδέχθη και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου (υπ' αρ. 805/2009) βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, καθώς και το αίτημα αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιον του συμβουλίου με την παραδεκτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση (Α.Π. 1151/2006 Π.Χρ. ΝΖ/33, Α.Π. 1071/2005 Π.Χρ. ΝΣΤ/134), διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προκαταρκτική εξέταση και κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρ.375§§1+2α Π.Κ. σε συνδυασμό με αρ. 98 ιδίου κώδικα τις οποίες ορθώς ερμήνευσε, εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Επίσης με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (αρ. 93§3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ.) απέρριψε το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου ενώπιον του συμβουλίου γενομένου δεκτού ότι με την απολογία του, το απολογητικό του υπόμνημα, τις έγγραφες εξηγήσεις καθώς το ενσωματωμένο στην έφεση υπόμνημά του, ανέπτυξε διεξοδικά και με πληρότητα τους ισχυρισμούς και τις απόψεις του ώστε να μην συντρέχει λόγος να επαναλάβει αυτούς προφορικά ενώπιον του συμβουλίου. Συνεπώς δεν υφίσταται ακυρότητα κατ' αρ. 171§1δ-484§1α Κ.Π.Δ. ούτε παραβίαση του αρ. 6 της ΕΣΔΑ διότι η παρουσία του εισαγγελέως στο συμβούλιο και η εκ μέρους του ανάπτυξη της προτάσεώς του δεν δημιουργεί εξ αυτού και μόνο υποχρέωση του συμβουλίου να επιτρέψει στον κατηγορούμενο την παράσταση ενώπιόν του, διότι ο εισαγγελέας ενεργεί ως δικαστικός λειτουργός και όχι ως ιδιώτης-διάδικος (Α.Π. 2125/2002 Π.Χρ. ΝΓ/134). Περαιτέρω ως προς τον β' προβαλλόμενο λόγο (ως εις παράγραφο ΙΙΙ της παρούσας εκτίθεται) το δικαστικό συμβούλιο αφού αναφέρει τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα έπειτα από κρισιολόγησή τους κάνει σαφή αναφορά στα πραγματικά περιστατικά: προσδιορίζει τον χρόνο τελέσεως κατ' εξακολούθηση της πράξης (από 2-1-2003 έως 19-11-2003) ότι εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα ως εν τοις πράγμασι διαχειριστής της εγκαλούσας εταιρείας (Α.Π. 46/98 Π.Χρ. ΜΗ/758, Α.Π. 1371/2007 Π.Χρ. ΝΗ/413, Α.Π. 793/2004 Π.Χρ. ΝΕ/309) αν και εισέπραξε τα διεξοδικώς αναφερόμενα ποσά για λογαριασμό της εταιρείας τα ενσωμάτωσε στην περιουσία του και τα ιδιοποιήθηκε με πρόθεση. Προσδιορίζει ότι το συνολικό ποσό ανήρχετο σε 13.244,89 ευρώ που ήταν (κατά την κρίση του) ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Η αναφορά σε αποσπάσματα καταθέσεων δεν έχει την έννοια ότι ελήφθησαν υπόψη αποσπασματικώς, αλλά τουναντίον προκύπτει ότι ελήφθησαν εν τω συνόλω και συνεξετιμήθησαν με όλα τα αποδεικτικά μέσα, η δε παράθεση αποσπασμάτων, είναι σαφές ότι εγένετο προς επίρρωση των κρίσεων του συμβουλίου. Επίσης το προσβαλλόμενο βούλευμα (καίτοι δεν προτείνεται ως αυτοτελής λόγος) με ειδικές σκέψεις (φύλλα 8 και 9) αντέκρουσε τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί εκκρεμοδικίας δεχθέν ότι δεν υφίστατο ταυτότης πράξεων σχετικά με αυτές που είχε δικασθεί ενώπιον του ΣΤ' Τριμ. Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Τέλος είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός που προβάλλεται με την αναίρεση ότι η εισαγγελική πρόταση παραπέμπει στο πρωτόδικο βούλευμα. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αναίρεση θα πρέπει να απορριφθεί και επιβληθούν τα εκ 220 ευρώ (αρ. 583§1 Κ.Π.Δ.)δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. VIII) Για τους λόγους αυτούς Προτείνω 1) Να απορριφθεί η υπ' αρ. 176/24-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά του υπ' αρ. 1359/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) Να επιβληθούν τα εκ 220 ευρώ δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος . Αθήνα 21-1-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΡούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης". Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 24-9-2009 και υπ' αριθμ. 176/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατά του υπ' αριθμ. 1359/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Σύμφωνα με το αρ. 375 παρ. 1 Π.Κ. "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα 73.000 ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, απαιτείται αντικειμενικώς μεν ιδιοποίηση, χωρίς δικαίωμα, ξένου (ολικά ή μερικά), κινητού πράγματος που περιήλθε στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη, που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει, καθώς και τη θέληση του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής. Περαιτέρω, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ.1 στ. δ' του, ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τι αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1359/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε, κατά την αναιρετική επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του, ότι: "Στη ... κατά το χρονικό διάστημα από 2/1/2003 έως 19/11/2003 με πολλές πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του ως εν τοις πράγμασι διαχειριστής της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "ATHENS LOGISTICS-ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", ενεργώντας με πρόθεση, αν και εισέπραξε για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας το ποσό των 32.550,14 ευρώ και πραγματοποίησε αντίστοιχες πληρωμές συνολικού ποσού 22.536,53 ευρώ, ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντας στην περιουσία του, το ποσό των 10.013,61 ευρώ, που αποτελούσε τη διαφορά των ως άνω συναλλαγών και το οποίο δεν απέδωσε, ως όφειλε, στο ταμείο της εταιρείας, επιπροσθέτως δε, κατά τους εν συνεχεία αναφερόμενους χρόνους ιδιοποιήθηκε παράνομα και το συνολικό ποσό των 3.231,28 ευρώ που εισέπραξε από διαφόρους πελάτες της εγκαλούσης εταιρείας για εργασίες που αυτή πραγματοποίησε, ειδικότερα δε ιδιοποιήθηκε παράνομα: 1) Το ποσό των 1.900 ευρώ που τμηματικά εισέπραξε από την εταιρεία DELTA TRANSPORT SERVISES και δη την 17/9/03 500 ευρώ, την 26/9/03 500 ευρώ και την 14/10/03 900 ευρώ που κατατέθηκαν με αντίστοιχα εμβάσματα στο με αριθμό ... λογαριασμό, που τηρούσε στην ΕΤΕ. 2) Στις 24/9/03 κ' 29/9/03 το ποσό των 1.000 ευρώ που κατατέθηκαν με δύο εμβάσματα στο με αριθ. ... ατομικό του λογαριασμό στην ALPHA BANK από την εταιρεία FORTRANS ΕΠΕ. 3) Το ποσό των 230,98 ευρώ που κατατέθηκε την 17/1/2003 στον ως άνω λογαριασμό που τηρούσε στην ΕΤΕ από την εταιρεία TRIAENA INTIL CARGO SA και 4) Το ποσό των 100,30 ευρώ που κατατέθηκε την 5/9/2003 στον ως άνω λογαριασμό του που τηρούσε στην ALPHA BANK, από τον ..., δηλαδή ιδιοποιήθηκε το ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας συνολικό ποσό των 13.244,89 ευρώ. Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο εκκαλών άσκησε ο ίδιος προσωπικά την 27/3/2003 την υπό κρίση έφεσή του ζητώντας τη μεταρρύθμιση του εκκαλουμένου βουλεύματος και την καθ' ολοκληρία απαλλαγή του με την αιτιολογία ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθώς τα πραγματικά περιστατικά και έτσι τον παρέπεμψε στο ακροατήριο, ενώ έπρεπε από τα στοιχεία της δικογραφία να τον απαλλάξει για την ανωτέρω κατηγορία. Η ανωτέρω έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον ίδιο τον εκκαλούντα την 27/3/2009, αφού ασκήθηκε αυτή προ πάσης επιδόσεως, διότι η επίδοση σ' αυτόν έλαβε χώρα την 31/3/2009 με θυροκόλληση και στον αντίκλητο την 20/3/2009, θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι, αφενός μεν δεν απαγορεύεται στον κατηγορούμενο να ασκήσει ένδικο μέσον κατά βουλεύματος και πριν γίνει σ' αυτόν η επίδοσή του (ΑΠ 1330/97 ΠΧ ΛΗ σελ. 96 και αφετέρου δεν επηρρεάζεται το κύρος της επιδόσεως, όταν το εκκαλούμενο βούλευμα επιδόθηκε πρώτα στον αντίκλητο δικηγόρο του εκκαλούντος κατηγορουμένου και στη συνέχεια δια θυροκολλήσεως στον ίδιο (ΑΠ 2185/2008). Προσέτι δε η εν λόγω έφεση έχει ασκηθεί και παραδεκτά, δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος-εκκαλών παραπέμπεται στο ακροατήριο για κακούργημα και επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία. Από τη διάταξη του άρθρου 375§1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται: α)παράνομη ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος που έχει περιέλθει στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε τρόπο β) το πράγμα να είναι ξένο, δηλαδή να βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται από τον Αστικό Κώδικα. Τέτοια περίπτωση αποτελούν και τα χρήματα, που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου ή από τον κύριο τούτων για ορισμένο σκοπό. Η ιδιοποίηση θεωρείται παράνομη όταν γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή όταν ο δράστης κατακρατεί το κινητό πράγμα και το ιδιοποιείται χωρίς δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το νόμο και με δόλια προαίρεση να το κάνει δικό του (ΑΠ 113/2005 ΠΧ ΝΕ 907, ΑΠ 830/04 ΠΧ ΝΕ 318, ΑΠ 183/02 ΠΧ ΝΒ 895, ΑΠ 733/01 ΠΧ ΝΒ 299, ΑΠ 1645/04 ΠΧ ΝΔ 605). Η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, σύμφωνα με το άρθρο 375 §2α ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 1§9 του Ν. 2408/96, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω μιας από τις περιοριστικά αναφερόμενες ιδιότητες του δράστη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Ο δράστης της κακουργηματικής υπεξαίρεσης έχει την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, όταν ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά και νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα και δυνατότητα ανάπτυξης πρωτοβουλίας ως και λήψεων αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού, αρυόμενος όλα αυτά είτε από το νόμο είτα από τη σύμβαση (ΑΠ 1600/04 ΠΧ ΝΕ 645, ΑΠ 182/02 ΠΧ ΝΒ 895, ΑΠ 278/02 ΠΧ ΝΒ 918, ΑΠ 733/01 ΠΧ ΝΒ 228). Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 98 ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14§1 του Ν. 2721/99, στο αδίκημα της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν και μεγάλη) ή, για τον ποινικό χαρακτηρισμό της πράξης ως κακουργήματος ή πλημμελήματος λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 1579/02 ΠΧ ΝΓ 544, ΑΠ 5/2004 ΠΧ ΝΔ 397, ΑΠ 492/2003 ΠΧ ΝΔ 41, ΑΠ 1317/01 ΠΧ ΙΝΑ 135). Στην προκειμένη περίπτωση από τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά την προκαταρκτική εξέταση και τη νομίμως περατωθείσα, κυρία ανάκριση και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τις έγγραφες εξηγήσεις του κατηγορουμένου και τα υπομνήματα αυτού, καθώς και τις ανωμοτί καταθέσεις του νομίμου εκπροσώπου της πολιτικώς ενάγουσας και το περιεχόμενο της μήνυσής της, καθώς και τα έγγραφα προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του υπ' αριθ. ... καταστατικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιά, Αγγελικής Παπαγεωργαντά-Τσακαλή, το οποίο καταχωρήθηκε και δημοσιεύθηκε νομίμως στις 24/7/2001 στο οικείο τεύχος Ανωνύμων εταιρειών και ΕΠΕ της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (με αριθμό ΦΕΚ 6483/25-7-01), συστήθηκε μεταξύ του Ψ και του εκκαλούντος εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΤHENS LOGISTICS ΕΠΕ".Σκοπός της εταιρείας αυτής υπήρξε μεταξύ των άλλων, η διενέργεια κάθε είδους μεταφορών χερσαίων θαλάσσιων και αεροπορικών στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, η διανομή, αποθήκευση μετά ή άνευ αποταμιεύσεως, μεταφορά, ασφάλιση, συσκευασία, ανασυσκευασία και γενικά υπηρεσίες λογιστικής, καθώς και η διενέργεια εισπράξεων για λογαριασμό πελατών σε σχέση με τα ανωτέρω. Έδρα της εταιρείας αυτής ορίσθηκε ο Δήμος ...(οδός ...), ενώ διαχειριστής της ορίσθηκε ο Ψ, ο οποίος δια της υπογραφής του δέσμευε την εταιρεία. Στη συνέχεια οι ανωτέρω στα πλαίσια της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας και προς επίτευξη του σκοπού της εταιρείας τους μίσθωσαν την 29/6/2001 ένα κτίριο επιφανείας 1.500 τ.μ., κτισμένου εντός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 7.500 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... ή ... στη ..., όπου πραγματοποιούσαν τις αποθηκεύσεις κλπ των εμπορευμάτων των πελατών τους, στο χώρο δε αυτό δραστηριοποιείτο αποκλειστικά κ' ουσιαστικά η ανωτέρω επιχείρησή τους. Ωστόσο από την σύσταση ακόμη της εταιρείας "ΑTHENS LOGISTICS ΕΠΕ" συμφωνήθηκε μεταξύ των ως άνω εταίρων της ο κατηγορούμενος να αναλάβει τον εμπορικό τομέα αυτής και για το λόγο αυτό να εγκατασταθεί στο προαναφερόμενο ακίνητο-αποθήκη, όπου θα πραγματοποιούσε όλες τις απαραίτητες εμπορικές συναλλαγές, δηλαδή θα κατάρτιζε συμφωνίες με πελάτες, θα εξέδιδε τα απαραίτητα παραστατικά-τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, θα διενεργούσε εισπράξεις και πληρωμές για λογαριασμό της εταιρείας. Έτσι βάσει της προφορικής αυτής συμφωνίας ο κατηγορούμενος θα ασκούσε όχι απλώς υλικές, αλλά και νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως της εταιρείας και δυνατότητα ανάπτυξης πρωτοβουλίας, δηλαδή ανατέθηκε σ' αυτόν εν τοις πράγμασι διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων. Όμως στην πορεία άρχισαν να διαφαίνονται οικονομικά προβλήματα τα οποία ο ως άνω διαχειριστής της εταιρείας, Ψ, δεν μπορούσε να δικαιολογήσει. Αρχικά ο τελευταίος θεωρούσε ότι η οικονομική εικόνα που παρουσίαζε η εταιρεία ήταν φυσική για μια νέα επιχείρηση, η οποία ξεκινούσε τις εργασίες της. πλην όμως αργότερα η εξακολούθηση της ίδιας οικονομικής κατάστασης, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε προσήλθε να αποδώσει ταμείο και να τον ενημερώσει για την εν τοις πράγμασι διαχείρισή του, αλλά και διάφορα παράπονα πελατών της εταιρείας για την απώλεια των εμπορευμάτων τους, οδήγησαν τον Ψ να διορίσει, δυνάμει του με αριθμό 765/5-11-03 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Χαϊδαρίου, Μαρίας Σταματελοπούλου, ως ειδική πληρεξουσία, αντιπρόσωπο και αντίκλητό του την Ζ. Έτσι περί τα μέσα του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2003 η ως άνω εντολοδόχος εγκαταστάθηκε κατ' εντολή του στην ως άνω αποθήκη, προκειμένου να πραγματοποιεί έλεγχο στις εργασίες της επιχείρησης, οπότε και άρχισε σταδιακά να ανακαλύπτεται η παράνομη δραστηριότητα του κατηγορουμένου. Έτσι από τον έλεγχο που διενεργήθηκε διαπιστώθηκε ότι ο τελευταίος κατά τη διάρκεια άσκησης των ανωτέρω διαχειριστικών του καθηκόντων και συγκεκριμένα κατά το από 2/1/2003 έως 19/11/2003 χρονικό διάστημα, αν και εισέπραξε για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας το ποσό των 32.550 ευρώ και πραγματοποίησε πληρωμές συνολικού ποσού 22.536,53 ευρώ, ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 10.013,61 ευρώ που αποτελούσε τη διαφορά των ανωτέρω συναλλαγών, ενσωματώνοντας αυτό στην περιουσία του και μη αποδίδοντας αυτό, όπως είχε υποχρέωση, στην ως άνω εταιρεία. Πέραν του ποσού αυτού ο εκκαλών εκμεταλλευόμενος την απουσία του εκπροσώπου της εταιρείας, Ψ, και την εμπιστοσύνη, που ο τελευταίος είχε επιδείξει προς αυτόν, ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 3.231,28 ευρώ που εισέπραξε από διάφορους πελάτες της εταιρείας για εργασίες που αυτή πραγματοποίησε, ποσό που, όπως προέκυψε κατατέθηκε καθ' υπόδειξή του σε ατομικούς του λογαριασμούς. Ειδικότερα με τον ανωτέρω τρόπο ιδιοποιήθηκε παράνομα τα παρακάτω ποσά: 1) Το ποσό των 1.900 ευρώ που εισέπραξε τμηματικά από την εταιρεία DELTA TRANSPORT SERVISES και συγκεκριμένα:α) την 17/9/03 το ποσό των 500 ευρώ β) την 26/9/03 το ποσό των 500 ευρώ και γ) την 14/10/03 το ποσό των 900 ευρώ που κατατέθηκαν με αντίστοιχα εμβάσματα στο με αριθμό ... λογαριασμό, που τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος. 2) Το ποσό των 1.000 ευρώ με δύο εμβάσματα των 500 ευρώ έκαστο, στις 24/9/2003 και 29/9/2003 αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο με αριθ. ... ατομικό του λογαριασμό του στην ALPHA BANK από την εταιρεία FORTRANS ΕΠΕ. 3) Το ποσό των 230,98 ευρώ που κατατέθηκε την 17/1/2003 στο με αριθμό ... λογαριασμό που τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος από την εταιρεία "TRIAENA INTIL CARGO SA" και 4) Το ποσό των 100,30 ευρώ που κατατέθηκε την 5/9/2003 στο με αριθμό ... λογαριασμό του που τηρούσε στην ALPHA BANK από τον .... Έτσι λοιπόν ο κατηγορούμενος με τις ανωτέρω ενέργειες του ιδιοποιήθηκε κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των 13.244,89 ευρώ, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Όμως αυτός με τις έγγραφες εξηγήσεις που έδωσε κατά τη διενεργηθείσα προανακριτική εξέταση, αλλά και κατά την απολογία του στον Ανακριτή αρνείται την ως άνω σε βάρος του κατηγορία διατεινόμενος, αφενός μεν ότι ουδέποτε είχε την διαχείριση της εν λόγω αποθήκης, αλλά απλά είχε μόνον την ιδιότητα του αποθηκάριου, αφετέρου δε ότι ουδένα ποσό ιδιοποιήθηκε, αλλά όσα εισέπραξε από τους πελάτες της εγκαλούσας εταιρείας τα απέδωσε άμεσα στο νόμιμο εκπρόσωπό της, Ψ, χωρίς να έχει οποιαδήποτε απόδειξη στην κατοχή του, ισχυρισμούς που προβάλλει και στο επισυναπτόμενο στην υπό κρίση έφεση υπόμνημά του. Όμως τα ανωτέρω αναιρούνται από τα παραστατικά έγγραφα και τις αποδείξεις πληρωμών των προαναφερομένων Τραπεζών που προσκομίζει η εγκαλούσα εταιρεία, από τα οποία προκύπτει ότι τα ανωτέρω ποσά πράγματι ιδιοποιήθηκαν από τον εκκαλούντα, δεδομένου μάλιστα ότι μεγάλο μέρος αυτών κατατέθηκαν σε προσωπικούς λογαριασμούς του, χωρίς ο εκκαλών να προσκομίζει έστω και μια απλή απόδειξη από την οποία να προκύπτει η απόδοσή τους εγκαλούσα εταιρεία. Επιπρόσθετα ότι ο εκκαλών είχε αναλάβει εν τοις πράγμασι τη διαχείριση της τελευταίας σε σχέση με τις εργασίες και συναλλαγές της, που ελάμβαναν χώρα στην ως άνω αποθήκη που διατηρούσε αυτή στη ... και δεν ήταν ένας απλός αποθηκάριος, όπως αναληθές διατείνεται, συνάγεται πέραν των όσω ήδη αναλυτική εκθέσαμε και από τις ένορκες καταθέσεις, μεταξύ των άλλων μαρτύρων, των : α) Θ β) Ξ και γ) Ζ. Ειδικότερα ο Θ στην από 14/2/2007 κατάθεσή του αναφέρει μεταξύ των άλλων: "....... Ο κ. Χ ήταν υπεύθυνος στην αποθήκη στη ... και ο κ. Ψ ήταν διαχειριστής, αλλά δεν ασχολούνταν με την αποθήκη στη ... ....Αυτό που γνωρίζω είναι ότι εισπράξεις και πληρωμές έκανε και ο κ. Χ και είχε την αποκλειστική τιμολόγηση των πελατών της εταιρείας που γινόταν από τη ... ....". Ο Ξ στην από 23/2/07 κατάθεσή του αναφέρει : ".... Ο κ. Χ ήταν υπεύθυνος για τις πάσης φύσεως μεταφορές, πληρωμές και οτιδήποτε θέμα αφορούσε την αποθήκη....Γνωρίζω ότι ο κ. Χ διατηρούσε ατομικούς λογαριασμούς στους οποίους κάποιοι πελάτες κατέθεταν χρήματα. Επίσης εγώ ο ίδιος με τη συναίνεση του κ. Χ έκανα κάποιες μεταφορές σε πελάτες και έκοβα τιμολόγια στο όνομα των πελατών αντί της αποθήκης.... Με τον ίδιο τρόπο αυτόν ο Χ λειτουργούσε ανταγωνιστικά μέσα στην ίδια του την εταιρεία....". Τέλος η μάρτυρας, Ζ την 23/2/2007 κατέθεσε μεταξύ των άλλων τα εξής: "....ουσιαστικός διαχειριστής ήταν ο Χ, ο οποίος ήταν και ο αποκλειστικός υπεύθυνος της αποθήκης στη .... Εκεί βρισκόταν όλα τα λογιστικά βιβλία της εταιρείας...". Προσέτι στην ανωτέρω ένορκη κατάθεσή της εν λόγων μάρτυρας με σαφήνεια εκθέτει ότι κατά τον οικονομικό έλεγχο που διενήργησε στην εγκαλούσα εταιρεία διαπίστωσε ότι το έλλειμα μεταξύ των αποδείξεων πληρωμής και είσπραξής ανερχόταν στο ως άνω ποσό των 10.000 ευρώ. Ωστόσο θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατόπιν της ίδιας με ημερομηνία 10/4/2004 ως άνω έγκλησης της ως άνω εταιρείας ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου και για τα αδικήματα:α) της απάτης β) της απιστίας γ) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση δ) της ψευδούς καταμήνυσης ε) της συκοφαντικής δυσφήμησης και στ) της ψευδορκίας μάρτυρα για τα οποία συντάχθηκε το με στοιχείο ΑΒΜ χο 8/103-ΕΓ 152-08/154 κατηγορητήριο και παραπέμφθηκε ο εκκαλών να δικασθεί ενώπιον του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για τις πράξεις αυτές, καθόσον, λόγω της φύσεώς τους ως πλημμελήματα, επίκειτο παραγραφή αυτών. Ήδη με την παρούσα έφεσή του ο εκκαλών προβάλλει την ένσταση εκκρεμοδικίας σε σχέση με τις υπό στοιχείο α και β πράξεις, της απάτης και απιστίας αντίστοιχα, διατεινόμενος ότι τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τις πράξεις αυτές είναι τα αυτά με τα οποία το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών θεμελίωσε την κατ' αυτού κατηγορία της κακουργηματικής υπεξαίρεσης του άρθρου 375§2 ΠΚ. Επί της ενστάσεως αυτής εκθέτομε τα ακόλουθα: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 36, 43ζ' 57 ΚΠΔ, σαφώς συνάγεται ότι η ποινική δίωξη δεν ασκείται όταν υφίστανται δικονομικά κωλύματα μεταξύ των οποίων είναι και η εκκρεμοδικία, δηλαδή αν ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον κάποιου, ως υπαιτίου ορισμένου αδικήματος και δεν περατώθηκε αυτή με αμετάκλητο βούλευμα ή αμετάκλητη δικαστική απόφαση, πράγμα που σημαίνει ότι αν για την αυτή πράξη κατά του αυτού προσώπου ασκήθηκαν δύο διαδοχικές ποινικές διώξεις, η δεύτερη από αυτές είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 ΚΠΔ. Περαιτέρω κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 57 ΚΠΔ για την ύπαρξη της εκκρεμοδικίας απαιτείται εκτός των άλλων και ταυτότητα της πράξης η οποία υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά της στοιχεία και η προηγούμενη, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού που δόθηκε σε καθεμιά από αυτές (ΑΠ 447/2006 ΠΧ ΝΣΤ 978, ΑΠ 187/2006 ΠΧ ΝΣΤ 882, ΑΠ 628/2000 ΠΧ ΝΔ 23, ΑΠ 2309/03 ΠΧ ΝΔ 814). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το ανωτέρω κατηγορητήριο, ο εκκαλών φέρεται σε σχέση με την πράξη της απάτης ότι στην ... την 17/7/03 εμφανίσθηκε στους υπαλλήλους της εταιρείας "TELESTET-TIM" ως διαχειριστής της εγκαλούσας εταιρείας, με το όνομα Ψ και δήλωσε εν αγνοία του εγκαλούντος τούτου τα πλήρη στοιχεία ταυτότητάς τους και υπέβαλε αίτηση σύνδεσης με το εταιρικό πρόγραμμα της ως άνω εταιρείας κ' με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις έπεισε τους υπαλλήλους της ως άνω εταιρείας ότι τύγχανε ο διαχειριστής της εγκαλούσας και ότι είναι ο Ψ και συμβλήθηκαν μαζί του καταρτίζοντας σχετικές συμβάσεις για χρονικό διάστημα 12 μηνών, συνδέσεις που χρησιμοποίησε για δικές του αποκλειστικά ανάγκες έως την 5/9/2003, οπότε διακόπησαν, βλάπτοντας έτσι την εγκαλούσα με το ποσό των 1040,23 ευρώ, το οποίο δεν κατέβαλε στην ανωτέρω εταιρεία, με συνέπεια η εγκαλούσα να φέρεται ως οφειλέτης του εν λόγων ποσού, η οποία τελικώς υποχρεώθηκε να καταβάλει αυτό με αντίστοιχη ωφέλεια του εκκαλούντος-κατηγορουμένου. Η δε κατηγορία της απιστίας, σύμφωνα πάντα με το ως άνω κατηγορητήριο, συνίσταται στο ότι ο κατηγορούμενος στη ... κατά το από 17/7/2003 έως 5/11/2003 χρονικό διάστημα συνεβλήθη με την εταιρεία "ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΣ ΕΠΕ" κ' ανέλαβε για λογαριασμό της τη φορτοεκφόρτωση και εναπόθεση των εμπορευμάτων της τελευταίας, για το ως άνω διάστημα, με τιμή 500 ευρώ το μήνα, ενώ η τιμολόγηση για τις παρεχόμενες υπηρεσίες είχε συμφωνηθεί εκ των προτέρων προς όλους τους πελάτες να ανέρχεται στο ποσό των 1643 ευρώ για την αποθήκευση μηνιαίως, πλέον ΦΠΑ 18%, δηλαδή με γνώση του ζημίωσε την περιουσία της εγκαλούσας, καθόσον αυτή έπρεπε να εισπράξει 21.323 ευρώ ως αξία φορτοεκφόρτωσης και συνολικά το ποσό των 22.491 ευρώ. Με βάση όμως τα ανωτέρω εκτεθέντα είναι σαφές ότι δεν υπάρχει εν προκειμένω για τη ύπαρξη εκκρεμοδικίας η απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 57§1 ΚΠΔ ταυτότητα της πράξεως, καθόσον καθεμιά από τις πράξεις αυτές και δη της απάτης, απιστίας και υπεξαίρεσης στηρίζεται σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά και ιστορικά γεγονότα και απαρτίζεται από διαφορετικά, στοιχεία, ενώ καθεμιά από αυτές στρέφεται κατά διαφορετικού υλικού αντικειμένου. Συνεπώς δεν συντρέχει εν προκειμένου θέμα εκκρεμοδικίας και ως εκ τούτου αβάσιμος ο εν λόγω ισχυρισμός του κατηγορουμένου ως προς την πράξη της υπεξαίρεσης για την οποία κατηγορείται με το προσβαλλόμενο βούλευμα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω που εκθέσαμε θεμελιώνεται κατά την αντικειμενική και υποκειμενική του υπόσταση το έγκλημα της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που του είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ' εξακολούθηση (άρθρα 26§1 α, 27§1, 98, 375§2 εδ. α-1β ΠΚ, όπως η παράγρ. 2 αντικατ. με άρθρο 1§9 του Ν. 2408/96) και υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του κατηγορουμένου για την πράξη αυτή και κατά συνέπεια η υπό κρίση έφεση του θα πρέπει, κατά την άποψή μας, να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα ύψους 220 ευρώ στον εγκαλούντα". Με βάση της παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική αναφορά του στην αντίστοιχη πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών που έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για παραπομπή του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης της κακουργηματικής υπεξαίρεσης. Ακολούθως το ως άνω κρίνοντας ορθά με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ότι δεν συντρέχει στην κρινόμενη υπόθεση περίπτωση εκκρεμοδικίας (βλ. σελ. 15-19 προσβαλλόμενου βουλεύματος) απέρριψε ως αβάσιμη τη σχετική ένσταση του εκκαλούντος και το σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτόδικου υπ' αριθμ. 805/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο του προαναφερομένου Δικαστηρίου, για να δικασθεί για την ως άνω αξιόποινη πράξη. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προκαταρκτική εξέταση και την ανάκριση και από τα οποία συνήγαγε την αναιρετική ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ως άνω εγκλήματος, μνημονεύει δε τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και πείστηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, παραθέτει δε τέλος τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 98 και 375 παρ. 1 β και 2 εδ. α του ΠΚ, τις οποίες στη συγκεκριμένη περίπτωση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να περάσει έτσι το βούλευμα από νόμιμη βάση. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα με τις πιο πάνω παραδοχές του διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ότι η αποδιδόμενη πράξη στον αναιρεσείοντα είναι κακούργημα λόγω του ότι το αντικείμενο που φέρεται ότι υπεξαίρεση αυτός με πολλές κατ' εξακολούθηση πράξεις είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (13.244.99 ευρώ), και τις ιδιότητες αυτού ως διαχειριστή της παθούσας -εγκαλούσας εταιρίας με την επωνυμία "ATHENS LOGISTICS-ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", το ότι δε επισημαίνει με έμφαση ορισμένες μαρτυρικές καταθέσεις δεν σημαίνει ότι δεν έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο που το εξέδωσε τις λοιπές, ούτε τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Πρέπει να αναφερθεί ότι ο αναιρεσείων επικαλούμενος την μη λήψη υπόψη από το Συμβούλιο Εφετών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα της υπ' αριθμ. 7482/2009 αμετάκλητης ήδη αθωωτικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ουδόλως προσδιορίζει εάν με αυτή κρίθηκαν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο βούλευμα, οπότε το Συμβούλιο θα είχε υποχρέωση να την αξιολογήσει ιδιαίτερα. Επομένως ο από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, που διαλαμβάνει τις αντίθετες προς τα παραπάνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και με τον οποίο προσάπτεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο ως άνω λόγος δε, κατά το μέρος που επιχειρείται η αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικά αποδίδεται σφάλμα στο Συμβούλιο Εφετών περί την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ως προς αυτά η κρίση του Συμβουλίου είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Εξάλλου με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή καθ' ολοκληρίαν αναφορά στην περιέχουσα ως προς το ζήτημα αυτό πλήρη αιτιολογία εισαγγελική πρόταση, που έχει κατά λέξη "....ο εκκαλών με την απολογία του, το απολογητικό υπόμνημα και τις έγγραφες εξηγήσεις του, καθώς και το ενσωματωμένο στην έκθεση εφέσεως υπόμνημά του, αναπτύσσει διεξοδικά και με πληρότητα τους ισχυρισμούς και τις απόψεις του, ώστε να μη συντρέχει λόγος να επαναλάβει αυτούς και προφορικά ενώπιόν σας", απέρριψε το αίτημα του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου. Γι' αυτό και ως προς το ζήτημα αυτό η σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη και απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α ΚΠΔ σχετικός λόγος αναίρεσης. Εξάλλου ο ισχυρισμός τους αναιρεσείοντος περί παραβάσεως των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 5 και 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα ανθρώπινα Δικαιώματα (ν.δ 53/1974), με την μη παραδοχή του αιτήματός του για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου των Εφετών είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον ο αναιρεσείων και τότε εκκαλών δεν επικαλείτο ποία περιστατικά έπρεπε να διευκρινισθούν με την εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου και παρέμειναν αδιευκρίνιστα και τα υπομνήματά του και ότι αυτός μπορούσε να λάβει γνώση της Εισαγγελικής προτάσεως και στη συνέχει να συμφωνήσει ή διαφωνήσει με αυτήν με την υποβολή υπομνήματός του. Τούτο άλλωστε συνέβη με την αντίστοιχη Εισαγγελική πρόταση προς το Συμβούλιο αυτό (βλ. τη σχετική από 27-2-2010 σημείωση στην αρχή της υπ' αρ. πρωτοκόλλου 1378/2009 Εισαγγελικής πρότασης προς το Συμβούλιο αυτό), χωρίς να στερηθεί έτσι οιουδήποτε υπερασπιστικού δικαιώματός του και να προβάλλει παραδεκτά τους ισχυρισμούς και τις αντιρρήσεις του επί της αποδιδόμενης σ'αυτόν κατηγορίας. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24-9-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1359/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2010 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα για κακουργηματική υπεξαίρεση. Απόρριψη έφεσης κατ' αυτού ως και αιτήματος αυτοπρόσωπης εμφάνισης εκκαλούντος ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών. Αίτηση αναίρεσης κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών για έλλειψη αιτιολογίας και απόλυτη ακυρότητα για απόρριψη του αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου. Απόρριψη αμφοτέρων των λόγων της αίτησης αναίρεσης ως αβασίμων και της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Υπεξαίρεση.
0
Αριθμός 1273/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων: 1)Χ1, 2)Χ2 και 3)Χ3, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μαρκούλη, περί αναιρέσεως της 3752/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσ/νίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Νοεμβρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως και στους από 24 Μαρτίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1760/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσείοντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Επειδή, κατα το άρθρο 171 παρ. 1 εδαφ. α`του ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` του ίδιου Κώδικα, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 14 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα ο δικαστής, ο οποίος έχει συμπράξει στην έκδοση αποφάσεως, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση ή αναίρεση, αποκλείεται να δικάσει στις δύο τελευταίες περιπτώσεις. Εκ τούτου παρέπεται ότι η συμμετοχή στη σύνθεση του δικάζοντος κατ έφεση δικαστηρίου δικαστή που μετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση παράγει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύει τον, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, λόγο αναιρέσεως. Τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει όταν ο δικαστής που μετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβληθείσα με έφεση απόφαση μετείχε μεν στην σύνθεση του Εφετείου, πλην όμως δεν εκδικάσθηκε η υπόθεση κατ ουσία, αλλ αναβλήθηκε η συζήτηση δι οιονδήποτε λόγο, όπως και εκείνος του άρθρου 61 ΚΠΔ, εφόσον ο εν λόγω δικαστής δεν μετείχε στην σύνθεση του δικαστηρίου που δίκασε την υπόθεση μετά την αναβολή, τούτο δε διότι η αναβλητική απόφαση, δεν αποφαίνεται επί της ουσίας της υπόθεσης, δεν εκφέρει καταδικαστική κρίση και δεν επιβάλλεται ποινή με αυτή (ΑΠ 574/2006). Στην κρινόμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Στην σύνθεση του Τριμελούς Πλημ/κειου Βεροίας που εξέδωσε την 2697/2005 καταδικαστική πρωτόδικη απόφαση, μετείχε ως πρόεδρος η τότε Πρόεδρος Πρωτοδικών Αθανασία Στάγκου. Κατά την συζήτηση της εφέσεως που άσκησε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος κατά την δικάσιμο της 11-11-2008, μετείχε στην σύνθεση του Εφετείου Θεσσαλονίκης η προαχθείσα σε εφέτη ως άνω Αθανασία Στάγκου. Το Δικαστήριο, κατόπιν παραδοχής του αιτήματος των κατηγορουμένων, ανέβαλε την εκδίκαση της υποθέσεως, κατ άρθρο 61 ΚΠΔ, για τη δικάσιμο της 29-9-2009, κατά την οποία και εκδικάσθηκε η υπόθεση με άλλη σύνθεση, στην οποία δεν μετείχε η ανωτέρω εφέτης και εκδόθηκε η προσβαλλομένη 3752/2009 καταδικαστική απόφαση. Συνεπώς, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, δεν υπήρξε ακυρότητα και της διαδικασίας ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, λόγω της κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου που έκρινε βάσιμο το αίτημα αναβολής και ανέβαλε την εκδίκαση, κατ άρθρο 61 ΚΠΔ, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες. Κατ ακολουθία ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 Α σε συνδυασμό με άρθρο 171 παρ. 1 α ΚΠΔ, τέταρτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, με τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναγνώσθηκαν, χωρίς να προβληθεί οποιαδήποτε αντίρρηση από τους αναιρεσείοντες, τα εξής έγγραφα, τα οποία αναφέρονται και στην πρωτόδικη απόφαση: 1. Πέντε (5) εκθέσεις σύλληψης. 2. Τέσσερις (4) εκθέσεις κατάσχεσης. 3. Έκθεση σωματικής έρευνας και κατάσχεσης. 4. Τρία (3) γραμμάτια Ταμείου Παρακαταθηκών και δανείων. Από την ανωτέρω αναφορά καθίσταται σαφής η ταυτότητα των αναγνωσθέντων εγγράφων και ότι αυτά αφορούσαν την συγκεκριμένη υπόθεση στην οποία ήσαν κατηγορούμενοι οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι και μπορούσαν κατά την ανάγνωσή τους, γνωρίζοντας τα προσδιοριστικά της ταυτότητάς τους στοιχεία, να ζητήσουν την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχει το άρθρο 358 ΚΠΔ. Άλλωστε τα με αριθμούς 2, 3 και 4 αναγνωστέα αναφέρονται, κατά τα πλήρη στοιχεία τους και το περιεχόμενό τους, στην διάταξη της αποφάσεως που αφορά την δήμευση των κατασχεθέντων και δη στις σελίδες 29, 30 και 31 της προσβαλλομένης, με αποτέλεσμα να μη έχει λάβει χώρα η κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Α', σε συνδυασμό με 171 παρ. 1 δ του ΚΠΔ δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙΙ. Στο άρθρο 1 του Ν. 3037/2002 ορίζεται ότι: "Κατά την έννοια των διατάξεων του παρόντος νόμου: α. Μηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου είναι αναγκαία και η συμβολή της μυϊκής δύναμης του παίκτη. β. Ηλεκτρικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου απαιτείται η παρουσία ηλεκτρικών υποστηρικτικών μηχανισμών. γ. Ηλεκτρομηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου απαιτείται τόσο η παρουσία ηλεκτρικών υποστηρικτικών μηχανισμών όσο και η συμβολή της μυϊκής δύναμης του παίκτη. δ. Ηλεκτρονικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου, εκτός των υποστηρικτικών ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών και άλλων μηχανισμών, απαιτείται η ύπαρξη και εκτέλεση λογισμικού (προγράμματος). ε. Ψυχαγωγικό τεχνικό παίγνιο είναι εκείνο του οποίου το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνική ή πνευματική ικανότητα του παίκτη και η διενέργειά του έχει αποκλειστικά ψυχαγωγικό σκοπό. Στην κατηγορία των ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων εντάσσονται και όσα παίγνια με παιγνιόχαρτα χαρακτηρίστηκαν ως "τεχνικά παίγνια" με βάση τις διατάξεις του β.δ. 29/1971 (ΦΕΚ 21 Α`)". Στο δε άρθρο 2 ορίζεται ότι: "1. Απαγορεύεται η διεξαγωγή των υπό στοιχεία β, γ και δ του άρθρου 1 παιγνίων περιλαμβανομένων και των υπολογιστών σε δημόσια γενικά κέντρα, όπως ξενοδοχεία, καφενεία, αίθουσες αναγνωρισμένων σωματείων κάθε φύσης, και σε κάθε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο. Επίσης απαγορεύεται η εγκατάσταση των παιγνίων αυτών. 2. Στα μηχανικά διεξαγόμενα παίγνια επιτρέπεται μόνο η διενέργεια ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων όπως ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο. Στα παίγνια αυτά δεν επιτρέπεται να συνομολογηθεί στοίχημα μεταξύ οποιωνδήποτε προσώπων ή να αποδοθεί οποιασδήποτε μορφής οικονομικό όφελος στον παίκτη. Η συνομολόγηση στοιχήματος ή η απόδοση οικονομικού οφέλους στον παίκτη επιφέρει τις συνέπειες των άρθρων 4 και 5. Επίσης, με το άρθρο 4 παρ. 1 του ιδίου νόμου, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 5.000 ευρώ όσοι εκμεταλλεύονται ή διευθύνουν κέντρα ή άλλους χώρους της παραγρ. 1 του άρθρου 2 του νόμου αυτού, στα οποία διενεργούνται ή εγκαθίστανται παίγνια απαγορευμένα κατά τις διατάξεις των προηγουμένων άρθρων. Σε περίπτωση υποτροπής τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και με χρηματική ποινή από είκοσι πέντε έως εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ. Το δικαστήριο διατάσσει και τη δήμευση των μηχανημάτων παιγνίων. 2. Οι διατάξεις της περίπτωσης γ` της παραγράφου 1, η παράγραφος 3 και η παράγραφος 4 του άρθρου 7 του κωδικοποιημένου β.δ. 29/1971 εφαρμόζονται αναλόγως". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων που δημιουργεί ο εθισμός στα παίγνια και των φαινομένων παρανόμου πλουτισμού. Έτσι η διενέργεια ψυχαγωγικών παιγνίων δεν απαγορεύεται και αν ακόμη διεξάγονται σε καταστήματα διαδικτύου, μέσω του διαδικτύου, εφόσον δεν προκύπτει οικονομικό όφελος οποιασδήποτε μορφής υπέρ των παικτών, οιουδήποτε τρίτου, ή της επιχειρήσεως προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου, εκ της διενεργείας και μόνο των παιγνίων αυτών. Αντιθέτως απαγορεύεται και τιμωρείται η διενέργεια τυχερών παιγνίων, και τέτοια θεωρούνται τα παίγνια των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την τύχη, όπως και τα ψυχαγωγικά τεχνικά που παραλλάσσονται σε τυχερά ή για το αποτέλεσμά τους συνομολογείται στοίχημα μεταξύ οποιωνδήποτε προσώπων ή το αποτέλεσμά τους μπορεί να αποδώσει οποιασδήποτε μορφής οικονομικό όφελος στον παίκτη ή στον εκμεταλλευόμενο την επιχείρηση στην οποία διενεργούνται τέτοια παίγνια. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του νόμου, σκοπός του είναι ο αποτελεσματικός αποκλεισμός της παράνομης διενέργειας τυχερών παιγνιδιών του κοινώς λεγόμενου ''τζόγου'' και των παράνομων εσόδων που αυτή αποφέρει και συνακόλουθα, η επίλυση των μεγάλων κοινωνικών προβλημάτων που δημιουργεί. Εκείνο που κολάζει ο νόμος, απειλώντας, ποινικές (άρθρο 4), και διοικητικές (άρθρο 5) κυρώσεις, είναι η διενέργεια, μέσω των ανωτέρω μηχανημάτων ή μηχανισμών ή Η/Υ, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, παιγνίων τυχερών, κατά την ανωτέρω έννοια, στα οποία παίζονται χρηματικά ποσά και από τα οποία αποκομίζουν μεγάλα κέρδη οι επιτρέποντες στις οικείες επιχειρήσεις τους, όπως η του πρώτου αναιρεσείοντος, την διενέργεια τέτοιων παιγνίων. Οι ποινικές κυρώσεις που απειλούνται στρέφονται μόνον εναντίον όσων επιτρέπουν στα ως άνω μηχανήματα μηχανισμούς και Η/Υ τη διενέργεια τυχερών παιγνίων, στα οποία διακυβεύονται χρηματικά ποσά και όχι την διενέργεια των ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων, εκείνων δηλ. των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνική και πνευματική ικανότητα του παίκτη και η διενέργεια τους έχει, αποκλειστικό και μόνον ψυχαγωγικό σκοπό και δεν απαγορεύεται και στα δημόσια κέντρα (καφενεία κλπ) και όταν ακόμη διεξάγονται με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τους οποίους μπορούν να εγκαταστήσουν οι ιδιοκτήτες τους, με την προϋπόθεση βέβαια ότι, δεν συνομολογούνται στοιχήματα μεταξύ των οποιωνδήποτε προσώπων και δεν γίνονται τα παίγνια αυτά, με τέτοιο τρόπο και με σκοπό απόδοσης οιουδήποτε οικονομικού οφέλους του καταστηματάρχη ή του παίκτη. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή είναι σύμφωνη και με τον ανωτέρω σκοπό του Νομοθέτη που, όπως λέχθηκε, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ήθελε και επιδίωξε να πατάξει τις μορφές εκείνες των παιγνίων, οι οποίες συνδέονται με την επίτευξη οικονομικών αποτελεσμάτων που οδηγούν στην ψυχική υποδούλωση και την οικονομική καταστροφή των παικτών, πράγμα που προκύπτει και από τη σχετική αιτιολογική έκθεση του νόμου. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 δ, 2, και 4 του Ν. 3037/2002, κατά το σκέλος που προβλέπουν και τιμωρούν την εγκατάσταση και διεξαγωγή ηλεκτρονικά διεξαγόμενων τυχερών παιγνίων με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, δεν αντιβαίνουν στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε και στη θεσπισθείσα με το άρθρο 25 παρ. 4 του ιδίου αρχή της αναλογικότητας(Βλ. για το περιεχόμενο της αρχής αυτής και τι συνεπάγεται η παραβίασή της από το νομοθέτη θετικά ή αρνητικά ΑΠΟλ6/2009). Τούτο δε διότι, στο απολύτως αναγκαίο μέτρο, πατάσσουν την με οποιοδήποτε και ηλεκτρονικά διεξαγόμενο τρόπο (με τη βοήθεια ειδικού λογισμικού προγράμματος που εισάγεται και ασύρματα στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές) εγκατάσταση και διεξαγωγή τυχερών παιγνίων, πράξη η οποία πλήττει την οικογενειακή, επαγγελματική και προσωπική οικονομική και όχι μόνον ζωή των παικτών, την οποία προστατεύει το Σύνταγμα, αποφέροντας εκ παραλλήλου σοβαρά οικονομικά οφέλη στους εκμεταλλευόμενους και διευθύνοντες τις αντίστοιχες επιχειρήσεις. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ ΑΠ 1/2005). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη 3752/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο πρώτος αναιρεσείων (δεύτερος κατηγορούμενος στην δίκη εκείνη) κηρύχθηκε ένοχος του ότι: " στην ... στις 21-12-2003, ιδιοκτήτης καταστήματος '...'' με το διακριτικό τίτλο " ... ", ενώ απαγορεύεται η εγκατάσταση και η διεξαγωγή ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών και ηλεκτρονικών παιγνίων, αυτός σε ιδιαίτερο χώρο του ως άνω καταστήματός του, επέτρεψε σε θαμώνες του καταστήματός του, τη διενέργεια σε δεκαπέντε ηλεκτρονικούς υπολογιστές των τυχερών παιγνίων ''...'' και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο κατελήφθη να έχει επιτρέψει στον Ρ να παίζει το τυχερό παίγνιο ''...'' σε ηλεκτρονικό υπολογιστή μάρκας ΙΒΜ, άνευ αριθμού σειράς, με οθόνη ΙΒΜ, με αριθμό σειράς ... και πληκτρολόγιο ... γνώριζε ότι αυτό απαγορεύεται.". Για να καταλήξει στην κρίση αυτή το Δικαστήριο δέχθηκε στο σκεπτικό ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ είδος αναφέρονται, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην ..., την 21-12-2003 ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1, ιδιοκτήτης καταστήματος "..." με την επωνυμία "...", σε ιδιαίτερο χώρο του ως άνω καταστήματός του, επέτρεψε σε θαμώνες του καταστήματος του, τη διενέργεια σε δεκαπέντε ηλεκτρονικούς υπολογιστές των τυχερών παιγνίων "..." Συγκεκριμένα στο προαναφερόμενο κατάστημα του όπου ήταν εγκατεστημένοι σ' αυτό και λειτουργούσαν εντός αυτού δεκαπέντε ηλεκτρονικοί υπολογιστές που ελέγχονταν από κεντρική μονάδα (Η/Υ), και πληκτρολόγιο που χειριζόταν ο υπεύθυνος του καταστήματος και σε ένα από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές έπαιζε απαγορευμένα παίγνια, ο Ρ, επέτρεψε σ'αυτόν να παίζει το τυχερό παίγνιο ..." σε ηλεκτρονικό υπολογιστή μάρκας ΙΒΜ, άνευ αριθμού σειράς, με οθόνη μάρκας ΙΒΜ, με αριθμό σειράς ... και πληκτρολόγιο ... αν και γνώριζε ότι αυτό απαγορεύεται. Ειδικότερα κατά την λειτουργία των απαγορευμένων τυχερών παιχνιδιών, χειριζόταν την ενεργοποίηση και ακινητοποίηση του όλου συστήματος και εισέπραττε από τον συγκεκριμένο παίκτη καθώς και από τους άλλους παίκτες που βρισκόταν έμπροσθεν των προαναφερομένων ηλεκτρονικών υπολογιστών με τα τυχερά παίγνια την οικονομική συμμετοχή τους στα παιγνίδια, βρέθηκαν δε πάνω στον συνεργάτη του Χ3 μία κατάσταση με 50 ονόματα παικτών και το χρηματικό ποσό των χιλίων εννιακοσίων 1900 ευρώ και είκοσι (20) δολάρια Αμερικής που αποτελούσαν έσοδα από την εν λόγω δραστηριότητα. Σημειωτέον ότι τα παίγνια αυτά ήταν τυχερά, γιατί οι παίκτες επεδίωκαν με το χειρισμό του ηλεκτρονικού υπολογιστή να επιτύχουν συγκεκριμένη γεωμετρική διάταξη των πεταλούδων (πλήρη στοίχιση) ώστε να κερδίσουν, χάνοντας σε κάθε άλλη περίπτωση, ενώ δεν υπήρχε σύνδεση με λογισμικό (INTERNET), καθώς η διακοπή της λειτουργίας όλων των υπολογιστών με τα τυχερά παίγνια έγινε αυτόματα με τηλεχειρισμό". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 1 παρ. 1 δ και 2 του Ν. 3037/2002, τις οποίες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Συγκεκριμένα ορθώς το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ανωτέρω διατάξεις δεν αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 1, 5 παρ.1 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, των οποίων τον σχετικό ισχυρισμό και απέρριψε σιωπηρώς. Ειδικότερα αντίθεση στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος και όχι και στις άλλες δύο ως άνω διατάξεις αυτού, θα μπορούσε να υπάρξει από την οριζόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις απαγόρευση, όταν τα ηλεκτρονικά παίγνια, διεξάγονται μέσω Η/Υ που δεν διαθέτουν σύστημα απόδοσης οικονομικού οφέλους και χωρίς να συνομολογηθεί στοίχημα ή να προκύψει οικονομικό όφελος για τον παίκτη ή τον ιδιοκτήτη ή το διευθυντή του κέντρου, πράγμα όμως το οποίο δεν συντρέχει στην κρινόμενη περίπτωση. Η υποστηριζόμενη από τους αναιρεσείοντες αντίθετη άποψη περί αντιθέσεως των διατάξεων, που κατά τα άνω εφάρμοσε το Δικαστήριο στις ανωτέρω Συνταγματικές διατάξεις, θέτει ως βάση της την εσφαλμένη αντίληψη ότι ο νομοθέτης του Ν. 3037/2002 τιμωρεί ποινικά και διοικητικά την διενέργεια οποιωνδήποτε παιγνίων μεταξύ άλλων και με τους Η/Υ, ενώ, όπως λέχθηκε, με τις διατάξεις αυτές τιμωρείται η διενέργεια, στις κατά τα άνω επιχειρήσεις και καταστήματα αυτών, τυχερών παιγνίων, κατά την ανωτέρω έννοια, την διενέργεια των οποίων, κατά τα κατωτέρω εκτεθησόμενα, αποδοκιμάζει και το Κοινοτικό Δίκαιο, εσφαλμένα δε, για ευνόητους λόγους, οι αναιρεσείοντες, υποστηρίζουν τα αντίθετα, επικαλούμενοι και την σε επόμενη σκέψη αναφερόμενη απόφαση του ΔΕΚ, οι αναφερόμενες δε απ αυτούς ως άνω Συνταγματικές διατάξεις δεν προστατεύουν τέτοιου είδους δραστηριότητες, όπως αβάσιμα επιμένουν να υποστηρίζουν. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον πρώτο αναιρεσείοντα. Συγκεκριμένα η απόφαση περιέχει την απαιτούμενη κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά τον χαρακτήρα των παιγνίων που διενεργούνταν, ως τυχερών και την ιδιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της επιχειρήσεως του αναφερόμενου ανωτέρω καφενείου, καθόσον αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων είχε την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, από το όλο δε περιεχόμενο των παραδοχών της αποφάσεως, καθίσταται σαφές ότι αυτός έφερε και την ιδιότητα του διευθύνοντος και εκμεταλλευομένου, το παραπάνω καφενείο, αφού γίνεται, ανελέγκτως, δεκτό ότι ο ίδιος χειριζόταν την ενεργοποίηση και ακινητοποίηση του όλου συστήματος διενέργειας των αναφερομένων τυχερών παιγνίων και εισέπραττε από τον συγκεκριμένο παίκτη, καθώς και από τους άλλους παίκτες που βρισκόταν έμπροσθεν των Η/Υ με τα τυχερά παιγνίδια την οικονομική τους συμμετοχή σε αυτά, χρησιμοποιώντας προς τούτο τους αναφερόμενους συνεργάτες του, που, κατά τα κατωτέρω κρίθηκαν άμεσοι συνεργοί του, δεύτερο και τρίτο αναιρεσείοντες, στον τελευταίο μάλιστα βρέθηκαν κατάσταση με 50 ονόματα παικτών και τα χρηματικά ποσά που αναφέρονται και αποτελούσαν τα έσοδα του αναιρεσείοντος ιδιοκτήτη και εκμεταλλευτή της επιχειρήσεως από την δραστηριότητά του αυτή, δραστηριότητα η οποία μόνον σε εκμεταλλευτή της επιχειρήσεως προσήκει. Η ιδιότητα αυτή του αναιρεσείοντος συνάγεται και από το ότι, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλομένης, ο συνήγορός του προσκόμισε και αναγνώσθηκε η εκεί αναφερόμενη από 29-9-2005, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο της τελέσεως της πράξεως, άδεια λειτουργίας στο κατάστημά του επιχείρησης προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου, άδεια η οποία χορηγείται μόνον στον ιδιοκτήτη και εκμεταλλευτή της επιχείρησης. Περαιτέρω σαφώς προκύπτει ότι ο ως άνω αναιρεσείων δεν κηρύχθηκε ένοχος ως εκμεταλλευτής επιχειρήσεως παροχής υπηρεσιών διαδικτύου, άλλωστε, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, δεν επικαλέσθηκε ότι ήταν εφοδιασμένος τότε με την οικεία άδεια, και από προφανή παραδρομή αναφέρεται μεταξύ των διατάξεων του Ν. 3037/2002 που εφαρμόσθηκαν και εκείνη του άρθρου 3, ενώ η αναφορά στο σκεπτικό ότι δεν υπήρχε σύνδεση με λογισμικό (INTERNET) έχει αυτή ακριβώς την έννοια, ότι δηλαδή δεν υπήρχε σύνδεση με το διαδίκτυο, και όχι ότι δεν υπήρχε λογισμικό (πρόγραμμα), που περιείχε τα αναφερόμενα τυχερά παίγνια, αφού κατά, τις παραδοχές της αποφάσεως, η διακοπή της λειτουργίας όλων των υπολογιστών με τα τυχηρά παίγνια, που συνδέονταν με κεντρική μονάδα, έγινε αυτόματα με τηλεχειρισμό και ουδόλως αναφέρεται ότι οι παίκτες και δη ο συγκεκριμένος είχαν συνδεθεί με το διαδίκτυο, αντιθέτως όμως προκύπτει ότι υπήρχε εγκατεστημένο πρόγραμμα που επέτρεπε την διενέργεια των εν λόγω τυχερών παιγνίων. Με την ανωτέρω πλήρη αιτιολογία το Δικαστήριο δίδει απάντηση και στους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων ότι, δεν εγκατέστησαν, ούτε επέτρεψαν την διενέργεια οποιουδήποτε απαγορευμένου παιγνίου, ούτε συνομολογούνταν στοιχήματα μεταξύ των παικτών ή άλλων προσώπων, ούτε υπήρξε οικονομικό όφελός τους οποιασδήποτε μορφής. Ούτε περαιτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας, χρειαζόταν να αναφέρεται, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, το ύψος της οικονομικής συμμετοχής των παικτών, ούτε δημιουργείται αντίφαση, όπως επίσης ισχυρίζονται, εκ της παραδοχής ότι επέτρεψε ο πρώτος με την, κατά τα κατωτέρω, συνέργεια των λοιπών, την διενέργεια σε 15 Η/Υ των τυχερών παιγνιδιών, από παίκτες των οποίων τα στοιχεία δεν ήταν αναγκαίο να παρατίθενται και ότι επ αυτοφώρω καταλήφθηκε να διενεργεί το αναφερόμενο τυχερό παιγνίδι το συγκεκριμένο άτομο, που κατονομάζεται στην απόφαση. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου και πρώτος λόγος του δικογράφου της των προσθέτων λόγων, ως και ο, από την αυτή διάταξη και εκείνη του εδαφ. Ε' αυτής, πέμπτος λόγος του ιδίου δικογράφου προσθέτων της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες. Αβάσιμοι επίσης και απορριπτέοι τυγχάνουν και οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ και Ε δεύτερος και τρίτος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι το Δικαστήριο, κατ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, έκρινε, σιωπηρώς, ότι αυτές δεν αντίκεινται στις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις και κατ εφαρμογή τους κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες. ΙV. Από τις διατάξεις των άρθρων 46 § 1 εδαφ. β` και 47 § 1 ΠΚ, προκύπτει ότι, για την ύπαρξη άμεσης συνέργειας στην τελούμενη από άλλον αξιόποινη πράξη, απαιτείται παροχή άμεσης συνδρομής από το συνεργό κατά τη διάρκεια της κύριας πράξεως και κατά την εκτέλεση αυτής από τον αυτουργό, έτσι ώστε, χωρίς τη συνδρομή εκείνου, να μην ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέσθηκε, ενώ απλή συνέργεια αποτελεί οποιαδήποτε συνδρομή, υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, παρεχόμενη στον αυτουργό της συγκεκριμένης κύριας πράξεως πριν από την τέλεση αυτής ή κατά την τέλεσή της, εφόσον εκείνος που την παρέχει ενεργεί από πρόθεση και, ειδικότερα, με τον οικείο δόλο που απαιτείται για τον αυτουργό αυτής . Στην κρινόμενη περίπτωση, ως προς τους δεύτερο και τρίτο αναιρεσείοντες, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής και των πρακτικών της, διαλαμβάνονται τα εξής, για τη συμμετοχή τους στην πράξη του πρώτου: "... οι πρώτος και τρίτος των κατηγορουμένων Χ2 και Χ3 παρείχαν άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια της προαναφερομένης κυρίας πράξεως και κατά την εκτέλεση αυτής από τον αυτουργό, έτσι ώστε χωρίς τη συνδρομή τους να μη είναι δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέσθηκε και συγκεκριμένα οι εν λόγω κατηγορούμενοι, κατά τη διάρκεια της τέλεσης των παρανόμων τυχερών παιγνίων στην ξεχωριστή αίθουσα του καταστήματος που διατηρούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος, βρίσκονταν στην είσοδο της αίθουσας και έλεγχαν τους θαμώνες που εισέρχονταν στην αίθουσα σημείωναν τα ονόματα των παικτών εισέπρατταν τα χρήματα από το παράνομο παιχνίδι και έλεγχαν την λειτουργία των υπολογιστών και όταν αντιλαμβάνονταν ότι κάποιος άγνωστος εισέρχονταν στην αίθουσα παιχνιδιών, διέκοπταν αυτόματα τη λειτουργία όλων των υπολογιστών με τα τυχερά παίγνια με τηλεχειρισμό". Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει σαφώς ότι οι εν λόγω αναιρεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάσθηκαν ως άμεσοι συνεργοί της πράξεως του πρώτου απ αυτούς, όπως άλλωστε ρητώς αναφέρεται στην σελ. 23 της προσβαλλομένης: "...οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάσθηκαν ο μεν δεύτερος ως αυτουργός, οι δε πρώτος και τρίτος ως άμεσοι συνεργοί....". Εκ προφανούς δε παραδρομής, μεταξύ των διατάξεων που προβλέπουν και τιμωρούν τις πράξεις, για τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι, αναφέρεται, για την δική τους πράξη η διάταξη του άρθρου 47 και όχι του 46 παρ. 1 β ΠΚ, τούτο άλλωστε προκύπτει και από το ότι και στους τρεις επιβλήθηκε η αυτή ποινή των τεσσάρων (4) μηνών (πρωτοδίκως επιβλήθηκε ποινή 5 μηνών και στους τρεις), η οποία μετατράπηκε προς 4,40 € ημερησίως, ως προς τον τρίτο αναιρεσείοντα και ανεστάλη επί τριετία ως προς τους λοιπούς και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) € και όχι ελαττωμένη, κατά το άρθρο 83, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 47 ΠΚ, ούτε εκ του ότι στο διατακτικό αναφέρονται τα στοιχεία του άρθρου 47 και ότι η συνέργεια των κατηγορουμένων αυτών συνίστατο στο ότι φύλασσαν την είσοδο του ειδικά διαμορφωμένου χώρου εντός του οποίου διενεργούνταν παράνομα τυχερά παίγνια, ελέγχοντας τους θαμώνες και επιτρέποντας την είσοδο σε παίκτες κατ επιλογή. Δεν πάσχει δε η απόφαση από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επί του ζητήματος αυτού, ούτε δημιουργείται αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, και δεν στερείται νόμιμης βάσης, αφού, από την αλληλοσυμπλήρωση αυτών, καθίσταται σαφές ότι η συνδρομή τους συνίστατο σε όλες τις ανωτέρω πράξεις οι οποίες και στο σύνολό τους συνιστούν άμεση συνέργεια στην πράξη του πρώτου αναιρεσείοντος για την οποία και κηρύχθηκαν ένοχοι. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ και Ε ΚΠΔ, τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. V. Όπως εκτίθεται στην αμέσως προηγούμενη σκέψη οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι, ο μεν πρώτος ως αυτουργός, οι δε δεύτερος και τρίτος ως άμεσοι συνεργοί, όχι στην εγκατάσταση προγράμματος ηλεκτρονικών παιγνίων στους δεκαπέντε Η/Υ, καθεαυτήν, αλλά στη διεξαγωγή τυχερών παιγνίων δια των προγραμμάτων αυτών και μάλιστα τέτοιων προγραμμάτων τα οποία ελέγχονταν από τον ίδιο με τηλεχειρισμό, παραλλήλως προς τον έλεγχο από τους συνεργούς του των παικτών επί των ως άνω Η/Υ, περίπτωση η οποία δεν εμπίπτει στην απαγόρευση περί της οποίας έκρινε, κατά τα κατωτέρω, το ΔΕΚ, αφού με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι παραβιάσθηκαν από την Ελληνική Δημοκρατία οι κατωτέρω διατάξεις του Κοινοτικού Δικαίου, με την θεσπισθείσα από τον Ν. 3037/2002 απαγόρευση εγκαταστάσεως και λειτουργίας όλων των ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών ηλεκτρονικών παιγνίων, συμπεριλαμβανομένων όλων των παιγνίων για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σε κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, εκτός των καζίνων και όχι ότι δεν μπορούν να κηρυχθούν ένοχοι και να τους επιβληθούν οι ανωτέρω ποινές σε περίπτωση που επέτρεψαν στα μηχανήματα αυτά την διενέργεια τυχερών παιγνίων (ΑΠ 547/2008). Υπέρ τούτου συνηγορεί το ότι, προκειμένου περί των τυχερών παιγνίων, με την άσκηση των οποίων επιδιώκεται, αμέσως ή εμμέσως, ο προσπορισμός χρηματικού κέρδους, έχει κριθεί από το Δ.Ε.Κ. (αποφάσεις της 24.3.1994, C-275/92, Schindler, Συλλογή 1994, σ. I-1039, σκέψεις 58 επόμ., της 21.9.1999, C-124/97, Lαuder κ.λπ., Συλλογή 1999, σ. I-6067, σκέψεις 13 και 33, καθώς και της 11.9.2003, C-6/01, Association Nacional de Operadores de ...] κ.λ.π., Συλλογή 2003, σ. I-8621, σκέψεις 73 επόμ.) ότι υφίστανται επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος, συνδεόμενοι με την προστασία των καταναλωτών και με την προστασία της κοινωνικής τάξεως, που μπορούν, επιτρεπτώς, να καταστήσουν δυνατό τον εκ μέρους των εθνικών νομοθεσιών περιορισμό, ή ακόμη και την απαγόρευση, της ασκήσεώς τους και την αποφυγή, με αυτόν τον τρόπο, του ενδεχομένου να αποτελέσουν πηγή ατομικού οφέλους. Και τούτο διότι τα εν λόγω παίγνια ενέχουν υψηλό κίνδυνο διαπράξεως εγκλημάτων και απάτης, αλλά και συνιστούν ενθάρρυνση της σπατάλης, η οποία μπορεί να έχει επιβλαβείς συνέπειες επί ατομικού και κοινωνικού επιπέδου (ΣτΕ 2144/2009, όπου και οι ανωτέρω παραπομπές). Όλες τις ανωτέρω άκρως επιζήμιες για το κοινωνικό σύνολο συνέπειες επιχειρεί να αποτρέψει ο νομοθέτης με την θέσπιση της απαγορεύσεως διενέργειας τυχερών παιγνίων και με την ποινικοποίηση της συμπεριφοράς εκείνου, ο οποίος επιτρέπει, με σκοπό το ατομικό του οικονομικό όφελος, την διενέργεια αυτών, πράξη για την οποία κρίθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες. Πάντως η διενέργεια τέτοιων παιγνίων είναι αξιόποινη, σύμφωνα και με την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 ΒΔ 29/71, που δεν καταργήθηκε από το άρθρο 10 του Ν. 3037/2002 (ΑΠ 1547/2009). Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως οι αναιρεσείοντες πρόβαλαν τον ισχυρισμό ότι οι διατάξεις του Ν. 3037/2002, κατ εφαρμογή των οποίων κηρύχθηκαν ένοχοι και τους επιβλήθηκαν οι ανωτέρω ποινές, έρχονται σε αντίθεση προς τις επικαλούμενες διατάξεις της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, που υπερισχύει του εσωτερικού δικαίου κατά το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος και δεν μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής, με την επίκληση ότι έτσι έκρινε και η C-65/05 απόφαση του ΔΕΚ από 26.10.2006, κατά την οποία, εκδοθείσα επί προσφυγής της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ελλάδος, "η Ελληνική Δημοκρατία, εισάγοντας με το άρθρο 2 § 1 του Ν. 3037/2002 την απαγόρευση εγκαταστάσεως και λειτουργίας όλων των ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών και ηλεκτρονικών παιγνίων, συμπεριλαμβανομένων όλων των παιγνίων για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σε κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, εκτός των καζίνων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 28, 43 και 49 ΕΚ, καθώς και από το άρθρο 8 της Οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22 Ιουνίου 1998, όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 98/48/ΕΚ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20 Ιουλίου 1998" (Ομοίως και ΣτΕ 2144/2009). Τον ισχυρισμό αυτό απέρριψε ορθώς, με την κατά τα ανωτέρω, κατά βάση, αιτιολογία το Εφετείο. Κατ ακολουθία τούτων ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ, τέταρτος λόγος του δικογράφου των παραδεκτώς ασκηθέντων πρόσθετων λόγων, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, τόσον η κρινόμενη κυρία αίτηση αναιρέσεως, όσον και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, την από 30-11-2009 αίτηση (δήλωση) των 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3 και τους από 24-3-2010 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της με αριθμ. 3752/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και. Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €, για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 24 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Τυχηρά παίγνια. Έννοια. Στοιχεία. Πρέπει ο καταδικασθείς κατά το άρθρο 4 του Ν. 3037/2002 να φέρει την ιδιότητα του εκμεταλλευόμενου ή διευθυντή του καταστήματος στο οποίο διενεργούνται τα απαγορευμένα παίγνια. Δεν παραβιάζεται το Κοινοτικό Δίκαιο εκ της καταδίκης, κατά το άρθρο 4 Ν. 3037/2002, του επιτρέψαντος την διενέργεια τυχηρών παιγνίων σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές του καταστήματος. Διαφορετικό το ζήτημα που έκρινε η από 26-10-2006 (C 65/05) απόφαση του ΔΕΚ (ΑΠ 547/2008). Δεν αντίκεινται στα άρθρα 4, 5 και 25 Συντάγματος οι ως άνω διατάξεις του Ν. 3037/2002. Κακή σύνθεση του Δικαστηρίου. Πότε υπάρχει. Όταν στο Εφετείο μετέσχε ο δικαστής που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Απόλυτη ακυρότητα (άρθρα 171 παρ. 1 Α΄ και 510 παρ. 1 Α΄ ΚΠΔ). Δεν συντρέχει η περίπτωση αυτή όταν ο δικαστής μετείχε στην σύνθεση του Εφετείου, που ανέβαλε την εκδίκαση κατ άρθρο 61 ΚΠΔ, δεν μετείχε όμως στην μετ' αναβολή δικάσιμο στην σύνθεση που εκδίκασε την υπόθεση (ΑΠ 574/2006). Απόλυτη ακυρότητα όταν δεν προκύπτει η ταυτότητα των αναγνωσθέντων εγγράφων. Πότε συντρέχει. Απορρίπτει λόγους περί απόλυτης ακυρότητας, ελλείψεως αιτιολογίας εσφαλμένης ερμηνείας εφαρμογής λόγω αντισυνταγματικότητας και αντιθέσεως στο Κοινοτικό Δίκαιο των διατάξεων του Ν. 3037/2002.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δικαστηρίου σύνθεση, Παίγνια τυχερά.
1
Αριθμός 1272/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Παναγιωτόπουλο, περί αναιρέσεως της 224-225/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Παναγιώτη Δημόπουλο. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσ/νίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 10 Νοεμβρίου 2009 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1240/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 1 εδ. α' Κ.Ν. 5351/1932, στην ιδιοκτησία του Ελληνικού Κράτους ανήκουν όλα τα αρχαία, που βρίσκονται στην Ελλάδα από τους αρχαιοτάτους χρόνους και εφεξής, ενώ κατά το άρθρο 2 του ίδιου νόμου, ως αρχαία λογίζονται όλα ανεξαιρέτως τα έργα τέχνης, όπως εξειδικεύονται σ' αυτό. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 5 και 6 του ίδιου νόμου, όποιος με οποιοδήποτε τρόπο γίνεται κάτοχος των, κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2 του ίδιου νόμου, αρχαίων αντικειμένων, οφείλει να δηλώσει αυτά στην πλησιέστερη αστυνομική ή αρχαιολογική αρχή εντός 15 ημερών αφότου περιήλθε το αρχαίο στην κατοχή του, αυτός δε που παραλείπει πέρα από το δίμηνο να δηλώσει την κατοχή του αρχαίου προς το σκοπό παράνομης διάθεσης αυτού, τιμωρείται με φυλάκιση ενός μέχρι έξι μηνών και χρηματική ποινή 1.000 έως 4.000 δραχμών. Από τις ανωτέρω διατάξεις του Κ.Ν. 5351/1932 "περί αρχαιοτήτων" σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 375 παρ. 1 του Π.Κ. προκύπτει ότι εκείνος ο οποίος με οποιοδήποτε τρόπο γίνεται κάτοχος αρχαίου αντικειμένου, το οποίο, κατά τα άρθρα 1 και 2 του ως άνω νόμου, ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου, εκτός του αδικήματος, που διαπράττει από τη μη δήλωση της κατοχής του μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες, τελεί και το έγκλημα της υπεξαιρέσεως από τη στιγμή που εκδηλώνει πρόθεση παράνομης ιδιοποιήσεως, η οποία στρέφεται πάντοτε κατά του Δημοσίου. Ως χρόνος τελέσεως της υπεξαιρέσεως αυτής, η οποία είναι έγκλημα στιγμιαίο, θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο πραγματώνεται η παράνομη αυτή ιδιοποίηση του αρχαίου πράγματος. Εξάλλου κατά το άρθρο 54 του Ν. 3028/2002 με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρείται η υπεξαίρεση (άρθρο 375 του Ποινικού Κώδικα) αν έχει αντικείμενο μνημείο με ιδιαίτερα μεγάλη αξία ή αν ο δράστης τελεί την πράξη της υπεξαιρέσεως μνημείων κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 1608/1950, όπως ισχύει μετά το Ν. 1738/1987, στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα αναγραφόμενα εκεί άρθρα του Π.Κ., μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το άρθρο 375 για την υπεξαίρεση, επιβάλλεται η ποινή της καθείρξεως, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου κλπ. και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει (μετά το άρθρο 4 παρ. 3 του Ν. 2408/1996) το ποσό των 50.000.000 δραχμών και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν το αντικείμενο του εγκλήματος είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας καθείρξεως. Τόσο ο Ν. 1608/1950 όσο και ο Ν. 3028/2002 δεν καθιερώνουν αυτοτελώς το αξιόποινο, ούτε μεταβάλλουν τους όρους και τα στοιχεία των εγκλημάτων που περιλαμβάνονται στο άρθρο 1 του πρώτου και στα άρθρα 53, 54 και 55 του δεύτερου, αλλά απλώς επαυξάνουν, υπό τις αναφερόμενες σ αυτές προϋποθέσεις, τις ποινές των εγκλημάτων αυτών. Η διάταξη του άρθρου 54 του Ν. 3028/2002 δεν σκοπεί την ευνοϊκότερη τιμώρηση της υπεξαιρέσεως αρχαίου αντικειμένου, έναντι της διατάξεως του άρθρου 375 ΠΚ για την κοινή υπεξαίρεση, αλλ αντιθέτως με τα εισαγόμενα δι αυτής πλαίσια κακουργηματικής ποινής (5-10 έτη), ο νομοθέτης θέλησε να τιμωρήσει, εν αντιθέσει προς την κοινή διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 α ΠΚ, αυστηρότερα την υπεξαίρεση αρχαίου αντικειμένου, όταν αυτό είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και έτσι, αντί της πλημμεληματικής ποινής φυλακίσεως τουλάχιστον ενός (1) έτους, απειλεί την ανωτέρω ποινή, προσδίδοντας στην πράξη χαρακτήρα κακουργήματος και να καταστήσει κακούργημα τιμωρούμενο με την αυτή ποινή την τέλεση της πράξεως κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια, μορφή τελέσεως για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στη βασική διάταξη του άρθρου 375 ΠΚ. Όμοιου περιεχομένου, ευρισκόμενες εντός του σκοπού του εν λόγω νόμου, που είναι, όπως ρητά ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 1 αυτού, η αποτελεσματική προστασία της πολιτιστικής κληρονομίας της Χώρας, να τιμωρούνται αυστηρότερα και δη σε βαθμό κακουργήματος τα σχετικά εγκλήματα, όταν έχουν ως αντικείμενο αρχαία μνημεία, κατά τους ορισμούς του άρθρου 2 του νόμου, τυγχάνουν και οι ρυθμίσεις των άρθρων 53 και 55, που αφορούν τα εγκλήματα της απλής κλοπής (372 ΠΚ), το οποίο καθίσταται κακούργημα και τιμωρείται με την αυτή ποινή, όταν έχει ως αντικείμενο μνημείο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και, όταν συντρέχει περίπτωση διακεκριμένης κλοπής του εδαφ. δ και ε ΠΚ, επαυξάνεται η ποινή σε κάθειρξη 5-20 ετών και της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος (394 ΠΚ), που τιμωρείται με την αυτή ποινή όταν έχει ως αντικείμενο μνημείο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και με κάθειρξη (5-20 έτη) όταν τελείται κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Συνακόλουθα στις ανωτέρω περιπτώσεις δεν γεννάται ζήτημα εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. που προβλέπει την αναδρομική ισχύ του ηπιότερου νόμου, όταν από την τέλεση της πράξεως έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, ως ηπιότερου νόμου θεωρουμένου εκείνου, ο οποίος όπως ίσχυε περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επέρχεται ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση, νόμο τον οποίο έχει υποχρέωση να εφαρμόσει, αυτεπαγγέλτως, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, εφόσον ίσχυσε πριν από τη δημοσίευση της αποφάσεώς του, γιατί αλλιώς υποπίπτει στην κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ αναιρετική πλημμέλεια. Συνεπής προς τον ανωτέρω σκοπό του εν λόγω νομοθετήματος της αυστηρότερης τιμώρησης του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως με αντικείμενο αρχαίο αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, όπως αυτή θα καθορισθεί από την αρμόδια προς τούτο ειδική επιτροπή, τυγχάνει η ερμηνευτική εκδοχή ότι, αν η αξία αυτή υπερβαίνει, συνολικώς, το ποσό των 50.000.000 δραχμών και ήδη 150.000 €, με δεδομένο ότι το έγκλημα στρέφεται κατά του Δημοσίου και απειλείται κατά της περιουσίας του ισόποση ζημία και αντίστοιχο όφελος του δράστη, να τυγχάνει εφαρμογής, η διάταξη του άρθρου 1 Ν. 1608/1950, όπως ισχύει, η εφαρμογή της οποίας δεν μπορεί να αποκλεισθεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την διάταξη του άρθρου 54 του νόμου, όπως δεν αποκλείεται σε όλες τις περιπτώσεις των εγκλημάτων, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις εκεί αναφερόμενες διατάξεις του ΠΚ, στα οποία, κατά την διάταξη του άρθρου 1 τυγχάνει εφαρμογής, όταν συντρέχουν οι τασσόμενες σ αυτήν προϋποθέσεις, έναντι των οποίων (διατάξεων) πάντοτε τυγχάνει αυστηρότερη. Η αντίθετη άποψη ότι τυγχάνει εφαρμογής, ως ευνοϊκότερη η διάταξη του άρθρου 54 Ν. 3028/2002 (ΑΠ 1665/2005, ΔΙΚΗ 2005, 1361, αλλά και ΠοινΔνη 2005 σελ. 1142, όπου και αντίθετη αγόρευση Εισαγγελέα Α. Ζύγουρα, βλ. και ΑΠ 931/2009) παραβλέπει τον σκοπό της ρυθμίσεως του άρθρου 54, που είναι να τιμωρείται αυστηρότερα, σε σχέση με την βασική διάταξη του 375 ΠΚ, αλλά και των άρθρων 53 και 55 του νόμου, που τυποποιούν τα εγκλήματα της κλοπής και αποδοχής προϊόντων εγκλήματος, οι αντίστοιχες εγκληματικές πράξεις, όταν προσβάλλουν την πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας. Η άποψη αυτή κείται εκτός του ως άνω γράμματος και πνεύματος της εν λόγω διατάξεως και των λοιπών ως άνω ρυθμίσεων του νομοθετήματος, που προαναφέρθηκαν και της εν γένει φιλοσοφίας αυτού και θέτει εκποδών τον σκοπό του νομοθέτου για αυστηρότερη τιμώρηση της πράξεως του άρθρου 375 όταν έχει αντικείμενο μνημείο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, η οποία μάλιστα υπερβαίνει το ποσό των 150.000 €, που μπορεί, ενδεχομένως, να είναι πολλαπλάσια, και σε πολλές περιπτώσεις να μη δύναται να εκτιμηθεί. Παραδοχή της απόψεως αυτής θα οδηγούσε στο άτοπο να τιμωρείται με τις αυστηρές ποινές του Ν. 1608/1950 η πράξη της κοινής υπεξαίρεσης και να αποκλείεται η εφαρμογή του νόμου αυτού σε πράξεις υπεξαιρέσεως με αντικείμενο αρχαία μνημεία και να τιμωρούνται πολύ ηπιότερα οι δράστες πράξεως που προσβάλλει πολύ μεγαλύτερης αξίας έννομο αγαθό, όπως είναι η πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας και να αγνοείται ο σκοπός του Ν. 3028/2002 που, όπως λέχθηκε, είναι η αυστηρότερη τιμώρηση των εγκλημάτων αυτών, μεταξύ των οποίων και το ανωτέρω, που ενδιαφέρει εν προκειμένω. Η πράξη της υπεξαιρέσεως, όπως λέχθηκε, τελείται όταν ο κατηγορούμενος εκδήλωσε την πρόθεση ενσωματώσεως των αρχαίων μνημείων ή της αξίας τους στην περιουσία του, ακόμη και σε χρονικό σημείο κατά το οποίο δεν είχε παρέλθει η προθεσμία δηλώσεως τους στις αρμόδιες κατά τα άνω υπηρεσίες, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις και κατ ακολουθία κρίθηκε αθώος για την προβλεπόμενη και τιμωρούμενη απ αυτές ανωτέρω αξιόποινη πράξη. Τούτο δε διότι κρίσιμο για την στοιχειοθέτηση της πράξεως της υπεξαιρέσεως είναι η εκδήλωση της προθέσεως του κατόχου των αρχαίων αντικειμένων, κύριος των οποίων κατά τα άρθρα 1 και 2 του ως άνω νόμου είναι το Δημόσιο, να ενσωματώσει αυτά ή την αξία τους παρανόμως στην περιουσία του, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν επιχείρησε να τα πουλήσει σε τρίτους, χωρίς να έχει το προς τούτο δικαίωμα, του χρόνου αυτού θεωρουμένου, όπως λέχθηκε, ως χρόνου τελέσεως της υπεξαιρέσεως των αρχαίων αντικειμένων, αφού διενεργείται η πράξη με την οποία εξωτερικεύεται η θέληση του κατόχου να τα ενσωματώσει στην περιουσία του και αναιρείται οριστικά η εξουσία του ιδιοκτήτη τους Δημοσίου επ αυτών, καθίσταται δε βέβαιο ότι ο δράστης δεν πρόκειται να εκπληρώσει την υποχρέωση δηλώσεως τους στην αρμόδια υπηρεσία, οπότε, εφόσον δεν παρήλθε η κατά το νόμο προς τούτο προθεσμία, δεν στοιχειοθετείται η κατά τα άνω αξιόποινη πράξη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του, πράγμα που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, στην οποία, για την υποκειμενική θεμελίωση της ανωτέρω πράξεως, αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, εκ του ότι δε εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ούτε εκτίμησε τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα και όχι μερικά από αυτά κατ επιλογή για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της υπεξαιρέσεως αρχαίων αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας: "Στο Τμήμα Αρχαιοκαπηλίας της Δ/νσης Ασφαλείας Θεσσαλονίκης, είχαν περιέλθει πληροφορίες ότι άτομο με το όνομα "..." από ... ασχολείται με αρχαία αντικείμενα. Κατόπιν ερευνών αστυνομικών του ως άνω Τμήματος, εντόπισαν ότι το άτομο αυτό ήταν ο κατηγορούμενος Χ1, για τον οποίον έμαθαν ότι πραγματοποιεί τις συναντήσεις του σε απόκρυφα μέρη κατά μήκος της Εθνικής οδού Θεσσαλονίκης-Καβάλας και συγκεκριμένα στο Τμήμα της Εθνικής Οδού μεταξύ Ασπροβάλτας και Κερδυλλίων. Οι αστυνομικοί του ως άνω τμήματος αρχαιοκαπηλίας, έθεσαν τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1 σε παρακολούθηση και τις βραδινές ώρες της 31-8-1999 τον αντιλήφθηκαν να κινείται ύποπτα στην περιοχή των Κερδυλλίων, τον ακολούθησαν και στη συνέχεια πήραν θέσεις κοντά σε σημείο όπου κατά τις πληροφορίες τους θα γινόταν συναλλαγή με αρχαία αντικείμενα. Μετά από αρκετή ώρα και συγκεκριμένα τις πρώτες ώρες της 1 Σεπτεμβρίου 1999, στο σημείο εκείνο έφθασε ο κατηγορούμενος Χ1 κρατώντας μια μεγάλη σκούρα νάϋλον σακκούλα, ακολουθούμενος από ένα άλλο άτομο που ήταν ο Θ1 το οποίο κρατούσε ένα μεγάλο χαρτοκιβώτιο. Σκοπός του πρώτου κατηγορουμένου ήταν να πωλήσει, έναντι τμήματος στο σημείο εκείνο αρχαία αντικείμενα που ανήκαν στη κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και ευρίσκοντο στην κατοχή του από λαθρανασκαφή σε τρίτο άγνωστο άτομο. Οι αστυνομικοί που είχαν θέσει σε παρακολούθηση τον πρώτο κατηγορούμενο αμέσως επενέβησαν και ακινητοποίησαν και τα δύο άτομα (Χ1 και Θ1), βρήκαν δε να φέρουν εντός της μαύρης νάϋλον σακκούλας και του μεγάλου χαρτοκιβωτίου ελληνικά ταφικά κτερίσματα που χρονολογούνται στον 6ο, 5ο και 4ο αιώνα π.χ. και συνεπώς είναι αρχαίο κατά την διάταξη του άρθρου 1 παρ. ν.3028/2002 και ανήκαν κατά τη διάταξη του άρρου 1 ν.5351/1932 στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Τα αρχαία αυτά που κατείχε ο πρώτος κατηγορούμενος έχοντας τη φυσική του εξουσίαση και τα οποία προσπάθησε να πωλήσει έναντι τιμήματος στις 1-9-1999 στην Εθνική Οδό Θεσσαλονίκης-Καβάλας, είναι τα ακόλουθα και έχουν την ακόλουθη αξία όπως αυτή εκτιμήθηκε από την Τριμελή Εκτιμητική Επιτροπή που συστάθηκε με την υπ'αριθ.ΥΠΠΟ/ΓΔΑ/ΑΡΧ/Α2/Φ41/49838/4870/28-9-2000 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και αποτελείτο από την ... Προϊσταμένη της ΙΣΤ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, ..., Προϊσταμένη της ΙΖ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων και ..., αρχαιολόγο της ΙΣΤ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων: 1)Ερυθρόμορφος κωδωνόσχηματος κρατήρας, εξαιρετικό δείγμα της αττικής κεραμεικής των αρχών του 4ου π.χ. αιώνα στην κύρια όψη του οποίου εικονίζεται σκηνή συμποσίου νέων με κεντρική μορφή μία αυλήτριδα και στην πίσω όψη εικονίζονται τρείς νέοι αθλητές σε ανάπαυλα να συζητούν, αξίας 35.000.000 δραχμών, 2)μία κορινθιακή τριφυλλόστομη οινοχόη ακέραια, αξίας 2.500.000 δραχμών, 3)ένα κορινθιακό εξάλειπτρο αξίας 2.000.000 δραχμών 4)τρείς (3) κορινθιακοί αρύβαλλοι ακέραιο με τετράφυλλο κόσμημα, αξίας 1.500.000 δραχμών και ένας (1) κορινθιακός αρύβαλλος με σπασμένο λαιμό, αξίας 300.000 δραχμών, 5)ένα πήλινο θήλαστρο, αξίας 200.000 δραχμών, 6)μία σπασμένη κορινθιακή κοτύλη με άνθη λωτού αξίας 500.000 δραχμών, μία κοτύλη κορινθιακή με ταινιωτή διακόσμηση, αξίας 500.000 δραχμών, μία κοτύλη κορινθιακή με ταινίες και κλαδιά, αξίας 400.000 δραχμών, μία κορινθιακή κοτύλη με ταινία, αξίας 300.000 δραχμών, 7)ένα σχεδόν ακέραιο ειδώλιο πετεινού αξίας 500.000 δραχμών και 3 πήλινα σπασμένα ειδώλια πετεινών, αξίας 300.000 δραχμών, 8)πήλινο ειδώλιο περιστερίου, αξίας 500.000 δραχμών, 9)πήλινο ειδώλιο Σιληνού αξίας 500.000 δραχμών, 10)τμήμα ειδωλίου καθιστής γυναίκας αξίας 50.000 δραχμών, 11)δύο τμήματα πλαστικού αγγείου με μορφή κόρης, αξίας 150.000 δραχμών, 12)ένα χρυσό δακτυλίδι με σφενδόνη ελλειψοειδούς σχήματος, αξίας 5.000.000 δραχμών, 13)ένα χάλκινο κάτοπτρο, αξίας 500.000 δραχμών, 14)ένα χάλκινο περίαπτο, αξίας 300.000 δραχμών, 15)μία αμφικωνική ψήφος, αξίας 50.000 δραχμών, 16)ένα χάλκινο δακτυλίδι με ταινιωτό στέλεχος, αξίας 50.000 δραχμών, 17)δύο χάλκινα απλά ψέλλια, αξίας 400.000 δραχμών, 18)Τέσσερα χάλκινα διπλά ψέλλια, αξίας 800.000 δραχμών, 19)μία ακεραία χάλκινη στλεγγίδα, αξίας 300.000 δραχμών, 20)υπολείμματα χάλκινου στεφανιού επιχρυσωμένου, αξίας 10.000 δραχμών, 21)οστέϊνος αστράγαλος, αξίας 2000 δραχμών, 22)οκτώ (8) σιδερένια καρφιά, αξίας 8000 δραχμών, 23)ένα σπειροεδές χάλκινο δακτυλίδι, αξίας 150.000 δραχμών, 24)ένα όστρεο/περίαπτο, αξίας 50.000 δραχμών, 25)τρείς (3) σκαραβαίοι αξίας 600.000 δραχμών, 26)μία χάλκινη τοξωτό πόρπη, αξίας 300.000 δραχμών, 27)τέσσερις (4) χάλκινοι δακτύλιοι, αξίας 120.000 δραχμών, 28)δύο χάλκινα δακτυλίδια το στέλεχος των οποίων καταλήγει σε σπείρες και τμήμα ενός τρίτου, αξίας 250.000 δραχμών, 29)ακέραιο δακτυλίδι με ταινιωτό έλασμα, αξίας 50.000 δραχμών, 30)χάλκινο ταινιωτό έλασμα, αξίας 10.000 δραχμών, 31)χάλκινο ψέλλιο, αξίας 100.000 δραχμών, 32)χάλκινο ψέλλιο, αξίας 100.000 δραχμών, 33)δύο ασημένια ψέλλια (κοσμήματα, βραχιόλια), αξίας 300.000 δραχμών, 34)τρείς (3) ψήφοι από κεχριμπάρι, αξίας 60.000 δραχμών, 35)θραύσμα χαλκού σφηκωτήρα, αξίας 50.000 δραχμών, 36)δύο (2) θραύσματα μολύβδινων συνδέσμων, αξίας 5000 δραχμών, 37)δύο δόντια και τρία θραύσματα οστών, 38)ένα θραύσμα χάλκινου καρφιού, αξίας 1000 δραχμών, 39)θραύσμα χάλκινου ταινιωτού δακτυλίου, αξίας 3000 δραχμών, 40)Τέσσερα (4) θραύσματα κεφαλιών πήλινων ειδωλίων, αξίας 400.000 δραχμών και θραύσματα από σώματα ειδωλίων, αξίας 100.000 δραχμών, συνολικής αξίας πενήντα πέντε εκατομμυρίων εννιακοσίων δέκα εννέα χιλιάδων (55.919.000) δραχμών (ήδη 164.105, ευρώ). Όλα τα αρχαία αυτά αντικείμενα που είχαν περιέλθει, από λαθρανασκαφή στην κατοχή του Χ1 και ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ιδιοποιήθηκε παράνομα ο Χ1 στη Ε.Ο.Θεσσαλονίκης-Καβάλας στις 1-9-1999 εκδηλώνοντας τότε την περί ιδιοποιήσεως πρόθεσή του προσπαθώντας να τα πωλήσει επί κέρδει σε τρίτο άγνωστο άτομο αποτυχών δε γιατί συνελήφθη από τις αστυνομικές αρχές η δε συνολική αξία των παραπάνω αρχαίων και η εντεύθεν απειληθείσα για το Ελληνικό Δημόσιο ζημία υπερβαίνει το ποσό των 50.000 δραχμών (ήδη 150.000 ευρώ), αφού το ύψος της ανέρχεται σε 55.919.000 δραχμές. Επομένως, ο κατηγορούμενος Χ1 πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κακουργηματικής υπεξαιρέσεως από την οποία η απειληθείσα για το Ελληνικό Δημόσιο ζημία, υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών. Ισχυρίζεται ο εκκαλών Χ1 ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τον κήρυξε ένοχο πλημμεληματικής υπεξαίρεσης διότι: η κατηγορία κατ'αρχήν εισήχθη ως πλημμέλημα στο καθύλην αρμόδιο Τριμελές Πλημ/κείο Θεσσαλονίκης το οποίο κηρύχθηκε αναρμόδιο καθ'ύλην λόγω της συνολικής αξίας των φερομένων ως υπεξεραιθέντων αρχαίων αντικειμένων και παρέπεμψε την υπόθεση στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης. Το τελευταίο με την εκκαλουμένη απόφασή του χωρίς στο διατακτικό του να προσθέσει την αξία των υπεξαιρεθέντων αρχαίων, κήρυξε ένοχο αυτόν για πλημμεληματική υπεξαίρεση με συνέπεια να μη δύναται να καταστεί κατ'έφεση χείρονα η θέση του σε περίπτωση καταδίκης του για κακουργηματική υπεξαίρεση και να πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατ'αυτού λόγω παραγραφής. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι από τη συνεκτίμηση του σκεπτικού και του διατακτικού της εκκαλουμένης αποφάσεως είναι σαφές ότι ο κατηγορούμενος Χ1, παρά τη μη αναφορά στο διατακτικό της αξίας των υπεξαιρεθέντων αρχαίων καταδικάσθηκε για την κακουργηματική υπεξαίρεση αρχαίων από την οποία η απειληθείσα για το Ελληνικό Δημόσιο ζημία υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών (150.000 ευρώ). Στο σκεπτικό της εκκαλουμένης αποφάσεως αναφέρεται επί λέξει "Η δε αξία των ανωτέρω αντικειμένων και η εντεύθεν απειληθείσα από την αντίστοιχη αξιόποινη πράξη για το Ελληνικό Δημόσιο ζημία υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών, αφού το ύψος της ανέρχεται συνολικά σε 55.919.000 δραχμές...", "...πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι 1ος και 3ος κατηγορούμενοι της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας σε βαθμό κακουργήματος σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο παρ.1 σε συνδ. με άρθρο 1 παρ.1 ν.1608/1950)." "Τέλος, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του αυτού εκκαλούντος ότι δεν στοιχειοθετείται η εναντίον του κατηγορία για υπεξαίρεση εφόσον αυτός με την εκκαλουμένη απόφαση κηρύχθηκε αθώος του πλημμελήματος του ν.5351/1933 ότι δηλαδή γενόμενος κάτοχος αρχαίων αντικειμένων δεν δήλωσε αυτά όπως όφειλε στην πλησιέστερη αστυνομική αρχή ή αρχαιολογική υπηρεσία εντός δεκαπενθημέρου. Και τούτο διότι: Για την αντικειμενική θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται το κινητό πράγμα που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της να τελεί υπό ξένη αναφορικά με το δράστη κυριότητα και να περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, επί πλέον δε να εκδηλώθηκε ενέργεια δηλούσα τη βούληση του υπαιτίου να ενσωματώσει, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στην περιουσία του, το εν λόγω κινητό, εξουσιάζοντας το καθολικώς αποκλειστικά χάριν των δικών του σκοπών σαν να ήταν κύριος. Εν προκειμένω, η πρόθεση ιδιοποιήσεως των παραπάνω αρχαίων δηλαδή η εκδήλωση της βουλήσεως του πρώτου κατηγορούμενου να ενσωματώσει στα περιουσιακά του δικαιώματα τα προαναφερόμενα αρχαία, εγένετο στις 1-9-1999 με την απόπειρα πωλήσεως τούτων σε τρίτο άγνωστο άτομο έναντι τιμήματος με συνέπεια να είναι αδιάφορη η παρέλευση ή μη της δεκαπενθήμερης προθεσμίας προς δήλωσή τους στην αρμόδια αρχή που τάσσεται με το ν.5351/1933, προκειμένου να στοιχειοθετεί το έγκλημα της υπεξαιρέσεως και εντεύθεν αδιάφορη και η απαλλαγή του από το σχετικό πλημμέλημα." Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα της ανωτέρω πράξεως της υπεξαιρέσεως αρχαίων αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ανερχομένης συνολικώς στο ποσό των 55.919.000 δραχμών (164.105 €) και του επέβαλε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 του ΠΚ 1,2 Κ.Ν. 5353/1932 και 1 Ν. 1608/1950, τις οποίες δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, αφού δέχθηκε ότι τα αναφερόμενα αναλυτικά στο σκεπτικό, αλλά και στο διατακτικό αρχαία αντικείμενα είχαν περιέλθει στην κατοχή του από λαθραία ανασκαφή και την συγκεκριμένη ημερομηνία συνελήφθη, πριν πραγματοποιήσει την πρόθεσή του να τα πωλήσει σε άγνωστο άτομο αντί μη διακριβωθέντος τιμήματος, γεγονός δηλωτικό της προθέσεως του να ενσωματώσει παρανόμως την αξία τους στην περιουσία του. Παραδεκτώς δε γίνεται πλέον λεπτομερής περιγραφή των αρχαίων αντικειμένων στην προσβαλλομένη απόφαση και εκ περισσού παρατίθεται η αξία εκάστου, όπως καθορίσθηκε με την αναφερόμενη έκθεση εκτιμήσεως από την κατά νόμο ορισθείσα επιτροπή, αφού εκείνο που ενδιαφέρει για την στοιχειοθέτηση της πράξεως σε βαθμό κακουργήματος είναι η συνολική αξία αυτών, η οποία αναφέρεται στην απόφαση και ενόψει της οποίας θα κριθεί αν, με βάση τα κρατούντα κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως (1-9-1999) στις συναλλαγές και τις διαμορφωθείσες αντικειμενικές αξίες των πραγμάτων γενικώς, είναι ιδιαίτερα μεγάλη, οπότε η πράξη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 54 Ν. 3028/2002, τιμωρείται δε κατά την διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950, που όπως λέχθηκε τυγχάνει εφαρμογής στην κρινόμενη περίπτωση, ενόψει της υπερτέρας των 50.000.000 δραχμών ή 150.000 € συνολικής αξίας των αρχαίων αντικειμένων και του ότι η πράξη στρέφεται κατά του Δημοσίου. Με την ανωτέρω πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το Δικαστήριο ορθώς απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι πρωτοδίκως είχε καταδικασθεί για υπεξαίρεση σε βαθμό πλημμελήματος, με αποτέλεσμα το αξιόποινο να έχει εξαλειφθεί δια παραγραφής λόγω παρόδου 8ετίας από την τέλεση της πράξεως και παραδεκτώς, χωρίς δε, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, να επέρχεται χειροτέρευση της θέσεως του ως εκκαλούντος στη δίκη εκείνη, ούτε να δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα εκ του λόγου αυτού, περιέλαβε στο διατακτικό τα στοιχεία που προέκυπταν, από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού - διατακτικού της πρωτόδικης αποφάσεως, όπως είναι και η πρόθεση πωλήσεως τους, κατά τα ανωτέρω και δεν μετατράπηκε εκ του λόγου αυτού, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, σε κακούργημα η πλημμεληματική πράξη για την οποία, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, κηρύχθηκε ένοχος πρωτοδίκως, ούτε επήλθε, εκ του λόγου αυτού, ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας. Εσφαλμένα δε ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι το Δικαστήριο θεμελίωσε την ενοχή του επί των διατάξεων του Κ.Ν. 5351/1932, ενώ, όπως σαφώς προκύπτει από τις παραδοχές της αποφάσεως, αυτή θεμελιώθηκε, κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω, επί της διατάξεως του άρθρου 375 παρ. 1 ΠΚ, η εφαρμογή της οποίας, ως προς την στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος, δεν αποκλείεται από την διάταξη του άρθρου 54, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αφού, όπως λέχθηκε η διάταξη αυτή δεν τυποποιεί νέο έγκλημα, διάφορο εκείνου του άρθρου 375 ΠΚ. Με ορθή επίσης και πλήρη αιτιολογία και χωρίς να προκαλείται αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών της αποφάσεως και να στερείται αυτή νόμιμης βάσης, το Δικαστήριο απέρριψε τον αβάσιμο, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα στη νομική σκέψη, ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι, εφόσον κηρύχθηκε αθώος της πράξεως που επίσης του είχε αποδοθεί της μη δηλώσεως των αρχαίων αντικειμένων, δεν στοιχειοθετείται η πράξη της υπεξαιρέσεως αυτών, ο ανωτέρω χρόνος τελέσεως της οποίας ενέπιπτε εντός της 15νθήμερης προθεσμίας για δήλωσή τους στις αρμόδιες αρχές. Επίσης, κατ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων το Δικαστήριο, για την τιμώρηση της πράξεως εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 1 Ν. 1608/1950 και όχι εκείνη του άρθρου 54 Ν. 3028/2002, αφού, όπως λέχθηκε, η τελευταία θα τύγχανε εφαρμογής αν η ιδιαίτερα μεγάλη αξία των αρχαίων αντικειμένων δεν υπερέβαινε τα 50.000.000 δραχμές ή 150.000 €, οπότε και μόνο δεν θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής ο Ν. 1608/1950. Τέλος το δικαστήριο δεν υποχρεούταν να διαλάβει αιτιολογία επί του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για αναγνώριση στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 ε ΠΚ, αφού ο πληρεξούσιος δικηγόρος του δεν επικαλέσθηκε πραγματικά περιστατικά που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν τον ισχυρισμό αυτό, αλλά περιορίσθηκε να επαναλάβει την διατύπωση της διατάξεως, ως εκ περισσού δε τον απέρριψε με την αιτιολογία που αναφέρεται στη σελ. 16 των πρακτικών (ΑΠ 1125/2010). Κατ ακολουθία τούτων οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του κυρίου δικογράφου και πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, έλλειψη νομίμου βάσεως, υπέρβασης εξουσίας, απόλυτη ακυρότητα και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 1 Ν. 1608/1950 (510 παρ. 1 Α, Δ, Ε και Η ΚΠΔ), τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών του κυρίου δικογράφου και εκείνου των προσθέτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, τόσον η κρινόμενη κυρία αίτηση αναιρέσεως, όσον και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στην δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου που παραστάθηκε (176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, την με αριθμό εκθέσεως 2/2009 αίτηση του Χ1 και τους από 1-11-2009 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της με αριθμ. 224-225/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) € και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου από τριακόσια (300) €. Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 1 Ιουνίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 24 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπεξαίρεση αρχαίων αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Έννοια παρανόμου ιδιοποιήσεως και πως εκδηλώνεται. Δεν εμποδίζεται η στοιχειοθέτηση εκ του ότι ο κάτοχος αθωώθηκε για τη μη εμπρόθεσμη δήλωση των αρχαίων. Η πράξη στρέφεται πάντα κατά του Δημοσίου. Διάταξη άρθρου 54 Ν. 3028/2002 δεν τυγχάνει ευνοϊκότερη σε σχέση με τη βασική διάταξη του άρθρου 375 ΠΚ, δεν αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 1 Ν. 1608/1950, όταν συντρέχουν οι προς τούτο προϋποθέσεις. Η αντίθετη άποψη παραβλέπει ότι η ως άνω διάταξη κι οι ποινικές προβλέψεις των άρθρων 53 και 55 του ίδιου νόμου για τα εγκλήματα της κλοπής και της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος είναι δυσμενέστερες των βασικών διατάξεων των αντίστοιχων άρθρων κι ότι ο Ν. 1608/1950 πάντοτε είναι αυστηρότερος των βασικών διατάξεων που τυποποιούν τα εγκλήματα στα οποία εφαρμόζεται. Απορριπτέος ο λόγος εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε΄ ΚΠΔ για κακή εφαρμογή Ν. 1608/1950. Απορρίπτονται οι λοιποί εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α΄, Δ΄ και Η΄ ΚΠΔ λόγοι. Απορρίπτονται το κύριο δικόγραφο κι οι πρόσθετοι λόγοι της αιτήσεως.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Υπεξαίρεση, Πρόσθετοι λόγοι, Καταχραστές Δημοσίου, Αρχαία.
2
Αριθμός 1270/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων: 1)Χ1 και 2)Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κλειδαρά, περί αναιρέσεως της 960-961/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Πλημ/κείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 15 Νοεμβρίου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1683/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσείοντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά των αναιρεσειόντων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Οι από 15-11-2009 αιτήσεις (δηλώσεις) αναιρέσεως των 1.Χ1 και 2.Χ2 στρέφονται κατά της αυτής 960-961/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κειου Ναυπλίου, με την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι παράνομης εκχέρσωσης αναδασωτέας δασικής εκτάσεως ο δεύτερος και ηθικής αυτουργίας σ αυτή ο πρώτος, ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (473 παρ. 2 και 3 ΚΠΔ). Συνεπώς λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συναφείας, πρέπει να συνεκδικασθούν. ΙΙ. Κατά το άρθρο 70 παρ. 1 του ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εκτάσεων της χώρας", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 2081/1992 "όποιος εκχερσώνει, υλοτομεί αποψιλωτικά ή καλλιεργεί έκταση δημόσια ή ιδιωτική που κηρύχθηκε αναδασωτέα, τιμωρείται...με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή 100.000 μέχρι 1.000.000 δραχμών". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ίδιου νόμου (998/1979), "η κήρυξη εκτάσεων ως αναδασωτέων ενεργείται δι' αποφάσεως του οικείου Νομάρχη, καθοριζούσης σαφώς τα όρια της εκτάσεως η οποία κηρύσσεται αναδασωτέα και συνοδευομένης υποχρεωτικώς υπό σχεδιαγράμματος, το οποίον δημοσιεύεται εν φωτοσμικρύνσει μετά της αποφάσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Επομένως, στην απόφαση που καταδικάζει για παράβαση του άρθρου 70 παρ. 1 του ν. 998/1979, πρέπει να αναφέρονται η απόφαση του Νομάρχη (ήδη Γ.Γ. της Περιφερείας), το σχετικό σχεδιάγραμμα και η δημοσίευση αυτών στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, διαφορετικά η απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ. λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη 960-961/2009 απόφασή του, δέχθηκε ότι από τα κατ' είδος μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σ σχέση με τις αποδιδόμενες στους αναιρεσείοντες πράξεις της παράνομης εκχέρσωσης αναδασωτέας ιδιωτικής δασικής εκτάσεως (ο δεύτερος) και ηθικής αυτουργίας σ αυτή (ο πρώτος): "Στη θέση ..., κατά το πρώτο δεκαήμερο του έτους 2002 ο κατηγορούμενος Χ2, ως εργολάβος υπεύθυνος εργασιών, ενεργώντας με πρόθεση εκχέρσωσε την καμένη ιδιωτική δασική έκταση, που βρίσκεται στην εν λόγω θέση, εμβαδού 4.485,24 τ.μ., η οποία είχε κηρυχθεί αναδασωτέα με την με αριθ. .../22.6.2001 απόφαση της Περιφέρειας ..., προβαίνοντας στην αποκοπή με προωθητικά μηχανήματα της αναφυόμενης βλάστησης από νεαρά πεύκα και σκίνα και στη συνέχεια προέβη στην καλλιέργεια της φυτεύοντας σ' αυτήν εννέα ελιές, μια χαρουπιά και τέσσερις αγριαχλαδιές (γκορτσιές). Τα παραπάνω προκύπτουν από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και τη σαφή και πειστική κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Μ1, ο οποίος με την ιδιότητα του δασοφύλακα προέβη σε αυτοψία στην προαναφερόμενη έκταση στις αρχές του 2002 και διαπίστωσε ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος, με τον οποίο και συνομίλησε, προέβη στην ως άνω εκχέρσωση και δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης ..., δασολόγου, και ..., πολιτικού μηχανικού, οι οποίοι επισκέφθηκαν για πρώτη φορά την ένδικη έκταση πολύ αργότερα, και τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, όπως τους ανέπτυξε ο πληρεξούσιος δικηγόρους του, περί του ότι δεν έγινε εκχέρσωση, ενόψει του ότι υπήρχαν αρκετά μεγάλα πεύκα στην έκταση αυτή και η υπόροφη βλάστηση πριν την εκδήλωση της πυρκαγιάς ήταν ελάχιστη. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ως άνω πράξης. Περαιτέρω, από τα ίδια όπως παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος Χ1, με την ιδιότητα του διευθυντή των εταιριών με τις επωνυμίες "NORTH ENERPRISES S.A.", "AGEMIL ENERPRISES L.T.D.", "RAFT ENERPRISES I.N.C.", "TREK SERVICES S.A.", "SPOOR TRADING INC" και "TOR SERVICES S.A." οι οποίες τυγχάνουν ιδιοκτήτριες εταιρίες (με βάση τα με αριθ. ..., ...., ..., ..., ...και ... συμβόλαια αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Πουλιέζου) των όμορων αγροτεμαχίων που βρίσκονται γύρω από την προαναφερόμενη ιδιωτική δασική έκταση των 4.485,24 τ.μ., που είχε κηρυχθεί αναδασωτέα, ενεργώντας με πρόθεση προκάλεσε στον κατηγορούμενο Χ2 την απόφαση να εκτελέσει την παραπάνω πράξη της εκχέρσωσης αναδασωτέας ιδιωτικής έκτασης, παρακινώντας τον στην πράξη του αυτή με προτροπές, οδηγίες, συμβουλές, παρακλήσεις και παροχή οικονομικών ανταλλαγμάτων. Τα παραπάνω προκύπτουν από την κατάθεση του μάρτυρα Μ1 σε συνδυασμό με τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, αφού ο κατηγορούμενος Χ2 προέβη στην εκχέρσωση της ένδικης έκτασης όχι με δική του πρωτοβουλία και για δικό του λογαριασμό, αλλά για λογαριασμό των ως άνω εταιριών στις οποίες ανήκουν τα όμορα αγροτεμάχια, με εντολή του διευθυντή τους, κατηγορουμένου Χ1, και με οικονομικό αντάλλαγμα. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο τελευταίος της πράξης της ηθικής αυτουργίας στην ως άνω παράνομη εκχέρσωση της ιδιωτικής αναδασωτέας έκτασης που τέλεσε ο κατηγορούμενος Χ2 ". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες των ανωτέρω πράξεων, αντίστοιχα, που τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 70 παρ.1 εδ. α' Ν. 998/1979, όπως κατά τα άνω αντικαταστάθηκε και 46 παρ. 1 α ΠΚ και τους επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, την οποία ανέστειλε επί 3ετία για τον πρώτο και μετέτρεψε προς 4,40 € ημερησίως για τον δεύτερο και χρηματική ποινή δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) €. 'Ετσι, όμως κρίνοντας το ως άνω Δικαστήριο στέρησε την απόφασή του της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν διαλαμβάνει στην απόφασή του ότι η αναφερόμενη απόφαση του Γ.Γ. Περιφερείας ..., με την οποία κηρύχθηκε αναδασωτέα η ιδιωτική δασική έκταση, την οποία εκχέρσωσε παράνομα ο πρώτος αναιρεσείων κατόπιν προτροπών, οδηγιών, παραινέσεων και παροχής οικονομικών ανταλλαγμάτων του δευτέρου, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αν αυτή συνοδευόταν από σχεδιάγραμμα της αναδασωτέας έκτασης, στο οποίο καθορίζονται λεπτομερώς τα όρια, προς αποφυγή σύγχυσης με τα όμορα ιδιωτικά ακίνητα και του οποίου σχεδιαγράμματος η δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως σε κάθε περίπτωση είναι υποχρεωτική. Επομένως ο, από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, πρώτος λόγος και των δύο αιτήσεων (δηλώσεων) αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί καθολοκληρία η προσβαλλομένη απόφαση και ως προς τους δύο αναιρεσείοντες, οπότε παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων των αναιρέσεων. Περαιτέρω, εφόσον, η χαρακτηριζόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις που εφάρμοσε η προσβαλλομένη, ως πλημμελήματα πράξεις, φέρονται ότι τελέσθηκαν το πρώτο δεκαήμερο του έτους 2002, έκτοτε δε και μέχρι την συζήτηση των αναιρέσεων (2-3-2010), αλλά και μέχρι την ημέρα διασκέψεως (25-5-2010), παρήλθε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την οκταετία, το αξιόποινο των πράξεων αυτών εξαλείφθηκε με παραγραφή (άρθρα 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 παρ. 1, 2 και 3 Π.Κ.). Δεδομένου δε ότι ο Άρειος Πάγος λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή, αν κριθεί ένας λόγος αναιρέσεως βάσιμος (άρθρο 511 εδ. γ' Κ.Π.Δ.), πρέπει, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε σε βάρος των αναιρεσιόντων για τις παραπάνω πράξεις. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 960-961/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος των αναιρεσειόντων Χ2 και Χ1, για τις πράξεις της παράνομης εκχέρσωσης αναδασωτέας ιδιωτικής δασικής εκτάσεως εμβαδού 4.485,24 τ.μ. που κείται στη θέση ... και ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή, αντίστοιχα, όπως οι εν λόγω πράξεις περιγράφονται λεπτομερώς στο σκεπτικό. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράνομη εκχέρσωση ιδιωτικής δασικής έκτασης. Ηθική αυτουργία σε αυτή. Η καταδικαστική απόφαση για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να αναφέρει την απόφαση του Νομάρχη (νυν Γραμματέα της Περιφέρειας), ότι συνοδεύεται από τοπογραφικό διάγραμμα καθώς και το ΦΕΚ στο οποίο δημοσιεύθηκαν. Δεν αναφέρεται αν δημοσιεύθηκε κι ο αριθμός του ΦΕΚ, στο οποίο δημοσιεύθηκε η σχετική απόφαση του Γ.Γ. Περιφερείας και το σχεδιάγραμμα. Έλλειψη αιτιολογίας. Αναιρεί. Δεκτές οι δύο αιτήσεις αναιρέσεως. Παραγραφή λόγω παρόδου 8ετίας μέχρι την συζήτηση. ΠΟΠΔ.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Δασικά αδικήματα.
0
Αριθμός 1269/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο και Χριστόφορο Κοσμίδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσείοντων-κατηγορουμένων: 1)Χ1, 2)Χ2, 3)Χ3, 4)Χ4, κατοίκων ..., και 5)Χ5, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ'αριθμ. 158/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Με συγκατηγορούμενους τους: 1)Ψ2, 2)Ψ1 και 3)Ψ3. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ζ χήρα Θ. Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουλίου 2009 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1213/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα, με αριθμό 124/29-3-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 του ΚΠΔ, την 4/21.7.2009 κοινή αίτηση (δήλωση) των κατηγορουμένων 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4, κατοίκων ... και 5) Χ5, κατοίκου ..., για αναίρεση του 158/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Με το 3/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηρακλείου οι αναιρεσείοντες έχουν παραπεμφθεί, μαζί με άλλους, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης (για τα κακουργήματα), προκειμένου να δικασθούν για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατά συναυτουργία, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και επί πλέον η μεν πρώτη τούτων για απάτη από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, οι δε λοιποί για ηθική αυτουργία από κοινού στην ως άνω απάτη (άρθρα 13 στοιχ. γ, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 46 παρ. 1α, 94 παρ. 1, 216 παρ. 1 και 3 εδ. α' και 386 παρ. 1 και 3 στοιχ. β' του ΠΚ, όπως το εδ. α' της παρ. 3 του άρθρου 216 τροπ. με το άρθρο 14 παρ. 2α του Ν. 2721/1999 και η παρ. 3 του άρθρου 386 αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999). Μετά από κοινή έφεση που άσκησαν κατά του βουλεύματος αυτού οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, εκδόθηκε το 172/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση (1/2008) αυτών και επικυρώθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα. Το εφετειακό αυτό βούλευμα αναιρέθηκε, με την 315/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), κατόπιν ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως από τους κατηγορουμένους και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Ακολούθως, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 158/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, το οποίο απέρριψε και πάλι κατ' ουσία την έφεση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. ΙΙ. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με την οποία πλήττεται το παραπάνω εφετειακό βούλευμα, είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή, ασκηθείσα από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, περιέχει δε με τρόπο ορισμένο ως λόγους αναιρέσεως, την απόλυτη ακυρότητα, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρα 462, 463, 465 παρ. 1, 473 παρ.1, 474 παρ. 1, 482 παρ. 1α και 484 παρ.1 στοιχ. α', β' και δ' του ΚΠΔ) κι επομένως πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία. ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 192 του ΚΠΔ, εκείνος που διόρισε τους πραγματογνώμονες πρέπει να ανακοινώσει ταυτόχρονα τα ονοματεπώνυμά τους στον εισαγγελέα και στους διαδίκους, εκτός αν αυτό είναι αδύνατο (όπως όταν ο διάδικος είναι άγνωστης διαμονής ή διαμένει στην αλλοδαπή, χωρίς να έχει διορίσει αντίκλητό του), ή αν συντρέχει περίπτωση που επιβάλλεται η άμεση ενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, καθώς και στην περίπτωση του άρθρου 187 του ίδιου Κώδικα, που αναφέρεται σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις της προκαταρκτικής πραγματογνωμοσύνης, όταν δεν είναι δυνατό να διοριστεί τακτικός πραγματογνώμονας. Τούτο απαιτείται για να μπορέσει ο διάδικος, κατά τους ορισμούς των άρθρων 191 και 192 του ΚΠΔ, να ασκήσει το δικαίωμα εξαιρέσεως του πραγματογνώμονος και επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 204 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, να προβεί στο διορισμό τεχνικού συμβούλου. Η παράλειψη της γνωστοποιήσεως αυτής στον κατηγορούμενο, αναγόμενη στην υπεράσπισή του και στην άσκηση των πιο πάνω δικαιωμάτων του, που του παρέχονται από το νόμο, δημιουργεί, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 2467/2008, 2176/2007, ΑΠ 835/2005, ΑΠ 1163/1995). ΙV. Στη προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προς διερεύνηση της βασιμότητος του σχετικού λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι κατόπιν της από 21.4.2003 εγκλήσεως της Ζ, κατοίκου ..., ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις και διενεργήθηκε κυρία ανάκριση από την Ανακρίτρια του Α' Τμήματος Πλημμελειοδικών Ηρακλείου. Η εναντίον τους κατηγορία συνίσταται στην από κοινού κατάρτιση ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος την 13.11.2001 Θ κατ' απομίμηση της γραφής και της υπογραφής αυτού, την οποία η πρώτη τούτων Χ1, με την ηθική αυτουργία των λοιπών, προσκόμισε με σχετική αίτησή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και με παραπλάνηση του δικάσαντος την αίτηση αυτή δικαστή πέτυχε να δημοσιευθεί και να κηρυχθεί κυρία με την 842/2001 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου, βάσει της οποίας στη συνέχεια ο συμβολαιογράφος Ηρακλείου Ιωάννης Μαναβάκης συνέταξε τα σχετικά δηλωτικά αποδοχής κληρονομίας τα οποία μετέγραψαν. Με την 368/2004 διάταξη της παραπάνω Ανακρίτριας, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ηρακλείου, διατάχθηκε η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης από τον δικαστικό γραφολόγο Λ, προκειμένου να αποφανθεί περί της πλαστότητος ή μη της γραφής και της υπογραφής της επίδικης διαθήκης του αποβιώσαντος Θ. Όμως, από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε στους κατηγορουμένους, και ήδη αναιρεσείοντες (από τους οποίους ο 5ος είναι κάτοικος ...) ο διορισμός και το ονοματεπώνυμο του ως άνω πραγματογνώμονος, για να παρασχεθεί σ' αυτούς η δυνατότητα να ασκήσουν τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 191, 192 και 204 του ΚΠΔ δικαιώματά τους, για υποβολή αιτήσεως εξαιρέσεως και διορισμό τεχνικού συμβούλου. Ούτε εκτίθενται στη διάταξη της Ανακρίτριας λόγοι που επέβαλαν την άμεση ενέργεια της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, ώστε σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 204 του ΚΠΔ να μην είναι υποχρεωτική η γνωστοποίησή της στους κατηγορουμένους κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου. Προσέτι, από τη συνημμένη 39/8.11.2004 έκθεση επιδόσεως προκύπτει ότι η παραπάνω Διάταξη της Ανακρίτριας γνωστοποιήθηκε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ηρακλείου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 192 του ΚΠΔ. Ο πραγματογνώμονας αυτός συνέταξε την από 24.5.2005 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, με την οποία αποφαίνεται, μετά από λεπτομερή γραφολογική έρευνα και συγκριτική αντιπαραβολή της γραφής και της υπογραφής της επίδικης διαθήκης με τη δειγματική γραφή και τις υπογραφές του αποβιώσαντος Θ, ότι η ιδιόγραφη αυτή διαθήκη έχει πλαστογραφηθεί εξολοκλήρου, τόσο κατά το κείμενο όσο και κατά την υπογραφή του φερόμενου ως διαθέτη, ενώ οι κατηγορούμενοι υποστηρίζουν ότι είναι γνήσια. Περαιτέρω, από το προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο απερρίφθη η κοινή έφεση των κατηγορουμένων και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα, προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών στήριξε την κρίση του περί παραπομπής των ως άνω κατηγορουμένων στο ακροατήριο πρωτίστως στην παραπάνω έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που έχει οιονεί δικαιοδοτικό χαρακτήρα. Συνεπώς, εφόσον το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την πιο πάνω έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, χωρίς να προκύπτουν συγκεκριμένοι λόγοι που επέβαλαν τη μη γνωστοποίηση του διορισμού του πραγματογνώμονος Λ στους κατηγορουμένους, οι οποίοι υποστηρίζουν τη γνησιότητα της ιδιόγραφης διαθήκης του Θ, υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ, η οποία δεν θεραπεύθηκε από το ότι οι κατηγορούμενοι έλαβαν γνώση της πραγματογνωμοσύνης αυτής μεταγενεστέρως, όταν κλήθηκαν σε απολογία. Επομένως, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για απόλυτη ακυρότητα είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχή αυτού - ενώ παρέλκει μετά ταύτα η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως - να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους. Το ευεργετικό δε αυτό αποτέλεσμα της αναιρέσεως πρέπει να επεκταθεί, κατά το άρθρο 469 του ΚΠΔ και στους συγκατηγορουµένους των αναιρεσειόντων Ψ2, Ψ1 και Ψ3, που παραπέµπονται µε το εκκαλούµενο βούλευµα, ως συμμέτοχοι (συναυτουργοί και ηθικοί αυτουργοί) των εν λόγω εγκλημάτων, των οποίων οι σχετικές εφέσεις απορρίφθηκαν κατ' ουσία µε το προσβαλλόμενο βούλευμα κατά του οποίου δεν άσκησαν αναίρεση, αφού ο παραπάνω γενόμενος δεκτός λόγος αναιρέσεως δεν αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο εφόσον είναι εφικτό από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 485 παρ. 1 και 519 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να αναιρεθεί το 158/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης ως προς τους αναιρεσείοντες 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4 και 5) Χ5. Να επεκταθεί το αποτέλεσμα αυτό και ως προς τους συμμετόχους (συναυτουργούς και ηθικούς αυτουργούς) συγκατηγορουμένους αυτών Ψ2, Ψ1 και Ψ3. Και Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο εφόσον αυτό είναι εφικτό από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.-Αθήνα, 23 Μαρτίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας". Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.Η κρινόμενη από 21-7-2009 αίτηση αναιρέσεως των α) Χ1, κατοίκου ..., β)Χ2, γ) Χ3, δ)Χ4, συζύγου Χ3, κατοίκων ... και ε) Χ5, κατοίκου ..., κατά του 158/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, με το οποίο απορρίφθηκε (μετ' αναίρεση) ως κατ' ουσία αβάσιμη η με αριθμό 1/2008 έφεση των αναιρεσειόντων και των στ) Ψ2 και ζ) Ψ1, κατοίκων ..., που δεν υπέβαλαν αίτηση αναιρέσεως, κατά του 3/2008 βουλεύματος του Συμ-βουλίου Πλημμελειοδικών Ηρακλείου, με το οποίο οι ίδιοι παραπέμπονται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κα-κουργημάτων Κρήτης για να δικαστούν ως υπαίτιοι πλαστο-γραφίας με χρήση πλαστού, με σκοπό οφέλους συνολικού ποσού άνω των 73.000 ευρώ (άπαντες) και για απάτη συνολικού οφέλους και αντίστοιχης ζημίας άνω των 73.000 ευρώ (η πρώτη από αυτούς ως φυσική αυτουργός και οι λοιποί ως ηθικοί αυτουργοί, ΠΚ 216 παρ.1 και 3 περ.α', 386 παρ.1 και 3 περ.β'), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση (ΚΠοινΔ 482 παρ.2). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. 2.Σύμφωνα με το άρθρο 183 ΚΠοινΔ, κατά την προδικασία, οι ανακριτικοί υπάλληλοι μπορούν αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση κάποιου διαδίκου ή του εισαγγελέα να διατάξουν πραγματογνωμοσύνη, αν απαιτούνται ειδικές γνώσεις ορισμένης επιστήμης ή τέχνης για να γίνει ακριβής διάγνωση και κρίση κάποιου γεγονότος. Τέτοιες γνώσεις θεωρούνται και οι γραφολογικές, που είναι αναγκαίες προκειμένου να διαγνωσθεί αν κάποιο χειρόγραφο κείμενο έχει συνταχθεί ή όχι από συγκεκριμένο πρόσωπο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 192 εδ.β' και 204 παρ.1 εδ.α' ΚΠοινΔ συνάγεται ότι αυτός, που διατάσσει την πραγματογνωμοσύνη και διορίζει τους πραγματογνώμονες, έχει την υποχρέωση να γνωστοποιήσει τα ονόματα αυτών προς τον εισαγγελέα και τους διαδίκους, εκτός αν η γνωστοποίηση είναι αδύνατη ή αν πρόκειται για εξαιρετικώς επείγουσα, προκαταρκτική πραγματογνωμοσύνη του άρθρου 187 ΚΠοινΔ. Σε αναφορά προς την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, η γνωστοποίηση εξυπηρετεί αφ' ενός την άσκηση του δικαιώματος υποβολής ενστάσεως εξαιρέσεως, που πρέπει να γίνει "ωσότου οι πραγματογνώμονες αρχίσουν το έργο τους" (ΚΠοινΔ 192 εδ.α') και αφ' ετέρου την άσκηση του δικαιώματος διορισμού τεχνικού συμβούλου, που υφίσταται μόνο όταν γίνεται ανάκριση για κακούργημα και πρέπει να πραγματοποιηθεί "μέσα σε προθεσμία που ορίζεται από εκείνον που ενεργεί την ανάκριση" (ΚΠοινΔ 204 παρ.1 εδ.β'). Και ως προς μεν την παράλειψη της γνωστοποίησης στην πρώτη περίπτωση, η επερχόμενη συνέπεια δεν είναι η ακυρότητα, αλλά η υποκατάσταση του κατηγορουμένου στο δικαίωμα να ζητήσει την εξαίρεση των πραγματογνωμόνων ακόμη και μετά την παράδοση της έκθεσης τους, μέχρι το τέλος της ανάκρισης (ΚΠοινΔ 192 εδ.γ'). Από την παράλειψη, όμως, της γνωστοποίησης στη δεύτερη περίπτωση, ο κατηγορούμενος για κακούργημα στερείται τη δυνατότητα να διορίσει εγκαίρως (δηλαδή πριν από τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης) τεχνικό σύμβουλο και με τον τρόπο αυτό καταλύεται το συναφές δικαίωμα της υπεράσπισης του και επέρχεται απόλυτη ακυρότητα (ΚΠοινΔ 171 περ.1 στοιχ. δ', πρβλ. ΑΠ 2467/2008, 2176/2007). Εάν γίνει η γνωστοποίηση, αλλά παραλειφθεί ο καθορισμός προθεσμίας, δεν επέρχεται ακυρότητα, αλλά ο κατηγορούμενος έχει τη δυνατότητα να διορίσει τεχνικό σύμβουλο αμέσως μετά τη γνωστοποίηση και χωρίς χρονικό περιορισμό. Η ως άνω ακυρότητα, αναφερόμενη σε πράξη της προδικασίας, μπορεί να προταθεί μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή στο ακροατήριο (ΚΠοινΔ 173 παρ.2) και ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠοινΔ. Εάν η εκ της παραλείψεως της γνωστοποιήσεως άκυρη πραγματογνωμοσύνη αξιολογηθεί από το δικαστικό συμβούλιο ως αποδεικτικό μέσο, για να στηρίξει την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, ιδρύεται και λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, για έλλειψη της προσήκουσας αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσβαλλόμενου βουλεύματος και των διαδικαστικών εγγράφων, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, για να στηρίξει την επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του και να επικυρώσει την παραπομπή των κατηγορουμένων (τότε εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων) στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, αξιολόγησε μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων και την από 24-5-2005 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του Λ, που είχε διορισθεί ως πραγματογνώμονας με την 368/8-4-2004 διάταξη του ανακριτή του Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Ενώ, όμως, η έκδοση της διάταξης αυτής είχε γνωστοποιηθεί προς τον αρμόδιο εισαγγελέα, δεν είχε γνωστοποιηθεί σε κανένα από τους κατηγορουμένους, παρά το γεγονός ότι αυτοί αναφέρονταν ονομαστικά στην από 21-4-2003 έγκληση της Ζ, με αφορμή την οποία είχε ασκηθεί η ποινική δίωξη, που αφορούσε κακουργήματα και διεξαγόταν η κυρία ανάκριση, χωρίς να γίνεται επίκληση εξαιρετικής περίπτωσης για την παράλειψη αυτή. Ως εκ τούτου, οι κατηγορούμενοι, παρά το γεγονός ότι έλαβαν γνώση της από 24-5-2005 εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης όταν κλήθηκαν σε απολογία, στερήθηκαν τη δυνατότητα να διορίσουν τεχνικό σύμβουλο κατά το χρόνο που άσκησε το έργο του ο πραγματογνώμονας. Για ένα τέτοιο διορισμό είχαν ευλόγως έννομο συμφέρον, αφού το αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης ήταν η διερεύνηση της σ' αυτούς αποδιδόμενης πλαστότητας της ιδιόγραφης διαθήκης του κατά την 13-11-2001 αποβιώσαντος συγγενούς των Θ, υπέρ της γνησιότητας της οποίας αγωνίζονταν οι ίδιοι. Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε ακυρότητα και κατέστησε την ως άνω έκθεση απαράδεκτη ως αποδεικτικό μέσο. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως και κατ' ουσίαν βάσιμος, ο σχετικός από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' και δ' ΚΠοινΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς το πρώτο σκέλος αυτού, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα στο σύνολο του και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠοινΔ 485 παρ. 1 και 519). Η έρευνα του δευτέρου και του τρίτου λόγου αναιρέσεως, που αναφέρονται, αντιστοίχως, στη μη αξιολόγηση της ανωμοτί κατάθεσης της εγκαλούσας και τότε πολιτικώς ενάγουσας και στην εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 216 και 386 ΠΚ, είναι περιττή, αφού τα ζητήματα αυτά θα ερευνηθούν εκ νέου από το Συμβούλιο Εφετών. 3. Κατ' άρθρο 469 ΚΠοινΔ, το αποτέλεσμα της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει να επεκταθεί και στις κατηγορούμενες Ψ2 και Ψ1, κατοίκους ..., που είχαν ασκήσει έφεση κατά του πρωτοδίκου, παραπεμπτικού βουλεύματος, αλλά όχι αναίρεση, καθώς και στον κατηγορούμενο Ψ3, κάτοικο ..., που παραπέμφθηκε, αλλά δεν άσκησε έφεση, διότι ο λόγος αναιρέσεως που ευδοκίμησε δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΕΧΕΤΑΙ την από 21-7-2009 αίτηση αναιρέσεως των α) Χ1, κατοίκου ..., β) Χ2, γ) Χ3, δ) Χ4, συζύγου Χ3, κατοίκων ... και ε) Χ5, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του 158/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. ΑΝΑΙΡΕΙ το προσβαλλόμενο βούλευμα. ΔΕΧΕΤΑΙ ότι το αποτέλεσμα της αναίρεσης επεκτείνεται και στους συγκατηγορούμενους στ) Ψ2, ζ) Ψ1, κατοίκους ... και η) Ψ3, κάτοικο ....- Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 15η Ιουνίου 2010. -Και ΕΚΔΟΘΗΚΕ στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πραγματογνωμοσύνη στην ανάκριση, για κακούργημα. Η παράλειψη ανακοίνωσης του ονόματος του διορισθέντος πραγματογνώμονα στον κατηγορούμενο δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, διότι του στερεί τη δυνατότητα να διορίσει εγκαίρως τεχνικό σύμβουλο. Αναιρεί το παραπεμπτικό βούλευμα. Επεκτατικό αποτέλεσμα.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πραγματογνωμοσύνη.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1268/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση αναιρέσεως της 6679/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων α) Χ1, κατοίκου ... και β) Χ2, κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Ναθαναήλ (ΑΜ ΔΣΑ 18420). Με πολιτικώς ενάγουσα τη Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφαση, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή. Οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30-9-2009 κοινή αίτηση αναιρέσεως, που καταχωρήθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1430/2009. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ. γ' ΚΠοινΔ, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 ΚΠοινΔ. Κατά το άρθρο 515 παρ.2 εδ.α' ΚΠοινΔ, εάν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμη και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίσθηκε. Τέλος, κατά το άρθρο 515 παρ.1 ΚΠοινΔ, εάν η συζήτηση αναβληθεί σε ρητή δικάσιμο, στη δικάσιμο αυτή όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν χωρίς νέα κλήτευση, ακόμη και αν δεν ήσαν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επιδόσεως με ημερομηνία ..., του ..., επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, η πολιτικώς ενάγουσα Ψ κλητεύθηκε από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 2-3-2010, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για τη ρητή δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (βλ. την 430/ 2010 αναβλητική απόφαση). Στη νέα δικάσιμο, η ανωτέρω ούτε εμφανίσθηκε ούτε παραστάθηκε με νόμιμο τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εκφώνηση της υποθέσεως. Κατά συνέπεια, η συζήτηση θα διεξαχθεί όπως αν και αυτή ήταν παρούσα. 2.Η κρινόμενη κοινή αίτηση αναιρέσεως, που κατατέθηκε στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση την 30-9-2009, υποβάλλεται για τους κατηγορούμενους από πρόσωπο που έχει ειδική εξουσιοδότηση και στρέφεται κατά της 6679/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ την 21-9-2009. Επομένως, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (ΚΠοινΔ 465 παρ.1, 473 παρ.1 και 3, 474, 505 παρ.1, 509 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής. 3.Κατά το άρθρο 364 παρ.2 εδ.β' ΚΠοινΔ, κατά την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο διαβάζονται τα έγγραφα από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη στην οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη. Τέτοια έγγραφα είναι και οι αποφάσεις που εκδίδονται επί υποθέσεων ασφαλιστικών μέτρων, όταν δεν υπόκεινται σε κανένα ένδικο μέσο (ΚΠολΔ 699), όπως αυτές που αναφέρονται στην προσωρινή ρύθμιση καταστάσεως (ΚΠολΔ 731, 732), πλην νομής και κατοχής (ΚΠολΔ 733, 734 παρ.3). Σε κάθε περίπτωση, για να υπάρξει υπέρβαση εξουσίας που συνιστά λόγο αναιρέσεως (ΚΠοινΔ 510 παρ.1 στοιχ. Η') από την ανάγνωση εγγράφου, η οποία δεν ήταν κατά νόμο επιτρεπτή, πρέπει να είχε διατυπωθεί εναντίωση του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία διαβάστηκαν οι 171/2002 και 5826/2004 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες, σύμφωνα με τα όσα εκθέτουν οι αναιρεσείοντες, αφορούσαν στη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά την οικογενειακή αντιδικία, την οποία είχε ο δεύτερος από αυτούς με την εν διαστάσει σύζυγό του και πολιτικώς ενάγουσα. Η ανάγνωση των αποφάσεων αυτών έγινε κατά το χρόνο ανάγνωσης πάντων των αποδεικτικών εγγράφων, χωρίς, όπως βεβαιώνεται ρητώς στα πρακτικά, να προβληθεί αντίρρηση από τους κατηγορουμένους. Κατόπιν αυτού, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συννόμως προέβη στην ανάγνωσή τους και δεν υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος. 4.Υπέρβαση εξουσίας που συνιστά λόγο αναιρέσεως (ΚΠοινΔ 510 παρ.1 στοιχ. Η') υπάρχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας καταδικάζει τον κατηγορούμενο για πράξη, για την οποία δεν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη. Για τη διάγνωση της πλημμέλειας αυτής, επισκοπείται το σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης και, ιδίως, οι αιτιολογίες και το επί της ενοχής διατακτικό αυτής και όχι μόνο οι αριθμοί των άρθρων του ποινικού νόμου που εφαρμόσθηκε, η μη παράθεση των οποίων δεν συνιστά πλέον λόγο αναιρέσεως (μετά την κατάργηση του πρώην στοιχ. Η' της παρ.1 του άρθρου 510 ΚΠοινΔ, με το άρθρο 50 παρ.4 του ν. 3160/2003). Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο καταδίκασε τον πρώτο από τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες για ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος της Ψ, συζύγου Χ2 και τον δεύτερο από αυτούς για ηθική αυτουργία στις εν λόγω πράξεις στο πλαίσιο δίκης διατροφής με την εν λόγω σύζυγό του. Το ίδιο δικαστήριο αθώωσε τους κατηγορουμένους για κάποιες επί μέρους πράξεις, που αποδίδονταν σ' αυτούς ως εμπίπτουσες στην τέλεση των ιδίων εγκλημάτων. Για τα εγκλήματα αυτά και για όλες τις επί μέρους πράξεις είχε ασκηθεί ποινική δίωξη (ούτε οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται το αντίθετο) και είχε υπάρξει καταδίκη εκ μέρους του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Το περιστατικό ότι στο τμήμα της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου γίνεται η παράθεση των άρθρων του ποινικού κώδικα που προβλέπουν και τιμωρούν τις πράξεις αυτές, γίνεται αναφορά, από προφανή παραδρομή, στους αριθμούς 229 παρ.2 (ψευδής καταμήνυση), αντί του ορθού 224 παρ.2 για την ψευδορκία και 277 παρ.1 (πρόκληση ναυαγίου), αντί του ορθού 227 παρ.1 για την παρεπόμενη ποινή της στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων, δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο καταδίκασε τους κατηγορουμένους για τις πράξεις, τις οποίες προβλέπουν οι εξ αναριθμητισμού τεθείσες ποινικές διατάξεις, αφού από το σκεπτικό και το διατακτικό προκύπτει χωρίς αμφιβολία το ορθό. Το αυτό ισχύει και για την παράθεση στη νομική σκέψη του αιτιολογικού της αποφάσεως του αριθμού 242 παρ.2 (ψευδής βεβαίωση), αντί του ορθού 224 παρ.2, στο περιεχόμενο του οποίου αναφέρεται η ανάλυση που εκεί ακολουθεί. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος. 5.Από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά α) τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, β) τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα εν λόγω περιστατικά και γ) οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, που για το σκοπό αυτό θεωρείται ότι αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εν προκειμένω, από την επισκόπηση του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι ο πρώτος από τους κατηγορουμένους, την 1-10-2001, εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη συζήτηση της από 20-6-2000 αγωγής διατροφής της εγκαλούσας Ψ, εν διαστάσει συζύγου του δευτέρου από τους κατηγορουμένους. Ότι στην κατάθεσή του, μεταξύ άλλων, ανάφερε για την εγκαλούσα ότι "αδιαφορούσε για το Χ2 και το φαγητό, ξενυχτούσε με τις φίλες της". Ότι αυτό ήταν ψευδές και ο πρώτος κατηγορούμενος το γνώριζε, διότι λόγω της μακράς φιλίας που είχε με το ζεύγος των διαδίκων ήξερε ότι "υπήρχε πάντα φαγητό στο σπίτι" και ότι η εγκαλούσα "δεν ξενυχτούσε με τις φίλες της", αλλά το κατέθεσε με την προτροπή του δευτέρου, θέλοντας να μειώσει την προσωπικότητά της και να αποδώσει τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης στην ίδια, προς απόκρουση της αγωγής διατροφής. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους, για τα εγκλήματα που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, αφού υπήγαγε σ' αυτά τα ως άνω περιστατικά. Αντιθέτως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε και τα εξής ουσιώδη: Ότι ήταν αληθινό το περιστατικό, που κατέθεσε ο πρώτος από τους κατηγορουμένους, ότι η εγκαλούσα, "από τότε που γέννησε το παιδί της, ζητούσε να βγαίνει έξω με τις φίλες της", με συνέπεια "να αντιδράσει ο σύζυγός της", αλλ' ότι αυτό γινόταν "τα μεσημέρια Σαββάτου και Κυριακής και τις απογευματινές ώρες". Ότι, επίσης, ήταν αληθινό το περιστατικό ότι "ο Χ2 δεν είχε φαγητό στη δουλειά του, ενώ έπρεπε [να έχει], και μοιραζόμασταν το δικό μου" (δηλαδή του πρώτου από τους κατηγορουμένους). Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους, για τα εν λόγω περιστατικά, ως μερικότερες πράξεις των ίδιων εγκλημάτων. Στις παραδοχές αυτές δεν διαπιστώνεται αντίφαση. Διότι είναι άλλο πράγμα το να βγαίνει μια σύζυγος με φίλες της κάποια μεσημέρια ή τις απογευματινές ώρες, και άλλο το να ξενυχτάει μαζί τους. Όπως, επίσης, είναι διαφορετικό το να μην παίρνει ο σύζυγος φαγητό από το σπίτι στη δουλειά του, από το να αδιαφορεί η σύζυγός του, γενικώς, για το φαγητό της οικογένειας. Οπότε, η μία παραδοχή δεν αποκλείει την άλλη. Για να καταλήξει στα παραπάνω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανέγνωσε, μεταξύ των άλλων εγγράφων, και την 35780/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (υπάρχει σχετική καταχώρηση στην οικεία θέση των πρακτικών, όπου αναφέρονται τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο) και την αξιολόγησε μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία (διαβεβαιώνεται ότι το αποδεικτικό πόρισμα θεμελιώνεται, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών στοιχείων, και σε όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα). Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι. 6.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-9-2009 αίτηση περί αναιρέσεως της 6679/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων α) Χ1, κατοίκου ... και β) Χ2, κατοίκου ....- Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον καθένα από τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2010. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 23η Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδορκία μάρτυρα, συκοφαντική δυσφήμηση, ηθική αυτουργία. Αίτηση αναίρεσης από κατηγορούμενο. Οι αποφάσεις των ασφαλιστικών μέτρων εκδίδονται κατά κανόνα αμετακλήτως και μπορούν να αναγνωσθούν στην ποινική δίκη. Η εσφαλμένη παράθεση του αριθμού του άρθρου του ποινικού νόμου στην απόφαση δεν υποδηλώνει καταδίκη για διαφορετική πράξη, από αυτήν που αναφέρεται στο διατακτικό της. Επαρκής αιτιολογία. Απορρίπτει την αίτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ηθική αυτουργία, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα.
0
Αριθμός 1267/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων : 1)... 2)... και 3)..., Αττικής, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Βαλκάνο, περί αναιρέσεως της 45053/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 15 Ιουλίου 2009, 16 Ιουλίου 2009 και 15 Ιουλίου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1161/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι από 15, 16 και 15-7-2009 με δηλώσεις ενώπιον του Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για τις οποίες συντάχθηκαν οι με αριθμούς 61, 62 και 60/2009 εκθέσεις αντίστοιχα, από τους κατηγορούμενους: 1) ..., 2) ... και 3) ..., αντίστοιχα, ασκηθείσες αιτήσεις αναιρέσεως κατά της 45.053/09 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες (εκπρόθεσμες) οι εφέσεις τους κατά της 101.431/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελει-οδικείου Αθηνών με την οποία καταδικάσθηκε καθένας σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών και χρηματική ποινή επτακοσίων χιλιάδων δραχμών για τις πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών και εργοδοτικών εισφορών στο ΙΚΑ, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι παραδεκτές και πρέπει να συνεκδικαστούν. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση, ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνου της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεις, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη έναρξη καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και στην Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί "κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που ο κατηγορούμενος είχε καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 45053/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς τους, οι με αριθμούς 489, 491 και 490/2009, αντίστοιχα, εφέσεις των εκκαλούντων κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της με αριθμό 101.431/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτοί είχαν καταδικασθεί ερήμην, για τις πράξεις της μη καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών. Από τις αντίστοιχες σχετικές με αριθμούς κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα εκθέσεις εφέσεως, οι οποίες παραδεκτά επισκοπούνται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι κάθε εκκαλών αναφέρει στην έφεσή του, για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της, ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως και ότι η επίδοση ως άγνωστης διαμονής δεν έγινε νόμιμα, διότι αυτός έχει γνωστή διαμονή και διαμένει με την οικογένειά τους μόνιμα, η πρώτη και τρίτος στην ... (οδός ...) και ο δεύτερος, στο ...(...). Επικαλέσθηκαν δηλαδή, ακυρότητα της επιδόσεως προς αυτούς της εκκαλούμενης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσαν την προθεσμία ασκήσεως των εφέσεων ή παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώση από αυτούς της εκκαλούμενης αποφάσεως. Δεν αναφέρουν όμως στην άνω έφεσή της, αν τη φερόμενη από αυτή ως τελευταία γνωστή κατοικία τους στους άνω τόπους, είχαν δηλώσει καθοιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως περιοριζόμενοι απλώς στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας τους ήταν γνωστή. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Η υπ' αριθμ. 101431/2009 εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, εκδόθηκε την 2-11-1999 με άκοντες τους εκκαλούντες κατηγορουμένους, αν και κλήθηκαν έγκυρα και νομότυπα σης 3-9-1999, ως γνωστής κατοικίας, στην διεύθυνση που είχε η επιχείρησή τους, Βιοτεχνία Υποδημάτων, ήτοι στην ... στην περιοχή ..., στην οδό ..., διεύθυνση στην οποία επιδόθηκαν και τα σχετικά κλητήρια θεσπίσματα για την εμφάνισή τους στο αρμόδιο Μονομελές Πλημμελειοδικείο για τις επίδικες εισφορές στο ΙΚΑ, τα οποία παρέλαβε δε ο ίδιος ο τρίτος εκκαλών-κατηγορούμενος, τόσο για τον εαυτό του, όσο και ως σύνοικος, για τους λοιπούς συγγενείς, και συγκεκριμένα ο πρώτος κατηγορούμενος είναι αδελφός του και η δεύτερη κατηγορουμένη, σύζυγος του αδελφού του, με τους οποίους διατηρούν καλές σχέσεις. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε έγκυρα στους εκκαλούντες κατηγορούμενους, στις 16-3-2001, ως αγνώστου διαμονής, καθόσον αναζητήθηκαν στην διεύθυνση που είχαν επιδοθεί τα κλητήρια θεσπίσματα (... περιοχή ..., οδό ...), που ήταν η έδρα της ως άνω επιχείρησής τους, αλλά είχαν μετοικήσει οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη διεύθυνση, όπως βεβαιώνεται από τον εκτελούντα τις επιδόσεις της εκκαλουμένης απόφασης και κατά συνέπεια έπρεπε να ασκήσουν το ένδικο μέσο της εφέσεως, μέσα στο χρονικό διάστημα των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Τις κρινόμενες όμως εφέσεις, για τις οποίες συντάχθηκαν οι υπ' αριθμ. 490/2009 , 489/2009 και 491/2009 σχετικές εκθέσεις, άσκησαν αντίστοιχα οι κατηγορούμενοι στις 20-1-2009. Έτσι όμως η άσκησή τους έγινε κατά πολύ μετά την παρέλευση της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης και για τον λερό αυτό είναι εκπρόθεσμη. Οι εκκαλούντες επικαλούνται, ως ανωτέρα βία, για το εκπρόθεσμο αυτών (εφέσεων), ότι δεν έλαβαν γνώση ούτε του κλητηρίου θεσπίσματος ούτε της εκκαλουμένης απόφασης, διότι τόσο το κλητήριο θέσπισμα όσο και η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκαν στην οδό ..., από την οποία (διεύθυνση) είχαν φύγει από το έτος 2000 , που έκλεισε η επιχείρηση . Ο ισχυρισμός αυτός των εκκαλούντων, που προβάλλεται με την έφεσή τους, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Και τούτο γιατί τα ως άνω προβαλλόμενα από τους εκκαλούντες δεν συνιστούν λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που συντρέχει όταν η ενέργεια του υπόχρεου εμποδίζεται από τυχαία γεγονότα, τα οποία στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν απρόβλεπτα και δεν μπορούσαν ν' αποφευχθούν ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνεπείας. Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση οι εκκαλούντες γνώριζαν ότι είχε ασκηθεί σε βάρος τους ποινική δίωξη για οφειλόμενες εισφορές στο ΚΑ, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, τα σχετικά κλητήρια θεσπίσματα για την εμφάνιση τους στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, τα είχε παραλάβει ο ίδιος ο τρίτος εκκαλών-κατηγορούμενος, τόσο για τον εαυτόν του, όσο και ως σύνοικος, για τους λοιπούς εκκαλούντες-κατηγορουμένους, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, είναι συγγενείς του, και συγκεκριμένα ο πρώτος κατηγορούμενος είναι αδελφός του και η δεύτερη κατηγορουμένη, σύζυγος του αδελφού του, με τους οποίους διατηρούν καλές σχέσεις και συνεπώς ενημερώθηκαν σχετικά και όφειλαν να μεριμνήσουν να πληροφορηθούν για την έκβαση της δίκης αυτής, αλλά όφειλαν και μπορούσαν, όταν η εν λόγω επιχείρηση έκλεισε, όπως ισχυρίζονται, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 περ. γ' ΚΠΔ, να δηλώσουν την μεταβολή της κατοικίας τους, γεγονός στο οποίο δεν προέβησαν. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το δικαστήριο κρίνει, πως δεν υπήρχαν λόγοι ανωτέρας βίας που να δικαιολογούν το εκπρόθεσμο της άσκησης των εν λόγω εφέσεων και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν αυτές ως απαράδεκτες, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως αυτών και να καταδικασθούν οι εκκαλούντες στα έξοδα, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.ΠοινΔ". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης, απορριπτικής της κάθε εφέσεως ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης, αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν και είναι αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, τα αποδεικτικά από τα οποία αυτές προκύπτουν και το χρόνο ασκήσεώς της κάθε εφέσεως. Εφόσον δε οι εκκαλούντες δεν προέβαλαν με την έφεσή τους ότι είχαν καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχα παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή, την ως άνω διεύθυνση της κατοικίας τους και περιορίστηκαν στην αόριστη αναφορά ότι αυτή ήταν γνωστή, νομίμως αναζητήθηκαν (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της επαγγελματικής της μισθίας κατοικίας, στην οδό ... στην ..., που διατηρούσαν κατάστημα και αναφέρεται στη μήνυση, που αποτελεί στοιχεία της δικογραφίας, ενώ δεν έχει διενεργηθεί προανάκριση, ώστε κάθε κατηγορούμενος να δηλώσει, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ την κατοικία του. Εξάλλου και η συναφής αιτίαση, που προβάλλεται για την ακυρότητα της γενομένης κατά τα άνω επιδόσεως για το λόγο ότι κάθε κατηγορούμενος αναζητήθηκε στο κατάστημά του αντί της κατοικίας του και ως μη ανευρεθέντες η επίδοση έγινε με τοιχοκόλληση στο γραφείο του Δημάρχου του δήμου ..., χωρίς προηγουμένως να αναζητηθεί αυτός και στην κατοικία του, είναι απορριπτέα για τους προεκτεθέντας λόγους, ενώ, βεβαιουμένου από το όργανο επιδόσεως στη συνταχθείσα έκθεση ότι η αναζητούμενη στο κατάστημα των κατηγορουμένων, στη τελευταία γνωστή διεύθυνση της επαγγελματικής τους εγκαταστάσεως, δε βρέθηκε εκεί αυτός, ή κάποιο από τα αναφερόμενα στην παραπάνω διάταξη πρόσωπα και ότι από έρευνα διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει αλλού γνωστή κατοικία του και είναι πλέον άγνωστης διαμονής, δεν είχε υποχρέωση το όργανο αυτό επιδόσεως, για την εγκυρότητα της επιδόσεως, αφού δεν προβλέπεται από το άρθρο 155 και 156 του ΚΠοινΔ ή άλλη διάταξη, υποχρέωση να αναζητήσει και τη συγκεκριμένη ως άνω διεύθυνση της κατοικίας τους, αφού αυτή η διεύθυνση ήταν κατά τα πιο πάνω άγνωστη στην Εισαγγελική Αρχή και το όργανο επιδόσεως, μόνη δε γνωστή ήταν η διεύθυνση ως άνω της επαγγελματικής της εγκαταστάσεως, όπου και νόμιμα αναζητήθηκε από την αρχή, ελλείψει γνωστής κατοικίας τους και επομένως οι ως άνω επιδόσεις ως άγνωστης διαμονής είναι σύννομες. Επομένως οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, για ελλιπή αιτιολογία και για υπέρβαση εξουσίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, κάθε κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως ενώπιον του Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, 61, 62 και 60/15,16 και 15-7-2009 αντίστοιχα, αιτήσεις των: 1) ..., 2) ... και 3) ..., για αναίρεση της με αριθμό 45053/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επίδοση πρωτόδικης απόφασης ως άγνωστης διαμονής. Αβάσιμος ο λόγος ότι είναι άκυρη η επίδοση ως άγνωστης διαμονής στο γραφείο του αρμόδιου Δημάρχου. Δεν ήταν γνωστή η διεύθυνση κατοικίας των κατηγορουμένων, αφού αναζητήθηκαν και δεν βρέθηκαν αυτοί ή κάποιο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 156 § 1 ΚΠΔ πρόσωπα στην επαγγελματική τους στέγη. Απόρριψη εφέσεως. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1266/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Συλίκο, περί αναιρέσεως της 349/2009 αποφάσεως Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενων ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 25 Ιανουαρίου 2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1567/09. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ* αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολο τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' ΚΠΔ και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή οπό το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, που την εξέδωσε, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο σε συνολική ποινή κάθειρξης έντεκα (11) ετών και χρηματική ποινή εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ για τα εγκλήματα της κατοχής ναρκωτικής ουσίας (κοκαϊνης) και της πώλησης ουσίας αυτής, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση (δεύτερη πράξη), αντίστασης (ΠΚ 167 παρ. 1) και απλής σωματικής βλάβης (ΠΚ 308 παρ. 1) ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάστηκε, κατ' έφεση, ως τοξικομανής, αφού ο ισχυρισμός αυτού περί τοξικομανίας κρίθηκε ως βάσιμος. Όμως, με δήλωσή του στα πρακτικά του δικάσαντος Δικαστηρίου, που αναπτύχθηκε και προφορικά από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, εκτός των άλλων, προέβαλε και τον αυτοτελή ισχυρισμό περί ελλείψεως καταλογισμού (ΠΚ 34), άλλως, περί επιβολής ποινής ελαττωμένης κατά τη διάταξη της ΠΚ 36 παρ. 1, ισχυρισμοί που ήταν σαφείς και ορισμένοι. Τους ισχυρισμούς αυτούς το άνω Δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσίαν. Όμως, για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση του το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά "αποδείχθηκαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, καθώς και του μάρτυρα υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτόδικης δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία". Από τα πρακτικά δε της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αναγνώσθηκε. Με αύξοντα αριθμό 19, πλην άλλων, η από 20-2-2007 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης. Από τη γενόμενη επίσης παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τον έλεγχο του παραδεκτού των λόγων της κρινόμενης αναιρέσεως, προκύπτει ότι η πιο πάνω έκθεση αφορά τη με την άνω χρονολογία έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Ψυχιάτρων, ... και ...,, η οποία διατάχθηκε κατόπιν της 144/2006 διατάξεώς του, από τον Ανακριτή Β'Τμήματος Λάρισας (άρθρο 13 παρ. 3 Ν. 1729/87), επειδή ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε κατά την προδικασία ότι ήταν τοξικομανής: Σύμφωνα δε με το πόρισμα της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης, ο κατηγορούμενος αναιρεσείων: α) είναι "εξαρτημένος από ψυχοδραστικές ουσίες και αδυνατεί να αποβάλει την έξη με δικές του δυνάμεις" και β) από την εξέταση προκύπτει ύπαρξη ψυχικής νόσου τέτοιας που επηρεάζει τη δυνατότητα προς καταλογισμό στον εξετασθέντα". Περί της εκθέσεως αυτής, που αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στη ποινική διαδικασία σχετικά με τον περί ελλείψεως καταλογισμού αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου δεν γίνεται καμία μνεία, ούτε στην αρχή της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ' είδος τα ληφθέντα αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια, όπου παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το Πενταμελές Εφετείο, στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, αλλά ούτε από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως συνάγεται ότι η έκθεση αυτή λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα ουδεμία μνεία γίνεται της εν λόγω ευνοϊκής για τον κατηγορούμενο εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης στην αναφορά των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στο αντίθετο με αυτή συμπέρασμα, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος έχει ικανότητα προς καταλογισμό απορρίπτοντας σχετικό ισχυρισμό του. Επισημαίνεται δε ότι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης εκτιμάται μεν ελεύθερα από το Δικαστήριο της ουσίας, πλην όμως πρέπει να αιτιολογείται η αντίθετη δικαστική αυτού κρίση. Η έλλειψη δε συναφούς αιτιολογίας, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η πιο πάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης συμπεραίνεται ότι λήφθηκε υπόψη στο σκεπτικό της αποφάσεως, προκειμένου να στηρίξει την κρίση της νια τη βασιμότητα του περί τοξικομανίας ισχυρισμού του κατηγορουμένου, ενισχύει την άποψη ότι η απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου ουδόλως έλαβε υπόψη της την εν λόγω έκθεση κατά την περί της ενοχής του κατηγορουμένου κρίση της ως τον καταλογισμό αυτό. Ενόψει αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθρο 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 349/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων. Η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν είναι απαραίτητη η ιδιαίτερη αξιολόγηση αυτής. Πρέπει όμως να προκύπτει από την απόφαση ότι το Δικαστήριο την έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του. Όχι μόνο μερικά, αλλά όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η πραγματογνωμοσύνη κατά το άρθρο 178 περ. γ΄ ΚΠΔ. Από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν συνάγεται ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε αυτό το αποδεικτικό μέσο. Δεκτός ο σχετικός για έλλειψη αιτιολογίας από το άρθρο 510 § 1 περ. Δ' ΚΠΔ, λόγος της αιτήσεως. Αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο για νέα εκδίκαση.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Πραγματογνωμοσύνη.
0
Αριθμός 1265/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της 48/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ξ. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 326/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για ανυπαρξία καταλογισμού ή ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό ή για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων πρέπει να αιτιολογείται, ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται, παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται, να απάντησε, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 48/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ευρώ και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5000) ευρώ. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Στις 3.12.2004 και περί ώραν 14.00, η Αλβανίδα υπήκοος ... βρισκόταν στη συμβολή των οδών ... και ..., στο Δήμο ..., και πεζή προς το Γυμναστήριο. Ξαφνικά, ήλθε από πίσω της ένα δίκυκλο μοτοποδήλατο και ο άνδρας που επέβαινε σ' αυτό της άρπαξε την τσάντα, πλην δεν κατόρθωσε να διαφύγει γιατί καταδιώχθηκε από περαστικούς και ακινητοποιήθηκε από αυτούς. Ακολούθως, έφθασε περιπολικό του Α.Τ. ..., τον συνέλαβαν και τον προσήγαγαν στο Αστυνομικό Τμήμα, όπου διαπιστώθηκε ότι ονομαζόταν Ψ. Σε γενόμενη έρευνα επάνω του βρέθηκαν 4 αυτοσχέδιες συσκευασίες (φιξάκια) που περιείχαν ηρωίνη, συνολικού μικτού βάρους 0,8 γραμ. περίπου. Ο εν λόγω Ψ έδωσε στην Αστυνομία τις από 23.12.2004 (και ώρα 17.00 και 21.00 αντιστοίχως) προανακριτικές απολογίες που αναγνώστηκαν, στις οποίες καταθέτει, μεταξύ άλλων, τα εξής χρήσιμα στοιχεία για την κρινόμενη υπόθεση: Προμηθεύτηκε το ένα φιξάκι (2 γραμ.) από άτομο ονόματι "Ξ" (εννοεί τον 2° κατηγορούμενο) την ίδια ημέρα (23.12.04) και περί ώραν 11.00, τον οποίο (τον Ξ) επισκέφθηκε στο σπίτι του, αφού προηγουμένως του τηλεφώνησε στον αριθμό .... Εκεί, εκτός από τον Ξ, είδε και ένα φίλο του τελευταίου, το Χ τον "ανάπηρο" (εννοεί τον 1° κατηγορούμενο), καθώς και έναν άλλο, το ..., οι οποίοι μαζί πουλάνε ναρκωτικά. Κατέβαλε για τη δόση 20 € και το ίδιο είχε κάνει το τελευταίο δίμηνο περί τις 20 φορές. Καταθέτει, ακόμη, ότι πριν από 5 ημέρες, που είχε πάει πάλι στο σπίτι του 2ου κατηγορουμένου, είχε συναντήσει μια κοπέλα που τη λένε Θ, η οποία ήταν σε κατάσταση υπνηλίας και του είπε, σε ερώτησή του για την κατάσταση της, ότι προ ολίγου είχε πάρει ηρεμιστικά χάπια τύπου VULBEGAL, τα οποία είχε προμηθευτεί από την ..., και είχε πιει και λίγη ηρωίνη που είχε πάρει από τον Ξ. Την επόμενη ημέρα, ο Ψ ξαναεπισκέφθηκε τον 2° κατηγορούμενο, ο οποίος του είπε ότι την προηγουμένη, όταν αυτός (Ψ) είχε φύγει, η Θ "έμεινε" (λέξη που χρησιμοποιείται για όλους τους χρήστες ναρκωτικών που υποκύπτουν μετά από υπερβολική χρήση), εκείνος προσπάθησε να τη συνεφέρει, αλλά δεν μπόρεσε και την έβγαλε έξω από το σπίτι του και την άφησε στα σκαλοπάτια. Η Θ βρέθηκε στα σκαλοπάτια της οικίας του 2ου κατηγορουμένου στις 18.12.04 και περίν ώραν 07.10 από τον μάρτυρα αστυνομικό ..., ενώ ταυτόχρονα είχε έλθει και ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, το οποίο την μετέφερε στο Νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός της. Κατόπιν της πρώτης από τις παραπάνω καταθέσεις του Ψ, αστυνομικοί του Α.Τ. ... μετέβησαν στην επί της οδού ... και ..., στο ..., οικία, όπου διέμεναν οι κατηγορούμενοι και ο ανωτέρω μετέβαινε για προμήθεια ναρκωτικών και στα σκαλοπάτια της οποίας βρέθηκε νεκρή η Θ. Σε έρευνα δε που έγινε, με την παρουσία Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών, παρά τις αντιρρήσεις του 2ου κατηγορουμένου, βρέθηκαν 2 αυτοσχέδιες συσκευασίες που περιείχαν ηρωίνη συνολικού μικτού βάρους 9,6 γραμ. περίπου, μια χάρτινη συσκευασία που περιείχε δισανθρακική σόδα, που χρησιμοποιείται για την αραίωση ναρκωτικής ουσίας, βάρους 11,7 γραμ. περίπου, 3 καλαμάκια προφανώς χρησιμοποιημένα, ένα στιλέτο με μήκος λεπίδας 7 εκ., μια πιστωτική κάρτα της NOVA BANK του 1ου κατηγορουμένου, μια ατζέντα περιέχουσα τηλεφωνά προφανώς αγοραστών, τρία κινητά τηλέφωνα, το χρηματικό ποσό των 80 € σε 4 χαρτονομίσματα των 20 € προερχόμενο από πώληση ναρκωτικών ουσιών και ένα σφυρί με λαστιχένια κεφαλή. Και είναι μεν αλήθεια ότι ο ως άνω Ψ, με την από 27.6.05 υπεύθυνη δήλωσή του, ανακάλεσε τις παραπάνω καταθέσεις του ως ψευδείς και κατασκευασμένες από αυτόν με τη βοήθεια της Αστυνομίας. Πλην, η δήλωση αυτή δεν ασκεί καμιά επιρροή ως μη ανταποκρινόμενη στην αλήθεια, δεδομένου ότι οι εν λόγω καταθέσεις είναι λεπτομερέστατες και δεν φαίνονται κατασκευασμένες, τοσούτω μάλλον καθόσον αυτός θα κατηγορείτο μόνο για την κλοπή της τσάντας και ίσως για προμήθεια και κατοχή ναρκωτικών ουσιών για δική του αποκλειστικά χρήση και δεν είχε κανένα λόγο να καταδώσει τους κατηγορουμένους για εμπορία ναρκωτικών για να ελαφρύνει τη δική του θέση, ούτε, βεβαίως, να επιβαρύνει τον 2° και με το έγκλημα της έκθεσης. Και ασφαλώς ούτε ο ίδιος μπορούσε να γνωρίζει τα μικρά ονόματα των δραστών και του θύματος αν δεν είχε έλθει σε επαφή μαζί τους ούτε και η Αστυνομία, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι αυτή είχε σχετικές πληροφορίες από άλλες πηγές. Παραδεκτά δε λαμβάνονται υπόψη, αφού δεν προβλήθηκε καμιά αντίρρηση για την ανάγνωσή τους, ενώ η διάταξη του άρθρου 211 Α ΚΠΔ δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, εφόσον ο Ψ δεν είναι συγκατηγορούμενος των εκκαλούντων ούτε για την ίδια πράξη ούτε στην ίδια δίκη. Περαιτέρω, οι κατηγορούμενοι, όπως κρίθηκε και πρωτοδίκως και προκύπτει από τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που αναγνώστηκαν, είναι τοξικομανείς. Στις απολογίες τους αρνούνται την κατηγορία, όμως έρχονται σε αντίθεση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Συγκεκριμένα, ο 1ος ισχυρίζεται ότι προμηθεύτηκε την ηρωίνη για αποκλειστικά δική του χρήση. Όμως, η ποσότητα που βρέθηκε και κατασχέθηκε κρίνεται αρκετά μεγάλη έστω και για ένα τοξικομανή και ο ισχυρισμός αυτός, που καταρρίπτεται και από τις καταθέσεις του Ψ, κατά τις οποίες τις περισσότερες φορές που ο τελευταίος έκανε συναλλαγές με τον 2° κατηγορούμενο ήταν παρόντες και οι λοιποί (ο 1ος κατηγορούμενος και ο ...), οι οποίοι έκαναν μαζί το εμπόριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ακόμη, ενώ παραδέχεται ότι τον φιλοξενούσε για δύο ημέρες ο 2ος, ισχυρίζεται ότι δεν γνωρίζει τον Ψ, με τη μαρτυρία του οποίου συνελήφθη και αυτός. Ο δε 2ος ισχυρίζεται ότι δεν ήξερε την Θ, αλλά την είδε πεσμένη στα σκαλιά και κάλεσε το ΕΚΑΒ, αλλά δεν έδωσε το όνομα του. Όμως, ο Ψ δεν είχε λόγο να καταθέσει για την Θ αν δεν την είχε δει στην οικία του 2ου κατηγορουμένου, ο οποίος, αφού αυτή ήταν πεσμένη έξω από το σπίτι του, αν πραγματικά δεν την ήξερε και αν είχε ο ίδιος καλέσει το ΕΚΑΒ, έπρεπε να δώσει τα στοιχεία του στην Αστυνομία, αφού δεν θα είχε να φοβηθεί τίποτε. Ακόμη, αν ήταν αθώος, θα έπρεπε να επιτρέψει την έρευνα στην οικία του, η οποία έγινε νόμιμα, και όχι, όπως αποδεικνύεται από τη σχετική από 23.12.04 έκθεση, για να διενεργηθεί αυτή, να απασφαλιστεί η κυρία είσοδος με τη συνδρομή κλειθροποιού και αυτός να αρνηθεί να υπογράψει την έκθεση. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι: α) Και οι δύο κατηγορούμενοι κατά το τελευταίο δεκαήμερο πριν από τη σύλληψή τους αγόρασαν από κοινού από άγνωστο άτομο αντί αγνώστου τιμήματος ή άλλου ανταλλάγματος ηρωίνη μικτού βάρους τουλάχιστον 10 γραμ., από την οποία ο 2ος πούλησε στους Ψ και Θ ανά 0,2 γραμ. περίπου, αντί τιμήματος 20 € στον πρώτο και αντί αγνώστου ποσού ή άλλου ανταλλάγματος στη δεύτερη, β) Τις ανωτέρω ποσότητες ηρωίνης κατείχαν από κοινού με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, δηλαδή είχαν τη δυνατότητα να τις διαθέσουν κατά την πραγματική βούλησή τους οποτεδήποτε, όπως και διέθεσαν τα 0,4 γραμ., κατά τα ανωτέρω". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο τον άνω κατηγορούμενο Χ, ήδη αναιρεσείοντα, κήρυξε ένοχο των αξιοποίνων πράξεων της αγοράς και κατοχής από κοινού με το μη διάδικο στην παρούσα δίκη, δεύτερο κατηγορούμενο, Ξ, ως τοξικομανή, με την επιβαρυντική περίπτωση ως ιδιαίτερα επικίνδυνος δράστης και ειδικότερα, του ότι: "Κατά τους παρακάτω τόπους και χρόνους, από πρόθεση ενεργώντας και έχοντας αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα, που προβλέπει, και τιμωρεί ο νόμος με στερητική της ελευθερίας ποινή και ειδικότερα:1) Αμφότεροι κατηγορούμενοι από κοινού: 1) Σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο, οπωσδήποτε όμως κατά το τελευταίο δεκαήμερο πριν από τη σύλληψή τους (23-12-2004) και σε ημερομηνία, που βρίσκεται εντός του χρονικού, αυτού διαστήματος, στην ... ή σε, άλλο σημείο της ..., αγόρασαν, από "κοινού, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινή δράση ενεργώντας, άγνωστες ποσότητες απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών κατά την έννοια του νόμου, τουλάχιστον όμως αγόρασαν την απαγορευμένη ναρκωτική ουσία ηρωίνη συνολικού μικτού βάρους 10 γραμμαρίων περίπου, εκ των οποίων ποσότητα 9,6 γραμμαρίων περίπου βρέθηκε στην κατοχή τους, αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου είδους, ανταλλάγματος με σκοπό την εμπορία. 2) Στην ... και συγκεκριμένα στο διαμέρισμα της επί της οδού ..., όπου κατοικούν από κοινού ήταν κατόπιν συναπόφασης και με κοινή δράση ενεργώντας, και με σκοπό την εμπορία κατείχαν, με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, δηλαδή μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να διαπιστώσουν την ύπαρξή τους, απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου και συγκεκριμένα: α) -Στις 23 Δεκεμβρίου 2004 και περί ώρα 20.00', κατείχαν την απαγορευμένη ναρκωτική ουσία ηρωίνη συνολικού μικτού βάρους 9,6 γραμμαρίων περίπου, την οποία είχαν τοποθετήσει σε 2 αυτοσχέδιες συσκευασίες. β) Στις 23 Δεκεμβρίου 2004 και περί ώρα 11.00', κατείχαν την απαγορευμένη ναρκωτική ουσία ηρωίνη, ήτοι ένα φιξάκι, συνολικού μικτού βάρους 0,2 γραμμαρίων περίπου. Και γ) Στις 18 Δεκεμβρίου 2004 και lto τις πρωινές ώρες, κατείχαν την απαγορευμένη ναρκωτική ουσία ηρωίνη, ήτοι ένα φιξάκι, συνολικού μικτού βάρους 0,2 γραμμαρίων περίπου. Τις παραπάνω πράξεις τέλεσαν υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι δράστες". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠ Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. α', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 4 παρ. 1, 3 πιν. Α5, 5 παρ. παρ. 1 εδ. β', ζ', 13 παρ. παρ. 1, 4 Ν. 1729/1987 (όπως ισχύει), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 48/09 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ..., ... και .... Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε σας προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Επίσης, υπάρχει πλήρης αιτιολογία για το πρόσωπο του αναιρεσείοντος ως δράστη των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων ιδιαίτερα επικίνδυνου, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, όπως κατά λέξη στο σκεπτικό αναφέρεται: "Οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις ανωτέρω πράξεις υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι, πράγμα που αποδεικνύεται από το ότι δεν στάθμισαν την τεράστια ζημία που θα προκαλούσε η πώληση ναρκωτικών ουσιών σε ανθρώπους, κυρίως νέους, που θα έκαναν χρήση. Μάλιστα στη συγκεκριμένη περίπτωση προκλήθηκε, από την ηρωίνη που πούλησε ο 2ος, αλλά είχαν αγοράσει και κατείχαν, όπως αναφέρθηκε, από κοινού, ο θάνατος μιας νέας κοπέλας, της Θ και, παρά ταύτα, οι δράστες όχι μόνο παρέμειναν αμετανόητοι, αλλά αρνήθηκαν οποιαδήποτε ανάμιξή τους και ο 2ος να αρνήθηκε να επιτρέψει την είσοδο στην οικία του των αρμοδίων κρατικών οργάνων για διενέργεια έρευνας, προσπαθώντας προφανώς να κερδίσει χρόνο για να εξαφανίσει πιθανά στοιχεία που θα τους ενοχοποιούσαν". Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: α) η αδυναμία αξιολόγησης της προσωπικότητάς του λόγω αντιφατικών παραδοχών της προσβαλλομένης σε συνδυασμό με την έλλειψη επίκλησης πραγματικών περιστατικών σχετικών με τα αίτια τέλεσης της πράξης και των μέσων που χρησιμοποίησε, δεν καλύπτονται με μόνη την παραπομπή στα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πράξεων της αγοράς και κατοχής των ναρκωτικών ουσιών, τα οποία παρατίθενται ως προς αξιολόγηση των αυτών πράξεων και όχι της επικινδυνότητάς του. Ως εκ τούτου η προσβαλλομένη ως προς το κεφάλαιο της επιβαρυντικής περίστασης της ιδιαίτερης επικινδυνότητας του είναι ελλιπής και στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Και τούτο, διότι εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία ο αναιρεσείων, όπως και ο μη ασκήσας αναίρεση συγκατηγορούμενός του), χαρακτηρίζεται ως δράστης ιδιαίτερα επικίνδυνος. Και β) εξαιτίας αφενός της αντιφατικότητας των παραδοχών της προσβαλλομένης αναφορικά με την αξιολόγηση της προσωπικότητάς μου και αφετέρου της ελλιπούς αιτιολογίας συνισταμένης στα περαιτέρω αποφασιστικά και κρίσιμα σημεία της ιδιαίτερης επικινδυνότητάς του, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης 8 του ν. 1729/1987. Με αποτέλεσμα να υφίσταται εκ πλαγίου παράβαση της εν λόγω διάταξης και η προσβαλλόμενη να στερείται νόμιμης βάσεως. Αβάσιμα όμως και ως προς την αιτίαση αυτή, αφού κατά τα προεκτεθέντα ούτε αντίφαση υπάρχει στις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ούτε επίσης και έλλειψη αιτιολογίας, ως προς τα στοιχεία του άνω χαρακτηρισμού του. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16 Φεβρουαρίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου 1.434/17-2-2009) αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 48/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών παρά τοξικομανούς από κοινού με μη διάδικο στην παρούσα δίκη, από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο. Λόγοι της αιτήσεως η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Ειδική αιτιολογία υπάρχει και για το χαρακτηρισμό του ως ιδιαίτερα επικίνδυνου δράστη. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1264/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλου, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Στεφάνου, περί αναιρέσεως της 1676-1677/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 166/10. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 224 παρ. 2 ΠΚ με την ποινή της παρ. 1 αυτού (φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους) τιμωρείται όποιος ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση και άμεσος δόλος ο οποίος στη περίπτωση της ψευδορκίας μάρτυρα περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι αυτά που κατέθεσε αυτός (κατηγορούμενος) είναι ψευδή ή στο ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α του ΠΚ, κατά την οποία, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης, "όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε" προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον την αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όμως με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεως του ή και της σχέσεως του με τον φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού (ηθικού), ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί τον φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος. Εξάλλου, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η άλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται πιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά από αυτά, κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (ΟλΑΠ 1/2005). Στην περίπτωση δε του άνω εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1676-1677/2009 απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Πατρών, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε συνολικά σε ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία (3) χρόνια, για το έγκλημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μαρτύρων κατά συρροή. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, όσο αφορά την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του Δικαστηρίου που την εξέδωσε, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της, αναφέρονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο, από την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος (ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση της παράστασης του στο Δικαστήριο ως πολιτικώς ενάγοντος ή όχι) από τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, και τις απολογίες των παρόντων κατηγορουμένων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο Ψ (μηνυτής), με την από 21-8-2002 αγωγή του απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, επικαλούμενος ότι με την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού κατάρτισε στην ... σύμβαση, με την οποία η εναγομένη κοινοπραξία με την επωνυμία "Κ/Ξ Χ - Θ" Του ανέθεσε τη διεύθυνση της εκτέλεσης του έργου "Επέκταση - Αντικατάσταση του Δικτύου Ύδρευσης ..." έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής και ότι εκτέλεσε το έργο που του ανατέθηκε, ζήτησε να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη (κοινοπραξία καθώς και οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι ως μέλη της, να του καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, τα αναφερόμενα σ' αυτήν (αγωγή) ποσά, που αποτελούν τη συμφωνηθείσα αμοιβή του. Δικάσιμος για τη συζήτηση της παραπάνω αγωγής ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου ορίσθηκε η 27-11-2002. Ο κατηγορούμενος Ζ καθώς και ο Φ και Ξ στις 25-11-2002 στην ... ενώ εξετάζονταν ένορκα ως μάρτυρες ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πατρών που είναι αρχή αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση, και που συνέταξε τις 936 και 937/25-11-2002 ένορκες βεβαιώσεις, προκειμένου αυτές να προσκομισθούν με επιμέλεια των εναγομένων ως αποδεικτικό μέσο στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω, ενώπιον του οποίου είχε ορισθεί η συζήτηση της άνω αγωγής, όπως προεκτέθηκε κατέθεσαν και βεβαίωσαν ενόρκως τα παρακάτω περιστατικά και συγκεκριμένα ο πρώτος κατηγορούμενος Ζ και ο άλλος μάρτυρας Φ τα εξής: "Ο Ψ εμφανιζόταν στο έργο για λίγη ώρα και έπαιρνε μόνο στοιχεία από τον επί τόπου μηχανικό κ. Ξ για το πόσοι εργάτες εργαζόμασταν στο έργο και τι μηχανήματα απασχολούνταν και ουδέποτε έκανε κάποια παρατήρηση και υπόδειξη...", ο δε Ξ τα εξής: "...Στην ... παραμείναμε έως την 18-5-2002, όταν και αποχωρήσαμε, αφού εκτελέσαμε το μεγαλύτερο και πιο δύσκολο τμήμα του έργου (όλες τις εκσκαφές, τοποθετήσεις σωληνώσεων, επιχώσεις σκαμμάτων κτλ). Εγώ με το υπ' αριθμ. 35019/14-3-2002 πληρεξούσιο της αναδόχου κοινοπραξίας διορίσθηκα ειδικός πληρεξούσιος της για κάθε ζήτημα της Κοινοπραξίας με την ΔΕΥΑ ..., κύριο του έργου, που είχε σχέση με τη διεκπεραίωση όλων των υποθέσεων του έργου.... Ο κ. Ψ ουδέποτε ασχολήθηκε με το έργο, ουδέποτε έδωσε οδηγίες σε μένα ή σε οποιονδήποτε εργαζόμενο και ουδέποτε διαπραγματεύθηκε με τα αρμόδια όργανα της ΔΕΥΑ .... Οι διαπραγματεύσεις με τη ΔΕΥΑ ..., οι παραγγελίες των υλικών οι συμφωνίες με τους ντόπιους τεχνίτες γίνονταν από την ίδια την Κοινοπραξία, από εμένα ή τον κ. .... Η μόνη συμμετοχή του κ. Ψ στο έργο κατά το χρονικό διάστημα που εμείς εκτελούσαμε αυτό ήταν ότι επισκεπτόταν το εργοτάξιο για 1/2 ώρα περίπου και έπαιρνε από εμένα που ήμουν υπεύθυνος επί τόπου μηχανικός, τα επιμετρητικά στοιχεία, τον αριθμό των μηχανημάτων και τον αριθμό των απασχολουμένων τεχνιτών και εργατών, για να συμπληρώνει το ημερολόγιο του έργου. Η συμπλήρωση του ημερολογίου ήταν η μοναδική εργασία που έκανε ο κ. Ψ. Και τούτο γιατί όπως έμαθα εκ των υστέρων ζήτησε από την Κοινοπραξία να μην του ανακαλέσει το πληρεξούσιο με το οποίο τον είχε ορίσει ειδικό πληρεξούσιο για τις σχέσεις της με τη ΔΕΥΑ για καθαρά προσωπικούς λόγους, επειδή αν γινόταν γνωστό κάτι τέτοιο στην ..., ως ... κι αυτός θα βρισκόταν σε δύσκολη θέση, αφού θα θεωρείτο στην μικρή κοινωνία της ... αδύναμος να επιβλέψει και να οργανώσει την εκτέλεση του έργου...". Τα ανωτέρω κατατεθέντα πραγματικά περιστατικά είναι ψευδή γιατί τα αληθινά τοιαύτα είναι τα ακόλουθα: Κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού η κοινοπραξία με την επωνυμία "Χ - Θ" της οποίας ο δεύτερος και ο τρίτος κατηγορούμενος είναι μέλη, ανέλαβε με την 143/2002 σύμβαση την εκτέλεση του έργου της ΔΕΥΑ ... "Επέκταση και Αντικατάσταση Δικτύου Ύδρευσης ...", τελικής δαπάνης, μετά την έκπτωση, συνολικού ποσού 304.709,18 € πλέον ΦΠΑ. Με το από 19-2-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της Κοινοπραξίας και του μηνυτή Ψ, ο τελευταίος ορίσθηκε ως υπεύθυνος επί τόπου μηχανικός του ανωτέρω έργου, έναντι συμφωνημένης αμοιβής, με τις ακόλουθες αρμοδιότητες και υποχρεώσεις α) να διευθύνει το έργο με σκοπό την εποπτεία του εργατοτεχνικού προσωπικού, β) την εξεύρεση, ανάλογα με τις ανάγκες προσωπικού και εκμισθωμένων μηχανημάτων γ) την αγορά υλικών και προτάσεις προς την Κοινοπραξία με σκοπό την οικονομικότερη και αρτιότερη εκτέλεση του έργου, δ) την τήρηση των στοιχείων των εργαζομένων και των ημερομισθίων, ε) τη διεκπεραίωση με το ΙΚΑ, στ) την εκπροσώπηση της κοινοπραξίας στις τοπικές αρχές και ζ) τις εντελλόμενες προς αυτόν πληρωμές και ενδεχόμενες εισπράξεις. Συμφωνήθηκε επίσης να παρευρίσκεται συνεχώς στο έργο προκειμένου να διευθύνει και εποπτεύει την εκτέλεση και αποπεράτωση του. Ακολούθως και προς εκτέλεση των ανωτέρω συμφωνιών συντάχθηκε το 34.945/22-2-2002 ειδικό πληρεξούσιο ενώπιον της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Παρασκευής συζ. Γ. Λαζαράκου, σύμφωνα με το οποίο ο μηνυτής ορίσθηκε ειδικός πληρεξούσιος και αντιπρόσωπος της ανωτέρω κοινοπραξίας, στον οποίο παρασχέθηκε η ειδική εντολή, πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα όπως αυτός αντί αυτής, και για λογαριασμό της εκπροσωπεί αυτήν καθ' όλη τη διάρκεια και μέχρι την πλήρη εκκαθάριση των σχέσεων της κοινοπραξίας με τον κύριο του έργου, για κάθε ζήτημα που έχει σχέση με την εν γένει διεκπεραίωση των όλων υποθέσεων του έργου, να υπογράψει μεταξύ άλλων, την εργολαβική σύμβαση με την αρμόδια υπηρεσία, πρωτόκολλα εγκαταστάσεων, οριστικής παραλαβής και παράδοσης των εργολαβιών καθώς και τα ημερολόγια πιστοποιήσεις, να προσλαμβάνει το απαραίτητο προσωπικό, να υπογράφει όλες τις συμβάσεις υπεργολάβων έργων και γενικά να ενεργεί οτιδήποτε απαιτείται για το σκοπό της ολοκλήρωσης των εργασιών για το έργο αυτό. Την παραπάνω ειδική πληρεξουσιότητα η κοινοπραξία γνωστοποίησε στην ΔΕΥΑ ... στις 5-3-2002. Όμως η Κοινοπραξία λίγες ημέρες μετά τη σύνταξη του άνω πληρεξουσίου και την κατάρτιση της συμφωνίας με το ... συμβολαιογραφικό έγγραφο της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου ανακάλεσε τη δοθείσα στον μηνυτή πληρεξουσιότητα. Η διεύθυνση και επίβλεψη του έργου και γενικά η εκπροσώπηση της εταιρίας ανατέθηκε με το ... συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου στον μηχανικό Ξ. Ήδη η Κοινοπραξία είχε αναθέσει την εκτέλεση των εργασιών του έργου στην εταιρία Θ.Π. Ιωακείμ ΑΕ, τα μηχανήματα της οποίας με τα αποτελούμενα από δικά της εργατοτεχνικά συνεργεία, στα οποία συμμετείχαν ως εργαζόμενοι ο πρώτος κατηγορούμενος καθώς και ο Φ, εγκαταστάθηκαν στην .... Όμως παρά την ανάκληση της πληρεξουσιότητας, της οποίας ο μηνυτής έλαβε γνώση προφορικά εξ αρχής, η μεταξύ αυτού και της Κοινοπραξίας σύμβαση δεν λύθηκε, αλλά τροποποιήθηκαν οι όροι αυτής ως προς το ζήτημα της διεύθυνσης και εκπροσώπησης του έργου. Ειδικότερα τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν να εξακολουθήσει ο μηνυτής να έχει την επίβλεψη του έργου, παρέχοντας οδηγίες και συμβουλές στα συνεργεία της κοινοπραξίας καθώς και οποιαδήποτε πληροφορία και βοήθεια ήταν αναγκαία σε τοπικό επίπεδο, ενώ παράλληλα ανατέθηκε σ' αυτόν η σύνταξη ημερολογίου εργασιών και η επιμέτρηση των εργασιών. Έτσι ο μηνυτής μέχρι τις 5-8-2002 παρείχε τις υπηρεσίες του ως επί τόπου μηχανικός του έργου, σύμφωνα με το συναφθέν ιδιωτικό συμφωνητικό και ειδικότερα εκπροσωπούσε την κοινοπραξία ενώπιον του Δήμου ..., βρισκόταν ανελλιπώς στο εκτελούμενο έργο, παρείχε τις οδηγίες και σχετικές εντολές για την εκτέλεση του έργου, τηρούσε το ημερολόγιο του έργου και βρισκόταν σε επαφή με τον κύριο του έργου για την πορεία της εκτέλεσης του. Δηλαδή η κοινοπραξία δεν προέβη σε πλήρη αποξένωση του μηνυτή από το έργο, αφού άλλωστε εκείνος, ανεξάρτητα αν είχε τη διεύθυνση του έργου, εξακολούθησε να ασχολείται με την επίβλεψη του, γεγονός που εξ αρχής, παρά την ανάκληση του πληρεξουσίου, η κοινοπραξία και οι εκπρόσωποι της αποδέχθηκαν. Η συνεργασία της Κοινοπραξίας με το μηνυτή διακόπηκε στις 5-8-2002, οπότε η κοινοπραξία γνωστοποίησε στον Δήμο ... και στη ΔΕΥΑ ... την ανάκληση του παραπάνω πληρεξουσίου με επίδοση αντίγραφου του ... συμβολαιογραφικού εγγράφου ανάκλησης πληρεξουσίου. Ο πρώτος των κατηγορουμένων καθώς και οι Φ και Ξ, που κατέθεσαν τα ανωτέρω ψευδή περιστατικά, γνώριζαν την αναλήθεια των περιστατικών αυτών, αφού ως εργαζόμενοι στην ανωτέρω υπεργολάβο εταιρία και απασχοληθέντες στην εκτέλεση του έργου είχαν ιδία αντίληψη της καθημερινής απασχόλησης του μηνυτή με την εκτέλεση του άνω έργου. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος με την ιδιότητα του μέλους και νόμιμου εκπροσώπου της ανωτέρω κοινοπραξίας με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις με πρόθεση προκάλεσε στον πρώτο κατηγορούμενο Ζ και στους λοιπούς μάρτυρες Φ και Ξ την απόφαση να τελέσουν το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, που διέπραξαν. Κατά συνέπεια, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι ο μεν πρώτος του αδικήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, ο δε δεύτερος του αδικήματος της ηθικής αυτουργίας στην άνω πράξη κατά συρροή, όπως ορίζεται στο διατακτικό..."Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πατρών ως προς την καταδίκη του αναιρεσείοντος για το έγκλημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις άνω διατάξεις απαιτούμενη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με την πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη πράξη για την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά, ενώ εκτίθενται περαιτέρω και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1 α, 94 παρ. 1 και 222 ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικό έλεγχος. Ειδικότερα εκτίθεται στο σκεπτικό της αποφάσεως τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε την κρίση του ότι οι συγκατηγορούμενοι του αναιρεσείοντος Ζ, Φ και ο Ξ γνώριζαν την αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών που διέλαβαν στις υπ' αριθ. 936 και 937/25-11-2002 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πατρών, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν ως αποδεικτικό μέσο στο Μονομελές Πρωτοδικείο και σε πολιτική δίκη με ενάγοντα τον Ψ (πολιτικώς ενάγοντα στην προκειμένη ποινική δίκη) και εναγομένους την κοινοπραξία με την επωνυμία "Κ/Ξ Χ - Θ" τον αναιρεσείοντα και τον Θ (μελών της εν λόγω κοινοπραξίας). Περαιτέρω, με επαρκή αιτιολογία δέχεται το δικαστήριο την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας του αναιρεσείοντος στην πράξη της ψευδορκίας μαρτύρων, των ως άνω τριών αναφερόμενων προσώπων, με την παραδοχή ότι οι τελευταίοι ωθήθηκαν στην πράξη αυτή με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις του αναιρεσείοντος λόγω και της ιδιότητος του ως μέλους και νομίμου εκπροσώπου της ως άνω κοινοπραξίας στην οποία εκείνοι εργάζονταν. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί των προκυπτόντων από τις μαρτυρικές καταθέσεις (ένορκες βεβαιώσεις) και περί των σχέσεων της με αυτούς και του πολιτικώς ενάγοντα, είναι απαράδεκτες διότι με την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα από την παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στην επ' ακροατηρίου διαδικασία, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, επέρχεται μόνο όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 ΚΠΔ ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής. Κατά το άρθρο 63 του ίδιου κώδικα η πολιτική αγωγή για την επιδίκαση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως ή χρηματική ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης που επήλθε από το έγκλημα μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τους διωκουμένους σύμφωνα με τον Αστικό κώδικα. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι οσάκις υπάρχει, σύμφωνα με τη δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος και την αξιόποινη πράξη που τελέσθηκε σε βάρος του, ενεργητική νομιμοποίηση αυτού, αλλ' όμως αυτό αμφισβητείται κατ' ουσίαν από των υπεράσπιση του κατηγορουμένου και η κρίση για το ζήτημα αυτό της ενεργητικής νομιμοποιήσεως εξαρτάται από την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, μπορεί το δικαστήριο να αποφασίσει για την αποβολή της πολιτικής αγωγής μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και τις αγορεύσεις των συνηγόρων και κατά συνέπεια η παραμονή του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία στο ακροατήριο μέχρι το παραπάνω χρονικό όριο δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως για παρά το νόμο παράσταση αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Κατά τη διαδικασία στις 22-11-2007 και 3-12-2007 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό την υπόθεση με κατηγορούμενο, εκτός των άλλων τεσσάρων συγκατηγορουμένων του, και τον αναιρεσείοντα, εμφανίσθηκε ο Ψ και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων κατά των κατηγορούμενων για το ποσό των 45 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση του λόγω ηθικής βλάβης που τον προκάλεσε το αδίκημα που διέπραξαν σε βάρος του οι κατηγορούμενοι (ψευδορκία μάρτυρα και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα). Κατά της παράστασης αυτής του πολιτικώς ενάγοντος δεν πρόβαλε κανείς αντίρρηση (βλ. 2η σελίδα της υπ' αριθ. 4093/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών). Το ανωτέρω ποσό επιδικάσθηκε από το προαναφερόμενο δικαστήριο ως χρηματική ικανοποίηση του προαναφερομένου πολιτικώς ενάγοντος (βλ. τέλος 14ης σελίδας της ως άνω πρωτοβάθμιας απόφασης). Στη συνέχεια κατά τη διαδικασία ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, επί εφέσεων κατά της ως άνω πρωτοβάθμιας απόφασης, εμφανίσθηκε ο ίδιος ως άνω πολιτικώς ενάγων και δήλωσε στην αρχή της διαδικασίας την αυτήν παράσταση πολιτικής αγωγής, όπως είχε δηλώσει και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (βλ. 1η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης). Τότε οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος και του συγκατηγορούμενου του εκκαλούντος Θ ζήτησαν την αποβολή της πολιτικής αγωγής από τη διαδικασία ενώπιον αυτού (δευτεροβάθμιου δικαστηρίου) λόγω παραγραφής της αξίωσης του για ηθική βλάβη από το αδίκημα που φέρεται ότι τέλεσαν στις 25-11-2002 σε βάρος του. (βλ. αυτοτελή ισχυρισμό των δύο τότε εκκαλούντων στις σε 2 και 3 της προσβαλλόμενης απόφασης). Κατά της παραπάνω ενστάσεως παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να απαντήσει, ενόψει του ισχυρισμού του πολιτικώς ενάγοντος ότι έλαβε γνώση του αδικήματος που τέλεσαν σε βάρος του οι κατηγορούμενοι μεταγενέστερα από το χρόνο της συνταγής των επίμαχων ενόρκων βεβαιώσεων (936 και 937/25-11-2002)- βλ. 2α παράγραφο της 5ης σελίδας της προσβαλλόμενης απόφασης. Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και τις αγορεύσεις των συνηγόρων απέβαλε την πολιτική αγωγή με την ακόλουθη, κατά λέξη, αιτιολογία: "Κατά τη διάταξη του άρθρου 84 ΚΠΔ η δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος είναι απαράδεκτη, αν δεν περιέχει συνοπτική έκθεση της υπόθεσης, για την οποία παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων, τους λόγους, στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παράστασης, καθώς και το διορισμό αντικλήτου στην έδρα του δικαστηρίου, αν αυτός που κάνει τη δήλωση δεν διαμένει μόνιμα εκεί. Στον αντίκλητο μπορούν να γίνονται όλες οι επιδόσεις και οι κοινοποιήσεις που αφορούν τον πολιτικώς ενάγοντα. Την υποχρέωση διορισμού αντικλήτου στην πιο πάνω περίπτωση έχει αυτός που αδικήθηκε και όταν ασκεί αγωγή ή υποβάλλει απαίτηση στο ποινικό δικαστήριο (αρθρ. 68 παρ. 1, 2). Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αδικηθέντος, που έχει διορισθεί νόμιμα και έχει γνωστοποιηθεί στην προδικασία ή στο ακροατήριο είναι και αντίκλητος. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 63 και 68 ΚΠΔ προκύπτει ότι δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης έχει ο αμέσως παθών από το αδίκημα. Εξάλλου το άρθρο 937 ΑΚ ορίζει ότι "Η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης". Στην παραπάνω πενταετή παραγραφή υπόκειται και η κατ' άρθρο 932 ΑΚ αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Από τη διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ προκύπτει -ότι για την έναρξη της βραχυπρόθεσμης αυτής παραγραφής της αξιώσεως από αδικοπραξία απαιτείται γνώση του υπόχρεου προς αποζημίωση. Θεωρείται δε ότι ο παθών ή ο εν γένει δικαιούχος της αποζημιώσεως γνωρίζει τον υπόχρεο όταν αυτός γνωρίζει τόσα περιστατικά, ώστε βάσει αυτών να μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον ορισμένου προσώπου, με ελπίδες επιτυχίας. Πότε συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι ζήτημα πραγματικό, εξαρτώμενο από τη συνολική εκτίμηση της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Αν μπορούν να διαπιστωθούν το όνομα και η διεύθυνση του υπόχρεου σε αποζημίωση προσώπου, τότε ο παθών θεωρείται ότι γνωρίζει το πρόσωπο του υπόχρεου σε αποζημίωση κατά το χρόνο που αυτός ερευνώντας θα μπορούσε να το πληροφορηθεί (ΑΠ 1197/2008 Ποιν. Δικ. 2009. 168). Στην προκειμένη περίπτωση, ο Ψ υπέβαλε την από 1-9-2003 έγκληση - μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πατρών, στο Αστυνομικό Τμήμα ... στις 11-9-2003, περί της οποίας συντάχθηκε η σχετική έκθεση βεβαίωσης εγγραφής μήνυσης, δήλωσε δε κάτοικος .... Με την άνω μήνυση του ο Ψ προέβη σε δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, χωρίς όμως να διορίσει αντίκλητο που να κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου, που είναι η Πάτρα. Κατά συνέπεια η σχετική δήλωση του παραστάσεως πολιτικής αγωγής ήταν απαράδεκτη, η δήλωση του δε παραστάσεως πολιτικής αγωγής δεν επανελήφθη νομότυπα εντός πενταετίας από το χρόνο τέλεσης του αδικήματος (25-11-2002), οπότε ο μηνυτής έλαβε γνώση της τέλεσης του αδικήματος και των φερομένων ως υπαιτίων, αφού την ημεροχρονολογία (25-11-2002) που δόθηκαν οι 936 και 937/2002 Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πατρών των κατηγορουμένων Ζ, Φ και Ξ, ο μηνυτής είχε κλητευθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα να παρασταθεί, γεγονός του οποίου γίνεται μνεία στις ίδιες τις ένορκες βεβαιώσεις. Σε κάθε περίπτωση και αν ακόμα ο μηνυτής δεν έλαβε άμεσα γνώση του περιεχομένου των εν λόγω ένορκων βεβαιώσεων, αυτός γνώριζε τόσα περιστατικά, ώστε βάσει αυτών να μπορεί να εγείρει αγωγή κατά των κατηγορουμένων, με ελπίδες επιτυχίας, καθόσον αυτός γνωρίζοντας τον τόπο, το χρόνο και την αρχή ενώπιον της οποίας δόθηκαν οι επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις καθώς και τα στοιχεία των μαρτύρων που θα βεβαίωναν ένορκα, με ευχέρεια θα μπορούσε να λάβει γνώση και του περιεχομένου αυτών. Επομένως, η παραγραφή της αξιώσεως του άρχισε από το χρόνο που οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και ηθικής αυτουργίας στην άνω πράξη από κοινού κατά συρροή σε βάρος του, άσκησε δε την αξίωσή του για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών) στις 3-12-2007 ήτοι μετά παρέλευση πέντε ετών από τη γνώση εκ μέρους του της ζημίας και του υποχρέου προς αποζημίωση. Κατά συνέπεια, η αξίωση του Ψ για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης έχει υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 εδ. α ΑΚ και επομένως πρέπει να διαταχθεί η αποβολή της πολιτικής αγωγής, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως του δευτέρου και τρίτου των κατηγορουμένων". Έτσι η μέχρι το πιο πάνω χρονικό σημείο της διαδικασίας παραμονή του πολιτικώς ενάγοντος Ψ ενόψει της αμφισβήτησης από τους κατηγορουμένους του τρόπου και του χρόνου της νομότυπης δήλωσης της παράστασης του με την ως άνω ιδιότητα που επιδρούσαν ως προς την εγκυρότητα και το έγκαιρο αυτής, που προβλήθηκε το πρώτον ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, ενώ το δικαστήριο δεν μπορούσε να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως την μη προταθείσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο παραγραφή της σχετικής αστικής φύσεως αξίωσης (άρθρο 277 ΑΚ), δεν αποτελεί παρά το νόμο παράσταση αυτού και δεν προκάλεσε απόλυτη ακυρότητα και επομένως ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά α' όλα τα ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης παραδεκτός για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29 Δεκεμβρίου 2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1676-1677/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού και αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης. Πολιτική αγωγή. Παραγραφή της σχετικής αστικής αξίωσης για ηθική βλάβη. Πότε προτείνεται και πότε αποβάλλεται η πολιτική αγωγή όταν αμφισβητείται ο χρόνος γνώσης της αδικοπραξίας που τελέσθηκε σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος και αποτελεί συγχρόνως εγκληματική πράξη. Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης. Αποβολή πολιτικής αγωγής μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας. Απόρριψη αίτησης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς την καταδίκη του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ηθική αυτουργία, Πολιτική αγωγή, Ψευδορκία μάρτυρα.
0
Αριθμός 1261/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αγγελή, περί αναιρέσεως της 74190/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουνίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1139/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 2 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για του οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικός διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Εξάλλου, η αίτηση αναίρεσης που δεν περιέχει λόγους ή περιέχει λόγους αναίρεσης ασαφείς και αόριστους, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ την ύπαρξη παραδεκτού λόγου αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 2/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα άσκησε από 25-6-2009 έκθεση (αίτηση) αναιρέσεως ενώπιον του Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών Θεοδώρου Καρέλλου κατά της υπ' αριθμ. 74190/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών και συνολική χρηματική ποινή 200 ευρώ, για την αξιόποινη πράξη της μη έγκαιρης καταβολής ασφαλιστικών εισφορών προς το ΤΕΒΕ, για τους εξής κατά λέξη λόγους "1) μη νόμιμη κλήτευση αυτής σύμφωνα με την περ. Α της παρ. 1 του άρθρου 510 ΚΠΔ και 2) παραβίαση δεδικασμένου, σύμφωνα με την περ. Δ' της παρ. 1 του άρθρου 510 ΚΠΔ", χωρίς να προσδιορίζεται καθόλου σε τι ακριβώς συνίσταται η μη έγκυρη κλήτευσή της και ποία συνέπεια είχε η μη εμφάνιση της στο Δικαστήριο (χωρίς ο ισχυρισμός αυτός όπως διατυπώνεται να εμπίπτει στον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο) ούτε και να αναφέρει οιαδήποτε περιστατικό που θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. στ (και όχι υπό στοιχ. Δ ως εσφαλμένα αναφέρεται στην κρινόμενη αίτηση) του ΚΠΔ λόγο περί παραβίασης του δεδικασμένου. Με το ως άνω περιεχόμενο η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι δεν περιέχει κανένα λόγο σαφή και ορισμένο. Πρέπει να αναφερθεί ότι η αοριστία της κρινόμενης αίτησης δεν θεραπεύεται με το δικόγραφο με τον "τίτλο λόγοι αίτησης αναίρεσης", που κατέθεσε στις 25-6-2009 στον ως άνω αναφερόμενο γραμματέα, καθόσον προβαλλόμενοι ως πρόσθετοι λόγοι της κυρίας αίτησης αναίρεσης δεν ασκήθηκαν παραδεκτά, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ (κατάθεση στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και σύνταξη της σχετικής έκθεσης κατάθεσής τους). Εξάλλου το άνω δικόγραφο κρινόμενο, κατ' εκτίμηση ως νέα-αυτοτελής αίτηση αναίρεσης, της ίδιας αναιρεσείουσας είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη διότι δεν ασκήθηκε νομοτύπως, σύμφωνα με το άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠΔ, δηλονότι με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και σύνταξη έκθεσης που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει (ή τον έχοντα ειδική πληρεξουσιότητα δικηγόρο της) και εκείνον που τη δέχεται, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση το ως άνω δικόγραφο υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας Νικόλαο Αγγελή, αλλά δεν έχει συνταχθεί σχετική έκθεση κατάθεσής της υπογραφόμενη από τον καταθέσαντα και τον δεχόμενο αυτή αρμόδιο δικαστικό υπάλληλο. Ακόμη το ως δικόγραφο ως εκ του τρόπου της εγχειρίσεώς του δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ενσωματωμένο στην από 25-6-2009 ως άνω αόριστη αίτηση αναίρεσης που υπογράφει η ετέρα πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσείουσας Αμαλία Σωτηρίου και δεν συγκροτεί ενιαίο με αυτήν δικόγραφο (Βλ. ΑΠ 352/2009). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που νόμιμα παρέστη κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησής της, στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25 Ιουνίου 2009 αίτηση της ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 74190/2007 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ?
Αοριστία αίτησης αναίρεσης. Δεν καλύπτεται με πρόσθετους λόγους αναίρεσης ή με άλλο δικόγραφο υπογραφόμενο μόνο από πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος χωρία να εγχειρισθεί νόμιμα στον αρμόδιο γραμματέα και να συνταχθεί έκθεση κατάθεσής του, που υπογράφεται από τον καταθέσαντα και εκείνον που δέχεται την κατάθεσή του.
Πρόσθετοι λόγοι
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Πρόσθετοι λόγοι.
0
Αριθμός 1260/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αγγελή, περί αναιρέσεως της 74191/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουνίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1138/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 2 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για του οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικός διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Εξάλλου, η αίτηση αναίρεσης που δεν περιέχει λόγους ή περιέχει λόγους αναίρεσης ασαφείς και αόριστους, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ την ύπαρξη παραδεκτού λόγου αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 2/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα άσκησε από 25-6-2009 έκθεση (αίτηση) αναιρέσεως ενώπιον του Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών Θεοδώρου Καρέλλου κατά της υπ' αριθμ. 74191/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών και συνολική χρηματική ποινή 200 ευρώ, για την αξιόποινη πράξη της μη έγκαιρης καταβολής ασφαλιστικών εισφορών προς το ΤΕΒΕ, για τους εξής κατά λέξη λόγους "1) μη νόμιμη κλήτευση αυτής σύμφωνα με την περ. Α της παρ. 1 του άρθρου 510 ΚΠΔ και 2) παραβίαση δεδικασμένου, σύμφωνα με την περ. Δ' της παρ. 1 του άρθρου 510 ΚΠΔ", χωρίς να προσδιορίζεται καθόλου σε τι ακριβώς συνίσταται η μη έγκυρη κλήτευσή της και ποία συνέπεια είχε η μη εμφάνιση της στο Δικαστήριο (χωρίς ο ισχυρισμός αυτός όπως διατυπώνεται να εμπίπτει στον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο) ούτε και να αναφέρει οιαδήποτε περιστατικό που θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. στ (και όχι υπό στοιχ. Δ ως εσφαλμένα αναφέρεται στην κρινόμενη αίτηση) του ΚΠΔ λόγο περί παραβίασης του δεδικασμένου. Με το ως άνω περιεχόμενο η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι δεν περιέχει κανένα λόγο σαφή και ορισμένο. Πρέπει να αναφερθεί ότι η αοριστία της κρινόμενης αίτησης δεν θεραπεύεται με το δικόγραφο με τον "τίτλο λόγοι αίτησης αναίρεσης", που κατέθεσε στις 25-6-2009 στον ως άνω αναφερόμενο γραμματέα, καθόσον προβαλλόμενοι ως πρόσθετοι λόγοι της κυρίας αίτησης αναίρεσης δεν ασκήθηκαν παραδεκτά, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ (κατάθεση στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και σύνταξη της σχετικής έκθεσης κατάθεσής τους). Εξάλλου το άνω δικόγραφο κρινόμενο, κατ' εκτίμηση ως νέα-αυτοτελής αίτηση αναίρεσης, της ίδιας αναιρεσείουσας είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη διότι δεν ασκήθηκε νομοτύπως, σύμφωνα με το άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠΔ, δηλονότι με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και σύνταξη έκθεσης που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει (ή τον έχοντα ειδική πληρεξουσιότητα δικηγόρο της) και εκείνον που τη δέχεται, καθόσον στην προκείμενη περίπτωση το ως άνω δικόγραφο υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας Νικόλαο Αγγελή, αλλά δεν έχει συνταχθεί σχετική έκθεση κατάθεσής της υπογραφόμενη από τον καταθέσαντα και τον δεχόμενο αυτή αρμόδιο δικαστικό υπάλληλο. Ακόμη το ως δικόγραφο ως εκ του τρόπου της εγχειρίσεώς του δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ενσωματωμένο στην από 25-6-2009 ως άνω αόριστη αίτηση αναίρεσης που υπογράφει η ετέρα πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσείουσας Αμαλία Σωτηρίου και δεν συγκροτεί ενιαίο με αυτήν δικόγραφο (Βλ. ΑΠ 352/2009). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που νόμιμα παρέστη κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησής της, στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25 Ιουνίου 2009 αίτησης της ..., για αναίρεσης της υπ' αριθμ. 74191/2007 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αοριστία αίτησης αναίρεσης. Δεν καλύπτεται με πρόσθετους λόγους αναίρεσης ή με άλλο δικόγραφο υπογραφόμενο μόνο από πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος χωρία να εγχειρισθεί νόμιμα στον αρμόδιο γραμματέα και να συνταχθεί έκθεση κατάθεσής του, που υπογράφεται από τον καταθέσαντα και εκείνον που δέχεται την κατάθεσή του.
Πρόσθετοι λόγοι
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Πρόσθετοι λόγοι.
0
Αριθμός 1263/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 2298/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηλείας. Με κατηγορούμενο τον Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Λαμπίρη. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μιχαλόπουλο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηλείας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 1/7-1-10 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 40/10. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 505 παρ.2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ.2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει άτι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση για κάθε απόφαση, αθωωτική ή καταδικαστική, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης απολογίας. Έλλειψη δε μίας τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, ακόμη και αν μνημόνευσε στην αρχή του σκεπτικού της εντελώς τυπικά κατ' είδος τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, χωρήσει ακολούθως στην αξιολογική εκτίμηση ορισμένων και μόνον ειδικώς και επιλεκτικώς κατονομαζόμενων αποδεικτικών μέσων, στα οποία στηρίζει αποκλειστικά την κρίση του, παραλείποντας έτσι κατά τα λοιπά την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΛ συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση όλων των αποδεικτικών μέσων κα. πολύ περισσότερο όταν το δικαστήριο αγνόησε εντελώς κάποιο αποδεικτικό μέσο. Προκειμένου δε για, αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ (ν.δ 53/74) τέτοια έλλειψη αιτιολογίας συντρέχει και όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα τα αναγκαία πραγματικό περιστατικά της αξιόποινης πράξης και οι λόγοι από τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας αδυνατεί να κατάληξε, στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου με την, από 7 Ιανουαρίου 2010, ενώπιον του Γραμματέα του Αρείου Πάγου, αίτησή του, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 1/2010 έκθεση, δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση, συμφώνως προς το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠΔ, κατά την υπ' αριθ. 2298/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηλείας, με την οποία ο κατηγορούμενος Χ1 κηρύχθηκε αθώος συκοφαντικής δυσφημήσεως, του Δικαστηρίου κρίνοντος παραλλήλως, ότι δεν στοιχειοθετείτο ούτε η πράξη της εξυβρίσεως. Και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία καταχωρήθηκε στο οικείο βιβλίο στις 29-12-2009, πρέπει να αναιρεθεί λόγω ελλείψεως της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για τους εκτιθέμενους στην αίτησή του λόγους. Αυτή (αίτηση), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 2298/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηλείας, η οποία για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο Αυτό, ο κατηγορούμενος Χ1, κηρύχθηκε αθώος της αξιόποινης πράξεως της συκοφαντικής δυσφήμησης, που φέρεται ότι τέλεσε σε βάρος του εγκαλούντος, Ψ1. Για να στηρίξει την απαλλακτική αυτή κρίση του το δικάσαν Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του, την εξής κατά λέξη αιτιολογία: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο και τα έγγραφα που διαβάστηκαν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με αφορμή αναφορές - παράπονα του εγκαλούντα Ψ1, Αρχιπυροσβέστη, που υπηρετούσε στον ..., το Αρχηγείο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας διέταξε ένορκη διοικητική εξέταση, που ανατέθηκε στον Πύραρχο ... . Στα πλαίσια της έρευνας αυτής ζητήθηκε από την Πυροσβεστική Υπηρεσία ..., στην οποία υπηρετούσε ο κατηγορούμενος, η χορήγηση πίνακα ατομικής και υπηρεσιακής καταστάσεως του ελεγχόμενου. Ο κατηγορούμενος συνέταξε το από 6-7-2004 έγγραφο, το οποίο και διαβίβασε αρμοδίως. Στο έγγραφο αυτό ο συντάκτης του, στην παράγραφο 5 και στο στοιχείο "Χαρακτήρας", εκφράζοντας την άποψη του, για τον εγκαλούντα, ανέγραψε "είναι φυγόπονος, κακόπιστος, ράθυμος, φιλοκατήγορος και ψεύτης" και στην παράγραφο 6 και στο στοιχείο "Ήθος" ανέγραψε "είναι απείθαρχος, αυθάδης και μεμψίμοιρος". Για την αξιολόγηση που ο κατηγορούμενος διέλαβε στον πίνακα ατομικής και οικογενειακής κατάστασης, στηρίχθηκε στην προσωπική του αντίληψη και άποψη που είχε διαμορφώσει για τον υφιστάμενο του, λαμβάνοντας υπόψη το ποινολόγιο και τα άλλα έγγραφα του φακέλου αυτού. Ειδικότερα, όσα ανέγραψε ο κατηγορούμενος για τον χαρακτήρα και το ήθος του εγκαλούντα, δεν αποτελούν γεγονότα με την έννοια που αναπτύχθηκε παραπάνω, αλλά υποκειμενικές κρίσεις του συντάξαντος το έγγραφο, στηριζόμενες όμως σε πραγματικά περιστατικά. Επομένως δεν στοιχειοθετούνται τα αδικήματα της συκοφαντικής δυσφήμισης και της απλής εξύβρισης. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε σκοπός εξύβρισης του εγκαλούντα εκ μέρους του κατηγορούμενου. Ο τελευταίος ενήργησε στα πλαίσια του άρθρου 367 ΠΚ και οι χαρακτηρισμοί που αναγράφτηκαν στον πίνακα ατομικής και οικογενειακής κατάστασης σχετικά με τον χαρακτήρα και το ήθος του εγκαλούντα, δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο για να αποδοθεί η πραγματικότητα, όταν μάλιστα και στο σχετικό υπόδειγμα (αριθμός 8) του πίνακα ατομικής και οικογενειακής κατάστασης, αναγράφονται οι ίδιες εκφράσεις για να αποδοθεί ο χαρακτήρας και το ήθος του υπαλλήλου. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος της πράξης που του αποδίδεται". Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο αθώο του ότι: "Στον ..., την 6-7-2004 ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον ψευδές γεγονός που μπορούσε να βλάψει τη τιμή και την υπόληψη του, ενώ γνώριζε ότι το γεγονός αυτό δεν ήταν αληθινό και ειδικότερα, υπέβαλε στον διενεργούντα την ως άνω ένορκη διοικητική εξέταση τον από 6-7-2004 πίνακα ατομικής και οικογενειακής κατάστασης του εγκαλούντος το περιεχόμενο της οποίας έλαβαν γνώση αόριστος αριθμός ατόμων που επανδρώνουν το Πυροσβεστικό σώμα ενώ γνώριζε ότι οι χαρακτηρισμοί που απέδιδε στον εγκαλούντα στην παράγραφο 5 αυτής, στο στοιχείο χαρακτήρας με τις φράσεις "φυγόπονος, κακόπιστος, ράθυμος, φιλοκατήγορος και ψεύτης" και στην παράγραφο 6 αυτής, στο στοίχε" Ήθος με τις φράσεις "απείθαρχος, αυθάδης, μεμψίμοιρος", ήταν ψευδείς και πρόσφοροι να Βλάψουν τη θεμελιωμένη επί της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του εκτίμηση (τιμή, υπόληψη) και αυτός τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους". Όμως, με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηλείας, στέρησε την απόφασή του της επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι ενώ δέχεται ότι οι άνω χαρακτηρισμοί σε βάρος του εγκαλούντος Αρχιπυροσβέστη, οι οποίοι περιείχοντο στο από 6.7.2004 έγγραφο του κατηγορουμένου, εστηρίζοντο σε πραγματικά γεγονότα, εν τούτοις τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της αποφάσεως, ουδέν πραγματικό περιστατικό διαλαμβάνεται ώστε να αιτιολογείται η κρίση του, βάσει της οποίας ο. κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί αθώος της συκοφαντικής δυσφημήσεως αλλά και της εξυβρίσεως, για την οποία, χωρίς κατά τα άνω να εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, δέχθηκε ότι οι μνημονευθέντες χαρακτηρισμοί, δεν υπερέβαινον το αναγκαίον μέτρο. Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, δεδομένου ότι είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 2298/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηλείας. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο παραπάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συκοφαντική δυσφήμηση. Αναίρεση του Εισαγγελέα Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου. Λόγος αναίρεσης: έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό αναφέρονται πραγματικά περιστατικά στα οποία αναφέρεται η απαλλακτική κρίση του, ούτε ερευνήθηκε αν υπάρχει η αξιόποινη πράξη της εξύβρισης. Αναιρεί απόφαση και παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο για νέα εκδίκαση.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Δυσφήμηση συκοφαντική, Απόφαση αθωωτική.
0
Αριθμός 1271/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε ο ίδιος ως δικηγόρος, περί αναιρέσεως της 785/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Ψ1 και 2)Ψ2, κάτοικων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Γκαβάκο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1070/2009. Αφού άκουσε Τον αναιρεσείοντα ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των πολιτικώς εναγόντων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Περαιτέρω κατά το άρθρο 224 παρ. 2 Π.Κ. με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, όπως συμβαίνει στις ανωτέρω περιπτώσεις, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του. Συνεπώς επί των ανωτέρω εγκλημάτων, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως τους, απαιτείται για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αναφορικώς με τον άμεσο δόλο, να εκτίθενται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η γνώση του κατηγορουμένου. Η επιβαλλόμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Αυτοτελής ισχυρισμός, κατά την ανωτέρω έννοια, τυγχάνει και, η, κατ άρθρο 367 ΠΚ για τους σ αυτό εκτιθέμενους λόγους, άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως της απλής δυσφημίσεως και εξυβρίσεως, όχι όμως και της συκοφαντικής δυσφημίσεως. Πρέπει όμως οι ισχυρισμοί αυτοί να είναι νόμιμοι και να προβάλλονται ορισμένως και παραδεκτώς, διαφορετικά δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου να διαλάβει περί αυτών αιτιολογία. Από τις διατάξεις των άρθρων 363 και 368 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι η ποινική δίωξη του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 117 παρ.1 του ΠΚ, όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι επί εγκλήματος που διώκεται κατ' έγκληση, όπως είναι και το της συκοφαντικής δυσφημίσεως, εφόσον αυτή υποβλήθηκε μετά παρέλευση τριμήνου από τον επικαλούμενο χρόνο τέλεσής του, η δικαστική απόφαση πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τον χρόνο γνώσεως του δικαιούχου, αφού το στοιχείο αυτό το οποίο και πρέπει να επικαλείται ο εγκαλών, αποτελεί δικονομική προϋπόθεση για την έναρξη και έγκυρη διεξαγωγή της ποινικής διαδικασίας. Ο κατηγορούμενος όμως, για την πληρότητα του ισχυρισμού του, περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως εκ του λόγου τούτου, πρέπει να επικαλείται ότι η έγκληση υποβλήθηκε μετά την πάροδο του τριμήνου από την γνώση από τον εγκαλούντα της τέλεσης της πράξεως, ή ότι ο χρόνος της γνώσεως είναι διαφορετικός αυτού που επικαλείται ο εγκαλών, οπότε το δικαστήριο έχει υποχρέωση να ερευνήσει πότε ο εγκαλών έλαβε πραγματικά γνώση της τελέσεως της κατ έγκληση διωκομένης πράξεως και να διαλάβει σχετική αιτιολογία επ αυτού. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, εκ του ότι δε εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ούτε εκτίμησε τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα και όχι μερικά από αυτά κατ επιλογή για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ` έφεση, λόγω της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ως Δικηγόρου, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα πράξεις της κατ εξακολούθηση ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρος και της κατ εξακολούθηση συκοφαντικής δυσφημίσεως,: "πως ο τελευταίος 1)στις 7-5-2003 και 17-10-2003 τέλεσε εξακολουθητικά, σε βάρος των εγκαλούντων Ψ2, Λ, Κ και Ψ1 το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως, ειδικότερα δε με τις από 5-5-2003 και 15-10-2003 μηνύσεις του σε βάρος των ως άνω τους καταμήνυσε (ψευδώς) ότι όντας υπάλληλοι του ΣΔΟΕ, τέλεσαν σε βάρος του τα αδικήματα της παραβάσεως καθήκοντος, καταπιέσεως και ψευδούς καταμηνύσεως, όπως λεπτομερώς αναφέρονται στο κατηγορητήριο. 2)κατά της ως άνω ημεροχρονολογίες υποβολής των δύο μηνύσεών του, κατέθεσε ενόρκως ότι τα αναφερόμενα και εντός πραγματικά περιστατικά είναι αληθή, ενώ εγνώριζε ότι είναι ψευδή, 3)με τα α)από 21-1-2003 έγγραφο υπόμνημά του προς την Δ/ση Επιθ/σεως του Υπουργείου Οικονομικών, β)από 4-12-2002 έγγραφη αναφορά του προς τον Υπουργό Οικονομικών, γ)από 17-10-2003 (προαναφερθήσα) μήνυσή του, ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων ψευδή γεγονότα ως αληθή, σε βάρος των πιο πάνω εγκαλούντων, τα οποία μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτών και ειδικότερα ότι αυτοί διενήργησαν ελέγχους στα βιβλία του δικηγορικού του γραφείου με μεροληπτικό και εν γένει παράνομο τρόπο, εμποδίζοντας την φορολογική ρύθμιση των υποθέσεων του και συντάσσοντας κατασχετήριο έγγραφο, καταχρούμενοι την δημόσια εξουσία που έχουν. Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των ως άνω τριών πράξεων". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο των ανωτέρω πράξεων και, αφού του αναγνώρισε τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών για κάθε μία πράξη και συνολική δέκα (10) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι : "Στην .,.. κατά τους παρακάτω χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις του και με πρόθεση τέλεσε τα αξιόποινα αδικήματα που αναφέρονται πιο κάτω, τα οποία τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα: α)Στις 7 Μαΐου 2003 και στις 17 Οκτωβρίου 2003,με περισσότερες από μία πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εν γνώσει του κατεμήνυσε άλλους ψευδώς ότι τέλεσαν αξιόποινες πράξεις με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη τους γι' αυτές συγκεκριμένα, με τον παραπάνω σκοπό, κατεμήνυσε εν γνώσει του ψευδώς τους ήδη εγκαλούντες Ψ2 , Λ, Κ και Ψ1, κατοίκους ... υποβάλλοντας εναντίον τους - και εναντίον άλλων - έξι(6) - τις από 5-5-2003 και 15-10-2003 εγγραφές μηνύσεις του, με τις οποίες κατήγγειλε ότι οι εγκαλούντες και οι άλλοι έξι (6) καταμηνυόμενοι υπάλληλοι όλοι του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και οι εγκαλούντες ειδικότερα, υπάλληλοι του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) τέλεσαν σε βάρος του (δήθεν) τα αξιόποινα αδικήματα της παράβασης καθήκοντος της καταπίεσης και της ψευδούς καταμήνυσης (άρθρα 229 παρ.1,244 και 259 του ΠΚ) και πιο συγκεκριμένα, ότι η εγκαλούσα Λ που διενήργησε έλεγχο στα βιβλία και τα στοιχεία του που είχαν παραλάβει και δεσμεύσει από τις 22 Οκτωβρίου 2001 άλλοι τρεις υπάλληλοι του ΣΔΟΕ από το δικηγορικό του γραφείο και διαπίστωσε (η ελέγχουσα Λ) 162 τυπικές παραβάσεις του ΠΔ 186/1992 (του κώδικα βιβλίων και στοιχείων) συνέταξε την υπ'αριθμ..... έκθεση ελέγχου που συνυπέγραψαν και οι άλλοι τρεις εγκαλούντες και με βάση την έκθεση αυτή ελέγχου η Α'ΔΟΥ ... καταλόγισε σ'αυτόν με τις υπ'αριθμ. 368,369, 370, 371,372,373, 374,375 και 376 από 14-10-2002 αποφάσεις της πρόστιμο συνολικού ύψους 19.400.000 δραχμών (56.933,4 ευρώ), ότι ΟΙ εγκαλούντες και ο συνάδελφός τους, υπάλληλος του ΣΔΟΕ ..., επιχείρησαν να εμποδίσουν τη ρύθμιση της φορολογικής κατάστασης του κατηγορουμένου με τους ευνοϊκούς όρους των σχετικών αποφάσεων του Υπουργείου Οικονομικών, αν και αυτός είχε ζητήσει προφορικώς και εγγράφως από την παραπάνω ΔΟΥ τη ρύθμιση αυτή και ειδικότερα προέβησαν στη σύνταξη του κατασχετηρίου εγγράφου με αριθμό ..., μολονότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμοι λόγοι επιβολής κατάσχεσης στα βιβλία του και έτσι, με την επιβολή της κατασχέσεως αυτής χωρίς προηγούμενη εισαγγελική παραγγελία τελέστηκε σε βάρος του η αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος , ενώ με την επέκταση του φορολογικού ελέγχου και σε προηγούμενες οικονομικές χρήσεις και με τη διενέργεια προανακριτικής πράξεως της εξέτασης της μάρτυρος ...)τελέστηκε και πάλι παράβαση καθήκοντος και με την επιβολή του παραπάνω συνολικού προστίμου τελέστηκε σε βάρος του η αξιόποινη πράξη της καταπίεσης και τέλος , οι δύο πρώτοι εγκαλούντες (Ψ2 και Λ) και οι δύο συνάδελφοι τους ,υπάλληλοι του ΣΔΟΕ ,Ξ και Μ, τέλεσαν σε βάρος του το αξιόποινο αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης γιατί στις 5-11-2002 η Λ και ο Μ συνέταξαν την με την ίδια ημερομηνία έκθεση διαπίστωσης αδικήματος στην οποία βεβαίωναν ότι κατά τη διενέργεια σχετικού ελέγχου διαπίστωσαν ότι ο ήδη κατηγορούμενος , μολονότι προσκλήθηκε να προσκομίσει δύο μπλοκ αποδείξεων παροχής υπηρεσιών με αρίθμηση από τους αριθμούς 160 μέχρι 250 των χρήσεων 1991-1999 παραστατικά δαπανών των χρήσεων 1991-2001 δεν τα προσκόμισε και ότι η συμπεριφορά που συνιστούσε απείθεια (άρθρο 169 του ΠΚ) και την πράξη του αυτή κατεμήνυσαν οι παραπάνω (Λ, Ψ2, Ξ και Μ) στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών με το από 24-2-2ΟΟ3 έγγραφό τους και κατά την εκδοχή του κατηγορουμένου, η καταγγελία τους αυτή στοιχειοθετεί το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης. Για την υπόθεση αυτή όμως (με αφορμή τις από 5 Μαΐου 2003 και 15 Οκτωβρίου 2003 αναφερθείσες μηνύσεις του κατηγορουμένου, καθώς και τις από 31-10-2003 και 27-4-2004 μηνυτήριες αναφορές του εναντίον των παραπάνω υπαλλήλων του ΣΔΟΕ και της Α'ΔΟΥ ...) εκδόθηκε τελικά το βούλευμα με αριθμό 5090/2004 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο κρίθηκε να μη γίνει κατηγορία εναντίον των παραπάνω καταμηνυθέντων (των εγκαλούντων και άλλων υπαλλήλων του ΣΔΟΕ και της Α'ΔΟΥ) γιατί οι ενέργειες τους ήσαν καθόλα νόμιμες και δεν στοιχειοθετούν τα αποδοθέντα σ'αυτούς αξιόποινα αδικήματα, όπως από την αρχή γνώριζε πολύ καλά ο κατηγορούμενος. β) Κατά τους παραπάνω χρόνους, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα συγκεκριμένα εγχειρίζοντας τις αναφερθείσες από 5-5-2ΟΟ3 και 15-10-2003 έγγραφες μηνύσεις του στον αρμόδιο κάθε φορά Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών κατέθεσε ενώπιον του τελευταίου ενόρκως ότι το περιεχόμενο τους είναι αληθινό μολονότι γνώριζε πολύ καλά ότι είναι ψευδές. γ) Κατά τους παρακάτω χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με τον παρακάτω τρόπο ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων για κάποιους άλλους γεγονότα ψευδή, ενώ γνώριζε την αναλήθειά τους, τα οποία μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή τους συγκεκριμένα, με τα αναφερόμενα πιό κάτω έγγραφα του ισχυρίσθηκε (ανακοίνωσε) ενώπιον τρίτων, δηλαδή εκείνων που κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους έχουν λάβει γνώση του περιεχομένου τους, τα παρακάτω δυσφημιστικά για τους εγκαλούντες γεγονότα, τα οποία ήσαν ψευδή και ο ίδιος γνώριζε την αναλήθειά τους ειδικότερα, με το από 21-1-2003 έγγραφο υπόμνημα του προς τη Διεύθυνση Επιθεώρησης Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών αναφέρει ότι "η άδικος και μεροληπτική σε βάρος μου συμπεριφορά των καταγγελομένων υπαλλήλων", στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εγκαλούντες, μολονότι γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι οι τελευταίοι δεν ενήργησαν σε βάρος του μεροληπτικά και άδικα αλλά αντικειμενικά και σύννομα, όπως κρίθηκε και με το αναφερθέν απαλλακτικό βούλευμα, αλλά και τις πορισματικές εκθέσεις με αριθμούς ... των αρμοδίων επιθεωρητών της υπηρεσίας τους στις 4-12-2002 επέδωσε νόμιμα στον Υπουργό Οικονομικών έγγραφη αναφορά καταγγελία του, στην οποία εκθέτει ότι "···· καθ'όλη την διάρκεια, συνεχώς πιεζόμουν από τους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ Λ και Ψ2, να "συμβιβαστώ" με τον καταγγέλλοντα πελάτη μου, με την καταβολή στην εφορία εξ ημισείας του προστίμου που θα επίβληθεί (δεν ξέρω μήπως, αν δεχόμουν τον συμβιβασμό, κανονιζόταν χαμηλότερα το ύφος του προστίμου) παραιτούμενος κάθε άλλης απαιτήσεως μου εναντίον του καταγγέλλοντος (;) μολονότι γνώριζε πολύ καλά ότι ούτε οι παραπάνω δύο, ούτε οι άλλοι καταμηνυθέντες τον "πίεσαν" να "συμβιβασθεί" και να ενεργήσει με τον τρόπο που αναφέρει στην καταγγελία του στην από 7-5-2003 μνημονευθείσα μήνυσή του αναφέρει ότι η ενεργεία των μηνυμένων - στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εγκαλούντες - να προκαλέσουν τη διενέργεια φορολογικού ελέγχου "της κλεισμένης φορολογικώς περιόδου για τα έτη 1993 έως και 2002, αποτελεί σκόπιμη και δολία σε βάρος του παράνομη ενέργεια για να τον βλάψουν ηθικά και υλικά και οτι ενήργησαν εν γνώσει τους και εκ δόλου για να τον βλάψουν και προς επίτευξη άλλων, μη νομίμων σκοπών και επιδιώξεων, μολονότι γνώριζε πολύ καλά ότι οι εγκαλούντες και οι άλλοι καταμηνυθέντες από αυτόν υπάλληλοι ενήργησαν νόμιμα, στα πλαίσια των υπηρεσιακών τους καθηκόντων στην από 17-10-2003 αναφερθείσα πιο πάνω μήνυσή του κατά του πρώτου εγκαλούντος Ψ2, της δεύτερης εγκαλούσας Λ και άλλων τριών υπαλλήλων αναφέρει ότι ".....Η μανία των μηνυομένων να με εξοντώσουν, γιατί δεν υποτάχθηκα στις ορέξεις τους, όπως έχουν φαίνεται συνηθίσει, χρησιμοποιούντες την δημοσίαν εξουσίαν που τους εμπιστευθήκαμε εμείς οι πολίτες με τους "εκπροσώπους" μας στη βουλή. Καταχράστηκαν τη δύναμη της δημόσιας αυτής εξουσίας που "έχουν και την εμπιστοσύνη μας προς αυτούς", μολονότι γνώριζε ότι οι δυσφημηστικοί αυτοί για τους εγκαλούντες ισχυρισμοί του-που έχουν αφορμή την αναφορά τους εναντίον του για απείθεια - είναι εντελώς ψευδείς και η αναφορά των καταμηνυθέντων ήταν αληθής και στηριζόταν στο πραγματικό περιστατικό, ότι ο κατηγορούμενος προσκλήθηκε νόμιμα με τις από αριθμ.... προσκλήσεις των αρμοδίων για τον έλεγχο των βιβλίων του, εκείνος δεν προσκόμισε τίποτε στην ίδια από 17-10-2003 μήνυσή του αναφέρει ότι οι καταμηνυθέντες υπάλληλοι παραβαίνοντες τα καθήκοντά τους, εν γνώσει των και ιδία η πρώτη (Λ) ως βασική ελεγκτής της υποθέσεως, για να τον εκβιάσουν να δεχθεί επαχθή γι'αυτόν συμβιβασμό επί των απαιτήσεών του κατά του καταγγέλοντος πελάτη του για τις αμοιβές του, του δήλωσαν "να βγάλουν ένα μικρό πρόστιμο σε βάρος του" με τη συμφωνία να το πληρώσουν ο ίδιος και ο πελάτης του, εξ ημισείας ενεργώντας ως μεσάζοντες και ότι αυτές οι προτάσεις επαναλείφθηκαν και στο γραφείο του ήδη πρώτου εγκαλούντος Ψ2, που ενεργούσε δήθεν καλοπροαιρέτως για την υπόθεση του κατηγορουμένου αλλά και τηλεφωνικώς από τον παραπάνω εγκαλούντα με κλήση στο κινητό τηλέφωνο του κατηγορουμένου, εις επήκοον μάλιστα και τρίτων, μολονότι γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι τέτοιες προτάσεις ποτέ δεν του είχαν κάνει οι εγκαλούντες και οι άλλοι καταμηνυθέντες υπάλληλοι". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 και 2, 94, 98, 224 παρ. 2 και 229 παρ.1, 363, 362 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεχθέν κατ εξακολούθηση τέλεση των ανωτέρω πράξεων και αληθινή συρροή αυτών μεταξύ τους, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσειβαλλομένης, που προκύπτουν από την αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων των πράξεων για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, και για την πληρότητα της αιτιολογίας, αναφέρει την δικονομική κατάληξη της σε βάρος των πολιτικώς εναγόντων και των άλλων αναφερομένων συναδέλφων τους υπαλλήλων Δ.Ο.Υ και Σ.Δ.Ο.Ε., κατόπιν δικών του μηνύσεων, ασκηθείσης ποινικής διώξεως για τις αξιόποινες πράξεις της παράβασης καθήκοντος, καταπίεσης και ψευδούς καταμήνυσης, μνημονεύοντας μάλιστα και την αμετάκλητη απαλλακτική απόφαση (βούλευμα) με αριθμό 5090/2004 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο αποφάνθηκε το Συμβούλιο να μη γίνει κατηγορία, για έλλειψη σοβαρών ενδείξεων ενοχής σε βάρος των πολιτικώς εναγόντων και των λοιπών συναδέλφων τους, για τις ανωτέρω πράξεις, για τις οποίες είχε ασκηθεί σε βάρος τους ποινική δίωξη, κατόπιν της υποβολής των από 5-5-2003 και 15-10-2003 μηνύσεων, το περιεχόμενο των οποίων βεβαίωσε ενόρκως ενώπιον του Εισαγγελέως, στον οποίο τις ενεχείρησε και από 31-10-2003 και 27-4-2004 μηνυτήριων αναφορών του. Παραδεκτώς δε γίνεται παραπομπή από το σκεπτικό στο διατακτικό για την περιγραφή των υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων των πράξεων για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, αφού στο διατακτικό περιλαμβάνονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που εξειδικεύουν τις πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τόσον κατά τα υποκειμενικά, όσον και τα υποκειμενικά στοιχεία τους. Δεν ήταν δε το Δικαστήριο υποχρεωμένο για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρει λεπτομερώς τα αποδεικτικά στοιχεία που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε και να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ούτε εκ του ότι εξαίρονται ορισμένα συνάγεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα λοιπά, αφού, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκσν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως αναφέρονται κατ είδος στην αρχή του σκεπτικού. Αιτιολογεί δε πλήρως το Εφετείο και τον άμεσο δόλο του αναιρεσείοντος, που απαιτούν οι ανωτέρω πράξεις, με την λεπτομερή παράθεση πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση του για την αναλήθεια των όσων ισχυρίσθηκε με τις μηνύσεις του, το περιεχόμενο των οποίων και, όπως λέχθηκε, βεβαίωσε ενόρκως, ενώπιον του Εισαγγελέως, τα οποία, όπως κρίθηκε από το ανωτέρω βούλευμα, ήσαν αναληθή, με αυτά δε σκόπευε και πέτυχε την ποινική δίωξη όλων των καταμηνυθέντων, μεταξύ των οποίων και οι δύο πολιτικώς ενάγοντες, η οποία είχε την ανωτέρω δικονομική εξέλιξη. Ο άμεσος δε δόλος του προκύπτει σαφώς από τις παραδοχές της αποφάσεως ότι οι ενέργειες των καταμηνυθέντων, που αποτελούσαν και την βάση των ως άνω κατηγοριών που βάρυναν τους εγκαλουμένους, έλαβαν χώρα, σύμφωνα με όσα ψευδώς κατάγγειλε, σε βάρος του και όχι σε βάρος τρίτων και συνεπώς γνώριζε την αναλήθεια τους. Τα αυτά ψευδή πραγματικά περιστατικά, κατά τις λεπτομερείς παραδοχές της αποφάσεως, περιήλθαν σε γνώση των αναφερομένων προσώπων και ήσαν πρόσφορα, όπως σκόπευε και πέτυχε, να πλήξουν την τιμή και την υπόληψη των πολιτικώς εναγόντων και των λοιπών καταμηνυθέντων συναδέλφων τους, αφού τους εμφάνισε να παρανομούν, αυθαιρετούν, να τον καταπιέζουν να συμβιβαστεί, κινούμενοι από ιδιοτελή κίνητρα, οικονομικού χαρακτήρα και να κατέχονται από μανία καταδιώξεως σε βάρος του, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και ειδικότερα την διενέργεια του φορολογικού ελέγχου στο δικηγορικό γραφείο του και τον καθορισμό, σε βάρος του, του αναφερομένου προστίμου για φορολογικές και λοιπές παραβάσεις του Κ.Β.Σ. Ενδεικτική της εντάσεως του δόλου του και της επιθυμίας τους να πλήξει υπηρεσιακά, προσωπικά και κοινωνικά τους διενεργήσαντες τον έλεγχο στο γραφείο, ο οποίος αποκάλυψε σωρεία φορολογικών παραβάσεων, εξαιτίας των οποίων επιβλήθηκαν τα αναφερόμενα στην απόφαση πρόστιμα, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως τυγχάνει η υποβολή σε βάρος των ανωτέρω υπαλλήλων, πέραν των εγκλήσεων και των μηνυτήριων αναφορών, που μνημονεύονται επί των οποίων εκδόθηκε το προαναφερθέν απαλλακτικό βούλευμα και οι μνημονευόμενες απορριπτικές των αναφορών πορισματικές εκθέσεις των αρμοδίων επιθεωρητών και της από 4-12-2002 αναφερόμενης στο διατακτικό και στο κεφάλαιο της υπό στοιχείο γ' κατηγορίας της συκοφαντικής δυσφημήσεως αναφοράς καταγγελίας προς τον Υπουργό των Οικονομικών, εκτενές απόσπασμα της οποίας παρατίθεται στο ανωτέρω μέρος του διατακτικού της απόφασης. Δεν απαιτούνταν δε, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, άδεια της ανωτέρω Αρχής για την άσκηση σε βάρος του ποινικής διώξεως. Ούτε προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως ότι απαγορεύθηκε στον αναιρεσείοντα να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του κατά την διαδικασία, όπως αβάσιμα αυτός υποστηρίζει. Δεν ήταν δε υποχρεωμένο το Δικαστήριο να απαντήσει και διαλάβει αιτιολογία στον αυτοτελή ισχυρισμό του περί άρσεως του αδίκου της πράξεως της συκοφαντικής δυσφημίσεως κατ άρθρο 367 ΠΚ, αφού η εν λόγω διάταξη, προεχόντως, δεν εφαρμόζεται επί συκοφαντικής δυσφημίσεως, ο δε ισχυρισμός του τύγχανε παντελώς αόριστος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης, ο αναιρεσείων, που, λόγω της ιδιότητας του ως δικηγόρου, υπερασπίσθηκε μόνος τον εαυτό του, περιορίσθηκε να αναφέρει μόνον την ως άνω διάταξη, χωρίς περαιτέρω επίκληση πραγματικών περιστατικών που θα μπορούσαν να υπαχθούν σε κάποια από τις αναφερόμενες σ αυτή περιπτώσεις άρσεως του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, ως εκ περισσού δε απάντησε και τον απέρριψε. Αβάσιμος επίσης τύγχανε και ο έτερος ισχυρισμός περί απαραδέκτου της ασκηθείσης ποινικής διώξεως, διότι δεν αναφέρεται στην έγκληση των πολιτικώς εναγόντων και των λοιπών συναδέλφων τους πότε έλαβαν γνώση των δυσφημιστικών γεγονότων, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση του δικογράφου της μηνύσεως των πολιτικώς εναγόντων και άλλων δύο συναδέλφων τους, επικαλούνται ότι έλαβαν γνώση των σε βάρους τους πράξεων στις 4-5-2004, όταν κλήθηκαν από την διενεργούσα προανάκριση πταισματοδίκη, έκτοτε δε και μέχρι την υποβολή της μηνύσεως στις 2-8-2004 δεν είχε παρέλθει τρίμηνο, ο δε αναιρεσείων δεν επικαλέσθηκε προγενέστερο χρόνο γνώσεως της τελέσεως των πράξεων και της κατ έγκληση διωκομένης συκοφαντικής δυσφημίσεως, με αποτέλεσμα να μη έχει υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει, ερευνήσει και να διαλάβει στην απόφαση οποιαδήποτε αιτιολογία περί του ισχυρισμού αυτού, ως εκ περισσού δε περιέλαβε απορριπτική διάταξη και γι αυτόν. Αόριστο επίσης τύγχανε και το αίτημα του αναιρεσείοντος για αναβολή της δίκης κατ άρθρο 61 ΚΠΔ, αφού ουδέν προσδιοριστικό στοιχείο της εκκρεμούς διοικητικής ή πολιτικής δίκης, η οποία συνδεόταν με την ποινική, παρέθεσε και έτσι το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σ αυτό και δεν γεννάται, εκ του λόγου αυτού, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αναπτύσσοντας εκτενώς τις αιτιάσεις του (λόγους ανακοπής) κατά της πράξεως επιβολής προστίμου, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αφού, κατά νόμο δεν ήταν υποχρεωμένο το Δικαστήριο να κάνει το αίτημα δεκτό, αλλά η παραδοχή του ή όχι επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο, αν αυτό υποβληθεί, παραδεκτώς και ορισμένως, σε περίπτωση απορρίψεως του, πρέπει να αιτιολογήσει πλήρως την σχετική απόφαση. Ούτε τέλος δημιουργήθηκε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο εκ του ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη για την κρίση περί της ενοχής του αναιρεσείοντος το ανωτέρω 5090/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών, χωρίς αυτό να αναφέρεται στην οικεία θέση των πρακτικών μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, αφού από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθίσταται σαφές ότι αυτό αναγνώσθηκε και μπορούσε ο αναιρεσείων να ασκήσει τα κατ άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά του, διότι αναφέρεται ότι με το βούλευμα αυτό αποφάνθηκε το Συμβούλιο να μη γίνει κατηγορία σε βάρος των πολιτικώς εναγόντων και των λοιπών καταμηνυθέντων συναδέλφων τους, για τις πράξεις που ανωτέρω αναφέρθηκαν για τις οποίες και είχε ασκηθεί σε βάρος τους ποινική δίωξη κατόπιν της υποβολής των ψευδών κατά το παρατιθέμενο στην απόφαση περιεχόμενο εγκλήσεων του, αναφορά η οποία θα ήταν αδύνατη χωρίς την ανάγνωσή του. Το περιεχόμενο δε του απαλλακτικού αυτού βουλεύματος άλλωστε γνώριζε ο αναιρεσείων και μπορούσε να ασκήσει τα κατ άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά του, αφού ο ίδιος το επικαλέσθηκε, λέγοντας ότι δεν παράγει δεδικασμένο στην προς εκδίκαση υπόθεση και ακολούθως υπέβαλε το προαναφερθέν αόριστο αίτημα για αναβολή της δίκης κατ άρθρο 61 ΚΠΔ (βλ. σελ. 3 πρακτικών). Κατ ακολουθία τούτων οι προβαλλόμενοι με τους α-ιβ λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως λόγοι από το άρθρο 510 παρ. 1 Α, Δ, Ε ΚΠΔ τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών της αιτήσεως αναιρέσεως, ειδικότερα δε οι υπό στοιχεία Θ, Ι, ΙΑ και ΙΒ λόγοι καθολοκληρία, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων που παραστάθηκαν (176, 183 ΚΠΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, την με αριθμό εκθέσεως 68/6-7-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμ. 785/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) € και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων από πεντακόσια (500) €. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 24 Ιουνίου 2010 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδής καταμήνυση. Ψευδορκία μάρτυρος. Συκοφαντική δυσφήμιση Έννοια. Στοιχεία στοιχειοθέτησης υποκειμενικώς και αντικειμενικώς. Αιτιολογία πλήρης κι εμπεριστατωμένη. Πότε υπάρχει στην απόφαση. Έγκληση. Προθεσμία υποβολής. Τι πρέπει να διαλαμβάνει η απόφαση για πληρότητα αιτιολογίας επί εκπροθέσμου υποβολής εγκλήσεως. Έγγραφα. Πότε παράγεται ακυρότητα από την λήψη υπόψη χωρίς να αναγνωσθούν. Αρκεί να προκύπτει από το σκεπτικό της αποφάσεως ότι αναγνώσθηκε, έστω κι αν δεν αναφέρεται μεταξύ των αναγνωσθέντων.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα, Έγκληση.
0
Αριθμός 1259/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αγγελή, περί αναιρέσεως της 74189/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουνίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1137/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 2 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για του οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικός διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Εξάλλου, η αίτηση αναίρεσης που δεν περιέχει λόγους ή περιέχει λόγους αναίρεσης ασαφείς και αόριστους, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ την ύπαρξη παραδεκτού λόγου αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 2/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα άσκησε από 25-6-2009 έκθεση (αίτηση) αναιρέσεως ενώπιον του Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών Θεοδώρου Καρέλλου κατά της υπ' αριθμ. 74189/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και συνολική χρηματική ποινή 3000 ευρώ, για την αξιόποινη πράξη της μη έγκαιρης καταβολής ασφαλιστικών εισφορών προς το ΤΕΒΕ, για τους εξής κατά λέξη λόγους "1) μη νόμιμη κλήτευση αυτής σύμφωνα με την περ. Α της παρ. 1 του άρθρου 510 ΚΠΔ και 2) παραβίαση δεδικασμένου, σύμφωνα με την περ. Δ' της παρ. 1 του άρθρου 510 ΚΠΔ", χωρίς να προσδιορίζεται καθόλου σε τι ακριβώς συνίσταται η μη έγκυρη κλήτευσή της και ποία συνέπεια είχε η μη εμφάνιση της στο Δικαστήριο (χωρίς ο ισχυρισμός αυτός όπως διατυπώνεται να εμπίπτει στον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο) ούτε και να αναφέρει οιαδήποτε περιστατικό που θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. στ (και όχι υπό στοιχ. Δ ως εσφαλμένα αναφέρεται στην κρινόμενη αίτηση) του ΚΠΔ λόγο περί παραβίασης του δεδικασμένου. Με το ως άνω περιεχόμενο η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι δεν περιέχει κανένα λόγο σαφή και ορισμένο. Πρέπει να αναφερθεί ότι η αοριστία της κρινόμενης αίτησης δεν θεραπεύεται με το δικόγραφο με τον "τίτλο λόγοι αίτησης αναίρεσης", που κατέθεσε στις 25-6-2009 στον ως άνω αναφερόμενο γραμματέα, καθόσον προβαλλόμενοι ως πρόσθετοι λόγοι της κυρίας αίτησης αναίρεσης δεν ασκήθηκαν παραδεκτά, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ (κατάθεση στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και σύνταξη της σχετικής έκθεσης κατάθεσής τους). Εξάλλου το άνω δικόγραφο κρινόμενο, κατ' εκτίμηση ως νέα-αυτοτελής αίτηση αναίρεσης, της ίδιας αναιρεσείουσας είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη διότι δεν ασκήθηκε νομοτύπως, σύμφωνα με το άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠΔ, δηλονότι με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και σύνταξη έκθεσης που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει (ή τον έχοντα ειδική πληρεξουσιότητα δικηγόρο της) και εκείνον που τη δέχεται, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση το ως άνω δικόγραφο υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας Νικόλαο Αγγελή, αλλά δεν έχει συνταχθεί σχετική έκθεση κατάθεσής της υπογραφόμενη από τον καταθέσαντα και τον δεχόμενο αυτή αρμόδιο δικαστικό υπάλληλο. Ακόμη το ως δικόγραφο ως εκ του τρόπου της εγχειρίσεώς του δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ενσωματωμένο στην από 25-6-2009 ως άνω αόριστη αίτηση αναίρεσης που υπογράφει η ετέρα πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσείουσας Αμαλία Σωτηρίου και δεν συγκροτεί ενιαίο με αυτήν δικόγραφο (Βλ. ΑΠ 352/2009). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που νόμιμα παρέστη κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησής της, στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25 Ιουνίου 2009 αίτηση της ..., για αναίρεσης της υπ' αριθμ. 74189/2007 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αοριστία αίτησης αναίρεσης. Δεν καλύπτεται με πρόσθετους λόγους αναίρεσης ή με άλλο δικόγραφο υπογραφόμενο μόνο από πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος χωρίς να εγχειρισθεί νόμιμα στον αρμόδιο γραμματέα και να συνταχθεί έκθεση κατάθεσής του, που υπογράφεται από τον καταθέσαντα και εκείνον που δέχεται την κατάθεσή του.
Πρόσθετοι λόγοι
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Πρόσθετοι λόγοι.
0
Αριθμός 1258/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύων Αρεοπαγίτης (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Κούκλη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Βασίλειος Φράγγος, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Φέστα, περί αναιρέσεως της 5840/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που παρέστη στο ακροατήριο αυτοπροσώπως, χωρίς δικηγόρο. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1533/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 229 παρ. 1 ΠΚ όποιος εν γνώσει καταμηνύσει άλλον ψευδώς ή αναφέρει για αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του για αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Κατά δε το άρθρο 363 εδ. 1 του ίδιου Κώδικα αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 5840/2009 απόφασης του Τριμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται κατ' είδος δέχτηκε ανέλεγκτος ότι : "Κατά του κατηγορουμένου Χ1 αποδόθηκε η κατηγορία της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του μηνυτή Ψ1. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι με την από 30-1-2003 μήνυση του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κων Θηβών κατά των Ψ1, Σ1 και Σ2 καταμήνυσε και δυσφήμησε εν γνώσει του ψευδώς τον μηνυτή Ψ1: 1) Ότι συνέστησε συμμορία κατά την έννοια του άρθρου 187 παρ. 1 ΠΚ με τους λοιπούς μηνυόμενους για να διαπράττουν σωρεία κακουργηματικών πράξεων σε βάρος αυτού και της συμβολαιογράφου Θηβών Ασημίνας Γκόγκου - Κωστή και για να σφετεριστούν παράνομα την περιουσία του ίδιου και της υπέργηρης θείας του, Θ1, την οποία με σατανικό τρόπο εξαπάτησαν να πιστεύει ότι το ... πωλητήριο συμβόλαιο της εν λόγω συμβολαιογράφου ήταν δήθεν διαθήκη, αποσκοπώντας αρχικά στην ακύρωση του συμβολαίου και ακολούθως στον σφετερισμό της περιουσίας της με διαθήκη προς αυτούς ή με πωλητήριο συμβόλαιο προς τους ίδιους ή προς τρίτους. 2) Ότι οι μηνυόμενοι παρέπεισαν την Θ1 να πωλήσει, χωρίς να έχει ανάγκη χρημάτων, στον ... με το .... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θηβών Φωτεινής Κανέλλου δύο διαμερίσματα της ιδιοκτησίας της στη ..., που είχε κληρονομήσει από τον σύζυγο της, του οποίου αποδέχτηκε την κληρονομιά με το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ασημίνας Γκόγκου - Κωστή. 3) Ότι, για να πετύχουν την εξαπάτηση της Θ1 και του δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών που δίκασε την από 8-7-1997 αγωγή ακύρωσης του ... συμβολαίου), οι μηνυόμενοι εμφάνισαν εν γνώσει τους ψευδώς ότι κατά την υπογραφή του προαναφερόμενου (...) συμβολαίου ήταν δήθεν παρούσα και η ανηψιά της Θ1, ..., η οποία είχε στενές σχέσεις μαζί της και έχει ήδη αποβιώσει, καθώς και ότι εμφάνισαν ψευδώς ότι είχε δήθεν συνταχθεί διαθήκη. 4) Ότι ο μηνυόμενος Σ1, πληρεξούσιος δικηγόρος της Θ1 στην παραπάνω δίκη, πρότεινε ως ψευδομάρτυρα τον μηνυτή Ψ1 , μέλος της συμμορίας του. 5) Ότι οι μηνυόμενοι με μεθοδευμένα επιχειρήματα και ψευδορκίες κατέστρωσαν σχέδιο σφετερισμού της περιουσίας της Θ1. Και 6) Ότι ο Σ1 και οι λοιποί μηνυόμενοι συνέπραξαν σαν ομάδα για να σφετεριστούν με απάτες και ψευδορκίες περιουσία συνολικής αξίας 100.000 000 δρχ. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία (μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα κλπ.) αποδείχτηκε βάσιμη μόνο η κατηγορία που αφορά το κεφάλαιο 1, δηλαδή ότι ο μηνυτής και οι λοιποί μηνυόμενοι στην από 30-1-2003 μήνυση του κατηγορουμένου συνέστησαν συμμορία με σκοπό να διαπράττουν κακουργηματικές εγκληματικές πράξεις και να σφετεριστούν την περιουσία του κατηγορουμένου και της υπέργηρης Θ1, θείας κατηγορουμένου και μηνυτή . Οι εν λόγω μηνυόμενοι είχαν ενεργό συμμετοχή στη δίκη ακύρωσης του ... πωλητηρίου συμβολαίου, επί της οποίας εκδόθηκε η 100/2003 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών, που απέρριψε τη σχετική αγωγή και δικαίωσε τον κατηγορούμενο (κατά την οποία, όπως ήδη σημειώθηκε, ο Σ1 ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας και οι λοιποί μηνυόμενοι κατέθεσαν ως μάρτυρες υπέρ αυτής), καθώς και ανάμιξη σε σειρά ποινικών δικών και διαδικασιών με προφανή συναφή περιουσιακά ενδιαφέροντα και προσδοκίες για τον μηνυτή και τους άλλους στενούς συγγενείς της ενάγουσας, σε περίπτωση ευδοκίμησης της αγωγής της, αλλά δεν συνέστησαν συμμορία με σκοπό να διαπράττουν εγκληματικές πράξεις σε βάρος του κατηγορουμένου και της συμβολαιογράφου Ασημίνας Γκόγκου -Κωστή και αντικειμενικό στόχο τον σφετερισμό της περιουσίας του κατηγορουμένου και της Θ1. Το γεγονός δε αυτό γνώριζε ο κατηγορούμενος κατά την υποβολή της από 30-1-2003 μήνυσης του, στην οποία διέλαβε συνειδητά τον εν λόγω ψευδή και δυσφημηστικό ισχυρισμό, με σκοπό να προκαλέσει τη σχετική ποινική δίωξη του μηνυτή. Επομένως, ο κατηγορούμενος τέλεσε, ως προς το εν λόγω σκέλος της κατηγορίας, τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του μηνυτή και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο διατακτικό της απόφασης." Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των αξιόποινων πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμισης με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: στη ..., στις 31-1-2003, Α. Εν γνώσει καταμήνυσε άλλον ψευδώς, ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτή. Συγκεκριμένα, εν γνώσει του καταμήνυσε ψευδώς ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θηβών τον εγκαλούντα, Ψ1, κάτοικο ..., για το ότι ενεργώντας από κοινού με τους Σ1 και Σ2, προέβησαν επί λέξει στις κατωτέρω πράξεις, ήτοι: 1. "συνεσκέφθησαν και συναπεφάσισαν να συστήσουν συμμορία κατά την έννοια του άρθρου 187 παρ. 1 ΠΚ, προκειμένου να διαπράξουν σε βαθμό κακουργήματος σωρεία εγκληματικών πράξεων σε βάρος του αλλά και σε βάρος της Συμβολαιογράφου Θηβών Ασημίνας Γκόγκου-Κωστή, με ανύπαρκτα και ψευδή γεγονότα, με μεθοδευμένους και κατασκευασμένους ισχυρισμούς, με ψευδορκίες και αποκρύπτοντας και αποσιωπώντας την ύπαρξη δημοσίων εγγράφων και σχετικών στοιχείων και να τον εμφανίσουν και να τον χαρακτηρίσουν ως αδίστακτο, ραδιούργο, χυδαίο, υβριστή, απατεώνα και δόλιο άτομο και να σφετεριστούν παράνομα την περιουσία του και την περιουσία της υπέργηρης θείας του Θ1, αδελφής του πατέρα του, την οποία, κατά μεθοδικό και σατανικό τρόπο εξαπάτησαν προκειμένου να πιστεύει ότι δήθεν την 29 Μαρτίου 1995 δεν υπέγραψε στο συμβολαιογραφείο της Ασημίνας Γκόγκου - Κωστή το υπ' αριθμό ... πωλητήριο συμβόλαιο με το οποίο του μεταβίβασε ελευθέρως μέρος της περιουσίας της, αλλά διαθήκη. Η εξαπάτηση είχε ως στόχο, μετά την τυχόν ακύρωση του συμβολαίου αυτού, να την οδηγήσουν στην σύνταξη διαθήκης ή άλλου πωλητήριου συμβολαίου προς αυτούς ή τρίτους ως τίμημα το οποίο για ολόκληρη την ακίνητη και κινητή περιουσία που τότε ανερχόταν άνω των εξήντα εκατομμυρίων [60.000.000] δρχ ή εκατόν εξήντα χιλιάδων [160.000] ευρώ και ήδη ανέρχεται άνω των εκατό εκατομμυρίων δρχ ή τριακόσιων χιλιάδων ευρώ", Β. Ενώπιον τρίτου ισχυρίσθηκε εγγράφως για κάποιον άλλον γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του και είναι ψευδές, αυτός δε [κατηγορούμενος] τελούσε εν γνώσει της αναληθείας του. Συγκεκριμένα με την κατά τα ανωτέρω μήνυσή του, του περιεχομένου της οποίας έλαβαν γνώση ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Θηβών και ο Γραμματέας της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Θηβών, ισχυρίσθηκε ενώπιον τούτων για τον εγκαλούντα Ψ1 τα ως άνω [στ. Α ] πραγματικά περιστατικά, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του και είναι ψευδή, αυτός δε [κατηγορούμενος] τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους." Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων τούτων. Περαιτέρω εκ του σκεπτικού προκύπτει ότι επαρκώς αιτιολογείται ο δόλος του αναιρεσείοντος προς τέλεση των εγκλημάτων αυτών καθόσον ειδικότερα διαλαμβάνονται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης τα στοιχεία εκείνα που συγκροτούν τα κατά το νόμο υποκειμενικά στοιχεία προς τέλεση των εγκλημάτων αυτών όπως προκύπτουν από τη συνεκτίμηση όλων των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων και συνεπώς η περί του αντιθέτου αιτίαση είναι αβάσιμη. Όθεν ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ μόνος λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος, ενώ η αιτίαση περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων είναι απαράδεκτη αφού πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Συνεπώς η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 407/ 30-10-2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 5840/ 2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2010. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδής καταμήνυση. Συκοφαντική δυσφήμηση. Έννοια εγκλημάτων. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Πότε υπάρχει. Αιτιολογία του δόλου επί των εγκλημάτων αυτών. Απορρίπτει λόγο αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική.
0
Αριθμός 1257/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύoντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Κούκλη) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Βασίλειος Φράγγος (ορισθέντα για συμπλήρωση της συνθέσεως με την 66/5-5-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ... Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 595/19-1-2010, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 155/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιο Κονταξή με αριθμό 132/12-4-2010 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι) Κατά του Χ ασκήθηκε ποινική δίωξη για παράβαση καθήκοντος κατ' εξακολούθηση που φέρεται ότι τελέστηκε από αυτόν κατά το χρονικό διάστημα των μηνών Μαίου και Ιουνίου 2004 στην ... με την ιδιότητα του Αντιδημάρχου του Δήμου ... [και δη προϊστάμενος του τμήματος καθαριότητας αυτού] και παραπέμφθηκε να δικαστεί στο Β Τριμελές Πλημ/κείο Θεσ/νίκης. Τούτο με την υπ' αριθμ. 20302/5-10-2007 απόφαση του κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Τριμελές Εφετείο Θεσ/νίκης ως καθ' ύλην αρμόδιο λόγω της ως άνω ιδιότητας του κατηγορουμένου - σύμφωνα με το άρθρο 145§1 ν. 3463/2006 [=Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων] και το άρθρο 111§ 7 Κ.Π.Δ. Αλλά και το Τριμελές Εφετείο Θεσ/νίκης με την υπ' αριθμ. 4182/2009 απόφαση του κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλη διότι οι αντιδήμαρχοι δεν υπάγονται στην ιδιάζουσα δωσιδικία του άρθρου 111 §7 Κ.Ποιν.Δ. ως μη περιλαμαβανομένοι στο άρθρο 145§1 ν. 3463/2006. Ενόψει των ανωτέρω δημιουργήθηκε αρνητική σύγκρουση καθηκόντων μεταξύ των άνω δικαστηρίων. II) Επειδή κατά το άρθρο 132§§1,2 Κ.Π.Δ. αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων, εξίσου αρμοδίων, που δεν υπάγονται το ένα στο άλλο, αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα, η αρμοδιότητα καθορίζεται από τον Άρειο Πάγο, που συνέρχεται σε συμβούλιο με αίτηση του Εισαγγελέα (ή του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντος) εφόσον τα δικαστήρια, μεταξύ των οποίων δημιουργήθηκε η αμφισβήτηση υπάγονται σε διαφορετικά εφετεία ή αν ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το εφετείο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υφίσταται περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας, με την άνω διαδικασία και τις πιο πάνω προϋποθέσεις, και επί αρνητικής συγκρούσεως αρμοδιότητας μεταξύ Τριμελούς Πλημ/κείου που επιλήφθηκε σε πρώτο βαθμό και παρέπεμψε λόγω αναρμοδιότητας του στο Τριμελές Εφετείο και του Τριμελούς Εφετείου στο οποίο εισήχθη η υπόθεση από την άνω παραπομπή του Τριμελούς Πλημ/κείου, αφού, στην περίπτωση αυτή αμφότερα τα δικαστήρια επιλήφθησαν της υπόθεσης σε πρώτο βαθμό και ότι ύστερα από έφεση κατά της απόφασης του Πρωτόδικου δικαστηρίου έτσι ώστε να υπερισχύσει η απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου [βλ. ΑΠ 1718/95 Π.Χρ. ΜΣΤ σελ. 1077, ΑΠ 1396/2001, ΑΠ 781/90 κ.α., Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Π.Δ. τομ. Α σελ. 194 σημ. 3, Καρρά Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο (2007) σελ. 178 σημ.146, Ζησιάδη-Ποινική Δικονομία- τομ. Α (1976) σελ. 648 και άλλες παραπομπές σε Α. Κονταξή Κ.Π.Δ. (2006) σελ. 1024]. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 145§1 ν.3463/2006 -Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων - ΦΕΚ 114Α/8-6-2006 "Οι Δήμαρχοι, οι Πρόεδροι Κοινοτήτων καθώς και οι Πρόεδροι Συνδέσμων Δήμων και Κοινοτήτων υπάγονται στην ιδιάζουσα δωσιδικία των άρθρων 111 παρ. 7 και 112 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας όπως, κάθε φορά, ισχύει" - ήτοι προκειμένου περί πλημμελημάτων υπάγονται στο Τριμελές Εφετείο. Κατά την Εισηγητική Έκθεση του άνω άρθρου "με το άρθρο 145 καθιερώνεται, για πρώτη φορά, ιδιάζουσα δωσιδικία των Δημάρχων και Προέδρων Κοινότητας, καθώς και των Προέδρων των Συνδέσμων. Έτσι, η συγκεκριμένη κατηγορία αιρετών δικάζεται πλέον σε πρώτο βαθμό ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου, το οποίο κρίνει αποστασιοποιημένα από τον τοπικό χαρακτήρα του θέματος και παρέχει εγγυήσεις δικαιότερης αλλά και ταχύτερης κρίσης..". Από την ανωτέρω διάταξη - σε συνδυασμό με την εισηγητική έκθεση αλλά, και του γεγονότος ότι η ιδιάζουσα δωσιδικία συνιστά εξαίρεση της κοινής δωσιδικίας και συνεπώς να ερμηνεύεται στενά βλ. Κονταξή Κ.Π.Δ. (2006) σελ. 918 στο τέλος - σαφώς προκύπτει ότι η αναφορά των εκεί προσώπων είναι περιοριστική. Έτσι όχι μόνον δεν υπόκεινται στην εξαιρετική αυτή δωσιδικία οι μη ρητώς αναφερόμενοι στην άνω διάταξη αλλ' ούτε και οι αναπληρωτές αυτών - εάν δεν φέρουν την αυτήν ιδιότητα [βλ. Α.Π. 341/2009 Π.Χρ. 2010 σελ. 38, Κονταξή Κ.Π.Δ (2006) Σελ. 918). Την άνω ιδιότητα πρέπει να φέρουν οι αναφερόμενοι είτε κατά τον χρόνο τέλεσης είτε κατά τον χρόνον εκδίκασης [σε πρώτο βαθμό] - βλ. Α.Π. 470/76, Ζησιάδη - Ο.Π. - σελ. 598, Καρρά Ο.Π. σελ. 140, 143. Πρόκειται περί διατάξεως δικονομικής που έχει αναδρομική δύναμη [Πρ. βλ. Α.Π. 1334/98 Π.Χρ. ΜΘ 725, Α.Π.1001/81, Α.Π. 10/2005 Ολ. κ.α]. Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να οριστεί ως αρμόδιο δικαστήριο να δικάσει την άνω υπόθεση το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσ/νίκης - που είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο γι'αυτή - άρθρα 114Α, 112 Κ.Π.Δ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω να οριστεί ως καθ' ύλην αρμόδιο το Τριμελές Πλημμελιοδικείο Θεσσαλονίκης να δικάσει την κατά του Χ κατηγορία για παράβαση καθήκοντος που φέρεται ότι τέλεσε στην ... τους μήνες Μάιο - Ιούνιο 2004 με την ιδιότητα του Αντιδημάρχου του Δήμου ... και, όπως αυτή περιγράφεται στις άνω αποφάσεις. Αθήνα 12-3-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ.Κονταξής" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 132 παράγραφοι 1 και 2 του ΚΠΔ, αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων, εξίσου αρμοδίων, που δεν υπάγονται το ένα στο άλλο, αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα, η αρμοδιότητα καθορίζεται από τον Αρειο Πάγο, που συνέρχεται σε συμβούλιο με αίτηση του Εισαγγελέα (ή του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντος) εφόσον τα δικαστήρια, μεταξύ των οποίων δημιουργήθηκε η αμφισβήτηση υπάγονται σε διαφορετικά εφετεία ή αν ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το Εφετείο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υφίσταται περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας, με την πιο πάνω διαδικασία και τις πιο πάνω προϋποθέσεις, και επί αρνητικής συγκρούσεως της αρμοδιότητας μεταξύ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου που επιλήφθηκε σε πρώτο βαθμό και παρέπεμψε, λόγω αναρμοδιότητας του, στο Τριμελές Εφετείο, και του Τριμελούς Εφετείου στο οποίο εισήχθη η υπόθεση από την άνω παραπομπή του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, αφού, στην περίπτωση αυτή αμφότερα τα δικαστήρια επιλήφθηκαν της υπόθεσης σε πρώτο βαθμό. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 145 παρ. 1 του Ν. 3463/2006- Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων- " οι Δήμαρχοι, οι Πρόεδροι Κοινοτήτων καθώς και οι Πρόεδροι Συνδέσμων Δήμων και Κοινοτήτων υπάγονται στην ιδιάζουσα δωσιδικία των άρθρων 111 παρ. 7 και 112 παρ. 2 του ΚΠΔ, όπως κάθε φορά ισχύει", ήτοι προκειμένου περί πλημμελημάτων υπάγονται στο Τριμελές Εφετείο. Με το άρθρο αυτό καθιερώνεται, για πρώτη φορά, ιδιάζουσα δωσιδικία των Δημάρχων και Προέδρων Κοινότητας καθώς και των Προέδρων των Συνδέσμων. 'Ετσι η συγκεκριμένη κατηγορία αιρετών προσώπων δικάζεται πλέον σε πρώτο βαθμό ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου, το οποίο κρίνει αποστασιοποιημένα από τον τοπικό χαρακτήρα του θέματος και παρέχει εγγυήσεις δικαιότερης και ταχύτερης κρίσης. Από την ανωτέρω διάταξη σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι η ιδιάζουσα δωσιδικία συνιστά εξαίρεση της κοινής δωσιδικίας και συνεπώς πρέπει να ερμηνεύεται στενά, σαφώς προκύπτει ότι η αναφορά των εκεί προσώπων είναι περιοριστική. 'Ετσι όχι μόνον δεν υπόκεινται στην εξαιρετική αυτή δωσιδικία οι μη ρητώς αναφερόμενοι στην άνω διάταξη, αλλά ούτε και οι αναπληρωτές αυτών, εάν δεν φέρουν την αυτήν ιδιότητα. Την εν λόγω ιδιότητα πρέπει να φέρουν οι αναφερόμενοι είτε κατά τον χρόνο τέλεσης είτε κατά τον χρόνο εκδίκασης (σε πρώτο βαθμό), πρόκειται δε περί διατάξεως δικονομικής που έχει αναδρομική δύναμη. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι κατά του Χ ασκήθηκε ποινική δίωξη για παράβαση καθήκοντος, κατ' εξακολούθηση, πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε από αυτόν κατά το χρονικό διάστημα των μηνών Μαΐου και Ιουνίου 2004 στην ... με την ιδιότητα του Αντιδημάρχου του Δήμου ... ( και δη προϊστάμενος του τμήματος καθαριότητας) και παραπέμφθηκε να δικασθεί στο Β Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης. Το δικαστήριο αυτό με την υπ' αριθμ. 2030/5/10/2007 απόφαση του κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης ως καθ' ύλην αρμόδιο, λόγω της ιδιότητας του κατηγορουμένου, σύμφωνα με το άρθρο 145 παρ. 1 του Ν. 3463/2006( Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων) και το άρθρο 111 παρ. 7 του ΚΠΔ. Αλλά και το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που επελήφθη της υποθέσεως με την υπ' αριθμ. 4182/22/10/2009 απόφαση του κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλη, διότι οι Αντιδήμαρχοι δεν υπάγονται στην ιδιάζουσα δωσιδικία του άρθρου 111 παρ. 7 του ΚΠΔ, ως μη συμπεριλαμβανόμενοι στο άρθρο 145 παρ. 1 του Ν. 3463/2006 και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης. Εν όψει των ανωτέρω, της αρνητικής συγκρούσεως αρμοδιότητας, συντρέχει περίπτωση κανονισμού της αρμοδιότητας και πρέπει να καθορισθεί ως αρμόδιο δικαστήριο να δικάσει την άνω υπόθεση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο γι' αυτή( άρθρα 114 Α, 112 του ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ορίζει ως καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης να δικάσει την κατά του Χ κατηγορία για παράβαση καθήκοντος, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στην ... τους μήνες Μάϊο- Ιούνιο 2004 , με την ιδιότητα του Αντιδημάρχου του Δήμου ..., και όπως αυτή περιγράφεται στις άνω αποφάσεις. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2010. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας. Αποφατική σύγκρουση αρμοδιότητας μεταξύ του Τριμελούς Εφετείου και του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου (άρθρο 132 §§ 1-2 ΚΠΔ). Ο Αντιδήμαρχος δεν υπάγεται στην ιδιάζουσα δωσιδικία του άρθρου 111 § 7 ΚΠΔ για παράβαση καθήκοντος, και συνεπώς δικάζεται σε πρώτο βαθμό από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο (στην ιδιάζουσα δωσιδικία υπάγονται οι Δήμαρχοι, οι Πρόεδροι Κοινοτήτων και οι Πρόεδροι Συνδέσμων Δήμων και Κοινοτήτων). Ορίζει αρμόδιο δικαστήριο το Τριμελές Πλημμελειοδικείο.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας, Δήμαρχος.
1
Αριθμός 1256/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύoντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Κούκλη) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη (ορισθείσα για συμπλήρωση της συνθέσεως με την 66/5-5-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενους τους:1)X1, 2)X2, 3)X3, 4)X4 και 5)X5, Εφέτη .... Και εγκαλούντα τον Ψ, κάτοικο .... Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 26-2-2010 και αριθμ.πρωτ.168, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 338/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 147/16-4-2010 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντες, μετά της συνημμένης δικογραφίας, την υπ'αριθμ. πρωτ. ... αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, για τον κανονισμό αρμοδιότητος κατά παραπομπή της κατωτέρω ποινικής υποθέσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 136 περίπτ. ε' και 137 Κ.Π.Δ., εκθέτομεν τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περίπτωση ε' του Κ.Π.Δ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τ' άρθρα 122-125 του Κ.Π.Δ, δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Περίπτωση τέτοιας παραπομπής συντρέχει, όχι μόνο στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και της προδικασίας, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών, με την υπ'αριθμ. ΑΔ.Β1/2010 Διάταξη του, απέρριψε ως προφανώς αβάσιμη την από 19-3-2009 μήνυση έγκληση του Ψ, κατοίκου ..., κατά των 1) X1, 2) X2, 3) X3, 4) X4 και 5) X5, Εφέτου Αθηνών. Κατά της διατάξεως αυτής ο εγκαλών άσκησε την υπ'αριθμ. 107/17-2-2010 Προσφυγή, για την εξέταση της οποίας αρμόδιος είναι ο Εισαγγελεύς Εφετών Αθηνών. Στο ομώνυμο Εφετείο υπηρετεί ως Εφέτης, όπως ήδη σημειώθηκε, η τελευταία των μηνυομένων X5. Κατόπιν αυτού, συντρέχει κατ'εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 132, 134, 135 και 136 περίπτ. ε' Κ.Π.Δ., περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητος, ως εκ του ότι ο Εισαγγελεύς Εφετών Αθηνών, δεν έχει εξουσία να επιληφθεί της άνω προσφυγής. Συνεπώς, δέον να οριστεί προς τούτο ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς, εάν δε η υπόθεση ακολουθήσει δικαστική πορεία, να ορισθούν ως αρμόδιες οι Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς, τόσο διά την άνω μηνυομένη Δικαστικό Λειτουργό, όσο και διά τους λοιπούς μηνυομένους λόγω συνάφειας. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω Προτείνομεν Να οριστούν ως κατά παραπομπή αρμόδιοι α) ο Εισαγγελεύς Εφετών Πειραιώς, για να αποφανθεί επί της υπ'αριθμ. 107/17-2-2010 Προσφυγής του Ψ, κατοίκου ..., κατά της υπ'αριθμ. ΑΔ.Β1/2010 Διατάξεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, Και β) Οι δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς και των αντίστοιχων Εισαγγελιών, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση. Αθήνα 15 Απριλίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ.γ' του ΚΠΔ, συνάγεται ότι, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τόπο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο, β) το Συμβούλιο Εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή Δικαστήριο Ανηλίκων σε άλλο όμοιο, και γ) ο 'Αρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από το δικαιολογητικό λόγο των διατάξεων αυτών, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη 48 του ΚΠΔ, την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών που απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47 του ΚΠΔ) εξετάζει και κρίνει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 περ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα, ο 'Αρειος Πάγος σε Συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο Ψ, κάτοικος ..., υπέβαλε κατά των 1) X1, 2) X2, 3) X3, 4) X4, και 5) X5, Εφέτη ..., την από 19/3/2009 έγκληση. Την ως άνω έγκληση απέρριψε, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν(άρθρο 47 παρ. 1 του ΚΠΔ), ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την υπ' αριθμ. Α.Δ. Β1/2010 διάταξη του, κατά της οποίας ο εγκαλών άσκησε, κατ' άρθρο 48 του ΚΠΔ, την υπ' αριθμ. 107/17/2/2010 προσφυγή του στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ο οποίος με το 168/26/2/2010 έγγραφο του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητά τον κανονισμό της αρμοδιότητας κατά παραπομπή, προκειμένου να ορισθεί άλλος ως αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών για να κρίνει την παραπάνω προσφυγή του εγκαλούντα, διότι η εκ των εγκαλουμένων X5, τυγχάνει δικαστική λειτουργός, με τον βαθμό του Εφέτη και υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από τη συνημμένη από 23/2/2010 υπηρεσιακή βεβαίωση του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών. Με τα δεδομένα αυτά, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή( άρθρα 136 εδ. ε'και 137 παρ. 1 εδ. β περ.γ'του ΚΠΔ) για την ανωτέρω δικαστική λειτουργό και λόγω συνάφειας και ως προς τους λοιπούς και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ως άνω υποθέσεως από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον αντίστοιχο Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της ανωτέρω προσφυγής και, εφόσον συντρέξει περίπτωση περαιτέρω χειρισμού αυτής, στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς και στις αντίστοιχες Εισαγγελικές αρχές. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ορίζει κατά παραπομπή αρμόδιο να αποφανθεί επί της υπ' αριθμ. 107/17/2/2010 προσφυγής του Ψ, κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. ΑΔ. Β1/2010 διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 19/3/2009 έγκληση του κατά των:1) X1, 2) X2, 3) X3, 4) X4, και 5) X5, Εφέτη ..., τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και, εφόσον συντρέξει περίπτωση περαιτέρω χειρισμού αυτής, τις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς και τις αντίστοιχες Εισαγγελικές αρχές. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2010. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας. Προσφυγή κατά διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών. Παραπέμπει στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Α για τον Εφέτη Β, και λόγω συνάφειας και για λοιπούς.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
Αριθμός 1254/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπος Δημάδης, Προεδρεύων Αρεοπαγίτης (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Κούκλη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη (ορισθείσα για συμπλήρωση της συνθέσεως με την 66/5-5-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γραμματικό-Τσαφρακίδη, περί αναιρέσεως της 5051/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Τ. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Ψ1, κάτοικο ... και 2)Ψ2, κάτοικο ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 137/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και να επεκταθεί το αναιρετικό αποτέλεσμα και στον συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Επί ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε. Περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον αμέσως ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5051/2009 απόφαση και τα πρακτικά της, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ'είδος αναφέρει, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο- ήδη αναιρεσείοντα, της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης της ηθικής αυτουργίας στην αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου, κατά συρροή, που τέλεσε ο μη ασκήσας αναίρεση συγκατηγορούμενός του Τ, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης είκοσι(20) μηνών. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος κατηγορούμενος Τ, περί την 09.30 πρωινή ώρα της 30ης Ιουνίου 2008, στην ..., αφού εισήλθε στο γραφείο της Διευθύνσεως Αστικής Καταστάσεως Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως της Περιφέρειας της Κεντρικής Μακεδονίας, που βρίσκεται στην οδό ..., της ..., και άφησε ικανό αριθμό εντύπων φυλλαδίων με το εξής περιεχόμενο : " διαδηλώνουμε μόνο κατά των άτιμων διεφθαρμένων υπαλλήλων και απαιτούμε την απομάκρυνση του Διευθυντή της Υπηρεσίας κ. Ψ1 και της κ. Ψ2.... Πολλοί συνάδελφοι σας μας έχουν δώσει τις πληροφορίες για τις περιπτώσεις διαφθοράς, εκβιασμού και παράνομων πράξεων ". Με τα ανωτέρω επίσης φυλλάδια ισχυρίσθηκε, για τους εγκαλούντες Ψ1, Διευθυντή της ανωτέρω Υπηρεσίας και Ψ2, Προϊσταμένης του Τμήματος Αστικής Καταστάσεως και Αλλοδαπών του Νομού ..., ψευδή περιστατικά περί διαφθοράς και τελέσεως αξιοποίνων πράξεων από τους ανωτέρω υπαλλήλους, χωρίς να γνωρίζει ότι ήσαν ψευδή και με τον τρόπο αυτόν έβλαψε την τιμή και την υπόληψη τους, αφού έλαβαν γνώση του περιεχομένου των ανωτέρω εντύπων φυλλαδίων οι υπάλληλοι της Διευθύνσεως Αστικής Καταστάσεως Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως της Περιφέρειας της Κεντρικής Μακεδονίας και οι παρευρισκόμενοι πολίτες. Επίσης, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος αυτός, μέχρι την προαναφερομένη ημερομηνία της 30ης Ιουνίου 2008, που τελέσθηκε η ανωτέρω αξιόποινη πράξη, έζησε μία έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, καθώς και ότι ο ίδιος κατηγορούμενος, συμπεριφέρθηκε καλά, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του αυτήν. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος αυτός, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας και σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην μείζονα σκέψη, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξεως της απλής δυσφημήσεως σε βάρος των εγκαλούντων Ψ1 και Ψ2, με την αναγνώριση όμως, στο πρόσωπο του, των ελαφρυντικών περιστάσεων των εδαφίων α και ε της παραγράφου 2 της διατάξεως του άρθρου 84 του Π.Κ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο τρίτος κατηγορούμενος Χ με συνεχείς προτροπές, παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα προκάλεσε στον συγκατηγορούμενό του Τ την απόφαση να εκτελέσει την αξιόποινη πράξη της απλής συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή και δια του τύπου και ειδικότερα ότι με συνεχείς προτροπές, παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα προκάλεσε στον τελευταίο, όπως, δια του τύπου, ως μέσου, ισχυρισθεί ενώπιον τρίτων για κάποιους άλλους γεγονός ψευδές που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη τους. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι προκάλεσε, σε αυτόν, την απόφαση να εισέλθει στο γραφείο της Διευθύνσεως της Αστικής Καταστάσεως Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως της Περιφέρειας της Κεντρικής ..., που βρίσκεται στην οδό ..., και να αφήσει ικανό αριθμό εντύπων φυλλαδίων με το εξής περιεχόμενο : " διαδηλώνουμε μόνο κατά των άτιμων διεφθαρμένων υπαλλήλων και απαιτούμε την απομάκρυνση του Διευθυντή της Υπηρεσίας κ. Ψ1 και της κ. Ψ2... Πολλοί συνάδελφοι σας μας έχουν δώσει τις πληροφορίες για τις περιπτώσεις διαφθοράς εκβιασμού και παράνομων πράξεων " και έτσι με τα ανωτέρω φυλλάδια να ισχυρισθεί για τους εγκαλούντες Ψ1, Διευθυντή της ανωτέρω Υπηρεσίας και Ψ2 Προϊσταμένης του Τμήματος της Αστικής Καταστάσεως και Αλλοδαπών του Νομού ... ψευδή περιστατικά περί της διαφθοράς και της τελέσεως αξιοποίνων πράξεων από αυτούς, χωρίς όμως να γνωρίζει, ότι ήσαν ψευδή και με τον τρόπο αυτόν να βλάψει την τιμή και την υπόληψη τους πράξη που πράγματι τέλεσε ο πιο πάνω κατηγορούμενος και έβλαψε την τιμή και υπόληψη των παραπάνω εγκαλούντων, αφού έλαβαν γνώση του περιεχομένου των ανωτέρω φυλλαδίων οι υπάλληλοι της Διευθύνσεως Αστικής Καταστάσεως Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως της Περιφέρειας της Κεντρικής Μακεδονίας και οι παρευρισκόμενοι πολίτες. Αντιθέτως, δεν προέκυψε ότι ο τρίτος ως άνω κατηγορούμενος, πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να πείσει με προτροπές, με παραινέσεις, με πειθώ και με φορτικότητα τον πρώτο κατηγορούμενο, να τελέσει την αξιόποινη πράξη της απλής συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή και ότι η πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή και τούτο διότι ο τρίτος κατηγορούμενος είχε σκοπό με την πράξη του αυτήν και χρησιμοποιώντας τον τελευταίο, να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων. Επίσης, δεν προέκυψε ότι ο ίδιος κατηγορούμενος, προέβη στην πιο πάνω αξιόποινη πράξη του από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και μέσα στα πλαίσια της ελεύθερης εκφράσεως της γνώμης του. Τέλος, προέκυψε ότι ο τρίτος κατηγορούμενος, μέχρι την ημερομηνία, της, από αυτόν, τελέσεως της ηθικής αυτουργίας στην απλή συκοφαντική δυσφήμηση, που τέλεσε ο πρώτος κατηγορούμενος, έζησε μία έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος αυτός, αφού απορριφθούν οι προαναφερόμενοι αυτοτελείς ισχυρισμοί του, ως αβάσιμοι στην ουσία τους, πρέπει, να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξεως της ηθικής αυτουργίας κατά συρροή, στην απλή συκοφαντική δυσφήμηση κατά συρροή, που τέλεσε ο πρώτος κατηγορούμενος Τ, σε βάρος των εγκαλούντων Ψ1 και Ψ2, με την αναγνώριση όμως, στο πρόσωπο του, της ελαφρυντικής περιστάσεως του εδαφίου α, της παραγράφου 2 της διατάξεως του άρθρου 84 του Π.Κ. Με αυτά όμως που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 363 του ΠΚ, καθόσον μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού εμφιλοχώρησαν ασάφειες και αντιφάσεις, που καθιστούν ανέφικτο τον υπό του Αρείου Πάγου αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής και ερμηνείας της εφαρμοσθείσας ως άνω διατάξεως. Ειδικότερα, ενώ στο σκεπτικό της δέχεται ότι ο αυτουργός της συκοφαντικής δυσφημήσεως Τ( που δεν άσκησε αναίρεση) δεν τελούσε σε γνώση της αναληθείας των ψευδών περιστατικών περί διαφθοράς και τελέσεως αξιοποίνων πράξεων από τους εγκαλούντες- πολιτικώς ενάγοντες που ισχυρίστηκε με τα έντυπα φυλλάδια που άφησε στην Διεύθυνση Αστικής Κατάστασης Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας με το επιλήψιμο κείμενο κατά των εγκαλούντων, και επομένως, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, τέλεσε την αξιόποινη πράξη της απλής δυσφήμησης για την οποία πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, και στη συνέχεια τα ίδια δέχεται και ως προς τον ηθικό αυτουργό- αναιρεσείοντα ( ότι δηλαδή δεν τελούσε σε γνώση της αναλη θείας των αυτών ψευδών περιστατικών και ως εκ τούτο ήταν ένοχος και αυτός της απλής συκοφαντικής δυσφημήσεως( που τέτοιο έγκλημα δεν υφίσταται στον ΠΚ), στο διατακτικό, και ενώ στο νομικό μέρος διαλαμβάνει τα στοιχεία της απλής δυσφημήσεως (δηλαδή του άρθρου 362 του ΠΚ), στη συνέχεια, στην περιγραφή των πραγματικών περιστατικών αναφέρει πως όσα διέδωσε ο Τ( που δεν άσκησε αναίρεση) γνώριζε ότι ήταν ψευδή, και το ίδιο αναφέρει και για τον αναιρεσείοντα( ότι γνώριζε πως ήταν ψευδή),δηλαδή περιγράφει πραγματικά περιστατικά υπαγόμενα στην διάταξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως (άρθρο 363 του ΠΚ). Ακολούθως δε κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ηθικής αυτουργίας στην πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως του αυτουργού Τ, και όχι απλής δυσφημήσεως, όπως έπρεπε με βάση το σκεπτικό και το νομικό μέρος του διατακτικού της προσβαλλόμενης. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Σημειωτέον ότι το δικαστήριο στο σκεπτικό του αλλά και στο διατακτικό της απόφασης του διαλαμβάνει τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία ο αναιρεσείων προκάλεσε στον συγκατηγορούμενό του Τ την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που εκείνος διέπραξε, παραθέτον στο σκεπτικό που αλληλοσυμπληρώνεται με το διατακτικό ότι με συνεχείς προτροπές, παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα προκάλεσε στον ως άνω συγκατηγορούμενό του Ττην απόφαση να εισέλθει στο γραφείο της Διεύθυνσης Αστικής Καταστάσεως Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Περιφέρειας της Κεντρικής Μακεδονίας και να αφήσει ικανό αριθμό εντύπων φυλλαδίων με το επιλήψιμο για τους εγκαλούντες περιεχόμενο. Επομένως, δεν στερείται η απόφαση της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά το σημείο τούτο και ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση για τον προαναφερθέντα λόγο ( παρελκούσης της έρευνας της βασιμότητας των λοιπών λόγων), πρέπει να επεκταθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 469 του ΚΠΔ, το ευεργετικό αποτέλεσμα της γενόμενης δεκτής αναιρέσεως και για τον μη ασκήσαντα το ως άνω ένδικο μέσο κατηγορούμενο Τ. Μετά δε την αναίρεση της πληττόμενης αποφάσεως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση( άρθρο 519 του ΚΠΔ )για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, εφόσον είναι εφικτή η σύνθεση του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5051/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης τόσο ως προς τον αναιρεσείοντα όσο και ως προς τον ,λόγω του επεκτατικού αποτελέσματος, συγκατηγορούμενό του Τ. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα ουσιαστική συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την πληττόμενη απόφαση . Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2010. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για ηθική αυτουργία σε συκοφαντική δυσφήμηση, κατά συρροή, δια του τύπου. Δεκτός ο λόγος της αιτήσεως αναίρεσης για αντιφατική αιτιολογία, καθόσον στο σκεπτικό διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά απλής δυσφήμησης, τον καταδικάζει όμως για συκοφαντική δυσφήμηση. Επεκτατικό και στον μη ασκήσαντα αναίρεση αυτουργό της πράξεως. Παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ηθική αυτουργία, Δυσφήμηση συκοφαντική, Τύπος.
0
Αριθμός 1251/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μιχαήλ Δέτση),Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη, Γεώργιο Χρυσικό και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αιτούντος-αναιρεσείοντος, Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Καλουτσάκη, για επανεξέταση λόγων αναιρέσεως της 7241/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 1400/2006 απόφαση του ΣΤ'Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί την επανεξέταση των λόγων αναίρεσής του για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιουνίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1195/2007 Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση επανεξέτασης λόγων αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 370 και 514 του ΚΠΔ συνάγεται, ότι τα ποινικά δικαστήρια δεν μπορούν να ανακαλέσουν την οριστική τους απόφαση, όπως είναι και αυτή με την οποία απορρίπτεται ένδικο μέσο, ενώ κατά της αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίπτεται αίτηση αναίρεσης, δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο, όπως επίσης δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως. Όμως, στην περίπτωση, κατά την οποία ο Άρειος Πάγος παρέλειψε, από παραδρομή, να εξετάσει λόγο αναιρέσεως, που παραδεκτώς είχε προτάθηκε, μπορεί, ενόψει της αυτοτέλειας κάθε λόγου αναιρέσεως, που σωρευτικώς διατυπώνεται με τους λοιπούς λόγους στο ίδιο δικόγραφο αναιρέσεως, να επανέλθει και να τον εξετάσει, χωρίς αυτό να αντιτίθεται στις ανωτέρω διατάξεις, διότι επί του λόγου που δεν εξετάσθηκε δεν υπάρχει απόφαση. Δεν μπορεί, όμως, ο Άρειος Πάγος να επανεξετάσει λόγο αναιρέσεως τον οποίο ερεύνησε και απέρριψε εσφαλμένα, είτε ως απαράδεκτο είτε ως αβάσιμο. Η δυνατότητα επανεξετάσεως λόγων αναιρέσεως, που φέρονται ότι δεν ερευνήθηκαν, ούτε απορρίφθηκαν, με την προηγούμενη απόφαση, προϋποθέτει ότι οι λόγοι αυτοί έχουν προταθεί παραδεκτώς και είναι αυτοτελείς και διαφορετικοί από άλλους λόγους που απορρίφθηκαν, επιπλέον δε ότι δεν αφορούν βελτίωση, διευκρίνιση και συμπλήρωση πλημμελειών που προβλήθηκαν και απορρίφθηκαν. Η απόρριψη των λόγων αναιρέσεως, που αποκλείει την επανεξέτασή τους, δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει από ρητή για καθένα απ'αυτούς απορριπτική σκέψη της αποφάσεως, αλλά μπορεί να συνάγεται από το όλο σκεπτικό της, είναι δε αδιάφορη η πληρότητα ή μη της αιτιολογίας της σχετικής με την απόρριψη αυτή κρίσεως. Εξάλλου, το διατακτικό της οριστικής αποφάσεως, με την οποία απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως και η οποία έχει προφανώς την έννοια ότι δεν κρίθηκε βάσιμος κανένας παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, αφορά, ακόμη και χωρίς ειδική απορριπτική σκέψη στο αιτιολογικό, και στους απαράδεκτους λόγους, καθώς και σ'αυτούς που το πραγματικό τους ταυτίζεται με άλλους λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι ασκήθηκαν συνδυαστικά με εκείνους και κρίθηκαν ρητά απορριπτέοι. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας ή μη της ένδικης από 11-6-2007 αιτήσεως, με την οποία ζητείται η επανεξέταση προγενέστερης, από 13-9-2004, απορριφθείσης αιτήσεως αναιρέσεως του αιτούντος, ως προς τους αναφερόμενους λόγους της, τους οποίους, όπως ισχυρίζεται ο αιτών, καίτοι προβλήθηκαν παραδεκτώς, παρέλειψε να εξετάσει ή δεν εξέτασε κατά ένα μέρος τους και συνεπώς δεν απέρριψε η εκδοθείσα σχετικώς 1400/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου και, περαιτέρω, ζητείται η κατά παραδοχήν των λόγων αυτών, αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και η οριστική παύση, λόγω παραγραφής, της κατά του αιτούντος-αναιρεσείοντος ποινικής διώξεως για τις πράξεις που καταδικάσθηκε, προκύπτουν τα εξής: Με την 7241/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο ήδη αιτών κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, ψευδούς καταμηνύσεως, συκοφαντικής δυσφημήσεως και πλαστογραφίας (νοθεύσεως) μετά χρήσεως, πράξεις για τις οποίες είχε διωχθεί κατόπιν της από 5-12-1996 μηνύσεως του Ζ και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα μηνών, ανασταλείσα. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε την από 13-9-2004 αίτηση αναιρέσεως, με τους λόγους της οποίας, πέντε τον αριθμό, αναλυόμενους σε μερικότερες καθένας "περιπτώσεις", προέβαλε τις πλημμέλειες 1)της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, που προβλέπουν και τιμωρούν τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, σε συνδυασμό προς τις περί παραγραφής διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, 2)της υπερβάσεως εξουσίας, 3)της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, 4)της ελλείψεως ακροάσεως και 5)της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως αυτής εκδόθηκε η 1400/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την εν λόγω αίτηση. Με τους ανωτέρω πρώτο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αίτηση, δεν ερευνήθηκαν από την ως άνω 1400/2006 απόφαση, εν όλω ή εν μέρει, ο ήδη αιτών-αναιρεσείων προέβαλε, κατά το ουσιώδες μέρος αυτών, όπως εκτιμώνται, τα ακόλουθα: Α)Με τον πρώτο λόγο: Ότι μετά τη δημοσίευση, στις 26-7-2004, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, συμπληρώθηκε οκταετία από τους φερόμενους χρόνους τελέσεως των πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε (στις 10-9-1996 και στις αρχές Σεπτεμβρίου 1996), χωρίς να έχει η απόφαση αυτή καταστεί αμετάκλητη, καθόσον άσκησε κατ'αυτής, εντός της προς τούτο νόμιμης προθεσμίας, τη συγκεκριμένη από 13-9-2004 αίτηση αναιρέσεως, η οποία, περιέχουσα σαφείς και ορισμένους λόγους, ήταν ως εκ τούτου παραδεκτή, εξαλειφθέντος έτσι του αξιοποίνου των εν λόγω πράξεων λόγω παραγραφής, κατόπιν της οποίας, λαμβανομένης υπόψη σε κάθε στάδιο της δίκης και αυτεπαγγέλτως, ιδρύθηκε λόγος αναιρέσεως που εμπίπτει στην έννοια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Ε'ΚΠοινΔ, ως εκ του οποίου έπρεπε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς ο Άρειος Πάγος την κατά του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη. Β)Με τον τρίτο λόγο: Ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά την έννοια των άρθρων 171 παρ.1 εδ.δ'και 510 παρ.1 στοιχ.Α'ΚΠοινΔ, λόγω μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο και την άσκηση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων. Ειδικότερα, με το σύνολο των εκτιθεμένων στις τέσσερις μερικότερες "περιπτώσεις", στις οποίες αναλύεται ο λόγος αυτός, προέβαλε ο ήδη αιτών-αναιρεσείων (σε ακολουθία και συνδυασμό προς τα εκτιθέμενα στον περί υπερβάσεως εξουσίας δεύτερο λόγο αναιρέσεως για τον οποίο δεν ισχυρίζεται ότι παραλείφθηκε η εξέτασή του) τα εξής: Ότι κατά του κλητηρίου θεσπίσματος 114946/1997 του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο κλήθηκε απευθείας στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για να δικασθεί για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, άσκησε προσφυγή κατά το άρθρο 322 ΚΠοινΔ. Επί της προσφυγής αυτής εκδόθηκε η 696/1998 Διατάξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με την οποία ο τελευταίος παρήγγειλε την εισαγωγή της υποθέσεως στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, προκειμένου αυτό να αναστείλει τη δίκη για τη συκοφαντική δυσφήμηση (κατ'εφαρμογήν του άρθρου 366 παρ.2 ΠΚ) και να αναβάλει αυτήν για τις λοιπές πράξεις (κατ'άρθρο 59 ΚΠοινΔ), μέχρι να περατωθεί αμετακλήτως η ποινική διαδικασία για τις αξιόποινες πράξεις που αποδίδοντο στον ανωτέρω Ζ και στο Φ, συνεπεία μηνύσεως του προσφεύγοντος. Κατόπιν της παραγγελίας αυτής, η υπόθεση εισήχθη στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο, με το 2082/1999 προπαρασκευαστικό βούλευμά του, ανέστειλε και ανέβαλε τη δίκη, αντιστοίχως, για τη συκοφαντική δυσφήμηση και τις λοιπές πράξεις, μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της, κατά τα άνω, ποινικής διαδικασίας κατά των Ζ και Φ. Ότι, περαιτέρω, στις ... επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο η 110563/2003 κλήση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία κλήθηκε να εμφανισθεί στις 13-5-2003 στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για να δικασθεί σύμφωνα με το ανωτέρω 114946/1997 κλητήριο θέσπισμα, όπως στην κλήση αυτή αναφέρεται. Το επιληφθέν της υποθέσεως Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την 38872/2003 απόφασή του, δέχθηκε τις ενστάσεις-αντιρρήσεις του κατηγορουμένου και κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υποθέσεως, επειδή έκρινε ότι η κλήτευση του στο ακροατήριο με την ως άνω 110563/2003 κλήση δεν ήταν σύννομη, για το λόγο ότι η υπόθεση, εφόσον δεν είχε ανακληθεί το ως άνω προπαρασκευαστικό βούλευμα, ευρίσκετο στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, έτσι ώστε τυχόν παραπομπή του στο ακροατήριο έπρεπε να διαταχθεί με σχετικό βούλευμα του δικαστικού αυτού Συμβουλίου. Ότι, ακολούθως, επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο η 113414/2003 κλήση του αυτού ως άνω Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, με την οποία κλήθηκε και πάλι στο ακροατήριο του ίδιου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, για τη δικάσιμο της 22-9-2003, προκειμένου να δικασθεί σύμφωνα με το ανωτέρω κλητήριο θέσπισμα. Ότι ενώπιον του εν λόγω Δικαστηρίου προέβαλε ενστάσεις-αντιρρήσεις κατά της προόδου της δίκης, πλήν τούτο, αφού απέρριψε αυτές και ανακάλεσε την παρεμπίπτουσα 38872/2003 ως άνω απόφασή του, εχώρησε στην κατ'ουσίαν εκδίκαση της υποθέσεως και, με την 60900/2003 απόφασή του, τον καταδίκασε για τις πράξεις που κατηγορείτο. Ότι κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση, κατά τη συζήτηση της οποίας επανυπέβαλε τις ανωτέρω απορριφθείσες ενστάσεις-αντιρρήσεις του, εκδόθηκε δε σχετικώς η προσβαλλόμενη 7241/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού απορρίφθηκαν και πάλι οι ενστάσεις-αντιρρήσεις του, ρητώς η πρώτη και σιωπηρώς οι λοιπές τρείς, κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε κατά τα προεκτεθέντα. Περαιτέρω, με τον ίδιο (τρίτο) λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος προέβαλε και τα ακόλουθα: Ότι με την παραδοχή της προσφυγής του κατά του κλητηρίου θεσπίσματος και τη διαταχθείσα από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών υποβολή της υποθέσεως στο δικαστικό συμβούλιο, κατόπιν της οποίας εκδόθηκε το ανωτέρω 2082/1999 προπαρασκευαστικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ανατράπηκε η με απευθείας κλήση παραπομπή του στο ακροατήριο και τα εκ της επιδόσεως του ανωτέρω κλητηρίου θεσπίσματος αποτελέσματα, επανελθούσης της υποθέσεως στο στάδιο της προδικασίας, έτσι ώστε η κλήτευσή του στο ακροατήριο ήταν, πλέον, επιτρεπτή μόνον μετά από παραπεμπτικό βούλευμα του ως άνω Συμβουλίου. Ότι, εντεύθεν, η κατά τα ανωτέρω κλήτευσή του στο πρωτόδικο δικαστήριο, με επίδοση κλήσεως που μνημονεύει το ανωτέρω "ανίσχυρο, ανενεργό και ανεφάρμοστο" κλητήριο θέσπισμα, ενώ δεν έχει ανακληθεί το προπαρασκευαστικό 2082/1999 βούλευμα, κατά το άρθρο 548 ΚΠοινΔ, ούτε έχει εκδοθεί οριστικό βούλευμα επί της κατηγορίας από το ίδιο δικαστικό συμβούλιο, συνιστά παραβίαση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνισή του στο ακροατήριο, η επίδοση δε του υπόψη κλητηρίου θεσπίσματος, ως εκ της ανατροπής της παραπομπής του στο ακροατήριο, δεν επέφερε αναστολή της παραγραφής και συνεπώς οι πράξεις που του αποδίδοντο υπέκυψαν στην πενταετή παραγραφή, την οποία έπρεπε να δεχθεί το δικάσαν δικαστήριο και να παύσει οριστικώς την εναντίον του ποινική δίωξη. Και ότι, συνακολούθως, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα για απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α'ΚποινΔ και έπρεπε να αναιρεθεί και να παύσει οριστικά ο Άρειος Πάγος την εναντίον του ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, συμπληρωθείσης, σε κάθε περίπτωση, και οκταετίας από τους χρόνους κατά τους οποίους φέρονται τελεσθείσες οι ως άνω πράξεις (το Σεπτέμβριο του 1996). Με τον ίδιο (τρίτο) λόγο αναιρέσεως, προέβαλε, ακόμη, ο αναιρεσείων ότι το δικάσαν Τριμελές Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε ως αποδεικτικό μέσο και την ένορκη κατάθεση της εξετασθείσης μάρτυρος Ξ, η οποία, όμως, ενώ προτάθηκε απ'αυτόν ως μάρτυρας υπερασπίσεώς του και ως τέτοια χαρακτηρίζεται στην πρωτόδικη απόφαση, στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως φέρεται ως μάρτυρας κατηγορίας. Και ότι εκ τούτου παρέπεται ότι η εν λόγω μαρτυρική κατάθεση αξιολογήθηκε αποδεικτικώς σε βάρος του και εναντίον του προσβληθέντος εντεύθεν υπερασπιστικού του δικαιώματος, η πλημμέλεια δε αυτή συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α'ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Απόλυτη ακυρότητα, τέλος, προέβαλε ο αναιρεσείων με τον ίδιο λόγο, διότι δεν δόθηκε τελευταία ο λόγος σ'αυτόν, κατά παράβαση του άρθρου 369 παρ.1 ΚΠοινΔ. Γ)Με τον τέταρτο λόγο: Ότι το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, στο οποίο επανυπέβαλε, τόσον με την έφεσή του όσον και με εγκαίρως κατατεθέν (πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας) συμπληρωματικό έγγραφο, τις και πρωτοδίκως υποβληθείσες και απορριφθείσες ενστάσεις-αντιρρήσεις του κατά της προόδου της δίκης, απήντησε μόνο στην πρώτη από αυτές, την οποία απέρριψε κατ'ουσίαν, ως προς δε τις λοιπές "αρνήθηκε να αποφανθεί και σιωπηρώς ουσιαστικά τις απέρριψε", ιδρυθέντος έτσι λόγου αναιρέσεως, κατά την έννοια των άρθρων 170 και 510 παρ.1 στοιχ.Β ΚΠοινΔ, για έλλειψη ακροάσεως. Δ)Με τον πέμπτο (τελευταίο) λόγο: Ότι η παρεμπίπτουσα απόφαση του δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου, που εκδόθηκε πριν από την αναιρεσιβαλλόμενη κυρία απόφασή του (και συμπροσβάλλεται με την τελευταία), δεν διέλαβε την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη της πρώτης ενστάσεως-αντιρρήσεώς του, περί ακυρότητας του 114946/1997 κλητηρίου θεσπίσματος και της επιδόσεως του, καθώς και περί παραγραφής του αξιοποίνου των πράξεων για τις οποίες κατηγορείτο, εντεύθεν δε καθ'υπέρβαση της εξουσίας του προχώρησε το Εφετείο στην κατ'ουσίαν εκδίκαση της υποθέσεως και την καταδίκη του, ιδρυθέντων έτσι των εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Η' ΚΠοινΔ λόγων αναιρέσεως. Ότι οι αυτοί λόγοι ιδρύθηκαν από τη σιωπηρή καθ'ολοκληρίαν απόρριψη, με την ίδια παρεμπίπτουσα απόφαση, ... κλήσεων του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών προς αυτόν, β)στην ακυρότητα της επιδόσεως του ... κλητηρίου θεσπίσματος και γ)στην ακυρότητα της αρξαμένης σε βάρος του ποινικής διαδικασίας". Και ότι η αναιρεσιβαλλόμενη κυρία απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και νομίμου βάσεως, για τις εκτιθέμενες μερικότερες "περιπτώσεις-νομικές πλημμέλειες", ορισμένες από τις οποίες αφορούν την απόφαση στο σύνολό της, ενώ άλλες αναφέρονται είτε μόνον στο κεφάλαιο περί της ψευδούς καταμηνύσεως, είτε μόνον στο κεφάλαιο περί της συκοφαντικής δυσφημήσεως, είτε μόνον στο κεφάλαιο περί της πλαστογραφίας. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως αυτής, εκδόθηκε η 1400/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η εν λόγω αίτηση στο σύνολό της. Ειδικότερα, αφού παρατίθενται στην απορριπτική αυτή απόφαση σκέψεις περί της έννοιας των διατάξεων των άρθρων 216, 229 και 362-363 ΠΚ που προβλέπουν περί της πλαστογραφίας, της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, αντιστοίχως, καθώς και σκέψεις περί των αναρετικών λόγων εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε'ΚΠοινΔ, γίνονται δεκτά στη συνέχεια τα ακόλουθα κατά λέξη: "Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχτηκε κατά την αναιρετικως ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των γενικώς κατά το είδος τους αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας-μάρτυρες υπερασπίσεως δεν εξετάστηκαν, ανώμοτη κατάθεση πολιτικώς ενάγοντα, αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης" και λοιπά έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και απολογία του κατηγορουμένου), όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Στην ..., στις 10-9-1996, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων: Α) κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 9-9-1996 μήνυση του εγκαλούντος, Ζ, με την οποία εν γνώσει του τον καταμήνυσε ψευδώς, ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε παράβαση καθήκοντος, πλαστογραφία και απάτη που διέπραξε ο δικαστικός επιμελητής, Φ και ειδικότερα, ότι με πειθώ και φορτικότητα έπεισε τον εν λόγω δικαστικό επιμελητή να βεβαιώσει ψευδώς σε έκθεση επιδόσεως της υπ' αριθ. 951/1995 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά της παρά πόδας αυτής και από ... επιταγής προς πληρωμή, ότι αυτή επιδόθηκε στο ΣΤ Αστυνομικό Τμήμα στον ... στις 25-5-1995, ενώ αυτή είχε επιδοθεί στις 28-5-1995 και έτσι παραπλάνησε τον Υποθηκοφύλακα Αθηνών και ενέγραψε στις 31-5-1995 στα βιβλία του την κατάσχεση ακινήτου, ενώ όλα αυτά είναι ψευδή και τα γνώριζε, αφού ο ίδιος προέβη στην πλαστογραφία (νόθευση) της χρονολογίας επιδόσεως που αναγραφόταν επί της ανωτέρω αποφάσεως από 25-5-1995 σε 28-5-1995 και στην απόσβεση του ονοματεπωνύμου του πιο πάνω αστυνομικού που είχε γραφεί στην πρώτη σελίδα και της λέξεως "Αρχείο" αφού μόνον αυτός είχε έννομο συμφέρον να σημειωθεί ως ημερομηνία επιδόσεως η 28-5-1995, ώστε να θεωρηθεί εμπρόθεσμη η ανακοπή του κατά της διαδικασίας της σε βάρος του επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτελέσεως, όχι δε και ο ήδη εγκαλών και ο επιδόσας την απόφαση δικαστικός επιμελητής, οι οποίοι δεν εξαρτούσαν κάποιον έννομο συμφέρον από τη μεταβολή της ημερομηνίας επιδόσεως, β) στις 10-9-1996 κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την παραπάνω μήνυση του, της οποίας έλαβε γνώση ο τελευταίος, ο γραμματέας που συνέταξε την έκθεση εγχειρίσεώς της, οι δικηγόροι που επιλήφθηκαν της υποθέσεως και άλλοι υπάλληλοι της Εισαγγελίας, με την οποία ισχυρίστηκε για τον εγκαλούντα, Ζ, εν γνώσει της αναληθείας, ότι με την ηθική αυτουργία αυτού με πειθώ και φορτικότητα προκάλεσε την απόφαση στον παραπάνω δικαστικό επιμελητή να διαπράξει τις παραπάνω άδικες πράξεις της πλαστογραφίας, παραβάσεως καθήκοντος και απάτης, για τις οποίες αθωώθηκαν αμετακλήτως δυνάμει της υπ' αριθ. 77774/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, τόσον ο φερόμενος, ως αυτουργός αυτών δικαστικός επιμελητής, όσον και ο ίδιος ο εγκαλών και Γ) στις Αρχές Σεπτεμβρίου 1996 νόθευσε την προαναφερθείσα έκθεση επιδόσεως, προκειμένου με τη χρήση της να παραπλανήσει άλλον για γεγονός που μπορεί να είχε έννομες συνέπειες και ειδικότερα, αφού μετέβη στο παραπάνω Αστυνομικό Τμήμα στην οποία φυλασσόταν η προδιαληφθείσα απόφαση επί της οποίας είχε αναγραφεί χρονολογία επιδόσεως η 25-5-1995 με την υπογραφή του επιδόσαντος αυτήν, ως άνω δικαστικού επιμελητή και η λέξη "Αρχείο" και κάτω από αυτήν η υπογραφή και το ονοματεπώνυμο του πιο πάνω παραλαβόντος το δικόγραφο, αξιωματικού του παραπάνω Τμήματος, ζήτησε να φωτοτυπήσει και λάβει φωτοαντίγραφο αυτού και έτσι, αφού έλαβε το έγγραφο αυτό στα χέρια του διόρθωσε τη χρονολογία κοινοποιήσεως από 25-5-1995 'σε 28-5-1995, το φωτοαντιγραφησε και εξαπατώντας τον αρμόδιο υπάλληλο του ρηθέντος Αστυνομικού τμήματος, έλαβε αντίγραφο επικυρωμένο, στο οποίο στη συνέχεια, απάλειψε τη φράση "Αρχείο 25-5-1995" και την κάτωθι αυτής μονογραφή του αξιωματικού, ..., που είχε παραλάβει το δικόγραφο και ακολούθως, φωτοαντίγραφο του νοθευθέντος επισύναψε στην υποβληθείσα μήνυση του κατά του εγκαλούντος, Ζ. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ.2, 216 παρ.1, 229 παρ.1 και 363 ΠΚ, τις οποίες, ούτε ευθέως, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα, αιτιολογείται ειδικώς ο άμεσος δόλος του κατηγορουμένου, αναφορικώς προς τα εγκλήματα της συκοφαντικής δυσφημήσεως και ψευδούς καταμηνύσεως, αφού παρατίθενται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως συμπληρώνεται με το διατακτικό της, τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η γνώση με την έννοια της επίγνωσης του ψευδούς γεγονότος που ισχυρίστηκε και ανέφερε στη μήνυση του κατά του εγκαλούντος ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων και ο εγκληματικός σκοπός (υπερχειλής δόλος) του κατηγορουμένου, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο εγκαλών είχε διαπράξει ο ίδιος την πλαστογραφία με τη μορφή της νόθευσης της εκθέσεως επιδόσεως της υπ' αριθ.951/1995 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο οποίος και μόνο είχε έννομο συμφέρον, προκειμένου να θεωρηθεί εμπρόθεσμη η ασκηθείσα ανακοπή του κατά της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως που επισπευδόταν σε βάρος του με βάση την ανωτέρω απόφαση. Περαιτέρω, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η μήνυση του κατηγορουμένου κατά του εγκαλούντος για ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος, πλαστογραφία και απάτη του υποθηκοφύλακα Αθηνών, κατατέθηκε από αυτόν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, του περιεχομένου της οποίας έλαβαν γνώση αυτός (Εισαγγελέας), ο γραμματέας που συνέταξε την έκθεση εγχειρίσεως, οι δικηγόροι που επιλήφθηκαν της υποθέσεως και οι άλλοι υπάλληλοι της Εισαγγελίας. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν απαραίτητο να αιτιολογήσει ειδικώς τον αποκλεισμό της εφαρμογής του άρθρου 367 παρ.1 του ΠΚ δεδομένου ότι η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου επί συκοφαντικής δυσφημήσεως, αλλά ούτε και να προσδιορίσει το χρόνο, κατά τον οποίον ο εγκαλών έλαβε γνώση για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως που τελέστηκε από τον κατηγορούμενο σε βάρος του, αφού, όπως προκύπτει από την από 23-11-1996 έγκληση του εγκαλούντος, Ζ που κατατέθηκε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών στις 5-12-1996 κατά του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, με την, οποία τον εγκαλεί, μεταξύ άλλων και για την πράξη της επίμαχης συκοφαντικής δυσφημήσεως και από την από 9-9-1996 έγκληση του κατηγορουμένου κατά του ανωτέρω εγκαλούντος που κατατέθηκε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών στις 10-9-1996 για ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος, πλαστογραφία και απάτη, που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Αρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, ο εγκαλών, Ζ υπέβαλε την έγκληση του κατά του κατηγορουμένου εντός τριών μηνών, αφότου τελέστηκε σε βάρος του με την έγκληση του κατηγορουμένου η επίμαχη συκοφαντική δυσφήμηση. Περαιτέρω, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, προκύπτει ότι η νόθευση έγινε επί της επισημειώσεως του δικαστικού επιμελητή στο σώμα της υπ'αριθ. 951/1995 αποφάσεως του επιδόσαντος αυτήν δικαστικού επιμελητή και όχι επί του αποδεικτικού επιδόσεως, της αποφάσεως αυτής και επομένως, δεν υπάρχει καμία αντίφαση στην απόφαση γι' αυτό, ούτε και μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλόμενης, ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, καταμήνυσε ψευδώς τον εγκαλούντα, ότι με πειθώ και φορτικότητα έπεισε τον επιδόσαντα την υπ' αριθ. 951/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δικαστικό επιμελητή Φ να βεβαιώσει, ψευδώς στην προαναφερθείσα έκθεση επιδόσεως, ότι η εν λόγω απόφαση μετά της παρά πόδας αυτής επιταγής προς πληρωμήν επιδόθηκε στις 25-5-1995 και της παραδοχής, ότι η απόφαση αυτή είχε πράγματι επιδοθεί στις 25-5-1995 και ο κατηγορούμενος διόρθωσε την ημερομηνία επιδόσεως από 25-5-1995 σε 28-5-1995, για να θεωρηθεί εμπρόθεσμη η ανακοπή του κατά της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως που επισπευδόταν με βάση την ανωτέρω απόφαση, ενώ δεν προκύπτει καμία ασάφεια ως προς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το Δικαστήριο και ειδικότερα, αν αξιολόγησε και την κατάθεση της μάρτυρος, Ξ, δεδομένου ότι αυτή αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης, ως μάρτυρας κατηγορίας, ενώ στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης αναφέρεται ως μάρτυρας υπερασπίσεως και ότι σε κάθε περίπτωση η κατάθεση αυτής αξιοποιήθηκε αποδεικτικώς εναντίον του, διότι, εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η κατάθεση της μάρτυρος αυτής λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο για το σχηματισμό της καταδικαστικής για τον κατηγορούμενο κρίσεως, αφού στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ως μάρτυρας κατηγορίας και από το σκεπτικό της αποφάσεως προκύπτει, ότι μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, για τη μόρφωση της κρίσεως του λήφθηκαν υπόψη και οι καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της κατά τα άνω επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως, των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 27 παρ.2, 216 παρ.1, 229 παρ.1 και 363 του ΠΚ, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με τον πρώτο από αυτούς, πλήττεται με την επίκληση κατ' επίφαση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η' του ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο ήσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμον όροι. Επομένως, υπέρβαση εξουσίας και μάλιστα θετική, υπάρχει και όταν το δικαστήριο, αντί να κηρύξει τη συζήτηση της υπόθεσης, ως απαράδεκτη ή να παύσει οριστικώς την ασκηθείσα ποινική δίωξη, προχωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης και καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ.2 του ΠΚ, όπως η παρ.2 του τελευταίου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.6 του Ν. 2408/1996, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος, όταν πρόκειται για πλημμέλημα είναι πέντε έτη και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε, για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία έτη. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 343 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει, είτε με την έναρξη της προπαρασκευστικης διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος (επί απευθείας εισαγωγής της υποθέσεως στο ακροατήριο), είτε της κλήσεως προς εμφάνισή του στο ακροατήριο (επί εκδόσεως παραπεμπτικού βουλεύματος), είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και τη μη εναντίωσή του στην πρόοδο της δίκης. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 154, 161 παρ.1 και 162 του ΚΠΔ σαφώς συνάγεται ότι η αρχή για την απόδειξη της γενομένης επιδόσεως με αποδεικτικό, ως μοναδικό αποδεικτικό μέσο, κάμπτεται, εφόσον, κατά την αξιολογημένη κρίση του Δικαστηρίου, εκείνος στον οποίο έγινε η επίδοση πληροφορήθηκε έγκαιρα το περιεχόμενο του εγγράφου που επιδόθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα, ότι ναι μεν δεν υπάρχει στη δικογραφία αποδεικτικό επιδόσεως στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα του υπ' αριθ. 114946/1997 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, πλην όμως αυτός, δεν αμφισβητεί ότι αυτό του επιδόθηκε, άλλωστε, όπως προκύπτει από το συνημμένο στην προσφυγή του κατά του κλητηρίου θεσπίσματος ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, υπόμνημά του, στο περιεχόμενο του οποίου αναφέρεται η ταυτόχρονη κατά τούτου προσφυγή, το οποίο επιτρεπτώς επισκοπείται από τον Αρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ομολογεί, ότι έλαβε γνώση του κλητηρίου θεσπίσματος στις 27-10-1998, οπότε, όπως διαλαμβάνεται σ' αυτό "έλαβε γνώση της θυροκόλλησης του και το βρήκε πεταμένο χωρίς να αναγράφεται στο σώμα του ο χρόνος θυροκολλήσεώς του". Εξ άλλου, η παραδοχή της προσφυγής κατά του κλητηρίου θεσπίσματος από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με την υπ' αριθ. 696/1998 διάταξη του, με την οποία παρήγγειλε την εισαγωγή της υποθέσεως στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, προκειμένου αυτό, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 366 παρ.2 του ΠΚ, να αναστείλει τη δίκη για τη συκοφαντική δυσφήμηση που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο και να αναβάλει, λόγω συνάφειας, αυτήν για τις λοιπές αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνυσεως και της πλαστογραφίας, που αποδίδονται επίσης σ' αυτόν, μέχρι να περατωθεί αμετακλήτως η ποινική δίκη για τις αξιόποινες πράξεις της παραβάσεως καθήκοντος, πλαστογραφίας (ψευδούς βεβαιώσεως) και της απάτης, που αποδίδονται στο δικαστικό επιμελητή Αθηνών, Φ ως αυτουργό και για ηθική αυτουργία στις πράξεις αυτές που αποδίδεται στον εγκαλούντα, Ζ, δεν συνεπάγεται την ανατροπή της παραπομπής του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου στο ακροατήριο, δηλαδή την ανατροπή της κρίσεως του εκδόσαντος το επίμαχο κλητήριο θέσπισμα Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ότι δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές, για την παραπομπή του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου στο ακροατήριο, προϋποθέσεις, καθόσον για να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, έπρεπε να είχε γίνει δεκτή η προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά του κλητηρίου θεσπίσματος και να είχε διαταχθεί η εισαγωγή της υποθέσεως στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών κατά το άρθρο 245 παρ.2 του ΚΠΔ, εφόσον δηλαδή ο Εισαγγελέας έκρινε ότι δεν υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Περαιτέρω, μετά την περάτωση της ανωτέρω προδικαστικής δίκης με κατηγορουμένους τους Φ, δικαστικό επιμελητή και τον ήδη εγκαλούντα, Ζ, μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της οποίας ανεστάλη η κύρια ποινική δίκη με κατηγορούμενο τον ήδη αναιρεσείοντα και την έκδοση επί της προδικαστικής δίκης της υπ' αριθ. 77774/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη από 16-12-2000, όπως προκύπτει από την επ' αυτής υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα, με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι οι Φ και Ζ, παραδεκτώς εκδικάσθηκε η υπόθεση της κύριας δίκης με κατηγορούμενο τον ήδη αναιρεσείοντα και είναι νόμιμες όλες οι επακολουθήσασες κλήσεις του κατηγορουμένου προς εμφάνιση του στο ακροατήριο, για να δικαστεί για τα εγκλήματα που αναφέρονται στο προκοινοποιηθέν υπ' αριθ. 114946/1997 ως άνω κλητήριο θέσπισμά του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, έστω και αν δε ανακλήθηκε προηγουμένως το υπ' αριθ. 2082/1999 προδικαστικό-παρεμπίπτον βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, καθόσον, μετά το αμετάκλητο της ανωτέρω υπ' αριθ. 7774/2000 αθωωτικής αποφάσεως πληρώθηκε ο όρος για τον οποίο είχε διαταχθεί η αναστολή της κύριας ποινικής δίκης. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, επειδή το Δικαστήριο, που την εξέδωσε, προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα αντί: α) να παύσει οριστικώς την ασκηθείσα εναντίον του ποινική δίωξη, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε, συνεπεία παραγραφής αυτών και β) να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης εν όψει της μη ανακλήσεως μέχρι τότε του υπ' αριθ. 2082/1999 προδικαστικού - παρεμπίπτοντος - προπαρασκευαστικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, το οποίο είχε εκδοθεί, σύμφωνα με το άρθρο 366 παρ.2 του ΠΚ, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171). Κατά το τελευταίο τούτο άρθρο, τέτοια ακυρότητα, λαμβανομένη και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Αρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται και όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος (περ.δ). Τέτοια περίπτωση αποτελεί και η μη δόση του λόγου στον κατηγορούμενο μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας (άρθρο 369 παρ.1 ΚΠοινΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, μετά το πέρα της αποδεικτικής διαδικασίας, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά, αφού προηγουμένως δόθηκε ο λόγος, ως προς την ενοχή του κατηγορούμενου-αναιρεσείοντος, στον Εισαγγελέα και έπειτα στο συνήγορο της πολιτικής αγωγής, ακολούθως, δόθηκε ο λόγος στο συνήγορο του κατηγορουμένου, ο οποίος ζήτησε την αθώωση του. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα είναι αβάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ)." Από το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής προκύπτουν, σε σχέση με τους ανωτέρω εκτεθέντες πρώτο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της από 13-9-2004 αιτήσεως αναιρέσεως, στους οποίους αφορά η ένδικη αίτηση, τα ακόλουθα: Ο Άρειος Πάγος ερεύνησε και ρητώς απέρριψε τους περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και ελλείψεως νόμιμης βάσεως λόγους, ως προς τους οποίους δέχθηκε ότι το δικάσαν Εφετείο, με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως του, διέλαβε σ'αυτήν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε γι'αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ.2, 216 παρ.1, 229 παρ.1 και 363 ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως, αλλ'ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Το ότι ορισμένες από τις μερικότερες αιτιάσεις, που προβλήθηκαν στα πλαίσια των λόγων αυτών, δεν απορρίφθηκαν με χωριστή απορριπτική σκέψη, δεν σημαίνει ότι ο Άρειος Πάγος παρέλειψε να τις ερευνήσει, ώστε να μπορεί να επανέλθει επί των λόγων αυτών, αλλά είναι φανερό ότι η απόρριψή τους έχει ενταχθεί στη συνολική απόρριψη των συγκεκριμένων εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ'και Ε' ΚΠοινΔ λόγων. Εξάλλου, κατά την έρευνα του σχετικού με την έλλειψη αιτιολογίας λόγου, δέχθηκε η ανωτέρω 1400/2004 απόφαση ότι δεν υπάρχει ασάφεια ως προς το εάν το Εφετείο αξιολόγησε και την κατάθεση της μάρτυρος Ξ, από το ότι αυτή αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως μάρτυρας κατηγορίας ενώ εξετάσθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως μάρτυρας υπερασπίσεως, διότι, όπως δέχθηκε, εκείνο που έχει σημασία είναι η κατάθεση αυτή λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, ζήτημα στο οποίο απήντησε καταφατικά, με βάση το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και τα πρακτικά της. Έτσι, εμμέσως πλην σαφώς ερεύνησε (συνδυαστικά) και απέρριψε και την προβληθείσα στα πλαίσια του ανωτέρω τρίτου λόγου απόλυτη ακυρότητα, φερομένη ως λαβούσα χώρα με βάση το ίδιο πραγματικό όσον αφορά στη μαρτυρική αυτή κατάθεση. Στην έκκλητη δίκη, άλλωστε, υπό τον χαρακτηρισμό στα πρακτικά "μάρτυρες κατηγορίας" νοούνται οι, εκ των πρωτοδίκως εξετασθέντων, επιλεγόμενοι από τον Εισαγγελέα και κλητευόμενοι μάρτυρες, ενώ μάρτυρες υπερασπίσεως είναι οι υπό του εκκαλούντος κατηγορουμένου το πρώτον προτεινόμενοι και εξεταζόμενοι στην έκκλητη δίκη ή υπό του δικαστηρίου μεν αλλά κατ' αίτηση του κατηγορουμένου καλούμενοι και εξεταζόμενοι, κατ'άρθρο 355 ΚΠοινΔ, η συγκεκριμένη δε μάρτυρας, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης 60900/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, είναι εκ των πρωτοδίκως εξετασθέντων (ως μάρτυρας υπερασπίσεως) και από τον Εισαγγελέα κλητευθείσα στην κατ'έφεση δίκη και επομένως μάρτυρας κατηγορίας υπό την ανωτέρω έννοια. Εξάλλου, κατά νόμον, η αξιολόγηση των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως είναι ουδέτερη, υπό την έννοια ότι δεν γίνεται διάκριση στο νόμο ότι οι μάρτυρες κατηγορίας μαρτυρούν κατά του κατηγορουμένου και οι μάρτυρες υπερασπίσεως υπέρ αυτού, αλλά όλοι έχουν το αυτό καθήκον αληθείας και, συνεπώς, η συγκεκριμένη μερικότερη αιτίαση του τρίτου λόγου, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα, διότι η εν λόγω μαρτυρική κατάθεση αξιολόγηθηκε αποδεικτικώς σε βάρος και εναντίον του αναιρεσείοντος, είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμη και απορριπτέα. Περαιτέρω, έγινε δεκτό με την ανωτέρω 1400/2006 απόφαση, στα πλαίσια της έρευνας του δεύτερου λόγου αναιρέσεως περί υπερβάσεως εξουσίας (στον οποίο δεν αφορά η ένδικη αίτηση), ότι η παραδοχή της προσφυγής του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου κατά του 114946/1997 κλητηρίου θεσπίσματος από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με την 696/1998 Διάταξή του, με την οποία παρήγγειλε την εισαγωγή της υποθέσεως στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, προκειμένου εκείνο, κατ'εφαρμογήν του άρθρου 366 παρ.2 ΠΚ, να αναστείλει τη δική για τη συκοφαντική δυσφήμηση και να αναβάλει αυτήν, λόγω συνάφειας, για τις λοιπές πράξεις που αποδίδοντο στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, μέχρι να περατωθεί αμετακλήτως η δίκη για τις πράξεις της παραβάσεως καθήκοντος, της πλαστογραφίας και της απάτης, που αποδίδοντο στο δικαστικό επιμελητή Φ ως αυτουργό και της ηθικής αυτουργίας στις πράξεις αυτές που αποδίδετο στον εγκαλούντα Ζ, δεν επέφερε την ανατροπή της παραπομπής του αναιρεσείοντος-κατηγορούμένου στο ακροατήριο, δηλαδή την ανατροπή της κρίσεως του εκδόσαντος το επίμαχο κλητήριο θέσπισμα Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ότι συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, καθόσον το αποτέλεσμα αυτό, όπως δέχθηκε, θα επήρχετο αν είχε γίνει δεκτή η προσφυγή του κατηγορουμένου κατά του κλητηρίου θεσπίσματος και είχε διαταχθεί η εισαγωγή της υποθέσεως στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών κατ'άρθρο 245 παρ.2 ΚΠοινΔ, δηλαδή αν ο Εισαγγελέας Εφετών έκρινε ότι δεν υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ακόμη, έγινε δεκτό με την ίδια 1400/2006 απόφαση, ότι μετά την περάτωση της προδικαστικής δίκης, με κατηγορούμενους τους Φ και Ζ, με την έκδοση της 77774/2000 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη στις 16-12-2000, παραδεκτώς εκδικάσθηκε η υπόθεση της κύριας δίκης (στις 22-9-2003) με κατηγορούμενο τον αναιρεσείοντα και είναι νόμιμες όλες οι επακολουθήσασες κλήσεις αυτού προς εμφάνισή του στο ακροατήριο, για να δικασθεί για τις πράξεις που αναφέρονται στο προκοινοποιηθέν σ'αυτόν 114946/1997 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, έστω και αν δεν ανακλήθηκε το 2082/1999 προπαρασκευαστικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, καθόσον, μετά το αμετάκλητο της 77774/2000 αθωωτικής αποφάσεως, πληρώθηκε ο όρος για τον οποίο είχε διαταχθεί η αναστολή της κύριας ποινικής δίκης. Ρητώς, επίσης, κρίθηκε ότι το δικάσαν Εφετείο δεν υπερέβη την εξουσία του, με το να μην παύσει οριστικώς την ασκηθείσα κατά του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε, συνεπεία παραγραφής αυτών και με το να μην κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της υποθέσεως, ενόψει της μη ανακλήσεως του 2082/1999 προπαρασκευαστικού βουλέυματος. Οι απορριπτικές αυτές αιτιολογίες της ως άνω 1400/2006 αποφάσεως, σχετικά με τον δεύτερο λόγο της από 13-9-2004 αιτήσεως αναιρέσεως, περί υπερβάσεως εξουσίας, καλύπτουν και τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αυτής για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, καθόσον το πραγματικόν του τρίτου λόγου όπως ανωτέρω εκτέθηκε, ταυτίζεται με αυτό του δεύτερου λόγου, που κρίθηκε και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν. Ειδικότερα, εφόσον έγινε δεκτό, στα πλαίσια του δεύτερου λόγου, ότι με την παραδοχή της προσφυγής κατά του κλητηρίου θεσπίσματος δεν ανατράπηκε η παραπομπή του αναιρεσείοντος δι'απευθείας κλήσεως στο ακροατήριο και συνακολούθως ούτε τα αποτελέσματα της επιδόσεως του κλητηρίου αυτού και, περαιτέρω, ότι μετά την αμετάκλητη αθώωση των Φ και Ζ παραδεκτώς εκδικάσθηκε η κυρία δίκη και είναι νόμιμες όλες οι επακολουθήσασες κλήσεις του αναιρεσείοντος προς εμφάνισή του στο ακροατήριο για να δικασθεί σύμφωνα με το ως άνω κλητήριο θέσπισμα, έστω και αν δεν ανακλήθηκε το 2082/1999 προπαρασκευαστικό βούλευμα, είναι προφανές ότι ο Άρειος Πάγος ερεύνησε και απέρριψε (συνδυαστικά) και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (λόγω μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση του αναιρεσείοντος σ'αυτό και την άσκηση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων), αφού η κατά τον τρίτο αυτό λόγο ακυρότητα εδράζεται στην ανατροπή της παραπομπής στο ακροατήριο και στο μη σύννομο των κλήσεων 110563/2003 και 113414/2003, που αποκρούσθηκαν κατά την έρευνα του δεύτερου λόγου. Ακόμη, εφόσον δέχθηκε τα ανωτέρω για τη μη ανατροπή της παραπομπής του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο και για το σύννομο των κλήσεων, προδήλως ερεύνησε και απέρριψε και τα περί μη αναστολής της παραγραφής και εντεύθεν εξαλείψεως του αξιοποίνου με πενταετή παραγραφή, ενώ, περαιτέρω, απορριπτική κρίση περί του τελευταίου ενυπάρχει στο διαλαμβανόμενο ότι ο αναιρεσείων πληροφορήθηκε το περιεχόμενο του προς αυτού επιδοθέντος κλητηρίου θεσπίσματος στις 27-10-1998, σε συνδυασμό προς την ρητώς εκφρασθείσα άποψη, ότι η αρχή για την απόδειξη της επιδόσεως με αποδεικτικό κάμπτεται αν εκείνος προς τον οποίο η επίδοση πληροφορήθηκε έγκαιρα το περιεχόμενό του. Δεν ήταν δε αναγκαία ρητή απορριπτική διάταξη του λόγου αυτού (τρίτου), ως λόγου εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α'ΚΠοινΔ, αφού η απόρριψή του σαφώς συνάγεται από το όλο σκεπτικό της 1400/2006 αποφάσεως, η ορθότητα του οποίου, όπως προεκτέθηκε, δεν κρίνεται στα πλαίσια της ένδικης αιτήσεως. Τέλος, ρητώς ο Άρειος Πάγος ερεύνησε και απέρριψε την προβληθείσα με τον αυτό (τρίτο) λόγο αναιρέσεως απόλυτη ακυρότητα, λόγω μη δόσεως του λόγου τελευταία στον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, όπως ορίζεται στο άρθρο 369 παρ.1 ΚΠοινΔ, ενώ, εξάλλου, στις απορριπτικές αιτιολογίες της υπόψη 1400/2006 αποφάσεως σχετικά με τον περί υπερβάσεως εξουσίας λόγο εμπεριέχεται έρευνα και απόρριψη της περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αιτιάσεως της παρεμπίπτουσας αποφάσεως ως προς την πρώτη ένσταση-αντίρρηση του αναιρεσείοντος κατά της προόδου της δίκης. Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως, έτσι όπως, κατά τα ανωτέρω, προβλήθηκε, χωρίς δηλαδή να παρατίθεται το περιεχόμενο των τριών "ενστάσεων-αντιρρήσεων", στις οποίες, κατά τον αναιρεσείοντα, δεν απάντησε η προσβαλλόμενη απόφαση, ήταν αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, καταλαμβανόμενος από το απορριπτικό διατακτικό της 1400/2006 αποφάσεως, αν και χωρίς ειδική απορριπτική σκέψη, όπως στην αρχή της παρούσης εκτέθηκε. Πάντως και περί του λόγου αυτού έκρινε (συνδυαστικά) η 1400/2006 απόφαση, κατά την απόρριψη των αιτιάσεων περί ακυρότητας της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, περί ακυρότητας των 110563/2003 και 113414/2003 κλήσεων του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και της αρξαμένης ποινικής διαδικασίας, στις οποίες, κατ'εκτίμηση, αφορά η προσβαλλόμενη έλλειψη ακροάσεως. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 310 παρ. 1, εδ. β', 370 εδ. β, 511 και 514 Κ.Ποιν.Δ (προ της τροποποιήσεως των δυο τελευταίων με το άρθρο 50 παρ. 5 και 7 του ν. 3160/2003, που ισχύει από την 30/6/2003), προκύπτει ότι η παραγραφή, όχι μόνο μπορεί να προταθεί από τον κατηγορούμενο με νομότυπη και εμπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως, αλλά, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας και από τον Άρειο Πάγο, με μόνη προϋπόθεση το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως, το νομότυπο δηλαδή και εμπρόθεσμο αυτής και την αναφορά ενός τουλάχιστον σαφούς και ορισμένου λόγου αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ (διαφορετικά το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως είναι άκυρο και η αναίρεση απαράδεκτη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 2, 476 παρ. 1 και 513 του Κ.Ποιν.Δ), χωρίς να είναι αναγκαία και η έρευνα της βασιμότητας αυτού (Ολομ. ΑΠ 583, 584 και 585/1991). Εφόσον δε ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναίρεσης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση, για την πράξη που έχει παραγραφεί, και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 εδ. β' Κ.Ποιν.Δ. Ενόψει, όμως, της δημοσιεύσεως του ν.3160/2003 την 30-6-2003, αφότου άρχισε και η ισχύς του, με το άρθρο 50 παρ.5 του οποίου αντικαταστάθηκε η διάταξη του άρθρου 511 ΚΠοινΔ και ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο Άρειος Πάγος λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως αν κριθεί (εκτός από παραδεκτός) και βάσιμος ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως, της φύσεως της διατάξεως αυτής ως δικονομικής και της εντεύθεν εφαρμογής της, από τη δημοσίευση του ανωτέρω νόμου, και στις εκκρεμείς κατά το χρόνο ενάρξεως της ισχύος της ποινικές υποθέσεις, καθώς και της συζητήσεως της από 13-9-2004 αιτήσεως αναιρέσεως την 15-11-2004, δηλαδή μετά την ισχύ του ως άνω νόμου, η λήψη υπόψη της παραγραφής των πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο ήδη αιτών-αναιρεσείων, προϋπέθετε και βασιμότητα ενός τουλάχιστον λόγου αναιρέσεως. Αφού, όμως, κανένας από τους λόγους αναιρέσεως της ως άνω από 13-9-2004 αιτήσεως δεν κρίθηκε βάσιμος, ο πρώτος λόγος αυτής περί παραγραφής των ανωτέρω πράξεων ήταν απαράδεκτος, έτσι ώστε η απόρριψη του χωρίς ειδική σκέψη στο αιτιολογικό της 1400/2006 αποφάσεως καταλαμβάνεται από το απορριπτικό διατακτικό της ίδιας αποφάσεως, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή στ'ανωτέρω το εάν ο χρόνος των οκτώ ετών της παραγραφής είχε συμπληρωθεί κατά την άσκηση της από 13-9-2004 αιτήσεως αναιρέσεως ή συμπληρώθηκε μετά απ'αυτήν. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, αφού ο Άρειος Πάγος δεν παρέλειψε να ερευνήσει τους προταθέντες με την από 13-9-2004 αίτηση αναιρέσεως πρώτο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους, που κατά την κρινόμενη αίτηση δεν ερευνήθηκαν με την 1400/2004 απόφασή του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η περί επανεξετάσεως των λόγων αυτών ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αιτών-αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11 Ιουνίου 2007 αίτηση του Χ για επανεξέταση των αναφερομένων στο σκεπτικό λόγων αναιρέσεως αυτού, κατά της 7241/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αιτούντα-αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας ή αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος. Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εάν ο Άρειος Πάγος παρέλειψε, από παραδρομή, να ερευνήσει προταθέντα παραδεκτώς αναιρετικό λόγο, μπορεί, ενόψει της αυτοτέλειας κάθε λόγου αναιρέσεως, να επανέλθει και να τον εξετάσει, διότι επί μη εξετασθέντος αναιρετικού λόγου δεν υπάρχει απόφαση. Η απόρριψη των λόγων αναιρέσεως, που αποκλείει την επανεξέταση τους, δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει με ρητή για καθένα από αυτούς απορριπτική σκέψη της αποφάσεως, αλλά μπορεί να συνάγεται από το όλο σκεπτικό της, είναι δε αδιάφορη για την κρίση της απορρίψεως η πληρότητα ή μη της αιτιολογίας. Το δε διατακτικό της οριστικής αποφάσεως, με την οποία απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως, αφορά, ακόμη και χωρίς ειδική απορριπτική σκέψη στο αιτιολογικό, και στους απαράδεκτους λόγους, καθώς και σ' αυτούς που το πραγματικό τους ταυτίζεται με άλλους λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι ασκήθηκαν συνδυαστικά με εκείνους και κρίθηκαν ρητά απορριπτέοι. Απόρριψη αιτήσεως επανεξετάσεως λόγων αναιρέσεως, γιατί ο Άρειος Πάγος είχε κρίνει επί όλων των λόγων που είχαν προταθεί και είχε απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της, έστω και αν ορισμένες αιτιάσεις, που προβλήθηκαν στα πλαίσια των λόγων αυτών, δεν απορρίφθηκαν με χωριστή απορριπτική σκέψη. Ορθή απόρριψη λόγου περί παραγραφής χωρίς ειδική σκέψη, γιατί αυτός ήταν απαράδεκτος, η δε απόρριψη του καταλαμβάνεται από το απορριπτικό διατακτικό της αποφάσεως, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή το εάν ο χρόνος των οκτώ ετών της παραγραφής είχε συμπληρωθεί κατά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως ή συμπληρώθηκε μετά από αυτήν.
Επανεξέταση λόγου αναιρέσεως
Επανεξέταση λόγου αναιρέσεως.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1248/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ χήρα Ζ και 2) Χ2 κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ανδρουλάκη, περί αναιρέσεως της 1496,1533/2009 αποφάσεως Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Αυγούστου 2009 δύο αυτοτελείς αιτήσεις τους αναιρέσεως, καθώς και στα από 14 Απριλίου 2010 δύο αυτοτελή δικόγραφα προσθέτων λόγων τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1289/09. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσείοντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι της πρώτης αναιρεσείουσας και να επεκταθεί το αναιρετικό αποτέλεσμα και στο δεύτερο αναιρεσείοντα, άλλως να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι μόνο της πρώτης αναιρεσείουσας και να απορριφθεί εκείνη του δευτέρου. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι από 3-08-2009 αιτήσεις των Χ χήρας Ζ και Χ2, κατοίκων ... και οι επ' αυτών από 14-04-2010 πρόσθετοι λόγοι αντίστοιχα για αναίρεση των 1496 και 1533/ 2009 αποφάσεων (παρεμπίπτουσας και οριστικής αντίστοιχα) του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς. Κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να έχουν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατά δε τη διάταξη του τρίτου εδαφίου του άνω άρθρου 139 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 εδ. β' του ν. 2408/ 1996 και ισχύει από 4-6-1996, αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Συνεπώς και η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια ή κρείσσονες αποδείξεις, μολονότι η κρίση του δικαστηρίου για το αν πρέπει ή όχι να αναβληθεί η δίκη είναι ανέλεγκτη, πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, άλλως ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1996/2009 παρεμπίπτουσα απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η πρώτη αναιρεσείουσα Χ, η οποία δικάστηκε σαν να ήταν παρούσα, ζήτησε δια της Θ την αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων και δη διότι ήταν ασθενής και δεν μπορούσε να προσέλθει στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο εκείνη και προσκόμισε την από 19-05-2009 βεβαίωση της κλινικής ... η οποία και αναγνώστηκε. Το αίτημά της τούτο το Δικαστήριο ουσίας με την άνω παρεμπίπτουσα απόφαση του το απέρριψε με την ακόλουθη αιτιολογία "Στην προκειμένη περίπτωση από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα, που αναφέρθηκε και από τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν αποδείχθηκε ότι ο επικαλούμενος από την κατηγορούμενη λόγος δεν είναι τέτοιος, ώστε να την εμποδίζει να εμφανισθεί στο Δικαστήριο τούτο κατά τη σημερινή δικάσιμο και συνεπώς ο λόγος αυτός δεν συνιστά σημαντικό αίτιο, που να δικαιολογεί την αναβολή της δίκης σε άλλη δικάσιμο. Ειδικότερα Από την βεβαίωση που αναγνώσθηκε της κλινικής ... προκύπτει ότι η κατηγορουμένη εισήχθη στην κλινική, εκτάκτως, σήμερα (δικάσιμος για την οποία διακόπηκε η συνεδρίαση από την δικάσιμο της 6-5-2009), εμφανιζουσα προκάρδιο άλγος και λιποθυμικό επεισόδιο και παρέμεινε για έλεγχο. Δεν αναφέρεται όμως ότι η παραμονή της στην κλινική κρίθηκε επιβεβλημένη από τους γιατρούς και ότι συνεπεία της καταστάσεως εν γένει της υγείας της αδυνατούσε να μετακινηθεί και να εμφανισθεί στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει την έφεση της, η εκδίκαση της οποίας έχει αναβληθεί, είτε για κώλυμα στο πρόσωπο του γιου της (αποφ. 1112/2008), είτε για κώλυμα στο πρόσωπο του συνηγόρου υπερασπίσεως, λόγω αποχής (αποφ. 235/2008), είτε για να κλητευθούν μάρτυρες που δεν είχαν εξετασθεί στην προδικασία (αποφ, 60/2009) και μία φορά η συζήτηση κηρύχθηκε απαράδεκτη (αποφ. 2873/2009), με αποτέλεσμα πράξη που φέρεται τελεσθείσα το 1993-1994 να μη έχει εκδικασθεί σε δεύτερο βαθμό (βλ. -αποφάσεις επί φακέλου της δικογραφίας του παρόντος βαθμού). Σημειωτέον ότι η υπόθεση είχε αναβληθεί δύο φορές και στον πρώτο βαθμό για κώλυμα στο πρόσωπο της κατηγορουμένης (αποφ. 2206/2005 και 306/2006. βλ. αποφάσεις επί φακέλου δικογραφίας του πρώτου βαθμού). Συνεπώς, εφόσον δεν αποδεικνύεται αδυναμία εμφανίσεως της κατηγορουμένης στο ακροατήριο προς υποστήριξη της εφέσεως της, αφού δεν βεβαιώθηκε ότι η παραμονή της στην κλινική προς έλεγχο της περιπτώσεως, κρίθηκε επιβεβλημένη από τον γιατρό που υποδέχθηκε το περιστατικό και δεν ήταν επιλογή της ιδίας για να δημιουργήσει λόγο μιας ακόμη αναβολής της υποθέσεως, πρέπει το αίτημα αναβολής να απορριφθεί, ως αβάσιμο, κατά το διατακτικό" Η αιτιολογία αυτή κρίνεται επαρκής αφού κατά το περιεχόμενό της άνω βεβαίωσης, η παραμονή της προς έλεγχο στην άνω κλινική δεν προκύπτει ότι ήταν επιβεβλημένη από τους θεράποντες ιατρούς ως εδέχθη και η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες, δια του συνηγόρου τους υπέβαλαν νέο αίτημα αναβολής της δίκης με σκοπό να χορηγηθεί βεβαίωση από την Ιονική Τράπεζα ... ότι κατατέθηκαν τα χρήματα για εγγυητική επιστολή και περαιτέρω να προσέλθει και εξεταστεί ως μάρτυρας η Ε. Και το αίτημα αυτό από το Δικαστήριο της ουσίας απορρίφθηκε με την ακόλουθη αιτιολογία "Επειδή η βεβαίωση της Ιονικής Τραπέζης που ζητά ο συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορουμένων δεν πρόκειται να συμβάλλει στην ουσιαστική διερεύνηση της υποθέσεως αφού δεν συνδέεται με την αποδιδόμενη στους κατηγορουμένους αξιόποινη πράξη της απάτης το ζήτημα κατά ποιο τρόπο διέθεσαν περαιτέρω τα χρήματα που με την απατηλή συμπεριφορά που τους αποδίδεται έπεισαν την πολιτικώς ενάγουσα να τους καταβάλλει, λόγω δανείου,, τα οποία βέβαια, εκτός από ένα μικρό ποσό και δεν της επέστρεψαν. Όλα τα ανωτέρω βέβαια ανεξάρτητα από το ότι λόγω παρόδου πολύ μεγάλου χρόνου από τότε (1993-1994) είναι βέβαιο ότι δεν υπάρχουν στο αρχείο της Τράπεζας τα σχετικά στοιχεία, με βάση τα οποία θα μπορούσε να χορηγηθεί η αιτούμενη βεβαίωση. Επίσης ο συνήγορος των κατηγορουμένων δεν επικαλείται κατά ποιο τρόπο πρόκειται να συμβάλλει στην ουσιαστική διερεύνηση της αποδιδόμενης στους κατηγορουμένους αξιόποινης πράξης η κατάθεση της μάρτυρος Ε, η οποία, σημειωτέον, ούτε πρωτοδίκως κατέθεσε, αλλά το πρώτον διατάχθηκε η κλήτευση της με την 60/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, από την οποία επίσης δεν προκύπτει γιατί κρίθηκε αναγκαία η αναβολή, προκειμένου να κλητευθεί ως μάρτυρας, και αυτή. Συνεπώς το αίτημα του συνηγόρου των κατηγορουμένων για αναβολή της δίκης για περισσότερες αποδείξεις, προκειμένου να επισυναφθεί στη δικογραφία η βεβαίωση της Τραπέζης που επικαλείται και να προσέλθει η ανωτέρω μάρτυρας, η οποία σημειωτέον κλητεύθηκε (βλ. από 1-4-2009 αποδεικτικό ...) και δεν προσήλθε, πρέπει, ανακαλούμενης κατά το σημείο τούτο της 60/2009 αποφάσεως, οπότε παρέλκει η λήψη αποφάσεως περί της βιαίας προσαγωγής της μάρτυρος, όπως ζήτησε η υπεράσπιση, να απορριφθεί ως αβάσιμο, κατά το διατακτικό". Η αιτιολογία και αυτής της παρεμπίπτουσας απόφασης κρίνεται επαρκής αφού διαλαμβάνεται σε αυτήν ότι η βεβαίωση αυτή δεν πρόκειται να συμβάλλει στην ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης αφού δεν συνδέεται με την αποδιδόμενη στους κατηγορουμένους αναιρεσείοντες αξιόποινη πράξη της απάτης, το δε ζήτημα κατά ποίο τρόπο περαιτέρω διέθεσαν τα χρήματα της παθούσας είναι θέμα νομικώς και ουσιαστικώς αδιάφορο. Άλλωστε δε, ο συνήγορος των κατηγορουμένων δεν επικαλείται κατά ποίο τρόπο πρόκειται η βεβαίωση αυτή να συμβάλλει στην ουσιαστική διερεύνηση της υποθέσεως. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης της Χ και πρώτος πρόσθετος λόγος του αναιρεσείοντος Χ2 εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως της Χ περί απόλυτης ακυρότητος της διαδικασίας διότι στη δίκη εκείνη που δικάστηκε ωσεί παρούσα μετά από αναβολές εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο της μη επιλογής ήτοι κατά παράβαση του άρθρου 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, είναι αβάσιμος καθόσον εκπροσωπήθηκε από συνήγορο που διόρισε το Δικαστήριο το οποίο, ως υποκειμένης της κακουργηματικής κατηγορίας (απάτης), όφειλε να διορίσει συνήγορο υπερασπίσεώς της κατά τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως πράγματι έπραξε. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή ιιε την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη σε φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στοιχεία του εγκλήματος της απάτης είναι α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή η παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση. Η διάταξη της παρ.3 του ανωτέρου άρθρου αντικαταστάθηκε αρχικά από το άρθρο 1 παρ. 11 του ν.2408/1996 που καθόριζε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και ακολούθως από το άρθρο 14 παρ.4 του ν.2721/2999 που ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000 ευρω) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25 εκ. δραχμών (25.000.000) (73.000) ευρώ. Ως γεγονότα κατά την έννοια του άνω άρθρου νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσης τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή παράσταση τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Εξάλλου περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς. Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος. Περαιτέρω, η περιουσιακή βλάβη που υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως, ήτοι της πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Θα πρέπει να υπάρχει δηλαδή αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή ως και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει αν είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος. Χρόνος τελέσεως της απάτης είναι ο χρόνος που ολοκληρώνεται η απατηλή συμπεριφορά και είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή του πλανηθέντος. Το επιζήμιο όμως ή μη της πράξεως της περιουσιακής διαθέσεως, στην οποία προέβη ο πλανηθείς, θα κριθεί κατά το χρόνο που διενεργείται η πράξη αυτή, γιατί τότε η ζημία θα είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως της περιουσιακής διαθέσεως. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, είναι παραδεχτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή το πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 1533/2009 απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι "Η πολιτικώς ενάγουσα σε προγενέστερο του Οκτωβρίου 1993 χρόνο, γνωρίστηκε στο σπίτι της μάρτυρος υπερασπίσεως ..., που εξετάσθηκε πρωτόδικα, με την πρώτη κατηγορουμένη, στη συνέχεια δε, μέσω αυτής, γνωρίσθηκε με τον γιό της δεύτερο κατηγορούμενο, με αποτέλεσμα να αναπτυχθούν μεταξύ τους φιλικές και οικογενειακές σχέσεις και οι κατηγορούμενοι να αποσπάσουν την εμπιστοσύνη της. Οι κατηγορούμενοι επιβεβαίωσαν, μέσω των σχέσεων αυτών, τις πληροφορίες που είχαν ότι η πολιτικώς ενάγουσα είχε πουλήσει ένα διαμέρισμα στην ... και είχε τοποθετήσει το τίμημα σε έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου. Έτσι, εκμεταλλευόμενοι τον φιλικό δεσμό που φρόντισαν να δημιουργήσουν με την πολιτικώς ενάγουσα, στο πλαίσιο της τακτικής που ακολουθούσαν, όπως καταθέτει η τελευταία αλλά και η μάρτυρας ..., να πλησιάζουν μοναχικές γυναίκες οι οποίες διέθεταν από οικονομίες χρηματικά ποσά και να τις πείθουν με απατηλή συμπεριφορά, για την οποία θα γίνει λόγος κατωτέρω, να τους καταβάλλουν τα χρηματικά ποσά που διέθεταν, στις αρχές Οκτωβρίου 1993 παρέστησαν σ αυτήν ψευδώς ότι δήθεν ο δεύτερος αυτών είναι φερέγγυος και οικονομικά εύρωστος επιχειρηματίας ως εισαγωγέας ειδών από το εξωτερικό, με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, ότι διέθετε ιδιόκτητα γραφεία σε δύο ορόφους κτιριακού συγκροτήματος στην ..., τα οποία φρόντισαν να της τα επιδείξουν προκειμένου να γίνουν πιστευτές οι παραστάσεις τους, που είχαν μεγάλη αξία και της ζήτησαν να δανειοδοτήσει τον δεύτερο τούτων, για ολιγόμηνο χρονικό διάστημα με το ποσό των 30.000.000 δραχμών, λόγω πρόσκαιρης οικονομικής του δυσχέρειας και ελλείψεως ρευστών στις επιχειρηματικές του δραστηριότητες, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για την εισαγωγή καλλυντικών, διαβεβαιώνοντας την ότι ήταν βέβαιη η επιστροφή των χρημάτων σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η πολιτικώς ενάγουσα πείστηκε από τις παραπάνω παραστάσεις των κατηγορουμένων και ιδίως από την εμφανισθείσα πολύ μεγάλη περιουσιακή κατάσταση του δευτέρου κατηγορουμένου, και, κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο 1993 μέχρι τον Μάρτιο του 1994, κατέβαλε στον δεύτερο κατηγορούμενο αρχικά το ποσό των 27.700.000 δραχμών, το οποίο προήλθε από την δραχμοποίηση των αναφερθέντων εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου και στη συνέχεια ποσά 500.000 και 700.000 δραχμών και συνολικά ποσό 28.900.000 δραχμών. Όλες όμως οι ανωτέρω παραστάσεις των κατηγορουμένων με βάση τις οποίες η πολιτικώς ενάγουσα πείστηκε να προβεί σε δανειοδότηση του δευτέρου, ήταν ψευδείς και αυτοί, εν γνώσει του ψεύδους των, προέβησαν σ' αυτές για να την πείσουν να καταβάλλει στον δεύτερο τούτων το ανωτέρω ποσό και να το ωφεληθεί αυτός παράνομα, με ισόποση περιουσιακή ζημία της πολιτικώς ενάγουσας. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, στην πραγματικότητα ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν διέθετε ακίνητη περιουσία στο κτιριακό συγκρότημα στη ..., η δε επιχειρηματική του δραστηριότητα ήταν ανύπαρκτη, η δε εμφανισθείσα στην πολιτικώς ενάγουσα ως δήθεν οικονομική του ευχέρεια για πολυτελή διαβίωση, διασκεδάσεις, ταξίδια και κοσμική ζωή, δεν στηριζόταν στην εμφανισθείσα στην πολιτικώς ενάγουσα, προς ενίσχυση των ψευδών παραστάσεων τους και διατήρηση της πλάνης της, επιτυχή και κερδοφόρα επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά σε δάνεια που συνήπτε κατά παρόμοιο τρόπο, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω, τα οποία σπαταλούσε με τον τρόπο αυτό, σε ταξίδια, διασκεδάσεις και κοσμική ζωή, για να δημιουργεί την απαραίτητη προς εξαπάτηση των υποψηφίων θυμάτων εικόνα οικονομικής άνεσης, περιστατικά τα οποία αν γνώριζε η πολιτικώς ενάγουσα δεν θα προέβαινε στην καταβολή, για την προαναφερθείσα αιτία του ανωτέρω ποσού. Στην ... είχε την έδρα της σε μισθωμένα πολυτελή γραφεία, τα οποία επιδείχθηκαν στην πολιτικώς ενάγουσα για να γίνονται πιστευτές οι ψευδείς παραστάσεις τους, με το προαναφερθέν περιεχόμενο, η εταιρία INVICTUS INTERNATIONAL, Α.Ε. με διευθύνοντα σύμβουλο και νόμιμο εκπρόσωπο τον θείο του δεύτερου κατηγορουμένου ... και στην οποία εμφανιζόταν ο δεύτερος κατηγορούμενος ως οικονομικός διευθυντή η οποία, όχι μόνον δεν αποδεικνύεται ότι ήταν οικονομικά εύρωστη, άλλα έπαυσε τις πληρωμές της στις 27-3-1995 και ακολούθως κηρύχθηκε σε πτώχευση με την 173/17-1-1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Έτσι, παρά τις διαβεβαιώσεις τους για σύντομη επιστροφή του ανωτέρω ποσού ο δεύτερος των κατηγορουμένων δεν της τα επέστρεψε, αλλά τμηματικά και για να την καθησυχάζει και να μη προβεί σε καταγγελία, της κατέβαλε μέχρι τον Οκτώβριο του 1998 το συνολικό ποσό των 5.500.000 δραχμών. Επίσης για τον ίδιο λόγο του καθησυχασμού της τον ίδιο μήνα της παρέδωσε την 02-719845 επιταγή εκδόσεως της ανωτέρω εταιρίας ποσού 45.000.000 δραχμών, η οποία όπως της δήλωσε κάλυπτε και τους τόκους του κεφαλαίου που του είχε δανείσει, διαβεβαιώνοντας την ταυτοχρόνως, ότι η εταιρία ήταν φερέγγυα και η πληρωμή της εξασφαλισμένη, ενώ τότε όπως λέχθηκε η εταιρία είχε κηρυχθεί σε πτώχευση, γι αυτό και η επιταγή ουδέποτε πληρώθηκε, αφού εμφανισθείσα προς πληρωμή στις 29-10-1998 δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθέσιμων κεφαλαίων. Τελικά ο δεύτερος κατηγορούμενος αρνήθηκε να της επιστρέψει το οφειλόμενο ποσό και αυτός και η μητέρα του άρχισαν να την αποφεύγουν συστηματικά. Η ευγένεια και η εκτίμηση εξαφανίσθηκαν και τη θέση τους κατέλαβε η αδιαφορία και η ψυχρότητα. Ο 2ος κατηγορούμενος ενώ κανόνιζε συναντήσεις για να της επιστρέψει τα χρήματα που της όφειλε με διάφορα προσχήματα τις ανέβαλε, με αποτέλεσμα να αναμένει η πολιτικώς ενάγουσα επί ώρες, είτε αυτόν, είτε την μητέρα του πρώτη κατηγορουμένη. Όλα τα ανωτέρω αποδεικνύονται από την σαφή και πειστική κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ..., οι οποίες έχουν ίδια αντίληψη της, απατηλής συμπεριφοράς των κατηγορουμένων και της όλης εν γένει τακτικής που εφάρμοζαν και των μεθόδων που μετέρχονταν προκειμένου να εξαπατήσουν τα υποψήφια θύματα τους. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι τα χρήματα αυτά επένδυσε η πολιτικώς ενάγουσα σε επιχειρηματικές δραστηριότητες της ανωτέρω εταιρίας και τον ισχυρισμό αυτό επιβεβαιώνει και ο μάρτυρας υπερασπίσεως ... που υπήρξε λογιστής της εταιρίας, ο οποίος επικαλείται λογιστική εγγραφή στα ανύπαρκτα πλέον βιβλία της εταιρίας, που θα αποδείκνυαν αν όντως διενεργήθηκε τέτοια εγγραφή, την οποία, όπως ισχυρίζεται, διενήργησε κατόπιν εντολής του αποβιώσαντος τον 11/1998 εκπροσώπου της εταιρίας ... και δεν υπάρχει δυνατότητα επιβεβαιώσεως του ισχυρισμού του, χωρίς βέβαια οποιοδήποτε παραστατικό έγγραφο περί καταβολής του ανωτέρω ποσού στην εταιρία από την πολιτικώς ενάγουσα, κάτι το οποίο δεν συμπορεύεται προς τους κανόνες της λογιστικής και της διενέργειας εγγραφών στα λογιστικά βιβλία και μάλιστα Α.Ε. Τους ισχυρισμούς αυτούς απέρριψε ως αβάσιμους και το Εφετείο Αθηνών με την 946/2006 απόφαση του, που αναγνώσθηκε, με την οποία απορρίφθηκε έφεση των κατηγορουμένων κατά της 323/2003 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία έκανε δεκτή αγωγή αποζημιώσεως της πολιτικώς ενάγουσας κατά των κατηγορουμένων, προς ανόρθωση της ζημίας που της προκάλεσε η εν λόγω αξιόποινη πράξη τους και της επιδίκασε ποσό 68.672 €.. Το ίδιο πρέπει να λεχθεί και για την κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης που εξετάσθηκε στο πρωτόδικο Δικαστήριο και η κατάθεση της περιέχεται στα πρακτικά που αναγνώσθηκαν ..., η οποία και επιβεβαιώνει τον ανωτέρω ισχυρισμό των κατηγορουμένων, διότι επικαλείται ως πηγή γνώσεως της τον αποβιώσαντα ..., ο οποίος όμως, κατά την κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, αποκαλούσε την κατηγορουμένη "απατεώνισα". Πρέπει να λεχθεί ότι την εν λόγω μάρτυρα είχε εξαπατήσει ο δεύτερος κατηγορούμενος, εμφανισθείς σ αυτήν ως οικονομικά κατεστραμμένος και την έπεισε να υποθηκεύσει το σπίτι της το 1995, για δικά του χρέη, χωρίς να έχει εξαλειφθεί ακόμη η υποθήκη αφού παραμένει χρέος 30.000 € περίπου, ενώ η μάρτυρας στο πρωτόδικο δικαστήριο έδειξε πλήρη άγνοια της πολυτελούς και σπάταλης ζωής του δεύτερου κατηγορουμένου, για την οποία υπάρχει σχετικό ρεπορτάζ στο τεύχος 191/1999 του περιοδικού ..., που της επιδείχθηκε και αναγνώσθηκε, σε χρόνο που στην ίδια εμφανίσθηκε ως οικονομικά κατεστραμμένος. Οι κατηγορούμενοι, όπως ήδη λέχθηκε, μέσω του περιβάλλοντος της πρώτης απ αυτούς, πλησίαζαν μοναχικές γυναίκες και με τον ίδιο τρόπο τις αποσπούσαν δάνεια τα οποία ουδέποτε επέστρεφαν αποκομίζοντας παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημία των θυμάτων τους, όπως έγινε με την ..., ήδη αποβιώσασα, στην οποία έδωσε ακάλυπτη επιταγή, από την οποία ο δεύτερος απ αυτούς απέσπασε το ποσό των 2.000.000 δραχμών χωρίς να της το επιστρέψει. Συνεπώς την πράξη που τους αποδίδεται τέλεσαν κατ' επάγγελμα και συνήθεια αφού από την επανειλημμένη τέλεση της προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος αλλά και σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Κατ ακολουθία τούτων στοιχειοθετείται πλήρως η πράξη που αποδίδεται στους κατηγορουμένους, όπως εξειδικεύεται στο διατακτικό και πρέπει, αφού απορριφθούν οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί τους να κηρυχθούν ένοχοι αυτής κατά το διατακτικό". Ακολούθως το Δικαστήριο ουσίας κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες κακουργηματικής απάτης με το ακόλουθο διατακτικό " Κηρύσσει τους παραπάνω κατηγορούμενους ενόχους του ότι: τέλεσαν το αδίκημα της απάτης ήτοι με σκοπό να αποκομίσει ο δεύτερος τούτων παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η ζημία δε που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη υπερβαίνουσα το ποσό των 15.000 ευρώ την πράξη τους δε αυτή διαπράττουν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και συγκεκριμένα, στις αρχές Οκτωβρίου 1993, παρέστησαν στην εγκαλούσα ότι ο 2ος κατηγορούμενος είναι φερέγγυος επιχειρηματίας με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και κύριος δυο ορόφων με γραφεία επί της Λεωφόρου ... και έτσι την έπεισαν να καταβάλει στον δεύτερο το ποσό των 28.900.000 δρχ. ως δάνειο, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλο και ξεπερνά τα 5.000.000 δραχμές, κατά το οποίο και ωφελήθηκε αυτός με αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσης, αφού δεν είχε οικονομική επιφάνεια, ούτε καμία ακίνητη περιουσία και δεν επέστρεψε τα οφειλόμενα. Την ανωτέρω πράξη τους διέπραξαν, επανειλημμένως, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, το οποίο πράγματι αποκόμισαν, ενώ από την επανειλημμένη διάπραξη της προκύπτει σταθερή ροπή τους προς τέλεση αυτής, ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους". Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 386 ΠΚ, τις οποίες δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Κατά τις παραδοχές αυτές του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και το όλο περιεχόμενο τούτου επαρκώς αιτιολογούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης του εγκλήματος τούτου από τους αναιρεσείοντες αφού διαλαμβάνεται σε αυτές η επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής προς το σκοπό παρανόμου πορισμού εισοδήματος ως και η σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του εγκλήματος αυτού ως στοιχείο της προσωπικότητα τους. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες μετά την κήρυξη της ενοχής τους για την άνω πράξη υπέβαλαν αίτημα χορηγήσεως των ελαφρυντικών του προτέρου εντίμου βίου και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη τους για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το αίτημα αυτό με απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας απορρίφθηκε με την ακόλουθη αιτιολογία "Όπως προκύπτει από τα δελτία του ποινικού μητρώου των κατηγορουμένων "συ αναγνώσθηκαν έχουν ήδη καταδικασθεί, η μεν πρώτη για παράβαση του Α.Ν. 86/1967 σε φυλάκιση 3 μηνών (αποφ. 36011/2003 Μονομελούς Αθηνών) και με παλαιότερες αποφάσεις του Μονομελούς Αθηνών ετών 1988 και 1989 (5), οι ποινές των οποίων συγχωνεύθηκαν σε συνολική ποινή φυλάκισης 5 μηνών και 5 ημερών (αποφ. 76548/1992), ο δε δεύτερος για υπεξαίρεση μεγάλης αξίας, μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο και έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ επανάληψη, καταδίκες που αρχίζουν από το έτος 1985 και φθάνουν μέχρι το έτος 1999. Από τις καταδίκες αυτές προκύπτει ότι και πριν την τέλεση της πράξεως για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι, αλλά και από την εν γένει δράση τους όπως περιγράφεται στο σκεπτικό, δεν έζησαν έντιμη καθόλα ατομική οικογενειακή επαγγελματική και κοινωνική ζωή, αφού, πέραν των ανωτέρω, δεν επικαλούνται και κατά τούτο ο σχετικός ισχυρισμός τους τυγχάνει αόριστος, ούτε αποδεικνύονται πραγματικά περιστατικά της προηγούμενης ζωής τους, που να θεμελιώνουν τις προϋποθέσεις που τάσσει, κατά τα ανωτέρω, η διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ. Περαιτέρω και μετά την τέλεση ης πράξεως δεν επέδειξαν καλή συμπεριφορά επί σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, αφού συμπεριφέρθηκαν κατά τον προαναφερθέντα τρόπο προς την πολιτικώς ενάγουσα, στην οποία ο πρώτος, πέραν όλων των άλλων, για να την καθησυχάσει, δεν δίστασε να εγχειρήσει την ακάλυπτη επιταγή των 45.000.000 δραχμών, εκδόσεως της πτωχευσάσης ως άνω εταιρίας και να τη διαβεβαιώνει ότι ήταν η εκδότρια φερέγγυα και συνεπώς εξασφαλισμένη η πληρωμή της, γεγονός το οποίο μόνον καλή συμπεριφορά δεν συνιστά.. Επίσης, μετά την τέλεση της πράξεως, όπως εκτίθεται ανωτέρω, στο σκεπτικό της καταδικαστικής αποφάσεως, εξαπάτησαν και τις προαναφερθείσες γυναίκες, αποσπώντας απ αυτές τα ανωτέρω ποσά, ενεργώντας κατά τον ίδιο πάντοτε τρόπο. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται εκ του ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, όπως επικαλείται και προκύπτει από τις αναγνωσθείσες δύο βεβαιώσεις της εκδοτικής εταιρίας "... ΕΠΕ", που δεν φέρουν ημερομηνία, πάντως είναι προγενέστερες της 2-10-2006, εργάζεται στην εν λόγω εταιρία ως διοικητικός διευθυντής με μικτές μηνιαίες αποδοχές 4.000 €. Κατ ακολουθία τούτων ο αυτοτελής ισχυρισμός τους περί αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α και 2ε ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά το διατακτικό". Η αιτιολογία αυτή της απορρίψεως των αιτηθέντων ελαφρυντικών κρίνεται επαρκής αφού ειδικότερα ως προς την απόρριψη του ελαφρυντικού της καλής συμπεριφοράς, ως προς την οποία περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος, διαλαμβάνονται περιστατικά από τα οποία πλήρως αιτιολογείται η μη καλή συμπεριφορά τους μετά την πράξη για την οποία καταδικάστηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Επομένως οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες λοιποί λόγοι αμφοτέρων των αναιρέσεων εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν και καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 3-08-2009 αιτήσεις των Χ χήρας Ζ και Χ2, κατοίκων ... και του επ' αυτών από 14-04-2010 προσθέτους λόγους αντίστοιχα για αναίρεση των 1496 και 1533/ 2009 αποφάσεων (παρεμπίπτουσας και οριστικής αντίστοιχα) του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει σε κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να έχουν όλες χωρίς εξαίρεση οι δικαστικές αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε, συνεπώς και η απόφαση που απορρίπτει αίτημα αναβολής λόγω σημαντικών αιτίων ή για κρείσσονες αποδείξεις. Περιστατικά. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναβολής αίτημα.
0
Αριθμός 1247/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της 4706/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Με κατηγορούμενο τον Χ κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΤΕ ΛΙΖΙΝΓΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΑΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, της οποίας η ειδική εκπρόσωπος Μαρία Ασημακοπούλου παρέστη στο ακροατήριο και διόρισε πληρεξουσία δικηγόρο της την Δήμητρα Μπάτσου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 4/21 Ιανουαρίου 2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 128/2010. Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και την πληρεξουσία δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθων 505§2 και 473§3 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με την του άρθρου 504 ιδίου Κώδικος, σαφώς προκύπτει ότι ο εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση πάσης αποφάσεως οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, ήτοι και της κηρυξάσης απαράδεκτη την ποινική δίωξη λόγω μη υπάρξεως εγκλήσεως (άρθρο 370), δι' οιονδήποτε εκ των εις το άρθρο 510§1 ΚΠΔ, λόγων, εντός προθεσμίας ενός μηνός από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογεγραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Συνεπώς η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου υπ' αριθμ. 4/21 Ιανουαρίου 2010, κατά της υπ' αριθμ. 4706/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος, δια της οποίας εκηρύχθη απαράδεκτος η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου Χ ελλείψει νομοτύπου εγκλήσεως, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από της κατά την 21/12/2009 καταχωρίσεως στο άνω βιβλίο, με λόγον εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Η ΚΠΔ, και ούσα παραδεκτή, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933 περί επιταγής (όπως αντικατεστάθη με το Ν.Δ. 1352/1972) "ο εκδίδων επιταγής μη πληρωθείσα επί πληρωτού, παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών", με δε το άρθρο 4 παρ. 1 εδ. α' Ν. 2408/1996, ο οποίος ήρχισε ισχύων από 4/6/1996, προσετέθη στο άνω άρθρο 79 Ν. 5960/1933 όπως ισχύει μετά την ανωτέρω αντικατάστασή του, παρ. 5 κατά την οποίαν, η ποινική δίωξη (του εκδότου ακαλύπτου επιταγής) ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστού που δεν επληρώθη. Όσον αφορά την υποβολή της εγκλήσεως ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 42 ΚΠΔ στις οποίες ρητώς παραπέμπει το άρθρο 46 του ιδίου Κώδικος. Ειδικότερα σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παρ. 2 του εν λόγω άρθρου η έγκληση γίνεται απ' ευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών αλλά και τους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα, είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητος μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέως πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή, ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητος προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της εγκλήσεως. Κατά το άρθρο 18 παρ. 1 Ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών, όπως αυτός εκωδικοποιήθη με το Β.Δ 174/1963 "Η ανώνυμος εταιρεία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως υπό του Διοικητικού αυτής Συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", και την παρ. 2 αυτού " Το καταστατικόν δύναται να ορίση, ότι εν η πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρείαν εν γένει ή εις ωρισμένου μόνον είδους πράξεις", κατά δε το άρθρο 22 παρ. 2 ιδίου Νόμου "Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν' αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρίας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", προς δε και την παρ. 3 του ιδίου άρθρου, όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 10 παρ. 4 Ν. 2339/1995 "Το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του Ν. 2190/1920 αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 Α.Κ. ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση της εταιρίας, δηλαδή του νομικού προσώπου της ανωνύμου εταιρίας, αφού καθορίζουν το όργανο που εκφράζει την βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στο δικαστήρια και αποφασίζει για την διοίκηση της εταιρίας και την διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τοιούτο όργανο ορίζεται (18 παρ. 1) το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο (22 παρ. 3) είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω Ν. 2190/1920 που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκαταστάσεως του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπον ώστε αυτή, να είναι νόμιμη, μόνο εφ' όσον διενεργείται με βάση μία εξ αυτών των διατάξεων. Το άρθρο 18 αναφέρεται αποκλειστικώς στην εξουσία εκπροσωπήσεως της ΑΕ. Επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρίας να ορίσει ότι εν ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν (δικαστικώς ή εξωδίκως) την εταιρία γενικώς ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχειρίσεως, όσο και την εκπροσώπηση της εταιρίας. Αντιθέτως όμως προς το άνω άρθρο 18 παρ. 2, το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασισθεί από το διοικητικό συμβούλιο μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3 μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή διευθυντές της εταιρίας. Προϋποθέτει όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας (Ολ. ΑΠ 1096/1976). Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο το όργανο της εταιρίας, δηλαδή το διοικητικό συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 ΑΚ προβλεπομένης αντιστοίχως πληρεξουσιότητος ή εντολής. Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρίας δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητος ή εξουσιοδοτήσεως και βεβαιώσεως του γνησίου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ. της εταιρίας, όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή εγκλήσεως ή για την δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση όμως που το διοικητικό συμβούλιο της ΑΕ, για την υλοποίηση σχετικής αποφάσεώς του, αναθέσει σε τρίτον, ως προς τον οποίον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 Ν. 2190/1920, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστου αξιοποίνου πράξεως που ετελέσθη εις βάρος της εταιρίας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλούς πληρεξούσιος-εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικόν του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει την σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζομένη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητος της υπογραφής του "εντολέως", και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 4/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επισκοπούνται παραδεκτώς για την έρευνα της βασιμότητος του λόγου της αναιρέσεως, η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου Χγια το αδίκημα της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής κατ' εξακολούθηση, ησκήθη με την υποβολή εγκλήσεως της εταιρίας υπό την επωνυμία "ΑΤΕ ΛΗΖΙΝΓΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ", έγκληση την οποίαν κατέθεσε την ... η ..., δια λογαριασμόν την εταιρίας αυτής, δυνάμει του, συνοδεύοντος αυτήν (έγκληση) προς νομιμοποίησή της, υπ' αριθμ. 131/5-12-2002 αποσπάσματος πρακτικού Διοικητικού Συμβουλίου της άνω εταιρίας. Το πρακτικόν αυτό υπέγραφεν ο Λ -Αντιπρόεδρος Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος της εγκαλούσης, του οποίου το γνήσιο της υπογραφής βεβαίωνε η δικηγόρος Αθηνών Σταυρούλα Αμπατζόγλου. Επίσης συνημμένα στην ανωτέρω έκγληση ήτο και α) το υπ' αριθμ. 865/4 Απριλίου 1991 ΦΕΚ Τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών κ' Εταιρειών Περιωρισμένης Ευθύνης, με αναφορά των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, πέντε τον αριθμό με τριετή θητεία, εις τα οποία δεν περιελαμβάνετο ο ανωτέρω Λ, και β) το υπ' αριθμ. πρωτ. ..., εκ δύο (2) σελίδων (καταφανώς) μη συνεχομένων, έγγραφον της Νομάρχου Αθηνών, που αναφέρει εις μεν την πρώτη σελίδα την καταχώριση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών στοιχείων της εγκαλούσης εταιρίας σε σχέση με την εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου από 17/6/2002 μεταξύ των οποίων και ο προαναφερθείς με την ιδιότητα του Αντιπροέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου Λ, εις δε την ετέραν σελίδα, κατά λέξη: "4) Προσλαμβάνουν το απαραίτητο για την εταιρία προσωπικό, απολύουν αυτό .....5) Συνάπτουν με οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου ή τραπεζικής εταιρίας ημεδαπής ή αλλοδαπής συμβάσεις δανείων οποιασδήποτε μορφής..... υπογράφουν τα σχετικά... δανειστικά συμβόλαια, αναλαμβάνουν χρήματα.... υπογράφουν κάτω από την εταιρική επωνυμία... ανοίγουν λογαριασμούς.....κινούν τους λογαριασμούς αυτούς... υποβάλουν πάσης μορφής αιτήσεις...6) Διορίζουν πληρεξούσιους Δικηγόρους ή άλλα πρόσωπα, στους οποίους να αναθέτουν την εκτέλεση οποιουδήποτε των άνω καθηκόντων και εξουσιών τους και γενικά να πράττουν παν ό,τι κατά το Νόμο και το καταστατικό επιτρέπεται για την επίτευξη των στόχων και του σκοπού της εταιρίας...". Εντεύθεν και μετά ταύτα δεν προσεκομίσθη κατά την υποβολήν της εγκλήσεως το καταστατικόν της εγκαλούσης, από το οποίο να προκύπτει ότι υπάρχει σχετική πρόβλεψη σ' αυτό που επιτρέπει στο διοικητικό συμβούλιο την κατά το άρθρο 22 παρ. 3 μεταβίβαση των εξουσιών του σε τρίτους, ούτε άλλωστε και από το άνω έγγραφο της Νομάρχου Αθηνών, προκύπτει σχετικό τι αφού αυτό δεν αναφέρει ότι το καταστατικό επιτρέπει στα μνημονευόμενα μέλη του Δ.Σ. να μεταβιβάζουν τις εξουσίες τους εν όλω ή εν μέρει, μεταξύ των οποίων και την εκπροσώπηση της εταιρίας σε εν ή πλειόνα πρόσωπα μέλη του ή τρίτους. Υπό τα δεδομένα αυτά πρόδηλον τυγχάνει ότι η ανωτέρω, και με όσα έχουν εις την μείζονα σκέψη αναπτυχθεί, ενήργησεν ως απλούς εντολοδόχος του Δ.Σ. της ΑΕ προς εκτέλεση της συγκεκριμένης πράξεως που της ανετέθη και όχι ως υποκατάστατος του ΔΣ αυτής (ως όργανο εκπροσωπήσεως της ΑΕ), για την υποβολή, ήτοι, της εγκλήσεως και συνεπώς ήτο αναγκαίο το εξουσιοδοτικό της έγγραφο (πρακτικό 131/2002), το οποίον υπεβλήθη μαζί με την έγκληση να φέρει τις υπογραφές όλων των εντολέων-μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, με βεβαίωση της γνησιότητος της υπογραφής όλων από Αρχή ή δικηγόρο, κατά το άρθρο 42 παρ. 2 ΚΠΔ, όπερ δεν συμβαίνει ενταύθα. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η έλλειψη αυτή δεν καλύπτεται από το σχετικό πεντασέλιδο από 19/1/2010 έγγραφο, (που προσκομίζεται νυν, μετ' αίτηση του αναιρεσείοντος εισαγγελέως), με δυο σελίδες ενός καταστατικού και με αναφερόμενο "άρθρο 20" αυτού, αφού δεν προκύπτει ότι πρόκειται περί καταστατικού ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο (20/12/2002), εκ μόνης της επισημειώσεως, εις την προτελευταία σελίδα του εγγράφου, της Νομαρχίας Αθηνών, ότι είναι "ακριβές φωτοαντίγραφο εκ του ισχύοντος καταστατικού όπως τροποποιήθηκε από την Γ.Σ. της 24/12/2001 που εγκρίθηκε και καταχωρήθηκε στα Μητρώα ΑΕ την 27/6/2002". Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδος δικάσαν κατ' έφεση και με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 4706/2009 απόφασή του έκρινεν ότι η έγκληση, περί ης εδώ ο λόγος, δεν υπεβλήθη νομοτύπως και εκήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη για την πράξη της παραβάσεως του άρθρου 79 Ν. 5960/1933, κατά του κατηγορουμένου Χ, δεν υπερέβη την εξουσία του. Κατ' ακολουθίαν η κρινομένη αναίρεση του Εισαγγελέως Αρείου Πάγου πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 4/21 Ιανουαρίου 2010 αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4706/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρα 505 § 2 και 473 § 3 ΚΠΔ. Ο Εισαγγελέας Αρείου Πάγου ζητεί την αναίρεση οιασδήποτε αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου, επομένως και κατ' αυτής που κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη, λόγω μη υπάρξεως εγκλήσεως. Άρθρο 79 § 1 Ν. 5960/1933 "περί επιταγής". Άρθρο 18 § 1 Ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών". Πως εκπροσωπείται η ανώνυμος εταιρία. Άρθρα 65, 67 και 68 ΑΚ και άρθρο 22 § 3 Ν. 2190/1920. Πότε υποκατάσταση του Δ.Σ. της ΑΕ. Δεν είναι νόμιμη με εξωεταιρική συμφωνία. Όταν δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 § 2 ή 22 § 3, το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο το ΔΣ ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του ΔΣ, αλλ' ενεργεί κατ' άρθρα 211 και 713 ΑΚ. Ο υποκατάστατος δεν έχει ανάγκη βεβαιώσεως του γνησίου της υπογραφής των μελών του ΔΣ της εταιρίας για να υποβάλει έγκληση ή δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής. Ο απλός εντολοδόχος - πληρεξούσιος της εταιρίας για να υποβάλει έγκληση πρέπει να έχει πρακτικό με την υπογραφή των μελών του ΔΣ, άλλως απαράδεκτη η ποινική δίωξη. Απορρίπτει αίτηση.
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση, Ανώνυμη εταιρία.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1245/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Γλυκό περί αναιρέσεως της 550/2009 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Χατζηαποστόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκιδικής, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαΐου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 900/09. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 333 παρ. 3 του ΚΠΔ αν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας λάβει το λόγο ο εισαγγελέας ή ο δημόσιος κατήγορος ή ένας από τους διαδίκους έχουν το δικαίωμα να λάβουν το λόγο και οι υπόλοιποι διάδικοι, ο δε κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του έχουν το δικαίωμα να μιλούν πάντοτε τελευταίοι, πλην για να επέλθει απόλυτη ακυρότητα 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ στην περίπτωση αυτή πρέπει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του να ζητήσουν το λόγο και ο διευθύνων της συζήτηση να τους το αρνηθεί, οπότε απαιτείται πλέον προσφυγή σε όλο το δικαστήριο κατά της άρνησης αυτής. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα, η οποία καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση 550/2009 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής για εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη και απειλή ισχυρίζεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο διότι, όταν έλαβε ο λόγο ο εισαγγελέας και πρότεινε να αναβληθεί η υπόθεση προκειμένου να εμφανισθεί στο ακροατήριο η παριστάμενη δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της πολιτικώς ενάγουσας δεν δόθηκε και στην αναιρεσείουσα ή το συνήγορό της ο λόγος επί της προτάσεως αυτής. Από τα πρακτικά όμως της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι μετά την πρόταση του εισαγγελέα να προσέλθει η πολιτικώς ενάγουσα δόθηκε ο λόγος στην πληρεξούσια δικηγόρο της όχι όμως και στην κατηγορουμένη ή τον συνήγορό της, οι οποίοι πάντως δεν τον ζήτησαν και ως εκ τούτου δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Α' ΚΠΔ περί απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να έχουν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατά δε τη διάταξη του τρίτου εδαφίου του άνω άρθρου 139 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 εδ. β' του ν. 2408/1996 και ισχύει από 4-6-1996, αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Συνεπώς, και η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, μολονότι η κρίση του δικαστηρίου για το αν πρέπει ή όχι να αναβληθεί η δίκη είναι ανέλεγκτη, πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, άλλως ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι το δικαστήριο απέρριψε αναιτιολόγητα την πρόταση της εισαγγελέως για αναβολή της υποθέσεως προκειμένου να προσέλθει και εξεταστεί ως μάρτυρας η πολιτικώς ενάγουσα, η οποία παρίστατο δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της. Από την επισκόπηση όμως των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης μετά την απολογία, της κατηγορουμένης η εισαγγελέας της έδρας πρότεινε να προσέλθει η πολιτικώς ενάγουσα, το δε δικαστήριο αποφάσισε την πρόοδο της δίκης χωρίς να διαλάβει κάποια αιτιολογία. Έτσι όμως, όπως διατυπώθηκε το σχετικό αίτημα της εισαγγελέως ήταν εντελώς αόριστο διότι από τα πρακτικά δεν προκύπτει αν υπέβαλε αίτημα αναβολής ή διακοπής της δίκης (αρθρ. 352 παρ. 2, 353 παρ. 3 ΚΠΔ αντίστοιχα) και κατά συνέπεια το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει αιτιολογημένα στο αίτημα αυτό. Όθεν, ο εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 171 ΚΠΔ, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου επέρχεται ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ επέρχεται μόνο όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 του ίδιου Κώδικα ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής. Κατά δε το άρθρο 84 ΚΠΔ η δήλωση παραστάσεως πρέπει να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υπόθεσης για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, δηλαδή αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η δήλωση δε αυτή όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα παραπάνω στοιχεία αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από την παράσταση της πολιτικώς ενάγουσας διότι στη δήλωσή της δεν διευκρινίζει αν παρέστη για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή για αποκατάσταση υλικής ζημίας. Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι από τα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης προκύπτει ότι η πολιτικώς ενάγουσα παρέστη για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και δεν ήταν αναγκαίο τούτο να διαλαμβάνεται και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1. στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 550/2009 απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκιδικής, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται κατ' είδος δέχτηκε ανελέγκτως ότι επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τις μαρτυρίες των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με την απολογία της κατηγορουμένης, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά για την κρινόμενη υπόθεση: Η εγκαλούσα, Ψ, αρκετό χρονικό διάστημα πριν τις 18.6.2008, διατηρούσε (και συνεχίζει να διατηρεί) αισθηματικό δεσμό με τον σύζυγο της κατηγορουμένης, ..., γυναικολόγο, ο οποίος έχει ιατρείο στα .... Την κατηγορουμένη, επίσης ιατρό (παιδοχειρούργο), που υπηρετεί στο Κ.Υ. ..., η εγκαλούσα την γνώριζε μόνο εξ όψεως, δεδομένου ότι πριν το περιστατικό της 18η.6.2008 που αναφέρεται παρακάτω, είχαν συναντηθεί στην εξοχική κατοικία του ζευγαριού. Στις 18.6.2008 και περί ώρα 15.55' περίπου, η κατηγορουμένη πήγε μόνη της στην οικία της εγκαλούσας, που βρίσκεται στα ..., και η τελευταία, αφού την αναγνώρισε, της άνοιξε την πόρτα της οικίας της και η κατηγορουμένη εισήλθε εντός αυτής. Αμέσως μετά η κατηγορουμένη επιτέθηκε στην εγκαλούσα σέρνοντας την από τα μαλλιά στον καναπέ και δαγκώνοντας την στην ωμοπλάτη, ενώ της απηύθυνε και την εξής απειλητική φράση: "θα χώσω ένα σουβλί στο μουνί σου και θα σε πηδήξουν και οι τρεις. Και μετά θα σε καταστρέψω". Η εγκαλούσα στη συνέχεια μετέβη με τη φίλη της ... με στο Κ.Υ. Ν. ... προκειμένου να τις παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες (βλ. και τη με αριθ.πρωτ.783/19.6.2008 ιατρική βεβαίωση του Κ.Υ. Ν. ...). Ο (όψιμος) ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα δεν ήταν δυνατόν να βρίσκεται στη κατοικία της εγκαλούσας, δεδομένου ότι αυτή επισκέφτηκε την ώρα εκείνη την ασθενή της ... (και στη συνέχεια την ασθενή Λ), η οποία επιβεβαίωσε ένορκα τους ισχυρισμούς της αυτούς, δεν κρίνεται πειστικός από το δικαστήριο, δεδομένου ότι η μάρτυρας αυτή περιέπεσε σε αντιφάσεις κατά τη κατάθεσή της στο ακροατήριο σε σχέση με την κατάθεσή της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθόσον ενώ στη κατάθεση της στο πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρει ότι ήρθε η κατηγορουμένη στο σπίτι της στις 15.30 για να της φέρει τις πατερίτσες της και φάγανε και ήπιανε καφέ και έμεινε μέχρι της 16.30', στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου κατέθεσε ότι γνώριζε την κατηγορουμένη μόνο ως γιατρό (δεν είχαν δηλαδή φιλικές σχέσεις) και την επισκέφτηκε μόνο για να της φέρει τις πατερίτσες της, χωρίς να φάνε και πιούνε καφέ. Πέραν τούτου η κατηγορουμένη, κατά την απολογία της, την επόμενη ημέρα του συμβάντος (19.6.2008), αρνείται γενικά την κατηγορία και ουδέν περιστατικό περί των ανωτέρω ιατρικών επισκέψεων της καταθέτει για να στοιχειοθετήσει το "άλλοθί" της. Για τις επισκέψεις της στις προαναφερόμενες ασθενείς της κάνει λόγο το πρώτον το Σεπτέμβριο του 2008 (22.9.2008), κατά τη διαδικασία ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Η υπόθεση εξάλλου της κατηγορουμένης, ότι ο σύζυγός της είναι αυτός που υποκινεί την εγκαλούσα να καταθέσει τα όσα ψευδώς αναφέρει στην μήνυση της, προκειμένου να λερωθεί το ποινικό της μητρώο, ή το ότι της είπε ότι "Αυτή η γυναίκα αυτή είναι σατανική και θα σε βάλει στη φυλακή. Θα σε διώξουν από το Ε.Σ.Υ. και σου έχει έτοιμο γωνιακό κρεβάτι στο ψυχιατρείο", είναι θέσεις και κρίσεις που δεν παρέχουν επαρκή και πειστική εξήγηση, κατά τη κρίση του παρόντος δικαστηρίου, για το λόγο για τον οποίο η εγκαλούσα υπέβαλε τη μήνυση της με το ανωτέρω περιεχόμενο σύμφωνα με την κατηγορουμένη. Για τους λόγους αυτούς θα πρέπει, απορριπτόμενων των ισχυρισμών που προέβαλλε η κατηγορουμένη, να κηρυχθεί αυτή ένοχη των πράξεων της απειλής και της εντελώς ελαφριάς σωματικής βλάβης για τις οποίες κατηγορείται. Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα των αξιοποίνων πράξεων της απειλής και εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης και της επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης σαράντα (40) ημερών. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών. Επίσης περαιτέρω εκτίθενται σε αυτήν τα αποδεικτικά μέσα τα οποία μνημονεύονται κατ' είδος και ότι ελήφθησαν όλα υπόψη για την κρίση περί της ενοχής της όπως επίσης και οι νομικοί συλλογισμοί βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή των πραγματικών τούτων περιστατικών στις διατάξεις των άρθρων 333 και 308 παρ. 1 β ΠΚ, που εφαρμόστηκαν. Ειδικότερα, η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το δικαστήριο δεν προέβη σε συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση της εξετασθείσας στο ακροατήριο μάρτυρος Λ είναι αβάσιμη γιατί από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω, το δικαστήριο αιτιολόγησε πλήρως τη συνδρομή στο πρόσωπο της κατηγορουμένης των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων αμφοτέρων των άνω πράξεων αφού δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα απηύθυνε στην παθούσα πολιτικώς ενάγουσα την απειλητική φράση "θα χώσω ένα σουβλί στο μουνί σου και θα σε πηδήξουν και οι τρεις", η οποία και εμποίησε στην τελευταία τρόμο και ανησυχία, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού. Εξάλλου δε κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης προκάλεσε σε αυτή σωματική κάκωση δαγκώνοντάς την στην αριστερή πλευρά της ωμοπλάτης προκαλώντας της εκδορά εξωμικής χώρας. Συνεπώς οι περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ τέταρτος, πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγοι της αναίρεσης είναι. αβάσιμοι. Συνακολούθως η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας Ψ και στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-05-2009 αίτηση της Χ, κατοίκου ... για αναίρεση της 550/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και τη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας λάβει το λόγο ο εισαγγελέας ή ένας από τους διαδίκους έχουν το δικαίωμα να λάβουν το λόγο και οι υπόλοιποι διάδικοι, ο δε κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχουν το δικαίωμα να μιλούν πάντοτε τελευταίοι, πλην για να επέλθει απόλυτη ακυρότητα πρέπει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του να ζητήσουν το λόγο και ο διευθύνων τη συζήτηση να τους το αρνηθεί, οπότε απαιτείται πλέον προσφυγή σε όλο το δικαστήριο κατά της άρνησης αυτής. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να έχουν όλες οι δικαστικές αποφάσεις, συνεπώς και η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει το αίτημα αναβολής. Η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής περιλαμβάνει έκθεση αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση. Η δήλωση αυτή στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο και κατά το μέτρο που έγινε από αυτό δεκτή. Περιστατικά. Απορρίπτει αίτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Πολιτική αγωγή, Αναβολής αίτημα.
1
Αριθμός 1243/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Γεράγγελο, περί αναιρέσεως της 538/2009 αποφάσεως του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου (Τριμελούς). Το Αναθεωρητικό Δικαστήριο (Τριμελές), με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 571/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ.1, 174 παρ.2, 320 παρ. 2, 321 παρ.1 στοιχ. δ' και 4 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που προβλέπει την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται. Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται αν, εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη, εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή. Στα άρθρα του ποινικού νόμου, που πρέπει να περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα, δεν περιλαμβάνονται και εκείνα που περιέχουν γενικούς ορισμούς, όπως είναι οι διατάξεις του γενικού μέρους που προβλέπουν τους λόγους μείωσης των ποινών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 32 περ. α του ν. 2287/1995 "Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας", "όποιος κηρύσσεται ανυπότακτος, σύμφωνα με το νόμο για τη στρατολογία, τιμωρείται σε ειρηνική περίοδο, με φυλάκιση μέχρι δύο ετών". Το άρθρο αυτό αποτελεί "χωλό" ποινικό νόμο, αφού δεν προσδιορίζει τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ανυποταξίας, αλλά παραπέμπει στις ισχύουσες, κάθε φορά, νομικές διατάξεις για τη στρατολογία. Κατά το χρόνο εκδόσεως του νόμου αυτού, την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος ρύθμιζαν οι διατάξεις του άρθρου 17§§1, 2 και 3 του ν. 1763/1988, κατά τις οποίες: "1. Ανυπότακτοι κηρύσσονται όσοι, μετά από γενική ή ειδική πρόσκληση για κατάταξη στις Ένοπλες Δυνάμεις, δεν εμφανίζονται στις ορισμένες ημερομηνίες ή προθεσμίες στις μονάδες κατάταξης. 2. Η ανυποταξία αρχίζει από την επόμενη της τελευταίας ημερομηνίας κατάταξης και διακόπτεται: α) Με τη συμπλήρωση του πεντηκοστού έτους της ηλικίας. β) Με την κατάταξη στις Ένοπλες Δυνάμεις. 3. Ως κατάταξη για τη διακοπή της ανυποταξίας θεωρείται επίσης: α) Η σύλληψη του ανυπότακτου. β) Η παρουσίαση του ανυπότακτου σε στρατιωτική ή αστυνομική αρχή". Στη συνέχεια, οι παρ.2 και 3 του άνω νόμου αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 13 του ν. 2510/1997 ως εξής: "2. Η ανυποταξία αρχίζει από την επομένη της οριζόμενης ημέρας κατάταξης ή, εφόσον ορίζεται προθεσμία κατάταξης, από την επομένη της τελευταίας ημέρας. Οι περί προθεσμιών διατάξεις του Αστικού Κώδικα δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση. 3. Η ανυποταξία διακόπτεται: α. Με τη συμπλήρωση του πεντηκοστού έτους της ηλικίας του ανυπότακτου. β. Με την κατάταξη στις Ένοπλες Δυνάμεις. γ. Με τη σύλληψη για την ανυποταξία. δ. Με την παρουσίαση του ανυπότακτου στην αρμόδια στρατιωτική δικαστική αρχή. ε. Με την κρίση του ανυπότακτου, από την αρμόδια υγειονομική επιτροπή των Ενόπλων Δυνάμεων, ως ακατάλληλου για στράτευση ή με τη χορήγηση αναβολής κατάταξης για λόγους υγείας". Τέλος, εκδόθηκε ο ευμενέστερος ν. 3421/2005, με το άρθρο 51§§1, 2 και 3 του οποίου ορίζεται ότι: "1. Ανυπότακτοι κηρύσσονται όσοι, μετά από γενική ή ειδική πρόσκληση για κατάταξη στις Ένοπλες Δυνάμεις, δεν κατατάσσονται στις ορισμένες ημερομηνίες ή προθεσμίες στις μονάδες κατάταξης. 2. Η ανυποταξία αρχίζει από την επόμενη της οριζόμενης ημέρας κατάταξης ή, εφόσον ορίζεται προθεσμία κατάταξης, από την επόμενη της τελευταίας ημέρας. Δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση οι περί προθεσμιών διατάξεις του Αστικού Κώδικα. 3. Η ανυποταξία διακόπτεται: α. Με τη συμπλήρωση του τεσσαρακοστού πέμπτου έτους της ηλικίας του ανυπότακτου. β. Με την κατάταξη στις Ένοπλες Δυνάμεις. γ. Με τη σύλληψη για την ανυποταξία. δ. Με την παρουσίαση του ανυπότακτου σε στρατιωτική δικαστική αρχή ή στο στρατολογικό γραφείο για τη διακοπή της ανυποταξίας του. ε. Με την κρίση του ανυπότακτου, από την αρμόδια υγειονομική επιτροπή των Ενόπλων Δυνάμεων, ως ακατάλληλου για στράτευση (Ι/5) ή με τη χορήγηση αναβολής κατάταξης για λόγους υγείας". Η ισχύς του τελευταίου νόμου, κατά το άρθρο 90 αυτού, άρχισε, ως προς τις ανωτέρω διατάξεις, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (13.12.2005). Ως περιέχων δε ευμενέστερες διατάξεις από τον προηγούμενο ν. 1763/1988, όπως ίσχυε αυτός μετά τις τροποποιήσεις από τον ν.2510/1997, αφού ρυθμίζει τις προϋποθέσεις διακοπής της ανυποταξίας κατά τρόπο επιεικέστερο, καταλαμβάνει, κατ` άρθρο 2§1 ΠΚ, και τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 538/2009 του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για ανυποταξία σε ειρηνική περίοδο, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, σε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών, ανασταλείσα ή, για την περίπτωση άρσεως ή ανακλήσεως της αναστολής, μετατραπείσα σε χρηματική προς 10 ευρώ ημερησίως. Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, αυτός, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, προέβαλε την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, μεταξύ άλλων, γιατί: "Δεν γίνεται σε αυτό μνεία της διάταξης του νόμου που περιγράφει το πιο πάνω αδίκημα, άλλως γίνεται μνεία λανθασμένης διάταξης. Το άρθρο 32 ΣΠΚ αποτελεί "χωλό" ποινικό νόμο, αφού δεν προσδιορίζει τους συστατικούς όρους του εγκλήματος της ανυποταξίας αλλά παραπέμπει προς τούτο σε άλλη πηγή. Το προσβαλλόμενο Κλητήριο Θέσπισμα ως τέτοια πηγή αναφέρει το άρθρο 51 του Ν.3421/05 "περί Στρατολογίας των Ελλήνων", δεχόμενο συνάμα ότι το αδίκημά μου τελέστηκε από 28-5-02 έως την 20-11-05. Όμως ο προαναφερόμενος νόμος 3421/05 ισχύει από 13-12-05 (ΦΕΚ 302/05) και δεν μπορεί να εφαρμοστεί αναδρομικά (άρθρα 1 και 2 ΙΙΚ). Συνεπώς, καθόν χρόνο τελέστηκε η ανυποταξία μου, ίσχυε προφανώς άλλος νόμος ο οποίος περιέγραφε το αδίκημα αυτό. Ποιος είναι αυτός ο νόμος; Δεν αναφέρεται στο Κλητήριο Θέσπισμα, με αποτέλεσμα να μην μπορώ να προετοιμάσω κατάλληλα την υπεράσπισή μου". Όμως, ορθά στο κλητήριο θέσπισμα γίνεται μνεία του άρθρου 51 του Ν.3421/2005, αφού αυτό, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, περιλαμβάνει ευμενέστερες διατάξεις από τους προηγουμένους νόμους, και, επομένως, καταλαμβάνει και την πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, και ορθά το Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, ότι, δηλαδή: "Πράγματι, την 28-5-2002, κατά τη διάρκεια της φερόμενης ως τελεσθείσας από τον κατηγορούμενο πράξης ίσχυε ο Ν. 1763/88. Εν τούτοις, η διάταξη του προϊσχύσαντος είναι πανομοιότυπη με αυτή του ισχύοντος νόμου (Ν.3421/05), δεδομένου ότι ο νέος νόμος δεν άλλαξε κάτι ως προς τις προϋποθέσεις κήρυξης σε ανυποταξία αλλά ρύθμισε διαφορετικά κάποια ειδικότερα θέματα (εισάγοντας για παράδειγμα ευνοϊκές ρυθμίσεις για τους παλιννοστούντες ή τους στρατευσίμους που υπερέβησαν το 35° έτος της ηλικίας). Κατ' ακολουθία, δεν δημιούργησε για το συγκεκριμένο κατηγορούμενο ούτε ευμενέστερη ούτε δυσμενέστερη κατάσταση. Συνεπώς, με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος, εν πάση περιπτώσει, γνώριζε το αδίκημα για το οποίο παραπέμφθηκε, στο δε κλητήριο θέσπισμα διαλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα τα επιμέρους πραγματικά περιστατικά που το θεμελιώνουν αντικειμενικά και υποκειμενικά, επιτυγχάνεται ο σκοπός του να έχει πλήρη γνώση της αποδιδόμενης κατηγορίας, ώστε να είναι σε θέση να προετοιμάσει την υπεράσπιση του, έστω και αν αγνοούσε τον στρατολογικό νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης του. Με άλλα λόγια η συγκεκριμένη πλημμέλεια δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τον αποστερεί των οιωνδήποτε υπερασπιστικών του δικαιωμάτων". Κατ` ακολουθίαν, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Η ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 82 παρ.3 του ΠΚ, το ποσό της μετατροπής της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο (κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του ίδιου άρθρου) καθορίζεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, αφού ληφθεί υπόψη η οικονομική κατάσταση του καταδικασμένου. Το ποσό της μετατροπής της παραπάνω ποινής καθορίζεται, ως προς το κατώτατο και το ανώτατο όριό του, από την ίδια διάταξη, σύμφωνα δε με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, μπορεί να αυξομειώνονται τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 3 ποσά μετατροπής των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών. Κατ' εξουσιοδότηση της προμνησθείσας διατάξεως, είχαν εκδοθεί κατά το παρελθόν οι υπ' αριθμ. 134423 α οικ/8-12-1992 και 58554/19-6-2006 κοινές αποφάσεις των ως άνω Υπουργών, με τις οποίες αναπροσαρμόστηκαν, αντίστοιχα, τα ποσά της μετατροπής κάθε ημέρας φυλάκισης σε 1500 έως 20.000 δρχ. (και, κατόπιν της αντικαταστάσεως της δραχμής από το ευρώ, σε 4,40 έως 59,00 ευρώ) και σε 5,00 έως 59,00 ευρώ, αντιστοίχως. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 50492/2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 1112/Β/13-6-2008), με τίτλο "αναπροσαρμογή των ποσών της μετατροπής των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών", που άρχισε να ισχύει μετά 15νθήμερο, δηλαδή από τις 28-6-2008, και με την οποία αναπροσαρμόστηκε το ποσό της μετατροπής κάθε ημέρας ποινής φυλάκισης σε δέκα (10,00) έως εξήντα (60.00) ευρώ. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι το δικαστήριο πρέπει μεν να εφαρμόσει, ως προς τη μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής, την υπουργική απόφαση που ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξης, δεν υποχρεούται, όμως, να μετατρέψει αυτήν με το ελάχιστο όριο του υπολογισμού της μετατροπής, αλλά θα καθορίσει το ποσό αυτής με βάση την οικονομική κατάσταση του καταδικασμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο, αναφορικά με τη μετατροπή, για την περίπτωση ανακλήσεως ή άρσεως της αναστολής, της επιβληθείσας ποινής των οκτώ (8) μηνών στον αναιρεσείοντα, διέλαβε, στην προσβαλλόμενη απόφαση, την εξής αιτιολογία: "Επειδή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 82 παρ. 1 του ΠΚ, "Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που δεν υπερβαίνει το έτος, μετατρέπεται σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο". Επειδή το Δικαστήριο για τον προσδιορισμό του ποσού της μετατροπής λαμβάνει υπόψη του την οικονομική κατάσταση του καταδικασμένου, η οποία είναι μέτρια, πρέπει να καθορίσει το ποσό της μετατροπής σε δέκα ΕΥΡΩ (10 €) για κάθε μία ημέρα φυλακίσεως". Με αυτά που δέχθηκε, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του, ως προς τη μετατροπή της ποινής που επέβαλε στον αναιρεσείοντα, την απαιτούμενη από την ως άνω διάταξη του άρθρου 82§3 ΠΚ ειδική αιτιολογία, αφού ρητά αναφέρει ότι έλαβε υπόψη του την οικονομική κατάσταση του καταδικασθέντος, χωρίς, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να είχε υποχρέωση να υπολογίσει κάθε ημέρα φυλακίσεως με το ελάχιστο όριο των 4,40 ευρώ που προβλεπόταν από την κατά το χρόνο τελέσεως της πράξης κ.υ.α. 134423 α ΟΙΚ/8-12-1992, ενώ, από την επισκόπηση της αποφάσεως, δεν προκύπτει ότι προέβη στον υπολογισμό με βάση την δυσμενέστερη κ.υ.α. 50.492/2008, την οποία σε κανένα σημείο δεν μνημονεύει. Επομένως, ο δεύτερος (τελευταίος), από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και δη γιατί το Δικαστήριο της ουσίας δεν εφήρμοσε την ευμενέστερη διάταξη του άρθρου 82§3 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με την υπ' αριθ. 50492/2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, και δεν μετέτρεψε την ποινή του προς 5 ευρώ ημερησίως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της, η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23 Μαρτίου 2010 (με αριθ. πρωτ. 2390/2010) αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 538/2009 αποφάσεως του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου (Τριμελούς). ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για ανυποταξία σε ειρηνική περίοδο. Το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που προβλέπει την πράξη. Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται αν, εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη, εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Ορθή μνεία στο κλητήριο θέσπισμα του άρθρου 51 του Ν.3421/2005. που ρυθμίζει την αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος (που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 32 ΣΠΚ), έστω και αν ο νόμος αυτός ίσχυσε μετά την τέλεση της πράξεως, γιατί περιέχει ευμενέστερες διατάξεις από τον μέχρι τότε ισχύοντα ν. 1763/1988, όπως οι § 2 και § 3 του αντιστοίχου άρθρου 17 αυτού τροποποιήθηκαν με το άρθρο 13 του ν. 2510/1997. Το δικαστήριο, ως προς τη μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής, εφαρμόζει την υπουργική απόφαση που ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξης, δεν υποχρεούται, όμως, να μετατρέψει αυτήν με το ελάχιστο όριο του υπολογισμού της μετατροπής, αλλά θα καθορίσει το ποσό αυτής με βάση την οικονομική κατάσταση του καταδικασμένου. Αιτιολογημένη μετατροπή ποινής προς 10 ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Απόρριψη αιτήσεως.
Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Νόμος επιεικέστερος, Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας, Κλητήριο θέσπισμα, Ακυρότητα σχετική, Ανυποταξία, Ποινής μετατροπή.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1244/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, 2) Χ2 συζ. Φ, κατοίκων ..., 3) Χ3 συζ. Ζ, κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Αλεξανδράκη και 4) Χ4 κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αλεξανδρή, περί αναιρέσεως της 405/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνλων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19 Φεβρουαρίου 2010, 19 Φεβρουαρίου 2010, 12 Φεβρουαρίου 2010 και 1η Μαρτίου 2010 αιτήσεις τους αναιρέσεως των κατηγορουμένων αντίστοιχα και στο από 23 Απριλίου 2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 360/10. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις των Χ1, Χ2 και Χ4 και να απορριφθεί η αίτηση της Χ3. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι 1) η υπ` αριθ. 57/19.2.2010 του Χ1, 2) η υπ` αριθ. 55/19.2.2010 της Χ2 συζ. Φ, 3) η υπ` αριθ. 56/19.2.2010 της Χ3 συζ. Ζ, και 4) η από 1.3.2010 και με αριθ. πρωτ. ... του Χ4 μετά των από 20/23.4.2010 προσθέτων αυτής λόγων, για αναίρεση της υπ` αριθ. 405/2010 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, όχι και εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, βλάβη της περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας την οποία είχε προ της διαθέσεως που προκλήθηκε με την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτήν. Βλάβη της περιουσίας υπάρχει έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις, εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος. Είναι αδιάφορος τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του παθόντος. Από δε τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή, αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 216. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 221 παρ. 1 εδ. α ΠΚ, "γιατροί, οδοντίατροι ....που εν γνώσει εκδίδουν ψευδείς πιστοποιήσεις, οι οποίες προορίζονται να παρέχουν πίστη σε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή σε μια ασφαλιστική επιχείρηση ή που μπορούν να ζημιώσουν έννομα και ουσιώδη συμφέροντα άλλου προσώπου τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης απαιτείται η χορήγηση από γιατρό, οδοντίατρο κ.λπ., με την επαγγελματική του αυτή ιδιότητα, εγγράφου πιστοποίησης σε ιδιώτη σχετικά με την κατάσταση της υγείας του ή για κάθε περιστατικό για το οποίο μέσα στον κύκλο των έργων του γιατρού κ.λπ. ο τελευταίος είναι αρμόδιος, που προορίζεται να παράσχει πίστη σε δημόσια κ.λπ. και η οποία είναι ψευδής, ο γιατρός κ.λπ. δε που την χορήγησε να τελούσε σε γνώση του ψευδούς περιεχομένου της. Η δε χρήση αυτής της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης από μεν τρίτο πρόσωπο προβλέπεται και τιμωρείται από την παράγραφο 2 εδ. α του άρθρου 221 ΠΚ, ενώ από τον ίδιο τον εκδόσαντα αυτήν συνιστά μη τιμωρητή υστέρα πράξη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 47 παρ. 1 ΠΚ, όποιος εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β` του προηγούμενου άρθρου παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, η οποία παρέχεται στον αυτουργό (χωρίς να είναι άμεση), εφόσον εκείνος που την παρέχει γνωρίζει ότι ο αυτουργός διαπράττει ορισμένο έγκλημα. Για την πράξη της απλής συνέργειας υποκειμενικά απαιτείται δόλος του συνεργού, ο οποίος συνίσταται στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης και στη βούληση ή αποδοχή να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωσή της. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 42§1 ΠΚ, κατά την οποία, όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρ. 83), προκύπτει ότι, για να υπάρξει απόπειρα του εγκλήματος της απάτης αρκεί ότι το έγκλημα αυτό δεν συντελέσθηκε μεν, πλην άρχισε η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασής του. Τέλος, οι πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση ή της ψευδούς ιατρικής πιστοποιήσεως συρρέουν αληθώς με την απάτη και ουδεμία απορροφά την άλλη, διότι κάθε μία είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από διαφορετικά περιστατικά, αφού ειδικότερα η επίτευξη της παραπλάνησης και της βλάβης στην περιουσία του παραπλανωμένου ή του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως τη απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία τη υποστάσεως ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο διαπράξεως της πλαστογραφίας ή της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης. Η απόπειρα, όμως, της απάτης και η χρήση πλαστού (ή νοθευμένου) εγγράφου, όταν τα με την απάτη παρασταθέντα σαν αληθινά ψευδή γεγονότα ταυτίζονται προς αυτά που συνιστούν τη χρήση του πλαστού εγγράφου, δεν είναι αυτοτελή εγκλήματα και η απόπειρα απάτης απορροφάται από τη χρήση του πλαστού, πράγμα που δεν συμβαίνει εάν επί της απόπειρας απάτης συντρέχουν και άλλες, διαφορετικές των προηγουμένων, ψευδείς παραστάσεις. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57§§1 και 3 του ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ` αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν, παρά την παραπάνω απαγόρευση, ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι παραβίαση του δεδικασμένου, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' του ΚΠΔ, υφίσταται όταν ο αμετακλήτως καταδικασθείς ή αθωωθείς καταδικάζεται για την ίδια ακριβώς πράξη και όχι για άλλη συρρέουσα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, εγγράφων της δικογραφίας, με την υπ` αριθ. 8556/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που έχει καταστεί αμετάκλητη, οι και τότε κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι: Ο Χ4 για ψευδείς ιατρικές πιστοποιήσεις κατ` εξακολούθηση, η Χ3 για ηθική αυτουργία κατ` εξακολούθηση σε ψευδείς ιατρικές πιστοποιήσεις και για χρήση ψευδών βεβαιώσεων και οι Χ2 και Χ1 για άμεση συνέργεια σε ψευδή ιατρική πιστοποίηση. Οι τελευταίοι, δια των πληρεξουσίων τους δικηγόρων, πρότειναν εγγράφως, ανέπτυξαν δε και προφορικώς, τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι η πράξη της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης, για την οποία καταδικάσθηκε ο Χ4, της ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή, για την οποία καταδικάσθηκε η Χ3, και της άμεσης συνέργειας στην πράξη αυτή, για την οποία καταδικάσθηκαν οι λοιποί, συρρέει φαινομενικώς κατ` ιδέαν με την απόπειρα απάτης, για την οποία καταδικάσθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση η Χ3 και με την απλή συνέργεια σε απόπειρα απάτης, για την οποία καταδικάσθηκαν οι λοιποί, αφού πρόκειται για πράξεις που στοιχειοθετούνται από τα ίδια ακριβώς πραγματικά περιστατικά και, επομένως, η ποινική δίωξη για την απόπειρα απάτης και την απλή συνέργεια σ` αυτήν έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη λόγω του δεδικασμένου που απορρέει από την παραπάνω απόφαση. Πλην, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, τα ως άνω εγκλήματα συρρέουν αληθώς και όχι φαινομενικώς κατ` ιδέαν και κανένα δεν απορροφά το άλλο, διότι καθεμιά πράξη είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από διαφορετικά περιστατικά, αφού ειδικότερα η επίτευξη της παραπλάνησης και της βλάβης στην περιουσία του παραπλανωμένου ή του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως τη απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία τη υποστάσεως ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο διαπράξεως της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης. Κατά συνέπειαν, ορθά, με την αυτή αιτιολογία, το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, και οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. ΣΤ ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως (τρίτος του Χ1, τρίτος της Χ2, δεύτερος της Χ3 και δεύτερος του Χ4), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του δεδικασμέ-νου που απορρέει από την ως άνω υπ` αριθ. 8556/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Αβάσιμος είναι ο αυτός λόγος της αναιρέσεως του Χ4 και κατά το σημείο με το οποίο πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απόρριψη του ειρημένου ισχυρισμού του για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (όσον αφορά το ζήτημα της συρροής των ανωτέρω πράξεων) και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 405/2010 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες τους μεν Χ1, Χ2 και Χ4 απλής συνέργειας κατ` εξακολούθηση σε απόπειρα απάτης, την δε Χ3απόπειρας απάτης κατ` εξακολούθηση και πλαστογραφίας με χρήση κατ` εξακολούθηση, από αυτούς δε τον Χ4 με τις ελαφρυντικές περιστάσεις ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια και ότι έδειξε καλή συμπεριφορά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, και τους καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 7 μηνών καθένα από τους Χ1 και Χ2, 3 μηνών τον Χ4 και συνολική ποινή φυλακίσεως 10 μηνών την Χ3, μετατραπείσα σε χρηματική προς 10 ευρώ ημερησίως για τον καθένα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκαν τα εξής: Η 3η κατηγορουμένη Χ3 γνώρισε τον 4° κατηγορούμενο Χ4 οδοντογιατρό μέσω της αδελφής της 2ης κατηγορουμένης Χ2 το γένος ... που ήταν δασκάλα του. Επικαλούμενη δε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και εκμεταλλευόμενη την γνωριμία τους τον έπεισε να εκδώσει ψευδείς ιατρικές πιστοποιήσεις που προορίζονταν να παράσχουν πίστη σε δημόσια αρχή. Στη συνέχεια, αφού έπεισε τους Χ1, Χ2, Λ και Ξ να της δώσουν τα βιβλιάριά τους μαζί με το δικό της τα προσκόμισε στον κατηγορούμενο Χ4 ο οποίος ανέγραψε τις αναφερόμενες στο διατακτικό εντολές για οδοντιατρικές εργασίες, στις οποίες έπρεπε καθένας των ανωτέρω να υποβληθεί. Εκμεταλλευόμενη δε την ιδιότητά της ως τμηματάρχη της Νομαρχίας Αθηνών, πέτυχε να εγκριθούν οι αναφερόμενες στις εντολές οδοντιατρικές εργασίες από τις ελέγκτριες του ΟΠΑΔ και στη συνέχεια ο Χ4 εξέδωσε τις σχετικές διπλότυπες αποδείξεις, ποσού 880 ευρώ καθεμιά και συνολικά 4.400 ευρώ, από τις οποίες προέκυπτε ότι είχαν εκτελεστεί οι αναφερόμενες στις εντολές οδοντιατρικές εργασίες και αυτός είχε εξοφληθεί από τους άνω πελάτες του. Μετά ταύτα, η κατηγορούμενη Χ3 υπέβαλε τις εγκριθείσες εντολές μαζί με τις αποδείξεις στην Νομαρχία Αν. Αττικής προκειμένου να εισπράξει τα χρήματα που αφορούσαν αυτές, όμως κατά τον έλεγχο που έγινε από την μάρτυρα ... προκλήθηκαν ερωτηματικά καθόσον οι φερόμενες ως εκτελεσθείσες εργασίες και δη οι εξαγωγές δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθούν στο χρονικό διάστημα των δύο μηνών ως αναφέρονταν και έλειπαν και κάποιες υπογραφές. Έτσι αυτές οι εργασίες δεν εγκρίθηκαν τελικά και διατάχθηκε περαιτέρω έρευνα και διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η τρίτη κατηγορουμένη υποβάλλοντας στα ελεγκτικά όργανα τις άνω εντολές εγκεκριμένες μαζί με τις αποδείξεις που είχε εκδώσει ο κατηγορούμενος Χ4 αν και γνώριζε ότι οι εργασίες δεν είχαν πραγματοποιηθεί και αυτές ήταν ψευδείς θέλησε να βλάψει την περιουσία του Δημοσίου με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος, πλην όμως η πράξη της δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική της θέληση αλλά γιατί κατά τον γενόμενο έλεγχο από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους διαπιστώθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά σχετικά με τις δήθεν πραγματοποιηθείσες οδοντιατρικές εργασίες και διατάχθηκε έρευνα και αυτές δεν πληρώθηκαν. Εξάλλου, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι οι λοιποί κατηγορούμενοι Χ4, Χ2 και Χ1 και Λ, οι οποίοι ήταν γνωστοί ή συγγενείς της γνώριζαν ότι αυτή επρόκειτο να τελέσει την πράξη της απάτης, η οποία από λόγους ανεξάρτητα της θέλησής τους δεν τελέσθηκε, πλην όμως ο μεν Χ4 έγραψε και υπέγραψε τις σχετικές εντολές στα βιβλιάρια των ανωτέρω και εξέδωσε διπλότυπες αποδείξεις περί εκτελέσεως αυτών και λήψεως δήθεν από τον ίδιο αμοιβής από τους παραπάνω αν και γνώριζε ότι ουδέποτε έγιναν αυτές οι οδοντιατρικές εργασίες και ουδεμία αμοιβή είχε λάβει, παρέχοντας με αυτό τον τρόπο βοήθεια σ' αυτήν, προκειμένου αυτή να υποβάλει τα άνω έγγραφα στον ΟΠΑΔ ως αληθινά και να αποκομίσει έτσι περιουσιακό όφελος 4.400 ευρώ σε βάρος της περιουσίας του, οι λοιποί δε αν και γνώριζαν τι επρόκειτο να πράξει με τα βιβλιάριά τους, δηλ. την πρόθεσή της να εξαπατήσει το Δημόσιο προκειμένου να αποκτήσει παράνομο περιουσιακό όφελος με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών σε βάρος της περιουσίας του Δημοσίου, εν γνώσει τους της χορήγησαν αρχικά τα βιβλιάρια υγείας τους και στη συνέχεια τα σχετικά αποκόμματα που αφορούσαν οι εν λόγω οδοντιατρικές εντολές, που είχαν ήδη εγκριθεί, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει για να αποκτήσει παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος του Δημοσίου, παρέχοντάς της με τον τρόπο αυτό βοήθεια στη διάπραξη του αδικήματος της απάτης, το οποίο όμως από λόγους ανεξάρτητους της θέλησής τους δεν πραγματώθηκε. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η Ξ νύφη της Χ3 της παρέδωσε το βιβλιάριο υγείας της, προκειμένου να αντικατασταθούν τα φύλλα συνταγών διότι τέλειωναν και η εν λόγω κατηγορουμένη εκμεταλλευόμενη το γεγονός της περιέλευσης του βιβλιαρίου στα χέρια της, εν αγνοία της δικαιούχου, το έδωσε στον Χ4 ο οποίος έγραψε και υπέγραψε τα 93,94 και 95/2002 αποκόμματα εντολής του βιβλιαρίου της με αρ. ... και στη συνέχεια αυτή έθεσε στην πίσω πλευρά κάθε εντολής στην θέση της υπογραφής του περιθαλπομένου κατ' α-πομίμηση και χωρίς την συναίνεση της Ξ την υπογραφή της και μαζί με τη διπλότυπη απόδειξη τα υπέβαλε στην Νομαρχία Αθηνών έτσι ώστε να φαίνεται ότι προέρχονται από τη νόμιμη δικαιούχο αυτών με σκοπό να εισπράξει το ποσό των 880 ευρώ της απόδειξης. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η γ κατηγορουμένη τέλεσε το αδίκημα της απόπειρας απάτης κατ' εξακολούθηση, χρησιμοποιώντας τα βιβλιάρια υγείας και τα σχετικά αποκόμματα των ανωτέρω και το δικό της καθώς και τις αποδείξεις με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος και ισόποση ζημία του Δημοσίου (ΟΠΑΔ). Όμως με το κατηγορητήριο παραπέμπεται για το αδίκημα της απόπειρας απάτης σχετικά με την χρησιμοποίηση του δικού της βιβλιαρίου και αυτού της Ξ και επειδή οι λοιπές πράξεις που δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη έχουν παραγραφεί, αυτή πρέπει να κηρυχθεί ένοχη απόπειρας απάτης κατ' εξακολούθηση σχετικά μόνο με την ίδια και την Ξ. Ομοίως πρέπει να κηρυχθεί ένοχη για το αδίκημα της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση με χρήση. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο Χ4, ο οποίος παρείχε άμεση συνδρομή στην γ κατηγορουμένη, αφού βεβαίωσε ψευδώς στα βιβλιάρια υγείας των ανωτέρω που του προσκόμισε η γ κατηγορουμένη ότι τε-λέστηκαν οι αναφερόμενες στο διατακτικό οδοντιατρικές εργασίες από τον ίδιο και ότι έλαβε δήθεν αμοιβή γι' αυτές έτσι ώστε με βάση τα αποκόμματα βιβλιαρίων και τις αποδείξεις να προσπαθήσει η γ κατηγορουμένη να περιποιήσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας του Δημοσίου, γεγονός που δεν συνέβη επειδή οι αρμόδιοι υπάλληλοι το αντιλήφθηκαν πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της άμεσης συνέργειας σε απόπειρα απάτης, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας, μη συντρεχούσης περιπτώσεως να μετατραπεί το αδίκημα της άμεσης συνέργειας σε απάτη στο αδίκημα του άρθρου 221 παρ ΠΚ και απορριπτόμενου επομένως του σχετικού ισχυρισμού. Περαιτέρω, ...". Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν τις πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκαν. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της απόπειρας απάτης κατ` εξακολούθηση, της πλαστογραφίας με χρήση κατ` εξακολούθηση και της απλής συνέργειας κατ` εξακολούθηση σε απόπειρα απάτης, για τα οποία πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26§1 α, 27§1, 42, 47§1, 94, 98, 216§1 και 386§1 α ΠΚ που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα: 1) Ως προς την απόπειρα απάτης κατ` εξακολούθηση: Παρατίθεται στην απόφαση α) ο σκοπός της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ3 να περιποιήσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος, β) η εν γνώσει αυτής παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ότι, δηλαδή, ενώ ήταν ασφαλισμένη του Δημοσίου, παρέστησε ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Νομαρχίας Αθηνών ότι είχαν ενεργηθεί από τον συγκατηγορούμενό της Χ4 στο πρόσωπό της, αλλά και στο πρόσωπο της Ξ οδοντιατρικές εργασίες αξίας ανά 880 €, προσκομίζοντας αποκόμματα εντολής υγειονομικής περιθάλψεως του βιβλιαρίου της και του βιβλιαρίου της τελευταίας και διπλότυπες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών του άνω συγκατηγορουμένου της, γ) βλάβη ξένης, ήτοι του Δημοσίου, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις ως άνω παραπλανητικές ενέργειες της αναιρεσείουσας και δ) ότι η πράξη της δεν ολοκληρώθηκε, γιατί οι αρμόδιοι υπάλληλοι διαπίστωσαν το ψευδές των ισχυρισμών της και δεν προέβησαν στην καταβολή του παραπάνω ποσού, ήτοι στην επιζήμια για το Δημόσιο συμπεριφορά. 2) Ως προς την πλαστογραφία με χρήση κατ` εξακολούθηση: Εκτίθεται ότι η ίδια αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη κατάρτισε πλαστά έγγραφα (έθεσε στα αποκόμματα εντολής υγειονομικής περίθαλψης του βιβλιαρίου της Ξ, κατ` απομίμηση, την υπογραφή της τελευταίας) με σκοπό την παραπλάνηση άλλων (των αρμοδίων υπαλλήλων της Νομαρχίας Αθηνών), με τη χρήση τους, για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομη συνέπεια (ότι, δηλαδή, το ως άνω πρόσωπο είχε υποβληθεί στις αναφερόμενες στα αποκόμματα οδοντιατρικές εργασίες και δικαιούτο να λάβει το ποσό που είχε καταβάλλει) και ότι, στη συνέχεια, έκανε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων, υποβάλλοντάς τα, μαζί με άλλα δικαιολογητικά, στους ως άνω υπαλλήλους προκειμένου να εκ-δοθεί το σχετικό ένταλμα πληρωμής. Και 3) ως προς την απλή συνέργεια κατ` εξακολούθηση σε απόπειρα απάτης κατ` εξακολούθηση: Εκτίθεται: α) Σε τι συνίστατο η συνδρομή, την οποία παρέσχον οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι Χ1και Χ2 στη συγκατηγορουμένη τους Χ3 (παράδοση αποκομμάτων εντολής υγειονομικής περιθάλψεως των βιβλιαρίων τους, στα οποία εμφανιζόταν ότι ο συγκατηγορούμενός τους Χ4 είχε εκτελέσει οδοντιατρικές εργασίες, καθώς και διπλότυπες αποδείξεις), προκειμένου αυ-τή να τελέσει το έγκλημα της απάτης, προσκομίζοντάς τα στους αρμοδίους υπαλλήλους της Νομαρχίας Αθηνών και παριστάνοντας ψευδώς ότι είχαν εκτελεσθεί οι εργασίες, ώστε να εισπράξει το ποσό των 880 € για κάθε βιβλιάριο, το οποίο τελικά, δεν της καταβλήθηκε, γιατί διαπιστώθηκε το ψευδές των ισχυρισμών της. Και β) σε τι συνίστατο η συνδρομή, την οποία παρέσχε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος Χ4 στην αυτή συγκατηγορουμένη του, υπο-γράφοντας αποκόμματα υγειονομικής περιθάλψεως βιβλιαρίων ασφαλισμένων (των λοιπών συγκατηγορουμένων του, καθώς και των Λ και Ξ) και εκδίδοντας διπλότυπες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, προκειμένου αυτή να τελέσει το έγκλημα της απάτης, όπως περιγράφεται ανωτέρω, το οποίο δεν ολοκληρώθηκε. Επομένως, οι από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως (δεύτερος, κατά τα πρώτο και τρίτο σκέλη του, και τέταρτος Χ1 και Χ2, πρώτος, κατά τα πρώτο και τρίτο σκέλη του, και τρίτος Χ3, πρώτος, τρίτος του κυρίου δικογράφου και πρώτος πρόσθετος Χ4), με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι αναιρεσείοντες Χ1, Χ2 και Χ4 αιτιώνται την προσβαλλομένη ότι, ενώ πρωτοδίκως είχαν καταδικασθεί για απλή συνέργεια σε απόπειρα απάτης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, καθ` υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510§1 στοιχ. Η ΚΠοινΔ), χειροτέρευσε τη θέση τους, αφού τους καταδίκασε για άμεση συνέργεια στην ως άνω πράξη, ο δε Χ4 και για έλλειψη, ως προς το σημείο αυτό, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νομίμου βάσεως λόγω αντιθέτων παραδοχών ως προς το είδος της συμμετοχής του μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως (πρώτος λόγος αναιρέσεως Χ1 και Χ2, πρώτος λόγος κυρίου δικογράφου και πρώτος πρόσθετος Χ4). Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, γιατί δεν δημιουργείται ασάφεια ως προς τη μορφή της συμμετοχής των άνω αναιρεσειόντων στο αδίκημα της απόπειρας απάτης κατ` εξακολούθηση στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, καθόσον από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο σαφώς δέχθηκε ότι η συμμετοχική δράση αυτών ήταν εκείνη της απλής συνέργειας (όπως, άλλωστε, ρητώς αναφέρει στο διατακτικό, όσον αφορά τον Χ4), η δε παρατεθείσα στο σκεπτικό και στο διατακτικό λέξη "άμεση" οφείλεται σε παραδρομή, όπως συνάγεται από το ότι, με την πρωτόδικη υπ` αριθ. 41350/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάσθηκαν αυτοί, κατά μετατροπή, ως προς τους Χ1 και Χ2, της κατηγορίας, για απλή συνέργεια στην απόπειρα απάτης, η δε συνδρομή, την οποία παρέσχον στη συγκατηγορουμένη τους Χ3 έγινε πριν από την τέλεση (και όχι κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση) της πράξης της απάτης που εκείνη αποπειράθηκε να διαπράξει, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 47§1 του ΠΚ, μνεία της οποίας (και όχι αυτής για την άμεση συνέργεια του άρθρου 46§1 στοιχ. β του ίδιου Κώδικα) γίνεται τόσο στην πρωτόδικη, όσο και στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, δεν τίθεται ζήτημα χειροτερεύσεως της θέσεως των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού δεν καταδικάσθηκαν για συμμετοχική δράση βαρύτερη από εκείνη, για την οποία καταδικάσθηκαν πρωτοδίκως. Η αιτίαση των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2 ότι στην προμετωπίδα (επιφυλλίδα) της αποφάσεως αναγράφονται αορίστως οι αξιόποινες πράξεις και, έτσι, δημιουργείται ασάφεια που δεν καλύπτεται από το σκεπτικό και το διατακτικό είναι αβάσιμη, γιατί στην προμετωπίδα, άνευ ανάγκης, αναγράφονται οι πράξεις για τις οποίες εισάγονται σε δίκη οι κατηγορούμενοι, η ένδειξη δε αυτή στερείται έννομης επιρροής, μη αποτελούσα τμήμα ούτε του σκεπτικού ούτε του διατακτικού της αποφάσεως. Η αιτίαση των αναιρεσειόντων Χ1, Χ2 και Χ3 ότι το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 42, 47§1 και 386 ΠΚ, τους καταδίκασε, καίτοι δεν υπήρχε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως της άμεσης συνέργειας (ως προς τους πρώτο και δεύτερη) και της ηθικής αυτουργίας (ως προς την τρίτη) σε ψευδή ιατρική πιστοποίηση, για την οποία είχαν καταδικασθεί, και της συνέργειας σε απόπειρα απάτης, για την οποία καταδικάσθηκαν, είναι αβάσιμη, για τον αυτό λόγο για τον οποίο κρίθηκε απορριπτέος και ο ισχυρισμός για το δεδικασμένο, αφού ουσιαστικά επαναφέρεται το ζήτημα της υπάρξεως ή μη αληθούς συρροής μεταξύ των εγκλημάτων της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης και της απόπειρας απάτης. Τέλος, η αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ4 (τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου) ότι το Δικαστήριο απέρριψε, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί μετατροπής της κατηγορίας για την πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε, σε εκείνην της διατάξεως του άρθρου 221§2 ΠΚ είναι αβάσιμη, γιατί ο ως άνω ισχυρισμός προβλήθηκε εντελώς αόριστα και, επομένως, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Παρά ταύτα, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με συνδυαστική αιτιολογία, αφού στο σκεπτικό της ταυτάριθμης παρεμπίπτουσας αποφάσεώς του έκρινε, και ορθά, ότι η χρήση της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης από τρίτο πρόσωπο προβλέπεται και τιμωρείται από την παρ. 2 α του άρθρου 221 ΠΚ, ενώ από τον ίδιο τον εκδόσαντα αυτήν συνιστά μη τιμωρητή υστέρα πράξη, στο δε κύριο σκεπτικό δέχθηκε ότι δεν συντρέχει περίπτωση να μετατραπεί το αδίκημα της άμεσης (ορθά: απλής) συνέργειας σε απάτη στο αδίκημα του άρθρου 221§2 ΠΚ. Η κατά τα προαναφερθέντα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 §2 ΠΚ αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ιδίου Κώδικα υπό την προϋπόθεση της προβολής του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α' και β', ήτοι το ότι ο υπαίτιος α) έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, και β) στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την ο-ποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι αναιρεσείοντες Χ1, Χ2 και Χ3 ζήτησαν, προφορικά, δια των πληρεξουσίων τους δικηγόρων, να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό τους οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84§2 περ. α' , οι δε δεύτερη και τρίτη και του άρθρου 84§2 περ. β' ΠΚ. Οι ισχυρισμοί αυτοί για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων προβλήθηκαν εντελώς αόριστα, αφού οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται κα-θόλου στοιχεία προς θεμελίωσή τους. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το Δικαστήριο δεν υπεχρεούτο, και μάλιστα αιτιολογημένα, να απαντήσει. Ως εκ περισσού δε τους απέρριψε με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ότι "οι κατηγορούμενοι έζησαν έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και κοινωνικό βίο μέχρι την τέλεση των πράξεων για τις οποίες κρίθηκαν ένοχοι, καθώς και ότι οι β και γ κατηγορούμενες ωθήθηκαν στην τέλεση των πράξεων αυτών από μη ταπεινά αίτια, μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή βρίσκονταν σε σχέση εξάρτησης". Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως (δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος, των Χ1 και Χ2 και πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος της Χ3), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών τους, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο αυτός λόγος της αναιρέσεως του Χ1, κα-τά το σημείο με το οποίο πλήττεται η απόφαση για αναιτιολόγητη απόρριψη του ισχυρισμού του περί αναγνωρίσεως και του ελαφρυντικού του άρθρου 84§2 περ. β' ΠΚ, είναι απαράδεκτος, γιατί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων αυτός δεν ζήτησε την αναγνώριση και του ελαφρυντικού αυτού. Κατά τη διάταξη του άρθρου 511 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 §5 του ν.3160/2003, "αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης και εμφανιστεί εκείνος που την άσκησε (άρθρο 515), ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στα στοιχεία Α`, Γ', Δ`, Ε`, ΣΤ` και Η` της παραγράφου 1 του άρθρου 510. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και, αν κριθεί και ένας βάσιμος λόγος, και την παραγραφή που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμε-νης απόφασης. Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 99 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 2479/1997, "αν κάποιος, που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή, που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ει-δικά μνημονευόμενα στην απόφαση στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο, στην περίπτωση που επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, υποχρεούται να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να δικαιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, στην περίπτωση αυτή, δεν αιτιολογήσει ειδικά τη μη αναστολή εκτελέσεως της ποινής ή απορρίψει, χωρίς αιτιολογία, σχετικό αίτημα του καταδικαζομένου, υποπίπτει στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πλημμέλειες της ελλείψεως της απαιτούμενης αιτιολογίας και της αρνητικής υπερβάσεως της εξουσίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, ενώ καταδίκασε τους αναιρεσείοντες, όπως αναφέρθηκε, σε στερητικές της ελευθερίας ποινές που δεν υπερβαίνουν τα 2 έτη και συγκεκριμένα σε φυλάκιση επτά (7) μηνών τον Χ1, επτά (7) μηνών την Χ2, δέκα (10) μηνών την Χ3 και τριών (3) μηνών τον Χ4, παρέλειψε να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής εκτελέσεως των ποινών αυτών και τις μετέτρεψε σε χρηματικές, με την αιτιολογία ότι: "Από την έρευνα του χαρακτήρα των κατηγορουμένων που κηρύχθηκαν ένοχοι και τις άλλες περιστάσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι η χρηματική ποινή αρκεί να τους αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Συντρέχει επομένως νόμιμη περίπτωση να μετατραπεί η παραπάνω ποινή σε χρηματική. Αν ληφθούν υπόψη για τον προσδιορισμό του ποσού και οι οικονομικοί όροι των κατηγορουμένων, που κηρύχθηκαν ένοχοι πρέπει κάθε ημέρα φυλάκισης να υπολογιστεί προς δέκα (10) ευρώ". Έτσι, όμως, το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠοινΔ πλημμέλειες, της ελλείψεως δηλαδή ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπερβάσεως εξουσίας, και ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως του Χ4, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμος. Ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες (Χ1, Χ2, Χ3), οι ως άνω πλημμέλειες ερευνώνται αυτεπαγγέλτως, κατ` εφαρμογήν της ειρημένης διατάξεως του άρθρου 511 ΚΠοινΔ, εφόσον οι αιτήσεις τους ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχουν παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ', Ε', ΣΤ' και Η' ΚΠοινΔ. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς τη διάταξη για τη μετατροπή των επιβληθεισών στους αναιρεσείοντες ποινών φυλακίσεως σε χρηματικές και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το σημείο αυτό, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), παρελκούσης της ερεύνης του δευτέρου προσθέτου λόγου της αιτήσεως του Χ4, με τον οποίο αυτός υποστηρίζει ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα γιατί δεν δόθηκε ο λόγος σ` αυτόν ή στους συνηγόρους του για το ζήτημα της μετατροπής της ποινής. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις υπ` αριθ. 57/19.2.2010, υπ` αριθ. 55/19.2.2010, υπ` αριθ. 56/12.2.2010 και από 1.3.2010 και με αριθ. πρωτ. 1554/2010 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1, Χ2 συζ. Φ, Χ3 συζ. Χ και Χ4, αντιστοίχως, μετά των από 20/23.4.2010 προσθέτων λόγων του τελευταίου, για αναίρεση της υπ` αριθ. 405/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 405/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και συγκεκριμένα ως προς τη διάταξή της που αφορά τη μετατροπή των επιβληθεισών στους αναιρεσείοντες ποινών φυλακίσεως επτά (7), επτά (7), δέκα (10) και τριών (3) μηνών, αντιστοίχως, σε χρηματικές. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, τις ανωτέρω αιτήσεις, για αναίρεση της ως άνω αποφάσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συνεκδίκαση τεσσάρων αιτήσεων αναιρέσεως. Καταδικαστική απόφαση για απόπειρα απάτης κατ' εξακολούθηση, απλή συνεργεία σε αυτήν και πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση. Η πλαστογραφία με χρήση ή η ψευδής ιατρική πιστοποίηση συρρέει αληθώς με την απάτη. Η απόπειρα. όμως, της απάτης και η χρήση πλαστού (ή νοθευμένου) εγγράφου, όταν τα με την άπατη παρασταθέντα ως αληθινά ψευδή γεγονότα ταυτίζονται προς αυτά που συνιστούν τη χρήση του πλαστού εγγράφου, δεν είναι αυτοτελή εγκλήματα και η απόπειρα απάτης απορροφάται από τη χρήση του πλαστού, πράγμα που δεν συμβαίνει εάν επί της απόπειρας απάτης συντρέχουν και άλλες, διαφορετικές των προηγουμένων, ψευδείς παραστάσεις. Ορθή απόρριψη ισχυρισμού περί δεδικασμένου ως προς την απόπειρα απάτης και την απλή συνέργεια σ' αυτήν, το οποίο απορρέει από απόφαση. με την οποία οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν για ηθική αυτουργία ή άμεση συνέργεια σε ψευδή ιατρική πιστοποίηση. Απόρριψη λόγων για έλλειψη ειδικής κι εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κι εσφαλμένη ερμηνεία κι εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Δεν δημιουργείται ασάφεια ως προς τη μορφή συμμετοχής στην απόπειρα απάτης, γιατί, φάσεως, προκύπτει ότι έγινε δεκτό ότι η συμμετοχική δράση των αναιρεσειόντων ήταν και αυτή της απλής κι όχι της άμεσης συνέργειας, Η ένδειξη στην προμετωπίδα της αποφάσεως περί των πράξεων που αποδίδονται στους κατηγορουμένους στερείται έννομης επιρροής, μη αποτελούσα τμήμα ούτε του σκεπτικού, ούτε του διατακτικού της αποφάσεως. Αιτιολογημένη απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών, οι οποίοι είχαν προβληθεί εντελώς αόριστα. Αναίρεση κατά παραδοχή λόγου της αιτήσεως του ενός αναιρεσείοντος και αυτεπαγγέλτως ως προς τους λοιπούς, ως προς τη διάταξη για τη μετατροπή της ποινής, γιατί δεν ερευνήθηκε η συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως των ποινών, οι οποίες δεν υπερέβαιναν τα δύο έτη, και παραπομπή.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αναίρεση μερική, Απόπειρα, Ποινής αναστολή, Συρροή εγκλημάτων.
0
Αριθμός 1250/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη και Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων :1)Χ1, κατοίκου ... και 2)Χ2, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ'αριθμ.2159/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους :1)Ζ1, 2)Ζ2, 3)Ζ3 και 4)Ζ4. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ασφαλιστικό συνεταιρισμό με την επωνυμία "ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΠΩΛΗΤΩΝ ΛΑΪΚΩΝ ΑΓΟΡΩΝ Η ΣΤΕΓΗ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 8 Ιανουαρίου 2010 δύο αυτοτελείς αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 210/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του, με αριθμό 131/12-4-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατ'άρθρ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ, μαζί με τη συνημμένη δικογραφία τις υπ'αριθμ. 3/2010 και 4/2010 αιτήσεις αναίρεσης των (1) Χ1, κατοίκου ... και (2) Χ2, κατοίκου ... αντιστοίχως, κατά του υπ'αρ. 2159/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απερρίφθησαν, αφενός το αίτημα των ανωτέρω κατηγορουμένων για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και αφετέρου, ως ουσιαστικά αβάσιμες οι υπ'αρ. 203/2009 και 202/2009 εφέσεις των αντιστοίχως, κατά του υπ'αρ. 974/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν (μαζί με άλλους) στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, να δικασθούν για υπεξαίρεση από κοινού κατ'εξακολούθηση, της οποίας η συνολική αξία υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ (αρ. 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 98, 375 παρ. 1 ΠΚ ως ισχύει) και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα. Οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση (αρ. 473, 474, 482 παρ. 1-3 ΚΠ) με τις από 8/1/2009 δηλώσεις του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Αλεξόπουλου, δυνάμει της από 7/1/2010 ειδικής έγγραφης νόμιμης εξουσιοδότησης, στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για τις οποίες συντάχθηκαν νομοτύπως οι υπ'αρ. 3 και ... (και όχι ως εκ προφανούς παραδρομής αναγράφεται 2009) εκθέσεις αναίρεσης αντιστοίχως, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε νομίμως στους κατηγορουμένους και τον αντίκλητο δικηγόρο τους (βλ. συνημμ. αποδεικτικά επίδοσης με ημερομηνίες ...) και συνεπώς είναι τυπικά δεκτές με προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης (α) την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος, (β) την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, (γ) την απόλυτη ακυρότητα και (δ) την παραβίαση του δεδικασμένου (αρ. 93 παρ. 3 Συντ., 139, 484 παρ. 1α', β', γ', δ' ΚΠΔ) - βλ. αναλυτικά εκθέσεις αναίρεσης αμφοτέρων.- Επειδή για την πληρότητα της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους (πχ μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα, ούτε από ποιο ή ποια από αυτά προέκυψαν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει και γιατί περισσότερο (βλ. ΑΠ 732/2006, ΑΠ 1304/2003, ΑΠ 1303/2002, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 1580/2002 κ.ά.). Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ. και 139 - όπως ισχύει - ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών (αποχρωσών) ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε, οι αποδείξεις (τα αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες προέκυψαν τα-άνω πραγματικά περιστατικά και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν οι επαρκείς ενδείξεις ενοχής (βλ. ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 732/2006 κ.α.). Εξ άλλου εσφαλμένη ερμηνεία-εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε συντρέχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από αυτή που έχει, και όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθησαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη (βλ. ΑΠ 732/2006, ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 67/2006 κ.α). Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η ουσιαστική ποινική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, ήτοι όταν, στο πόρισμα του συμβουλίου - που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό διατακτικού-σκεπτικού και ανάγεται στα στοιχεία και ταυτότητα του οικείου εγκλήματος - έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατος - ανέφικτος ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περί ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και έτσι το βούλευμα να μην έχει νόμιμη βάση (βλ. ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 252/2004, ΑΠ 1128/2004, ΑΠ 2445/2003, ΑΠ 9/2001 - Ολ. κ.ά.). Επειδή η εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων - έστω και εσφαλμένη- δεν. συνιστά λόγον αναιρέσεως (βλ. ΑΠ 591/2001, ΑΠ 145/2000, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 111/2004 κ.ά.). Τέλος, η επιβαλλομένη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και δι 'αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και στην υιοθετηθείσα υπ'αυτού πρωτόδικη εισαγγελική πρόταση, αφού στην περίπτωση αυτή η εισαγγελική πρόταση αποτελεί τμήμα του- βουλεύματος, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, συλλογισμών και αποδείξεων (βλ. ΑΠ 1381/2005, ΑΠ 1273/2005, ΑΠ 1109/2005, ΑΠ 1242/2005, ΑΠ 2382/2005, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2078/2005 κ.ά.). Είναι δε χαρακτηριστικόν ότι ο ίδιος ο Άρειος Πάγος αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην Εισαγγελική πρόταση (Ολ. ΑΠ 1494/2005, ΑΠ 176/2006, ΑΠ 1379/08), πράγμα που οφείλεται και στην ιδιότητα αυτού ως δικαστικού λειτουργού (αρ. 87 επ. Συντ.). -Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το πληττόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή (ΑΠ 1494/05) αναφορά και υιοθέτηση της προτάσεως του παρ'αυτώ Εισαγγελέα, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, κατ'εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερομένων σ'αυτό, κατ'είδος, αποδεικτικών μέσων τα εξής: Στην προκειμένη περίπτωση από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε και ειδικότερα από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων τις απολογίες των εκκαλούντων - κατηγορουμένων, το περιεχόμενο των εκθέσεων εφέσεων και από όλα τα συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα, προέκυψαν τ' ακόλουθα περιστατικά: Με την αριθμό ... απόφαση του Νομάρχη Αττικής, ιδρύθηκε ο Ασφαλιστικός Συνεταιρισμός με την επωνυμία "ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΠΩΛΗΤΩΝ ΛΑΪΚΩΝ ΑΓΟΡΩΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ - ...", με έδρα το .... Σύμφωνα με το καταστατικό του παραπάνω συνεταιρισμού σκοπός αυτού είναι "η δια της συνεργασίας των συνεταίρων προαγωγή της ιδιωτικής οικονομίας αυτών". Ειδικότερα, ο συνεταιρισμός αυτός έχει ως κύριο σκοπό την πραγματοποίηση της ασφαλίσεως των συνεταίρων στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αναλαμβάνοντας την ευθύνη καταβολής των εισφορών και υπέχοντας τις ευθύνες του εργοδότη έναντι του παραπάνω οργανισμού. Μέλη του συνεταιρισμού αυτού αποτελούν οι πωλητές λαϊκών αγορών Ανατολικής και Δυτικής Αττικής. Το όργανο που διοικεί το Συνεταιρισμό, είναι το Διοικητικό Συμβούλιο, αποτελούμενο από επτά (7) τακτικά μέλη, εκ των οποίων τα τέσσερα (Α) καταλαμβάνουν τις θέσεις του Προέδρου, Αντιπροέδρου, Γενικού Γραμματέως και Ταμία, τα δε υπόλοιπα τρία (3), ως απλά μέλη, τα οποία εκλέγονται από Γενική Συνέλευση. Το προηγούμενο Διοικητικό Συμβούλιο, όταν συγκροτηθεί σε σώμα, εκλέγει τα τέσσερα πρώτα από τα μέλη, με θητεία ενός (1) έτους. Το συνεταιρισμό εκπροσωπεί ο Πρόεδρος, το δε Διοικητικό Συμβούλιο έχει την ευθύνη για την καλή διαχείριση και διοίκηση του συνεταιρισμού και την υποχρέωση να καταβάλει εμπρόθεσμα στο ΙΚΑ τις ασφαλιστικές εισφορές. Για το σκοπό αυτό το Συμβούλιο έχει τη δυνατότητα με ευθύνη του να αναθέτει σε υπαλλήλους αυτού ή συνεταίρους ή άλλα πρόσωπα, την είσπραξη παρά των συνεταίρων των ασφαλιστικών εισφορών και την κατάθεση αυτών στον ασφαλιστικό οργανισμό. Τέλος, το Εποπτικό Συμβούλιο, του συνεταιρισμού, το οποίο αποτελείται από τρία (3) άτομα, μέλη αυτού, ασκεί την εποπτεία και τον έλεγχο των πράξεων και της διαχείρισης του Διοικητικού Συμβουλίου και εκλέγεται μαζί με τα μέλη του προηγούμενου οργάνου για θητεία ενός (1) έτους. Η Γενική Συνέλευση του συνεταιρισμού συγκλήθηκε για τελευταία φορά το έτος 1997, κατά την οποία εξελέγησαν ο Ζ1ως Πρόεδρος, ο Ζ2, ως Γενικός Γραμματέας, ο Ζ3, ως Ταμίας και ο Χ2 (αναιρεσείων), ως Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου. Από τότε, δεν έλαβε χώρα άλλη τακτική ή έκτακτη Γενική Συνέλευση, για να εκλεγεί νέα Διοίκηση, με αποτέλεσμα η διαχείριση του συνεταιρισμού να εξακολουθεί να γίνεται από τους παραπάνω κατηγορουμένους. Μέχρι το τέλος του έτους 1999 τις εισπράξεις των μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών των μελών του συνεταιρισμού είχε αναλάβει αποκλειστικά ο Ταμίας Ζ3, ο οποίος εξέδιδε επίσημες αποδείξεις. Ακολούθως, τις αποδείξεις αυτές παρέδιδε ο προηγούμενος στη λογίστρια του συνεταιρισμού, η οποία συνέτασσε τις μηνιαίες καταστάσεις και τις κατέθετε στο ΙΚΑ και ο ίδιος κατέβαλε στον αυτό οργανισμό το αντίστοιχο χρηματικό ποσό. Επειδή όμως τα μέλη του συνεταιρισμού, ήταν διασκορπισμένα σε όλη την ... και υπήρχε δυσκολία για τον εντοπισμό αυτών και την είσπραξη των εισφορών, αποφασίστηκε από τον Πρόεδρο του συνεταιρισμού, Ζ1 και ανακοίνωσε στον Ταμία, ότι εκτός αυτού, από το έτος 2000 τις μηνιαίες εισφορές των μελών, θα εισέπρατταν ο ίδιος, ο Γενικός Γραμματέας,Ζ2, ο Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου Χ2(αναιρεσείων), ο Πρόεδρος του επαγγελματικού σωματείου πωλητών λαϊκών αγορών Δυτικής Αττικής, Χ1 (αναιρεσείων), όπως επίσης και ο υπεύθυνος ασφαλείας των λαϊκών, Ζ4. Για το λόγο αυτό την 1.1.2000 ανοίχτηκε ο με αριθμός ... λογαριασμός στο υποκατάστημα ... της Τράπεζας Εργασίας, για να κατατίθενται τα χρήματα που θα εισέπρατταν τα παραπάνω μέλη. Επειδή λοιπόν θα υπήρχαν πολλά άτομα, τα οποία θα εισέπρατταν τις μηνιαίες εισφορές των μελών, αποφασίστηκε να ακολουθείται η παρακάτω πολύπλοκη διαδικασία. Ο Ταμίας εξέδιδε και υπέγραφε όλες τις μηνιαίες αποδείξεις με τα ποσά που θα έπρεπε να εισπραχθούν, κρατούσε τα στελέχη των αποδείξεων για τις εισπράξεις που θα πραγματοποιούσε ο ίδιος και τα υπόλοιπα στελέχη παρέδιδε στον Πρόεδρο, ο οποίος με τη σειρά του τα παρέδιδε και στους άλλους για να εισπράξουν τις εισφορές, τις οποίες ακολούθως ή παρέδιδαν στον Ταμία, ή τις κατέθεταν στον τραπεζικό λογαριασμό του Συνεταιρισμού. Πλην όμως, με την πάροδο του χρόνου διαπιστώθηκε ότι οι παραπάνω κατηγορούμενοι αν και εισέπρατταν από τα μέλη του συνεταιρισμού τις μηνιαίες ασφαλιστικές εισφορές, δεν τις απέδιδαν στον Ασφαλιστικό Οργανισμό (ΙΚΑ) αλλά, ενεργώντας από κοινού, δηλαδή ο καθένας τους γνωρίζοντας τη συμπεριφορά των άλλων, παρακρατούσαν τα χρήματα και τα ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Με τον τρόπο αυτό οι παραπάνω κατηγορούμενοι, κατά το χρονικό διάστημα από 110.2000 μέχρι και 3112.2003, διαπιστώθηκε ότι ιδιοποιήθηκαν παράνομα, συνολικά το ποσό των 760.735,66 ευρώ. Το υποκατάστημα του ΙΚΑ ..., μετά από έλεγχο που διενήργησε, εξέδωσε την με αριθμό ... πράξη επιβολής εισφορών (Π.Ε.Ε.) ποσού 245.507,56 ευρώ, που αφορούσε το χρονικό διάστημα από 1.10.2000 μέχρι και 31.12.2001, όπως επίσης και την αριθμό ... πράξη επιβολής εισφορών (Π.Ε.Ε.), ποσού 515.228,10 ευρώ που αφορούσε το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 μέχρι και 31.12.2003. Εκτός από τις παραπάνω πράξεις επιβολής εισφορών, από το αρμόδιο κατάστημα του ΙΚΑ. για το ίδιο χρονικό διάστημα. αλλά και μέχρι την 31.3.2004, εκδόθηκαν σε βάρος του συνεταιρισμού (α) η με αριθμό ... πράξη επιβολής πρόσθετου τέλους, ύψους 12.528,84 ευρώ, (β) η με αριθμό ..., πράξη επιβολής πρόσθετου τέλους, ποσού 44.509,43 ευρώ, (γ) η με αριθμό ... πράξη επιβολής πρόσθετης επιβάρυνσης εισφορών 68.345,75 ευρώ, (δ) η με αριθμό ... πράξη επιβολής πρόσθετης επιβάρυνσης εισφορών, ποσού 8.285,76, 5.149,24 και 7.288,40 ευρώ, (ε) η με αριθμό ... πράξη επιβολής πρόσθετης επιβάρυνσης εισφορών, ύψους 2.455,04 ευρώ και (στ) η με αριθμό ... πράξη επιβολής πρόσθετης επιβάρυνσης εισφορών, ποσού 339,59 ευρώ. Οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι, στις εκθέσεις των εφέσεων κατ' αρχή προβάλλουν τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι η ποινική δίωξη που έχει ασκηθεί κατ' αυτών είναι απαράδεκτη, καθόσον η παρούσα ποινική δίωξη έχει απορροφηθεί από την ασκηθείσα ήδη ποινική δίωξη για το έγκλημα της μη αποδόσεως ασφαλιστικών εισφορών στο 1ΚΑ (άρθρο 1 παρ. 2 του Α.Ν. 86/1967). Ως προς την ουσία της υποθέσεως, οι εκκαλούντες αρνούνται την κατηγορία που τους αποδίδεται και ο καθένας από αυτούς προβάλει διαφορετικούς ισχυρισμούς. Ακόμη, ο ίδιοι εκθέτουν ότι το προβαλλόμενο βούλευμα εσφαλμένα εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και τους παρέπεμψε για να δικαστούν για την παραπάνω αξιόποινη πράξη. Ειδικότερα, οι Χ2 και Χ1 (αναιρεσείοντες) υποστηρίζουν, αφενός ότι δεν είχαν καμία ανάμειξη στην είσπραξη μηνιαίων εισφορών, αλλά την εργασία αυτή είχε αναλάβει ο Ζ4 και αφετέρου ότι στην κατηγορία που τους αποδίδεται, δεν προσδιορίζονται τα ονόματα των μελών τα οποία φέρονται ότι τους παρέδωσαν χρήματα και πόσα ο καθένας από αυτούς. Στο άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ, όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν. 2721/1999, ορίζεται ότι "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια συμπληρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 εδ. β' του άνω Ν. 2721/1999 "αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25-000.000) δραχμών, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπέρβαινα σε ποσό τα είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000) δραχμές, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως απαιτείται: (α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα (β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από το δράστη, (γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, (δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, και (ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, να συντρέχει δε επιπλέον στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή ανεξαρτήτως αυτών, η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης να υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, η είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησης του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεση του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος. Η ταυτότητα του ξένου κινητού πράγματος, το οποίο αποτελεί το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ώστε να μην υπάρχει καμία αμφιβολία περί αυτής. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη και το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου, δηλαδή με τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Η εξειδίκευση των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος απαιτείται μόνο όταν αυτή ασκεί επιρροή στην παραγραφή ή στην ταυτότητα της πράξεως, ή στην περίπτωση κατά την οποία για μία από ή για περισσότερες τις επί μέρους πράξεις συντρέχει λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου ή απαραδέκτου ή αναστολής της διώξεως ή ανεγκλήτου κλπ. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 45 ΠΚ, συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφασή τους την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεση της, ώστε καθένας τους θέλει ή αποδέχεται την τέλεση της και γνωρίζει ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτόν τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος. Ειδικότερα επί υπεξαιρέσεως υπάρχει συναυτουργία όταν το ιδιοποιούμενο αντικείμενο περιέρχεται στη συγκατοχή των πολλών δραστών, οι οποίοι ενεργούν από κοινού, λόγω της μεταξύ τους ιδιαίτερης σχέσης και των ειδικών στη συγκεκριμένη περίπτωση συνθηκών (ΑΠ 230/2008, δημοσίευση στη Νόμος, ΑΠ 818/1989, Ποιν Χρ. Μ' σελ. 180, ΑΠ 1085/1989, ΠοινΧρ. Μ' σελ 399, ΑΠ 1334/1989 ΠοινΧρ. Μ' σελ. 586). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 57 ΚΠΔ. κατά την οποία "αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Εξαιρούνται οι περιπτώσεις των άρθρων 58, 81 παρ. 2, 525 και 526. Αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου", συνάγεται με σαφήνεια ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου απαιτούνται (α) αμετάκλητη καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση, (β) ταυτότητα προσώπου και (γ) ταυτότητα πράξης. Ταυτότητα πράξης υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, δηλαδή από τα ίδια κατά το χρόνο και τόπο τέλεσης στο σύνολο τους ιστορικά γεγονότα, από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία αυτής και η προηγούμενη κατηγορία επί της οποίας έκρινε η προγενέστερη απόφαση. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 36, 43 και 57 ΚΠΔ., συνάγεται ότι η ποινική δίωξη δεν κινείται όταν υφίστανται δικονομικά κωλύματα, μεταξύ των οποίων είναι και η εκκρεμοδικία, δηλαδή όταν, χωρίς να περατωθεί με αμετάκλητη απόφαση ή Βούλευμα η ασκηθείσα κατά τίνος ποινική δίωξη για κάποια πράξη, ασκείται για την ίδια πράξη και κατά του ιδίου προσώπου και άλλη ποινική δίωξη. Ειδικότερα, η εκκρεμοδικία αποτελεί, παρά την ανυπαρξία ρητής δικονομικής διατάξεως που να την αναγνωρίζει ευθέως αρνητική δικονομική προϋπόθεση, που κωλύει την κίνηση δεύτερης ποινικής δίωξης και την πρόοδο της ποινικής διαδικασίας που την ακολουθεί, ο δικαιολογητικός δε λόγος αυτής είναι κυρίως, αφενός μεν η αποτροπή του κινδύνου που δημιουργούν οι πολλές εκκρεμείς διαδικασίες για έκδοση αντιφατικών δικαστικών αποφάσεων, αφετέρου δε η απαραβίαστη τήρηση του καθιερωμένου βασικού δικονομικού κανόνα "non bis in idem", κατά τον οποίο έκαστος με μια μόνο διαδικασία επιτρέπεται να αχθεί ενώπιον της δικαστικής αρχής ως υπαίτιος συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης. Συνεπώς, εφόσον διαπιστωθεί ύπαρξη εκκρεμοδικίας, δηλαδή ύπαρξη δύο διαδοχικών διώξεων κατά του ιδίου προσώπου και για την ίδια πράξη, η μία εξ αυτών πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, σύμφωνα με την αρχή που προκύπτει από τα άρθρα 57 παρ. 3, 310, παρ. 1 εδ. γ' και 370 στοιχ. γ' ΚΠΔ κατά την οποία αν υπάρχει δικονομικό κώλυμα η ποινική δίωξη κηρύσσεται απαράδεκτη, θα κηρυχθεί δε απαράδεκτη η δεύτερη κατά χρονική σειρά ποινική δίωξη, υπό τις κάτωθι όμως προϋποθέσεις: (α) ότι δεν ματαιώθηκε για οποιοδήποτε λόγο η εκδίκαση της κατηγορίας, η οποία απαγγέλθηκε βάσει της προηγούμενης κατά χρονική σειρά ποινικής δίωξης, (β) ότι η πρώτη ποινική δίωξη δεν πάσχει κάποιας ακυρότητας, λόγω έλλειψης δικονομικής προϋπόθεσης και (γ) ότι η πρώτη κατά χρονική σειρά ποινική δίωξη προηγείται πράγματι και διαδικαστικά, δηλαδή ήδη εισέλθει στο επόμενο στάδιο της διαδικασίας (στο ακροατήριο έναντι της διαδικασίας ενώπιον του Συμβουλίου και στο Συμβούλιο έναντι της ανακρίσεως ή της προανακρίσεως) (ΑΠ 898/1996, Ποιν Χρ. ΜΖ, σελ. 399, ΑΠ 1644/1995, ΠοινΧρ. ΜΣΤ, σελ. 1049, Ζησιάδης, Ποιν. Δικ. τομ. Α' 419). Ακόμη, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του Α. Ν. 86/1967 τιμωρείται με τις αναφερόμενες ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών) ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστη σαν απαιτητές, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου και .νόμου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν (εργατικές) με σκοπό αποδόσεως τους στους Οργανισμούς της παρ. 1 και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 5 του Α.Ν. 1846/ 1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης και κατά τις ως άνω διατάξεις κατά το άρθρο 8 παρ. 5 του ίδιου Α.Ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα. Κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει τις εισφορές στο ΙΚΑ, μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί (ΑΠ 114/ 2008 και 574/2008, δημοσίευση Νόμος). Αναφορικά με τον προβαλλόμενο εκ μέρους των αναιρεσειόντων αυτοτελή ισχυρισμό περί υπάρξεως εκκρεμοδικίας, και κηρύξεως της παρούσας ποινικής διώξεως ως απαράδεκτης, από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα, δεχόμενο την εισαγγελική πρόταση, δεν έσφαλε στην κρίση του, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό αυτό. Ειδικότερα, σε βάρος των κατηγορουμένων έχει ασκηθεί άλλη - προγενέστερη - ποινική δίωξη και έχει σχηματιστεί η με αριθμό ΕΓ93-07/54 δικογραφία η οποία περατώθηκε από την Ανακρίτρια του 18ου τακτικού τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών και εκκρεμεί ήδη ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, για την έκδοση βουλεύματος. Μάλιστα δε με την αριθμό 99/2007 απόφαση της παραπάνω Ανακρίτριας συνενώθηκαν με αυτή οι δικογραφίες που εκκρεμούσαν και είχαν παραγγελθεί με τις αριθμούς ΕΓ78-05/187 και Δ2004/4417 παραγγελίες του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Από την αντιπαραβολή δε των στοιχείων των δικογραφιών αυτών σε συνδυασμό με την κατηγορία που τους έχει απαγγελθεί, προκύπτει με σαφήνεια ότι δεν υπάρχει ταυτότητα των πράξεων που έχουν διαπραχθεί, καθόσον διαφέρει αφενός ο χρόνος τελέσεως των εγκλημάτων αυτών και αφετέρου το συνολικό ποσό που φέρεται ότι υπεξαιρέθηκε εκ μέρους των κατηγορουμένων. Ανεξάρτητα λοιπόν εάν η ποινική δίωξη στην άλλη δικογραφία έχει ασκηθεί προγενέστερα, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η παρούσα υπόθεση σαφώς προηγείται διαδικαστικά της άλλης, καθόσον αυτή εκκρεμεί ενώπιον του αρμοδίου Συμβουλίου για την έκδοση αμετακλήτου βουλεύματος, ενώ η παρούσα εκκρεμεί ήδη στο Συμβούλιο Εφετών, μετά τις εφέσεις που έχουν ασκήσει οι κατηγορούμενοι. Επιπλέον, ο εκ των συγκατηγορουμένων Ζ1, υποστηρίζει ότι με την αριθμό 22572/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, επιβλήθηκε σε αυτόν ποινή φυλακίσεως τριάντα (30) μηνών και χρηματική ποινή δώδεκα χιλιάδων (12000) ευρώ για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών. Επίσης, με το αριθμό 14247/2005 κατηγορητήριο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών, ο ίδιος αλλά και οι Ζ3, Ζ2, Θ και Π, έχουν παραπεμφθεί ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών. Μεταξύ των πράξεων της υπεξαιρέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 375 παρ. 1 και 2 του ΠΚ και αυτής που προβλέπεται στο άρθρο 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1967, υπάρχει ειδοποιός διαφορά, καθόσον στην πρώτη περίπτωση υπάρχει μία από τις σχέσεις που αναφέρονται ενδεικτικά στην παράγραφο 2 του παραπάνω άρθρου, (εντολοδόχου, διαχειριστή ξένης περιουσίας κλπ), ενώ στη δεύτερη περίπτωση για να στοιχειοθετηθεί η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού πρέπει να υπάρχει σχέση εξαρτημένης εργασίας, έναντι αμοιβής και υποχρέωση εκ με ρους αυτών να καταβάλλουν τις ασφαλιστικές εισφορές τους προς τον Ασφαλιστικό Οργανισμό. Στην προκειμένη περίπτωση τα μέλη του συνεταιρισμού δεν παρείχαν κατά κύριο επάγγελμα οποιαδήποτε εξαρτημένη εργασία, έναντι αμοιβής, στο συνεταιρισμό, αλλά όπως αναφέρεται στο καταστατικό αυτού, κατά πλάσμα δικαίου θεωρείται ως εργοδότης για τις ανάγκες εξυπηρετήσεως αποδόσεως των εισφορών των μελών του, χωρίς όμως να εξομοιούται πλήρως προς τους κοινούς εργοδότες (Σ.τ.Ε. 4413/1990 και 358/1989, δημοσίευση στη Νόμος). Ως προς το ουσιαστικό μέρος της υποθέσεως οι εκκαλούντες αρνούνται ότι αυτοί ιδιοποιήθηκαν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό και υποστηρίζουν ότι όσα ποσά παρέλαβαν ως ασφαλιστικές εισφορές από τα μέλη του συνεταιρισμού, τα παρέδωσαν στα αρμόδια για την είσπραξη μέλη, ή τα κατέθεσαν στον τραπεζικό λογαριασμό τον οποίο τηρούσε ο συνεταιρισμός στην Τράπεζα. Προς απόδειξη δε των ισχυρισμών τους, επικαλούνται αφενός περικοπές των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στην υπόθεση, όπως επίσης και διάφορα έγγραφα, από τα οποία - κατά την άποψη τους - αποδεικνύεται η ανυπαρξία- στοιχείων σε βάρος τους. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί των κατηγορουμένων δεν είναι βάσιμοι, καθόσον από την αξιολόγηση των μαρτύρων που έχουν εξεταστεί κατά τη διάρκεια της ανακρίσεως, σαφώς προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι, μετά συνεννόηση με τον συγκατηγορούμενο Ζ1, είχαν αναλάβει την είσπραξη των μηνιαίων εισφορών, από τα μέλη του συνεταιρισμού, προκειμένου να τα καταθέτουν στον τραπεζικό λογαριασμό, προκειμένου να αποδοθούν στο ΙΚΑ .... Πλην όμως, όπως συνάγεται από τα στοιχεία που υπάρχουν στη δικογραφία και μάλιστα από τα σχετικά έγγραφα του ΙΚΑ (Πράξεις Επιβολής Εισφορών, Πράξεις Επιβολής Προσθέτων Εισφορών, Πράξεις Επιβολής Προσθέτων Τελών και Πράξεις Επιβολής Πρόσθετης Επιβάρυνσης Εισφορών) οι κατηγορούμενοι ασκώντας στην πραγματικότητα τη διοίκηση και διαχείριση του συνεταιρισμού, αν και είχαν εισπράξει τις ασφαλιστικές εισφορές των μελών, δεν τις κατέθεσαν στον τραπεζικό λογαριασμό του συνεταιρισμού, αλλά τις ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Όπως δε αναφέρουν στις καταθέσεις των οι μάρτυρες Δ1, Δ2, Δ3, Δ4 και Δ5, οι κατηγορούμενοι με την καθοδήγηση του πρώτου εξ αυτών Ζ1, ενεργούσαν από κοινού, γνωρίζοντας ο καθένας από αυτούς ότι και οι λοιποί εισέπρατταν εισφορές τις οποίες δεν απέδιδαν, αλλά τις παρακρατούσαν παράνομα προς δικό τους όφελος. Μάλιστα δε όπως περί γράφουν οι μάρτυρες αυτοί, οι οποίοι έχουν προσωπική άποψη για τα γεγονότα και εκθέτουν πληροφορίες που τους έχουν μεταφερθεί από οικείους και φίλους των κατηγορουμένων, από τον τρόπο που εισέπρατταν τις εισφορές και ακολούθως τις μεταξύ αυτών συνεννοήσεις και δοσοληψίες, προκύπτει με σαφήνεια ότι υπήρχε συγκατοχή των χρημάτων τα οποία τελικά υπεξαίρεσαν. Οι ίδιοι δε μάρτυρες, σε συνδυασμό με τις υπεύθυνες δηλώσεις των μελών του συνεταιρισμού που έχουν προσκομιστεί, δίδουν καταλυτική απάντηση στον ισχυρισμό των κατηγορουμένων ότι δήθεν τα περισσότερα μέλη του συνεταιρισμού δεν είχαν καταβάλει τις εισφορές τους. Αλλά και σε περίπτωση που υποτεθεί ότι το ποσό που τελικά έχει υπεξαιρεθεί, δεν είναι το αποδιδόμενο, αλλά μικρότερο, (ισχυρισμό που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι), γεγονός όμως που στην παρούσα διαδικασία δεν μπορεί να αποδειχθεί ως πραγματικό, δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή όσο αφορά τη βαρύτητα του εγκλήματος, το οποίο εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται ως κακουργηματική πράξη και η βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού θα κριθεί στη διαδικασία ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου, με τα εχέγγυα της προφορικότητας, της αμεσότητας και της συνολικής εκτιμήσεως του αποδεικτικού υλικού. Ενόψει αυτών, ορθώς κρίθηκαν ως επαρκείς οι ενδείξεις σε βάρος των εκκαλούντων Ζ1, Χ2 (αναιρεσείοντα) Χ1 (αναιρεσείοντα) και Ζ3, με το ως άνω προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, στις ορθές, βάσιμες και νομίμους σκέψεις του οποίου και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση συμπληρωματικά αναφερόμαστε. Τέλος το συνυποβαλλόμενο με τις εκθέσεις εφέσεως αίτημα των εκκαλούντων - κατηγορουμένων, Χ2 και Χ1(αναιρεσειόντων), με το οποίο ζητούν την αυτοπρόσωπη εμφάνιση τους ενώπιον του Συμβουλίου Σας, για την παροχή διευκρινίσεων και το οποίο (αίτημα) αποτελεί ειδικότερη έκφραση του κατοχυρωμένου με το άρθρο 20 του Συντάγματος δικαιώματος ακροάσεως είναι μεν νόμιμο, κατά το άρθρο 309 παρ. 2, 316 παρ. 2 και 318 ΚΠΔ, στερείται όμως ουσιαστικής βασιμότητας και πρέπει να απορριφθεί, διότι, τόσο κατά τη δίοδο της κυρίας ανακρίσεως, όσο και με τις εκθέσεις εφέσεως τους εξέθεσαν εκτενέστατα και αναλυτικά τους αφορώντες στα νομικά και πραγματικά ζητήματα της υπόθεσης ισχυρισμούς τους και δεν συντρέχει λόγος για την ενώπιον Σας επαναδιατύπωσή τους, αφού η επαναφορά τους παρίσταται διαγνωστικά απρόσφορη και αλυσιτελής (ΑΠ 187/1995, ΠοινΧρ. ΜΕ' σελ. 472, ΑΠ 1134/1994, ΠοινΧρ. ΜΔ' σελ. 959). Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (αρ. 93 Συντ. και 139 ΚΠΔ), αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς ασάφειες ή αντιφάσεις όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κρίθηκαν παραπεμπτέοι οι κατηγορούμενοι στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, όλα τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ως άνω ποινικές διατάξεις τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικώς δε και επαρκώς αιτιολογούνται όλοι οι προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί (περί εκκρεμοδικίας και κηρύξεως της ποινικής διώξεως ως απαράδεκτης, διότι δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεων - ΑΠ 1/07, ΑΠ 166/06 -) και τα αιτήματά των και επομένως οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων λόγοι αναίρεσης (αρ. 484 παρ. 1α', β', γ' και δ' ΚΠΔ) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο προβαλλόμενος από τους αναιρεσείοντες λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα, επειδή το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε αναιτιολόγητα το αίτημά τους για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του (αρ. 309 παρ. 2 ΚΠΔ), είναι αβάσιμος διότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών εκθέτοντας ότι..... "Οι αιτούντες τόσο κατά το στάδιο της κυρίας ανάκρισης, όσο και με τις εκθέσεις εφέσεώς των εξέθεσαν εκτενέστατα και αναλυτικά τους αφορώντες στα νομικά και πραγματικά ζητήματα της υπόθεσης ισχυρισμούς τους και δεν συντρέχει λόγος για την ενώπιόν σας επαναδιατύπωσή τους, αφού η επαναφορά τους παρίσταται διαγνωστικά απρόσφορη και αλυσιτελής", αιτιολογημένα απάντησε στο σχετικό αίτημα των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και συνεπώς δεν παραβίασε τα άρθρα 309 παρ. 2 - 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ (ΑΠ 187/95, ΑΠ 1506/02, ΑΠ 540/06, ΑΠ 1226/08, ΑΠ 1104/95), πέραν του ότι απόλυτη ακυρότητα δημιουργείται μόνο όταν το αρμόδιο Συμβούλιο δεν απαντά καθόλου στο αίτημα της αυτοπρόσωπης εμφάνισης του κατηγορουμένου (ΑΠ 310/96, ΑΠ 1441/97 κ.α.). Κατ'ακολουθία τούτων, οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και πρέπει η υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης να απορριφθούν στο σύνολό τους και να επιβληθούν τα νόμιμα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω (Α) Να γίνουν τυπικά δεκτές και να απορριφθούν στην ουσία οι υπ'αρ. 3/2010 και 4/2010 αιτήσεις των (1) Χ1, κατοίκου ... και (2) Χ2, κατοίκου ..., αντιστοίχως, για αναίρεση του υπ'αριθμ. 2159/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και (Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες. Αθήνα 26 Μαρτίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης". Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι υπ' αριθ. 3/ 08-01-2010 και 4/ 08-01-2010 αιτήσεις των Χ1, κατοίκου ... και Χ2, κατοίκου ... αντίστοιχα για αναίρεση του 2159/ 2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ), ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως όταν αναφέρονται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωθείσα στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση στην οποία εκτίθενται τα ανωτέρω στοιχεία με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου αυτού. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το συμβούλιο δίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όχι μόνο όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση στις διατάξεις που εφάρμοσε αλλά και όταν οι διατάξεις αυτές παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ήτοι όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό με το διατακτικό το οποίο ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτές ιδρύεται ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με το 974/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, οι αναιρεσείοντες παραπέμφθηκαν μαζί με άλλους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για υπεξαίρεση από κοινού κατ' εξακολούθηση της οποίας η συνολική αξία υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ. Μετά από εφέσεις των αναιρεσειόντων, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 2159/ 2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε αυτές κατ' ουσίαν και επικύρωσε το πρωτόδικο κατά τις παραπεμπτικές διατάξεις του. Με το βούλευμα αυτό, το Συμβούλιο Εφετών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σε αυτό πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, αφού αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ'είδος προσδιορίζονται, δέχτηκε ανελέγκτως ότι: Με την με αριθμό ... απόφαση του Νομάρχη ..., ιδρύθηκε ο Ασφαλιστικός Συνεταιρισμός με την επωνυμία "ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΠΩΛΗΤΩΝ ΛΑΪΚΩΝ ΑΓΟΡΩΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ - Η ...", με έδρα το .... Σύμφωνα με το καταστατικό του παραπάνω συνεταιρισμού σκοπός αυτού είναι "η δια της συνεργασίας των συνεταίρων προαγωγή της ιδιωτικής οικονομίας αυτών". Ειδικότερα, ο συνεταιρισμός αυτός έχει ως κύριο σκοπό την πραγματοποίηση της ασφαλίσεως των συνεταίρων στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αναλαμβάνοντας την ευθύνη καταβολής των εισφορών και υπέχοντας τις ευθύνες του εργοδότη έναντι του παραπάνω οργανισμού. Μέλη του συνεταιρισμού αυτού αποτελούν οι πωλητές λαϊκών αγορών Ανατολικής και Δυτικής Αττικής. Το όργανο που διοικεί το Συνεταιρισμό, είναι το Διοικητικό Συμβούλιο, αποτελούμενο από επτά (7) τακτικά μέλη, εκ των οποίων τα τέσσερα (Α) καταλαμβάνουν τις θέσεις του Προέδρου, Αντιπροέδρου, Γενικού Γραμματέως και Ταμία, τα δε υπόλοιπα τρία (3), ως απλά μέλη, τα οποία εκλέγονται από Γενική Συνέλευση. Το προηγούμενο Διοικητικό Συμβούλιο, όταν συγκροτηθεί σε σώμα, εκλέγει τα τέσσερα πρώτα από τα μέλη, με θητεία ενός (1) έτους. Το συνεταιρισμό εκπροσωπεί ο Πρόεδρος, το δε Διοικητικό Συμβούλιο έχει την ευθύνη για την καλή διαχείριση και διοίκηση του συνεταιρισμού και την υποχρέωση να καταβάλει εμπρόθεσμα στο ΙΚΑ τις ασφαλιστικές εισφορές. Για το σκοπό αυτό το Συμβούλιο έχει τη δυνατότητα με ευθύνη του να αναθέτει σε υπαλλήλους αυτού ή συνεταίρους ή άλλα πρόσωπα, την είσπραξη παρά των συνεταίρων των ασφαλιστικών εισφορών και την κατάθεση αυτών στον ασφαλιστικό οργανισμό. Τέλος, το Εποπτικό Συμβούλιο, του συνεταιρισμού, το οποίο αποτελείται από τρία (3) άτομα, μέλη αυτού, ασκεί την εποπτεία και τον έλεγχο των πράξεων και της διαχείρισης του Διοικητικού Συμβουλίου και εκλέγεται μαζί με τα μέλη του προηγούμενου οργάνου για θητεία ενός (1) έτους. Η Γενική Συνέλευση του συνεταιρισμού συγκλήθηκε για τελευταία φορά το έτος 1997, κατά την οποία εξελέγησαν ο Ζ1 ως Πρόεδρος, ο Ζ2, ως Γενικός Γραμματέας, ο Ζ3, ως Ταμίας και ο Χ2 (αναιρεσείων), ως Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου. Από τότε, δεν έλαβε χώρα άλλη τακτική ή έκτακτη Γενική Συνέλευση, για να εκλεγεί νέα Διοίκηση, με αποτέλεσμα η διαχείριση του συνεταιρισμού να εξακολουθεί να γίνεται από τους παραπάνω κατηγορουμένους. Μέχρι το τέλος του έτους 1999 τις εισπράξεις των μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών των μελών του συνεταιρισμού είχε αναλάβει αποκλειστικά ο Ταμίας Ζ3, ο οποίος εξέδιδε επίσημες αποδείξεις. Ακολούθως, τις αποδείξεις αυτές παρέδιδε ο προηγούμενος στη λογίστρια του συνεταιρισμού, η οποία συνέτασσε τις μηνιαίες καταστάσεις και τις κατέθετε στο ΙΚΑ και ο ίδιος κατέβαλε στον αυτό οργανισμό το αντίστοιχο χρηματικό ποσό. Επειδή όμως τα μέλη του συνεταιρισμού, ήταν διασκορπισμένα σε όλη την ... και υπήρχε δυσκολία για τον εντοπισμό αυτών και την είσπραξη των εισφορών, αποφασίστηκε από τον Πρόεδρο του συνεταιρισμού, Ζ1 και ανακοίνωσε στον Ταμία, ότι εκτός αυτού, από το έτος 2000 τις μηνιαίες εισφορές των μελών, θα εισέπρατταν ο ίδιος, ο Γενικός Γραμματέας, Ζ2, ο Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου Χ2(αναιρεσείων), ο Πρόεδρος του επαγγελματικού σωματείου πωλητών λαϊκών αγορών Δυτικής Αττικής, Χ1 (αναιρεσείων), όπως επίσης και ο υπεύθυνος ασφαλείας των λαϊκών, Ζ4. Για το λόγο αυτό την 1.1.2000 ανοίχτηκε ο με αριθμός ... λογαριασμός στο υποκατάστημα ...Τράπεζας Εργασίας, για να κατατίθενται τα χρήματα που θα εισέπρατταν τα παραπάνω μέλη. Επειδή λοιπόν θα υπήρχαν πολλά άτομα, τα οποία θα εισέπρατταν τις μηνιαίες εισφορές των μελών, αποφασίστηκε να ακολουθείται η παρακάτω πολύπλοκη διαδικασία. Ο Ταμίας εξέδιδε και υπέγραφε όλες τις μηνιαίες αποδείξεις με τα ποσά που θα έπρεπε να εισπραχθούν, κρατούσε τα στελέχη των αποδείξεων για τις εισπράξεις που θα πραγματοποιούσε ο ίδιος και τα υπόλοιπα στελέχη παρέδιδε στον Πρόεδρο, ο οποίος με τη σειρά του τα παρέδιδε και στους άλλους για να εισπράξουν τις εισφορές, τις οποίες ακολούθως ή παρέδιδαν στον Ταμία, ή τις κατέθεταν στον τραπεζικό λογαριασμό του Συνεταιρισμού. Πλην όμως, με την πάροδο του χρόνου διαπιστώθηκε ότι οι παραπάνω κατηγορούμενοι αν και εισέπρατταν από τα μέλη του συνεταιρισμού τις μηνιαίες ασφαλιστικές εισφορές, δεν τις απέδιδαν στον Ασφαλιστικό Οργανισμό (ΙΚΑ) αλλά, ενεργώντας από κοινού, δηλαδή ο καθένας τους γνωρίζοντας τη συμπεριφορά των άλλων, παρακρατούσαν τα χρήματα και τα ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Με τον τρόπο αυτό οι παραπάνω κατηγορούμενοι, κατά το χρονικό διάστημα από 110.2000 μέχρι και 3112.2003, διαπιστώθηκε ότι ιδιοποιήθηκαν παράνομα, συνολικά το ποσό των 760.735,66 ευρώ. Το υποκατάστημα του ΙΚΑ ..., μετά από έλεγχο που διενήργησε, εξέδωσε την με αριθμό ...πράξη επιβολής εισφορών (Π.Ε.Ε.) ποσού 245.507,56 ευρώ, που αφορούσε το χρονικό διάστημα από 1.10.2000 μέχρι και 31.12.2001, όπως επίσης και την αριθμό ...πράξη επιβολής εισφορών (Π.Ε.Ε.), ποσού 515.228,10 ευρώ που αφορούσε το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 μέχρι και 31.12.2003. Εκτός από τις παραπάνω πράξεις επιβολής εισφορών, από το αρμόδιο κατάστημα του ΙΚΑ. για το ίδιο χρονικό διάστημα, αλλά και μέχρι την 31.3.2004, εκδόθηκαν σε βάρος του συνεταιρισμού (α) η με αριθμό ... πράξη επιβολής πρόσθετου τέλους, ύψους 12.528,84 ευρώ, (β) η με αριθμό ..., πράξη επιβολής πρόσθετου τέλους, ποσού 44.509,43 ευρώ, (γ) η με αριθμό ... πράξη επιβολής πρόσθετης επιβάρυνσης εισφορών 68.345,75 ευρώ, (δ) η με αριθμό ... πράξη επιβολής πρόσθετης επιβάρυνσης εισφορών, ποσού 8.285,76, 5.149,24 και 7.288,40 ευρώ, (ε) η με αριθμό ...πράξη επιβολής πρόσθετης επιβάρυνσης εισφορών, ύψους 2.455,04 ευρώ και (στ) η με αριθμό ... πράξη επιβολής πρόσθετης επιβάρυνσης εισφορών, ποσού 339,59 ευρώ. Οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι, στις εκθέσεις των εφέσεων κατ' αρχή προβάλλουν τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι η ποινική δίωξη που έχει ασκηθεί κατ' αυτών είναι απαράδεκτη, καθόσον η παρούσα ποινική δίωξη έχει απορροφηθεί από την ασκηθείσα ήδη ποινική δίωξη για το έγκλημα της μη αποδόσεως ασφαλιστικών εισφορών στο 1ΚΑ (άρθρο 1 παρ. 2 του Α.Ν. 86/1967). Ως προς την ουσία της υποθέσεως, οι εκκαλούντες αρνούνται την κατηγορία που τους αποδίδεται και ο καθένας από αυτούς προβάλει διαφορετικούς ισχυρισμούς. Ακόμη, ο ίδιοι εκθέτουν ότι το προβαλλόμενο βούλευμα εσφαλμένα εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και τους παρέπεμψε για να δικαστούν για την παραπάνω αξιόποινη πράξη. Ειδικότερα, οι Χ2 και Χ1 (αναιρεσείοντες) υποστηρίζουν, αφενός ότι δεν είχαν καμία ανάμειξη στην είσπραξη μηνιαίων εισφορών, αλλά την εργασία αυτή είχε αναλάβει ο Ζ4ς και αφετέρου ότι στην κατηγορία που τους αποδίδεται, δεν προσδιορίζονται τα ονόματα των μελών τα οποία φέρονται ότι τους παρέδωσαν χρήματα και πόσα ο καθένας από αυτούς. Αναφορικά με τον προβαλλόμενο εκ μέρους των αναιρεσειόντων αυτοτελή ισχυρισμό περί υπάρξεως εκκρεμοδικίας, και κηρύξεως της παρούσας ποινικής διώξεως ως απαράδεκτης, από τα αποδεικτικά στοιχεία -της δικογραφίας προκύπτει ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα, δεχόμενο την εισαγγελική πρόταση, δεν έσφαλε στην κρίση του, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό αυτό. Ειδικότερα, σε βάρος των κατηγορουμένων έχει ασκηθεί άλλη - προγενέστερη - ποινική δίωξη και έχει σχηματιστεί η με αριθμό ΕΓ93-07/54 δικογραφία η οποία περατώθηκε από την Ανακρίτρια του 18ου τακτικού τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών και εκκρεμεί ήδη ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, για την έκδοση βουλεύματος. Μάλιστα δε με την αριθμό 99/2007 απόφαση της παραπάνω Ανακρίτριας συνενώθηκαν με αυτή οι δικογραφίες που εκκρεμούσαν και είχαν παραγγελθεί με τις αριθμούς ΕΓ78-05/187 και Δ2004/4417 παραγγελίες του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Από την αντιπαραβολή δε των στοιχείων των δικογραφιών αυτών σε συνδυασμό με την κατηγορία που τους έχει απαγγελθεί, προκύπτει με σαφήνεια ότι δεν υπάρχει ταυτότητα των πράξεων που έχουν διαπραχθεί, καθόσον διαφέρει αφενός ο χρόνος τελέσεως των εγκλημάτων αυτών και αφετέρου το συνολικό ποσό που φέρεται ότι υπεξαιρέθηκε εκ μέρους των κατηγορουμένων. Ανεξάρτητα λοιπόν εάν η ποινική δίωξη στην άλλη δικογραφία έχει ασκηθεί προγενέστερα, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η παρούσα υπόθεση σαφώς προηγείται διαδικαστικά της άλλης, καθόσον αυτή εκκρεμεί ενώπιον του αρμοδίου Συμβουλίου για την έκδοση αμετακλήτου βουλεύματος, ενώ η παρούσα εκκρεμεί ήδη στο Συμβούλιο Εφετών, μετά τις εφέσεις που έχουν ασκήσει οι κατηγορούμενοι. Επιπλέον, ο εκ των συγκατηγορουμένων Ζ1, υποστηρίζει ότι με την αριθμό 22572/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, επιβλήθηκε σε αυτόν ποινή φυλακίσεως τριάντα (30) μηνών και χρηματική ποινή δώδεκα χιλιάδων (12000) ευρώ για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών. Επίσης, με το αριθμό 14247/2005 κατηγορητήριο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών, ο ίδιος αλλά και οι Ζ3, Ζ2, Θ και Π, έχουν παραπεμφθεί ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών. Μεταξύ των πράξεων της υπεξαιρέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 375 παρ. 1 και 2 του ΠΚ και αυτής που προβλέπεται στο άρθρο 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1967, υπάρχει ειδοποιός διαφορά, καθόσον στην πρώτη περίπτωση υπάρχει μία από τις σχέσεις που αναφέρονται ενδεικτικά στην παράγραφο 2 του παραπάνω άρθρου, (εντολοδόχου, διαχειριστή ξένης περιουσίας κλπ), ενώ στη δεύτερη περίπτωση για να στοιχειοθετηθεί η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού πρέπει να υπάρχει σχέση εξαρτημένης εργασίας, έναντι αμοιβής και υποχρέωση εκ με ρους αυτών να καταβάλλουν τις ασφαλιστικές εισφορές τους προς τον Ασφαλιστικό Οργανισμό. Στην προκειμένη περίπτωση τα μέλη του συνεταιρισμού δεν παρείχαν κατά κύριο επάγγελμα οποιαδήποτε εξαρτημένη εργασία, έναντι αμοιβής, στο συνεταιρισμό, αλλά όπως αναφέρεται στο καταστατικό αυτού, κατά πλάσμα δικαίου θεωρείται ως εργοδότης για τις ανάγκες εξυπηρετήσεως αποδόσεως των εισφορών των μελών του, χωρίς όμως να εξομοιούται πλήρως προς τους κοινούς εργοδότες. Ως προς το ουσιαστικό μέρος της υποθέσεως οι εκκαλούντες αρνούνται ότι αυτοί ιδιοποιήθηκαν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό και υποστηρίζουν ότι όσα ποσά παρέλαβαν ως ασφαλιστικές εισφορές από τα μέλη του συνεταιρισμού, τα παρέδωσαν στα αρμόδια για την είσπραξη μέλη, ή τα κατέθεσαν στον τραπεζικό λογαριασμό τον οποίο τηρούσε ο συνεταιρισμός στην Τράπεζα. Προς απόδειξη δε των ισχυρισμών τους, επικαλούνται αφενός περικοπές των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στην υπόθεση, όπως επίσης και διάφορα έγγραφα, από τα οποία - κατά την άποψη τους - αποδεικνύεται η ανυπαρξία- στοιχείων σε βάρος τους. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί των κατηγορουμένων δεν είναι βάσιμοι, καθόσον από την αξιολόγηση των μαρτύρων που έχουν εξεταστεί κατά τη διάρκεια της ανακρίσεως, σαφώς προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι, μετά συνεννόηση με τον συγκατηγορούμενο Ζ1, είχαν αναλάβει την είσπραξη των μηνιαίων εισφορών, από τα μέλη του συνεταιρισμού, προκειμένου να τα καταθέτουν στον τραπεζικό λογαριασμό, προκειμένου να αποδοθούν στο ΙΚΑ .... Πλην όμως, όπως συνάγεται από τα στοιχεία που υπάρχουν στη δικογραφία και μάλιστα από τα σχετικά έγγραφα του ΙΚΑ (Πράξεις Επιβολής Εισφορών, Πράξεις Επιβολής Προσθέτων Εισφορών, Πράξεις Επιβολής Προσθέτων Τελών και Πράξεις Επιβολής Πρόσθετης Επιβάρυνσης Εισφορών) οι κατηγορούμενοι ασκώντας στην πραγματικότητα τη διοίκηση και διαχείριση του συνεταιρισμού, αν και είχαν εισπράξει τις ασφαλιστικές εισφορές των μελών, δεν τις κατέθεσαν στον τραπεζικό λογαριασμό του συνεταιρισμού, αλλά τις ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Όπως δε αναφέρουν στις καταθέσεις των οι μάρτυρες Δ1, Δ2, Δ3, Δ4 και Δ5, οι κατηγορούμενοι με την καθοδήγηση του πρώτου εξ αυτών Ζ1, ενεργούσαν από κοινού, γνωρίζοντας ο καθένας από αυτούς ότι και οι λοιποί εισέπρατταν εισφορές τις οποίες δεν απέδιδαν, αλλά τις παρακρατούσαν παράνομα προς δικό τους όφελος. Μάλιστα δε όπως περί γράφουν οι μάρτυρες αυτοί, οι οποίοι έχουν προσωπική άποψη για τα γεγονότα και εκθέτουν πληροφορίες που τους έχουν μεταφερθεί από οικείους και φίλους των κατηγορουμένων, από τον τρόπο που εισέπρατταν τις εισφορές και ακολούθως τις μεταξύ αυτών συνεννοήσεις και δοσοληψίες, προκύπτει με σαφήνεια ότι υπήρχε συγκατοχή των χρημάτων τα οποία τελικά υπεξαίρεσαν. Οι ίδιοι δε μάρτυρες, σε συνδυασμό με τις υπεύθυνες δηλώσεις των μελών του συνεταιρισμού που έχουν προσκομιστεί, δίδουν καταλυτική απάντηση στον ισχυρισμό των κατηγορουμένων ότι δήθεν τα περισσότερα μέλη του συνεταιρισμού δεν είχαν καταβάλει τις εισφορές τους. Αλλά και σε περίπτωση που υποτεθεί ότι το ποσό που τελικά έχει υπεξαιρεθεί, δεν είναι το αποδιδόμενο, αλλά μικρότερο, (ισχυρισμό που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι), γεγονός όμως που στην παρούσα διαδικασία δεν μπορεί να αποδειχθεί ως πραγματικό, δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή όσο αφορά τη βαρύτητα του εγκλήματος, το οποίο εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται ως κακουργηματική πράξη και η βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού θα κριθεί στη διαδικασία ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου, με τα εχέγγυα της προφορικότητας, της αμεσότητας και της συνολικής εκτιμήσεως του αποδεικτικού υλικού. Ενόψει αυτών, ορθώς κρίθηκαν ως επαρκείς οι ενδείξεις σε βάρος των εκκαλούντων Ζ1, Χ2 (αναιρεσείοντα) Χ1 (αναιρεσείοντα) και Ζ3, με το ως άνω προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, στις ορθές, βάσιμες και νομίμους σκέψεις του οποίου και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση συμπληρωματικά αναφερόμαστε. Τέλος το συνυποβαλλόμενο με τις εκθέσεις εφέσεως αίτημα των εκκαλούντων - κατηγορουμένων, Χ2 και Χ1 (αναιρεσειόντων), με το οποίο ζητούν την αυτοπρόσωπη εμφάνιση τους ενώπιον του Συμβουλίου Σας, για την παροχή διευκρινίσεων και το οποίο (αίτημα) αποτελεί ειδικότερη έκφραση του κατοχυρωμένου με το άρθρο 20 του Συντάγματος δικαιώματος ακροάσεως είναι μεν νόμιμο, κατά το άρθρο 309 παρ. 2, 316 παρ. 2 και 318 ΚΠΔ, στερείται όμως ουσιαστικής βασιμότητας και πρέπει να απορριφθεί, διότι, τόσο κατά τη δίοδο της κυρίας ανακρίσεως, όσο και με τις εκθέσεις εφέσεως τους εξέθεσαν εκτενέστατα και αναλυτικά τους αφορώντες στα νομικά και πραγματικά ζητήματα της υπόθεσης ισχυρισμούς τους και δεν συντρέχει λόγος για την ενώπιον Σας επαναδιατύπωσή τους, αφού η επαναφορά τους παρίσταται διαγνωστικά απρόσφορη και αλυσιτελής. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθόσον σε αυτή αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο τούτο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άνω άρθρου που εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου αφού δεν έδωσε στις διατάξεις αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και ορθά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, κρίνοντας ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο. Ειδικότερα, επαρκώς αιτιολογείται ο προβληθείς από τους αναιρεσείοντες αυτοτελής ισχυρισμός περί εκκρεμοδικίας και κηρύξεως εντεύθεν της ποινικής διώξεως ως απαράδεκτης, τον οποίον απέρριψε διότι δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεων της παρούσης ποινικής δίωξης και της προγενέστερης τοιαύτης καθόσον διαφέρουν ο χρόνος τελέσεως των διαλαμβανομένων εγκλημάτων και το συνολικό ποσό που φέρεται ότι υπεξαιρέθηκε εκ μέρους των κατηγορουμένων. Εξάλλου, ανεξάρτητα του ότι έχει ασκηθεί προγενέστερη ποινική δίωξη, η παρούσα υπόθεση σαφώς προηγείται διαδικαστικά της άλλης καθόσον εκείνη εκκρεμεί για την έκδοση βουλεύματος ενώ η παρούσα εκκρεμούσε στο Συμβούλιο των Εφετών, το οποίο εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα. Έτσι οι εκ του άρθρου 484 παρ. 1 α, β, γ, και δ' ΚΠΔ λόγοι της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Εξάλλου, ο λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση για απόλυτη ακυρότητα διότι το Συμβούλιο Εφετών αναιτιολόγητα απέρριψε το αίτημα τους για αυτοπρόσωπη εμφάνιση των αναιρεσειόντων ενώπιον του (άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ) είναι αβάσιμος διότι περί τούτου το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο βούλευμα του ότι "οι αιτούντες τόσο κατά το στάδιο της κυρίας ανάκρισης όσο και με τις εκθέσεις εφέσεων των εξέθεσαν εκτενέστατα και αναλυτικά του αφορώντες στα νομικά και πραγματικά ζητήματα της υπόθεσης ισχυρισμούς τους και δεν συντρέχει λόγος για την ενώπιον (του) επαναδιατύπωσή τους αφού η επαναφορά τους παρίσταται διαγνωστικά απρόσφορη και αλυσιτελής". Η αιτιολογία αυτή είναι επαρκής και στο σχετικό αίτημα των αναιρεσειόντων το Συμβούλιο Εφετών αιτιολογημένα απάντησε και συνεπώς δεν παραβίασε τα άρθρα 309 παρ. 2 και 171 παρ. 1δ ΚΠΔ. Συνεπώς οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και οι υπό κρίση αναιρέσεις πρέπει να απορριφθούν και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε κάθε αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις υπ' αριθ. 3/ 2010 και 4/2010 αιτήσεις των Χ1 κατοίκου ... και Χ2 κατοίκου ... αντίστοιχα για αναίρεση του 2159/ 2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει σε κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπεξαίρεση. Έννοια. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, όταν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού αυτή αποτελεί τμήμα του βουλεύματος ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, συλλογισμών και αποδείξεων. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Έννοια αυτών. Περιστατικά. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση, Εισαγγελική Πρόταση.
0
Αριθμός 1252/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύων Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Κούκλη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενους τους:1)Χ1, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, 2)Χ2, Αρεοπαγίτη, 3)Χ3, Αρεοπαγίτη, 4)Χ4, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, 5)Χ5, Αρεοπαγίτη, και 6)Χ6, Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου. Και εγκαλούντα τον Ψ, κάτοικο .... Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 5-10-2009 και με αριθμ.πρωτ.744/09, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1437/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 45/1-2-2010 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 περ. γ' του ΚΠΔ, το 744/5.10.2009 αίτημα του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τα ακόλουθα: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' του ΚΠΔ, συνάγεται ότι, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τόπο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από το δικαιολογητικό λόγο των διατάξεων αυτών, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 του ΚΠΔ, την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών που απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47 του ΚΠΔ) εξετάζει και κρίνει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 περ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 του ΚΠΔ (ΑΠ 1628/2009, ΑΠ 1205/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Ο Ψ, κάτοικος ..., υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών την από 12.10.2007 έγκληση του κατά των δικαστικών λειτουργών: 1) Χ1, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, 2) Χ2, αρεοπαγίτη, 3) Χ3, αρεοπαγίτη, 4) Χ4, αρεοπαγίτη, 5) Χ5, αρεοπαγίτη και 6)Χ6, Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και ζήτησε την άσκηση ποινικής διώξεως εναντίον τους για την αναφερόμενη σ' αυτή αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος κατά συναυτουργία (αρθρ. 45 και 259 του ΠΚ). Στη συνέχεια, με το από 1.2.2008 υπόμνημα του ζήτησε συμπληρωματικά να ασκηθεί ποινική δίωξη για την ίδια αξιόποινη πράξη και σε βάρος των 7) Θ, Πταισματοδίκη Αθηνών και 8) Κ, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Η δικογραφία που σχηματίσθηκε υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, προκειμένου να γίνει κανονισμός αρμοδιότητος κατά παραπομπή, (αρθρ. 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. β' του ΚΠΔ) λόγω του ότι ο τελευταίος των εγκαλουμένων υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών. Ο Εισαγγελέας Εφετών επέστρεψε τη δικογραφία στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών με την από 14.10.2008 παραγγελία του να σχηματισθεί ξεχωριστή δικογραφία ως προς τον Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών ... και να ενεργήσει κατά τις διατάξεις των άρθρων 43 επ. του ΚΠΔ ως προς τους λοιπούς εγκαλούμενους. Κατόπιν τούτου, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών, απέρριψε την έγκληση κατά το προαναφερόμενο μέρος της ως ουσία αβάσιμη (άρθρο 47 παρ. 1 του ΚΠΔ), με την ΕΓ 37-08/143/23Δ/09 διάταξη του, κατά της οποίας ο εγκαλών άσκησε, κατ' άρθρο 48 του ΚΠΔ, την 385/28.6.2009 προσφυγή του στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ο οποίος με το 744/5.10.2009 έγγραφο του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητεί τον κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή, προκειμένου να ορισθεί άλλος ως αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών για να κρίνει την προσφυγή του εγκαλούντος, διότι μεταξύ των εγκαλουμένων περιλαμβάνεται και ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χ6, ο οποίος υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών ως Διευθύνων αυτήν. Με τα δεδομένα αυτά συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. β' περ. γ' του ΚΠΔ) ως προς τους εγκαλούμενους υπό στοιχ. 1 έως 6 που φέρονται ότι ενήργησαν κατά συναυτουργία και λόγω συνάφειας ως προς τον εγκαλούμενο υπό στοιχ. 7 και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ως άνω υποθέσεως από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον αντίστοιχο Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της ανωτέρω προσφυγής και εφόσον συντρέξει περαιτέρω περίπτωση στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς και στις αντίστοιχες Εισαγγελικές αρχές, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για το χειρισμό αυτής. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να ορισθεί κατά παραπομπή αρμόδιος να αποφανθεί επί της 385/2009 προσφυγής του Ψ, κατοίκου ..., κατά της ΕΓ 37-08/143/23Δ/09 διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 12.10.2007 έγκληση του, ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς και εφόσον συντρέξει περαιτέρω περίπτωση οι αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς και οι αντίστοιχες Εισαγγελικές Αρχές. Αθήνα, 18 Ιανουαρίου 2009 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' ΚΠΔ, συνάγεται ότι, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, που έχει το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και ανώτερο και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122- 125 ΚΠΔ δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το αρμόδιο αυτό δικαστήριο σε άλλο του ιδίου και ίσου βαθμού δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών , αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από το δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι, η παραπομπή της υπόθεσης πρέπει να γίνεται όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας αλλά και κατά το στάδιο της προδικασίας, αφού και για αυτό συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι, με την υπ' αριθ. ΕΓ37-08/143/23Δ/09 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών απορρίφθηκε η από 12-10-2007 έγκληση του Ψ, η οποία στρέφεται κατά των α) Χ1, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, β) Χ2, Αρεοπαγίτη, γ) Χ3, Αρεοπαγίτη, δ) Χ4, Αρεοπαγίτη ε) Χ5, Αρεοπαγίτη, στ) Χ6, Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και Θ, Πταισματοδίκη Αθηνών (για τον Κ, Αντιεισαγγελέα Πρωτοδικών η δικογραφία έχει χωριστεί). Κατά της διάταξης αυτής ο εγκαλών άσκησε την υπ' αριθ. 385/ 2009 προσφυγή του, σύμφωνα με το άρθρο 48 του ΚΠΔ στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Ανακύπτει συνεπώς, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητος λόγω του ότι οι ανωτέρω εγκαλούμενοι δικαστικοί λειτουργοί υπηρετούσαν κατά το χρόνο ασκήσεως της άνω εγκλήσεως και ένιοι εξ αυτών υπηρετούν στον Άρειο Πάγο, ο δε τελευταίος στο Παταισματοδικείο Αθηνών. Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η με αριθ. 744/ 05-10-2009 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών περί καθορισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή και λόγο συναφείας ως προς τον άνω Πταισματοδίκη και ορισθεί αρμόδιος να αποφανθεί επί της άνω προσφυγής ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιά καθώς και οι αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά, ως και οι αντίστοιχες εισαγγελικές αρχές, αν συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ορίζει κατά παραπομπή αρμόδιο να αποφανθεί επί της υπ. αριθ. 385/ 2009 προσφυγής του Ψ, κατοίκου ..., κατά της υπ. αριθ. ΕΓ37-08/143/23Δ/09 διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά και τις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά και τις αντίστοιχες Εισαγγελικές Αρχές. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2010. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας. Δικαιολογητικός λόγος είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του. Η παραπομπή πρέπει να γίνεται όχι μόνο κατά το στάδιο της κύριας διαδικασίας αλλά και κατά το στάδιο της προδικασίας αφού και γι' αυτό συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος. Παραπέμπει σε Εισαγγελέα άλλου Δικαστηρίου.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
1
Αριθμός 1242/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Νεστορίδη, περί αναιρέσεως της 934/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με συγκατηγορούμενο τον Σ1. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 247/10. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 54 παρ. 5 και 6 του Ν 2910/2001 όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 37 του Ν. 3153/2003, όποιος διευκολύνει την είσοδο στο ελληνικό έδαφος αλλοδαπού χωρίς να υποβληθεί στον έλεγχο που προβλέπεται στο άρθρο 4 (δηλαδή σε αστυνομικό έλεγχο), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον πεντακοσίων χιλιάδων δραχμών, (παρ. 5) και όποιος διευκολύνει την παράνομη παραμονή αλλοδαπού ή δυσχεραίνει τις έρευνες των αστυνομικών αρχών για τον εντοπισμό, σύλληψη και απέλασή του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον πεντακοσίων χιλιάδων δραχμών( παρ. 6) Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 934/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, διευκολύνσεως παράνομης παραμονής αλλοδαπών στη Χώρα, κατά συρροή και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά μηνών και συνολική χρηματική ποινή 2-000 ευρώ. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, σε σχέση με τον αναιρεσείοντα και το συγκατηγορούμενό του, τα εξής: "Στις ... και ώρα 22.30 στο 23° χιλιόμετρο της Ε.Ο ..., σε έλεγχο διερχόμενων οχημάτων που διενεργούσαν συνοριακοί φύλακες του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης Διδυμοτείχου, διαπιστώθηκε ότι στο υπ' αριθμ κυκλοφορίας ... ταξί που οδηγούσε ο ..., με προορισμό τη Θεσσαλονίκη, επέβαιναν οι αλλοδαπές, υπήκοοι Μολδαβίας, ... και ..., οι οποίες κατείχαν αντίστοιχα τα υπ' αριθμ ... και ... διαβατήρια, από τα οποία είχαν αφαιρεθεί από το πρώτο δύο φύλλα με τις υπ' αριθμ 7,8 και 24,26 σελίδες και από το δεύτερο δύο φύλλα με τις υπ' αριθμ 3,4 και 29,30 σελίδες, από τα φύλλα δε αυτά, που ανευρέθηκαν στον έλεγχο που επακολούθησε προέκυπτε ότι είχαν εισέλθει στην Τουρκία στις ..... Επίσης αυτές κατείχαν τις υπ' αριθμ ... και ... βεβαιώσεις του Δήμου Θεσσαλονίκης, περί καταθέσεως αιτήσεων και νόμιμων δικαιολογητικών για την έκδοση αδείας παραμονής τους στη χώρα. Όπως περαιτέρω αποδείχθηκε από τη συνεκτίμηση όλων των παραπάνω αποδεικτικών στοιχείων, οι εν λόγω αλλοδαπές είχαν εισέλθει παράνομα στη χώρα, στερούμενες νομιμοποιητικών εγγράφων (θεωρημένα διαβατήρια, άδεια εισόδου VISA), την προηγούμενη ημέρα, ... και ώρα 23.00 περίπου, από την Τουρκία, από άγνωστο σημείο των ελληνοτουρκικών συνόρων, μέσω του ποταμού Έβρου, με τη βοήθεια δύο αγνώστων στοιχείων Τούρκων υπηκόων, οι οποίοι τις μετέφεραν με βάρκα και τις οδήγησαν σε σημείο κοντά στον ποταμό Έβρο, σε απόσταση ενός περίπου χιλιομέτρου από την Ε.Ο ..., όπου τις ανέμενε ένας άνδρας, η ταυτότητα του οποίου δεν διακριβώθηκε και ο οποίος τις οδήγησε πεζές μέχρι την παραπάνω οδό, απ' όπου τις παρέλαβε ο πρώτος κατηγορούμενος, Σ1, την πρώτη πρωινή ώρα της ... και τις μετέφερε με αυτοκίνητο που οδηγούσε στο ξενοδοχείο "..." στο .... Σε δωμάτιο του ξενοδοχείου αυτού κατέλυσαν οι παραπάνω αλλοδαπές, από τις οποίες ο πρώτος κατηγορούμενος, επισκεπτόμενος αμέσως μετά την άφιξή τους το δωμάτιο τους, ζήτησε και παρέλαβε τα διαβατήρια τους και φωτογραφίες τους, που κατείχαν αυτές και ώρα 22.00 περίπου της ίδιας ημέρας, τις επισκέφθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ1, ο οποίος τους παρέδωσε τα διαβατήριά τους, από τα οποία κατά προτροπή του αφαίρεσαν τα προαναφερόμενα φύλλα τους, προκειμένου να μην προκύπτει η είσοδός τους στην Τουρκία στις ..., καθώς και τις προαναφερόμενες υπ' αριθμ ... και ... βεβαιώσεις του Δήμου Θεσσαλονίκης, περί καταθέσεως από αυτές, την ίδιο ημέρα και ενώ δεν είχαν απομακρυνθεί καθόλου από το ξενοδοχείο, αιτήσεων και νόμιμων δικαιολογητικών για την έκδοση αδείας παραμονής τους στη χώρα, με συρραμμένη αντίστοιχα φωτογραφία τους. Με τους προαναφερόμενους τρόπους, οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι όπως αποδείχθηκε συνδέονται φιλικά μεταξύ τους, γνωρίζοντας ότι οι δύο αλλοδαπές εισήλθαν και παρέμεναν παράνομα στη χώρα, ο μεν πρώτος διευκόλυνε τόσο την παράνομη μεταφορά τους στο εσωτερικό της χώρας, όσο και την παράνομη παραμονή τους στη χώρα, ο δε δεύτερος την παράνομη παραμονή τους στη χώρα και πρέπει συνεπώς να κηρυχθούν ένοχοι για τις πράξεις αυτές για τις οποίες κατηγορούνται". Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν Τριμελές Εφετείο όσον αφορά τον αναιρεσείοντα, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 , 94, 96 του ΠΚ και 54 παρ.6 του Ν. 2910/2001 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές, ώστε να στερείται νόμιμης βάσεως. Κατά το άρθρο 211Α του ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ.8 του ν. 2408/1996, "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδαφ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποιήσεως για την καταδίκη του κατηγορουμένου της μαρτυρικής καταθέσεως ή της απολογίας συγκατηγορουμένου, καθώς και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία ως μοναδική πηγή της πληροφόρησής τους έχουν τον συγκατηγορούμενο. Δεν παραβιάζεται, όμως, η ανωτέρω διάταξη, όταν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου δεν στηρίζεται αποκλειστικώς στη μαρτυρική κατάθεση ή στην ομολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικά, τόσο στη μαρτυρική κατάθεση ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου, όσο και σε καταθέσεις των μαρτύρων και τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Επίσης, κατά το άρθρο 32 παρ.1 ΚΠοινΔ, καμιά απόφαση του ποινικού δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο δεν έχει κύρος, αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο Εισαγγελέας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 138 παρ.2 ΚΠοινΔ, πριν από κάθε απόφαση ή διάταξη που εκδίδεται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, παίρνουν το λόγο ο Εισαγγελέας και οι παρόντες διάδικοι. Τέλος κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου 138, η παράβαση της παραγράφου 2 αυτού συνεπάγεται την ακυρότητα της αποφάσεως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν στον Εισαγγελέα δεν δοθεί ο λόγος και ως εκ τούτου δεν διατυπώσει αυτός πρόταση πριν από την έκδοση της αποφάσεως του δικαστηρίου με την οποία απορρίπτεται υποβληθέν κατά τρόπο ορισμένο συγκεκριμένο και νόμιμο αίτημα του κατηγορουμένου, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, δημιουργούσα λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. Α' και 171 παρ.1 εδ. β' ΚΠοινΔ. Όμως, από τις ίδιες αυτές διατάξεις προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας της έδρας, όταν λαμβάνει το λόγο και αναπτύσσει την κατηγορία και προτείνει την ενοχή ή την αθώωση του κατηγορουμένου, σιωπηρώς, προτείνει και την απόρριψη των υποβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών και αιτημάτων του κατηγορουμένου, επί των οποίων είχε επιφυλαχθεί προηγουμένως και κατά συνέπεια δεν δημιουργείται καμιά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 934/2009 απόφαση, το δίκασαν σε δεύτερο βαθμό Τριμελές Εφετείο Θράκης, πριν χωρίσει στην έκδοση της καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα απόφασης, απέρριψε την αίτηση του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος, που υποβλήθηκε μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και την ανάγνωση των εγγράφων, για μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου και δη των από 8-11-2002 αναγνωσθεισών εκθέσεων αναγνωρίσεώς του από τις κατονομαζόμενες δύο αλλοδαπές, κατ' άρθρο 211 Α ΚΠοινΔ, για το λόγο ότι ήσαν συγκατηγορούμενές του στην ίδια δίκη, για παράνομη είσοδο στη Χώρα, και αυτές οι εκθέσεις ήσαν τα μοναδικά σε βάρος του αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να ακουστεί προηγουμένως ο Εισαγγελέας. Όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στον Εισαγγελέα της έδρας, όταν προβλήθηκε ο σχετικός ισχυρισμός - αίτημα του αναιρεσείοντος και ενώ είχαν ήδη αναγνωσθεί οι παραπάνω εκθέσεις αναγνωρίσεως του αναιρεσείοντος, χωρίς καμία αντίρρηση αυτού, δόθηκε ο λόγος να κάνει τη σχετική πρότασή του, πλην αυτός επιφυλάχθηκε να προτείνει μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, δηλαδή μεταγενέστερα. Στη συνέχεια, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, όταν δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα της έδρας να εκθέσει την επί της ουσίας πρότασή του, πρότεινε την αθώωση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, χωρίς ρητά να προτείνει επί του παραπάνω αιτήματος του κατηγορουμένου και το Δικαστήριο στη συνέχεια, μετά την αγόρευση και των συνηγόρων υπερασπίσεως, με ειδικό αιτιολογικό (σελ. 12-13 πρακτικών), απέρριψε το εν λόγω αίτημα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ως αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι οι αναγνωσθείσες εκθέσεις αναγνωρίσεως του κατηγορουμένου θα αξιολογηθούν σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, πράγμα που δεν απαγορεύεται από το άρθρο 211Α του ΚΠοινΔ και στη συνέχεια το Δικαστήριο, προχώρησε στην καταδίκη του κατηγορουμένου, με το προεκτεθέν αιτιολογικό, στηριχθέν, όπως από αυτό προκύπτει, και στις παραπάνω εκθέσεις αναγνωρίσεως, όχι όμως αποκλειστικά, αλλά και στις καταθέσεις των μαρτύρων, μεταξύ των οποίων και του μάρτυρος κατηγορίας αστυνομικού .... Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αφού, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ο Εισαγγελέας της έδρας, λαβών το λόγο, "ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε την αθώωση των δύο κατηγορουμένων, λόγω αμφιβολιών" (σελ.12), η πρότασή του αυτή επί της κατηγορίας εμπεριέχει οπωσδήποτε και την πρότασή του για την απόρριψη του άνω αιτήματος του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου και κατά συνέπεια δεν δημιουργήθηκε εν προκειμένω καμιά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1, 138 παρ. 2 και 3 και 171 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠοινΔ, ούτε παραβιάστηκε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ενώ το Εφετείο, που συνεκτίμησε τις άνω εκθέσεις αναγνωρίσεως σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρα κατηγορίας και λοιπά έγγραφα), περιέχει πλήρη και ειδική αιτιολογία και δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 211 Α σε συνδ. με το άρθρο 520 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ και ως εκ τούτου οι σχετικοί λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, για έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα της έδρας και για παραβίαση του άρθρου 211 Α ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι απορριπτέοι. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29 Ιανουαρίου 2010 αίτηση - δήλωση του Χ1 περί αναιρέσεως της με αριθμό 934/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θράκης. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Διευκόλυνση παράνομης παραμονής αλλοδαπών κατά συρροή (άρθρ. 54 § 6 Ν. 2910/2001). Απορριπτέος ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, από έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα της έδρας, ο οποίος δεν πρότεινε επί υποβληθέντος αιτήματος του κατηγορουμένου να μην συνεκτιμηθούν οι αναγνωσθείσες εκθέσεις αναγνωρίσεώς του από συγκατηγορούμενές του, διότι στην επί της κατηγορίας πρόταση του εισαγγελέα εμπεριέχεται και σιωπηρή πρόταση αυτού απορρίψεως του σχετικού αιτήματος του κατηγορουμένου. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο 2ος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για παραβίαση του άρθρου 211 Α΄ ΚΠΔ, διότι το Δικαστήριο, προχώρησε στην καταδίκη του κατηγορουμένου, με το προεκτεθέν αιτιολογικό, στηριχθέν, όπως από αυτό προκύπτει, και στις παραπάνω εκθέσεις αναγνωρίσεως συγκατηγορουμένων του, όχι όμως αποκλειστικά, αλλά σε συνδυασμό και με τις καταθέσεις των μαρτύρων, μεταξύ των οποίων και του μάρτυρος κατηγορίας αστυνομικού.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Λαθρομεταναστών διευκόλυνση παραμονής.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1240/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 11391/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1334/09. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος και να απορριφθεί κατά τα λοιπά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 τταρ.1 του Ν. 1882/1990, όπως είχε αντικατασταθεί από 11-9-1997 με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου χρέους και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης από τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ήτοι αυτή της μη καταβολής του χρέους που η εξόφληση του έχει ρυθμισθεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Έτσι για την καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές απαιτούνται διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξεως. Περαιτέρω, με το ανωτέρω άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 αυξήθηκε το ύψος του ποσού, το οποίο, όταν οφείλεται, καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του και έτσι οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέγκλητες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το όριο του 1.000.000 δρχ. προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμία από τις ως άνω δύο κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Ήδη, με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση εξοφλήσεως ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και, συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, πρέπει να εφαρμοσθούν, ως ευμενέστερες γι' αυτούς, οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεως τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέσθηκαν μετά την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004,(1-1-2004) ή πριν από την άνω έναρξη εφαρμογής, αλλά υπερβαίνει το καθένα από αυτά το τασσόμενο, με τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2.523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, ως ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠολΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη 11391/2008 απόφαση προκύπτει, ότι το κατ' έφεση δίκασαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε, δέχθηκε στο αιτιολογικό του ότι, από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: "Σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία "MODULUS ΕΠΙΠΛΟΔΗΜΙΟΥΡΓΙΕΣ", της οποίας πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος είναι ο κατηγορούμενος, βεβαιώθηκαν τα χρέη που αναφέρονται στο διατακτικό, στο οποίο αναφέρεται για το καθένα αναλυτικά ο αριθμός και ημερομηνία βεβαίωσης, το οικονομικό έτος, το είδος του φόρου, ο τρόπος πληρωμής (σημειουμένου ότι όλα, πλην του με αριθμό 1 ήταν καταβλητέα εφάπαξ, ενώ το με αριθμ. 1 σε δόσεις), η ημερομηνία ληξιπροθέσμου εκάστου ποσού. Τα εν λόγω ποσά, συνολικά ανερχόμενα στο ποσό των 125.253,34 ευρώ, ο κατηγορούμενος, με την άνω ιδιότητά του, από πρόθεση δεν κατέβαλε εντός τεσσάρων μηνών από τότε που το καθένα από αυτά ήταν ληξιπρόθεσμο, δηλαδή δεν κατέβαλε αυτή (ποσά) κατά τους χρόνους που στο διατακτικό της παρούσης αναφέρονται. Με βάση τα εν λόγω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται σε βάρος του κατηγορουμένου η νομοτυπική μορφή της αποδιδομένης σ' αυτόν σχετικής κατηγορίας, και γι' αυτό, πρέπει, να κηρυχθεί ένοχος, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84§2 β' του Π.Κ., διότι προέκυψε ότι ωθήθηκε στην τέλεση της πράξης από αίτια μη ταπεινά, ήτοι λόγω δυσχερειών (οικονομικών) που αντιμετώπισε η άνω εταιρία στις συναλλαγές της, απορριπτόμενου του αιτήματος αναβολής της δίκης κατ' άρθρο 59 ΚΠΔ που υπέβαλε ο εκπροσωπών αυτόν (κατηγορούμενο) συνήγορός του, αφού δεν γίνεται επίκληση από αυτόν ύπαρξης ενόρκως ποινικής δίκης εις την οποίαν θα κρινόταν προδικαστικά ζητήματα που θα επηρέαζαν την παρούσα δίκη, προϋπόθεση απαραίτητη για την εφαρμογή της άνω διατάξεως". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στην .. στις 1-12-2002, 1-3-2004, 1-8-2006 και 29-8-2006, με περισσότερες πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές υπηρεσίες χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους προσαυξήσεων μέχρι την ημέρα σύνταξης του πίνακα χρεών υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ και συγκεκριμένα ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας με την επωνυμία "ΜODULUS ΕΠΙΠΛΟΔΗΜΙΟΥΡΓΙΕΣ", καθυστέρησε την καταβολή των ακολούθως αναφερομένων βεβαιωμένων χρεών στη Φ.Α.Ε ... για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τα οποία ήταν βεβαιωμένα σε βάρος του, καταβλητέα είτε εφάπαξ, είτε σε δόσεις, όπως αναλυτικά αναφέρεται στο συνημμένο στο κατηγορητήριο, πίνακα και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτού, κατά το ποσό ενός εκάστου εξ αυτών, τον αριθμό της πράξης βεβαίωσης του Προϊσταμένου της ως άνω Δ.Ο.Υ, την αιτία του χρέους, το κεφάλαιο, την προσαύξηση και ημερομηνία καταβολής ενός εκάστου: (ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΠΙΝΑΚΑΣ ΧΡΕΩΝ) Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, τη διάταξη του άρθρου του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2.523/1997, η οποία άρχισε να ισχύει από την 1-1-1998 και τυγχάνει ενταύθα εφαρμογής, όσον αφορά το υπό στοιχείο 1 του Πίνακα, χρέος του αναιρεσείοντος, ποσού 9.963,93 ευρώ, που ήταν καταβλητέο σε δόσεις με ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσεως την 31-7-2002 και της τελευταίας την 30-9-2002, ήτοι με χρόνο τελέσεως την 1-12-2002, πριν ισχύσει από 1-1-2004 ο Ν. 3220/2004, αφού το εν λόγω ποσό υπερβαίνει τα 2.000.000 δραχμές. Όσον αφορά το άνω χρέος, αλλά και τα υπόλοιπα χρέη, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων και τα οποία όλα ήταν καταβλητέα εφάπαξ, με χρόνο τελέσεως την 1-3-2004, 1-8-2004 και 29-8-2004, ήτοι μετά την 1-1-2004, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του Ν. 3220/2004, ότε πλέον ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ποσό του χρέους, υπερβαίνοντος τα 10.000 ευρώ και όχι το ύψος κάθε επί μέρους χρέους, πρέπει να λεχθούν τα εξής. Η προκύπτουσα από το συνδυασμό των ανωτέρω σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως αιτιολογία, είναι η επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, με την εκτεθείσα έννοια, αφού εκτίθενται σ' αυτήν και στο συνημμένο στο διατακτικό Πίνακα Χρεών, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, παρατίθενται όλα τα αναγκαία κατά τα προαναπτυχθέντα στοιχεία για την κατά το νόμο θεμελίωση του αξιοποίνου της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατ' εξακολούθηση, ήτοι προσδιορίζεται στην απόφαση, η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της υπόχρεης εταιρείας, η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους (ΦΑΕ ...), το είδος του χρέους (λοιποί φόροι και προσαυξήσεις), ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ) και ο ακριβής χρόνος καταβολής εκάστου χρέους του, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτό, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεως του, μπορούσε και έπρεπε να καταβληθεί από τον οφειλέτη κατηγορούμενο, η πάροδος τετραμήνου και το ληξιπρόθεσμο των χρεών αυτών, του πρώτου ποσού (9.963,93 ευρώ) υπερβαίνοντος τα 2.000.000 δραχμές υπό την ισχύ του ως παραπάνω προγενέστερου άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. δια του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 34 Ν. 3220/2004 και των λοιπών χρεών, με χρόνο τελέσεως μετά την 1-1-2004, υπό την ισχύ του άνω Ν. 3220/2004, ανερχομένων όλων στο συνολικό ποσό, των 115.289,41 ευρώ (125.253,34 - 9.963,93), υπερβαίνον το ποσό των 10.000 ευρώ, όπως αναλυτικά αναφέρονται όλα τα στοιχεία αυτά στο συνημμένο στο διατακτικό αναλυτικό Πίνακα Χρεών. Άρα οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Σε σχέση με τις μερικότερες αιτιάσεις και λόγους του αναιρεσείοντος: α) Η παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος "για αναστολή της δίκης, κατ' άρθρο 59 ΚΠοινΔ, λόγω ασκήσεως υπ' αυτού προσφυγών στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης", με αιτιολογία ενσωματωμένη στο τέλος της προπαρατεθείσας κύριας επί της ενοχής αιτιολογίας (σελ. 10), έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο αντίθετος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' πρώτος λόγος (Β' σκέλος) αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, β) από τα πρακτικά της δίκης, δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε από τον εκπροσωπήσαντα τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο συνήγορο του αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις και δη για να προσκομισθούν τα φύλλα ελέγχου και η ατομική ειδοποίηση της αρμόδιας ΔΟΥ για τα επίδικα χρέη, ώστε το Δικαστήριο να είναι υπόχρεο να απαντήσει και να αιτιολογήσει την απόρριψη του και πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο αντίθετος σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως (Δ σκέλος) της κρινόμενης αιτήσεως. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17,18, 19 και 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής, προκύπτει ότι προκειμένου περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής, που προβλέπονται από αυτές τις διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δηλώσεως φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και, τέλος, στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για τη νομότυπη δίωξη των απ' αυτές και μόνο τις διατάξεις προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσας φορολογικής του παραβάσεως, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως. Η έλλειψη δε της προϋποθέσεως αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής διώξεως και καθιστά αυτήν, σε περίπτωση ασκήσεως της, απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή, η οποία, ως εισάγουσα ευμενέστερη για το δράστη των εγκλημάτων αυτών ρύθμιση, εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 24 του ν. 2523/1997, και επί εκείνων των πράξεων που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του. δεν απαιτείται προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και, συνεπώς, για τη δίωξη αυτών δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, αλλά ούτε, σε περιπτώσεις ασκήσεως προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβιάσεως της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής διώξεως, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας εκθέσεως ελέγχου, της καταλογιστικής πράξεως του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του πιο πάνω νόμου). Επομένως, το Δικαστήριο, που στην προκείμενη περίπτωση, με παρεμπίπτουσα απόφασή του που προηγήθηκε της προσβαλλόμενης κυρίας αποφάσεως και συμπροσβάλλεται με την τελευταία, απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, υποβληθέντα δια του εκπροσωπούντος αυτόν στη δίκη συνηγόρου του, με τον οποίον υποστήριξε ότι θάπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα ποινική δίωξη, διότι στην αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως δεν επισυνάφθηκαν αντίγραφα της οικείας εκθέσεως ελέγχου, της καταλογιστής πράξεως και των αποδεικτικών στοιχείων για την οριστικοποίηση των επιδίκων χρεών, ορθά το νόμο εφάρμοσε και πλήρως αιτιολογημένα απάντησε και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, Ε του ΚΠοινΔ, αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως (Γ' σκέλος) ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου που περιέχει ακριβή καθορισμό των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπιση του. Κατά τις διατάξεις όμως των άρθρων 170 παρ. 1, 173 παρ.1, και 174, του ΚΠοινΔ, οι οποίες δεν θίγουν τα από το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α' ΕΣΔΑ προστατευόμενα δικαιώματα του κατηγορουμένου, η ακυρότητα από τη μη τήρηση των διατάξεων αυτών (320 - 321 ΚΠοινΔ) είναι σχετική, ως αναγόμενη σε, προπαρασκευαστικές πράξεις της κύριας διαδικασίας, γι' αυτό και αν ο κατηγορούμενος δεν προβάλλει κατά την έναρξη της πρωτόδικης δίκης αντιρρήσεις στην πρόοδο αυτής, η σχετική ακυρότητα καλύπτεται. Εφόσον όμως ο κατηγορούμενος κατ' αυτή δεν εμφανίστηκε ή εμφανισθείς πρόβαλε την ακυρότητα αυτή και το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό του αυτόν, τότε η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μόνο όμως με ειδικό λόγο εφέσεως κατά της αποφάσεως. Εφόσον η εν λόγω ακυρότητα δεν προταθεί ως λόγος εφέσεως, καλύπτεται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει για εκείνα μόνο τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι λόγοι της εφέσεως, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να απαντά σε αόριστους η σε μη νόμιμους ισχυρισμούς. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης σε συνδυασμό με την πρωτοβάθμια 24680/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, και την από 3771/2007 έκθεση εφέσεως του αναιρεσείοντος κατ' αυτής, έγγραφα που παραδεκτώς επισκοπούνται προκειμένου να ερευνηθεί το παραδεκτό προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων κατά τη διαδικασία στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πρόβαλε ακυρότητα του κοινοποιηθέντος σ' αυτόν κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο κλητεύθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, για την εν λόγω αξιόποινη πράξη της καθυστερήσεως καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, συνιστάμενη στο ότι σε αυτό δεν αναφέρεται ο τρόπος ειδοποιήσεως του για την πληρωμή των επιδίκων χρεών. Όμως, σύμφωνα με τα παραπάνω, η μη αναφορά του τρόπου ειδοποιήσεως του υπόχρεου για την πληρωμή των καθυστερούμενων χρεών, δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για τον ακριβή καθορισμό της πράξεως αυτής και ουδεμία ακυρότητα του επιδοθέντος στον κατηγορούμενο κλητηρίου θεσπίσματος επέρχεται από τη μη αναφορά του άνω στοιχείου. Επομένως, ο για τον άνω λόγο προβληθείς από τον κατηγορούμενο στον πρώτο βαθμό, αλλά και με ειδικό λόγο εφέσεως, επαναφερθείς ισχυρισμός ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, ήταν μη νόμιμος και συνεπεία τούτου ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε, κατά το άρθρο 170 παρ. 1,2 ΚΠοινΔ, ούτε έλλειψη ακροάσεως, από τη σιγή απόρριψη του μη νόμιμου αυτού ισχυρισμού του κατηγορουμένου. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Β του ΚΠοινΔ, δεύτερος και τρίτος, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚποινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση - δήλωση του X, περί αναιρέσεως της 11391/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και . Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καθυστέρηση χρεών προς το Δημόσιο (άρθρ. 25 § 1 Ν. 1882/1990). Απορριπτέος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 § 1 του Ν. 2.523/1997, η οποία άρχισε να ισχύει από την 1-1-1998 και τυγχάνει ενταύθα εφαρμογής, ως ευμενέστερη για τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο (άρθρο 2 § 1 ΠΚ), όσον αφορά το υπό στοιχεία 1 του πίνακα, χρέος του αναιρεσείοντος, ποσού 9.963,93 ευρώ, καταβλητέο σε δόσεις με ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσεως την 31-7-2002 και της τελευταίας την 30-9-2002, καθόσον ως προς το χρέος αυτό, εφαρμοστέα ήταν η διάταξη αυτή, όπως ίσχυε μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 23 § 1 του Ν. 2523/1997, υπό την ισχύ της οποίας, το χρέος αυτό, συνιστούσε αξιόποινη πράξη ως υπερβαίνον το ποσό των 2.000.000 δραχμών, ενώ ως προς το τα λοιπά χρέη, με χρόνο τελέσεως μετά την 1-1-2004, εφαρμοστέα ήταν η ιδία διάταξη, όπως ίσχυε όμως μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 34 § 1 του Ν. 3220/2004, σύμφωνα με την οποία (ευμενέστερη), η πράξη αυτή είναι αξιόποινη, λόγω του ύψους του συνολικά πλέον λαμβανομένου ποσού, ανωτέρου των 10.000 €. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και έλλειψη ακροάσεως. Στην περίπτωση παραβιάσεως της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται η § 4 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής διώξεως, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας εκθέσεως ελέγχου, της καταλογιστικής πράξεως του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο.
Ακροάσεως έλλειψη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ακροάσεως έλλειψη.
0
Αριθμός 1241/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης X, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Γκαρίπη, περί αναιρέσεως της 9332/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Αριστοτέλη Φόρτωμα του Φιλίππου, κάτοικο ..., που παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιανουαρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 94/10. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας και των παραστάντα αυτοπροσώπως ως δικηγόρο πολιτικό ενάγοντα, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παρ. 1 του άρθρου 473 ΚΠοινΔ, ορίζεται "όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης και, αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία αυτής, η πιο πάνω προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της απόφασης", ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται, "η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου". Εξάλλου, κατά συναγομένη από το άρθρο 255 ΑΚ γενική αρχή του δικαίου ότι κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα, ο αναιρεσείων μπορεί να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως το λόγο εξαιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που τον στηρίζουν. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 507 παρ. 1α' ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι στην περίπτωση που η καταδικαστική απόφαση απαγγελθεί, ενώ είναι παρών ο κατηγορούμενος, η άνω προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως αρχίζει από την καταχώριση της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή του, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠοινΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση κατά τρόπο ορισμένο των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανωτέρω βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ως ανωτέρα βία θεωρείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορούσε να αποτραπεί και με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο δεν οφείλεται οπωσδήποτε σε υπαιτιότητα του ασκούντος το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί απ' αυτόν με κανένα τρόπο. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε κατ' έφεση, με την με αριθμό 9332/12-11-2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε με την παρουσία της κατηγορουμένης και του παρισταμένου συνηγόρου της στις 12-11-2009. Η απόφαση αυτή, όπως προκύπτει από τη σχετική επ' αυτής βεβαίωση της αρμοδίας γραμματέως, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του εκδόντος δικαστηρίου στις 10-12-2009, με αριθ. πράξεως 10478. Ωστόσο η αναιρεσείουσα, η οποία είναι κάτοικος ..., άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως με δήλωσή της ιδίας ενώπιον της γραμματέως του δικαστηρίου που την εξέδωσε, στις 11 Ιανουαρίου 2010, με αριθμό εκθ. 12, ήτοι εκπρόθεσμα μετά την πάροδο της 10ήμερης προθεσμίας από την καταχώρηση της ως άνω αποφάσεως στο οικείο βιβλίο καθαρογραφημένων αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών. Η αναιρεσείουσα, στην κρινόμενη έκθεση αναιρέσεώς της, επικαλείται ως λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της, α) την αδυναμία επικοινωνίας αυτής με τον παραστάντα στο Εφετείο συνήγορό της, ο οποίος ουδέποτε την ενημέρωσε για την καθαρογραφή της αποφάσεως, ούτε της έδωσε κάποια εξήγηση, καταλείποντάς της χωρίς ενημέρωση και χωρίς κανένα αντίγραφο της δικογραφίας, β) την εσφαλμένη καταχώρηση του επιθέτου αυτής στον Η/Υ του Εφετείου Αθηνών, από X σε K, με συνέπεια να μην ανευρίσκει στον Η/Υ, όπου η ίδια απευθύνθηκε, τη σχετική απόφαση και το χρόνο καταχωρήσεώς της στο ειδικό βιβλίο και γ) τη μη άσκηση αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως από τον παραστάντα στο Εφετείο συνήγορό της στον οποίο είχε δώσει σχετική ειδική εντολή κατά την ημέρα της καταδίκης της. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι απορριπτέοι, καθόσον, και αληθή, αν υποτεθούν τα περιστατικά που προβάλλονται σχετικώς, δεν μπορούν να υπαχθούν στην έννοια της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος. Ειδικότερα, οι μεν υπό α' και γ' (πέραν της μεταξύ τους αντιφατικότητας), διότι η ισχυριζόμενη με αυτούς αμέλεια του συνηγόρου της αναιρεσείουσας να προβεί για λογαριασμό της στην άσκηση αναιρέσεως κατά της υπόψη αποφάσεως δεν συνιστά ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, οι δε υπό β', διότι η κατηγορουμένη αναιρεσείουσα μπορούσε, επιμελώς φερόμενη, να αναζητήσει στη γραμματεία του Εφετείου την απόφαση που κατ' αυτήν στον Η/Υ εφέρετο στο όνομα K, ώστε να πληροφορηθεί ότι επρόκειτο για την απόφαση που την αφορούσε και έτσι να πληροφορηθεί και το χρόνο καταχωρήσεώς της στο οικείο βιβλίο και να ασκήσει εμπρόθεσμη αναίρεση. Συνεπώς πρέπει για τον ανωτέρω λόγο να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση, η οποία είναι σε κάθε περίπτωση απαράδεκτη, αφού δεν αναφέρονται σ' αυτήν τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τους ως άνω ισχυρισμούς. Απορριπτομένης της αιτήσεως, πρέπει η αναιρεσείουσα να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος. (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 12/11-1-2010 αίτηση της X για αναίρεση της 9332/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης, ως εκπρόθεσμη, ενώ στην ασκηθείσα έκθεση αναιρέσεως, οι επικαλούμενοι λόγοι, α) αδυναμία επικοινωνίας της αναιρεσείουσας με τον παραστάντα συνήγορό της, β) εσφαλμένη καταχώρηση του επιθέτου της στον Η/Υ του Εφετείου Αθηνών, με συνέπεια να μην ανευρίσκει η ιδία τη σχετική απόφαση και το χρόνο καταχωρήσεώς της στο ειδικό βιβλίο και γ) η μη άσκηση αναιρέσεως από το συνήγορό της στον οποίο είχε δώσει σχετική εντολή κατά την ημέρα της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, είναι απορριπτέοι, ως μη νόμιμοι, καθόσον δε συνιστούν ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, αλλά και ως απαράδεκτοι, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται συγχρόνως και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδεικνύεται η βασιμότητα των ανωτέρω επικαλουμένων λόγων, που δικαιολογούν κατ΄ αυτήν το εκπρόθεσμο.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Ανωτέρα βία.
1
Αριθμός 1238/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χρτιστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. X1 και 2.X2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Παναγιωτακόπουλο, περί αναιρέσεως της 1900/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Δεκεμβρίου 2009 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 74/10. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 106/16.3.10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι. Εισάγω στο Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 2 και 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. όπως το τελευταίο αντ. από το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 3160/2003, τις από 14-12-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των X1 και X2 κατοίκων ... κατά της 1900/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας με την οποία απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες (εκπρόθεσμες) οι εφέσεις τους κατά της 5061/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας με την οποία είχαν καταδικαστεί συνολικά σε φυλάκιση τριών ετών και χρηματική ποινή 7.000 ΕΥΡΩ ο καθένας για μη καταβολή εργατικών και εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ (ΑΝ 86/67), και εκθέτω τα ακόλουθα : ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί, από εκείνον που κρίθηκε ένοχος, και με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στον οποίο επιδίδεται μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την έναρξη της προθεσμίας. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της δεν είναι "καταδικαστική", (Ολ. ΑΠ 5/2000 ΠΧ! 2000. 687, ΑΠ 699/2009, ΑΠ 110/2009, ΑΠ 1372/2006 ΠΔ 2207.240, ΑΠ 143/2004 ΠΔ 2004. 881, ΑΠ 588/1997 ΠΧ 1998. 140). Η αίτηση αναίρεσης που ασκείται κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου , δηλ. χωρίς τις αμέσως παραπάνω νόμιμες διατυπώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. ίδιου Κώδικα, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, ενώ ταυτόχρονα αυτό : α) διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης που έχει προσβληθεί και β) καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα σχετικά δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. ΙΙΙ. Οι παραπάνω αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 Κ.Π.Δ., με τις από 14-12-2009 δηλώσεις των αναιρεσειόντων στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου , και στρέφονται κατά της παραπάνω 1900/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας με την οποία απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες (εκπρόθεσμες) οι εφέσεις τους κατά της 5061/2007 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Επειδή οι αιτήσεις αυτές αναιρέσεως που στρέφoνται κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως ασκήθηκαν ανεπίτρεπτα με τον αμέσως παραπάνω τρόπο (δηλώσεις στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου), ενώ έπρεπε να ασκηθούν με δηλώσεις τους ενώπιον του Γραμματέα Πλημμελειοδικών Λάρισας και σύνταξη σχετικής έκθεσης από αυτόν (αρθρ. 474 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), πρέπει το Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιό, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. όπως αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992 και 58553/2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης : α) να απορρίψει τις αιτήσεις αυτές αναιρέσεως ως απαράδεκτες β) να διατάξει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και γ) να επιβάλλει σ' αυτούς τα σχετικά δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι από 14-12-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των X1 και X2 κατοίκων .... κατά της 1900/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας Β) Να διαταχθεί η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως και Γ) Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα από 220 Ευρώ ο καθένας. Αθήνα 16 Μαρτίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης". Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες με αριθμ. πρω. 9665 και 9666/14-12-2009 αιτήσεις αναίρεσης των: 1) X1 και 2) X2 αντίστοιχα, κατοίκων αμφοτέρων ...., κατά της υπ' αριθμ. 1900/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας και να εξετασθεί κατά πρώτον το παραδεκτό της άσκησής τους. Από το άρθρο 465 παρ. 1 ΚΠΔ ορίζεται ότι ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου του που έχει εντολή κατά τους όρους του αριθμού 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ, η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσο ορίζονται στην παράγραφο 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών που αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 2. Καταδικαστική δε απόφαση θεωρείται εκείνη που κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο τέλεσης κάποιας αξιόποινης πράξης και επιβάλλει σ' αυτόν ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική. Επομένως η αντίφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη δεν είναι καταδικαστική, αφού το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική κρίση της υπόθεσης. Τέλος, κατά το άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ, με την επιφύλαξη της διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 473 το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου κλπ. Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων του ΚΠΔ προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 του Κώδικα αυτού που επιτρέπει την άσκηση αναίρεσης με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι εξαιρετικής και αφορά μόνο την αναίρεση που ασκήθηκε από τον καταδικασθέντα κατά απόφασης καταδικαστικής. Τέτοια απόφαση, όπως προαναφέρθηκε δεν είναι εκείνη που απορρίπτει ως απαράδεκτη, ως εκπρόθεσμη, έφεση του αναιρεσείοντος κατά πρωτοβάθμιας καταδικαστικής απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση με τις κρινόμενες ως άνω αιτήσεις ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 1900/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, που απέρριψε ως απαράδεκτες, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής τους τις υπ' αριθμ. 604 και 605/2007 εφέσεις των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 5061/2007 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, με την οποία είχε καταδικασθεί καθένας αυτών σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών που μετέτρεψε σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως, και σε συνολική χρηματική ποινή 7.000 ευρώ, για τη μη καταβολή εργατικών και εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ (Α.Ν. 86/1967). Οι κρινόμενες αναιρέσεις ασκήθηκαν από τους ίδιους τους κατηγορουμένους κατά το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ, δηλαδή με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου πάγου την 14-12-2009 (βλ. σχετική σημείωση του δικαστικού επιμελητή ...επί των κρινομένων αιτήσεων). Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική, ανεπίτρεπτα ασκήθηκαν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, γι' αυτό πρέπει μετά τη γενόμενη ειδοποίηση του αντικλήτου των αναιρεσειόντων για να προσέλθει στο Συμβούλιο, όπως βεβαιώνεται στην επί του φακέλου επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα, να απορριφθούν ως απαράδεκτες, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 14 Δεκεμβρίου 2009 αιτήσεις του X1 και X2 κατοίκων αμφοτέρων ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1900/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Απορρίπτει αυτές. Και Καταδικάζει καθένα των ως άνω αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1 Ιουνίου 2010 . Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη η άσκηση αναίρεσης κατά απόφασης απορριψάσης την έφεση κατά της πρωτοβάθμιας καταδικαστικής απόφασης ως απαράδεκτη λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 473§2 ΚΠΔ, καθόσον η προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου δεν είναι καταδικαστική. Απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Εισαγγελέας Αρείου Πάγου
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1236/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Χριστόφορο Κοσμίδη και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ανδρεουλάκο, περί αναιρέσεως της 69141/2009 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείο Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 73/10. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή ή προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως τούτου αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μέγεθος του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους που η εξόφληση του έχει ρυθμιστεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, ούτε απαιτείται να παρέλθει εξάμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλομένου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμα εσόδων στις Δ.Ο.Υ και τα τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεως του, ο οποίος είναι ο χρόνος συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόσους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατωτέρω ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κλπ) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για την μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για χρέος που ήταν καταβλητέο εφάπαξ πριν την έναρξη της ισχύος του ν. 3220/2004, ήτοι την 1-1-2004, απαιτείτο να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί, για να αρχίσει η ποινική ευθύνη του υπαιτίου, ενώ μετά την έναρξη της ισχύος του ως άνω νόμου, απαιτείται να συμπληρωθούν τέσσερις μήνες από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, για να αρχίσει η ποινική ευθύνη του υπαιτίου. Η παλαιότερη των ως άνω ρυθμίσεων είναι ευνοϊκότερη για τον οφειλέτη χρεών προς τον Δημόσιο από την άποψη της παραγραφής καθόσον μετά το τέλος της παρέλευσης του κατά τα άνω αναφερόμενου διμήνου άρχιζε και ο χρόνος παραγραφής που στην περίπτωση αυτή η συμπλήρωση της πενταετίας του άρθρου 111 παρ. 3 ΠΚ ή της οκταετίας (άρθρο 113 παρ. 2 και 3 του ΠΚ) επιφέρει την εξάλειψη του αξιοποίνου του ανωτέρω πλημμελήματος είναι πρόδηλο ότι επέρχεται κατά ένα δίμηνο νωρίτερα από την περίπτωση εκείνη που η ποινική ευθύνη αρχίζει μετά την παρέλευση τετραμήνου από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος (με το πρόσκαιρο όφελος ότι για ένα δίμηνο ακόμη από τότε που ήταν καταβλητέο το χρέος δεν διώκεται ποινικά). Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης αποτελεί η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Ακόμη συνιστά τον από το άρθρο 510 παρ. 2 στοιχ. Η του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης όταν το Δικαστήριο υπερβαίνει την εξουσία του, όπως συμβαίνει με την περάτωση της ποινικής δίκης παρά τα οριζόμενα στο άρθρο 370 ΚΠΔ και ειδικώτερα δεν παύει οριστικά την ποινική δίωξη για κάποιο έγκλημα με την εξάλειψη του αξιόποινου του λόγου παραγραφής του, αλλά προχωρεί στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 69141/27-10-2009 αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση, Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/90, όπως ίσχυε προ της αντικαταστάσεώς του με το α'23 παρ. 1 του ν. 2523/97, προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης από τη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Η μια εξ αυτών είναι αυτή της μη καταβολής εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει 2μηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία ήταν καταβλητέο το χρέος. Περαιτέρω με το α'23 παρ. 1 του ν. 2523/11-9-97 αντικαταστάθηκε το άνω άρθρο (25 ν. 1882/90) και αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του ποσού, το οποίο, όταν οφείλεται, καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του και έτσι οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέλεγκτες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το όριο του 1.000.000 δρχ. προκειμένου για δάνεια ή παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρεών γενικά. Τέλος με το α'34 παρ. 1 του ν. 3220/04, του οποίου η ισχύς άρχισε από 1-1-04, αντικαταστάθηκε εκ νέου το α'25 παρ. 1 του ν. 1882/90 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις Δ.Ο.Υ και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα ν.π.δ.δ, τις επιχειρήσεις ή τους οργανισμούς του ευρύτερου δημοσίου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνώ διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ ή του τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται στην περίπτωση με ποινή φυλακίσεως ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, κατά τα οριζόμενα στην περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. με το άνω άρθρο 34 του ν. 3220/04, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του τελευταίου, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. Ειδικότερα, με την παρ. 1 του άρθρου αυτού: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ και τα τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξης του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη , υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις (όπως τόκοι και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατωτέρου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενου ή επιρριπτόμενοι φόροι, .... με εγγύηση του Ελληνικού δημοσίου κλπ). Και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα παραπάνω, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/04, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/90, όπως αυτή αντικ. με το α'23 παρ. 1 του ν. 2523/97, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ προκειμένου περί παρακρατούμενων φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του α'34 παρ. 1 του ν. 3220/04 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το α' 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος έναρξης της ποινικής του ευθύνης η παρέλευση 4 μηνών και όχι 2 μηνών από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται τα όρια του χρέους για την μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη (ΑΠ 176/09). Στην προκειμένη περίπτωση η οφειλή του κ/μένου συνίσταται σε επιβολή προστίμου 80.000.000 δρχ που του επιβλήθηκε, υπό την ιδιότητά του ως διευθύνονται συμβούλου της εταιρίας ..." με την αρ. 51/1999/12-9-00 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (ν.π.δ.δ), σύμφωνα με το α' 11 του π.δ 53/92, λόγω παράβασης του α'3 του διατάγματος αυτού. Το άνω χρέος βεβαιώθηκε από την Δ.Ο.Υ ..., κατά το οικονομικό έτος 2001, την 25-5-01, ως πρόστιμο επιβολής διοικητικών κυρώσεων, ανερχόμενο στο ποσό των 234.776, 23 ευρώ και μετά των προσθέτων επιβαρύνσεων στο ποσό των 416.493,03 ευρώ, ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 29-6-01, αφορά δε η καθυστέρηση πληρωμής του πράξη που τελέσθηκε πριν από την έναρξη εφαρμογής του α'34 παρ. 1 του ν. 3220/04. Σύμφωνα με το α' 24 παρ. 1 του ν. 1882/90, όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση του με το α' 23 του ν. 2523/97 για την έναρξη της ποινικής ευθύνης του κ/μένου οφειλέτη για το επίδικο χρέος, απαιτείτο η μη πληρωμή του πέραν των δύο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του που ήταν η 29-6-01. Από 1-1-04 όπως το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 αντικαταστάθηκε με το α' 34 παρ. 1 του ν. 3220/04, το επίδικο χρέος ήταν καταβλητέο μετά πάροδο 4 μηνών από 29-6-01. Έτσι σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, για το επίδικο χρέους έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του α'34 παρ. 1 του ν. 3220/04 που είναι ευμενέστερες για τον οφειλέτη κατ' άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, καθόσον αυξάνεται το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη ( το όριο του οφειλομένου χρέους) και ορίζεται ως χρόνος έναρξης της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη, η παρέλευση 4μήνου αφότου ήταν καταβλητέο και όχι αυτές του α'25 ν. 1882/90 υπό την ισχύ του ν. 2529/97. Πρέπει επομένως, ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός του κ/μένου περί εξαλείψεως του αξιοποίνου λόγω παραγραφής κατ' εφαρμογήν του α'25 παρ. 1 ν. 1882/90 (προ της αντικαταστάσεως του με το α'34 παρ. 1 ν. 3220/04) ν' απορριφθεί ως μην νόμιμος". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, εσφαλμένα ερμήνευσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, η οποία άρχισε να ισχύει από την 1-1-1998 και τυγχάνει ενταύθα εφαρμογής, ως ευμενέστερη για τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο (άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ). Ειδικότερα, έγινε δεκτό με την απόφαση αυτή ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος όντας διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ..." λόγω παραβάσεως του π.δ/τος 53/1992 της εν λόγω εταιρίας που διαπιστώθηκαν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, βεβαιώθηκε σε βάρος του από την Δ.Ο.Υ ... την 22-5-32001, ως πρόστιμο επιβολής διοικητικών κυρώσεων, ανερχόμενο στο ποσό των 234.776,23 ευρώ και μετά των προσθέτων επιβαρύνσεων στο ποσό των 416.493,03 ευρώ, ήδη καταβλητέο εφάπαξ την 29-6-2001. Ο κατηγορούμενος δεν πλήρωσε το ως άνω χρέος εντός διμήνου αφότου κατέστη ληξιπρόθεσμο, ως ορίζεται από τις ισχύουσες τότε (Ιούνιο 2001) διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, και επομένως έκτοτε άρχιζε η ποινική ευθύνη του αλλά και η παραγραφή του σχετικού εγκλήματος (πλημμελήματος) της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι το επίδικο χρέος ήταν καταβλητέο μετά τετράμηνο από την 29-6-2001, εφαρμόζοντας το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, που όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση η νεότερη αυτή διάταξη είναι δυσμενέστερη ως προς την έναρξη της παραγραφής και την εντεύθεν παρέλευση του απαιτούμενου χρόνου συμπλήρωσης της [29-6-2001 συν δύο μήνες = 29-8-2001, συν οκτώ (έτη) η διάρκεια του χρόνου παραγραφής με την αναστολή της (άρθρα 111 αρ. 3, 112 και 113 παρ. 2 και 3 ΠΚ) ίσον = 29-8-2009 ημέρα συμπλήρωσης της οκταετίας και της παραγραφής του αποδιδόμενου στον αναιρεσείοντα πλημμελήματος], έσφαλε και έπρεπε κατ' ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων περί παραγραφής και του άρθρου 2 του ΠΚ, δικάζοντας κατ' έφεση την υπόθεση στις 27-10-2009, όταν πλέον είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής, να παύσει οριστικά την κατά του κατηγορουμένου τότε εκκαλούντος με βραδύτητα ασκηθείσα ποινική δίωξη (άρθρο 370 περ, β ΚΠΔ) κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού του τότε εκκαλούντος κατηγορουμένου, και όχι να προχωρήσει στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης και καταδίκη του κατηγορουμένου, καθ' υπέρβαση συγχρόνως και της εξουσίας του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι αμφότεροι οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για υπέρβαση της εξουσίας του Δικαστηρίου που την εξέδωσε (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε και Η του ΚΠΔ), να αναιρεθεί αυτή και αφού δεν συντρέχει λόγος παραπομπής της υπόθεσης στο Δικαστήριο που την εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει το Δικαστήριο αυτό να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος λόγω παραγραφής του αξιοποίνου του εγκλήματος που αποδιδόταν σ' αυτόν και καταδικάσθηκε. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 69141/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου .. του ότι στην Αθήνα στις 29-10-2001 όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του ν. 3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί στη Δ.Ο.Υ ... σε βάρος του διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ (αρ. ειδ. Βιβλ. 2/2005) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 14-1-2005 μηνυτήρια αναφορά του Προϊστάμενου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 416493,03 ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Χρέη προς το Δημόσιο. Εφαρμογή ευμενέστερης διάταξης για τον κατηγορούμενο (άρθρο 2 ΠΚ), είναι και αυτή με την οποία επέρχεται συντομότερα η παραγραφή και εντεύθεν η εξάλειψη του αξιοποίνου του εγκλήματος, όπως είναι και εκείνη που ορίζει ότι η ποινική ευθύνη αρχίζει από την παρέλευση διμήνου (και όχι τετραμήνου που ορίζεται από την ίδια διάταξη μετά τη νεότερη τροποποίησή της με το άρθρο 34 § 1 Ν. 3220/2004) από τότε που το χρέος ήταν καταβλητέο στην αρμόδια ΔΟΥ. Λόγοι αναίρεσης: εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και υπέρβαση εξουσίας. Παραδοχή των λόγων αυτών αναιρέσεως καταδικαστικής απόφασης και παύει οριστικώς ποινική δίωξη λόγω παραγραφής του αξιοποίνου του εγκλήματος αυτού από τον Άρειο Πάγο.
Φοροδιαφυγή
Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Νόμος επιεικέστερος.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1235/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της 54334/2009 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα το "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Γεώργιο Καρακώστα. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 29 Ιανουαρίου 2010, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1426/09. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος των προσθέτων λόγων αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Σύμφωνα με το άρθρο 11 του Ν 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία ..." το Δημόσιο μπορεί να παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων και για τις αξιώσεις του που απορρέουν από τα αδικήματα του παρόντος νόμου. Η διάταξη του άρθρου 5 του ν.δ 2711/1953 εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 του ν.δ 2711/1953 "περί τροποποιήσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και περί δικών του Δημοσίου διατάξεων", το Δημόσιο "δύναται δια τας εξ` οιουδήποτε αδικήματος απορρέουσας αξιώσεις αποζημιώσεώς του, να παρίσταται ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου, προβάλλον ταύτας το πρώτον επ` ακροατηρίω άμα τη εκφωνήσει της υποθέσεως άνευ εγγράφου τινός προδικασίας και δια μόνης της δηλώσεως του νομίμου πληρεξουσίου του, καταχωριζομένης εις το οικείον πρακτικόν ...". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το Δημόσιο, κατ` εξαίρεση αυτών που ορίζει το άρθρο 68 Κ.Π.Δ, σχετικά με το χρόνο δηλώσεως παραστάσεως πολιτικής αγωγής, το περιεχόμενο και την προδικασία αυτής, διατηρεί πάντοτε το δικαίωμα να επιδιώξει τις περί αποζημιώσεως απαιτήσεις του, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που προκύπτουν από την αποφυγή απόδοσης των αναλογούντων στο Δημόσιο φόρων, συνεπεία διαπράξεως του αδικήματος της φοροδιαφυγής, δια της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, δια δηλώσεως του νομίμου εκπροσώπου του, που καταχωρείται στα πρακτικά με την εκφώνηση της υποθέσεως, πριν δηλαδή την απαγγελία της κατηγορίας και χωρίς καμία προδικασία της σχετικής αγωγής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 αρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ, και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία, που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ. Τούτο ισχύει και για το Δημόσιο, χωρίς στο σημείο αυτό να έχει επιφέρει μεταβολή η διάταξη του άρθρου 5 του ν.δ 2711/1953, που έχει εφαρμογή και επί των αδικημάτων του ν. 2523/1997, με την οποία απαλλάχτηκε το Δημόσιο μόνο από την υποχρέωση για τήρηση της επιβαλλόμενης από το άρθρο 68 του Κ.Π.Δ, προδικασίας (ΑΠ 461/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 54334/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση της με αριθμό 65126/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, σε συνδυασμό με τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας του λόγου της αναιρέσεως, που αναφέρεται στην απόλυτη ακυρότητα, λόγω της παρά το νόμο παράστασης του Ελληνικού Δημοσίου, ως πολιτικώς ενάγοντος, προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δήλωσε, ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον, για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αξιόποινη πράξη, της φοροδιαφυγής με την έκδοση και αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ` εξακολούθηση, και για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, κατά τη δικάσιμο της 3ης Ιουνίου 2009, κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Τη δήλωση αυτή το Ελληνικό Δημόσιο, δια του δικαστικού αντιπροσώπου του, επανέλαβε και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Επομένως, παραδεκτώς παρέστη, το Ελληνικό Δημόσιο, τόσο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον, σε βάρος του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, αιτούμενο την επιδίκαση υπέρ αυτού χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης ποσού 15.000 €, που επιδικάσθηκε. Ειδικότερα το Δημόσιο νομιμοποιείται ενεργητικώς να παραστεί ως πολιτικώς ενάγον σε δίκη που αφορά παράβαση της φορολογικής νομοθεσίας, όπως εν προκειμένω, η δε δήλωση παραστάσεως υποβλήθηκε, σύμφωνα με όσα ορίζουν οι ανωτέρω διατάξεις περί του ΝΣΚ. Δεν χρειαζόταν δε για το νόμιμο της δηλώσεως που καταχωρήθηκε στα πρακτικά να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ηθική βλάβη του Δημοσίου αφού, κατά την κατηγορία, με τα εικονικά τιμολόγια που εξέδωσε και αποδέχθηκε ο αναιρεσίων σκόπευε, να αποκρύψει μεγάλου ύψους φορολογητέο εισόδημα, προκαλώντας έτσι ζημία στο Δημόσιο και συνακόλουθα ηθική βλάβη, ο αιτιώδης σύνδεσμος της οποίας με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη ήταν αυτονόητος και δεν χρειαζόταν ειδικότερη ανάλυση ούτε περαιτέρω αιτιολόγηση από το Δικαστήριο για την παραδοχή της πολιτικής αγωγής και την επιδίκαση του ανωτέρω ποσού που είχε επιδικασθεί και πρωτοδίκως. Συνεπώς οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 Α (δεύτερος, τρίτος) και Δ' ΚΠΔ, (τέταρτος) λόγοι του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. ΙΙ. Ο Ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) τη μη υποβολή ή τη υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18), και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19). Ειδικότερα το άρθρο 19 παρ.1 του πιο πάνω νόμου (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 40 παρ.1 του ν.3220/2004), ορίζει ότι. "1. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. ...2. Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου. 3...... 4. Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία....". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. γ του ίδιου νόμου, όπως το τρίτο εδάφιο αντικαταστάθηκε με την παρ.3 άρθρ.12 Ν.2753/1999 "...Κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/1995. Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα (1) μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου (Α.Ε.Π.) του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ.), ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται αντικειμενικώς έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί νοθεύσεως της γνησιότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση η αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων στοιχείων. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ.1 περ. η' του Ν.1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωσή του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Από τις αυτές διατάξεις προκύπτει περαιτέρω ότι, στις περιπτώσεις που το αδίκημα της φοροδιαφυγής τελείται με τους ανωτέρω τρόπους (έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, αποδοχή εικονικών ή νόθευση), η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν έχει ως προϋπόθεση την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής, όπως ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο της αυτής διατάξεως, για τις λοιπές περιπτώσεις φοροδιαφυγής. Διάταξη, η οποία να καθιστά υποχρεωτική την αναστολή της ποινικής δίωξης για τις ανωτέρω πράξεις της φοροδιαφυγής, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 19 παρ.1 και 4 του ν. 2523/1997, μέχρις ότου να αποφανθούν αμετακλήτως τα Διοικητικά Δικαστήρια επί σχετικής προσφυγής του κατηγορουμένου για την πράξη αυτή, όχι μόνο δεν υφίσταται, αλλά η άποψη αυτή βρίσκεται σε αντίθεση με την προαναφερόμενη διάταξη του εδ. γ' άρθρου 19 παρ.2γ του ν. 2523/1997. Η παρεχόμενη δε από τη διάταξη αυτή, κατ' εξαίρεση, δυνατότητα των ποινικών δικαστηρίων να ερευνήσουν αν ο κατηγορούμενος εξέδωσε ή όχι εικονικά φορολογικά στοιχεία με την πιο πάνω έννοια, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνα που εκδίδονται για συναλλαγή εν μέρει ή εν όλω ανύπαρκτη, χωρίς να έχει προηγηθεί τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε, αιτιολογείται από το ότι ο νόμος ποινικοποιεί συμπεριφορά του κατηγορουμένου για την ποινική αξιολόγηση της οποίας δεν είναι απαραίτητη, από τη φύση της, ο προηγούμενος έλεγχος της βασιμότητας ή όχι της εν λόγω φορολογικής παραβάσεως από τα διοικητικά δικαστήρια. Άλλωστε τα αρμόδια ποινικά δικαστήρια καλούνται να αποφανθούν αν συντρέχουν ή όχι της στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω αδικήματος, όπως αυτό προσδιορίζεται στο άρθρο 19 παρ.1 του ν. 2523/97, δηλαδή για ζήτημα το οποίο, σχετίζεται μεν, αλλά δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκη, με το αντικείμενο της δίκης ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. Διαφορετικό δε είναι το θέμα, αν η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου που θα αποφανθεί πρώτο (ποινικό ή διοικητικό) ότι τα επίμαχα φορολογικά στοιχεία ήταν ή όχι πλαστά, είναι δεσμευτική ή όχι, κατά το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, για το δικαστήριο που θα επιληφθεί στη συνέχεια. Για τον αυτό λόγο και δεν είναι υποχρεωτική η αναβολή της ποινικής δίκης για τα εν λόγω αδικήματα μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ασκηθείσης προσφυγής από το οικείο διοικητικό δικαστήριο. Κατ' ακολουθία τούτων, η αναβολή της ποινικής δίκης, εφόσον είναι εκκρεμής δίκη ενώπιον πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου σχετική με υπόθεση που έχει σχέση με την ποινική δίκη, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, ανήκει στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας. Η απόφαση, όμως, αυτή, που απορρίπτει σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου, πρέπει, κατ' άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 παρ. 2 του ΚΠΔ να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, διότι, άλλως, δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του αυτού Κώδικα λόγος αναιρέσεως, όχι όμως και αυτός της υπέρβασης εξουσίας για το λόγο ότι το δικαστήριο δεν ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης μέχρι της εκδόσεως τελεσίδικης ή αμετάκλητης απόφασης από τα διοικητικά δικαστήρια επί του παρεμπιπτόντως κριθέντος από το ποινικό δικαστήριο ζητήματος. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως ο αναιρεσείων υπέβαλε αίτημα αναβολής της εκδικάσεως της υποθέσεως μέχρις ότου εκδοθεί από το Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς απόφαση επί της εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 23/2008 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά με την οποία είχε ακυρωθεί η απόφαση του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος του πρόστιμο του Κ.Β.Σ. σχετιζόμενο με τα εικονικά τιμολόγια για τα οποία η σε βάρος του ποινική δίκη. Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα με την ακόλουθη αιτιολογία: "Από τα πιο πάνω έγγραφα που αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο, προκύπτει ότι ο εκκαλών-κατηγορούμενος άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά προσφυγή κατά της υπ' αριθμ. 207/2003 απόφασης τον Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... με την οποία επιβλήθηκε πρόστιμο σε βάρος τον κατηγορουμένου του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων με αφορμή τα φερόμενα στην παρούσα δίκη εικονικά τιμολόγια. Κατά της προσφυγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 23/2008 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου με την οποία ακυρώθηκε η ως άνω προσβληθείσα απόφαση, διότι αυτή εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας έκδοσης της και ειδικότερα επειδή δεν δόθηκε στον προσφεύγοντα-κατηγορούμενο η δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης ενώ το ως άνω δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με το αν τα τιμολόγια ήταν εικονικά, γεγονός που θα αποτελούσε προκριματικό ζήτημα για την παρούσα ποινική δίκη. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση στο Διοικητικό Εφετείο Πειραιά, η οποία συζητήθηκε την 24-6-2009. Οποιαδήποτε όμως και αν είναι η κρίση του τελευταίου ως άνω Δικαστηρίου, δεν έχει κατά τα προεκτεθέντα (αφού αντικείμενο αυτής θα αποτελέσει η παράβαση ή όχι ουσιώδους τύπου κατά την έκδοση της 207/2003 απόφασης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... και όχι για την καταχώρηση στα βιβλία του και την έκδοση εικονικών τιμολογίων) οποιαδήποτε σχέση με την παρούσα ποινική δίκη. Επομένως, δεν συντρέχει λόγος εφαρμογής του άρθρου 61 Κ.Π.Δ. και πρέπει να απορριφθεί το σχετικό περί αναβολής της δίκης αίτημα και να ανακληθεί η υπ' αριθμ. 4746/2006 προπαρασκευαστική (αναβλητική) απόφαση αυτού του Δικαστηρίου και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης, ενόψει και του ότι οι επιμέρους πράξεις έχουν ήδη παραγραφεί και υπάρχει άμεσος κίνδυνος παραγραφής και των λοιπών". Η αιτιολογία αυτή, εκτός του αφορώντος την παραγραφή της πράξης τμήμα της, ως προς το οποίο παρίσταται εσφαλμένη, αφού η παραγραφή άρχεται, στην κρινόμενη περίπτωση, όχι από τότε που τελέσθηκε η πράξη, αλλά από την θεώρηση του πορίσματος της εκθέσεως ελέγχου του Σ.Δ.Ο.Ε. η οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της έλαβε χώρα στις 16-9-2003 (ΑΠ 993/2009, ΑΠ 271/2009, ΑΠ 1427/2009), τυγχάνει πλήρης και εμπεριστατωμένη, αφού το δικαστήριο εκθέτει για ποιο λόγο δεν επηρεάζει την ενώπιον του ποινική δίκη το αποτέλεσμα εκείνης της διοικητικής δίκης, ενόψει του εκκρεμούντος ενώπιον του διοικητικού εφετείου ζητήματος, ούτε το Δικαστήριο, κατά τα ανωτέρω, είχε υποχρέωση να ερευνήσει την βασιμότητα των λόγων της προσφυγής του αναιρεσείοντος και να διαλάβει περί τούτων αιτιολογία στην ανωτέρω παρεμπίπτουσα απόφαση, όπως αβάσιμα υποστηρίζει αυτός, αφού, όπως είχε δυνατότητα, την κρίση περί της εικονικότητος των επίμαχων τιμολογίων, κατόπιν αξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων που κατ είδος παραθέτει και έλαβε υπόψη, την εξέφερε με την απόφαση επί της ενοχής του. Συνεπώς ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ, δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται, παραδεκτώς, η εν λόγω παρεμπίπτουσα απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, όχι όμως και για υπέρβαση εξουσίας, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, ενόψει του ότι η αιτηθείσα αναβολή δεν τυγχάνει υποχρεωτική, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Πλημ/κειο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της αποδοχής και έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων και για το χρονικό διάστημα που όπως έκρινε το αξιόποινο δεν εξαλείφθηκε δια παραγραφής: "Κατόπιν της με αριθμό 8764 έγγραφης εντολής του Προϊσταμένου του ΣΔΟΕ, διενεργήθηκε έλεγχος εφαρμογής διατάξεων του π.δ 186/1992 στα προσκομισθέντα στην ανωτέρω υπηρεσία χειρόγραφα βιβλία Γ' κατηγορίας και στοιχεία της ατομικής επιχείρησης, που διατηρούσε ο κατηγορούμενος επί της οδού ..., με αντικείμενο την εμπορία ηλεκτρονικών ειδών και κατά κύριο λόγο από τα τέλη του έτους 2000, σύμφωνα τα με τα βιβλία και στοιχεία της, την εμπορία κινητών τηλεφώνων. Τα παραληφθέντα τιμολόγια αγορών χρήσης 2001 αφορούσαν αγορές κινητών τηλεφώνων από τις επιχειρήσεις α) DAMI ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ οδός ..., β) GLOBALFON ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΕΣ ΑΒΕΕ, ... και γ) ... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ ..., ενώ τα αντίστοιχα τιμολόγια πωλήσεων της αυτής χρήσης, αφορούσαν πωλήσεις κινητών τηλεφώνων και κυρίως ενδοκοινοτικές παραδόσεις στις Ιταλικές Επιχειρήσεις α) EMPORIO ... IT (...χειρηματιών με δραστηριότητα στο εξωτερικό Βασικός Προμηθευτής του κατηγορουμένου ήταν η εταιρία με την επωνυμία "DAMI ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" η οποία ιδρύθηκε από τον αιγυπτιακής καταγωγής ..., το έτος 1998, με σκοπό τις εισαγωγές - εξαγωγές - γενικό εμπόριο, με έδρα το ..., αρχικώς στην οδό ... και από 1-11-2000 στην οδό .... Από τον έλεγχο που διενεργήθηκε από την ως άνω υπηρεσία στην επιχείρηση αυτή, προέκυψαν τα ακόλουθα: Στην ανωτέρω δεύτερη διεύθυνση που είχε δηλωθεί ως έδρα αυτής, υπήρχε ένα ισόγειο γραφείο, το οποίο ήταν μονίμως κλειστό το τελευταίο έτος, σύμφωνα με μάρτυρες των ιδιοκτητών όμορων καταστημάτων και όμοιο έλεγχο της Δ.Ο.Υ ..., γεγονός που επιβεβαιώθηκε από την στοιβαγμένη στην είσοδο αυτού αλληλογραφία και τα σημάδια εγκατάλειψης που παρουσίαζε ο χώρος. Κατά την αναζήτηση του ανωτέρω διαχειριστή της στην δηλωθείσα διεύθυνση ... διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει τέτοιος αριθμός γιατί η εν λόγω οδός τερματίζει στον αριθμό ..., ενώ στην επίσης δηλωθείσα ως διεύθυνση κατοικίας του ... διαπιστώθηκε ότι αυτός είχε μισθώσει προ έτους ένα ισόγειο διαμέρισμα ως έδρα της εταιρίας με την επωνυμία "Χ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" στην οποία συμμετείχε κατά ποσοστό 50% ο κατηγορούμενος, το οποίο ταυτόχρονα χρησιμοποιούσε ως κατοικία του και στο κουδούνι αναγράφονταν το όνομα ... το οποίο δεν χρησιμοποιούσε τον τελευταίο καιρό. Ομοίως δεν ανευρέθη στην οδό ..., η οποία επίσης είχε δηλωθεί ως διεύθυνση κατοικίας του. Τελικώς εντοπίστηκε στην ..., στην οδό ... στον πρώτο όροφο όπου είχε μισθώσει γραφείο με πινακίδα "DAMI ΕΠΕ" και κλήθηκε να δώσει πληροφορίες για τη δραστηριότητά του, δεδομένου ότι είχε δηλώσει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ ... απώλεια (κλοπή) βιβλίων και στοιχείων. Εμφανισθείς, στις 22-4-2002 στο ΣΔΟΕ, επέδειξε το ...-2000 διαβατήριο και την ... άδεια παραμονής αλλοδαπού, η οποία ήταν πλαστή, σύμφωνα με το ...έγγραφο του τμήματος Αλλοδαπών Αττικής. Διαπιστώθηκε ότι αυτός εκτός από την ως άνω ΕΠΕ ήταν και ομόρρυθμό τέλος της εταιρίας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", πρώην "Χ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" στην οποία συμμετείχε με ποσοστό 50% ο κατηγορούμενος, με δραστηριότητα την εμπορία κινητών τηλεφώνων οι αγορές που είχε πραγματοποιήσει η DAMI ΕΠΕ κατά το έτος 2001 ήταν μόνο ενδοκοινοτικές και οι πραγματικές ποσότητες που αγοράστηκαν πωλήθηκαν όλες στην GLUBALFON ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Α.Ε.Β.Ε.,ενώ την μεταφορά των προϊόντων αυτών πραγματοποιούσαν διεθνείς μεταφορικές εταιρίες μέχρι το αεροδρόμιο Ελληνικού και μετά την διακοπή λειτουργίας του, το Ελ. Βενιζέλος, όπου παραλαμβάνονταν, όπως προέκυψε, από τα μεταφορικά έγγραφα που διατηρούν οι εν λόγω μεταφορικές εταιρίες στο αρχείο τους, από τονΔ, ο οποίος ήταν υπάλληλος του κατηγορουμένου και όχι της DAMI ΕΠΕ και μεταφερόνταν από αυτόν στην αγοράστρια εταιρία αφενός με το ΙΧΦ ... ιδιοκτησίας της ατομικής ως άνω επιχείρησης του κατηγορουμένου, αφετέρου με το υπ' αριθ. ... αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της εταιρίας με την επωνυμία "Χ ΟΕ" Εκτός της ανωτέρω συμμετοχής υπαλλήλων και, μεταφορικών μέσων του κατηγορουμένου στη μεταφορά των εμπορευμάτων της DAMI ΕΠΕ, σε τιμολόγια προμηθευτών αυτής (CELLSTAR UK LIMITED) και σε αλληλογραφία διεθνών μεταφορικών εταιρίων (SCHENKER ΑΕ) αναγράφεται το όνομα του κατηγορουμένου. Άλλωστε, ο ίδιος ο προαναφερόμενος διαχειριστής της DAMI ΕΠΕ, εξεταζόμενος από αρμοδίου υπαλλήλου ΣΔΟΕ, όπως κατέθεσε στο ακροατήριο ο πρώτος από τους μάρτυρες κατηγορίας, ανέφερε ότι στις αγορές και πωλήσεις κινητών τηλεφώνων τον βοηθούσε ο κατηγορούμενος, μαζί με τον οποίο εξέδισε τα τιμολόγια και γενικά όλα τα φορολογικά στοιχεία. Επίσης, στις αποδείξεις είσπραξης που εξέδιδε η DAMI ΕΠΕ για την πώληση κινητών τηλεφώνων υπέγραψαν, μέχρι τέλος Μαρτίου 2001 ο ... και από τον Απρίλιο του ίδιου έτους ο Δ, υπάλληλοι και οι δυο της επιχείρησης του κατηγορούμενου. Ενώ για τα κινητά τηλέφωνα που πώλησε η DAMI ΕΠΕ προς την GLOBALFON ΑΕΒΕ υπήρχαν τιμολόγια αγοράς, για πλήθος άλλα δελτία αποστολής - τιμολόγια πώλησης δεν αποδεικνύονταν αντίστοιχες αγορές, ήταν και η ατομική επιχείρηση του κατηγορουμένου. Ειδικότερα, λάμβανε χώρα η ακόλουθη συναλλαγή: "Ο κατηγορούμενος φερόταν να αγοράζει από την DAMI ΕΠΕ εμπορεύματα (κινητά τηλέφωνα) για τα οποία δεν υπήρχαν αντίστοιχα παραστατικά αγοράς. Επιπλέον, στο Αναλυτικό ημερολόγιο Διαφόρων Πράξεων της επιχείρησής του έχουν καταχωριστεί όλα τα δελτία αποστολής -τιμολόγια πώλησης από την DAMI ΕΠΕ, στα οποία αναγράφεται τόπος αποστολής η οδός ..., διεύθυνση όμως στην οποία, όπως προαναφέρθηκε η πωλήτρια επιχείρηση δεν λειτουργούσε, ενώ όλες οι πληρωμές για τις εν λόγω συναλλαγές, για τις οποίες εκδόθηκαν οι αντίστοιχες αποδείξεις συνολικού ποσού 1.768.683.9000 δρχ. φέρονται να έχουν γίνει μόνο με μετρητά, πράγμα που δεν συνηθίζεται στην συναλλακτική πρακτική. 2) Ακολούθως, με διαφορά 2-3 ωρών, ο κατηγορούμενος εξέδιδε τιμολόγια αποστολής των φερόμενων ως πωληθέντων εμπορευμάτων στις προαναφερθείσες αλλοδαπές εταιρίες των ως άνω Ελλήνων Επιχειρηματιών, προς τις οποίες τα εμπορεύματα φέρονται να μεταφέρονται με μέσα δημόσιας χρήσης και με το ΙΧΦ ... αυτοκίνητο του κατηγορουμένου, χωρίς για τις δεύτερες να αναγράφονται στα σχετικά δελτία αποστολής - τιμολόγια και στο CMR στοιχεία του παραλαβόντος, ενώ στις αποστολές προς την ως άνω γερμανική εταιρία δεν προσκομίστηκαν κατά τον έλεγχο παραστατικά δαπανών ή άλλο στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται η διέλευση του ανωτέρω φορτηγού από το ... στην έδρα του παραλήπτη στην .... Εξάλλου, στις περιπτώσεις που η μεταφορά γινόταν με μεταφορικά μέσα των αγοραστών θα έπρεπε ο πωλητής να έχει στην κατοχή του αποδεικτικά στοιχεία (αποδείξεις διοδίων, τελών διέλευσης, στοιχεία αυτοκινήτου και οδηγού) διέλευσης του αυτοκινήτου από το λιμάνι της ..., τα οποία δεν υπήρχαν. Να σημειωθεί ότι και αυτές οι πληρωμές, συνολικού ποσού 1.629.419.000 δραχ. εμφανίζονται να γίνονται από τις ως άνω αλλοδαπές εταιρίες με μετρητά στην Ελλάδα και όχι με εμβάσματα μέσω τραπεζών προς τον κατηγορούμενο, όπως συνηθίζεται, ενώ οι ως άνω Ιταλικές επιχειρήσεις δεν τηρούσαν τραπεζικούς λογαριασμούς στην Ελλάδα, από τους οποίους να παρέχεται η δυνατότητα ανάληψης χρημάτων του ανωτέρω ύψους. Ειδικότερα, όσον αφορά στο ανύπαρκτο των εν λόγω πωλήσεων προς την εταιρία Η, όπως κατέθεσε ο πρώτος μάρτυρας κατηγορίας εξεταζόμενος στο ακροατήριο, οι Ιταλικές αρχές διενεργώντας έλεγχο στην επιχείρηση EMPORIO DI Η, διαπίστωσαν ότι οι συσκευασίες που έπρεπε να περιέχουν τα τηλέφωνα που φέρονταν πωληθέντα από τον κατηγορούμενο, ήταν άδειες, ότι δηλαδή τα κινητά τηλέφωνα δεν έφυγαν ποτέ από την Ελλάδα, 3) Στη συνέχεια, οι εν λόγω δύο ιταλικές εταιρίες και η γερμανική πωλούσαν τα κινητά τηλέφωνα που φερόταν ότι είχαν αγοράσει από τον κατηγορούμενο, σε ανύπαρκτες εταιρίες, όπως διευκρινίζεται κατωτέρω, με έδρα την Ελλάδα, επέστρεφαν δηλαδή τα πωληθέντα κινητά τηλέφωνα στην Ελλάδα. Οι εταιρείες στις οποίες οι προαναφερόμενες τρεις αλλοδαπές εταιρίες φερόνταν να πωλούν τελικώς τα φερόμενα ως αγορασθέντα από τον κατηγορούμενο κινητά τηλέφωνα ήταν κατά τον διενεργεθέντα έλεγχο οι α) ... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ, εξαφανισμένη επιχείρηση και κηρυγμένη σε κατάσταση πτώχευσης από 17-5-1999 β) ..., εξαφανισμένη, που δεν λειτούργησε ποτέ στη δηλωθείσα ως έδρα διεύθυνση γ) ..., εξαφανισμένη χωρίς υποβολή δηλώσεων από το 1997 δ) ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΣ ..., εξαφανισμένη, η οποία το έτος 2001 υπέβαλε περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ 1ου, 2ου και 3ου μήνα, χωρίς να δηλώσει ενδοκοινοτικές συναλλαγές. ε) ..., εξαφανισμένη επιχείρηση για την οποία έγινε υποβολή δήλωσης έναρξης εργασιών με χρήση πλαστής βεβαίωσης κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης αστυνομικής ταυτότητας και στ) ... εξαφανισμένη χωρίς δήλωση εισοδημάτων για τα έτη 2000 και 2001. Από τα παραπάνω που αποδείχθηκαν προκύπτει ότι οι ως άνω συναλλαγές δεν ήταν πραγματικές αλλά αποτελούσαν συναλλαγή που χαρακτηρίστηκε από τον πρώτο μάρτυρα κατηγορίας ως "στοβιλισμός της συναλλαγής τύπου carousel" με σκοπό την παράνομη είσπραξη από τον κατηγορούμενο ΦΠΑ από την ενδοκοινοτική συναλλαγή. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος φερόταν να αγοράζει κινητά τηλέφωνα από την DAMI ΕΠΕ, τα οποία στη συνέχεια φερόταν να πωλεί στις ως άνω αλλοδαπές εταιρίες Ελλήνων επιχειρηματιών, χωρίς να υπολογιστεί το ΦΠΑ στα τιμολόγια που εξέδιδε λόγω ενδοκοινοτικής παράδοσης, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις για την επιστροφή του ΦΠΑ των αγορών τους, δηλαδή του ΦΠΑ των τιμολογίων αγορών από την DAMI ΕΠΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1642/1986, όπως ισχύει μετά την ισχύ των διατάξεων του ν. 2859/2000, ζημιώνοντας έτσι το Ελληνικό Δημόσιο. Επομένως, αποδείχθηκε χωρίς αμφιβολία ότι: Α) Τα τιμολόγια που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, με τα οποία ο κατηγορούμενος φέρεται να αγόρασε από την εταιρία με την επωνυμία "DAMI ΕΠΕ" κινητά τηλέφωνα, ήταν εικονικά γιατί δεν αφορούσαν πραγματικές συναλλαγές και αυτός το γνώριζε με βεβαιότητα, εφόσον αποδείχθηκε ότι εμπλέκονται στενά στη δραστηριότητα της DAMI ΕΠΕ με την άμεση συμμετοχή του στην έκδοση τιμολογίων, με τη μεταφορά των εμπορευμάτων και τις συναλλαγές της με την αλλοδαπή και β)Τα τιμολόγια που αναφέρονται στο κατηγορητήριο με τα οποία ο κατηγορούμενος φέρεται να πώλησε τα ίδια ως άνω εμπορεύματα, ήταν προφανώς εικονικά, εφόσον δεν είχε ποτέ λάβει χώρα η αγορά των πωλούμενων εμπορευμάτων". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο των ανωτέρω πράξεων και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, για κάθε μία και συνολική τεσσάρων (4) ετών την οποία μετέτρεψε προς δέκα (10) Ευρώ την ημέρα. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημ/κειο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ 1 ΠΚ και 19 Ν.2523/1997, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο, κατά τα ανωτέρω, να διαλάβει οποιαδήποτε αιτιολογία του σκοπού για τον οποίο ο αναιρεσείων εξέδωσε και αποδέχθηκε τα αναφερόμενα αναλυτικά στο διατακτικό, κατά παραπομπή από το σκεπτικό, εικονικά τιμολόγια, αφού πλέον, όπως λέχθηκε στην προηγούμενη νομική σκέψη, κάτι τέτοιο δεν αξιώνει η έχουσα εφαρμογή στην κρινόμενη περίπτωση διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 Ν. 2523/1997, εν αντιθέσει προς την προηγούμενη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 του Ν. 1591/1986. Ως εκ περισσού δε διέλαβε και περί αυτού σκέψεις η προσβαλλομένη απόφαση σε τρόπο ώστε να μη δημιουργείται αντίφαση εκ των πλεοναστικώς εκτιθεμένων, ως προς τον σκοπό εκδόσεως και αποδοχής των εικονικών τιμολογίων, αιτιολογιών, ούτε να γεννάται ζήτημα ελλείψεων αυτών, όπως αβάσιμα υποστηρίζει με τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ, πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων. Εξάλλου δεν ήταν υποχρεωμένο το Δικαστήριο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να προβεί σε συγκριτική αξιολόγηση όλων των αναγνωσθέντων εγγράφων και δεν συνάγεται, εκ του ότι δεν μνημονεύει ειδικώς, ούτε αξιολογεί κατ ιδίαν, τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα στον τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων έγγραφα, ότι δεν τα έλαβε υπόψη ούτε τα εκτίμησε, αρκούσης της αναφοράς στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν, μεταξύ των άλλων και όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Ούτε μπορεί να συναχθεί μια τέτοια κρίση, εκ του παρατιθέμενου στο αποδεικτικό πόρισμα της αποφάσεως, περί της εικονικότητας, κατά την ανωτέρω έννοια, των επίμαχων τιμολογίων, που εξέδωσε και αποδέχθηκε ο αναιρεσείων, μεταξύ των πολλών άλλων, επιχειρήματος περί της μη πραγματοποιήσεως των αγορών και πωλήσεων των εμπορευμάτων που αφορούσαν τα εν λόγω τιμολόγια και της κατ ακολουθία μη εισαγωγής στην επιχείρησή του και μη εξαγωγής τους απ αυτήν, με προορισμό τις αναφερόμενες χώρες της Ευρώπης, λόγω μη προσκομίσεως εγγράφων που να αποδεικνύουν ότι τα αυτοκίνητα που τα μετέφεραν πέρασαν από τα σύνορα της Ελλάδος, ενώ είχαν αναγνωσθεί τα αναφερόμενα στον λόγο αυτό έγγραφα, που εκδίδονται κατά τις διασυνοριακές μεταφορές, αφού, από τις παραδοχές τις αποφάσεως, καθίσταται σαφές ότι το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι τα έγγραφα αυτά αφορούσαν διακίνηση των συγκεκριμένων εμπορευμάτων (κινητών τηλεφώνων), την οποία (διακίνηση) προς και από την επιχείρησή του, απέκρουσε με τις ειδικές αιτιολογίες και επιχειρήματα που παραθέτει. Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ'ΚΠΔ, πρώτος του κυρίου δικογράφου και τρίτος του δικογράφου των προσθέτων λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. ΙV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Περίπτωση μη ανάγνωσης εγγράφου που δημιουργεί την πιο πάνω ακυρότητα υπάρχει και όταν το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο ήταν συνταγμένο σε ξένη γλώσσα και δεν βεβαιώνεται στην κατά τη δίκη αυτή εκδοθείσα απόφαση, ότι ο κατηγορούμενος ή ο εκπροσωπών αυτόν συνήγορός του μπορούσε να αντιληφθεί την έννοια των αναγραφόμενων σ' αυτό. Τα ανωτέρω δεν ισχύουν όταν τα ξενόγλωσσα έγγραφα τα προσκομίζει ο ίδιος ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του, που τον εκπροσώπησε στην δίκη, προς υπεράσπισή του, και ζήτησε να αναγνωσθούν, όπως και έγινε, διότι στην περίπτωση αυτή, ως επικαλούμενος και προσάγων αυτά, γνωρίζει το περιεχόμενό τους και μπορεί έτσι να προβαίνει κατ' άρθρο 358 του ΚΠΔ, σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία, είναι δε διαφορετικό ζήτημα το ότι το δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί την ανάγνωσή τους, εφόσον δεν προσκομίζονται σε επίσημη μετάφραση, το οποίο δεν τίθεται εν προκειμένω. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλομένης, μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων αναφέρονται: με αριθμό 180 "φωτοαντίγραφο ιταλικού εγγράφου" και 184 "τέσσερις (4) σελ. σε φωτοαντίγραφο (ΔΑΤ και άδεια οδήγησης Ζ και ιταλικό έγγραφο)". Από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των επίμαχων εγγράφων και δη των τεσσάρων σε φωτοτυπία εγγράφων που αναφέρονται με αριθμό 184, μεταξύ των αναγνωσθέντων ένα (1) Δ.Α.Τ., ένα (1) Ιταλικό Έγγραφο, και η άδεια ικανότητος οδήγησης της Ζ, προκύπτει ότι πρόκειται για το ... Δ.Α.Τ. της Ζ το από... έγγραφο του Ιταλικού υπουργείου Μεταφορών (πρόκειται για άδεια κυκλοφορίας με αριθμό ... αυτοκινήτου, συντεταγμένο στην Ιταλική γλώσσα) και την με αριθμό ... άδεια ικανότητος οδήγησης της ανωτέρω Ζ, σε δύο φύλλα. Τα έγγραφα όμως αυτά προσκομίσθηκαν και από τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο σε φωτοτυπικά αντίγραφα, θεωρημένα για την ακρίβειά τους προς το πρωτότυπο από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του Διονύσιο Κριθαρά, που τον εκπροσώπησε ενώπιον του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου. Συνεπώς, κατά τα ανωτέρω, δεν γεννάται ζήτημα να μη αντιλαμβάνεται το περιεχόμενο του εγγράφου ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου που το προσκόμισε στη δίκη και ζήτησε να αναγνωσθεί, προς υπεράσπιση του αναιρεσείοντος, με πλήθος άλλων εγγράφων που αφορούν τις, κατά τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, εμπορικές δοσοληψίες με αλλοδαπές επιχειρήσεις, για τις οποίες γίνεται αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως η ιταλική επιχείρηση ELEKTRON, έγγραφα της οποίας συντεταγμένα στην αγγλική, όπως και έγγραφα του κατηγορουμένου προς αυτήν, συντεταγμένα στην ίδια γλώσσα, τα οποία προσκομίσθησαν από τον ίδιο, όπως τα με αριθμό 163 δέκα επτά (17) φωτοτυπημένα αντίγραφα εγγράφων στα οποία περιλαμβάνονται και το από ... έγγραφο στην αγγλική γλώσσα της ανωτέρω ιταλικής εταιρίας που απευθύνεται προς τον αναιρεσείοντα, το ... τιμολόγιο πωλήσεως με το οποίο φέρεται να της πουλάει κινητά τηλέφωνα ΝΟΚΙΑ, το από 28/8/2001 έγγραφο του ιδίου προς την γερμανική εταιρία GA.MA, το οποίο συνοδεύει το ... τιμολόγιο -Δ.Α. του, με το οποίο φέρεται να της πουλάει κινητά τηλέφωνα ΝΟΚΙΑ. Επίσης όμοια έγγραφα τυγχάνουν και τα με αριθ. 166 αναγνωσθέντα, όπως επίσης και το από 22-6-2001 έγγραφο της ιταλικής εταιρίας ELEKTRON στην αγγλική πάντοτε γλώσσα με αριθμό 150 αναγνωσθέντος, το οποίο, όπως συμβαίνει και με πλήθος άλλων εγγράφων, δεν φέρει σημειωμένο επ αυτού τον αριθμό "150", όπως επίσης και τα με αριθμούς 174 αναγνωσθέντα, τρία (3) φωτοτυπημένα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και έγγραφο της ELEKTRON προς τον αναιρεσείοντα και 188, 189 αναγνωσθέντα επτά (7) και εννέα (9) φωτοτυπημένα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και επιστολές στην ίδια γλώσσα του αναιρεσείοντος προς τις ανωτέρω ιταλική και γερμανική εταιρίες ELEKTRON και GA.MA. Με αριθμό ''180'' ιταλικό έγγραφο δεν ταυτοποιήθηκε, αλλ αντιθέτως τον αριθμό αυτό φέρει το ... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών της εταιρίας SIGMA (ΣΙΓΜΑ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ Α.Ε.), το οποίο είναι συντεταγμένο στην ελληνική γλώσσα και έχει εκδοθεί για παροχή υπηρεσιών (πρακτόρευση) στον αναιρεσείοντα. Αντιθέτως μεμονωμένο έγγραφο στην ιταλική γλώσσα, χωρίς να φέρει το αριθμό 180, είναι το από 6/11/2000 έγγραφο, το οποίο προσκόμισε στο δικαστήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος Διονύσιος Κριθαράς, που φέρει την από 10-9-2004 επικύρωση του ιδίου. Τα με αριθμούς 180 και 184 αναγνωσθέντα έγγραφα, επί των οποίων στηρίζει τον παρόντα πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων, επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων, μεταξύ πολλών άλλων, με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων, που απορρίφθηκε κατά τα ανωτέρω στην προηγούμενη σκέψη εκτεθέντα, προς απόδειξη της αβασιμότητας των παραδοχών της προσβαλλομένης ότι τα κινητά τηλέφωνα που φέρεται ότι πώλησε σε εταιρίες του εξωτερικού ο αναιρεσείων, με τα εικονικά τιμολόγια, τα οποία και εξήχθησαν από την Ελλάδα και παραδόθηκαν σ αυτές, ουδέποτε πωλήθηκαν, εξήχθησαν από το δήθεν κατάστημά του και από τη Χώρα και παραδόθηκαν στις αγοράστριες εταιρίες της αλλοδαπής, για τις οποίες γίνεται λόγος στο σκεπτικό της προσβαλλομένης. Όλα τα ανωτέρω έγγραφα αναγνώσθηκαν, χωρίς να προβληθεί οποιαδήποτε αντίρρηση από τον πληρεξούσιο δικηγόρο που εκπροσωπούσε στην δίκη τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα. Ενόψει όλων των προεκτεθέντων δεν απαιτούνταν, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, να διαβεβαιώνεται στην απόφαση ότι ο συνήγορός του ήταν σε θέση να κατανοήσει το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και να μη παράγεται, κατά τα ανωτέρω, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, εκ της παραλείψεως αυτής. Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Α', σε συνδυασμό με 171 παρ. 1 δ του ΚΠΔ πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων της αιτήσεως αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, τόσον η κρινόμενη κυρία αίτηση αναιρέσεως, όσον και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στην δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου που παραστάθηκε (176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, την από 18-9-2009 αίτηση (δήλωση) του Χ και τους πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της με αριθμ. 54334/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κειου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) € και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου από τριακόσια (300) €. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων. Έννοια. Στοιχεία κατ' άρθρο 19 Ν. 2523/1997. Δεν απαιτείται για την άσκηση ποινικής διώξεως προηγουμένη έκδοση αποφάσεως του Διοικητικού Δικαστηρίου, αλλά αρκεί το πόρισμα του διοικητικού ελέγχου. Δεν συντρέχει λόγος αναστολής της διαδικασίας ή αναβολής της εκδικάσεως μέχρι εκδόσεως αποφάσεως από το Διοικητικό Δικαστήριο επί της ασκηθείσης προσφυγής κατά της πράξεως επιβολής προστίμου. Έγγραφα συντεταγμένα σε ξένη γλώσσα. Τι πρέπει να διαλαμβάνει η απόφαση. Παραγραφή επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 Ν. 2523/1997, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με Ν. 2954/2001. Αρχίζει από την θεώρηση του πορίσματος της έκθεσης ελέγχου της φορολογικής αρχής Εφαρμόζεται και στα αδικήματα του άρθρου 19 που τελέσθηκαν πριν την ισχύ του Ν. 2954/ 2001. Αιτιολογία πλήρης και εμπεριστατωμένη - πότε υπάρχει. Η πλήρης αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται σε όλες τις αποφάσεις και στις παρεμπίπτουσες που απορρίπτουν αίτημα αναβολής κατ' άρθρο 61 ΚΠΔ.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή.
0
Αριθμός 1234/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή,Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1270/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ σύζυγος Φ, κάτοικο .... Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1207/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα, με αριθμό 6/13-1-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 του ΚΠΔ, την 155/24.07.2009 αίτηση (δήλωση) του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του 1270/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Με το 2226/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών έχει παραπεμφθεί ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για τα κακουργήματα) προκειμένου να δικασθεί για α) ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση, με συνολικό αθέμιτο όφελος και αντίστοιχη βλάβη που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και β) πλαστογραφία μετά χρήσεως, με συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Κατά του βουλεύματος αυτού ο αναιρεσείων άσκησε την 462/2007 έφεση που απορρίφθηκε κατ' ουσία και επικυρώθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα με το 879/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο αναιρέθηκε με την 416/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο). Στη συνέχεια εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 1270/2009 βούλευμα του ίδιου Συμβουλίου Εφετών, το οποίο απέρριψε και πάλι κατ' ουσία την έφεση (462/2007) του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα, αφού προηγουμένως μεταρρύθμισε το διατακτικό του, κατά το μέρος που αφορά την πράξη της πλαστογραφίας - καταρτίσεως εγγράφου μετά χρήσεως, σε ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία - νόθευση εγγράφου μετά χρήσεως, την οποία διατύπωσε επί το ορθότερο, διατηρώντας τον κακουργηματικό της χαρακτήρα και απέρριψε τα αιτήματα του εκκαλούντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του συμβουλίου και διενέργεια συμπληρωματικής κυρίας ανακρίσεως. ΙΙ. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με την οποία πλήττεται το παραπάνω εφετειακό βούλευμα, είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή, ασκηθείσα από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, περιέχει δε με τρόπο ορισμένο ως λόγους αναιρέσεως, την απόλυτη ακυρότητα, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρα 462, 463, 465 παρ. 1, 473 παρ.1, 474 παρ. 1, 482 παρ. 1α και 484 παρ.1 στοιχ. α', β' και δ' του ΚΠΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσία. ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 309 παρ. 2 του ΚΠΔ, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως και κατά την διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου εφετών (αρθρ. 316 παρ. 2, 318 εδ. α' του ΚΠΔ) "Το συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιον του, με την παρουσία και του εισαγγελέα, για να δώσουν κάθε διευκρίνηση.....Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα". Εξάλλου, η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, του παραπεμπτικού βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται και στην απορριπτική της αιτήσεως κατηγορουμένου, για την εμφάνισή του στο συμβούλιο, διάταξή του, η οποία πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Έτσι, αν μεν το συμβούλιο, δεν απαντήσει σε ένα τέτοιο αίτημα του κατηγορούμενου που υποβάλλεται κατά τρόπο νόμιμο, υπάρχει παραβίαση των διατάξεων που αφορούν την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται σ' αυτόν (άρθρ. 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠΔ) και ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. α' του ΚΠΔ, αν δε απορρίψει το αίτημα, χωρίς την απαιτούμενη επαρκή αιτιολογία, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου κώδικα, για ελλιπή αιτιολογία (ΑΠ 888/2009, ΑΠ 606/2009, ΑΠ 1432/2008, ΑΠ 960/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος Χ με υπόμνημά του που επισυνάπτεται στην 462/2009 έκθεση εφέσεως αυτού κατά του πρωτόδικου 2226/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, ζήτησε να εμφανισθεί ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που επιλήφθηκε της εφέσεως, προκειμένου να παρασχεθούν από αυτόν οι αναγκαίες διευκρινίσεις επί της όλης υποθέσεως. Το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε το αίτημα αυτό, αρχικά με το 879/2008 βούλευμά του, που αναιρέθηκε για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απορριπτικής επί του αιτήματος αυτού διατάξεώς του, και στη συνέχεια με το προσβαλλόμενο 1270/2009 βούλευμα, το οποίο, επιτρεπτώς αναφερόμενο εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, έκρινε ότι το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου....με το περιεχόμενο: "Δια ταύτα - εξαιτούμαι την άμεσον απαλλαγή μου .....άλλως την εμφάνισή μου ενώπιον του Συμβουλίου Σας"...είναι απορριπτέο...ως αβάσιμο, διότι ο κατηγορούμενος "στην απολογία του ενώπιον του Ανακριτή, καθώς και με σειρά εκτενέστατων υπομνημάτων του, ανέπτυξε αναλυτικά και διεξοδικά τους ισχυρισμούς και τις απόψεις του επί των πραγματικών και νομικών ζητημάτων της υπόθεσης, ώστε να μην υπάρχουν πλέον κενά προς περαιτέρω διευκρίνιση". Από την απορριπτική του ως άνω αιτήματος διάταξη του βουλεύματος, δεν παραβιάσθηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και συνεπώς δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα, αφού το συμβούλιο απάντησε επ' αυτού ρητά, χωρίς όπως αναφέρθηκε να είναι υποχρεωμένο να διατάξει την εμφάνιση, η δε αναφερόμενη αιτιολογία της απορριπτικής αυτής διατάξεως του βουλεύματος, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Και τούτο διότι, πράγματι, η εμφάνιση του κατηγορουμένου στο συμβούλιο είναι περιττή, όταν αυτός έχει αναπτύξει τις απόψεις του με την απολογία του ενώπιον του Ανακριτή, τα υπομνήματα και την έφεσή του και η υπόθεση δεν εμφανίζει πλέον κενά προς διευκρίνιση. Επομένως, δεν υπάρχει θέμα απόλυτης ακυρότητας, ούτε ανεπαρκούς αιτιολογίας, της παραπάνω διατάξεως του προσβαλλόμενου βουλεύματος και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. α' και δ' του ΚΠΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα από τα προεκτεθέντα, πρέπει, να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. IV. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 245, 308 παρ. 1, 309 παρ. 1 εδ. δ', 312, 316 παρ. 2, 318 και 319 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η ανάγκη ή μη συμπληρώσεως της ανακρίσεως (ή προανακρίσεως) και η διάταξη περαιτέρω ανακρίσεως ή προανακρίσεως απόκειται στην κυριαρχική εκτίμηση του δικαστικού συμβουλίου, η οποία δεν υπόκειται κατά τούτο στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Σε περίπτωση όμως απορρίψεως αιτήματος, που έχει υποβληθεί από τον εισαγγελέα ή τους διαδίκους, για τη διενέργεια περαιτέρω ανακρίσεως ή προανακρίσεως, προκειμένου να διεξαχθεί συγκεκριμένη ανακριτική ενέργεια, σε σχέση με συγκεκριμένο ζήτημα της κατηγορίας, το συμβούλιο οφείλει να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση ειδικώς και εμπεριστατωμένως. Η αιτιολογία πάντως αυτή για την απόρριψη, έστω και σιωπηρώς, του αιτήματος που υποβάλλει ο κατηγορούμενος για περαιτέρω ανάκριση ή προανάκριση, θεωρείται ότι υπάρχει στην περίπτωση που το συμβούλιο αποφαίνεται οριστικά επί της ουσίας και αιτιολογείται η ύπαρξη σοβαρών και επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, που με πληρότητα παραθέτει και εκτιμά το συμβούλιο (ΑΠ 606/2009, ΑΠ 191/2008, ΑΠ 1421/2005, ΑΠ 511/2005, ΑΠ 1606/2005). Στο προσβαλλόμενο βούλευμα, αφού παρατίθενται τα αποδεικτικά στοιχεία και αιτιολογείται πλήρως από το Συμβούλιο Εφετών η παραπεμπτική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, απορρίπτεται το αίτημα αυτού για διεξαγωγή περαιτέρω ανακρίσεως, με την αιτιολογία "Από τα ανωτέρω εκτεθέντα προκύπτει ότι η υπόθεση αυτή ερευνήθηκε διεξοδικά και πλήρως κατά την προκαταρκτική εξέταση και κατά την κυρία ανάκριση και δεν συντρέχει λόγος να διαταχθεί περαιτέρω κυρία ανάκριση. Επομένως, το σχετικό αίτημα...πρέπει να απορριφθεί...προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου", η οποία (αιτιολογία) είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απορριπτικής αυτής διατάξεως του βουλεύματος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα από τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. V. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 242 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με τα άρθρα 1 παρ. 7 εδ. β' του Ν. 2408/1996 και 14 παρ. 6 του Ν. 2721/1999, υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με κάθειρξη, αν είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, το δε συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του κακουργήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263α' του ΠΚ, αρμόδιος για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου, β) το έγγραφο να εμπίπτει στην έννοια του αναφερόμενου στο άρθρ. 438 ΚΠολΔ "δημοσίου εγγράφου", γ) οι έννομες συνέπειες που παράγονται από αυτό να αναφέρονται στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως, δ) δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση και στη θέληση να βεβαιώνει τα ψευδή περιστατικά ή τουλάχιστον στη γνώση ως ενδεχόμενης της παραγωγής αυτών και ε) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παρανόμως άλλον, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξή του, το δε όφελος ή η βλάβη να υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (Ολ.ΑΠ 6/1995, ΑΠ 1693/2008, ΑΠ 1312/2008, ΑΠ 406/2008, ΑΠ 756/2006, ΑΠ 146/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 του ΠΚ, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση", ενώ κατά την παρ. 3 εδ. α' του ιδίου άρθρου, όπως αυτή συμπληρώθηκε αρχικά με το άρθρο 1 παρ. 7 εδ. α' του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2721/1999, "αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παρ. 1 - 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται αντικειμενικά μεν η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του ΠΚ, από τον υπαίτιο είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα είτε με τη θέση της υπογραφής του φερόμενου ως συντάκτη, είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνον την υπογραφή τρίτου) που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικά δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως. Ως περιουσιακό όφελος νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του δράστη ή άλλου, υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή με την προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποφυγή της μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Αμέσως ζημιούμενος από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύθηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Για τη θεμελίωση της βαρύτερης μορφής της πράξεως και την κατάφαση του κακουργηματικού χαρακτήρα αυτής, απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός της περιουσιακής μεταθέσεως στην οποία απέβλεψε ο δράστης επιτεύχθηκε ή όχι. Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξεως της καταρτίσεως ή νοθεύσεως εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επόμενων της καταρτίσεως του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νοθεύσεως να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία αυτός επιδιώκει, αφού κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διατάξεως για τη θεμελίωση του αξιοποίνου ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής ζημίας ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επελεύσεως του οφέλους ή της ζημίας. Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι η πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) ή διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του ΠΚ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (Ολ.ΑΠ 3/2008, ΑΠ 932/2009, ΑΠ 826/2009, ΑΠ 805/2009, ΑΠ 141/2009). Στο έγκλημα της πλαστογραφίας είναι επιτρεπτή η μεταβολή της κατηγορίας από τον ένα τρόπο τελέσεώς της στον άλλο, δηλαδή από κατάρτιση πλαστού εγγράφου σε νόθευση εγγράφου, και το αντίθετο, όταν δεν διαφέρουν ουσιωδώς κατά χρόνο και τόπο τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση, όπως επιτρεπτή είναι και η παραλλαγή του τρόπου συμμετοχής στο έγκλημα αυτό, π.χ. από αυτουργός της πράξεως να παραπεμφθεί κάποιος ως ηθικός αυτουργός, και το αντίθετο (ΑΠ 922/2008, ΑΠ 648/2007, ΑΠ 1800/2005, ΑΠ 1670/2003, ΑΠ 519/2002, Χρ. Μυλωνόπουλου Ποιν.Δίκαιο Τα εγκλήματα σχετικά με τα υπομνήματα 2005, σελ. 41). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1α του ΠΚ, κατά την οποία, "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος (ΑΠ 646/2009, ΑΠ 1693/2008, ΑΠ 1554/2006). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 48 του ΠΚ, "το αξιόποινο των συμμετόχων κατά τα άρθρα 46 και 47 είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο εκείνου, που τέλεσε την πράξη". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι για την ύπαρξη της ηθικής αυτουργίας αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, ήτοι πράξεως, επί της οποίας δεν συντρέχει λόγος που να αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της, χωρίς να εξετάζεται αν ο αυτουργός είναι ικανός προς καταλογισμό, αν πράττει εκ δόλου ή αν συντρέχει ως προς αυτόν λόγος που να αποκλείει τον καταλογισμό. Από αυτά παρέπεται ότι δεν αποκλείεται η ύπαρξη ηθικής αυτουργίας για το λόγο ότι απαλλάχθηκε ο φυσικός αυτουργός για έλλειψη δόλου ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή για το ότι βρισκόταν σε πραγματική, ή συγγνωστή νομική πλάνη, (ΑΠ 1312/2008, ΑΠ 20/2006, ΑΠ 1612/1995, Ν. Χωραφά Ποιν. Δίκαιο εκδ. 1978, σ. 350). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1 και 46 παρ. 1α ΠΚ, προκύπτει ότι για τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας και της χρήσεως του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον ηθικό αυτουργό δεν υπάρχει αληθής συρροή, αφού τέτοια συρροή δεν υπάρχει ούτε μεταξύ αυτουργίας σε πλαστογραφία και χρήση του πλαστού από το φυσικό αυτουργό, για τον οποίο αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση, ο δε ηθικός αυτουργός δεν είναι "τρίτος", ώστε να τύχει εφαρμογής η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 216 του ΠΚ. Υπό αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα ετίθετο σε χειρότερη θέση ο ηθικός από το φυσικό αυτουργό, χωρίς τη συνδρομή νόμιμου λόγου. Ούτε για επικουρικότητα της χρήσεως του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου σε σχέση με την ηθική αυτουργία στην ίδια πράξη, με την έννοια της μη τιμωρητής ύστερης πράξεως, μπορεί να γίνει λόγος, γιατί ο νομοθέτης προέβλεψε ρητώς στο εδάφιο β' της παρ. 1 του άρθρου 216 ότι υπάρχει επιβαρυντική περίπτωση. Αν μπορούσε να νοηθεί επικουρικότητα της χρήσεως του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, αυτή θα ίσχυε προεχόντως για τον αυτουργό, κάτι όμως που αποκρούεται από την ανωτέρω διάταξη (άρθρ. 216 παρ.1 εδ. β' του ΠΚ). Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον ηθικό αυτουργό της πράξεως αυτής συνιστά επιβαρυντική περίπτωση και τιμωρείται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 435/1999, ΑΠ 556/1998, ΑΠ 1120/1974). Τέλος, κατά το άρθρο 49 παρ. 2 ΠΚ, οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλες περιστάσεις που επιτείνουν, μειώνουν ή αποκλείουν την ποινή λαμβάνονται υπόψη μόνο για εκείνον το συμμέτοχο στον οποίο υπάρχουν, γίνεται δε δεκτό ότι επί πλαστογραφίας και ψευδούς βεβαιώσεως με σκοπό το όφελος, η επιβαρυντική αυτή περίπτωση πρέπει να συντρέχει αυτοτελώς και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού (ΑΠ 1523/2007, ΑΠ 673/2007, ΑΠ 858/2004, ΑΠ 1270/2003), ο οποίος πάντως (ηθικός αυτουργός), στο έγκλημα της ψευδούς βεβαιώσεως αν δεν έχει την ιδιότητα του υπαλλήλου, μπορεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 49 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, να τιμωρηθεί με ποινή ελαττωμένη (ΑΠ 146/2006, ΑΠ 349/1996, ΑΠ 1308/1992). VI. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005, Ολ.ΑΠ 9/2001, ΑΠ 932/2009). Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τελέσεως της πράξεως (άμεσος δόλος) ή το σκοπό επελεύσεως ορισμένου αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος), όπως στο έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως (ΑΠ 705/2009, ΑΠ 54/2008, ΑΠ 1264/2005). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως εκάστου αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί της συνδρομής επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 1554/2009, ΑΠ 1409/2009, ΑΠ 1187/2009, ΑΠ 882/2009). Η κατά τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου. Η θεμελιούμενη με τον τρόπο αυτό αιτιολογία του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της δίκαιης δίκης που καθιερώνει το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και υπερισχύει των Ελληνικών νόμων (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ούτε παραβιάζει το από το άρθρο 2 παρ. 1 του έβδομου πρωτοκόλλου της ίδιας πιο πάνω Σύμβασης, που υπογράφτηκε στο ... στις 21.11.1984 και κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987, δικαίωμα αυτού που δικάζεται για εγκληματική ενέργεια να προσφεύγει σε δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο, ώστε να κριθεί από εμπειρότερους δικαστές του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ή δικαστικού συμβουλίου, αφού στην περίπτωση αυτή η αναφορά γίνεται στην ειδικά αιτιολογημένη πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, με την οποία αξιολογείται εκ νέου το αποδεικτικό υλικό που προέκυψε από την ανάκριση ή την προανάκριση (Ολ.ΑΠ 1227/1979, ΑΠ 881/2009, ΑΠ 573/2009, ΑΠ 440/2009). Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (Ολ.1/2005, Ολ.ΑΠ 9/2001, Ολ.ΑΠ 1778/1993, ΑΠ 1749/2009, ΑΠ 1160/2009). VII. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 1270/2009 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που προσκομίστηκαν, τις εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων, τα υπομνήματά τους και τους λόγους που επικαλείται ο εκκαλών στην υπό κρίση έφεσή του, προκύπτουν τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά τους, πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ είναι επιχειρηματίας που δραστηριοποιείται στην εμπορία υγρών καυσίμων και εκμεταλλεύεται υπό διάφορες εταιρικές μορφές μεγάλο αριθμό πρατηρίων υγρών καυσίμων στην Αττική, προμηθευόμενος τα καύσιμα σχεδόν αποκλειστικά από την εταιρία "MAMIDOIL - JET OIL Ανώνυμη Εταιρία Πετρελαιοειδών" με κύριους μετόχους τους αδελφούς Ν και νόμιμο εκπρόσωπο τον Ν1. Από το έτος 1989 περίπου ο εκκαλών συνδέθηκε φιλικά με τον Φ, σύζυγο της εγκαλούσας Ψ και μάλιστα είχε συστήσει και εταιρία με την επωνυμία "Ε και Σια ΕΕ" με νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή τον, ήδη αποβιώσαντα, υιό της εγκαλούσας Ε. Την 16.6.1995 ο εκκαλών πώλησε στην εγκαλούσα Ψ ένα διαμέρισμα ιδιοκτησίας του, που βρίσκεται σε πολυκατοικία επί των οδών ..., δυνάμει του ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Πελέκη - Μπάρλα. Την 26.5.1996 ο εκκαλών, ενεργώντας ατομικά ως οφειλέτης, συνήψε με την ανώνυμη εταιρία MAMIDOL JET OIL, σύμβαση αναγνώρισης και αναδοχής χρέους συνολικού ποσού 498.811.275 δρχ., το οποίο, κατά τη σύμβαση, προερχόταν από την μέχρι τότε συνεργασία τους στην εμπορία πετρελαιοειδών. Για την περαιτέρω εξασφάλιση της ικανοποίησης της δανείστριας εταιρίας τη σύμβαση αυτή υπέγραψαν ως εγγυητές δύο Λιβεριανές Ανώνυμες Εταιρίες με την επωνυμία "Κ.Κ.ΕΝΤΕRPRISES CO S.Α." και "GRATOUS ESTATES A.Ε.", αντιστοίχως, εκπροσωπούμενες από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο και ο πεθερός του τελευταίου, Λ, oι οποίοι ανέλαβαν την υποχρέωση να συναινέσουν στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτων τους και ειδικότερα η πρώτη εταιρία για ποσό 95.000.0000 δρχ., η δεύτερη για ποσό 130.000.000 δρχ. και ο Λ για ποσό 50.000.000 δρχ. Τη σύμβαση αυτή αναγνώρισης και αναδοχής χρέους φέρεται ότι υπέγραψε ως εγγυήτρια υπέρ του εκκαλούντος οφειλέτη Χ και η εγκαλούσα, υποσχόμενη να συναινέσει στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στο πιο πάνω διαμέρισμα που αγόρασε από τον τελευταίο, για το ποσό των 45.000.000 δρχ., παραιτούμενη από το δικαίωμα διζήσεως και ευθυνόμενη ως πρωτοφειλέτρια. Στο έγγραφο της σύμβασης τα στοιχεία της εγκαλούσας αναγράφηκαν εσφαλμένα και συγκεκριμένα αναφέρεται, τόσο στο κείμενο της σύμβασης, όσο και κάτω από την ένδειξη "0Ι ΕΓΓΥΗΤΕΣ" ως "..." και όχι Ψ, καθώς και ως "κάτοικος ..., ενώ η εγκαλούσα, πριν αγοράσει από τον κατηγορούμενο το προαναφερθέν διαμέρισμα στο ..., στο οποίο και κατοικεί έκτοτε, διέμενε στο .... Την 23.7.1996, δύο μήνες μετά την υπογραφή της σύμβασης αναγνώρισης και αναδοχής χρέους, ο εκκαλών κατηγορούμενος, με την συνδρομή του ήδη αποβιώσαντος δικηγόρου του Αθανασίου Κοροβέση, έπεισε την συμβολαιογράφο Μεγάρων Πηνελόπη Κόλιαλη, να συντάξει το ... ειδικό πληρεξούσιο, στο οποίο η εγκαλούσα φέρεται ότι εμφανίσθηκε ενώπιόν της και διόρισε τον Αθανάσιο Κοροβέση, δικηγόρο Αθηνών, ειδικό αυτής πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο, στον οποίο έδωσε το δικαίωμα και την ειδική εντολή να εγγράψει προσημείωση υποθήκης, επί του διαμερίσματος που είχε αγοράσει από τον εκκαλούντα, υπέρ της εταιρίας MAMIDOIL - JET OIL, μέχρι του ποσού των 45.000.000 δρχ. και ότι αναγνώριζε ήδη όλες τις πράξεις που ο ανωτέρω δικηγόρος είχε ενεργήσει ή θα ενεργούσε μελλοντικά ως έγκυρες και ισχυρές, νόμιμες, απρόσβλητες και σαν να έγιναν από την ίδια. Στο τέλος δε της δεύτερης σελίδας και κάτω από την ένδειξη "Η ΕΝΤΟΛΕΑΣ" στο εν λόγω πληρεξούσιο τέθηκαν δύο υπογραφές ως προερχόμενες από την εγκαλούσα. Μετά ταύτα ο δικηγόρος Αθανάσιος Κοροβέσης εν γνώσει του εκκαλούντος και κατόπιν εντολής του εμφανίσθηκε, την 25.7.1996, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας και συναίνεσε δήθεν για λογαριασμό της εγκαλούσας στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του διαμερίσματός της, στην οδό ..., για το ποσόν των 45.000.000 δρχ. υπέρ της εταιρίας ΜΑΜΙDOIL - JET OIL με αποτέλεσμα να εκδοθεί η 1844/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, βαρύνοντας έτσι το ακίνητο της εγκαλούσας. Η τελευταία ισχυρίζεται όχι μόνον ότι oι υπογραφές στα επίδικα έγγραφα δεν τέθηκαν από την ίδια, ούτε κατ' εντολή της από άλλον, αλλά ότι και την εγγραφή της προσημείωσης την πληροφορήθηκε για πρώτη φορά τον Απρίλιο του 2005, όταν ενδιαφέρθηκε για τη λήψη δανείου από τράπεζα. Κατά την έρευνα που ενήργησε ανακάλυψε τα δύο επίδικα πλαστά έγγραφα και έλαβε αντίγραφο του ειδικού πληρεξουσίου από την συντάξασα συμβολαιογράφο, καθώς και αντίγραφο της σύμβασης από την δανείστρια εταιρία, έγγραφα τα οποία αναφέρονταν στην υποβληθείσα ενώπιον του πιο πάνω δικαστηρίου αίτηση και στην εκδοθείσα από αυτό απόφαση. Ισχυρίζεται επίσης η εγκαλούσα ότι κατά τον χρόνο σύνταξης του επίδικου ... ειδικού πληρεξουσίου η ίδια βρισκόταν στη ..., όπου είχε μεταβεί ο σύζυγός της, ο οποίος τότε φυγοδικούσε. Τους ισχυρισμούς της δε αυτούς επιβεβαιώνουν ενόρκως ο σύζυγός της Φ, ο αδελφός της Γ και η σύζυγος του τελευταίου Ρ. Οι διαφορές των υπογραφών που έχουν τεθεί στα επίδικα έγγραφα, τόσο μεταξύ τους, όσο και σε σύγκριση με τη γνήσια υπογραφή της εγκαλούσας, είναι εμφανείς και δεν αμφισβητούνται. Κατά την κυρία ανάκριση διατάχθηκε η διενέργεια γραφολογικής εξετάσεως προκειμένου να διακριβωθεί αν οι υπογραφές στα επίδικα έγγραφα τέθηκαν από την εγκαλούσα και αν όχι αν τέθηκαν από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο Χ, ή από την συμβολαιογράφο (στο ειδικό πληρεξούσιο) ή από τρίτο πρόσωπο. Διορίσθηκε δε πραγματογνώμονας ο γραφολόγος του Εργαστηρίου Δικαστικής Γραφολογίας της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, ... Αστυνόμος Α', ο οποίος στην από 27.4.2007 έκθεσή του κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εν λόγω υπογραφές δεν σχετίζονται γραφολογικά ούτε με την υπογραφή της εγκαλούσας ούτε με τις υπογραφές του εκκαλούντος κατηγορουμένου και της συντάκτριας του ειδικού πληρεξουσίου συμβολαιογράφου, η οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, ήταν κατηγορούμενη για ψευδή βεβαίωση με σκοπό το αθέμιτο όφελος και την αθέμιτη βλάβη άνω των 73.000 ευρώ, αλλά απηλλάγη με το εκκαλούμενο βούλευμα για έλλειψη δόλου και ειδικότερα επειδή το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών δέχθηκε ότι δεν γνώριζε ότι η γυναίκα που εμφανίσθηκε ενώπιόν της δεν ήταν η εγκαλούσα, αλλά κάποια άλλη άγνωστη, που προσπάθησε να μιμηθεί την υπογραφή της. Αλλά και ο γραφολόγος ... που εξέτασε, με εντολή της εγκαλούσας, τα επίδικα έγγραφα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι φερόμενες ως υπογραφές της εγκαλούσας δεν τέθηκαν από την ίδια, αλλά πλαστογραφήθηκαν, στο μεν ειδικό πληρεξούσιο με αποτυχημένη ελεύθερη απομίμηση του απλού υπογραφικού τύπου της ανωτέρω, από άγνωστο πρόσωπο το οποίο εισήγαγε προσωπικά στοιχεία της γραφής και της υπογραφής του, άγνωστα στις γραφικές και υπογραφικές συνήθειες της Ψ, στη δε σύμβαση η τεθείσα υπογραφή αποτελεί υπογραφικό σκαρίφημα αγνώστου προσώπου το οποίο (σκαρίφημα) βρίσκεται εκτός των υπογραφικών συνηθειών της εγκαλούσας. Διαφορετική γνώμη εκφράζει ο τεχνικός σύμβουλος του εκκαλούντος κατηγορουμένου Π, ο οποίος στην από 15.5.2007 έκθεσή του αναφέρει ότι οι υπό έλεγχο υπογραφές, ιδίως αυτές του ειδικού πληρεξουσίου περιέχουν στοιχεία του υπογραφικού τύπου της Ψ, αλλά συγχρόνως και εμφανείς διαφορές με τις δειγματικές υπογραφές της, χωρίς όμως αντικειμενικά ευρήματα πλαστότητας. Τα γραφολογικά αυτά ευρήματα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι δύο υπογραφές του ειδικού πληρεξουσίου έχουν τεθεί δια χειρός Ψ με ηθελημένη αλλοίωση του υπογραφικού της τύπου, ενώ στην από 9.3.2007 έκθεσή του κατέληξε στο ότι οι επίμαχες υπογραφές είναι γνήσιες τεθείσες δια χειρός της εγκαλούσας, χωρίς ωστόσο να της αποδίδει ηθελημένη αλλοίωση του υπογραφικού της χαρακτήρα. Ας σημειωθεί εδώ ότι το συμπέρασμα αυτό του τεχνικού συμβούλου του κατηγορουμένου δεν μπορεί να στηριχθεί επαρκώς στο επιχείρημα, που με μορφή ερωτήματος, παραθέτει στην από 15.5.2007 έκθεσή του (σελ. 14 αυτής) ότι δηλαδή ο πλαστογράφος δεν θα χάρασσε υπογραφές της εγκαλούσας με στοιχεία εμφανώς ξένα και ανύπαρκτα στο σύνολο των γνησίων υπογραφών της, για τον απλούστατο λόγο ότι και η εγκαλούσα αν ήθελε να αλλοιώσει σκοπίμως την υπογραφή της θα το έπραττε κατά τον ίδιο ή παραπλήσιο τρόπο και στα δύο επίδικα έγγραφα και δεν θα έθετε σ' αυτά υπογραφές με τόσο εμφανείς διαφορές που θα γίνονταν αμέσως αντιληπτές στον καθένα. Ο εκκαλών, τόσο στην απολογία του, όσο και στα υπομνήματα που υπέβαλε, αλλά και στην υπό κρίση έφεσή του, αρνείται τις κατηγορίες και ισχυρίζεται ότι η εγκαλούσα και ο σύζυγός της γνώριζαν τις πιο πάνω ενέργειες, ότι η εγκαλούσα έθεσε τις επίμαχες υπογραφές και στα δύο επίδικα έγγραφα και ότι η καταμήνυσή του μετά παρέλευση τόσων ετών οφείλεται σε υποκίνηση της εταιρίας MAMIDOIL - JET OIL που επιθυμούσε να στραφεί εναντίον του ενόψει μηνύσεων που είχε υποβάλλει κατά των εκπροσώπων της για κακουργηματικές πράξεις. Ισχυρίσθηκε επίσης ότι η εγκαλούσα του όφειλε 42.000.000 δρχ., δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος του τιμήματος από την πώληση του διαμερίσματος αξίας 45.000.000 δρχ., ισχυρισμός όμως που δεν ενισχύεται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο αλλά, αντίθετα, αποδυναμώνεται από το περιεχόμενο του συμβολαίου πώλησης, στο οποίο αναφέρεται ότι το συμφωνηθέν τίμημα των 11.305.125 δρχ. είχε καταβληθεί προ της υπογραφής του συμβολαίου και εν απουσία της συμβολαιογράφου Μαρίας Πελέκη - Μπάρλα.....Από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου. Επομένως, ορθά εκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από το αποδεικτικό υλικό, από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το εκκαλούμενο βούλευμά του ορθά παρέπεμψε τον εκκαλούντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών. Δεν προέκυψε όμως ότι ο εκκαλών είναι ο φυσικός αυτουργός της νόθευσης της επίδικης σύμβασης αναγνώρισης και αναδοχής χρέους, αλλά ότι αυτή τελέστηκε από κάποιο άλλο άγνωστο πρόσωπο το οποίο είναι προφανές ότι ενήργησε κατ' εντολή του κατηγορουμένου, αφού μόνον αυτός είχε κίνητρο για την τέλεση της πράξης και όφελος από αυτήν. Επομένως, είναι επιβεβλημένη και επιτρεπτή....η μεταλλαγή του χαρακτηρισμού της πράξης αυτής σε ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία, διατηρουμένου κατά τα λοιπά του κακουργηματικού χαρακτήρα αυτής......(και) πρέπει να μεταρρυθμισθεί το διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος... ως εξής: "...[ιι] Στον πιο κάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και ειδικότερα, στην Αθήνα την 26 Μαΐου 1996, με πρόθεση και με συμβουλές, οδηγίες, πειθώ ή υποσχέσεις δώρων ή άλλων ανταλλαγμάτων, έπεισε άγνωστο πρόσωπο να νοθεύσει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, σκόπευε δε με την πράξη του αυτή να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, το δε συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και στην συνέχεια έκανε χρήση του εγγράφου αυτού. Πλέον συγκεκριμένα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο έπεισε άγνωστο πρόσωπο να θέσει στο κάτω περιθώριο κάθε σελίδας της από 26.5.1996 σύμβασης αναγνώρισης και αναδοχής χρέους και στο τέλος αυτής, κάτω από την ένδειξη "ΟΙ ΕΓΓΥΗΤΕΣ Ψ", κατ' ελεύθερη απομίμηση και χωρίς την εντολή ή την συναίνεσή της την υπογραφή της εγκαλούσας Ψ.." Κατ' ακολουθία των εκτεθέντων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία η υπό κρίση έφεση, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς τις υπόλοιπες διατάξεις του και να διαταχθεί η εκτέλεσή του". VIII. Ακολούθως, με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το πληττόμενο βούλευμα που εξέδωσε, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα, αφού προηγουμένως μεταρρύθμισε το διατακτικό του ως προς την πράξη της πλαστογραφίας - καταρτίσεως πλαστού εγγράφου μετά χρήσεως σε ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία - νόθευση εγγράφου μετά χρήσεως, την οποία και διατύπωσε επί το ορθότερο, διατηρώντας τον κακουργηματικό της χαρακτήρα. Με αυτά που δέχθηκε το παραπάνω Συμβούλιο, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και την προανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, για τα οποία παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για τα κακουργήματα) για να δικασθεί, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. γ', 18, 26 παρ. 1α, 27, 46 παρ. 1α, 94 παρ. 1, 216 παρ. 1, 3α και 242 παρ. 1, 3 του ΠΚ που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή με λογικά κενά και έτσι δεν στέρησε το βούλευμα από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, ως προς τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα επιμέρους αιτιάσεις: α) προκύπτει με περισσή βεβαιότητα ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα μνημονευόμενα σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τη νοθευμένη από 26.5.1996 σύμβαση αναγνωρίσεως και αναδοχής χρέους (σε πρωτότυπο), προκειμένου να μορφώσει την παραπεμπτική για τον κατηγορούμενο κρίση του, ενώ οι αντίθετες αιτιάσεις του τελευταίου είναι κατ' ουσία αβάσιμες, β) αναφέρονται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο αναιρεσείων έπεισε αφενός τη συμβολαιογράφο Μεγάρων ... να βεβαιώσει ψευδώς στο ... ειδικό πληρεξούσιο ότι εμφανίστηκε ενώπιόν της η εγκαλούσα Ψ και ζήτησε τη σύνταξη και υπογραφή του πληρεξουσίου αυτού με το περιεχόμενο που διαλαμβάνει και αφετέρου την άγνωστη γυναίκα που εμφανίστηκε στην παραπάνω συμβολαιογράφο ως Ψ και έθεσε εν αγνοία αυτής στο τέλος της δεύτερης σελίδας του προαναφερόμενου ειδικού πληρεξουσίου και κάτω από την ένδειξη "Η ΕΝΤΟΛΕΑΣ" δύο υπογραφές της ως προερχόμενες δήθεν από αυτήν, γ) αιτιολογείται ιδιαίτερα ο πρόσθετος σκοπός του αναιρεσείοντος, που απαιτείται για τη συγκρότηση της ηθικής αυτουργίας στα εγκλήματα της ψευδούς βεβαιώσεως και της νοθεύσεως εγγράφου, να προσπορίσει στον εαυτό του όφελος, περιουσιακό εν προκειμένω, με αντίστοιχη παράνομη βλάβη της περιουσίας της εγκαλούσας, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, καθόσον με αυτό το ειδικό πληρεξούσιο ο δικηγόρος του Αθανάσιος Κοροβέσης εμφανίστηκε κατ' εντολή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 25.7.1996 και συναίνεσε δήθεν για λογαριασμό της εγκαλούσας στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί του ακινήτου της για το ποσό των 45.000.000 δρχ., ήτοι 132.061,62 ευρώ, υπέρ της εταιρίας MAMIDOL - JET OIL A.E. και εκδόθηκε η 21844/1996 απόφαση του άνω δικαστηρίου με την οποία προσημειώθηκε το ακίνητό της και δ) παρατίθενται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και σκέψεις που στηρίζουν την επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από πλαστογραφία - κατάρτιση πλαστού εγγράφου σε ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία - νόθευση εγγράφου, διατηρώντας τον κακουργηματικό χαρακτήρα της, η δε χρήση του νοθευμένου εγγράφου συνιστά και κατά τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος επιβαρυντική περίπτωση της ηθικής αυτουργίας στη νόθευση του εγγράφου, για τους λόγους που αναφέρονται στη μείζονα νομική σκέψη και αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων ότι παραπέμπεται για την πράξη αυτή αυτοτελώς, ως συρρέον έγκλημα. Επομένως, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. α', β' και δ' του ΚΠΔ λόγοι (τρίτος, τέταρτος και πέμπτος) της αιτήσεως αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα από τα προεκτεθέντα, πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, οι διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με τις οποίες υπό την επίκληση των παραπάνω λόγων, κατ' επίφαση, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών, πρέπει, να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 του ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, διατυπώνεται αίτημα του αναιρεσείοντος, για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του συμβουλίου τούτου, για την παροχή διευκρινίσεων. Το αίτημα αυτό είναι νόμιμο, κατ' άρθρο 309 παρ. 2 και 485 του ΚΠΔ, πλην, όμως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων, με τα πολυσέλιδα δικόγραφα της εφέσεως και της αναιρέσεως, καθώς και τα συνημμένα υπομνήματά του, έχει αναπτύξει διεξοδικά προς υπεράσπισή του τις απόψεις του για την υπόθεση, ώστε η παρουσία του στο συμβούλιο να παρέλκει για περαιτέρω διευκρίνιση αυτών. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, στο σύνολό της, ως ουσία αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο. Να απορριφθεί η 155/24.07.2009 αίτηση (δήλωση) του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του 1270/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. - Αθήνα, 10 Ιανουαρίου 2009 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας" Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Η με αριθμό έκθεσης ... αίτηση αναιρέσεως του Χ στρέφεται κατά του 1270/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε η έφεσή του, κατά του 462/2007 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών, με το οποίο, όπως μεταρρυθμίσθηκε, κατά τα ειδικότερα στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφερόμενα, παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων στο Εφετείο Kακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί ως υπαίτιος της πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση και πλαστογραφία σε σκοπό περιουσιακού οφέλους και βλάβης τρίτου, που υπερβαίνει συνολικά τις εβδομήντα τρεις χιλιάδες (73.000) Ευρώ. Η αναίρεση ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (474 παρ 1, 2, 473 παρ. 1 ΚΠΔ) από πρόσωπο που δικαιούται σε τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση (482 παρ. 1 α ΚΠΔ) και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 242 παρ. 1 και 3 του Π.Κ., όπως η παρ. 3 τροποποιήθηκε με άρθρο 1 παρ. 7 β Ν. 2408/1996 και άρθρο 14 παρ. 6 Ν 2421/1999, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης (διανοητικής πλαστογραφίας), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13α' και 263 Α του Π.Κ., αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπο για την σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 γ' του Π.Κ και δη δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του Κ.Πολ.Δ., δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο και έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη έναντι όλων για κάθε γεγονός που βεβαιώνεται σ' αυτό, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης και δ) δόλος του δράστη που συνίσταται στη γνώση και στη θέλησή του να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά. Για την κακουργηματική μορφή της πράξης της ψευδούς βεβαίωσης απαιτείται προσέτι η διαπίστωση ότι ο δράστης ενήργησε με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα κάποιον άλλο, χωρίς να είναι απαραίτητο να πραγματοποιηθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός, εφόσον, το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη το άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Κατά δε την παρ. 3 εδαφ. α' και β' του ιδίου άρθρου 216 ΠΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 1 παρ. 7 α του Ν. 2408/4.6.1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14 παρ. 2 α Ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παρ. 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 €). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται, αντικειμενικά μεν, η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ) από τον υπαίτιο, είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα, είτε με τη θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη, είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνον την υπογραφή τρίτου) που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε, δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης. Ως περιουσιακό όφελος νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου, υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή με την προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποφυγή της μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 73.000 €. Αμέσως ζημιούμενος από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύθηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Για τη θεμελίωση της βαρύτερης μορφής της πράξης και την κατάφαση του κακουργηματικού χαρακτήρα αυτής, απαιτείται, όπως λέχθηκε, πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 €, είναι δε αδιάφορο, αν ο σκοπός αυτός της περιουσιακής μεταθέσεως στην οποία απέβλεψε ο δράστης επιτεύχθηκε ή όχι. Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο νόμος απέβλεψε, όχι στην αμεσότητα της ενεργείας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης. Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) ή διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Π.Κ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (ΑΠΟλ3/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, προκύπτει ότι, για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας, απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος (ΑΠ 1693/2008). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46, 47 και 48 του Π.Κ., με την τελευταία των οποίων καθιερώνεται το ανεξάρτητο του αξιοποίνου του ηθικού αυτουργού και των λοιπών συνεργών από το αξιόποινο του εκτελέσαντος την πράξη, προκύπτει ότι, για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, δηλαδή πράξη για τη οποία δεν συντρέχει κάποιος λόγος που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα αυτής, χωρίς να εξετάζεται αν ο αυτουργός είναι ικανός προς καταλογισμό αν πράττει εκ δόλου ή αν συντρέχει ως προς αυτόν λόγος που να αποκλείει τον καταλογισμό. Απ' αυτά παρέπεται ότι δεν αποκλείεται η ύπαρξη ηθικής αυτουργίας για το λόγο ότι απαλλάχθηκε ο φυσικός αυτουργός για έλλειψη δόλου ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή για το ότι βρισκόταν σε πραγματική, ή συγγνωστή νομική πλάνη (βλ. ΑΠ 1312/2008, ΑΠ 20/2006 και ειδικά για την περίπτωση της ψευδούς βεβαιώσεως που τελέσθηκε από συμβολαιογράφο ΑΠ 1611/1994). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46 παρ. 1α, 49 παρ.2, 216 παρ. 1 και 3 και 242 παρ.1 και 3 του ΠΚ προκύπτει, ότι η επιβαρυντική περίσταση της πλαστογραφίας και ψευδούς βεβαιώσεως (σκοπός προσπορισμού αθέμιτου περιουσιακού οφέλους ύψους άνω των 73.000 ευρώ και αντίστοιχης βλάβης τρίτου), πρέπει να συντρέχει ιδιαιτέρως και αυτοτελώς και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού για να έχει και γι' αυτόν η πράξη της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία και ψευδή βεβαίωση κακουργηματικό χαρακτήρα. Η συνδρομή της επιβαρυντικής αυτής περιστάσεως είναι αυτονόητη και δεν απαιτείται να αναφέρεται ιδιαιτέρως στο παραπεμπτικό βούλευμα ή την καταδικαστική απόφαση, όταν ο φυσικός αυτουργός σκόπευε να προσπορίσει περιουσιακό όφελος στον ηθικό αυτουργό βλάπτοντας τρίτο. Από την ρυθμίζουσα όμως το ζήτημα της επιδράσεως των ιδιαιτέρων ιδιοτήτων ή σχέσεων που συντρέχουν στο πρόσωπο κάποιου από τους συμμετόχους, για την ποινική ευθύνη των λοιπών, διάταξη του άρθρ. 49 παρ. 1 ΠΚ, σαφώς προκύπτει ότι, για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας σε ιδιαίτερο έγκλημα, δεν απαιτείται οι κατά νόμο αξιούμενες ιδιαίτερες ιδιότητες, όπως η του "υπαλλήλου" στην υπ` αυτού τελουμένη αξιόποινη πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως (αρθρ. 242 ΠΚ), να υπάρχουν και στον ηθικό αυτουργό, ο οποίος όμως μπορεί να τιμωρηθεί με ποινή μειωμένη. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1 και 46 παρ. 1 α ΠΚ, προκύπτει ότι μεταξύ των πράξεων της ηθικής αυτουργίας και της χρήσης του πλαστού από τον ηθικό αυτουργό δεν υφίσταται αληθής συρροή, αφού τέτοια συρροή δεν υπάρχει ούτε μεταξύ αυτουργίας σε πλαστογραφία και χρήση του πλαστού από το φυσικό αυτουργό, για τον οποίο αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση, ο δε ηθικός αυτουργός δεν είναι "τρίτος", ώστε να τύχει εφαρμογής η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 216 ΠΚ. Υπό αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα ετίθετο σε χειρότερη θέση ο ηθικός από το φυσικό αυτουργό, χωρίς τη συνδρομή νόμιμου λόγου. Εξάλλου, ούτε για επικουρικότητα της χρήσης του πλαστού ή νοθευμένου σε σχέση με την ηθική αυτουργία στην ίδια πράξη, με την έννοια της μη τιμωρητής υστέρας πράξης, μπορεί να γίνει λόγος, γιατί ο νομοθέτης προέβλεψε ρητώς στο εδάφιο β' της παρ.1 του άρθρου 216 ότι εδώ υφίσταται επιβαρυντική περίπτωση. Αν μπορούσε να νοηθεί επικουρικότητα της χρήσης του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, αυτή θα ίσχυε προεχόντως για τον αυτουργό, κάτι όμως που αποκρούεται από την ανωτέρω διάταξη (άρθρ. 216 παρ.1 εδάφ. β' ΠΚ). Από τα ανωτέρω γίνεται σαφές ότι η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον ηθικό αυτουργό της πράξης αυτής συνιστά επιβαρυντική περίπτωση και τιμωρείται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 216 παρ.1 β ΠΚ (ΑΠ 435/1999). Τέλος μεταβολή της κατηγορίας, που να συνεπάγεται, κατ` άρθρο 484 παρ. 1α, σε συνδυασμό με το 171 παρ. 1β ΚΠΔ, την αναίρεση του βουλεύματος για απόλυτη ακυρότητα από τη μη τήρηση των καθοριζουσών την άσκηση της ποινικής διώξεως διατάξεων, επέρχεται όταν η πράξη για την οποία παραπέμπεται ο κατηγορούμενος είναι διάφορη εκείνης για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη, κατά χρόνο, τόπο και λοιπές περιστάσεις, ώστε να πρόκειται για αντικειμενικώς διαφορετική πράξη, πράγμα που δεν συμβαίνει όταν μεταβάλλεται ο τρόπος συμμετοχής στο έγκλημα ή όταν συμπληρώνονται και προσδιορίζονται σαφέστερα τα συγκροτούντα την κατηγορία πραγματικά περιστατικά. ΙΙΙ. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ` του ΚΠΔ υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, βάσει των οποίων το Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και όχι μερικά από αυτά κατ` επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ και γ) Είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), όπως στο έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της ψευδούς δηλώσεως σε βαθμό κακουργήματος. Εξ άλλου, στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Ειδικώς, για το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της ηθικής αυτουργίας, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τετελεσμένου ή σε απόπειρα, στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός από το φυσικό αυτουργό και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος απαιτεί στην συγκεκριμένη περίπτωση, ως πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως της πράξεως, τον άμεσο δόλο, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των ανωτέρω εγκλημάτων. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστικού συμβουλίου. Τέλος λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1β ΚΠοινΔ, συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. IV. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, έκρινε, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, που παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο Τριμελές Εφετείο (κακουργημάτων) Αθηνών, ορθώς αποφάνθηκε με το 2226/2007 βούλευμα ότι προέκυπταν σοβαρές ενδείξεις σε βάρος του αναιρεσείοντος, για την τέλεση της πράξης της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό περιουσιακού οφέλους και βλάβης τρίτου που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €, που τελέσθηκε από την αναφερόμενη συμβολαιογράφο, κατά της οποίας είχε αποφανθεί, αμετακλήτως, να μη γίνει κατηγορία, ελλείψει του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου, περαιτέρω το Συμβούλιο Εφετών μετέβαλε τον τρόπο συμμετοχής του αναιρεσείοντος στη δεύτερη πράξη της πλαστογραφίας με σκοπούμενο περιουσιακό όφελος και βλάβη τρίτου που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €, από αυτουργία, όπως και είχε παραπεμφθεί πρωτοδίκως, σε ηθική αυτουργία με άγνωστο φυσικό αυτουργό και, αφού αναδιατύπωσε, κατά το πρώτο μέρος της, την υπό στοιχείο ΙΙ κατηγορία, που αφορούσε την πράξη αυτή, όπως στο σκεπτικό, κατά τα κατωτέρω, αναφέρεται, την οποία δεν μετέβαλε κατά το υπόλοιπο μέρος της, και απέρριψε την εκ μέρους του ασκηθείσα έφεση. Όπως προκύπτει από το διατακτικό του επικυρωθέντος από το Συμβούλιο Εφετών βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, όπως αναδιατυπώθηκε κατά τα ανωτέρω, το οποίο παραδεκτώς επισκοπείται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι: "[ι] Στην ..., στις 23 Ιουλίου του έτους 1996, πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως με σκοπό προσπορίσεως αθέμιτου οφέλους σε άλλον ή να βλάψει παράνομα άλλον και το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, ήτοι έπεισε άλλον όπως ως υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη δημόσιων εγγράφων, βεβαιώσει με πρόθεση σε τέτοια έγγραφα ψευδώς περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες, με σκοπό να προσπορίσει σε αυτόν αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, πράξη την οποία και διέπραξε. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο με πειθώ και φορτικότητα και δη με τις διαβεβαιώσεις τόσο τις δικές του, όσο και του δικηγόρου του Κοροβέση Αθανασίου, ο οποίος ενεργούσε κατ' εντολή του, αλλά και με την προσκόμιση της από ... πλαστής σύμβασης αναγνώρισης και αναδοχής χρέους, έπεισε την ... σύζυγο ..., το γένος ..., συμβολαιογράφο Μεγάρων, να βεβαιώσει ψευδώς στο υπ' αριθμ. ...ειδικό πληρεξούσιο ότι εμφανίστηκε ενώπιον της η Ψ συζ. Φ, το γένος Γ1, οικοκυρά, γεννημένη στην ..., το έτος ..., κάτοικος ... στην οδό ..., κάτοχος δελτίου ταυτότητας με αρ. ... του Π.Α. ... και ότι ζήτησε τη σύνταξη και υπογραφή του πληρεξουσίου αυτού δηλώνοντας της ότι διορίζει ειδικό αυτής πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο τον κ. Αθανάσιο Κοροβέση του Χρήστου, δικηγόρο Αθηνών και κάτοικο ..., στην οδό ... [ήδη θανόντα] στον οποίο δίνει το δικαίωμα, την ειδική εντολή και την πληρεξουσιότητα να εγγράψει για λογαριασμό της προσημείωση υποθήκης επί ενός ακινήτου ιδιοκτησίας της δυνάμει του με αρ. ... συμβολαίου αγοραπωλησίας οριζοντίων ιδιοκτησιών της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Σ. Πελέκη - Μπάρλα που βρίσκεται στο .... στη διασταύρωση των οδών ..., υπέρ της εταιρίας "MAMIDOIL-JETOIL [Ανώνυμος Ελληνική Εταιρία Πετρελαιοειδών] Α.Ε. ", μέχρι του ποσού των σαράντα πέντε εκατομμυρίων [45.000.000] δραχμών, πλέον τόκων και εξόδων και ότι η ως άνω αναγνωρίζει από τη σύνταξη του ως άνω πληρεξουσίου όλες τις πράξεις που ενήργησε ή που θα ενεργήσει ο ως άνω εντολοδόχος της, καθώς και ότι αφού αναγνώστηκε το παραπάνω πληρεξούσιο στη Ψ αυτή το υπέγραψε, ενώ στην πραγματικότητα η Ψ σύζυγος Φ δεν πήγε ποτέ στο συμβολαιογραφείο της παραπάνω συμβολαιογράφου, δεν ζήτησε να συνταχθεί το παραπάνω πληρεξούσιο ούτε έδωσε την παραπάνω εντολή ούτε φυσικά το υπέγραψε. Την πράξη ίου αυτή διέπραξε τελώντας εν γνώσει του ψεύδους των γεγονότων αυτών, τα οποία επηρέαζαν κατά τους ορισμούς του νόμου το κύρος του ως άνω ειδικού πληρεξουσίου, το οποίο συνέταξε η προαναφερθείσα Συμβολαιογράφος πλην όμως δεν υπέγραψε η Ψ αλλά άγνωστο στην ανάκριση άτομο, με σκοπό να αποκομίσει αθέμιτο όφελος, με αντίστοιχη βλάβη της εγκαλούσας Ψ, καθόσον με αυτό το ειδικό πληρεξούσιο ο δικηγόρος του Αθανάσιος Κοροβέσης εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις ... και συνήνεσε δήθεν για λογαριασμό της στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του ακινήτου της για το ποσό των 45.000.000 δραχμών, ήτοι 132.061,62 ευρώ, υπέρ της εταιρίας "MAMIDOIL-JETOIL [Ανώνυμος Ελληνική Εταιρία Πετρελαιοειδών] Α.Ε.", εκδόθηκε δε στη συνέχεια η με αρ. 21844/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία προσημειώθηκε το προπεριγραφόμενο ακίνητο της εγκαλούσας εν αγνοία της, ενώ με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίστηκε μέρος της απαίτησης της ως άνω εταιρίας, εναντίον του, το οποίο είχε αναγνωρίσει με την από 26/5/1996 σύμβαση αναγνώρισης χρέους, το αθέμιτο δε αυτό όφελος και η παράνομη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. [ιι] Στον πιο κάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και ειδικότερα στην ... την 26 Μαΐου 1996 με πρόθεση και με συμβουλές, οδηγίες, πειθώ ή υποσχέσεις δώρων ή άλλων ανταλλαγμάτων, έπεισε άγνωστο πρόσωπο να νοθεύσει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, σκόπευε δε με την πράξη του αυτή να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, το δε συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και στην συνέχεια έκανε χρήση του εγγράφου αυτού. Πλέον συγκεκριμένα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο έπεισε άγνωστο πρόσωπο να θέσει στο κάτω περιθώριο κάθε σελίδας της από 26-5-1996 σύμβασης αναγνώρισης και αναδοχής χρέους και στο τέλος αυτής, κάτω από την ένδειξη "ΟΙ ΕΓΓΥΗΤΕΣ Ψ", κατ' ελεύθερη απομίμηση και χωρίς την εντολή ή την συναίνεση της την υπογραφή της εγκαλούσας Ψ την οποία χωρίς την εντολή ή τη συναίνεση της και εν αγνοία της εμφάνισε στην παραπάνω σύμβαση ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη και εγγυήτρια υπέρ του, για το ποσό των 45.000.000 δραχμών, παραιτούμενης ρητά και ανεπιφύλακτα του ευεργετήματος της διζήσεως και διαιρέσεως ευθυνόμενης μέχρι του ως άνω ποσού εις ολόκληρο με αυτόν ως πρωτοφειλέτρια για την εμπρόθεσμη και κανονική εξυπηρέτηση και εξόφληση εκ μέρους του της αναγνωριζόμενης με αυτήν τη σύμβαση οφειλής του και κάθε άλλης υποχρεώσεως του προς την αντισυμβαλλομένη του εταιρία, καθώς και ως αναλαμβάνουσα [η εγκαλούσα] την υποχρέωση να παράσχει υπέρ της δανείστριας του εταιρίας "MAMIDOIL-JETOIL [Ανώνυμος Ελληνική Εταιρία Πετρελαιοειδών] Α.Ε." προσημείωση υποθήκης επί του προαναφερθέντος στην υπό στοιχείο [Β [1 (ι)] πράξη ακινήτου της. Τα παραπάνω έπραξε , με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του ως άνω πλαστού εγγράφου -σύμβασης ως προς τις ως άνω πλαστές υπογραφές στη θέση της υποτιθέμενης εγγυήτριας, το νόμιμο εκπρόσωπο της αντισυμβαλλομένης σου εταιρίας "MAMIDOIL-JETOIL [Ανώνυμος Ελληνική Εταιρία Πετρελαιοειδών] Α.Ε.", στην οποία όφειλε συνολικά το ποσό των 498.811.275 δραχμών Ν1, και να εκληφθεί το παραπάνω έγγραφο ως γνήσιο από αυτόν, ώστε με τη χρήση του να πειστεί ότι αυτός είναι φερέγγυος και ότι σε αυτό συμβάλλεται εκ τρίτου η εγκαλούσα και μάλιστα ότι εγγυάται υπέρ του μέχρι του ποσού των 45.000.000 δρχ. ως εγγυήτρια η Ψ και με το παραπάνω ακίνητο της, γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ενώ οι υπογραφές της παραπάνω ήταν πλαστές σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, με σκοπό να προσπορίσει, στον εαυτό ίου περιουσιακό όφελος βλάπτοντας την περιουσία της εγκαλούσας κατά το ποσό των 45.000.000 δραχμών, ήτοι 132.061,62 ευρώ , για το οποίο εφέρετο η τελευταία ότι εγγυόταν υπέρ του, πετυχαίνοντας στη συνέχεια με τον τρόπο που περιγράφεται στην υπό στοιχείο πράξη [Β 1 (ι)] πράξη, να εγγραφεί επί του μοναδικού ακινήτου της εγκαλούσας προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 45.000.000 υπέρ της παραπάνω εταιρίας με την έκδοση της με αριθμό 21844/1996 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων], το αθέμιτο δε αυτό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Το παραπάνω πλαστό έγγραφο χρησιμοποίησε εν γνώσει με τον ίδιο παραπάνω σκοπό εγχειρίζοντας το στο νόμιμο εκπρόσωπο της δανείστριας του εταιρίας για την επίτευξη των εννόμων συνεπειών που προαναφέρθηκαν, αλλά και στην Συμβολαιογράφο Μεγάρων ... σύζυγο Χ..., το γένος ...., συμβολαιογράφο, προκειμένου να πειστεί και συντάξει κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο [Β 1(ι)] πράξη το ψευδούς περιεχομένου υπ' αριθμ. ... ειδικό πληρεξούσιο" Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα, δέχθηκε ότι, από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας και ειδικότερα τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν, τις εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων, τα υπομνήματά τους και τους λόγους, που επικαλείται ο εκκαλών στην έφεσή του, προέκυψαν τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ είναι επιχειρηματίας που δραστηριοποιείται στην εμπορία υγρών καυσίμων και εκμεταλλεύεται υπό διάφορες εταιρικές μορφές μεγάλο αριθμό πρατηρίων υγρών καυσίμων στην ..., προμηθευόμενος τα καύσιμα σχεδόν αποκλειστικά από την εταιρία "MAMIDOIL-JET OIL Ανώνυμη Εταιρία Πετρελαιοειδών" με κύριους μετόχους τους αδελφούς Ν και νόμιμο εκπρόσωπο τον Ν1. Από το έτος 1989 περίπου ο εκκαλών συνδέθηκε φιλικά με τον Φ, σύζυγο της εγκαλούσας Ψ και μάλιστα είχε συστήσει και εταιρία με την επωνυμία "Ε και Σια ΕΕ" με νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή τον, ήδη αποβιώσαντα, υιό της εγκαλούσας Ε. Την 16-6-1995 ο εκκαλών πώλησε στην εγκαλούσα Ψ ένα διαμέρισμα ιδιοκτησίας του, που βρίσκεται σε πολυκατοικία επί των οδών ..., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Πελέκη-Μπάρλα. Την 26-5-1996 ο εκκαλών, ενεργώντας ατομικά ως οφειλέτης, συνήψε με την ανώνυμη εταιρία MAMIDOIL-JET OIL Α.Ε.Ε., σύμβαση αναγνώρισης και αναδοχής χρέους συνολικού ποσού 498.811.275 δρχ., το οποίο, κατά τη σύμβαση, προερχόταν από την μέχρι τότε συνεργασία τους στην εμπορία πετρελαιοειδών. Για την περαιτέρω εξασφάλιση της ικανοποίησης της δανείστριας εταιρίας τη σύμβαση αυτή υπέγραψαν ως εγγυητές δύο Λιβεριανές Ανώνυμες Εταιρίες με την επωνυμία "Κ.Κ.ENTERPRISES CO S.A." και "GRATOUS ESTATES A.E.", αντιστοίχως, εκπροσωπούμενες από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο και ο πεθερός του τελευταίου, Λ, οι οποίοι ανέλαβαν την υποχρέωση να συναινέσουν στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτων τους και ειδικότερα η πρώτη εταιρία για ποσό 95.000.0000 δρχ., η δεύτερη για ποσό 130.000.000 δρχ. και ο Λ για ποσό 50.000.000 δρχ. Τη σύμβαση αυτή αναγνώρισης και αναδοχής χρέους φέρεται ότι υπέγραψε ως εγγυήτρια υπέρ του εκκαλούντος οφειλέτη Χ και η εγκαλούσα, υποσχόμενη να συναινέσει στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στο πιο πάνω διαμέρισμα που αγόρασε από τον τελευταίο, για το ποσό των 45.000.000 δρχ., παραιτούμενη από το δικαίωμα διζήσεως και ευθυνόμενη ως πρωτοφειλέτρια. Στο έγγραφο της σύμβασης τα στοιχεία της εγκαλούσας αναγράφηκαν εσφαλμένα και συγκεκριμένα αναφέρεται, τόσο στο κείμενο της σύμβασης, όσο και κάτω από την ένδειξη "ΟΙ ΕΓΓΥΗΤΕΣ" ως "..." και όχι Ψ, καθώς και ως "κάτοικος ..." ενώ η εγκαλούσα, πριν αγοράσει από τον κατηγορούμενο το προαναφερθέν διαμέρισμα στο ..., στο οποίο και κατοικεί έκτοτε, διέμενε στο .... Την 23-7-1996, δύο μήνες μετά την υπογραφή της σύμβασης αναγνώρισης και αναδοχής χρέους, ο εκκαλών κατηγορούμενος, με την συνδρομή του, ήδη αποβιώσαντος, δικηγόρου του Αθανασίου Κοροβέση, έπεισε την συμβολαιογράφο Μεγάρων ..., να συντάξει το υπ' αριθμ. ... ειδικό πληρεξούσιο, στο οποίο η εγκαλούσα φέρεται ότι εμφανίσθηκε ενώπιον της και διόρισε τον Αθανάσιο Κοροβέση, δικηγόρο Αθηνών, ειδικό αυτής πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο, στον οποίο έδωσε το δικαίωμα και την ειδική εντολή να εγγράψει προσημείωση υποθήκης, επί του διαμερίσματος που είχε αγοράσει από τον εκκαλούντα, υπέρ της εταιρίας ΜΑΜΙDOIL-JETOIL, μέχρι του ποσού των 45.000.000 δρχ. και ότι αναγνώριζε ήδη όλες τις πράξεις που ο ανωτέρω δικηγόρος είχε ενεργήσει ή θα ενεργούσε μελλοντικά ως έγκυρες και ισχυρές, νόμιμες, απρόσβλητες και σαν να έγιναν από την ίδια. Στο τέλος δε της δεύτερης σελίδας και κάτω από την ένδειξη "Η ΕΝΤΟΛΕΑΣ" στο εν λόγω πληρεξούσιο τέθηκαν δύο υπογραφές ως προερχόμενες από την εγκαλούσα. Μετά ταύτα ο δικηγόρος Αθανάσιος Κοροβέσης εν γνώσει του εκκαλούντος και κατόπιν εντολής του εμφανίσθηκε, την 25-7-1996, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας και συναίνεσε δήθεν για λογαριασμό της εγκαλούσας στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του διαμερίσματος της, στην οδό ..., για το ποσόν των 45.000.000 δρχ. υπέρ της εταιρίας ΜΑΜIDOIL-JETOIL, με αποτέλεσμα να εκδοθεί η υπ' αριθμ. 1844/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, βαρύνοντας έτσι το ακίνητο της εγκαλούσας. Η τελευταία ισχυρίζεται όχι μόνον ότι οι υπογραφές στα επίδικα έγγραφα δεν τέθηκαν από την ίδια, ούτε κατ' εντολή της από άλλον, αλλά ότι και την εγγραφή της προσημείωσης την πληροφορήθηκε για πρώτη φορά τον Απρίλιο του 2005, όταν ενδιαφέρθηκε για τη λήψη δανείου από τράπεζα. Κατά την έρευνα που ενήργησε ανακάλυψε τα δύο επίδικα πλαστά έγγραφα και έλαβε αντίγραφο του ειδικού πληρεξουσίου από την συντάξασα συμβολαιογράφο καθώς και αντίγραφο της σύμβασης από την δανείστρια εταιρία, έγγραφα τα οποία αναφέρονταν στην υποβληθείσα ενώπιον του πιο πάνω δικαστηρίου αίτηση και στην εκδοθείσα από αυτό απόφαση. Ισχυρίζεται επίσης η εγκαλούσα ότι κατά τον χρόνο σύνταξης του επιδίκου (υπ' αριθμ. ...) ειδικού πληρεξουσίου η ίδια ευρίσκετο στη ... όπου είχε μεταβεί ο σύζυγος της ο οποίος τότε φυγοδικούσε. Τους ισχυρισμούς της δε αυτούς επιβεβαιώνουν ενόρκως ο σύζυγος της Φ, ο αδελφός της Γ και η σύζυγος του τελευταίου Ρ. Οι διαφορές των υπογραφών που έχουν τεθεί στα επίδικα έγγραφα, τόσο μεταξύ τους, όσο και σε σύγκριση με τη γνήσια υπογραφή της εγκαλούσας, είναι εμφανείς και δεν αμφισβητούνται. Κατά την κυρία ανάκριση διατάχθηκε η διενέργεια γραφολογικής εξέτασης προκειμένου να διακριβωθεί αν οι υπογραφές στα επίδικα έγγραφα τέθηκαν από την εγκαλούσα και αν όχι αν τέθηκαν από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο Χ, ή από την συμβολαιογράφο (στο ειδικό πληρεξούσιο) ή από τρίτο πρόσωπο. Διορίσθηκε δε πραγματογνώμονας ο γραφολόγος του Εργαστηρίου Δικαστικής Γραφολογίας της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών,..., Αστυνόμος Α', ο οποίος, στην από 27-4-2007 έκθεση του κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εν λόγω υπογραφές δεν σχετίζονται γραφολογικά ούτε με την υπογραφή της εγκαλούσας ούτε με τις υπογραφές του εκκαλούντος κατηγορουμένου και της συντάκτριας του ειδικού πληρεξουσίου συμβολαιογράφου, η οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, ήταν κατηγορούμενη για ψευδή βεβαίωση με σκοπό το αθέμιτο όφελος και την αθέμιτη βλάβη άνω των 73.000 €, αλλά απηλλάγη με το εκκαλούμενο βούλευμα για έλλειψη δόλου και ειδικότερα επειδή το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών δέχθηκε ότι δεν γνώριζε ότι η γυναίκα που εμφανίσθηκε ενώπιον της δεν ήταν η εγκαλούσα, αλλά κάποια άλλη άγνωστη, που προσπάθησε να μιμηθεί την υπογραφή της. Αλλά και ο γραφολόγος ... που εξέτασε, με εντολή της εγκαλούσας, τα επίδικα έγγραφα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι φερόμενες ως υπογραφές της εγκαλούσας δεν τέθηκαν από την ίδια, αλλά πλαστογραφήθηκαν, στο μεν ειδικό πληρεξούσιο με αποτυχημένη ελεύθερη απομίμηση του απλού υπογραφικού τύπου της ανωτέρω, από άγνωστο πρόσωπο το οποίο εισήγαγε προσωπικά στοιχεία της γραφής και της υπογραφής του, άγνωστα στις γραφικές και υπογραφικές συνήθειες της Ψ, στη δε σύμβαση η τεθείσα υπογραφή αποτελεί υπογραφικό σκαρίφημα αγνώστου προσώπου το οποίο (σκαρίφημα) βρίσκεται εκτός των υπογραφικών συνηθειών της εγκαλούσας. Διαφορετική γνώμη εκφράζει ο τεχνικός σύμβουλος του εκκαλούντος κατηγορουμένου Π, ο οποίος στην από 15-5-2007 έκθεση του αναφέρει ότι οι υπό έλεγχο υπογραφές, ιδίως αυτές του ειδικού πληρεξουσίου περιέχουν στοιχεία του υπογραφικού τύπου της Ψ, αλλά συγχρόνως και εμφανείς διαφορές με τις δειγματικές υπογραφές της, χωρίς όμως αντικειμενικά ευρήματα πλαστότητας. Τα γραφολογικά αυτά ευρήματα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι δύο υπογραφές του ειδικού πληρεξουσίου έχουν τεθεί δια χειρός Ψ με ηθελημένη αλλοίωση του υπογραφικού της τύπου, ενώ στην από 9-3-2007 έκθεση του κατέληξε στο ότι οι επίμαχες υπογραφές είναι γνήσιες τεθείσες δια χειρός της εγκαλούσας, χωρίς ωστόσο να της αποδίδει ηθελημένη αλλοίωση του υπογραφικού της χαρακτήρα. Ας σημειωθεί εδώ ότι το συμπέρασμα αυτό του τεχνικού συμβούλου του κατηγορουμένου δεν μπορεί να στηριχθεί επαρκώς στο επιχείρημα, που με μορφή ερωτήματος, παραθέτει στην από 15-5-2007 έκθεση του (σελ. 14 αυτής) ότι δηλαδή ο πλαστογράφος δεν θα χάρασσε υπογραφές της εγκαλούσας με στοιχεία εμφανώς ξένα και ανύπαρκτα στο σύνολο των γνησίων υπογραφών της, για τον απλούστατο λόγο ότι και η εγκαλούσα αν ήθελε να αλλοιώσει σκοπίμως την υπογραφή της θα το έπραττε κατά τον ίδιο ή παραπλήσιο τρόπο και στα δύο επίδικα έγγραφα και δεν θα έθετε σ' αυτά υπογραφές με τόσο εμφανείς διαφορές που θα γίνονταν αμέσως αντιληπτές στον καθένα. Ο εκκαλών, τόσο στην απολογία του, όσο και στα υπομνήματα που υπέβαλε, αλλά και στην υπό κρίση έφεση του, αρνείται τις κατηγορίες και ισχυρίζεται ότι η εγκαλούσα και ο σύζυγος της γνώριζαν τις πιο πάνω ενέργειες, ότι η εγκαλούσα έθεσε τις επίμαχες υπογραφές και στα δύο επίδικα έγγραφα και ότι η καταμήνυσή του μετά παρέλευση τόσων ετών οφείλεται σε υποκίνηση της εταιρίας ΜΑΜIDOIL-JETOIL που επιθυμούσε να στραφεί εναντίον του ενόψει μηνύσεων που είχε υποβάλλει κατά των εκπροσώπων της για κακούργηματικές πράξεις. Ισχυρίσθηκε επίσης ότι η εγκαλούσα του όφειλε 42.000.000 δρχ., δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος του τιμήματος από την πώληση του διαμερίσματος αξίας 45.000.000 δρχ., ισχυρισμός όμως που δεν ισχύεται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο αλλά, αντίθετα, αποδυναμώνεται από το περιεχόμενο του συμβολαίου πώλησης στο οποίο αναφέρεται ότι το συμφωνηθέν τίμημα των 11.305.125 δρχ. είχε καταβληθεί προ της υπογραφής του συμβολαίου και εν απουσία της συμβολαιογράφου Μαρίας Πελέκη-Μπάρλα. Επομένως, ορθά εκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από το αποδεικτικό υλικό, από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το εκκαλούμενο βούλευμα του ορθά παρέπεμψε τον εκκαλούντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών. Δεν προέκυψε όμως ότι ο εκκαλών είναι ο φυσικός αυτουργός της νόθευσης της επίδικης σύμβασης αναγνώρισης και αναδοχής χρέους, αλλά ότι αυτή τελέστηκε από κάποιο άλλο άγνωστο πρόσωπο το οποίο είναι προφανές ότι ενήργησε κατ' εντολή του κατηγορουμένου, αφού μόνον αυτός είχε κίνητρο για την τέλεση της πράξης και όφελος από αυτήν. Επομένως είναι επιβεβλημένη και επιτρεπτή (ΑΠ 1800/2005 Ποιν. Χρον. ΝΣΤ' σ. 511, ΑΠ 550/1990 Ποιν. Χρον. ΜΑ' σ. 40, ΑΠ 1137/1989 Ποιν. Χρον. Μ' σ. 421, ΑΠ 182/1985 Ποιν.Χρον.ΛΕ' σ. 777, Λ. Καράμπελα Η Μεταβολή και αναθεώρηση της ποινικής κατηγορίας, 1995, σελ. 84) η μεταλλαγή του χαρακτηρισμού της πράξης αυτής σε ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία, διατηρουμένου κατά τα λοιπά του κακουργηματικού χαρακτήρα αυτής". Με τις άνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθ' όσον με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση και πλαστογραφία, με επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη βλάβη τρίτου, που υπερβαίνει συνολικά τις εβδομήντα τρεις χιλιάδες (73.000) €, με αναφορά στα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε τα εν λόγω περιστατικά, χωρίς να είναι απαραίτητη η αναλυτική παράθεσή τους καθώς και μνεία του τι προέκυψε από καθένα από αυτά, τις σκέψεις και τους συλλογισμούς από τους οποίους έκρινε ότι αυτά υπάγονται στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 γ', 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1 α, 94 παρ. 1, 216 παρ. 1, 3 α και 242 παρ. 1 και 3, όπως οι παραγ. 3 των τελευταίων διατάξεων αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις των Ν. 2408/1996 και Ν. 2721/1991, που αναφέρθηκαν, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις και έκρινε ότι υφίστανται επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο για να δικασθεί ως υπαίτιος των ανωτέρω πράξεων, όπως αυτές περιγράφονται, λεπτομερώς, κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά τους στοιχεία, στο διατακτικό του επικυρωθέντος πρωτόδικου βουλεύματος, όπως αναδιατυπώθηκε, κατά τα ανωτέρω και δη ως προς την κατηγορία της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, σε βαθμό κακουργήματος. Ειδικότερα η καθολική αναφορά του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στην ενσωματωμένη στο Βούλευμα Εισαγγελική πρόταση, ήταν επιτρεπτή, αφού, στην τελευταία, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προανάκριση και την κυρία ανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από την αξιολόγηση των οποίων το Συμβούλιο κατέληξε στην ανωτέρω κρίση, μεταξύ των οποίων και τη νοθευμένη από 26-5-1996 σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους σε πρωτότυπο και όχι σε απλό φωτοτυπημένο αντίγραφο, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Δεν επιδρά δε στην στοιχειοθέτηση της πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία σε βαθμό κακουργήματος της συμβάσεως αφέσεως χρέους, όπως λέχθηκε ανωτέρω, το ότι το σκοπούμενο περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη βλάβη της εγκαλούσης δεν υπήρξαν το άμεσο αποτέλεσμα της ηθικής αυτουργίας στην πλαστογραφία, αλλά απαιτήθηκαν και περαιτέρω πράξεις του αναιρεσείοντος, όπως η πράξη της ηθικής αυτουργίας του ιδίου σε ψευδή βεβαίωση και η χρησιμοποίηση του ανωτέρω πληρεξουσίου στο Μονομελές Πρωτοδικείο, για την έκδοση της αποφάσεως περί εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης στο ακίνητό της για εξασφάλιση απαιτήσεως ποσού 45.000.000 δραχμών, αρκεί ότι γίνεται δεκτό ότι τούτο είχε ενταχθεί στον εγκληματικό σκοπό του, όταν έπεισε το άγνωστο άτομο να νοθεύσει την σύμβαση με τον τρόπο που αναφέρεται στο σκεπτικό, όπως τούτο σαφώς συνάγεται εκ της περαιτέρω εγκληματικής δράσης του αναιρεσείοντος. Σαφώς δε προκύπτει από το διατακτικό του παραπεμπτικού βουλεύματος, όπως αναδιατυπώθηκε εν μέρει με το προσβαλλόμενο βούλευμα, κατά τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με το σκεπτικό του τελευταίου, ότι η πράξη της πλαστογραφίας, για ηθική αυτουργία στην τέλεση της οποίας από άγνωστο αυτουργό, παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων για να δικασθεί ως υπαίτιος, φέρεται τελεσθείσα δια νοθεύσεως της από 26-5-1996 συμβάσεως αναγνωρίσεως χρέους, αφού αναφέρεται ότι, στην καταρτισμένη νομίμως σύμβαση, εμφανίσθηκε ως εγγυήτρια και η εγκαλούσα, η υπογραφή της οποίας, εν αγνοία της, κατόπιν εντολής του, τέθηκε, κατ ελεύθερη απομίμηση αυτής, στο σημείο των σελίδων και στο τέλος της συμβάσεως που προσδιορίζονται, από τρίτο άγνωστο στην ανάκριση άτομο, το οποίο με συμβουλές, οδηγίες, πειθώ ή υποσχέσεις δώρων ή άλλων ανταλλαγμάτων έπεισε να κάνει τούτο. Από προφανή δε παραδρομή στο αφορών την κατηγορία αυτή τμήμα του διατακτικού του πρωτοδίκου βουλεύματος, όπως είχε αρχικά και πριν την αναδιατύπωσή του, αναφέρθηκε ότι η πράξη τελέσθηκε δια καταρτίσεως. Ούτε, περαιτέρω, όπως σαφώς προκύπτει από το διατακτικό του παραπεμπτικού βουλεύματος, παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων, για τέλεση επιπροσθέτως και του αδικήματος της χρήσεως της νοθευμένης με τον τρόπο αυτό συμβάσεως, αλλά για χρήση αυτής, κατά τον τρόπο που προσδιορίζεται, από αυτόν, ως ηθικό αυτουργό και όχι τρίτο, παραδεκτώς, όπως λέχθηκε ανωτέρω, ως επιβαρυντική περίσταση της πράξεως της ηθικής αυτουργίας στην πλαστογραφία με τη μορφή της νοθεύσεως για την οποία παραπέμφθηκε, κατά τα άνω. Συνακόλουθα δεν έλαβε χώρα ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας με τον τρόπο αυτό, ούτε παραβιάσθηκαν οι διατάξεις που ρυθμίζουν την άσκηση της ποινικής διώξεως, όπως αβάσιμα υποστηρίζει με τον από το άρθρο 484 παρ. 1 α σε συνδυασμό με 171 παρ. 1 β ΚΠΔ, τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων. Για την πληρότητα της αιτιολογίας ως προς την ηθική αυτουργία στην ψευδή βεβαίωση αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο αναιρεσείων, έπεισε την συμβολαιογράφο Μεγάρων ... να βεβαιώσει ψευδώς, τελούσα σε πραγματική πλάνη ως προς την πραγματική ταυτότητα της γυναικός που εμφανίσθηκε ενώπιον της και ζήτησε την κατάρτιση του κατωτέρω πληρεξουσίου, το οποίο και υπέγραψε στην οικεία θέση, υπό την ένδειξη '' η εντολέας'', όσα αναφέρονται στο καταρτισθέν απ αυτήν ... πληρεξούσιο, του οποίου στη συνέχεια έγινε χρήση απ αυτόν, με τον τρόπο που προσδιορίζεται στο διατακτικό του επικυρωθέντος παραπεμπτικού βουλεύματος. Με τις ανωτέρω παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, σχετικά με την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, κατά τα ανωτέρω στην νομική σκέψη εκτεθέντα, δεν έλαβε χώρα εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 46 ΠΚ, διότι η συμβολαιογράφος απαλλάχθηκε της κατηγορίας με το πρωτόδικο βούλευμα για έλλειψη δόλου λόγω της παραπλανήσεως της ως προς την πραγματική ταυτότητα της γυναικός που εμφανίσθηκε ενώπιον της και ζήτησε την κατάρτιση του πληρεξουσίου, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πέμπτο από το άρθρο 484 παρ. 1 β ΚΠΔ, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως. Για την πληρότητα της αιτιολογίας, ως προς τον σκοπό του αναιρεσείοντος πορισμού περιουσιακού οφέλους με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της εγκαλούσας, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 €, προς συγκρότηση της ηθικής αυτουργίας στις ανωτέρω πράξεις, σε βαθμό κακουργήματος , κατά τα εκτεθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη, παρατίθενται τα προς τούτο πραγματικά περιστατικά και δη ότι, κατά τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, εφοδιασμένος με το ειδικό πληρεξούσιο ο δικηγόρος του Αθανάσιος Κοροβέσης, εμφανίσθηκε, κατ εντολή του, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στις 25-7-1996 και συναίνεσε δήθεν για λογαριασμό της εγκαλούσας στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί του ακινήτου της για το ποσό των 45.000.000 δραχμών ή 132.061,62 € υπέρ της αναφερομένης στο βούλευμα Α.Ε. και εκδόθηκε η 21844/1996 απόφαση του δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και επιβαρύνθηκε το ακίνητό της. Όπως προκύπτει από τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος σε αλληλοσυμπλήρωση με το διατακτικό του επικυρωθέντος απ αυτό διατακτικού του πρωτόδικου βουλεύματος, όπως αναδιατυπώθηκε κατά τα ανωτέρω, έγινε δεκτό ότι η ηθική αυτουργία στην πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως της συμβολαιογράφου τελέσθηκε με τις διαβεβαιώσεις του ιδίου και του δικηγόρου του Κοροβέση, με τις οποίες την έπεισαν ότι η εμφανισθείσα ενώπιον της άγνωστη γυναίκα είναι η πολιτικώς ενάγουσα, και εκμετάλλευση της πραγματικής πλάνης που επί του ζητήματος αυτού της προκάλεσε και έτσι την παρέπεισε να καταρτίσει το επίμαχο πληρεξούσιο. Τα ανωτέρω δεν μεταβάλλονται εκ του ότι, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, η συμβολαιογράφος υποστήριξε ότι ενώπιον της εμφανίσθηκε η εγκαλούσα και της επέδειξε την ταυτότητά της, διότι τούτο έκανε, για να αποσείσει τις δικές της ευθύνες ως κατηγορουμένης, στο πλαίσιο της υπερασπιστικής τακτικής που ακολούθησε της αρνήσεως της σε βάρος της κατηγορίας για τέλεση της πράξεως που προβλέπεται και τιμωρείται από την διάταξη του άρθρου 242 ΠΚ, ευθυγραμμισθείσα, κατά τούτο με την θέση που έλαβε έναντι της κατηγορίας ο συγκατηγορούμενος της αναιρεσείων και, εκ του λόγου αυτού, δεν ήταν δυνατόν να καταφερθεί εναντίον του, διότι τότε θα ήταν υποχρεωμένη να αντικρούσει και τα όσα αυτός θα ισχυριζόταν σε απάντηση των αιτιάσεων της. Δεν χρειαζόταν δε να εξειδικεύεται ο τρόπος με τον οποίο παραπείσθηκε η συμβολαιογράφος, αφού αυτός εμπεριέχεται στις ανωτέρω παραδοχές επί του ζητήματος αυτού του βουλεύματος. Ούτε περαιτέρω χρειαζόταν να αιτιολογείται η σχέση του αναιρεσείοντος με το τρίτο γυναικείο πρόσωπο που δέχθηκε να εμφανισθεί ως η εγκαλούσα, αφού, από τις παραδοχές του Συμβουλίου, καθίσταται σαφές ότι επρόκειτο για σχέση απόλυτης εμπιστοσύνης, διότι διαφορετικά ούτε ο αναιρεσείων θα της ανέθετε έναν τέτοιο ''ρόλο'', ούτε αυτή θα δεχόταν να τον ''παίξει'', ούτε τέλος χρειαζόταν να αναφέρονται τα αυτονόητα κίνητρα του προσώπου αυτού. Ο σκοπός περιουσιακού οφέλους και αντίστοιχης βλάβης της εγκαλούσας αιτιολογείται πλήρως από τις ανωτέρω παραδοχές, συνιστάμενος στην επιβάρυνση του ακινήτου της με το εμπράγματο βάρος της προσημειώσεως υποθήκης προς εξασφάλιση απαίτησης της αναφερομένης εταιρίας μέχρι του ποσού των 45.000.000 δραχμών ή 132.061 €, δηλαδή υπέρτερου του ποσού των 73.000 €, η δε αντίστοιχη ωφέλεια του ανερεσείοντος είναι αυτονόητη, κατά τις παραδοχές του Συμβουλίου, αφού με τον τρόπο αυτό παρέσχε πρόσθετη ασφάλεια εκπληρώσεως της υποχρεώσεως που ανέλαβε με την σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους και απέφυγε την παροχή άλλου είδους ασφάλειας και την περαιτέρω οικονομική επιβάρυνση της περιουσίας του. Είναι δε αδιάφορο για την στοιχειοθέτηση και των δύο πράξεων αν τελικά επιτεύχθηκε ο σκοπός αυτός. Περαιτέρω δεν χρειαζόταν, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρονται οι συνθήκες υπογραφής της συμβάσεως αναγνωρίσεως χρέους, αφού αυτό δεν συνδέεται με την στοιχειοθέτηση και δη σε βαθμό σοβαρών ενδείξεων των πράξεων για τις οποίες εχώρησε η παραπομπή. Ούτε περαιτέρω χρειαζόταν να διαλάβει το Συμβούλιο από ποιο αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε ότι ο αναιρεσείων έδωσε την εντολή σε τρίτο πρόσωπο να νοθεύσει τη σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους με τον τρόπο που λεπτομερώς αναφέρει στο σκεπτικό, αφού εκτίθεται ότι αυτός είχε όφελος από την πράξη αυτή, δεδομένου ότι, κατά τις παραδοχές του βουλεύματος, θα εμφανιζόταν πρόσθετος εγγυητής στη σύμβαση, που θα παρείχε εμπράγματη ασφάλεια μέχρι του σημαντικού ποσού των 45.000.000 δραχμών, η οποία και τελικά παρασχέθηκε με την εγγραφή της προσημειώσεως υποθήκης επί του ακινήτου της εγκαλούσας, κάτω από τις συνθήκες και με τον τρόπο που λεπτομερώς περιγράφεται στο σκεπτικό, με τον οποίο και ολοκληρώθηκε τον εγκληματικό σχέδιο του αναιρεσείοντος. Συνεπώς οι από το άρθρο 484 παρ. 1 α, δ και β ΚΠΔ τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι, αντίστοιχα, της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, αντίστοιχα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους και ιδιαίτερα τον τέταρτο λόγο, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αιτιάσεις, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. V. Η διενέργεια ή μη περαιτέρω συμπληρωματικής ανακρίσεως απόκειται στην κυριαρχική επί της ουσίας κρίση του δικαστικού συμβουλίου, η οποία δεν ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο. Η παράλειψη του συμβουλίου να διατάξει περαιτέρω ανάκριση που ζητεί ο κατηγορούμενος, προκειμένου να διενεργηθούν οι ανακριτικές πράξεις που προσδιορίζει, δεν παρέχει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 484 § 1 Κ.Π.Δ., ούτε συνιστά αυτή μόνη έλλειψη αιτιολογίας, όταν αιτιολογείται πλήρως, η κρίση του συμβουλίου για την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που παραθέτει και εκτιμά το συμβούλιο (ΑΠ 609/2009, ΑΠ 191/2008). Στην κρινόμενη περίπτωση το προσβαλλόμενο βούλευμα, αφού παρατίθενται, κατ είδος όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και αιτιολογείται πλήρως, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, η παραπεμπτική για τον αναιρεσείοντα για τα ανωτέρω αδικήματα κρίση, απορρίπτεται το αίτημά του για διενέργεια περαιτέρω ανακρίσεως με την αιτιολογία: '' Από τα ανωτέρω εκτεθέντα προκύπτει ότι η υπόθεση αυτή ερευνήθηκε διεξοδικά και πλήρως κατά την προκαταρκτική εξέταση και κατά την κυρία ανάκριση και δεν συντρέχει λόγος να διαταχθεί περαιτέρω κυρία ανάκριση. Επομένως το σχετικό αίτημα που υπέβαλε με τα υπομνήματά του και την υπό κρίση έφεση του ο κατηγορούμενος πρέπει να απορριφθεί. Από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου''. Αιτιολογείται λοιπόν πλήρως η απόρριψη του εν λόγω αιτήματος του αναιρεσείοντος και ο υποστηρίζων τα αντίθετα από το άρθρο 484 παρ. 1 δ ΚΠΔ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. VI. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 309 παρ. 2 και 318 εδ. α του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, το συμβούλιο Εφετών, αν υποβληθεί σ` αυτό σχετική αίτηση του κατηγορουμένου, είναι υποχρεωμένο να διατάξει την ενώπιόν του εμφάνιση του αιτούντος, καθώς και των λοιπών διαδίκων, προς παροχή οποιασδήποτε διευκρινίσεως που αφορά την υπόθεση και την ανάπτυξη των απόψεων του επί της κατηγορίας που τον βαρύνει, μπορεί δε να απορρίψει την αίτηση, μόνο αν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, οι οποίοι πρέπει ειδικώς να αναφέρονται στο βούλευμα. Η σιωπηρή ή αναιτιολόγητη απόρριψη του οδηγεί σε απόλυτη ακυρότητα του βουλεύματος για παράβαση του άρθρου 309 παρ. 2 σε συνδ. με 171 παρ. 1δ' του ΚΠΔ και ιδρύει τον από το ως άνω άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Η αίτηση υποβάλλεται με οποιοδήποτε διαδικαστικό έγγραφο απευθυνόμενο προς το δικαστικό συμβούλιο, όπως είναι και το υπόμνημα επί των λόγων της εφέσεως, χρονικά πριν από την κατάρτιση ή την υποβολή της προτάσεως στο Συμβούλιο ή τουλάχιστον πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Συμβουλίου και την ανάπτυξη της εισαγγελικής προτάσεως. Στην κρινόμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με από 10-9-2007 υπόμνημά του, που επισυνάφθηκε στην 462/2007 έκθεση εφέσεως κατά του πρωτόδικου παραπεμπτικού 2226/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κων, αλλά και μεταγενέστερο υπόμνημα, υπέβαλε αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, προκειμένου να διευκρινίσει τους λόγους της εφέσεως του που επρόκειτο να κρίνει το Συμβούλιο, πράγμα το οποίο δεν αναφέρεται βέβαια ρητώς στο αίτημα, πλην όμως εμπεριέχεται σ αυτό ως αναγκαίο, ως εκ του σκοπού στον οποίο κατατείνει το εν λόγω αίτημα και κατά τούτο δεν έπασχε από αοριστία, όπως εσφαλμένα έκρινε με την κυρία απορριπτική του αιτήματος αιτιολογία το προσβαλλόμενο βούλευμα. Άλλωστε ορισμένο κρίθηκε το αίτημα αυτό από το παρόν Δικαστήριο, το οποίο με την 416/2009 απόφασή του σε Συμβούλιο αναίρεσε, κατά παραδοχή του σχετικού από το άρθρο 484 παρ. 1 α σε συνδυασμό με 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ, λόγου αναιρέσεως του και νυν αναιρεσείοντος, το 879/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, διότι χωρίς αιτιολογία απέρριψε το αίτημα του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών. Στην επικουρική, όμως, απορριπτική του αιτήματος, ως αβάσιμου, αιτιολογία, διέλαβε το Συμβούλιο εφετών τα ακόλουθα, δια καθολικής αναφοράς στην εισαγγελική πρόταση: "... διότι στην απολογία του ενώπιον του ανακριτή, καθώς και με σειρά εκτενεστάτων υπομνημάτων του ανέπτυξε αναλυτικά και διεξοδικά του ισχυρισμούς και απόψεις του επί των πραγματικών και νομικών ζητημάτων της υπόθεσης, ώστε να μη υπάρχουν πλέον κενά προς περαιτέρω διευκρίνιση...". Η αιτιολογία αυτή με την οποία το Συμβούλιο Εφετών απάντησε στο αίτημα του αναιρεσείοντος και το απέρριψε, τυγχάνει πλήρης και εμπεριστατωμένη, με αποτέλεσμα να μη δημιουργείται, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, απόλυτη ακυρότητα, λόγω παραβιάσεως των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος. Συνεπώς ο, από το άρθρο 484 παρ. 1 α, σε συνδυασμό με 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, επί του, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 309 παρ. 2 ΚΠΔ, υποβαλλόμενου, με την έκθεση της αιτήσεως αναιρέσεως, αιτήματος του αναιρεσείοντος να εμφανισθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που συνεδριάζει σε Συμβούλιο, για να παράσχει διευκρινήσεις και να προβεί σε διασαφήσεις επί του περιεχομένου των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, με την εκτενέστατη έκθεση της αναιρέσεως του, που καταλαμβάνει 60 σελίδες, πλήρως λεπτομερώς και διεξοδικώς, με εκτενείς παραπομπές στις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος και παράθεση εμπεριστατωμένων κριτικών σχολίων αυτών, εξέθεσε και ανέπτυξε τις αιτιάσεις του κατά του βουλεύματος, σε τρόπο ώστε η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο παρόν Δικαστήριο που συνεδριάζει σε συμβούλιο, δεν πρόκειται να συμβάλλει στην ορθή και πλήρη έρευνα των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Συνεπώς το αίτημά του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμό εκθέσεως 155/24-7-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ για αναίρεση του Βουλεύματος 1270/2009 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και. Καταδικάζει το αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2010. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση και πλαστογραφία, με σκοπό περιουσιακού οφέλους άνω 73.000 € και αντίστοιχη βλάβη τρίτου. Έννοια, Στοιχεία. Αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης. Τι πρέπει να διαλάβει το Συμβούλιο επ' αυτού. Αίτημα περαιτέρω ανάκρισης. Αντιμετώπιση από το Συμβούλιο. Τι πρέπει να διαλάβει στην απορριπτική αυτού απόφαση. Ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση συμβολαιογράφου που απαλλάχθηκε, λόγω ελλείψεως δόλου και πλαστογραφία, με σκοπό περιουσιακού οφέλους και βλάβης τρίτου άνω των 73.000€. Αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης στο Συμβούλιο Εφετών. Απόρριψη με πλήρη αιτιολογία. Πλήρης αιτιολογία. Αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης στον Άρειο Πάγο. Απόρριψη με πλήρη αιτιολογία. Λόγοι 484 § 1α, β, δ ΚΠΔ. Απόρριψη λόγων αιτήσεως αναιρέσεως. Απόρριψη αιτήματος αυτοπρόσωπης εμφάνισης στον Α.Π.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία, Ηθική αυτουργία, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Ψευδής βεβαίωση.
0
Αριθμός 1233/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας Χ, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 4417/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αιτούσα ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1261/2009 Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα με αριθμό 380/16-11-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1 και 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την από 9-9-2009 αίτηση της Χ, με την οποία ζητάει την επανάληψη προς το συμφέρον της της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 4417/18-5-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 10 μηνών η οποία μετατράπηκε προς 4,40 ΕΥΡΩ την ημέρα για ψευδορκία μάρτυρα και για συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος του πρώην συζύγου της Ψ (άρθρα 26 παρ. 1α, 27,94,224 παρ. 2-1 και, 363 σε συνδ. με το άρθρο 362 του Π.Κ.). Κατά την διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστες σε αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεότερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν σημεία αμφισβητούμενα της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο έλεγχος από ουσιαστική ή νομική πλευρά της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας που στρέφεται εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως δεν αποτελεί ένδικό μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 127/2001 Ποιν. Χρον. ΝΑ 896, Α.Π. 1269/2001 Ποιν. Χρον. ΝΒ 507). Εν προκειμένω η ανωτέρω υπ' αριθμ. 4417/18-5-2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελειμάτων Αθηνών είναι αμετάκλητη, καθόσο όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 2351/7-11-2008 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η κατ' αυτής ασκηθείσα από την αιτούσα αίτηση αναιρέσεως κατά το σκέλος αυτής σχετικά με την ενοχή της για τις ως άνω πράξεις. Επιστράφηκε δε στο ίδιο δικαστήριο, δεκτής γενομένης εν μέρει της ασκηθείσης αναιρέσεως κατά το κεφάλαιο αυτής σχετικά με την μη χορήγηση αναστολής ως προς την επιβληθείσα συνολική ποινή των 10 μηνών, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές. Επίσης από το υπ' αριθμ. 303/1-9-2009 πιστοποιητικό του Γραμματέα των Ποινικών Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Αθηνών δεν προκύπτει ότι έχει ασκηθεί κατά της ανωτέρω αποφάσεως (υπ' αριθμ. 4417/18-5-2007) οποιοδήποτε άλλο ένδικο μέσο. Η ως άνω απόφαση με την οποία καταδικάσθηκε η αιτούσα δέχθηκε τα ακόλουθα : Η εν λόγω αιτούσα Χ εξεταζομένη ως μάρτυρας ενόρκως ενώπιον αρμόδιας αρχής, και συγκεκριμένα ενώπιον της Εισηγήτριας που είχε ορισθεί στα πλαίσια της διεξαγωγής αποδείξεων που είχε τάξει η υπ' αριθμ. 1148/2000 προδικαστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατέθεσε εν γνώσει της μεταξύ άλλων τα εξής αναληθή πραγματικά περιστατικά : "Από το έτος 1981 μέχρι σήμερα είμαστε στα δικαστήρια (με τον κ. Ψ). Δεν εμφανίστηκα καθόλου στα δικαστήρια για το διαζύγιο και η υπόθεση εκδικαζόταν ερήμην. Από το 1981 τα παιδιά του ο κύριος Ψ τα είδε μόνο μία φορά όταν του τα πήγα η ίδια στο σπίτι της ερωμένης του ... για μία ημέρα και τους είπε να πάει η μάνα σας τη ... να σας ζήσει γιατί εγώ δεν έχω λεφτά να σας δώσω και τα λεφτά μου θα τα τρώω με τις ερωμένες μου, όπως και έχει γίνει. Άσκησα προφορική μήνυση εναντίον του στις 11-12-1987 ότι είπε στα παιδιά μου αυτή τη φράση να πάει η μάνα σας στη ... για να σας ζήσει. Το αποτέλεσμα αυτής της υποθέσεως ήταν να αθωωθεί ο κύριος Ψ, εφόσον δεν κατέθεσαν τα παιδιά μου. Το 1973 γεννήθηκε η κόρη μου και το 1974 ο γιος μου. Αυτή τη φράση μου την έλεγε μπροστά σε συγγενείς και φίλους. Η εκκαλούσα είναι πρώτη μου εξαδέλφη και Νονά της κόρης μου Ζ. Από το 1981 μέχρι το 1997 ο κύριος Ψ πήγαινε στη μητέρα της εκκαλούσης και είχε επαφή και με την εκκαλούσα. Εγώ είχα επαφή με την κυρία Θ. Την έχω φέρει μάρτυρα την εκκαλούσα εναντίον του κυρίου Ψ στο διάστημα από το 1981 μέχρι το 1996...." Τα ανωτέρω όμως κατατεθέντα από την νυν αιτούσα Χ έκρινε το δικαστήριο που την καταδίκασε με την υπ' αριθμ. 4417/18-5-2007 αμετάκλητη απόφαση ότι ήσαν αναληθή. Και συγκεκριμένα ότι αν και γνώριζε η αιτούσα ότι η εκδίκαση της εφέσεως για το διαζύγιο δεν έγινε ερήμην της, αν και γνώριζε ότι ο πρώην σύζυγός της Ψ δεν έλεγε στα παιδιά του και μάλιστα μέχρι την ενηλικίωσή τους την φράση "να πάει η μάνα σας στη ... για να σας ζήσει" αφού είχε διακόψει κάθε επικοινωνία με αυτά από το έτος 1981, αν και γνώριζε ότι ο πρώην σύζυγός της δεν διατηρούσε επαφή με την μητέρα της Θ Ξ μέχρι το έτος 1997 δοθέντος ότι η μητέρα της ανωτέρω (Ξ) είχε αποβιώσει στις 3-1-1991, αν και γνώριζε ότι δεν έφερε ποτέ ως μάρτυρα την Θ εναντίον του πρώην συζύγου της Ψ, εντούτοις εν γνώσει της κατέθεσε τα ανωτέρω αναληθή πραγματικά περιστατικά· και για τον λόγο αυτό καταδικάσθηκε όπως προαναφέρθηκε αμετακλήτως σε συνολική ποινή φυλακίσεως 10 μηνών που μετετράπηκε προς 4,40 ΕΥΡΩ ημερησίως· απόφαση η οποία επικυρώθηκε και με την υπ' αριθμ. 1910/6-3-2009 νεότερη μετά από αναίρεση (υπ' αριθμ. 2351/7-11-2008 απόφαση Αρείου Πάγου) απόφαση του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Η αιτούσα νυν προκειμένου να στηρίξει την υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, επικαλείται και προσκομίζει αφενός την υπ' αριθμ. 34604/3-4-2000 αθωωτική για την συγκατηγορουμένη της απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών Θ, που κατηγορείτο για τα ίδια σχεδόν με εκείνη πραγματικά περιστατικά, και αφετέρου επικαλείται την από 8-9-1997 ένορκη κατάθεση της εν λόγω συγκατηγορουμένης της Θ για την οποία ασκήθηκε σε βάρος της ποινική δίωξη για ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος του πρώην συζύγου της Ψ, πράξεις, για τις οποίες όπως προαναφέρθηκε έχει αθωωθεί. Και συγκεκριμένα με την προαναφερόμενη απόφαση υπ' αριθμ. 34604/3-4-2000 έχει αθωωθεί αμετακλήτως όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. πρωτ. 5002/26-10-2009 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Αρείου Πάγου του ότι : ενόρκως εξεταζομένη ενώπιον της Ειρηνοδίκου Καπανδριτίου, αρμοδίας προς τούτο αρχής, την 8-9-1997, επί σχετικής μηνύσεως- εγκλήσεως της Χ (αιτούσης) κατά του πρώην συζύγου της Ψ, κατέθεσε εν γνώσει της ψευδή πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα ότι "ήμουνα μπροστά όταν ο Ψ πατέρας της Ζ την οποία έχω βαφτίσει είπε ενώπιον των παιδιών στην μάνα τους Χ : "να πας στην ... να γαμηθείς να ζήσεις τα παιδιά σου". Σχετικά δε με την ως άνω φράση η θυγατέρα του Ψ και της Χ (αιτούσης), Ζ, όταν εξετάσθηκε ενόρκως στις 3-4-2000 στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 34604/3-4-2000 αμετάκλητη αθωωτική απόφαση, κατέθεσε ότι "Από μικρό παιδί άκουγα τον πατέρα μου να λέει αισχρόλογα". Δεν επιβεβαιώνει δηλαδή ότι κάποια στιγμή άκουσε τον πατέρα της Ψ να λέει στη μητέρα της Χ (αιτούσα)την προαναφερόμενη φράση, ότι δηλαδή "να πας στη ... .........", απλά ισχυρίζεται ότι αισχρολογούσε γενικά. Αλλά και το σημείο αυτό της καταθέσεως της ανωτέρω μάρτυρος Ζ κρίνεται μη αξιόπιστο, διότι όπως δέχεται η υπ' αριθμ. 2351/7-11-2008 απόφαση του Αρείου Πάγου ο Ψ είχε διακόψει οποιαδήποτε επικοινωνία με τα παιδιά του από το έτος 1981. Και επί πλέον διότι για την μήνυση-έγκληση που υπέβαλε η αιτούσα Χ κατά του πρώην συζύγου της Ψ και συγκεκριμένα ότι της είπε την φράση "να πας στη ... να...........να ζήσεις τα παιδιά σου", έχει αμετακλήτως αθωωθεί ο Ψ. Εν όψει των ανωτέρω εκτεθέντων δεν υπάρχει βεβαιότητα ότι πράγματι λέχθηκε από τον Ψ η προαναφερόμενη φράση σε βάρος της πρώην συζύγου του Χ και μάλιστα μπροστά στα παιδιά τους. Ως εκ τούτου η υπό κρίση αίτηση, δοθέντος ότι τα άλλα σημεία της υπ' αριθμ. 4417/18-5-2007 αμετάκλητης καταδικαστικής αποφάσεως δεν αμφισβητούνται, πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Α) Να απορριφθεί η από 9-9-2009 αίτηση της Χ, για επανάληψη προς το συμφέρον της, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 4417/18-5-2007 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της ως άνω αιτούσης. Αθήνα 30-10-2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 9-12-2009 αίτηση της Χ, ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4417/2007 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η αιτούσα όμως δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Συμβουλίου του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίασης του, όταν εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση αυτή, παρότι είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί ενώπιον αυτού, όπως προκύπτει από το από 28-12-2009 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου .... Επομένως το Συμβούλιο τούτο θα προχωρήσει στην περαιτέρω διαδικασία ερήμην της αιτούσας (άρθρο 528 ΚΠΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του ΚΠοινΔ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις αναφερόμενες σ' αυτήν περιπτώσεις μεταξύ των οποίων και εκείνη κατά την οποία, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται, o έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υπόθεσης, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα (καλούμενο προς τούτο). Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση όλων των εγγράφων που υπάρχουν στη δικογραφία προκύπτουν το ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 4417/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών η αιτούσα καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για τα πλημμελήματα της ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του μηνυτή-εγκαλούντος Ψ (πρώην συζύγου της), σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών. Η ανωτέρω απόφαση κατέστη αμετάκλητη, αφού με την υπ' αριθμ. 2351/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου έγινε δεκτή η από 17-7-2007 αίτηση αναίρεσης της ήδη αιτούσας και της συγκατηγορούμενης της Θ μόνο ως προς τη διάταξη της ως άνω ποινής που είχε επιβληθεί σ' αυτές. Για την παραδοχή της αιτήσεώς της, ως νέα στοιχεία επικαλείται την υπ' αριθμ. 34604/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία κηρύχθηκε αθώα η συγκατηγορούμενη της Θ για τα εγκλήματα της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης, κατά της απόφασης δε αυτής δεν ασκήθηκε κάποιο ένδικο μέσο. Από την αντιπαραβολή όμως των σκεπτικών και διατακτικών των ως άνω δύο αποφάσεων [υπ' αρ. 4417/2007 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και υπ' αρ. 34604/2000 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου] προκύπτει ότι η κατηγορουμένη Θ διώχθηκε για διαφορετικά εγκλήματα που φέρονταν ότι είχαν τελεσθεί σε διαφορετικούς χρόνους και συγκεκριμένα με την πρώτη καταδικάσθηκε ως ηθική αυτουργός στα εγκλήματα της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφήμησης που τέλεσε στις 17-5-2002, ενώ με την δεύτερη των αποφάσεων αυτών αθωώθηκε για τα εγκλήματα της ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης που φερόταν ότι τέλεσε την 8-9-1997. Ακόμη δεν προκύπτει το αντίθετο προς τις παραδοχές της καταδικαστικής υπ' αρ. 4417/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών από την ένορκη εξέταση ως μάρτυρα της Θ στις 8-9-1997 ενώπιον της Ειρηνοδίκου Καπανδριτίου Ευαγγελίας Ζουμπούνη, που ήταν έκτοτε γνωστή στην αιτούσα και μπορούσε να την προσκομίσει στο Δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω καταδικαστική απόφαση. Τέλος, οι με αριθμ. πρωτ. 8365/15-9-2008 και 11655/3-11-2009 ιατρικές βεβαιώσεις του Σισμανόγλειου Γενικού Νοσοκομείου που προσκομίσθηκαν στο Δικαστήριο από την Ζ, θυγατέρας της αιτούσας, κατόπιν ειδικής προς τούτο εξουσιοδότησης, δεν αναιρούν τις σε βάρος τις παραδοχές της ως άνω απόφασης, ενόψει και του ότι οι εν λόγω βεβαιώσεις που αναφέρονται σε διατάραξη των νοητικών λειτουργιών της δεν καλύπτουν και την 17-5-2002, ημέρα που τέλεσε η αιτούσα τις σε βάρος του τέως συζύγου της αξιόποινες πράξεις. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω καθίσταται φανερό ότι εάν οι ως άνω αποδείξεις είχαν προσκομισθεί στο Δικαστήριο που καταδίκασε την αιτούσα για τα εγκλήματα της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης σε συνδυασμό με τις αποδείξεις εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως δεν θα κηρυσσόταν αθώα των πράξεων αυτών. Συνεπώς, η ένδικη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση της Χ, για επανάληψη της διαδικασίας και ακύρωση της υπ' αριθμ. 4417/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση επανάληψης διαδικασίας. Προϋποθέσεις για την παραδοχή της αίτησης αυτής. Νέα έγγραφα - νέες αποδείξεις. Δεν συνιστά νέο στοιχείο η απαλλακτική απόφαση συγκατηγορουμένης της αιτούσας για άλλη πράξη από εκείνη που έχει καταδικασθεί η αιτούσα αμετάκλητα, χωρίς να συμπίπτουν τα περιστατικά στα οποία καθεμία των αποφάσεων αναφέρεται. Επίσης οι ιατρικές βεβαιώσεις που προσκομίσθηκαν από την αιτούσα και αφορούν την πνευματική της κατάσταση, δεν καλύπτουν το χρόνο τέλεσης των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε (ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση). Απόρριψη της αίτησης ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, που ερευνάται ερήμην της αιτούσας, αν και κλήθηκε νόμιμα να εμφανισθεί στο Δικαστήριο.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
Αριθμός 1232/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αχιλλέα Μαυρομάτη, περί αναιρέσεως της 4621/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο .., που παραστάθηκε ο ίδιος ως δικηγόρος. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουνίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως και στους από 17 Φεβρουαρίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1125/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας και τον αυτοπροσώπως παραστάντα ως δικηγόρο και πολιτικώς ενάγοντα, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 10-6-2009 αίτηση της Χ συζύγου Ζ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4621/2009 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με δήλωσή της που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Μαζί με αυτήν θα συνεξετασθούν και οι από 19-2-2010 πρόσθετοι επ' αυτής λόγοι που ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και παραδεκτά με ιδιαίτερο δικόγραφο (άρθρο 509 §2 του ΚΠΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή, ενώ για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ, της ψευδορκίας, απαιτείται αφενός ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρμοδίας αρχής ψευδή γεγονότα, αφετέρου να γνωρίζει την αναλήθειά των γεγονότων αυτών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 369 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 4621/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη με την από 26-3-2003 μήνυσή της προς τον Εισαγγελέα Αθηνών, την οποία μεταξύ άλλων έστρεψε και κατά του μηνυτή Φ υπό την ιδιότητά του ως μέλους της Επιτροπής ..., εν γνώσει της ισχυρίσθηκε ψευδώς ότι κατά τη συνεδρίαση της ανωτέρω Επιτροπής στις 5-12-2001, που είχε ως αντικείμενο τον πειθαρχικό έλεγχο του προπονητή του TAEK-WON-DO Ζ και συζύγου της κατηγορουμένης, η οποία εξετάσθηκε ως μάρτυρας, καταχωρήθηκαν με πρόθεση ψευδή περιστατικά στην 32/2001 απόφαση, που εξεδόθη μετά την εν λόγω συνεδρίαση, και ειδικότερα ότι αυτή (κατηγορουμένη) ανέφερε φράσεις σε βάρος του προπονητή Σ, τις οποίες η ίδια ουδέποτε κατέθεσε. Η μήνυση αυτή της κατηγορουμένης, τέθηκε στο Αρχείο με διαταγή του Εισαγγελέα Αθηνών, ύστερα και από την 16-12-2004 υπεύθυνη δήλωση αυτής και του συζύγου της σχετικά με το ότι είχαν διαμορφώσει πεπλανημένη εντύπωση για τα όσα είχαν αναφερθεί στη μήνυση. Όπως όμως αποδείχθηκε η κατηγορουμένη αφενός μεν γνώριζε ότι ο μηνυτής δεν ήταν υπεύθυνος για την τήρηση των πρακτικών ως απλός μέλος της Επιτροπής αφετέρου δε ότι στα πρακτικά ανεγράφησαν όσα ακριβώς αυτή είχε καταθέσει. Παρά ταύτα όμως κατέθεσε την κρινόμενη ψευδή μήνυσή της για να προκαλέσει την καταδίωξη όλων των συγκροτούντων την επιτροπή της Ε.ΦΙ.Π. μελών της, με σκοπό να αποκρούσει τις ενδεχόμενες ποινικές και αστικές ευθύνες της έναντι του προπονητή Σ για όσα είχε καταθέσει σε βάρος της. Επίσης από τα ίδια ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη εν γνώσει της κατέθεσε στις 26-3-2003 ψέματα επιβεβαιώνοντας ότι το περιεχόμενο της μηνύσεώς της ήταν αληθές, δεδομένου ότι αυτή αποδείχθηκε ότι γνώριζε την αναλήθειά του. Επίσης γνώριζε ότι με το αναληθές αυτό περιεχόμενο της μηνύσεώς της ισχυρίσθηκε εν γνώσει της αναληθείας του γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του μηνυτή, αφού τον εμφάνιζε να βεβαιώνει σε δημόσιο έγγραφο, ήτοι στην ως άνω 32/2001 απόφαση-πρακτικά, περιστατικά που δεν έγιναν, ενώ γνώριζε ότι κατεγράφησαν στην απόφαση-πρακτικά ακριβώς όσα αυτή κατέθεσε. Επομένως, η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, όπως κατηγορείται, αναγνωριζομένου όμως σ' αυτήν του ελαφρυντικού του άρθρου 84 §1α ΠΚ, καθόσον αυτή έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Ακολούθως, το ίδιο Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμιση σε βάρος του Φ, και επέβαλε σ' αυτήν συνολική ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) χρόνια. Με βάση τις παρακάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτουμένη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση τ' άνω εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 84 παρ. 2 εδ. α', 94 παρ. 1, 224 παρ. 2 και 1, 229 παρ. 1, 362 και 3636 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης. Ειδικότερα παρατίθεται στην απόφαση τα γεγονότα, τα οποία είναι ψευδή και συκοφαντικά και ποία είναι τα αληθή, αιτιολογεί δε το Δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο της κατηγορουμένης, με την έκθεση στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας της κατηγορουμένης για την αναλήθεια των ως άνω γεγονότων, τα οποία είναι γεγονότα και όχι αξιολογικές κρίσεις και τα διέδωσε ενώπιον τρίτων και ενόρκως βεβαίωσε και για τα οποία ψευδώς καταμήνυσε τον αποβιώσαντα ήδη εγκαλούντα Φ. Επομένως ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ μοναδικός πρόσθετος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος, μέρος δε με τις αιτιάσεις εκείνες που διατυπώνονται από την αναιρεσείουσα και αναφέρονται σε μη ορθή αξιολόγηση από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο των αποδεικτικών στοιχείων, δηλαδή πλήττεται με αυτές η περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 §1 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη του έγγραφο που δεν ανεγνώσθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του από το άρθρο 358 του ΚΠΔ απορρέοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 §1 εδ. δ' του ΚΠΔ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης. Στην περίπτωση όμως που ο κατηγορούμενος προσκόμισε στο δικαστήριο κάποιο έγγραφο, το οποίο αναγνώσθηκε και ακολούθως λήφθηκε και τούτο υπόψη από το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του, δεν επέρχεται ακυρότητα από το γεγονός ότι δεν αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, αφού ο κατηγορούμενος που το προσκόμισε γνώριζε το περιεχόμενό του και έτσι δεν αποστερήθηκε αυτός από τη δυνατότητά του να ασκήσει τα από το άρθρο 358 του ΚΠΔ δικαίωμά του. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά και συνέχεια το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσία έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στην καταδικαστική για την αναιρεσείουσα κρίση του μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων και: 1) την από 16-12-2004 υπεύθυνη δήλωση αυτής (αναιρεσείουσας) και του συζύγου της και 2) φωτοαντίγραφα δημοσιευμάτων. Και όσο μεν αφορά τα δεύτερα αυτά έγγραφα, που αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο, χωρίς αντίρρηση οιουδήποτε παράγοντα της δίκης (βλ. σελ. 3 και 4 με αρ. 16 των πρακτικών), η κατηγορουμένη δεν αιτήθηκε κάποιου υπερασπιστικού της δικαιώματος, αφού αυτή τα προσκόμισε στο δικαστήριο, γνώριζε το περιεχόμενό τους και δεν προέβη, αν και μπορούσε, σε κάποια δήλωση ή εξήγηση σχετικά με τα δημοσιεύματα αυτά. Εξάλλου, όσον αφορά την από 16-12-2004 υπεύθυνη δήλωση αυτής και του συζύγου της, ανεξαρτήτως του ότι πρόκειται για έγγραφο που γνώριζε η ίδια το περιεχόμενό της, αυτή περιλαμβάνεται στο υπ' αριθμ. 71951 έγγραφο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο δημόσια (πρόκειται περί του υπ' αριθμ. 3 αναφερόμενου στα πρακτικά καταλόγου των αναγνωσθέντων εγγράφων) και αφορά διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών με την οποία τέθηκε στο Αρχείο από 26-3-2003 σχετική μήνυση της κατηγορουμένης κατά του Φ(εγκαλούντα) και κατά λοιπών. Έτσι και αυτής της υπεύθυνης δήλωσης γνώριζε το περιεχόμενο η αναιρεσείουσα δεν προέβη δε σε κάποια δήλωση ή εξήγηση γι' αυτήν, και συνεπώς έννομα συνεκτιμήθηκε και συναξιολογήθηκε ως αποδεικτικό στοιχείο-έγγραφο από το Δικαστήριο της ουσίας. Συνακόλουθα η λήψη υπόψη και των εγγράφων αυτών από το δικαστήριο της ουσίας, δεν δημιούργησε ακυρότητα και αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα τα αντίθετα με το μοναδικό (υπ' αριθμ. 1 και 2) λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε και μη προσδιορισμού των στοιχείων της ταυτότητας εγγράφων που αναγνώσθηκαν), ο οποίος γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί. Μετά όλα τα ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος (κύριος ή πρόσθετος) λόγος παραδεκτός για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 ΚΠΔ) ως και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως κληρονόμου του αρχικού πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10 Ιουνίου 2009 αίτηση και τους επ' αυτής από 19 Φεβρουαρίου 2010 πρόσθετους λόγους της Χ συζύγου Ζ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4621/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στην εκ πεντακοσίων (500) ευρώ δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδής καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση. Θεμελίωση των εγκλημάτων αυτών. Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης. Απόλυτη ακυρότητα από τη λήψη υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν και άλλων που αναγνώσθηκαν χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους. Αίτηση αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, ειδικής και εμπεριστατωμένης, της καταδικαστικής απόφασης και για απόλυτη ακυρότητα λόγω της λήψης υπόψη του Δικαστηρίου εγγράφων των ως άνω δύο περιπτώσεων. Απόρριψη αμφοτέρων των λόγων ως αβασίμων και απόρριψη αίτησης αναίρεσης και προσθέτων λόγων αυτής συνολικά.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα, Πρόσθετοι λόγοι.
0
Αριθμός 1231/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, περί αναιρέσεως της 268-269/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο δεν παραστάθηκε. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 10 Φεβρουαρίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1082/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 18-6-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 268-269/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (με δήλωσή του που επιδόθηκε στις 23-6-2009 του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου). Επομένως είναι παραδεκτό και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Μαζί με αυτήν πρέπει να συνεξετασθούν και οι 12-2-2010 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης που ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου (άρθρο 509 §2 ΚΠΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 32 §1 εδ. α' του Ν.2238/1994 το καθαρό εισόδημα των επιχειρήσεων που τηρούν βιβλία και στοιχεία πρώτης ή δεύτερης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων καθώς και των επιχειρήσεων που δεν τηρούν βιβλία και στοιχεία ή τηρούν βιβλία και στοιχεία κατηγορίας κατώτερης της προσήκουσας ή τηρούν ανακριβή ή ανεπαρκή βιβλία και η ανεπάρκεια αυτή καθιστά αδύνατη τη διενέργεια ελεγκτικών επαληθεύσεων, προσδιορίζεται εξωλογιστικώς κατά τον τρόπο που καθορίζεται στις διατάξεις του εν λόγω άρθρου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 17 §1 του Ν.2823/1997, αδίκημα φοροδιαφυγής στην φορολογία εισοδήματος διαπράττει όποιος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος .... υποβάλει ανακριβή δήλωση, αποκρύπτοντας καθαρά εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή εισοδήματος. Κατά την §2 του ίδιου ως άνω άρθρου και νόμου, ο δράστης του αδικήματος αυτού τιμωρείται: α) με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυφθεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των 5.000.000 δραχμών (από 1-1-2002 το ποσό των 15.000 Ευρώ) και β) με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) ετών, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) δραχμών (από 1-1-2002 το ποσό των 150.000 Ευρώ). Ακόμη, από το συνδυασμό των άρθρων 17, 18, 19 και 21 §2 του Ν.2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη, ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής που προβλέπονται από αυτές τις διατάξεις που αναφέρονται περιοριστικά και μόνον, εκτός των άλλων δύο περιπτώσεων, στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβής δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για τη νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο διατάξεων προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσης φορολογικής του παράβασης η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης. Η έλλειψη δε της προϋπόθεσης αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής δίωξης και καθιστά αυτή σε περίπτωση άσκησή της απαράδεκτη. Περαιτέρω, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Όσον αφορά το δόλο που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ1 αυτή, όταν μάλιστα ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, είτε αμέσου είτε ως ενδεχομένου, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση του εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου 17 παρ.1 του Ν.2523/1997, για το οποίο η περί τούτου (δόλου) κρίση περιέχεται στην παραδοχή της υποβολής ανακριβής δήλωσης φόρου εισοδήματος. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος) που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 268-269/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ. ..., στις 18-5-1999, δήλωση έναρξης εργασιών για ατομική του επιχείρηση, με έδρα τη ...) και με αντικείμενο εργασιών την εμπορία ετοίμων ενδυμάτων. Η δήλωση αυτή έγινε προσωπικά από τον ίδιο τον κατηγορούμενο με σκοπό τη θεώρηση βιβλίων και στοιχείων και τη, βάσει αυτών, παράνομη είσπραξη της επιστροφής του φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α), μέσω εικονικών ενδοκοινοτικών παραδόσεων. Στη μεθόδευση αυτή είχε συνεργάτες τους Α και Β, γνώστες της λογιστικής, οι οποίοι λειτουργούσαν κατ' εντολή του την επιχείρηση στο όνομα του και του κατέβαλαν κάθε μήνα 200.000 - 300.000 δρχ. "έναντι των κερδών της". Με την 74/26.6.2003 εντολή του προϊσταμένου του ΠΕΚ Θεσσαλονίκης, υπάλληλοι της υπηρεσίας αυτής διενήργησαν φορολογικό έλεγχο για τη φορολογία εισοδήματος στην ως άνω επιχείρηση του κατηγορουμένου. Από τον έλεγχο αυτό, για τον οποίο συντάχθηκε από τους υπαλλήλους που τον πραγματοποίησαν η από 6.1.2004 έκθεση ελέγχου, διαπιστώθηκε ότι προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου εισοδήματος ο κατηγορούμενος υπέβαλε ανακριβείς δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος κατά τα οικονομικά έτη 2000 και 2001, που αφορούσαν εισοδήματα των διαχειριστικών περιόδων από 18.5.1999 έως 31.12.1999 και από 1.1.2000 έως 31.12.2000 αντίστοιχα, αποκρύπτοντας τα καθαρά εισοδήματα που είχε από οποιαδήποτε πηγή εισοδήματος. Ειδικότερα, σε μη εξακριβωθείσα ημερομηνία του μηνός Μαρτίου του έτους 2000, υπέβαλε προς τη Δ.Ο.Υ. ..., για τη διαχειριστική περίοδο από 18-5-1999 έως και 31-12-1999 τη με αριθμό ... δήλωση φορολογίας εισοδήματος, η οποία ήταν ανακριβής, καθώς δήλωσε ως φορολογητέο εισόδημα το ποσό των 2.270.594 δραχμών, ενώ το ετήσιο φορολογητέο εισόδημα του ανερχόταν στο ποσό των 96.834.072 δραχμών, όπως αυτό από τον έλεγχο προσδιορίσθηκε εξωλογιστικά, αφού δεν προσκόμισε βιβλία και στοιχεία. Αποτέλεσμα της ανακριβούς ανωτέρω δήλωσης ήταν να υπολογισθεί ο φόρος σε μηδενικό ποσό, ενώ ο φόρος που αναλογεί στα στοιχεία που έπρεπε να περιληφθούν στη δήλωση ανέρχεται στο ποσό των 40.870.353 δρχ. ή 119.942,34 ευρώ, όπως προκύπτει από τον έλεγχο που διενεργήθηκε αρμοδίως και για τον οποίο εκδόθηκε το με αριθ. 42/2004 φύλλο ελέγχου του Π.Ε.Κ. Θεσσαλονίκης. Επίσης στις 1-3-2001, υπέβαλε προς τη Δ.Ο.Υ. ..., για τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-2000 έως και 31-12-2000, τη με αριθμό ... δήλωση φορολογίας εισοδήματος, η οποία ακολούθως διαβιβάσθηκε υπηρεσιακά στην Α' Δ.Ο.Υ. ... λόγω μεσολαβήσασας αλλαγής διευθύνσεως. Και αυτή η δήλωση ήταν ανακριβής, καθώς δήλωσε ως φορολογητέο εισόδημα το ποσό των 3.367.639 δραχμών, ενώ το ετήσιο φορολογητέο εισόδημα του ανερχόταν στο ποσό των 175.707.229 δραχμών, όπως αυτό κατόπιν ελέγχου προσδιορίσθηκε εξωλογιστικά, για τον ίδιο ως άνω λόγο. Αποτέλεσμα της ανωτέρω ανακριβούς δήλωσης ήταν να υπολογισθεί μηδενικός φόρος, ενώ ο φόρος που αναλογεί στα στοιχεία που έπρεπε να περιληφθούν στη δήλωση ανέρχεται στο ποσό των 76.197.877 δρχ. ή 223.618,12 ευρώ, όπως προκύπτει από τον έλεγχο που διενεργήθηκε αρμοδίως και για τον οποίο εκδόθηκε το με αριθ. 34/2004 φύλλο ελέγχου του Π.Ε.Κ. Θεσσαλονίκης. Τα ανωτέρω εισοδήματα προσδιορίσθηκαν εξωλογιστικά, διότι ο κατηγορούμενος καίτοι προσκλήθηκε νόμιμα με το 4582/7.7.2003 σημείωμα-πρόσκληση του προϊσταμένου του ως άνω ΠΕΚ, που επιδόθηκε στις 15.7.2003 στα χέρια του, δεν προσκόμισε τα βιβλία, στοιχεία και λοιπά παραστατικά φορολογικά στοιχεία της επιχείρησής του, μέσα στην προθεσμία των πέντε ημερών που του τάχθηκε αλλά ούτε και μετά την προθεσμία αυτή, ώστε με βάση αυτά να διενεργηθεί ο έλεγχος. Τα προαναφερόμενα φύλλα ελέγχου επιδόθηκαν στον κατηγορούμενο στις 27.1.2004, δεν άσκησε δε αυτός προσφυγή στα διοικητικά δικαστήρια κατ' αυτών. Έτσι αφού οριστικοποιήθηκε η φορολογική εγγραφή υποβλήθηκε η από 14.4.2004 μήνυση του προϊσταμένου του ΠΕΚ προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με βάση την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη. Η ως άνω επιχείρηση του κατηγορουμένου ήταν πραγματική και όχι εικονική, όπως ο ίδιος υποστηρίζει. Είναι άλλο το θέμα ότι εμφάνισε αυτή εικονικές συναλλαγές, προκειμένου να τύχει επιστροφής ΦΠΑ, περιστατικό που δεν είναι αντικείμενο της παρούσας δίκης. Επίσης αποδείχθηκε από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος μπορεί μεν να μην είχε γνώσεις λογιστικής ώστε να διεκπεραιώνει ο ίδιος προσωπικά τις συναλλαγές της επιχείρησης του, ήταν όμως γνώστης του όλου εγχειρήματος και των ενεργειών των ως άνω συνεργατών του οι οποίοι ενεργούσαν κατ' εντολή και για λογαριασμό του, του κατέβαλαν δε κάθε μήνα 200.000-300.000 δρχ. ως κέρδη της επιχείρησης, πέραν όσων εκείνοι κρατούσαν για αμοιβή τους. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, αφού απορριφθούν ως αβάσιμα όσα υποστηρίζει ο κατηγορούμενος με τους ονομαζόμενους από τον ίδιο αυτοτελείς ισχυρισμούς του, πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος". Ακολούθως, το ως άνω Δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των αξιοποίνων πράξεων: α) της ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος και β) φοροδιαφυγής και του επέβαλε συνολικά ποινή είκοσι ενός (21) μηνών, της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε για τρία (3) έτη, ακόμη δε επιδίκασε στο Ελληνικό Δημόσιο το ποσό των 2.000 Ευρώ ως χρηματική ικανοποίησή του λόγω ηθικής βλάβης. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση τ' άνω εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 §1α, 27 §1, 84 §2 εδ.α' και 94 §1 ΠΚ και 17 §§ 1, 2 περ. α' και β', 21, 24 §5 και 25 §1 του Ν.2523/1997, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένων από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ..., ελεγκτή του Περιφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου (Π.Ε.Κ.). Εξάλλου, η αναφερόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν αφορά μόνο την κυρία απόφαση αλλά και την παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε αίτημα αναβολής της δίκης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Συνίσταται δε η κατά τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το Δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του (Ολ. ΑΠ 7/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης, που κατέληξε στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων και τότε εκκαλών, ισχυρίσθηκε δια του εκπροσωπήσαντος αυτόν συνηγόρου, ότι συντρέχει νόμιμη περίπτωση άρσης του φορολογικού απορρήτου και ζήτησε "να διαταχθεί εκ μέρους του Δικαστηρίου η προσκόμιση από μέρους της αντιδίκου Αρχής (εννοώντας του Ελληνικού Δημοσίου) των σχετικών εκθέσεων ελέγχου ΚΒΣ που φέρεται ότι εκδόθηκαν σε βάρος του καθώς και της τυχόν αποφάσεις επιβολής προστίμου ΚΒΣ..." (βλ. σε. 13-14 των ως άνω πρακτικών), χωρίς όμως να υποβάλει ευθέως και σαφώς αίτημα αναβολής της δίκης για να διενεργηθούν όσα παραπάνω ζήτησε. Το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, καίτοι δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επί του παραπάνω αορίστου αιτήματος, και εντεύθεν απορριπτέου ως απαραδέκτου, αφού κατέληξε στην περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση, μετά τη συνεκτίμηση και συναξιολόγηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων και κρίνοντας έτσι ότι η υπόθεση δεν έχρηζε περαιτέρω διερεύνησης, κατέληξε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης κατά πιστή μεταφορά: "Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, αφού απορριφθούν ως αβάσιμα όσα υποστηρίζει ο κατηγορούμενος με τους ονομαζόμενους από τον ίδιο αυτοτελείς ισχυρισμούς του, πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος", με ιδιαίτερη δε διάταξη στο διατακτικό της ίδιας απόφασης απέρριψε χωρίς εξαίρεση όλους αυτούς. Συνεπώς ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' ΚΠΔ προβαλλόμενος πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του αιτήματός του περί αναβολής της δίκης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω που αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης (τόσο ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος όσο και προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης) και ως προς την εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (περί διαφυγής), οι από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και πρώτος πρόσθετος λόγος ως και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης (με τους δύο πρώτους αυτών) και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (με το δεύτερο πρόσθετο λόγο) είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 §1, 369 και 171 §1 εδ. δ' ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως που συντάσσονται δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, όμως είναι αναγκαίο να καταγράφονται τα στοιχεία που τα προσδιορίζουν, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί σε ποία έγγραφα στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου και εάν αυτά έχουν πράγματι αναγνωσθεί, διότι αλλιώς παραβιάζονται οι παραπάνω διατάξεις, οι οποίες επιβάλλουν την ανάγνωση στο ακροατήριο που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για την ενοχή του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το Δικαστήριο εκείνο για τον σχηματισμό της κρίσης του περί ενοχής του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του, εκτός των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, και τα ακόλουθα έγγραφα: α) την ... εντολή του προϊσταμένου του ΠΕΚ Θεσσαλονίκης, β) την από 6-1-2004 έκθεση ελέγχου και γ) το ... σημείωμα-πρόσκληση του προϊσταμένου του ως άνω ΠΕΚ (Θεσσαλονίκης) - βλ. σελ. 18 και 19 των πρακτικών συνεδρίασης του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Τα ανωτέρω έγγραφα αναγνώσθηκαν και έτσι ο κατηγορούμενος έλαβε του περιεχομένου τους, με τις παρακάτω διακρίσεις, 1) όσο αφορά την από 6-1-2004 έκθεση ελέγχου του Περιφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου (ΠΕΚ) Θεσσαλονίκης αυτή είναι το υπ' αριθμ. 5 έγγραφο που αναφέρεται στη σελίδα 16 των πρακτικών, εκ παραδρομής δε αναφέρεται η ημερομηνία 6-1-2004 στο σκεπτικό αυτό της ορθής 8-1-2004 που αναφέρεται στη σελ. 16 των πρακτικών, 2) Όσον αφορά τα άλλα δύο ως άνω έγγραφα, αυτά αναφέρονται σαφώς και ορισμένα στο σκεπτικό της υπ' αριθμ. 1507/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό, δικάζοντας την υπόθεση με την παρουσία του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά και απόφαση αυτήν (βλ. σελ. 17 και 18 αυτής), η ως άνω δε απόφαση (τα πρακτικά αυτής) ως εκκαλουμένη αναγνώσθηκε δημόσια στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης αυτού (βλ. μέσο 14ης σελίδας αυτού). εξ αυτών προκύπτει σαφώς ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς έλαβε υπόψη του τα ως άνω τρία έγγραφα, αφού είχε προηγηθεί η κατά προεκτιθέμενα ανάγνωση αυτών, ανεξαρτήτως της ιστορικής και όχι ουσιαστικής αναφοράς τους, και ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και προβάλλεται εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του με το να καταλήξει σε καταδικαστική κρίση σε βάρος του, ενώ έπρεπε, ερευνώντας αυτεπαγγέλτως την παραγραφή των αποδιδομένων σ' αυτόν εγκλημάτων, να κρίνει ότι έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο και να παύσει οριστικώς την κατ' αυτού ποινική δίωξη, ισχυριζόμενος ότι πρόκειται για έγκλημα (πλημμέλημα) που τελέσθηκε το Μάρτιο του 2000 και μέχρι την ημέρα της εκδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης (12-2-2009) είχε παρέλθει χρονικό διάστημα πλέον της οκταετίας. Τα ανωτέρω όμως, όπως προκύπτει από το σκεπτικό και διατακτικό της κρινόμενης απόφασης, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ο αναιρεσείων πράγματι κατά τον Μάρτιο του έτους 2000 και την 1-3-2001, υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ. ..., δηλώσεις φόρου εισοδήματος για τις χρονικές περιόδους από 18-5-1999 έως 31-12-1999 και από 1-1-2000 έως 31-12-2000 αντίστοιχα. Αυτές διαπιστώθηκε ότι ήταν ανακριβείς και εκδόθηκαν σχετικώς τα υπ' αριθμ. ... φύλλα ελέγχου του Περιφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου (ΠΕΚ) Θεσσαλονίκης, τα οποία επιδόθηκαν έννομα στις 27-1-2004 στον αναιρεσείοντα. Ο τελευταίος δεν άσκησε προσφυγή στα διοικητικά δικαστήρια κατ' αυτών, έτσι, αφού οριστικοποιήθηκε η φορολογική εγγραφή υποβλήθηκε η από 14-4-2004 μήνυση του προϊσταμένου του ΠΕΚ Θεσσαλονίκης προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με βάση την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη σε βάρος του αναιρεσείοντος για τα θεμελιωμένα από τις παραβάσεις αυτές εγκλήματα που καταδικάσθηκε από τα δικαστήρια της ουσίας. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αφού ο χρόνος της παραγραφής των ως άνω αδικημάτων που τέλεσε ο αναιρεσείων, αρχίζει από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας της προθεσμίας προς άσκηση της προσφυγής μετά την επίδοση στις 27-1-2004 στον αναιρεσείοντα των σχετικών φύλλων ελέγχου του ΠΕΚ, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Ν.2523/1997, όπως αυτό ισχύει μετά και τις τροποποιήσεις της με τα άρθρο 40 του Ν.3220/2004, και μέχρι την επίδοση σ' αυτόν (αναιρεσείοντα του κλητηρίου θεσπίσματος αλλά ακόμη και μέχρι την έκδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης (υπ' αρ. 1507/24-6-2008 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης) δεν παρήλθε πενταετία, ούτε οκταετία μέχρι και σήμερα για να επέλθει η εξάλειψη του αξιοποίνου μόνο του πλημμελήματος της φοροδιαφυγής που τέλεσε αυτός (άρθρα 111 αρ.3, 112 και 113 §2 ΠΚ), ενώ σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραγραφή του ετέρου εγκλήματος της φοροδιαφυγής που καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, καθόσον πρόκειται περί κακουργήματος (γι' αυτό άλλωστε η υπόθεση δικάσθηκε σε πρώτο βαθμό από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων (βλ. άρθρα 17 §2 περ.β και 21 §5 του Ν.2523/1997), υποκειμένου αρχικά σε δεκαπενταετή παραγραφή (άρθρο 111 §2 περ.β ΠΚ), χωρίς την προσμέτρηση του χρόνου (πενταετίας) της τυχόν αναστολής της λόγω της έναρξης και εξακολούθησης της σε βάρος του ποινικής δίωξης (άρθρο 113 §3 ΠΚ). Επομένως, ορθά το Δικαστήριο της ουσίας, δεν δέχθηκε την παραγραφή των τελεσθέντων από τον αναιρεσείοντα εγκλημάτων (ενός κακουργήματος και ενός πλημμελήματος) και δεν υπερέβη καθ' οιονδήποτε τρόπο την εξουσία του. Γι' αυτό ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Η του ΚΠΔ προβαλλόμενος με τον τρίτο πρόσθετο λόγο επί της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης λόγος με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα των ανωτέρω, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής από 10-2-2010 πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 ΚΠΔ), όχι όμως και στη δικαστική δαπάνη του μη παραστάντος κατά τη συζήτηση Ελληνικού Δημοσίου (βλ. πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού) αλλά καταθέσαντος παρά ταύτα την 4-3-2010 σχετικό υπόμνημα (βλ. αυτό και την πράξη κατάθεσης στο τέλος αυτού), παρότι παρέστη κατά την αρχική ορισμένη δικάσιμο για τη συζήτηση της προκειμένης υπόθεσης (12-1-2010), - όταν και αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης (βλ. την υπ' αριθμ. 41/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18 Ιουνίου 2009 αίτηση και τους επ' αυτής από 10 Φεβρουαρίου 2010 πρόσθετους λόγους του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 268-269/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φοροδιαφυγή. Ανακριβής δήλωση φόρου εισοδήματος. Προσδιορισμός φόρου, αποστολή φύλλων ελέγχου στον κατηγορούμενο και μη προσφυγή κατ' αυτών. Οριστικοποίηση χρέους. Ποινική δίωξη για κακούργημα και πλημμέλημα. Καταδίκη κατηγορουμένου με παραδοχή ελαφρυντικών προτέρου εντίμου βίου. Λόγοι αναίρεσης: έλλειψη αιτιολογία, έλλειψη νόμιμης βάσης και εσφαλμένη εφαρμογή νόμου. Απόρριψη των λόγων αυτών ως αβασίμων. Απόλυτη ακυρότητα από τη ανάγνωση εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για την καταδικαστική κρίση. Απόρριψη του λόγου αυτού ως αβασίμου, αφού προκύπτει ότι τα έγγραφα αυτά αναγνώσθηκαν. Υπέρβαση εξουσίας. Παραγραφή εγκλημάτων φοροδιαφυγής (πλημμελήματος και κακουργήματος). Χρόνος έναρξης της παραγραφής αυτών. Απόρριψη του λόγου αυτού ως αβασίμου. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης και προσθέτων επ' αυτής λόγων ως αβασίμων. Μη επιδίκαση δικαστικής δαπάνης στο μη παραστάν κατά τη συζήτηση Ελληνικό Δημόσιο, που παρέστη μόνος την αρχικά ορισμένη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πρόσθετοι λόγοι.
0
Αριθμός 1230/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κουρκουβάτη, περί αναιρέσεως της 4323/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 44/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρον μεν 314§1 α' Π.Κ. "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", κατά δέ το άρθρο 28 ιδίου Κώδικος "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία ώφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται να διαπιστωθεί αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτουμένη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποίαν ώφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές συνθήκες, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, την συνήθη πορεία των πραγμάτων και την λογική και αφ' ετέρου είχε την δυνατότητα με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψή του. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμελείας, εφ' όσον το εν σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια συνίσταται σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθη του αποτελέσματος, για την θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 Π.Κ. Κατά τη διάταξη αυτή, "όπου ο νόμος, για την ύπαρξη ορισμένης αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Εντεύθεν όπου ο νόμος απαιτεί για την ύπαρξη αξιοποίνου πράξεως να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική κ' όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος) μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέσητου υποχρέου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγουμένη συμπεριφορά του, από την οποίαν εδημιουργήθη ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Ειδικά δε επί εγκλήματος εξ αμελείας που συνίσταται σε παράλειψη πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της αποφάσεως και από πού πηγάζει η ιδιαιτέρα υποχρέωση του υπαιτίου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανών αυτός. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, σε σχέση δε με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η κατ' είδος τους αναφορά γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψεν εξ ενός εκάστου αυτών. Λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί κατ' άρθρον 510§1 περ. Ε' ΚΠΔ, η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο, αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 4329/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κατεδικάσθη εις δεύτερο βαθμό, για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, σε συνδυασμό με το άρθρο 9 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ' παρ. 2.13 Π.Δ. 395/1994 (προδιαγραφές εξοπλισμού ασφάλεια εργαζομένων), εις ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής αναφέρεται ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, τα νομίμως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, απεδείχθησαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο μηνυτής Γ, την 2-8-1993, προσελήφθη, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ως βοηθός χειριστή διατρητικού μηχανήματος από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΆ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΟΡΥΚΤΑ ΜΕΒΙΟΡ ΑΕ", που εδρεύει στο 26° χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού ..., με αντικείμενο δραστηριότητας την εξόρυξη και επεξεργασία βιομηχανικών και μεταλλευτικών ορυκτών, εξόρυξη που γίνεται στην ..., ενώ η επεξεργασία τους, με τελικά παραγόμενα προϊόντα άστρι ο, χαλαζία και χαλαζίτη, στις εγκαταστάσεις της, στο 26° χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού Θεσσαλονίκης-Σερρών. Ο μηνυτής, στα πλαίσια της εργασίας του, επί πολλά έτη εκτελούσε τα καθήκοντα του χειριστή τριβείου (διατρητικού μηχανήματος). Στο τριβείο αυτό φτάνουν μέσω μεταφορικής ταινίας μεγάλα κομμάτια υλικού προς επεξεργασία. Η μεταφορική αυτή ταινία οδηγεί το θρυμματισμένο υλικό σε σπαστήρα, ο οποίος εξάγει πολύ ψιλό υλικό. Μερικές φορές στο τριβείο φθάνουν, μαζί με τα ως άνω υλικά και άλλα άχρηστα υλικά, τα οποία και πρέπει να απομακρύνονται. Για την απομάκρυνση αυτή απαιτείται η διακοπή της λειτουργίας του τριβείου, με τη χρήση σχετικού διακόπτη, έτσι ώστε με τα χέρια να γίνεται ο καθαρισμός του. Την 14-10-2004 ο μηνυτής Γ, ενώ εκτελούσε τα παραπάνω καθήκοντα του, διαπίστωσε ότι σε μία ταινία μεταφοράς είχαν συσσωρευτεί άχρηστα υλικά μεταξύ τυμπάνου ουράς και ταινίας από την εσωτερική πλευρά. Αμέσως μετέβη στο συγκεκριμένο σημείο και χωρίς να διακόψει τη λειτουργία της ταινίας, φορώντας γάντια προστασίας, έβαλε το αριστερό του χέρι μεταξύ της ταινίας και του τυμπάνου και προσπάθησε να καθαρίσει το συσσωρευμένο άχρηστο υλικό, Όμως, το περιστρεφόμενο τύμπανο παρέσυρε το γάντι του και στη συνέχεια το χέρι του στην περιστροφή, με αποτέλεσμα να υποστεί ανοικτό ακρωτηριαστικό κάταγμα αντιβραχίου με διατομή τενόντων. Κατά την από 20-1-2005 έκθεση αυτοψίας της ..., Τεχνικής Επιθεωρήτριας του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Πρόνοιας, που ενέργησε αυτοψία στον παραπάνω χώρο την ημέρα του ατυχήματος (14-10-2004), το ατύχημα, πιθανόν, θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, αν το τύμπανο της ουράς της ταινίας μεταφοράς ήταν εφοδιασμένο με προφυλακτήρα ή με σύστημα που να εμποδίζει την πρόσβαση στην επικίνδυνη ζώνη ή να σταματά την κίνηση των επικίνδυνων στοιχείων πριν την πρόσβαση στην επικίνδυνη ζώνη (όπως προβλέπεται στα άρθρα 9 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ παρ. 2.13 του ΠΔ/τος 395/1994 και 2 Παρ. Ι του ΠΔ/τος 212/1976) ώστε να μην είναι δυνατή η προσέγγιση των εργαζομένων στις θέσεις συντυλίξεως ή είχε τοποθετηθεί στη μεταφορική ταινία μηχανισμός που να καθιστά ακίνδυνο τον καθορισμό της εσωτερικής πλευράς της ταινίας ή του τυμπάνου (όπως προβλέπεται στο άρθρο 2 παρ. 6' του ΠΔ/τος 212/1976), ενώ το αποτέλεσμα του ατυχήματος θα είχε πιθανόν μετριασθεί αν η μεταφορική ταινία (όπως προβλέπεται στο άρθρο 2 παρ. 6 του ΠΔ/τος 212/1976) ήταν εφοδιασμένη με μηχανισμό διακοπής λειτουργίας, ο οποίος αν ήταν εύκολα προσιτός με σχοινοδιακόπτη για παράδειγμα σε όλο το μήκος της ταινιομεταφοράς, οπότε ο παθών θα μπορούσε με το που ενεπλάκη στην περιστροφή να τραβήξει το σχοινοδιακόπτη και να διακόψει τη λειτουργία της ταινιομεταφοράς. Το ως άνω ατύχημα και ο εντεύθεν τραυματισμός του μηνυτή, οφείλεται (πέραν της συντρέχουσας αμέλειας του παθόντος, ο οποίος επιχείρησε να απομακρύνει το άχρηστο υλικό από την ταινία μεταφοράς, χωρίς προηγουμένως να διακόψει τη λειτουργία της) σε αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου Χ, προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου του Δ.Σ. της ως άνω εργοδότριας εταιρίας "ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΚΑ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΟΡΥΚΤΑ ΜΕΒΟΡ ΑΕ", κατά τον παραπάνω χρόνο, ο οποίος, όντας υπόχρεος, λόγω της ως άνω ιδιότητάς του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, καίτοι είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση κατατείνουσα στην αποτροπή του επελθόντος αποτελέσματος απορρέουσα από το νόμο (άρθρο 2 παρ. 1,6 και 8 Π.Δ/τος 212/76 και άρθρο 9 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ' παρ. 2.13 ΠΔ/τος 395/94), αλλά από απερισκεψία και επιπολαιότητα, δεν έλαβε τα παραπάνω αναγκαία μέτρα ασφαλείας στο τριβείο των εγκαταστάσεων επεξεργασίας κατά τη διαδικασία περισυλλογής των άχρηστων υλικών από τα εξορυσσόμενα μεταλλεύματα κατά την μεταφορά τους μέσω μεταφορικής ταινίας στον σπαστήρα και δεν μερίμνησε ώστε το τύμπανο της ουράς της ταινίας μεταφοράς να είναι εφοδιασμένο με προφυλακτήρα ή με σύστημα που να εμποδίζει την πρόσβαση στην επικίνδυνη ζώνη ή να σταματά την κίνηση των επικίνδυνων στοιχείων πριν την πρόσβαση στην επικίνδυνη ζώνη ώστε να μην είναι δυνατή η προσέγγιση των εργαζομένων στις θέσεις συντυλίξεως ή με μηχανισμό που να καθιστά ακίνδυνα τον καθορισμό της εσωτερικής πλευράς της ταινίας ή του τύμπανου ή με προσιτό μηχανισμό διακοπής λειτουργίας της ταινιομεταφοράς. Με βάση τα παραπάνω στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο Χ πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, σε βάρος του μηνυτή Γ, και επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό". Μετά ταύτα εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στη ...η, στις 14-10-2004, από αμέλεια του προκάλεσε σωματική κάκωση σε άλλον, τον Γ , δηλαδή ως νόμιμος εκπρόσωπος και ειδικότερα ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εργοδότριας, εδρεύουσας στο 26° χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού ..., ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΑ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΟΡΥΚΤΑ ΜΕΒΙΟΡ ΑΕ", με αντικείμενο δραστηριότητας την εξόρυξη βιομηχανικών και μεταλλευτικών ορυκτών στην ... και στη συνέχεια την επεξεργασία τους με τελικά παραγόμενα προϊόντα άστριο, χαλαζία, όντας υπόχρεος, λόγω του επαγγέλματός του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, καίτοι είχεν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση κατατείνουσα στην αποτροπή του επελθόντος αποτελέσματος απορρέουσα από το νόμο (άρθρο 2 παρ. 1,6 και 8 Π.Δ/τος 212/76 και άρθρο 9 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ' παρ. 2.13 ΠΔ/τος 395/94), αλλά από απερισκεψία και επιπολαιότητα, δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας στο τριβείο των εγκαταστάσεων επεξεργασίας κατά τη διαδικασία περισυλλογής των άχρηστων υλικών από τα εξορυσσόμουνα μεταλλεύματα κατά την μεταφορά τους μέσω μεταφορικής ταινίας στον σπαστήρα και δεν μερίμνησε ώστε το τύμπανο της ουράς της ταινίας μεταφοράς να είναι εφοδιασμένο με προφυλακτήρα η με σύστημα που να εμποδίζει την πρόσβαση στην επικίνδυνη ζώνη ή να σταματά την κίνηση των επικίνδυνων στοιχείων πριν την πρόσβαση στην επικίνδυνη ζώνη ώστε να μην είναι δυνατή η προσέγγιση των εργαζομένων στις θέσεις συντυλίξεως ή με μηχανισμό που να καθιστά ακίνδυνο τον καθαρισμό της εσωτερικής πλευράς της ταινίας ή του τύμπανου ή με προσιτό μηχανισμό διακοπής λειτουργίας της ταινιομεταφοράς. Αποτέλεσμα της απρονοησίας αυτής του κατηγορουμένου, ήταν όταν ο παθών, εργαζόμενος στην επιχείρηση από τις 2-8-1993 με την ειδικότητα του βοηθού χειριστή διατρητικού, κατά την ως άνω διαδικασία αντιλήφθηκε ότι σε μία ταινιομεταφορά (μικρή ταινία) που οδηγούσε το θρυμματισμένο υλικό σε σπαστήρα, ο οποίος εξάγει πολύ ψιλό υλικό, είχε συσσωρευτεί υλικό μεταξύ τύμπανου ουράς και ταινιομεταφοράς από την εσωτερική πλευρά, επιχείρησε, ενώ η ταινία βρισκόταν σε λειτουργία φορώντας γάντια, να βάλει το αριστερό του χέρι μεταξύ ταινίας και τύμπανου για να καθαρίσει το συσσωρευμένο υλικό, με αποτέλεσμα να συμπαρασυρθεί το χέρι του στην περιστροφή και να υποστεί ανοικτό ακρωτηριαστικό κάταγμα αντιβραχίου με διατομή τενόντων". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλ' ασαφή και αντιφατική. Και τούτο διότι το μεν δέχεται (το δικαστήριο) ότι πρόκειται για έγκλημα το οποίον ετελέσθη δια παραλείψεως και ότι η αμέλεια του αναιρεσείοντος συνίσταται εις παραλείψεις, εν σχέσει με τη λήψη υπ' αυτού των καταλλήλων προστατευτικών μέτρων και δη την μη συμμόρφωσή του προς ουδεμία των διαζευκτικώς αναφερομένων περιπτώσεων των μέτρων (αυτών) εις το άρθρο 9 του κεφαλαίου Γ' παρ. 2.13 ΠΔ 395/1994, κατά το οποίο "Εάν υπάρχουν κίνδυνοι, λόγω, επαφής με κινούμενα μηχανικά στοιχεία του εξοπλισμού εργασίας που μπορεί να προκαλέσουν ατυχήματα, πρέπει αυτά να είναι εφοδιασμένα με προφυλακτήρες ή με συστήματα που να εμποδίζουν την πρόσβαση στις επικίνδυνες ζώνες ή να σταματούν την κίνηση των επικινδύνων στοιχείων πριν την πρόσβαση στις επικίνδυνες ζώνες", το δε δέχεται ότι για την απομάκρυνση των αχρήστων υλικών, τα οποία φθάνουν εις το τριβείο μέσω μεταφορικής ταινίας, απαιτείται η διακοπή της λειτουργίας του τριβείου με τη χρήση σχετικού διακόπτη, έτσι ώστε να γίνεται ο καθαρισμός του με τα χέρια και συναφώς προς το τελευταίο αυτό, (δέχεται) ότι ο εργαζόμενος, χωρίς να διακόψει τη λειτουργία της ταινίας, φορώντας γάντια προστασίας έβαλε το αριστερό του χέρι μεταξύ της ταινίας και του τυμπάνου και προσπάθησε να καθαρίσει το συσσωρευμένο άχρηστο υλικό, τέλος δε επαναλαμβάνει ότι ο τραυματισμός του μηνυτού οφείλεται, πέραν της συντρεχούσης αμελείας του παθόντος ο οποίος επιχείρησε να απομακρύνει το άχρηστο υλικό από την ταινία μεταφοράς χωρίς προηγουμένως να διακόψει τη λειτουργία της, σε αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ο οποίος καίτοι είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση για την αποτροπή του αποτελέσματος, ουδέν έλαβεν εκ των άνω αναφερομένων μέτρων. Δηλαδή ενώ δέχεται λογικώς και συλλογιστικώς ότι επληρούτο η τήρηση της μιάς εκ των άνω περιπτώσεων δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος είχε μεριμνήσει το μηχάνημα να είναι εφοδιασμένο με σύστημα που να σταματά την κίνηση των επικινδύνων στοιχείων πριν την πρόσβαση στην επικίνδυνη ζώνη, με την τοποθέτηση του σχετικού διακόπτη (του οποίου ο παθών, βέβαια, εκ δικής του υπαιτιότητος, δεν έκλεισε, προκειμένου να διακόψει την λειτουργία της ταινίας), εις άλλα σημεία ως και εις το διατακτικό δέχεται, αντιφατικώς, ότι ουδεμία των ανωτέρω υποχρεώσεών του ετήρησε περί τα μέτρα ασφαλείας που υπεχρεούτο να λάβει ο κατηγορούμενος, ειδικότερα μάλιστα στο διατακτικό αναφέρει ότι δεν μερίμνησε για "μηχανισμό που να καθιστά ακίνδυνο τον καθαρισμό, της εσωτερικής πλευράς της ταινίας....ή με προσιτό μηχανισμό διακοπής λειτουργίας της ταινιομεταφοράς" όπερ εντελώς αντιφατικό με την παραδοχή του αιτιολογικού ότι, ήτοι, υπήρχε διακόπτης λειτουργίας της ταινίας. Περαιτέρω, ενώ δέχεται ότι το αποτέλεσμα του ατυχήματος, θα είχε πιθανόν μετριασθεί, χωρίς να αναφέρει μάλιστα ποία η ελαφροτέρα σωματική βλάβη που θα επήρχετο εάν είχε λάβει τα άνω προστατευτικά μέτρα, εν συνεχεία, απαιτεί η αιτιολογία, να υπήρχαν ταύτα, αφού ο παθών, με δική του ενέργεια, ως εξετέθη ανωτέρω, είχεν ήδη εμπλακεί στην περιστροφή της ταινίας μεταφοράς και είχεν ήδη τραυματισθεί. Συνεπώς οι συναφείς εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλεται η άνω πλημμέλεια και υποστηρίζεται ειδικότερα η ελλιπής αιτιολογία της αποφάσεως, λόγω ασαφειών και αντιφάσεων, εν αναφορά με την ιδιαίτερη υποχρέωση του αναιρεσείοντος προς αποτρεπτική της άνω σωματικής βλάβης εξ αμελείας ενέργεια, και η έλλειψη νομίμου, βάσεως, είναι βάσιμοι και πρέπει, δεκτών γενομένων αυτών και της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή, από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων, οι οποίοι εδίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4323/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρα 314 § 1α΄ και 28 ΠΚ. Πότε αμέλεια. Άρθρο 15 ΠΚ - Πότε. Παράβαση ΠΔ 395/1994. Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως σε έγκλημα εξ αμελείας. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Πότε υπάρχει ασάφεια και αντίφαση στο έγκλημα δια παραλείψεως. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1229/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Σοφία Θωμαΐδου περί αναιρέσεως της 1861/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΠΛΕΚΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ Π ΑΕ", που εδρεύει στην... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1η Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 306/'10. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 398 Π.Κ. "Mε φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται ο υπαίτιος δόλιας χρεοκοπίας, κατά τους όρους του εμπορικού νόμου και με φυλάκιση το πολύ δύο ετών ο υπαίτιος απλής χρεοκοπίας", κατά δε το άρθρο 685 του Εμπ. Νόμου "εν περιπτώσει πτωχεύσεως εταιρίας τινός, καταδιώκονται επί δολία χρεωκοπία και τιμωρούνται κατά τους όρους του ποινικού νόμου οι διαχειρισταί αυτής: 1) Εάν δολίως παρέλειψαν την κατά τους ορισμούς του νόμου δημοσίευση του καταστατικού, 2) εάν δηλώσωσιν ψευδώς προϋποσχεθέν ή κατατεθέν κεφάλαιον. .... 5) εάν δώσωσιν αφορμήν εις την πτώχευσιν της εταιρίας εκ δόλου η συνεπεία δολίων πράξεων". Εκ των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι το έγκλημα της δολίας χρεωκοπίας είναι "ποινικός νόμος εν λευκώ", διότι καθορίζεται μόνον η ποινή του, ο δε καθορισμός των ειδικών ουσιαστικών όρων του εγκλήματος, παραπέμπεται στον Εμπορικό Νόμο. Ούτω το έγκλημα της δολίας χρεωκοπίας, είναι υπαλλακτικώς μικτό, διότι οι περισσότεροι τρόποι αποτελούν εκφάνσεις της ιδίας εγκληματικής συμπεριφοράς, ώστε αν ο δράστης πραγματώσει περισσοτέρους τους ενός τρόπους τελέσεώς του, συγχρόνως ή διαδοχικώς εν μόνο έγκλημα χρεωκοπίας τελεί. Δόλιες πράξεις είναι αυτές οι οποίες περιέχουν κατάχρηση των δικαιωμάτων και καθηκόντων του διαχειριστού και προκαλούν αιτιωδώς την πτώχευση της επιχειρήσεως, όπως η απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων της ή η μεταβίβαση υπό των διαχειριστών ΑΕ εικονικώς του ενεργητικού της, κατά την διάρκεια της πτωχεύσεως, υπό την έννοια της παύσεως των πληρωμών? δεν απαιτείται ως εξωτερικός όρος του αξιοποίνου και η κήρυξη της πτωχεύσεως από το πτωχευτικό δικαστήριο, αλλ' αρκεί η διαπίστωση από το ποινικό δικαστήριο της καταστάσεως αυτής (το οποίο, μάλιστα, δεν δεσμεύεται από την απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου). Εντεύθεν και χρόνος τελέσεως της πράξεως της δολίας χρεοκοπίας είναι κατά κανόνα η παύση των πληρωμών αφ' ότου θεωρείται κατ' αρχήν τετελεσμένη αυτή. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πρέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ. Ειδικώς ως προς το δόλο, που απαιτείται κατά κανόνα, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, προς στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως των κακουργημάτων και πλημμελημάτων, που συνίσταται κατά το άρθρο 27 παρ. 1 ιδίου Κώδικος εδ. α' στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιοποίνου πράξεως, αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών αυτών και προκύπτουν από αυτή, ούτω δε δεν είναι αναγκαία ειδική αιτιολογία ως προς αυτήν, εκτός εάν ο νόμος απαιτεί η πράξη να έχει τελεσθεί "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού ή με τον σκοπό προκλήσεως ορισμένου αποτελέσματος (άρθρο 27 παρ. 2 Π.Κ.) ή αν έχει τη μορφή του ενδεχομένου δόλου. Περαιτέρω περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη στη διάταξη που εφαρμόσθη, καθώς και όταν η διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως αναγόμενο στην ταυτότητα και τα στοιχεία του οικείου εγκλήματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος του Αρείου Πάγου, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1861/2009 απόφασή του με αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβεν υπ' όψη και δη "τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του (ότι απεδείχθησαν) τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Χ ΑΕΒΕ" και τον διακριτικό τίτλο "BARETTI ΑΕΒΕ", η οποία είχε την έδρα της στην οδό ... και της οποίας ο πρώτος κατηγορούμενος Χ ήταν μόνος μέτοχος και διευθύνων σύμβουλος, στις αρχές του έτους 2002 όφειλε από τις εμπορικές της συναλλαγές στην εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "Πλεκτοβιομηχανία Π ΑΕ" η οποία είχε την έδρα της στην ΒΙ.ΠΕ. ... και της οποίας νόμιμη εκπρόσωπος ήταν η πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δ, τα ποσά των 6997,60 και 11888,90 ευρώ, που είχε διαταχθεί να της καταβάλει με τις ... διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα. Στις 12-4-2002 ο πρώτος κατηγορούμενος ως διαχειριστής της ανωτέρω οφειλέτιδας εταιρείας υπέβαλε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την υπό ίδια ημερομηνία δήλωση παύσεως των πληρωμών της προκειμένου να κηρυχθεί αυτή σε κατάσταση πτωχεύσεως, έχοντας ο ίδιος προκαλέσει από δόλο την αδυναμία καταβολής των ληξιπρόθεσμων χρεών της με την χωρίς αντάλλαγμα μεταβίβαση των περιουσιακών της στοιχείων και δη των εμπορευμάτων της στην εταιρεία με την επωνυμία "BAREDINO ΕΠΕ", η οποία είχε την έδρα της στην οδό ..., στον ίδιο χώρο όπου στεγαζόταν το κατάστημα της υπό πτώχευση εταιρίας.....". Με αυτά που εδέχθη το ανωτέρω δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της δολίας χρεοκοπίας, για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 και 398 ΠΚ και 685 αριθμ. 5 Εμπ.Ν που εφήρμοσε, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει ούτω την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα αναφέρει όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβεν υπ' όψη του ήτοι το σύνολο των μαρτυρικών καταθέσων και των αναγνωσθέντων εγγράφων, αφού ουδέν εξήρεσε, τα οποία και σαφώς συνεξετίμησε για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση για το έγκλημα της δολίας χρεοκοπίας, από τα περιστατικά της οποίας συνάγεται ο δόλος, τον οποίον μνημονεύει, χωρίς στην προκειμένη περίπτωση να χρειάζεται ειδικοτέρα επ' αυτού αιτιολογία, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, που είναι η 12/4/2002 του χρόνου ήτοι παύσεως των πληρωμών, ότε και μετεβίβασεν άνευ ανταλλάγματος όλα τα εμπορεύματα ο αναιρεσείων, και συνεπώς δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται το είδος και η αξία των εμπορευμάτων, αφού η απόφαση δέχεται ότι έλαβεν χώρα "μεταβίβαση των περιουσιακών της εταιρίας στοιχείων και δη των εμπορευμάτων της", δηλαδή όχι μερική, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Συνεπώς οι σχετικοί μόνοι λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ιδία εις των ανωτέρω ελλείψεων και εσφαλμένης εφαρμογής (εκ πλαγίου παραβιάσεως) των ουσιαστικών διατάξεων του Ποινικού Κώδικος και του Εμπορικού Νόμου (άρθρα 398 και 685 παρ. 1 αντιστοίχως), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Καθ' ο μέρος δε υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1/2/2010 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1861/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρο 398 ΠΚ. Πότε δόλια χρεοκοπία. Άρθρο 685 ΕμπΝ. Υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα. Δεν απαιτείται κήρυξη της πτωχεύσεως, αλλά αρκεί παύση πληρωμών (είναι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος). Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Δόλος. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απαράδεκτος ο λόγος που πλήττει την ουσία. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρεοκοπία.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1227/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ...ς που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Χατζημιχάλη, περί αναιρέσεως της 541/2008 αποφάσεως Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1) Ψ1 και 2) Ψ2, κατοίκους .., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπαδέλλη. Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 79/10. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 381 παρ.1 ΠΚ, όποιος με πρόθεση καταστρέφει ή βλάπτει ξένο (ολικά ή εν μέρει πράγμα) ή με άλλο τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του τιμωρείται.... Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος, της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημοσίας ή ιδιωτικής φύσης. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχτηκε ότι προέκυψαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 541/2008 απόφασής του, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο, από όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται δέχτηκε ανελέγκτως ότι ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων), από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν σήμερα στο ακροατήριο, από τα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης που αναγνώσθηκαν, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, όπως όλα τα ανωτέρω αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσης, καθώς και από την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι: Ο κατηγορούμενος ενώ ήταν στρατιωτικός, δηλαδή ... της 120 ΠΕΑ, στη θέση ... του Δ.Δ. ..., την 26-05-2003, με πρόθεση κατέστρεφε ξένα ολικά κινητά πράγματα και, συγκεκριμένα, στον ως άνω, τόπο και χρόνο κατέστρεψε την σιδερένια πόρτα εισόδου, μήκους 3 περίπου μέτρων καθώς και την περίφραξη (σιδηροπασσάλους και συρματόσχοινο) κτήματος ιδιοκτησίας των εγκαλουσών Ψ1 και Ψ2, συνολικής αξίας περίπου 900 ευρώ. Επίσης στην ..., στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με το γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, ακολούθως δε πραγματοποίησε χρήση αυτού και συγκεκριμένα: Α) Την 1-7-03, κατά τη δικάσιμο της διαδικασίας Ασφαλιστικών Μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, στην οποία εκδικαζόταν η αίτηση των: α) Ψ1, β) Ψ2 και γ) Ζ κατ' αυτού, με περιεχόμενο την αναγνώρισή τους ως προσωρινές συννομείς κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία ενός αγροτικού τμήματος (ελαιοπεριβόλου) έκτασης 5.286,64 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση ..., προσεκόμισε, δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του, ενώπιον της δικάζουσας δικαστού μεγενθυμένο φωτοαντίγραφο αποσπάσματος προσωρινού κτηματολογικού διαγράμματος Α' Ανάρτησης της Κοινότητας ... του Εθνικού Κτηματολογίου, το οποίο προηγουμένως είχε νοθεύσει, προεκτείνοντας την ευθεία γραμμή που οριοθετεί το ακίνητο των αιτουσών βορειοανατολικά με το ακίνητο των Ρ και κληρονόμων Ρ κατ' ευθεία γραμμή και από ανατολικά προς τα δυτικά, καθ' όλη τη βόρεια πλευρά του ακινήτου των αιτουσών αλλά και πέραν τούτου και εντός του ακινήτου των κληρονόμων Π, κατά τρόπο ώστε να εμφαίνεται επί του σχεδιαγράμματος ότι, η έτσι απεικονιζόμενη λωρίδα γης τυγχάνει οδός και δη κοινόχρηστη. Στην ανωτέρω πράξη του προέβη με σκοπό να παραπλανήσει τη δικάσασα δικαστή ότι η επίδικη λωρίδα γης δεν αποτελούσε τμήμα του ακίνητου των αιτουσών αλλά τύγχανε κοινόχρηστη οδός, γεγονός που αν γινόταν δεκτό θα οδηγούσε στην απόρριψη της υπό εκδίκαση αίτησης και Β) Την 4-11-04, κατά τη διάρκεια της εκδίκασης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) της από 4-9-03 έφεσης του κατά της υπ' αριθμ. 54/03 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, με την οποία αναγνωρίσθηκαν οι: α) Ψ1, β) Ψ2 και γ) Ζ ως προσωρινές συννομείς κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία ενός αγροτικού τμήματος (ελαιοπεριβόλου) έκτασης 5.286,64 τ.μ, που βρίσκεται στη θέση ..., προσεκόμισε, δια των πληρεξούσιων δικηγόρων του ενώπιον των δικαζόντων δικαστών μεγεθυμένο φωτοαντίγραφο αποσπάσματος προσωρινού κτηματολογικού διαγράμματος Α' Ανάρτησης της Κοινότητας ... του Εθνικού Κτηματολογίου, το οποίο προηγουμένως είχε νοθεύσει, προεκτείνοντας την ευθεία γραμμή που οριοθετεί το ακίνητο των αιτουσών βορειοανατολικά με το ακίνητο των Ρ και κληρονόμων Ρ κατ' ευθεία γραμμή και από ανατολικά προς τα δυτικά, καθ' όλη τη βόρεια πλευρά του ακινήτου των αιτουσών αλλά και πέραν τoύτου και εντός του ακινήτου των κληρονόμων Π, κατά τρόπο ώστε να εμφαίνεται επί του σχεδιαγράμματος ότι η έτσι απεικονιζόμενη λωρίδα γης τυγχάνει οδός και δη κοινόχρηστη. Στην ανωτέρω πράξη του προέβη με σκοπό να παραπλανήσει τους δικάσαντες δικαστές ότι η επίδικη λωρίδα γης δεν αποτελούσε τμήμα του ακινήτου των ανωτέρω καθ' ων η έφεση αλλά τύγχανε κοινόχρηστη οδός, ισχυρισμός ο οποίος, αν γινόταν δεκτός, θα οδηγούσε στην αποδοχή της έφεσής του και στην εξαφάνιση της σε βάρος του υπ' αριθμ. 54/03 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας. Ο κατηγορούμενος στην απολογία του ισχυρίστηκε ότι η πόρτα τοποθετήθηκε από αυτόν το έτος 1986 κατόπιν συνεννοήσεως με τον θείο των πολιτικώς εναγουσών Π και αναφέρει χαρακτηριστικό ότι ήταν συνιδιοκτησία του πεθερού του και του Π. Οι ως άνω ενάγουσες είναι κληρονόμοι του Π και η επίμαχη πόρτα αποτελεί κατά το ήμισυ, σύμφωνα και με τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου περιουσιακό τους στοιχείο. Κατόπιν αυτών, το Δικαστήριο κατά πλειοψηφία κρίνει ότι η πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, συγκροτείται τόσο κατά τα αντικειμενικά, όσο και κατά τα υποκειμενικά της στοιχεία, καθώς ο ίδιος ο κατηγορούμενος αποδέχεται ότι αυτός κατέστρεψε τα εν μέρει ξένα κινητά πράγματα για τα οποία κατηγορείται. Κατά την κρατήσασα γνώμη των μελών του Δικαστηρίου όμως αποδείχθηκε πλήρως ότι τα ως άνω κινητά πράγματα ανήκαν αποκλειστικά στις πολιτικώς ενάγουσες, όπως εδέχθησαν και οι δύο ανωτέρω αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που ανεγνώσθησαν. Οι λοιποί ισχυρισμοί του που αναφέρονται στους λόγους για τους οποίους προέβη στην πράξη του δεν απεδείχθησαν και συνεπώς κρίνονται αβάσιμοι, Συνεπώς θα πρέπει για το λόγο αυτό να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη του αυτή. Δύο μέλη του Δικαστηρίου οι Αναθεωρητές Λ1 και Λ2 μειοψήφησαν έχοντας την άποψη ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κηρυχθεί αθώος της αποδιδομένης πράξεως λόγω αμφιβολιών που τους γεννήθηκαν στη συνδρομή του στοιχείου του δόλου, το οποίο είναι απαραίτητο για την ενοχή του. Περαιτέρω για την πράξη κατηγορίας της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση (μερικ. πράξεις δύο) από την όλη διαδικασία προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος παραποίησε το εν λόγω έγγραφο χαράζοντας γραμμές πέραν της επίδικης λωρίδας προκειμένου να εξαπατήσει το δικαστήριο στην προσπαθεί του να αμφισβητήσει τα περιουσιακά στοιχεία των εναγουσών. Ο ισχυρισμός του ότι. το συγκεκριμένο έγγραφο το ανέσυρε από το αρχείο του θανόντα πεθερού του προβάλλεται εκ του ασφαλούς καθόσον ο τελευταίος δεν είναι πλέον σε θέση να επιβεβαιώσει ή να αρνηθεί τον ισχυρισμό αυτό. Συνεπώς θα πρέπει, κατά την πλειοψηφούσα άποψη των μελών του Δικαστηρίου να κριθεί ένοχος και για την πράξη αυτή. Ένα μέλος του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα ο Αναθεωρητής Γ' Λ2, μειοψήφησε έχοντας την άποψη ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κηρυχθεί αθώος λόγω αμφιβολιών ως προς την τέλεση της πράξεως αυτής καθόσον από κανένα στοιχείο της διαδικασίας δεν προέκυψε ότι χάραξε ιδιοχείρως τα στοιχεία εκείνα τα οποία όντως αλλοίωσαν το υπό κρίση έγγραφο". Ακολούθως το Δικαστήριο τούτο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των αξιοποίνων πράξεων της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης πέντε μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλημάτων αυτών, που προβλέπονται από τις άνω διατάξεις, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Συγκεκριμένα, στο αιτιολογικό της απόφασης γίνεται αναφορά ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και τα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης που αναγνώσθηκαν ως και την απολογία του κατηγορουμένου, από το όλο δε περιεχόμενο της απόφασης συνάγεται σαφώς ότι το Δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσεως, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, ήτοι και την κατάθεση του μάρτυρα ... ως και τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της πολιτικής αγωγής και την απολογία του κατηγορουμένου που περιλαμβάνονται στα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης (274/2007 απόφασης του Πενταμελούς Αεροδικείου Αθηνών). Το ότι το Δικαστήριο της ουσίας απέδωσε διαφορετική αποδεικτική αξία σε αυτές δεν σημαίνει ότι τις αγνόησε. Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, και όσον αφορά την πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, που με τους αυτούς λόγους προβάλλεται ότι τα αναφερόμενα για την πράξη αυτή περιστατικά δεν αποδείχτηκαν από κανένα αποδεικτικό μέσο, πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και είναι απαράδεκτοι. Εξάλλου, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του τον περί πραγματικής πλάνης ισχυρισμό του και δεν διέλαβε αιτιολογία για αυτόν είναι αβάσιμη διότι τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός δεν υποβλήθηκε κατά τρόπο ορισμένο και σαφή με επίκληση πραγματικών περιστατικών περί τοιαύτης πλάνης και έτσι το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ούτε να διαλάβει περί αυτού ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των παραστασών ως πολιτικώς εναγουσών ως και στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-12-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 541/2008 απόφασης του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγουσών Ψ2 και Ψ1, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φθορά ξένης ιδιοκτησίας. Πλαστογραφία. Έννοια αυτών. Η διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιτότητας των εγγράφων συναλλαγών. Προς στοιχειοθέτηση της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της ουσίας του περιεχομένου του υποκειμενικώς δε δόλος υπερχειλής. Ο ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης πρέπει να υποβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Απορρίπτει αίτηση.
Φθορά ξένης ιδιοκτησίας
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Φθορά ξένης ιδιοκτησίας, Πλάνη.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1226/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κοτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ζαφείρη περί αναιρέσεως της 8171/2009 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 39/10. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ, υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δυο έτη, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 2318/ 1995 περί "Κώδικα Δικαστικών Επιμελητών", ο δικαστικός επιμελητής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ενεργεί ως όργανο της πολιτείας σύμφωνα με τις επιταγές του νόμου και στην περίπτωση αυτή είναι υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 του ΠΚ. Εξάλλου δε κατά τη διάταξη του άρθρου 49 του άνω νόμου ο δικαστικός επιμελητής δικαιούται για κάθε ενέργεια να λάβει από τον εντολέα του τη νόμιμη αμοιβή, καθώς και κάθε δαπάνη που απαιτείται για την πραγματοποίηση της εντολής. Περισσότεροι του ενός εντολείς ευθύνονται εις ολόκληρο. Ο δικαστικός επιμελητής δικαιούται να αξιώσει πριν από κάθε ενέργεια προκαταβολή ολόκληρης ή μέρους της αμοιβής του, την απαιτούμενη δαπάνη και την αναγκαία κατά περίπτωση τεχνική συνδρομή για κάθε πράξη. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Κ.Πολ.Δ, τα έξοδα της αναγκαστικής εκτελέσεως βαρύνοταν εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και προκαταβάλονται από εκείνον που την επισπεύδει. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχτηκε ότι προέκυψαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. Ι στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 8171/ 2009 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, από όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται δέχτηκε ανελέγκτως ότι ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων) Στην προκειμένη περίπτωση από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005 ο εγκαλών Ξ και η Β χήρα Ω , κάτοικοι ..., μέσω του πληρεξουσίου τους Κωνσταντίνου Γεωργακόπουλου, δικηγόρου Αθηνών, έδωσαν εντολή στον κατηγορούμενο δικαστικό επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ να προβεί σε εκτέλεση της τελεσίδικης υπ' αριθ. 8435/1997 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την εν λόγω απόφαση υποχρεωνόταν ο Ζ να καταβάλει από τους πιο πάνω επισπεύδοντες στο μεν πρώτο 674.000 δραχμές (1.977,98 ευρώ) και στη δεύτερη 599.000 δραχμές (1.757,88 ευρώ), νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και με προσωπική κράτηση του οφειλέτη διάρκειας δύο (2) μηνών. Την 30-9-2005 ο κατηγορούμενος, με τη συνδρομή και του μηνυτή, συνέλαβε τον πιο πάνω οφειλέτη στον ..., προκειμένου να υλοποιηθεί η εκτέλεση της διατάξεως της πιο πάνω αποφάσεως περί προσωπικής κρατήσεως. Αρχικά ο ως άνω οφειλέτης ζήτησε μέσω της πληρεξούσιας δικηγόρου του διακανονισμό της οφειλής, αλλά στη συνέχεια δήλωσε ότι δεν πρόκειται να καταβάλεν κανένα ποσό και ότι θα ασκήσει αντιρρήσεις κατά της γενόμενης εκτελέσεως. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος σε τηλεφωνικές επικοινωνίες με τη μηνυτή ζήτησε το ποσό των 2.000 ευρώ για αμοιβή του και τροφεία, ώστε να προχωρήσει η διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως. Ο τελευταίος πρόβαλε αντιρρήσεις για το ύψος του ποσού αυτού, αλλά τελικά δέχθηκε, πιεζόμενος και από το ότι οι προσπάθειας του για τον εντοπισμό του οφειλέτη είχαν διάρκεια περίπου έξι (6) ετών. Στη συνέχεια κατέβαλε προσπάθειες για την ανεύρεση των αιτηθέντων χρημάτων, πλην όμως κατόρθωσε να ανεύρει μόνο ποσό 1.200 ευρώ. Μετά ταύτα ο κατηγορούμενος, συνοδεύοντας το οφειλέτη, μετέβη στο Πρωτοδικείο Αθηνών, όπου ο προσωποκρατούμενος οφειλέτης υπέβαλε αντιρρήσεις, οι οποίες απορρίφθηκαν με την υπ' αριθ. 7538/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων). Έπειτα ο εγκαλών προσέφερε στον κατηγορούμενο ποσό 1.000 ευρώ και του εξήγησε ότι εντός πέντε ημερών θα του κατέβαλε και τα υπόλοιπα 800 ευρώ. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι στο μεταξύ χρονικό διάστημα ο μηνυτής είχε καταβάλει ιδιοχείρως για τροφεία στο Δημόσιο Ταμείο στο Κτίριο 12 των Δικαστηρίων της πρώην Σχολής Ευελπίδων το ποσό των 153,60 ευρώ (βλ. Νο ... διπλότυπο είσπραξης Δ.Ο.Υ. ...). Τότε ο παριστάμενος σε όλη τη διαδικασία ως άνω δικηγόρος του εγκαλούντος Κωνσταντίνος Γεωργακόπουλος προσφέρθηκε να συμπληρώσει το ποσό των 1.000 ευρώ με άλλα 300 ευρώ, που είχε εις χείρας του τη στιγμή εκείνη, με τη ρητή υπόσχεση τόσο του ίδιου όσο και του πρώτου (εγκαλούντος) ότι εντός πέντε ημερών θα καταβάλλονταν και το υπόλοιπο ποσό των 500 ευρώ. Πλην όμως ο κατηγορούμενες αρνήθηκε και πάλι να δεχθεί το ανωτέρω ποσό των 1.300 ευρώ και στη συνέχεια άφησε ελεύθερο τον πρόσωποκρατηθέντα οφειλέτη. Για τα παραπάνω ο κατηγορούμενος συνέταξε την υπ' αριθ. 1172/30-9-2009 έκθεση προσωποκράτησης, στην οποία αναφέρει ότι ο μηνυτής του πρότεινε να του καταβάλει μόνο 1.200 ευρώ (από το συνολικό ποσό των 2.000 ευρώ) και αυτά τις επόμενες ημέρες και του δήλωσε ότι δεν πληρώνει άλλα και να τον αφήσει (τον προσωποκρατηθέντα) ελεύθερο. Παρόμοιο ισχυρισμό επανέλαβε ο κατηγορούμενος και κατά την απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα όμως ουδόλως αποδείχθηκε η βασιμότητα του ισχυρισμού του αυτού. Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι ο εγκαλών ουδέποτε έδωσε εντολή στον κατηγορούμενο να αφήσει ελεύθερο τον προσωποκρατηθέντα οφειλέτη. Όλες οι επίπονες και μακροχρόνιες ενέργειες του εγκαλούντος κατέτειναν ακριβώς στο να πραγματωθεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως με την υλοποίηση της προσωπικής κράτησης του διαφεύγοντος για πολλά έτη οφειλέτη του και σε καμία περίπτωση δεν ήταν δυνατόν ο πρώτος να δώσει εντολή στον κατηγορούμενο να αφήσει ελεύθερο τον τελευταίο. Για τούτο σαφείς και κατηγορηματικές είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που ενισχύονται και από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τις ασαφείς και αόριστες καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, οι οποίες κρίνονται από το Δικαστήριο μη πειστικές. Με τα δεδομένα αυτά αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος κατά παράβαση των υπηρεσιακών καθηκόντων του άφησε ελεύθερο τον ως άνω προσωποκρατηθέντα οφειλέτη, προέβη δε σ' αυτήν τη μη νόμιμη ενέργεια του με σκοπό να προσπορίσει στον τελευταίο παράνομο όφελος, συνιστάμενο στην αποφυγή καταβολής της οφειλής του, που προέκυπτε από την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση εις βάρος του. Επιπλέον, με την ως άνω ενέργεια του ο κατηγορούμενος είχε σκοπό και επέφερε βλάβη στον εγκαλούντα, με τη ματαίωση της αναγκαστικής εκτελέσεως που επέσπευδε σε βάρος του πιο πάνω οφειλέτη του και τη μη είσπραξη του οφειλόμενου σ' αυτόν ποσού. Ακόμη, πρέπει να τονιστεί ότι η πιο πάνω υπηρεσιακή παράβαση του κατηγορουμένου ήταν αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στην ωφέλεια του οφειλέτη και στη βλάβη του εγκαλούντος με το συγκεκριμένο τρόπο που σχεδιάστηκε και τελέστηκε από τον πρώτο (κατηγορούμενο), ο οποίος και γνώριζε την εν λόγω προσφορότητα. Κατόπιν αυτών πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος, όπως αυτή ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας. Ακολούθως το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξης της παράβασης καθήκοντος και του επέβαλε φυλάκιση έξι (6) μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία με το ακόλουθο διατακτικό: ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι στον ... στις 30-9-2005, ενώ ήταν υπάλληλος με πρόθεση-παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος και να βλάψει άλλον και ειδικότερα υπό την ιδιότητα του δικαστικού επιμελητή και επομένως υπαλλήλου κατά την έννοια του αρθρ. 13 στοιχ. α'του ΠΚ, ενώ συνέλαβε, σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 8435/1997 αποφάσεως του Πολυμελούς πρωτοδικείου Αθηνών, τον Ζ, κάτοικο ..., οφειλέτη του εγκαλούντος Ξ και παρότι ο τελευταίος του κατέβαλε το μεγαλύτερο μέρος της αμοιβής αυτού (κατηγορουμένου) και τα τροφεία του ανωτέρω προσωποκρατηθέντος, ήτοι εκ του συνολικού ποσού των 2.000 ευρώ, του κατέβαλε 1.300 ευρώ με τη ρητή υπόσχεση ότι εντός πέντε ημερών θα του καταβάλει τα υπόλοιπα 500 ευρώ, ο κατηγορούμενος, παρά την εντολή του εγκαλούντος να συνεχίσει και ολοκληρώσει την αναγκαστική εκτέλεση της ανωτέρω δικαστικής απόφασης, κατά παράβαση των καθηκόντων του, άφησε ελεύθερο τον ως άνω προσωποκρατηθέντα οφειλέτη, προέβη δε σ' αυτήν τη μη νόμιμη ενέργεια του με σκοπό να προσπορίσει στον τελευταίο παράνομο όφελος, βλάπτοντας τον εγκαλούντα. Με τις παραδοχές όμως αυτές το Δικαστήριο της ουσίας στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση διότι υπάρχουν ασάφειες και αντιφάσεις του σκεπτικού σε σχέση με το διατακτικό που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων. Συγκεκριμένα ενώ στο σκεπτικό η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων, δικαστικός επιμελητής, αρνήθηκε να δεχτεί το ποσό των 1.300 ευρώ που ο εγκαλών δανειστής προσέφερε σε αυτόν έναντι της αμοιβής του των 2.000 ευρώ που είχε ζητήσει για να προχωρήσει στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης (προσωποκράτησης του οφειλέτη), στο διατακτικό αναφέρεται ότι ο εγκαλών δανειστής κατέβαλε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το μεγαλύτερο μέρος της αμοιβής του και τα τροφεία του οφειλέτη και συγκεκριμένα από το συνολικό ποσό των 2.000 ευρώ του κατέβαλε 1.300 ευρώ. Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων ως αλυσιτελούς, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση σε νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 8171/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση σε νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση καθήκοντος. Έννοια. Ο δικαστικός επιμελητής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του είναι υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 ΠΚ. Ο επιμελητής δικαιούται για κάθε ενέργεια να λάβει από τον εντολέα του τη νόμιμη αμοιβή, δικαιούται δε να αξιώσει πριν από κάθε ενέργεια προκαταβολή ολόκληρης ή μέρους της αμοιβής του. Αναιρεί διότι υπάρχουν ασάφειες και αντιφάσεις του σκεπτικού σε σχέση με το διατακτικό και έτσι στέρησε το Δικαστήριο τη νόμιμη βάση της προσβαλλομένης. Παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παράβαση καθήκοντος.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1225/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ελευθεριάδη, περί αναιρέσεως της 751/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1162/09. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τη διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης περί της επιβλητέας ποινής και να απορριφθεί κατά τα λοιπά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου μόνο του α.ν. 690/1945, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 2336/1995 " κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων κτλ.". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα, τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο είτε από διοικητικές πράξεις.( άρθρο 655 του ΑΚ ). Εξ άλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθροον 93 παρ. 3 του.Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διάταξης του α.ν. 690/1945, για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των παραπάνω και η ιδιότητα του κατηγορουμένου, καθώς και αν οι οφειλόμενες αποδοχές καθορίζονταν από ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή το έθιμο, καθώς επίσης, αν αυτές δεν καταβλήθηκαν εμπροθέσμως, πότε έπρεπε να πληρωθούν με βάση τη συμφωνία, το νόμο ή το έθιμο κτλ. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα από αυτά, για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα. Περαιτέρω, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της απόφασης, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ή όταν η απόφαση δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε δεν έχει η απόφαση νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 751/2009 απόφαση του κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για παράβαση του α.ν. 690/1945 και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία και χρηματική ποινή 4.000 ευρώ. Το Δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση δέχθηκε, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης του που συμπληρώνεται παραδεκτά από το διατακτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 1/5/2005 στο πρώτο χιλιόμετρο της Εθνικής οδού ... ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "Χ- Κ και Σία Ο.Ε.", η οποία εδρεύει στην ... και διατηρεί κέντρο διασκεδάσεως με τον διακριτικό τίτλο " Χρώματα", αν και προσέλαβε το Ρ, κάτοικο ..., για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως τραγουδιστής στο ως άνω κέντρο διασκεδάσεως, δυνάμει της από του μηνός Οκτωβρίου 2004 σύμβασης εργασίας του μερικής απασχόλησης αόριστης διάρκειας, που καταρτίστηκε προφορικά μεταξύ του κατηγορουμένου με την ιδιότητα του ως νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρίας με την επωνυμία "Χ- Κ και Σία Ο.Ε." και του ανωτέρω εργαζόμενου, και απασχόλησε αυτόν, δυνάμει της ως άνω συμβάσεως εργασίας, κατά το χρονικό διάστημα από 1/10/2004 έως 30/4/2005, δεν του κατάβαλε: 1) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών, ποσού ύψους 400 ευρώ. Μεταξύ των μερών είχε καταρτισθεί προφορικά ειδική συμφωνία περί του τρόπου καταβολής της αμοιβής του εργαζόμενου, βάσει της οποίας ο εργοδότης έπρεπε να καταβάλει το καθαρό ποσό των 400 ευρώ για κάθε μία από τις τρεις (3) βραδιές που θα εργαζόταν ο μηνυτής (βράδυ Παρασκευής, Σαββάτου, Κυριακής) και την αμοιβή του συμφωνήθηκε να την εισπράττει κατά την λήξη του κάθε τριημέρου. Όμως, ο κατηγορούμενος δεν κατάβαλε την 1/5/2005 (ημέρα Κυριακή) μόνο ένα από τα συμφωνημένα τρία (3) ημερομίσθια του τελευταίου τριημέρου της εργασίας του, ύψους 400 ευρώ, 2) επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2004, ποσού ύψους 2.000 ευρώ, 3) επίδομα εορτών Πάσχα 2005, ποσού ύψους 3.320 ευρώ, 4) αποζημίωση αδείας, ποσού ύψους 3.008 ευρώ, και 5) επίδομα αδείας, ποσού ύψους 3.008 ευρώ. Το γενικό σύνολο οφειλομένων, που αφορά το υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών, επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2004, επίδομα εορτών Πάσχα 2005, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας, είναι ποσού ύψους 11.736 ευρώ. Στην κρίση αυτή, περί του ότι ο μάρτυρας Ρ προσλήφθηκε στην ως άνω ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία " Χ- Κ και Σία Ο.Ε." από τον κατηγορούμενο, ο οποίος λειτουργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Χ-Κ και Σία Ο.Ε." οδηγείται το δικαστήριο από την πειστική και σαφή κατάθεση της μάρτυρας κατηγορίας Ρ2, υπαλλήλου της Επιθεώρησης Εργασίας, η οποία κατέθεσε ότι όταν η εν λόγω εταιρία προσέλαβε τον παραπάνω εργαζόμενο, εκπρόσωπος της ήταν ο Χ (κατηγορούμενος). Η κρίση αυτή ενισχύεται εξ άλλου και από το από 27/2/2008 ακριβές αντίγραφο της σύμβασης εργασίας μερικής απασχόλησης του ως άνω εργαζομένου (αρ. πρωτ. 2769/2004), στην οποία αναφέρεται ότι νόμιμος εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρίας, κατά το χρόνο πρόσληψης του ως άνω απασχολούμενου, ήταν ο κατηγορούμενος Χ, αλλά και από τον προσκομιζόμενο Πίνακα Προσωπικού (αρ. πρωτ. 7674/2004) , ο οποίος προσκομίσθηκε στην επιθεώρηση εργασίας από την ίδια την εταιρία, όπου και πάλι αναγράφηκε ο Χ (ο κατηγορούμενος) ως "υπεύθυνος εργοδότης". Επομένως, κατόπιν των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ο αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός, που πρόβαλε ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου, περί του ότι αυτός (κατηγορούμενος) δεν ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία " Χ- Κ και Σία Ο.Ε" κατά το επίδικο χρονικό διάστημα απασχόλησης του εν λόγω εργαζόμενου και να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν κατηγορίας, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην απόφαση του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατά κατηγορία εξειδικεύει, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που , κατά την ανέλεγκτη κρίση του ,προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου μόνον του α.ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 2336/1995, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και την οποία δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, ελλείπων ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, αιτιολογείται με πληρότητα ότι ο αναιρεσείων με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας με την επωνυμία "Χ- Κ και Σία Ο.Ε" προσέλαβε τον Ρ με την από του μηνός Οκτωβρίου 2004 προφορική σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης αόριστης διάρκειας για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως τραγουδιστής στο κέντρο διασκεδάσεως με το διακριτικό τίτλο "Χρώματα" της ως άνω εταιρίας και απασχόλησε αυτόν, δυνάμει της ως άνω συμβάσεως εργασίας, κατά το χρονικό διάστημα από 1/10/2004 έως 30/4/2005 και δεν του κατάβαλε εμπρόθεσμα τις οφειλόμενες, συνεπεία της ως άνω σύμβασης, αποδοχές που αναφέρονται με λεπτομέρεια στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ούτε υπάρχει ασάφεια ή αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της απόφασης ως προς την ιδιότητα με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, ως αυτουργός του ως άνω εγκλήματος, αφού τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό αποφάσεως, η ποινική ευθύνη του αναιρεσείοντος θεμελιώνεται στο γεγονός ότι κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα απασχολήσεως του εργαζόμενου ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία " Χ-Κ και Σία Ο.Ε". Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως , με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της εφαρμοσθείσας ως άνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης, αντιστοίχως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά δε το μέρος που με την επίκληση των λόγων αυτών πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όπως η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων κατά το ανωτέρω κρίσιμο χρονικό διάστημα τελέσεως του προαναφερόμενου εγκλήματος είχε την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας, ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε το γεγονός αυτό, είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν. Από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η μη ανάγνωση εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, συνιστά κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου κώδικα έλλειψη ακροάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, εφόσον από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ζήτησαν την ανάγνωση του και το δικαστήριο δεν την επέτρεψε ή παράλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι από το συνήγορο που εκπροσώπησε τον αναιρεσείοντα, προς επιβεβαίωση του προβληθέντος ισχυρισμού ότι δεν ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρίας, προσκομίσθηκαν στο δικαστήριο, μεταξύ των άλλων, και τα εξής έγγραφα: 1) η υπ' αριθμ. 248/2006 λύση της ομόρρυθμης εταιρίας, 2) η υπ' αριθμ. 193/2008 βεβαίωση του Πρωτοδικείου Κατερίνης, 3) η από 18/10/2005 εξώδικη δήλωση του διαχειριστή της εταιρίας Χ2, και 4) η από 21/11/2005 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης αίτηση επιδείξεως εγγράφων του διαχειριστή της εταιρίας Χ2, χωρίς να γίνεται μνεία και ότι αναγνώσθηκαν, σε αντίθεση με τα λοιπά έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν Όμως δεν προκύπτει από τα ίδια πρακτικά ότι ζητήθηκε η ανάγνωση τους από τον Εισαγγελέα ή από το συνήγορο του κατηγορουμένου και το δικαστήριο δεν την επέτρεψε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος. Επομένως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά το μέρος δε που αυτός πλήττει την ουσία της υπόθεσης ως απαράδεκτος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 333 παρ. 2, 357 παρ. 3 , 358 , 170 παρ. 2 και 171 παρ. 1 εδ. δ'του ΚΠΔ, συνάγεται ότι για να επέλθει η από την τελευταία διάταξη προβλεπόμενη απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο γιατί ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του δεν απηύθυναν προς το μάρτυρα ερωτήσεις για εξακρίβωση της αλήθειας ή μετά την εξέταση του δεν προέβησαν σε παρατηρήσεις σχετικά με την κατάθεση του ή την αξιοπιστία του, πρέπει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του να ζήτησαν να τους δοθεί προς τούτο η άδεια και, αν δεν τους δοθεί από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, να προσφύγουν αμέσως, μη αποδεχόμενοι την διάταξη του Προέδρου, σε ολόκληρο το δικαστήριο και τούτο να απορρίψει παρά το νόμο τη προσφυγή ή να παραλείψει να αποφανθεί επ' αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, ούτε ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ούτε από τα οικεία πρακτικά προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ως κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του μετά την εξέταση των μαρτύρων Ρ και Ρ2, ζήτησαν να ασκήσουν τα εκ των ως άνω διατάξεων δικαιώματα τους, δηλαδή να απευθύνουν ερωτήσεις προς τους προαναφερθέντες μάρτυρες ή να προβούν σε δηλώσεις ή σε παρατηρήσεις σχετικές με την αξιοπιστία ή την κατάθεση τους και παρακωλύθηκαν σε τούτο από τον διευθύνοντα τη συζήτηση και στη συνέχεια από το δικαστήριο στο οποίο προσέφυγαν. Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο του σκέλος, λόγος αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369 παρ. 1 και 371 παρ. 3 του ΚΠΔ προκύπτει ότι όταν κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος γίνεται συζήτηση για την ποινή που πρέπει να επιβληθεί και για τη μετατροπή ή μη αυτής, κατά την οποία ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να λάβει το λόγο τελευταίος. Από τη παραβίαση των διατάξεων αυτών, επέρχεται, σε σχέση με τον κατηγορούμενο, απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και των δικαιωμάτων που του παρέχονται, από την ακυρότητα δε αυτή ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, μετά την κήρυξη του αναιρεσείοντος ενόχου για παράβαση του α.ν. 690/1954, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης προέβη στον καθορισμό της επιβλητέας ποινής χωρίς προηγουμένως να δώσει σχετικώς τον λόγο στον παριστάμενο συνήγορο αυτού. Επομένως, εχώρησε η ως άνω απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το σχετικό μέρος και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς την διάταξη της αυτή για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 751/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης ως προς την διάταξη της περί της επιβλητέας ποινής. Και Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο κεφάλαιο για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση άρθρου μόνο του Α.Ν 690/1945 (Εισάγεται μετ' αναίρεση). Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι της αιτήσεως αναίρεσης α) για έλλειψη αιτιολογίας, β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 § 1 στοιχ Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ), γ) για έλλειψη ακροάσεως που ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Β΄ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, σε συνδυασμό με άρθρα 170 § 2 και 364 § 1 του ΚΠΔ (δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε η ανάγνωση των εγγράφων από τον Εισαγγελέα ή τον συνήγορο του κατηγορουμένου), δ) περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο (σχ. άρθρα 333, 357 και 358 ΚΠΔ), διότι ούτε ο αναιρεσείων, ούτε προκύπτει από τα πρακτικά ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου μετά την εξέταση των μαρτύρων ζήτησε να ασκήσει τα εκ των ως άνω άρθρων δικαιώματα του και παρακωλύθηκε από τον διευθύνοντα και στη συνέχεια από το δικαστήριο στο οποίο προσέφυγε. ε) Γίνεται δεκτός ως βάσιμος ο λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρα 369 § 1, 371 § 3, 171 § 1 στοιχ. Δ΄, 510 § 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ), διότι από τα πρακτικά προκύπτει ότι μετά την κήρυξη του κατηγορουμένου ενόχου, το δικαστήριο προέβη στον καθορισμό της επιβλητέας ποινής, χωρίς προηγουμένως να δώσει τον λόγο στον συνήγορο του κατηγορουμένου. Αναιρείται η απόφαση κατά τη διάταξή της περί επιβλητέας ποινής και παραπέμπεται κατά τούτο.
Ακροάσεως έλλειψη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Καθυστέρηση καταβολής αποδοχών εργαζομένου, Αναίρεση μερική, Ακροάσεως έλλειψη.
0
Αριθμός 1239/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο και Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή,Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1888/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Χ2 και 2) Χ3. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1 και 2) Ψ2. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Οκτωβρίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1559/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη, με αριθμό 114/19-3-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1 + 4, 138 παρ. 2β, 485 παρ. 1 ΚΠΔ την υπ' αρ. 196/20-10-2009 (ενώπιον της Γραμματέως Τμήματος Βουλευμάτων Εφετείου Αθηνών) αίτηση αναιρέσεως της Χ1, κατοίκου ..., οδός ... 22, κατά του υπ' αρ. 1888/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τ' ακόλουθα: Ι) Με το υπ' αρ. 3107/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών η αναιρεσείουσα παρεπέμφθη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών όπως δικασθεί για α) άμεση συνδρομή σε πλαστογραφία με χρήση από κοινού και κατ' εξακολούθηση με περιουσιακό όφελος άνω των 73.000 ευρώ, β) άμεση συνδρομή σε απάτη με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία άνω των 73.000 ευρώ, (αρ. 1, 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 46 παρ. 1β, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1 + 3α, 386 παρ. 1 + 3β ΠΚ) σε πράξεις που φέρονται ότι τέλεσαν οι Χ2 και Χ3 (ενώ απηλλάγησαν οι λοιποί κατηγορούμενοι Χ4, Χ5). Κατά του άνω βουλεύματος άσκησε έφεση η κατηγορουμένη Χ1 ενώ δεν άσκησαν έφεση οι Χ2 και Χ3. Επίσης κατά του απαλλακτικού μέρους του βουλεύματος (δηλ. ως προς τους Χ4 και Χ5 άσκησε έφεση ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών και εξεδόθη το προσβαλλόμενο ήδη βούλευμα με το οποίο απερρίφθη η έφεση της άνω κατηγορουμένης καθώς και του Εισαγγελέως Εφετών και επεκυρώθη το εκκληθέν (εξαιρουμένου του κεφαλαίου που αφορούσε τον Χ5 λόγω θανάτου του για τον οποίο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη). Το άνω βούλευμα επεδόθη στην κατηγορουμένη την 20-10-2009 και στον αντίκλητο δικηγόρο της την 22-10-2009, συνεπώς η υπό κρίση αίτηση είναι εμπρόθεσμη (άρ. 473 παρ. 1 ΚΠΔ), νομότυπη γιατί ασκήθηκε ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Εφετείου Αθηνών (αρ. 474 παρ. 1 ΚΠΔ) και παραδεκτή αφού πρόκειται για βούλευμα υποκείμενο σε αναίρεση (αρ. 482 παρ. 1 ΚΠΔ). Κατά την διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ στην έκθεση ασκήσεως ενδίκου μέσου πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο, διότι αν δεν περιέχεται κάποιος λόγος ή όλοι είναι αόριστοι, το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο (Ολ.ΑΠ. 644/85 Π.Χρ. ΛΕ/899, Α.Π. 1412/98 Π.Χρ. ΜΘ/476). Δεν αποτελεί λόγον αναιρέσεως κατά βουλεύματος (ή αποφάσεως) ή "κακή εκτίμηση των αποδείξεων" διότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την νομική ορθότητα αυτών στα πλαίσια των προβλεπομένων στον νόμο λόγων αναιρέσεως και δεν ερευνά την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων επί των οποίων κρίνει κυριαρχικά το δικαστικό συμβούλιο (ή το δικαστήριο της ουσίας, Α.Π. 1165/2003, 1610/2003, Α.Π. 90/2000 Π.Χρ. Ν./311, Α.Π. 200/99 Π.Χρ. ΜΖ/1540). Στην υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως η κατηγορουμένη αρχικά μεν αναφέρει ότι ζητεί την αναίρεση διότι δεν έχει καμμία απολύτως σχέση με την υπόθεση ούτε με την κατηγορία, ούτε κανένας μάρτυρας κατέθεσε ποτέ το παραμικρό εναντίον της, ούτε παθών είναι ο Ψ1 αφού ο ίδιος όταν κλήθηκε από την προανάκριση ακόμη διευκρίνησε ότι αυτή δεν είχε σχέση με την υπόθεση. "Στην 3η σελίδα της αιτήσεως διερωτάται για ποιά πράξη την παραπέμπουν, με ποιά αιτιολογία σε ποιές αποδείξεις την στηρίζουν, αυτό που γράφεται στο βούλευμα δεν το είπε κανένας μάρτυρας ... καμμία μήνυση δεν έγινε σε βάρος της ... ποιά ένδειξη αναφέρει ότι αυτή έκανε κάτι και ποιός μάρτυρας λέει ότι αυτή έβλαψε κάποιον ...". Οι διατυπώσεις αυτές, κατά συνεκτιμητική αξιολόγηση, με την σε άλλο σημείο (σελ. 2) αμφισβήτηση των αιτιάσεων του βουλεύματος, προσδίδουν στην αίτηση παραδεκτό κατ' άρ. 474 παρ. 2 ΚΠΔ (κατά την ημέτερη άποψη) λόγον της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και συνεπώς η εν λόγω αίτηση είναι παραδεκτή. ΙΙ) α) Η απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και άρ. 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών (αποχρωσών) ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα που ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις (Α.Π. 1307/2004, Α.Π. 2090/2005). Το βούλευμα περιλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και όταν αναφέρεται στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, εφ' όσον η τελευταία διαλαμβάνει τα απαραίτητα στοιχεία (Συμβ. Α.Π. 96/2004 Π.Δ/σύνη 2004/617, Συμβ. Α.Π. 2168/05 Π.Δ/σύνη 2006/732). ΙΙΙ) α) Από το άρθρο 216 §1 Π.Κ. το οποίο ορίζει ότι: "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ως καταρτισθέν παρ' ετέρου ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων. Η ίδια διάταξη ορίζει ότι "η χρήση του εγγράφου από αυτόν αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση". Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή σχετικό με την δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος προστατευομένου από τον νόμο. Κατά την παράγραφο 3 ιδίου άρθρου εδαφ. α' αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (της πλαστογραφίας και χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών "εάν το συνολικό όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (Τούση-Γεωργίου Ερμ. Π.Κ. υπ' αρ. 216 σελ. 557 επομ. Γάφου Ειδ.μέρος τεύχος Β σελ. 79 επομ., Συμβ. Α.Π. 963/2008 Π.Δ/σύνη 2008/1534, Συμβ. Α.Π. 1874/2006 Π.Δ/σύνη 2007/505). β) Από την διάταξη της παραγρ. 1 του άρ. 386 του Π.Κ. προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης διαπράττει όποιος με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένης περιουσία, πείθοντας κάποιον με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την απόκρυψη των αληθινών σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η παράσταση των ψευδών γεγονότων μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, προφορικώς ή εγγράφως, αρκεί συνεπεία αυτής να προξενήθηκε η πλάνη και εκ της παραπλανήσεως να προέβη ο παραπλανηθείς σε πράξη ή παράλειψη ένεκα της οποίας επήλθε περιουσιακή ζημία στον παραπλανηθέντα ή τρίτο. Ως γεγονότα κατά την έννοια του άρθρου 386 ΠΚ, νοούνται πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον , όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται με τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως βάσει της εμφανιζομένης ψευδούς καταστάσεως από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση τότε συγκροτείται το έγκλημα της απάτης (Α.Π. 5/2001, 610/2002, 1331/2005 Χρόνος Τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης, με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλ. προέβη στις ψευδείς παραστάσεις εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε (πείσθηκε) ο παθών ή τρίτος. Είναι δε αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του θύματος (Α.Π. 691/1997, 1627/1999, 132/2000, 1331/2005). Κατά την παράγραφο 3 εδαφ. β ιδίου άρθρου "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών ... β) εάν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει τα ουσιαστικά περιστατικά της πράξης και θέλει να τα παραγάγει (Α.Π. 164/2001 Π.Χρ. ΝΑ/905) και πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο όλα τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, αλλά και την μεταξύ τους αιτιώδη σχέση. Η διατύπωση της διάταξης "εν γνώσει" υποδηλώνει υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση και δεν επιτρέπει την παραδοχή ενδεχόμενου δόλου ως προς το ψευδές της παράστασης, απόκρυψης ή παρασιώπησης, ενώ ως προς τα λοιπά στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης αρκεί ενδεχόμενος δόλος. Απάτη μπορεί να τελεσθεί και ενώπιον δικαστηρίου, έτσι, στην πολιτική δίκη μπορεί ο δράστης (ο διάδικος ή ο δικηγόρος του) να παραπλανήσει τον δικαστή διά της προβολής ψευδούς ισχυρισμού, ο οποίος να υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσαγωγή ψευδών αποδεικτικών μέσων, ήτοι πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν αλλά ψευδών κατά περιεχόμενο (Α.Π. 2231/2007 Π.Δ/σύνη 2008/807) από τα οποία ο δικαστής πλανηθείς εξέδωσε οριστική απόφαση από την οποία επήλθε βλάβη στον διάδικο (Α.Π. 1452/2006 Π.Χρ. ΝΖ 629, Α.Π. 1638/2004 Π.Χρ. ΝΕ/649). γ) Το κατ' εξακολούθηση έγκλημα απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, που κάθε μία περιέχει πλήρη στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, αλλά όλες συνδέονται με την ταυτότητα της αποφάσεως για την εκτέλεσή τους (Μπουροπούλου Ερμ. ΠΚ έκδοση Α' σελ. 257). Κατά την παράγραφο 2 του άρ. 98 ΠΚ (ως αυτή προσετέθη με άρ. 14 παρ. 1 Ν. 2721/99): Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. δ) Άμεση συνέργεια είναι η παροχή με πρόθεση άμεσης συνδρομής στον δράστη κατά την διάρκεια της πράξεως του αυτουργού και στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως, απαιτεί οποιαδήποτε συνδρομή υλικής φύσεως και να είναι μόνο κατά την πράξη και όχι πριν ή μετά την τέλεση αυτής. Με βάση τον περιορισμένο παρακολουθηματικό χαρακτήρα της συμμετοχής πρέπει η πράξη του αυτουργού να είναι άδικη και να πληροί τα αντικειμενικά στοιχεία. Δηλ. πρέπει ο αυτουργός να διαπράξει άδικη πράξη ή να αποπειραθεί αυτήν. Απαιτείται να υπάρχει δόλος στον αναγκαίο συνεργό εγκείμενος στην ηθελημένη παραδοχή συνδρομής στον πράττοντα, εν γνώσει του ότι αυτή παρέχεται κατά την εκτέλεση της άδικης πράξεως (Α.Π. 1533/99 Π.Χρ. Ν/789, Α.Π. 67/94 Π.Χρ. ΜΔ 455), δεν απαιτείται όμως να επιδιώκεται επιπλέον, και από τον συμμέτοχο ίδιο περιουσιακό όφελος (Α.Π. 1281/85 Π.Χρ. ΛΣΤ/272). Αρκεί ενδεχόμενος δόλος του συνεργού, εκτός εάν ο νόμος απαιτεί για την κύρια πράξη ορισμένο δόλο, οπότε απαιτείται η ίδια διαβάθμιση και για τον δόλο του άμεσου συνεργού. Η συνέργεια θα πρέπει να παρασχεθεί από τον συνεργό κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς την βοήθεια αυτού να μην ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος κάτω από τις περιστάσεις που διαπράχθηκε (Α.Π. 359/2002 Π.Δ/σύνη 2002/802, Α.Π. 857/2000 Π.Χρ. ΝΑ/149, Α.Π. 207/95 Π.Χρ. ΜΕ/482, περί της εννοίας του αρ. 46 §ιβ Π.Κ. εις Συστηματική Ερμηνεία Π.Κ. εκδ. Π. Σάκκουλα - σχόλια Α. Δημάκης σελ. 92 επομ., Τούση-Γεωργίου Ερμ. Π.Κ. έκδοση Γ υπ' αρ. 46 σελ. 175 επομ.). IV) Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση (Α.Π. 1151/2006 Π.Χρ. ΝΖ/33, Ολ. Α.Π. 1227/79 Π.Χρ. Λ/53) που προσδιορίζει κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα που συγκεντρώθηκαν από την κυρία ανάκριση εδέχθη ότι προέκυψαν κατά την κρίση του Συμβουλίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορούμενη Χ2 από κοινού με τον συγκατηγορούμενό της Χ3 στις 4-3-2003 κατάρτισαν την από 4/3/2003 αγωγή διανομής, καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως και περιορισμού βαρών, με ενάγουσα την Χ2 και εναγόμενο (τον παθόντα) Ψ1, την οποία κατέθεσαν την ίδια ημερομηνία στο γραμματέα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με γενικό αριθμό καταθέσεως 35512/2003 και αριθμ. καταθ. Δικογράφου 2187/2003. Έθεσαν δε αυτοί στην τελευταία σελίδα της αγωγής στη θέση "Ο πληρεξούσιος Δικηγόρος" καθώς και κάτω από την πράξη καταθέσεως στη θέση "Ο καταθέσας" την υπογραφή του δικηγόρου Αθηνών Ψ2 παράνομα, εν αγνοία και χωρίς την θέληση του. Το περιεχόμενο της ως άνω πλαστής αγωγής ήταν ψευδές. Σ' αυτό δε αναφερόταν ότι δήθεν η Χ2 και ο εναγόμενος Ψ1 είχαν συμφωνήσει να της μεταβιβάσει το 1/2 ενός αγροτεμαχίου, του συνολικού εμβαδού 2.140 τμ, κειμένου στη θέση ... της κτηματικής περιφερείας του Δήμου ..., του οποίου η συνολική αξία ανερχόταν στο ποσό των 300.000.000 δραχμών. Περαιτέρω η ως άνω πλαστή αγωγή ανέφερε ότι (δήθεν) ενώ ο παθών (Ψ1) είχε προβεί στην ως άνω συμφωνία της μεταβίβασης του ακινήτου του, λόγω (δήθεν) οφειλής του 80.000.000 δραχμών στην Χ2, η οποία προϋπήρχε από το έτος 1991, εν τούτοις αυτός δεν προσερχόταν στον συμβολαιογράφο προκειμένου να της μεταβιβάσει το συμφωνηθέν ακίνητο, επικαλούμενος ότι αυτό ήταν βεβαρημένο με προσημειώσεις υποθηκών, με υποθήκες και με κατασχέσεις. Ζητούσε δε με την ως άνω πλαστή αγωγή η Χ2 να διαταχθεί η αυτούσια διανομή του επίμαχου ακινήτου σε δύο ανεξάρτητα τμήματα, εκτάσεως του καθενός 1.070 τ.μ., ως και να καταδικασθεί ο εναγόμενος Ψ1 σε δήλωση βουλήσεως, ώστε να της μεταβιβάσει το ένα τμήμα του ως άνω οικοπέδου, εμβαδού 1.070 τ.μ. Ακολούθως στην ... στις 18-3-2003 ενεργώντας από κοινού οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ3 κατάρτισαν το με ημερομηνία 18/3/2003 πλαστό πρακτικό συμβιβαστικής επίλυσης, της διαφοράς (κατ' άρθρο 214 Α Κ.Πολ.Δ.)- Σ' αυτό έγραψαν ψευδώς ότι δήθεν στο γραφείο συμβιβασμών του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών παρουσιάστηκε η Χ2 που δήθεν παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ψ2 και δήθεν ο εναγόμενος Ψ1, που δήθεν παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χ4, προκειμένου να επιλυθεί συμβιβαστικά η διαφορά που απέρρεε από την ως άνω αγωγή. Ότι δήθεν συμφωνήθηκε, κατόπιν προηγηθείσας συζήτησης, ότι ο εναγόμενος Ψ1, όντας ιδιοκτήτης του πιο πάνω ακινήτου, ότι είχε δήθεν υποσχεθεί στη Χ2, ότι προς εξόφληση δήθεν οφειλής του προς αυτήν 40.000.000 δραχμών, θα της μεταβίβαζε το ανατολικό τμήμα του ως άνω ακινήτου του, εμβαδού 1.070 τ.μ. Περαιτέρω στο πλαστό πρακτικό συμβιβασμού ανάφεραν οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ3 ότι δήθεν η μεταβίβαση του ως άνω τμήματος (του ανατολικού) του εν λόγω ακινήτου έχει επέλθει άτυπα προς αυτή (την Χ2) από το έτος 1981, και ότι (δήθεν) νέμεται αυτό έκτοτε καλόπιστα και διάνοια κυρίου, καταστάσα ούτω κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Εν τέλει ανάφεραν αυτοί στο εν λόγω πλαστό πρακτικό ότι η (δήθεν) κυριότητα της αναγνωρίζεται (δήθεν) από όλους τους συμβαλλομένους. Σημειωτέον ότι στο τέλος του πρακτικού συμβιβασμού έθεσαν αυτοί (η Χ2 και ο Χ3), στη θέση "Οι συμβαλλόμενοι" παράνομα, εν αγνοία και παρά τη θέληση του παθόντα Ψ1, με απομίμηση την υπογραφή του. Ταυτόχρονα δε αυτοί έθεσαν στη θέση "ΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ" την υπογραφή των δικηγόρων Ψ2 και Χ4 παράνομα, εν αγνοία και χωρίς τη θέλησή τους, με απομίμηση αυτών. Ακολούθως οι ίδιοι (Χ2 και Χ3) στην ... στις 26/3/2003, από κοινού, αφού προηγούμενα κατάρτισαν αντίγραφο του εν λόγω πλαστού πρακτικού, στο τέλος του εν λόγω αντιγράφου έγραψαν τις φράσεις: "ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο εκ του εις χείρας επισήμου αντιγράφου, το οποίο επικυρώνω κατά το Νόμο και τον κώδικα. Αθήνα 26/3/2003 Ο επικυρών δικηγόρος Ψ2 ... - ...". Κάτωθι δε των ως άνω φράσεων έθεσαν αυτοί με απομίμηση την υπογραφή του δικηγόρου Ψ2, παράνομα, εν αγνοία και, χωρίς τη θέλησή του. Επιπλέον δε αυτοί έθεσαν την υπογραφή του εν λόγω δικηγόρου και στο ειδικό ένσημο επικύρωσης του ως άνω πλαστού αντιγράφου που επικόλλησαν επ' αυτού (του πλαστού αντιγράφου) παράνομα εν αγνοία και παρά τη θέληση του δικηγόρου Ψ2. Στις ως άνω πράξεις της πλαστογραφίας προέβησαν αυτοί (η Χ2 και ο Χ3) αποσκοπώντας να παραπλανηθούν με την χρήση των ως άνω πλαστών εγγράφων τρίτοι και δη με τα δύο πρώτα πλαστά έγγραφα (αγωγή και πρακτικό συμβιβασμού) οι δικαστικές αρχές ως προς το ότι δήθεν τα εν λόγω έγγραφα έχουν καταρτισθεί και υπογραφεί νομίμως, ώστε να εκδώσουν οι αρμόδιες δικαστικές αρχές Δικαστική πράξη, σύμφωνα με την αγωγή και το πρακτικό συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς και με το "επικυρωμένο" πρακτικό της συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς να παραπλανηθεί ως και με τα λοιπά ως άνω πλαστά έγγραφα ο αρμόδιος υποθηκοφύλακας Κρωπίας ώστε να εγγράψει αυτό (το Πρακτικό) στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας. Έτι περαιτέρω σκόπευαν αυτοί (η Χ2 και ο Χ3) να παραπλανηθούν οι τυχόν υποψήφιοι αγοραστές ως προς την δήθεν ύπαρξη κυριότητας στο πρόσωπο της Χ2, για το τμήμα εμβαδού 1.070, του προαναφερθέντος ακινήτου, προκειμένου να το αγοράσουν αυτοί από αυτήν. Εν τέλει η Χ2 και ο Χ3 εχρησιμοποίησαν τα εν λόγω πλαστά έγγραφα και δη: α) το πρακτικό συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, καταθέσαντες αυτό στις 18/3/2003 στο γραμματέα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αρ. καταθέσεως 68/2003 και β) την ως άνω από 4/3/2003 πλαστή αγωγή και το ως άνω πλαστό πρακτικό στις 20/3/2003 προσκομίσαντες αυτά στον Πρόεδρο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και με βάση αυτά (τα πλαστά έγγραφα) ζήτησαν από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών την επικύρωση του πλαστού πρακτικού, το οποίο και επικυρώθηκε με την από 20/3/2003 Πράξη του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών. Με συνέπεια να αναγνωρίζεται πλέον δικαστικά ότι η Χ2 ήταν δήθεν κυρία επί της προαναφερόμενης έκτασης των 1070 τμ. Ακολούθως οι ίδιοι το επικυρωμένο από 18-3-2003 πρακτικό προσκόμισαν στη συμβ/φο Αθηνών Ελένη - Αλίκη Λεμπέση-Βαρδουλάκη από την οποία ζήτησαν και συνέταξε αυτή, με βάση αυτό, το με αρ. .../31-3-2003 προσύμφωνο πώλησης ακινήτου. Το δε δήθεν επικυρωμένο από το δικηγόρο Ψ2 αντίγραφο πρακτικού το προσκόμισαν και το κατέθεσαν αυτοί στον Υποθηκοφύλακα Κρωπίας, ο οποίος το καταχώρησε, μεταγράφοντας το, στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας. Έτσι με τις ως άνω πράξεις τους σκόπευαν να προσπορίσουν αυτοί στην εξ αυτών Χ2, περιουσιακό όφελος, που αντιστοιχούσε στο ποσό των 440.205 ευρώ ή 150.000.000 σε δραχμές, που ήταν η αξία του 1/2 του τμήματος του ως άνω ακινήτου συνολικού εμβαδού 2.140 τ.μ., η οποία (αξία) αντιστοιχούσε σε 1.070 τ.μ. του όλου ακινήτου, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία, που προκάλεσε η εξ αυτών Χ2, κατά τα προεκτεθέντα στην περιουσία του εγκαλούντα Ψ1, ιδιοκτήτη του επιμάχου ακινήτου, το συνολικό ύψος της οποίας υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, ως ανερχόμενο στο ποσό των 440.205 ευρώ. Με το προρρηθέν συμβόλαιο (προσύμφωνο πώλησης) η Χ2, αφού δήλωσε ότι έχει στην πλήρη και αδιαφιλονίκητη κυριότητα, νομή και κατοχή της το παραπάνω ακίνητο, δηλαδή την έκταση των 1.070 τ.μ., προσυμφωνούσε, υποσχόταν και αναλάμβανε την υποχρέωση, να πωλήσει και μεταβιβάσει αυτό στον έτερο των κατηγορουμένων και συμβαλλόμενο στο συμβόλαιο αυτό Χ3. Επί πλέον στο ίδιο συμβόλαιο έδινε την εντολή, το δικαίωμα και την πληρεξουσιότητα στον συγκατηγορούμενό της Χ3 αλλά και στον εκ των κατηγορουμένων δικηγόρο Χ5, όπως πωλήσουν, μεταβιβάσουν και παραδώσουν σε οποιονδήποτε τρίτο το ακίνητο αυτό. Ο εγκαλών Ψ1, που μέχρι τότε είχε πλήρη άγνοια των ενεργειών, που γινόταν σε βάρος της περιουσίας του, εκ των υστέρων πληροφορήθηκε τις σχεδιασμένες ενέργειες των κατηγορουμένων, προκειμένου, να υφαρπάξουν την περιουσία του. Αυτό έγινε, μέσω του φίλου του ΑΑ, που διατηρούσε μεσιτικό γραφείο στην οδό ... -68- στην ... . Αφού διερεύνησε το όλο ζήτημα, που δημιουργήθηκε σε βάρος του, διαπίστωσε, ότι όλα, όσα περιγραφόταν στην προαναφερομένη αγωγή και στο πρακτικό ήταν απολύτως ψευδή, καθόσον αυτός δεν γνώριζε μέχρι τότε ούτε είχε καμία επικοινωνία με την κατηγορούμενη Χ2, δεν της όφειλε από καμία αιτία κανένα χρηματικό ποσό, δεν της είχε υποσχεθεί την παραχώρηση ακίνητης έκτασης ιδιοκτησίας του στη ... και φυσικά δεν ασκούσε αυτή από το 1981 ατύπως καμία πράξη νομής και κατοχής σ' αυτό το ακίνητο. Επίσης ο εγκαλών διαπίστωσε, ότι στο παραπάνω πρακτικό δεν είχε υπογράψει αυτός, ως συμβαλλόμενος, αλλά η υπογραφή του είχε τεθεί από τους κατηγορούμενους, εν αγνοία του και χωρίς τη θέληση του, και επί πλέον δεν είχε δώσει εντολή στον εκ των κατηγορουμένων Χ4, να εμφανιστεί, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του στο πρακτικό αυτό, τον οποίο δεν γνώριζε ούτε κατ' όψιν. Αφού πληροφορήθηκε ο Ψ1 την οργανωμένη επιχείρηση εξαπάτησης εναντίον του, αξιολογώντας την έκταση των 1.070 τ.μ., που του υφάρπαξαν οι κατηγορούμενοι την περίοδο εκείνη (Μάρτιος 2003), στο ποσό των 150.000.000 δραχμών ή 440.205 ευρώ (ιδέτε συμπληρωματική του κατάθεση), έκανε τις απαραίτητες ενέργειες για την αποκατάσταση της ιδιοκτησίας του επί της περιουσίας του και παράλληλα υπέβαλλε και την από 12-6-2003 υπό κρίση μήνυση, που αποτέλεσε την αφορμή σχηματισμού της προκείμενης δικογραφίας και περαιτέρω δικαστικής διερεύνησης της υπόθεσης. Ο εγκαλών συγχρόνως επικοινώνησε και με τον δικηγόρο Ψ2, που φέρεται ότι υπέγραψε, ως πληρεξούσιος δικηγόρος της Χ2 τόσο στην παραπάνω από 4-3-2003 αγωγή όσο και στο από 18-3-2003 πρακτικό. Από την επικοινωνία τους διαπιστώθηκε, ότι και ο Ψ2 είχε πέσει θύμα των ενεργειών των κατηγορουμένων, που του υφάρπαξαν την υπογραφή του στα παραπάνω έγγραφα, κάτι για το οποίο πείστηκε και ο μηνυτής Ψ1. Δηλαδή είχαν τεθεί, κατά πλαστογράφηση της υπογραφής του Ψ2, οι υπογραφές του στην από 4-3-2003 αγωγή κάτω από τη λέξη "Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος" και κάτω από τη λέξη "Ο καταθέσας", στο από 18-3-2003 πρακτικό κάτω από τις λέξεις "ΟΙ ΠΛΗΡ. ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ" και "Ο Καταθέσας" και σε αντίγραφο του παραπάνω πρακτικού, κάτω από την αναγραφόμενη φράση "ακριβές φωτοτυπικόν αντίγραφο εκ του εις χείρας επισήμου αντιγράφου το οποίο επικυρώνω κατά το Νόμο και τον κώδικα. Αθήνα 26/3/2003 Ο επικυρών δικηγόρος Ψ2, ...-..." καθώς και επί του ειδικού ενσήμου επικύρωσης (ιδέτε σχετικά από μήνυση του Ψ2). Ο δικηγόρος Ψ2 υπέβαλε και αυτός μήνυση για τις πλαστογραφίες, που έγιναν σε βάρος του, και σχηματίστηκε η υπ' αρ. ΑΒΜ/Γ03/2690 δικογραφία, που συσχετίζεται στην παρούσα. Δεν έδωσε όμως ο ίδιος ο Ψ2 καμία κατάθεση για την υπόθεση αυτή, γιατί πέθανε την 13-11-2004, όπως αυτό προκύπτει από απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου, που προσκομίζεται στη δικογραφία. Για τις παραπάνω πράξεις υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για τους εκ των κατηγορουμένων Χ2, Χ3 και Χ1. Τούτο διότι, η Χ2 και ο Χ3 εμφανίστηκαν στη συμβολαιογράφο Ελένη - Αλίκη Λεμπέση Βαρδουλάκη για τη σύνταξη του παραπάνω συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, προσκομίζοντας το από 18-3-2003 πρακτικό, παρότι γνώριζαν, ότι αυτό είναι ψευδές κατά περιεχόμενο και πλαστό ως προς τις υπογραφές των άλλων προσώπων. Επί πλέον η παραπάνω συμβολαιογράφος κατέθεσε, ότι οι -2- αυτοί κατηγορούμενοι εμφανίστηκαν αυτοπροσώπως στο γραφείο της για τη σύνταξη του συμβολαίου, προσκομίζοντας τα πρωτότυπα των ταυτοτήτων τους, των οποίων ταυτοτήτων οι φωτοτυπίες προσαρτώνται στο αντίγραφο του συμβολαίου. Επί πλέον οι Ψ1 και ΒΒ σε κατ' αντιπαράσταση εξέταση τους με την κατηγορουμένη Χ2 ενώπιον της 25ης Ανακρίτριας, αναγνώρισαν στο πρόσωπο της την γυναίκα, που είχε εμφανιστεί στο μεσιτικό γραφείο του ΑΑ, ως πωλήτρια του επιδίκου ακινήτου, η οποία μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία του μηνυτή στο γραφείο έσπευσε να εξαφανιστεί από εκεί. Επίσης προέκυψαν σοβαρά στοιχεία ενοχής για την εκ των κατηγορουμένων Χ1, γιατί, όπως είπε η συμβολαιογράφος στην από 7-12-2005 κατάθεση της, η Χ1 είχε έλθει στο γραφείο της με τους άλλους δύο κατηγορούμενους για την υπογραφή του προσυμφώνου. Που σημαίνει ότι και αυτή γνώριζε για την πλαστότητα των παραπάνω εγγράφων και παρά ταύτα συντόνιζε και καθοδηγούσε, ως δικηγόρoς, τους κατηγορουμένους στις ενέργειες τους. Αντίθετα για τους εκ των κατηγορουμένων Χ4 και Χ5 (ο οποίος εν τέλει απεβίωσε στις 25-11-2007) δεν προέκυψαν σοβαρά στοιχεία για τις σε βάρος τους κατηγορίες. Ειδικότερα για το Χ4 το μόνο στοιχείο σε βάρος του είναι η υπογραφή του που τέθηκε στο παραπάνω πρακτικό, ως πληρεξουσίου δικηγόρου του Ψ1, υπογραφή, την οποία, αρνείται ότι έθεσε ο ίδιος, και καταγγέλλει ότι του την υφάρπαξαν οι άλλοι κατηγορούμενοι χωρίς τη γνώση και θέληση του, υποβάλλοντας για το λόγο αυτό την από 10-10-2006 μήνυση σε βάρος των άλλων κατηγορουμένων, για την οποία σχηματίστηκε η υπ' αρ. ΑΒΜ/Δ06/4407 ξεχωριστή δικογραφία. Η θέση του κατηγορουμένου αυτού, που αρνείται κατηγορηματικά οποιαδήποτε εμπλοκή του στην υπόθεση, ενισχύεται από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων ΓΓ (συζύγου του) και ΔΔ (δικηγόρου Αθηνών) αλλά και από το από 9-10-2006 πόρισμα γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της διχαστικής γραφολόγου Ιωάννας Βουρδογιάννη - Παντελαίου, που έγινε μετά από εντολή του κατηγορουμένου. Στο πόρισμα αυτό η δικαστική γραφολόγος αποφαίνεται, μετά από εμπεριστατωμένη διερεύνηση του ζητήματος, ότι στο παραπάνω από 18-3-2003 πρακτικό η φερόμενη, ως υπογραφή του Χ4, δεν είναι δική του αλλά τέθηκε από άλλο ή άλλα πρόσωπα. Αξιολογώντας τα παραπάνω, και κατά την κρίση μου, η υπογραφή αυτή δεν ανήκει στον κατηγορούμενο, αλλά τέθηκε χωρίς τη θέληση και γνώση του από τους άλλους κατηγορούμενους. Σιο συμπέρασμα αυτό καταλήγω, καθότι μετά από μια οπτική αντιπαράθεση των φερομένων, ως γνησίων υπογραφών του κατηγορούμενου, τόσο στην απολογία του στην Ανάκριση και στο απολογητικό του υπόμνημα όσο και σε δείγμα γνησίων υπογραφών του στο πόρισμα της γραφολογικης πραγματογνωμοσύνης, με την επίμαχη υπογραφή του στο από 18-3-2003 πρακτικό, προκύπτει αφενός μεν σαφής ομοιότητα μεταξύ όλων των φερομένων, ως γνησίων υπογραφών του, αφετέρου δε σαφής διαφορά μεταξύ των γνησίων υπογραφής και της υπογραφής στο πρακτικό, διαφορά, που φαίνεται στο χαρακτήρα των γραμμάτων και στον τρόπο της υπογραφής. Επίσης ενισχυτικό των παραπάνω είναι, ότι οι δράστες δεν χρησιμοποίησαν την έντυπη σφραγίδα του Χ4, την οποία αυτός διατηρούσε στο αρχείο του, αλλά ανέγραψαν τα στοιχεία του ιδιογράφως. Συνεπώς κρίνεται, ότι δεν υπέγραψε ο Χ4 στο παραπάνω πρακτικό, ανεξαρτήτως της δικαστικής κρίσεως επί της αυτοτελούς μηνύσεως, που υπέβαλλε αυτός για το ίδιο θέμα. Από τα παραπάνω προεκτεθέντα και προκύπτοντα πραγματικά περιστατικά φρονούμε: α) ότι κατά της εκκαλούσας κατηγορουμένης Χ1 προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής της, συνιστάμενες στο ότι αυτή τέλεσε τις ως άνω αποδιδόμενες σ' αυτήν πράξεις και β) ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του κατηγορουμένου δικηγόρου Χ4 για τις αποδοθείσες σ' αυτόν ως άνω πράξεις με την ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη, και απέρριψε την έφεσή της. V) Το προσβαλλόμενο βούλευμα με δύο μικρές προτάσεις (συνολικά 7 στίχοι) στην σελ. 14 θεμελιώνει την άμεση συνδρομή της κατηγορουμένης σε όλες τις πράξεις των συγκατηγορουμένων της που παραπέμφθηκαν (Χ2, Χ3). Όμως με τις παραδοχές αυτές δεν διέλαβε την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (αρ. 93 παρ. 3 Συντάγματος, 139 ΚΠΔ), διότι δεν εξηγεί με σαφήνεια και πληρότητα πώς ακριβώς η αναιρεσείουσα συνέδραμε άμεσα τους ετέρους δύο κατηγορουμένους, αφού δέχεται ότι τα σοβαρά στοιχεία σε βάρος της προέκυψαν με βάση την κατάθεση συμβολαιογράφου η οποία στην από 7-12-2005 κατάθεσή της ανέφερε ότι η κατηγορουμένη είχε μεταβεί στο γραφείο της με τους άλλους δύο κατηγορουμένους για την υπογραφή του προσυμφώνου, είναι δε αναιτιολόγητη η κρίση ότι αυτή γνώριζε για την πλαστότητα των εγγράφων και παρά ταύτα συντόνιζε και τους καθοδηγούσε ως δικηγόρος τους στις ενέργειές τους αφού δεν αναφέρει (προσδιορίζει) ενέργειες συντονισμού και καθοδήγησης των κυρίως αυτουργών, δεν διευκρινίζει εάν αυτή ήταν η αποκλειστική δικηγόρος τους (δεδομένου ότι διαφαίνεται η εμπλοκή ετέρου δικηγόρου) ούτε εάν αυτή ήταν η δικηγόρος που συνέταξε την από 4-9-2003 αγωγή, αν αυτή προσεκόμισε στην Πρόεδρο του Πολ. Πρωτοδικείου Αθηνών το από 18-3-2003 πλαστό πρακτικό συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς. Επίσης δεν εξηγείται με σαφήνεια το υποκειμενικό στοιχείο ούτε ότι χωρίς την συνδρομή της δεν θα ήταν εφικτή η με βεβαιότητα διάπραξη των εγκλημάτων κάτω από τις περιστάσεις που διαπράχθηκαν, και, περαιτέρω, δεν υφίσταται, έστω στοιχειωδώς αντίκρουση των ισχυρισμών της προς θεμελίωση των σοβαρών ενδείξεων ενοχής κάτι που συνάδει και προς την διάταξη του αρ. 6 του ΕΣΔΑ. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως θα πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς αυτήν για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (αρ. 484 παρ. 1 εδαφ. δ ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω Όπως γίνει δεκτή η υπ' αρ. 196/20-10-2009 (ενώπιον της Γραμματέως Εφετείου Αθηνών) αίτηση αναιρέσεως της Χ1, κατοίκου ..., οδός ... 22, να αναιρεθεί ως προς αυτήν το υπ' αρ. 1888/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για έλλειψη αιτιολογίας (αρ. 484 παρ. 1 δ ΚΠΔ) και να παραπεμφθεί προς νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (αρ. 519 ΚΠΔ). Αθήνα 21 Δεκεμβρίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης" Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 20-10-2009 αίτηση της Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ.1888/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Από το άρθρο 216 παρ.1 ΠΚ το οποίο ορίζει ότι "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ως καταρτισθέν παρ' ετέρου ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων. Η ίδια διάταξη ορίζει ότι "η χρήση του εγγράφου από αυτόν αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση". Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή σχετικό με την δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος προστατευομένου από τον νόμο. Κατά την παράγραφο 3 ιδίου άρθρου εδαφ. α' αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (της πλαστογραφίας και χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών "εάν το συνολικό όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Εξάλλου, από την διάταξη της παραγρ. 1 του άρ. 386 του Π.Κ. προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης διαπράττει όποιος με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένης περιουσία, πείθοντας κάποιον με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την απόκρυψη των αληθινών σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η παράσταση των ψευδών γεγονότων μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, προφορικώς ή εγγράφως, αρκεί συνεπεία αυτής να προξενήθηκε η πλάνη και εκ της παραπλανήσεως να προέβη ο παραπλανηθείς σε πράξη ή παράλειψη ένεκα της οποίας επήλθε περιουσιακή ζημία στον παραπλανηθέντα ή τρίτο. Ως γεγονότα κατά την έννοια του άρθρου 386 ΠΚ, νοούνται πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται με τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς καταστάσεως από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση τότε συγκροτείται το έγκλημα της απάτης Χρόνος Τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης, με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλ. προέβη στις ψευδείς παραστάσεις εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε (πείσθηκε) ο παθών ή τρίτος. Είναι δε αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του θύματος. Κατά την παράγραφο 3 εδαφ. β ιδίου άρθρου "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών ... β) εάν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει τα ουσιαστικά περιστατικά της πράξης και θέλει να τα παραγάγει, και πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο όλα τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, αλλά και την μεταξύ τους αιτιώδη σχέση. Η διατύπωση της διάταξης "εν γνώσει" υποδηλώνει υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση και δεν επιτρέπει την παραδοχή ενδεχόμενου δόλου ως προς το ψευδές της παράστασης, απόκρυψης ή παρασιώπησης, ενώ ως προς τα λοιπά στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης αρκεί ενδεχόμενος δόλος. Απάτη μπορεί να τελεσθεί και ενώπιον δικαστηρίου, έτσι, στην πολιτική δίκη μπορεί ο δράστης (ο διάδικος ή ο δικηγόρος του) να παραπλανήσει τον δικαστή διά της προβολής ψευδούς ισχυρισμού, ο οποίος να υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσαγωγή ψευδών αποδεικτικών μέσων, ήτοι πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν αλλά ψευδών κατά περιεχόμενο από τα οποία ο δικαστής πλανηθείς εξέδωσε οριστική απόφαση από την οποία επήλθε βλάβη στον διάδικο. Ακόμη, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ.1 του ΠΚ το κατ' εξακολούθηση έγκλημα απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, που κάθε μία περιέχει πλήρη στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, αλλά όλες συνδέονται με την ταυτότητα της αποφάσεως για την εκτέλεση τους. Κατά την παράγραφο 2 του άρ. 98 ΠΚ (ως αυτή προσετέθη με άρ. 14 παρ. 1 Ν. 2721/99)ορίζεται: "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το ένκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε" δ) Άμεση συνεργεία είναι, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 περ.β' του Π.Κ. η παροχή με πρόθεση άμεσης συνδρομής στον δράστη κατά την διάρκεια της πράξεως του αυτουργού και στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως, απαιτεί οποιαδήποτε συνδρομή υλικής φύσεως και να είναι μονό κατά την πράξη και όχι πριν ή μετά την τέλεση αυτής. Με βάση τον περιορισμένο παρακολουθηματικό χαρακτήρα της συμμετοχής πρέπει η πράξη του αυτουργού να είναι άδικη και να πληροί τα αντικειμενικά στοιχεία. Δηλ. πρέπει ο αυτουργός να διαπράξει άδικη πράξη ή να αποπειραθεί αυτήν. Απαιτείται να υπάρχει δόλος στον αναγκαίο συνεργό εγκείμενος στην ηθελημένη παραδοχή συνδρομής στον πράττοντα, εν γνώσει του ότι αυτή παρέχεται κατά την εκτέλεση της άδικης πράξεως, δεν απαιτείται όμως να επιδιώκεται επιπλέον, και από τον συμμέτοχο ίδιο περιουσιακό όφελος. Αρκεί ενδεχόμενος δόλος του συνεργού, εκτός εάν ο νόμος απαιτεί για την κύρια πράξη ορισμένο δόλο, οπότε απαιτείται η ίδια διαβάθμιση και για τον δόλο του άμεσου συνεργού. Η συνέργεια θα πρέπει να παρασχεθεί από τον συνεργό κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς την βοήθεια αυτού να μην ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος κάτω από τις περιστάσεις που διαπράχθηκε. Ακόμη, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τις θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α)αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσάπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα και όχι μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξείρονται ενδεχομένως ορισμένα, δεν υποδηλώνει μη λήψη υπόψη των άλλων. Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστικού συμβουλίου, β)είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, όταν το τελευταίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού και γ)είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα Εισαγγελική πρόταση στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (ΑΠ 1071/2005 και ΑΠ 1364/2006). Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το πληττόμενο υπ' αρ.1888/2009 βούλευμα δέχθηκε με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην εσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, που προσδιορίζει κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα που συγκεντρώθηκαν από την κυρία ανάκριση, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά "Η κατηγορούμενη Χ2 (όχι η αναιρεσείουσα) από κοινού με τον συγκατηγορούμενό της Χ3 στις 4-3-2003 κατάρτισαν την από 4-3-2003 αγωγή διανομής, καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως και περιορισμού βαρών, με ενάγουσα την Χ2 και εναγόμενο (τον παθόντα) Ψ1, την οποία κατέθεσαν την ίδια ημερομηνία στο γραμματέα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με γενικό αριθμό καταθέσεως 35512/2003 και αριθμ. καταθ. Δικογράφου 2187/2003. Έθεσαν δε αυτοί στην τελευταία σελίδα της αγωγής στη θέση "Ο πληρεξούσιος Δικηγόρος" καθώς και κάτω από την πράξη καταθέσεως στη θέση "Ο καταθέσας" την υπογραφή του δικηγόρου Αθηνών Ψ2 παράνομα, εν αγνοία και χωρίς την θέληση του. Το περιεχόμενο της ως άνω πλαστής αγωγής ήταν ψευδές. Σ' αυτό δε αναφερόταν ότι δήθεν η Χ2 και ο εναγόμενος Ψ1 είχαν συμφωνήσει να της μεταβιβάσει το 1/2 ενός αγροτεμαχίου, του συνολικού εμβαδού 2.140 τμ, κειμένου στη θέση ... της κτηματικής περιφερείας του Δήμου ..., του οποίου η συνολική αξία ανερχόταν στο ποσό των 300.000.000 δραχμών. Περαιτέρω η ως άνω πλαστή αγωγή ανέφερε ότι (δήθεν) ενώ ο παθών (Ψ1) είχε προβεί στην ως άνω συμφωνία της μεταβίβασης του ακινήτου του, λόγω (δήθεν) οφειλής του 80.000.000 δραχμών στην Χ2, η οποία προϋπήρχε από το έτος 1991, εν τούτοις αυτός δεν προσερχόταν στον συμβολαιογράφο προκειμένου να της μεταβιβάσει το συμφωνηθέν ακίνητο, επικαλούμενος ότι αυτό ήταν βεβαρημένο με προσημειώσεις υποθηκών, με υποθήκες και με κατασχέσεις. Ζητούσε δε με την ως άνω πλαστή αγωγή η Χ2 να διαταχθεί η αυτούσια διανομή του επίμαχου ακινήτου σε δύο ανεξάρτητα τμήματα, εκτάσεως του καθενός 1.070 τ.μ., ως και να καταδικασθεί ο εναγόμενος Ψ1 σε δήλωση βουλήσεως, ώστε να της μεταβιβάσει το ένα τμήμα του ως άνω οικοπέδου, εμβαδού 1.070 τ.μ. Ακολούθως στην ... στις 18-3-2003 ενεργώντας από κοινού οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ3 κατάρτισαν το με ημερομηνία 18/3/2003 πλαστό πρακτικό συμβιβαστικής επίλυσης, της διαφοράς (κατ' άρθρο 214 Α Κ.Πολ.Δ.)- Σ' αυτό έγραψαν ψευδώς ότι δήθεν στο γραφείο συμβιβασμών του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών παρουσιάστηκε η Χ2 που δήθεν παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ψ2 και δήθεν ο εναγόμενος Ψ1, που δήθεν παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χ4, προκειμένου να επιλυθεί συμβιβαστικά η διαφορά που απέρρεε από την ως άνω αγωγή. Ότι δήθεν συμφωνήθηκε, κατόπιν προηγηθείσας συζήτησης, ότι ο εναγόμενος Ψ1, όντας ιδιοκτήτης του πιο πάνω ακινήτου, ότι είχε δήθεν υποσχεθεί στη Χ2, ότι προς εξόφληση δήθεν οφειλής του προς αυτήν 40.000.000 δραχμών, θα της μεταβίβαζε το ανατολικό τμήμα του ως άνω ακινήτου του, εμβαδού 1.070 τ.μ. Περαιτέρω στο πλαστό πρακτικό συμβιβασμού ανάφεραν οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ3 ότι δήθεν η μεταβίβαση του ως άνω τμήματος (του ανατολικού) του εν λόγω ακινήτου έχει επέλθει άτυπα προς αυτή (την Χ2) από το έτος 1981, και ότι (δήθεν) νέμεται αυτό έκτοτε καλόπιστα και διάνοια κυρίου, καταστάσα ούτω κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Εν τέλει ανάφεραν αυτοί στο εν λόγω πλαστό πρακτικό ότι η (δήθεν) κυριότητα της αναγνωρίζεται (δήθεν) από όλους τους συμβαλλομένους. Σημειωτέον ότι στο τέλος του πρακτικού συμβιβασμού έθεσαν αυτοί (η Χ2 και ο Χ3), στη θέση "Οι συμβαλλόμενοι" παράνομα, εν αγνοία και παρά τη θέληση του παθόντα Ψ1, με απομίμηση την υπογραφή του. Ταυτόχρονα δε αυτοί έθεσαν στη θέση "ΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ" την υπογραφή των δικηγόρων Ψ2 και Χ4 παράνομα, εν αγνοία και χωρίς τη θέληση τους, με απομίμηση αυτών. Ακολούθως οι ίδιοι (Χ2 και Χ3) στην ... στις 26/3/2003, από κοινού, αφού προηγούμενα κατάρτισαν αντίγραφο του εν λόγω πλαστού πρακτικού, στο τέλος του εν λόγω αντιγράφου έγραψαν τις φράσεις: "ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο εκ του εις χείρας επισήμου αντιγράφου, το οποίο επικυρώνω κατά το Νόμο και τον κώδικα. Αθήνα 26/3/2003 Ο επικυρών δικηγόρος Ψ2, ...-...". Κάτωθι δε των ως άνω φράσεων έθεσαν αυτοί με απομίμηση την υπογραφή του δικηγόρου Ψ2, παράνομα, εν αγνοία και, χωρίς τη θέληση του. Επιπλέον δε αυτοί έθεσαν την υπογραφή του εν λόγω δικηγόρου και στο ειδικό ένσημο επικύρωσης του ως άνω πλαστού αντιγράφου που επικόλλησαν επ' αυτού (του πλαστού αντιγράφου) παράνομα εν αγνοία και παρά τη θέληση του δικηγόρου Ψ2. Στις ως άνω πράξεις της πλαστογραφίας προέβησαν αυτοί (η Χ2 και ο Χ3) αποσκοπώντας να παραπλανηθούν με την χρήση των ως άνω πλαστών εγγράφων τρίτοι και δη με τα δύο πρώτα πλαστά έγγραφα (αγωγή και πρακτικό συμβιβασμού) οι δικαστικές αρχές ως προς το ότι δήθεν τα εν λόγω έγγραφα έχουν καταρτισθεί και υπογραφεί νομίμως, ώστε να εκδώσουν οι αρμόδιες δικαστικές αρχές Δικαστική πράξη, σύμφωνα με την αγωγή και το πρακτικό συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς και με το "επικυρωμένο" πρακτικό της συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς να παραπλανηθεί ως και με τα λοιπά ως άνω πλαστά έγγραφα ο αρμόδιος υποθηκοφύλακας Κρωπίας ώστε να εγγράψει αυτό (το Πρακτικό) στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας. Έτι περαιτέρω σκόπευαν αυτοί (η Χ2 και ο Χ3) να παραπλανηθούν οι τυχόν υποψήφιοι αγοραστές ως προς την δήθεν ύπαρξη κυριότητας στο πρόσωπο της Χ2, για το τμήμα εμβαδού 1070, του προαναφερθέντος ακινήτου, προκειμένου να το αγοράσουν αυτοί από αυτήν. Εν τέλει η Χ2 και ο Χ3 εχρησιμοποίησαν τα εν λόγω πλαστά έγγραφα και δη: α) το πρακτικό συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, καταθέσαντες αυτό στις 18/3/2003 στο γραμματέα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αρ. καταθέσεως 68/2003 και β) την ως άνω από 4/3/2003 πλαστή αγωγή και το ως άνω πλαστό πρακτικό στις 20/3/2003 προσκομίσαντες αυτά στον Πρόεδρο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και με βάση αυτά (τα πλαστά έγγραφα) ζήτησαν από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών την επικύρωση του πλαστού πρακτικού, το οποίο και επικυρώθηκε με την από 20/3/2003 Πράξη του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών. Με συνέπεια να αναγνωρίζεται πλέον δικαστικά ότι η Χ2 ήταν δήθεν κυρία επί της προαναφερόμενης έκτασης των 1070 τμ. Ακολούθως οι ίδιοι το επικυρωμένο από 18-3-2003 πρακτικό προσκόμισαν στη συμβ/φο Αθηνών Ελένη - Αλίκη Λεμπέση-Βαρδουλάκη από την οποία ζήτησαν και συνέταξε αυτή, με βάση αυτό, το με αρ. .../31-3-2003 προσύμφωνο πώλησης ακινήτου. Το δε δήθεν επικυρωμένο από το δικηγόρο Ψ2 αντίγραφο πρακτικού το προσκόμισαν και το κατέθεσαν αυτοί στον Υποθηκοφύλακα Κρωπίας, ο οποίος το καταχώρησε, μεταγράφοντας το, στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας. Έτσι με τις ως άνω πράξεις τους σκόπευαν να προσπορίσουν αυτοί στην εξ αυτών Χ2, περιουσιακό όφελος, που αντιστοιχούσε στο ποσό των 440.205 ευρώ ή 150.000.000 σε δραχμές, που ήταν η αξία του 1/2 του τμήματος του ως άνω ακινήτου συνολικού εμβαδού 2.140 τ.μ., η οποία (αξία) αντιστοιχούσε σε 1.070 τ.μ. του όλου ακινήτου, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία, που προκάλεσε η εξ αυτών Χ2, κατά τα προεκτεθέντα στην περιουσία του εγκαλούντα Ψ1, ιδιοκτήτη του επιμάχου ακινήτου, το συνολικό ύψος της οποίας υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, ως ανερχόμενο στο ποσό των 440.205 ευρώ. Με το προρρηθέν συμβόλαιο (προσύμφωνο πώλησης) η Χ2, αφού δήλωσε ότι έχει στην πλήρη και αδιαφιλονίκητη κυριότητα, νομή και κατοχή της το παραπάνω ακίνητο, δηλαδή την έκταση των 1.070 τ.μ., προσυμφωνούσε, υποσχόταν και αναλάμβανε την υποχρέωση, να πωλήσει και μεταβιβάσει αυτό στον έτερο των κατηγορουμένων και συμβαλλόμενο στο συμβόλαιο αυτό Χ3. Επί πλέον στο ίδιο συμβόλαιο έδινε την εντολή, το δικαίωμα και την πληρεξουσιότητα στον συγκατηγορουμενο της Χ3 αλλά και στον εκ των κατηγορουμένων δικηγόρο Χ5, όπως πωλήσουν, μεταβιβάσουν και παραδώσουν σε οποιονδήποτε τρίτο το ακίνητο αυτό. Ο εγκαλών Ψ1, που μέχρι τότε είχε πλήρη άγνοια των ενεργειών, που γινόταν σε βάρος της περιουσίας του, εκ των υστέρων πληροφορήθηκε τις σχεδιασμένες ενέργειες των κατηγορουμένων, προκειμένου, να υφαρπάξουν την περιουσία του. Αυτό έγινε, μέσω του φίλου του ΑΑ, που διατηρούσε μεσιτικό γραφείο στην οδό ... -68- στην ... . Αφού διερεύνησε το όλο ζήτημα, που δημιουργήθηκε σε βάρος του, διαπίστωσε, ότι όλα, όσα περιγραφόταν στην προαναφερομένη αγωγή και στο πρακτικό ήταν απολύτως ψευδή, καθόσον αυτός δεν γνώριζε μέχρι τότε ούτε είχε καμία επικοινωνία με την κατηγορούμενη Χ2, δεν της όφειλε από καμία αιτία κανένα χρηματικό ποσό, δεν της είχε υποσχεθεί την παραχώρηση ακίνητης έκτασης ιδιοκτησίας του στη ... και φυσικά δεν ασκούσε αυτή από το 1981 ατύπως καμία πράξη νομής και κατοχής σ' αυτό το ακίνητο. Επίσης ο εγκαλών διαπίστωσε, ότι στο παραπάνω πρακτικό δεν είχε υπογράψει αυτός, ως συμβαλλόμενος, αλλά η υπογραφή του είχε τεθεί από τους κατηγορούμενους, εν αγνοία του και χωρίς τη θέληση του, και επί πλέον δεν είχε δώσει εντολή στον εκ των κατηγορουμένων Χ4, να εμφανιστεί, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του στο πρακτικό αυτό, τον οποίο δεν γνώριζε ούτε κατ' όψιν. Αφού πληροφορήθηκε ο Ψ1 την οργανωμένη επιχείρηση εξαπάτησης εναντίον του, αξιολογώντας την έκταση των 1.070 τ.μ., που του υφάρπαξαν οι κατηγορούμενοι την περίοδο εκείνη (Μάρτιος 2003), στο ποσό των 150.000.000 δραχμών ή 440.205 ευρώ (ιδέτε συμπληρωματική του κατάθεση), έκανε τις απαραίτητες ενέργειες για την αποκατάσταση της ιδιοκτησίας του επί της περιουσίας του και παράλληλα υπέβαλλε και την από 12-6-2003 υπό κρίση μήνυση, που αποτέλεσε την αφορμή σχηματισμού της προκείμενης δικογραφίας και περαιτέρω δικαστικής διερεύνησης της υπόθεσης. Ο εγκαλών συγχρόνως επικοινώνησε και με τον δικηγόρο Ψ2, που φέρεται ότι υπέγραψε, ως πληρεξούσιος δικηγόρος της Χ2 τόσο στην παραπάνω από 4-3-2003 αγωγή όσο και στο από 18-3-2003 πρακτικό. Από την επικοινωνία τους διαπιστώθηκε, ότι και ο Ψ2 είχε πέσει θύμα των ενεργειών των κατηγορουμένων, που του υφάρπαξαν την υπογραφή του στα παραπάνω έγγραφα, κάτι για το οποίο πείστηκε και ο μηνυτής Ψ1. Δηλαδή είχαν τεθεί, κατά πλαστογράφηση της υπογραφής του Ψ2, οι υπογραφές του στην από 4-3-2003 αγωγή κάτω από τη λέξη "Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος" και κάτω από τη λέξη "Ο καταθέσας", στο από 18-3-2003 πρακτικό κάτω από τις λέξεις "ΟΙ ΠΛΗΡ. ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ" και "Ο Καταθέσας" και σε αντίγραφο του παραπάνω πρακτικού, κάτω από την αναγραφόμενη φράση "ακριβές φωτοτυπικόν αντίγραφο εκ του εις χείρας επισήμου αντιγράφου το οποίο επικυρώνω κατά το Νόμο και τον κώδικα. ... 26/3/2003 Ο επικυρών δικηγόρος Ψ2, ...-..." καθώς και επί του ειδικού ενσήμου επικύρωσης (ιδέτε σχετικά από μήνυση του Ψ2). Ο δικηγόρος Ψ2 υπέβαλε και αυτός μήνυση για τις πλαστογραφίες, που έγιναν σε βάρος του, και σχηματίστηκε η υπ' αρ. ΑΒΜ/Γ03/2690 δικογραφία, που συσχετίζεται στην παρούσα. Δεν έδωσε όμως ο ίδιος ο Ψ2 καμία κατάθεση για την υπόθεση αυτή, γιατί πέθανε την 13-11-2004, όπως αυτό προκύπτει από απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου, που προσκομίζεται στη δικογραφία. Για τις παραπάνω πράξεις υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για τους εκ των κατηγορουμένων Χ2, Χ3 και Χ1. Τούτο διότι, η Χ2 και ο Χ3 εμφανίστηκαν στη συμβολαιογράφο Ελένη - Αλίκη Λεμπέση Βαρδουλάκη για τη σύνταξη του παραπάνω συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, προσκομίζοντας το από 18-3-2003 πρακτικό, παρότι γνώριζαν, ότι αυτό είναι ψευδές κατά περιεχόμενο και πλαστό ως προς τις υπογραφές των άλλων προσώπων. Επί πλέον η παραπάνω συμβολαιογράφος κατέθεσε, ότι οι -2- αυτοί κατηγορούμενοι εμφανίστηκαν αυτοπροσώπως στο γραφείο της για τη σύνταξη του συμβολαίου, προσκομίζοντας τα πρωτότυπα των ταυτοτήτων τους, των οποίων ταυτοτήτων οι φωτοτυπίες προσαρτώνται στο αντίγραφο του συμβολαίου. Επί πλέον οι Ψ1 και ΒΒ σε κατ' αντιπαράσταση εξέταση τους με την κατηγορουμένη Χ2 ενώπιον της 25ης Ανακρίτριας, αναγνώρισαν στο πρόσωπο της την γυναίκα, που είχε εμφανιστεί στο μεσιτικό γραφείο του ΑΑ, ως πωλήτρια του επιδίκου ακινήτου, η οποία μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία του μηνυτή στο γραφείο έσπευσε να εξαφανιστεί από εκεί. Επίσης προέκυψαν σοβαρά στοιχεία ενοχής για την εκ των κατηγορουμένων Χ1, γιατί, όπως είπε η συμβολαιογράφος στην από 7-12-2005 κατάθεση της, η Χ1 είχε έλθει στο γραφείο της με τους άλλους δύο κατηγορούμενους για την υπογραφή του προσυμφώνου. Που σημαίνει ότι και αυτή γνώριζε για την πλαστότητα των παραπάνω εγγράφων και παρά ταύτα συντόνιζε και καθοδηγούσε, ως δικηγόρος, τους κατηγορουμένους στις ενέργειες τους ... Από τα παραπάνω προεκτεθεντα και προκύπτοντα πραγματικά περιστατικά φρονούμε: α) ότι κατά της εκκαλούσας κατηγορουμένης Χ1 προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής της, συνιστάμενες στο ότι αυτή τέλεσε τις ως άνω αποδιδόμενες σ' αυτήν πράξεις ...". Με βάση της παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών κρίνοντας ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις προς στήριξη κατά της κατηγορουμένης επ' ακροατηρίου κατηγορίας για άμεση συνδρομή: α) σε πλαστογραφία με χρήση από κοινού και κατ' εξακολούθηση με περιουσιακό όφελος ... των 73.000 ευρώ και β) σε απάτη με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία άνω των 73.000 ευρώ, απέρριψε την υπ' αρ. 637/23-11-2007 έφεσή της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε ως προς αυτήν το υπ' αρ. 3107/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο παραπέμφθηκε αυτή να δικασθεί για τις ως άνω κακουργηματικές πράξεις στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, απέρριψε δε το αίτημα της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας για αυτοπρόσωπη εμφάνιση της ενώπιον του Συμβουλίου εκείνου (Εφετών Αθηνών), ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Με αυτά που δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα διέλαβε, τόσο ως προς την παραπομπή της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου όσο και προς την απόρριψη του αιτήματος αυτοπρόσωπη εμφάνισης της στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκτίθενται σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετική με τις αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στην κατηγορούμενη, τα αποδεικτικά μέσα (με ιδιαίτερη έξαρση την από 7-12-2005 ένορκη εξέταση της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης-Αλίκης Περιπέση-Βερδουλάκη) από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της στο ακροατήριο και υπήγαγε τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ.1β, 94 παρ.1, 216 παρ.1 και 3α και 386 παρ.1 και 3 περ.β' ΠΚ, τις οποίες ορθά εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Επομένως ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, που διαλαμβάνει τις αντίθετες προς τα παραπάνω αιτήσεις της αναιρεσείουσας και με τον οποίο προσάπτεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμως και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος με το οποίο επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικά και σχεδόν καθ' ολοκληρίαν αποδίδεται σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επίσης, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το Συμβούλιο Εφετών, με επιτρεπτή αναφορά στην περιέχουσα ως προς το ζήτημα αυτό πλήρη αιτιολογία εισαγγελική πρόταση, που έχει κατά λέξη "Αφού η αιτούσα κατηγορουμένη έχει αναπτύξει επαρκώς και διεξοδικά τους ισχυρισμούς της με την απολογία της και τα υπομνήματά της", απέρριψε το αίτημα της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας για αυτοπρόσωπη εμφάνιση της ενώπιον του ανωτέρω Συμβουλίου. Γι' αυτό και ως προς το ζήτημα αυτό η σχετική αιτίαση είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20 Οκτωβρίου 2009 αίτηση της Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1888/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άμεση συνέργεια σε κακουργηματική πλαστογραφία και κακουργηματική απάτη. Επαρκείς ενδείξεις για παραπομπή κατηγορουμένης στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων. Απόρριψη αιτήματος αυτοπρόσωπης εμφάνισης κατηγορουμένης στο Συμβούλιο Εφετών. Αίτηση αναίρεσης κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για έλλειψη αιτιολογίας. Απόρριψη αυτής ως αβάσιμης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία, Συνέργεια, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση.
1
Αριθμός 1224/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ...και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 446/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1712/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 551 παρ. 1 εδ. α' του Κ.Π.Δ., αν πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη συρροή και κατά τη διάταξη της παρ. 3 εδ. τελευταίο του ίδιου άρθρου του Κώδικα, κατά της αποφάσεως με την οποία καθορίζεται συνολική ποινή, επιτρέπεται η άσκηση αναίρεσης στον κατηγορούμενο και τον Εισαγγελέα. Η αναίρεση είναι επιτρεπτή, για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και επομένως και για εκείνον της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (αρθρ. 510 παρ. 1 περ. Ε' του Κ.Π.Δ.), τέτοια είναι και το προδιαληφθέν άρθρο, κατά το μέρος που αναφέρεται στον καθορισμό συνολικής ποινής. Εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Τέλος, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ΠΚ, ο καταδικασμένος σε ποινή στερητική της ελευθερίας, απολύεται υπό προϋποθέσεις και υπό τον όρο της ανακλήσεως, εφόσον έχει καταδικασθεί σε πρόσκαιρη κάθειρξη, αν έχει συμπληρώσει τα τρία πέμπτα της ποινής του, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 108, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 109 του ΠΚ, αν μέσα στο χρονικό διάστημα, από της απολύσεως μέχρι της εκτίσεως της ποινής που υπολειπόταν, όταν αυτό είναι μεγαλύτερο από τρία έτη ή μέσα σε χρονικό διάστημα τριών ετών, όταν αυτό είναι μικρότερο, εκείνος που απολύθηκε διαπράξει έγκλημα από δόλο, για το οποίο του επιβλήθηκε αμετακλήτως οποτεδήποτε ποινή φυλακίσεως ανώτερη από έξι μήνες, εκτίει αθροιστικώς και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει κατά το χρόνο της προσωρινής απολύσεως. Η αυτοδίκαιη άρση της υφ' όρο απόλυσης και η εκτέλεση της ποινής και κατά το υπόλοιπο τμήμα της, για το οποίο χορηγήθηκε, δεν εμποδίζεται από το γεγονός ότι μεσολάβησε προηγουμένως ανάκληση αυτής, κατά το άρθρο 107 ΠΚ, για το λόγο ότι ο καταδικασμένος παραβίασε τις υποχρεώσεις που του τέθηκαν με την απόλυση, ούτε από το γεγονός ότι δεν επήλθε το αμετάκλητο της νέας καταδίκης για το έγκλημα που τέλεσε ο καταδικασμένος με δόλο, μέσα στο χρόνο της δοκιμαστικής ελευθερίας και για το οποίο του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης πάνω από έξι μήνες και τούτο, διότι ο καθορισμός της συνολικής ποινής συγχωρείται και πριν επέλθει το αμετάκλητο των καταδικαστικών αποφάσεων, που πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ίδιου προσώπου, σύμφωνα με το άρθρο 551 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1067 1991, ΑΠ 637/ 2009. ΑΠ 1662/ 2006). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 446/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας απορρίφθηκε η από 18-08-2008 αίτηση του αιτούντος ... για συγχώνευση των επιβληθεισών σε βάρος του στερητικών της ελευθερίας ποινών, με τις αποφάσεις: α) 76-83/2001 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας, και β) 513/2007 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας. Ειδικότερα, με την πρώτη των ανωτέρω αποφάσεων ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως είκοσι (20) ετών και χρηματική ποινή πέντε εκατομμυρίων δραχμών (5.000.000) και με το 158/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ. Βόλου αποφυλακίστηκε υπό τον όρο της ανακλήσεως (υπόλοιπο 7 έτη και έξι μήνες και δεκαοχτώ ημέρες). Με τη δεύτερη των άνω απόφαση καταδικάστηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως είκοσι ετών για εγκλήματα που τέλεσε με δόλο κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας. Κατά της προσβαλλόμενης απορριπτικής απόφασης (446/ 2009) στρέφεται ο αναιρεσείων με την κρινόμενη αίτηση του προβάλλοντας ως λόγο αναιρέσεως ότι το Δικαστήριο ουσίας εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 94, 97, 105, 106, 108, 109 ΠΚ και 551 ΚΠΔ διότι οι πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε με την άνω 513/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας τελέστηκαν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους πριν από το χρόνο της δοκιμασίας και συγκεκριμένα οι πράξεις συμμετοχής του σε εγκληματική οργάνωση και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι, από την επισκόπηση της παραπάνω απόφασης προκύπτει ότι χρόνος τελέσεως των πράξεων όπως αυτός προσδιορίζεται στην 513/2007 απόφαση είναι το χρονικό διάστημα από 30-11-2005 έως 9-05-2006, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα της δοκιμασίας. Έτσι, σύμφωνα με τα ανωτέρω η επιβληθείσα ποινή με την άνω 513/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας δεν επιτρέπεται να προσμετρηθεί (συγχωνευθεί) με την επιβληθείσα στον αναιρεσείοντα ποινή που του επιβλήθηκε με την 76-83/2001 απόφαση του ΜΟΕ Λάρισας γιατί η πρώτη από τις ανωτέρω συνολικές ποινές αναφέρεται σε εγκλήματα που τελέστηκαν από δόλο κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας του αναιρεσείοντος που του είχε επιβληθεί υπό όρο και υπερβαίνει τους έξι μήνες. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση (446/ 2009) του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας ορθώς εφάρμοσε τις άνω διατάξεις του ΠΚ και του ΚΠΔ και απέρριψε την αίτηση του περί συγχωνεύσεως των ποινών που του επιβλήθηκαν με τις άνω αποφάσεις. Οι λοιπές προβαλλόμενες αιτιάσεις πλήττουν την περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι απαράδεκτες. Όθεν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 19/25-11- 2009 αίτηση του... για αναίρεση της 446/ 2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υφ' όρο απόλυση. Ο καταδικασμένος σε ποινή στερητική της ελευθερίας απολύεται υπό προϋποθέσεις και υπό τον όρο της ανάκλησης εφόσον έχει καταδικασθεί σε πρόσκαιρη κάθειρξη, αν έχει συμπληρώσει τα τρία πέμπτα της ποινής του, ενώ αν μέσα στο χρονικό διάστημα από της απολύσεως μέχρι της εκτίσεως της ποινής που υπολειπόταν, όταν αυτό είναι μεγαλύτερο από τρία έτη ή μέσα σε χρονικό διάστημα τριών ετών όταν αυτό είναι μικρότερο, εκείνος που απολύθηκε διαπράξει έγκλημα από δόλο, για το οποίο του επιβλήθηκε αμετακλήτως οποτεδήποτε ποινή φυλακίσεως ανώτερη από έξι μήνες, εκτίει αθροιστικώς και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει κατά το χρόνο της προσωρινής απολύσεως. Απορρίπτει αίτηση διότι ορθά κρίθηκε ότι δεν χωρεί συγχώνευση των πράξεων που τελέσθηκαν κατά το χρόνο δοκιμασίας.
Ποινών συγχώνευση
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινών συγχώνευση, Απόλυση υφ' όρο.
2
Αριθμός 1223/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, περί αναιρέσεως της 16985/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα το Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και εδρεύει στην ..., το οποίο στο ακροατήριο εκπροσωπήσε ο Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Γεώργιος Καρακώστας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 6/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 4 του ν.2523/1997 "περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία", όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν.3220/ 2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών (παρ.1). Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ. 2). Εικονικό είναι το στοιχείο, που εκδίδεται και για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής.... (παρ. 4). Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, είναι παραδεχτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 16985/2009 απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι: Ο κατηγορούμενος Χ, ενεργώντας με την ιδιότητα του προέδρου του ΔΣ της εδρεύουσας στην ...εταιρίας με την επωνυμία "CRISSEL ΑΕ", της οποίας εμπορική δραστηριότητα ήταν οι γεωργικές εκμεταλλεύσεις (ΑΦΜ... ΔΟΥ ΦΑΕ ...), εξέδωσε προς την εδρεύουσα στο ύψος του 4ου χιλιομέτρου της επαρχιακής οδού ... εταιρίας "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΕ", η οποία ασκούσε ίδια δραστηριότητα και διατηρούσε υποκατάστημα στον ίδιον χώρον της έδρας της προαναφερθείσης πρώτης εταιρίας "CRISSEL ΑΕ", τα ακόλουθα τιμολόγια πωλήσεως επί πιστώσει και ειδικότερα, τό υπ' αριθ. ... αξίας 4.000.000 δραχμών, πλέον 720.000 δραχμών ΦΠΑ, το οποίο αναγράφει πώληση μηχανημάτων (μία πρέσσα, ένας ανάμεικτης, ένας ψύκτης και ένα κοστινό), το υπ' αριθμ. ... αξίας 61.000.000 δρχ. + 4.880.000 δραχμών, ΦΠΑ τιμολόγιο πώλησης, το οποίο αναγράφει πώληση σίτου μαλακού 1.220.000 κιλών με τιμή μονάδας 50 δραχμών, το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο, το οποίο αναγράφει πώληση 2.490.000 σίτου μαλακού γαλλικού με τιμή μονάδας τις 50 δραχμές, αξίας 124.500.000 δραχμών + 9.960.000 δραχμές ΦΠΑ, το υπ' αριθμ. ... αξίας 5.902.000 δραχμών + 472.160 δραχμές ΦΠΑ, το οποίο αναγράφει πώληση 113.500 κιλών αραβοσίτου με τιμή μονάδας τις 52 δραχμές, το υπ' αριθμ. 1... αξίας 56.350.000 δραχμών + 4.508.000 δραχμές ΦΠΑ το οποίο αναγράφει πώληση 1.150.000 κιλών σίτου ζωοτροφικού με τιμή μονάδας τις 49 δραχμές, το υπ' αριθμ. ...τιμολόγιο το οποίο αναγράφει πώληση 3.105.000 κιλών σίτου σκληρού με τιμή μονάδας τις 51 δραχμές αξίας 158.355.000 δραχμών + 12.668.400 δραχμές ΦΠΑ και το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο που αναγράφει πώληση 2.130.000 κιλών κριθαριού με τιμή μονάδας τις 50 δραχμές και συνολικής αξίας 106.500.000 δραχμών + 8.520.000 δραχμές ΦΠΑ. Η συνολική αξία των ανωτέρω εικονικών τιμολογίων είναι 516.607.000 δραχμές (1.516.088,41 €) + 41.728.560 δραχμές (122.460,92 €) ΦΠΑ που όμως αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους, καθ' όσον από τις καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων και από την υπ' αριθμ. ... έκθεση ελέγχου, αποδείχθηκε ότι οι αναφερόμενες στα παραπάνω τιμολόγια πωλήσεις ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν γιατί η ως άνω επιχείρηση "CRISSEL ΑΕ" δεν είχε στις 31-12-2000 στην κατοχή της τα σιτηρά και τα μηχανήματα που αναφέρονται στα παραπάνω τιμολόγια πωλήσεως, αφού δεν προέκυψε αναφορικά με τα σιτηρά πότε και από ποιόν αγόρασε τις αναφερόμενες σ' αυτά ποσότητες και εάν αυτές είχαν υποστεί τις αναγκαίες για την συντήρηση και διατήρηση τους απεντομώσεις, αερισμούς ή ανακυκλώσεις ώστε να διατηρηθούν επί μεγάλο χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα έξι έτη. Η εν λόγω εμπορική εταιρία προσκόμισε τα υπ' αριθμ. θεώρησης ..., τιμολόγια πώλησης, το από ... τιμολόγιο και το από ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο διατεινόμενη ότι από αυτά προκύπτει η αγορά των εν λόγω σιτηρών. Από κανένα όμως στοιχείο δεν προέκυψε ότι οι αναγραφόμενες στα προσκομιζόμενα φορολογικά στοιχεία ποσότητες ή μέρος αυτών παρέμειναν στις αποθήκες της "CRISSEL ΑΕ" στις 31.12.2000 δοθέντος ότι δεν προσκομίσθηκαν στην αρμόδια ΔΟΥ τα αναγκαία φορολογικά στοιχεία και βιβλία από τα οποία να προκύπτει τούτο καθώς και ότι κατά τον αυτό χρόνο είχε στην κατοχή της τα αναφερόμενα με αριθμ. ... τιμολόγιο μηχανήματα ούτε εξάλλου προσκομίσθηκαν στοιχεία του τρόπου εξόφλησης της φερόμενης ως αξίας των ως άνω (εικονικών) τιμολογίων, έτσι ώστε να προκύπτει έστω και εμμέσως οι σχετικές αυτές συναλλαγές, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι και η λήπτρια εταιρία δεν προσκόμισε στην αρμόδια ελεγκτική υπηρεσία το βιβλίο αποθήκης των ετών 2000-2003 καθώς και τα αναλυτικά καθολικά-καρτέλες αποθήκης των εμπορευμάτων που φέρεται ότι αγόρασε από την εκδότρια των τιμολογίων προκειμένου να διαπιστωθεί αν η λήπτρια πώλησε σε τρίτον τα εν λόγω σιτηρά και μηχανήματα ή αν εξακολουθεί να τα έχει ακόμα στην κατοχή της. Η εικονικότητα εξάλλου των παραπάνω φορολογικών στοιχείων αναμφίβολα προκύπτει και από το γεγονός ότι η επιχείρηση "CRISSEL ΑΕ" από το έτος 1996 και εφεξής υπολειτουργούσε, δεν υπέβαλε δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και δηλώσεις ΦΠΑ στην αρμόδια ΔΟΥ από το έτος 1999 και δεν είχε αποδώσει τον αναλογούντα στα άνω τιμολόγια ΦΠΑ συνολικού ποσού 41.728.560 δραχμών. Στις 10-11-2003 υπέβαλε εκπρόθεσμες δηλώσεις ΦΠΑ και δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των ετών 1999-2003, στις οποίες δήλωσε ως μοναδικές πωλήσεις τις αναφερόμενες στα εν λόγω τιμολόγια και εμφάνισε ότι είχε πιστωτικό υπόλοιπο ΦΠΑ από προηγούμενα έτη, το οποίο όμως, δοθέντος ότι δεν προσκόμισε προς έλεγχο τα σχετικά απαραίτητα βιβλία και στοιχεία που όφειλε να τηρεί, δεν απέδειξε την αλήθεια του ισχυρισμού της αυτού. Το έτος 2001 τέθηκε στο καθεστώς του άρθρο44 του Ν. 1892/1990 μετά από συμφωνία μεταξύ αυτής και των πιστωτών της που έλαβε χώρα στις 14-11-2001 και επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 1397/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Έτσι η "CRISSEL ΑΕ" δεν απέδωσε προς το Ελληνικό Δημόσιο τον ΦΠΑ των ανωτέρω φορολογικών στοιχείων, ενώ η λήπτρια των φορολογικών αυτών στοιχείων καταχώρησε τούτα στα τηρούμενα βιβλία της και εξέπεσε του αναλογούντος ΦΠΑ αυτών. Αλλά και η φερόμενη ως λήπτρια εταιρία κατά το χρόνο λήψης των φορολογικών στοιχείων είχε ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Ελληνικό Δημόσιο τις οποίες αδυνατούσε να πληρώσει γεγονός που δεν δικαιολογεί την εκ μέρους της αγορά προϊόντων τέτοιας αξίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ποσότητες των σιτηρών που φέρεται ότι αγόρασε η εταιρία "Ελληνική Γεωργική ΑΕ" στις 31-12-200 από την "CRISSEL ΑΕ" φέρεται ότι παρελήφθησαν από το υποκατάστημα της αγοράστριας στον ..., σε μισθωμένες κτηριακές εγκαταστάσεις της πωλήτριας εταιρίας, το προσωπικό δε, των δύο ομοειδών κατ' αντικειμένου εμπορικών επιχειρήσεων χρησιμοποιούσε κοινούς χώρους, ενώ ο κατηγορούμενος υπήρξε στο παρελθόν (κατά το έτος 1992) μέλος του πρώτου ΔΣ της εταιρίας "Ελληνική Γεωργική ΑΕ", στις 31-12-2000 ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ της "CRISSEL ΑΕ" και παραλλήλως πραγματοποιούσε αγοραπωλησίες σιτηρών για λογαριασμό της "Ελληνικής Γεωργικής ΑΕ" και από το έτος 2001 έγινε εμπορικός αυτής αντιπρόσωπος, ο δε Πρόεδρος του ΔΣ της "Ελληνικής Γεωργικής ΑΕ" ήταν και μέλος του ΔΣ της "CRISSEL ΑΕ". Εν όψει όλων όσων αναφέρθηκαν, προκύπτει ότι οι προαναφερθείσες δύο επιχειρήσεις, εκδότρια και λήπτρια, ήταν επιχειρήσεις των ιδίων προσώπων και συμφερόντων και σκοπός της έκδοσης των εν λόγω επτά φορολογικών στοιχείων που αφορούν ανύπαρκτες συναλλαγές ήταν η μεν "CRISSEL ΑΕ" ώστε να μην αποδώσει προς το πολιτικώς ενάγον "Ελληνικό Δημόσιο" τον αναλογούντα ΦΠΑ αλλά και να εμφανίσει η λήπτρια εταιρία αγορές και να εκπέσει από τον αναλογούντα ΦΠΑ και επειδή η προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 2760/2006 θεωρήθηκε στις 9-7-2008, πρέπει, αφού απορριφθεί η ως άνω υποβληθείσα ένσταση παραγραφής των παραπάνω σχετικών πράξεων που αποδίδονται στον κατηγορούμενον, να κηρυχθεί ένοχος αυτός της προαναφερθείσης πράξεως που αποδίδεται σ' αυτόν. Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξης της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση με το ακόλουθο διατακτικό: ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενον ΕΝΟΧΟΝ του ότι: Στην Θεσσαλονίκη, στις 31-12-2000 ενεργώντας με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, εξέδωσε εικονικά φορολογικά στοιχεία. Ειδικότερα ως πρόεδρος του ΔΣ της εταιρίας με την επωνυμία "ΚΡΙΣΣΕΛ ΑΕ" εξέδωσε τα φορολογικά στοιχεία (τιμολόγια πώλησης), που προσδιορίζονται πιο κάτω ως προς τον αριθμό, τον χρόνο έκδοσης, την αξία συναλλαγής, αξία ΦΠΑ, τα οποία αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές και δη πωλήσεις αγροτικών προϊόντων από την ανωτέρω εταιρία προς την "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΕ" και ως εκ τούτου, αυτά ήταν εικονικά. Τα εικονικά τιμολόγια είχαν ως εξής: α) ... αξίας 4.000.000 δρχ. + 720.000 δρχ. ΦΠΑ, β) ... αξίας 61.000.000 δρχ. + 4.880.000 δρχ. ΦΠΑ, γ) ... αξίας 124.500.000 δρχ. + 9.960.000 δρχ. ΦΠΑ, δ) ... αξίας 5.902.000 δρχ. + 472.160 δρχ. ΦΠΑ, ε) ... αξίας 56.350.000 δρχ. + 4.508.000 δρχ. ΦΠΑ, στ) ... αξίας 158.355.000 δρχ. + 12.668.400 δρχ. ΦΠΑ και ζ) ... αξίας 106.500.000 δρχ. + 8.520.000 δρχ. ΦΠΑ. Η συνολική αξία των ανωτέρω εικονικών τιμολογίων είναι 516.607.000 δρχ. (1.516.088,41 ευρώ) + 41.728.560 δρχ. (122.460,92 ευρώ) ΦΠΑ. Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του ν.2523/ 1997, την οποία δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Η αιτίαση ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα υπ' αριθ. ... τιμολόγια πώλησης και το από ... τιμολόγιο ως και το από ... δελτίο αποστολής είναι αβάσιμη διότι ελήφθησαν υπόψη και με επαρκή αιτιολογία εκρίθησαν. Περαιτέρω, συνεκτιμήθηκε και το υπ' αριθ. ... πιστοποιητικό με θέμα "Αποθήκευση και Συντήρηση Σιτηρών της Εταιρείας ΒΑSΕ CONTROL HELLAS Ltd" και η περί του αντιθέτου αιτίαση είναι αβάσιμη. Εξάλλου, με επαρκή αιτιολογία κρίθηκαν οι από 10-11-2003 εκπρόθεσμες δηλώσεις ΦΠΑ και δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των ετών 1999-2003 της εταιρείας CRISSEL ΑΕ της οποίας ο κατηγορούμενος ήταν πρόεδρος του ΔΣ αυτής κατά τον κρίσιμο χρόνο εκδόσεως των αναφερομένων τιμολογίων πωλήσεως. Όθεν, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος. Ο ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής α) τη μη υποβολή ή τη υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18), και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19). Ειδικότερα το άρθρο 19 παρ.1 του πιο πάνω νόμου (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση της με το άρθρο 40 παρ.1 του ν.3220/2004), ορίζει ότι. "1. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. ...2. Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου. 3.....Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία....". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. γ του ίδιου νόμου, όπως το τρίτο εδάφιο αντικαταστάθηκε με την παρ.3 αρθρ. 12 Ν.2753/1999 "...Κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/1995. Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα (1) μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου (Α.Ε.Π.) του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ.), ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει μεταξύ άλλων ότι στις περιπτώσεις που το αδίκημα της φοροδιαφυγής τελείται με την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν έχει ως προϋπόθεση την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής, όπως ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο της αυτής διατάξεως, για τις λοιπές περιπτώσεις φοροδιαφυγής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 60 ΚΠΔ "Το ποινικό δικαστήριο κρίνει και για τα ζητήματα αστικής φύσης που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της δίκης. Η ποινική δίωξη αναστέλλεται όταν σύμφωνα με το νόμο χρειάζεται να προηγηθεί απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου". Κατά το άρθρο 61 του ίδιου Κώδικα, όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, το οποίο, όμως, έχει σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο, κατά την κρίση του, να αναβάλει την ποινική δίκη, έως το τέλος της πολιτικής και η απόφαση αυτή μπορεί να ανακληθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το ποινικό δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάσει παρεπιμπτόντως κάθε ζήτημα που υπάγεται στην αρμοδιότητα των πολιτικών ή διοικητικών δικαστηρίων αρκεί μόνο να μην είναι από εκείνα για τα οποία ο νόμος, προκειμένου να χωρήσει η ποινική δίωξη, απαιτεί υποχρεωτικά να έχει αποφανθεί προηγουμένως το πολιτικό δικαστήριο. Διάταξη όμως, η οποία να καθιστά υποχρεωτική την αναστολή της ποινικής δίωξης για τις πράξεις της δια εκδόσεως πλαστών φορολογικών στοιχείων φοροδιαφυγής, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 19 παρ.1 του ν. 2523/1997, μέχρις ότου να αποφανθούν αμετακλήτως τα Διοικητικά Δικαστήρια επί σχετικής προσφυγής του κατηγορουμένου για την πράξη αυτή, όχι μόνο δεν υφίσταται, αλλά η άποψη αυτή βρίσκεται σε αντίθεση με την προαναφερόμενη διάταξη του εδ. γ' άρθρου 19 παρ.2γ του ν. 2523/1997. Η παρεχόμενη δε από τη διάταξη αυτή, κατ' εξαίρεση. δυνατότητα των ποινικών δικαστηρίων να ερευνήσουν αν ο κατηγορούμενος εξέδωσε ή όχι εικονικά φορολογικά στοιχεία με την πιο πάνω έννοια, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνα που εκδίδονται για συναλλαγή εν μέρει ή εν όλω ανύπαρκτη, χωρίς να έχει προηγηθεί τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε, αιτιολογείται από το ότι ο νόμος ποινικοποιεί συμπεριφορά του κατηγορουμένου για την ποινική αξιολόγηση της οποίας δεν είναι απαραίτητη, από τη φύση της, ο προηγούμενος έλεγχος της βασιμότητας ή όχι της εν λόγω φορολογικής παραβάσεως από τα διοικητικά δικαστήρια. 'Αλλωστε τα αρμόδια ποινικά δικαστήρια καλούνται να αποφανθούν αν συντρέχουν ή όχι της στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω αδικήματος, όπως αυτό προσδιορίζεται στο άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 2523/97, δηλαδή για ζήτημα το οποίο, σχετίζεται μεν, αλλά δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκη, με το αντικείμενο της δίκης ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. Συνεπώς η πιο πάνω ρύθμιση του 19 παρ.2γ του ν. 2523/1997, ουδόλως αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος, κατά την οποία "ο καθένας έχει δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντα του, όπως ο νόμος ορίζει", ούτε στην αρχή της ισότητας των διαδίκων, με την έννοια ότι προτού κριθεί η νομιμότητα της εκθέσεως ελέγχου της φορολογικής αρχής και των πράξεων επιβολής προστίμου, από τα αρμόδια διοικητικά Δικαστήρια ασκείται ποινική κατηγορία σε βάρος του κατηγορουμένου. Κατ' ακολουθία τούτων, η αναβολή της ποινικής δίκης, εφόσον είναι εκκρεμής δίκη ενώπιον πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου σχετική με υπόθεση που έχει σχέση με την ποινική δίκη, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, ανήκει στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 406/2009, ΑΠ 616/2008). Η απόφαση, όμως, αυτή, που απορρίπτει σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου, πρέπει, κατ' άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 παρ. 2 του ΚΠΔ να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, διότι, άλλως, δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του αυτού Κώδικα λόγος αναιρέσεως, όχι όμως και αυτός της υπέρβασης εξουσίας για το λόγο ότι το δικαστήριο δεν ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης μέχρι της εκδόσεως τελεσίδικης ή αμετάκλητης απόφασης από τα διοικητικά δικαστήρια επί του παρεμπιπτόντως κριθέντος από το ποινικό δικαστήριο ζητήματος. Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε το αίτημα αναβολής που υποβλήθηκε ενώπιον του μέχρις εκδόσεως τελεσιδίκου αποφάσεως από το Διοικητικό Δικαστήριο Θεσσαλονίκης επί ασκηθείσης προσφυγής της εταιρείας CRISSEL ΑΕ με την ακόλουθη αιτιολογία: "Στην κρινομένη υπόθεση που η ως άνω αποδιδομένη στον εκκαλούντα - κατηγορούμενον πράξη, αφορά την έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων τελεσθείσα στις 31-12-2000, η προηγούμενη έκδοση τελεσιδίκου αποφάσεως του ως άνω Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης επί της από 20-7-2009 ασκηθείσης αιτήσεως αναστολής που υπέβαλε η εταιρία "CRISSEL ΑΕ" και αφορά τα σχετικά εκδοθέντα τιμολόγια, δεν αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση της ποινικής δίωξης και την συζήτηση της υποθέσεως αυτής, ενώ δεν κρίνεται αναγκαία η ζητούμενη αναβολή, γιατί κατά την κρίση του Δικαστηρίου η τελεσίδικη κρίση του ως άνω Διοικητικού Δικαστηρίου δεν πρόκειται να εισφέρει αποδεικτικά στην ουσία της υπόθεσης, καθ' όσον το υπάρχον αποδεικτικό υλικό είναι επαρκές για τον σχηματισμό εδραίας δικανικής πεποιθήσεως και συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί το ως άνω υποβληθέν αίτημα". Έτσι αιτιολογημένα απέρριψε το υποβληθέν αίτημα της αναβολής και ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 5 10 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 § 1 εδαφ. α του ν. 2.523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 40 § 1 του ν. 3.220/2004, εφαρμόζεται δε, σύμφωνα με το άρθρο 38 § 5 του άνω ν. 2.523/1997, στα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από την 1.1.1998 και μετά, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. Ως προς την παραγραφή, ο ως άνω ν. 2.523/1997, με την § 10 του άρθρου 21 αυτού, όριζε αρχικά ότι "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκηση της". Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 § 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής ίσχυε και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου αυτού, έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά η ποινική δίωξη ασκείτο άμεσα, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (ΔΟΥ) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του εν λόγω ν. 2523/1997, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην § 2 εδαφ. 3 του ίδιου άρθρου 21 αυτού, όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 § 3 του ν. 2.753/1999. Περαιτέρω, με την § 8 του άρθρου 2 του ν. 2.954/2001 "Περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.", προστέθηκε στην § 10 του άνω άρθρου 21 του ν. 2.523/1997 δεύτερο εδάφιο, με το οποίο ορίζεται ότι "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος Νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής, που διενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο από εκείνη του προηγουμένου δικαίου, αφού για το προβλεπόμενο από το άρθρο 19 § 1 του ν. 2.523/1997 έγκλημα της φοροδιαφυγής, που διαπράττεται με την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή την αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθορίζει ως χρόνο έναρξης της παραγραφής την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε το σχετικό έλεγχο, δηλαδή χρόνο προγενέστερο από εκείνον που όριζε αρχικά για την έναρξη της παραγραφής του ίδιου αδικήματος η § 10 του άρθρου 21 του ν. 2.523/1997, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής. Κατά συνέπεια, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 2 § 8 του ν. 2.954/2001, εφαρμόζεται, ως επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 του ΠΚ, και για τα εγκλήματα της έκδοσης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων που τελέστηκαν πριν από το χρόνο έναρξης της ισχύος αυτής (2.11.2001), λαμβανομένου υπόψη ότι οι διατάξεις που ρυθμίζουν την έναρξη και διάρκεια της παραγραφής είναι ουσιαστικού ποινικού δικαίου (βλ. περί των ανωτέρω την ΑΠ 242/2008). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 § 3, 112 και 113 §§ 2 και 3 του Π Κ, η παραγραφή της πράξης, η χρονική διάρκεια της οποίας για τα πλημμελήματα είναι πέντε έτη, αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997), και αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση και πάντως η αναστολή δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από τρία χρόνια. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 343 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει, είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως με τα οποία καλείται αυτός στο ακροατήριο, αδιάφορος αν η υπόθεση αναβλήθηκε ή εκδικάσθηκε, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 16985/2009 απόφαση του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων στο σύνολο τους κατ' εξακολούθηση για συναλλαγές ανύπαρκτες, δηλαδή για παράβαση των άρθρων 98 ΠΚ, 19 § 1, 20 και 21 § 10 του ν. 2.523/1997, όπως το άρθρο 19 ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το άρθρο 40 του ν. 3.220/2004 και η § 10 του άρθρου 21 αντικαταστάθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 § 8 του ν. 2.954/2001, πράξη που διώκεται σε βαθμό πλημμελήματος και τελέστηκε στις 31-12-2000 στη Θεσσαλονίκη. Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι η σχετική υπ' αριθ. ... έκθεση ελέγχου θεωρήθηκε στις 09-07-2008 και ως εκ τούτου δεν εχώρησε παραγραφή του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων και τη συνέχεια απέρριψε την υποβληθείσα ένσταση παραγραφής της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε. Έτσι, κατά τα εκτεθέντα, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις άνω διατάξεις με το να απορρίψει την ένσταση παραγραφής του αναιρεσείοντος και ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των άρθρων 329, 358, 364 και 365 ΚΠΔ προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, επέρχεται και όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη έγγραφο, χωρίς τούτο να αναγνωσθεί προηγουμένως κατά την ακροαματική διαδικασία, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το αποδεικτικό τούτο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση ο τελευταίος λόγος της αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας διότι η 1397/ 2002 απόφαση του Πολιτικού Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία επικυρώθηκε η κατά το άρθρο 44 του ν. 18927 1990 συμφωνία μεταξύ της ΑΕ CRISSEL και των πιστωτών της ελήφθη υπόψη από την προσβαλλομένη πλην δεν αναγνώσθηκε, είναι αβάσιμος διότι η απόφαση αυτή αφορά την άνω ΑΕ και όχι τη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και έτσι δεν άσκησε επιρροή επί της κρίσεως της προσβαλλομένης για την ενοχή του. Συνεπώς, η αίτηση αναίρεση πρέπει αν απορριφθεί ως αβάσιμη και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου και στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2-12-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ... για αναίρεση της 16985/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης . Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου την οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εικονικά φορολογικά στοιχεία. Εικονικό είναι το στοιχείο που γίνεται και για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής. Στις περιπτώσεις που το αδίκημα της φοροδιαφυγής τελείται με την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και την μηνυτήρια αναφορά και δεν έχει ως προϋπόθεση την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής. Απορρίπτει αίτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή.
0
Αριθμός 1222/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη και Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.192/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο .... Το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1730/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη, με αριθμό 36/25-1-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι. Eισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με το ά. 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., την 11/26-11-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατοίκου ... ( ... ), που ασκήθηκε από τον δικηγόρο Σύρου Γ. Πλατή με την από 24-11-2009 εξουσιοδότησή του που προσκόμισε , κατά του 192/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, και εκθέτω τα ακόλουθα: ΙΙ. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χίου με το 88/2007 βούλευμά του παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αιγαίου, που θα ορίσει ο Εισαγγελέας Εφετών Αιγαίου, για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της έκθεσης από την οποία επήλθε ο θάνατος του παθόντος (α. 306 παρ. 1α και 2β Π.Κ.). Κατά του παραπεμπτικού αυτού βουλεύματος ο αναιρεσείων άσκησε την 5/2007 έφεσή του η οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε στην ουσία της με το 32/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου. Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Εφετών ο ίδιος αναιρεσείων άσκησε την 6/2008 αίτησή του αναιρέσεως η οποία έγινε δεκτή με την 2467/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο. Συγκεκριμένα ο Άρειος Πάγος αναίρεσε το βούλευμα αυτό για απόλυτη ακυρότητα και ειδικότερα για το ότι (ακριβής αντιγραφή): "Κατά το άρθρο 192 του ΚΠΔ, εκείνος που διόρισε τους πραγματογνώμονες πρέπει να ανακοινώσει ταυτόχρονα τα ονοματεπώνυμα τους και στους διαδίκους, εκτός αν τούτο είναι αδύνατο, ή αν συντρέχει η περίπτωση του άρθρου 187 του ιδίου Κώδικα, (που αναφέρεται σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις της προκαταρκτικής πραγματογνωμοσύνης, όταν δεν είναι δυνατό να διοριστεί τακτικός πραγματογνώμονας). Τούτο απαιτείται για να μπορέσει ο διάδικος, κατά τους ορισμούς των άρθρων 191 και 192 του ΚΠΔ, να ασκήσει το δικαίωμα εξαιρέσεως του πραγματογνώμονα και επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 204 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, να προβεί στο διορισμό τεχνικού συμβούλου. Η παράλειψη της γνωστοποιήσεως αυτής στον κατηγορούμενο, αναγόμενη στην υπεράσπιση του και στην άσκηση των πιο πάνω δικαιωμάτων του, που του παρέχονται από το νόμο, δημιουργεί, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με το πληττόμενο 32/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, απορρίφθηκε η έφεση του παραπάνω κατηγορουμένου κατά του υπ' αριθ. 88/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Χίου, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Εφετείου Αιγαίου που θα ορίσει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών Αιγαίου για να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της έκθεσης από την οποία επήλθε ο θάνατος του παθόντος (άρθρα 26 παρ.1, 27, 29, 51, 52, 60, 63, 79, 306παρ.2β-1 περ.α' του ΠΚ). Όπως από το βούλευμα αυτό προκύπτει, το Συμβούλιο συνεξετίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και την από 17-2-2005 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής του πτώματος του παθόντος Ψ των ιατρών Γ1 και Γ2 που διατάχθηκε κατά το στάδιο της προανακρίσεως από τον προνακριτικό υπάλληλο ..., Αντιπλοίαρχο, κεντρικό Λιμενάρχη .... Όμως, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα ο διορισμός και τα ονόματα των ως άνω πραγματογνωμόνων, για να παρασχεθεί σ' αυτόν η δυνατότητα να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του, όπως για υποβολή αιτήσεως εξαιρέσεως και για διορισμό τεχνικού συμβούλου. Συνεπώς, εφόσον το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου έλαβε υπόψη του και συνεξετίμησε την πιο πάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, χωρίς να εκτίθενται και οι λόγοι που ενδεχομένως η γνωστοποίηση της δεν ήταν υποχρεωτική υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 484 παρ. 1 περ. Α' του ΚΠΔ και πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί κατά το βάσιμο δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, παρελκούσης της έρευνας του ετέρου λόγου αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο για νέα κρίση, στη σύνθεση του οποίου δεν θα λάβουν μέρος οι δικαστές που έκριναν προηγουμένως". III. Το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου επανήλθε και με το 1609/2009 βούλευμά του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε στην ουσία της ως αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος. Αυτό επαναδιατύπωσε την κατηγορία με την ακόλουθη μορφή: "Με την ιδιότητα του πλοιάρχου του Ε/Γ-Ο/Γ πλοίου "Π...", στο λιμένα ... την 15-2-2005, με ενδεχόμενο δόλο, εξέθεσε τον ναυτολογημένο στο πλοίο αυτό με την ιδιότητα του μηχανοδηγού, Ψ και κατ' αυτό τον τρόπο, τον κατέστησε αβοήθητο, πράξη από την οποία επήλθε ο θάνατος του, ως βαρύτερο αποτέλεσμα, που οφείλεται σε συνειδητή αμέλεια του. Ειδικότερα, παρά τις εξαιρετικά δυσμενείς καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν στο λιμένα ..., με κύματα που υπερέβαιναν την προβλήτα του λιμένος, όπου είχε προσδεθεί το ανωτέρω πλοίο, με απαγόρευση απόπλου του και παρά την αδυναμία των αρμοδίων τοπικών φορέων ... να προστρέξουν σε βοήθεια του πλοίου αυτού, εξαιτίας της θραύσης των κάβων πρόσδεσης στο λιμένα του πλοίου και του κινδύνου να προσαράξει αυτό στα αβαθή του λιμένα, αυτός, με επανειλημμένες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, έδωσε με φορτικότητα εντολή στον Ψ, επισείοντας τον κίνδυνο της απόλυσης του σε περίπτωση άρνησης της, προκειμένου να βοηθήσει από την προβλήτα του λιμένος την πρόσδεση των κάβων του πλοίου, αν και από την ναυτική εμπειρία του γνώριζε ότι αυτό ήταν επικίνδυνο για τη ζωή του, χωρίς να επιθυμεί το θάνατο του, ευχόμενος ότι αυτός δεν θα επέλθει. Κατά την πρόσδεση του δεύτερου κάβου, εξαιτίας των κυμάτων ο Ψ έπεσε και κτύπησε στην τσιμεντένια προβλήτα του λιμένος και στη συνέχεια παρασύρθηκε στη θάλασσα, στο εσωτερικό τμήμα του λιμένος, από την οποία τον ανέσυραν νεκρό οι Κ1 και Σ που έπεσαν στη θάλασσα. Ο θάνατος του επήλθε από εγκεφαλική αιμορραγία εξ αιτίας κατάγματος του κρανίου του, που προήλθε από την πτώση του στην τσιμεντένια προβλήτα, αποτέλεσμα που δεν επεδίωκε ο ανωτέρω κατηγορούμενος, πλην όμως συνειδητά, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε με την ιδιότητα του πλοιάρχου να καταβάλει, δεν μερίμνησε να συστήσει στον ανωτέρω θανόντα να απομακρυνθεί από την προβλήτα, παρόλο που προέβλεπε ότι τα κύματα που υπερέβαιναν το ύψος αυτής, μπορούσαν να τον παρασύρουν και να τον κτυπήσουν με σφοδρότητα σ' αυτή, με μοιραίο επακόλουθο το θάνατό του". Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 16-11-2009 στον κατηγορούμενο με παράδοση αυτού στην σύνοικο πεθερά του ... , όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό του Αρχιφύλακα ... του Α.Τ.... , και αυτός στις 26-11-2009 εμπρόθεσμα, δηλ. εντός της προβλεπόμενης δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση (α. 473 παρ. 1 του ΚΠΔ ), άσκησε την παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αιγαίου και ζητά την εξαφάνισή του για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του α. 306 του ΠΚ και απόλυτη ακυρότητα (α. 484 παρ. 1 στοιχ. Α! , Δ! και Ε! του ΚΠΔ ). Επειδή η αίτηση αυτή αναιρέσεως είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή (α. 473, 474 και 482 του ΚΠΔ ) πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί στην ουσία της. ΙV. Κατά το άρθρο 306 παρ. 1 Π.Κ. "όποιος εκθέτει άλλον και έτσι τον καθιστά αβοήθητο, καθώς και όποιος με πρόθεση αφήνει αβοήθητο ένα πρόσωπο, που το έχει στην προστασία του ή που έχει υποχρέωση να το διατρέφει και να το περιθάλπει ή, να το μεταφέρει, ή ένα πρόσωπο που ο ίδιος το τραυμάτισε υπαίτια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου του Π.Κ., αν από την έκθεση προκληθεί από αμέλεια του δράστη βαριά βλάβη της υγείας του παθόντος επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα έτη, αν δε προκληθεί θάνατος, κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών". Από τη διάταξη της παρ. 1 προκύπτει, ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκθεσης, το οποίο είναι έγκλημα συγκεκριμένης διακινδύνευσης, συγκροτείται με δύο τρόπους: α) με την έκθεση άλλου, έτσι ώστε να καταστεί αυτός αβοήθητος (έκθεση σε στενή έννοια) και β) με την άφεση αβοήθητου του προσώπου που βρίσκεται υπό την προστασία του δράστη. Η έννοια των φράσεων του νόμου "καθιστά αβοήθητο", "αφήνει αβοήθητο" σημαίνει ότι και στις δυο αυτές περιπτώσεις δημιουργείται κατάσταση κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία του παθόντος ή επιτάσεως του επισυμβάντος κινδύνου. Ειδικότερα, ο πρώτος τρόπος τελέσεως του εγκλήματος της έκθεσης σε στενή έννοια, υπάρχει, όταν με θετική ενέργεια (ή παράλειψη), το θύμα μεταφέρεται από μία σχετικά ασφαλή θέση σε μία ανασφαλή, χωρίς να απαιτείται τοπική μετακίνηση του θύματος, και έτσι εκτίθεται σε κίνδυνο η ζωή και η υγεία του ( Ν. Ανδρουλάκης Ειδικό Μέρος Ποινικού Δικαίου 1974 σελ. 68 ). Η αβοήθητη θέση, στην οποία περιάγεται το θύμα, συνίσταται στη δημιουργία όρων με τους οποίους αρχίζει μια αυτοδύναμη διαδικασία που θα οδηγήσει σε βλάβη του εννόμου αγαθού της ζωής ή της υγείας, αν δεν ανακοπεί με οποιονδήποτε τρόπο. Επομένως είναι αδιάφορο, εάν το θύμα τελικά διασωθεί με την παρέμβαση τρίτων ή από τύχη. Και τούτο, γιατί στα εγκλήματα συγκεκριμένης διακινδύνευσης, στα οποία εντάσσεται και η έκθεση, η συμπεριφορά του δράστη εξαντλείται στην πρόκληση του κινδύνου και δεν συνδέεται με την επέλευση της βλάβης. Απαιτείται, ακόμη, να συντρέχει και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος, ο οποίος θεωρείται ότι υπάρχει, όταν μπορούμε να φανταστούμε ότι, αν δεν ελάμβανε χώρα η ενέργεια του δράστη ή δεν παραλειπόταν η επιβεβλημένη ενέργειά του, τότε το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα, δηλαδή η κατάσταση κινδύνου, στη μεν έκθεση σε στενή έννοια, δεν θα επερχόταν, στην δε έκθεση σε ευρεία έννοια, η οποία τελείται με παράλειψη, η υπάρχουσα ήδη κατάσταση κινδύνου, θα εξαλειφόταν (ΑΠ 1599/2006, ΑΠ 65/2007). Για τη συγκρότηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της έκθεσης, απαιτείται να έχει ο δράστης δόλο έστω και ενδεχόμενο) δηλαδή αυτός να γνωρίζει, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι ο παθών, στην πρώτη περίπτωση (έκθεση σε στενή έννοια) περιάγεται με την ενέργειά του σε κατάσταση κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία του, στη δεύτερη δε περίπτωση, ότι ο παθών βρίσκεται ήδη σε κατάσταση κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία του και να θέλει ή αποδέχεται, στην πρώτη περίπτωση να προβεί στην ενέργεια (ή την παράλειψη) από την οποία δημιουργείται η ως άνω κατάσταση κινδύνου, στη δεύτερη δε περίπτωση, να παραλείψει να προβεί στη λυτρωτική για τον παθόντα ενέργεια, οσάκις ο δράστης έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία του παθόντος (Α.Π. 1503/2002 , ΑΠ 332/2000) . Στην διακεκριμένη περίπτωση της παρ. 2 της έκθεσης απαιτείται δόλος έστω και ενδεχόμενος για το βασικό έγκλημα και αμέλεια για το βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου ή της βαριάς σωματικής βλάβης που επήλθε ( ΑΠ 1371/2006 , ΑΠ 300/98 , ΑΠ 717/97 ). Για την συνδρομή του ενδεχόμενου δόλου στην επιβαρυντική περίσταση του εγκλήματος της έκθεσης πρέπει να υπάρχει στο πρόσωπο του δράστη και να αιτιολογείται: α) η πρόβλεψη του βαρύτερου αποτελέσματος (γνωστικό στοιχείο) και β) η αποδοχή του αποτελέσματος (βουλητικό στοιχείο) που μπορεί να συνάγεται από την πολύ μεγάλη πιθανότητα πρόβλεψης του βαρύτερου αποτελέσματος που επήλθε και τελικά το επιδοκίμασαν και το αποδέχθηκαν (ΑΠ 65/2007 , ΑΠ 1371/2006). Εξάλλου, κατά το άρθρο 28 του Π.Κ., η αμέλεια διακρίνεται σε ενσυνείδητη και μη συνειδητή. Ενσυνείδητη αμέλεια υπάρχει όταν ο δράστης, λόγω μη καταβολής της προσήκουσας προσοχής, προβλέπει μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να προέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα, αλλά το αποκρούει και ενεργεί, διότι είτε ελπίζει (ενσυνείδητη αμέλεια α' βαθμού ), είτε πιστεύει (ενσυνείδητη αμέλεια β' βαθμού) ότι δεν θα επέλθει (ΑΠ 630/2005, ΑΠ 963/2006, ΑΠ 2057/2001, ΑΠ 1519/1987 ). Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (Ολ. ΑΠ 1/2005 ΠΛογ 2005.49, Ολ. ΑΠ 2/2004 ΠΛογ 2004.1015 , ΑΠ 1560/2002 ΠΧ' 2003.536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧ' 2001.244). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 2095/2008 , ΑΠ 2253/2002 ΠΧ' 2003.795, ΑΠ 911/1995 ΠΧ! 1995.1440, ΑΠ 459/1992 ΠΧ! 1992.545). V. Το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου με το προσβαλλόμενο βούλευμά του με καθολική αναφορά στην στη ενσωματωμένη πρόταση του Εισαγγελέα δέχθηκε ότι , μετά από στάθμιση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού της δικογραφίας και ειδικότερα των καταθέσεων των μαρτύρων, της απολογίας του κατηγορουμένου και των υπομνημάτων του, και όλων των λοιπών εγγράφων της δικογραφίας πλήν της από 17-2-2005 ιατροδικαστικής εκθέσεως, προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Στις 13-2-2005 κατέπλευσε στον λιμένα ..., σε εκτέλεση προγραμματισμένου δρομολογίου, το Ε/Γ-0/Γ πλοίο "Π...", με πλοίαρχο τον κατηγορούμενο και ναυτολογημένο, ως μηχανοδηγό Β, τον Ψ, ο οποίος μετά το πέρας της βάρδιας του, έλαβε άδεια από τον κατηγορούμενο, να διανυκτερεύσει εκτός πλοίου, στην οικογενειακή του εστία στα .... Στις 14-2-2005 εξελίχθησαν δυσμενείς οι καιρικές συνθήκες, απαγορεύθηκε ο απόπλους του ανωτέρω πλοίου και ενισχύθηκε η πρόσδεση του πλοίου με πρόσθετους κάβους, πλην όμως περί ώρα 01.00 της 15-2-2005 έγινε θραύση του κάβου της πρύμνης, υπήρχε ιδιαίτερα υψηλός κυματισμός με κύματα πού έφθαναν τα 10 μέτρα, εξ αιτίας των οποίων δεν μπόρεσε ο Ψ να επιβιβασθεί από την προβλήτα του λιμένος στο πλοίο. Στην συνέχεια, έγινε σταδιακή θραύση και άλλων κάβων του πλοίου, χωρίς να δυνηθούν οι τοπικοί φορείς των ... και η Λιμενική Αρχή να παράσχουν βοήθεια στο πλοίο, με την πρόσδεση κάβων, με αποτέλεσμα περί ώρα 13.40 το πλοίο να συγκρατείται μόνον από ένα κάβο και να είναι σφόδρα πιθανός ο κίνδυνος προσάραξης του στα αβαθή του λιμένος. Περί ώρα 14.00 της ιδίας ημέρας τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος στον Ψ, πού ανέμενε σε καφενείο της παραλίας, προκειμένου να βελτιωθούν οι καιρικές συνθήκες για να επιβιβασθεί στο πλοίο, και του ζήτησε με φορτικότητα να βοηθήσει από την ξηρά την ενίσχυση πρόσδεσης των κάβων, παρά την αρχική του άρνηση και το γεγονός ότι αυτή η ενέργεια ήταν επικίνδυνη για την ζωή του. Μετά από επανειλημμένες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, κατά τις οποίες, ο κατηγορούμενος, του επέσειε τον κίνδυνο απόλυσης του, σε περίπτωση που δεν πλησίαζε για την πρόσδεση κάβων, αυτός εμφανώς ταραγμένος παρά τα ακραία καιρικά φαινόμενα που επικρατούσαν και τις αποτρεπτικές παρευρισκομένων, προσπάθησε να προσεγγίσει το πλοίο, με τα κύματα υπερβαίνουν την προβλήτα του λιμένος, δεμένος για. ασφάλεια με λεπτό σχοινάκι στην μέση του, πλην όμως, κατά την διάρκεια πρόσδεσης του δεύτερου κάβου, κύματα τον πέταξαν στην τσιμεντένια προβλήτα και στην συνέχεια τον παρέσυραν στην θάλασσα, στο εσωτερικό τμήμα του λιμένος. Από τους παρευρισκόμενους, ο Κ1 και στην συνέχεια ο Σ έπεσαν στην θάλασσα για να τον βοηθήσουν και κατάφεραν να τον τραβήξουν στην ξηρά, όπου και διαπιστώθηκε ο θάνατος του. Από την ληξιαρχική πράξη θανάτου του, φαίνεται ότι ο θάνατος αυτού επήλθε από εγκεφαλική αιμορραγία, εξ αιτίας κατάγματος κρανίου, πού προήλθε από την βίαιη πρόσκρουση του στην τσιμεντένια προβλήτα του λιμένα. Ο κατηγορούμενος, ως πλοίαρχος, ήταν έμπειρος ναυτικός για να αντιληφθεί το ενδεχόμενο διακινδύνευσης της ζωής του θανόντος, όταν φορτικά και με την απειλή της απόλυσης του, του έδιδε την εντολή να βοηθήσει στην πρόσδεση των κάβων του πλοίου. Αποδέχθηκε τον κίνδυνο αυτό, αδιαφόρησε εντελώς για την σφόδρα πιθανή επέλευση του, την οποία μπορούσε να αντιληφθεί, εξ αιτίας των ακραίων καιρικών συνθηκών και αδυναμίας βοήθειας του από τους αρμόδιους τοπικούς φορείς των ..., αν και δεν επιθυμούσε τον θάνατο του ανωτέρω και στην συμπεριφορά του αυτή, τον εξώθησε το αίσθημα ανασφάλειας για τον κίνδυνο του πλοίου του και τον κίνδυνο της ζωής του πληρώματος, πού ήσαν στο πλοίο. Αυτός ισχυρίσθηκε ότι, ουδέποτε ζήτησε φορτικά από τον Ψ να προσεγγίσει το πλοίο και ότι αυτός ενήργησε απόφιλοτιμία και υπερβάλλοντα ζήλο για την σωτηρία του πλοίου, πλην όμως διαψεύδονται οι ισχυρισμοί αυτοί από τις καταθέσεις των Φ, Κ2, Μ, Α και Π, που καταθέτουν ότι ασκήθηκε στον θανόντα απότον κατηγορούμενο τηλεφωνικώς έντονη ψυχολογική πίεση, προκειμένου να φύγει από τον ασφαλή χώρο του καφενείου και να προσεγγίσει την προβλήτα για την πρόσδεση των κάβων του πλοίου. Κατά συνέπεια η ανωτέρω ενέργεια του κατηγορούμενου οφείλεται σε από ενδεχόμενο δόλο έκθεση του θανόντος, με συνειδητή αμέλεια του για το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου του. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του ανωτέρω εκκαλούντος-κατηγορούμενου για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της έκθεσης από την οποία προκλήθηκε θάνατος ανθρώπου (άρθρα 1, 5, 14, 16, 17, 18, 26 παρ.1, 27, 29, 51, 52, 60, 63, 79, 306 παρ.2β-1 περ.α ΠΚ), αφού επαναδιατυπωθεί η σε βάρος του κατηγορία, σύμφωνα με το υπ' αριθμ.88/2007 βούλευμα Συμβουλίου Πλημ/κών Χίου, δεδομένου ότι δεν επέρχεται μεταβολή κατηγορίας όταν στα πλαίσια του ακριβέστερου προσδιορισμού της πράξης, αλλάξει ο τρόπος τέλεσης της, χωρίς την μεταβολή της ταυτότητας της, καθ' όσον η έκθεση είναι έγκλημα συγκεκριμένης διακινδύνευσης και γνήσιο πολύτροπο υπαλλακτικά μικτό. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να παραπεμφθεί ο Χ στο ακροατήριο του Μ.Ο.Δ της περιφέρειας Εφετείου Αιγαίου, για να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι, με την ιδιότητα του πλοιάρχου του Ε/Γ-Ο/Γ πλοίου "Π...", στον λιμένα ... την 15-2-2005, με ενδεχόμενο δόλο, εξέθεσε τον ναυτολογημένο στο πλοίο αυτό με την ιδιότητα του μηχανοδηγού, Ψ και κατ'αυτό τον τρόπο τον κατέστησε αβοήθητο, πράξη από την οποία επήλθε ο θάνατος του, ως βαρύτερο, αποτέλεσμα, πού οφείλεται σε συνειδητή αμέλεια του. Ειδικότερα, παρά τις εξαιρετικά δυσμενείς καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν στον λιμένα ..., με κύματα που υπερέβαιναν την προβλήτα του λιμένος, όπου είχε προσδεθεί το ανωτέρω πλοίο και παρά την αδυναμία των αρμοδίων τοπικών φορέων ... να προστρέξουν σε βοήθεια του πλοίου αυτού, εξ αιτίας της θραύσης των κάβων πρόσδεσης στον λιμένα του πλοίου και του κινδύνου να προσαράξει αυτό στα αβαθή του λιμένα, αυτός με επανειλημμένες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, έδωσε με φορτικότητα εντολή στον Ψ, επισείοντας τον κίνδυνο της απόλυσης του σε περίπτωση άρνησης της, προκειμένου να βοηθήσει από την προβλήτα του λιμένος την πρόσδεση των κάβων του -πλοίου, αν και από την. ναυτική εμπειρία του γνώριζε ότι αυτό ήταν επικίνδυνο για την ζωή του, χωρίς να επιθυμεί τον θάνατο του, ευχόμενος ότι αυτός δεν θα επέλθει. Κατά την πρόσδεση του δεύτερου κάβου, εξ αιτίας των κυμάτων ο Ψ έπεσε και κτύπησε στην τσιμεντένια προβλήτα του λιμένος και στην συνέχεια παρασύρθηκε στην θάλασσα, στο εσωτερικό τμήμα του λιμένος, από την οποία τον ανέσυραν νεκρό οι Κ1 και Σ πού έπεσαν στην θάλασσα. Ο θάνατος του επήλθε από εγκεφαλική αιμορραγία, εξ αιτίας κατάγματος του κρανίου του, που προήλθε από την πτώση του στην τσιμεντένια προβλήτα, αποτέλεσμα που δεν επεδίωκε ο ανωτέρω κατηγορούμενος, πλην όμως συνειδητά, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε με την ιδιότητα του πλοιάρχου να καταβάλει, δεν μερίμνησε να συστήσει στον ανωτέρω θανόντα να απομακρυνθεί από την προβλήτα, παρ' όλο που προέβλεπε ότι τα κύματα, που υπερέβαιναν το ύψος αυτής μπορούσαν να τον παρασύρουν και να κτυπήσουν με σφοδρότητα σ'αυτή, με μοιραίο επακόλουθο τον θάνατο του. Συνεπώς πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί κατ'ουσία και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο ανωτέρω βούλευμα, μετά την επαναδιατύπωσή του, κατά το μέρος που ο ανωτέρω εκκαλών παραπέμπεται στο αρμόδιο μικτό ορκωτό δικαστήριο. VI.Το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χίου, έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επειδή : α) εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της θανατηφόρου β) αναφέρει τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του α. 306 του Π.Κ., γ) ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη αυτή, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα εκθέτει ρητά: α) τις ενέργειες του κατηγορουμένου εξαιτίας των οποίων ο θανών ενεπλάκη στην επικίνδυνη κατάσταση πρόσδεσης των κάβων του πλοίου β) την γνώση του κατηγορουμένου της επικίνδυνης αυτής κατάστασης και του κινδύνου για την ζωή του θανόντα γ) την αποδοχή του κινδύνου και την ελπίδα αυτού ότι κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί (ενδεχόμενος δόλος) δ) τον αιτιώδη σύνδεσμο ανάμεσα στην επικίνδυνη αποστολή που ανατέθηκε στον θανόντα και τον θάνατό του ε) την πρόβλεψη αυτού ότι ήταν πιθανό το βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου (ενσυνείδητη αμέλεια ) και στ) την ελπίδα του ότι αυτό τελικά (θάνατος) δεν θα συνέβαινε. Ακόμα ο αναιρεσείων παραπονείται για απόλυτη ακυρότητα επειδή ελήφθη υπόψη για την παραπομπή του η ιατροδικαστική έκθεση στην οποία δεν του δόθηκε η δυνατότητα να ορίσει τεχνικούς συμβούλους. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί επειδή: α) το αποδεικτικό αυτό μέσο ρητά εξαιρέθηκε από τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη για την παραπομπή του και β) εμμένουμε στην άποψη που υποστηρίξαμε με την πρότασή μας κατά την έκδοση του 2467/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Σας ότι λόγω του κατεπείγοντος για την διενέργεια της νεκροψίας - νεκροτομής δεν ήταν απαραίτητη η ειδοποίηση του αναιρεσείοντα ώστε να διορίσει τεχνικούς συμβούλους (ΑΠ 1808/88 ΝοΒ.1989.479, ΑΠ 690/1971 ΠΧ! 1972.221). Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η εσφαλμένη κατά την άποψη του αναιρεσείοντος εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού ανάγεται στην ανέλεγκτη εκ μέρους του Συμβουλίου κρίση των πραγματικών περιστατικών η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1534/2008 , AΠ 567/2006 , ΑΠ 501/2006 , ΑΠ 1071/2005 ΠΧ! 2006.134). Με την παραπάνω επαναδιατύπωση του διατακτικού του βουλεύματος δεν επήλθε ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας και κατ' επέκταση απόλυτη ακυρότητα, όπως προβάλει ο αναιρεσείων, αλλά το Συμβούλιο Εφετών διευκρίνησε τα υπάρχοντα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από το ίδιο αποδεικτικό υλικό (ΑΠ 1710/2008, ΑΠ 2082/2008 ΑΠ 79/2007, ΑΠ 183/2006 στην ιστοσελίδα του Α.Π). VII. Με βάση τα δεδομένα αυτά η αίτηση αυτή αναιρέσεως του κατηγορουμένου είναι αβάσιμη και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα (α. 583 παρ. 1 , όπως αντ. από το α. 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 , σε συνδ. με το α. 3 παρ. 3 του Ν. 773/1977 και την 58553/19/28-6-2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης). Τέλος πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του αναιρεσείοντα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου Σας επειδή αυτός τόσο με την απολογία του , τα υπομνήματά του και την έφεσή του όσο και με την αίτησή αναιρέσεως εκθέτει πλήρως και αναλυτικά τις απόψεις του και έτσι δεν είναι αναγκαία κάποια άλλη διασάφηση ή διευκρίνιση εκ μέρους του ( ΑΠ 1071/2008 , ΑΠ 2049/2007 ΑΠ 960/2006 ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί το αίτημά του αναιρεσείοντα Χ κατοίκου ... (... ) για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου Σας Β) Να απορριφθεί η 11/26-11-2009 αίτηση αναιρέσεως του ίδιου αναιρεσείοντα Χ κατοίκου ... (...) κατά του 192/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, και Γ) Να επιβληθούν σε βάρος αυτού του αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 25 Ιανουαρίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης". Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 306 παρ. 1 ΠΚ όποιος εκθέτει άλλον και έτσι τον καθιστά αβοήθητο, καθώς και όποιος με πρόθεση αφήνει αβοήθητο ένα πρόσωπο, που το έχει στην προστασία του ή που έχει υποχρέωση να το διατρέφει και να το περιθάλπει ή να το μεταφέρει ή ένα πρόσωπο που ο ίδιος τραυμάτισε υπαίτια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ΠΚ, αν από την έκθεση προκληθεί από αμέλεια του δράστη βαριά βλάβη της υγείας του παθόντος επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα έτη, αν δε προκληθεί θάνατος, κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών. Εξάλλου κατά το άρθρο 28 του ΠΚ από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του είτε το προέβλεψε ως δυνατόν πίστευε όμως ότι δε θα επερχόταν. Η διάταξη αυτή διακρίνει δύο είδη αμέλειας α) την αμέλεια χωρίς συνείδηση όταν ο δράστης δεν προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ενώ θα μπορούσε να το προβλέψει και να το αποφύγει αν κατέβαλε την επιβαλλόμενη από το νόμο προσοχή και β) τη συνειδητή αμέλεια (ενσυνείδητη), όταν ο δράστης προβλέπει ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να προέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα, αλλά το αποκρούει και ενεργεί γιατί πιστεύει ότι δε θα επέλθει. Στη διακεκριμένη περίπτωση της παρ. 2 της έκθεσης απαιτείται δόλος έστω και ενδεχόμενος για το βασικό έγκλημα και αμέλεια για το βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου ή της βαριάς σωματικής βλάβης που επήλθε. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως όταν αναφέρονται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωθείσα στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση στην οποία εκτίθενται τα ανωτέρω στοιχεία με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου αυτού. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το συμβούλιο δίνει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι αυτή έχει ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύουν τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνο όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση στις διατάξεις που εφάρμοσε αλλά και όταν οι διατάξεις αυτές παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ήτοι όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό με το διατακτικό το οποίο ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με το 88/ 2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χίου παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ενώπιον του ΜΟΔ της περιφερείας του Εφετείου Αιγαίου, που θα ορίσει ο Εισαγγελέας Εφετών Αιγαίου, για να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της έκθεσης από την οποία επήλθε ο θάνατος του παθόντος (άρθρο 302 παρ. 1 α και 2β ΠΚ). Επί εφέσεως του κατηγορουμένου κατά το παραπεμπτικού τούτου βουλεύματος εκδόθηκε το 32/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση στην ουσία της. Επί δε αιτήσεως αναιρέσεως τούτου εκδόθηκε η 2467/ 2008 απόφαση το Αρείου Πάγου σε συμβούλιο, η οποία αναίρεσε το 32/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου για απόλυτη ακυρότητα και ειδικότερα διότι συνεκτιμήθηκε και η από 17/2/2005 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής επί του πτώματος του παθόντος Ψ των ιατρών Γ1 και Φ2 που διατάχθηκε κατά το στάδιο της προανακρίσεως από τον προανακριτικό υπάλληλο κεντρικό Λιμενάρχη ... χωρίς να γνωστοποιηθεί στον αναιρεσείοντα ο διορισμός και τα ονόματα των άνω πραγματογνωμόνων για να παρασχεθεί σε αυτόν η δυνατότητα να ασκήσει τα δικαιώματα του όπως για τυχόν υποβολή αιτήσεως εξαιρέσεως και για διορισμό τεχνικού συμβούλου. Στη συνέχεια εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 192/ 2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου το οποίο επαναδιατύπωσε την κατηγορία σε βάρος του αναιρεσείοντος για την πράξη αυτή χωρίς να λάβει υπόψη την άνω από 17-02-2005 ιατροδικαστική έκθεση. Στην προκειμένη περίπτωση από το σκεπτικό του προσβαλλόμενου 192/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου στο οποίο έχει ενσωματωθεί η πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών Αιγαίου, το άνω Συμβούλιο, από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος προσδιορίζονται, πλην της ως άνω ιατροδικαστικής εκθέσεως και αναφέρεται καθ' ολοκληρίαν στην εισαγγελική αυτή πρόταση δέχθηκε ανελέγκτως ότι: "Στις 13-2-2005 κατέπλευσε στον λιμένα ..., σε εκτέλεση προγραμματισμένου δρομολογίου, το Ε/Γ-0/Γ πλοίο "Π...", με πλοίαρχο τον κατηγορούμενο και ναυτολογημένο, ως μηχανοδηγό Β, τον Ψ, ο οποίος μετά το πέρας της βάρδιας του, έλαβε άδεια από τον κατηγορούμενο, να διανυκτερεύσει εκτός πλοίου, στην οικογενειακή του εστία στα .... Στις 14-2-2005 εξελίχθησαν δυσμενείς οι καιρικές συνθήκες, απαγορεύθηκε ο απόπλους του ανωτέρω πλοίου και ενισχύθηκε η πρόσδεση του πλοίου με πρόσθετους κάβους, πλην όμως περί ώρα 01.00 της 15-2-2005 έγινε θραύση του κάβου της πρύμνης, υπήρχε ιδιαίτερα υψηλός κυματισμός με κύματα πού έφθαναν τα 10 μέτρα, εξ αιτίας των οποίων δεν μπόρεσε ο Ψ να επιβιβασθεί από την προβλήτα του λιμένος στο πλοίο. Στην συνέχεια, έγινε σταδιακή θραύση και άλλων κάβων του πλοίου, χωρίς να δυνηθούν οι τοπικοί φορείς των ... και η Λιμενική Αρχή να παράσχουν βοήθεια στο πλοίο, με την πρόσδεση κάβων, με αποτέλεσμα περί ώρα 13.40 το πλοίο να συγκρατείται μόνον από ένα κάβο και να είναι σφόδρα πιθανός ο κίνδυνος προσάραξης του στα αβαθή του λιμένος. Περί ώρα 14.00 της ιδίας ημέρας τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος στον Ψ, πού ανέμενε σε καφενείο της παραλίας, προκειμένου να βελτιωθούν οι καιρικές συνθήκες για να επιβιβασθεί στο πλοίο, και του ζήτησε με φορτικότητα να βοηθήσει από την ξηρά την ενίσχυση πρόσδεσης των κάβων, παρά την αρχική του άρνηση και το γεγονός ότι αυτή η ενέργεια ήταν επικίνδυνη για την ζωή του. Μετά από επανειλημμένες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, κατά τις οποίες, ο κατηγορούμενος, του επέσειε τον κίνδυνο απόλυσης του, σε περίπτωση που δεν πλησίαζε για την πρόσδεση κάβων, αυτός εμφανώς ταραγμένος παρά τα ακραία καιρικά φαινόμενα που επικρατούσαν και τις αποτρεπτικές παρευρισκομένων, προσπάθησε να προσεγγίσει το πλοίο, με τα κύματα υπερβαίνουν την προβλήτα του λιμένος, δεμένος για. ασφάλεια με λεπτό σχοινάκι στην μέση του, πλην όμως, κατά την διάρκεια πρόσδεσης του δεύτερου κάβου, κύματα τον πέταξαν στην τσιμεντένια προβλήτα και στην συνέχεια τον παρέσυραν στην θάλασσα, στο εσωτερικό τμήμα του λιμένος. Από τους παρευρισκόμενους, ο Κ1 και στην συνέχεια ο Σ έπεσαν στην θάλασσα για να τον βοηθήσουν και κατάφεραν να τον τραβήξουν στην ξηρά, όπου και διαπιστώθηκε ο θάνατος του. Από την ληξιαρχική πράξη θανάτου του, φαίνεται ότι ο θάνατος αυτού επήλθε από εγκεφαλική αιμορραγία, εξ αιτίας κατάγματος κρανίου, πού προήλθε από την βίαιη πρόσκρουση του στην τσιμεντένια προβλήτα του λιμένα. Ο κατηγορούμενος, ως πλοίαρχος, ήταν έμπειρος ναυτικός για να αντιληφθεί το ενδεχόμενο διακινδύνευσης της ζωής του θανόντος, όταν φορτικά και με την απειλή της απόλυσης του, του έδιδε την εντολή να βοηθήσει στην πρόσδεση των κάβων του πλοίου. Αποδέχθηκε τον κίνδυνο αυτό, αδιαφόρησε εντελώς για την σφόδρα πιθανή επέλευση του, την οποία μπορούσε να αντιληφθεί, εξ αιτίας των ακραίων καιρικών συνθηκών και αδυναμίας βοήθειας του από τους αρμόδιους τοπικούς φορείς των ..., αν και δεν επιθυμούσε τον θάνατο του ανωτέρω και στην συμπεριφορά του αυτή, τον εξώθησε το αίσθημα ανασφάλειας για τον κίνδυνο του πλοίου του και τον κίνδυνο της ζωής του πληρώματος, πού ήσαν στο πλοίο. Αυτός ισχυρίσθηκε ότι, ουδέποτε ζήτησε φορτικά από τον Ψ να προσεγγίσει το πλοίο και ότι αυτός ενήργησε από φιλοτιμία και υπερβάλλοντα ζήλο για την σωτηρία του πλοίου, πλην όμως διαψεύδονται οι ισχυρισμοί αυτοί από τις καταθέσεις των Φ, Κ2, Μ, Α και Π, που καταθέτουν ότι ασκήθηκε στον θανόντα από τον κατηγορούμενο τηλεφωνικώς έντονη ψυχολογική πίεση, προκειμένου να φύγει από τον ασφαλή χώρο του καφενείου και να προσεγγίσει την προβλήτα για την πρόσδεση των κάβων του πλοίου. Κατά συνέπεια η ανωτέρω ενέργεια του κατηγορούμενου οφείλεται σε από ενδεχόμενο δόλο έκθεση του θανόντος, με συνειδητή αμέλεια του για το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου του. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του ανωτέρω εκκαλούντος-κατηγορούμενου για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της έκθεσης από την οποία προκλήθηκε θάνατος ανθρώπου (άρθρα 1, 5, 14, 16, 17, 18, 26 παρ.1, 27, 29, 51, 52, 60, 63, 79, 306 παρ.2β-1 περ.α ΠΚ), αφού επαναδιατυπωθεί η σε βάρος του κατηγορία, σύμφωνα με το υπ' αριθμ.88/2007 βούλευμα Συμβουλίου Πλημ/κών Χίου, δεδομένου ότι δεν επέρχεται μεταβολή κατηγορίας όταν στα πλαίσια του ακριβέστερου προσδιορισμού της πράξης, αλλάξει ο τρόπος τέλεσης της, χωρίς την μεταβολή της ταυτότητας της, καθ' όσον η έκθεση είναι έγκλημα συγκεκριμένης διακινδύνευσης και γνήσιο πολύτροπο υπαλλακτικά μικτό. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να παραπεμφθεί ο Χ στο ακροατήριο του Μ.Ο.Δ της περιφέρειας Εφετείου Αιγαίου, για να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι, με την ιδιότητα του πλοιάρχου του Ε/Γ-Ο/Γ πλοίου "Π...", στον λιμένα ... την 15-2-2005, με ενδεχόμενο δόλο, εξέθεσε τον ναυτολογημένο στο πλοίο αυτό με την ιδιότητα του μηχανοδηγού, Ψ και κατ'αυτό τον τρόπο τον κατέστησε αβοήθητο, πράξη από την οποία επήλθε ο θάνατος του, ως βαρύτερο, αποτέλεσμα, πού οφείλεται σε συνειδητή αμέλεια του. Ειδικότερα, παρά τις εξαιρετικά δυσμενείς καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν στον λιμένα ..., με κύματα που υπερέβαιναν την προβλήτα του λιμένος, όπου είχε προσδεθεί το ανωτέρω πλοίο και παρά την αδυναμία των αρμοδίων τοπικών φορέων ... να προστρέξουν σε βοήθεια του πλοίου αυτού, εξ αιτίας της θραύσης των κάβων πρόσδεσης στον λιμένα του πλοίου και του κινδύνου να προσαράξει αυτό στα αβαθή του λιμένα, αυτός με επανειλημμένες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, έδωσε με φορτικότητα εντολή στον Ψ, επισείοντας τον κίνδυνο της απόλυσης του σε περίπτωση άρνησης της, προκειμένου να βοηθήσει από την προβλήτα του λιμένος την πρόσδεση των κάβων του -πλοίου, αν και από την ναυτική εμπειρία του γνώριζε ότι αυτό ήταν επικίνδυνο για την ζωή του, χωρίς να επιθυμεί τον θάνατο του, ευχόμενος ότι αυτός δεν θα επέλθει. Κατά την πρόσδεση του δεύτερου κάβου, εξ αιτίας των κυμάτων ο Ψ έπεσε και κτύπησε στην τσιμεντένια προβλήτα του λιμένος και στην συνέχεια παρασύρθηκε στην θάλασσα, στο εσωτερικό τμήμα του λιμένος, από την οποία τον ανέσυραν νεκρό οι Κ1 και Σ πού έπεσαν στην θάλασσα. Ο θάνατος του επήλθε από εγκεφαλική αιμορραγία, εξ αιτίας κατάγματος του κρανίου του, που προήλθε από την πτώση του στην τσιμεντένια προβλήτα, αποτέλεσμα που δεν επεδίωκε ο ανωτέρω κατηγορούμενος, πλην όμως συνειδητά, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε με την ιδιότητα του πλοιάρχου να καταβάλει, δεν μερίμνησε να συστήσει στον ανωτέρω θανόντα να απομακρυνθεί από την προβλήτα, παρ' όλο που προέβλεπε ότι τα κύματα, που υπερέβαιναν το ύψος αυτής μπορούσαν να τον παρασύρουν και να κτυπήσουν με σφοδρότητα σ'αυτή, με μοιραίο επακόλουθο τον θάνατο του. Συνεπώς πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί κατ'ουσία και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο ανωτέρω βούλευμα, μετά την επαναδιατύπωσή του, κατά το μέρος που ο ανωτέρω εκκαλών παραπέμπεται στο αρμόδιο μικτό ορκωτό δικαστήριο". Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθόσον σε αυτή αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο τούτο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άνω άρθρου που εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου αφού δεν έδωσε στις διατάξεις αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και ορθά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία κρίνοντας ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικότερα στο προσβαλλόμενο βούλευμα διαλαμβάνονται οι ενέργειες του κατηγορημένου εξαιτίας των οποίων ο θανών ενεπλάκη στην επικίνδυνη, λόγω μεγάλης τρικυμίας, κατάσταση πρόσδεσης των κάβων του πλοίου, η γνώση του κατηγορουμένου ως πλοιάρχου της επικίνδυνης για τη ζωή του θανόντος κατάστασης, η αποδοχή του κινδύνου με την ελπίδα του κατηγορουμένου ότι δεν θα επήρχετο ο θάνατος του παθόντος, (ενδεχόμενος δόλος), ο αιτιώδης σύνδεσμος της επικίνδυνης αποστολής που από αυτόν ανατέθηκε στον θανόντα και του θανάτου του παθόντος η πρόβλεψη του κατηγορουμένου ότι ήταν πιθανή η επέλευση του βαρύτερου αποτελέσματος του θανάτου του παθόντος (ενσυνείδητη αμέλεια) και η ελπίδα ότι ο θάνατος δεν θα συνέβαινε. Περαιτέρω η αιτίαση ότι για την παραπομπή του ελήφθη υπόψη η άνω ιατροδικαστική έκθεση χωρίς να του δοθεί η δυνατότητα να ορίσει τεχνικούς συμβούλους και ως εκ τούτου επήλθε απόλυτη ακυρότητα, είναι αβάσιμη διότι, το αποδεικτικό αυτό μέσο ρητά εξαιρέθηκε από τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη για την παραπομπή του, άλλωστε δε, λόγω του κατεπείγοντος για τη διενέργεια της νεκροψίας νεκροτομής, δεν ήταν απαραίτητη η ειδοποίηση του αναιρεσείοντος ώστε να διορίσει τεχνικούς συμβούλους (άρθρο 187, 192 ΚΠΔ, ΑΠ 1808/ 1988). Η αναφορά του προσβαλλομένου βουλεύματος στην ληξιαρχική πράξη θανάτου του παθόντος δεν επέφερε ακυρότητα ως συνταγείσα βάσει της απαγορευμένης ως αποδεικτικού μέσου ως άνω εκθέσεως νεκροψίας - νεκροτομής, αφού η πράξη αυτή ως προς την αναφορά της στα αίτια του θανάτου του δεν επέδρασε επί της κρίσεως του Συμβουλίου για την παραπομπή του κατηγορουμένου, αφού σε κάθε περίπτωση ο θάνατος του παθόντος ήταν αποτέλεσμα της εκθέσεως που τέλεσε κατά το προσβαλλόμενο βούλευμα ο αναιρεσείων, άλλωστε δε δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι ο θάνατος δεν επήλθε εκ της εκθέσεως αυτής. Περαιτέρω, οι λοιπές αιτιάσεις ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού που θίγουν την ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά. Από την επαναδιατύπωση δε της κατηγορίας δια του προσβαλλόμενου βουλεύματος δεν επήλθε ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας και κατ' επέκταση απόλυτη ακυρότητα αλλά το Συμβούλιο Εφετών αποσαφήνισε τα υπάρχοντα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από το ίδιο αποδεικτικό υλικό. Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. α', δ' και ε' ΚΠΔ λόγοι της αναίρεσης περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 306 ΠΚ και απόλυτης ακυρότητας είναι αβάσιμοι. Τέλος, το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του συμβουλίου τούτου είναι απορριπτέο καθόσον με την απολογία του, τα υπομνήματα του, την έφεση του και την αίτηση αναιρέσεως εκθέτει πλήρως και αναλυτικά τις απόψεις του και δεν είναι αναγκαία κάποια άλλη διασάφηση ή διευκρίνιση. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν το αίτημά του αυτό και η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και επιβληθούν αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει το αίτημα του αναιρεσείοντος Χ, κατοίκου ..., για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου. Απορρίπτει την 11/26-11-2009 αίτηση του αναιρεσείοντος τούτου για αναίρεση του 192/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι(220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκθεση. Έννοια αμέλειας. Αμέλεια χωρίς συνείδηση υπάρχει όταν ο δράστης δεν προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ενώ θα μπορούσε να το προβλέψει και να το αποφύγει αν κατέβαλε την επιβαλλόμενη από το νόμο προσοχή, ενώ συνειδητή αμέλεια υπάρχει όταν ο δράστης προβλέπει ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να προέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα αλλά το αποκρούει και ενεργεί γιατί πιστεύει ότι δεν θα επέλθει στη συγκεκριμένη περίπτωση της παρ.2 της εκθέσεως απαιτείται δόλος έστω και ενδεχόμενος για το βασικό έγκλημα και αμέλεια για το βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου ή της βαρείας σωματικής βλάβης που επήλθε. Επί κατεπείγουσας περιπτώσεως για τη διενέργεια νεκροψίας νεκροτομής δεν είναι απαραίτητη η ειδοποίηση του κατηγορουμένου για να διορίσει τεχνικό σύμβουλο.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αμέλεια, Έκθεση.
0
Αριθμός 1221/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων : 1)Χ1 και 2)Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Δαμασκόπουλο, περί αναιρέσεως της 1104 και 1290/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 18 Δεκεμβρίου 2009 δύο αυτοτελείς αιτήσεις τους αναιρέσεως, καθώς και στα από 23 Φεβρουαρίου 2010 δύο επίσης αυτοτελή δικόγραφα προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 114/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές εν μέρει οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως, ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξη της προσβαλλομένης αποφάσεως, και να απορριφθούν αυτές κατά τα λοιπά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 55 παρ.1 του Ν.2910/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 37 του Ν.3153/2003 "...και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία καθώς και αυτοί που τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας, ή διευκολύνουν την μεταφορά ή προώθησή τους, ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ έως είκοσι χιλιάδων ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο..." Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι το άνω αδίκημα είναι υπαλλακτικώς μικτό, που πραγματοποιείται με έκαστον των άνω τρόπων από τα πρόσωπα που αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν την μεταφορά ή την προώθησή τους ή τους εξασφαλίζουν κατάλυμα για απόκρυψη, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδό τους ως λαθρομεταναστών, ενεργούντες με δόλο. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ, Δ' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε εξ ενός εκάστου αυτών, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 Κ.Π.Δ. (ολ. ΑΠ 1/2005). Μόνη η αποδοχή από το δικαστήριο στο σκεπτικό της αποφάσεως, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, ως αιτιολογίας, έστω και κατ' αντιγραφή του περιεχομένου του διατακτικού της αποφάσεως, δεν συνιστά άνευ ετέρου έλλειψη της κατά νόμο αιτιολογίας της αποφάσεως, εκτός εάν στο διατακτικό και κατ' ανάγκη επί αντιγραφής του στο σκεπτικό της αποφάσεως δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως, για την οποίαν κατεδικάσθη ο αναιρεσείων. Περαιτέρω η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται κατά το άρθρο 26 § 1 Π.Κ. για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος δεν είναι ανάγκη κατ'αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός εάν ο νόμος απαιτεί πρόσθετα στοιχεία, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, άμεσο, δηλαδή, δόλο, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 211 Α'ΚΠΔ που προσετέθη με το άρθρο 2 παρ. 8 Ν.2408/1996 "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Εξ αυτής προκύπτει ότι ο νομοθέτης, θεωρών διαβλητή και αμφιβόλου ειλικρινείας την μαρτυρική κατάθεση και την απολογία του συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, υποδεικνύει στο δικαστήριο να μη θεμελιώσει την κρίση του για καταδίκη του κατηγορουμένου στην ύπαρξη μαρτυρικής καταθέσεως ή απολογίας συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, έτσι ώστε η καταδικαστική απόφαση όταν στηρίζεται αποκλειστικώς εις τοιαύτη μαρτυρική κατάθεση ή απολογία να ελέγχεται αναιρετικώς κατ'αρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'ΚΠΔ δι'έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την προσβαλλομένη υπ'αριθμ.1104 και 1290/2009 απόφασή του, με αναφορά κατ'είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβεν υπόψη και δη "ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν νομότυπα στο Δικαστήριο τούτο και περιλαμβάνονται στα πρακτικά, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του γ'κατηγορουμένου" - λόγος για απολογίες των Χ1 και Χ2 δεν γίνεται διότι ούτοι απόντες, εξεπροσωπήθησαν υπό συνηγόρων-εδέχθη κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (ότι απεδείχθησαν) τα εξής πραγματικά περιστατικά : "Κατά το χρονικό διάστημα από 1ης έως 4ης Απριλίου 2002 και στις παρακάτω ειδικότερα αναφερόμενες ημερομηνίες έκαστος, στη θέση ... με περισσότερες πράξεις διέπραξαν περισσότερα αληθινά συρρέοντα μεταξύ τους εγκλήματα που τιμωρούνται από τον νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές. Α) Οι δυο πρώτοι κατηγορούμενοι ενεργούντες από κοινού διευκόλυναν την παράνομη μεταφορά αλλοδαπών που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας, Συγκεκριμένα στις 1/2 Απριλίου 2002 στον προαναφερθέντα τόπο ενεργούντες με κοινό δόλο επιβίβασαν 350 αλλοδαπούς μετανάστες από το πλοίο "M...σημαίας ..., που τους είχε μεταφέρει από το εξωτερικό ( Σρι- Λανκα) ανοικτά της θαλάσσιας περιοχής ..." εντός των Ελληνικών χωρικών υδάτων και επειδή το πλοίο αυτό δεν μπορούσε λόγω του μεγέθους του να προσεγγίσει την ακτή, σε πλαστική βάρκα που δεν διέθετε μηχανή και την τραβούσαν με σχοινιά δύο άτομα από την στεριά και σε πλαστική φουσκωτή βάρκα. Στη συνέχεια δε με την βοήθεια πλωτής αυτοσχέδιας εξέδρας που αποτελείτο από σιδερένια βαρέλια και ξύλα (μαδέρια), κατάλληλα συνδεδεμένα μεταξύ τους, η οποία είχε κατασκευασθεί υπό την επίβλεψη και καθοδήγηση του δεύτερου κατηγορούμενου Χ2 καθώς και άλλης βάρκας (καθόσον βρέθηκαν τρεις βάρκες στο συγκεκριμένο χώρο σύμφωνα με την από 6-4-2009 έκθεση αυτοψίας) αποβίβασαν νυκτερινές ώρες τους λαθρομετανάστες αυτούς που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος στην ακτή, διευκολύνοντας έτσι την μεταφορά τους στο εσωτερικό της χώρας (βλέπε και τις από 1-7-02 εκθέσεις εξέτασης μάρτυρα με διερμηνέα (ΚΠΔ) των ... και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι. Β) Οι δυο πρώτοι κατηγορούμενοι ενεργούντες από κοινού διευκόλυναν την παράνομη παραμονή αλλοδαπών στην χώρα. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω αναφερόμενο τόπο και στο από 2 έως 4-4-2002 χρονικό διάστημα ενεργούντες με κοινό δόλο διευκόλυναν την χωρίς δικαίωμα παραμονή 350 αλλοδαπών μεταναστών στη χώρα παρέχοντας σ' αυτούς α) πρόχειρο κατάλυμα, ήτοι χώρο κατάλληλα διαμορφωμένο το οποίο (κατάλυμα) ευρίσκετο πλησίον του κτήματος του δεύτερου κατηγορούμενου Χ2, β) τρόφιμα έχοντας αγοράσει από φούρνο της περιοχής 20 κιλά ψωμί και 10 κιλά παξιμάδια για την διατροφή τους και γ)πόσιμο νερό που υπήρχε σε δεξαμενή η οποία ήταν τοποθετημένη στο υπ'αριθμ.... ΙΧΦ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του δεύτερου κατηγορούμενου Χ2 και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι". Με αυτά που εδέχθη το άνω δικαστήριο διέλαβε στη προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος δια το οποίο κατεδικάσθησαν οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 , 27 παρ.1 ΠΚ και 55 παρ.1 Ν.2910/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 37 Ν.3153/2003, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή αιτιολογία. Ειδικότερα αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπόψη και συνεξετιμήθησαν, μεταξύ τους, όπως και η κατάθεση του μάρτυρος και συγκατηγορουμένου πρωτοδίκως ... και όχι αποκλειστικώς μόνον αυτή (ούτε αποκλειστικώς οι προανακριτικές καταθέσεις των αλλοδαπών, περί ων κατωτέρω θα αναφερθεί), όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, ο τρόπος με τον οποίον οι κατηγορούμενοι διευκόλυναν την παράνομη μεταφορά και την παράνομη παραμονή των αλλοδαπών από τη Σρί-Λάνκα στην Ελλάδα, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, όπερ εγνώριζαν οι κατηγορούμενοι ως εκ των ειδικώς και λεπτομερώς αναφερομένων ενεργειών των και συνθηκών σχετικά με την επιβίβαση και μετεπιβίβαση στα άνω πλοία, περιστατικά από τα οποία σαφώς συνάγεται ο δόλος των, τον οποίο μνημονεύει, χωρίς να απαιτείται ειδικοτέρα επ'αυτού αιτιολογία, και τέλος, μετά ταύτα, το σκεπτικό δεν αποτελεί τυπική καθ'εαυτή επανάληψη του διατακτικού, εφ'οσον το τελευταίο αυτό είναι λεπτομερές. Κατ'ακολουθίαν ο σχετικός λόγος περί ελλείψεως αιτιολογίας ειδικής και εμπεριστατωμένης, του κυρίως δικογράφου των αιτήσεων αναιρέσεως ως και ο αυτός λόγος εκ του άρθρου 211 Α ΚΠΔ των προσθέτων λόγων αμφοτέρων των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠΔ συνιστά η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ.2 η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας? αυτή επέρχεται στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τοιούτο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου να υποβάλει αίτημα περί μη αναγνώσεως ενόρκων προανακριτικών καταθέσεων μαρτύρων, εφ'όσον βέβαια τούτο το αίτημα είναι σαφές και ορισμένο, (και επι πλέον σε περίπτωση μη αποδοχής του από τον διευθύνοντα την συζήτηση η άμεση προσφυγή του εις ολόκληρο το δικαστήριο και απόρριψη παρά τον νόμον της προσφυγής η παράλειψή του να αποφανθεί). Από την διάταξη του άρθρου 365 παρ.1 ΚΠΔ προκύπτει ότι ακυρότης της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α' ιδίου Κώδικος λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως, προκαλείται όταν παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως υπό του κατηγορουμένου ή του εισαγγελέως να μην αναγνωσθεί η ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρος, διότι δεν είναι αδύνατη η εμφάνισή του στο ακροατήριο εκ των λόγων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, αναγνωσθεί αυτή. Ουδεμία ακυρότης όμως δημιουργείται, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα διάταξη, σε συνδυασμό και με την του άρθρου 354 ΚΠΔ, όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως αναγνώσει την ένορκη κατάθεση μάρτυρος της προδικασίας, έστω και αν εναντιωθεί στην ανάγνωση ο κατηγορούμενος, εφ'οσον κρίνει ότι η εμφάνιση του μάρτυρος στο ακροατήριο είναι αδύνατη δι'έναν εκ των εις το άρθρο 365 παρ.1 ΚΠΔ ως ανωτέρω λόγων, ούτε δε και προσκρούει η ανάγνωση αυτή στη διάταξη του άρθρου 6 παρ.3 εδ.δ'της ΕΣΔΑ, κατά την οποίαν ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να μην εξετάσει ή να ζητήσει να μην εξετασθούν οι μάρτυρες κατηγορίας και να επιτύχει την πρόσκληση και εξέταση των μαρτύρων υπερασπίσεως, καθ'οσον το τελευταίο προϋποθέτει ότι η εμφάνιση του μάρτυρος στο ακροατήριο είναι δυνατή. Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε στην εκ μέρους του κατηγορουμένου απόλυτη επιλογή των μαρτυρικών καταθέσεων που ελήφθησαν ενόρκως κατά την προδικασία και την μη αξιολόγηση και αχρήστευση των καταθέσεων της προδικασίας που δεν θα επιθυμούσε να ληφθούν υπ'όψη. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες αιτιώνται, ότι καίτοι αντέλεξαν στην ανάγνωση των προανακριτικών καταθέσεων των μαρτύρων λαθρομεταναστών και εζήτησαν να μην αναγνωσθούν, προς δε να αφαιρεθούν από την δικογραφία και το δικαστήριο επεφυλάχθη να απαντήσει, εν τούτοις τις ανέγνωσε. Όμως όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, εφ'ης η προσβαλλομένη απόφαση, το αίτημα αυτό και κατ'αμφότερα τα σκέλη του υπεβλήθη ασαφώς και αορίστως και το δικαστήριο, δεν είχεν υποχρέωση να απαντήσει? και το μεν, διότι όχι μόνον δεν εζήτησαν ακριβώς την μη ανάγνωση αυτών, αλλ'αντιθέτως, ουδεμία προέβαλαν αντίρρηση στην υπό του Προέδρου ανάγνωσή των όπως προκύπτει από τα αυτά πρακτικά, το δε διότι ουδόλως εκθέτουν ότι ήτο δυνατή η εμφάνιση αυτών των μαρτύρων στο ακροατήριο, ώστε να μην αναγνωσθούν οι καταθέσεις των, ληφθείσαι το έτος 2002, ότε αυτοί εισήλθαν παράνομα στο ελληνικό έδαφος. Πέραν αυτών, το δικαστήριον απήντησεν εκ του πράγματος λόγω της αδυναμίας εμφανίσεώς των, με το να τις αναγνώσει, ούτε, άλλωστε, προκύπτει ότι στην παράλειψή του διευθύνοντος να απαντήσει επί του αιτήματος, υπήρξε προσφυγή στο δικαστήριο, ούτε, τέλος οι κατηγορούμενοι επανήλθον επί του αιτήματός των, μετά την κατ'άρθρον 368 σχετικήν ερώτηση του Προέδρου, προ της λήξεως της αποδεικτικής διαδικασίας. Μετά ταύτα οι σχετικοί λόγοι των προσθέτων λόγων αναιρέσεως αμφοτέρων των αναιρεσειόντων, περί ελλείψεως ακροάσεως και απολύτου ακυρότητος, εκ των άνω πλημμελειών, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ'άρθρον 470 εδ.α'ΚΠΔ "Στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται, κατ'αρθρο δε 510 παρ.1 στοιχ.Η ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η υπέρβαση εξουσίας. Τοιαύτη περίπτωση, συνιστά, εκτός άλλων και η χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου, όπως όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μετέτρεψε σε χρηματική την στερητική της ελευθερίας ποινή που επέβαλε στον κατηγορούμενο, πράγμα που είχε πράξει το πρωτοβάθμιο σε σχέση με την ποινή που επέβαλε σ'αυτόν για την ιδία πράξη, ακόμη και αν η μετατροπή αυτή δεν ήτο επιτρεπτή κατά νόμο (άρθρ.82 ΠΚ). Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σπάρτης σε πρώτο βαθμό, επέβαλε στους αναιρεσείοντας με την υπ'αριθμ.277/2007 απόφασή του, όπως εξ αυτής προκύπτει, συνολική ποινή φυλακίσεως 88 ετών και 8 μηνών, την οποίαν μετέτρεψε προς 5 ευρώ ημερησίως, στην μετατροπή αυτή, προς το αυτό ποσό ημερησίως όφειλε να προβεί και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε σχέση με την ποινή που επέβαλε για τις ίδιες πράξεις. Εντεύθεν και μη πράξαν τούτο υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας και συνεπώς είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος του κυρίως δικογράφου αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως. Κατ'ακολουθίαν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το σχετικό μέρος της και να διαταχθεί από το παρόν Δικαστήριο η μετατροπή της ποινής φυλακίσεως των 30 ετών και 2 μηνών προς 5 ευρώ ημερησίως, κατ'ανάλογο εφαρμογή του άρθρου 517 παρ.2 ΚΠΔ, χωρίς να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο διά νέα συζήτηση, αφού δεν απαιτείται έρευνα και βεβαίωση πραγματικών περιστατικών, δεδομένου ότι για όλα αυτά είχε κρίνει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σπάρτης, που είχε μετατρέψει την συνολική ποινή, απορριφθούν δε κατά τα λοιπά οι αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτών. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί, εν μέρει, όπως στο σκεπτικό την υπ'αριθμ.1104 και 1290/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Μετατρέπει την συνολική ποινή φυλακίσεως των τριάντα (30) ετών και δύο (2) μηνών προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά τις από 18 Δεκεμβρίου 2009 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 ... για αναίρεση της αυτής αποφάσεως ως και τους από 23 Φεβρουαρίου 2010 προσθέτους λόγους αυτών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρο 55 § 1 Ν. 2910/2001, όπως ισχύει μετά το άρθρο 37 Ν. 3153/2003. Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Άρθρο 26 § 1 ΠΚ. Πότε ειδική αιτιολογία αυτού του δόλου. Άρθρο 211Α' ΚΠΔ. Έλλειψη ακροάσεως Άρθρο 170 § 2 ΚΠΔ. Απόλυτη ακυρότης. Άρθρα 365 § 1, 354 ΚΠΔ. Δεν δημιουργείται ακυρότης όταν το Δικαστήριο αναγνώσει ένορκη κατάθεση της προδικασίας, έστω και εάν εναντιωθεί ο κατηγορούμενος εφ' όσον κρίνει ότι η εμφάνιση του μάρτυρος στο ακροατήριο είναι αδύνατη. Δεν υπάρχει αντίθεση με το άρθρο 6 § 3δ της ΕΣΔΑ. Άρθρο 470α ΚΠΔ. Πότε υπάρχει χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου. Όταν το Εφετείο δεν μετέτρεψε σε χρηματική τη στερητική της ελευθερίας ποινή, όπερ έπραξε το πρωτόδικο, οπότε υπάρχει υπέρβαση εξουσίας. Αναιρεί εν μέρει και μετατρέπει τη συνολική ποινή φυλακίσεως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.
Ακροάσεως έλλειψη
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Ακροάσεως έλλειψη, Λαθρομεταναστών μεταφορά, Ποινής μετατροπή.
0
Αριθμός 1219/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Ράλλη, περί αναιρέσεως της 841/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Πολυκρέτη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στο από 18 Ιανουαρίου 2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1593/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παρ. 4 του άρθ. 42 του ΚΠΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3346/ 2005, ο μηνυτής κατά την υποβολή της μήνυσης ενώπιον κάθε αρμόδιας αρχής καταθέτει παράβολο υπέρ του δημοσίου ποσού δέκα (10) ευρώ. Το ύψος του ποσού του παραβόλου αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 69 του ν.3659/ 2008 με το ακόλουθο περιεχόμενο. Ο μηνυτής κατά την υποβολή της μήνυσης ενώπιον κάθε αρμοδίας αρχής καταθέτει με ποινή του απαράδεκτου αυτής παράβολο υπέρ του Δημοσίου ποσού δέκα (10) ευρώ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, η κατά του αναιρεσείοντος έγκληση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 841/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων, κατετέθη στις 5-5-2006 χωρίς να κατατεθεί το άνω παράβολο, ήτοι κατετέθη προ της αντικαταστάσεως της ανωτέρω διατάξεως δια του άρθρου 69 του ν.3659/2008. Κατά το χρόνο αυτό της καταθέσεως της εγκλήσεως, η μη καταβολή του άνω παραβόλου, δεν δημιουργούσε απαράδεκτο αυτής αφού τέτοια κύρωση δεν προεβλέπετο και συνεπώς οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Ε' και Η' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως λόγω εξετάσεως της ουσίας της υπόθεσης είναι αβάσιμοι. Η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ, πρέπει να αναφέρονται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, από τα οποία αποδείχτηκαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ποινικές διατάξεις. Εκ της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασης και των πρακτικών αυτής, με την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων για εξύβριση και απειλή σε βάρος του εγκαλούντος, προκύπτει ότι το δικαστήριο που εξέδωσε αυτή έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται μεταξύ των οποίων και τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ως και τις δύο ένορκες βεβαιώσεις οι οποίες αναγνώστηκαν, εξάλλου δε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί απαραδέκτου της εγκλήσεως λόγω μη καταβολής του άνω παραβόλου αφού ορθώς δέχτηκε ότι κατά το χρόνο υποβολής της εγκλήσεως η παλαιά διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 42 ΚΠΔ δεν προέβλεπε απαράδεκτο της εγκλήσεως λόγω μη καταβολής του παραβόλου τούτου. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος στηρίζεται επί ελλειπούσης προϋποθέσεως αφού τέτοιος ισχυρισμός δεν προεβλήθη. Συνεπώς, οι σχετικοί προς τα ανωτέρω προβαλλόμενοι αναιρετικοί λόγοι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και Δ' είναι αβάσιμοι ενώ περαιτέρω, οι λοιπές αιτιάσεις πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και συνεπώς είναι απαράδεκτες. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής προβαλλόμενοι πρόσθετοι λόγοι είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος και στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 1/21-5-2009 αίτηση του ... και τους επ' αυτής από 18-01-2010 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 841/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικού ενάγοντος ..., την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μήνυση. Κατά την υποβολή της μηνύσεως ο μηνυτής κατέθετε παράβολο υπέρ του Δημοσίου ποσού δέκα (10) ευρώ, το οποίο αναπροσαρμοζόταν με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης όχι επί ποινή απαραδέκτου. Μετά όμως την αντικατάσταση της παρ. 4 του άρθρου 42 ΚΠΔ με το άρθρο 69 Ν. 3699/2008 η μη κατάθεση του παραβόλου αυτού επιφέρει απαράδεκτο της μήνυσης. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης διότι πριν την άνω αντικατάσταση δεν εδημιουργείτο απαράδεκτο από τη μη κατάθεση του παραβόλου.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη.
0
Αριθμός 1217/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Eισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ματθαίο Πέπονα, περί αναιρέσεως της 5093/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1270/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 476 §§ 1 και 2 Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν ησκήθη εκπροθέσμως. Κατά της αποφάσεως η οποία απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη επιτρέπεται μόνο αίτηση αναιρέσεως για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 ιδίου Κώδικος, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου η απόφαση με την οποία το ένδικο μέσο της εφέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτο, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς του, έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν ο χρόνος της νομίμου επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλομένης αποφάσεως, (εάν απηγγέλθη απόντος τούτου), ο χρόνος ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητος του αποδεικτικού και της επιδόσεως (Ολ. ΑΠ 4/1995, 6/1994), εκτός εάν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητος της επιδόσεως ή ανωτέρας βίας, εκ της οποίας απωλέσθη η προθεσμία (του άρθρου 473 §1 Κ.Π.Δ.), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 5093/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δικάσαντος κατ' έφεση, του νυν αναιρεσείοντος κατηγορουμένου - τότε εκκαλούντος, εκπροσωπηθέντος στη δίκη εκείνη από συνήγορο, όπως εκ της αποφάσεως αυτής προκύπτει, απερρίφθη ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 39255/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ούτος είχε καταδικασθεί ερήμην σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και δέκα πέντε (15) μηνών και χρηματική ποινή 1.500 Ευρώ για απάτη κατ' εξακολούθηση, πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση, ψευδή ανώμοτη κατάθεση και παράνομη είσοδο στη χώρα. Με την έφεσή του αυτή, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου του λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων επί λέξει "Ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απαλλαγεί ο εντολέας του από την κατηγορία, διότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και τον κήρυξε ένοχο πράξεως, την οποία δεν διέπραξε και για όσους θα εκθέσει κατά την ημέρα συζητήσεως της υποθέσεως, δήλωσε δε ότι την παρούσα έφεση ασκεί εκπροθέσμως, διότι δεν είχε λάβει γνώση της αποφάσεως προηγουμένως διότι κοινοποιήθηκε εσφαλμένα σε προηγούμενή μου διεύθυνση τόσο η κλήση όσο και η απόφαση". Ως αιτιολογία για την απόρριψη της εφέσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών εδέχθη με την άνω προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής: "Επειδή, κατά το άρθρο 476 §1 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκηθεί εκπρόθεσμα, το Δικαστήριο, με πρόταση του Εισαγγελέα, το κηρύσσει απαράδεκτο και διατάζει να εκτελεστεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στην κρινομένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε ερήμην, με την απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών η οποία έχει αριθμό 39255/2004. Η απόφαση αυτή του κοινοποιήθηκε στις 11-4-2006 όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα ... που βρίσκεται στη δικογραφία και άσκησε την κρινόμενη έφεση στις 28-1-2009, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας και χωρίς να αναφέρει στο έγγραφο της έφεσης λόγο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της πλην του ότι δεν έλαβε γνώση λόγω αλλαγής διεύθυνσης κατοικίας. Επειδή από την όλη αποδεικτική διαδικασία δεν αποδείχθηκε κάποιο στοιχείο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης και το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος από ανώτερη βία άσκησε την έφεση, μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας, πρέπει η έφεση αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος δεν δήλωσε αρμοδίως την αλλαγή της διεύθυνσής του, την οποία είχε δηλώσει ως κατοικία εξετάσεως προανακριτικώς (και επομένως συννόμως θυροκολλήθηκαν εκεί τόσο η κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης στον 1ο βαθμό, όσο και η εκκαλουμένη) δεν έλαβε γνώση της απόφασης εφόσον είχε οδηγηθεί συνοδεία στο αυτόφωρο Τριμελές Πλημ/κείο και γνώριζε τις κατ' αυτού κατηγορίες και ότι παραμένουν εκκρεμείς κατά την αναβολή της συζητήσεως". Με αυτά που εδέχθη το Τριμελές Εφετείο (Αθηνών), για την απόρριψη της εφέσεως ως εκπροθέσμου, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού διαλαμβάνει τον χρόνο επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (11-4-2006), το αποδεικτικό επιδόσεώς της από τον Αρχιφύλακα ....., το οποίον ανεγνώσθη υπό τον αριθμ. 1 των αναγνωσθέντων εγγράφων, και τον χρόνον ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως (28-1-2009), ως εκ περισσού δε διαλαμβάνει και ότι ο αναιρεσείων δεν είχε δηλώσει αρμοδίως αλλαγή της διευθύνσεώς του. Και τούτο διότι ο αναιρεσείων στην έκθεση εφέσεως ουδόλως προβάλλει σαφώς και ορισμένως λόγους ακυρότητος της επιδόσεως (ούτε βέβαια και λόγον ανωτέρας βίας) αφού δεν εκθέτει ποία η προηγούμενη διεύθυνση της κατοικίας του, εάν και πού την είχε δηλώσει, ως και ποία η συγκεκριμένη διεύθυνση της κατοικίας του νυν, στην οποία έπρεπει να επιδοθεί η εκκαλουμένη απόφαση και την οποίαν είχε δηλώσει, κατά μεταβολή της πρώτης αρμοδίως (άρθρ. 273 §1 εδ. α' και γ' Κ.Π.Δ., όπως ισχύει μετά το άρθρο 14 Ν.3160/2003). Άλλωστε, και πέραν αυτών, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας, ο αναιρεσείων κατά την, κατά την 23-11-2003, εξέτασή του ενώπιον του Ανθυπαστυνόμου ... εδήλωσεν ως διεύθυνση κατοικίας του την οδόν ..., όπου και εγένετο η επίδοση, και δεν προκύπτει δήλωση μεταβολής της και νέα διεύθυνση στον αρμόδιο Εισαγγελέα (άρθρο 273 §1 στοιχ. γ' εδάφ. δεύτερο). Τέλος η αιτίαση της εφέσεως ότι και η κλήση (στο πρωτόδικο δικαστήριο) του κοινοποιήθηκε εσφαλμένα σε προηγούμενη διεύθυνσή του, αλυσιτελώς προβάλλεται και είναι άνευ εννόμου επιρροής, αφού στην προκειμένη περίπτωση, δηλαδή της απορρίψεως της εφέσεως ως εκπροθέσμου, ενδιαφέρει και είναι κρίσιμο η επίδοση της πρωτοδίκου (καταδικαστικής) αποφάσεως και όχι η επίδοση της κλήσεως στον κατηγορούμενο για να παραστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Συνεπώς η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, με λόγους την έλλειψη αιτιολογίας, ειδικής και εμπεριστατωμένης, της αποφάσεως και την υπέρβαση εξουσίας, οι οποίοι είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρ. 583 §1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 296/3-9-2009 αίτηση του .... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5093/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρο 476 §§ 1, 2 ΚΠΔ. Απαράδεκτο το ένδικο μέσο εάν ησκήθη εκπροθέσμως. Αναίρεση κατ' αποφάσεως που απέρριψε έφεση ως εκπρόθεσμη. Πότε αιτιολογία σχετικής (απορριπτικής) αποφάσεως, εάν προβάλλεται με την έφεση σαφής και ορισμένος λόγος ακυρότητος της επιδόσεως. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 1216/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Eισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Γιαλάογλου, περί αναιρέσεως της 2275/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους 1. Ψ1 και 2. Ψ2 και πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Αγγελίδη. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1589/'09. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ.1 και 3 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών? και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000€) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 €). Ούτε για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος απαιτούνται: α) σκοπός του δράστου να περιποιήσει εις τον εαυτόν του ή άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγματοποίηση του οφέλους, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών γεγονότων από τα οποία ως παραγωγό αιτία παρεπλανήθη κάποιος και προέβη στη πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστου και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της αξίας της περιουσίας του παθόντος (έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της). Περιουσιακή βλάβη μπορεί να συνιστά και συγκεκριμένη απειλή ή διακινδύνευση της περιουσίας, όταν επιφέρει μείωση της ενεστώσας αξίας αυτής και μπορεί έτσι να αποτιμηθεί ως επελθούσα βλάβη. Ο σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου ("υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση") και συνεπώς αξιώνεται ορισμένος δόλος. "Περιουσιακό όφελος" είναι κάθε οικονομική βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως, υπάρχει δε όταν επιδιώκεται η αύξηση της περιουσίας του δράστου ή άλλου καθώς και κάθε ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσίας του. Το επιδιωκόμενο όφελος πρέπει να αποτελεί τον αντίποδα της βλάβης του παθόντος και συνήθως ισούται με αυτό, ήτοι η βλάβη της περιουσίας πρέπει να αντιστοιχεί στο παράνομο περιουσιακό όφελος που ο υπαίτιος επεδίωξε και να είναι άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του υπαιτίου. Πρέπει, δηλαδή, μεταξύ της βλάβης της ξένης περιουσίας και του οφέλους που επιδιώκει ο δράστης να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότητα, από την οποίαν (υλική αντιστοιχία) προκύπτει εναργώς ο χαρακτήρ του εγκλήματος της απάτης ως τοιούτου περιουσιακής μεταθέσεως (μετατοπίσεως). Κατά το άρθρο 13 στοιχ. στ' ΠΚ "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος". Αποτελεί συνήθως επιβαρυντική περίσταση που επιτείνει την τιμώρηση του βασικού εγκλήματος, για τον χαρακτηρισμό δε της κατ' επάγγελμα τελέσεως αντικειμενικά μεν απαιτείται η επανειλημμένη τέλεση και δεν είναι αναγκαία η προηγουμένη καταδίκη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστου να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επανειλημμένη τέλεση υπάρχει και επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση (ενώ εάν δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για το κατ' επάγγελμα να διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως προκύπτει σκοπός του πορισμού εισοδήματος). Κατά το άρθρο 45 Π.Κ. "εάν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου ή στο βούλευμα, και οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς (Ολ. ΑΠ 50/1990). Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε εξ ενός εκάστου αυτών, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή η ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 2275/2009 απόφασή του εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, μετ' αναφορά όλων των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβεν υπ' όψη του "μάρτυρες κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ενόρκως στο δικαστήριο τούτο, ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος που αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, απολογία των παρόντων κατηγορουμένων") (εδέχθη) ότι αποδείχθηκε ότι από κοινού κατ' επάγγελμα και εξακολουθητικά ενεργούντες (οι κατηγορούμενοι) παρήστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα Ψ, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος ότι υπήρχε χρηματιστηριακή εταιρεία στη ..., με την επωνυμία EFS Co, που χρηματοδοτούσε κατασκευαστικά έργα παγκοσμίως [και στην Ελλάδα] και με το δέλεαρ ότι αν συμμετείχε σε αυτή θα αποκέρδαινε ποσοστό 38% επι του κεφαλαίου, τον έπεισαν, εμφανίζοντας του την πρώτη κατηγορουμένη και πλαστά έγγραφα της ως άνω ανύπαρκτης εταιρείας αλλά και της Ισπανικής Τράπεζας BANCO DE ESPANA, να τους καταβάλει σταδιακά κατά το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου -Φεβρουαρίου του 2006, το συνολικό ποσό των 530500 ευρώ, το οποίο προσπορίσθηκαν παρανόμως με αντίστοιχη περιουσιακή του ζημία, σαφώς υπερβαίνει το, κατ' άρθρο 386 §3 ΠΚ προβλεπόμενο ποσό των 15.000 ευρώ. Ο πρώτος εξετασθείς, χωρίς όρκο, μάρτυς κατηγορίας και εγκαλών, λόγω του γιου του που σπούδαζε στο ..., από το 2002, διατηρούσε οικογενειακές φιλικές σχέσεις με την οικογένεια Χ1,Χ2. Η Χ2, (επίσης κατηγορουμένη η οποία φυγοδικεί και ως προς αυτήν δεν εισήχθη προς εκδίκαση η υπόθεση) μαζί με τον αδελφό της διατηρούσαν χρηματιστηριακό γραφείο στο ... (στο όνομα του αδελφού της) και μέσω αυτού, ο γιος του μηνυτή και ο ίδιος ο μηνυτής, είχαν επενδύσει επιτυχώς ορισμένα χρηματικά ποσά, ενώ στη συνέχεια υπήρχε μεταξύ τους οικονομική συνεργασία. Τον Δεκέμβριο του 2005, η Χ2, που δήλωνε δικηγόρος το επάγγελμα, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Ψ-μηνυτή- πολιτικό μηχανικό και του ανακοίνωσε ότι βρήκε επενδυτές, μέσω της πιο πάνω εταιρίας της, που διατηρούσε στη ..., οι οποίοι ενδιαφερόταν να επενδύσουν σε μεγάλο κατασκευαστικό έργο στην Ελλάδα και έψαχναν για συνεργάτη-ανάδοχο του έργου στο οποίο θα επένδυαν. Ο μηνυτής, όπως ο ίδιος καταθέτει, ενόψει της μεταξύ τους οικογενειακής και φιλικής σχέσης καθώς και του γεγονότος ότι οι επενδύσεις του στην εταιρία της Χ2, του είχαν επιφέρει κέρδη καθώς και ότι η Χ2, ήταν δικηγόρος και προάσπιζε τα συμφέροντά του, ενδιαφέρθηκε πραγματικά για την πρόταση που του έγινε, τη θεώρησε σοβαρή και πραγματοποιήσιμη, γι' αυτό και μετέβη στο ..., προκειμένου να λάβει περισσότερες πληροφορίες. Εκεί, συνάντησε την Χ2 και τον τρίτο κατηγορούμενο, πατέρα της, Χ, με τον οποίο, λόγω ηλικίας είχαν αναπτύξει περισσότερες σχέσεις και δεσμούς. Στη συνάντηση αυτή. παρευρισκόταν και ο Τ, ο οποίος παρουσιάστηκε με το όνομα Τ (πέμπτος κατηγορούμενος του παραπεμπτικού, βουλεύματος, ο οποίος επίσης φυγοδικεί και ως προς αυτόν δεν εισήχθη προς εκδίκαση η υπόθεση). Στη συνάντηση αυτή και οι τρεις μαζί, ενεργούντες από κοινού, παρέστησαν στον μηνυτή, ότι ο Τ είναι εκπρόσωπος και συγγενής του Υπουργού Πετρελαίων της Νιγηρίας και ότι ο θείος του ενδιαφέρεται να χρηματοδοτήσει κατασκευαστικά έργα στην Ελλάδα, ποσού 250.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, τα οποία είχε εξάγει από την χώρα του, επιθυμώντας να χαθεί η διαδρομή τους. Για το λόγο αυτό, η Χ2, μέσω του γραφείου της, πρότεινε τον μηνυτή, ώστε αν επιθυμεί να αναλάβει, με την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού, την εκτέλεση των έργων, με την εν λευκώ διαχείριση του κεφαλαίου, με κέρδος ποσοστού 38% επί του παραπάνω ποσού και με έλεγχο ανά τρίμηνο, από εκπρόσωπο του χρηματοδότη. Το ποσό της επενδύσεως, του παρέστησαν ότι είχε τοποθετήσει ο Υπουργός Νιγηρίας, στη χρηματιστηριακή εταιρία με την επωνυμία EFS EURO FINANCE STORAGE COMPANY SPTA SAN DE LA VEGA, ... ESPANA, FINANCIAL SECURITIES/SOLE REPRESENTATIVE AGENT, με έδρα τη ..., της οποίας διευθύντρια ήταν η Μ και ήδη πρώτη κατηγορουμένη. Ο μηνυτής, πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις αφενός μεν της Χ2, που του εμφανίστηκε ως δικηγόρος και είχε το σχετικό γραφείο και τις ανάλογες γνώσεις και αφετέρου του πατέρα της, που τον θεωρούσε φίλο του και δεν προέβη σε περαιτέρω έρευνα για την προτεινόμενη επένδυση, διότι την έρευνα είχε αναθέσει στην Χ2, που θεωρούσε ότι προάσπιζε τα συμφέροντα του, ενώ ήταν αυτή που μιλούσε και Αγγλικά και έκανε τις διαπραγματεύσεις, διότι ο ίδιος δεν γνώριζε καμία ξένη γλώσσα. Ακολούθως, προκειμένου να πειστεί ο μηνυτής, αυτός, η Χ2, ο πατέρας της και ο Τ, τον οποίο γνώριζε ο παθών ως Τ, ταξίδεψαν, την 23.1.2006 στη ..., προκειμένου να. δρομολογηθούν οι σχετικές διατυπώσεις για την ανάληψη του έργου. Εκεί, σε πολυτελές κτίριο που εμφάνισαν ως έδρα της πιο πάνω χρηματιστηριακής εταιρίας, συναντήθηκαν ο μηνυτής, η Χ2, ο πατέρας της Χ, ο Ψ2 (δεύτερος παρών κατηγορούμενος) και ο ... προκειμένου να δρομολογηθούν οι διατυπώσεις για την ανάληψη από τον μηνυτή του ποσού των 250.000..000 δολαρίων. Ήδη όμως, όπως καταθέτει ο μηνυτής, η Χ2, του είχε ζητήσει τηλεφωνικά, όταν ακόμη αυτός ήταν στην ..., να της καταβάλει όταν πάει στη ... το ποσό των 18.500 ευρώ, για έξοδα διακίνησης του ποσού της επένδυσης, αφού επί του παρόντος δεν μπορούσαν να εισπράξουν το σύνολο του ποσού. Κατά τη συνάντηση ήταν παρόντες όλοι οι πιο- πάνω αναφερθέντες και ο .... Αυτοί ζήτησαν και έλαβαν, την επόμενη μέρα, δι' εμβάσματος από την Ελλάδα, μέσω της Τράπεζας Κύπρου (που απέστειλε ο αδελφός του μηνυτή), το ποσό των 70.000 ευρώ, τα οποία όπως του ανακοίνωσαν ήθελε η εταιρία EFS ως προμήθεια προκειμένου να μεταφερθούν τα χρήματα (250.000.000 δολάρια). Στη συνάντηση αυτή, η μεταξύ τους συνεννόηση έγινε στην Αγγλική Γλώσσα, χρησιμοποιώντας την Χ2 ως διερμηνέα. Το ποσό των 70.000 ευ ρω εστάλη, μέσω της Τράπεζας Κύπρου, σε ισπανική τράπεζα, σε λογαριασμό δικαιούχου με το όνομα "Μ". Ο μηνυτής επέστρεψε στην Ελλάδα και την 10-2-2006, στην ..., έλαβε με φαξ από την Χ2. από το ...., το από 6-2-2006 έγγραφο της "BANCO DE ESPANA", με τίτλο μονάδα ελέγχου αλλοδαπών λογαριασμών, με κοινοποίηση στον Διευθυντή της EURO FINANCE STORAGE, EFS, το περιεχόμενο του οποίου ανέφερε ότι "η εκκαθάριση της πληρωμής της επιταγής σας, στο λογαριασμό σας, τελεί εν αναμονή έναντι περαιτέρω πίστωσης και παροχής άδειας μεταφοράς, βάσει των ρυθμίσεων του νέου Ισπανικού νόμου περί ελέγχου κεφαλαίων για το ξέπλυμα χρημάτων και τη φορολογία. Ο δικαιούχος πρέπει να προσκομίσει πιστοποιητικό αντιτρομοκρατικό, και μη σχέσης με ναρκωτικά και ξέπλυμα χρήματος, μετά την οποία, σε διάστημα επτά ημερών, θα δοθεί έγκριση για τη μεταφορά των κεφαλαίων και την άμεση απόδοση στο δικαιούχο". Ακολούθως ο μηνυτής μετέβη στην ..., όπου συνάντησε την Χ2 και τον δεύτερο κατηγορούμενο Ψ2, τον οποίο, κληθείς στο ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τον αναγνώρισε. Εκεί του συνέστησαν την πρώτη κατηγορουμένη Ψ1, αλλά υπό τα ψευδή στοιχεία "Μ", ως διευθύντρια της εταιρίας EFS EURO FINANCE. Επίσης, του ανέφεραν ότι για να εκταμιευθεί το σύνολο του ποσού, απαιτείται φόρος για το Ισπανικό κράτος 0,1% και με την καταβολή του φόρου αυτού, θα ολοκληρωνόταν η διαδικασία. Ο μηνυτής είχε μεταφέρει στην ..., σε μετρητά και επιταγές το συνολικό ποσό των 210.000 ευρώ, που του είχαν ζητήσει οι κατηγορούμενοι, αλλά εκεί η πρώτη κατηγορουμένη Ψ1, υπό τα ψευδή στοιχεία "Μ", του ανακοίνωσε ότι μετέβη στην Ισπανική Εφορία, αλλά εκεί ότι η Ισπανική Εφορία δεν δέχονται τις επιταγές και πρέπει να γυρίσουν στην Ελλάδα για να τις εξαργυρώσουν. Πράγματι, αφού επέστρεψε στην Ελλάδα, την 15-2-2006, ο μηνυτής συνοδευόμενος από την κόρη του, που εξετάστηκε ως μάρτυρας και έναν φίλο του, μετέβησαν στο ξενοδοχείο ... της ... για να παραδώσουν τα χρήματα στην πρώτη κατηγορουμένη. Αυτή, τελευταία στιγμή άλλαξε τον τόπο συνάντησής του και τελικώς της παρέδωσαν 210.000 ευρώ, στο ξενοδοχείο ... της .... Για τις καταβολές αυτές, υπήρχαν και αποδείξεις τις οποίες υποτίθεται ότι εξέδιδε η EFS και κρατούσε η Χ2, η οποία φυγοδικεί, ως δικηγόρος του μηνυτή, γι' αυτό και ο ίδιος αισθανόταν σίγουρος και ασφαλής. Στη συνέχεια, αφού οι δράστες βεβαιώθηκαν ότι μπορούσαν ν' αποσπούν με ευκολία χρήματα από τον μηνυτή, την 20-2-2006 η πρώτη κατηγορουμένη, που ενεργούσε και για λογαριασμό των λοιπών, με σκοπό να του αποσπάσουν κι' άλλα χρήματα, παρέστησαν στον μηνυτή ψευδώς, ότι το ισπανικό κράτος απαιτεί ποσοστό φόρου 1% και όχι 0,1 %, όπως του είχαν πει και η πρώτη του επέδειξε, για να υπογράψει το από 22-2-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, μεταξύ της εταιρίας EURO FINANCE και του Ψ, συνταχθέν δήθεν από την EFS EURO FINANCE STORAGE, σύμφωνα με το περιεχόμενο του οποίου, η Μ εκπρόσωπος της ως άνω εταιρίας, θα ενεργήσει εξ ονόματος του Χ, με σκοπό την εξασφάλιση ενός δανείου ύψους 1.500.000 δολαρίων ΗΠΑ που απαιτείται προκειμένου να συμπληρωθεί το ποσό του συνολικού φόρου, μη κατοίκων (1%), ύψους 2.500.000 δολαρίων ΗΠΑ, τα οποία απαιτούνται για την τελική και άνευ όρων αποδέσμευση συνολικού ποσού 250.000.000 δολαρίων ΗΠΑ στο λογαριασμό του Ψ μετά την πληρωμή και επιβεβαίωση της συνολικής φορολογικής οφειλής. Ότι ο Ψ θα συγκεντρώσει το εναπομένον υπόλοιπο των 750.000 δολαρίων, έχοντας ήδη καταβάλει 250.000 δολάρια ήτοι 210.000 ευρώ. Ότι σε αποζημίωση για τη διασφάλιση του δανείου ύψους 1.500.000 δολαρίων, ο Ψ, θα καταβάλει ένα επιπλέον σταθερό τόκο ύψους 500.000 δολαρίων, καταβάλλοντας με τον τρόπο αυτό, ένα συνολικό ποσό 2.000.000 δολαρίων, στην εταιρία EURO FINANCE STORAGE, κατά την ολοκλήρωση της συναλλαγής. Ότι το ποσό των 250.000.000 δολαρίων ΗΠΑ παραμένει στην κυριότητα και το αποκλειστικό δικαίωμα του Ψ, μόλις αποδεσμευτούν τα κεφαλαία από την Ισπανική Κεντρική Τράπεζα. Η ισχύς της σύμβασης θα αρχίσει την ημέρα, κατά την οποία ο Ψ θα αναλάβει τον πλήρη έλεγχο των 250.000.000 δολαρίων, μόλις αποδεσμευτούν προς αυτόν, μετά την πληρωμή και την επιβεβαίωση καταβολής του φόρου 1%, ο οποίος πρέπει να καταβληθεί εντός 10 ημερών, από σήμερα, σύμφωνα με τις οδηγίες του Ισπανικού Ανώτατου Δικαστηρίου". Στο τέλος δε του εγγράφου, είχε τεθεί υπογραφή του εκπροσώπου της εταιρίας. Βεβαίως όπως αποδείχθηκε και το προηγούμενο έγγραφο και αυτό, ήταν πλαστά και οι συμβαλλόμενες εταιρίες ανύπαρκτες. (Όμως από τη διαδικασία δεν αποδείχθηκε ότι οι παρόντες κατηγορούμενοι είναι αυτοί που κατάρτισαν εξ ολοκλήρου τα πλαστά αυτά έγγραφα, που αναφέρθηκαν πιο πάνω). Εκτός από τα προαναφερθέντα αποδείχθηκε πλήρως ότι, των αναμφισβητήτως πλαστών αυτών εγγράφων, των οποίων γνώριζε την πλαστότητα, αφού δρούσε από κοινού με τους λοιπούς κατηγορουμένους που φυγοδικούν, έκανε χρήση η πρώτη κατηγορουμένη, αφού τα απέστειλε τα επέδειξε και επικαλέστηκε την γνησιότητά τους, προκειμένου να πείσει τον παθόντα να καταβάλει το συνολικό ποσό των 530.000 ευρώ. Πράγματι και με τον τρόπο αυτό, τον έπεισε να καταβάλει σ' αυτή (πρώτη κατηγορουμένη) την 25-2-2006 στο ξενοδοχείο ... το ποσό των 232.000 ευρώ, ενώ από κοινού του υποσχέθηκαν ότι το υπόλοιπο θα καταβάλουν αυτοί, προς διευκόλυνσή του και αυτός θα τους το επέστρεφε αργότερα. Στη συνέχεια του είπαν ότι είναι αδύνατον να καταβάλουν-το υπόλοιπο ποσό, διότι τα χρήματα του Υπουργού Νιγηρίας δεσμεύτηκαν κατά την έξοδο από τη χώρα και ότι πρέπει αυτός να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των 300.000 ευρώ, μέχρι την 15-3-2006. Την 8-3-2006 η πρώτη κατηγορουμένη, απέστειλε στο μηνυτή με φαξ, έγγραφο της EURO FINANCE STORAGE, με υπογραφή του επίσης κατηγορουμένου που φυγοδικεί ..., ως διευθυντού της, προς τον Ψ, το οποίο ανέφερε ότι το ποσό των 250.000.000 θα του αποδοθεί, μόλις καταβάλει τα 300.000 ευρώ που απαιτείται για να συμπληρωθεί το ποσό του φόρου μη κατοίκων από 1%. Για να γίνουν πιο πιστευτοί, του είχαν αποστείλει και αποδείξεις για την καταβολή του ποσού των 442.000 ευρώ, καθώς και έστειλαν και μία τελική εγγύηση. Μετά και την λήψη της τελευταίας επιστολής, κλονίστηκε η εμπιστοσύνη του μηνυτή στους Αναστασία και Χ, αφυπνίστηκε και άρχισε να ερευνά πλέον ο ίδιος την τύχη της φερόμενης ως επενδύσεώς του. Επικοινώνησε με το Προξενείο της Ελλάδας στην ... της ... και διαπίστωσε, ο ίδιος και η κόρη του, που έκανε τις επικοινωνίες διότι γνώριζε Αγγλικά, ότι και η εταιρία με την επωνυμία EURO FINANCE STORAGE ήταν παντελώς ανύπαρκτη, τα γραφεία στα οποία είχε μεταβεί ο μηνυτής, ανήκαν σε άλλη, νόμιμη εταιρία που δεν είχε. καμιά σχέση με τους κατηγορουμένους, το δε. έγγραφο της BANCO DE ESPANA ήταν πλαστό, όπως τους διαβεβαίωσε η ίδια η Τράπεζα. Χαρακτηριστικά δε τα τηλέφωνα της Τράπεζας, ήταν κινητά, των οποίων ο κάτοχος δεν διαπιστώθηκε. Η Τράπεζα, με το από 24.5.2006 έγγραφό της, το οποίο αναγνώσθηκε, τους βεβαιώνει ότι το πιο πάνω έγγραφο που κατείχε ο παθών, δεν είναι αυθεντικό, η λειτουργία της Τράπεζας δεν περιλαμβάνει διεκπεραίωση ιδιωτικών τραπεζικών δραστηριοτήτων με φυσικά ή νομικά πρόσωπα και δεν υπάρχει μονάδα ελέγχου αλλοδαπών λογαριασμών που να διευθύνεται από κάποιον .... Ο μηνυτής, αφού πλέον βεβαιώθηκε ότι έπεσε θύμα απάτης, κατήγγειλε τα γεγονότα στο Τμήμα Οικονομικών Εγκλημάτων της Ασφάλειας, όπου, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η μάρτυς κόρη του, μόλις ανέφεραν την αρχή της περιπέτειάς τους, το αρμόδιο Τμήμα τους περιέγραψε την συνέχεια, διότι η μέθοδος της απάτης αυτής ήταν γνωστή στην Ασφάλεια, από άλλες περιπτώσεις. Έτσι μεθοδεύτηκε, σε συνεργασία με την Ασφάλεια, σχέδιο για τη σύλληψη των δραστών, αφού πρώτα συνέστησαν στον παθόντα και την μάρτυρα κατηγορίας κόρη του να συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις. Πράγματι, μετά από αλλεπάλληλες επικοινωνίες του μηνυτή με τον φερόμενο ως Τ, (Τ), ο τελευταίος δέχτηκε αντί των 232.000 Eυρώ, να καταβάλει ο μηνυτής μόνο 150.000 Eυρώ, αφού δεν διέθετε άλλα χρήματα πλέον. Έτσι, κανονίστηκε να παραδοθούν τα χρήματα στην πρώτη κατηγορουμένη, την 14-3-2006, στο ξενοδοχείο .... Αυτή, πράγματι, μετά από αλλεπάλληλες αλλαγές στον τόπο συνάντησης, εμφανίστηκε στο πιο πάνω ξενοδοχείο και παρέλαβε το ποσό των 150.000 Eυρώ, σε προσημειωμένα από την αστυνομία χαρτονομίσματα των 500 Eυρώ. Στη συνάντηση μετέβησαν ο μηνυτής, με τη κόρη του ... (μάρτυς κατηγορίας) και μία αστυνομικό, δήθεν ως φίλη τους και παρέδωσαν στην πρώτη κατηγορουμένη Ψ1, που αυτοί γνώριζαν ως "Μ" το ανωτέρω ποσό των προσημειωμένων χαρτονομισμάτων. Αυτή, μόλις παρέλαβε το πιο πάνω ποσό, συνελήφθη αμέσως και φυγαδεύτηκε, μυστικά, από το ξενοδοχείο, στο οποίο παρέμειναν ο μηνυτής, η κόρη του, η αστυνομικός και άλλοι αστυνομικοί, με πολιτικά. Πράγματι εμφανίστηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος, ανησύχησε και ήρθε προς αναζήτηση της πρώτης. Ο μηνυτής και τότε και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αναγνώρισε και τους δύο δηλαδή ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος είναι αυτός που είχε συναντήσει στην ... όλες τις φορές που μετέβη και την πρώτη κατηγορουμένη. Αυτή, ομολογεί ότι είχε αναλάβει μόνο την μεταφορά των χρημάτων και δεν είχε άλλη ανάμιξη, πλην όμως και ο μηνυτής την αναγνώρισε, καθώς και η κόρη του. Επίσης αποδείχθηκε ότι οι δύο αυτοί κατηγορούμενοι, είχαν εισέλθει μαζί στην Ελλάδα, την 13-3-2006 και μάλιστα μετέβησαν μαζί στο ξενοδοχείο ..., την 13-3-2006 στο οποίο είχαν κάνει κράτηση για δύο διαφορετικά δωμάτια, μέσω του γραφείου TRANS HOTEL που εδρεύει στη .... Ο ισχυρισμός του ότι γνωρίστηκαν μέσω του Internet και ήρθαν στην Ελλάδα για πρώτη συνάντηση και προκειμένου να συνάψουν ερωτική σχέση και ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, καμία σχέση δεν έχει με το αδίκημα που του αποδίδεται, διαψεύδεται ευθέως από όσα ήδη κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας και εκτέθηκαν πιο πάνω, αλλά και από την εξέλιξη των γεγονότων. Από το σύνολο των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών που ήδη εκτέθηκαν πιο πάνω, την οργάνωση και το είδος και τον τρόπο της εξαπατήσεως του παθόντος, από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων της χρήσεως των πλαστών εγγράφων και της απάτης, προκύπτει ότι όλοι οι κατηγορούμενοι, μαζί με αυτούς που φυγοδικούν έδρασαν από κοινού, με κοινό δόλο με διακριτούς αλλά και αλληλοσυμπληρούμενους ρόλους ο καθένας, με αποκλειστικό σκοπό την διάπραξη των πιο πάνω εγκλημάτων προς πορισμό ικανού εισοδήματος και ροπή προς διάπραξη των εγκλημάτων αυτών, ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους, ενώ το αντίστοιχο όφελος που αποκόμισαν, καθώς και η αντίστοιχη ζημία που επέφεραν, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και ειδικότερα ανέρχεται σε 530.500 ευρώ". Μετά ταύτα εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα του ότι : "Κατά το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο 2005 μέχρι την 4/3/2006 ενεργώντας από κοινού, εξακολουθητικά και κατ' επάγγελμα με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος (και περιουσιακή ζημία στον εγκαλούντα) που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 Ευρώ, παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα, Ψ, πολιτικό μηχανικό, ότι ο Υπουργός πετρελαίων της ... ενδιαφέρεται να χρηματοδοτήσει κατασκευαστικά έργα, ποσού 250.000.000 δολαρίων στην Ελλάδα, με κεφάλαιο που έχει εξαγάγει από τη χώρα του, και ότι αν επιθυμεί ο εγκαλών, μπορεί να αναλάβει, με την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού, την εκτέλεση των έργων, με την εν λευκώ διαχείριση του κεφαλαίου, με κέρδος ποσοστού 38% επί του παραπάνω ποσού, και με έλεγχο ανά τρίμηνο από εκπρόσωπο του χρηματοδότη. Ότι, το ως άνω χρηματικό ποσό, είχε τοποθετήσει ο Υπουργός, στη χρηματιστηριακή εταιρία, με την επωνυμία EFS EURO FINANCE STORAGE COMPANY SPTA SAN DE LA VEGA, SALIDA 16, MADRID ESPANA, FINANCIAL SECURITIES/SOLE REPRESENTATIVE AGENT, με έδρα τη ..., που διευθύνει η πρώτη κατηγορουμένη, εμφανιζόμενη με τα στοιχεία Μ και ότι, προκειμένου να γίνει η αποδέσμευση και μεταβίβαση του ως άνω ποσού, στο όνομα του εγκαλούντος, έπρεπε να καταβάλει χρηματικά ποσά για έξοδα διακίνησης και φόρους στο Ισπανικό κράτος. Επίσης παρέστησαν σ' αυτόν ψευδώς, ότι τα αναφερόμενα στη επόμενη παράγραφο πλαστά έγγραφα, της τράπεζας BANCO DE ESPANA και της εταιρίας EURO FINANCE STORAGE, είναι γνήσια, και έχουν εκδοθεί από τα ως άνω νομικά πρόσωπα, και με τον τρόπο αυτό, τον έπεισαν να τους καταβάλει τα χρηματικά ποσά α) Στη ..., τον Ιανουάριο 2006, τα ποσά των 18.500 ευρώ και 70.000 Ευρώ, β) στην ..., το Φεβρουάριο 2006, τα ποσά των 210.000 Ευρώ και 232.000 ευρώ και συνολικά το χρηματικό ποσό των 530.500 ευρώ και έτσι έβλαψαν την περιουσία του κατά το ποσό αυτό, καθόσον αν αυτός γνώριζε ότι, ουδέν κεφάλαιο υπήρχε για επένδυση, ουδεμία σχέση είχε ο Υπουργός της Νιγηρίας, ότι τα προσκομισθέντα έγγραφα της ισπανικής τράπεζας BANCO DE ESPANA και της εταιρίας EURO FINANCE STORAGE είναι πλαστά, δεν θα προέβαινε στην καταβολή του ανωτέρω χρηματικού ποσού και δεν θα είχε υποστεί την περιουσιακή βλάβη, αξίας ποσού 530.500 Ευρώ". Με αυτά που εδέχθη η προσβαλλομένη απόφαση τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εις αυτήν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως, για την οποία κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των στις διατάξεις των άρθρων 27 § 1, 45, 98 και 386 §§ 1 και 3 ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και δεν παρεβίασεν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει σ' αυτή όλα κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβεν υπ' όψη χωρίς να είναι ανάγκη να εκθέτει τι προέκυψεν εξ ενός εκάστου χωριστά δι' έναν έκαστον των κατηγορουμένων, δια το αδίκημα δια το οποίον και κατεδικάσθη και ο αναιρεσείων, ούτε είναι επίσης ανάγκη να αναφέρει ποίον ειδικώς αποδεικτικό μέσο συνδέεται με τον τελευταίον αυτόν, όπως αβασίμως αιτιάται ούτος, (αναφέρει) τον σκοπό του αναιρεσείοντος να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος και την παράσταση των ψευδών γεγονότων ως αληθινών, τα οποία εγνώριζε, προς δε την βλάβη της περιουσίας του παθόντος, η οποία και επετεύχθη κατά τον τρόπον που εν εκτάσει αναφέρει δι' όλους τους κατηγορουμένους, τα περιστατικά της κατ'επάγγελμα τελέσεως της πράξεως ως και την από κοινού δράση αυτών και ιδιαίτερα την συμμετοχή του αναιρεσείοντος με την συνάντησή του με τον μηνυτή Ψ, την παράσταση σ' αυτόν των άνω εκτεθέντων εν γνώσει ψευδών περιστατικών, την εξ αυτού παραπλάνησή του και την υπ' αυτού καταβολή εις τον αναιρεσείοντα των αναφερθέντων ποσών. Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδία όσον αφορά την κατ' επάγγελμα ως και την από κοινού τέλεση της κακουργηματικής απάτης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 364 § 1, 369 και 171 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ προκύπτει ότι η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού εγγράφου, που δεν αναγνώσθη κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικος λόγον αναιρέσεως, διότι ούτω παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 Κ.Π.Δ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημοσίας συζητήσεως που συντάσσονται δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου, θα πρέπει όμως να προσδιορίζονται τα στοιχεία που το ταυτοποιούν, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί που εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου, εκτός εάν αυτό είναι το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι στοιχείο του κατηγορητηρίου, ή αναφέρεται απλώς ιστορικώς και διηγηματικώς στο αιτιολογικό της αποφάσεως ή το περιεχόμενο που προκύπτει από άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα, οπότε δεν υπάρχει η άνω απόλυτη ακυρότης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ο κατηγορούμενος αναιρεσείων κατεδικάσθη για κακουργηματική απάτη (κατ' επάγγελμα) από κοινού κατ' εξακολούθηση εις ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά και την απόφαση το ανωτέρω εφετείο για τον σχηματσιμό της κρίσεώς του περί ενοχής του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος έλαβεν υπ' όψη του τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που ανεγνώσθησαν καθώς και τα έγγραφα που ανεγνώσθησαν και αναφέρονται στα πρακτικά. Μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων αναφέρεται, και υπό τον αριθμόν 22, το από 27/1/2006 εξοδολόγιο εξερχομένου εμβάσματος, και δύο από 14/3/2006 εκθέσεις καταγραφής εισερχομένων και εξερχομένων κλήσεων από μνήμη κινητού τηλεφώνου με διερμηνέα, και συνεπώς η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι ελήφθησαν υπ' όψη έγγραφα που δεν ανεγνώσθησαν, είναι αβάσιμος. Το υπ' αριθμ. 14/2006 ένταλμα συλλήψεως της Ανακρίτριας του 18ου Τακτικού Τμήματος του Πλημμελειοδικείου Αθηνών δεν απηκείτο να αναγνωσθεί διότι είναι έγγραφο διαδικαστικό και όχι τοιούτο της αποδεικτικής διαδικασίας εις το οποίο εστηρίχθη το δικαστήριο για να συνάγει ενοχή του αναιρεσείοντος ούτε, άλλωστε, προκύπτει ότι ελήφθη υπ' όψη γι' αυτήν, ενώ η "από 26/1/2006 επιστολή εγγύησης της EURO FINANCE STORAGE COMPANY" και το "από 13/1/2006 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπέγραψε ο μηνυτής, από πουθενά δεν προκύπτει ότι ελήφθησαν υπ' όψη για την ενοχή του αναιρεσείοντος και συνεπώς η αιτίαση αυτού, ότι ελήφθησαν υπόψη έγγραφα που δεν ανεγνώσθησαν είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 5 1 στοιχ. δ' αυτού, περί απολύτου ακυρότητος, εκ των άνω λόγων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' άρθρον 369 § 1 ΚΠΔ όταν τελειώνει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο, κατά δε την § 3 του ιδίου άρθρου ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι είναι υποχρεωτική η δόση του λόγου από τον διευθύνοντα την συζήτηση στον εισαγγελέα και τους διαδίκους με την άνω κεκανονισμένη σειρά, στον κατηγορούμενο δε στο τέλος, έστω και αν δεν τον ζητήσει. Η παράβαση των ανωτέρω και ειδικώς προκειμένου για τον κατηγορούμενο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 §1 εδ. δ ΚΠΔ., διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, και ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, μετά την πρόταση του εισαγγελέως επί της ποινής και την αίτηση του πολ. ενάγοντος να γίνει δεκτή η αγωγή του, "οι συνήγοροι των κατηγορουμένων και οι κατηγορούμενοι αφού έλαβαν διαδοχικά τον λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησαν να επιβληθεί το ελάχιστον της ποινής". Συνεπώς ο σχετικός λόγος της αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητος εκ του ότι δεν εδόθη ο λόγος στον συνήγορο του αναιρεσείοντος και στον αναιρεσείοντα επί της ποινής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών και μην υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ) και στη δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2 Νοεμβρίου 2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2275/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εξ ευρώ πεντακοσίων (500). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κακουργηματική απάτη (άρθρο 386 §§ 1, 3 ΠΚ). Πότε είναι κατ' επάγγελμα και πότε κατά συνήθεια. (άρθρο 45 ΠΚ). Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως για άρθρο 386 § 3 ΠΚ. Τι είναι περιουσιακό όφελος. Πότε εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Άρθρα 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 ΚΠΔ σε συνδ. με 171 § 1δ ΚΠΔ. Πότε υπάρχει απόλυτη ακυρότης από τη λήψη υπ' όψη εγγράφου που δεν ανεγνώσθη. Δεν απαιτείται να αναγνωσθεί εάν είναι το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή αναφέρεται απλώς ιστορικώς ή το περιεχόμενό του προκύπτει από άλλο έγγραφο. Άρθρο 36 § 1 ΠΚ. Ο κατηγορούμενος ομιλεί τελευταίος. Εάν δεν δοθεί ο λόγος με τη σειρά του άρθρου και τελευταία στον κατηγορούμενο, έστω και αν δεν το ζητήσει, άλλως υπάρχει απόλυτη ακυρότης. Απορρίπτει αίτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
0
Αριθμός 1215/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Eισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Χ1, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σφυρή και 2. Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαφαζάνο, περί αναιρέσεως της 2112/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ψ. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 27 Οκτωβρίου 2009 δύο αυτοτελείς αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1544/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Το άρθρο 45 Π.Κ. ορίζει ότι "Αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή εις το ότι έκαστος πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές (Ολομ.ΑΠ 50/1990), χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται οι επί μέρους ενέργειες εκάστου συναυτουργού. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 2112/2009 απόφασή του, με αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων και δή "τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία των κατηγορουμένων" εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, ότι απεδείχθησαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στις αρχές Νοεμβρίου 2002 περιήλθαν κατ' άγνωστον τρόπον στην κατοχή των τριών κατηγορουμένων αρχαία κινητά μνημεία, ήτοι πολιτιστικά αγαθά αναγόμενα στους αρχαίους χρόνους και ειδικότερα α) ένα γυάλινο μυροδοχείο, ύψους 16 εκ., β) μία αρυβαλλοειδής λήκυθος, ύψους 8 εκ., γ) δύο χάλκινα αγγεία χωρίς λαβές με κάθετες εξωτερικά ραβδώσεις, ύψους 7 εκ και δ) ένα χρυσό νόμισμα (στατήρας ...), τα οποία χρονολογούνται από τους κλασικούς χρόνους του 5ου και του 4ου π.Χ. αιώνος και των οποίων η αξία ανέρχεται, των μεν υπό στοιχεία α', β' και γ' σε 1500 Ευρώ συνολικώς, του δε υπό στοιχείον δ' ομοίως στο ποσόν των 1500 Ευρώ, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της αρμοδίας εκτιμητικής Επιτροπής. Οι κατηγορούμενοι δεν έσπευσαν, ως ώφειλαν εκ του νόμου (άρθρον 24 § 1 Ν. 3028/2002), να δηλώσουν στις Αστυνομικές κ.λ.π Αρχές την περιέλευση των εν λόγω αντικειμένων σε εκείνους και να τα θέσουν στην διάθεση των Αρχών αυτών, αλλ' απεφάσισαν να τα ιδιοποιηθούν παρανόμως και να τα πουλήσουν σε τρίτους, καίτοι κατ' άρθρον 21 § 1 Ν. 3028/2002, εκείνα ανήκουν κατά κυριότητα και νομήν στο Ελληνικό Δημόσιο, είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας και εκτός συναλλαγής. Έτσι, την 12ην Νοεμβρίου 2002 άγνωστος τηλεφώνησε στο Τμήμα Διώξεως Αρχαιοκαπηλίας και έδωσε την πληροφορία, ότι οι κατηγορούμενοι, την ιδίαν ημέραν, επρόκειτο να πωλήσουν τα αρχαία αντικείμενα σε άγνωστον Γερμανόν αγοραστήν. Αμέσως αστυνομικοί έθεσαν υπό παρακολούθηση τον δεύτερο κατηγορούμενο, Χ1, ο οποίος, σύμφωνα με τις παρασχεθείσες από τον άγνωστον πληροφορίες, επεσκέφθη γραφείο τελετών στους ... και ακολούθως μετέβη σε καφετέρια, όπου συνηντήθη με 2 άτομα προσελθόντα με αυτοκίνητο μάρκας BMW, το οποίον έφερε πινακίδες με ξένον αριθμόν κυκλοφορίας. Μετ' ολίγον εξήλθαν από την καφετέρια, παρακολουθούμενοι από αστυνομικούς, τόσον οι 2 πρώτοι κατηγορούμενοι, οι οποίοι ανεχώρησαν με αυτοκίνητο μάρκας PEUGEOT, όσον και οι αλλοδαποί, οι οποίοι ηκολούθησαν τους πρώτους με το ανωτέρω αυτοκίνητό των. Καθ' οδόν, επλησίασε το αυτοκίνητο των 2 πρώτων κατηγορουμένων ο τρίτος κατηγορούμενος, ο οποίος οδηγούσε μοτοποδήλατο και ο οποίος παρέδωσε σε εκείνους μίαν τσάντα, η οποία περιείχε τα ως άνω υπό στοιχεία α', β', γ', αρχαία αντικείμενα. Τότε επενέβησαν οι αστυνομικοί, οι οποίοι ακινητοποίησαν τα οχήματα των κατηγορουμένων και τους συνέλαβαν, ενώ οι επιβάτες του αυτοκινήτου μάρκας BMW διέφυγαν με αυτό, στην κατοχή δε των κατηγορουμένων, εκτός από τα αμέσως ανωτέρω κινητά αρχαία αντικείμενα τα οποία ήσαν στην αναφερθείσα τσάντα, ευρέθη και το αναφερθέν στην αρχή υπό στοιχείον δ' αρχαίο χρυσό νόμισμα το οποίο είχε στην δεξιά τσέπη του σακακιού του ο δεύτερος κατηγορούμενος, σε συσκευασία κοσμήματος. Όπως κατέθεσε στο Δικαστήριο ο μάρτυς-αστυνομικός ..., οι κατηγορούμενοι ... και Ψ "την ώρα της σύλληψης είπαν ότι θα τα πούλαγαν σε κάποιον Γερμανό αντί 70.000 ευρώ". Η αλήθεια της κατεθέσεως αυτής επιβεβαιώνεται και από την προανακριτική απολογία του κατηγορουμένου Χ1, ο οποίος είχε ομολογήσει, ότι κατά την ημέραν της συλλήψεώς των επρόκειτο να πουληθούν τα αρχαία αντικείμενα και ο οποίος ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως και οι λοιποί κατηγορούμενοι, ηρνήθη την κατηγορία. Από τα ανωτέρω προκύπτουν 1) ότι οι κατηγορούμενοι εγνώριζαν την ιδιότητα των αντικειμένων ως αρχαίων τα οποία είχαν την πρόθεση να πωλήσουν αντί 70.000 Ευρώ και 2) ότι εξεδήλωσαν την πρόθεση να τα ιδιοποιηθούν περί τις αρχές του μηνός Νοεμβρίου 2002 .... Ακολούθως πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδομένης σε αυτούς πράξεως". Μετά ταύτα εκήρυξεν ενόχους τους αναιρεσείοντας του ότι: "Στην ... στις 12 Νοεμβρίου 2002, από κοινού ενεργώντας και κατόπιν συναποφάσεως, ιδιοποιήθηκαν παράνομα αρχαία μνημεία διαπράξαντες απλή υπεξαίρεση. Και συγκεκριμένα, κατά τον πιο πάνω τόπο και χρόνο κατόπιν συναποφάσεως, από κοινού ενεργώντας, αν και περιήλθαν στην κατοχή τους σε άγνωστο χρόνο τουλάχιστον όμως κατά το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα από την ημέρα που συνελήφθησαν την 12-11-2002 κατ' άγνωστο τρόπο αρχαία μνημεία κατά την έννοια του άρθρου 2 του Ν. 3028/2002, τα οποία ανήκουν στην πολιτιστική κληρονομιά της χώρας και των οποίων επιβάλλεται η ειδικότερη προστασία και δη: α) ένα γυάλινο μυροδοχείο, ύψους 16 εκ., β) μία αρυβαλλοειδής λήκυθος, ύψους 8 εκ., γ) δύο (2) χάλκινα αγγεία χωρίς λαβές με κάθετες εξωτερικά ραβδώσεις, ύψους 7 εκ και δ) ένα (1) χρυσό νόμισμα (στατήρας ...), τα οποία χρονολογούνται από στους κλασικούς χρόνους (5ο με 4ο αιώνα π.Χ.) και δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας εκτιμηθέντος του τελευταίου 1500 ευρώ και των λοιπών τουλάχιστον 1500 ευρώ και τα οποία ανήκουν, ως πολιτιστική κληρονομιά της χώρας, κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, δεν τα δήλωσαν χωρίς καθυστέρηση στην πλησιέστερη αρχαιολογική, αστυνομική ή λιμενική αρχή, ούτε τα παρέδωσαν στην αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού, αλλά τα κατακράτησαν και τα ιδιοποιήθηκαν χωρίς κανένα δικαίωμα, εντελώς παράνομα". Με αυτά που εδέχθη το ανωτέρω δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως αρχαίων μνημείων, για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 21 § 1, 27 και 375§1β' α'' Π.Κ., 2 § β περα. α' 20 § 1 περ. α', 21 § 1 Ν.3028/2002 που εφήρμοσε, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει ούτω την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα αναφέρει όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβεν υπ' όψη η απόφαση, και όχι μόνο την κατάθεση του μάρτυρος αστυνομικού, το γεγονός δε ότι την εξαίρει, δεν σημαίνει ότι έλαβεν υπ' όψη μόνον αυτή, την παράνομη ιδιοποίηση των εκτιθεμένων αρχαίων μνημείων τα οποία κατεκράτησαν οι κατηγορούμενοι, συμπράξαντες αμφότεροι (και μετά. του μη εδώ αναιρεσείοντος) με τις αναφερόμενες ενέργειές του έκαστος στην τέλεση της πράξεως από κοινού, ασχέτως του ότι το αρχαίο νόμισμα ευρέθη στην τσέπη του σακακιού του Χ1, αφού εδέχθη (η απόφαση) ότι όλοι είχαν στην κατοχή των τα ανωτέρω κινητά μνημεία, υπό την έννοια της δυνατότητος εξουσιάσεως (επ') αυτών (και τα ιδιοποιήθησαν παρανόμως). Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως, περί ελλείψεως αιτιολογίας από την απόφαση σχετικά με τις ανωτέρω ελλείψεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 Κ.Π.Δ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 § 1 στοιχ. δ' ιδίου Κώδικος προκύπτει ότι η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου το οποίο δεν ανεγνώσθη κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ λόγον αναιρέσεως, διότι ούτω παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 Κ.Π.Δ, δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο ως και οι αρχές της δημοσιότητος και προφορικότητος της συζητήσεως στο ακροατήριο και της διεξαγωγής της δίκης κατ' αντιμωλίαν. Η ακυρότης αυτή δεν επέρχεται και αποτρέπεται εάν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν ανεγνώσθη στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα τα οποία ανεγνώσθησαν ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κτλ) και το άνω έγγραφο, το οποίο δεν ανεγνώσθη στο ακροατήριο αναφέρεται απλώς στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, σε σχέση με την συνδρομή περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφασή του το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών εκήρυξεν ενόχους τους αναιρεσείοντας υπεξαιρέσεως αρχαίων κινητών μνημείων αξίας όχι ιδιατέρως μεγάλης και επέβαλεν εις αυτούς ποινή φυλακίσεως (12) μηνών εις έκαστον. Το δικαστήριο αυτό προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του περί ενοχής έλαβεν υπ' όψη του επικουρικώς και προς επίρρωση των άλλων αποδεικτικών μέσων που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό ως άνω της προσβαλλομένης αποφάσεως και την προανακριτική απολογία του Χ1. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης εφ' ης η προσβαλλομένη, η άνω κατάθεση δεν ανεγνώσθη μεν στο ακροατήριο, όπως διαπιστώνεται όμως από το αιτιολογικό της αποφάσεως, το περιεχόμενό της προέκυψε από έτερο αποδεικτικό μέσο, το οποίο έλαβεν η υπόψη του το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, ώστε θεωρείται ότι αυτή περιλαμβάνεται απλώς προς ενίσχυση της καταθέσεως του μάρτυρος αστυνομικού ... και όχι αυτοτελώς και αποκλειστικώς, δεδομένου ότι, όπως εξετέθη και ανωτέρω στην αιτιολογία αναφέρεται: "Η αλήθεια της καταθέσεως αυτής επιβεβαιώνεται και από την προανακριτική απολογία του κατηγορουμένου Χ1.". Εντεύθεν και δεν επήλθε απόλυτος ακυρότης της διαδικασίας εκ του άνω λόγου και ο σχετικός λόγος αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως, υποστηρίζων τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' άρθρον 364 § 1 Κ.Π.Δ "Στο ακροατήριο διαβάζονται .... καθώς και τα υπόλοιπα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά την διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους...". Εντεύθεν είναι υποχρεωτική η ανάγνωση εγγράφου που υπέβαλεν ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, εάν δε το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση του δικαιώματος αυτού στον κατηγορούμενο ή δεν απαντήσει, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως δι' έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 510 1 στοιχ. Β' Κ.Π.Δ. Η τοιαύτη έλλειψη ακροάσεως προϋποθέτει όμως υποβολή εγγράφου ή προφορικής αιτήσεως ή προτάσεως, που συνοδεύεται με την άσκηση του δικαιώματος αυτού που παρέχεται στον κατηγορούμενο από το νόμο, η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακριβείας αυτών παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατ' άρθρον 145 § 2 Κ.Π.Δ.Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων αιτιάται ότι, καίτοι ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών εζήτησε την ανάγνωση ως σχετικών Νο 3 και 4 των : Α) των από ... με αριθμ. ... Πρακτικών συνεδριάσεως του Δικαστηρίου της ... περί δημοσιεύσεως της υπ' αριθμ. ... δημοσίας διαθήκης του Χ1 και Β) της από ... Ληξιαρχικής Πράξης θανάτου του ... πατρός του κατηγορουμένου, τα έγγραφα αυτά δεν ανεγνώσθησαν. Όμως δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι τα άνω έγγραφα προσεκομίσθησαν από τους αναιρεσείοντας, (ούτε) πολλώ μάλλον ότι εζήτησαν δια των συνηγόρων τους την ανάγνωση, ώστε να αναγνωσθούν, κατ' ουδέν δε σημαίνει ότι προσεκομίσθησαν εκ του ότι τα αναφέρει ο Χ1 "ως σχετικά στους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς". Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, υποστηρίζων τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η απαιτουμένη κατά τα άνω άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ, πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς εφ' όσον οι ισχυρισμοί αυτοί είναι πράγματι αυτοτελείς και δεν είναι αρνητικοί της κατηγορίας τοιούτοι? είναι δε αυτοτελείς ισχυρισμοί εκείνοι που προβάλλονται κατά τα άρθρα 170 § 2 και 332 § 2 Κ.Π.Δ στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενον ή τον συνήγορον αυτού και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, τον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητος προς καταλογισμόν, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, εφ' όσον βέβαια προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ώστε να μπορέσει το δικαστήριο να τους αξιολογήσει και να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Χ1 αιτιάται ότι το δικαστήριο απέρριψεν αναιτιολογήτως τους προβληθέντας νομίμως αυτοτελείς ισχυρισμούς του περί παραγραφής. Όπως προκύπτει από το άνω αιτιολογικό της αποφάσεως, το δικαστήριο απέρριψε τον περί παραγραφής ισχυρισμόν του ως εξής: "Από τα ανωτέρω προκύπτουν, 1) ότι οι κατηγορούμενοι εγνώριζαν την ιδιότητα των αντικειμένων ως αρχαίων, τα οποία είχαν την πρόθεση να πωλήσουν αντί 70.000 Ευρώ και 2) ότι εξεδήλωσαν την πρόθεση να τα ιδιοποιηθούν περί τις αρχές του μηνός Νοεμβρίου 2002. Επομένως, αφού από τις αρχές του μηνός Νοεμβρίου 2002 και μέχρι της 8-12-2006, της 12-9-2006 και της 4-9-2006 ότε επεδόθη αντιστοίχως σε κάθε κατηγορούμενον το κλητήριο θέσπισμα, δεν παρήλθε πενταετία (άρθρα 111 § 3 και 113§ 3 Π.Κ.), πρέπει ο αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί παραγραφής να απορριφθεί ως αβάσιμος..". Εντεύθεν και υπάρχει πλήρης επί της απορρίψεως αιτιολογία και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως του Χ1 είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω το μεν οι αναιρεσείοντες ηρνήθησαν την ιδιότητα μόνο του αρχαίου νομίσματος (στατήρος ...), το δε ο Χ1 κυρίως και εκτενέστερα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι "τόσο από την ανακριτική του κατάθεση όσον και την τοιαύτη της αδελφής του θα αποδειχθεί πανηγυρικά και κατά την ακροαματική διαδικασία ότι ευρίσκετο εις πραγματική πλάνη περί της ιδιότητος του χρυσού νομίσματος που ευρέθη επάνω του ως αρχαίου" και εν συνεχεία κάνει μία ιστορική αναδρομή στις εντός της οικογενείας του μεταβιβάσεις αυτού ως κειμηλίου. Ο ισχυρισμός αυτός το μεν αποτελεί αρνητικόν της κατηγορίας ισχυρισμόν εις τον οποίον το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει, αφού απαντά με τις παραδοχές του επί της ενοχής, το δε είναι αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως ως αυτοτελής ισχυρισμός. Συνεπώς ο σχετικός λόγος αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως στο πλαίσιο της ελλείψεως αιτιολογίας από την απόφαση η οποία δεν απήντησεν ητιολογημένα στην απόρριψη του ισχυρισμού περί πραγματικής πλάνης, αλλ' απλώς είπε "πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης", είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος ο αναιρεσείων Χ1 αιτιάται ότι η απόφαση πάσχει ειδικής αιτιολογίας όσον αφορά την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του περί συνδρομής εις το πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων εκ του άρθρου 84 § 2 α' και. β' Π.Κ. Όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της αποφάσεως το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς με πλήρη αιτιολογία και δη ως εξής: "Τέλος πρέπει να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων 1) του άρθρου 84 § 2 α' Π.Κ., καθόσον δεν απεδείχθη, ότι έως του χρόνου τελέσεως του εξεταζομένου εγκλήματος, αυτός έζησε έντιμη ατομική, οικογενεικαή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, μη αρκούντος προς τούτο του ποινικού μητρώου του, από το οποίο άλλωστε προκύπτει, ότι παλαιότερα κατεδικάσθη για παράβαση του Β.Δ 29/1971 και 2) του άρθρου 84 § 2 β' Π.Κ., καθόσον απεδείχθη, ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ταπεινά αίτια και ειδικότερα από την πρόθεσή του να πορισθεί εισόδημα από την παράνομη πώληση μνημείων τα οποία ανήκουν στην πολιτιστική κληρονομιά της χώρας και των οποίων επιβάλλεται η προστασία". Συνεπώς ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ1, υποστηρίζων τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι καθ' ό μέρος υπό τον λόγον της ελλείψεως αιτιολογίας, εν σχέσει με όλα τα πληττόμενα με αυτόν ως άνω κεφάλαια, επιχειρείται διάφορος εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι αφορά την ουσία της υποθέσεως. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα πρέπει αμφότερες οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 27/10/2009 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2112/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντας στα δικαστικά έξοδα, εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220) έκαστον. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συναυτουργία (άρθρο 45 ΠΚ). Όρος "από κοινού". Πότε υπάρχει αιτιολογία. Άρθρο 24 § 1 Ν. 3028/2002 - Αιτιολογία. Άρθρο 374 § 1 β.α ΠΚ. Άρθρα 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 ΚΠΔ σε συνδ. με 171 § 1δ ΚΠΔ. Πότε υπάρχει απόλυτη ακυρότης από τη λήψη υπ' όψη εγγράφου που δεν ανεγνώσθη. Πότε υπάρχει έλλειψη ακροάσεως. Τι αποδεικνύουν τα πρακτικά της συνεδριάσεως. Αυτοτελείς ισχυρισμοί. Πότε είναι αρνητικός ο ισχυρισμός, οπότε το Δικαστήριο απαντά με τις παραδοχές της αποφάσεως. Απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως που πλήττει την ουσία. Απορρίπτει αίτηση.
Ακροάσεως έλλειψη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Κλοπή, Συναυτουργία, Ακροάσεως έλλειψη, Αρχαία.
0
Αριθμός 1212/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Προεδρεύων Αρεοπαγίτης, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Δημητρίου Πατινίδη), Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Οικονομίδη, περί αναιρέσεως της 53848α/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1549/09. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 5-11-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 53848α/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Σύμφωνα με το άρθρο 55 του ν. 219/1920 "περί ανωνύμων εταιριών" τιμωρείται με φυλάκιση και με χρηματική ποινή "δραχμών 300.000 κατ' ελάχιστον" ή δια της ετέρας των ποινών αυτών κάθε ιδρυτής του Διοικητικού Συμβουλίου ή διευθυντής ανωνύμου εταιρίας, ο οποίος εν γνώσει του ποιείται ψευδείς δηλώσεις προς την αρχήν, αφορώσας την εγγραφή και την καταβολή του μετοχικού κεφαλαίου, την τιμή της εκδόσεως των μετοχών και των ισολογισμών. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 57 περ. β' του ίδιου ως άνω νόμου τιμωρείται με φυλάκιση και με χρηματική ποινή "δραχμών 300.000 κατ' ελάχιστον" η δια ετέρας των ποινών τούτων, όποιος εν γνώσει συνέταξε ή ενέκρινε ισολογισμών εναντίον των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή του καταστατικού. Εξάλλου, καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 53848α/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το δικάσαν σε δεύτερο βαθμό Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: (όσον αφορά τον αναιρεσείοντα): "Η εταιρία με την επωνυμία "OMIKRON GROUP ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ - ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "OMIKRON GROUP", που εδρεύει στο ... επί της οδού ..., συνεστήθη το έτος 1991 με αντικείμενο την έκδοση και εμπορία παντός είδους εκδόσεων ενημερωτικού και μορφωτικού αντικειμένου, την οργάνωση και λειτουργία εγκαταστάσεων για την παραγωγή ταινιών κινηματογράφου και τηλεόρασης κ.α. Οι δεύτερος και τρίτος κατηγορούμενοι, Ψ και Δ, είχαν την ιδιότητα του Προέδρου και Αντιπροέδρου του ΔΣ της παραπάνω εταιρίας και τους είχε ανατεθεί η εκπροσώπηση της δυνάμει του από 19/10/2001 καταστατικού, που είχε δημοσιευθεί στο υπ'αριθμ. 1367/22.2.2002 ΦΕΚ, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος Χ, λογιστής, απασχολείτο από το έτος 1996 στην παραπάνω εταιρία ως οικονομικός της διευθυντής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μέχρι τις 31/10/2002, οπότε απεχώρησε οικειοθελώς. Λόγω της πιο πάνω ιδιότητάς του ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν υπεύθυνος για το σύνολο των οικονομικών θεμάτων της εταιρίας και για την ορθή λειτουργία του λογιστηρίου της, καθώς και για τη σύνταξη του ισολογισμού της στο τέλος κάθε εταιρικής χρήσης. Μετά την αποχώρησή του τη θέση του οικονομικού διευθυντή ανέλαβε ο Μ, ο οποίος με τη βοήθεια του Ν, προϊσταμένου του λογιστηρίου, ενήργησαν έλεγχο στα βιβλία και στοιχεία της εταιρίας. Από τον έλεγχο αυτό προέκυψαν ατασθαλίες του πρώτου κατηγορουμένου, για τις οποίες η εταιρία υπέβαλε την από 29/1/2003 έγκληση της σε βάρος του για τις πράξεις της πλαστογραφίας και απάτης σε βαθμό κακουργήματος, όπως και την από 3/2/2003 αγωγή της για αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας. Στις 7/3/2003 ο εκπρόσωπος της εταιρίας Τ και ο πρώτος κατηγορούμενος υπέγραψαν το με ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο πρώτος κατηγορούμενος αναγνώρισε την οφειλή του ύψους 1.392.292,19 ευρώ και υποσχέθηκε να την εξοφλήσει, όπως και πράγματι έγινε με τμηματικές καταβολές. Στα πλαίσια της αντιδικίας του πρώτου κατηγορουμένου και των εκπροσώπων της εταιρίας με την ανταλλαγή μηνύσεων και αγωγών, ο πρώτος κατηγορούμενος απέστειλε το έτος 2005 προς τη Νομαρχία Αθηνών, Διεύθυνση Ανωνύμων Εταιριών και Εμπορίου, επιστολή του, με την οποία τους γνώριζε ότι στον ισολογισμό της 31/12/2001, που είχε συντάξει και δημοσιεύσει ο ίδιος, είχε σκοπίμως αποκρύβει το ποσό του δανείου, που είχε εκταμιευθεί στις 19/12/2001, ύψους 200.000.000 δρχ., το οποίο έπρεπε να εμφανίζεται στο ενεργητικό της και ζητούσε να προβεί η παραπάνω υπηρεσία στις νόμιμες ενέργειες. Με αφορμή την επιστολή αυτή, η οποία διαβιβάσθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, ασκήθηκε η υπ'αριθμ. ΙΑ 2006/6022 ποινική δίωξη σε βάρος όλων των μελών του ΔΣ της εταιρίας και του πρώτου κατηγορουμένου ως οικονομικού της Διευθυντή για την πράξη της παράβασης του άρθρου 55 του ν. 2190/1920. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στον ισολογισμό, που συντάχθηκε αποκλειστικά από τον πρώτο κατηγορούμενο, όπως ο ίδιος ομολογεί στην από 4/2/2008 δήλωση του, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, για την εταιρική χρήση 1/1/2001 έως 31/12/2001 και δημοσιεύθηκε από αυτόν με την ιδιότητα του οικονομικού διευθυντή στο υπ'αριθμ- 1674/26.2.2003 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), δεν εμφανιζόταν δάνειο, που είχε χορηγηθεί προς την εταιρία για την αγορά ακινήτου από την τράπεζα EFG EUROΒΑΝΚ, ποσού ενός δισεκατομμυρίου δρχ., από το οποίο ποσό 586.940,58 ευρώ ή 200.000.000 δρχ. είχε εκταμιευθεί από τις 21/12/2001, ενώ θα έπρεπε να εμφανίζεται στον ισολογισμό στο ενεργητικό της εταιρίας. Τελικά η αγορά του ακινήτου ματαιώθηκε πριν το τέλος του έτους 2001 και τα μέλη του ΔΣ της εταιρίας έλαβαν απόφαση να επιστραφεί το ποσό του δανείου στην τράπεζα για να μην επιβαρύνονται με τόκους, έδωσαν δε προς τούτο σχετική εντολή στον πρώτο κατηγορούμενο. Επομένως, αποδείχθηκε ότι όταν ενέκριναν τον παραπάνω ισολογισμό οι δεύτερος και τρίτος κατηγορούμενοι πίστευαν βάσιμα ότι το ποσό που είχε εκταμιευθεί από το δάνειο είχε ήδη επιστραφεί στην τράπεζα και δεν είχαν γνώση της πραγματικής κατάστασης, ούτε σκοπό να μην το εμφανίσουν στον ισολογισμό. Η πράξη αυτή της σύνταξης και δημοσίευσης του ισολογισμού της 31/12/2001 κατά παράβαση των διατάξεων του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", που περιείχε ψευδή δήλωση προς την αρχή, αποδείχθηκε ότι έγινε σκοπίμως από τον πρώτο κατηγορούμενο, για να μπορέσει να αποκρύψει λογιστικά χρηματικό ποσό που είχε λάβει από χρήματα της εταιρίας για λογαριασμό του, ενώ αντίθετα η παράλειψη της αναγραφής του αποδείχθηκε ότι δεν αλλοίωνε τα οικονομικά αποτελέσματα της εταιρίας, ώστε αποδεικνύεται ότι οι δεύτερος και τρίτος κατηγορούμενοι, όπως και η εταιρία, δεν είχαν κανένα όφελος από τη μη εμφάνιση του εκταμιευθέντος ποσού του δανείου και δεν προέβησαν σκοπίμως σε απόκρυψή του... Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχος ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ, των πράξεων που του αποδίδονται, αφού αποδείχθηκε ότι με την ιδιότητα του οικονομικού διευθυντή συνέταξε και δημοσίευσε τον ισολογισμό της 31/12/2001, στον οποίο σκόπιμα απέκρυψε ποσό 200.000.000 δρχ., που είχε εκταμιευθεί πριν τις 31/12/2001 και έπρεπε να εμφανίζεται στο ενεργητικό της εταιρίας και έτσι υπέβαλε ψευδή δήλωση στην αρχή και συνέταξε ισολογισμό κατά παράβαση του ν. 2190/1920.....". Ακολούθως το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις των άρθρων 55 και 57 περ. β' του ν. 2190/1920 και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία τριετία, και συνολική χρηματική ποινή 1500 ευρώ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1 και 94 παρ. 1 ΠΚ, 55 και 57 περ. β' του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών" τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριό του. Ακόμη, ως προς το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων που καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων (άρθρα 55 και 57 περ. β' του ν. 2190/1920, ο οποίος περιλαμβάνει και τον ενδεχόμενο, δεν είναι αναγκαία η ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των τετελεσμένων ως άνω δύο εγκλημάτων και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Γι' αυτό όσα αντίθετα των ανωτέρω ισχυρίζεται ο αναιρεσείων περί μη ειδικής αιτιολογίας του δόλου του στην προσβαλλόμενη απόφαση είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Κατ' ακολουθίαν ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Καθό μέρος δε με τον ως άνω λόγο πλήττεται η περί τα πράγματα και την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των υπό στοιχ. Β' παρ. 1, 8 και 10 του άρθρου 17 του ν. 1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και κατάσταση Δικαστικών Λειτουργών" γεννάται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας αν η υπόθεση είχε αναβληθεί σε δικάσιμο για την οποία είχε ήδη γίνει η κλήρωση της σύνθεσης του δικαστηρίου, εκτός αν είχε συντρέξει σπουδαίος λόγος αναβολής σε σύντομη ρητή δικάσιμο, η οποία πρέπει να αιτιολογείται ειδική στην αναβλητική απόφαση. Τέτοιος δε λόγος είναι και η επικείμενη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής του εγκλήματος ή των εγκλημάτων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο (πρβλ παρ. 8 εδ. α' περ. 1 του ως άνω άρθρου). Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με τις υπ' αριθμ. 48380 και 48381/19-6-2009 αποφάσεις του ανέβαλε μετά από παραδοχή αιτήματος αναβολής του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος Ψ (αδυναμίας του λόγω λόγον υγείας να προσέλθει στο Δικαστήριο), και συνεκδίκασε με συναφή υπόθεση την εκδίκαση των κατ' αυτού κατηγοριών για παραβάσεις των άρθρων 55 και 57 περ. β' του ν. 2190/1920, για τη δικάσιμο της 22-7-2009, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο αναιρεσείων, χωρίς να συμπροσβάλλει με την κρινόμενη αίτησή του, τις ως άνω δύο αναβλητικές αποφάσεις, πρόβαλε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας (βλ. σελ 5 των πρακτικών συνεδρίασης αυτού) τον από το προαναφερόμενο άρθρο του ΚΟΔΚΔΛ αυτοτελή ισχυρισμό (περί συνθέσεως του Δικαστηρίου που εκδίκαζε την έφεσή του, η οποία είχε κληρωθεί όμως πριν ορισθεί η 22-7-2009 ως δικάσιμος της έφεσης και ήταν γνωστή, όταν αναβλήθηκε στις 19-6-2009 η συζήτησή της). Το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του (βλ. σελ 114 αυτής) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δικαιολόγησε τη μη εξαίρεση της σύνθεσής του στην οποία κατάτεινε ουσιαστικά ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος στον κίνδυνο παραγραφής των πράξεων για τις οποίες διώκονταν όλοι οι κατηγορούμενοι ή μόνο ο αναιρεσείων (συμπλήρωση οκταετίας στις 31-12-2009) και στο ότι ο αναιρεσείων (ως και οι λοιποί δύο συγκατηγορούμενοί του που τελικά αθωώθηκαν) δεν στερήθηκαν κάποιου υπερασπιστικού δικαιώματός τους ή υπέστησαν κάποια δικονομική βλάβη από την ως άνω αναβολή της συζήτησης των εφέσεών τους). Η ως άνω αιτιολογία απόρριψης του προαναφερομένου αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος είναι όπως απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, ουδεμία άλλωστε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο επήλθε σε βάρος των δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου από την εκδίκαση της έφεσή του από την αναφερόμενη στην αρχή της προσβαλλόμενης απόφασης σύνθεση του δικάσαντος δικαστηρίου. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ προβαλλόμενος πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης περί απολύτου ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από όλα τα παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης παραδεκτός για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5 Νοεμβρίου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 53848α/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Ιουνίου 2010. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραβάσεις άρθρων 55 και 57 β΄ Ν. 2190/1920. Αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης. Αίτηση αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης και για απόλυτη ακυρότητα λόγω εκδίκασης της υπόθεσης μετ' αναβολή σε δικάσιμο που είχε ήδη κληρωθεί η σύνθεσή του. Όχι τέτοια ακυρότητα όταν η αναβολή σε ρητή δικάσιμο επιβάλλεται από τον κίνδυνο παραγραφής του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και αυτός δεν επικαλείται οποιαδήποτε βλάβη των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του. Απορρίπτει αίτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ανώνυμη εταιρία.
2
Αριθμός 1211/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κλειδαρά, περί αναιρέσεως της 62532/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 13 Νοεμβρίου 2009 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1659/09. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά των αναιρεσειόντων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι ασκηθείσες από τον παραστάντα κατά τη συζήτηση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως πληρεξούσιο δικηγόρο τους από 13 Νοεμβρίου 2009, με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (Αριθμ. πρωτ. ... και ...) κατά της 62532/09 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, αιτήσεις των: 1) Χ1 και 2) Χ2, αντίστοιχα, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, και ως συναφείς, πρέπει να συνεκδικαστούν. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) που τον βαρύνουν, ασχέτως ποσού προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου του νόμου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 5 του αν. ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του αν. ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα προσφέρουν την εργασία τους. Επίσης, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφάλισης του Ι.Κ,Α., ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται, το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του αν. ν. 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει τις εισφορές στο Ι.Κ.Α. μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και συγκεκριμένη οφειλή αυτού από παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τους σ' αυτόν εργαζόμενους και η μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον ασφαλιστικό οργανισμό, στον οποίον είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Πρόκειται δηλαδή για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως που τελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ ίου άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Κατ' ακολουθίαν, ενόψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, η πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967, απόφασης για καθυστέρηση δηλαδή καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο Ι.Κ.Α., προϋποθέτει, εκτός από την αναφορά των κρίσιμων για την θεμελίωση των αναφερομένων δύο εγκλημάτων περιστατικών, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση προσωπικού ασφαλισμένου στο Ι.Κ.Α., με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εκ του οποίου (χρόνου απασχόλησης) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, που βάσει των τακτικών και αποδοχών του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο ίδρυμα, ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ. Α.Π. 1/1996) και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη εκ της ασκήσεως επιχείρησης, των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει, η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική, ατομική, ή εταιρική επιχείρηση και στη δεύτερη περίπτωση ποία η εταιρική μορφή της επιχείρησης και ποία η ιδιότητα και η θέση του κατηγορουμένου στην τελευταία, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωση του, για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού ως εργοδότη. Αν δεν υπάρχει αναφορά τέτοιων περιστατικών, η αιτιολογία της απόφασης είναι ελλιπής και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 62.532/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "οι κατηγορούμενοι κατά το χρονικό διάστημα από 8ο/2001 έως 12/2001 αν και διατηρούσαν την επιχείρηση κλωστοϋφα-ντουργίας ... ΑΒΕΕ" και είχαν απασχολήσει σε αυτήν, ως εργοδότες, προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας που ασφαλιζόταν στο ΙΚΑ και ήταν υπόχρεοι κατά νόμο για την απόδοση των ασφαλιστικών προς τον ανωτέρω ασφαλιστικό οργανισμό εισφορών, δεν κατέβαλαν αυτές εμπρόθεσμα, εντός μηνός αφότου έγιναν απαιτητές και ανέρχονται στο ποσό των 223.665,87 ευρώ οι εργοδοτικές εισφορές και 11.832,93 οι εργατικές εισφορές. Επειδή περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι ωθήθηκαν στην τέλεση της πράξης τους από αίτια μη ταπεινά και συγκεκριμένα από σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπισαν κατά τη λειτουργία της ανωτέρω επιχείρησης, η οποία μάλιστα κηρύχθηκε εν τέλει σε κατάσταση πτώχευσης, πρέπει να τους αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων (84 παρ.2β ΠΚ)". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχους τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες του ότι: "Στην ... την .. Οκτ. 2008 τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία ... ΑΒΕΕ και ΑΜΕ ή ΑΜΘΕ ... (ΑΓΜ...) ΥΠΟΚ/ΜΑ ΙΚΑ ..., είδος επιχείρησης ... μαζί με τους ανωτέρω συγκατηγορούμενους και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 8ος/2001 έως 12ος/2001, στην επιχείρησή του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 335480,80 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό ... ΠΕΕ, στην οποία αναγράφονται (....) μισθωτοί με ύψος αποδοχών .... ΕΥΡΩ συνολικά. 1. Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών .... (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών (και ποσό για το Ειδικό Λογ/σμό Δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα των απασχοληθέντων οικοδόμων βάσει των ημερών απασχόλησης), ποσού 223665,07 ΕΥΡΩ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2. Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 111832,03 ΕΥΡΩ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση". Μετά από αυτά, επέβαλε στο κατηγορούμενο, συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών, σε κάθε κατηγορούμενο, την οποία μετέτρεψε προς 4, 4 ΕΥΡΩ την ημέρα. Δεν αναφέρει όμως στην αιτιολογία, μολονότι πρόκειται για εταιρική και όχι ατομική επιχείρηση και μάλιστα ανώνυμη εταιρία, όπως φαίνεται από την επωνυμία της, πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει, η ιδιότητα και η θέση κάθε αναιρεσείοντος στην ανώνυμη αυτή εταιρία, η οποία κατά νόμο εκπροσωπείται από το διοικητικό της συμβούλιο, αλλά αναφέρεται μόνο ότι αυτοί ήταν εργοδότες. Έτσι η αιτιολογία αυτή που διέλαβε το δικαστήριο της ουσίας, εκ της οποίας δεν προκύπτει η ιδιότητα και η θέση κάθε αναιρεσείοντος στην ανώνυμη εταιρία, ώστε να ανακύπτει και η υποχρέωσή τους για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών και αναφέρεται μόνο η ιδιότητά τους ως εργοδοτών, δεν είναι απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι βάσιμος και, ως τέτοιος πρέπει να γίνει δεκτός να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Επίσης η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα και για τον αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο κατ' άρθρο 511 ΚΠΔ λόγο και ειδικότερα, για εκ πλαγίου παράβαση των περί παραγραφής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, λόγω ασαφειών και αντιφάσεων ως προς τις παραδοχές για το χρόνο τελέσεως της πράξεως. Και τούτο, διότι ενώ στο αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως γίνεται δεκτό ότι χρόνος απασχολήσεως των εργαζομένων ήταν το χρονικό διάστημα από το μήνα Αύγουστο 2001 έως το μήνα Δεκέμβριο 2001 έως το μήνα Μάρτιο 2001, το Δικαστήριο εντελώς αντιφατικά και χωρίς οποιαδήποτε σκέψη και ειδικότερη αιτιολογία, δέχεται στο διατακτικό αλλά και το σκεπτικό ότι η πράξη τελέστηκε στις 3-10-2003. Επομένως, είναι βάσιμος και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως και πρέπει, κατά παραδοχή και αυτού, χωρίς έρευνα άλλων λόγων αναιρέσεως, που παρέλκει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 62532/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένους. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καθυστέρηση καταβολής από τον εργοδότη (ανώνυμη εταιρία) εργατικών και εργοδοτικών εισφορών απασχοληθέντων. Δεν καθορίζεται η σχέση η οποία υπάρχει ανάμεσα στους κατηγορούμενους, εργοδότες φερόμενους στην απόφαση, και στην εταιρία. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας. Εξέταση αυτεπαγγέλτως των περί παραγραφής της οφειλής διατάξεων για εκ πλαγίου παράβαση των περί παραγραφής διατάξεων. Αναιρεί και γι' αυτόν τον λόγο. Παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο για νέα εκδίκαση.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Ανώνυμη εταιρία.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1208/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας- πολιτικώς ενάγουσας ... που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1860/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον .... Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-πολιτικώς ενάγουσα ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαρτίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 550/10. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 170/10-5-2010 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντες την από 22-3-2010 αίτηση αναιρέσεως της ..., δικηγόρου, κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 1860/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημ/των), με την οποία η δίκη με κατηγορούμενο για απλή σωματική βλάβη κ.τ.λ. τον ... και πολιτικώς ενάγουσα την αναιρεσείουσα, ανεβλήθη, προκειμένου να συνδικαστεί με συναφή δίκη, με κατηγορουμένη την πολιτικώς ενάγουσα, εκθέτομεν τα εξής: Κατά το άρθρο 504§1 Κ.Π.Δ., όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης, που όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, στρεφομένη κατά της άνω αναβλητικής πρωτοβαθμίου αποφάσεως, κατά της οποίας απαγορεύεται η άσκηση αναιρέσεως, πρέπει κατά το άρθρο 476§1 Κ.Π.Δ., να κηρυχθεί απαράδεκτη. Τοιουτοτρόπως, Προτείνομεν Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 97/22-3-2010 αίτηση αναιρέσεως της ..., κατά της υπ' αριθμ. 1860/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, Και Β) Να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα εκ 220 Ευρώ. Αθήνα, / /2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστ. Κανελλόπουλος" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 §1 Κ.Ποιν.Δ. όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον κατά της αποφάσεως που όπως απαγγέλθηκε δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370)... Εξάλλου, κατά το άρθρο 505 §1 Κ.Ποιν.Δ. αναίρεση μπορεί να ζητήσει προκειμένου για καταδικαστική απόφαση α) ο κατηγορούμενος ..... γ) ο πολιτικώς ενάγων μόνον όμως για το τμήμα που επιδικάζει σ' αυτόν αποζημίωση ή ικανοποίηση ή απορρίπτει την αγωγή του, επειδή δεν στηρίζεται στο νόμο, ενώ κατά το άρθρο 506 ιδίου Κώδικα την αναίρεση μπορεί να ζητήσει εκτός των άλλων ο μηνυτής ή εκείνος που άσκησε την έγκληση αν καταδικάστηκε σε αποζημίωση και στα έξοδα. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 476 §1 Κ.Ποιν.Δ., το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, πλην άλλων περιπτώσεων όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως για την οποία δεν προβλέπεται. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της 1860/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημ/των), που εκδόθηκε κατά τη συνεδρίασή του στη δικάσιμο της 22-2-2010, επί ποινικής υποθέσεως με κατηγορούμενο τον ... για απλή σωματική βλάβη, απειλή και εξύβριση, στην οποία δεν παρέστη η ήδη αναιρεσείουσα εγκαλούσα αλλά λόγω ασθενείας της υπεβλήθη για λογαριασμό της από την εμφανισθείσα μάρτυρα που δήλωσε ότι ήθελε να παραστεί η απουσιάζουσα ως πολιτικώς ενάγουσα, αίτημα αναβολής της δίκης. Αυτό το αίτημα απερρίφθη από το Εφετείο, από το οποίο στη συνέχεια μετά την αποδεικτική διαδικασία και την αγόρευση του Εισαγγελέα, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του κατηγορουμένου, ανεβλήθη με την προσβαλλόμενη απόφαση η εκδίκαση της εν λόγω υποθέσεως για να συνεκδικασθεί στην ρητή δικάσιμο της 24-3-2010 με άλλη συναφή δίκη, στην οποία κατηγορουμένη είναι η ήδη αναιρεσείουσα με μηνυτή τον άνω κατηγορούμενο και κατά την οποία διατάχθηκε να κλητευθεί για να εμφανισθεί και να καταθέσει ο ..., ως μάρτυρας. Κατά της προσβαλλόμενης άνω μη οριστικής αποφάσεως ανεξάρτητα από το ότι με αυτήν δεν κρίθηκαν απαιτήσεις της πολιτικώς ενάγουσας για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση ούτε καταδικάσθηκε η ήδη αναιρεσείουσα ως εγκαλούσα σε αποζημίωση και στα έξοδα, αυτή δεν είχε δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Επομένως, μετά και την ειδοποίηση εμπροθέσμως της αναιρεσείουσας ως δικηγόρου να εμφανισθεί στο παρόν δικαστήριο ως συμβούλιο να εκθέσει τις απόψεις της, όπως προκύπτει από την επί της δικογραφίας επισημείωση του αρμοδίου γραμματέως, η κρινόμενη αίτηση που είναι απαράδεκτη πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 §1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-3-2010 αίτηση της ..., περί αναιρέσεως της 1860/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010 Και Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2010 Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναιρέσεως της πολιτικώς ενάγουσας κατά αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου με την οποία ανεβλήθη η εκδίκαση ποινικής υποθέσεως επί εφέσεως του κατηγορουμένου κατά καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου για απλή σωματική βλάβη σε ρητή δικάσιμο για συνεκδίκαση με άλλη υπόθεση στην οποία κατηγορουμένη ήταν η ήδη αναιρεσείουσα με μηνυτή τον άνω κατηγορούμενο. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως διότι δεν είχε δικαίωμα να ασκήσει τέτοιο ένδικο μέσο κατά αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που δεν αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή δεν έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη ή δεν κήρυξε απαράδεκτη αυτήν και δεν έκρινε τις απαιτήσεις της πολιτικώς ενάγουσας για χρηματική ικανοποίηση ούτε καταδίκασε αυτήν σε αποζημίωση και στα έξοδα.
Πολιτική αγωγή
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή.
0
Αριθμός 1209/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θοεδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγήτη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1493/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Ζ1 και 2) Ζ2. Με πολιτικώς ενάγοντες του: 1) Ψ1 και 2) Ψ2. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1632/09. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, με αριθμό 79/18-2-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485§1 Κ.Π.Δ. την υπ' αριθ. 209/23-11-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ' αριθ. 1493/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών με το υπ' αριθ. 508/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολική ζημία ανώτερη των 15.000 ευρώ (άρθρα 1, 13 περιπτ. στ'46§1β' και 386§§1β'και 3α' Π.Κ., όπως το τελευταίο αντικατεστάθη με το άρθρο 1§11 Ν. 2408/96 και 14§4 Ν. 2721/99). Κατά του παραπάνω βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμμελειοδικών Αθηνών, άσκησε ο αναιρεσείων την υπ' αριθ. 128/17-3-2008 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε το υπ' αριθ. 1914/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την πιο πάνω έφεση του αναιρεσείοντος. Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών άσκησε ο αναιρεσείων την υπ' αριθ. 72/11-12-2008 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1128/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), η οποία ανήρεσε το υπ' αριθ. 1914/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως. Η αναίρεση του βουλεύματος αυτού έγινε για έλλειψη αιτιολογίας και συγκεκριμένα διότι: α) δεν αιτιολογείται με ποιο τρόπο με τη σύνταξη του υπ' αριθ. 28278/98 πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Πειραιά Βασιλείου Πετράτου, ο φερόμενος ως φυσικός αυτουργός Ζ1 οφελήθηκε παράνομα το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73,365 ευρώ με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη των παθόντων, β) δεν αιτιολογείται η παραδοχή με βάση ποια περιστατικά προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το υπ' αριθ. 4637/98 πληρεξούσιο ήταν πλαστό και γ) δεν αιτιολογείται γιατί ο Συμβολαιογράφος Βασίλειος Πετράτος δεν θα προέβαινε στη σύνταξη του υπ' αριθ. 28278/98 πληρεξουσίου χωρίς την παρουσία του κατηγορουμένου στο γραφείο του, καθώς επίσης δεν αιτιολογείται με βάση ποια περιστατικά δέχθηκε ότι στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου συντρέχουν οι επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 13 στ' Π.Κ. και συγκεκριμένα τόσο για εκείνη που αφορά την από μέρους του (αναιρεσείοντος κατηγορουμένου) τέλεση της πράξεως κατ' επάγγελμα, στοιχείο το οποίο δεν μπορεί να συνυπάρξει από μόνο το γεγονός ότι μεταξύ αυτού (αναιρεσείοντος) και του ως άνω συμβολαιογράφου υφίστατο πολύχρoνη γνωριμία, όσο και για την ετέρα (επιβαρυντική περίσταση) της κατά συνήθεια τέλεσης της κακουργηματικής απάτης, αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει οποιαδήποτε αιτιολογία, περιοριζόμενο μόνο σε απλή αναφορά του όρου τούτου. Στη συνέχεια εκδόθηκε το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 1493/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την μνημονευόμενη έφεση του αναιρεσείοντος, με αριθμό 128/2008, και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε ο αναιρεσείων νομοτύπως και εμπροθέσμως την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι και παραδεκτή, αφού αναφέρει σαφή και ορισμένο λόγο αναίρεσης και δη αυτόν της έλλειψης της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484§1δ' Κ.Π.Δ.). Σύμφωνα με το άρθρο 386§1 ΠΚ όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται το έγκλημα της απάτης, το οποίο στρέφεται κατά της περιουσίας και για τη στοιχειοθέτηση του οποίου απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις: α) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία να έχει παραπλανηθεί κάποιος σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, β) βλάβη ξένης περιουσίας και να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις και γ) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς ν' απαιτείται και η πραγμάτωση του. Ως βλάβη νοείται η μείωση ή η χειροτέρευση της περιουσιακής κατάστασης προσώπου την οποία δεν αναιρεί ή τυχόν ύπαρξη ενεργού αξίωσης του παθόντος για αποκατάσταση της ζημίας κατ' εκείνου που την προκάλεσε (ΑΠ 242/97 Π.Χρ. ΜΗ 39, ΑΠ 472/97 Π.Χρ. ΜΗ-68, ΕΑ 1114/06 αδημ). Περαιτέρω κατά την παρ. 3 του ανωτέρω άρθρου του ίδιου κώδικα, όπως η παρ. αυτή έχει αντικατασταθεί με την παρ. 11 αρθρ. 1 Ν. 2408/96 επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Ωστόσο ήδη με τη διάταξη του άρθρου 14§4 Ν. 2721/99 με την οποία αντικαταστάθηκε, και πάλι η πιο πάνω παρ. 3 του άρθρου 386 ΠΚ στην προβλεπόμενη από την τελευταία αυτή παράγραφο επιβαρυντική περίπτωση της κακουργηματικής απάτης προστέθηκε ως επιπλέον στοιχείο της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της εν λόγω πράξεως: "το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ". Συνεπώς, είναι προφανές, ότι η παραπάνω συμπληρωματική διάταξη του άρθρου 14§4 Ν. 2721/99 είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, αφού μέχρι να θεσπισθεί η νεώτερη αυτή διάταξη αρκούσε για τη θεμελίωση της ανωτέρω επιβαρυντικής περιπτώσεως η κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος της απάτης. Εξετέρου, σύμφωνα με το αρθρ. 13 περ. στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή με την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει ροπή του δράστη προς τη διάπραξη συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Έτσι, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος υπάρχει όταν ο δράστης ενεργεί και μία φορά, όχι όμως ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου και με κατάλληλη υποδομή διαμορφωθείσα ενωρίτερα από αυτόν, ενώ για την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως δεν απαιτούνται προηγούμενες καταδίκες (ΑΠ 691/97 Π. Χρ. ΜΗ 176, ΑΠ 488/02 Ποιν. Λογ. 2002-600). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ. 46§1 β' ΠΚ "Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α)....β) όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κυρίας πράξης". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας απαιτείται δόλος του άμεσου συνεργού, δηλ. ηθελημένη παροχή συνδρομής στον αυτουργό με τη γνώση ότι παρέχεται κατά την εκτέλεση και κατά τη διάρκεια της άδικης πράξης συνδεόμενη προς αυτήν κατά τρόπο, ώστε χωρίς τη βοηθητική ενέργεια του άμεσου συνεργού δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος κάτω από τις περιστάσεις που έχει διαπραχθεί (ΑΠ 1879/00 Π. Χρ. ΝΑ 818, ΑΠ 1642/00 ΠΧρ. ΝΑ-715). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 49§2 ΠΚ "Οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλες περιστάσεις που επιτείνουν, μειώνουν ή αποκλείουν την ποινή λαμβάνονται υπόψη μόνο για εκείνον το συμμέτοχο στον οποίο υπάρχουν". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι αν οι ιδιαίτερες ιδιότητες, σχέσεις κλπ, οι οποίες δεν απαιτούνται κατά νόμο για το αξιόποινο της πράξης, υπάρχουν μόνο στον αυτουργό ένεκα δε αυτών επιτείνεται η ποινή και μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της πράξης από πλημμέλημα σε κακούργημα, δεν υπάρχουν όμως στον συμμέτοχο, άμεσο ή απλό συνεργό δεν θα ληφθούν υπόψη ως προς αυτόν, αλλά θα κριθεί αυτός ως συμμέτοχος στο βασικό έγκλημα της απάτης της παρ. 1 του αρθρ. 386 ΠΚ έστω και αν αυτός γνώριζε ότι οι ιδιαίτερες σχέσεις ή ιδιότητες υπήρχαν στον αυτουργό (ΑΠ 857/00 Π. Χρ. ΝΑ - 149, ΑΠ 1475/01 Ποιν. Λογ. 2001-1934, ΑΠ 781/02 Ποιν. Λογ. 2002-959). Από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2§5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το παραπεμπτικό βούλευμα των υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ.1 στ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 2464/2005 Ποιν.Χρ.ΝΣΤ/627, ΑΠ 1687/2002 Ποιν. Χρ.ΝΓ/638) ΑΠ 501/2006 Π.Χρ. ΝΖ/39). Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με δικές του σκέψεις δέχθηκε ότι "από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε από την κυρία Ανάκριση και τη συμπληρωματική αυτής που διενεργήθηκε και περατώθηκε νόμιμα και ειδικότερα από τις ανωμοτί καταθέσεις της μηνύτριας και του μηνυτή, τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, απ' όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα απολογητικά τους υπομνήματα, προέκυψαν τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Προκειμένου ο συγκατηγορούμενος του εκκαλούντος Ζ1 να συντάξει το υπ' αρ. 28278/26.6.98 πληρεξούσιο σύμφωνα με το οποίο η Θ καθιστούσε πληρεξουσίους την μηνύτρια Ψ2 και το μηνυτή Ψ1, ώστε αυτοί να μεταβιβάσουν βάσει αυτού το ακίνητο της (Θ) που βρίσκεται στην ..., σε περίπτωση που δεν εξοφληθεί το δάνειο που χορηγήθηκε σ' αυτήν από τους τελευταίους με την από 26.6.98 σύμβαση δανείου μέχρι 31.12.98, ο εκκαλών οδήγησε τον Ζ1 στον ... και στο γραφείο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Βασίλ. Πετράτο, τον οποίο γνώριζε από παλαιά συνεργασία τους. Η χορήγηση του άνω δανείου συνολικού ύψους 26.000.000 δρχ. έγινε από την μηνύτρια Ψ2 η συμμετοχή της οποίας σ' αυτό ανερχόταν στο 75% του ποσού αυτού μετά προηγούμενη παρουσίαση από τους Ξ και Ζ1, δικηγόρων, πρότασης, σύμφωνα με την οποία η μηνύτρια επρόκειτο να δανειοδοτήσει γηραιά και πλούσια κυρία ονόματι Θ που βρισκόταν σε πρόσκαιρη ανάγκη χρημάτων, η οποία για την εξασφάλιση των χρημάτων τους προτίθετο να τους χορηγήσει εμπράγματη ασφάλεια (υποθήκη) επί ακινήτου της (δανειολήπτριας) μεγάλης αξίας που βρισκόταν στην .... Η εικόνα που δόθηκε στη μηνύτρια ήταν ότι οι κατηγορούμενοι, συμπεριλαμβανομένου και του εκκαλούντος Χ, δικηγόρου, συνεργάτη της συγκατηγορουμένης Ξ στο γραφείο της οποίας συστεγαζόταν από Ιανουάριο 1985 έως Αύγουστο 1991 (όπως ο ίδιος απολογούμενος αναφέρει) και βοηθός του Ζ1, ήταν δικηγόροι της υποτιθέμενης γηραιάς κυρίας οι οποίοι αναζητούσαν δανειοδότη για την πελάτισσα τους (λόγω οικονομικών της προβλημάτων και έτσι αυτή (μηνύτρια) πείσθηκε ότι έχοντας να κάνει με σοβαρούς δικηγόρους από τους οποίους ο εκκαλών εμφανιζόμενος ως συνεργάτης τους φέρεται ως εκείνος που διενήργησε τον έλεγχο των τίτλων του υπό προσημείωση ακινήτου και τους βρήκε εντάξει και εμφανίστηκε ως πληρεξούσιος των μηνυτών, εκπροσωπώντας αυτούς ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της αίτησης τούτων για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου της Θ, κατά τη συζήτηση της οποίας ο συγκατηγορούμενος του Ζ1 επέδειξε το υπ' αρ. 4637/98 πλαστό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Κουρεμένου (βλ. ιδία από 10.10.01 ένορκη κατάθεση αυτής και από 7.12.98 αναφορά της προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών) δυνάμει του οποίου απέσπασαν την υπ' αρ. 17353/98 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επέτρεψε την εγγραφή προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 27.000.000 δρχ. επί ενός οικοπέδου κυριότητας της Θ εκτάσεως 5700 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "..." .... Η συνεργασία του αυτή δείχνει ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος αποτελούσε και ο ίδιος μέρος του σχεδίου εξαπάτησης στο οποίο ενετάσσετο ολόκληρη η ήδη υπάρχουσα κοινωνική και γνωστική δικηγορική υποδομή των κατηγορουμένων, την οποία οι ίδιοι μετέτρεψαν σε μηχανισμό παροχής εμπιστοσύνης σε τρίτους με σκοπό να τους παραπλανήσουν (βλ. ιδία σχετ. από 10.10.01 ένορκη κατάθεση του ... σύμφωνα με την οποία στη συνάντηση που έγινε στο γραφείο της Ξ για τη δόση των χρημάτων του δανείου ήταν και ο εκκαλών παρών, ο οποίος και τους διαβεβαίωσε ότι είχε εκτελέσει την εντολή τους για την εγγραφή της προσημείωσης στο Υποθηκοφυλακείο). Στα πλαίσια της συνεργασίας τους αυτής ο κατηγορούμενος Χ οδήγησε στις 26.6.98 στον ... και στο γραφείο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Βασίλειου Πετράτου τον συγκατηγορούμενό του Ζ1, όπως προαναφέρθηκε και τούτο προκειμένου να προβούν στη σύνταξη του προαναφερομένου υπ' αρ. 28278/26.6.98 πληρεξουσίου και για τη δυνατότητα πώλησης του ακινήτου αυτού από τους δανειστές - μηνυτές για την είσπραξη των χρημάτων τους, εφόσον το δάνειο δεν εξοφλείτο έως 31.12.98. Το τελευταίο αυτό πληρεξούσιο συνετάγη χωρίς την παρουσία της εντολέως Θ την οποία εφέροντο να εκπροσωπούν ως πληρεξούσιοι οι Ζ1 και Ξ δυνάμει του ανωτέρω υπ' αρ. 4637/98 πλαστού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελ Κουρεμένου (βλ. σχετ. από 7.12.98 Αναφορά της προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών). Για τη σύνταξη του ανωτέρω υπ' αρ. 28278/98 πληρεξουσίου χρησιμοποιήθηκε η γνωριμία του κατηγορουμένου Χ με το συμβολαιογράφο Βασίλειο Πετράτο στο γραφείο του οποίου και οδηγήθηκε ο κατηγορούμενος Ζ1 από τον εκκαλούντα. Σαφής, εν προκειμένω, η κατάθεση του μάρτυρα Βασίλειου Πετράτου ο οποίος στις 25.10.01 εξεταζόμενος ενώπιον του Ανακριτή, αναφέρεται και στην από 14.9.98 αναφορά του προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς (στην οποία γίνεται αναφορά στην εμφάνιση στο γραφείο του στις 26.6.98 έως 10.7.98 του Ζ1 και Χ για τη σύνταξη πληρεξουσίων υπέρ των ήδη μηνυτών στις 26.6.98 και υπέρ του ... στις 10.7.98) και καταθέτει μεταξύ άλλων και ότι γνώριζε τον Χ με τον οποίο και κατά το παρελθόν είχε συνεργασθεί και ότι αυτός έφερε στο γραφείο του τον Ζ1 τον οποίο μέχρι τότε δεν γνώριζε. Είναι βέβαιο εξάλλου, ότι ο συμβολαιογράφος Βασίλειος Πετράτος δεν ερεύνησε τη γνησιότητα του πληρεξουσίου υπ' αρ. 4637/98 γεγονός που οφείλεται μεταξύ άλλων και στη γνωριμία, συνεργασία και εμπιστοσύνη που είχε με τον Χ. Το ότι η πλαστότητα του πληρεξουσίου αυτού (υπ' αρ. 4637/98) ήταν σε γνώση του Χ προκύπτει ακριβώς από την εσκεμμένη αυτή σύμπραξη με τον Ζ1 και την κατάχρηση της γνωριμίας του με το συμβολαιογράφο Πειραιώς Βασίλειο Πετράτο τον οποίο εσκεμμένα χρησιμοποίησε, διότι κατά τη λογική πορεία των πραγμάτων αν αγνοούσε την πλαστότητα θα διερωτάτο κανείς για ποιο λόγο ο Ζ1 δεν είχε συντάξει το δεύτερο πληρεξούσιο σε συμβολαιογράφο Αθηνών, πλησιέστερα στο δικηγορικό του γραφείο χωρίς απώλεια χρόνου, αλλά ζήτησε τη δική του συνδρομή και σύσταση σε ήδη γνώριμο του συμβολαιογράφο. Ενισχυτικό τούτων είναι και όσα ο ίδιος ο συμβολαιογράφος Βασίλειος Πετράτος εξεταζόμενος ως μάρτυρας στις 25.10.01 καταθέτει σχετικά και συγκεκριμένα ότι όταν αντελήφθη τα περιστατικά που αναφέρει στην από 14.9.98 αναφορά του ρώτησε τον Χ για το τι είχε συμβεί και αυτός του απάντησε ότι σε δύο ημέρες αφού έκανε έρευνα θα μπορούσε να του απαντήσει και στη συνέχεια του είπε να κάνει το καθήκον του χωρίς να του δώσει καμία άλλη εξήγηση έκτοτε (βλ. αυτή). Η σύνταξη αυτού του δεύτερου πληρεξουσίου ήταν καθοριστική για την εξαπάτηση των μηνυτών οι οποίοι βασίστηκαν σ' αυτό και θεώρησαν ότι με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται πλήρως η απαίτηση τους από το δάνειο ύψους 26.000.000 δρχ. που επρόκειτο να χορηγήσουν αμφότεροι, το οποίο δεν θα είχαν χορηγήσει αν δεν είχαν αισθανθεί τόσο ασφαλή την επένδυση τους (βλ. ιδία από 10.10.01 ένορκη κατάθεση του ...). Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος Χ γνώριζε επίσης ότι ο Ζ1 χρησιμοποιεί πλαστά έγγραφα για να επιτύχει την παράδοση σ' αυτόν χρημάτων που δεν είχε δικαίωμα να λάβει καθώς και ότι ισχυρίζεται σε πολίτες ότι μπορεί να κατοχυρώσει νομικά την επιστροφή των χρημάτων των υποτιθέμενων δανειοδοτών (βλ. ιδία από 10.10.01 ανωμοτί κατάθεση της μηνύτριας Ψ2 όπου η τελευταία αναφέρει την Ξ και τον Χ να έρχονται σε επαφή μαζί της και χωρίς ν' αμφισβητήσουν την πλαστότητα των πληρεξουσίων απέδωσαν το ζήτημα της πλαστότητας στο ότι το συγκεκριμένο πληρεξούσιο το είχε δώσει ο ανεψιός της Θ ... στον Ζ1). Επομένως, ο εκκαλών γνώριζε ότι γίνεται χρήση των νομικών γvώσεων και της δικηγορικής ιδιότητας όλων των κατηγορουμένων για την παραπλάνηση πολιτών και τη σύνταξη ανύπαρκτων συμφωνιών με τη χρήση απατηλών μέσων από τις οποίες επρόκειτο να επέλθει οικονομικό όφελος τουλάχιστον στον συγκατηγορούμενό του Ζ1, ο οποίος ακόμη και αν δεν βιοποριζόταν αποκλειστικά από απατηλές πράξεις τουλάχιστον συμπλήρωνε το νόμιμο εισόδημα του από αυτές, χρησιμοποιώντας την κοινωνική και γνωστική υποδομή που διέθετε ως δικηγόρος. Εξετέρου, ολόκληρη η μεθόδευση των κατηγορουμένων με την εμφάνιση τους ως ομάδας έμπειρων νομικών που διαθέτουν γνωριμίες και προσφέρουν ευκαιρίες σε τρίτους για ασφαλή επένδυση χρημάτων σε πελάτες τους συγχρόνως δε παρέχουν απόλυτη νομική κάλυψη στους δανειοδότες με την κατασκευή πλαστών πληρεξουσίων και τη χρήση τους σε δικαστήρια και συμβολαιογράφους, δείχνει ότι είχαν δημιουργήσει σοβαρή υποδομή με τη χρήση και των νομικών τους γνώσεων, η οποία ήταν ικανή να παραπλανήσει ακόμη και έμπειρους στις συναλλαγές πολίτες, όπως ήταν ο συμβολαιογράφος που χρησιμοποιήθηκε για τη σύνταξη του μεταπληρεξουσίου για την πώληση του ακινήτου της φερομένης ως δανειολήπτριας Θ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, προέκυψαν κατά την κρίση του Συμβουλίου τούτου επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο σε βάρος του εκκαλούντος κατηγορουμένου Χ κατηγορία για άμεση συνεργεία σε απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολική ζημία άνω των 5.000.000 δρχ. ή 15.000 € (αρθρ. 1, 13 περ. στ', 14, 18 περ. α' 26§1α', 27§1, 46§1β', 51, 52, 60, 69, 79, 386§1β-3' ΠΚ όπως το τελευταίο αντικ. με αρθρ. 1 § 11 Ν. 2408/96 και 14§4 Ν. 2721/99). Επομένως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών που δέχθηκε τα ίδια και στη συνέχεια αποφάσισε την παραπομπή του κατηγορουμένου - εκκαλούντος στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για την ως άνω πράξη, σωστά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό γι' αυτό και η έφεση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου που υποστήριζει τ' αντίθετα είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν και πρέπει ν' απορριφθεί, να επικυρωθεί κατόπιν τούτου το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς τις διατάξεις του που αφορούν τον εκκαλούντα και να επιβληθούν σε βάρος του (εκκαλούντος) τα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας (αρθρ. 583§ 1 ΚΠΔ όπως αντικατ. με αρθρ. 55§ 1 Ν. 3160/03 σε συνδ. με την υπ' αρ. 58553/06 κοινή απόφαση Υπουργ. Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών αναφορικά με την συνδρομή των πραγματικών περιστατικών τα οποία δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και στηρίζουν την περί παραπομπής του αναιρεσείοντος ως αμέσου συνεργού στο έγκλημα της απάτης κατ' επάγγελμα κρίση του, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο βούλευμα εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46§1β' και 386§§1β' και 3 α' Π.Κ., τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, με πληρότητα προσδιορίζονται στο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το έγκλημα της απάτης με φυσικό αυτουργό τον συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος Ζ1 και της άμεσης συνέργειας σ' αυτό του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, όμως, αναφορικά με την συνδρομή και στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος ως αμέσου συνεργού της επιβαρυντικής περίπτωσης του άρθρου 13 στ' εδάφιο δεύτερο του Π.Κ., της κατά συνήθεια τέλεσης της πράξης του άμεσου συνεργού (αναιρεσείοντος), για την οποία επίσης παραπέμπεται να δικασθεί αυτός, ουδέν διαλαμβάνει στο σκεπτικό ή στο διατακτικό του. Επομένως, κατά τούτο, στερείται της κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει κατά το μέρος αυτό και αυτεπαγγέλτως ερευνώμενο (άρθρο 484§2 Κ.Π.Δ.), να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο συμβούλιο που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (άρθρο 485§1 Κ.Π.Δ.), (δείτε και ΑΠ 1656/2007 Π.Χρ. ΝΗ/536). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω : Να γίνει τυπικά δεκτή η υπ' αριθ. 209/23-11-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ κατά του υπ' αριθ. 1493/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και κατ' ουσία μόνον αναφορικά με το μέρος του βουλεύματος αυτού που παραπέμπει τον αναιρεσείοντα και για την επιβαρυντική περίπτωση της κατά συνήθεια τέλεσης της άμεσης συνέργειας σε απάτη κατ' επάγγελμα και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η πιο πάνω αίτηση αναίρεσης. Αθήνα 1-2-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο ίδιος ο αναιρεσείων, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473§2 και 476§1 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται όχι μόνο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται, αλλά να είναι αυτοί και παραδεκτοί. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 484§1 του ΚΠοινΔ, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα (476§1 ΚΠοινΔ). Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποί-ες το Συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται πιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο υπ` αριθ. 1493/2009 βούλευμά του, απέρριψε κατ` ουσίαν την υπ` αριθ. 128/2008 έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κατά του υπ` αριθ. 508/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθεί για άμεση συνέργεια σε κακουργηματική απάτη. Κατά το διατακτικό του παραπεμπτικού βουλεύματος, η απάτη, την οποία φέρεται ότι τέλεσε ο Ζ1, συνίσταται στο ότι ο τελευταίος "στον ... την 26.6.98 εμφανίσθηκε στο συμβολαιογράφο Πειραιώς Βασίλειο Πετράτο, όπου τον οδήγησε ο συγκατηγορούμενός του Χ, γνώριμός του από παλαιά συνεργασία (με τον Πετράτο), προκειμένου αυτός να συντάξει το 28.278/26-6-1998 πληρεξούσιο, σύμφωνα με το οποίο η Θ καθιστούσε πληρεξούσιό της τη μηνύτρια Ψ2 και το μηνυτή Ψ1, ώστε αυτοί να μεταβιβάσουν βάσει αυτού το ακίνητο της Θ, σε περίπτωση που δεν εξοφληθεί το χορηγηθέν σε αυτήν δάνειο μέχρι 31.12.98, η δε σύνταξη αυτού έγινε χωρίς την παρουσία της ως άνω εντολέως που εκπροσωπήθηκε από αυτόν δυνάμει του 4637/24.6.1998 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Κουρεμένου, το οποίο όμως ήταν εξ υπαρχής πλαστό, πλαστογραφηθέν από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, παραπεμφθέντα προς τούτο να δικασθεί με το 1082/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αποκρύπτοντας δε έτσι το γεγονός της πλαστότητας. Παραπλανήθηκε ο Πετράτος και δέχθηκε τη σύνταξη του μετά πληρεξουσίου ως εγκύρου, η δε μηνύτρια και ο μηνυτής θεώρησαν ότι εξ αυτού εξασφαλίζεται η απαίτησή τους από το δάνειο ποσού 26.000.000 δρχ. (με συμμετοχή της πρώτης κατά 75% και του δευτέρου κατά ποσοστό 25%), που ουδέποτε επήλθε αλλά τουναντίον προκλήθηκε αντίστοιχη περιουσιακή τους ζημία, η προσωπική δε ωφέλεια του κατηγορουμένου υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. Από την υποδομή που έχει διαμορφώσει με τον συγκατηγορούμενό του για υποτιθέμενη ασφαλή επένδυση χρημάτων, τη χρήση πλαστών πληρεξουσίων και την ακραιφνή παροχή νομικών υπηρεσιών ως έμπειρος δικηγόρος με πρόθεση επανειλημμένης διάπραξης, προκύπτει σκοπός για πορισμό εισοδήματος". Η δε άμεση συνέργεια στην απάτη, που φέρεται ότι τέλεσε ο αναιρεσείων, συνίσταται στο ότι αυτός "στον προηγούμενο τόπο και χρόνο, υπό τις εκτιθέμενες ανωτέρω περιστάσεις εμφανίσθηκε με τον Ζ1, ενώπιον του παραπάνω συμβολαιογράφου, εν γνώσει του ότι το 4637/98 πληρεξούσιο ήταν πλαστό, αποκρύπτοντας τούτο από το συμβολαιογράφο, που εάν γνώριζε την αλήθεια δεν θα συνέτασσε το παραπάνω μετα πληρεξούσιό του και αποδέχθηκε να συνταχθεί αυτό, εκμεταλλευόμενος ότι αυτός υπήρξε παλαιός γνώριμός του. Χωρίς δε τη συγκεκριμένη συνδρομή η τέλεση της πράξη του Ζ1 θα καθίστατο ανέφικτος υπό τις περιστάσεις, που τελέσθηκε, γνώριζε δε ότι αυτός διέπραττε απάτες κατ' επάγγελμα και κα-τά συνήθεια και πλαστογραφίες, λόγω της υποδομής που είχε διαμορφώσει κατά τα προεκτεθέντα προς πορισμό εισοδήματος, ως και ότι επέρχεται περιουσιακή ζημία σε βάρος των μηνυτών καθ' όσον είχε αναλάβει την προστασία των συμφερόντων τους κατά τη διαταχθείσα με την 17353/98 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδ. ασφ. μέτρων) προσημείωση υποθήκης ακινήτου της Θ". Ο αναιρεσείων, με το μοναδικό, από το άρθρο 484§1 περ. δ ΚΠοινΔ, λόγο της αιτήσεώς του, πλήττει το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία συνίσταται, κατά λέξη, στο ότι: "1. Η μηνύτρια αναφέρει στη μήνυσή της ότι για το επίδικο δάνειο την έπεισε η συγκατηγορουμένη δικηγόρος Ξ και ότι τον εκκαλούντα τον γνώρισε στα δικαστήρια της πρώην σχολής Ευελπίδων στην αίτηση προσημείωσης και βέβαια ουδόλως αναφέρει η μηνύτρια ότι εμφανίσθηκε ο εκκαλών ως δικηγόρος της "υποτιθέμενης γηραιάς κυρίας". 2. Ουδόλως φέρεται ο εκκαλών ότι διενήργησε έρευνα τίτλων για το δάνειο της μηνύτριας αφού στην ίδια τη σύμβαση του δανείου αναφέρεται ότι δεν διενενεργήθη έρευνα τίτλων και ότι την ευθύνη για το ότι δεν υπάρχει εμπράγματο βάρος στο ακίνητο την αναλαμβάνει με δήλωσή του στη σύμβαση δανείων ο συγκατηγορούμενος Ζ1 πληρεξούσιος της "υποτιθέμενης γηραιάς κυρίας". 3. Το ότι ο εκκαλών απλά παρέστη εκπροσωπώντας την μηνύτρια στην αίτηση εγγραφής προσημείωσης υποθήκης που επεδείχθη στον Δικαστή το πλαστό πληρεξούσιο από τον Ζ1 δεν αποδεικνύει ούτε αιτιολογεί ότι ο εκκαλών ήταν στο σχέδιο εξαπάτησης. 4. Ουδέποτε διαβεβαιώθηκε στη μηνύτρια στην δόση των χρημάτων στο γραφείο της συγκατηγορουμένης Ξ ότι είχε εγγραφεί η προσημείωση αφού πάντοτε πρώτα δίνονται τα χρήματα, υπογράφεται η σύμβαση δανείου και οι συν/κές και ακολούθως γίνεται η εγγραφή στο Υποθ/κείο. 5. Ουδεμία γνωριμία δεν εμποδίζει ένα συμβ/φο να ερευνήσει την γνησιότητα ενός πληρεξουσίου όπως ορίζεται στον Κώδικα των Συμβ/φων αλλά και στον νόμο πέραν βεβαίως του ότι ο συμβ/φος Βασίλειος Πετράτος κατέθεσε ότι το πληρεξούσιο ήταν νομίμως συντεταγμένο και χαρτοσημασμένο και ουδόλως θα ηδύνατο να αντιληφθεί την πλαστότητά του. 6. Πόθεν προκύπτει η κατάχρηση της γνωριμίας του εκκαλούντος με τον συμβ/φο Βασίλειο Πετράτο όταν το μόνο το οποίο έγινε ήταν η υπογραφή ενός πληρεξουσίου διαδικασία καθημερινή στην εργασία των συμβ/φων. 7. Η διαδικασία στο επίδικο δάνειο ήταν κατά πρώτον η συζήτηση της αίτησης εγγραφής προσημείωσης υποθήκης και η λήψις κεκυρωμένου αντιγράφου της σχετικής δικαστικής απόφασης, κατά δεύτερον η υπογραφή του πληρεξουσίου πώλησης στον συμβ/φο Βασίλειο Πετράτο και κατά τρίτον η υπογραφή των συν/κών του δανείου και της σύμβασης του δανείου στο γραφείο της δικηγόρου Ξ όπου και έδιδε η δανείστρια τα χρήματα λαμβάνοντας την σύμβαση δανείου, της συν/κής του δανείου, την δικαστική απόφαση εγγραφής προσημείωσης και το μεταπληρεξούσιο πώλησης. Το συμβολαιογραφείο του Βασίλειου Πετράτου ήταν στον ... δίπλα στο δικηγορικό γραφείο της Ξ στον ... και δεν υπάρχει λόγος πρακτικά να υπογράφει το μεταπληρεξούσιο πώλησης σε συμβ/φο της Αθήνας δίπλα στο γραφείο του συγκατηγορούμενού δικηγόρου Ζ1. 8. Οι αγγελίες στις εφημερίδες για τα δάνεια αφορούσαν το δικηγορικό γραφείο της Ξ (...). Το δικηγορικό γραφείο του εκκαλούντος από το 1991 ήταν στη διεύθυνση ... και όπως με αποκαλεί η μηνύτρια "βοηθό προσημειώσεων" το μόνο το οποίο έκαμα ήταν να μου δίδει η δικηγόρος Ξ τα στοιχεία του δανειστή και του δανειζομένου το ύψος του δανείου και τον χρονικό διακανονισμό εξόφλησης του και τους τίτλους του προσημειωμένου ακινήτου για να συντάσσω την αίτηση εγγραφής προσημείωσης υποθήκης και την σύμβαση δανείου και να παρίσταμαι εκπροσωπώντας τον εκάστοτε δανειστή στο Μονομελές Πρωτοδικείου στη συζήτηση της εγγραφής προσημείωσης. Αυτό το γνωρίζει και το δηλώνει και η μηνύτρια η οποία με επιμέλεια δεν αναφέρει στη μήνυση της ότι είχαν προηγηθεί της επίδικης άλλες δύο συμβάσεις δανείων με άλλους δανειζόμενους όπου όλα εξελίχθηκαν κανονικά. Δεν ανήκω λοιπόν σε καμία ομάδα που προσέφερα ευκαιρίες σε τρίτους για ασφαλή επένδυση χρημάτων". Με το ως άνω περιεχόμενο, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί όλες αυτές οι αιτιάσεις αφορούν την ουσία της υποθέσεως, η επί της οποίας κρίση του Συμβουλίου είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αναιρετικά ανέλεγκτη. Κατά συνέπειαν δε και η αίτηση είναι απαράδεκτη στο σύνολό της και, ως τοιαύτη, πρέπει να απορριφθεί, αφού δεν περιέχει άλλο, παραδεκτό, λόγο, όπως το Δικαστήριο αυτό έκρινε και με την υπ` αριθ. 845/2010 απόφασή του, με την οποία απέσχε να αποφανθεί επί της αιτήσεως, προκειμένου να κληθεί ο αναιρεσείων, για να προσέλθει ενώπιον του ως άνω Συμβουλίου, και να εκθέσει τις απόψεις του, ο οποίος, αν και ειδοποιήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (στις 17.5.2010, κατά την επί του φακέλου της δικογραφίας επισημείωση της αρμοδίας Γραμματέως), δεν εμφανίσθηκε κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και την εκφώνηση της υποθέσεως. Μετά από αυτά, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 209/23 Νοεμβρίου 2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση του υπ` αριθ. 1493/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010. Και Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος γιατί ο μοναδικός, από το άρθρο 484 § 1 περ. δ΄ ΚΠΔ, λόγος αφορά την ουσία της υποθέσεως, η επί της οποίας κρίση του συμβουλίου είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1218/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδη, περί αναιρέσεως της 771/2009 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1609/09. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τις πράξεις βιαιοπραγίας και αντιστάσεως, καθώς και ως προς τη συνολική ποινή και να κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων της πράξεως της βιαιοπραγίας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 41 ΣΤ' παρ. 1 εδ. Β' του ν. 2725/ 1999 με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και χρηματική ποινή, εκτός εάν η πράξη τιμωρείται βαρύτερα σύμφωνα με άλλη διάταξη, τιμωρείται όποιος εκ προθέσεως μέσα σε αθλητικές εγκαταστάσεις ή στον αμέσως περιβάλλοντα χώρο τους...κατά τη διάρκεια αθλητικής εκδήλωσης α)...β) βιαιοπραγεί κατ' άλλου, ανεξάρτητα εάν από τη βιαιοπραγία επήλθε σωματική βλάβη... Κατά δε την παρ. 4 του ιδίου άρθρου η τέλεση των εγκλημάτων ... της απλής, απρόκλητης και επικίνδυνης σωματικής βλάβης υπό τις προϋποθέσεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου, θεωρείται ιδιαίτερα επιβαρυντική περίσταση και η επιβαλλόμενη ποινή μπορεί να ξεπεράσει το ανώτατο όριο που προβλέπεται γι' αυτά στον Ποινικό Κώδικα και να φτάσει στο ανώτατο όριο του είδους της ποινής. Εξάλλου κατά το άρθρο 308 παρ. 1 ΠΚ όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών...Κατά δε το άρθρο 167 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, όποιος μεταχειρίζεται βία ή απειλή βίας για να εξαναγκάσει κάποια αρχή ή υπάλληλο να ενεργήσουν πράξη που ανάγεται στα καθήκοντα τους ή να παραλείψουν νόμιμη πράξη, καθώς και όποιος βιαιοπραγεί κατά υπαλλήλου ή προσώπου που έχει προσληφθεί ή άλλου υπαλλήλου που έχει προστρέξει για να τον υποστηρίξει ενώ διαρκεί η νόμιμη ενέργεια του τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Σε κάθε περίπτωση αποκλείεται η μετατροπή ή η αναστολή της ποινής. Αν οι πράξεις που προβλέπει η προηγούμενη παράγραφος έγιναν από πρόσωπο που οπλοφορεί ή φέρει αντικείμενα με τα οποία μπορεί να προκληθεί σωματική βλάβη ή έχει καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του ή έγιναν από περισσότερους, καθώς και αν το πρόσωπο κατά του οποίου στράφηκε η πράξη διέτρεξε σοβαρό προσωπικό κίνδυνο, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. Από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άνω άρθρου 41 ΣΤ' του πιο πάνω νόμου συνάγεται ότι η βιαιοπραγία που τελέστηκε μέσα σε αθλητικές εγκαταστάσεις ή στον αμέσως περιβάλλοντα χώρο αυτών έχει έναντι της απλής σωματικής βλάβης επικουρικό χαρακτήρα αφού στην άνω παρ. 1 διαλαμβάνεται ρήτρα η οποία δεν τιμωρεί την βιαιοπραγία όταν η πράξη κατ' άλλη διάταξη τιμωρείται βαρύτερα όπως στην άνω παρ. 4. Ήτοι, βάσει της αρχή της επικουρικότητας η άνω βιαιοπραγία απορροφάται από την απλή σωματική βλάβη η οποία τελέστηκε στους χώρους αυτούς. Στην προκειμένη περίπτωση από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 771/ 2009 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης από τη συνεκτίμηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων δέχτηκε ανέλεγκτος ότι "Την 28-9-2006 ο αστυνομικός Φ ήταν σε διατεταγμένη υπηρεσία μέτρων τάξης στο ... στάδιο της ... κατά τη διεξαγωγή του ποδοσφαιρικού αγώνα Ηρακλής-Βίσλα Κρακοβίας. Την 19.30 περίπου ώρα διατάχθηκε να πάει μαζί με άλλους συναδέλφους του στη θύρα 12 του γηπέδου προκειμένου να κάνει έλεγχο στους οπαδούς της ομάδας του Ηρακλή. Την 21.30 ώρα έξω από την θύρα 12 είδε μια ομάδα οπαδών του Ηρακλή περί τα 60-70 άτομα να περιφέρονται πλησίον της θύρας αυτής και λίγα λεπτά αργότερα με ενωμένες δυνάμεις να κινούνται βίαια εναντίον των αστυνομικών οργάνων με σκοπό να εισέλθουν μέσα στο γήπεδο. Οι αστυνομικοί προσπάθησαν να τους απωθήσουν, όμως περί τα 15 άτομα κατόρθωσαν να εισέλθουν στο γήπεδο. Όταν οι αστυνομικοί κατόρθωσαν να σταματήσουν την είσοδο των υπόλοιπων ατόμων φράζοντας τη θύρα 12 με τα σώματα τους, κάποιος από την ομάδα αυτή γρονθοκόπησε στο πρόσωπο τον αστυνομικό Ξ. Κατόπιν αυτού του γεγονότος οι αστυνομικοί εξήλθαν από την θύρα με σκοπό να συλλάβουν το άγνωστο αυτό άτομο. Και ενώ είχαν εντοπίσει αυτό το άτομο και του έλεγαν να σταματήσει, είδαν ένα άλλο άτομο το οποίο είχαν επίσης εντοπίσει προηγουμένως μέσα στην ομάδα των οπαδών του Ηρακλή, να παρεμποδίζει τον αστυφύλακα Ξ και να του λέει με απλωμένα τα χέρια του " ρε όργανο αυτό το παιδί τι θα το κάνεις?" Και ενώ συμβαίνουν αυτά ο αστυνομικός Φβλέποντας το άτομο αυτό να προσπαθεί να παρεμποδίσει τη σύλληψη του προαναφερόμενου άγνωστου επενέβη, και αφού τον πλησίασε τον κάλεσε να τον ακολουθήσει, ζητώντας ταυτόχρονα και την ταυτότητα του . Τότε αυτός αντέδρασε και κάνοντας μερικά βήματα προς τα πίσω άρχισε να τον εξυβρίζει. Τότε ο αστυνομικός του είπε ότι συλλαμβάνεται και επιχείρησε να τον πιάσει από το χέρι. Τότε το άτομο αυτό στην προσπάθεια του να διαφύγει αντιστάθηκε και τον χτύπησε με τον αγκώνα του δεξιού χεριού του στο πρόσωπο. Αμέσως ο παθών αστυνομικός Φ αντέδρασε και με τη βοήθεια του αστυφύλακα Ξ συνέλαβαν το άτομο αυτό τα οποίο και οδήγησαν στο Τ.Α ..., όπου πληροφορήθηκαν ότι ονομάζεται Χ, κάτοικος .... Μετά το περιστατικό αυτό ο παθών αστυνομικός μεταφέρθηκε με υπηρεσιακό όχημα στο 424 στρατιωτικό νοσοκομείο Θεσ/νίκης για την παροχή πρώτων βοηθειών, εκεί δε οι γιατροί που τον εξέτασαν διέγνωσαν ότι το χτύπημα που δέχτηκε από τον κατηγορούμενο στο πρόσωπο , του προκάλεσε οίδημα στην κάτω αριστερή γνάθο και ότι χρήζει ιατρικής παρακολούθησης και φαρμακευτικής αγωγής. Έτσι για όλους τους λόγους που προαναφέρθηκαν πρέπει ο κατηγορούμενος ν κηρυχθεί ένοχος 1) της παράβασης του άρθρου 41 ΣΤ παρ. 1 περ β , δ , 6,7,8 Ν 2725/99 2) της απλής σωματικής βλάβης και 3) της αντίστασης από κοινού , του αναγνωρίζει δε το ελαφρυντικό του άρθρου 84§ δ' ΠΚ καθόσον επέδειξε ειλικρινή μετάνοια κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό". Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των πράξεων της βιαιοπραγίας, της σωματικής βλάβης και της διακεκριμένης αντίστασης με το ακόλουθο διατακτικό " Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στη ... την 28-9-2006 στον αμέσως περιβάλλοντα χώρο αθλητικών εγκαταστάσεων πριν την έναρξη αθλητικής εκδήλωσης βιαιοπράγησε κατά άλλου ανεξάρτητα αν από την βιαιοπραγία επήλθε σωματική βλάβη και ειδικότερα έξω από την θύρα 12 του παραπάνω σταδίου πριν την έναρξη του παραπάνω ποδοσφαιρικού αγώνα χτύπησε τον αστυνομικό Φ με τον αγκώνα του στο πρόσωπο με αποτέλεσμα να του προκαλέσει οίδημα παρειάς (ΑΡ) β)με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση και συγκεκριμένα επιτέθηκε κατά του παραπάνω αστυνομικού και τον χτύπησε με τον αγκώνα του στο πρόσωπο με αποτέλεσμα να του προκαλέσει οίδημα παρειάς ΑΡ διενεργώντας από κοινού με άγνωστα κατά την προανάκριση άτομα, με πρόθεση μεταχειρίστηκε βία για να εξαναγκάσει την αστυνομική αρχή στην παράλειψη νόμιμης πράξης που αναγόταν στα καθήκοντα της, η πράξη του δε αυτή φέρει το χαρακτήρα της διακεκριμένης αντίστασης διότι έγινε από περισσότερους και συγκεκριμένα, ενώ ο αστυνομικός Φπροσπάθησε να τον συλλάβει διότι παρεμπόδιζε τον αστυνομικό Ξ να συλλάβει φιλάθλους οι οποίοι προσπαθούσαν να εισέλθουν στο παραπάνω στάδιο χωρίς εισιτήριο και επιτέθηκαν εναντίον του παραπάνω αστυνομικού τραυματίζοντας τον, αυτός αντιστάθηκε και χτύπησε με τον αγκώνα του στο πρόσωπο τον παραπάνω αστυνομικό Φ προκειμένου να αποφύγει την σύλληψη του". Με τις ανωτέρω όμως παραδοχές, εφόσον η βιαιοπραγία απορροφάται από την απλή σωματική βλάβη η οποία τελέστηκε στον αμέσως περιβάλλοντα χώρο των αθλητικών εγκαταστάσεων του ... γηπέδου ..., το Δικαστήριο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις άνω διατάξεις του άρθρου 41 Στ' παρ. 1 και 4 του ν. 27257 1999 καθισταμένου βάσιμου του σχετικού πρώτου λόγου αναίρεσης. Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση που κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της βιαιοπραγίας πρέπει να αναιρεθεί και ο αναιρεσείων να κηρυχθεί αθώος αυτής (άρθρο 518 ΚΠΔ). Περαιτέρω, από τα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ασάφεια και αντίφαση ως προς το εάν η πράξη της αντίστασης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων τελέστηκε από ένα ή περισσότερους κατά του αστυφύλακος Φ ή του συναδέλφου του Ξ καθόσον εκτίθενται περιστατικά αντιστάσεως και κατά των δύο χωρίς να αποσαφηνίζεται εάν οι "περισσότεροι" άνθρωποι μαζί με τον αναιρεσείοντα τέλεσαν την πράξη αυτή κατά του ενός ή του άλλου αστυνομικού. Η πράξη της αντίστασης που τελέστηκε κατά το σκεπτικό κατά του Φ, στο διατακτικό αντιφατικώς διαλαμβάνεται ότι οι "περισσότεροι" τέλεσαν αυτή κατά του Ξ. Έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και καθίσταται βάσιμος ο περί τούτου δεύτερος εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης ως και ο συναπτόμενος με αυτόν τρίτος λόγος της αναίρεσης εκ του ιδίου άρθρου ΚΠΔ περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 167 παρ. 1 και 2 ΠΚ με την έννοια της εκ πλαγίου παραβάσεως. Κατά το άρθρο 41 ΣΤ' παρ. 7 του άνω νόμου 27257 1999 σε περίπτωση καταδίκης για πράξεις που αναγράφονται στις παραγράφους 1 έως 4 το δικαστήριο με την ίδια απόφαση απαγορεύει υποχρεωτικά στον υπαίτιο να προσέρχεται και να παρακολουθεί για χρονικό διάστημα έξι μηνών και, σε περίπτωση πρώτης υποτροπής ενός έτους, ή σε περίπτωση δεύτερης υποτροπής τριών ετών, ανεξαρτήτως χρόνου τελέσεως των παραβάσεων αυτών, αθλητικές συναντήσεις, στις οποίες μετέχει ομάδα του αγώνα κατά τον οποίο ή με αφορμή τον οποίο τελέστηκε η αξιόποινη πράξη ή και άλλες ομάδες. Επίσης, το δικαστήριο επιβάλλει υποχρεωτικά στον υπαίτιο, για όσο χρόνο διαρκεί η απαγόρευση, την υποχρέωση να εμφανίζεται, πριν από την έναρξη της αθλητικής συνάντησης, στο αστυνομικό τμήμα της κατοικίας ή διαμονής του και να παραμένει εκεί καθ' όλη τη διάρκεια της. Από την επισκόπηση του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 11 της προσβαλλόμενης) προκύπτει ότι απαγορεύτηκε στον αναιρεσείοντα η προσέλευση και παρακολούθηση για έξι μήνες των αθλητικών συναντήσεων της ποδοσφαιρικής ομάδας του ΗΡΑΚΛΗ και διατάχθηκε η εμφάνισή του πριν την έναρξη της αθλητικής συνάντησης του ΗΡΑΚΛΗ στο ΑΤ της κατοικίας του και η παραμονή του εκεί καθ' όλη τη διάρκεια της αθλητικής συνάντησης. Περαιτέρω όμως, από την επισκόπηση του αυτού σκεπτικού, το οποίο παραδεκτώς συμπληρώνεται από το διατακτικό, προκύπτει ότι διατάχθηκε η εμφάνιση του αναιρεσείοντος στο αστυνομικό τμήμα της κατοικίας ή διαμονής του για όσο χρόνο διαρκεί η απαγόρευση, ήτοι για έξι μήνες. Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου περί εσφαλμένης εφαρμογής της άνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμος. Κατά την παρ. 6 του άνω άρθρου 41 ΣΤ' του ν. 2725/ 1999 όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 34 του ν. 37737 2009 για την αναστολή εκτέλεσης της ποινή5για τα αδικήματα των παρ. 1, 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται τα άρθρα 99 επ. ΠΚ... Ήδη όμως, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης με την άνω παράγραφο αναστέλλεται η εκτέλεση της ποινής εφρμοζομένων των άρθρων 99 επομ. του ΠΚ. Η διάταξη αυτή ως επιεικέστερη είναι εφαρμοστέα αυτεπαγγέλτως κατά τις διατάξεις των άρθρων 511, 514 και 2 του ΠΚ. Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί και ως προς την ποινή και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις διατάξεις που κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τα εγκλήματα της βιαιοπραγίας και αντιστάσεως. Κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα ως προς την πράξη της βιαιοπραγίας που φέρεται ότι τελέστηκε στη Θεσσαλονίκη στις 28-9-2006 έξω από τη θύρα 12 του ... γηπέδου. Παραπέμπει την υπόθεση ως προς την καταδικαστική διάταξη της αντίστασης καθώς και αυτήν της επιβληθείσης στον κατηγορούμενο συνολικής ποινής σε νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση άρθρ. 41 ΣΤ΄ Ν. 2327/1999. Η βιαιοπραγία που τελέσθηκε μέσα σε αθλητικές εγκαταστάσεις ή στον αμέσως περιβάλλοντα χώρο αυτών έχει έναντι της απλής σωματικής βλάβης επικουρικό χαρακτήρα. Βάσει της αρχής της επικουρικότητας η άνω βιαιοπραγία απορροφάται από την απλή σωματική βλάβη, η οποία τελέσθηκε στους χώρους αυτούς. Εφόσον η βιαιοπραγία απορροφάται από την απλή σωματική βλάβη, η οποία τελέσθηκε στον αμέσως περιβάλλοντα χώρο των αθλητικών εγκαταστάσεων, το Δικαστήριο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των παρ. 1 και 4 του άρθρου 41 ΣΤ΄ του άνω νόμου. Αναιρεί ως προς τις διατάξεις που κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για το έγκλημα της βιαιοπραγίας. Παραπέμπει για την πράξη της αντίστασης και για τη συνολική ποινή.
Σωματική βλάβη απλή
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη απλή, Συρροή εγκλημάτων, Αθλητισμός.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1207/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου X κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις φυλακές ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 83/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 248/10. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη με αριθμό 152/19-4-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. α ΚΠΔ την υπ' αρίθμ. 71/11 Νοεμβρίου 2009 αίτηση αναίρεσης του X κατά της υπ' αρίθμ. 83/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου και εκθέτω τα ακόλουθα: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατ' απόφασης, πρέπει στη δήλωση άσκησης αυτής να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται στην αίτηση αναίρεσης ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ, η αίτηση αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η ανυπαρξία, ή η αοριστία εξάλλου, των λόγων της αναίρεσης δε μπορεί να συμπληρωθεί με αναφορά σε άλλα έξω από την έκθεση αναίρεσης έγγραφα, ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠΔ την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. ΙΔ ΚΠΔ λόγου αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης, ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής, ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 2/2002 σε Ολομέλεια Π Χρ. ΝΒ/ 691). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αρίθμ. 83/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου με την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων σε συνολική ποινή κάθειρξης οκτώ ετών και δύο μηνών και συνολική χρηματική ποινή 100750 ευρώ για τις πράξεις της παράνομης μεταφοράς υπηκόων τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, από την οποία πράξη μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και παράνομη είσοδο στη χώρα (άρθρα 1,5,12,14 παρ.1,16,17,18 εδάφ. α, 26 παρ. 1 εδάφ. α, 27 παρ. 1,51,52,53,79,94 ΠΚ,83 παρ. 1 α και 88 παρ. 1 εδάφ.γ, Ν3386/2005). Από τη συνταγείσα εξάλλου για την άσκηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης ..., σχετική έκθεση, προκύπτει ότι ο κρατούμενος αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης "1. Διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την προσήκουσα κατά το Σύνταγμα αιτιολογία, άρθρο 510 παρ. Δ ΚΠΔ, και 2. Για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής διάταξης των προβλεπόμενων ποινικών διατάξεων του νόμου περί των οποίων καταδικάστηκε (άρθρο 510 παρ. Ε ΚΠΔ)". Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αόριστοι και απαράδεκτοι, γιατί δεν αναφέρονται συγκεκριμένες ελλείψεις, ασάφειες ή αντιφάσεις της αιτιολογίας, η ουσιαστική διάταξη που παραβιάστηκε, σε τι συνίσταται η παραβίαση της, σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης και η εσφαλμένη ερμηνεία αυτής (ΑΠ 768/2006). Είναι κατόπιν τούτων φανερό, ότι δεν περιέχεται στην υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κάποιος σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ και πρέπει να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 513 παρ. 1 και 476 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αρίθμ. 71/11 Νοεμβρίου 2009 αίτηση αναίρεσης του X κρατούμενου της Δικαστικής Φυλακής ... κατά της υπ' αρίθμ. 83/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα, 19/4/2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 §2, 474 §2, 476 §1, 509 §1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατ' απόφασης, πρέπει στη δήλωση άσκησης αυτής να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται στην αίτηση αναίρεσης ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ, η αίτηση αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η ανυπαρξία ή η αοριστία, εξάλλου, των λόγων της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με αναφορά σε άλλα, έξω από την έκθεση αναίρεσης, έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 §2 του ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 §1 Δ ΚΠΔ λόγου αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης, ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής, ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 2/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 83/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων σε συνολική ποινή κάθειρξης οκτώ ετών και δύο μηνών και συνολική χρηματική ποινή 100750 ευρώ για τις πράξεις της παράνομης μεταφοράς υπηκόων τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, από την οποία πράξη μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και παράνομη είσοδο στη Χώρα (άρθρα 1, 5, 12, 14 §1, 16, 17, 18 εδάφ. α, 26 §1 εδάφ. α, 27 §1, 51, 52, 53, 79, 94 ΠΚ, 83 §1α και 88 §1 εδάφ. γ, Ν.3386/2005). Από τη συνταγείσα, εξάλλου, για την άσκηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης ..., σχετική έκθεση, προκύπτει ότι ο κρατούμενος αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης "1. Διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την προσήκουσα κατά το Σύνταμα αιτιολογία, άρθρο 510 §Δ ΚΠΔ, και 2. Για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής διάταξης των προβλεπόμενων ποινικών διατάξεων του νόμου περί των οποίων καταδικάστηκε (άρθρο 510 §Ε ΚΠΔ). Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αόριστοι, γιατί δεν αναφέρονται συγκεκριμένες ελλείψεις, ασάφειες ή αντιφάσεις της αιτιολογίας, ούτε η ουσιαστική διάταξη που παραβιάστηκε, και σε τι συνίσταται η παραβίασή της, σε σχέση με την ερμηνεία και εφαρμογή της. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία δεν περιέχει κάποιον σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 §1 και 476 §1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11-11-2009 αίτηση του X, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 83/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010. Και Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2010 Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Για να είναι παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως πρέπει να περιέχει κάποιον σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως. Στοιχεία για το ορισμένο των λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως, γιατί δεν περιέχει ορισμένο λόγο αναιρέσεως.
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
0
Αριθμός 1205/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου χ, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις αγροτικές φυλακές Κασσάνδρας Χαλκιδικής, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Βλάσση, περί αναιρέσεως της 63/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1)Ψ1 συζ.Ζ και 2)Ψ2, κάτοικοι ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσοβόλα. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 362/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 344 παρ.1 ΚΠοινΔ, η αποχώρηση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της δίκης δεν κωλύει καθόλου την πρόοδο της διαδικασίας. Εκ τούτου προκύπτει ότι αν αποχωρήσει από το ακροατήριο μετά την έναρξη της διαδικασίας ο κατηγορούμενος δεν κωλύεται η πρόοδος της διαδικασίας και η δίκη συνεχίζεται ως άρχισε, ωσάν δηλαδή ο κατηγορούμενος να ήταν συνεχώς παρών, η δε μετά την αποχώρησή του εκδιδόμενη απόφαση θεωρείται ότι απαγγέλθηκε παρόντος αυτού. Επιτρέπεται, όμως, στο συνήγορο του αποχωρήσαντος κατά τη διάρκεια της δίκης κατηγορουμένου να παραστεί αντί γι` αυτόν, ενώ σε δίκες για κακούργημα ο πρόεδρος πρέπει πάντοτε να διορίσει στον κατηγορούμενο που αποχώρησε για οποιονδήποτε λόγο συνήγορο για να παρίσταται αντί γι` αυτόν στη δίκη, αν αποχώρησε και ο συνήγορός του που είχε αρχικά διοριστεί. Έτσι, στην περίπτωση της αποχωρήσεως του κατηγορουμένου, για την έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά της αποφάσεως, η οποία (προθεσμία), σύμφωνα με το άρθρο 473§1 ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6§6 του ν. 1653/1986, είναι, εκτός εξαιρέσεων για τις οποίες δεν πρόκειται εν προκειμένω, δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως, δεν είναι αναγκαία η επίδοση της αποφάσεως στον κατηγορούμενο. Εξάλλου, από τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, συνάγεται ότι είναι επιτρεπτή η άσκηση του ενδίκου μέσου και μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεώς του, αν συνέτρεξε λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, αλλά, στην περίπτωση αυτή, όπως προκύπτει από το άρθρο 474§2 ΚΠοινΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο πρέπει να αναφέρει στη δήλωση της ασκήσεώς του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν το λόγο αυτό, γιατί, διαφορετικά, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Η κατά τον τρόπο, όμως, αυτό επίκληση του δικαιολογητικού της μη εμπρόθεσμης ασκήσεως του ενδίκου μέσου λόγου προϋποθέτει γνώση αυτού κατά το χρόνο της ασκήσεώς του, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, μπορεί ο λόγος αυτός να προταθεί και κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας της αιτήσεως αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, με την υπ` αριθ. 59 α, 74, 78, 88, 88 α, 88 β, 89, 90/21.2.2006 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών, καταδικάσθηκε για ανθρωποκτονία από πρόθεση, πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ` εξακολούθηση, παράνομη οπλοκατοχή, οπλοφορία και οπλοχρησία, σε ποινή ισόβιας κάθειρξης και συνολική ποινή φυλακίσεως 5 ετών και χρηματική 4.000 €. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε ωσεί παρόντος αυτού, αφού αυτός αποχώρησε κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως και εκπροσωπήθηκε από το συνήγορο, τον οποίο είχε διορίσει εξ επαγγέλματος ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου. Επομένως, για την έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως δεν απαιτείτο επίδοση της αποφάσεως. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο κατηγορούμενος άσκησε, με δήλωση ενώπιον του αναπληρωτή Προϊσταμένου Διεύθυνσης του Καταστήματος της Κλειστής Φυλακής ..., όπου κρατείτο, μετά την πάροδο της ανωτέρω δεκαήμερης προθεσμίας από τη δημοσίευση της αποφάσεως, την υπ` αριθ. 2230/15 Μαρτίου 2006 έφεση, χωρίς στην έκθεση αυτής να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι άσκησε εκπρόθεσμα την έφεσή του λόγω ανωτέρας βίας, η οποία συνίστατο στο ότι, με δεδομένο ότι αποχώρησε από το Δικαστήριο πριν από την έκδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως και εκπροσωπείτο από συνήγορο, τον οποίο είχε διορίσει αυτεπαγγέλτως ο Πρόεδρος, δεν ενημερώθηκε (από το διορισμένο συνήγορο) ότι είχε απορριφθεί αίτημά του να του επιτραπεί να επιστρέψει στο Δικαστήριο για να παρευρεθεί στη συζήτηση της υποθέσεως και ότι, στη συνέχεια, καταδικάσθηκε σε ισόβια κάθειρξη, άσκησε δε την έφεση μια ημέρα μετά την κατά την 14.3.2006 επίδοση της αποφάσεως στις Φυλακές ..., οπότε και έλαβε γνώση αυτής. Το Πενταμελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό και, ακολούθως, την έφεση ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως, δεχόμενο, κατά την, αναιρετικά, ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά λέξη, τα εξής: "...όπως προκύπτει από τα πρακτικά...ο κατηγορούμενος και ήδη εκκαλών χ εμφανίστηκε την 16.1.2006 ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών) κατά την έναρξη της δίκης επί των κατ` αυτού κατηγοριών (...) και διόρισε συνήγορο υπερασπίσεώς του την Δικηγόρο Αθηνών Αΐντα Κολοβού - Τζαβέλλα, η οποία ήταν παρούσα και αποδέχθηκε τον διορισμό της...Αμέσως μετά η παραπάνω συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε τη διακοπή της δίκης προκειμένου να επικοινωνήσει με τον εντολέα της (κατηγορούμενο), με τον οποίο δεν είχε καταφέρει μέχρι τότε (16.1.2006) να επικοινωνήσει γιατί κρατείτο στις φυλακές της ..., και να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Στη συνέχεια συγκροτήθηκε...εκφωνήθηκαν τα ονόματα των μαρτύρων και στο σημείο αυτό το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο διέκοψε τη δίκη για τις 30.1.2006 προκειμένου να δοθεί ο απαραίτητος χρόνος στη συνήγορο του κατηγορουμένου να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Κατά τη συνεδρίαση της 30.1.2006 εμφανίσθηκε η Φ, δικηγόρος και συνεργάτης της συνηγόρου υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, η οποία κατέθεσε ενόρκως ότι η συνήγορος του κατηγορουμένου, ο οποίος ήταν παρών, βρίσκεται στο Εφετείο Αθηνών για υπόθεση που εκδικάζεται και δεν θα αργήσει. Το Δικαστήριο διέκοψε τη συνεδρίαση μέχρι της ώρας 10.00 προκειμένου να προσέλθει η συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου. Μετά την παρέλευση της 10.00 ώρας εμφανίσθηκε και πάλι η παραπάνω Φ, η οποία δήλωσε ότι η συνήγορος του κατηγορουμένου βρίσκεται στις φυλακές ..., όπου αναζητεί έγγραφα που αφορούν την υπόθεση και είναι απαραίτητα για την υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Το Δικαστήριο διέκοψε την συνεδρίασή του μέχρι της ώρας 12.00 προκειμένου να προσέλθει η συνήγορος του κατηγορουμένου, η οποία όμως δεν προσήλθε,..., αλλά, εμφανισθείσα η εν λόγω συνεργάτης της, δήλωσε ότι η συνήγορος του κατηγορουμένου βρίσκεται στο Εφετείο (Αθηνών), όπου αναζητεί εκεί πλέον τα παραπάνω έγγραφα, την δήλωση δε αυτή της ως άνω Φ επιβεβαίωσε και ο κατηγορούμενος, ο οποίος ζήτησε ο ίδιος σύντομη διακοπή της δίκης, προκειμένου να μπορέσει να έλθει η συνήγορός του και να τον υπερασπιστεί. Το Δικαστήριο,...,διέκοψε τη δίκη για την 2.2.2006. Κατά την συνεδρίαση της 2.2.2006 εμφανίσθηκε η συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, η οποία υπέβαλε αίτημα αναβολής ή διακοπής της δίκης προκειμένου να εξευρεθούν και να προσκομισθούν τα έγγραφα βάσει των οποίων ανατρέπεται η ταυτοποίηση του λανθάνοντος δακτυλικού αποτυπώματος του κατηγορουμένου. Ο Εισαγγελέας πρότεινε την απόρριψη του ως άνω αιτήματος και την πρόοδο της δίκης, ενώ το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφασίσει επ` αυτού. Στο σημείο αυτό η συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου ...ζήτησε την εξαίρεση όλων των τακτικών Δικαστών του συνεδριάζοντος Δικαστηρίου, λόγω παρακώλυσης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Μετά ταύτα και αφού συγκροτήθηκε το Δικαστήριο για την εκδίκαση της αιτήσεως εξαιρέσεως, αποτελούμενο από άλλους τακτικούς Δικαστές, η συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, ο οποίος ήταν παρών, δήλωσε ότι αδυνατεί να ασκήσει τα καθήκοντά της, διότι η αίθουσα του Δικαστηρίου δεν έχει θέρμανση και η ίδια αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας...διέκοψε τη συνεδρίασή του για την 6.2.2006, κατά την οποία ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι επιθυμεί να του διορίσει το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως συνήγορο, γιατί η μέχρι τότε συνήγορός του δεν εμφανίστηκε και δεν είχε καμία επικοινωνία μαζί της. Το Δικαστήριο διόρισε εξ επαγγέλματος,...,συνήγορο στον κατηγορούμενο, για την συζήτηση της αιτήσεως εξαιρέσεως, τον δικηγόρο Αθηνών Ηλία Λέκκα, ο οποίος αποδέχθηκε τον διορισμό του, όπως και ο κατηγορούμενος με ρητή δήλωσή του. Και ενώ επρόκειτο να συζητηθεί η αίτηση εξαιρέσεως, ο κατηγορούμενος υπέβαλε ο ίδιος αίτηση εξαιρέσεως της Προέδρου του Δικαστηρίου που συγκροτήθηκε....Μετά την ως άνω απόφαση συνήλθε το Δικαστήριο, με την αρχική του σύνθεση, λόγω όμως παρελεύσεως της ώρας, η δίκη διακόπηκε για την 9.2.2006. Κατά την συνεδρίαση της 9.2.2006 ο κατηγορούμενος ζήτησε διακοπή της δίκης για δέκα λεπτά προκειμένου να προσέλθει η συνήγορός του, η οποία όμως δεν προσήλθε μέχρι της ώρας 10.15 που είχε διακόψει...γι` αυτό και το Δικαστήριο με την σύμφωνη γνώμη και του κατηγορουμένου διόρισε εξ επαγγέλματος σ` αυτόν συνήγορο...,τον δικηγόρο Αθηνών Αντώνιο Παπαντωνίου...διέκοψε την συνεδρίασή του για τις 14.2.2006 προκειμένου ο διορισθείς συνήγορος να μελετήσει την δικογραφία. Κατά την συνεδρίαση της 14.2.2006 άρχισε η αποδεικτική διαδικασία, παρόντος του κατηγορουμένου και του ως άνω διορισθέντος συνηγόρου υπερασπίσεώς του, με την εξέταση της πρώτης μάρτυρος και πολιτικώς ενάγουσας Ψ1, κατά την εξέταση της οποίας και προτού αυτή ολοκληρώσει την κατάθεσή της, ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι καταργεί τον διορισθέντα συνήγορο και ότι θέλει την συνήγορο που ο ίδιος διόρισε και υπέβαλε αίτηση εξαιρέσεως όλων των τακτικών Δικαστών και του Εισαγγελέα λόγω κατάφωρης παραβίασης των δικαιωμάτων του,...Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε από το Δικαστήριο και στη συνέχεια ολοκλήρωσε την κατάθεσή της η παραπάνω μάρτυς Ψ1..διέκοψε την συνεδρίασή του για τις 16.2.2006. Κατά την συνεδρίαση της 16.2.2006 ο κατηγορούμενος υπέβαλε ο ίδιος και πάλι αίτηση εξαιρέσεως των τακτικών Δικαστών και του Εισαγγελέα της έδρας, προσκομίζοντας...και δήλωσε ότι αποχωρεί από το ακροατήριο και αρνείται να συμμετέχει στη διαδικασία, αμέσως δε μετά ταύτα αποχώρησε από το ακροατήριο ο κατηγορούμενος, εκπροσωπούμενος από τον παρόντα ως άνω συνήγορο υπερασπίσεως αυτού, που διορίστηκε εξ επαγγέλματος. Το Δικαστήριο απέρριψε την προαναφερθείσα αίτηση εξαιρέσεως και στη συνέχεια κάλεσε την παραπάνω μάρτυρα ...,...,ενώ καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας ο αποχωρήσας κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε από τον διορισθέντα συνήγορό του, μέχρις ότου το Δικαστήριο, λόγω παρελεύσεως της ώρας, διέκοψε την συνεδρίασή του για τις 21.2.2006. Κατά την συνεδρίαση της 21.2.2006 συνεχίστηκε η αποδεικτική διαδικασία με την ανάγνωση των εγγράφων, κατά την οποία τον αποχωρήσαντα κατηγορούμενο εκπροσώπησε ο διορισθείς συνήγορος υπερασπίσεως αυτού, μετά δε την ανάγνωση των εγγράφων, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ανέγνωσε την από 21.2.2006 αίτηση του κατηγορουμένου από την Δ. ... προς τον διευθυντή αυτής, με την οποία ζητούσε να επιστρέψει στο ακροατήριο για να παρευρεθεί στη συζήτηση της υποθέσεως. Το Δικαστήριο, κατά πλειοψηφία, απέρριψε την ως άνω αίτηση...και διέταξε την πρόοδο της δίκης, η οποία συνεχίστηκε μέχρι την δημοσίευση της προσβαλλόμενης με αριθμ. 89, 90/2006 αποφάσεως, που έγινε αυθημερόν, δηλαδή την 21.2.2006, με την οποία...Όπως προκύπτει δε από τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης, και μετά την λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και μέχρι την ανακοίνωση από τον Πρόεδρο της λύσης της συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος, ο οποίος απελείπετο, εκπροσωπήθηκε πλήρως από τον διορισθέντα εξ επαγγέλματος συνήγορο υπερασπίσεως αυτού. Με τα δεδομένα αυτά, για την έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως κατά της παραπάνω αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών δεν ήταν αναγκαία η επίδοσή της στον κατηγορούμενο, ο οποίος άσκησε έφεση κατ` αυτής την 15.3.2006, δηλαδή μετά την πάροδο δέκα (10) ημερών από την δημοσίευσή της (21.2.2006), χωρίς να αναφέρει στην οικεία από 15.3.2006 έκθεση οιονδήποτε λόγο ο οποίος να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Κατά την συζήτηση της εφέσεως στο ακροατήριο τόσο ο συνήγορος, τον οποίο προσέλαβε ο εκκαλών - κατηγορούμενος, όσο και ο τελευταίος, προέβαλαν, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της παρούσας δίκης, ότι ο παριστάμενος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου διορισθείς εξ επαγγέλματος συνήγορος υπερασπίσεώς του (κατηγορουμένου) δεν φρόντισε να τον ενημερώσει για την έκδοση της άνω 89, 90/21.2.2006 εκκαλούμενης αποφάσεως και ότι, λόγω και της μεταγωγής του μετά την πρωτοβάθμια δίκη στις φυλακές της ..., δεν μπόρεσε τελικά να μάθει το αποτέλεσμα της δίκης και έτσι αγνοούσε την άνω εκκαλούμενη απόφαση, η οποία του επιδόθηκε στις 14.3.2006 στις φυλακές της ... και την επόμενη ημέρα (15.3.2006) άσκησε την υπό κρίση έφεση. Ο λόγος όμως αυτός δεν συνιστά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ανυπέρβλητο κώλυμα, αλλά ούτε και ανώτερη βία, όπως ισχυρίζεται ο εκκαλών και ο συνήγορός του, δικαιολογούσα την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, καθόσον αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών συμμετείχε αυτοπροσώπως στη δίκη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και αποχώρησε μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ενημερωνόταν δε, όπως σαφώς προκύπτει από τις ενέργειές του, για την πορεία της δίκης και γνώριζε πολύ καλά ότι επρόκειτο να εκδοθεί η απόφαση. Δεν αποδεικνύεται, επομένως, ότι δικαιολογημένα αγνοούσε την έκδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, την οποία (έκδοση), σε κάθε περίπτωση, είχε την δυνατότητα να πληροφορηθεί, τις επόμενες ημέρες της νόμιμης προθεσμίας της εφέσεως, αν επιμελώς φερόμενος επεδίωκε ο ίδιος να επικοινωνήσει με τον παραστάντα κατά την εκδίκαση της υποθέσεως εξ επαγγέλματος διορισθέντα συνήγορό του, ακόμη δε αν επικοινωνούσε με την ως άνω συνήγορό του, την οποία, κατά τα προεκτεθέντα, είχε αυτός διορίσει και όρισε μάλιστα και ως αντίκλητό του με την έφεσή του (...), ζητώντας συνάμα από τους παραπάνω δικηγόρους, αλλά και από άλλο δικηγόρο, την συμβουλή τους, αν είχε αμφιβολίες ως προς το ότι το δικαίωμα για την άσκηση εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως έπρεπε να ασκηθεί μέσα σε ορισμένη προθεσμία. Τέλος, ενόψει του ότι ο εκκαλών, όπως ο ίδιος ανέφερε, μετά την έκδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως μετήχθη αμέσως στις φυλακές της ..., είχε την δυνατότητα να πληροφορηθεί εγκαίρως το αποτέλεσμα της πρωτοβάθμιας δίκης από τον διευθυντή του Καταστήματος της Κλειστής Φυλακής της ... και να ασκήσει εμπροθέσμως την έφεση. Επομένως, εφόσον η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε εκπροθέσμως, χωρίς να συντρέξει λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη". Με τις παραδοχές αυτές, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη της εφέσεως του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κατά της άνω αποφάσεως του ΜΟΔ ως εκπρόθεσμης, αφού σ' αυτήν διαλαμβάνονται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του ότι δεν συνέτρεξαν, στην προκειμένη περίπτωση, λόγοι ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που απέτρεψαν τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο να ασκήσει εμπροθέσμως την έφεσή του. Παρατίθενται δε λεπτομερώς οι ενέργειες του τελευταίου, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο ότι δεν ήταν βάσιμος ο ισχυρισμός, που είχε προβληθεί στο ακροατήριο, ότι αγνοούσε αυτός ότι είχε εκδοθεί η σε βάρος του καταδικαστική απόφαση και ότι γνώση αυτής έλαβε μόλις στις 14.3.2006, όταν του επιδόθηκε αυτή στη φυλακή ..., όπου κρατείτο. Επομένως, ο μοναδικός, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη των παραστασών πολιτικώς εναγουσών (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 5/2 Μαρτίου 2010 αίτηση του χ, για αναίρεση της υπ` αριθ. 63/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη των παραστασών πολιτικώς εναγουσών από πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έφεση κατ' αποφάσεως ΜΟΔ, η οποία εκδόθηκε με ωσεί παρόντα τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, ο οποίος είχε αποχωρήσει κατά τη διάρκεια της δίκης και εκπροσωπήθηκε από το συνήγορο που είχε διορίσει ο πρόεδρος αυτεπαγγέλτως. Η δεκαήμερη προθεσμία της εφέσεως αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν η έφεση ασκηθεί εκπροθέσμως, πρέπει, στη δήλωση της ασκήσεως της, να αναφέρεται ο λόγος που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν το λόγο αυτό, εκτός αν ο λόγος αυτός δεν ήταν γνωστός κατά το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως, οπότε μπορεί ο λόγος αυτός να προταθεί και κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο. Απόρριψη μοναδικού λόγου αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, που προβλήθηκε στο ακροατήριο, ότι δεν είχε λάβει αυτός εγκαίρως γνώση της εκκαλουμένης και, συνακόλουθα, ως προς την απόρριψη της εφέσεως του ως απαράδεκτης λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
2
Αριθμός 1204/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ηλιόκαυτο, περί αναιρέσεως της 245/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον .... Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 314/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στην παράγραφο 1 του άρθρου 99 του Ν. 2696/1999 ορίζεται ότι απαγορεύεται η παραχώρηση της οδήγησης οδικού οχήματος σε πρόσωπο το οποίο δεν έχει την κατά περίπτωση νόμιμη άδεια οδήγησης, ως και το τυχόν απαιτούμενο πιστοποιητικό επαγγελματικής ικανότητας ή σε πρόσωπο του οποίου τα στοιχεί αυτά έχουν αφαιρεθεί για οποιαδήποτε παράβαση.... Στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου του άνω νόμου ορίζεται ότι αυτός που παραβαίνει τις διατάξεις της παρ. 1 τιμωρείται με φυλάκιση ενός (1) μέχρι έξι (6) μηνών. Κατά τα οριζόμενα δε στο άρθρο 94 παρ. 3 του ν. 2696/1999 απαγορεύεται η οδήγηση αυτοκινήτων ή μοτοσικλετών α) από πρόσωπα τα οποία δεν κατέχουν ισχύουσα ελληνική άδεια οδήγησης της κατάλληλης κατηγορίας ή υποκατηγορίας σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παραγράφους του παρόντος άρθρου....β) από πρόσωπα τα οποία δεν κατέχουν ισχύουσα ελληνική ειδική άδεια ή ισχύον ελληνικό πιστοποιητικό, τα οποία απαιτούνται, σύμφωνα με τις ειδικές προς τούτο διατάξεις για την οδήγηση ειδικών κατηγοριών οδικών οχημάτων, πέραν της απαίτησης όπως τα πρόσωπα αυτά κατέχουν την προβλεπόμενη στην προηγούμενη περίπτωση α' της παρούσας παραγράφου άδεια οδήγησης. Περαιτέρω κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 του άνω άρθρου 94 αυτού του νόμου, δεν υπάγονται στις απαγορεύσεις της περ. α' της παρ. 3 του παρόντος άρθρου α)....β) οι κάτοχοι ισχύοντος διεθνούς πιστοποιητικού πορείας (διεθνούς αδείας) το οποίο έχει εκδοθεί από άλλα κράτη (εκτός Ελλάδος), γ) οι κάτοχοι ισχύουσα αδείας οδήγησης, η οποία έχει εκδοθεί από κράτη εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τα οποία η Ελλάδα έχει συνάψει ειδική συμφωνία η οποία έχει κυρωθεί με νόμο, καθώς και οι κάτοχοι ισχύουσας αδείας οδήγησης κατά τα οριζόμενα σε διεθνείς συμβάσεις ή συμφωνίες που ισχύουν στην Ελλάδα και έχουν κυρωθεί με νόμο. Εξ άλλου, έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και στην περίπτωση που αυτή είναι τυπική, όπως είναι και εκείνη που δεν περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία αλλά το δικαστήριο περιορίζεται να αναφερθεί με τυπικές φράσεις στο διατακτικό της αποφάσεως που περιέχει τα στοιχεία του κατηγορητηρίου. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού καθ' εαυτή δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Και μόνο όταν στο διατακτικό δεν διαλαμβάνονται τέτοια περιστατικά η αιτιολογία, στην οποία επάνω λαμβάνεται το διατακτικό, είναι ελλιπής. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό διατακτικού προς το αιτιολογικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες ή αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη 245/2010 απόφασή του, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών κατεδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα από τους κατηγορουμένους σε φυλάκιση τριάντα (30) ημερών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία για παραχώρηση της οδήγησης οδικού οχήματος σε πρόσωπο που δεν είχε την νόμιμη κατά περίπτωση άδεια οδήγησης. Για να στηρίξει την καταδικαστική κρίση του το δικαστήριο διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως την αιτιολογία ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει και από την έκθεση των ισχυρισμών του β' κατηγορουμένου από την συνήγορό του προέκυψε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στον καθένα με το κατηγορητήριο και συνεπώς πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτών καθώς αποδείχθηκαν τα κατά τόπο και χρόνο περιστατικά που αναφέρονται στο διατακτικό της αποφάσεως. Κατ' ακολουθίαν δε του σκεπτικού αυτού το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών κατεδίκασε τον κατηγορούμενο για την πιο πάνω πράξη και ειδικότερα για το ότι " στο ...και συγκεκριμένα στο 1ο χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού ... στις 26/2/2006...Β) ο δεύτερος κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων) κατελήφθη να έχει παραχωρήσει την οδήγηση του πιο πάνω αυτοκινήτου (πρόκειται για το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο για το οποίο κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ίδιας απόφασης κατεδικάσθηκε ο έτερος κατηγορούμενος διότι καταλήφθηκε να το οδηγεί στον άνω τόπο και χρόνο άνευ αδείας ικανότητος οδηγού) ιδιοκτησίας της εταιρείας ενοικιάσεως αυτοκινήτων "ANSA INTERNATIONAL A.E" στον πρώτο κατηγορούμενο, χωρίς ο τελευταίος να έχει την απαιτούμενη νόμιμη άδεια οδήγησης". Η αιτιολογία αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, αλλά ασαφής, αφού δεν αναφέρει ποια είναι τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο δεύτερος κατηγορούμενος και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά στις διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Το διατακτικό της αποφάσεως δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις του σκεπτικού αφού ναι μεν το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό της αποφάσεως, στο οποίο ως λογικό συμπέρασμα καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο σύνολο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωσή τους, πλην όμως δεν είναι λεπτομερές εν προκειμένω το διατακτικό λόγω μη εκθέσεως στο περιεχόμενό του με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο ήδη αναιρεσείων και η συμπλήρωση ελλείψεως του αιτιολογικού με όσα διαλαμβάνονται στο διατακτικό δεν μπορεί να φθάσει μέχρι σημείου ολικής διά παραπομπής αναφοράς στα περιστατικά που αναγράφονται στο διατακτικό. Επομένως, κατά παραδοχή ως βασίμου του συναφούς λόγου της αιτήσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ και παρελκούσης της έρευνας μετά ταύτα του ετέρου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τον ήδη αναιρεσείοντα από τους κατηγορουμένους και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 245/2010 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο .... Και Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο συντιθέμενο από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που την δίκασε προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραχώρηση οδήγησης οδικού οχήματος σε πρόσωπο που δεν έχει την κατά περίπτωση νόμιμη άδεια οδήγησης (άρθρ. 99 § 1 Ν. 2696/1999). Αίτηση αναιρέσεως του καταδικασθέντος ανεκκλήτως κατηγορουμένου κατά της αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για την άνω πράξη. Αναιρείται η άνω καταδικαστική απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο κατά παραδοχή του λόγου για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως. Είναι ασαφής η παρατεθείσα στο σκεπτικό αιτιολογία που δεν συμπληρώνεται από όσα εκτίθενται στο διατακτικό, το οποίο δεν είναι λεπτομερές και δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και αφορούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και δεν μπορεί να συμπληρωθούν οι ελλείψεις του αιτιολογικού με όσα διαλαμβάνονται στο διατακτικό μέχρι σημείου ολικής δια παραπομπής αναφοράς στα περιστατικά που αναφέρονται στο διατακτικό.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Κ.Ο.Κ..
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1199/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φιλιώ Μέντη, περί αναιρέσεως της 1459/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 489/10. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάσει τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και κυρίως εξ αιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής δηλαδή σε παράλειψη. Όταν η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς του δράστη, η οποία προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης εξ αμελείας ως εγκλήματος τελουμένου με παράλειψη απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιοποίνου πράξεως απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Προϋπόθεση εφαρμογής αυτής της διατάξεως είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης, ειδικής και όχι γενικής, υποχρεώσεως του υπαιτίου για ενέργεια που τείνει στην παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου, από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου, από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε είτε συνεπεία συμβάσεως είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια από την οποία ο υπόχρεως της παραλείψεως να δέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνου στο μέλλον ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαίτιου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στην απόφαση έτσι ώστε να μην είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός της από ειδική διάταξη νόμου. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγησή τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε επιμέρους αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψή της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων μεταξύ των καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητα προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους. Διαφορετικά αν πρόκειται για ισχυρισμούς χωρίς να αποδεικνύεται η πρόταση τους και η περαιτέρω προφορική κατά την ακροαματική διαδικασία ανάπτυξή τους από τα οικεία πρακτικά ή εάν πρόκειται για ισχυρισμούς οι οποίοι στην πραγματικότητα δεν είναι αυτοτελείς άλλά αρνητικοί της κατηγορίας, ή πρόκειται για ισχυρισμούς απαραδέκτους λόγω αοριστίας, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει σ' αυτούς και να αιτιολογήσεις ειδικώς την απόρριψή τους. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η παραβίαση αυτή λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (Πλημμελημάτων), που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η εταιρεία με την επωνυμία "ΤΕΡΝΑ ΑΕ", Τεχνική Εταιρεία του Ομίλου ΓΕΚ είχε αναλάβει την κατασκευή του έργου "Αισθητική Ενοποίηση ΟΑΚΑ-Περιβάλλων χώρος". Δυνάμει του από 13.6.2003, ιδιωτικού συμφωνητικού η άνω εργοδότρια εταιρεία ανέθεσε στην εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΜΠΕΤΟΝ-ΑΦΟΙ Ζ ΑΒΕΤΕ" ως υπεργολάβο την εκτέλεση των εργασιών οπλισμένου σκυροδέματος στο ανωτέρω έργο. Με ρητό όρο της ως άνω σύμβασης η υπεργολήπτρια εταιρεία συμφωνήθηκε ότι είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για την ασφάλεια των χρησιμοποιουμένων μέσων και των εκτελουμένων έργων και κατά συνέπεια για κάθε δυστύχημα, φθορά ή ζημία σε βάρος οποιουδήποτε από υπαιτιότητα ή αμέλεια ή απειρία του ιδίου ή μελών του προσωπικού ή υπ' αυτού προστηθέντων κατά την εκτέλεση των παραπάνω εργασιών. Νόμιμος εκπρόσωπος της υπεργολήπτριας εταιρείας ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος (Σ) και υπεύθυνος για την τήρηση των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας στο συγκεκριμένο εργοτάξιο του ΟΑΚΑ ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων) ο δε Θ ήταν εργαζόμενος στο άνω εργοτάξιο. Στις 11-7-2003 και ενώ στον ως άνω χώρο εκτελούνταν από την υπεργολήπτρια εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΜΠΕΤΟΝ-ΑΦΟΙ Ζ ΑΒΕΤΕ" εργασίες τοποθέτησης προκατασκευασμένων ξυλοτύπων εντός κεκλισμένου πρανούς, σημειώθηκε κατολίσθηση του πρανούς και ο ως άνω Θ, που εργαζόταν στο σημείο εκείνο του εργοταξίου, δεν πρόλαβε να απομακρυνθεί, με αποτέλεσμα να εγκλωβιστεί μεταξύ του όγκου των χωμάτων και του ήδη τοποθετημένου ξυλοτύπου. Κατά το ένδικο ατύχημα ο ως άνω εργαζόμενος υπέστη κάταγμα του αριστερού μηριαίου, θλάση θώρακος και βαριά συνδεσμική κάκωση δεξιού γόνατος. Το ένδικο ατύχημα και συνακόλουθα η σωματική βλάβη του ως άνω εργαζομένου στο εργοτάξιο οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά του δευτέρου κατηγορουμένου, ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή και επιμέλεια την οποία ήταν υποχρεωμένος λόγω του επαγγέλματος και μπορούσε να καταβάλει. Πιο συγκεκριμένα, ως επαγγελματίας μηχανικός και υπεύθυνος για την τήρηση των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας στο συγκεκριμένο εργοτάξιο του ΟΑΚΑ, δεν φρόντισε να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας των εργαζομένων στο χώρο, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε αμελής συμπεριφορά και του πρώτου κατηγορουμένου (Σ). Μετά ταύτα και εφόσον στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο, που αποδίδεται στον δεύτερο κατηγορούμενο πρέπει ο κατηγορούμενος αυτός (ήδη αναιρεσείων) να κηρυχθεί ένοχος αυτής, αθώος δε ο πρώτος των κατηγορούμενων, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της αποφάσεως. Στη συνέχεια το δικάσαν δικαστήριο, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του, κήρυξε αθώο τον πρώτο κατηγορούμενο και ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, του ότι στην Αθήνα την 11.7.2003, από αμέλεια προκάλεσαν βλάβη της υγείας άλλου και συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, ο πρώτος ως εκπρόσωπος της εταιρείας "ΑΛΦΑ ΜΠΕΤΟΝ ΑΒΕΤΕ" και ο δεύτερος ως υπεύθυνος της "ΑΛΦΑ ΜΠΕΤΟΝ ΑΒΕΤΕ" για την τήρηση των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας στο εργοτάξιο για την αισθητική ενοποίηση του ΟΑΚΑ από την έλλειψη της ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής που ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλλουν από το επάγγελμά τους, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα της συμπεριφοράς τους ως προς την έλλειψη μέτρων ασφαλείας στο χώρο που εκτελούνταν εργασίες τοποθέτησης προκατασκευασμένων ξυλοτύπων εντός κεκλυμένου πρανούς, με αποτέλεσμα ο παθών, Θ, κατά την ώρα που συνέβη πτώση του πρανούς, να μην προλάβει να απομακρυνθεί, να εγκλωβιστούν τα κάτω άκρα του μεταξύ όγκου χωμάτων και του ήδη τοποθετημένου ξυλοτύπου και να υποστεί κάταγμα αριστερού μηριαίου, θλάση θώρακος και βαριά συνδεσμική κάκωση δεξιού γόνατος, γεγονός το οποίο θα είχε αποφευχθεί αν οι κατηγορούμενοι είχαν λάβει τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας και συγκεκριμένα αν είχαν λάβει μέτρα αντιστήριξης στην παρειά του πρανούς που συνέβη η κατολίσθηση ή αν είχε δοθεί κατάλληλη κλίση στο πρανές, και καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα για την πράξη αυτή της σωματικής βλάβης από αμέλεια, από υπόχρεο με παράλειψη, που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 1, 12, 14, 15 28 και 314 παρ. 1α-315 παρ. 1 Π.Κ. σε φυλάκιση πέντε μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω, απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιοποίνου πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια, για την οποία, κατά τα άνω, καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις άνω αναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως εκτίθενται στο σκεπτικό και συμπληρώνονται από τα παρατιθέμενα στο διατακτικό προσδιορίζονται με επάρκεια οι συνθήκες επελεύσεως του τραυματισμού του άνω παθόντος κατά τη διάρκεια εργασίας του στο έργο που εκτελείτο στον περιβάλλοντα χώρο του Ολυμπιακού Αθλητικού Κέντρου Αθηνών, το είδος της αμελείας του αναιρεσείοντος, κατηγορούμενου ως άνευ συνειδήσεως αμέλεια και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του εν λόγω κατηγορουμένου και της σημειωθείσης κατολισθήσεως στο κεκλυμένο πρανές που προκάλεσε τον εγκλωβισμό του εργαζομένου που εργαζόταν στο χώρο όπου εσημειώθη, και τον τραυματισμό του σε διάφορα σημεία του σώματος του. Κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως η αξιόποινη πράξη της αμέλεια σωματικής βλάβης άλλου τελέσθηκε από τον αναιρεσείοντα δια παραλείψεώς τους να λάβει, ως αναγκαία μέτρα για την προστασία των εργαζομένων στο άνω εργοτάξιο στον περιβάλλοντα χώρο του ΟΑΚΑ, μέτρα αντιστηρίξεως στην παρειά του πρανούς όπου συνέβη η κατολίσθηση ή να δοθεί κατάλληλη κλίση στο πρανές. Κατά τις ίδιες παραδοχές με την ιδιότητά του ως μηχανικού και με τα υπηρεσιακά καθήκοντά του στα οποία ανήκε η υποχρέωση τηρήσεως των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων στο χώρο του συγκεκριμένου εργοταξίου και κατά τη διάρκεια εκτελέσεως σ' αυτό το εργοτάξιο εργασιών οπλισμένου σκυροδέματος από την εταιρεία ΑΛΦΑ ΜΠΕΤΟΝ-ΑΦΟΙ Ζ Α.Ε ως υπεργολάβο, στην οποία ανετέθη αυτό το τμήμα έργου από την ανάδοχο, του όλου έργου εταιρεία ΤΕΡΝΑ Α.Ε., συνδέεται αιτιωδώς το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ότι αποδείχθηκαν κατά τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως όπως διευκρινίζονται με τα επιπροσθέτως εκτιθέμενα στο διατακτικό. Οι περί ασάφειας της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την αιτιολογία για το ότι ήταν ο αναιρεσείων υπεύθυνος για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας για τους εργαζομένους στο άνω εργοτάξιο αντίθετες αιτιάσεις του είναι απορριπτέες. Απορριπτέες επίσης είναι και οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι από έγγραφα περιλαμβανόμενα σε εκείνα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και από την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος υπερασπίσεως Ξ προέκυπτε ότι ο ήδη αναιρεσείων εργαζόταν στην εταιρεία ΤΕΡΝΑ Α.Ε. έχοντας άλλες αρμοδιότητες και ότι τεχνικός ασφαλείας της ΑΛΦΑ ΜΠΕΤΟΝ Α.Ε. στο έργο που είχε αναλάβει στο άνω εργοτάξιο ήταν άλλο κατανομαζόμενο άτομο καθώς και ότι υπεύθυνος για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας στο έργο για λογαριασμό της ΤΕΡΝΑ ΑΕ ήταν άλλο αναφερόμενο άτομο. Με τις αιτιάσεις αυτές επιχειρείται υπό την επίκληση ελλείψεως της επιβαλλόμενης αιτιολογίας διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και είναι απαράδεκτες διότι έτσι πλήττονται οι ανέλεγκτες αναιρετικώς ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Εξ άλλου όπως προαναφέρθηκε αρκούσε η αναφορά στην απόφαση ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων οι καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης και τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα και δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται τι προέκυπτε από κάθε αναγνωσθέν έγγραφο προκειμένου να καταλήξει στην παραδοχή ότι ο αναιρεσείων ήταν υπεύθυνος για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας του προσωπικού που απασχολείτο στο άνω εργοτάξιο και κατά την εκτέλεση των υπεργολαβικώς αναληφθεισών από την εταιρεία ΑΛΦΑ ΜΠΕΤΟΝ ΑΒΕΤΕ εργασιών οπλισμένου σκυροδέματος. Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοχ. Δ' λόγος της αιτήσεως του αναιρεσείοντος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ο έτερος λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' για κενά και ελλείψεις ως προς τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία συνεπεία των οποίων δεν καθίστατο εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή του νόμου. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η κατολίσθηση από την οποία προκλήθηκε ο τραυματισμός του παθόντος εργαζομένου στο εργοτάξιο επρόκειτο για απρόβλεπτο γεγονός που δεν μπορούσε να προβλεφθεί από έναν μέσο μηχανικό καθόσον εντός του βράχου υπήρχε κρυφός θύλακας χώματος που δεν μπορούσε να εντοπισθεί με έλεγχο του μηχανικού, από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενης απόφαση, προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε εκ μέρους του συνηγόρου που εκπροσώπησε και τον αναιρεσείοντα κατά την δίκη με καταχώρησή του στα πρακτικά και με προφορική ανάπτυξή του από τον συνήγορό του που να επικαλέσθηκε τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων να θεμελιωνόταν ισχυρισμός με τέτοιο περιεχόμενο. Επομένως, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σε τέτοιο ισχυρισμό που κάθε περίπτωση είναι αρνητικός της κατηγορίας και μάλιστα να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του και είναι απορριπτέες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που δεν ιδρύουν ούτε λόγο αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' σε συνδυασμό με το άρθρο 170 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24/3/2010 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 1459/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και Καταδικάζει τον αναρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010. Και Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σωματική βλάβη από αμέλεια παρ' υποχρέου (άρθρ. 314 § 1α, 315 § 1 ΠΚ) Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου από τον κηρυχθέντα ένοχο κατηγορούμενο μηχανικό. Απορρίπτονται οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για κενά και ελλείψεις ως προς τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και καθιστούσαν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για ορθή εφαρμογή του νόμου. Προσδιορίζονται κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως επαρκώς οι συνθήκες τραυματισμού του παθόντος κατά τη διάρκεια εργασίας του στο εκτελούμενο έργο εργασιών οπλισμένου σκυροδέματος από υπεργολάβο εταιρεία στην οποία είχε ανατεθεί το τμήμα αυτό του έργου από την ανάδοχο του όλου έργου τεχνική ανώνυμη εταιρεία και το είδος της αμέλειας του αναιρεσείοντος μηχανικού ως άνευ συνειδήσεως αμέλειας όπως και ο αιτιώδης σύνδεσμος της αμελούς συμπεριφοράς του εν λόγω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και της σημειωθείσης κατολισθήσεως στο πρανές του έργου όπου εγκλωβίστηκε και τραυματίσθηκε ο εργαζόμενος παθών. Στα υπηρεσιακά καθήκοντα του κατηγορουμένου μηχανικού γίνεται δεκτό ότι ανήκε η υποχρέωση τηρήσεως των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων στο χώρο του συγκεκριμένου εργοταξίου και κατά τη διάρκεια εκτέλεσης εργασιών οπλισμένου σκυροδέματος σ' αυτό το εργοτάξιο από την υπεργολάβο εταιρεία και συνδέεται με την ιδιότητα και τα υπηρεσιακά καθήκοντά του ως μηχανικού του αναιρεσείοντος. Το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα από την παράλειψη του να λάβει ως αναγκαία μέτρα προστασίας των εργαζομένων εκεί μέτρα αντιστηρίξεως στο πρανές, όπου έγινε η κατολίσθηση ή προσδόσεως κατάλληλης κλίσεως στο πρανές. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η κατολίσθηση από την οποία προκλήθηκε ο τραυματισμός του παθόντος επρόκειται για απρόβλεπτο γεγονός μη δυνάμενο να προβλεφθεί από ένα μέσο μηχανικό, λόγω θύλακος χώματος εντός του βράχου που υπήρχε, δεν προβλήθηκε από τον συνήγορο που εκπροσωπούσε τον κατηγορούμενο στην δίκη κατ' έφεση με έγγραφο που να καταχωρήθηκε στα πρακτικά και να αναπτύχθηκε προφορικώς που να επικαλέσθηκε τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων θεμελιωνόταν και δεν είχε υποχρεώσει το δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη σε τέτοιο ισχυρισμό που δεν είναι αυτοτελής αλλά αρνητικός της κατηγορίας. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
0
Αριθμός 1198/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπουρμά, περί αναιρέσεως της 488/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που συνεδρίασε στη Χαλκίδα. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που συνεδρίασε στη Χαλκίδα, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 340/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 224 παρ. 2 Π.Κ. με την ποινή της παραγράφου 1 αυτού τιμωρείται όποιος ενώ εξετάζεται ενόρκως ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αποκρύπτει την αλήθεια. Για τη στοιχειοθέτηση της κατά το άρθρο 224 παρ. 2 Π.Κ. αξιοποίνου πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρμοδίας για την εξέτασή του αρχής, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία καταθέτει να είναι ψευδή αντικειμενικώς, γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, ο οποίος συνίσταται στη γνώση ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη αυτού του εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε. Θεωρείται αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό που κατατίθεται όταν είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή από διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου γνώριζε. Η εκκρεμοδικία που δημιουργείται από την άσκηση της ποινικής διώξεως για ορισμένο έγκλημα, συνεπάγεται την απαγόρευση νέας ποινικής διώξεως για το ίδιο έγκλημα κατά του αυτού προσώπου. Επομένως, αν για το ίδιο έγκλημα κινήθηκαν δύο ποινικές διώξεις κατά του αυτού προσώπου, η δεύτερη από αυτές κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω της εκκρεμοδικίας η οποία εμποδίζει τη νέα ποινική δίωξη. Στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δεν περιέχεται ρητή ρύθμιση της εκκρεμοδικίας με την έννοια της υπάρξεως δύο ποινικών διώξεων, των οποίων το περιεχόμενο συμπίπτει στα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία και στα πραγματικά περιστατικά υπό την έννοια ταυτότητας πράξεως, που υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια κατά το χρόνο και τον τρόπο τέλεσης πραγματικά περιστατικά, από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενική στοιχεία της και η αρχική και ταυτότητα προσώπου υπό την έννοια ότι το ίδιο πρόσωπο διώκεται εκ νέου για την ίδια πράξη ως αυτουργός. Η αρχή της εκκρεμοδικίας προκύπτει έμμεσα από τις διατάξεις των άρθρων 125 και 132 Κ.Ποιν.Δ., οι οποίες αποκλείουν τη σύγχρονη εκδίκαση του ιδίου εγκλήματος από περισσότερα αρμόδια δικαστήρια. Η διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ. εφαρμόζεται ανάλογα σε περίπτωση ασκήσεως δύο ποινικών διώξεων για την ίδια πράξη κατά του αυτού προσώπου και έτσι απαράδεκτη κηρύσσεται κατ' αρχήν η μεταγενέστερη χρονικά ποινική δίωξη αν και οι δύο βρίσκονται στο στάδιο της προδικασίας είτε αν η προηγηθείσα ποινική δίωξη έχει κριθεί οριστικά όχι όμως και αμετάκλητα διαφορετικά ιδρύεται με την εκδίκαση της μεταγενέστερης ή της διώξεως που εκκρεμεί στον πρώτο βαθμό, λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας υπό την αρνητική της μορφή. Η ένσταση περί εκκρεμοδικίας, εφόσον είναι ορισμένη και προσδιορίζεται η εκκρεμής κατηγορία και προσκομίζεται η σχετική απόφαση από την οποία προκύπτει η εκκρεμοδικία, αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό από αυτούς που προτείνονται και στο δικαστήριο της ουσίας είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από το συνήγορο υπερασπίσεως του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ. και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου. Για να είναι πλήρεις και ορισμένοι τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι αναγκαία η αναφορά των πραγματικών περιστατικών που είναι απαραίτητα για τη θεμελίωσή τους, χωρίς να αρκεί μόνο η επίκληση της νομικής διατάξεως που τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία και να αποδεικνύεται η πρότασή τους και η περαιτέρω προφορική ανάπτυξή τους κατά την ακροαματική διαδικασία από τα οικεία πρακτικά. Η απόρριψη τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού απαιτείται να αιτιολογείται ιδιαιτέρως κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ., γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Η μη απάντηση σε τέτοιο ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. β' Κ.Ποιν.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτώς επισκοπούμενα, προκύπτει ότι ο συνήγορος που εκπροσώπησε τον ήδη αναιρεσείοντα στη δίκη εκείνη, αντιθέτως προς τα υπ' αυτού υποστηριζόμενα, δεν προέβαλε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ούτε ανέπτυξε προφορικώς, ένσταση περί κηρύξεως απαραδέκτου της ποινικής διώξεως για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, για την οποία πρωτοδίκως είχε εκδοθεί κατά του άνω κατηγορουμένου η 2311/2008 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, από εκκρεμοδικία που εδημιουργήθη από το ότι για την ίδια πράξη, ως προς τον τόπο και τα λοιπά στοιχεία της καταγγελθείσης αξιοποίνου πράξεως, είχε ασκηθεί σε βάρος του κατηγορουμένου αυτού άλλη ποινική δίωξη και είχε παραπεμφθεί για να δικασθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος από το οποίο επί εκείνης της κατηγορίας εκδόθηκε η 369/29.9.2009 οριστική απόφαση του άνω Τριμελούς Πλημμελειοδικείου με την οποία κηρύχθηκε αθώος αυτής της πράξεως. Επί πλέον από όσα ο ήδη αναιρεσείων αναφέρει στην κρινόμενη αίτησή του και επαναλαμβάνει και στο κατατεθέν από 14.5.2010 υπόμνημά του η πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα για την οποία απαλλάχθηκε με την επικαλούμενη 3691/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας δεν συνέπιπτε όσον αφορά όλα τα αντικειμενικά στοιχεία και ειδικότερα και ως προς τον χρόνο τελέσεως με την πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, επί της οποίας εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που συνεδρίασε στη .... Συνεπώς δεν εδημιουργείτο στην προκειμένη περίπτωση εκκρεμοδικία από την άσκηση ποινική διώξεως κατά του ήδη αναιρεσείοντος για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα υπό τα αντικειμενικά στοιχεία και πραγματικά περιστατικά κατά τόπο και χρόνο που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και από το ότι πριν από την έκδοση της τελευταίας ασκήθηκε άλλη ποινική δίωξη για το ίδιο αδίκημα εναντίον του με διαφορετικό χρόνο τελέσεως δεν αποτελούσε ο εν λόγω ισχυρισμός του ήδη αναιρεσείοντος στην πραγματικότητα αυτοτελή ισχυρισμό περί κηρύξεως απαραδέκτου της ποινικής διώξεως λόγω εκκρεμοδικίας και το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σε τέτοιο ισχυρισμό ούτε να διαλάβει στην απόφασή του, ιδιαίτερη αιτιολόγηση. Κατ' ακολουθία οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι και δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας ή για έλλειψη ακροάσεως είτε για υπέρβαση από το δικαστήριο της εξουσίας του υπό την αρνητική της μορφή. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το Δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, αρκεί να συνάγεται από την απόφαση, ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Ειδικότερα για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδορκία όπου ο νόμος απαιτεί πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος ήτοι την "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως πρέπει να αναφέρονται τα αληθή περιστατικά που εγνώριζε ο εξετασθείς και αντ' αυτών κατέθεσε τα ψευδή και τα πραγματικά περιστατικά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους πείσθηκε το δικαστήριο για το ότι ο εξετασθείς είχε γνώση ότι αυτά που κατέθεσε ήταν ψευδή. Και τούτο διότι η γνώση ως ενδιάθετη βούληση επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη κατά τρόπο, ώστε να συνάγεται σαφώς ότι το περιεχόμενο της καταθέσεώς του ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του. Άλλως η απόφαση στερείται της απαιτούμενης κατά τα ανωτέρω ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα. Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. ε Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από αυτήν που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει από το Δικαστήριο της ουσίας όταν δεν υπάρχει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση αυτής της διατάξεως, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (Πλημμελημάτων) που συνεδρίασε στη ..., δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων) στις 13.12.2002 έδωσε ένορκη κατάθεση ενώπιον της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Βασιλικής Γερογιάννη, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 5281/13.12.2002 ένορκη βεβαίωση, προκειμένου αυτή να χρησιμοποιηθεί από την Π σύζυγο Δ, η οποία, επικαλούμενη ότι ήταν φυσικό τέκνο του Ξ και της πρώτης συζύγου αυτού Ε, το γένος Α και Λ, προέβαλε κληρονομικά δικαιώματα επί της ακίνητης περιουσίας της φερομένης ως μητέρας της και των γονέων της τελευταίας. Ο κατηγορούμενος για την πιστοποίηση του ψευδούς γεγονότος ότι η Π σύζυγος Δ είναι εγγονή της Λ συζύγου Α, το γένος ..., κατέθεσε ότι η αποβιώσασα ... σύζυγος Α άφησε μοναδικούς συγγενείς το σύζυγο της και την Π θυγατέρα Α. Προέβη στην κατάθεση αυτή μολονότι γνώριζε ότι η Π σύζυγος Δ δεν είναι τεκνό της Ε συζύγου Ξ του γένος Α και Λ αλλά τέκνο της ..., με την οποία ο Ξ είχε έλθει σε δεύτερο λόγο μετά το θάνατο της πρώτης συζύγου του Ε. Με βάση αυτά αποδεικνύεται η βασιμότητα της κατηγορίας και πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της ψευδορκίας μάρτυρα που του αποδίδεται κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό. Στη συνέχεια το Δικαστήριο με τις σκέψεις αυτές κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη και ειδικότερα του ότι στη ... στις 13.12.2002 εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της συμβολαιογράφου Χαλκίδος που ήταν αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 5281/13.12.2002 ένορκη βεβαίωση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα ήτοι ότι "γνωρίζω ότι η Λ σύζυγος Ατο γένος ..., απεβίωσε την 18 Απριλίου 1902, ήταν όσο ζούσε μόνιμος κάτοικος Ε, είχε έλθει σε πρώτο γάμο με τον Α και άφησε πιο κοντινούς συγγενείς: α) το σύζυγό της Α ...... και β) το τέκνο της Π θυγατέρα Α ..... Δεν άφησε η αποβιώσασα άλλους πιο κοντινούς συγγενείς. Προέβη δε ο κατηγορούμενος σε αυτή του την πράξη γνωρίζοντας καλά ότι η Δ1 ήταν κόρη της Μ και όχι της Ε" καταδίκασε δε τον ήδη αναιρεσείοντα μετά την αναγνώριση συνδρομής υπέρ αυτού ελαφρυντικής περιστάσεως από το άρθρο 84 παρ. 2 εδαφ. α Π.Κ. σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών ανασταλείσα επί τριετία. Δεν αναφέρεται όμως στην απόφαση από ποιά πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε και με βάση ποιές σκέψεις και συλλογισμούς πείσθηκε το δικαστήριο που την εξέδωσε για την ακριβή γνώση από τον κατηγορούμενο της αναλήθειας των όσων ενόρκως βεβαιώθηκαν από αυτόν παρά το ότι από όσα εκτίθενται στο σκεπτικό δεν είναι καθόλου αυτονόητη τέτοια γνώση εκ μέρους του κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως για την οποία αυτός καταδικάστηκε.... Δεν αναπληρώνεται η έλλειψη παραθέσεως των άνω στοιχείων για τον άμεσο δόλο του ανωτέρω ως υπαιτίου τελέσεως της ψευδορκίας μάρτυρα από τα ασαφώς διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό και στο διατακτικό, στο οποίο γίνεται παραπομπή δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος προέβη στην πράξη του αυτή γνωρίζοντας καλώς ότι η Δ1 ήταν κόρη της Μ και όχι της .... Έτσι το δικάσαν δικαστήριο δεν περιέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και το Νόμο αιτιολογία και παρατηρείται λογικό κενό που δεν επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου με συνέπεια να είναι βάσιμοι οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 488/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων) που συνεδρίασε στη Χαλκίδα. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δικάσαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδορκία μάρτυρα. Αίτηση αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου από τον κηρυχθέντα ένοχο αναιρεσείοντα. Δεν εδημιουργείτο στην προκειμένη περίπτωση εκκρεμοδικία από το ότι πριν από την έκδοση της καταδικαστικής αποφάσεως είχε ασκηθεί και άλλη ποινική δίωξη κατά του ήδη αναιρεσείοντος για την αυτή πράξη με διαφορετικό χρόνο τελέσεως για την οποία εξεδόθη αθωωτική απόφαση από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, και δεν ήταν υποχρεωμένο το Τριμελές Εφετείο να απαντήσει σε τέτοιο μη προβληθέντα νομοτύπως ισχυρισμό και με ιδιαίτερη αιτιολογία και δεν ιδρυόταν λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1β΄ ΚΠΔ ή για έλλειψη αιτιολογίας είτε για υπέρβαση εξουσίας. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν αναφέρεται από ποια πραγματικά περιστατικά αποδεικνυόταν η ακριβής γνώση από τον κατηγορούμενο της αναληθείας των όσων ενόρκως εβεβαίωσε παρά το ότι δεν ήταν αυτονόητη τέτοια γνώση εκ μέρους του κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε κατά παραδοχή των λόγων αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο αιτιολογίας και για λογικό κενό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που δεν επέτρεπε τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ψευδορκία μάρτυρα.
0
Αριθμός 1196/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, περί αναιρέσεως της 1113/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1692/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιo δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 88 §1 εδάφ. α' έως β' του Ν.3386/2005 "είσοδος, διαμονή και κοινωνική ένταξη υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια", πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου, που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντιστρόφως προς το έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε άλλους κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή 5.000 έως 20.000 Ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, β) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) Ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν η μεταφορά ενεργείται κατ' επάγγελμα ή αν η υπαίτιος είναι υπάλληλος ή τουριστικός ή ναυτιλιακός ή ταξιδιωτικός πράκτορας. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει αα) ότι θεσμοθετείται ποινικό αδίκημα, υπαλλακτικώς μικτό, που πραγματοποιείται με καθένα από τους ανωτέρω τρόπους από τα πρόσωπα, τα οποία αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, που δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή την προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδό τους ως λαθρομεταναστών ββ) ότι για την τέλεση του αδικήματος της μεταφοράς αλλοδαπού μη έχοντος δικαίωμα εισόδου στο εσωτερικό της χώρας απαιτείται υποκειμενικά δόλος, είτε άμεσος είτε ενδεχόμενος και γγ) ότι συνιστά επιβαρυντική περίσταση η αναφερόμενη μεταφορά των αλλοδαπών, που ενεργείται κατ' επάγγελμα από δράστη, ο οποίος είναι υπάλληλος ή τουριστικός ή ναυτιλιακός ή ταξιδιωτικός πράκτορας. Υπό την ισχύ από 1-1-2006 του Ν.3386/2005 που προβλέπει και τιμωρεί κατά το οριζόμενα στο άρθρο 88 αυτού κατά τα ανωτέρω την πράξη της παράνομης μεταφοράς, προωθήσεως στο εσωτερικό της χώρας κλπ. αλλοδαπών από οδηγούς μεταφορικών μέσων, δεν προβλέπεται μεταξύ των επιβαρυντικών περιπτώσεων και η τέλεση της πράξεως με σκοπό το παράνομο κέρδος. Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του Ν.489/1976 όπως έχει αντικατασταθεί από το άρθρο 17 §1 του Ν.2170/1993, ο κύριος ή κάτοχος του αυτοκινήτου που το θέτει σε κυκλοφορία ή ανέχεται να το κυκλοφορεί άλλος χωρίς να είναι τούτο ασφαλισμένο κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, τιμωρείται με φυλάκιση από δύο (2) μέχρι δώδεκα μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον ίση με 300 ευρώ. Με τις ίδιες ποινές τιμωρείται και όποιος θέτει σε κυκλοφορία αυτοκίνητο που δεν ανήκει σε αυτόν και δεν είναι ασφαλισμένο κατά τις διατάξεις του παρόντος. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 103 του Ν.2094/1992. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη κατά το άρθρο 93 §2 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιατέρως, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και, προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σε αυτή. Όταν όμως πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο δόλο και να αιτιολογείται ιδιαίτερα η ύπαρξή του και ειδικώς το στοιχείο της προβλέψεως του εγκληματικού αποτελέσματος και το στοιχείο της αποδοχής του, διότι από το βαθμό της πιθανότητας προβλέψεως του εγκληματικού αποτελέσματος δεν τεκμαίρεται και η αποδοχή του ούτε καθίσταται περιττή η απόδειξη αυτής. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους και όχι ορισμένα από αυτά. Για την βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.) χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα χωριστά ή να αξιολογούνται καθ' έκαστον ή να συσχετίζονται ειδικώς ή να συγκρίνονται μεταξύ των ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου τούτων. Τέλος η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το δικαστήριο μαζί με το οποίο αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ των αξιολογικής συσχετίσεως (Ολ. ΑΠ 1/2005), καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης η επιβαλλομένη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 §2 και 333 §2 του Κ.Ποιν.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, στην άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατ' άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ., η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, από τις οποίες η μεν πρώτη υπάρχει όταν αποδίδεται στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, η δε δεύτερη, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά στη διάταξη που εφαρμόστηκε ή όταν αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι δεν εκτίθενται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο τα πραγματικά περιστατικά, είτε κατά την έκθεσή τους, υπάρχει αντίφαση, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριό του μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης καθώς και η απολογία του κατηγορουμένου, όπως και τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης ότι ανεγνώσθηκαν και τα έγγραφα που προσκόμισε η συνήγορος του κατηγορουμένου, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Στις 13-9-2008 στο 10ο χιλιόμετρο της Ε.Ο...., ο κατηγορούμενος κατελήφθη να μεταφέρει προωθώντας στο εσωτερικό της χώρας (με προορισμό την ...), με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο, που οδηγούσε, χωρίς αυτό να είναι ασφαλισμένο, τους 65 αλλοδαπούς που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσης, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα, και τους οποίους είχε παραλάβει από εγγύς προκαθορισμένο σημείο, όπου τους είχε οδηγήσει πεζή άγνωστος συνεργός του, αφού τους είχε διεκπεραιώσει σε παρέβρια περιοχή μέσω του ποταμού ... με πλαστικές λέμβους, αντί ποσού 3.000 ευρώ έκαστο. Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αξιοποίνων πράξεων που του αποδίδονται. Περαιτέρω κρίνεται ότι δεν συντρέχει περίπτωση αναγνωρίσεως ελαφρυντικών. Ούτε της περ. α' του άρθρου 84 §2 ΠΚ, αφού δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος έζησε μέχρι την τέλεση των πράξεών του έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, μη αρκούντος προς τούτο του λευκού ποινικού του μητρώου, ούτε της περ. δ' του ιδίου άρθρου, αφού επίσης δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του". Κατ' ακολουθία του αιτιολογικού αυτού, το Τριμελές Εφετείο κήρυξε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για την αξιόποινη πράξη της διευκόλυνσης μεταφοράς αλλοδαπών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος κατά συρροή. Ειδικότερα κήρυξε αυτόν ένοχο του ότι: "Την 13-9-2008 στο 10ο χιλιόμετρο της Ε.Ο. ... (διασταύρωση ...) παρέλαβε από προκαθορισμένο σημείο τους παρακάτω αναφερόμενους υπηκόους τρίτης χώρας, τους οποίους διαπεραίωσε μέσω του ποταμού ... με πλαστική βάρκα σε ανεξακρίβωτο σημείο παρέβριας περιοχής, άνδρας Κουρδικής καταγωγής, κάτοικος ... α.λ.σ., και τους οδήγησε πεζή στο προσυμφωνηθέν σημείο συνάντησης, όπου τους ανέμενε ο κατηγορούμενος, ο οποίος τους επιβίβασε στο φέρον τις υπ' αριθμ. ... πινακίδες κυκλοφορίας ΙΧΕ αυτοκίνητο χωματουργικών εργασιών, με αριθμό πλαισίου ..., ιδιοκτησίας ... του Δήμου και τους προώθησε στο εσωτερικό της χώρας με προορισμό την .... Οι κατά τα ανωτέρω αναφερόμενοι υπήκοοι τρίτης χώρας είναι: (παρατίθεται ακολούθως στην απόφαση το ονοματεπώνυμο και τα στοιχεία ταυτότητας καθείς των εξήντα πέντε αλλοδαπών για τους οποίους η καταδίκη). Β) Έθεσε σε κυκλοφορία το ανωτέρω όχημα χωρίς να είναι αυτό ασφαλισμένο". Για τις πράξεις του δε αυτές που προβλέπονται και τιμωρούνται όπως δέχθηκε το Εφετείο από τα άρθρα 1, 12, 14, 16, 17, 18, 26 §1α, 27, 51, 53, 94 §1 του Ποινικού Κώδικα το άρθρο 88 §1α του Ν.3386/2005 και το άρθρο 17 Ν.2170/1993 επέβαλε στον ήδη αναιρεσείοντα ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ για κάθε μεταφερόμενο αλλοδαπό για την α' πράξη και ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών και χρηματική ποινή 400 ευρώ για τη β' πράξη και καθόρισε σε βάρος του καταδικασθέντος συνολική φυλάκιση διακοσίων εξήντα εννέα μηνών που μετετράπη σε χρηματική και στη συνέχεια σε παροχή κοινωφελούς εργασίας και συνολική χρηματική ποινή 64.100 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Επίσης στο αλληλοσυμπληρούμενο σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διαλαμβάνεται ότι ο ήδη αναιρεσείων καταλήφθηκε να προωθεί τους ειδικά αναφερόμενους στο διατακτικό εξήντα πέντε αλλοδαπούς που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στην Ελλάδα αν και γνώριζε ότι είχαν εισέλθει από την Τουρκία λαθραία μέσω του ποταμού ... και ότι αυτοί δεν είχαν ταξιδιωτικά έγγραφα, όπως η γνώση αυτή για τα παραπάνω καθώς και για το ότι το φορτηγό αυτοκίνητο με το οποίο ο αναιρεσείων τους μετέφερε από το σημείο από όπου τους παρέλαβε ήταν ανασφάλιστο, σαφώς συνάγεται από τα εκτιθέμενα στην απόφαση πιο πάνω περιστατικά. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως ως προς την κρίση περί ενοχής του κατηγορουμένου για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις και τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως αυτών δεν ήταν αναγκαία η αναφορά επί πλέον περιστατικών. Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία της αποφάσεως από την παράλειψη μνείας υπάρξεως σκοπού του για παράνομο κέρδος και του τρόπου και μέσου γνώσεώς του για το παράνομο της εισόδου των αναφερομένων αλλοδαπών καθώς και ως προς την ύπαρξη σκοπού για την κατά συναυτουργία κατόπιν συναποφάσεως από κοινού δράση για την τέλεση από αυτόν και από άλλους αγνώστους της πράξεως και το είδος της συμμετοχικής δράσεως του ιδίου αλλά και την μη αιτιολόγηση ως προς την ύπαρξη δόλου και του είδους αυτού, είναι απορριπτέες. Κατά τις παραδοχές του Εφετείου η κατά παράβαση του άρθρου 88 §1α του Ν.3386/2005, προώθηση με το φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε των αναφερομένων στο διατακτικό αλλοδαπών που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα από το σημείο από το οποίο τους παρέλαβε εντός της Ελληνικής Επικράτειας τελέσθηκε από τον ήδη αναιρεσείοντα ως αυτουργό και όχι από κοινού με άλλον δράστη ούτε ενήργησε ο αναιρεσείων ως άμεσος ή απλός συνεργός άλλου προσώπου που να ήταν ο δράστης της πράξεως. Δεν δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση σε σχέση με αυτές τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως από το ότι στο σκεπτικό της γίνεται δεκτό ότι από έτερο άγνωστο συνεργό του προηγουμένως είχαν διεκπεραιωθεί οι άνω αλλοδαποί μέσω του ποταμού ... σε παρέβρια περιοχή από όπου τους οδήγησε εκείνο το έτερο αγνώστων στοιχείων ταυτότητας άτομο σε εγγύς προκαθορισμένο σημείο από όπου τους παρέλαβε ο κατηγορούμενος με το φορτηγό που οδηγούσε μέχρις ότου κατελήφθη να τους προωθεί εντός του Ελληνικού εδάφους. Τα ανωτέρω αναφερόμενα ως γενόμενα δεκτά στο σκεπτικό της αποφάσεώς του, διηγηματικώς εκτίθενται για τη συμπεριφορά του άνω αγνώστων στοιχείων ατόμου πριν από την τέλεση της αξιοποίνου πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων. Οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς τα πραγματικά περιστατικά που έγινε δεκτό ότι αποδείχθηκαν εκτείνονται τόσο στα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως των αξιοποίνων πράξεων που κατελήφθη να τελεί ο αναιρεσείων όσο και στη γνώση του ότι οι 65 αλλοδαποί που μετέφερε με το φορτηγό αυτοκίνητο χωματουργικών εργασιών προς το εσωτερικό της χώρας, δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στην Ελλάδα και εστερούντο ταξιδιωτικών εγγράφων όπως και ότι ήταν ανασφάλιστο το όχημα εκείνο. Εφόσον υπήρχαν τα στοιχεία αυτά στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το αιτιολογικό της συμπληρωνόταν από το διατακτικό δεν ήταν αναγκαία περαιτέρω αιτιολόγηση του δόλου του αναιρεσείοντος, παραδοχή για τον οποίο εμπεριέχεται στην αιτιολογία της αποφάσεως ότι πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων πράξεων. Δεν αποτελεί δε πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως της αξιοποίνου πράξεως του άρθρου 88 §1α Ν.3386/2005 η επιδίωξη παράνομου οφέλους εκ μέρους του δράστη της πράξεως αυτής. Απορριπτέες είναι οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως από το ότι είναι ταυτόσημο και όμοιο το αιτιολογικό με το διατακτικό της. Δεν υπάρχει τέτοια έλλειψη καθόσον στην προκειμένη περίπτωση το διατακτικό της αποφάσεως περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία της κατηγορίας και αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά για τις άνω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κρίθηκε ένοχος ο ήδη αναιρεσείων ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση του σκεπτικού. Αβάσιμες περαιτέρω και απορριπτέες είναι και οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για την απόρριψη από το δικαστήριο της ουσίας των αυτοτελών ισχυρισμών περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από το άρθρο 84 §2α και δ' ΠΚ. Δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας των άνω ισχυρισμών, δηλαδή της προβολής των κατά τρόπο ορισμένο με αναφορά των πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση κάθε ελαφρυντικής περιστάσεως. Από τα πρακτικά της κατ' έφεση δίκης, προκύπτει ότι από την συνήγορο του κατηγορουμένου, προβλήθηκε ο ισχυρισμός της αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών του άρθρου 84 §2α και της ειλικρινούς μεταμελείας στο πρόσωπο του εντολέα της, χωρίς αναφορά των απαιτουμένων πραγματικών περιστατικών για τη βασιμότητα των ισχυρισμών αυτών δηλαδή με την μνεία περιστατικών δηλωτικών του ότι μέχρι την τέλεση των πράξεων επέδειξε ο υπαίτιος συμπεριφορά θετική και επωφελή για την κοινωνία και με την παράθεση πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την έμπρακτη εκδήλωση της μετανοίας του υπαιτίου και την επιδίωξη πραγματικά και όχι προσχηματικά άρσεως μειώσεως της πράξεώς του και δεν αρκούσε μόνον η επίκληση της διατάξεως του άρθρου 84 §2α ΠΚ ούτε η νομική ορολογία με την οποία είναι γνωστή η έτερη ελαφρυντική περίσταση που ζητήθηκε να αναγνωρισθεί ότι συνέτρεχε. Επομένως, οι αυτοτελείς ισχυρισμοί για αναγνώριση των άνω ελαφρυντικών υπέρ του κατηγορουμένου ήταν αόριστοι και το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ειδικώς και να αιτιολογήσει επί πλέον την απόρριψή των, πλεοναστικώς δε το Εφετείο διέλαβε στο σκεπτικό του την αναφερόμενη αιτιολογία ότι δεν έζησε ο ήδη αναιρεσείων μέχρι την τέλεση των πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος έντιμο βίο ούτε επέδειξε συμπεριφορά που να υποδηλώνει ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξη άρσεως ή μειώσεως των συνεπειών της πράξεώς του. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος μεταξύ των οποίων και οι σχετικές ότι τα περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική σε βάρος του κρίση, δεν προκύπτουν από κανένα από τα αναφερόμενα μέσα αλλά στηρίχθηκε σε ενδείξεις και εικασίες χωρίς συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και της απολογίας του είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Επομένως είναι απορριπτέοι οι από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγοι της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 §2, 358, 364, 369 Κ.Ποιν.Δ. σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 171 §1 εδ. δ' του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων, που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος από τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του και υποβάλει τις παρατηρήσεις του, που είναι σχετικές με αυτό το αποδεικτικό μέσο. Το έγγραφο που έχει αναγνωσθεί στο Δικαστήριο, είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται έτσι ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου, που αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη και να προκύπτει σε ποιο έγγραφο στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου και για την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν Εφετείο, για να καταλήξει στην κρίση του περί ενοχής του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στα πρακτικά της κατ' έφεση δίκης αναγνωσθέντα έγγραφα μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται α) δύο από 13-9-2008 εκθέσεις συλλήψεως και β) η από 13-9-2008 έκθεση εξετάσεως κατηγορουμένου με διερμηνέα Κ). Σε σχέση με τα παραπάνω από τα ληφθέντα υπόψη και αναγνωσθέντα έγγραφα επικαλείται ο ήδη αναιρεσείων ότι δεν διαλαμβάνεται ειδική μνεία ετέρου στοιχείου αναγκαίου για τον καθορισμό της ταυτότητας του περιεχομένου του στόχου και του σκοπού των ανωτέρω εγγράφων, με συνέπεια να μην προκύπτει ποια είναι τα αναγνωσθέντα και να μη δύναται αυτός να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του και ιδίως αυτά που απορρέουν από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. Από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση και από το περιεχόμενό της προκύπτει ποια συγκεκριμένα ήταν η ληφθείσα υπόψη έκθεση εξετάσεως με διερμηνέα του αναφερόμενου ως κατηγορουμένου αλλοδαπού καθόσον αναφέρεται ο χρόνος εξετάσεώς του στις 13-9-2008 που συμπίπτει με το χρόνο διαπράξεως από τον ήδη αναιρεσείοντα των αξιοποίνων πράξεων που κατελήφθη να τελεί και για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος και προσδιορίζεται η ταυτότητα του εξετασθέντος που είναι ο με αύξοντα αριθμό 49 αλλοδαπός Κ από τους αναφερόμενους στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι προωθούσε ο ήδη αναιρεσείων στο εσωτερικό της χώρας. Ακόμη από όσα αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από όσα εκτίθενται στο κεφάλαιο περί μετατροπής της ποινής η μία από τις αναγνωσθείσες από 13-9-2008 εκθέσεις συλλήψεως που συντάχθηκε από τον Αρχιφύλακα ... του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης Φερών παρουσία και του Αστυφύλακα ... της ίδιας υπηρεσίας αφορούσε τον ήδη αναιρεσείοντα που συνελήφθη την 13-9-2008 και κρατήθηκε μέχρι την 18-9-2009. Έτσι μπορούσε να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκαν τα συγκεκριμένα έγγραφα και ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα αυτών, (τα οποία εκτός από την κατ' έφεση δίκη είχαν αναγνωσθεί και πρωτοδίκως κατά τα αναφερόμενα στα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η 986/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης), είχε την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. άνω δικαιώματά του ως προς το περιεχόμενό τους. Η αναγραφή στα πρακτικά των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο του δικαστηρίου εγγράφων με στοιχεία που είναι αρκετά για τον προσδιορισμό τους, δεν δημιουργεί ακυρότητα και δεν ιδρύει τον σχετικό αναιρετικό λόγο. Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά και στην απόφαση το περιεχόμενο κανενός των αναγνωσθέντων εγγράφων. Είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις που προβάλλονται από τον ήδη αναιρεσείοντα ότι δεν προσδιορίζονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα επακριβώς ώστε να καθορίζεται η ταυτότητα των και ότι δεν προκύπτει αν συνεκτιμήθηκαν και ποιο ήταν το περιεχόμενό τους και ότι στερήθηκε της δυνατότητας να ασκήσει ως κατηγορούμενος νόμιμα δικαιώματά του. Συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 §1 περ. Α' Κ.Ποιν.Δ. είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25-11-2009 δήλωση-αίτηση του Χ, για αναίρεση της 1113/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράνομη προώθηση στο εσωτερικό της χώρας αλλοδαπών που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα από σημείο παραλαβής των εντός της Ελληνικής Επικράτειας (άρθρ. 88 § 1 εδ. α΄-β΄ ΠΚ) και θέση σε κυκλοφορία οχήματος χωρίς να είναι ασφαλισμένο (άρθρ. 12 Ν. 489/1976 όπως αντικ. με άρθρ. 17 § 1 Ν. 2170/1993). Αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου που καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για τις άνω πράξεις. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου διότι εκτίθενται σαφώς τα περιστατικά και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν χωρίς ασάφεια ή αντίφαση στην απόφαση η τέλεση από τον αναιρεσείοντα ως αυτουργό και όχι από κοινού με άλλον, ούτε ενεργώντας ως συνεργός άλλου δράστη της πράξεως από όσα διηγηματικά αναφέρονται στην απόφαση. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας από την παράθεση αιτιολογικού όμοιου με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως διότι στην προκειμένη περίπτωση το διατακτικό της αποφάσεως περιείχε εκτός από τυπικά στοιχεία της κατηγορίας και αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά των πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο ήδη αναιρεσείων. Αορίστως προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί για αναγνώριση ελαφρυντικών υπέρ του ήδη αναιρεσείοντος από το άρθρο 84 § 22 α΄ και δ΄ ΠΚ χωρίς αναφορά των απαιτούμενων περιστατικών για τη βασιμότητά τους. Δεν ήταν υποχρεωμένο το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή των. Απορριπτέες ως απαράδεκτες οι αιτιάσεις για το ότι το Δικαστήριο στηρίχθηκε σε εικασίες και ενδείξεις για την καταδικαστική κρίση του χωρίς συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων διότι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου. Απορρίπτεται και ο λόγος περί απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας διότι τα έγγραφα που αναφέρονται ότι αναγνώσθηκαν, προσδιορίζονται κατά ταυτότητα και περιεχόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση. Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά και στην απόφαση το περιεχόμενο κανενός των αναγνωσθέντων εγγράφων. Όσον αφορά την έκθεση εξέτασης με διερμηνέα ενός εκ των αλλοδαπών, η οποία ελήφθη την ίδια μέρα διαπράξεως της αξιοποίνου πράξεως από τον ήδη αναιρεσείοντα και όσον αφορά μία εκ των από 13-9-2008 εκθέσεις σύλληψης, που αναγνώσθηκαν τόσο στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλ-λομένη απόφαση όσο και πρωτοδίκως, και συνεπώς ο αναιρεσείων γνώριζε το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και μπορούσε να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά του. Απορρίπτει αίτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Λαθρομεταναστών μεταφορά.
0
Αριθμός 1195/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Χ1, 2) Χ2, κατοίκων ... και 3) Χ3, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2566/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 5 Φεβρουαρίου 2010 και 19 Φεβρουαρίου 2010 τρεις αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 308/10. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου, με αριθμό 143/16-4-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντες κατά το άρθρο 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. τις υπ' αριθμ. 28/19-2-2010, 19 και 20/5-2-2010 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Χ3, 2) Χ2 και 3) Χ1, κατά του υπ' αριθμ. 2566/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, εκθέτομεν τα εξής: Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απερρίφθησαν κατ' ουσίαν οι υπ' αριθμ. 266, 216 και 215/2007 εφέσεις των προαναφερθέντων κατηγορουμένων, κατά του υπ' αριθμ. 633/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο αυτοί παρεπέμφθησαν στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών (κακουργημάτων) για να δικαστούν για απάτη (ο πρώτος από μόνος του, οι δε άλλοι δύο κατά συναυτουργία), από την οποία προξενήθηκε ζημία άνω των 73.000 €. Β) Και οι τρεις αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς, από πρόσωπα δικαιούμενα προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ.1, 474, 482 παρ. 1, 3 Κ.Π.Δ., προβαίνοντα στη σχετική δήλωση ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών. Γ) Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1, 3 Π.Κ. προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση της απάτης απαιτείται, η προς τον σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξ αιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή ένεκα της οποίας επέρχεται ως άμεσο αποτέλεσμα η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή τρίτου. Μετά δε την αντικατάσταση της πάραγρ. 3 με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει τον χαρακτήρα κακουργήματος και όταν το περιουσιακό όφελος ή η ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €. Εξάλλου, έλλειψη της, κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την προανάκριση και κύρια ανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε, ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο, να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, δέχθηκε, με επιτρεπτή εξ' ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και συγκεκριμένα από "τις καταθέσεις των ενόρκως και ανωμοτί εξετασθέντων μαρτύρων, τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα, τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα υπομνήματα αυτών, τα περιστατικά της εγκλήσεως, τις εκθέσεις εφέσεως και τα έγγραφα και υπομνήματα που συνοδεύουν αυτές", προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών Ψ, κάτοικος ..., τυγχάνει επαγγελματίας αυτοκινητιστής και έχει στην ιδιοκτησία του φορτηγά αυτοκίνητα δημοσίας χρήσεως, με τα οποία εκτελεί στα πλαίσια του επαγγέλματος του διάφορες εργασίες εκσκαφής και μεταφοράς μπαζών, οικοδομικών και άλλων αδρανών υλικών. Από το έτος 2000, ο εγκαλών συμφώνησε με την ανώνυμη τεχνική εταιρία ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε. να αναλάβει και να εκτελέσει ως υπεργολάβος, χωματουργικές εργασίες στην κατασκευή της Αττικής Οδού και πράγματι από τον μήνα Μάιο του έτους 2000 άρχισε να μεταφέρει για λογαριασμό της ως άνω εταιρίας μπάζα και άλλα αδρανή υλικά απασχολούμενος πάντα στην κατασκευή της Αττικής Οδού. Ο εγκαλών παρείχε τις υπηρεσίες του στην ρηθείσα ανώνυμη τεχνική εταιρία από τον μήνα Μάιο του έτους 2000 έως και τον Σεπτέμβριο του έτους 2002 και εισέπραξε κανονικά τις αμοιβές του από την εταιρία αυτή. Κατά τον μήνα Ιούλιο του έτος 2002 παρατηρήθηκε μία εκτεταμένη οικονομική δυσπραγία της ως άνω εταιρίας, η οποία αδυνατούσε να καλύψει τις επιταγές της, καλώντας όλους τους εργαζομένους να αναλάβουν επιταγές οι οποίες θα πληρώνονταν μετά πάροδο δέκα μηνών. Ενόψει δε του δεδομένου αυτού, ο εγκαλών, φοβούμενος ότι θα απολέσει τις αμοιβές του αλλά και διαπιστώνοντας ότι η λήψη 10μηνων επιταγών δεν τον συνέφερε πλέον οικονομικά, διότι δεν μπορούσε να καλύψει τα έξοδα του (καύσιμα, Φ.Π.Α., αμοιβές οδηγών) για τα οποία χρειαζόταν κάθε μήνα ένα αρκετά μεγάλο ποσό σε μετρητά, απεφάσισε να αποχωρήσει από την εταιρία μη παρέχοντας πλέον την εργασία του σε αυτήν. Ούτω κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2002, ο εγκαλών απέσυρε τα φορτηγά του από το εργοτάξιο της εταιρίας και έπαυσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε αυτήν, ενώ για τις μέχρι τότε παρασχεθείσες εργασίες εξοφλήθηκε ολοσχερώς λαμβάνων διάφορα χρηματικά ποσά με μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές (ούτω στις 7-11-2002 έλαβε χρηματικό ποσό 20.000 ευρώ έναντι λογαριασμού, με την μεταχρονολογημένη .../30-6-2003 τραπεζική επιταγή της Τραπέζης SOCIETE GENERALE (SG), και στις 5-12-2002 εξοφλήθηκε ολοσχερώς με την .../31-8-2003 μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή της ιδίας Τραπέζης). Το γεγονός της παύσεως της παροχής της εργασίας λόγω της οικονομικής δυσπραγίας της ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε. επιβεβαιώνεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων ..., υπεργολάβου χωματουργικών εργασιών, ο οποίος είχε επίσης συνάψει σύμβαση με την ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε., και ο οποίος καταθέτει επί λέξει: "Από τον Ιούλιο του έτους 2002 είχαν αρχίσει προβλήματα πληρωμών και το Σεπτέμβρη του 2002 ο Ψ αποχώρησε. Εγώ παρέμεινα στην εργασία μου περιμένοντας να πληρωθώ ενώ αρχίσει να γίνονται και στάσεις εργασίας από τους εργαζόμενους ΑΑ, υιού του εγκαλούντος, υπεργολάβου επίσης χωματουργικών εργασιών, ..., ιδιοκτήτη φορτηγού αυτοκινήτου που εργάστηκε επίσης στην ΑΛΤΕ, δ) ..., χειριστή μηχανημάτων που εργαζόταν τότε στην ΑΛΤΕ, ενώ από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως δεν συνάγεται αντίθετο συμπέρασμα. Εξ άλλου και το γεγονός της εκδόσεως της εξοφλητικής αποδείξεως .../5-12-2002 ποσού 4.150,00 ευρώ, επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του εγκαλούντος περί του ότι την ημεροχρονολογία αυτή εξοφλήθηκε ολοσχερώς για ης μέχρι τότε παρασχεθείσες υπ' αυτού εργασίες αλλά και περί του ότι η ΑΛΤΕ εμφάνιζε ταμειακές δυσχέρειες, δεδομένου ότι για το ποσό αυτό των 4.150,00 ευρώ, ως προκύπτει από το σώμα της αποδείξεως, εξέδωκε μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή .../31-8-2003, πληρωτέα δηλαδή μετά πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος, την οποία (επιταγή) αναφέρει στην εξοφλητική απόδειξη. Ακολούθως και δη περί τα μέσα Δεκεμβρίου του έτους 2002, ο κατηγορούμενος-εκκαλών Χ3, ο οποίος ήτο υπεύθυνος των εργοταξίων της εταιρίας ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε. για την κατασκευή της Αττικής Οδού, ζήτησε από τον εγκαλούντα να επιστρέψει στην εταιρία και να συνεχίσει να προσφέρει τις εργασίες του εις αυτήν με τα φορτηγά του, αναφέροντας του ότι η εταιρία ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε. ανήκε στην "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ" και ως εκ τούτου τα χρήματα της αμοιβής του ήταν εξασφαλισμένα, ακόμη και αν η εταιρία πτώχευε, δεδομένου ότι -σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του εν λόγω κατηγορουμένου-, σε αυτές τις περιπτώσεις (δηλαδή της πτωχεύσεως ή της οικονομικής εν γένει αδυναμίας ενός μέλους της κοινοπραξίας), η κοινοπραξία ανελάμβανε όλες τις οφειλές των εταιριών μελών αυτής. Οι διαβεβαιώσεις αυτές διατυπώθηκαν από μέρους του κατηγορουμένου Χ3 κατ' επανάληψη κατά τους μήνες Δεκέμβριο του έτους 2002 και Ιανουάριο του έτους 2003. Σημειωτέον δε ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος απηύθυνε τις διαβεβαιώσεις αυτές προς όλους τους εργαζομένους της ΑΛΤΕ, ενώ για να πείσει τον εγκαλούντα Ψ για το αληθές δήθεν των διαβεβαιώσεων του, τις οποίες είχε απευθύνει επανειλημμένα σε αυτόν κατά το ως άνω αναφερόμενο χρονικό διάστημα, τον παρότρυνε να επισκεφθεί τα γραφεία της ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ, όπου εκεί, κατά μήνα Ιανουάριο του έτους 2003, οι εκκαλούντες Χ2, γενικός τεχνικός διευθυντής της Κοινοπραξίας και Χ1, διαχειριστής της Κοινοπραξίας, διαβεβαίωσαν επίσης· αυτόν ότι η Κοινοπραξία ανελάμβανε να καλύψει τις οφειλές των μελών της σε περίπτωση οικονομικής αυτών αδυναμίας και ούτω, στην περίπτωση της ΑΛΤΕ, εάν η εταιρία αυτή αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα, τότε τα χρήματα της αμοιβής του εγκαλούντος για τις παρασχεθείσες υπ' αυτού εργασίες, θα καταβάλλονταν από την Κοινοπραξία. Επέδειξαν μάλιστα οι εκκαλούντες Χ2 και Χ1 στον εγκαλούντα και τον υιό του ..., το από 27-4-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο τροποποιήθηκε το αρχικό συμφωνητικό συστάσεως της Κοινοπραξίας, όπου στο άρθρο 20 αυτού αναφέρεται: "Η κοινοπραξία θα βαρύνεται με όλες τις δαπάνες και κάθε είδους έξοδα που απαιτούνται για την εκτέλεση των εργασιών μέχρι τη λύση της". Μετά τις διαβεβαιώσεις αυτές ο εγκαλών πείστηκε και στις 16-1-2003 επέστρεψε στην ΑΛΤΕ και άρχισε να προσφέρει εκ νέου τις εργασίες του, λαμβάνοντας για την αμοιβή του μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, έχοντας όμως την βεβαιότητα ότι σε περίπτωση αδυναμίας πληρωμής αυτών θα καλυπτόταν από την Κοινοπραξία. Κατά μήνα Μάιο του έτους 2004 οξύνθηκε το οικονομικό πρόβλημα της ΑΛΤΕ και η εταιρία αυτή δεν ήτο εις θέσιν να χορηγήσει στον εγκαλούντα μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές για την πληρωμή των εργασιών που παρείχε. Οι μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές ..., ..., ..., ... της Τραπέζης SG, ποσών 40.000, 30.000, 10.000, 20.000 ευρώ αντιστοίχως, συνολικού ποσού 100.000 ευρώ δεν πληρώθηκαν και σφραγίστηκαν από τη πληρώτρια Τράπεζα λόγω ελλείψεως διαθεσίμου υπολοίπου στις 7-1-2005, ενώ η ΑΛΤΕ όφειλε στον εγκαλούντα και χρηματικό ποσό 40.172,44 ευρώ επί τη βάσει των .../18-5-2004, .../18-5-2004, .../26-7-2004, .../26-7-2004, .../17-6-2004, .../1-10-2004, .../24-6-2004, .../22-4-2004 φορτωτικών, ποσών 2.444,81, 18.369,40,4.433,02, 2.724,87, 2.098,71, 8.690,95, 257,00, 1.153,68 και συνολικά 40.172,44 ευρώ, για μεταφορά αδρανών υλικών και υλικών εκσκαφής. Ο εγκαλών παρά την οικονομική αδυναμία της ΑΛΤΕ, την εκδηλωθείσα ήδη κατά τον μήνα Μάιο του έτους 2004, εξηκολούθησε να παρέχει την εργασία του στην εν λόγω εταιρία, διότι είχε πεισθεί στις διαβεβαιώσεις των εκκαλούντων περί του ότι οι απαιτήσεις του θα καλύπτονταν από την Κοινοπραξία στην οποία και απευθύνθηκε προκειμένου να εισπράξει τα οφειλόμενα προς αυτόν τα οποία ανήρχοντο συνολικώς στο ποσό των 140.172,44 ευρώ, όπου όμως πληροφορήθηκε ότι η Κοινοπραξία δεν είχε τέτοια υποχρέωση και ότι μόνον η ΑΛΤΕ ήτο υπόχρεη να καταβάλει το παραπάνω ποσό. Τούτο δε διότι επί τη βάσει του από 27-11-1999 συμφωνητικού τροποποίησης και κωδικοποίησης του κοινοπρακτικού συμφώνου, η κοινοπραξία βαρυνόταν με όλες τις δαπάνες και κάθε είδους έξοδα που απαιτούνται για την εκτέλεση εργασιών, πλην εκείνων που αφορούν εργασίες που έχουν κατανεμηθεί στα μέλη Μετά ταύτα η οφειλή της ΑΛΤΕ παρέμεινε ανεξόφλητος και ο εγκαλών υπέστη ζημία ανερχομένη στο ποσό των 140.172,44 ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή ωφέλεια της εταιρίας αυτής. Το γεγονός της διαβεβαιώσεως του εγκαλούντος από μέρους των κατηγορουμένων -εκκαλούντων περί του ότι η Κοινοπραξία ανελάμβανε να καλύψει τις οφειλές των μελών της σε περίπτωση οικονομικής αυτών αδυναμίας και επομένως και της ΑΛΤΕ, εάν η εταιρία αυτή αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα, επιβεβαιώνεται από τις καταθέσεις των ως άνω αναφερομένων μαρτύρων, ενώ αντιθέτως οι μάρτυρες που πρότειναν οι κατηγορούμενοι διατυπώνουν την προσωπική τους εκτίμηση περί του ότι οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ1 δεν προέβησαν στις διαβεβαιώσεις αυτές διότι η Κοινοπραξία δεν είχε τέτοια υποχρέωση. Οι διαβεβαιώσεις δε αυτές ήταν ψευδείς, διότι με το από 27-11-1999 συμφωνητικό, η Κοινοπραξία δεν είχε πλέον τέτοια υποχρέωση. Οι εκκαλούντες αρνούνται ότι τέλεσαν την αξιόποινο πράξη που τους αποδίδεται. Ο εκκαλών Χ3 ειδικότερα ισχυρίζεται ότι ως προϊστάμενος εργοταξιακού γραφείου της ΑΛΤΕ, είχε αναλάβει αρμοδιότητες σχετικές με την κατασκευή του έργου, τις συνεννοήσεις με την επιβλέπουσα υπηρεσία και την επίλυση τεχνικών προβλημάτων του έργου καθώς και τη σύνταξη επιμετρήσεων των εκτελούμενων εργασιών και δεν είχε καμία διαχειριστική αρμοδιότητα, ούτε και ασκούσε οποιαδήποτε εργασία σχετική με την οικονομική λειτουργία της εταιρίας και για τα εκτελούμενα υπ' αυτής έργα, τις οικονομικές συναλλαγές των εργολάβων, των υπεργολάβων, τον τρόπο και τον χρόνο πληρωμής αυτών, δεν ήτο εν γένει το αρμόδιο πρόσωπο. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο εγκαλών ψεύδεται, η κατηγορία σε βάρος του είναι χαλκευμένη από αυτόν (εγκαλούντα), ο οποίος ουδέποτε διέκοψε την συνεργασία του με την εταιρία ΑΛΤΕ. Όμως η διακοπή της παροχής της εργασίας του εγκαλούντος στην ΑΛΤΕ καθώς και ανάμειξη και πρωτοβουλία του ανωτέρω εκκαλούντος στην λήψη της αποφάσεως του εγκαλούντος να συνεχίσει να παρέχει την εργασία του στην εταιρία, αποχρώντως συνάγεται από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα. Οι αποδείξεις πληρωμής τις οποίες προσάγει και επικαλείται ο εκκαλών Χ3 σε φωτοτυπικά αντίγραφα, προκειμένου να αποδείξει ότι ο εγκαλών ουδέποτε διέκοψε την παροχή εργασίας, δεν αποδεικνύουν την μη διακοπή, αλλά αντίθετα ενισχύουν τον ισχυρισμό του εγκαλούντος περί του ότι για τις μέχρι τον Σεπτέμβριο του έτους 2002 παρασχεθείσες εργασίες εξοφλήθηκε ολοσχερώς λαμβάνων διάφορα χρηματικά ποσά με μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές (ούτω στις 7-11-2002 έλαβε χρηματικό ποσό 20.000 ευρώ έναντι, λογαριασμού, με την μεταχρονολογημένη .../30-6-2003 τραπεζική επιταγή της Τραπέζης SOCIETE GENERALE (SG), και στις 5-12-2002 εξοφλήθηκε ολοσχερώς με την .../31-8-2003 μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή της ιδίας Τραπέζης). Οι αποδείξεις αυτές δεν συνοδεύονται από φορτωτικές εκδοθείσες μετά τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2002, εις τρόπον ώστε να καταδεικνύεται ότι δεν έλαβε χώρα διακοπή της εργασίας κατά τον μήνα αυτόν. Η δε ζημία την οποία υπέστη ο εγκαλών δεν αμφισβητείται υπό του εν λόγω εκκαλούντος. Οι λοιποί εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι δεν προέβη σαν στις προεκτεθείσες διαβεβαιώσεις συνεπεία των οποίων φέρεται ο εγκαλών να πείστηκε να συνεχίσει να προσφέρει την εργασία του στην ΑΛΤΕ. Όμως η ανάμειξη τους και η διατύπωση και από μέρους των, των παραπάνω διαβεβαιώσεων, αποχρώντως επίσης συνάγεται από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, στέρησε την απόφασή του της νομίμου αιτιολογίας, διότι παρά τη φραστική διατύπωση, ότι έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση της κρίσης του όλες τις καταθέσεις των ανωμοτί και ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, εν τούτοις συνομολογείται από το ίδιο ότι μονομερώς έκρινε, υιοθετώντας τους ισχυρισμός του εγκαλούντος και τις καταθέσεις των υπ'αυτού προταθέντων μαρτύρων, μη συνεκτιμώντας και μη αξιολογώντας και τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, τους οποίους δεν κατονομάζει, αλλά διά του γενικού αφορισμού, ότι αυτοί εκφράζουν την "προσωπική τους εκτίμηση", δεν συνυπολογίζει την μαρτυρία τους. Εκτός αυτού, στην Αιτιολογία διαπιστώνονται λογικά κενά διότι κατά τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, τις συζητήσεις και διαπραγματεύσεις ο εγκαλών και τις απατηλές διαβεβαιώσεις, δεν τις είχε και δεν τις έλαβε από τους διευθύνοντες την "ΑΛΤΕ ΑΤΕ", η οποία φέρεται ως παρανόμως ωφεληθείσα, αλλά με τον πρώτο αναιρεσείοντα (Χ3), ο οποίος απλώς είχε την ιδιότητα του υπευθύνου του εργοταξίου, για το μέρος του έργου που είχε αναλάβει η ΑΛΤΕ ως μέλος της Κοινοπραξίας, καθώς επίσης, με τους υπόλοιπους δύο, εκ των οποίων ο Χ2 ήταν διευθυντής του έργου και ο Χ1, διαχειριστής της Κοινοπραξίας "Αττική Οδός", η οποία δεν φέρεται ως παρανόμως ωφεληθείσα. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, ο σχετικός εκ του άρθρου 484 παρ. 1 Δ Κ.Π. Δ., τελευταίος λόγος των αναιρεσειόντων είναι βάσιμος κι ως εκ τούτου το προσβαλλόμενο βούλευμα πρέπει να αναιρεθεί. Οι υπόλοιπες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν. Ειδικότερα, ως προς την ανυπαρξία αιτιολογίας, αναφορικά με τον δόλο, που προβάλλει ο αναιρεσείων Χ3, σημειώνεται ότι ο δόλος δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλά είναι συνάρτηση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία όταν εκτίθενται με πληρότητα, πιστοποιούν και την ύπαρξη αυτού. Κατά το μέρος που με αυτές πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου, απορρίπτονται ως απαράδεκτες, ενώ αντίφαση στην απόφαση δεν υπάρχει, ότι τα πορίσματα στα οποία καταλήγει το Συμβούλιο, έρχονται σε αντίθεση με τμήματα του περιεχομένου της μηνύσεως. Περαιτέρω, απόλυτη ακυρότητα εκ της παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 308 παρ. 2 Κ.Π.Δ. δημιουργείται, όταν ο κατηγορούμενος, παρά την νομίμως υποβληθείσα αίτησή του, δεν ειδοποιηθεί να λάβει γνώση της υποβληθησομένης στο Συμβούλιο προτάσεως του Εισαγγελέως και αν μετά την ειδοποίηση η δικογραφία δεν παραμείνει στην Γραμματεία της Εισαγγελίας και όχι όταν το Συμβούλιο δεν λάβει υπόψη του το περιεχόμενο του υποβληθησομένου προς το Συμβούλιο υπομνήματος αυτού. Στην κρινόμενη υπόθεση, όντως δεν διευκρινίζεται αν το Συμβούλιο για τη διαμόρφωση της κρίσης του έλαβε υπόψη του και το από 16-7-2009 υπόμνημα των άνω δύο αναιρεσειόντων. Αν δεν το έλαβε η περίπτωση εμπίπτει στον αναιρετικό λόγο, περί ελλείψεως αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα και όχι σ'αυτόν περί απολύτου ακυρότητας. Εκ του ότι, όμως, δεν αναπτύσσεται στον υπό στοιχ. Α' λόγο αναιρέσεως αυτών, το περιεχόμενο του προαναφερθέντος υπομνήματος, ο κατ'εκτίμηση περί ελλείψεως νομίμου αιτιολογίας σχετικός λόγος αυτών, πρέπει να απορριφθεί λόγω της αοριστίας του, ως απαράδεκτος. Κατόπιν όλων των ανωτέρω Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν α) Να γίνουν δεκτές οι υπ' αριθμ. 28/19-2-2010, 19 και 20/5-2-2010 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων, 1) Χ3, 2) Χ2 και 3) Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 2566/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Και β) Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο. Αθήνα 31 Μαρτίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος" Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά του αυτού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (υπ'αριθ. 2566/2009), οι υπό κρίση, με αριθ. εκθ. 19/5-2-2009, 20/5-2-2009 και 28/19-2-2009, τρεις αιτήσεις αναιρέσεως των Χ2, Χ1 και Χ3, αντίστοιχα. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή και σε άλλον (τρίτον) παράνομο περιουσιακό όφελος, αδιάφορα αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η παράσταση ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη, και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες του δράστη. Ως βλάβη νοείται και η χειροτέρευση της περιουσίας, έστω και αν υπάρχει ενεργός αξίωση κατά του δράστη ή τρίτου προς αποκατάσταση της βλάβης. Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. 5' ΚΠοινΔ, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικό κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Η αιτιολογία δεν δύναται να είναι επιλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμώνται άλλα που εισφέρθηκαν σε αυτή, με υπόμνημα ή με εξέταση μαρτύρων υπερασπίσεως, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και μια τέτοια αιτιολογία δεν είναι εμπεριστατωμένη. Απαιτείται δηλαδή να προκύπτει, ότι το Συμβούλιο, για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που εισφέρθηκαν και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή, όπως επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 του ΚΠοινΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Η αόριστη, όμως, αναφορά στο βούλευμα των στοιχείων που συγκεντρώθηκαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση, χωρίς κανένα ειδικότερο προσδιορισμό του είδους των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστικό συμβούλιο δεν αρκεί, και η έλλειψη αυτή δεν καλύπτεται από την τυχόν επιλεκτική επίκληση, κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, μεμονωμένων καταθέσεων μαρτύρων ή εγγράφων. Το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών στερείται της κατά τα ανωτέρω επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά μείζονα λόγο, όταν ο εκκαλών κατηγορούμενος έχει υποβάλει υπόμνημα και έγγραφα προς το Συμβούλιο Εφετών, μετά την υποβολή της Εισαγγελικής προτάσεως και δεν προκύπτει ότι αυτά αξιολογήθηκαν, όπως συμβαίνει όταν το Συμβούλιο αναφέρεται αποκλειστικά στην Εισαγγελική πρόταση χωρίς ίδιες σκέψεις, δεδομένου ότι έτσι έλαβε υπόψη μόνο τα έγγραφα, που υπήρχαν στην δικογραφία μέχρι την ημέρα υποβολής της Εισαγγελικής προτάσεως και όχι μέχρι της εκδόσεως του εκκληθέντος βουλεύματος και χωρίς να διευκρινίζει ρητά ότι συνεκτίμησε και τα υπομνήματα ή άλλα έγγραφα που υποβλήθηκαν από τους κατηγορουμένους μετά την υποβολή της Εισαγγελικής προτάσεως και μέχρι της εκδόσεως του. Στην προκειμένη περίπτωση, μετ'αναίρεση του 2704/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που είχε απορρίψει έφεση των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, κατά του 633/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο με αριθμό 2566/2009 βούλευμα του ιδίου Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο αυτό βούλευμα του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, απέρριψε και πάλι ως αβάσιμες τις εφέσεις των τριών αναιρεσειόντων κατά του 633/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο, λόγω σοβαρών ενδείξεων ενοχής τους, παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες στο ακροατήριο του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Αθηνών για να δικασθούν ως υπαίτιοι κακουργηματικής απάτης κατά συναυτουργία, με περιουσιακό όφελος τρίτου και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του εγκαλούντος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και ανέρχεται συνολικά σε 140.172,44 ευρώ. Δέχθηκε, συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, χωρίς ίδιο αιτιολογικό, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα του με αριθ. 1443/2009 Εισαγγελική πρόταση, όσα διαλαμβάνονται στην πρόταση αυτή, στην οποία εκτίθενται για τους αναιρεσείοντες, τα ακόλουθα: "Από το συλλεγέν από την διενεργηθείσα κυρία ανάκριση αλλά και την προηγηθείσα αυτής προκαταρκτική εξέταση αποδεικτικό υλικό και δη τις καταθέσεις των ενόρκως και ανωμοτί εξετασθέντων μαρτύρων, τα περιεχόμενα στην δικογραφία έγγραφα, τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα υπομνήματα αυτών, τα περιστατικά της εγκλήσεως, τις εκθέσεις εφέσεως και τα έγγραφα και υπομνήματα που συνοδεύουν αυτές, προέκυψαν τα εξής: Ο εγκαλών Ψ, κάτοικος ..., τυγχάνει επαγγελματίας αυτοκινητιστής και έχει στην ιδιοκτησία του φορτηγά αυτοκίνητα δημοσίας χρήσεως, με τα οποία εκτελεί στα πλαίσια του επαγγέλματος του διάφορες εργασίες εκσκαφής και μεταφοράς μπαζών, οικοδομικών και άλλων αδρανών υλικών. Από το έτος 2000, ο εγκαλών συμφώνησε με την ανώνυμη τεχνική εταιρία ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε. να αναλάβει και να εκτελέσει ως υπεργολάβος, χωματουργικές εργασίες στην κατασκευή της Αττικής Οδού και πράγματι από τον μήνα Μάιο του έτους 2000 άρχισε να μεταφέρει για λογαριασμό της ως άνω εταιρίας μπάζα και άλλα αδρανή υλικά απασχολούμενος πάντα στην κατασκευή της Αττικής Οδού. Ο εγκαλών παρείχε τις υπηρεσίες του στην ρηθείσα ανώνυμη τεχνική εταιρία από τον μήνα Μάιο του έτους 2000 έως και τον Σεπτέμβριο του έτους 2002 και εισέπραξε κανονικά τις αμοιβές του από την εταιρία αυτή. Κατά τον μήνα Ιούλιο του έτος 2002 παρατηρήθηκε μία εκτεταμένη οικονομική δυσπραγία της ως άνω εταιρίας, η οποία αδυνατούσε να καλύψει τις επιταγές της, καλώντας όλους τους εργαζομένους να αναλάβουν επιταγές οι οποίες θα πληρώνονταν μετά πάροδο δέκα μηνών. Ενόψει δε του δεδομένου αυτού, ο εγκαλών, φοβούμενος ότι θα απολέσει τις αμοιβές του αλλά και διαπιστώνοντας ότι η λήψη 10μηνων επιταγών δεν τον συνέφερε πλέον οικονομικά, διότι δεν μπορούσε να καλύψει τα έξοδα του (καύσιμα, Φ.Π.Α., αμοιβές οδηγών) για τα οποία χρειαζόταν κάθε μήνα ένα αρκετά μεγάλο ποσό σε μετρητά, απεφάσισε να αποχωρήσει από την εταιρία μη παρέχοντας πλέον την εργασία του σε αυτήν. Ούτω κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2002, ο εγκαλών απέσυρε τα φορτηγά του από το εργοτάξιο της εταιρίας και έπαυσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε αυτήν, ενώ για τις μέχρι τότε παρασχεθείσες εργασίες εξοφλήθηκε ολοσχερώς λαμβάνων διάφορα χρηματικά ποσά με μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές (ούτω στις 7-11-2002 έλαβε χρηματικό ποσό 20.000 ευρώ έναντι λογαριασμού, με την μεταχρονολογημένη .../30-6-2003 τραπεζική επιταγή της Τραπέζης SOCIETE GENERALE (SG), και στις 5-12-2002 εξοφλήθηκε ολοσχερώς με την .../31-8-2003 μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή της ιδίας Τραπέζης). Το γεγονός της παύσεως της παροχής της εργασίας λόγω της οικονομικής δυσπραγίας της ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε. επιβεβαιώνεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων α) ..., υπεργολάβου χωματουργικών εργασιών, ο οποίος είχε επίσης συνάψει σύμβαση με την ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε., και ο οποίος καταθέτει επί λέξει: "Από τον Ιούλιο του έτους 2002 είχαν αρχίσει προβλήματα πληρωμών και το Σεπτέμβρη του 2002 ο Ψαποχώρησε. Εγώ παρέμεινα στην εργασία μου περιμένοντας να πληρωθώ ενώ αρχίσει να γίνονται και στάσεις εργασίας από τους εργαζόμενους β) ΑΑ, υιού του εγκαλούντος, υπεργολάβου επίσης χωματουργικών εργασιών, γ) ..., ιδιοκτήτη φορτηγού αυτοκινήτου που εργάστηκε επίσης στην ΑΛΤΕ, δ) ..., χειριστή μηχανημάτων που εργαζόταν τότε στην ΑΛΤΕ, ενώ από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως δεν συνάγεται αντίθετο συμπέρασμα. Εξ άλλου και το γεγονός της εκδόσεως της εξοφλητικής αποδείξεως .../5-12-2002 ποσού 4.150,00 ευρώ, επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του εγκαλούντος περί του ότι την ημεροχρονολογία αυτή εξοφλήθηκε ολοσχερώς για ης μέχρι τότε παρασχεθείσες υπ' αυτού εργασίες αλλά και περί του ότι η ΑΛΤΕ εμφάνιζε ταμειακές δυσχέρειες, δεδομένου ότι για το ποσό αυτό των 4.150,00 ευρώ, ως προκύπτει από το σώμα της αποδείξεως, εξέδωκε μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή .../31-8-2003, πληρωτέα δηλαδή μετά πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος, την οποία (επιταγή) αναφέρει στην εξοφλητική απόδειξη. Ακολούθως και δη περί τα μέσα Δεκεμβρίου του έτους 2002, ο κατηγορούμενος-εκκαλών Χ3, ο οποίος ήτο υπεύθυνος των εργοταξίων της εταιρίας ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε. για την κατασκευή της Αττικής Οδού, ζήτησε από τον εγκαλούντα να επιστρέψει στην εταιρία και να συνεχίσει να προσφέρει τις εργασίες του εις αυτήν με τα φορτηγά του, αναφέροντας του ότι η εταιρία ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε. ανήκε στην "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ" και ως εκ τούτου τα χρήματα της αμοιβής του ήταν εξασφαλισμένα, ακόμη και αν η εταιρία πτώχευε, δεδομένου ότι -σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του εν λόγω κατηγορουμένου-, σε αυτές τις περιπτώσεις (δηλαδή της πτωχεύσεως ή της οικονομικής εν γένει αδυναμίας ενός μέλους της κοινοπραξίας), η κοινοπραξία ανελάμβανε όλες τις οφειλές των εταιριών μελών αυτής. Οι διαβεβαιώσεις αυτές διατυπώθηκαν από μέρους του κατηγορουμένου Χ3 κατ' επανάληψη κατά τους μήνες Δεκέμβριο του έτους 2002 και Ιανουάριο του έτους 2003. Σημειωτέον δε ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος απηύθυνε τις διαβεβαιώσεις αυτές προς όλους τους εργαζομένους της ΑΛΤΕ, ενώ για να πείσει τον εγκαλούντα Ψ για το αληθές δήθεν των διαβεβαιώσεων του, τις οποίες είχε απευθύνει επανειλημμένα σε αυτόν κατά το ως άνω αναφερόμενο χρονικό διάστημα, τον παρότρυνε να επισκεφθεί τα γραφεία της ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ, όπου εκεί, κατά μήνα Ιανουάριο του έτους 2003, οι εκκαλούντες Χ2, γενικός τεχνικός διευθυντής της Κοινοπραξίας και Χ1, διαχειριστής της Κοινοπραξίας, διαβεβαίωσαν επίσης· αυτόν ότι η Κοινοπραξία ανελάμβανε να καλύψει τις οφειλές των μελών της σε περίπτωση οικονομικής αυτών αδυναμίας και ούτω, στην περίπτωση της ΑΛΤΕ, εάν η εταιρία αυτή αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα, τότε τα χρήματα της αμοιβής του εγκαλούντος για τις παρασχεθείσες υπ' αυτού εργασίες, θα καταβάλλονταν από την Κοινοπραξία. Επέδειξαν μάλιστα οι εκκαλούντες Χ2 και Χ1 στον εγκαλούντα και τον υιό του ΑΑ, το από 27-4-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο τροποποιήθηκε το αρχικό συμφωνητικό συστάσεως της Κοινοπραξίας, όπου στο άρθρο 20 αυτού αναφέρεται: "Η κοινοπραξία θα βαρύνεται με όλες τις δαπάνες και κάθε είδους έξοδα που απαιτούνται για την εκτέλεση των εργασιών μέχρι τη λύση της". Μετά τις διαβεβαιώσεις αυτές ο εγκαλών πείστηκε και στις 16-1-2003 επέστρεψε στην ΑΛΤΕ και άρχισε να προσφέρει εκ νέου τις εργασίες του, λαμβάνοντας για την αμοιβή του μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, έχοντας όμως την βεβαιότητα ότι σε περίπτωση αδυναμίας πληρωμής αυτών θα καλυπτόταν από την Κοινοπραξία. Κατά μήνα Μάιο του έτους 2004 οξύνθηκε το οικονομικό πρόβλημα της ΑΛΤΕ και η εταιρία αυτή δεν ήτο εις θέσιν να χορηγήσει στον εγκαλούντα μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές για την πληρωμή των εργασιών που παρείχε. Οι μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές ..., ..., ..., ... της Τραπέζης SG, ποσών 40.000, 30.000, 10.000, 20.000 ευρώ αντιστοίχως, συνολικού ποσού 100.000 ευρώ δεν πληρώθηκαν και σφραγίστηκαν από τη πληρώτρια Τράπεζα λόγω ελλείψεως διαθεσίμου υπολοίπου στις 7-1-2005, ενώ η ΑΛΤΕ όφειλε στον εγκαλούντα και χρηματικό ποσό 40.172,44 ευρώ επί τη βάσει των .../18-5-2004, .../18-5-2004, .../26-7-2004, .../26-7-2004, .../17-6-2004, .../1-10-2004, .../24-6-2004, .../22-4-2004 φορτωτικών, ποσών 2.444,81, 18.369,40,4.433,02, 2.724,87, 2.098,71, 8.690,95, 257,00, 1.153,68 και συνολικά 40.172,44 ευρώ, για μεταφορά αδρανών υλικών και υλικών εκσκαφής. Ο εγκαλών παρά την οικονομική αδυναμία της ΑΛΤΕ, την εκδηλωθείσα ήδη κατά τον μήνα Μάιο του έτους 2004, εξηκολούθησε να παρέχει την εργασία του στην εν λόγω εταιρία, διότι είχε πεισθεί στις διαβεβαιώσεις των εκκαλούντων περί του ότι οι απαιτήσεις του θα καλύπτονταν από την Κοινοπραξία στην οποία και απευθύνθηκε προκειμένου να εισπράξει τα οφειλόμενα προς αυτόν τα οποία ανήρχοντο συνολικώς στο ποσό των 140.172,44 ευρώ, όπου όμως πληροφορήθηκε ότι η Κοινοπραξία δεν είχε τέτοια υποχρέωση και ότι μόνον η ΑΛΤΕ ήτο υπόχρεη να καταβάλει το παραπάνω ποσό. Τούτο δε διότι επί τη βάσει του από 27-11-1999 συμφωνητικού τροποποίησης και κωδικοποίησης του κοινοπρακτικού συμφώνου, η κοινοπραξία βαρυνόταν με όλες τις δαπάνες και κάθε είδους έξοδα που απαιτούνται για την εκτέλεση εργασιών, πλην εκείνων που αφορούν εργασίες που έχουν κατανεμηθεί στα μέλη Μετά ταύτα η οφειλή της ΑΛΤΕ παρέμεινε ανεξόφλητος και ο εγκαλών υπέστη ζημία ανερχομένη στο ποσό των 140.172,44 ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή ωφέλεια της εταιρίας αυτής. Το γεγονός της διαβεβαιώσεως του εγκαλούντος από μέρους των κατηγορουμένων -εκκαλούντων περί του ότι η Κοινοπραξία ανελάμβανε να καλύψει τις οφειλές των μελών της σε περίπτωση οικονομικής αυτών αδυναμίας και επομένως και της ΑΛΤΕ, εάν η εταιρία αυτή αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα, επιβεβαιώνεται από τις καταθέσεις των ως άνω αναφερομένων μαρτύρων, ενώ αντιθέτως οι μάρτυρες που πρότειναν οι κατηγορούμενοι διατυπώνουν την προσωπική τους εκτίμηση περί του ότι οι κατηγορούμενοι Χ2, και Χ1 δεν προέβησαν στις διαβεβαιώσεις αυτές διότι η Κοινοπραξία δεν είχε τέτοια υποχρέωση. Οι διαβεβαιώσεις δε αυτές ήταν ψευδείς, διότι με το από 27-11-1999 συμφωνητικό, η Κοινοπραξία δεν είχε πλέον τέτοια υποχρέωση. Οι εκκαλούντες αρνούνται ότι τέλεσαν την αξιόποινο πράξη που τους αποδίδεται. Ο εκκαλών Χ3 ειδικότερα ισχυρίζεται ότι ως προϊστάμενος εργοταξιακού γραφείου της ΑΛΤΕ, είχε αναλάβει αρμοδιότητες σχετικές με την κατασκευή του έργου, τις συνεννοήσεις με την επιβλέπουσα υπηρεσία και την επίλυση τεχνικών προβλημάτων του έργου καθώς και τη σύνταξη επιμετρήσεων των εκτελούμενων εργασιών και δεν είχε καμία διαχειριστική αρμοδιότητα, ούτε και ασκούσε οποιαδήποτε εργασία σχετική με την οικονομική λειτουργία της εταιρίας και για τα εκτελούμενα υπ' αυτής έργα, τις οικονομικές συναλλαγές των εργολάβων, των υπεργολάβων, τον τρόπο και τον χρόνο πληρωμής αυτών, δεν ήτο εν γένει το αρμόδιο πρόσωπο. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο εγκαλών ψεύδεται, η κατηγορία σε βάρος του είναι χαλκευμένη από αυτόν (εγκαλούντα), ο οποίος ουδέποτε διέκοψε την συνεργασία του με την εταιρία ΑΛΤΕ. Όμως η διακοπή της παροχής της εργασίας του εγκαλούντος στην ΑΛΤΕ καθώς και ανάμειξη και πρωτοβουλία του ανωτέρω εκκαλούντος στην λήψη της αποφάσεως του εγκαλούντος να συνεχίσει να παρέχει την εργασία του στην εταιρία, αποχρώντως συνάγεται από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα. Οι αποδείξεις πληρωμής τις οποίες προσάγει και επικαλείται ο εκκαλών Χ3 σε φωτοτυπικά αντίγραφα, προκειμένου να αποδείξει ότι ο εγκαλών ουδέποτε διέκοψε την παροχή εργασίας, δεν αποδεικνύουν την μη διακοπή, αλλά αντίθετα ενισχύουν τον ισχυρισμό του εγκαλούντος περί του ότι για τις μέχρι τον Σεπτέμβριο του έτους 2002 παρασχεθείσες εργασίες εξοφλήθηκε ολοσχερώς λαμβάνων διάφορα χρηματικά ποσά με μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές (ούτω στις 7-11-2002 έλαβε χρηματικό ποσό 20.000 ευρώ έναντι, λογαριασμού, με την μεταχρονολογημένη .../30-6-2003 τραπεζική επιταγή της Τραπέζης SOCIETE GENERALE (SG), και στις 5-12-2002 εξοφλήθηκε ολοσχερώς με την .../31-8-2003 μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή της ιδίας Τραπέζης). Οι αποδείξεις αυτές δεν συνοδεύονται από φορτωτικές εκδοθείσες μετά τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2002, εις τρόπον ώστε να καταδεικνύεται ότι δεν έλαβε χώρα διακοπή της εργασίας κατά τον μήνα αυτόν. Η δε ζημία την οποία υπέστη ο εγκαλών δεν αμφισβητείται υπό του εν λόγω εκκαλούντος. Οι λοιποί εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι δεν προέβη σαν στις προεκτεθείσες διαβεβαιώσεις συνεπεία των οποίων φέρεται ο εγκαλών να πείστηκε να συνεχίσει να προσφέρει την εργασία του στην ΑΛΤΕ. Όμως η ανάμειξη τους και η διατύπωση και από μέρους των, των παραπάνω διαβεβαιώσεων, αποχρώντως επίσης συνάγεται από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα. Εν προκειμένω, από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά και δεδομένα προκύπτουν κατά των κατηγορουμένων σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την αξιόποινο πράξη για την οποία διώκονται. Η ζημία την οποία υπέστη ο εγκαλών ο οποίος παραπλανήθηκε από τις ψευδείς παραστάσεις των κατηγορουμένων ανέρχεται στο ποσό των 140.172,44 ευρώ. Δεν τίθεται θέμα κατ' εξακολούθηση τελέσεως της απάτης εν σχέσει με τον κατηγορούμενο Χ3, δεδομένου ότι κάθε επιζήμια περιουσιακή διάθεση, οφείλεται εν προκειμένω στην άπαξ επελθούσα πλάνη του εγκαλούντος, η οποία (πλάνη) προκλήθηκε κατά μήνες Δεκέμβριο του έτους 2002 και Ιανουάριο του έτους 2003. Οι λοιποί κατηγορούμενοι ενήργησαν συγχρόνως, και με κοινό δόλο κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 45 ΠΚ. Η ζημία την οποία υπέστη ο εγκαλών τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις ψευδείς παραστάσεις των εκκαλούντων κατηγορουμένων. Κατά συνέπεια οι εφέσεις πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμες, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να διαταχθεί η εκτέλεση αυτού και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα ποσού 220,00 ευρώ σε βάρος ενός εκάστου των εκκαλούντων (άρθρ. 583παρ.1 ΚΠΔ) Αθήνα 10/7/2009". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, την κατά την ανωτέρω έννοια απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ειδικότερα: α) αιτιολογείται ελλιπώς η κρίσιμη παραδοχή του βουλεύματος περί υπάρξεως σοβαρών ενδείξεων για το ψευδές των διαβεβαιώσεων των αναιρεσειόντων, του πρώτου ως υπεύθυνου απλώς εργοταξίου της εργολαβικής εταιρείας "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" , του δευτέρου Χ2, ως τεχνικού διευθυντή της Κοινοπραξίας που είχεν αναλάβει τα έργα της Αττικής Οδού και του τρίτου Χ1, ως Διαχειριστή της άνω Κοινοπραξίας, προς τον εγκαλούντα, αυτοκινητιστή, να επιστρέψει και να εκτελέσει με τα φορτηγά αυτοκίνητα του εργασίες εκσκαφής και μεταφοράς χωματουργικών υλικών, για λογαριασμό της εργολήπτιας εταιρείας ΑΛΤΕ ΑΤΕ, που ήταν μέλος της εργολήπτιας Κοινοπραξίας, και ότι σε περίπτωση οικονομικής αδυναμίας της ΑΛΤΕ ΑΤΕ, θα πληρωνόταν από την ίδια την Κοινοπραξία της οποίας ήταν μέλος, εκ των οποίων (διαβεβαιώσεων των κατηγορουμένων), παραπείσθηκε ο εγκαλών και επέστρεψε και συνέχισε την εκτέλεση του έργου που του ανέθεσε η εταιρεία ΑΛΤΕ ΑΤΕ, η οποία όμως ουδέποτε του κατέβαλε την οφειλόμενη εργολαβική αμοιβή, ούτε και η κοινοπραξία, ενόψει του γεγονότος ότι οι κατηγορούμενοι, κατά τις παραδοχές, δεν είναι νόμιμοι εκπρόσωποι της άνω ανώνυμης εταιρείας, ούτε γίνεται δεκτό ότι λειτουργούσαν για λογαριασμό της εταιρείας αυτής και β) ενώ προκύπτει από τα επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας ότι οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, μετά την ειδοποίηση τους περί της υποβληθείσας στο Συμβούλιο Εφετών απορριπτικής των εφέσεων τους από 10-7-2009 Εισαγγελικής προτάσεως, κατέθεσαν αρμοδίως, στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, κατά το άρθρο 308 παρ.2 του ΚΠοινΔ, συνταχθείσας σχετικής εκθέσεως και εντός του νομίμου δεκαημέρου από της ειδοποιήσεως τους, τα από 16-7-2009 και από 24-7-2009, υπομνήματα τους προς το Συμβούλιο Εφετών, αντικρούοντες την Εισαγγελική πρόταση, τα υπομνήματα αυτά προκύπτει ότι ουδόλως λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο Εφετών, αφού αυτό, εξ ολοκλήρου αναφερθέν στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του υπό χρονολογία 10-7-2009 εισαγγελική πρόταση, είναι προφανές ότι δεν έλαβε υπόψη τα μεταγενέστερα αυτής ως άνω υπομνήματα. Κατ' ακολουθίαν, είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ λόγος των κρινόμενων αιτήσεων, που πλήττουν το προσβαλλόμενο βούλευμα για τις ανωτέρω πλημμέλειες και πρέπει, κατά παραδοχή των αιτήσεων, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα στο σύνολο του και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως, (άρθρα 485 παρ.1 και 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το 2566/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και. Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Και Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βούλευμα παραπεμπτικό για κακουργηματική απάτη κατ' επάγγελμα, με ζημία άνω των 15.000 ευρώ (άρθρα 386 § 1, 3α και 13 στ' ΠΚ). Βάσιμος ο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα γιο έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι είχαν υποβάλει υπόμνημα προς το Συμβούλιο Εφετών, μετά την υποβολή της Εισαγγελικής προτάσεως και δεν προκύπτει ότι αυτά αξιολογήθηκαν, όταν το Συμβούλιο αναφέρεται αποκλειστικά στην Εισαγγελική πρόταση και δεν περιέχει ίδιες σκέψεις, δεδομένου ότι έτσι έλαβε υπόψη μόνο τα έγγραφα, που υπήρχαν στην δικογραφία μέχρι την ημέρα υποβολής της Εισαγγελικής προτάσεως και όχι μέχρι της εκδόσεως του εκκληθέντος βουλεύματος, χωρίς να διευκρινίζει ρητά ότι συνεκτίμησε και το υπομνήματα ή άλλα έγγραφα που υποβλήθηκαν από τους κατηγορουμένους μέχρι της εκδόσεώς του.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό.
0
Αριθμός 1194/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ανδρικόπουλο, περί αναιρέσεως της 9355/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 351/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Aπό το συνδυασμό των διατάξεων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474, 476 παρ. 1, 484 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων και βουλευμάτων πρέπει στην έκθεση ή τη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφής και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικώς στα άρθρα 510 και 484 Κ.Ποιν.Δ. λόγους αναιρέσεως η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τοιαύτη απορριπτέα (άρθρα 476 και 513 Κ.Ποιν.Δ.). Δεν είναι αρκετή η παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως, που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναιρέσεως είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με παραπομπή σε στοιχεία που βρίσκονται, σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων που κατατίθενται εγγράφως στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου κατ' άρθρο 509 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. και προϋπόθεση του παραδεκτούς των οποίων είναι η ύπαρξη ενός τουλάχιστον παραδεκτού κυρίου λόγου αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 2/2002). Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγου αναιρέσεως της ελλείψεως από την απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του Κ.Ποιν.Δ., και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως πρέπει, αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της προσβαλλομένης αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση, αν δε υπάρχει αιτιολογία αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως ή ποιες οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία αυτής ή οι αντιφατικές αιτιολογίες ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν έχουν ληφθεί υπόψη ή δεν εξετιμήθησαν από το δικαστήριο της ουσίας. Περαιτέρω για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως πρέπει στην έκθεση να διαλαμβάνονται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που φέρεται ότι παρεβιάσθη, η μορφή της παραβιάσεώς της, εάν δηλαδή, έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της, η έννοια που εδόθη σ' αυτήν από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που εδέχθη το δικαστήριο ότι απεδείχθησαν κατά την γενομένη υπαγωγή τους σ' αυτή. Επίσης η αίτηση αναιρέσεως για σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (αρθρ. 171 παρ. 1) καθώς και για έλλειψη ακροάσεως πρέπει, (για να είναι παραδεκτός ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' λόγος) να περιέχει κάποια από τις ακυρότητες που διαλαμβάνονται στο άρθρο αυτό και δεν καλύφθηκαν ή ποιο δικαίωμα από αυτά που παρέχονται ρητώς από το νόμο στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του ζήτησε να ασκήσει και το δικαστήριο του αρνήθηκε τούτο ή παρέλειψε να αποφανθεί επί της σχετικής αιτήσεως, έτσι ώστε να υπάρχει έλλειψη ακροάσεως, διαφορετικά ο σχετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αόριστος. Περαιτέρω μεταξύ των λόγων αναιρέσεως δεν περιλαμβάνεται η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δοθέντος ότι ο Άρειος Πάγος δεν υπεισέρχεται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών για το οποία κρίνει ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας. Ομοίως, όταν πρόκειται για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο (άρθρο 171) και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' λόγο αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται ποια είναι η απόλυτη ακυρότητα και ποιες οι παραβιασθείσες διατάξεις που την επέφεραν και αν αφορά την παραβίαση δικαιώματος προς εμφάνιση, υπεράσπιση του κατηγορουμένου, σε τι συνίσταται αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινομένη από 8/12/2009 αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η 9355/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων) με την οποία ο ήδη αναιρεσείων που εκπροσωπήθηκε από την εξουσιοδοτημένο προς τούτο συνήγορό του καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, για συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση που έγινε δεκτό ότι τελέσθηκε στην Αθηνά στις ... με όσα ψευδή γεγονότα ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του παθόντος εν γνώσει της αναληθείας των. Προς θεμελίωση της αιτήσεως του αυτής ο ήδη αναιρεσείων επικαλείται (κατ' αντιγραφή από την υπ' αριθμό 511/2009 έκθεση αναιρέσεως) ότι ασκεί αναίρεση κατά της άνω αποφάσεως για τους παρακάτω λόγους, " 1) Το δικαστήριο έσφαλε διότι με καταδίκασε με ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών ευρισκόμενος άρρωστος σε δημόσιο νοσοκομείο που τόσο μάρτυρες όσο και επίσημες γνωματεύσεις το βεβαιώνουν, 2) Το δικαστήριο έσφαλε που βάσει νόμου παραγράφονται λόγω πενταετίας. 3) Το δικαστήριο έσφαλε διότι άπαντα αναφορές κλπ. καμία δεν ήσαν επικυρωμένη και δικαστικά βάσει τα αναφερόμενα αιτιολογικά που έγραφε ο αντίδικος στην έγκλησή του που άπαντα ήταν αναληθή. 4) Το δικαστήριο έσφαλε διότι ο μάρτυρας του αντιδίκου ..., κουμπάρος του, που βεβαίωνε ότι εγώ έκανα πλαστογραφία απεδείχθη ψευδορκία χωρίς το δικαστήριο να του απαγγείλει κατηγορία και στον μηνυτή και στον μάρτυρά του. 5) Το δικαστήριο έσφαλε διότι στο φάκελο δικογραφίας που έγινε έλεγχος αποδεικτικά στοιχεία των αναφορών 25/2/2002, 26/3/2002, 20/5/2002, 30/5/2002, 1/9/2003, 2/7/2004, 2/9/2004 δεν ευρέθησαν ούτε επικυρωμένα ούτε επίσημα αλλά τιμωρήθηκα για την αλήθεια που δεν αποτελεί συκοφαντία. 6) Διότι ο μηνυτής μου τ. γαμβρός μου που του επεβλήθη ποινή φυλάκισης τεσσάρων ποινών (εννοεί μηνών) για συκοφαντία από Αναθεωρητικό Στρατοδικείο κατόπιν της 1753/2008 αποφάσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου που Άρειος Πάγος άσκησε αναίρεση κατά της 383/2007 απόφασης του Αναθεωρητικού Στρατοδικείου. 7) Είναι αλήθεια ως φαίνεται στο συνημμένο πόρισμα ότι ο μηνυτής μου ως Δ/ντης Μονάδος έδωσε διαταγή συγκολλήσεως του φονικού όπλου που κομματιάσθηκαν τρία παλικάρια. 8) Υποβάλλεται η 1753/08 απόφαση του Αρείου Πάγου που φαίνεται ότι ο μηνυτής ήταν αυτός που τέλεσε το έγκλημα της συκοφαντίας για γρήγορο διαζύγιο. 9) Στην 1753/08 απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου φαίνεται στη σελίδα (4) πότε υπέβαλε αγωγή για λύση του γάμου του (...). 10) Υποβάλλεται βεβαίωση πυρόπληκτης οικογένειας. 11) Υποβάλλεται και η 70 Απόφαση 2009 που του επεβλήθη ποινές φυλάκισης 4 μηνών για συκοφαντία προς κρίσης σας. 12) Υποβάλλονται γνωματεύσεις νοσοκομείου προς κρίση σας. 13) Υποβάλλεται μέρος καταγγελιών των φοιτητριών θυγατέρων του γράφοντας κατά λέξη "ούτε σκυλιά είμαστε". 14) Υποβάλλονται εξώδικα στα ίδια τα παιδιά του. 15) Υποβάλλεται αγωγή του για λύση του γάμου του με πολύ βρωμιά γράφοντα μητέρα με τρία παιδιά κλέφτρα-τρελή-μαχαιροβγάλτα και παρά λίγο φόνισσα, για γρήγορο διαζύγιο. 16) Υποβάλλονται αποδεικτικά στοιχεία που δεν ελήφθησαν υπόψη του Δικαστηρίου. 17) Υποβάλλεται αναφορά μάρτυρος προς κρίση. 18) Υποβάλλεται θέση ευθύνης πατέρα κατά τη δικτατορία. 19) Στον υπάρχοντα φάκελλο υπάρχουν σωρεία αποδεικτικών για την αλήθεια και την αθωότητά μου. Είμαι αθώος. Ένας υπέργηρος 78 χρονών με χημειοθεραπεία ζητά δικαιοσύνη". Είναι πρόδηλη η αοριστία όσων προβάλλονται ανωτέρω με το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Δεν συνιστούν αυτά που αναφέρει στην ένδικη αίτησή του ο αναιρεσείων αιτιάσεις από τις οποίες να δύναται να εκτιμηθεί ότι περιέχει λόγους αναιρέσεως που να αφορούν α) στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, γ) στην απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από τη λήψη υπόψη αναγνωσθέντων εγγράφων και δ) στην έλλειψη ακροάσεως ή σε άλλη παραβίαση κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο που να δημιουργούσε σχετική ακυρότητα που δεν καλύφθηκε. Εξ άλλου ως εκ του ανωτέρω αναφερομένου χρόνου τελέσεως των μερικότερων πράξεων της συκοφαντικής δυσφημήσεως για την κατ' εξακολούθηση τέλεση της οποίας καταδικάσθηκε ο ήδη αναιρεσείων, έπεται ότι αυτή, τιμωρούμενη σε βαθμό πλημμελήματος δεν είχε παραγραφεί κατά την εκδίκασή της σε δεύτερο βαθμό στις 12/11/2009 και δεν ετίθετο ζήτημα παραγραφής για να πρέπει να εκτείνεται η αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως και στα περιστατικά που αφορούν την έναρξη και τη συμπλήρωση της παραγραφής, ως θεσμού ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η διάρκεια της οποίας επί πλημμελημάτων ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 111 Π.Κ. πενταετής, με έναρξη κατά το άρθρο 112 του ιδίου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε, κατά τη διάταξη του άρθρου 113 Π.Κ. κατά τη διάρκεια της κυρίας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, όχι όμως πέραν της τριετίας, λαμβάνεται δε υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Περαιτέρω ο Άρειος Πάγος κρίνει κατά την επί αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιόν του διαδικασία τα έγγραφα που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι αναγνώσθηκαν και αυτά που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και λήφθηκαν υπόψη και όπως προκύπτει από το άρθρο 364 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., στο ακροατήριο διαβάζονται εκτός των άλλων και εκείνα που αποτελούν το σώμα ή τη βάση του εγκλήματος καθώς και τα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους, δεν επιδρά δε επί της διαδικασίας η τυχόν ακυρότητα των εκθέσεων και εγγράφων που αναγνώσθηκαν χωρίς εναντίωση και των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα κατά την αποδεικτική διαδικασία, η ανάγνωση δε, τέτοιων εγγράφων στο ακροατήριο δεν καθιστά απαραίτητη την παράθεση ειδικής αιτιολογίας για να ληφθούν υπόψη ούτε ιδρύει λόγο αναιρέσεως διότι δεν εμπίπτει σε κανένα από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Ποιν.Δ. λόγους αναιρέσεως. Οι αιτιάσεις δε του αναιρεσείοντος με τις οποίες πλήττεται η καταδικαστική σε βάρος του απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος άνω δικαστηρίου, που αφορούν στο ότι τα αναφερόμενα από τον αντίδικό του στην έγκληση ήταν άπαντα αναληθή, στο ότι τιμωρήθηκε ο ίδιος (αναιρεσείων) για την αλήθεια όσων διαλαμβάνονται στις αναφορέα του που δεν αποτελεί συκοφαντία και στο ότι ο μηνυτής ήταν αυτός που ως Διοικητής Μονάδος έδωσε διαταγή συγκολλήσεως του φονικού όπλου που είχε αποτέλεσμα το θάνατο τριών στρατευσίμων, καθώς και στο ότι προκύπτει ότι ήταν αληθή αυτά που ισχυρίσθηκε από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας είναι απαράδεκτες και εκ του λόγου αυτού απορριπτέες, διότι κατατείνουν σε διαφορετική εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. Κ.Ποιν.Δ.) καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (αρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δικ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8/12/2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, για αναίρεση της 9355/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ψ, που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση. Καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου. Αίτηση αναιρέσεως του καταδικασθέντος για την άνω πράξη. Απορρίπτονται οι λόγοι αναιρέσεως διότι οι αιτιάσεις που προβάλλονται δεν δύναται να εκτιμηθεί ότι αφορούν σε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είτε σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είτε σε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων ήταν πλημμέλημα και ως εκ του χρόνου τελέσεως δεν είχε παραγραφεί κατά την εκδίκαση της υποθέσεως σε δεύτερο βαθμό για να είναι υποχρεωμένο το δικαστήριο της ουσίας να επεκταθεί κατά την αιτιολόγηση σε περιστατικά σχετικά με την έναρξη και τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής της πράξεως που αναστέλλεται κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας μέχρι τρία έτη. Κατά την επί της αιτήσεως αναιρέσεως διαδικασία ο Άρειος Πάγος κρίνει τα έγγραφα που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποτελούσαν το σώμα ή τη βάση του εγκλήματος και όσα αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και αυτά που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας και λήφθηκαν υπόψη και δεν επιδρά επί της διαδικασίας η τυχόν ακυρότητα των εκθέσεων και εγγράφων που αναγνώσθηκαν χωρίς εναντίωση και των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα κατά την αποδεικτική διαδικασία και δεν είναι απαραίτητη η παράθεση ειδικής αιτιολογίας ούτε ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από την ανάγνωση τέτοιων εγγράφων. Είναι απαράδεκτοι ως κατατείνοντες σε διαφορετική εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και αφορώντες στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας οι λόγοι που αφορούν στο ότι ήταν αναληθή όσα ανέφερε ο μηνυτής και ότι ήταν αληθή όσα διέλαβε ο ίδιος ο αναιρεσείων στις υποβληθείσες αναφορές του και ισχυρίσθηκε όπως προέκυπταν από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Απορρίπτει αίτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δυσφήμηση συκοφαντική.
0
Αριθμός 1193/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων: 1)Χ1 και 2)Χ2, κατοίκων ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Τσιβόλα, περί αναιρέσεως της 6774/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Θεόδωρο Παναγόπουλο και Χρήστο Κωνσταντινίδη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 300/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ "με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμοδία για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή, και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Επίσης, από την άνω διάταξη προκύπτει ότι το έγκλημα της ψευδορκίας το οποίο είναι διαζευκτικώς (ή υπαλλακτικώς) μικτό πραγματώνεται με πλείονες τρόπους στην ίδια κατάθεση (θετική ψευδής κατάθεση, απόκρυψη, άρνηση), μπορεί δηλαδή να συντελεσθεί είτε με καθένα με ξεχωριστά από τους στην άνω διάταξη οριζόμενους τρόπους, είτε και με όλους μαζί, οι οποίοι μπορεί να συντρέχουν, γιατί αποτελούν εκφάνσεις της ίδιας εγκληματικής δράσεως, ήτοι ενός μόνον εγκλήματος και κανένας από τους τρόπους αυτούς δεν αποκλείει τον άλλον. Περαιτέρω, από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι τετελεσμένο είναι το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, όταν περατωθεί η κατάθεσή του. Έτσι, αν για την ολοκλήρωση της εξετάσεως του μάρτυρος, εξετασθεί αυτός περισσότερες από μία φορές σε πολλές συνεδριάσεις, διαπράττεται μόνο μία αξιόποινη πράξη ψευδορκίας και όχι περισσότερες κατ' εξακολούθησιν. Και αυτό γιατί κατάθεση δεν αποτελούν οι περισσότερες εξετάσεις του μάρτυρα, αλλά το σύνολο των δηλώσεών του. Τέλος, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 περ. α' του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση και παραγωγή της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια, ή με τη διέγερση μίσους κατά του παθόντος, με πειθώ ή φορτικότητα ή προτροπές ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητος και της θέσεώς του ή της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στην συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινείται ο φυσικός αυτουργός, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός εάν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν εκτίθενται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδορκία μάρτυρα, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία: Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση το σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική της υπόσταση και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού, πράγμα που συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή με την παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την γνώση, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως τα ψευδή πραγματικά περιστατικά θεμελιώνονται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση και άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος, από τον Άρειο Πάγο, της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 6774/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκαν ο μεν πρώτος κατηγορούμενος - αναιρεσείων Χ1 για ψευδορκία μάρτυρα, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος - αναιρεσείων για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα, σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, έκαστος, η εκτέλεση των οποίων (ποινών) ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, εκτίθεται ότι από την εκτίμηση των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκαν τα εξής: "..Δυνάμει συμβάσεων έργου, που καταρτίσθηκαν μεταξύ του πολιτικώς ενάγοντος Ψ, εργολάβου δημοσίων έργων, και του δεύτερου κατηγορουμένου Χ2, ο πρώτος ανέθεσε υπεργολαβικώς στον δεύτερο τα έργα ύδρευσης των Κοινοτήτων ... και του Δήμου .... Τα έργα αυτά εκτελέστηκαν από τον ως άνω κατηγορούμενο εντός του χρονικού διαστήματος από 1-1-1995 έως και 25-11-1996 και παραδόθηκαν. Μετά την παράδοση των έργων, και συγκεκριμένα στις 16-2-2000, ο ως άνω κατηγορούμενος κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 13-2-2000 (αριθμός καταθέσεως ...) αγωγή του, με την οποία, επικαλούμενος ότι ο εναγόμενος του οφείλει μέρος της εργολαβικής του αμοιβής, ζήτησε να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 39.908.800 δραχμών, ως υπόλοιπο εργολαβικής αμοιβής, με το νόμιμο τόκο κάθε επιμέρους ποσό από την παράδοση του αντίστοιχου έργου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 7962/2001 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε ο ενάγων να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά της αγωγής με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, η εξέταση των οποίων ορίστηκε να γίνει ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή. Κατά το στάδιο των διεξαγωγών εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας αποδείξεως ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, η κατάθεση του οποίου έλαβε χώρα κατά τις ημερομηνίες 28-5-2002 και 29-10-2002, οπότε και ολοκληρώθηκε. Στην κατάθεσή του αυτή ο πρώτος κατηγορούμενος κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα ότι ήταν παρών κατά την κατάρτιση των συμβάσεων μεταξύ του δευτέρου κατηγορουμένου και του πολιτικώς ενάγοντος, ότι ο τελευταίος δεν εξόφλησε ολοσχερώς τον αδελφό του, ότι το έργο της Κοινότητας ... ανέρχεται συνολικά σε 4.623 μέτρα και το έργο της Κοινότητας ... ανέρχεται συνολικά σε 12.000 μέτρα, οι δε τιμές μονάδας ήταν αυτές που αναφέρονται στην αγωγή, ενώ η αλήθεια ήταν ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος δεν ήταν παρών κατά την κατάρτιση των εργολαβικών συμβάσεων, τα εκτελεσθέντα έργα ... ανέρχονταν σε 2.090 και 5.953,64 μέτρα αντίστοιχα, οι δε τιμές μονάδας, που πραγματικά συμφωνήθηκαν, ήταν πολύ μικρότερες από αυτές που ισχυρίστηκε ο μάρτυρας. Όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και ο πρώτος κατηγορούμενος τα κατέθεσε εν γνώσει της αναληθείας του. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, επιδιώκοντας να έχει γι' αυτόν ευνοϊκή έκβαση η ως άνω αστική διαφορά, προκάλεσε εκ προθέσεως στον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν αδελφός του, την απόφαση να καταθέσει τα ως άνω ψευδή γεγονότα, η δε πρόκληση της απόφασης στον συγκατηγορούμενό του έγινε με πειθώ, φορτικότητα και παραινέσεις και ενόψει του γεγονότος ότι είναι αδέλφια, η επίδραση ήταν τέτοια, που τον οδήγησε στην τέλεση της άνω αξιόποινης πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρα". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδορκίας μάρτυρος, και της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία μάρτυρος, που καταδικάσθηκαν οι κατηγορούμενοι αντίστοιχα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1, 46 παρ. 1α, 224 παρ. 2 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευε και δεν παρεβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή, η αντιφατική αιτιολογία και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αιτιολογείται ο άμεσος δόλος του πρώτου κατηγορουμένου αναιρεσείοντος Χ1, ο οποίος κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Εισηγητού Δικαστού στις 28-5-2002 και 29-10-2002, εν γνώσει του ψευδή πραγματικά περιστατικά, χωρίς να απαιτείται η παράθεση άλλων, σχετικά με τη γνώση, περιστατικών, με την παραδοχή, που προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι ο κατηγορούμενος εξ ιδίας αντιλήψεως εγνώριζε όσα κατέθεσε, λόγω και της συγγενικής σχέσεως με το δεύτερο κατηγορούμενο. Η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκθέτει περιστατικά από τα οποία συνήγαγε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος - αναιρεσείων Χ2, έπεισε τον συγκατηγορούμενό του να τελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, που τέλεσε, είναι αβάσιμη, διότι στο σκεπτικό αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, όπως και τα μέσα που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος ήτοι ότι αυτός για να έχει ευνοϊκή έκβαση η αστική διαφορά "προκάλεσε εκ προθέσεως στον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος είναι αδελφός του, την απόφαση να καταθέσει ψευδή γεγονότα ...... με πειθώ, φορτικότητα και παραινέσεις" στοιχεία επαρκή για την αξιολόγηση της καταδικαστικής κρίσεως. Η γνώση του δε, είναι αυτονόητη, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως συμβληθείς με τον πολιτικώς ενάγοντα, είχε ιδία αντίληψη των πραγματικών περιστατικών. Και οι λοιπές αντίθετες αιτιάσεις είναι αβάσιμες αφού: α) αναφέρονται στο σκεπτικό οι συμβάσει που συνήφθησαν μεταξύ του πολιτικώς ενάγοντος και δευτέρου κατηγορουμένου, είναι δεν αδιάφορο πότε, πού και ποιες συνήφθησαν εγγράφως ή προφορικώς, β) δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται ο χρόνος εξοφλήσεως της αμοιβής των έργων, γ) αρκεί η παραδοχή ότι οι τιμές μονάδος εκάστου έργου ήταν κατά πολύ μικρότερες από αυτές που στην κατάθεσή του ανέφερε ο πρώτος κατηγορούμενος. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις οι διαλαμβανόμενες στον δεύτερο λόγο της ένδικης αιτήσεως, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται, έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου που αναγνώσθηκε δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία, εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής των αναιρεσειόντων, αναφέρονται, μεταξύ άλλων υπό τον αριθμό 2. "Η με αριθμό ... Εισηγητική Έκθεση" και υπό τον αριθμό 15. "Τα με αριθμούς ... τιμολόγια πώλησης αγαθών". Ο κατά τον τρόπο αυτό προσδιορισμός στα πρακτικά των άνω εγγράφων είναι επαρκής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά τους, ενόψει μάλιστα του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, με την ανάγνωση δε αυτών κατέστη γνωστό το περιεχόμενό τους στους κατηγορουμένους, οι οποίοι είχαν την δυνατότητα να υποβάλουν τις επ' αυτών παρατηρήσεις και απόψεις τους, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρονται αυτά στα πρακτικά. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την ειδικότερη αιτίαση ότι τα ανωτέρω έγγραφα που αναγνώσθηκαν δεν προσδιορίζονται κατά τα στοιχεία της ταυτότητάς τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν, ελλείψει ετέρων λόγων αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί έκαστος των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15 Φεβρουαρίου 2010 αίτηση των Χ1 και Χ2, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 6774/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση. Ψευδορκία μάρτυρα, ηθική αυτουργία στην ψευδορκία μάρτυρα. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Πότε υπάρχει απόλυτη ακυρότητα από τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο για την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε. Απορρίπτει αίτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ηθική αυτουργία, Ψευδορκία μάρτυρα.
0
Αριθμός 1192/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Δαλιάνη, περί αναιρέσεως της 6127/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Σαράκη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 84/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του Π Κ, κατά την πρώτη των οποίων, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για κάποιο άλλο πρόσωπο, καθ' οιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου,τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Περαιτέρω ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά που ανάγονται στο παρόν ή το παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένων περιστατικών, άμεσος δηλαδή δόλος από μέρους του υπαιτίου, όπως συμβαίνει και στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που τη δικαιολογούν. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη 6127/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο της ουσίας, που κήρυξε, κατά πλειοψηφία, ένοχο τον κατηγορούμενο συκοφαντικής δυσφημήσεως, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, ότι από τα αναφερόμενα κατ'είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος στην ... στις 4-12-2002 απέστειλε στο ΓΕΣ/1ο ΕΓ/4/4 έγγραφη αναφορά με θέμα "Ηθικές αμοιβές", την οποία κοινοποίησε στο ΥΕΘΑ/ΕΠΥΕΘΑ/ΔΣΣΑΔ/ΤΣΠ-όπου- ανέφερε, ότι υπήρξαν ψίθυροι ότι ο εγκαλών ..., Αντιστράτηγος ε.α., το 1974, στα γεγονότα στην Κύπρο με την εισβολή της Τουρκίας σ'αυτή, δεν τραυματίστηκε από βλήματα των Τούρκων, αλλά αυτοτραυματίστηκε ή τραυματίστηκε από δικό του στρατιώτη, όπως εμφαίνεται από γνωματεύσεις ιατρών. Ακόμα ισχυρίστηκε ότι οι μάρτυρες του ... και ... ε.α., που αναφέρουν ότι ο εγκαλών τραυματίστηκε από βλήμα πλοίου Τούρκων παραχαράσουν την αλήθεια και ότι η απονομή σ'αυτόν του Πολεμικού Σταυρού Β'τάξεως και Αναμνηστικού Μεταλλίου Επιχειρήσεων Κύπρου θα πρέπει να επανεξετασθεί. Όμως, τα ανωτέρω, που ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος ήσαν ψευδή και αυτός τελούσε σε γνώση, ότι δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια, δεδομένου ότι στην πραγματικότητα, ο εγκαλών τραυματίστηκε από θραύσμα οβίδας ναυτικού πυροβόλου Τουρκικού πλοίου, στις 21-7-1974. Το περιεχόμενο της ως άνω έγγραφης αναφοράς έλαβαν γνώση οι πολιτικοί και στρατιωτικοί υπάλληλοι των προαναφερομένων υπηρεσιών, όπου απεστάλη, όλα, δε, τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα, που ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα. Ο εγκαλών κατά την εισβολή των Τούρκικων στρατευμάτων στην Κύπρο το 1974 ήταν διοικητής του ..., το οποίο είχε αποστολή την άμυνα του κόλπου της .... Ο κατηγορούμενος και αυτός στρατιωτικός δεν υπηρέτησε τότε στην Κύπρο. Ο εγκαλών επέδειξε στο Δικαστήριο τη στρατιωτική του στολή, που ήταν ματωμένη και είχε δείγμα από σφαίρα. Στο από 7-5-1975 πόρισμα ενεργηθείσης ενόρκου προανακρίσεως του ... (Π2) αναφέρεται, ότι ο εγκαλών διοικητής του ... τραυματίστηκε στην Κύπρο, ένεκα της υπηρεσίας του και εν πολέμω, στη μάχη του ... εναντίον των Τούρκων στις 21-7-1974 και ώρα 02.15 π.μ. Ο ... ήταν κατηγορούμενος για συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου σε βάρος του εγκαλούντος σε άλλη υπόθεση, που συζητήθηκε στις 19-12-1997 στο ΙΑ'Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών και εκδόθηκε η υπ'αριθμ.84.928/97 απόφασή του. Στα πρακτικά της εν λόγω απόφασης αναφέρεται, ότι ο κατηγορούμενος δηλώνει, ότι δεν υπονοεί, ότι αυτοτραυματίστηκε ο εγκαλών στο βιβλίο, που εξέδωσε, κηρύχθηκε, δε, ένοχος για την ως άνω αξιόποινη πράξη του. Κατά τη συζήτηση της ίδιας υπόθεσης στο Τριμελές Εφετείο Πλημ/των, ο κατηγορούμενος ανέφερε, ότι ο εγκαλών δεν αυτοτραυματίστηκε και ότι σε περίπτωση επανέκδοσης του βιβλίου του θα προβεί στις αναγκαίες διευκρινίσεις και διορθώσεις σε ότι αφορά τον εγκαλούντα υπο το ανωτέρω πνεύμα. Παρόλα αυτά ο κατηγορούμενος προέβη στην πιο πάνω έγγραφη αναφορά προς το ΓΕΣ με το ως άνω περιεχόμενο. Ο κατηγορούμενος στην απολογία του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου αναφέρει, ότι υπήρξαν ψίθυροι αυτοτραυματισμού του εγκαλούντα. Όμως, δεν δύναται ο κατηγορούμενος επικαλούμενος ψιθύρους να αναφέρει σε βάρος του εγκαλούντα περιστατικά συκοφαντικά γι'αυτόν, που βλάπτουν την τιμή και την υπόληψή του, χωρίς να τα στηρίζει σε κάποια αποδεικτικά στοιχεία ούτε μπορεί χωρίς να έχει στοιχεία τέτοιου είδους να προβαίνει σε αναφορές προς τις αρμόδιες αρχές, προκειμένου αυτές να ερευνήσουν το παρελθόν του εγκαλούντα και να ανεύρουν αυτές τα εν λόγω στοιχεία, τα οποία είναι πιθανόν να μη βρεθούν, όμως, ο εγκαλών θα έχει συκοφαντηθεί. Ακόμη, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου, ότι προέβη στην ως άνω πράξη του από δικαιολογημένο ενδιαφέρον ως αξιωματικός και ως ιστορικός. Εφόσον ο κατηγορούμενος δεν αποδεικνύει τους ισχυρισμούς του σε βάρος του εγκαλούντος με βάσιμα στοιχεία, που να έχουν διασταυρωθεί και να σου δημιουργούν την πεποίθηση, ότι αυτοί ευσταθούν, τότε πρόκειται για συκοφαντικά γεγονότα, που βλάπτουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα και τούτο το γνωρίζει ο κατηγορούμενος, ο οποίος, όπως προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία για τη σύνταξη της εν λόγω αναφοράς του προς το ΓΕΣ αναφέρθηκε σε ψευδή γεγονότα επικαλούμενος ψιθύρους και διαδόσεις χωρίς να χρησιμοποιήσει επιστημονικό τρόπο έρευνας και ανάλυσης των γεγονότων, όπως επιβάλει η θέση του ως αξιωματικός και ως ιστορικός. Κατόπιν τούτων, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την αξιόποινη πράξη σε βάρος του εγκαλούντος, για την οποία κατηγορείται, απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών του, ως αβάσιμων κατ'ουσίαν". Η αιτιολογία όμως αυτή της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη με την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη, αφού δεν εκτίθενται σε αυτή συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία το Εφετείο συνήγαγε την αναλήθεια των επίμαχων περιστατικών της ως άνω έγγραφης αναφοράς του κατηγορουμένου προς το ΓΕΣ, που κοινοποίησε και στο ΥΕΘΑ/ΕΠΥΕΘΑ/ΔΣΣΑΔ/ΤΣΠ και δη " περί της υπάρξεως ψιθύρων ότι ο εγκαλών αντιστράτηγος ε.α. το 1974 κατά την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο δεν τραυματίστηκε από τουρκικά πυρά, αλλά αυτοτραυματίστηκε και θάπρεπε εκ τούτου να επανεξετασθεί η απονομή σε αυτόν μεταλλίων" και κυρίως δεν εκτίθεται από ποία περιστατικά συνάγεται η γνώση της αναλήθειας από τον κατηγορούμενο απόστρατο στρατιωτικό και ιστορικό περί των άνω ψιθύρων αυτοτραυματισμού, η παράλειψη δε αυτή του Δικαστηρίου είναι ουσιώδης, αφού αναγκαίο στοιχείο της συκοφαντικής δυσφημήσεως είναι και η βεβαίωση της γνώσεως του ψευδούς του παραπάνω γεγονότος και της διαδόσεώς του. Σε σχέση με το στοιχείο αυτό του άμεσου δόλου (γνώση) η προσβαλλόμενη απόφαση περιορίζεται να παραθέσει στο σκεπτικό της απλώς τη φράση " τα ανωτέρω που ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος ήσαν ψευδή και αυτός τελούσε σε γνώση ότι δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, δεδομένου ότι στην πραγματικότητα ο εγκαλών τραυματίστηκε από θραύσματα οβίδας ναυτικού πυροβόλου Τουρκικού πλοίου", χωρίς όμως να αιτιολογεί περαιτέρω και από ποια συγκεκριμένα περιστατικά συνάγεται η γνώση του κατηγορουμένου. Επομένως είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'; του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά ταύτα, παρελκούσης της έρευνας του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6127/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων)Αθηνών.- Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρ. 362 και 363 ΠΚ). Δεν αιτιολογείται ειδικώς και επαρκώς ο άμεσος δόλος του κατηγορουμένου και δη δεν εκτίθεται από ποία πραγματικά περιστατικά συνάγεται η γνώση του κατηγορουμένου για την αναλήθεια των διαδοθέντων σε βάρος του εγκαλούντος περιστατικών και επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Δυσφήμηση συκοφαντική.
0
Αριθμός 1191/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαναστασόπουλο, περί αναιρέσεως της 75-76/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ χήρα Ζ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παπαχρήστο. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 29/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 311 ΠΚ, αν η σωματική βλάβη είχε επακόλουθο το θάνατο του παθόντος, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι 10 ετών. Αν ο υπαίτιος επεδίωκε τη βαρειά σωματική βλάβη του παθόντος, επιβάλλεται κάθειρξη". Το έγκλημα αυτό χαρακτηρίζεται ως έγκλημα εκ του αποτελέσματος, αφού για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως αυτού, απαιτείται η πρόθεση του δράστη να επιφέρει στο θύμα σωματική ή διανοητική βλάβη οποιασδήποτε διαβάθμισης και η επέλευση, συνεπεία της σωματικής βλάβης, του θανάτου του θύματος, ο οποίος όμως θάνατος αποδίδεται σε αμέλεια του δράστου, όπως αυτή διατυπώνεται στο άρθρο 28 ΠΚ, οπότε έχει ως συνέπεια τη βαρύτερη τιμωρία της σωματικής βλάβης, σύμφωνα με το άρθρο 29 του ιδίου Κώδικα. Συνεπώς στοιχεία του εγκλήματος που αναφέρεται στο άρθρο 311 ΠΚ, ήτοι της θανατηφόρου σωματικής βλάβης, είναι α) η πρόκληση σωματικής βλάβης στον παθόντα οποιασδήποτε διαβάθμισης και από οποιαδήποτε αιτία και αφορμή, β) η σωματική βλάβη να είχε επακόλουθο το θάνατο του παθόντος και γ) η υποκειμενική υπαιτιότητα του δράστη (δόλος) να κατευθύνεται στην επαγωγή της σωματικής βλάβης (όλως ελαφράς απλής ή βαρείας) ενώ το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου του θύματος να αποδίδεται σε αμέλεια του δράστη για τη θεμελίωση της οποίας, κατά το άρθρο 28 ΠΚ, απαιτείται να διαπιστωθεί α) ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική, β) ότι αυτός με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, ως εκ της υπηρεσίας, ή του επαγγέλματός του, μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει το αποτέλεσμα, το οποίο είτε δεν προείδε, είτε το προέβλεψε μεν, πίστευε όμως ότι θα απεφεύγετο και γ) ότι υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενεργείας ή παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του θύματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. Ο λόγος αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, αποτελεί, κατά το άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ., η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 75-76/2009 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος κατά πλειοψηφία, του ότι στο... και επί της οδού ... την 29/6/2004 περί ώρα 13:00, τέλεσε αξιόποινη πράξη τιμωρούμενη από το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή, ήτοι με πρόθεση, προξένησε σε άλλον απλή σωματική κάκωση, η οποία είχε ως επακόλουθο το θάνατό του, συγκεκριμένα δε κατόπιν διαπληκτισμού που είχε με τον ηλικίας 70 ετών πατέρα της εν διαστάσει συζύγου του ..., Ζ. Με πρόθεση, προκάλεσε στον τελευταίο απλή σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του, σπρώχνοντάς τον βίαια, με αποτέλεσμα ο τελευταίος, να καταπέσει στο πεζοδρόμιο και στο οδόστρωμα και να κτυπήσει το κεφάλι του στο κράσπεδο του πεζοδρομίου, να υποστεί πολλαπλές αιμμοραγικές θλάσεις και αιματώματα στην περιοχή του εγκεφάλου του, από την οποία σωματική βλάβη ως μόνη αιτία επακολούθησε ο θάνατος του προαναφερομένου, μη προβλέποντας ο κατηγορούμενος από αμέλειά του ότι συνεπεία αυτής (της βιαίας ωθήσεως και πτώσεως του ανωτέρω και της εξ αυτών απλής σωματικής κακώσεως και βλάβης της υγείας του), θα επακολουθούσε ο θάνατος του θύματος στις 5/7/2004 από την κρανιοεγκεφαλική κάκωση και το εκτεταμένο υποσκληρίδιο αιμάτωμα που του προκλήθηκαν από την πτώση του. Στη συνέχεια δε, το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο για την πράξη αυτή μετά την αναγνώριση του ελαφρυντικού ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, ανασταλείσα επί τριετία. Για να καταλήξει το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, στην άνω καταδικαστική κρίση του, δέχθηκε κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και κατά τις κρίσιμες παραδοχές της, αναιρετικώς ανέλεγκτα ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα, ήτοι από την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν στο δικαστήριο αυτό, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και απ' όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, πολλά χρόνια πριν, είχε τελέσει νόμιμο γάμο με την Χ με την οποία είχε αποκτήσει τρία τέκνα. Μεταξύ των συζύγων υπήρχαν πολλά προβλήματα τα οποία το έτος 2004 είχαν οξυνθεί και η παραπάνω σύζυγος του το Μάιο του 2004 άσκησε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου με την οποία ζητούσε τη μετοίκηση του κατηγορουμένου από τη συζυγική οικία, την ανάθεση σ' αυτή της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων και την υποχρέωση καταβολής διατροφής σ' αυτήν για λογαριασμό της και για τα ανήλικα τέκνα της. Η αίτηση συζητήθηκε στις 16-6-2004 και εξετάστηκε ως μάρτυρας απόδειξης ο πατέρας της αιτούσας, Ζ. Σημειώνεται ότι ο τελευταίος, λόγω του ότι κατοικούσε στην ίδια πόλη (...) με την κόρη του, ήταν γνώστης των οικογενειακών προβλημάτων που αυτή αντιμετώπιζε και υφίστατο τις συνέπειες (οικονομικές κ.λ.π.) της συζυγικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Την 29-6-2004, ο κατηγορούμενος και ο προαναφερόμενος πεθερός του Ζ, συναντήθηκαν τυχαία στην οδό ... και στο ύψος του αριθμού 26-28 αυτής, όπου ο κατηγορούμενος είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητό του. Εκεί οι δύο άντρες άρχισαν να διαπληκτίζονται δίπλα από το σταθμευμένο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου. Μετά από αρκετή ώρα λεκτικών διαπληκτισμών και ενώ είχε ήδη συγκεντρωθεί αρκετός περαστικός κόσμος, ο κατηγορούμενος άρπαξε τον πεθερό του, βάζοντας τα χέρια του γύρω από τη μέση του, αγκαλιάζοντας τον, με τρόπο που να μη μπορεί ο πεθερός του να κινήσει τα χέρια του, ευρισκόμενοι πρόσωπο με πρόσωπο και τον έσπρωχνε βίαια προς τα πίσω προς το απέναντι πεζοδρόμιο σχεδόν σηκώνοντας αυτόν στον αέρα, εφόσον τα πόδια του Ζ δεν ακουμπούσαν στο έδαφος. Όταν έφθασε πλησίον του ρύθρου του πεζοδρομίου τον άφησε και τον έσπρωξε βίαια και με μεγάλη δύναμη προς το πεζοδρόμιο της οδού ..., με αποτέλεσμα ο Ζ να πέσει ανάσκελα στο οδόστρωμα, να κτυπήσει με δύναμη το κεφάλι του στο κράσπεδο του πεζοδρομίου και να υποστεί αιμορραγικές θλάσεις και αιματώματα στην περιοχή του εγκεφάλου, η οποία απλή σωματική βλάβη ως μόνη ενεργός αιτία επέφερε την 5-4-2004 τον θάνατό του, από κρανιοεγκεφαλική κάκωση και εκτεταμένο υποσκληρίδιο αιμάτωμα. Το παραπάνω αποτέλεσμα οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην πράξη του κατηγορουμένου να προκαλέσει σωματική βλάβη στον πεθερό του. Ο κατηγορούμενος ενήργησε με πρόθεση να προκαλέσει απλή σωματική βλάβη στον παθόντα, γνωρίζοντας ότι ο τρόπος που ενήργησε ήτοι η βίαιη ώθηση του θύματος, όπως προπεριγράφεται, θα επέφερε οπωσδήποτε την πτώση του στο έδαφος και τον εντεύθεν τραυματισμό του. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι δεν έσπρωξε καθόλου τον παθόντα αλλά τον άφησε στην άλλη άκρη του οδοστρώματος και αυτός έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο έδαφος. Από τα προαναφερόμενα όμως αποδεικτικά μέσα και ιδία την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Φ πλήρως αποδείχθηκε ότι αυτός τον έσπρωξε με βιαιότητα πριν ακόμα το θύμα ισορροπήσει στο οδόστρωμα, μετά την προπεριγραφόμενη "μεταφορά" του στο αντίθετο μέρος του οδοστρώματος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο θάνατος του θύματος επήλθε από αμέλεια του κατηγορουμένου καθόσον αυτός λόγω έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας που όφειλε να καταβάλει, όπως κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις με βάση τους νομικούς Κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και μπορούσε να καταβάλει με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, φυσιολογικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, δεν προέβλεψε ότι από την προπεριγραφόμενη πράξη του, μπορούσε να επέλθει ο θάνατος του παραπάνω και δεν τον απέφυγε. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος όφειλε και μπορούσε να προβλέψει ότι αυτός ωθώντας με πρόθεση σωματικής βλάβης με την μεγάλη μυϊκή δύναμη που είχε κατά τον προπεριγραφόμενο τρόπο τον παθόντα, ο οποίος ήταν ηλικίας 70 ετών μικρότερης σωματικής διάπλασης απ' αυτόν και με διάφορα προβλήματα υγείας, θα προκαλούσε τον θάνατό του, συνεπεία της σωματικής βλάβης που θα είχε υποστεί από την πτώση του στο οδόστρωμα και στο κράσπεδο του πεζοδρομίου, το οποίο όμως δεν προέβλεψε, μολονότι ηδύνατο λόγω της προαναφερομένης έλλειψης προσοχής του. Ο κατηγορούμενος ομολογεί τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αρνούμενος όμως ότι είχε πρόθεση να προκαλέσει οποιαδήποτε σωματική βλάβη στο θύμα ή ότι επέδειξε αμέλεια στον επελθόντα θάνατό του. Από τα προαναφερόμενα όμως αποδεικτικά μέσα και ιδία την κατάθεση του μάρτυρα Φ πλήρως αποδείχθηκαν τα προπεριγραφόμενα πραγματικά περιστατικά. Ειδικότερα ο μάρτυρα αυτός, οποίος κρίνεται αξιόπιστος από το δικαστήριο, και ο οποίος ήταν παρών, με ενάργεια περιέγραψε στο δικαστήριο τον τρόπο με τον οποίο ο κατηγορούμενος έσπρωξε ("πέταξε") το θύμα. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος επικουρικά ισχυρίζεται ότι η παραπάνω πράξη του φέρει το χαρακτήρα ανθρωποκτονίας από αμέλεια και ζήτησε να κηρυχθεί ένοχος αυτής, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, εφόσον σύμφωνα με όσα προαναφέρονται, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του δικαστηρίου αυτός είχε πρόθεση τέλεσης απλής σωματικής βλάβης και αμέλεια ως προς τον επελθόντα θάνατο του θύματος. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της παραπάνω πράξης και να του αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2ε Π.Κ., εφόσον αποδείχθηκε ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, αφού δεν διέπραξε άλλο αδίκημα και επανήλθε στην οικογένειά του, με την οποία συμβιώνει αρμονικά μέχρι σήμερα, όπως κατέθεσε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, η σύζυγος του και θυγατέρα του θύματος Χ. Το αίτημα του κατηγορουμένου να του αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και δ' πρέπει ν' απορριφθούν εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι αυτός, μέχρι την τέλεση της παραπάνω πράξης του, δεν έζησε έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει ζωή, εφόσον, πλην των αναφερομένων στο ποινικό του μητρώο παραβάσεων, όντας παντρεμένος είχε πολύχρονες σχέσεις με άλλες γυναίκες και έδερνε τη σύζυγό του (βλ. ιδία υπ' αριθμ. 877/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στην παραπάνω πράξη του ωθήθηκε από αίτια ταπεινά, καθόσον έτρεφε μίσος κατά του θύματος - πεθερού του, αφού ο τελευταίος, λίγες ημέρες προ του συμβάντος, είχε καταθέσει ως μάρτυρας εναντίον του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Τέλος δεν αποδείχθηκε ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του εφόσον δεν αρκεί μόνον η έκφραση συγγνώμης για το θάνατο του θύματος ενώπιον του δικαστηρίου. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος βοήθησε καθ' οιονδήποτε τρόπο (οικονομικά κλπ) ιδιαίτερα τη σύζυγο του θύματος, η οποία υπέστη τις μεγαλύτερες συνέπειες από το θάνατό του". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 §1, 27 §1, 28, 29 308 §1α και 311 εδάφ. α' ΠΚ, που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με αντιφατικές ή ελλιπείς ή ασαφείς παραδοχές. Ειδικότερα, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, εξέθεσε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το βασικό έγκλημα της απλής σωματικής βλάβης, για την τέλεση του οποίου εκ προθέσεως από τον ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο αυτόν, με αυτά που δέχθηκε, ότι δηλαδή άρπαξε ο κατηγορούμενος τον υπερήλικα πεθερό του, αγκαλιάζοντάς τον με τα χέρια του από τη μέση του κατά τρόπο που να μην μπορεί ο πεθερός του να κινήσει τα χέρια του, όπως ήταν ο ένας απέναντι στον άλλον και τον έσπρωχνε βίαια προς τα πίσω προς το απέναντι πεζοδρόμιο, χωρίς τα πόδια του πεθερού του να πατούν στο έδαφος και ότι όταν έφθασε πλησίον του πεζοδρομίου εκείνου της οδού ..., τον άφησε και τον έσπρωξε βίαια με μεγάλη δύναμη προς το πεζοδρόμιο, με αποτέλεσμα ο Ζ, να πέσει στο οδόστρωμα και να κτυπήσει με δύναμη το κεφάλι του στο κράσπεδο του πεζοδρομίου και να υποστεί τις αναφερόμενες θλάσεις και αιματώματα στην περιοχή του εγκεφάλου και να επιφέρει αυτή η απλή σωματική βλάβη, ως μόνη ενεργός αιτία, τον θάνατο του άνω παθόντος. Επίσης, αιτιολογείται με πληρότητα ότι ο επελθών θάνατος του παθόντος, συνδέεται στενά και αιτιωδώς με την σωματική βλάβη που του προκάλεσε ο ήδη αναιρεσείων, καθόσον ναι μεν ο θάνατός του επήλθε μετά έξι ημέρες από τον, υπό τις άνω περιστάσεις, τραυματισμό του από κρανιοεγκεφαλική κάκωση και εκτεταμένο υποσκληρίδιο αιμάτωμα, αλλά δεν θα είχε επέλθει αν προηγουμένως δεν τραυματισθεί από την πτώση του στο οδόστρωμα και το κτύπημα με δύναμη της κεφαλής του παθόντος στο κράσπεδο του πεζοδρομίου και τις αιμορραγικές θλάσεις και αιματώματα στην περιοχή του εγκεφάλου του θύματος από αυτήν την πτώση του εξ αιτίας της βίαιης ωθήσεώς του από τον κατηγορούμενο. Ακόμη, στο σκεπτικό αλλά και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εκφέρεται κρίση - υπό τα γενόμενα δεκτά -για το επελθόν από αυτήν την απλή σωματική βλάβη βαρύτερο αποτέλεσμα ήτοι το θάνατο του παθόντος ότι συνέτρεξε αμέλεια του ήδη αναιρεσείοντος και προσδιορίζεται το είδος αυτής ως μη συνειδητής από έλλειψη της προσοχής που αυτός ώφειλε και μπορούσε να καταβάλει, όπως κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που τελεί υπό την ίδια κατάσταση και τις αυτές συνθήκες με βάση τους νομικούς κανόνες και όσα επικρατούν στις συναλλαγές καθώς και την συνήθη πορεία των πραγμάτων, την κοινή πείρα και τη λογική, με βάση τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις, ικανότητες και περιστάσεις και παρατίθενται ακόμη πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την προς στοιχειοθέτηση της θανατηφόρου σωματικής βλάβης απαιτουμένη αμέλεια ότι ο κατηγορούμενος δεν προέβλεψε από έλλειψη της προσοχής του αν και ηδύνατο και ώφειλε να το προΐδει, ότι ωθώντας με πρόθεση σωματικής βλάβης και με την μεγάλη μυϊκή δύναμη που είχε κατά τον προαναφερθέντα τρόπο τον παθόντα, που ήταν ηλικίας 70 ετών και μικρότερης σωματικής διαπλάσεως από εκείνον και με διάφορα προβλήματα υγείας, θα προκαλούσε τον θάνατό του συνεπεία της σωματικής του βλάβης από την πτώση στο οδόστρωμα και στο κράσπεδο του πεζοδρομίου. Αιτιολογημένα, με βάση τις άνω παραδοχές και τα πραγματικά περιστατικά που έγινε δεκτό, ότι προέκυψαν από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, απερρίφθη ως αβάσιμος από το Δικαστήριο της ουσίας και ο επικουρικός προβληθείς από την υπεράσπιση του ήδη αναιρεσείοντος ισχυρισμός ότι δεν ήθελε αυτός να προκαλέσει στον παθόντα καμία σωματική βλάβη και ότι ο θάνατος τούτου οφείλεται σε αμέλεια του δράστη με συνέπεια να έπρεπε κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας να ερευνηθεί αν τέλεσε το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Επί πλέον, εφόσον στο προεισαγωγικό μέρος του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται μνεία κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο που την εξέδωσε μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριό του και τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης ότι αναγνώσθηκαν, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν και οι καταθέσεις των μαρτύρων Α1, Α2 και Α3, καθώς και τα αναφερόμενα ως αναγνωσθέντα υπ' αριθμό ... δελτίο αδικημάτων συμβάντων της 21-6-2004 του Α' Αστυνομικού Τμήματος ..., όπως και υπ' αριθμό ... του ιδίου ως άνω Αστυνομικού Τμήματος .... Δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τι ακριβώς προέκυπτε από τις καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων και από το περιεχόμενο των άνω δελτίων αδικημάτων και συμβάντων του Α' Αστυνομικού Τμήματος ... για διαδραματισθέντα τις προηγούμενες ημέρες από εκείνην κατά την οποία τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη σε βάρος του Ζ, εφόσον αναφέρεται στο σκεπτικό της αποφάσεως ότι το Δικαστήριο πείσθηκε για την τέλεση από τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα υπό τις αναφερόμενες περιστάσεις της πράξεως της σωματικής βλάβης με πρόθεση σε βάρος του άνω παθόντος και ότι σε αμέλειά του είναι αποδοτέο το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου του θύματος με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα από τα οποία εξαίρεται ιδιαίτερα η κατάθεση ως αυτόπτη του μάρτυρα Φ. Δεν συνάγεται από τα παραπάνω ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα αλλά κατ' επιλογή ορισμένα μόνον από αυτά. Είναι απορριπτέες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ενώ οι λοιποί ισχυρισμοί του σχετικά με την αξιολόγηση όσων κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας Α1 και Α2 και ο μάρτυρας υπερασπίσεως Α3, καθώς και όσων προέκυπταν από τα άνω δελτία αδικημάτων και συμβάντων της 21-6-2004 και της 18-6-2004 του Α' Αστυνομικού Τμήματος ... αφορούν υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, σε σχέση με την έκθεση των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεως του δικαστηρίου, σε διαφορετική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που έγινε δεκτό ότι αποδείχθησαν και είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων ούτε η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων. Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 §2, 358, 364 και 369 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επάγεται αφενός απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 §1 εδ. δ' Κ.Ποιν.Δ., που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται ο κατηγορούμενος του δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις για το αποδεικτικό αυτό μέσο και αφετέρου παραβίαση των περί προφορικότητας της συζητήσεως στο ακροατήριο και κατ' αντιμωλίαν διεξαγωγής της δίκης αρχών, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, εκ της οποίας δημιουργείται ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Γ' Κ.Ποιν.Δ., λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, ναι μεν δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε ούτε ακόμη ως στοιχείο προσδιορισμού της ταυτότητας αυτού αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν αυτό ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πράγματι αναγνωσθεί - και - να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου που λήφθηκε υπόψη. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προκύπτει με επάρκεια, υπάρχει η ίδια απόλυτη ακυρότητα. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό μέσο, εν όψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν το περιεχόμενο των εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν ή δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους διαπιστώνεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Προκειμένου περί φωτογραφιών αρκεί να αναφέρεται στα πρακτικά ότι επιδείχθησαν από τον διευθύνοντα τη συζήτηση στους παράγοντες της δίκης και επισκοπήθηκαν από αυτούς οπότε ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά τους είχε κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. άνω δικαιώματά του. Εφόσον στην πραγματικότητα έγινε η ανάγνωση των εγγράφων ή η επισκόπηση των φωτογραφιών παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτής λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα αλλά από τον εάν αναγνώσθηκαν ή όχι. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, για την πράξη της θανατηφόρου σωματικής βλάβης, έλαβε υπόψη του και όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περιλαμβάνονται σε αυτά εννέα φωτογραφίες για τις οποίες γίνεται λόγος στα πρακτικά της κατ' έφεση δίκης ότι επισκοπήθηκαν. Ο αναιρεσείων διατείνεται ότι δεν προκύπτει εάν αυτές οι φωτογραφίες επισκοπήθηκαν από όλα τα μέλη του Μικτού Ορκωτού Εφετείου και τους λοιπούς παράγοντες της δίκης, ούτε γίνεται στα πρακτικά της δίκης περιγραφή στοιχειώδης του απεικονιζόμενου περιεχομένου των ούτε αν επιδείχθηκαν στον ίδιο τον κατηγορούμενο προκειμένου να προβεί σε σχολιασμό των και σε δηλώσεις και εξηγήσεις περί αυτών κατ' ενάσκηση των δικαιωμάτων υπερασπίσεώς του. Εφόσον γίνεται μνεία στο σκεπτικό της αποφάσεως ότι στήριξε την κρίση του το δικαστήριο και στα αναγνωσθέντα έγγραφα και κατά τα αναφερόμενα στα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνονται μεταξύ των εγγράφων αυτών και οι εννέα φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά των και με την αναφερόμενη επισκόπηση των, εννοείται ότι έγινε γνωστό το περιεχόμενό τους σε όλους τους παράγοντες της δίκης, επομένως και στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί ο ίδιος ή δια του συνηγόρου υπερασπίσεώς του σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτάτο από τον τρόπο προσδιορισμού της ταυτότητάς των στα πρακτικά της δίκης και δεν εδημιουργήθει αμφιβολία για την ταυτότητά των αφού δεν προέκυψε ότι υπήρχαν και επεδείχθηκαν και άλλες φωτογραφίες κατά την αποδεικτική διαδικασία στη δίκη εκείνη. Επομένως, το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο με το να λάβει υπόψη του τις άνω φωτογραφίες, όπως επισκοπήθηκαν, κατά την ακροαματική διαδικασία στην κατ' έφεση δίκη, δεν παραβίασε την άσκηση του κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. δικαιώματος του ήδη αναιρεσείοντος να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικά με τις φωτογραφίες αυτές ούτε τις αρχές της προφορικότητας της συζητήσεως στο ακροατήριο, της δημοσιότητας και της κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' και Γ' Κ.Ποιν.Δ. λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 Κ.Ποιν.Δ.) και η δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21-12-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της 75-76/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας Ψ χήρας Ζ, που ανέρχεται σε ευρώ πεντακόσια (500). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2010. Και Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Θανατηφόρα σωματική βλάβη (άρθρο 311 ΠΚ). Καταδικαστική απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου. Αίτηση αναιρέσεως του καταδικασθέντος κατηγορουμένου για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Απορρίπτονται οι λόγοι αυτοί της αιτήσεως αναιρέσεως διότι αναφέρονται στα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν και οι καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα αναφερόμενα ως αναγνωσθέντα δελτία αδικημάτων συμβάντων του Α.Τ. και εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το βασικό έγκλημα της σωματικής βλάβης από πρόθεση του αναιρεσείοντος και οι θλάσεις και τα αιματώματα στην περιοχή του εγκεφάλου που υπέστη από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου που τον ώθησε βίαια και έπεσε στο οδόστρωμα και προκάλεσε τον τραυματισμό του και από αυτές τις σωματικές κακώσεις ως μόνη ενεργό αιτία επήλθε, μετά πάροδο έξι ημερών από τον τραυματισμό του, ο θάνατος του θύματος. Επίσης αιτιολογείται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ότι συνέτρεξε μη συνειδητή αμέλεια του αναιρεσείοντος για την επέλευση του βαρύτερου αποτελέσματος του θανάτου του παθόντος. Αιτιολογημένη υπό τα γενόμενα δεκτά ότι αποδείχθηκαν από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα περιστατικά. Απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι δεν ήθελε να προκαλέσει σωματική βλάβη στον παθόντα και ότι ο θάνατος του θύματος οφείλεται σε αμέλεια του δράστη με συνέπεια να έπρεπε να ερευνηθεί αν τελέστηκε ανθρωποκτονία από αμέλεια. Οι δε αιτιάσεις του κατηγορουμένου για το ότι δεν λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα αλλά κατ' επιλογή ορισμένα μόνον από αυτά και για διαφορετική αξιολόγηση όσων κατέθεσαν ορισμένοι μάρτυρες και αυτών που προέκυπταν από ορισμένα από τα δελτία αδικημάτων και συμβάντων πλήττουν την κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, η εσφαλμένη ενδεχομένως εκτίμηση των οποίων δεν θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως. Δεν εχώρησε εξάλλου απόλυτη ακυρότητα διότι εφόσον βεβαιώνεται στην απόφαση η ανάγνωση προσδιοριζομένων χωρίς αμφιβολία ως προς την ταυτότητά των εγγράφων και επισκόπηση των φωτογραφιών, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις για το περιεχόμενό τους κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ. Απορρίπτει αίτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Σωματική βλάβη θανατηφόρα.
2
Αριθμός 1190/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 5/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενους τους : 1) Χ2, 2) Χ3, 3) Χ4 και 4) Χ5. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 188/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη, με αριθμό 116/22-3-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι. Eισάγω στο Συμβούλιό Σας , σύμφωνα με το άρ. 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., την 4/27-1-2010 αίτηση αναιρέσεως του ..., κατοίκου ... (...) κατά του 5/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, και εκθέτω τα ακόλουθα: ΙΙ. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το 989/2009 βούλευμά του, εκτός των άλλων, παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ... στο ακροατήριο του Μ.Ο.Δ. που θα ορίσει ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης, για να δικαστεί για βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη από κοινού και κατά συρροή (α. 45, 94 παρ. 1, 308 παρ. 1 α και 310 του Π.Κ.). Κατά του βουλεύματος αυτού αυτός άσκησε την 87/25-9-2009 έφεσή του η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της από το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το 5/2010 βούλευμά του. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 20-1-2010, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό του αστυφύλακα Κ. Παπαχρήστου, και αυτός στις 27-1-2010 εμπρόθεσμα, δηλ. εντός της προβλεπόμενης δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση (α. 473 παρ. 1 του ΚΠΔ), άσκησε την παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Θεσσαλονίκης επικαλούμενος έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (α. 484 παρ. 1 Β και Δ του Κ.Π.Δ.). Επειδή η αίτηση αυτή αναιρέσεως είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί στην ουσία της. ΙΙΙ. Σύμφωνα με το α. 310 §§ 1, 2 και 3 του ΠΚ, "Αν η πράξη του άρθρου 308 είχε επακόλουθο τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση υπάρχει, ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του. Αν ο υπαίτιος επιδίωκε το αποτέλεσμα που προξένησε, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το έγκλημα της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης, που είναι βαρύτερη μορφή του εγκλήματος της απλής σωματικής βλάβης , τελεί αυτός που επιδιώκει (άμεσος δόλος) να προκαλέσει και προκαλεί σε άλλον βαριά σωματική βλάβη . Ως κίνδυνος ζωής νοείται όχι μια απλή επικίνδυνη στιγμή για την ζωή του θύματος αλλά ο άμεσος κίνδυνος για την ζωή του θύματος δηλ. αυτό να βρεθεί εξαιτίας του τραυματισμού του μεταξύ ζωής και θανάτου (ΑΠ 721, 132/2009, ΑΠ 2649/2008 στην ιστοσελίδα του ΑΠ, ΑΠ 1542/2007, ΑΠ 2104/2004, ΑΠ 481/1999, ΑΠ 1010/1997, ΑΠ 80/1975, Ανδρουλάκης Ποινικό Δίκαιο Ειδικό Μέρος 1974 σελ. 148 ). Έχει κριθεί ότι το έγκλημα αυτός τελεί , εκτός των άλλων, και αυτός που προκαλεί με ηθελημένα σφοδρά και αλλεπάλληλα κτυπήματα κατάγματα στο κεφάλι του θύματος επειδή από αυτά τίθεται εκτός των άλλων σε άμεσο κίνδυνο και η ζωή του θύματος (ΑΠ 1692/2004, ΑΠ 894/1995, ΑΠ 1004/1996, ΑΠ 1004/1996). Τέλος στην έννοια της βαριάς σωματικής βλάβης υπάγονται οι βαριές παραμορφώσεις του θύματος που απαιτούν ειδικές επεμβάσεις και χρόνο για να αποκατασταθούν (Ανδρουλάκης ο.π. σελ. 150). Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (Ολ.ΑΠ 1/2005 ΠΛογ 2005.49, Ολ.ΑΠ 2/2004 ΠΛογ 2004.1015, ΑΠ 1560/2002 ΠΧ' 2003.536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧ' 2001.244). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 2095/2008 , ΑΠ 2253/2002 ΠΧ' 2003.795, ΑΠ 911/1995 ΠΧ' 1995.1440, ΑΠ 459/1992 ΠΧ' 1992.545 ). ΙV. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και τα υπόλοιπα έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Α) με βάση την Πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών : Στις 19-8-2006, οι εγκαλούντες Ψ1 και Ψ2, ένας φίλος τους με το όνομα ... και ένας Σέρβος υπήκοος αγνώστων στοιχείων προσήλθαν για να διασκεδάσουν στο νυχτερινό κέντρο "L..." στη ... . Γύρω στις 5:00, η ώρα σηκώθηκαν από το τραπέζι τους για να χορέψουν, ενώ άφησαν τα προσωπικά τους αντικείμενα στο τραπέζι. Στη συνέχεια όταν ο εγκαλών Ψ1 επέστρεψε στο τραπέζι του διαπίστωσε ότι τέσσερα (4) άτομα άγνωστα σ' αυτόν είχαν καταλάβει τις θέσεις τους και πιο συγκεκριμένα τρεις (3) άνδρες, από τους οποίους ο ένας ήταν Αλβανός υπήκοος αγνώστων στοιχείων και ο άλλος ο κατηγορούμενος Χ1 και μία γυναίκα. Οι εγκαλούντες διαμαρτυρήθηκαν στην ως άνω παρέα των τεσσάρων (4) ατόμων για το ότι είχε καθίσει στο τραπέζι τους, παράλληλα δε απευθύνθηκαν στον Χ2, ο οποίος εργαζόταν στο παραπάνω νυχτερινό κέντρο ως υπεύθυνος για τη διευθέτηση των πελατών στα τραπέζια και στον Χ5, ο οποίος εργαζόταν στην υποδοχή του κέντρου, με σκοπό να επέμβουν και να λύσουν το θέμα που ανέκυψε. Όμως, επειδή η παρέα των κατηγορουμένων Χ1 δεν άφησε το τραπέζι των εγκαλούντων, ο Ψ1 ζήτησε από τον ως άνω αλβανό υπήκοο να αλλάξουν θέσεις. Κατόπιν, εξαιτίας της διένεξης, επικράτησε κάποια ένταση, συνεπεία της οποίας οι δύο (2) εγκαλούντες, ο κατ/νος Χ1 και ο αλβανός υπήκοος αναγκάστηκαν να βγουν στον προαύλιο χώρο του καταστήματος για να μιλήσουν. Ακολούθως, ο ως άνω αλβανός υπήκοος, ενεργώντας από κοινού με τον κατ/νο Χ2 επιτέθηκαν στον Ψ1 και με ιδιαίτερη σφοδρότητα τον γρονθοκόπησαν επανειλημμένα στο κεφάλι, στα μάτια και στη μύτη του, ενώ ο κατ/νος Χ1 χρησιμοποίησε ένα σπασμένο γυαλί και ένα μεταλλικό αντικείμενο. Συνέπεια της ως άνω σφοδρής επίθεσης και των χτυπημάτων που δέχθηκε ο Ψ1 έπεσε αναίσθητος και αιμόφυρτος στην είσοδο του κέντρου. Εν τω μεταξύ, κατά τη διάρκεια της προπεριγραφομένης επιθέσεως που δέχθηκε ο Ψ1 , ο β' εγκαλών Ψ2 επιχείρησε να επέμβει για να τους χωρίσει, πλην όμως και αυτός γρονθοκοπήθηκε επανειλημμένα και χτυπήθηκε με αιχμηρό αντικείμενο με ιδιαίτερη σφοδρότητα από τον κατ/νο Χ1 στη μύτη του, στα ζυγωματικά και στα χείλη του, επιπλέον δε, ο τελευταίος τον έπιασε και με τα δύο του χέρια πολύ σφιχτά από το λαιμό του. Από την από 23-8-2006 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή ... προκύπτει ότι ο Ψ1 υπέστη υπόσφαγμα του λεννού χιτώνα των οφθαλμών, θλαστικό τραύμα ρινός, αποσπαστικό βαθύ θλαστικό τραύμα αριστεράς μετωποβρεγματικής χώρας μήκους οκτώ εκατ. κατάγματα ρινικών οστών άμφω, κάταγμα ρινικού διαφράγματος, κάταγμα ηθμοειδών κυψελών, συντριπτικά κατάγματα στο κάτω τμήμα των μετωπιαίων κόλπων άμφω καθώς και κάταγμα του αριστερού οφθαλμικού κόγλου (ζυγωματικό), αιμορραγικό υλικό στο κατώτερο τμήμα του δεξιού οφθαλμικού κόγχου, διάχυτο οίδημα των μαλακών μορίων του προσώπου, κατά την εισαγωγή έφερε ξένα σώματα στα μαλακά μόρια αριστερά μετωποκροταφικά και εγκεφαλική διάσειση, ενώ από την από 22-8-2006 ιατροδικαστική έκθεση του ίδιου ως άνω ιατροδικαστή προκύπτει ότι ο Ψ2 υπέστη θλαστικό οίδημα στην ηνιακή χώρα του τριχωτού της κεφαλής, θλαστική εκχύμωση χροιάς στην περιοχή των έσω κανθών των οφθαλμών, κάταγμα των ρινικών οστών, θλαστική εκχύμωση των βλεφάρων του δεξιού οφθαλμού χροιάς μελαίνης, εγκεφαλική διάσειση και άλγος στην περιοχή του λάρυγγα. Από τον τραυματισμό των εγκαλούντων προκλήθηκε κίνδυνος για τη ζωή τους λαμβανομένου υπόψη του ότι αυτοί υπέστησαν τόσο σημαντικές κακώσεις σε καίρια και ζωτικά σημεία του σώματός τους, όμως ο κίνδυνος αυτός εξέλιπε με την έγκαιρη άφιξη ασθενοφόρου του ΕΚΑΒ, την άμεση μεταφορά τους στο νοσοκομείο, την χωρίς καθυστέρηση υποβολή του πρώτου σε χειρουργική επέμβαση και την παροχή σ' αυτούς της αναγκαίας ιατρικής βοήθειας. Πέραν των προεκτεθέντων, ενδεικτικό του κινδύνου που προκλήθηκε για τη ζωή του Ψ1 είναι ότι αν τα χτυπήματα που είχε δεχτεί "ήταν λίγα εκατοστά πιο κάτω", θα είχε χάσει τη ζωή του, όπως του είπαν οι γιατροί (βλ. την από 4-5-2009 ανώμοτη κατάθεση αυτού). Και βέβαια, δεν είναι δεσμευτικό για την κρίση μας το ότι ο ως άνω ιατροδικαστής στις προαναφερόμενες ιατροδικαστικές εκθέσεις χαρακτηρίζει τις σωματικές κακώσεις που υπέστη ο Ψ1 ως επικίνδυνες, ενώ τις σωματικές κακώσεις που υπέστη ο Ψ2 ως απλές καθώς και το ότι ο πρώτος θα νοσήσει επί 25-30 ημέρες και θα καταστεί ανίκανος για εργασία επί 16 - 18 ημέρες, ενώ ο δεύτερος θα νοσήσει επί 15-20 ημέρες και θα καταστεί ανίκανος για εργασία επί 10-12 ημέρες, που αναφέρει ο ίδιος στις εν λόγω εκθέσεις. Ειδικότερα, πέραν των προεκτεθέντων, ο ιατροδικαστής στις ως άνω εκθέσεις διατυπώνει την επιφύλαξή του ως προς το χρόνο νοσηλείας και ως προς το χρόνο ανικανότητας για εργασία των παθόντων "εκτός αν του συμβεί καμμία επιπλοκή". Πράγματι στη συνέχεια προέκυψε, ότι οι παθόντες εμποδίστηκαν σημαντικά και για πολύ χρόνο στη χρήση των πληγέντων μελών τους, επιπλέον δε υπέστησαν παραμόρφωση στην εξωτερική τους εμφάνιση, συνεπεία αυτών δε, κατέστησαν ανίκανοι για εργασία για μεγάλο χρονικό διάστημα. Πιο συγκεκριμένα και οι δύο οι οποίοι ήταν επαγγελματίες ποδοσφαιριστές στην ομάδα του ... αναγκάστηκαν να διακόψουν την επαγγελματική τους ενασχόληση με τον αθλητισμό, επιπλέον δε, ο πρώτος απ' αυτούς (Ψ1) έχει υποστεί συνεχείς χειρουργικές επεμβάσεις αποκατάστασης, ο δεύτερος (Ψ2) έχει υποβληθεί σε συνεχείς ιατρικές εξετάσεις (βλ. ενδεικτικά την από 7.4.2007 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του πλαστικού χειρούργου ... "επέμβαση ρινοπλαστική", πόρισμα ακτινολογικού ελέγχου "σκολίωση ρινικού διαφράγματος, θολερότης αριστερού μετωπιαίου κόλπου, πάχυνση του ρινικού βλενογόνου", την από 27.3.2007 βεβαίωση - γνωμάτευση του Νοσοκομείου Παπανικολάου "πάσχει από εμπιεστικό κάταγμα προσθίου τοιχώματος δεξιού ιγμόρειου το διάφραγμα εμφανίζει σκολίωση με δεξιά κύρτωση", την από 7.3.2007 ιατρική γνωμάτευση Γναθοχειρουργικής Κλινικής του Νοσοκομείου Παπανικολάου "διαπιστώνεται παραισθησία του ΔΕ υποκογχίου νεύρου, πιθανό μετατραυματικής αιτιολογίας, επανεξέταση σε 3 μήνες") και αισθάνεται συνεχείς ελέγχους. Τέλος, ο κατηγορούμενος επιδίωκε να προκαλέσει τις προεκτεθείσες σωματικές κακώσεις στους δύο (2) παθόντες και αυτό προκύπτει από το ότι έπληξε αυτούς με ιδιαίτερη σφοδρότητα και συνεχή γρονθοκοπήματα σε ιδιαίτερα ευπαθές και ζωτικό σημείο του σώματος, όπως είναι το κεφάλι, αλλά και από το ότι χρησιμοποίησε σπασμένο γυαλί και μεταλλικό αντικείμενο (αναφορικά με τον Ψ1) και αιχμηρό αντικείμενο (αναφορικά με τον Ψ2). Ο εκκαλών στην έκθεση έφεσής του υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το εκκαλούμενο βούλευμα τον παρέπεμψε προκειμένου να δικαστεί για το αδίκημα της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης κατά συρροή, αφού από το αποδεικτικό της δικογραφίας προέκυψε, ότι ο ίδιος τέλεσε το αδίκημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης (ως προς τον Ψ1) και το αδίκημα της απλής σωματικής βλάβης (ως προς τον Ψ2). Τα ως άνω υποστηριχθέντα από τον εκκαλούντα κρίνονται προδήλως αβάσιμα για τους λόγους που διεξοδικά προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, αλλά και στο πραγματικό μέρος της πρότασης. Με τις παραδοχές αυτές, υπάρχουν στο παρόν διαδικαστικό στάδιο επαρκείς ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντος κατηγορουμένου για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη, με την έννοια ότι αυτές πιθανολογούν σε σοβαρό βαθμό την ενοχή του, καθόσον, από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού προκύπτει η βεβαιότητα ότι το δικαστήριο θα διαθέτει αξιόλογο προς κρισιολόγηση αντικείμενο, με αυξημένη την πιθανότητα ενίσχυσης των υφισταμένων ενδείξεων, οι οποίες θα συντελέσουν στην πλήρωση της απαιτούμενης αποδεικτικής βεβαιότητας, για την κήρυξη της ενοχής αυτού. Επομένως, ορθώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, στις σκέψεις του οποίου και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση αναφερόμαστε, τον παρέπεμψε, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, κατ' εφαρμογή των άρθρων 309 παρ. 1ε' και 313 Κ.Π.Δ., στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου, για να δικαστεί για την ως άνω αξιόποινη πράξη, διατήρησε δε την ισχύ της με αρ. 21/2009 διάταξη του Β' Τακτικού Ανακριτή Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με την οποία επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο περιοριστικοί όροι. Κατά συνέπεια λοιπόν όλων όσων προεκτέθηκαν, η κρισιολογούμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα ύψους διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, σε βάρος του εκκαλούντος. Επιπροσθέτως, με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος, με την διωκόμενη πράξη προξένησε στον παθόντα Ψ2 όχι μόνο κίνδυνο για τη ζωή του, αλλά συνεπεία αυτής, ο προαναφερόμενος εμποδίστηκε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα του, επιπλέον δε χρησιμοποίησε και ένα αιχμηρό αντικείμενο, με το οποίο, εκτός των γρονθοκοπημάτων, προξένησε σ' αυτόν τις προεκτεθείσες σωματικές κακώσεις, αλλά και έπιασε αυτόν και τα δύο του χέρια πολύ σφιχτά από το λαιμό του, ενέργεια από την οποία ο ως άνω παθών υπέστη άλγος στην περιοχή του λάρυγγα, κατά τα προδιαληφθέντα, επιβάλλεται να αναδιατυπωθεί το διατακτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, καθόσον αφορά την κατηγορία που αποδίδεται στον εκκαλούντα κατηγορούμενο και μόνον ως προς τον παθόντα Ψ2, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο προτακτικό της παρούσας και Β) Με βάση δικές του συμπληρωματικές σκέψεις: Ειδικότερα δε προέκυψε η βαριά σωματική πάθηση των παθόντων, ο κίνδυνο της ζωής που προκλήθηκε σ` αυτούς, καθώς και το γεγονός ότι ο τραυματισμός τους εμπόδισε για πολύ χρόνο να χρησιμοποιούν το σώμα τους, και, τέλος, ότι ο κατηγορούμενος σκόπευε άμεσα στην πρόκλησή της. Τούτο συνάγεται απ' όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προκύπτει ιδίως ο τρόπος επίθεσης που επέλεξε ο κατηγορούμενος, τα καίρια σημεία της κεφαλής στα οποία έπληξε τους παθόντες , τα οποία είναι από τα πιο ευπαθή τμήματα του ανθρώπινου σώματος, προκαλώντας, όσον αφορά μεν τον Ψ1 τραύματα σπλαγχνικού κρανίου (τραύματα στους οφθαλμούς και κατάγματα στις οφθαλμικές κόγχες, στον μετωπιαίο κόλπο, στα ρινικά οστά και στις ηθμοειδείς κυψέλες), όσον δε αφορά τον Ψ2 (τραύματα στην ινιακή χώρα, στους έσω κανθούς των οφθαλμών, κάταγμα ρινικών οστών), η ταχύτητα, η σφοδρότητα με την οποία κινήθηκε αυτός γρονθοκοπώντας επανειλημμένα τους άνω παθόντες, ο αιφνιδιασμός που τους προκάλεσε με την επίθεσή του, καθώς και το γεγονός ότι έκανε χρήση ως μέσο επίθεσης κατά του παθόντα Ψ1, σπασμένο γυαλί και κατά του παθόντα Ψ2, μεταλλικό αντικείμενο για την επαύξηση της αποτελεσματικότητας των επιθετικών του κινήσεων (βλ. σχετ. με την εφαρμογή της παρ.3 άρθρου 310 του ΠΚ, και ΑΠ 204/2006, ΑΠ 132/2009 Τραπ.Νομ.Πληρ. Νόμος) Με βάση αυτά και για τους λόγους που αναφέρονται στην εισαγγελική πρόταση, στους οποίους, ως ορθούς και νόμιμους και βάσιμους και το Συμβούλιο εξ ολοκλήρου αναφέρεται, απορριπτέοι κρίνονται όλοι οι λόγοι της εφέσεως με τους οποίους ο εκκαλών διατείνεται ότι η φερόμενη ως τελεσθείσα από τον κατηγορούμενο πράξη, υπόκειται στην νομοτυπική μορφή της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, ως προς τον πρώτο παθόντα και της απλής σωματικής βλάβης, ως προς τον δεύτερο εξ αυτών, κι όχι της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης από κοινού και κατά συρροή για την οποία παραπέμπεται να δικασθεί. Επομένως, πρέπει, η υπό κρίση έφεση ν' απορριφθεί, ως ουσία αβάσιμη και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς όλες τις διατάξεις, ν' αναδιατυπωθεί δε, για τους λόγους που αναφέρονται στην εισαγγελική πρόταση και κατά τον τρόπο που αναφέρεται σ' αυτήν, το διατακτικό του βουλεύματος καθ' όσον αφορά την αποδιδόμενη στον εκκαλούντα κατηγορούμενο πράξη, κατά το μέρος και μόνο που αφορά τον δεύτερο των εγκαλούντων Ψ2. Τέλος αυτό (συμβούλιο Εφετών) αναδιατύπωσε το διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος καθ' όσον αφορά την αποδιδόμενη στον εκκαλούντα κατηγορούμενο πράξη, κατά το μέρος και μόνο που αφορά τον δεύτερο των εγκαλούντων Ψ2 ως εξής: 1β) "γρονθοκόπησε επανειλημμένα τον Ψ2 στο κεφάλι, αλλά και χτύπησε αυτόν στο ίδιο σημείο με αιχμηρό αντικείμενο, επιπλέον δε έπιασε αυτόν και με τα δύο του χέρια πολύ σφιχτά από το λαιμό του, ενώ τη πράξη του αυτή προξένησε σ' αυτόν κίνδυνο για τη ζωή του και τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα του, επιδίωκε δε το αποτέλεσμα που προκάλεσε, ήτοι του προκάλεσε θλαστικό οίδημα στην ινιακή χώρα του τριχωτού της κεφαλής, θλαστική εκχύμωση χροιάς στην περιοχή των έσω κογχών των οφθαλμών, κάταγμα των ρινικών οστών, θλαστική εκχύμωση των βλεφάρων του δεξιού οφθαλμού χροιάς μελάνης, εγκεφαλική διάσειση και άλγος στην περιοχή του λάρυγγα". Το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει: α) με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση, β) τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά γ) τις αποχρώσες ενδείξεις ενοχής που δικαιολογούν την παραπομπή στο ακροατήριο και δ) τις σκέψεις με τις οποίες έχει υπαγάγει ορθά τα πραγματικά αυτά περιστατικά στις ποινικές διατάξεις που αυτός παραβίασε, χωρίς να παραβιάσει τις διατάξεις ούτε ευθέως ούτε πλαγίως. Συγκεκριμένα αναφέρει: α) τα ηθελημένα και αλλεπάλληλα σφοδρά γρονθοκοπήματα του αναιρεσείοντα σε βάρος των παθόντων β) τις σωματικές βλάβες που προκλήθηκαν από αυτά που έχουν την μορφή της βαριάς σωματικής βλάβες (κατάγματα ρινικών οστών, βλάβες στα μάτια και τον λάρυγγα, παραμορφώσεις στο πρόσωπο από αυτά, εγκεφαλική διάσειση, μακρά νοσηλεία και αποχή από εργασία, γ) την πρόθεσή του να προκαλέσει τις βαριές αυτές σωματικές βλάβες και μάλιστα με την μορφή του άμεσου δόλου που συνάγεται από την σφοδρότητα και τον μεγάλο αριθμό των πληγμάτων στο κεφάλι των θυμάτων και την δημιουργία άμεσου κινδύνου για την ζωή τους οι οποίοι στην συνέχεια για μεγάλο χρονικό διάστημα ήσαν σοβαρά ασθενείς ενώ υποβλήθηκαν σε ιατρικές επεμβάσεις αποκατάστασης και σταμάτησαν την επαγγελματική τους ενασχόληση ως ποδοσφαιριστές για μεγάλο χρονικό διάστημα. Με βάση τα δεδομένα αυτά η αίτηση αυτή αναιρέσεως του κατηγορουμένου είναι αβάσιμη και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα (α. 583 παρ. 1, όπως αντ. από το α. 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, σε συνδ. με το α. 3 παρ. 3 του Ν. 773/1977 και την 58553/19/28-6-2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης) . ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η 4/27-1-2010 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου ... (...) κατά του 5/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και Β) Να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης" Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 308 παρ. 1 α του Π.Κ. όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Κατά το άρθρο 309 Π.Κ. με τον υπότιτλο "επικίνδυνη σωματική βλάβη" αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη (310 παρ. 2) επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών. Κατά το άρθρο 310 Π.Κ. με υπότιτλο "βαριά σωματική βλάβη" ορίζεται, στην παράγραφο 1 ότι αν η πράξη του άρθρου 308 είχε επακόλουθο τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, στην παράγραφο 2 ότι, βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση υπάρχει ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του και στην παράγραφο 3, ότι, αν ο υπαίτιος επιδίωκε το αποτέλεσμα που προξένησε τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το έγκλημα της βαριάς σωματικής βλάβης αποτελεί βαρύτερη περίπτωση της απλής σωματικής βλάβης και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και ότι το βαρύτερο αυτό αποτέλεσμα μπορεί να επέλθει είτε από αμέλεια (άρθρ. 29 παρ. 1 Π.Κ.) είτε με σκοπό επελεύσεως αυτού (άρθρο 310 παρ. 3 Π.Κ.), χωρίς να εξετάζεται, προκειμένου να κριθεί ότι τελέσθηκε βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη, ο τρόπος τελέσεως του εγκλήματος, αλλά αφενός το επελθόν αποτέλεσμα και αφετέρου η ύπαρξη δόλου ως προς το αποτέλεσμα. Για την εφαρμογή επομένως της διατάξεως του άρθρου 310 παρ. 3 Π.Κ., απαιτείται, αντικειμενικών μεν συνδρομή οποιαδήποτε των πιο πάνω ενδεικτικά μνημονευόμενων περιπτώσεων της βαριάς σωματικής βλάβης υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος σκοπού, ο οποίος όταν ενυπάρχει στα στοιχεία πραγματώσεως του εγκλήματος αυτού, δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαίτερα. Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ιδίου κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το αποδιδόμενο σε αυτόν έγκλημα, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να μνημονεύονται αυτά γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα, απαιτείται όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι κατ' επιλογή μερικά από αυτά. Εξ άλλου λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Ποιν.Δ., συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσεις ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμό 5/2010 βούλευμα με δικές του σκέψεις και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που συγκέντρωσε η διενεργηθείσα κυρία ανάκριση, τα οποία κατ' είδος αναφέρει, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 19-8-2006 οι εγκαλούντες Ψ1 και Ψ2, ένας φίλος τους με το όνομα ... καθώς και ένας Σέρβος υπήκοος αγνώστων στοιχείων πήγαν για διασκέδαση στο νυκτερινό κέντρο "L..." στη ... . Περί ώρα 05.00 σηκώθηκαν για να χορέψουν αφήνοντας τα προσωπικά τους αντικείμενα στο τραπέζι στους στο κέντρο. Όταν στην συνέχεια επέστρεψε ο εκ των εγκαλούντων Ψ1 στο τραπέζι του είδε ότι είχαν καταλάβει τις θέσεις τους σ' αυτό τέσσερα άγνωστα σ' εκείνον άτομα από τα οποία μία ήταν γυναίκα και οι άλλοι τρεις ήταν άνδρες, στους οποίους περιλαμβανόταν ένας Αλβανός υπήκοος αγνώστων στοιχείων καθώς και ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ1. Οι εγκαλούντες διαμαρτυρήθηκαν, για την κατάληψη των θέσεων τους στο τραπέζι τους στο κέντρο, προς τα άνω τέσσερα άτομα και ζήτησαν από τον υπεύθυνο για τη διευθέτηση των πελατών στα τραπέζια του άνω νυκτερινού κέντρου Χ2 και από τον εργαζόμενο στην υποδοχή των πελατών του κέντρου Χ5 να επέμβουν προς επίλυση του ζητήματος που ανέκυψε. Όμως η παρέα του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου αρνήθηκε να αφήσει το τραπέζι των εγκαλούντων και δημιουργήθηκε διένεξη από το ότι ζήτησε ο εγκαλών Ψ1 από τον άνω αλβανό υπήκοο να αλλάξουν θέσεις με επακόλουθο την πρόκληση εντάσεως μεταξύ των, συνεπεία της οποίας οι εγκαλούντες και ο ήδη αναιρεσείων καθώς και ο άνω αλβανός υπήκοος αναγκάστηκαν να εξέλθουν στο χώρο προ του καταστήματος αυτού του κέντρου διασκεδάσεως για να συζητήσουν σχετικά. Ακολούθως ο άνω αλβανός υπήκοος από κοινού με τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο επιτέθηκαν στον Ψ1 και με ιδιαίτερη σφοδρότητα τον γρονθοκόπησαν επανειλημμένα στο κεφάλι και στο πρόσωπο (μάτια και μύτη) ενώ ο ήδη αναιρεσείων χρησιμοποίησε ένα σπασμένο γυαλί και ένα μεταλλικό αντικείμενο. Από τη σφοδρή επίθεση που δέχθηκε ο Ψ1 και τα εναντίον του κτυπήματα έπεσε αναίσθητος και αιμόφυρτος στην είσοδο του κέντρου. Κατά τη διάρκεια της εναντίον του Ψ1 άνω επιθέσεως ο δεύτερος εγκαλών Ψ2 επιχείρησε να επέμβει για να χωρίσει του επιτιθέμενους από τον δεχόμενο τα κτυπήματα, πλην όμως και αυτός ο εγκαλών γρονθοκοπήθηκε επανειλημμένα και δέχθηκε κτυπήματα με αιχμηρό αντικείμενο με ιδιαίτερη σφοδρότητα στη μύτη του, στα ζυγωματικά και στα χείλη του από τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ1, ο οποίος επιπλέον έπιασε τον άνω παθόντα Ψ2 και με τα δύο του χέρια πολύ σφιχτά από το λαιμό του. Από την από 23.8.2006 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή ... προκύπτει ότι ο Ψ1 υπέστη υπόσφαγμα του λεννού χιτώνα των οφθαλμών, θλαστικό τραύμα ρινός, αποσπαστικό βαθύ θλαστικό τραύμα αριστεράς μετωποβρεγματικής χώρας μήκους οκτώ εκατοστων, κατάγματα ρινικών οστών άμφω, κάταγμα ρινικού διαφράγματος, κάταγμα ηθμοειδών κυψελών, συντριπτικά κατάγματα στο κάτω τμήμα των μετωπιαιών κόλπων άμφω καθώς και κάταγμα του αριστερού οφθαλμικού κόγχου (ζυγωματικό), αιμορραγικό υλικό στο κατώτερο τμήμα του προσώπου, (φέρων κατά την εισαγωγή ξένα σώματα στο μαλακά μόρια αριστερά μετωποκροταφικά) και εγκεφαλική διάσειση. Από την από 22/8/2006 ιατροδικαστική έκθεση του ιδίου ως άνω ιατροδικαστή προκύπτει ότι ο Ψ2 υπέστη θλαστικό οίδημα στην ηνιακή χώρα του τριχωτού της κεφαλής, θλαστική εκχύμωση χροιάς στην περιοχή των έσω κανθών των οφθαλμών, κάταγμα των ρινικών οστών, θλαστική εκχύμωση των βλεφάρων του δεξιού οφθαλμού χροιάς μελαίνης, εγκεφαλική διάσειση και άλγος στην περιοχή του λάρυγγα. Από τον τραυματισμό των εγκαλούντων προκλήθηκε κίνδυνος για τη ζωή τους διότι αυτοί υπέστησαν σημαντικές κακώσεις σε καίρια και ζωτικά σημεία του σώματος τους αλλά και ο κίνδυνος αυτός εξέλιπε με την έγκαιρη άφιξη ασθενοφόρου του ΕΚΑΒ, την άμεση μεταφορά τους στο νοσοκομείο την χωρίς καθυστέρηση υποβολή του πρώτου σε χειρουργική επέμβαση και την παροχή σ' αυτούς της αναγκαίας ιατρικής βοηθείας. Ενδεικτικό του κινδύνου που προκλήθηκε για τη ζωή του Ψ1 είναι ότι αν τα κτυπήματα που είχε δεχθεί "ήταν λίγα εκατοστά πιο κάτω", θα είχε χάσει τη ζωή του, όπως του είπαν οι γιατροί (βλ. την από 4.5.2009 ανώμοτη κατάθεση αυτού). Κρίθηκε από το Συμβούλιο μη δεσμευτικός ο χαρακτηρισμός εκ μέρους του ιατροδικαστή στις παραπάνω ιατροδικαστικές εκθέσεις των σωματικών κακώσεων που υπέστη ο Ψ1 ως επικίνδυνες και των σωματικών κακώσεων που υπέστη ο Ψ2 ως απλές καθώς και ο υπολογισμός του χρόνου που θα νοσήσει ο πρώτος επί 25-30 ημέρες και του χρόνου που θα καταστεί ανίκανος για εργασία αυτός επί 15-20 ημέρες και του χρόνου που θα νοσήσει ο δεύτερος παθών επί 15-20 ημέρες και του χρόνου που θα καταστεί ανίκανος για εργασία επί 10-12 ημέρες. Επισημαίνεται από το Συμβούλιο ότι ο ιατροδικαστής πέραν των ανωτέρω διατυπώνει στις άνω εκθέσεις του την επιφύλαξή του ως προς το χρόνο νοσηλείας και ως προς το χρόνο ανικανότητας για εργασία των παθόντων με την προσθήκη της φράσεως " εκτός αν του συμβεί καμμία επιπλοκή". Δέχεται ως προς αυτό το ζήτημα το Συμβούλιο Εφετών ότι προέκυψε ότι οι παθόντες πράγματι εμποδίστηκαν σημαντικά για πολύ χρόνο στη χρήση των πληγέντων μελών τους, επιπλέον δε υπέστησαν παραμόρφωση στην εξωτερική τους εμφάνιση και ότι συνεπεία αυτών κατέστησαν ανίκανοι για εργασία για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αμφότεροι οι άνω παθόντες, οι οποίοι ήταν επαγγελματίες αθλητές στην ομάδα του ..., αναγκάστηκαν να διακόψουν την επαγγελματική ενασχόλησή τους με τον αθλητισμό, επί πλέον δε, ο πρώτος από αυτούς (Ψ1), έχει υποστεί συνεχείς χειρουργικές επεμβάσεις αποκαταστάσεως, ενώ ο δεύτερος (Ψ2) έχει υποβληθεί σε συνεχείς ιατρικές εξετάσεις (βλ. ενδεικτικά την από 7-4-2007 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του πλαστικού χειρούργου ... "επέμβαση ρινοπλαστική" πόρισμα ακτινολογικού ελέγχου "σκολίωση ρινικού διαφράγματος, θολερότης αριστερού μετωπιαίου κόλπου, πάχυνση του ρινικού βλενογόνου", την από 27-3-2007 βεβαίωση γνωμάτευση του Νοσοκομείου Παπανικολάου "πάσχει από εμπιεστικό κάταγμα προσθίου τοιχώματος δεξιού ιγμορίου...το διάφραγμα εμφανίζει σκολίωση με δεξιά κύρτωση", την από 7-3-2007 ιατρική γνωμάτευση Γναθοχειρουργικής Κλινικής του Νοσοκομείου Παπανικολάου "διαπιστώνεται παραισθησία του ΔΕ υποκογχίου νεύρου, πιθανό μετατραυματικής αιτιολογίας, επανεξέταση σε 3 μήνες") και αισθάνεται συνεχείς ιλίγγους. Δέχεται ακόμη το Συμβούλιο Εφετών ότι ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος επιδίωκε να προκαλέσει τις προεκτεθείσες σωματικές κακώσεις στους δύο παθόντες και αυτό προκύπτει από το ότι έπληξε τους ανωτέρω με ιδιαίτερη σφοδρότητα και συνεχή γρονθοκοπήματα σε ιδιαίτερα ευπαθές και ζωτικό σημείο του σώματος, όπως είναι το κεφάλι αλλά και από το ότι χρησιμοποίησε σπασμένο γυαλί και μεταλλικό αντικείμενο (αναφορικά με τον Ψ1) και αιχμηρό αντικείμενο (αναφορικά με τον Ψ2). Ο ισχυρισμός που προβλήθηκε από την ήδη αναιρεσείοντα με την έκθεση εφέσεώς του ότι εσφαλμένα παρεπέμφθη με το εκκαλούμενο βούλευμα προκειμένου να δικαστεί για το αδίκημα της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης κατά συρροή, ενώ από το αποδεικτικό υλικό στη δικογραφία προέκυψε ότι ο ίδιος τέλεσε το αδίκημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης (ως προς τον Ψ1) και το αδίκημα της απλής σωματικής βλάβης (ως προς τον Ψ2) κρίθηκε προδήλως αβάσιμος από το Συμβούλιο Εφετών για τους λόγους που αναφέρονται στις όμοιες με τις παρατιθέμενες στην αρχή της παρούσης νομικές σκέψεις αλλά και στο πραγματικό μέρος της ενσωματωμένης στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελικής προτάσεως. Με βάση αυτές τις παραδοχές έγινε δεκτό από το Συμβούλιο Εφετών ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη "με την έννοια ότι αυτές πιθανολογούν σε σοβαρό βαθμό την ενοχή του, καθόσον, από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού προκύπτει ότι το δικαστήριο θα διαθέτει αξιόλογο προς κρισιολόγηση αντικείμενο με αυξημένη την πιθανότητα ενισχύσεως των υφισταμένων ενδείξεων οι οποίες θα συντελέσουν στην πλήρωση της απαιτούμενης αποδεικτικής βεβαιότητας για την κήρυξη της ενοχής αυτού". Επίσης συμπληρωματικώς προς τα ανωτέρω το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε με δικές του σκέψεις ότι προέκυψε η βαριά σωματική πάθηση των εγκαλούντων, ο κίνδυνος της ζωής που προκλήθηκε σ' αυτούς καθώς και το γεγονός ότι ο τραυματισμός τους εμπόδισε αυτούς για πολύ χρόνο να χρησιμοποιούν το σώμα τους και τέλος ότι ο κατηγορούμενος σκόπευε άμεσα στην πρόκλησή της. Δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών ότι τούτο συνάγεται από όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προκύπτει ιδίως ο τρόπος επιθέσεως που επέλεξε ο κατηγορούμενος, τα καίρια σημεία της κεφαλής στα οποία έπληξε τους παθόντες, τα οποία είναι από τα πλέον ευπαθή τμήματα του ανθρωπίνου σώματος, προκαλώντας, όσον αφορά μεν τον Ψ1 τραύματα σπλαχνικού κρανίου (τραύματα στους οφθαλμούς και κατάγματα στις οφθαλμικές κόγχες στον μετωπιαίο κόλπο, στα ρινικά οστά και στις ηθμοειδείς κυψέλες), όσον δε αφορά τον Ψ2 (τραύματα στην ινιακή χώρα, στους έσω κανθούς των οφθαλμών, κάταγμα ρινικών οστών), η ταχύτητα, η σφοδρότητα με την οποία κινήθηκε αυτός γρονθοκοπώντας επανειλημμένα τους άνω παθόντες, ο αιφνιδιασμός που τους προκάλεσε με την επίθεσή του, καθώς και το γεγονός ότι έκανε χρήση ως μέσου επιθέσεως κατά του παθόντος Ψ1, σπασμένου γυαλιού και κατά του παθόντος Ψ2 μεταλλικού αντικειμένου για την επαύξηση της αποτελεσματικότητας των επιθετικών του κινήσεων. Με βάση τα παραπάνω, και για όσους λόγους αναφέρονταν στην εισαγγελική πρόταση, έκρινε περαιτέρω το Συμβούλιο Εφετών, ότι ορθώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο με το 989/2009 βούλευμά του στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου για να δικαστεί για την άνω αξιόποινη πράξη και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του, επικύρωσε δε το προσβαλλόμενο βούλευμα. Επίσης το Συμβούλιο Εφετών για τους αναφερόμενους στην εισαγγελική πρόταση λόγους προέβη σε αναδιατύπωση του διατακτικού του βουλεύματος καθόσον αφορά την αποδιδόμενη στον εκκαλούντα κατηγορούμενο πράξη κατά το μέρος μόνο που αφορούσε τον εγκαλούντα Ψ2 ως εξής "γρονθοκόπησε επανειλημμένα τον Ψ2 στο κεφάλι, αλλά και κτύπησε αυτόν στο ίδιο μέρος με αιχμηρό αντικείμενο, επιπλέον δε έπιασε αυτόν και με τα δύο χέρια πολύ σφικτά από το λαιμό του, ενώ τη πράξη του αυτή προξένησε σ' αυτόν κίνδυνο για τη ζωή του και τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα του, επιδίωκε δε το αποτέλεσμα που προκάλεσε ήτοι θλαστικό οίδημα στην ινιακή χώρα του τριχωτού της κεφαλής, θλαστική εκχύμωση χροιάς στην περιοχή των έσω κογχών των οφθαλμών, κάταγμα των ρινικών οστών, θλαστική εκχύμωση των βλεφάρων του δεξιού οφθαλμού χροιάς μελαίνης, εγκεφαλική διάσειση και άλγος στην περιοχή του λάρυγγα. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθ' όσον εκτίθεται σε αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι επαρκείς ενδείξεις ενοχής που δικαιολογούν την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο καθώς και οι σκέψεις με βάση τις οποίες έγινε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 308 παρ. 1α, 310 παρ. 1, 2, 3 Π.Κ που ορθώς εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα σε σχέση με τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος παρατηρείται ότι κατά τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος προέκυψε από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που λήφθηκε υπόψη ότι αυτός (αναιρεσείων) προξένησε με αλλεπάλληλα σφοδρά γρονθοκοπήματα και πλήγματα που κατέφερε και με τη χρήση άλλων αναφερομένων αντικειμένων σωματικές κακώσεις σε καίρια και από τα πλέον ευπαθή μέρη του σώματος καθενός των εγκαλούντων δηλαδή στο κεφάλι και στο πρόσωπο αυτών, ότι αυτές οι σωματικές κακώσεις προξένησαν σε καθένα από τους παθόντες κίνδυνο για τη ζωή τους και εν όψει του ότι συνίσταντο και σε τραύματα στους οφθαλμούς, κατάγματα στις οφθαλμικές κόγχες, στον μετωπιαίο κόλπο, στα ρινικά οστά και στις ηθμοειδείς κυψέλες (όσον αφορά τον Ψ1) και σε τραύματα στην ινιακή χώρα, στους έσω κανθούς των οφθαλμών και κάταγμα ρινικών οστών (όσον αφορά τον παθόντα Ψ2) τους εμπόδισαν για πολύ χρόνο να χρησιμοποιούν το σώμα τους και τους ανάγκασαν να υποβληθούν σε χειρουργικές επεμβάσεις αποκαταστάσεως ο πρώτος και σε συνεχείς ιατρικές εξετάσεις ο δεύτερος και να απόσχουν για πολύ χρόνο από την εργασία τους διακόπτοντας και την αθλητική των δραστηριότητα ως επαγγελματίες αθλητές. Μνημονεύονται ειδικώς στην αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος οι δύο από την 22/8/2006 και από 23/8/2006 εκθέσεις ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του ιατροδικαστή ..., αναπληρωτή καθηγητή του εργαστηρίου της ιατροδικαστικής και τοξικολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από τον οποίο κατά το στάδιο της προδικασίας σύμφωνα με τα άρθρα 183, 187 Κ.Ποιν.Δ. με εντολή της ενεργούσης προανάκριση οι δύο εγκαλούντες παθόντες. Εξηγείται επίσης γιατί το Συμβούλιο Εφετών διαφοροποιήθηκε από την αρχική εκτίμηση του ιατροδικαστή ότι τα τραύματα που φέρει ο πρώτος παθών φέρουν το χαρακτήρα επικίνδυνης σωματικής βλάβης συνεπεία της οποίας αυτός θα νοσήσει επί 25-30 ημέρες και θα καταστεί ανίκανος για εργασία επί 16-18 ημέρες και ότι τα τραύματα που φέρει ο δεύτερος παθών φέρουν το χαρακτήρα απλής σωματικής βλάβης συνεπεία της οποίας αυτός θα νοσήσει επί 15-20 ημέρες και θα καταστεί ανίκανος για εργασία επί 10-12 ημέρες. Η γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα που διορίζεται από το δικαστήριο ή από ανακριτικό υπάλληλο δεν είναι δεσμευτική για το ποινικό δικαστήριο, οποιαδήποτε φύσεως και αν είναι, αλλά εκτιμάται ελεύθερα σύμφωνα με την αρχή της ηθικής αποδείξεως του άρθρου 177 Κ.Ποιν.Δ. Γίνεται μνεία στο προσβαλλόμενο βούλευμα για την επιφύλαξη που εξέφρασε ο ιατροδικαστής στις άνω ιατροδικαστικές εκθέσεις, ως προς το ενδεχόμενο να εμφανισθούν στους παθόντες επιπλοκές από τις κακώσεις αυτές που προφανώς οδηγούσε σε διαφορετικό συμπέρασμα από αυτό που αναφέρεται σε κάθε μια από τις εκθέσεις αυτές. Δέχεται ακόμη το Συμβούλιο Εφετών ότι υπέστησαν οι παθόντες παραμόρφωση στην εξωτερική τους εμφάνιση και κατέστησαν ανίκανοι για εργασία για μεγάλο διάστημα καθώς και για το ότι υποβλήθηκαν σε συνεχείς ιατρικές επεμβάσεις ο πρώτος και σε συνεχείς ιατρικές εξετάσεις ο δεύτερος. Έτσι δικαιολογείται η παραδοχή ότι είχαν χαρακτήρα βαριάς σωματικής βλάβης οι άνω σωματικές κακώσεις που προκλήθηκαν στους δύο εγκαλούντες από τον ήδη αναιρεσείοντα από κοινού με τον αγνώστων στοιχείων ταυτότητας έτερο δράστη. Ακόμη αιτιολογημένα δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών ότι ο ήδη αναιρεσείων ενήργησε με άμεσο δόλο, δηλαδή με επίγνωση και με το σκοπό να επιφέρει σε καθένα από τους παθόντες αυτές τις βαριές σωματικές βλάβες, στηρίζει δε αυτό το πόρισμα, στις αναφερόμενες δυσμενείς συνέπειες σε βάρος των εγκαλούντων και στην έκταση των κακώσεων από τα τραύματα στα αναφερόμενα ευπαθή σημεία του σώματός των, υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε δεκτό με το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι προκλήθηκαν. Είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι έπρεπε να παραπεμφθεί αυτός για την άνω πράξη κατά πλημμελή αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί της συνδρομής επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του Συμβουλίου και δεν συνιστούν αυτές παραδεκτό λόγο αναιρέσεως. Επίσης απορριπτέες είναι οι αιτιάσεις του ιδίου ότι χωρίς να αιτιολογείται από τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά η συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως της αξιοποίνου πράξεως της βαριάς σκοπούμενη σωματικής βλάβης αλλά και ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 308 παρ. 1 α, 309 και 310 Π.Κ. δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι ο χρόνος που εμποδίσθηκαν αντικειμενικά οι παθόντες να χρησιμοποιήσουν το σώμα τους και κατέστησαν ανίκανοι προς εργασία ήταν τόσο σημαντικός ώστε να προσλαμβάνει κακουργηματική μορφή η σωματική βλάβη κάθε παθόντος ως άνω και όχι ότι μικρότερης εκτάσεως ήταν οι κακώσεις ανάλογα με το μέγεθος αυτών και τον χρόνο αποχής από τις ασχολίες των που δικαιολογούσε την παραπομπή του κατά τους ισχυρισμούς του για πλημμεληματικού χαρακτήρα σωματικές βλάβες των παθόντων κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό αυτών. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' Κ.Ποιν.Δ. Μετά από αυτά πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27-1-2010 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθμό 5/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βαριά σωματική βλάβη σκοπούμενη κατά συρροή (άρθρ. 310 §§ 1, 2, 3 ΠΚ) από κοινού με άλλον αγνώστων στοιχείων δράστη. Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Αίτηση του κατηγορουμένου για αναίρεση του απορριπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτονται οι άνω από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β΄ και δ΄ ΚΠΔ λόγοι, διότι κατά τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος επαρκώς αιτιολογούνται ο τρόπος με τον οποίο και τα μέσα που χρησιμοποίησε ο αναιρεσείων και τα ευπαθή σημεία του σώματος καθενός των παθόντων εγκαλούντων όπου επλήγησαν, όπως και οι σωματικές κακώσεις που προκάλεσε σε καθένα από αυτούς και από τις οποίες προξενήθηκε κίνδυνος για τη ζωή τους στον καθένα, που εμποδίστηκαν επί πολύ χρόνο να χρησιμοποιούν το σώμα τους και υποβλήθηκαν ο πρώτος σε χειρουργικές επεμβάσεις και ο δεύτερος σε συνεχείς ιατρικές εξετάσεις, και απείχαν επί πολύ χρόνο από την εργασία και τις αθλητικές δραστηριότητές των, ενώ έγινε δεκτό από το Συμβούλιο Εφετών και ότι ο αναιρεσείων ενήργησε με άμεσο δόλο, δηλαδή με επίγνωση και με σκοπό να επιφέρει σε καθένα από τους παθόντες τις αναφερόμενες δυσμενείς συνέπειες. Ακόμη αιτιολογείται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η διαφοροποίηση του Συμβουλίου από την αρχική εκτίμηση του ιατροδικαστή που εξέτασε κάθε παθόντα και συνέταξε τις αναφερόμενες ιατροδικαστικές εκθέσεις. Απορρίπτονται ως απαράδεκτες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για το ότι το Συμβούλιο Εφετών κατά πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε αυτόν παραπεμπτέο για την άνω πράξη και για το ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ο χρόνος παρεμπόδισης των παθόντων να χρησιμοποιούν το σώμα τους ήταν τόσο σημαντικός ώστε να προσλαμβάνει κακουργηματική μορφή η σωματική βλάβη αντί να παραπεμφθεί για πλημμεληματικού χαρακτήρα επικίνδυνη σωματική βλάβη, διότι πλήττεται η αναιρετικών ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου περί συνδρομής επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για την αποδιδόμενη βλάβη. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη βαριά.
0
Αριθμός 1202/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Μαυροκέφαλο, περί αναιρέσεως της 9293/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1523/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παραγ. 1 του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή αθροιστικώς ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχειρήσεως, εκμεταλλεύσεως ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της συμβάσεως ή της σχέσεως εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1955, εξ αιτίας της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ1 αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της ως άνω διατάξεως του α.ν. 690/1945, στερείται της άνω αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των προανα-φερομένων, η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής κλπ), ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιουμένων, να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο αποδοχές στον εργαζόμενο και αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο. Περαιτέρω κατά το άρθρο 321 παρ. 1 και 4 του ΚΠΔ, το κλητήριο θέσπισμα που επιδίδεται στον κατηγορούμενο πρέπει, να περιέχει, εκτός των άλλων και το ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία αυτής κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, η μη τήρηση δε της ανωτέρω διατάξεως επάγεται ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία, αν δεν καλυφθεί κατά τα άρθρα 173 και 174 του ΚΠΔ, ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. β του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος για παράβαση της προαναφερθείσης διατάξεως του Α.Ν. 690/1945, αρκεί να αναφέρεται το οφειλόμενο στον εργαζόμενο ποσό και δεν απαιτείται η αναφορά και των λοιπών στοιχείων που απαιτούνται για την αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, αφού τα στοιχεία αυτά ανάγονται στην αποδεικτική διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο και με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 9293/2009 απόφασή του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για παράβαση του ΑΝ 690/1945, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: Ο κατηγορούμενος τυγχάνει Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΚΔΟΣΕΙΣ Τ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", εκδότριας της εφημερίδας "ΑΠΟΦΑΣΗ", που εδρεύει στην οδό .... Από την παραπάνω εταιρεία παραιτήθηκε με το από 20-7-2005 πρακτικό του Δ.Σ. της ως άνω εταιρείας, που καταχωρήθηκε την 4-8-2004 στο μητρώο ανωνύμων εταιρειών της αρμόδιας Νομαρχίας και δημοσιεύθηκε στις 5-8-2005 στο υπ' αριθμ. 8714/2005 ΦΕΚ, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με την παραπάνω ιδιότητά του αν και προσέλαβε και απασχόλησε στην επιχείρηση αυτή τους παρακάτω εργαζόμενους ως δημοσιογράφους δεν τους κατέβαλε τα αντίστοιχα ποσά, που αφορούσαν αποδοχές τους για τα κατωτέρω εκτιθέμενα χρονικά διαστήματα, τις οποίες τους όφειλε συνεπεία της σύμβασης και της σχέσης εργασίας ως αποδοχές της προαναφερθείσας κατηγορίας. Συγκεκριμένα αν και απασχόλησε τους εργαζόμενους: 1) Β1 δεν κατέβαλε σ' αυτόν μέχρι την 27-7-2005 το συνολικό ποσό των 5.150 ευρώ, που αφορούσε αποδοχές Ιουνίου, Ιουλίου 2005, Κυριακών τριών μηνών, επίδομα αδείας και αναδρομικά, 2)Β2, δεν κατέβαλε σ' αυτόν μέχρι την 28-7-2005 το συνολικό ποσό των 16.210,34 ευρώ, που αφορούσε δεδουλευμένες αποδοχές Ιουνίου, Ιουλίου 2005, επίδομα αδείας, διαφορές από εργασία Κυριακών και αργιών, 3) Β3, δεν κατέβαλε σ' αυτόν μέχρι την 28-7-2005 το συνολικό ποσό των 3.303,36 ευρώ, που αφορούσε δεδουλευμένες αποδοχές Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου 2005 και για εργασία Κυριακών, 4) Β4, δεν κατέβαλε σ' αυτόν μέχρι την 27-7-2005 το συνολικό ποσό των 11.949,16 ευρώ, που αφορούσε αποδοχές Ιουνίου, Ιουλίου 2005, εργασία Κυριακών, αναδρομικά 2003, 2004 και επίδομα αδείας, 5) Β5, δεν κατέβαλε σ' αυτόν μέχρι την 28-7-2005 το συνολικό ποσό των 4.287,15 ευρώ, που αφορούσε εργασία Κυριακών, επίδομα γάμου και διαφορές αργιών, 6)Β6 ι την 27-7-2005 το συνολικό ποσό των 8.060 ευρώ, που αφορούσε αποδοχές, εργασία Κυριακών, δώρο Πάσχα επιδόματα, 7) Β7, δεν κατέβαλε σ' αυτόν μέχρι την 27-7-2005 το συνολικό ποσό των 6.604 ευρώ για αποδοχές Μαρτίου και Ιουνίου και Ιουλίου 2005, επίδομα Πάσχα, αναδρομικά Κυριακών, 8) Β8, δεν κατέβαλε σ' αυτήν μέχρι την 28-7-2005 το συνολικό ποσό των 5.676,07 ευρώ, που αφορούσε δεδουλευμένα για Ιούνιο και Ιούλιο 2005, αναδρομικά 2003-2004, εργασία Κυριακών και αργιών, 9) Β9, δεν κατέβαλε σ' αυτόν μέχρι την 27-7-2005 το συνολικό ποσό των 3.061,70 ευρώ, που αφορούσε δεδουλευμένα για Ιούνιο και Ιούλιο 2005, εργασία Κυριακών και επίδομα αδείας, 10)Β10, δεν κατέβαλε σ' αυτόν μέχρι την 27-7-2005 το συνολικό ποσό των 3.950 ευρώ, που αφορούσε δεδουλευμένα Ιουνίου και Ιουλίου 2005, επίδομα αδείας και αναδρομικά 2004 και 2005, 11) Β11, δεν κατέβαλε σ' αυτόν μέχρι την 27-7-2005 το συνολικό ποσό των 12.690 ευρώ, που αφορούσε δεδουλευμένα Απριλίου, Μαΐου, Ιουνίου και Ιουλίου 2005, επίδομα Χριστουγέννων και Πάσχα, επίδομα αδείας και διαφορές από 10/2004 μέχρι Ιούλιο 2005, 12) Β12, δεν κατέβαλε σ' αυτήν μέχρι την 27-7-2005 το συνολικό ποσό των 8.904,76 ευρώ, που αφορούσε δεδουλευμένες αποδοχές Ιουνίου Ιουλίου 2005, εργασία Κυριακών, επίδομα αδείας και αναδρομικά, 13) Β13, δεν κατέβαλε σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 7.630 ευρώ, που αφορούσε δεδουλευμένα Μαΐου, Ιουνίου και Ιουλίου 2005 και αναδρομικά ετών 2003-2004, 14) Β14, δεν κατέβαλε σ' αυτήν μέχρι την 22-7-2005 το συνολικό ποσό των 6.316 ευρώ, που αφορούσε δεδουλευμένα για Ιούνιο και Ιούλιο 2005, εργασία Κυριακών και επίδομα αδείας, 15)Β15, δεν κατέβαλε σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 4.753 ευρώ, που αφορούσε δεδουλευμένα Ιουνίου και Ιουλίου 2005, εργασία Κυριακών Μαΐου, επίδομα αδείας 2005 και αναδρομικών ετών 2003-2004, 16) Β16, δεν κατέβαλε σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 5.506,69 ευρώ, που αφορούσε δεδουλευμένα Ιουνίου και Ιουλίου 2005, εργασία Κυριακών και αργιών και δώρο Χριστουγέννων 2004, 17) Β17, δεν κατέβαλε σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 1.134 ευρώ, που αφορούσε εργασία Κυριακών για Ιούνιο και Ιούλιο 2005, 18) Β18, δεν κατέβαλε σ' αυτήν το συνολικό ποσό των 7.055 ευρώ, που αφορούσε δεδουλευμένες αποδοχές Ιουνίου-Ιουλίου 2005, εργασία Κυριακών, αναδρομικά και επίδομα θέσης, 19) Β19, δεν κατέβαλε σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 9.429,31 ευρώ, που αφορούσε δεδουλευμένα Ιουνίου- Ιουλίου 2005, επίδομα γάμου, επίδομα αδείας και εργασία Κυριακών, 20) Β20, δεν κατέβαλε σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 13.310 ευρώ, που αφορούσε δεδουλευμένα Ιουνίου-Ιουλίου 2005, επίδομα αδείας, αναδρομικά, εργασία Κυριακών και μισθούς Φεβρουαρίου-Μαρτίου-Απριλίου 2003, 21) Β21, δεν κατέβαλε σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 4.300 ευρώ, που αφορούσε δεδουλευμένες αποδοχές Ιουνίου-Ιουλίου 2005, διαφορές Μαρτίου- Ιουλίου, επίδομα σύνταξης, δώρο Πάσχα και επίδομα αδείας, 22) Β22, δεν κατέβαλε σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 7.035,50 ευρώ, που αφορούσε δεδουλευμένα Οκτωβρίου 2003-Οκτωβρίου 2004, Ιουνίου- Ιουλίου 2005, για εργασία Κυριακών και αργιών και επίδομα αδείας, 23) Β23, δεν κατέβαλε σ' αυτήν μέχρι την 28-7-2005 το συνολικό ποσό των 5.100 ευρώ, που αφορούσε για δεδουλευμένα Ιουνίου-Ιουλίου 2005, εργασία Κυριακών, επίδομα αδείας, ρεπορτάζ, δώρο Χριστουγέννων και αναδρομικά 2003-2004, 24)Β24, δεν κατέβαλε σ' αυτόν μέχρι την 29-7-2005 το συνολικό ποσό των 1.651,68 ευρώ, που αφορούσε για δεδουλευμένα Μαΐου, Ιουνίου και Ιουλίου 2005, 25) Β25, δεν κατέβαλε σ' αυτόν μέχρι την 29-7-2005 το συνολικό ποσό των 4.665,16 ευρώ, που αφορούσε δεδουλευμένα Ιουνίου-Ιουλίου 2005, επίδομα γάμου, εργασία Κυριακών, επίδομα αδείας και αναδρομικά, 26) Β26, δεν κατέβαλε σ'αυτήν μέχρι την 28-7-2005 το συνολικό ποσό των 5.512,72 ευρώ, που αφορούσε δεδουλευμένα Ιουνίου-Ιουλίου 2005, αναδρομικά, δώρο Πάσχα, επίδομα αδείας, εργασία Κυριακών και αργιών, 27) Β27, δεν κατέβαλε σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 5.162 ευρώ, που αφορούσε δεδουλευμένα Μάιου-Ιουνίου και Ιουλίου 2005, επίδομα αδείας και αναδρομικά, 28) Β28, δεν κατέβαλε σ' αυτήν μέχρι την 27-7-2005 το συνολικό ποσό των 2.871,18 ευρώ, που αφορούσε δεδουλευμένα Ιουλίου 2005, εργασία Κυριακών και επίδομα αδείας 2005, 29) Β29, δεν κατέβαλε σ' αυτήν το συνολικό ποσό των 4.261 ευρώ, που αφορούσε δεδουλευμένα Ιουνίου- Ιουλίου 2005, εργασία Κυριακών και επίδομα αδείας, 30) Β30, δεν κατέβαλε σ' αυτόν μέχρι την 2-8-2005 το συνολικό ποσό των 11.545,38 ευρώ, που αφορούσε αποζημίωση μαθητείας, διαφορές εσωτερικού-εξωτερικού συντάκτη και επίδομα συντάκτη ύλης, 31) Β31, δεν κατέβαλε σ' αυτήν μέχρι την 28-7-2005 το συνολικό ποσό των 5.327,76 ευρώ, που αφορούσε δεδουλευμένα Ιουνίου-Ιουλίου 2005, επίδομα αδείας, εργασία Κυριακών και αργιών, 32) Β32, δεν κατέβαλε σ' αυτόν μέχρι την 27-7-2005 το συνολικό ποσό των 4.551 ευρώ, που αφορούσε για δεδουλευμένα Μάιου, Ιουνίου και Ιουλίου 2005, εργασία Κυριακών και επίδομα αδείας 2005, 33) Β33, δεν κατέβαλε σ' αυτόν μέχρι την 2-8-2005 το συνολικό ποσό των 6.496 ευρώ, που αφορούσε για δεδουλευμένες αποδοχές Ιουνίου-Ιουλίου 2005, επίδομα αδείας, δώρο Πάσχα, Χριστουγέννων, εργασία Κυριακών 2004, μισθούς Οκτωβρίου-Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου και επίδομα θέσης, 34) Β34, δεν κατέβαλε σ' αυτόν μέχρι την 28-7-2005 το συνολικό ποσό των 5.971 ευρώ, που αφορούσε δεδουλευμένα Απριλίου 2003 μέχρι Δεκεμβρίου 2004, Μαρτίου-Απριλίου-Ιουνίου-Ιουλίου 2005, επίδομα τέκνων και γάμου, αδείας και εργασία Κυριακών, 35) Β35, δεν κατέβαλε σ' αυτήν μέχρι την 28-7-2005 το συνολικό ποσό των 1.200 ευρώ, που αφορούσε δεδουλευμένα και το ποσό των 1.685 ευρώ για αναδρομικά 2004, 36) Β36, δεν κατέβαλε σ αυτόν μέχρι την 27-7-2005 το συνολικό ποσό των 1-.500 ευρώ, που αφορούσε αποδοχές Ιουλίου 2005 και εργασία Κυριακών και 37) Β37, δεν κατέβαλε σ' αυτήν μέχρι την 2-8-2005 το συνολικό ποσό των 3.200 ευρώ, που αφορούσε δεδουλευμένες αποδοχές Ιουνίου-Ιουλίου 2005, εργασία Κυριακών και επίδομα αδείας. Ο κατηγορούμενος απολογούμενος δεν αρνήθηκε ειδικότερα το ύψος των ως άνω οφειλομένων στους εγκαλούντες ποσών. Ενόψει των προεκτεθέντων εφόσον αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις παραπάνω πράξεις, για τις οποίες κατηγορείται, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών με ελαφρυντικά των μη ταπεινών αιτίων (αρθρ. 84 παρ. 2β του Π.Κ.), όπως και πρωτοδίκως, αφού κρίθηκε ότι ωθήθηκε στην τέλεση αυτών από αίτια μη ταπεινά". Ακολούθως στο διατακτικό της η προσβαλλόμενη απόφαση όρισε τα εξής: Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι στην Αθήνα στις 5-8-2005 υπό την ιδιότητά των υπευθύνων εργοδοτών της επιχείρησης "ΕΚΔΟΣΕΙΣ Τ ΑΕ ΕΚΔΟΣΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΣ "ΑΝΑΠΑΥΣΗ" αν και απασχόλησε στην επιχείρηση αυτή τον Π1 δεν κατέβαλε σ' αυτόν μέχρι την 27-7-2005 το χρηματικό ποσό των 5.150 ευρώ για αποδοχές Ιουνίου, Ιουλίου 2005, Κυριακάτικα τριών μηνών, επίδομα αδείας και αναδρομικά, στον Β2 δεν κατέβαλε μέχρι την 28-7-2005 ευρώ 16.210,34 για δεδουλευμένα Ιουνίου-Ιουλίου 2005 επίδομα αδείας, διαφορές, Κυριακάτικα και αργίες, τον Π2 ποσόν 3.303,36 ευρώ μέχρι την 28-7-2005 για δεδουλευμένα Φεβρουαρίου-Μαρτίου-Απριλίου 2005 και Κυριακάτικα, στον Β4 ευρώ 11.949,16 μέχρι την 27-7-2005 για αποδοχές Ιουνίου-Ιουλίου 2005, Κυριακάτικα και αναδρομικά 2003, 2004 και επίδομα αδείας, τον Β5 μέχρι την 28-7-2005 ποσόν 4.287,15 για δεδουλευμένα, Κυριακάτικα, επίδομα γάμου, διαφορές αργιών, τον Β6 μέχρι την 27-7-2005 ποσόν 8.060 ευρώ για αποδοχές, Κυριακάτικα, δώρο Πάσχα, επιδόματα, τον Β7 δεν κατέβαλε μέχρι την 27-7-2005 ποσόν 6.604 ευρώ για Μάρτιο 2005, επίδομα Πάσχα, Ιούνιο 2005, αναδρομικά Κυριακών και Ιούλιο 2005, την Β8 δεν κατέβαλαν μέχρι 28-7-2005 ποσόν 5.676,07 ευρώ για αναδρομικά 2003-2004, για Ιούνιο-Ιούλιο 2005 Κυριακάτικα, αργίες, τον Β9 δεν κατέβαλαν μέχρι την 27-7-2005 ποσόν 3.061,70 ευρώ για Ιούνιο 2005, Κυριακάτικα Ιούλιο 2005, επίδομα αδείας, τον Β10 δεν κατέβαλαν μέχρι την 27-7-2005 ποσόν 3.950 για μισθούς Ιουνίου-Ιουλίου 2005, επίδομα αδείας, αναδρομικά 2004-2005, τον Β11 στον οποίο δεν κατέβαλαν μέχρι την 27-7-2005 το ποσόν των 12.690 ευρώ, για Ιούνιο-Ιούλιο 2005, Απρίλιο-Μαϊο 2005, επίδομα Χριστουγέννων, Πάσχα, αδείας, και διαφορές ετών 10-2004 έως Ιούλιο 2005, την Β12 δεν κατέβαλαν μέχρι την 27-7-2005 το ποσόν 8.904,76 ευρώ για Κυριακάτικα, μισθούς Ιουνίου, Ιουλίου, επίδομα αδείας και αναδρομικά, τον Β13 δεν κατέβαλαν σ' αυτόν ποσόν 7.630 ευρώ για μισθούς Μαίου Ιουνίου-Ιουλίου 2005 και αναδρομικά ετών 3.300, την Β14 στην οποία δεν κατέβαλαν μέχρι την 22-7-2005 ποσόν 6.316 για Ιούνιο 2005, Κυριακές, Ιούλιο 2005, επίδομα αδείας, τον Β15 στον οποίο δεν κατέβαλε ποσό 4.753 ευρώ για Ιούνιο-Ιούλιο 2005, Κυριακές Μαΐου, επίδομα αδείας 2005 και αναδρομικά ετών 2003-2004, την Β16 στην οποία δεν κατέβαλε ποσό 5.500,69 ευρώ για μισθούς Ιουνίου-Ιουλίου 2005, Κυριακάτικα, δώρα Χριστουγέννων 2004 και αργιών, τον Β17 στον οποίο δεν κατέβαλε ποσόν 1.134 ευρώ για Κυριακές Ιουνίου-Ιουλίου 2005, στην Β18 στην οποία δεν κατέβαλλε ποσόν 7.055 ευρώ για μισθούς Ιουνίου-Ιουλίου 2005, Κυριακές, αναδρομικά και επίδομα θέσης, τον Β19 στον οποίο δεν κατέβαλαν ποσό 9.429,31 ευρώ για μισθούς Ιουνίου-Ιουλίου 2005, επίδομα γάμου, επίδομα αδείας, Κυριακάτικη απασχόληση, τον Β20 στον οποίο δεν κατέβαλαν ποσόν 13.310 ευρώ για μισθούς Ιουνίου-Ιουλίου 2005, επίδομα αδείας, αναδρομικά, Κυριακές, μισθούς Φεβρουαρίου-Μαρτίου-Απριλίου 2003, τον Β21 στον οποίο δεν κατέβαλαν ευρώ 4.300 ευρώ για μισθούς Ιουνίου-Ιουλίου, διαφορές Μαρτίου-Ιουλίου, αποδοχές Μαίου, δώρο Πάσχα, επίδομα αδείας, τον ... στον οποίο δεν κατέβαλαν ποσό 7.035,50 ευρώ για μισθούς Οκτωβρίου 2003-Οκτωβρίου 2004, Ιουνίου-Ιουλίου 2005, Κυριακές, αργίες και επίδομα αδείας, την ... στην οποία δεν κατέβαλαν μέχρι 28-7-2005 ποσόν 5.100 ευρώ για μισθούς Ιουνίου-Ιουλίου 2005, Κυριακές και επίδομα αδείας, ρεπορτάζ, άδεια, δώρο Χριστουγέννων, αναδρομικά 2003-2004, τον ... δεν κατέβαλαν μέχρι την 29-7-2005 ποσόν 1.651,68 ευρώ για μισθούς Μαΐου-Ιουνίου-Ιουλίου 2005, τον Β25 στον οποίον δεν κατέβαλαν μέχρι 29-7-2005 ποσόν 4.665,16 ευρώ για Ιούνιο-Ιούλιο 2005, επίδομα γάμου, Κυριακές, επίδομα αδείας αναδρομικά, την Β26 στην οποία δεν κατέβαλαν μέχρι την 28-7-2005 ποσό 5.512,72 ευρώ για μισθούς Ιουνίου-Ιουλίου 2005, αναδρομικά, δώρο Πάσχα, επίδομα αδείας, Κυριακάτικα, αργίες, στον Β27 στον οποίο δεν κατέβαλαν ποσό 5.162 ευρώ για μισθούς Ιουνίου-Μαΐου-Ιουλίου 2005, επίδομα αδείας και αναδρομικά, την Β28 στην οποία δεν κατέβαλε μέχρι την 27-7-2005 ποσού 2.871,18 ευρώ για Ιούλιο 2005, Κυριακές και επίδομα αδείας 2005, την Β29 στην οποία δεν κατέβαλε ποσό 4.261 ευρώ για αποδοχές Ιουνίου-Ιουλίου 2005, Κυριακές, επίδομα αδείας, τον Β30 στον οποίο δεν κατέβαλαν μέχρι την 2-8-2005 ποσόν 11.545,38 ευρώ για αναδρομικό μισθό της 9-12-2003, μισθούς 16-12-2004 έως 30-5-2004, για μισθούς 1-6-2004 έως 30-9-2004, για 1-10-2004, 31-12-2004 μισθούς και επίδομα συντάκτη, τη Β31 στην οποία δεν κατέβαλε μέχρι την 28-7-2005 ποσόν 5.323,76 ευρώ για Ιούνιο-Ιούλιο 2005, επίδομα αδείας, Κυριακάτικα, αργίες, στον Β32 δεν κατέβαλαν μέχρι την 27-7-2005 ποσό 4.551 ευρώ για Μάιο- Ιούνιο-Ιούλιο 2005, Κυριακές και επίδομα αδείας 2005, τον Β33, στον οποίο δεν κατέβαλαν μέχρι 2-8-2005 ποσό 6.496 για μισθούς Ιουνίου-Ιουλίου 2005, επίδομα αδείας, δώρο Πάσχα, Χριστουγέννων, Κυριακάτικα 2004 μισθούς Οκτωβρίου-Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου και επίδομα θέσεως, τον Β34 στον οποίο δεν κατέβαλε μέχρι 28-7-2005 ποσόν 5.971 για μισθούς Απριλίου 2003 έως και Δεκεμβρίου 2004 αναδρομικά Απριλίου-Ιουνίου-Ιουλίου 2005 επίδομα τέκνων και γάμου, αδείας, Κυριακάτικα, την Β35 στην οποία δεν κατέβαλε ποσόν 1.200 ευρώ μέχρι 28-7-2005 και 1.685 ευρώ για διαφορά αναδρομικών 2004, τον Β36 στον οποίο δεν κατέβαλε μέχρι 27-7-2005 ποσόν 1.500 ευρώ για Ιούνιο-Ιούλιο 2005 για Κυριακάτικα, την Β37 την οποία δεν κατέβαλε μέχρι 2-8-2005 ποσό 3.200 ευρώ για μισθούς Ιουνίου- Ιουλίου 2005, Κυριακάτικα και άδειες, αν και τους τα όφειλαν συνεπεία της σύμβασης και της σχέσης εργασίας ως αποδοχές της προαναφερθείσας κατηγορίας". Με αυτές τις παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι η εκ των ανωτέρω διατάξεων του Συντάγματος και του ΚΠΔ επιβαλλόμενη. Συγκεκριμένα δεν προσδιορίζεται στην απόφαση: α) η ιδιότητα του κατηγορουμένου η οποία τον καθιστά ποινικώς υπεύθυνο, αφού αναφέρεται μόνο ότι αυτός ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εργοδότριας Ανώνυμης Εταιρίας, η οποία κατά νόμον (άρθρο 18 του Ν. 2190/1920) εκπροσωπείται από το διοικητικό της συμβούλιο που ενεργεί συλλογικώς και δεν διευκρινίζεται αν αυτός, σύμφωνα με το καταστατικό της εταιρίας ή με απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου, είχε εξουσία εκπροσωπήσεώς της, β) ο δικαιούμενος μηνιαίος μισθός και η πηγή καθορισμού του (ατομική σύμβαση, συλλογική σύμβαση εργασίας κλπ), γ)οι καταβληθείσες αποδοχές κάθε επιμέρους διάστημα, ώστε με τον κατάλληλο μαθηματικό υπολογισμό, να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, δ) οι οφειλόμενες αποδοχές ξεχωριστά κατά το είδος τους (μισθός, εργασίας Κυριακών, επίδομα αδείας, αναδρομικά) και ο τρόπος υπολογισμού τους, και ε) ο χρόνος κατά τον οποίο τα μερικότερα κονδύλια έπρεπε να καταβληθούν και η πηγή καθορισμού του χρόνου καταβολής τους. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ είναι βάσιμος. Περαιτέρω, όμως προκύπτει από το κλητήριο θέσπισμα, το περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και περιεχόμενο του προαναφερθέντος διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, περιέχει όλα τα στοιχεία που είναι κατά τα άνω αναγκαία για την εγκυρότητά του και ειδικότερα περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, καθώς και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠΔ, που αφορά σε σχετική ακυρότητα που συνέβη στη διαδικασία στο ακροατήριο λόγω ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι αβάσιμος. Μέσα από αυτά και ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, δεδομένου ότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθ. 519 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 9293/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010. Και Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουνίου 2010 . Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση του Α.Ν. 690/1945. Στοιχεία του εγκλήματος. Στοιχεία που απαιτούνται για την αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης και για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος. Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος και βάσιμος για έλλειψη αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης. Αναιρείται η απόφαση και παραπέμπεται η υπόθεση για νέα συζήτηση.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1206/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 25/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 244/10. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 154/19-4-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντες την από 30-1-2010, με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά της υπ'αριθμ. 25/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η έφεση αυτού κατά της υπ'αριθμ. 47121/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, διά της οποίας είχε καταδικασθεί για κλοπή σε φυλάκιση πέντε μηνών, εκθέτομεν τα εξής: Σύμφωνα με τη διάταξη της παραγρ. 2 του άρθρου 473 ΚΠΔ η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που κρίθηκε ένοχος και με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στον οποίο επιδίδεται μέσα σε 20 ημέρες από την έναρξη της προθεσμίας. Η απόφαση κατά της οποίας στρέφεται η ως άνω δήλωση πρέπει να είναι "καταδικαστική", τοιαύτη, όμως, δεν είναι η απορρίπτουσα την έφεση ως ανυποστήρικτη (Α.Π. 817/2002 - Πράξη και Λόγος 2002/65, Α.Π. 458/2001 Ποιν. Χρον. ΝΒ/46). Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα του αναιρεσείοντος, όταν (πλην άλλων περιπτώσεων) το ένδικο μέσο ασκήθηκε χωρίς την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε κατά το άρθρο 473 παρ. 2 Κ.Π.Δ., δηλαδή με την επιδοθείσα την 1-2-2010 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δήλωση και στρέφεται κατά της υπ'αριθμ. 25/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη ως ανυποστήρικτος η έφεση του αναιρεσείοντος, του κατά της υπ'αριθμ. 47121/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Η απόφαση όμως, καθ'ής η αίτηση αναιρέσεως, δεν είναι "καταδικαστική", κι ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), ως μη ασκηθείσα νομοτύπως, δηλαδή διά δηλώσεως ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, συντασσομένης σχετικής εκθέσεως (άρθρο 474 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν ---------------- α)Να απορριφθεί ως απαράδεκτος η από 30-1-2010 διά δηλώσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, επιδοθείσα την 1-2-2010, αίτηση-δήλωση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά της υπ'αριθμ. 25/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, Και β) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 16 Απριλίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 509 παρ. 1 και 474 παρ. 1 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι το ένδικο μέσο γενικά, επομένως και η αναίρεση κατ' αποφάσεως, ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής της περιφέρειας που κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Κατ' εξαίρεση, προκειμένου για καταδικαστικές αποφάσεις, η αναίρεση μπορεί να ασκηθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Στην έννοια, όμως, της καταδικαστικής αποφάσεως, δεν περιλαμβάνεται και εκείνη που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη ή ανυποστήρικτη, αφού με αυτή το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, αλλ' απλώς διαπιστώνει το απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου. Επομένως, προκειμένης αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως ανυποστήρικτη, η αναίρεση πρέπει αναγκαίως να ασκηθεί στο γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε κ.λ.π. και δεν μπορεί να ασκηθεί με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Εξάλλου κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε κατά βουλεύματος ή αποφάσεως, χωρίς να τηρηθούν οι οριζόμενες για την άσκηση αυτού διατυπώσεις, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως και την καταδίκη του ασκήσαντος αυτό στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 30 Ιανουαρίου 2010 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 25/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 47121/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ενόψει όμως του ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική, η αίτηση είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1, 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30 Ιανουαρίου 2010 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 25/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010. Και Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2010 Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτο αιτήσεως αναιρέσεως, γιατί στρέφεται κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως, όπως είναι η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη ή ανυποστήρικτη, η δε αίτηση ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Απορρίπτει αίτηση.
Εισαγγελέας Αρείου Πάγου
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου.
1
Αριθμός 1188/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Γεωργίου, περί αναιρέσεως της 1058/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγουσες τις :1)Ψ1 και 2)Ψ2, που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κωλλέτη. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1766/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 302 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, την συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική, αφετέρου δε ότι είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψή του. Περαιτέρω, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 28 ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ευσυνείδητη, κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, επίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Ενόψει της διακρίσεως αυτής, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιο από τα είδη αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, γιατί, αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και ιδρύεται απ'αυτό λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, το οποίο δίκασε κατ'έφεση, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.1058/2009 απόφασή του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά την εκτίμηση των κατ'είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων ότι αποδείχθηκαν τα εξής "Στις 4-6-2004 και περί ώρα 8.10 ο Ζ οδηγούσε την υπ'αριθ.κυκλοφορίας ... μοτοσυκλέτα και εκινείτο επί της διπλής κατευθύνσεως, με οδόστρωμα πλάτους 7 μέτρων οδού ... με κατεύθυνση από το ... προς .... Στο αριστερό μέρος του ρεύματος πορείας της ως άνω οδού εκτελούνταν έργα από την εταιρία "ΤΟΜΗ-ΑΒΕΤΕ", για τα οποία, όπως προκύπτει από το σχεδιάγραμμα της τροχαίας, την έκθεση αυτοψίας και τις φωτογραφίες, στη συμβολή της οδού ... με την οδό ... υπήρχαν προειδοποιητικές σχετικές πινακίδες και αναλάμπων κίτρινος σηματοδότης. Τα εν λόγω έργα ξεκινούσαν σε απόσταση 200 μέτρων περίπου από την διασταύρωση. Ανώτατο επιτρεπόμενο όριο σύμφωνα με υπάρχουσα πινακίδα ήταν 30 χιλιομ.ωριαίως, η εν λόγω οδός είναι ευθεία, με ανωφέρεια με μικρή κλίση και κατ'εκείνη τη χρονική στιγμή η κίνηση από την κυκλοφορία των οχημάτων ήταν μικρή, η ορατότητα κανονική και ο καιρός αίθριος. Μόλις ο οδηγός της μοτοσυκλέτας Ζ, που δεν φορούσε κράνος, έφθασε με αυξημένη ταχύτητα, μεγαλύτερη των 30 χιλιομέτρων, όπως συνάγεται από τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά στο προαναφερθέν σημείο, αφού πραγματοποίησε ελιγμό από δεξιού (προσπέρασμα) το προπορευόμενο αυτοκίνητο της αυτόπτη μάρτυρας Θ, τότε το οδηγούμενο από τον κατηγορούμενο Χ υπ'αριθ.κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας του, εντελώς ξαφνικά και ανέλεγκτα εξήλθε από την ευρισκόμενη δεξιά της οδού ... μάντρα οικοδομικών υλικών "...", παρεμβλήθηκε αιφνίδια στην πορεία της μοτοσυκλέτας, με αποτέλεσμα στην προσπάθεια του οδηγού της Ζ, να αποφύγει τη σύγκρουση με το φορτηγό, αυτός τροχοπέδησε κάνοντας ελιγμό αριστερά, απώλεσε τον έλεγχο της, προσέκρουσε στα έργα και σύρθηκε σε μήκος 15 μέτρων, και ακολούθως κατέπεσε μπροστά από τον πίσω αριστερό τροχό του φορτηγού και τραυματίστηκε θανάσιμα, υποστάς βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εκ της οποίας, ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός του (βλ.υπ'αριθ.πρωτ.1314/23-7-2004) ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής). Με βάση τ'ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το δικαστήριο κρίνει ότι υπαίτιος του ως άνω ατυχήματος είναι ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου, ο οποίος δεν επέδειξε στη συγκεκριμένη περίπτωση και με τις κρατούσες συνθήκες την κατ'αντικειμενική κρίση επιμέλεια και προσοχή, που όφειλε κάθε μετρίως συνετός οδηγός, δηλαδή η αμελειά του συνίσταται στο ότι αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή, καθόσον ενώ εξήρχετο από παρόδια ιδιοκτησία δεν παρεχώρησε προτεραιότητα στην επί της οδού ... κινούμενη μοτοσυκλέτα, όπως μπορούσε και είχε υποχρέωση, αλλά αντιθέτως εισήλθε αιφνιδίως στην εν λόγω οδό χωρίς να διακόψει την πορεία του και να ελέγξει αν ήταν ελεύθερη η οδός ..., με συνέπεια να ανακόψει και αποκλείσει την πορεία της κινούμενης επί της οδού αυτής δίκυκλης μοτοσυκλέτας του θανόντος. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι δεν συνέβησαν έτσι τα πράγματα, αφού αυτός ισχυρίστηκε ότι δεν εξήλθε από την μάντρα ..., γιατί το φορτίο που έφερε στο φορτηγό, είχε φορτωθεί στο ..., δεν αποδείχτηκε βάσιμος κατ'ουσίαν, αφού αποκρούστηκε από αυτήν την κατάθεση της αυτόπτου μάρτυρος Θ, η οποία με την εγγύς του ατυχήματος καταθεσή της περιέγραψε λεπτομερώς, τις συνθήκες του ατυχήματος". Μετά ταύτα το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για το ότι "Στον ..., στις 4-6-2004 και ώρα 08.40', από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε κατά τις συνθήκες να καταβάλει, έχοντας ιδιαίτερη υποχρέωση εκ της ιδιότητας του ως οδηγός οχήματος που εξυπηρετεί την βιοποριστική μεταφορά πραγμάτων, προκάλεσε με την αμέλειά του το θάνατο άλλου. Ειδικότερα οδηγώντας το υπ'αριθμ.... ΙΧΦ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, στην συμβολή των οδών ... και ..., με κατεύθυνση από το ... προς ..., συγκρούστηκε με την υπ'αριθμ.... μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Ζ, και κινούνταν προς την ίδια κατεύθυνση, με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του ανωτέρω. Συνεπεία δε των ως άνω παραλείψεων του κατηγορουμένου υπέστη ο παθών βαριά εγκεφαλική κάκωση που είναι και η μόνη αιτία θανάτου". Με αυτά που διέλαβε το Δικαστήριο στη προσβαλλόμενη απόφασή του, προκύπτει ασάφεια ως προς το είδος της αμέλειας που δέχθηκε ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι στο μεν σκεπτικό δεν αναφέρει καθόλου, ούτε εάν προείδε το κατηγορούμενος το αξιόποινο αποτέλεσμα και πίστευε ότι δεν θα επήρχετο, ούτε εάν δεν το προέβλεψε, στο δε διατακτικό η αμέλεια δεν προσδιορίζεται καθόλου. Από την ασάφεια δε αυτή, καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 28 και 302 του ΠΚ. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε'του ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εκ πλαγίου παραβίαση των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να γίνει δεκτώς ως βάσιμος. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο του οποίου η συγκρότηση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθ.1058/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Αποδοχή λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, αφού δεν προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας (συνειδητής ή άνευ συνειδήσεως). Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
1
Αριθμός 1187/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Μαυροκέφαλο, περί αναιρέσεως της 9291/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1517/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να κηρυχθεί άκυρο το κλητήριο θέσπισμα, να παύσει οριστικά εν μέρει η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος λόγω παραγραφής και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος που δεν έχει παραγραφεί. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παραγ. 1 του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 § 1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή αθροιστικώς ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχειρήσεως, εκμεταλλεύσεως ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της συμβάσεως ή της σχέσεως εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1955, εξ αιτίας της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 οτοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της ως άνω διατάξεως του α.ν. 690/1945, στερείται της ως άνω αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των προαναφερομένων, η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής κλπ), ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιουμένων, να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο αποδοχές στον εργαζόμενο και αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο. Περαιτέρω κατά το άρθρο 321 παρ.1 και 4 του ΚΠΔ, το κλητήριο θέσπισμα που επιδίδεται στον κατηγορούμενο πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων και τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία αυτός κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, η μη τήρηση δε της ανωτέρω διατάξεως επάγεται ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία, αν δεν καλυφθεί κατά τα άρθρα 173 και 174 του ΚΠΔ, ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος για παράβαση της προαναφερθείσης διατάξεως του Α.Ν. 690/1945, αρκεί να αναφέρεται το οφειλόμενο στον εργαζόμενο ποσό και δεν απαιτείται η αναφορά και των λοιπών στοιχείων που απαιτούνται για την αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, αφού τα στοιχεία αυτά ανάγονται στην αποδεικτική διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο και με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 9291/2009 απόφασή του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για παράβαση του ΑΝ.690/1945, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: Ο κατηγορούμενος τυγχάνει Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΚΔΟΣΕΙΣ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", εκδότριας εφημερίδας "...", που εδρεύει στην οδό ... αριθμ.6 και ... στο ... . Από την παραπάνω εταιρεία παραιτήθηκε με το από 20-7-2005 πρακτικό του Δ.Σ. της ως άνω εταιρείας, που καταχωρήθηκε την 4-8-2004 στο μητρώο ανωνύμων εταιρειών της αρμόδιας Νομαρχίας και δημοσιεύθηκε στις 5-8-2005 στο υπ' αριθμ. 8714/2005 ΦΕΚ, Τεύχος Α.Ε. & Ε.Π.Ε. . Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με την παραπάνω ιδιότητα του στην ... κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2003 μέχρι Ιούλιο 2005 αν και απασχόλησε στην επιχείρηση αυτή τους παρακάτω εργαζόμενους ως δημοσιογράφους από πρόθεση δεν τους κατέβαλε τα αντίστοιχα ποσά, που αφορούσαν αποδοχές τους για τα κατωτέρω χρονικά διαστήματα, τις οποίες τους όφειλε συνεπεία της σύμβασης και της σχέσης εργασίας ως αποδοχές της προαναφερθείσας κατηγορίας. Συγκεκριμένα αν και απασχόλησε τους εργαζόμενους: 1) ΑΑ κατά το από Φεβρουάριο 2005 μέχρι Ιούλιο 2005 ως αθλητικό συντάκτη δεν κατέβαλε σ' αυτόν για δεδουλευμένα των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου, καθώς και για μισθολογικές διαφορές για την παροχή εργασίας σε 18 Κυριακές και αργίες για το διάστημα (ήτοι Φεβρουάριος 2005 μέχρι Ιούλιος 2005=444 ευρώ Χ 6=2.664 ευρώ), καθώς και μισθολογικές διαφορές για το διάστημα Μαΐου 2005 μέχρι Ιουλίου 2005 και οφειλόμενες παροχές Κυριακών και αργιών, 2) την ΒΒ κατά το από 2003 μέχρι Ιούλιο 2005 χρονικό διάστημα ως συντάκτρια Υπουργείου Παιδείας, δεν κατέβαλε σ' αυτήν για μισθό Ιουνίου 2005 ποσό 943 ευρώ (καθαρά 815,68 ευρώ), μισθό Ιουλίου 2005 ποσό 943 ευρώ (καθαρά 815,68 ευρώ), επίδομα αδείας 2005, αναδρομικά συλλογικής σύμβασης 2003-2004 και εργασία Κυριακών από 1ης Μαΐου 2005 μέχρι 31 Ιουλίου 2005 ποσό 891,96 ευρώ, 3) ΓΓ κατά το από Ιούνιο 2005 μέχρι Ιούλιο 2005 χρονικό διάστημα, δεν κατέβαλε σ' αυτόν για δεδουλευμένες αποδοχές Ιουνίου 2005 ποσό 1.284 ευρώ, Ιουλίου 2005 ποσό 1.284 ευρώ και για εργασία 3 Κυριακών ποσό 350 ευρώ και επίδομα αδείας, 4) ΔΔ κατά το από 1-5-2005 μέχρι 31-7-2005 χρονικό διάστημα, δεν κατέβαλε σ' αυτόν για δεδουλευμένες αποδοχές Ιουνίου 2005 ποσό 2.160 ευρώ (καθαρές 1.554,72), Ιουλίου 2005 ποσό 2.160 ευρώ (καθαρές 1.554,72 ευρώ), για επίδομα αδείας 2005 και εργασία Κυριακών από 1ης Μαΐου 2005 μέχρι 31 Ιουλίου 2005 και 5) ΕΕ κατά το από το έτος 2003 μέχρι 31-7-2005, δεν κατέβαλε σ' αυτόν για δεδουλευμένες αποδοχές Ιουνίου 2005 ποσό 1.400 ευρώ, Ιουλίου 2005 ποσό 1.400 ευρώ, επίδομα αδείας 2005 ποσό 600 ευρώ, αναδρομικά συλλογικής σύμβασης ετών 2003-2004 ποσό 1.960 ευρώ, για εργασία Κυριακών από 1ης Μαΐου 2005 μέχρι 31 Ιουλίου 2005 (ήτοι 12 Χ 90=1.080 ευρώ) και για αποζημίωση ποσό 2.400 ευρώ (ήτοι 2 μήνες Χ 1,400 ευρώ), δηλαδή σύνολο ποσό 9.240 ευρώ. Ο κατηγορούμενος απολογούμενος δεν αρνήθηκε ειδικότερα το ύψος των ως άνω οφειλομένων στους εγκαλούντες ποσών. Ενόψει των προεκτεθέντων εφόσον αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις παραπάνω πράξεις, για τις οποίες κατηγορείται, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών με ελαφρυντικά των μη ταπεινών αιτίων (αρθρ. 84 παρ. 2β του Π.Κ.), όπως και πρωτοδίκως, αφού κρίθηκε ότι ωθήθηκε στην τέλεση αυτών από αίτια μη ταπεινά". Ακολούθως στο διατακτικό της η προσβαλλόμενη απόφαση όρισε τα εξής: "Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στην ... κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2003 έως Ιούλιο 2005 με πρόθεση παρέβηκαν τις διατάξεις του άρθρου μόνον του Α.Ν. 690/1945 κατά τις οποίες "Κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1995, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένα για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση, μέχρι έξι (6) μήνες και χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25% ούτε πάνω του 50%. του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού, νια την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές πρέπει να αποτιμώνται, με τη σχετική απόφαση, σε χρήμα. Η εκδίκαση των παραπάνω υποθέσεων γίνεται με τη διαδικασία του αυτοφώρου, όπως προβλέπεται από το άρθρα 417 επ. του Κ.Π.Δ. "Συγκεκριμένα με την ιδιότητα τους σαν υπεύθυνοι εργοδότες της επιχείρησης ΕΚΔΟΣΕΙΣ ... Α.Ε., ΕΚΔΟΣΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ "..." που εδρεύει στην οδό ... & ..., ... αν και απασχόλησαν στην επιχείρηση αυτή τους : α. ΑΑ από Φεβρουάριο 2005 μέχρι Ιούλιο 2005 ως Αθλητικό Συντάκτη, β. ΒΒ από έτος 2003 έως Ιούλιο 2005 ως Συντάκτρια Υπουργείου Παιδείας, γ. ΓΓ από Ιούνιο 2005 έως Ιούλιο 2005, δ. ΔΔ από 1-5-2005 έως 31-7-2005 και ε. ΕΕ από το έτος 2003 έως 31-7-2005 δεν κατέβαλαν μέχρι και της 23-11-2005 στον α., μέχρι και της 24-11-2005 στην β., μέχρι και της 27-7-2005 στον γ., μέχρι και της 16-8-2005 στον δ., και μέχρι και της 28-7-2005 στον ε., τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά των : στον .α., για δεδουλευμένα των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου, καθώς και για μισθολογικές διαφορές για το διάστημα Φεβρουάριο έως Ιούλιο 2005 και ξεχωριστές αμοιβές για την παροχή εργασίας σε δεκαοκτώ (18) Κυριακές και Αργίες για το διάστημα. Αναλυτικά: Φεβρουάριος 2005 έως Ιούλιος 2005 : 444 (τετρακόσια σαράντα τέσσερα) ευρώ . 6.= 2.664 (Δύο χιλιάδες εξακόσια εξήντα τέσσερα). Καθώς και μισθολογικές διαφορές για το διάστημα Μαΐου 2005 έως Ιουλίου 2005 και οφειλόμενες παροχές Κυριακών και Αργιών, στην β., για μισθό Ιουνίου 2005 : 943,00 ευρώ (μεικτές αποδοχές) 815,68 ευρώ (καθαρές αποδοχές), μισθός Ιουλίου 2005 : 943,00 ευρώ (μεικτές αποδοχές) 815, 68 ευρώ (καθαρές αποδοχές), για επίδομα αδείας 2005, για αναδρομικά συλλογικής σύμβασης ετών 2003 -2004, και (για εργάσιμες Κυριακές από 1ης Μαΐου 2005 έως 31 Ιουλίου 2005= 891,96 €), στον γ., για δεδουλευμένες αποδοχές Ιουνίου 2005 : 1284 ευρώ Ιουλίου 2005 : 1284 ευρώ, για 3 Κυριακές : 350 ευρώ και το επίδομα αδείας, στον δ. για μισθό Ιουνίου 2005 : Μεικτές αποδοχές : 2.160 € καθαρές αποδοχές : 1554.72€,για μισθό Ιουλίου 2005 : Μεικτές αποδοχές: 2.160 € και καθαρές 1554,72 €, για επίδομα αδείας 2005 και για εργάσιμες Κυριακές από 1ης Μαίου 2005 έως 31 Ιουλίου 2005, και στον ε., για μισθό Ιουνίου 2005 : 1.400 ευρώ, για μισθό Ιουλίου 2005 : 1.400 ευρώ, για επίδομα αδείας 2005 : 600 ευρώ, για αναδρομικά συλλογικής σύμβασης, ετών 2003 - 2004 : 1.960 ευρώ, για εργάσιμες Κυριακές από 1ης Μαΐου 2005 έως 31 Ιουλίου 2005 (12X90)= 1.080 ευρώ και για αποζημίωση 2X1400= 2.400 ευρώ, σύνολο : 9.240 ευρώ, αν και τους τα όφειλε, συνεπεία της σύμβασης και της σχέσης εργασίας ως αποδοχές της προαναφερθείσας κατηγορίας". Με αυτές τις παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι η εκ των ανωτέρω διατάξεων του Συντάγματος και του ΚΠΔ επιβαλλόμενη. Συγκεκριμένα δεν προσδιορίζεται σ' αυτήν (απόφαση): α) η ιδιότητα του κατηγορουμένου η οποία τον καθιστά ποινικώς υπεύθυνο, αφού αναφέρεται μόνο ότι αυτός ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εργοδότριας Ανώνυμης Εταιρίας, η οποία κατά νόμον (άρθρο 18 του Ν. 2190/1920) εκπροσωπείται από το διοικητικό της συμβούλιο που ενεργεί συλλογικώς και δεν διευκρινίζεται αν αυτός, σύμφωνα με το καταστατικό της εταιρίας ή με απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου, είχε εξουσία εκπροσωπήσεώς της, β) ο δικαιούμενος μηνιαίος μισθός και η πηγή καθορισμού του (ατομική σύμβαση, συλλογική σύμβαση εργασίας κ.λ.π.), γ) οι καταβληθείσες αποδοχές για κάθε επιμέρους διάστημα, ώστε με τον κατάλληλο μαθηματικό υπολογισμό, να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, δ) οι οφειλόμενες αποδοχές ξεχωριστά κατά το είδος τους (μισθός, εργασία Κυριακών, επίδομα αδείας, αναδρομικά) και ο τρόπος υπολογισμού τους και ε) ο χρόνος κατά τον οποίο τα μερικότερα κονδύλια έπρεπε να καταβληθούν και η πηγή καθορισμού του χρόνου καταβολής τους. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ είναι βάσιμος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το κλητήριο θέσπισμα, το περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και περιεχόμενο του προαναφερθέντος διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, περιέχει όλα τα στοιχεία που είναι κατά τα άνω αναγκαία για την εγκυρότητα του και ειδικότερα περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, καθώς και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β' του ΚΠΔ, που αφορά σε σχετική ακυρότητα που συνέβη στη διαδικασία στο ακροατήριο λόγω ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά και ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, δεδομένου ότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (αρθ. 519 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 9291/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση του ΑΝ 690/1945. Στοιχεία του εγκλήματος. Στοιχεία που απαιτούνται για την αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης και για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος. Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος και βάσιμος για έλλειψη αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης. Αναιρείται η απόφαση και παραπέμπεται η υπόθεση για νέα συζήτηση.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1186/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αρκουμάνη, περί αναιρέσεως της 49450/2009 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1450/09. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 του Κ.ποιν.Δ "όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον Εισαγγελέα ή τους Εισαγγελείς (άρθρο 32 παρ. 2), έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής του πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο", ενώ κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι είναι υποχρεωτικό να δοθεί ο λόγος από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση στον Εισαγγελέα και στους διαδίκους, σύμφωνα με την παραπάνω κανονισμένη σειρά στο τέλος και αν ακόμη αυτί δεν ζητηθεί. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, ειδικά όταν πρόκειται για τον κατηγορούμενο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ του Κ.Ποιν.Δ, γιατί αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται σε αυτόν και ρητά θεσπίζονται από το νόμο, για την οποία (παράβαση) ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Ποιν.Δ. περαιτέρω, κατά το άρθρο 141 παρ. 3 του Κ.ποιν.Δ, τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά σύμφωνα με το άρθρο αυτό σε συνδυασμό με το άρθρο 140 του ίδιου Κώδικα. Από την άνω διάταξη (άρθρο 141 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ) προκύπτει ότι το περιεχόμενο των πρακτικών αποτελεί πλήρη απόδειξη και δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών. Στην προκειμένη περίπτωση , με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, ο αναιρεσείων ο οποίος εκπροσωπήθηκε στη δίκη δια πληρεξουσίου δικηγόρου, κηρύχθηκε ένοχος της παράβασης του Ν. 5960/39 "περί επιταγή" κατ' εξακολούθηση, σε ποινή φυλακίσεως δέκα έξι (16) μηνών ανασταλείσα, και σε χρηματική ποινή 1500 ευρώ. Από τα πρακτικά συνεδριάσεως της δίκης αυτής, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως και τα οποία δεν προσβάλλονται για πλαστότητα προκύπτει ότι μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας " Ο Εισαγγελέας, στον οποίο δόθηκε ο λόγος αφού ανέπτυξε την κατηγορία, πρότεινε να γίνει δεκτή η έφεση κατά το τυπικό της μέρος και να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος κατ' εξακολούθηση με ελαφρυντικά 84 παρ. 2β ΠΚ. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου αφού έλαβε το λόγο ανέπτυξε την υπεράσπιση και ζήτησε την αθώωση του πελάτη του. Ο πληρεξούσιος Δικηγόρος του κατηγορουμένου ρωτήθηκε από την Πρόεδρο εάν έχει να προσθέσει οτιδήποτε για την υπεράσπισή του και απάντησε αρνητικά. Κατόπιν τούτων η Πρόεδρος κήρυξε το πέρας της συζητήσεως". Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Ποιν.Δ μοναδικός λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την αιτίαση του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος ότι η διευθύνουσα τη συζήτηση μετά την αγόρευση του Εισαγγελέως περί της ενοχής δεν έδωσε το λόγο στον πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος, μετά την απαγγελία της απόφασης περί της ενοχής, επεσήμανε την παράλειψη αυτή και εγγράφη στα πρακτικά πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30-9-2009 αίτηση του ... περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 49450/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Και Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του νόμου περί επιταγής. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα, διότι μετά την αγόρευση του Εισαγγελέως περί της ενοχής δεν εδόθη ο λόγος, κατ' άρθρο 369 § 2 ΚΠΔ, στον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου. Απορρίπτει αίτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Τραπεζική επιταγή.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1185/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Τζωρτζάκη περί αναιρέσεως της 3520/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Αυγούστου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1269/09. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ. 1, 349 και 139 του Κ.Ποιν.Δ, ως και του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, οφείλει να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και, σε περίπτωση απόρριψή του, να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως την απόφασή του. Διαφορετικά, αν απορρίψει το αίτημα χωρίς την επιβαλλόμενη από τα ανωτέρω αιτιολογία, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ Κ.Ποιν.Δ λόγος αναιρέσεως (ΟλΑΠ 7/2005), η δε, εν συνεχεία απόρριψη της εφέσεως, τoy νομίμως και εμπροθέσμως κληθέντος εκκαλούντος - κατηγορουμένου ως ανυποστήρικτης, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, με την μορφή της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 3520/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, κατά την συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του εν λόγω Δικαστηρίου την 7 Μαΐου 2009, δεν εμφανίσθηκε η εκκαλούσα- κατηγορουμένη, αλλά ο ..., ο οποίος δήλωσε ότι είναι σύζυγος της κατηγορουμένης και ζήτησε για λογαριασμό της την αναβολή της υποθέσεως επικαλούμενος ότι συντρέχουν σημαντικά αίτια στο πρόσωπό της, προσκόμισε δε και παρέδωσε την από 6-5-2009 ιατρική γνωμάτευση του ειδικού παθολόγου ..., την οποία η πρόεδρος ανέγνωσε δημόσια στο ακροατήριο. Περαιτέρω, εξεταζόμενος ενόρκως κατέθεσε ότι "Η σύζυγος μου είναι άρρωστη και εχθές το βράδυ φέραμε γιατρό, την προηγούμενη φορά είχε πιο σοβαρό πρόβλημα όταν ζήτησε την αναβολή. Είναι σχετικό ότι είναι συχνά άρρωστη. Έχει υψηλό πυρετό και έχω ιατρική βεβαίωση". Το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα της αναβολής με την εξής αιτιολογία: "Το αίτημα της αναβολής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο από ουσιαστική άποψη, διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού οι προβαλλόμενοι από την κατηγορούμενη λόγοι ασθενείας δεν αποδεικνύονται. Ειδικότερα, προσκομίζεται μεν η από 6-5-2009 ιατρική βεβαίωση του ιατρού ... ότι αυτή πάσχει από οξεία εμπύρετο βρογχοπνευμονία και ότι απαιτείται να παραμείνει κατ' οίκον από 6-5-2009 έως και 10-5-2009, ο δε μάρτυρας που εξετάσθηκε στο ακροατήριο... επιβεβαίωσε ότι η κατηγορουμένη σύζυγος του είναι άρρωστη, πλην όμως το Δικαστήριο δεν πείθεται ότι αυτή έχει ανυπέρβλητο κώλυμα εμφάνισης στο Δικαστήριο, ενόψει και του ότι κατά τη δικάσιμο της 5-6-2008 ο ίδιος ιατρός βεβαίωσε για ασθένεια της κατηγορουμένης από οξεία εμπύρετο γαστρεντερίτιδα. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι έχει αναβληθεί άλλη μία φορά η υπόθεση λόγω ωραρίου γραμματέως και ότι απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη (η έφεση) στη συνέχεια δε ακυρώθηκε η διαδικασία, προκύπτει ότι το αίτημα αναβολής στην παρούσα δικάσιμο παρελκύστικά προβάλλεται". Ακολούθως το δικαστήριο απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη. Η αιτιολογία αυτή που διέλαβε το δικαστήριο, στην απορριπτική του αιτήματος της κατηγορουμένης, για αναβολή της δίκης, απόφασή του, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα, αλλά και χωρίς αντιφάσεις οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο οδηγήθηκε στην απορριπτική, του παραπάνω αιτήματος της κατηγορουμένης, παρεμπίπτουσα απόφασή του με την συνδρομή των οποίων (λόγων) το φερόμενο ως σημαντικό αίτιο που είχε επικαλεσθεί για τη στήριξη του αιτήματος της, δεν ήταν πράγματι ικανό να οδηγήσει στην παραδοχή του αιτήματος και την αναβολή της δίκης. Ειδικότερα αιτιολογείται πλήρως ο λόγος για τον οποίο προβάλλεται παρελκυστικά το αίτημα αναβολής της υποθέσεως, κατά καταστρατήγηση της αρχής της ταχείας, κατά το δυνατόν, εκδίκασης των υποθέσεων,. Επομένως, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, με τον μοναδικό εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ Κ.Ποιν.Δ, λόγο της ένδικης αιτήσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 13/26 Αυγούστου 2009 αίτηση της ...περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 3520/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Και Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ανυποστήρικτη μετά την αιτιολογημένη απόρριψη του αιτήματος αναβολής. Απόρριψη του λόγου αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία και υπέρβαση εξουσίας.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Αναβολής αίτημα, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
0
Αριθμός 1183/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας Χ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κακίση για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 6880/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αιτούσα ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Νοεμβρίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1537/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού με αριθμό 37/25-1-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων την από 7/9-11-2009 αίτηση της Χ, περί επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσης αμετακλήτως διά της υπ'αριθμ. 6880/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εκθέτω τα εξής: Η αιτούσα κατεδικάσθη, διά της ανωτέρω αποφάσεως, εις ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, διά πλαστογραφία μετά χρήσεως, και απερρίφθη η ασκηθείσα κατά της εν λόγω αποφάσεως αίτηση αναιρέσεως, διά της υπ'αριθμ. 1185/2009 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Ήδη δε αυτή ζητεί, διά της υπό κρίση αιτήσεως, την επανάληψη της διαδικασίας, επικαλούμενη "νέα στοιχεία", ως και ότι η διορισθείσα πραγματογνώμων ΓΓ "ενήργησε μεροληπτικότατα" κατ' αυτής. Επειδή, κατά το άρθρο 525§1 περιπτ. 2 Κ.Π.Δ., η δι' αμετακλήτου αποφάσεως περατωθείσα ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασθέντος δια πλημμέλημα ή κακούργημα, και εάν, μετά την οριστική καταδίκη, απεκαλύφθησαν νέα, άγνωστα τους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή εν συνδυασμώ προς τις προηγουμένως προσκομισθείσες καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος, ή κατεδικάσθη αδίκως δι' έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι εξετέλεσε. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνα τα οποία ήσαν άγνωστα στο δικαστήριο ώστε να μη δύναται να τα λάβη υπόψη, και στον καταδικασθέντα, ώστε να μη δύναται να τα προβάλη, γιατί αν ήσαν γνωστά έπρεπε να έχουν προβληθή ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Τέτοιες αποδείξεις δύνανται να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, άγνωστες στους εκδόσαντες την καταδικαστική απόφαση δικαστές, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε εν συνδυασμώ προς τα ήδη ληφθέντα υπ'όψιν αποδεικτικά στοιχεία, καθιστούν πρόδηλο, εις σημείο εγγίζον την βεβαιότητα, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως δι' έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι ετέλεσε (ΑΠ 1703/05, εις ΠΧ/ΝΣΤ/444, ΑΠ 1301/2007). Εξ'άλλου, για να είναι παραδεκτή η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, εκείνου που επικαλείται νέα γεγονότα ή αποδείξεις, πρέπει αυτός να εκθέτη στην αίτηση του με σαφήνεια και πληρότητα τα νέα στοιχεία που είναι σχετικά με την πράξη για την οποία εχώρησε η καταδίκη, καθώς και το περιεχόμενο αυτών, για να είναι δυνατός ο έλεγχος της βασιμότητος της αιτήσεως (ΑΠ 1219/2002, εις Ποιν.Δικ. 2002/1341, ΑΠ 964/2006). Περαιτέρω, εκ του ανωτέρω άρθρου 525, παρ. 1 περ. 3 και παρ. 2, προκύπτει ότι λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας δύνανται να θεμελιώσουν και οι ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων ή γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, αν βεβαιωθή ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου και αν αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση δια ψευδορκία, εκτός αν δεν εξεδόθη τέτοια απόφαση επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υποθέσεως στην ουσία της ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη, περιστατικά που πρέπει να επικαλεσθή ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας (βλ. ΑΠ 612/1989, εις ΠΧ/Μ'/67, ΑΠ 580/1996, εις ΠΧ/ΜΖ'/243, ΑΠ 514/1975, εις ΠΧ/ΚΕ'/843). Εις περίπτωση δε παραλείψεως ή ελλιπούς αναφοράς των εν λόγω περιστατικών, η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, πάσχουσα εξ αοριστίας, είναι απαράδεκτη, ως και αν οι προβαλλόμενοι δΓαυτής λόγοι δεν είναι εξ εκείνων που αναφέρονται περιοριστικούς στο άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠΔ (βλ. ΑΠ 964/2006, ΑΠ 185/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, εκ των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η αιτούσα κατεδικάσθη αμετακλήτως, διά της ανωτέρω αποφάσεως, διότι στην ..., την 21-3-2002, κατήρτισε μία πλαστή δήλωση-βεβαίωση, στην οποία έθεσε χωρίς δικαίωμα την υπογραφή της εγκαλούσης Ψ και την οποία προσεκόμισε και επεκαλέσθη στην μήνυση της κατά της εγκαλούσης. Διά της υπό κρίση αιτήσεως της ισχυρίζεται ότι είναι αθώα και επικαλείται, ως νέα στοιχεία, υπέρ της αθωώτητός της, τα εξής έγραφα: 1) Επικυρωμένα αποσπάσματα των υπ' αριθμ. 4200/01, 5234/02, 4280/03, 4160/04, 3617/05, 3445/06, 3032/07 και 3257/08 βουλευμάτων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, 2) Την υπ' αριθμ. .../2007 έκθεση Γραφολογικής-Χαρακτηρολογικής και Ψυχολογικής Πραγματογνωμοσύνης του ..., 3) Την από 7-11-08 Αίτηση Ασφαλιστικών Μέτρων, 4) Την υπ' αριθμ. 3529/28-4-09 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. 5) Την υπ' αριθμ. .../12-6-2000 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, 6) Την υπ' αριθμ. .../ΚΑ/1999 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Μητροπολίτου ΑΑ, 7) Την υπ' αριθμ. .../26-4-01 στέλεχος από μπλοκ επισήμων αποδείξεων παροχής υπηρεσιών της ατομικής της επιχειρήσεως, 8) Την υπ' αριθμ. .../01 έκθεση γραφολογικής, γραφοτεχνικής και χαρακτηρολογικής πραγματογνωμοσύνης της, 9) Επικυρωμένα αντίγραφα των υπ' αριθμ. .../6-5-03, .../7-5-01, .../2-5-01, .../22-11-02, μετά του υπ' αριθμ. .../02 εντάλματος πληρωμής της Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος ΑΕ, στελεχών αποδείξεων παροχής υπηρεσιών, εκ του επισήμου μπλοκ αποδείξεων της ατομικής της επιχειρήσεως, 10) Επικυρωμένο αντίγραφο της υπ' αριθμ. 982/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, 11) Επικυρωμένο αντίγραφο της υπ' αριθμ. 871/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, 12) Επικυρωμένο αντίγραφο της υπ' αριθμ. 237/07 διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πειραιώς, 13) Επικυρωμένο αντίγραφο της υπ' αριθμ. 1341/09 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, περί του ήθους της, 14) Αντίγραφο εξωφύλλου εκ του βιβλίου του ΒΒ, υπό τον τίτλο "Δικαστική Γραφολογία και Εφηρμοσμένη Χαρακτηρολογία". Όμως, όπως η ίδια η αιτούσα ισχυρίζεται, διά της υπό κρίση αιτήσεως, τα ανωτέρω έγγραφα, πλην των υπ'αριθμ. 2, 3, 4, 6, 13 και 14, δεν έκρινε απαραίτητο να προσάγη ενώπιον του δικαστηρίου, κατά την δικάσιμο κατά την οποία ως άνω κατεδικάσθη, ενώ το υπ' αριθμ. 2 έγγραφο δεν προσήγαγε στο δικαστήριο, λόγω ασθενείας του συντάκτου του. Επομένως, τα έγγραφα αυτά δεν αποτελούν "νέα στοιχεία", υπό την προεκτεθείσα έννοια, αφού ήσαν γνωστά στην αιτούσα, η οποία ηδύνατο να τα προβάλη ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου και δεν έπραξε τούτο. Επίσης, νέο στοιχείο δεν αποτελεί το υπ'αριθμ. 6, εκ των ανωτέρω εγγράφων, δηλαδή η ληξιαρχική πράξη θανάτου του Μητροπολίτου ΑΑ, αφού, ως δέχεται η ίδια η αιτούσα, το έγγραφο τούτο εκ παραδρομής δεν ελήφθη υπ' όψη από το ανωτέρω δικαστήριο, "παρ' όλο που είχε υποβληθή". Περαιτέρω, εν σχέσει προς το περιεχόμενο των πράγματι νέων στοιχείων, υπ' αριθμ. 3 και 4 ανωτέρω εγγράφων, δηλαδή της από 7-11-08 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων και της υπ' αριθμ. 3529/28-4-09 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως και του ως νέου στοιχείου επικαλουμένου, υπ' αριθμ. 14 εγγράφου, δηλαδή του εξωφύλλου εκ του προαναφερομένου βιβλίου του ΒΒ, η αιτούσα ουδέν εκθέτει στην υπό κρίση αίτηση, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος της βασιμότητος της αιτήσεως, ενώ και του επικαλουμένου υπ' αριθμ. 13 εγγράφου, δηλαδή της υπ' αριθμ. 1341/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, δεν εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα το περιεχόμενο, αφού περί αυτής αναφέρεται, αορίστως, μόνον ότι αποδεικνύει το εν γένει ήθος της αιτούσης, "τόσο ως ανθρώπου, όσο και ως επιστήμονος Δικαστικής Γραφολόγου-Χαρακτηρολόγου". Συμφώνως δε προς τα προεκτιθέμενα, απαραδέκτως προβάλλονται τα εν λόγω στοιχεία. Αλλ' υπό τα δεδομένα αυτά, είναι απορριπτέος ο εκ του αρθρ. 525 παρ. 1 περίπτ. 2 ΚΠΔ λόγος επαναλήψεως της διαδικασίας. Εξ άλλου, εξ ουδενός στοιχείου προκύπτει αμετάκλητη καταδίκη διά ψευδορκία της πραγματογνώμονος ΓΓ, διά την οποία η αιτούσα ισχυρίζεται ότι ενήργησε μεροληπτικότατα κατ'αυτής, και ούτε προβάλλεται από την αιτούσα, ούτε προκύπτει, ότι η έλλειψη τέτοιας καταδίκης οφείλεται εις νομίμους λόγους, οι οποίοι εμπόδιζαν την κατ' ουσίαν εκδίκαση της υποθέσεως ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη. Επομένως, η αόριστη επίκληση της περιπτώσεως 3 (εκ προδήλου παραδρομής σημειούμενης στην υπό κρίση αίτηση ως παραγράφου 3) εκ του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ, ως λόγου επαναλήψεως της διαδικασίας, είναι απαράδεκτη. Απαράδεκτες είναι και οι αιτιάσεις διά των οποίων πλήττεται η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο, μη περιλαμβανόμενες στις περιοριστικώς αναφερόμενες στο αρθρ. 525 παρ. 1 ΚΠΔ περιπτώσεις επαναλήψεως της διαδικασίας. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση και να καταδικαστή η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρ. 583 ΚΠΔ. Για τους λόγους αυτούς -Προτείνω Να απορριφθή η από 7/9-11-2009 αίτηση της Χ, κατοίκου ..., περί επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσης διά της υπ' αριθμ. 6880/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Να καταδικασθή η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 1 Δεκεμβρίου 2009 Ο Αντεισαγγελευς του Αρείου Πάγου Δημήτριός-Πρίαμος Λεκκός" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο της αιτούσας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη 525 παρ.1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Για να είναι παραδεκτή η αίτησης επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει ο αιτών να εκθέτει στην αίτηση του με σαφήνεια και πληρότητα τα νέα στοιχεία που είναι σχετικά με την πράξη για την οποία εχώρησε η καταδίκη καθώς και το περιεχόμενο αυτών για να είναι δυνατός ο έλεγχος της βασιμότητας της αιτήσεως. Εξάλλου, από το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 3 και παρ. 2 του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας μπορούν να θεμελιώσουν και οι ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων ή γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου και αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση για ψευδορκία, εκτός εάν δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση διότι υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη, περιστατικά που πρέπει να επικαλεστεί ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας.(ΑΠ 580/1996, 612/1989) Σε περίπτωση παράλειψης ή ελλιπούς αναφοράς των περιστατικών αυτών η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας είναι απαράδεκτη ως αόριστη ως και εάν οι προβαλλόμενοι με αυτή λόγοι δεν είναι από εκείνους που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠΔ (ΑΠ 964/ 2006, 185/ 2000). Στην προκειμένη περίπτωση, με την 6860/ 2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών η αιτούσα καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία δια πλαστογραφία μετά χρήσεως. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη αφού δια της 1185/ 2009 απόφασης του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η κατ' αυτής ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης. Δια της υπό κρίση αιτήσεως της η αιτούσα ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας επικαλούμενη "νέα στοιχεία" ως και ότι η διορισθείσα πραγματογνώμων ΓΓ ενήργησε "μεροληπτικότατα" κατ' αυτής. Ειδικότερα με την αίτηση της η αιτούσα ισχυρίζεται ότι είναι αθώα της άνω πράξεως που συνίσταται στο ότι την 21-03-2002 κατάρτισε μια πλαστή δήλωση- βεβαίωση στην οποία έθεσε χωρίς δικαίωμα την υπογραφή της εγκαλούσας Ψ και την οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε στην μήνυση της κατά της εγκαλούσας αυτής και επικαλείται ως νέα στοιχεία υπέρ της αθωότητας της τα εξής έγγραφα: 1) επικυρωμένα αποσπάσματα των υπ' αριθ. 4200/ 01, 5234/ 02, 4280/ 03, 4160/ 04, 3617/ 05, 3445/ 06, 3032/ 07 και 3257/ 08 βουλευμάτων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, 2) την υπ' αριθ. .../ 2007 έκθεση Γραφολογικής- Χαρακτηρολογικής και Ψυχολογικής Πραγματογνωμοσύνης του ΒΒ, 3) την από 7-11-2008 αίτηση Ασφαλιστικών Μέτρων, 4) την υπ' αριθ. 3529/ 28-04-09 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 5) την υπ' αριθ. .../ 12-6-2000 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, 6) την υπ' αριθ. .../ ΚΑ/ 1999 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Μητροπολίτου ΑΑ, 7) το υπ' αριθ. .../ 26-4-01 στέλεχος από μπλοκ επισήμων αποδείξεων παροχής υπηρεσιών της ατομικής της επιχειρήσεως, 8) την υπ' αριθ. .../ 01 έκθεση γραφολογικής, γραφοτεχνικής και χαρακτηρολογικής πραγματογνωμοσύνης της, 9) επικυρωμένα αντίγραφα των υπ' αριθ. .../6-5-03, .../ 7-5-01, .../ 2-5-01, .../ 22-11-02, μετά του υπ' αριθ. .../ 02 εντάλματος πληρωμής της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, στελεχών αποδείξεων παροχής υπηρεσιών, εκ του επισήμου μπλοκ αποδείξεων της ατομικής της επιχειρήσεως, 10) επικυρωμένο αντίγραφο της υπ' αριθ. 982/ 2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, 11) επικυρωμένο αντίγραφο της υπ' αριθ. 871/ 2008 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, 12) επικυρωμένο αντίγραφο της υπ' αριθ. 237/ 07 διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πειραιώς, 13) επικυρωμένο αντίγραφο της υπ' αριθ. 1341/ 09 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, περί του ήθους της, 14) αντίγραφο εξωφύλλου εκ του βιβλίου του ΒΒ, υπό τον τίτλο "Δικαστική Γραφολογία και Εφηρμοσμένη Χαρακτηρολογία". Η αιτούσα όμως με την αίτηση της αυτή εκθέτει ότι τα πιο πάνω έγγραφα, πλην των υπ' αριθ. 2, 3, 4, 6, 13 και 14, δεν έκρινε ότι ήταν απαραίτητο να τα προσκομίσει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου κατά τη δικάσιμο κατά την οποία καταδικάστηκε ενώ εξάλλου το υπ' αριθ. 2 έγγραφο δεν το προσκόμισε στο δικαστήριο εκείνο λόγω ασθενείας του συντάκτη του (ΒΒ). Συνεπώς τα έγγραφα αυτά δεν αποτελούν "νέα στοιχεία" υπό την ανωτέρω έννοια διότι ήταν γνωστά στην αιτούσα η οποία μπορούσε να τα προσκομίσει ενώπιον του πιο πάνω δικαστηρίου και δεν έπραξε τούτο. Περαιτέρω, νέο στοιχείο δεν αποτελεί το υπ' αριθ. 6 έγγραφο, ήτοι η ληξιαρχική πράξη θανάτου του Μητροπολίτη ΑΑ, διότι όπως δέχεται η αιτούσα το έγγραφο αυτό δεν λήφθηκε υπόψη από το άνω δικαστήριο "παρ' όλο που είχε υποβληθεί", δηλονότι ήταν γνωστό στο Δικαστήριο. Σχετικά δε με το περιεχόμενο των υπ' αριθ. 3 και 4 εγγράφων δηλαδή της από 7-11-2008 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων και της 3529/ 2009 αποφάσεως του Μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών ως και του υπ' αριθ. 14 εγγράφου δηλαδή του εξώφυλλου εκ του προαναφερομένου βιβλίου του ΒΒ, τα οποία πράγματι αποτελούν νέα στοιχεία, η αιτούσα ουδέν εκθέτει στην αίτηση της ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος της βασιμότητας αυτής, εξάλλου δε όσον αφορά το υπ' αριθ. 13 έγγραφο δηλαδή την 1341/ 2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς δεν εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα το περιεχόμενο της αφού περί αυτής αναφέρεται αορίστως μόνο σε ό,τι αποδεικνύει το εν γένει ήθος της "τόσο ως ανθρώπου όσο και ως επιστήμονος Δικαστικής Γραφολόγου- Χαρακτηρολόγου". Έτσι, και σύμφωνα με τα εκτεθέντα απαραδέκτως προβάλλονται τα στοιχεία αυτά και είναι απορριπτέος ο εκ του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ λόγος επαναλήψεως της διαδικασίας. Περαιτέρω, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει αμετάκλητη καταδίκη για ψευδορκία της πραγματογνώμονος ΓΓ για την οποία η αιτούσα ισχυρίζεται, ως ελέχθη, ότι ενήργησε μεροληπτικότατα κατ' αυτής ούτε δε προβάλλεται από την αιτούσα ούτε προκύπτει ότι η έλλειψη τέτοιας καταδίκης οφείλεται σε νόμιμους λόγους, οι οποίοι εμπόδιζαν την εκδίκαση της υπόθεσης κατ' ουσίας ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη. Συνεπώς και ο εκ του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος επαναλήψεως της διαδικασίας είναι απαράδεκτος. Οι λοιποί δε ισχυρισμοί της αιτούσας πλήττουν την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο της ουσίας και ως μη περιλαμβανόμενοι στις περιοριστικός αναφερόμενες στο άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠΔ περιπτώσεις επαναλήψεως της διαδικασίας είναι απαράδεκτοι. Συνεπώς, η αίτησης πρέπει αν απορριφθεί και καταδικαστεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 7/ 7-11-2009 αίτηση της Χ, κατοίκου ..., περί επαναλήψεως της διαδικασίας που περατώθηκε δια της υπ' αριθ. 6880/ 2008 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στην αιτούσα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επανάληψη της διαδικασίας. Νέες αποδείξεις είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις συμπληρωματικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Τα φερόμενα ως νέα στοιχεία ήσαν γνωστά στο Δικαστήριο που δίκασε. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1184/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Σακελλαρίου περί αναιρέσεως της 373/2008 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από 12 Φεβρουαρίου 2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 741/09. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 παρ. 1 και 28 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανάτωσης άλλου, υποκειμενικά δε α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του απελθόντος αποτελέσματος. Περαιτέρω, για τη θεμελίωση της κατ' άρθρο 314 παρ. 1 α ΠΚ σωματικής βλάβης από αμέλεια, κατά την οποία "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", απαιτείται αντικειμενικά μεν η σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, υποκειμενικά δε τα αυτά, όπως και επί ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως άνω στοιχεία. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν σ' αυτήν περιέχονται, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μονό μερικά απ" αυτά κατ' επιλογή -όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικο της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 373/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που δίκασε κατ' έφεση, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια και σωματικής βλάβης από αμέλεια και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως (3) ετών, ανασταλείσα. Ειδικότερα κηρύχθηκε ένοχος διότι "Στην ... στις 9-3-2004 και περί ώρα 7.40: Α) από αμέλεια που επέφερε το θάνατο του Ψ, κατοίκου εν ζωή ..., δηλαδή, ενώ ήταν οδηγός του υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. (jeep) αυτοκινήτου, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που πραγματοποιήθηκε από την πράξη του και συγκεκριμένα οδηγώντας το ως άνω αυτοκίνητο στο 17,7° χιλιόμετρο της Ν.Ε.Ο. ... με κατεύθυνση προς ..., δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και δε ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος του ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού με αποτέλεσμα ευρισκόμενος εντός αριστερής στροφή και επί υγρού οδοστρώματος να εκτραπεί αριστερά της πορείας του, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όπου εκείνη τη στιγμή κινούνταν κανονικά προς την αντίθετη κατεύθυνση το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε., να συγκρουστούν τα δύο οχήματα και να τραυματιστεί ο πιο πάνω παθών σε διάφορα μέρη του σώματος του, εκ των οποίων τραυμάτων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος αυτού. Β) στον ως άνω τόπο και χρόνο από αμέλεια του, δηλαδή, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και προξένησε σωματική βλάβη άλλου ατόμου. Ειδικότερα, ενώ ήταν οδηγός του υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. (jeep) αυτοκινήτου, με κατεύθυνση προς ..., δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και δε ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος του ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, με αποτέλεσμα ευρισκόμενος εντός αριστερής στροφής και επί υγρού οδοστρώματος να εκτραπεί αριστερά της πορείας του, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκείνη τη στιγμή κινούνταν κανονικά προς την αντίθετη κατεύθυνση το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε., που οδηγούσε ο Ψ, να συγκρουστούν τα δύο οχήματα και να τραυματιστεί ο Φ, συνεπιβάτης στο υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε., ο οποίος υπέστη κρανίοεγκεφαλικές κακώσεις με αιμορραγική θλάση του στελέχους του εγκεφάλου, κάταγμα αμφοτέρων των βραχιονικών οστών, του αριστερού μηριαίου οστού και ρήξη σπληνός". Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα κατά κατηγορία αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα: "Στις 9-3-2004 ο κατηγορούμενος οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ επιβατικό αυτοκίνητο κινούνταν στη ΠΕΟ ... με κατεύθυνση προς τον .... Μόλις αυτός έφθασε στη Χ.Θ 17,7 της παραπάνω οδού, όπου υπάρχει επικίνδυνη στροφή εισήλθε σ' αυτή με ταχύτητα τουλάχιστον 100 χλμ την ώρα. Έτσι αυτός κατά την έξοδό του από την στροφή λόγω της παραπάνω ταχύτητας και της ολισθηρότητας της οδού λόγω βροχής έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου, πλαγιολίσθησε αριστερά και εισήλθε στο αντίθετου ρεύμα πορείας. Εκεί αυτός συγκρούσθηκε πλαγιομετωπικά με το κανονικά κινούμενο με ταχύτητα 60 χλμ την ώρα υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ επιβατικό αυτοκίνητο του οδηγούσε ο Ψ με συνεπιβάτη τον Φ. Μετά τη σύγκρουση το αυτοκίνητο του Ψ εξετράπη της πορείας του προς τη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος και προσέκρουσε στο τοίχωμα της παραπάνω οδού, ενώ το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου ακινητοποιήθηκε στη διπλή διαχωριστική γραμμή. Από την παραπάνω σύγκρουση τραυματίστηκε ο οδηγός του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧ επιβατικού αυτοκινήτου σε διάφορα μέρη του σώματός του και από τα τραύματα αυτά επήλθε ο θάνατός του. Επίσης, από την ίδια σύγκρουση τραυματίστηκε ο συνοδηγός του παραπάνω αυτοκινήτου Φ, ο οποίος υπέστη κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις με αιμορραγική θλάση του στελέχους του εγκεφάλου, κάταγμα αμφοτέρων των βραχιονικών οστών και του αριστερού μηριαίου οστού και ρήξη σπληνός. Από την παραπάνω αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου επήλθε τόσο ο θάνατος του Ψ όσο και η σωματική βλάβη του Φ, αξιόποινο αποτέλεσμα που ο κατηγορούμενος δεν προέβλεψε ότι θα επέλθει.". Με αυτά που δέχθηκε το άνω δικαστήριο, διέλαβε στο σκεπτικό, αλληλοσυμπληρούμενο με το διατακτικό της αποφάσεως, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 302 παρ. 1, 314 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν τις παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει τα περιστατικά της αμέλειας του αναιρεσείοντος, ο οποίος, σε επικίνδυνη στροφή βαίνοντας με το αυτοκίνητο που οδηγούσε με ταχύτητα τουλάχιστον 100 χιλ/ωριαίως και λόγω της ολισθηρότητος του οδοστρώματος, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί το όχημα που οδηγούσε, με το αντιθέτως κανονικά κινούμενο υπ' αριθ, ... ΕΙΧ αυτοκίνητο, προς δε αναφέρει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της πράξης του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος. Η αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με συνέπεια η απόφαση να στερείται νομίμου βάσεως, από το ότι στο μεν σκεπτικό γίνεται δεκτό ότι το ατύχημα συνέβη κατά την έξοδο του οχήματος που οδηγούσε ο αναιρεσείων από τη στροφή, στο δε διατακτικό διαλαμβάνεται ότι το ατύχημα συνέβη όταν το όχημα βρισκόταν εντός της στροφής, είναι αβάσιμη, διότι δεν είναι αναγκαίο στοιχείο σε ποιο σημείο της στροφής έλαβε χώρα το ατύχημα, αφού το σημείο της συγκρούσεως, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, τοποθετείται, εντός του οδοστρώματος (αντίθετο ρεύμα) του είναι και το ουσιώδες στοιχείο για το επελθόν αποτέλεσμα. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του Κ.Ποιν.Δ πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπροθέσμως (στις 12-2-2010) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ) και είναι παραδεκτό, ενόψει του ότι το κυρίως δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως περιέχει παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβίαση των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 349 παρ. 1 εδ. α, β και 3 Κ.Ποιν.Δ το δικαστήριο, μετά από πρόταση των Εισαγγελέα η αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Μπορεί επίσης να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίαση για το λόγο αυτόν έως δεκαπέντε το πολύ ημέρες και μέχρι δύο φορές. Η αποχή των δικηγόρων αποτελεί σημαντικό αίτιο για την αναβολή των ποινικών δικών. Εξάλλου η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση επί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, η αν η έκδοσή τους αφήνεται στην διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 Κ.Ποιν.Δ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, εάν δε το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα της υποθέσεως και την καταδίκη του κατηγορουμένου για την πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, τότε υποπίπτει στην εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η Κ.Ποιν.Δ πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας. Όμως για να έχει υποχρέωση να απαντήσει το δικαστήριο αιτιολογημένα στο άνω αίτημα πρέπει να υποβληθεί αυτό παραδεκτά και να είναι ορισμένο. Περαιτέρω, κατ' άρθρο 141 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ, τα πρακτικά της συνεδρίασης του δικαστηρίου, ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ'αυτά, σύμφωνα με το άρθρο αυτό σε συνδυασμό με το άρθρο 140 του ίδιου Κώδικα. Από την άνω διάταξη (141 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ) προκύπτει ότι το περιεχόμενο των πρακτικών αποτελεί πλήρη απόδειξη και δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 378/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η υπόθεση εισήχθη ενώπιον του άνω δικαστηρίου κατά την δικάσιμο της 18 Δεκεμβρίου 2007, ότε εξετάσθηκαν οι μάρτυρες κατηγορίας και υπερασπίσεως. Λόγω παρόδου του κανονικού ωραρίου η δίκη διεκόπη για την δικάσιμο της 23 Ιανουαρίου 2008. Κατά τη δικάσιμο της 23 Ιανουαρίου 2008 εμφανίσθηκαν οι συνήγοροι της πολιτικής αγωγής και υπερασπίσεως, οι οποίοι δήλωσαν ότι απέχουν των καθηκόντων τους λόγω συμμετοχής τους στην Πανελλήνια αποχή των Δικηγορικών Συλλόγων, χωρίς όμως να υποβάλουν αίτημα αναβολής της δίκης. Κατόπιν το δικαστήριο διέκοψε τη δίκη για την δικάσιμο της 27 Φεβρουαρίου 2008, ότε δεν εμφανίσθηκε ο κατηγορούμενος και η πληρεξούσια δικηγόρο του, το δε δικαστήριο προχώρησε στην έρευνα της υποθέσεως εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, αφού κατά τη δικάσιμο της 23 Ιανουαρίου 2008 δεν υπεβλήθη αίτημα αναβολής, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αναβάλει την δίκη ή να αιτιολογήσει την μη αναβολή αυτής, κατά την διακριτική του δε ευχέρεια προέβη στην διακοπή της δίκης για την 28-2-2008. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Η του Κ.Ποιν.Δ, πρώτος, κατ' εκτίμησιν λόγος του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναιρέσεως και ο συναφής τρίτος, κατά το ένα σκέλος του, των προσθέτων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος αναβολής και για υπέρβαση εξουσίας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά την αρχή που καθιερώνεται στη διάταξη του άρθρου 463 Κ.Ποιν.Δ, το ένδικο μέσο, άρα και αυτό της αναιρέσεως (άρθρο 462 Κ.Ποιν.Δ) μπορεί να το ασκήσει μόνο εκείνος, στον οποίο ρητώς ο νόμος παρέχει αυτό το δικαίωμα και έχει έννομο συμφέρον για την άσκησή του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ίδια αρχή ισχύει και για την προβολή κάθε λόγου του ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 1244/1986). Αν το έννομο συμφέρον, ελλείπει το ένδικο μέσο ή ο λόγος του, κατά περίπτωση, απορρίπτονται ως απαράδεκτα. Εξάλλου κατά το άρθρο 339 παρ. 2 εδ. γ Κ.Ποιν.Δ "εκείνος που διευθύνει δεν μπορεί να διακόψει τη συζήτηση παρά μόνο κατά τα αναγκαία διαλείμματα για αναψυχή των δικαστών, των ενόρκων, των συνηγόρων, των μαρτύρων, των κατηγορουμένων και σε όσες περιπτώσεις, ορίζει αυτός ο Κώδικας". Τέτοιες περιπτώσεις που ορίζονται στον Κ.Ποιν.Δ είναι οι προβλεπόμενες από το άρθρο 375 παρ. 2, κατά το οποίο, το Εφετείο όταν δικάζει πλημμελήματα μπορεί να διατάξει μία ή περισσότερες φορές τη διακοπή της συνεδρίασης έως δέκα πέντε ημέρες μέσα σε χρονικό διάστημα τριάντα το πολύ ημερών για ανυπέρβλητο κώλυμα που παρουσιάσθηκε κατά τη διαδικασία είτε από την πλευρά των διαδίκων ή για να προσαχθούν με τη βία οι μάρτυρες. Ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και τον τρίτο εκ των προσθέτων λόγων, κατά το έτερο σκέλος του, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη ακροάσεως και υπέρβαση εξουσίας του Δικαστηρίου, διότι αυτό διέκοψε τη συζήτηση της υποθέσεως από 18 Δεκεμβρίου 2007 για την 23 Ιανουαρίου 2008 και εν συνεχεία από 23 Ιανουαρίου 2008 για την 27 Φεβρουαρίου 2008, ήτοι πέραν των χρονικών ορίων που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ και μάλιστα δύο φορές. Όμως οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος προς υποβολή τους, αφού αυτός δεν προσδιορίζει στην υπό κρίση αίτηση και τους προσθέτους λόγους, ότι υπέστη συγκεκριμένη βλάβη από την κατά τα ανωτέρω διακοπή της δίκης, καθ' υπέρβασιν των χρονικών ορίων που ορίζει το άνω άρθρο. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που απαιτείται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον Κ.Ποιν.Δ (άρθρο 139) πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, μη αρκούσης σχετικώς μόνης της επικλήσεως της διατάξεως νόμου που τους προβλέπει. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντική περίσταση κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ θεωρείται μεταξύ άλλων (υπό α') "το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Ο αναιρεσείων με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της ένδικης αιτήσεως πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, διότι το δικαστήριο δεν του ανεγνώρισε το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου αν και το δελτίο ποινικού μητρώου του είναι λευκό. Όμως ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'του Κ.Ποιν.Δ λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν υπεβλήθη σχετικό αίτημα από τον κατηγορούμενο ή την πληρεξουσία δικηγόρο του, ούτε το δικαστήριο είχε υποχρέωση αυτεπαγγέλτως να αναγνωρίσει στον κατηγορούμενο την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου. Κατόπιν αυτών μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4 Μαΐου 2009 αίτηση και τους από 12 Φεβρουαρίου 2010 πρόσθετους λόγους του Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 373/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2010. Και Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία και σωματική βλάβη εξ αμελείας. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, υπέρβαση εξουσίας. Αναβολή δίκης - πρέπει να υποβληθεί σχετικό αίτημα. Διακοπή δίκης πέραν των χρονικών ορίων που ορίζει το άρθρο 375 § 2 ΚΠΔ. Έλλειψη εννόμου συμφέροντος. Οι ελαφρυντικές περιστάσεις πρέπει να προβάλλονται από τον κατηγορούμενο. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1181/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο γενικό Κατάστημα Κράτησης Β' Τύπου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Ασπρίδη, περί αναιρέσεως της 3048/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 286/10. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 372 παρ. 1 του ΠΚ για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής αντικειμενικά μεν απαιτείται η αφαίρεση ξένου, ολικά ή εν μέρει, κινητού πράγματος από την κατοχή άλλου, υποκειμενικά δε σκοπός παράνομης ιδιοποίησης που περιλαμβάνει τη γνώση ότι το αφαιρούμενο πράγμα είναι ξένο και βρίσκεται στην κατοχή άλλου και τη βούληση ή αποδοχή της αφαίρεσης του πράγματος από την ξένη κατοχή χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου, για να το υπαγάγει ο δράστης στη κατοχή του. Εξ άλλου, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ληστείας απαιτείται η άσκηση παράνομης βίας κατά προσώπου ή η εκδήλωση απειλών κατ' αυτού ενωμένων με επικείμενο κίνδυνο για τη ζωή ή την υγεία του και η ταυτόχρονη αφαίρεση με βία ξένου κινητού πράγματος ή ο εξαναγκασμός του προσώπου σε παράδοση του κινητού πράγματος με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση του από το δράστη. Πρόκειται για σύνθετο έγκλημα, στοιχείο του οποίου είναι αφ' ενός μεν η κλοπή που συνίσταται στην αφαίρεση του κινητού πράγματος από τον ιδιοκτήτη του, αφ' ετέρου δε η άσκηση παράνομης βίας με την οποία ο δράστης αποβλέπει στην κάμψη της αντίστασης του θύματος, που μπορεί να επιτευχθεί και με την αδράνεια. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται με το διατακτικό με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά . Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα. Περαιτέρω, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της απόφασης, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν η απόφαση δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε δεν έχει η απόφαση νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3048/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, κατά πλειοψηφία για διακεκριμένη κλοπή, από κοινού, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και ληστεία, από κοινού, κατ' εξακολούθηση, και επιβλήθηκε σ' αυτόν, μετά από απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε του ΠΚ, συνολική ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επειδή, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη διαδικασία αποδείχθηκε ότι αυτός τέλεσε τις πράξεις της κατ' εξακολούθηση διακεκριμένης κλοπής και της κατ' εξακολούθηση ληστείας και πρέπει, όπως και πρωτόδικα να κηρυχθεί ένοχος αυτών, ενώ για τις πλημμελληματικές πράξεις της παράνομης κατακράτησης και της σύστασης που είχαν ως χρόνο τελέσεως την 21-1-1991 και 1-1-1991, αντίστοιχα, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, καθόσον η αναφερόμενη στο άρθρο 432 παρ. 2 εδ. τελευταίο αναστολή παραγραφής, καθόσον η αναφερόμενη στο άρθρο 432 παρ. 2 εδ. τελευταίο αναστολή παραγραφής από της εκδόσεως της ερήμην, έως της εκδόσεως της κατ' αντιμωλία αποφάσεως, αφορά μόνο πράξεις σε βαθμό κακουργήματος και συνακόλουθα, ως προς τις εν λόγω πράξεις, έχει συμπληρωθεί η οριζόμενη στα άρθρα 111 αρ. 3, 112 και 113 ΠΚ οκταετία (βλ. σχετ. Απ 1434/2003 Ποιν. Χρ. ΝΔ 356). Ειδικότερα από τα παραπάνω στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο γεννηθείς ή στη ... το ... ή στον ... το 1992 κατηγορουμένος Χ, που έχει το ψευδώνυμο "..." παραπέμφθηκε με 24 ακόμη άτομα στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο (ΜΟΔ) με το αναγνωσθέν υπ' αριθ. 862/1993 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, που κατέστη τελεσίδικο μετά την απόρριψη της κατ' αυτού εφέσεως, με το υπ' αριθ. 1360/1993 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Στον κατηγορούμενο αποδόθηκαν οι κακουργηματικές πράξεις της κατά συρροή διακεκριμένης κλοπής (κλοπή κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο - άρθρο 374 εδ. ε και στ ΠΚ, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο εκδόσεως του βουλεύματος και της κατά συρροή ληστείας, καθώς και οι πλημμεληματικές πράξεις της παράνομης κατακράτησης και της συστάσεως (όπως, τούτο προκύπτει από την περιγραφή της αποδιδόμενης πράξης που αναφέρεται σε συμφωνία προς διάπραξη κακουργημάτων). Η παραπομπή στο ΜΟΔ έγινε λόγω συναφείας με την αποδοθείσα στον κατά το βούλευμα συγκατηγορούμενο του κατηγορ. Ζ1 απόπειρα ανθρωποκτονίας. Με την υπ' αριθ. 120, 121, 122, 125, 126, 130, 131, 132, 133/24, 27, 28 και 29-9-1993 απόφαση του Μικτού ορκωτού Δικαστηρίου (ΜΟΔ) Χαλκίδας, όπου εκδικάστηκε η υπόθεση ο κατηγορούμενος δικάστηκε ΕΡΗΜΗΝ σε συνολική ποινή καθείρξεως 22 ετών. Μετά τη σύλληψη του κατηγορουμένου και την κράτησή του από 13-5-2005 στις Φυλακές του ... (βλ. αναγν. Βεβαίωση των Φυλακών) προς εκτέλεση της παραπάνω ποινής, η υπόθεση επανεισήχθη στο ΜΟΔ Χαλκίδας, ώστε αυτός κατ' άρθρο 432 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δικ να δικασθεί κατ' αντιμωλία, το δε ΜΟΔ με την υπ'αριθ. 174-175/22-11-05 απόφασή του παρέπεμψε την υπόθεση λόγω άρσεως της συνάφειας, στο πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο, με τη νόμιμα και εμπρόθεσμα εκκαλουμένη απόφασή του , έκρινε τον κατηγορούμενο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης και την επιβληθείσα ποινή (καθόσον το διατακτικό δεν εναρμονίστηκε) ένοχο κατ' εξακολούθηση διακεκριμένων κλοπών, ήτοι κλοπών κατ'επάγγελμα και συνήθεια (απαλειφθείσης σκοπίμως της καταργηθείσας με το άρθρο 1 παρ. β του Ν. 2408 της 31-5/4-6-96 επιβαρυντικής περίπτωσης "του ιδιαίτερα επικίνδυνου" του δράστη) και, κατ' εξακολούθηση ληστειών (και δη δύο ληστειών, καθόσον ως προς την τρίτη κήρυξε, λόγω εκκρεμοδικίας, απαράδεκτη την ποινική δίωξη) καθώς και παράνομης κατακράτησης και συμμορίας, μολονότι η αποδιδόμενη πράξη είναι εκείνη της "συστάσεως" για την οποία αναφέρει ότι έχει αποποινικοποιηθεί με τον Ν. 2928/2001 - άρθρο 1 παρ. 1 - ΦΕΚ 141 Α) Η συνολική ποινή που επιβλήθηκε με την εκκκαλουμένη είναι εκείνη των 13 ετών. Περαιτέρω από τα παραπάνω στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, από κοινού, με άλλους και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση των ιδίων εγκλημάτων της διακεκριμένης, κλοπής και της ληστείας, αφαίρεσε από την κατοχή άλλων και μάλιστα κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, ξένα κινητά πράγματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος και ζωής, αφαίρεσε από την κατοχή ξένα κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, του είναι αθίγγανος στος 9-12-1991 μαζί με τους ομόφυλους του Β1 (επονομαζόμενο ...), Β2 (επονομαζόμενο ...), Ζ2 και Ο, αγνώστων λοιπών στοιχείων πήγε στην ..., στοχούμενος ΙΧΕ αυτοκινήτου μάρκας ..., χρώματος μαύρου, το οποίο οδηγούσε ο ίδιος (κατηγ). Εκεί ο κατηγορούμενος μαζί με τους προαναφερθέντες ομοεθνείς του κατευθύνθηκαν στο ..., όπου από κοινού με αυτούς, αφαίρεσε από την κατοχή ιδιοκτήτη, τα στοιχεία του οποίου δεν προέκυψαν και με σκοπό παράνομης ιδιοποίηση ένα ΙΦΧ αυτοκίνητο, εργοστασίου ..., 1600 cc χρώματος πορτοκαλί. Με το εν λόγω κλεμμένο αυτοκίνητο, που φορτώθηκε με κλοπιμαία και το οδηγούσε ο Β2(...) και την προαναφερθείσα ..., που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, απεχώρησε όλη η ομάδα για την ... το βράδυ της ίδιας ημέρας (9-12-1991). Στην ... όμως το κλεμμένο ΙΧΦ χάλασε, οπότε ο κατηγορούμενος με τους εν λόγω ομοεθνείς του αποφάσισαν να κλέψουν κάποιο άλλο αυτοκίνητο. Προς τούτο ο κατηγορούμενος με τους προαναφερθέντες ομοεθνείς του από κοινού αποφάσισαν να κλέψουν κάποιο άλλο αυτοκίνητο και προς τούτο ο κατηγορούμενος μαζί με τον Β2 πήγαν μέσα στην πόλη της ... και αφαίρεσε από κοινού με αυτόν, ένα άλλο ΙΧΦ αυτοκίνητο του ίδιου τύπου (...), χρώματος λευκού, από την κατοχή ιδιοκτήτη τα στοιχεία του οποίου δεν προέκυψαν, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του από κοινού με τον συνοδό του και τους δύο άλλους συνεργούς του, που είχαν παραμείνει στον τόπο όπου είχε υποστεί βλάβη το πορτοκαλί ... φυλάττοντες τούτο, καθώς και την ..., που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Αφού ο κατηγορούμενος επανήλθε στο σημείο αυτό μαζί με τους συνεργούς του, μεταφόρτωσε στο παρανόμως, από κοινού, ιδιοποιηθέν λευκό ... το φορτίο του πορτοκαλί και κατευθύνθηκαν με αυτό και τη ... στην .... Το πορτοκαλί ... εγκαταλείφθηκε στο σημείο όταν είχε υποστεί βλάβη, ενώ το λευκό μετά τη διάθεση του φορτίου του στον κλεπταποδόχο ομοεθνή του κατηγορουμένου και των συνεργών του Κ, τον επονομαζόμενο ..., εγκαταλείφθηκε στην περιοχή των ...) - βλ. σελ. 76 αναγνωσθείσας 413-417 και 426/95 απόφ. ΜΟΕΦ που είχε καταστεί αμετάκλητη λόγω παρελεύσεως των οικείων προθεσμιών, η ανάγνωση της οποίας θεωρήθηκε χρήσιμη και δεν υποβλήθηκε κάποια αντίρρηση για την ανάγνωσή της- άρθρο 364 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δικ- βλ ΑΠ 1699/2007, ΑΠ 155/2007) Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος, δύο ημέρες μετά την προαναφερθείσα άφιξη του στην ... και συγκεκριμένα στις 12-12-1991, από κοινού με τον ομόφυλό του Ζ1, αφαίρεσε από την κατοχή του Φ, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης, το υπ' αριθ. αριθ. 3899 ΔΧΦ αυτοκίνητο, του αυτός είχε σταυθμευμένο στα ... και επί της οδού ... μπροστά στις αποθήκες της εισαγωγικής εταιρείας "... SA" (...), η οποία είχε φορτωμένα στο εν λόγω αυτοκίνητο 500 χαρτοκιβώτια με κούτες τσιγάρων "μάρκας" ..., συνολικής αξίας 6.340.000 δραχμών. Το φορτίο αυτό, που ο κατηγορούμενος μαζί με το συνεργό του επίσης ιδιοποιήθηκε, το διέθεσε από κοινού με αυτόν στον κλεπταποδόχο ομόφυλό του Γ (βλ. σελ. 79 της αναγν. αμετάκλητης υπ' αρ. 413-417 και 426/95 απόφ. ΜΟΕΦ), ενώ το αυτοκίνητο εγκατέλειψαν στο 30ο χλμ της ΕΟ ..., στη γέφυρα ... (βλ. αναγν. κατάθεση Φ). Ακόμη αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, από κοινού με τον εν λόγω Ζ1, αφαίρεσε με σκοπό παράνομης ιδιοποιήσεως, το βράδυ της 6ης προς 7-1-1992 από την κατοχή του Π το υπ' αριθ. ... ΔΧΦ αυτοκίνητο του, που είχε αυτός σταθμεύσει έξω από την εκ ... και επί της οδού ...οικία του, με τα φορτωμένα σ' αυτό εμπορεύματα που εκείνος είχε παραλάβει από το εις ... και επί της οδού ... γραφείο μεταφορών του Δ και συγκεκριμένα 27 χαρτοκιβώτια με τσιγάρα "μάρκας ..., συνολικής αξίας 3.142.456 δρχ 90 χαρτοκιβώτια με σοκολάτες και ένα κιβώτιο με ρούχα. Στη συνέχεια το αυτοκίνητο εγκαταλείφθηκε στην ..., όπου βρέθηκε στις 12-1-1992, ενώ τα εμπορεύματα διατέθηκαν στον προαναφερθέντα κλεπταποδόχο Γ (βλ. σελ 79 της αναγν. αμετάκλητης υπ' αριθ. 413-417 και 426/95 απόφ. ΜΟΕΦ Αθηνών). Επίσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στις 7-8-1991 (και όχι 7-9-1991 που αναφέρεται στην εκκαλούμενη)και γύρω 9.30 η ώρα το βράδυ με τον εν λόγω συνεργό του και άγνωστο ακόμη αριθμό ομοεθνών του αφαίρεσε, με σκοπό παρανόμως ιδιοποιήσεως, από την κατοχή του Ε, το υπ' αριθ,... ΙΧΦ αυτοκίνητο, εργοστάσιου κατασκευής ..., τύπου 913, του αυτός είχε σταθμεύσει στο προαύλιο της εις Λεωφόρο ... αποθήκης αλουμινίου του διατηρεί. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος με τους προαναφερθέντες συνεργούς του και εποχούμενος του εν λόγω κλαπέντος αυτοκινήτου κατευθύνθηκαν στην ... και στην αποθήκη καθαρισμού και φύλαξης χαλιών του Λ. Εκεί, και περί ώρα 23.00, με την απειλή κυνηγητικού όπλου και περιστρόφου κατά των ... φυλάκων της αποθήκης, ήτοι των αδελφών Τ1,Τ2, η οποία απειλή ενείχε κίνδυνο για τη ζωή και τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητά τους αφαίρεσε από κοινού με τους προαναφερθέντες συνεργούς τους από την κατοχή του Λ 170 χαλιά, συνολικής αξίας 17.000.000 δραχμών, τα οποία φόρτωσε (από κοινού) στο κλεμμένο αυτοκίνητο του ..., μάλιστα δε υπό την απειλή των όπλων εξανάγκασε μαζί, με τους συνεργούς του, και τους δύο φύλακες να βοηθήσουν στη φόρτωση. Στη συνέχεια το κλεμμένο αυτοκίνητο εγκαταλείφθηκε σε παράδρομο της Εθνικής Οδού στο ύψος της ..., όπου βρέθηκε την επόμενη ημέρα, ενώ τα κλαπέντα χαλιά διατέθηκαν στον προαναφερθέντα κλεπταποδόχο Γ (βλ. 2η σελίδα 78ου φύλλου της προαναφερ. αμετάκλητης του ΜΟΕΦ). Ακόμη ο κατηγορούμενος από κοινού με τους Β2, Β3 και Ζ2 με την απειλή όπλου του ενείχε κίνδυνο σώματος και ζωής, στις 21-11-1991 και περί ώρα 21.15 αφαίρεσε με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης, από την κατοχή του Ξ, στο 160, χιλιόμετρο της ΝΕΟ ..., το υπ' αριθ. κυκλ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής ..., μαζί με το φορτίο του, ήτοι τσιγάρα της καπνοβιομηχανίας "... ΑΕ" συνολικής αξίας 70.000.000 δραχμών τα τσιγάρα αυτά ο κατηγορούμενος με τους συνεργούς του τα διέθεσε στους κλεπταποδόχους Κ, Γ και Α1 (βλ. σελ. 76, 78, σελ 24, 79, σελ 24 της προαν. Αμετάκλητης απόφασης), ενώ μέρος της ποσότητας αυτής, ανευρεθείσα του επιστράφηκε. Ο κατηγορούμενος ήταν άνεργος και δεν διέθετε κάτοικο εισόδημα από άλλη νόμιμη αιτία και προκειμένου να εξασφαλίσει τα μέσα βιοπορισμού του, διέπραττε κλοπές από κοινού με ομόφυλους τους, του ήταν της ίδιας περίπου, με αυτόν ηλικίας, έχοντας μάλιστα διαμορφώσει υποδομή για την περαιτέρω διάθεση των κλοπιμάτων συνεργαζόμενους τουλάχιστον με τους αναφερόμενους παραπάνω τρεις ομόφυλους του κλεπταποδόχους. Εξάλλου από των επανειλλημένη τέλεση κλοπών προκύπτει σταθερή ροπή δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος, ως στοιχείου της προσωπικότητάς του. Ήτοι ο κατηγορούμενος διέπραττε κλοπές κατ' επάγγελμα και συνήθεια (βλ. ΑΠ 1801/2007, ΑΠ 1855/2006). Ενόψει των προεκτεθέντων συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων της κατ' εξακολούθηση διακεκριμένης κλοπής και της κατ' εξακολούθηση ληστείας και ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος και μάλιστα κατά πλειοψηφία για την πρώτη από τις πράξεις αυτές και για τη μία από τις μερικότερες δύο ληστείες της κατ'εξακολούθηση τελεσθείσης εν λόγω πράξεως, ήτοι της τελεσθείσας εις βάρος του Λ, καθόσον ένα μέλος του δικαστηρίου, ήτοι ο Εφέτης Γεώργιος Χαϊμές είχε τη γνώμη ότι ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να κηρυχθεί αθώος για τις πράξεις αυτές (βλ. κατωτέρω το σκεπτικό μειοψηφίας) Για την μερικότερη πράξη της ληστείας εις βάρος του Ξ, η περί ενοχής, του κατηγορουμένου, κρίση του δικαστηρίου είναι ομόφωνη. Περαιτέρω για τις πλημμεληματικές πράξεις της παράνομης κατακράτησης και της συστάσεως για τους λόγους που αναφέρονται στην αρχή του παρόντος σκεπτικού πρέπει, λόγω παραγραφής να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, με την επισήμανση ότι παρά το ότι η πράξη της συστάσεως, έχει, όπως προαναφέρθηκε αποποινικοποιηθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2928/2001 και δεν θα μπορούσε ενόψει της διατάξεως του άρθρου 2 ΠΚ να αποδοθεί στον κατηγορούμενο, εν τούτοις θα παύσει οριστικά η δίωξη, καθόσον η εξέταση της συμπληρώσεως του χρόνου της παραγραφής του είναι θεσμός δημοσίας τάξεως, προηγείται της οποιαδήποτε άλλης εξετάσεως της καταθέσεως. Εξάλλου ο εκ του άρθρου 84 παρ. 2 ε ΠΚ αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον αυτός (κατηγορούμενος) που ως προσωρινά κρατούμενος, για την ένδικη υπόθεση, από 3-4-1992, απέδρασε από το ... στις 21-1-93 (βλ. αναγν. υπ'αριθ. 599/1993 βούλευμα Συμβουλίου Εφετών με συνημ. έγγραφο φυλακών) και ως εκ τούτου, όντας γνωστής διαμονής, δικάστηκε ερήμην με την ακυρούμενη απόφαση του ΜΟΔ Χαλκίδας, ήταν φυγόδικος μέχρι της συλλήψεώς του και κρατήσεώς του από 13-5-05 μέχρι σήμερα στη Φυλακές του ..., για την εκτέλεση μεταξύ άλλων και της ποινής που έχει επιβληθεί με την εν λόγω ακυρούμενη απόφαση (άρθρο 432 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δικ) καθόσον αυτός βαρύνεται και με την εκτέλεση 12 έτους καθείρξεως που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθ. 75/26-9-06 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας (για πράξη συναφή με τις εκδικασθείσες σήμερα, η οποία μάλιστα είχε εισαχθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και λόγω εκκρεμοδικίας είχε κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη - ληστεία εις βάρος Α2 εις ... στις 9-12-91 - βλ. αναγν. απόφαση). Η προαναφερθείσα όμως φυγοδικία δεν μαρτυρεί καλή συμπεριφορά μετά την πράξη, ενώ η κατά τη διάρκεια των τεσσεράμισυ περίπου χρόνων κράτησής του, ήσυχη και χωρίς παραπτώματα διαβίωσή του στη φυλακή (βλ. αναγν. από 7-10-09 βεβαίωση και 12-10-09 εισηγητική έκθεση Γ.Κ.Κ ... και την από 2-2-09 βεβαίωση Ινστιτούτου Διαρκούς Εκπαίδευσης Ενηλίκων), δεν συνιστά καθ' εαυτή την ελαφρυντική περίσταση της εν λόγω διατάξεως, γιατί η καλή συμπεριφορά στη φυλακή επιβραβεύεται από την έννομη τάξη με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής, ενώ ως καλή συμπεριφορά κατά τη διάταξη αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί παρά μόνο εκείνη του εκδηλώνεται υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας, γιατί τότε μόνο η επιλογή του κατηγορουμένου αντανακλά τη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του (βλ. ΑΠ 1528/2009). Περαιτέρω από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος από του χρόνου τελέσεως των ενδίκων πράξεων μέχρι σήμερα έχει επανειλημμένα απαλλαγεί ή δεν έχει δικαστεί λόγω παραγραφής για παράνομες πράξεις που του αποδόθηκαν, με χρόνο τελέσεως από 2-10-1990 και επέκεινα (βλ. αναγν. 23 απαλλακτικές αποφάσεις και 3 παύουσες την ποινική δίωξη), ουδόλως συνάγεται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά. Εξάλλου αυτός ούτε τη συνήθη ανθρώπινη συμπεριφορά με τη δημιουργία οικογένειας κατά τα κρατούντα ήθη και την ανεύρεση εργασίας έχει επιδείξει, καθόσον αυτός μόλις στις 5-10-2005 προέβη σε αναγνώριση των εκτός γάμου αποκτηθέντων από το 1994 μέχρι το 1999 τεσσάρων ανηλίκων τότε τέκνων του ενώ δεν προέκυψε η απασχόληση του σε νόμιμη εργασία για τη συντήρησή τους (βλ. αναγν. πράξις αναγνωρίσεως). Περαιτέρω ο εκ των μελών του δικαστηρίου Εφέτης Γεώργιος Χαϊμές είχε τη γνώμη ο κατηγορούμενος θα έπασχε να κηρυχθεί αθώος της κατ' εξακολούθησης διακεκριμένης κλοπής και της μερικότερης πράξης της κατ' εξακολούθηση ληστείας εις βάρος του Λ. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε και τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται, δεδομένου ότι από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και απολογία του κατηγορουμένου που αρνείται την ενοχή του) δεν μπορεί να δημιουργηθεί, κατ' άρθρ. 177 παρ. 1 ΚΠΔ, δικανική πεποίθηση για την ενοχή του κατηγορούμενου και για τις πράξεις αυτές. Από καμία απολύτως μαρτυρική κατάθεση και από κανένα συγκεκριμένο έγγραφο (που αναγνώστηκε) δεν προέκυψαν η "δικονομική αλήθεια" ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις και γι' αυτό έπρεπε, κατά την άποψη του μειοψηφούντος, αυτός να κηρυχθεί αθώος για τις παραπάνω πράξεις. Με αυτά που δέχθηκε το κατ' έφεση δίκασαν δικαστήριο, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην απόφαση του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των προαναφερομένων εγκλημάτων των διακεκριμένων κλοπών και της ληστείας, κατ' εξακολούθηση, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13στ', 26 παρ. ια, 27, 45, 94, 98, 374 εδ. ε, 372 παρ. 1 και 380 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλείπων ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς καμία αμφιβολία συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει την καταδικαστική του κρίση, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Η παράλειψη δε της αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας. Περαιτέρω, αιτιολογείται με πληρότητα η αφαίρεση από τον κατηγορούμενο των ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας κινητών πραγμάτων από την κατοχή των ιδιοκτητών τους με τον σκοπό της παράνομης ιδιοποίησης, ενώ πλήρως και εκτεταμένως αιτιολογείται η συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των κλοπών, αναφορικά δε με τις πράξεις της ληστείας αιτιολογείται πλήρως πως οι παθόντες εξαναγκάσθηκαν από τον κατηγορούμενο με την απειλή περιστρόφου και όπλου να του παραδώσουν τα ευρισκόμενα στην κατοχή τους κινητά πράγματα, και επομένως στοιχειοθετούνται πλήρως τα εγκλήματα, της, κατ' εξακολούθηση, διακεκριμένης κλοπής (κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια) και της ληστείας. Ούτε απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία ως προς τον δόλο (πλην αυτού του "σκοπού της παράνομης ιδιοποίησης" και για τα δύο αδικήματα), ο οποίος συντρέχει στη θέληση παραγωγής των συγκροτούντων την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων πραγματικών περιστατικών και εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, ούτε επίσης και η αναφορά των επί μέρους ενεργειών του κάθε δράστη. Εξ άλλου, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης που να δημιουργεί ασάφεια ως προς τα στοιχεία και την ταυτότητα των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης. Εν όψει όλων αυτών οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ και Ε του ΠΚ λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους προβάλλεται ότι η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος βάσιμος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16/2/2010 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3048/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για από κοινού και κατ' εξακολούθηση, α) διακεκριμένων κλοπών (κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια), και β) ληστείας. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Κλοπή, Ληστεία.
1
Αριθμός 1180/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοφάνη Θανόπουλο, περί αναιρέσεως της 6858/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 212/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 Π.Κ. κατά την πρώτη των οποίων "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει ή για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά την δευτέρα "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" προκύπτει ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης προϋποθέτει είτε ισχυρισμόν ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τοιούτου γεγονότος, το οποίον ανεκοινώθη προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε κατά την έννοια των άνω διατάξεων θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερομένη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου, του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστου ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος, αλλ'απαιτείται άμεσος δόλος. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ'ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ'αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαίτερα, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, όπως και στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμον την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένων περιστατικών, άμεσος, δηλαδή, δόλος από μέρους του υπαιτίου , η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την διαληφθείσα γνώση. Η κατά τα άνω αιτιολογία, ειδική και εμπεριστατωμένη της αποφάσεως, πρέπει να εκτείνεται και σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις σχετικά με τις αιτήσεις που υποβάλλονται, ανεξαρτήτως εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή εάν η έκδοσή τους αφίεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, και εφ'οσον οι αιτήσεις αυτές είναι σαφείς και ορισμένες, προς δε (η ειδική αιτιολογία) πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους, δηλαδή οι οποίοι προβάλλονται, κατά τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή την ικανότητα προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ήτοι με όλα τα πραγματικά περιστατικά, αναγκαία για τη κατά νόμο θεμελίωσή τους, ώστε να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγησή τους να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Ούτως είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός εκ του άρθρου 367 ΠΚ και υπό στοιχ.γ' αυτού, κατά το οποίο δεν αποτελούν άδικη πράξη οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων , την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον και συνεπώς εάν υπεβλήθη κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, το δικαστήριο πρέπει να απαντήσει με αιτιολογημένη απόφασή του, ενώ κατά την διάταξη της παρ.2 του ιδίου ως άνω άρθρου η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται επί συκοφαντικής δυσφημήσεως. Εκ της διατάξεως του άρθρου 504 παρ.1 ΚΠΔ, κατά την οποίαν "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που όπως απαγγέλθηκε δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης".....προκύπτει ότι εάν η υπόθεση που αναφέρεται σε ορισμένο έγκλημα διήλθε και από τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στην οποίαν έχει ενσωματωθεί και η πρωτόδικη απόφαση, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως, που ησκήθη κατ'αυτής και κάθε λόγος αναιρέσεως που πλήττει την πρωτοβάθμια απόφαση, είναι απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δικάσαν κατ'έφεση, με την προσβαλλομένη υπ'αριθμ.6858/2009 απόφασή του, καταδικαστική δια τον αναιρεσείοντα, δια συκοφαντική δυσφήμηση της εγκαλούσης συζύγου του απέρριψε την ένστασή του περί αοριστίας της δηλωθείσης υπ'αυτής παράστάσεως πολιτικής αγωγής "για χρηματική ικανοποίηση σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ με επιφύλαξη που της επιδικάστηκαν πρωτόδικα για την ηθική βλάβη που της προκάλεσε η κρινόμενη πράξη", με την εξής αιτιολογία: "Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης εμφανίστηκε η εγκαλούσα ... και δήλωσε προς το Δικαστήριο ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα κατά του κατηγορουμένου και ζήτησε να υποχρεωθεί να της καταβάλει ως χρηματική αποζημίωση το πρωτοδίκως εκδικασθέν ποσό των 44 ευρώ με επιφύλαξη για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τη σε βάρος της φερομένη ως τελεσθείσα από τον κατηγορούμενο πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης. Προς το σκοπό αυτό διόρισε πληρεξούσιο το δικηγόρο Αθηνών Κων/νο Καρακώτια, ο οποίος αποδέχθηκε το διορισμό του, κατέθεσε δε σχετικό παράβολο του δημοσίου ως δικαστικό ένσημο για την εν λόγω παράσταση. Συνεπώς, ο περί αοριστίας της αξίωσης πολιτικής αγωγής ισχυρισμός του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος" Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και ο σχετικός λόγος, δεύτερος της αναιρέσεως, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, και εκ του ότι η απόφαση αυτή παρέθεσεν ό,τι και η πρωτόδικος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο έτερος λόγος αναιρέσεως, σχετικά με την παράσταση της πολιτικής αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στρεφόμενος κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως εις όλην του την έκταση, είναι απαράδεκτος, και εντεύθεν, απορριπτέος. Περαιτέρω το άνω δικαστήριο της ουσίας, μετ'αναφορά και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβεν υπ'όψη ήτοι "καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, την ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά την απολογία του κατηγορουμένου", εδέχθη κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, (ότι απεδείχθησαν) τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος και η πολιτικώς ενάγουσα έχουν τέλεσει νόμιμο γάμο στις 11-3-2000 και συμβίωσαν μέχρι τον Αύγουστο του επόμενου έτους (2001), οπότε η έγγαμη συμβίωση διασπάστηκε. Κατά τη διάρκεια του γάμου τους απέκτησαν δύο παιδιά, ένα αγόρι τον ..., που γεννήθηκε στις 7-6-2000 και ένα κορίτσι που γενήθηκε στις 20-6-2001. Μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους και συγκεκριμένα στις 26-6-2003 ο κατηγορούμενος άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τη με ίδια ημερομηνία αγωγή κατά της συζύγου του (πολιτικώς ενάγουσας) με την ιδιότητά της ως ειδικής επιτρόπου των ανήλικων τέκνων του, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι τα δύο ανήλικα δεν είναι γνήσια τέκνα αυτού. Στην εν λόγω αγωγή ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε, εκτός των άλλων, ότι η σύζυγός του-πολιτικώς ενάγουσα επιζητούσε την άμεση επίσπευση τελέσεως του γάμου τους, ότι το παραπάνω άρρεν τέκνο τους γεννήθηκε σε χρόνο μικρότερο της ερωτικής τους συνεύρεσης, ότι η πολιτικώς ενάγουσα τον καθησύχαζε διαρκώς περί της καταπληκτικής δήθεν ομοιότητας του ανηλίκου με αυτόν, ότι καθόλο το χρονικό διάστημα από τη γέννηση του άρρενος τέκνου μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 2000 δεν είχαν ερωτικές σχέσεις με την πολιτικώς ενάγουσα και παρά ταύτα στις 20-6-2001 γεννήθηκε το δεύτερο τέκνο και ότι η πολιτικώς ενάγουσα του δήλωσε ευθέως από το Δεκέμβριο του 2002 ότι δεν είναι πατέρας των ως άνω δύο τέκνων. Τα παραπάνω γεγονότα τα οποία ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε με το προαναφερόμενο δικόγραφο για την πολιτικώς ενάγουσα ενώπιον τρίτων και συγκεκριμένα ενώπιον του Γραμματέα του άνω δικαστηρίου και του δικαστή που επιλήφθησαν του παραπάνω δικογράφου, αλλά και του δικαστικού επιμελητή που το κοινοποίησε στην πολιτικώς ενάγουσα, είναι ψευδή και ο κατηγορούμενος τα ισχυρίστηκε εν γνώσει της αναλήθειάς τους, μπορούσαν δε να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της πολιτικώς ενάγουσας, αφού την παρουσίαζαν ως πρόσωπο μειωμένης ηθικής υπόστασης. Το ότι τα ως άνω γεγονότα είναι ψευδή αποδεικνύεται από τον έλεγχο πατρότητας στον οποίο υποβλήθηκαν στις 10-10-2003 ο κατηγορούμενος και τα δύο ανήλικά στο Ανοσολογικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "Γ.Γεννηματάς", από τον οποίο προέκυψε ότι και τα δύο ανήλικα είναι φυσικά τέκνα αυτού και της πολιτικώς ενάγουσας. Μάλιστα μετά το αποτέλεσμα του παραπάνω ελέγχου ο κατηγορούμενος παραιτήθηκε από το δικόγραφο της προαναφερόμενης αγωγής του με την από 26-1-2004 δήλωση παραίτησης. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναληθείας των όσων ισχυρίστηκε με την παραπάνω αγωγή του για την πολιτικώς ενάγουσα συνάγεται και από τα παρακάτω περιστατικά: Μετά την παραπάνω διάσπαση της έγγαμης σχέσης του υπέβαλε κατά της πολιτικώς ενάγουσας-συζύγου του, α)στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 24-7-2002 αίτηση προσωρινής επικοινωνίας με τα ανήλικα τέκνα του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθ.7057/2002 απόφαση, που ρύθμισε το δικαίωμα επικοινωνίας του με τα παιδιά του, β)στο ίδιο δικαστήριο την από 30-10-2002 αίτηση με την οποία ζήτησε και πέτυχε με την υπ'αρ.8387/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (είχε προηγηθεί η υπ'αρ.810/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) την καταδίκη, της πολιτικώς ενάγουσας σε χρηματική ποινή λόγω παράβασης της προαναφερόμενης απόφασης επικοινωνίας, ποσού 146,73 ευρώ, γ)στην Εισαγγελία Ανηλίκων Αθηνών την από 10-2-2003 αίτηση παραπονούμενος για την άρνηση της πολιτικώς ενάγουσας να συμμορφωθεί με την ως άνω απόφαση επικοινωνίας και δ)στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 7-1-2003 αγωγή αναθέσεως της επιμέλειας του προσώπου των ανηλίκων στον ίδιο. Από τα παραπάνω το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος καμία αμφιβολία δεν είχε σχετικά με την πατρότητα των παραπάνω ανηλίκων, καθόσον σε διαφορετική περίπτωση δεν θα υποβαλόταν σε δικαστικούς αγώνες για να επιτύχει την επικοινωνία με αυτά και την επιμέλεια του προσώπου τους. Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε, είτε από τη συμπεριφορά της πολιτικώς ενάγουσας, είτε από οποιοδήποτε άλλο γεγονός, οποιοδήποτε στοιχείο ικανό να δημιουργήσει στον κατηγορούμενο αμφιβολίες ως προς την πατρότητα των ανηλίκων παιδιών του, ούτε αυτός (κατηγορούμενος) είχε καταμαρτυρήσει σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας-συζύγου μέχρι την άσκηση της από 26-6-2003 αγωγής του οποιαδήποτε εξωσυζυγική της σχέση. Κατά συνέπεια θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της αποδιδόμενης με το κατηγορητήριο πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας ..., αναγνωριζομένου στο πρόσωπό του του ελαφρυντικού του ότι έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έζησε έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρ.84 παρ.2α ΠΚ), απορριπτομένου δε του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί άρσεως του αδίκου της πράξης του κατ'εφαρμογή του άρθρου 367 παρ.1 περ.γ'ΠΚ, καθόσον η εν λόγω διάταξη δεν έχει εφαρμογή επί συκοφαντικής δυσφήμησης (ΑΠ 1305/2007 Ποιν.Χρ.ΝΗ 348)". Με αυτά που εδέχθη το άνω Τριμελές Εφετείο που δίκασε, διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως, για την οποία κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκαμε την υπαγωγή του στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 362-363 Π.Κ., τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε. Ειδικότερα στο σκεπτικό της αποφάσεως αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβεν υπ'όψη της και όχι μόνον ορισμένα από αυτά και δη (μόνο) οι καταθέσεις της εγκαλούσης και της μάρτυρος μητρός της, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, τα ψευδή γεγονότα τα οποία ούτος ισχυρίσθη ενώπιον τρίτων και ο τρόπος με τον οποίο έλαβε χώραν τούτο, τα περιστατικά που συνιστούν τον άμεσο δόλο του για την συκοφαντική δυσφήμηση, για την οποία και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, και εκ του πράγματος, εντεύθεν, απερρίφθη ο ισχυρισμός του για την μεταβολή της κατηγορίας, ενώ δεν απητείτο ειδικοτέρα αιτιολογία, αφού υποβλήθη εντελώς αορίστως, όπως εκ των πρακτικών της αποφάσεως προκύπτει ούτε, πολλώ, μάλλον, έπρεπε να δώσει επ'αυτού τον λόγον στον εισαγγελέα. Επίσης αναφέρεται (στην απόφαση), πλήρης αιτιολογία, με την οποίαν απερρίφθη ο εκ του άρθρου 367 στοιχ.γ'ΚΠΔ αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος. Κατ'ακολουθίαν όλων αυτών οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, τρίτος περί απολύτου ακυρότητος, σχετικά με την μη δόση του λόγου στον εισαγγελέα για την μεταβολή της κατηγορίας, τέταρτος, ως εκτιμάται, περί ελλείψεως αιτιολογίας, εκ του ότι δεν περιελήφθη και στο διατακτικό απορριπτική διάταξη του εκ του άρθρου 367 στοιχ.γ'ΠΚ ισχυρισμού και πέμπτος, επίσης περί ελλείψεως αιτιολογίας, εκ του ότι ελήφθησαν "μονομερώς και αποσπασματικώς" υπ'όψη καταθέσεις μόνο μαρτύρων κατηγορίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Καθ'ο μέρος δε με τον τελευταίον αυτόν λόγον και υπό την επίκλησή του επιχειρείται διάφορος εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, ( ο λόγος) αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ.583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1 Φεβρουαρίου 2010 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ'αριθμ.6858/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρα 362, 363 ΠΚ. Στοιχεία. Τι είναι γεγονός. Δόλος. Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στις παρεμπίπτουσες αποφάσεις ως και τους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που πλήττει την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρο 504 § 1 ΚΠΔ). Απαράδεκτος ο λόγος που πλήττει την ουσία. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Δυσφήμηση συκοφαντική.
0
Αριθμός 1179/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Μπανιώτη, περί αναιρέσεως της 546/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών. Με συγκατηγορουμένη την .... Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 149/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του Α.Ν.86/1967 με τις εις την διάταξη αυτή οριζόμενες αθροιστικώς ποινές τιμωρείται όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών) ασχέτως ποσού, προς τους υπαγομένους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφαλίσεως η ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους οργανισμούς αυτούς εντός ενός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου τιμωρείται για υπεξαίρεση με τις εις την εν λόγω διάταξη προβλεπόμενες αθροιστικώς ποινές όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων εις αυτόν (εργατικές), με σκοπό αποδόσεώς των στους ανωτέρω κατά την παράγραφο 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφ'ότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 26 παράγραφοι 1,5 του Α.Ν. 1846/1951 ως ετροποποιήθη και ισχύει, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις άνω διατάξεις και κατά το άρθρο 8 παράγραφος 5 του ιδίου Α.Ν. 1846/1951 νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα. Κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρεσχέθη η εργασία ή η υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παράγραφος 3 του Α.Ν.1846/1951, ως χρόνος υπολογισμού των εισφορών ορίζεται ο ημερολογιακός μήνας εντός του οποίου παρεσχέθη η εργασία ή η υπηρεσία....Ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλλει τις εισφορές στο ΙΚΑ, μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επομένου μηνός από τον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού που εμπλέκεται αμέσως με τον χρόνο τελέσεως των δύο αξιοποίνων πράξεων είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Κατ'ακολουθίαν αυτών για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του άρθρου 1 παρ.1, 2 Α.Ν. 86/1967 εγκλημάτων τα οποία είναι γνήσια παραλείψεως, συντελούμενα με την παράλειψη από τον εργοδότη της εμπροθέσμου καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μηνός που παρέσχεθη η εργασία, πρέπει να περιεχόνται σ'αυτήν τα κρίσιμα περιστατικά για την θεμελίωση των δύο ως άνω αξιοποίνων πράξεων, τα οποία είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ.ΑΠ 1/1996) και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερομένου ως εργοδότη εκ της ασκήσεως επιχειρήσεως, των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ'αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ'αριθμ.546/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών, αυτό δικάσαν ως εφετείο, εδέχθη, μετά από αναφορά και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, "την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας και του μάρτυρα υπεράσπισης, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο" (εδέχθη) τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι στην ..., κατά τον έλεγχο της 16-1-2007 ως εργοδότες επιχείρησης με αντικείμενο "παραγωγή κουλουριών" και με την επωνυμία "... Ο.Ε" και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 1-6-2006 έως 30-10-2005 στην επιχείρησή τους αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλίζονταν στο Ιδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δεν κατέβαλαν για την ασφάλιση του παραπάνω προσωπικού τις οφειλόμενες στο ΙΚΑ εισφορές για το παραπάνω διάστημα, συνολικού ποσού 2080,59 ευρώ, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στο οποίο η εργασία παρασχέθηκε και ειδικότερα έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τους ίδιους ασφαλιστικών εισφορών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΕΣ), ποσού 2.080,59 ευρώ, δεν κατέβαλαν αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίον οι εισφορές έγιναν απαιτητές. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι αλλά να τους αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2β Π.Κ., διότι ωθήθηκαν στην τέλεση της πράξεώς τους από μη ταπεινά αίτια". Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως, για την οποία κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διάταξεις που εφήρμοσε των άρθρων 1 και 2 Α.Ν.86/1967 και 375 ΠΚ. Ειδικότερα αναφέρεται στην πληττομένη απόφαση το ύψος των εργοδοτικών εισφορών, οι εργοδότες, μέλη της ομορρύθμου εταιρίας, που απησχόλησαν το προσωπικό, ως ομόρρυθμοι εταίροι, με σχές εξαρτημένης εργασίας εξού και η υποχρέωση του αναιρεσείοντος προς καταβολήν των άνω εισφορών, το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο το απησχόλησαν, εκ του οποίου αναγκαίως συνάγεται και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως, μη απαιτουμένης ειδικοτέρας αναφοράς του χρόνου τελέσεως των μερικοτέρων πράξεων, η οποία (αναφορά τελέσεως) είναι αναγκαία όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα εξαλείψεως του αξιοποίνου λόγω παραγραφής, και ο ασφαλιστικός οργανισμός (ΙΚΑ) στον οποίον ήσαν ασφαλισμένοι οι μισθωτοί. Συνεπώς ο σχετικός μόνος λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση, εκ του ότι δεν αναφέρεται ο χρόνος τελέσεως των μερικοτέρων πράξεων ως και η ιδιότης του αναιρεσείοντος ως υποχρέου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι πρόκειται περί ετερορρύθμου εταιρίας, εις την οποίαν ούτος είναι το ετερόρρυθμο μέλος, αλυσιτελώς προβάλλονται, ερειδόμεναι επί αναληθούς προϋποθέσεως, διότι, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, η υποχρέωσή του προς καταβολή των εισφορών απορρέει από την ιδιότητά του ως ομορρύθμου μέλους της ομορρύθμου εταιρίας υπό την επωνυμία ".... Ο.Ε". Κατ'ακολουθίαν αυτών η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ.583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αριθμ.5/1-10-2009 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ'αριθμ.546/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση άρθρ. 1 § 1 ΑΝ 86/1967, άρθρ. 8 § 5 και 26 §§ 1, 5 ΑΝ 1846/1951. Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
1
Αριθμός 1178/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Χ1, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο και 2)Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Χαρίση, περί αναιρέσεως της 82/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με συγκατηγορούμενο τον Χ3. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος και στην από 15 Δεκεμβρίου αίτηση αναιρέσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 80/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του παραστάντος αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε:α) να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 18 Δεκεμβρίου 2009 αίτηση αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος και β)να απορριφθεί ως αβάσιμη εκείνη του δευτέρου εξ αυτών. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες από 18/12/2009 και 15/12/2009 αιτήσεις αναιρέσεως των α) Χ1 και β) Χ2 κατά της υπ' αριθμ. 82/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 2/3/2010 και 28/1/2010 αποδεικτικά επίδοσης του Επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ιωαννίνων ... προς τον αναιρεσείοντα Χ1 και της Επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., προς τον αντίκλητο δικηγόρο του αναιρεσείοντα ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). Επειδή με το άρθρο 20 παρ. 1 περίπτωση η του Κ.Ν.Ν. 3549/25/5/2006 τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα(10) ετών και με χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων(2.900) μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων( 290.000) ευρώ, τιμωρείται, όποιος " αποστέλλει ή παραλαμβάνει εν γνώσει του δέματα, δείγματα χωρίς εμπορική αξία ή επιστολές που περιέχουν οποιοδήποτε ναρκωτικό ή δίνει εντολή σε άλλον για όμοια αποστολή ή παραλαβή". Οι πράξεις της αποστολής και της παραλαβής είναι διαφορετικές. Το έγκλημα της αποστολής είναι τετελεσμένο από την παράδοση του δέματος με τα ναρκωτικά στο μεταφορέα, ενώ η παραλαβή ολοκληρώνεται τη στιγμή που ο ίδιος ο παραλήπτης αυτοπροσώπως αποκτήσει κατοχή στο αποσταλέν δέμα και συνακόλουθα στο περιεχόμενο· του ναρκωτικό. Αυτός που έδωσε την εντολή τιμωρείται ακόμη και αν δεν γίνει η μεταφορά. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά , τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικού συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Επί ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Για τον δόλο δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός τον φυσικό αυτουργό. Περαιτέρω, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της απόφασης, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν η απόφαση δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε δεν έχει η απόφαση νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 82/2009 απόφαση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, κήρυξε ενόχους τον Χ3( μη ασκήσαντα αναίρεση) για παραλαβή ναρκωτικών ουσιών από τον Φ , με σκοπό την εμπορία, τον απόντα αναιρεσείοντα Χ1 για απλή συνεργεία στην πράξη της παραλαβής ναρκωτικών ουσιών του παραπάνω καταδικασθέντος και τον αναιρεσείοντα Χ2 για ηθική αυτουργία στην πράξη της παραλαβή ναρκωτικών ουσιών του παραπάνω καταδικασθέντος φυσικού αυτουργού και τους επέβαλε ποινή κάθειρξης έξι(6) ετών, φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών και ποινή κάθειρξης έξι(6) ετών, αντίστοιχα. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του , τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις αρχές Οκτωβρίου του 2005 συνοριακοί φύλακες κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους συνέλαβαν στη γέφυρα της ... του Νομού ... τον Αλβανό υπήκοο Φ, ο οποίος μετέφερε ένα σάκο που περιείχε 9,220 gr ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, που ήταν συσκευασμένη σε ένδεκα δέματα. Τον συλληφθέντα παρέδωσαν στο ΤΝΔ Ιωαννίνων, ο οποίος και δέχθηκε να συνεργασθεί με τους αστυνομικούς που επιλήφθηκαν της υποθέσεως και να τους αποκαλύψει τα άτομα που θα παραλάμβαναν τα ναρκωτικά. Πράγματι την επομένη της σύλληψης του παραπάνω δηλαδή την 5.10.2005 αστυνομικοί της προαναφερόμενης υπηρεσίας με τον τελευταίο μετέβησαν στους Ασπραγγέλους όπου θα γινόταν η παράδοση των ναρκωτικών, τόπος που καθορίσθηκε μετά από συχνές επικοινωνίες από το κινητό του ίδιου παραπάνω Αλβανού με άλλους ομοεθνείς του, μεταξύ των οποίων και με τον τρίτο κατηγορούμενο, ο οποίος και ήταν ο τελικός παραλήπτης. Αργά το βράδυ της ίδιας ημέρας και ενώ είχε οργανωθεί επιχείρηση για τη σύλληψη του παραλήπτη, κατέφθασε στο σημείο που είχε καθορισθεί για την παραλαβή ένα αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος και στη θέση του συνοδηγού βρισκόταν ο πρώτος τούτων. Από το αυτοκίνητο αυτό εξήλθε ο πρώτος κατηγορούμενος ενώ ο δεύτερος παρέμεινε στη θέση του και παρέλαβε το σάκο με τα ναρκωτικά, οπότε και συνελήφθησαν οι δυο κατηγορούμενοι (πρώτος και δεύτερος). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατήγορουμενος, που είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών, παρέλαβε το σάκο που του παρέδωσε ο παραπάνω Αλβανός Φ, γνωρίζοντας ότι περιέχει ναρκωτικά, προκειμένου να τα παραδώσει στον τρίτο κατηγορούμενο έναντι αμοιβής για την πράξη του αυτή του ποσού των 1.000 ευρώ. Στην πράξη του αυτή προέβη καθόσον με πειθώ και φορτικότητα τον έπεισε προς τούτο ο τρίτος κατηγορούμενος. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, που είναι τοξικομανής κατά την έννοια του άρθρου 30 παρ.1 ΚΝΝ, όπως δέχθηκε και το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο γνώριζε ότι ο πρώτος τούτων επρόκειτο να παραλάβει ναρκωτικά και προκειμένου να τον συνδράμει στην εκτέλεση του εγκληματικού του σκοπού δέχθηκε να τον μεταφέρει στον τόπο της παραλαβής. Με βάση τα δεδομένα αυτά πρέπει ο πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της παραλαβής των ναρκωτικών (σχ ΑΠ 626/2006 Ποιν.Λογ.ΣΤ 535), ο δεύτερος κατηγορούμενος κατ'ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό και επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, του εγκλήματος της απλής συνέργειας ως τοξικομανής στην πράξη της παραλαβής των ναρκωτικών που διέπραξε ως αυτουργός ο πρώτος και ο τρίτος κατηγορούμενος της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της παραλαβής των ναρκωτικών που διέπραξε ως αυτουργός ο πρώτος. Από τα ίδια αποδεκικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι ο τρίτος κατηγορούμενος έπεισε με πειθώ και φορτικοτητα τον Αλβανό Φ να διαπράξει την πράξη της εισαγωγής και μεταφοράς των ίδιων ναρκωτικών ουσιών και συνεπώς για την πράξη αυτή (ηθική αυτουργία στην εισαγωγή και μεταφορά των ναρκωτικών), που διέπραξε ο προαναφερόμενος Αλβανός ως αυτουργός, πρέπει να κηρυχθεί αθώος. Περαιτέρω στον πρώτο κατηγορούμενο πρέπει να αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 133 ΠΚ (μετεφηβική ηλικία), όπως δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στον τρίτο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ, όπως το ίδιο δικαστήριο δέχθηκε. Ο αυτοτελής ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου, τον οποίο για πρώτη φορά προβάλλει ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, περί τοξικομανίας πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμος καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος κατά τον κρίσιμο χρόνο τέλεσης της πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ήταν τοξικομανής κατά την έννοια του άρθρου 30 παρ.1 ΚΝΝ. Η εξέταση του από τον ιατροδικαστή πραγματογνώμονα, που έχει συντάξει την από 26.11.08 έκθεση πραγματογνωμοσύνης έγινε μετά πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος από το χρόνο τέλεσης της ίδιας παραπάνω πράξης (η πραγματογνωμοσύνη έγινε το 2008 και η πράξη το 2005). Περαιτέρω ο ίδιος απολογούμένος κατέθεσε αορίστως για χρήση ινδικής κάνναβης, χωρίς να καταθέσει ότι αυτή είναι συνεχής και κατ'επανάληψη με συνέπεια να μην έχει τη δυνατότητα αυτοδύναμης αποβολής της έξης της χρήσης των ναρκωτικών. Εξάλλου ο αυτοτελής ισχυρισμός του ίδιου κατηγορούμενου για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ, την οποία ζήτησε δια του συνηγόρου του ατελώς "την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του 84 παρ.2α ΠΚ" πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, καθόσον δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά συνδρομής των περιπτώσεων αυτών. Με αυτά που δέχθηκε το κατ' έφεση δίκασαν δικαστήριο, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην απόφαση του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων της παραλαβής ναρκωτικών ουσιών από τον μη ασκήσαντα αναίρεση Χ3 και της ηθικής αυτουργίας στην πράξη του αυτή του αναιρεσείοντα Χ2, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά την ανέλεγκτη κρίση του αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1 του ΠΚ και άρθρο 1, 2 Πιν. Α6, 20 παρ. 1 η, 2 του ΚΝΝ. 3459/2006, , τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, ελλείπων ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Περαιτέρω το δικαστήριο στο σκεπτικό του αλλά και στο διατακτικό της απόφασης του διαλαμβάνει τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία ο αναιρεσείων προκάλεσε στον συγκατηγορούμενό του την απόφαση να εκτελέσει την πράξη της παραλαβής ναρκωτικών ουσιών που εκείνος διέπραξε, δεχόμενο στο σκεπτικό του ότι την απόφαση στον συγκατηγορούμενό του να παραλάβει τα ναρκωτικά την προκάλεσε με πειθώ και φορτικότητα ο αναιρεσείων, και επομένως δεν στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ούτε απαιτείται ειδική αιτιολογία του δόλου του αναιρεσείοντα ηθικού αυτουργού ότι τα παραλάμβανα μένα δέματα περιείχαν ναρκωτικές ουσίες, αφού διαλαμβάνεται περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή του. Όπως δε προαναφέρθηκε, το έγκλημα της παραλαβής ναρκωτικών ουσιών, προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 20 παρ. 1 η του ΚΝΝ. 3459/2006. Επομένως, αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα ανυπόστατο, διότι κατά τους ισχυρισμούς του το βασικό έγκλημα της παραλαβής ναρκωτικών ουσιών δεν προβλέπεται ούτε τιμωρείται από καμία διάταξη νόμου σχετικού με τα ναρκωτικά. Η καταδίκη δε του αναιρεσείοντα για ηθική αυτουργία στην πράξη της παραλαβής ναρκωτικών ουσιών από τον φυσικό αυτουργό με την διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 του ΠΚ σε συνδυασμό με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 η του ΚΝΝ 3459/2006 δεν δημιουργεί καμία ασάφεια μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός λόγος της ορθής ή μη εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ως εκ τούτου η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης, ούτε και υπερέβη την εξουσία του το δικαστήριο καταδικάζοντας αυτόν για ηθική αυτουργία στην πράξη της παραλαβής ναρκωτικών ουσιών από τον φυσικό αυτουργό. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ) , περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ποινικών διατάξεων ( άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ), και περί υπέρβασης εξουσίας( άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αναίρεση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 18/12/2009 και 15/12/2009 δύο αιτήσεις αναίρεσης. Απορρίπτει α) την από 18/12/2009 αίτηση του Χ1, και β) την από 15/12/2009 αίτηση του Χ2, για αναίρεση της υπ' υπ' αριθμ. 82/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι(220) ευρώ τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για παραλαβή ναρκωτικών ουσιών (ο 1ος αναιρεσείων) και ηθική αυτουργία στην πράξη της παραλαβής ναρκωτικών ουσιών από τον αυτουργό (ο 2ος αναιρεσείων). Συνεκδίκαση. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως του 1ου, ως ανυποστήρικτη. Ως προς τον 2° αναιρεσείοντα, οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για υπέρβαση εξουσίας (διότι, κατά τις αιτιάσεις του, καταδικάσθηκε για ηθική αυτουργία στο βασικό έγκλημα της παραλαβής ναρκωτικών ουσιών που δεν προβλέπεται ούτε τιμωρείται από το νόμο περί τα ναρκωτικά) είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Αιτιολογία επί ηθικής αυτουργίας. Απορρίπτει όλους τους λόγους της αίτησης αναίρεσης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ναρκωτικά, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1177/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκαλίμη, περί αναιρέσεως της 1742/2009 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1205/09. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου μόνο του Α.Ν. 690/1945, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995 "κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων κτλ...". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα, τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο είτε από διοικητικές πράξεις.( άρθρο 655 του ΑΚ). Εξ άλλου, ασχέτως του άρθρου 655 του Α.Κ. το οποίο ορίζει πότε καταβάλλεται ο μισθός, για τα επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας τάσσεται από το νόμο (άρθρα 10 της Υ.Α. 19040/1981, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945, του Ν. 4504/ 1961 και η παρ. 3 του Ν.Δ. 4546/1966), επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου, η 30η Απριλίου και η τελευταία το αργότερο ημέρα του οικείου έτους, αντιστοίχως), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να γίνεται ο εργοδότης υπερήμερος. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διάταξης του Α.Ν. 690/1945, για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των παραπάνω και η ιδιότητα του κατηγορούμενου (εργοδότης, διευθυντής κτλ), ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιουμένων να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο εργοδότη αποδοχές στον εργαζόμενο, αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση, από το νόμο ή το έθιμο, σε περίπτωση δε μερικότερων πράξεων να προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα ποσά που οφείλονται για κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις, εφόσον για μερικές από αυτές προκύπτει ζήτημα παραγραφής. Περαιτέρω, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της απόφασης, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ή όταν η απόφαση δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε δεν έχει η απόφαση νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό,, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1742/2009 απόφαση του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για παράβαση του Α.Ν. 690/1954 και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα τριών (13) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία (3) χρόνια και συνολική χρηματική ποινή 2.600 ευρώ. Το δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση δέχθηκε, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης του που συμπληρώνεται παραδεκτά από το διατακτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος ήταν εργοδότης, νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της επιχείρησης "THESIS ΑΕ", αλλά και εκδότης της εφημερίδας .... Με τις ιδιότητες του αυτές κατά το έτος 2005 προσέλαβε και απασχόλησε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τους παρακάτω εργαζόμενους με τις παρακάτω ειδικότητες με μηνιαίες αποδοχές τις εκάστοτε προβλεπόμενες από τις οικείες σ.σ.ε. κατά κλάδο και ειδικότητα εκάστου εργαζομένου. Ως χρόνος καταβολής του μισθού ορίσθηκε το προβλεπόμενο διάστημα από τις οικείες σ.σ.ε., ενώ ως προς τα επιδόματα των εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, τις άδειες και το επίδομα αδειών τα προβλεπόμενα από τις οικείες υπουργικές αποφάσεις, νόμους και σ.σ.ε. (Επιδόματα (δώρα) εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων = Απόφ. Υπ. Οικονομικών και Εργασίας υπ' αριθ. 19040/81 (ΔΕΝ 198Ι.1037-ΔΕΝ 1999.331), που εξεδόθη κατ1 εξουσιοδότηση του Ν. 1082/80 (ΔΕΝ 1980.969), άδεια και επίδομα αδείας = άρθ. 2 §1, 4 § 1 ΑΝ 539/45, άρθ. 3 § 16 Ν. 4504/1966 (επίδομα αδείας), άρθ. 1 Ν. 1346/83, άρθ. 7 ΠΔ 88/99 (ΔΕΝ 1999.831), άρθ. 5 ΕΓΣΣΕ 15/4/2002 (ΔΕΝ 2002.600), Ωράριο μισθωτών 40 ώρες εβδομαδιαία: από 14/2/84 ΕΓΣΣΕ (ΔΕΝ 1984.155), 5ήμερη εργασία: από 26/2/75 ΕΓΣΣΕ (ΔΕΝ 1975.182) η οποία κυρώθηκε με το Ν. 133/75 (ΔΕΝ 1975.894), άρθ 6 §2 και 7 της 6/79 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε με το Ν. 1082/80, 1/82 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε με ίο Ν. 1346/83). Ο ως άνω κατηγορούμενος με τις ανωτέρω ιδιότητες και κατά τα παρακάτω χρονικά διαστήματα στο ... δεν κατέβαλε από πρόθεση αν και προσφέρθηκε αντίστοιχη εργασία από τους παρακάτω εργαζομένους τα παρακάτω ποσά για τις παρακάτω λεπτομερώς αναφερόμενες αιτίες: Α) Κατά το χρονικό διάστημα από 13-5-05 έως 31-5-06: 1).-δεν κατέβαλε σε επτά (7) απασχολούμενους στην επιχείρηση του με μισθό, αποδοχές που οφείλονται από τη σχέση εργασίας και που καθορίζονται από τη' σύμβαση εργασίας, δηλαδή 1) απασχολώντας τον Α1, κάτοικο ..., ως δημοσιογράφο, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν του κατέβαλε και του οφείλει δεδουλευμένους μισθούς μηνών Ιαν- Φεβρ- Μαρτ- Απρ- Μάιο 2006 εκ 4.946 €, 2) απασχολώντας τον Α2, κάτοικο ..., ως σελιδοποιό κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν του κατέβαλε τα οφειλόμενα χρήματα "ου προέρχονται από καθυστέρηση δεδουλευμένων μισθών και επιδόματος αδείας και συγκεκριμένα δεν του κατέβαλε και του οφείλει α)δεδουλευμένους μισθούς μηνών Φεβρ- Μαρτ- Απρ-Μάιο 2006, 3.321,81 €, β)Δώρο Χριστουγέννων 2005, 503 € και ανέρχονται συνολικά στο οφειλόμενο ποσό των 3.824,8 € 3)απασχολώντας την Α3. κάτοικο ..., ως δημοσιογράφο , κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν της κατέβαλε και της οφείλει δεδουλευμένους μισθούς μηνών Φεβρ- Μαρτ- Απρ-Μάιο 2006 εκ 2.983,84 €, 4)απασχολώντας τον Α4, κάτοικο ..., ως δημοσιογράφο, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν του κατέβαλε τα οφειλόμενα χρήματα που προέρχονται από καθυστέρηση δεδουλευμένων μισθών και επιδόματος αδείας και συγκεκριμένα δεν του κατέβαλε και του οφείλει α) δεδουλευμένους μισθούς μηνών Φεβρ- Μαρτ- Απρ- Μάιο 2006, 3.900 € β)Δώρο Χριστουγέννων 2005, 313.58 € και ανέρχονται συνολικά, στο οφειλόμενο ποσό των 4.213,58 €, 5)απασχολώντας την Α5, κάτοικο ..., ως χειρίστρια Η/Υ, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν της κατέβαλε τα οφειλόμενα χρήματα που προέρχονται από καθυστέρηση δεδουλευμένων μισθών και επιδόματος αδείας και συγκεκριμένα δεν της κατέβαλε και της οφείλει α)δεδουλευμένους μισθούς μηνών Φεβρ- Μαρτ- Απρ- Μάιο 2006. 3.268 €, β) Δώρο Χριστουγέννων 2005, 468 € και ανέρχονται συνολικά στο οφειλόμενο ποσό των 3.736 €, 6)απασχολώντας τον Α6, κάτοικο ..., ως σελιδοποιό, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν του κατέβαλε τα οφειλόμενα χρήματα που προέρχονται από καθυστέρηση δεδουλευμένων μισθών και επιδόματος αδείας και συγκεκριμένα δεν του κατέβαλε και του οφείλει α) δεδουλευμένους μισθούς μηνών Φεβρ- Μαρτ- Απρ- Μάιο 2006, 3.120 € β) Δώρο Χριστουγέννων 2005, 405 € και ανέρχονται συνολικά στο οφειλόμενο ποσό των 3.525 €, 7) απασχολώντας την Α7, κάτοικο ..., ως σελιδοποιό, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν της κατέβαλε και της οφείλει δεδουλευμένους μισθούς μηνών Φεβρ- Μαρτ- Απρ- Μάιο 2006 εκ 3.648 €. 2. δεν κατέβαλε, αν και όφειλε, για το ίδιο χρονικό διάστημα, α) στον Α1, το ποσό των 545 €, που αντιστοιχεί στις αποδοχές Κανονικής αδείας και του Επιδόματος αδείας, β) στην Α3, το ποσό των 342,65 €, που αντιστοιχεί στις αποδοχές Κανονικής αδείας και του Επιδόματος αδείας, γ) στον Α2, το ποσό των 457 €, που αντιστοιχεί στις αποδοχές Κανονικής αδείας και του Επιδόματος αδείας, δ) στην Α5, το ποσό των 473,93 €, που αντιστοιχεί στις αποδοχές Κανονική]ς αδείας και του Επιδόματος αδείας, ε) στον Α6, το ποσό των 457 €, που αντιστοιχεί στις αποδοχές Κανονικής αδείας και του Επιδόματος αδείας. Το σύνολο δε των οφειλομένων αποδοχών ανέρχεται στο ποσό των 29.152,8 € Β) στο ... κατά το χρονικό διάστημα από 13-5-2005 μέχρι 30-4-2006, ενώ ήταν εργοδότης, ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της επιχείρησης "ΤΗΕ5Ι5 Α£"; δεν κατέβαλε σε δύο απασχολούμενους στην επιχείρηση του με μισθό, τις αποδοχές που οφείλονται από τη σχέση εργασίας και που καθορίζονται από τη σύμβαση εργασίας, δηλαδή, 1) απασχολώντας την Α7, κάτοικο ..., ως σελιδοποιό κατά το ανοτέρω χρονικό διάστημα δεν της κατέβαλε τα οφειλόμενα χρήματα που πρί έρχονται από καθυστέρηση δεδουλευμένων μισθών και επιδόματος αδείας και συγκεκριμένα δεν της κατέβαλε και της οφείλει: α) δεδουλευμένες αποδοχές μηνών Φεβ- Μαρ- Απρ 2006 3.478 € και β)τις προσαυξήσεις νυκτερινής απασχόλησης 759,80 € και ανέρχονται συνολικά στο οφειλόμενο ποσό των 4.237,80 €, 2) απασχολώντας την Α5, κάτοικο ..., ως φωτοσ/τρια κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν της κατέβαλε τα οφειλόμενα χρήματα που προέρχονται από καθυστέρηση δεδουλευμένων μισθών και επιδόματος αδείας και συγκεκριμένα δεν της κατέβαλε και της οφείλει: ' α) δεδουλευμένες αποδοχές μηνών Φεβ- Μαρ- Απρ 2006 2.956 €, (β) προσαυξήσεις νυκτερινής απασχόλησης 669,38 €, γ)επίδομα αδείας 2005 640 € και δ) Δ. Χριστουγέννων 2005 700 € και ανέρχονται συνολικά στο οφειλόμενο ποσό των 4.965,38 €. Γ)στο ..., στις 21-12-2006 ενώ ήταν εργοδότης, ως εκδότης της εφημερίδας ..., δεν κατέβαλε σε οκτώ (8) απασχολούμενους στην επιχείρηση του με μισθό, τις αποδοχές που οφείλονται από τη σχέση εργασίας και που καθορίζονται από τη σύμβαση εργασίας, δηλαδή, 1) απασχολώντας την Α7, κάτοικο ..., ως τεχνικό τύπου δεν της κατέβαλε και της οφείλει το Δώρο Χριστουγέννων 2006 εκ 1.113 € 2) απασχολώντας τον Α6, κάτοικο ..., ως τεχνικό τύπου δεν του κατέβαλε και του οφείλει Δώρο Χριστουγέννων 2006 εκ 950 €. 3)απασχολώντας τον Α8, κάτοικο ... ως τεχνικό τύπου δεν του κατέβαλε και του οφείλει Δώρο Χριστουγέννων 2006 εκ 845 €. 4)απασχολώντας τον Α2, κάτοικο ..., ως τεχνικό τύπου δεν του κατέβαλε και του οφείλει Δώρο Χριστουγέννων 2000 εκ 955 €, 5)απασχολώντας τον Α9, κάτοικο ..., ως δημοσιογράφο δεν του κατέβαλε και του οφείλει Δώρο Χριστουγέννων 2006 εκ 1.131 €, 6) απασχολώντας την Α3, κάτοικο ..., ως δημοσιογράφο δεν της κατέβαλε και της οφείλει Δώρο Χριστουγέννων 2006 εκ 90 0 €, 7) απασχολώντας την Α5, κάτοικο ..., ως φωτοσυνθέτρια δεν της κατέβαλε και της οφείλει Δώρο Χριστουγέννων 2006 εκ 980 €, 8) απασχολώντας τον Α11, κάτοικο ..., ως δημοσιογράφο δεν του κατέβαλε και του οφείλει Δώρο Χριστουγέννων 2006 εκ 1.530 €. Επίσης, από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στο ... στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, ενώ ήταν εργοδότης, έκδοτης- διευθυντής της καθημερινής εφημερίδας "ΠΡΩΤΗ", πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας "THESIS" και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με τον διακριτικό τίτλο "ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", δεν κατέβαλε σε επτά (7) απασχολούμενους στην Επιχείρηση τους με μισθό, τις αποδοχές που οφείλονται από τη σχέση εργασίας και που καθορίζονται από τη σύμβαση εργασίας. Ειδικότερα, 1)Το χρονικό διάστημα από Ιούνιο 2006 μέχρι Νοέμβριο 2006 απασχολώντας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον Α4, κάτοικο ..., ως δημοσιογράφο δεν του κατέβαλε τα οφειλόμενα χρήματα που προέρχονται από καθυστέρηση δεδουλευμένων μισθών και επιδόματος αδείας και συγκεκριμένα δεν του κατέβαλε και του οφείλει: α) υπόλοιπο μισθού Ιουνίου 2006: 37,89 €, β) μισθό Ιουλίου 2006: 1.100,12 €, γ) μισθό Αυγούστου 2006: 1.100,12 €, δ) υπόλοιπο μισθού Σεπτεμβρίου 2006: 414,92 €, ε) υπόλοιπο μισθού Οκτωβρίου 2006: 785,08 €, στ) μισθό για τις έξι ημέρες του Νοεμβρίου 2006:288 € και ανέρχονται συνολικά στο οφειλόμενο ποσό των 3.726,13 €, 2) τα χρονικό διάστημα από Μάιο 2006 μέχρι Νοέμβριο 2006 απασχολώντας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον Α9, κάτοικο ..., ως δημοσιογράφο δεν του κατέβαλε τα οφειλόμενα χρήματα που προέρχονται από καθυστέρηση δεδουλευμένων μισθών και επιδόματος αδείας και συγκεκριμένα δεν του κατέβαλε και του οφείλει: α) υπόλοιπο μισθού Μαΐου 2006:370,82 €, β) μισθό Ιουνίου 2006:1,035,41 € γ) μισθό Ιουλίου 2006 1.035,41 €, δ) μισθό Αυγούστου 2006: 1.035,41 €, ε) υπόλοιπο μισθού Σεπτεμβρίου 2006: 104,64 €, στ) υπόλοιπο μισθού Οκτωβρίου 2006: 1.131,71 €, ζ) μισθό για τις έξι ημέρες του Νοεμβρίου 2006:272,61 € και ανέρχονται συνολικά στο οφειλόμενο ποσό των 4.986,01 €, 3) το χρονικό διάστημα από Ιούνιο 2006 μέχρι Νοέμβριο 2006 απασχολώντας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την Α3, κάτοικο ..., ως δημοσιογράφο δεν της κατέβαλε τα οφειλόμενα χρήματα που προέρχονται από καθυστέρηση δεδουλευμένων μισθών και επιδόματος αδείας και συγκεκριμένα δεν της κατέβαλε και της οφείλει: α) υπόλοιπο μισθού Ιουνίου 2006:595,95 €, β) μισθό Ιουλίου 2006: 845,96 €, γ) μισθό Αυγούστου 2006:845,96 €, δ) υπόλοιπο μισθού Σεπτεμβρίου 2006: 92,91 €, ε) υπόλοιπο μισθού Οκτωβρίου 2006:797,45 €, στ) μισθό για τις έξι ημέρες του Νοεμβρίου 2006: 213.69€ ζ) επίδομα αδείας για το έτος 2005: 181,53 € και ανέρχονται συνολικά στο οφειλόμενο ποσό των 3.573,45 €, 4) το χρονικό διάστημα από Μάιο 2006 μέχρι Νοέμβριο 2006 απασχολώντας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον Α11, κάτοικο ..., ως δημοσιογράφο δεν του κατέβαλε τα οφειλόμενα χρήματα που προέρχονται από καθυστέρηση δεδουλευμένων μισθών και επιδόματος αδείας και συγκεκριμένα δεν του κατέβαλε και του οφείλει: α) υπόλοιπο μισθού Μαΐου 2006: 356,05 €, β) μισθό Ιουνίου 2006:1.230,78 € γ) μισθό Ιουλίου 2006:1.230,78 €, δ) μισθό Αυγούστου 2006:1.230,78 €, ε) υπόλοιπο μισθού Σεπτεμβρίου 2006:123,05 €, στ) υπόλοιπο μισθού Οκτωβρίου 2006:1.520,33 €, ζ) μισθό για τις έξι ημέρες του Νοεμβρίου 2006: 364,88 € και ανέρχονται συνολικά στο οφειλόμενο ποσό των 6.056,65 €, 5)το χρονικό διάστημα από Μάιο 2006 μέχρι Νοέμβριο 2006 απασχολώντας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον Α2, κάτοικο ..., ως σελιδοποιό δεν του κατέβαλε τα οφειλόμενα χρήματα που προέρχονται από καθυστέρηση δεδουλευμένων μισθών και επιδόματος αδείας και συγκεκριμένα δεν του κατέβαλε και του οφείλει: α) υπόλοιπο μισθού Μαΐου 2006:866,37 €, β) μισθό Ιουνίου 2006:955,46 €, γ) μισθό Ιουλίου 2006:955,46 €, δ) μισθό Αυγούστου 2006: 955,46 €, ε) υπόλοιπο μισθού Σεπτεμβρίου 2006:92,63 €, στ) υπόλοιπο μισθού Οκτωβρίου 2006:861,75 €, ζ) μισθό για τις έξι ημέρες του Νοεμβρίου 2006: 229,05 €, η) επίδομα αδείας έτους 2005:457 € και ανέρχονται συνολικά στο οφειλόμενο ποσό των 5,373,18 €, 6) κατά το χρονικό διάστημα από Μάιο 2006 μέχρι Νοέμβριο 2006 απασχολώντας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον Α6, κάτοικο ..., ως σελιδοποιό δεν του κατέβαλε τα οφειλόμενα χρήματα που προέρχονται από καθυστέρηση δεδουλευμένων μισθών και επιδόματος αδείας και συγκεκριμένα δεν του κατέβαλε και του οφείλει: α) υπολοιπο μισθού Μαΐου 2006: 655,60 €, β) μισθό Ιουνίου 2006: 905,60 €, γ) μισθό Ιουλίου 2006:905,60 €, δ) μισθό Αυγούστου 2006:905,60 €, ε) υπόλοιπο μισθού Σεπτεμβρίου 2006 92,63 €, στ)υπόλοιπο μισθού Οκτωβρίου 2006 861,75 €, ζ) μισθό για τις έξι ημέρες του Νοεμβρίου 2006:229,05 €, η) επίδομα αδείας έτους 2005: 457 € και ανέρχονται συνολικά στο οφειλόμενο ποσό των 5.012,83 €, 7) το χρονικό διάστημα από Μάιο 2006 μέχρι Νοέμβριο 2006 απασχολώντας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον Α8, κάτοικο ..., ως σελιδοποιό δεν του κατέβαλε τα οφειλόμενα χρήματα που προέρχονται από καθυστέρηση δεδουλευμένων μισθών και επιδόματος αδείας και συγκεκριμένα του κατέβαλε και του οφείλει: α) υπόλοιπο μισθού Μαΐου 2006: 46 € β) μισθό Ιουνίου 2006:845 € γ) μισθό Ιουλίου 2006:845 €, δ) μισθό Αυγούστου 2006:845 €, ε) υπόλοιπο μισθού Σεπτεμβρίου 2006 92,33 €, στ) υπολοίπο μισθού Οκτωβρίου 2006 453,68 €, ζ)μισθό για τις έξι ημέρες του Νοέμβριου 2006:203,04 € και ανέρχονται συνολικά στο οφειλόμενο ποσό των 3.330,05 € Επίσης, από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στο ... στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους ενώ ήταν εργοδότη;, ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της επιχείρησης "THESIS ΑΕ", δεν κατέβαλε σε τρεις απασχολούμενους στην επιχείρηση του με μισθό, τις αποδοχές που οφείλονται από τη σχέση εργασίας και που καθορίζονται από τη σύμβαση εργασίας, δηλαδή, 1) το χρονικό διάστημα από 13-5-2005 μέχρι 15-8-2006 απασχολώντας τον Α1, κάτοικο ..., δεν του κατέβαλε τα οφειλόμενα χρήματα που προέρχεται από καθυστέρηση δεδουλευμένων μισθών και επιδόματος άδειας, και συγκεκριμένα δεν του κατέβαλε και του οφείλει: δεδουλευμένες αποδοχές μηνών Ιουν - Ιουλ - Αυγ. 2006 3.279,25 €. 2) Κατά το χρονικό διάστημα από 13/5/2005 μέχρι 31/7/2006, απασχολώντας την Α5, κάτοικο ..., δεν της κατέβαλε τα οφειλόμενα χρήματα που προέρχονται από καθυστέρηση δεδουλευμένων μισθών και επιδόματος αδείας και συγκεκριμένα δεν της κατέβαλε και της οφείλει: α) δεδουλευμένες αποδοχές μηνών Ιουνίου Ιουλίου 2006 2.505,36 ευρώ, και β) αναδρομικά από 1/1/2006 μέχρι 31/5/2006 720 ευρώ και ανέρχονται συνολικά στο οφειλόμενο ποσό των 3.225,36 ευρώ, γ) το χρονικό διάστημα από 13/5/2005 μέχρι 31/7/2006 απασχολώντας την Α7, κάτοικο ..., δεν της κατάβαλε τα οφειλόμενα χρήματα που προέρχονται από καθυστέρηση δεδουλευμένων μισθών και επιδόματος αδείας και συγκεκριμένα δεν της κατάβαλε και της οφείλει: α) δεδουλευμένες αποδοχές μηνών Ιουνίου και Ιουλίου 2006 2.934,36 ευρώ και β) αναδρομικά από 1/6/2006 μέχρι 31/5/2006 460 ευρώ και ανέρχονται συνολικά στο οφειλόμενο ποσό των 3. 394,36 ευρώ. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την παραπάνω πράξη. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, διάλαβε στην απόφαση του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατά κατηγορία εξειδικεύει, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου μόνο του Α.Ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και την οποία δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, ελλείπων ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, αιτιολογείται με πληρότητα ότι ο αναιρεσείων με την ιδιότητα του εργοδότη, εκδότη - διευθυντή της καθημερινής εφημερίδας "Πρώτη", προέδρου και διευθύνοντα συμβούλου της ανώνυμης εταιρίας "THESIS" και διαχειριστή της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με τον διακριτικό τίτλο " ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" προσέλαβε τους αναφερόμενους σ'αυτή εργαζόμενους τον Μάιο του 2005 με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με τις ειδικότητες που παρατίθενται για τον καθένα και με μηνιαίες αποδοχές τις εκάστοτε προβλεπόμενες από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας κατά κλάδο και ειδικότητα κάθε εργαζόμενου και απασχόλησε αυτούς δυνάμει των εν λόγω συμβάσεων τους λεπτομερώς αναφερόμενους χρόνους και δεν τους κατάβαλε εμπρόθεσμα τις πάσης φύσεως οφειλόμενες αποδοχές που αναφέρονται με λεπτομέρεια στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ούτε υπάρχει ασάφεια ή αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της απόφασης ως προς την ιδιότητα με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, αφού τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της αποφάσεως η ποινική ευθύνη του αναιρεσείοντος θεμελιώνεται στο γεγονός ότι κατά τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα απασχολήσεως των εργαζομένων είχε τις ιδιότητες που προαναφέρθηκε. Εξ άλλου, δεν ήταν απαραίτητη για την πλήρη αιτιολόγηση της απόφασης η παράθεση του χρόνου καταβολής των επιδομάτων αδείας του έτους του 2006, και του δώρου Χριστουγέννων 2006, αφού δεν υφίστατο θέμα παραγραφής, περαιτέρω δε ο χρόνος καταβολής των επιδομάτων αυτών (δήλη ημέρα) κατά τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη είναι επακριβώς καθορισμένος από το νόμο και ειδικότερα το άρθρο 10 της Υ.Α. 19040/1981 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945, Ν. 4504/1961 και 1 παρ. 3 του Ν.Δ. 4547/1966, ενώ δεν δημιουργείται καμία αντίφαση ούτε ασάφεια ως προς το βάσει ποίου χρονικού διαστήματος υπολογίσθηκαν τα ως άνω οφειλόμενα από τον αναιρεσείοντα σε κάθε εργαζόμενο ποσά, και το οποίο κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι το χρονικό διάστημα από 13/5/2005 έως τέλος Νοεμβρίου 2006, επαρκώς προσδιοριζόμενου αυτού τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό για κάθε εργαζόμενο χωριστά. Επομένως, οι από το άρθρο; 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης, αντιστοίχως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορο του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και η επίκληση από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του της συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο η ποινή μειώνεται και όταν ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην πράξη του από αίτια μη ταπεινά. Πρέπει όμως ο ισχυρισμός αυτός να προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την θεμελίωση του και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που τον προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστοί στην νομική ορολογία, καθόσον η αόριστη προβολή αυτού, όχι μόνο δεν υποχρεώνει το δικαστήριο να τον απορρίψει αιτιολογημένα, αλλά ούτε καν το υποχρεώνει να απαντήσει σ' αυτόν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος ζήτησε την επιείκεια του δικαστηρίου και την αναγνώριση στο πρόσωπο του ελαφρυντικού ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια, επικαλέστηκε δηλαδή την διάταξη του άρθρου 84 παρ. 1 β του ΠΚ, χωρίς όμως να επικαλεσθεί ταυτόχρονα οποιοδήποτε πραγματικό περιστατικό το οποίο θα μπορούσε να θεμελιώσει τον ισχυρισμό του αυτό. Ο τρόπος αυτός υποβολής του ανωτέρω ισχυρισμού ήταν αόριστος και συνεπώς το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4/7/2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1742/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι(220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση άρθρου μόνο του Α.Ν. 690/1945. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας (η απόφαση έχει πλήρη αιτιολογία, ενώ δεν είναι απαραίτητη η παράθεση του χρόνου καταβολής των επιδομάτων αδείας, δώρων Χριστουγέννων κτλ, αφού δεν υφίστατο θέμα παραγραφής, ο χρόνος δε καταβολής τους - δήλη ημέρα - είναι επακριβώς καθορισμένος από το νόμο) και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Περαιτέρω, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 § 2 β΄ του ΠΚ, λόγω του ότι υποβλήθηκε αορίστως. Απορρίπτει όλους τους λόγους της αίτησης αναιρέσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής αποδοχών εργαζομένου.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1176/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη. Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνης (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Θεοδωρόπουλο, περί αναιρέσεως της 1740/2009 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 281/10. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 παρ. 1 του ΠΚ και 314 παρ.1 εδ. α' του ίδιου κώδικα, στις οποίες ορίζονται, αντίστοιχα, ότι όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, και όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου ποινικού κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει , όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται αντικειμενικά μεν να προκληθεί θάνατος ή σωματική βλάβη σε άλλον, υποκειμενικά δε να διαπιστωθεί αφ' ενός, ότι ο δράστης δεν κατάβαλε την επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την κοινή πείρα και τη λογική, αφ' ετέρου να διαπιστωθεί ότι είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί αντικειμενικά σε αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη του. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου κώδικα, υπάρχει όταν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, περιέχονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικές σκέψεις και συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί να προσδιορίζονται απλώς κατά κατηγορίες (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα. Ωστόσο, πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές , με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1740/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος μνημονεύονται, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι ενός (21) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, για ανθρωποκτονία από αμέλεια και για σωματικές βλάβες από αμέλεια, κατά συρροή, δεχθέντος ειδικότερα του δικαστηρίου, ανελέγκτως, τα παρακάτω περιστατικά: "Στις 21/12/2002 και περί ώρα 13.00' η κατηγορουμένη οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο της εκινείτο στην διπλής κατευθύνσεως, με οδόστρωμα συνολικού πλάτους 6,20 μ., ΝΕΟ ...-..., με κατεύθυνση από ... προς ... . Στην χθ 175 της παραπάνω οδού υπήρχαν επί του οδοστρώματος, στο ρεύμα πορείας όπου εκινείτο η κατηγορουμένη, δύο διαδοχικές λακκούβες, διαστάσεων 1,70 εκ.Χ 0,90 εκ. και 0,90X0,60, αντιστοίχως η πρώτη στο μέσον περίπου του οδοστρώματος και η δεύτερη στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος και σε απόσταση περί τα 30 εκ. από τη συνεχή διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος με το ασφάλτινο έρεισμα της οδού. Η κατηγορουμένη φθάνοντας στο σημείο εκείνο, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει ως μέση συνετή οδηγός, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη της και επέφερε το θάνατο και τον τραυματισμό άλλων. Συγκεκριμένα, επειδή δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή της και είχε αναπτύξει μεγαλύτερη της επιτρεπομένης στο σημείο εκείνο της οδού ταχύτητα των 80 χιλιομέτρων ανά ώρα, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την ύπαρξη στο οδόστρωμα και στο ρεύμα πορείας της των δύο προαναφερθεισών λακκουβών, οι οποίες, λόγω του μεγέθους τους, ήσαν εμφανείς από ικανή απόσταση, ώστε είτε να μειώσει την ταχύτητα του οχήματος της για να διέλθει ασφαλώς πάνω από αυτές, είτε να κάνει αποφευκτικό ελιγμό, ώστε, εάν της το επέτρεπαν οι συνθήκες κίνησης των άλλων οχημάτων επί της οδού, να διέλθει δίπλα από αυτές, αλλά διήλθε πάνω από αυτές με την αυξημένη, για τις συνθήκες στο συγκεκριμένο σημείο της οδού, ταχύτητα των 90 χιλιομέτρων ανά ώρα, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του οχήματος της και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (προς ...), να επιπέσει με σφοδρότητα με το πλάγιο αριστερό τμήμα του οχήματος της στο πλάγιο αριστερό τμήμα του με αριθμό ... ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ΑΑ και στη συνέχεια, συνεχίζοντας ανεξέλεγκτα την πορεία της να επιπέσει με το δεξιό εμπρόσθιο τμήμα αυτού στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ΒΒ. Ο τελευταίος εξ αιτίας της σύγκρουσης που δέχθηκε ακινητοποιήθηκε στο ασφάλτινο έρεισμα του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας της οδού προς ... και επέπεσε σε αυτό με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του το διερχόμενο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε η ΓΓ. Από τις διαδοχικές αυτές συγκρούσεις, για τις οποίες, ανεξαρτήτως τυχόν υπάρχουσας ή μη συνυπαιτιότητας των αρμοδίων υπαλλήλων της Διεύθυνσης Συντήρησης Αυτοκινητοδρόμων του ΥΠΕΧΩΔΕ, οι οποίοι δεν είχαν φροντίσει για την έγκαιρη επίστρωση των λακκουβών στο σημείο εκείνο της οδού, υπαίτια είναι η κατηγορουμένη, λόγω της προπεριγραφείσας αμελούς συμπεριφοράς που επέδειξε ως οδηγός, προκλήθηκε ο θανάσιμος τραυματισμός της συνεπιβαίνουσας στο όχημα του ΒΒ, ΔΔ, η οποία υπέστη θλάση μυοκαρδίου, μαζικό αιμοθώρακα και καρδιαναπνευστική ανεπάρκεια, εξ αιτίας των οποίων, ως μόνων ενεργών αιτών, επήλθε ο θάνατος της. Επίσης, εξ αιτίας των αυτών ως άνω διαδοχικών συγκρούσεων προκλήθηκαν σωματικές βλάβες στους εκ των εμπλακέντων : 1) ΒΒ, ο οποίος υπέστη κακώσεις κάτω άκρων, 2) ΕΕ, η οποία ήταν επιβαίνουσα στο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο και υπέστη θλάση αυχενικής και σπονδυλικής μοίρας, και 3) ΓΓ, η οποία υπέστη κεφαλαλγία. Επομένως, η κατηγορουμένη, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη για τις αποδιδόμενες σ' αυτήν αξιόποινες πράξεις, ήτοι της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και τριών σωματικών βλαβών από αμέλεια, κατά συρροή". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορουμένη, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, τα οποία αναφέρει κατ' είδος, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά ή να αξιολογούνται χωριστά ή να συγκρίνονται μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα του κάθε αποδεικτικού μέσου, όπως και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. β, 28, 302 παρ. 1 και 314 παρ. 1 εδ. α του ΠΚ, τις οποίες στη συγκεκριμένη περίπτωση ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Ειδικότερα, στην απόφαση επισημαίνονται οι πράξεις και παραλείψεις της κατηγορουμένης που τελούν σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την αιτία που προκάλεσε το εγκληματικό αποτέλεσμα, και συγκεκριμένα αναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασης τα περιστατικά που θεμελιώνουν την αμέλεια της αναιρεσείουσας, οι περιστάσεις (όπως η ύπαρξη στο οδόστρωμα και στο ρεύμα πορείας της των δύο λακκουβών, οι οποίες λόγω του μεγέθους τους και της ευθείας της οδού, χωρίς κανένα περιορισμό της ορατότητας για τους οδηγούς , ήταν εμφανείς από ικανή απόσταση) κάτω από τις οποίες οδηγούσε αυτή, οι οποίες καθιστούσαν, για το συγκεκριμένο σημείο της οδού, ανεπίτρεπτη τη μεγαλύτερη της επιτρεπομένης στο σημείο εκείνο της οδού ταχύτητα των 80 χιλιομέτρων την ώρα και μάλιστα αυτή των 90 χιλιομέτρων την ώρα, με την οποία αυτή εκινείτο , η μη καταβολή της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει για να αντιληφθεί έγκαιρα τις λακκούβες και να μειώσει την ταχύτητα του οχήματος της ώστε να διέλθει ασφαλώς πάνω από αυτές ή να τις αποφύγει με αποφευκτικό ελιγμό, αν της επέτρεπαν οι συνθήκες της κίνησης άλλων οχημάτων στην οδό, με συνέπεια να διέλθει πάνω από τις λακκούβες με την αυξημένη για τις συνθήκες αυτές ταχύτητα των 90 χιλιομέτρων την ώρα, να χάσει τον έλεγχο του οχήματος της, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να επέλθει το παραπάνω αποτέλεσμα, το οποίο τελεί σε αντικειμενική αιτιώδη σύνδεση με την αμελή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, αφού χωρίς τη συνδρομή αυτής της συμπεριφοράς της δεν θα επερχόταν ούτε η θανάτωση της ΔΔ, ούτε ο τραυματισμός των λοιπών παθόντων. Από το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης αβιάστως προκύπτει ότι η αμελής συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, η οποία επέφερε το παραπάνω αποτέλεσμα, συνίσταται στην ανάπτυξη, στο συγκεκριμένο σημείο της οδού, μεγαλύτερης της επιτρεπομένης ταχύτητας των 80 χιλιομέτρων την ώρα, και επομένως η εξειδίκευση της στο αιτιολογικό σε 90 χιλιόμετρα την ώρα, ενώ στο διατακτικό αναφέρεται ως υπερβαίνουσα τα 100 χιλιόμετρα την ώρα, δεν αποτελεί αντίφαση που να δημιουργεί ασάφεια ως προς τα στοιχεία και την ταυτότητα των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε η κατηγορουμένη, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης. Εν όψει όλων αυτών οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους προβάλλεται ότι η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που προβάλλονται με τους ίδιους λόγους αναίρεσης, κατά τις οποίες τα αναφερόμενα περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο δεν αποδείχθηκαν από κανένα αποδεικτικό μέσο, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμη, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8-2-2010 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1740/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι(220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από αμέλεια και για κατά συρροή σωματικές βλάβες από αμέλεια. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτεται η αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1175/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Γεωργίου, περί αναιρέσεως της 41-42/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κέρκυρας. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 259/10. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τα άρθρα 308 παρ. 1 εδ. α και 311 εδ. α του ΠΚ, όποιος με πρόθεση προκαλεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Αν η σωματική βλάβη είχε ως επακόλουθο το θάνατο του παθόντος, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Όταν ο νόμος ορίζει ότι κάποια πράξη τιμωρείται με βαρύτερη ποινή, αν έχει ορισμένο αποτέλεσμα, η ποινή αυτή επιβάλλεται, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 28 και 29 του ΠΚ, μόνον αν το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του δράστη, όταν δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως, ότι δεν θα επερχόταν. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τη συντέλεση του από το άρθρο 311 εδ. α του ΠΚ προβλεπομένου εγκλήματος της θανατηφόρας σωματικής βλάβης, το οποίο είναι έγκλημα εκ του αποτελέσματος, απαιτείται δόλος του δράστη για πρόκληση σωματικής βλάβης του παθόντος, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως του δράστη και του βαρύτερου αποτελέσματος του θανάτου που επήλθε από αυτή και αμέλεια του δράστη ως προς το θάνατο που επακολούθησε. Εξ άλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου κώδικα, υπάρχει όταν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, και οι νομικές σκέψεις και συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη αιτιολογία για την ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί να προσδιορίζονται απλώς κατά κατηγορίες, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους (μάρτυρες, έγγραφα κτλ) και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα . Ωστόσο, πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του Κ.ΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν ο δικαστής, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν σ' αυτή, αλλά σε άλλη διάταξη νόμου που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη υπόθεση. Υπάρχει ακόμη εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος ή κατά την έκθεση τους υπάρχει αντίφαση, με συνέπεια να είναι ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κέρκυρας, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, με την οποία, κατά πλειοψηφία, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείονται και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τριών ετών, ανασταλείσα επί τριετία, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος μνημονεύονται, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα οποία ως αποτελούντα ενιαίο σύνολο αλληλοσυμπληρώνονται, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, από τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, την από 8-12-2001 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Λ, από την απολογία του κατηγορουμένου και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείσθηκε και αποφάσισε κατά πλειοψηφία ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη της θανατηφόρας σωματικής βλάβης, που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, γι' αυτό και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής με τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι: Την 8-12-2001 και περί ώρα 2.40' π.μ. περίπου ο Ω, έχοντας παρέα του τον φίλο του ..., μετέβη στο κέντρο διασκεδάσεως με το διακριτικό τίτλο ... της .... Αυτοί προηγουμένως είχαν επισκεφθεί και άλλα τέσσερα καταστήματα-μπαρ και είχαν καταναλώσει συνολικά από πέντε (5) ποτά ο καθένας. Στο πιο πάνω κατάστημα αυτοί επέλεξαν να καθίσουν στο βάθος του καταστήματος και συγκεκριμένα ο μεν Ω κάθισε σ' ένα υπερυψωμένο επίπεδο 13 εκατοστά περίπου ενώ ο φίλος του κάθισε δίπλα του στο κάτω επίπεδο. Σε απόσταση δύο (2) περίπου μέτρων από αυτούς κάθονταν από τις 2.00' π.μ. περίπου ο κατηγορούμενος με την παρέα του που αποτελούνταν από τον αδελφό του Ζ και τις φοιτήτριες .... Κάποια στιγμή ο αδελφός του κατηγορουμένου και μάρτυρας υπεράσπισης Ζ πρόσεξε ότι ο Ω κοιτούσε τις κοπέλες της παρέας του και ενημέρωσε σχετικά τον αδελφό του. Τότε ο τελευταίος συνοδευόμενος και από τον αδελφό του, πλησίασε τον Ω και αφού ανέβηκε στο υπερυψωμένο επίπεδο που βρισκόταν αυτός όρθιος του ζήτησε να μην ενοχλεί την παρέα του. Στην παρατήρηση του κατηγορουμένου, ο οποίος μάλιστα ήταν εκνευρισμένος, ο Ω απάντησε ότι δεν προέβη σε τέτοιες ενέργειες. Επακολούθησε διαπληκτισμός κατά τον οποίο ο κατηγορούμενος, έχοντας πρόθεση να προκαλέσει στον Ω απλή σωματική βλάβη, κατάφερε με τα δυο του χέρια δυνατό κτύπημα στην καρδιακή χώρα, απωθώντας τον, συγχρόνως τη στιγμή που αυτός ήταν σκυμμένος προς το μέρος του σε χαλαρή κατάσταση και αυτό και για το λόγο ότι είχε καταναλώσει προηγουμένως ορισμένα ποτά, αλλά και διότι δεν περίμενε να δεχθεί τέτοιου είδους επίθεση από τον κατηγορούμενο, αφού πράγματι αυτός δεν είχε ενοχλήσει την παρέα του κατηγορουμένου. Το κτύπημα που δέχθηκε ήταν πολύ δυνατό, οπότε έχασε την ισορροπία του και υποχώρησε προς τα πίσω ένα με ενάμισι μέτρο, συγχρόνως δε δέχθηκε και γρονθοκόπημα στο πρόσωπο από τον κατηγορούμενο. Ο Ω έβγαλε μία κραυγή και ανταπέδωσε το κτύπημα με γροθιά. Μετά επενέβησαν οι θαμώνες οι οποίοι απομάκρυναν τον κατηγορούμενο και τον οδήγησαν εκτός του καταστήματος. Ο φίλος του Ω, που κατά την ώρα του επεισοδίου μεταξύ του τελευταίου και του κατηγορουμένου συγκρατούσε τον αδελφό του κατηγορουμένου, μετά τη λήξη του επεισοδίου προσπάθησε να ηρεμήσει τον Ω, ο οποίος ην στιγμή που ζήτησε μια χαρτοπετσέτα για να καθαρίσει το αίμα από το πηγούνι του και σε χρόνο ενός λεπτού περίπου κατερευσε και έπεσε προς τα δεξιά στο πάτωμα. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε αναίσθητος έξω από το κατάστημα, όπου λόγω του ότι είχε γυρίσει η γλώσσα του, έγινε προσπάθεια και του απέφραξαν τον φάρυγγα και κατόπιν μεταφέρθηκε από τον ιδιοκτήτη του καταστήματος με το IX αυτοκίνητο του στο Κέντρο Υγείας ... που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από το πιο πάνω κέντρο διασκεδάσεως. Εκεί στις 3.50' π.μ. διαπιστώθηκε ο θάνατος του. Ο ιατροδικαστής και μάρτυρας Λ, που διενήργησε νεκροψία στο πτώμα του Ω, διαπίστωσε δύο αιμορραγικές διηθήσεις της καρδιάς, η μία στο τμήμα τοιχώματος του δεξιού κόλπου (3,0 Χ 2,5 εκ. του μ. περίπου) και η άλλη στο πρόσθιο τοίχωμα προς την κορυφή (0,8 εκ. του μ. περίπου), πρόσφατες, στις οποίες και απέδωσε τον θάνατο αυτού. Στις παρατηρήσεις που διατύπωσε στην παραπάνω έκθεσή του αναφέρει κατά λέξη "οι προπεριγραφείσες αιμορραγικές διηθήσεις της καρδιάς είναι πρόσφατες κακώσεις που προκλήθηκαν εν ζωή και οφείλονται, ως προς το μηχανισμό δημιουργίας τους, σε πλήξη του θωρακικού τοιχώματος με κάποιο θλων όργανο". Ο ανωτέρω ιατροδικαστής, εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατέθεσε ότι οι παραπάνω θλαστικές κακώσεις της καρδιάς οφείλονται ως προς τον μηχανισμό δημιουργίας τους σε συμπίεση της καρδιάς τύπου "πένσας" και ότι δεν προκλήθηκαν από μαλάξεις. Όμως διευκρίνησε ότι η πρώτη κάκωση θα μπορούσε να προκληθεί από το κτύπημα που δέχθηκε στην περιοχή της καρδιάς και δεν απέκλεισε την περίπτωση να επήλθε ο θάνατος από το πρώτο κτύπημα. Επίσης κατέθεσε ότι το θύμα δεν είχε κάποιο παθολογικό πρόβλημα στην καρδιά του πριν από το ανωτέρω συμβάν. Από τα ανωτέρω περιστατικά που αποδείχθηκαν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος επεδίωξε την απλή σωματική βλάβη του θανόντος, από αμέλεια του όμως δεν προέβλεψε ότι θα μπορούσε με την παραπάνω ενέργεια του να επέλθει ο θάνατος αυτού, καθόσον έπρεπε να προβλέψει ότι κτυπώντας αυτόν με δυνατό κτύπημα στην ευαίσθητη περιοχή της καρδιάς, ο οποίος ήταν μετρίου αναστήματος σε σχέση με τον ίδιο και της αυτής κατά τα άλλα σωματικής διάπλασης και ενδεχομένως τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, καθώς ήταν σκυμμένος και χαλαρός και δεν ανέμενε την βίαιη αντίδραση του, ότι θα επέρχονταν το θανατηφόρο αποτέλεσμα που επήλθε. Η παραπάνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου πληροί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της θανατηφόρας σωματικής βλάβης, και γι' αυτό πρέπει κατά πλειοψηφία να κηρυχθεί ένοχος της πράξης αυτής. Κατά την γνώμη όμως της μειοψηφίας, ήτοι των ενόρκων ... και ..., ο κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί αθώος καθόσον, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε ότι από τα κτυπήματα που προκάλεσε ο κατηγορούμενος στον θανόντα προήλθε ο θάνατος αυτού. Επίσης ο κατηγορούμενος, μέχρι την τέλεση της παραπάνω πράξεως, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ότι αυτός επί σχετικά μεγάλο διάστημα χρόνου μετά την πράξη του συμπεριφέρθηκε καλά". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες είναι σαφείς και πλήρεις, το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τόσον ως προς τον δόλο του κατηγορουμένου να τραυματίσει τον παθόντα, όσον και ως προς την αμέλεια αυτού, αναφορικά με το βαρύτερο αποτέλεσμα, η οποία (αμέλεια) βάσει των παραδοχών της προσβαλλόμενης φέρει τον χαρακτήρα της άνευ συνειδήσεως αμέλειας, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, όπως γι' αυτήν καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το κάθε αποδεικτικό μέσο ή να αξιολογούνται αυτά χωριστά ή να συγκρίνονται μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα του κάθε αποδεικτικού μέσου, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 28, 29 , 308 παρ. 1 εδ. α και 311 εδ. α του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλείπων ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς καμία αμφιβολία συνάγεται, ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει την καταδικαστική του κρίση, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή. Το γεγονός δε ότι εξαίρονται η ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του ιατροδικαστή Λ καθώς και η κατάθεση του στο δικαστήριο, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα ή ακόμα ολόκληρο το περιεχόμενο της ιατροδικαστικής έκθεσης ή της ένορκης κατάθεσης του ιατροδικαστή. Περαιτέρω προσδιορίζεται στο σκεπτικό με αντίστοιχη αναφορά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το είδος της σωματικής βλάβης που με πρόθεση ο αναιρεσείων επέφερε στον παθόντα που είναι αυτή της απλής σωματικής βλάβης και το είδος των σωματικών κακώσεων αυτού( παθόντα), και δη θλαστικές κακώσεις καρδιάς, ήτοι αιμορραγικές διηθήσεις καρδίας στο τοίχωμα δεξιού κόλπου καρδιάς, διαστάσεων 3Χ 2,5 εκατοστών και στο πρόσθιο τοίχωμα δεξιού κόλπου καρδιάς, διαστάσεων 0,8 εκατοστών, πλήρως δε διευκρινίζεται στην απόφαση ότι ο θάνατος του θύματος Ω επήλθε από τις δύο αιμορραγικές διηθήσεις της καρδιάς, που προκλήθηκαν από τα κτυπήματα του αναιρεσείοντος με τα χέρια του στην καρδιακή χώρα του θύματος. Επομένως, αιτιολογείται πλήρως η ύπαρξη του αναγκαίου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξεως του δράστη (σωματικές κακώσεις) και του επακολουθήσαντος θανάτου του παθόντος, ενώ αναφέρονται και εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αμέλεια του αναιρεσείοντος στην επέλευση του βαρύτερου αποτελέσματος (η οποία, αμέλεια, φέρει, κατά τις παραδοχές της απόφασης, τον χαρακτήρα της άνευ συνειδήσεως αμέλειας), και δη τόσο τα υποκειμενικά όσο και τα αντικειμενικά και δεν δημιουργείται καμία αντίφαση ή ασάφεια μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα ανωτέρω. Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι συνίστανται στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ) και στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος βάσιμος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει η κρινόμενη αναίρεση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ. 3 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28/1/2010 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 41-42/2009 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κέρκυρας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι(220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για θανατηφόρα σωματική βλάβη (άρθρο 311 περ. α΄ ΠΚ). Οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ) απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Το γεγονός ότι εξαίρονται η ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας και η κατάθεση του ιατροδικαστή, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Απορρίπτεται η αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη θανατηφόρα.
0
Αριθμός 1173/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Γεώργιος Αδαμόπουλος, και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δαμιανάκη, περί αναιρέσεως της 1293/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 171/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 Π.Κ. κατά την πρώτη των οποίων "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά την δευτέρα "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" προκύπτει ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως προϋποθέτει είτε ισχυρισμόν ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τοιούτου γεγονότος, το οποίον ανεκοινώθη προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε κατά την έννοια των άνω διατάξεων θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν, ή το παρόν υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερομένη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Ως γεγονός θεωρείται η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως και χαρακτηρισμοί, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία τα οποία στην συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητος. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου, του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστου ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος, αλλ'απαιτείται άμεσος δόλος. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ'ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι απαραίτητη η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Μόνη δε η αποδοχή από το δικαστήριο στο σκεπτικό της αποφάσεως, ύστερα από την εκτίμηση των αποδείξεων, ως αιτιολογίας, έστω και κατ'αντιγραφή, του περιεχομένου του διατακτικού της αποφάσεως, δεν συνιστά άνευ ετέρου έλλειψη της κατά νόμον αιτιολογίας της αποφάσεως, εκτός εάν στο διατακτικό και κατ'ανάγκη επί αντιγραφής του στο σκεπτικό της αποφάσεως δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως για την οποία κατεδικάσθη ο αναιρεσείων. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ'αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ειδικότερα, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, όπως και στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμον την έννοια αυτής, και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένων περιστατικών, άμεσος, δηλαδή, δόλος από μέρους του υπαιτίου, ή αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη διαληφθείσα γνώση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Ε'ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή η ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, δικάσαν κατ'έφεση, με την προσβαλλομένη υπ'αριθμ.1293/2009 απόφαση, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων (κατάθεσεις μαρτύρων, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία του κατηγορουμένου), (εδέχθη) τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στο ... στις 29-7-2002, ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκε για κάποιον άλλον γεγονότα, εν γνώσει του ψευδή, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτού. Συγκεκριμένα, με την κατατεθείσα στις 29-7-2002 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου αγωγή διαζυγίου του κατά της εγκαλούσας συζύγου του ..., ισχυρίστηκε σε βάρος της τα εξής, μεταξύ άλλων, εν γνώσει του ψευδή γεγονότα, τα οποία εγνώριζε από προσωπική του αντίληψη. Η εναγομένη διακρινόμενη από μεγαλομανία και άκρατο ωφελιμισμό, εκμεταλλευόμενη την οικονομική και κοινωνική ανέλιξη, που σύντομα επέτυχα, αποκλειστικά με δική μου εργασία, αφού η ίδια δεν εργάσθηκε καθόλου κατά τη διάρκεια του γάμου μας, επέδειξε μεγάλη αδιαφορία τόσο ως προς την ανατροφή των τέκνων της όσο και προς εμένα και άρχισε να διάγει σπάταλη ζωή, ξοδεύοντας μεγάλα ποσά σε ακριβά αυτοκίνητα, κέντρα αισθητικής, πολυτελή κέντρα αναψυχής κλπ. Η εναγομένη εκμεταλλευόμενη την υποχρέωση μου να λείπω πολλές ώρες από το σπίτι συνήψε το 1977 ερωτικό δεσμό με τον ..., άτομο του φιλικού περιβάλλοντός μου. μάλιστα δε η περιφρόνησή της προς το άτομό μου ήταν τέτοια ώστε τους συνέλαβα εγώ ο ίδιος να ερωτοτροπούν εμφανώς στην πισίνα του σπιτιού μας αλλά και στο εσωτερικό αυτού. Σταδιακά στη συνέχεια η εναγομένη συνήψε ερωτικές σχέσεις με άλλα τρίτα πρόσωπα, άνδρες( ..., ...) και γυναίκες (..., ..., ...), τις οποίες σχέσεις αυτή όχι μόνο δεν αρνείτο, αλλά και τις παρουσίαζε δημόσια με προκλητικό τρόπο. Τον Απρίλιο του έτους 1997 συνέλαβα την εναγομένη να συνευρισκεται ερωτικά στο συζυγικό μας κρεβάτι με την κουμπάρα (του πρώτου γάμου) ... και με μια άλλη αμερικανίδα, αγνώστων στοιχείων, οι οποίες εκείνη την εποχή έκαναν διακοπές στην Ελλάδα. Συνήθιζε να εξέρχεται μόνη σε νυχτερινές διασκεδάσεις και να επιστρέφει συστηματική και τελείως μεθυσμένη. Συχνά ζητούσε να φύγω από το σπίτι με τη δικαιολογία πως θέλει να καλέσει κάποιες φίλες της, ισχυριζόμενη ότι χωρίς εμένα "θα είναι πιο άνετες". Κατόπιν πιέσεως της εναγομένης αναγκάστηκα να εισάγω τη μητέρα μου σε οίκο ευγηρίας, με όλες τις εκ τούτου συνέπειες". Τα παραπάνω γεγονότα έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, γνώση δε αυτών έλαβαν, μεταξύ άλλων, οι Δικαστές και οι υπάλληλοι του πιο πάνω Δικαστηρίου και οι συνήγοροι των αντιδίκων. Να σημειωθεί ότι η παραπάνω αγωγή του κατηγορουμένου απορρίφθηκε με την με αρ.309/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία κατέστη τελεσίδικη, όπως προκύπτει από το με αρ.9933/03 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Ηρακλείου, σύμφωνα με το οποίο δεν έχει ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της παραπάνω απόφασης." Με αυτά που εδέχθη το άνω Τριμελές Εφετείο που δίκασε, διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως, για την οποία κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκαμε την υπαγωγή των στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 362-363 ΠΚ , εις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε. Ειδικότερα στο σκεπτικό της αποφάσεως, το οποίο δεν αποτελεί τυπική επανάληψη του διατακτικού, όπως αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων, εκτίθενται τα ψευδή περιστατικά τα οποία ο τελευταίος αυτός ισχυρίσθη, που μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της άνω πρώην συζύγου του, ο τρόπος με τον οποίον εγένετο τούτο και οι τρίτοι που έλαβαν γνώση αυτών ως και ο άμεσος δόλος του, δηλαδή η γνώση ότι τα περιστατικά αυτά είναι ψευδή, αφού τα εγνώριζε από "προσωπική αντίληψή του" όπως δέχεται η προσβαλλομένη. Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ'και Ε'ΚΠΔ, με τους οποίους αποδίδονται οι πλημμέλειες της ελλιπούς αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 363 ΠΚ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Λόγον αναιρέσεως συνιστά, κατ'άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α'ΚΠΔ "η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (αρθρ.171)" , κατά το οποίο και την παρ.1 αυτού στοιχ.δ', τοιαύτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου.... Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων εκθέτει ότι καίτοι παρέστη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, όπως προκύπτει από το υπ'αριθμ.146373 τετραπλότυπο προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής, μετά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Χαραλάμπους Δαμιανάκη, τούτο δεν ανεγράφη στην προσβαλλομένη απόφαση. Όμως όπως προκύπτει από την τελευταία αυτή και τα πρακτικά της, τα οποία "ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ'αυτά σύμφωνα με το άρθρο 140 και με αυτό το άρθρο" κατ'άρθρο 141 παρ.3 ΚΠΔ, κατά πιστή εδώ μεταφορά "ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι διορίζει ως συνήγορό του για να τον υπερασπιστεί τον παρόντα δικηγόρο Ηρακλείου Εμμανουήλ Καλλέργη, ο οποίος αποδέχθηκε το διορισμό του" ενώ, πέραν αυτού, το άνω επικαλούμενο τετραπλότυπο δικηγορικής αμοιβής, έχει ημερομηνίαν εκδόσεως, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή του προκύπτει, πολύ μετά την κατά την 25-9-2009 δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως και δή την 26-1-2010. Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, υποστηρίζων τα αντίθετα και δη ότι ο άνω δικηγόρος Εμμ.Καλλέργης δεν παρεστάθη, ούτε τον εξεπροσώπησε ως συνήγορος υπερασπίσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ'ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμος στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ.583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αριθμ.1/26-1-2010 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1293/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στοιχεία άρθρων 362, 363 ΠΚ. Γνώση του ψευδούς γεγονότος με παράθεση περιστατικών. Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Απόλυτη ακυρότης εάν παραβιασθούν οι διατάξεις που αφορούν εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση κατηγορουμένου. Απορρίπτει αίτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Δυσφήμηση συκοφαντική.
0
Αριθμός 1172/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Θεόδωρο Ζευκιλή και Κωνσταντίνο Κοσμάτο, περί αναιρέσεως της 2433/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορουμένους τους: 1)Ζ1, 2)Ζ2 και 3)Ζ3. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στο από 2 Μαρτίου 2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1711/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ.1 και 498 ΚΠΔ προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει την δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικώς προκειμένου περί εφέσεως του εισαγγελέως κατ'αθωωτικής αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ.3 ΚΠΔ, η οποία προετέθη με το άρθρο 2 παρ.19 του Ν.2408/1996 και ισχύει από 4 Ιουνίου 1996 (αρθρ.7 του Νόμου αυτού) "η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρα 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αξιουμένη αιτιολογία της ασκούμενης υπό του εισαγγελέως εφέσεως κατ'αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σ'αυτή με πληρότητα και σαφήνεια οι συγκεκριμένες νομικές και πραγματικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση και να αντικρούεται με συλλογισμούς και σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά μέσα η κρίση του δικαστηρίου περί της αθωότητος του κατηγορουμένου. Αν η έφεση του εισαγγελέως δεν έχει τοιαύτη αιτιολογία και παρά ταύτα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την κρίνει παραδεκτή και εξετάζον την ουσία της υποθέσεως καταλήγει σε καταδίκη του κατηγορουμένου υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ.185/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας και τα πρακτικά της οι κατηγορούμενοι Χ (εδώ αναιρεσείων), Ζ1, Ζ2 και Ζ3 εκηρύχθησαν αθώοι του πλημμελήματος της ψευδούς βεβαιώσεως οι πρώτος και τρίτος, και του της ηθικής αυτουργίας εις αυτήν οι δεύτερος και τέταρτος. Κατά της αποφάσεως αυτής η Εισαγγελεύς Πρωτοδικών Έδεσσας Αμαλία Καζαμπάκα ήσκησε την υπ'αριθμ.12/28-2-2008 έφεσή της, στην έκθεση της οποίας η εισαγγελεύς εδήλωσεν ότι "εκκαλεί σήμερα σύμφωνα με το άρθρο 486 §1γ Κ.Π.Δ. στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης την υπ'αριθμ. 185/20-2-2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Έδεσσας, με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι, Χ, Ζ1, Ζ2 και Ζ3, για τις πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης και της ηθικής αυτουργίας στην ανωτέρω πράξη, καθόσον το Δικαστήριο κατ' εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού αθώωσε τους κατηγορουμένους ενώ έπρεπε να τους κηρύξει ενόχους για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς πράξεις. Ειδικότερα το περιεχόμενο της υπ. αριθμ. 11697/21-11-2002 βεβαίωσης που εξέδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ είναι ψευδές, καθόσον ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε εργαστεί στο Δήμο ... ως οδηγός χειριστής φορτωτή εκσκαφέα από το έτος 1999 μέχρι το έτος 2002 όπως προκύπτει από την κατάθεση του πρώτου μάρτυρα, Ξ και την υπ. αριθμ. πρωτ. 7439/9-8-2005 βεβαίωση του δημάρχου ..., χειριζόταν δε και ένα παλιό γκρέιντερ που είχε δανείσει η Νομαρχία το έτος 1999 στον Δήμο ..., ο οποίος τότε δεν είχε γκρέιντερ στην ιδιοκτησία του, πλην όμως δεν απασχολήθηκε ως βοηθός χειριστή γκρέιντερ στον πιο πάνω δήμο κατά το αναφερόμενο στη βεβαίωση χρονικό διάστημα, υπό την επίβλεψη του Θ πραγματοποιώντας 437 ημερομίσθια, δεδομένου ότι από την κατάθεση του ιδίου του Θ (δεύτερου μάρτυρα) προκύπτει ότι ο ίδιος έδειξε τον χειρισμό του γκρέιντερ στον δεύτερο κατηγορούμενο, Ζ1 μόνο μιάμιση ημέρα και ο τελευταίος σε καμία περίπτωση δεν εργάστηκε υπό την επίβλεψη του για 437 ημερομίσθια, πράγμα που θα σήμαινε ότι θα έπρεπε να είναι συνέχεια μαζί πάνω στο γκρέιντερ και να του δείχνει τον χειρισμό του. Εξάλλου ο Θ ήταν ιδιώτης και έκανε κάποια έργα για τον Δήμο ..., δεν προσέλαβε ποτέ τον Ζ1, ο οποίος ήταν υπάλληλος του δήμου κι όχι δικός του. Περαιτέρω ο πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης ..., καταθέτει ότι είδε μαζί να δουλεύουν τον δεύτερο κατηγορούμενο, Ζ1 και τον Θ μόνο 2-3 φορές και δεν ξέρει για άλλες, ο δεύτερος μάρτυρας υπεράσπισης καταθέτει ότι λίγες φορές είδε τον δεύτερο κατηγορούμενο στο γκρέίντερ με τον Θ και ο τρίτος μάρτυρας υπεράσπισης, ... καταθέτει ότι είδε στο γκρέιντερ τον δεύτερο κατηγορούμενο μαζί με τον Θ μόνο 2-3 φορές. Συνεπώς ούτε οι τρεις πρώτοι μάρτυρες δεν επιβεβαιώνουν ότι το περιεχόμενο της ανωτέρω βεβαίωσης που εξέδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν αληθές. Εξάλλου ούτε ο ίδιος ο πρώτος κατηγορούμενος δεν επιβεβαιώνει στην απολογία του ότι η ανωτέρω βεβαίωση που συνέταξε ήταν αληθής κατά το περιεχόμενο. Ομολογεί όμως ότι η βεβαίωση αυτή εκδόθηκε κατά προτροπή του δευτέρου κατηγορουμένου, ο οποίος του την έφερε για να την υπογράψει. Από την απολογία του δευτέρου κατηγορουμένου προκύπτει ότι ήταν απαραίτητη η ανωτέρω βεβαίωση από τον Δήμο ... για να βγάλει δίπλωμα χειριστή γκρέιντερ από το Υπουργείο Βιομηχανίας, διότι το δίπλωμα που είχε από το στρατό είχε λήξει και δεν είχε προλάβει εντός της νόμιμης προθεσμίας να το μετατρέψει σε ισχύον δίπλωμα χειριστή γκρέιντερ και επομένως η ανωτέρω αναφερόμενη ψευδής βεβαίωση βεβαίωσε περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες." Ούτως έχουσα η έκθεση αυτή εφέσεως της άνω εισαγγελέως, περιλαμβάνει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση με την οποίαν οι κατηγορούμενοι εκηρύχθησαν αθώοι για τις ανωτέρω πράξεις και τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων των αξιοποίνων πράξεων της ψευδούς βεβαιώσεως και της ηθικής αυτουργίας εις αυτήν. Συνεπώς το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίον έκρινε παραδεκτή την έφεση ως άνω και προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και περαιτέρω εκήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους , τους Χ και Ζ2 κατά πλειοψηφίαν της ψευδούς βεβαιώσεως και τους Ζ1 και Ζ3, επίσης κατά πλειοψηφία της ηθικής αυτουργίας εις αυτήν, δεν υπερέβη θετικώς την εξουσία του και ο σχετικός πρώτος λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, υποστηρίζων τα αντίθετα ιδία "καθώς δεν αιτιολογεί η κ.Εισαγγελέας ποία έννομη συνέπεια μπορούσε να έχει το 11697/21-11-2002 πιστοποιητικό προϋπηρεσίας που εξέδωσε ο αναιρεσείων περί της εργασίας του Ζ1...ενόψει του ότι όπως επικαλείται η πρωτοβάθμια απόφαση αθωωτική "δεν ήταν απαραίτητο να πληρούται τέτοια προϋπόθεση" πλην αβασίμως αφού η υποχρέωσή της προς αιτιολογία εξαντλείται στα ανωτέρω στοιχεία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ'άρθρο 242 παρ.1 ΠΚ "υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Ούτω για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται αντικειμενικώς α)δημόσιο κατά την έννοια του άρθρου 438 Κ.Πολ.Δ, έγγραφο (άρθρ.13 στοιχ.α ΠΚ) που έχει συνταχθεί από καθ'ύλην και κατά τόπον αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κρατικής υπηρεσίας (δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής) και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων του γεγονότος που βεβαιώνεται σ'αυτό β)βεβαίωση στο έγγραφο ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να επιφέρει γένεση, αλλοίωση, μεταβίβαση, κατάργηση ή απώλεια δικαιώματος ή εννόμου σχέσεως υποκειμενικώς δε (απαιτείται) δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστου ότι ενεργεί υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου εντός της καθ'ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητός του και στη θέλησή του να βεβαιώσει ψευδές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες ή τουλάχιστον στη γνώση ως ενδεχομένης της παραγωγής αυτών από την πράξη και εκ προοιμίου αποδοχή τούτου. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ'ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ'αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται, ιδιαίτερα διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση, παραγωγής περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή, εκτός εάν ο νόμος απαιτεί πρόσθετα στοιχεία, όπως την τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένου περιστατικού ή με τον σκοπό προκλήσεως ορισμένου αποτελέσματος (στα εγκλήματα, ήτοι, με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) ή εάν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα άνω στοιχεία, με παράθεση περιστατικών που τα δικαιολογούν. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλομένη υπ'αριθμ.2433/2009 απόφασή του, εδέχθη, μετά από αναφορά και αξιολόγηση όλων κατ'είδος των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων και δή "καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που νομίμως αναφέρονται, επικαλούνται και προσκομίζονται από τους διαδίκους στα πρακτικά της δίκης αυτής καθώς και την απολογία του κάθε κατηγορουμένου στο ακροατήριο" κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του (εδέχθη ότι απεδείχθησαν) τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Οι πρώτος και τρίτος των κατηγορουμένων, Χ και Ζ2, στον ... νομού ..., στις 21.11.2002 και σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία κατά το έτος 2005 αντίστοιχα, ενώ ήταν Αντιδήμαρχοι του Δήμου ..., ο μεν πρώτος κατηγορούμενος Χ, για το χρονικό διάστημα από το 1999 έως και το 2002, ο δε τρίτος κατηγορούμενος, Ζ2, για το χρονικό διάστημα 2005-2006, στων οποίων τα καθήκοντα ανάγεται μεταξύ άλλων και η σύνταξη και η υπογραφή βεβαιώσεων και πιστοποιητικών προϋπηρεσίας εργαζομένων που απασχολήθηκαν στο παραπάνω Δήμο, ο μεν πρώτος κατηγορούμενος, Χ, βεβαίωσε ψευδώς στο υπ' αριθμ. 11697/21.11.2002 πιστοποιητικό προϋπηρεσίας που εξέδωσε και υπέγραψε ο ίδιος, ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, Ζ1, απασχολήθηκε στο Δήμο ... σαν βοηθός χειριστή πετρελαιοκίνητου τύπου γκρέιντερ δυνάμεως 190 ίππων, από το έτος 1999 μέχρι το έτος 2002 και πραγματοποίησε 437 ημερομίσθια, κατά τη διάρκεια δε της απασχόλησης του εργάστηκε υπό την επίβλεψη του Θ, ενώ η αλήθεια την οποία γνώριζε ήταν ότι ο ανωτέρω Ζ1 δεν πραγματοποίησε 437 ημερομίσθια σαν βοηθός χειριστής υπό την επίβλεψη του Θ, ο οποίος απλώς υπέδειξε σ' αυτόν πώς να χειρίζεται σωστά το γκρέιντερ, ο δε τρίτος κατηγορούμενος, Ζ2, βεβαίωσε ψευδώς στην υπ' αριθ. πρωτ. 3025 βεβαίωση που εξέδωσε και υπέγραψε ο ίδιος, ότι ο τέταρτος κατηγορούμενος Ζ3, απασχολήθηκε στο Δήμο ... σαν βοηθός χειριστής φουξ (εκσκαφέα) δυνάμεως 85 ίππων από 1 .9.2003 έως 112.2004 πραγματοποιώντας 303 ημερομίσθια, κατά τη διάρκεια δε της απασχόλησης εργάσθηκε υπό την επίβλεψη του αδειούχου χειριστή Ξ, ενώ η αλήθεια την οποία γνώριζε ήταν ότι ουδέποτε ο ανωτέρω Ζ3 απασχολήθηκε στο Δήμο ... υπό την επίβλεψη του Ξ, ο τελευταίος δε ουδέποτε εργάστηκε στον ως άνω Δήμο, η δε έκδοση των παραπάνω ψευδών βεβαιώσεων μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθόσον αποτελούν απαραίτητο δικαιολογητικό προκειμένου να εκδοθεί δίπλωμα χειριστή για τα αναφερόμενα στις παραπάνω βεβαιώσεις μηχανήματα από το αρμόδιο τμήμα Βιομηχανίας της ΝΑ .... Ειδικότερα το περιεχόμενο της υπ. αριθμ. 11697/21-11-2002 βεβαίωσης που εξέδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ είναι ψευδές, καθόσον ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε εργαστεί στο Δήμο ... ως οδηγός - χειριστής φορτωτή εκσκαφέα από το έτος 1999 μέχρι το έτος 2002 όπως προκύπτει από την κατάθεση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο του πρώτου μάρτυρα, Ξ και την υπ. αριθμ. πρωτ. 7439/9-8-2005 βεβαίωση του δημάρχου ..., χειριζόταν δε και ένα παλιό γκρέιντερ που είχε δανείσει η Νομαρχία το έτος 1999 στον Δήμο ..., ο οποίος τότε δεν είχε γκρέιντερ στην ιδιοκτησία του, πλην όμως δεν απασχολήθηκε ως βοηθός χειριστή γκρέιντερ στον πιο πάνω δήμο κατά το αναφερόμενο στη βεβαίωση χρονικό διάστημα, υπό την επίβλεψη του Θ, πραγματοποιώντας 437 ημερομίσθια, δεδομένου ότι από την κατάθεση του ίδιου του Θ (δεύτερου μάρτυρα) στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προκύπτει ότι ο ίδιος έδειξε τον χειρισμό του γκρέιντερ στον δεύτερο κατηγορούμενο, Ζ1 μόνο για μιάμιση ημέρα και ο τελευταίος σε καμία περίπτωση δεν εργάστηκε υπό την επίβλεψη του για 437 ημερομίσθια, πράγμα που θα σήμαινε ότι θα έπρεπε να είναι συνέχεια μαζί επάνω στο γκρέιντερ και να του δείχνει τον χειρισμό του. Εξάλλου ο Θ ήταν ιδιώτης και έκανε κάποια έργα για τον Δήμο ..., δεν προσέλαβε ποτέ τον Ζ1, ο οποίος ήταν υπάλληλος του δήμου κι όχι δικός του. Περαιτέρω ο μάρτυρας ..., καταθέτει ότι είδε μαζί να δουλεύουν τον δεύτερο κατηγορούμενο, Ζ1 και τον Θ μόνο 2-3 φορές και δεν ξέρει για άλλες, ο μάρτυρας ... καταθέτει ότι λίγες φορές είδε τον δεύτερο κατηγορούμενο στο γκρέιντερ με τον Θ και ο μάρτυρας ... καταθέτει ότι είδε στο γκρέιντερ τον δεύτερο κατηγορούμενο μαζί με τον Θ μόνο 2-3 φορές. Συνεπώς ουδείς από τους μάρτυρες δεν επιβεβαιώνει ότι το περιεχόμενο της ανωτέρω βεβαίωσης που εξέδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν αληθές. Εξάλλου ούτε ο ίδιος ο πρώτος κατηγορούμενος δεν επιβεβαιώνει στην απολογία του ότι η ανωτέρω βεβαίωση που συνέταξε ήταν αληθής κατά το περιεχόμενο. Ομολογεί όμως ότι η βεβαίωση αυτή εκδόθηκε κατά προτροπή του δευτέρου κατηγορουμένου, ο οποίος του την έφερε για να την υπογράψει. Περαιτέρω προέκυψε ότι ήταν απαραίτητη η ανωτέρω βεβαίωση που χορηγήθηκε από τον Δήμο ... για να βγάλει δίπλωμα χειριστή γκρέιντερ από το Υπουργείο Βιομηχανίας, ο δεύτερος κατηγορούμενος , διότι το δίπλωμα που είχε από το στρατό είχε λήξει και δεν είχε προλάβει εντός της νόμιμης προθεσμίας να το μετατρέψει σε ισχύον δίπλωμα χειριστή γκρέιντερ και επομένως η ανωτέρω αναφερόμενη ψευδής βεβαίωση βεβαίωσε περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες....... επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι κατά πλειοψηφία για τις πράξεις που τους αποδίδονται σύμφωνα με το κατηγορητήριο και το διατακτικό της παρούσας". Μετά ταύτα εκήρυξεν ενόχους τους κατηγορουμένους κατά πλειοψηφίαν του ότι : " Α: Οι πρώτος και τρίτος των κατηγορουμένων, Χ και Ζ2, στον ... νομού ..., στις 21.11.2002 και σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία κατά το έτος 2005 αντίστοιχα, ενώ ήταν υπάλληλοι κατά τη έννοια των αρθρ.13 στοιχ. α και 263Α στοιχ. α ΠΚ, που στα καθήκοντά τους ανάγεται η κατάρτιση (έκδοση - σύνταξη) ορισμένων δημοσίων εγγράφων σε τέτοιο έγγραφο βεβαίωσαν με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, ενώ ήταν Αντιδήμαρχοι του Δήμου ..., ο μεν πρώτος κατηγορούμενος Χ, για το χρονικό διάστημα από το 1999 έως και το 2002, ο δε τρίτος κατηγορούμενος, Ζ2, για το χρονικό διάστημα 2005-2006. στων οποίων τα καθήκοντα ανάγεται μεταξύ άλλων και η σύνταξη και η υπογραφή βεβαιώσεων και πιστοποιητικών προϋπηρεσίας εργαζομένων που απασχολήθηκαν στο παραπάνω Δήμο, ο μεν πρώτος κατηγορούμενος, Χ, βεβαίωσε ψευδώς στο υπ'αριθμ. 11697/21.11.2002 πιστοποιητικό προϋπηρεσίας που εξέδωσε και υπέγραψε ο ίδιος, ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, Ζ1, απασχολήθηκε στο Δήμο ... σαν βοηθός χειριστής πετρελαιοκίνητου τύπου γκρέιντερ δυνάμεως 190 ίππων, από το έτος 1999 μέχρι το έτος 2002 και πραγματοποίησε 437 ημερομίσθια, κατά τη διάρκεια δε της απασχόλησης του εργάστηκε υπό την επίβλεψη του Θ ενώ η αλήθεια την οποία γνώριζε ήταν ότι ο ανωτέρω Ζ1 δεν πραγματοποίησε 437 ημερομίσθια σαν βοηθός χειριστής υπό την επίβλεψη του Θ, ο οποίος απλώς υπέδειξε σ' αυτόν πώς να χειρίζεται σωστά το γκρέιτερ, (ο δε τρίτος κατηγορούμενος, Ζ2, βεβαίωσε ψευδώς στην υπ' αριθ. πρωτ. 3025 βεβαίωση που εξέδωσε και υπέγραψε ο ίδιος, ότι ο τέταρτος κατηγορούμενος Ζ3, απασχολήθηκε στο Δήμο ... σαν βοηθός χειριστής φουξ (εκσκαφέα) δυνάμεως 85 ίππων από 1.9.2003 έως 1.12.2004 πραγματοποιώντας 303 ημερομίσθια, κατά τη διάρκεια δε της απασχόλησης εργάσθηκε υπό την επίβλεψη του αδειούχου χειριστή Ξ, ενώ η αλήθεια την οποία γνώριζε ήταν ότι ουδέποτε ο ανωτέρω Ζ3 απασχολήθηκε στο Δήμο ... υπό την επίβλεψη του Ξ, ο τελευταίος δε ουδέποτε εργάστηκε στον ως άνω Δήμο,) η δε έκδοση των παραπάνω ψευδών βεβαιώσεων μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθόσον αποτελούν απαραίτητο δικαιολογητικό προκειμένου να εκδοθεί δίπλωμα χειριστή για τα αναφερόμενα στις παραπάνω βεβαιώσεις μηχανήματα από το αρμόδιο τμήμα Βιομηχανίας της ΝΑ ...." Με αυτά που εδέχθη το άνω Τριμελές Εφετείο που δίκασε, διέλαβε τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως, για την οποία κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή του στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α 27 παρ.1, 242 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε. Ειδικότερα στο σκεπτικό της αποφάσεως αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβεν υπ'όψη της η απόφαση, το δημόσιο έγγραφο (πιστοποιητικό), που εξέδωσε και υπέγραψε ο ίδιος ο αναιρεσείων ως Αντιδήμαρχος, την εις αυτό βεβαίωση του ψευδούς περιστατικού της προϋπηρεσίας που μπορούσε να έχει εννόμους συνεπείας ως και ποίες είναι αυτές, τουτ'αυτό δε αναφέρεται και στο διατακτικό. Συνεπώς ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση, εκ του λόγου ιδία ότι δεν αναφέρει ποία έννομη συνέπεια μπορούσε να έχει το υπ'αριθμ.11697/2002 πιστοποιητικό προϋπηρεσίας που εξέδωσε ο αναιρεσείων Χ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 και 369 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ.δ'ιδίου Κώδικος προκύπτει ότι η λήψη υπ'όψη από το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμόν της κρίσεώς του για την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου, το οποίο δεν ανεγνώσθη κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο , συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α'ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, διότι ούτω παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις, και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο ως και οι αρχές της δημοσιότητος και προφορικότητος της συζητήσεως στο ακροατήριο και της διεξαγωγής της δίκης κατ'αντιμωλίαν. Η ακυρότης αυτή δεν επέρχεται και αποτρέπεται εάν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν ανεγνώσθη στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα τα οποία ανεγνώσθησαν ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κ.τ.λ) και το άνω έγγραφο, το οποίο δεν ανεγνώσθη στο ακροατήριο αναφέρεται απλώς στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπ'οψη από το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, σε σχέση με την συνδρομή περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκήρυξε ένοχο τον κατηγορουμένο. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσ/νίκης εκήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ψευδούς βεβαιώσεως και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο μηνών, την οποίαν ανέστειλεν επί τριετίαν. Το δικαστήριο αυτό, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του περί ενοχής έλαβεν υπ'οψη του επικουρικώς και προς επίρρωση των άλλων αποδεικτικών μέσων, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως και την υπ'αριθμ.7439/9-8-2005 βεβαίωση του δημάρχου .... Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης εφ'ης η προσβαλλομένη απόφαση η άνω βεβαίωση δεν ανεγνώσθη μεν στο ακροατήριο, όπως διαπιστώνεται όμως από το αιτιολογικό της αυτής αποφάσεως το περιεχόμενό της προέκυψε από έτερο αποδεικτικό μέσο, το οποίον έλαβεν υπ'όψη του το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, ώστε να θεωρηθεί ότι αυτή διαλαμβάνεται απλώς προς ενίσχυση αυτού (του άλλου αποδεικτικού μέσου) και όχι αυτοτελώς και αποκλειστικώς, εφ' όσον επί λέξει αναφέρεται στο σκεπτικό, όπως εξετέθη και ανωτέρω: "Ειδικότερα το περιεχόμενο της υπ'αριθμ.11697/21-11-2002 βεβαίωσης που εξέδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος Χ είναι ψευδές, καθ'όσον ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε εργαστεί στο Δήμο ... ως οδηγός-χειριστής φορτωτή εκσκαφέα από το έτος 1999 μέχρι το έτος 2002, όπως προκύπτει από την κατάθεση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο του πρώτου μάρτυρα Ξ και την υπ'αριθμ.πρωτ.7439/9-8-2005 βεβαίωση του δημάρχου ...". Εντεύθεν και δεν επήλθε απόλυτος ακυρότης της διαδικασίας εκ του άνω λόγου, και ο σχετικός μόνος λόγος των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, υποστηρίζων τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ.583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23-11-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ'αριθμ.2433/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως και τους πρόσθετους λόγους. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η έφεση του Εισαγγελέως πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Πότε. Παράβαση άρθρ. 242 § 1 ΠΚ. Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Ο δόλος δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται, εκτός εάν ο νόμος απαιτεί την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως ή τον σκοπό προκλήσεως ορισμένου αποτελέσματος. Άρθρα 329, 331, 333 § 2, 358, 364, 369 σε συνδ. με 171 § 1 στοιχ. δ ΚΠΔ. Επέρχεται ακυρότητα εάν ελήφθη υπ' όψη έγγραφο που δεν ανεγνώσθη, εκτός εάν το περιεχόμενό του προκύπτει από άλλα αναγνωσθέντα. Απορρίπτει αίτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ψευδής βεβαίωση, Δόλος.
1
Αριθμός 1174/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 129/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο .... Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1η Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1706/09. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, με αριθμό 56/4-2-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας την υπ'αριθ. 9/1-12-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου X, κατοίκου Δήμου ..., οδός ..., κατά του υπ'αριθ. 129/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου και εκθέτω τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου με το υπ'αριθ. 55/2009 βούλευμά του παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Δωδεκανήσου, που θα ορισθεί υπό του παρ'αυτώ Εισαγγελέως Εφετών, να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της κατάχρησης σε ασέλγεια (άρθρο 338 παρ. 1 Π.Κ.). Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε ο αναιρεσείων νομοτύπως και εμπροθέσμως την υπ'αριθ. 5/2009 έφεσή του επί της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, το οποίο απέρριψε κατ'ουσία την έφεση αυτή και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. Κατά του τελευταίου αυτού βουλεύματος άσκησε ο αναιρεσείων την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι δε η αίτηση αυτή και παραδεκτή, αφού περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης και δη αυτούς α) της απόλυτης ακυρότητας (άρθρο 510 παρ. 1Α' Κ.Π.Δ.) και β) της έλλειψης της επιβαλλόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1Δ' Κ.Π.Δ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 Π.Κ. "όποιος με κατάχρηση της παραφροσύνης άλλου ή της από οποιαδήποτε αιτία προερχόμενης ανικανότητας του να αντισταθεί, ενεργεί επ' αυτού εξώγαμη συνουσία ή παρά φύση ασέλγεια τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών" Στοιχεία του εγκλήματος είναι α) η παραφροσύνη, ή ανικανότητα του παθόντος - που μπορεί να οφείλεται σε διανοητική ατέλεια ή σωματική αναπηρία- να κατανοήσει και εκτιμήσει το μέγεθος της γενετήσιας προσβολής και να αντισταθεί, β) η εκμετάλλευση της κατάστασης στην οποία βρίσκεται ο παθών και η χρησιμοποίηση του (κατάχρηση) χωρίς, ή παρά τη θέληση του για την εξώγαμη συνουσία ή την παρά φύση ασέλγεια, γ) η ενέργεια ως επακόλουθο των παραπάνω, επί του παθόντος (εξώγαμης συνουσίας ή) παρά φύση ασέλγειας και δ)ο δόλος του δράστη που περιλαμβάνει και τον ενδεχόμενο και οπωσδήποτε τη γνώση της κατάστασης του παθόντος. Στοιχεία που πρέπει να σημειωθούν είναι ότι κατάχρηση σε ασέλγεια υπάρχει μόνο όταν ο δράστης εκμεταλλεύτηκε την απόλυτη ανικανότητα του θύματος να αντισταθεί, την οποία δεν προκάλεσε ο ίδιος, ενώ αν - και στο σημείο αυτό συνίσταται η διάκριση από το βιασμό- ο δράστης εξανάγκασε το θύμα του (παράφρονα ή μη ικανό ή ανίκανο αντιστάσεως) με σωματική ή ψυχολογική βία σε ασελγή πράξη, καθώς και εάν προτιθέμενος να την επιτύχει, συντέλεσε στη δημιουργία ανικανότητας αντιστάσεως υπάρχει βιασμός. Επίσης στην έννοια της παραφροσύνης και στη συνέπεια ταύτης δυνατότητα να κατανοήσει και να εκτιμήσει το μέγεθος της γενετήσιας προσβολής, δηλαδή στην αντίληψη της γενετήσιας πράξης από τον παθόντα. Η ανικανότητα δηλαδή μπορεί να οφείλεται σε οργανικούς ή πνευματικούς λόγους (όπως είναι και κάθε διανοητική ατέλεια, για παράδειγμα σχιζοφρένεια, μέθη, εξάντληση λόγω υπερκόπωσης), αλλά δεν χρειάζεται να είναι πλήρης και καθολική, αλλά αρκεί και μερική, η οποία όμως να φτάνει σε τέτοιο βαθμό, ώστε το θύμα (που μπορεί να είναι γυναίκα, αλλά και άνδρας) να μην έχει συνείδηση της πράξης και δυνατότητα για αντίσταση (βλ. ΑΠ 16/2004, ΠοινΔικ 2004, 604, ΣυμβΑΠ 1365/2003, ΠοινΔικ 2004, 107, ΣυμβΑΠ 1903/2003, ΠοινΧρ ΝΔ,723, Συστηματική ερμηνεία, Γ-Α Μαγκάκης, άρθρο 338, σελ. 56 επ.). Εξάλλου από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το παραπεμπτικό βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ.1 στ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 656/2007 Π.Χρ. ΝΗ/1150 και ΑΠ 570/2007 Π.Χρ. ΝΗ/139). Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου με δικές του σκέψεις και αναφορά στην πρόταση του παρ'αυτώ Εισαγγελέως Εφετών, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, ότι από τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από την διενεργηθείσα κυρία ανάκριση και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα συνημμένα έγγραφα που εκτιμώνται στο σύνολό τους, καθώς και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά που ορθά και εμπεριστατωμένα αναλύονται κατά το νομικό και πραγματικό τους μέρος στην εισαγγελική πρόταση, στις ορθές και νόμιμες σκέψεις της οποίας και το Συμβούλιο αυτό εξ ολοκλήρου αναφέρεται, η οποία κατά το πραγματικό της μέρος έχει ως εξής: 1) Σύμφωνα με την καταγγελία και την κατηγορία ο κατηγορούμενος στη ..., στο δωμάτιο με αριθμό "109" του ξενοδοχείου με την επωνυμία "..." τις πρώτες πρωινές ώρες της 30ης-8-2008 και πάντως μετά την 03.00, με πρόθεση και με κατάχρηση της παραφροσύνης άλλου ή της με από οποιαδήποτε αιτία προερχόμενης ανικανότητας του ν' αντισταθεί, ενήργησε επ' αυτού εξώγαμη συνουσία και ειδικότερα ότι στον τόπο και το χρόνο που ανωτέρω αναφέρονται, αφού μετέβη με την Ψ, υπηκόου ..., κατοίκου ... και προσωρινά διαμενούσης στη ... (στο ξενοδοχείο με την επωνυμία "..." στο δωμάτιο με αριθμό 109 του ως άνω αναφερομένου ξενοδοχείου, εκμεταλλευόμενος ότι η τελευταία, εξαιτίας της ικανής κατανάλωσης οινοπνευματωδών ποτών που προηγήθηκε και της εντεύθεν προκληθείσης μέθης και αδιαθεσίας ως δε και του βαθέος της ύπνου δεν μπορούσε να αντισταθεί, δηλαδή ότι δεν μπορούσε να εκτιμήσει "και να κατανοήσει τη σπουδαιότητα της σε βάρος της ενεργούμενης γενετήσιας προσβολής και να είναι σε θέση να προβάλει προς απόκρουση της τη δέουσα αντίσταση, ήλθε σε εξώγαμη συνουσία μαζί της, ικανοποιώντας έτσι τη γενετήσια ορμή του. 2) Πράγματι ο κατηγορούμενος συνδεόταν φιλικά με την εγκαλούσα Ψ την οποία είχε γνωρίσει στη ..., όπου εργάζονταν και οι δύο. Η εγκαλούσα ήλθε με τον κατηγορούμενο (έγγαμο και πατέρα δύο παιδιών) στην Ελλάδα προκειμένου να δουλέψει στη ... σε δουλειά που θα της εξασφάλιζε ο κατηγορούμενος. Όσο καιρό η εγκαλούσα βρίσκονταν στη ... συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο κάποιες φορές όταν αυτός ερχόταν από τη .... Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος ήλθε στη ... οικογενειακά για διακοπές, επέστρεψε στη ..., χώρισε (όπως ισχυρίζεται) και επανήλθε στη .... Μετά την επάνοδο του στη ... συναντήθηκε μερικές (λίγες) φορές με την εγκαλούσα και πήγαν μαζί σε διάφορα μπαρ για να διασκεδάσουν, καθώς γνώριζαν (στην παθούσα φέρεται ότι τους της είχε γνωρίσει ο κατηγορούμενος) και αρκετούς ανθρώπους που απασχολούνταν σε καταστήματα μπαρ και κέντρα διασκεδάσεως. 3) Κατά τον επίμαχο χρόνο ο κατηγορούμενος με την εγκαλούσα, περίπου την 02.30 έως 03.00 μετέβησαν στο μπαρ ... στην .... Από εκεί ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στο φίλο του Μ, ο οποίος ήταν σε άλλο μπαρ, ανταποκρίθηκε όμως στην πρόσκληση να μεταβεί στο ... και προσήλθε την 03.38 (ο προσδιορισμός της ώρας από τον ίδιο μάρτυρα) όπου και κατανάλωσαν ικανή ποσότητα οινοπνεύματος (από μία βότκα με λεμόνι και τρία σφηνάκια που τους κέρασε ο φίλος του κατηγορουμένου και μπάρμαν Τρίτος, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τους μάρτυρες που κατέθεσαν, όπως για παράδειγμα ο προταθείς από τον κατηγορούμενο Μ, ο οποίος κατάθεσε ότι τους βρήκε στην είσοδο του μπαρ, κρατούσαν ένα ποτό, έπιναν και έκαναν παρέα στον πορτιέρη. Συνεχίζοντας ο μάρτυρας ανέφερε ότι το πρωί του τηλεφώνησε η παθούσα ζητώντας του το αυτοκίνητο του να πάει στο αεροδρόμιο να βγάλει εισιτήριο για τη .... Τρία λεπτά μετά τη συνομιλία αυτή του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος ρωτώντας τον τι του είπε η παθούσα. Αργότερα την ίδια ημέρα συναντήθηκαν και ρώτησε την παθούσα, η οποία είπε πως ήθελε να φύγει από τη ..., διότι είχε πρόβλημα με τον X (κατηγορούμενο). Τέλος ανέφερε πως η παθούσα του περιέγραψε σε γενικές γραμμές τι είχε συμβεί με τον κατηγορούμενο (βλ. σχετικές). Κατόπιν, αφού κάθισαν περίπου μία ώρα, έφυγαν και πήγαν στο δωμάτιο της παθούσας, καθώς αυτή ενώ ακόμα ήταν στο μπαρ διαμαρτυρήθηκε ότι δεν αισθανόταν καλά. 4)Η παθούσα συνέχισε να μην αισθάνεται καλά, έκανε μάλιστα έμετο δύο φορές και εξακολουθούσε να είναι έντονα ζαλισμένη και σε αδυναμία να ελέγξει τον εαυτό της. Τότε ο κατηγορούμενος αφού ξάπλωσε δίπλα της άρχισε να χαϊδεύει την παθούσα σε όλο το κορμί της και κατόπιν άρχισε να τη χαϊδεύει στο αιδοίο της. Προσπάθησε να έλθει σε παρά φύση επαφή μαζί της, η ίδια αντέδρασε και ύστερα ήλθε σε εξώγαμη συνουσία μαζί της, γεγονός το οποίο η παθούσα αδυνατούσε να συνειδητοποιήσει πλήρως καθώς βρισκόταν σε κατάσταση, αν όχι πλήρους τουλάχιστον μερικής, αδυναμίας να κατανοήσει τι ακριβώς συμβαίνει λόγω μέθης και αισθανόταν ότι δεν μπορούσε να κινηθεί. Το γεγονός ότι η παθούσα βρισκόταν σε κακή κατάσταση παραδέχεται άλλωστε απολογούμενος και ο ίδιος ο κατηγορούμενος. 5)Έτσι ο κατηγορούμενος, καταχρώμενος του γεγονότος ότι και η παθούσα είχε καταναλώσει ικανή ποσότητα οινοπνευματωδών ποτών σε διάφορα καταστήματα και εξαιτίας της καταστάσεως αυτής ήταν ανίκανη να κατανοήσει το μέγεθος της γενετήσιας προσβολής και να αντισταθεί, ενήργησε επ' αυτής εξώγαμη συνουσία. Την επόμενη ημέρα το πρωί η εγκαλούσα ρώτησε τον κατηγορούμενο τι ακριβώς συνέβη, διότι αισθανόταν πόνο σε διάφορα μέρη του σώματος της και στα γεννητικά της όργανα και αυτός παραδέχθηκε ότι είχαν έλθει σε συνουσία πλην όμως προσπάθησε να την καθησυχάσει και να την ηρεμήσει. 6) Η εγκαλούσα προσπάθησε να αναχωρήσει από τη χώρα, αλλά δεν τα κατάφερε λόγω έλλειψης εισιτηρίου, την επόμενη όμως ημέρα, Κυριακή, μετέβη στο αστυνομικό τμήμα όπου υπέβαλλε μήνυση κατά του κατηγορούμενου. 7)Ύστερα από δική της επιμονή πήρε παραγγελία από το AT για ιατροδικαστική και τοξικολογική εξέταση, η οποία πραγματοποιήθηκε την ίδια ημέρα: δηλαδή προσήλθε στο AT την 11.00 της 31/8/2008, προφανώς λίγο μετά πήρε τη σχετική παραγγελία και όντως το δείγμα φέρει ημερομηνία λήψης την 31/8/2008, ενώ το συμβάν έλαβε χώρα περί ώρα 04.00-05.00 της 30/8/2008. Η ιατροδικαστική εξέταση έλαβε χώρα αργότερα την ίδια ημέρα και διαπιστώθηκε "μια εκδορά, μδ. 0,5 εκ. περίπου, υπερηβικά και δεξιά της μέσης γραμμής. Στο περιναίο, στο αιδοίο και στον κόλπο δεν διαπιστώνονται κακώσεις ... δεν ανευρέθησαν σπερματοζωάρια. Δεν διαπιστώνονται σημεία που να υποδηλώνουν την τέλεση ή όχι πρόσφατης συνουσίας"(βλ. σχετική). Η επισήμανση μας θα εστιαστεί στο γεγονός ότι η παθούσα δεν κατάγγειλε βιασμό, οπότε και τα σημεία-εκδορές θα ήταν ακόμα εμφανή, αλλά κατάχρηση σε ασέλγεια, δηλαδή η ίδια δεν καταλάβαινε τι συμβαίνει και δεν μπορούσε να αντιδράσει, επομένως δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν εκδορές, εκτός από αυτήν που περιγράφεται σαφώς, χωρίς να είναι αναγκαίο να είναι απότοκος της πράξης. Σε κάθε περίπτωση θα ήταν μη αναμενόμενο να βρεθούν στοιχεία που να υποδηλώνουν βία, αφού, επαναλαμβάνουμε, χαρακτηριστικό της πράξης είναι η απουσία βίας, αλλά η κατάχρηση της πνευματικής κατάστασης της μεθυσμένης παθούσας. Η τοξικολογική εξέταση (λήψη αίματος και ούρων) απέβη αρνητική, αλλά "το αρνητικό αποτέλεσμα μιας τοξικολογικής εξέτασης δεν υποδηλώνει απαραίτητα και τη μη λήψη κάποιου φαρμάκου ή άλλης χημικής ουσίας". Συμπεραίνει δε ότι η μη ανίχνευση μπορεί να οφείλεται στο είδος του δείγματος, στη μικρή δόση, το μεγάλο χρόνο που μεσολάβησε από τη λήψη της ουσίας έως τον έλεγχο του δείγματος (η επισήμανση δική μας), την αλλοίωση του δείγματος κ.τ.λ. (βλ. σχετική). Είναι λοιπόν φανερό ότι πράγματι μεσολάβησε αρκετός χρόνος από το καταγγελλόμενο γεγονός έως τη λήψη του δείγματος, άρα το συμπέρασμα δεν μπορεί να είναι ασφαλές. Επομένως και οι δύο εξετάσεις δεν μπορούν να αποτελέσουν σημεία αιχμής του πραγματικού της υπόθεσης. Αντίθετα σημεία αιχμής αποτελούν τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά συνδυάζονται μεταξύ τους. III) Ο κατηγορούμενος με την απολογία, το υπόμνημα του και την έφεση, κυρίως, υποστήριξε τα ακόλουθα: α) διαμαρτύρεται ότι το βούλευμα εσφαλμένα δέχεται ότι ο ίδιος παραδέχτηκε πως η παθούσα ήταν "σε κακή κατάσταση... δεν αισθάνεται καλά...ήταν δήθεν ζαλισμένη". Στην απολογία του αναφέρει ότι η παθούσα έκανε δυο φορές έμετο, μόλις μπήκαν στο σπίτι και λίγο μετά. Αυτή είναι μια έμμεση αποδοχή ότι η παθούσα δεν ήταν καλά, αλλά ήταν ζαλισμένη, άλλωστε μόνο στο ποτό μπορεί να οφείλεται ότι έκανε δυο φορές έμετο, επομένως ήταν ζαλισμένη. Στο υπόμνημα του δεν ανέφερε τίποτα περί έμετου, αντίθετα υποστήριξε ότι αυτή ήταν σε άριστη κατάσταση και του ζήτησε να ανέβει στο σπίτι της. Παράλληλα στη μήνυση του κατά της παθούσας ισχυρίστηκε ότι δέχτηκε την πρόταση της να ανέβει στο σπίτι της "διότι δεν αισθανόταν και πολύ καλά" και λίγο πιο κάτω πρόσθεσε "διότι ήμουν και εγώ λίγο ζαλισμένος"(βλ. σχετική). Το "και εγώ" δεν μπορεί παρά να σημαίνει "και εγώ, όπως και αυτή", εκτός και αν άλλα ελληνικά μιλάμε εμείς και άλλα ο κατηγορούμενος, ή εκτός και αν θέλει, εκ των υστέρων, να προσθέσει τον ισχυρισμό ότι η παθούσα δεν ήταν ζαλισμένη. Υπάρχει προφανής αντίφαση στους ισχυρισμούς του, επομένως πράγματι ορθά γράφτηκε στο εκκαλούμενο βούλευμα πως ο ίδιος παραδέχτηκε ότι αυτή ήταν ζαλισμένη. β) οι ισχυρισμοί του ότι το βούλευμα δεν έλαβε υπόψη του τις ιατροδικαστικές εκθέσεις έχουν ήδη απαντηθεί εκτενώς αμέσως ανωτέρω, επομένως παρέλκει οποιαδήποτε επανάληψη τους. ισχυρίζεται επίσης ότι ο ίδιος ήταν κουρασμένος, γι' αυτό και έφυγαν από το μπαρ. Ο ισχυρισμός αυτός είναι επίσης αντιφατικός προς τα γεγονότα, διότι, ο ίδιος τηλεφώνησε στον μάρτυρα Μ λέγοντας του ότι είναι στο ... και καλώντας τον να τους συναντήσει όπως και έγινε, άρα η κούραση δεν τον εμπόδισε να καλέσει ένα φίλο του για παρέα. Το σχετικό ισχυρισμό πρόβαλε ο μάρτυρας Τρίτος, φίλος του άλλωστε, για πρώτη φορά στην κατάθεση του, πριν τον υιοθετήσει ο ίδιος ο κατηγορούμενος (βλ. σχετική). Ούτε στη μήνυση του κάνει λόγο για "κούραση" (βλ. σχετική), αλλά μόνο στην απολογία του. Ισχυρισμός δηλαδή οψιγενής και συνεπώς αντιφατικός προς όλα όσα έχουν προηγηθεί, δ} διαρρηγνύει τα ιμάτια του ότι η παθούσα έπεσε σε αντιφάσεις: πράγματι στην αρχική της κατάθεση έχει μια διαφορά από τις επόμενες, δηλαδή δεν αναφέρει τίποτα περί της αμφίεσης της μόλις έφτασαν στο σπίτι, ούτε ρωτήθηκε (ας συνυπολογίσουμε ότι όταν στη συμπληρωματική ρωτήθηκε αν ο κατηγορούμενος φορούσε προφυλακτικό δεν μπόρεσε να απαντήσει, "δεν θυμάμαι". Αυτό είναι φυσιολογικό, δεδομένης της ζαλάδας από το αλκοόλ και της "θολούρας" που της είχε προκαλέσει. Αργότερα καθάρισε κάπως το μυαλό της και η μνήμη της, με αποτέλεσμα να είναι σαφέστερη. Στην ανακριτική της κατάθεση προσθέτει ότι είχε φορέσει ένα μακρύ πουκάμισο, αλλά εξακολουθεί να μην θυμάται αν ο κατηγορούμενος φορούσε ή όχι ρούχα (βλ. σχετική). Συνεχίζοντας παρέθεσε την πρωινή στιχομυθία και την παρατήρηση ότι πλέον τον είχε δει με το εσώρουχο, καθώς και ότι αισθανόταν πόνο στα γεννητικά της όργανα (φυσιολογικό, διότι η ίδια δεν είχε προετοιμασθεί γι' αυτό που έλαβε χώρα με αποκλειστική πρωτοβουλία του κατηγορουμένου. Άλλωστε στην ανακριτική του απολογία ο κατηγορούμενος προσέθεσε ότι δεν της έβγαλε το εσώρουχο, αλλά το τράβηξε λιγάκι, γεγονός που μπορεί να εξηγήσει την εκδορά από το λάστιχο σε ευαίσθητη περιοχή). Αρχικά αυτός αρνήθηκε αυτό που είχε συμβεί και μόνο ύστερα από τις επίμονες ερωτήσεις της το παραδέχτηκε, προσθέτοντας και τα περί συγχώρησης (βλ. σχετική). Επομένως δεν υπάρχει καμιά αντίφαση σ' αυτά που ισχυρίζεται η παθούσα. ε) διατείνεται ο κατηγορούμενος τελικά ότι με την παθούσα ήλθε σε σαρκική επαφή, αλλά με δική της πρωτοβουλία. Το λέει στη μήνυση, (στην οποία αναφέρει ότι η παθούσα ήταν μόνο με το εσώρουχο), το επανέλαβε στην ανακριτική απολογία του (στην οποία προσέθεσε στα ρούχα που φορούσε αυτή "και ένα μπλουζάκι", βλ. σχετικές) και στο υπόμνημα και κατέληξε ότι αυτή είχε την πρωτοβουλία. Περιέπεσε όμως πάλι σε αντιφάσεις, διότι τη μια λέει πως η πράξη "γινόταν από πίσω" (βλ. υπόμνημα), την άλλη ότι αυτή είχε γυρίσει μπρούμυτα (βλ. απολογία), αλλά πάντοτε όταν αυτός "τέλειωσε" εκείνη τραβήχτηκε και λέρωσαν τα σεντόνια. Δηλαδή η παθούσα είναι μπρούμυτα και "τραβιέται": πώς άραγε; Σε κάθε περίπτωση δεν υπήρχε λόγος διότι η παθούσα φορούσε σπιράλ και δεν υπήρχε κίνδυνος. "Σύλληψης" καταλαβαίνουμε ότι εννοείται, αν και υπάρχει και το Σύνδρομο Επίκτητης Ανοσοποιητικής Ανεπάρκειας (AIDS), το οποίο θα επέβαλε τη χρήση προφυλακτικού. Σωρεία αντιφάσεων, μικρών μεν αλλά κρίσιμων και αποφασιστικών. Τέλος στη μήνυση του προσέθεσε τα περί (προφανώς έμμονη ιδέα) της παθούσας ότι "είχε την εντύπωση πως προσπαθούσαν να τη βιάσουν διάφοροι, ρίχνοντας της υπνωτικά χάπια στο ποτό της", ώστε να υπονομεύσει πλήρως τη λογική της συγκρότηση, τα οποία δεν τα επανέλαβε, είτε λόγω έλλειψης μνήμης, είτε διότι πρυτάνευσαν λογικότερες σκέψεις, αν και επέμεινε στον ισχυρισμό ότι η παθούσα είναι επιρρεπής σε εκβιάσεις και κομπίνες, όταν παρέθεσε "περιστατικά" ότι παραιτήθηκε από την εργασία της στη ... προβάλλοντας εγκυμοσύνη, γι' αυτό και πήρε μεγάλη αποζημίωση. Εντέλει τα όσα ο ίδιος είπε βρίθουν αντιφάσεων, τέτοιων που μπορούν να μας οδηγήσουν στο ασφαλές συμπέρασμα ότι τα γεγονότα έλαβαν χώρα όπως τα ισχυρίστηκε η παθούσα. Με τις παραδοχές του αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε σχετικά με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο. Δεν αποτελεί δε λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων την οποία ο αναιρεσείων προβάλλει και επικαλείται με την αναίρεσή του. Με την ίδια ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου με το προσβαλλόμενο βούλευμά του το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του, δεχθέν ότι "δεν κρίνεται τούτο απαραίτητο, εφόσον αυτός με την απολογία του και την έφεσή του, εξέθεσε διεξοδικά τις απόψεις του". Κατ'ακολουθία των παραπάνω οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης της απόλυτης ακυρότητας και της έλλειψης της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και άρθρου 139 του Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς -------------------------------- Π ρ ο τ ε ί ν ω: Ι) Να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί κατ'ουσία η υπ'αριθ. 9/2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου X, κατά του υπ'αριθμ. 129/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου και ΙΙ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα 27 Ιανουαρίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος". Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 309 παρ.2 εδ. α' έως ε' του ΚΠΔ ορίζονται τα εξής : "Το συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του με την παρουσία και του εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Μπορεί ακόμα να επιτρέψει στους συνηγόρους και την προφορική ανάπτυξη της υπόθεσης. Το συμβούλιο μπορεί να προβεί στις προηγούμενες ενέργειες και αυτεπαγγέλτως Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Πάντοτε όμως, όταν διατάσσει την εμφάνιση του ενός από τους διαδίκους, οφείλει να καλέσει και να ακούσει συγχρόνως και τους υπολοίπους". Το ως άνω δικαίωμα της αυτοπρόσωπης εμφάνισης των διαδίκων στο Συμβούλιο για να αναπτύξουν τις απόψεις τους, που προβλέπεται από την ανωτέρω δικονομική διάταξη, αλλά κατοχυρώνεται και με το άρθρο 20 του Συντάγματος! είναι προφανές ότι αποβλέπει στην διεξοδική διατύπωση των απόψεων τους, για τα νομικά και πραγματικά ζητήματα της οικείας υποθέσεως. Αν όμως οι απόψεις και ισχυρισμοί τους εκτίθενται διεξοδικά και αναλυτικά είτε στις καταθέσεις είτε στα υποβληθέντα από αυτούς υπομνήματα, τότε το Συμβούλιο μπορεί να κρίνει μη αναγκαία την αυτοπρόσωπη εμφάνισή των και να απορρίψει την σχετική αίτηση του διαδίκου, αιτιολογούν την κρίση του αυτή. Και τούτο διότι με την άνω λέξη "υποχρεωμένο" δεν καθιερώνεται σε κάθε περίπτωση όντως υποχρέωση του Συμβουλίου προς αποδοχήν της σχετικής αιτήσεως, αλλά μόνον όταν πρόκειται να παρασχεθούν κρίσιμες διευκρινίσεις, όταν δε ο διάδικος εξέθεσεν επαρκώς τις απόψεις του παρέλκει κάθε νέα διασάφηση. Περαιτέρω η παραβίαση της διατάξεως αυτής με την αναιτιολόγητη απόρριψη της σχετικής αιτήσεως, που αποβλέπει στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων του, επιφέρει την εκ του άρθρου 171§1 στοιχ. δ' ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα η οποία θεμελιώνει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 484§1 στοιχ. α' ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 129/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, τούτο απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του, δεχθέν ότι "πρέπει να απορριφθεί η αίτηση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου περί αυτοπρόσωπης εμφάνισής του ενώπιον του Συμβουλίου, δεδομένου ότι δεν κρίνεται τούτο απαραίτητο, εφ' όσον αυτός με την απολογία του και την έφεσή του, εξέθεσε διεξοδικά τις απόψεις του". Εκ της απορριπτικής της αιτήσεως, για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου στο Συμβούλιο, διατάξεως του βουλεύματος, δεν επήλθεν απόλυτη ακυρότης αφού το άνω Συμβούλιο απήντησεν επ' αυτής ρητώς, με την αναφερομένη αιτιολογία, η οποία είναι η απαιτουμένη κατά το άρθρο 139 ΚΠΔ ειδική. Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, κατά εν σκέλος του, υποστηρίζοντες απόλυτη ακυρότητα εκ της ανεπαρκούς αιτιολογίας της άνω απορριπτικής διατάξεως της αιτήσεως για αυτοπρόσωπη εμφάνιση, κατά το άρθρο 484§1 περ. α' και δ' ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' άρθρο 338§1 ΠΚ "όποιος με κατάχρηση της παραφροσύνης άλλου η της από οποιαδήποτε αιτία προερχομένης ανικανότητάς του να αντισταθεί, ενεργεί επ' αυτού εξώγαμη συνουσία ή παρά φύση ασέλγεια, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Εκ των διατάξεων αυτών, οι οποίες αποσκοπούν, όπως και οι περί βιασμού και εξαναγκασμού εις ασέλγεια διατάξεις στην προστασία της γενετήσιας ελευθερίας, ήτοι της ελευθερίας προς διαμόρφωση, εκδήλωση και πραγμάτωση εντός των ορίων του νόμου βουλήσεως που αφορά την ιδίαν ενός εκάστου ατόμου γενετήσια ζωή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της καταχρήσεως εις ασέλγεια απαιτείται α) παραφροσύνη ή ανικανότητα αντιστάσεως άλλου εξ οιασδήποτε αιτίας. Ως παραφροσύνη νοείται κάθε μορφής διανοητική ατέλεια η ολιγοφρένεια που εμποδίζει το θύμα να αντιληφθεί τον κοινωνικό χαρακτήρα της εναντίον του πράξεως με τα μέτρα σκέψεως του φυσιολογικού ανθρώπου, ανικανότης προς αντίσταση δε υπάρχει όταν το άτομο από αίτια ψυχικά ή σωματικά δεν δύναται έναντι του δράστου να σχηματίσει, εξωτερικεύσει ή ενεργοποιήσει για την άμυνά του επαρκή βούληση αντιστάσεως. Η ανικανότης προς αντίσταση πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο της πράξεως, έστω κατά την έναρξη αυτής, και μπορεί να είναι και παροδική επειδή λ.χ το άτομο ευρίσκεται σε κατάσταση ζάλης, μέθης, σωματικής εξαντλήσεως, κοπώσεως, τρόμου β) εξώγαμη συνουσία ή παρά φύση ασέλγεια με κατάχρηση της ανικανότητος κλπ. του παθόντος προσώπου, η οποία υπάρχει όταν ο δράστης εκμεταλλεύεται την τοιαύτη κατάσταση, η οποία κατά τις περιστάσεις καθιστά δυνατή ή διευκολύνει την πράξη και γ) δόλος, αρκεί και ενδεχόμενος, που περιλαμβάνει την θέληση τελέσεως εξώγαμης συνουσίας ή παρά φύση ασέλγειας και την γνώση της καταστάσεως του προσώπου, από την οποίαν ο δράστης μπορεί να συνάγει ότι το θύμα είναι παράφρον ή ανίκανο προς αντίσταση. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες εκρίθη ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας α)είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψεν εξ' ενός εκάστου αυτών, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των ή να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (ΑΠ 1/2005). Η επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν και εφ' όσον αυτή είναι σαφής και πλήρης και με αυτήν συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήτο άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το τελευταίο των ιδίων περιστατικών αποδείξεων και συλλογισμών, (ενώ η εισαγγελική πρόταση μπορεί να αναφέρεται και εις τις αιτιολογίες του πρωτοδίκου βουλεύματος, σε συνδυασμό με το διατακτικό του). Η με τον τρόπο αυτό θεμελιουμένη αιτιολογία του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της δίκαιης δίκης, που καθιερώνει το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που εκυρώθη: με το ΝΔ 53/1974 και υπερισχύει των ελληνικών νόμων (αρθ. 28 παρ.3 του Συντάγματος), ούτε παραβιάζει το από το άρθρο 2 παρ.1 του Εβδόμου Πρωτοκόλλου της ίδιας Συμβάσεως, που υπεγράφη στο Στρασβούργο στις 22-11-1984 και εκυρώθη με το Ν. 1705/1978, δικαίωμα αυτού που διώκεται για εγκληματική πράξη και προσφεύγει σε δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο, να μην αποστερηθεί της κρίσεως του από εμπειρότερους δικαστές, διότι στην περίπτωση αυτή η αναφορά γίνεται στην ειδικά αιτιολογημένη πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, με την οποία αξιολογείται εκ νέου το αποδεικτικό υλικό που προέκυψε από την ανάκριση, ούτε προς το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος, αφού ο αναιρεσείων δεν εστερήθη του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας από το Δευτεροβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο, στο οποίο μπόρεσε και ανέπτυξε με την ασκηθείσα έφεση του, τα υποβληθέντα υπομνήματα του και τα προσκομισθέντα σ' αυτό έγγραφα, τις απόψεις του. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με εξολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του παρ' αυτώ Εισαγγελέως, και με μνεία όλων κατ' είδος αναφερομένων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβεν υπ' όψη (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα και απολογία κατηγορουμένου), εδέχθη ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία εις βάρος του κατηγορουμένου για την αποδιδομένην εις αυτό πράξη της καταχρήσεως εις ασέλγεια, στην ενσωματωμένη δε στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, η οποία αποτελεί αιτιολογία αυτού, εκτίθενται, κατά πιστή εδώ μεταφορά τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Σύμφωνα με την καταγγελία και την κατηγορία ο κατηγορούμενος στη ..., στο δωμάτιο με αριθμό "109" του ξενοδοχείου με την επωνυμία "..." τις πρώτες πρωινές ώρες της 30ης-8-2ο08 και πάντως μετά την 03.00, με πρόθεση και με κατάχρηση της παραφροσύνης άλλου ή της με από οποιαδήποτε αιτία προερχόμενης ανικανότητας του ν' αντισταθεί, ενήργησε επ' αυτού εξώγαμη συνουσία και ειδικότερα ότι στον τόπο και το χρόνο που ανωτέρω αναφέρονται, αφού μετέβη με την Ψ, υπηκόου ..., κατοίκου ... και προσωρινά διαμενούσης στη ...(στο ξενοδοχείο με την επωνυμία "..." στο δωμάτιο με αριθμό 109 του ως άνω αναφερομένου ξενοδοχείου, εκμεταλλευόμενος ότι η τελευταία, εξαιτίας της ικανής κατανάλωσης οινοπνευματωδών ποτών που προηγήθηκε και της εντεύθεν προκληθείσης μέθης και αδιαθεσίας ως δε και του βαθέος της ύπνου δεν μπορούσε να αντισταθεί, δηλαδή ότι δεν μπορούσε να εκτιμήσει και να κατανοήσει τη σπουδαιότητα της σε βάρος της ενεργούμενης γενετήσιας προσβολής και να είναι σε θέση να προβάλει προς απόκρουση της τη δέουσα αντίσταση, ήλθε σε εξώγαμη συνουσία μαζί της, ικανοποιώντας έτσι τη γενετήσια ορμή του. 2)Πράγματι ο κατηγορούμενος συνδεόταν φιλικά με την εγκαλούσα Ψ την οποία είχε γνωρίσει στη ..., όπου εργάζονταν και οι δύο. Η εγκαλούσα ήλθε με τον κατηγορούμενο (έγγαμο και πατέρα δυο παιδιών) στην Ελλάδα προκειμένου να δουλέψει στη ... σε δουλειά που θα της εξασφάλιζε ο κατηγορούμενος. Όσο καιρό η εγκαλούσα βρίσκονταν στη ... συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο κάποιες φορές όταν αυτός ερχόταν από τη .... Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος ήλθε στη ... οικογενειακά για διακοπές, επέστρεψε στη ..., χώρισε (όπως ισχυρίζεται) και επανήλθε στη .... Μετά την επάνοδο του στη ... συναντήθηκε μερικές (λίγες) φορές με την εγκαλούσα και πήγαν μαζί σε διάφορα μπαρ για να διασκεδάσουν, καθώς γνώριζαν (στην παθούσα φέρεται ότι τους της είχε γνωρίσει ο κατηγορούμενος) και αρκετούς ανθρώπους που απασχολούνταν σε καταστήματα μπαρ και κέντρα διασκεδάσεως. 3)Κατά τον επίμαχο χρόνο ο κατηγορούμενος με την εγκαλούσα, περίπου την 02.30 έως 03.00 μετέβησαν στο μπαρ ... στην Παλιά Πόλη της .... Από εκεί ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στο φίλο του Μ, ο οποίος ήταν σε άλλο μπαρ, ανταποκρίθηκε όμως στην πρόσκληση να μεταβεί στο ... και προσήλθε την 03.38 (ο προσδιορισμός της ώρας από τον ίδιο μάρτυρα) όπου και κατανάλωσαν ικανή ποσότητα οινοπνεύματος (από μία βότκα με λεμόνι και τρία σφηνάκια που τους κέρασε ο φίλος του κατηγορουμένου και μπάρμαν Τρίτος, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τους μάρτυρες που κατέθεσαν, όπως για παράδειγμα ο προταθείς από τον κατηγορούμενο Μ, ο οποίος κατάθεσε ότι τους βρήκε στην είσοδο του μπαρ, κρατούσαν ένα ποτό, έπιναν και έκαναν παρέα στον πορτιέρη. Συνεχίζοντας ο μάρτυρας ανέφερε ότι το πρωί του τηλεφώνησε η παθούσα ζητώντας του το αυτοκίνητό του να πάει στο αεροδρόμιο να βγάλει εισιτήριο για τη .... Τρία λεπτά μετά τη συνομιλία αυτή του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος ρωτώντας τον τι του είπε η παθούσα. Αργότερα την ίδια ημέρα συναντήθηκαν και ρώτησε την παθούσα, η οποία είπε πως ήθελε να φύγει από τη ..., διότι είχε πρόβλημα με τον X (κατηγορούμενο). Τέλος ανέφερε πως η παθούσα του περιέγραψε σε γενικές γραμμές τι είχε συμβεί με τον κατηγορούμενο (βλ. σχετικές). Κατόπιν, αφού κάθισαν περίπου μία ώρα, έφυγαν και πήγαν στο δωμάτιο της παθούσας, καθώς αυτή ενώ ακόμα ήταν στο μπαρ διαμαρτυρήθηκε ότι δεν αισθανόταν καλά. 4)Η παθούσα συνέχισε να μην αισθάνεται καλά, έκανε μάλιστα εμετό δύο φορές και εξακολουθούσε να είναι έντονα ζαλισμένη και σε αδυναμία να ελέγξει τον εαυτό της. Τότε ο κατηγορούμενος αφού ξάπλωσε δίπλα της άρχισε να χαϊδεύει την παθούσα σε όλο το κορμί της και κατόπιν άρχισε να τη χαϊδεύει στο αιδοίο της. Προσπάθησε να έλθει σε παρά φύση επαφή μαζί της, η ίδια αντέδρασε και ύστερα ήλθε σε εξώγαμη συνουσία μαζί της, γεγονός το οποίο η παθούσα αδυνατούσε να συνειδητοποιήσει πλήρως καθώς βρισκόταν σε κατάσταση, αν όχι πλήρους τουλάχιστον μερικής, αδυναμίας να κατανοήσει τι ακριβώς συμβαίνει λόγω μέθης και αισθανόταν ότι δεν μπορούσε να κινηθεί. Το γεγονός ότι η παθούσα βρισκόταν σε κακή κατάσταση παραδέχεται άλλωστε απολογούμενος και ο ίδιος ο κατηγορούμενος. 5)Έτσι ο κατηγορούμενος, καταχρώμενος του γεγονότος ότι και η παθούσα είχε καταναλώσει ικανή ποσότητα οινοπνευματωδών ποτών σε διάφορα καταστήματα και εξαιτίας της καταστάσεως αυτής ήταν ανίκανη να κατανοήσει το μέγεθος της γενετήσιας προσβολής και να αντισταθεί, ενήργησε επ' αυτής εξώγαμη συνουσία. Την επόμενη ημέρα το πρωί η εγκαλούσα ρώτησε τον κατηγορούμενο τι ακριβώς συνέβη, διότι αισθανόταν πόνο σε διάφορα μέρη του σώματος της και στα γεννητικά της όργανα και αυτός παραδέχθηκε ότι είχαν έλθει σε συνουσία πλην όμως προσπάθησε να την καθησυχάσει και να την ηρεμήσει. 6)Η εγκαλούσα προσπάθησε να αναχωρήσει από τη χώρα, αλλά δεν τα κατάφερε λόγω έλλειψης εισιτηρίου, την επόμενη όμως ημέρα, Κυριακή, μετέβη στο αστυνομικό τμήμα όπου υπέβαλλε μήνυση κατά του κατηγορουμένου. 7)Ύστερα από δική της επιμονή πήρε παραγγελία από το ΑΤ για ιατροδικαστική και τοξικολογική εξέταση, η οποία πραγματοποιήθηκε την ίδια ημέρα: δηλαδή προσήλθε στο ΑΤ την 11.00 της 31/8/2008, προφανώς λίγο μετά πήρε τη σχετική παραγγελία και όντως το δείγμα φέρει -ημερομηνία λήψης την 31/8/2008, ενώ το συμβάν έλαβε χώρα περί ώρα 04.00-05.00 της 30/8/2008. Η ιατροδικαστική εξέταση έλαβε χώρα αργότερα την ίδια ημέρα και διαπιστώθηκε "μια εκδορά, μδ. 0,5 εκ. περίπου, υπερηβικά και δεξιά της μέσης γραμμής. Στο περιναίο, στο αιδοίο και στον κόλπο δεν διαπιστώνονται κακώσεις... δεν ανευρέθησαν σπερματοζωάρια. Δεν διαπιστώνονται σημεία που να υποδηλώνουν την τέλεση ή όχι πρόσφατης συνουσίας" (βλ. σχετική). Η επισήμανση μας θα εστιαστεί στο γεγονός ότι η παθούσα δεν κατάγγειλε βιασμό, οπότε και τα σημεία-εκδορές θα ήταν ακόμα εμφανή, αλλά κατάχρηση σε ασέλγεια, δηλαδή η ίδια δεν καταλάβαινε τι συμβαίνει και δεν μπορούσε να αντιδράσει, επομένως δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν εκδορές, εκτός από αυτήν που περιγράφεται σαφώς, χωρίς να είναι αναγκαίο να είναι απότοκος της πράξης. Σε κάθε περίπτωση θα ήταν μη αναμενόμενο να βρεθούν στοιχεία που να υποδηλώνουν βία, αφού, επαναλαμβάνουμε, χαρακτηριστικό της πράξης είναι η απουσία βίας, αλλά η κατάχρηση της πνευματικής κατάστασης της μεθυσμένης παθούσας. Η τοξικολογική εξέταση (λήψη αίματος και ούρων) απέβη αρνητική, αλλά "το αρνητικό αποτέλεσμα μιας τοξικολογικής εξέτασης δεν υποδηλώνει απαραίτητα και τη μη λήψη κάποιου φαρμάκου ή άλλης χημικής ουσίας". Συμπεραίνει δε ότι η μη ανίχνευση μπορεί να οφείλεται στο είδος του δείγματος, στη μικρή δόση, το μεγάλο χρόνο που μεσολάβησε από τη λήψη της ουσίας έως τον έλεγχο του δείγματος {η επισήμανση δική μας}, την αλλοίωση του δείγματος κ.τ.λ. (βλ. σχετική). Είναι λοιπόν φανερό ότι πράγματι μεσολάβησε αρκετός χρόνος από το καταγγελλόμενο γεγονός έως τη λήψη του δείγματος, άρα το συμπέρασμα δεν μπορεί να είναι ασφαλές. Επομένως και οι δύο εξετάσεις δεν μπορούν να αποτελέσουν σημεία αιχμής του πραγματικού της υπόθεσης. Αντίθετα σημεία αιχμής αποτελούν τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά συνδυάζονται μεταξύ τους. III) Ο κατηγορούμενος με την απολογία, το υπόμνημα του και την έφεση, κυρίως, υποστήριξε τα ακόλουθα: α) διαμαρτύρεται ότι το βούλευμα εσφαλμένα δέχεται ότι ο ίδιος παραδέχτηκε πως η παθούσα ήταν "σε κακή κατάσταση... δεν αισθάνεται καλά...ήταν δήθεν ζαλισμένη". Στην απολογία του αναφέρει ότι η παθούσα έκανε δυο φορές εμετό, μόλις μπήκαν στο σπίτι και λίγο μετά. Αυτή είναι μια έμμεση αποδοχή ότι η παθούσα δεν ήταν καλά, αλλά ήταν ζαλισμένη, άλλωστε μόνο στο ποτό μπορεί να οφείλεται ότι έκανε δυο φορές εμετό, επομένως ήταν ζαλισμένη. Στο υπόμνημα του δεν ανέφερε τίποτα περί εμετού, αντίθετα υποστήριξε ότι αυτή ήταν σε άριστη κατάσταση και του ζήτησε να ανέβει στο σπίτι της. Παράλληλα στη μήνυση του κατά της παθούσας ισχυρίστηκε ότι δέχτηκε την πρόταση της να ανέβει στο σπίτι της "διότι δεν αισθανόταν και πολύ καλά" και λίγο πιο κάτω πρόσθεσε "διότι ήμουν και εγώ λίγο ζαλισμένος"(βλ. σχετική). Το "και εγώ" δεν μπορεί παρά να σημαίνει "και εγώ, όπως και αυτή", εκτός και αν άλλα ελληνικά μιλάμε εμείς και άλλα ο κατηγορούμενος, ή εκτός και αν θέλει, εκ των υστέρων, να προσθέσει τον ισχυρισμό ότι η παθούσα δεν ήταν ζαλισμένη. Υπάρχει προφανής αντίφαση στους ισχυρισμούς του, επομένως πράγματι ορθά γράφτηκε στο εκκαλούμενο βούλευμα πως ο ίδιος παραδέχτηκε ότι αυτή ήταν ζαλισμένη, β) οι ισχυρισμοί του ότι το βούλευμα δεν έλαβε υπόψη του τις ιατροδικαστικές εκθέσεις έχουν ήδη απαντηθεί εκτενώς αμέσως ανωτέρω, επομένως παρέλκει οποιαδήποτε επανάληψη τους. γ) ισχυρίζεται επίσης ότι ο ίδιος ήταν κουρασμένος, γι' αυτό και έφυγαν από το μπαρ. Ο ισχυρισμός αυτός είναι επίσης αντιφατικός προς τα γεγονότα, διότι, ο ίδιος τηλεφώνησε στον μάρτυρα Μ λέγοντας του ότι είναι στο ... και καλώντας τον να τους συναντήσει όπως και έγινε, άρα. η κούραση δεν τον εμπόδισε να καλέσει ίνα φίλο του για παρέα. Το σχετικό ισχυρισμό πρόβαλε ο μάρτυρας Τρίτος, φίλος του άλλωστε, για πρώτη φορά στην κατάθεση του, πριν τον υιοθετήσει ο ίδιος ο κατηγορούμενος (βλ. σχετική). Ούτε στη μήνυση του κάνει λόγο για "κούραση" (βλ. σχετική), αλλά μόνο στην απολογία του. Ισχυρισμός δηλαδή οψιγενής και συνεπώς αντιφατικός προς όλα όσα έχουν προηγηθεί. δ) διαρρηγνύει τα ιμάτιά του ότι η παθούσα έπεσε σε αντιφάσεις: πράγματι στην αρχική της κατάθεση έχει μία διαφορά από τις επόμενες, δηλαδή δεν αναφέρει τίποτα περί της αμφίεσης της μόλις έφτασαν στο σπίτι, ούτε ρωτήθηκε (ας συνυπολογίσουμε ότι όταν στη συμπληρωματική ρωτήθηκε αν ο κατηγορούμενος φορούσε προφυλακτικό δεν μπόρεσε να απαντήσει, "δεν θυμάμαι". Αυτό είναι φυσιολογικό, δεδομένης της ζαλάδας από το αλκοόλ και της "θολούρας" που της είχε προκαλέσει. Αργότερα καθάρισε κάπως το μυαλό της και η μνήμη της, με αποτέλεσμα να είναι σαφέστερη. Στην ανακριτική της κατάθεση προσθέτει ότι είχε φορέσει ένα μακρύ πουκάμισο, αλλά εξακολουθεί να μην θυμάται αν ο κατηγορούμενος φορούσε ή όχι ρούχα (βλ. σχετική). Συνεχίζοντας παρέθεσε την πρωινή στιχομυθία και την παρατήρηση ότι πλέον τον είχε δει με το εσώρουχο, καθώς και ότι αισθανόταν πόνο στα γεννητικά της όργανα (φυσιολογικό, διότι η ίδια δεν είχε προετοιμασθεί γι' αυτό που έλαβε χώρα με αποκλειστική πρωτοβουλία του κατηγορουμένου. Άλλωστε στην ανακριτική του απολογία ο κατηγορούμενος προσέθεσε ότι δεν της έβγαλε το εσώρουχο, αλλά το τράβηξε λιγάκι, γεγονός που μπορεί να εξηγήσει την εκδορά από το λάστιχο σε ευαίσθητη περιοχή). Αρχικά αυτός αρνήθηκε αυτό που είχε συμβεί και μόνο ύστερα από τις επίμονες ερωτήσεις της το παραδέχτηκε, προσθέτοντας και τα περί συγχώρησης (βλ. σχετική). Επομένως δεν υπάρχει καμιά αντίφαση σ' αυτά που ισχυρίζεται η παθούσα. ε) διατείνεται ο κατηγορούμενος τελικά ότι με την παθούσα ήλθε σε σαρκική επαφή, αλλά με δική της πρωτοβουλία. Το λέει στη μήνυση, (στην οποία αναφέρει ότι η παθούσα ήταν μόνο με το εσώρουχο), το επανέλαβε στην ανακριτική απολογία του (στην οποία προσέθεσε στα ρούχα που φορούσε αυτή "και ένα μπλουζάκι", βλ. σχετικές) και στο υπόμνημα και κατέληξε ότι αυτή είχε την πρωτοβουλία. Περιέπεσε όμως πάλι σε αντιφάσεις, διότι τη μια λέει πως η πράξη "γινόταν από πίσω" (βλ. υπόμνημα), την άλλη ότι αυτή είχε γυρίσει μπρούμυτα (βλ. απολογία), αλλά πάντοτε όταν αυτός "τέλειωσε" εκείνη τραβήχτηκε και λέρωσαν τα σεντόνια. Δηλαδή η παθούσα είναι μπρούμυτα και "τραβιέται": πώς άραγε; Σε κάθε περίπτωση δεν υπήρχε λόγος διότι η παθούσα φορούσε σπιράλ και δεν υπήρχε κίνδυνος. "Σύλληψης" καταλαβαίνουμε ότι εννοείται, αν και υπάρχει και το Σύνδρομο Επίκτητης Ανοσοποιητικής Ανεπάρκειας (AIDS), το οποίο θα επέβαλε τη χρήση προφυλακτικού. Σωρεία αντιφάσεων, μικρών μεν αλλά κρίσιμων και αποφασιστικών. Τέλος στη μήνυση του προσέθεσε τα περί (προφανώς έμμονη ιδέα) της παθούσας ότι "είχε την εντύπωση πως προσπαθούσαν να τη βιάσουν διάφοροι, ρίχνοντας της υπνωτικά χάπια στο ποτό της", ώστε να υπονομεύσει πλήρως τη λογική της συγκρότηση, τα οποία δεν τα επανέλαβε, είτε λόγω έλλειψης μνήμης, είτε διότι πρυτάνευσαν λογικότερες σκέψεις, αν και επέμεινε στον ισχυρισμό ότι η παθούσα είναι επιρρεπής σε εκβιάσεις και κομπίνες, όταν παρέθεσε "περιστατικά" ότι παραιτήθηκε από την εργασία της στη ... προβάλλοντας εγκυμοσύνη, γι' αυτό και πήρε μεγάλη αποζημίωση. Εντέλει τα όσα ο ίδιος είπε βρίθουν αντιφάσεων, τέτοιων που μπορούν να μας οδηγήσουν στο ασφαλές συμπέρασμα ότι τα γεγονότα έλαβαν χώρα όπως τα ισχυρίστηκε η παθούσα". Mε αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την κυρία ανάκριση σχετικά με την αποδιδομένη στον κατηγορούμενο πράξη, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το άνω Συμβούλιο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή αυτού στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Εφετείου της περιφερείας του Εφετείου Δωδεκανήσου. Ειδικότερα αναφέρει κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα όλα, τα οποία έλαβεν υπ' όψη, χωρίς ουδέν να εξαιρέσει και χωρίς να είναι ανάγκη να εκθέτει τι προέκυψεν εξ ενός εκάστου ιδιαιτέρως εκ του περιεχομένου αυτού, την ανικανότητα προς αντίσταση της παθούσης, εξ αιτίας της προηγηθείσης μέθης και αδιαθεσίας, και την, εντεύθεν, αδυναμία της να αντιληφθεί την σε βάρος της ενεργουμένη προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, την εξώγαμη συνουσία, η οποία έλαβε χώραν με κατάχρηση της άνω ανικανότητός της και την γνώση της τελευταίας αυτής από τον κατηγορούμενο. Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως υποστηρίζων τα αντίθετα αυτών και αιτιώμενος έλλειψη ειδικής αιτιολογίας από το βούλευμα και εκ του λόγου ιδία ότι δεν ελήφθη υπ' όψη η από 3/9/2008 ανακριτική κατάθεση της εγκαλούσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Καθ' ο μέρος δε υπό την επίκλησή του επιχειρείται διάφορος εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων της μεγάλην έκταση της αιτήσεως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου περί τα πράγματα. Κατ' ακολουθίαν αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγους προς εξέταση, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583§1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 9/1 Δεκεμβρίου 2009 αίτηση του X, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 129/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα για κατάχρηση εις ασέλγεια (άρθρ. 338 § 1 ΠΚ). Στοιχεία. Αιτιολογία και με αναφορά εξ ολοκλήρου στην εισαγγελική πρόταση. Αυτό δεν αντίκειται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, ούτε στο άρθρο 20 του Συντάγματος. Άρθρο 309 § 2 ΚΠΔ. Δεν υπάρχει απόλυτη ακυρότης εκ της αιτιολογημένης απορρίψεως του αιτήματος αυτοπροσώπου εμφανίσεως. Απορρίπτει αίτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Ε.Σ.Δ.Α., Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Εισαγγελική Πρόταση, Κατάχρηση σε ασέλγεια.
0
Αριθμός 1182/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε στο Συμβούλιο αυτοπροσώπως για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 10162/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό1519/09 Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή με αριθμό 39/27-1-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιό Σας σύμφωνα με την διάταξη του αρ. 527 παρ. 3 Κ.Π.Δ. την από 29-9-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 10.162/2001 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εκθέτω τα εξής: Κατά το άρθρο 525 παρ.1 του Κ.Π.Δ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον εκείνου που καταδικάστηκε για κακούργημα ή πλημμέλημα, μόνο στις τέσσερις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό. Μεταξύ αυτών είναι και η με την περίπτωση 2 της παρ. 1 του άνω άρθρου, κατά την οποία η διαδικασία επαναλαμβάνεται, αν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις, θεωρούνται εκείνες που δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν προηγουμένως. Νέες αποδείξεις ή γεγονότα μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, σε βαθμό που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, έστω και μετά από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν υπόψη τους , καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που την εξέδωσαν, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Τη σχετική περί αυτού κρίση του σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας αρμόδιο δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της δίκης που προηγήθηκε και από τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία. Εξάλλου, σύμφωνα με την περίπτωση 3 της παρ. 1 του αυτού ως άνω άρθρου, η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται επίσης προς το συμφέρον του καταδικασθέντος, αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων η πραγματογνωμόνων ή πλαστά αποδεικτικά έγγραφα ή πειστήρια, τα οποία είχαν προσαχθεί και ληφθεί υπόψη στη διαδικασία του ακροατηρίου, ή δωροληψία ή άλλη από πρόθεση παράβαση καθήκοντος του δικαστή(όχι του εισαγγελέα Α.Π 263/1997) που μετείχε στο δικαστήριο που απάγγειλε την καταδίκη . Για να θεμελιωθεί όμως ο λόγος αυτός επανάληψης της διαδικασίας, πρέπει, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 2 του αυτού άρθρου, οι αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας , της πλαστογραφίας, της δωροληψίας ή της παράβασης καθήκοντος, να αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση , εκτός αν δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση, επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της(όπως θάνατος του υπαιτίου, παραγραφή , οριστική αποχή από την δίωξη ή αναστολή της διαδικασίας λόγω ψυχικής νόσου του κατηγορούμενου) βεβαιούμενοι στην περίπτωση αυτή κατά την διαδικασία των άρθρων 528 παρ. 2 έως 4 του Κ.Π.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τη από 29-9-2009 τρίτη κατά σειρά αίτησή του, ο αιτών ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση σε βάρος του της υπ' αριθμ. 10162/2001 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη, καθόσον η ασκηθείσα κατ' αυτής αναίρεση, απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 443/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου . Με την προαναφερθείσα απόφαση καταδικάστηκε αυτός σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών για δωροδοκία(δωροληψία) , η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, συνίσταται δε αυτή στο ότι στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 18-1-1996 μέχρι 30-1-1996 και σε μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία, όντας δημόσιος υπάλληλος και υπηρετών στην ΙΘ Δ.Ο.Υ ..., εμφανίστηκε ενώπιον του Ζ, νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "Αφοί Ζ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε" και απαίτησε από αυτόν να του καταβάλλει το χρηματικό ποσό των 100.000 δραχμών, προκειμένου να μη καταχωρήσει στην έκθεση ελέγχου την φορολογική παράβαση που διαπίστωσε ως μέλος τριμελούς συνεργείου ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών, στο οποίο συμμετείχε μαζί με τους συναδέλφους του Ξ και Λ, κατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε στην επί της οδού ... επιχείρηση καθαριστηρίου του τελευταίου,. Ειδικότερα το τριμελές αυτό συνεργείο, ενεργώντας την 18-1-1996 έλεγχο στην ανωτέρω επιχείρηση, διαπίστωσε παράβαση του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων(Π.Δ 186/1992), συνίστατο δε αυτή στο ότι δεν είχε χορηγηθεί σε πελάτισσα του καθαριστηρίου απόδειξη παροχής υπηρεσιών ποσού 4.500 δραχμών. Μετά την διενέργεια του ελέγχου και ενώ δεν είχε συνταχθεί ακόμη η σχετική έκθεση, ο αιτών εμφανίστηκε στην ως άνω επιχείρηση και απαίτησε από τον νόμιμο εκπρόσωπό της Ζ να του καταβάλλει το ποσό των 100.000 δραχμών, προκειμένου να μεριμνήσει ώστε να μη καταχωρηθεί στην έκθεση που επρόκειτο να συνταχθεί, η διαπιστωθείσα παράβαση. Ο Ζ όμως δεν ενέδωσε στην απαίτησή του και ενημέρωσε τηλεφωνικά για το περιστατικό τον Α, προϊστάμενο της Διεύθυνσης Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών, ο οποίος στη συνέχεια ενημέρωσε τον επόπτη του συνεργείου Φ. Μετά την ενημέρωσή του αυτή, ο Φ κάλεσε στο γραφείο του τα μέλη του συνεργείου και ερώτησε τον τότε κατηγορούμενο εάν επισκέφθηκε την επιχείρηση του Ζ και απαίτησε από αυτόν χρήματα, ο τελευταίος δε, παρουσία των άλλων δύο συναδέλφων του, απάντησε ότι "αφού έχουν διαβρωθεί τα πάντα, είπα και εγώ να βγάλω κάτι". Ακολούθως συντάχθηκε η από 31-1-1996 έκθεση ελέγχου που υπεγράφη και από τα τρία μέλη του συνεργείου, στην οποία καταχωρήθηκε η διαπιστωθείσα παράβαση, με βάση δε αυτήν επιβλήθηκε σε βάρος της επιχείρησης του Ζ πρόστιμο 120.000 δραχμών με την υπ' αριθμ.74/28-4-1996 απόφαση του προϊσταμένου της ΙΔ Δ.Ο.Υ .... Με βάση τα στοιχεία αυτά που προέκυψαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ζ, Α και Φ, το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την αξιόποινη πράξη της δωροδοκίας (δωροληψίας)και του επέβαλε την ποινή περί της οποίας έγινε λόγος. Ήδη με την τρίτη κατά σειρά αίτησή του ο ανωτέρω καταδικασθείς, επικαλούμενος την διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περιπτ. 3 του Κ.Π.Δ , ζητεί την προς το συμφέρον του επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. 10.162/2001 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Για την αποδοχή της αίτησής του αυτής , προσάγει και επικαλείται τα κατωτέρω έγγραφα, ήτοι: α) την από 31-1-1996 έκθεση ελέγχου των ελεγκτών της ΙΔ Δ.Ο.Υ ... Λ, Χ και Ξ , β) την υπ' αριθμ. 74/28-4-1996 απόφαση επιβολής προστίμου του προϊσταμένου της ΙΔ Δ.Ο.Υ ..., γ) το υπ' αριθμ. 2632/1998 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών , με το οποίο το Συμβούλιο τούτο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του Φ για παρότρυνση υφισταμένου κατ' εξακολούθηση , δ) την από 16-2-2004 έγκλησή του κατά του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ... για παράβαση καθήκοντος , ε) την υπ' αριθμ. 7/2005 απορριπτική επί της εγκλήσεως αυτής διάταξη της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θηβών , στ) την υπ' αριθμ.289/2005 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή του κατά της 7/2005 διάταξης της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θηβών, ζ) την υπ' αριθμ. 6399/1997 παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ... προς τον προϊστάμενο της ΙΔ Δ.Ο.Υ ..., στα πλαίσια της διενεργούμενης από αυτόν προανάκρισης σε βάρος του Φ, και η) την από 20-1-1997 αίτησή του προς την Πταισματοδίκη του 21ου τμήματος Αθηνών. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της απόφασης περί της οποίας πρόκειται , τα έγγραφα αυτά δεν ανεγνώσθησαν από το δικαστήριο που την εξέδωσε ( εκτός από το ανωτέρω υπό στοιχ. β έγγραφο), και συνεπώς δεν άσκησαν καμία επιρροή στην καταδίκη του αιτούντος. Κατά συνέπεια είναι αδιάφορο αν τα έγγραφα αυτά είναι πλαστά ή ενέχουν ψευδείς βεβαιώσεις ή έχουν οποιαδήποτε άλλα ελαττώματα ως προς την αποδεικτική τους αξία , αφού δεν άσκησαν επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου(άρθρο 525 παρ. 1 περ. 3Κ.Π.Δ) . Ανεξάρτητα όμως από την διαπίστωση αυτή , τα έγγραφα αυτά δεν συγκροτούν ούτε την έννοια των νέων αποδείξεων της περιπτώσεως 2 της παραγρ. 1 του άρθρου 525, που καθιστούν πρόδηλη της αθωότητά του. Το ακριβώς αντίθετο μάλιστα προκύπτει από το υπ' αριθμ. 2632/1998 βούλευμα με το οποίο το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του Φ για παρότρυνση υφισταμένου, πράξη η οποία συνίστατο στο ότι παρότρυνε τον τότε υφιστάμενό του και ήδη αιτούντα , να συντάξει την έκθεση κατά της επιχείρησης "Αφοί Ζ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε" κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη προκύπτει σε βάρος της εταιρείας φορολογική παράβαση. Το απαλλακτικό αυτό βούλευμα, κάθε άλλο, παρά ελεγκτέα καθιστά την αξιοπιστία του μάρτυρα αυτό στο ακροατήριο του δικαστηρίου που εξέδωσε την επίμαχη απόφαση. Σημειώνεται ότι οι αιτιάσεις του αιτούντος κατά του βουλεύματος αυτού, απορρίφθηκαν ως αβάσιμες με την υπ' αριθμ. 1682/2009 απόφαση του Δικαστηρίου Σας, που έκρινε την αμέσως προηγούμενη με ημερομηνία 23-2-2009 αίτησή του . Εξάλλου, η υπ' αριθμ. απόφαση 74/28-4-1996 απόφαση επιβολής προστίμου του προϊσταμένου της ΙΔ' Δ.Ο.Υ ..., ανεγνώσθη μεν από το δικαστήριο, πλην όμως δεν άσκησε καμία επιρροή στην καταδίκη του αιτούντος, αφού όπως προκύπτει από το σκεπτικό της καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το δικαστήριο τούτο στήριξε της περί ενοχής του αιτούντος κρίση του, στις καταθέσεις των μαρτύρων Α και Φ, και όχι στα αναγνωσθέντα έγγραφα. Κατά συνέπεια αλυσιτελώς προσάγεται και επικαλείται από τον αιτούντα, προς υποστήριξη της αίτησής του. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας και να καταδικασθεί ο αιτών στην δικαστική δαπάνη σύμφωνα με το αρ. 583 ιδίου Κώδικα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: α) να απορριφθεί ως αβάσιμη η από 29-9-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου..., περί επαναλήψεως προς όφελός του της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 10.162/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και β) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος. Αθήνα 27 Ιανουαρίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον αυτοπροσώπως παριστάμενο αιτούντα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περίπτωση 3 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα "αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων ή γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων ή πλαστά αποδεικτικά έγγραφα ή πειστήρια, τα οποία είχαν προσαχθεί ή ληφθεί υπόψη στη διαδικασία του ακροατηρίου, ή δωροληψία ή άλλη από πρόθεση παράβαση καθήκοντος του δικαστή ή του ενόρκου που μετείχε στο δικαστήριο που απάγγειλε την καταδίκη". Στην περίπτωση όμως αυτή κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 525, οι αξιόποινες πράξεις αυτές, της ψευδορκίας, της πλαστογραφίας, της δωροληψίας ή της παραβάσεως καθήκοντος πρέπει να αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, εκτός αν δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη. Περαιτέρω από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 525 του ΚΠΔ προκύπτει ότι αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας δύναται να υποβληθεί και μετά την απόρριψη προγενέστερης αιτήσεως, εφόσον προβάλλεται διαφορετικός λόγος ή ο αυτός λόγος που απορρίφθηκε, εφόσον στηρίζεται σε νέα αποδεικτικά στοιχεία. Εάν όμως προβάλλεται ο ίδιος ο απορριφθείς λόγος και τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, η αίτηση είναι απαράδεκτη κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 476 παρ. 1 και 57 του ΚΠΔ. Εξ άλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 του ίδιου κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον Εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο, και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, μεταξύ των οποίων και η καταδίκη από το Τριμελές Εφετείο, ο οποίος την εισάγει στο αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα. Κατά τις ίδιες διατάξεις, η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει με πληρότητα και σαφήνεια τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν. Άλλως, εάν οι λόγοι δεν είναι εξ εκείνων, οι οποίοι αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η αίτηση είναι απαράδεκτη. Έτσι είναι απαράδεκτη η αίτηση που στηρίζεται στη τρίτη περίπτωση της παραγράφου 1 του άρθρου 525 του ΚΠΔ εάν δεν υπάρχει αμετάκλητη δικαστική απόφαση περί των εκεί αδικημάτων, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου. Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών Χ, με την από 29/9/2009 τρίτη κατά σειρά αίτησή του, ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση σε βάρος του της υπ' αριθμ. 10162/2001 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, για δωροδοκία (δωροληψία). Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη, καθόσον η ασκηθείσα κατ' αυτής αναίρεση απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 443/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου. Η καταδίκη του αιτούντος με την ανωτέρω απόφαση για την αξιόποινη πράξη της δωροδοκίας συνίστατο στο ότι "ως δημόσιος υπάλληλος, κατά το χρονικό διάστημα από 18/1/1996 έως 30/1/1996 και σε μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία, υπηρετών στην ΙΘ Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) ...εμφανίσθηκε ενώπιον του νομίμου εκπροσώπου της Ομόρρυθμης Εταιρίας "Αφοί Ζ και Σία ΟΕ" Ζκαι απαίτησε από αυτόν όπως του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 100.000 δραχμών προκειμένου να μη καταχωρήσει φορολογικές παραβάσεις οι οποίες διαπιστώθηκαν από έλεγχο που διενήργησε ειδικό συνεργείο προληπτικού ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών προ ολίγων ημερών στην επιχείρηση του στο οποίο συνεργείο ήταν αυτός μέλος μαζί με τους συναδέλφους του Ξ και Λ, οι οποίοι μετά τον έλεγχο στην επιχείρηση του καθαριστηρίου της πιο πάνω ομόρρυθμης εταιρίας συνέταξαν την από 31/1/1996 έκθεση ελέγχου, κατόπιν της οποίας με την υπ' αριθμ. 74/28/4/1996 Απόφαση Επιβολής Προστίμου Κ.Φ.Σ. του Προϊσταμένου της ΙΔ Δ.Ο.Υ Αθηνών επιβλήθηκε πρόστιμο στην προαναφερθείσα εταιρία "Αφοί Ζ και Σία ΟΕ" ανερχόμενο στο χρηματικό ποσό των 120.000 δραχμών. Ειδικότερα, σύμφωνα με το σκεπτικό της ως άνω 10162/2001 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το τριμελές συνεργείο ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών, ενεργώντας την 18/1/1996 έλεγχο στην ανωτέρω επιχείρηση, διαπίστωσε παράβαση του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, συνίστατο δε αυτή στο ότι δεν είχε χορηγηθεί σε πελάτισσα του καθαριστηρίου απόδειξη παροχής υπηρεσιών ποσού 4.500 δραχμών. Μετά την διενέργεια του ελέγχου και ενώ δεν είχε συνταχθεί ακόμη η σχετική έκθεση, ο αιτών εμφανίσθηκε στην ως άνω επιχείρηση και απαίτησε από τον νόμιμο εκπρόσωπο της Ζ να του καταβάλει το ποσόν των 100.000 δραχμών, προκειμένου να μεριμνήσει ώστε να μη καταχωρηθεί στην έκθεση που επρόκειτο να συνταχθεί, η διαπιστωθείσα παράβαση. Ο Ζ όμως δεν ενέδωσε στην απαίτηση του και ενημέρωσε τηλεφωνικά για το περιστατικό τον Α, προϊστάμενο της Διεύθυνσης Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών, ο οποίος στη συνέχεια ενημέρωσε τον επόπτη του συνεργείου Φ. Μετά την ενημέρωσή του αυτή, ο Φ κάλεσε στο γραφείο του τα μέλη του συνεργείου και ρώτησε τον τότε κατηγορούμενο εάν επισκέφθηκε την επιχείρηση του Ζ και απαίτησε από αυτόν χρήματα, ο τελευταίος δε, παρουσία των άλλων δύο συναδέλφων του, απάντησε ότι "αφού έχουν διαβρωθεί τα πάντα, είπα και εγώ να βγάλω κάτι". Ακολούθως συντάχθηκε η από 31/1/1996 έκθεση ελέγχου που υπεγράφη και από τα τρία μέλη του συνεργείου, στην οποία καταχωρήθηκε η διαπιστωθείσα παράβαση, με βάση δε αυτήν επιβλήθηκε σε βάρος της επιχείρησης του Ζ πρόστιμο 120.000 δραχμών με την υπ' αριθμ. 74/28/4/1996 απόφαση του Προϊσταμένου της ΙΔ Δ.Ο.Υ .... Με βάση τα στοιχεία αυτά που προέκυψαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ζ, Α και Φ, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την αξιόποινη πράξη της δωροδοκίας (δωροληψίας) και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών. Ήδη με την τρίτη κατά σειρά από 29/9/2009 παραδεκτή αίτηση του, όπως διευκρινίστηκε με τα από 6/4/2010 και 3/5/2010 υπομνήματά του, ο ανωτέρω καταδικασθείς, επικαλούμενος τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περίπτωση 3 του ΚΠΔ, (και όχι νέα στοιχεία, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει), ζητεί την προς το συμφέρον του επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της προαναφερθείσας 10162/2001 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, για παράβαση καθήκοντος των δικαστών που εξέδωσαν, όχι την παραπάνω καταδικαστική για τον αιτούντα απόφαση, αλλά το υπ' αριθμ. 2632/1998 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του Φ, Επιθεωρητή του Υπουργείου Οικονομικών, τον οποίο είχε καταγγείλει ο αιτών για παρότρυνση υφισταμένου, (πράξη η οποία συνίστατο στο ότι παρότρυνε τον τότε υφιστάμενο του και ήδη αιτούντα Χ να συντάξει την από 31/1/1996 έκθεση ελέγχου κατά της επιχείρησης "Αφοί Ζ και Σία ΟΕ", κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη προκύπτει σε βάρος της εταιρίας φορολογική παράβαση), οι οποίοι (δικαστές) συγκάλυψαν την ενοχή του Φ και εξέδωσαν το "στημένο", όπως το χαρακτηρίζει βούλευμα. Ειδικότερα αυτός αιτιάται ότι οι δικαστές εξέδωσαν το παραπάνω βούλευμα κατά παράβαση των καθηκόντων τους, και συγκεκριμένα, α) χωρίς να υπάρχουν στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι επιβλήθηκε πρόστιμο σε βάρος του Ζ για την διαπιστωθείσα φορολογική παράβαση, άλλως χωρίς να ερευνήσουν αν η 74/1996 απόφαση επιβολής προστίμου του Προϊσταμένου της ΙΔ ΔΟΥ ... είναι πλασματική ή εικονική, και εάν εκδόθηκε διπλότυπο πληρωμής του προστίμου από τον Ζ, β) χωρίς να καλέσουν να καταθέσει ο Ζ, για να διευκρινίσει εάν πράγματι έκανε καταγγελία στον Φ γι' αυτόν (αιτούντα), και 3) χωρίς να αναζητήσουν στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι ο αιτών είναι αυτός που πήγε στο κατάστημα του Ζ και ζήτησε 100.000 δραχμές για να "σβήσει" την φορολογική παράβαση, και έτσι συγκάλυψαν την ενοχή του Φ για την μη επιβολή προστίμου σε βάρος του Ζ. Για την αποδοχή δε της αιτήσεως του, προσάγει και επικαλείται 1) το υπ' αριθμ. 2632/1998 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο εξέδωσαν οι δικαστές κατά παράβαση των καθηκόντων τους, όπως διατείνεται, 2) την υπ' αριθμ. 10162/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, 3) τις υπ' αριθμ. 443/2003 και 564/2007 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, 4) την από 31/1/1996 έκθεση ελέγχου των ελεγκτών της ΙΔ ΔΟΥ ... Λ, Χ(αιτούντα) και Ξ, την γνησιότητα της οποία αμφισβητεί ο αιτών, 5) την από 13/2/1997 αίτηση αυτοψίας, 6) την υπ' αριθμ. 6399/17/11/1997 παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ... προς τον Προϊστάμενο της ΙΔ ΔΥΟ ..., στα πλαίσια της διενεργούμενης απ' αυτόν προανάκρισης σε βάρος του Φ, 7) την υπ' αριθμ. 74/28/4/1996 απόφαση επιβολής προστίμου του Προϊσταμένου της ΙΔ ΔΥΟ ..., την γνησιότητα της οποίας αμφισβητεί ο αιτών, 8) την από 16/2/2004 μήνυσή του κατά του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ... για παράβαση καθήκοντος, 9) την υπ' αριθμ. 7/2005 απορριπτική της εγκλήσεως αυτής διάταξη της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θηβών, 10) την υπ' αριθμ. 289/2005 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή του κατά της 7/2005 διάταξης της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θηβών. Όμως το παραπάνω απαλλακτικό για τον Φ βούλευμα που, όπως διατείνεται ο αιτών, εκδόθηκε κατά παράβαση καθήκοντος των δικαστών που συμμετείχαν σ' αυτό (και όχι κατά παράβαση καθήκοντος των δικαστών που εξέδωσαν την καταδικαστική για τον αιτούντα 10161/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως ορίζει το άρθρο 525 παρ. 1 περίπτωση 3 του ΚΠΔ), όπως και όλα τα παραπάνω έγγραφα (πλην των κατωτέρω αναφερομένων δύο εγγράφων) όπως προκύπτει από την ως άνω 10162/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δεν είχαν προσαχθεί στη διαδικασία του ακροατηρίου και ως εκ τούτου δεν αναγνώσθηκαν από το δικαστήριο που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, και συνεπώς δεν άσκησαν καμία επιρροή στην καταδίκη του αιτούντα. Επομένως, είναι αδιάφορο αν τα έγγραφα αυτά είναι πλαστά ή ενέχουν ψευδείς βεβαιώσεις ή εκδόθηκαν κατά παράβαση καθήκοντος ή έχουν οποιαδήποτε άλλα ελαττώματα ως προς την αποδεικτική τους αξία (άρθρο 525 παρ. 1 περίπτωση 3 του ΚΠΔ), όπως υποστηρίζει ο αιτών. Ως προς τα δύο έγγραφα, ήτοι την από 31/1/1996 έκθεση ελέγχου και την 74/1996 απόφαση επιβολής προστίμου, τα οποία αναγνώσθηκαν (βλ. σελίδα 5 των πρακτικών της παραπάνω καταδικαστικής απόφασης)- και ανεξαρτήτως του ότι οι αιτιάσεις του αιτούντα, όσον αφορά την από 31/1/1996 έκθεση ελέγχου απορρίφθηκαν ως αβάσιμες με την υπ' αριθμ. 564/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, που έκρινε την από 11/9/2006 πρώτη αίτηση του για επανάληψη της διαδικασίας (στηριζόμενη σε άλλο λόγο), όσον αφορά δε την 74/1996 απόφαση επιβολής προστίμου οι αιτιάσεις του απορρίφθηκαν ως αόριστες με την υπ' αριθμ. 1682/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, που έκρινε την από 23/2/2009 δεύτερη αίτησή του για επανάληψη της διαδικασίας, με την οποία αίτηση του, επικαλείτο, (με βάση τα ίδια έγγραφα που επικαλείται και τώρα), πλην των άλλων, και παράβαση καθήκοντος του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ..., συνισταμένη στο ότι υπέβαλε απαλλακτική πρόταση στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών και εξεδόθη το ως άνω υπ' αριθμ. 2632/1998 απαλλακτικό βούλευμα- όπως προκύπτει από την ως άνω 10162/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, τα έγγραφα αυτά αναγνώσθηκαν μεν από το δικαστήριο, πλην όμως δεν άσκησαν καμία επιρροή στην καταδίκη του αιτούντος, αφού, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της εν λόγω καταδικαστικής απόφασης, το δικαστήριο στήριξε την περί ενοχής του αιτούντος κρίση του, στις καταθέσεις των μαρτύρων Ζ, Α και Φκαι όχι στα αναγνωστέα έγγραφα. Κατά συνέπεια, και εάν ακόμη τα δύο αυτά έγγραφα είναι πλαστά ή έχουν οποιαδήποτε άλλα ελαττώματα ως προς την αποδεικτική τους αξία, εφόσον δεν άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του αιτούντα, όπως απαιτεί το άρθρο 525 παρ. 1 περίπτωση 3 του ΚΠΔ, δεν μπορούν να θεμελιώσουν την αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας. Περαιτέρω δε, και αν οι καταθέσεις των Ζ και Φ, που άσκησαν ουσιώδη ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του αιτούντος, είναι ψευδείς, όπως υπονοεί ο αιτών, δεν αποδεικνύεται ότι αυτοί καταδικάσθηκαν για ψευδορκία με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, όπως ορίζεται στο άρθρο 525 παρ. 2 του ΚΠΔ (άλλωστε ούτε ο ίδιος αναφέρει ότι η ψευδής κατάθεση αυτών είναι αποδεδειγμένη με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή τούτο δεν συνέβη λόγω των αναφερομένων στη διάταξη αυτή λόγων). Τα λοιπά επιχειρήματα που προβάλει ο αιτών με την κρινόμενη αίτηση του, αφορούν τον από ουσιαστικής πλευράς έλεγχο της ορθότητας της ως άνω καταδικαστικής αποφάσεως με την οποία καταδικάσθηκε και πλήττουν την εκτίμηση των αποδείξεων και για τον λόγο αυτό δεν μπορούν να θεμελιώσουν αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, αφού δεν περιλαμβάνονται στις περιοριστικώς αναφερόμενες στο άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠΔ περιπτώσεις. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, καταδικασθεί δε ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29/9/2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας του περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 10162/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επανάληψη της διαδικασίας (τρίτη κατά σειρά). Καταδικαστική απόφαση για δωροδοκία (δωροληψία). Ο λόγος επανάληψης που στηρίζεται στο άρθρο 525 § 1 περ. 3 του ΚΠΔ (ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων, πλαστά αποδεικτικά έγγραφα και παράβαση καθήκοντος δικαστών), απορρίπτονται ως αβάσιμοι (και τούτο διότι ορισμένα εκ των επικαλουμένων ως πλαστών εγγράφων δεν αναγνώσθηκαν, και συνεπώς δεν άσκησαν επιρροή στην καταδίκη του, άλλα διότι, καίτοι αναγνώσθηκαν, δεν άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του αιτούντα, ενώ ως προς τις φερόμενες ως ψευδείς καταθέσεις των μαρτύρων, που άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του αιτούντα, διότι δεν αποδεικνύεται ότι αυτοί καταδικάσθηκαν με αμετάκλητη απόφαση (ούτε και ο ίδιος αναφέρει κάτι τέτοιο ή ότι δεν συνέβη αυτό λόγω των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 525 § 2 του ΚΠΔ λόγων) -.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
Αριθμός 1189/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ...και ήδη κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Μαζαράκη, περί αναιρέσεως της 812/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 675/2009. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που απαιτείται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139), η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' τον ΚΠοινΔ λόγο, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό, ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντική περίσταση κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ θεωρείται μεταξύ άλλων (υπό α') ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης έντεκα (11) ετών και χρηματική ποινή δέκα πέντε χιλιάδων (15000) ευρώ για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών, κατέθεσε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του εγγράφως τον παρακάτω ισχυρισμό, για την αναγνώριση σ' αυτόν της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 α του ΠΚ, τον οποίο ανέπτυξε και προφορικώς και ο οποίος, κατά το ουσιώδες για τη θεμελίωσή του περιεχόμενο, έχει ως εξής: "Έχω λευκό ποινικό μητρώο κατά την έννοια του Νόμου, ενώ από το σύνολο της έντιμης, ατομικής, οικογενειακής, επαγγελματικής και γενικά κοινωνικής ζωής που διήγα πριν τον παρόντα εγκλεισμό μου, και η οποία αποδεικνύεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης ενώπιον Σας, προκύπτει, ότι ουδεμία αμφιβολία πρέπει να καταλείπεται αναφορικά με το γεγονός ότι συντρέχει στο πρόσωπό μου η αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου, κατ' άρθ. 84 παρ. 2 εδ. α. Ειδικότερα δεν έχω διαπράξει άλλες αξιόποινες πράξεις, (καθώς αν και στο παρελθόν είχα κατηγορηθεί, αθωώθηκα κατά την εκδίκαση της εφέσεώς μου), έχω συγκροτημένη οικογένεια, εργαζόμουν απολύτως νόμιμα και έντιμα σε αγροτικές εργασίες και σε ένα ηλεκτρολογείο στην ...κερδίζοντας τα προς το ζήν και πριν τον εγκλεισμό μου συμπεριφερόμουν κατά τον τρόπο που θεωρείται ως ορθός σύμφωνα με τα αξιολογικά κριτήρια του κοινωνικού συνόλου, διότι επιτέλεσα κατά λειτουργικό τρόπο τις κοινωνικές σχέσεις και τους κοινωνικούς ρόλους που αναγνωρίζονται ως λειτουργικά στοιχεία του κοινωνικού συστήματος, μέσω των κοινωνικών μου συναναστροφών και απολαμβάνοντας κοινωνικής αναγνώρισης και σεβασμού". Το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο, απέρριψε τον άνω αυτοτελή ισχυρισμό με την εξής αιτιολογία: "Δεν αποδείχθηκε από όσα στην αιτιολογία του ανέφερε ο κατηγορούμενος και από όσα κατέθεσαν οι εξετασθέντες ως μάρτυρες υπερασπίσεως Πρωτοδίκως ... και ... ότι ο κατηγορούμενος που έχει γεννηθεί το έτος 1978 και είναι στην Ελλάδα από το έτος 2000 διήγε έντιμο βίο από άποψη ατομική επαγγελματική και κοινωνική. Αυτός για το διάστημα από 14/4/2000 έως 11/2/2004 δεν ζούσε ελεύθερος αλλά ήταν στη φυλακή για άλλη παράβαση της περί ναρκωτικών νομοθεσίας μέχρι να κηρυχθεί αθώος με την υπ' αριθμό 293/11-2-2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών από ηλικία 22 ετών, ενώ μετά την έξοδό του από τις φυλακές έμεινε για κάποιο διάστημα στην ...και στην ... απασχολούμενος κάποιες ημέρες σε αγροτικές εργασίες, καθώς και στην ...αλλά στη συνέχεια, ενώ είχε κρατηθεί για να απελαθεί διοικητικώς, παρέμεινε λόγω προβλημάτων ψυχικών διαταράξεων που διατεινόταν ότι αντιμετώπιζε στο Ελληνικό έδαφος, μέχρι να αναχωρήσει, αλλά αυτός έκανε χρήση χαπιών και οινοπνευματωδών ποτών, καθώς και ναρκωτικών ουσιών, συναναστρεφόμενος με άτομα κινούμενα στο χώρο των ναρκωτικών". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Δικαστήριο ως προς τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, διέλαβε την επιβαλλόμενη για την απόρριψή του ειδική αιτιολογία, αφού εκθέτει συγκεκριμένα περιστατικά που θεμελιώνουν την απορριπτική κρίση του, μεταξύ των οποίων και η παραδοχή ότι κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών συναναστρεφόμενος με άτομα κινούμενα στο χώρο των ναρκωτικών, για να στοιχειοθετηθεί δε η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, δεν αρκεί μόνο το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η μέχρι τότε συνήθης άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ' απαιτείται θετική και επωφελής για τη κοινωνία δράση και συμπεριφορά. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος της αιτήσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για αναιτιολόγητη απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε να απορριφθεί κατ' ουσίαν η εν λόγω αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 30/10-4-2009 αίτηση του ... περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 812/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία σε σχέση με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 § 2α΄ ΠΚ.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ναρκωτικά.
0
Αριθμός 1170/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο και Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, Χ1 που δεν παραστάθηκε περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.2293/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον ... . Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 10/10. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεωργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του ιδίου ως με αριθμό 62/8-2-10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την με αριθμό 5/15.12.2009 αίτηση αναίρεσης του Χ1, κατοίκου ... (ασκηθείσα υπό του πληρεξουσίου του δικηγόρου Σταύρου Γκαβάκου, κατόπιν της από 14/10/2009 σχετικής εξουσιοδότησης), που στρέφεται κατά του με αριθμό 2293/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το με αριθμό 1938/2009 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο προκειμένου αυτός να δικασθεί ως υπαίτιος πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το σκοπούμενο συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 15.000 € (216 παρ. 1, 3β ΠΚ). Κατά του βουλεύματος αυτού ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε το με αριθμό 2293/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε στην ουσία την έφεση αυτή, επικυρώνοντας το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του βουλεύματος αυτού στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα, μεν αλλά όχι ενώπιον του Γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε το βούλευμα ή ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου της κατοικίας του (άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ). Κατά την τελευταία αυτή διάταξη το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στον γραμματέα του Ειρηνοδικείου της κατοικίας εκείνου που το ασκεί. Για τη δήλωση αυτή συντάσσεται έκθεση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο νόμος περιοριστικά και αποκλειστικά προσδιόρισε τα όργανα στα οποία μπορεί να γίνει η δήλωση για την άσκηση του ενδίκου μέσου, τα οποία μόνα είναι αρμόδια για την σύνταξη της σχετικής εκθέσεως, η ποία αποτελεί εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, ώστε να αποκλείεται με ποινή αυτεπαγγέλτως ερευνομένου απαραδέκτου, η άσκηση αναίρεσης κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών (ΑΠ 199/1992). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκτός των άλλων περιπτώσεων χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του στο δικαστικό συμβούλιο, ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή της και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (476 παρ. 1- 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη, η με αριθμό 5/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ1, κατά του με αριθμό 2293/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και 2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην καταβολή των δικαστικών εξόδων. ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΑ και σε περίπτωση που η κρινόμενη αίτηση γίνει τυπικά δεκτή να απορριφθεί κατ'ουσίαν, δεδομένου ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αθήνα 18 Ιανουαρίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τα άρθρα 473 παρ. 1 και 474 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι το ένδικο μέσο κατά Βουλεύματος ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που το εξέδωσε ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος...., όχι όμως και με δήλωση του γραμματέα του κατωτέτω δικαστηρίου εκείνου του οποίου το Συμβούλιο εξέδωσε το προσβαλλόμενη βούλευμα. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 476 παρ. 1, 485 παρ. 1 και 513 παρ. 1 εδ. α του ΚΠΔ, προκύπτει ότι το ένδικο μέσο της αναίρεσης που ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του απορρίπτεται ως απαράδεκτο, αφού προηγουμένως ειδοποιηθεί ο αναιρεσείων ή ο αντίκλητος του για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του 24 τουλάχιστον ώρες πριν την εισαγωγή της υπόθεσης στο συμβούλιο. Επομένως η κρινόμενη από 15-12-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1 κατά του υπ' αριθ. 2293/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που ασκήθηκε με δήλωση του συνηγόρου του αναιρεσείοντος δικηγόρου Αθηνών, Σταύρου Γκαβάκου ενώπιον της γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών Γεωργίας Κουρή και συντάχθηκε η υπ' αριθ. 5/2009 σχετική έκθεση του Τμήματος Ποινικών Ενδίκων μέσων του ανωτέρω Πρωτοδικείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδκετη, εφόσον ασκήθηκε ενώπιον αναρμοδίου γραμματέα, μετά και τη νόμιμη ειδοποίηση του αντικλητού του αναιρεσείοντος να εισέλθει ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση επί του φακέλου της δικογραφίας του αρμοδίου γραμματέα. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 15 Δεκεμβρίου 2009, αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση της 2293/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. . Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών λόγω του ότι αυτή ασκήθηκε ενώπιον της γραμματέα του Πρωτοδικείου, δηλαδή ενώπιον αναρμόδιου γραμματέα (άρθρα 474 § 1 ΚΠΔ) και απόρριψη αυτής.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 1169/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένω: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1485/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Χ3 και Χ4. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ... . Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οιο αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 15 Οκτωβρίου 2009 αιτήσεις τους, οι οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1476/09. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμμου Λεκκού, με αριθμό 38/26-1-10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, τις από 15-10-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων α) Χ2 και β) Χ1, κατά του υπ' αριθμ. 1485/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσες, εκθέτω τα εξής: Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος απερρίφθησαν κατ' ουσίαν οι εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά του υπ'αριθμ. 2305/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη τούτο, διά του οποίου αυτοί παραπέμπονται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), διά να δικασθούν α) διά πλαστογραφία μετά χρήσεως από κοινού, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, και β) δι' απάτη κατ' εξακολούθηση, από κοινού, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Προβάλλουν δε αυτοί, ως λόγους αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Επειδή, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπ' όψη από το Συμβούλιο, για την παραπεμπτική κρίση του, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα από αυτά (βλ. ΑΠ 1242/2005). Η αιτιολογία δε αυτή απαιτείται και διά τις επιβαρυντικές περιστάσεις που δέχεται το δικαστικό συμβούλιο ότι συντρέχουν και, επομένως, ως προς την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια πλαστογραφία και απάτη πρέπει να παρατίθενται και πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση αυτών (ΑΠ 85/2002). Επίσης, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται και διά την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή ισχυρισμών οι οποίοι τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, στην άρση ή μείωση της ικανότητος προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στην μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν προβληθή κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός όμως ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής με την ανωτέρω έννοια και, δι' αυτό, το συμβούλιο δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήση ειδικώς την απόρριψή του (βλ. ΑΠ 1340/2008), ενώ αιτιολογία διά τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς εμπεριέχεται, από τα πράγματα, στην κυρία αιτιολογία του βουλεύματος, περί παραπομπής στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 346/2006). Εξ άλλου, συμφώνως προς το άρθρ. 13 στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστου προς την διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητός του. Τέλος, διά να είναι ορισμένος και, επομένως, παραδεκτός ο αναιρετικός λόγος της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που φέρεται ότι παρεβιάσθη, καθώς και εις τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή της από την προσβαλλομένη απόφαση ή βούλευμα (βλ. ΑΠ 406/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από την εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων προέκυψαν τα εξής, κατά τα ουσιώδη μέρη των, πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών Ψ δραστηριοποιείται στο χώρο των καλλυντικών και της κομμωτικής. Κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2001 έως το θέρος του έτους 2003, συνεργάστηκε με τους αδελφούς Χ2 και Χ1, οι οποίοι του προμήθευαν εμπορεύματα, για τις ανάγκες λειτουργίας των επιχειρήσεων του, ενώ η συνεργασία τους διακόπηκε, χωρίς να υφίστανται οικονομικές εκκρεμότητες, όταν αμφισβητήθηκε η φερεγγυότητα των τελευταίων. Ο εγκαλών τον Οκτώβριο του έτους 2003, έλαβε γνώση ότι ενέχεται ως οπισθογράφος σε πλήθος επιταγών, χωρίς όμως εν τοις πράγμασι να έχει αναλάβει καμία υποχρέωση διά αυτών. Διαπίστωσε ότι στις κάτωθι αναφερόμενες επιταγές είχε τεθεί εν αγνοία του κατ' απομίμηση η υπογραφή του, ως οπισθογράφου. Όταν του κοινοποιήθηκαν οι διαταγές πληρωμής, που εκδόθηκαν με βάσει τίτλους αξιόγραφων και δη επιταγών, στις οποίες δεν είχε θέσει ο ίδιος την υπογραφή του, θορυβήθηκε και ευθύς αμέσως υπέβαλε αρμοδίως εγκλήσεις, άσκησε ανακοπές κατά των διαταγών πληρωμής και ενημέρωσε εγγράφως σχετικώς τις τράπεζες. Από την έρευνα που διενήργησε, διαπίστωσε ότι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι (Χ2 και Χ1), μετά τη λήξη της επαγγελματικής συνεργασίας τους με τον εγκαλούντα και γνωρίζοντας τα πλήρη στοιχεία του, λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν αλλά και της αναγκαιότητας να εξασφαλίσουν τη συνέχιση της χρηματοδότησής τους από τράπεζες, ήλθαν σε επαφή αφενός μεν με τον Χ3 που διοικούσε ουσιαστικά την εταιρεία με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ", αφετέρου δε με τον Χ4, νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας με την επωνυμία "ALTIUS NET AE" και συναποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν το όνομα του εγκαλούντα Ψ, πλαστογραφώντας σε επιταγές την υπογραφή του και εμφανίζοντας τον εν αγνοία του ως οπισθογράφο, έτσι ώστε να μπορούν να διοχετεύουν κυκλοφορώντας τις νοθευμένες επιταγές, στις οποίες θα ενέχονταν και ο τελευταίος. Η επιλογή του προσώπου του εγκαλούντα έλαβε χώρα λόγω της πιστοληπτικής του ικανότητας, προκειμένου οι άνω να καταστήσουν τα αξιόγραφα περισσότερο αξιόπιστα απέναντι σε τρίτους και να μπορούν αυτοί με απατηλό τρόπο να χρηματοδοτούνται άμεσα από τις τράπεζες στις οποίες θα μεταβίβαζαν τις μεταχρονολογημένες επιταγές ως αξίες ληφθείσες σε ενέχυρο, προεισπράττοντας και ενθυλακώνοντας παράνομα την αξία τους και μάλιστα γνωρίζοντας ότι οι επιταγές αυτές δεν θα πληρωθούν κατά την εμφάνιση τους. Έτσι η κοινή εγκληματική συμπεριφορά των κατηγορουμένων (Χ3, Χ4, Χ2 και Χ1), που διέβλεπαν στο άμεσο και παράνομο κέρδος εκδηλώθηκε ως εξής: 1) Την 3/10/2003 επί του στελέχους, της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 24.394,40 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.3.2004", εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτέας από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA BANK, έθεσαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το όνομα του εγκαλούντα Ψ και επί της οπίσθιας όψης της επιταγής έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου, εν αγνοία του, αναγράφοντας και τον αριθμό φορολογικού του μητρώου. Εν συνεχεία ο Χ4, νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "ALTIUS NET ΑΕ", αφού έθεσε την υπογραφή του και τη σφραγίδα της τελευταίας εταιρείας στη θέση του δεύτερου οπισθογράφου επί του σώματος της επιταγής, την κυκλοφόρησε με τη συναίνεση όλων των προαναφερομένων κατηγορουμένων και τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση λόγω ενέχυρου στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος την 3/10/2003. Προεισέπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 1/4/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 2) Την 21/1/2004 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 9.500 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.7.2004", εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτέας από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA BANK, έθεσαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το όνομα του εγκαλούντα Ψ και επί της οπίσθιας όψης της επιταγής στη θέση του πρώτου οπισθογράφου έθεσαν αποτύπωμα σφραγίδας με την ένδειξη "Donna D' oro Ψ ... 20 ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. ...", που διαφοροποιούνταν από αυτή που ο εγκαλών χρησιμοποιούσε στις συναλλαγές και κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου, χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή του. Εν συνεχεία με τη συναίνεση όλων των προαναφερομένων κατηγορουμένων, την 21/1/2004 ο Χ1 οπισθογράφησε την επιταγή μεταβιβάζοντας τη στον Χ2, ο οποίος την 21/1/2004 την οπισθογράφησε ως αξία ληφθείσα προς ενέχυρο στην Γενική Τράπεζα της Ελλάδος και προεισέπραξε το ποσό που αυτή ενσωμάτωνε, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 30/7/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 3) Την 16/9/2003 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 14.531,206, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης "Αθήνα 28.2.2004", ήταν εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ EMΠΟΡΙKH ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτή από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA BANK, έθεσαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το όνομα του εγκαλούντα Ψ, ενώ επί της οπίσθιας όψης της επιταγής έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντα, χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή του και τον αριθμό του φορολογικού του μητρώου. Εν συνεχεία την 16/9/2003 ο Χ4, νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία ALTIUS NET AE αφού έθεσε την υπογραφή του και τη σφραγίδα της τελευταίας εταιρείας στη θέση του δεύτερου οπισθογράφου επί του σώματος της επιταγής, την κυκλοφόρησε με τη συναίνεση όλων των προαναφερομένων κατηγορουμένων και τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση ως αξία σε ενέχυρο στην τράπεζα "EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ". Προεισέπραξε την αξία της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 2/3/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 4) Την 30/10/2003 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 17.600 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.3.2004", ήταν εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτέα από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA BANK, έθεσαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το όνομα του εγκαλούντα Ψ και επί της οπίσθιας όψης της επιταγής κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντα φερομένου ως δήθεν λήπτη της επιταγής, χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή του. Εν συνεχεία την 30/10/2003 η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση και των τεσσάρων προαναφερομένων κατηγορουμένων και μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση ως αξία ληφθείσα προς ενέχυρο στην ΩΜΕΓΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ από τον Χ4, νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας με την επωνυμία ALTIUS NET ΑΕ ο οποίος εισέπραξε το ποσό που ενσωμάτωνε η επιταγή, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 2/4/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 5) Την 21/10/2003 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 21.789 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.3.2004", ήταν εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτέα από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA BANK, έθεσαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το όνομα του εγκαλούντα Ψ, ενώ επί της οπίσθιας όψης της επιταγής έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντα φερομένου ως δήθεν λήπτη της επιταγής και τον αριθμό φορολογικού του μητρώου, εν αγνοία του. Εν συνεχεία η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση των προαναφερομένων κατηγορουμένων και την 21/10/2003 μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου στην "ΩΜΕΓΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" από τον Χ4, νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας με την επωνυμία ALTIUS NET ΑΕ, ο οποίος προεισέπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 2/4/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 6) Την 13/10/2003 επί της οπίσθιας όψης της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 16.000 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.4.2004", ως λήπτη τον ΑΑ, ήταν εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτέα από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA BANK, στη θέση του δεύτερου οπισθογράφου έθεσαν αποτύπωμα σφραγίδας με την ένδειξη "Donna D' oro Ψ ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. ...", που διαφοροποιούνταν από αυτή που ο εγκαλών χρησιμοποιούσε στις συναλλαγές και κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου, χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή του. Εν συνεχεία την 13/10/2003, η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση των άνω κατηγορουμένων και μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου στην τράπεζα EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ από τον Χ1, ο οποίος προεισέπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 5/5/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 7) Την 22/1/2004 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 17.650 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.6.2004", εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτέας από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA BANK, ανέγραψαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το όνομα του εγκαλούντα Ψ, ενώ επί της οπίσθιας όψης της επιταγής έθεσαν εν αγνοία του εγκαλούντα κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου φερομένου ως δήθεν λήπτη της επιταγής. Εν συνεχεία η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση των προαναφερομένων κατηγορουμένων και μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση από τον Χ2 στην εταιρεία με την επωνυμία "ALTIUS NET ΑΕ", εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο Χ4, ο οποίος την κατέθεσε ως αξία εις ενέχυρο στην ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ και προεισέπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 2/7/2004, δεν πληρώθηκε, ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 8) Την 20/1/2004 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 21.200 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.7.2004", εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτέας από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA BANK έθεσαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το όνομα του εγκαλούντα Ψ ενώ επί της οπίσθιας όψης της επιταγής έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντα φερομένου ως δήθεν λήπτη της επιταγής, χωρίς την έγκριση του. Εν συνεχεία η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση των άνω κατηγορουμένων και μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση από τον Χ2 στην εταιρεία με την επωνυμία "ALTIUS NET ΑΕ", εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο Χ4, ο οποίος την κατέθεσε ως αξία εις ενέχυρο στην ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ και ο οποίος προεισέπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 3/8/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 9) Την 4/4/2004 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 8.500 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 31.7.2004", εκδόσεως του ΒΒ και πληρωτέας από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε ο τελευταίος στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, ανέγραψαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το όνομα του εγκαλούντα Ψ ενώ επί της οπίσθιας όψης της επιταγής στη θέση του πρώτου οπισθογράφου έθεσαν αποτύπωμα σφραγίδας με την ένδειξη "Donna D' oro Ψ ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ ...", που διαφοροποιούνταν από αυτή που ο εγκαλών χρησιμοποίησε στις συναλλαγές και κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου, εν αγνοία του. Εν συνεχεία η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση των προδιαλαμβανομένων κατηγορουμένων και μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ από τον Χ1, που προεισέπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 5/8/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό του εκδότη. 10) Την 30/7/2004 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 14.842,20 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.7.2004", ως λήπτη τον ΓΓ, ήταν εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτέα από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA BANK, επί της οπίσθιας όψης της επιταγής στη θέση του δεύτερου οπισθογράφου έθεσαν αποτύπωμα σφραγίδας με την ένδειξη "Donna D' oro Ψ ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ ..." , που διαφοροποιούνταν από αυτή που ο εγκαλών χρησιμοποιούσε στις συναλλαγές και κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου, χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή του. Εν συνεχεία η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση των ανωτέρω κατηγορουμένων και μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση λόγω ενέχυρου στην τράπεζα ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ από τον Χ1, ο οποίος προεισέπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 4/8/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. Επιπροσθέτως οι εκ των κατηγορουμένων Χ4, Χ1 και Χ2 την 18/11/2003 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 6.123,30 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Σπάτα 15.4.2004", ως λήπτη τον Ψ, εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ALTIUS NET AE", που εκπροσωπούσε ο Χ4 και πληρωτέας από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία εταιρεία στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, ανέγραψαν ως λήπτη τον εγκαλούντα και επί της οπίσθιας όψης της επιταγής στη θέση του πρώτου οπισθογράφου έθεσαν αποτύπωμα σφραγίδας με την ένδειξη "Donna D' oro Ψ ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. ...", που διαφοροποιούνταν από αυτή που ο εγκαλών χρησιμοποιούσε στις συναλλαγές και κατ απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου, χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή του. Εν συνεχεία η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση των τριών προδιαλαβανομένων κατηγορουμένων και μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου στην τράπεζα EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ από τον Χ1, ο οποίος προεισέπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 15/4/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. Οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι, μετά από συναπόφαση με τον μη ασκήσαντα έφεση συγκατηγορούμενο τους Χ3 ενήργησαν συστηματικά, κατανέμοντας μεταξύ τους ρόλους, που εναλλάσσονταν κάθε φορά, όσον αφορά τον εκάστοτε παρουσιαζόμενο στις άνω Τράπεζες (για να καταθέσει τις μεταχρονολογημένες επιταγές και να τις μεταβιβάσει λόγω ενεχύρου, έτσι ώστε να προεισπράξει την αξία τους, για λογαριασμό όμως και των τεσσάρων κατηγορουμένων) κατά φαινόμενο νόμιμο κομιστή των νοθευμένων (κατά την προσθήκη ως οπισθογράφου της υπογραφής του εν αγνοία τελούντος εγκαλούντα) επιταγών, που υλοποιούσε το εγκληματικό σχέδιο που εξύφαναν όλοι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι. Γνωρίζοντας ότι οι προαναφερόμενες νοθευμένες επιταγές δεν θα πληρωθούν, οι τέσσερις προδιαλαμβανόμενοι κατηγορούμενοι τις κυκλοφορούσαν, μεταβιβάζοντας αυτές σε Τράπεζες λόγω ενεχύρου, παριστάνοντας εν γνώσει τους ψευδώς ότι φέρουν γνήσιες υπογραφές του εγκαλούντα και ότι ο τελευταίος έχει αναλάβει ως οπισθογράφος την πληρωμή αυτών. Η εκδηλωθείσα συμπεριφορά των κατηγορουμένων συναρτάται άμεσα με το σκοπό των κατηγορουμένων να τύχουν χρηματοδότησης από τις Τράπεζες (πριν τη λήξη των επιταγών) και χωρίς δικαίωμα να ενθυλακώσουν προς το δικό τους όφελος τα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούσαν στην αξία των επιταγών, βλάπτοντας ταυτοχρόνως τον εγκαλούντα και καθιστώντας αυτόν υπόχρεο καταβολής των χρηματικών ποσών των επιταγών. Οι παραπάνω ενέργειες των κατηγορουμένων είχαν ως αποτέλεσμα οι υπάλληλοι των ανωτέρω καταστημάτων των Τραπεζών, στις οποίες μεταβιβάζονταν οι νοθευμένες επιταγές, αφενός μεν να παραπλανηθούν ως προς το ότι δήθεν η υπογραφή του φερέγγυου εγκαλούντα στη θέση του οπισθογράφου σε κάθε μία από τις προαναφερόμενες επιταγές ήταν γνήσια και ότι αυτός δήθεν ανέλαβε την υποχρέωση πληρωμής αυτών, αφετέρου δε να πειστούν να δεχθούν τις μεταχρονολογημένες επιταγές χρηματοδοτώντας παράλληλα την επιχείρηση του εκάστοτε κατηγορουμένου δήθεν νόμιμου κομιστή των επιταγών. Αν δε οι υπάλληλοι των προαναφερομένων τραπεζών, που ενέκριναν κάθε μία χρηματοδότηση, γνώριζαν ότι στις προαναφερόμενες επιταγές η υπογραφή του εγκαλούντα δεν ήταν γνήσια και ότι αυτός δεν είχε αναλάβει ως οπισθογράφος την υποχρέωση πληρωμής αυτών, δεν θα ενέκριναν τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων, που ουσιαστικά σήμαινε την παράνομη ιδιοποίηση του ποσού κάθε επιταγής από τους πιο πάνω κατηγορούμενους, που το διαμοίραζαν μεταξύ τους. Με τον τρόπο αυτό οι κατηγορούμενοι ζημίωσαν την περιουσία του εγκαλούντα, καθώς τον κατέστησαν εν αγνοία του οπισθογράφο στις προδιαλαμβανόμενες επιταγές και ταυτόχρονα υπόχρεο καταβολής του ποσού κάθε μίας επιταγής, το οποίο ο εγκαλών διατάχθηκε να καταβάλει, με την έκδοση αντιστοίχων διαταγών πληρωμής. Επιπροσθέτως ωφελήθηκαν οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι κατά το αντίστοιχο ποσό (της συνολικής αξίας των επιταγών) το οποίο παρανόμως καρπώθηκαν. Οι κατηγορούμενοι (Χ3, Χ4, Χ1 και Χ2) συνέπραξαν και προέβησαν στις παραπάνω πράξεις τους με συγκλίνουσες ενέργειες προς πραγματοποίηση παράνομου κέρδους. Δημιούργησαν μαζί και διατήρησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα την κατάλληλη παραπλανητική υποδομή, δρούσαν έχοντας ροπή προς το έγκλημα, μεθοδευμένα δε και κατ' επανάληψη προέβησαν στις ως άνω, παρομοίου αντικειμένου, απατηλές και ζημιογόνες συμπεριφορές. Λαμβανομένων υπόψη του τρόπου δράσης των κατηγορουμένων, της οργανωμένης διαμόρφωσης, της μεθοδικότητας και συστηματικής διατήρησης του μηχανισμού εξαπάτησης των τραπεζών διά της μεταβίβασης νοθευμένων επιταγών (με την προσθήκη επί αυτών του ονόματος και της υπογραφής του εγκαλούντος ως οπισθογράφου και ενεχομένου εν αγνοία του στην πληρωμή των προαναφερομένων επιταγών), την επανάληψη των πράξεων τους και την έκταση της ζημίας που προκάλεσαν, προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι δρούσαν με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος έχοντας μάλιστα αποκτήσει ροπή προς τέλεση παρομοίων πράξεων, ενώ ο Χ3, απέβλεπε εξ αρχής με την από κοινού διάπραξη των αδικημάτων τουλάχιστον στο συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος των 166.004,80 €, οι δε κατηγορούμενοι Χ4, Χ1 και Χ2 απέβλεπαν εξ' αρχής με την από κοινού διάπραξη των αδικημάτων τουλάχιστον στο συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος των 172.128,1 €. Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών, αναφερόμενο στην εισαγγελική πρόταση, εδέχθη ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις κατά των αναιρεσειόντων, διά τις ως άνω αξιόποινες πράξεις και, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις αυτών, κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, επεκύρωσε αυτό. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την ως άνω απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία των ανωτέρω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Ειδικότερα, η αιτιολογία αυτή εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων. Εξάλλου, η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αναφέρεται σε ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, προβληθέντες με τις εφέσεις αυτών, είναι αβάσιμη, αφού εκ της επισκοπήσεως των εν λόγω εφέσεων δεν προκύπτει ότι αυτοί προέβαλαν αυτοτελή ισχυρισμό, κατά την προεκτιθεμένη έννοια και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, το δε Συμβούλιο δεν υπεχρεούτο να αιτιολογήση ειδικώς την απόρριψη μη αυτοτελών, αλλ' απλώς υπερασπιστικών, ισχυρισμών. Περαιτέρω, ο περί εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως λόγος αναιρέσεως προβάλλεται απαραδέκτως, αφού δεν εκτίθεται εις τί συνίσταται η εν λόγω εσφαλμένη εφαρμογή, ενώ και οι αιτιάσεις διά των οποίων πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων και κρίση του Συμβουλίου περί τα πράγματα είναι απαράδεκτες. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθούν οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω Να απορριφθούν οι από 15-10-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των α) Χ2 και β) Χ1, κατοίκων ..., κατά του υπ' αριθμ. 1485/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 30 Νοεμβρίου 2009 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός" Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Οι 190 και 191/15-10-2009 αιτήσεις (εκθέσεις) αναιρέσεως των Χ2 και Χ1, αντιστοίχως, στρέφονται κατά του αυτού Βουλεύματος 1435/2009 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν, ως αβάσιμες, οι εφέσεις τους, κατά του 2305/2008 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες και άλλα δύο άτομα, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, στο Εφετείο κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθούν ως υπαίτιοι της πράξεως της πλαστογραφίας με χρήση των πλαστών εγγράφων, από κοινού, κατ εξακολούθηση και κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια, από υπαιτίους που σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των 15.000 €, βλάπτοντας τρίτον (άρθρα 13 στ, 45, 98, παρ. 1, 2, 216 παρ. 1 και 3 β ΠΚ) και της πράξεως της απάτης από κοινού, κατ εξακολούθηση, κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 €, (άρθρα 13 στ', 45, 98, παρ.1, 2 και 386 παρ. 1 και 3 α ΠΚ). Οι αναιρέσεις ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως (474 παρ 1, 2, 473 παρ. 1 ΚΠΔ) από πρόσωπα που δικαιούνται σε τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση (482 παρ. 1 α ΚΠΔ) και πρέπει, αφού συνεκδικασθούν, λόγω της προδήλου μεταξύ τους συναφείας, να γίνουν τυπικά δεκτές. ΙΙ. Κατά τη διάταξη το άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Κατά δε την παρ. 3 εδαφ. α' και β' του ιδίου άρθρου 216 ΠΚ όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 1 παρ. 7 α του Ν. 2408/4.6.1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14 παρ. 2 α Ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παρ. 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 €). Με την αυτή ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος αν διαπράττει πλαστογραφίες κατ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) Ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται, αντικειμενικά μεν, η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ) από τον υπαίτιο, είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα, είτε με τη θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη, είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνον την υπογραφή τρίτου) που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε, δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης. Ως περιουσιακό όφελος νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου, υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή με την προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποφυγή της μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 73.000 €. Αμέσως ζημιούμενος από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύθηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Για τη θεμελίωση της βαρύτερης μορφής της πράξης και την κατάφαση του κακουργηματικού χαρακτήρα αυτής, απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 €, ή τέλεση της πράξεως κατ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό ποσό του οφέλους ή της ζημίας υπερβαίνει το ποσό των 15.000 €. Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευομένης διατάξεως για τη θεμελίωση του αξιοποίνου ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενεργείας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης. Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) ή διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Π.Κ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (ΑΠΟλ3/2008). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Κατά την παρ. 3 α και β του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε, αρχικά με το άρθρο 1 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 και ακολούθως με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, τιμωρούμενη με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ` επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) €. Συνεπώς, σε περίπτωση τελέσεως της πράξεως κατ εξακολούθηση, για να προσλάβει αυτή κακουργηματικό χαρακτήρα, το συνολικό ποσό των μερικότερων περιουσιακών διαθέσεων πρέπει να υπερβαίνει το ανωτέρω ποσό των 15.000 € και αν ακόμη η πράξη έχει τελεσθεί πριν τις 3-6-1999, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ επάγγελμα και συνήθεια τελέσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ` του Π.Κ., όπως το εδάφιο στ` προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ` επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν, επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε, σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης κατ` επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δική του δράση με εκείνη των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Ειδικότερα και η πλαστογραφία μπορεί να τελεσθεί και από περισσότερους του ενός κατά συναυτουργία, κατά την ανωτέρω έννοια, του άρθρου 45 ΠΚ.. Αρκεί δε στο παραπεμπτικό βούλευμα να αναφέρεται ότι οι δράστες της πλαστογραφίας ενήργησαν με κοινό δόλο, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και να εξειδικεύονται οι επί μέρους υλικές ενέργειες του καθενός από αυτούς για την από κοινού πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αρκεί δηλαδή να αναφέρεται ότι από κοινού έθεσαν εν αγνοία και κατ απομίμηση του φερομένου ως υπογράφοντος το πλαστό έγγραφο την υπογραφή του, χωρίς ειδικότερη εξειδίκευση για τον κάθε ένα συναυτουργό, των ενεργειών του για την πραγμάτωση της πράξεως και δεν δημιουργείται έλλειψη νόμιμης βάσης από τη μη εξειδίκευση αυτή. (ΑΠΟλ 50/1990, ΑΠ 2041/2009). ΙΙΙ. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ` του ΚΠΔ υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, βάσει των οποίων το Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και όχι μερικά από αυτά κατ` επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ και γ) Είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστικού συμβουλίου. Τέλος λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1β ΚΠοινΔ, συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. IV. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1485/2009 βούλευμά του, επικύρωσε το εκκληθέν υπ' αριθμ. 2305/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο είχαν παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών οι αναιρεσείοντες και άλλα δύο άτομα, για να δικασθούν για από κοινού και κατ εξακολούθηση πλαστογραφίας και απάτης, που τελέσθηκαν κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια, η δε προκληθείσα ζημία στην περιουσία του εγκαλούντος και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος αυτών υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 €. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών, που το εξέδωσε, δέχθηκε, με καθολική αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει κατ είδος, προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "ο εγκαλών Ψ δραστηριοποιείται στο χώρο των καλλυντικών και της κομμωτικής. Κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2001 έως το θέρος του έτους 2003, συνεργάστηκε με τους αδελφούς Χ2 και Χ1, οι οποίοι του προμήθευαν εμπορεύματα, για τις ανάγκες λειτουργίας των επιχειρήσεων του, ενώ η συνεργασία τους διακόπηκε, χωρίς να υφίστανται οικονομικές εκκρεμότητες, όταν αμφισβητήθηκε η φερεγγυότητα των τελευταίων. Ο εγκαλών τον Οκτώβριο του έτους 2003, έλαβε γνώση ότι ενέχεται ως οπισθογράφος σε πλήθος επιταγών, χωρίς όμως εν τοις πράγμασι να έχει αναλάβει καμία υποχρέωση δια αυτών. Διαπίστωσε ότι στις κάτωθι αναφερόμενες επιταγές είχε τεθεί εν αγνοία του κατ' απομίμηση η υπογραφή του, ως οπισθογράφου. Όταν του κοινοποιήθηκαν οι διαταγές πληρωμής, που εκδόθηκαν με βάσει τίτλους αξιόγραφων και δη επιταγών, στις οποίες δεν είχε θέσει ο ίδιος την υπογραφή του, θορυβήθηκε και ευθύς αμέσως υπέβαλε αρμοδίως εγκλήσεις, άσκησε ανακοπές κατά των διαταγών πληρωμής και ενημέρωσε εγγράφως σχετικώς τις τράπεζες. Από την έρευνα που διενήργησε, διαπίστωσε ότι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι (Χ2 και Χ1), μετά τη λήξη της επαγγελματικής συνεργασίας τους με τον εγκαλούντα και γνωρίζοντας τα πλήρη στοιχεία του, λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν αλλά και της αναγκαιότητας να εξασφαλίσουν τη συνέχιση της χρηματοδότησης τους από τράπεζες, ήλθαν σε επαφή αφενός μεν με τον Χ3 που διοικούσε ουσιαστικά την εταιρεία με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ", αφετέρου δε με τον Χ4, νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας με την επωνυμία "ALTIUS ΝΕΤ ΑΕ" και συναποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν το όνομα του εγκαλούντα Ψ, πλαστογραφώντας σε επιταγές την υπογραφή του και εμφανίζοντας τον εν αγνοία του ως οπισθογράφο, έτσι ώστε να μπορούν να διοχετεύουν κυκλοφορώντας τις νοθευμένες επιταγές, στις οποίες θα ενέχονταν και ο τελευταίος. Η επιλογή του προσώπου του εγκαλούντα έλαβε χώρα λόγω της πιστοληπτικής του ικανότητας, προκειμένου οι άνω να καταστήσουν τα αξιόγραφα περισσότερο αξιόπιστα απέναντι σε τρίτους και να μπορούν αυτοί με απατηλό τρόπο να χρηματοδοτούνται άμεσα από τις τράπεζες στις οποίες θα μεταβίβαζαν τις μεταχρονολογημένες επιταγές ως αξίες ληφθείσες σε ενέχυρο, προεισπράττοντας και ενθυλακώνοντας παράνομα την αξία τους και μάλιστα γνωρίζοντας ότι οι επιταγές αυτές δεν θα πληρωθούν κατά την εμφάνιση τους. Έτσι η κοινή εγκληματική συμπεριφορά των κατηγορουμένων (Χ3, Χ4, Χ2 και Χ1), που διέβλεπαν στο άμεσο και παράνομο κέρδος εκδηλώθηκε ως εξής: 1) Την 3/10/2003 επί του στελέχους, της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 24.394,40 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.3.2004", εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτέας από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA ΒΑΝΚ, έθεσαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το όνομα του εγκαλούντα Ψ και επί της οπίσθιας όψης της επιταγής έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου, εν αγνοία του, αναγράφοντας και τον αριθμό φορολογικού του μητρώου. Εν συνεχεία ο Χ4, νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "ALTIUS ΝΕΤ ΑΕ", αφού έθεσε την υπογραφή του και τη σφραγίδα της τελευταίας εταιρείας στη θέση του δεύτερου οπισθογράφου επί ταυ σώματος της επιταγής, την κυκλοφόρησε με τη συναίνεση όλων των προαναφερομένων κατηγορουμένων και τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση λόγω ενέχυρου στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος την 3/10/2003. Προεισέπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 1/4/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 2) Την 21/1/2004 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής ποσού 9.500 €, που έφερε ως τύπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.7.2004", εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτέας από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA ΒΑΝΚ, έθεσαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το όνομα του εγκαλούντα Ψ και επί της οπίσθιας όψης της επιταγής στη θέση του πρώτου οπισθογράφου έθεσαν αποτύπωμα σφραγίδας με την ένδειξη "Donna D' oro Ψ ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. ...", που διαφοροποιούνταν από αυτή που ο εγκαλών χρησιμοποιούσε στις συναλλαγές και κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου, χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή του. Εν συνεχεία με τη συναίνεση όλων των προαναφερομένων κατηγορουμένων, την 21/1/2004 ο Χ1 οπισθογράφησε την επιταγή μεταβιβάζοντας τη στον Χ2, ο οποίος την 21/1/2004 την οπισθογράφησε ως αξία ληφθείσα προς ενέχυρο στην Γενική Τράπεζα της Ελλάδος και προεισέπραξε το ποσό που αυτή ενσωμάτωνε, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 30/7/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 3) Την 16/9/2003 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 14.531,206, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης "Αθήνα 28.2.2004", ήταν εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτή από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA ΒΑΝΚ, έθεσαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το άνομα του εγκαλούντα Ψ, ενώ επί της οπίσθιας όψης της επιταγής έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντα, χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή του και τον αριθμό του φορολογικού του μητρώου. Εν συνεχεία την 16/9/2003 ο Χ4, νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία ALTIUS ΝΕΤ ΑΕ αφού έθεσε την υπογραφή του και τη σφραγίδα της τελευταίας εταιρείας στη θέση του δεύτερου οπισθογράφου επί του σώματος της επιταγής, την κυκλοφόρησε με τη συναίνεση όλων των προαναφερομένων κατηγορουμένων και τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση ως αξία σε ενέχυρο στην τράπεζα "EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ". Προεισέπραξε την αξία της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 2/3/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 4) Την 30/10/2003 επί του στελέχους της μ£ αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 17.600 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.3.2004", ήταν εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτέα από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA ΒΑΝΚ, έθεσαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το όνομα του εγκαλούντα Ψ και επί της οπίσθιας όψης της επιταγής κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντα φερομένου ως δήθεν λήπτη της επιταγής, χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή του. Εν συνεχεία την 30/10/2003 η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση και των τεσσάρων προαναφερομένων κατηγορουμένων και μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση ως αξία ληφθείσα προς ενέχυρο στην ΩΜΕΓΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ από τον Χ4, νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας με την επωνυμία ALTIUS NET ΑΕ ο οποίος εισέπραξε το ποσό που ενσωμάτωνε η επιταγή, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 2/4/20Ο4, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 5) Την 21/10/2003 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 21.789 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.3.2004", ήταν εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτέα από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA ΒΑΝΚ, έθεσαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το όνομα του εγκαλούντα Ψ, ενώ επί της οπίσθιας όψης της επιταγής έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντα φερομένου ως δήθεν λήπτη της επιταγής και τον αριθμό φορολογικού του μητρώου, εν αγνοία του. Εν συνεχεία η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση των προαναφερομένων κατηγορουμένων και την 21/10/2003 μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου στην "ΩΜΕΓΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" από τον Χ4, νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας με την επωνυμία ALTIUS ΝΕΤ ΑΕ, ο οποίος προεισέπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 2/4/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 6) Την 13/10/2003 επί της οπίσθιας όψης της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 16.000 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.4.2004", ως λήπτη τον ΑΑ, ήταν εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτέα από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA ΒΑΝΚ, στη θέση του δεύτερου οπισθογράφου έθεσαν αποτύπωμα σφραγίδας με την ένδειξη "Donna D' oro Ψ ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. ...", που διαφοροποιούνταν από αυτή που ο εγκαλών χρησιμοποιούσε στις συναλλαγές και κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου, χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή του. Εν συνεχεία την 13/10/2003, η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση των άνω κατηγορουμένων και μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου στην τράπεζα EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ από τον Χ1, ο οποίος προεισέπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 5/5/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 7) Την 22/1/2004 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 17.650 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.6.2004", εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτέας από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA ΒΑΝΚ, ανέγραψαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το όνομα του εγκαλούντα Ψ, ενώ επί της οπίσθιας όψης της επιταγής έθεσαν εν αγνοία του εγκαλούντα κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου φερομένου ως δήθεν λήπτη της επιταγής. Εν συνεχεία η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση των προαναφερομένων κατηγορουμένων και μεταβιβάσθηκε με οπισθογράφηση από τον Χ2 στην εταιρεία με την επωνυμία "ALTIUS ΑΕ", εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο Χ4, ο οποίος την κατέθεσε ως αξία εις ενέχυρο στην ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ και προεισέπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 2/7/2004, δεν πληρώθηκε, ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 8) Την 20/1/2004 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 21.200 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.7.2004", εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" πληρωτέας από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA ΒΑΝΚ έθεσαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το όνομα του εγκαλούντα Ψ ενώ επί της οπίσθιας όψης της επιταγής έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντα φερομένου ως δήθεν λήπτη της επιταγής, χωρίς την έγκριση του. Εν συνεχεία η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση των άνω κατηγορουμένων και μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση από τον Χ2 στην εταιρεία με την επωνυμία "ALTIUS ΝΕΤ ΑΕ", εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο Χ4. ο οποίος την κατέθεσε ως αξία εις ενέχυρο στην ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ και ο οποίος προεισεπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 3/8/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 9) Την 4/4/2004 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 8.500 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 31.7.2004", εκδόσεως του ΒΒ και πληρωτέας από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε ο τελευταίος στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, ανέγραψαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το όνομα του εγκαλούντα Ψ, ενώ επί της οπίσθιας όψης της επιταγής στη θέση ταυ πρώτου οπισθογράφσυ έθεσαν αποτύπωμα σφραγίδας με την ένδειξη "Donna D' oro Ψ ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ ...", που διαφοροποιούνταν από αυτή που ο εγκαλών χρησιμοποίησε στις συναλλαγές και κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου, εν αγνοία του. Εν συνεχεία η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση των προδιαλαμβανομένων κατηγορουμένων και μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ από τον Χ1, που προεισεπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 5/8/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό του εκδότη. 10) Την 30/7/2004 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 14.842,206, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.7.2004", ως λήπτη τον ΓΓ, ήταν εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτέα από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA ΒΑΝΚ, επί της οπίσθιας όψης της επιταγής στη θέση του δεύτερου οπισθογράφου έθεσαν αποτύπωμα σφραγίδας με την ένδειξη "Donna D' oro Ψ ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ ...", που διαφοροποιούνταν από αυτή που ο εγκαλών χρησιμοποιούσε στις συναλλαγές και κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου, χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή του. Εν συνεχεία η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση των ανωτέρω κατηγορουμένων και μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση λόγω ενέχυρου στην τράπεζα ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ από τον Χ1, ο οποίος προεισέπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 4/8/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. Επιπροσθέτως οι εκ των κατηγορουμένων Χ4, Χ1 και Χ2 την 18/11/2003 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 6.123,30 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Σπάτα 15.4.2004", ως λήπτη τον Ψ, εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ALTIUS ΝΕΤ ΑΕ", που εκπροσωπούσε ο Χ4 και πληρωτέας από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία εταιρεία στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, ανέγραψαν ως λήπτη τον εγκαλούντα και επί της οπίσθιας όψης της επιταγής στη θέση του πρώτου οπισθογράφου έθεσαν αποτύπωμα σφραγίδας με την ένδειξη "Donna D' oro Ψ ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. ...", που διαφοροποιούνταν από αυτή που ο εγκαλών χρησιμοποιούσε στις συναλλαγές και κατ' απομίμηση την υπογραφή το" τελευταίου, χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή του. Εν συνεχεία η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση των τριών προδιαλαβανομένων κατηγορουμένων και μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου στην τράπεζα EFG EUROBANK ΑΕ από τον Χ1, ο οποίος προεισέπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 15/4/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. Οι επί των προαναφερομένων επιταγών υπογραφές που φέρονται να ανήκουν στον εγκαλούντα, έχουν χαραχθεί κατ' απομίμηση της υπογραφής του, παράνομα, εν αγνοία και παρά τη θέληση του από τους προαναφερόμενους κατηγορουμένους (οι δέκα πρώτες με τη σύμπραξη των Χ3, Χ4, Χ2 και Χ1) ενώ η τελευταία (με αριθμό ... της ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ) με την συνεργασία των Χ4, Χ2 και Χ1, που διοχέτευαν τις προαναφερόμενες επιταγές στις άνω τράπεζες με σκοπό, εκμεταλλευόμενοι τη φερεγγυότητα και την πιστοληπτική ικανότητα του εγκαλούντα, την υπογραφή του οποίου χρησιμοποιούσαν εν αγνοία του, θέτοντας την επί των προαναφερομένων επιταγών σε θέσεις οπισθογράφου, για να προσδώσουν επί των αξιόγραφων αυτών μεγαλύτερη αξιοπιστία, να προεισπράξουν τις αξίες τους από τις Τράπεζες, με τις οποίες συνεργάζονταν και στις οποίες τις μεταβίβαζαν λόγω ενεχύρου. Η αξιοπιστία του εγκαλούντα στις Τράπεζες προκύπτει και από το από 25/2/2003 πινάκιο παράδοσης μεταχρονολογημένων επιταγών στην ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, από το οποίο διαφαίνεται ότι κατατέθηκε από τον Χ1 η με αριθμό ... επιταγή της εταιρείας "Χ3 ΑΕ", με οπισθογράφο τον εγκαλούντα. Επί του πινακίου αυτού ενυπάρχει σημείωση από υπάλληλο της Τράπεζας, που έλεγξε την αξιοπιστία των εμπλεκομένων στην επιταγή προσώπων και προέβη σε θετική εισήγηση προς την Τράπεζα να δεχθεί την επιταγή αυτή, λόγω του οπισθογράφου εγκαλούντα. Επιπροσθέτως οι μάρτυρες που προτείνει ο εγκαλών και έχουν πολυετή επαγγελματική συνεργασία με τον τελευταίο, ήτοι οι ..., ... και ..., καταθέτουν ενόρκως ότι δεν αναγνωρίζουν την υπογραφή του εγκαλούντα στις επίδικες επιταγές. Επιπλέον η δικαστική γραφολόγος ..., στις από 3/12/2004 και 13/6/2005 εκθέσεις γραφολογικής γνωμοδότησης που συνέταξε, κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, καθώς στις επίδικες υπογραφές επί των επιταγών, δεν διακρίνονται τα ίδια γενικά και ειδικά γραφολογικά χαρακτηριστικά με αυτά της υπογραφής του εγκαλούντα. Επιπροσθέτως το αποτύπωμα σφραγίδας με τα στοιχεία (δήθεν) της επιχείρησης του εγκαλούντα, "Donna D' oro Ψ ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. ...", διαφοροποιείται από το αποτύπωμα σφραγίδας που χρησιμοποιούσε ο τελευταίος στις συναλλαγές του. Τούτο δε προκύπτει από τα τιμολόγια - δελτία αποστολής, που φέρουν αποτύπωμα της σφραγίδα της επιχείρησης του εγκαλούντα που πράγματι χρησιμοποιούσε στις συναλλαγές του και είναι το εξής: "Donna D' oro Ψ ΕΜΠΟΡΙΟ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ Κ ΣΥΝΑΦΩΝ ΕΙΔΩΝ ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. ...". Άλλωστε η σφραγίδα τυγχάνει κατασκευασμένη από τους κατηγορούμενους και εκ του λόγου ότι εσφαλμένως αναγράφεται επ' αυτής το πρώτο γράμμα του πατρώνυμου του εγκαλούντα ως "Δ", ενώ είναι "...". Περαιτέρω η θέση γνήσιας υπογραφής του εγκαλούντα στις επίδικες επιταγές ως οπισθογράφο, θα σήμαινε ότι ο τελευταίος συναλλάχθηκε με τους κατηγορούμενους, οι υπογραφές των οποίων υφίσταντο επί των επιταγών, γεγονός όμως που δεν συνάδει με τη συναλλακτική πρακτική, δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις των εμπλεκομένων κατηγορουμένων Χ3 και Χ4, που διοικούσαν ουσιαστικά τις εταιρείες με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και "ALTIUS ΝΕΤ ΑΕ" αντίστοιχα, δεν είχαν συναφές αντικείμενο με αυτή του εγκαλούντα. Πράγματι ο τελευταίος κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα διακίνησης των προαναφερομένων νοθευμένων επιταγών, δραστηριοποιούνταν στο χώρο της παροχής υπηρεσιών κομμωτικής και εισαγωγής και πώλησης καλλυντικών, ενώ αντικείμενο εργασίας της εταιρείας με την επωνυμία "ALTIUS NET ΑΕ", με Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο τον Χ4, ήταν η προμήθεια, παραγωγή και διάθεση πάσης φύσεως τροφίμων και αντικείμενο εργασίας της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ", που ουσιαστικά διαχειρίζονταν ο Χ3 ήταν η αγορά οικοπέδων, η ανέγερση ακινήτων, η πραγματοποίηση μελετών, η ανέγερση και εκμετάλλευση τουριστικών εγκαταστάσεων κτλ. Ο εγκαλών όμως δεν συνεργάστηκε ποτέ με τις προαναφερόμενες επιχειρήσεις ή έστω και ατομικά με τους Χ3 και Χ4. Αντίθετα συνεργάστηκε επαγγελματικά με τους Χ2 και Χ1, μέχρι το θέρος του έτους 2003. Ενώ έκτοτε δεν υπήρξε οικονομική διαφορά ή εκκρεμότητα με τους παραπάνω, που να δικαιολογεί την δια της υπογραφής του επί των επιταγών, ανάληψη και αποδοχή οφειλής. Επιπροσθέτως οι διαταγές πληρωμής που έχουν εκδοθεί με βάση τις με αριθμό ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... επιταγές, ακυρώθηκαν με δικαστικές αποφάσεις, κατόπιν ανακοπών που άσκησε ο εγκαλών, με την αιτιολογία ότι οι υπογραφές του τελευταίου, φερόμενου ως οπισθογράφου επί των επιταγών αυτών είναι πλαστογραφημένες, καθώς δεν έχουν ομοιότητα ή την παραμικρή σχέση με αυτές που πράγματι έθετε ο εγκαλών Οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι, μετά από συναπόφαση με τον μη ασκήσαντα έφεση συγκατηγορούμενο τους Χ3 ενήργησαν συστηματικά, κατανέμοντας μεταξύ τους ρόλους, που εναλλάσσονταν κάθε φορά, όσον αφορά τον εκάστοτε παρουσιαζόμενο στις άνω Τράπεζες (για να καταθέσει τις μεταχρονολογημένες επιταγές και να τις μεταβιβάσει λόγω ενεχύρου, έτσι ώστε να προεισπράξει την αξία τους, για λογαριασμό όμως και των τεσσάρων κατηγορουμένων) κατά φαινόμενο νόμιμο κομιστή των νοθευμένων (κατά την προσθήκη ως οπισθογράφου της υπογραίρής του εν αγνοία τελούντος εγκαλούντα) επιταγών, που υλοποιούσε το εγκληματικό σχέδιο που εξυφαναν όλοι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι. Γνωρίζοντας ότι οι προαναφερόμενες νοθευμένες επιταγές δεν θα πληρωθούν, οι τέσσερις προδιαλαμβανόμενοι κατηγορούμενοι τις κυκλοφορούσαν, μεταβιβάζοντας αυτές σε Τράπεζες λόγω ενεχύρου, παριστάνοντας εν γνώσει τους ψευδώς ότι φέρουν γνήσιες υπογραφές του εγκαλούντα και ότι ο τελευταίος έχει αναλάβει ως οπισθογράφος την πληρωμή αυτών. Η εκδηλωθείσα συμπεριφορά των κατηγορουμένων συναρτάται άμεσα με το σκοπό των κατηγορουμένων να τύχουν χρηματοδότησης από τις Τράπεζες (πριν τη λήξη των επιταγών) και χωρίς δικαίωμα να ενθυλακώσουν προς το δικό τους όφελος τα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούσαν στην αξία των επιταγών, βλάπτοντας ταυτοχρόνως τον εγκαλούντα και καθιστώντας αυτόν υπόχρεο καταβολής των χρηματικών ποσών των επιταγών. Οι παραπάνω ενέργειες των κατηγορουμένων είχαν ως αποτέλεσμα οι υπάλληλοι των ανωτέρω καταστημάτων των Τραπεζών, στις οποίες μεταβιβάζονταν οι νοθευμένες επιταγές, αφενός μεν να παραπλανηθούν ως προς το ότι δήθεν η υπογραφή του φερέγγυου εγκαλούντα στη θέση του οπισθογράφου σε κάθε μία από τις προαναφερόμενες επιταγές ήταν γνήσια και ότι αυτός δήθεν ανέλαβε την υποχρέωση πληρωμής αυτών, αφετέρου δε να πειστούν να δεχθούν τις μεταχρονολογημένες επιταγές χρηματοδοτώντας παράλληλα την επιχείρηση του εκάστοτε κατηγορουμένου δήθεν νόμιμου κομιστή των επιταγών. Αν δε οι υπάλληλοι των προαναφερομένων τραπεζών, που ενέκριναν κάθε μία χρηματοδότηση, γνώριζαν ότι στις προαναφερόμενες επιταγές η υπογραφή του εγκαλούντα δεν ήταν γνήσια και ότι αυτός δεν είχε αναλάβει ως οπισθογράφος την υποχρέωση πληρωμής αυτών, δεν θα ενέκριναν τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων, που ουσιαστικά σήμαινε την παράνομη ιδιοποίηση του ποσού κάθε επιταγής από τους πιο πάνω κατηγορούμενους, που το διαμοίραζαν μεταξύ τους. Με τον τρόπο αυτό οι κατηγορούμενοι ζημίωσαν την περιουσία του εγκαλούντα, καθώς τον κατέστησαν εν αγνοία του οπισθογράφο στις προδιαλαμβανόμενες επιταγές και ταυτόχρονα υπόχρεο καταβολής του ποσού κάθε μίας επιταγής, το οποίο ο εγκαλών διατάχθηκε να καταβάλει, με την έκδοση αντιστοίχων διαταγών πληρωμής. Επιπροσθέτως ωφελήθηκαν οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι κατά το αντίστοιχο ποσό (της συνολικής αξίας των επιταγών) το οποίο παρανόμως καρπώθηκαν". Περαιτέρω το Συμβούλιο διέλαβε ως προς τους αρνητικούς των κατηγοριών ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων τα ακόλουθα: "Οι εκ των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2 ισχυρίζονται ότι οι επίδικες επιταγές παραδόθηκαν σ' αυτούς από τον Χ3, ότι κατά την παράδοση τους έφεραν ήδη την υπογραφή του εγκαλούντα ως οπισθογράφου, ότι ενόψει του ότι γνώριζαν ότι ο Χ3, ο Χ4 και ο εγκαλών είχαν συνεργασία, καθώς αντάλλασαν προς εξυπηρέτηση τους επιταγές, οι κατηγορούμενοι δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι οι υπογραφές του εγκαλούντα επί των επίδικων επιταγών δεν ήταν γνήσιες και ότι ουσιαστικά οι ισχυρισμοί του εγκαλούντα αποτελούν κατασκεύασμα - εφεύρημα για να αποφύγουν ο Χ3 και ο εγκαλών τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει εκ της θέσεως των υπογραφών τους στα προαναφερόμενα αξιόγραφα. Τα αναφερόμενα από τους κατηγορουμένους δεν κρίνονται βάσιμα, καθόσον ο εγκαλών δεν γνώριζε αλλά ούτε συνεργάστηκε με τον Χ3 ή με τον Χ4, ενώ οι μόνοι που γνώριζαν τα στοιχεία και το αποτύπωμα σφραγίδας του εγκαλούντα, έτσι ώστε να τα θέσουν επί των επίδικων επιταγών ήταν οι ίδιοι αδελφοί Χ1-Χ2, που συνεργάστηκαν στη σύλληψη και στην εκτέλεση του εγκληματικού σχεδίου τους. Οι κατηγορούμενοι (Χ3, Χ4, Χ1 και Χ2) συνέπραξαν και προέβησαν στις παραπάνω πράξεις τους με συγκλίνουσες ενέργειες προς πραγματοποίηση παράνομου κέρδους. Δημιούργησαν μαζί και διατήρησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα την κατάλληλη παραπλανητική υποδομή, δρούσαν έχοντας ροπή προς το έγκλημα, μεθοδευμένα δε και κατ' επανάληψη προέβησαν στις ως άνω, παρομοίου αντικειμένου, απατηλές και ζημιογόνες συμπεριφορές. Λαμβανομένων υπόψη του τρόπου δράσης των κατηγορουμένων, της οργανωμένης διαμόρφωσης, της μεθοδικότητας και συστηματικής διατήρησης του μηχανισμού εξαπάτησης των τραπεζών δια της μεταβίβασης νοθευμένων επιταγών (με την προσθήκη επί αυτών του ονόματος και της υπογραφής του εγκαλούντος ως οπισθογράφου και ενεχομένου εν αγνοία του στην πληρωμή των προαναφερομένων επιταγών), την επανάληψη των πράξεων τους και την έκταση της ζημίας που προκάλεσαν, προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι δρούσαν με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος έχοντας μάλιστα αποκτήσει ροπή προς τέλεση παρομοίων πράξεων, ενώ ο Χ3, απέβλεπε εξ αρχής με την από κοινού διάπραξη των αδικημάτων τουλάχιστον στο συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος των 166.004,80 €, οι δε κατηγορούμενοι Χ4, Χ1 και Χ2 απέβλεπαν εξ' αρχής με την από κοινού διάπραξη των αδικημάτων τουλάχιστον στο συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος των 172.128,1 €. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις πως οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι και οι άλλοι δύο συγκατηγορούμενοι τους, οι οποίοι δεν άσκησαν αναίρεση τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας και απάτης που τελέσθηκαν και από τους τέσσαρες από κοινού, κατ εξακολούθηση, κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια, με προκληθείσα στον εγκαλούντα περιουσιακή ζημία μεγαλύτερη των 15.000 € και ότι συνεπώς, ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, που αποφάνθηκε ομοίως και τους παρέπεμψε με το εκκαλούμενο 2305/2008 βούλευμα του στο ακροατήριο του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και στη συνέχεια απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις κατά του βουλεύματος αυτού, το οποίο και επικύρωσε, εφέσεις των αναιρεσειόντων και του μη ασκήσαντος αίτηση αναιρέσεως Χ4 (319 παρ. 3 ΚΠΔ). Ο συναυτουργός Χ3 δεν άσκησε έφεση. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν τις αποδιδόμενες στους κατηγορούμενους - αναιρεσείοντες και τους άλλους δύο συγκατηγορουμένους τους πιο πάνω αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας και απάτης σε βαθμό κακουργήματος, κατ εξακολούθηση, που τελέσθηκαν από κοινού, προβλέπονται δε και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 13 στ, 45, 98, 216 παρ. 1 και 3 β και 386 παρ. 1, 3 α ΠΚ, από τα οποία συνήγαγε την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της πράξεως αυτής, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων και των μη διαδίκων στο παρόν δικαστήριο, Χ3 και Χ4, στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών παραθέτει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την στοιχειοθέτηση, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ως προκύψαντα από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, των πράξεων της πλαστογραφίας και της απάτης στην βασική τους μορφή, όπως αυτές αναλύθηκαν στην νομική σκέψη και της τιμωρήσεως της σε βαθμό κακουργήματος, που τελέσθηκαν, όπως με πλήρη αιτιολογία, ως προς την συνδρομή της επιβαρυντικής αυτής περιπτώσεως, δέχθηκε το Συμβούλιο, από τους αναιρεσείοντες από κοινού μετά των ανωτέρω δύο συναυτουργών, κατ εξακολούθηση, κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια, με σκοπό να επιτύχουν περιουσιακό όφελος ανερχόμενο στα αναφερόμενα στο σκεπτικό ποσά. Δεν κωλύεται δε, κατά τα ανωτέρω, η στοιχειοθέτηση της πράξεως της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος εκ του ότι, για την επίτευξη του παρανόμου οφέλους και την πρόκληση της ζημίας, που εξειδικεύονται στο βούλευμα και ανέρχονται στα αναφερόμενα στο σκεπτικό συνολικά ποσά, απαιτήθηκαν και περαιτέρω ενέργειες των αναιρεσειόντων και των δύο άλλων συναυτουργών, που αναφέρονται στο σκεπτικό. Επίσης με την ανωτέρω πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε ακόμη και τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, μεταξύ των οποίων και ότι αντάλλασσαν επιταγές με τον εγκαλούντα προς αμοιβαία εξυπηρέτησή τους και δεν υφίσταται ζήτημα πλαστογραφήσεως τους, ούτε περαιτέρω τελέσεως του αδικήματος της απάτης. Συνεπώς ο δεύτερος λόγος των πανομοιότυπων αιτήσεων αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (484 παρ. 1 δ' ΚΠΔ), αλλά και ο πρώτος λόγος, με τον οποίο πλήττεται το βούλευμα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων (484 παρ. 1 β ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, αλλά και τον τρίτο λόγο, διαλαμβανόμενες στις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως αιτιάσεις, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος των πανομοιότυπων αιτήσεων αναιρέσεων πρέπει αυτές να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθεί καθένας από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις με αριθμό εκθέσεως 190 και 191/15-10-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ2 και Χ1, αντιστοίχως, για αναίρεση του αυτού Βουλεύματος 1485/2009 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και. Καταδικάζει καθένα από τους ανωτέρω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πλαστογραφία από κοινού κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 15.000 €. Έννοια - Στοιχεία. Απάτη από κοινού, κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 15.000 €. Έννοια - Στοιχεία. Πότε περιέχει το βούλευμα πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (484 § 1β ΚΠΔ). Εσφαλμένη ερμηνεία εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εκ πλαγίου παράβαση - Πότε (άρθρ. 484 § 1β ΚΠΔ). Παραπομπή για τα ανωτέρω εγκλήματα των αναιρεσειόντων. Απόρριψη εφέσεων. Δύο πανομοιότυπες αιτήσεις αναιρέσεως. Αβάσιμοι λόγοι έλλειψης αιτιολογίας, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Συναυτουργία.
0
Αριθμός 1168/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ρέκκα , περί αναιρέσεως της 5483/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Πάρρη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 179/10. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή, ενώ για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ, της ψευδορκίας, απαιτείται αφενός ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρμοδίας αρχής ψευδή γεγονότα, αφετέρου να γνώριζε, την αναλήθεια των γεγονότων αυτών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 369 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλοντα: στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενη υπ' αρ. 5483/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη ... και η εγκαλούσα ... διατηρούν εφαπτόμενες μεταξύ του οικίες σε κτιριακό συγκρότημα που βρίσκεται στη θέση .... Στο πρώτο από τα τρία κεντρικά αυτά κτίρια βρίσκεται διώροφο κτίριο που έχει διαμορφωθεί σε κατοικία και χρησιμοποιείται από την ενάγουσα και εφαπτόμενο σε αυτό ισόγειο κτίριο που έχει διαμορφωθεί επίσης σε κατοικία και χρησιμοποιείται από την κατηγορουμένη. Μεταξύ του κτιριακού αυτού τμήματος του ως άνω συγκροτήματος αυτού που χρησιμοποιείται ως αναθρεπτήριο-παρασκευαστήριο πουλερικών υπάρχει ακάλυπτος διάδρομος. Η κατηγορουμένη και ο ήδη αποβιώσας σύζυγός της ... προέβησαν στις 1-7-2002, 27-7-2002 και 5-8-2002 σε εργασίες διάστρωσης της διόδου αυτής με ασφαλτοτάπητα χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της εγκαλούσας, δεδομένου ότι η δίοδος αυτή είναι κοινόχρηστη για τις δύο όμορες ιδιοκτησίες. Για την πράξη τους αυτή η εγκαλούσα ... υπέβαλε εναντίον τους στις 5-8-2002 προφορική έγκληση ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του Α.Τ. .... Στις 10-8-2002 η εγκαλούσα συμπληρωματικά της ως άνω έγκληση της κατέθεσε ενόρκως ενώπιον των ως άνω προανακριτικών υπαλλήλων ότι με την προαναφερθείσα ασφαλτόστρωση της διόδου έχει καλυφθεί το φρεάτιο του βόθρου της οικίας της και έχει κλείσει η πόρτα του μεταλλικού του πιεστικού μηχανήματος. Η κατηγορουμένη στις 22-08-2002 υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την με ίδια ημεροχρονολογία έγκλησή της εναντίον της ήδη εγκαλούσας με την οποία την κατηγορούσε ότι εν γνώσει της κατέθεσε στις 10-08-2002 τα παραπάνω κατ' αυτήν ψευδή σε βάρος της γεγονότα με σκοπό να προκαλέσει την ποινική της δίωξη. Συγκεκριμένα, στην έγκληση της ισχυρίστηκε τα εξής: "Όταν δε ο Εισαγγελέας που επιλήφθηκε της αυτόφωρης διαδικασίας διέταξε συμπληρωματική προανάκριση και απόλυση του συλληφθέντος συζύγου, επανήλθε η μηνυομένη στις 10-08-2002 με νέα μήνυση της καθ' ημών στην οποία μεταξύ άλλων καταμηνύει τα εξής ψευδή "και η τρίτη (ασφαλτόστρωση) έγινε την 05-08-2002 με αποτέλεσμα να μου έχει κλείσει και την πόρτα του πιεστικού μου μηχανήματος". Η παραπάνω έγκληση της κατηγορουμένης απορρίφθηκε ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη με την υπ' αριθμ. Δ42/2003 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών. Κατά της απορριπτικής αυτής διάταξης η κατηγορουμένη άσκησε τη υπ' αριθμ. 52/2003 προσφυγή της ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ο οποίος αφού την έκρινε τυπικά δεκτή παρήγγειλε τη διενέργεια συμπληρωματικής προκαταρκτικής εξέτασης. Στα πλαίσια της συμπληρωματικής προκαταρκτικής εξέτασης διενεργήθηκε από προανακριτικούς υπαλλήλους του Α.Τ. ... στις 06-06-2003 αυτοψία στον επίδικο χώρο. Κατά τη διενέργεια της αυτοψίας (για την οποία συντάχθηκε η σχετική ως άνω έκθεση) διαπιστώθηκε ότι ο προαναφερόμενος διάδρομος έχει ασφαλτοστρωθεί σε μήκος 17μ. περίπου και πλάτος που ποικίλει από 3,5 έως 5 μ. περίπου. Διαπιστώθηκε επίσης ότι πίσω από το πρώτο κτιριακό τμήμα του κτιριακού συγκροτήματος όπου βρίσκονται οι οικίες της εγκαλούσας και της κατηγορουμένης, υπάρχει ένα πιεστικό μηχάνημα εντός αυτού, ο οποίος (θάλαμος) ανοίγει από το μεταλλικό σκέπαστρο του και από μεταλλική κάθετη πόρτα. Κατά το κλείσιμο της η πόρτα του μεταλλικού αυτού θαλάμου (οικίσκου) δεν εφάπτονταν ομοιόμορφα επί του πατώματος του θαλάμου και ο ένας μεντεσές της είχε φθορά. Κατά το χρόνο της αυτοψίας η μεταλλική πόρτα του θαλάμου άνοιγε ελεύθερα σε όλο το άνοιγμα της, αφού το τμήμα του διαδρόμου που καταλάμβανε κατά το άνοιγμα της σε όλη την έκταση του τόξου είχε χαλίκι και μόνο στο άκρο της περιφέρειας του τόξου υπήρχε μικρό μέρος ασφαλτομείγματος ανώμαλης διαμόρφωσης και διαφορετικής επίστρωσης από το υπόλοιπο τμήμα της διόδου. Όμως, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, προκύπτει ότι η ασφαλτόστρωση της διόδου έγινε αρχικά με τρόπο που προκαλούσε δυσλειτουργία στο άνοιγμα της πόρτας του μεταλλικού θαλάμου του πιεστικού μηχανήματος, η διαπιστωθείσα δε κατά τη διενέργεια της αυτοψίας μορφή του ασφαλτομείγματος ήταν αποτέλεσμα μεταγενέστερης της επίστρωσης του επέμβασης. Επίσης, κατά τη διενέργεια της αυτοψίας διαπιστώθηκε, και τούτο δεν αμφισβητείται, ότι κάτω από το ασφαλτόμειγμα στο σημείο του διαδρόμου που βρίσκεται δίπλα από το μεταλλικό θάλαμο του πιεστικού μηχανήματος και πίσω από την οικία της εγκαλούσας (...) υπήρχε φρεάτιο βόθρου με μεταλλικό κάλυμμα, ο δε βόθρος αυτός επικοινωνεί με την τουαλέτα της εγκαλούσας. Κατόπιν αυτών αποδεικνύεται κατά τρόπο σαφή και απόλυτο ότι όσα ενόρκως κατέθεσε η εγκαλούσα στην από 10-08-2002 κατάθεση της ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του Α.Τ. ... ότι, δηλαδή, με την ασφαλτόστρωση της διόδου, που έγινε από την κατηγορουμένη και το σύζυγο της, καλύφθηκε το φρεάτιο του βόθρου της οικίας της και έκλεισε η πόρτα του πιεστικού της μηχανήματος, είναι αληθή. Αντίθετα τα όσα η ίδια η κατηγορουμένη διέλαβε στην από 22-08-2002 έγκληση της σε βάρος της νυν εγκαλούσας ότι δηλαδή η τελευταία με την προαναφερομένη από 10-08-2002 ένορκη κατάθεση της ισχυρίστηκε εν γνώσει της ψευδή σε βάρος της ίδιας (κατ/νης) με σκοπό να προκαλέσει την ποινική της δίωξη και τα οποία επιβεβαίωσε εξεταζόμενη ενόρκως ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, είναι ψευδή. Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί ότι μετά τη διενέργεια της ως άνω συμπληρωματικής προκαταρκτικής εξέτασης ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών με την υπ' αριθμ. 97/2004 διάταξη του απέρριψε κατ' ουσίαν την υπ' αριθμ. 52/2003 προσφυγή της κατηγορουμένης κατά της υπ' αριθμ. Δ42/2003 διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 22-08-2002 έγκληση της κατηγορουμένης κατά της εγκαλούσας. Αποδεικνύεται επίσης ότι η κατηγορουμένη γνώριζε την αναλήθεια των όσων σε βάρος της εγκαλούσας κατήγγειλε, αφού η ίδια διατηρούσε οικία που εφάπτεται με την οικία της εγκαλούσας και γνώριζε τόσο την ύπαρξη του προαναφερομένου βόθρου και του φρεατίου του (εξάλλου τόσο αυτή όσο και ο σύζυγος της ενημερώθηκαν κατά την ασφαλτόστρωση από την εγκαλούσα για το βόθρο και το θαλαμίσκο του πιεστικού μηχανήματος, το οποίο και ήταν εμφανές). Με βάση τα προαναφερθέντα προέκυψε ότι τα καταγγελθέντα από την κατηγορουμένη σε βάρος της εγκαλούσας ήταν ψευδή και τα περιέλαβε στη μήνυση της για να προκαλέσει την ποινική δίωξη της (εγκαλούσας) και ακολούθως επιβεβαίωσε αυτά εξεταζόμενη ενόρκως ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, καίτοι τελούσε εν γνώσει της αναληθείας αυτών, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της τελευταίας, διότι εμφανίζεται στα πρόσωπα που έλαβαν γνώση της έγκλησης και της κατάθεσης της κατηγορουμένης (εισαγγελείς, γραμματείς κ.λ.π.) ως πρόσωπο που εν γνώσει της καταμήνυσε άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν. Συνεπώς, η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη των αποδιδόμενων σε αυτήν με το κατηγορητήριο πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης, απορριπτόμενου του αυτοτελούς ισχυρισμού περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο της κατηγορουμένης των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' περ. ε' Π.Κ. Και τούτο διότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτή (κατ/νη) έζησε έως το χρόνο που διαπράχθηκαν τα ως άνω εγκλήματα, έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και δεν αρκεί για τη βασιμότητα το λευκό της ποινικό μητρώο (ΑΠ 625/2006 ΠΧ ΝΖ 603), ενώ η επικαλούμενη καλή συμπεριφορά μετά τις πράξεις της κατηγορουμένης δεν ήταν αποτέλεσμα ηθικής και ψυχικής μεταστροφής της αλλά στην πρόθεση της να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις υποβολής ενός τέτοιου ισχυρισμού (ΑΠ 596/2002 ΠΧ ΝΓ49)". Ακολούθως το ίδιο Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμιση της πολιτικώς ενάγουσας και επέβαλε σε αυτή συνολική ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Ακόμη υποχρέωσε την κατηγορουμένη να καταβάλει το ποσό των 40 Ευρώ για χρηματική ικανοποίηση ως ηθική βλάβη της που υπέστη από την τέλεση σε βάρος της των τριών ως άνω εγκλημάτων. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεως του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27, 94, 224 παρ. 1,2, 229 παρ 1 και 363 σε συνδ. με το άρθρο 362 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα παρατίθεται στην απόφαση τα γεγονότα, τα οποία είναι ψευδή και συκοφαντικά και ποία είναι τα αληθή, αιτιολογεί δε το Δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο της κατηγορουμένης, με την έκθεση στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας της κατηγορουμένης για την αναλήθεια των άνω γεγονότων, τα οποία είναι γεγονότα και όχι αξιολογικές κρίσεις και τα διέδωσε ενώπιον τρίτων και ενόρκως βεβαίωσε και για τα οποία ψευδώς καταμήνυσε την εγκαλούσα. Περαιτέρω, απορριπτέες είναι οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για αντιφάσεις και ελλείψεις στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης ιδία ως το περιστατικό της κάλυψης του φρεατίου του βόθρου της οικίας της εγκαλούσας από ενέργειες της αναιρεσείουσας και την από την αιτία αυτή αχρήστευσή του, διότι στο σκεπτικό αναφέρεται πλήρως και με σαφήνεια σε σχέση με το περιστατικό αυτό, από το οποίο προέκυψαν οι μεταξύ των διαδίκων αστικές και ποινικές δίκες, ποία συγκεκριμένα γεγονότα είναι ψευδή και ποία τα αληθή, ενώ η εκ μέρους της αναιρεσείουσας αμφισβήτηση της ουσίας των ως άνω παραδοχών, συνιστά ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης με ειδική και αρκούντως εμπεριστατωμένη αιτιολογία το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης περί συνδρομής στο πρόσωπό της των ελαφρυντικών περιστατικών της έντιμης ζωής πριν την τέλεση των ως άνω πράξεων και της καλής συμπεριφοράς της για μεγάλο χρονικό διάστημα (άρθρο 84 παρ. 2 περ. α' και ε' του ΠΚ), όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. 224 σελίδα αυτής). Εξάλλου ουδεμία ασάφεια ή αοριστία υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ως την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης εκ 40 Ευρώ στην πολιτικώς ενάγουσα, καθόσον το ποσό αυτό ζήτησε και πρωτόδικα, με επιφύλαξη για το επιπλέον και αυτό της επιδικάσθηκε, ως ηθική βλάβη της που υπέστη ενιαία από την τέλεση σε βάρος της και των τριών εγκλημάτων από την κατηγορουμένη (ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση), γι' αυτό η περί του αντιθέτου αιτία ση της αναιρεσείουσας είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε και ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας στην προκειμένη δίκη πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18 Δεκεμβρίου 2009 αίτηση της ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5483/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ, και στην εκ πεντακοσίων (500) ευρώ δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στοιχεία εγκλημάτων ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης, Αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης και για την απόρριψη ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 § 2 περ. α΄ και ε΄ ΠΚ. Αίτηση αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας απόφασης και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Απόρριψη των λόγων αναίρεσης και της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα.
0
Αριθμός 1167/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Περσίδου, περί αναιρέσεως της 309/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (μετ.Χαλκίδας). Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Τάρτη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (μετ.Χαλκίδας), με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 29 Μαρτίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 36/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 29-12-2009 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 309/2009 καταδικαστικής απόφασης υπ' αριθμ. 309/2009 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών που συνεδρίασε στη Χαλκίδα, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Μαζί με αυτήν θα συνεταξετασθούν και οι από 24-3-2010 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης που άσκησε παραδεκτά ο αναιρεσείων με ιδιαίτερο δικόγραφο (άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της απόφασης είναι και η έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α ΚΠΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για το σχετικό αίτημα. Τέτοιο δικαίωμα αποτελεί και εκείνο του κατηγορουμένου, όταν σύμφωνα με το άρθρο 352 ΚΠΔ, υποβάλλεται αίτημα της αναβολής για να κληθούν και εξετασθούν μάρτυρες στο ακροατήριο ή προσκομίσει κρίσιμα έγγραφα που δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο. Ανεξαρτήτως του ότι η παραδοχή ή μη του αιτήματος αυτού υπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας οφείλει αυτό να απαντήσει στο εν λόγω αίτημα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του κατηγορουμένου Δημήτριος Κασσαβέτης, μετά την ανάγνωση των εγγράφων, μεταξύ των οποίων και η από ... έκθεση αυτοψίας των υπαλλήλων της Τεχνικής Υπηρεσίας του Γραφείου Πολεοδομίας του Δήμου ... και ... και την εξέταση της μάρτυρα υπεράσπισης ..., ζήτησε την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, "προκειμένου να κληθούν και να προσέλθουν ο υπάλληλος που υπέγραψε την έκθεση αυτοψίας και ο Δ/ντης των Τεχνικών Υπηρεσιών και να προσκομισθούν έγγραφα από τον κατηγορούμενο. Επί της παραπάνω αιτήσεως, η οποία ήταν ορισμένη κατά το πρώτο μέρος της, επιφυλάχθηκε αρχικώς να αποφασίσει (βλ. 64 σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης), στη συνέχει όμως, η διαδικασία ολοκληρώθηκε και εκδόθηκε σχετική η πληττόμενη καταδικαστική απόφαση (κατά παραδοχή της έφεσης του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), στο αιτιολογικό της οποίας, αλλά ούτε και στο διατακτικό ουδέν διαλαμβάνεται για την απόρριψη του άνω αιτήματος του κατηγορουμένου, καίτοι υπήρξε πρόταση της Εισαγγελέα της έδρας για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής. Έτσι δημιουργήθηκε ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, ο οποίος και αποτελεί τον σχετικό πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης και ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων (κυρίων και πρόσθετων), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 112 και τις όμοιες των άρθρων 111 και 113 ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως, όμως, όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1β, 370 στοιχ. β και 511 ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της Ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνει τη συμπλήρωση της παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή για το λόγο ότι ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως και περιέχεται σ' αυτήν, κατά τα άρθρα 474 παρ. 2 και 509 του ΚΠΔ ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναίρεσης, από εκείνους οι οποίοι περιοριστικώς αναφέρεται στο άρθρο 510 ΚΠΔ, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) έτη, για την τιμωρούμενη ως πλημμέλημα (άρθρο 259 ΠΚ) πράξη της παράβαση καθήκοντος η οποία φέρεται ότι είχε τελεσθεί στη Χαλκίδα στις 27-2-2002. Έτσι, αυτή έχει υποπέσει σε παραγραφή, αφού από τον τελευταίο χρόνο και μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (20-4-2010) είχε παρέλθει χρονικό διάστημα, υπολογιζόμενου και του χρόνου της τριετούς αναστολής, μεγαλύτερο της οκταετίας και το αξιόποινο τη ως άνω πράξεως έχει εξαλειφθεί με παραγραφή. Εντεύθεν και αναιρουμένης της αποφάσεως κατά τα ως άνω εκτεθέντα, πρέπει η κατά τον κατηγορούμενο ασκηθείσα ποινική δίωξη για την παράβαση καθήκοντος να παύσει οριστικώς. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 309/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών που συνεδρίασε στη Χαλκίδα. Και Παύει οριστικώς την κατά του κατηγορουμένου ..., ασκηθείσα ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος, που φέρεται ότι τέλεσε αυτός στη Χαλκίδα στις 27 Φεβρουαρίου 2002. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη απάντηση από το Δικαστήριο στο αίτημα αναβολής της δίκης. Δημιουργία λόγου αναιρέσεως κατ' άρθρα 170 § 1 και 510 § 1 στοιχ. Β΄ ΚΠΔ. Αναίρεση καταδικαστικής απόφασης και παραγραφή λόγω παρόδου οκταετίας από την τέλεση του πλημμελήματος της παράβασης καθήκοντος και παύση οριστική της ποινικής δίωξης από τον Άρειο Πάγο, αφού κρίθηκε παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης και ένας λόγος αναίρεσης παραδεκτός και βάσιμος.
Ακροάσεως έλλειψη
Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Παράβαση καθήκοντος, Αναβολής αίτημα, Ακροάσεως έλλειψη.
1
Αριθμός 1165/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.49/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, κάτοικο .... Το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 5/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή, με αριθμό 127/30-3-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ, την υπ' αριθμ. 6/7-12-2009 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορούμενης Χ1, κατοίκου ...), κατά του υπ' αριθμ. 49/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας, εκθέτω τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, με το υπ' αριθμ. 60/2009 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κέρκυρας, την κατηγορουμένη Χ1, κάτοικο ...), για να δικαστεί ως υπαίτια: α)απατών κατ' εξακολούθηση, από υπαίτια που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και από τις οποίες το σκοπηθέν συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, και β)πλαστογραφιών μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, από τις οποίες το σκοπηθέν συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (βλ. βούλευμα). Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε η πιο πάνω κατηγορούμενη νομοτύπως και εμπροθέσμως έφεση, την οποία δέχθηκε τυπικά το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας με το υπ' αριθμ. 49/2009 βούλευμα, πλην όμως την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας, η παραπεμφθείσα κατά τα ανωτέρω κατηγορούμενη, άσκησε νομοτύπως και εμπροθέσμως την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε νομίμως στην αναιρεσείουσα κατηγορούμενη με θυροκόλληση την 30-11-2009 και στον αντίκλητο δικηγόρο της την 26-11-2009, η δε αίτηση ασκήθηκε από την ίδια την αναιρεσείουσα την 7-12-2009 (άρθρο 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ) ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Κέρκυρας , συντάχθηκε δε περί αυτής η υπ' αριθμ. 6/7-12-2009 έκθεση στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και ειδικότερα: α) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και β) η απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας. Εξάλλου το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως , αφού παραπέμπει την αναιρεσείουσα για κακουργήματα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 386§1 του Π.Κ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν δεν επιτεύχθηκε τούτο. Ο σκοπός του παράνομου περιουσιακού οφέλους στο έγκλημα της απάτης, είναι υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου και συγκροτεί την έννοια του υπερχειλούς ή άμεσου δόλου α βαθμού, ο οποίος πρέπει να αιτιολογείται(Α.Π 737/2007 Ποιν. Χρον. ΝΗ 226). β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών , από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου, το οποίο προβαίνει σε πράξη παράλειψη ή ανοχή. Το παραπλανώμενο πρόσωπο δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με το βλαπτόμενο άλλ' αρκεί να μπορεί να προβεί στην επιζήμια για το τελευταίο πράξη ή παράλειψη (Α.Π 411/2007 Ποιν Χρον ΝΗ 61), και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, με την έννοια της μειώσεως της υφισταμένης περιουσιακής καταστάσεως του βλαπτομένου, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, πρέπει δηλαδή η περιουσιακή βλάβη να είναι το αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής(Α.Π 2098/2007 Ποιν Χρον ΝΗ 743). Για την στοιχειοθέτηση της απάτης ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή τα αναγόμενα στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς πραγματικής καταστάσεως ή δυνατότητας του δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μη εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε υπάρχει γεγονός που θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης( Α.Π 266/2006 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 812, Α.Π 830/2006). Εξάλλου, κατά την παράγραφο 3 του ιδίου πιο πάνω άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 1§11 του Ν 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§4 του Ν 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) εάν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών ή 15.000 ευρώ ή, β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ή 73.000 ευρώ . Από την διατύπωση του εδαφίου α της παρ. 3 της ανωτέρω διάταξης, προκύπτει ότι η απάτη προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ , ενώ με την διάταξη του εδαφίου β, προβλέπεται μια νέα διακεκριμένη περίπτωση απάτης, με βάση την συνολική αποτίμηση του οφέλους ή της βλάβης στο ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ, χωρίς την συνδρομή των προϋποθέσεων της κατά συνήθεια και κατ' επάγγελμα τέλεσης. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216§1 Π.Κ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον με τη χρήση του σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, ενώ σύμφωνα με το εδάφιο α της παραγράφου 3 του αυτού ως άνω άρθρου, όπως αυτό τροποποιήθηκε αρχικά με το άρθρο 1§7α Ν 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§2α του Ν 2721/1999, αν ο υπαίτιος των πράξεων αυτών (παρ. 1 και 2), σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ. Τέλος, με το εδάφιο β της παραγράφου 3 του άρθρου 216 του Π.Κ, ορίζεται ότι, με την ίδια ποινή (κάθειρξη μέχρι δέκα ετών), τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ. Από την διάταξη της παραγ.1 του άρθρου 216 του Π.Κ, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση των πραγματικών περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει άλλον με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή την δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο. Ως έγγραφο, εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει τέτοιο γεγονός (Α.Π 180/1990 σε ολομέλεια Ποιν Χρον. Μ 1002). Για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής μορφής της πλαστογραφίας κατά το εδάφιο β της τρίτης παραγράφου του άρθρου 216 του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίηση και συμπλήρωσή του με το άρθρο 14§2 εδάφιο β του Ν 2721/1999, απαιτείται όχι μόνο ο επιπρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκοπός αυτού να βλάψει άλλον, αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε ή όχι (ολομ Α.Π 855/1978 Ποιν Χρον. ΚΘ 43), αλλά πρέπει επιπλέον ο υπαίτιος να διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή 15.000 ευρώ. Στην περίπτωση αυτή, δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να συνδέεται άμεσα με την πλαστογραφία, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία, έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου, διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επόμενων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία(ολομ Α.Π 3/2008 Ποιν Χρον ΝΗ 404). Για την συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης των εγκλημάτων της απάτης και της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτών, χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή τους. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτών, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του(Α.Π 502/2008 Ποιν Χρον ΝΘ 221, Α.Π 1570/2007). Επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος υπάρχει και στην περίπτωση που τελείται αυτό κατ' εξακολούθηση, ενόψει του ότι στην περίπτωση αυτή, το έγκλημα τελείται με την μορφή της ομοειδούς πραγματικής συρροής (Α.Π 111/2008, Α.Π 1074/2006). Ακόμη, από την παρ. 1 του άρθρου 98 του Π.Κ, προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος , συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της αποφάσεως για την τέλεσή τους και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Στην παραπάνω διάταξη, προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν 2721/1999 δεύτερη παράγραφος, σύμφωνα με την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως, προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος( Α.Π 548/2008). Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , ή έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ δ του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας : α) αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά . Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά , το γεγονός δε ότι εξαίρονται ενδεχομένως ορισμένα, δεν υποδηλώνει μη λήψη υπόψη των άλλων. Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ή του δικαστικού συμβουλίου ( Α.Π 544/2005 Ποιν Χρον ΝΣΤ 19, Α.Π 114/2004 Ποιν Χρον. ΝΔ 29). Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που ενδεικτικά αναφέρονται στο άρθρο 178 του Κ.Π.Δ , είναι και η απολογία του κατηγορουμένου. Έτσι, κατά την έκθεση των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, είναι απαραίτητο να αναφέρεται και η απολογία του κατηγορουμένου η οποία συνιστά και την υπεράσπισή του, διότι άλλως το βούλευμα ή η απόφαση πάσχουν από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (Α.Π 365/1998 Ποιν Χρον. ΜΗ 984). Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν ο εκκαλών κατηγορούμενος υποβάλλει υπόμνημα στο Συμβούλιο Εφετών και τούτο παραλείπει να το εκτιμήσει και να το μνημονεύσει στο βούλευμά του (Α.Π 732/2005 Ποιν Χρον. ΝΕ 1014). β)είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, όταν το τελευταίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (Α.Π 286/2006 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 819, Α.Π 345/2006 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 829), και γ) είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (Α.Π 1071/2005 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 135, Α.Π 1364/2006). Εξάλλου, απόλυτη ακυρότητα που ιδρύει τον από το άρθρο 484παρ. 1 στοιχ α Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων του άρθρου 171§§1 και 2 Κ.Π.Δ, υπάρχει και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ Κ.Π.Δ). Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος, και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων , τα έγγραφα της δικογραφίας, την απολογία της κατηγορούμενης και τα συνημμένα σ' αυτήν υπομνήματα και λοιπά έγγραφα , μεταξύ των οποίων η από 8-4-2005 έκθεση ιδιωτικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Γ1 και η από 2-6-2007 έκθεση ιδιωτικής ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του καθηγητή της Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ..., προέκυψαν κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα: "Η εγκαλούσα Ψ1, ετών 73, συνταξιούχος διατηρούσε στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος (Α.Τ.Ε.) τον υπ'αριθμ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου, τον οποίο είχε ανοίξει προς 30ετίας περίπου στο κεντρικό υποκατάστημά της στην περιοχή ..., όπου και εξυπηρετούνταν σχεδόν αποκλειστικά, γιατί την γνώριζαν τόσο οι υπάλληλοι όσο και ο διευθυντής. Στις 12-4-2002, συνοδευόμενη από την ανιψιά της ..., η οποία την φρόντιζε, αφού πλην άλλων, ήταν και αναλφάβητη, προσήλθε για πρώτη φορά στο υποκατάστημα της ΑΤΕ στην ..., και, επιδεικνύοντας το βιβλιάριο του λογαριασμού της στην κατηγορουμένη υπάλληλο της ως άνω Τράπεζας Χ1 που ασκούσε καθήκοντα ταμιολογιστή και κεντρικού ταμία ασχολούμενη με συναλλαγές καταθέσεων και αναλήψεων από τραπεζικούς λογαριασμούς, κλπ, πραγματοποίησε από το λογαριασμό της ανάληψη ποσού 3.000 ευρώ. Έτσι, το υπόλοιπο ποσό που παρέμεινε στο λογαριασμό της, ανήρχετο σε 27.399,46 ευρώ. Έκτοτε η εγκαλούσα δεν προέβη σε ενημέρωση του βιβλιαρίου της, αλλά περί τα μέσα Ιανουαρίου του 2003 όταν με την αυτή ανιψιά της επισκέφθηκε το κεντρικό υποκατάστημα της ΑΤΕ ... για πληροφόρηση επί άλλου θέματος(μεταφορά ποσού από λογαριασμό ταμιευτηρίου σε προθεσμιακή κατάθεση),ο αρμόδιος υπάλληλος την ενημέρωσε ότι στον γνωστό ανοικτό λογαριασμό της δεν υπήρχε το ποσό των 27.500 ευρώ περίπου που αυτή του έλεγε προφορικά, γιατί δεν έφερε μαζί της το βιβλιάριο, αλλά μόνο εκείνο των 29,87 ευρώ, γιατί φαίνονταν ότι έγιναν διάφορες αναλήψεις. Η μηνύτρια εξεπλάγη από το αναφερόμενο, καθόσον δεν είχε προβεί στην ανάληψη του εν λόγω ποσού, οπότε στις 15.1.2003 απευθύνθηκε στη Διευθύντρια του καταστήματος ...και μάρτυρα Δ1, ζητώντας της εξηγήσεις για το τι ακριβώς συνέβη στη περίπτωσή της. Η τελευταία μετά από έρευνα ανακάλυψε πως στις 10.5.2002 υπήρχε παραστατικό ανάληψης χωρίς βιβλιάριο ποσού 20.000 ευρώ που εξέδωσε η κατηγορουμένη και το οποίο φερόταν ότι είχε υπογράψει η ίδια η εγκαλούσα, πλην αυτή, αρνείτο επιμόνως ότι η υπογραφή είναι δική της. Ύστερα από την διαμαρτυρία αυτή και των ανεπαρκών διευκρινίσεων που έδωσε η εγκαλούμενη, διατάχθηκε εσωτερικός έλεγχος από την Τράπεζα που διενεργήθηκε από τον ελεγκτή Α' Ε1, ο οποίος συνέταξε την από 10.11.2003 εμπιστευτική έκθεση ελέγχου του, συνημμένη, στην οποία περιγράφει με λεπτομέρεια και σαφήνεια όλο το εγκληματικό σχέδιο πλαστογραφίας και απάτης που εξύφανε η ανωτέρω τραπεζική υπάλληλος για την αφαίρεση και ενσωμάτωση στην περιουσία της του προαναφερόμενου χρηματικού ποσού των 27.194,85 ευρώ, για τον οποίο λόγο, εισηγήθηκε, πλην άλλων, και την πειθαρχική της δίωξη που απέληξε τελικά σε απόλυσή της από την υπηρεσία. Ειδικότερα, όπως εμπεριστατωμένα διαπιστώνεται στην ανωτέρω έκθεση και διασταυρώνεται και επαληθεύεται και από τα υπόλοιπα στοιχεία της δικογραφίας, η κατηγορουμένη, αφού εντόπισε το παραπάνω αδύναμο θύμα της, ήτοι την ηλικιωμένη και αναλφάβητη παθούσα κατά την ημερομηνία ανάληψης από το λογαριασμό της του ποσού των 3.000 ευρώ, (12.4.2002),επινόησε να αποσπάσει ολόκληρο το υπάρχον στην κατάθεση της χρηματικό ποσό, εφαρμόζοντας το εξής απατηλό τέχνασμα. Κατ' αρχήν για να μη γίνει αντιληπτή η πράξη της, μεθόδευσε το άνοιγμα ενός νέου τραπεζικού λογαριασμού, ήτοι αυτού με αριθμό ...και με ημερομηνία 29.4.2002 επ' ονόματι ανυπάρκτου προσώπου υπό τα στοιχεία "Κ1'' με τη χρήση πλαστής αστυνομικής ταυτότητας και μετέπειτα και δη κατά την 10.5.2002 προσέθεσε σ' αυτόν ως συνδικαιούχο την εγκαλούσα με υποβολή εντύπου αίτησης προσθήκης συνδικαιούχου σε υπάρχοντα τραπεζικό λογαριασμό επί του οποίου έθεσε την υπογραφή τόσο του προαναφερόμενου ανύπαρκτου προσώπου, όσο και της τελευταίας. Την αίτηση δε αυτή προσκόμισε στην ανωτέρω αναφερόμενη Διευθύντρια του υποκαταστήματος και της παρέστησε εν γνώσει ψευδώς ότι επιθυμεί η εγκαλούσα με συναίνεση του ανωτέρω υπαρκτού δήθεν δικαιούχου του εν λόγω λογαριασμού να καταστεί συνδικαιούχος αυτού, με αποτέλεσμα αυτή να παραπλανηθεί και προβεί σε θεώρηση της εν λόγω πράξης. Ακολούθως, την ίδια ημέρα και περί ώρα 11:27:47, η αυτή κατηγορουμένη, αφού έθεσε και πάλι κατ' απομίμηση την υπογραφή της εγκαλούσας επί ενός εντύπου εντολής πληρωμής ποσού 20.000 ευρώ, πραγματοποίησε, χρησιμοποιώντας το δικό της τερματικό με τον προσωπικό της κωδικό χρήστη, ανάληψη χωρίς βιβλιάριο του ανωτέρω χρηματικού ποσού από τον προαναφερόμενο προσωπικό λογαριασμό ταμιευτηρίου της παθούσας, στη συνέχεια δε, κάνοντας χρήση της εν λόγω πλαστής εντολής πληρωμής, την οποία προσκόμισε στην ανωτέρω διευθύντρια, παριστάνοντας σ' αυτήν εν γνώσει της ψευδώς ότι η εμφαινόμενη στην εντολή υπογραφή ανήκει στη μηνύτρια και ότι η εντολή ανταποκρίνεται στην αληθινή βούληση της, απέσπασε με τον τρόπο αυτό την υπογραφή της διευθύντριας. Από το ανωτέρω αναληφθέν ποσό των 20.000 ευρώ, η εν λόγω κατηγορουμένη κατακράτησε παράνομα και ενσωμάτωσε στην περιουσία της το ποσό 10.000 ευρώ, ενώ προέβη, μέσω του δικού της τερματικού και κωδικού χρήστη, σε κατάθεση του υπολειπόμενου ποσού των 10.000 ευρώ στον κοινό λογαριασμό, που είχε ανοίξει στο όνομα "Κ1", στον οποίο πρόσθεσε ως συνδικαιούχο τη μηνύτρια, αφού, προηγουμένως, συμπλήρωσε, και πάλι σε έντυπο εντολής είσπραξης τα στοιχεία αυτής και έθεσε σ' αυτό κατ' απομίμηση την υπογραφή της Ψ1. Κατόπιν, εμφάνισε την εντολή αυτή στην ανωτέρω διευθύντρια, την οποία διαβεβαίωσε εν γνώσει της ψευδώς, ότι η εντολή αυτή αντανακλά την πραγματική βούληση της εγκαλούσας, πείθοντάς την έτσι να την υπογράψει. Επίσης, στις 14-5-2002 ζήτησε, μέσω του συστήματος ON LINE, πληροφόρηση για το υπόλοιπο του ως άνω κοινού λογαριασμού και στις 17-5-2002 συμπλήρωσε, εν αγνοία της μηνύτριας, τα στοιχεία της σε έντυπο εντολής πληρωμής ποσού 9.000 ευρώ, στο οποίο έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της, και πραγματοποίησε ανάληψη χωρίς βιβλιάριο του ως άνω ποσού από τον κοινό λογαριασμό, στον οποίο φερόταν ως συνδικαιούχος η τελευταία, εν συνεχεία δε, αφού απέσπασε την υπογραφή επί της εντολής αυτής της διευθύντριας του υποκαταστήματος, παριστάνοντας εν γνώσει της ψευδώς σ' αυτή, ότι η φερόμενη ως υπογράφουσα επιθυμεί την ανάληψη του παραπάνω χρηματικού ποσού, το αφαίρεσε από το ταμείο της και το ιδιοποιήθηκε παράνομα ενσωματώνοντάς το στην περιουσία της. Στην ίδια ενέργεια προέβη και στις 4-6-2002, αυτή τη φορά, όμως, συμπλήρωσε σε έντυπο εντολής πληρωμής τα στοιχεία του ανύπαρκτου προσώπου "Κ1" θέτοντας η ίδια υπογραφή τούτου, εμφάνισε δε το έντυπο αυτό στη διευθύντρια του υποκαταστήματος, την οποία, αφού παραπλάνησε ότι αυτό είχε υπογραφεί από υπαρκτό πρόσωπο, έπεισε να το υπογράψει. Έτσι πραγματοποίησε ανάληψη ποσού 960 ευρώ από τον παραπάνω κοινό τραπεζικό λογαριασμό της μηνύτριας και αυτού του ανύπαρκτου προσώπου, το οποίο (ποσό) με τις ως άνω απατηλές ενέργειές της, ενσωμάτωσε στην περιουσία της. Περαιτέρω, στις 11-6-2006 η κατηγορουμένη ζήτησε και πάλι ενημέρωση υπολοίπου του λογαριασμού της μηνύτριας και, ακολούθως συμπλήρωσε με τα στοιχεία της τελευταίας έντυπο αίτησης για χορήγηση κάρτας ATEnet (Cash card) στο όνομά της, για ανάληψη χρημάτων από τον αρχικό προσωπικό λογαριασμό της μέσω αυτόματου τεμειολογιστικού μηχανήματος (ATM), υπέγραψε την αίτηση με απομίμηση της υπογραφής της ανωτέρω δικαιούχου, χωρίς εντολή από αυτή, και, αφού ολοκλήρωσε τη διαδικασία πληκτρολόγησης στο σύστημα ΟΝ LINE για την έκδοση της κάρτας, χρησιμοποιώντας αυτή τη φορά το μυστικό κωδικό πρόσβασης στο σύστημα ...., που ανήκε στη συνάδελφό της ταμιολογίστρια Λ1, υπέβαλε την παραπάνω πλαστή αίτηση στην αρμόδια υπηρεσία της ΑΤΕ για την έκδοση κάρτας ATEnet, διαβεβαιώνοντας, έτσι, εν γνώσει της ψευδώς τους αρμόδιους υπαλλήλους της το περιεχόμενο της επίμαχης αίτησης ανταποκρίνεται στην αληθή βούληση της ως άνω δικαιούχου του επίμαχου λογαριασμού, πετυχαίνοντας, με τον τρόπο αυτό, την έκδοση της υπ' αριθμ. ... κάρτας ATEnet. Η κάρτα αυτή απεστάλη στην αναγραφόμενη διεύθυνση κατοικίας της μηνύτριας, ενώ το PIN της κάρτας εστάλη στις 25-6-2002 με συστημένο φάκελο στο ανωτέρω υποκατάστημα της ΑΤΕ, μαζί με μία συγκεντρωτική κατάσταση, η οποία, όμως, χάθηκε από το κατάστημα, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να διακριβωθεί εάν και σε ποιον παραδόθηκε τελικά το PIN της συγκεκριμένης κάρτας, με την οποία, ωστόσο, δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ οποιαδήποτε συναλλαγή. Εν συνεχεία, η κατηγορουμένη στις 9-8-2002 και περί ώρα 10:09:47, και ενώ είχε ήδη ζητήσει, μέσω του συστήματος, νέα ενημέρωση υπολοίπου του ίδιου λογαριασμού στις 9-8-2002, πραγματοποίησε αλλαγή διεύθυνσης επικοινωνίας της μηνύτριας και αμέσως μετά, περί ώρα 10:13:35, πληκτρολόγησε στο σύστημα ON LINE με τον προσωπικό της κωδικό ακύρωση της πρώτης κάρτας και επανέκδοση άλλης, με νέα διεύθυνση επικοινωνίας, αντί της κατοικίας της μηνύτριας στο ..., τη διεύθυνση του υποκαταστήματος της ΑΤΕ, όπου υπηρετούσε, και τηλέφωνο επικοινωνίας αυτό του ίδιου υποκαταστήματος. Επίσης, συμπλήρωσε με τα στοιχεία της Ψ1, αφενός έντυπο μεταβολής στοιχείων - ακύρωσης κάρτας ATEnet,, αφετέρου αίτηση για χορήγηση νέας κάρτας, έθεσε δε και στα δύο έντυπα κατ' απομίμηση την υπογραφή της τελευταίας και υπέβαλε τις αιτήσεις αυτές στην αρμόδια υπηρεσία της ΑΤΕ για την έκδοση κάρτας ATEnet, διαβεβαιώνοντας, έτσι, εν γνώσει της ψευδώς τους αρμόδιους υπαλλήλους της, ότι το περιεχόμενό τους αντανακλά την πραγματική θέληση της, φερόμενης ως αιτούσας, μηνύτριας. Με τις ανωτέρω παραπλανητικές ενέργειές της, πέτυχε την έκδοση νέας κάρτας με αριθμό ... η οποία εστάλη στο υποκατάστημα με απλή αλληλογραφία, το δε PIN της κάρτας αυτής παραλήφθηκε από τη διευθύντρια του ίδιου καταστήματος στις 22-8-2002 σε συστημένο φάκελο, που περιείχε και συγκεντρωτική κατάσταση, η οποία, όπως και η πρώτη, χάθηκε, με συνέπεια να μην μπορεί και πάλι να διακριβωθεί από τρίτους εάν και σε ποιον παραδόθηκε τελικά το PIN. Τα ΡΙΝS των καρτών φυλάσσονταν σε συρτάρι του γραφείου της διευθύντριας, η οποία μαζί με την υποδιευθύντρια του υποκαταστήματος, ..., τα διαχειρίζονταν αποκλειστικά, πλην όμως, το συρτάρι αυτό δεν ασφάλιζε, γεγονός που ήταν γνωστό στους υπαλλήλους του εν λόγω καταστήματος. Η κατηγορουμένη, εκμεταλλευόμενη την προνομιακή σχέση εμπιστοσύνης, που είχε καλλιεργηθεί μεταξύ της ίδιας και της διευθύντριας, Δ1, αλλά και της πλημμελούς φύλαξης των PINS των καρτών, ενόψει και του γεγονότος ότι μόνο η ίδια γνώριζε για την έκδοση της νέας αυτής κάρτας στο όνομα της μηνύτριας, δεδομένου ότι όλη η διαδικασία διεκπεραιώθηκε από αυτήν αποκλειστικά, εν αγνοία και χωρίς τη θέληση της τελευταίας, ανέλαβε από το συρτάρι τη νέα κάρτα και το PIN, με την οποία προέβη, κατά το χρονικό διάστημα από 17-9-2002 έως 1-10-2002 μέσω του συστήματος αυτόματων συναλλαγών (ATM), σε διαδοχικές αναλήψεις χρηματικών ποσών από τον παραπάνω προσωπικό λογαριασμό ταμιευτηρίου της μηνύτριας. Συγκεκριμένα, με την κάρτα αυτή πραγματοποίησε στην ...τις ακόλουθες αναλήψεις από τον προσωπικό λογαριασμό ταμιευτηρίου της μηνύτριας, ο οποίος ήταν συνδεδεμένος με την ανωτέρω κάρτα: 1) στις 19-9-2002 από το ATM της ΑΤΕ στην ... ποσού 1.202,97 ευρώ, 2) στις 20-9-2002 από ATM της ALPHA BANK ποσού 602,97 ευρώ, 3) στις 23-9-2002 από ATM της Τράπεζας Αττικής ποσού 602,97 ευρώ, 4) στις 24-9-2002 από το ATM της ΑΤΕ στην ... ποσού 600 ευρώ, 5) στις 24-9-2002 από το ΑΤΜ της ΑΤΕ στην .... ποσού 600 ευρώ, 6) στις 25-9-2002 από ATM της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 602,97 ευρώ, 7) στις 25-9-2002 από το ATM της ΑΤΕ στην ... ποσού 600 ευρώ, 8) στις 26-9-2002 από ATM της Τράπεζας Αττικής ποσού 602,97 ευρώ, 9) στις 26-9-2002 από το ATM της ΑΤΕ στην .... ποσού 600 ευρώ, 10)στις 26-9-2002 από το ATM της ΑΤΕ στην ... ποσού 300 Ευρώ, 11) στις 30-9-2002 από το ATM της ΑΤΕ στην .... ποσού 600 ευρώ και στις 1-10-2002 από το ATM της ΑΤΕ στην ...ποσού 280 ευρώ, ήτοι συνολικά ανέλαβε, με τον παραπάνω τρόπο, από τον προσωπικό λογαριασμό της μηνύτριας το συνολικό χρηματικό ποσό των 7.194,85 ευρώ, το οποίο ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντάς το στην περιουσία της. Ακολούθως, η κατηγορουμένη επισκέφθηκε και πάλι, μέσω συστήματος ON LINE, τον ανωτέρω λογαριασμό στις 25-10-2002 και 8-11-2002, ενώ στις 19-11-2002 και ώρα 15:00:00, χρησιμοποιώντας το μυστικό κωδικό χρήσης της συναδέλφου της Λ1, πληκτρολόγησε, από το δικό της· τερματικό, αλλαγή διεύθυνσης επικοινωνίας, αναφορικά με την ανωτέρω νέα κάρτα, που είχε εκδοθεί στο όνομα της Ψ1, επαναφέροντας την πραγματική της διεύθυνση, ήτοι ..., που είχε αναγραφεί και στην αίτηση για την πρώτη κάρτα, που ακυρώθηκε, χωρίς, ωστόσο, να συμπληρωθεί και αντίστοιχη αίτηση μεταβολής στοιχείων κάρτας. Τα ανωτέρω εκτιθέμενα περιστατικά, τα οποία επιρρωνύονται και εκ του γεγονότος ότι ο φάκελος απάντων των ευρημάτων (πλαστών παραστατικών, αιτήσεων, κλπ) στο εξώφυλλο του οποίου αναγράφονταν μάλιστα και. το όνομα της παθούσας, βρέθηκε από τον Ελεγκτή της Τράπεζας στο γραφείο της κατηγορουμένης, οι δε πλείστες όσες πληροφοριακές επισκέψεις και λοιπές επεμβάσεις για αναλήψεις ποσών από τους λογαριασμούς της εγκαλούσας, πληκτρολογήθηκαν στο τερματικό και διεκπεραιώθηκαν από την ανωτέρω, ουδόλως μπορούν να αναιρεθούν από όσα αυτή αβασίμως επιχειρεί να αντιτάξει με την απολογία της, επικαλούμενη προς άμβλυνση προφανώς των σε βάρος της εντυπώσεων, εκθέσεις ιδιωτών πραγματογνωμόνων (του γραφολόγου και ψυχιάτρου που αναφέρθηκαν παραπάνω). Διότι, τα εμπεριεχόμενα σ' αυτές συμπεράσματα και λοιπές εκτιμήσεις, πέρα από το ότι βασίζονται σε ελλιπή αποδεικτικά στοιχεία, δεν παρέχουν τα απαιτούμενα εχέγγυα αξιοπιστίας, αμεροληψίας και αντικειμενικότητας, που απαιτεί ο κώδικας ποινικής δικονομίας, ενόψει του ότι συνετάγησαν κατ' εντολήν της ιδίας και προς υπεράσπιση των συμφερόντων αυτής και πάντως όχι με τους όρους, τις προϋποθέσεις και τους κανόνες που επιτάσσει ο νόμος (ΚΠΔ). Ούτε επίσης ευρίσκει νομικό έρεισμα ο προβαλλόμενος με την έφεση ισχυρισμός της, ότι το εκκαλούμενο έπρεπε να λάβει υπόψη του τα όσα αναλύονται στα ανωτέρω έγγραφα και όχι όσα αναφέρει ο Ελεγκτής της Τράπεζας στην Έκθεσή του, γιατί, αφενός μεν τούτο αντιστρατεύεται στη βασική αρχή της ηθικής απόδειξης του άρθρου 177 ΚΠΔ, αφετέρου δε, προκύπτει, ότι τα στοιχεία αυτά συναξιολογήθηκαν από το δικαστικό συμβούλιο, χωρίς να είναι απαραίτητη η αξιολόγηση συσχέτιση και σύγκριση τούτων μεταξύ τους. Ούτε άλλωστε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο αποδεικτικό μέσο βαρύνει περισσότερο στο σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του συμβουλίου ή του δικαστηρίου, ούτε επίσης, υφίσταταί έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως όταν εξαίρονται μερικά εξ αυτών και όχι άλλα, ως διατείνεται η κατηγορουμένη. (Α.Π.185/2007,ΠΧΝΖ' 1006, Α.Π.570/2006, ΠοινΛογ2 006, 469). Με αυτά τα δεδομένα, ορθώς το εκκαλούμενο βούλευμα εκτίμησε τις αποδείξεις και έκρινε ότι συντρέχουν οι από το νόμο αξιούμενες επαρκείς ενδείξεις ενοχής (άρ.313ΚΠΔ)σε βάρος της εκκαλούσας κατηγορουμένης για την παραπομπή της ενώπιον του αρμοδίου καθύλη και κατά τόπο ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κέρκυρας, για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης κατ' εξακολούθηση, υπό την επιβαρυντική περίσταση της τελέσεως αυτών κατ ' επάγγελμα και το συνολικό περιουσιακό όφελος στο οποίο απέβλεπε η υπαίτια με τις επιμέρους πράξεις της με αντίστοιχη ζημία των παθόντων υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, ανερχόμενο σε 27.154,85 ευρώ. Ειδικότερα και καθόσον αφορά την συνδρομή της ως άνω επιβαρυντικής περιστάσεως, ορθά γίνεται δεκτό, ότι αυτή προκύπτει τόσο από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων προς το σκοπό πορισμού εισοδήματος( κατ' εξακολούθηση πλαστογράφηση ειδικών εντύπων ανάληψης χρηματικών ποσών και λοιπών απαιτούμενων στοιχείων και επανειλημμένες ψευδείς παραστάσεις προς την Διευθύντρια του υποκαταστήματος και τη Διοίκηση της Τράπεζας)όσο και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει η εγκαλούμενη που μαρτυρεί οργανωμένη ετοιμότητα της με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων(γενικότερη οργάνωση της εγκληματικής της δράσης που αποτυπώνεται στο σχεδιασμό και στην εκτέλεση των εγκλημάτων, ως η επινόηση, πλην άλλων, λογαριασμού συνδικαιούχου, εκμετάλλευση της υφιστάμενης σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ αυτής και της Διευθύντριας, απομίμηση υπογραφών εγκαλούσας, εναλλαγή απατηλών τρόπων τελέσεως των εγκλημάτων προς δημιουργία συγχύσεως και εξάλειψης των ιχνών της, κ. λ. π.)". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , γιατί δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιολόγησε τα από 31-7-2009 και 1-9-2009 υπομνήματα του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, τα οποία απευθύνονταν στο Συμβούλιο που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα(Α.Π 732/2005 Ποιν Χρον. ΝΕ 1014). Τα υπομνήματα αυτά δεν ελήφθησαν ούτε ήταν δυνατόν να ληφθούν υπόψη από τον υποβαλόντα την πρόταση Εισαγγελέα Εφετών, καθόσον υποβλήθηκαν στο Συμβούλιο μετά την πρότασή του. Όμως ούτε από το εκδόν το προσβαλλόμενο βούλευμα Συμβούλιο ελήφθησαν υπόψη , αφού τούτο αναφέρθηκε καθολικά στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, χωρίς να διαλάβει οποιαδήποτε σκέψη περί αξιολόγησης και εκτίμησης των περί ων ο λόγος υπομνημάτων μεταξύ των κατ' είδος ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων. Η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την μη λήψη υπόψη των υπομνημάτων αυτών, καθίσταται πιο εμφανής από το γεγονός ότι σ' αυτά, πέραν των υπερασπιστικών ισχυρισμών της κατηγορούμενης, στο δεύτερο εξ αυτών είχαν συμπεριληφθεί και τα αιτήματα της διεξαγωγής περαιτέρω κυρίας ανάκρισης, της διεξαγωγής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και της ανακριτικής αναζήτησης και επισύναψης στη δικογραφία όλων των εγγράφων περί των οποίων γίνεται λόγος στην από 10-11-2003 έκθεση ελέγχου του Επιθεωρητή της Α.Τ.Ε Ε1, αιτήματα τα οποία απορρίφθηκαν χωρίς καμία αιτιολογία. Σημειώνεται, πάντως, ότι η αιτίαση ότι το Συμβούλιο δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο δεν υιοθέτησε το πόρισμα της ιδιωτικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε μετά από εντολή της αναιρεσείουσας ο δικαστικός γραφολόγος Γ1 , είναι αβάσιμη και συνεπώς απορριπτέα , γιατί το Συμβούλιο δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει τους λόγους για τους οποίους δεν συμπορεύθηκε με το πόρισμα της ιδιωτικής αυτής πραγματογνωμοσύνης(Α.Π 2131/2007). Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, όπως αυτός εκτιμάται, προβάλλεται η αιτίαση της υπέρβασης εξουσίας, διότι το εκδόν το προσβαλλόμενο βούλευμα Συμβούλιο , δεν κήρυξε άκυρες πράξεις της προδικασίας και ειδικότερα δεν προέβη σε ακύρωση της ανακριτικής του απολογίας, επειδή πριν από την λήψη της απολογίας του στερήθηκε του δικαιώματός του να λάβει γνώση κρίσιμων εγγράφων που στήριζαν της σε βάρος του κατηγορία, ειδικότερα δε ότι δεν έλαβε γνώση, ούτε του χορηγήθηκαν αντίγραφα των εγγράφων επί των οποίων στηρίχθηκε η με ημερομηνία 10-11-2003 έκθεση ελέγχου του Επιθεωρητή της ΑΤ.Ε, Ε1, ούτε τα έγγραφα αυτά αναζητήθηκαν και επισυνάφθηκαν στη δικογραφία στα πλαίσια της κυρίας ανάκρισης που διενεργήθηκε, περαιτέρω δε ο ανακριτής δεν παρήγγειλε την διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, καίτοι τούτο ζητήθηκε από την αναιρεσείουσα . Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από την επισκόπηση της σχετικής με αριθμό 12/29-5-2009 εκθέσεως εφέσεως κατά του πρωτοβάθμιου βουλεύματος, σ' αυτήν δεν διατυπώνεται αίτημα της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, να κηρυχθούν άκυρες πράξεις της προδικασίας. Κατά συνέπεια και στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως αυτής, δεν υφίστατο δικαιοδοσία του Συμβουλίου Εφετών να αποφανθεί σχετικώς. Αν με τον λόγο αυτό και μετά από εκτίμηση του περιεχομένου της υπό κρίση αίτησης, προβάλλεται η αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας πράξεων της προδικασίας ,η αιτίαση αυτή απαραδέκτως προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου (βλ. σχετ. αιτιολογική έκθεση σχεδ. Κ.Π.Δ, έκδοση .... σελ. 446), καθόσον αυτή δεν προβλήθηκε ούτε ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών , ούτε ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών με ειδικό λόγο εφέσεως κατά του πρωτοβάθμιου βουλεύματος. Ανεξάρτητα από το κατά τα ανωτέρω απαράδεκτο, ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, γιατί και αν ακόμη τα πιο πάνω αιτήματα είχαν προβληθεί κατά τρόπο ορισμένο ενώπιον του ανακριτή (ορισμένο είναι το αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης όταν προσδιορίζεται με σαφήνεια το αντικείμενό της Α.Π 1411/2006), η άρνηση του τελευταίου να ενδώσει σ' αυτά δεν συνεπάγεται κάποια ακυρότητα της προδικασίας (Α.Π 1165/2003, Α.Π 498/2001Ποιν Νμλγ Α.Π 2001.140, Α.Π 479/1996 Ποιν Χρον ΜΖ 86, Παγ. Νμλγ). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω : α) Να γίνει δεκτή η υπ' αριθμ. 6/7-12-2009 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 49/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας. β)Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, χωρίς την συμμετοχή των δικαστών που μετείχαν στην προηγούμενη σύνθεσή του. Αθήνα 30 Μαρτίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής". Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.Η κρινόμενη από 7-12-2009 αίτηση αναιρέσεως της Χ1, κατοίκου πόλεως ..., κατά του 49/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας, με το οποίο απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμη η από 29-5-2009 έφεση της αναιρεσείουσας κατά του 60/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κερκύρας, με το οποίο η ίδια παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κερκύρας για να δικαστεί ως υπαίτια πλαστογραφίας με χρήση πλαστού κατ' εξακολούθηση με σκοπό οφέλους, συνολικού ποσού άνω των 15.000 ευρώ, κατ' επάγγελμα και για απάτη κατ' εξακολούθηση συνολικού οφέλους και αντίστοιχης ζημίας άνω των 15.000 ευρώ, κατ' επάγγελμα (ΠΚ 216 παρ.1 και 3 περ.β', 386 παρ.1 και 3 περ.α'), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση (ΚΠοινΔ 482 παρ.2). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. 2.Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστικού συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αρκεί να αναφέρονται γενικώς τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους ούτε χρειάζεται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστικό Συμβούλιο, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία είχαν τεθεί υπό την κρίση του και όχι μόνο μερικά από αυτά. 3. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, το Συμβούλιο Εφετών Κερκύρας, με το προσβαλλόμενο βούλευμα και με καθολική αναφορά στην εκεί προπαρατιθέμενη εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή της κατηγορούμενης ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτια των πράξεων που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη. Ιδία αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπ' όψη για την κατάφαση των ενδείξεων ενοχής, το Συμβούλιο Εφετών δεν έκανε. Παρέπεμψε και ως προς αυτά στην εισαγγελική πρόταση. Ο Εισαγγελέας Εφετών, όμως, είχε υποβάλει την πρόταση του προς το Συμβούλιο την 16-6-2009 και, ως εκ τούτου, αναφέρθηκε στα προς αποδεικτική αξιολόγηση στοιχεία που υπήρχαν στη δικογραφία μέχρι το χρόνο υποβολής της προτάσεως του. Μετά την ημερομηνία αυτή, η κατηγορουμένη, που είχε λάβει νομοτύπως γνώση της εισαγγελικής προτάσεως, υπέβαλε προς αντίκρουση αυτής παρατηρήσεις και απόψεις με το από 30-7-2009 υπόμνημα, το οποίο διαβιβάσθηκε προς το Συμβούλιο Εφετών με το 2667/6-8-2009 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών. Στη συνέχεια, η κατηγορουμένη επανήλθε με το από 1-9-2009 υπόμνημα, με το οποίο, μη περιοριζόμενη στην αντίκρουση της κατηγορίας, υπέβαλε τα αιτήματα: α) να διενεργηθεί περαιτέρω ανάκριση, β) να διαταχθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν τα έγγραφα, που φέρονται ως πλαστογραφηθέντα από αυτήν, είναι πράγματι πλαστά και γ) να επισυναφθούν στη δικογραφία τα έγγραφα, τα οποία είχαν αποτελέσει αντικείμενο του ενδοϋπηρεσιακού ελέγχου που διενεργήθηκε σε βάρος της από ελεγκτή της Αγροτικής Τράπεζας και φέρεται ότι στηρίζουν τις αποχρώσες ενδείξεις. Το δεύτερο υπόμνημα διαβιβάσθηκε προς το Συμβούλιο Εφετών με το 2956/30-9-2009 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών, χωρίς να υποβληθεί πρόταση αυτού επί των διατυπουμένων αιτημάτων. Το Συμβούλιο Εφετών Κερκύρας, που διασκέφθηκε την 4-11-2009 και εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα του την 6-11-2009, δεν έκανε ουδεμία αναφορά στα ως άνω υπομνήματα ούτε και απέσχε από την απόφανση του, μέχρις ότου υποβληθεί εισαγγελική πρόταση επί των αιτημάτων που διατυπώνονται στο δεύτερο από αυτά. Η παραπομπή στην εισαγγελική πρόταση δε καλύπτει την έλλειψη αυτή, αφού, όπως προαναφέρθηκε, τα υπομνήματα δεν μνημονεύονται στην εισαγγελική πρόταση, που προηγήθηκε της υποβολής των. Ως εκ τούτου, αφ' ενός δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Συμβούλιο συνεκτίμησε τους ουσιαστικούς ισχυρισμούς της κατηγορουμένης, που προβάλλονται με τα υπομνήματα και αφ' ετέρου παρέμειναν αδίκαστα τα υποβληθέντα αιτήματα αυτής. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως και κατ' ουσίαν βάσιμος, ο σχετικός από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα στο σύνολο του και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠοινΔ 485 παρ. 1 και 519). Η έρευνα του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, που συνέχεται με το ανωτέρω υπό (γ) αίτημα, είναι περιττή. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΕΧΕΤΑΙ την από 7-12-2009 αίτηση αναιρέσεως της Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του 49/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας ΑΝΑΙΡΕΙ το προσβαλλόμενο βούλευμα.- Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 19η Μαΐου 2010. -Και ΕΚΔΟΘΗΚΕ στην Αθήνα, την 4 Ιουνίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη και πλαστογραφία. Αναιρείται βούλευμα, διότι δεν προκύπτει εάν το συμβούλιο εφετών έλαβε υπ' όψη τα υπομνήματα, που η κατηγορουμένη υπέβαλε μετά την εισαγωγή της εισαγγελικής προτάσεως στο συμβούλιο.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία.
0